Page 1


Julia Quinn ΤΟ ΚΡΥΦΟ ΠΑΘΟΣ ΤΗΣ ΜΙΡΑΝΤΑ Mετάφραση: Νινέττα Οράτου Εκδοσεις Εlxis


Tίτλος πρωτοτύπου: The secret diaries of miss Miranda Cheever, Julia Quinn Copyright © Julia Quinn, 2012 Published by arrangement with Avon Books, an imprint of HarperCollins Publishers & JLM Literary Agency © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2018. Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα. Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους Avon Books, an imprint of HarperCollins Publishers & JLM Literary Agency ISBN: 978-618-5229-68-9 Πρώτη ελληνική έκδοση: Μάιος 2018 Μετάφραση: Νινέττα Οράτου / επιμέλεια κειμένου: Ροδάνθη Παπαδομιχελάκη / σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελένη Οικονόμου / ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Έρση Σωτηρίου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι, Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 info@elxisbooks.gr


Σε όλους εκείνους που άφηναν μεγάλα φιλοδωρήματα στο Friendly’s και με βοήθησαν έτσι να μαζέψω χρήματα για τον πρώτο μου υπολογιστή, έναν Mac SE (χωρίς σκληρό δίσκο – ευχαριστώ, μπαμπά!) Και στον Πολ, παρόλο που δεν τήρησε την υπόσχεσή του να μετατρέψει αυτόν τον υπολογιστή σε ενυδρείο.


Πρόλογος Στα δέκα της χρόνια, η μις Μιράντα Τσίβερ δεν έδειχνε καθόλου σημάδια ότι θα γινόταν κάποια μέρα καλλονή. Τα μαλλιά της ήταν καστανά, σε ένα μουντό καφέ χρώμα όπως και τα μάτια της. Τα πόδια της, που ήταν ασυνήθιστα μακριά, έμοιαζαν να αρνούνται να περπατήσουν με χάρη. Η μητέρα της συχνά έλεγε ότι η κόρη της περιφερόταν μες στο σπίτι σαν αγριοκάτσικο. Δυστυχώς για τη Μιράντα, η κοινωνία στην οποία γεννήθηκε έδινε μεγάλη σημασία στη γυναικεία εμφάνιση. Και παρόλο που ήταν μόνο δέκα ετών, ήξερε ότι από αυτή την άποψη ήταν εμφανώς κατώτερη από τα περισσότερα μικρά κορίτσια που ζούσαν κοντά στο σπίτι της. Τα παιδιά έχουν έναν τρόπο να μαθαίνουν αυτά τα πράγματα, συνήθως από τα άλλα παιδιά. Και ακριβώς ένα τόσο δυσάρεστο περιστατικό συνέβη στο πάρτι για τα ενδέκατα γενέθλια της λαίδης Ολίβια και του αξιότιμου Ουίνστον Μπέβελστοκ, των δίδυμων παιδιών του κόμη και της κόμησσας του Ράντλαντ. Το σπίτι της Μιράντα ήταν πολύ κοντά στο Χάβερμπρικς, το σπίτι των προγόνων του Ράντλαντ κοντά στο Άμπλσαϊντ, στην περιοχή των λιμνών του Κάμπερλαντ. Η ίδια πάντα έκανε κάποια μαθήματα μαζί με την Ολίβια και τον Ουίνστον όταν τα παιδιά βρίσκονταν σε εκείνο το σπίτι. Είχαν γίνει ένα αδιάσπαστο τρίο και σπάνια έμπαιναν στον κόπο να παίξουν με τα άλλα παιδιά στην περιοχή, τα περισσότερα από τα οποία ζούσαν περίπου μία ώρα μακριά με την άμαξα από εκεί. Ωστόσο, καμιά δωδεκαριά φορές τον χρόνο, και ειδικά όταν κάποιο από τα πιτσιρίκια της περιοχής είχε γενέθλια, όλα τα παιδιά των ευγενών και των αριστοκρατών της περιοχής μαζεύονταν για να γιορτάσουν. Γι’ αυτόν τον λόγο και η λαίδη Ράντλαντ γκρίνιαζε και βογκούσε, με έναν τρόπο που καθόλου δεν άρμοζε σε μια κυρία, εκείνο το απόγευμα: δεκαοκτώ διαβολάκια χοροπηδούσαν χαρούμενα στο καθιστικό σκορπώντας παντού τη λάσπη από τα παπούτσια τους, αφού το πάρτι των διδύμων είχε διακοπεί από τη βροχή. «Έχεις λάσπη στο μάγουλό σου, Λίβι», είπε η Μιράντα, απλώνοντας το χέρι για να τη σκουπίσει. Η Ολίβια άφησε έναν δήθεν κουρασμένο αναστεναγμό. «Τότε καλύτερα να πάω στο μπάνιο. Δεν θα ήθελα να με δει η μαμά. Την ενοχλεί πολύ η βρομιά και εμένα με ενοχλεί να την ακούω να μου λέει συνέχεια πόσο την ενοχλεί». «Δεν βλέπω πώς θα έχει τον χρόνο να γκρινιάξει για λίγη λάσπη στο πρόσωπό σου με όλη αυτή τη λάσπη στο χαλί», είπε η Μιράντα ρίχνοντας μια ματιά στον Γουίλιαμ Έβανς, ο οποίος εκείνη τη στιγμή άφηνε μια πολεμική ιαχή και έπεφτε με φόρα πάνω στον καναπέ. «Και στα έπιπλα», συνέχισε σφίγγοντας τα χείλη της για να μη χαμογελάσει. «Εν πάση περιπτώσει, θα πρέπει να κάνω κάτι γι’ αυτό», απάντησε το κορίτσι και βγήκε από το δωμάτιο, αφήνοντας τη Μιράντα κοντά στην πόρτα. Εκείνη απέμεινε να παρακολουθεί την αναταραχή για ένα δυο λεπτά, αρκετά ικανοποιημένη με το να παρατηρεί ως συνήθως τους άλλους, μέχρι τη στιγμή που είδε με την άκρη του ματιού της κάποιον να πλησιάζει. «Τι έφερες στην Ολίβια για τα γενέθλιά της, Μιράντα;» Η Μιράντα γύρισε και είδε τη Φιόνα Μπένετ να στέκεται μπροστά της, όμορφα ντυμένη με ένα άσπρο φόρεμα στολισμένο με ροζ κορδέλα. «Ένα βιβλίο», απάντησε. «Στην Ολίβια αρέσει πολύ το διάβασμα. Εσύ τι έφερες;»


Η Φιόνα κράτησε ένα κουτί, διακοσμημένο με όμορφες φανταχτερές ζωγραφιές και δεμένο με ένα ασημένιο κορδόνι. «Μια συλλογή από κορδέλες. Από μετάξι και σατέν, ακόμη και βελούδο. Θέλεις να δεις;» «Ω, μα δεν θα ήθελα να καταστρέψω το περιτύλιγμα». Η Φιόνα ανασήκωσε τους ώμους της. «Το μόνο που χρειάζεται να κάνεις είναι να βγάλεις με προσοχή το κορδόνι. Εγώ έτσι κάνω κάθε Χριστούγεννα». Η Μιράντα τράβηξε προσεκτικά το κορδόνι και σήκωσε το καπάκι. Κράτησε την ανάσα της. Τουλάχιστον είκοσι κορδέλες βρίσκονταν πάνω στο μαύρο βελούδο του κουτιού, η καθεμιά εξαιρετικά δεμένη σε φιόγκο. «Είναι τόσο όμορφες, Φιόνα. Μπορώ να δω μία;» Η Φιόνα μισόκλεισε τα μάτια της. «Δεν έχω λάσπες στα χέρια μου. Βλέπεις;» είπε η Μιράντα απλώνοντας τα χέρια της μπροστά ώστε να μπορεί το άλλο κορίτσι να τα ελέγξει. «Ω, πολύ καλά». Η Μιράντα έσκυψε και πήρε μια κορδέλα σε βιολετί χρώμα. Η σατέν κορδέλα είχε μια αίσθηση κομψότητας και απαλότητας στα χέρια της καθώς την έβαζε κοκέτικα στα μαλλιά της. «Λοιπόν, πώς σου φαίνομαι;» Η Φιόνα έκανε μια κίνηση αποδοκιμασίας κοιτώντας ψηλά. «Όχι βιολετί, Μιράντα. Όλοι γνωρίζουν ότι οι βιολετί κορδέλες ταιριάζουν με τα ξανθά μαλλιά. Το χρώμα ουσιαστικά εξαφανίζεται πάνω στο καφέ. Σίγουρα δεν ταιριάζουν σ’ εσένα οι βιολετί κορδέλες!» Η Μιράντα έδωσε την κορδέλα πίσω. «Τι χρώμα ταιριάζει με τα καστανά μαλλιά; Πράσινο; Η μαμά μου έχει καστανά μαλλιά και την έχω δει να φορά πράσινες κορδέλες». «Μμμ, υποθέτω ότι το πράσινο θα ήταν κάπως αποδεκτό. Αλλά είναι καλύτερο σε ξανθά μαλλιά. Τα πάντα είναι καλύτερα σε ξανθά μαλλιά». Η Μιράντα αισθάνθηκε μια σπίθα αγανάκτησης μέσα της. «Ε τότε, λοιπόν, δεν ξέρω τι θα κάνεις, Φιόνα, γιατί τα μαλλιά σου είναι τόσο καστανά όσο και τα δικά μου». Η Φιόνα τινάχτηκε αγανακτισμένη. «Δεν είναι!» «Κι όμως είναι!» «Δεν είναι!» Η Μιράντα έσκυψε προς τα εμπρός, με τα μάτια της να αστράφτουν απειλητικά. «Θα έπρεπε καλύτερα να ρίξεις μια ματιά στον καθρέφτη όταν πας στο σπίτι, Φιόνα, επειδή τα μαλλιά σου δεν είναι ξανθά». Η Φιόνα έβαλε τη βιολετί κορδέλα πίσω στη θήκη της και έκλεισε το καπάκι. «Λοιπόν, τα μαλλιά μου ήταν ξανθά, ενώ τα δικά σου δεν ήταν ποτέ. Και εκτός αυτού, τα μαλλιά μου είναι ανοιχτά καστανά και όλοι γνωρίζουν ότι τα ανοιχτά καστανά μαλλιά είναι πολύ καλύτερα από τα σκούρα – όπως τα δικά σου». «Δεν υπάρχει τίποτα άσχημο στα σκούρα καστανά μαλλιά!» διαμαρτυρήθηκε η Μιράντα. Ήξερε, όμως, ήδη ότι οι περισσότεροι Άγγλοι δεν συμφωνούσαν μαζί της. «Και…» πρόσθεσε η Φιόνα μοχθηρά, «έχεις μεγάλα χείλη!» Το χέρι της Μιράντα τινάχτηκε ως το στόμα της. Ήξερε ότι δεν ήταν όμορφη. Ήξερε ότι δεν τη θεωρούσαν καν χαριτωμένη. Αλλά δεν είχε ποτέ παρατηρήσει κάτι λάθος στα χείλη της μέχρι


τότε. Κοίταξε το χαιρέκακο κορίτσι. «Και εσύ έχεις φακίδες!» ξέσπασε. Η Φιόνα τινάχτηκε σαν να την είχαν χαστουκίσει. «Οι φακίδες ξεθωριάζουν. Οι δικές μου θα έχουν εξαφανιστεί πριν καν γίνω δεκαοκτώ. Η μητέρα μου τους βάζει χυμό λεμονιού κάθε βράδυ», σούφρωσε τη μύτη της υπεροπτικά. «Αλλά δεν υπάρχει θεραπεία για εσένα, Μιράντα. Είσαι άσχημη». «Όχι, δεν είναι!» Τα δυο κορίτσια γύρισαν για να δουν την Ολίβια, η οποία είχε επιστρέψει από το λουτρό. «Ω, Ολίβια», είπε η Φιόνα. «Ξέρω ότι είστε φίλες με τη Μιράντα επειδή ζει πολύ κοντά σας και κάνετε μαθήματα μαζί, αλλά πρέπει να παραδεχτείς ότι δεν είναι πολύ όμορφη. Η μαμά μου λέει ότι ποτέ δεν θα βρει σύζυγο». Τα γαλάζια μάτια της Ολίβια άστραψαν επικίνδυνα. Η μοναχοκόρη του κόμη του Ράντλαντ ήταν πάντα πιστή στους φίλους της, και η Μιράντα ήταν η καλύτερη φίλη της. «Η Μιράντα θα βρει καλύτερο σύζυγο από εσένα, Φιόνα Μπένετ! Ο πατέρας της είναι βαρόνος ενώ ο δικός σου είναι ένα απλός άντρας χωρίς κανένα τίτλο ευγενείας». «Το ότι είναι κόρη βαρόνου δεν παίζει κανένα ρόλο αν δεν έχει καλή εμφάνιση ή χρήμα», είπε η Φιόνα, επαναλαμβάνοντας τα λόγια που είχε προφανώς ακούσει στο σπίτι. «Και η Μιράντα δεν έχει ούτε το ένα ούτε το άλλο». «Πάψε, ανόητη παλιοαγελάδα!» αναφώνησε η Ολίβια χτυπώντας το πόδι της στο πάτωμα. «Αυτό είναι το πάρτι των γενεθλίων μου, και αν δεν μπορείς να συμπεριφέρεσαι καθωσπρέπει, τότε μπορείς να φύγεις!» Η Φιόνα ξεροκατάπιε. Ήξερε ότι δεν ήταν σωστό να αποξενωθεί από την Ολίβια, της οποίας οι γονείς είχαν την υψηλότερη κοινωνική θέση στην περιοχή. «Με συγχωρείς, Ολίβια», μουρμούρισε. «Μη ζητάς συγγνώμη από εμένα. Ζήτα από τη Μιράντα». «Με συγχωρείς, Μιράντα». Η Μιράντα παρέμεινε σιωπηλή, μέχρι που η Ολίβια τελικά την κλότσησε. «Δέχομαι τη συγγνώμη σου», είπε μουτρωμένη. Η Φιόνα έγνεψε με το κεφάλι της κι έφυγε. «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι την αποκάλεσες ανόητη παλιοαγελάδα», είπε η Μιράντα. «Πρέπει πάντως να μάθεις να υπερασπίζεσαι τον εαυτό σου, Μιράντα». «Υπερασπιζόμουν τον εαυτό μου μια χαρά προτού έρθεις, Λίβι. Απλώς δεν το έκανα τόσο φωναχτά». Η Ολίβια αναστέναξε. «Η μαμά λέει ότι δεν έχω ούτε μια στάλα αυτοσυγκράτησης ή κοινής λογικής». «Και έχει απόλυτο δίκιο», συμφώνησε η Μιράντα. «Μιράντα!» «Μα αφού είναι αλήθεια. Αλλά εγώ σ’ αγαπώ ούτως ή άλλως». «Κι εγώ σ’ αγαπώ, Μιράντα. Και μην ανησυχείς καθόλου για εκείνη την ανόητη τη Φιόνα. Μπορείς να παντρευτείς τον Ουίνστον όταν μεγαλώσεις και τότε θα είμαστε πραγματικά αδελφές». Η Μιράντα κοίταξε γύρω στο δωμάτιο κι έριξε μια ματιά όλο αμφιβολία στον Ουίνστον, που εκείνη τη στιγμή τραβούσε τα μαλλιά ενός μικρού κοριτσιού. «Δεν ξέρω», είπε διστακτικά. «Δεν είμαι βέβαιη ότι θα ήθελα να παντρευτώ τον Ουίνστον». «Ανοησίες. Θα ήταν τέλεια. Άλλωστε κοίτα, μόλις πιτσίλισε με παντς το φόρεμα της Φιόνα».


Η Μιράντα χαμογέλασε. «Έλα μαζί μου», είπε η Ολίβια παίρνοντας το χέρι της. «Θέλω να ανοίξω τα δώρα μου. Υπόσχομαι ότι θα τσιρίξω όσο πιο δυνατά μπορώ όταν φτάσω στο δικό σου». Τα δυο κορίτσια επέστρεψαν στο κέντρο της αίθουσας και η Ολίβια με τον Ουίνστον άνοιξαν τα δώρα τους. Ευτυχώς –κατά την άποψη της λαίδης Ράντλαντ– τελείωσαν στις τέσσερις ακριβώς, την ώρα που τα παιδιά θα έπρεπε να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Τα παιδιά δεν τα παρέλαβαν υπηρέτες. Μια πρόσκληση στο Χάβερμπρικς ήταν πολύ μεγάλη τιμή και κανένας από τους γονείς δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να ευχηθεί στον κόμη και στην κόμησσα. Κανένας, εκτός φυσικά από τους γονείς της Μιράντα. Στις πέντε, εκείνη βρισκόταν ακόμα στο καθιστικό, αποτιμώντας το χάος που είχε προκληθεί από τα γενέθλια της Ολίβια. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι συνέβη στους γονείς σου, Μιράντα», είπε η κυρία Ράντλαντ. «Ω, μα εγώ μπορώ», απάντησε χαρούμενα η Μιράντα. «Η μαμά πήγε στη Σκοτία για να επισκεφθεί τη μητέρα της και είμαι βέβαιη ότι ο μπαμπάς με έχει ξεχάσει. Το παθαίνει συχνά, ξέρετε, όταν εργάζεται σε ένα χειρόγραφο. Αυτόν τον καιρό μεταφράζει κάτι από τα ελληνικά». «Ναι, ξέρω». Η λαίδη Ράντλαντ χαμογέλασε. «Αρχαία ελληνικά». «Ναι, ξέρω», επανέλαβε η λαίδη αναστενάζοντας. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο σερ Ρούπερτ Τσίβερ είχε ξεχάσει την κόρη του. «Λοιπόν, θα πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος να φτάσεις στο σπίτι σου». «Θα πάω μαζί της», πρότεινε η Ολίβια. «Εσύ και ο Ουίνστον πρέπει να τακτοποιήσετε τα νέα παιχνίδια σας και να γράψετε ευχαριστήρια σημειώματα. Αν δεν το κάνετε απόψε, δεν θα θυμάστε μετά ποιος σας χάρισε τι». «Μα δεν μπορείς να στείλεις τη Μιράντα στο σπίτι με έναν υπηρέτη. Δεν θα έχει κανέναν για να μιλά στη διαδρομή». «Μπορώ να μιλάω με τον υπηρέτη», δήλωσε η Μιράντα. «Πάντα μιλάω με αυτούς στο σπίτι». «Δεν μπορείς να κάνεις κάτι τέτοιο με τους δικούς μας», ψιθύρισε η Ολίβια. «Είναι πάντα πολύ τυπικοί και σιωπηλοί και με κοιτάζουν με ένα ύφος αποδοκιμασίας». «Τις περισσότερες φορές σου αξίζει να σε κοιτάζουν αποδοκιμαστικά», δήλωσε η λαίδη Ράντλαντ χαϊδεύοντας τρυφερά το κεφάλι της κόρης της. «Σου έχω, όμως, μια ωραία πρόταση, Μιράντα. Γιατί δεν ζητάμε από τον Νάιτζελ να σε πάει στο σπίτι;» «Τον Νάιτζελ!» τσίριξε η Ολίβια. «Μιράντα, τυχερούλα!» Η Μιράντα ανασήκωσε τα φρύδια της. Ποτέ δεν είχε γνωρίσει τον μεγαλύτερο αδελφό της Ολίβια. «Εντάξει», είπε αργά. «Θα ήθελα να τον συναντήσω τελικά. Μιλάς γι’ αυτόν πολύ συχνά, Ολίβια». Η λαίδη Ράντλαντ ζήτησε από μια κοπέλα να πάει να τον φέρει. «Δεν τον έχεις γνωρίσει ποτέ, Μιράντα; Παράξενο. Λοιπόν, υποθέτω πως αυτό συμβαίνει επειδή συνήθως είναι στο σπίτι μόνο τα Χριστούγεννα, και εσείς πάτε πάντα στη Σκοτία για τις διακοπές. Έπρεπε να τον απειλήσω ότι θα τον αποκληρώσω για να τον αναγκάσω να έρθει στο σπίτι για τα γενέθλια των διδύμων. Όπως και να είχε, όμως, δεν θα συμμετείχε στο πάρτι επειδή φοβόταν ότι κάποια από τις μαμάδες θα προσπαθούσε να τον παντρέψει με καμιά δεκάχρονη!» γέλασε η λαίδη. «Ο Νάιτζελ είναι δεκαεννέα και θεωρείται περιζήτητος γαμπρός», δήλωσε η Ολίβια και συνέχισε: «Είναι υποκόμης. Και πολύ όμορφος. Μου μοιάζει πάρα πολύ». «Ολίβια!» τη διέκοψε η λαίδη Ράντλαντ επιτιμητικά.


«Κι όμως, είναι αλήθεια, μαμά. Αν ήμουν αγόρι, θα ήμουν πολύ όμορφο». «Είσαι αρκετά όμορφη και ως κορίτσι, Λίβι», είπε η Μιράντα με ειλικρίνεια, κοιτάζοντας τις ξανθές μπούκλες της φίλης της. Κάπου μέσα της ένιωθε μια μικρή ζήλια για τα μαλλιά της φίλης της. «Το ίδιο όμορφη είσαι κι εσύ. Ορίστε, διάλεξε μια από τις κορδέλες εκείνης της παλιοαγελάδας της Φιόνα. Δεν τις χρειάζομαι όλες ούτως ή άλλως». Η Μιράντα χαμογέλασε με το ψέμα της. Η Ολίβια ήταν τόσο καλή φίλη. Κοίταξε τις κορδέλες και επέλεξε τη βιολετί σατέν. «Σ’ ευχαριστώ πολύ, Λίβι. Θα τη φορέσω στο μάθημα τη Δευτέρα». «Με ζήτησες, μητέρα;» Στον ήχο της βαθιάς φωνής, η Μιράντα γύρισε το πρόσωπό της προς την πόρτα και σχεδόν βόγκηξε. Εκεί βρισκόταν το πιο υπέροχο πλάσμα που είχε δει ποτέ. Η Ολίβια είχε πει ότι ο Νάιτζελ ήταν δεκαεννέα, αλλά η Μιράντα τον έβλεπε ήδη σαν ώριμο άντρα: έναν άντρα με φαρδιούς ώμους και λεπτό, γυμνασμένο κορμί. Τα μαλλιά του, αν και ήταν λίγο πιο σκουρόχρωμα από της Ολίβια, έμοιαζαν με χρυσάφι, γεγονός που επιβεβαίωνε ότι περνούσε πολύ χρόνο στον ήλιο. Αλλά το καλύτερο χαρακτηριστικό του, αποφάσισε αμέσως η Μιράντα, ήταν τα μάτια του, τα οποία ήταν φωτεινά, φωτεινά μπλε, όπως και της αδελφής του. Και άστραφταν και εκείνου εξίσου σκανταλιάρικα. Η Μιράντα χαμογέλασε. Η μητέρα της πάντα έλεγε ότι κάποιος θα μπορούσε να κρίνει έναν άνθρωπο από τα μάτια του, και ο αδελφός της Ολίβια είχε πολύ ευγενικά μάτια. «Νάιτζελ, θα είχες την καλοσύνη να συνοδεύσεις τη Μιράντα στο σπίτι;» ρώτησε η λαίδη Ράντλαντ. «Ο πατέρας της φαίνεται πως έχει κάποιο κώλυμα και δεν έχει έρθει για να την πάρει». Η Μιράντα αναρωτήθηκε γιατί εκείνος μόρφασε ακούγοντας το όνομά του. «Και βέβαια, μητέρα. Ολίβια, ήταν όμορφο το πάρτι σου;» «Καταπληκτικό!» «Πού είναι ο Ουίνστον;» Η Ολίβια ανασήκωσε τους ώμους της. «Κάπου στο σπίτι. Παίζει με το σπαθί που του χάρισε ο Μπίλι Έβανς». «Ελπίζω να μην είναι πραγματικό!» «Ο Θεός να μας λυπηθεί έτσι και είναι», τους διέκοψε η λαίδη Ράντλαντ. «Εντάξει, Μιράντα, έλα, ώρα να πας στο σπίτι. Νομίζω ότι το πανωφόρι σου βρίσκεται στην άλλη αίθουσα». Εξαφανίστηκε από το δωμάτιο και μερικά δευτερόλεπτα αργότερα εμφανίστηκε κρατώντας το καφέ παλτό της Μιράντα. «Να πηγαίνουμε, Μιράντα;» τη ρώτησε το θεϊκό εκείνο πλάσμα και άπλωσε το χέρι του. Η Μιράντα ανασήκωσε τους ώμους της κάτω από το παλτό της και έβαλε το χέρι της στο δικό του. Παράδεισος! «Θα σε δω τη Δευτέρα», φώναξε η Ολίβια. «Και μην ανησυχείς για όσα είπε η Φιόνα. Είναι μια ανόητη παλιοαγελάδα». «Ολίβια!» «Μα αφού είναι, μαμά. Δεν θα ήθελα να την ξαναδώ!» Η Μιράντα χαμογέλασε και άφησε τον αδελφό της φίλης της να την οδηγήσει έξω από την αίθουσα, προς το χολ, καθώς οι φωνές της Ολίβια και της λαίδης Ράντλαντ σιγά σιγά έσβηναν. «Σ’ ευχαριστώ πολύ που με συνοδεύεις στο σπίτι, Νάιτζελ», είπε απαλά, και εκείνος μόρφασε ξανά. «Συγγνώμη», είπε εκείνη βιαστικά. «Θα έπρεπε να σε αποκαλώ “κύριέ μου”, έτσι δεν


είναι; Απλά η Ολίβια και ο Ουίνστον πάντοτε αναφέρονται σ’ εσένα με το όνομά σου κι εγώ...» είπε και χαμήλωσε τα μάτια της προς το πάτωμα απελπισμένη. Είχε βρεθεί μόνο δύο λεπτά μαζί του, με την υπέροχη παρουσία του, και ήδη τα είχε κάνει θάλασσα. Εκείνος σταμάτησε και έσκυψε ώστε εκείνη να μπορεί να τον κοιτάξει στα μάτια. «Μην ανησυχείς για το “κύριέ μου”, Μιράντα. Θα σου πω ένα μυστικό». Τα μάτια της Μιράντα γούρλωσαν και της κόπηκε η ανάσα. «Σιχαίνομαι το βαφτιστικό μου όνομα». «Μα αυτό δεν είναι καν μυστικό, Νάιτζ… εννοώ “κύριε μου”, εννοώ… όπως κι αν θέλεις να σε φωνάζουν. Πρόσεξα ότι έκανες μια μικρή γκριμάτσα κάθε φορά που η μητέρα σου σε φώναζε Νάιτζελ». Εκείνος την κοίταξε και της χαμογέλασε. Είχε νιώσει κάτι παράξενο στην καρδιά του όταν είδε αυτό το κοριτσάκι με την πολύ σοβαρή έκφραση να παίζει με τη ζωηρή αδελφή του. Ήταν ένα αστείο μικροσκοπικό πλάσμα, αλλά υπήρχε κάτι πολύ απολαυστικό στα μεγάλα, γεμάτα ευαισθησία καστανά μάτια της. «Πώς σε λένε λοιπόν;» ρώτησε η Μιράντα. Εκείνος χαμογέλασε με τον άμεσο τρόπο της. «Τέρνερ». Για μια στιγμή ο νεαρός σκέφτηκε ότι εκείνη δεν θα είχε τι να απαντήσει. Απλώς στεκόταν εκεί, με τα μεγάλα μάτια της ίσα να ανοιγοκλείνουν, χωρίς να λέει τίποτε. Και τότε, σαν να είχε καταλήξει τελικά σε ένα συμπέρασμα, είπε: «Είναι ωραίο όνομα. Κάπως περίεργο, αλλά μου αρέσει». «Πολύ καλύτερο από το Νάιτζελ, δεν νομίζεις;» Η Μιράντα ένευσε καταφατικά. «Εσύ το διάλεξες; Συχνά σκέφτομαι ότι οι άνθρωποι θα έπρεπε να επιλέγουν τα ονόματά τους. Πιστεύω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα επέλεγαν ένα διαφορετικό όνομα από αυτό που έχουν». «Και εσύ τι θα επέλεγες;» «Δεν είμαι βέβαιη, αλλά σίγουρα όχι Μιράντα. Κάτι πιο απλό, νομίζω. Οι άνθρωποι περιμένουν κάτι διαφορετικό από μια κοπέλα που ονομάζεται Μιράντα και σχεδόν πάντα απογοητεύονται όταν με συναντούν». «Ανοησίες!» διαφώνησε ο Τέρνερ ζωηρά. «Είσαι μια τέλεια Μιράντα». «Σ’ ευχαριστώ, Τέρνερ», του απάντησε με το πρόσωπό της να λάμπει από χαρά. «Μπορώ να σε αποκαλώ έτσι;» «Φυσικά. Και φοβάμαι ότι δεν το έχω επιλέξει. Είναι απλώς ένας τίτλος ευγενείας. Υποκόμης Τέρνερ. Αυτό χρησιμοποιώ από τότε που πήγα στο Ίτον». «Μα σου ταιριάζει, νομίζω». «Ευχαριστώ», είπε εκείνος σοβαρά, ενθουσιασμένος από αυτό το μετρημένο παιδί. «Τώρα δώσε μου το χέρι σου πάλι για να προχωρήσουμε». Είχε απλώσει το αριστερό χέρι του προς το μέρος της. Η Μιράντα πέρασε γρήγορα την κορδέλα από το δεξί χέρι της στο αριστερό. «Τι είναι αυτό;» «Αυτό; Απλώς μια κορδέλα. Η Φιόνα Μπένετ χάρισε καμιά εικοσαριά κορδέλες στην Ολίβια, και η Ολίβια είπε ότι θα μπορούσα να κρατήσω μία». Τα μάτια του Τέρνερ στένεψαν ελαφρά καθώς θυμήθηκε τα λόγια της Ολίβια. «Μην ανησυχείς για όσα είπε η Φιόνα». Έβγαλε την κορδέλα από το χέρι του κοριτσιού λέγοντας: «Οι κορδέλες


είναι για τα μαλλιά, νομίζω». «Ναι, αλλά δεν ταιριάζει με το φόρεμά μου», είπε η Μιράντα με μια αδύναμη φωνή διαμαρτυρίας. Εκείνος την είχε ήδη στερεώσει πάνω στο κεφάλι της. «Πώς σου φαίνεται;» ψιθύρισε η Μιράντα. «Υπέροχη!» «Πραγματικά;» Τα μάτια της γούρλωσαν γεμάτα αμφιβολία. «Πραγματικά. Πάντα πίστευα ότι οι βιολετί κορδέλες φαίνονται ιδιαίτερα όμορφες στα καστανά μαλλιά». Η Μιράντα τον ερωτεύτηκε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Τόσο έντονη ήταν η αίσθηση που ένιωσε, ώστε ξέχασε να τον ευχαριστήσει για τη φιλοφρόνηση. «Να πηγαίνουμε;» τη ρώτησε, κι εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. Δεν εμπιστευόταν τη φωνή της. Έφυγαν από το σπίτι και προχώρησαν προς τους στάβλους. «Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να πάμε ιππεύοντας», είπε ο Τέρνερ. «Είναι πολύ ωραία μέρα για να πάρουμε την άμαξα». Η Μιράντα το ξανασκέφτηκε. Είχε ασυνήθιστη ζέστη για Μάρτιο μήνα. «Μπορείς να πάρεις το πόνι της Ολίβια. Είμαι βέβαιος ότι δεν θα την πειράξει». «Η Λίβι δεν έχει πόνι», είπε η Μιράντα, που είχε βρει τελικά τη φωνή της. «Έχει μια φοράδα τώρα. Έχω και εγώ μία στο σπίτι. Δεν είμαστε μωρά πια, ξέρεις». Ο Τέρνερ προσπάθησε να κρύψει το χαμόγελό του. «Όχι, μπορώ να δω ότι δεν είστε. Πόσο ανόητο εκ μέρους μου. Δεν το σκέφτηκα». Λίγα λεπτά αργότερα, οι ιπποκόμοι είχαν σελώσει τα άλογά τους και οι δυο τους είχαν ξεκινήσει για τη δεκαπεντάλεπτη διαδρομή ως το σπίτι των Τσίβερ. Η Μιράντα παρέμεινε σιωπηλή τα πρώτα λίγα λεπτά, πολύ χαρούμενη για να χαλάσει τη στιγμή με λόγια. «Πέρασες όμορφα στο πάρτι;» ρώτησε τελικά ο Τέρνερ. «Ω, ναι. Την περισσότερη ώρα ήταν απλώς υπέροχα». «Την περισσότερη ώρα;» Την είδε να μορφάζει. Προφανώς δεν είχε την πρόθεση να πει τόσο πολλά. «Λοιπόν», είπε εκείνη αργά, δαγκώνοντας το χείλι της και στη συνέχεια αφήνοντάς το πριν συνεχίσει, «ένα από τα κορίτσια είπε κάποια άσχημα λόγια για εμένα». «Α, ναι;» Δεν ήθελε να φανεί ότι την πίεζε υπερβολικά με τις ερωτήσεις του. Και προφανώς είχε δίκιο, γιατί όταν εκείνη μίλησε, του θύμισε την αδελφή του, καθώς τον κοίταζε με τα μεγάλα μάτια της γεμάτα ειλικρίνεια όσο μιλούσε με σταθερότητα. «Ήταν η Φιόνα Μπένετ», είπε με μεγάλη απογοήτευση, «και η Ολίβια την αποκάλεσε ανόητη παλιοαγελάδα και πρέπει να πω ότι δεν λυπάμαι που το έκανε». Ο Τέρνερ διατήρησε την έκφρασή του αρκετά σοβαρή. «Ούτε εγώ λυπάμαι που το έκανε, αν η Φιόνα σού είπε άσχημα πράγματα». «Ξέρω ότι δεν είμαι όμορφη», ξέσπασε η Μιράντα. «Αλλά είναι τρομερά αγενές να σου το λένε κατάμουτρα, για να μην αναφέρω το γεγονός ότι μου μίλησε με εντελώς υποτιμητικό τρόπο». Ο Τέρνερ την κοίταξε για κάμποση ώρα· δεν ήταν σίγουρος πώς να παρηγορήσει το κοριτσάκι. Δεν ήταν όμορφη, αυτό ήταν αλήθεια, και αν προσπαθούσε να της πει ότι ήταν, δεν θα τον πίστευε. Αλλά δεν ήταν ούτε άσχημη. Ήταν απλώς... μάλλον παράξενη, αλλόκοτη. Ευτυχώς το επόμενο σχόλιο της Μιράντα τον έσωσε από την προσπάθεια να βρει κάτι να πει. «Είναι αυτό το καστανό μαλλί, νομίζω».


Εκείνος έσμιξε τα φρύδια του. «Δεν είναι καθόλου της μόδας», του εξήγησε η Μιράντα. «Ούτε και τα καστανά μάτια είναι. Και είμαι πολύ κοκαλιάρα, και το πρόσωπό μου είναι πολύ μακρύ, και είμαι πάρα πολύ χλωμή». «Ε λοιπόν, όλα αυτά είναι αλήθεια», δήλωσε ο Τέρνερ. Η Μιράντα γύρισε να τον κοιτάξει: τα μάτια της φάνταζαν μεγάλα και λυπημένα στο πρόσωπό της. «Σίγουρα έχεις καστανά μαλλιά και μάτια. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να το αρνούμαστε». Ανασήκωσε το κεφάλι του και προσποιήθηκε ότι την επιθεωρούσε προσεκτικά. «Είσαι μάλλον λεπτή και το πρόσωπό σου είναι πράγματι λεπτό. Και σίγουρα είσαι ανοιχτόχρωμη». Τα χείλη της τρεμούλιασαν και ο Τέρνερ δεν μπορούσε να την πειράζει πια. «Αλλά όπως και να έχει», της είπε με ένα χαμόγελο, «εγώ προσωπικά προτιμώ τις γυναίκες με καστανά μαλλιά και μάτια». «Αποκλείεται!» «Κι όμως! Πάντα μου άρεσαν. Και μου αρέσουν και οι λεπτές και ανοιχτόχρωμες». Η Μιράντα τον κοίταξε με καχυποψία. «Και τι γίνεται με τα μακριά πρόσωπα;» «Λοιπόν, πρέπει να παραδεχτώ ότι ποτέ δεν σκέφτηκα ιδιαίτερα αυτό το θέμα, αλλά σίγουρα δεν με πειράζει ένα μακρύ πρόσωπο». «Η Φιόνα Μπένετ είπε ότι έχω μεγάλα χείλη», του πέταξε σχεδόν προκλητικά. Ο Τέρνερ προσπάθησε να κρύψει το χαμόγελό του. Εκείνη αναστέναξε βαθιά. «Ποτέ πριν δεν είχα παρατηρήσει ότι έχω μεγάλα χείλη». «Δεν είναι τόσο μεγάλα». Του έριξε μια επιφυλακτική ματιά. «Το λες αυτό για να με κάνεις να αισθανθώ καλύτερα». «Θα ήθελα πραγματικά να αισθανθείς καλύτερα, αλλά δεν το είπα γι’ αυτό. Και την επόμενη φορά που η Φιόνα Μπένετ θα πει ότι έχεις μεγάλα χείλη, πες της ότι κάνει λάθος. Έχεις γεμάτα χείλη». «Ποια είναι η διαφορά;» τον ρώτησε κοιτώντας τον υπομονετικά με μάτια σκοτεινά και σοβαρά. Ο Τέρνερ πήρε μια ανάσα. «Λοιπόν», είπε και σταμάτησε. «Τα γεμάτα χείλη είναι ελκυστικά. Τα μεγάλα χείλη δεν είναι». «Ω…» Αυτό φάνηκε να την ικανοποιεί. «Η Φιόνα έχει λεπτά χείλη». «Τα γεμάτα χείλη είναι πολύ, πολύ καλύτερα από τα λεπτά χείλη», δήλωσε με έμφαση ο Τέρνερ. Του άρεσε αρκετά αυτό το αστείο κοριτσάκι και ήθελε να το κάνει να αισθανθεί καλύτερα. «Γιατί;» Ο Τέρνερ ζήτησε συγχώρεση από τους θεούς της εθιμοτυπίας και του καθωσπρεπισμού πριν απαντήσει: «Τα γεμάτα χείλη είναι καλύτερα για φιλιά». «Ω…» Η Μιράντα κοκκίνισε και στη συνέχεια χαμογέλασε. «Ωραία!» Ο Τέρνερ αισθάνθηκε παράλογα ικανοποιημένος από τον εαυτό του. «Ξέρεις τι πιστεύω, μις Μιράντα Τσίβερ;» «Τι;» «Νομίζω ότι απλά πρέπει να περιμένεις να μεγαλώσεις». Τη στιγμή που το είπε, ένιωσε να το μετανιώνει. Σίγουρα θα τον ρωτούσε τι εννοούσε και δεν είχε ιδέα πώς να της απαντήσει. Αλλά εκείνο το πρόωρα ανεπτυγμένο για την ηλικία του κοριτσάκι απλώς έγειρε το κεφάλι του


προς τη μία πλευρά καθώς σκεφτόταν τη δήλωσή του. «Πιστεύω ότι έχεις δίκιο», είπε τελικά. «Απλώς κοίτα τα πόδια μου». Ένας διακριτικός βήχας κάλυψε το γέλιο που ανέβαινε στον λαιμό του Τέρνερ. «Τι εννοείς;» «Μα είναι πάρα πολύ μακριά. Η μαμά πάντα λέει ότι ξεκινούν από τους ώμους μου». «Εμένα μου φαίνεται ότι ξεκινούν αρκετά σωστά από τη λεκάνη σου». Η Μιράντα χαχάνισε. «Μιλούσα μεταφορικά». Ο Τέρνερ ανοιγόκλεισε τα μάτια του με έκπληξη. Αυτό το δεκάχρονο κοριτσάκι είχε σίγουρα αρκετά προχωρημένο λεξιλόγιο. «Αυτό που εννοούσα», συνέχισε, «είναι ότι τα πόδια μου είναι δυσανάλογα σε μέγεθος συγκριτικά με το υπόλοιπο σώμα μου. Νομίζω ότι γι’ αυτό δεν φαίνεται να μαθαίνω πώς να χορεύω σωστά. Πάντα πατάω πάνω στα δάχτυλα της Ολίβια». «Στα δάχτυλα της Ολίβια;» «Μαθαίνουμε χορό μαζί», βιάστηκε να εξηγήσει η Μιράντα. «Νομίζω ότι αν το υπόλοιπο σώμα μου είχε καλή αναλογία με τα πόδια μου, δεν θα ήμουν τόσο αδέξια. Πιστεύω, λοιπόν, ότι έχεις δίκιο. Πρέπει να περιμένω να μεγαλώσω». «Θαυμάσια!» δήλωσε ο Τέρνερ νιώθοντας μια περίεργη ευχαρίστηση που είχε κατά κάποιο τρόπο κατορθώσει να πει το σωστό πράγμα. «Λοιπόν, φαίνεται ότι φτάσαμε». Η Μιράντα κοίταξε το γκρίζο πέτρινο σπίτι που ήταν το πατρικό της. Βρισκόταν ακριβώς δίπλα σε ένα από τα πολλά ρυάκια που συνέδεαν τις λίμνες της περιοχής και έπρεπε να διασχίσει μια μικρή λιθόστρωτη γέφυρα για να φτάσει στην μπροστινή πόρτα. «Σ’ ευχαριστώ πολύ που με έφερες στο σπίτι, Τέρνερ. Σου υπόσχομαι ότι δεν θα σε φωνάξω ποτέ με το όνομα Νάιτζελ». «Υπόσχεσαι επίσης να τσιμπήσεις την Ολίβια αν με αποκαλέσει Νάιτζελ;» Η Μιράντα χαχάνισε και έβαλε το χέρι στο στόμα της για να κρύψει το γέλιο της κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Ο Τέρνερ κατέβηκε από το άλογό του και στη συνέχεια γύρισε στο μικρό κορίτσι και το βοήθησε να κατεβεί κι εκείνο από το δικό του. «Ξέρεις τι νομίζω ότι πρέπει να κάνεις, Μιράντα;» είπε ξαφνικά. «Τι;» «Νομίζω ότι πρέπει να κρατήσεις ένα ημερολόγιο». Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια της από έκπληξη. «Γιατί; Ποιος θα ήθελε να το διαβάσει;» «Κανένας, χαζούλα. Το ημερολόγιο είναι κάτι που το κρατάς για τον εαυτό σου. Και ίσως κάποια μέρα μετά τον θάνατό σου, τα εγγόνια σου να το διαβάσουν, ώστε να ξέρουν πώς ήσουν στα νιάτα σου». Εκείνη κατέβασε το κεφάλι της. «Και τι θα γίνει αν δεν αποκτήσω εγγόνια;» Ο Τέρνερ άπλωσε παρορμητικά το χέρι και της χάιδεψε τα μαλλιά. «Κάνεις πολλές ερωτήσεις, κοριτσάκι». «Ναι, αλλά αν δεν αποκτήσω εγγόνια;» Θεέ και Κύριε, ήταν πραγματικά επίμονη. «Ίσως να γίνεις διάσημη», αναστέναξε εκείνος. «Και τα παιδιά που θα μελετούν για εσένα στο σχολείο θα θέλουν να μάθουν για εσένα». Η Μιράντα τον κοίταξε με αμφιβολία. «Ω, πολύ καλά, θέλεις να μάθεις γιατί πραγματικά πιστεύω ότι πρέπει να κρατήσεις ένα ημερολόγιο;»


Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Επειδή κάποια μέρα θα μεγαλώσεις και θα είσαι τόσο όμορφη και έξυπνη όσο είσαι τώρα. Και τότε θα μπορείς να κοιτάξεις πίσω στο ημερολόγιό σου και να συνειδητοποιήσεις πόσο ανόητα είναι τα μικρά κορίτσια όπως η Φιόνα Μπένετ. Και θα γελάς όταν θα θυμάσαι ότι η μητέρα σου είπε ότι τα πόδια σου ξεκινούν από τους ώμους σου. Και ίσως θα φυλάξεις και ένα μικρό χαμόγελο για εμένα όταν θα θυμάσαι την όμορφη κουβέντα που είχαμε σήμερα». Η Μιράντα τον κοίταξε καθώς σκεφτόταν ότι πρέπει να ήταν ένας από εκείνους τους θεούς της αρχαίας Ελλάδας για τους οποίους διάβαζε ο πατέρας της. «Ξέρεις τι σκέφτομαι;» ψιθύρισε. «Νομίζω ότι η Ολίβια είναι πολύ τυχερή που έχει εσένα για αδελφό». «Και εγώ νομίζω ότι είναι πολύ τυχερή που έχει εσένα για φίλη». Τα χείλη της Μιράντα τρεμούλιασαν. «Θα φυλάξω για εσένα, Τέρνερ, ένα πολύ μεγάλο χαμόγελο», του ψιθύρισε. Εκείνος έσκυψε και φίλησε ευγενικά την ανάστροφη του χεριού της σαν να ήταν η πιο όμορφη κυρία στο Λονδίνο. «Φρόντισε να το κάνεις, κοριτσάκι». Χαμογέλασε και της έγνεψε πριν καβαλικέψει το άλογό του και φύγει τραβώντας και τη φοράδα της Ολίβια μαζί του. Η Μιράντα απέμεινε να τον κοιτάζει μέχρι που εξαφανίστηκε στον ορίζοντα. Ακόμα και όταν εκείνος είχε χαθεί από τα μάτια της, εκείνη συνέχισε να κοιτάζει τον αδειανό πια ορίζοντα. Αργότερα εκείνη τη νύχτα, η Μιράντα περιπλανήθηκε στο γραφείο του πατέρα της. Εκείνος ήταν σκυμμένος πάνω από ένα κείμενο, χωρίς να δίνει σημασία στο κερί που έσταζε πάνω στο γραφείο του. «Μπαμπά, πόσες φορές πρέπει να σου πω να προσέχεις τα κεριά;» Αναστέναξε και έβαλε το κερί σε μια σωστή βάση. «Τι; Ω Θεέ μου!» «Και χρειάζεσαι περισσότερα από ένα κερί. Είναι πολύ σκοτεινά εδώ για διάβασμα». «Είναι; Δεν το είχα προσέξει». Τρεμόπαιξε τα μάτια του κι ύστερα τα στύλωσε πάνω της. «Δεν έχει περάσει η ώρα για ύπνο;» «Η γκουβερνάντα μου είπε ότι θα μπορούσα να μείνω ξύπνια μισή ώρα παραπάνω απόψε». «Αλήθεια; Λοιπόν, εντάξει, αφού αυτό έχει πει», της απάντησε και έσκυψε ξανά στο χειρόγραφό του, αγνοώντας την εντελώς. «Μπαμπά;» «Τι συμβαίνει, Μιράντα;» της απάντησε αναστενάζοντας. «Έχεις ένα επιπλέον τετράδιο; Όπως αυτά που χρησιμοποιείς όταν μεταφράζεις, αλλά προτού αντιγράψεις το τελικό κείμενό σου;» «Υποθέτω πως ναι». Άνοιξε το κάτω συρτάρι του γραφείου του και κάτι ψαχούλεψε. «Εδώ είμαστε. Ορίστε! Αλλά τι θέλεις να κάνεις με αυτό; Είναι ένα καλής ποιότητας σημειωματάριο, ξέρεις, και όχι φθηνό». «Θα κρατήσω ένα ημερολόγιο!» «Αλήθεια; Λοιπόν, αυτή είναι μια αξιόλογη προσπάθεια, υποθέτω», είπε προσφέροντάς της το σημειωματάριο. Το πρόσωπο της Μιράντα έλαμψε από χαρά ακούγοντας τον έπαινο του πατέρα της. «Ευχαριστώ. Θα σε ενημερώνω όταν το γεμίζω και χρειάζομαι ένα άλλο». «Εντάξει τότε. Καληνύχτα, καλή μου». Και λέγοντας αυτό επέστρεψε στα χαρτιά του. Η Μιράντα αγκάλιασε το σημειωματάριο στο στήθος της και έτρεξε στις σκάλες για την


κρεβατοκάμαρά της. Έβγαλε ένα μελανοδοχείο κι ένα φτερό και άνοιξε το σημειωματάριο στην πρώτη σελίδα. Έγραψε την ημερομηνία και έπειτα, ύστερα από αρκετή ώρα ώριμης σκέψης, έγραψε μία και μόνη πρόταση. Ήταν ό,τι της φαινόταν πιο σημαντικό. 2 Μαρτίου 1810 Σήμερα ερωτεύτηκα!


Κεφάλαιο 1 Ο Νάιτζελ Μπέβελστοκ, γνωστός ως Τέρνερ σε όλους όσοι επιθυμούσαν την εύνοιά του, γνώριζε πολλά πράγματα. Ήξερε να διαβάζει λατινικά και ελληνικά, και ήξερε πώς να αποπλανήσει μια γυναίκα στα γαλλικά και τα ιταλικά. Ήξερε πώς να πυροβολεί έναν κινούμενο στόχο καθισμένος πάνω σε ένα κινούμενο άλογο, και ήξερε ακριβώς πόσο θα μπορούσε να πιει πριν χάσει την αξιοπρέπειά του. Μπορούσε να ρίξει μια γροθιά ή να ξιφομαχήσει καλύτερα κι από επαγγελματία, και μπορούσε να τα κάνει και τα δύο απαγγέλλοντας ταυτόχρονα Σαίξπηρ ή Ντον. Εν ολίγοις, ήξερε όλα όσα πρέπει να γνωρίζει ένας κύριος και, από κάθε άποψη, είχε διακριθεί σε κάθε τομέα. Οι άνθρωποι έδιναν προσοχή στα λεγόμενά του και στις πράξεις του. Οι άνθρωποι τον εκτιμούσαν και τον σέβονταν. Αλλά τίποτα –ούτε ένα δευτερόλεπτο από την εξέχουσα και προνομιούχα ζωή του– δεν τον είχε προετοιμάσει γι’ αυτή τη στιγμή. Και ποτέ δεν είχε νιώσει να βαραίνουν πάνω του βλέμματα τόσο παρατηρητικά όσο τώρα, καθώς έσκυβε προς τα εμπρός και έριχνε μια χούφτα χώμα πάνω στο φέρετρο της συζύγου του. «Λυπάμαι πολύ», έλεγαν οι άνθρωποι. «Λυπάμαι πολύ». «Λυπούμαστε τόσο πολύ». Και όλη την ώρα, ο Τέρνερ δεν μπορούσε παρά να αναρωτιέται αν ο Θεός θα τον κεραυνοβολούσε, γιατί ένα μόνο μπορούσε να σκεφτεί: Εγώ δεν λυπάμαι! Αχ, Λετίσια. Υπήρχαν πολλά για τα οποία θα έπρεπε να την ευχαριστήσει. Από πού να άρχιζε; Πρώτα πρώτα για την απώλεια της υπόληψής του, φυσικά. Ένας Θεός ήξερε πόσοι άνθρωποι γνώριζαν ότι ήταν ένας απατημένος σύζυγος! Επανειλημμένα! Ύστερα, για την απώλεια της αθωότητάς του. Ήταν δύσκολο να το θυμηθεί τώρα, αλλά κάποτε έδινε στους ανθρώπους το πλεονέκτημα της αμφιβολίας. Κάποτε πίστευε γενικά στην καλοσύνη των ανθρώπων – ότι αν αντιμετώπιζε τους άλλους με τιμή και σεβασμό, εκείνοι θα του φέρονταν με τον ίδιο τρόπο. Και μετά ήρθε η απώλεια της ψυχής του. Επειδή, καθώς πισωπατούσε, σφίγγοντας τα χέρια του πίσω από την πλάτη του, καθώς άκουγε τον ιερέα να παραδίδει το σώμα της Λετίσια στο έδαφος, δεν μπορούσε να ξεφύγει από το γεγονός ότι αυτό ήταν κάτι που ο ίδιος είχε ευχηθεί. Ήθελε να απαλλαγεί από αυτήν. Και δεν θα το έκανε – δεν θα την πενθούσε! «Τι κρίμα!» ψιθύρισε κάποιος πίσω του. Το σαγόνι του Τέρνερ σφίχτηκε. Αυτό δεν ήταν κρίμα. Ήταν μια φάρσα. Και τώρα ήταν αναγκασμένος να περάσει τον επόμενο χρόνο φορώντας μαύρα για μια γυναίκα που είχε έρθει σ’ αυτόν κουβαλώντας το παιδί ενός άλλου άντρα στην κοιλιά της. Τον είχε μαγέψει, τον είχε βάλει σε πειρασμό μέχρι που εκείνος δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο παρά μόνο πώς να την κάνει δική του. Είχε πει ότι τον αγαπούσε και είχε χαμογελάσει με γλυκιά αθωότητα και ευχαρίστηση όταν της δήλωσε την αφοσίωσή του και της έταξε την ψυχή του.


Ήταν το όνειρό του. Και μετά έγινε ο εφιάλτης του. Η Λετίσια είχε χάσει εκείνο το μωρό, αυτό που είχε προκαλέσει τον γάμο τους. Ο πατέρας του ήταν ένας Ιταλός κόμης – ή τουλάχιστον αυτό του είπε. Ήταν παντρεμένος ή ακατάλληλος, ή ίσως και τα δύο. Ο Τέρνερ ήταν έτοιμος να τη συγχωρήσει· όλοι κάνουν λάθη. Στο κάτω κάτω κι εκείνος είχε κάνει: αυτός δεν ήταν που ήθελε να την αποπλανήσει πριν από τη νύχτα του γάμου τους; Αλλά η Λετίσια δεν ήθελε την αγάπη του. Ο Τέρνερ δεν ήξερε καν τι στον διάβολο ήθελε – εξουσία, ίσως, ή την έντονη αίσθηση ικανοποίησης που αντλούσε από το γεγονός ότι ακόμα ένας άντρας είχε πέσει στα δίχτυα της. Ο Τέρνερ αναρωτιόταν αν αυτό είχε αισθανθεί η Λετίσια όταν εκείνος υπέκυψε. Ή μήπως ήταν απλή ανακούφιση; Ήταν ήδη τριών μηνών έγκυος όταν παντρεύτηκαν. Δεν είχε πολύ χρόνο για χάσιμο. Και τώρα ήταν εδώ. Ή μάλλον εκεί. Ο Τέρνερ δεν ήταν πολύ σίγουρος ποιος χαρακτηρισμός ήταν πιο ακριβής για ένα άψυχο σώμα στο έδαφος. Δεν είχε σημασία. Λυπόταν μόνο για το γεγονός ότι εκείνη θα περνούσε την αιωνιότητά της στο δικό του έδαφος, ότι θα αναπαυόταν ανάμεσα στους Μπέβελστοκ των περασμένων γενεών. Η πέτρα στον τάφο της θα έφερε το όνομά του, και σε εκατό χρόνια μπορεί κάποιος να κοίταζε το όνομα αυτό χαραγμένο στον γρανίτη και να σκεφτόταν ότι εκείνη θα πρέπει να ήταν μια εξαιρετική κυρία και ότι ήταν τραγικό που είχε φύγει τόσο νέα. Ο Τέρνερ κοίταξε τον ιερέα. Ήταν ένας νεαρός άντρας, καινούριος στην ενορία και, απ’ ό,τι έλεγαν όλοι, ακόμα πεπεισμένος ότι θα μπορούσε να κάνει τον κόσμο καλύτερο. «Χοῦς εἰς χοῦν1», είπε ο ιερέας και κοίταξε τον άντρα ο οποίος ήταν, υποτίθεται, ο τεθλιμμένος χήρος. Α ναι, σκέφτηκε ο Τέρνερ ειρωνικά, αυτός είμαι εγώ. «Χοῦς εἶ καὶ εἰς χοῦν ἀπελεύσει». Πίσω του ακούστηκε κάποιος να κλαίει σιωπηλά. Και ο ιερέας, με τα γαλάζια μάτια του φωτισμένα με εκείνη την τρομερά αταίριαστη λάμψη συμπάθειας, συνέχισε: «Εἰ γὰρ πιστεύομεν ὅτι ὁ Ἰησοῦς ἀπέθανε καὶ ἀνέστη οὕτω καὶ ὁ Θεὸς τοὺς κοιμηθέντας διὰ τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σὺν αὐτῷ…»2 Θεέ μου… «…εἰς ζωὴν αἰώνιον». Ο ιερέας κοίταξε τον Τέρνερ διστακτικός. Εκείνος αναρωτήθηκε τι ακριβώς να είχε διακρίνει στο πρόσωπό του. Τίποτα καλό, αυτό τουλάχιστον ήταν σαφές. Ύστερα υπήρξε μια σειρά από ψαλμωδίες, «Αμήν, αμήν, αμήν», και η νεκρώσιμη ακολουθία πήρε τέλος. Όλοι κοίταξαν πρώτα τον ιερέα, ύστερα τον Τέρνερ και τέλος κάρφωσαν τα μάτια τους στον ιερέα που έσφιγγε θερμά το χέρι του Τέρνερ κι έλεγε: «Θα λείψει σε όλους». «Όχι σ’ εμένα», απάντησε κοφτά ο Τέρνερ. Δεν το πιστεύω ότι είπε κάτι τέτοιο. Η Μιράντα έριξε μια ματιά στις λέξεις που μόλις είχε γράψει. Βρισκόταν στη σελίδα σαράντα δύο του δέκατου τρίτου ημερολογίου της, αλλά αυτή ήταν η πρώτη φορά, από εκείνη τη μοιραία μέρα πριν από εννιά χρόνια, που δεν είχε ιδέα τι να γράψει. Ακόμα και όταν οι μέρες της ήταν


ανιαρές (κάτι που συνέβαινε πολύ συχνά) εκείνη κατάφερνε πάντα να βρίσκει κάτι για να γράψει. Τον Μάιο στα δέκατα τέταρτα γενέθλιά της είχε γράψει: Ξύπνησα. Ντύθηκα. Έφαγα πρωινό: τοστ, αβγά, μπέικον. Διάβασα το Λογική και Ευαισθησία γραμμένο από μια άγνωστη κυρία. Έκρυψα το Λογική και Ευαισθησία από τον πατέρα. Έφαγα μεσημεριανό: κοτόπουλο, ψωμί, τυρί. Έκλινα κάποια γαλλικά ρήματα. Έγραψα μια επιστολή στη γιαγιά. Έφαγα βραδινό: βοδινό, σούπα, πουτίγκα. Διάβασα ακόμα μερικές σελίδες από το Λογική και Ευαισθησία· η ταυτότητα της δημιουργού είναι ακόμα άγνωστη. Αποσύρθηκα στο δωμάτιό μου. Κοιμήθηκα. Τον ονειρεύτηκα. Φυσικά δεν θα έπρεπε κάποιος να μπερδέψει αυτή την καταχώριση με εκείνη που έγραψε στις 12 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου. Ξύπνησα. Έφαγα πρωινό: Αβγά, τοστ, ζαμπόν. Έκανα μεγάλη προσπάθεια να διαβάσω μια ελληνική τραγωδία. Μάταια! Πέρασα πολλή ώρα κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Έφαγα μεσημεριανό: ψάρι, ψωμί, μπιζέλια. Έκλινα μερικά ρήματα στα λατινικά. Έγραψα μια επιστολή στη γιαγιά. Έφαγα βραδινό: ψητό, πατάτες, πουτίγκα. Έφερα μια τραγωδία στο τραπέζι (ένα βιβλίο, όχι κάποιο γεγονός). Ο πατέρας δεν το πρόσεξε. Αποσύρθηκα. Κοιμήθηκα. Τον ονειρεύτηκα. Αλλά τώρα –τώρα που κάτι πραγματικά σημαντικό και συνταρακτικό είχε συμβεί (κάτι που δεν γινόταν ποτέ)– εκείνη δεν είχε τίποτα να γράψει εκτός από: Δεν το πιστεύω ότι είπε κάτι τέτοιο. «Λοιπόν, Μιράντα», μουρμούρισε κοιτάζοντας το μελάνι να στεγνώνει στην άκρη της πένας της, «σίγουρα δεν θα αποκτήσεις τη φήμη της δεινής συγγραφέως ημερολογίων». «Τι είπες;» Η Μιράντα έκλεισε βιαστικά το ημερολόγιό της. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι η Ολίβια είχε μπει στο δωμάτιο. «Τίποτα», είπε γρήγορα. Η Ολίβια βάδισε πάνω στο χαλί κι έπεσε στο κρεβάτι. «Τι απαίσια μέρα!» Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά, στρίβοντας ελαφρά στο κάθισμά της έτσι ώστε να βλέπει τη


φίλη της. «Χαίρομαι που ήσουν εδώ», είπε αναστενάζοντας η Ολίβια. «Σ’ ευχαριστώ που θα μείνεις και τη νύχτα». «Μα φυσικά και θα έμενα», απάντησε η Μιράντα. Δεν υπήρχε καμία περίπτωση να αρνηθεί, όχι όταν η Ολίβια της είχε πει ότι τη χρειαζόταν. «Τι γράφεις;» Η Μιράντα κοίταξε το ημερολόγιο και μόνο τότε συνειδητοποίησε ότι τα χέρια της ήταν απλωμένα προστατευτικά πάνω στο κάλυμμά του. «Τίποτα», είπε. Η Ολίβια, που τόση ώρα κοίταζε το ταβάνι, γύρισε το κεφάλι της προς τη μεριά της Μιράντα. «Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια». «Δυστυχώς, είναι». «Γιατί δυστυχώς;» Η Μιράντα ανοιγόκλεισε τα μάτια της. Η Ολίβια ήταν ικανή να θέτει τις πιο προφανείς ερωτήσεις – και εκείνες με τις λιγότερο προφανείς απαντήσεις. «Λοιπόν», είπε η Μιράντα, όχι ακριβώς χρονοτριβώντας – στην πραγματικότητα, μάλλον σκεφτόταν την κατάσταση ενόσω μιλούσε. Τράβηξε τα χέρια της από το ημερολόγιο και κοίταξε για λίγο το κάλυμμα, σαν να μπορούσε να διαβάσει εκεί την απάντησή της. «Αυτό είναι το μόνο που έχω. Είναι αυτό που είμαι». Η Ολίβια φάνηκε να απορεί. «Μα είναι απλώς ένα βιβλίο». «Είναι η ζωή μου». «Ε, λοιπόν, δεν καταλαβαίνω», δήλωσε η Ολίβια, «γιατί οι άνθρωποι λένε ότι εγώ δραματοποιώ τα πράγματα». «Δεν εννοούσα ότι είναι η ζωή μου», είπε η Μιράντα με ανυπομονησία, «εννοούσα ότι περιέχει τη ζωή μου. Τα πάντα. Έχω γράψει τα πάντα. Από τότε που ήμουν δέκα». «Τα πάντα;» Η Μιράντα σκεφτόταν τις τόσες μέρες της ζωής της για τις οποίες είχε απλώς καταγράψει πιστά αυτά που είχε φάει και τίποτε άλλο. «Τα πάντα». «Ποτέ δεν θα μπορούσα να κρατήσω ημερολόγιο!» «Σίγουρα όχι». Η Ολίβια κύλησε στο πλάι και στήριξε το κεφάλι στο χέρι της. «Δεν χρειαζόταν να συμφωνήσεις μαζί μου τόσο γρήγορα». Η Μιράντα απλώς χαμογέλασε. Η Ολίβια ξάπλωσε και πάλι ανάσκελα. «Υποθέτω ότι πρόκειται να γράψεις ότι δεν προσέχω τι λες». «Το έχω ήδη σημειώσει». Για μια στιγμή έπεσε σιωπή και μετά η Ολίβια είπε: «Αλήθεια; Το έχεις γράψει;». «Νομίζω ότι έγραψα πως βαριέσαι εύκολα». «Λοιπόν», απάντησε η φίλη της αφού το σκέφτηκε για μια στιγμή, «ναι, αυτό είναι αλήθεια». Η Μιράντα κοίταξε πάλι το γραφείο. Η φλόγα από το κερί της που τρεμόπαιζε έριχνε το φως της στο στυπόχαρτο, και ξαφνικά αισθάνθηκε κουρασμένη. Κουρασμένη, αλλά δυστυχώς όχι νυσταγμένη. Και εξαντλημένη, ίσως. Και ανήσυχη. «Είμαι πτώμα», δήλωσε η Ολίβια γλιστρώντας από το κρεβάτι.


Η υπηρέτριά της είχε αφήσει τη νυχτικιά της επάνω στα σκεπάσματα και η Μιράντα γύρισε διακριτικά, ενώ η Ολίβια έβγαζε τα ρούχα της και φορούσε τη νυχτικιά. «Πόσο καιρό πιστεύεις ότι ο Τέρνερ θα μείνει εδώ στην εξοχή;» ρώτησε η Μιράντα, προσπαθώντας να μη δαγκώσει τη γλώσσα της. Μισούσε το γεγονός ότι εξακολουθούσε να θέλει απεγνωσμένα μια ματιά του όλα αυτά τα χρόνια. Ακόμα και την ημέρα του γάμου του, όταν καθόταν στον πάγκο της εκκλησίας και τον παρακολουθούσε να κοιτάζει τη νύφη με την ίδια αγάπη και αφοσίωση που έκαιγαν στη δική της καρδιά. Ακόμα και τότε συνέχισε να τον παρακολουθεί. Ακόμα και τότε τον αγαπούσε. Πάντα θα τον αγαπούσε. Ήταν ο άνθρωπος που την είχε κάνει να πιστέψει στον εαυτό της. Εκείνος δεν είχε ιδέα τι είχε κάνει σ’ εκείνη –τι είχε κάνει για εκείνη– και μάλλον δεν θα το μάθαινε ποτέ. Όμως η Μιράντα εξακολουθούσε να πονά γι’ αυτόν. Και μάλλον θα πονούσε για πάντα. Η Ολίβια γλίστρησε κάτω από τα σκεπάσματα. «Θα μείνεις κι άλλο ξύπνια;» ρώτησε, και η φωνή της ακούστηκε νυσταγμένη. «Όχι για πολύ ακόμα», τη διαβεβαίωσε η Μιράντα. Η Ολίβια δεν μπορούσε να κοιμηθεί όσο ένιωθε ένα κερί να καίγεται τόσο κοντά. Η Μιράντα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, καθώς η φωτιά στη σχάρα του τζακιού δεν φαινόταν να την ενοχλεί, αλλά βλέποντας την Ολίβια να στριφογυρίζει και επειδή το δικό της μυαλό δεν ησύχαζε και η ίδια δεν θα κοιμόταν σύντομα, έσκυψε προς τα εμπρός και έσβησε το κερί. «Θα το πάρω αλλού», είπε, χώνοντας το ημερολόγιό της κάτω από το μπράτσο της. «Ευχαριστώ», μουρμούρισε η Ολίβια, και ώσπου η Μιράντα να φορέσει τη ρόμπα της και να βγει στον διάδρομο, εκείνη είχε ήδη αποκοιμηθεί. Η Μιράντα έχωσε το ημερολόγιό της κάτω από το πιγούνι της και το στήριξε στο στέρνο της για να ελευθερώσει τα χέρια της, ώστε να μπορεί να δέσει τη ρόμπα γύρω από τη μέση της. Διανυκτέρευε συχνά στο Χάβερμπρικς, αλλά ακόμα κι έτσι, δεν ήταν σωστό να περιπλανιέται στα δωμάτια ενός ξένου σπιτιού φορώντας μόνο το νυχτικό της. Ήταν μια σκοτεινή νύχτα, χωρίς το φως του φεγγαριού να τρυπώνει από τα παράθυρα για να την καθοδηγεί, αλλά η Μιράντα ήξερε πώς να πάει από το δωμάτιο της Ολίβια στη βιβλιοθήκη με κλειστά μάτια. Η Ολίβια πάντα κοιμόταν πριν από εκείνη –αν και πάντα έλεγε ότι περνούσαν χιλιάδες σκέψεις από το μυαλό της– κι έτσι η Μιράντα έπαιρνε συχνά το ημερολόγιό της σε ένα άλλο δωμάτιο για να καταγράψει όσα βασάνιζαν το δικό της μυαλό. Υπέθετε ότι θα μπορούσε να ζητήσει ένα δικό της υπνοδωμάτιο, αλλά η μητέρα της φίλης της δεν πίστευε στην άσκοπη υπερβολή και δεν έβλεπε κανένα λόγο να θερμάνει δύο δωμάτια εφόσον ένα ήταν αρκετό. Τη Μιράντα δεν την πείραζε. Στην πραγματικότητα ήταν ευγνώμων για την παρέα που της πρόσφεραν. Το σπίτι της ήταν πολύ ήσυχο αυτές τις μέρες. Η αγαπημένη μητέρα της είχε πεθάνει σχεδόν έναν χρόνο νωρίτερα και η Μιράντα είχε μείνει μόνη με τον πατέρα της. Μέσα στη θλίψη του, εκείνος είχε κλειστεί στον εαυτό του με μόνη ασχολία τα πολύτιμα χειρόγραφά του, αφήνοντας την κόρη του να φροντίσει μόνη της τον εαυτό της. Η Μιράντα τότε είχε στραφεί στους Μπέβελστοκ αναζητώντας αγάπη και φιλία, και η αλήθεια είναι ότι εκείνοι τη δέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες. Η Ολίβια, μάλιστα, φορούσε μαύρα για τρεις εβδομάδες προς τιμήν της λαίδης Τσίβερ. «Αν κάποιος από τους πρώτους ξαδέλφους μου πέθαινε, θα ήμουν αναγκασμένη να κάνω το ίδιο», της είπε η Ολίβια στην κηδεία. «Και σίγουρα αγαπούσα τη μαμά σου περισσότερο από οποιονδήποτε από τους ξαδέλφους μου». «Ολίβια!» Η Μιράντα είχε πραγματικά συγκινηθεί από τα λόγια της φίλης της, παρ’ όλα αυτά σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να φανεί σοκαρισμένη.


Η Ολίβια σήκωσε το βλέμμα της ψηλά με αγανάκτηση. «Έχεις γνωρίσει τα ξαδέλφια μου;» Και η Μιράντα γέλασε. Στην κηδεία της ίδιας της μητέρας της, η Μιράντα είχε γελάσει! Ήταν, συνειδητοποίησε αργότερα, το πιο πολύτιμο δώρο που μπορούσε να της προσφέρει η φίλη της. «Σ’ αγαπώ, Λίβι», της είχε πει. Η Ολίβια έπιασε το χέρι της. «Ναι, το ξέρω», της είπε απαλά. «Κι εγώ εσένα». Κι ύστερα ίσιωσε τους ώμους της και πήρε τη συνηθισμένη στάση της. «Θα ήμουν αδιόρθωτη χωρίς εσένα, ξέρεις. Η μητέρα μου λέει συχνά ότι είσαι ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν έχω διαπράξει κάποιο ανεπανόρθωτο αδίκημα μέχρι τώρα». Και πιθανόν να ήταν αυτός ο λόγος, σκέφτηκε η Μιράντα, που η λαίδη Ράντλαντ προσφέρθηκε να είναι η προστάτιδά της για την καινούρια σεζόν στο Λονδίνο. Όταν παρέλαβε την πρόσκλησή της, ο πατέρας της αναστέναξε με ανακούφιση και πρόσφερε γρήγορα τα απαραίτητα χρήματα. Ο σερ Ρούπερτ Τσίβερ δεν ήταν ένας εξαιρετικά πλούσιος άνθρωπος, αλλά είχε αρκετά χρήματα για να καλύψει μια σεζόν στο Λονδίνο για τη μοναχοκόρη του. Αυτό που δεν διέθετε ήταν η απαραίτητη υπομονή –ή, για να είμαστε ειλικρινείς, το απαραίτητο ενδιαφέρον– για να τη συνοδεύσει εκεί ο ίδιος. Το ντεμπούτο τους καθυστέρησε έναν χρόνο. Η Μιράντα δεν μπορούσε να πάει ενώ πενθούσε τη μητέρα της και η λαίδη Ράντλαντ είχε αποφασίσει να επιτρέψει στην Ολίβια να περιμένει κι εκείνη. Τι είκοσι, τι δεκαεννέα, είχε ανακοινώσει. Και ήταν αλήθεια. Κανείς δεν ανησύχησε για το γεγονός ότι η Ολίβια δεν είχε ακόμα κάνει το ντεμπούτο της. Με την εκπληκτική εμφάνισή της, τη ζωντανή προσωπικότητά της και, όπως τόνιζε σθεναρά η Ολίβια, τη μεγάλη προίκα της, η επιτυχία της ήταν σίγουρη. Αλλά ο θάνατος της Λετίσια, πέρα από εξαιρετικά τραγικός, είχε έρθει σε πολύ κακή στιγμή. Τώρα θα έπρεπε να τηρηθεί άλλη μια περίοδος πένθους. Όμως η Ολίβια θα μπορούσε να πενθήσει για μόλις έξι εβδομάδες, μια και η Λετίσια δεν ήταν αδελφή της εξ αίματος. Απλώς θα καθυστερούσε λίγο η επίσημη εμφάνισή τους για τη σεζόν. Δεν γινόταν διαφορετικά. Κατά βάθος, η Μιράντα ήταν χαρούμενη. Η σκέψη ενός χορού στο Λονδίνο σίγουρα την τρόμαζε. Δεν έφταιγε ακριβώς το γεγονός ότι ήταν ντροπαλή, γιατί η ίδια δεν πίστευε ότι ήταν. Απλώς δεν της άρεσαν τα μεγάλα πλήθη και η σκέψη πολλών ανθρώπων που θα την κοίταζαν προσπαθώντας να την κρίνουν της φαινόταν εντελώς φριχτή. Δεν μπορώ να το αποφύγω, σκεφτόταν καθώς κατέβαινε τις σκάλες. Και εν πάση περιπτώσει, θα ήταν πολύ χειρότερο να βρεθεί στο Άμπλσαϊντ χωρίς την παρέα της Ολίβια. Η Μιράντα σταμάτησε στη βάση της σκάλας, προσπαθώντας να αποφασίσει προς τα πού θα πήγαινε. Το δυτικό καθιστικό είχε το καλύτερο γραφείο, αλλά η βιβλιοθήκη ήταν πάντα πιο ζεστή και απόψε η νύχτα ήταν μάλλον ψυχρή. Από την άλλη– Χμμ... τι ήταν αυτό; Έσκυψε λίγο στο πλάι κοιτάζοντας προς τη μεριά του διαδρόμου. Κάποιος είχε αναμμένη τη φωτιά στο γραφείο του λόρδου Ράντλαντ. Η Μιράντα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι κάποιος ήταν ακόμα ξύπνιος – οι Μπέβελστοκ αποσύρονταν πάντα νωρίς. Κινήθηκε ήσυχα κατά μήκος του χαλιού στον διάδρομο μέχρι να φτάσει στην ανοιχτή πόρτα. «Ω!» Ο Τέρνερ, που ήταν καθισμένος στην καρέκλα του πατέρα του, την είδε. «Δεσποινίς Μιράντα», είπε σιγά, διατηρώντας την άνετη στάση του στο κάθισμα. «Τι έκπληξη».


Ο Τέρνερ δεν ήταν σίγουρος για ποιο λόγο δεν τον είχε εκπλήξει το γεγονός ότι η δεσποινίς Μιράντα Τσίβερ στεκόταν στην πόρτα του γραφείου του πατέρα του. Όταν άκουσε τα βήματα στον διάδρομο, ήξερε πως θα ήταν εκείνη. Ήταν αλήθεια ότι η οικογένειά του συνήθιζε να κοιμάται βαθιά, και ήταν σχεδόν αδιανόητο ότι κάποιος από αυτούς θα μπορούσε να είναι ξύπνιος και να περιπλανιέται στα δωμάτια ψάχνοντας κάτι για να φάει ή για να διαβάσει. Αλλά αυτό που τον είχε κάνει να βγάλει το συμπέρασμα ότι πρέπει να ήταν η Μιράντα, ήταν κάτι άλλο. Εκείνη συνήθιζε πάντοτε να παρατηρεί. Βρισκόταν συνέχεια εκεί γύρω, παρατηρώντας ό,τι συνέβαινε με εκείνα τα τεράστια μάτια της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πότε τη γνώρισε για πρώτη φορά – μάλλον από τα γεννοφάσκια της. Ήταν κάτι σαν δεδομένο για το σπιτικό τους. Στην πραγματικότητα φαινόταν να βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο πάντα εκεί, ακόμα και σε περιόδους όπως αυτές, όταν έπρεπε να είναι μόνο η οικογένεια στο σπίτι. «Θα φύγω, είπε. «Όχι, όχι», της απάντησε, επειδή… επειδή τι; Επειδή εκείνος αισθανόταν σαν να έκανε κάτι κακό; Επειδή είχε πιει πολύ; Επειδή δεν ήθελε να είναι μόνος; «Μείνε», της είπε κουνώντας το χέρι του. Σίγουρα εκείνη θα μπορούσε να καθίσει κάπου αλλού. «Πιες ένα ποτό». Τα μάτια της γούρλωσαν. «Δεν πίστευα ότι θα μπορούσαν να γίνουν μεγαλύτερα», μουρμούρισε. «Δεν μπορώ να πιω», είπε. «Δεν μπορείς;» «Δεν θα έπρεπε», διόρθωσε τα λόγια της εκείνη, και του Τέρνερ του φάνηκε ότι είδε τα φρύδια της να σμίγουν. Ωραία, την είχε εκνευρίσει. Ήταν καλό να γνωρίζει ότι μπορούσε ακόμα να προκαλέσει μια γυναίκα, ακόμη και μια τόσο αθώα κοπέλα όπως αυτή. «Είσαι εδώ», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Ίσως θα μπορούσες να πιεις ένα μπράντι». Για μια στιγμή εκείνη απέμεινε ακίνητη και εκείνος θα έπαιρνε όρκο ότι μπορούσε να ακούσει το μυαλό της να δουλεύει. Τελικά η Μιράντα έβαλε το βιβλιαράκι της σε ένα τραπέζι κοντά στην πόρτα και προχώρησε. «Μόνο ένα», είπε. Εκείνος χαμογέλασε. «Επειδή γνωρίζεις τα όριά σου;» Τα μάτια τους συναντήθηκαν. «Επειδή δεν γνωρίζω τα όριά μου». «Τόση σοφία σε μια τόσο νεαρή κοπέλα», μουρμούρισε ο Τέρνερ. «Είμαι δεκαεννέα», είπε, όχι προκλητικά, απλώς δηλώνοντας την ηλικία της. Εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του. «Όπως έλεγα…» «Όταν ήσουν δεκαεννέα…» Χαμογέλασε καυστικά, παρατηρώντας ότι δεν ολοκλήρωσε τη δήλωσή της. «Όταν ήμουν δεκαεννέα», επανέλαβε γι’ αυτήν, βάζοντάς της μια γενναία δόση μπράντι σε ένα ποτήρι, «ήμουν ανόητος». Κοίταξε το ποτήρι που είχε βάλει για τον εαυτό του – είχε την ίδια ποσότητα με της Μιράντα. Το κατέβασε με μια μεγάλη, ικανοποιητική γουλιά. Ύστερα το ποτήρι προσγειώθηκε στο τραπέζι με κρότο και ο Τέρνερ έγειρε πίσω, βάζοντας τα χέρια πίσω από το κεφάλι του. «Όπως όλοι οι δεκαεννιάχρονοι, πρέπει να πω», συνέχισε. Την κοίταξε. Δεν είχε αγγίξει το ποτό της. Δεν είχε ακόμη καθίσει. «Εξαιρείται η σημερινή


παρέα μου πιθανώς», της πέταξε. «Νόμιζα ότι το μπράντι πρέπει να σερβίρεται σε κολονάτο ποτήρι», του είπε. Την παρακολούθησε καθώς εκείνη κινήθηκε προσεκτικά και κάθισε σε ένα κάθισμα. Δεν ήταν δίπλα του, αλλά δεν ήταν και ακριβώς απέναντί του. Τα μάτια της δεν άφησαν ποτέ τα δικά του και ο Τέρνερ δεν μπορούσε παρά να αναρωτηθεί τι σκεφτόταν εκείνη ότι θα μπορούσε να της κάνει. Να της ορμήσει; «Το μπράντι», της ανακοίνωσε, σαν να μιλούσε σε ένα ακροατήριο που αριθμούσε περισσότερους από έναν, «πίνεται καλύτερα σε ό,τι υπάρχει πρόχειρο. Σε αυτή την περίπτωση...» Πήρε το ποτήρι του και το κοίταξε, παρατηρώντας τις φλόγες από το τζάκι να τρεμοπαίζουν στο χαραγμένο κρύσταλλο. Δεν μπήκε στον κόπο να ολοκληρώσει την πρότασή του. Δεν φαινόταν αναγκαίο, και εκτός αυτού, ήταν απασχολημένος βάζοντας κι άλλο ποτό στο ποτήρι. «Στην υγειά σου!» Και το κατέβασε με μια γουλιά. Ύστερα την κοίταξε. Εκείνη απλώς καθόταν ακόμα εκεί και τον παρακολουθούσε. Δεν μπορούσε να πει αν η έκφρασή της φανέρωνε αποδοκιμασία· ήταν απροσδιόριστη. Ο Τέρνερ ευχόταν να του έλεγε κάτι. Οτιδήποτε, ακόμη και ανοησίες για το κατάλληλο ποτήρι, θα ήταν αρκετό για να αποσπάσει το μυαλό του από το γεγονός ότι ήταν ακόμη έντεκα και μισή και έπρεπε να περάσουν άλλα τριάντα λεπτά ώσπου να τελειώσει εκείνη η άθλια μέρα. «Λοιπόν, πες μου, δεσποινίς Μιράντα, πώς σου φάνηκε η λειτουργία σήμερα;» ρώτησε, με τα μάτια του καρφωμένα πάνω της σαν να την προκαλούσε να πει κάτι πέρα από τις συνηθισμένες κοινοτοπίες. Έκπληξη ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της – το πρώτο συναίσθημα που εκείνος μπόρεσε να διακρίνει πάνω της εκείνη τη νύχτα. «Εννοείς την κηδεία;» «Αυτή δεν ήταν η λειτουργία της ημέρας;» ρώτησε εκείνος ειρωνικά. «Ήταν, ε… ενδιαφέρουσα». «Ω, έλα τώρα, δεσποινίς Τσίβερ, μπορείς να τα καταφέρεις καλύτερα». Εκείνη δάγκωσε το κάτω χείλος της. Η Λετίσια το έκανε αυτό, θυμήθηκε ο Τέρνερ. Παλιά, όταν εξακολουθούσε να προσποιείται ότι ήταν αθώα. Και σταμάτησε να το κάνει όταν πια το δαχτυλίδι του ήταν εξασφαλισμένο στο δάχτυλό της. Έβαλε κι άλλο ποτό στο ποτήρι του. «Δεν νομίζεις...» «Όχι», είπε απότομα. Ούτε όλο το μπράντι στον κόσμο δεν ήταν αρκετό για μια τέτοια νύχτα. Και έπειτα εκείνη έσκυψε προς τα εμπρός, πήρε το ποτήρι της και ήπιε μια γουλιά. «Νομίζω ότι ήσουν θαυμάσιος». Άει στον διάβολο. Ο Τέρνερ έβηξε και πνίγηκε σαν να ήταν εκείνος ο αθώος και να έπινε μπράντι για πρώτη φορά. «Ορίστε;» Εκείνη χαμογέλασε χαλαρά. «Θα μπορούσε να βοηθήσει αν έπινες πιο μικρές γουλιές». Την κοίταξε με απορία. «Σπάνια μιλάμε ειλικρινά για τους νεκρούς», του είπε. «Δεν είμαι βέβαιη ότι αυτός είναι ο καταλληλότερος χώρος για μια τέτοια συζήτηση, αλλά... ε, δεν ήταν και πάρα πολύ καλό άτομο, έτσι δεν είναι;» Τον κοίταζε τόσο γαλήνια, τόσο αθώα, αλλά τα μάτια της... ήταν αιχμηρά. «Α, δεσποινίς Τσίβερ», μουρμούρισε, «μου φαίνεται ότι είσαι λιγάκι κακεντρεχής». Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της και ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτό της – μια


μικρή γουλιά, παρατήρησε ο Τέρνερ. «Καθόλου», είπε, παρόλο που εκείνος ήταν σίγουρος ότι δεν την πίστευε, «αλλά είμαι καλή στο να παρατηρώ». Εκείνος άφησε να του ξεφύγει ένα γελάκι. «Πράγματι». Εκείνη μαζεύτηκε. «Ορίστε;» Την είχε αναστατώσει. Δεν ήξερε γιατί το έβρισκε τόσο ικανοποιητικό, αλλά δεν μπορούσε παρά να είναι ευχαριστημένος. Και είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε ευχαριστηθεί κάτι. Έσκυψε προς τα εμπρός, απλώς για να δει αν θα μπορούσε να την κάνει να αντιδράσει. «Σε παρακολουθώ». Η Μιράντα χλώμιασε. Ακόμα και στο αδύναμο φως της φωτιάς εκείνος μπορούσε να το διακρίνει. «Ξέρεις τι έχω προσέξει;» μουρμούρισε. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Ότι εσύ με παρακολουθείς». Πετάχτηκε όρθια τόσο ξαφνικά που κόντεψε να ρίξει την καρέκλα της. «Πρέπει να πηγαίνω», είπε. «Όλο αυτό είναι εξαιρετικά ασυνήθιστο και είναι αργά και–» «Ω, έλα τώρα, μις Τσίβερ», είπε και σηκώθηκε κι εκείνος. «Μη φοβάσαι. Τους παρακολουθείς όλους. Νομίζεις ότι δεν το είχα παρατηρήσει;» Ο Τέρνερ άπλωσε το χέρι του και έπιασε το δικό της. Εκείνη πάγωσε. Αλλά δεν τραβήχτηκε. Τα δάχτυλά του σφίχτηκαν γύρω από το χέρι της. Ήταν ένα σφίξιμο απαλό αλλά αρκετό για να μην την αφήσει να φύγει, γιατί δεν ήθελε να φύγει. Δεν ήθελε να είναι μόνος. Είχε άλλα είκοσι λεπτά και ήθελε να την κάνει να θυμώσει, όπως ακριβώς ήταν θυμωμένος εκείνος για χρόνια. «Πες μου, δεσποινίς Τσίβερ», ψιθύρισε, αγγίζοντας με δυο δάχτυλά του το κάτω μέρος του πιγουνιού της. «Σε έχουν φιλήσει ποτέ;» 1

Απόσπασμα από τη νεκρώσιμη ακολουθία που σημαίνει ότι είμαστε πλασμένοι από χώμα και στο χώμα θα καταλήξουμε, παραπέμποντας στη δημιουργία του Αδάμ από πηλό (ΣτΜ). 2

Εφόσον πιστεύουμε ότι ο Ιησούς απέθανε και αναστήθηκε, έτσι και ο Θεός θα φέρει τους αποθανόντες που είχαν πίστη στον Ιησού κοντά Του (ΣτΜ).


Κεφάλαιο 2 Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι η Μιράντα ονειρευόταν αυτή τη στιγμή εδώ και χρόνια. Και στα όνειρά της, φαινόταν πάντα να ξέρει τι έπρεπε να πει. Αλλά η πραγματικότητα, καθώς φαινόταν, ήταν πολύ διαφορετική και εκείνη δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να τον κοιτάζει, με κομμένη την ανάσα – κυριολεκτικά, σκέφτηκε, κυριολεκτικά με κομμένη την ανάσα. Παράξενο, εκείνη πάντα πίστευε ότι αυτή η έκφραση ήταν μεταφορική. Με κομμένη την ανάσα. Με κομμένη την ανάσα. «Το φαντάστηκα πως δεν σε έχουν φιλήσει», της ψιθύρισε και εκείνη ίσα που τον άκουγε μέσα από τις ξέφρενες αγωνιώδεις σκέψεις της. Θα έπρεπε να τρέξει, αλλά είχε παγώσει, και δεν έπρεπε να κάνει κάτι τέτοιο, αλλά ήθελε, τουλάχιστον σκεφτόταν ότι ήθελε – σίγουρα σκεφτόταν ότι το ήθελε από τότε που ήταν δέκα και δεν γνώριζε ιδιαίτερα τι ήταν ακριβώς εκείνο που ήθελε και– Και τα χείλη του άγγιξαν τα δικά της. «Υπέροχα», μουρμούρισε, σκορπώντας απαλά, γλυκά φιλιά στο μάγουλό της μέχρι να φτάσει στη γραμμή του σαγονιού της. Εκείνη ένιωθε σαν να βρισκόταν στα ουράνια. Τίποτε απ’ όσα είχε νιώσει μέχρι τότε δεν την είχε προετοιμάσει για εκείνο το συναίσθημα. Υπήρχε μια διέγερση μέσα της, μια περίεργη ένταση, μια συστροφή και ένα τέντωμα, και δεν ήταν σίγουρη τι έπρεπε να κάνει· έτσι στάθηκε ακίνητη και δεχόταν τα φιλιά του, καθώς τα χείλη του γλιστρούσαν στο πλάι του προσώπου της και πίσω πάλι στα δικά της χείλη. «Άνοιξε το στόμα σου», τη διέταξε, και η Μιράντα το έκανε, γιατί ήταν ο Τέρνερ και εκείνη πάντα λαχταρούσε το φιλί του. Η γλώσσα του βυθίστηκε στο στόμα της και εκείνη αισθάνθηκε να την τραβά πιο σφιχτά πάνω του. Τα δάχτυλά του ήταν απαιτητικά, και μετά το στόμα του έγινε κι αυτό απαιτητικό, και τότε εκείνη συνειδητοποίησε ότι όλο αυτό ήταν λάθος. Δεν ήταν αυτή η στιγμή που ονειρευόταν εδώ και χρόνια. Εκείνος δεν την ήθελε. Η Μιράντα δεν ήξερε γιατί τη φίλησε, αλλά δεν την ήθελε. Και σίγουρα δεν την αγαπούσε. Δεν υπήρχε καλοσύνη σε αυτό το φιλί. «Φίλησέ με κι εσύ, που να πάρει!» μουρμούρισε και πίεσε τα χείλη του πάνω στα δικά της με ανανεωμένη επιμονή. Ήταν τραχύ και γεμάτο θυμό, και για πρώτη φορά εκείνη τη νύχτα η Μιράντα άρχισε να αισθάνεται φοβισμένη. «Όχι», προσπάθησε να πει, αλλά η φωνή της χάθηκε μες στο στόμα του. Το χέρι του είχε κατέβει στα οπίσθιά της και την πίεζε πάνω του σε μια πολύ οικεία θέση. Και εκείνη δεν κατάλαβε πώς θα μπορούσε να το θέλει αλλά και να μην το θέλει, πώς εκείνος μπορούσε να τη διεγείρει και να τη φοβίζει ταυτόχρονα, πώς μπορούσε να τον αγαπά και να τον μισεί την ίδια στιγμή, με την ίδια ένταση. «Όχι», του είπε ξανά, βάζοντας τα χέρια της ανάμεσά τους, με τις παλάμες στο στήθος του. «Όχι!» Και έπειτα εκείνος αποτραβήχτηκε, εντελώς απότομα, χωρίς την παραμικρή επιθυμία να παραμείνει. «Μιράντα Τσίβερ», μουρμούρισε, «ποιος θα το έλεγε;» Κι εκείνη τον χαστούκισε.


Τα μάτια του στένεψαν, αλλά δεν είπε τίποτα. «Γιατί το έκανες αυτό;» ζήτησε να μάθει με σταθερή φωνή, αν και η ίδια έτρεμε ολόκληρη. «Γιατί σε φίλησα;» Ανασήκωσε τους ώμους. «Γιατί όχι;» «Κακώς!» του πέταξε, τρομοκρατημένη από τον πόνο που άκουγε στη φωνή της. Ήθελε να είναι εξοργισμένη. Μάλλον ήταν εξοργισμένη, αλλά ήθελε και να ακούγεται εξοργισμένη. Ήθελε εκείνος να το ξέρει. «Μπορεί να μην έχεις εύκολη διέξοδο. Έχεις χάσει αυτό το προνόμιο». Εκείνος χαχάνισε ειρωνικά, ανάθεμά τον, και είπε: «Είσαι αρκετά διασκεδαστική ως δυναμική ερωμένη!». «Σταμάτα», του φώναξε. Ο Τέρνερ συνέχιζε να μιλάει για πράγματα που εκείνη δεν καταλάβαινε, και τον μισούσε γι’ αυτό. «Γιατί με φίλησες; Δεν με αγαπάς». Τα νύχια της χώθηκαν στις παλάμες της. Ανόητη! Ανόητη! Γιατί το είχε πει αυτό; Αλλά εκείνος απλώς χαμογέλασε. «Ξέχασα ότι είσαι μόνο δεκαεννέα και έτσι δεν συνειδητοποιείς ότι η αγάπη δεν είναι ποτέ προϋπόθεση για ένα φιλί». «Νομίζω ότι ούτε καν με συμπαθείς». «Ανοησίες. Και βέβαια σε συμπαθώ», είπε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του, σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί ακριβώς πόσο καλά την ήξερε. «Πάντως σίγουρα δεν σε αντιπαθώ». «Δεν είμαι η Λετίσια», του ψιθύρισε. Στη στιγμή το χέρι του τυλίχτηκε γύρω από το μπράτσο της, πιέζοντάς τη μέχρι που σχεδόν την πόνεσε. «Μην αναφέρεις το όνομά της ποτέ ξανά! Μ’ ακούς; Ποτέ!» Η Μιράντα τον κοίταξε σοκαρισμένη από τη μανία που διάβαζε στα μάτια του. «Λυπάμαι», είπε βιαστικά. «Σε παρακαλώ, άφησέ με να φύγω». Αλλά εκείνος δεν το έκανε. Χαλάρωσε τη λαβή του, αλλά μόνο λίγο, και ήταν σχεδόν σαν να τη διαπερνούσε το βλέμμα του. Σαν να κοιτούσε κάποιο φάντασμα. Το φάντασμα της Λετίσια. «Τέρνερ, σε παρακαλώ», ψιθύρισε η Μιράντα. «Με πονάς». Κάτι σαν να χάθηκε από την έκφρασή του καθώς πισωπατούσε. «Συγγνώμη», είπε. Κοίταξε κάπου μακριά – στο παράθυρο; Στο ρολόι; «Ζητώ συγγνώμη», ξαναείπε, πιο ευγενικά αυτή τη φορά. «Συγγνώμη που σου επιτέθηκα. Συγγνώμη για όλα». Η Μιράντα κατάπιε τον κόμπο που είχε φράξει τον λαιμό της. Έπρεπε να φύγει. Έπρεπε να τον χαστουκίσει ξανά και έπειτα να φύγει, αλλά ένιωθε ήδη άθλια και δεν κατάφερε να κρατηθεί να μην του πει: «Λυπάμαι που σε έκανε τόσο δυστυχισμένο». Τα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της. «Το κουτσομπολιό ταξιδεύει μέχρι και τις τάξεις του σχολείου, έτσι δεν είναι;» «Όχι!» βιάστηκε να του πει. «Είναι απλώς ότι… ότι το είχα προσέξει». «Μπα;» Εκείνη δάγκωσε το χείλι της, καθώς αναρωτιόταν τι έπρεπε να πει. Υπήρχαν πολλά κουτσομπολιά στο σχολείο. Αλλά πέρα από αυτά, είχε δει πολλά πράγματα και η ίδια. Φαινόταν τόσο ερωτευμένος στον γάμο του. Τα μάτια του έλαμπαν όταν κοίταζε τη Λετίσια. Και τότε ο κόσμος της Μιράντα είχε γίνει συντρίμμια. Εκείνοι ήταν σαν να βρίσκονταν στον μικρό κόσμο τους, μονάχα οι δυο τους, και αυτή ήταν απλώς ένας θεατής που τους παρακολουθούσε από μακριά. Και την επόμενη φορά που τον είδε... ήταν διαφορετικό. «Μιράντα», την προέτρεψε να συνεχίσει. Τον κοίταξε ψηλά και είπε απαλά: «Όποιος σε ήξερε πριν από τον γάμο σου, μπορούσε να πει ότι μετά ήσουν δυστυχισμένος».


«Και πώς φαινόταν αυτό;» Την κοίταξε και υπήρχε κάτι τόσο επιτακτικό στα μάτια του που η Μιράντα δεν μπορούσε παρά να του πει την αλήθεια. «Συνήθιζες να γελάς», είπε απαλά. «Συνήθιζες να γελάς και τα μάτια σου έλαμπαν». «Και τώρα;» «Τώρα είσαι απλώς κρύος και σκληρός». Έκλεισε τα μάτια του και για μια στιγμή η Μιράντα σκέφτηκε ότι το είχε κάνει επειδή πονούσε. Αλλά στο τέλος της έριξε μια διαπεραστική ματιά και η μια γωνιά του στόματός του ανασηκώθηκε σε ένα ειρωνικό χαμόγελο. «Έτσι είμαι λοιπόν». Δίπλωσε τα μπράτσα του στο στήθος και ακούμπησε τεμπέλικα σε μια βιβλιοθήκη. «Για πες μου, σε παρακαλώ, δεσποινίς Τσίβερ, από πότε έχεις γίνει τόσο διορατική;» Η Μιράντα ξεροκατάπιε, προσπαθώντας να καταπολεμήσει την απογοήτευση που ανέβαινε στον λαιμό της. Οι δαίμονές του είχαν κερδίσει και πάλι. Για μια στιγμή –όταν τα μάτια του ήταν κλειστά– σχεδόν φαινόταν σαν να την άκουγε. Όχι ακριβώς τα λόγια της, αλλά το νόημα που κρυβόταν πίσω από αυτά. «Πάντα ήμουν έτσι», του είπε. «Κι εσύ συνήθιζες να το σχολιάζεις όταν ήμουν μικρή». «Τα μεγάλα καστανά μάτια σου», είπε με ένα άκαρδο γέλιο. «Με ακολουθούσαν παντού. Νομίζεις πως δεν ήξερα ότι σου άρεσα;» Δάκρυα μαζεύτηκαν στα μάτια της Μιράντα. Πώς μπορούσε να είναι τόσο σκληρός ώστε να της πει κάτι τέτοιο; «Ήσουν πολύ ευγενικός απέναντί μου όταν ήμουν παιδί», του είπε απαλά. «Τολμώ να πω πως ναι. Αλλά αυτό ήταν πολύ καιρό πριν». «Κανείς δεν το έχει συνειδητοποιήσει περισσότερο από εμένα». Εκείνος δεν είπε τίποτε άλλο. Ούτε εκείνη είπε κάτι. Μέχρι που τελικά– «Φύγε!» Η φωνή του ήταν βραχνή, γεμάτη πόνο. Κι εκείνη έφυγε. Και στο ημερολόγιό της εκείνη τη νύχτα, δεν έγραψε τίποτα. Το επόμενο πρωί η Μιράντα ξύπνησε με έναν σαφή στόχο. Ήθελε να πάει πίσω στο σπίτι της. Δεν την ένοιαζε αν δεν έτρωγε πρωινό, δεν την ένοιαζε αν άνοιγαν οι ουρανοί και έπρεπε να περπατήσει μες στη βροχή. Απλώς δεν ήθελε να είναι εδώ, μαζί του, στο ίδιο κτίριο, στην ίδια ιδιοκτησία. Ήταν πολύ λυπηρό. Εκείνος είχε χαθεί. Ο Τέρνερ που εκείνη γνώριζε, ο Τέρνερ που λάτρευε, είχε φύγει. Το είχε αισθανθεί, βέβαια. Το είχε αισθανθεί κατά τη διάρκεια των επισκέψεών του στο σπίτι. Την πρώτη φορά το πρόσεξε στα μάτια του. Μετά ήταν το στόμα του και οι λευκές ρυτίδες του θυμού του που είχαν χαραχτεί στις γωνίες. Το είχε αισθανθεί, αλλά μέχρι τώρα δεν είχε αφήσει τον εαυτό της να το συνειδητοποιήσει πραγματικά. «Είσαι ξύπνια». Ήταν η Ολίβια, ντυμένη στην εντέλεια και γοητευτική, ακόμα και με τα μαύρα πένθιμα ρούχα της. «Δυστυχώς», μουρμούρισε η Μιράντα. «Γιατί το λες αυτό;» Η Μιράντα άνοιξε το στόμα της κι έπειτα θυμήθηκε ότι η Ολίβια δεν θα περίμενε να της απαντήσει, άρα δεν υπήρχε λόγος να μπει στον κόπο να της εξηγήσει.


«Λοιπόν, βιάσου», είπε η Ολίβια. «Ντύσου και θα πω στην υπηρέτριά μου να βάλει τις τελευταίες πινελιές. Μπορεί να κάνει θαύματα στα μαλλιά». Η Μιράντα αναρωτήθηκε πότε η Ολίβια θα παρατηρούσε ότι εκείνη δεν είχε κουνηθεί καθόλου. «Σήκω, Μιράντα!» Η Μιράντα σχεδόν πετάχτηκε από το κρεβάτι. «Θεέ μου, Ολίβια! Δεν σου έχει πει ποτέ κανείς ότι είναι αγένεια να φωνάζεις μέσα στο αφτί ενός ανθρώπου;» Η Ολίβια έσκυψε λίγο πιο κοντά. «Δεν φαίνεσαι καθόλου σαν άνθρωπος σήμερα το πρωί, για να λέμε την αλήθεια». Η Μιράντα κύλησε από την άλλη πλευρά πάνω στο στρώμα. «Δεν αισθάνομαι σαν άνθρωπος». «Θα νιώσεις καλύτερα μετά το πρωινό». «Δεν πεινάω». «Μα δεν μπορείς να χάσεις το πρωινό». Η Μιράντα έτριξε τα δόντια της. Θα έπρεπε να είναι παράνομο να είναι κάποιος τόσο πρόσχαρος πριν από το μεσημέρι. «Μιράντα». Εκείνη έβαλε ένα μαξιλάρι πάνω από το κεφάλι της. «Αν ξαναπείς το όνομά μου, θα πρέπει να σε σκοτώσω». «Μα έχουμε δουλειές να κάνουμε». Η Μιράντα έμεινε για λίγο αμίλητη. Τι στο καλό έλεγε η Λίβι; «Δουλειές;» ρώτησε. «Ναι, δουλειές», απάντησε η Ολίβια και τραβώντας το μαξιλάρι το έριξε στο πάτωμα. «Είχα μια υπέροχη ιδέα. Μου ήρθε σε ένα όνειρο». «Αστειεύεσαι». «Εντάξει, αστειεύομαι, αλλά μου ήρθε σήμερα το πρωί καθώς βρισκόμουν στο κρεβάτι». Η Ολίβια χαμογέλασε – με ένα πονηρό γατίσιο χαμόγελο, που ουσιαστικά σήμαινε ότι είτε είχε σκεφτεί κάτι πολύ έξυπνο είτε επρόκειτο να καταστρέψει τον κόσμο όπως τον γνώριζαν. Και ύστερα περίμενε –ίσως να ήταν και η μοναδική φορά που έδειχνε υπομονή– μέχρι που η Μιράντα την αντάμειψε με ένα: «Πολύ καλά, τι σκέφτηκες;». «Εσένα!» «Εμένα;» «Και τον Ουίνστον». Για μια στιγμή, η Μιράντα έμεινε άναυδη. Κι ύστερα είπε: «Είσαι εντελώς τρελή». Η Ολίβια ανασήκωσε τους ώμους και έγειρε πίσω. «Ή είμαι πολύ, πάρα πολύ έξυπνη. Για σκέψου το, Μιράντα. Είναι τέλειο». Η Μιράντα δεν μπορούσε καν να διανοηθεί οτιδήποτε που να έχει σχέση με άντρες αυτή τη στιγμή, και πολύ λιγότερο με άντρες με το επώνυμο Μπέβελστοκ, ακόμα κι αν δεν ήταν ο Τέρνερ. «Τον γνωρίζεις καλά και έχετε την ίδια ηλικία», είπε η Ολίβια, μετρώντας τα στοιχεία με τα δάχτυλά της. Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά και κύλησε στην άλλη άκρη του κρεβατιού για να γλιτώσει. Όμως η Ολίβια ήταν ευκίνητη και βρέθηκε πλάι της μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. «Δεν θέλεις πραγματικά να κάνεις το ντεμπούτο σου αυτή τη σεζόν», συνέχισε. «Το έχεις πει πολλές φορές. Και σιχαίνεσαι να συνομιλείς με ανθρώπους που δεν γνωρίζεις». Η Μιράντα προσπάθησε να την αποφύγει πηγαίνοντας να χωθεί στην γκαρνταρόμπα.


«Και αφού γνωρίζεις τον Ουίνστον –όπως έχω ήδη επισημάνει– γλιτώνεις από την ανάγκη να συνομιλήσεις με ξένους. Επιπλέον», το χαμογελαστό πρόσωπο της Ολίβια εμφανίστηκε στο πορτόφυλλο της γκαρνταρόμπας, «αυτό σημαίνει ότι θα γίνουμε αδελφές». Η Μιράντα έμεινε ακίνητη, με τα δάχτυλά της να κρατούν το πρωινό φόρεμα που είχε πάρει από την γκαρνταρόμπα. «Αυτό θα ήταν υπέροχο, Ολίβια», είπε, γιατί πραγματικά, τι άλλο θα μπορούσε να πει; «Ω, είμαι ενθουσιασμένη που συμφωνείς!» αναφώνησε η Ολίβια και την αγκάλιασε. «Θα είναι υπέροχο. Φανταστικό. Περισσότερο και από φανταστικό. Θα είναι τέλειο». Η Μιράντα παρέμεινε ακίνητη και αναρωτιόταν πώς στο καλό είχε καταφέρει να μπλέξει έτσι. Η Ολίβια έκανε λίγο πίσω, ακτινοβολώντας ακόμη από χαρά. «Ο Ουίνστον δεν θα έχει ιδέα τι τον βρήκε». «Τελικά ποιος είναι ο σκοπός σου, να κάνεις ένα προξενιό ή απλώς να κατατροπώσεις τον αδελφό σου;» «Μα και τα δύο φυσικά», παραδέχτηκε ανέμελα η Ολίβια. Άφησε τη Μιράντα και κάθισε βαριά σε μια καρέκλα εκεί δίπλα. «Έχει σημασία;» Η Μιράντα άνοιξε το στόμα της για να μιλήσει, αλλά η Ολίβια την πρόλαβε. «Φυσικά και όχι», είπε. «Το μόνο που έχει σημασία είναι ο κοινός στόχος, Μιράντα. Πραγματικά, εκπλήσσομαι που δεν είχαμε σκεφτεί κάτι τέτοιο σοβαρά προηγουμένως». Η Μιράντα, έτσι όπως είχε γυρισμένη την πλάτη της στην Ολίβια, έκανε έναν μορφασμό. Φυσικά και δεν είχε σκεφτεί κάτι τέτοιο σοβαρά προηγουμένως. Ήταν πολύ απασχολημένη να ονειρεύεται τον Τέρνερ. «Και είδα τον Ουίνστον να σε κοιτάζει χθες το βράδυ». «Υπήρχαν μόνο πέντε άτομα στο δωμάτιο, Ολίβια. Απλώς δεν μπορούσε να μη με κοιτάζει». «Ναι, αλλά πώς σε κοίταζε», επέμεινε η Ολίβια. «Ήταν σαν να μη σε είχε δει ποτέ πριν». «Είμαι αρκετά σίγουρη ότι κάνεις λάθος», διαμαρτυρήθηκε η Μιράντα καθώς ντυνόταν. «Δεν κάνω λάθος. Έλα, γύρνα να σε κουμπώσω. Ποτέ δεν κάνω λάθος σε τέτοια πράγματα». Η Μιράντα παρέμεινε ακίνητη υπομονετικά, καθώς η Ολίβια την κούμπωνε. Και τότε μια σκέψη πέρασε από το μυαλό της. «Και πότε είχες την ευκαιρία να αποδείξεις ότι είχες δίκιο για κάτι; Είμαστε χωμένες στην εξοχή. Και δεν είχαμε ποτέ την ευκαιρία να είμαστε μάρτυρες σε οποιονδήποτε έρωτα». «Φυσικά και είχαμε. Υπήρχε ο Μπίλι Έβανς και...» «Έπρεπε να παντρευτούν, Ολίβια. Το ξέρεις αυτό». Η Ολίβια κούμπωσε το τελευταίο κουμπί, έβαλε τα χέρια της στους ώμους της Μιράντα και την έστρεψε προς το μέρος της. Η έκφρασή της ήταν πονηρή, ακόμα και για τα δικά της δεδομένα. «Ναι, αλλά γιατί έπρεπε να παντρευτούν; Επειδή ήταν ερωτευμένοι». «Δεν θυμάμαι να πρόβλεψες αυτόν τον γάμο». «Ανοησίες. Φυσικά και τον πρόβλεψα. Ήσαστε στη Σκοτία τότε. Και δεν θα μπορούσα να σου τα πω σε μια επιστολή – θα ήταν ιδιαίτερα αγενές εκ μέρους μου αν τα έγραφα στο χαρτί». Η Μιράντα δεν ήταν σίγουρη γιατί θα ήταν αγενές κάτι τέτοιο – μια απρογραμμάτιστη εγκυμοσύνη ήταν μια απρογραμμάτιστη εγκυμοσύνη. Το να το αναφέρει κάποιος σε ένα γράμμα δεν θα άλλαζε τίποτα. Αλλά ανεξάρτητα από αυτό, η Ολίβια ίσως να είχε κάποιο δίκιο. Η Μιράντα πήγαινε στη Σκοτία για έξι εβδομάδες κάθε χρόνο για να επισκεφθεί τη γιαγιά και τον παππού της από τη μεριά της μητέρας της, και ο Μπίλι Έβανς παντρεύτηκε όταν εκείνη έλειπε. Ήταν σίγουρο ότι η Ολίβια θα κατέληγε σε ένα επιχείρημα που δεν θα μπορούσε να αντικρούσει.


«Πάμε για πρωινό;» ρώτησε η Μιράντα κουρασμένα. Δεν υπήρχε τρόπος να αποφύγει να εμφανιστεί και, εκτός αυτού, ο Τέρνερ ήταν κάπως μεθυσμένος την προηγούμενη νύχτα. Αν υπήρχε δικαιοσύνη στον κόσμο, αυτός θα έμενε χωμένος στο κρεβάτι του να βασανίζεται από έντονο πονοκέφαλο όλο το πρωί. «Όχι μέχρι να φτιάξει η Μαρία τα μαλλιά σου», αποφάσισε η Ολίβια. «Δεν πρέπει να αφήσουμε τίποτα στην τύχη. Είναι δική σου δουλειά να είσαι όμορφη τώρα. Έλα, μη με κοιτάς έτσι. Είσαι πολύ πιο όμορφη από ό,τι νομίζεις». «Ολίβια…» «Όχι, όχι, άλλο ήθελα να πω. Δεν είσαι όμορφη. Εγώ είμαι όμορφη. Όμορφη και ανιαρή. Εσύ έχεις κάτι περισσότερο». «Ένα μακρύ πρόσωπο». «Όχι πραγματικά. Όχι τόσο όσο όταν ήσουν μικρή τουλάχιστον». Η Ολίβια έγειρε το κεφάλι της στο πλάι. Και δεν είπε τίποτα. Τίποτα. Η Ολίβια. «Τι συμβαίνει;» ρώτησε η Μιράντα καχύποπτα. «Νομίζω ότι έχεις μεγαλώσει και έχεις γίνει σπουδαία κοπέλα». Αυτό της είχε πει και ο Τέρνερ πριν από μερικά χρόνια. «Κάποια μέρα θα μεγαλώσεις και θα είσαι τόσο όμορφη και έξυπνη όσο είσαι τώρα». Η Μιράντα μισούσε το γεγονός ότι ακόμα θυμόταν τα λόγια του. Και μισούσε ακόμα περισσότερο το γεγονός ότι αυτή η θύμηση την έκανε να θέλει να κλάψει. Η Ολίβια, βλέποντας τα συναισθήματα να ζωγραφίζονται στα μάτια της φίλης της, ένιωσε επίσης να βουρκώνει. «Ω, Μιράντα», είπε, αγκαλιάζοντάς τη σφιχτά. «Κι εγώ σ’ αγαπώ. Θα είμαστε οι καλύτερες αδελφές. Δεν βλέπω την ώρα». Μέχρι τη στιγμή που η Μιράντα κατέβηκε για πρωινό –τριάντα λεπτά αργότερα· εκείνη θα ορκιζόταν όχι μόνο ότι ποτέ δεν είχε ξοδέψει τόσο χρόνο για να φτιάξει τα μαλλιά της, αλλά και ότι δεν θα άφηνε να συμβεί αυτό ποτέ ξανά– το στομάχι της διαμαρτυρόταν από την πείνα. «Καλημέρα, οικογένεια», είπε χαρούμενα η Ολίβια καθώς έπαιρνε ένα πιάτο από τον μπουφέ. «Πού είναι ο Τέρνερ;» Η Μιράντα έστειλε μια σιωπηρή ευχαριστήρια προσευχή για την απουσία του. «Είναι ακόμη στο κρεβάτι, φαντάζομαι», απάντησε η λαίδη Ράντλαντ. «Ο καημένος. Βρίσκεται σε σοκ. Ήταν μια φοβερή εβδομάδα». Κανένας δεν έκανε κάποιο σχόλιο. Σε κανέναν δεν άρεσε η Λετίσια. Η Ολίβια έσπασε πρώτη τη σιωπή. «Λοιπόν», είπε, «ελπίζω ότι δεν θα πεινάσει πάρα πολύ. Δεν έφαγε ούτε χτες το βράδυ μαζί μας». «Ολίβια, η σύζυγός του μόλις πέθανε», είπε ο Ουίνστον. «Και μάλιστα από κάταγμα στον λαιμό! Για όνομα του Θεού, μπορείς να είσαι λιγάκι επιεικής μαζί του». «Μα ανησυχώ γι’ αυτόν ακριβώς επειδή τον αγαπώ», δήλωσε η Ολίβια, με μια προκλητικότητα που επιφύλασσε μόνο για τον δίδυμο αδελφό της. «Ο άνθρωπος δεν έχει φάει τίποτα». «Έστειλαν έναν δίσκο με φαγητό στο δωμάτιό του», δήλωσε η μητέρα τους, θέτοντας τέλος στη διαμάχη τους. «Καλημέρα, Μιράντα». Η Μιράντα ξαφνιάστηκε. Ήταν απασχολημένη να παρακολουθεί την Ολίβια και τον Ουίνστον. «Καλημέρα, κυρία Ράντλαντ», είπε γρήγορα. «Ελπίζω να κοιμηθήκατε καλά».


«Όσο καλά θα περίμενε κάποιος», απάντησε η κόμησσα αναστενάζοντας και ήπιε μια γουλιά από το τσάι της. «Η αλήθεια είναι ότι αυτές οι μέρες είναι εξαιρετικά δύσκολες. Και πρέπει να σε ευχαριστήσω ξανά που έμεινες εδώ τη νύχτα. Ξέρω ότι ήταν μια παρηγοριά για την Ολίβια». «Φυσικά», μουρμούρισε η Μιράντα. «Χάρηκα που βοήθησα». Ακολούθησε την Ολίβια στον μπουφέ και γέμισε ένα πιάτο. Όταν επέστρεψε στο τραπέζι, διαπίστωσε ότι η Ολίβια της είχε αφήσει μια θέση δίπλα στον Ουίνστον. Κάθισε και κοίταξε τους Μπέβελστοκ. Όλοι της χαμογελούσαν, ο λόρδος και η λαίδη Ράντλαντ με καλοπροαίρετο τρόπο, η Ολίβια με μια υποψία πονηριάς και ο Ουίνστον... «Καλημέρα, Μιράντα», είπε θερμά. Και τα μάτια του... φανέρωναν... ενδιαφέρον; Θεούλη μου, θα μπορούσε άραγε η Ολίβια να έχει δίκιο; Υπήρχε όντως κάτι διαφορετικό στον τρόπο που την κοίταζε καθώς τραβούσε την καρέκλα της για να καθίσει εκείνη. «Καλημέρα, ευχαριστώ», είπε η Μιράντα αναστατωμένη. Ο Ουίνστον ήταν ουσιαστικά αδελφός της, έτσι δεν είναι; Δεν μπορούσε καν να τη σκέφτεται με τέτοιο τρόπο – ούτε εκείνη μπορούσε να τον δει διαφορετικά. Αλλά αν εκείνος μπορούσε, μήπως τότε θα μπορούσε κι εκείνη; Και– «Σκοπεύεις να μείνεις στο Χάβερμπρικς όλο το πρωί;» τη ρώτησε. «Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαμε να πάμε μια βόλτα με τα άλογα. Ίσως μετά το πρωινό;» Θεούλη μου. Η Ολίβια είχε τελικά δίκιο. Η Μιράντα άνοιξε το στόμα της έκπληκτη. «Ε… δεν έχω αποφασίσει ακόμα». Η Ολίβια την κλότσησε κάτω από το τραπέζι. «Ω!» «Μήπως έχει χαλάσει το σκουμπρί;» ρώτησε η λαίδη Ράντλαντ. Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Συγγνώμη», είπε, καθαρίζοντας τον λαιμό της. «Ε, ήταν μόνο ένα κόκαλο, νομίζω». «Να γιατί δεν τρώω ποτέ ψάρι για πρωινό», ανακοίνωσε η Ολίβια. «Λοιπόν, τι λες, Μιράντα;» επέμεινε ο Ουίνστον και της χαμογέλασε – με ένα τεμπέλικο, τέλειο αγορίστικο χαμόγελο που σίγουρα θα έκαιγε χιλιάδες καρδιές. «Θα πάμε για μια βόλτα;» Η Μιράντα μάζεψε τα πόδια της μακρύτερα από την Ολίβια κάτω από το τραπέζι και είπε: «Φοβάμαι ότι δεν έφερα μαζί μου στολή». Και έλεγε την αλήθεια, δυστυχώς, γιατί είχε αρχίσει να σκέφτεται ότι μια βόλτα με τον Ουίνστον ίσως κατάφερνε να βγάλει τον Τέρνερ από το μυαλό της. «Μπορείς να δανειστείς μία από τις δικές μου», είπε η Ολίβια χαμογελώντας γλυκά πάνω από το φρυγανισμένο ψωμί που μασουλούσε. «Θα σου είναι απλώς λίγο μεγάλη». «Κανονίστηκε, λοιπόν», είπε ο Ουίνστον. «Θα είναι υπέροχο να θυμηθούμε τα παλιά. Έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που είχαμε την ευκαιρία να τα πούμε». Η Μιράντα έπιασε τον εαυτό της να χαμογελά. Ήταν τόσο εύκολο να βρίσκεται παρέα με τον Ουίνστον, ακόμα και τώρα που δεν ήταν καν σίγουρη για τις προθέσεις του. «Έχουν περάσει αρκετά χρόνια, νομίζω. Πάντα καταφέρνω να είμαι στη Σκοτία όταν εσείς βρίσκεστε στο σπίτι στις διακοπές σας από το σχολείο». «Αλλά όχι σήμερα», ανακοίνωσε εκείνος χαρούμενος και παίρνοντας το φλιτζάνι στο χέρι του ήπιε μια γουλιά τσάι χαμογελώντας της πάνω από το χείλος του. Η Μιράντα ξαφνιάστηκε από το πόσο πολύ έμοιαζε με τον Τέρνερ όταν εκείνος ήταν νεότερος. Ο Ουίνστον ήταν είκοσι τώρα, μόλις έναν χρόνο μεγαλύτερος από τον Τέρνερ όταν τον είχε ερωτευτεί. Όταν συναντήθηκαν για πρώτη φορά, διόρθωσε τον εαυτό της. Δεν τον είχε ερωτευτεί. Απλώς νόμιζε ότι τον είχε ερωτευτεί. Όμως τώρα ήξερε καλύτερα.


11 Απριλίου 1819 Υπέροχη βόλτα με τον Ουίνστον σήμερα. Μοιάζει πολύ με τον αδελφό του – αν ο αδελφός του ήταν καλός και συνετός και εξακολουθούσε να έχει κάποια αίσθηση του χιούμορ. Ο Τέρνερ δεν είχε κοιμηθεί καλά, αλλά αυτό δεν του έκανε εντύπωση – σπάνια κοιμόταν καλά πια. Και πράγματι, όταν πια ήρθε το πρωί, ήταν ακόμα ευερέθιστος και θυμωμένος – κυρίως με τον εαυτό του. Τι διάολο σκεφτόταν; Φίλησε τη Μιράντα Τσίβερ. Το κορίτσι ήταν ουσιαστικά σαν τη μικρή αδελφή του. Ήταν θυμωμένος, και ίσως λίγο, ελάχιστα μεθυσμένος, αλλά αυτό δεν ήταν δικαιολογία για μια τόσο ποταπή συμπεριφορά. Η Λετίσια είχε σκοτώσει πολλά πράγματα μέσα του, αλλά μα τον Θεό, ήταν ακόμα κύριος. Διαφορετικά, τι άλλο του είχε απομείνει; Και να σκεφτεί κανείς ότι ούτε καν την επιθυμούσε. Όχι πραγματικά. Γνώριζε την επιθυμία, ήξερε εκείνη τη λαχτάρα που σε συνεπαίρνει και σε κάνει να θέλεις να κατέχεις κάποιον και να τον διεκδικείς, αλλά αυτό που είχε αισθανθεί για τη Μιράντα... Ε λοιπόν, δεν ήξερε τι ήταν, αλλά δεν ήταν τίποτε από όλα αυτά. Ίσως ήταν εκείνα τα μεγάλα καστανά μάτια της. Που έβλεπαν τα πάντα. Που τον αναστάτωναν. Πάντα τον αναστάτωναν. Ακόμη και ως παιδί, φαινόταν παράξενα σοφή. Καθώς ο Τέρνερ βρισκόταν εκεί στο γραφείο του πατέρα του, ένιωσε εκτεθειμένος, διάφανος. Εκείνη ήταν απλώς ένα κοριτσόπουλο που μόλις είχε τελειώσει το σχολείο, κι όμως μπορούσε να δει μέσα του. Κι αυτό ήταν τόσο εκνευριστικό που εκείνος αντέδρασε με τον μόνο τρόπο που φαινόταν κατάλληλος εκείνη τη στιγμή. Μόνο που κανένας τρόπος δεν μπορούσε να είναι λιγότερο κατάλληλος. Και τώρα θα έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη. Ένας Θεός ήξερε πόσο ανυπόφορη του ήταν η σκέψη αυτή. Θα ήταν πολύ ευκολότερο να υποκριθεί ότι όλο αυτό δεν είχε συμβεί ποτέ και να την αγνοήσει για το υπόλοιπο της ζωής του, αλλά αυτό σαφώς δεν επρόκειτο να εξαλειφθεί, όχι αν σκόπευε να διατηρήσει τους δεσμούς με την αδελφή του. Εκτός αυτού, ακόμα ήλπιζε ότι είχε απομείνει μέσα του κάποιο ίχνος ευγένειας και ευπρέπειας. Η Λετίσια είχε σκοτώσει το μεγαλύτερο μέρος της καλοσύνης και της αθωότητας μέσα του, αλλά σίγουρα είχε απομείνει κάτι. Και όταν ένας κύριος αδικούσε μια κυρία, ο κύριος έπρεπε να ζητήσει συγγνώμη. Μέχρι τη στιγμή που ο Τέρνερ κατέβηκε για πρωινό, η οικογένειά του είχε φύγει, κάτι που τον βόλεψε μια χαρά. Έφαγε γρήγορα και ήπιε βιαστικά τον καφέ του, σκέτο, και ούτε καν μόρφασε όταν ο καφές κατέβηκε ζεστός και πικρός στον λαιμό του. «Χρειάζεστε κάτι άλλο;» Ο Τέρνερ κοίταξε τον υπηρέτη που στεκόταν ευγενικά στο πλάι του περιμένοντας τις διαταγές του. «Όχι», είπε. «Ευχαριστώ, όχι τώρα». Ο υπηρέτης έκανε πίσω αλλά δεν βγήκε από το δωμάτιο, και ο Τέρνερ τότε αποφάσισε ότι ήταν ώρα να φύγει από το Χάβερμπρικς. Υπήρχαν πάρα πολλοί άνθρωποι εκεί. Και διάβολε, η μητέρα του είχε προφανώς δώσει οδηγίες σε όλους τους υπηρέτες να τον παρακολουθούν στενά. Συνοφρυωμένος, έσπρωξε πίσω την καρέκλα του με δύναμη και βγήκε από το δωμάτιο με μεγάλες δρασκελιές. Είχε ειδοποιήσει τον βαλέ του ότι θα έφευγαν πολύ σύντομα. Θα μπορούσαν να φύγουν σε μία ώρα. Το μόνο που απέμενε ήταν να βρεθεί η Μιράντα και να


τελειώνει με αυτή την άχαρη κατάσταση, ώστε να μπορέσει να γυρίσει πίσω στο σπίτι του όπου θα μπορούσε να κρυφτεί και να– Ξαφνικά ακούστηκαν γέλια. Κοίταξε πέρα. Ο Ουίνστον και η Μιράντα είχαν μόλις μπει με μάγουλα ροδοκόκκινα, ανανεωμένοι από τον καθαρό αέρα και το φως του ήλιου. Ο Τέρνερ ανασήκωσε το ένα φρύδι του με απορία και σταμάτησε, περιμένοντας να δει πόσο χρόνο θα χρειάζονταν για να αντιληφθούν την παρουσία του. «Και αυτό», είπε η Μιράντα, τελειώνοντας προφανώς κάποια ιστορία, «όταν ήξερα ότι δεν μπορούσα να εμπιστευτώ την Ολίβια με τη σοκολάτα». Ο Ουίνστον γέλασε, με τα μάτια του να την κοιτάζουν με ζεστασιά. «Έχεις αλλάξει, Μιράντα». Εκείνη κοκκίνισε χαριτωμένα. «Όχι και τόσο. Είναι που έχω μεγαλώσει». «Ναι, έχεις μεγαλώσει πολύ». Ο Τέρνερ κόντεψε να πνιγεί. «Πίστευες πραγματικά ότι θα μπορούσες να φύγεις για σπουδές και να με βρεις πάλι όπως με άφησες;» Ο Ουίνστον χαμογέλασε. «Κάτι τέτοιο. Αλλά πρέπει να πω ότι είμαι ικανοποιημένος με τον τρόπο που εξελίχθηκες». Άγγιξε τα μαλλιά της, τα οποία ήταν πιασμένα σε ένα κομψό σινιόν. «Τολμώ να πω ότι δεν μπαίνω στον πειρασμό να τα τραβήξω όπως όταν ήμαστε παιδιά». Εκείνη κοκκίνισε ξανά, και πραγματικά αυτό ήταν κάτι παραπάνω απ’ όσο μπορούσε ο Τέρνερ να αντέξει. «Καλημέρα», είπε δυνατά, χωρίς να μπει στον κόπο να μετακινηθεί από το σημείο όπου στεκόταν στην άλλη άκρη του χολ. «Τώρα πια είναι απόγευμα», απάντησε ο Ουίνστον. «Για τους αμύητους, ίσως», είπε ο Τέρνερ χαμογελώντας περιπαικτικά. «Μήπως το πρωί στο Λονδίνο διαρκεί μέχρι τις δύο;» ρώτησε η Μιράντα ψυχρά. «Μόνο αν το προηγούμενο βράδυ ήταν απογοητευτικό». «Τέρνερ», είπε ο Ουίνστον επιτιμητικά. Ο Τέρνερ ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Πρέπει να μιλήσω με τη δεσποινίδα Τσίβερ», είπε χωρίς να κοιτάξει τον αδελφό του. Η Μιράντα άνοιξε ελαφρά το στόμα της – από έκπληξη, υπέθεσε, ίσως και λίγο θυμό. «Νομίζω ότι αυτό εξαρτάται από τη Μιράντα», δήλωσε ο Ουίνστον. Ο Τέρνερ εξακολουθούσε να έχει τα μάτια του καρφωμένα στη Μιράντα. «Ενημέρωσέ με όταν θα είσαι έτοιμη να επιστρέψεις στο σπίτι σου. Θα σε συνοδεύσω». Ο Ουίνστον φάνηκε απογοητευμένος. «Για πρόσεξε», είπε αυστηρά. «Είναι μια κυρία, και καλά θα έκανες να είχες την ευγένεια να ζητήσεις την άδειά της». Ο Τέρνερ στράφηκε στον αδελφό του αμίλητος, κοιτάζοντάς τον έντονα μέχρις ότου ο νεαρός έστρεψε το βλέμμα του αλλού. Κοίταξε ξανά τη Μιράντα και είπε πάλι: «Θα σε συνοδεύσω στο σπίτι». «Μα εγώ–» Τη διέκοψε με ένα κοφτερό βλέμμα και εκείνη κατένευσε. «Φυσικά, κύριέ μου», είπε, με το στόμα της ασυνήθιστα σφιγμένο καθώς στρεφόταν προς τον Ουίνστον. «Ήθελε να συζητήσει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χειρόγραφο με τον πατέρα μου. Το είχα ξεχάσει». Έξυπνη η Μιράντα. Ο Τέρνερ σχεδόν χαμογέλασε.


«Τέρνερ;» είπε με αμφιβολία ο Ουίνστον. «Ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χειρόγραφο;» «Είναι ένα νέο πάθος μου», είπε ο Τέρνερ αδιάφορα. Ο Ουίνστον κοίταξε μια τη Μιράντα και μια τον αδελφό του, και έπειτα ενέδωσε γνέφοντας με αυστηρό ύφος. «Πολύ καλά», είπε. «Περάσαμε πολύ όμορφα, Μιράντα». «Πράγματι», είπε, και από τον τόνο της ο Τέρνερ ήξερε ότι δεν έλεγε ψέματα. Ο Τέρνερ δεν κουνήθηκε από τη θέση του αφήνοντας τους δυο ερωτευμένους νέους και ο Ουίνστον του έριξε μια εκνευρισμένη ματιά προτού στραφεί προς τη Μιράντα: «Θα σε δω ξανά πριν επιστρέψω στην Οξφόρδη;». «Το ελπίζω. Δεν έχω κάνει κάποια σχέδια για τις επόμενες ημέρες και–» Ο Τέρνερ χασμουρήθηκε. Η Μιράντα καθάρισε τον λαιμό της. «Είμαι βέβαιη ότι μπορούμε να το κανονίσουμε. Ίσως εσύ και η Ολίβια μπορείτε να έρθετε για τσάι». «Θα το ήθελα πάρα πολύ». Ο Τέρνερ κοίταξε βαριεστημένος τα νύχια του, τα οποία επιθεώρησε με αξιοσημείωτη αδιαφορία. «Ή αν δεν μπορεί να με επισκεφθεί η Ολίβια», συνέχισε η Μιράντα με ατσάλινη φωνή, «ίσως μπορείς να έρθεις μόνος». Τα μάτια του Ουίνστον άνοιξαν διάπλατα από ενδιαφέρον. «Θα χαρώ πολύ», μουρμούρισε, σκύβοντας για να τη χαιρετήσει. «Είσαι έτοιμη;» μούγκρισε ο Τέρνερ. «Όχι», απάντησε η Μιράντα τελείως ανέκφραστη. «Ε τότε βιάσου, γιατί δεν έχω όλη την ημέρα στη διάθεσή μου». Ο Ουίνστον γύρισε προς το μέρος του αδελφού του με δυσπιστία. «Τι σου συμβαίνει;» Καλή ερώτηση. Δεκαπέντε λεπτά νωρίτερα, ο μόνος στόχος του ήταν να ξεφύγει από το σπίτι των γονέων του όσο το δυνατόν πιο γρήγορα, και τώρα επέμενε να συνοδεύσει τη Μιράντα στο σπίτι της. Πράγματι είχε επιμείνει, αλλά είχε τους λόγους του. «Είμαι μια χαρά», απάντησε ο Τέρνερ. «Καλύτερα απ’ όσο ήμουν εδώ και χρόνια. Από το 1816, για να είμαι ακριβής». Ο Ουίνστον κουνήθηκε αμήχανα στη θέση του και η Μιράντα στράφηκε αλλού. Όλοι γνώριζαν ότι το 1816 ήταν το έτος που παντρεύτηκε Τέρνερ. «Από τον Ιούνιο του 1816», πρόσθεσε, μόνο και μόνο για να φανεί δυσάρεστος. «Ορίστε;» ρώτησε με σοβαρό ύφος ο Ουίνστον. «Από τον Ιούνιο. Τον Ιούνιο του 1816», είπε κοιτάζοντας και τους δυο με ένα εμφανώς ψεύτικο, αυτάρεσκο χαμόγελο, προτού στραφεί στη Μιράντα. «Θα σε περιμένω στο μπροστινό χολ. Μην αργήσεις».


Κεφάλαιο 3 Να μην αργήσει; Να μην αργήσει; Η Μιράντα ξεφυσούσε για πολλοστή φορά καθώς μάζευε τα ρούχα της. Δεν είχαν ορίσει κάποια ώρα. Δεν της είχε καν ζητήσει να τη συνοδεύσει στο σπίτι της. Την είχε διατάξει και έπειτα, αφού της είχε δώσει εντολή να του πει πότε ήταν έτοιμη να φύγει, δεν είχε μπει καν στον κόπο να περιμένει μια απάντηση. Ανυπομονούσε τόσο πολύ να τη δει να φεύγει; Η Μιράντα δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. «Μας αφήνεις κιόλας;» είπε η Ολίβια μπαίνοντας από τον διάδρομο. «Πρέπει να γυρίσω στο σπίτι», είπε η Μιράντα επιλέγοντας εκείνη τη στιγμή για να περάσει το φόρεμά της πάνω από το κεφάλι της. Δεν ήθελε να δει η Ολίβια το πρόσωπό της. «Η στολή σου είναι στο κρεβάτι», πρόσθεσε, ενώ οι λέξεις ακούστηκαν πνιχτές μέσα από το φουστάνι της. «Μα γιατί; Δεν θα λείψεις στον πατέρα σου». Πολύ ευγενικό εκ μέρους της να το επισημάνει, σκέφτηκε η Μιράντα εκνευρισμένη, παρόλο που είχε εκφράσει την ίδια γνώμη με την Ολίβια σε αμέτρητες περιπτώσεις. «Μιράντα», επέμεινε η Ολίβια. Η Μιράντα γύρισε την πλάτη της έτσι ώστε η φίλη της να μπορέσει να της κουμπώσει το φόρεμά της. «Δεν θέλω να καταχραστώ τη φιλοξενία σας». «Τι; Μην είσαι ανόητη. Η μητέρα μου θα μπορούσε να σε φέρει να ζήσεις μαζί μας αν ήταν δυνατόν. Αυτό θα γίνει ουσιαστικά, όταν πάμε στο Λονδίνο». «Δεν βρισκόμαστε στο Λονδίνο». «Και αυτό τι σχέση έχει;» Καμία. Η Μιράντα έσφιξε τα δόντια της. «Μήπως τσακωθήκατε με τον Ουίνστον;» «Φυσικά και όχι». Μα πραγματικά, ποιος θα μπορούσε να τσακωθεί με τον Ουίνστον; Κανένας εκτός από την Ολίβια. «Τότε ποιο είναι το πρόβλημα;» «Δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα». Η Μιράντα προσπάθησε να φανεί ήρεμη και έπιασε να φορέσει τα γάντια της. «Ο αδελφός σου θέλει να ρωτήσει τον πατέρα μου για ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χειρόγραφο». «Ο Ουίνστον;» ρώτησε η Ολίβια με απορία. «Ο Τέρνερ». «Ο Τέρνερ;» Θεέ μου, δεν σταματούσε ποτέ τις ερωτήσεις. «Ναι», απάντησε η Μιράντα, «και σχεδιάζει να φύγει σύντομα, οπότε πρέπει να με συνοδεύσει τώρα». Το τελευταίο κομμάτι ήταν εξ ολοκλήρου κατασκευασμένο, αλλά η Μιράντα σκέφτηκε ότι ήταν μάλλον καλή ιδέα στη συγκεκριμένη περίσταση. Εκτός αυτού, ίσως τώρα θα έπρεπε πράγματι να επιστρέψει στο σπίτι του στο Νορθάμπερλαντ και ο κόσμος θα μπορούσε να


επανέλθει στη συνηθισμένη θέση του, γυρίζοντας ικανοποιητικά γύρω από τον άξονά του και γύρω από τον ήλιο. Η Ολίβια ακούμπησε πάνω στην κάσα της πόρτας με τέτοιο τρόπο ώστε η Μιράντα να μην μπορεί να την αγνοήσει. «Τότε γιατί έχεις τόσο κακή διάθεση; Πάντοτε σου άρεσε ο Τέρνερ, έτσι δεν είναι;» Η Μιράντα σχεδόν γέλασε. Και μετά σχεδόν έκλαψε. Πώς τολμούσε να τη διατάζει σαν να ήταν κανένα απειθάρχητο γύναιο; Πώς τολμούσε να την κάνει να αισθάνεται τόσο άθλια εδώ, στο Χάβερμπρικς, που τα τελευταία χρόνια είχε υπάρξει πιο πολύ δικό της σπιτικό παρά δικό του; Έστρεψε το κεφάλι της από την άλλη μεριά. Δεν μπορούσε να αφήσει την Ολίβια να δει το πρόσωπό της. Πώς είχε τολμήσει να τη φιλήσει και να μην το εννοεί; «Μιράντα;» είπε η Ολίβια απαλά. «Είσαι καλά;» «Είμαι μια χαρά», απάντησε η Μιράντα με πνιγμένη φωνή, περνώντας γρήγορα ξυστά από τη φίλη της και βγαίνοντας βιαστικά από την πόρτα. «Μα δεν ακούγεσαι–» «Είμαι λυπημένη για τη Λετίσια», της πέταξε η Μιράντα. Και όντως ήταν. Όποιος είχε κάνει τον Τέρνερ τόσο δυστυχισμένο σίγουρα άξιζε τον θρήνο της. Όμως η Ολίβια, η οποία ήταν αυτή που ήταν και δεν μπορούσε να την ξεγελάσει, έτρεξε πίσω από τη φίλη της καθώς η Μιράντα κατέβαινε τις σκάλες για το μπροστινό χολ. «Για τη Λετίσια!» αναφώνησε. «Θα αστειεύεσαι βέβαια!» Η Μιράντα ξεγλίστρησε γύρω από το πλατύσκαλο, κρατώντας σφιχτά το κάγκελο για να μην πέσει. «Η Λετίσια ήταν μια ελεεινή μάγισσα», συνέχισε η Ολίβια. «Έκανε τον Τέρνερ τρομερά δυστυχισμένο». Ακριβώς. «Μιράντα! Μιράντα! Α, Τέρνερ. Καλημέρα». «Ολίβια», είπε εκείνος ευγενικά, με ένα μικρό νεύμα. «Η Μιράντα λέει ότι πενθεί τη Λετίσια. Δεν είναι αυτό ανυπόφορο;» «Ολίβια!» βόγκηξε η Μιράντα. Ο Τέρνερ μπορεί να σιχαινόταν τη νεκρή σύζυγό του –αρκετά ώστε να το πει ακόμη και στην κηδεία της– αλλά υπήρχαν ορισμένα πράγματα που ήταν πέρα από τα όρια της ευπρέπειας. Ο Τέρνερ απλώς κοίταξε τη Μιράντα, ενώ ένα από τα φρύδια του είχε ανασηκωθεί σε μια κοροϊδευτική έκφραση. «Ω, ανοησίες! Τη μισούσε, και όλοι το γνώριζαν». «Ειλικρινής όπως πάντα, αγαπητή αδελφή μου», μουρμούρισε ο Τέρνερ. «Κι εσύ πάντα έλεγες ότι δεν σου αρέσει η υποκρισία», του αντιγύρισε εκείνη. «Πολύ σωστά». Ο Τέρνερ κοίταξε τη Μιράντα. «Να πηγαίνουμε τώρα;» «Θα τη συνοδέψεις στο σπίτι;» ρώτησε η Ολίβια, παρότι η Μιράντα της είχε μόλις πει ότι αυτό θα γινόταν. «Πρέπει να μιλήσω με τον πατέρα της». «Δεν μπορεί να τη συνοδεύσει ο Ουίνστον;» «Ολίβια!» Η Μιράντα δεν ήταν σίγουρη τι ήταν πιο εξευτελιστικό – ότι η Ολίβια προσπαθούσε να της κάνει προξενιό με τον Ουίνστον ή ότι το έκανε μπροστά στον Τέρνερ.


«Ο Ουίνστον δεν χρειάζεται να μιλήσει με τον πατέρα της», απάντησε ο Τέρνερ ήρεμα. «Ε, δεν μπορεί να έρθει μαζί σας;» «Όχι με τη διθέσια άμαξά μου». Τα μάτια της Ολίβια γούρλωσαν από λαχτάρα. «Θα χρησιμοποιήσεις την άμαξά σου;» Η άμαξα του Τέρνερ είχε μόλις κατασκευαστεί. Ήταν ψηλή, γρήγορη και κομψή, και η Ολίβια θα έδινε ό,τι είχε και δεν είχε για να κρατήσει τα χαλινάρια και να την οδηγήσει. Ο Τέρνερ χαμογέλασε και για μια στιγμή σχεδόν έμοιαζε με τον παλιό εαυτό του – τον άνθρωπο που η Μιράντα γνώριζε και αγαπούσε όλα αυτά τα χρόνια. «Ίσως την αφήσω ακόμα και να την οδηγήσει», είπε. Σίγουρα ήθελε να βασανίσει την αδελφή του. Και το κόλπο έπιασε. Η Ολίβια έκανε έναν παράξενο πνιχτό ήχο, σαν να πνιγόταν από τη ζήλια της. «Ευχαριστώ, αδελφούλα!» είπε ο Τέρνερ με ένα πονηρό χαμόγελο. Πέρασε το μπράτσο του στης Μιράντα και την οδήγησε προς την πόρτα. «Θα σε δω αργότερα... ή ίσως θα με δεις εσύ. Καθώς θα περνάω με την άμαξα». Η Μιράντα προσπάθησε να καταπνίξει το γέλιο της, καθώς κατέβαιναν τα σκαλιά προς την άμαξα. «Είσαι τρομερός», του είπε. Αυτός ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. «Της αξίζει». «Όχι», είπε η Μιράντα, καθώς αισθάνθηκε ότι έπρεπε να υποστηρίξει τη φίλη της ακόμα κι αν είχε απολαύσει απίστευτα τη σκηνή. «Όχι;» «Εντάξει, ναι, αλλά και πάλι είσαι τρομερός». «Και βέβαια», συμφώνησε εκείνος, και καθώς βοηθούσε τη Μιράντα να ανεβεί στην άμαξα, εκείνη αναρωτήθηκε πώς είχε προκύψει όλο αυτό και είχε καταλήξει να κάθεται δίπλα του, να χαμογελά πραγματικά και να σκέφτεται ότι ίσως δεν τον μισούσε και ότι ίσως θα μπορούσε να τον συγχωρήσει. Προχώρησαν σιωπηλοί τα πρώτα λεπτά. Η άμαξα ήταν πολύ κομψή και η Μιράντα δεν μπορούσε παρά να αισθάνεται ιδιαίτερα φινετσάτη, καθισμένη ψηλά στην άμαξα που έτρεχε στον δρόμο. «Είχες μια σπουδαία κατάκτηση σήμερα το απόγευμα», είπε τελικά ο Τέρνερ. Η Μιράντα σφίχτηκε. «Ο Ουίνστον φαίνεται να ενδιαφέρεται πολύ για εσένα». Και πάλι δεν είπε τίποτα. Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορεί να πει, τίποτα που θα άφηνε την αξιοπρέπειά της άθικτη. Θα μπορούσε να το αρνηθεί και να ακουστεί σαν κοκέτα ή θα μπορούσε να συμφωνήσει και να ακουστεί αλαζονική. Ή σαν να προσπαθούσε να κοροϊδέψει τον Ουίνστον. Ή, αλίμονο, σαν να ήθελε να κάνει τον Τέρνερ να ζηλέψει. «Υποθέτω ότι θα πρέπει να σας δώσω την ευλογία μου». Η Μιράντα στράφηκε σοκαρισμένη για να τον αντικρίσει, αλλά ο Τέρνερ κράτησε τα μάτια του καρφωμένα στον δρόμο προσθέτοντας: «Θα ήταν σίγουρα ένας καλός γάμος για εσένα και εκείνος ασφαλώς δεν θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα. Μπορεί να μην έχεις τα χρήματα που θα επιθυμούσε τόσο έντονα ένας νεότερος γιος, αλλά αυτό αντισταθμίζεται από τη σωφροσύνη σου. Και φυσικά από την ευαισθησία σου». «Ω. Εγώ... εγώ…» Η Μιράντα ανοιγόκλεισε τα μάτια της αμήχανα. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα τι να πει. Ήταν μια φιλοφρόνηση, χωρίς κανένα υπαινιγμό, αλλά ακόμα και έτσι είχε ειπωθεί χωρίς συναίσθημα. Δεν ήθελε να τον ακούσει να απαριθμεί τα χαρίσματά της, αν ο μόνος λόγος ήταν για να την παντρέψει με τον αδελφό του. Και δεν ήθελε να είναι συνετή. Για


μια φορά ήθελε να είναι όμορφη ή εξωτική ή μαγευτική. Θεέ μου! Συνετή. Ήταν πραγματικά ένας ιδιαίτερα μίζερος χαρακτηρισμός. Η Μιράντα συνειδητοποίησε πως την περίμενε να ολοκληρώσει την απάντησή της, έτσι είπε: «Σ’ ευχαριστώ». «Δεν θέλω ο αδελφός μου να κάνει τα ίδια λάθη που έκανα εγώ». Εκείνη γύρισε να τον κοιτάξει. Το πρόσωπό του ήταν ισχνό, τα μάτια του καρφωμένα αποφασιστικά στον δρόμο, σάμπως αν έριχνε έστω και μια ματιά προς την κατεύθυνσή της ο κόσμος θα κατέρρεε γύρω τους. «Λάθη;» τον ρώτησε απαλά. «Λάθος», είπε, και η φωνή του ράγισε. «Ενικός». «Η Λετίσια». Ορίστε, το είχε ξεστομίσει. Η άμαξα επιβράδυνε και στη συνέχεια σταμάτησε. Και τελικά εκείνος γύρισε και την κοίταξε. «Πράγματι». «Τι σου έκανε;» τον ρώτησε απαλά. Ήταν πολύ προσωπική και εξαιρετικά ακατάλληλη ερώτηση, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει τον εαυτό της, όχι όταν τα μάτια του ήταν καρφωμένα τόσο έντονα στα δικά της. Αυτό όμως που είχε ρωτήσει ήταν λάθος. Σίγουρα, επειδή το σαγόνι του σφίχτηκε και εκείνος γύρισε από την άλλη μεριά λέγοντας: «Τίποτα που να είναι κατάλληλο για τα αφτιά μιας κυρίας». «Τέρνερ–» Εκείνος γύρισε προς το μέρος της με τα μάτια του να πετούν σπίθες. «Ξέρεις πώς πέθανε;» Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι της λέγοντας: «Ο λαιμός της. Έπεσε». «Από ένα άλογο», είπε. «Έπεσε από ένα άλογο–» «Ναι, το ξέρω». «Καθώς πήγαινε να συναντήσει τον εραστή της». Αυτό δεν το γνώριζε. «Κι ήταν επίσης έγκυος». Θεέ μου! «Ω, Τέρνερ, πόσο λυπ–» Τη διέκοψε. «Μην το πεις. Εγώ δεν λυπάμαι». Το χέρι της κάλυψε το ανοιχτό στόμα της. «Δεν ήταν δικό μου το παιδί». Εκείνη ξεροκατάπιε. Τι θα μπορούσε να πει; Δεν υπήρχε τίποτα να πει. «Ούτε το πρώτο ήταν δικό μου», πρόσθεσε. Τα ρουθούνια του ανοιγόκλειναν, τα μάτια του είχαν στενέψει και τα χείλη του ήταν σφιγμένα – σχεδόν σαν να την προκαλούσε σιωπηρά να τον ρωτήσει. «Τέρ–» Προσπάθησε να πει το όνομά του επειδή σκέφτηκε ότι έπρεπε να μιλήσει, αλλά η αλήθεια ήταν ότι ένιωσε απέραντη ανακούφιση όταν εκείνος τη διέκοψε. «Ήταν έγκυος όταν παντρευτήκαμε. Γι’ αυτόν τον λόγο παντρευτήκαμε, αν θες να ξέρεις», της πέταξε γελώντας ειρωνικά. «Αν θες να ξέρεις», είπε ξανά. «Πετυχημένο αυτό, αν σκεφτείς ότι εγώ δεν ήξερα». Η Μιράντα ένιωσε να τη συνθλίβει ο πόνος στη φωνή του, αλλά πιο πολύ η αυτολύπησή του. Είχε αναρωτηθεί πολλές φορές πώς εκείνος είχε φτάσει σε αυτή την κατάσταση, και τώρα ήξερε... και ήξερε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να τον μισήσει. «Λυπάμαι», του είπε, επειδή πραγματικά λυπόταν και επειδή οτιδήποτε άλλο κι αν έλεγε θα ήταν υπερβολικό. «Δεν φταις εσύ για–» ξεκίνησε να λέει και τελικά σταμάτησε και έβηξε για να καθαρίσει τον


λαιμό του. Κι έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα είπε: «Σ’ ευχαριστώ». Πήρε ξανά τα ηνία, αλλά πριν ξεκινήσει την άμαξα εκείνη τον ρώτησε: «Τι θα κάνεις τώρα;». Εκείνος χαμογέλασε – όχι ακριβώς, αλλά η γωνία του στόματός του κινήθηκε λίγο προς τα πάνω. «Τι θα κάνω;» επανέλαβε. «Θα πας στο Νορθάμπερλαντ; Στο Λονδίνο;» Θα παντρευτείς ξανά; «Τι θα κάνω…» αποκρίθηκε εκείνος σκεφτικός. «Ό,τι θέλω, φαντάζομαι». Η Μιράντα ξερόβηξε. «Ξέρω ότι η μητέρα σου ελπίζει πως θα βρίσκεσαι στο Λονδίνο κατά τη διάρκεια του ντεμπούτου της Ολίβια». «Η Ολίβια δεν χρειάζεται τη βοήθειά μου». «Όχι», ξεροκατάπιε εκείνη με δυσκολία. Σαν να προσπαθούσε να καταπιεί την ίδια την περηφάνια της. «Εγώ, όμως, σε χρειάζομαι». Εκείνος γύρισε και την κοίταξε εξεταστικά με ανασηκωμένα φρύδια. «Εσύ; Σκέφτηκα ότι έχεις τυλίξει για τα καλά τον μικρό αδελφό μου». «Όχι», απάντησε γρήγορα. «Θέλω να πω, δεν ξέρω. Είναι μάλλον νέος, δεν νομίζεις;» «Είναι μεγαλύτερος από εσένα». «Μόνο κατά τρεις μήνες», του πέταξε. «Και είναι ακόμα στο πανεπιστήμιο. Δεν πρόκειται να θέλει να παντρευτεί τόσο σύντομα». Το κεφάλι του τινάχτηκε και το βλέμμα του έγινε πιο διεισδυτικό. «Και εσύ θέλεις;» μουρμούρισε. Η Μιράντα καταπολέμησε την επιθυμία της να πηδήξει από την άμαξα. Σίγουρα υπήρχαν κάποιες συνομιλίες που μια γυναίκα δεν ήταν υποχρεωμένη να υπομείνει. Και σίγουρα αυτή εδώ η συνομιλία ήταν μία από αυτές. «Θα ήθελα να παντρευτώ κάποια μέρα, ναι», είπε διστακτικά, μισώντας το γεγονός ότι τα μάγουλά της είχαν αρχίσει να κοκκινίζουν. Τον κοίταξε. Και την κοίταξε κι αυτός. Και την κοίταξε λίγο περισσότερο. Ή ίσως δεν ήταν παρά μια ματιά. Η Μιράντα δεν μπορούσε να το πει με σιγουριά, όμως αισθάνθηκε ιδιαίτερη ανακούφιση όταν τελικά εκείνος έσπασε τη σιωπή –όσο και αν είχε διαρκέσει– και είπε: «Πολύ καλά. Θα το έχω υπόψη μου. Σου χρωστάω τουλάχιστον αυτό». Θεέ μου, το μυαλό της στροβιλιζόταν. «Τι μου χρωστάς;» «Μια συγγνώμη, αρχικά. Αυτό που συνέβη χθες το βράδυ... Ήταν ασυγχώρητο. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο επέμεινα να σε συνοδεύσω στο σπίτι σου». Ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του και για μερικές στιγμές κοίταξε μακριά. «Σου οφείλω μια συγγνώμη και σκέφτηκα ότι θα ήταν προτιμότερο να το κάνω κατ’ ιδίαν». Εκείνη κοίταξε ευθεία μπροστά. «Μια δημόσια συγγνώμη θα απαιτούσε να πούμε στην οικογένειά μου για ποιο λόγο ακριβώς ζητώ συγγνώμη. Δεν φαντάζομαι ότι θα ήθελες να το μάθουν». «Θες να πεις ότι εσύ δεν θα ήθελες να το μάθουν». Εκείνος αναστέναξε και πέρασε το χέρι του μέσα απ’ τα μαλλιά του. «Όχι, δεν θα το ήθελα. Δεν μπορώ να πω ότι είμαι υπερήφανος για τη συμπεριφορά μου και θα προτιμούσα να μην το γνωρίζει η οικογένειά μου. Αλλά σκεφτόμουν και εσένα». «Δέχομαι τη συγγνώμη σου», είπε απαλά. Ο Τέρνερ άφησε έναν μακρύ, κουρασμένο αναστεναγμό. «Δεν ξέρω γιατί το έκανα», συνέχισε. «Δεν ήταν καν από επιθυμία. Δεν ξέρω τι ήταν. Αλλά δεν ήταν δικό σου το λάθος».


Τον κοίταξε. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει τι σκεφτόταν. «Άει στο καλό!» Εκείνος ξεφύσησε εκνευρισμένα και κοίταξε μακριά. Συγχαρητήρια, Τέρνερ. Πρώτα φιλάς μια κοπέλα και στη συνέχεια της λες ότι δεν το έκανες από επιθυμία. «Λυπάμαι, Μιράντα. Αυτό ακούστηκε με λάθος τρόπο. Είμαι ένας ηλίθιος. Δεν μπορώ να ελέγξω τον εαυτό μου αυτές τις μέρες». «Ίσως θα έπρεπε να γράψεις ένα βιβλίο», είπε εκείνη δηκτικά. «Εκατόν ένας τρόποι για να προσβάλετε μια νεαρή κυρία. Θα τολμούσα να πω ότι έχεις φτάσει τουλάχιστον τους πενήντα μέχρι τώρα». Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα. Δεν ήταν συνηθισμένος να ζητά συγγνώμη. «Δεν φταίει ότι δεν είσαι ελκυστική». Η Μιράντα τον κοίταξε με δυσπιστία. Όχι για τα λόγια του, συνειδητοποίησε ο Τέρνερ, αλλά για το απλό γεγονός ότι εκείνη ήταν αναγκασμένη να κάθεται εκεί και να τον ακούει να εξευτελίζει και τους δυο τους. Θα έπρεπε να σταματήσει, το ήξερε, αλλά ο πόνος που ζωγραφιζόταν στα μάτια της είχε ξυπνήσει μια οδυνηρή μικρή γωνιά της καρδιάς του που είχε παραμείνει κλειδωμένη για χρόνια, και ένιωθε αυτή την περίεργη ανάγκη να διορθώσει τα πράγματα. Η Μιράντα ήταν δεκαεννέα. Η εμπειρία της με τους άντρες περιοριζόταν στον Ουίνστον και σε εκείνον. Και οι δύο τους ήταν γι’ αυτήν αδελφικές φιγούρες. Το καημένο το κορίτσι θα έπρεπε να ήταν εντελώς μπερδεμένο. Ο Ουίνστον είχε αποφασίσει ξαφνικά ότι εκείνη ήταν η Αφροδίτη, η βασίλισσα Ελισάβετ και η Παναγία ενωμένες όλες μαζί σε μια προσωπικότητα, και ο Τέρνερ της είχε ουσιαστικά ριχτεί. Δεν ήταν ακριβώς μια συνηθισμένη μέρα στη ζωή μιας νέας κοπέλας που ζούσε στην εξοχή. Και όμως εκείνη βρισκόταν εδώ. Η πλάτη της ευθυτενής. Το πιγούνι ψηλά. Και δεν τον μισούσε. Θα έπρεπε, αλλά δεν το έκανε. «Όχι», είπε εκείνος πιάνοντας το χέρι της. «Πρέπει να με ακούσεις. Είσαι ελκυστική. Αρκετά». Άφησε τα μάτια του να κυλήσουν στο πρόσωπό της κοιτώντας την προσεκτικά για πρώτη φορά εδώ και χρόνια. Δεν ήταν όμορφη με την κλασική έννοια, αλλά υπήρχε κάτι σ’ αυτά τα μεγάλα καστανά μάτια που ήταν μάλλον συναρπαστικό. Το ανοιχτόχρωμο δέρμα της, άψογο και απαλό, ερχόταν σε φωτεινή αντίθεση με τα σκούρα μαλλιά της, τα οποία, παρατήρησε ξαφνικά ο Τέρνερ, ήταν πυκνά, με μια ανεπαίσθητη τάση να σχηματίζουν μπούκλες. Φαίνονταν επίσης απαλά. Το προηγούμενο βράδυ τα είχε αγγίξει. Γιατί δεν θυμόταν πώς ήταν; Σίγουρα θα είχε παρατηρήσει την αίσθηση που άφηναν. «Τέρνερ», είπε η Μιράντα. Την κοίταζε. Γιατί την κοίταζε; Το βλέμμα του κατέβηκε στα χείλη της όταν εκείνη πρόφερε το όνομά του. Είχε ένα τόσο γλυκό, αισθησιακό στόμα. Γεμάτα χείλη, φτιαγμένα για φιλιά. «Τέρνερ;» «Αρκετά», είπε απαλά, σαν να είχε μόλις συνειδητοποιήσει κάτι απίστευτο. «Τι αρκετά;» «Αρκετά ελκυστική». Τίναξε ελαφρώς το κεφάλι του, προσπαθώντας να διώξει τη γοητεία που ασκούσε εκείνη πάνω του. «Είσαι αρκετά ελκυστική». Εκείνη αναστέναξε. «Τέρνερ, σε παρακαλώ, μη λες ψέματα για να με κάνεις να νιώσω καλύτερα. Αυτό δείχνει ότι υποτιμάς τη νοημοσύνη μου και είναι περισσότερο προσβλητικό από οτιδήποτε μπορείς να πεις για την εμφάνισή μου». Εκείνος τραβήχτηκε λίγο προς τα πίσω και της χαμογέλασε. «Δεν λέω ψέματα», της είπε και


πραγματικά ακουγόταν έκπληκτος. Η Μιράντα δάγκωσε νευρικά το κάτω χείλος της. «Α…» Και εκείνη ακούστηκε εξίσου έκπληκτη. «Τότε, λοιπόν, σ’ ευχαριστώ. Νομίζω». «Συνήθως δεν είμαι τόσο αδέξιος με τις φιλοφρονήσεις ώστε μην τις αναγνωρίζουν οι άλλοι». «Είμαι βέβαιη πως δεν είσαι», είπε εκείνη παγερά. «Τώρα γιατί ξαφνικά αισθάνομαι ότι με κατηγορείς για κάτι;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Ήταν πράγματι ο τόνος της φωνής της τόσο παγερός; «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς», είπε γρήγορα. Για μια στιγμή έμοιαζε να την αμφισβητεί, αλλά μετά φάνηκε ότι άλλαξε γνώμη, γιατί έπιασε ξανά τα χαλινάρια και της χαμογέλασε λέγοντας: «Να πηγαίνουμε;». Συνέχισαν το ταξίδι τους για αρκετά λεπτά, ενώ η Μιράντα έριχνε κρυφές ματιές στον Τέρνερ όποτε μπορούσε. Δεν μπορούσε να διαβάσει την έκφρασή του: φαινόταν ατάραχος και αυτό ήταν ενοχλητικό, όταν οι δικές της σκέψεις ήταν τόσο ταραγμένες. Είχε πει ότι δεν την επιθυμούσε, αλλά τότε γιατί την είχε φιλήσει; Ποιος ο λόγος; Και τότε χωρίς καν να το σκεφτεί του πέταξε: «Γιατί με φίλησες;». Για μια στιγμή ο Τέρνερ έμοιαζε σαν να πνιγόταν, παρόλο που η Μιράντα δεν κατάλαβε γιατί. Τα άλογα επιβράδυναν για λίγο, σαν να είχαν αισθανθεί την έλλειψη προσοχής από τον οδηγό τους, και ο Τέρνερ την κοίταξε εμφανώς σοκαρισμένος. Η Μιράντα ένιωσε την αναστάτωσή του και έκρινε ότι εκείνος μάλλον δεν μπορούσε να βρει κανέναν ευγενικό τρόπο για να απαντήσει στην ερώτησή της. «Ξέχνα ότι ρώτησα», είπε γρήγορα. «Δεν έχει σημασία». Αλλά δεν λυπόταν που τον είχε ρωτήσει. Τι είχε να χάσει; Εκείνος δεν επρόκειτο να τη χλευάσει ούτε επρόκειτο να διαδώσει ιστορίες. Κι εκείνη είχε να αντιμετωπίσει μονάχα την αμηχανία αυτής της στιγμής, που δεν μπορούσε ποτέ να συγκριθεί με την αμηχανία της προηγούμενης νύχτας. «Ήμουν μόνος», είπε εκείνος ξαφνικά. «Μόνος. Κι εσύ είχες την ατυχία να στέκεσαι πλάι μου». Η Μιράντα είδε ερημιά στα μάτια του και έβαλε το χέρι της στο μανίκι του. «Δεν πειράζει που είσαι θυμωμένος μαζί της». Εκείνος δεν προσποιήθηκε ότι δεν γνώριζε για τι μιλούσε. «Είναι νεκρή, Μιράντα». «Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν ήταν ένα εξαιρετικά απαίσιο άτομο όταν ήταν ζωντανή». Την κοίταξε περίεργα και έπειτα ξέσπασε σε γέλια. «Αχ, Μιράντα, μερικές φορές λες τα πιο απαίσια πράγματα». Εκείνη χαμογέλασε. «Ε λοιπόν, τώρα αυτό θα το εκλάβω ως κομπλιμέντο». «Θύμισέ μου να μη σε προτείνω ποτέ για τη θέση της δασκάλας του κατηχητικού». «Φοβάμαι πως ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με τις χριστιανικές αρετές». «Μπα, αλήθεια;» Ο Τέρνερ φαινόταν να διασκεδάζει. «Εξακολουθώ να κρατάω κακία στη Φιόνα Μπένετ». «Και ποια είναι αυτή;» «Εκείνο το απαίσιο κορίτσι που με αποκάλεσε άσχημη στο πάρτι των ενδέκατων γενεθλίων της Ολίβια και του Ουίλιαμ». «Θεέ μου, πόσα χρόνια πριν ήταν αυτό; Θύμισέ μου με να μη σε εκνευρίσω ποτέ». Εκείνη χαμογέλασε και ανασήκωσε το ένα φρύδι. «Καλά θα κάνεις να μην το επιχειρήσεις». «Αγαπητό μου κορίτσι, σίγουρα δεν έχεις καθόλου φιλάνθρωπη φύση». Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους, εντυπωσιασμένη από το πόσο εύκολα την είχε κάνει να νιώσει


τόσο ξέγνοιαστη και χαρούμενη σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. «Μην το πεις στη μητέρα σου. Με θεωρεί αγία». «Σε σύγκριση με την Ολίβια, είμαι βέβαιος ότι είσαι». Η Μιράντα του κούνησε αυστηρά το δάχτυλό της. «Μην πεις τίποτα κακό για την Ολίβια, σε παρακαλώ. Είμαι πολύ καλή φίλη της». «Και πιστή σαν κυνηγόσκυλο, θα έλεγα, αν μου επιτρέπεις μια τέτοια παρομοίωση». «Λατρεύω τα κυνηγόσκυλα». Και τότε ήταν που έφτασαν στο σπίτι της Μιράντα. «Λατρεύω τα κυνηγόσκυλα». Αυτό ήταν το τελευταίο σχόλιό της. Εκπληκτικά! Για το υπόλοιπο της ζωής του, θα τη συνέδεε με τα σκυλιά. Ο Τέρνερ τη βοήθησε να κατεβεί από την άμαξα και στη συνέχεια κοίταξε πάνω στον ουρανό, που είχε αρχίσει να βαραίνει με σύννεφα. «Ελπίζω να μη σε πειράζει να μην έρθω μαζί σου μέχρι το σπίτι», μουρμούρισε. «Φυσικά και όχι», είπε η Μιράντα. Ήταν πρακτικό κορίτσι στο κάτω κάτω. Ήταν ανόητο να βραχεί ο Τέρνερ εφόσον εκείνη μπορούσε κάλλιστα να πάει μόνη της μέχρι το σπίτι της. «Καλή τύχη», της είπε ανεβαίνοντας πάλι στην άμαξά του. «Για ποιο πράγμα;» «Για το Λονδίνο, για τη ζωή σου», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Για ό,τι επιθυμείς». Εκείνη χαμογέλασε δυστυχισμένα. Μακάρι να ’ξερε… 19 Μαΐου 1819 Φτάσαμε στο Λονδίνο σήμερα. Ορκίζομαι ότι δεν έχω δει ποτέ κάτι τέτοιο. Είναι μεγάλο και θορυβώδες, γεμάτο κόσμο και πραγματικά μάλλον δύσοσμο. Η λαίδη Ράντλαντ λέει ότι έχουμε καθυστερήσει. Πολλοί άνθρωποι βρίσκονται ήδη στην πόλη και η σεζόν ξεκίνησε πριν από έναν μήνα τουλάχιστον. Αλλά πραγματικά δεν γινόταν διαφορετικά. Η Λίβι θα φαινόταν υπερβολικά κακοαναθρεμμένη αν κυκλοφορούσε εδώ κι εκεί ενώ κανονικά θα έπρεπε να πενθεί τη Λετίσια. Όπως και να είναι, ήρθαμε λίγο πιο νωρίς απ’ όσο έπρεπε, αν και το κάναμε μόνο και μόνο για να πηγαίνουμε στις πρόβες για τα φορέματά μας και για άλλες ετοιμασίες. Μάλλον δεν θα παραστούμε σε κάποια γεγονότα μέχρι να περάσει η περίοδος του πένθους. Δόξα τω Θεώ, το πένθος διαρκεί μόνο έξι εβδομάδες για την Ολίβια και τη λαίδη Ράντλαντ. Αλλά για τον καημένο τον Τέρνερ θα κρατήσει έναν χρόνο. Φοβάμαι ότι τον έχω συγχωρήσει αρκετά. Ξέρω ότι δεν θα έπρεπε, αλλά δεν μπορώ να του κρατήσω κακία. Σίγουρα θα κατέχω το ρεκόρ για το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ενός έρωτα δίχως ανταπόκριση. Είμαι αξιοθρήνητη. Είμαι ένα κυνηγόσκυλο. Είμαι ένα αξιοθρήνητο κυνηγόσκυλο. Και σπαταλάω χαρτί, πάρα πολύ χαρτί!


Κεφάλαιο 4 Ο Τέρνερ είχε προγραμματίσει να περάσει την άνοιξη και το καλοκαίρι στο Νορθάμπερλαντ, όπου θα μπορούσε να αποσυρθεί για να πενθήσει τη σύζυγό του μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα, αλλά η μητέρα του είχε επιστρατεύσει διάφορα κόλπα –από τα οποία το πιο σημαντικό ήταν φυσικά οι ενοχές– για να τον αναγκάσει να υποκύψει και να κατέβει στο Λονδίνο για να υποστηρίξει την Ολίβια. Φυσικά εκείνος δεν είχε ενδώσει όταν του επισήμανε ότι ήταν σημαντικό μέλος της κοινωνίας και έτσι η παρουσία του στο ντεμπούτο της Ολίβια θα εξασφάλιζε τη συμμετοχή όλων των καλύτερων νεαρών κυρίων. Ούτε είχε ενδώσει όταν του επισήμανε ότι δεν θα έπρεπε να κρυφτεί στην εξοχή και ότι θα του έκανε καλό να είναι έξω ανάμεσα σε φίλους. Είχε, όμως, ενδώσει όταν εμφανίστηκε στην πόρτα του και του είπε, χωρίς καν να τον χαιρετήσει: «Στο κάτω κάτω είναι αδελφή σου». Και έτσι είχε βρεθεί εδώ, στο Ράντλαντ Χάουζ στο Λονδίνο, να περιβάλλεται από καμιά πεντακοσαριά ανθρώπους – αν όχι τους καλύτερους της χώρας, τουλάχιστον τους πιο πομπώδεις. Όμως η Ολίβια θα έπρεπε να βρει έναν σύζυγο μέσα από όλο αυτό το πλήθος, το ίδιο και η Μιράντα, και ο Τέρνερ ήταν αποφασισμένος ότι δεν θα επέτρεπε σε καμιά από τις δυο τους να προχωρήσει σε έναν γάμο τόσο καταστροφικό όσο ήταν ο δικός του. Το Λονδίνο ήταν γεμάτο με άντρες που είχαν χαρακτήρα παρόμοιο με της Λετίσια, των οποίων τα ονόματα ξεκινούσαν με τα λόρδος ή σερ Τάδε. Και εκείνος είχε σοβαρές αμφιβολίες για το αν η μητέρα του ήταν ενήμερη για τα πιο πρόστυχα κουτσομπολιά που κυκλοφορούσαν στους κύκλους τους. Ωστόσο δεν θα χρειαζόταν να κάνει πάρα πολλές εμφανίσεις. Είχε εμφανιστεί εδώ, στον χορό για το ντεμπούτο τους, και θα τις συνόδευε κάποιες φορές σε διάφορες εξόδους, για παράδειγμα στο θέατρο, αν υπήρχε κάτι το οποίο θα τον ενδιέφερε να παρακολουθήσει, και πέρα απ’ αυτό θα παρακολουθούσε την πρόοδό τους από μακριά. Μέχρι το τέλος του καλοκαιριού θα είχε τελειώσει με όλες αυτές τις ανοησίες και θα μπορούσε να επιστρέψει στο– Ε λοιπόν, θα μπορούσε να επιστρέψει σε ό,τι είχε σκεφτεί να σχεδιάσει να κάνει. Να μελετήσει μεθόδους καλλιέργειας ίσως. Να εξασκηθεί στην τοξοβολία. Να επισκεφθεί μια παμπ. Του άρεσε ιδιαίτερα η μπίρα τους. Και κανείς δεν θα έθετε ποτέ ερωτήσεις σχετικά με τον πρόσφατο θάνατο της λαίδης Τέρνερ. «Καλέ μου, είσαι εδώ!» Η μητέρα του πρόβαλε ξαφνικά μπροστά του. Ήταν υπέροχη μέσα στο πορφυρό φόρεμά της. «Σου είπα ότι θα έφτανα εγκαίρως», της απάντησε, τελειώνοντας το ποτήρι με τη σαμπάνια που κρατούσε στο χέρι του. «Δεν σε ειδοποίησαν για την άφιξή μου;» «Όχι», του απάντησε κάπως αφηρημένα. «Έτρεχα για να προλάβω τις λεπτομέρειες της τελευταίας στιγμής. Είμαι βέβαιη ότι οι υπηρέτες δεν ήθελαν να με ενοχλήσουν». «Ή δεν μπορούσαν να σε βρουν», παρατήρησε ο Τέρνερ, ρίχνοντας μια βαριεστημένη ματιά στο πλήθος. Ήταν σαν τρελοκομείο – μια τεράστια επιτυχία οπωσδήποτε. Δεν είδε κανέναν από τους επίτιμους προσκεκλημένους, αλλά από την άλλη ένιωθε αρκετά ικανοποιημένος που είχε παραμείνει αμέτοχος, σχεδόν στη σκιά, τα τελευταία είκοσι περίπου λεπτά που ήταν στον χορό.


«Έχω εξασφαλίσει και για τα δύο κορίτσια την άδεια να χορέψουν βαλς, είπε η λαίδη Ράντλαντ, «γι’ αυτό σε παρακαλώ να κάνεις το καθήκον σου και με τις δύο». «Άμεση εντολή», μουρμούρισε εκείνος. «Ιδιαίτερα με τη Μιράντα», πρόσθεσε η μητέρα του, η οποία προφανώς δεν είχε ακούσει το σχόλιό του. «Τι εννοείς “ιδιαίτερα με τη Μιράντα”;» Η μητέρα του στράφηκε προς αυτόν με σοβαρό ύφος. «Η Μιράντα είναι ένα αξιοθαύμαστο κορίτσι και την αγαπώ πολύ, αλλά και οι δύο ξέρουμε ότι δεν είναι το είδος της κοπέλας που ευνοεί η κοινωνία». Ο Τέρνερ την κοίταξε έντονα και είπε: «Και οι δύο γνωρίζουμε ότι η κοινωνία σπάνια κρίνει σωστά έναν χαρακτήρα. Η Λετίσια, αν θυμάσαι, είχε μεγάλη επιτυχία». «Και αυτό συμβαίνει και με την Ολίβια, αν αυτό το βράδυ αποτελεί κάποια ένδειξη», του πέταξε η μητέρα του. «Η κοινωνία είναι ιδιότροπη και ανταμείβει το κακό τόσο συχνά όσο και το καλό. Αλλά ποτέ δεν ανταμείβει την ηρεμία και την ησυχία». Εκείνη τη στιγμή ο Τέρνερ είδε τη Μιράντα να στέκεται κοντά στην Ολίβια πλάι στην πόρτα της αίθουσας. Κοντά στην Ολίβια, αλλά τις χώριζαν κόσμοι ολάκεροι. Δεν ήταν ότι οι νεαροί κύριοι αγνοούσαν τη Μιράντα, γιατί δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Εκείνη τη στιγμή χαμογελούσε σε έναν νεαρό κύριο που φαινόταν ότι της ζητούσε να χορέψουν. Αλλά δεν έφτανε σε τίποτε την επιτυχία που είχε η Ολίβια, η οποία, έπρεπε να παραδεχτεί ο Τέρνερ, έλαμπε σαν ένα ακτινοβόλο πετράδι τοποθετημένο στο κατάλληλο κόσμημα. Τα μάτια της Ολίβια άστραφταν και όταν γελούσε ο ήχος του γέλιου της αντηχούσε σαν μουσική στον αέρα. Υπήρχε κάτι συναρπαστικό στην αδελφή του. Ακόμα και ο Τέρνερ όφειλε να το παραδεχτεί. Αλλά η Μιράντα ήταν διαφορετική. Εκείνη απλώς παρακολουθούσε. Χαμογελούσε, αλλά ήταν σχεδόν σαν να κρατούσε κάτι μυστικό, σαν να κρατούσε σημειώσεις στο μυαλό της για τους ανθρώπους που γνώριζε. «Πήγαινε να χορέψεις μαζί της», τον προέτρεψε η μητέρα του. «Με τη Μιράντα;» ρώτησε εκείνος έκπληκτος. Πίστευε ότι θα τον διέταζε να χορέψει τον πρώτο του χορό με την Ολίβια. Η λαίδη Ράντλαντ κούνησε το κεφάλι καταφατικά. «Θα είναι τεράστια επιτυχία γι’ αυτήν. Και εσύ δεν έχεις χορέψει από τότε που… ε, δεν μπορώ να θυμηθώ. Πολύ πριν πεθάνει η Λετίσια». Ο Τέρνερ αισθάνθηκε το σαγόνι του να σφίγγεται και σίγουρα θα έλεγε κάτι, αλλά εκείνη τη στιγμή η μητέρα του άφησε μια πνιχτή κραυγή, κάτι που του φάνηκε περίεργο, αλλά όχι τόσο περίεργο όσο τα λόγια που βγήκαν έπειτα από τα χείλη της και τα οποία, ήταν αρκετά βέβαιος γι’ αυτό, ήταν η πρώτη βλασφημία που είχε ξεστομίσει ποτέ. «Μητέρα;» ρώτησε. «Πού είναι το περιβραχιόνιό σου;» του ψιθύρισε βιαστικά. «Το περιβραχιόνιό μου;» είπε με κάποια ειρωνεία. «Για τη Λετίσια», πρόσθεσε, σάμπως εκείνος να μην το γνώριζε. «Νομίζω πως σου είπα ότι επέλεξα να μην τη θρηνήσω». «Ναι, αλλά εδώ είναι Λονδίνο», του σφύριξε. «Και το ντεμπούτο της αδελφής σου». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Το σακάκι μου είναι μαύρο». «Τα σακάκια σου είναι πάντα μαύρα». «Ίσως να βρίσκομαι σε μόνιμο πένθος», είπε ήπια, «για την αθωότητά μου που χάθηκε». «Θα προκαλέσεις σκάνδαλο», συνέχισε η μητέρα του χαμηλόφωνα.


«Όχι», είπε κατηγορηματικά, «η Λετίσια ήταν αυτή που προκαλούσε σκάνδαλα. Απλώς αρνούμαι να θρηνήσω τη σκανδαλώδη σύζυγό μου». «Θέλεις να καταστρέψεις την αδελφή σου;» «Οι ενέργειές μου δεν θα την επηρεάσουν ούτε το μισό απ’ ό,τι θα έκαναν οι πράξεις της αγαπητής χαμένης συζύγου μου». «Αυτό είναι άσχετο, Τέρνερ. Το θέμα είναι ότι η γυναίκα σου πέθανε και–» «Ναι, είδα το πτώμα», απάντησε σκληρά και τα λόγια του διέκοψαν αποτελεσματικά τα επιχειρήματά της. Η λαίδη Ράντλαντ αποτραβήχτηκε. «Δεν υπάρχει λόγος να γίνεσαι χυδαίος γι’ αυτό το θέμα». Το κεφάλι του Τέρνερ άρχισε να σφυροκοπά. «Ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό». «Εύχομαι να αναθεωρήσεις την άποψή σου». «Θα προτιμούσα να μη σου προκαλώ στενοχώρια», είπε αναστενάζοντας, «αλλά δεν θα αλλάξω γνώμη. Μπορεί να με έχετε εδώ στο Λονδίνο χωρίς περιβραχιόνιο ή να με έχετε στο Νορθάμπερλαντ... επίσης χωρίς περιβραχιόνιο», ολοκλήρωσε έπειτα από μια παύση. «Η απόφαση είναι δική σου». Το σαγόνι της μητέρας του σφίχτηκε και δεν είπε τίποτα, και εκείνος ανασήκωσε τους ώμους και είπε: «Λοιπόν, πάω να βρω τη Μιράντα τότε». Και το έκανε. Η Μιράντα βρισκόταν στην πόλη επί δύο εβδομάδες και, ενώ δεν ήταν βέβαιη ότι η παρουσία της θα μπορούσε να θεωρηθεί επιτυχής, δεν πίστευε και ότι είχε αποδειχθεί αποτυχημένη. Ήταν ακριβώς εκεί που περίμενε να είναι – κάπου στη μέση, με μια λίστα υποψήφιων καβαλιέρων που ήταν πάντα μισογεμάτη και με το ημερολόγιό της να ξεχειλίζει από παρατηρήσεις για γνωριμίες ανόητες, τρελές ή γεμάτες πόνο, όπως όταν ο λόρδος Τσίσελγουορθ είχε στραβοπατήσει στον χορό του Μότραμ και είχε στραμπουλήξει τον αστράγαλό του. Όσο δε για τις ανόητες και τρελές γνωριμίες, ήταν πραγματικά αναρίθμητες. Συνοπτικά, θα έλεγε ότι ήταν αρκετά επιτυχημένη για κάποια με τα δικά της ταλέντα και χαρακτηριστικά. Στο ημερολόγιό της έγραψε: Σκοπός μου ήταν να βελτιώσω τις κοινωνικές δεξιότητές μου, αλλά, όπως επισήμανε η Ολίβια, η ανάλαφρη κουβέντα δεν ήταν ποτέ το δυνατό στοιχείο μου. Αλλά έχω τελειοποιήσει το ευγενικό, ανούσιο χαμόγελό μου, και φαίνεται ότι αυτό φέρνει κάποια αποτελέσματα. Έχω ήδη τρεις προσκλήσεις για δείπνο! Φυσικά βοήθησε αρκετά και το γεγονός ότι ήταν η πιο στενή φίλη της Ολίβια. Η Ολίβια είχε συνταράξει την αριστοκρατία –όπως ακριβώς περίμεναν όλοι– και η Μιράντα σίγουρα είχε επωφεληθεί από αυτό. Υπήρχαν κύριοι που έφταναν στην Ολίβια πολύ αργά για να εξασφαλίσουν έναν χορό, και υπήρχαν και εκείνοι που απλώς φοβούνταν να μιλήσουν μαζί της. Και σε αυτές τις περιπτώσεις η Μιράντα έμοιαζε πάντα να είναι μια πιο σίγουρη επιλογή. Αλλά ακόμα και με όλη την προσοχή που λάμβανε η Μιράντα στεκόταν ακόμα μόνη της όταν άκουσε μια οδυνηρά γνωστή φωνή– «Μη το πεις ποτέ ότι σε βρήκα χωρίς παρέα, δεσποινίς Τσίβερ». Ο Τέρνερ. Δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει. Ήταν συγκλονιστικά όμορφος με το σκούρο βραδινό


κοστούμι του καθώς το φως των κεριών πασπάλιζε με χρυσό τα μαλλιά του. «Ήρθες», είπε απλώς. «Δεν πίστευες ότι θα ερχόμουν;» Η λαίδη Ράντλαντ είχε πει ότι σκόπευε να έρθει, αλλά η Μιράντα δεν ήταν τόσο σίγουρη. Εκείνος είχε καταστήσει σαφές ότι δεν ήθελε να παρευρίσκεται σε καμιά κοινωνική εκδήλωση εκείνη τη χρονιά. Ή ενδεχομένως οποιαδήποτε άλλη χρονιά. Ήταν δύσκολο να πει κάποιος ακόμα. «Φαντάζομαι ότι κατέφυγε σε εκβιασμό για να παραστείς», είπε, καθώς στέκονταν πλάι πλάι και κοίταζαν ανέμελα το πλήθος. Εκείνος τότε προσποιήθηκε ότι είχε προσβληθεί. «Εκβιασμός; Τι άσχημη λέξη! Και εντελώς λανθασμένη σε αυτή την περίπτωση». «Ω;» Ο Τέρνερ έσκυψε προς το μέρος της ελαφρά. «Ήταν ενοχή». «Ενοχή;» Στα χείλη της χαράχτηκε ένα χαμόγελο και γύρισε προς το μέρος του κοιτάζοντάς τον πειραχτικά. «Τι έκανες;» «Δεν είναι αυτό που έκανα αλλά εκείνο που δεν έκανα», της είπε ανασηκώνοντας τους ώμους. «Μου λένε ότι εσύ και η Ολίβια θα έχετε επιτυχία αν σας προσφέρω την υποστήριξή μου». «Είμαι σίγουρη ότι η Ολίβια θα είχε επιτυχία ακόμα και αν ήταν άφραγκη και είχε γεννηθεί σε μια οικογένεια χωρίς τίτλο ευγενείας». «Μα δεν έχω καμία ανησυχία ούτε και για εσένα», είπε ο Τέρνερ, χαμογελώντας της με έναν τρόπο που έμοιαζε μάλλον ενοχλητικά καλοπροαίρετος. Ύστερα συνοφρυώθηκε. «Και για πες μου, σε παρακαλώ, με τι θα μπορούσε να με εκβιάσει η μητέρα μου;» Η Μιράντα χαμογέλασε κρυφά. Της άρεσε όταν ήταν μπερδεμένος. Πάντα φαινόταν ότι μπορούσε να ελέγχει τον εαυτό του, ενώ εκείνης η καρδιά κατάφερνε πάντα να χτυπάει τρελά όποτε τον έβλεπε. Ευτυχώς τα χρόνια την είχαν κάνει να νιώθει άνετα μαζί του. Αν δεν τον γνώριζε τόσο καιρό, αμφέβαλλε αν θα μπορούσε να διαχειριστεί μια συζήτηση μαζί του. Εκτός αυτού, σίγουρα εκείνος θα υποπτευόταν κάτι αν η γλώσσα της φαινόταν να δένεται κόμπο κάθε φορά που συναντιούνταν. «Αχ, δεν ξέρω», προσποιήθηκε ότι σκεφτόταν. «Ίσως με κάποιες ιστορίες από τότε που ήσουν μικρός ή κάτι τέτοιο». «Πάψε. Ήμουν πάντα ένας τέλειος άγγελος». Εκείνη ανασήκωσε τα φρύδια της με αμφιβολία. «Πρέπει να με θεωρείς πολύ εύπιστη». «Όχι, απλώς είσαι πάρα πολύ ευγενική για να μπορέσεις να με αντικρούσεις». Η Μιράντα σήκωσε τα μάτια της ψηλά με αγανάκτηση και μετά στράφηκε προς το πλήθος. Η Ολίβια ως συνήθως είχε τραβήξει πάνω της την προσοχή όλης της αίθουσας, περιτριγυρισμένη από μια ομάδα νεαρών αντρών. «Η Λίβι φαίνεται να είναι γεννημένη γι’ αυτό, έτσι δεν είναι;» είπε. Ο Τέρνερ έγνεψε καταφατικά. «Και πού είναι οι δικοί σου θαυμαστές, δεσποινίς Τσίβερ; Το θεωρώ δύσκολο να πιστέψω ότι δεν έχεις κανέναν». Εκείνη κοκκίνισε με το κομπλιμέντο του. «Μα δεν έχω τόσο πολλούς. Έναν ή δύο, θα έλεγα. Έχω την τάση να χάνομαι όταν βρίσκεται κοντά η Ολίβια». Ο Τέρνερ της έριξε μια ματιά όλο αμφιβολία. «Επίτρεψέ μου να δω την κάρτα με τη λίστα των καβαλιέρων». Απρόθυμα η Μιράντα του την έδωσε. Εκείνος την εξέτασε γρήγορα και της την επέστρεψε.


«Είχα δίκιο λοιπόν», της είπε. «Είναι σχεδόν γεμάτη». «Οι περισσότεροι από αυτούς μου ζήτησαν να χορέψουμε μόνο και μόνο επειδή ήμουν δίπλα στην Ολίβια». «Μην είσαι ανόητη. Και δεν είναι κάτι για το οποίο πρέπει να αναστατώνεσαι». «Μα δεν αναστατώθηκα», του απάντησε, έκπληκτη που μια τέτοια σκέψη είχε περάσει από το μυαλό του. «Τι λες; Γιατί; Φαίνομαι αναστατωμένη;» Εκείνος τραβήχτηκε λίγο πίσω και την κοίταξε. «Όχι. Όχι, η αλήθεια είναι πως δεν φαίνεσαι αναστατωμένη. Παράξενο». «Παράξενο;» «Ποτέ δεν γνώρισα κάποια νεαρή που να μη θέλει να περιτριγυρίζεται από διάφορους κατάλληλους υποψήφιους σε έναν χορό». Η Μιράντα εκνευρίστηκε από τον συγκαταβατικό τόνο στη φωνή του και δεν κατάφερε να κρύψει τον εκνευρισμό της όταν του απάντησε: «Λοιπόν, τώρα γνώρισες μια τέτοια νεαρή!». Εκείνος απλώς γέλασε. «Και πώς, αγαπητό μου κορίτσι, θα βρεις σύζυγο με αυτή τη στάση; Α, μη με κοιτάς σαν να προσπαθώ να σου κάνω μάθημα…» Τα λόγια του την έκαναν να τρίξει τα δόντια της. «…εσύ η ίδια μου είπες ότι θέλεις να βρεις σύζυγο αυτή τη σεζόν». Είχε δίκιο, πανάθεμά τον. Και τα λόγια του δεν της άφησαν άλλη επιλογή από το να του πει: «Μη με αποκαλείς “αγαπητό σου κορίτσι”, σε παρακαλώ». «Μήπως διακρίνω κάποιο είδος νευρικότητας στα λόγια σας, δεσποινίς Τσίβερ;» τη ρώτησε με ένα χαμόγελο. «Πάντα είμαι νευρική», του πέταξε. «Ναι, είναι προφανές», της απάντησε συνεχίζοντας να χαμογελά, κάτι το οποίο ήταν ακόμα πιο ενοχλητικό. «Νόμιζα ότι θα ήσουν σκυθρωπός και μελαγχολικός», γκρίνιαξε η Μιράντα. «Φαίνεται ότι μου βγάζεις τον καλύτερο εαυτό μου», της πέταξε ανασηκώνοντας τον έναν ώμο. Η Μιράντα του έριξε μια αιχμηρή ματιά. Μα είχε ξεχάσει τη νύχτα της κηδείας της Λετίσια; «Τον καλύτερο;» ψέλλισε. «Αλήθεια;» Ο Τέρνερ είχε την ευγένεια να δείξει ντροπιασμένος. «Ή μερικές φορές τον χειρότερο. Αλλά απόψε, μόνο τον καλύτερο». Και βλέποντάς τη να ανασηκώνει τα φρύδια της, πρόσθεσε: «Είμαι εδώ για να εκπληρώσω το καθήκον μου απέναντί σου». Καθήκον. Μια τόσο σκληρή, βαρετή λέξη. «Παρακαλώ, δώσε μου πάλι την κάρτα του χορού, αν θέλεις». Του την έδωσε. Ήταν ένα φανταχτερά διακοσμημένο πραγματάκι με ένα μικρό μολύβι δεμένο με κορδέλα στη γωνία. Τα μάτια του Τέρνερ πέρασαν γρήγορα από πάνω του και στη συνέχεια στένεψαν με απορία. «Γιατί άφησες ελεύθερα όλα τα βαλς, Μιράντα; Η μητέρα μου μου είπε αρκετά συγκεκριμένα ότι είχε εξασφαλίσει άδεια τόσο για εσένα όσο και για την Ολίβια να χορέψετε βαλς». «Ω, δεν είναι αυτό». Έσφιξε τα δόντια της για ένα δευτερόλεπτο, προσπαθώντας να ελέγξει το κοκκίνισμα που ήξερε ότι θα άρχιζε να ανεβαίνει στον λαιμό της από στιγμή σε στιγμή. «Είναι ότι απλώς… καλά, αν πρέπει να ξέρεις…» «Πες μου, δεσποινίς Τσίβερ». «Γιατί πάντα με αποκαλείς δεσποινίδα Τσίβερ όταν με κοροϊδεύεις;» «Ανοησίες. Σε αποκαλώ επίσης δεσποινίδα Τσίβερ όταν σε πειράζω».


Μάλιστα, αυτό κι αν ήταν βελτίωση. «Μιράντα;» «Δεν είναι τίποτα», μουρμούρισε. Αλλά εκείνος δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι. «Είναι προφανές ότι κάτι συμβαίνει, Μιράντα. Εσύ–» «Ω, πολύ καλά, αν πρέπει να ξέρεις, ήλπιζα ότι εσύ θα χόρευες βαλς μαζί μου». Εκείνος αποτραβήχτηκε, με ένα βλέμμα που μαρτυρούσε την έκπληξή του. «Ή ο Ουίνστον», είπε εκείνη γρήγορα, γιατί έτσι ήταν πιο ασφαλής – ή τουλάχιστον είχε λιγότερες πιθανότητες να ντροπιαστεί. «Δηλαδή είμαστε και οι δύο το ίδιο;» μουρμούρισε ο Τέρνερ. «Όχι, φυσικά όχι. Αλλά δεν έχω πείρα στο βαλς και θα αισθανόμουν πιο άνετα αν η πρώτη φορά που θα το χορέψω δημόσια είναι με κάποιον που γνωρίζω», αυτοσχεδίασε βιαστικά. «Με κάποιον που δεν θα το θεωρούσε θανάσιμο αδίκημα εάν πατούσες τα δάχτυλα του ποδιού του;» «Κάτι τέτοιο», μουρμούρισε εκείνη. Πώς είχε μπλέξει έτσι; Εκείνος σίγουρα θα καταλάβαινε ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του ή θα σκεφτόταν ότι ήταν μια ανόητη που φοβόταν να χορέψει μπροστά σε κόσμο. Αλλά ο Τέρνερ, ο Θεός να τον έχει καλά, της έλεγε ήδη: «Θα μου άρεσε να χορέψω βαλς μαζί σου». Και παίρνοντας το μικρό μολύβι έγραψε το όνομά του στην κάρτα του χορού. «Ορίστε! Τώρα μου υποσχέθηκες το πρώτο βαλς». «Ευχαριστώ. Θα το περιμένω με ανυπομονησία». «Ωραία. Κι εγώ το ίδιο. Να κρατήσω ακόμα έναν χορό; Δεν μπορώ να σκεφτώ καμιά άλλη κοπέλα εδώ με την οποία θα μπορούσα να συνομιλώ αναγκαστικά κατά τα τέσσερα λεπτά που διαρκεί το βαλς». «Δεν είχα ιδέα ότι θα ήμουν τέτοια αγγαρεία», είπε η Μιράντα με μια γκριμάτσα. «Ω, μα δεν είσαι», τη διαβεβαίωσε. «Αλλά όλες οι άλλες είναι. Ωραία, γράφτηκα στην κάρτα σου και για το τελευταίο βαλς. Θα πρέπει να προσέχεις και με τους υπόλοιπους. Δεν είναι σωστό να χορέψουν μαζί σου περισσότερες από δύο φορές». Ω Θεέ μου, όχι, σκέφτηκε η Μιράντα με πικρία. Κάποιος θα μπορούσε να πιστέψει ότι δεν είχε εξαναγκαστεί να χορέψει μαζί της. Αλλά ήξερε τι υποτίθεται ότι έπρεπε να κάνει, έτσι χαμογέλασε σφιγμένα και είπε: «Όχι, φυσικά όχι». «Πολύ καλά, λοιπόν», είπε ο Τέρνερ με εκείνο τον απόλυτο τόνο που χρησιμοποιούσαν οι άντρες όταν ήθελαν να τερματίσουν μια συζήτηση, ανεξάρτητα από το αν ο συνομιλητής τους είχε διαφορετική γνώμη. «Βλέπω τον νεαρό Χάρντι να έρχεται κατά δω για να διεκδικήσει τον επόμενο χορό. Πάω να πάρω κάτι για να πιω. Θα σε δω στο πρώτο βαλς». Και την άφησε να στέκεται στη γωνία, μουρμουρίζοντας έναν χαιρετισμό στον κύριο Χάρντι καθώς αναχωρούσε. Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι σε χαιρετισμό στον παρτενέρ της και στη συνέχεια έβαλε το γαντοφορεμένο χέρι της στο δικό του και τον ακολούθησε στην πίστα για μια καντρίλια. Φυσικά δεν της έκανε εντύπωση όταν, αφού ο Χάρντι σχολίασε το φόρεμά της και τον καιρό, τη ρώτησε για την Ολίβια. Η Μιράντα απάντησε στις ερωτήσεις του όσο πιο ευγενικά μπορούσε, προσπαθώντας να μην τον ενθαρρύνει υπερβολικά. Κρίνοντας από το πλήθος γύρω από τη φίλη της, οι πιθανότητες του κυρίου Χάρντι ήταν πραγματικά μηδαμινές. Ο χορός ευτυχώς τελείωσε γρήγορα και η Μιράντα πήγε αμέσως στην Ολίβια.


«Ω, Μιράντα, καλή μου», αναφώνησε. «Πού ήσουν; Έχω μιλήσει σε όλους για εσένα». «Όχι, δεν έχεις», είπε η Μιράντα ανασηκώνοντας τα φρύδια της με αμφιβολία. «Και όμως, πραγματικά έχω μιλήσει. Έτσι δεν είναι;» είπε η Ολίβια σκουντώντας έναν τζέντλεμαν που στεκόταν στο πλάι της και εκείνος αμέσως έγνεψε καταφατικά. «Θα σου έλεγα ψέματα;» Η Μιράντα προσπάθησε να κρύψει το χαμόγελό της. «Ναι, αν εξυπηρετούσε τους σκοπούς σου». «Ω, σταμάτα. Είσαι τρομερή. Και πού ήσουν;» «Χρειαζόμουν λίγο καθαρό αέρα, έτσι δραπέτευσα σε μια γωνιά και ήπια ένα ποτήρι λεμονάδα. Μου έκανε παρέα ο Τέρνερ». «Α, έφτασε λοιπόν; Θα πρέπει να κρατήσω έναν χορό γι’ αυτόν». «Δεν νομίζω ότι σου έχει απομείνει κάποιος χορός για να του κρατήσεις», είπε η Μιράντα με αμφιβολία. «Δεν μπορεί». Η Ολίβια κοίταξε την κάρτα της. «Ω Θεέ μου... Θα πρέπει να διαγράψω κάποιον από αυτούς». «Ολίβια, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό». «Και γιατί, παρακαλώ; Άκου, Μιράντα, πρέπει να σου πω–» Σταμάτησε ξαφνικά, καθώς θυμήθηκε την παρουσία των πολλών θαυμαστών της. Γύρισε, χαμογελώντας ακτινοβόλα σε όλους αυτούς. Η Μιράντα δεν θα είχε εκπλαγεί αν είχαν πέσει στο πάτωμα ο ένας μετά τον άλλο, σαν τις μύγες. «Μήπως κάποιος από εσάς, κύριοι, θα είχε την καλοσύνη να φέρει λίγη λεμονάδα;» ρώτησε η Ολίβια γλυκά. «Διψάω αφάνταστα». Όλοι βιάστηκαν να τη διαβεβαιώσουν ότι θα πήγαιναν για τη λεμονάδα, και μετά υπήρξε μια αναμπουμπούλα την οποία η Μιράντα δεν μπορούσε παρά να κοιτάζει με δέος, καθώς τους έβλεπε όλους μαζί να απομακρύνονται βιαστικά. «Είναι σαν ένα κοπάδι πρόβατα», ψιθύρισε. «Ε λοιπόν, ναι», συμφώνησε η Ολίβια, «εκτός από εκείνους που είναι περισσότερο σαν κατσίκες». Η Μιράντα είχε περίπου δύο δευτερόλεπτα για να προσπαθήσει να αποκρυπτογραφήσει αυτό που είχε πει η φίλη της πριν η Ολίβια προσθέσει: «Πολύ έξυπνο εκ μέρους μου δεν ήταν αυτό για να απαλλαγούμε από όλους ετούτους αμέσως; Άκου που σου λέω, αρχίζω να γίνομαι καλή σε όλο αυτό». Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά, χωρίς να μπει στον κόπο να μιλήσει. Πραγματικά, δεν υπήρχε κανένας λόγος να απαντήσει, επειδή όταν η Ολίβια έλεγε κάτι– «Ήθελα να πω», συνέχισε η Ολίβια, επιβεβαιώνοντας εν αγνοία της τη σκέψη της Μιράντα, «ότι πραγματικά οι περισσότεροι από αυτούς είναι αφάνταστα ανιαροί». Η Μιράντα δεν μπόρεσε να αντισταθεί και να μην πειράξει τη φίλη της. «Σίγουρα κανένας δεν θα μπορούσε να πει κάτι τέτοιο αν σε έβλεπε να συναναστρέφεσαι μαζί τους». «Ω, δεν λέω ότι δεν διασκεδάζω», είπε η Ολίβια κοιτώντας τη με ένα ελαφρά σαρδόνιο ύφος. «Δεν μου κακοπέφτουν όλοι αυτοί οι άντρες. Α, να ο αδελφός μου». Έσκυψε λίγο στο πλάι και έδειξε προς το μέρος του Τέρνερ τεντώνοντας τον λαιμό της και κοιτάζοντας προς τα εκεί. «Φαίνεται να έχει κάποιο σκοπό». Η Μιράντα κοίταξε την κάρτα της. «Πρέπει να είναι η ώρα για το βαλς μας». Η Ολίβια έγειρε το κεφάλι της στο πλάι με μια αργή κίνηση. «Φαίνεται όμορφος, έτσι δεν είναι;»


Η Μιράντα ανοιγόκλεισε τα μάτια της και προσπάθησε να μην αναστενάξει. Ο Τέρνερ πραγματικά φαινόταν όμορφος. Αφόρητα όμορφος. Και τώρα που ήταν χήρος, σίγουρα όλες οι ανύπαντρες κυρίες –και βέβαια οι μητέρες τους– θα τον είχαν βάλει στο μάτι. «Πιστεύεις ότι θα ξαναπαντρευτεί;» ρώτησε η Ολίβια. «Δεν ξέρω». Η Μιράντα ξεροκατάπιε. «Θα έλεγα ότι θα έπρεπε, έτσι δεν είναι;» «Ε, εντάξει, υπάρχει πάντα ο Ουίνστον για να μας χαρίσει έναν κληρονόμο. Και αν εσείς – άουτς!» είπε νιώθοντας τον αγκώνα της Μιράντα στα πλευρά της. Ο Τέρνερ έφτασε κοντά τους και υποκλίθηκε ευγενικά. «Πολύ χαίρομαι που σε βλέπω, αδελφέ», είπε η Ολίβια με ένα πλατύ χαμόγελο. «Είχα σχεδόν απελπιστεί. Πίστευα ότι δεν θα παρευρισκόσουν». «Ανοησίες. Η μητέρα θα με σκότωνε αν έκανα κάτι τέτοιο». Τα μάτια του στένεψαν (σχεδόν ανεπαίσθητα, αλλά και πάλι, η Μιράντα μπορούσε να παρατηρεί τα πάντα επάνω του) και ρώτησε: «Γιατί η Μιράντα σε χτύπησε στο πλευρό;». «Όχι, δεν τη χτύπησα!» διαμαρτυρήθηκε η Μιράντα. Και τότε, όταν το βλέμμα του γέμισε αμφιβολία, μουρμούρισε: «Ήταν ένα ελαφρύ σκούντημα». «Ό,τι κι αν ήταν, δείχνει ότι συνομιλούσατε για κάτι πολύ πιο διασκεδαστικό από οτιδήποτε άλλο σε αυτή την αίθουσα χορού». «Τέρνερ!» διαμαρτυρήθηκε η Ολίβια. Ο Τέρνερ την αγνόησε με μια κίνηση του κεφαλιού του και στράφηκε στη Μιράντα. «Πιστεύεις ότι δεν της αρέσει ο τρόπος που εκφράζομαι ή η διαπίστωση ότι οι περισσότεροι παρευρισκόμενοι είναι ηλίθιοι;» «Νομίζω ότι ήταν ο τρόπος που εκφράζεσαι», είπε η Μιράντα ήπια. «Είχε ήδη πει και η ίδια ότι οι περισσότεροι είναι ηλίθιοι». «Δεν είπα αυτό», πετάχτηκε η Ολίβια. «Είπα ότι ήταν ανιαροί». «Πρόβατα», επιβεβαίωσε η Μιράντα. «Κατσίκες», πρόσθεσε αμέσως η Ολίβια ανασηκώνοντας τους ώμους της. Ο Τέρνερ άρχισε να δείχνει ανήσυχος. «Ποπό, εσείς οι δυο μιλάτε τη δική σας γλώσσα;» «Όχι, είμαστε απόλυτα σαφείς», είπε η Ολίβια. «Αυτά λέγατε και σκούντηξες την Ολίβια στα πλευρά;» ρώτησε ο Τέρνερ. «Ναι», απάντησε η Μιράντα, εκμεταλλευόμενη την ευκαιρία. Δυστυχώς, η Ολίβια απάντησε ταυτόχρονα με ένα «όχι». Ο Τέρνερ κοίταξε πρώτα τη μία και ύστερα την άλλη, με μια έκφραση που έδειχνε ότι το διασκέδαζε. «Μιλούσαμε για τον Ουίνστον», είπε ανυπόμονα η Ολίβια. «Α, για τον Ουίνστον», είπε ο Τέρνερ κοιτάζοντας τριγύρω. «Βρίσκεται εδώ, έτσι δεν είναι;» και παίρνοντας την κάρτα χορού της Μιράντα από τα δάχτυλά της τη ρώτησε: «Γιατί δεν σου έχει ζητήσει να χορέψετε έναν δυο χορούς; Δεν σχεδιάζατε ένα προξενιό εσείς οι δυο;» Η Μιράντα έσφιξε τα δόντια της και αρνήθηκε να απαντήσει. Κάτι που ήταν εντελώς λογικό, μια και γνώριζε ότι η Ολίβια δεν θα άφηνε την ευκαιρία να της ξεφύγει. «Φυσικά δεν υπάρχει τίποτα επίσημο», είπε, «αλλά όλοι συμφωνούν ότι θα ήταν ένας θαυμάσιος γάμος». «Όλοι;» ρώτησε ο Τέρνερ κοιτάζοντας τη Μιράντα. «Ποιος θα διαφωνούσε;» απάντησε η Ολίβια ανυπόμονα. Εκείνη τη στιγμή η ορχήστρα ξανάρχισε να παίζει και οι πρώτες νότες ενός βαλς αντήχησαν στον αέρα.


«Νομίζω ότι αυτός είναι ο χορός μου», είπε ο Τέρνερ, και η Μιράντα συνειδητοποίησε ότι τα μάτια του δεν είχαν αφήσει τα δικά της. Άρχισε να τρέμει. «Πάμε;» μουρμούρισε και άπλωσε το μπράτσο του. Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Χρειαζόταν μια στιγμή για να ανακτήσει τη φωνή της. Κάτι της προκαλούσε, συνειδητοποίησε. Παράξενα πράγματα που της έκοβαν την ανάσα. Αρκούσε μόνο να την κοιτάξει – όχι με τον συνηθισμένο, ανάλαφρο τρόπο που έχουν οι άνθρωποι όταν κουβεντιάζουν, αλλά να την κοιτάξει πραγματικά, να αφήσει τα μάτια του να χαθούν στα δικά της, βαθιά μπλε και διορατικά, για να αισθανθεί εκτεθειμένη, σαν να ξεγύμνωνε την ψυχή της. Και το χειρότερο απ’ όλα ήταν ότι εκείνος δεν είχε ιδέα. Εκείνη ήταν εκεί, με κάθε συναίσθημά της εκτεθειμένο, και ο Τέρνερ πιθανότατα δεν έβλεπε τίποτα παρά το θαμπό καφέ των ματιών της. Ήταν η μικρή φίλη της μικρής αδελφής του, και κατά πάσα πιθανότητα δεν θα γινόταν ποτέ κάτι περισσότερο. «Με αφήνετε εδώ μόνη μου, λοιπόν;» ρώτησε η Ολίβια, όχι με νευρικότητα, αλλά παρ’ όλα αυτά άφησε να της ξεφύγει ένας μικρός αναστεναγμός. «Μη φοβάσαι», τη διαβεβαίωσε η Μιράντα, «δεν θα μείνεις μόνη για πολύ. Νομίζω ότι βλέπω το κοπάδι των θαυμαστών σου να επιστρέφει με λεμονάδα». Η Ολίβια έκανε έναν μορφασμό. «Έχεις παρατηρήσει ποτέ, Τέρνερ, ότι η Μιράντα έχει μια πολύ ιδιότυπη αίσθηση του χιούμορ;» Η Μιράντα έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και κατέπνιξε ένα χαμόγελο. «Γιατί έχω την υποψία ότι το ύφος σου δεν είναι και πολύ κολακευτικό;» Η Ολίβια κούνησε το χέρι της διώχνοντάς τη: «Άντε, πήγαινε! Να περάσεις καλά στον χορό σου με τον Τέρνερ». Ο άντρας πέρασε το μπράτσο του κάτω από της Μιράντα και την οδήγησε στο κέντρο της αίθουσας. «Έχεις πράγματι μια μάλλον περίεργη αίσθηση του χιούμορ, ξέρεις», μουρμούρισε. «Εγώ;» «Ναι, αλλά είναι αυτό που μου αρέσει περισσότερο σ’ εσένα, οπότε μην αλλάξεις, σε παρακαλώ». Προσπάθησε να μην αισθανθεί κάποια παράλογη ευχαρίστηση με τα λόγια του. «Υπόσχομαι να προσπαθήσω, κύριέ μου». Εκείνος της έκλεισε το μάτι καθώς περνούσε τα χέρια του γύρω της για να χορέψουν. «“Κύριέ μου”! Από πότε έχεις γίνει τόσο τυπική ώστε να με φωνάζεις έτσι;» «Φταίει όλος αυτός ο καιρός που βρίσκομαι στο Λονδίνο. Η μητέρα σου έχει βάλει τα δυνατά της να αποκτήσω καλούς τρόπους». Και χαμογελώντας γλυκά συνέχισε: «Νάιτζελ». Εκείνος κατσούφιασε. «Προτιμώ το “κύριέ μου”». «Κι εγώ προτιμώ το Τέρνερ». Το χέρι του έσφιξε τη μέση της λίγο παραπάνω. «Ωραία! Συνέχισε έτσι!» Η Μιράντα άφησε να της ξεφύγει ένας αναστεναγμός καθώς έμειναν σιωπηλοί. Αυτό το βαλς κυλούσε αρκετά ήρεμα. Δεν υπήρχαν στροφές χωρίς ανάσα, τίποτα που θα την άφηνε ζαλισμένη και με το κεφάλι της να στριφογυρίζει. Και της έδινε κάθε ευκαιρία να απολαύσει τη στιγμή, να απολαύσει την αίσθηση του χεριού της μέσα στο δικό του. Ανέπνεε τη μυρωδιά του, ένιωθε τη θερμότητα από το σώμα του και απλώς το απολάμβανε. Όλα έμοιαζαν τόσο τέλεια... τόσο απόλυτα σωστά. Ήταν σχεδόν αδύνατον να φανταστεί ότι


εκείνος δεν ένιωθε το ίδιο. Αλλά σίγουρα δεν το ένιωθε. Η Μιράντα δεν είχε την αυταπάτη ότι μπορούσε να ευχηθεί να θέλει κι εκείνος να είναι μαζί της. Όταν τον κοίταξε, τον είδε να παρατηρεί κάποιον μέσα στο πλήθος. Το βλέμμα του έμοιαζε λιγάκι συννεφιασμένο, σαν να προσπαθούσε να λύσει ένα πρόβλημα στο μυαλό του. Δεν ήταν το βλέμμα ενός ερωτευμένου ανθρώπου. Και ούτε τα λόγια του που ακολούθησαν, όταν τελικά την κοίταξε και της είπε: «Δεν είσαι κακή στο βαλς, Μιράντα. Στην πραγματικότητα, τα καταφέρνεις περίφημα. Δεν καταλαβαίνω γιατί ανησυχούσες τόσο γι’ αυτό». Η έκφρασή του ήταν ευγενική. Αδελφική. Για την ακρίβεια, της ράγισε την καρδιά. «Δεν έχω χορέψει και πολύ πρόσφατα», αυτοσχεδίασε, αφού εκείνος φαινόταν να περιμένει μια απάντηση. «Ούτε με τον Ουίνστον;» «Με τον Ουίνστον;» επανέλαβε. «Τον μικρότερο αδελφό μου, αν θυμάσαι», της είπε και τα μάτια του φανέρωναν πόσο τον διασκέδαζε να την πειράζει. «Μάλιστα», του απάντησε. «Όχι. Θέλω να πω, όχι, δεν έχω χορέψει με τον Ουίνστον εδώ και χρόνια». «Αλήθεια;» Του έριξε μια ματιά. Υπήρχε κάτι παράξενο στη φωνή του, κάτι που έμοιαζε με μια ανεπαίσθητη νότα ευχαρίστησης. Όχι με ζήλια, όμως, δυστυχώς. Κι εκείνη τότε σκέφτηκε ότι ο Τέρνερ ούτως ή άλλως δεν νοιαζόταν αν εκείνη χόρευε με τον αδελφό του. Αλλά είχε την πιο περίεργη αίσθηση ότι εκείνος έμοιαζε σαν να έδινε συγχαρητήρια στον εαυτό του, σαν να είχε προβλέψει σωστά την απάντησή της και να ήταν ευχαριστημένος από τη διορατικότητά του. Θεέ μου, οι σκέψεις της είχαν προχωρήσει πολύ μακριά. Πάντα σκεφτόταν υπερβολικά και ονειροπολούσε. Η Ολίβια την κατηγορούσε συνεχώς γι’ αυτό, και τώρα η Μιράντα έπρεπε να παραδεχτεί ότι τελικά η φίλη της είχε δίκιο. «Δεν βλέπω συχνά τον Ουίνστον», είπε η Μιράντα, ελπίζοντας ότι μια συζήτηση θα αποσπούσε το μυαλό της από ερωτήματα που δεν γινόταν να απαντηθούν – όπως τι εννοούσε ο Τέρνερ με τη λέξη “αλήθεια”. «Μπα;» ρώτησε ο Τέρνερ και πίεσε το χέρι του κάπως περισσότερο χαμηλά στην πλάτη της καθώς έστριβαν προς τα δεξιά. «Μα αφού είναι συνήθως στο πανεπιστήμιο. Ακόμα και τώρα δεν έχει τελειώσει με την ακαδημαϊκή περίοδο». «Πιστεύω, όμως, ότι θα τον βλέπεις πολύ περισσότερο το καλοκαίρι». «Ναι, έτσι νομίζω», είπε ξεροβήχοντας για να καθαρίσει τον λαιμό της. «Ε… πόσο καιρό σκοπεύεις να μείνεις;» «Στο Λονδίνο;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Ο Τέρνερ δεν απάντησε και οι δυο τους έκαναν μια όμορφη μικρή περιστροφή προς τα αριστερά, προτού πει τελικά: «Δεν είμαι σίγουρος. Όχι για πολύ, νομίζω». «Μάλιστα». «Υποτίθεται ότι βρίσκομαι σε περίοδο πένθους, ούτως ή άλλως. Η μητέρα ήταν έξαλλη που δεν φόρεσα περιβραχιόνιο». «Εγώ όμως όχι», του δήλωσε.


Εκείνος της χαμογέλασε, κι αυτή τη φορά όχι αδελφικά. Σίγουρα δεν ήταν γεμάτος πάθος και επιθυμία, αλλά τουλάχιστον αυτό το χαμόγελο είχε κάτι καινούριο. Ήταν πονηρό και συνωμοτικό και την έκανε να αισθάνεται ότι οι δυο τους ήταν μέλη μιας ομάδας. «Λοιπόν, δεσποινίς Τσίβερ», της μουρμούρισε σκανταλιάρικα, «μήπως εντοπίζω κάποια επαναστατική τάση μέσα σας;». Εκείνη ανασήκωσε το πιγούνι της πεισματικά. «Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί πρέπει κάποιος να φοράει μαύρα για άτομα τα οποία καλά καλά δεν γνώριζε, και σίγουρα δεν μου φαίνεται λογικό να πενθεί κάποιος ένα άτομο το οποίο απεχθανόταν». Για μια στιγμή ο Τέρνερ έμεινε ανέκφραστος, αλλά ύστερα χαμογέλασε. «Ποιον αναγκάστηκες να πενθήσεις;» «Έναν ξάδελφο», του απάντησε χαμογελώντας. Εκείνος έσκυψε λίγο πιο κοντά της. «Δεν σου έχουν πει ότι είναι απρεπές να χαμογελάς όταν συζητάς για τον θάνατο ενός συγγενή;» «Μα, δεν είχα συναντήσει ποτέ αυτόν τον άνθρωπο». «Και πάλι…» Η Μιράντα ξεφύσησε απαλά. Ήξερε ότι την τσιγκλούσε, αλλά διασκέδαζε πάρα πολύ για να σταματήσει. «Είχε ζήσει ολόκληρη τη ζωή του στην Καραϊβική», πρόσθεσε. Δεν ήταν η απόλυτη αλήθεια, αλλά ήταν σχεδόν αλήθεια. «Μήπως είσαι λιγάκι αιμοχαρής, μικρή σουσουραδίτσα;» μουρμούρισε. Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. Προερχόμενος από τον Τέρνερ ο χαρακτηρισμός ήταν μάλλον φιλοφρόνηση. «Πιστεύω ότι θα είσαι ευπρόσδεκτο μέλος της οικογένειας», είπε. «Εφόσον μπορείς να ανεχτείς τον μικρότερο αδελφό μου για μακρά χρονικά διαστήματα». Η Μιράντα προσπάθησε να χαμογελάσει με ειλικρίνεια. Ένας γάμος με τον Ουίνστον δεν ήταν σίγουρα ο τρόπος με τον οποίο προτιμούσε να γίνει μέλος της οικογένειας Μπέβελστοκ. Και παρά τις προτροπές και τις μηχανορραφίες της Ολίβια, η Μιράντα δεν πίστευε πως επρόκειτο να γίνει ένας τέτοιος γάμος. Υπήρχαν φυσικά πολλοί και καλοί λόγοι για να παντρευτεί τον Ουίνστον, αλλά υπήρχε ένας επιτακτικός λόγος για να μην το κάνει, και αυτός ο λόγος βρισκόταν μπροστά της. Αν η Μιράντα επρόκειτο να παντρευτεί κάποιον που δεν τον αγαπούσε, σίγουρα αυτός δεν θα ήταν ο αδελφός του άντρα τον οποίο όντως αγαπούσε. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε. Συνέχιζε να προσπαθεί να πείσει τον εαυτό της ότι δεν τον αγαπούσε, ότι όλα όσα πίστευε πως ένιωθε δεν ήταν παρά ένας νεανικός ενθουσιασμός και ότι θα το ξεπερνούσε – ότι ίσως το είχε ήδη ξεπεράσει και απλώς δεν το είχε καταλάβει. Μάλλον είχε συνηθίσει να πιστεύει ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του. Αυτό ήταν όλο. Αλλά τότε εκείνος έκανε κάτι εντελώς γοητευτικό, για παράδειγμα να της χαμογελάσει, και τότε όλη η σκληρή δουλειά της πήγαινε στράφι και έπρεπε να ξεκινήσει από την αρχή. Μια μέρα θα τα κατάφερνε. Μια μέρα θα ξυπνούσε και θα συνειδητοποιούσε ότι θα είχαν περάσει δύο μέρες λογικής σκέψης, δύο μέρες που δεν θα είχε σκεφτεί τον Τέρνερ, και μετά θα γίνονταν ως διά μαγείας τρεις και στη συνέχεια τέσσερις και– «Μιράντα;» Ανασήκωσε το βλέμμα της και τον είδε να την κοιτάζει με μια έκφραση διασκέδασης, και έμοιαζε σαν να τη χειραγωγούσε, αλλά στις γωνίες των ματιών του είχαν σχηματιστεί κάποιες ρυτίδες γέλιου... και για μια στιγμή εκείνος της φάνηκε ανέμελος και νέος, ίσως ακόμα και ευτυχισμένος.


Και εκείνη ήταν ακόμα ερωτευμένη μαζί του. Τουλάχιστον για το υπόλοιπο βράδυ, δεν θα μπορούσε να πείσει τον εαυτό της να μην είναι. Όταν ερχόταν το πρωί θα ξεκινούσε και πάλι να προσπαθεί, αλλά για απόψε δεν θα έμπαινε καν στον κόπο. Η μουσική τελείωσε και ο Τέρνερ άφησε το χέρι της, και κάνοντας ένα βήμα πίσω υποκλίθηκε με χάρη. Η Μιράντα υποκλίθηκε κι εκείνη με τη σειρά της και στη συνέχεια έπιασε το χέρι του καθώς την οδηγούσε στην άκρη της αίθουσας. «Πού πιστεύεις ότι θα μπορούσαμε να βρούμε την Ολίβια;» μουρμούρισε τεντώνοντας ελαφρά τον λαιμό του. «Υποθέτω ότι θα πρέπει να εκτοπίσω έναν από τους κυρίους της κάρτας της για να χορέψω μαζί της». «Ω Θεέ μου, μην το κάνεις να ακούγεται σαν αγγαρεία», του πέταξε η Μιράντα. «Δεν είμαστε τόσο τρομακτικές». Εκείνος την κοίταξε με κάποια έκπληξη. «Δεν είπα τίποτα για εσένα. Δεν με πειράζει καθόλου να χορεύω μαζί σου». Αν τα λόγια του ήταν κομπλιμέντο, αυτό ήταν στην καλύτερη περίπτωση χλιαρό, αλλά η Μιράντα βρήκε έναν τρόπο να το χωρέσει στην καρδιά της. Και αυτό, σκέφτηκε δυστυχισμένα, αποδείκνυε ότι είχε ξεπέσει όσο πιο χαμηλά μπορούσε. Η αγάπη χωρίς ανταπόκριση, όπως ανακάλυπτε τώρα, ήταν πολύ χειρότερη όταν κάποιος έβλεπε πραγματικά το αντικείμενο της επιθυμίας του. Είχε περάσει σχεδόν δέκα χρόνια ονειροπολώντας για τον Τέρνερ, περιμένοντας υπομονετικά να ακούσει οποιοδήποτε νέο θα τύχαινε να αναφέρουν οι Μπέβελστοκ κατά τη διάρκεια του απογευματινού τσαγιού, και στη συνέχεια προσπαθώντας να κρύψει την ευδαιμονία και τη χαρά της (για να μην αναφέρουμε τον τρόμο της μήπως καταλάβουν τα αισθήματά της) όταν εκείνος ερχόταν να επισκεφθεί την οικογένεια μία ή δύο φορές τον χρόνο. Είχε σκεφτεί ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να είναι πιο αξιοθρήνητο, αλλά όπως φαίνεται έκανε λάθος. Αυτό ήταν σίγουρα χειρότερο. Πριν, ήταν σαν να μην υπήρχε γι’ αυτόν. Τώρα την έβλεπε σαν ένα άνετο παλιό παπούτσι. Του έριξε μια ματιά. Δεν την κοίταζε. Δεν την κοίταζε, και σίγουρα δεν απέφευγε να την κοιτάξει. Απλώς δεν την έβλεπε. Ούτε καν τον ένοιαζε για εκείνη. «Να, εκεί είναι η Ολίβια», του είπε αναστενάζοντας. Η φίλη της περιτριγυριζόταν, ως συνήθως, από μια υπερβολικά μεγάλη συντροφιά κυρίων. Ο Τέρνερ κοίταξε την αδελφή του μισοκλείνοντας τα μάτια. «Δεν παραφέρεται κάποιος από αυτούς, έτσι δεν είναι; Ήταν μια κουραστική μέρα και δεν θέλω να παίξω τον ρόλο του αυστηρού μεγαλύτερου αδελφού». Η Μιράντα ανασηκώθηκε στα δάχτυλα των ποδιών της για να κοιτάξει καλύτερα. «Νομίζω ότι είσαι ασφαλής». «Καλώς». Τότε συνειδητοποίησε ότι το κεφάλι του ήταν γερμένο στο πλάι και παρακολουθούσε την αδελφή του με ένα παράξενο ύφος. «Χμμ». «Τι χμμ;» Ο Τέρνερ στράφηκε προς τη Μιράντα που ήταν ακόμα στο πλευρό του, παρακολουθώντας τον με τα περίεργα καστανά μάτια της. «Τέρνερ;» την άκουσε να λέει, και της απάντησε με άλλο ένα «Χμμ;». «Φαίνεσαι λιγάκι αλλόκοτος». Δεν ρώτησε: «Είσαι εντάξει;» ή «Μήπως δεν είσαι καλά;». Απλώς είπε: «Φαίνεσαι λιγάκι αλλόκοτος».


Τα λόγια της τον έκαναν να χαμογελάσει. Τον έκαναν να σκεφτεί πόσο πραγματικά του άρεσε αυτό το κορίτσι και πόσο άδικα της είχε φερθεί την ημέρα της κηδείας της Λετίσια. Και τον έκανε να θέλει να κάνει κάτι καλό για εκείνη. Κοίταξε την αδελφή του μια τελευταία φορά και στη συνέχεια είπε, γυρνώντας προς το μέρος της: «Αν ήμουν νεότερος, πράγμα που δεν συμβαίνει…». «Μα, Τέρνερ, δεν είσαι ούτε καν τριάντα». Η έκφρασή της έγινε ανυπόμονη – με έναν κάπως αυταρχικό τρόπο, που εκείνος τον έβρισκε παράξενα διασκεδαστικό. «Ε λοιπόν, νιώθω πολύ μεγαλύτερος. Ειδικά αυτές τις μέρες αισθάνομαι πολύ γέρος, για να πω την αλήθεια», της είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του. Τότε συνειδητοποίησε ότι η Μιράντα τον κοίταζε με προσδοκία, οπότε ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του και είπε: «Προσπαθούσα απλώς να πω ότι αν έβλεπα γύρω μου όλες τις καινούριες ντεμπιτάντ της χρονιάς, δεν πιστεύω ότι η Ολίβια θα τραβούσε την προσοχή μου». Τα φρύδια της Μιράντα ανασηκώθηκαν με απορία. «Μα φυσικά, αφού είναι αδελφή σου. Και πέρα από το γεγονός ότι αυτό θα ήταν παράνομο–» «Ω, για όνομα του Θεού… Προσπαθούσα να σου κάνω ένα κομπλιμέντο», τη διέκοψε. «Ω!» Η Μιράντα έμεινε για λίγο άφωνη. Και ύστερα κοκκίνισε λίγο, αν και ήταν δύσκολο να είναι σίγουρος στο αχνό φως των κεριών. «Λοιπόν, σε αυτή την περίπτωση, συνέχισε, σε παρακαλώ». Και εκείνος υπάκουσε. «Η Ολίβια είναι πολύ όμορφη», συνέχισε. «Ακόμη και εγώ, ο μεγαλύτερος αδελφός της, μπορώ να το δω αυτό. Αλλά υπάρχει κάτι που λείπει πίσω από τα μάτια της». Τα λόγια του προκάλεσαν την άμεση αντίδρασή της. «Τέρνερ, αυτό που λες είναι τρομερό. Ξέρεις, όπως κι εγώ, ότι η Ολίβια είναι ιδιαίτερα ευφυής. Πιο πολύ από ό,τι οι περισσότεροι από τους άντρες που την περιστοιχίζουν». Εκείνος την κοίταξε επίμονα. Η Μιράντα ήταν τελικά μια πολύ πιστή κοπέλα. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι εκείνη θα δεχόταν ακόμα και σφαίρα για την Ολίβια, αν χρειαζόταν. Ευτυχώς που βρισκόταν εδώ. Πέρα από το γεγονός ότι είχε μια κατευναστική επίδραση στην αδελφή του –και μάλλον υποψιαζόταν ότι όλη η οικογένεια Μπέβελστοκ της χρωστούσε τεράστια ευγνωμοσύνη γι’ αυτό– ήταν σίγουρος ότι η Μιράντα ήταν το μόνο πράγμα που θα έκανε την παραμονή του στο Λονδίνο ανεκτή. Ένας Θεός ήξερε πόσο πολύ δεν ήθελε να έρθει. Το τελευταίο πράγμα που χρειαζόταν ήταν οι γυναίκες να συναγωνίζονται για μια θέση δίπλα του, προσπαθώντας να πάρουν τη θέση της άθλιας Λετίσια. Αλλά με τη Μιράντα, τουλάχιστον ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να κάνει μια αξιοπρεπή συζήτηση. «Μα φυσικά η Ολίβια είναι έξυπνη», της είπε προσπαθώντας να την εξευμενίσει. «Επίτρεψέ μου να αναδιατυπώσω τα λόγια μου. Εγώ, προσωπικά, δεν θα την έβρισκα ενδιαφέρουσα». Εκείνη σκυθρώπιασε, και να την πάλι εκείνη η δασκαλίστικη έκφραση: «Λοιπόν, αυτό είναι δικαίωμά σου, υποθέτω». Εκείνος χαμογέλασε και έσκυψε ελαφρά προς το μέρος της ψιθυρίζοντας: «Νομίζω ότι θα ήταν πολύ πιο πιθανό να μου τραβούσες εσύ την προσοχή». «Μην είσαι ανόητος», του μουρμούρισε. «Δεν είμαι», τη διαβεβαίωσε. «Αλλά και πάλι, είμαι μεγαλύτερος από τους περισσότερους ανόητους που περιτριγυρίζουν την αδελφή μου. Ίσως τα γούστα μου να έχουν αλλάξει. Υποθέτω, όμως, ότι δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να το συζητάμε, αφού δεν είμαι ένας νεαρός που αναζητώ την κατάλληλη ντεμπιτάντ ανάμεσα στις κοπέλες που έχουν κάνει την εμφάνισή τους φέτος». «Και δεν ψάχνεις για σύζυγο». Αυτό ήταν δήλωση, όχι ερώτηση.


«Θεέ μου, όχι», ξέσπασε εκείνος. «Τι στο καλό θα έκανα με μια σύζυγο;» 2 Ιουνίου 1819 Η λαίδη Ράντλαντ ανακοίνωσε στο πρωινό ότι ο χορός χθες το βράδυ είχε φοβερή επιτυχία. Δεν θα μπορούσα παρά να χαμογελάσω ακούγοντας τα λόγια της – δεν νομίζω ότι κάποιος αρνήθηκε την πρόσκλησή της και θα έπαιρνα όρκο ότι η αίθουσα ήταν τόσο γεμάτη όσο καμία άλλη που έχω δει ως τώρα. Σίγουρα αισθάνθηκα να συνθλίβομαι από κάθε είδους άγνωστους ανθρώπους. Πιστεύω ότι κατά βάθος είμαι μια επαρχιώτισσα, γιατί δεν είμαι και πολύ σίγουρη ότι θα ήθελα να ξαναβρεθώ τόσο κοντά στους συνανθρώπους μου. Το ανέφερα αυτό στο πρωινό και ο Τέρνερ πνίγηκε με τον καφέ του λερώνοντας το τραπεζομάντιλο. Η λαίδη Ράντλαντ του έριξε μια δολοφονική ματιά, αλλά δεν πιστεύω ότι είναι τόσο ευαίσθητη με τα λευκά είδη της! Ο Τέρνερ σκοπεύει να παραμείνει στην πόλη μόνο για μια δυο εβδομάδες. Προς το παρόν μένει μαζί μας στο Ράντλαντ Χάουζ, κάτι το οποίο είναι υπέροχο και φοβερό μαζί. Η λαίδη Ράντλαντ ανέφερε ότι κάποια ιδιότροπη, ηλικιωμένη χήρα (αυτά ήταν δικά της λόγια, όχι δικά μου, και δεν θα αποκάλυπτε την ταυτότητά της σε καμία περίπτωση) είπε ότι φαινόμουν να συμπεριφέρομαι με ιδιαίτερη οικειότητα προς τον Τέρνερ και ότι οι άνθρωποι μπορεί να σχημάτιζαν λάθος άποψη. Και συνέχισε λέγοντας ότι είπε σε εκείνη την κυρία ότι ο Τέρνερ κι εγώ είμαστε στην πραγματικότητα σαν αδέλφια, ότι ήταν φυσικό να βασιστώ πάνω του στο ντεμπούτο μου και ότι δεν υπήρχε λόγος να σχηματίσει κάποιος λάθος άποψη. Αναρωτιέμαι, όμως, αν υπάρχει ποτέ κάποια σωστή άποψη στο Λονδίνο.


Κεφάλαιο 5 Μια εβδομάδα αργότερα, ο ήλιος έλαμπε τόσο έντονα που η Μιράντα και η Ολίβια, που είχαν επιθυμήσει τους συχνούς περιπάτους τους στην εξοχή, αποφάσισαν να περάσουν το πρωινό τους εξερευνώντας το Λονδίνο. Έπειτα από επιμονή της Ολίβια, ξεκίνησαν από την εμπορική περιοχή. «Σίγουρα δεν χρειάζομαι άλλο φόρεμα», δήλωσε η Μιράντα καθώς περπατούσαν στον δρόμο, με τις υπηρέτριές τους να τις ακολουθούν σε μια διακριτική απόσταση πίσω τους. «Ούτε εγώ, αλλά είναι πάντα πολύ διασκεδαστικό να χαζεύουμε διάφορα, και εκτός αυτού θα μπορούσαμε να βρούμε κάτι για να αγοράσουμε με το χαρτζιλίκι μας. Τα γενέθλιά σου θα φτάσουν πριν καν το πάρουμε χαμπάρι. Θα έπρεπε να αγοράσεις κάτι για τον εαυτό σου». «Ίσως». Περιπλανήθηκαν μέσα από καταστήματα με φορέματα και καπέλα, κοσμηματοπωλεία και ζαχαροπλαστεία, ώσπου η Μιράντα βρήκε κάτι που δεν είχε καν σκεφτεί ότι αναζητούσε. «Κοίτα, Ολίβια», είπε με μια βαθιά ανάσα. «Δεν είναι υπέροχο;» «Ποιο είναι υπέροχο;» απάντησε η Ολίβια, κοιτάζοντας την κομψά διακοσμημένη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου. «Να, εκείνο εκεί!» είπε η Μιράντα δείχνοντας με το δάχτυλό της ένα εξαιρετικά όμορφα δεμένο αντίτυπο από τον Θάνατο του Αρθούρου του σερ Τόμας Μάλορι. Φαινόταν πλούσιο και υπέροχο, και η Μιράντα δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από το να περάσει μέσα από τη βιτρίνα και να εισπνεύσει τον αέρα γύρω του. Για πρώτη φορά στη ζωή της έβλεπε κάτι που απλώς έπρεπε να έχει. Δεν την ένοιαζε η οικονομία. Δεν την ένοιαζε η πρακτικότητα. Αναστέναξε με μια βαθιά, ολόψυχη ανάσα και είπε: «Νομίζω ότι καταλαβαίνω τελικά τι εννοείς για τα παπούτσια». «Για τα παπούτσια;» επανέλαβε η Ολίβια, κοιτώντας τα πόδια της. «Για τα παπούτσια;» Η Μιράντα δεν μπήκε καν στον κόπο να της εξηγήσει περαιτέρω. Ήταν πολύ απασχολημένη να γέρνει το κεφάλι της έτσι ώστε να μπορεί να βλέπει το χρυσό φύλλο που διακοσμούσε τις άκρες του. «Μα το έχουμε ήδη διαβάσει», συνέχισε η Ολίβια. «Νομίζω ότι ήταν πριν από δύο χρόνια – όταν η κυρία Λέισι είχε προσληφθεί ως γκουβερνάντα μας. Δεν θυμάσαι; Είχε αναστατωθεί πολύ που ούτε καν το είχαμε ξεκινήσει». «Μα, δεν πρόκειται για την ανάγνωσή του», είπε η Μιράντα πιέζοντας τη μύτη της ακόμα πιο κοντά στη βιτρίνα. «Δεν είναι το πιο όμορφο πράγμα που έχεις δει ποτέ;» Η Ολίβια κοίταξε τη φίλη της με μια έκφραση αμφιβολίας. «Ε... όχι». Η Μιράντα κούνησε ελαφρά το κεφάλι της και κοίταξε την Ολίβια. «Υποθέτω ότι έτσι είναι η τέχνη. Αυτό που μπορεί να συγκλονίσει ένα άτομο μπορεί να μη συγκινήσει κάποιο άλλο έστω και στο ελάχιστο». «Μα, Μιράντα, αυτό είναι απλώς ένα βιβλίο!» «Αυτό το βιβλίο», είπε αποφασιστικά εκείνη, «είναι ένα έργο τέχνης». «Φαίνεται μάλλον παλιό». «Ναι, το ξέρω». Η Μιράντα αναστέναξε ευτυχισμένα. «Θα το αγοράσεις;»


«Αν έχω αρκετά χρήματα». «Θα έλεγα ότι έχεις. Δεν έχεις ξοδέψει τίποτα από το χαρτζιλίκι σου εδώ και χρόνια. Πάντα το έβαζες σε αυτό το πορσελάνινο βάζο που ο Τέρνερ σου έστειλε για τα γενέθλιά σου πριν από πέντε χρόνια». «Έξι». Η Ολίβια ανοιγόκλεισε τα μάτια της. «Έξι τι;» «Ήταν πριν από έξι χρόνια». «Τι πέντε, τι έξι – το ίδιο κάνει», της πέταξε η Ολίβια, που φαινόταν μάλλον εκνευρισμένη από την εμμονή της Μιράντα για ακρίβεια. «Το θέμα είναι ότι έχεις αρκετά χρήματα στην άκρη, και αν θέλεις πραγματικά αυτό το βιβλίο, θα πρέπει να το αγοράσεις για να γιορτάσεις τα εικοστά γενέθλιά σου. Ποτέ δεν αγοράζεις τίποτα για τον εαυτό σου». Η Μιράντα στράφηκε προς τον πειρασμό στη βιτρίνα. Το βιβλίο είχε τοποθετηθεί σε μια βάση και ήταν ανοιχτό σε κάποια σελίδα στη μέση. Μια εικόνα με έντονα χρώματα απεικόνιζε τον βασιλιά Αρθούρο και την Γκουίνεβιρ. «Θα είναι ακριβό», είπε με θλίψη. Η Ολίβια της έδωσε μια μικρή σπρωξιά και είπε: «Δεν θα μάθεις ποτέ αν δεν μπεις μέσα να ρωτήσεις». «Έχεις δίκιο. Θα το κάνω!» είπε η Μιράντα με ένα αστραφτερό χαμόγελο γεμάτο ενθουσιασμό αλλά και νευρικότητα καθώς έμπαινε στο κατάστημα. Το βιβλιοπωλείο ήταν ευχάριστο, διακοσμημένο με πλούσια, αρρενωπά χρώματα, με αναπαυτικές δερμάτινες καρέκλες στρατηγικά τοποθετημένες για όσους επιθυμούσαν να καθίσουν και να ξεφυλλίσουν κάποιο βιβλίο. «Δεν βλέπω τον ιδιοκτήτη», ψιθύρισε η Ολίβια στο αφτί της Μιράντα. «Εκεί πέρα». Η Μιράντα έγνεψε με το κεφάλι της προς έναν λεπτό, φαλακρό άντρα στην ηλικία των γονιών τους. «Να τον, βοηθάει αυτόν τον άνθρωπο να βρει ένα βιβλίο. Απλώς πρέπει να περιμένω μέχρι να είναι διαθέσιμος. Δεν θέλω να ενοχλήσω». Οι δυο κοπέλες περίμεναν υπομονετικά για λίγα λεπτά, όσο ο βιβλιοπώλης ήταν απασχολημένος. Πού και πού τους έριχνε ένα βλοσυρό βλέμμα, το οποίο μπέρδευε πολύ τη Μιράντα, καθώς τόσο η Ολίβια όσο και η ίδια ήταν ευπρεπώς ντυμένες και προφανώς τα χρήματά τους έφταναν για να αγοράσουν τα περισσότερα από τα βιβλία που εμπορευόταν. Τελικά, ο βιβλιοπώλης ολοκλήρωσε τη δουλειά του και έσπευσε προς το μέρος τους. «Αναρωτιόμουν, κύριε–» ξεκίνησε να λέει η Μιράντα. «Αυτό είναι βιβλιοπωλείο για κυρίους», είπε με εχθρική φωνή. «Ω!» Η Μιράντα τραβήχτηκε προς τα πίσω, ξαφνιασμένη από τη στάση του. Αλλά ήθελε απεγνωσμένα το βιβλίο του Μάλορι και έτσι προσπάθησε να πνίξει την περηφάνια της, χαμογέλασε γλυκά και συνέχισε: «Ζητώ ταπεινά συγγνώμη. Δεν το κατάλαβα. Αλλά ήλπιζα ότι–» «Είπα ότι πρόκειται για κατάστημα κυρίων». Τα μικρά σαν χάντρες μάτια του στένεψαν επικίνδυνα. «Σας παρακαλώ ευγενικά να φύγετε αμέσως». Ευγενικά; Η Μιράντα απέμεινε να τον κοιτάζει άναυδη. Ευγενικά; Και το έλεγε με τέτοιο ύφος; «Πάμε να φύγουμε, Μιράντα», είπε η Ολίβια, τραβώντας το μανίκι της. «Πρέπει να φύγουμε». Η Μιράντα έσφιξε τα δόντια της και δεν ενέδωσε. «Θα ήθελα να αγοράσω ένα βιβλίο». «Ναι, είμαι βέβαιος ότι το θέλετε», είπε ο βιβλιοπώλης δηκτικά. «Και το βιβλιοπωλείο για τις κυρίες απέχει λιγότερο από πεντακόσια μέτρα από εδώ». «Το βιβλιοπωλείο για τις κυρίες δεν έχει αυτό που θέλω».


«Τότε είμαι βέβαιος ότι δεν είναι πρέπον να διαβάσετε το συγκεκριμένο βιβλίο», απάντησε εκείνος με ένα πονηρό χαμόγελο. «Δεν πιστεύω ότι είστε σε θέση να το κρίνετε αυτό, κύριε», απάντησε ψυχρά η Μιράντα. «Μιράντα», ψιθύρισε η Ολίβια, με τα μάτια της διάπλατα ανοιχτά. «Περίμενε μια στιγμή», της απάντησε η φίλη της, χωρίς να πάρει τα μάτια της από τον απωθητικό μικρό ανθρωπάκο. «Κύριε, μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι διαθέτω άφθονα χρήματα. Και αν μου επιτρέψετε να επιθεωρήσω τον Θάνατο του Αρθούρου, ίσως να μπορούσατε να με πείσετε να τα αποχωριστώ». Εκείνος σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος του. «Σας είπα ότι δεν πουλάω βιβλία σε γυναίκες». Πραγματικά, αυτό ξεπερνούσε τα όρια. «Συγγνώμη;» «Φύγετε», τους πέταξε, «αλλιώς θα σας βγάλω έξω με τη βία». «Αυτό θα ήταν λάθος, κύριε», τον αντιμετώπισε κοφτά η Μιράντα. «Ξέρετε ποιες είμαστε;» Δεν συνήθιζε να εκμεταλλεύεται την κοινωνική θέση της, αλλά θα το έκανε αν το απαιτούσε η περίσταση. Ο βιβλιοπώλης δεν φάνηκε να πτοείται. «Είμαι βέβαιος ότι δεν με νοιάζει». «Μιράντα», την παρακάλεσε ξανά η Ολίβια, που ήταν εμφανές ότι ένιωθε άβολα. «Είμαι η δεσποινίς Μιράντα Τσίβερ, κόρη του σερ Ρούπερτ Τσίβερ, και αυτή», είπε η Μιράντα με μια κίνηση, «είναι η λαίδη Ολίβια Μπέβελστοκ, κόρη του κόμη του Ράντλαντ. Και σας προτείνω να επανεξετάσετε τη στάση σας». Το υπεροπτικό βλέμμα του συνάντησε το δικό της. «Δεν με νοιάζει κι αν είστε η αναθεματισμένη πριγκίπισσα Σάρλοτ. Βγείτε από το κατάστημά μου τώρα». Τα μάτια της Μιράντα στένεψαν πριν σηκωθεί να φύγει. Ήταν ήδη αρκετά κακό που την είχε προσβάλει. Αλλά το να προσβάλει τη μνήμη της πριγκίπισσας ήταν κάτι παραπάνω από απαράδεκτο. «Δεν έχουμε τελειώσει ακόμα, κύριε». «Έξω!» Η Μιράντα άρπαξε το χέρι της Ολίβια και έφυγε ξεφυσώντας και βροντώντας την πόρτα για να εκφράσει τη δυσαρέσκειά της. «Μπορείς να το πιστέψεις;» είπε όταν βρέθηκαν στην ασφάλεια του δρόμου. «Αυτό ήταν τρομακτικό. Ήταν εγκληματικό. Ήταν–» «Ένα βιβλιοπωλείο για κυρίους», τη διέκοψε η Ολίβια κοιτάζοντάς τη σαν να είχε ξαφνικά αποκτήσει δύο κεφάλια. «Ε και; » Η Ολίβια σφίχτηκε με τον εχθρικό τόνο της φίλης της. «Υπάρχουν βιβλιοπωλεία για κυρίους και βιβλιοπωλεία για κυρίες. Έτσι έχουν τα πράγματα». Οι γροθιές της Μιράντα σφίχτηκαν. «Και όμως είναι αναθεματισμένα ανόητη αυτή η κατάσταση, αν θέλεις τη γνώμη μου». «Μιράντα!» Η Ολίβια έβγαλε μια πνιχτή κραυγή. «Τι ήταν αυτό που είπες μόλις τώρα;» Η Μιράντα είχε την ευθιξία να κοκκινίσει για την άσχημη γλώσσα της. «Βλέπεις πόσο πολύ με εκνεύρισε; Με έχεις ακούσει ποτέ να βρίζω δυνατά;» «Όχι, και δεν είμαι βέβαιη ότι θέλω να μάθω πόσες βρισιές λες από μέσα σου». «Ήταν ανόητο», απάντησε η Μιράντα. «Εντελώς ανόητο. Αυτός είχε κάτι που ήθελα να αγοράσω, και εγώ είχα τα χρήματα για να το πληρώσω. Θα έπρεπε να ήταν απλό το θέμα». Η Ολίβια κοίταξε προς το τέρμα του δρόμου. «Γιατί δεν πηγαίνουμε στο βιβλιοπωλείο για κυρίες;» «Δεν υπάρχει τίποτε άλλο που θα προτιμούσα να κάνω υπό κανονικές συνθήκες. Σίγουρα θα


προτιμούσα να μην είχα μπει στο κατάστημα εκείνου του απαίσιου ανθρώπου. Αλλά αμφιβάλλω ότι θα έχουν το ίδιο αντίτυπο του Θανάτου του Αρθούρου, Λίβι. Είμαι βέβαιη ότι είναι ένα μοναδικό αντικείμενο. Και το χειρότερο...» Η φωνή της Μιράντα δυνάμωσε καθώς η αδικία την έπνιγε όλο και περισσότερο. «Και το χειρότερο...» «Μπορεί να γίνει χειρότερο;» Η Μιράντα της έριξε μια ενοχλημένη ματιά αλλά παρ’ όλα αυτά απάντησε: «Ναι. Μπορεί. Το χειρότερο είναι ότι ακόμα κι αν υπήρχαν δύο αντίτυπα, που είμαι αρκετά σίγουρη ότι δεν υπάρχουν, το βιβλιοπωλείο για κυρίες πιθανότατα δεν θα έφερνε κανένα από αυτά ούτως ή άλλως, επειδή κανείς δεν θα πίστευε ότι μια κυρία θα ήθελε ένα τέτοιο βιβλίο!». «Είσαι σίγουρη;» «Ναι. Το βιβλιοπωλείο αυτό είναι μάλλον γεμάτο από μυθιστορήματα του Μπάιρον και της Ράντκλιφ». «Εμένα μου αρέσουν τα μυθιστορήματα του Μπάιρον και της Ράντκλιφ», είπε η Ολίβια. «Κι εμένα», τη διαβεβαίωσε η Μιράντα, «αλλά μου αρέσουν και άλλα είδη λογοτεχνίας. Και σίγουρα δεν νομίζω ότι του πέφτει λόγος εκείνου του ανθρώπου», είπε δείχνοντας θυμωμένα με το δάχτυλο προς τη βιτρίνα του βιβλιοπωλείου, «να αποφασίσει τι μπορώ ή τι δεν μπορώ να διαβάσω». Η Ολίβια την κοίταξε για λίγο και στη συνέχεια είπε ευγενικά: «Τελείωσες;». Η Μιράντα ίσιωσε τη φούστα της και είπε ξεφυσώντας: «Αρκετά». Η Ολίβια, που καθόταν με την πλάτη στραμμένη προς το βιβλιοπωλείο, έριξε μια εκνευρισμένη ματιά πάνω από τον ώμο της και βάζοντας το χέρι της παρηγορητικά στο μπράτσο της Μιράντα είπε: «Θα πούμε στον πατέρα μου να το αγοράσει για εσένα. Ή στον Τέρνερ». «Δεν είναι αυτό το θέμα. Και δεν μπορώ να πιστέψω ότι δεν είσαι τόσο εκνευρισμένη γι’ αυτό όσο εγώ». Η Ολίβια αναστέναξε. «Πότε έγινες σταυροφόρος, Μιράντα; Νόμιζα ότι εγώ ήμουν η πιο ασυμβίβαστη από τις δυο μας». Το σαγόνι της Μιράντα είχε αρχίσει να πονάει από το σφίξιμο. «Υποθέτω», γκρίνιαξε, «ότι ποτέ δεν μου έτυχε να εκνευριστώ τόσο πολύ προηγουμένως». Η Ολίβια αποτραβήχτηκε λιγάκι. «Θύμισέ μου να μη σε εκνευρίσω στο μέλλον». «Εγώ πάντως θα το αποκτήσω αυτό το βιβλίο». «Εντάξει, τώρα ας–» «Και αυτός θα το μάθει ότι το πήρα!» είπε η Μιράντα ρίχνοντας μια τελευταία εχθρική ματιά και προχώρησε προς την κατεύθυνση του σπιτιού. «Φυσικά και θα αγοράσω το βιβλίο για εσένα, Μιράντα», δήλωσε ο Τέρνερ συγκαταβατικά. Είχε απολαύσει ένα μάλλον χαλαρό απόγευμα, διαβάζοντας την εφημερίδα και σκεπτόμενος τη ζωή σαν ελεύθερος πια άντρας, όταν η αδελφή του όρμησε στο δωμάτιο, ανακοινώνοντας ότι η Μιράντα χρειαζόταν απελπισμένα μια χάρη. Και μάλιστα του φάνηκαν όλα αρκετά διασκεδαστικά, ειδικά ο δολοφονικός τρόπος με τον οποίο η Μιράντα κοίταζε την Ολίβια όταν εκείνη χρησιμοποίησε τη λέξη “απελπισμένα”. «Δεν θέλω να το αγοράσεις για εμένα», πετάχτηκε η Μιράντα. «Θέλω να το αγοράσεις μαζί μου». Ο Τέρνερ ανακάθισε πίσω στην άνετη καρέκλα του. «Υπάρχει κάποια διαφορά;» «Και τεράστια μάλιστα».


«Ναι, τεράστια», επιβεβαίωσε και η Ολίβια χαμογελώντας, αλλά εκείνος υποψιάστηκε ότι μάλλον ούτε η αδελφή του έβλεπε τη διάκριση. Η Μιράντα της έριξε άλλη μια άγρια ματιά και η Ολίβια πετάχτηκε και αναφώνησε: «Τι; Σε υποστηρίζω!». «Δεν νομίζεις ότι είναι λάθος», συνέχισε η Μιράντα εκνευρισμένη, απαντώντας στις επικρίσεις της και στο ύφος του, «να μην μπορώ να ψωνίσω σε ένα συγκεκριμένο κατάστημα απλώς και μόνο επειδή είμαι γυναίκα;» Χαμογέλασε χαλαρά κοιτώντας την. «Μιράντα, υπάρχουν ορισμένα μέρη όπου οι γυναίκες δεν μπορούν να πάνε». «Δεν ζητώ να μπω σε ένα από τα πολύτιμα κλαμπ σας. Θέλω απλώς να αγοράσω ένα βιβλίο. Δεν υπάρχει τίποτα μεμπτό στο να αγοράσω ένα βιβλίο. Για όνομα του Θεού, είναι απλώς ένα βιβλίο αντίκα». «Μιράντα, αν αυτός ο κύριος έχει αυτό το κατάστημα, μπορεί να αποφασίσει σε ποιον θέλει ή σε ποιον δεν θέλει να πουλήσει». Εκείνη σταύρωσε τα μπράτσα μπροστά στο στήθος της. «Ε λοιπόν, ίσως δεν πρέπει να του επιτρέπεται κάτι τέτοιο. Ίσως θα έπρεπε να υπάρχει ένας νόμος που να λέει ότι οι βιβλιοπώλες δεν μπορούν να εμποδίζουν τις γυναίκες να ψωνίζουν στα καταστήματά τους». Εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του. «Δεν φαντάζομαι να έχεις διαβάσει εκείνο το άρθρο της Μέρι Γουόλστονκραφτ, έτσι;» «Ποια Μέρι;» ρώτησε η Μιράντα αφηρημένα. «Ωραία!» «Μην αλλάζεις θέμα, σε παρακαλώ, Τέρνερ. Συμφωνείς ή όχι να με βοηθήσεις να αγοράσω αυτό το βιβλίο;» Εκείνος αναστέναξε, κουρασμένος από το απροσδόκητο πείσμα της. Και μάλιστα για ένα βιβλίο. «Μιράντα, γιατί πρέπει να σου επιτραπεί να επισκεφθείς ένα βιβλιοπωλείο για κυρίους; Δεν μπορείς καν να ψηφίσεις». Η οργή της φούντωσε στη στιγμή. «Και αυτό είναι άλλο ένα θέμα–» Ο Τέρνερ συνειδητοποίησε γρήγορα ότι είχε κάνει ένα λάθος τακτικής. «Ξέχνα ότι ανέφερα την ψήφο. Σε παρακαλώ. Θα πάω μαζί σου για να αγοράσουμε το βιβλίο». «Αλήθεια, θα το κάνεις;» Τα μάτια της άστραψαν: ένα λαμπερό και βελούδινο καστανό χρώμα. «Ευχαριστώ». «Πάμε την Παρασκευή; Δεν νομίζω ότι έχω κάποια υποχρέωση το απόγευμα». «Ω, θέλω να έρθω κι εγώ», πετάχτηκε η Ολίβια. «Όχι, σίγουρα όχι», απάντησε σθεναρά ο Τέρνερ. «Μόνο μία από εσάς μπορώ να διαχειριστώ. Τα νεύρα μου, ξέρετε…» «Τα νεύρα σου;» του πέταξε. Εκείνος την κοίταξε με ένα έντονο βλέμμα. «Τα υποβάλλετε σε δοκιμασία!» «Τέρνερ!» αναφώνησε η Ολίβια και γύρισε προς τη Μιράντα. «Μιράντα!» Αλλά η Μιράντα είχε επικεντρώσει την προσοχή της στον Τέρνερ. «Δεν θα μπορούσαμε να πάμε τώρα;» τον ρώτησε, δίνοντάς του την εντύπωση ότι δεν είχε ακούσει ούτε μία λέξη από τη συζήτηση με την αδελφή του. «Δεν θέλω να με έχει ξεχάσει ο βιβλιοπώλης». «Κρίνοντας από τη διήγηση της Ολίβια για την περιπέτειά σας», είπε λιγάκι ειρωνικά ο Τέρνερ, «αμφιβάλλω ότι υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο». «Ναι, αλλά θα μπορούσαμε να πάμε σήμερα; Σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ».


«Συνειδητοποιείς ότι με ικετεύεις;» «Δεν με νοιάζει», απάντησε εκείνη αμέσως. Εκείνος φάνηκε να το σκέφτεται για λίγο. «Μου φαίνεται ότι θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω αυτή την κατάσταση προς όφελός μου». Η Μιράντα τον κοίταξε απορημένη. «Και ποιος ο λόγος να κάνεις κάτι τέτοιο;» «Ω, δεν ξέρω. Κανείς δεν ξέρει πότε θα μπορούσε να ζητήσει να του ανταποδώσουν μια χάρη». «Επειδή δεν έχω τίποτα που θα μπορούσες ενδεχομένως να θέλεις, σε συμβουλεύω να ξεχάσεις τα πονηρά σχέδιά σου και απλώς να με πας στο βιβλιοπωλείο». «Πολύ καλά. Ας πάμε». Για μια στιγμή σκέφτηκε ότι η Μιράντα θα χοροπηδούσε από χαρά. Θεέ και Κύριε! «Δεν είναι μακριά», είπε. «Μπορούμε να περπατήσουμε». «Είστε σίγουροι ότι δεν μπορώ να έρθω μαζί σας;» ρώτησε η Ολίβια, ακολουθώντας τους στο χολ. «Μείνε εδώ», τη διέταξε ο Τέρνερ ευγενικά βλέποντας τη Μιράντα να ορμάει στην πόρτα. «Κάποιος θα πρέπει να καλέσει την αστυνομία αν δεν επιστρέψουμε σώοι». Δέκα λεπτά αργότερα, η Μιράντα στεκόταν μπροστά στο βιβλιοπωλείο από το οποίο την είχαν διώξει νωρίτερα εκείνη την ημέρα. «Θεέ μου, Μιράντα», άκουσε τον Τέρνερ δίπλα της. «Φαίνεσαι λίγο τρομακτική». «Ωραία», απάντησε κοφτά και προχώρησε. Ο Τέρνερ έβαλε το χέρι του στο μπράτσο της για να τη συγκρατήσει. «Επίτρεψέ μου να μπω πρώτος», πρότεινε, με μια εύθυμη λάμψη στα μάτια του. «Ο καημένος ο άνθρωπος μπορεί να πάθει αποπληξία αν σε δει μπροστά του». Η Μιράντα τον κοίταξε, αλλά τον άφησε να περάσει. Δεν υπήρχε περίπτωση να τη διώξει ο βιβλιοπώλης αυτή τη φορά. Είχε έρθει μαζί με έναν ευγενή και κατάφωρα εκνευρισμένη. Το βιβλίο θα γινόταν σίγουρα δικό της. Καθώς ο Τέρνερ έμπαινε στο κατάστημα με τη Μιράντα κατά πόδας, τους υποδέχθηκε ο ήχος από ένα κουδουνάκι. «Μπορώ να σας βοηθήσω, κύριε;» ρώτησε ο βιβλιοπώλης με επιτηδευμένη ευγένεια. «Ναι, με ενδιαφέρει–» είπε κοιτώντας γύρω. «Εκείνο το βιβλίο», είπε σταθερά η Μιράντα, δείχνοντας προς τη βιτρίνα. «Ναι, αυτό είναι», είπε ο Τέρνερ χαμογελώντας ευγενικά στον βιβλιοπώλη. «Εσείς!» Ο βιβλιοπώλης ούρλιαξε ενώ το πρόσωπό του γινόταν κατακόκκινο από θυμό. «Έξω! Βγείτε από το κατάστημά μου τώρα!» Κι αρπάζοντας το χέρι της Μιράντα προσπάθησε να τη σύρει ως την πόρτα. «Σταματήστε! Σταματήστε, λέω!» Η Μιράντα, που δεν ήταν το είδος γυναίκας που θα επέτρεπε να την κακομεταχειριστεί ένας άντρας τον οποίο θεωρούσε ηλίθιο, άρπαξε το τσαντάκι της και τον χτύπησε στο κεφάλι. Ο Τέρνερ βόγκηξε. «Σίμονς!» φώναξε ο βιβλιοπώλης, καλώντας τον βοηθό του. «Κάλεσε την αστυνομία. Αυτή η νεαρή κοπέλα είναι εντελώς τρελή!» «Δεν είμαι τρελή, γερο-τράγε!»


Ο Τέρνερ σκέφτηκε τις επιλογές τους. Πραγματικά, όλα αυτά δεν θα είχαν καλό τέλος. «Είμαι πελάτης που πληρώνει», συνέχισε η Μιράντα με θέρμη. «Και θέλω να αγοράσω τον Θάνατο του Αρθούρου». «Καλύτερα να πεθάνω παρά να πέσει στα χέρια σου, κακότροπο παλιοθήλυκο!» Παλιοθήλυκο; Αυτό ήταν πραγματικά πάρα πολύ για τη Μιράντα, μια νεαρή κυρία της οποίας η συμπεριφορά ήταν συνήθως πολύ πιο ήρεμη από ό,τι κάποιος θα μπορούσε να μαντέψει από την τρέχουσα συμπεριφορά της. «Είσαι ένας άθλιος, αισχρός άνθρωπος!» του πέταξε οργισμένα και προσπάθησε να σηκώσει ξανά το τσαντάκι της. Παλιοθήλυκο; Ο Τέρνερ αναστέναξε. Ήταν μια προσβολή που πραγματικά δεν μπορούσε να παραβλέψει. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να αφήσει τη Μιράντα να επιτεθεί ξανά στον δύστυχο άνθρωπο. Άρπαξε το τσαντάκι από το χέρι της. Η Μιράντα τον κοίταξε δολοφονικά για την παρέμβασή του και με μάτια στενεμένα του έριξε μια προειδοποιητική ματιά. Εκείνος ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του και στράφηκε προς τον βιβλιοπώλη. «Κύριε, πρέπει να επιμείνω να ζητήσετε συγγνώμη από την κυρία». Ο βιβλιοπώλης σταύρωσε τα μπράτσα του στο στήθος επιθετικά. Ο Τέρνερ κοίταξε τη Μιράντα. Τα μπράτσα της ήταν σταυρωμένα στο στήθος της με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Κοίταξε ξανά τον μεγαλύτερο άντρα και είπε πάλι, λίγο πιο δυνατά: «Πρέπει να ζητήσετε συγγνώμη από την κυρία». «Είναι σκέτος μπελάς», απάντησε ο βιβλιοπώλης άγρια. «Βρε παλιο–», προσπάθησε να του επιτεθεί η Μιράντα, αλλά ο Τέρνερ την τράβηξε πίσω αρπάζοντας το πίσω μέρος του φορέματός της. Ο μεγαλύτερος άντρας έσφιξε τη γροθιά του και πήρε μια έντονα επιθετική στάση που ερχόταν σε αντίθεση με τη διανοουμενίστικη εμφάνισή του. «Κάθισε ήσυχη», της σφύριξε ο Τέρνερ, καθώς αισθάνθηκε τον θυμό να φουντώνει μέσα του. Ο βιβλιοπώλης της έριξε μια θριαμβευτική ματιά. «Αυτό ήταν λάθος», είπε ο Τέρνερ. Θεέ μου, δεν είχε καθόλου κοινή λογική αυτός ο άνθρωπος; Η Μιράντα πετάχτηκε πάλι προς τα εμπρός, πράγμα που σήμαινε ότι ο Τέρνερ έπρεπε να κρατήσει το φόρεμά της ακόμα πιο σταθερά, πράγμα που σήμαινε ότι ο βιβλιοπώλης θα ένιωθε ακόμα περισσότερο θριαμβευτής, πράγμα που σήμαινε ότι όλη αυτή η αναθεματισμένη φάρσα θα εξελισσόταν σε τυφώνα, αν δεν διευθετούσε το θέμα εκείνη ακριβώς τη στιγμή. «Ζητήστε συγγνώμη από την κυρία, αλλιώς θα σας κάνω να το μετανιώσετε πραγματικά!» του είπε με ένα παγωμένο, αλαζονικό ύφος. Αλλά ο βιβλιοπώλης πρέπει να ήταν σαφώς πολύ ηλίθιος, επειδή δεν δέχτηκε την προσφορά που ο Τέρνερ είχε, κατά την εκτίμησή του, τόσο ευγενικά προσφέρει. Αντ’ αυτού, ανασήκωσε το σαγόνι του επιθετικά και ανακοίνωσε: «Δεν έχω να ζητήσω συγγνώμη για τίποτε. Αυτή η γυναίκα ήρθε στο κατάστημά μου...» «Άει στο καλό», μουρμούρισε ο Τέρνερ. Δεν θα μπορούσε να το αποφύγει τώρα. «...ενόχλησε τους πελάτες μου, με προσέβαλε...» Ο Τέρνερ έσφιξε το χέρι του σε γροθιά και γυρνώντας έριξε μια μπουνιά στη μύτη του βιβλιοπώλη. «Ω Θεέ μου!» αναφώνησε η Μιράντα. «Νομίζω ότι έσπασες τη μύτη του». Ο Τέρνερ της έριξε μια δηκτική ματιά πριν κοιτάξει προς τον βιβλιοπώλη στο πάτωμα. «Δεν το νομίζω. Δεν αιμορραγεί πολύ». «Κρίμα», μουρμούρισε η Μιράντα.


Ο Τέρνερ άρπαξε το χέρι της και την τράβηξε προς το μέρος του. Η αιμοδιψής μικρή μάγισσα δεν θα γλίτωνε στο τέλος. «Μην πεις άλλη λέξη μέχρι να βγούμε από εδώ». Η Μιράντα τον κοίταξε με ορθάνοιχτα μάτια, αλλά έκλεισε συνετά το στόμα της και του επέτρεψε να τη βγάλει από το κατάστημα. Καθώς περνούσαν από τη βιτρίνα, όμως, έριξε το βλέμμα της στον Θάνατο του Αρθούρου και ξέσπασε: «Το βιβλίο μου!» Αυτό ήταν. Ο Τέρνερ σταμάτησε ξαφνικά. «Δεν θέλω να ακούσω άλλη λέξη για το καταραμένο βιβλίο σου, μ’ ακούς;» Εκείνη απέμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Καταλαβαίνεις τι ακριβώς συνέβη; Χτύπησα έναν άντρα». «Ναι, αλλά δεν συμφωνείς ότι του χρειαζόταν;» «Ούτε καν το μισό απ’ όσο σου χρειάζεται εσένα να σε στραγγαλίσουν». Η Μιράντα τραβήχτηκε πίσω προσβεβλημένη. «Αντίθετα με ό,τι κι αν σκέφτεσαι για εμένα», της πέταξε, «δεν περνώ τις μέρες μου προσπαθώντας να σκεφτώ πότε και πού θα καταφύγω στη βία». «Ναι, αλλά–» «Αλλά τίποτα, Μιράντα. Τον προσέβαλες τον άνθρωπο...» «Εκείνος με προσέβαλε». «Χειριζόμουν εγώ το θέμα», της απάντησε με σφιγμένα δόντια. «Αυτός εξάλλου ήταν και ο λόγος για τον οποίο με οδήγησες εδώ, για να χειριστώ τα πάντα. Έτσι δεν είναι;» Η Μιράντα συνοφρυώθηκε και έκανε ένα νεύμα. «Τι στο καλό συμβαίνει μαζί σου; Τι θα γινόταν αν ο άντρας εκείνος είχε λιγότερη αυτοσυγκράτηση; Κι αν–» «Πιστεύεις ότι έδειξε αυτοσυγκράτηση;» ρώτησε εκείνη έκπληκτη. «Τουλάχιστον όσο και εσύ!» είπε βάζοντας τα χέρια του στους ώμους της και σχεδόν ταρακουνώντας την. «Θεέ μου, Μιράντα, συνειδητοποιείς ότι υπάρχουν πολλοί άντρες που δεν θα είχαν καθόλου ενδοιασμούς να χτυπήσουν μια γυναίκα; Ή να κάνουν κάτι χειρότερο», πρόσθεσε με νόημα και την κοίταξε περιμένοντας την απάντησή της. Εκείνη, όμως, είχε απομείνει ακίνητη κοιτάζοντάς τον, με μάτια διάπλατα ανοιχτά χωρίς να κουνά ούτε βλέφαρο. Εκείνη τη στιγμή ο Τέρνερ είχε την πιο ανησυχητική αίσθηση της ζωής του, ότι εκείνη έβλεπε κάτι που ο ίδιος δεν έβλεπε. Σαν να διέκρινε κάτι μέσα του. Και τότε του είπε: «Λυπάμαι, Τέρνερ». «Για ποιο πράγμα;» τη ρώτησε απότομα. «Για το ότι δημιούργησες μια σκηνή στη μέση ενός ήσυχου βιβλιοπωλείου; Επειδή δεν κρατάς το στόμα σου κλειστό όταν πρέπει; Για…» «Για το γεγονός ότι σε αναστάτωσα», του απάντησε ήσυχα. «Συγγνώμη. Δεν ήταν σωστό εκ μέρους μου». Τα λόγια της, ειπωμένα με τρυφερότητα, έδιωξαν την οργή του και της είπε αναστενάζοντας: «Απλά μην κάνεις κάτι τέτοιο ξανά, έτσι;». «Σου το υπόσχομαι». «Πολύ καλά», της απάντησε και συνειδητοποιώντας ότι εξακολουθούσε να έχει τα χέρια του στους ώμους της, χαλάρωσε τη λαβή του. Τι όμορφους ώμους είχε, σκέφτηκε έκπληκτος και πήρε τα χέρια του από πάνω της. Η Μιράντα έγειρε το κεφάλι της στο πλάι καθώς μια ανήσυχη έκφραση ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Τουλάχιστον, νομίζω ότι σου το υπόσχομαι. Σίγουρα θα προσπαθήσω να μην κάνω τίποτα που θα σε ενοχλήσει ξανά».


Ο Τέρνερ είχε ένα ξαφνικό όραμα στο οποίο η Μιράντα προσπαθούσε να μην τον αναστατώσει. Μόνο που το όραμα αυτό καθαυτό τον αναστάτωσε. «Τι σου έχει συμβεί;» τη ρώτησε. «Εμείς βασιζόμαστε σε εσένα ότι θα είσαι πάντα προσγειωμένη. Ένας Θεός ξέρει πόσες φορές έχεις αποτρέψει την Ολίβια από τα διάφορα προβλήματα». Εκείνη του χαμογέλασε και ύστερα είπε: «Μη συγχέεις το προσγειωμένη με το αδύναμη, Τέρνερ. Δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα. Και σίγουρα δεν είμαι καθόλου αδύναμη». Και δεν ήταν καθόλου προκλητική ή αμυντική όταν του έλεγε αυτά τα λόγια, συνειδητοποίησε. Απλώς δήλωνε ένα γεγονός – κάτι που όπως υποψιαζόταν η οικογένειά του είχε παραβλέψει εδώ και χρόνια. «Μη φοβάσαι», της είπε κουρασμένα, «αν τυχόν σκέφτηκα ποτέ ότι είσαι αδύναμη, σίγουρα τα γεγονότα του απογεύματος με έχουν διαψεύσει». Αλλά, ο Θεός να τον βοηθούσε, εκείνη δεν είχε τελειώσει. «Αν δω κάτι που είναι τόσο εμφανώς λάθος», του είπε με ειλικρίνεια, «δεν μπορώ να καθίσω χωρίς να κάνω τίποτα». Θα τον σκότωνε. Αυτό ήταν σίγουρο. «Τουλάχιστον προσπάθησε απλώς να μείνεις μακριά από προφανείς μπελάδες. Θα μπορούσες να το κάνεις αυτό για εμένα;» «Μα δεν νομίζω ότι αυτό ήταν κάποιος ιδιαίτερος μπελάς. Και αυτό που έκανα–» Εκείνος σήκωσε το χέρι του για να τη σταματήσει. «Φτάνει πια. Δεν θέλω άλλη λέξη γι’ αυτό το θέμα. Αν συνεχίσουμε να μιλάμε γι’ αυτό, θα χάσω δέκα χρόνια από τη ζωή μου». Και βάζοντας το μπράτσο της στο δικό του την οδήγησε προς το σπίτι. Θεέ μου, τι του συνέβαινε; Το αίμα κυλούσε ακόμα μέσα του σαν τρελό, παρόλο που εκείνη δεν είχε κινδυνέψει ούτε για μια στιγμή. Όχι πραγματικά τουλάχιστον. Για την ακρίβεια, αμφέβαλλε ότι ο βιβλιοπώλης θα μπορούσε να την είχε χτυπήσει. Και επιπλέον, γιατί στο καλό ανησυχούσε τόσο για τη Μιράντα; Φυσικά νοιαζόταν γι’ αυτήν. Ήταν σαν τη μικρή αδελφή του. Έπειτα, όμως, προσπάθησε να φανταστεί την Ολίβια στη θέση της. Το μόνο που ένιωθε ήταν ένα είδος ευθυμίας. Κάτι πήγαινε, λοιπόν, στραβά αν η Μιράντα μπορούσε να τον κάνει να νιώσει τόσο έξαλλος.


Κεφάλαιο 6 «Ο Ουίνστον θα βρίσκεται σύντομα εδώ». Η Ολίβια μπήκε στο τριανταφυλλί σαλόνι χαρίζοντας στη Μιράντα το πιο λαμπερό χαμόγελό της. Η Μιράντα σήκωσε τα μάτια από το βιβλίο της – ένα φθαρμένο και όχι πολύ εντυπωσιακό αντίτυπο του Θανάτου του Αρθούρου, το οποίο είχε δανειστεί από τη βιβλιοθήκη του λόρδου Ράντλαντ. «Αλήθεια;» μουρμούρισε, παρόλο που γνώριζε πολύ καλά ότι ο Ουίνστον επρόκειτο να φτάσει εκείνο το απόγευμα. «Αλήθεια;» επανέλαβε κοροϊδευτικά η Ολίβια. «Μόνο αυτό έχεις να πεις; Συγγνώμη, αλλά είχα την εντύπωση ότι ήσουν ερωτευμένη με αυτό το αγόρι – ω, με συγχωρείς, τώρα πια είναι ολόκληρος άντρας, έτσι δεν είναι;» Η Μιράντα επέστρεψε στο βιβλίο της. «Σου είπα ότι δεν είμαι ερωτευμένη μαζί του». «Ε λοιπόν, θα έπρεπε να είσαι», απάντησε η Ολίβια. «Και θα ήσουν, αν προσπαθούσες να περάσεις λίγο χρόνο μαζί του». Η Μιράντα, η οποία προσπαθούσε αποφασιστικά να συνεχίσει το διάβασμα, σταμάτησε και κοίταξε ξανά τη φίλη της. «Με συγχωρείς. Ο Ουίνστον δεν είναι στην Οξφόρδη;» «Ε, ναι», απάντησε η Ολίβια, σάμπως το γεγονός ότι ο Ουίνστον βρισκόταν καμιά εκατοστή χιλιόμετρα μακριά να μην είχε καμία σημασία, «αλλά ήταν εδώ την περασμένη εβδομάδα και δεν πέρασες σχεδόν καθόλου χρόνο μαζί του». «Αυτό δεν είναι αλήθεια», απάντησε η Μιράντα. «Κάναμε ιππασία στο Χάιντ Παρκ, πήγαμε στου Γκάντερς για παγωτό και κάναμε βαρκάδα στη λίμνη Σέρπεντιν μια μέρα που ήταν πραγματικά ζεστή». Η Ολίβια κάθισε βαριά σε μια καρέκλα εκεί δίπλα και σταύρωσε τα μπράτσα της στο στήθος της. «Δεν είναι αρκετά». «Έχεις τρελαθεί εντελώς», της απάντησε η Μιράντα κουνώντας το κεφάλι της και γυρνώντας πίσω στο βιβλίο της. «Το ξέρω ότι θα τον αγαπήσεις. Χρειάζεται μόνο να περάσεις αρκετό χρόνο μαζί του». Η Μιράντα έσφιξε τα χείλη της και κράτησε τα μάτια της σταθερά στο βιβλίο της. Αυτή η συζήτηση δεν θα είχε καμία λογική κατάληξη. «Θα είναι εδώ μόνο για δύο μέρες», είπε η Ολίβια. «Θα πρέπει να ενεργήσουμε γρήγορα». Η Μιράντα γύρισε μια σελίδα και είπε: «Κάνε ό,τι θέλεις, Ολίβια, αλλά εγώ δεν θα συμμετάσχω στα σχέδιά σου». Κι έπειτα την κοίταξε ανήσυχη. «Όχι, άλλαξα γνώμη. Μην κάνεις ό,τι θέλεις. Αν αφήσω τα πράγματα πάνω σου, θα βρεθώ να με σέρνουν στο Γκρέτνα Γκριν3 πριν καν το καταλάβω». «Μμμ, ενδιαφέρουσα σκέψη». «Λίβι, δεν θέλω να μου κάνεις προξενιό. Θέλω να μου το υποσχεθείς». Η Ολίβια την κοίταξε πονηρά. «Δεν θα δώσω μια υπόσχεση που ίσως δεν μπορέσω να κρατήσω». «Ολίβια!» «Ω, πολύ καλά. Αλλά δεν μπορείς να σταματήσεις τον Ουίνστον αν το έχει βάλει αυτός στο μυαλό του. Και κρίνοντας από την πρόσφατη συμπεριφορά του, πιθανότατα αυτό σκέφτεται». «Αρκεί να μην παρεμβαίνεις».


Η Ολίβια σούφρωσε τη μύτη της και προσπάθησε να φανεί προσβεβλημένη. «Με πληγώνεις που σκέφτεσαι ότι θα έκανα κάτι τέτοιο». «Ω, κάνε μου τη χάρη». Η Μιράντα επέστρεψε στο βιβλίο της, αλλά ήταν σχεδόν αδύνατον να συγκεντρωθεί στην πλοκή, όταν στο μυαλό της μετρούσε... είκοσι, δεκαεννέα, δεκαοχτώ... Σίγουρα η Ολίβια δεν θα μπορούσε να παραμείνει σιωπηλή για περισσότερα από είκοσι δευτερόλεπτα. Δεκαεπτά... δεκαέξι... «Ο Ουίνστον θα είναι ένας υπέροχος σύζυγος, δεν νομίζεις;» Τέσσερα δευτερόλεπτα. Αυτό ήταν αξιοσημείωτο, ακόμη και για την Ολίβια. «Είναι νέος, βέβαια, αλλά το ίδιο είμαστε κι εμείς». Η Μιράντα την αγνόησε σκόπιμα. «Και ο Τέρνερ πιθανότατα θα είχε γίνει καλός σύζυγος, αν η Λετίσια δεν είχε φροντίσει να τον καταστρέψει». «Δεν νομίζεις ότι αυτή είναι μια αγενής παρατήρηση;» ρώτησε η Μιράντα ανασηκώνοντας το κεφάλι της. Η Ολίβια της χαμογέλασε. «Ήξερα ότι με άκουγες». «Θα ήταν σχεδόν αδύνατον να μη σε ακούσω», μουρμούρισε η Μιράντα. «Έλεγα απλώς ότι–» Η Ολίβια ανασήκωσε το πιγούνι της και το βλέμμα της έπεσε στην πόρτα πίσω από τη Μιράντα. «Και να τον, εδώ είναι! Τι σύμπτωση». «Ουίνστον», είπε χαρούμενα η Μιράντα, στρίβοντας στο κάθισμά της, ώστε να μπορεί να κοιτάξει πάνω από την άκρη του καναπέ. Μόνο που δεν ήταν ο Ουίνστον. «Συγγνώμη που σε απογοητεύω», δήλωσε ο Τέρνερ και τους χαμογέλασε με ένα μικρό τεμπέλικο χαμόγελο. «Με συγχωρείς», μουρμούρισε η Μιράντα κι αισθάνθηκε απροσδόκητα ανόητη. «Απλώς μιλούσαμε γι’ αυτόν». «Μιλούσαμε και για εσένα», είπε η Ολίβια. «Για την ακρίβεια, για εσένα μιλούσαμε τη στιγμή που σε είδα να μπαίνεις, γι’ αυτό και το σχολίασα». «Λέγατε κακίες, ελπίζω». «Ναι, πράγματι», είπε η Ολίβια. Η Μιράντα χαμογέλασε συγκρατημένα καθώς εκείνος κάθισε σε μια πολυθρόνα απέναντί της. Η Ολίβια έσκυψε προς τα εμπρός και έβαλε κοκέτικα το χέρι κάτω από το πιγούνι της. «Έλεγα μόλις στη Μιράντα ότι σκεφτόμουν πως θα γινόσουν απαίσιος σύζυγος». Εκείνος φάνηκε να διασκεδάζει με τα λόγια της και έγειρε προς τα πίσω. «Πράγματι». «Αλλά ήμουν έτοιμη να πω ότι με τον κατάλληλο χειρισμό», συνέχισε η Ολίβια, «θα μπορούσες να διορθωθείς». Ο Τέρνερ σηκώθηκε από το κάθισμά του. «Φεύγω». «Όχι, μη φύγεις!» φώναξε η Ολίβια γελώντας. «Σε πειράζω, φυσικά. Εσύ δεν υπάρχει περίπτωση να διορθωθείς. Αλλά ο Ουίνστον... Τώρα, ο Ουίνστον είναι σαν ένα κομμάτι πηλού». «Δεν θα του αναφέρω ότι είπες κάτι τέτοιο», μουρμούρισε η Μιράντα. «Μη μου πεις ότι δεν συμφωνείς», είπε προκλητικά η Ολίβια. «Δεν είχε τον χρόνο να γίνει φρικτός, όπως οι περισσότεροι άντρες». Ο Τέρνερ κοίταξε την αδελφή του με απροκάλυπτη έκπληξη. «Πώς είναι δυνατόν να κάθομαι εδώ και να σας ακούω να μιλάτε για το πώς πρέπει να χειρίζεστε τους άντρες;» Η Ολίβια άνοιξε το στόμα της για να απαντήσει –κάτι έξυπνο και πονηρό, σίγουρα– αλλά εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε στην πόρτα ο μπάτλερ και τους γλίτωσε όλους. «Η μητέρα σας


θέλει να σας δει, λαίδη Ολίβια». «Θα επιστρέψω», προειδοποίησε η κοπέλα φεύγοντας από το δωμάτιο. «Θέλω πολύ να ολοκληρώσουμε αυτή τη συζήτηση». Και μετά, με ένα άτακτο χαμόγελο και ένα κούνημα των δαχτύλων της, αναχώρησε. Ο Τέρνερ κατέπνιξε ένα βογκητό –η αδελφή του θα προκαλούσε σίγουρα τον όλεθρο κάποιου, απλώς εκείνος ήλπιζε ότι δεν θα ήταν ο ίδιος– και κοίταξε τη Μιράντα. Ήταν κουλουριασμένη στον καναπέ, με τα πόδια της μαζεμένα κάτω από τη φούστα της και έναν μεγάλο, σκονισμένο τόμο στην αγκαλιά της. «Διαβάζεις κάτι σοβαρό;» μουρμούρισε. Εκείνη ανασήκωσε το βιβλίο ώστε ο Τέρνερ να μπορεί να δει τον τίτλο. «Ω», είπε χαμογελώντας ανεπαίσθητα. «Μη γελάσεις», τον προειδοποίησε. «Ούτε που θα μου περνούσε από το μυαλό». «Και μη λες ψέματα», συνέχισε με εκείνο το δασκαλίστικο ύφος που του ήταν πια γνωστό. Ο Τέρνερ κάθισε πιο αναπαυτικά στην καρέκλα του και γέλασε. «Αυτό δεν μπορώ να το υποσχεθώ». Για μια στιγμή η Μιράντα καθόταν απλώς εκεί. Φαινόταν βλοσυρή και εξίσου σοβαρή, αλλά μετά η έκφρασή της άλλαξε. Τίποτα το δραματικό, τίποτα που να προκαλεί ανησυχία, αλλά αρκετά έντονο ώστε να είναι σαφές ότι κάτι κλωθογύριζε στο μυαλό της. Και ότι είχε πάρει μια απόφαση. «Τι πιστεύεις εσύ για τον Ουίνστον;» ρώτησε. «Είναι αδελφός μου», δήλωσε. Η Μιράντα άπλωσε το χέρι της και τίναξε τον καρπό της, σαν να έλεγε: «Και τι άλλο;». «Λοιπόν», είπε εκείνος και σταμάτησε, γιατί, πραγματικά, τι περίμενε να της πει; «Είναι ο αδελφός μου». Εκείνη τον κοίταξε σαρκαστικά και του είπε: «Ναι, πολύ αποκαλυπτικό αυτό!». «Τι ακριβώς με ρωτάς;» «Θέλω να μάθω τι πιστεύεις γι’ αυτόν», επέμεινε. Η καρδιά του χτύπησε στο στήθος του για κάποιο λόγο που δεν μπορούσε να καταλάβει. «Με ρωτάς», είπε προσεκτικά, «αν πιστεύω ότι ο Ουίνστον θα γίνει καλός σύζυγος;» Τον κοίταξε με τα μεγάλα μάτια της, ύστερα τα ανοιγόκλεισε και –ήταν το πιο περίεργο πράγμα– εκείνος ένιωσε σαν να προσπαθούσε να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις στο κεφάλι της προτού πει, με το πιο ανάλαφρο ύφος: «Φαίνεται ότι όλοι προσπαθούν να μας κάνουν ζευγάρι». «Όλοι;» «Ε, η Ολίβια κυρίως». «Δεν νομίζω ότι είναι το κατάλληλο πρόσωπο στο οποίο θα απευθυνόμουν για ρομαντικές συμβουλές». «Δηλαδή πιστεύεις ότι δεν θα έπρεπε να προσπαθήσω να τραβήξω το ενδιαφέρον του», είπε και έσκυψε λίγο προς τα εμπρός. Ο Τέρνερ ανοιγόκλεισε τα μάτια του. Γνώριζε τη Μιράντα εδώ και χρόνια, γι’ αυτό ήταν αρκετά σίγουρος ότι δεν είχε αλλάξει θέση για να επιδείξει το εκπληκτικά όμορφο μπούστο της. Αλλά χωρίς να το καταλάβει, τελικά αυτό είχε επιτύχει. «Τέρνερ;» μουρμούρισε. «Είναι πολύ νέος», της πέταξε. «Για εμένα;»


«Για οποιαδήποτε. Θεέ μου, είναι μόλις είκοσι ενός». «Στην πραγματικότητα, είναι ακόμα είκοσι». «Ακριβώς», είπε εκείνος άβολα, επιθυμώντας πολύ να υπήρχε κάποιος τρόπος να φτιάξει τη γραβάτα του χωρίς να φανεί ανόητος. Είχε αρχίσει να ζεσταίνεται και δυσκολευόταν να στρέψει την προσοχή του σε κάτι άλλο εκτός από τη Μιράντα χωρίς αυτό να γίνει αντιληπτό. Εκείνη τη στιγμή η Μιράντα κάθισε και πάλι πίσω. Δόξα τω Θεώ! Και δεν του είπε τίποτα. Μέχρι που τελικά εκείνος δεν μπορούσε να αποφύγει την ερώτηση που τον έκαιγε. «Δηλαδή σκοπεύεις να τον κυνηγήσεις;» «Τον Ουίνστον;» Για μια στιγμή φάνηκε να το σκέφτεται. «Δεν ξέρω». «Αν δεν ξέρεις, τότε σαφώς δεν πρέπει να το κάνεις», της είπε ξεφυσώντας. Γύρισε και τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια. «Αυτό πιστεύεις; Ότι η αγάπη πρέπει να είναι προφανής και ξεκάθαρη;» «Ποιος μίλησε για αγάπη;» Η φωνή του ακούστηκε ελαφρώς απότομη, κάτι που μετάνιωσε αμέσως, αλλά σίγουρα της έδωσε να καταλάβει ότι όλα αυτά ήταν μια εντελώς θεωρητική συζήτηση. «Χμμ». Ο Τέρνερ είχε τη δυσάρεστη αίσθηση ότι τον έκρινε και τον έβρισκε ελλιπή. Και αυτό το συμπέρασμα ενισχύθηκε όταν εκείνη έστρεψε και πάλι την προσοχή της στο βιβλίο που κρατούσε στην αγκαλιά της. Και εκείνος καθόταν εκεί σαν ηλίθιος, απλώς παρακολουθώντας τη να διαβάζει το βιβλίο της και προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι έξυπνο να πει. Ξαφνικά εκείνη κοίταξε ψηλά, με το πρόσωπό της εντελώς ψυχρό. «Έχεις κάποια σχέδια για το απόγευμα;» «Όχι», της απάντησε, παρόλο που είχε σκοπό να πάρει το άλογό του για μια βόλτα. «Α. Θα έρθει ο Ουίνστον σήμερα». «Ναι, το ξέρω». «Γι’ αυτό μιλούσαμε για εκείνον», του εξήγησε, σαν να είχε κάποια σημασία αυτό. «Έρχεται για τα γενέθλιά μου». «Ναι, φυσικά». Η Μιράντα έσκυψε ξανά προς τα εμπρός. Ο Θεός να βάλει το χέρι Του. «Τα θυμήθηκες;» τον ρώτησε. «Αύριο το βράδυ θα έχουμε ένα οικογενειακό δείπνο για να γιορτάσουμε». «Φυσικά και τα θυμήθηκα», μουρμούρισε, παρόλο που δεν τα είχε θυμηθεί. «Χμμ», μουρμούρισε, «ευχαριστώ που μοιράστηκες τις σκέψεις σου ούτως ή άλλως». «Τις σκέψεις μου», επανέλαβε. Για ποιο πράγμα μιλούσε, που να πάρει ο διάβολος; «Σχετικά με τον Ουίνστον. Υπάρχουν πολλά που πρέπει να λάβω υπόψη και πραγματικά ήθελα να ξέρω την άποψή σου». «Καλά. Τώρα την ξέρεις». «Ναι», του χαμογέλασε «Χαίρομαι. Είναι επειδή τρέφω μεγάλο σεβασμό για εσένα». Με κάποιο τρόπο είχε καταφέρει να τον κάνει να αισθάνεται σαν κάποιο είδος αρχαίου λειψάνου. «Τρέφεις σεβασμό για εμένα;» Οι λέξεις γλίστρησαν με μια κάποια αποστροφή από τα χείλη του. «Ε λοιπόν, ναι. Δεν το πίστευες;» «Ειλικρινά, Μιράντα, τις περισσότερες φορές δεν έχω ιδέα τι σκέφτεσαι», ξέσπασε. «Σκέφτομαι εσένα!» Τα μάτια του πέταξαν στα δικά της.


«Και τον Ουίνστον, φυσικά. Και την Ολίβια. Λες και θα μπορούσε κάποιος να ζήσει στο ίδιο σπίτι μαζί της και να μην τη σκέφτεται». Έκλεισε το βιβλίο της και σηκώθηκε. «Φαντάζομαι ότι πρέπει να πάω να την αναζητήσω. Εκείνη και η μητέρα σου έχουν κάποια διαφωνία σχετικά με τα φορέματα που η Ολίβια θέλει να παραγγείλει, και υποσχέθηκα να βοηθήσω με το πρόβλημα». Ο Τέρνερ σηκώθηκε και τη συνόδευσε ως την πόρτα. «Ποια θα βοηθήσεις, την Ολίβια ή τη μητέρα μου;» τη ρώτησε γελώντας. «Μα τη μητέρα σου, βέβαια», απάντησε η κοπέλα γελώντας κι εκείνη. Είμαι νέα, αλλά δεν είμαι ανόητη». Και λέγοντας αυτό, βγήκε από το δωμάτιο. 10 Ιουνίου 1819 Περίεργη συζήτηση με τον Τέρνερ σήμερα το απόγευμα. Δεν ήταν πρόθεσή μου να προσπαθήσω να τον κάνω να ζηλέψει, αν και υποθέτω ότι θα μπορούσε να ερμηνευθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, αν κάποιος ήξερε τα συναισθήματά μου γι’ αυτόν, τα οποία βέβαια κανείς δεν ξέρει. Ήταν όμως πρόθεσή μου να του προκαλέσω κάποια ενοχή όσον αφορά τον Θάνατο του Αρθούρου, κάτι που πιστεύω πως δεν κατάφερα. Αργότερα εκείνο το απόγευμα, όταν ο Τέρνερ επέστρεψε από μια βόλτα με το άλογο στο Χάιντ Παρκ, όπου είχε πάει με τον φίλο του λόρδο Γουέστχολμ, βρήκε την Ολίβια στον κεντρικό προθάλαμο. «Σσς», του είπε. Αυτό ήταν αρκετό για να κεντρίσει το ενδιαφέρον οποιουδήποτε ανθρώπου, κι έτσι ο Τέρνερ πήγε αμέσως κοντά της. «Γιατί πρέπει να κάνουμε ησυχία;» ρώτησε, αρνούμενος να ψιθυρίσει. Εκείνη του έριξε μια θυμωμένη ματιά. «Κρυφακούω». Ο Τέρνερ δεν μπορούσε να σκεφτεί ποιον, καθώς εκείνη ήταν στραμμένη προς τις σκάλες που οδηγούσαν στις κουζίνες. Τότε το άκουσε – έναν τραγουδιστό ήχο γέλιου. «Είναι η Μιράντα αυτή;» ρώτησε. Η Ολίβια έγνεψε καταφατικά. «Μόλις έφτασε ο Ουίνστον και πήγαν κάτω». «Γιατί;» Η Ολίβια έριξε μια ματιά τριγύρω και έπειτα ξανακοίταξε τον Τέρνερ. «Ο Ουίνστον πεινούσε». «Και χρειαζόταν τη Μιράντα για να τον ταΐσει;» ρώτησε βγάζοντας τα γάντια του. «Όχι, πήγαν κάτω για να βρουν μερικά από τα μπισκότα βουτύρου που φτιάχνει η κυρία Κουκ. Θα πήγαινα κι εγώ μαζί τους, αφού ξέρεις πόσο σιχαίνομαι να μένω μόνη μου, αλλά τώρα που είσαι εσύ εδώ, νομίζω ότι θα σε αφήσω να μου κάνεις παρέα». Ο Τέρνερ κοίταξε πέρα στον διάδρομο, παρόλο που δεν υπήρχε πιθανότητα να δει τον αδελφό του και τη Μιράντα. «Θα έλεγα ότι κι εγώ πεινάω λιγάκι», μουρμούρισε σκεφτικά. «Μην πας εκεί κάτω», τον διέταξε η Ολίβια. «Χρειάζονται χρόνο». «Για να φάνε;» Κοίταξε ψηλά με αγανακτισμένο ύφος. «Για να ερωτευτούν, φυσικά». Υπήρχε κάτι πολύ εκνευριστικό στον περιφρονητικό τρόπο με τον οποίο τον κοίταξε η μικρότερη αδελφή του, αλλά ο Τέρνερ αποφάσισε ότι θα συμπεριφερόταν τυπικά, ή έστω με κάποια μετριοπάθεια, και έτσι ύψωσε κάπως ειρωνικά τα φρύδια του και της είπε: «Και σκοπεύουν να το κάνουν τρώγοντας μπισκότα και πίνοντας τσάι σε ένα μόνο απόγευμα;».


«Είναι μια αρχή», απάντησε η Ολίβια. «Και δεν σε βλέπω να κάνεις τίποτα για να ευοδωθεί αυτό το προξενιό». Αυτό, σκέφτηκε ο Τέρνερ με απροσδόκητη ένταση, συνέβαινε γιατί ακόμα και ένας ανόητος μπορούσε να δει ότι θα ήταν ένα άθλιο προξενιό. Αγαπούσε πολύ τον Ουίνστον και τον είχε σε πολύ μεγαλύτερη εκτίμηση απ’ όση θα έτρεφε κάποιος για ένα αγόρι ηλικίας είκοσι μόνο ετών, αλλά ήταν σαφώς το λάθος ταίρι για τη Μιράντα. Ήταν αλήθεια ότι την είχε γνωρίσει καλύτερα μόλις τις τελευταίες εβδομάδες, αλλά μπορούσε να διακρίνει ότι ήταν πολύ πιο λογική από τα περισσότερα κορίτσια της ηλικίας της. Η Μιράντα χρειαζόταν κάποιον που θα ήταν πιο ώριμος, μεγαλύτερης ηλικίας και ικανότερος να εκτιμήσει τα προτερήματά της. Κάποιον που θα μπορούσε να τη συγκρατήσει στις σπάνιες περιπτώσεις που εκδηλωνόταν η έντονη ιδιοσυγκρασία της. Ο Ουίνστον, υπέθετε, θα μπορούσε να είναι αυτός ο άνθρωπος... αλλά σε δέκα χρόνια. Ο Τέρνερ κοίταξε την αδελφή του και είπε κάπως σθεναρά: «Χρειάζομαι φαγητό». «Τέρνερ, μην το κάνεις!» Αλλά η Ολίβια δεν μπόρεσε να τον σταματήσει. Μέχρι να το επιχειρήσει, εκείνος βρισκόταν ήδη στα μισά του δρόμου προς την κουζίνα. Οι Μπέβελστοκ είχαν πάντα μια σχετικά ανεπίσημη ατμόσφαιρα στο σπίτι τους, τουλάχιστον όταν δεν φιλοξενούσαν κόσμο. Έτσι κανένας από τους υπηρέτες δεν φάνηκε να εκπλήσσεται ιδιαίτερα όταν ο Ουίνστον εμφανίστηκε στην πόρτα της κουζίνας και παρακάλεσε την κυρία Κουκ, με μια γλυκύτατη έκφραση σαν κουτάβι, να του δώσει μερικά από τα αγαπημένα του μπισκότα βουτύρου, και στη συνέχεια κάθισε στο τραπέζι με τη Μιράντα και περίμεναν να τα σερβίρει. Εκείνη την ώρα μόλις τους τα είχε φέρει στο τραπέζι, αχνιστά και μυρωδάτα, όταν η Μιράντα άκουσε βαριά βήματα πίσω της. Γύρισε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια και είδε τον Τέρνερ να στέκεται στη βάση της σκάλας. Έμοιαζε πολύ κομψός και συνεσταλμένος αλλά και αξιολάτρευτος ταυτόχρονα. Κι εκείνη αναστέναξε. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί. «Κατέβηκα δυο δυο τα σκαλοπάτια», εξήγησε, αν και δεν ήταν αρκετά σίγουρος αν είχε κάποια σημασία αυτό. «Τέρνερ», μούγκρισε ο Ουίνστον, που ήταν πολύ απασχολημένος να μασουλάει το τρίτο του μπισκότο για να τον χαιρετήσει κανονικά. «Η Ολίβια μου είπε ότι εσείς οι δυο ήσαστε εδώ κάτω», είπε ο Τέρνερ. «Πάνω στην ώρα! Πεινάω σαν λύκος». «Ορίστε, έχουμε ένα πιάτο γεμάτο μπισκότα αν θέλεις μερικά», είπε η Μιράντα, δείχνοντας ένα πιάτο στο τραπέζι. Ο Τέρνερ ανασήκωσε τους ώμους του και κάθισε δίπλα της. «Είναι της κυρίας Κουκ;» Ο Ουίνστον έγνεψε καταφατικά. Ο Τέρνερ πήρε τρία μπισκότα και κατόπιν γύρισε στην κυρία Κουκ με την έκφραση του λυπημένου κουταβιού που είχε υιοθετήσει νωρίτερα ο Ουίνστον. «Ω, πολύ καλά», ξεφύσησε εκείνη ενώ φαινόταν ξεκάθαρα ότι της άρεσε η προσοχή που της έδειχναν, «θα φτιάξω κι άλλα». Εκείνη τη στιγμή, η Ολίβια εμφανίστηκε μουτρωμένη στην πόρτα και κοίταξε έντονα τον μεγαλύτερο αδελφό της. «Τέρνερ», του είπε με φανερά ενοχλημένο ύφος, «σου είπα ότι ήθελα να σου δείξω το νέο, εμ, βιβλίο που έχω πάρει». Η Μιράντα έπνιξε έναν αναστεναγμό. Αφού είχε πει στην Ολίβια να σταματήσει να προσπαθεί να της κάνει προξενιό.


«Τέρνερ», ξαναφώναξε η Ολίβια. Η Μιράντα αποφάσισε ότι αν η Ολίβια τη ρωτούσε ποτέ, θα της έλεγε ότι απλώς δεν μπορούσε να συγκρατηθεί, και έτσι την κοίταξε και χαμογελώντας γλυκά ρώτησε: «Και ποιο είναι αυτό το βιβλίο;». Η φίλη της της έριξε μια δολοφονική ματιά. «Ξέρεις για ποιο μιλάω». «Είναι εκείνο για την Οθωμανική Αυτοκρατορία, εκείνο για τους κυνηγούς ζώων με γούνα στον Καναδά ή για τη φιλοσοφία του Άνταμ Σμιθ;» «Εκείνο για τον Σμιθ», απάντησε εκνευρισμένη η Ολίβια. «Αλήθεια;» ρώτησε ο Ουίνστον και στράφηκε προς τη δίδυμη αδελφή του με ανανεωμένο ενδιαφέρον. «Δεν είχα ιδέα ότι σου αρέσουν τέτοια βιβλία. Διαβάζουμε τον Πλούτο των Εθνών φέτος. Είναι ένα πολύ ενδιαφέρον μείγμα φιλοσοφίας και οικονομικών». Η Ολίβια προσπάθησε να χαμογελάσει. «Είμαι βέβαιη ότι είναι. Σίγουρα θα σου πω τη γνώμη μου μόλις το τελειώσω». «Πόσο έχεις προχωρήσει;» ρώτησε ο Τέρνερ. «Μόνο λίγες σελίδες». Ή τουλάχιστον αυτό φάνηκε στη Μιράντα ότι είπε η φίλη της μέσα από τα σφιγμένα δόντια της. «Θέλεις ένα μπισκότο, Ολίβια;» ρώτησε ο Τέρνερ και έπειτα της έστειλε ένα αστραφτερό χαμόγελο, σαν να της έλεγε: «Είμαστε μαζί σε αυτό». Έμοιαζε με μικρό αγόρι. Τόσο νέος. Και τόσο… τόσο χαρούμενος. Και η Μιράντα έλιωσε. Η Ολίβια διέσχισε το δωμάτιο για να καθίσει δίπλα στον Ουίνστον, αλλά πριν το κάνει έσκυψε και ψιθύρισε στο αφτί της Μιράντα: «Προσπαθούσα να σε βοηθήσω». Η Μιράντα, όμως, ήταν ακόμα μαγεμένη από το χαμόγελο του Τέρνερ. Αισθανόταν το στομάχι της να σφίγγεται, ζαλιζόταν και η καρδιά της χτυπούσε στον ρυθμό μιας ολόκληρης συμφωνίας. Ή ήταν ερωτευμένη ή είχε προσβληθεί από γρίπη! Έριξε μια ματιά στο σμιλεμένο προφίλ του Τέρνερ και αναστέναξε. Όλα τα σημάδια έδειχναν ότι ήταν ερωτευμένη. «Μιράντα. Μιράντα!» Κοίταξε την Ολίβια, η οποία φώναζε το όνομά της ανυπόμονα. «Ο Ουίνστον θέλει τη γνώμη μου για τον Πλούτο των Εθνών όταν τελειώσω το διάβασμά του. Του είπα ότι θα το διαβάζεις μαζί μου. Είμαι σίγουρη ότι μπορούμε να αγοράσουμε άλλο ένα αντίτυπο». «Τι; Μα ναι, φυσικά, μου αρέσει να διαβάζω». Μόνο όμως όταν είδε τον μορφασμό της Ολίβια, η Μιράντα συνειδητοποίησε σε τι ακριβώς είχε συμφωνήσει. «Και τώρα, Μιράντα», είπε ο Ουίνστον, γέρνοντας πάνω από το τραπέζι και βάζοντας το χέρι του πάνω στο δικό της, «πρέπει να μου πεις πώς τα περνάς στη σεζόν». «Αυτά τα μπισκότα είναι τόσο νόστιμα», δήλωσε ο Τέρνερ και τεντώθηκε για να πάρει ακόμα ένα. «Με συγχωρείς, Ουίνστον, θα μπορούσες να μετακινήσεις το χέρι σου;» Ο Ουίνστον τράβηξε το χέρι του και ο αδελφός του πήρε άλλο ένα μπισκότο και το έβαλε στο στόμα του, χαμογελώντας πλατιά. «Θαυμάσια όπως πάντα, κυρία Κουκ!» «Μπορώ να σας ετοιμάσω ακόμα ένα πιάτο μέσα σε λίγα λεπτά», τον διαβεβαίωσε, ακτινοβολώντας από τον έπαινό του. Η Μιράντα έμεινε σιωπηλή όσο ο Τέρνερ μιλούσε με τη μαγείρισσα και στη συνέχεια είπε στον Ουίνστον: «Είναι πολύ όμορφα. Θα ήθελα, όμως, να ήσουν πιο συχνά εδώ για να την απολαμβάνεις μαζί μας».


Ο Ουίνστον γύρισε προς το μέρος της με ένα χαλαρό χαμόγελο, το οποίο κανονικά θα έπρεπε να κάνει την καρδιά της να παραληρεί. «Κι εγώ το θέλω», της είπε, «αλλά δυστυχώς θα πρέπει να είμαι στην Οξφόρδη σχεδόν για όλο το καλοκαίρι». «Φοβάμαι πως δεν θα έχεις πολύ χρόνο για τις κυρίες», πετάχτηκε ο Τέρνερ. «Κι εγώ, αν θυμάμαι καλά, περνούσα τις καλοκαιρινές διακοπές με τους φίλους μου. Διασκεδάζαμε πολύ. Είμαι σίγουρος πως δεν θέλεις να το χάσεις». Η Μιράντα τον κοίταξε καχύποπτα. Ακουγόταν σχεδόν υπερβολικά χαρούμενος. «Είμαι βέβαιος ότι ήταν ωραία», απάντησε ο Ουίνστον, «αλλά θα ήθελα να παρακολουθήσω και κάποια από τα πολλά κοινωνικά γεγονότα». «Καλή ιδέα», είπε η Ολίβια. «Θα μπορέσεις να πάρεις και μια δόση από τη λάμψη της πόλης». Ο Ουίνστον γύρισε προς το μέρος της. «Έχω αρκετή λάμψη, σ’ ευχαριστώ πολύ». «Μα και βέβαια έχεις, αλλά δεν υπάρχει τίποτα εφάμιλλο της πραγματικής εμπειρίας». Ο Ουίνστον κοκκίνισε. «Έχω αρκετές εμπειρίες, Ολίβια». Η Μιράντα τον κοίταξε με διάπλατα μάτια. Ο Τέρνερ σηκώθηκε αργά. «Πιστεύω ότι αυτή η συζήτηση προχωρά γρήγορα σε ένα επίπεδο που δεν είναι κατάλληλο για ευγενή αφτιά». Ο Ουίνστον φάνηκε σαν να ήθελε να πει κάτι παραπάνω, αλλά ευτυχώς για το καλό της οικογενειακής ειρήνης, η Ολίβια χτύπησε παλαμάκια με τα χέρια της χαρούμενα λέγοντας: «Πολύ σωστά!». Όμως η Μιράντα θα έπρεπε να τη γνωρίζει καλύτερα και να μην την εμπιστεύεται – τουλάχιστον όταν αυτό που είχε η Ολίβια στο μυαλό της ήταν το προξενιό. Και πολύ σύντομα δέχτηκε ένα πολύ πονηρό χαμόγελο από την Ολίβια. «Μιράντα», είπε με μια γλυκύτητα που ήταν ύποπτη. «Ναι;» «Δεν μου είπες ότι ήθελες να πάρεις τον Ουίνστον σε εκείνο το κατάστημα με γάντια που είδαμε την περασμένη εβδομάδα; Έχουν εκπληκτικά γάντια», συνέχισε η Ολίβια απευθυνόμενη στον Ουίνστον. «Και για άντρες και για γυναίκες. Σκεφτήκαμε ότι ίσως χρειάζεσαι ένα ζευγάρι. Δεν ήξερα τι είδους ποιότητα θα έβρισκες στην Οξφόρδη, ξέρεις». Η πρόθεση της Ολίβια ήταν κάτι παραπάνω από προφανής και η Μιράντα ήταν σίγουρη ότι η φίλη της το γνώριζε. Έριξε μια κλεφτή ματιά προς τη μεριά του Τέρνερ, ο οποίος παρακολουθούσε τη διαδικασία με ένα ύφος που μάλλον έδειχνε ότι το διασκέδαζε. Ή ίσως και να φανέρωνε αποστροφή. Μερικές φορές ήταν δύσκολο να διακρίνει. «Τι λες, αγαπητέ αδελφέ μου;» είπε η Ολίβια με την πιο γοητευτική φωνή της. «Να πάμε;» «Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα που θα μου άρεσε περισσότερο από αυτό». Η Μιράντα άνοιξε το στόμα της για να πει κάτι, έπειτα συνειδητοποίησε πόσο μάταιο θα ήταν κάτι τέτοιο και το έκλεισε. Θα τη σκότωνε σίγουρα την Ολίβια. Θα γλιστρούσε κρυφά στην κρεβατοκάμαρά της και θα την έγδερνε ζωντανή. Αλλά προς το παρόν η μόνη επιλογή της ήταν να συμφωνήσει. Δεν ήθελε να κάνει τίποτα που θα μπορούσε να οδηγήσει τον Ουίνστον στο συμπέρασμα ότι έτρεφε ρομαντικά συναισθήματα γι’ αυτόν, αλλά θα ήταν ιδιαίτερα αγενές εκ μέρους της αν προσπαθούσε να αποφύγει την έξοδό τους μπροστά του. Έτσι, όταν συνειδητοποίησε ότι τρία ζευγάρια μάτια την κοίταζαν περιμένοντας την απάντησή της, δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να πει: «Θα μπορούσαμε να πάμε σήμερα. Θα ήταν υπέροχο».


«Θα έρθω κι εγώ μαζί σας», ανακοίνωσε ο Τέρνερ και σηκώθηκε αποφασιστικά από την καρέκλα του. Η Μιράντα γύρισε προς το μέρος του έκπληκτη, το ίδιο και η Ολίβια και ο Ουίνστον. Ποτέ δεν είχε δείξει ενδιαφέρον να τους συνοδεύσει σε οποιαδήποτε από τις εκδρομές τους στο Άμπλσαϊντ και, αλήθεια, γιατί θα έπρεπε; Ήταν εννέα χρόνια μεγαλύτερός τους. «Χρειάζομαι κι εγώ ένα ζευγάρι γάντια», είπε απλά. Το ύφος του ήταν σαν να έλεγε: «Για ποιον άλλο λόγο θα ερχόμουν μαζί σας;». «Φυσικά», είπε ο Ουίνστον, έκπληκτος ακόμα από την απροσδόκητη προσοχή που τους έδειχνε ο μεγαλύτερος αδελφός του. «Ευτυχώς που το πρότεινες», είπε γρήγορα ο Τέρνερ. «Σ’ ευχαριστώ, Ολίβια». Εκείνη όμως δεν φαινόταν καθόλου ευχαριστημένη. «Θα είναι ωραίο να σε έχουμε μαζί σας», είπε η Μιράντα, με έναν τόνο λίγο πιο ενθουσιώδη από όσο σκόπευε να χρησιμοποιήσει. «Δεν σε πειράζει, έτσι, Ουίνστον;» «Όχι, φυσικά και όχι». Αλλά φαινόταν σαν να τον πείραζε. Τουλάχιστον λίγο. «Έχεις τελειώσει με το γάλα και τα μπισκότα σου;» ρώτησε ο Τέρνερ. «Θα πρέπει να φεύγουμε. Φαίνεται σαν να πρόκειται να βρέξει το απόγευμα». Ο Ουίνστον έσκυψε και πήρε άλλο ένα μπισκότο, το μεγαλύτερο στο τραπέζι. «Μπορούμε να πάρουμε μια κλειστή άμαξα». «Πάω να φέρω το παλτό μου», είπε η Μιράντα και σηκώθηκε από το τραπέζι. «Οι δυο σας μπορείτε να αποφασίστε πώς θα πάμε. Να συναντηθούμε στο τριανταφυλλί σαλόνι; Σε είκοσι λεπτά;» «Θα σε συνοδεύσω επάνω», είπε γρήγορα ο Ουίνστον. «Πρέπει να πάρω κάτι από τη βαλίτσα μου». Το ζευγάρι έφυγε από την κουζίνα και η Ολίβια γύρισε αμέσως στον Τέρνερ σαν αγριεμένη γάτα. «Μα τι σου συμβαίνει τέλος πάντων;» Εκείνος την κοίταξε δήθεν αδιάφορα. «Ορίστε;» «Έχω παλέψει με νύχια και με δόντια για να φέρω τη Μιράντα και τον Ουίνστον κοντά και εσύ τα καταστρέφεις όλα». «Μην είσαι τόσο δραματική», της είπε κουνώντας το κεφάλι του. «Απλώς θέλω να αγοράσω ένα ζευγάρι γάντια. Και αυτό σίγουρα δεν θα σταματήσει έναν γάμο, αν όντως πρόκειται να συμβεί». Η Ολίβια τον κοίταξε βλοσυρά. «Αν δεν σε ήξερα καλύτερα, θα πίστευα ότι ζηλεύεις». Για μια στιγμή ο Τέρνερ απέμεινε ακίνητος να την κοιτάζει. Και μετά ξαναβρίσκοντας τη λογική του –και τη φωνή του– της πέταξε: «Ε λοιπόν, με ξέρεις καλύτερα. Και γι’ αυτό θα σε παρακαλούσα να μην προβαίνεις σε αβάσιμες κατηγορίες». Άκου να ζηλεύει τη Μιράντα! Θεέ και Κύριε, τι άλλο θα σκεφτόταν η αδελφή του; Εκείνη όμως σταύρωσε τα μπράτσα της και συνέχισε: «Λοιπόν, σίγουρα συμπεριφερόσουν περίεργα». Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Τέρνερ είχε αντιμετωπίσει τη μικρότερη αδελφή του με διάφορους τρόπους. Σε γενικές γραμμές, την αγνοούσε ευγενικά. Περιστασιακά, υιοθετούσε έναν πιο αυθόρμητο ρόλο, εκπλήσσοντάς τη με δώρα και καλοπιάνοντάς την όταν του ήταν βολικό. Αλλά το χάσμα στην ηλικία τους εξασφάλιζε ότι ποτέ δεν την αντιμετώπιζε σαν ίση, και ποτέ δεν της μιλούσε χωρίς να θεωρεί πως ήταν ακόμα παιδί. Τώρα, όμως, που τον κατηγορούσε ότι ήθελε τη Μιράντα, αν ήταν ποτέ δυνατόν, ξέσπασε χωρίς να μετρήσει τα λόγια του, χωρίς να προσπαθήσει να κρύψει τα αισθήματα και τον


εκνευρισμό του. Και η φωνή του ήταν σκληρή, κοφτή και αιχμηρή όταν της είπε: «Αν κοίταζες πέρα από τη δική σου επιθυμία να έχεις τη Μιράντα συνεχώς κοντά σου και στη διάθεσή σου, θα έβλεπες ότι αυτή και ο Ουίνστον δεν ταιριάζουν καθόλου!». Η Ολίβια έβγαλε μια πνιχτή κραυγή από την απροσδόκητη επίθεση, αλλά συνήλθε γρήγορα. «Στη διάθεσή μου; Τώρα ποιος προβαίνει σε αβάσιμες κατηγορίες; Ξέρεις, όπως και ο καθένας, πως λατρεύω τη Μιράντα και δεν θέλω τίποτα περισσότερο από την ευτυχία της. Επιπλέον, δεν έχει τόση ομορφιά και προίκα, και–» «Ω, για όνομα του Θεού–» Ο Τέρνερ προσπάθησε να κλείσει το στόμα του πριν αρχίσει να βρίζει μπροστά στην αδελφή του. «Θα έλεγα ότι την υποτιμάς», ξέσπασε. Γιατί οι άνθρωποι εξακολουθούσαν να βλέπουν τη Μιράντα ως το κοριτσάκι που ήταν κάποτε; Μπορεί να μην ταίριαζε με τα σημερινά πρότυπα ομορφιάς της κοινωνίας, όπως η Ολίβια, αλλά είχε κάτι πολύ βαθύτερο και πιο ενδιαφέρον. Αν κάποιος την κοίταζε, θα μπορούσε να διακρίνει ότι υπήρχε κάτι πίσω από τα μάτια της. Και όταν χαμογελούσε, το χαμόγελό της δεν ήταν επιτηδευμένο ούτε κοροϊδευτικό – εντάξει, μερικές φορές ίσως να κορόιδευε, αλλά μπορούσε να τη δικαιολογήσει, καθώς είχε την ίδια αίσθηση του χιούμορ με εκείνον. Και αληθινά, έτσι όπως ήταν παγιδευμένοι στο Λονδίνο για τη σεζόν, μπορούσαν να βρουν πολλά πράγματα τα οποία άξιζε να κοροϊδέψουν. «Ο Ουίνστον θα ήταν ένας εξαιρετικός σύζυγος γι’ αυτήν», συνέχισε η Ολίβια έντονα. «Και αυτή για–» Σταμάτησε, άφησε μια πνιχτή κραυγή και έφερε το χέρι πάνω από το στόμα της. «Τι συμβαίνει τώρα;» ρώτησε ο Τέρνερ εκνευρισμένος. «Δεν πρόκειται για τη Μιράντα, έτσι δεν είναι; Πρόκειται για τον Ουίνστον. Πιστεύεις ότι δεν είναι αρκετά καλή γι’ αυτόν». «Όχι», απάντησε αμέσως με έναν παράξενο, σχεδόν αγανακτισμένο τόνο. «Όχι», είπε ξανά, αυτή τη φορά μετρώντας τα λόγια του πιο προσεκτικά. «Τίποτα δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια. Είναι πολύ μικροί για να παντρευτούν. Ειδικά ο Ουίνστον». Η κοπέλα φάνηκε αμέσως να δυσανασχετεί. «Αυτό δεν είναι αλήθεια, είμαστε–» «Εκείνος είναι πολύ νέος», την έκοψε ψυχρά, «και δεν χρειάζεται να κοιτάξεις πέρα απ’ αυτό το δωμάτιο για να δεις γιατί ένας άντρας δεν πρέπει να παντρευτεί πολύ νέος». Εκείνη δεν κατάλαβε αμέσως. Ο Τέρνερ όμως διέκρινε ακριβώς τη στιγμή που η Ολίβια κατάλαβε, και διάβασε στο πρόσωπό της πρώτα την κατανόηση και μετά τον οίκτο. Και εκείνος πραγματικά μισούσε τον οίκτο. «Λυπάμαι», του είπε η Ολίβια – η λέξη που σίγουρα θα τον έφερνε στα άκρα. Και τότε την είπε και πάλι. «Λυπάμαι». Και βγήκε από το δωμάτιο τρέχοντας. Η Μιράντα περίμενε για αρκετά λεπτά στο τριανταφυλλί σαλόνι μέχρι που μια καμαριέρα στάθηκε στην πόρτα και είπε: «Με συγχωρείτε, δεσποινίς, αλλά η λαίδη Ολίβια μου ζήτησε να σας πω ότι δεν θα κατεβεί». Η Μιράντα άφησε στο τραπεζάκι ένα αγαλματίδιο που χάζευε και κοίταξε με έκπληξη την κοπέλα. «Δεν νιώθει καλά;» Η κοπέλα την κοίταξε διστακτικά και επειδή η Μιράντα δεν ήθελε να τη φέρει σε δύσκολη θέση ενώ μπορούσε απλώς να αναζητήσει η ίδια την Ολίβια, είπε: «Δεν πειράζει. Θα τη ρωτήσω εγώ». Η καμαριέρα έκανε μια μικρή υπόκλιση και η Μιράντα στράφηκε προς το τραπέζι δίπλα της


για να βεβαιωθεί ότι είχε βάλει το αγαλματίδιο στη σωστή θέση, και έπειτα, αφού του ξανάριξε μια ματιά, μια και ήξερε ότι η λαίδη Ράντλαντ ήταν ιδιαίτερα σχολαστική όσον αφορούσε τη θέση των αντικειμένων, προχώρησε προς την πόρτα. Και τότε έπεσε πάνω σε ένα μεγάλο ανδρικό σώμα. Στον Τέρνερ. Το ήξερε πριν ακόμα εκείνος μιλήσει. Θα μπορούσε να ήταν ο Ουίνστον ή –ο Θεός να τη φυλούσε από μια τέτοια ντροπή– ο λόρδος Ράντλαντ, αλλά δεν ήταν. Ήταν ο Τέρνερ. Αναγνώριζε τη μυρωδιά του. Ήξερε τον ήχο της αναπνοής του. Ήξερε τον τρόπο που αισθανόταν τον αέρα γύρω της όταν ήταν κοντά του. Και τότε κατάλαβε, σίγουρα και για πάντα, ότι εκείνο που ένιωθε γι’ αυτόν ήταν έρωτας. Ήταν αγάπη, και ήταν η αγάπη μιας γυναίκας για έναν άντρα. Το νεαρό κορίτσι που τον έβλεπε σαν τον λευκό ιππότη είχε φύγει. Ήταν γυναίκα τώρα πια. Ήξερε τα ελαττώματά του και είχε δει τις αδυναμίες του, και παρ’ όλα αυτά τον αγαπούσε. Τον αγαπούσε και ήθελε να τον γιατρέψει και ήθελε– Δεν ήξερε τι ήθελε. Τα ήθελε όλα. Ήθελε τα πάντα. Αυτή– «Μιράντα;» Τα χέρια του ήταν ακόμα στα μπράτσα της. Κοίταξε πάνω, αν και γνώριζε ότι θα ήταν σχεδόν αφόρητο να αντιμετωπίσει το μπλε των ματιών του. Ήξερε τι δεν θα έβλεπε εκεί. Και δεν το είδε. Δεν υπήρχε κανένα ίχνος αγάπης, καμία αποκάλυψη. Αλλά φαινόταν παράξενος, διαφορετικός. Και εκείνη ένιωθε να ζεσταίνεται. «Συγγνώμη», είπε κοκκινίζοντας και τραβήχτηκε μακριά. «Θα έπρεπε να είμαι πιο προσεκτική». Αλλά εκείνος δεν χαλάρωσε το άγγιγμά του. Όχι αμέσως. Την κοίταζε, κοίταζε το στόμα της, και η Μιράντα σκέφτηκε για ένα υπέροχο, ευλογημένο δευτερόλεπτο ότι ίσως ήθελε να τη φιλήσει. Η αναπνοή της πιάστηκε και τα χείλη της χωρίστηκαν και– Και τότε τελείωσε. Εκείνος τραβήχτηκε μακριά. «Με συγχωρείς», της είπε στεγνά. «Θα έπρεπε κι εγώ να είμαι πιο προσεκτικός». «Πήγαινα να βρω την Ολίβια», είπε, κυρίως επειδή δεν είχε ιδέα τι άλλο να πει. «Έστειλε μια καμαριέρα να με ενημερώσει ότι δεν θα κατέβει». Η έκφρασή του αμέσως άλλαξε – αρκετά και με αρκετό κυνισμό ώστε εκείνη να καταλάβει πως ο Τέρνερ ήξερε τι συνέβαινε. «Άφησέ την», είπε. «Θα είναι εντάξει». «Ναι, αλλά–» «Για μια φορά», της είπε απότομα, «άφησε την Ολίβια να αντιμετωπίσει τα δικά της προβλήματα». Η Μιράντα έμεινε με το στόμα μισάνοιχτο, έκπληκτη από τον τόνο του. Αλλά γλίτωσε από την υποχρέωση να απαντήσει, μια και εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Ουίνστον. «Είμαστε έτοιμοι να φύγουμε;» ρώτησε χαρωπά, αγνοώντας εντελώς την ένταση που υπήρχε στο δωμάτιο. «Πού είναι η Ολίβια;» «Δεν θα έρθει», είπαν ταυτόχρονα η Μιράντα και ο Τέρνερ. Ο Ουίνστον κοίταξε μια τον ένα και μια τον άλλο, σαστισμένος από την κοινή απάντησή τους. «Γιατί;» ρώτησε. «Δεν αισθάνεται καλά», είπε η Μιράντα. «Αυτό είναι πολύ άσχημο», δήλωσε ο Ουίνστον, αλλά δεν ακουγόταν ιδιαίτερα


δυσαρεστημένος. Πρόσφερε το χέρι του στη Μιράντα. «Να πηγαίνουμε;» Η Μιράντα κοίταξε τον Τέρνερ. «Θα έρθεις τελικά;» «Όχι». Δεν χρειάστηκε ούτε δύο δευτερόλεπτα για να απαντήσει. 11 Ιουνίου 1819 Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου – όμορφα και παράξενα. Οι Μπέβελστοκ παρέθεσαν ένα οικογενειακό δείπνο προς τιμήν μου. Ήταν πολύ γλυκό και ευγενικό από μέρους τους, ειδικά αφού ο πατέρας μου πιθανότατα ξέχασε ότι σήμερα ήταν μια ιδιαίτερη μέρα, και όχι επειδή σαν σήμερα κάποιος Έλληνας λόγιος ίσως είχε κάνει έναν συγκεκριμένο μαθηματικό υπολογισμό ή κάποιο άλλο πολύ σημαντικό πράγμα. Από τον λόρδο και τη λαίδη Ράντλαντ: ένα όμορφο ζευγάρι σκουλαρίκια με ακουαμαρίνα. Ξέρω ότι ίσως δεν έπρεπε να δεχτώ κάτι τόσο ακριβό, αλλά δεν μπορούσα να κάνω φασαρία στο τραπέζι του δείπνου, και όταν είπα «Δεν μπορώ…» (αν και όχι τόσο πειστικά), τότε όλοι μου είπαν να μην το κάνω θέμα. Από τον Ουίνστον: ένα σετ από υπέροχα δαντελένια μαντίλια. Από την Ολίβια: ένα κουτί γραφικής ύλης, με το όνομά μου χαραγμένο επάνω του. Μου είχε επίσης μέσα ένα μικρό σημείωμα που απέξω έγραφε «Μόνο για εσένα», το οποίο έλεγε: «Ελπίζω ότι δεν θα μπορέσεις να το χρησιμοποιήσεις για πολύ!». Αυτό σήμαινε, φυσικά, ότι ελπίζει πως το όνομά μου σύντομα θα είναι Μπέβελστοκ. Δεν το σχολίασα. Και από τον Τέρνερ ένα μπουκάλι άρωμα. Βιολέτα. Σκέφτηκα αμέσως τη βιολετί κορδέλα που έβαλε στα μαλλιά μου όταν ήμουν δέκα, αλλά φυσικά εκείνος δεν μπορεί να θυμόταν κάτι τέτοιο. Δεν είπα τίποτα γι’ αυτό. Θα ήταν πολύ ντροπιαστικό να φανώ τόσο κλαψιάρα. Αλλά σκέφτηκα ότι ήταν ένα υπέροχο και γλυκό δώρο. Δεν μπορώ να αποκοιμηθώ. Έχουν περάσει δέκα λεπτά από τότε που έγραψα την προηγούμενη πρόταση, και παρόλο που χασμουριέμαι αρκετά συχνά, τα βλέφαρά μου δεν λένε να βαρύνουν. Νομίζω ότι θα πάω κάτω στην κουζίνα για να δω αν μπορώ να πάρω ένα ποτήρι ζεστό γάλα. Ή ίσως δεν θα πάω στην κουζίνα. Δεν νομίζω ότι θα βρίσκεται κάποιος εκεί κάτω για να με βοηθήσει, και ενώ μπορώ να ζεστάνω λίγο γάλα, η μαγείρισσα μάλλον θα εκνευριστεί αν δει ότι κάποιος χρησιμοποίησε ένα από τα κατσαρόλια της χωρίς την άδειά της. Και το πιο σημαντικό, είμαι είκοσι ετών τώρα. Μπορώ αν θέλω να πιω ένα ποτήρι σέρι για να με βοηθήσει να κοιμηθώ. Νομίζω ότι αυτό θα κάνω. 3

Χωριό στη Σκοτία γνωστό για τους γάμους που γίνονταν αφού τα ζευγάρια «κλέβονταν», καθώς η νομοθεσία εκεί δεν απαιτούσε τη συγκατάθεση των γονέων πριν από τα 21 έτη (ΣτΜ).


Κεφάλαιο 7 Ο Τέρνερ είχε ήδη κάψει ένα κερί και είχε πει τρία ποτήρια μπράντι, και τώρα καθόταν στο σκοτάδι στο γραφείο του πατέρα του, κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο και ακούγοντας τα φύλλα ενός κοντινού δέντρου που θρόιζαν στον άνεμο και χτυπούσαν στο τζάμι. Φαινόταν ανιαρό, αλλά τώρα του άρεσε. Λίγη ανία ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε έπειτα από μια μέρα όπως εκείνη. Πρώτα ήταν η Ολίβια, που τον είχε κατηγορήσει ότι ήθελε τη Μιράντα. Μετά ήταν η ίδια η Μιράντα, και αυτός– Θεέ και Κύριε, την ήθελε. Ήξερε ακριβώς τη στιγμή που το συνειδητοποίησε. Δεν ήταν όταν είχε πέσει πάνω του. Δεν ήταν όταν τα χέρια του την κράτησαν από τα μπράτσα για να τη σταθεροποιήσουν. Ένιωσε ωραία, ναι, αλλά δεν είχε παρατηρήσει κάτι ιδιαίτερο. Όχι έτσι. Ήταν εκείνη η στιγμή... η στιγμή που θα μπορούσε να τον καταστρέψει είχε συμβεί ένα δευτερόλεπτο αργότερα, όταν τον κοίταξε. Ήταν τα μάτια της. Πάντοτε ήταν τα μάτια της. Απλώς εκείνος ήταν πολύ ηλίθιος για να το καταλάβει. Και καθώς στέκονταν εκεί, για μια στιγμή που του φάνηκε σαν αιωνιότητα, αισθάνθηκε τον εαυτό του να αλλάζει. Ένιωσε το σώμα του να συρρικνώνεται και την αναπνοή του να παύει εντελώς, και ύστερα τα δάχτυλά του την έσφιξαν δυνατότερα και τα μάτια της… τα μάτια της άνοιξαν ακόμα περισσότερο. Και την ήθελε. Την ήθελε όσο τίποτ’ άλλο που θα μπορούσε να φανταστεί, όσο τίποτα που να ήταν σωστό και καλό. Και ποτέ δεν ένιωσε τόση αηδία για τον εαυτό του. Δεν την αγαπούσε. Δεν μπορεί να την αγαπούσε. Ήταν αρκετά σίγουρος ότι δεν μπορούσε να αγαπά καμία, όχι μετά την καταστροφή που είχε κάνει η Λετίσια στην καρδιά του. Ήταν πόθος, ξεκάθαρος και απλός, και ήταν πόθος για μια γυναίκα που ήταν η λιγότερο κατάλληλη γι’ αυτόν σε όλη την Αγγλία. Έβαλε άλλο ένα ποτό. Ο κόσμος έλεγε ότι αυτό που δεν σκοτώνει έναν άνθρωπο τον κάνει πιο δυνατό, αλλά αυτό... Αυτό επρόκειτο να τον σκοτώσει. Και τότε, καθώς καθόταν εκεί και αναλογιζόταν τις δικές του αδυναμίες, την είδε. Ήταν μια δοκιμασία. Θα μπορούσε μονάχα να είναι μια δοκιμασία. Κάποιος κάπου ήταν αποφασισμένος να δοκιμάσει το σθένος του ως κυρίου, αλλά εκείνος ήταν σίγουρος ότι επρόκειτο να αποτύχει. Θα προσπαθούσε, θα συγκρατούνταν όσο μπορούσε, αλλά βαθιά μέσα του, σε μια μικρή γωνιά της ψυχής του που δεν ήθελε ιδιαίτερα να την εξετάσει, το ήξερε. Θα αποτύχαινε. Εκείνη κινήθηκε σαν φάντασμα και σχεδόν σαν να έλαμπε μέσα στο λευκό νυχτικό της. Ήταν βαμβακερό, ήταν σίγουρος γι’ αυτό, σεμνό, καθωσπρέπει και αγνό. Και τον έκανε να τη θέλει απελπισμένα. Έσφιξε γερά τα μπράτσα της καρέκλας του και προσπάθησε να ηρεμήσει.


Η Μιράντα αισθάνθηκε λίγο άβολα όταν μπήκε στο γραφείο του λόρδου Ράντλαντ, αλλά δεν είχε βρει αυτό που έψαχνε στο τριανταφυλλί σαλόνι και γνώριζε ότι υπήρχε μια καράφα σε ένα ράφι δίπλα στην πόρτα. Θα μπορούσε να μπει και να βγει μέσα σε ένα λεπτό. Σίγουρα μερικά δευτερόλεπτα εκεί μέσα δεν θα θεωρούνταν ως παραβίαση του ιδιωτικού χώρου του λόρδου. «Τώρα πού είναι εκείνα τα ποτήρια;» μουρμούρισε, τοποθετώντας το κερί της πάνω στο τραπέζι. «Εδώ είμαστε». Βρήκε το μπουκάλι με το σέρι και έριξε λίγο σε ένα ποτήρι. «Ελπίζω να μη σου γίνει συνήθεια», άκουσε μια φωνή να της λέει. Το ποτήρι γλίστρησε από τα δάχτυλά της και προσγειώθηκε στο πάτωμα σπάζοντας με έναν δυνατό κρότο. «Τς, τς, τς!» Ακολούθησε τον ήχο της φωνής του μέχρι που τον είδε, να κάθεται σε μια πολυθρόνα με τα χέρια του απλωμένα στα μπράτσα της. Το φως ήταν αχνό, αλλά ακόμα κι έτσι, μπορούσε να δει την έκφραση στο πρόσωπό του, σαρδόνια και παγερή. «Τέρνερ;» ψιθύρισε ανόητα, σάμπως θα μπορούσε να είναι κάποιος άλλος. «Αυτοπροσώπως». «Αλλά τι κάνεις; Γιατί είσαι εδώ;» Η Μιράντα προχώρησε ένα βήμα μπροστά. «Άουτς!» Ένα θραύσμα από γυαλί είχε τρυπήσει το πόδι της. «Ήταν ανοησία να έρθεις ως εδώ ξυπόλυτη». Σηκώθηκε από την καρέκλα του και διασχίζοντας το δωμάτιο πήγε κοντά της. «Δεν σχεδίαζα να σπάσω κάποιο ποτήρι», απάντησε η Μιράντα αμυντικά και σκύβοντας τράβηξε το κοφτερό κομμάτι γυαλιού από το πόδι της. «Δεν έχει σημασία. Θα πουντιάσεις αν κυκλοφορείς έτσι μέσα στο σπίτι», είπε και παίρνοντάς τη στην αγκαλιά του την πήρε μακριά από τα σπασμένα γυαλιά. Η Μιράντα ένιωσε τόσο όμορφα όσο ποτέ στη σύντομη ζωή της. Το σώμα του ήταν ζεστό, και μπορούσε να νιώσει τη θερμότητά του να διαπερνά τη νυχτικιά της. Το δέρμα της ανατρίχιασε από τη στενή επαφή τους και η αναπνοή της άρχισε να βγαίνει κοφτή και γρήγορη. Έφταιγε η μυρωδιά του. Αυτό πρέπει να ήταν. Δεν είχε βρεθεί ποτέ τόσο κοντά του ως τότε, ποτέ δεν ήταν αρκετά κοντά του ώστε να μυρίσει τη μοναδική αρρενωπή μυρωδιά του, κάτι σαν ζεστό ξύλο και μπράντι, και κάτι άλλο, απροσδιόριστο, που δεν μπορούσε να το εντοπίσει. Κάτι που ήταν απλώς ο Τέρνερ. Πέρασε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του και άφησε το κεφάλι της να γείρει στο στήθος του για να ρουφήξει κι άλλο τη μυρωδιά του. Κι έπειτα, όταν πια είχε πειστεί ότι η ζωή ήταν τόσο τέλεια όσο θα μπορούσε να είναι, την άφησε βαριά στον καναπέ. «Γιατί το έκανες αυτό;» ρώτησε, προσπαθώντας να καθίσει ίσια. «Τι κάνεις εδώ;» «Εσύ τι κάνεις εδώ;» Κάθισε απέναντί της σε ένα χαμηλό τραπέζι. «Εγώ ρώτησα πρώτος». «Μιλάμε σαν δυο μικρά παιδιά», είπε τραβώντας τα πόδια της και χώνοντάς τα κάτω από τη νυχτικιά της. Του απάντησε, ωστόσο, γιατί της φαινόταν ιδιαίτερα ανόητο να διαφωνεί για κάτι τέτοιο.«Δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Νόμιζα ότι ένα ποτήρι σέρι θα μπορούσε να με βοηθήσει». «Είναι επειδή έχεις φτάσει στην ώριμη ηλικία των είκοσι ετών», της είπε κοροϊδευτικά. Αλλά εκείνη δεν τσίμπησε στο δόλωμά του. Απλώς έγειρε λίγο το κεφάλι της με χάρη σαν να του έλεγε: «Ακριβώς!». Τότε εκείνος γέλασε. «Σε αυτή την περίπτωση, επίτρεψέ μου να βοηθήσω στον ξεπεσμό σου». Σηκώθηκε και πήγε προς ένα ντουλάπι. «Αν πρόκειται να πιεις, τότε μα τον Θεό, κάν’ το σωστά.


Αυτό που χρειάζεσαι είναι ένα μπράντι, κατά προτίμηση αυτό που έρχεται λαθραία από τη Γαλλία». Η Μιράντα τον παρακολουθούσε καθώς πήρε δυο ποτήρια από ένα ράφι και τα έβαλε στο τραπέζι. Τα χέρια του ήταν σταθερά –άραγε μπορούσαν να χαρακτηριστούν και όμορφα;– καθώς έριχνε δυο γενναίες δόσεις στα ποτήρια. «Η μητέρα μου μου έδινε περιστασιακά μπράντι όταν ήμουν μικρή. Όταν μουσκευόμουν στη βροχή», του είπε. «Μονάχα μια γουλιά για να ζεσταθώ». Γύρισε και την κοίταξε, με τα μάτια διαπεραστικά ακόμα και στο σκοτάδι. «Κρυώνεις;» «Όχι. Γιατί;» «Τρέμεις». Η Μιράντα κοίταξε τα τρεμάμενα χέρια της. Πραγματικά έτρεμε, αλλά όχι εξαιτίας του κρύου. Αγκάλιασε με τα χέρια της το σώμα της, ελπίζοντας ότι εκείνος δεν θα ασχολιόταν περαιτέρω με το θέμα. Ο Τέρνερ, λεπτός και ψηλός, γεμάτος αρσενική χάρη, ήρθε ξανά κοντά της και της έδωσε το ποτήρι με το μπράντι. «Μην το πιεις όλο μονορούφι». Εκείνη τον κοίταξε ενοχλημένη με το συγκαταβατικό ύφος του και ήπιε μια γουλιά. «Εσύ γιατί είσαι εδώ;» τον ρώτησε. Κάθισε απέναντί της και έβαλε το ένα του πόδι πάνω στο άλλο, με τον αστράγαλό του να ακουμπά στο γόνατο του άλλου ποδιού. «Έπρεπε να συζητήσω με τον πατέρα μου κάποια πράγματα σχετικά με την περιουσία μας, επομένως με κάλεσε να πιω μαζί του ένα ποτό μετά το γεύμα μας. Και μετά δεν έφυγα». «Και κάθεσαι εδώ στο σκοτάδι ολομόναχος;» «Μου αρέσει το σκοτάδι». «Σε κανέναν δεν αρέσει το σκοτάδι». Εκείνος γέλασε δυνατά και η Μιράντα ένιωσε πολύ άπειρη και νέα. «Αχ, Μιράντα», είπε, εξακολουθώντας να γελάει. «Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό». Εκείνη τον κοίταξε με μάτια μισόκλειστα. «Πόσο έχεις πιει;» «Πολύ αδιάκριτη ερώτηση». «Αχά, άρα έχεις πιει πάρα πολύ». «Δηλαδή σου φαίνομαι μεθυσμένος;» της είπε σκύβοντας προς τα εμπρός. Εκείνη χωρίς να το θέλει τραβήχτηκε λίγο προς τα πίσω, απροετοίμαστη για την ένταση που διέκρινε στο βλέμμα του. «Όχι», είπε αργά. «Αλλά είσαι πολύ πιο έμπειρος από εμένα και μπορώ να φανταστώ ότι ξέρεις πώς να χειριστείς το ποτό. Πιθανότατα μπορείς να πιεις οκτώ φορές περισσότερο από ό,τι εγώ και να μη σου φαίνεται καθόλου». Ο Τέρνερ γέλασε σκληρά. «Όλα αυτά που λες είναι απολύτως σωστά. Και εσύ, αγαπητό μου κορίτσι, πρέπει να μάθεις να μένεις μακριά από τους άντρες που είναι “πολύ πιο έμπειροι” από εσένα». Η Μιράντα ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτό της, προσπαθώντας να αντισταθεί και να μην το πιει όλο μονορούφι. Θα την έκαιγε και θα πνιγόταν, και τότε εκείνος θα γελούσε. Και εκείνη θα ήθελε να πεθάνει από ντροπή. Ο Τέρνερ ήταν σε άσχημη διάθεση όλο το απόγευμα. Αιχμηρός και κοροϊδευτικός όταν ήταν μόνοι, σιωπηλός και κακόκεφος όταν δεν ήταν. Η Μιράντα καταράστηκε την προδότρα καρδιά της που τον αγαπούσε τόσο. Θα ήταν πολύ πιο εύκολο να λατρεύει τον Ουίνστον, του οποίου το χαμόγελο ήταν φωτεινό και ζεστό, και ο οποίος δεν είχε πάρει το βλέμμα του από πάνω της όλο


το βράδυ. Αλλά όχι, ήθελε αυτόν. Ήθελε τον Τέρνερ, του οποίου η ευμετάβλητη διάθεση σήμαινε ότι τη μια στιγμή γελούσε και αστειευόταν μαζί της, και την άλλη την αντιμετώπιζε εντελώς διαφορετικά. Η αγάπη ήταν για τους ηλίθιους. Για τους ανόητους. Και εκείνη ήταν η μεγαλύτερη ανόητη απ’ όλους. «Τι σκέφτεσαι;» τη ρώτησε. «Τον αδελφό σου», απάντησε εκείνη, έτσι για να τον προκαλέσει. Ούτως ή άλλως ήταν εν μέρει αλήθεια. «Αχ», είπε, βάζοντας κι άλλο μπράντι στο ποτήρι του. «Ο Ουίνστον. Καλό παιδί». «Ναι, είναι», του απάντησε εκείνη σχεδόν προκλητικά. «Πρόσχαρος». «Όμορφος». «Νέος». Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της. «Κι εγώ είμαι νέα. Ίσως να ταιριάξουμε». Εκείνος δεν είπε τίποτα. Η Μιράντα τέλειωσε το ποτό της. «Δεν συμφωνείς;» τον ρώτησε. Εκείνος παρέμεινε σιωπηλός. «Σχετικά με τον Ουίνστον», επέμεινε. «Είναι αδελφός σου. Θέλεις να είναι ευτυχισμένος, έτσι δεν είναι; Πιστεύεις ότι θα ήμουν καλή γι’ αυτόν; Πιστεύεις ότι θα τον έκανα ευτυχισμένο;» «Γιατί με ρωτάς κάτι τέτοιο;» τη ρώτησε, με φωνή χαμηλή και σχεδόν εξαϋλωμένη μες στη νύχτα. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της και γλίστρησε το δάχτυλό της στο ποτήρι για να σκουπίσει τις τελευταίες σταγόνες. Τις έγλειψε ελαφρά και σήκωσε το βλέμμα της για να τον κοιτάξει. «Στην υγειά σου», μουρμούρισε εκείνος και έριξε άλλα δυο δάχτυλα μπράντι στο ποτήρι της. Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι ευχαριστώντας τον και στη συνέχεια απάντησε στην ερώτησή του. «Θέλω να μάθω», είπε απλά, «και δεν ξέρω ποιον άλλο να ρωτήσω. Η Ολίβια θέλει τόσο πολύ να με δει να παντρεύομαι τον Ουίνστον που θα έλεγε οτιδήποτε θα με έκανε να φτάσω στην εκκλησία πιο γρήγορα». Και περίμενε, μετρώντας τα δευτερόλεπτα μέχρι εκείνος να μιλήσει. Ένα, δύο, τρία... και έπειτα ο Τέρνερ πήρε μια ανάσα. Ήταν σχεδόν σαν να παραιτούνταν. «Δεν ξέρω, Μιράντα». Ακουγόταν κουρασμένος, εξαντλημένος. «Δεν βλέπω γιατί να μην τον κάνεις ευτυχισμένο. Θα έκανες ευτυχισμένο οποιονδήποτε άντρα». Ακόμα κι εσένα; Η Μιράντα ένιωθε έντονη την ανάγκη να ξεστομίσει εκείνες τις λέξεις, εκείνη την ερώτηση, αλλά αντίθετα ρώτησε: «Πιστεύεις ότι εκείνος θα με έκανε ευτυχισμένη;». Αυτή τη φορά χρειάστηκε περισσότερο χρόνο για να απαντήσει. Και τελικά, είπε αργά σαν να μετρούσε τα λόγια του: «Δεν είμαι σίγουρος». «Γιατί όχι; Τι στραβό έχει;» «Δεν έχει τίποτα στραβό. Απλώς δεν είμαι σίγουρος ότι θα σε έκανε ευτυχισμένη». «Μα γιατί;» Ήξερε ότι ίσως να ακουγόταν αγενής, αλλά αν κατάφερνε τον Τέρνερ να της πει γιατί ο Ουίνστον δεν θα την έκανε ευτυχισμένη, ίσως τότε εκείνος να συνειδητοποιούσε γιατί θα μπορούσε να την κάνει ευτυχισμένη ο ίδιος. «Δεν γνωρίζω, Μιράντα», είπε περνώντας το χέρι του μέσα από τα μαλλιά του μέχρι που οι


ξανθές μπούκλες ανασηκώθηκαν περίεργα. «Είναι ανάγκη να κάνουμε αυτή τη συζήτηση;» «Ναι», του απάντησε με σιγουριά. «Ναι». «Πολύ καλά», της είπε σκύβοντας προς τα εμπρός, με τα μάτια του να στενεύουν σαν να προσπαθούσε να την προετοιμάσει για δυσάρεστα νέα. «Δεν πληροίς το πρότυπο ομορφιάς που έχει η σημερινή κοινωνία, είσαι ιδιαίτερα σαρκαστική και δεν σου αρέσουν οι πολιτισμένες συζητήσεις. Ειλικρινά, Μιράντα, δεν μπορώ να διανοηθώ ότι θα ήθελες έναν τυπικό γάμο». Εκείνη ξεροκατάπιε. «Και;» Ο Τέρνερ κοίταξε αλλού για μερικές στιγμές, πριν τελικά στρέψει το βλέμμα του ξανά επάνω της. «Και θα έλεγα ότι οι περισσότεροι άντρες δεν θα σε εκτιμήσουν. Αν ο σύζυγός σου προσπαθήσει να σε μετατρέψει σε κάτι που δεν είσαι, θα γίνεις αφάνταστα δυστυχισμένη». Η ατμόσφαιρα έγινε ηλεκτρισμένη και η Μιράντα δεν μπόρεσε να πάρει τα μάτια της μακριά από τα δικά του. «Και πιστεύεις ότι υπάρχει κάποιος εκεί έξω που θα με εκτιμήσει;» ψιθύρισε. Η ερώτηση αιωρήθηκε για λίγο στον αέρα, μαγνητίζοντας και τους δύο, έως ότου ο Τέρνερ τελικά απάντησε: «Ναι». Κοίταξε το ποτήρι του και στη συνέχεια, αφού στράγγιξε το τελευταίο μπράντι, άφησε έναν αναστεναγμό που μαρτυρούσε άνθρωπο ικανοποιημένο με το ποτό και όχι άνθρωπο που αναζητούσε αγάπη ή ρομαντισμό. Η Μιράντα κοίταξε μακριά. Αν υπήρξε έστω και μία ιδιαίτερη στιγμή ανάμεσά τους και δεν ήταν απλώς ένα παιχνίδι της φαντασίας της, τώρα κι αυτή είχε χαθεί και η σιωπή που την αντικατέστησε ήταν άβολη. Ήταν αμήχανη και άχαρη και εκείνη αισθανόταν τόσο αμήχανη και τόσο άχαρη που πέταξε το πρώτο ασήμαντο πράγμα που της ήρθε στο μυαλό, έτσι για να καλύψει το κενό ανάμεσά τους. «Σκοπεύεις να παρευρεθείς στον χορό του Γουέρθινγκτον την επόμενη εβδομάδα;» Την κοίταξε με ανασηκωμένο το ένα φρύδι, απορημένος με την απροσδόκητη ερώτησή της. «Ίσως». «Μακάρι να ερχόσουν. Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σου που χορεύεις μαζί μου δύο φορές. Διαφορετικά, δεν επρόκειτο να έχω αρκετούς παρτενέρ». Ήξερε ότι φλυαρούσε, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι την ένοιαζε. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να σταματήσει. «Αν ο Ουίνστον μπορούσε να παρευρεθεί, δεν θα χρειαζόταν να παραστείς κι εσύ, αλλά νομίζω ότι πρέπει να επιστρέψει στην Οξφόρδη το πρωί». Ο Τέρνερ την κοίταξε με μια περίεργη έκφραση. Δεν ήταν ακριβώς χαμόγελο ούτε κοροϊδία, ούτε καν ειρωνεία. Η Μιράντα μισούσε το γεγονός ότι εκείνος ήταν τόσο ανεξιχνίαστος, ότι δεν της έδινε καμία ένδειξη πώς να προχωρήσει. Αλλά εκείνη επέμεινε ούτως ή άλλως. Σε αυτό το σημείο, τι είχε πια να χάσει; «Θα έρθεις;» τον ξαναρώτησε. «Θα το εκτιμούσα πολύ». Την κοίταξε για μια στιγμή αμίλητος και στη συνέχεια είπε: «Ναι, θα είμαι εκεί». «Ευχαριστώ. Σου είμαι ιδιαίτερα ευγνώμων». «Χαίρομαι που θα σου φανώ χρήσιμος», είπε στεγνά. Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά. Οι κινήσεις της ήταν πολύ νευρικές. «Μπορείς να χορέψεις μαζί μου μόνο μία φορά, αν δεν αντέχεις παραπάνω. Αλλά θα το εκτιμούσα αν το έκανες στην αρχή. Φαίνεται ότι οι άλλοι άντρες ακολουθούν το παράδειγμά σου και ζητούν να χορέψουν μαζί μου». «Όσο παράξενο κι αν σου φαίνεται», μουρμούρισε εκείνος. «Δεν είναι και τόσο παράξενο», είπε, ανασηκώνοντας τους ώμους της. Είχε αρχίσει να


αισθάνεται τις συνέπειες του ποτού. Δεν ήταν ακόμα μεθυσμένη, αλλά αισθανόταν μάλλον ζεστή και ίσως λιγάκι τολμηρή. «Είσαι αρκετά όμορφος». Εκείνος φάνηκε να μην ξέρει πώς να απαντήσει. Η Μιράντα έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό της. Πολύ σπάνια κατάφερνε να τον ταράξει. Το συναίσθημα ήταν συναρπαστικό και έτσι ήπιε άλλη μια γουλιά από το μπράντι της, προσέχοντας αυτή τη φορά να το αφήσει να κατέβει στον λαιμό της πιο αργά, και είπε: «Είσαι μάλλον σαν τον Ουίνστον». «Ορίστε;» Η φωνή του ήταν απότομη και πιθανότατα εκείνη θα έπρεπε να το εκλάβει ως προειδοποίηση, αλλά δεν φάνηκε να βγαίνει από τον λάκκο που η ίδια έσκαβε για τον εαυτό της. «Μα έχετε και οι δύο μπλε μάτια και ξανθά μαλλιά, αν και νομίζω ότι τα δικά του είναι λίγο πιο ανοιχτόχρωμα. Και έχετε το ίδιο ανάστημα, αν και–» «Αρκετά, Μιράντα». «Μ–» «Είπα, αρκετά». Εκείνη σώπασε ξαφνικά από τον έντονο τόνο του και μετά μουρμούρισε: «Δεν υπάρχει λόγος να παρεξηγείσαι». «Έχεις πιει πάρα πολύ». «Μην είσαι ανόητος. Δεν είμαι ούτε κατά διάνοια μεθυσμένη. Είμαι βέβαιη ότι εσύ έχεις πιει δέκα φορές περισσότερο από εμένα». Την κοίταξε με μια παραπλανητικά χαλαρή ματιά. «Αυτό δεν είναι εντελώς αλήθεια, αλλά όπως είπες νωρίτερα, έχω πολύ περισσότερη εμπειρία από εσένα». «Το είπα, έτσι δεν είναι; Και νομίζω ότι είχα δίκιο. Δεν πιστεύω ότι είσαι μεθυσμένος». «Όχι, δεν είμαι μεθυσμένος. Απλώς λιγάκι απερίσκεπτος». «Απερίσκεπτος;» μουρμούρισε εκείνη, δοκιμάζοντας τη λέξη στη γλώσσα της. «Ενδιαφέρουσα περιγραφή. Νομίζω ότι είμαι και εγώ απερίσκεπτη». «Σίγουρα είσαι, αλλιώς θα είχες πάει αμέσως επάνω στο δωμάτιό σου μόλις με είδες». «Και δεν θα σε συνέκρινα με τον Ουίνστον». Τα μάτια του άστραψαν με το βαθύ μπλε χρώμα τους. «Όχι, σίγουρα δεν θα το έκανες αυτό». «Δεν σε πειράζει, έτσι;» Απλώθηκε μια μακρά, νεκρική σιωπή στο δωμάτιο και η Μιράντα θεώρησε ότι το είχε παρατραβήξει. Πώς θα μπορούσε να ήταν τόσο ανόητη, τόσο φαντασμένη ώστε να σκεφτεί ότι μπορεί να την ήθελε; Γιατί στην ευχή να νοιαζόταν αν τον συνέκρινε με τον μικρότερο αδελφό του; Εκείνη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ένα παιδί στα μάτια του, το απλοϊκό κοριτσάκι που τριγύριζε στο σπίτι του και με το οποίο έκανε λίγη παρέα, επειδή το λυπόταν. Η Μιράντα δεν έπρεπε ποτέ να ονειρευτεί ότι θα ερχόταν κάποτε μια μέρα που εκείνος θα νοιαζόταν γι’ αυτήν. «Συγχώρεσέ με», μουρμούρισε και σηκώθηκε όρθια. «Ξεπέρασα τα όρια». Και τότε, απλά επειδή το ποτήρι ήταν ακόμα στο χέρι της, στράγγιξε το υπόλοιπο μπράντι της και έσπευσε προς την πόρτα. «Αααχ!» «Τι στον διάβολο;» Ο Τέρνερ πετάχτηκε όρθιος. «Ξέχασα το ποτήρι», κλαψούρισε. «Τα σπασμένα γυαλιά». «Ω Θεέ μου, Μιράντα, μην κλαις». Διέσχισε γρήγορα το δωμάτιο και για δεύτερη φορά εκείνο το βράδυ την πήρε στην αγκαλιά του.


«Είμαι τόσο ηλίθια. Αναθεματισμένα ηλίθια», είπε ρουφώντας τη μύτη της. Τα δάκρυά της όμως ήταν περισσότερο για την απώλεια της αξιοπρέπειάς της παρά για τον πόνο που ένιωθε, και γι’ αυτό της ήταν πιο δύσκολο να σταματήσει. «Μη βρίζεις. Ποτέ δεν σε έχω ακούσει να βρίζεις. Θα πρέπει να πλύνεις το στόμα σου με σαπούνι», την πείραξε, μεταφέροντάς την πάλι στον καναπέ. Ο ήπιος τόνος του την επηρέασε περισσότερο απ’ όσο τα αυστηρά λόγια. Πήρε βαθιές ανάσες προσπαθώντας να ελέγξει τους λυγμούς που ανέβαιναν στον λαιμό της. Την έβαλε απαλά πίσω στον καναπέ. «Άφησέ με να δω αυτό το πόδι τώρα, εντάξει;» Η Μιράντα έγνεψε αρνητικά. «Μπορώ να το φροντίσω μόνη μου». «Μην είσαι ανόητη. Τρέμεις σαν το φύλλο». Ο Τέρνερ πήγε στο ντουλαπάκι με τα ποτά και πήρε το κερί που εκείνη είχε αφήσει εκεί νωρίτερα. Τον παρακολουθούσε καθώς επέστρεψε κοντά της και έβαλε το κερί σε ένα τραπέζι. «Ορίστε! Τώρα έχουμε λίγο φως. Άφησέ με να δω το πόδι σου». Διστακτικά, τον άφησε να σηκώσει το πόδι της και να το βάλει στην ποδιά του. «Είμαι τόσο ηλίθια», επανέλαβε. «Θα σταματήσεις να το λες αυτό; Είσαι το λιγότερο ηλίθιο θηλυκό που γνωρίζω». «Ευχαριστώ. Εγώ – άουτς!» «Κάθισε και πάψε να στριφογυρίζεις». «Θέλω να δω τι κάνεις». «Ε λοιπόν, εκτός κι αν μπορείς να κάνεις ακροβατικά, δεν θα καταφέρεις να δεις, επομένως πρέπει να με εμπιστευτείς». «Κοντεύεις;» «Σχεδόν», απάντησε και βάζοντας τα δάχτυλά του γύρω από άλλο ένα αιχμηρό κομμάτι γυαλί, το τράβηξε. Εκείνη σφίχτηκε από τον πόνο. «Έχουν απομείνει μόνο ένα ή δύο». «Τι γίνεται αν δεν καταφέρεις να τα βγάλεις;» «Θα τα βγάλω». «Ναι, αλλά αν δεν τα καταφέρεις;» «Θεέ μου, σου έχω πει ποτέ ότι είσαι πολύ επίμονη;» Εκείνη του χαμογέλασε. «Ναι!» Και εκείνος της ανταπόδωσε το χαμόγελο. «Αν μου ξεφύγει κανένα, πιθανότατα θα βγει μόνο του σε λίγες μέρες. Αυτό συνήθως συμβαίνει με τις ακίδες». «Δεν θα ήταν ωραίο αν η ζωή ήταν τόσο απλή όσο ένα μικρό κομμάτι γυαλί;» ρώτησε θλιμμένα. Εκείνος ανασήκωσε το κεφάλι του «Για να βγαίνει και να χάνεται μέσα σε λίγες μέρες;» Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά. Εκείνος συνέχισε να έχει το βλέμμα του καρφωμένο στο δικό της για λίγο, και στη συνέχεια επέστρεψε στο έργο του, τραβώντας ένα τελευταίο κομμάτι γυαλί από το δέρμα της. «Ορίστε. Θα σου περάσει πολύ γρήγορα». Αλλά δεν έκανε καμία κίνηση να απομακρύνει το πόδι της από την αγκαλιά του. «Συγγνώμη που ήμουν τόσο αδέξια». «Μη ζητάς συγγνώμη. Ήταν ατύχημα». Ήταν ιδέα της ή εκείνος ψιθύριζε; Και τα μάτια του φαίνονταν τόσο τρυφερά. Η Μιράντα προσπάθησε να ανακαθίσει για να είναι δίπλα του. «Τέρνερ;»


«Μην πεις τίποτα», της είπε βραχνά. «Μα εγώ–» «Σε παρακαλώ!» Η Μιράντα δεν μπορούσε να καταλάβει την ένταση στη φωνή του, δεν μπορούσε να καταλάβει την επιθυμία που διαφαινόταν στα λόγια του. Ήξερε μόνο ότι εκείνος ήταν κοντά, και τον ένιωθε, μπορούσε να τον μυρίσει... και ήθελε να τον γευτεί. «Τέρνερ, εγώ–» «Φτάνει», είπε ταραγμένος και την τράβηξε πάνω του, με το στήθος της να κολλά στο μυώδες στέρνο του. Τα μάτια του έλαμπαν έντονα και ξαφνικά η Μιράντα συνειδητοποίησε –ξαφνικά ήξερε– ότι τίποτα δεν θα σταματούσε την αργή κάθοδο των χειλιών του πάνω στα δικά της. Και τότε τη φίλησε, με τα χείλη του ζεστά και πεινασμένα πάνω στο στόμα της. Η επιθυμία του ήταν έντονη, την κυρίευσε. Την ήθελε. Η Μιράντα δεν μπορούσε να το πιστέψει, δεν είχε τη δύναμη ούτε καν να σκεφτεί, αλλά το ήξερε. Την ήθελε. Κι αυτό την έκανε να νιώθει τολμηρή. Την έκανε να νιώθει γυναίκα. Και έφερε στην επιφάνεια κάποια μυστική γνώση που κουβαλούσε μέσα της, πολύ πριν γεννηθεί ίσως, και τον φίλησε κι εκείνη, με τα χείλη της να κινούνται με άδολη λαχτάρα και με τη γλώσσα της να δοκιμάζει τη ζεστή αλμύρα της επιδερμίδας του. Τα χέρια του Τέρνερ πίεσαν την πλάτη της, φυλακίζοντάς τη στην αγκαλιά του, και ύστερα δεν μπορούσαν πια να σταθούν όρθιοι και βυθίστηκαν στα μαξιλάρια, με το σώμα του να καλύπτει το δικό της. Ήταν άγριος. Ήταν τρελός. Αυτή θα μπορούσε να είναι η μόνη εξήγηση, αλλά του φαινόταν ότι δεν τη χόρταινε. Τα χέρια του βρίσκονταν παντού, δοκιμάζοντας, αγγίζοντας, ζουλώντας, και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί –όταν μπορούσε να σκεφτεί– ήταν ότι την ήθελε. Την ήθελε με κάθε δυνατό τρόπο. Ήθελε να την καταβροχθίσει. Ήθελε να τη λατρέψει. Ήθελε να χαθεί μέσα της. Ψιθύρισε το όνομά της, το μουρμούρισε όλο λαχτάρα πάνω στο δέρμα της. Και όταν την άκουσε να ψιθυρίζει κι εκείνη το δικό του, άφησε τα χέρια του να μετακινηθούν στα μικροσκοπικά κουμπιά στον λαιμό της νυχτικιάς της. Κάθε κούμπωμα φαινόταν να λιώνει κάτω από τα δάχτυλά του μέχρι που τα ξεκούμπωσε όλα, και του απέμενε απλώς να παραμερίσει το ύφασμα από πάνω της. Ένιωθε το φούσκωμα του στήθους της κάτω από το νυχτικό της, αλλά ήθελε περισσότερα. Ήθελε τη ζέστη της, τη μυρωδιά, τη γεύση της. Τα χείλη του κινήθηκαν προς τα κάτω στον λαιμό της, ακολουθώντας την κομψή καμπύλη της κλείδας της, ακριβώς εκεί που η άκρη της νυχτικιάς της σκέπαζε το δέρμα της. Με το στόμα του έσπρωξε το ύφασμα δοκιμάζοντας κάθε εκατοστό της, εξερευνώντας τη μαλακή και αλμυρή γλύκα της. Ένιωσε να τρέμει από ευχαρίστηση καθώς κατηφόρισε στις απαλές κορυφές του στήθους της. Θεέ και Κύριε, την ήθελε. Πέρασε το χέρι του κάτω από το ρούχο της και την ανασήκωσε πιο ψηλά, πιο κοντά στο στόμα του. Εκείνη βόγκηξε και το μόνο που εκείνος μπορούσε να κάνει ήταν να προσπαθήσει να συγκρατήσει την επιθυμία του και να κινηθεί αργά. Το στόμα του ήρθε ακόμα πιο κοντά, λαχταρώντας να φτάσει στον στόχο του, καθώς το χέρι του παραμέρισε τον ποδόγυρο της νυχτικιάς της και γλίστρησε πάνω στο μεταξένιο δέρμα της γάμπας της. Όταν ανέβηκε αργά στον μηρό της, εκείνη σχεδόν ούρλιαξε. «Σσς», της ψιθύρισε σφραγίζοντας τα χείλη της με ένα φιλί. «Θα ξυπνήσεις τους γείτονες. Θα ξυπνήσεις–»


Τους γονείς του. Ήταν σαν να έριξαν έναν κουβά με κρύο νερό πάνω του. «Ω Θεέ μου». «Τι, Τέρνερ;» Η αναπνοή της ακουγόταν σαν ακανόνιστο βογκητό. «Ω Θεέ μου. Μιράντα», ψέλλισε το όνομά της σοκαρισμένος. Ήταν σαν να είχε αποκοιμηθεί, να έβλεπε όνειρο και να είχε ξυπνήσει και– «Τέρνερ, εγώ–» «Ησυχία», της ψιθύρισε βραχνά και πετάχτηκε από πάνω της με τέτοια δύναμη που προσγειώθηκε στο χαλί δίπλα της. «Ω Θεέ μου», είπε ξανά και ξανά. «Τέρνερ;» «Σήκω! Πρέπει να σηκωθείς». «Μα–» Ο Τέρνερ κοίταξε προς τα κάτω, κάτι που ήταν τελικά πολύ μεγάλο λάθος. Το νυχτικό της ήταν ακόμα μαζεμένο κοντά στους γοφούς της και τα πόδια της –Θεέ μου, ποιος θα πίστευε ότι θα ήταν τόσο όμορφα και μακριά– και εκείνος ήθελε απλώς να– Όχι. Ξαφνιάστηκε και ο ίδιος με τη δύναμη της άρνησής του. «Τώρα, Μιράντα», μούγκρισε. «Μα εγώ δεν–» Εκείνος την τράβηξε για να σηκωθεί. Δεν ήθελε να πιάσει το χέρι της· δεν εμπιστευόταν τον εαυτό του να την αγγίξει, όσο κι αν το άγγιγμά του δεν είχε τίποτε το ρομαντικό. Αλλά έπρεπε να τη μετακινήσει. Έπρεπε να τη βγάλει από εκείνο το δωμάτιο. «Πήγαινε», τη διέταξε. «Για όνομα του Θεού, αν έχεις λίγο μυαλό, φύγε!» Αλλά εκείνη στεκόταν εκεί κοιτάζοντάς τον άφωνη και σοκαρισμένη, με τα μαλλιά ανάκατα και τα χείλη της πρησμένα, και εκείνος την ήθελε. Θεέ και Κύριε, ακόμα την ήθελε. «Αυτό δεν θα ξανασυμβεί», της είπε με σφιγμένη φωνή. Εκείνη δεν είπε τίποτα. Ο Τέρνερ κοίταξε το πρόσωπό της ανήσυχος. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, μην κλάψεις. Προσπάθησε να μείνει τελείως ακίνητος. Αν κουνιόταν, μπορεί να την άγγιζε. Και τότε δεν θα μπορούσε να κρατηθεί. «Καλύτερα να πας επάνω», της είπε χαμηλόφωνα. Κούνησε το κεφάλι της καταφατικά κι εξαφανίστηκε από το δωμάτιο. Ο Τέρνερ κοίταξε την πόρτα. Ανάθεμα! Τι στο καλό θα έκανε; 12 Ιουνίου 1819 Δεν έχω λόγια. Κυριολεκτικά.


Κεφάλαιο 8 Ο Τέρνερ ξύπνησε το επόμενο πρωί με έναν φριχτό πονοκέφαλο που δεν είχε να κάνει με το αλκοόλ. Πολύ θα ήθελε να ήταν από το μπράντι. Τότε τα πράγματα θα ήταν πολύ πιο απλά. Τη Μιράντα. Τι διάολο σκεφτόταν; Τίποτα. Προφανώς δεν είχε σκεφτεί καθόλου. Τουλάχιστον όχι με το κεφάλι του. Είχε φιλήσει τη Μιράντα. Διάολε, την είχε σχεδόν διαφθείρει. Και ήταν δύσκολο να φανταστεί ότι μπορεί να υπήρχε σε ολόκληρη τη Βρετανία κάποια νεαρή γυναίκα λιγότερο κατάλληλη να τραβήξει την προσοχή του απ’ ό,τι η δεσποινίς Μιράντα Τσίβερ. Σίγουρα θα έβραζε στα καζάνια της κόλασης γι’ αυτό που είχε κάνει. Εάν ήταν καλύτερος άνθρωπος, υπέθετε ότι θα την παντρευόταν. Μια νεαρή γυναίκα θα μπορούσε να χάσει την υπόληψή της για κάτι πολύ πιο ασήμαντο από αυτό που είχε συμβεί το προηγούμενο βράδυ. Αλλά κανείς δεν το είχε δει, επέμεινε μια φωνή μέσα του. Κανείς δεν ήξερε, μόνο οι δυο τους. Και η Μιράντα σίγουρα δεν θα έλεγε τίποτα. Δεν ταίριαζε στον χαρακτήρα της. Όσο για τον ίδιο, δεν ήταν καλύτερος. Η Λετίσια είχε φροντίσει γι’ αυτό. Του είχε σκοτώσει ό,τι καλό και ευγενικό υπήρχε μέσα του. Αλλά είχε ακόμα τα λογικά του. Και δεν θα έπρεπε να ξαναβρεθεί κοντά στη Μιράντα. Ένα λάθος μπορεί να είναι κατανοητό. Δύο θα ήταν καταστροφικά. Και τρία... Θεέ και Κύριε, δεν θα έπρεπε καν να σκέφτεται την πιθανότητα τρίτου λάθος. Χρειαζόταν απόσταση, αυτό ήταν όλο. Απόσταση. Αν έμενε μακριά από τη Μιράντα, δεν θα μπορούσε να μπει στον πειρασμό, και εκείνη τελικά θα ξεχνούσε την παράνομη συνάντησή τους και θα έβρισκε έναν ωραίο, ευχάριστο σύντροφο να παντρευτεί. Όμως η εικόνα της στην αγκαλιά ενός άλλου άντρα ήταν απροσδόκητα δυσάρεστη. Ίσως να έφταιγε το γεγονός ότι ήταν νωρίς το πρωί και εκείνος ήταν κουρασμένος και την είχε φιλήσει μόλις έξι ώρες νωρίτερα και– Και θα μπορούσαν να υπάρχουν εκατό διαφορετικοί λόγοι, κανένας από τους οποίους δεν ήταν αρκετά σημαντικός ώστε να τον εξετάσει περαιτέρω. Στο μεταξύ, θα έπρεπε να την αποφεύγει. Ίσως θα έπρεπε να φύγει από την πόλη. Να πάει μακριά. Θα μπορούσε να πάει στην εξοχή. Ούτως ή άλλως δεν είχε ποτέ την πρόθεση να παραμείνει στο Λονδίνο πολύ καιρό. Άνοιξε τα μάτια του και βόγκηξε. Δεν είχε καθόλου αυτοέλεγχο; Η Μιράντα ήταν ένα άπειρο εικοσάχρονο κορίτσι. Δεν ήταν σαν τη Λετίσια. Δεν είχε καμιά πείρα στις γυναικείες πονηριές ούτε ήταν πρόθυμη να χρησιμοποιήσει τα θέλγητρά της προς όφελός της. Η Μιράντα θα ήταν πειρασμός, αλλά μπορούσε κάποιος να της αντισταθεί. Και ο Τέρνερ ήταν αρκετά άντρας ώστε να φερθεί λογικά και συγκρατημένα. Παρ’ όλα αυτά, μάλλον δεν θα έπρεπε να ζει στο ίδιο σπίτι μαζί της. Και μια και είχε αρχίσει να κάνει αλλαγές στη ζωή του, ίσως είχε έρθει η ώρα να ρίξει καμιά ματιά στις γυναίκες της αριστοκρατίας τούτη τη χρονιά. Υπήρχαν πολλές διακριτικές νεαρές χήρες και εκείνος μάλλον είχε μείνει πολύ καιρό χωρίς γυναίκα. Αν κάτι μπορούσε να τον βοηθήσει να ξεχάσει μια γυναίκα, αυτό ήταν μια άλλη γυναίκα.


«Ο Τέρνερ φεύγει από το σπίτι». «Τι;» Η Μιράντα τακτοποιούσε μερικά λουλούδια σε ένα πορσελάνινο βάζο. Μόνο από τύχη και χάρη στα ευκίνητα χέρια της δεν βρέθηκε η πολύτιμη αντίκα κομματιασμένη στο πάτωμα. «Και μάλιστα ετοιμάζεται τώρα», είπε η Ολίβια ανάλαφρα. «Ο βαλές του μαζεύει τα πράγματά του αυτή τη στιγμή». Η Μιράντα έβαλε το βάζο πίσω στο τραπέζι με μεγάλη προσοχή. Αργά, σταθερά, εισπνοή, εκπνοή. Και τελικά, όταν ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να μιλήσει χωρίς να τρέμει, ρώτησε: «Φεύγει από την πόλη;». «Όχι, δεν νομίζω», είπε η Ολίβια και πνίγοντας ένα χασμουρητό ξάπλωσε σε μια πολυθρόνα. «Δεν είχε σκοπό να παραμείνει στην πόλη τόσο πολύ κι έτσι αποφάσισε να νοικιάσει ένα διαμέρισμα». Θα νοίκιαζε ένα διαμέρισμα; Η Μιράντα αγωνίστηκε ενάντια στο φρικτό αίσθημα κενού που πλάκωνε το στήθος της. Θα νοίκιαζε ένα διαμέρισμα. Μόνο και μόνο για να ξεφύγει από αυτήν. Θα ήταν ταπεινωτικό εάν δεν ήταν τόσο λυπηρό. Ή ίσως ήταν και τα δύο. «Είναι μάλλον για καλό», συνέχισε η Ολίβια, αγνοώντας τη δυσφορία της φίλης της. «Ξέρω ότι λέει πως δεν θα παντρευτεί ξανά–» «Έχει πει κάτι τέτοιο;» Η Μιράντα είχε παγώσει. Πώς ήταν δυνατόν να μην το γνώριζε αυτό; Ήξερε ότι είχε πει πως δεν έψαχνε για σύζυγο, αλλά σίγουρα δεν εννοούσε ότι θα έμενε για πάντα έτσι. «Ω, ναι», απάντησε η Ολίβια. «Έτσι είχε πει τις προάλλες. Ήταν αποφασισμένος. Σκέφτηκα ότι αυτό θα αναστάτωνε ιδιαίτερα τη μητέρα, και δεν είχα άδικο. Παραλίγο να λιποθυμήσει». «Η μητέρα σου;» Η Μιράντα δυσκολευόταν αρκετά να το φανταστεί. «Ε, όχι, αλλά αν δεν ήταν τόσο συγκροτημένη, σίγουρα θα είχε λιποθυμήσει». Τις περισσότερες φορές η Μιράντα απολάμβανε τον ανέμελο τρόπο της φίλης της, αλλά αυτή τη στιγμή ήθελε να τη στραγγαλίσει. «Εν πάση περιπτώσει», είπε η Ολίβια αναστενάζοντας και ανακάθισε στην πολυθρόνα της, «είπε ότι δεν θα παντρευτεί, αλλά είμαι αρκετά σίγουρη ότι θα το ξανασκεφτεί. Απλώς πρέπει να ξεπεράσει τη θλίψη του». Έκανε μια παύση, και κοιτάζοντας τη Μιράντα με μια πονηρή έκφραση είπε: «Ή την έλλειψή της». Η Μιράντα χαμογέλασε σφιγμένα. Τόσο σφιγμένα, μάλιστα, που ήταν σίγουρη ότι η έκφρασή της μάλλον θα έπρεπε να χαρακτηριστεί κάπως αλλιώς. «Όμως, παρά τα όσα λέει», συνέχισε η Ολίβια και έγειρε πίσω στην πολυθρόνα της κλείνοντας τα μάτια της, «σίγουρα δεν θα βρει ποτέ νύφη όσο ζει εδώ. Για όνομα του Θεού, πώς μπορεί κάποιος να βρει νύφη ενώ βρίσκεται μαζί με τη μητέρα, τον πατέρα του και δύο μικρότερες αδελφές;» «Δύο;» «Ε, μία αδελφή έχει, φυσικά, αλλά εσύ θα μπορούσες να θεωρηθείς ως δεύτερη αδελφή του. Σίγουρα μπροστά σου δεν μπορεί να συμπεριφερθεί με τον τρόπο που ίσως θα ήθελε». Η Μιράντα δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. «Και ακόμα κι αν δεν επιλέξει νύφη σύντομα», πρόσθεσε η Ολίβια, ίσως να έπρεπε να βρει μια ερωμένη. Σίγουρα αυτό θα τον βοηθήσει να ξεχάσει τη Λετίσια». Η Μιράντα δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να σχολιάσει κάτι τέτοιο. «Και σίγουρα δεν μπορεί να το κάνει αυτό ενώ ζει εδώ». Η Ολίβια άνοιξε τα μάτια της και στηρίχτηκε στους αγκώνες της. «Έτσι, γίνονται όλα για το καλύτερο. Δεν συμφωνείς;» Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά. Επειδή έτσι έπρεπε να κάνει. Επειδή ένιωθε πάρα πολύ


ταραγμένη για να κλάψει. 19 Ιουνίου 1819 Έχει φύγει εδώ και μια εβδομάδα, και κοντεύω να τρελαθώ. Αν απλώς είχε φύγει για λίγο, θα μπορούσα να τον συγχωρήσω. Αλλά δεν έχει επιστρέψει! Και δεν με έχει αναζητήσει. Δεν μου έχει στείλει ούτε μια επιστολή. Και παρόλο που ακούω ψίθυρους και κουτσομπολιά ότι βγαίνει και παρευρίσκεται σε διάφορες εκδηλώσεις, εγώ δεν τον έχω δει πουθενά. Εάν παρίσταμαι σε κάποιο γεγονός, τότε εκείνος δεν βρίσκεται εκεί. Μια φορά μου φάνηκε ότι τον είδα σε μια αίθουσα, αλλά δεν μπορώ να είμαι βέβαιη, καθώς είδα μόνο την πλάτη του καθώς έφευγε. Δεν ξέρω τι μπορώ να κάνω για όλα αυτά. Δεν μπορώ να τον αναζητήσω. Θα ήταν τελείως άπρεπο. Η λαίδη Ράντλαντ έχει απαγορεύσει ακόμη και στην Ολίβια να τον επισκεφθεί. Βρίσκεται στο Άλμπανι, το οποίο είναι αποκλειστικά για κυρίους. Απαγορεύεται η είσοδος σε οικογένειες ή σε χήρες. «Τι σκοπεύεις να φορέσεις απόψε στον χορό των Γουέρθινγκτον;» ρώτησε η Ολίβια, ρίχνοντας τρεις κύβους ζάχαρη στο τσάι της. «Απόψε είναι;» Τα δάχτυλα της Μιράντα σφίχτηκαν γύρω από το φλιτζάνι της. Ο Τέρνερ είχε υποσχεθεί ότι θα ερχόταν στον χορό των Γουέρθινγκτον και μάλιστα ότι θα χόρευε μαζί της. Σίγουρα δεν θα παρέβαινε την υπόσχεσή του. Θα ήταν εκεί. Και αν δεν ήταν... Απλώς θα έπρεπε να βεβαιωθεί ότι θα ήταν. «Θα φορέσω το πράσινο μεταξωτό φόρεμά μου», είπε η Ολίβια. «Εκτός αν θέλεις εσύ να φορέσεις το πράσινο φόρεμά σου. Σου πάει πολύ το πράσινο χρώμα». «Έτσι πιστεύεις;» ρώτησε η Μιράντα. Ξαφνικά ένιωσε ότι ήταν απόλυτη ανάγκη να είναι όσο το δυνατόν πιο όμορφη. «Ναι. Αλλά δεν θα ήταν σωστό να φοράμε και οι δύο το ίδιο χρώμα, οπότε θα πρέπει να αποφασίσεις σύντομα». «Εσύ τι με συμβουλεύεις να βάλω;» Η Μιράντα δεν ήταν εντελώς ανίδεη από μόδα, αλλά δεν θα γινόταν ποτέ ειδική όπως η Ολίβια. Η Ολίβια έγειρε το κεφάλι της στο πλάι καθώς παρατηρούσε τη φίλη της. «Αν κρίνω από τα χρώματά σου, θα έλεγα να φορούσες κάτι πιο ζωηρό, αλλά η μαμά λέει ότι είμαστε ακόμα πολύ νέες. Αλλά ίσως...» Και με αυτά τα λόγια σηκώθηκε από την πολυθρόνα της, άρπαξε ένα ανοιχτό πράσινο μαξιλαράκι από μια άλλη πολυθρόνα και το κράτησε κάτω από το πιγούνι της Μιράντα. «Χμμ». «Σκοπεύεις να με διακοσμήσεις;» «Κράτα αυτό», τη διέταξε η Ολίβια και έκανε μερικά βήματα πίσω, αφήνοντας ένα «Ουφ!» όταν το πόδι της βρήκε σε ένα τραπεζάκι. «Ναι, μάλιστα», μουρμούρισε, καθώς πιανόταν από το μπράτσο του καναπέ για να ανακτήσει την ισορροπία της. «Είναι τέλειο». Η Μιράντα κοίταξε κάτω. Και στη συνέχεια επάνω. «Θα φορέσω ένα μαξιλάρι;» «Όχι, θα φορέσεις το πράσινο μεταξωτό φόρεμά μου. Είναι ακριβώς το ίδιο χρώμα. Θα πούμε στην Άννι να το μαζέψει λίγο σήμερα». «Ναι, αλλά εσύ τι θα φορέσεις;»


«Ω, οτιδήποτε», απάντησε η Ολίβια κουνώντας το χέρι της. «Μάλλον κάτι ροζ. Οι κύριοι πάντα φαίνεται να τρελαίνονται για το ροζ. Μου έχουν πει ότι με κάνει να μοιάζω με γλυκό». «Δεν σε πειράζει να σε θεωρούν γλυκό;» ρώτησε η Μιράντα, γιατί εκείνη θα το απεχθανόταν. «Δεν με πειράζει να με σκέφτονται κάπως έτσι», τη διόρθωσε η Ολίβια. «Μου δίνει το πάνω χέρι. Καμιά φορά έχεις όφελος αν σε υποτιμούν. Αλλά εσύ…» κούνησε το κεφάλι της. «Εσύ χρειάζεσαι κάτι πιο διακριτικό. Πιο εκλεπτυσμένο». Η Μιράντα ήπιε την τελευταία γουλιά από το τσάι της και έπειτα σηκώθηκε στρώνοντας τη λεπτή μουσελίνα του πρωινού φορέματός της. «Πρέπει να πάω να το δοκιμάσω», είπε. «Για να έχει η Άννι αρκετό χρόνο να κάνει τις αλλαγές». Και πέρα απ’ αυτό, είχε να ασχοληθεί και με την αλληλογραφία της. Ο Τέρνερ ανακάλυψε, καθώς έδενε τη γραβάτα του με επιδέξια δάχτυλα, ότι το ταλέντο του για βρισιές ήταν ευρύτερο και βαθύτερο από ό,τι πίστευε μέχρι τότε. Είχε βρει εκατοντάδες αφορμές για να βρίσει από τότε που είχε λάβει εκείνο το καταστροφικό σημείωμα από τη Μιράντα νωρίτερα το απόγευμα. Αλλά πάνω απ’ όλα, έβριζε τον εαυτό του και το όποιο αναθεματισμένο αίσθημα τιμής που είχε ακόμα. Το να παραστεί στον χορό των Γουέρθινγκτον ήταν το αποκορύφωμα της τρέλας – το πιο ασυνείδητο πράγμα που μπορούσε να κάνει. Αλλά, διάβολε, δεν μπορούσε να μην κρατήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στην κοπέλα, ακόμα κι αν ήταν για το καλό της. Τι στον διάολο; Δεν χρειαζόταν κάτι τέτοιο τώρα. Κοίταξε ξανά το σημείωμα. Είχε υποσχεθεί να χορέψει μαζί της αν δεν υπήρχαν άλλοι παρτενέρ, έτσι δεν είναι; Αυτό δεν θα έπρεπε να αποτελεί πρόβλημα. Εκείνος απλώς θα βεβαιωνόταν ότι η Μιράντα θα είχε περισσότερους παρτενέρ για τον χορό, πολύ περισσότερους από όσους θα μπορούσε να δεχτεί. Θα ήταν η αναθεματισμένη καλλονή του χορού! Υπέθετε ότι εφόσον έπρεπε να παραστεί σε αυτόν τον καταραμένο χορό, θα έπρεπε να δείξει ότι τον ενδιέφεραν οι νεαρές χήρες. Με λίγη τύχη, η Μιράντα θα έβλεπε ακριβώς πού σχεδίαζε εκείνος να αφιερώσει την προσοχή του και θα συνειδητοποιούσε ότι η ίδια θα έπρεπε να ενδιαφερθεί για κάποιον άλλο. Του ξέφυγε ένας μορφασμός. Δεν του άρεσε καθόλου η σκέψη να την αναστατώσει. Διάολε! Του άρεσε η κοπελίτσα. Πάντα του άρεσε! Κούνησε το κεφάλι του. Όχι, δεν θα την αναστάτωνε. Όχι πολύ, πάντως. Και εξάλλου θα επανόρθωνε. Η καλλονή του χορού, υπενθύμισε στον εαυτό του καθώς έμπαινε στην άμαξά του και προσπαθούσε να βρει το κουράγιο γι’ αυτό που σίγουρα θα ήταν ένα ιδιαίτερα δύσκολο βράδυ. Η καλλονή του χορού. Η Ολίβια είδε τον Τέρνερ τη στιγμή που μπήκε. «Ω, κοίτα», είπε, σπρώχνοντας ελαφρά τη Μιράντα με τον αγκώνα της. «Ο αδελφός μου είναι εδώ». «Α ναι;» απάντησε η Μιράντα με κομμένη αναπνοή. «Χμ». Η Ολίβια ίσιωσε την πλάτη και έσμιξε τα φρύδια της. «Δεν τον έχω δει εδώ και πολλές μέρες, τώρα που το σκέφτομαι. Εσύ;» Η Μιράντα κούνησε αφηρημένα το κεφάλι της καθώς τέντωνε τον λαιμό της, προσπαθώντας να εντοπίσει τον Τέρνερ.


«Είναι εκεί πέρα και συζητά με τον Ντάνκαν Άμποτ», την ενημέρωσε η Ολίβια. «Αναρωτιέμαι για ποιο θέμα συζητούν. Ο κύριος Άμποτ συνήθως μιλά για πολιτικά». «Αλήθεια;» «Ω, ναι. Θα ήθελα πολύ να συζητήσω μαζί του, αλλά πιθανότατα δεν θα ήθελε να συζητήσει την πολιτική κατάσταση με μια γυναίκα. Είναι πολύ ενοχλητικό αυτό». Η Μιράντα ήταν έτοιμη να συμφωνήσει με τη φίλη της, όταν η Ολίβια έσμιξε ξανά τα φρύδια της και είπε ενοχλημένη: «Τώρα μιλάει με τον λόρδο Γουέστχολμ». «Ολίβια, ο άνθρωπος μπορεί να μιλήσει με όποιον θέλει», δήλωσε η Μιράντα, αλλά μέσα της είχε αρχίσει και η ίδια να εξοργίζεται που ο Τέρνερ δεν τις είχε πλησιάσει. «Το ξέρω, αλλά θα έπρεπε να έρθει και να μας χαιρετήσει πρώτα. Είμαστε οικογένεια». «Ε ναι, τουλάχιστον εσύ είσαι οικογένειά του». «Μη λες ανοησίες. Είσαι κι εσύ μέλος της οικογένειας, Μιράντα». Η Ολίβια πήρε μια έκπληκτη έκφραση. «Μα για δες τον! Έχει πάει στην αντίθετη κατεύθυνση». «Ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος με τον οποίο μιλάει; Δεν τον αναγνωρίζω». «Είναι ο δούκας του Άσμπουρν. Είναι συγκλονιστικά όμορφος, έτσι δεν είναι; Νομίζω ότι βρισκόταν στο εξωτερικό. Είχε πάει διακοπές με τη σύζυγό του. Μου φαίνεται ότι είναι αρκετά αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλο». Η Μιράντα σκέφτηκε πως ήταν θετικό σημάδι το γεγονός ότι τουλάχιστον ένας γάμος μεταξύ αριστοκρατών ήταν ευτυχισμένος. Παρ’ όλα αυτά ο Τέρνερ σίγουρα δεν είχε σκοπό να ζητήσει το χέρι της εάν δεν μπορούσε ούτε καν να μπει στον κόπο να διασχίσει μια αίθουσα χορού για να τη χαιρετήσει. Η σκέψη έφερε ένα συνοφρύωμα στο πρόσωπό της. «Συγγνώμη, λαίδη Ολίβια. Πιστεύω ότι αυτός είναι ο χορός μου». Η Ολίβια και η Μιράντα κοίταξαν μπροστά τους, εκεί που ένας όμορφος νεαρός άντρας, το όνομα του οποίου καμία από τις δύο δεν μπορούσε να θυμηθεί, στεκόταν μπροστά τους. «Φυσικά», είπε γρήγορα η Ολίβια. «Πόσο ανόητο εκ μέρους μου. Το είχα ξεχάσει». «Κι εγώ θα πάω να πάρω ένα ποτήρι λεμονάδα», είπε χαμογελώντας η Μιράντα. Ήξερε ότι η Ολίβια αισθανόταν πάντα άβολα όταν έφευγε για χορό και την άφηνε μόνη. «Είσαι σίγουρη;» «Μα ναι, πήγαινε. Πήγαινε!» Η Ολίβια γλίστρησε προς το κέντρο της αίθουσας χορού και η Μιράντα προχώρησε προς έναν υπηρέτη ο οποίος σερβίριζε λεμονάδα. Ως συνήθως, την είχαν ζητήσει μόνο για τους μισούς περίπου χορούς. Και πού ήταν ο Τέρνερ, ήθελε να ρωτήσει, που της είχε υποσχεθεί να χορέψει μαζί της αν δεν είχε άλλους παρτενέρ; Πόσο φρικτός, πόσο απαίσιος άνθρωπος. Αισθανόταν κάπως καλύτερα όταν κατάφερνε να τον κακολογεί στο μυαλό της, ακόμα κι αν δεν το πίστευε. Η Μιράντα είχε φτάσει σχεδόν στο τραπέζι με τα αναψυκτικά, όταν αισθάνθηκε ένα δυνατό ανδρικό χέρι στον αγκώνα της. Ο Τέρνερ; Στράφηκε προς το μέρος του, αλλά προς μεγάλη της απογοήτευση είδε έναν κύριο τον οποίο δεν γνώριζε αλλά που το πρόσωπό του της φαινόταν αόριστα οικείο. «Δεσποινίς Τσίβερ;» Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά. «Μπορώ να έχω την ευχαρίστηση να χορέψουμε αυτόν τον χορό;» «Μα ναι, βέβαια, αλλά δεν νομίζω ότι έχουμε συστηθεί». «Ω, συγχωρέστε με, σας παρακαλώ. Εγώ είμαι ο λόρδος Γουέστχολμ». Ο λόρδος Γουέστχολμ; Δεν ήταν αυτός ο κύριος με τον οποίο ο Τέρνερ μιλούσε λίγα λεπτά


νωρίτερα; Η Μιράντα του χαμογέλασε, αλλά μέσα της ένιωθε οργή. Ποτέ δεν πίστευε σε συμπτώσεις. Ο λόρδος Γουέστχολμ αποδείχθηκε εξαιρετικός χορευτής και το ζευγάρι περιστράφηκε αβίαστα στην πίστα του χορού. Όταν η μουσική έφτασε στο τέλος, εκείνος υποκλίθηκε κομψά και τη συνόδευσε στην άκρη της αίθουσας. «Σας ευχαριστώ για τον υπέροχο χορό, λόρδε Γουέστχολμ», του είπε ευγενικά η Μιράντα. «Εγώ θα έπρεπε να σας ευχαριστήσω, δεσποινίς Τσίβερ. Ελπίζω να το επαναλάβουμε σύντομα». Η Μιράντα παρατήρησε ότι ο λόρδος Γουέστχολμ είχε καταφέρει να την αφήσει όσο το δυνατόν πιο μακριά από τη λεμονάδα. Είχε πει ένα αθώο ψέμα όταν δήλωσε στην Ολίβια ότι ήταν διψασμένη, αλλά τώρα ένιωθε πραγματικά το στόμα της πολύ στεγνό. Με έναν στεναγμό, συνειδητοποίησε ότι θα έπρεπε να διασχίσει την αίθουσα ανάμεσα από το πλήθος. Δεν πρόλαβε να κάνει, όμως, δυο βήματα προς τα αναψυκτικά όταν ένας άλλος κομψός, επιφανής νεαρός άντρας εμφανίστηκε μπροστά της. Τον αναγνώρισε αμέσως. Ήταν ο κύριος Άμποτ, εκείνος ο άντρας που ενδιαφερόταν έντονα για την πολιτική, με τον οποίο ο Τέρνερ είχε συνομιλήσει πριν από λίγη ώρα. Σε λίγα δευτερόλεπτα, η Μιράντα είχε επιστρέψει στην πίστα. Και ήδη ένιωθε ιδιαίτερα ενοχλημένη. Όχι ότι θα μπορούσε να κατηγορήσει τους παρτενέρ της. Αν ο Τέρνερ είχε αναγκαστεί να δωροδοκήσει κάποιους κυρίους για να χορέψουν μαζί της, τουλάχιστον είχε επιλέξει όμορφους και ευγενικούς άντρες. Παρ’ όλα αυτά, όταν στο τέλος του χορού ο κύριος Άμποτ την οδήγησε μακριά από το κέντρο της αίθουσας και εκείνη είδε τον δούκα του Άσμπουρν να προχωρεί προς το μέρος της, η Μιράντα βιάστηκε να χαθεί μέσα στο πλήθος. Τι νόμιζε, δηλαδή, ο Τέρνερ; Ότι εκείνη δεν είχε υπερηφάνεια; Σκέφτηκε πως θα εκτιμούσε το γεγονός ότι είχε παρακαλέσει τους φίλους του να τη ζητήσουν σε χορό; Ήταν εντελώς ταπεινωτικό. Και ακόμη χειρότερη ήταν η διαπίστωση ότι είχε ζητήσει από αυτούς τους άντρες να χορέψουν μαζί της επειδή δεν μπορούσε να μπει στον κόπο να το κάνει ο ίδιος. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της Μιράντα, και καθώς φοβήθηκε ότι θα έκλαιγε μπροστά σε όλη την αριστοκρατία, βγήκε από την αίθουσα του χορού κι έτρεξε σε έναν έρημο διάδρομο. Έγειρε πίσω σε έναν τοίχο και πήρε βαθιές ανάσες. Η απόρριψή του δεν την είχε απλώς ενοχλήσει. Την είχε πληγώσει βαθιά, σαν μαχαιριά. Και είχε βρει ακριβώς τον στόχο. Αυτό που συνέβαινε τώρα δεν ήταν όπως όλα εκείνα τα χρόνια που τη θεωρούσε παιδί. Τότε τουλάχιστον η Μιράντα θα μπορούσε να παρηγορήσει τον εαυτό της λέγοντας ότι εκείνος δεν ήξερε τι έχανε. Αλλά τώρα ήξερε. Ήξερε ακριβώς τι έχανε, και δεν τον ένοιαζε καθόλου. Η Μιράντα δεν μπορούσε να παραμείνει στον διάδρομο όλη τη νύχτα, αλλά δεν ήταν έτοιμη να επιστρέψει στο πάρτι, οπότε προχώρησε προς τον κήπο. Ήταν ένα μικρό κομμάτι πράσινου, αλλά διαμορφωμένο όμορφα και με γούστο. Κάθισε σε ένα πέτρινο παγκάκι στη γωνία του κήπου που κοιτούσε πίσω προς το σπίτι. Μεγάλες γυάλινες πόρτες ήταν ανοιχτές στην αίθουσα χορού και για μερικά λεπτά παρακολούθησε τους κυρίους και τις κυρίες που στροβιλίζονταν στη μουσική. Ρούφηξε τη μύτη της και τράβηξε κι έβγαλε ένα από τα γάντια της για να σκουπίσει τη μύτη της με το χέρι της. «Το βασίλειό μου για ένα μαντίλι», είπε αναστενάζοντας βαθιά. Ίσως θα μπορούσε να προφασιστεί ασθένεια και να πάει στο σπίτι. Δοκίμασε να βήξει λίγο. Ίσως ήταν πραγματικά άρρωστη. Δεν είχε κανένα νόημα να παραμείνει για το υπόλοιπο του χορού. Ο στόχος ήταν να είναι όμορφη και κοινωνική και να συμμετέχει, έτσι δεν είναι; Δεν υπήρχε τρόπος να καταφέρει τίποτα απ’ όλα αυτά εκείνο το


βράδυ. Και τότε είδε μια λάμψη χρυσού. Χρυσαφένια μαλλιά, για την ακρίβεια. Ήταν ο Τέρνερ. Φυσικά! Πώς μπορούσε να μην είναι αυτός, όταν εκείνη καθόταν αξιοθρήνητη και μόνη; Έβγαινε από τις γυάλινες πόρτες που οδηγούσαν στον κήπο. Και υπήρχε μια γυναίκα πιασμένη στο μπράτσο του. Ένας περίεργος κόμπος ανέβηκε στον λαιμό της και η Μιράντα δεν ήξερε αν έπρεπε να γελάσει ή να κλάψει. Ήταν ανάγκη να ταπεινωθεί; Η αναπνοή της πιάστηκε και τραβήχτηκε στην άκρη του πάγκου, όπου θα μπορούσε να κρυφτεί περισσότερο στις σκιές. Ποια ήταν αυτή; Την είχε δει ξανά. Λαίδη κάτι… Ήταν χήρα, από ό,τι είχε ακούσει, και πολύ, πάρα πολύ πλούσια και ανεξάρτητη. Δεν έμοιαζε καθόλου με χήρα. Η αλήθεια ήταν ότι δεν φαινόταν και πολύ μεγαλύτερη από τη Μιράντα. Μουρμουρίζοντας μια αόριστη συγγνώμη, η Μιράντα τέντωσε τα αφτιά της για να ακούσει τη συζήτησή τους. Αλλά ο άνεμος έπαιρνε τα λόγια τους προς την αντίθετη κατεύθυνση, έτσι το μόνο που κατάφερε να ακούσει ήταν κάποιες σκόρπιες κουβέντες. Τελικά, ύστερα από κάτι που της φάνηκε σαν «Δεν είμαι βέβαιη» από τα χείλη της κυρίας, ο Τέρνερ έσκυψε και τη φίλησε. Η καρδιά της Μιράντα έσπασε σε χίλια κομμάτια. Η κυρία μουρμούρισε κάτι που δεν μπορούσε να ακούσει και επέστρεψε στην αίθουσα χορού. Ο Τέρνερ παρέμεινε στον κήπο, με τα χέρια στις τσέπες του, να κοιτάζει αινιγματικά το φεγγάρι. Φύγε, ήθελε να φωνάξει η Μιράντα. Φύγε! Εκείνη ήταν παγιδευμένη εκεί μέχρι που εκείνος θα έφευγε. Το μόνο που ήθελε ήταν να πάει στο σπίτι και να χωθεί στο κρεβάτι της. Και πιθανώς δεν θα ξανάβγαινε ποτέ από εκεί. Αλλά αυτό δεν μπορούσε να γίνει εκείνη τη στιγμή, έτσι τραβήχτηκε κι άλλο κατά μήκος του πάγκου, προσπαθώντας να κρυφτεί πιο βαθιά στις σκιές. Ξαφνικά εκείνος έστρεψε το κεφάλι του απότομα προς την κατεύθυνσή της. Να πάρει! Την είχε την ακούσει. Μισόκλεισε τα μάτια του και έκανε μερικά βήματα προς την κατεύθυνσή της. Τότε έκλεισε τα μάτια του και κούνησε αργά το κεφάλι του. «Διάβολε, Μιράντα», είπε με έναν αναστεναγμό. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι δεν είσαι εσύ εκεί». Μέχρι εκείνη τη στιγμή το βράδυ είχε πάει τόσο καλά. Είχε καταφέρει να αποφύγει τελείως τη Μιράντα, είχε γνωρίσει την υπέροχη χήρα λαίδη Μπίντγουελ, μια εικοσιπεντάχρονη νεαρή κυρία, και η σαμπάνια δεν ήταν και τόσο κακή. Αλλά όχι, οι θεοί σίγουρα δεν ήθελαν να του κάνουν το χατίρι. Να που ήταν εκεί. Η Μιράντα, καθισμένη σε έναν πάγκο, να τον κοιτάζει. Και πιθανόν να τον είχε δει να φιλά τη χήρα. Θεέ και Κύριε. «Να πάρει η ευχή, Μιράντα», είπε με έναν αναστεναγμό. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι δεν είσαι εσύ». «Δεν είμαι εγώ». Προσπαθούσε να ακούγεται ψυχρή, αλλά η φωνή της είχε έναν τόνο παραίτησης που τον διαπέρασε σαν ξίφος. Έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή γιατί, διάολε, εκείνη δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Κι εκείνος δεν έπρεπε να έχει τέτοια μπλεξίματα στη ζωή του. Γιατί δεν θα μπορούσαν όλα να είναι απλά και εύκολα; «Γιατί είσαι εδώ;» τη ρώτησε. Εκείνη ανασήκωσε τους ώμους της. «Ήθελα λίγο καθαρό αέρα».


Ο Τέρνερ προχώρησε μερικά ακόμη βήματα προς το μέρος της, μέχρι που βρέθηκε κι εκείνος στις σκιές όπως και η ίδια. «Με κατασκόπευες;» «Νομίζω πως έχεις πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό σου». «Με κατασκόπευες;» ξαναρώτησε. «Όχι, φυσικά και όχι», απάντησε θυμωμένα, με το πιγούνι ανασηκωμένο. «Δεν πέφτω ποτέ τόσο χαμηλά ώστε να κατασκοπεύω. Θα πρέπει να ελέγξεις τους κήπους πιο προσεκτικά την επόμενη φορά που θα προγραμματίσεις ερωτικό ραντεβουδάκι». Εκείνος σταύρωσε τα μπράτσα του στο στήθος του. «Μου είναι εξαιρετικά δύσκολο να πιστέψω πως το γεγονός ότι βρίσκεσαι εδώ δεν έχει καμία σχέση με την παρουσία μου». «Τότε πες μου», του πέταξε, «αν σε είχα ακολουθήσει ως εδώ, πώς θα μπορούσα να φτάσω σε αυτό το παγκάκι χωρίς να με δεις;» Εκείνος αγνόησε την ερώτηση, κυρίως επειδή η κοπέλα είχε δίκιο. Πέρασε το χέρι στα μαλλιά του κι έπειτα τράβηξε αφηρημένα μια τούφα. Η αίσθηση στο κρανίο του τον βοηθήσει να συγκρατήσει την ψυχραιμία του. «Θα τα ξεριζώσεις», είπε η Μιράντα με έναν ενοχλητικά ήρεμο τόνο. Εκείνος πήρε μια βαθιά ανάσα κι έσφιξε τις γροθιές του. Και η φωνή του ήταν σχεδόν σταθερή όταν ρώτησε: «Τι συμβαίνει, Μιράντα;». «Τι συμβαίνει;» επανέλαβε και σηκώθηκε όρθια. «Τι συμβαίνει; Πώς τολμάς! Αυτό που συμβαίνει είναι ότι με αγνοείς εδώ και μια εβδομάδα και με αντιμετωπίζεις σαν κάτι που πρέπει να το παραχώσεις κάτω από ένα χαλί. Και αυτό που συμβαίνει είναι ότι θεωρείς πως έχω τόσο λίγη υπερηφάνεια ώστε θα εκτιμούσα το γεγονός ότι ζήτησες από τους φίλους σου να με πάρουν να χορέψουμε. Είσαι αγενής και εγωιστής και ανίκανος να–» Εκείνος κάλυψε το στόμα της με το χέρι του. «Για όνομα του Θεού, μη φωνάζεις. Αυτό που συνέβη την περασμένη εβδομάδα ήταν λάθος, Μιράντα. Και ήσουν πολύ ανόητη που μου ζήτησες να τηρήσω την υπόσχεσή μου και με ανάγκασες να παρευρεθώ απόψε εδώ». «Ναι, αλλά ήρθες», του ψιθύρισε. «Ήρθα», της είπε, «επειδή ψάχνω για ερωμένη. Όχι για σύζυγο». Εκείνη έκανε ένα βήμα πίσω σαν να την είχε χτυπήσει. Και τον κοίταξε με τέτοιο ύφος μέχρι που εκείνος πίστεψε ότι τα μάτια της θα άνοιγαν τρύπες μέσα του. Και τελικά, με φωνή τόσο χαμηλή που τον πόνεσε, του είπε: «Δεν μου αρέσεις καθόλου τώρα, Τέρνερ!». Αυτό ήταν πολύ βολικό. Ούτε και σ’ εκείνον άρεσε πολύ ο εαυτός του. Η Μιράντα ανασήκωσε το πιγούνι της αλλά έτρεμε ολόκληρη όταν του είπε: «Με συγχωρείς. Έχω να παραστώ σε έναν χορό. Χάρη σ’ εσένα, έχω αρκετούς παρτενέρ και δεν θα ήθελα να προσβάλω κανέναν από αυτούς». Την παρακολούθησε καθώς απομακρυνόταν. Και ύστερα κοίταξε την πόρτα. Και μετά έφυγε. 20 Ιουνίου 1819 Όταν επέστρεψα στην αίθουσα χορού, είδα ξανά αυτή τη χήρα. Ρώτησα την Ολίβια ποια είναι και μου είπε ότι το όνομά της είναι Κάθριν Μπίντγουελ. Είναι η κόμησσα του Πέμπλετον. Παντρεύτηκε τον λόρδο Πέμπλετον όταν εκείνος ήταν σχεδόν εξήντα και του έκανε αμέσως έναν γιο. Ο λόρδος Πέμπλετον πέθανε λίγο μετά και τώρα εκείνη έχει κληρονομήσει και διαχειρίζεται όλη την περιουσία του μέχρι το αγόρι να ενηλικιωθεί. Έξυπνη γυναίκα. Να είναι τόσο ανεξάρτητη. Πιθανότατα δεν θα θέλει να παντρευτεί πάλι, το οποίο είμαι σίγουρη ότι βολεύει απόλυτα τον Τέρνερ. Αναγκάστηκα να χορέψω μαζί του μια φορά. Η λαίδη Ράντλαντ επέμεινε σε αυτό. Και έπειτα,


σάμπως το βράδυ μπορούσε να γίνει και χειρότερο, η λαίδη με τράβηξε σε μια άκρη για να σχολιάσει ότι ξαφνικά είχα γίνει περιζήτητη. Μα να χορέψει μαζί μου ο δούκας του Άσμπουρν! (Η φράση και ο θαυμασμός είναι δικά της.) Είναι παντρεμένος, φυσικά, και πολύ ευτυχισμένος, αλλά ακόμα κι έτσι δεν λέει όχι σε νεαρές κοπελίτσες που μόλις τελείωσαν το σχολείο. Η λαίδη Ρ. ήταν απλά ενθουσιασμένη και πολύ περήφανη για εμένα. Μου ερχόταν να κλάψω. Ωστόσο, τώρα είμαι στο σπίτι και σκέφτομαι να επινοήσω κάποια ασθένεια, ώστε να μη χρειάζεται να βγαίνω για λίγες μέρες. Μια εβδομάδα, αν μπορώ να τα καταφέρω. Ξέρεις τι με ενοχλεί περισσότερο; Η λαίδη Πέμπλετον δεν θεωρείται καν όμορφη. Δεν είναι άσχημη, αλλά δεν είναι και καμιά καλλονή. Τα μαλλιά της είναι απλά καστανά, το ίδιο και τα μάτια της. Ακριβώς όπως τα δικά μου.


Κεφάλαιο 9 Η Μιράντα πέρασε την επόμενη εβδομάδα προσποιούμενη ότι διάβαζε ελληνικές τραγωδίες. Ήταν αδύνατον να κρατήσει το μυαλό της συγκεντρωμένο για αρκετή ώρα σε ένα βιβλίο ώστε να καταφέρει να το διαβάσει πραγματικά, αλλά από τη στιγμή που ήταν αναγκασμένη να κοιτάζει τις λέξεις της σελίδας κάθε τόσο, σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να επιλέξει κάτι που να ταιριάζει στη διάθεσή της. Μια κωμωδία θα την έκανε να κλάψει. Και μια ιστορία αγάπης, ο Θεός να τη φυλάει, θα την έκανε να θέλει να πεθάνει επιτόπου. Η Ολίβια, η οποία ποτέ δεν αδιαφορούσε για τις δραστηριότητες των άλλων ανθρώπων, κατέβαλε κάθε προσπάθεια για να ανακαλύψει τον λόγο για την άσχημη διάθεση της Μιράντα. Στην πραγματικότητα, οι μοναδικές στιγμές που δεν ανέκρινε τη Μιράντα, ήταν όταν προσπαθούσε να της φτιάξει τη διάθεση. Στη μέση μιας τέτοιας προσπάθειας και ενώ η Ολίβια επιχειρούσε να διασκεδάσει τη φίλη της με την ιστορία μιας συγκεκριμένης κόμησσας που είχε διώξει τον σύζυγό της από το σπίτι μέχρι που εκείνος συμφώνησε να της επιτρέψει να αγοράσει τέσσερα μικροσκοπικά κανίς ως κατοικίδια, η λαίδη Ράντλαντ χτύπησε την πόρτα. «Α, ωραία!» είπε προβάλλοντας στην πόρτα. «Είστε και οι δύο εδώ. Ολίβια! Μην κάθεσαι έτσι. Δεν ταιριάζει σε μια κυρία». Η Ολίβια άλλαξε στάση πριν τη ρωτήσει: «Τι συμβαίνει, μαμά;». «Ήθελα να σας ενημερώσω ότι είμαστε προσκεκλημένοι στο σπίτι της κυρίας Τσέστερ για μια βόλτα στην εξοχή την επόμενη εβδομάδα». «Ποια είναι η κυρία Τσέστερ;» ρώτησε η Μιράντα, τοποθετώντας τον φθαρμένο τόμο με τις τραγωδίες του Αισχύλου στην ποδιά της. «Μια ξαδέλφη μας», απάντησε η Ολίβια. «Τρίτη ή τέταρτη, δεν θυμάμαι». «Δεύτερη», τη διόρθωσε η λαίδη Ράντλαντ. «Και δέχτηκα την πρόσκληση για λογαριασμό όλων μας. Θα ήταν αγένεια να μην παρευρεθούμε, μια και έχουμε τόσο στενή συγγένεια». «Ο Τέρνερ θα πάει;» ρώτησε η Ολίβια. Η Μιράντα ήθελε να ευχαριστήσει τη φίλη της χιλιάδες φορές για την ερώτησή της, μια ερώτηση που ή ίδια δεν τολμούσε να ξεστομίσει. «Το καλό που του θέλω! Αποφεύγει τις οικογενειακές υποχρεώσεις του εδώ και πάρα πολύ καιρό», δήλωσε η λαίδη Ράντλαντ, με ένα ασυνήθιστο για τον χαρακτήρα της έντονο ύφος. «Αν δεν έρθει, θα έχει να κάνει μαζί μου». «Ω Θεέ μου», πετάχτηκε η Ολίβια. «Τι τρομακτική σκέψη». «Δεν ξέρω τι του συμβαίνει αυτόν τον καιρό», συνέχισε η μητέρα της με ένα κούνημα του κεφαλιού της. «Είναι σχεδόν σαν να μας αποφεύγει». Όχι, σκέφτηκε η Μιράντα με ένα θλιβερό χαμόγελο. Εμένα αποφεύγει. Ο Τέρνερ χτυπούσε με ανυπομονησία το πόδι του, καθώς περίμενε την οικογένειά του να κατεβεί. Περίπου για δέκατη πέμπτη φορά εκείνο το πρωί, έπιανε τον εαυτό του να επιθυμεί να είναι περισσότερο σαν τους υπόλοιπους άντρες της αριστοκρατίας, η πλειονότητα των οποίων είτε αγνοούσαν τις μητέρες τους είτε τις αντιμετώπιζαν ανάλαφρα. Αλλά με κάποιο τρόπο η


μητέρα του κατάφερε να τον κάνει να συμφωνήσει να έρθει σε αυτό το αναθεματισμένο πάρτι που θα διαρκούσε μια εβδομάδα, στο οποίο, φυσικά, θα ήταν παρούσα και η Μιράντα. Ήταν ηλίθιος. Το έβλεπε όλο και πιο ξεκάθαρα κάθε μέρα. Ένας ηλίθιος που προφανώς είχε προσβάλει τις μοίρες, γιατί μόλις έφτασε η μητέρα του στο μπροστινό χολ, του είπε: «Εσύ θα πρέπει να πας με τη Μιράντα». Προφανώς οι θεοί είχαν μια αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ. «Το θεωρείς συνετό αυτό, μητέρα;» τη ρώτησε εκείνος ξεροβήχοντας. Εκείνη του έριξε ένα ανυπόμονο βλέμμα. «Δεν πρόκειται να αποπλανήσεις το κορίτσι, έτσι δεν είναι;» Ανάθεμα! «Φυσικά και όχι. Απλώς πρέπει να προσέχουμε την υπόληψή της. Τι θα πουν οι άνθρωποι όταν θα φτάσουμε με την ίδια άμαξα; Όλοι θα ξέρουν ότι θα έχουμε περάσει μερικές ώρες μόνοι». «Όλοι σας βλέπουν σαν αδέλφια. Και θα συναντηθούμε ένα δυο χιλιόμετρα πριν από το Πάρκο Τσέστερ για να αλλάξουμε θέσεις, οπότε εσύ θα φτάσεις μαζί με τον πατέρα σου. Δεν θα υπάρξει πρόβλημα. Εκτός αυτού, ο πατέρας σου κι εγώ επιθυμούμε να μιλήσουμε μόνοι με την Ολίβια». «Τι έκανε πάλι;» «Είπε ότι η Τζορτζιάνα Έλστερ είναι χαζοπούλι». «Μα η Τζορτζιάνα Έλστερ είναι χαζοπούλι». «Ναι, αλλά της το είπε κατάμουτρα, Τέρνερ». «Εντάξει. Όμως δεν νομίζω ότι αυτή η έλλειψη εγκράτειας από την πλευρά της απαιτεί να τη μαλώνετε για ένα δίωρο!» «Δεν είναι μόνο αυτό». Ο Τέρνερ αναστέναξε. Η μητέρα του είχε πάρει την απόφασή της. Δύο ώρες μόνος με τη Μιράντα. Τι είχε κάνει για να αξίζει αυτό το βασανιστήριο; «Αποκάλεσε επίσης τον σερ Ρόμπερτ Κεντ ηλικιωμένη μυλογαλή!» «Κατάμουτρα, υποθέτω». Η λαίδη Ράντλαντ κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Τι είναι η μυλογαλή;» «Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ ότι είναι κάτι κολακευτικό». «Είναι η νυφίτσα, νομίζω», είπε η Μιράντα μπαίνοντας στο χολ ντυμένη με γαλάζιο φόρεμα ταξιδιού. Χαμογέλασε και στους δύο με έναν ενοχλητικά ήρεμο τρόπο. «Καλημέρα, Μιράντα», είπε γρήγορα η λαίδη Ράντλαντ. «Θα πρέπει να πας με τον Τέρνερ». «Με τον Τέρνερ;» είπε με πνιχτή φωνή προσπαθώντας να το καλύψει βήχοντας. Εκείνος ένιωσε μια περίεργη ικανοποίηση με αυτή την αντίδραση, σαν να ήταν σχολιαρόπαιδο. «Ναι. Ο λόρδος Ράντλαντ κι εγώ πρέπει να πούμε δυο λόγια στην Ολίβια. Φαίνεται ότι λέει μάλλον ακατάλληλα πράγματα στον κόσμο». Ένα βογκητό ακούστηκε από τις σκάλες. Τρία κεφάλια στράφηκαν για να παρακολουθήσουν την Ολίβια καθώς κατέβαινε. «Είναι πραγματικά αναγκαίο αυτό, μητέρα; Δεν είχα κακή πρόθεση. Ποτέ δεν θα αποκαλούσα τη λαίδη Φίντσκουμπ γριά μέγαιρα αν πίστευα ότι μπορούσε να το ακούσει». Το αίμα στράγγισε από το πρόσωπο της λαίδης Ράντλαντ. «Αποκάλεσες τη λαίδη Φίντσκουμπ γριά μέγαιρα;» τσίριξε. «Δεν το ήξερες αυτό;» ρώτησε η Ολίβια μαζεμένα. «Τέρνερ, Μιράντα, σας προτείνω να φύγετε τώρα. Θα σας δούμε σε λίγες ώρες».


Περπάτησαν σιωπηλοί προς την άμαξα που περίμενε και ο Τέρνερ άπλωσε το χέρι του για να βοηθήσει τη Μιράντα να ανεβεί. Ηλεκτρισμός διαπέρασε τα γαντοφορεμένα δάχτυλά της όταν την ακούμπησε, αλλά προσπάθησε να μην το δείξει και μουρμούρισε: «Ελπίζω ότι η παρουσία μου δεν θα σου είναι πάρα πολύ δυσάρεστη, κύριέ μου». Η απάντησή του ήταν κάτι ανάμεσα σε βογκητό και αναστεναγμό. «Δεν το κανόνισα εγώ αυτό, ξέρεις», του είπε. «Ναι, το γνωρίζω», της απάντησε και κάθισε απέναντί της. «Δεν είχα ιδέα ότι θα ήμαστε...» είπε και σταματώντας τον κοίταξε. «Το γνωρίζεις;» «Ναι, το γνωρίζω. Η μητέρα ήταν αποφασισμένη να βρεθούν μόνες με την Ολίβια». «Ω! Σ’ ευχαριστώ λοιπόν που με πιστεύεις». Εκείνος αναστέναξε και απέμεινε να κοιτάζει έξω από το παράθυρο για μια στιγμή, καθώς η άμαξα ξεκινούσε. «Μιράντα, δεν πιστεύω να συνηθίζεις να λες ψέματα». «Όχι, φυσικά και όχι», του απάντησε γρήγορα. «Όμως, φαινόσουν μάλλον θυμωμένος όταν με βοηθούσες να μπω στην άμαξα». «Ήμουν θυμωμένος με τη μοίρα, Μιράντα, όχι μ’ εσένα». «Πολύ καλύτερο αυτό», είπε ψυχρά. «Λοιπόν, με συγχωρείς. Έφερα μαζί μου ένα βιβλίο». Στράφηκε λίγο στο κάθισμά της, έτσι ώστε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της πλάτης της να βρίσκεται απέναντί του, και άρχισε να διαβάζει. Ο Τέρνερ περίμενε περίπου τριάντα δευτερόλεπτα προτού ρωτήσει: «Τι διαβάζεις;». Η Μιράντα πάγωσε και έπειτα μετακινήθηκε αργά, σαν να έκανε τη χειρότερη αγγαρεία. Ανασήκωσε το βιβλίο. «Αισχύλος. Τι καταθλιπτικό». «Ταιριάζει με τη διάθεσή μου». «Ω Θεέ μου, ήταν υπαινιγμός αυτό;» «Μη γίνεσαι συγκαταβατικός, Τέρνερ. Υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι ιδιαίτερα αγενές». Εκείνος ανασήκωσε τα φρύδια του. «Και τι ακριβώς σημαίνει αυτό;» «Σημαίνει ότι έπειτα από όλα αυτά που… συνέβησαν μεταξύ μας, το να προσποιείσαι ανωτερότητα δεν δικαιολογείται πλέον». «Α, πολύ μεγάλη αυτή η πρόταση». Η Μιράντα άφησε το βλέμμα της να απαντήσει. Αυτή τη φορά, όταν πήρε και πάλι το βιβλίο, κάλυψε το πρόσωπό της εντελώς. Ο Τέρνερ χαμογέλασε και έγειρε πίσω στο κάθισμά του, έκπληκτος από το πόσο πολύ διασκέδαζε. Οι ήσυχες κοπέλες ήταν πάντα οι πιο ενδιαφέρουσες. Η Μιράντα δεν θα μπορούσε ποτέ να επιλέξει να βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής, αλλά θα μπορούσε να τραβήξει την προσοχή σε μια συζήτηση με το πνεύμα και το στιλ της. Το να την πειράζει ήταν πολύ διασκεδαστικό. Και δεν αισθανόταν ούτε ελάχιστα ένοχος γι’ αυτό. Παρ’ όλη τη δυσαρέσκεια που εκδήλωνε εκείνη, δεν είχε καμία αμφιβολία ότι απολάμβανε τις λογομαχίες τους τόσο όσο ο ίδιος. Αυτό το ταξίδι μπορεί να μην ήταν τελικά τόσο απαίσιο. Απλώς έπρεπε να σιγουρευτεί ότι θα συνέχιζε να την απασχολεί με μια τέτοια διασκεδαστική συνομιλία και ότι δεν θα κοίταζε πολύ το στόμα της. Του άρεσε πραγματικά το στόμα της. Αλλά δεν θα το σκεφτόταν. Σκόπευε να συνεχίσει τη συζήτησή τους και να προσπαθήσει να


διασκεδάσει όπως διασκέδαζε παλιά, πριν μπλεχτούν σε όλο αυτό το χάος. Μάλλον του έλειπε η παλιά φιλία του με τη Μιράντα, και μια και είχαν παγιδευτεί σε αυτή την άμαξα για τουλάχιστον δύο ώρες, θα μπορούσε επίσης να προσπαθήσει να διορθώσει κάπως τα πράγματα. «Τι διαβάζεις;» ρώτησε. Τον κοίταξε εκνευρισμένη. «Αισχύλο. Δεν το ρώτησες ήδη αυτό;» «Εννοούσα ποιο έργο του Αισχύλου», αυτοσχεδίασε. Προς μεγάλη του διασκέδαση, εκείνη χρειάστηκε να κοιτάξει το βιβλίο για να απαντήσει: «Ευμενίδες». Ο Τέρνερ μόρφασε. «Δεν σου αρέσει;» «Όλες αυτές οι εξαγριωμένες γυναίκες; Νομίζω πως όχι. Αλλά θα ήθελα μια ωραία ιστορία περιπέτειας κάθε μέρα». «Εμένα μου αρέσουν οι εξαγριωμένες γυναίκες». «Νιώθεις μεγάλη συμπάθεια γι’ αυτές; Ω, όχι, μην τρίζεις τα δόντια σου, Μιράντα, δεν θα σου αρέσει μια επίσκεψη στον οδοντίατρο, σου το εγγυώμαι». Η έκφρασή της ήταν τέτοια που ο Τέρνερ δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να γελάσει. «Μην είσαι τόσο ευαίσθητη, Μιράντα». Κοιτάζοντάς τον, εκείνη μουρμούρισε: «Λυπάμαι πολύ, κύριε», και έπειτα με κάποιο τρόπο κατάφερε να κάνει μια δουλοπρεπή υπόκλιση, εκεί ακριβώς στη μέση της άμαξας. Ο Τέρνερ ξέσπασε σε ένα ζωηρό γέλιο. «Αχ, Μιράντα», είπε, σκουπίζοντας τα μάτια του. «Είσαι πραγματικά ένα διαμάντι». Όταν τελικά εκείνος συνήλθε από τα γέλια, η Μιράντα τον κοίταζε σαν να ήταν τρελός. Για μια στιγμή σκέφτηκε να κάνει τα χέρια του γροθιές και να βγάλει ένα παράξενο, ζωώδες ουρλιαχτό για να επιβεβαιώσει τις υποψίες της. Αλλά στο τέλος έγειρε πίσω και χαμογέλασε. Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Δεν σε καταλαβαίνω». Δεν απάντησε, δεν ήθελε να αφήσει την κουβέντα να επιστρέψει σε σοβαρά θέματα. Η κοπέλα πήρε και πάλι το βιβλίο της και αυτή τη φορά εκείνος ασχολήθηκε με το να μετρά πόσα λεπτά θα περνούσαν ώσπου εκείνη να γυρίσει σελίδα. Όταν είχαν πια περάσει πέντε λεπτά χωρίς να γυρίσει σελίδα, τη ρώτησε χαμογελώντας: «Δύσκολο ανάγνωσμα;». Η Μιράντα κατέβασε αργά το βιβλίο και τον κοίταξε με ένα δολοφονικό βλέμμα. «Ορίστε;» «Πολλές δύσκολες λέξεις;» Εκείνη τον κοίταξε έντονα. «Δεν έχεις γυρίσει ούτε μία σελίδα από τη στιγμή που ξεκίνησες να διαβάζεις». Η κοπέλα άφησε ένα χαμηλόφωνο γρύλισμα και με μεγάλη αποφασιστικότητα γύρισε σελίδα. «Είναι το αγγλικό κείμενο ή το ελληνικό;» «Παρακαλώ;» «Αν είναι το ελληνικό, τότε μπορώ να καταλάβω γιατί διαβάζεις με αυτή την ταχύτητα». Εκείνη έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Ή χωρίς καθόλου ταχύτητα», είπε δήθεν αδιάφορα. «Μπορώ να διαβάζω ελληνικά», τον έκοψε. «Ναι, και αυτό είναι ένα αξιοσημείωτο επίτευγμα». Τα χέρια της κρατούσαν το βιβλίο τόσο σφιχτά, που οι αρθρώσεις της είχαν ασπρίσει. «Σ’ ευχαριστώ», μουρμούρισε. Εκείνος όμως συνέχισε. «Είναι σπάνιο για μια γυναίκα να ξέρει να διαβάζει ελληνικά, έτσι δεν είναι;»


Αυτή τη φορά αποφάσισε να τον αγνοήσει. «Η Ολίβια δεν μπορεί να διαβάσει ελληνικά», της είπε ανάλαφρα. «Η Ολίβια δεν έχει έναν πατέρα που δεν κάνει τίποτε άλλο εκτός από το να διαβάζει αρχαία ελληνικά», είπε χωρίς να τον κοιτάζει. Προσπάθησε να επικεντρωθεί στα λόγια στην κορυφή της καινούριας σελίδας, αλλά δεν έβγαζαν νόημα, καθώς δεν είχε τελειώσει την ανάγνωση της προηγούμενης. Την οποία δεν είχε καν ξεκινήσει. Χτυπούσε ανάλαφρα το γαντοφορεμένο δάχτυλό της πάνω στο βιβλίο, προσποιούμενη ότι διάβαζε. Υπέθετε ότι δεν υπήρχε τρόπος να γυρίσει πίσω στην προηγούμενη σελίδα χωρίς εκείνος να το καταλάβει. Δεν είχε καμιά σημασία φυσικά, γιατί αμφέβαλλε ότι θα κατάφερνε να συγκεντρωθεί στο διάβασμα ενόσω εκείνος την κοίταζε με χαμηλωμένα βλέφαρα. Τη σκότωνε, κατέληξε. Την έκανε να ζεσταίνεται και να τρέμει ταυτόχρονα, ακόμα και τώρα που ήταν εκνευρισμένη μαζί του. Ήταν αρκετά σίγουρη ότι δεν είχε κανένα σκοπό να την αποπλανήσει, αλλά παρ’ όλα αυτά τα κατάφερνε μια χαρά. «Παράξενο αυτό το ταλέντο». Η Μιράντα δάγκωσε τα χείλη της και τον κοίταξε. «Ποιο;» «Το να μπορείς να διαβάζεις χωρίς να μετακινείς τα μάτια σου». Μέτρησε μέχρι το τρία πριν του απαντήσει. «Και κάποιοι από εμάς δεν χρειάζεται να σχηματίζουμε τις λέξεις με το στόμα μας όταν διαβάζουμε, Τέρνερ». «Σωστό, Μιράντα. Ήμουν σίγουρος ότι υπήρχε ακόμα κάποια σπίθα μέσα σου». Τα νύχια της μπήχτηκαν στο κάθισμα. Ένα, δύο, τρία. Συνέχισε να μετράς. Τέσσερα, πέντε, έξι. Με αυτόν τον ρυθμό θα έπρεπε να φτάσει στο πενήντα αν ήθελε να ελέγξει τα νεύρα της. Ο Τέρνερ την είδε να κινεί το κεφάλι της σε έναν άγνωστο ρυθμό και τη ρώτησε γεμάτος περιέργεια: «Τι κάνεις;». Δεκαοκτώ, δεκαεννέα... «Ορίστε;» «Τι κάνεις;» Είκοσι. «Γίνεσαι εξαιρετικά ενοχλητικός, Τέρνερ». «Απλώς είμαι επίμονος», της είπε χαμογελώντας. «Σκέφτηκα ότι εσύ θα εκτιμούσες αυτό το χαρακτηριστικό περισσότερο απ’ όλους. Τι έκανες, λοιπόν; Το κεφάλι σου κουνιόταν με έναν περίεργο τρόπο». «Αν πρέπει να ξέρεις», του είπε κοφτά, «μετρούσα από μέσα μου έτσι ώστε να μπορώ να ελέγξω τα νεύρα μου». Την κοίταξε για μια στιγμή και έπειτα είπε: «Δηλαδή, ένας Θεός ξέρει τι θα μπορούσες να μου πεις αν δεν μετρούσες από μέσα σου». «Έχω αρχίσει να χάνω την υπομονή μου». «Όχι!» της είπε προσποιούμενος ότι είχε τρομάξει. Η Μιράντα πήρε το βιβλίο ξανά, προσπαθώντας να τον ξεφορτωθεί. «Σταμάτα να βασανίζεις το καημένο το βιβλίο, Μιράντα. Ξέρουμε και οι δύο ότι δεν το διαβάζεις». «Θα με αφήσεις ήσυχη;» ξέσπασε τελικά εκείνη. «Σε ποιο αριθμό έχεις φτάσει;» «Τι;» «Σε ποιο αριθμό έχεις φτάσει; Είπες ότι μετράς έτσι ώστε να μην μπεις στον πειρασμό να προσβάλεις τον ευαίσθητο χαρακτήρα μου». «Δεν ξέρω. Είκοσι. Τριάντα. Δεν ξέρω. Σταμάτησα να μετράω λίγο πριν».


«Είχες φτάσει μέχρι το τριάντα; Μου λες ψέματα, Μιράντα. Δεν νομίζω ότι έχεις χάσει καθόλου την υπομονή σου μαζί μου». «Ναι… την έχω… χάσει», βόγκηξε εκείνη. «Δεν το νομίζω». «Αμάν πια!» φώναξε πετώντας το βιβλίο προς το μέρος του, κι εκείνο τον χτύπησε ξυστά στο πλάι του κεφαλιού του. «Άου!» «Μην κάνεις σαν μωρό». «Κι εσύ μην κάνεις σαν τύραννος». «Σταμάτα να με προκαλείς!» «Δεν σε προκαλώ». «Ω, κάνε μου τη χάρη, Τέρνερ». «Εντάξει», είπε εκνευρισμένος τρίβοντας το πλάι του κεφαλιού του. «Σε προκάλεσα. Αλλά δεν θα το έκανα αν δεν με αγνοούσες». «Συγγνώμη, αλλά σκέφτηκα ότι θα προτιμούσες να σε αγνοήσω». «Γιατί στο καλό είχες αυτή την εντύπωση;» Η Μιράντα έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Μα έχεις τρελαθεί; Με αποφεύγεις σαν την πανούκλα τουλάχιστον το τελευταίο δεκαπενθήμερο. Αποφεύγεις ακόμα και τη μητέρα σου για να αποφύγεις εμένα». «Ε, τώρα αυτό δεν είναι αλήθεια». «Πες το στη μητέρα σου». Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα. «Μιράντα, θα ήθελα να είμαστε φίλοι». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. Υπήρχαν άραγε πιο σκληρές λέξεις στην αγγλική γλώσσα; «Αυτό δεν γίνεται». «Γιατί όχι;» «Δεν μπορείς να τα έχεις και τα δύο», συνέχισε η Μιράντα, επιστρατεύοντας όλη την ενέργειά της για να καταφέρει να μην τρέμει η φωνή της. «Δεν μπορείς να με φιλάς και στη συνέχεια να μου λες ότι θέλεις να είμαστε φίλοι. Δεν μπορείς να με ταπεινώνεις όπως έκανες στον χορό των Γουέρθινγκτον και έπειτα να ισχυρίζεσαι ότι με συμπαθείς». «Πρέπει να ξεχάσουμε τι συνέβη», είπε απαλά. «Πρέπει να το αφήσουμε πίσω μας, αν όχι για χάρη της φιλίας μας, τότε για την οικογένειά μου». «Μπορείς να το κάνεις αυτό;» απαίτησε η Μιράντα να μάθει. «Μπορείς πραγματικά να ξεχάσεις; Γιατί εγώ δεν μπορώ». «Φυσικά μπορείς», της είπε υπερβολικά ανάλαφρα. «Δεν έχω τη δική σου άνεση, Τέρνερ», του πέταξε και έπειτα πρόσθεσε πικρά: «Ή ίσως δεν είμαι τόσο ρηχή όσο εσύ». «Δεν είμαι ρηχός, Μιράντα», αντέδρασε αμέσως. «Είμαι απλά λογικός. Ένας Θεός ξέρει πόσο σημαντικό είναι να παραμείνει κάποιος από τους δυο μας λογικός». Ευχήθηκε να είχε κάτι να του απαντήσει. Μακάρι να μπορούσε να του πετάξει μια δηκτική απάντηση που θα του έκοβε τα γόνατα, που θα τον άφηνε άφωνο, που θα τον έκανε να τρέμει από ντροπή και ταπείνωση. Αλλά αντί γι’ αυτό ένιωσε μόνη, με τα πληγωμένα, θυμωμένα δάκρυά της να καίνε στα μάτια της. Και δεν ήταν καν βέβαιη ότι θα μπορούσε να τον κοιτάξει ψύχραιμα, έτσι κοίταξε μακριά, μετρώντας τα κτίρια καθώς περνούσαν από το παράθυρο της άμαξας και επιθυμώντας όσο τίποτε στον κόσμο να βρισκόταν οπουδήποτε αλλού.


Ή να ήταν οποιαδήποτε άλλη. Και αυτό ήταν το χειρότερο, γιατί σε όλη της τη ζωή, ακόμα και όταν βρισκόταν μαζί με την καλύτερή της φίλη που ήταν πιο όμορφη, πιο πλούσια και με καλύτερες γνωριμίες από την ίδια, η Μιράντα δεν είχε θελήσει ποτέ να είναι κάποια άλλη. Ο Τέρνερ είχε κάνει στη ζωή του πολλά πράγματα για τα οποία δεν ήταν περήφανος. Είχε πιει πάρα πολύ και είχε κάνει εμετό πάνω σ’ ένα ανεκτίμητο χαλί. Είχε τζογάρει με χρήματα που δεν είχε. Είχε κάποτε ιππεύσει το άλογό του πολύ άγρια και απρόσεκτα, με αποτέλεσμα αυτό να κουτσαίνει για μια εβδομάδα μετά. Αλλά ποτέ δεν είχε αισθανθεί ότι είχε πέσει τόσο χαμηλά όσο τώρα, που κοίταζε τη Μιράντα να έχει τα μάτια της καρφωμένα τόσο αποφασιστικά προς το παράθυρο. Τόσο αποφασιστικά μακριά από αυτόν. Ο Τέρνερ δεν μίλησε για αρκετή ώρα. Η άμαξα βγήκε από το Λονδίνο, στα περίχωρα, όπου τα κτίρια άρχιζαν να βρίσκονται όλο και πιο μακριά το ένα από το άλλο, και τελικά βρέθηκε να διασχίζει όλο και μεγαλύτερες εκτάσεις και αγρούς. Η Μιράντα δεν τον κοίταξε ούτε μία φορά. Το ήξερε. Την παρακολουθούσε. Και τελικά, όταν πια δεν μπορούσε να αντέξει άλλο εκείνη τη σιωπή, όταν δεν μπορούσε καν να αναλογιστεί τι ακριβώς σήμαινε εκείνη η σιωπή, μίλησε. «Δεν ήθελα να σε προσβάλω, Μιράντα», είπε ήσυχα, «αλλά είμαι σε θέση να γνωρίζω πότε κάτι είναι κακή ιδέα. Και το να μπλεχτώ μαζί σου είναι μια πολύ κακή ιδέα». Εκείνη δεν γύρισε να τον κοιτάξει, αλλά την άκουσε να λέει: «Γιατί;». Την κοίταξε με δυσπιστία. «Μα τι σκέφτεσαι επιτέλους, Μιράντα; Δεν δίνεις δεκάρα για την υπόληψή σου; Αν ακουστεί το παραμικρό για εμάς, θα καταστραφείς». «Ή θα πρέπει να με παντρευτείς», του απάντησε με μια απατηλά χαμηλή φωνή. «Μα δεν έχω καμία πρόθεση να κάνω κάτι τέτοιο. Το ξέρεις αυτό», της απάντησε. Έβρισε σχεδόν από μέσα του. Αυτό είχε ακουστεί πολύ λάθος. «Δεν επιθυμώ να παντρευτώ καμία», της εξήγησε. «Το ξέρεις και αυτό». «Αυτό που ξέρω», του πέταξε με τα μάτια της να βγάζουν σπίθες από απροκάλυπτη οργή, «είναι ότι–» Και τότε σταμάτησε, σφίγγοντας το στόμα της και σταυρώνοντας τα χέρια της. «Τι;» τη ρώτησε επιτακτικά. Εκείνη στράφηκε πάλι προς το παράθυρο. «Δεν θα καταλάβαινες», είπε. «Ούτε θα άκουγες». Ο περιφρονητικός τόνος της τον πλήγωσε σαν να του είχε μπήξει τα νύχια της. «Ω, σε παρακαλώ. Η πικρία και ο θυμός δεν σου ταιριάζουν». Εκείνη γύρισε και τον κοίταξε. «Και πώς, κατά τη γνώμη σου, θα πρέπει να ενεργώ; Πες μου, τι πρέπει να αισθάνομαι;» Προσπάθησε να της χαμογελάσει. «Ευγνωμοσύνη;» «Ευγνωμοσύνη;» Εκείνος κάθισε πιο αναπαυτικά, παίρνοντας μια στάση γεμάτη αναίδεια. «Θα μπορούσα εύκολα να σε αποπλανήσω, ξέρεις. Πολύ εύκολα. Αλλά δεν το έκανα». Εκείνη άφησε να της ξεφύγει ένα βογκητό και έκανε πίσω. Όταν μίλησε, η φωνή της ήταν χαμηλή και απειλητική. «Σε μισώ, Τέρνερ!» «Σου λέω απλώς την αλήθεια. Και ξέρεις γιατί δεν έκανα περισσότερα; Γιατί δεν έβγαλα το νυχτικό από το σώμα σου και δεν σε ξάπλωσα εκεί ακριβώς στον καναπέ;» Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και η αναπνοή της ακούστηκε βαριά. Εκείνος ήξερε ότι ακουγόταν άξεστος και αγενής και, ναι, μισητός, αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει να μιλά έτσι


ωμά, γιατί, ανάθεμά την, έπρεπε να καταλάβει. Έπρεπε να καταλάβει ποιος πραγματικά ήταν και ποια πράγματα ήταν ικανός να κάνει ή να μην κάνει. Και αυτό – αυτό… Εκείνη. Είχε καταφέρει να κάνει το σωστό για εκείνη, και αυτή δεν ήταν καν ευγνώμων; «Θα σου πω», της είπε και η φωνή του ακούστηκε σφυριχτή. «Σταμάτησα γιατί ήθελα να σε σεβαστώ. Και θα σου πω και κάτι–» Σταμάτησε και έβρισε χαμηλόφωνα, κι εκείνη τον κοίταξε με απορία, τολμηρά, προκλητικά, σαν να του έλεγε: «Δεν ξέρεις καν τι θέλεις να πεις». Αλλά αυτό ήταν το πρόβλημα. Ήξερε και ήταν έτοιμος να της πει πόσο πολύ την ήθελε. Να της πει πως, αν ήταν οπουδήποτε αλλού, εκτός από το σπίτι των γονιών του, δεν ήταν σίγουρος ότι θα είχε σταματήσει. Δεν ήταν σίγουρος ότι θα μπορούσε να σταματήσει. Αλλά εκείνη δεν χρειαζόταν να το ξέρει αυτό. Δεν έπρεπε να το ξέρει. Δεν χρειαζόταν να γνωρίζει ότι είχε αυτή τη δύναμη πάνω του. «Μπορείς να πιστέψεις», μουρμούρισε, απευθυνόμενος περισσότερο στον εαυτό του παρά σ’ εκείνη, «ότι απλώς δεν ήθελα να καταστρέψω το μέλλον σου;» «Άφησε το μέλλον μου σ’ εμένα», του απάντησε θυμωμένα. «Ξέρω τι κάνω». Εκείνος ξεφύσησε περιφρονητικά. «Είσαι μόνο είκοσι ετών. Νομίζεις ότι γνωρίζεις τα πάντα». Τον αγριοκοίταξε. Εκείνος συνέχισε. «Όταν ήμουν είκοσι, νόμιζα ότι ήξερα τα πάντα», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του. Τα μάτια της γέμισαν λύπη. «Κι εγώ έτσι νόμιζα», είπε απαλά. Ο Τέρνερ προσπάθησε να αγνοήσει τον δυσάρεστο κόμπο της ενοχής που είχε ανεβεί στον λαιμό του. Δεν ήταν καν σίγουρος γιατί αισθανόταν ένοχος, και στην πραγματικότητα το όλο θέμα ήταν γελοίο. Δεν έπρεπε να αισθάνεται ένοχος για το γεγονός ότι δεν της είχε στερήσει την αθωότητά της, και το μόνο που μπόρεσε να σκεφτεί να πει ήταν: «Θα με ευχαριστείς γι’ αυτό κάποια μέρα». Τον κοίταξε με δυσπιστία. «Ακούγεσαι σαν τη μητέρα σου». «Κι εσύ ακούγεσαι μουτρωμένη». «Μπορείς να με κατηγορήσεις γι’ αυτό; Μου συμπεριφέρεσαι σαν να είμαι παιδί, όταν ξέρεις πολύ καλά ότι είμαι γυναίκα». Ο κόμπος της ενοχής του μεγάλωσε. «Μπορώ να παίρνω τις δικές μου αποφάσεις», του είπε προκλητικά. «Προφανώς όχι», της πέταξε και έσκυψε προς τα εμπρός, με μια επικίνδυνη λάμψη στα μάτια του. «Αλλιώς την περασμένη εβδομάδα δεν θα με άφηνες να ξεκουμπώσω το νυχτικό σου και να φιλήσω τα στήθη σου». Ένα βαθύ κόκκινο χρώμα ντροπής έβαψε τα μάγουλά της και η φωνή της έτρεμε από κατηγόρια όταν του είπε: «Μην προσπαθήσεις να πεις ότι αυτό ήταν δικό μου λάθος». Εκείνος έκλεισε τα μάτια του και πέρασε και τα δύο χέρια μέσα από τα μαλλιά του, έχοντας επίγνωση ότι είχε πει κάτι πολύ, πάρα πολύ ηλίθιο. «Φυσικά δεν ήταν δικό σου λάθος, Μιράντα. Σε παρακαλώ ξέχνα ότι το είπα αυτό». «Ακριβώς όπως θέλεις να ξεχάσω ότι με φίλησες». Η φωνή της δεν έδειχνε κανένα ίχνος συγκίνησης. «Ναι». Το βλέμμα του έπεσε στα μάτια της, που είχαν μια περίεργα παγωμένη έκφραση, μια έκφραση που δεν είχε δει ποτέ στο πρόσωπό της. «Ω Θεέ μου, Μιράντα, μη με κοιτάζεις έτσι». «Μην κάνεις το ένα, κάνε το άλλο», ξέσπασε. «Ξέχνα αυτό, μην ξεχνάς εκείνο. Πάρε μια


απόφαση, Τέρνερ. Δεν ξέρω τι θέλεις. Και νομίζω ότι ούτε κι εσύ ο ίδιος ξέρεις». «Είμαι εννέα χρόνια μεγαλύτερός σου», είπε με μια φοβερή φωνή. «Μη μου μιλάς με αυτό το ύφος». «Με συγχωρείτε, Υψηλότατε!» «Μην το κάνεις αυτό, Μιράντα». Το πρόσωπό της, που μέχρι τότε ήταν τόσο παγωμένο και πικρό, ξαφνικά γέμισε συγκίνηση. «Σταμάτα να μου λες τι να κάνω! Σκέφτηκες ποτέ ότι ήθελα να με φιλήσεις; Ότι ήθελα να με θέλεις; Και όντως με θέλεις. Δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να μπορείς να με πείσεις για το αντίθετο». Ο Τέρνερ μπορούσε μόνο να την κοιτάξει και να ψιθυρίσει: «Δεν ξέρεις τι λες». «Ξέρω πολύ καλά τι λέω!» Τα μάτια της άστραφταν και τα χέρια της είχαν σφιχτεί σε γροθιές, και εκείνος είχε εκείνη την τρομερή, φοβερή διαίσθηση ότι αυτό ήταν, αυτή ήταν η στιγμή. Όλα εξαρτιόνταν από αυτή τη στιγμή και ο Τέρνερ γνώριζε, χωρίς καν να σκεφτεί τι θα έλεγε εκείνη και τι θα της απαντούσε εκείνος, ότι όλο αυτό δεν θα είχε καλό τέλος. «Ξέρω ακριβώς τι λέω», είπε εκείνη. «Σε θέλω». Το σώμα του σφίχτηκε και η καρδιά του βούλιαξε στο στήθος του. Αλλά δεν μπορούσε να επιτρέψει να συνεχιστεί αυτό. «Μιράντα, νομίζεις ότι με θέλεις», της είπε αμέσως. «Ποτέ δεν έχεις φιλήσει κάποιον άλλο και–» «Μη μου κάνεις υποδείξεις». Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του και έκαιγαν από επιθυμία. «Ξέρω τι θέλω, και θέλω εσένα». Ένιωσε την ανάσα του να βγαίνει ακανόνιστη. Σίγουρα θα έπρεπε να αγιάσει γι’ αυτό που επρόκειτο να πει. «Όχι, δεν με θέλεις. Αυτό που νιώθεις είναι μια νεανική επιπολαιότητα». «Ανάθεμά σε», τσίριξε εκείνη γεμάτη θυμό. «Είσαι τυφλός; Κουφός, χαζός και τυφλός; Δεν είναι επιπολαιότητα, ανόητε! Σ’ αγαπώ!» Ω Θεέ μου! «Πάντα σε αγαπούσα! Από τότε που συναντηθήκαμε για πρώτη φορά πριν από εννέα χρόνια. Σ’ αγαπώ όλα αυτά τα χρόνια, κάθε λεπτό». «Ω Θεέ μου». «Και μην προσπαθείς να μου πεις ότι είναι μια παιδική τρέλα, γιατί δεν είναι. Μπορεί να ήταν μέχρι ένα σημείο, αλλά δεν είναι πια». Εκείνος δεν είπε τίποτα. Απλώς καθόταν εκεί σαν ηλίθιος και την κοίταζε. «Εγώ… εγώ απλώς ξέρω την καρδιά μου, και σ’ αγαπώ, Τέρνερ. Και αν έχεις έστω και ένα ίχνος ευπρέπειας, θα πεις κάτι, γιατί έχω πει όλα όσα μπορώ και δεν αντέχω τη σιωπή και – για όνομα του Θεού! Μπορείς τουλάχιστον να ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου;» Μόνο που εκείνος δεν μπορούσε ούτε καν αυτό να κάνει.


Κεφάλαιο 10 Δύο ημέρες αργότερα, ο Τέρνερ έμοιαζε ακόμα σαστισμένος από όλα αυτά. Η Μιράντα δεν είχε προσπαθήσει να μιλήσει μαζί του, ούτε καν τον είχε πλησιάσει, αλλά κάποιες στιγμές τον έπιανε να την κοιτάζει με μια αόριστη έκφραση. Ήξερε ότι τον είχε αναστατώσει, επειδή εκείνος δεν φρόντιζε καν να κοιτάζει μακριά όταν τα βλέμματά τους συναντιούνταν. Την κοίταζε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε, έπειτα ανοιγόκλεινε τα μάτια και έστρεφε το βλέμμα του μακριά. Η Μιράντα συνέχισε να ελπίζει ότι θα της έκανε ένα νεύμα έστω για μια φορά. Όμως το μεγαλύτερο μέρος του Σαββατοκύριακου δεν κατάφεραν ποτέ να βρεθούν στον ίδιο χώρο ταυτόχρονα. Αν ο Τέρνερ πήγαινε για ιππασία, η Μιράντα έκανε τον περίπατό της στον πορτοκαλεώνα. Αν η Μιράντα έκανε βόλτα στους κήπους, ο Τέρνερ έπαιζε χαρτιά. Όλα ήταν πολύ πολιτισμένα. Πολύ ταιριαστά σε ενήλικες. Και, όπως είχε σκεφτεί η Μιράντα πολλές φορές, πολύ λυπηρά. Δεν έβλεπαν ο ένας τον άλλο ούτε καν στα γεύματα. Η κυρία Τσέστερ υπερηφανευόταν για το ταλέντο της στα προξενιά, και επειδή δεν της περνούσε καν από το μυαλό ότι ο Τέρνερ και η Μιράντα θα μπορούσαν να εμπλακούν ερωτικά, δεν τους έβαζε ποτέ να καθίσουν ο ένας κοντά στον άλλο. Ο Τέρνερ ήταν πάντα περιτριγυρισμένος από ένα τσούρμο κοπελίτσες και η Μιράντα ήταν συνήθως αναγκασμένη να κρατά συντροφιά σε γκριζομάλληδες χήρους. Υπέθετε ότι η κυρία Τσέστερ δεν πίστευε ότι η Μιράντα ήταν ικανή να τυλίξει κάποιον κατάλληλο άντρα. Την Ολίβια, από την άλλη, την έβαζαν πάντα να κάθεται με τρεις εξαιρετικά όμορφους και πλούσιους άντρες, έναν στα αριστερά της, έναν στα δεξιά και έναν απέναντί της στο τραπέζι. Σε εκείνες τις συναθροίσεις η Μιράντα έμαθε αρκετά για τις σπιτικές θεραπείες για την ποδάγρα! Η λαίδη Τσέστερ, ωστόσο, είχε αφήσει στην τύχη το ζευγάρωμα που γινόταν σε μια από τις προγραμματισμένες εκδηλώσεις της, στο ετήσιο κυνήγι θησαυρού. Οι επισκέπτες έπρεπε να ψάξουν για τον θησαυρό σε ομάδες των δύο. Και επειδή ο στόχος όλων των επισκεπτών ήταν να παντρευτούν ή να ξεκινήσουν έναν δεσμό (ανάλογα με την οικογενειακή τους κατάσταση), κάθε ομάδα θα αποτελούνταν από έναν άντρα και μια γυναίκα. Η κυρία Τσέστερ έγραψε τα ονόματα των καλεσμένων της σε χαρτάκια και στη συνέχεια έβαλε τα χαρτάκια με τα ονόματα των γυναικών σε μια τσάντα και τα χαρτάκια με τα ονόματα των αντρών σε μια άλλη. Ύστερα έβαλε το χέρι της σε μια από αυτές τις τσάντες. Η Μιράντα αισθάνθηκε το στομάχι της να ανακατεύεται. «Ο σερ Άντονι Γουόλντοβ και...» Η λαίδη Τσέστερ έχωσε το χέρι της στην άλλη τσάντα. «Η λαίδη Ράντλαντ». Η Μιράντα άφησε την αναπνοή της να βγει αργά. Δεν είχε καν συνειδητοποιήσει μέχρι τότε ότι κρατούσε την ανάσα της. Θα έκανε τα πάντα για να είναι ζευγάρι με τον Τέρνερ – αλλά και οτιδήποτε για να το αποφύγει. «Η καημένη η μαμά», ψιθύρισε η Ολίβια στο αφτί της. «Ο σερ Άντονι Γουόλντοβ είναι πραγματικά πολύ αργόστροφος. Όλη τη δουλειά θα πρέπει να την κάνει εκείνη». Η Μιράντα έβαλε το δάχτυλό της στα χείλη της. «Σσς, δεν ακούω». «Ο σερ Γουίλιαμ Φίτζι και... η δεσποινίς Σαρλότ Γκλάντις».


«Με ποιον θα ήθελες να είσαι ζευγάρι;» ρώτησε η Ολίβια. Η Μιράντα ανασήκωσε τους ώμους αδιάφορα. Αν δεν μπορούσε να είναι με τον Τέρνερ, δεν είχε σημασία. «Ο λόρδος Τέρνερ και...» Η καρδιά της Μιράντα σταμάτησε να χτυπάει. «...και η λαίδη Ολίβια Μπέβελστοκ. Δεν είναι πολύ γλυκό; Το κάνουμε αυτό εδώ και πέντε χρόνια και αυτή είναι η πρώτη φορά που δυο αδέλφια βρίσκονται στην ίδια ομάδα». Η Μιράντα άρχισε να αναπνέει και πάλι, αλλά δεν ήταν βέβαιη αν ένιωθε απογοητευμένη ή ανακουφισμένη. Η Ολίβια, ωστόσο, δεν είχε καμία αμφιβολία για τα συναισθήματά της. «Τι αναποδιά!» μουρμούρισε. «Τόσοι κύριοι και εγώ να πρέπει να είμαι ζευγάρι με τον αδελφό μου. Πότε θα έχω ξανά την ευκαιρία να περιπλανηθώ μόνη με έναν κύριο; Είναι αδικία, σας λέω, αδικία». «Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα», δήλωσε με ειλικρίνεια η Μιράντα. «Δεν είναι όλοι οι κύριοι εδώ καθωσπρέπει. Τουλάχιστον ξέρεις ότι ο Τέρνερ δεν θα προσπαθήσει να σε αποπλανήσει». «Αυτό είναι ελάχιστα παρήγορο, σε διαβεβαιώνω». «Λίβι–» «Σσς, μόλις είπαν το όνομα του λόρδου Γουέστχολμ». «Και από τις κυρίες...» η λαίδη Τσέστερ ακούστηκε ενθουσιασμένη. «Η δεσποινίς Μιράντα Τσίβερ!» «Τυχερούλα!» είπε σκουντώντας την η Ολίβια. Η Μιράντα απλώς ανασήκωσε τους ώμους της. «Ω! Μην κάνεις σαν γεροντοκόρη», τη μάλωσε η Ολίβια. «Δεν είναι τέλειος; Θα έδινα και το αριστερό μου πόδι για να αλλάξουμε θέσεις. Και γιατί να μην αλλάξουμε θέσεις; Δεν υπάρχουν κανόνες που να το απαγορεύουν. Και νομίζω ότι τελικά σου αρέσει ο Τέρνερ». Πάρα πολύ, σκέφτηκε η Μιράντα με θλίψη. «Λοιπόν; Θα το κάνεις; Εκτός κι αν σου αρέσει εσένα ο λόρδος Γουέστχολμ». «Όχι», απάντησε η Μιράντα, προσπαθώντας να μην ακούγεται αναστατωμένη. «Όχι, φυσικά και όχι». «Τότε ας το κάνουμε», είπε η Ολίβια ενθουσιασμένη. Η Μιράντα δεν ήξερε αν έπρεπε να αρπάξει την ευκαιρία ή να τρέξει στο δωμάτιό της και να κρυφτεί στην γκαρνταρόμπα. Είτε έτσι είτε αλλιώς, δεν είχε καμιά δικαιολογία για να αρνηθεί το αίτημα της Ολίβια. Η Λίβι σίγουρα θα ζητούσε να μάθει γιατί δεν ήθελε να μείνει μόνη με τον Τέρνερ. Και τότε τι θα της έλεγε; Απλώς είπα στον αδελφό σου ότι τον αγαπώ και φοβάμαι ότι τώρα εκείνος με μισεί. Δεν μπορώ να μείνω μόνη με τον Τέρνερ γιατί φοβάμαι ότι μπορεί να μου ριχτεί. Δεν μπορώ να μείνω μόνη μαζί του, γιατί φοβάμαι ότι ίσως του ριχτώ εγώ. Και μόνο που το σκεφτόταν ήθελε να γελάσει. Ή να κλάψει. Όμως η Ολίβια την κοίταζε με τόση προσδοκία, με εκείνο τον χαριτωμένο τρόπο που είχε τελειοποιήσει ήδη από την ηλικία των τριών ετών, και η Μιράντα συνειδητοποίησε ότι δεν είχε σημασία τι θα έλεγε ή τι θα έκανε· αργά ή γρήγορα θα κατέληγε να είναι ζευγαρωμένη σ’ αυτό το παιχνίδι με τον Τέρνερ. Δεν έφταιγε το γεγονός ότι η Ολίβια ήταν κακομαθημένη, αν και ίσως ήταν λίγο. Έφταιγε απλώς το γεγονός ότι όλες οι προσπάθειες της Μιράντα να αποφύγει το ζήτημα θα οδηγούσαν σε


ανάκριση από τη Λίβι, μια ανάκριση τόσο συγκεκριμένη και τόσο επίμονη που σίγουρα θα κατέληγε να αποκαλυφθούν τα πάντα. Οπότε εκείνη θα ήταν αναγκασμένη να φύγει από τη χώρα. Ή τουλάχιστον να βρει ένα κρεβάτι για να συρθεί από κάτω. Για μια εβδομάδα τουλάχιστον. Έτσι αναστέναξε. Και έγνεψε καταφατικά. Και σκέφτηκε ότι «ουδέν κακόν αμιγές καλού», μόνο που δεν μπορούσε να βρει τίποτα καλό σ’ αυτή την κατάσταση. Η Ολίβια άρπαξε το χέρι της και το έσφιξε. «Ω, Μιράντα, σ’ ευχαριστώ!» «Ελπίζω ότι δεν θα πειράξει τον Τέρνερ», είπε η Μιράντα προσεκτικά. «Ω, και βέβαια δεν θα τον πειράξει. Πιθανόν να πέσει στα γόνατα και να ευχαριστήσει την τύχη του που δεν θα χρειαστεί να περάσει ολόκληρο το απόγευμα μαζί μου. Με θεωρεί ένα κακομαθημένο παλιόπαιδο». «Όχι, βέβαια». «Κι όμως αυτό πιστεύει για εμένα. Συχνά μου λέει ότι θα έπρεπε να σου μοιάσω περισσότερο». Η Μιράντα φάνηκε έκπληκτη. «Αλήθεια;» «Ναι». Η προσοχή της Ολίβια είχε στραφεί στη λαίδη Τσέστερ, η οποία είχε ολοκληρώσει το έργο της αντιστοίχισης των κυριών και των κυρίων. Όταν τελείωσε, οι άντρες σηκώθηκαν για να αναζητήσουν τις συνεργάτιδές τους. «Η Μιράντα κι εγώ έχουμε ανταλλάξει θέσεις!» φώναξε η Ολίβια όταν ο Τέρνερ έφτασε στο πλευρό της. «Δεν σε πειράζει, έτσι;» «Φυσικά όχι», απάντησε ο Τέρνερ, αλλά η Μιράντα δεν θα στοιχημάτιζε ούτε μία δεκάρα ότι έλεγε την αλήθεια. Ύστερα από όλα αυτά, όμως, τι άλλο θα μπορούσε να πει; Ο λόρδος Γουέστχολμ έφτασε ύστερα από λίγο, και παρόλο που ήταν αρκετά ευγενής ώστε να προσπαθήσει να το κρύψει, φάνηκε να είναι ιδιαίτερα ευχαριστημένος από την ανταλλαγή. Ο Τέρνερ δεν είπε τίποτα. Η Ολίβια κοίταξε τη Μιράντα με ένα σαστισμένο συνοφρύωμα, το οποίο η Μιράντα αγνόησε παντελώς. «Εδώ έχω το πρώτο στοιχείο!» φώναξε η λαίδη Τσέστερ. «Μήπως θα μπορούσαν οι κύριοι να έρθουν να πάρουν τους φακέλους τους;» Ο Τέρνερ και ο λόρδος Γουέστχολμ πήγαν στο κέντρο της αίθουσας και επέστρεψαν μερικά δευτερόλεπτα αργότερα με δυο άσπρους σκληρούς φακέλους. «Ας ανοίξουμε τον δικό μας έξω», είπε η Ολίβια στον λόρδο Γουέστχολμ, ρίχνοντας ένα άτακτο χαμόγελο στον Τέρνερ και στη Μιράντα. «Δεν θα ήθελα να μας ακούσει κάποιος ενώ συζητάμε για τη στρατηγική μας». Οι άλλοι διαγωνιζόμενοι προφανώς είχαν την ίδια ιδέα, γιατί μια στιγμή αργότερα ο Τέρνερ και η Μιράντα βρέθηκαν εντελώς μόνοι. Εκείνος πήρε μια βαθιά αναπνοή και έβαλε τα χέρια στη μέση του. «Δεν ζήτησα εγώ να αλλάξω», είπε αμέσως η Μιράντα. «Η Ολίβια ήθελε να το κάνουμε». Εκείνος ανασήκωσε το φρύδι του. «Δεν το ζήτησα!» διαμαρτυρήθηκε. «Η Λίβι ενδιαφέρεται για τον λόρδο Γουέστχολμ και πιστεύει ότι τη θεωρείς παλιόπαιδο». «Μα είναι παλιόπαιδο». Η Μιράντα δεν ήταν ιδιαίτερα διατεθειμένη να διαφωνήσει εκείνη τη στιγμή, παρ’ όλα αυτά είπε: «Δεν μπορούσε να ξέρει τι έκανε όταν μας έβαλε να πάρουμε μέρος στο παιχνίδι μαζί».


«Θα μπορούσες να αρνηθείς την ανταλλαγή», της είπε δηκτικά. «Α, ναι; Και με ποιο πρόσχημα;» ρώτησε η Μιράντα. Δεν έπρεπε να είναι τόσο αναστατωμένος που είχαν καταλήξει να παίξουν μαζί. «Πώς θα πρότεινες να της εξηγήσω ότι δεν πρέπει να περάσουμε το απόγευμα μαζί;» Ο Τέρνερ δεν απάντησε γιατί, όπως υπέθεσε η Μιράντα, δεν είχε απάντηση. Απλώς στράφηκε από την άλλη μεριά και βγήκε από το δωμάτιο. Η Μιράντα απέμεινε να τον παρακολουθεί για μια στιγμή και, όταν έγινε φανερό ότι εκείνος δεν είχε καμία πρόθεση να την περιμένει, ξεφύσησε θυμωμένη και έτρεξε πίσω του. «Τέρνερ, περίμενε!» Εκείνος σταμάτησε απότομα, αλλά οι κινήσεις του έδειχναν καθαρά τον εκνευρισμό του απέναντί της. Όταν έφτασε στο πλευρό του, το πρόσωπό του είχε μια βαριεστημένη, ενοχλημένη έκφραση. «Ναι;» μούγκρισε. Εκείνη έβαλε τα δυνατά της για να διατηρήσει την ψυχραιμία της. «Μπορούμε τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να είμαστε πολιτισμένοι μεταξύ μας;» «Δεν είμαι θυμωμένος μ’ εσένα, Μιράντα». «Ε τότε σίγουρα προσποιείσαι τον θυμωμένο με μεγάλη επιτυχία». «Είμαι απογοητευμένος», είπε, με έναν τρόπο που ήταν αρκετά σίγουρος ότι θα τη σόκαρε. Και στη συνέχεια γκρίνιαξε: «Με περισσότερους τρόπους από όσους θα μπορούσες να φανταστείς». Η Μιράντα μπορούσε να τους φανταστεί και μάλιστα το έκανε συχνά, και κοκκίνισε. «Θα ανοίξεις τον φάκελο επιτέλους;» μουρμούρισε. Εκείνος της τον έδωσε και η Μιράντα τον άνοιξε. «Βρείτε το επόμενο στοιχείο “κάτω από έναν μικροσκοπικό ήλιο”», διάβασε. Τον κοίταξε. Εκείνος δεν την έβλεπε καν. Κοιτούσε μακριά σαν να μην εστίαζε το βλέμμα του κάπου, σαν να κοιτούσε το κενό. Φαινόταν σαν να προτιμούσε να βρίσκεται κάπου αλλού. «Στον πορτοκαλεώνα», δήλωσε εκείνη, παρόλο που είχε φτάσει στο σημείο στο οποίο δεν νοιαζόταν αν εκείνος θα συμμετείχε ή όχι. «Πάντα πίστευα ότι τα πορτοκάλια ήταν σαν μικροσκοπικά κομμάτια ήλιου». Εκείνος έκανε ένα γρήγορο νεύμα με το κεφάλι του και της πρόσφερε το μπράτσο του για να προχωρήσουν. Αλλά υπήρχε κάτι μάλλον αγενές και συγκαταβατικό στις κινήσεις του, που την έκανε να νιώσει επιτακτική την ανάγκη να τρίξει τα δόντια της και να μουγκρίσει καθώς περπατούσε προς τους κήπους. Βγήκαν από το σπίτι σιωπηλοί και προχώρησαν προς τον πορτοκαλεώνα. Σίγουρα εκείνος ανυπομονούσε να ξεμπερδεύει με αυτό το αναθεματισμένο κυνήγι θησαυρού, σωστά; Λοιπόν, θα ήταν πολύ χαρούμενη όταν θα κατάφερνε να τον απαλλάξει. Ήταν αρκετά έξυπνη και αυτοί οι γρίφοι δεν θα πρέπει να ήταν πολύ δύσκολο να αποκρυπτογραφηθούν. Θα μπορούσαν να επιστρέψουν στα δωμάτιά τους σε μία ώρα. Όπως το περίμενε, βρήκαν έναν σωρό από φακέλους κάτω από μια πορτοκαλιά. Ο Τέρνερ πήρε έναν στην τύχη και της τον παρέδωσε. Η Μιράντα άνοιξε τον φάκελο σιωπηλή, διάβασε την ένδειξη και στη συνέχεια τον έδωσε στον Τέρνερ. ΟΙ ΡΩΜΑΙΟΙ ΘΑ ΣΑΣ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ ΝΑ ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ Ακόμα κι αν εκείνος είχε ενοχληθεί από τη σιωπηλή συμπεριφορά της, δεν το έδειξε. Απλώς


δίπλωσε το χαρτί και την κοίταξε με μια έκφραση βαριεστημένης προσδοκίας. «Είναι κάτω από μια αψίδα», του είπε με σιγουριά. «Οι Ρωμαίοι ήταν οι πρώτοι που τις χρησιμοποίησαν στην αρχιτεκτονική. Υπάρχουν αρκετές στον κήπο». Δέκα λεπτά αργότερα είχαν πάρει ακόμα έναν φάκελο. «Μήπως ξέρεις πόσες ενδείξεις πρέπει να βρούμε πριν τελειώσουμε;» ρώτησε ο Τέρνερ. Ήταν η πρώτη του φράση από τότε που άρχισαν, και αφορούσε το πότε θα μπορούσε να απαλλαγεί από το παιχνίδι! Η Μιράντα έτριξε τα δόντια της με την προσβολή του, κούνησε το κεφάλι της και άνοιξε τον φάκελο. Έπρεπε να παραμείνει ψύχραιμη. Αν τον άφηνε να κάνει κομμάτια την αυτοπεποίθησή της, τότε εκείνη θα κατέρρεε. Προσπαθώντας να φαίνεται ήρεμη ξεδίπλωσε το χαρτί και διάβασε: «Θα χρειαστεί να κυνηγήσετε την επόμενη ένδειξη». «Κάτι που θα έχει να κάνει με το κυνήγι, φαντάζομαι», είπε ο Τέρνερ. Εκείνη έσμιξε τα φρύδια της. «Αποφάσισες να συμμετάσχεις στο παιχνίδι;» «Μη γίνεσαι μικροπρεπής, Μιράντα». Εκείνη ξεφύσησε εκνευρισμένα και αποφάσισε να τον αγνοήσει. «Υπάρχει ένα μικρό κυνηγετικό καταφύγιο στα ανατολικά. Θα μας πάρει περίπου δεκαπέντε λεπτά για να περπατήσουμε μέχρι εκεί». «Και πώς ανακάλυψες αυτό το καταφύγιο;» «Περπάτησα πολύ αυτές τις μέρες». «Κάθε φορά που βρισκόμουν στο σπίτι, φαντάζομαι». Η Μιράντα δεν έβλεπε κανένα λόγο να αρνηθεί τη δήλωσή του. Ο Τέρνερ έστρεψε το βλέμμα του προς τον ορίζοντα. «Πιστεύεις ότι η κυρία Τσέστερ θα μας έστελνε τόσο μακριά από το κυρίως σπίτι;» «Δεν έχω κάνει λάθος μέχρι τώρα», απάντησε η Μιράντα. «Πράγματι», είπε ανασηκώνοντας τους ώμους του. «Οδήγησέ μας εκεί». Είχαν περπατήσει μέσα στο δάσος για περίπου δέκα λεπτά όταν ο Τέρνερ έριξε ένα αβέβαιο βλέμμα στον σκοτεινό ουρανό. «Μοιάζει σαν να έρχεται βροχή», είπε λακωνικά. Η Μιράντα κοίταξε ψηλά. Είχε δίκιο. «Τι θέλεις να κάνουμε;» ρώτησε. «Αυτή ακριβώς τη στιγμή;» «Όχι, την επόμενη εβδομάδα. Φυσικά αυτή τη στιγμή, ανόητε». «Ανόητε;» της χαμογέλασε, και το χαμόγελό του έλαμψε σαν ήλιος. «Με πληγώνεις». Εκείνη τον κοίταξε με στενεμένα μάτια. «Γιατί ξαφνικά μου φέρεσαι τόσο καλά;» «Αλήθεια; Σου φέρθηκα καλά;» της είπε και εκείνη ένιωσε ταπεινωμένη. «Αχ, Μιράντα», συνέχισε με έναν δασκαλίστικο αναστεναγμό, «ίσως μου αρέσει να σου φέρομαι καλά». «Ή ίσως δεν σου αρέσει». «Ίσως, όμως, και να μου αρέσει», της είπε κατηγορηματικά. «Και ίσως μερικές φορές εσύ το κάνεις δύσκολο». «Ίσως», του απάντησε με την ίδια αλαζονεία, «πρόκειται να βρέξει και θα έπρεπε να προχωρήσουμε». Μια δυνατή βροντή έπνιξε την τελευταία λέξη της. «Και ίσως έχεις δίκιο», απάντησε ο Τέρνερ κοιτώντας τον ουρανό. «Πού είμαστε πιο κοντά, στο καταφύγιο ή στο σπίτι;» «Στο καταφύγιο». «Τότε ας βιαστούμε. Δεν έχω καμία επιθυμία να βρεθώ στο μέσο μιας καταιγίδας μες στο δάσος». Η Μιράντα δεν μπόρεσε να διαφωνήσει μαζί του, παρά τις ανησυχίες της για το πόσο κάτι


τέτοιο ήταν πρέπον, κι έτσι άρχισε να περπατά γρηγορότερα προς το καταφύγιο. Αλλά δεν είχαν περπατήσει ούτε δέκα μέτρα όταν άρχισαν να πέφτουν οι πρώτες σταγόνες βροχής. Και στα επόμενα δέκα μέτρα η βροχή έγινε καταρρακτώδης. Ο Τέρνερ άρπαξε το χέρι της και άρχισε να τρέχει, τραβώντας την κατά μήκος του μονοπατιού. Η Μιράντα, που παραπατούσε πίσω του, αναρωτιόταν αν χρειαζόταν να τρέχει, μια και ήταν ήδη και οι δύο μούσκεμα. Λίγα λεπτά αργότερα βρέθηκαν μπροστά στο μικρό κυνηγετικό καταφύγιο. Το κατάλυμα είχε όλα κι όλα δύο δωμάτια. Ο Τέρνερ γύρισε το χερούλι της πόρτας, αλλά εκείνη δεν άνοιξε. «Διάβολε!» μουρμούρισε. «Είναι κλειδωμένη;» ρώτησε η Μιράντα. Τα δόντια της ήδη χτυπούσαν από το κρύο. Εκείνος έγνεψε καταφατικά εκνευρισμένος. «Τι θα κάνουμε;» Δεν της απάντησε, μόνο πήρε φόρα και χτύπησε την πόρτα με τον ώμο του. Η Μιράντα δάγκωσε τα χείλη της. Το χτύπημα πρέπει να τον είχε πονέσει. Εκείνη δοκίμασε να ανοίξει ένα παράθυρο. Κλειδωμένο. Ο Τέρνερ τράνταξε ξανά την πόρτα. Η Μιράντα πήγε στο πλάι του σπιτιού και δοκίμασε ένα άλλο παράθυρο. Με λίγη προσπάθεια εκείνο άνοιξε και την ίδια στιγμή άκουσε τον Τέρνερ να μπαίνει μέσα από την πόρτα. Εκείνη σκέφτηκε να γλιστρήσει μέσα από το παράθυρο, αλλά αμέσως αποφάσισε να δείξει ανωτερότητα και το έκλεισε. Ο Τέρνερ είχε μπει σε μεγάλο κόπο να σπάσει την πόρτα. Το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον αφήσει να παίξει τον ρόλο του ιππότη με τη λαμπερή πανοπλία. «Μιράντα!» Εκείνη βιάστηκε να τρέξει μπροστά. «Εδώ είμαι», είπε μπαίνοντας στο σπίτι και κλείνοντας την πόρτα πίσω της. «Τι διάβολο έκανες εκεί έξω;» «Προσπαθούσα να είμαι πιο ευγενής από ό,τι θα μπορούσες να φανταστείς», μουρμούρισε. Είχε ήδη μετανιώσει που δεν είχε μπει από το παράθυρο. «Ορίστε;» «Απλώς κοίταζα γύρω», είπε. «Έκανες μεγάλη ζημιά στην πόρτα;» «Όχι πολύ. Απλώς έσπασε η κλειδαριά». Εκείνη έκανε έναν μορφασμό. «Και εσύ; Χτύπησες μήπως τον ώμο σου;» «Είναι μια χαρά», της απάντησε καθώς έβγαζε το βρεγμένο σακάκι του και το κρεμούσε σε ένα κρεμαστάρι στον τοίχο. «Βγάλε το…» της πέταξε δείχνοντας το ελαφρύ πανωφόρι της, «… ε, όπως κι αν λέγεται αυτό που φοράς». Η Μιράντα αγκάλιασε το σώμα της με τα χέρια της και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Εκείνος την κοίταξε ανυπόμονα. «Δεν νομίζεις ότι είναι λίγο αργά για σεμνοτυφίες;» «Μπορεί να έρθει κάποιος ανά πάσα στιγμή». «Πολύ αμφιβάλλω», είπε. «Φαντάζομαι ότι θα είναι όλοι ασφαλείς και ζεστοί στο γραφείο του λόρδου Τσέστερ, και θα παρακολουθούν όλα εκείνα τα κεφάλια των σκοτωμένων ζώων που έχει τοποθετήσει στον τοίχο». Η Μιράντα προσπάθησε να αγνοήσει τον κόμπο που είχε μόλις ανεβεί στον λαιμό της. Είχε ξεχάσει ότι ο λόρδος Τσέστερ ήταν δεινός κυνηγός. Έριξε ένα γρήγορο βλέμμα στο δωμάτιο. Ο


Τέρνερ είχε δίκιο. Δεν υπήρχαν πουθενά λευκοί φάκελοι. Κανείς δεν θα ερχόταν εκεί οποιαδήποτε στιγμή και κρίνοντας από τον καιρό έξω, η βροχή δεν θα σταματούσε σύντομα. «Σε παρακαλώ, πες μου ότι δεν είσαι από αυτές τις κυρίες που προτιμούν τη σεμνότητα από την υγεία». «Όχι, και βέβαια όχι». Η Μιράντα έβγαλε το πανωφόρι της και το κρέμασε στο κρεμαστάρι δίπλα του. «Μήπως ξέρεις πώς να ανάψεις φωτιά;» ρώτησε. «Ναι, φτάνει να υπάρχουν στεγνά ξύλα». «Ω, μα πρέπει να υπάρχουν μερικά εδώ. Στο κάτω κάτω αυτή είναι μια καλύβα για κυνηγούς», είπε κοιτάζοντας τον Τέρνερ με προσδοκία. «Δεν αρέσει στους περισσότερους άντρες να είναι ζεστοί όταν κυνηγούν;» «Μετά το κυνήγι», τη διόρθωσε αφηρημένα καθώς κοίταζε γύρω για ξύλα. «Και οι περισσότεροι άντρες, συμπεριλαμβανομένου του λόρδου Τσέστερ, φαντάζομαι, είναι αρκετά τεμπέληδες ώστε να προτιμήσουν το σύντομο ταξίδι πίσω στο κύριο σπίτι παρά να προσπαθήσουν να ανάψουν φωτιά εδώ». «Ω». Η Μιράντα έμεινε ακίνητη για μια στιγμή, παρακολουθώντας τον καθώς περιφερόταν στο δωμάτιο, και έπειτα του είπε: «Πάω στο άλλο δωμάτιο για να δω αν υπάρχουν στεγνά ρούχα τα οποία ίσως να μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε». «Καλή ιδέα». Ο Τέρνερ απέμεινε να κοιτάζει την πλάτη της καθώς έβγαινε από το δωμάτιο. Η βροχή είχε κάνει το πουκάμισό της να κολλά στο σώμα της και εκείνος μπορούσε να διακρίνει τη ζεστή ροδαλή απόχρωση του δέρματός της μέσα από το βρεγμένο ύφασμα. Ένιωσε τα λαγόνια του, που ήταν απίστευτα κρύα από τη βροχή που είχε διαπεράσει τα ρούχα του, να παίρνουν φωτιά με αξιοσημείωτη ταχύτητα. Έβρισε σιωπηλά καθώς ανασήκωνε το καπάκι ενός ξύλινου μπαούλου για να ψάξει για ξύλα. Αχ Θεέ, τι είχε κάνει για να αξίζει κάτι τέτοιο; Αν κάποιος του είχε δώσει ένα κομμάτι χαρτί και μια πένα και τον είχε διατάξει να περιγράψει τα τέλεια βασανιστήρια, δεν θα είχε καταλήξει ποτέ σε αυτό. Και η αλήθεια ήταν ότι είχε πολύ μεγάλη φαντασία. «Βρήκα μερικά ξύλα εδώ!» Ο Τέρνερ ακολούθησε τον ήχο της φωνής της Μιράντα από το άλλο δωμάτιο. «Είναι εκεί πέρα», του είπε δείχνοντάς του έναν σωρό από κούτσουρα κοντά σε ένα τζάκι. «Πιστεύω ότι ο λόρδος Τσέστερ προτιμά να χρησιμοποιεί αυτό το τζάκι όταν είναι εδώ». Ο Τέρνερ κοίταξε το μεγάλο κρεβάτι με τα μαλακά παπλώματα και τα αφράτα μαξιλάρια. Είχε μια αρκετά καλή ιδέα γιατί ο λόρδος Τσέστερ προτιμούσε αυτό το δωμάτιο και σίγουρα οι προτιμήσεις του δεν περιλάμβαναν την κάπως ευτραφή λαίδη Τσέστερ. Έβαλε αμέσως ένα κούτσουρο στο τζάκι. «Δεν νομίζεις ότι πρέπει να χρησιμοποιήσουμε το τζάκι στο άλλο δωμάτιο;» ρώτησε η Μιράντα, η οποία είχε επίσης προσέξει το μεγάλο κρεβάτι. «Αυτό το τζάκι έχει προφανώς χρησιμοποιηθεί πιο πολύ. Είναι επικίνδυνο να χρησιμοποιήσουμε μια βρόμικη καμινάδα. Θα μπορούσε να έχει φράξει». Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι της κι εκείνος κατάλαβε ότι η κοπέλα προσπαθούσε πολύ να μη δείξει ότι ένιωθε άβολα. Συνέχισε να ψάχνει για στεγνά ρούχα, ενώ ο Τέρνερ φρόντιζε τη φωτιά. Δυστυχώς το μόνο που βρήκε ήταν μερικές παλιές φθαρμένες κουβέρτες. Την παρακολούθησε να ρίχνει μία πάνω από τους ώμους της. «Κασμίρι;» μουρμούρισε.


Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι την παρακολουθούσε. Εκείνος της χαμογέλασε – ένα απλό τράβηγμα των χειλιών του. Ίσως ένιωθε άβολα, αλλά, ανάθεμά την, και εκείνος ένιωθε το ίδιο. Μήπως σκεφτόταν ότι ήταν εύκολο γι’ αυτόν; Του είχε πει ότι τον αγαπούσε, για όνομα του Θεού. Γιατί, διάβολε, το είχε κάνει αυτό; Δεν ήξερε τίποτα για τους άντρες; Δεν μπορούσε να καταλάβει ότι αυτό ήταν το μοναδικό πράγμα που εγγυημένα θα τον τρόμαζε; Δεν ήθελε να του χαρίσει την καρδιά της. Δεν ήθελε αυτή την ευθύνη. Είχε παντρευτεί. Η καρδιά του είχε γίνει συντρίμμια. Του την είχαν ποδοπατήσει, την είχαν συνθλίψει και πετάξει στα σκουπίδια. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε ήταν να έχει και την ευθύνη κάποιου άλλου, ειδικά της Μιράντα. «Χρησιμοποίησε το πάπλωμα του κρεβατιού», της είπε δήθεν αδιάφορα. Θα ήταν σίγουρα πιο άνετο από την κουβέρτα. Αλλά εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Δεν θέλω να προκαλέσω αναστάτωση. Δεν θέλω κανείς να μάθει ότι ήμαστε εδώ». «Μμμ, ναι», της είπε με σκληρότητα. «Θα έπρεπε να σε παντρευτώ τότε, έτσι δεν είναι;» Έδειξε τόσο προσβεβλημένη που εκείνος ψέλλισε μια συγγνώμη. Θεέ και Κύριε, μετατρεπόταν σε έναν άνθρωπο που ούτε στον ίδιο δεν άρεσε. Δεν ήθελε να την πληγώσει. Απλώς ήθελε να– Να πάρει ο διάβολος, δεν ήξερε τι ήθελε. Δεν μπορούσε καν να σκεφτεί πέρα από τα επόμενα δέκα λεπτά, δεν μπορούσε καν να επικεντρωθεί σε τίποτα πέρα από το πώς να κρατήσει τα χέρια του μακριά της. Προσπάθησε να ασχοληθεί με τη φωτιά, αφήνοντας ένα ικανοποιημένο γρύλισμα όταν μια μικροσκοπική πορτοκαλί φλόγα τύλιξε τελικά ένα κούτσουρο. «Εύκολο τώρα», μουρμούρισε, τοποθετώντας προσεκτικά ένα μικρότερο κούτσουρο κοντά στη φλόγα. «Ορίστε, εδώ είμαστε... και – ναι!» «Τέρνερ;» «Κατάφερα να ανάψω τη φωτιά», μουρμούρισε, νιώθοντας κάπως ανόητος για τον ενθουσιασμό του. Σηκώθηκε και στράφηκε προς το μέρος της. Εκείνη εξακολουθούσε να κρατάει την κουβέρτα γύρω από τους ώμους της. «Δεν θα σε ωφελήσει και πολύ όταν θα έχει γίνει μούσκεμα από την πουκαμίσα σου», σχολίασε. «Δεν έχω και άλλη επιλογή, έτσι δεν είναι;» «Αυτό εξαρτάται από εσένα, υποθέτω. Όσο για εμένα, θα στεγνώσω το δικό μου πουκάμισο γρήγορα». Τα δάχτυλά του πήγαν στα κουμπιά του. «Ίσως θα έπρεπε να πάω στο άλλο δωμάτιο», ψιθύρισε εκείνη. Ο Τέρνερ πρόσεξε ότι η Μιράντα δεν κουνήθηκε καθόλου. Συνέχισε να ξεκουμπώνει το πουκάμισο κι ύστερα το έβγαλε εντελώς. «Πρέπει να πάω μέσα», ψιθύρισε ξανά. «Τότε πήγαινε», της είπε χαμογελώντας. Άνοιξε το στόμα της σαν να ήθελε να πει κάτι και στη συνέχεια το έκλεισε. «Εγώ...» Σταμάτησε, ενώ μια έκφραση φρίκης φάνηκε στο πρόσωπό της. «Εσύ τι;» «Πρέπει να φύγω». Και αυτή τη φορά το έκανε, αφήνοντας το δωμάτιο με γρήγορα βήματα. Ο Τέρνερ κούνησε το κεφάλι του. Γυναίκες. Ποιος μπορούσε να τις καταλάβει; Πρώτα είπε ότι τον αγαπούσε. Και είχε πει ότι ήθελε να τον αποπλανήσει. Μετά τον απέφευγε για δύο ημέρες. Και τώρα φαινόταν


τρομαγμένη. Κούνησε ξανά το κεφάλι του, αυτή τη φορά πιο γρήγορα, και τα μαλλιά του πιτσίλισαν με νερό το δωμάτιο. Τύλιξε μια κουβέρτα γύρω από τους ώμους του και στάθηκε μπροστά στη φωτιά για να στεγνώσει. Όμως αισθανόταν τα πόδια του δυσάρεστα βρεγμένα. Έριξε μια λοξή ματιά στην πόρτα. Η Μιράντα την είχε κλείσει πίσω της όταν έφυγε, και με δεδομένη την κοριτσίστικη αμηχανία της, αμφέβαλλε αν θα ξαναέμπαινε χωρίς να χτυπήσει. Έβγαλε το παντελόνι του με μεγάλη βιασύνη και η φωτιά άρχισε να τον ζεσταίνει σχεδόν αμέσως. Κοίταξε ξανά προς την πόρτα. Για να νιώθει πιο ασφαλής, κατέβασε την κουβέρτα και την έσφιξε γύρω από τη μέση του. Έμοιαζε λιγάκι με σκοτσέζικη φούστα στην πραγματικότητα. Στη σκέψη του ήρθε η έκφραση στο πρόσωπό της λίγο πριν τρέξει για να φύγει από το δωμάτιο. Κοριτσίστικη συστολή και κάτι άλλο. Γοητεία; Επιθυμία; Και τι ετοιμαζόταν να πει; Δεν ετοιμαζόταν να πει «πρέπει να φύγω», αυτό δηλαδή που ξεστόμισε τελικά. Αν είχε προχωρήσει προς το μέρος της, αν είχε πάρει το πρόσωπό της στα χέρια του και της είχε ψιθυρίσει «Πες μου», τι θα του έλεγε; 3 Ιουλίου 1819 Σχεδόν του το είπα ξανά. Και νομίζω ότι το ήξερε. Νομίζω ότι ήξερε τι θα του έλεγα.


Κεφάλαιο 11 Ο Τέρνερ ήταν τόσο απασχολημένος να σκέφτεται πόσο πολύ θα ήθελε να αγγίξει τη Μιράντα – οπουδήποτε και παντού– ώστε ξέχασε εντελώς ότι εκείνη πρέπει να είχε παγώσει στο άλλο δωμάτιο. Μόνο όταν πια συνειδητοποίησε ότι ο ίδιος είχε ζεσταθεί του πέρασε από το μυαλό ότι εκείνη θα πρέπει να κρύωνε αφάνταστα. Βρίζοντας τον εαυτό του που είχε φανεί τόσο ηλίθιος, σηκώθηκε και προχώρησε προς την πόρτα που εκείνη είχε κλείσει μεταξύ τους. Άρχισε ξανά να βρίζει όταν την είδε κουλουριασμένη στο πάτωμα, να τρέμει από το κρύο. «Ανόητο κορίτσι», της είπε. «Προσπαθείς να πεθάνεις;» Εκείνη τον κοίταξε. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα βλέποντάς τον. Εκείνη τη στιγμή ο Τέρνερ ξαφνικά θυμήθηκε ότι ήταν μισόγυμνος. «Που να πάρει!» μουρμούρισε στον εαυτό του, κούνησε ενοχλημένος το κεφάλι του και τη σήκωσε όρθια. Η Μιράντα ξύπνησε από την παραζάλη της και άρχισε να παλεύει. «Τι κάνεις;» «Προσπαθώ να σε συνεφέρω». «Είμαι μια χαρά», του πέταξε, αλλά το τρεμάμενο κορμί της έδειχνε ότι έλεγε ψέματα. «Ανάθεμα κι αν είσαι μια χαρά! Παγώνω και μόνο που σου μιλάω. Έλα κοντά στη φωτιά». Εκείνη κοίταξε μελαγχολικά τις πορτοκαλί φλόγες που χόρευαν στο άλλο δωμάτιο. «Μόνο αν εσύ μείνεις εδώ». «Εντάξει!» Θα έλεγε οτιδήποτε για να την κάνει να ζεσταθεί. Την έσπρωξε άτσαλα προς τη σωστή κατεύθυνση. Η Μιράντα σταμάτησε κοντά στη φωτιά και άπλωσε τα χέρια της. Ένας χαμηλός αναστεναγμός ικανοποίησης βγήκε από τα χείλη της, ταξίδεψε πέρα από το δωμάτιο και βρήκε τον Τέρνερ ακριβώς στο στήθος. Προχώρησε προς τα εμπρός, γοητευμένος από το χλωμό, σχεδόν διάφανο δέρμα της στον σβέρκο της. Η Μιράντα αναστέναξε ξανά και γύρισε για να ζεστάνει την πλάτη της. Αναπήδησε ξαφνιασμένη, βλέποντάς τον να στέκεται τόσο κοντά. «Είπες ότι θα έμενες στο άλλο δωμάτιο», τον κατηγόρησε. «Είπα ψέματα», της είπε με ένα ελαφρό ανασήκωμα των ώμων του. «Δεν πιστεύω ότι θα στεγνώσεις σωστά». «Δεν είμαι παιδί». Εκείνος κοίταξε τα στήθη της. Το λευκό πρωινό φόρεμά της είχε κολλήσει πάνω της και έτσι όπως ήταν βρεγμένο άφηνε να φανούν οι σκούρες ρόδινες θηλές της. «Σίγουρα δεν είσαι». Τα χέρια της πέταξαν στο στήθος της. «Γύρνα από την άλλη αν δεν θέλεις να σε κοιτάζω». Το έκανε, αλλά όχι προτού μείνει με το στόμα ανοιχτό από το θράσος του. Ο Τέρνερ απέμεινε να κοιτάζει την πλάτη της για πολλή ώρα. Ήταν σχεδόν τόσο ωραία από πίσω όσο και από μπροστά. Η επιδερμίδα στον λαιμό της ήταν όμορφη και λίγες τούφες μαλλιών ξέφευγαν από τον κότσο της, σγουρές από την υγρασία. Μύριζε σαν βρεγμένα τριαντάφυλλα και εκείνος χρειάστηκε όλη τη δύναμή του για να μην απλώσει το χέρι του και να το σύρει κατά


μήκος του μπράτσου της. Όχι, όχι στο χέρι της, στον γοφό της. Ή ίσως στο πόδι της. Ή ίσως… Η αναπνοή του ξαφνικά έγινε ακανόνιστη. «Συμβαίνει κάτι;» Δεν είχε γυρίσει, αλλά η φωνή της ακούστηκε νευρική. «Όχι, τίποτα. Ζεστάθηκες καθόλου;» «Ω, ναι…» Αλλά, ακόμα και τη στιγμή που το έλεγε εξακολουθούσε να τρέμει από το κρύο. Πριν ο Τέρνερ μπορέσει να συγκρατήσει τον εαυτό του, την πλησίασε και της ξεκούμπωσε τη φούστα. Μια πνιχτή τσιρίδα βγήκε από το στόμα της. «Δεν θα ζεσταθείς ποτέ με αυτό το πράγμα που έχει κολλήσει πάνω σου», είπε και ξεκίνησε να τραβάει το ύφασμα προς τα κάτω. «Δεν νομίζω... Ξέρω... Αυτή πραγματικά...» «Ναι;» «Αυτή είναι μια πολύ κακή ιδέα». «Πιθανότατα». Η φούστα έπεσε στο πάτωμα σε έναν μουσκεμένο σωρό, αφήνοντάς την ντυμένη μόνο με την πουκαμίσα και το λεπτό μισοφόρι της, το οποίο κολλούσε πάνω της σαν δεύτερο δέρμα. «Ω Θεέ μου». Προσπάθησε να καλύψει τον εαυτό της, αλλά προφανώς δεν ήξερε από πού να ξεκινήσει. Σταύρωσε τα μπράτσα της και στη συνέχεια μετακίνησε το ένα χέρι της προς τα κάτω για να καλύψει το σημείο όπου συναντιούνταν τα πόδια της. Τότε πρέπει να συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν καν στραμμένη προς το μέρος του, έτσι έβαλε τα χέρια της στα οπίσθιά της. Ο Τέρνερ σχεδόν την περίμενε να τα ζουλήξει. «Μπορείς σε παρακαλώ να φύγεις;» είπε ξεψυχισμένα. Σίγουρα αυτό σκόπευε να κάνει. Ήξερε ότι θα έπρεπε να υπακούσει στο αίτημά της. Αλλά τα πόδια του αρνούνταν πεισματικά να κινηθούν και δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τις εξαιρετικά όμορφες καμπύλες στα οπίσθιά της, τις οποίες κάλυπτε με τα λεπτά χέρια της. Με τα χέρια της τα οποία συνέχιζαν να τρέμουν από το κρύο. Εκείνος έβρισε προσπαθώντας να ξαναθυμηθεί γιατί της είχε τραβήξει τη φούστα. «Έλα πιο κοντά στη φωτιά», τη διέταξε. «Αν πλησιάσω κι άλλο, θα πέσω μέσα!» του πέταξε. «Απλώς φύγε!» Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω. Του άρεσε καλύτερα όταν ήταν εκνευρισμένη. «Μείνε μακριά!» Εκείνος πήγε προς την πόρτα και την έκλεισε. Η Μιράντα παρέμεινε τελείως ακίνητη για μια στιγμή, κι έπειτα άφησε τελικά την κουβέρτα να πέσει από τους ώμους της στο πάτωμα καθώς γονάτισε μπροστά στη φωτιά. Η καρδιά του Τέρνερ χτυπούσε δυνατά στο στήθος του – τόσο δυνατά, μάλιστα, ώστε ένιωσε έκπληξη που εκείνη δεν την άκουσε. Η Μιράντα αναστέναξε και τεντώθηκε. Εκείνος ένιωσε να γίνεται ακόμα πιο σκληρός – κάτι που δεν πίστευε ότι μπορούσε να συμβεί. Η κοπέλα μάζεψε τις βρεγμένες μπούκλες από τα μαλλιά της και κούνησε το κεφάλι της αριστερά και δεξιά χαλαρά. Ο Τέρνερ βόγκηξε. Τότε η Μιράντα στράφηκε και τον είδε. «Απατεώνα!» του φώναξε, ξεχνώντας να καλυφθεί. «Απατεώνας;» επανέλαβε εκείνος κι ανασήκωσε το ένα φρύδι του. «Απατεώνα, ερωτύλε, διάβολε, πες το όπως θέλεις». «Το παραδέχομαι, είμαι ένοχος».


«Αν ήσουν κύριος, θα είχες φύγει». «Αλλά με αγαπάς», της είπε, και δεν ήταν καν σίγουρος γιατί της το υπενθύμισε. «Είσαι απαίσιος που το αναφέρεις αυτό», του ψιθύρισε. «Γιατί;» Η Μιράντα τον κοίταξε άγρια, σοκαρισμένη που εκείνος είχε ρωτήσει κάτι τέτοιο. «Γιατί σ’ αγαπώ; Δεν ξέρω. Σίγουρα δεν το αξίζεις». «Όχι, δεν το αξίζω», συμφώνησε εκείνος. «Δεν έχει σημασία ούτως ή άλλως. Δεν νομίζω ότι σ’ αγαπώ πια», είπε γρήγορα. Θα έλεγε οτιδήποτε για να περισώσει την πληγωμένη περηφάνια της. «Είχες δίκιο. Ήταν μια παιδική επιπολαιότητα». «Όχι, δεν ήταν. Και δεν μπορεί κάποιος να ξεχάσει τον έρωτά του τόσο γρήγορα». Τα μάτια της Μιράντα γούρλωσαν. Τι της έλεγε; Μήπως ήθελε την αγάπη της; «Τέρνερ, τι θέλεις;» «Εσένα». Η λέξη βγήκε από τα χείλη του ψιθυριστή, σαν να μην μπορούσε καν να την πει. «Όχι, δεν με θέλεις», του είπε, περισσότερο από νευρικότητα παρά από οτιδήποτε άλλο. «Το έχεις πει τόσες φορές». Εκείνος έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Θα πήγαινε στην κόλαση γι’ αυτό, αλλά πρώτα θα είχε βρεθεί στον παράδεισο. «Σε θέλω», της είπε. Και πραγματικά την ήθελε. Την ήθελε με περισσότερη δύναμη, περισσότερη θέρμη και ένταση απ’ όση θα μπορούσε ποτέ να καταλάβει. Ήταν κάτι πιο δυνατό, πέρα από την απλή επιθυμία. Πέρα από την ανάγκη. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, και σίγουρα δεν ήταν λογικό, αλλά το ένιωθε και δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Αργά, μίκρυνε την απόσταση μεταξύ τους. Η Μιράντα στεκόταν ακίνητη πλάι στη φωτιά, τα χείλη της χωρίστηκαν, η αναπνοή της έγινε ρηχή. «Τι κάνεις;» ψιθύρισε. «Αυτό θα έπρεπε να είναι προφανές μέχρι τώρα». Και με μια απαλή κίνηση έσκυψε και την πήρε στην αγκαλιά του. Η Μιράντα δεν κινήθηκε, δεν πάλεψε να του ξεφύγει. Η ζεστασιά του σώματός του ήταν μεθυστική. Τη διαπέρασε, την έλιωσε, κάνοντάς τη να νιώθει μια υπέροχη ερωτική λαχτάρα. «Ω Τέρνερ», αναστέναξε. «Ναι». Τα χείλη του διέτρεξαν τη γραμμή του σαγονιού της, καθώς την απίθωσε απαλά και ευλαβικά στο κρεβάτι. Σε εκείνη την τελευταία στιγμή πριν καλύψει το σώμα της με το δικό του, η Μιράντα δεν μπορούσε παρά να τον κοιτάξει και να σκεφτεί ότι τον αγαπούσε από πάντα, και ότι κάθε όνειρό της, κάθε τρελή σκέψη της πάντα οδηγούσε σ’ αυτή τη στιγμή. Εκείνος δεν είχε ακόμα πει τα λόγια που θα έστελναν την καρδιά της στα ύψη, αλλά αυτό τώρα δεν φαινόταν να έχει καμιά σημασία. Τα μπλε μάτια του άστραφταν με τέτοια ένταση που εκείνη σκέφτηκε ότι ίσως και να την αγαπούσε λίγο. Και αυτό φαινόταν να της είναι αρκετό. Αρκετό για να κάνει αυτό που συνέβαινε εφικτό. Αρκετό για να το κάνει να φαίνεται σωστό. Αρκετό για να το κάνει να είναι τέλειο. Η Μιράντα βυθίστηκε στο στρώμα, καθώς το σώμα του βάρυνε από πάνω της. Με τρεμάμενα χέρια άγγιξε τα πυκνά μαλλιά του. «Είναι τόσο απαλά», μουρμούρισε. «Τι αδικία!»


Ο Τέρνερ σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε προς τα κάτω χαμογελώντας. «Αδικία;» «Ναι, να έχει ένας άντρας τόσο απαλά μαλλιά», του είπε με ένα ντροπαλό χαμόγελο. «Όπως και μακριές βλεφαρίδες. Οι γυναίκες θα σκότωναν για να τις έχουν». «Αλήθεια;» ρώτησε χαμογελώντας. «Και τι βαθμό παίρνουν οι βλεφαρίδες μου;» «Πολύ υψηλό». «Και θα σκότωνες κι εσύ για μακριές βλεφαρίδες;» «Θα σκότωνα για τις δικές σου». «Πραγματικά; Δεν νομίζεις ότι θα ήταν κάπως ανοιχτόχρωμες σε σύγκριση με τα σκούρα μαλλιά σου;» Εκείνη τον κοίταξε παιχνιδιάρικα. «Θα ήθελα να κυματίζουν κοντά στο πρόσωπό μου, όχι να βρίσκονται στα μάτια μου, χαζέ». «Με αποκάλεσες χαζό;» την πείραξε. Του χαμογέλασε πλατιά. «Ναι. Το έκανα». «Αυτό σου φαίνεται χαζό;» τη ρώτησε γλιστρώντας το χέρι του στο γυμνό πόδι της. Κούνησε αυθόρμητα το κεφάλι της αρνητικά και της κόπηκε η ανάσα. «Κι αυτό;» Το χέρι του έκλεισε πάνω στο στήθος της. Εκείνη βόγκηξε. «Είναι χαζό;» «Όχι», κατάφερε να του πει βραχνά. «Πώς σε κάνει να αισθάνεσαι;» «Όμορφα». «Απλώς όμορφα;» «Υπέροχα». «Και;» Η αναπνοή της Μιράντα έβγαινε ακανόνιστη, καθώς προσπαθούσε να αγνοήσει το δάχτυλό του, που σχημάτιζε νωχελικά κύκλους πάνω από το λεπτό μεταξωτό ύφασμα που κάλυπτε τη θηλή της. Και ψέλλισε τη μόνη λέξη που φαινόταν να περιγράφει το συναίσθημα που της προκαλούσε. «Μεθυστικά». Της χαμογέλασε έκπληκτος. «Μεθυστικά;» Το μόνο που μπορούσε να κάνει εκείνη ήταν να γνέψει καταφατικά. Η θέρμη του την άγγιζε παντού, και ήταν τόσο στιβαρός και βαρύς και αρρενωπός. Και την έκανε να αισθάνεται σαν να γλιστρούσε από το χείλος ενός γκρεμού. Κι όλο έπεφτε, αλλά δεν ήθελε να σωθεί. Απλώς ήθελε να τον πάρει μαζί της. Πέρασε τη γλώσσα του από το αφτί της και έπειτα το στόμα του βρέθηκε στο κοίλωμα του ώμου της, με τα δόντια του να τραβούν το λεπτό κορδόνι από το μεσοφόρι της. «Πώς νιώθεις;» τη ρώτησε βραχνά. «Ζεστή». Αυτή η μία και μοναδική λέξη φαινόταν να περιγράφει κάθε εκατοστό του σώματός της. «Μμμ, ωραία. Μου αρέσεις έτσι». Το χέρι του γλίστρησε κάτω από το μεταξωτό ύφασμα και φυλάκισε το γυμνό στήθος της. «Ω Θεέ μου! Ω Τέρνερ!» Ανασήκωσε την πλάτη της, προσφέροντάς του έτσι μεγαλύτερη πρόσβαση στο σώμα της. «Ποιον καλείς; Τον Θεό ή εμένα;» την πείραξε. Η αναπνοή της είχε γίνει κοφτή. «Δεν… δεν ξέρω».


Ο Τέρνερ πέρασε το άλλο χέρι του κάτω από το στρίφωμα του μεσοφοριού της και σπρώχνοντας απαλά το ανασήκωσε, ώσπου ένιωσε από κάτω τις καμπύλες των γοφών της. «Κάτω από αυτές τις συνθήκες, νομίζω ότι καλείς εμένα», μουρμούρισε στον λαιμό της. Εκείνη χαμογέλασε αδύναμα. «Σε παρακαλώ, μην μπλέκεις τη θρησκεία». Δεν χρειαζόταν να θυμάται ότι οι πράξεις της ήταν αντίθετες σε κάθε δόγμα που είχε διδαχθεί στην εκκλησία, στο σχολείο, στο σπίτι – παντού. «Υπό έναν όρο». Άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε ερωτηματικά. «Πρέπει να βγάλεις αυτό το καταραμένο πράγμα». «Δεν μπορώ». Οι λέξεις βγήκαν πνιχτές από το στόμα της. «Είναι υπέροχο και απαλό, και θα σου αγοράσω άλλα εκατό από αυτά, αλλά αν δεν το ξεφορτωθείς τώρα, θα το κάνω κομματάκια». Και για να αποδείξει την αδημονία του, έτριψε τους γοφούς του πιο έντονα πάνω της για να της θυμίσει την ένταση της διέγερσής του. «Δεν μπορώ. Δεν ξέρω γιατί», ξεροκάταπιε, «αλλά εσύ μπορείς». Μια γωνία του στόματός του ανασηκώθηκε σε ένα χαμόγελο που έδειχνε ότι καταλάβαινε. «Δεν ήταν η απάντηση που περίμενα, αλλά σίγουρα την υποστηρίζω». Ανασηκώθηκε και γονάτισε μπροστά της, σπρώχνοντας το μισοφόρι της όλο και ψηλότερα, μέχρι που πέρασε τα στήθη της και γλίστρησε πάνω από το κεφάλι της. Η Μιράντα αισθάνθηκε τον ψυχρό αέρα στο γυμνό δέρμα της, αλλά όλως περιέργως δεν ένιωθε πλέον καμία ανάγκη να καλύψει τον εαυτό της. Της φαινόταν απόλυτα φυσικό ότι αυτός ο άνθρωπος θα μπορούσε να βλέπει και να αγγίζει κάθε εκατοστό του κορμιού της. Τα μάτια του ταξίδεψαν κτητικά πάνω στο λείο δέρμα της και εκείνη τρεμούλιασε από την ένταση της έκφρασής του. Ήθελε να ανήκει σε αυτόν με κάθε τρόπο που μια γυναίκα μπορεί να ανήκει σε έναν άντρα. Ήθελε να χαθεί στη ζέστη και τη δύναμή του. Και ήθελε κι εκείνος να της παραδοθεί με το ίδιο πάθος. Έβαλε το χέρι της στο στήθος του και πέρασε τα δάχτυλά της πάνω από την επίπεδη σκούρα θηλή του. Εκείνος τινάχτηκε. «Σε πόνεσα;» του ψιθύρισε με αγωνία και της απάντησε με ένα αρνητικό κούνημα του κεφαλιού του. «Ξανά», τη διέταξε βραχνά. Προσπάθησε να μιμηθεί τα προηγούμενα χάδια του στο στήθος της και έπιασε την άκρη της θηλής του ανάμεσα στον αντίχειρα και τον δείκτη της, κι εκείνη σκλήρυνε κάτω από το χάδι της φέρνοντας ένα απαλό χαμόγελο απόλαυσης στα χείλη της. Σαν παιδί που ανακάλυψε ένα νέο παιχνίδι, άπλωσε το χέρι και έπαιξε και με την άλλη θηλή. Ο Τέρνερ, έχοντας συνειδητοποιήσει ότι έχανε γρήγορα τον έλεγχό του κάτω από τα δάχτυλά της, πέρασε το χέρι του πάνω από το δικό της και το κράτησε ακίνητο. Κοίταξε προς τα κάτω για μια ολόκληρη στιγμή, με τα γαλάζια μάτια του γεμάτα ένταση. Το βλέμμα του ήταν τόσο έντονο που η Μιράντα ένιωσε την επιθυμία να κοιτάξει μακριά. Αλλά αναγκάστηκε να κρατήσει τα μάτια της καρφωμένα στα δικά του. Ήθελε να ξέρει ότι δεν τον φοβόταν, ότι δεν τον ντρεπόταν, και το σημαντικότερο, ότι το εννοούσε όταν του είπε ότι τον αγαπούσε. «Άγγιξέ με», του ψιθύρισε. Αλλά εκείνος φαινόταν να έχει παγώσει, με το χέρι του να κρατάει το δικό της πάνω στο στήθος του. Φαινόταν παράξενος, διχασμένος, σχεδόν... φοβισμένος. «Δεν θέλω να σε πονέσω», της είπε βραχνά. Εκείνη δεν ήξερε πώς να τον καθησυχάσει, αλλά μουρμούρισε: «Δεν θα το κάνεις».


«Εγώ–» «Σε παρακαλώ», τον ικέτεψε. Τον χρειαζόταν. Τον χρειαζόταν τώρα. Η παθιασμένη λαχτάρα της τον έκανε να χάσει την αυτοσυγκράτησή του. Τη σήκωσε στην αγκαλιά του και σφράγισε τα χείλη της μ’ ένα δυνατό φιλί, πριν την ξαπλώσει ξανά στο κρεβάτι. Αυτή τη φορά ξάπλωσε μαζί της, με το σκληρό σώμα του να πιέζει το στήθος της. Τα χέρια του ήταν παντού, το όνομά της έβγαινε ανάμεσα σε βογκητά από το στόμα του, και κάθε άγγιγμα και κάθε ήχος φαινόταν να δυναμώνει τη φλόγα μέσα της. Λαχταρούσε να τον νιώσει. Να νιώσει κάθε εκατοστό του σώματός του. Τράβηξε την κουβέρτα θέλοντας να τον απαλλάξει από το τελευταίο εμπόδιο μεταξύ τους. Ένιωσε το τραχύ ύφασμα να γδέρνει το σώμα της και μετά δεν υπήρχε τίποτα ανάμεσά τους... τίποτα εκτός από τον Τέρνερ. Ο ερεθισμένος ανδρισμός του έφερε ένα πνιχτό βογκητό στα χείλη της. «Ω Θεέ μου!» «Όχι, εγώ είμαι», γέλασε ο Τέρνερ κι έκρυψε το πρόσωπό του στο κοίλωμα του λαιμού της. «Σου το είπα ήδη». «Αλλά είσαι τόσο…» «Μεγάλος;» την πείραξε. «Αυτό είναι δικό σου λάθος, γλυκιά μου». «Αχ, όχι». Στριφογύρισε από κάτω του. «Δεν θα μπορούσα να το έχω κάνει αυτό». Εκείνος βάρυνε ακόμα περισσότερο πάνω της. «Σσς». «Αλλά θέλω…» «Σε λίγο…» Το στόμα του που κάλυψε το δικό της με ένα ζεστό φιλί την έκανε να σωπάσει. Δεν ήταν καν σίγουρος τι της είχε υποσχεθεί. Μόλις την άκουσε να βογκά ξανά, πήρε το στόμα του μακριά από το δικό της και γλίστρησε τη γλώσσα του σε ένα ερεθιστικό μονοπάτι προς τον αφαλό της. Η γλώσσα του σχημάτισε κύκλους γύρω του πριν βυθιστεί ερωτικά μέσα στο μικρό κοίλωμα. Τα χέρια του βρίσκονταν στους μηρούς της, διευκολύνοντάς τους να ανοίξουν, έτοιμοι για την εισβολή του. Ήθελε να τη φιλήσει. Ήθελε να την καταβροχθίσει, αλλά σκέφτηκε ότι δεν ήταν έτοιμη για μια τέτοια οικειότητα, κι έτσι αντί γι’ αυτό άπλωσε το ένα χέρι του επάνω της... Και γλίστρησε το ένα του δάχτυλο μέσα. «Τέρνερ!» ούρλιαξε, και εκείνος δεν μπορούσε παρά να χαμογελάσει με ικανοποίηση. Χάιδεψε με τον αντίχειρά του τις μαλακές ροζ πτυχώσεις, ακολουθώντας τον ρυθμό με τον οποίο εκείνη σκιρτούσε από κάτω του. Έπρεπε να κρατά σταθερούς τους γοφούς της με το ελεύθερο χέρι του, μόνο και μόνο για να την κρατήσει από το να στριφογυρίζει στο κρεβάτι. «Άνοιξε τώρα για εμένα», μούγκρισε, φέρνοντας το στόμα του πάλι στο δικό της. Την άκουσε να αφήνει μια μικρή κραυγή ευχαρίστησης και τα πόδια της έμοιαζαν σχεδόν να χάνουν τη δύναμή τους, γλιστρώντας όλο και πιο μακριά, ανοίγοντας όλο και πιο πολύ, μέχρι που η άκρη της στύσης του πιεζόταν πάνω της ερεθιστική, διερευνώντας την απαλότητά της. Ο Τέρνερ έσκυψε στο αφτί της και ψιθύρισε: «Τώρα θα σου κάνω έρωτα». Εκείνη έγνεψε καταφατικά με κομμένη την ανάσα. «Θα σε κάνω δική μου». «Ω, ναι, σε παρακαλώ». Έσπρωξε αργά, υπομονετικός με τη στενή αθωότητά της. Τον σκότωνε, αλλά σκόπευε να συγκρατήσει τον εαυτό του. Ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να βυθιστεί μέσα της με σκληρές, δυνατές κινήσεις, αλλά αυτό θα έπρεπε να περιμένει μια άλλη φορά. Όχι την πρώτη της φορά.


«Τέρνερ;» του ψιθύρισε, και εκείνος συνειδητοποίησε ότι είχε απομείνει ακίνητος για αρκετά δευτερόλεπτα. Σφίγγοντας τα δόντια του, τραβήχτηκε αργά, μέχρι που μόνο η άκρη του παρέμεινε μέσα της. Η Μιράντα αρπάχτηκε από τους ώμους του. «Ω, όχι, Τέρνερ. Μην απομακρύνεσαι!» «Σσς. Μην ανησυχείς. Είμαι ακόμα εδώ», της ψιθύρισε και έσπρωξε ξανά. «Μη με αφήνεις», ψέλλισε. «Δεν θα σε αφήσω». Μπήκε πιο βαθιά, βογκώντας στην αίσθηση της αντίστασης που συνάντησε μέσα της. «Θα σε πονέσω, Μιράντα». «Δεν με νοιάζει», είπε και τα δάχτυλά της χώθηκαν στο δέρμα του. «Μπορεί να σε νοιάξει μετά». Έσπρωξε λίγο ακόμα, προσπαθώντας να προχωρήσει όσο πιο μαλακά γινόταν. Εκείνη ανασήκωσε τους γοφούς της από κάτω του, ψελλίζοντας το όνομά του. Τα χέρια της τον είχαν αγκαλιάσει και τα δάχτυλά της πιέζονταν σπασμωδικά στην πλάτη του. «Σε παρακαλώ, Τέρνερ», τον ικέτεψε ξανά. «Ω, σε παρακαλώ. Σε παρακαλώ». Ανίκανος να ελέγξει τον εαυτό του, ο Τέρνερ βυθίστηκε μέσα της, ανατριχιάζοντας από το αίσθημα της υγρής ζεστασιάς της γύρω του. Το σώμα της Μιράντα σφίχτηκε και την ένιωσε να μορφάζει. «Λυπάμαι», είπε γρήγορα, προσπαθώντας να μείνει ακίνητος και να αγνοήσει τις οδυνηρές απαιτήσεις του σώματός του. «Συγγνώμη. Λυπάμαι πολύ. Πονάει;» Εκείνη έκλεισε τα μάτια της σφιχτά και κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Ο Τέρνερ φίλησε τα μικροσκοπικά δάκρυα που σχηματίστηκαν στις άκρες των ματιών της. «Μη μου λες ψέματα». «Λιγάκι», παραδέχτηκε με έναν ψίθυρο. «Ήταν πιο πολύ από έκπληξη παρά κάτι άλλο». «Θα το κάνω καλύτερο», της είπε τρυφερά. «Υπόσχομαι ότι θα το κάνω». Ανασηκώθηκε λίγο και στηρίχτηκε στα μπράτσα του για να την ελευθερώσει από το βάρος του, και άρχισε και πάλι να κινείται – αργά, με σίγουρες κινήσεις, που η καθεμία την έκανε να σκιρτά από πόθο με τη γλύκα της. Όλη την ώρα το σαγόνι του ήταν σφιγμένο σαν να προσπαθούσε να συγκεντρωθεί, κάθε μυς στο σώμα του τεντωμένος και σφιγμένος από την ένταση και την προσπάθεια να διατηρήσει τον αυτοέλεγχό του. Μέσα και έξω, μέσα και έξω, επαναλάμβανε στον εαυτό του. Αν έχανε τον ρυθμό για έστω και ένα δευτερόλεπτο, θα έχανε εντελώς και τον έλεγχο. Έπρεπε να κρατηθεί γι’ αυτήν. Δεν ανησυχούσε για τον εαυτό του – ήξερε ότι θα έφτανε στα ουράνια πριν τελειώσει η νύχτα. Αλλά για τη Μιράντα... Το μόνο που γνώριζε ήταν ότι αισθανόταν μια έντονη ευθύνη να σιγουρευτεί ότι και εκείνη θα ένιωθε την ίδια ικανοποίηση. Δεν είχε πάει ποτέ με παρθένα, οπότε δεν ήξερε πόσο πιθανό ήταν αυτό, αλλά μα τον Θεό, θα προσπαθούσε. Φοβόταν ότι ακόμη κι αν της μιλούσε θα έχανε τον έλεγχο. Κατάφερε όμως να πει: «Πώς νιώθεις;». Η Μιράντα άνοιξε τα μάτια της και τον κοίταξε. «Υπέροχα». Ακουγόταν έκπληκτη. «Δεν πονάει πια». «Καθόλου;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Αισθάνομαι υπέροχα. Και... αχόρταγη». Πέρασε τα δάχτυλά της διστακτικά κατά μήκος της πλάτης του. Ο Τέρνερ ανατρίχιασε με τις αέρινες κινήσεις της και ένιωσε να χάνει τον έλεγχο. «Εσύ πώς αισθάνεσαι;» του ψιθύρισε. «Αισθάνεσαι κι εσύ αχόρταγος;»


Εκείνος μουρμούρισε κάτι που η Μιράντα δεν κατάλαβε και άρχισε να κινείται γρηγορότερα. Εκείνη αισθάνθηκε μια αναστάτωση χαμηλά μέσα της, και μετά ένα αφόρητο σφίξιμο. Τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών της μυρμήγκιασαν και ξαφνικά ένιωσε ολόκληρο το σώμα της να εκρήγνυται σε χιλιάδες μικροσκοπικά κομμάτια, κάτι βαθιά μέσα της έσπασε και οι γοφοί της ανασηκώθηκαν από το στρώμα με τέτοια δύναμη που κυριολεκτικά τον σήκωσε πάνω της. «Ω, Τέρνερ!» του φώναξε. «Βοήθησέ με!» Εκείνος συνέχισε να μπαίνει μέσα της με όλο και πιο δυνατές κινήσεις. «Θα το κάνω», βόγκηξε. «Ορκίζομαι». Και άφησε ένα μουγκρητό, το πρόσωπό του έμοιαζε σκαμμένο από κάτι που έμοιαζε σχεδόν με πόνο, μέχρι που με μια βαθιά ανάσα έπεσε στην αγκαλιά της. Απέμειναν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου για μερικά λεπτά. Η Μιράντα απολάμβανε το βάρος του πάνω της. Απολάμβανε αυτό το αίσθημα χαλαρής ευχαρίστησης. Χάιδεψε αργά τα μαλλιά του με το χέρι της. Το μόνο που επιθυμούσε ήταν ο κόσμος γύρω της να χαθεί. Πόσο καιρό θα μπορούσαν να μείνουν εδώ, κουρνιασμένοι στο μικρό καταφύγιο, προτού τους αναζητήσουν; «Πώς αισθάνεσαι;» τον ρώτησε απαλά. Στα χείλη του ζωγραφίστηκε ένα σχεδόν αγορίστικο χαμόγελο. «Πώς νομίζεις ότι αισθάνομαι;» «Καλά, ελπίζω». Κύλησε από πάνω της, στηρίχτηκε στον έναν αγκώνα και έπιασε το πιγούνι της. «Νιώθω όμορφα. Και είμαι σίγουρος γι’ αυτό», είπε υπογραμμίζοντας σκόπιμα τις τελευταίες λέξεις. Η Μιράντα χαμογέλασε. Δεν θα μπορούσε κανείς να ελπίζει κάτι καλύτερο από αυτό. «Εσύ πώς νιώθεις;» τη ρώτησε ήσυχα, ανασηκώνοντας το φρύδι του. «Πονάς; Έχεις τραυματιστεί;» «Δεν νομίζω». Μετακινήθηκε λίγο σαν να δοκίμαζε το σώμα της. «Ίσως αργότερα». «Ναι, μάλλον». Η Μιράντα στύλωσε τα μάτια της στα δικά του. Ήταν λοιπόν τόσο έμπειρος στο να κοιμάται με παρθένες; Είχε πει ότι η Λετίσια ήταν ήδη έγκυος όταν παντρεύτηκαν. Και έπειτα έδιωξε τη σκέψη από το μυαλό της. Δεν ήθελε να σκέφτεται τη Λετίσια. Όχι τώρα. Η νεκρή γυναίκα του Τέρνερ δεν είχε θέση στο κρεβάτι μαζί τους. Και τότε έπιασε τον εαυτό της να ονειρεύεται μωρά. Μικρά, ξανθά, με λαμπερά μπλε μάτια, να της χαμογελούν χαρούμενα. Έναν μικρούλη Τέρνερ, αυτό ήθελε. Υποτίθεται ότι ένα μωρό θα μπορούσε να πάρει κάτι και από αυτήν, κάποιο από τα καθόλου ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της και τα σκούρα χρώματά της, αλλά στο μυαλό της όλα τα μωρά θα ήταν σαν τον Τέρνερ: θα είχαν ακόμα και τα λακκάκια του. Όταν τελικά άνοιξε τα μάτια της, τον είδε να την κοιτάζει. Άπλωσε ένα δάχτυλο και άγγιξε το στόμα της, ακριβώς εκεί που η γωνία του είχε ανασηκωθεί σε ένα τρυφερό χαμόγελο. «Πού ταξιδεύει το μυαλό σου;» της μουρμούρισε, με φωνή βραχνή από ικανοποίηση. Η Μιράντα απέφυγε το βλέμμα του, από αμηχανία για την κατεύθυνση που είχαν πάρει οι σκέψεις της. «Δεν είναι τίποτα σπουδαίο», μουρμούρισε. «Βρέχει ακόμα;» «Δεν ξέρω», απάντησε εκείνος και ανασηκώθηκε για να κοιτάξει έξω από το παράθυρο. Η Μιράντα τράβηξε το σκέπασμα πάνω στο γυμνό σώμα της. Αχ, ας μην τον είχε ρωτήσει για τον καιρό. Αν η βροχή είχε σταματήσει, θα έπρεπε να επιστρέψουν στο κεντρικό σπίτι. Σίγουρα θα τους έψαχναν μέχρι τώρα. Θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι είχαν βρει καταφύγιο στη βροχή, αλλά αυτή η δικαιολογία θα ακουγόταν ψεύτικη αν δεν επέστρεφαν μόλις ο καιρός


ξεκαθάριζε. Εκείνος τράβηξε τις κουρτίνες πίσω στη θέση τους και γύρισε προς το μέρος της. Η Μιράντα ένιωσε την ανάσα της να πιάνεται μπροστά στην καθαρά αρρενωπή ομορφιά του. Είχε δει σχέδια αγαλμάτων στα πολλά βιβλία του πατέρα της, και μάλιστα εκείνος είχε και μια μινιατούρα του αγάλματος του Δαβίδ στη Φλωρεντία. Αλλά τίποτα δεν συγκρινόταν με τον ολοζώντανο άντρα που στεκόταν μπροστά της. Μεμιάς έριξε το βλέμμα της στο πάτωμα. Φοβόταν ότι ακόμα και η πιο απλή ματιά του θα την έκανε να τον θέλει ξανά. «Βρέχει ακόμα», της είπε άχρωμα. «Αλλά η βροχή άρχισε να γίνεται πιο αδύναμη. Πρέπει να καθαρίσουμε αυτό το χάος, έτσι ώστε να είμαστε έτοιμοι να φύγουμε μόλις σταματήσει». Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά. «Μπορείς να μου δώσεις τα ρούχα μου;» Εκείνος ανασήκωσε ένα φρύδι. «Ντρεπόμαστε τώρα;» Εκείνη έγνεψε πάλι καταφατικά. Ίσως ήταν ανόητο, μετά την προκλητική συμπεριφορά της, αλλά δεν ήταν τόσο πεπειραμένη ώστε να μπορεί να σηκωθεί από ένα κρεβάτι γυμνή όταν εκείνος βρισκόταν στο δωμάτιο. Έγνεψε προς τη φούστα της, η οποία ήταν ακόμα σωριασμένη στο πάτωμα. «Θα μπορούσες, σε παρακαλώ;» Την πήρε και της την έδωσε. Ήταν ακόμα υγρή σε κάποια σημεία αφού εκείνη δεν είχε σκεφτεί να την απλώσει για να στεγνώσει, αλλά κάτι είχε γίνει, μια και ήταν αρκετά κοντά στη φωτιά. Ντύθηκε γρήγορα και έστρωσε το κρεβάτι με τάξη, τραβώντας τα σεντόνια και το σκέπασμα σφιχτά, με τον τρόπο που είχε δει τις καμαριέρες να το κάνουν στο σπίτι. Ήταν δυσκολότερη δουλειά από ό,τι περίμενε, μια και το κρεβάτι ακουμπούσε στον τοίχο. Μέχρι να ντυθούν και οι δυο τους ευπρεπώς και να τακτοποιηθεί το σπιτάκι, η βροχή είχε μειωθεί σε ένα ανάλαφρο ψιλόβροχο. «Δεν πιστεύω ότι τα ρούχα μας θα βραχούν πολύ περισσότερο από όσο είναι ήδη», είπε η Μιράντα βγάζοντας το χέρι της από το παράθυρο για να δει πόσο έβρεχε. Εκείνος της έγνεψε καταφατικά και οι δυο τους επέστρεψαν στην έπαυλη. Ο Τέρνερ ήταν αμίλητος και η Μιράντα δεν μπόρεσε να σπάσει τη σιωπή. Τι είχε συμβεί τώρα; Μήπως έπρεπε να την παντρευτεί; Θα έπρεπε, φυσικά, και αν ήταν ο κύριος που εκείνη πάντα πίστευε ότι ήταν, θα το έκανε, αλλά κανείς δεν ήξερε τι είχε συμβεί. Και εκείνος τη γνώριζε πολύ καλά για να ανησυχεί ότι θα αποκάλυπτε το γεγονός σε κάποιον μόνο και μόνο για να τον παγιδεύσει. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, στέκονταν λίγο πριν από τα σκαλιά που οδηγούσαν στην είσοδο του Τσέστερ Χάουζ. Ο Τέρνερ σταμάτησε και κοίταξε τη Μιράντα. Το ύφος του ήταν σοβαρό και αποφασιστικό. «Θα είσαι καλά;» τη ρώτησε απαλά. Η Μιράντα ανοιγόκλεισε τα μάτια της αρκετές φορές. Γιατί το ρώτησε αυτό τώρα; «Δεν θα μπορούμε να μιλήσουμε όταν θα μπούμε μέσα», της εξήγησε. Εκείνη έγνεψε καταφατικά, προσπαθώντας να αγνοήσει το αίσθημα του κενού στο στομάχι της. Κάτι δεν πήγαινε καλά. Εκείνος ξερόβηξε και τέντωσε τον λαιμό του σάμπως η γραβάτα του να ήταν πολύ σφιχτή. «Θα με ειδοποιήσεις εάν προκύψει κάποια κατάσταση για την οποία πρέπει να δράσουμε γρήγορα». Η Μιράντα έγνεψε πάλι καταφατικά, προσπαθώντας να καταλάβει αν αυτό που της έλεγε ήταν δήλωση ή ερώτηση. Λίγο και από τα δύο, αποφάσισε. Και δεν ήταν σίγουρη γιατί είχε τόσο μεγάλη σημασία. Ο Τέρνερ πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα χρειαστώ λίγο χρόνο για να σκεφτώ».


«Για ποιο πράγμα;» τον ρώτησε, προτού να έχει την ευκαιρία να το σκεφτεί καλύτερα. Δεν θα έπρεπε να είναι όλα απλά τώρα; Τι έμενε να συζητήσουν; «Για εμένα, ως επί το πλείστον», της είπε και η φωνή του ακούστηκε βραχνή και αφηρημένη. «Αλλά θα σε δω σύντομα και θα κάνω τα πάντα σωστά. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς». Και τότε, επειδή είχε βαρεθεί να τον περιμένει και επειδή είχε βαρεθεί να είναι τόσο αναθεματισμένα βολική, του φώναξε: «Θα με παντρευτείς;». Γιατί εκείνος μιλούσε πολύ ακατάληπτα. Ο Τέρνερ φάνηκε να αιφνιδιάζεται από την ευθεία ερώτηση, αλλά βιάστηκε να απαντήσει: «Φυσικά». Και ενώ η Μιράντα περίμενε να αισθανθεί τη χαρά που γνώριζε ότι θα έπρεπε να αισθάνεται, εκείνος πρόσθεσε: «Αλλά δεν βλέπω κανένα λόγο να βιαστούμε αν δεν υπάρχει κάποια επιτακτική ανάγκη». Εκείνη έγνεψε καταφατικά και ξεροκατάπιε. Ένα μωρό. Ήθελε να την παντρευτεί μόνο αν υπήρχε ένα μωρό. Θα το έκανε και ανεξάρτητα από το μωρό, αφού όμως πρώτα θα καλοπερνούσε. «Αν παντρευτούμε αμέσως», της είπε, «θα είναι προφανές ότι έπρεπε να το κάνουμε». «Ότι εσύ θα έπρεπε να το κάνεις», μουρμούρισε η Μιράντα. Έγειρε πιο κοντά της. «Ορίστε;» «Τίποτα». Δεν είπε τίποτα επειδή ήταν ταπεινωτικό να το ξαναπεί. Επειδή ήταν ήδη ταπεινωτικό ότι το είχε πει μια φορά. «Πρέπει να μπούμε μέσα», είπε. Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Τον τελευταίο καιρό είχε γίνει πολύ καλή στο να κουνά το κεφάλι καταφατικά. Κύριος όπως πάντα, ο Τέρνερ ανασήκωσε το κεφάλι και της πρόσφερε το μπράτσο του. Την οδήγησε στο σαλόνι και συμπεριφέρθηκε σαν να μην είχε καμία έγνοια στον κόσμο. 3 Ιουλίου 1819 Και αφού συνέβη ό,τι συνέβη, δεν μου μίλησε ούτε μία φορά.


Κεφάλαιο 12 Όταν ο Τέρνερ επέστρεψε στο σπίτι την επόμενη μέρα, κατέβηκε στο γραφείο του με ένα ποτήρι μπράντι και μπερδεμένο μυαλό. Το πάρτι της λαίδης Τσέστερ επρόκειτο να τελειώσει σε λίγες μέρες, αλλά εκείνος είχε σκαρφιστεί κάποια δικαιολογία για να φύγει νωρίτερα. Ήταν αρκετά σίγουρος ότι θα μπορούσε να συμπεριφερθεί σαν να μην είχε συμβεί τίποτα, αλλά για τη Μιράντα δεν ήταν τόσο σίγουρος. Ήταν αθώα –ή τουλάχιστον ήταν πριν από εκείνο το απόγευμα– και άπειρη σε τέτοιου είδους παιχνίδια. Και για χάρη της φήμης της, όλα έπρεπε να φαίνονται εντελώς φυσιολογικά. Εκείνος μετάνιωνε που δεν είχε καταφέρει να της εξηγήσει τους λόγους της πρόωρης αναχώρησής του. Δεν σκέφτηκε καν ότι θα ήταν θυμωμένη. Στο κάτω κάτω της είχε πει ότι χρειαζόταν χρόνο για να σκεφτεί. Της είχε πει επίσης ότι θα παντρευτούν. Σίγουρα δεν μπορεί να αμφέβαλλε για τις προθέσεις του εξαιτίας του γεγονότος ότι χρειαζόταν λίγες μέρες για να ξεφύγει από την απροσδόκητη κατάσταση στην οποία βρέθηκε. Εκείνου σίγουρα δεν του διέφευγε το τεράστιο μερίδιο ευθύνης που είχε για την κατάσταση. Είχε παρασύρει μια νεαρή, άγαμη κυρία. Μια κυρία την οποία πραγματικά συμπαθούσε και σεβόταν. Μια κυρία την οποία η οικογένειά του λάτρευε. Για έναν άνθρωπο ο οποίος δεν ήθελε να ξαναπαντρευτεί, σίγουρα δεν είχε σκεφτεί λογικά. Βογκώντας κάθισε βαριά σε μια καρέκλα και θυμήθηκε τους κανόνες που ο ίδιος και οι φίλοι του είχαν θέσει πριν από χρόνια, όταν άφησαν πίσω την Οξφόρδη και έφυγαν για τις απολαύσεις του Λονδίνου και της αριστοκρατίας. Υπήρχαν μόνο δύο. Δεν μπλεκόμαστε με παντρεμένες κυρίες, εκτός αν είναι εξαιρετικά προφανές ότι ο σύζυγός τους δεν νοιάζεται. Και πάνω απ’ όλα, δεν μπλεκόμαστε με παρθένες. Ποτέ, ποτέ, ποτέ δεν παρασύρουμε μια παρθένα. Ποτέ. Ήπιε άλλη μια γουλιά από το ποτό του. Θεέ και Κύριε. Αν χρειαζόταν γυναίκα, υπήρχαν δεκάδες που θα ήταν πιο κατάλληλες. Η όμορφη νεαρή χήρα κόμησσα θα του ερχόταν μια χαρά. Η Κάθριν θα ήταν η τέλεια ερωμένη και δεν θα χρειαζόταν να την παντρευτεί. Γάμος. Το είχε κάνει μια φορά, με ρομαντική καρδιά και γεμάτος όνειρα, και είχε συνθλιβεί. Ήταν πραγματικά γελοίο. Οι νόμοι της Αγγλίας έδιναν απόλυτη εξουσία σε έναν γάμο στον σύζυγο, αλλά εκείνος δεν είχε αισθανθεί ποτέ να έχει λιγότερο έλεγχο της ζωής του από την εποχή που ήταν παντρεμένος. Η Λετίσια είχε συνθλίψει την καρδιά του και τον είχε αφήσει έναν θυμωμένο, άψυχο άνθρωπο. Ήταν ευτυχής που είχε πεθάνει. Χαρούμενος. Τι είδους άνθρωπο τον έκανε αυτό; Όταν ο μπάτλερ του τον βρήκε στο γραφείο του και τον ενημέρωσε διστακτικά ότι είχε γίνει ένα δυστύχημα και ότι η σύζυγός του ήταν νεκρή, ο Τέρνερ δεν είχε αισθανθεί ούτε καν ανακούφιση. Η ανακούφιση θα ήταν τουλάχιστον ένα αθώο συναίσθημα. Όχι, η πρώτη σκέψη του Τέρνερ ήταν– Δόξα τω Θεώ! Και ανεξάρτητα από το πόσο άθλια ήταν η Λετίσια, ανεξάρτητα από το πόσες φορές είχε ευχηθεί να μην την είχε παντρευτεί, δεν θα έπρεπε να είχε αισθανθεί κάτι πιο πονόψυχο για τον θάνατό της; Ή τουλάχιστον κάτι που να μην είναι εντελώς άσπλαχνο;


Και τώρα... και τώρα... Λοιπόν, η αλήθεια ήταν ότι δεν ήθελε να παντρευτεί. Ήταν αυτό που είχε αποφασίσει όταν είχαν φέρει το τσακισμένο σώμα της Λετίσια στο σπίτι και ήταν αυτό που είχε ορκιστεί όταν στεκόταν πάνω από τον τάφο της. Είχε παντρευτεί μια γυναίκα. Δεν ήθελε άλλη. Τουλάχιστον όχι σύντομα. Αλλά παρότι η Λετίσια το είχε προσπαθήσει, φαίνεται ότι δεν είχε σκοτώσει καθετί καλό κι ευγενικό μέσα του, γιατί να που τώρα σχεδίαζε τον γάμο του με τη Μιράντα. Ήξερε ότι ήταν καλή γυναίκα και ότι ποτέ δεν θα τον πρόδιδε, αλλά, Θεέ μου, μερικές φορές μπορούσε να είναι πολύ ξεροκέφαλη. Ο Τέρνερ το είχε αντιληφθεί στο βιβλιοπωλείο, όταν είχε χτυπήσει τον ιδιοκτήτη με το τσαντάκι της. Και τώρα θα γινόταν η σύζυγός του. Θα ήταν στο χέρι του να την κρατήσει μακριά από προβλήματα. Έβαλε άλλο ένα ποτό στο ποτήρι του βρίζοντας. Δεν ήθελε αυτό το είδος ευθύνης. Ήταν πάρα πολύ. Ήθελε μονάχα μια ανάπαυλα. Ζητούσε τόσα πολλά; Μια ανάπαυλα από το να πρέπει να νοιάζεται για κάποιον άλλο εκτός από τον εαυτό του. Μια ανάπαυλα από το να πρέπει να φροντίζει κάποιον άλλο, από το να πρέπει να προστατεύει την καρδιά του από άλλο ένα χτύπημα. Ήταν τόσο εγωιστικό; Πιθανώς. Αλλά μετά τη Λετίσια, σίγουρα άξιζε λίγο εγωισμό. Σίγουρα άξιζε. Από την άλλη πλευρά, ο γάμος θα μπορούσε να φέρει μερικά ευπρόσδεκτα οφέλη. Το δέρμα του άρχισε να ανατριχιάζει απλά και μόνο στη σκέψη της Μιράντα. Στο κρεβάτι. Από κάτω του. Και όταν άρχισε να φαντάζεται τι θα μπορούσε να φέρει το μέλλον... Η Μιράντα. Στο κρεβάτι. Και έπειτα ξανά στο κρεβάτι. Και ξανά– Ποιος θα το έλεγε; Η Μιράντα. Ένας γάμος με τη Μιράντα! Και σκέφτηκε, κατεβάζοντας την τελευταία γουλιά από το ποτό του, ότι του άρεσε περισσότερο από σχεδόν οποιαδήποτε άλλη. Ήταν σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα και πιο διασκεδαστική από οποιαδήποτε άλλη κυρία της αριστοκρατίας. Αν κάποιος έπρεπε να έχει μια γυναίκα, η Μιράντα ήταν σίγουρα η καλύτερη επιλογή. Ήταν αναθεματισμένα καλύτερη από κάθε άλλη γυναίκα. Στη σκέψη του τρύπωσε η ιδέα ότι δεν έβλεπε το θέμα από κάποια ιδιαίτερα ρομαντική προοπτική. Θα χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για να σκεφτεί. Ίσως έπρεπε να πάει για ύπνο και να ελπίζει ότι το μυαλό του θα ήταν πιο καθαρό το πρωί. Με έναν αναστεναγμό, άφησε το ποτήρι του στο τραπέζι και σηκώθηκε, αλλά στη συνέχεια το ξανασκέφτηκε και πήρε πάλι το ποτήρι του. Άλλο ένα μπράντι θα ήταν ό,τι έπρεπε. Το επόμενο πρωί, το κεφάλι του Τέρνερ βούιζε και το μυαλό του δεν ήταν σε καλύτερη κατάσταση να αντιμετωπίσει το φλέγον θέμα από ό,τι ήταν το προηγούμενο βράδυ. Φυσικά, σχεδίαζε ακόμα να παντρευτεί τη Μιράντα – ένας κύριος δεν αποπλανούσε μια καλοαναθρεμμένη κοπέλα χωρίς να υποστεί τις συνέπειες. Αλλά μισούσε αυτό το συναίσθημα ότι ήταν αναγκασμένος να το κάνει. Δεν είχε σημασία ότι αυτό το χάος ήταν εξ ολοκλήρου δικό του λάθος, έπρεπε να νιώσει ότι είχε διευθετήσει τα πάντα προς δικό του όφελος. Αυτός ήταν και ο λόγος για τον οποίο, όταν κατέβηκε για πρωινό, η επιστολή από τον φίλο του λόρδο Χάρι Γουίνθροπ του φάνηκε μια ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη αλλαγή. Ο Χάρι σκεφτόταν να αγοράσει κάποια ιδιοκτησία στο Κεντ. Θα ήθελε ο Τέρνερ να έρθει να ρίξει μια ματιά και να του πει γνώμη του; Ο Τέρνερ βρέθηκε έξω από την πόρτα σε λιγότερο από μία ώρα. Ήταν μόνο για λίγες μέρες.


Θα φρόντιζε για τη Μιράντα όταν επέστρεφε. Η Μιράντα δεν νοιάστηκε ιδιαίτερα όταν ο Τέρνερ έφυγε από το πάρτι τόσο νωρίς. Θα είχε κάνει το ίδιο αν μπορούσε. Εκτός αυτού, θα μπορούσε να σκεφτεί με μεγαλύτερη διαύγεια αν εκείνος έλειπε. Και παρότι δεν υπήρχαν πολλά για να σκεφτεί –είχε συμπεριφερθεί με τρόπο αντίθετο σε κάθε κανόνα και ηθική με την οποία είχε ανατραφεί, και αν δεν παντρευόταν τον Τέρνερ, θα ήταν ατιμασμένη για πάντα– ήταν κάπως ανακουφιστική η αίσθηση ότι είχε ελαφρώς τον έλεγχο των συναισθημάτων της. Όταν επέστρεψαν στο Λονδίνο λίγες μέρες αργότερα, η Μιράντα περίμενε από τον Τέρνερ να εμφανιστεί. Δεν ήθελε ιδιαίτερα να τον παγιδεύσει σε έναν γάμο, αλλά ένας κύριος ήταν ένας κύριος και μια κυρία ήταν μια κυρία, και όταν οι δυο τους συνευρίσκονταν, σίγουρα έπρεπε να ακολουθήσει ένας γάμος. Το γνώριζε αυτό. Και εκείνος είχε πει ότι θα την παντρευτόταν. Και σίγουρα θα ήθελε να το κάνει. Ήταν τόσο βαθιά συγκινημένη από την οικειότητά τους – σίγουρα κι εκείνος πρέπει να αισθανόταν κάτι. Δεν θα μπορούσε αυτό που ένιωθε να είναι μονόπλευρο, τουλάχιστον όχι εντελώς. Προσπάθησε να διατηρήσει έναν ανάλαφρο, αδιάφορο τόνο όταν ρώτησε τη λαίδη Ράντλαντ πού ήταν, αλλά η μητέρα του της απάντησε ότι δεν είχε την παραμικρή ιδέα εκτός από το γεγονός ότι είχε φύγει από την πόλη, κι εκείνη ένιωσε σαν να την είχαν χτυπήσει στο στήθος. Το μόνο που κατάφερε ήταν να ψελλίσει ένα «Ω» ή «Μάλιστα» ή κάτι τέτοιο, προτού τρέξει βιαστικά προς τις σκάλες και καταφύγει στο δωμάτιό της, όπου έκλαψε όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Αλλά σύντομα η αισιόδοξη πλευρά της επανήλθε και αποφάσισε ότι ίσως είχε φύγει από την πόλη για κάποια επείγουσα δουλειά που αφορούσε κάποια ακίνητα. Ήταν πολύ μακριά μέχρι το Νορθάμπερλαντ, γι’ αυτό σίγουρα θα χρειαζόταν να λείψει για τουλάχιστον μία εβδομάδα. Η εβδομάδα όμως πέρασε και η απογοήτευση δυνάμωσε μαζί με την απόγνωση στην καρδιά της Μιράντα. Δεν μπορούσε καν να ρωτήσει αν κάποιος γνώριζε πού βρισκόταν, αφού κανείς από την οικογένεια Μπέβελστοκ δεν ήξερε ότι οι δυο τους ήταν τόσο κοντά – η Μιράντα ήταν πάντοτε φίλη της Ολίβια, όχι του Τέρνερ, και αν ρωτούσε επανειλημμένα πού ήταν εκείνος, αυτό σίγουρα θα φαινόταν ύποπτο. Και φυσικά ήταν αυτονόητο ότι δεν μπορούσε να επικαλεστεί κανένα λόγο για να πάει στο σπίτι του Τέρνερ και να μάθει μόνη της τι συνέβαινε. Αυτό θα κατέστρεφε τη φήμη της εντελώς. Τουλάχιστον τώρα η ντροπή της ήταν ακόμα προσωπικό της θέμα. Όταν, όμως, πέρασε άλλη μια εβδομάδα, αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να αντέξει άλλο την παραμονή της στο Λονδίνο. Προφασίστηκε μια ασθένεια του πατέρα της και είπε στους Μπέβελστοκ ότι έπρεπε να επιστρέψει αμέσως στο Κάμπερλαντ για να τον φροντίσει. Όλοι τους ανησύχησαν πολύ και η Μιράντα αισθάνθηκε κάπως ένοχη όταν η λαίδη Ράντλαντ επέμενε να επιστρέψει η Μιράντα με την άμαξά τους μαζί με δύο έφιππους συνοδούς και μια καμαριέρα. Αλλά έπρεπε να γίνει. Δεν μπορούσε πλέον να παραμείνει στο Λονδίνο. Πονούσε πάρα πολύ. Λίγες μέρες αργότερα, βρισκόταν στο σπίτι. Βλέποντάς τη να καταφτάνει ο πατέρας της αναρωτήθηκε τι συνέβαινε. Δεν γνώριζε πολλά πράγματα για τις νεαρές κοπέλες, αλλά ήταν σίγουρος ότι όλες λαχταρούσαν να περάσουν μια ολόκληρη σεζόν στο Λονδίνο. Όμως δεν τον πείραζε που είχε επιστρέψει. Η Μιράντα σίγουρα δεν ήταν ποτέ ενόχληση. Τον μισό χρόνο δεν συνειδητοποιούσε καν ότι βρισκόταν εκεί. Έτσι της χάιδεψε το χέρι και επέστρεψε στα πολύτιμα χειρόγραφά του. Όσο για τη Μιράντα, σχεδόν έπεισε τον εαυτό της ότι ήταν ευτυχής που είχε επιστρέψει στο σπίτι. Είχε νοσταλγήσει τα πράσινα χωράφια και τον καθαρό αέρα των λιμνών, τον αργό ρυθμό


του χωριού, το να κοιμάται νωρίς και να ξυπνά νωρίς. Λοιπόν, ίσως όχι το να ξυπνά νωρίς – χωρίς δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, κοιμόταν μέχρι αργά το μεσημέρι και έμενε ξύπνια μέχρι αργά κάθε βράδυ, γράφοντας μανιωδώς στο ημερολόγιό της. Μόλις δύο μέρες μετά την άφιξή της στο σπίτι, έφτασε μια επιστολή από την Ολίβια. Η Μιράντα χαμογελούσε καθώς την άνοιγε. Δεν της έκανε εντύπωση πόσο γρήγορα είχε γράψει η Ολίβια – ήταν πάντα τόσο ανυπόμονη που ήταν φυσικό να της στείλει αμέσως ένα γράμμα. Τα μάτια της Μιράντα πέταξαν πάνω από την επιστολή ψάχνοντας για το όνομα του Τέρνερ πριν τη διαβάσει, αλλά δεν είδε να υπάρχει κάποια αναφορά στο όνομά του. Χωρίς να είναι σίγουρη αν ήταν απογοητευμένη ή ανακουφισμένη, γύρισε πίσω στην αρχή και άρχισε να διαβάζει. Το Λονδίνο ήταν ανιαρό χωρίς αυτήν, έγραφε η Ολίβια. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο απολάμβανε τις καυστικές παρατηρήσεις της Μιράντα για την κοινωνία, μέχρι που τις στερήθηκε. Πότε θα επέστρεφε στο Λονδίνο; Μήπως είχε γίνει καλά ο πατέρας της; Εάν όχι, πήγαινε καλύτερα τουλάχιστον; (Η τελευταία φράση ήταν υπογραμμισμένη τρεις φορές, όπως συνήθιζε η Ολίβια.) Η Μιράντα διάβασε αυτές τις φράσεις με μια σουβλιά στην καρδιά της. Ο πατέρας της βρισκόταν στο γραφείο του στον κάτω όροφο σκυμμένος πάνω από τα χειρόγραφά του, χωρίς να έχει ούτε καν ένα μικρό συνάχι. Με έναν αναστεναγμό, η Μιράντα έκλεισε τα αφτιά της στη φωνή της συνείδησής της και διπλώνοντας την επιστολή της Ολίβια, την τοποθέτησε στο συρτάρι του γραφείου της. Ένα ψέμα δεν ήταν πάντα αμαρτία, αποφάσισε. Σίγουρα ήταν δικαιολογημένη γι’ αυτό που είχε πει για να ξεφύγει από το Λονδίνο, όπου το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κάθεται και να περιμένει και να ελπίζει ότι ο Τέρνερ θα ερχόταν. Φυσικά, το μόνο που έκανε στην εξοχή ήταν να κάθεται και να τον σκέφτεται. Ένα βράδυ βάλθηκε να μετρήσει πόσες φορές το όνομά του εμφανιζόταν στο ημερολόγιό της στις τελευταίες καταγραφές της και, προς μεγάλη της απελπισία, ήταν συνολικά τριάντα επτά. Ήταν σαφές ότι αυτό το ταξίδι στην εξοχή δεν είχε ξεκαθαρίσει το μυαλό της. Και τότε, έπειτα από μιάμιση εβδομάδα, η Ολίβια έφτασε στο σπίτι της Μιράντα για μια επίσκεψη έκπληξη. «Λίβι, τι κάνεις εδώ;» ρώτησε η Μιράντα μπαίνοντας στον προθάλαμο όπου την περίμενε η φίλη της. «Μήπως έπαθε κάποιος κάτι; Συνέβη κάτι κακό;» «Όχι, τίποτα, μην ανησυχείς», απάντησε η Ολίβια ανέμελα. «Ήρθα για να σε φέρω πίσω. Είσαι εντελώς απαραίτητη στο Λονδίνο». Η καρδιά της Μιράντα άρχισε να χτυπά ακανόνιστα. «Ποιος με χρειάζεται;» «Εγώ, βέβαια!» απάντησε η Ολίβια, και παίρνοντας τα χέρια της φίλης της στα δικά της προχώρησε προς το καθιστικό. «Θεέ μου, νιώθω απόλυτα χαμένη χωρίς εσένα». «Μα σε άφησε η μητέρα σου να φύγεις από την πόλη στη μέση της σεζόν; Δεν το πιστεύω». «Για την ακρίβεια, σχεδόν με έδιωξε για να έρθω. Ήμουν αξιοθρήνητη από τότε που έφυγες». Η Μιράντα γέλασε χωρίς να το θέλει. «Δεν μπορεί να ήσουν τόσο κακή». «Δεν αστειεύομαι. Η μαμά πάντα μου έλεγε πόσο καλή επιρροή ήσουν για εμένα, αλλά δεν νομίζω ότι είχε συνειδητοποιήσει πόσο πολύ, μέχρι που έφυγες». Και με ένα ένοχο χαμόγελο η Ολίβια συνέχισε: «Δεν μπορώ να ελέγξω τη γλώσσα μου». «Ποτέ δεν μπορούσες». Η Μιράντα χαμογέλασε καθώς πήγαιναν να καθίσουν σε έναν καναπέ. «Θα ήθελες λίγο τσάι;» Η Ολίβια έγνεψε καταφατικά. «Δεν καταλαβαίνω γιατί πάντα τα κάνω θάλασσα. Τα περισσότερα από όσα λέω δεν είναι ούτε στο μισό τόσο άσχημα όσο αυτά που λες εσύ. Έχεις την πιο κοφτερή γλώσσα σε όλο το


Λονδίνο». Η Μιράντα τράβηξε το κορδόνι του κουδουνιού για να έρθει μια υπηρέτρια. «Δεν είναι αλήθεια». «Ω, ναι, είναι. Είσαι η χειρότερη. Και ξέρω ότι το ξέρεις κι εσύ. Και ποτέ δεν έμπλεξες σε μπελάδες με αυτά που λες. Είναι τρομερά άδικο». «Ναι, καλά, ίσως δεν εκφράζομαι τόσο δυνατά όσο εσύ», απάντησε η Μιράντα χαμογελώντας. «Έχεις δίκιο», συμφώνησε η Ολίβια. «Ξέρω ότι έχεις δίκιο, αλλά δεν παύει να είναι πολύ ενοχλητικό. Έχεις πραγματικά πολύ διεστραμμένη αίσθηση του χιούμορ». «Ω, έλα τώρα, δεν είμαι τόσο κακιά». Η Ολίβια άφησε να της ξεφύγει ένα γελάκι. «Και βέβαια είσαι. Και ο Τέρνερ το λέει πάντα, κι έτσι ξέρω ότι δεν είναι μόνο δική μου άποψη». Η Μιράντα ένιωσε έναν κόμπο στον λαιμό της στην αναφορά του ονόματός του. «Έχει επιστρέψει στην πόλη, δηλαδή;» ρώτησε δήθεν αδιάφορα. «Όχι. Δεν τον έχουμε δει εδώ και πολύ καιρό. Είναι κάπου στο Κεντ με τους φίλους του». «Στο Κεντ;» Κανείς δεν μπορούσε να ταξιδέψει πολύ πιο μακριά από το Κάμπερλαντ χωρίς να φύγει από τη Βρετανία, σκέφτηκε με θλίψη η Μιράντα. «Λείπει αρκετό καιρό, έτσι δεν είναι;» «Ναι, έτσι είναι. Αλλά και πάλι, είναι με τον λόρδο Χάρι Γουίνθροπ, και ο Χάρι ήταν πάντα κάτι περισσότερο από ασυγκράτητος, αν καταλαβαίνεις τι εννοώ». Η Μιράντα φοβόταν ότι καταλάβαινε. «Είμαι βέβαιη ότι ξεφαντώνουν με κρασί, γυναίκες και τέτοια», συνέχισε η Ολίβια. «Σίγουρα δεν θα υπάρχουν καθωσπρέπει κυρίες εκεί». Ο κόμπος στον λαιμό της Μιράντα εμφανίστηκε ξανά. Η σκέψη του Τέρνερ με μια άλλη γυναίκα την πονούσε αφάνταστα, ειδικά τώρα που γνώριζε πόσο κοντά μπορούσαν να έρθουν ένας άντρας και μια γυναίκα. Είχε σκεφτεί διάφορους λόγους για την απουσία του – οι μέρες της είχαν γεμίσει με εκλογικεύσεις και δικαιολογίες για τη συμπεριφορά του. Αυτή ήταν, σκέφτηκε πικρά, η μόνη της ενασχόληση τον τελευταίο καιρό. Αλλά ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι ήταν μακριά με μια άλλη γυναίκα. Εκείνος ήξερε πόσο επώδυνο ήταν να σε προδίδει κάποιος που αγαπάς. Πώς μπορούσε, λοιπόν, να κάνει το ίδιο σ’ εκείνη; Δεν την ήθελε. Η αλήθεια την πόνεσε σαν χαστούκι και χάραξε επώδυνα την καρδιά της. Δεν την ήθελε, κι όμως εκείνη τον ήθελε τόσο πολύ που πονούσε. Ήταν ένας πόνος σχεδόν σωματικός, που την πλάκωνε και της έριχνε σουβλιές. Ευτυχώς που η Ολίβια είχε εκείνη τη στιγμή στρέψει την προσοχή της σε ένα όμορφο αρχαιοελληνικό αγγείο του πατέρα της, επειδή η Μιράντα δεν πίστευε ότι μπορούσε να κρύψει την αγωνία της από το πρόσωπό της. Με ένα ακατάληπτο σχόλιο που δεν είχε σκοπό να γίνει κατανοητό, η Μιράντα σηκώθηκε και πήγε γρήγορα στο παράθυρο, προσποιούμενη ότι κοιτούσε έξω στον ανοιχτό ορίζοντα. «Λοιπόν, πρέπει να διασκεδάζει», κατάφερε να ψελλίσει. «Ο Τέρνερ;» άκουσε την Ολίβια να λέει πίσω της. «Ναι, πρέπει να περνά όμορφα, αλλιώς δεν θα είχε μείνει τόσο καιρό μακριά. Η μαμά βρίσκεται σε απόγνωση, ή θα βρισκόταν, αν δεν ήταν τόσο απασχολημένη και απελπισμένη μαζί μου. Σε πειράζει αν μείνω εδώ μαζί σου; Το Χάβερμπρικς είναι τόσο μεγάλο και καταθλιπτικό όταν δεν είναι κανένας στο σπίτι». «Φυσικά και δεν με πειράζει». Η Μιράντα παρέμεινε στο παράθυρο λίγο ακόμα, μέχρι να νιώσει ότι θα μπορούσε να κοιτάξει την Ολίβια χωρίς να βάλει τα κλάματα. Ήταν πολύ


ευαίσθητη τελευταία. «Θα είναι χαρά μου. Νιώθω λίγο μόνη έχοντας μόνο τον πατέρα μου εδώ». «Α, ναι. Πώς είναι; Καλύτερα, ελπίζω». «Ο πατέρας;» Η Μιράντα ένιωσε ευγνωμοσύνη για την υπηρέτρια που μπήκε στο δωμάτιο για να δει τι την ήθελε η κυρία της. Αφού της ζήτησε να φέρει λίγο τσάι, γύρισε προς την Ολίβια. «Ε, είναι πολύ καλύτερα». «Θα πρέπει να τον δω για να του ευχηθώ περαστικά. Η μαμά μού ζήτησε να στείλω και τις δικές της ευχές». «Ω, όχι, δεν πρέπει να το κάνεις αυτό», είπε αμέσως η Μιράντα. «Δεν του αρέσει να του υπενθυμίζουν την ασθένειά του. Είναι πολύ περήφανος, ξέρεις». «Πολύ περίεργο», είπε η Ολίβια, που ποτέ δεν μασούσε τα λόγια της. «Ναι, ε… είναι ένα πρόβλημα που έχουν μόνο οι άντρες», αυτοσχεδίασε η Μιράντα. Είχε ακούσει τόσα για τις γυναικείες ασθένειες, που σίγουρα θα είχαν και οι άντρες κάποια πάθηση που να αφορά αποκλειστικά αυτούς. Κι αν δεν είχαν, δεν πίστευε ότι η Ολίβια θα το ήξερε. Όμως η Μιράντα δεν είχε υπολογίσει την ακόρεστη περιέργεια της φίλης της. «Ω, αλήθεια;» είπε και έσκυψε προς τα εμπρός. «Τι ακριβώς ανδρική ασθένεια είναι αυτή;» «Δεν πρέπει να μιλήσω γι’ αυτό», είπε η Μιράντα βιαστικά, ζητώντας από τον πατέρα της μια σιωπηρή συγγνώμη. «Θα ντρεπόταν πολύ». «Αλλά–» «Και η μητέρα σου θα θύμωνε μ’ εμένα αν σου έλεγα κάτι. Δεν είναι κατάλληλο για ευαίσθητα αφτιά». «Ευαίσθητα αφτιά;» ξεφύσησε η Ολίβια. «Μα τα δικά σου αφτιά δεν είναι λιγότερο ευαίσθητα από τα δικά μου». Τα αφτιά της μπορεί να μην ήταν, αλλά όλα τα υπόλοιπα ήταν σίγουρα, σκέφτηκε η Μιράντα. «Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτε άλλο για το θέμα», είπε αποφασιστικά. «Θα το αφήσω στην εκπληκτική φαντασία σου». Η Ολίβια γκρίνιαξε λίγο, αλλά τελικά αναστέναξε και ρώτησε: «Πότε θα έρθεις στο σπίτι;». «Μα βρίσκομαι στο σπίτι μου», της υπενθύμισε η Μιράντα. «Ναι, ναι, φυσικά. Αυτό είναι επισήμως το σπίτι σου, το ξέρω, αλλά σε διαβεβαιώνω ότι έχεις λείψει σε ολόκληρη την οικογένεια Μπέβελστοκ, οπότε πότε θα επιστρέψεις στο Λονδίνο;» Η Μιράντα δάγκωσε το κάτω χείλι της. Προφανώς δεν είχε λείψει σε ολόκληρη την οικογένεια Μπέβελστοκ, αλλιώς κάποιο συγκεκριμένο μέλος της δεν θα παρέμενε τόσο πολύ στο Κεντ. Όμως η επιστροφή στο Λονδίνο ήταν ο μόνος τρόπος με τον οποίο μπορούσε να αγωνιστεί για την ευτυχία της και το να κάθεται εδώ στο Κάμπερλαντ, γράφοντας στο ημερολόγιό της και κοιτάζοντας σκυθρωπά έξω από το παράθυρο, την έκανε να αισθάνεται σαν ένα άβουλο ζώο. «Αν είμαι ζώο», μουρμούρισε στον εαυτό της, «τουλάχιστον θα είμαι ένα τολμηρό ζώο». «Τι είπες;» «Είπα ότι θα επιστρέψω στο Λονδίνο», δήλωσε με μεγάλη αποφασιστικότητα η Μιράντα. «Ο πατέρας είναι αρκετά καλά για να τα βγάλει πέρα χωρίς εμένα». «Τέλεια! Πότε θα φύγουμε;» «Ω, σε δύο ή τρεις μέρες, νομίζω». Η Μιράντα δεν ήταν τόσο γενναία ώστε να μην αναβάλει το αναπόφευκτο για λίγες μέρες. «Πρέπει να μαζέψω τα πράγματά μου, και σίγουρα θα είσαι κουρασμένη από το ταξίδι σου στην εξοχή μέχρι εδώ». «Ναι, είμαι λιγάκι. Ίσως θα έπρεπε να μείνουμε εδώ καμιά εβδομάδα – αν εσύ δεν έχεις ήδη βαρεθεί τη ζωή στην εξοχή. Δεν θα με πείραζε ένα σύντομο διάλειμμα από τη φασαρία του


Λονδίνου». «Ω, όχι, είναι εντάξει», τη διαβεβαίωσε η Μιράντα. Ο Τέρνερ θα μπορούσε να περιμένει. Σίγουρα δεν θα παντρευόταν κάποια άλλη στο μεταξύ και εκείνη θα μπορούσε να εκμεταλλευτεί τον χρόνο αυτό για να μαζέψει το κουράγιο της. «Τέλεια! Τότε μήπως μπορούμε να πάμε για ιππασία το απόγευμα; Πεθαίνω για μια όμορφη βόλτα με το άλογο!» «Ακούγεται υπέροχο». Το τσάι έφτασε και η Μιράντα ανέλαβε να σερβίρει το αχνιστό υγρό. «Νομίζω ότι μια εβδομάδα είναι ό,τι πρέπει». Μια εβδομάδα αργότερα, η Μιράντα ήταν πια πεπεισμένη πέρα από κάθε αμφιβολία ότι δεν θα επέστρεφε ποτέ στο Λονδίνο. Ποτέ. Η έμμηνη ρύση της, η οποία ήταν πάντα κανονική, δεν είχε έρθει. Έπρεπε να είχε έρθει λίγες ημέρες πριν φτάσει η Ολίβια. Η Μιράντα είχε καταφέρει να μην ανησυχεί τις πρώτες μέρες, λέγοντας στον εαυτό της ότι μάλλον έφταιγε το γεγονός ότι ήταν αναστατωμένη. Στη συνέχεια, μέσα στον ενθουσιασμό της άφιξης της Ολίβια, το είχε ξεχάσει. Αλλά τώρα είχε ήδη πάνω από δέκα μέρες καθυστέρηση. Και έκανε εμετό κάθε πρωί. Η ζωή της ήταν πάντα προστατευμένη, αλλά ήταν κορίτσι της εξοχής και γνώριζε τι ήταν αυτά τα συμπτώματα. Θεέ μου, ένα μωρό! Τι έπρεπε να κάνει; Έπρεπε να το πει στον Τέρνερ· δεν υπήρχε τρόπος να το αποφύγει. Όσο και να μην ήθελε να χρησιμοποιήσει μια αθώα ζωή για να τον αναγκάσει να την παντρευτεί, κάτι που προφανώς δεν ήταν προαποφασισμένο, πώς θα μπορούσε να αρνηθεί στο παιδί της τα δικαιώματά του; Αλλά η σκέψη του ταξιδιού στο Λονδίνο την τάραζε πολύ. Και είχε κουραστεί να τον κυνηγάει και να τον περιμένει και να ελπίζει και να προσεύχεται ότι ίσως μια μέρα να την αγαπούσε. Για μια φορά, ας ερχόταν εκείνος σ’ αυτήν. Θα το έκανε, έτσι δεν είναι; Ήταν ένας τζέντλεμαν. Ίσως δεν την αγαπούσε, αλλά σίγουρα η Μιράντα δεν είχε πέσει τόσο έξω γι’ αυτόν. Δεν θα προσπαθούσε να αποφύγει το καθήκον του. Η Μιράντα χαμογέλασε αδύναμα. Έτσι είχε φτάσει και σε αυτό. Για εκείνον θα ήταν ένα καθήκον. Θα τον είχε – έπειτα από τόσα χρόνια που τον ονειρευόταν, θα γινόταν τελικά η λαίδη Τέρνερ, αλλά μόνο από καθήκον. Έβαλε το χέρι της στην κοιλιά της. Αυτή θα έπρεπε να είναι μια στιγμή χαράς, αλλά το μόνο που ήθελε να κάνει ήταν να κλάψει. Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα της κρεβατοκάμαράς της. Η Μιράντα σήκωσε τα μάτια ξαφνιασμένη και δεν είπε τίποτα. «Μιράντα!» Η φωνή της Ολίβια ήταν επίμονη. «Άνοιξε την πόρτα. Μπορώ να σε ακούσω να κλαις». Η Μιράντα πήρε μια βαθιά ανάσα και πήγε προς την πόρτα. Δεν θα ήταν εύκολο να το κρατήσει αυτό μυστικό από την Ολίβια, αλλά έπρεπε να προσπαθήσει. Η φίλη της ήταν πολύ πιστή και ποτέ δεν θα πρόδιδε την εμπιστοσύνη της Μιράντα, αλλά και ο Τέρνερ ήταν αδελφός της. Δεν υπήρχε αμφιβολία για το τι θα έκανε η Ολίβια. Η Μιράντα δεν θα την έβαζε στη μέση για να πάρει το μέρος της και να τον αναγκάσει να παντρευτεί τη φίλη της. Η Μιράντα έριξε μια γρήγορη ματιά στον καθρέφτη πριν ανοίξει την πόρτα. Θα μπορούσε να σκουπίσει τα δάκρυά της, αλλά θα έπρεπε να ρίξει το φταίξιμο για τα κοκκινισμένα μάτια της στον καλοκαιρινό κήπο. Πήρε μερικές βαθιές αναπνοές κι έπειτα φόρεσε το πιο λαμπερό χαμόγελο που ήταν σε θέση να έχει και άνοιξε την πόρτα. Δεν ξεγέλασε την Ολίβια ούτε για ένα λεπτό. «Για όνομα του Θεού, Μιράντα», είπε, τρέχοντας να την αγκαλιάσει. «Τι σου συνέβη;»


«Καλά είμαι», βιάστηκε η Μιράντα να τη διαβεβαιώσει. «Τα μάτια μου πάντα κοκκινίζουν αυτή την εποχή». Η Ολίβια έκανε ένα βήμα πίσω, την κοίταξε κι έπειτα έσπρωξε την πόρτα για να κλείσει. «Μα είσαι πολύ χλωμή». Το στομάχι της Μιράντα άρχισε να ανακατεύεται και κατάπιε σπασμωδικά. «Νομίζω ότι έχω αρπάξει κάποιο είδος...» κούνησε το χέρι της στον αέρα, ελπίζοντας ότι η χειρονομία της θα ήταν αρκετά εύγλωττη. «Ίσως πρέπει να καθίσω». «Δεν μπορεί να σε πείραξε κάτι που έφαγες», είπε η Ολίβια, βοηθώντας τη να πάει στο κρεβάτι της. «Ίσα που άγγιξες το φαγητό σου χθες, και ούτως ή άλλως έφαγα κι εγώ τα ίδια, ίσως και περισσότερα», είπε βοηθώντας τη Μιράντα να καθίσει στο κρεβάτι και τοποθέτησε δυο τρία μαξιλάρια γύρω της. «Και εγώ είμαι μια χαρά», συμπλήρωσε. «Ίσως έχω κρυολογήσει», μουρμούρισε η Μιράντα. «Θα πρέπει μάλλον να επιστρέψεις στο Λονδίνο χωρίς εμένα. Δεν θα ήθελα να αρρωστήσεις κι εσύ». «Ανοησίες. Δεν μπορώ να σε αφήσω μόνη έτσι». «Δεν είμαι μόνη. Είναι και ο πατέρας μου εδώ». Η Ολίβια την κοίταξε. «Ξέρεις ότι ποτέ δεν θα ήθελα να κακολογήσω τον πατέρα σου, αλλά δεν νομίζω ότι ξέρει τι να κάνει με έναν ασθενή. Τον μισό χρόνο, δεν είμαι καν σίγουρη ότι θυμάται πως είμαστε εδώ». Η Μιράντα έκλεισε τα μάτια της και βυθίστηκε στα μαξιλάρια. Η φίλη της είχε δίκιο, βέβαια. Λάτρευε τον πατέρα της, αλλά πράγματι, σε ό,τι αφορούσε την επαφή με άλλους ανθρώπους, ήταν σκέτη απελπισία. Η Ολίβια σκαρφάλωσε στην άκρη του κρεβατιού και το στρώμα αναστέναξε κάτω από το βάρος της. Η Μιράντα προσπάθησε να την αγνοήσει, προσπάθησε να προσποιηθεί ότι δεν καταλάβαινε, ακόμα και με κλειστά μάτια, ότι η Ολίβια την παρακολουθούσε περιμένοντας να αναγνωρίσει ότι βρισκόταν δίπλα της. «Σε παρακαλώ, Μιράντα, πες μου τι συμβαίνει», είπε η Ολίβια απαλά. «Είναι κάτι που έχει σχέση με τον πατέρα σου;» Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά αλλά εκείνη τη στιγμή η Ολίβια μετακινήθηκε και το στρώμα κουνήθηκε από κάτω της – μάλλον σαν βάρκα, σκέφτηκε, παρόλο που ποτέ δεν είχε βρεθεί στη θάλασσα ούτε για μία μέρα στη ζωή της. Το στομάχι της άρχισε να ανακατεύεται και ξαφνικά η ανάγκη της έγινε επιτακτική. Πήδηξε από το κρεβάτι, ρίχνοντας την Ολίβια στο πάτωμα. Έφτασε στο δοχείο νυκτός εγκαίρως για να αδειάσει το στομάχι της. «Χριστός και Παναγία», είπε η Ολίβια, κρατώντας μια απόσταση ασφαλείας. «Πόσο καιρό είσαι έτσι;» Η Μιράντα αρνήθηκε να απαντήσει. Αλλά το στομάχι της συνέχισε να σφίγγεται. Η Ολίβια έκανε ένα βήμα πίσω. «Ε… υπάρχει κάτι που μπορώ να κάνω;» Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά– ευτυχώς τα μαλλιά της ήταν πιασμένα καλά πίσω. Η φίλη της την κοίταξε για μερικές ακόμα στιγμές, μετά πήγε στη λεκάνη του νιπτήρα και βρέχοντας ένα πανί με το νερό που υπήρχε για να πλένουν τα χέρια τους προχώρησε προς τη Μιράντα. «Ορίστε», είπε, κρατώντας το μπροστά με το χέρι απλωμένο. Η Μιράντα το πήρε με ευγνωμοσύνη. «Σ’ ευχαριστώ», ψιθύρισε, σκουπίζοντας το πρόσωπό της. «Δεν νομίζω ότι αυτό είναι κρύωμα», είπε η Ολίβια.


Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι αρνητικά. «Είμαι σίγουρη ότι τα ψάρια χθες το βράδυ ήταν φρεσκότατα και δεν μπορώ να φανταστώ–» Η Μιράντα δεν χρειάστηκε να δει το πρόσωπο της Ολίβια για να καταλάβει τι σήμαινε το πνιχτό βογκητό που της ξέφυγε. Ήξερε! Ίσως δεν το πίστευε ακόμα, αλλά ήξερε. «Μιράντα;» Η Μιράντα παρέμεινε παγωμένη στη θέση της, σκυμμένη ακόμα πάνω από το δοχείο. «Είσαι… έχεις;…» Η Μιράντα κατάπιε σπασμωδικά και έγνεψε καταφατικά. «Ω Θεέ μου. Ω Θεέ μου. Ω… ω… ω…» Ήταν ίσως η πρώτη φορά στη ζωή της που έβλεπε την Ολίβια άφωνη. Η Μιράντα σκούπισε το στόμα της και, έπειτα, όταν πια το στομάχι της ηρέμησε λίγο, απομακρύνθηκε από το δοχείο νυκτός και ανακάθισε λίγο πιο ίσια. Η Ολίβια εξακολουθούσε να την κοιτάζει σαν να έβλεπε φάντασμα. «Πώς;» ρώτησε τελικά. «Με τον συνηθισμένο τρόπο», απάντησε η Μιράντα. «Σε διαβεβαιώνω, δεν υπάρχει λόγος να ξεσηκώσουμε την Εκκλησία». «Συγγνώμη. Συγγνώμη. Λυπάμαι», είπε βιαστικά η Ολίβια. «Δεν ήθελα να σε αναστατώσω. Είναι μονάχα που... ε... πρέπει να ξέρεις ότι... είναι μεγάλη έκπληξη». «Κι εγώ έμεινα έκπληκτη», απάντησε η Μιράντα στη φίλη της ανέκφραστα. «Δεν θα πρέπει να ήταν τόσο μεγάλη έκπληξη», είπε η Ολίβια χωρίς να σκεφτεί. «Εννοώ, αν είχες κάνει... αν ήσουν...» είπε αφήνοντας την πρότασή της μισή, συνειδητοποιώντας ότι ίσως να είχε προσβάλει τη φίλη της με τα απερίσκεπτα λόγια της. «Παρ’ όλα αυτά, και για εμένα ήταν έκπληξη». Η Ολίβια απέμεινε σιωπηλή για μερικά λεπτά προσπαθώντας να συνέλθει από το σοκ. «Μιράντα, πρέπει να ρωτήσω...» «Μη με ρωτάς!» τη σταμάτησε. «Σε παρακαλώ, μη με ρωτάς ποιος είναι». «Μήπως είναι ο Ουίνστον;» «Όχι!» Απάντησε σθεναρά και ύστερα μουρμούρισε: «Για όνομα του Θεού». «Τότε ποιος;» «Δεν μπορώ να σου πω», είπε η Μιράντα με σπασμένη φωνή. «Ήταν... ήταν κάποιος εντελώς ακατάλληλος. Εγώ... Δεν ξέρω τι σκεφτόμουν, αλλά σε παρακαλώ μη με ρωτήσεις πάλι. Δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό». «Ωραία», είπε η Ολίβια, ξέροντας ξεκάθαρα ότι δεν θα ήταν συνετό να συνεχίσει να την πιέζει. «Δεν θα σε ρωτήσω ξανά, σου το υπόσχομαι. Αλλά τι θα κάνουμε;» Ο πληθυντικός «κάνουμε» έφερε στην καρδιά της Μιράντα λίγη ζεστασιά. «Μιράντα, είσαι σίγουρη ότι είσαι έγκυος;» ρώτησε ξαφνικά η Ολίβια με τα μάτια της να λαμπυρίζουν από ελπίδα. «Μπορεί να είναι μια απλή καθυστέρηση. Εγώ το παθαίνω συνέχεια». Η Μιράντα έριξε μια ματιά στο δοχείο νυκτός. Και ύστερα κούνησε το κεφάλι και απάντησε: «Δεν έχω ποτέ καθυστέρηση. Ποτέ!». «Θα πρέπει να πας κάπου», είπε η Ολίβια. «Το σκάνδαλο θα είναι τρομερό». Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά. Σχεδίαζε να στείλει μια επιστολή στον Τέρνερ, αλλά αυτό δεν είχε σκοπό να το πει στην Ολίβια. «Το καλύτερο που μπορεί να γίνει είναι να φύγεις από τη χώρα. Ίσως πρέπει να πας στην Ευρώπη. Πώς είναι τα γαλλικά σου;» «Φριχτά».


«Δεν ήσουν ποτέ πολύ καλή στις ξένες γλώσσες», αναστέναξε η Ολίβια μελαγχολικά. «Ούτε εσύ ήσουν», είπε η Μιράντα εκνευρισμένη. Η Ολίβια δεν καταδέχτηκε να της απαντήσει. Αντί γι’ αυτό είπε: «Γιατί δεν πηγαίνεις στη Σκοτία;». «Στους παππούδες μου;» «Ναι. Μη μου πεις ότι δεν θα σε δεχτούν λόγω της κατάστασής σου. Πάντα έλεγες πόσο ευγενικοί είναι». Στη Σκοτία. Ναι, αυτή ήταν η τέλεια λύση. Θα ειδοποιούσε τον Τέρνερ και αυτός θα μπορούσε να την ακολουθήσει εκεί. Θα μπορούσαν να παντρευτούν χωρίς πολλές διαδικασίες και έτσι όλα θα ήταν, αν όχι καλά, τουλάχιστον τακτοποιημένα. «Θα σε συνοδεύσω», είπε αποφασιστικά η Ολίβια, «και θα μείνω όσο μπορώ». «Ναι, αλλά τι θα πει η μητέρα σου;» «Ω, θα της πω ότι κάποιος είναι άρρωστος. Έχει πετύχει ξανά αυτό, έτσι δεν είναι;» είπε η Ολίβια ρίχνοντας μια πονηρή ματιά στη Μιράντα, μια ματιά που έλεγε ξεκάθαρα ότι ήξερε πως είχε επινοήσει την ιστορία για τον πατέρα της. «Τώρα τελευταία έχουν αρρωστήσει πολλοί άνθρωποι». Η Ολίβια ανασήκωσε τους ώμους της: «Ίσως είναι κάποια επιδημία. Ένας παραπάνω λόγος για να παραμείνει η μαμά στο Λονδίνο. Αλλά τι θα πεις στον πατέρα σου;» «Ω, τίποτα», απάντησε η φίλη της. «Δεν δίνει ιδιαίτερη προσοχή σε αυτά που κάνω». «Λοιπόν, για μια φορά αυτό είναι πλεονέκτημα. Θα φύγουμε σήμερα». «Σήμερα;» αντέδρασε αδύναμα η Μιράντα. «Τα πράγματά μας είναι σχεδόν έτοιμα και δεν υπάρχει χρόνος για να περιμένουμε». Η Μιράντα κοίταξε την κοιλιά της που ήταν ακόμα επίπεδη. «Όχι, υποθέτω ότι δεν υπάρχει». 13 Αυγούστου 1819 Η Ολίβια κι εγώ φτάσαμε σήμερα στο Εδιμβούργο. Η γιαγιά και ο παππούς αιφνιδιάστηκαν που με είδαν. Αιφνιδιάστηκαν ακόμα περισσότερο όταν τους είπα τον λόγο της επίσκεψής μου. Ήταν πολύ σιωπηλοί και πολύ σοβαροί, αλλά ούτε για μια στιγμή δεν με έκαναν να σκεφτώ ότι ένιωθαν απογοήτευση ή ντροπή για εμένα. Θα τους αγαπώ πάντα γι’ αυτό. Η Λίβι έστειλε ένα σημείωμα στους γονείς της λέγοντας ότι με συνοδεύει στη Σκοτία. Κάθε πρωί με ρωτάει αν τυχόν μου ήρθε η έμμηνη ρύση μου. Όπως το περίμενα, δεν έχει έρθει. Πιάνω τον εαυτό μου να κοιτά προς τα κάτω στην κοιλιά μου συνεχώς. Δεν ξέρω τι περιμένω να δω. Σίγουρα καμιά κοπέλα δεν φουσκώνει σε μια νύχτα, και σίγουρα όχι τόσο νωρίς. Πρέπει να το πω στον Τέρνερ. Ξέρω ότι πρέπει, αλλά δεν φαίνεται να μπορώ να ξεφύγω από την Ολίβια και δεν μπορώ να γράψω την επιστολή μπροστά της. Όσο κι αν τη λατρεύω, θα πρέπει να την απομακρύνω. Σίγουρα δεν θα πρέπει να είναι εδώ όταν καταφθάσει ο Τέρνερ, κάτι που είμαι βέβαιη ότι θα κάνει όταν λάβει την επιστολή μου – αν υποθέσουμε, φυσικά, ότι θα βρω την ευκαιρία να στείλω αυτή την επιστολή. Ω Θεέ μου, να την πάλι εδώ!


Κεφάλαιο 13 Ο Τέρνερ δεν ήταν ακριβώς βέβαιος γιατί είχε μείνει τόσο πολύ στο Κεντ. Η διήμερη εκδρομή επεκτάθηκε γρήγορα όταν ο λόρδος Χάρι αποφάσισε ότι πράγματι ήθελε να αγοράσει το ακίνητο και, επιπλέον, ήθελε να έχει κάποιους φίλους κοντά του στο θορυβώδες οικογενειακό πάρτι που θα έκανε. Δεν υπήρχε τρόπος ο Τέρνερ να εξαφανιστεί ευγενικά, και για να είναι ειλικρινής, δεν ήθελε πραγματικά να φύγει, όχι όταν αυτό σήμαινε την επιστροφή στο Λονδίνο και την αντιμετώπιση των ευθυνών του. Όχι ότι σχεδίαζε να ξεφύγει από την υποχρέωση του γάμου με τη Μιράντα. Το αντίθετο, στην πραγματικότητα. Από τη στιγμή που το πήρε απόφαση ότι θα ξαναπαντρευόταν, ο γάμος μαζί της δεν έμοιαζε πλέον τόσο φοβερός. Παρ’ όλα αυτά, δίσταζε να επιστρέψει. Αν δεν είχε φύγει από την πόλη με τις πιο φτηνές δικαιολογίες, θα μπορούσε να είχε ξεκαθαρίσει το θέμα αμέσως. Αλλά όσο περισσότερο περίμενε, τόσο περισσότερο ήθελε να συνεχίσει να περιμένει. Πώς θα εξηγούσε την απουσία του; Έτσι, το διήμερο ταξίδι μετατράπηκε σε ένα οικογενειακό πάρτι μιας εβδομάδας και μετά σε ξέφρενες διακοπές τριών εβδομάδων με κυνήγι, αγώνες και γυναίκες ελευθερίων ηθών που είχαν καταλάβει το σπίτι. Ο Τέρνερ ήταν ιδιαίτερα προσεκτικός να μη συμμετάσχει στο τελευταίο. Μπορεί να είχε για λίγο αποφύγει τις ευθύνες του απέναντι στη Μιράντα, αλλά το λιγότερο που μπορούσε να κάνει ήταν να παραμείνει πιστός. Τότε ο Ουίνστον ήρθε στο Κεντ και έπεσε με τα μούτρα στο πάρτι με τόσο απερίσκεπτο τρόπο που ο Τέρνερ αισθάνθηκε υποχρεωμένος να μείνει και να του προσφέρει λίγη αδελφική καθοδήγηση. Τούτο απαιτούσε άλλες δύο εβδομάδες από τον χρόνο του, τις οποίες διέθεσε με χαρά, γιατί με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να κατευνάσει την ενοχή που ένιωθε. Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει τον αδελφό του, έτσι δεν είναι; Αν δεν πρόσεχε τον Ουίνστον, το καημένο αγόρι πιθανότατα θα κατέληγε σίγουρα να κολλήσει σύφιλη. Αλλά τελικά συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να αναβάλει το αναπόφευκτο πλέον, και επέστρεψε στο Λονδίνο, αισθανόμενος μάλλον σαν γαϊδούρι. Η Μιράντα θα ήταν πιθανότατα εξαγριωμένη. Θα ήταν τυχερός αν τον δεχόταν. Και έτσι, με κάμποση ανησυχία, διέσχισε τα σκαλιά στο σπίτι των γονιών του και μπήκε στο μπροστινό χολ. Ο μπάτλερ εμφανίστηκε μπροστά του αμέσως. «Χάντλεϊ», τον χαιρέτησε ο Τέρνερ. «Είναι στο σπίτι η δεσποινίς Τσίβερ; Ή η αδελφή μου;» «Όχι, κύριε». «Χμμ. Πότε αναμένεται να επιστρέψουν;» «Δεν γνωρίζω, κύριε». «Μήπως σήμερα το απόγευμα; Μήπως την ώρα του δείπνου;» «Δεν νομίζω να επιστρέψουν για αρκετές εβδομάδες, φαντάζομαι». «Αρκετές εβδομάδες!» Ο Τέρνερ δεν είχε προβλέψει κάτι τέτοιο. «Μα που είναι, διάβολε;» Ο Χάντλεϊ σφίχτηκε ακούγοντας τον κύριό του να βρίζει. «Στη Σκοτία, κύριε». «Στη Σκοτία;» Ανάθεμα! Τι στο καλό έκανε εκεί; Η Μιράντα είχε συγγενείς στο Εδιμβούργο, αλλά αν είχαν προγραμματίσει να τους επισκεφθούν, εκείνος δεν είχε ενημερωθεί. Για στάσου μια στιγμή, σκέφτηκε, μήπως είχαν κάνει προξενιό στη Μιράντα με κάποιο


Σκοτσέζο κύριο που είχε σχέσεις με τους παππούδες της; Αλλά αν τα πράγματα είχαν έτσι, σίγουρα κάποιος θα τον είχε ενημερώσει. Τουλάχιστον η Μιράντα. Και η Ολίβια ασφαλώς δεν μπορούσε να κρατήσει μυστικό. Ο Τέρνερ πήγε στη βάση της σκάλας και άρχισε να φωνάζει. «Μητέρα! Μητέρα!» Ύστερα στράφηκε στον Χάντλεϊ. «Υποθέτω ότι η μητέρα μου δεν έχει φύγει για τη Σκοτία, σωστά;» «Όχι, είναι εδώ, κύριέ μου». «Μητέρα!» Η λαίδη Ράντλαντ φάνηκε να κατεβαίνει τη σκάλα βιαστικά. «Τέρνερ, τι συμβαίνει; Γιατί φωνάζεις; Και πού ήσουν; Έφυγες για το Κεντ χωρίς να μας πεις τίποτα». «Γιατί η Ολίβια και η Μιράντα βρίσκονται στη Σκοτία;» Η μητέρα του ανασήκωσε τα φρύδια της ακούγοντας την ερώτησή του. «Κάποια ασθένεια στην οικογένεια. Στην οικογένεια της Μιράντα, δηλαδή». Ο Τέρνερ αρνήθηκε να επισημάνει ότι αυτό ήταν μάλλον προφανές, καθώς οι Μπέβελστοκ δεν είχαν οικογένεια στη Σκοτία. «Και η Ολίβια πήγε μαζί της;» «Μα το ξέρεις ότι είναι πολύ δεμένες μεταξύ τους». «Και πότε αναμένεται να επιστρέψουν;» «Δεν μπορώ να πω για τη Μιράντα, αλλά έχω ήδη γράψει στην αδελφή σου επιμένοντας ότι θα πρέπει να επιστρέψει. Την περιμένουμε σε λίγες μέρες». «Καλά», μουρμούρισε ο Τέρνερ. «Είμαι βέβαιη ότι θα χαρεί με το αδελφικό ενδιαφέρον σου». Τα μάτια του Τέρνερ στένεψαν. Μήπως τα λόγια της μητέρας του έκρυβαν μια δόση σαρκασμού; Δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. «Θα σε δω σύντομα, μητέρα». «Είμαι σίγουρη! Ω, και Τέρνερ…» «Ναι;» «Γιατί δεν περνάς λίγο περισσότερο χρόνο με τον βαλέ σου; Φαίνεσαι αρκετά ατημέλητος». Ο Τέρνερ μούγκριζε όταν βγήκε έξω. Δύο ημέρες αργότερα, ο Τέρνερ ενημερώθηκε ότι η αδελφή του επέστρεψε στο Λονδίνο, κι έσπευσε να τη βρει αμέσως. Αν υπήρχε ένα πράγμα που μισούσε, ήταν να περιμένει. Και αν υπήρχε ένα πράγμα που μισούσε ακόμα περισσότερο, ήταν να αισθάνεται ένοχος. Και η αλήθεια ήταν ότι αισθανόταν αναθεματισμένα ένοχος επειδή είχε αναγκάσει τη Μιράντα να περιμένει για κάτι περισσότερο από έξι εβδομάδες. Όταν έφτασε στο σπίτι η αδελφή του, πήγε στο υπνοδωμάτιό της. Αντί να την περιμένει στο σαλόνι, ο Τέρνερ ανέβηκε δυο δυο τα σκαλιά και χτύπησε την πόρτα της. «Τέρνερ!» αναφώνησε η Ολίβια. «Θεέ μου! Τι κάνεις εδώ;» «Μα, Ολίβια, ζούσα εδώ κάποτε. Θυμάσαι;» «Ναι, ναι, φυσικά», χαμογέλασε. «Σε τι οφείλω αυτή την ευχαρίστηση;» Ο Τέρνερ άνοιξε το στόμα του και στη συνέχεια το έκλεισε. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος τι ήθελε να τη ρωτήσει. Δεν θα μπορούσε να βγει μπροστά και να πει: «Αποπλάνησα την καλύτερή σου φίλη και τώρα πρέπει να κάνω το σωστό και να την αποκαταστήσω. Άραγε θα ήταν πρέπον να την αναζητήσω στο σπίτι των παππούδων της, ενώ ένας από αυτούς είναι άρρωστος;» Άνοιξε ξανά το στόμα του.


«Ναι, Τέρνερ;» Το έκλεισε, νιώθοντας εντελώς ηλίθιος. «Ήθελες να με ρωτήσεις κάτι;» «Πώς ήταν η Σκοτία;» κατάφερε να ψελλίσει. «Ωραία. Έχεις πάει ποτέ;» «Όχι. Και η Μιράντα;» Η Ολίβια δίστασε να απαντήσει. «Μια χαρά. Στέλνει τους χαιρετισμούς της». Για κάποιο λόγο ο Τέρνερ αμφισβήτησε τα λόγια της αδελφής του. Πήρε μια ανάσα. Έπρεπε να προχωρήσει προσεκτικά. «Η διάθεσή της είναι καλή;» «Εεε, ναι». «Δεν ήταν στενοχωρημένη που θα χάσει την υπόλοιπη σεζόν;» «Όχι, φυσικά και όχι. Ποτέ δεν την ενδιέφερε και πολύ, για να λέμε την αλήθεια. Το ξέρεις, υποθέτω». «Ναι, σωστά». Στράφηκε προς το παράθυρο, με το χέρι του να χτυπά νευρικά πάνω στο ένα πόδι του. «Θα επιστρέψει σύντομα;» «Όχι για αρκετούς μήνες, φαντάζομαι». «Να υποθέσω ότι η γιαγιά της είναι αρκετά άρρωστη;» «Αρκετά». «Θα πρέπει να στείλω ένα σημείωμα για να εκφράσω τη συμπόνια μου». «Μα δεν πρόκειται να πεθάνει», δήλωσε γρήγορα η Ολίβια. «Ο γιατρός λέει ότι θα χρειαστεί λίγο χρόνο, ε, τουλάχιστον μισό χρόνο, ίσως και λίγο περισσότερο, αλλά πιστεύει ότι θα αναρρώσει». «Μάλιστα. Και τι ασθένεια είναι αυτή;» «Ένα γυναικείο πρόβλημα», δήλωσε η Ολίβια με κάπως περίεργη φωνή. Ο Τέρνερ ανασήκωσε το ένα του φρύδι. Ένα γυναικείο πρόβλημα σε μια γιαγιά. Πολύ ενδιαφέρον. Και ύποπτο. Στράφηκε ξανά προς το μέρος της. «Ελπίζω ότι δεν είναι μεταδοτικό. Δεν θα ήθελα να δω τη Μιράντα να αρρωσταίνει». «Ω, όχι. Η ασθένεια που υπάρχει σε εκείνο το σπίτι σίγουρα δεν είναι μεταδοτική», του είπε, και όταν ο Τέρνερ δεν σταμάτησε να την κοιτά συνοφρυωμένος, πρόσθεσε: «Μα κοίτα εμένα. Ήμουν εκεί για πάνω από ένα δεκαπενθήμερο και είμαι υγιής σαν άλογο». «Ε, ναι, είσαι. Αλλά πρέπει να σου πω ότι ανησυχώ για τη Μιράντα». «Ω, μα δεν πρέπει να ανησυχείς», επέμεινε η Ολίβια. «Είναι μια χαρά. Πραγματικά είναι». Ο Τέρνερ μισόκλεισε τα μάτια του. Τα μάγουλα της αδελφής του είχαν κοκκινίσει λίγο. «Κάτι μου κρύβεις». «Εγώ... δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς», τραύλισε. «Και γιατί μου κάνεις τόσες πολλές ερωτήσεις για τη Μιράντα;» «Είναι και δική μου καλή φίλη», της απάντησε. «Και σου συνιστώ να προσπαθήσεις να μου πεις την αλήθεια». Η Ολίβια έτρεξε προς την άλλη πλευρά του κρεβατιού καθώς εκείνος την πλησίαζε. «Δεν ξέρω για τι πράγμα μιλάς». «Μήπως η απουσία της έχει σχέση με κάποιο άντρα;» απαίτησε να μάθει. «Αυτό είναι; Γι’ αυτό έχεις επινοήσει αυτή την προφανώς ψεύτικη ιστορία για κάποιο άρρωστο συγγενή;» «Δεν είναι ιστορία», διαμαρτυρήθηκε εκείνη.


«Πες μου την αλήθεια!» Το στόμα της σφίχτηκε. «Ολίβια», είπε και ο τόνος της φωνής του ακούστηκε επικίνδυνος. «Τέρνερ!» τσίριξε η κοπέλα. «Δεν μου αρέσει το βλέμμα σου. Θα φωνάξω τη μητέρα». «Η μητέρα είναι η μισή από εμένα. Δεν θα μπορέσει να με εμποδίσει να σε στραγγαλίσω, παλιοκόριτσο». Η Ολίβια τον κοίταζε με γουρλωμένα μάτια. «Τέρνερ, έχεις τρελαθεί». «Ποιος είναι;» «Δεν γνωρίζω!» ξέσπασε η κοπέλα. «Δεν γνωρίζω». «Ώστε υπάρχει κάποιος». «Ναι! Όχι! Όχι πια!» «Τότε τι στον διάβολο συμβαίνει;» Ζήλια, πρωτόγονη και καυτή έτρεχε μέσα του. «Τίποτα!» «Πες μου τι συνέβη στη Μιράντα». Προχώρησε πιο κοντά μέχρι που στρίμωξε την Ολίβια ανάμεσα σ’ εκείνον και στο κρεβάτι. Ένα πρωτόγονο αίσθημα φόβου τον κατέλαβε. Ένα αίσθημα φόβου ότι θα μπορούσε να χάσει τη Μιράντα και ότι κάτι ή κάποιος την είχε βλάψει. Τι θα έκανε αν της είχε συμβεί κάτι; Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι η ευημερία της Μιράντα θα μπορούσε να προκαλέσει αυτή την ανησυχία, αυτό το αίσθημα πνιγμού στον λαιμό του, κι όμως να που το ένιωθε, και μα τον Θεό ήταν απαίσιο. Ποτέ δεν ήθελε να τη νοιάζεται τόσο πολύ. Η Ολίβια κοίταξε αριστερά και δεξιά προσπαθώντας να βρει τρόπο να δραπετεύσει. «Είναι μια χαρά, Τέρνερ, σου τ’ ορκίζομαι». Τα μεγάλα χέρια του κατέβηκαν στους ώμους της. «Ολίβια, είπε με πολύ χαμηλή φωνή, με τα γαλάζια μάτια του να ακτινοβολούν από μανία και φόβο. «Θα σου το πω μία και μοναδική φορά. Όταν ήμαστε παιδιά, ποτέ δεν σε χτύπησα, παρόλο που ομολογώ ότι είχα λόγους να το κάνω». Σταμάτησε και έσκυψε από πάνω της απειλητικά. «Αλλά δεν έχω αντίρρηση να αρχίσω να το κάνω τώρα αμέσως». Το κάτω χείλος της άρχισε να τρέμει. «Αν δεν μου πεις αυτή τη στιγμή τι είδους προβλήματα έχει η Μιράντα, θα το μετανιώσεις ειλικρινά». Χιλιάδες διαφορετικά συναισθήματα διέσχισαν το πρόσωπο της Ολίβια, τα περισσότερα από τα οποία σχετίζονταν με κάποιο τρόπο με τον πανικό ή τον φόβο. «Τέρνερ», τον παρακάλεσε, «είναι η πιο αγαπημένη μου φίλη. Δεν μπορώ να προδώσω την εμπιστοσύνη της». «Τι της συμβαίνει;» βρυχήθηκε. «Τέρνερ!» «Πες μου!» «Όχι, δεν μπορώ, εγώ...» και ξαφνικά η Ολίβια έγινε κάτασπρη. «Ω Θεέ μου!» «Τι;» «Ω Θεέ μου», φώναξε. «Εσύ είσαι». Μια έκφραση που ο Τέρνερ δεν είχε δει ποτέ πριν στην αδελφή του, ή σε οποιονδήποτε άλλο, ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της και έπειτα– «Πώς μπόρεσες!» του φώναξε, χτυπώντας τον κορμό του με τις μικρές γροθιές της. «Πώς μπόρεσες; Είσαι ένα κτήνος. Μ’ ακούς; Ένα κτήνος! Και ήταν άθλιο εκ μέρους σου να την αφήσεις έτσι». Ο Τέρνερ είχε κοκαλώσει μπροστά στο ξέσπασμά της, προσπαθώντας να καταλάβει τα λόγια


που του φώναζε και την οργή της. «Ολίβια», της είπε αργά. «Για ποιο πράγμα μιλάς;» «Η Μιράντα είναι έγκυος», του σφύριξε. «Έγκυος». «Ω Θεέ μου». Τα χέρια του Τέρνερ έπεσαν από τους ώμους της και σωριάστηκε στο κρεβάτι σοκαρισμένος. «Υποθέτω ότι εσύ είσαι ο πατέρας», του είπε ψυχρά. «Αυτό είναι αηδιαστικό. Για τον Θεό, Τέρνερ. Είσαι σχεδόν αδελφός της». «Ούτε καν!» της πέταξε θυμωμένος. «Είσαι μεγαλύτερος από εκείνη και πιο έμπειρος. Δεν θα έπρεπε να την εκμεταλλευτείς». «Δεν πρόκειται να δώσω εξηγήσεις σ’ εσένα για όσα έκανα», την έκοψε ψυχρά. Η Ολίβια ρουθούνισε θυμωμένη. «Γιατί δεν μου το είπε;» «Είχες φύγει για το Κεντ, αν θυμάσαι. Πίνοντας και γλεντώντας με πόρνες και–» «Δεν γλεντούσα με πόρνες», ξέσπασε εκείνος. «Δεν έχω πάει με άλλη γυναίκα μετά τη Μιράντα». «Με συγχωρείς που δυσκολεύομαι να το πιστέψω, μεγάλε αδελφέ. Είσαι σιχαμένος. Βγες αμέσως έξω από το δωμάτιό μου». «Έγκυος». Εκείνος επανέλαβε τη λέξη, λες και αν την έλεγε ξανά θα γινόταν πιο εύκολο να το πιστέψει. «Η Μιράντα. Ένα μωρό. Θεέ μου». «Είναι λίγο αργά για προσευχές», του είπε η Ολίβια παγωμένα. «Η συμπεριφορά σου ήταν τουλάχιστον κατακριτέα». «Δεν ήξερα ότι ήταν έγκυος». «Έχει σημασία;» Ο Τέρνερ δεν απάντησε. Δεν μπορούσε να απαντήσει, όχι όταν γνώριζε ότι είχε κάνει ένα τόσο μεγάλο λάθος. Έχωσε το κεφάλι στα χέρια του, ενώ το μυαλό του εξακολουθούσε να είναι κλονισμένο. Θεέ μου, πόσο εγωιστής ήταν... Είχε αναβάλει να αντιμετωπίσει τη Μιράντα απλώς επειδή ήταν φυγόπονος. Είχε υπολογίσει ότι θα ήταν εδώ να τον περιμένει όταν επέστρεφε. Επειδή… επειδή… Επειδή εκείνη αυτό έκανε πάντα. Δεν τον περίμενε για χρόνια; Δεν είπε... Ήταν πραγματικά ηλίθιος. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει άλλη εξήγηση ή δικαιολογία. Απλώς είχε υποθέσει... και το είχε εκμεταλλευτεί... και... Ούτε στους χειρότερους εφιάλτες του δεν είχε φανταστεί ότι εκείνη θα βρισκόταν περίπου πεντακόσια χιλιόμετρα βορειότερα, αντιμετωπίζοντας μια απροσδόκητη εγκυμοσύνη που σύντομα θα γινόταν ένα νόθο παιδί. Της είχε πει να τον ειδοποιήσει αν συνέβαινε αυτό. Γιατί δεν είχε γράψει; Γιατί δεν είπε κάτι; Κοίταξε τα χέρια του. Φαίνονταν παράξενα και ξένα, και όταν τέντωσε τα δάχτυλά του, οι μύες του ήταν σφιγμένοι και του άφηναν μια αλλόκοτη αίσθηση. «Τέρνερ;» Μπορούσε να ακούσει την αδελφή του να ψιθυρίζει το όνομά του, αλλά για κάποιο λόγο δεν μπορούσε να απαντήσει. Μπορούσε να αισθανθεί το λαρύγγι του να κινείται, αλλά δεν μπορούσε να μιλήσει, δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να κάθεται εκεί σαν ανόητος και να σκέφτεται τη Μιράντα. Μόνη. Ήταν μόνη της και πιθανότατα τρομοκρατημένη. Ήταν μόνη της, ενώ θα έπρεπε να είναι παντρεμένη μαζί του και να έχει βολευτεί στο σπίτι του στο Νορθάμπερλαντ και να


απολαμβάνει φρέσκο αέρα και υγιεινό φαγητό, εκεί όπου ο ίδιος θα μπορούσε να τη φροντίζει. Ένα μωρό. Ήταν αστείο πώς κάποτε είχε υποθέσει ότι θα άφηνε τον Ουίνστον να διαιωνίσει το οικογενειακό όνομα και τον τίτλο, γιατί τώρα ήθελε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο να αγγίξει τη φουσκωμένη κοιλιά της Μιράντα και να κρατήσει αυτό το παιδί στην αγκαλιά του. Ήλπιζε ότι θα ήταν κορίτσι. Ήλπιζε ότι θα είχε καστανά μάτια. Θα μπορούσε να αποκτήσει τον κληρονόμο του αργότερα. Με τη Μιράντα στο κρεβάτι του, δεν ανησυχούσε ότι θα μπορούσαν γρήγορα να αποκτήσουν κι άλλο παιδί. «Τι θα κάνεις γι’ αυτό;» ρώτησε η Ολίβια. Ο Τέρνερ ανασήκωσε αργά το κεφάλι του. Η αδελφή του στεκόταν θυμωμένη μπροστά του, με τα χέρια στους γοφούς. «Τι νομίζεις ότι θα κάνω γι’ αυτό;» αντέδρασε. «Δεν ξέρω, Τέρνερ», και για μια ακόμα φορά η φωνή της Ολίβια δεν είχε κανένα συναίσθημα. Ο Τέρνερ συνειδητοποίησε ότι τα λόγια της δεν ήταν απάντηση ή πρόκληση. Η Ολίβια ειλικρινά δεν ήταν πεπεισμένη ότι εκείνος σκόπευε να κάνει το σωστό και να παντρευτεί τη Μιράντα. Ποτέ στη ζωή του δεν είχε αισθανθεί τόσο ανεπαρκής, τόσο λίγος. Σηκώθηκε και καθάρισε τον λαιμό του με μια βαθιά, τρεμουλιαστή ανάσα. «Ολίβια, θα είχες την καλοσύνη να μου δώσεις τη διεύθυνση της Μιράντα στη Σκοτία;» «Ευχαρίστως». Πήγε στο γραφείο της και πήρε ένα κομμάτι χαρτί, στο οποίο έγραψε βιαστικά λίγες γραμμές. «Ορίστε!» Ο Τέρνερ πήρε το χαρτί, το δίπλωσε και το έβαλε στην τσέπη του. «Ευχαριστώ». Η Ολίβια σκόπιμα απέφυγε να απαντήσει. «Δεν θα σε δω για λίγο καιρό, νομίζω». «Για τουλάχιστον επτά μήνες, ελπίζω», της απάντησε. Ο Τέρνερ διέσχισε όλη την Αγγλία μέχρι το Εδιμβούργο, ολοκληρώνοντας το ταξίδι μέσα στον εκπληκτικό χρόνο των τεσσερισήμισι ημερών. Ήταν κουρασμένος και σκονισμένος όταν έφτασε στην πρωτεύουσα της Σκοτίας, αλλά αυτό δεν φαινόταν να έχει σημασία. Κάθε μέρα που η Μιράντα έμενε μόνη ήταν άλλη μια μέρα που θα μπορούσε – διάβολε, δεν ήξερε τι ήταν ικανή να κάνει, αλλά δεν ήθελε να μάθει. Έλεγξε τη διεύθυνση μια τελευταία φορά πριν ανεβεί τα σκαλοπάτια. Οι παππούδες της Μιράντα ζούσαν σε μια αρκετά καινούρια κατοικία σε μια μοντέρνα περιοχή του Εδιμβούργου. Ανήκαν στην υψηλή κοινωνία, είχε ακούσει κάποτε, και είχαν κάποια περιουσία πιο βόρεια. Αναστέναξε με ανακούφιση στη σκέψη ότι περνούσαν το καλοκαίρι κοντά στα σύνορα. Δεν θα επιθυμούσε να συνεχίσει το ταξίδι του στα Χάιλαντς έτσι εξαντλημένος όπως ήταν. Χτύπησε την πόρτα σταθερά. Ο μπάτλερ που του άνοιξε τον χαιρέτησε με τέλεια αγγλική προφορά, όπως αυτή που θα μπορούσε κάποιος να ακούσει στην κατοικία ενός δούκα. «Είμαι εδώ για να δω τη δεσποινίδα Τσίβερ», είπε ο Τέρνερ λαχανιασμένος. Ο μπάτλερ κοίταξε περιφρονητικά τα ρούχα του Τέρνερ. «Δεν είναι μέσα». «Αλήθεια;» Ο τόνος του Τέρνερ υπονοούσε ότι δεν τον πίστευε. Δεν θα τον εξέπληττε αν η ίδια είχε δώσει την περιγραφή του σε ολόκληρο το νοικοκυριό και τους είχε δώσει οδηγίες να μην τον αφήσουν να μπει. «Θα χρειαστεί να επιστρέψετε αργότερα. Θα μπορούσα ευχαρίστως, ωστόσο, να μεταφέρω ένα μήνυμα εάν–» «Θα περιμένω», είπε ο Τέρνερ και αφού έσπρωξε τον μπάτλερ προχώρησε σε ένα μικρό


σαλόνι μετά την κύρια αίθουσα. «Μισό λεπτό, κύριε!» διαμαρτυρήθηκε ο μπάτλερ. Ο Τέρνερ έβγαλε μία από τις κάρτες του και του την έδωσε. Ο μπάτλερ κοίταξε το όνομά του, ύστερα τον ίδιο και έπειτα κοίταξε ξανά το όνομά του. Προφανώς δεν περίμενε ότι ένας υποκόμης θα ήταν ντυμένος τόσο ατημέλητα. Ο Τέρνερ χαμογέλασε ειρωνικά. Κάποιες φορές ένας τίτλος μπορούσε να είναι πολύ χρήσιμος. «Αν θέλετε να περιμένετε, κύριέ μου», είπε ο μπάτλερ σε πιο ήπιο τόνο, «θα πω σε μια κοπέλα να φέρει τσάι». «Ναι, σας παρακαλώ». Καθώς ο μπάτλερ γλίστρησε από την πόρτα, ο Τέρνερ άρχισε να περιπλανιέται στο δωμάτιο, εξετάζοντας αργά τον χώρο. Ο παππούς και η γιαγιά της Μιράντα είχαν προφανώς καλό γούστο. Τα έπιπλα ήταν απέριττα και κλασικού στιλ, τέτοια που ποτέ δεν θα φαίνονταν κακόγουστα ή πολύ ξεπερασμένα. Καθώς κοίταζε τον πίνακα ενός τοπίου, σκεφτόταν, όπως έκανε χιλιάδες φορές από τότε που έφυγε από το Λονδίνο, τι θα έλεγε στη Μιράντα. Ο μπάτλερ δεν είχε καλέσει τον φρουρό μόλις διάβασε το όνομά του. Ο Τέρνερ υπέθετε ότι αυτό ήταν καλό σημάδι. Το τσάι έφτασε λίγα λεπτά αργότερα και αφού η Μιράντα δεν εμφανίστηκε σύντομα, ο Τέρνερ κατέληξε ότι ο μπάτλερ δεν είχε πει ψέματα για την απουσία της. Δεν τον πείραζε. Θα περίμενε όσο χρειαζόταν. Θα τα κατάφερνε στο τέλος – δεν είχε καμία αμφιβολία γι’ αυτό. Η Μιράντα ήταν λογικό κορίτσι. Ήξερε ότι ο κόσμος ήταν κακός και εχθρικός προς τα νόθα παιδιά. Και προς τις μητέρες τους. Ανεξάρτητα από το πόσο θυμωμένη ήταν μαζί του –και θα ήταν, γι’ αυτό δεν είχε καμία αμφιβολία– δεν θα ήθελε να εκθέσει το παιδί της σε μια τόσο δύσκολη ζωή. Και στο κάτω κάτω ήταν και δικό του παιδί. Άξιζε την προστασία του ονόματός του. Όπως και η Μιράντα. Πραγματικά δεν του άρεσε η σκέψη να μείνει η Μιράντα κι άλλο μόνη της, ακόμα κι αν ο παππούς και η γιαγιά της είχαν συμφωνήσει να την έχουν κοντά τους κατά τη διάρκεια αυτής της δύσκολης περιόδου. Ο Τέρνερ κάθισε πίνοντας το τσάι του για μισή ώρα, τρώγοντας τουλάχιστον έξι από τα κεκάκια που του είχαν φέρει μαζί με το ζεστό ρόφημα. Το ταξίδι του από το Λονδίνο ήταν μακρύ και δεν σταματούσε συχνά για φαγητό. Κι ενώ θαύμαζε πόσο καλύτερη γεύση είχαν από όλα όσα είχε φάει ποτέ στην Αγγλία, άκουσε την πόρτα να ανοίγει. «ΜακΝτάουνς!» Η φωνή της Μιράντα. Ο Τέρνερ σηκώθηκε, κρατώντας ακόμα ένα μισοφαγωμένο κέικ. Στα σκαλιά ακούστηκαν βήματα, που πιθανώς ανήκαν στον μπάτλερ. «Μπορείς, σε παρακαλώ, να με απαλλάξεις από κάποια από αυτά τα πακέτα; Ξέρω ότι έπρεπε να τους είχα ζητήσει να τα στείλουν στο σπίτι, αλλά ήμουν πολύ ανυπόμονη». Ο Τέρνερ άκουσε τον ήχο των πακέτων που άλλαζαν χέρια, και μετά τη φωνή του μπάτλερ που έλεγε: «Δεσποινίς Τσίβερ, πρέπει να σας ενημερώσω ότι έχετε έναν επισκέπτη που σας περιμένει στο σαλόνι». «Ένας επισκέπτης; Δικός μου; Παράξενο. Θα είναι κάποιος από τους Μακλίνς. Πάντα έκανα παρέα μαζί τους όταν ήμουν στη Σκοτία, και μάλλον έμαθαν ότι βρίσκομαι στην πόλη». «Δεν πιστεύω ότι ο επισκέπτης είναι Σκοτσέζος στην καταγωγή, δεσποινίς». «Πραγματικά, τότε ποιος...» Ο Τέρνερ σχεδόν χαμογέλασε καθώς η φωνή της χάθηκε απότομα. Μπορούσε σχεδόν να φανταστεί το στόμα της να ανοίγει από έκπληξη. «Ήταν πολύ επίμονος, δεσποινίς», συνέχισε ο ΜακΝτάουνς. «Έχω εδώ την κάρτα του».


Ακολούθησε μια μακρά σιωπή μέχρι που η Μιράντα τελικά είπε: «Πες του, σε παρακαλώ, ότι δεν είμαι διαθέσιμη». Η φωνή της χαμήλωσε στην τελευταία λέξη και έπειτα ακούστηκαν βήματα στις σκάλες. Ο Τέρνερ βγήκε γρήγορα στο χολ κι έπεσε πάνω στον ΜακΝτάουνς, ο οποίος μάλλον απολάμβανε την ιδέα να τον πετάξει έξω. «Δεν επιθυμεί να σας δει, κύριέ μου», είπε ο μπάτλερ με επίπεδη φωνή, και μια υποψία χαμόγελου ζωγραφίστηκε στα χείλη του. Ο Τέρνερ προσπάθησε να τον σπρώξει στο πλάι. «Ανάθεμά με, αν δεν με δεχτεί». «Δεν το νομίζω, κύριέ μου», του απάντησε ο ΜακΝτάουνς πιάνοντάς τον από τα πέτα του παλτού του. «Κοίτα, άνθρωπέ μου», είπε ο Τέρνερ, προσπαθώντας να ακούγεται ψυχρός αλλά συγκαταβατικός, αν ήταν δυνατόν κάτι τέτοιο. «Δεν έχω ενδοιασμούς να σε χτυπήσω». «Ούτε εγώ έχω τέτοιους ενδοιασμούς». Ο Τέρνερ κοίταξε τον μεγαλύτερο άντρα με περιφρόνηση. «Φύγε από μπροστά μου». Ο μπάτλερ σταύρωσε τα μπράτσα του στο στήθος και δεν μετακινήθηκε καθόλου. Ο Τέρνερ τον αγριοκοίταξε και αφού ελευθέρωσε με μια απότομη κίνηση το παλτό του από τα χέρια του μπάτλερ, έτρεξε μέχρι τη βάση της σκάλας. «Μιράντα!» φώναξε δυνατά. «Κατέβα εδώ τώρα! Τώρα αμέσως! Έχουμε κάποια πράγματα να–» Παφ! Θεέ και Κύριε, ο μπάτλερ τον είχε χτυπήσει στο σαγόνι. Έκπληκτος ο Τέρνερ χάιδεψε το πιγούνι του. «Έχεις τρελαθεί;» «Καθόλου, κύριε. Είμαι πολύ υπερήφανος για το έργο μου». Ο μπάτλερ είχε πάρει θέση μάχης με την ευκολία και τη χάρη ενός επαγγελματία. Για όνομα του Θεού! Η Μιράντα είχε προσλάβει έναν πυγμάχο για μπάτλερ; «Άκου», είπε ο Τέρνερ με έναν συμβιβαστικό τόνο. «Πρέπει να μιλήσω αμέσως μαζί της. Είναι ζήτημα υψίστης σημασίας. Διακυβεύεται η τιμή της κυρίας». Παφ! Ο Τέρνερ δέχτηκε μια δεύτερη γροθιά. «Αυτό, κύριε, ήταν επειδή υπονοήσατε ότι η δεσποινίς Τσίβερ δεν είναι αξιοσέβαστη». Ο Τέρνερ μισόκλεισε τα μάτια του απειλητικά, αλλά αποφάσισε ότι δεν θα είχε καμία πιθανότητα με τον τρελό μπάτλερ της Μιράντα, όχι όταν είχε ήδη δεχτεί δυο γροθιές που τον είχαν ζαλίσει. «Πείτε στη δεσποινίδα Τσίβερ», είπε οργισμένα, «ότι θα επιστρέψω, και το καλό που της θέλω, να φροντίσει να με δεχτεί». Και με αυτά τα λόγια βγήκε οργισμένα από το σπίτι και κατέβηκε τα μπροστινά σκαλοπάτια. Έξαλλος που αυτό το κοριτσόπουλο αρνούνταν να τον δει, γύρισε προς τα πίσω για να κοιτάξει το σπίτι. Εκείνη στεκόταν σε ένα ανοιχτό παράθυρο στον επάνω όροφο, με τα δάχτυλά της να καλύπτουν νευρικά το στόμα της. Ο Τέρνερ την κοίταξε και ύστερα συνειδητοποίησε ότι κρατούσε ακόμα το μισοφαγωμένο κομμάτι από το κέικ που έτρωγε προηγουμένως. Με μια δυνατή κίνηση το έριξε προς το παράθυρο κι εκείνο πέρασε μέσα από το ανοιχτό τζάμι και την πέτυχε ακριβώς στο στήθος! Τουλάχιστον αυτό του έδωσε κάποια ικανοποίηση. 24 Αυγούστου 1819 Ω Θεέ μου!


Ποτέ δεν έστειλα την επιστολή, φυσικά. Αφιέρωσα μια ολόκληρη μέρα για να τη γράψω, και μόλις ήμουν έτοιμη να τη στείλω, ήταν πια περιττό. Δεν ήξερα αν έπρεπε να κλάψω ή να χαρώ. Και τώρα ο Τέρνερ είναι εδώ. Πρέπει να απέσπασε με το ζόρι την αλήθεια –ή μάλλον αυτό που ήταν αλήθεια– από την Ολίβια. Ποτέ δεν θα με πρόδιδε διαφορετικά. Καημένη Λίβι. Μπορεί να γίνει τρομακτικός όταν εξοργιστεί. Και προφανώς εξακολουθεί να είναι εξοργισμένος. Μέχρι που μου έριξε και ένα μισοφαγωμένο κομμάτι κέικ! Ένα κομμάτι κέικ! Δεν το χωρά ο νους μου.


Κεφάλαιο 14 Δύο ώρες αργότερα, ο Τέρνερ εμφανίστηκε ξανά. Αυτή τη φορά, η Μιράντα τον περίμενε. Του άνοιξε πριν καν εκείνος χτυπήσει την πόρτα. Στεκόταν εκεί, σε μια τέλεια στάση, με το χέρι του μαζεμένο σε γροθιά, έτοιμος να χτυπήσει την πόρτα. «Ω, για όνομα του Θεού», του είπε εκνευρισμένη. «Πέρασε μέσα!» Ο Τέρνερ ανασήκωσε τα φρύδια του. «Με περίμενες;» «Φυσικά». Και επειδή η Μιράντα ήξερε ότι δεν μπορούσε να το αναβάλλει άλλο πια, γύρισε και προχώρησε στο σαλόνι χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά πίσω της. Εκείνος σίγουρα την ακολουθούσε. «Τι θέλεις;» τον ρώτησε κοφτά. «Έναν πολύ πιο ευχάριστο χαιρετισμό, Μιράντα», της είπε απαλά, και ήταν τόσο καθαρός και καλοντυμένος και όμορφος και άνετος και – ω, ήθελε να τον σκοτώσει. «Ποιος σου διδάσκει τρόπους;» συνέχισε. «Ο Αττίλας ο Κατακτητής;» Εκείνη έσφιξε τα δόντια της και επανέλαβε την ερώτηση. «Τι θέλεις;» «Μα, να σε παντρευτώ φυσικά». Ήταν, ασφαλώς, το μοναδικό πράγμα που περίμενε από την πρώτη στιγμή που τον είχε δει. Και ποτέ στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο περήφανη και αξιοπρεπής όσο όταν είπε: «Όχι, ευχαριστώ». «Όχι… ευχαριστώ;» «Όχι, ευχαριστώ», επανέλαβε ψυχρά. «Αν αυτό ήταν όλο, να σε συνοδεύσω στην έξοδο». Εκείνος άρπαξε τον καρπό της καθώς η Μιράντα έκανε να φύγει από το δωμάτιο. «Όχι τόσο γρήγορα». Εκείνη ήξερε ότι μπορούσε να το κάνει αυτό. Ήξερε ότι μπορούσε. Είχε την περηφάνια της και δεν είχε πλέον κανένα σημαντικό λόγο να τον παντρευτεί. Και δεν θα έπρεπε. Όσο και να πονούσε η καρδιά της, δεν έπρεπε να ενδώσει. Δεν την αγαπούσε. Δεν τη νοιαζόταν καν αρκετά ώστε να επικοινωνήσει μαζί της τον τελευταίο ενάμιση μήνα, από τότε που είχαν βρεθεί στο μικρό κυνηγετικό καταφύγιο. Μπορεί να ήταν ένας κύριος λόγω του τίτλου του, αλλά δεν ήταν και τόσο κύριος όσον αφορούσε τη συμπεριφορά του. «Μιράντα», της είπε τρυφερά, και εκείνη ήταν σίγουρη ότι προσπαθούσε να την αποπλανήσει, αν όχι για να την πάρει στο κρεβάτι του, για να συναινέσει στον γάμο. Η Μιράντα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Ήρθες εδώ, έκανες το σωστό και αρνήθηκα. Δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο πρέπει να αισθάνεσαι ένοχος, έτσι μπορείς να επιστρέψεις στην Αγγλία με καθαρή συνείδηση. Αντίο, Τέρνερ!» «Δεν το νομίζω, Μιράντα», είπε, σφίγγοντας το χέρι της. «Εσύ κι εγώ έχουμε πολλά να συζητήσουμε». «Ε, όχι και πολλά, στην πραγματικότητα. Σ’ ευχαριστώ, όμως, για το ενδιαφέρον σου». Το χέρι της είχε μυρμηγκιάσει εκεί που την κρατούσε, και ήξερε ότι αν ήθελε να διατηρήσει την αποφασιστικότητά της, έπρεπε να τον ξεφορτωθεί το συντομότερο δυνατόν.


Ο Τέρνερ κλότσησε την πόρτα για να κλείσει. «Διαφωνώ». «Τέρνερ, μην το κάνεις αυτό!» Η Μιράντα τράβηξε το χέρι της και προσπάθησε να πάει στην πόρτα για να την ανοίξει ξανά, αλλά εκείνος την εμπόδισε. «Αυτό είναι το σπίτι των παππούδων μου. Δεν θα τους απογοητεύσω με οποιαδήποτε ανάρμοστη συμπεριφορά». «Θα έπρεπε μάλλον να ανησυχείς περισσότερο μήπως τυχόν ακούσουν όσα έχω να σου πω». Έριξε μια ματιά στην αμείλικτη έκφρασή του και έκλεισε το στόμα της. «Πολύ καλά. Πες μου ό,τι ήρθες εδώ για να πεις». Το δάχτυλό του άρχισε να κάνει αργούς κύκλους πάνω στην παλάμη της. «Σε σκεφτόμουν πολύ, Μιράντα». «Αλήθεια; Αυτό είναι πολύ κολακευτικό». Εκείνος αγνόησε τον παγερό τόνο της και πλησίασε πιο κοντά της. «Εσύ με σκεφτόσουν καθόλου;» Θεέ μου! Μακάρι να ήξερε πόσο πολύ. «Μερικές φορές». «Μόνο μερικές φορές;» «Σπάνια, θα έλεγα». Την τράβηξε προς το μέρος του, με το χέρι του να γλιστρά κατά μήκος του χεριού της. «Πόσο σπάνια;» μουρμούρισε. «Σχεδόν ποτέ». Αλλά η φωνή της είχε αρχίσει να γίνεται πιο μαλακή και λιγότερο σταθερή. «Αλήθεια;» της είπε ανασηκώνοντας ένα από τα φρύδια του με δυσπιστία. «Νομίζω ότι όλα αυτά τα σκοτσέζικα φαγητά έχουν πειράξει το μυαλό σου. Έχεις φάει χάγκις4;» «Χάγκις;» τον ρώτησε με κομμένη την ανάσα. Μπορούσε να αισθανθεί το στήθος της να φουσκώνει, σάμπως ο αέρας να είχε γίνει τοξικός, σαν να επρόκειτο να μεθύσει απλώς και μόνο αν ανέπνεε κοντά του. «Ναι. Απαίσιο φαγητό, νομίζω». «Δεν… δεν είναι κακό». Για ποιο πράγμα μιλούσε; Και γιατί την κοίταζε έτσι; Τα μάτια του έμοιαζαν με ζαφείρια. Όχι, σαν ουρανός με φεγγάρι. Ω Θεέ μου! Πού είχε πάει η αποφασιστικότητά της; Ο Τέρνερ χαμογέλασε χαλαρά. «Η μνήμη σου έχει πειραχτεί, αγάπη μου. Νομίζω ότι χρειάζεσαι κάποια υπενθύμιση». Τα χείλη του κατέβηκαν απαλά στα δικά της, ανάβοντας γρήγορα φωτιά στο σώμα της. Εκείνη σφίχτηκε πάνω του, αναστενάζοντας το όνομά του. Εκείνος την τράβηξε πιο σφιχτά, με τη δύναμη της διέγερσής του να την πιέζει χαμηλά. «Μπορείς να νιώσεις τι μου κάνεις;» της ψιθύρισε. «Μπορείς;» Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά, τρέμοντας, χωρίς καλά καλά να συνειδητοποιεί ότι στέκονταν στη μέση του σαλονιού του παππού και της γιαγιάς της. «Μόνο εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό, Μιράντα», της μουρμούρισε παθιασμένα. «Μόνο εσύ». Αυτή η παρατήρηση ξύπνησε κάτι δυσάρεστο μέσα της και αμέσως έγινε άκαμπτη μες στα χέρια του. Δεν είχε περάσει λίγο περισσότερο από έναν μήνα στο Κεντ με τον φίλο του τον λόρδο Χάρι Τάδε; Και δεν την είχε ενημερώσει η Ολίβια ότι οι διακοπές τους θα περιλάμβαναν κρασί, ουίσκι και γυναίκες; Γυναίκες ελευθερίων ηθών. Πολλές τέτοιες γυναίκες. «Τι συμβαίνει, αγάπη μου;» Τα λόγια του ήταν ψιθυριστά, κοντά στο δέρμα της, κι έκαναν ένα μέρος της να λαχταρά να λιώσει πάνω του. Αλλά δεν θα παρασυρόταν. Όχι αυτή τη φορά. Προτού αλλάξει γνώμη, έβαλε τις παλάμες της στο στήθος του και τον έσπρωξε. «Μην προσπαθείς να το κάνεις αυτό σ’ εμένα», τον προειδοποίησε. «Να κάνω τι;» Το πρόσωπό του είχε μια αθώα έκφραση.


Αν η Μιράντα είχε ένα βάζο στα χέρια της, θα του το είχε πετάξει. Ή καλύτερα ακόμα, ένα μισοφαγωμένο κεκάκι. «Να με παρασύρεις να υποκύψω στη θέλησή σου». «Γιατί όχι;» «Γιατί όχι;» επανέλαβε σαν να μην πίστευε στ’ αφτιά της. «Γιατί όχι; Επειδή εγώ... Επειδή...» «Επειδή;…» της χαμογέλασε. «Επειδή – ω!» Τα χέρια της έπεσαν στα πλευρά της και χτύπησε θυμωμένα το πόδι της στο πάτωμα, κάτι που την εξόργισε ακόμα περισσότερο. Να την υποτιμά τόσο; Ήταν εντελώς ταπεινωτικό. «Έλα, έλα τώρα, Μιράντα». «Μη μου λες “έλα τώρα”, παλιοεγωιστή, παλιο–» «Είσαι θυμωμένη μαζί μου, μου φαίνεται». Εκείνη τον κοίταξε με μάτια μισόκλειστα. «Πάντα ήσουν έξυπνος, Τέρνερ». Εκείνος αγνόησε τον σαρκασμό της. «Λοιπόν, ορίστε! Ζητώ συγγνώμη! Ποτέ δεν είχα την πρόθεση να παραμείνω τόσο πολύ στο Κεντ. Δεν ξέρω γιατί το έκανα, αλλά το έκανα και λυπάμαι. Επρόκειτο να είναι απλώς ένα διήμερο ταξίδι». «Ένα διήμερο ταξίδι που διήρκεσε σχεδόν δύο μήνες;» τον ρώτησε ειρωνικά. «Με συγχωρείς αν δυσκολεύομαι να σε πιστέψω». «Δεν ήμουν στο Κεντ όλη την ώρα. Όταν επέστρεψα στο Λονδίνο, η μητέρα μου είπε ότι είχες έρθει στη Σκοτία για να φροντίσεις έναν άρρωστο συγγενή. Δεν ήξερα ότι συνέβαινε κάτι άλλο μέχρι που επέστρεψε η Ολίβια». «Δεν με νοιάζει πόσο καιρό ήσουν... οπουδήποτε και αν ήσουν!» του φώναξε, σταυρώνοντας τα μπράτσα της σφιχτά πάνω στο στήθος της. «Δεν έπρεπε να με εγκαταλείψεις έτσι. Μπορώ να καταλάβω ότι χρειαζόσουν χρόνο για να σκεφτείς, γιατί ξέρω ότι ποτέ δεν ήθελες να με παντρευτείς, αλλά για όνομα του Θεού, Τέρνερ, χρειαζόσουν επτά εβδομάδες; Δεν μπορείς να συμπεριφέρεσαι σε μια γυναίκα με αυτόν τον τρόπο! Είσαι αγενής και ασυνείδητος και... και καθόλου κύριος!» Αυτοί ήταν οι χειρότεροι χαρακτηρισμοί που θα μπορούσε να σκεφτεί γι’ αυτόν; Ο Τέρνερ αντιστάθηκε στην επιθυμία να χαμογελάσει. Τα πράγματα δεν ήταν ούτε στο ελάχιστο όσο άσχημα τα περίμενε. «Έχεις δίκιο», είπε ήσυχα. «Και επιπλέον – τι;» του είπε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια της. «Έχεις δίκιο». «Έχω;» «Δεν θέλεις να έχεις δίκιο;» Άνοιξε το στόμα της, το έκλεισε και ύστερα είπε: «Σταμάτα να με μπερδεύεις». «Δεν σε μπερδεύω. Συμφωνώ μαζί σου, σε περίπτωση που δεν το έχεις παρατηρήσει», της είπε με το πιο γοητευτικό χαμόγελό του. «Δέχεσαι τη συγγνώμη μου;» Η Μιράντα αναστέναξε. Θα έπρεπε να ήταν παράνομο για έναν άντρα να έχει τόσο μεγάλη γοητεία. «Ναι, εντάξει. Τη δέχομαι. Αλλά τι», τον ρώτησε καχύποπτα, «έκανες στο Κεντ;» «Συνήθως ήμουν μεθυσμένος». «Αυτό είναι όλο;» «Και λίγο κυνήγι». «Και;» «Και έκανα ό,τι μπορούσα για να κρατήσω τον Ουίνστον μακριά από προβλήματα όταν ήρθε εκεί από την Οξφόρδη. Αυτή η δουλειά με κράτησε μακριά ένα επιπλέον δεκαπενθήμερο, θα


πρέπει να ξέρεις». «Και;» «Προσπαθείς να με ρωτήσεις αν υπήρχαν γυναίκες εκεί;» Εκείνη κοίταξε μακριά. «Ίσως». «Ναι, υπήρχαν». Η Μιράντα προσπάθησε να καταπιεί τον κόμπο που είχε σταθεί ξαφνικά στον λαιμό της, καθώς παραμέρισε για να του ανοίξει τον δρόμο προς την πόρτα. «Νομίζω ότι πρέπει να φύγεις», του είπε ήσυχα. Εκείνος πήρε τα χέρια της στα δικά του και την ανάγκασε να τον κοιτάξει. «Ποτέ δεν άγγιξα καμιά απ’ αυτές, Μιράντα. Ούτε μία!» Η ένταση της φωνής του ήταν αρκετή για να την κάνει να θέλει να κλάψει. «Γιατί όχι;» ψιθύρισε. «Ήξερα ότι θα σε παντρευτώ. Ξέρω πώς αισθάνεται κάποιος όταν τον απατούν». Ξερόβηξε και συνέχισε: «Δεν θα σου το έκανα ποτέ αυτό». «Γιατί όχι;» Οι λέξεις ήταν μόλις ένας ψίθυρος. «Επειδή νοιάζομαι για τα συναισθήματά σου. Και επειδή σε σέβομαι πολύ». Τραβήχτηκε μακριά του και πήγε προς το παράθυρο. Ήταν νωρίς το βράδυ, αλλά οι μέρες ήταν μεγάλες κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού στη Σκοτία. Ο ήλιος ήταν ψηλά στον ουρανό και οι άνθρωποι περπατούσαν ακόμα στους δρόμους, ολοκληρώνοντας τις καθημερινές δουλειές τους σαν να μην είχαν καμία άλλη έγνοια στον κόσμο. Η Μιράντα επιθυμούσε να είναι ένας από αυτούς τους ανθρώπους. Ήθελε να περπατήσει κάτω στον δρόμο μακριά από τα προβλήματά της και να μην επιστρέψει ποτέ. Ο Τέρνερ ήθελε να την παντρευτεί. Είχε παραμείνει πιστός σε αυτήν κι εκείνη έπρεπε να χορεύει από χαρά. Αλλά δεν μπορούσε να διώξει εκείνη την αίσθηση ότι το έκανε από καθήκον, όχι από αγάπη γι’ αυτήν. Φυσικά την επιθυμούσε. Ήταν πολύ σαφές ότι την επιθυμούσε. Ένα δάκρυ κύλησε στο πρόσωπό της. Δεν ήταν αρκετό. Θα μπορούσε να είναι, αν εκείνη δεν τον αγαπούσε τόσο πολύ. Αλλά αυτό... Ήταν πολύ άδικο. Θα την έκανε να μαραζώσει αργά, μέχρι που δεν θα ήταν παρά ένα θλιβερό, άδειο κέλυφος. «Τέρνερ, εγώ... εκτιμώ ότι ήρθες μέχρι εδώ για να με δεις. Ξέρω ότι ήταν ένα μακρύ ταξίδι. Και πραγματικά...» σταμάτησε ψάχνοντας τη σωστή λέξη, «...ήταν πολύ έντιμο εκ μέρους σου που έμεινες μακριά από όλες αυτές τις γυναίκες στο Κεντ. Είμαι βέβαιη ότι ήταν πολύ όμορφες». «Όχι, τόσο όμορφες όσο εσύ», ψιθύρισε. Εκείνη κατάπιε αμήχανα. Αυτό γινόταν όλο και πιο δύσκολο. Έσφιξε με τα χέρια της το περβάζι του παραθύρου. «Δεν μπορώ να σε παντρευτώ». Νεκρική σιωπή. Η Μιράντα δεν γύρισε προς το μέρος του. Δεν μπορούσε να τον δει, αλλά μπορούσε να νιώσει την οργή που έβραζε στο σώμα του. Σε παρακαλώ, σε παρακαλώ, απλώς φύγε από το δωμάτιο, προσευχόταν σιωπηλά. Μην έρχεσαι κοντά. Και σε παρακαλώ – σε παρακαλώ, μη με αγγίξεις. Οι προσευχές της δεν εισακούστηκαν. Τα χέρια του Τέρνερ έπεσαν βίαια στους ώμους της, στρέφοντάς τη για να τον αντιμετωπίσει. «Τι είπες;» «Είπα ότι δεν μπορώ να σε παντρευτώ», απάντησε με τρεμάμενη φωνή. Άφησε το βλέμμα της να πέσει στο πάτωμα. Τα μπλε μάτια του την έκαιγαν.


«Κοίταξέ με, για όνομα του Θεού! Τι σκέφτεσαι; Πρέπει να με παντρευτείς». Εκείνη κούνησε το κεφάλι της. «Μικρή ανόητη!» Εκείνη δεν ήξερε τι να πει, γι’ αυτό δεν είπε τίποτα. «Το ξέχασες αυτό;» Την τράβηξε βίαια πάνω του και άρπαξε τα χείλη της στα δικά του. «Πες μου, το ξέχασες;» «Όχι». «Τότε ξέχασες ότι μου είπες πως με αγαπάς;» ζήτησε να μάθει. Η Μιράντα ήθελε να πεθάνει επιτόπου. «Όχι». «Αυτό πρέπει να σημαίνει κάτι», της είπε, τραντάζοντάς τη μέχρι που μερικές μπούκλες των μαλλιών της ξέφυγαν από τις πιάστρες τους. «Έτσι δεν είναι;» «Εσύ είπες ποτέ ότι με αγαπάς;» του πέταξε. Την κοίταξε σιωπηλά. «Μ’ αγαπάς;» Τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει από θυμό και αμηχανία. «Λοιπόν;» Ο Τέρνερ ξεροκατάπιε. Αισθανόταν ξαφνικά σαν να πνιγόταν. Οι τοίχοι τού φαίνονταν να τον πλακώνουν και δεν μπορούσε να πει τίποτα, δεν μπορούσε να πει τα λόγια που εκείνη ήθελε να ακούσει. «Κατάλαβα», του είπε χαμηλόφωνα. Ένας μυς δούλευε σπασμωδικά στον λαιμό του. Γιατί δεν μπορούσε να το πει; Δεν ήταν σίγουρος ότι την αγαπούσε, αλλά δεν ήταν και σίγουρος ότι δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο. Και ασφαλώς δεν ήθελε να την πληγώσει· γιατί λοιπόν δεν μπορούσε να πει εκείνες τις δυο λέξεις που θα την έκαναν ευτυχισμένη; Είχε πει στη Λετίσια ότι την αγαπούσε. «Μιράντα», είπε διστακτικά. «Εγώ–» «Μην το πεις αν δεν το εννοείς!» του πέταξε εκνευρισμένα. Ο Τέρνερ στράφηκε μακριά και προχώρησε προς ένα έπιπλο πάνω στο οποίο είχε παρατηρήσει ότι υπήρχε μια καράφα με κονιάκ. Υπήρχε κι ένα μπουκάλι ουίσκι στο ράφι από κάτω και, χωρίς να ζητήσει την άδειά της, έβαλε λίγο σε ένα ποτήρι. Το ήπιε με μια γουλιά, αλλά δεν τον έκανε να αισθανθεί καλύτερα. «Μιράντα», είπε, προσπαθώντας να κάνει τη φωνή του να ακουστεί λίγο πιο σταθερή. «Δεν είμαι τέλειος». «Υποτίθεται ότι θα έπρεπε να είσαι!» του φώναξε. «Ξέρεις πόσο υπέροχος ήσουν απέναντί μου όταν ήμουν μικρή; Και δεν το είχες καν προσπαθήσει. Ήσουν… ήσουν απλώς εσύ. Και με έκανες να αισθανθώ πως δεν ήμουν ένα παράξενο ασήμαντο κορίτσι. Και μετά άλλαξες, αλλά σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να σε αλλάξω ξανά. Και προσπάθησα, πραγματικά προσπάθησα, αλλά δεν ήταν αρκετό. Εγώ δεν ήμουν αρκετή». «Μιράντα, δεν φταις εσύ…» «Μη με δικαιολογείς! Δεν μπορώ να είμαι αυτό που χρειάζεσαι και σε μισώ γι’ αυτό! Με ακούς; Σε μισώ!» Αποκαμωμένη, αγκάλιασε τον εαυτό της με τα χέρια της, προσπαθώντας να ελέγξει το τρέμουλο που διέτρεχε το σώμα της. «Δεν με μισείς». Η φωνή του ήταν μαλακή και παράξενα καταπραϋντική. «Όχι», είπε πνίγοντας έναν λυγμό. «Δεν σε μισώ. Αλλά μισώ τη Λετίσια. Αν δεν ήταν ήδη νεκρή, θα τη σκότωνα». Ένα αχνό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη του. «Θα το έκανα αργά και οδυνηρά». «Πραγματικά έχεις μια πολύ μοχθηρή πλευρά, γλυκιά μου», της είπε προσπαθώντας να την


καλοπιάσει. Η Μιράντα προσπάθησε να χαμογελάσει, αλλά τα χείλη της απλώς δεν την υπάκουαν. Για λίγο κανένας δεν μίλησε. Ύστερα ο Τέρνερ μίλησε ξανά. «Θα προσπαθήσω να σε κάνω ευτυχισμένη, αλλά δεν μπορώ να γίνω αυτό που θέλεις». «Ναι, το ξέρω», είπε μελαγχολικά. «Νόμιζα ότι θα μπορούσες, αλλά έκανα λάθος». «Αλλά θα μπορούσαμε να έχουμε έναν καλό γάμο, Μιράντα. Καλύτερο από τους περισσότερους». Αυτό σήμαινε ότι θα μιλούσαν μεταξύ τους τουλάχιστον μία φορά την ημέρα. Ναι, μπορεί να είχαν έναν καλό γάμο. Καλό αλλά άδειο. Εκείνη δεν πίστευε ότι μπορούσε να αντέξει να ζει μαζί του χωρίς την αγάπη του. Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. «Διάβολε, Μιράντα! Πρέπει να με παντρευτείς!» Και όταν εκείνη δεν αντέδρασε στην έκρηξή του, της φώναξε: «Για όνομα του Θεού, έχεις μέσα σου το παιδί μου!». Αυτό ήταν. Ήξερε ότι αυτός πρέπει να ήταν ο λόγος που είχε ταξιδέψει μέχρι εκεί. Και ποιος ήταν ο σκοπός του. Και όσο και να εκτιμούσε εκείνη το αίσθημα τιμής του –όσο καθυστερημένο κι αν ήταν– δεν υπήρχε κανένας λόγος πια για να γίνει κάτι τέτοιο, αφού δεν υπήρχε μωρό. Είχε αιμορραγήσει, και έπειτα η όρεξή της είχε επιστρέψει και το δοχείο νυκτός είχε ανακτήσει τον συνηθισμένο τρόπο χρήσης του. Η μητέρα της το είχε αναφέρει αυτό, της είχε πει ότι είχε περάσει ακριβώς το ίδιο πράγμα δύο φορές πριν γεννηθεί η Μιράντα και τρεις φορές μετά. Ήταν ίσως ένα αδιάκριτο θέμα για μια νεαρή γυναίκα που δεν είχε καλά καλά βγει από τις σχολικές αίθουσες, αλλά η λαίδη Τσίβερ γνώριζε ότι θα πέθαινε σύντομα και ήθελε να μεταβιβάσει στην κόρη της όσο το δυνατόν περισσότερες γυναικείες γνώσεις. Είχε πει στη Μιράντα να μη θρηνήσει αν συνέβαινε το ίδιο και σε αυτήν, και ότι πίστευε πως αυτά τα χαμένα μωρά δεν ήταν ποτέ γραφτό να γεννηθούν. Η Μιράντα πέρασε τη γλώσσα της πάνω στα στεγνά χείλη της και ξεροκατάπιε. Και μετά με χαμηλή, σοβαρή φωνή, του είπε: «Δεν κυοφορώ πια το παιδί σου. Κυοφορούσα, αλλά όχι πια». Ο Τέρνερ απέμεινε σιωπηλός για μια στιγμή και μετά είπε: «Δεν σε πιστεύω». Τον κοίταξε αποσβολωμένη. «Ορίστε;» Αυτός ανασήκωσε τους ώμους. «Δεν σε πιστεύω. Η Ολίβια μου είπε ότι είσαι έγκυος». «Ήμουν, όταν ήρθε η Ολίβια». «Πώς μπορώ να ξέρω ότι δεν προσπαθείς απλώς να απαλλαγείς από εμένα;» «Επειδή δεν είμαι ηλίθια», ξέσπασε. «Πιστεύεις ότι θα αρνούμουν να σε παντρευτώ αν ήμουν έγκυος στο παιδί σου;» Φαινόταν να το σκέφτεται για μια στιγμή και στη συνέχεια σταύρωσε τα μπράτσα του. «Λοιπόν, ούτως ή άλλως η υπόληψή σου κινδυνεύει και είσαι υποχρεωμένη να με παντρευτείς». «Όχι», του πέταξε ειρωνικά, «δεν είμαι». «Ω, μα θα το κάνεις», της είπε, με τα μάτια του να την κοιτάζουν ανελέητα. «Απλώς δεν το ξέρεις ακόμα». Εκείνη έστρεψε το βλέμμα της μακριά από αυτόν. «Δεν βλέπω πώς θα με αναγκάσεις να το κάνω». Εκείνος έκανε ένα βήμα μπροστά. «Δεν βλέπω πώς θα με σταματήσεις». «Θα φωνάξω τον ΜακΝτάουνς». «Δεν νομίζω ότι θα το κάνεις». «Θα το κάνω. Τ’ ορκίζομαι». Άνοιξε το στόμα της σαν να επρόκειτο να μιλήσει και με την άκρη του ματιού της κοίταξε προς το μέρος του για να δει αν είχε καταλάβει την προειδοποίησή της.


«Πήγαινε», της πέταξε ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Αυτή τη φορά δεν θα με πιάσει απροετοίμαστο». «Μακ–» Εκείνος έβαλε το χέρι του στο στόμα της με εκπληκτική ταχύτητα. «Ανόητο κορίτσι! Εκτός από το γεγονός ότι δεν έχω καμία επιθυμία να δω τον παλαίμαχο μπάτλερ σου να αναμειγνύεται στα προσωπικά μου, δεν μπορείς να σκεφτείς ότι η παρουσία του εδώ απλώς θα επιταχύνει τον γάμο μας; Δεν θέλεις να βρεθείς σε δύσκολη θέση, έτσι δεν είναι;» Η Μιράντα κάτι ψέλλισε κάτω από το χέρι του και στη συνέχεια τον χτύπησε στα πλευρά μέχρι να αφήσει το στόμα της ελεύθερο. Αλλά δεν φώναξε ξανά τον ΜακΝτάουνς. Όσο και να την ενοχλούσε, η αλήθεια ήταν ότι ο Τέρνερ είχε δίκιο. «Γιατί δεν με άφησες να φωνάξω τότε;» του πέταξε εκνευρισμένη. «Ε; Αυτό δεν είναι που θέλεις; Γάμο;» «Ναι, αλλά σκέφτηκα ότι θα προτιμούσες να το κάνεις με λίγη αξιοπρέπεια». Η Μιράντα δεν απάντησε, κι έτσι απλώς σταύρωσε τα χέρια της στο στήθος. «Τώρα θέλω να με ακούσεις», της είπε χαμηλόφωνα, πιάνοντας το πιγούνι της με το χέρι του και αναγκάζοντάς τη να τον κοιτάξει. «Και άκουσέ με προσεκτικά, γιατί θα το πω μόνο μία φορά. Θα με παντρευτείς πριν από το τέλος της εβδομάδας. Από τη στιγμή που βρίσκεσαι στη Σκοτία, δεν χρειαζόμαστε ειδική άδεια. Είσαι απλώς τυχερή που δεν σε πάω σηκωτή σε μια εκκλησία εδώ και τώρα. Αγόρασε ένα ωραίο φόρεμα και πάρε μερικά λουλούδια, γιατί, καλή μου, σύντομα θα έχεις καινούριο επώνυμο». Του έριξε μια άγρια ματιά, ανίκανη να σκεφτεί κάποια λόγια για να εκφράσει επαρκώς την οργή της. «Και μη σκεφτείς καν να προσπαθήσεις να ξεφύγεις», της είπε χαλαρά. «Για να ξέρεις, έχω νοικιάσει δωμάτιο μόλις δύο πόρτες πιο κάτω και έχω κανονίσει να επιτηρείται αυτό το σπίτι είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Δεν θα φτάσεις ούτε καν ως το τέλος του δρόμου». «Θεέ μου», είπε παίρνοντας μια ανάσα. «Έχεις τρελαθεί». Εκείνος γέλασε. «Πίστευε ό,τι θέλεις. Αν, όμως, έφερνα εδώ δέκα ανθρώπους και τους εξηγούσα ότι πήρα την παρθενία σου, σου ζήτησα να με παντρευτείς και εσύ αρνήθηκες, ποιον νομίζεις ότι θα θεωρούσαν τρελό;» Ήταν τόσο θυμωμένη που νόμιζε ότι θα εκραγεί. «Όχι εμένα πάντως!» είπε εκείνος εύθυμα. «Και τώρα ηρέμησε, γλυκιά μου, και δες τη φωτεινή πλευρά των πραγμάτων. Θα κάνουμε άλλα μωρά και θα περάσουμε πολύ όμορφα στην πορεία. Υπόσχομαι ότι δεν θα σε χτυπάω ούτε θα σου απαγορεύω να κάνεις κάτι εκτός κι αν είναι εντελώς ανόητο, και τελικά θα γίνετε αδελφές με την Ολίβια. Τι περισσότερο θα μπορούσες να θέλεις;» Αγάπη! Αλλά δεν μπορούσε να ξεστομίσει τη λέξη. «Και γενικά, Μιράντα, θα μπορούσες να είσαι σε πολύ χειρότερη θέση». Εκείνη δεν είπε τίποτα. «Πολλές γυναίκες θα ήθελαν διακαώς να βρίσκονται στη θέση σου». Αναρωτιόταν αν υπήρχε κάποιος τρόπος για να διώξει εκείνη την αυτάρεσκη έκφραση από το πρόσωπό του χωρίς να του προκαλέσει μόνιμη βλάβη. Εκείνος συνέχισε σκύβοντας πιο κοντά της συνωμοτικά. «Και σου υπόσχομαι ότι θα προσπαθώ ιδιαίτερα να καλύπτω τις ανάγκες σου». Η Μιράντα έβαλε τα χέρια της πίσω από την πλάτη της επειδή είχαν αρχίσει να τρέμουν από απογοήτευση και οργή. «Θα με ευχαριστείς γι’ αυτό κάποια μέρα».


Ε, αυτό ήταν. «Ααα!» φώναξε ασυνείδητα και όρμησε καταπάνω του. «Τι στην ευχή;» Ο Τέρνερ στριφογύρισε προσπαθώντας να αποφύγει τις γροθιές της που τον χτυπούσαν. «Ποτέ μη μου ξαναπείς ότι θα σε ευχαριστώ γι’ αυτό κάποια μέρα, ποτέ! Με ακούς; Ποτέ!» «Σταμάτα, γυναίκα! Θεέ μου, έχεις τρελαθεί!» Σήκωσε τα χέρια του για να προστατέψει το πρόσωπό του. Η στάση αυτή ήταν μάλλον δειλή εκ μέρους του, αλλά η εναλλακτική ήταν να τον χτυπήσει κατά λάθος στο μάτι. Δεν υπήρχε τίποτε άλλο να κάνει, καθώς δεν μπορούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Δεν είχε χτυπήσει ποτέ γυναίκα και δεν επρόκειτο να ξεκινήσει να το κάνει τώρα. «Και ποτέ να μη χρησιμοποιήσεις ξανά αυτόν τον συγκαταβατικό τόνο μαζί μου», ούρλιαξε, χτυπώντας τον με δύναμη στο στήθος. «Ηρέμησε, καλή μου. Σου υπόσχομαι ότι δεν θα χρησιμοποιήσω ξανά αυτόν τον τόνο μαζί σου». «Ακόμα και τώρα τον χρησιμοποιείς», τσίριξε. «Ούτε στο ελάχιστο». «Κι όμως τον χρησιμοποιείς». «Όχι, σίγουρα όχι». «Ναι, τον χρησιμοποιείς». Ω Θεέ μου, αυτό είχε καταντήσει κουραστικό. «Μιράντα, κάνουμε σαν παιδιά». Του φάνηκε σαν εκείνη να είχε ψηλώσει. Τα μάτια της είχαν ένα τόσο άγριο βλέμμα που θα έπρεπε να του είχε προκαλέσει φόβο. Κούνησε το κεφάλι της και του πέταξε: «Δεν με νοιάζει». «Ε λοιπόν, ίσως θα έπρεπε να αρχίσεις να συμπεριφέρεσαι σαν ενήλικας, και τότε θα σταματούσα να σου μιλάω με τον συγκαταβατικό τόνο που λες». Τα μάτια της στένεψαν και έβγαλε ένα γρύλισμα. «Ξέρεις κάτι, Τέρνερ; Μερικές φορές συμπεριφέρεσαι σαν εντελώς ηλίθιος». Και με αυτό έσφιξε το χέρι της σε γροθιά, πήρε φόρα και το εκτόξευσε στο πρόσωπό του. «Α, ανάθεμα, διάβολε!» Το χέρι του ανέβηκε στο μάτι του και άγγιξε το δέρμα που έτσουζε με δυσπιστία. «Ποιος σου έμαθε να ρίχνεις τέτοιες γροθιές;» Εκείνη χαμογέλασε πονηρά. «Ο ΜακΝτάουνς». 24 Αυγούστου 1819 – Αργότερα το ίδιο βράδυ Ο ΜακΝτάουνς ενημέρωσε τη γιαγιά και τον παππού μου για τον σημερινό επισκέπτη μου και γρήγορα μάντεψαν ποιος ήταν. Ο παππούς φώναζε για περίπου δέκα λεπτά για το πώς αυτός ο… (δεν μπορώ να γράψω τον χαρακτηρισμό) είχε το θράσος να εμφανιστεί στο σπίτι μας, μέχρι που η γιαγιά τελικά τον ηρέμησε και με ρώτησε γιατί είχε έρθει ο Τέρνερ στο σπίτι. Δεν μπορώ να τους πω ψέματα. Ποτέ δεν μπορούσα. Τους είπα την αλήθεια, ότι είχε έρθει για να ζητήσει να με παντρευτεί. Αντέδρασαν με μεγάλη χαρά και με ακόμα μεγαλύτερη ανακούφιση, μέχρι που τους είπα ότι αρνήθηκα. Ο παππούς ξεκίνησε άλλη μια φορά να φωνάζει και να βρίζει, μόνο που αυτή τη φορά το αντικείμενο της οργής του ήμουν εγώ και η έλλειψη κοινής λογικής μου. Ή τουλάχιστον νομίζω ότι αυτό είπε. Είναι από τα Χάιλαντς και παρόλο που μιλάει σωστά αγγλικά με μια τέλεια προφορά, όταν αναστατώνεται βγαίνει στην επιφάνεια η προφορά των προγόνων του. Και αυτή τη φορά, για να λέμε την αλήθεια, ήταν ιδιαίτερα αναστατωμένος.


Έτσι τώρα βρέθηκαν να είναι και οι τρεις τους εναντίον μου. Φοβάμαι ότι ίσως δίνω μια μάχη που είναι ήδη χαμένη. 4

Το εθνικό φαγητό της Σκοτίας, είδος αλμυρής πικάντικης πουτίγκας με εντόσθια προβάτου που σιγοβράζουν μέσα στο στομάχι του προβάτου (ΣτΜ).


Κεφάλαιο 15 Με δεδομένη την αντίδραση εναντίον της και την ενορχηστρωμένη προσπάθεια να την πείσουν, ήταν αξιοσημείωτο ότι η Μιράντα άντεξε όσο άντεξε, δηλαδή τρεις ημέρες. Η γιαγιά της ξεκίνησε την επίθεση χρησιμοποιώντας τη γλυκιά και λογική προσέγγιση. «Λοιπόν, αγαπητή μου», της είπε, «καταλαβαίνω ότι ο λόρδος Τέρνερ καθυστέρησε ίσως λίγο όσον αφορά την προσέγγισή του, αλλά έκανε αυτό που έπρεπε, και εσύ...» «Δεν χρειάζεται να μου το λες», απάντησε η Μιράντα κοκκινίζοντας. «Ε, ναι, βέβαια, αλλά φέρθηκες…» «Το ξέρω». Αλήθεια, πόσο καλά το ήξερε! Δεν μπορούσε να σκεφτεί τίποτε άλλο. «Αλλά πραγματικά, γλυκιά μου, τι κακό έχει ο υποκόμης; Φαίνεται πολύ συμπαθητικός άντρας και μας έχει διαβεβαιώσει ότι θα είναι σε θέση να σου παράσχει όσα χρειάζεσαι και να σε φροντίσει σωστά». Η Μιράντα έτριξε τα δόντια της. Ο Τέρνερ είχε περάσει ξανά εκείνο το βράδυ για να γνωρίσει τη γιαγιά και τον παππού της. Και φυσικά η γιαγιά της τον ερωτεύτηκε μέσα σε μία ώρα. Αυτόν τον άνθρωπο έπρεπε να τον κρατούν μακριά από τις γυναίκες όλων των ηλικιών. «Και είναι αρκετά όμορφος, νομίζω», συνέχισε η γιαγιά της. «Δεν συμφωνείς; Και βέβαια συμφωνείς. Στο κάτω κάτω δεν είναι το είδος του άντρα που κάποιοι θεωρούν όμορφο και κάποιοι άλλοι όχι. Είναι το είδος που όλοι βρίσκουν όμορφο. Δεν συμφωνείς;» Η Μιράντα συμφωνούσε, φυσικά, αλλά δεν επρόκειτο να το πει. «Φυσικά, το να είναι κάποιος όμορφος είναι καλό, αλλά υπάρχουν και πολλοί όμορφοι άνθρωποι που έχουν άσχημα μυαλά». Η Μιράντα δεν ήθελε ούτε να αγγίξει αυτό το θέμα. «Αλλά φαίνεται έξυπνος και πνευματώδης, και πολύ ευγενικός. Και γενικά, Μιράντα, θα μπορούσε να σου είχε τύχει κάποιος πολύ χειρότερος». Όταν η εγγονή της δεν απάντησε, η γιαγιά της είπε με ασυνήθιστη σοβαρότητα: «Και δεν νομίζω ότι θα μπορέσεις να βρεις κάποιον καλύτερο». Την πόνεσε αυτό το σχόλιο, αλλά ήταν αλήθεια. Παρ’ όλα αυτά είπε: «Θα μπορούσα να μείνω ανύπαντρη». Αλλά επειδή η γιαγιά της δεν θεωρούσε κάτι τέτοιο ως δυνατή επιλογή, το προσπέρασε. «Δεν μιλάω για τον τίτλο του», είπε απότομα. «Ή για την περιουσία του. Θα ήταν ούτως ή άλλως μια καλή επιλογή ακόμα και αν δεν είχε ούτε μία λίρα». Ο τρόπος που βρήκε η Μιράντα για να απαντήσει, ήταν να ξεροβήξει για να καθαρίσει τον λαιμό της, να κουνήσει ελαφρά το κεφάλι της και να ανασηκώσει τους ώμους, ελπίζοντας ότι το θέμα θα έληγε εκεί. Αλλά δεν συνέβη κάτι τέτοιο. Η επόμενη προσπάθεια προήλθε από τον Τέρνερ, ο οποίος προσπάθησε να τη μεταπείσει χρησιμοποιώντας μια πιο ρομαντική προσέγγιση. Μεγάλες ανθοδέσμες έφταναν κάθε δύο ώρες και η καθεμία συνοδευόταν από ένα σημείωμα που έγραφε: «Παντρέψου με, Μιράντα». Η κοπέλα έβαζε τα δυνατά της για να τον αγνοήσει, κάτι που δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολο, μια και γρήγορα κάθε γωνιά του σπιτιού είχε γεμίσει με λουλούδια. Εξάλλου ο Τέρνερ είχε συμμαχήσει με τη γιαγιά της, η οποία διπλασίασε τις προσπάθειές της για να δει τη Μιράντα της παντρεμένη με τον γοητευτικό και γενναιόδωρο υποκόμη.


Ο επόμενος που προσπάθησε ήταν ο παππούς της. Η προσέγγισή του ήταν πολύ πιο επιθετική. «Για όνομα του Θεού, κορίτσι μου», της φώναξε. «Έχεις χάσει εντελώς το μυαλό σου;» Δεδομένου ότι ούτε εκείνη ήταν πλέον τόσο σίγουρη ότι ήξερε την απάντηση στο ερώτημα αυτό, δεν απάντησε. Ύστερα επανήλθε ο Τέρνερ, αλλά αυτή τη φορά έκανε ένα λάθος τακτικής. Έστειλε στη Μιράντα ένα σημείωμα που έγραφε: «Σε συγχωρώ που με χτύπησες». Η Μιράντα στην αρχή εξοργίστηκε. Να τος πάλι εκείνος ο συγκαταβατικός τόνος που την είχε εκνευρίσει εξαρχής. Και μετά κατάλαβε τι ήταν – μια ευγενική προειδοποίηση. Δεν επρόκειτο να ανεχτεί την πεισματάρικη συμπεριφορά της για πολύ ακόμη. Τη δεύτερη ημέρα της πολιορκίας, αποφάσισε ότι χρειαζόταν καθαρό αέρα –πραγματικά, το άρωμα όλων αυτών των λουλουδιών ήταν πολύ λιγωτικό– και η Μιράντα πήρε την κάπα της και κατευθύνθηκε προς το κοντινό πάρκο της Κουίν Στριτ. Ο Τέρνερ άρχισε να την ακολουθεί αμέσως. Δεν της είχε πει ψέματα όταν της είχε αναφέρει ότι θα παρακολουθούσε το σπίτι της. Δεν είχε όμως μπει στον κόπο να διευκρινίσει ότι δεν είχε προσλάβει κάποιους επαγγελματίες για να την παρακολουθούν. Ο κλήρος είχε πέσει στον καημένο τον βαλέ του, ο οποίος ένιωσε πολύ ανακουφισμένος όταν η εν λόγω κυρία αναχώρησε επιτέλους και έτσι εκείνος θα μπορούσε να εγκαταλείψει τη θέση του. Ο Τέρνερ χαμογέλασε καθώς είδε τη Μιράντα να φτάνει στο πάρκο με γρήγορα και αποφασιστικά βήματα, και ύστερα συνοφρυώθηκε επειδή, όπως συνειδητοποίησε γρήγορα, δεν είχε πάρει μαζί της κάποια υπηρέτρια. Το Εδιμβούργο δεν ήταν τόσο επικίνδυνο όσο το Λονδίνο, αλλά σίγουρα μια κυρία της αριστοκρατίας δεν έβγαινε ποτέ μόνη της. Αυτή η συμπεριφορά θα έπρεπε να σταματήσει μόλις θα παντρεύονταν. Και σίγουρα θα παντρεύονταν. Αυτό δεν χωρούσε καμιά συζήτηση. Ωστόσο, θα έπρεπε να προσεγγίσει το θέμα με κάποια λεπτότητα. Κρίνοντας εκ των υστέρων, το σημείωμα που της είχε στείλει λέγοντάς της ότι τη συγχωρούσε ήταν πιθανώς ένα λάθος. Διάβολε, ήξερε ότι θα την ενοχλούσε αυτό που έγραψε, αλλά δεν είχε καταφέρει να συγκρατηθεί. Όχι όταν κάθε φορά που κοίταζε στον καθρέφτη έβλεπε το μαυρισμένο μάτι του. Η Μιράντα μπήκε στο πάρκο και περπάτησε για μερικά λεπτά μέχρι που βρήκε ένα άδειο παγκάκι. Το σκούπισε ελαφρά με το χέρι της για να διώξει λίγη σκόνη, κάθισε και έβγαλε ένα βιβλίο από την τσάντα που κουβαλούσε μαζί της. Ο Τέρνερ χαμογέλασε κοιτώντας την από μια απόσταση πενήντα μέτρων περίπου. Του άρεσε να την παρακολουθεί και τον εξέπληξε το πόσο ικανοποιημένος ένιωθε με το να στέκεται εκεί, κάτω από ένα δέντρο, παρακολουθώντας τη να διαβάζει ένα βιβλίο. Τα δάχτυλά της λύγιζαν πολύ κομψά καθώς γυρνούσε την κάθε σελίδα, κι εκείνος ξαφνικά τη φαντάστηκε να κάθεται πίσω από το γραφείο στο καθιστικό που ήταν συνδεδεμένο με την κρεβατοκάμαρά του στο σπίτι του στο Νορθάμπερλαντ και να γράφει μια επιστολή, πιθανότατα στην Ολίβια, και να χαμογελά καθώς αναφερόταν στα γεγονότα της ημέρας. Ο Τέρνερ συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι αυτός ο γάμος δεν ήταν μόνο το σωστό, ήταν επίσης κάτι καλό και θα ήταν σίγουρα πολύ χαρούμενος να ζει μαζί της. Σφυρίζοντας προχώρησε προς τα εκεί που καθόταν και έσκυψε δίπλα της. «Γεια σου, γατούλα». Εκείνη σήκωσε ξαφνιασμένη το βλέμμα της και αναστέναξε με αγανάκτηση. «Α, εσύ είσαι». «Δεν φαντάζομαι να έχει και κάποιος άλλος το προνόμιο να σε αποκαλεί με κάποιο χαϊδευτικό».


Εκείνη δεν απάντησε, αλλά έκανε έναν μορφασμό βλέποντας το πρόσωπό του. «Λυπάμαι για το μάτι σου». «Ω, σε έχω ήδη συγχωρήσει γι’ αυτό, αν θυμάσαι». Ξαφνικά εκείνη σφίχτηκε. «Θυμάμαι!» «Ναι», μουρμούρισε. «Το σκέφτηκα ότι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο». Η Μιράντα περίμενε μια στιγμή, πιθανότατα θεωρώντας ότι εκείνος θα έφευγε. Έπειτα γύρισε στο βιβλίο της και του ανακοίνωσε: «Προσπαθώ να διαβάσω». «Το βλέπω. Πολύ καλό αυτό για εσένα, ξέρεις. Μου αρέσει μια γυναίκα που διευρύνει τις γνώσεις της», της είπε και παίρνοντας το βιβλίο από τα χέρια της το γύρισε για να διαβάσει τον τίτλο. «Περηφάνια και Προκατάληψη. Σου αρέσει;» «Ναι, μου άρεσε». Εκείνος αγνόησε τον υπαινιγμό της και το άνοιξε στην πρώτη σελίδα, κρατώντας τη σελίδα που διάβαζε εκείνη με τον δείκτη του. «Είναι μια αλήθεια παγκοσμίως αναγνωρισμένη», διάβασε δυνατά, «ότι οποιοσδήποτε άντρας έχει μια καλή περιουσία, θα πρέπει να ψάξει να βρει και μια καλή σύζυγο». Η Μιράντα προσπάθησε να πάρει το βιβλίο της πίσω, αλλά εκείνος το ανασήκωσε ώστε να μην το φτάνει. «Χμμ», είπε. «Ενδιαφέρουσα σκέψη. Εγώ σίγουρα ψάχνω μια σύζυγο». «Πήγαινε στο Λονδίνο», του απάντησε. «Θα βρεις πολλές γυναίκες εκεί». «Και είμαι κάτοχος μεγάλης περιουσίας». Έσκυψε προς τα εμπρός και της χαμογέλασε. «Σε περίπτωση που δεν το συνειδητοποίησες». «Δεν μπορώ να σου πω πόσο ανακουφισμένη είμαι που γνωρίζω ότι δεν θα λιμοκτονήσεις ποτέ». Εκείνος γέλασε. «Αχ, Μιράντα, γιατί δεν παραδίνεσαι; Δεν μπορείς να κερδίσεις σ’ αυτή την αντιπαράθεση». «Δεν φαντάζομαι ότι θα υπάρχουν πολλοί ιερείς που θα παντρέψουν ένα ζευγάρι χωρίς τη συναίνεση της γυναίκας». «Μα θα συναινέσεις», της είπε σε ευχάριστο τόνο. «Α, ναι;» «Με αγαπάς, το θυμάσαι;» «Αυτό ήταν πολύ καιρό πριν», του απάντησε σφιγμένα. «Πόσο, δυο τρεις μήνες; Δεν είναι πολύς καιρός. Θα επιστρέψουν τα αισθήματά σου». «Όχι με τον τρόπο που συμπεριφέρεσαι». «Αχ, αυτή η κοφτερή γλώσσα σου», της είπε με ένα πονηρό χαμόγελο. Και έπειτα έσκυψε πιο κοντά και συμπλήρωσε: «Αν θες να ξέρεις, είναι ένα από τα πράγματα που μου αρέσει περισσότερο σ’ εσένα». Χρειάστηκε να συγκρατηθεί για να μην επιχειρήσει να τον στραγγαλίσει. «Νομίζω ότι έχω πάρει αρκετό καθαρό αέρα», ανακοίνωσε, κρατώντας το βιβλίο της σφιχτά στο στήθος της καθώς σηκωνόταν. «Πάω σπίτι». Εκείνος σηκώθηκε αμέσως. «Τότε θα σε συνοδεύσω, λαίδη Τέρνερ». Στράφηκε αμέσως. «Πώς με αποκάλεσες;» «Απλώς δοκιμάζω το όνομα», μουρμούρισε. «Ακούγεται αρκετά καλά, νομίζω. Θα μπορούσες να εξοικειωθείς με αυτό το συντομότερο δυνατόν». Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι της και συνέχισε να περπατάει προς το σπίτι της. Προσπάθησε να κρατηθεί λίγα βήματα μπροστά του, αλλά τα πόδια του ήταν πολύ μακρύτερα και δεν είχε


κανένα πρόβλημα να παραμείνει πλάι της. «Ξέρεις, Μιράντα», της είπε ευγενικά, «αν μου έδινες έναν καλό λόγο για να μην παντρευτούμε, θα σε άφηνα ήσυχη». «Δεν μου αρέσεις». «Αυτό είναι ψέμα, οπότε δεν μετράει». Σκέφτηκε για μερικές στιγμές ακόμα, περπατώντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε. «Δεν χρειάζομαι τα χρήματά σου». «Φυσικά και δεν τα χρειάζεσαι. Η Ολίβια μου είπε πέρυσι ότι η μητέρα σου σου άφησε ένα μικρό κληροδότημα. Αρκετό για να ζήσεις. Αλλά είναι λίγο κοντόφθαλμο να αρνείσαι να παντρευτείς κάποιον επειδή δεν θέλεις να έχεις περισσότερα χρήματα, έτσι δεν είναι;» Εκείνη έσφιξε τα δόντια και συνέχισε να περπατάει. Έφτασαν στα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στο σπίτι των παππούδων και η Μιράντα προχώρησε. Αλλά προτού μπορέσει να μπει μέσα, το χέρι του βρέθηκε στον καρπό της πιέζοντάς τον τόσο ώστε να τη διαβεβαιώσει ότι είχε χάσει την υπομονή του. Παρ’ όλα αυτά χαμογελούσε ακόμα όταν της είπε: «Βλέπεις; Δεν υπάρχει κανένας λόγος». Εκείνη θα έπρεπε να νιώθει νευρικότητα. «Ίσως όχι», του είπε παγερά, «αλλά δεν υπάρχει και λόγος να το κάνουμε». «Η υπόληψή σου δεν είναι αρκετός λόγος;» ρώτησε απαλά. Τον κοίταξε προσεκτικά. «Μα η υπόληψή μου δεν κινδυνεύει», αποκρίθηκε. «Σίγουρα;» «Δεν θα τολμήσεις», του είπε με κομμένη ανάσα. Εκείνος ανασήκωσε λίγο τους ώμους του αδιάφορα, αλλά η κίνηση αυτή έφερε ένα τρέμουλο στη σπονδυλική στήλη της. «Δεν είμαι συνήθως κάποιος τον οποίο θα περιέγραφες ως αδίστακτο, αλλά μη με υποτιμάς, Μιράντα. Θα σε παντρευτώ». «Μα γιατί επιμένεις σε κάτι τέτοιο; Γιατί θέλεις αυτόν τον γάμο;» του φώναξε. Δεν έπρεπε να το κάνει. Κανείς δεν τον ανάγκαζε. Η Μιράντα του είχε προσφέρει ουσιαστικά μια οδό διαφυγής στο πιάτο. «Είμαι κύριος», την έκοψε. «Φροντίζω να πληρώνω τα αμαρτήματά μου». «Δηλαδή για εσένα είμαι ένα αμάρτημα;» του ψιθύρισε. Ένιωθε σάμπως ο αέρας να είχε φύγει από τους πνεύμονές της και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ψιθυρίζει. Στάθηκε απέναντί της. Φαινόταν να βρίσκεται σε πολύ αμήχανη θέση. Ποτέ δεν τον είχε δει έτσι. «Δεν έπρεπε να σε παρασύρω. Θα έπρεπε να είχα φερθεί καλύτερα. Και δεν έπρεπε να σε εγκαταλείψω για αρκετές εβδομάδες μετά. Γι’ αυτό δεν έχω καμία δικαιολογία, εκτός από τις δικές μου αδυναμίες. Αλλά δεν μπορώ να μην κάνω αυτό που μου υπαγορεύει η τιμή μου. Και θα με παντρευτείς». «Τελικά τι θέλεις, εμένα ή την τιμή σου;» ψιθύρισε η Μιράντα. Την κοίταξε σάμπως εκείνη να μην είχε καταλάβει κάτι σημαντικό. Και μετά είπε: «Είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα». 28 Αυγούστου 1819 Τον παντρεύτηκα. Ο γάμος ήταν μικρός. Στην πραγματικότητα πολύ μικρός, μονάχα ο παππούς και η γιαγιά της Μιράντα, η σύζυγος του εφημέριου και –ύστερα από επιμονή της Μιράντα– ο ΜακΝτάουνς.


Ο Τέρνερ επέμενε να αναχωρήσουν για το σπίτι του στο Νορθάμπερλαντ αμέσως μετά την τελετή, η οποία επίσης, ύστερα από επιμονή του, είχε γίνει πάρα πολύ νωρίς, έτσι ώστε να μπορέσουν να ξεκινήσουν εγκαίρως για το Ρόζντεϊλ, το παλιό οίκημα το οποίο θα γινόταν το σπίτι του καινούριου ζευγαριού. Η Μιράντα αποχαιρέτησε τον παππού και τη γιαγιά της και ο Τέρνερ τη βοήθησε να ανεβεί στην άμαξα, αφού όμως πρώτα τα χέρια του παρέμειναν στη μέση της λίγο περισσότερο απ’ όσο χρειαζόταν. Ύστερα την έσπρωξε ελαφρά για να μπορέσει να ανέβει. Ένα περίεργο, ξεχασμένο συναίσθημα απλώθηκε μέσα του και ο Τέρνερ αιφνιδιάστηκε κάπως όταν συνειδητοποίησε ότι ήταν ευχαρίστηση. Ο γάμος με τη Λετίσια είχε πολλά πράγματα, αλλά ποτέ δεν υπήρχε ηρεμία. Ο Τέρνερ είχε προχωρήσει σ’ αυτόν τον γάμο με ένα μείγμα λαχτάρας, επιθυμίας και ενθουσιασμού που είχε μετατραπεί γρήγορα σε απογοήτευση και μια συντριπτική αίσθηση απώλειας. Και όταν ο γάμος τελείωσε, το μόνο που είχε απομείνει ήταν θυμός. Μάλλον του άρεσε η ιδέα ότι είχε παντρευτεί τη Μιράντα. Θα μπορούσε να την εμπιστευτεί. Δεν θα τον πρόδιδε ποτέ, ούτε με το σώμα της ούτε με τα λόγια της. Και παρόλο που δεν αισθανόταν την εμμονή που είχε για τη Λετίσια, λαχταρούσε τη Μιράντα με μια ένταση που δεν μπορούσε να πιστέψει ακόμα. Κάθε φορά που την έβλεπε, τη μύριζε, άκουγε τη φωνή της... Την ήθελε. Ήθελε να πιάσει το μπράτσο της, να νιώσει τη θερμότητα από το σώμα της, ήθελε να την ακουμπά, να αναπνέουν τον ίδιο αέρα. Κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια του, επέστρεφε στο κυνηγετικό καταφύγιο, εκεί που κάλυπτε το σώμα της με το δικό του, σπρωγμένος από κάτι που βρισκόταν βαθιά μέσα του, κάτι πρωτόγονο και κτητικό και λίγο άγριο. Ήταν δική του τότε. Και θα γινόταν και πάλι. Μπήκε στην άμαξα έπειτα από αυτήν και κάθισε στην ίδια πλευρά, αν και όχι ακριβώς δίπλα της. Δεν ήθελε τίποτε άλλο παρά να καθίσει στο πλευρό της και να την τραβήξει στην αγκαλιά του, αλλά ένιωσε ότι εκείνη χρειαζόταν λίγο χρόνο. Θα βρίσκονταν πολλές ώρες μέσα στην άμαξα εκείνη τη μέρα. Μπορούσε να περιμένει. Την παρακολουθούσε για αρκετά λεπτά καθώς η άμαξα έφευγε από το Εδιμβούργο. Τα χέρια της ήταν γαντζωμένα στις πτυχές του ανοιχτοπράσινου νυφικού φορέματός της. Οι αρθρώσεις των δαχτύλων της ήταν λευκές, μια απόδειξη του πόσο νευρική ήταν. Δύο φορές ο Τέρνερ σκέφτηκε να την αγγίξει και έπειτα τραβήχτηκε πίσω: δεν ήταν σίγουρος αν θα ήταν ευπρόσδεκτη η προσέγγισή του. Έπειτα από μερικά ακόμα λεπτά, ωστόσο, είπε απαλά: «Αν θέλεις να κλάψεις, δεν θα σε επικρίνω». Δεν γύρισε. «Είμαι εντάξει». «Αλήθεια;» «Φυσικά. Μόλις παντρεύτηκα, σωστά; Δεν είναι αυτό που θέλει κάθε γυναίκα;» «Είναι όμως αυτό που θέλεις εσύ;» «Είναι μάλλον λίγο αργά να ανησυχείς γι’ αυτό τώρα, δεν νομίζεις;» Ο Τέρνερ χαμογέλασε ειρωνικά. «Δεν είμαι τόσο απαίσιος, Μιράντα». Εκείνη γέλασε νευρικά. «Φυσικά και όχι. Είσαι αυτό που πάντα ήθελα. Αυτό δεν μου λες εδώ και μέρες; Σε αγαπώ από πάντα». Για μια στιγμή εκείνος ευχήθηκε τα λόγια της να μην έκρυβαν αυτό το ειρωνικό ύφος. «Έλα εδώ», είπε, σηκώνοντας το χέρι του και τραβώντας τη στο πλευρό του. «Μου αρέσει εδώ που είμαι... στάσου... Ω!» Ξαφνικά βρέθηκε στο πλευρό του, με το χέρι του


να την κρατά σφιχτά. «Έτσι είναι πολύ καλύτερα, δεν νομίζεις;» «Δεν βλέπω έξω από το παράθυρο τώρα», είπε πικρόχολα. «Δεν υπάρχει τίποτα εκεί έξω που δεν έχεις ξαναδεί». Έσπρωξε την κουρτίνα και κοίταξε έξω. «Για να δούμε, δέντρα, γρασίδι, ένα δυο αγροτόσπιτα. Αρκετά συνηθισμένα πράγματα». Πήρε το χέρι της και χάιδεψε τα δάχτυλά της. «Σου αρέσει το δαχτυλίδι;» ρώτησε. «Είναι κάπως απλό, ξέρω, αλλά τα απλά χρυσά δεσίματα είναι έθιμο στην οικογένειά μου». Η αναπνοή της Μιράντα έγινε πιο γρήγορη καθώς τα χέρια της θερμαίνονταν από το χάδι του. «Είναι υπέροχο. Δεν… δεν θα μου άρεσε τίποτα κραυγαλέο». «Το σκέφτηκα αυτό. Είσαι ένα αρκετά κομψό πλάσμα». Εκείνη κοκκίνισε και άρχισε να στριφογυρίζει νευρικά το δαχτυλίδι γύρω από το δάχτυλό της. «Ω, μα η Ολίβια είναι αυτή που με κατευθύνει σε θέματα μόδας». «Παρ’ όλα αυτά, είμαι βέβαιος ότι δεν θα την άφηνες να επιλέξει κάτι κακόγουστο ή φανταχτερό». Η Μιράντα τον κοίταξε κλεφτά. Εκείνος χαμογελούσε ευγενικά, σχεδόν αθώα, αλλά τα δάχτυλά του έκαναν πονηρά πράγματα στον καρπό της, στέλνοντας ρίγη σε όλο το σώμα της. Κι έπειτα σήκωσε το χέρι της ως το στόμα του, απιθώνοντας ένα σαρωτικό τρυφερό φιλί στο εσωτερικό του καρπού της. «Έχω και κάτι άλλο για εσένα», της ψιθύρισε. Δεν τολμούσε να τον κοιτάξει ξανά. Όχι αν ήθελε να διατηρήσει λίγη από την αυτοκυριαρχία της. «Γύρνα προς τα εδώ», τη διέταξε απαλά. Έπιασε το πιγούνι της και έστρεψε το πρόσωπό της προς το δικό του. Έβαλε το χέρι του στην τσέπη του και έβγαλε ένα μικρό βελούδινο κουτί. «Με όλη αυτή τη φούρια της εβδομάδας, ξέχασα να σου δώσω ένα σωστό δαχτυλίδι αρραβώνων». «Ω, μα δεν είναι απαραίτητο», είπε εκείνη βιαστικά, χωρίς φυσικά να το εννοεί πραγματικά. «Μη μιλάς, γατούλα», της είπε με χαμόγελο. «Και δέξου το δώρο σου με χάρη». «Μάλιστα, κύριε», μουρμούρισε, ανοίγοντας το κουτί. Μέσα του άστραψε ένα λαμπερό διαμάντι, κομμένο σε σχήμα οβάλ και πλαισιωμένο από δυο μικρά ζαφείρια. «Είναι υπέροχο, Τέρνερ», ψιθύρισε. «Ταιριάζει με τα μάτια σου». «Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου, σε διαβεβαιώνω», της είπε βραχνά. Πήρε το δαχτυλίδι από το κουτάκι και το πέρασε στο λεπτό της δάχτυλο. «Ταιριάζει;» «Τέλεια». «Είσαι σίγουρη;» «Απόλυτα, Τέρνερ. Σ’ ευχαριστώ. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σου», είπε, και πριν το μετανιώσει έσκυψε και του έδωσε ένα γρήγορο φιλί στο μάγουλο. Εκείνος έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό της. «Δεν πρόκειται να είμαι τόσο κακός σύζυγος, θα δεις». Την πλησίασε και ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της σε ένα απαλό φιλί. Η Μιράντα έσκυψε προς το μέρος του, παρασυρμένη από τη ζεστασιά του και το τρυφερό μουρμουρητό που έβγαινε από το στόμα του. «Τόσο απαλά», ψιθύρισε, τραβώντας τις φουρκέτες από τα μαλλιά της για να μπορέσει να περάσει τα χέρια του μέσα από αυτά. «Τόσο απαλά και τόσο γλυκά. Ποτέ δεν ονειρεύτηκα…» Η Μιράντα τέντωσε τον λαιμό της για να επιτρέψει στα χείλη του να έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση. «Ποτέ δεν ονειρεύτηκες τι πράγμα;» Τα χείλη του κινήθηκαν ελαφρά πάνω στο δέρμα της. «Ότι θα ήσουν έτσι. Ότι θα σε ήθελα τόσο. Ότι θα μπορούσε να είναι έτσι». «Εγώ το ήξερα πάντα. Πάντα». Τα λόγια της ξέφυγαν πριν μπορέσει να σκεφτεί αν ήταν


σωστό να τα πει, αλλά ύστερα αποφάσισε ότι δεν την ένοιαζε. Όχι όταν τη φιλούσε έτσι, όχι όταν η αναπνοή του έβγαινε κοφτή και ταίριαζε με τη δική της. «Πόσο έξυπνη είσαι», μουρμούρισε. «Θα έπρεπε να σε είχα ακούσει εδώ και πολύ καιρό». Ξεκίνησε να χαλαρώνει το φόρεμά της από τους ώμους της, έπειτα να πιέζει τα χείλη του στην κορυφή του στήθους της και η φωτιά του φιλιού του αποδείχτηκε υπερβολική για τη Μιράντα. Καμπύλωσε την πλάτη της για να φτάσει πιο κοντά του και όταν τα δάχτυλά του πήγαν στα κουμπιά του φορέματός της, δεν έφερε καμιά αντίσταση. Σε δευτερόλεπτα, το φόρεμά της γλίστρησε και το στόμα του βρήκε την άκρη του στήθους της. Η Μιράντα ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται από το σοκ και την ευχαρίστηση. «Ω, Τέρνερ, εγώ...» αναστέναξε. «Κι άλλο…» «Μου αρέσει αυτή η εντολή, χαρά μου να υπακούσω», είπε. Τα χείλη του μεταφέρθηκαν στο άλλο στήθος της, όπου επανέλαβε το ίδιο γλυκό βασανιστήριο. Έμεινε εκεί για ώρα φιλώντας και ρουφώντας τις ρώγες της, ενώ τα χέρια του περιπλανιούνταν παντού: στο πόδι της, γύρω από τη μέση της – σαν να προσπαθούσε να αφήσει τη σφραγίδα του πάνω της, να τη σημαδέψει για πάντα. Ένιωθε τόσο ακόλαστη, τόσο γυναίκα. Και ένιωσε μια ανάγκη να την καίει, μια περίεργη φλογερή ανάγκη που πήγαζε από βαθιά μέσα της. «Σε θέλω», του είπε και βύθισε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. «Θέλω…» Τα δάχτυλά του ανέβηκαν ψηλότερα, στην πιο τρυφερή σάρκα της. «Θέλω αυτό». «Στη διάθεσή σας, λαίδη Τέρνερ», γέλασε εκείνος πάνω στον τρυφερό λαιμό της. Δεν είχε καν τον χρόνο να εκπλαγεί από το νέο της επίθετο. Εκείνος έκανε κάτι –Θεέ μου, δεν ήξερε τι– και εκείνη το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να ουρλιάξει. Και έπειτα εκείνος τραβήχτηκε μακριά, όχι τα δάχτυλά του –θα τον είχε σκοτώσει αν το επιχειρούσε– αλλά το κεφάλι του, αρκετά μακριά για να την κοιτάξει με ένα πονηρό χαμόγελο. «Ξέρω και κάτι άλλο που θα σου αρέσει», την πείραξε. Η Μιράντα έμεινε με το στόμα ανοιχτό καθώς εκείνος γονάτισε στο πάτωμα της άμαξας ανάμεσα στα πόδια της. «Τέρνερ;» ψιθύρισε, γιατί σίγουρα εκείνος δεν μπορούσε να κάνει κάτι από εκεί κάτω. Σίγουρα δεν θα... Έβγαλε μια πνιχτή κραυγή όταν το κεφάλι του εξαφανίστηκε κάτω από τα φουστάνια της. Κι έβγαλε άλλη μια πνιχτή κραυγή όταν τον ένιωσε, ζεστό και απαιτητικό, να τη φιλά κατά μήκος του μηρού της. Και τότε δεν υπήρχε άλλη αμφιβολία ως προς την πρόθεσή του. Τα δάχτυλά του, τα οποία τόση ώρα τη χάιδευαν ερεθίζοντάς την, άλλαξαν θέση. Την άνοιγε, συνειδητοποίησε εκείνη, χωρίζοντάς την, προετοιμάζοντάς τη για... Τα χείλη του. Ύστερα από αυτό εκείνη δεν μπορούσε πια να σκεφτεί λογικά. Ό,τι πίστευε πως είχε νιώσει την πρώτη φορά –και η πρώτη φορά ήταν πραγματικά πολύ καλή–, δεν ήταν τίποτα σε σύγκριση με αυτό. Το στόμα του ήταν απίστευτο και εκείνη είχε αφεθεί πάνω του. Και όταν πια ένιωσε να χάνεται σε χιλιάδες κομμάτια, το έκανε με κάθε κύτταρο του κορμιού της, με κάθε σταγόνα της ψυχής της. Θεέ μου, σκέφτηκε, προσπαθώντας απεγνωσμένα να ξαναβρεί την αναπνοή της. Πώς μπορεί κανείς να επιβιώσει από κάτι τέτοιο; Το χαμογελαστό πρόσωπο του Τέρνερ εμφανίστηκε ξαφνικά μπροστά στο δικό της. «Το πρώτο γαμήλιο δώρο σου», της είπε.


«Εγώ... εγώ...» «Ένα “ευχαριστώ” είναι αρκετό», της είπε με ένα πονηρό χαμόγελο. «Ευχαριστώ», αναστέναξε εκείνη. Τη φίλησε απαλά στο στόμα. «Παρακαλώ, η ευχαρίστηση είναι όλη δική μου». Η Μιράντα τον παρακολουθούσε να φτιάχνει το φόρεμά της, καλύπτοντάς την προσεκτικά και τελειώνοντας με ένα εντελώς πλατωνικό χάδι στο μπράτσο της. Το πάθος του φαινόταν να έχει καταλαγιάσει εντελώς, ενώ εκείνη εξακολουθούσε να αισθάνεται μια φλόγα να την καίει από μέσα προς τα έξω. «Εσύ δεν... δεν...» Ένα πονηρό χαμόγελο φάνηκε ξανά. «Δεν υπάρχει τίποτε που να επιθυμώ περισσότερο, αλλά αν δεν θέλεις να περάσεις την πρώτη νύχτα του γάμου σου σε μια κινούμενη άμαξα, θα βρω έναν τρόπο να κρατηθώ». «Αυτό δεν ήταν η πρώτη νύχτα του γάμου;» τον ρώτησε με αμφιβολία. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Ήταν κάτι μικρό για εσένα». «Ω». Η Μιράντα προσπαθούσε να θυμηθεί γιατί ήταν τόσο αρνητική απέναντι στον γάμο τους. Μια ζωή με τέτοιες μικρές απολαύσεις ακουγόταν πολύ όμορφη. Ένιωθε το σώμα της κουρασμένο, αισθανόταν μια έντονη χαλάρωση και γέρνοντας πάνω του κούρνιασε νυσταγμένη στο πλευρό του. «Θα το κάνουμε και πάλι αυτό;» μουρμούρισε, χαμένη στη ζεστασιά του. «Ω, ναι», είπε εκείνος, χαμογελώντας στον εαυτό του καθώς την παρακολουθούσε να αποκοιμιέται. «Το υπόσχομαι».


Κεφάλαιο 16 Το Ρόζντεϊλ ήταν, σύμφωνα με τα αριστοκρατικά πρότυπα, ένα οίκημα μετρίων διαστάσεων. Το ζεστό και κομψό σπίτι ανήκε στην οικογένεια των Μπέβελστοκ για αρκετές γενιές και ήταν σύνηθες ο πρωτότοκος γιος να το χρησιμοποιεί ως εξοχική κατοικία του πριν αποκτήσει τον τίτλο του κόμη και εγκατασταθεί στο πολύ μεγαλύτερο Χάβερμπρικς. Ο Τέρνερ αγαπούσε το Ρόζντεϊλ, αγαπούσε τους βαριούς πέτρινους τοίχους και τις επάλξεις στη στέγη του. Και πάνω απ’ όλα, αγαπούσε το άγριο τοπίο και τις εκατοντάδες τριανταφυλλιές που ήταν σπαρμένες εδώ κι εκεί γύρω από το σπίτι. Έφτασαν αρκετά αργά το βράδυ, έχοντας σταματήσει για ένα χαλαρό γεύμα κοντά στα σύνορα. Η Μιράντα κοιμόταν σχεδόν από εκείνη την ώρα –τον είχε προειδοποιήσει ότι η κίνηση της άμαξας πάντα της έφερνε υπνηλία– αλλά τον Τέρνερ δεν τον ένοιαζε. Του άρεσε η ησυχία της νύχτας, που έσπαγε μονάχα από τους ήχους των αλόγων, της άμαξας και του ανέμου. Του άρεσε το φως του φεγγαριού, που τρύπωνε μέσα από τα παράθυρα. Και του άρεσε να κοιτάζει τη νέα του σύζυγο, η οποία δεν ήταν καθόλου κομψή στον ύπνο της – το στόμα της ήταν ανοιχτό, και η αλήθεια να λέγεται, ροχάλιζε λίγο. Αλλά του άρεσε. Δεν ήξερε γιατί, αλλά του άρεσε. Και του άρεσε να το ξέρει. Κατέβηκε από την άμαξα και έκανε νόημα σε έναν από τους συνοδούς να κάνει ησυχία όταν αυτός πλησίασε για να βοηθήσει. Ο Τέρνερ μπήκε ξανά μέσα και πήρε τη Μιράντα στην αγκαλιά του. Η Μιράντα δεν είχε πάει ποτέ στο Ρόζντεϊλ, αν και δεν ήταν τόσο μακριά από τις Λίμνες. Εκείνος έλπιζε ότι θα το αγαπούσε κι εκείνη όπως ο ίδιος. Πίστευε ότι θα της άρεσε. Τη γνώριζε καλά, είχε αρχίσει να το συνειδητοποιεί. Δεν ήταν σίγουρος πότε συνέβη, αλλά θα μπορούσε να κοιτάξει κάτι και να σκεφτεί ότι η Μιράντα θα το ήθελε. Ο Τέρνερ είχε σταματήσει εδώ πηγαίνοντας στη Σκοτία και οι υπηρέτες είχαν ενημερωθεί για να ετοιμάσουν το σπίτι. Το σπίτι ήταν πράγματι έτοιμο, αλλά επειδή ο Τέρνερ δεν είχε στείλει κάποιο σημείωμα για την ακριβή άφιξή τους, το προσωπικό δεν είχε συγκεντρωθεί για να υποδεχτεί την καινούρια υποκόμησσα. Ο Τέρνερ ήταν χαρούμενος γι’ αυτό – δεν θα ήθελε να ξυπνήσει τη Μιράντα. Όταν μπήκε στο υπνοδωμάτιό του, παρατήρησε ότι ευτυχώς η φωτιά ήταν αναμμένη στο τζάκι. Μπορεί να ήταν Αύγουστος, αλλά οι νύχτες του Νορθάμπερλαντ ήταν ιδιαίτερα ψυχρές. Καθώς έβαζε τη Μιράντα απαλά στο κρεβάτι, δυο υπηρέτες έφεραν τις λιγοστές αποσκευές τους. Ο Τέρνερ ψιθύρισε στον μπάτλερ ότι η νέα του σύζυγος μπορούσε να συναντήσει το προσωπικό το πρωί ή ίσως αργότερα μέσα στη μέρα, και στη συνέχεια έκλεισε την πόρτα. Η Μιράντα, που είχε σταματήσει να ροχαλίζει, μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και αγκάλιασε ένα μαξιλάρι φέρνοντάς το στο στήθος της. Ο Τέρνερ επέστρεψε στο πλευρό της και της ψιθύρισε κάτι απαλά στο αφτί. Φαινόταν να αναγνωρίζει τη φωνή του στον ύπνο της. Άφησε έναν αναστεναγμό ευχαρίστησης και κύλησε στην άλλη μεριά του κρεβατιού. «Μην ξανακοιμηθείς ακόμα», της μουρμούρισε. «Ας βγάλουμε πρώτα αυτά τα ρούχα». Εκείνη ήταν ξαπλωμένη στο πλευρό της, κι έτσι ο Τέρνερ αναγκάστηκε να ανέβει στο κρεβάτι για να ξεκουμπώσει τα κουμπιά στην πλάτη της. «Μπορείς να καθίσεις για μια στιγμή; Για να μπορέσω να βγάλω το φόρεμά σου;» Εκείνη τον άφησε να τη βάλει να ανακαθίσει στο κρεβάτι σαν μικρό παιδί. «Πού είμαστε;» τον


ρώτησε ενώ χασμουριόταν. Δεν ήταν εντελώς ξύπνια. «Στο Ρόζντεϊλ. Το νέο σου σπίτι». Ο Τέρνερ ανέβασε το φόρεμά της μέχρι τους γοφούς της ώστε να καταφέρει να το τραβήξει πάνω από το κεφάλι της. «Α, ωραία», είπε και έπεσε πάλι πίσω στο κρεβάτι. Εκείνος χαμογέλασε υπομονετικά και την ξανατράβηξε για να καθίσει. «Λίγα δευτερόλεπτα ακόμα...» Με μια κίνηση, πέρασε το φόρεμά της πάνω από το κεφάλι της, αφήνοντάς την μόνο με το μισοφόρι της. «Καλά», μουρμούρισε η Μιράντα προσπαθώντας να μπει κάτω από τα σκεπάσματα. «Όχι τόσο γρήγορα». Την άρπαξε από τον αστράγαλο. «Δεν κοιμόμαστε με τα ρούχα εδώ». Το μισοφόρι της συνάντησε το φόρεμά της στο πάτωμα. Η Μιράντα, χωρίς να συνειδητοποιεί καλά καλά ότι ήταν γυμνή, γλίστρησε τελικά κάτω από τα σκεπάσματα, και αναστενάζοντας ικανοποιημένη ξανακοιμήθηκε αμέσως. Ο Τέρνερ άφησε να του ξεφύγει ένα μικρό γελάκι καθώς παρακολουθούσε τη σύζυγό του. Είχε παρατηρήσει πριν ότι οι βλεφαρίδες της ήταν τόσο μακριές; Ίσως ήταν από το φως των κεριών. Και αυτός ήταν κουρασμένος, κι έτσι έβγαλε και τα δικά του ρούχα με γρήγορες κινήσεις και χώθηκε στο κρεβάτι. Εκείνη κοιμόταν στο πλάι, κουλουριασμένη σαν παιδί, έτσι εκείνος έσφιξε το χέρι του γύρω της και την τράβηξε στο κέντρο του κρεβατιού, όπου θα μπορούσε να κουρνιάσει στη ζεστασιά της. Το δέρμα της ήταν αφάνταστα απαλό και εκείνος άφησε το χέρι του να ταξιδέψει στην κοιλιά της. Το άγγιγμά του πρέπει να την είχε γαργαλήσει, γιατί εκείνη άφησε μια μικρή τσιρίδα και γύρισε ανάσκελα. «Όλα θα πάνε καλά», της ψιθύρισε. Είχαν αγάπη και υπήρχε έλξη μεταξύ τους, και αυτό ήταν περισσότερο από ό,τι είχαν τα περισσότερα ζευγάρια. Έσκυψε προς τα εμπρός για να φιλήσει το κοιμισμένο στόμα της, αφήνοντας τη γλώσσα του να χαϊδέψει το περίγραμμά του. Τα βλέφαρά της άνοιξαν. «Πρέπει να είσαι η κοιμισμένη βασιλοπούλα του παραμυθιού», της μουρμούρισε. «Και ξύπνησες με ένα φιλί». «Πού είμαστε;» ρώτησε εκείνη, με φωνή βραχνή από τον ύπνο. «Στο Ρόζντεϊλ. Με έχεις ήδη ρωτήσει». «Ναι; Δεν θυμάμαι». Χωρίς να μπορεί να κρατηθεί, έσκυψε και τη φίλησε ξανά. «Αχ, Μιράντα, είσαι πολύ γλυκιά». Εκείνη άφησε έναν μικρό στεναγμό ευχαρίστησης στο φιλί του, αλλά ήταν προφανές ότι δεν μπορούσε να κρατήσει τα βλέφαρά της ανοιχτά. «Τέρνερ;» «Ναι, γλυκιά μου;» «Συγγνώμη». «Συγνώμη για ποιο πράγμα;» «Συγγνώμη. Απλώς δεν μπορώ... είμαι τόσο κουρασμένη», του είπε και χασμουρήθηκε. «Δεν μπορώ να κάνω το καθήκον μου!» Εκείνος χαμογέλασε με τα λόγια της και την τράβηξε στην αγκαλιά του. «Σσς», της ψιθύρισε, σκύβοντας για να φιλήσει τον κρόταφό της. «Μην το σκέφτεσαι σαν καθήκον. Είναι πολύ ωραίο για να το ονομάζουμε έτσι. Και δεν είμαι τόσο απελπισμένος ή αχρείος ώστε να επιβάλω τον εαυτό μου σε μια γυναίκα που είναι εξαντλημένη. Έχουμε αρκετό χρόνο. Μην ανησυχείς». Εκείνη, όμως, είχε ήδη αποκοιμηθεί. Ο Τέρνερ άφησε τα χείλη του να χαϊδέψουν τα μαλλιά της. «Έχουμε μια ολόκληρη ζωή μπροστά μας, αγάπη μου».


Η Μιράντα ξύπνησε πρώτη το πρωί, αφήνοντας ένα μεγάλο χασμουρητό καθώς άνοιξε τα μάτια της. Το φως της ημέρας γλιστρούσε μέσα από τις κουρτίνες, αλλά σίγουρα δεν ήταν ο ήλιος που έκανε το κρεβάτι της τόσο άνετο και ζεστό. Το χέρι του Τέρνερ είχε βρεθεί πάνω στη μέση της κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της νύχτας, και τώρα εκείνη ήταν κουλουριασμένη πάνω του. Θεέ και Κύριε, αυτός ο άνθρωπος ακτινοβολούσε θερμότητα. Προσπάθησε να τραβηχτεί λίγο για να μπορεί να τον βλέπει καλύτερα ενώ κοιμόταν. Το πρόσωπό του πάντοτε έμοιαζε με μικρού αγοριού, αλλά στον ύπνο του αυτό γινόταν πιο έντονο. Έμοιαζε με άγγελο, χωρίς ίχνος από τον κυνισμό που μερικές φορές σκοτείνιαζε τα μάτια του. Εξαιτίας της Λετίσια, σκέφτηκε η Μιράντα αγγίζοντας το μάγουλό του. Εκείνος κάτι μουρμούρισε στον ύπνο του. «Όχι ακόμα, αγάπη μου», του ψιθύρισε, νιώθοντας αρκετά θαρραλέα ώστε να χρησιμοποιήσει ένα γλυκόλογο τώρα που ήξερε ότι δεν μπορούσε να την ακούσει. «Μου αρέσει να σε βλέπω να κοιμάσαι». Κι απέμεινε να αφουγκράζεται την αναπνοή του καθώς κοιμόταν. Ένιωθε σαν να ήταν στα ουράνια. Τελικά εκείνος αναδεύτηκε και τεντώθηκε αργά πριν ανοίξει τα βλέφαρά του. Κοιτώντας τη με νυσταγμένα μάτια, της χαμογέλασε. «Καλημέρα», της είπε νωχελικά. «Καλημέρα». Χασμουρήθηκε και τη ρώτησε: «Είναι ώρα που έχεις ξυπνήσει;». «Όχι πολλή». «Πεινάς; Θα μπορούσα να ζητήσω να μας φέρουν εδώ το πρωινό». Η Μιράντα κούνησε το κεφάλι της αρνητικά. Εκείνος χασμουρήθηκε ξανά και της χαμογέλασε. «Είσαι πολύ ροδαλή το πρωί». «Ροδαλή;» τον ρώτησε με απορία. «Ναι. Το δέρμα σου... λάμπει». «Δεν νομίζω». «Και όμως, λάμπει. Πίστεψέ με». «Η μητέρα μου πάντα μου έλεγε να μη δείχνω εμπιστοσύνη στους άντρες που θα μου λένε: “Πίστεψέ με”». «Ε λοιπόν, η μητέρα σου δεν με γνώριζε πολύ καλά», είπε ανάλαφρα. Άγγιξε τα χείλη της με τον δείκτη του. «Και αυτά είναι πολύ ροδαλά». «Είναι;» ρώτησε ξέπνοα. «Μμμ. Πολύ ροδαλά. Αλλά δεν νομίζω ότι είναι τόσο ροδαλά όσο κάποια άλλα μέρη του σώματός σου». Η Μιράντα έγινε κατακόκκινη. «Αυτά, για παράδειγμα», της μουρμούρισε βάζοντας τις παλάμες του πάνω στις θηλές της, κι ύστερα το ένα του χέρι ανέβηκε και χάιδεψε τρυφερά το μάγουλό της. «Ήσουν πολύ κουρασμένη χθες το βράδυ». «Ναι, ήμουν». «Πολύ κουρασμένη για να ασχοληθείς με κάποια σημαντική δουλειά». Εκείνη κατάπιε νευρικά, προσπαθώντας να μη βογκήξει καθώς το χέρι του διέτρεξε απαλά την πλάτη της.


«Νομίζω ότι ήρθε η ώρα να ολοκληρώσουμε αυτόν τον γάμο», μουρμούρισε με τα χείλη του ζεστά και πονηρά να ψιθυρίζουν στο αφτί της. Ύστερα την τράβηξε πάνω του και εκείνη συνειδητοποίησε πόσο σύντομα ο Τέρνερ επιθυμούσε να τακτοποιήσει το θέμα. Η Μιράντα του χάρισε ένα άτακτο χαμόγελο. «Το φροντίσαμε αυτό αρκετό καιρό πριν. Λιγάκι πρόωρα, αν θυμάσαι». «Εκείνο δεν μετράει», της απάντησε ανέμελα. «Δεν ήμαστε παντρεμένοι τότε». «Αν δεν μετρούσε, δεν θα ήμαστε παντρεμένοι τώρα». Ο Τέρνερ απάντησε με ένα ακόμα χαμόγελο. «Ε λοιπόν, υποθέτω ότι έχεις δίκιο. Αλλά όλα τελείωσαν κατ’ ευχήν. Δεν μπορείς να είσαι θυμωμένη μαζί μου επειδή είμαι ένας ασυγκράτητος άντρας». Η Μιράντα ίσως ήταν σχετικά αθώα, αλλά ήξερε αρκετά ώστε να δείξει αγανακτισμένη με αυτή τη δήλωση. Δεν μπόρεσε να τη σχολιάσει, ωστόσο, καθώς το χέρι του κινήθηκε στο στήθος της και στη ροδαλή κορφή του, προκαλώντας μια έντονη λαχτάρα ανάμεσα στα πόδια της. Η Μιράντα ένιωσε να γλιστρά προς τα κάτω στο μαξιλάρι της και να βρίσκεται με την πλάτη στο στρώμα, αλλά και να χάνεται, λες και κάθε χάδι του έκανε κάθε εκατοστό του σώματός της να λιώνει. Φίλησε τα στήθη της, το στομάχι της, τα πόδια της. Δεν φαινόταν να υπάρχει κάποιο σημείο του σώματός της που να μην τον ενδιέφερε. Η Μιράντα δεν ήξερε τι να κάνει. Βρισκόταν ξαπλωμένη και ανήμπορη κάτω από τα χέρια και το στόμα του που την εξερευνούσαν. Βογκούσε και ανάσαινε βαθιά κάθε φορά που οι αισθήσεις της την κατέκλυζαν. «Σου αρέσει αυτό;» μουρμούρισε ο Τέρνερ καθώς περνούσε τα χείλη του στην καμπύλη πίσω από τα γόνατά της. «Μου αρέσουν τα πάντα», του απάντησε ανατριχιάζοντας. Εκείνος ανασηκώθηκε κι άφησε στο στόμα της ένα γρήγορο φιλί. «Δεν μπορώ να σου πω πόσο μου αρέσει να σε ακούω να το λες αυτό». «Αυτό δεν μπορεί να είναι πρέπον». «Όχι λιγότερο από αυτό που σου έκανα στην άμαξα», της απάντησε με ένα χαμόγελο. Εκείνη κοκκίνισε στην ανάμνηση εκείνη και δάγκωσε τα χείλη της για να μην του ζητήσει να το κάνει πάλι. Αλλά φαίνεται πως εκείνος μπορούσε να διαβάσει το μυαλό της, ή τουλάχιστον το πρόσωπό της, και με έναν πνιχτό ήχο ευχαρίστησης ταξίδεψε τα χείλη του κατά μήκος του σώματός της μέχρι τη θηλυκότητά της. Τα χείλη του άγγιξαν πρώτα το εσωτερικό του ενός μηρού κι ύστερα του άλλου. «Ω, ναι», αναστέναξε, χωρίς καμιά ντροπή. Δεν νοιαζόταν αν οι αντιδράσεις της την υποβίβαζαν σε ένα αχαλίνωτο θηλυκό. Απλώς λαχταρούσε την ευχαρίστηση που της πρόσφερε. «Τόσο γλυκιά», μουρμούρισε εκείνος, και τοποθέτησε το ένα χέρι του στο μαλακό τρίχωμα του είναι της, ανοίγοντάς την ακόμα περισσότερο. Η ζεστή πνοή του άγγιξε το δέρμα της και τα πόδια της σφίχτηκαν, παρόλο που ήξερε ότι το ήθελε αυτό. «Όχι, όχι, όχι», της είπε. Η φωνή του πρόδιδε ότι το διασκέδαζε καθώς άνοιγε τα πόδια της απαλά. Και έπειτα έσκυψε και φίλησε εκείνο το πιο ευαίσθητο σημείο της. Η Μιράντα, που δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη, βόγκηξε στο άγγιγμα των χειλιών του. Ήταν ευχαρίστηση ή πόνος; Δεν ήταν σίγουρη. Τα χέρια της, που είχαν σφιχτεί σε γροθιές στα πλευρά της, οδηγήθηκαν στο κεφάλι του Τέρνερ και βυθίστηκαν στα μαλλιά του. Όταν οι γοφοί της άρχισαν να ανασηκώνονται κάτω από το στόμα του, εκείνος έκανε μια κίνηση σαν να επιχείρησε να σηκωθεί, αλλά τα χέρια της κράτησαν το κεφάλι του σταθερά στη θέση του. Τελικά, ξέφυγε από τη λαβή της και με τα χείλη του χάραξε ένα πύρινο μονοπάτι προς τα πάνω, ως το στόμα


της, μέχρι που τα χείλη του ήταν στο ίδιο επίπεδο με τα δικά της. «Νόμιζα ότι δεν θα με άφηνες να αναπνεύσω». Η Μιράντα σκέφτηκε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατόν, αλλά κοκκίνισε. «Σου άρεσε αυτό;» της ψιθύρισε στο αφτί. Εκείνη δεν μπορούσε να μιλήσει κι έτσι απλώς έγνεψε. «Υπάρχουν πολλά, πάρα πολλά πράγματα για να μάθεις». «Μπορώ να;...» Ω, πώς να τον ρωτούσε; Χαμογέλασε κοιτώντας την. «Τι θέλεις;» «Μπορώ να σε αγγίξω;» ρώτησε δειλά. Σε απάντηση, εκείνος πήρε το χέρι της και το οδήγησε χαμηλά στο σώμα του. Όταν έφτασαν στον ανδρισμό του, το χέρι της τραβήχτηκε αντανακλαστικά. Ήταν πολύ πιο ζεστό από ό,τι περίμενε, και πολύ, πολύ πιο σκληρό. Ο Τέρνερ της κράτησε υπομονετικά το χέρι πάνω του, και αυτή τη φορά εκείνη έκανε μερικές δοκιμαστικές κινήσεις, απολαμβάνοντας το απαλό δέρμα του. «Είναι τόσο διαφορετικό», μουρμούρισε. «Τόσο πολύ παράξενο». Εκείνος γέλασε απαλά, εν μέρει επειδή αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να συγκρατήσει την επιθυμία που ξυπνούσε μέσα του. «Εμένα ποτέ δεν μου φάνηκε παράξενο». «Θέλω να το δω». «Ω Θεέ μου, Μιράντα», είπε. «Το θέλω». Έσπρωξε τα καλύμματα μέχρι που εκείνος απέμεινε γυμνός μπροστά στα μάτια της. «Ω Θεέ μου», βόγκηξε. Όλο αυτό το πράγμα είχε χωρέσει μέσα της; Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Πολύ περίεργη ακόμα, τύλιξε το χέρι της γύρω του και το πίεσε απαλά. Ο Τέρνερ πετάχτηκε σχεδόν από το κρεβάτι κι εκείνη τον άφησε αμέσως. «Σε πόνεσα;» «Όχι», της είπε. «Κάν’ το ξανά». Ένα θηλυκό χαμόγελο ικανοποίησης ανέβηκε στα χείλη της Μιράντα, καθώς επαναλάμβανε τα χάδια της. «Μπορώ να σε φιλήσω;» «Καλύτερα όχι», της είπε βραχνά. «Ω! Σκέφτηκα ότι ίσως επειδή εσύ με φίλησες…» Ο Τέρνερ άφησε μια πρωτόγονη κραυγή και γυρίζοντάς την ανάσκελα εγκαταστάθηκε ανάμεσα στους μηρούς της. «Αργότερα. Μπορείς να το κάνεις αργότερα». Δεν ήταν πλέον σε θέση να ελέγξει το πάθος του, το στόμα του κατέβηκε με εκπληκτική δύναμη στο δικό της διεκδικώντας την. Έσπρωξε τους μηρούς της περισσότερο με τα γόνατά του, αναγκάζοντάς τη να ανοίξει πιο πολύ, και εκείνη ενστικτωδώς ανασήκωσε τους γοφούς της για να τον διευκολύνει να μπει μέσα της. Γλίστρησε μέσα της απαλά, και εκείνη εντυπωσιάστηκε από το πώς το σώμα της τεντώθηκε για να ταιριάξει με το δικό του. Εκείνος άρχισε να κουνιέται αργά μπρος πίσω, μπαινοβγαίνοντας μέσα της αργά και σταθερά. «Ω, Μιράντα», βόγκηξε. «Ω Θεέ μου». «Ξέρω. Ξέρω». Το κεφάλι της γυρνούσε από τη μια πλευρά στην άλλη. Το βάρος του την πίεζε, αλλά παρ’ όλα αυτά εκείνη δεν μπορούσε να παραμείνει ακίνητη. «Είσαι δική μου», μουρμούρισε, επιταχύνοντας τον ρυθμό. «Δική μου». Εκείνη βόγκηξε και ο Τέρνερ απέμεινε ακίνητος με τα μάτια του να την κοιτάζουν βαθιά, καθώς της έλεγε: «Πες το». «Είμαι δική σου», του ψιθύρισε.


«Κάθε εκατοστό σου. Κάθε κομμάτι σου. Από εδώ…» κράτησε το στήθος της στο χέρι του, «μέχρι εδώ», της είπε και γλίστρησε το δάχτυλό του στο μάγουλό της, «μέχρι εδώ». Τραβήχτηκε για λίγο μέχρι που μόνο η άκρη του παρέμεινε μέσα της, και ύστερα ξαναμπήκε μέσα της με ορμή. «Ω Θεέ μου, ναι, Τέρνερ. Ό,τι θέλεις». «Θέλω εσένα». «Είμαι δική σου. Τ’ ορκίζομαι». «Δική μου, Μιράντα. Κανενός άλλου, υποσχέσου το», της ψιθύρισε καθώς τραβιόταν σχεδόν έξω. Αισθάνθηκε τελείως άδεια χωρίς αυτόν μέσα της και σχεδόν έβαλε τις φωνές. «Υπόσχομαι», του απάντησε με κομμένη την ανάσα. «Σε παρακαλώ... απλώς έλα πάλι μέσα μου». Εκείνος μπήκε ξανά μέσα της, κάνοντάς τη να αναστενάξει από ανακούφιση και να βογκά από επιθυμία. «Δεν θα υπάρξουν άλλοι άντρες. Με ακούς;» Η Μιράντα ήξερε ότι αυτά τα έντονα λόγια ήταν αποτέλεσμα της προδοσίας της Λετίσια, αλλά ήταν πολύ παγιδευμένη στο πάθος της στιγμής για να σκεφτεί λογικά και να τον μαλώσει που τη συνέκρινε με τη νεκρή σύζυγό του. «Κανένας, ορκίζομαι. Ποτέ δεν ήθελα κανέναν άλλο». «Και δεν θα θελήσεις ποτέ», της είπε σταθερά, σαν να μπορούσε να το κάνει αληθινό απλώς και μόνο λέγοντάς το. «Ποτέ! Σε παρακαλώ, Τέρνερ, σε παρακαλώ... Σε χρειάζομαι. Χρειάζομαι…» «Ξέρω τι χρειάζεσαι». Τα χείλη του έκλεισαν γύρω από τη μία θηλή της, καθώς επιτάχυνε τις κινήσεις μέσα της. Εκείνη ένιωσε πίεση στο σώμα της. Σπασμοί ευχαρίστησης αναδύθηκαν μέσα από την κοιλιά της, διαπέρασαν τα χέρια και τα πόδια της. Και ξαφνικά ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να αντέξει άλλη στιγμή χωρίς να εκραγεί επιτόπου, και ολόκληρο το σώμα της έγινε χίλια κομμάτια και σφίχτηκε γύρω από τον ανδρισμό του σαν ένα μεταξωτό γάντι. Εκείνη φώναξε το όνομά του κι αρπάχτηκε από τους ώμους του καθώς ανασηκώθηκε από το κρεβάτι με τη δύναμη του οργασμού της. Ο απόλυτος αισθησιασμός της απελευθέρωσής της ώθησε τον Τέρνερ πέρα από τα όρια και φώναξε δυνατά καθώς έσπρωξε προς τα εμπρός για τελευταία φορά, φτάνοντας σε κορύφωση. Η ευχαρίστησή του ήταν πολύ έντονη και δεν μπορούσε να πιστέψει τη δύναμη με την οποία βρέθηκε μέσα της. Κατέρρευσε πάνω της ξεθεωμένος. Ποτέ δεν ήταν τόσο έντονο, ποτέ. Ούτε και την τελευταία φορά με τη Μιράντα. Ήταν σάμπως κάθε κίνηση, κάθε άγγιγμα να εντάθηκε τώρα που γνώριζε ότι ήταν δική του, μοναχά δική του. Είχε μείνει έκπληκτος από την κτητικότητά του, από τον τρόπο που την είχε κάνει να ορκιστεί πίστη μόνο σε αυτόν, και αηδιασμένος από το γεγονός ότι είχε χειραγωγήσει το πάθος της για να καλύψει τις παιδιάστικες ανάγκες του. Ήταν θυμωμένη; Μήπως τον μισούσε γι’ αυτό; Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε το πρόσωπό της. Τα μάτια της ήταν κλειστά και τα χείλη της ήταν χαλαρά σε ένα όμορφο χαμόγελο. Κοίταξε κάθε εκατοστό από την ικανοποιημένη γυναίκα του και σύντομα κατέληξε ότι αν δεν είχε προσβληθεί από τις ενέργειες ή τις ερωτήσεις του, δεν επρόκειτο να το συζητήσει μαζί της. «Φαίνεσαι ροδαλή, γατούλα», της μουρμούρισε χαϊδεύοντας το μάγουλό της. «Ακόμα;» τον ρώτησε τεμπέλικα με τα μάτια κλειστά. «Ακόμα περισσότερο». Ο Τέρνερ χαμογέλασε κι ανασηκώθηκε στους αγκώνες του για να πάρει ένα μέρος του βάρους του από πάνω της. Πέρασε το δάχτυλό του κατά μήκος του προσώπου της, ξεκινώντας από τη


γωνία του στόματός της και τελειώνοντας στο τρυφερό δέρμα κοντά στο μάτι της, στις βλεφαρίδες της. «Άνοιξε τα μάτια σου». Εκείνη τα άνοιξε αργά. «Καλημέρα». «Πραγματικά είναι μια πολύ καλή μέρα», της είπε με ένα χαμόγελο που τον έκανε να μοιάζει με μικρό αγόρι. «Δεν είσαι άβολα;» τον ρώτησε βλέποντάς τον να στηρίζεται στα χέρια του από πάνω της για να μην την πλακώσει. «Μου αρέσει εδώ». «Μα τα χέρια σου–» «Είναι αρκετά δυνατά για να με κρατήσουν για αρκετή ώρα. Εκτός αυτού, μου αρέσει να σε κοιτάζω». Εκείνη κοκκίνισε και προσπάθησε να στρέψει το βλέμμα της αλλού. «Όχι, όχι. Δεν μπορείς να μου ξεφύγεις. Κοίτα ξανά εδώ». Άγγιξε το πιγούνι της και της έστρεψε ελαφρά το πρόσωπο για να τον κοιτάξει ξανά. «Είσαι πολύ όμορφη, ξέρεις». «Δεν είμαι», του είπε με ύφος που έλεγε ότι ήξερε πως της έλεγε ψέματα. «Θα σταματήσεις να διαφωνείς μαζί μου γι’ αυτό; Είμαι μεγαλύτερος από εσένα και έχω δει πολλές γυναίκες». «Μόνο τις έχεις δει;» τον ρώτησε γεμάτη αμφιβολία. «Αυτό, αγαπητή μου σύζυγε, είναι ένα εντελώς άλλο θέμα και δεν είναι θέμα για συζήτηση. Απλώς ήθελα να επισημάνω ότι είμαι κατά πάσα πιθανότητα λίγο περισσότερο γνώστης από ό,τι εσύ και πρέπει να δεχτείς την άποψή μου για το ζήτημα. Αν λέω ότι είσαι όμορφη, τότε είσαι όμορφη». «Πραγματικά, Τέρνερ, είσαι πολύ γλυκός, αλλά–» Εκείνος έσκυψε και η μύτη του ακούμπησε τη δική της. «Αρχίζεις να με ενοχλείς, γυναίκα». «Ω Θεέ μου, δεν θα ήθελα να το κάνω αυτό». «Ναι, έτσι νομίζω». «Και εσύ είσαι πολύ όμορφος», του είπε χαμογελώντας. «Σ’ ευχαριστώ», της απάντησε δήθεν σοβαρά. «Ορίστε, είδες πόσο ωραία δέχτηκα τη φιλοφρόνησή σου;» «Μάλλον κατέστρεψες το αποτέλεσμα επισημαίνοντας τους καλούς τρόπους σου». Εκείνος κούνησε το κεφάλι του. «Αχ, αυτό το στόμα σου. Θα πρέπει να κάνω κάτι γι’ αυτό». «Να το φιλήσεις;» είπε εκείνη ελπίζοντας. «Μμμ, δεν είναι πρόβλημα αυτό». Γλίστρησε τη γλώσσα του και χάιδεψε το περίγραμμα των χειλιών της. «Πολύ ωραία. Πολύ νόστιμο». «Δεν είμαι καμιά τούρτα, ξέρεις», απάντησε. «Αχ, αυτό το στόμα σου πάλι», της είπε αναστενάζοντας. «Φαντάζομαι ότι θα πρέπει να συνεχίσεις να με φιλάς». Εκείνος έκανε πως αναστέναξε βαριεστημένα σαν να ήταν αγγαρεία. «Ω, εντάξει». Αυτή τη φορά έσπρωξε τη γλώσσα του στο στόμα της σε ένα βαθύ φιλί κι όταν σήκωσε ξανά το κεφάλι του και την κοίταξε, το πρόσωπό της έλαμπε. Αυτή ήταν η λέξη που μπορούσε να περιγράψει την ακτινοβολία του δέρματός της. «Θεέ μου, Μιράντα», είπε μαγεμένος. «Είσαι τόσο όμορφη!» Και μ’ αυτό ξάπλωσε στο κρεβάτι, γύρισε στο πλευρό του και την πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του. «Δεν έχω δει ποτέ καμιά να είναι τόσο όμορφη όσο εσύ αυτή τη στιγμή», μουρμούρισε, τραβώντας την πιο σφιχτά πάνω του. «Ας μείνουμε εδώ ξαπλωμένοι για λίγο», της είπε.


Και ο Τέρνερ αφέθηκε να αποκοιμηθεί καθώς σκεφτόταν ότι αυτός ήταν ένα εξαιρετικός τρόπος για να ξεκινήσει ένα ζευγάρι τον γάμο του. 6 Νοεμβρίου 1819 Σήμερα πέρασε η δέκατη εβδομάδα του γάμου μου – και η τρίτη από τότε που θα έπρεπε να έχω την έμμηνη ρύση μου. Δεν θα έπρεπε να εκπλήσσομαι που έχω συλλάβει πάλι τόσο γρήγορα – ο Τέρνερ είναι ένας πολύ περιποιητικός σύζυγος. Δεν έχω παράπονο. 12 Ιανουαρίου 1820 Μπαίνοντας στο μπάνιο το απόγευμα, θα μπορούσα να ορκιστώ ότι είδα ένα μικρό φούσκωμα στην κοιλιά μου. Το πιστεύω τώρα. Πιστεύω ότι ήρθε για να μείνει. 30 Απριλίου 1820 Ω, είμαι πια τεράστια. Και ακόμα απομένουν σχεδόν τρεις μήνες. Ο Τέρνερ φαίνεται να λατρεύει τη στρογγυλάδα μου. Είναι πεπεισμένος ότι πρόκειται για κορίτσι. Πολλές φορές ψιθυρίζει «σ’ αγαπώ» στην κοιλιά μου. Αλλά μόνο στην κοιλιά μου. Όχι σ’ εμένα. Για να είμαι δίκαιη, πρέπει να πω ότι ούτε εγώ έχω πει το «σ’ αγαπώ», αλλά είμαι βέβαιη ότι εκείνος ξέρει ότι τον αγαπώ. Στο κάτω κάτω του το είχα πει πολύ πριν από τον γάμο μας και εκείνος είχε πει κάποτε ότι ένα άτομο δεν σταματά να αγαπά τόσο εύκολα. Ξέρω ότι νοιάζεται για εμένα. Γιατί δεν μπορεί να με αγαπάει; Ή κι αν μ’ αγαπάει, γιατί δεν μπορεί να το πει;


Κεφάλαιο 17 Οι μήνες πέρασαν και η ζωή των νεονύμφων άρχισε να κυλά μέσα σε μια ρουτίνα άνετη και γεμάτη στοργή. Ο Τέρνερ, που είχε βιώσει μια κόλαση με τη Λετίσια, έμενε συνεχώς έκπληκτος από το πόσο ευχάριστος μπορούσε να είναι ένας γάμος όταν αυτός είχε γίνει με τον σωστό πρόσωπο. Η Μιράντα ήταν η απόλυτη απόλαυση γι’ αυτόν. Απολάμβανε να την παρακολουθεί να διαβάζει ένα βιβλίο, να βουρτσίζει τα μαλλιά της, να δίνει οδηγίες στην οικονόμο, ακόμα και όταν δεν ασχολούνταν με τίποτα. Και έπιανε τον εαυτό του να ψάχνει συνεχώς δικαιολογίες για να την αγγίξει. Έναν αόρατο κόκκο σκόνης στο φόρεμά της τον οποίο έπρεπε να διώξει, μια ζάρα στο φόρεμά της που θα έπρεπε να στρώσει, μια μπούκλα από τα μαλλιά της που είχε ξεφύγει από τον κότσο της και την οποία θα έπρεπε να στερεώσει στη θέση της. Και εκείνη δεν φαινόταν ποτέ να την ενοχλεί. Μερικές φορές, εάν ήταν απασχολημένη με κάτι, έσπρωχνε απαλά το χέρι του μακριά, αλλά συνήθως απλώς χαμογελούσε και μερικές φορές κουνούσε το κεφάλι της – ελάχιστα, ίσα ίσα για να ακουμπήσει το μάγουλό της στο χέρι του. Κι άλλες φορές, όταν η Μιράντα δεν συνειδητοποιούσε ότι την παρακολουθούσε, την έπιανε να τον κοιτάζει με λαχτάρα. Κι εκείνη πάντα έστρεφε το βλέμμα της αλλού, τόσο γρήγορα που συχνά ο Τέρνερ δεν μπορούσε καν να είναι σίγουρος ότι η στιγμή εκείνη είχε συμβεί. Αλλά κατά βάθος ήξερε ότι είχε συμβεί, επειδή, όταν έκλεινε τα μάτια του το βράδυ, έβλεπε τα δικά της γεμάτα με εκείνη τη λάμψη της θλίψης που του έφερνε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ήξερε τι ήθελε εκείνη. Θα έπρεπε να του είναι εύκολο. Δυο απλές λέξεις. Και πραγματικά, δεν έπρεπε απλώς να τις πει; Ακόμα κι αν δεν τις εννοούσε, δεν θα άξιζε να τη δει ευτυχισμένη; Μερικές φορές προσπάθησε να το πει, προσπάθησε να το ψελλίσει, αλλά πάντα έμοιαζε να έχει εκείνο το αίσθημα πνιγμού, σαν να κοβόταν η αναπνοή του. Και η ειρωνεία ήταν ότι εκείνος σκεφτόταν πως μπορεί πραγματικά να την αγαπούσε. Ήταν βέβαιος ότι θα ήταν τελείως χαμένος αν κάτι της συνέβαινε. Από την άλλη, όμως, κάποτε νόμιζε πως αγαπούσε τη Λετίσια, και ορίστε πού τον είχε καταντήσει. Αγαπούσε τα πάντα στη Μιράντα, από την ελαφρά ανασηκωμένη μύτη της μέχρι το έξυπνο χιούμορ της με το οποίο τον πείραζε. Αλλά σήμαιναν όλα αυτά ότι την αγαπούσε; Κι αν έτσι είχαν τα πράγματα, πώς θα το ήξερε; Αυτή τη φορά, ήθελε να είναι σίγουρος. Ήθελε κάποια επιστημονική απόδειξη. Είχε αγαπήσει δυνατά κάποτε, πιστεύοντας ότι ο ιλιγγιώδης συνδυασμός της επιθυμίας και της εμμονής του έπρεπε να ήταν αγάπη. Γιατί τι άλλο θα μπορούσε να ήταν; Αλλά τώρα ήταν πιο μεγάλος. Είχε γίνει επίσης πιο σοφός –κάτι που ήταν καλό– και πολύ πιο κυνικός – που δεν ήταν καλό. Τις περισσότερες φορές ήταν σε θέση να διώξει αυτές τις ανησυχίες από το μυαλό του. Ήταν άντρας και, ειλικρινά, αυτό ήταν που έκαναν οι άντρες. Οι γυναίκες μπορούσαν να συζητούν και να αναλογίζονται (και πιθανότατα να ξανασυζητούν) ό,τι ήθελαν. Εκείνος προτιμούσε να σκέφτεται ένα θέμα μία φορά, ίσως και δύο, και να ξεμπερδεύει με αυτό. Γι’ αυτό ήταν ιδιαίτερα ενοχλητικό που φαινόταν ανίκανος να ξεχάσει αυτό το ιδιαίτερο πρόβλημα. Η ζωή του ήταν υπέροχη. Ευτυχισμένη. Απολαυστική. Δεν έπρεπε να σπαταλάει πολύτιμη σκέψη και ενέργεια για να σκέφτεται τα συναισθήματά του. Θα έπρεπε να μπορεί να απολαμβάνει τις πολλές ευλογίες του και να μη χρειάζεται να σκέφτεται αυτό το θέμα.


Έκανε ακριβώς αυτό –επικεντρωνόταν στο γιατί δεν ήθελε να σκέφτεται όλα αυτά– όταν άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα του γραφείου του. «Περάστε!» Το κεφάλι της Μιράντα πρόβαλε στην πόρτα. «Ενοχλώ;» «Όχι, φυσικά όχι. Πέρασε μέσα». Εκείνη άνοιξε τελείως την πόρτα και μπήκε. Ο Τέρνερ προσπάθησε να καταπνίξει ένα χαμόγελο βλέποντάς την. Τον τελευταίο καιρό η κοιλιά της φαινόταν να προηγείται του υπόλοιπου σώματός της κατά λίγα δευτερόλεπτα, όποτε έμπαινε σε ένα δωμάτιο. Είδε το χαμόγελό του και κοίταξε κάτω την κοιλιά της. «Είμαι τεράστια, έτσι δεν είναι;» «Θα έλεγα πως είσαι». Εκείνη αναστέναξε. «Θα μπορούσες να είχες πει ψέματα για να μη με πληγώσεις και να μου πεις ότι δεν είμαι τόσο τεράστια. Οι γυναίκες στην κατάστασή μου είναι πολύ ευαίσθητες, ξέρεις». Πήγε σε μια καρέκλα κοντά στο γραφείο του και έβαλε τα χέρια της στα μπράτσα για να καταφέρει να καθίσει. Ο Τέρνερ σηκώθηκε αμέσως για να τη βοηθήσει. «Νομίζω πως μου αρέσεις τόσο τεράστια». Εκείνη ξεφύσησε. «Απλώς σου αρέσει να έχεις μια απτή απόδειξη του ανδρισμού σου». Εκείνος χαμογέλασε. «Σε έχει κλοτσήσει το κορίτσι μας σήμερα;» «Όχι, και δεν είμαι τόσο σίγουρη ότι είναι κορίτσι». «Φυσικά και είναι κορίτσι. Είναι προφανές». «Να υποθέσω ότι σκοπεύεις να εξασκήσεις ένα είδος πνευματικής μαιευτικής;» Τα φρύδια του έσμιξαν. «Για πρόσεξε πώς μιλάς, γυναίκα». Η Μιράντα σήκωσε τα μάτια της στο ταβάνι δήθεν απαυδισμένη και του έδωσε ένα κομμάτι χαρτί. «Έλαβα σήμερα μια επιστολή από τη μητέρα σου. Σκέφτηκα ότι θα ήθελες να τη διαβάσεις». Εκείνος πήρε την επιστολή από τα χέρια της. Καθώς διάβαζε το μήνυμα, περπατούσε πάνω κάτω στο δωμάτιο. Είχε αναβάλει να μιλήσει στην οικογένειά του για τον γάμο του όσο το δυνατόν περισσότερο, αλλά έπειτα από δύο μήνες, η Μιράντα τον είχε πείσει ότι δεν θα μπορούσε να το αποφύγει πλέον. Όπως ήταν αναμενόμενο, είχαν σοκαριστεί –με εξαίρεση την Ολίβια, η οποία είχε κάποια ιδέα σχετικά με το τι συνέβαινε– και είχαν σπεύσει στο Ρόζντεϊλ για να δουν την κατάσταση από κοντά. Η μητέρα του ακούστηκε πολλές φορές να μουρμουρίζει «Ποτέ δεν είχα ονειρευτεί...», και ο Ουίνστον φαινόταν λίγο ενοχλημένος, αλλά γενικά η Μιράντα έγινε απόλυτα αποδεκτή ως η καινούρια σύζυγος του Τέρνερ, και από Τσίβερ λεγόταν πια Μπέβελστοκ. Στο κάτω κάτω, ήταν στην πράξη πάντα μέλος της οικογένειας. «Ο Ουίνστον έχει κάποια προβλήματα στην Οξφόρδη», μουρμούρισε ο Τέρνερ, με τα μάτια του να μετακινούνται γρήγορα πάνω στις γραμμές της επιστολής της μητέρας του. «Ε λοιπόν, αυτό ήταν αναμενόμενο, φαντάζομαι». Την κοίταξε με μια εύθυμη έκφραση. «Τι σημαίνει αυτό;» «Μη νομίζεις ότι δεν άκουσα ποτέ για τα δικά σου κατορθώματα στο πανεπιστήμιο». Εκείνος χαμογέλασε. «Είμαι πολύ πιο ώριμος τώρα». «Το ελπίζω», του απάντησε. Εκείνος πήγε προς το μέρος της κι έδωσε ένα φιλί πρώτα στη μύτη της και μετά στην κοιλιά της. «Μακάρι να μπορούσα να πάω στην Οξφόρδη», του είπε με λαχτάρα. «Θα μου άρεσε να ακούσω όλες αυτές τις ενδιαφέρουσες διαλέξεις». «Δεν είναι όλες ενδιαφέρουσες. Πίστεψέ με, μερικές ήταν τρομερά ανιαρές».


«Νομίζω, όμως, ότι ακόμα κι έτσι θα μου άρεσε». Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. «Ίσως. Είσαι σίγουρα δυο φορές πιο έξυπνη από τους περισσότερους άντρες που ήξερα εκεί». «Έχοντας περάσει σχεδόν μια σεζόν στο Λονδίνο, οφείλω να πω ότι δεν είναι ιδιαίτερα δύσκολο να είναι κάποιος πιο έξυπνος από τους περισσότερους άντρες της αριστοκρατίας». «Με εξαίρεση εμένα, ελπίζω». Κούνησε χαριτωμένα το κεφάλι της. «Εννοείται». Εκείνος πήγε και κάθισε πίσω από το γραφείο του. Αυτό ήταν που αγαπούσε περισσότερο στον γάμο του μαζί της – αυτές τις ιδιαίτερες μικρές συνομιλίες που γέμιζαν τις μέρες τους. Κάθισε και πήρε ξανά το έγγραφο που μελετούσε πριν μπει η Μιράντα. «Φαίνεται ότι θα χρειαστεί να πάω στο Λονδίνο». «Τώρα; Υπάρχουν ακόμα κάποιοι εκεί;» «Πολύ λίγοι», παραδέχτηκε εκείνος. Ήταν ο καιρός που το Κοινοβούλιο δεν συνεδρίαζε και οι περισσότεροι από τους αριστοκράτες είχαν εγκαταλείψει την πόλη για τις εξοχικές κατοικίες τους. «Αλλά ένας καλός μου φίλος είναι εκεί και χρειάζεται την υποστήριξή μου για κάποιο επιχειρηματικό εγχείρημα». «Θα ήθελες να έρθω μαζί σου;» «Δεν υπάρχει τίποτα που θα ήθελα περισσότερο, αλλά δεν πρέπει να σε υποβάλω σ’ αυτό το ταξίδι στην κατάστασή σου». «Μα νιώθω απόλυτα υγιής». «Και σε πιστεύω, αλλά δεν είναι συνετό να το ρισκάρουμε χωρίς λόγο. Και για να λέμε την αλήθεια, έχεις γίνει μάλλον...» ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του, «δυσκίνητη». Η Μιράντα έκανε έναν μορφασμό. «Αναρωτιέμαι τι θα μπορούσες ενδεχομένως να πεις που θα με έκανε να νιώθω λιγότερο ελκυστική». Της χαμογέλασε και έσκυψε να τη φιλήσει στο μάγουλο. «Δεν θα λείψω για πολύ. Όχι περισσότερο από ένα δεκαπενθήμερο, θα έλεγα». «Ένα δεκαπενθήμερο;» τον ρώτησε. «Χρειάζομαι τουλάχιστον τέσσερις ημέρες ταξίδι για να πάω και άλλες τόσες για να επιστρέψω. Με όλη αυτή τη βροχή τώρα τελευταία, οι δρόμοι θα έχουν γίνει χάλια». «Θα μου λείψεις». «Κι εμένα το ίδιο», της απάντησε έπειτα από μια μικρή παύση. Στην αρχή εκείνη δεν μίλησε. Και ύστερα αναστέναξε – ένας μικρός, μελαγχολικός αναστεναγμός που του έφερε ένα σφίξιμο στην καρδιά. Αλλά μετά η συμπεριφορά της άλλαξε και τον κοίταξε λίγο πιο ζωηρά. «Υποθέτω ότι θα υπάρχουν πολλά που θα με κρατούν απασχολημένη», του είπε. «Θα ήθελα να ανακαινίσω το δυτικό σαλόνι. Η ταπετσαρία είναι εντελώς ξεθωριασμένη. Ίσως προσκαλέσω και την Ολίβια να με επισκεφθεί. Είναι πολύ καλή σε αυτά τα πράγματα». Ο Τέρνερ της χαμογέλασε ζεστά. Του έδινε μεγάλη χαρά που η Μιράντα είχε αγαπήσει το σπίτι του τόσο πολύ όσο αυτός. «Μου αρέσει το γούστο σου. Δεν χρειάζεσαι την Ολίβια». «Θα μου κάνει, όμως, παρέα όσο θα λείπεις εσύ». «Τότε και βέβαια να την καλέσεις», της είπε κοιτώντας το ρολόι. «Δεν πεινάς; Είναι ήδη μεσημέρι». Εκείνη χάιδεψε το στομάχι της αφηρημένα. «Όχι, δεν πεινάω και πολύ, νομίζω. Αλλά θα μπορούσα να φάω κάνα δυο μπουκιές». «Πάνω από δύο», είπε εκείνος σθεναρά. «Ίσως και τρεις. Δεν τρως μόνο για τον εαυτό σου


τώρα, ξέρεις». Η Μιράντα κοίταξε την πρησμένη κοιλιά της. «Πίστεψέ με, το ξέρω καλά». Εκείνος σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα. «Θα πεταχτώ στην κουζίνα να φέρω κάτι». «Θα μπορούσες να καλέσεις μια υπηρέτρια». «Όχι, όχι, θα πάω εγώ. Θα είναι πιο γρήγορο». «Μα δεν είμαι–» Ήταν ήδη πολύ αργά. Είχε ήδη βγει από το δωμάτιο και δεν την άκουσε. Η Μιράντα χαμογέλασε στον εαυτό της και κάθισε πιο αναπαυτικά. Κανείς δεν μπορούσε να αμφισβητήσει ότι ο Τέρνερ νοιαζόταν και για την ίδια και για το μωρό. Φαινόταν από τον τρόπο που έφτιαχνε τα μαξιλάρια γι’ αυτήν πριν ξαπλώσει στο κρεβάτι, από τον τρόπο που εξασφάλιζε ότι έτρωγε καλό, υγιεινό φαγητό, και ειδικά από τον τρόπο που επέμενε να βάζει το αφτί του στην κοιλιά της κάθε βράδυ για να ακούει το μωρό να κινείται. «Νομίζω ότι κλότσησε!» αναφωνούσε με ενθουσιασμό. «Αυτό που άκουσες ήταν μάλλον ρέψιμο», τον είχε πειράξει η Μιράντα μια φορά. Ο Τέρνερ ξαφνιάστηκε – δεν κατάλαβε το αστείο της και σήκωσε το κεφάλι του γεμάτος ανησυχία. «Μπορούν να ρευτούν εκεί μέσα; Είναι φυσιολογικό;» Εκείνη γέλασε απαλά. «Δεν γνωρίζω». «Ίσως θα έπρεπε να ρωτήσουμε τον γιατρό». Πήρε το χέρι του και τον έβαλε να ξαπλώσει δίπλα της. «Είμαι σίγουρη ότι όλα είναι μια χαρά». «Αλλά–» «Αν καλέσεις τον γιατρό, θα σε περάσει για τρελό». «Αλλά–» «Ας κοιμηθούμε τώρα. Αυτό είναι, κράτησέ με αγκαλιά. Πιο σφιχτά». Αναστέναξε και κούρνιασε δίπλα του. «Έτσι... Μπορώ να κοιμηθώ τώρα». Πίσω στο γραφείο, η Μιράντα χαμογέλασε καθώς θυμόταν τη συνομιλία τους. Ο Τέρνερ έκανε τέτοια πράγματα πολλές φορές την ημέρα, δείχνοντάς της πόσο πολύ την αγαπούσε. Έτσι δεν ήταν; Πώς μπορούσε να της συμπεριφέρεται τόσο τρυφερά και να μην την αγαπά; Γιατί εκείνη ήταν τόσο αβέβαιη για τα συναισθήματά του; Επειδή ποτέ δεν τα εξέφραζε δυνατά, ήρθε η σιωπηλή απάντηση. Φυσικά, της έκανε κομπλιμέντα και συχνά σχολίαζε πόσο χαρούμενος ήταν που την είχε παντρευτεί. Ήταν το χειρότερο βασανιστήριο αυτό που της έκανε, κι εκείνος δεν είχε ιδέα ότι τη βασάνιζε. Πίστευε ότι ήταν καλός και προστατευτικός, και πραγματικά ήταν. Αλλά κάθε φορά που την κοίταζε και χαμογελούσε με τον ζεστό και τρυφερό τρόπο του, εκείνη για ένα δευτερόλεπτο σκεφτόταν ότι θα έσκυβε προς τα εμπρός και θα της ψιθύριζε «σ’ αγαπώ». Και κάθε φορά που δεν συνέβαινε αυτό και εκείνος απλώς χάιδευε με τα χείλη του το μάγουλό της ή περνούσε το χέρι στα μαλλιά της ή τη ρωτούσε αν της είχε αρέσει η αναθεματισμένη πουτίγκα, για όνομα του Θεού… Εκείνη ένιωθε κάτι να σπάει μέσα της. Μια μικρή πίεση, που δημιουργούσε μια μικρή ρωγμή στην καρδιά της, αλλά όλες αυτές οι ρωγμές μαζεύονταν και γίνονταν πολλές, και κάθε μέρα της φαινόταν όλο και πιο δύσκολο να προσποιείται ότι η ζωή της ήταν ακριβώς όπως την επιθυμούσε. Προσπαθούσε να είναι υπομονετική. Το τελευταίο πράγμα που ήθελε από αυτόν ήταν τα ψέματα. Θα ήταν καταστροφικό αν της έλεγε «σ’ αγαπώ» χωρίς να το αισθάνεται. Αλλά δεν ήθελε να το σκέφτεται. Όχι τώρα που ήταν τόσο γλυκός και προστατευτικός και εκείνη θα έπρεπε να ήταν απόλυτα χαρούμενη.


Και ήταν. Στ’ αλήθεια. Σχεδόν. Υπήρχε μόνο μια φωνούλα μέσα της που έβγαινε συνέχεια στην επιφάνεια και γινόταν ενοχλητική, γιατί η Μιράντα δεν ήθελε να ξοδεύει όλη τη σκέψη και την ενέργειά της για να αναμασά και να αναρωτιέται για κάτι στο οποίο δεν είχε κανέναν έλεγχο. Απλώς ήθελε να ζήσει τη στιγμή, να απολαύσει τις πολλές ευλογίες της χωρίς να χρειάζεται να σκέφτεται ότι ο Τέρνερ δεν της είχε πει ποτέ «σ’ αγαπώ». Εκείνη τη στιγμή ο Τέρνερ μπήκε χαρούμενος στο δωμάτιο και τη φίλησε απαλά στην κορυφή του κεφαλιού της. «Η κυρία Χίνγκαμ λέει ότι θα στείλει ένα πιάτο με φαγητό σε λίγα λεπτά». «Σου είπα ότι δεν έπρεπε να μπεις στον κόπο να κατεβείς», μουρμούρισε η Μιράντα. «Ήξερα ότι τίποτα δεν θα ήταν έτοιμο». «Αν δεν είχα πάει κάτω μόνος μου», της είπε συγκαταβατικά, «θα έπρεπε να περιμένω να έρθει μια υπηρέτρια για να δει τι θέλω, μετά θα έπρεπε να περιμένω να πάει κάτω στην κουζίνα, και θα έπρεπε να περιμένω ενόσω η κυρία Χίνγκαμ θα ετοίμαζε το φαγητό μας, και–» Η Μιράντα σήκωσε γελώντας το χέρι της. «Εντάξει, αρκετά! Κατάλαβα τι εννοείς». «Και το φαγητό μας θα φτάσει πιο γρήγορα με αυτόν τον τρόπο», ολοκλήρωσε ο Τέρνερ τη φράση του. Και σκύβοντας προς τα εμπρός με ένα πονηρό χαμόγελο πρόσθεσε: «Δεν είμαι υπομονετικός άνθρωπος». Ούτε ήταν η ίδια ήταν, σκέφτηκε λυπημένα η Μιράντα. Αλλά ο σύζυγός της, αγνοώντας τις θυελλώδεις σκέψεις της, απλώς χαμογέλασε καθώς κοίταζε έξω από το παράθυρο. Ένα ελαφρύ πέπλο χιονιού κάλυπτε τα δέντρα. Ένας υπηρέτης και μια υπηρέτρια μπήκαν ήσυχα στο δωμάτιο, φέρνοντας φαγητό και τοποθετώντας το στο γραφείο του Τέρνερ. «Δεν ανησυχείς για τα χαρτιά σου;» ρώτησε η Μιράντα. «Θα είναι μια χαρά», της απάντησε μαζεύοντας τα χαρτιά σε έναν σωρό. «Μα δεν θα μπερδευτούν;» Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Πεινάω. Αυτό είναι πιο σημαντικό. Και εσύ είσαι πιο σημαντική». Η υπηρέτρια άφησε έναν αναστεναγμό ακούγοντας τα ρομαντικά λόγια του και η Μιράντα χαμογέλασε σφιγμένα. Το προσωπικό μάλλον θα σκεφτόταν ότι ο σύζυγός της θα εξέφραζε την αγάπη του με λόγια όταν δεν τους έβλεπαν. «Λοιπόν», είπε ζωηρά ο Τέρνερ κρατώντας ένα πιάτο. «Εδώ υπάρχει κοκκινιστό με βοδινό και λαχανικά, γατούλα. Θέλω να το φας όλο». Η Μιράντα κοίταξε με αμφιβολία το πιάτο που είχε τοποθετήσει μπροστά της. Θα χρειαζόταν μια μικρή στρατιά από εγκύους για φαγωθεί όλο. «Θα αστειεύεσαι», του είπε. «Καθόλου». Βούτηξε το κουτάλι στο κοκκινιστό και το κράτησε μπροστά στο στόμα της. «Πραγματικά, Τέρνερ, δεν μπορώ–» Έβαλε το κουτάλι στο στόμα της και εκείνη ξαφνιάστηκε για ένα δευτερόλεπτο, έπειτα μάσησε και κατάπιε. «Μπορώ να φάω μόνη μου». «Ναι, αλλά αυτό είναι πολύ πιο διασκεδαστικό». «Για εσένα ίσως να–» Μια κουταλιά σταμάτησε τα λόγια της. Η Μιράντα κατάπιε. «Αυτό είναι γελοίο». «Καθόλου». «Μήπως είναι κάποιος τρόπος για να μάθω να μη μιλάω τόσο πολύ;»


«Όχι, αν και έχασα μια μεγάλη ευκαιρία με αυτή την τελευταία σου πρόταση». «Τέρνερ, είσαι αδιόρθ–» Ακόμα μια μπουκιά βρήκε τον δρόμο της στο στόμα της. «Αδιόρθωτος;» «Ναι», απάντησε προσπαθώντας να μιλήσει καθαρά. «Ω, αγάπη μου», της είπε ανάλαφρα. «Έχεις λίγο φαγητό στο πιγούνι σου». «Εσύ είσαι αυτός που κρατάει το κουτάλι». «Στάσου ακίνητη». Έσκυψε προς τα εμπρός και έγλειψε μια σταγόνα σάλτσας από το πιγούνι της. «Μμμ, νόστιμο». «Πάρε κι εσύ λίγο», του απάντησε ανέκφραστα. «Υπάρχει αρκετό». «Μα δεν θα ήθελα να σου στερήσω πολύτιμα θρεπτικά συστατικά». Εκείνη ξεφύσησε. «Έλα, πάρε ακόμα μια μπουκιά… ω, αγάπη μου, μου φαίνεται ότι δεν πέτυχα το στόμα σου πάλι». Και ξαναμάζεψε με τη γλώσσα του τη σάλτσα που είχε πέσει στο πιγούνι της. «Το έκανες επίτηδες!» τον κατηγόρησε. «Και να σπαταλάω επίτηδες το φαγητό που θα μπορούσε να θρέψει την έγκυο σύζυγό μου;» της είπε με το χέρι στο στήθος του δήθεν θιγμένος. «Θα πρέπει να με θεωρείς παλιόσκυλο». «Ίσως να μην είσαι παλιόσκυλο, αλλά σίγουρα ένα ύπουλο μικρό–» «Ζήτω!» φώναξε βάζοντας το γεμάτο κουτάλι στο στόμα της. Κούνησε τον δείκτη της απειλητικά προς το πρόσωπό του, προσπαθώντας να μιλήσει. «Μη μιλάς με γεμάτο στόμα. Είναι πολύ αγενές». Αναγκαστικά κατάπιε. «Σου έλεγα ότι θα πάρω την εκδίκησή μου, είσαι–» Το κουτάλι ακούμπησε τη μύτη της. «Τσς, τσς, τώρα κοίτα τι έκανες», της είπε κουνώντας το κεφάλι του θεατρινίστικα. «Κινούσες τόσο πολύ το στόμα σου που το έχασα. Μείνε ακίνητη τώρα». Εκείνη έσφιξε τα χείλη της, αλλά δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Έτσι μπράβο, καλό κορίτσι», μουρμούρισε, και βάζοντας τη γλώσσα του στη μύτη της πήρε όλη τη σάλτσα που υπήρχε εκεί. «Τέρνερ!» «Η μόνη γυναίκα που γαργαλιέται στη μύτη», γέλασε . «Κι εγώ είχα την τύχη να την παντρευτώ». «Σταμάτα, σταμάτα!» «Τι να σταματήσω, να βάζω σάλτσα στο πρόσωπό σου ή να σε φιλάω;» «Να βάζεις σάλτσα στο πρόσωπό μου. Δεν χρειάζεσαι δικαιολογία για να με φιλήσεις». «Ω, αλήθεια;» «Αλήθεια». «Μεγάλη ανακούφιση». Η μύτη του άγγιξε τη δική της. «Τέρνερ;» «Χμμ;» «Αν δεν με φιλήσεις σύντομα, νομίζω ότι θα τρελαθώ». Κι εκείνος άφησε δεκάδες απαλά φιλιά στο πρόσωπό της. «Εντάξει τώρα;» Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά κι εκείνος έκανε πιο βαθιά τα φιλιά του. «Τώρα;» «Φοβάμαι πως όχι». «Τι χρειάζεσαι;» της ψιθύρισε κι η ανάσα του ήταν ζεστή στα χείλη της.


«Τι χρειάζεσαι εσύ;» τον ρώτησε και τα χέρια της γλίστρησαν στους ώμους του μαλάσσοντάς τους. «Ω, Μιράντα», βόγκηξε και το σώμα του έμεινε ακίνητο, «αυτό είναι υπέροχο. Όχι, μη σταματάς. Σε παρακαλώ, μη σταματάς». «Ενδιαφέρον», του είπε με ένα μικρό χαμόγελο. «Είσαι τόσο εύπλαστος στα χέρια μου». «Ό,τι πεις», βόγκηξε εκείνος. «Μόνο μη σταματάς». «Γιατί είσαι τόσο σφιγμένος;» Άνοιξε τα βλέφαρά του και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Ξέρεις πολύ καλά». Εκείνη κοκκίνισε. Στην τελευταία επίσκεψή του ο γιατρός της την είχε ενημερώσει ότι είχε έρθει η ώρα να σταματήσουν τις συζυγικές επαφές τους. Ο Τέρνερ δεν είχε σταματήσει να γκρινιάζει για μια εβδομάδα. «Αρνούμαι να πιστέψω», του είπε, σηκώνοντας τα δάχτυλά της από τους ώμους του και στη συνέχεια χαμογελώντας όταν εκείνος βόγκηξε διαμαρτυρόμενος, «ότι είμαι εγώ η μόνη αιτία των φριχτών πόνων στην πλάτη σου». «Το άγχος που νιώθω επειδή δεν μπορώ να σου κάνω έρωτα, και η σωματική προσπάθεια να κουβαλήσω το τεράστιο σώμα σου στις σκάλες...» «Ποτέ δεν χρειάστηκε να με κουβαλήσεις στις σκάλες!» «Ε ναι, το έχω όμως σκεφτεί, και αυτό ήταν σίγουρα αρκετό για να με κάνει να πονάω στην πλάτη μου. Να, εκεί...» στριφογύρισε και έδειξε με το χέρι του ένα σημείο στην πλάτη του, «ακριβώς… εκεί». Η Μιράντα προσπάθησε να μη χαμογελάσει και άρχισε να τρίβει το σημείο που της έδειχνε. «Εσύ, κύριέ μου, είσαι ένα μεγάλο μωρό». «Μμμ», συμφώνησε και έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. «Σε πειράζει να ξαπλώσω; Θα σε διευκολύνει». Πώς, αναρωτιόταν η Μιράντα, την είχε κατάφερε να του κάνει μασάζ εκεί ακριβώς πάνω στο χαλί; Αλλά της άρεσε κι εκείνης να του προσφέρει αυτή την ικανοποίηση. Λάτρευε να τον αγγίζει, αγαπούσε να ταξιδεύει στο περίγραμμα του σώματός του. Χαμογελώντας, τράβηξε το πουκάμισό του από το παντελόνι του και γλίστρησε τα χέρια της από κάτω για να μπορεί να αγγίζει το δέρμα του. Ήταν ζεστό και μεταξένιο και εκείνη το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να διατρέξει τα χέρια της πάνω του για να νιώσει εκείνη τη χρυσή απαλότητα που ήταν τόσο μοναδικά δική του. «Μακάρι να μπορούσες να μου έτριβες κι εσύ την πλάτη», του μουρμούρισε. Είχαν περάσει πολλές εβδομάδες από τότε που είχε καταφέρει να ξαπλώσει μπρούμυτα. Έστρεψε το κεφάλι του για να δει το πρόσωπό της και χαμογέλασε. Ύστερα ανακάθισε, με ένα μικρό βογκητό. «Μείνε ακίνητη», της είπε απαλά γυρίζοντάς την, ώστε να μπορέσει να της τρίψει την πλάτη. Ένιωσε σαν να βρισκόταν στον παράδεισο. «Ω, Τέρνερ», αναστέναξε. «Είναι υπέροχο!» Ένας απροσδιόριστος ήχος ακούστηκε κι εκείνη έστριψε όσο καλύτερα μπορούσε για να δει το πρόσωπό του. «Λυπάμαι», είπε μορφάζοντας καθώς είδε στα μάτια του να αντιμάχονται η επιθυμία και η αυτοσυγκράτηση. «Μου λείπεις κι εμένα, αν αυτό σε παρηγορεί κάπως». Την άρπαξε στην αγκαλιά του κρατώντας την όσο πιο σφιχτά μπορούσε, χωρίς να πιέζει πάρα πολύ την κοιλιά της. «Δεν φταις εσύ, γατούλα». «Ναι, το ξέρω, αλλά εξακολουθώ να λυπάμαι. Μου λείπεις τρομερά», και χαμηλώνοντας τη φωνή της συνέχισε: «Μερικές φορές, όταν είσαι βαθιά μέσα μου, αισθάνομαι σαν να αγγίζεις την καρδιά μου. Μου λείπει αυτό το συναίσθημα περισσότερο απ’ όλα».


«Μη μιλάς έτσι», της είπε βραχνά. «Συγγνώμη». «Και για όνομα του Θεού, σταμάτα να ζητάς συγγνώμη». Εκείνη γέλασε. «Εγώ… όχι, το παίρνω πίσω. Δεν ζητάω συγγνώμη. Αλλά λυπάμαι που είσαι σε τέτοια κατάσταση. Δεν είναι δίκαιο». «Είναι κάτι περισσότερο από δίκαιο. Έχω μια υγιή σύζυγο και ένα όμορφο μωρό. Και το μόνο που έχω να κάνω είναι να συγκρατηθώ για λίγους μήνες». «Μα δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι τέτοιο», του μουρμούρισε πονηρά, με το χέρι της στα κουμπιά στο μπροστινό μέρος του παντελονιού του. «Δεν είναι απαραίτητο». «Μιράντα, σταμάτα. Δεν μπορώ…» «Δεν είναι απαραίτητο», επανέλαβε εκείνη, καθώς παραμέριζε το πουκάμισό του από το στήθος του και φιλούσε το επίπεδο στομάχι του. «Τι… ω Θεέ μου, Μιράντα». Του ξέφυγε ένα βογκητό. Τα χείλη της κινήθηκαν ακόμα χαμηλότερα. «Ω Θεέ μου! Μιράντα!» 7 Μαΐου 1820 Είμαι ξεδιάντροπη. Αλλά ο σύζυγός μου δεν παραπονιέται.


Κεφάλαιο 18 Το επόμενο πρωί, ο Τέρνερ φίλησε απαλά τη σύζυγό του στο μέτωπο. «Είσαι σίγουρη ότι θα είσαι εντάξει χωρίς εμένα;» Η Μιράντα ξεροκατάπιε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, προσπαθώντας να κρύψει τα δάκρυα που είχε ορκιστεί ότι δεν θα άφηνε να κυλήσουν. Ο ουρανός ήταν ακόμα σκοτεινός, αλλά ο Τέρνερ ήθελε να ξεκινήσει νωρίς για το Λονδίνο. Κάθισε στο κρεβάτι, με τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της, καθώς τον κοίταζε να ντύνεται. «Ο βαλές σου θα πάθει αποπληξία», τον πείραξε. «Ξέρεις ότι πιστεύει πως δεν μπορείς να ντυθείς σωστά». Φορώντας μόνο το παντελόνι του ο Τέρνερ πήγε προς το μέρος της και σκαρφάλωσε στην άκρη του κρεβατιού. «Είσαι βέβαιη ότι δεν σε πειράζει να φύγω;» «Φυσικά και με πειράζει. Θα ήθελα πολύ να σε έχω εδώ». Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. «Αλλά θα είμαι καλά. Και πιθανότατα θα κάνω πολύ περισσότερες δουλειές χωρίς εσένα εδώ για να μου αποσπάς την προσοχή μου». «Ω; Ώστε σου αποσπώ τόσο πολύ την προσοχή;» «Πολύ. Παρόλο που δεν μπορώ να πω ότι η προσοχή μου αποσπάται εύκολα τώρα τελευταία». «Μμμ. Λυπηρό αλλά αληθινό. Εμένα, δυστυχώς, η προσοχή μου αποσπάται όλη την ώρα». Έπιασε απαλά το πιγούνι της και σφράγισε τα χείλη της με ένα παθιασμένο φιλί. «Κάθε φορά που σε βλέπω», της μουρμούρισε. «Κάθε φορά;» ρώτησε με αμφιβολία κι εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Μα μοιάζω με αγελάδα». «Μμμ». Τα χείλη του δεν άφησαν τα δικά της. «Αλλά μια πολύ ελκυστική αγελάδα». «Είσαι αχρείος!» Τραβήχτηκε μακριά και τον χτύπησε παιχνιδιάρικα στον ώμο. Εκείνος χαμογέλασε πονηρά σε απάντηση. «Φαίνεται ότι αυτό το ταξίδι στο Λονδίνο θα είναι καλό για την υγεία μου. Ή τουλάχιστον για το σώμα μου. Ευτυχώς που δεν κάνω εύκολα μώλωπες». Εκείνη έκανε έναν μορφασμό και του έβγαλε τη γλώσσα της κοροϊδευτικά. Εκείνος της είπε πειραχτικά καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι και διέσχιζε το δωμάτιο: «Βλέπω ότι η μητρότητα δεν σε έκανε πιο ώριμη». Ένα μαξιλάρι τον βρήκε στην πλάτη. Ο Τέρνερ επέστρεψε στο πλευρό της στη στιγμή, με το σώμα του να απλώνεται στο κρεβάτι πλάι στο δικό της. «Ίσως πρέπει να παραμείνω, μόνο και μόνο για να σε κρατήσω φρόνιμη». «Ναι, ίσως θα έπρεπε». Τη φίλησε πάλι, αυτή τη φορά με απίστευτα συγκρατημένο πάθος και συγκίνηση. «Σου έχω πει», της μουρμούρισε, καθώς τα χείλη του γλιστρούσαν στο πρόσωπό της, «πόσο λατρεύω το ότι είμαι παντρεμένος μαζί σου;» «Ό…όχι σήμερα». «Είναι νωρίς ακόμα. Σίγουρα μπορείς να δικαιολογήσεις την παράλειψή μου», της είπε δαγκώνοντας ελαφρά τον λοβό του αφτιού της. «Είμαι βέβαιος, όμως, ότι σου το είπα χθες». Και την προηγούμενη μέρα, σκέφτηκε η Μιράντα πικρά. Και την προ-προηγούμενη, αλλά δεν


της είπε ποτέ ότι την αγαπά. Γιατί ήταν πάντα αυτό το «λατρεύω να είμαι μαζί σου» και «μου αρέσει να κάνω πράγματα μαζί σου» αλλά ποτέ «σ’ αγαπώ»; Δεν φαινόταν να μπορεί να πει ούτε καν «σε λατρεύω». Το «λατρεύω να είμαι παντρεμένος μαζί σου» ήταν προφανώς πολύ πιο ασφαλές. Ο Τέρνερ πρόσεξε το μελαγχολικό βλέμμα στα μάτια της. «Συμβαίνει κάτι, γατούλα;» «Όχι, όχι», του είπε ψέματα. «Τίποτα. Απλώς... θα μου λείψεις, αυτό είναι όλο». «Κι εμένα θα μου λείψεις». Τη φίλησε για τελευταία φορά και στη συνέχεια σηκώθηκε για να τακτοποιήσει το πουκάμισό του. Η Μιράντα τον παρακολουθούσε καθώς περιφερόταν στο δωμάτιο, μαζεύοντας τα πράγματά του. Τα χέρια της ήταν σφιγμένα κάτω από τα καλύμματα. Δεν επρόκειτο να πει τίποτα εκτός αν το έκανε εκείνη πρώτα. Και γιατί να έλεγε; Ήταν προφανώς απόλυτα ικανοποιημένος με την κατάσταση όπως ήταν. Εκείνη ίσως θα έπρεπε να πιέσει το ζήτημα, αλλά ήταν τόσο φοβισμένη – φοβισμένη μήπως δεν την τραβούσε στην αγκαλιά του για να της πει ότι την περίμενε να του πει και πάλι ότι τον αγαπούσε. Αλλά πάνω απ’ όλα, φοβόταν ότι θα βρισκόταν σε δύσκολη θέση, ότι θα ξεροκατάπινε και θα της έλεγε κάτι που θα ξεκινούσε με κάτι σαν: «Ξέρεις πόσο μου αρέσεις, Μιράντα...». Αυτή η σκέψη ήταν τόσο παγερή που την έκανε να τρέμει και την αναπνοή της να βγαίνει κοφτή. «Είσαι σίγουρη ότι αισθάνεσαι καλά;» τη ρώτησε ο Τέρνερ ανήσυχος. Πόσο εύκολο θα ήταν να του πει ψέματα. Μόνο λίγες λέξεις και θα παρέμενε δίπλα της, κρατώντας τη ζεστή τη νύχτα και φιλώντας την τόσο τρυφερά ώστε σχεδόν να την κάνει να πιστέψει ότι την αγαπά. Αλλά αν υπήρχε ένα πράγμα που χρειαζόταν μεταξύ τους, ήταν η αλήθεια, κι έτσι απλώς κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Είμαι καλά, Τέρνερ, πραγματικά. Μάλλον είναι τρέμουλο από το πρωινό ξύπνημα. Το σώμα μου εξακολουθεί να κοιμάται, νομίζω». «Θα πρέπει να κοιμάσαι. Δεν θέλω να το παρακάνεις όταν θα φύγω. Περιμένεις να γεννήσεις σε λιγότερο από δύο μήνες». Χαμογέλασε ειρωνικά. «Δεν είναι κάτι που μπορώ να ξεχάσω». «Ωραία. Έχεις το μωρό μου εκεί μέσα, μην το ξεχνάς». Ο Τέρνερ πήρε το παλτό του και έσκυψε για να τη φιλήσει. «Είναι και δικό μου μωρό». «Μμμ, το ξέρω». Ίσιωσε ξανά το σώμα του, έτοιμος να φύγει. «Γι’ αυτό και το αγαπώ τόσο πολύ». «Τέρνερ!» Η φωνή της ακουγόταν περίεργη, σχεδόν φοβισμένη. «Τι συμβαίνει, Μιράντα;» «Ήθελα μόνο να σου πω... δηλαδή, ήθελα να ξέρεις...» «Τι, Μιράντα;» «Απλώς ήθελα να ξέρεις ότι σ’ αγαπώ». Οι λέξεις ξέφυγαν από το στόμα της βιαστικά, σαν να φοβόταν ότι αν σταματούσε για να το σκεφτεί θα έχανε εντελώς το θάρρος της. Εκείνος πάγωσε: ένιωθε λες και το σώμα του δεν ήταν δικό του. Το περίμενε αυτό. Έτσι δεν είναι; Και δεν ήταν κάτι καλό; Δεν ήθελε την αγάπη της; Τα μάτια του συνάντησαν τα δικά της και μπορούσε να ακούσει τι σκεφτόταν εκείνη. Μη μου


ραγίσεις την καρδιά, Τέρνερ. Σε παρακαλώ, μη μου τη ραγίσεις. Τα χείλη του χωρίστηκαν. Είχε πει πολλές φορές στον εαυτό του τους τελευταίους μήνες ότι ήθελε να την ακούσει να το λέει και πάλι, αλλά τώρα που το είχε κάνει, αυτός αισθανόταν ένα σφίξιμο στον λαιμό σαν να μην κατάφερνε να αναπνεύσει. Δεν μπορούσε να σκεφτεί. Και σίγουρα δεν μπορούσε να δει καλά, γιατί το μόνο που κατάφερνε να διακρίνει ήταν εκείνα τα μεγάλα καστανά μάτια που τον κοίταζαν τόσο απελπισμένα. «Μιράντα, εγώ...» τα λόγια πνίγηκαν στον λαιμό του. Γιατί δεν μπορούσε να το πει; Δεν το ένιωθε; Γιατί ήταν τόσο δύσκολο; «Μην το κάνεις, Τέρνερ», είπε χαμηλόφωνα. «Μη λες τίποτα. Απλώς ξέχνα το!» Κάτι στάθηκε στον λαιμό του, αλλά κατάφερε να αρθρώσει: «Ξέρεις πόσο πολύ νοιάζομαι για εσένα». «Καλά να περάσεις στο Λονδίνο». Η φωνή της ήταν επώδυνα παγωμένη και εκείνος ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να την αφήσει με αυτόν τον τρόπο. «Μιράντα, σε παρακαλώ». «Μη μου μιλάς!» του φώναξε. «Δεν θέλω να ακούσω τις δικαιολογίες σου και δεν θέλω να ακούσω κοινοτοπίες! Δεν θέλω να ακούσω τίποτα!» Εκτός από το «σ’ αγαπώ». Οι λέξεις που δεν μπορούσαν να ειπωθούν αιωρούνταν στον αέρα ανάμεσά τους. Ο Τέρνερ μπορούσε να αισθανθεί ότι γλιστρούσε όλο και πιο μακριά απ’ αυτόν και εκείνος ήταν ανήμπορος να σταματήσει αυτό το χάσμα που άνοιγε ανάμεσά τους. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει, και δεν θα έπρεπε να ήταν δύσκολο. Ήταν μόνο δυο λέξεις, για όνομα του Θεού. Και ήθελε να τις πει. Αλλά βρισκόταν μπροστά σε ένα σύνορο και απλώς δεν μπορούσε να κάνει αυτό το τελευταίο βήμα προς τα εμπρός. Δεν ήταν λογικό. Δεν έβγαζε νόημα. Δεν ήξερε αν φοβόταν να την αγαπήσει ή αν φοβόταν επειδή εκείνη τον αγαπούσε. Δεν ήξερε καν αν φοβόταν καθόλου. Ίσως ήταν απλώς νεκρός μέσα του, με την καρδιά του τόσο διαλυμένη από τον πρώτο γάμο του ώστε δεν μπορούσε συμπεριφερθεί με έναν λογικό, φυσιολογικό τρόπο. «Αγάπη μου», άρχισε, προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι που θα την έκανε και πάλι ευτυχισμένη. Ή, αν αυτό δεν ήταν δυνατόν, να έδιωχνε τουλάχιστον λίγη από την πίκρα στα μάτια της. «Μη με αποκαλείς έτσι», του είπε με τόσο χαμηλή φωνή που μόλις την άκουγε. «Να με φωνάζεις με το όνομά μου». Ήθελε να φωνάξει. Ήθελε να ουρλιάξει. Ήθελε να την τραντάξει από τους ώμους και να την κάνει να καταλάβει ότι εκείνος δεν καταλάβαινε. Αλλά δεν ήξερε πώς να κάνει οτιδήποτε από αυτά, οπότε κούνησε το κεφάλι του και είπε: «Θα σε δω σε λίγες εβδομάδες, τότε». Έγνεψε με το κεφάλι της. Μόνο μια φορά. Και κοίταξε μακριά. «Θα περιμένω». «Αντίο», είπε σιγανά και έκλεισε την πόρτα πίσω του. «Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορείς να κάνεις με το πράσινο χρώμα», δήλωσε η Ολίβια καθώς ακουμπούσε με το χέρι της τις φθαρμένες κουρτίνες στο δυτικό σαλόνι. «Και πάντα σου πήγαινε το πράσινο». «Δεν πρόκειται να φορέσω τις κουρτίνες», απάντησε η Μιράντα. «Ναι, το γνωρίζω, αλλά όλες θα ήθελαν να φαίνονται κομψές στο σαλόνι τους, έτσι δεν είναι;» «Υποθέτω πως ναι», απάντησε με περιπαικτικό ύφος η Μιράντα.


«Ω, σταμάτα. Αν δεν ήθελες τη συμβουλή μου, δεν θα έπρεπε να με καλέσεις», απάντησε η κοπέλα χαμογελώντας. «Αλλά χαίρομαι πολύ που το έκανες. Μου έλειψες τρομερά, Μιράντα. Το Χάβερμπρικς είναι εξαιρετικά ανιαρό τον χειμώνα. Και η Φιόνα Μπένετ έρχεται για επίσκεψη συνεχώς». «Ναι, πολύ άσχημο αυτό», συμφώνησε η Μιράντα. «Μπήκα στον πειρασμό να δεχτώ μια από τις προσκλήσεις της από απόλυτη πλήξη». «Ω, μην το κάνεις αυτό». «Δεν της κρατάς ακόμα κακία για το περιστατικό με την κορδέλα στο πάρτι των ενδέκατων γενεθλίων μου, έτσι;» Η Μιράντα κράτησε τον αντίχειρα και τον δείκτη της σε απόσταση δύο εκατοστών περίπου. «Τόσο μόνο». «Ω, για όνομα του Θεού, ξέχνα το. Στο κάτω κάτω κατάφερες να παντρευτείς τον Τέρνερ. Και μάλιστα ακριβώς κάτω από τη μύτη μας». Η Ολίβια ήταν ακόμα λίγο δυσαρεστημένη που ο αδελφός της και η καλύτερη φίλη της είχαν δεσμό χωρίς να το γνωρίζει. «Αν και πρέπει να πω ότι δεν είναι καθόλου ευγενικό εκ μέρους του να φύγει για το Λονδίνο και να σε αφήσει μόνη εδώ». Η Μιράντα χαμογέλασε βεβιασμένα, πιάνοντας αφηρημένα το ύφασμα της φούστας της. «Δεν είναι τόσο κακό», μουρμούρισε. «Ναι, αλλά πλησιάζει ο καιρός σου», δήλωσε η Ολίβια. «Δεν έπρεπε να σε αφήσει μόνη». «Δεν με άφησε μόνη μου», είπε σταθερά η Μιράντα, προσπαθώντας να αλλάξει θέμα. «Είσαι εσύ εδώ, έτσι δεν είναι;» «Ναι, ναι, και θα έμενα και για τη γέννα αν μπορούσα, αλλά η μαμά λέει ότι δεν είναι σωστό για μια άγαμη κυρία». «Δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτα πιο σωστό», ήρθε η απάντηση. «Λες και δεν πρόκειται να βρεθείς κι εσύ σε αυτή την κατάσταση σε λίγα χρόνια». «Χρειάζομαι όμως πρώτα έναν σύζυγο», της υπενθύμισε η Ολίβια. «Δεν νομίζω να υπάρχει πρόβλημα με αυτό. Πόσες προτάσεις είχες φέτος; Έξι;» «Οκτώ». «Επομένως, μην παραπονιέσαι». «Δεν παραπονιέμαι, απλώς... Ω, δεν πειράζει, λέει ότι μπορώ να μείνω στο Ρόζντεϊλ. Απλώς δεν επιτρέπεται να μείνω μαζί σου». «Οι κουρτίνες», θυμήθηκε η Μιράντα. «Ναι, βέβαια», είπε η Ολίβια, και έστρεψε την προσοχή της στις κουρτίνες. «Αν έχουμε ταπετσαρία κυρίως σε πράσινο, οι κουρτίνες μπορεί να έχουν ένα χρώμα που να κάνει αντίθεση. Ίσως ένα από τα δευτερεύοντα χρώματα της ταπετσαρίας». Η Μιράντα κουνούσε το κεφάλι και χαμογελούσε όταν χρειαζόταν, αλλά το μυαλό της ήταν πολύ μακριά. Στο Λονδίνο, για την ακρίβεια. Ο σύζυγός της τρύπωνε στις σκέψεις της κάθε δευτερόλεπτο της ημέρας. Μπορεί να συζητούσε ένα θέμα με την οικονόμο όταν το χαμόγελό του ξαφνικά εμφανιζόταν μπροστά της. Δεν μπορούσε να τελειώσει το βιβλίο που διάβαζε επειδή ο ήχος του γέλιου του συνέχιζε να κυλά στα αφτιά της. Και το βράδυ, όταν σχεδόν είχε αποκοιμηθεί, η ανάμνηση από το απαλό σαν πούπουλο φιλί του την έκανε να λαχταρά το ζεστό σώμα του δίπλα της. «Μιράντα; Μιράντα!» Η Μιράντα άκουσε την Ολίβια να επαναλαμβάνει με ανυπομονησία το όνομά της. «Τι; Λυπάμαι, Λίβι. Το μυαλό μου ήταν χιλιόμετρα μακριά».


«Ναι, το ξέρω. Σπάνια φαίνεται να κατοικείς στο Ρόζντεϊλ αυτές τις μέρες». Η Μιράντα έβγαλε έναν ψεύτικο αναστεναγμό. «Είναι το μωρό, φαντάζομαι. Με κάνει ευσυγκίνητη». Σε άλλους δύο μήνες, σκέφτηκε λυπημένα, δεν θα ήταν σε θέση να κατηγορήσει το μωρό της για τη στιγμιαία αφηρημάδα της, και τότε τι θα έκανε; Χαμογέλασε ανέμελα στην Ολίβια. «Τι ήθελες να μου πεις;» «Απλώς ότι αν δεν σου αρέσει το πράσινο, θα μπορούσαμε να φτιάξουμε το δωμάτιο σε ένα απαλό τριανταφυλλί χρώμα. Θα μπορούσες να το ονομάσεις τριανταφυλλί σαλόνι, κάτι που θα ήταν πολύ κατάλληλο για το Ρόζντεϊλ». «Δεν νομίζεις ότι θα ήταν πολύ γυναικείο;» ρώτησε η Μιράντα. «Ο Τέρνερ χρησιμοποιεί αυτό το δωμάτιο αρκετά συχνά». «Χμμ. Ναι, αυτό είναι ένα πρόβλημα». Η Μιράντα δεν συνειδητοποίησε καν ότι έσφιγγε τις γροθιές της μέχρι που τα νύχια της χώθηκαν στις παλάμες της. Ήταν αστείο πώς ακόμη και η αναφορά του ονόματός του μπορούσε να την εξοργίσει. «Από την άλλη πλευρά», είπε, με τα μάτια της να μικραίνουν επικίνδυνα, «πάντα μου άρεσε το απαλό τριανταφυλλί. Ας το κάνουμε». «Είσαι σίγουρη; Και ο Τέρνερ;» ρώτησε η Ολίβια. «Ξέχνα τον Τέρνερ», είπε η Μιράντα με τόσο έντονο τρόπο που έκανε τη φιλενάδα της να ανασηκώσει τα φρύδια της με απορία. «Αν ήθελε να έχει λόγο στη διακόσμηση, δεν έπρεπε να είχε πάει στο Λονδίνο». «Δεν πρέπει να εκνευρίζεσαι», είπε η φίλη της προσπαθώντας να την καλμάρει. «Είμαι σίγουρη ότι του λείπεις πάρα πολύ». «Ανοησίες. Μάλλον δεν με σκέφτεται καθόλου». Η σκέψη της τον καταδίωκε. Είχε σκεφτεί, έπειτα από τέσσερις ατελείωτες μέρες σε μια κλειστή άμαξα, ότι θα ήταν σε θέση να βγάλει τη Μιράντα από το μυαλό του όταν θα έφτανε στο Λονδίνο και θα αντιμετώπιζε όλους εκείνους τους περισπασμούς εκεί. Αλλά έκανε λάθος. Έφερνε την τελευταία συνομιλία τους στο μυαλό του ξανά και ξανά, αλλά κάθε φορά που ο Τέρνερ προσπαθούσε να αλλάξει τα λόγια του, να προσποιηθεί ότι είχε πει κάτι άλλο, ότι είχε σκεφτεί κάτι άλλο, το όλο γεγονός εξαφανιζόταν. Η μνήμη του θόλωνε και το μόνο που απέμενε ήταν τα μάτια της, μεγάλα και καστανά και γεμάτα πόνο. Ήταν ένα άγνωστο συναίσθημα, αυτό της ενοχής. Τον έκαιγε και του έφερνε έναν κόμπο στον λαιμό. Ο θυμός ήταν πολύ, πολύ πιο εύκολος. Ο θυμός ήταν καθαρό συναίσθημα. Ήταν ακριβής και σαφής. Και δεν στρεφόταν ποτέ στον ίδιο. Ήταν θυμός για τη Λετίσια, για τους πολλούς εραστές της. Αλλά ποτέ δεν ήταν θυμός για τον ίδιο. Αλλά αυτό… αυτό ήταν κάτι άλλο. Και δεν υπήρχε τρόπος να ζήσει έτσι. Θα μπορούσαν να είναι και πάλι ευτυχισμένοι, έτσι δεν είναι; Εκείνος ήταν σίγουρα ευτυχισμένος πριν. Και εκείνη είχε υπάρξει ευτυχισμένη. Μπορεί να παραπονιόταν για τα αισθήματά του, αλλά εκείνος ήξερε ότι ήταν ευτυχισμένη. Και θα γινόταν και πάλι, ορκίστηκε. Μόλις η Μιράντα αποδεχόταν ότι θα τη φρόντιζε με κάθε τρόπο που ήξερε, θα μπορούσαν να επιστρέψουν στην άνετη συνύπαρξη που είχαν χαράξει


προηγουμένως στον γάμο τους. Θα είχε το μωρό. Θα ήταν οικογένεια. Θα της έκανε έρωτα με τα χέρια και με τα χείλη του, με όλα εκτός από λόγια. Την είχε κερδίσει μια φορά πριν. Θα μπορούσε να το κάνει και πάλι. Δύο εβδομάδες αργότερα, η Μιράντα καθόταν στο νέο τριανταφυλλί σαλόνι προσπαθώντας να διαβάσει ένα βιβλίο, αλλά ξόδευε πολύ περισσότερο χρόνο κοιτάζοντας έξω από το παράθυρο. Ο Τέρνερ είχε στείλει ένα σημείωμα στο οποίο έλεγε ότι θα επέστρεφε μέσα στις επόμενες μέρες, και η καρδιά της χτυπούσε δυνατά κάθε φορά που άκουγε έναν θόρυβο που έμοιαζε με τον ήχο μιας κινούμενης άμαξας στο δρομάκι μπροστά από το σπίτι. Ο ήλιος έδυσε πριν εκείνη συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε ακόμη γυρίσει ούτε μία σελίδα στο βιβλίο της. Μια υπηρέτρια της έφερε το δείπνο, παρόλο που η ίδια είχε ξεχάσει να το ζητήσει. Δεν είχε καλά καλά αδειάσει το μπολ με τη σούπα, και αποκοιμήθηκε στον καναπέ. Λίγες ώρες αργότερα, η πολυπόθητη άμαξα σταμάτησε μπροστά από το σπίτι και ο Τέρνερ, κουρασμένος από το ταξίδι αλλά λαχταρώντας να δει τη γυναίκα του, πήδηξε σβέλτα κάτω. Άπλωσε το χέρι του και πήρε από μια τσάντα ένα προσεκτικά τυλιγμένο πακέτο, αφήνοντας τις υπόλοιπες αποσκευές του στο όχημα για να τις μεταφέρουν οι υπηρέτες. Κοίταξε το σπίτι και πρόσεξε ότι δεν υπήρχε φως στην κρεβατοκάμαρά τους. Είχε την ελπίδα ότι η Μιράντα δεν θα είχε ήδη κοιμηθεί. Δεν του έκανε καρδιά να την ξυπνήσει, αλλά ήθελε πραγματικά να μιλήσει μαζί της εκείνο το βράδυ και να προσπαθήσει να διορθώσει τα πράγματα. Ανέβηκε τρέχοντας τα μπροστινά σκαλοπάτια, προσπαθώντας να απομακρύνει τη λάσπη από τις μπότες του καθώς ανέβαινε. Ο μπάτλερ, ο οποίος είχε τον νου του για την άφιξή του σχεδόν όσο και η Μιράντα, άνοιξε την πόρτα πριν ο Τέρνερ προλάβει να χτυπήσει. «Καλησπέρα, Μπρίρλι», είπε ο Τέρνερ ευγενικά. «Χαίρομαι που είμαι ο πρώτος που θα σας καλωσορίσει στο σπίτι, κύριέ μου». «Ευχαριστώ. Είναι η γυναίκα μου ακόμα ξύπνια;» «Πιστεύω ότι είναι στο τριανταφυλλί σαλόνι, κύριέ μου. Διαβάζει, νομίζω». Ο Τέρνερ έβγαλε το παλτό του. «Σίγουρα». «Είμαστε τυχεροί που έχουμε μια κυρία που της αρέσει τόσο το διάβασμα», πρόσθεσε ο Μπρίρλι. «Μα δεν έχουμε τριανταφυλλί σαλόνι, Μπρίρλι», συνέχισε ο Τέρνερ συνειδητοποιώντας τι του είχε πει ο μπάτλερ. «Τώρα έχουμε, κύριε. Είναι το πρώην δυτικό σαλόνι». «Μπα; Ασχολήθηκε επομένως με τη διακόσμηση. Λοιπόν, αυτό είναι καλό για εκείνη. Θέλω να θεωρεί αυτό το μέρος και δικό της». «Όλοι μας το επιθυμούμε, κύριέ μου». Ο Τέρνερ χαμογέλασε. Η Μιράντα είχε καταφέρει να έχει το προσωπικό με το μέρος της. Όλοι τη λάτρευαν. «Πάω να της κάνω έκπληξη τώρα». Προχώρησε στο χολ και ανέβηκε τα σκαλοπάτια μέχρι τη δυτική πτέρυγα και το ανακαινισμένο τριανταφυλλί σαλόνι. Η πόρτα ήταν ελαφρώς ανοιχτή και ο Τέρνερ μπορούσε να διακρίνει τη φλόγα ενός κεριού να τρεμοπαίζει. Ανόητη γυναίκα. Θα έπρεπε να ξέρει ότι χρειαζόταν περισσότερα κεριά για να διαβάσει. Έσπρωξε την πόρτα να ανοίξει μερικά εκατοστά ακόμα και τρύπωσε το κεφάλι του μέσα. Η Μιράντα ήταν ξαπλωμένη στον καναπέ, το στόμα της ήταν απαλό και ελαφρώς ανοιχτό καθώς κοιμόταν. Ένα βιβλίο ήταν απλωμένο στην κοιλιά της και ένα μισοφαγωμένο γεύμα βρισκόταν στο τραπέζι δίπλα της. Φαινόταν τόσο όμορφη και αθώα που η καρδιά του πόνεσε. Του είχε


λείψει πολύ στο ταξίδι – τη σκεφτόταν κάθε λεπτό, κάθε μέρα, κι εκείνη και τον άσχημο αποχωρισμό τους. Αλλά ποτέ δεν είχε σκεφτεί ούτε είχε συνειδητοποιήσει πόσο βαθιά και έντονη ήταν η επιθυμία του μέχρι αυτή τη στιγμή, όταν την είδε και πάλι, με τα μάτια κλειστά, με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει απαλά στον ύπνο της. Είχε πει στον εαυτό του ότι δεν θα την ξυπνούσε, αλλά αυτό, σκέφτηκε, ήταν επειδή νόμιζε ότι θα βρισκόταν στο υπνοδωμάτιό τους. Τώρα, όμως, θα έπρεπε να την ξυπνήσει για να την πάει μέχρι το κρεβάτι τους, οπότε αναγκαστικά θα έπρεπε να διακόψει τον γαλήνιο ύπνο της. Προχώρησε προς τον καναπέ, έσπρωξε τον δίσκο με το δείπνο παραπέρα και κάθισε στο τραπεζάκι, έχοντας το πακέτο του στην αγκαλιά του. «Ξύπνα, σου έχω ένα δώρο, αγά–» Άφησε τη φράση του μισοτελειωμένη όταν θυμήθηκε ότι του είχε απαγορεύσει να χρησιμοποιεί γλυκόλογα. Άγγιξε τον ώμο της. «Ξύπνα, Μιράντα». «Τέρνερ;» ανοιγόκλεισε τα μάτια και η φωνή της ακούστηκε βραχνή από τον ύπνο. «Γεια σου, γατούλα». Σκασίλα του αν εκείνη δεν ήθελε να τη φωνάζει έτσι. Αν ο ίδιος ήθελε να χρησιμοποιεί γλυκόλογα, θα το έκανε. «Το είχα σχεδόν...» χασμουρήθηκε. «Το είχα σχεδόν πάρει απόφαση ότι δεν θα ερχόσουν». «Μα σου είπα ότι θα έφτανα σήμερα». «Αλλά οι δρόμοι...» «Δεν ήταν τόσο χάλια», της χαμογέλασε. Το νυσταγμένο μυαλό της δεν είχε ακόμα θυμηθεί ότι ήταν θυμωμένη μαζί του, και σίγουρα εκείνος δεν είχε κανένα λόγο να της το θυμίσει. Ο Τέρνερ άγγιξε τρυφερά το μάγουλό της. «Μου έλειψες». Η Μιράντα χασμουρήθηκε ξανά. «Αλήθεια;» «Πολύ». Έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή και ύστερα τη ρώτησε: «Εγώ σου έλειψα;». «Εγώ... ναι». Το ψέμα δεν εξυπηρετούσε κανένα σκοπό, συνειδητοποίησε. Εκείνος ήξερε ήδη ότι τον αγαπούσε. «Πέρασες όμορφα στο Λονδίνο;» ρώτησε ευγενικά. «Θα προτιμούσα να ήσουν μαζί μου», απάντησε, και ακουγόταν κάπως μαζεμένος, σάμπως οι προτάσεις του να ήταν προσεκτικά διαλεγμένες ώστε να μην προσβάλουν. Και μετά, με τον ίδιο ευγενικό τρόπο είπε: «Πέρασες καλά όσο έλειπα;». «Η Ολίβια ήρθε για λίγες ημέρες». «Αλήθεια;» Η Μιράντα ένευσε καταφατικά πριν πει: «Εκτός από αυτό, ωστόσο, είχα πολύ χρόνο για να σκεφτώ». Τα λόγια της ακολούθησε μια μακρά σιωπή και έπειτα εκείνος είπε: «Καταλαβαίνω». Τον παρακολούθησε καθώς άφησε το πακέτο κάτω, σηκώθηκε και πήγε στο σημείο όπου έκαιγε το μοναχικό κερί. «Είναι πολύ σκοτεινά εδώ πέρα», είπε, αλλά υπήρχε κάτι σφιγμένο στον τρόπο του. Μακάρι να μπορούσε εκείνη να δει το πρόσωπό του καθώς έπαιρνε το κερί και το χρησιμοποιούσε για να ανάψει μερικά ακόμα. «Όταν κοιμήθηκα ήταν ακόμα σούρουπο», του είπε επειδή... επειδή φαινόταν να υπάρχει κάποια σιωπηλή συμφωνία μεταξύ τους να κάνουν μια εγκάρδια, προσεκτική και πολιτισμένη συζήτηση, αποφεύγοντας την πραγματικότητα. «Αλήθεια;» απάντησε εκείνος. «Σκοτεινιάζει αρκετά νωρίς τώρα. Πρέπει να είσαι πολύ κουρασμένη». «Είναι κουραστικό να κουβαλάς ένα πλάσμα μέσα σου». Ο Τέρνερ χαμογέλασε. Επιτέλους. «Δεν θα αργήσει πολύ ακόμα». «Όχι, αλλά θέλω αυτός ο μήνας να είναι όσο το δυνατόν πιο ευχάριστος».


Οι λέξεις αιωρήθηκαν στον αέρα. Δεν τις είχε πει εντελώς αθώα και εκείνος δεν τις είχε παρερμηνεύσει. «Τι εννοείς με αυτό;» τη ρώτησε, και η κάθε λέξη του ήταν πολύ ήπια και προσεκτικά επιλεγμένη, ώστε εκείνη να αντιληφθεί τις σοβαρές προθέσεις του. «Θέλω να πω...» Κατάπιε νευρικά, επιθυμώντας να ήταν όρθια με τα χέρια στη μέση της ή με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος της, οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτή την εξαιρετικά ευάλωτη θέση, ξαπλωμένη στον καναπέ. «Σημαίνει ότι δεν μπορώ να συνεχίσω όπως πριν». «Νόμιζα ότι ήμαστε ευτυχισμένοι εμείς οι δύο», είπε εκείνος προσεκτικά. «Ήμαστε. Ήμουν. Θέλω να πω... αλλά εγώ δεν ήμουν». «Είτε ήσουν είτε δεν ήσουν, γατούλα. Ή το ένα ή το άλλο». «Και τα δύο», ψέλλισε, μισώντας το απόλυτο ύφος στη φωνή του. «Δεν καταλαβαίνεις;» Τον κοίταξε λυπημένα. «Όχι, μπορώ να δω ότι δεν καταλαβαίνεις». «Δεν ξέρω τι θέλεις να κάνω», είπε εκείνος σθεναρά. Αλλά και οι δύο ήξεραν ότι έλεγε ψέματα. «Πρέπει να ξέρω πού βρίσκομαι μαζί σου, Τέρνερ». «Πού βρίσκεσαι μαζί μου;» ρώτησε με απορία. «Πού βρίσκεσαι μαζί μου; Να πάρει η ευχή, γυναίκα. Είσαι η σύζυγός μου. Τι άλλο χρειάζεται να ξέρεις;» «Πρέπει να ξέρω αν με αγαπάς!» ξέσπασε η Μιράντα και σηκώθηκε αδέξια από τον καναπέ. Εκείνος δεν απάντησε, παρά μονάχα στάθηκε εκεί ακίνητος. Μόνο ένας μυς στο μάγουλό του μαρτυρούσε τον εκνευρισμό του. «Πρέπει να ξέρω αν με αγαπάς ή όχι». «Τι διάολο σημαίνει αυτό;» «Αυτό σημαίνει ότι θέλω να μάθω τι νιώθεις για εμένα, Τέρνερ. Πρέπει να μάθω πώς αισθάνεσαι για εμένα. Αν δεν... αν δεν...» Έκλεισε τα μάτια της και έσφιξε τα χέρια της σε γροθιά, προσπαθώντας να βρει τις λέξεις για να του πει αυτό ακριβώς που ήθελε. «Δεν πειράζει αν δεν σε νοιάζει», δήλωσε τελικά. «Αλλά πρέπει να ξέρω». «Για ποιο πράγμα μιλάς, που να πάρει;» Πέρασε τα δάχτυλά του θυμωμένα μέσα από τα μαλλιά του. «Κάθε λεπτό της ημέρας σού λέω ότι σε λατρεύω». «Δεν μου λες ότι με λατρεύεις. Μου λες ότι λατρεύεις το γεγονός ότι είσαι παντρεμένος μαζί μου». «Ποια είναι η διαφορά;» φώναξε. «Ίσως απλώς σου αρέσει ο γάμος». «Μετά τη Λετίσια;» της πέταξε. «Λυπάμαι», του είπε, γιατί πραγματικά λυπόταν. Για εκείνο τον γάμο. Αλλά όχι για τα υπόλοιπα. «Υπάρχει μια διαφορά», του είπε χαμηλόφωνα. «Μια μεγάλη διαφορά. Θέλω να μάθω αν ενδιαφέρεσαι για εμένα, όχι μόνο για τον τρόπο που σε κάνω να αισθάνεσαι». Έβαλε τα χέρια του πάνω στο περβάζι και στηρίχτηκε εκεί με όλο το βάρος του, καθώς κοίταζε έξω από το παράθυρο. Εκείνη μπορούσε να δει μόνο την πλάτη του, αλλά τον άκουσε να λέει καθαρά: «Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάς». «Δεν θέλεις να ξέρεις», ξέσπασε. «Φοβάσαι να το σκεφτείς. Εσύ–» Ο Τέρνερ στράφηκε προς το μέρος της κι εκείνη σώπασε. Ποτέ δεν είχε δει το βλέμμα του πιο σκληρό. Ακόμη και εκείνη τη νύχτα που τη φίλησε για πρώτη φορά, όταν καθόταν μόνος του και έπινε μετά την κηδεία της Λετίσια, δεν ήταν έτσι. Προχώρησε προς το μέρος της. Οι κινήσεις του ήταν αργές και γεμάτες θυμό. «Δεν είμαι ένας αυταρχικός σύζυγος, αλλά ούτε και τόσο επιεικής ώστε να ανέχομαι να με αποκαλείς δειλό. Σε παρακαλώ να επιλέγεις τα λόγια σου με μεγαλύτερη προσοχή».


«Και εσύ μπορείς να επιλέγεις τη συμπεριφορά σου με μεγαλύτερη προσοχή», του απάντησε, νιώθοντας τον δηκτικό τόνο της φωνής του να της προκαλεί ρίγη κατά μήκος της σπονδυλικής στήλης της. «Δεν είμαι κανένα ανόητο» –συνέχισε με ολόκληρο το σώμα της να τρέμει στην προσπάθειά της να βρει τα κατάλληλα λόγια– «κατασκεύασμα, στο οποίο μπορείς να συμπεριφέρεσαι σαν να μην έχει μυαλό». «Ω, για όνομα του Θεού, Μιράντα. Πότε σε αντιμετώπισα έτσι; Πότε; Μπορείς να μου πεις, γιατί μα τον Θεό, είμαι περίεργος να μάθω». Η Μιράντα κόμπιασε, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει την πρόκλησή του. Τελικά του είπε: «Δεν μου αρέσει να μου μιλούν με αλαζονικό τρόπο, Τέρνερ». «Τότε μη με προκαλείς», της είπε μορφάζοντας. «Να μη σε προκαλώ;» του πέταξε με θράσος προχωρώντας προς το μέρος του. «Εσύ να μην προκαλείς εμένα!» «Μα δεν έκανα τίποτε, που να πάρει, Μιράντα! Τη μια στιγμή σκεφτόμουν ότι είμαστε χαρούμενοι, ευτυχισμένοι, και την επόμενη στιγμή μου επιτίθεσαι με μανία και με κατηγορείς, ένας Θεός ξέρει για ποιο φοβερό έγκλημα και–» Σταμάτησε όταν ένιωσε τα δάχτυλά της να χώνονται στα μπράτσα του. «Πίστευες ότι ήμαστε ευτυχισμένοι;» του είπε. Για μια στιγμή, όταν την κοίταξε, ήταν σχεδόν σαν να είχε μείνει απλώς έκπληκτος. «Φυσικά και το πίστευα», της είπε. «Σου το έλεγα όλη την ώρα», της είπε σπρώχνοντάς την πέρα με αγανάκτηση. «Αλλά ξέχασα. Όλα όσα έχω κάνει, ό,τι έχω πει, τίποτα δεν έχει σημασία. Δεν θέλεις να ξέρεις ότι είμαι ευτυχισμένος μαζί σου. Δεν σε νοιάζει αν μου αρέσει να είμαι μαζί σου. Θέλεις μονάχα να μάθεις πώς νιώθω». Και τότε, επειδή δεν μπορούσε να μην το πει, του ψιθύρισε: «Πώς νιώθεις για εμένα;». Ήταν σαν να τον είχε τσιμπήσει με μια καρφίτσα. Ενώ ήταν γεμάτος ενέργεια και κίνηση και τα λόγια ξεχύνονταν από το στόμα του με χλευασμό, τώρα... τώρα απλώς έστεκε εκεί, χωρίς να βγάζει τον παραμικρό ήχο, κοιτάζοντάς την παγωμένος λες και τον είχε μαρμαρώσει η Μέδουσα. «Μιράντα, εγώ… εγώ–» «Τι, Τέρνερ; Εσύ τι;» «Εγώ... Ω Θεέ μου, Μιράντα, αυτό δεν είναι δίκαιο». «Δεν μπορείς να το πεις». Τα μάτια της είχαν γεμίσει με τρόμο. Μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε την ελπίδα ότι απλώς θα το έλεγε, ότι ίσως σκεφτόταν υπερβολικά για όλα και πως όταν η στιγμή θα ήταν σωστή και το πάθος τους στα ύψη, τα λόγια θα ξέφευγαν από τα χείλη του και θα συνειδητοποιούσε ότι την αγαπούσε. «Θεέ μου». Η Μιράντα πήρε μια βαθιά ανάσα. Το μικρό κομμάτι της καρδιάς της που πάντα πίστευε ότι θα ερχόταν η ώρα που θα την αγαπούσε, συρρικνώθηκε και πέθανε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο, ραγίζοντας το μεγαλύτερο μέρος της ψυχής της. «Θεέ μου», είπε ξανά. «Δεν μπορείς να το πεις». Ο Τέρνερ είδε το κενό στα μάτια της και ήξερε ότι την είχε χάσει. «Δεν θέλω να σε πληγώσω», είπε απαλά. «Είναι πολύ αργά». Τα λόγια της στάθηκαν σαν κόμπος στον λαιμό της και περπάτησε αργά προς την πόρτα. «Περίμενε!» Εκείνη σταμάτησε και στράφηκε προς το μέρος του. Ο Τέρνερ έσκυψε και πήρε το πακέτο που είχε φέρει μαζί του. «Ορίστε», είπε και το ύφος του


ήταν ανέκφραστο και παγερό. «Σου έφερα αυτό». Η Μιράντα πήρε το πακέτο από το χέρι του, κοιτάζοντας την πλάτη του καθώς εκείνος έφευγε από το δωμάτιο. Με τρεμάμενα χέρια το ξετύλιξε: Ο Θάνατος του Αρθούρου. Το πολυπόθητο αντίγραφο που είχε δει στο βιβλιοπωλείο των κυρίων. «Ω Τέρνερ», ψιθύρισε. «Γιατί έπρεπε να πας και να κάνεις κάτι τόσο γλυκό; Γιατί δεν μπορείς απλώς να με αφήσεις να σε μισήσω;» Πολλές ώρες αργότερα, καθώς σκούπιζε το βιβλίο με ένα μαντίλι, είχε ακόμα την ελπίδα ότι τα αλμυρά δάκρυά της δεν είχαν καταστρέψει μόνιμα το δερμάτινο κάλυμμα. 7 Ιουνίου 1820 Η λαίδη Ράντλαντ και η Ολίβια έφτασαν σήμερα για να περιμένουν τη γέννηση του «κληρονόμου», όπως αποκαλεί το μωρό ολόκληρη η οικογένεια Μπέβελστοκ. Ο γιατρός δεν φαίνεται να πιστεύει ότι θα γεννήσω παρά σχεδόν έναν μήνα αργότερα, αλλά η λαίδη Ράντλαντ είπε ότι δεν ήθελε να διακινδυνεύσει να μην είναι εδώ στη γέννα. Είμαι βέβαιη ότι έχουν παρατηρήσει πως ο Τέρνερ κι εγώ δεν μοιραζόμαστε πλέον το ίδιο υπνοδωμάτιο. Είναι ασυνήθιστο, φυσικά, τα παντρεμένα ζευγάρια να μοιράζονται την ίδια κρεβατοκάμαρα, αλλά την τελευταία φορά που ήταν εδώ μέναμε στο ίδιο δωμάτιο και τώρα είμαι βέβαιη ότι αναρωτιούνται για τον χωρισμό μας. Έχουν περάσει δύο εβδομάδες από τότε που μετέφερα τα πράγματά μου. Το κρεβάτι μου είναι άβολο και κρύο. Το μισώ. Δεν νιώθω καν ενθουσιασμό για τη γέννηση του παιδιού.


Κεφάλαιο 19 Οι επόμενες εβδομάδες ήταν τρομακτικές. Ο Τέρνερ έτρωγε το φαγητό του στο γραφείο του: το να κάθεται απέναντι από τη Μιράντα για μία ώρα κάθε βράδυ ήταν κάτι περισσότερο από όσο μπορούσε να αντέξει. Την είχε χάσει αυτή τη φορά και η αγωνία του όταν κοίταζε τα μάτια της και τα έβλεπε τόσο κενά και χωρίς συναίσθημα τον σκότωνε. Αν και η Μιράντα δεν κατάφερνε να νιώσει τίποτα πια, τα αισθήματα του Τέρνερ τον πλημμύριζαν. Ήταν εξαγριωμένος μαζί της που τον είχε πιέσει να παραδεχτεί συναισθήματα τα οποία δεν ήταν σίγουρος ότι αισθανόταν. Ήταν εξοργισμένος μαζί της που είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τον γάμο τους, αφού έκρινε ότι εκείνος δεν είχε καταφέρει να περάσει κάποιο είδος δοκιμασίας που του είχε θέσει. Ένιωθε ένοχος που την είχε κάνει να αισθάνεται τόσο άθλια. Ήταν μπερδεμένος για το πώς έπρεπε να τη μεταχειριστεί και φοβόταν πως δεν θα την κέρδιζε ποτέ πίσω. Ήταν θυμωμένος με τον εαυτό του που δεν μπορούσε να της πει ότι την αγαπούσε και αισθανόταν ανεπαρκής που δεν ήξερε καν πώς να ξεκαθαρίσει αν ήταν ερωτευμένος. Αλλά πάνω απ’ όλα, ένιωθε μοναξιά. Και λαχτάρα για τη γυναίκα του. Του έλειπαν όλα εκείνα τα αστεία μικρά σχόλια και οι ιδιόρρυθμες εκφράσεις της. Καμιά φορά συναντιούνταν στο χολ και ανάγκαζε τον εαυτό του να κοιτάξει το πρόσωπό της, προσπαθώντας να πάρει μια γεύση από τη γυναίκα που παντρεύτηκε. Αλλά εκείνη είχε χαθεί. Η Μιράντα είχε γίνει μια διαφορετική γυναίκα. Δεν φαινόταν να τη νοιάζει πια. Σχετικά με οτιδήποτε. Η μητέρα του, που είχε έρθει να μείνει μέχρι να γεννηθεί το παιδί, του είχε επιστήσει την προσοχή στο γεγονός ότι η Μιράντα ίσα που έτρωγε λίγο από το φαγητό της. Εκείνος είχε βρίσει μέσα από τα δόντια του. Έπρεπε η Μιράντα να συνειδητοποιήσει ότι αυτό ήταν ανθυγιεινό. Αλλά δεν το έπαιρνε απόφαση να την αναζητήσει και να της βάλει μυαλό. Απλώς έδωσε εντολή σε μερικούς από τους υπηρέτες να την παρακολουθούν προσεκτικά. Του έφερναν καθημερινά αναφορές, συνήθως νωρίς το απόγευμα, όταν καθόταν στο γραφείο του προσπαθώντας να ξεχάσει την κατάσταση πίνοντας. Εκείνη η νύχτα δεν ήταν διαφορετική. Στο τρίτο μπράντι άκουσε ένα κοφτό χτύπημα στην πόρτα. «Περάστε». Προς μεγάλη του έκπληξη, η μητέρα του εμφανίστηκε στο δωμάτιο. Εκείνος έγνεψε ευγενικά. «Έχεις έρθει να με επιπλήξεις, φαντάζομαι». Η λαίδη Ράντλαντ σταύρωσε τα χέρια της. «Και για ποιο πράγμα ακριβώς πιστεύεις ότι χρειάζεται να σε επιπλήξω;» Το χαμόγελό του δεν είχε ίχνος χιούμορ. «Γιατί δεν μου λες εσύ; Είμαι βέβαιος ότι έχεις μια εκτεταμένη λίστα να μου αναφέρεις». «Είδες καθόλου τη γυναίκα σου την περασμένη εβδομάδα;» τον ρώτησε. «Όχι, δεν πιστεύω ότι– Μια στιγμή». Ήπιε μια γουλιά από μπράντι και συνέχισε: «Την πέτυχα στο χολ πριν από λίγες ημέρες. Νομίζω ότι ήταν την Τρίτη». «Για όνομα του Θεού. Είναι πάνω από οκτώ μηνών έγκυος, Νάιτζελ!» «Το γνωρίζω, σε διαβεβαιώνω». «Είναι άθλιο εκ μέρους σου να την αφήνεις μόνη της τώρα που σε χρειάζεται». Εκείνος ήπιε ακόμα μια γουλιά. «Για να ξεκαθαρίσω τα πράγματα, σου λέω ότι εκείνη με


άφησε μόνο, και όχι το αντίστροφο. Και μη με αποκαλείς Νάιτζελ». «Θα σε φωνάζω όπως θέλω, πανάθεμά σε». Ο Τέρνερ ανασήκωσε τα φρύδια του. Πρώτη φορά άκουγε τη μητέρα του να μιλά μ’ αυτόν τον τρόπο. «Συγχαρητήρια, έχεις πέσει στο επίπεδό μου». «Δώσ’ το μου αυτό!» είπε και πηγαίνοντας προς το μέρος του άρπαξε το ποτήρι από το χέρι του. Το κεχριμπαρένιο υγρό χύθηκε πάνω στο γραφείο. «Μου προκαλείς πραγματικά αποτροπιασμό, Νάιτζελ. Είσαι εξίσου κακός όπως όταν ήσουν με τη Λετίσια. Είσαι μισητός, αγενής–» Τα λόγια στάθηκαν στον λαιμό της καθώς το χέρι του τυλίχτηκε γύρω από τον καρπό της. «Μην κάνεις ποτέ το λάθος να συγκρίνεις τη Μιράντα με τη Λετίσια», της είπε απειλητικά. «Δεν το έκανα!» Τα μάτια της γούρλωσαν από έκπληξη. «Δεν θα μου περνούσε ποτέ από το μυαλό». «Καλώς». Την άφησε ξαφνικά και πήγε στο παράθυρο. Το τοπίο ήταν εξίσου ζοφερό με τη διάθεσή του. Η μητέρα του παρέμεινε σιωπηλή για κάμποση ώρα, αλλά στη συνέχεια ρώτησε: «Πώς σκοπεύεις να σώσεις τον γάμο σου, Τέρνερ;». Εκείνος άφησε έναν κουρασμένο αναστεναγμό. «Γιατί είσαι τόσο σίγουρη ότι εγώ πρέπει να κάνω προσπάθεια να τον σώσω;» «Για όνομα του Θεού, κοίτα το κορίτσι. Είναι προφανώς ερωτευμένο μαζί σου». Τα δάχτυλά του έσφιξαν το περβάζι τόσο πολύ ώστε έγιναν λευκά. «Δεν έχω δει καμία ένδειξη το τελευταίο διάστημα». «Πώς θα μπορούσες; Δεν την έχεις δει εδώ και μέρες. Για το καλό σου, ελπίζω πως δεν έχεις σκοτώσει ό,τι αισθανόταν για εσένα». Ο Τέρνερ δεν είπε τίποτα. Ήθελε απλώς να τελειώσει αυτή η συνομιλία. «Δεν είναι η ίδια γυναίκα που ήταν πριν από μερικούς μήνες», συνέχισε η μητέρα του. «Ήταν τόσο χαρούμενη. Θα έκανε τα πάντα για εσένα». «Τα πράγματα αλλάζουν, μητέρα», της είπε πικρά. «Και μπορούν να αλλάξουν», είπε η λαίδη Ράντλαντ, κι η φωνή της ήταν απαλή αλλά επίμονη. «Έλα να δειπνήσεις μαζί μας απόψε. Είναι τρομερά αμήχανη χωρίς εσένα». «Και θα είναι πολύ περισσότερο αμήχανη αν είμαι εκεί, σε διαβεβαιώνω». «Επίτρεψέ μου να το κρίνω εγώ αυτό». Ο Τέρνερ σηκώθηκε όρθιος και πήρε μια βαθιά αναπνοή. Μήπως η μητέρα του είχε δίκιο; Μήπως μπορούσαν αυτός και η Μιράντα να λύσουν τις διαφορές τους; «Η Λετίσια είναι ακόμα σε αυτό το σπίτι», δήλωσε ήρεμα η μητέρα του. «Άφησέ τη να φύγει. Άφησε τη Μιράντα να σε θεραπεύσει. Μπορεί να το κάνει, φτάνει να της δώσεις την ευκαιρία». Ένιωσε το χέρι της μητέρας του στον ώμο του, αλλά δεν γύρισε. Ήταν πολύ περήφανος για να την αφήσει να δει τον πόνο στο πρόσωπό του. Ο πρώτος πόνος έσφιξε την κοιλιά της περίπου μία ώρα πριν κατεβεί για το δείπνο. Ταραγμένη, η Μιράντα έβαλε το χέρι στην κοιλιά της. Ο γιατρός τής είχε πει ότι κατά πάσα πιθανότητα θα γεννούσε σε δύο εβδομάδες. «Μάλλον βιάζεσαι. Είναι λίγο νωρίς», είπε απαλά χαϊδεύοντας την κοιλιά της. «Απλώς περίμενε λίγο για το δείπνο, έτσι; Είμαι πραγματικά πεινασμένη. Δεν έχω νιώσει πείνα εδώ και εβδομάδες, ξέρεις, και χρειάζομαι λίγο φαγητό». Το μωρό κλότσησε σε απάντηση.


«Α, δηλαδή αυτός είναι ο τρόπος που πρόκειται να απαντάς, έτσι;» ψιθύρισε η Μιράντα και ένα τρυφερό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό της για πρώτη φορά τις τελευταίες εβδομάδες. «Λοιπόν, θα κάνω μια συμφωνία μαζί σου. Αν μου επιτρέψεις να φάω κάτι ήσυχα, σου υπόσχομαι να μη σου δώσω ένα όνομα όπως Ιφιγένεια». Η απάντηση ήταν μια κλοτσιά. «Αν είσαι κορίτσι, φυσικά. Αν είσαι αγόρι, τότε υπόσχομαι να μην σε ονομάσω… Νάιτζελ!» Γέλασε. Ήταν ένας ήχος ξεχασμένος και... όμορφος. «Εντάξει, σου υπόσχομαι να μη σε ονομάσω Νάιτζελ». Το μωρό δεν κουνήθηκε. «Ωραία! Και τώρα ας ντυθούμε». Η Μιράντα κάλεσε την υπηρέτριά της και μία ώρα αργότερα κατέβηκε τις σκάλες για την τραπεζαρία κρατώντας το κιγκλίδωμα σφιχτά σε όλη τη διαδρομή. Δεν ήταν σίγουρη γιατί δεν ήθελε να πει σε κανέναν ότι το μωρό ήταν καθ’ οδόν – ίσως ήταν απλώς η φυσική τάση που είχε να αποφεύγει να τραβά την προσοχή πάνω της. Επιπλέον, εκτός από έναν δυνατό πόνο κάθε δέκα λεπτά, αισθανόταν καλά. Σίγουρα δεν είχε καμία επιθυμία να περιοριστεί στο κρεβάτι της ακόμα. Απλώς ήλπιζε ότι το μωρό θα μπορούσε να καταφέρει να μη βιαστεί να βγει πριν τελειώσει το δείπνο. Υπήρχε κάτι αόριστα ενοχλητικό γύρω από τον τοκετό, και δεν είχε καμία επιθυμία να μάθει γιατί από πρώτο χέρι στο τραπέζι της τραπεζαρίας. «Α, εδώ είσαι, Μιράντα», την καλωσόρισε η Ολίβια. «Είπαμε να πιούμε ένα ποτό στο τριανταφυλλί σαλόνι. Έλα μαζί μας». Η Μιράντα κούνησε καταφατικά το κεφάλι και ακολούθησε τη φίλη της. «Μου φαίνεσαι λίγο περίεργη, Μιράντα», συνέχισε η Ολίβια. «Νιώθεις καλά;» «Είμαι απλώς φουσκωμένη, ευχαριστώ». «Ε λοιπόν, θα φύγει σύντομα αυτή η κοιλιά». Πολύ πιο σύντομα από ό,τι θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί, σκέφτηκε η Μιράντα. Η λαίδη Ράντλαντ της έδωσε ένα ποτήρι λεμονάδα. «Σας ευχαριστώ», είπε η Μιράντα. «Ξαφνικά νιώθω να διψάω πολύ». Αγνοώντας την εθιμοτυπία, η Μιράντα την ήπιε μονορούφι. Η λαίδη Ράντλαντ δεν είπε ούτε μία λέξη καθώς της ξαναγέμιζε το ποτήρι. Η Μιράντα το ήπιε κι εκείνο σχεδόν το ίδιο γρήγορα. «Πιστεύεις ότι το δείπνο είναι έτοιμο;» ρώτησε. «Πεινάω τρομερά». Αυτή φυσικά ήταν μόνο η μισή αλήθεια. Επρόκειτο να γεννήσει το μωρό πάνω στο τραπέζι της τραπεζαρίας εάν καθυστερούσαν κι άλλο. «Ναι, βέβαια», απάντησε η λαίδη Ράντλαντ, ξαφνιασμένη από την πείνα της Μιράντα. «Προχώρα μπροστά. Άλλωστε εδώ είναι το σπίτι σου, Μιράντα». Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι, έβαλε το χέρι κάτω από την κοιλιά της σαν να μπορούσε να κρατήσει το μωρό μέσα και βγήκε από το δωμάτιο στο χολ. Εκεί έπεσε πάνω στον Τέρνερ. «Καλησπέρα, Μιράντα». Η φωνή του ήταν πλούσια και βραχνή και εκείνη αισθάνθηκε κάτι να πεταρίζει βαθιά μέσα στην καρδιά της. «Ελπίζω να είσαι καλά», είπε. Έγνεψε ελαφρά, προσπαθώντας να μην τον κοιτάξει. Είχε περάσει τον τελευταίο μήνα εκπαιδεύοντας τον εαυτό της να μη λιώνει από επιθυμία και λαχτάρα κάθε φορά που τον έβλεπε. Είχε μάθει να κρύβει τα συναισθήματά της πίσω από ένα ανέκφραστο προσωπείο. Όλοι ήξεραν ότι συναισθηματικά ήταν ράκος, δεν χρειαζόταν και να το προσέχουν όλοι κάθε φορά που


έμπαινε σε ένα δωμάτιο. «Με συγχωρείς», μουρμούρισε, προσπερνώντας τον για να πάει προς την τραπεζαρία. Ο Τέρνερ έπιασε το χέρι της. «Επίτρεψέ μου να σε συνοδεύσω, γατούλα». Το κάτω χείλος της Μιράντα άρχισε να τρέμει. Τι προσπαθούσε να κάνει εκείνος; Αν αισθανόταν λιγότερο συγχυσμένη –ή αν ήταν λιγότερο έγκυος– πιθανότατα θα είχε προσπαθήσει να ξεφύγει από τη λαβή του, αλλά στην κατάστασή της το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να τον αφήσει να την οδηγήσει στο τραπέζι. Ο Τέρνερ δεν είπε τίποτα όταν τους σέρβιραν τα πρώτα πιάτα, κάτι που ήταν καλό για τη Μιράντα, η οποία προτιμούσε να αποφύγει κάθε συζήτηση. Η λαίδη Ράντλαντ και η Ολίβια προσπάθησαν να την εμπλέξουν στη συζήτηση, αλλά εκείνη κατάφερνε πάντα να έχει το στόμα της γεμάτο, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να απαντά. Το στόμα της φαινόταν να είναι απασχολημένο μασώντας, καταπίνοντας και μερικές φορές μουρμουρίζοντας «πραγματικά πεινάω πάρα πολύ». Αυτό λειτούργησε για τα πρώτα τρία πιάτα, έως ότου το μωρό σταμάτησε να συνεργάζεται. Είχε σκεφτεί ότι τα είχε καταφέρει αρκετά καλά χωρίς να αντιδρά στους πόνους, αλλά κάποια στιγμή πρέπει να μόρφασε, επειδή ο Τέρνερ την κοίταξε και ρώτησε: «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;». Εκείνη χαμογέλασε, μάσησε, κατάπιε και μουρμούρισε: «Κανένα. Αλλά πραγματικά πεινάω πολύ». «Ναι, το προσέξαμε», είπε στεγνά η Ολίβια, και η μητέρα της την κεραυνοβόλησε με ένα βλέμμα. Η Μιράντα πήρε άλλη μια μπουκιά από το κοτόπουλο με αμύγδαλα και ύστερα της ξέφυγε άλλος ένας μορφασμός με ένα βογκητό. Αυτή τη φορά ο Τέρνερ ήταν σίγουρος ότι το είχε προσέξει. «Έκανες κάποιο θόρυβο», της είπε σθεναρά. «Σε άκουσα. Τι συμβαίνει;» Εκείνη μάσησε και κατάπιε. «Τίποτα. Αν και είμαι αρκετά πεινασμένη». «Ίσως τρως πολύ γρήγορα», πρότεινε η Ολίβια. Η Μιράντα άρπαξε τη δικαιολογία. «Ναι, ναι, αυτό πρέπει να είναι. Ευχαριστώ». Ευτυχώς, η συζήτηση άλλαξε κατεύθυνση όταν η λαίδη Ράντλαντ παρέσυρε τον Τέρνερ σε μια κουβέντα για ένα νομοσχέδιο που είχε υποστηρίξει πρόσφατα στο Κοινοβούλιο. Η Μιράντα ήταν ευγνώμων που η προσοχή του είχε στραφεί αλλού. Την παρακολουθούσε πολύ στενά και δυσκολευόταν να κρατήσει το πρόσωπό της γαλήνιο όταν αισθανόταν κάποια σύσπαση. Η κοιλιά της σφίχτηκε ξανά και αυτή τη φορά έχασε την υπομονή της. «Σταμάτα το αυτό», ψιθύρισε, κοιτάζοντας προς τα κάτω στην κοιλιά της. «Αλλιώς θα σε ονομάσω Ιφιγένεια». «Είπες κάτι, Μιράντα;» ρώτησε η Ολίβια. «Ω, όχι, δεν νομίζω». Πέρασαν ακόμα λίγα λεπτά και ένιωσε άλλη μια σύσπαση. «Σταμάτα το αυτό, Νάιτζελ», ψιθύρισε. «Είχαμε κάνει μια συμφωνία». «Είμαι σίγουρη ότι είπες κάτι», πετάχτηκε ξανά η Ολίβια. «Με αποκάλεσες Νάιτζελ;» ρώτησε ο Τέρνερ. Ήταν πολύ περίεργο, σκέφτηκε η Μιράντα, το γεγονός ότι εκείνος αναστατωνόταν περισσότερο όταν τον αποκαλούσαν Νάιτζελ παρά επειδή εκείνη είχε φύγει από το κρεβάτι τους.


«Φυσικά και όχι. Φαντάζεσαι πράγματα. Αλλά ορκίζομαι ότι είμαι κουρασμένη. Θα ήθελα να αποσυρθώ, αν δεν σας πειράζει». Όμως τη στιγμή που πήγε να σηκωθεί από την καρέκλα, ένιωσε ένα υγρό να κυλά στα πόδια της. Κάθισε πάλι κάτω. «Ή μάλλον θα περιμένω για το επιδόρπιο». Η λαίδη Ράντλαντ σηκώθηκε από το κάθισμά της με την πρόφαση ότι έκανε δίαιτα και δεν μπορούσε να αντέξει να παρακολουθεί τους υπόλοιπους να τρώνε την πουτίγκα τους. Η αναχώρησή της έφερε τη Μιράντα σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν μπορούσε να αποφύγει τη συζήτηση, αλλά έκανε ό,τι μπορούσε για να φανεί πως ήταν απασχολημένη με το γλυκό της ελπίζοντας ότι κανείς δεν θα της έθετε καμιά ερώτηση. Επιτέλους, το γεύμα τελείωσε. Ο Τέρνερ σηκώθηκε, ήρθε προς το μέρος της και της πρόσφερε το μπράτσο του. «Όχι, ευχαριστώ, νομίζω ότι θα μείνω εδώ για λίγο. Νιώθω κάπως κουρασμένη, ξέρεις». Μια φλόγα έμοιαζε να ανεβαίνει στον λαιμό της. Κανείς δεν είχε γράψει ποτέ τι προστάζει η εθιμοτυπία όταν ένα μωρό επιθυμεί να γεννηθεί σε μια επίσημη τραπεζαρία. Η Μιράντα φαινόταν να βρίσκεται σε τέτοια αμηχανία και ήταν τόσο φοβισμένη που δεν μπορούσε καν να σηκωθεί από την καρέκλα. «Θα ήθελες ακόμα μια μερίδα;» Ο τόνος του ήταν παγερός. «Ναι, σε παρακαλώ», απάντησε και η φωνή της ράγισε. «Μιράντα, είσαι σίγουρη ότι αισθάνεσαι καλά;» ρώτησε η Ολίβια, καθώς ο Τέρνερ καλούσε έναν υπηρέτη. «Φαίνεσαι αρκετά παράξενη». «Φώναξε τη μητέρα σου», μουρμούρισε με σπασμένη, βραχνή φωνή η Μιράντα. «Τώρα!» «Ω, είναι;…» Η Μιράντα απλώς έγνεψε. Ο πόνος δεν την άφηνε να πει κάτι άλλο. «Ω Θεέ μου... Ήρθε η ώρα;» βόγκηξε η Ολίβια «Ποια ώρα;» ρώτησε ο Τέρνερ εκνευρισμένος. Αλλά τότε είδε την τρομαγμένη έκφραση της Μιράντα. «Ω να πάρει, αυτή η ώρα». Έτρεξε κοντά στη γυναίκα του και την πήρε στα χέρια του, αγνοώντας τον τρόπο που τα βρεγμένα φουστάνια της λέρωναν το λεπτό ύφασμα του παντελονιού του. Η Μιράντα αρπάχτηκε από τους δυνατούς ώμους του, ξεχνώντας όλους τους όρκους που είχε κάνει να παραμείνει αδιάφορη απέναντί του. Έχωσε το πρόσωπό της στον λαιμό του, αφήνοντας τη δύναμή του να τη διαπεράσει. Θα τη χρειαζόταν τις επόμενες ώρες. «Είσαι λίγο ανόητη», μουρμούρισε. «Πόση ώρα κάθεσαι εκεί και πονάς;» Δεν του απάντησε, γνωρίζοντας ότι αν του έλεγε την αλήθεια σίγουρα θα την κατσάδιαζε. Ο Τέρνερ τη μετέφερε πάνω σε μια κρεβατοκάμαρα που είχε ήδη ετοιμαστεί για τη γέννα. Μέχρι να τη βάλει στο κρεβάτι η λαίδη Ράντλαντ είχε εμφανιστεί στην πόρτα. «Σ’ ευχαριστώ πολύ, Τέρνερ», του είπε γρήγορα. «Πήγαινε να καλέσεις τον γιατρό». «Το έχει ήδη φροντίσει ο Μπρίρλι», απάντησε, κοιτάζοντας προς τα κάτω τη Μιράντα με ανήσυχη έκφραση. «Λοιπόν, πήγαινε να βρεις κάτι να κάνεις. Πιες ένα ποτό». «Δεν διψάω». Η λαίδη Ράντλαντ αναστέναξε. «Πρέπει να σου το γράψω, γιε μου; Φύγε από δω». «Γιατί;» Ο Τέρνερ φαινόταν ανυπόμονος. «Δεν υπάρχει χώρος για τους άντρες στον τοκετό». «Σίγουρα υπάρχει αρκετός χώρος για εμένα», είπε. Η Μιράντα έγινε κατακόκκινη. «Τέρνερ, σε παρακαλώ», τον ικέτεψε.


Την κοίταξε τρυφερά. «Θέλεις να φύγω;» «Ναι. Όχι. Δεν ξέρω». Εκείνος έβαλε τα χέρια στη μέση του και γύρισε προς τη μητέρα του. «Νομίζω ότι πρέπει να μείνω. Είναι και δικό μου παιδί». «Ω, πολύ καλά. Απλώς πήγαινε στη γωνία και μην μπλέκεσαι στα πόδια μας», είπε η μητέρα του κουνώντας τα χέρια της. Εκείνη τη στιγμή άλλη μια σύσπαση κατέλαβε τη Μιράντα και βόγκηξε. «Τι ήταν αυτό;» Ο Τέρνερ έφτασε στη στιγμή στο πλάι της. «Είναι φυσιολογικό αυτό; Πρέπει να είναι–» «Τέρνερ, σιωπή!» του είπε η μητέρα του. «Την τρομάζεις», συνέχισε πιέζοντας ένα βρεγμένο πανί στο μέτωπο της κοπέλας. «Μην τον ακούς, αγαπητή μου. Είναι απόλυτα φυσιολογικό». «Ξέρω. Εγώ...» προσπάθησε να πει, αλλά η ανάσα της πιάστηκε. «Μπορώ να βγάλω αυτό το φόρεμα;» «Ω, καλή μου, φυσικά. Λυπάμαι πολύ. Το ξέχασα μέσα σε όλα αυτά. Πρέπει να είσαι άβολα. Τέρνερ, έλα εδώ και δώσε μου ένα χέρι». «Όχι!» αναφώνησε η Μιράντα απότομα. Εκείνος σταμάτησε και το πρόσωπό του πάγωσε. «Θέλω να πω, είτε κάντε το εσείς είτε ας το κάνει μόνος του», ψέλλισε η Μιράντα στην πεθερά της. «Αλλά όχι και οι δύο». «Αυτό είναι ο τοκετός που μιλάει», είπε χαμογελώντας η λαίδη Ράντλαντ. «Δεν σκέφτεσαι καθαρά». «Όχι! Μπορεί να το κάνει αν θέλετε, επειδή με… έχει δει και άλλοτε. Ή μπορείτε να το κάνετε εσείς επειδή είστε γυναίκα. Αλλά δεν θέλω να με βλέπετε ενώ με βλέπει. Δεν καταλαβαίνετε;» Η Μιράντα κράτησε το χέρι της μεγαλύτερης γυναίκας με ασυνήθιστη δύναμη. Πίσω στη γωνία, ο Τέρνερ χαμογέλασε. «Θα σε αφήσω να έχεις εσύ την τιμή, μητέρα», είπε διατηρώντας τη φωνή του επίπεδη, ώστε να μην ξεσπάσει σε γέλιο. Και με ένα απότομο νεύμα, έφυγε από το δωμάτιο. Είχε φτάσει στην άκρη του διαδρόμου όταν άρχισε να γελά. Τι αστείες παραξενιές είχε η σύζυγός του! Στην κρεβατοκάμαρα, η Μιράντα έσφιγγε τα δόντια της από μια ακόμη συστολή καθώς η λαίδη Ράντλαντ της έβγαζε το βρεγμένο φόρεμά της. «Έφυγε;» ρώτησε. Δεν τον εμπιστευόταν ότι δεν θα κρυφοκοίταζε. «Δεν θα μας ενοχλήσει», έγνεψε καταφατικά η πεθερά της. «Δεν ενοχλεί», είπε η Μιράντα προτού μπορέσει να σκεφτεί καλύτερα. «Φυσικά και ενοχλεί. Οι άντρες δεν έχουν θέση κατά τη διάρκεια του τοκετού. Είναι βρόμικο και επώδυνο, και κανένας από αυτούς δεν ξέρει πώς να είναι χρήσιμος. Καλύτερα να τους αφήνουμε να κάθονται έξω και να αναλογίζονται με ποιους τρόπους θα πρέπει να σας ανταμείψουν για τη σκληρή δουλειά σας». «Μου αγόρασε ένα βιβλίο», ψιθύρισε η Μιράντα. «Αλήθεια; Εγώ θα προτιμούσα κάποιο κόσμημα, από διαμάντια κατά προτίμηση». «Και αυτό θα ήταν ωραίο», είπε η Μιράντα αδύναμα. «Θα του κάνω έναν υπαινιγμό». Η λαίδη Ράντλαντ βοήθησε τη Μιράντα να φορέσει τη νυχτικιά της και της έστρωσε τα μαξιλάρια πίσω της.


«Ορίστε! Είσαι άνετα;» Άλλος ένα πόνος τη διέτρεξε. «Όχι!» είπε με σφιγμένα δόντια. «Κι άλλος πόνος;» ρώτησε η λαίδη Ράντλαντ «Ω Θεέ μου! Οι πόνοι έρχονται πολύ γρήγορα ο ένας μετά τον άλλο. Αυτή μπορεί να είναι μια ασυνήθιστα γρήγορη γέννα. Ελπίζω ότι ο δρ Γουίντερς θα φτάσει σύντομα». Η Μιράντα κράτησε την ανάσα της καθώς ακόμα ένα κύμα πόνου τη διαπέρασε. Η λαίδη Ράντλαντ της πήρε το χέρι και το έσφιξε γεμάτη συμπόνια. «Αν σε κάνει να αισθάνεσαι καλύτερα», της είπε, «είναι πολύ χειρότερα όταν κυοφορείς δίδυμα». «Όχι», βόγκηξε η Μιράντα. «Δεν σε βοηθά η σκέψη αυτή, έτσι δεν είναι;» ρώτησε η πεθερά της. «Όχι, δεν με κάνει να νιώθω καλύτερα», βόγκηξε ξανά η Μιράντα. Η λαίδη Ράντλαντ αναστέναξε. «Δεν πίστευα ότι θα βοηθούσε, στην πραγματικότητα. Αλλά μην ανησυχείς», πρόσθεσε χαμογελώντας στην κοπέλα. «Σύντομα θα τελειώσει». Είκοσι δύο ώρες αργότερα, η Μιράντα αναρωτιόταν τι σήμαινε η λέξη «σύντομα». Ολόκληρο το σώμα της είχε εξαντληθεί από τον πόνο, η αναπνοή της έβγαινε κοφτή και ένιωθε σαν να μην μπορούσε να πάρει αρκετό αέρα στους πνεύμονές της. Και οι συσπάσεις συνέχιζαν να έρχονται, καθεμία χειρότερη από την τελευταία. «Αισθάνομαι κι άλλο πόνο να έρχεται», μουρμούρισε. Η λαίδη Ράντλαντ της σκούπισε αμέσως το μέτωπο με ένα δροσερό πανί. «Απλώς σπρώξε, καλή μου!» «Δεν μπορώ... είμαι πολύ... Για όνομα του Θεού!» φώναξε χρησιμοποιώντας την αγαπημένη έκφραση του συζύγου της. Έξω στο χολ ο Τέρνερ την άκουσε να ουρλιάζει. Όταν η μητέρα του της είχε αλλάξει το λερωμένο φόρεμά της, τον είχε πείσει ότι ήταν καλύτερα αν εκείνος απομακρυνόταν από το δωμάτιο του τοκετού. Η Ολίβια είχε φέρει δύο καρέκλες από ένα κοντινό καθιστικό και του έκανε παρέα, προσπαθώντας να μην τρέμει όταν η Μιράντα φώναζε από τον πόνο. «Αυτό ακούστηκε πολύ άσχημο», του είπε νευρικά, προσπαθώντας να ελαφρύνει την κατάσταση μιλώντας του. Εκείνος την κοίταξε. Πάλι είχε πει κάτι λάθος «Είμαι σίγουρη ότι όλα θα έχουν τελειώσει σύντομα», δήλωσε η Ολίβια περισσότερο με ελπίδα παρά με βεβαιότητα. «Δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να γίνει χειρότερο». Εκείνη τη στιγμή η Μιράντα ούρλιαξε ξανά από τον πόνο. «Τουλάχιστον έτσι πιστεύω», πρόσθεσε η Ολίβια αδύναμα. Ο αδελφός της έκρυψε το πρόσωπό του στα χέρια του. «Ποτέ δεν πρόκειται να την αγγίξω ξανά», μουρμούρισε. «Δεν πρόκειται να τον αφήσω να με αγγίξει ποτέ ξανά», άκουσαν τη Μιράντα να ουρλιάζει. «Δεν φαίνεται να πρόκειται να έχεις πολλές διαφωνίες με τη σύζυγό σου όσον αφορά αυτό το ζήτημα», προσπάθησε η Ολίβια να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα και του χάιδεψε τρυφερά το πιγούνι.


«Έλα, προσπάθησε να είσαι δυνατός, μεγάλε αδελφέ. Πρόκειται να γίνεις πατέρας». «Σύντομα, ελπίζω», μουρμούρισε εκείνος. «Δεν νομίζω ότι μπορώ να αντέξω πολύ περισσότερο από αυτό». «Αν σου φαίνεται δύσκολο, σκέψου πώς ακριβώς πρέπει να αισθάνεται η Μιράντα». Της έριξε μια θανάσιμη ματιά. Πάλι είχε πει κάτι λάθος. Η Ολίβια έκλεισε το στόμα της. Πίσω στο δωμάτιό της, η Μιράντα κρατούσε το χέρι της πεθεράς της σε μια επώδυνη λαβή. «Κάντε κάτι να τελειώσει», μουρμούρισε. «Σας παρακαλώ, κάντε το να τελειώσει». «Θα τελειώσει σύντομα, σε διαβεβαιώνω». Η Μιράντα την τράβηξε κοντά της μέχρι που ήρθαν σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο. «Είχατε πει το ίδιο και χθες!» «Με συγχωρείτε, λαίδη Ράντλαντ;» Ήταν ο δρ Γουίντερς, ο οποίος έφτασε μία ώρα μετά την έναρξη των πόνων. «Μήπως θα μπορούσα να σας μιλήσω για λίγο;» «Ναι, ναι, βέβαια», είπε η γυναίκα παίρνοντας προσεκτικά το χέρι της από της κοπέλας. «Επιστρέφω αμέσως. Το υπόσχομαι». Η Μιράντα έγνεψε καταφατικά και άρπαξε τα σεντόνια. Χρειαζόταν κάτι να σφίγγει όταν ο πόνος τη διαπερνούσε. Το κεφάλι της στρεφόταν από τη μια πλευρά στην άλλη καθώς προσπαθούσε να πάρει μια βαθιά ανάσα. Πού ήταν ο Τέρνερ; Δεν συνειδητοποιούσε ότι τον χρειαζόταν εδώ; Χρειαζόταν τη ζεστασιά του, το χαμόγελό του, αλλά πάνω απ’ όλα χρειαζόταν τη δύναμή του, επειδή σκεφτόταν ότι δεν είχε αρκετή δική της για να περάσει μέσα από αυτή τη δοκιμασία. Αλλά ήταν πεισματάρα και είχε την περηφάνια της, και δεν μπορούσε να ρωτήσει τη μητέρα του πού ήταν. Αντ’ αυτού, έσφιγγε τα δόντια της και προσπαθούσε να μη φωνάξει από τον πόνο. «Μιράντα;» Η λαίδη Ράντλαντ την κοίταζε με ανησυχία. «Μιράντα, αγάπη μου, ο γιατρός λέει ότι πρέπει να σπρώξεις περισσότερο. Το μωρό χρειάζεται μια μικρή βοήθεια για να βγει». «Είμαι πολύ κουρασμένη», μουρμούρισε. «Δεν μπορώ να σπρώξω άλλο». Χρειάζομαι τον Τέρνερ, σκέφτηκε. Αλλά δεν ήξερε να το πει. «Ναι μπορείς. Αν σπρώξεις λίγο πιο έντονα τώρα, όλα θα τελειώσουν πολύ πιο γρήγορα». «Δεν μπορώ... δεν μπορώ... εγώ… ωωω». «Αυτό είναι, λαίδη Τέρνερ», είπε σταθερά ο δρ Γουίντερς. «Σπρώξτε τώρα!» «Εγώ... Πονάει. Πονάει». «Σπρώξτε! Μπορώ να δω το κεφάλι». «Μπορείτε;» Η Μιράντα προσπάθησε να σηκώσει το κεφάλι της. «Σσς, μην τεντώνεις τον λαιμό σου», είπε η λαίδη Ράντλαντ. «Δεν θα μπορέσεις να δεις τίποτα ούτως ή άλλως. Άκουσέ με». «Συνεχίστε να σπρώχνετε», είπε ο γιατρός. «Προσπαθώ. Προσπαθώ». Η Μιράντα έσφιγγε τα δόντια της και έσπρωχνε. «Είναι... Μπορείτε να...» Πήρε μερικές βαθιές ανάσες. «Τι είναι;» «Δεν μπορώ να πω ακόμα», απάντησε ο δρ Γουίντερς. «Περιμένετε. Περιμένετε ένα λεπτό... Εδώ είμαστε». Μόλις βγήκε το κεφάλι, το σώμα γλίστρησε εύκολα έξω. «Είναι κορίτσι».


«Αλήθεια;» αναστέναξε κουρασμένα η Μιράντα. «Φυσικά θα ήταν κορίτσι. Ο Τέρνερ παίρνει πάντα αυτό που θέλει». Η κυρία Ράντλαντ άνοιξε την πόρτα και πρόβαλε το κεφάλι της έξω ενώ ο γιατρός φρόντιζε το μωρό. «Τέρνερ;» Εκείνος ανασήκωσε το βλέμμα. «Τελείωσε, Τέρνερ. Είναι κορίτσι. Έχεις αποκτήσει μια κόρη». «Κορίτσι;» επανέλαβε εκείνος αργά. Η μακρά αναμονή στον προθάλαμο τον είχε καταβάλει και έπειτα από μια σχεδόν ολόκληρη μέρα που άκουγε τη σύζυγό του να φωνάζει από τον πόνο, δεν κατάφερνε να πιστέψει ότι είχε γίνει πατέρας. «Είναι όμορφη», είπε η μητέρα του. «Τέλεια με κάθε τρόπο». «Ένα κορίτσι», είπε πάλι, κουνώντας το κεφάλι του με θαυμασμό. Στράφηκε στην αδελφή του, που είχε παραμείνει στο πλευρό του όλη τη νύχτα. «Κορίτσι, Ολίβια. Έχω μια κόρη!» Και εκπλήσσοντας και τους δύο, έβαλε τα χέρια του γύρω της, την αγκάλιασε και τη στριφογύρισε στον αέρα. «Ξέρω, ξέρω». Ακόμα και η Ολίβια δυσκολευόταν να συγκρατήσει τα δάκρυα στα μάτια της. Ο Τέρνερ της έκανε μια τελευταία αγκαλιά και ύστερα κοίταξε πίσω τη μητέρα του. «Τι χρώμα μάτια έχει; Είναι καστανά;» Ένα τρυφερό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπο της λαίδης Ράντλαντ. «Δεν ξέρω, αγάπη μου. Δεν φαίνονταν καν. Αλλά τα μάτια των μωρών συχνά αλλάζουν χρώμα ενώ είναι μικρά. Πιθανότατα δεν θα γνωρίζουμε για λίγο καιρό ακόμα». «Θα είναι καστανά», είπε με σιγουριά εκείνος. Η Ολίβια τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Την αγαπάς!» «Χμμ; Τι είπες, κοριτσάκι;» «Την αγαπάς. Αγαπάς τη Μιράντα». Ήταν αστείο, αλλά το σφίξιμο που πάντα ένιωθε στον λαιμό του όταν αναφερόταν η λέξη «αγαπώ» είχε εξαφανιστεί. «Εγώ...» Ο Τέρνερ απέμεινε για λίγο ακίνητος με το στόμα ελαφρά ανοιχτό από έκπληξη. «Την αγαπάς. Είσαι ερωτευμένος μαζί της», επανέλαβε η Ολίβια. «Νομίζω πως ναι», είπε αφηρημένα. «Την αγαπώ. Αγαπώ τη Μιράντα. Είμαι ερωτευμένος μαζί της». «Καιρός ήταν να το καταλάβεις», είπε η μητέρα του. Ο Τέρνερ κάθισε σε μια καρέκλα. Ήταν συγκλονισμένος από το πόσο εύκολο είχε γίνει τώρα. Γιατί του είχε πάρει τόσο πολύ για να το συνειδητοποιήσει; Θα έπρεπε να ήταν ξεκάθαρο. Αγαπούσε τη Μιράντα. Αγαπούσε τα πάντα σ’ αυτήν, από τα λεπτά τόξα των φρυδιών της ως τα συχνά σαρκαστικά σχόλιά της, τον τρόπο που έσκυβε το κεφάλι της όταν ήταν περίεργη για κάτι. Αγαπούσε το πνεύμα της, τη ζεστασιά της, την πίστη της. Αγαπούσε ακόμη και τον τρόπο που τα μάτια της ήταν λιγάκι κοντά το ένα στο άλλο. Και τώρα του είχε χαρίσει ένα παιδί. Είχε μείνει σε αυτό το κρεβάτι υποφέροντας για ώρες τους έντονους πόνους του τοκετού για να του χαρίσει ένα παιδί. Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του. «Θέλω να τη δω», είπε γεμάτος συγκίνηση.


«Ο γιατρός θα έχει το μωρό έτοιμο σε λίγο», είπε η μητέρα του. «Όχι. Θέλω να δω τη Μιράντα». «Ε, λοιπόν, δεν βλέπω κανένα πρόβλημα με αυτό. Περίμενε μόνο μια στιγμή. Δρ Γουίντερς;» Μια χαμηλόφωνη βρισιά ακούστηκε τότε και έπειτα το μωρό βρέθηκε στα χέρια της γιαγιάς του. Ο Τέρνερ άνοιξε βίαια την πόρτα. «Τι τρέχει;» «Έχει χάσει πάρα πολύ αίμα», είπε ο γιατρός θλιμμένα. Ο Τέρνερ κοίταξε τη σύζυγό του και σχεδόν παραπάτησε από τον τρόμο. Υπήρχε αίμα παντού. Φαινόταν να αναβλύζει από μέσα της, και το πρόσωπό της ήταν θανάσιμα χλωμό. «Ω Θεέ μου», είπε πνιχτά. «Ω Μιράντα!» Σήμερα σε γέννησα, μωρό μου. Δεν ξέρω ακόμα το όνομά σου. Δεν μου επιτρέπουν να σε κρατήσω. Νόμιζα ότι θα μπορούσα να σου δώσω το όνομα της μητέρας μου. Ήταν μια υπέροχη γυναίκα και πάντα με αγκάλιαζε πριν πάω για ύπνο. Το όνομά της ήταν Κάρολαϊν. Ελπίζω ότι θα αρέσει στον Τέρνερ. Ποτέ δεν συζητήσαμε για ονόματα. Κοιμάμαι; Μπορώ να τους ακούσω όλους γύρω μου, αλλά δεν μπορώ να τους πω τίποτα. Προσπαθώ να θυμηθώ αυτά τα λόγια στο κεφάλι μου, ώστε να τα γράψω αργότερα. Νομίζω ότι κοιμάμαι.


Κεφάλαιο 20 «Έχει χάσει πολύ αίμα», είπε με θλίψη ο γιατρός. Είχε κατορθώσει να σταματήσει την αιμορραγία. «Θα είναι αδύναμη», συνέχισε κουνώντας το κεφάλι του και πλένοντας τα χέρια του. «Αλλά θα συνέλθει, έτσι δεν είναι, γιατρέ;» ρώτησε ο Τέρνερ με αγωνία. Ο δρ Γουίντερς ανασήκωσε τους ώμους του μελαγχολικά. «Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε». Δεν του άρεσε η απάντηση. Προσπέρασε τον γιατρό και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι της συζύγου του. Πήρε το αδύναμο λεπτό χέρι της και το κράτησε στο δικό του. «Θα συνέλθει», είπε οργισμένα. «Πρέπει να συνέλθει». Η λαίδη Ράντλαντ έβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό της. «Δρ Γουίντερς, ξέρετε τι προκάλεσε την αιμορραγία;» «Θα μπορούσε να είναι κάποιο σχίσιμο στη μήτρα. Πιθανότατα κατά τη διάρκεια της απόρριψης του πλακούντα». «Είναι συχνό φαινόμενο αυτό;» Ο γιατρός έγνεψε καταφατικά. «Φοβάμαι ότι πρέπει να πηγαίνω. Υπάρχει άλλη μια γυναίκα στην περιοχή που περιμένει να γεννήσει, και πρέπει να κοιμηθώ λίγο για να μπορέσω να τη φροντίσω σωστά». «Ναι, αλλά η Μιράντα...» Τα λόγια της λαίδης Ράντλαντ έπεσαν στο κενό καθώς κοίταξε τη νύφη της με απογοήτευση και φόβο. «Δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο που να μπορώ να κάνω γι’ αυτήν. Πρέπει μόνο να ελπίζουμε και να προσευχηθούμε ότι το σώμα της θα θεραπεύσει την πληγή στη μήτρα και δεν θα αιμορραγήσει ξανά». «Και αν τύχει κάτι τέτοιο;» ρώτησε ο Τέρνερ. «Αν συμβεί κάτι τέτοιο, χρησιμοποιήστε καθαρούς επιδέσμους και ειδοποιήστε με». «Και αν σας καλέσουμε, υπάρχει κάποια πιθανότητα, διάβολε, να φτάσετε εδώ εγκαίρως;» ρώτησε ο Τέρνερ καυστικά· η θλίψη και ο τρόμος είχαν παραμερίσει κάθε ευγένεια. Ο γιατρός επέλεξε να μην απαντήσει και απλώς κούνησε το κεφάλι του. «Λαίδη Ράντλαντ. Λόρδε Τέρνερ». Όταν η πόρτα έκλεισε, η μητέρα του πήγε κοντά του και του είπε απαλά: «Τέρνερ, πρέπει να ξεκουραστείς. Είσαι ξύπνιος όλο το βράδυ». «Κι εσύ το ίδιο». «Ναι, αλλά εγώ...» Τα λόγια της έπεσαν στο κενό. Αν ο σύζυγός της κινδύνευε να πεθάνει, θα ήθελε να είναι μαζί του. Φίλησε την κορυφή του κεφαλιού του γιου της λέγοντας: «Θα σε αφήσω μόνο μαζί της». Εκείνος πετάχτηκε πάνω με τα μάτια του να αστράφτουν από εκνευρισμό. «Για όνομα του Θεού, μητέρα! Δεν είμαι εδώ για να πω το τελευταίο αντίο. Δεν υπάρχει λόγος να μιλάμε σαν να πεθαίνει». «Φυσικά και όχι». Αλλά τα μάτια της, γεμάτα λύπη και θλίψη, έλεγαν κάτι διαφορετικό καθώς έφευγε ήσυχα από το δωμάτιο. Ο Τέρνερ κοίταξε το χλωμό πρόσωπο της Μιράντα. Ένας μυς τρεμόπαιζε


σπασμωδικά στον λαιμό του. «Θα έπρεπε να σου είχα πει ότι σ’ αγαπώ», μουρμούρισε. «Θα έπρεπε να σου το είχα πει. Αυτό είναι το μόνο που ήθελες να ακούσεις, έτσι δεν είναι; Και ήμουν πολύ ηλίθιος για να το καταλάβω. Νομίζω ότι πάντα σ’ αγαπούσα, γλυκιά μου. Ανέκαθεν. Από εκείνη τη μέρα στην άμαξα, όταν μου είπες τελικά ότι με αγαπάς. Ήμουν–» Σταμάτησε, νομίζοντας ότι είχε δει κάποια κίνηση στο πρόσωπό της. Αλλά ήταν μόνο η δική του σκιά που άφηνε το χνάρι της στο δέρμα της. «Ήμουν τόσο έκπληκτος», είπε, αφού βρήκε ξανά τη φωνή του. «Τόσο έκπληκτος που κάποιος μπορούσε να με αγαπάει και να μη θέλει να έχει καμία εξουσία πάνω μου. Τόσο έκπληκτος που μπορούσες να με αγαπάς και να μη θέλεις να με αλλάξεις. Κι εγώ... Νόμιζα ότι δεν θα μπορούσα να αγαπήσω πια. Αλλά έκανα λάθος!» Τα χέρια του έτρεμαν και έπρεπε να αντισταθεί στην παρόρμηση να την αρπάξει από τους ώμους και να την ταρακουνήσει. «Εγώ έκανα λάθος, διάβολε, δεν ήταν δικό σου το σφάλμα. Δεν ήταν δικό σου. Ήταν δικό μου. Ή ίσως της Λετίσια, αλλά σίγουρα όχι δικό σου». Πήρε πάλι το χέρι της και το έφερε στα χείλη του. «Δεν ήταν ποτέ δικό σου λάθος, αγάπη μου», ψέλλισε με δάκρυα. «Γι’ αυτό γύρνα πάλι σ’ εμένα. Σε παρακαλώ. Σου ορκίζομαι, με τρομάζεις. Δεν θέλεις να με τρομάξεις, έτσι δεν είναι; Σε διαβεβαιώνω, δεν είναι όμορφο θέαμα». Δεν υπήρξε απάντηση. Ήθελε να τη δει να βήχει ή να αλλάζει θέση ή οτιδήποτε άλλο. Εκείνη όμως απλώς βρισκόταν εκεί, τόσο ακίνητη, ώστε για μια στιγμή ένιωσε να τον κατακλύζει τρόμος και έσπευσε να γυρίσει το χέρι της για να νιώσει τον παλμό της στο εσωτερικό του καρπού της. Κι αναστέναξε με ανακούφιση. Ο σφυγμός της χτυπούσε. Ήταν αδύναμος, αλλά χτυπούσε. Χασμουρήθηκε κουρασμένα. Ήταν εξαντλημένος και τα βλέφαρά του έκλειναν, αλλά δεν μπορούσε να αφεθεί να κοιμηθεί. Έπρεπε να είναι μαζί της. Χρειαζόταν να τη βλέπει, να την ακούει να αναπνέει, να παρακολουθεί απλώς τον τρόπο με τον οποίο το φως έπαιζε πάνω στο δέρμα της. «Είναι πολύ σκοτεινά», μουρμούρισε και στάθηκε στα πόδια του. «Να πάρει, είναι σαν τάφος εδώ πέρα». Έψαξε το δωμάτιο, ανακατεύοντας μέσα σε συρτάρια και ντουλάπια μέχρι να βρει μερικά ακόμα κεριά. Τα άναψε όλα και τα έβαλε σε κηροπήγια. Το δωμάτιο, όμως, συνέχισε να είναι πολύ σκοτεινό. Πήγε προς την πόρτα, έβγαλε το κεφάλι του από το άνοιγμα και φώναξε: «Μπρίρλι! Μητέρα! Ολίβια!». Οκτώ άτομα απάντησαν αμέσως στις φωνές του, όλοι φοβούμενοι το χειρότερο. «Χρειάζομαι περισσότερα κεριά», είπε ουρλιάζοντας χωρίς να το θέλει από τον τρόμο και την εξάντληση. Μερικές καμαριέρες εξαφανίστηκαν αμέσως. «Μα είναι ήδη πολύ φωτεινά εδώ πέρα», είπε η Ολίβια, προβάλλοντας στην πόρτα. Η αναπνοή της πιάστηκε όταν είδε τη Μιράντα, την καλύτερη φίλη της από την παιδική της ηλικία, ξαπλωμένη ακίνητη. «Θα είναι εντάξει;» ψιθύρισε. «Θα είναι μια χαρά», μούγκρισε ο Τέρνερ. «Εφόσον μπορέσουμε να φωτίσουμε αυτό το αναθεματισμένο δωμάτιο». Η Ολίβια ξερόβηξε. «Θα ήθελα να έρθω και να της πω κάτι». «Δεν πρόκειται να πεθάνει!» ξέσπασε ο Τέρνερ. «Μ’ ακούς; Δεν πρόκειται να πεθάνει. Δεν χρειάζεται να μιλάμε έτσι. Δεν χρειάζεται να πεις αντίο». «Αλλά αν συμβεί κάτι», συνέχισε η Ολίβια, με τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλά της.


«Πρέπει να–» Ο αυτοέλεγχος του Τέρνερ έφτασε στα όριά του κι έσπρωξε την αδελφή του στον τοίχο. «Δεν πρόκειται να πεθάνει», της είπε με χαμηλή, θανάσιμη φωνή. «Θα το εκτιμούσα αν σταματούσες να συμπεριφέρεσαι με αυτόν τον τρόπο». Η Ολίβια έγνεψε μηχανικά. Ξαφνικά ο Τέρνερ την άφησε από τα χέρια του και στη συνέχεια τα κοίταξε σαν να ήταν ξένα. «Θεέ μου», ψέλλισε. «Τι μου συμβαίνει;» «Είναι εντάξει, αδελφέ μου», είπε η Ολίβια ήρεμα, αγγίζοντας προσεκτικά τον ώμο του. «Έχεις κάθε δικαίωμα να είσαι τόσο αναστατωμένος». «Όχι, δεν έχω. Όχι, όταν χρειάζεται να είμαι δυνατός γι’ αυτήν». Μπήκε ξανά στο δωμάτιο και κάθισε δίπλα στη γυναίκα του. «Δεν έχει καμία σημασία πώς νιώθω τώρα», μουρμούρισε και κατάπιε σπασμωδικά. «Τίποτα δεν έχει σημασία, μόνο η Μιράντα». Μια αγουροξυπνημένη υπηρέτρια μπήκε στο δωμάτιο με μερικά κεριά. «Άναψέ τα όλα», τη διέταξε ο Τέρνερ. «Θέλω να είναι φωτεινά σαν να είναι μέρα εδώ. Με ακούς; Φωτεινά σαν μέρα». Επέστρεψε στη Μιράντα και άπλωσε το χέρι πάνω στο μέτωπό της. «Πάντα αγαπούσε τις ηλιόλουστες μέρες». Κι αμέσως τρομαγμένος κοίταξε την αδελφή του. «Θέλω να πω: αγαπά τις ηλιόλουστες μέρες». Η Ολίβια, επειδή δεν άντεχε να βλέπει τον αδελφό της σε τέτοια κατάσταση, βυθισμένο στη θλίψη, έγνεψε καταφατικά και βγήκε από το δωμάτιο ήσυχα. Λίγες ώρες αργότερα, η λαίδη Ράντλαντ μπήκε στο δωμάτιο με έναν μικρό μπόγο τυλιγμένο σε μια απαλή ροζ κουβέρτα. «Σου έφερα την κόρη σου», του είπε απαλά. Ο Τέρνερ την κοίταξε σοκαρισμένος και συνειδητοποίησε ότι είχε ξεχάσει εντελώς την ύπαρξη αυτού του μικροσκοπικού πλάσματος. Την κοίταξε με δυσπιστία. «Είναι τόσο μικρή». Η μητέρα του χαμογέλασε. «Τα μωρά συνήθως είναι πολύ μικρά όταν έρχονται στον κόσμο». «Ναι, το γνωρίζω, αλλά... κοίτα την». Άπλωσε τον δείκτη του και το μωρό αμέσως τύλιξε τα μικροσκοπικά δαχτυλάκια του γύρω του. Ο Τέρνερ κοίταξε τη μητέρα του θλιμμένα, έκπληκτος με αυτή τη νέα ζωή που βρισκόταν μπροστά του. «Μπορώ να την κρατήσω;» «Φυσικά». Η λαίδη Ράντλαντ έβαλε προσεκτικά το μωρό στην αγκαλιά του. «Είναι δική σου, ξέρεις». «Ναι, είναι». Κοίταξε το ροζ προσωπάκι και άγγιξε τη μύτη της. «Πώς είσαι; Καλωσήρθες στον κόσμο, γατούλα». «Γατούλα;» είπε η λαίδη Ράντλαντ χαμογελώντας. «Τι αστείο ψευδώνυμο». Ο Τέρνερ κούνησε το κεφάλι του αρνητικά. «Όχι, δεν είναι αστείο. Είναι τέλειο». Κοίταξε ξανά τη μητέρα του. «Για πόσο καιρό θα είναι τόσο μικρή;» «Ω, δεν ξέρω. Για λίγο, τουλάχιστον», του απάντησε και πηγαίνοντας στο παράθυρο τράβηξε τις κουρτίνες. «Έχει αρχίσει να χαράζει. Η Ολίβια μου είπε ότι ήθελες φως στο δωμάτιο».


Εκείνος έγνεψε καταφατικά χωρίς να πάρει τα μάτια του από την κόρη του. «Ω, Τέρνερ... έχει καστανά μάτια», συνέχισε η μητέρα του γυρνώντας από το παράθυρο. «Αλήθεια;» είπε κοιτώντας το μωρό. «Το ήξερα ότι έτσι θα ήταν». «Ε, δεν θα ήθελε να απογοητεύσει τον μπαμπά της την πρώτη της μέρα, έτσι;» «Ή τη μητέρα της». Ο Τέρνερ κοίταξε τη Μιράντα, που κειτόταν ακόμα θανάσιμα χλωμή στο κρεβάτι της, και αγκάλιασε σφιχτά το σπλάχνο του. Η λαίδη Ράντλαντ κοίταξε τα γαλάζια μάτια του γιου της, που ήταν ίδια με τα δικά της, και του είπε: «Ξέρω ότι η Μιράντα ήλπιζε το μωρό να έχει μπλε μάτια». Εκείνος προσπάθησε να καταπιεί τον κόμπο που είχε ανεβεί στον λαιμό του. Η Μιράντα τον αγαπούσε τόσο πολύ καιρό και τόσο έντονα και εκείνος την είχε αρνηθεί. Τώρα θα μπορούσε να τη χάσει, και εκείνη ποτέ δεν θα μάθαινε πόσο ηλίθιος είχε υπάρξει. Ποτέ δεν θα μάθαινε ότι την είχε αγαπήσει τόσο πολύ. «Ναι, το πιστεύω», είπε με πνιγμένη φωνή. «Ίσως να πρέπει απλώς να περιμένει μέχρι το επόμενο παιδί». Η λαίδη Ράντλαντ δάγκωσε το χείλι της. «Φυσικά, καλέ μου», του είπε με βεβαιότητα. «Έχεις σκεφτεί τι όνομα θα της δώσεις;» Ο Τέρνερ κοίταξε τη μητέρα του με έκπληξη, σαν να μην είχε περάσει ποτέ από το μυαλό του η ιδέα ενός ονόματος. «Εγώ… δεν… Ξέχασα», παραδέχτηκε. «Η Ολίβια κι εγώ σκεφτήκαμε μερικά όμορφα ονόματα. Τι λες για το Τζουλιάνα; Ή Κλερ; Πρότεινα το Φιόνα, αλλά δεν άρεσε στην Ολίβια». «Η Μιράντα δεν θα επέτρεπε ποτέ στην κόρη της να ονομαστεί Φιόνα», είπε εκείνος χαμογελώντας πικρά. «Μισούσε πάντα τη Φιόνα Μπένετ». «Αυτό το κορίτσι που ζει κοντά στο Χάβερμπρικς; Δεν το ήξερα». «Είναι μεγάλη ιστορία, μητέρα. Δεν θα δώσω στην κόρη μου κάποιο όνομα χωρίς να συμβουλευτώ τη Μιράντα». Η λαίδη Ράντλαντ κατάπιε και πάλι. «Φυσικά, αγαπητέ μου. Θα... απλώς θα σε αφήσω τώρα. Θα σου δώσω λίγο χρόνο μόνο με την οικογένειά σου». Ο Τέρνερ κοίταξε τη σύζυγό του και στη συνέχεια την κόρη του. «Αυτή είναι η μαμά σου», της ψιθύρισε. «Είναι πολύ κουρασμένη. Χρειάστηκε μεγάλη δύναμη για να σε γεννήσει. Δεν μπορώ να φανταστώ γιατί. Δεν είσαι πολύ μεγάλη», μουρμούρισε και άγγιξε ένα από τα μικροσκοπικά δάχτυλά της. «Δεν νομίζω ότι σε έχει δει ακόμα. Ξέρω ότι θα ήθελε να σε δει. Να σε κρατήσει και να σε αγκαλιάσει και να σε φιλήσει. Ξέρεις γιατί;» Σταμάτησε και σκούπισε ένα δάκρυ. «Γιατί σ’ αγαπάει, γι’ αυτό. Θα στοιχημάτιζα ότι σ’ αγαπάει ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι εμένα. Και νομίζω ότι πρέπει να με αγαπά πολύ, γιατί δεν συμπεριφέρθηκα πάντα όπως θα έπρεπε». Έριξε μια ματιά στη Μιράντα για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε ξυπνήσει πριν προσθέσει: «Οι άντρες μπορεί να είναι γαϊδούρια. Είμαστε ανόητοι και ηλίθιοι και σπάνια ανοίγουμε τα μάτια μας αρκετά ώστε να δούμε τις ευλογίες που βρίσκονται ακριβώς μπροστά μας. Αλλά σε βλέπω», πρόσθεσε, χαμογελώντας στην κόρη του, «και βλέπω και τη μητέρα σου και ελπίζω ότι η καρδιά της είναι αρκετά μεγάλη για να με συγχωρήσει αυτή την τελευταία φορά. Νομίζω ότι είναι, όμως. Η μαμά σου έχει πολύ μεγάλη καρδιά». Το μωρό γουργούρισε κάνοντας τον Τέρνερ να χαμογελάσει από ευχαρίστηση. «Μπορώ να δω ότι συμφωνείς μαζί μου. Είσαι πολύ έξυπνη για μωρό που έχει ζήσει μόλις μία μέρα. Αλλά και πάλι, δεν βλέπω γιατί θα έπρεπε να μου κάνει εντύπωση. Η μαμά σου είναι πολύ έξυπνη». Το μωρό έβγαλε έναν μικρό ήχο.


«Με κοροϊδεύεις, γατούλα. Αλλά προς το παρόν, θα σε αφήσω να νομίζεις ότι είμαι κι εγώ έξυπνος». Κοίταξε τη Μιράντα και ψιθύρισε: « Μόνο οι δυο μας πρέπει να γνωρίζουμε πόσο ηλίθιος ήμουν». Το μωρό συνέχισε να βγάζει άναρθρες κραυγές οδηγώντας τον να πιστέψει ότι η κόρη του πρέπει να ήταν το πιο έξυπνο παιδί στη Βρετανία. «Θέλεις να δεις τη μητέρα σου; Εδώ, να σας συστήσω». Οι κινήσεις του ήταν λιγάκι άτσαλες, γιατί ποτέ δεν είχε κρατήσει μωρό μέχρι τότε, αλλά με κάποιο τρόπο κατάφερε να βάλει την κόρη του στα χέρια της Μιράντα. «Ορίστε. Μμμ, είναι ζεστά εκεί, έτσι δεν είναι; Θα ήθελα να ανταλλάξω θέσεις μαζί σου. Η μαμά σου έχει πολύ απαλό δέρμα». Με τον δείκτη του άγγιξε το μάγουλο του μωρού. «Όχι τόσο απαλό όσο το δικό σου. Εσύ, μικρό μου, είσαι εκπληκτικά τέλειο». Το μωρό άρχισε να κουνιέται και ύστερα από μερικές στιγμές άρχισε να κλαίει δυνατά. «Ω, αγάπη μου», μουρμούρισε εκείνος χαμένος. Την πήρε και την έβαλε στον ώμο του, φροντίζοντας να στηρίξει το κεφάλι της όπως είχε δει να κάνει η μητέρα του. «Έλα, έλα τώρα. Σσς! Ησύχασε τώρα. Ωραία!» Τα γλυκόλογά του προφανώς δεν βοηθούσαν το μωρό να ησυχάσει, γιατί το κλάμα του συνέχισε να ηχεί στ’ αφτιά του. Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα και η λαίδη Ράντλαντ κοίταξε μέσα. «Θέλεις να την πάρω, Τέρνερ;» Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά, καθώς δεν άντεχε να την αποχωριστεί. «Νομίζω ότι πεινάει, γιε μου. Η παραμάνα βρίσκεται στο διπλανό δωμάτιο». «Ω. Φυσικά». Φαινόταν λιγάκι αμήχανος καθώς έδινε το μωρό στη μητέρα του. «Ορίστε». Ήταν και πάλι μόνος με τη Μιράντα. Δεν είχε κινηθεί καθόλου κατά τη διάρκεια της νύχτας. Μόνο η ανάλαφρη ανάσα της ανασήκωνε το σεντόνι στο ύψος του στήθους της. «Είναι πρωί, Μιράντα», της είπε, ξαναπαίρνοντας το χέρι της και προσπαθώντας να την κάνει να ξαναβρεί τις αισθήσεις της. «Ώρα να ξυπνήσεις. Σε παρακαλώ, ξύπνα! Αν όχι για τον εαυτό σου, τότε για εμένα. Είμαι απίστευτα κουρασμένος, αλλά ξέρεις ότι δεν μπορώ να κοιμηθώ μέχρι να ξυπνήσεις». Εκείνη, όμως, δεν κινήθηκε. Δεν γυρνούσε στον ύπνο της, η ανάσα της ίσα που ακουγόταν και τον τρόμαζε. «Μιράντα», είπε και μπορούσε να ακούσει τον πανικό στη φωνή του, «αρκετά. Με ακούς; Αρκετά. Πρέπει να–» Λύγισε, δεν μπορούσε να συνεχίσει πια. Έσφιξε το χέρι της δυνατά και κοίταξε μακριά. Τα δάκρυα θόλωσαν τα μάτια του. Πώς θα τα κατάφερνε χωρίς αυτήν; Πώς θα ανάθρεφε την κόρη τους μόνος του; Πώς θα μπορούσε να δώσει ένα όνομα στην κόρη του χωρίς τη βοήθειά της; Και το χειρότερο απ’ όλα, πώς θα μπορούσε να ζήσει μόνος του χωρίς τη Μιράντα αν εκείνη πέθαινε χωρίς ποτέ να τον ακούσει να της λέει ότι την αγαπά; Με νέα αποφασιστικότητα, σκούπισε τα δάκρυά του και γύρισε προς το μέρος της. «Σ’ αγαπώ, Μιράντα», είπε δυνατά, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να διεισδύσει στην ομίχλη της, ακόμα κι αν εκείνη δεν ξυπνούσε ποτέ. Η φωνή του γεμάτη αγωνία δυνάμωσε: «Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ! Όχι για όσα έκανες για εμένα ή για τον τρόπο που με κάνεις να νιώθω. Σ’ αγαπώ. Εσένα. Μόνο εσένα». Ένας απαλός ήχος ξέφυγε από τα χείλη της, τόσο απαλός που ο Τέρνερ σκέφτηκε αρχικά ότι τον είχε φανταστεί. «Μιράντα;» Τα μάτια του έψαξαν το πρόσωπό της με αγωνία, αναζητώντας οποιαδήποτε ένδειξη κίνησης. Τα χείλη της κουνήθηκαν ξανά και η καρδιά του χτύπησε με χαρά. «Τι ήταν αυτό, Μιράντα; Σε παρακαλώ, μίλα μου πάλι. Δεν σε άκουσα την πρώτη φορά».


Πλησίασε το αφτί του στα χείλη της. Η φωνή της ήταν αδύναμη, αλλά η λέξη ακούστηκε καθαρά: «Ωραία!». Ο Τέρνερ άρχισε να γελάει. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ήταν τόσο χαρακτηριστική η αντίδρασή της: ακόμα και σε τόσο δύσκολη κατάσταση μπορούσε να πει κάτι έξυπνο. «Θα είσαι εντάξει, έτσι δεν είναι;» Το πιγούνι της κινήθηκε ελάχιστα, αλλά ήταν σίγουρα ένα νεύμα. Έξαλλος από ευτυχία και ανακούφιση, έτρεξε στην πόρτα και φώναξε τα καλά νέα σε όλο το υπόλοιπο σπίτι για να ακούσουν. Δεν αποτελούσε έκπληξη το γεγονός ότι η μητέρα του, η Ολίβια και μεγάλο μέρος του προσωπικού έτρεξαν στο δωμάτιο. «Είναι εντάξει», κραύγασε χωρίς να τον νοιάζει αν το πρόσωπό του ήταν υγρό από τα δάκρυα. «Είναι εντάξει». «Τέρνερ». Η λέξη ήρθε σαν κράξιμο από το κρεβάτι. «Τι συμβαίνει, αγάπη μου;» Ο Τέρνερ έτρεξε στο πλευρό της. «Κάρολαϊν», είπε απαλά, χρησιμοποιώντας όλη τη δύναμή της για να χαμογελάσει. «Θα ήθελα να την ονομάσουμε Κάρολαϊν». Πήρε το χέρι της στο δικό του και της έδωσε ένα γλυκό φιλί. «Και αυτό θα γίνει. Μου χάρισες ένα υπέροχο κοριτσάκι, καρδιά μου». «Παίρνεις πάντα αυτό που θέλεις», του ψιθύρισε. Την κοίταξε συνειδητοποιώντας ξαφνικά την έκταση του θαύματος που την είχε φέρει πίσω από τους νεκρούς. «Ναι», είπε βραχνά. «Φαίνεται ότι έτσι συμβαίνει». Λίγες μέρες αργότερα, η Μιράντα ένιωθε αρκετά καλύτερα. Έπειτα από αίτημά της, μεταφέρθηκε στην κρεβατοκάμαρα που είχαν μοιραστεί με τον Τέρνερ κατά τους πρώτους μήνες του γάμου τους. Το περιβάλλον την έκανε να νιώθει πιο ήρεμη και ήθελε να δείξει στον σύζυγό της ότι επιθυμούσε έναν πραγματικό γάμο. Ανήκαν ο ένας στον άλλο. Ήταν τόσο απλό. Εξακολουθούσε να παραμένει στο κρεβάτι της, αλλά είχε ανακτήσει τις δυνάμεις της και τα μάγουλά της είχαν πάρει μια υγιή ροδαλή λάμψη. Αν και αυτό ίσως να ήταν απλώς αγάπη. Η Μιράντα δεν είχε αισθανθεί ποτέ τόση αγάπη προηγουμένως. Ο Τέρνερ δεν μπορούσε να πει ούτε δύο φράσεις χωρίς γλυκόλογα και η Κάρολαϊν γεννούσε και στους δυο τους τέτοια αγάπη που δεν μπορούσε να εκφραστεί με λόγια. Η Ολίβια και η λαίδη Ράντλαντ τη φρόντιζαν με κάθε τρόπο, αλλά ο Τέρνερ προσπαθούσε να περιορίσει την παρέμβασή τους στο ελάχιστο, θέλοντας τη σύζυγό του εξ ολοκλήρου για τον εαυτό του. Μια μέρα, καθόταν δίπλα της καθώς εκείνη ξυπνούσε από έναν υπνάκο. «Καλησπέρα», μουρμούρισε. «Είναι πραγματικά απόγευμα;» είπε εκείνη με ένα τεράστιο χασμουρητό. «Πάντως έχει περάσει το μεσημέρι». «Θεέ μου, ποτέ δεν ήμουν τόσο τεμπέλα». «Το αξίζεις», τη διαβεβαίωσε, με τα γαλάζια μάτια του ζεστά από αγάπη. «Κάθε λεπτό». «Πώς είναι το μωρό;» Ο Τέρνερ χαμογέλασε. Κατάφερνε να θέτει αυτό το ερώτημα μέσα στο πρώτο λεπτό κάθε συζήτησης. «Πολύ καλά. Έχει αρκετά δυνατά πνευμόνια, πρέπει να πω». «Είναι πολύ γλυκιά, έτσι δεν είναι;» Εκείνος έγνεψε καταφατικά. «Ακριβώς όπως η μητέρα της».


«Ω, δεν είμαι τόσο γλυκιά». Απίθωσε ένα φιλί στη μύτη της. «Κάτω από την ιδιοσυγκρασία σου, είσαι πολύ γλυκιά. Πίστεψέ με. Σε έχω δοκιμάσει». «Είσαι αδιόρθωτος», χαμογέλασε εκείνη. «Είμαι χαρούμενος», τη διόρθωσε. «Πραγματικά, πραγματικά χαρούμενος». «Τέρνερ;» Την κοίταξε έντονα, ακούγοντας τον δισταγμό στη φωνή της. «Τι είναι, αγάπη μου;» «Τι συνέβη;» «Δεν είμαι βέβαιος ότι καταλαβαίνω τι εννοείς». Άνοιξε το στόμα της και στη συνέχεια το έκλεισε, προφανώς προσπαθώντας να βρει τα σωστά λόγια. «Γιατί... ξαφνικά συνειδητοποίησες…» «Ότι σ’ αγαπώ;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Δεν γνωρίζω. Νομίζω ότι ήταν μέσα μου όλη την ώρα. Ήμουν απλώς τυφλός για να το δω». Η Μιράντα κατάπιε νευρικά. «Ήταν όταν κόντεψα να πεθάνω;» Δεν ήξερε γιατί, αλλά η ιδέα ότι δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την αγάπη του παρά μέχρι τη στιγμή που ένιωσε ότι την έχανε δεν της άρεσε. Εκείνος, όμως, κούνησε το κεφάλι του. «Ήταν όταν γεννήθηκε η Κάρολαϊν. Την άκουσα να κλαίει και ο ήχος ήταν τόσο... έτσι... δεν μπορώ να το περιγράψω, αλλά την αγάπησα αμέσως. Ω, Μιράντα, η πατρότητα είναι ένα φοβερό πράγμα. Όταν την κρατάω στην αγκαλιά μου... Μακάρι να ήξερες πώς είναι». «Μάλλον είναι όπως η μητρότητα, φαντάζομαι», του είπε έξυπνα. Ο Τέρνερ άγγιξε τα χείλη της με τον δείκτη του. «Έχει το ίδιο στόμα με το δικό σου. Άφησέ με, όμως, να τελειώσω αυτό που έλεγα. Έχω φίλους με παιδιά και μου έχουν πει πόσο σημαντικό είναι να αποκτούμε μια νέα ζωή που είναι κομμάτι από εμάς τους ίδιους. Αλλά εγώ...» ξερόβηξε για να καθαρίσει τον λαιμό του, «εγώ συνειδητοποίησα ότι δεν την αγάπησα γιατί ήταν ένα κομμάτι από εμένα, την αγάπησα γιατί ήταν ένα κομμάτι από εσένα». Τα μάτια της Μιράντα γέμισαν δάκρυα. «Ω, Τέρνερ». «Όχι, άφησέ με να τελειώσω. Δεν ξέρω τι έκανα ή τι είπα για να μου αξίζει να σε έχω, Μιράντα, αλλά τώρα που σε έχω, δεν μπορώ να σε αφήσω να φύγεις. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ. Τόσο πολύ!» «Ω, Τέρνερ, κι εγώ σ’ αγαπώ. Το ξέρεις αυτό, έτσι δεν είναι;» Εκείνος έγνεψε. «Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό. Είναι το πιο πολύτιμο δώρο που έλαβα ποτέ». «Θα είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι, έτσι δεν είναι;» «Πέρα από τα λόγια, αγάπη μου, πέρα από τα λόγια». «Και θα κάνουμε κι άλλα παιδιά;» Αμέσως η έκφρασή του άλλαξε. «Με την προϋπόθεση ότι δεν θα με τρομάξεις ξανά. Εκτός αυτού, ο καλύτερος τρόπος για να αποφύγουμε τα παιδιά είναι η αποχή, και δεν νομίζω ότι θα μπορέσω να το επιτύχω αυτό». Εκείνη τον κοίταξε τρυφερά και του είπε: «Ωραία!». Ο Τέρνερ έσκυψε και της έδωσε ένα παθιασμένο φιλί καθώς έλεγε: «Θα σε αφήσω να ξεκουραστείς». «Μη φύγεις, σε παρακαλώ. Δεν είμαι κουρασμένη».


«Είσαι σίγουρη;» Τι ευτυχία να έχει κάποιον που να τη νοιάζεται τόσο… «Ναι, είμαι σίγουρη. Αλλά θέλω να μου φέρεις κάτι. Θα σε πείραζε;» «Φυσικά και όχι. Τι είναι αυτό;» Εκείνη έδειξε με το δάχτυλό της. «Υπάρχει ένα κουτί καλυμμένο με μετάξι στο γραφείο μου στο καθιστικό. Στο εσωτερικό του είναι ένα κλειδί». Ο Τέρνερ ανασήκωσε τα φρύδια του με απορία, αλλά ακολούθησε τις οδηγίες της. «Το πράσινο κουτί;» φώναξε. «Ναι». «Ορίστε», ήρθε πίσω στην κρεβατοκάμαρα κρατώντας το κλειδί. «Ωραία! Τώρα, αν επιστρέψεις στο γραφείο μου, θα βρεις ένα μεγάλο ξύλινο κουτί στο κάτω συρτάρι». Πήγε πίσω στο καθιστικό. «Εδώ είμαστε. Θεέ μου, είναι βαρύ. Τι έχεις εδώ; Πέτρες;» «Τετράδια». «Τετράδια; Τι είδους τετράδια είναι τόσο πολύτιμα που πρέπει να κλειδωθούν;» «Είναι τα ημερολόγιά μου». Ο Τέρνερ εμφανίστηκε ξανά κρατώντας το ξύλινο κουτί με τα δυο του χέρια. «Κρατάς ημερολόγιο; Δεν το ήξερα». «Εσύ μου το είχες προτείνει». «Ναι;» «Ναι. Την ημέρα που συναντηθήκαμε για πρώτη φορά. Σου είχα πει για τη Φιόνα Μπένετ και για το πόσο φρικτή ήταν και μου είπες να κρατήσω ημερολόγιο». «Αλήθεια;» «Ναι. Και θυμάμαι ακριβώς τι μου είπες. Σε ρώτησα γιατί θα έπρεπε να κρατήσω ημερολόγιο και μου είπες: “Επειδή κάποια μέρα θα μεγαλώσεις και θα είσαι τόσο όμορφη και έξυπνη όσο είσαι τώρα. Και τότε θα μπορείς να κοιτάξεις πίσω στο ημερολόγιό σου και να συνειδητοποιήσεις πόσο ανόητα είναι τα μικρά κορίτσια όπως η Φιόνα Μπένετ. Και θα γελάς όταν θα θυμάσαι ότι η μητέρα σου είπε ότι τα πόδια σου ξεκινούν από τους ώμους σου. Και ίσως θα φυλάξεις και ένα μικρό χαμόγελο για εμένα όταν θα θυμάσαι την όμορφη κουβέντα που είχαμε σήμερα”». Την κοίταζε με δέος καθώς η σκηνή εκείνη άρχισε να επιστρέφει στη μνήμη του. «Και είπες ότι θα φυλάξεις ένα πολύ μεγάλο χαμόγελο για εμένα». Η Μιράντα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. «Απομνημόνευσα αυτό που είπες λέξη προς λέξη. Ήταν το ωραιότερο πράγμα που μου είχε πει ποτέ κάποιος». «Θεέ μου, Μιράντα», μουρμούρισε με θαυμασμό. «Με αγαπάς πραγματικά, έτσι δεν είναι;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Από εκείνη την ημέρα. Εδώ, φέρε μου το κουτί». Ο Τέρνερ έβαλε το κιβώτιο στο κρεβάτι και της παρέδωσε το κλειδί. Εκείνη το άνοιξε και έβγαλε από μέσα πολλά τετράδια. Ορισμένα ήταν δεμένα με δέρμα και άλλα ήταν καλυμμένα με διάφορα υφάσματα σε κοριτσίστικα χρώματα και σχέδια. Εκείνη πήρε το πιο απλό, ένα μικρό σημειωματάριο που του θύμισε το είδος που χρησιμοποιούσε ως φοιτητής. «Αυτό ήταν το πρώτο», του είπε, ανοίγοντας το κάλυμμα με δάχτυλα γεμάτα ευλάβεια. «Σε αγαπούσα πραγματικά. Βλέπεις;» του είπε και του έδειξε την πρώτη καταχώριση.


2 Μαρτίου 1810 Σήμερα ερωτεύτηκα! Ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι του. «Κι εγώ, αγάπη μου. Κι εγώ!» JULIA QUINN JULIA QUINN