Page 1


Johanna Lindsey

Στην αγκαλιά της θύελλας μετάφραση: Νοέλα Ελιασά Εκδόσεις Εlxis


τιτλοσ πρωτοτυπου: BEAUTIFUL TEMPEST Johanna Lindsey © Johanna Lindsey, 2017 Published by arrangement with Gallery Books, an imprint of Simon & Schuster, Inc. and JLM Literary Agency © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2018 Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους Galley Books, an imprint of Simon & Schuster, Inc. and JLM Literary Agency ISBN: 978-618-5229-53-5 Ηλεκτρονική ελληνική έκδοση: Ιανουάριος 2018 μετάφραση: Νοέλα Ελιασά / επιμέλεια κειμένου: Μαρία Μπανούση / σχεδιασμός εξωφύλλου ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Ελένη Οικονόμου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι • Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 • www. elxisbooks.gr • info@elxisbooks.gr


Κεφάλαιο 1 Στο μεγάλο σπίτι της πλατείας Μπέρκλι, η Τζορτζίνα Μάλορι μπήκε στην τραπεζαρία για να συναντήσει τον άντρα της για το μεσημεριανό φαγητό. Οι δίδυμοι Γκίλμπερτ και Άνταμ μόλις είχαν βγει από το δωμάτιο, τα άδεια πιάτα τους ακόμα πάνω στο τραπέζι, προσπερνώντας τη μητέρα τους και τρέχοντας στις σκάλες. Αν και ήταν δεκατεσσάρων ετών, τα αγόρια δεν είχαν σταματήσει ακόμα να τρέχουν, προς όπου κι αν πήγαιναν. Είχε βαρεθεί να τα μαλώνει γι’ αυτό. Τώρα όμως το μυαλό της ήταν στον άντρα της και στο επικείμενο ταξίδι του, το οποίο ήλπιζε να μην ξεκινούσε μέχρι το τέλος της σεζόν. Έτσι, σηκώνοντας το καστανό φρύδι της, μια συνήθεια που είχε κολλήσει από εκείνον, και με τόνο εξίσου ουδέτερο, όπως ήταν συνήθως ο δικός του, είπε: «Κι άλλο καράβι; Σοβαρά τώρα, Τζέιμς, ήθελες ακόμα ένα καράβι;». Ο Τζέιμς Μάλορι για μια φευγαλέα στιγμή σάστισε και μετά ρώτησε: «Πώς στον δαίμονα το έμαθες αυτό;». «Σήμερα το πρωί ήρθε ο νέος καπετάνιος σου και είπε ότι θα λείψει για μερικές μέρες. Θα πάει να δει την οικογένειά του για να τους ενημερώσει ότι έχει ακόμα ένα ταξίδι πριν πάρει σύνταξη, όπως περίμεναν να κάνει». Ο Τζέιμς σταύρωσε τα χέρια στο φαρδύ στήθος του, αλλά τώρα χαμογελούσε. «Μπορώ να γίνω πολύ πειστικός όταν θέλω, όπως ξέρεις άλλωστε. Πουλούσε το καράβι του. Ήθελα αυτόν και το πλήρωμά του μαζί με αυτό». «Μα ήδη αγόρασες δεύτερο καράβι». «Για παν ενδεχόμενο, αγαπητή μου. Για την περίπτωση που χρειαστεί να φύγω χωρίς τους αδελφούς σου». Η Τζορτζίνα πλατάγισε τη γλώσσα της και κάθισε δίπλα του. «Εννοείς ότι ψάχνεις δικαιολογία για να το κάνεις». «Ανοησίες. Από τη στιγμή που δεν θα αναγκαστώ να υπομείνω την παρέα τους στο ταξίδι, είμαι πρόθυμος να δεχτώ τη βοήθειά τους σε αυτό το εγχείρημα, ακόμα κι αν την προσφέρουν επειδή η αγαπητή ανιψιά τους χρησιμοποιήθηκε σαν δόλωμα και θέλουν εκδίκηση γι’ αυτό». «Τώρα τους αδικείς. Με την ανατροπή της απαγωγής και τον υπαίτιο να ζητά εσένα συγκεκριμένα για λύτρα, πιστεύεις στα αλήθεια ότι θα αδιαφορούσαν γι’ αυτό σαν να τελείωσε; Όταν θα μπορούσε να ξανασυμβεί; Όταν θα


καταρρακωνόμουν τόσο πολύ αν συνέβαινε ξανά; Ναι, ναι, σε άκουσα όταν μου είπες ότι δεν γίνεται να το αφήσουμε έτσι. Καταλαβαίνω ακόμα και γιατί δεν με αφήνεις να έρθω μαζί σου αυτή τη φορά». Όμως μετά γέλασε. «Όμως… επτά πλοία, Τζέιμς;» «Μπορεί να είναι και οκτώ. Ο Νέιθαν Τρεμέιν πρόσφερε και το δικό του». «Μην τολμήσεις να τον πάρεις από το γαμήλιο ταξίδι του. Είναι σαν να βάζεις το κάρο μπροστά από το άλογο, γι’ αυτό μη διανοηθείς να ξεκινήσεις από την Αγγλία πριν παντρευτούν ο Νέιθαν και η Τζούντι», τον απείλησε. «Δάγκωσε τη γλώσσα σου, Τζορτζ. Να δω τον Τόνι να παραδίδει τη νύφη παρά τη θέλησή του; Δεν θα το έχανα με τίποτε αυτό». «Ο αδελφός σου συμφώνησε…» «Υπό πίεση», τη διέκοψε ο Τζέιμς. «Αλλά ξέρεις πώς είναι η Ρος, για να μην αναφέρω την Τζούντι όταν πατάει πόδι. Ήταν μειοψηφία στο θέμα της κόρης του να παντρευτεί τον Τρεμέιν». «Καλά, εσύ δεν έχεις αντίρρηση για έναν λαθρέμπορο στην οικογένεια;» «Πρώην λαθρέμπορο, αλλά παραδέχομαι ότι ένιωθα μοναξιά ως το μοναδικό μαύρο πρόβατο», χασκογέλασε ο Τζέιμς. Η Τζορτζίνα χαμογέλασε. «Μην ανησυχείς, σίγουρα ακόμα κρατάς τα ηνία σ’ αυτό – και απόλαυσες κάθε λεπτό της κακής φήμης σου, μην το αρνείσαι». Δεν το αρνούνταν. Τα δέκα χρόνια που είχε περάσει ως ευγενής πειρατής Κάπτεν Χοκ ήταν από τα καλύτερα της ζωής του. «Σε κάθε περίπτωση, εκτίμησα την προσφορά του Νέιθαν, αλλά ήδη σκόπευα να αρνηθώ και το τρίτο καράβι είναι μια καλή δικαιολογία να το κάνω. Δεν θέλω να εκνευρίσω τον Νέιθαν έτσι μυγιάγγιχτος που είναι για το καλωσόρισμά του στην οικογένεια». «Υποθέτω πως τα τρία πλοία σου έχουν ήδη πλήρωμα και είναι έτοιμα να σαλπάρουν ανά πάσα στιγμή; Εννοώ αφού επιστρέψει αυτός ο τρίτος καπετάνιος». «Φυσικά, όπως έτοιμα είναι και τα πλοία του Γουόρεν και του Μπόιντ, καθώς και το δικό σου. Θα είναι μαζί μας και ο Ντρου, είτε θα έρθει εδώ για να μας φέρει τις πληροφορίες που συγκέντρωσε ή θα μας βρει στην Καραϊβική, αφού μας στείλει επιστολή. Αν γίνει το δεύτερο, θα μας ενημερώσει για το πού θα συναντηθούμε. Άρα περιμένουμε τον ίδιο ή την επιστολή του. Αλλά είχε αρκετό καιρό να ανακαλύψει ποιος ήταν ο υπαίτιος. Αν δεν έχουμε νέα του μέσα στον μήνα, θα φύγω για να αναλάβω προσωπικά την έρευνα και να πάρω απαντήσεις». Η Τζορτζίνα ποτέ δεν αμφέβαλλε ότι ο Τζέιμς θα γυρνούσε στην Καραϊβική


για εκδίκηση. Δεν προκαλείς έναν Μάλορι τόσο ακραία, όπως προκάλεσαν τον Τζέιμς όταν απήγαγαν την κόρη του και απαίτησαν να είναι εκείνος τα λύτρα, δίχως να δεχτείς τις συνέπειες. Τα πέντε αδέλφια της Τζορτζίνα είχαν γίνει επίσης έξαλλα με την απαγωγή της Τζακ και οι τύψεις τους απλώς είχαν επιδεινώσει την οργή τους. Κατηγορούσαν τους εαυτούς τους για το μαρτύριο της Τζακ, γιατί είχαν επιμείνει να της επιτραπεί ένα ταξίδι στην Αμερική πριν από την πρώτη της σεζόν στο Λονδίνο. Ακόμα ήλπιζαν ότι θα παντρευόταν Αμερικανό αντί για Άγγλο. Αν δεν ήταν αυτό, η Τζακ δεν θα βρισκόταν στο Μπρίτζπορτ του Κονέκτικατ, όπου την πήραν μέσα από τον κήπο του Άντερσον. Και οι απαγωγείς της Τζακ είχαν βουλιάξει κάθε καράβι στο λιμάνι εκείνη τη νύχτα ώστε οι Μάλορι και οι Άντερσον να μην μπορέσουν να τους κυνηγήσουν αμέσως. Όμως η έγκαιρη άφιξη του Νέιθαν Τρεμέιν με δικό του καράβι ανέτρεψε το σχέδιο των απαγωγέων. Ο Νέιθαν, ο Τζέιμς και η Τζούντι, μαζί με τον Τόμας, τον Γουόρεν και τον Ντρου Άντερσον κατάφεραν να ακολουθήσουν το καράβι των απαγωγέων στην Καραϊβική. Και, ευτυχώς, η Τζάκλιν κατάφερε να δραπετεύσει και σώα και αβλαβής πήγε να τους περιμένει στο Σεντ Κιτς. Ωστόσο, δεν είχε καταφέρει να λύσει το μυστήριο για το ποιος ήθελε τον Τζέιμς νεκρό. «Σχετικά με την αναχώρησή σου», είπε η Τζορτζίνα, «να πούμε σε έναν μήνα λοιπόν; Θα είναι στο τέλος της σεζόν ή σκοπεύεις να εξηγήσεις στην Τζακ γιατί δεν θα είσαι εδώ γι’ αυτή;» «Η αγαπημένη κορούλα μας ποτέ δεν νοιάστηκε αν θα πάω σε αυτούς τους χορούς και τα σουαρέ», της θύμισε. Αυτό ήταν καθαρό παράπονο. Δεν μπήκε καν στον κόπο να το κρύψει. Η Τζορτζίνα προσπάθησε να μη γελάσει, αλλά δεν συγκρατήθηκε, εισπράττοντας ένα βλοσυρό βλέμμα του Τζέιμς, ο οποίος ήξερε καλά πως δεν είχε καμία επιρροή πάνω της. Πάντα φόβιζε όλους τους επίδοξους γαμπρούς της Τζακ. Χρειάστηκαν πολλά γλυκόλογα από τη γυναίκα και την κόρη του πριν ο Τζέιμς συμφωνήσει να περνά απαρατήρητος στα πάρτι που καλούσαν τη Τζάκλιν. Και παρόλο που δύσκολα ένας τέτοιος άντρας περνάει απαρατήρητος, πράγματι προσπάθησε να μένει στο περιθώριο και συχνά έβγαινε στη βεράντα όταν οι εκδηλώσεις δεν ήταν αρκετά μεγάλες για να παραμένει αθέατος. Όπως αποδείχτηκε, η Τζακ μάγευε τόσο πολύ τους μορφονιούς, που οι νεαροί κύριοι δεν πρόσεχαν καθόλου εκείνον, πράγμα που ο Τζέιμς έβρισκε ιδιαίτερα ενοχλητικό. Ωστόσο ο Τζέιμς δεν θα είχε συμφωνήσει ποτέ να παραμένει στο περιθώριο αν η Τζακ δεν τον είχε διαβεβαιώσει ότι δεν θα ερωτευόταν πριν από την πρώτη της


σεζόν και ότι σίγουρα δεν θα παντρευόταν αυτόν τον χρόνο. Η Τζορτζίνα θυμόταν ότι η ξαδέλφη της Τζακ η Τζούντι είχε επίσης τις ίδιες προθέσεις, αλλά όλοι ήξεραν πώς είχε καταλήξει αυτό, με την Τζούντι να παντρεύεται αυτή την εβδομάδα. Όμως η Τζορτζίνα δεν επρόκειτο να πει στον άντρα της ότι τα σχέδια, ειδικά όσα έχουν να κάνουν με την καρδιά, δεν πάνε πάντα όπως τα θέλουμε. Για να μετριάσει το αίσθημα της αποτυχίας του άντρα της, που δεν μπορούσε να εκφοβίζει κάθε επίδοξο γαμπρό της Τζακ, η Τζορτζίνα είπε: «Δεν της αρέσει κανένας από αυτούς, ξέρεις». Αυτό έφερε ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη του Τζέιμς, ο οποίος εισέπραξε ένα αυστηρό βλέμμα και το παράπονό της. «Γιατί χαίρεσαι τόσο γι’ αυτό; Σκοπός αυτής της σεζόν είναι να γνωρίσει και να ερωτευτεί έναν καλό νεαρό και να παντρευτεί. Αντιθέτως, αυτή θέλει να γίνει σαν εσένα. Θα γινόταν αγύρτισσα, αν μπορούσε. Θα γινόταν πειρατής, αν μπορούσε. Έχει πάρει στα σοβαρά όλα τα αντρικά πράγματα που της έχεις μάθει. Έπρεπε να είχα πατήσει πόδι στα σπαθιά και τα πιστόλια. Αλλά πυγμαχία; Ούτε καν το ανέφερες και δεν θα το είχα μάθει αν δεν είχε θελήσει να μου κάνει επίδειξη». «Πού είναι το κακό; Είναι μια Μάλορι και κόρη μου. Θέλω να μπορεί να προστατεύει τον εαυτό της με ό,τι διαθέτει, αν δεν είμαι εγώ κοντά της να το κάνω. Και από τα λίγα που μας είπε η Τζακ για τον χρόνο που πέρασε στο καράβι των απαγωγέων, εφάρμοσε σωστά τις γνώσεις της στην πυγμαχία, ξεσπώντας την οργή της στον καπετάνιο του καραβιού και εμποδίζοντάς τον να της κάνει κακό. Δεν φαντάζεσαι πόσο ανυπομονώ να πιάσω στα χέρια μου αυτόν τον άντρα». «Και πάλι, θα έπρεπε να είχες αρνηθεί. Ήταν εξαιρετικά ανάρμοστο να μάθεις στην Τζακ αυτές τις δεξιότητες. Δεν τη βοήθησαν να υπερασπιστεί τον εαυτό της όταν κάποιος θέλησε να την απαγάγει. Αντιθέτως, την έκαναν να πιστέψει ότι μπορούσε να τα βάλει με αυτούς τους άντρες μετά το γεγονός, αφότου την αιχμαλώτισαν – πράγμα που μπορεί τελικά να είχε αποβεί μοιραίο». Όταν είδε τον θυμό στο πρόσωπο του Τζέιμς, ήξερε ότι δεν απευθυνόταν σε εκείνη, αλλά στο ότι ένιωσε ανίκανος, όπως η Τζάκλιν, να πιάσει τους υπεύθυνους, οπότε άλλαξε γρήγορα θέμα λέγοντας: «Λοιπόν, ραγίζει πολλές καρδιές, ξέρεις – όπως έκανες κι εσύ. Και απολαμβάνει το κάθε λεπτό. Εσύ δεν ήσουν τόσο άσπλαχνος, έτσι δεν είναι;». Όμως ούτε αυτό του άρεσε να ακούει και έγειρε μπροστά. «Είμαι σίγουρος πως δεν είναι καθόλου άσπλαχνη. Είναι απλώς πολύ ειλικρινής. Δεν τους προκαλεί, Τζορτζ. Δεν τους δίνει ελπίδες. Απλώς διασκεδάζει. Γι’ αυτό δεν είναι


αυτή η καταραμένη σεζόν;» «Ξέρεις πολύ καλά ότι είναι νυφοπάζαρο. Το να πηγαίνει σε όλους αυτούς τους χορούς και τα σουαρέ είναι παραπλανητικό, ιδίως όταν δεν θέλει να παντρευτεί ακόμα», του αντιγύρισε. «Να ακυρώσουμε την υπόλοιπη σεζόν; Έτσι θα λυθεί το πρόβλημα». «Βεβαίως. Και θα της το πεις εσύ». Ο Τζέιμς χασκογέλασε. Η Τζορτζίνα ρουθούνισε. Ήξεραν και οι δύο ότι τίποτα δεν θα ακυρωνόταν, ειδικά όταν η Τζακ ανυπομονούσε τόσο πολύ γι’ αυτή τη σεζόν – παρόλο που δεν σκόπευε να βρει γαμπρό. «Λοιπόν, ξέρω ότι είσαι το ίδιο ανακουφισμένος με εμένα με το πόσο γρήγορα άφησε αυτή τη φριχτή περιπέτεια πίσω της», είπε η Τζορτζίνα. «Την έχει αφήσει όμως; Όταν ο θυμός της επιστρέφει κάθε φορά που το αναφέρουμε; Το ίδιο και ο δικός μου, αν δεν το έχεις προσέξει». «Τότε καλύτερα να το θέσω έτσι – τουλάχιστον δεν έχει περάσει τον τελευταίο μήνα που έχουμε γυρίσει σπίτι κλαίγοντας στο μπάνιο της και αρνούμενη να βγει». Αυτό τον έκανε να γελάσει. «Η αγαπητή κορούλα μας; Να κλαίει;» «Οποιοδήποτε άλλο κορίτσι στην ηλικία της…» Η Τζορτζίνα δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση γιατί μπήκε ξαφνικά η Τζάκλιν στο δωμάτιο λέγοντας: «Βοηθήστε με να αποφασίσω». Η Τζορτζίνα σήκωσε το φρύδι βλέποντας την κόρη της, ελπίζοντας να μην είχε ακούσει αυτό που μόλις συζητούσαν με τον Τζέιμς. Το ουδέτερο ύφος της Τζακ έδειχνε πως δεν είχε ακούσει. Η Τζάκλιν φορούσε ακόμα ρόμπα και νυχτικό, παρόλο που ήταν περασμένες δώδεκα, ωστόσο δεν είχε λόγο να ετοιμαστεί για να υποδεχτεί κανέναν, όταν εξακολουθούσε να τους απορρίπτει όλους. Ήταν τολμηρή κίνηση εκ μέρους της, αλλά αυτό δεν αποθάρρυνε κανέναν. Παρ’ όλ’ αυτά, είχε αποφασίσει να απολαμβάνει απλώς τις διασκεδάσεις, να μη γίνεται η ίδια διασκέδαση για τους άλλους. Όμως ράγιζε τόσες καρδιές. Οι γονείς της, όλη η οικογένειά της, ήξεραν πως θα το έκανε. Ήταν πολύ όμορφη η Τζακ τους. Η Τζορτζίνα ήταν όμορφη γυναίκα, αλλά η Τζακ δεν είχε πάρει καθόλου από τη μητέρα της. Ήταν ψηλότερη, 1,68, και ενώ ήταν ξανθιά και πρασινομάτα σαν τον πατέρα της, τα χαρακτηριστικά της ήταν μοναδικά. Ψηλά ζυγωματικά, πεισματάρικο πιγούνι και ιδιοσυγκρασία, αυθάδικη μύτη και χείλη πολύ ζουμερά, ενώ αυτή τη στιγμή οι χρυσαφένιες μπούκλες της χύνονταν στην πλάτη και στους λεπτεπίλεπτους ώμους της. Όσο για το τι προσπαθούσε να αποφασίσει, κρατούσε από μια μάσκα σε κάθε


χέρι, μια πορσελάνινη που κάλυπτε ολόκληρο το πρόσωπο και μια άλλη λευκή εξωτική με φτερά, που έφτανε σχεδόν μέχρι το στόμα της. «Κι άλλος χορός;» είπε η Τζορτζίνα. «Πότε ήρθε πρόσκληση για χορό μασκέ;» Η Τζακ σήκωσε τους ώμους και πλησίασε, αφήνοντας τη βαριά μάσκα στο τραπέζι και παίρνοντας ένα λουκάνικο από το πιάτο της μητέρας της. «Μάλλον χθες που ήμαστε όλη μέρα έξω για δουλειές. Και μην ανησυχείτε, αυτός ο χορός είναι την άλλη εβδομάδα, μετά τον γάμο». Παρακολουθώντας την Τζάκλιν να καταβροχθίζει το λουκάνικο, η Τζορτζίνα είπε: «Δεν έχεις φάει ακόμα;». «Ποιος έχει χρόνο για φαγητό;» «Εμείς», είπε ο Τζέιμς με έμφαση. Η Τζακ χαμογέλασε και κάθισε δίπλα στη μητέρα της, φωνάζοντας πίσω από τον ώμο της: «Θα πάρω ό,τι τρώει η μητέρα μου, αν έχει περισσέψει». «Εγώ ζήτησα πρωινό. Δεν θες καλύτερα γλώσσα που έχουν ετοιμάσει για μεσημεριανό;» είπε η Τζορτζίνα. «Έχω σιχαθεί το ψάρι. Είναι το μόνο που μας τάιζε ο Μπάσταρδος πάνω στο…» Η Τζάκλιν έκλεισε το στόμα και κοκκίνισε από θυμό. Η Τζορτζίνα και ο Τζέιμς αντάλλαξαν μια ανήσυχη ματιά, διαπιστώνοντας ξανά αυτό που συζητούσαν πριν από λίγο. Η σύντομη παραμονή της Τζακ με τους απαγωγείς παρέμενε ευαίσθητο θέμα και «Μπάσταρδος» ήταν το όνομα που είχε δώσει στον καπετάνιο του καραβιού που την είχε απαγάγει από το Μπρίτζπορτ. Ποτέ δεν έμαθε το πραγματικό όνομά του, δεν είχε ούτε καν παρατσούκλι και δεν είχε μάθει για ποιον δούλευε. Το μόνο που ήξερε γι’ αυτόν ήταν πως ήταν εραστής της Κάθριν Μάγιερ, αν ήταν αυτό το αληθινό όνομα της γυναίκας που είχε τρυπώσει με δόλιο τρόπο στο Μέιντεν Τζορτζ για να διασχίσει μαζί τους τον Ατλαντικό, προσποιούμενη τη θετή αδελφή του Αντράσι Μπένεντεκ. Ούτε ήταν αλήθεια ότι ο Αντράσι είχε μακρινή συγγένεια με τους Μάλορι, όπως ισχυριζόταν. Τα δύο παλιοτόμαρα είχαν πει περίτεχνα ψέματα για να κλέψουν από τις γυναίκες Μάλορι τα κοσμήματά τους σε αυτό το ταξίδι και μετά να απαγάγουν την Τζακ για λύτρα όταν θα έφταναν στο Κονέκτικατ. Κάθε φορά που η Τζάκλιν θυμόταν αυτή τη δυσάρεστη εμπειρία, οργιζόταν. Οι γονείς της είχαν γίνει μάρτυρες σε πολλά από αυτά τα ξεσπάσματα και τους καταλάβαινε. Είχε αποδειχτεί ανίκανη και καμιά από τις δεξιότητες που της είχε διδάξει ο Τζέιμς δεν φάνηκε χρήσιμη κατά την απαγωγή. Όμως τουλάχιστον τα ξεσπάσματα θυμού ήταν πολύ σύντομα. Η Τζακ ήδη χαμογελούσε όταν άλλαξε θέμα λέγοντας: «Μου τελείωσαν τα


φορέματα. Να παραγγείλουμε μερικά;». «Υποθέτω πως πρέπει», συμφώνησε η Τζορτζίνα. «Πραγματικά εύχομαι αυτές οι οικοδέσποινες να μην προσπαθούσαν τόσο πολύ να ξεπερνούν η μία την άλλη. Θα έπρεπε να υπάρχει νόμος να κάνουν μόνο έναν χορό τη σεζόν». «Μ’ αρέσει να χορεύω, επομένως δεν παραπονιέμαι. Ποια μάσκα;» «Αυτή με τα φτερά, φυσικά. Οι ολόκληρες μάσκες είναι ζεστές και άβολες. Θα αναγκαστείς να τη βγάλεις πριν ακόμα φτάσουμε. Ο πατέρας σου, από την άλλη, θα έπρεπε οπωσδήποτε να φορέσει μία – έτσι δεν θα χρειαστεί να τον κρύβουμε στον κήπο και ίσως βρει την ευκαιρία και να χορέψει!» Ο Τζέιμς ρουθούνισε. «Ούτε να το σκέφτεσαι, Τζορτζ. Αλλά θα φέρω μαζί και τον Τόνι, αν έχεις όρεξη για χορό. Θα χρειαστεί κάτι για να ξεχαστεί όσο η Τζούντι θα είναι στο γαμήλιο ταξίδι». Η Τζορτζίνα γέλασε. Και τα δύο αδέλφια Μάλορι σιχαίνονταν τους χορούς και όλοι στην οικογένεια το ήξεραν. Αν ο Τόνι ήθελε να ξεχαστεί, σίγουρα θα επέλεγε κάποια άλλη σημαντική κοινωνική εκδήλωση. Ο Χένρι, ο μπάτλερ τους για σήμερα, ένα καθήκον που μοιραζόταν με τον καλό φίλο του Άρτι, μπήκε βιαστικός στο δωμάτιο και έδωσε στον Τζέιμς μια επιστολή – την οποία εκείνος δεν άνοιξε. Η Τζορτζίνα σήκωσε το φρύδι περιμένοντας. Η Τζάκλιν σήκωσε το φρύδι περιμένοντας. Όμως ο Τζέιμς έβαλε απλώς το γράμμα στην τσέπη του και χαμογέλασε. Αυτό το συγκεκριμένο χαμόγελο, το γεμάτο ικανοποίηση, φανέρωνε ότι το γράμμα ήταν από τον Ντρου. Ο Τζέιμς είχε πάρει επιτέλους αυτό που περίμενε, που σήμαινε ότι θα έφευγε σύντομα για την Καραϊβική. Και οι δύο γυναίκες σε αυτό το συμπέρασμα κατέληξαν. Η Τζορτζίνα αναστέναξε, αλλά η Τζακ σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, με όσο πιο πεισματάρικο ύφος μπορούσε, και είπε στον πατέρα της: «Θα έρθω μαζί σου». «Σιγά που θα έρθεις». «Θέλω εκδίκηση όσο εσύ, αν όχι και περισσότερο!» «Θα σου στέλνω όλες τις λεπτομέρειες!» Η Τζορτζίνα κοπάνησε δυνατά το τραπέζι για να σταματήσει τον τσακωμό πριν κλιμακωθεί. «Τζακ, χρησιμοποίησε την εξυπνάδα σου και όχι τα συναισθήματά σου. Η παρουσία σου σε αυτό το ταξίδι θα αποσπάσει την προσοχή του πατέρα σου. Αντί να διευθετεί το ζήτημα, θα ανησυχεί για σένα». «Θα μπορούσα να περιμένω στο νησί της Γκάμπι και του Ντρου…» «Το νησί τους είναι πολύ κοντά στο Σεντ Κιτς, όπου αυτός που έγραψε το σημείωμα των λύτρων ήθελε τον πατέρα σου για να ελευθερώσει εσένα. Και ποιο το νόημα να περιμένεις εκεί και όχι εδώ; Θα ήσουν στην περιοχή των


κακών και θα μπορούσαν να σε πιάσουν ξανά αιχμάλωτη ενώ ο πατέρας σου θα πολεμούσε αλλού. Τότε ο Τζέιμς δεν θα είχε πια το πλεονέκτημα ενάντια σε όποιον θέλει να τον βλάψει. Αυτό θες; Να τους αφήσεις να νικήσουν;» τη διέκοψε η Τζορτζίνα. Η Τζάκλιν άνοιξε το στόμα της να διαμαρτυρηθεί, αλλά είπε θυμωμένη: «Κατάλαβα». Έπειτα όρμησε έξω από το δωμάτιο φωνάζοντας: «Αλλά δεν μου αρέσει!». Η Τζορτζίνα αναστέναξε. «Δεν μπορώ να πω ότι εκπλήσσομαι. Το ήξερα ότι θα ζητούσε κάτι τέτοιο». «Εγώ θα εκπλησσόμουν αν δεν το έκανε», συμφώνησε ο Τζέιμς. Άπλωσε το χέρι της για το γράμμα και είπε: «Βεβαιώσου ότι θα ψάξεις εξονυχιστικά το καράβι σου για λαθρεπιβάτες πριν σαλπάρεις. Μπορεί να είπε ότι καταλαβαίνει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο θυμός της δεν θα μπει εμπόδιο στη λογική της». «Μπορώ να σαλπάρω χωρίς να το καταλάβει». «Καλύτερα να τη βλέπεις να στέκεται στην αποβάθρα δίπλα μου την ώρα που θα το κάνεις. Έλα τώρα να δούμε αν αυτό το γράμμα περιέχει τις πληροφορίες που περίμενες». Το διάβασε πρώτη και μετά το έδωσε στον άντρα της προσθέτοντας: «Δεν νομίζω τελικά».


Κεφάλαιο 2 Πολλοί στην εκκλησία κοιτούσαν και μιλούσαν ψιθυριστά για τους πέντε άντρες που περπατούσαν καχύποπτοι στους διαδρόμους γύρω από τα στασίδια. Φαίνονταν σαν να συντονίζουν μια σημαντική αποστολή που απαιτούσε μυστικότητα, ταχύτητα και απόλυτο συγχρονισμό. Ακόμα και η Τζορτζίνα, που καθόταν δίπλα στην Τζάκλιν, ψιθύρισε: «Τι στο καλό κάνουν;» Η Τζακ είχε αναρωτηθεί γιατί ο πατέρας της δεν καθόταν με εκείνη και τη μητέρα της, αλλά είχε υποθέσει ότι κρατούσε συντροφιά στον αδελφό του όσο ο Τόνι περίμενε να συνοδεύσει την κόρη του στην εκκλησία. Όμως αυτό έγινε και η Τζούντι στεκόταν μπροστά στον ιερέα, δίπλα στον Νέιθαν, ανταλλάζοντας τους όρκους τους. Οπότε ήταν πολύ παράξενη η μυστικοπαθής συμπεριφορά των πέντε αντρών. Ο Τζέιμς δεν πήγε κοντά στη γυναίκα και την κόρη του, αλλά κάθισε στο πρώτο στασίδι, δίπλα στον αδελφό του, τον πατέρα της νύφης. Ο Τζέισον, ο μεγαλύτερος αδελφός, κάθισε δίπλα στη Ρόσλιν, που καθόταν στην άλλη πλευρά, δίπλα στον Άντονι. Και ο δεύτερος μεγαλύτερος αδελφός τους Έντουαρντ, όπως επίσης ο Νίκολας Ίντεν και ο Τζέρεμι κάθισαν στο στασίδι πίσω τους, στριμωγμένοι ανάμεσα στις γυναίκες τους Σάρλοτ, Ρέτζι και Ντάνι. Οι άντρες ήταν τόσο αμίλητοι και διακριτικοί, που ο Τόνι, ο οποίος φαινόταν να ακούει με προσήλωση όσα έλεγε το ζευγάρι, προφανώς δεν τους αντιλήφθηκε ούτε ένιωσε τον Τζέιμς που έβαλε το χέρι του πίσω από την πλάτη του, χωρίς να αγγίζει τον Τόνι, αλλά εμφανώς έτοιμος να το κάνει αν χρειαζόταν. Το συνοφρύωμα των καλεσμένων μετατράπηκε σε χαμόγελο και αντί για ψίθυροι ακούστηκαν διακριτικά χαχανητά. Ήταν ξεκάθαρο πλέον ότι οι πέντε άντρες είχαν καθίσει με τέτοιο τρόπο, ώστε να εμποδίσουν τον Άντονι να σταματήσει τον γάμο όταν ο ιερέας θα ρωτούσε αν έχει κάποιος αντίρρηση. Προφανώς πίστευαν ότι ήταν ικανός να το κάνει! Η Τζάκλιν θαύμασε την ηρωική πράξη τους, αν και δεν ήταν απαραίτητη. Λίγα λεπτά αργότερα, δίχως καμία διακοπή, ο ιερέας ανακήρυξε την Τζούντι και τον Νέιθαν αντρόγυνο και ο Νέιθαν φιλούσε τη νύφη του. Η Τζακ χαμογέλασε παρά τα δάκρυα στα μάτια της. Είχε αρχίσει να κλαίει τη στιγμή που μπήκε η Τζούντι στην εκκλησία, γιατί ήταν πολύ χαρούμενη για την καλύτερή της φίλη. Ήταν ξαδέλφες, αλλά όλη τη ζωή τους ήταν πιο αγαπημένες κι από αδελφές.


Ήταν μια υπέροχη γαμήλια τελετή, με τα παιδιά της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων και των ανιψιών του Νέιθαν Κλαρίσα και Άμπι, να σκορπίζουν ροδοπέταλα στον διάδρομο και τις δύο ανιψιές της Τζάκλιν να κρατούν το μακρύ πέπλο του εκπληκτικού νυφικού της Τζούντιθ. Η Τζούντι ήταν πανέμορφη με το μεταξωτό δαντελένιο νυφικό της, με το μπούστο να αστράφτει όχι μόνο από πούλιες, αλλά και από αληθινά διαμάντια, μια από τις υπερβολές της Ρόσλιν. Και η Τζακ ήξερε ότι η ξαδέλφη της ήταν πολύ ερωτευμένη. Η Τζούντι υποτίθεται πως θα περίμενε έναν χρόνο για να βρει τον έρωτα, όπως η Τζακ, αλλά κολλημένη σε ένα καράβι με αυτόν τον λαθρέμπορο είχε χάσει την καρδιά της και της ήταν αδύνατο να τον αποφύγει. Μετά την τελετή θα πήγαιναν απευθείας στο Χάβερστον για τη γαμήλια δεξίωση, γιατί ήταν αδύνατον στον μικρό χώρο της εκκλησίας όλοι να ευχηθούν στο ζευγάρι. Μερικές φορές πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το μέγεθος μιας οικογένειας – οι Μάλορι ήταν τόσοι, που ως εκ θαύματος χώρεσαν στην εκκλησία. Στην πραγματικότητα, είχαν περάσει μόνο μερικά χρόνια από τότε που ολόκληρη η οικογένεια συγκεντρώθηκε στο Χάβερστον. Ο Τζέισον, ο μεγαλύτερος της οικογένειας και Τρίτος Μαρκήσιος του Χάβερστον, επέμεινε όλοι να πάνε για τα Χριστούγεννα, αλλά αυτό πριν μαζευτούν τόσο πολλοί Μάλορι, που δεν υπήρχε πια χώρος να φιλοξενηθούν όλοι στην αναμφισβήτητα πελώρια έπαυλή του. Η μητέρα της Τζούντι η Ρόσλιν είχε λύσει το πρόβλημα πέρσι, όταν η δική της οικογένεια άργησε να έρθει για την ετήσια συγκέντρωση και κατέληξε να μείνει στο ξενοδοχείο της πόλης Χάβερς. Έτσι, βρήκε έναν νεαρό δικηγόρο που μόλις είχε αποφοιτήσει και ο οποίος δεν γνώριζε την οικογένειά της και τον έβαλε να της αγοράσει την ιδιοκτησία δίπλα στο Χάβερστον, την ανακαίνισε και πρόσθεσε περισσότερα δωμάτια και έπειτα την κληροδότησε στον Τζέισον με τον όρο να μην το πει στον αδελφό του Άντονι. Ο Τόνι την άφηνε να ξοδεύει τη μεγάλη περιουσία της μόνο σε ανούσια πράγματα. Ήξερε ότι δεν θα θεωρούσε ένα μεγάλο σπίτι ανούσιο και ότι θα εκνευριζόταν πολύ αν το ανακάλυπτε. Όλοι όσοι είχαν έρθει για τον γάμο χθες είχαν δωμάτια στο Χάβερστον. Αυτοί που είχαν φτάσει σήμερα το πρωί πήγαν στο διπλανό σπίτι. Τα παιδιά μοιράζονταν δωμάτια, το βρεφικό δωμάτιο είχε διάφορα μωρά, όπως και τον καινούριο ανιψιό της Τζάκλιν, που δεν ήταν ακόμα ούτε ενός έτους. Αλλά η Τζακ είχε ήδη γίνει θεία όταν η γυναίκα του μεγαλύτερου αδελφού της Τζέρεμι, η Ντάνι, έκανε δίδυμα κοριτσάκια πριν από επτά χρόνια, το τρίτο ζευγάρι διδύμων στην οικογένεια! Φεύγοντας από την εκκλησία με τους γονείς της, η Έιμι πρόλαβε την Τζακ για


να της ψιθυρίσει στο αφτί: «Μαντεύω ποια θα είναι η επόμενη νύφη». Η Τζακ ανατρίχιασε μέχρι που η Έιμι της έδειξε την ξαδέλφη τους Τζέιμι, τη δεκαεξάχρονη αδελφή της Τζούντι, που και οι δύο ήξεραν πως φλέρταρε με κάθε νεαρό που δεν ανήκε στην οικογένεια. «Ποτέ δεν θα αποφασίσει ποιον θέλει να παντρευτεί. Δεν μπορώ να θυμηθώ πόσες φορές έχει πιστέψει η Τζέιμι ότι ερωτεύτηκε», γέλασε η Τζάκλιν. Ακριβώς μπροστά τους η Κέιτι προσπαθούσε να φτιάξει το κέφι του πατέρα της Άντονι και ο άντρας της Μπόιντ προσπαθούσε να τον παρηγορήσει λέγοντας «Τουλάχιστον η Τζούντι δεν παντρεύτηκε Γιάνκη!», εισπράττοντας ένα βλοσυρό βλέμμα από τον πεθερό του. «Τζακ, περίμενε!» φώναξε ο Μπράντον Μάλορι, τρέχοντας πίσω της και οδηγώντας τη προς την άμαξά του. «Έρχεσαι σπίτι μαζί μου; Θα ήθελα να μιλήσουμε». Η Τζάκλιν δεν έφερε αντίρρηση. Είχε να δει τον ξάδελφό της Μπράντον από τότε που εκείνη και η Τζούντι είχαν επισκεφτεί την έπαυλή του πριν φύγουν για το ταξίδι τους στην Αμερική. Την τελευταία βραδιά της παραμονής τους στο Χαμσάιρ η Τζούντι πήγε για κυνήγι φαντασμάτων – και τα κατάφερε. Δεν είχε βρει μόνο φάντασμα, που αποδείχτηκε πως ήταν ο Νέιθαν Τρεμέιν, που έκρυβε τα λαθραία του στην κατεστραμμένη έπαυλη που του είχε αφήσει η γιαγιά του, αλλά και σύζυγο! Η αδελφή του Μπράντον, η Σέριλ, τους πρόλαβε και είπε στην Τζακ: «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι η Τζούντι παντρεύτηκε το φάντασμά της!». Έκανε να μπει στην άμαξα για να πάει μαζί τους, αλλά ο Μπράντον της είπε: «Είναι κακή τύχη τα κορίτσια να παίρνουν την ίδια άμαξα με τον αδελφό τους μετά από έναν γάμο∙ αυξάνει τις πιθανότητες να μείνουν γεροντοκόρες». Τον κοίταξε άναυδη και έτρεξε να βρει τη μητέρα της. Η Τζάκλιν γέλασε. «Πίστεψε αυτή την ανοησία;» Ο Μπράντον χαμογέλασε και βοήθησε την Τζάκλιν να ανέβει στην άμαξα. «Είναι ακόμα εύπιστη λόγω ηλικίας». «Είναι μόνο δύο χρόνια μικρότερή σου!» «Κάθε χρόνος κάνει διαφορά. Ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι πώς θα είναι του χρόνου, που θα είναι στην ηλικία της Τζέιμι». Όμως αμέσως μόλις κάθισαν, είπε: «Όλοι μου λένε μη ρωτήσεις, θα θυμώσει. Αλλά δεν πιστεύω να θυμώσεις μαζί μου, έτσι;». Δεν χρειάστηκε να τον ρωτήσει σε τι αναφερόταν. Η οικογένεια ήταν πολύ διακριτική στο θέμα της απαγωγής της, γιατί θύμωνε κάθε φορά που μιλούσαν για το μαρτύριό της. Σπάνια έπαυε να το σκέφτεται – κι εκείνον. Μόνο στα


πάρτι της σεζόν ξεχνιόταν. Όμως τώρα δεν ένιωθε θυμωμένη. Ίσως οι μνήμες είχαν αρχίσει να μην τη στοιχειώνουν πια. «Είμαι καλά», διαβεβαίωσε τον ξάδελφό της. «Πες μου για τους πειρατές». «Δεν έχω και πολλά να πω από τη στιγμή που δεν είδα κανέναν τους, εκτός από τον καπετάνιο και την ερωμένη του Κάθριν. Την έχεις ακουστά φαντάζομαι; Αυτή την ψεύτρα που μπήκε με δόλο στο Μέιντεν Τζορτζ;» «Ναι, και τον υποτιθέμενο αδελφό της, με τον οποίο προσπάθησαν να πείσουν την οικογένεια ότι ήταν συγγενείς μας». «Ήταν καλοί ψεύτες. Οι περισσότεροι στην οικογένεια τους πίστεψαν. Μόνο εγώ και ο πατέρας μου είχαμε τις αμφιβολίες μας πριν μάθουμε την αλήθεια. Αλλά ενώ ο Άντριου –αυτό ήταν το πραγματικό όνομα του Αντράσι– βοήθησε στην κλοπή των κοσμημάτων πάνω στο καράβι, δεν είχε ανάμειξη στην απαγωγή, προσπάθησε ακόμα και να την εμποδίσει και το μόνο που κατάφερε ήταν να τον πάρουν μαζί τους. Και με βοήθησε να δραπετεύσω, οπότε τον συγχωρώ που έγινε υποχείριο της Κάθριν. Ήταν και εραστής της – ανοίγει τα πόδια σε όλους αυτή». Ο Μπράντον κοκκίνισε με τον ωμό τρόπο της. «Και ο καπετάνιος;» Ο καπετάν Μπάσταρδος. Πολύ όμορφος με τα μαύρα μακριά μαλλιά του και τα σκούρα μπλε μάτια του. Αυτή η ομορφιά τής απέσπασε την προσοχή αρκετές φορές, πράγμα που την έκανε ακόμα πιο έξαλλη. Ο τόνος της ήταν περιφρονητικός όταν απάντησε: «Ήταν όμορφος… αλλά ηλίθιος». «Επειδή σε απήγαγε, φυσικά και ήταν, αλλά…» «Όχι, επειδή προσπάθησε να το κάνει στη θάλασσα!» «Με τα δύο πλοία εν κινήσει;» είπε έκπληκτος ο Μπράντον. «Είναι αυτό δυνατόν;» «Λοιπόν, δεν έπιασε, οπότε δεν ξέρω. Ο Νέιθαν βρήκε τον άντρα που είχαν βάλει στο καράβι μας να με πάρει. Νομίζαμε πως ήταν λαθρεπιβάτης. Κανείς δεν κατάλαβε ότι ήταν η πρώτη απόπειρά τους να με απαγάγουν». «Ο Μπάσταρδος ήταν τόσο ομιλητικός και σου είπε όλα αυτά;» «Όχι ιδιαίτερα». Μετά χαμογέλασε. «Τον εκνεύριζα σε βαθμό οργής, γιατί τις πρώτες μέρες δεν έτρωγα τίποτα. Κατά λάθος αποκάλυψε ότι θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν ο φίλος του με είχε πάρει από το καράβι μας πριν τον ανακαλύψουν και αναγκαστεί να εγκαταλείψει αυτό το σχέδιο». «Επομένως προσπάθησαν ξανά στο Μπρίτζπορτ και τα κατάφεραν – εν μέρει», είπε ο Μπράντον θυμωμένος.


«Δούλευαν για τον πατέρα της Κάθριν, ο οποίος, προφανώς, δεν φημίζεται για την υπομονή του. Μόλις με έπιασαν όμηρο, περίμενε ο πατέρας μου να παραδοθεί σε εκείνον. Όμως ο Μπάσταρδος απέτυχε». Τελείωσε τη φράση με ένα χαιρέκακο χαμόγελο. Ίσως ο Μπάσταρδος να ήταν ήδη νεκρός επειδή γύρισε με άδεια χέρια στο αφεντικό του. Για μια στιγμή χάρηκε με τη σκέψη. «Λοιπόν, είσαι γενναία γυναίκα, Τζάκλιν Μάλορι. Χαίρομαι που είσαι καλά. Ωστόσο και πάλι θα ήθελα να πιάσω στα χέρια μου αυτούς τους πειρατές!» «Μην ανησυχείς, Μπραντ. Θα τους περιποιηθεί ο πατέρας μου. Να έρθεις στο Λονδίνο για την υπόλοιπη σεζόν. Είσαι αρκετά μεγάλος πια για να βρίσκεσαι εκεί». Και πράγματι ήταν. Ήδη ψηλός και μεγαλόσωμος σαν τον πατέρα του Ντέρεκ, φαινόταν πολύ μεγαλύτερος από δεκαεπτά. «Μακάρι να μπορούσα», απάντησε. «Αλλά ο τίτλος αποτελεί πρόβλημα». «Γι’ αυτό, λοιπόν, μην τον αναφέρεις. Δεν είναι ότι σε ξέρουν κιόλας. Και οι Μάλορι είναι πάρα πολλοί, που ποιος μπορεί να τους ξέρει όλους; Έλα κρυφά, διασκέδασε λίγο και γύρνα πάλι χωρίς να σε καταλάβουν». «Δεν μπορώ να γίνω σαν τους πατεράδες μας, οπότε ούτε καν να το προτείνεις, Τζακ. Οι δούκες δεν μπορούν να είναι αγύρτες». «Ποιος λέει ότι δεν μπορούν;» Στη δεξίωση, ο Τζέιμς και οι τέσσερις συνωμότες του δέχτηκαν αρκετές επιπλήξεις που πίστεψαν ότι ο Άντονι θα κατέστρεφε την πιο όμορφη μέρα της κόρης του. Συμφώνησαν να μην το μάθει η Τζούντι, αν και ο Τόνι ενοχλήθηκε πολύ όταν το άκουσε. Ο Άντονι πήρε ακόμα και παράμερα τον Τζέιμς και του υποσχέθηκε: «Θα τα πούμε στο Νάιτον αμέσως μόλις επιστρέψουμε Λονδίνο, θα γίνει χαμός στο ρινγκ». Ο Τζέιμς, νιώθοντας λίγο ένοχος που αμφισβήτησε τη συγκατάθεση του αδελφού του για τον γάμο της κόρης του, είπε ξερά: «Αυτό σημαίνει πως πρέπει να σε αφήσω να κερδίσεις;». Ο Νίκολας Ίντεν το άκουσε αυτό και άρχισε να γελά, εισπράττοντας άγρια βλέμματα από τα δύο αδέλφια του και η Ρετζίνα, η γυναίκα του, έσπευσε να τον τραβήξει για να τον γλιτώσει από μπελάδες. Συνήθως, η χρόνια αντιπάθεια των αδελφών για τον άντρα που παντρεύτηκε την αγαπημένη ανιψιά τους σπάνια εκφραζόταν με κακεντρεχή σχόλια, αλλά τώρα που ο Άντονι ήταν εκνευρισμένος, η Ρετζίνα δεν μπορούσε να το ρισκάρει. Και η Τζακ άκουσε πολλές φορές στη διάρκεια της δεξίωσης ότι ο επόμενος γάμος θα ήταν ο δικός της. Ούτε κατά διάνοια, όμως χαμογελούσε αποφασισμένη να μην κάνει και πει κάτι που θα χαλούσε τη χαρούμενη


ατμόσφαιρα. Αλλά τη στιγμή που είδε την Τζούντι να ξεγλιστρά από το πάρτι και να τρέχει πάνω να φορέσει εκδρομικά ρούχα για το γαμήλιο ταξίδι της, η Τζάκλιν την ακολούθησε θέλοντας να περάσει μερικές τελευταίες στιγμές μόνη με την καλύτερή της φίλη. Η Τζούντιθ, γυρνώντας να δει ποιος έκλεισε την πόρτα πίσω της, ρώτησε: «Ήρθες για να με πεις ξανά προδότρα;». Δεν ήταν παράλογη ερώτηση, αν και η Τζακ είχε σταματήσει να λέει την Τζούντι προδότρα εδώ και καιρό, ούτως ή άλλως, το είχε πει μόνο για πλάκα. Είχαν ορκιστεί να διασκεδάσουν αυτή τη σεζόν δίχως αυτή να καταλήξει σε γάμο. Αλλά πολλοί από την οικογένεια τους είχαν πει ότι ο έρωτας έρχεται αναπάντεχα, επιμένοντας ότι το πείσμα της Τζακ να τον αναβάλλει ήταν παράλογο. Όμως η Τζακ ήταν πολύ πιο πεισματάρα από την Τζούντι. Εκτός αυτού, η Τζακ δεν ενδιαφερόταν για το αν θα την επέλεγε κάποιος αυτή τη σεζόν. Ούτε θα βρισκόταν κολλημένη σε ένα καράβι με κάποιον όμορφο νεαρό, όπως συνέβη στην Τζούντι. Στην πραγματικότητα, η Τζακ βρέθηκε κολλημένη σε άλλο καράβι με έναν πολύ όμορφο νεαρό, αλλά το μόνο που ήθελε να κάνει στον Μπάσταρδο ήταν να τον σκοτώσει, οπότε αυτό δεν μετρούσε. Έτσι χαμογέλασε στην αγαπημένη φίλη της. «Όχι, ήρθα να σου πω πόσο τρελά χαίρομαι για σένα». «Ω Τζακ!» Άρχισαν και οι δύο να κλαίνε και να αγκαλιάζονται, πράγμα που έκανε την Τζάκλιν να πει μετά από λίγο: «Σταμάτα. Δεν θες να έχεις κόκκινα μάτια όταν σε λίγο θα γλυκοκοιτάζεις τον άντρα σου». Η Τζούντιθ έκανε πίσω χαμογελώντας. «Αλήθεια το κάνω αυτό;» «Φυσικά και το κάνεις», επέμεινε η Τζακ, «όλοι το έχουν προσέξει – ακόμα και ο πατέρας σου». Η Τζούντι γέλασε. «Ίσως γι’ αυτό ενέδωσε με τόση αξιοπρέπεια και επέτρεψε να γίνει αυτός ο γάμος». «Με αξιοπρέπεια το έκανε; Εγώ νόμιζα πως το έκανε κλοτσώντας και κλαίγοντας». «Ακούστηκαν λίγες απειλές προς το τέλος, ναι, άρα αυτό μπορώ να πω ότι το έκανε με αξιοπρέπεια». «Θα πρέπει να σε πιστέψω, αφού δεν το είδα με τα μάτια μου». Μετά τη σημερινή μέρα δεν θα είχε την ευκαιρία να βλέπει πολύ συχνά την ξαδέλφη της. Η Τζούντι με τον άντρα της θα έμεναν στο Χαμσάιρ, στο σπίτι που εκείνος είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του, ενώ η Τζακ θα έμενε χιλιόμετρα μακριά, στο Λονδίνο. Θα μπορούσε να την επισκέπτεται, αλλά όχι συνεχώς!


«Θα μου λείψεις πάρα πολύ!» ξέσπασε η Τζακ. «Δεν θα ζούμε σε διαφορετικές ηπείρους, Τζακ». «Το ξέρω». Απλώς έτσι θα της φαινόταν. «Χρειάζεσαι κάτι να ξεχαστείς». «Έχω κάτι. Ο πατέρας μου θα σαλπάρει με το Μέιντεν Τζορτζ για την Καραϊβική μετά την επιστροφή μας στο Λονδίνο και μπορώ να πω ότι δεν σκέφτομαι σχεδόν τίποτε άλλο». «Το άκουσα, αλλά εγώ εννοούσα έναν έρωτα. Αλήθεια, δεν σου αρέσει κανένας από τους επίδοξους γαμπρούς σου;» «Όχι, αλλά τους συμπαθώ όλους. Απλώς δεν αγαπώ κανέναν τους». «Ίσως γιατί δεν το προσπάθησες». Η Τζάκλιν γέλασε καθώς βοηθούσε την Τζούντιθ να βγάλει το νυφικό της. «Δεν ήξερα ότι είναι κάτι για το οποίο πρέπει να προσπαθήσεις!» «Ξέρεις τι εννοώ. Αν άφηνες πίσω σου αυτή τη φριχτή απαγωγή, ο θυμός θα ξεθύμαινε και τότε η καρδιά σου θα ήταν ανοιχτή σε νέες πιθανότητες». Με την πλάτη της Τζούντιθ γυρισμένη, η Τζακ ανοιγόκλεισε τα μάτια. Καταλάβαινε ότι η Τζούντιθ ήταν ευτυχισμένη και ήθελε όλοι να είναι το ίδιο ευτυχισμένοι με εκείνη. Ξεχνούσε ακόμα ότι η Τζακ θα ήταν ευτυχισμένη αν δεν έβρισκε τον έρωτα φέτος. Αλλά αντί να της θυμίσει αυτό, η Τζάκλιν είπε: «Ακόμη ανησυχώ για τον πατέρα μου, που θα σαλπάρει αυτή την εβδομάδα για να βρει τον Μπάσταρδο και το αφεντικό του». Στην πραγματικότητα, ήταν σίγουρη πως πολύ σύντομα η οικογένεια Μάλορι θα έκανε σύσκεψη, ίσως ακόμα κι εκεί στο Χάβερστον, απόψε, αφού είχαν έρθει για τον γάμο και ο Γουόρεν με τον Μπόιντ. Όμως, φυσικά, σε αυτή δεν θα έλεγαν τίποτα! «Άρα ξέρει τώρα ποιος είναι ο υπεύθυνος;» «Δεν ξέρω!» γκρίνιαξε θυμωμένα η Τζακ. «Δεν μου λένε τίποτα!» Η Τζούντιθ στράφηκε συνοφρυωμένη. «Αλλά ήσουν σίγουρη πως ο θείος Τζέιμς θα ήξερε ποιος ήταν ο υπαίτιος αμέσως μόλις του έδινες – ω Τζακ, πες μου ότι δεν το κρατάς ακόμα μυστικό! Πρέπει να του πεις για το αυθεντικό, χειρότερο σημείωμα λύτρων που βρήκες στο πειρατικό καράβι». «Αφού πάει ούτως ή άλλως στην Καραϊβική, δεν υπήρχε λόγος να του το κρύψω. Του έδωσα το αντίγραφο που έφτιαξα από το σημείωμα την ίδια μέρα που πήρε το γράμμα του Ντρου». Όταν είχε ανακαλύψει το σημείωμα στην καμπίνα του Μπάσταρδου, πίστεψε ότι δεν είχε αφήσει άλλο σημείωμα για λύτρα στο Μπρίτζπορτ και ότι η οικογένειά της δεν θα είχε ιδέα πού να την ψάξει. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Είχε


προσπαθήσει να σκοτώσει τον Μπάσταρδο εκείνη τη μέρα, εντάξει, και πολλές άλλες φορές, αποτυγχάνοντας παταγωδώς. Ο καταραμένος ήταν πολύ πιο δυνατός από εκείνη και το μόνο που έκανε ήταν να γελά. Αλλά την είχε διαβεβαιώσει ότι θα έστελνε στον πατέρα της ένα πιο ευγενικό σημείωμα από του αφεντικού του, λες και αυτό θα έκανε καμιά διαφορά. «Εξήγησα στον πατέρα μου ότι δεν του είπα για το αυθεντικό σημείωμα νωρίτερα γιατί ήμουν σίγουρη πως θα έπεφτε σε παγίδα αν σάλπαρε αμέσως για την Καραϊβική. Το διάβασε και απλώς χαμογέλασε, δίχως να πει λέξη! Θύμωσα τόσο πολύ!» Η Τζούντιθ πλατάγισε τη γλώσσα της καθώς έβγαλε το νυφικό της και γύρισε προς εκείνη. «Τζακ, έχει περάσει πολύς καιρός. Δεν θα υπάρχει παγίδα. Γι’ αυτό άσε τον πατέρα σου να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει, όσο εσύ θα απολαμβάνεις την υπόλοιπη σεζόν». «Το ξέρω. Θα προσπαθήσω», αναστέναξε η Τζάκλιν. «Δεν θα προσπαθήσεις, θα το κάνεις ή θα πεθάνεις. Αυτό δεν είναι το ρητό σου;» είπε η Τζούντι. «Κάτι τέτοιο. Πολύ καλά, θα επιστρέψω στις διασκεδάσεις του Λονδίνου», γέλασε. «Υπόσχεσαι;» «Για σένα, ναι». Ο Νέιθαν διάλεξε εκείνη τη στιγμή να μπει στο δωμάτιο, κάνοντας την Τζάκλιν να συνειδητοποιήσει γιατί δεν ήρθε η υπηρέτρια να βοηθήσει την Τζούντιθ να βγάλει το νυφικό. Διότι ήθελε να τη βοηθήσει ο άντρας της. Και έριξε μόνο μια ματιά στη νύφη του, που φορούσε το μεσοφόρι και τον κορσέ της, και διέσχισε το δωμάτιο για να της δώσει ένα παθιασμένο φιλί. Η Τζακ ήταν σίγουρη πως ούτε καν είχε δει πως βρισκόταν στο δωμάτιο! Χαμογέλασε και γλίστρησε έξω κλείνοντας απαλά την πόρτα πίσω της.


Κεφάλαιο 3 Στην Τζάκλιν άρεσε πολύ να κρυφακούει πίσω από πόρτες – εκτός από όταν ήταν στο Χάβερστον. Οι πόρτες αυτής της έπαυλης ήταν πολύ χοντρές, μερικές ενισχυμένες ακόμα και με μέταλλο, οπότε δύσκολα κρυφάκουγες, εκτός κι αν κάποιος φώναζε μέσα, όμως αυτή τη στιγμή κάτι τέτοιο δεν συνέβαινε. Έλεγξε τριγύρω πρώτα, αλλά μόνο για μια στιγμή. Και με διάφορους από την οικογένεια που βόλταραν στους διαδρόμους δεν μπορούσε να στέκεται εκεί με το αφτί κολλημένο στην πόρτα του γραφείου. Τελικά βγήκε έξω ξεγλιστρώντας απαρατήρητη από την πίσω πόρτα του σπιτιού και έτρεξε στα παράθυρα του γραφείου. Περίμενε να είναι ανοιχτά σήμερα με τέτοια ζέστη και είχε δίκιο. Κατάφερε ακόμα και να κρυφοκοιτάξει για να δει ποιος ήταν μέσα με τον πατέρα της – οι θείοι της Γουόρεν και Μπόιντ. Ο Άντονι μπήκε ακριβώς τη στιγμή που έσκυβε το κεφάλι της κάτω από το περβάζι. Δεν θα σαλπάριζε με τον Τζέιμς, οπότε η Τζακ δεν μπορούσε να φανταστεί γιατί βρισκόταν εκεί. Ίσως μόνο για ηθική υποστήριξη. Όσο θυμωμένος κι αν ήταν ο Τόνι με τον Τζέιμς, πάντα θα στεκόταν στο πλευρό του αδελφού του ενάντια στους Γιάνκηδες, όπως αποκαλούσαν ο πατέρας της και ο Τόνι τους Άντερσον. Όμως δεν θα γινόταν κανένας τσακωμός με τον Μπόιντ και τον Γουόρεν απόψε, λεκτικός ή άλλος, όχι τώρα που ο Τζέιμς είχε δεχτεί τη βοήθειά τους σε αυτή την αποστολή. Η Τζάκλιν προσπαθούσε τόσο έντονα για να ακούσει κάτι, που τρόμαξε όταν ο αδελφός της Τζέρεμι ήρθε και έσκυψε δίπλα της ψιθυρίζοντας: «Ήξερα πως θα σε βρω εδώ». Εκείνη έφερε απλώς το δάχτυλο στα χείλη της καθώς τον κοιτούσε βλοσυρά που ανακάλυψε την κρυψώνα της. «Τι έχασα;» τη ρώτησε. «Τίποτε ακόμα», ψιθύρισε, αν και κοίταξε πάνω από τον ώμο του αδελφού της για να βεβαιωθεί ότι δεν τον είχε ακολουθήσει ο Πέρσιβαλ Άλντεν. Ο Πέρσι ήταν χρόνια φίλος της οικογένειας, ικανός μόνο για ένα πράγμα – για γκάφες. Και σε αυτή την περίπτωση, αυτό θα σήμαινε να πιαστούν στα πράσα από τον πατέρα της. «Είχες νέα του Ντρου;» είπε ο Γουόρεν μέσα στο γραφείο. «Δεν είναι ενθαρρυντικά», απάντησε ο Τζέιμς. «Διάβασε και μόνος σου».


Ο Γουόρεν μάλλον πήρε το γράμμα του Ντρου, γιατί πολύ γρήγορα είπε: «Εδώ λέει ότι δεν είναι ο πειρατής που υποπτευόσασταν με τον Ντρου, ότι ο Πιερ Λακρός είναι ακόμα στη φυλακή στην Ανγκουίλα». «Διάβασε παρακάτω», είπε ο Τζέιμς. Ο Μπόιντ μάλλον στεκόταν δίπλα στον αδελφό του την ίδια στιγμή όταν είπε: «Ο διευθυντής της φυλακής φάνηκε αμήχανος τη στιγμή που ο Ντρου ανέφερε το όνομα του Λακρός; Δεν είναι αυτό λογικό για έναν άνθρωπο που ζει πίσω από τείχη φυλακής με εκατοντάδες εγκληματίες;». «Είναι», συμφώνησε ο Τζέιμς. «Αυτό που με παραξενεύει είναι ότι ο διευθυντής αρνείται να επιτρέψει στον αδελφό σου να δει τον Λακρός με τα μάτια του. Ο Ντρου είναι ο μόνος που θα αναγνώριζε τον Πιερ Λακρός γιατί ήταν μαζί μου όταν τον έπιασα». «Ο διευθυντής μπορεί να αρνήθηκε το αίτημα του Ντρου για πολλούς λόγους», είπε ο Γουόρεν. «Γνωρίζοντας τον Ντρου, μάλλον εκνευρίστηκε που ο διευθυντής δεν έκανε ό,τι του ζήτησε». «Και αυτό μπορεί να έγινε επειδή είναι βρετανική φυλακή και ο Ντρου κάνει μπαμ ότι είναι Αμερικάνος με το που ανοίγει το στόμα του», πρόσθεσε ο Μπόιντ. «Να κι άλλος ένας λόγος που οι Άγγλοι δεν είναι συνεργάσιμοι με εσάς τους Γιάνκηδες», χασκογέλασε ο Άντονι. «Δεν τους ανταγωνιζόμαστε, Τόνι», προειδοποίησε ο Τζέιμς τον αδελφό του. «Κράτα τον θυμό σου για μένα, όχι γι’ αυτούς». «Και τότε τι κάνω εδώ;» «Νόμιζα πως ήθελες να παρευρίσκεσαι, σε περίπτωση που αλλάξεις γνώμη και θελήσεις να έρθεις μαζί μου». «Αποκλείεται, φιλαράκο. Θα μείνω εδώ σε περίπτωση που η Τζούντι αλλάξει γνώμη γι’ αυτόν τον άξεστο Τρεμέιν και επιστρέψει σπίτι, έχοντας ανάγκη να κλάψει στον ώμο του πατέρα της. Θα μου πεις όλες τις ζουμερές λεπτομέρειες όταν γυρίσεις». «Τότε καλύτερα να γυρίσεις στη δεξίωση», πρότεινε ο Τζέιμς. «Δεν είπα ότι δεν με ενδιαφέρει», γκρίνιαξε ο Άντονι. «Λοιπόν, παρόλο που δεν ξέρουμε ακόμα ποιον ψάχνουμε, εγώ λέω να φύγουμε τώρα. Έχουμε μείνει αρκετό καιρό στη στεριά. Και μπορούμε να ερευνήσουμε περισσότερα όταν θα είμαστε στις Δυτικές Ινδίες», είπε ο Γουόρεν. «Αν ο Ντρου κι εγώ δεν υποπτευόμασταν ότι πίσω από την απαγωγή της Τζακ κρύβεται ο Λακρός, δεν θα του είχα δώσει τόσο χρόνο να το επιβεβαιώσει. Ο


Ντρου πήγε στο παλιό κρησφύγετο-νησί του Πιερ. Ήταν έρημο, αλλά υπήρχαν ίχνη πρόσφατης διαμονής. Και σπατάλησε εβδομάδες προσπαθώντας να βρει ποιοι ήταν εκεί πρόσφατα και πού πήγαν· και γι’ αυτόν τον λόγο δεν είχαμε νέα του μέχρι τώρα», είπε ο Τζέιμς. «Αν όμως ο Λακρός είναι ακόμα φυλακή, τι ήλπιζε να βρει εκεί ο Ντρου;» ρώτησε ο Μπόιντ. «Δεν πιάστηκαν όλοι οι πειρατές τη νύχτα της μάχης. Όμως σε κάθε περίπτωση, θα έπρεπε να είχα πάει εκεί πολύ νωρίτερα, ιδίως αν σκεφτώ πως όταν εγκατέλειψα τη θάλασσα, άφησα πίσω στην Καραϊβική περισσότερους από έναν εχθρό. Ο Ντρου δεν θα τους αναγνώριζε αν τους έβλεπε. Πρέπει να μιλήσω εγώ ο ίδιος με αυτούς για να δω αν εμπλέκονται σε αυτό το σχέδιο. Επομένως ο Ντρου δεν ξέρει ποιον να ανακρίνει για να πάρει απαντήσεις που θα μας βοηθούσαν, ενώ εγώ…» «Παίρνεις απαντήσεις με οποιοδήποτε κόστος», είπε ο Γουόρεν και μετά πρόσθεσε βιαστικά, «φιλοφρόνηση ήταν αυτό, Τζέιμς, όχι βρισιά». Ο Άντονι χαχάνισε. «Μας στερείς όλη την πλάκα, Γιάνκη». Αλλά μετά είπε στον αδελφό του: «Μη μου θυμώνεις, φιλαράκο. Εσύ μπορεί να έκανες ανακωχή μαζί τους για τη διάρκεια αυτής της αποστολής, εγώ όμως όχι». Ο Τζέιμς επέλεξε να αγνοήσει το συγκεκριμένο σχόλιο του Άντονι λέγοντας: «Θα είχα φύγει νωρίτερα, αν η αγαπημένη μου Τζακ δεν μου είχε κρύψει αυτό. Το βρήκε στο καράβι που σάλπαρε με εκείνη από το Μπρίτζπορτ. Ο απαγωγέας της, ο καπετάνιος του καραβιού, επέμεινε να μας στείλει ένα πιο ευγενικό σημείωμα από το αρχικό». «Ευγενικός απαγωγέας;» είπε έκπληκτος ο Μπόιντ. «Τι είδους πειρατής γράφει ευγενικό σημείωμα;» ρουθούνισε ο Γουόρεν. Ήταν ο Άντονι αυτός που πήρε το σημείωμα της Τζάκλιν και το διάβασε δυνατά: «Τη ζωή σου για τη δική της. Σου ακούγεται γνωστό; Ξέρεις το μέρος. Βιάσου, μον αμί». «Η Τζακ έκανε αντίγραφο αυτού του πιο λιτού σημειώματος, γραμμένο από το αφεντικό του απαγωγέα της, για να θυμάται τα ακριβή λόγια», εξήγησε ο Τζέιμς. «Κι ωστόσο το κράτησε κρυφό από σένα τόσο καιρό;» ρώτησε ο Άντονι. «Γιατί;» «Φοβόταν ότι θα έπεφτα σε παγίδα αν επέστρεφα τόσο γρήγορα στην Καραϊβική, ότι θα με περίμεναν. Αυτός που το έγραψε, η Τζακ γνώριζε πως ήταν ο πατέρας της Κάθριν Μάγιερ, προφανώς ήξερε ότι θα καταλάβαινα ποιος ήταν


από αυτά τα ακατανόητα λόγια για άλλους». «Ξέρεις;» «Ναι, μόνο που είναι ακόμα φυλακή». «Πάλι ο Λακρός;» είπε ο Γουόρεν. «Για μισό λεπτό», διέκοψε ο Μπόιντ. «Δεν μπορεί να υποθέτεις ότι είναι Γάλλος μόνο και μόνο από αυτό το “μον αμί”. Δεν μιλώ γαλλικά, αλλά αυτή η φράση δεν σημαίνει “φίλε μου”;» «Ο σαρκασμός σε όλο του το μεγαλείο», απάντησε ο Τζέιμς. «Αυτό το σημείωμα ήθελε να μου δείξει ακριβώς ποιος οργάνωσε αυτό το σχέδιο, χωρίς όμως να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεικτικό στοιχείο σε δικαστήριο. Και αυτό, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, μου δείχνει ότι είναι ο Λακρός. Επίσης δεν θα με εξέπληττε αν μάθαινα ότι ο Λακρός έχει κόρη που είναι κλέφτρα κοσμημάτων και πονηρή σαν αλεπού, αυτή την Κάθριν Μάγιερ, την οποία ο ψεύτικος μακρινός συγγενής μας Αντράσι έφερε στο Μέιντεν Τζορτζ». «Μοιάζει με τον Λακρός;» ρώτησε ο Γουόρεν. «Όχι τόσο πολύ ώστε να συμπεράνω ότι είναι κόρη του», παραδέχτηκε ο Τζέιμς. «Αλλά μπορεί να κάνει τις βρομοδουλειές του Λακρός. Είτε ο διευθυντής στην Ανγκουίλα είπε ψέματα στον Ντρου ή ο Λακρός κινεί τα νήματα μέσα από τη φυλακή. Σκοπός όλου αυτού του σχεδίου μπορεί να ήταν να με παραδώσουν σε αυτή τη φυλακή και κατευθείαν στο κελί του». «Αποκλείεται», διαφώνησε ο Μπόιντ. «Νόμιζα ότι εσείς οι ευγενείς δεν μπαίνετε φυλακή για τίποτα». «Ισχύει αυτό», είπε ο Τζέιμς. «Αλλά ο Κάπτεν Χοκ θα έμπαινε». «Ο Κάπτεν Χοκ πέθανε στην Αγγλία. Θα ορκιζόμουν ότι βεβαιώθηκες γι’ αυτό». «Βεβαιώθηκα», είπε ο Τζέιμς. «Αλλά τα νέα για τον θάνατο του Χοκ μπορεί να μην έφτασαν σε όλα τα νησιά της Καραϊβικής, όπου ακόμα υπάρχουν εντάλματα για τη σύλληψή του. Και έχω πάει εκεί – και κάποιος που με ήξερε ως Κάπτεν Χοκ θα μπορούσε να με αναγνωρίσει. Επίσης, ο Λακρός με είδε όταν βοήθησα τον Ντρου να σώσει την Γκάμπι και ο Λακρός συνελήφθη, οπότε ξέρει πως δεν είμαι νεκρός. Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι πώς ο Λακρός ή οποιοσδήποτε άλλος είναι πίσω από αυτό έμαθε ότι ο Χοκ είναι ο Τζέιμς Μάλορι. Πάσχισα πολύ να κρατήσω μυστική την πραγματική ταυτότητα του Χοκ». Ο Γουόρεν μούγκρισε σε αυτό το σημείο. «Θα χρειαστεί να επιτεθούμε σε βρετανική φυλακή;» «Όχι – δηλαδή ελπίζω πως όχι», απάντησε ο Τζέιμς. «Πρέπει να μιλήσω με


αυτόν τον διευθυντή όμως. Ωστόσο μπορώ να σκεφτώ άλλους δύο που ίσως έγραψαν τα λόγια σε αυτό το σημείωμα. Υπάρχουν ακόμα πολλά ερωτήματα, τίποτα δεν είναι σίγουρο, εκτός από το ότι σαλπάρω μεθαύριο, μετά από αυτόν τον καταραμένο μασκέ χορό που αναγκάστηκα να πω ότι θα πάω». Ο Μπόιντ χαχάνισε μαντεύοντας. «Η Τζόρτζι σε όλο της το μεγαλείο, ε;» «Αντιθέτως», απάντησε ο Τζέιμς. «Εγώ απλώς σιχαίνομαι τους χορούς. Η Τζόρτζι μου, ωστόσο, μπορεί να γίνει απολαυστικά πειστική». «Ω Θεέ μου, δεν φαντάζομαι να υπονόησε;…» άρχισε να γκρινιάζει ο Γουόρεν. Ο Άντονι τον διέκοψε χαμογελώντας πονηρά. «Φυσικά και αυτό έκανε, Γιάνκη». Έξω, ο Τζέρεμι βοήθησε την Τζάκλιν να σηκωθεί και τη συνόδευσε πάλι μέσα στο σπίτι γκρινιάζοντας: «Έπρεπε να είμαι σε αυτό το δωμάτιο, αλλά δεν με άφησε να συμμετάσχω». «Νομίζεις ότι εγώ δεν το προσπάθησα; Είναι ανένδοτος». «Καταλαβαίνω γιατί αποκλείει εσένα, αλλά εγώ έχω ζήσει στα νησιά και ξέρω την Καραϊβική σαν την παλάμη του χεριού μου. Θα του ήμουν πολύτιμος και το ξέρει», ρουθούνισε ο Τζέρεμι. «Προσπάθησε λίγο να μη με προσβάλλεις, αδελφέ», είπε ξερά η Τζακ. «Εσύ κι εγώ θα αποτελούσαμε τους ιδανικούς ομήρους, που θα τον εμπόδιζαν στη μάχη του με τη νέμεσή του. Οπότε πρέπει να μείνουμε εκτός, όσο κι αν δεν μας αρέσει». «Εσύ ναι, όμως εγώ έχω ακόμα χρόνο να του αλλάξω γνώμη. Πότε είναι αυτός ο χορός που είπε;» Η Τζάκλιν ανοιγόκλεισε τα μάτια. Ο Τζέρεμι δεν είχε ελπίδες να αλλάξει γνώμη στον πατέρα τους, όπως δεν είχε κι εκείνη. Αλλά δεν επρόκειτο να προσπαθήσει να τον πείσει. Έπρεπε να βρει την Γκάμπι και να την πείσει να της πει όλα όσα γνώριζε για τον πειρατή Πιερ Λακρός.


Κεφάλαιο 4 «Δεν δείχνεις καθόλου εκνευρισμένη που ο πατέρας θα σαλπάρει το πρωί δίχως καμιά μας μαζί του», είπε η Τζάκλιν στη μητέρα της ενώ κοιταζόταν στον ολόσωμο καθρέφτη. «Καλά δεν το κρύβω;» απάντησε η Τζορτζίνα. «Το ότι είμαι πεπεισμένη ότι θα γυρίσει θριαμβευτής από την Καραϊβική ώστε να αφήσουμε αυτή τη φριχτή ιστορία πίσω μας δεν σημαίνει ότι δεν θα ανησυχώ κάθε λεπτό της απουσίας του». «Και ότι δεν θα σου λείπει». «Φυσικά και θα μου λείψει, πολύ. Και ξέρω ότι κι εσένα θα σου λείψει. Και όχι, δεν θα ξαναπείς ότι καλύτερα να πήγαινες μαζί τους αντί να μείνεις εδώ μαζί μου». Η Τζάκλιν χαμογέλασε. «Δεν θα το έκανα. Ξέρω πολύ καλά πότε δεν έχω ελπίδες να κερδίσω μια διαφωνία, παρόλο που αξίζω περισσότερο την ευκαιρία για εκδίκηση από…» «Τζακ», την προειδοποίησε η Τζορτζίνα. «Αυτό μου ξέφυγε, αλήθεια». Η Τζορτζίνα πλατάγισε τη γλώσσα της. «Τουλάχιστον η υπόλοιπη σεζόν θα μας κάνει να ξεχαστούμε». Η Τζακ το ήλπιζε αυτό. Ευχόταν απλώς να μπορούσε να ξεχαστεί νωρίτερα, ας πούμε απόψε, πριν από την αυριανή αναχώρηση του πατέρα της. Τουλάχιστον θα φορούσε τη μάσκα της και κανείς δεν θα μπορούσε να διακρίνει τα συναισθήματά της – κυρίως τα νεύρα της. Έδειχνε ζωηρή. Και η αλήθεια ήταν πως είχε μεγάλο ενθουσιασμό για την αποψινή βραδιά. Για μια φορά δεν θα ήξερε με ποιον θα χόρευε. Λάτρευε τέτοια μυστήρια. Είχαν ήδη ντυθεί και οι δύο για τον αποψινό χορό. Η Τζορτζίνα έκανε έκπληξη στην Τζάκλιν δίνοντάς της ένα καινούριο σμαραγδένιο κολιέ που ταίριαζε με το σατέν φόρεμά της και κουμπώνοντάς το στον λαιμό της. «Έλα τώρα. Ο πατέρας σου σίγουρα ανυπομονεί να ξεμπερδεύει με αυτό! Περιμένει κάτω με τον Μπράντον». «Τον Μπράντον; Μα αυτός είπε πως δεν θα ερχόταν!» «Μας είπε ότι επέμενες και όλοι ξέρουμε πώς είσαι όταν επιμένεις για κάτι». Η Τζακ χαμογέλασε. «Εντάξει, το παραδέχομαι. Όμως ένας αποκριάτικος


χορός είναι η μόνη ευκαιρία για εκείνον να διασκεδάσει λίγο χωρίς να ανακοινώσουν στην πόρτα ότι έφτασε ο δούκας του Ράιτον. Έπρεπε να τον πείσω όταν είπε ότι δεν θα πήγαινε σε καμία εκδήλωση της σεζόν. Δεν ξέρει τι χάνει, αλλά μετά το αποψινό θα μάθει, έτσι ίσως αλλάξει γνώμη». «Δεν είμαι και τόσο σίγουρη γι’ αυτό. Ο Μπράντον παίρνει πολύ σοβαρά το αξίωμά του, αλλά ξέρεις πώς νιώθω εγώ για τους τίτλους. Πρέπει να θυμάσαι ότι είναι ο πρώτος δούκας της οικογένειας και οι γονείς του τον ανέθρεψαν ως τέτοιο. Κι εσύ δεν πρέπει να επεμβαίνεις, Τζακ, καθόλου. Δεν θα εκπλαγώ αν του διαλέξουν και νύφη. Θα πρέπει να έχει άψογα διαπιστευτήρια». «Κατάρα και ευλογία. Ξεχνάς ότι είναι επίσης και Μάλορι», αντιγύρισε η Τζάκλιν. «Και οι Μάλορι κάνουν ό,τι τους καπνίσει;» είπε σηκώνοντας το φρύδι η Τζορτζίνα. «Ακριβώς».

∞ «Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι χορεύει». Καθώς η Τζάκλιν χόρευε με τον Μπράντον, ακολούθησε το βλέμμα του και γέλασε όταν οι γονείς της πέρασαν από δίπλα της χορεύοντας και στριφογυρίζοντας. «Εγώ μπορώ. Η μητέρα μπήκε με εσένα κι εμένα, αλλά ο πατέρας μου ήταν μερικά ζευγάρια πίσω στην ουρά, οπότε κανείς δεν θα καταλάβει ότι είναι αυτός, ακόμα κι αν κατάλαβαν ποια είμαι εγώ. Η μαύρη περούκα που φοράω και η μάσκα είναι για να κρύβουν την ταυτότητά μου». «Δεν το κάνουν». «Το ξέρω», παραπονέθηκε. «Εκνευρίστηκα που ο Μπέρναρντ Μόρτον έτρεξε σε εμένα για τον πρώτο χορό και φώναξε σε όλους ότι ανακάλυψε ποια ήμουν. Πώς το έκανε δεν μου λέει. Αν δωροδόκησε την υπηρέτριά μου για να μάθει το χρώμα του φορέματός μου, θα την απολύσω με το που θα γυρίσω σπίτι». «Όχι, δεν θα το κάνεις, μπορεί να έχει δωροδοκήσει τη ράφτρα σου ή να έχει βάλει κάποιον τσιλιαδόρο στην πόρτα σου για να του δώσει πληροφορίες. Αλλά δεν έχει σημασία, ξαδελφούλα. Δεν αξίζει να απολύσεις μια πιστή…» «Άπιστη…» «Υπηρέτρια». «Υποθέτω, αν και κατέστρεψε τον χορό για μένα, γιατί σκοπός μου ήταν να μη με αναγνωρίσει κανείς. Τώρα είναι απλώς ένας συνηθισμένος χορός». «Μα νόμιζα πως λάτρευες τους χορούς», γέλασε.


«Τους λατρεύω, γι’ αυτό μόνο γκρινιάζω αντί να βγάζω αφρούς». «Σωστό», είπε ξερά. Του χαμογέλασε. Χαιρόταν που είχε έρθει στον χορό. Με τη μάσκα του κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι ήταν μόνο δεκαεπτά ή ότι στον χορό βρισκόταν ο δούκας του Ράιτον. «Όσο για τον πατέρα μου», είπε, «παρόλο που σίγουρα μισεί τον χορό, του αρέσει να ευχαριστεί τη μητέρα μου – κι εκείνη λατρεύει να χορεύει. Εσύ; Σίγουρα φαντάζομαι. Είχες ήδη έξι παρτενέρ μέχρι να σε πάρω στην πίστα και χρειάστηκε να σε αρπάξω πριν σε προλάβει η επόμενη!» «Η αλήθεια είναι πως μ’ αρέσει, αλλά όχι τόσο ο χορός όσο το… άγγιγμα». «Σε εξιτάρει το απαλό άγγιγμα στη μέση, ε;» Ήξερε πως τον είχε κάνει να κοκκινίσει κάτω από τη μάσκα του, που κάλυπτε τα μάγουλά του, αλλά όχι το στόμα του. Μερικές φορές μιλούσε χωρίς πρώτα να σκέφτεται, δηλαδή αυτό έκανε τις περισσότερες φορές, αλλά δεν ήθελε να φέρει σε δύσκολη θέση τον ξάδελφό της, που πιθανόν να μην είχε συναναστραφεί ποτέ άλλη κοπέλα εκτός από τις συγγενείς του έτσι αυστηρά που τον είχαν αναθρέψει οι γονείς του. Ένας δεκαεπτάχρονος μπορεί να γίνει αρκετά εύθικτος για τις σχέσεις του με το αντίθετο φύλο και δεν θα έπρεπε να τον πειράξει για την αρρενωπότητά του ή την έλλειψη αυτής. Οπότε συμπλήρωσε βιαστικά: «Μην απαντήσεις! Μερικές φορές λέω βλακείες, όπως σίγουρα ξέρεις. Αντιθέτως, πες μου τι νομίζεις για την πρώτη επαφή σου με τον κόσμο των ντεμπιτάντ. Είναι αυτό που περίμενες; Ή μήπως είναι δύσκολο να διαμορφώσεις γνώμη έτσι που είναι όλοι καλυμμένοι με μάσκες;». «Οι προσωπικότητες δεν κρύβονται – ούτε τα υπέροχα φορέματά τους». Η Τζακ ξεκαρδίστηκε στα γέλια. Τι όμορφος τρόπος να αναφερθείς στις λεπτές σιλουέτες των γυναικών! Ήξερε πως δεν ντρεπόταν πια γιατί το είπε με υπερβολικά σεμνότυφο τρόπο. «Σου έχει κινήσει κάποια το ενδιαφέρον;» «Πράγματι. Είμαι ήδη ερωτευμένος με αυτή, και αυτή, α, κι εκείνη, επίσης». Έδειξε τρεις διαφορετικές κοπέλες, μία που χόρευε και άλλες δύο που χασκογελούσαν με το βλέμμα τους κολλημένο πάνω του. Η Τζακ βλεφάρισε. Αν ήταν άλλος, μπορεί να νόμιζε ότι της έκανε πλάκα. «Ακούγεσαι σαν την ξαδέλφη Τζέιμι. Κάθε λίγους μήνες ερωτεύεται και κάποιον άλλον. Σε παρακαλώ, πες μου ότι ξέρεις τη διαφορά ανάμεσα στο ξελόγιασμα και στον έρωτα, τον έρωτα που σε συνεπαίρνει, που σου κόβει την ανάσα και τα γόνατα», του είπε.


«Εσύ την ξέρεις;» ρώτησε. «Ή είσαι τόσο αποφασισμένη να μη σου συμβεί φέτος, που θα τον αγνοούσες ακόμα κι αν σε χτυπούσε κατακέφαλα;» «Λοιπόν, από τη στιγμή που αυτή δεν ήταν σοβαρή ερώτηση, μπορώ να πω με σιγουριά ότι η έλξη δεν είναι έρωτας, γιατί ο Μπάσταρδος με έλκυε ενώ ταυτόχρονα μισούσα κάθε κόκαλο στο σώμα του». «Τότε να είσαι σίγουρη ότι κι εγώ ξέρω τη διαφορά, Τζακ, οπότε δεν θα σου κάνω άλλη πλάκα». «Συνήθως είσαι τόσο σοβαρός. Από πότε άρχισες να κάνεις πλάκα;» γέλασε. «Από τότε που ανακάλυψα πόσο αφελής είναι η αδελφή μου. Ακόμα πιστεύει ότι η Τζούντι παντρεύτηκε φάντασμα!»


Κεφάλαιο 5 Όταν τελείωσε ο χορός, ο Μπράντον επέστρεψε γρήγορα την Τζάκλιν στους γονείς της κι έτρεξε να βρει άλλη παρτενέρ. Την Τζάκλιν δεν την πείραξε, γιατί σκόπευε να πάει κοντά τους. Ο πατέρας της, που για πρώτη φορά στεκόταν δίπλα στη γυναίκα του αντί στο περιθώριο, αποτελούσε την ιδανική ασπίδα και η Τζακ είχε ανάγκη αυτή την ασπίδα για λίγο, γι’ αυτό πήγε και χώθηκε ανάμεσά τους. Επειδή η απόφασή της να κρυφτεί πίσω από τους γονείς της ερχόταν σε αντίθεση με το ότι είχε ζητήσει από τον πατέρα της να μην τρομάζει τους επίδοξους μνηστήρες της πριν τους γνωρίσει, ο Τζέιμς ρώτησε αμέσως: «Ποιος σε πείραξε;». «Φαίνεται πως ξέρουν ποια είμαι απόψε», παραπονέθηκε η Τζακ, αλλά μετά χαμογέλασε. «Και τώρα γνωρίζουν και ποιος είσαι εσύ, παρά τη μάσκα σου, γιατί εγώ μπήκα με τη μητέρα και τώρα εσύ στέκεσαι δίπλα της, όταν δεν το έχεις κάνει σε κανέναν από τους άλλους χορούς που έχουμε πάει. Πάντα ρωτάνε αν έχεις έρθει, ξέρεις. Και πάντα λέω ψέματα ότι δεν έχεις έρθει. Να δούμε πόσο γενναίοι είναι τώρα;» «Αν θες μάχη, αγαπητή μου, μπορούμε να τους μαζέψουμε στη βεράντα», πρότεινε η Τζορτζίνα. «Όχι, πραγματικά θέλω να δω πόσο γενναίοι είναι». Ο Τζέιμς δεν είπε τίποτα. Η Τζορτζίνα απλώς πλατάγισε τη γλώσσα της. Δεν αμφισβητούσε κανείς πως το διαβόητο όνομα του πατέρα της ήταν ακόμα ισχυρό. Επειδή δεν πήγαινε σε κοινωνικές εκδηλώσεις εκτός οικογένειας, ο κόσμος δεν τον ήξερε και οι φήμες γι’ αυτόν οργίαζαν. Επίσης, επειδή μαζί με τον αδελφό του Τόνι πήγαιναν συχνά στο Νάιτον για πυγμαχία δεν βοηθούσε στο να καταλαγιάσουν αυτές οι φήμες. Οι έκλυτοι νεαροί λάτρευαν αυτούς τους αγώνες γιατί τους δινόταν η ευκαιρία να στοιχηματίζουν σε κάτι αναπάντεχο, αλλά οι λιγότερο τολμηροί νεαροί λόρδοι δεν ήθελαν να έχουν καμία σχέση με τον Τζέιμς Μάλορι, ακόμα κι αν ήταν ερωτευμένοι με την κόρη του. Η μουσική ξεκίνησε ξανά, αλλά οι φωνές δυνάμωσαν για άλλο λόγο. Οι φήμες για την πιθανή παρουσία του Τζέιμς εξαπλώθηκαν στην αίθουσα αστραπιαία. Και η Τζάκλιν ήξερε πως εκείνη έφταιγε που τον πλησίασε όσο ήταν ακόμα με τη μητέρα της, τραβώντας όλα τα βλέμματα πάνω του, μόνο και μόνο επειδή


ενοχλήθηκε που οι επίδοξοι μνηστήρες ήξεραν ποια ήταν και της έλεγαν ποιοι ήταν κι εκείνοι. Εντελώς παιδιάστικη συμπεριφορά, για την οποία τώρα μετάνιωσε. «Κατάρα», είπε ο Τζέιμς ανάμεσα από τα δόντια του. «Η οικοδέσποινα είναι αυτή που μας κοιτάζει;» «Ναι, είναι πράγματι η λαίδη Σπένσερ», απάντησε η Τζορτζίνα. «Πήγαμε στον πρώτο χορό της της σεζόν λίγο αφότου επιστρέψαμε από το Μπρίτζπορτ. Δεν ήθελες να ανακοινώσουν την άφιξή σου, αν θυμάσαι, γι’ αυτό δεν τη γνώρισες». «Αν μου ζητήσει να φύγω, ίσως χρειαστεί να ρίξω μπουνιά στον άντρα της», είπε ο Τζέιμς. «Είναι χήρα», είπε η Τζορτζίνα χαμογελώντας. «Θα κοπανήσω συγγενή της τότε». «Δεν θα το κάνεις κι αυτή δεν θα τολμούσε», είπε η Τζορτζίνα. «Το όνομά σου ήταν στην πρόσκληση. Αν και καμιά από αυτές τις οικοδέσποινες δεν περιμένει να παραστείς στους χορούς, θα ήταν πλήγμα γι’ αυτές αν δεν το έκανες». Η λαίδη Σπένσερ την επιβεβαίωσε όταν φώναξε: «Τζέιμς Μάλορι! Χαίρομαι τόσο πολύ που σας γνωρίζω. Δεν πίστευα ότι θα αποδεχόσαστε την πρόσκλησή μου, αλλά τώρα που το κάνατε μου εξασφαλίσατε την επιτυχία!». Η Τζάκλιν ήξερε πως στον πατέρα της δεν άρεσε να τον στριμώχνουν έτσι στη γωνία και μάλλον θα άφηνε την Τζορτζίνα να τα βγάλει πέρα με τη λαίδη και το θερμό καλωσόρισμά της. Αλλά την εξέπληξε όταν χάρισε μια κομψή υπόκλιση στην οικοδέσποινα λέγοντας: «Η χαρά είναι όλη δική μου, λαίδη Σπένσερ, αλλά υποτιμάτε τον εαυτό σας. Οι χοροί σας είναι τόσο θρυλικοί, που δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό όταν η γυναίκα μου μου είπε να το δω με τα ίδια μου τα μάτια». Ύστερα από όσα είχε κρυφακούσει η Τζακ στο Χάβερστον όσο ήταν κρυμμένοι έξω από το παράθυρο με τον Τζέρεμι, αναρωτήθηκε αν η μητέρα της είχε κοκκινίσει κάτω από τη μάσκα της. Ο πραγματικός πειρασμός ήταν αυτό που είχε επιδείξει στον Τζέιμς για να τον πείσει να έρθει. Όμως η οικοδέσποινα δεν μπορούσε να το ξέρει αυτό και φάνηκε να ενθουσιάζεται με τα λόγια του. Ο πατέρας της σίγουρα είχε ακόμα τον τρόπο του με τις γυναίκες. Αλλά δεν του ξέφυγε όταν ένας από τους επίδοξους μνηστήρες της Τζακ βρήκε το θάρρος να την πλησιάσει όσο εκείνος συνομιλούσε με τη λαίδη Σπένσερ. Η Τζακ το παρατήρησε επίσης και χάρηκε που δεν φοβούνταν όλοι οι επίδοξοι μνηστήρες τον πατέρα της. Ο ψηλός ξανθός νεαρός, τον οποίο δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει αμέσως γιατί φορούσε μάσκα που κάλυπτε όλο το πρόσωπο, έκανε μια μικρή υπόκλιση και


άπλωσε το χέρι του. «Θα μου κάνετε την τιμή;». Ήταν ιπποτικός και φορούσε ένα άψογο κοστούμι που ταίριαζε υπέροχα στο μυώδες σώμα του. Η Τζάκλιν ακούμπησε απαλά τα δάχτυλά της πάνω στα δικά του και του επέτρεψε να την οδηγήσει στην πίστα. Κι ένιωσε έναν ανεπαίσθητο ενθουσιασμό, αλλά μόνο επειδή δεν τον είχε αναγνωρίσει ακόμα και είχε βάλει σκοπό να το κάνει. Ήταν το πρώτο που ρώτησε η Τζάκλιν. «Ποιος απ’ όλους είσαι εσύ;» «Είμαι υποχρεωμένος να πω;» Είχε βαθιά φωνή, αλλά ακουγόταν πνιχτή μέσα από τη μάσκα. «Οι άλλοι μνηστήρες αποκάλυψαν την ταυτότητά τους. Αυτό βέβαια χαλάει το μυστήριο ενός χορού μασκέ, όταν δεν χρειάζεται πια να αναρωτιέσαι με ποιον χορεύεις». «Τότε δεν θα πω», απάντησε. «Αλήθεια;» «Το υπόσχομαι». Επομένως έπρεπε να βασιστεί στο ένστικτό της! Αυτή ήταν η διασκέδαση που ήθελε γι’ απόψε. «Ξέρω ήδη ποιοι είναι οι Μπέρναρντ, Τζάσπερ, Τζον, Άντισον και Έλις, αλλά μένουν ακόμα οι Λούις, Ρούπερτ, Πίτερ, Τζιλ, Χιου, Θάντεους και Τσέστερ». Γέλασε κάτω από τη μάσκα του. «Έχεις αλήθεια τόσους επίδοξους μνηστήρες;» «Πολλοί είναι, ε;» συμφώνησε γελώντας απαλά, αλλά τότε συνειδητοποίησε ότι θα το ήξερε αν ήταν ένας από αυτούς. «Κάνεις πως δεν ξέρεις ποια είμαι;» «Ποια είσαι;» Ξαφνιάστηκε. «Αν πραγματικά δεν ξέρεις, γιατί μου ζήτησες να χορέψουμε;» «Πώς θα μπορούσα να μην το κάνω όταν είσαι η πιο όμορφη εδώ μέσα;» Γέλασε ξανά διότι δεν θα μπορούσε να το ξέρει αυτό έτσι καλυμμένο που ήταν το πρόσωπό της με τη μάσκα, όχι αν δεν ήξερε ποια ήταν. Άρα την πείραζε κι εκείνη χαιρόταν γι’ αυτό. Ήταν πολύ αναζωογονητικό από έναν από τους μνηστήρες. Όμως ακόμα δεν είχε μαντέψει ποιος ήταν. Προσπάθησε πάλι να καταλάβει ποιος ήταν λέγοντας: «Είμαι σίγουρη πως μερικοί από τους επίδοξους μνηστήρες μου δεν ενδιαφέρονται σοβαρά. Ξέρω πως ο Τζιλ δεν ενδιαφέρεται, γιατί το παίζει λίγο μόρτης. Ωστόσο, τρεις από αυτούς που δεν μου έχουν αποκαλυφθεί απόψε δεν είναι τόσο ψηλοί όσο εσύ και ο Πίτερ δεν είναι τόσο γεροδεμένος». Σταμάτησε για λίγο ώστε να θαυμάσει στα γρήγορα την κορμοστασιά του. «Άρα μας μένουν οι λόρδοι Χιου, Ρούπερτ και Θάντεους».


«Μήπως να τα παρατήσω πριν ξεκινήσω;» «Να ξεκινήσεις τι;» «Να κερδίσω την καρδιά σου». Χασκογέλασε. «Φοβάσαι λίγο ανταγωνισμό;» «Αποκαλείς δώδεκα άντρες λίγο;» «Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήταν όλοι δικοί μου», παραδέχτηκε με ειλικρίνεια. «Κληρονόμησα μερικούς της ξαδέλφης μου όταν ανακοινώθηκε πρόσφατα ο γάμος της. Και μπορείς φυσικά να εγκαταλείψεις αν θες, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν πρόκειται να κερδίσεις καμιά καρδιά». «Επομένως, όπως η ξαδέλφη σου, έχεις αποφασίσει ποιον θα παντρευτείς;» «Προς Θεού, όχι. Αυτό που έχω αποφασίσει είναι να μην παντρευτώ καθόλου φέτος ούτε ίσως και του χρόνου. Είμαι σίγουρη γι’ αυτό και το έχω πει σε όλους. Νομίζουν απλώς πως τους παιδεύω, ενώ δεν το κάνω». «Γιατί;» «Γιατί να κάνω ό,τι όλες οι άλλες;» Γέλασε. «Αυτά σίγουρα δεν είναι για μένα. Και προς τι η βιασύνη ούτως ή άλλως; Επειδή όλοι περιμένουν μια νεαρή να παντρεύεται από την πρώτη σεζόν;» ρουθούνισε απαλά. «Άρα θεώρησε ότι προειδοποιήθηκες σαν όλους τους άλλους. Αλλά προφανώς ήδη το ξέρεις, αν είσαι ένας από αυτούς». «Δεν είμαι». Ένα κύμα ενθουσιασμού τη σάρωσε όταν το άκουσε αυτό. Άρα δεν αστειευόταν πριν; Μήπως ήταν κάποιος καινούριος που είχε έρθει αργά μέσα στη σεζόν; Όμως όχι, όσοι αργούσαν ξεσήκωναν κουτσομπολιά αρκετές μέρες πριν, άρα θα το είχε μάθει αν είχε έρθει κάποιος καινούριος λόρδος στην πόλη. Ίσως ήταν ένας από τους νεαρούς που γνώρισε στην αρχή της σεζόν, οι οποίοι ενδιαφέρονταν μόνο για γάμο και περίμεναν να αρραβωνιαστούν πριν από το τέλος αυτής. Μόλις άκουσαν τη δήλωσή της ότι δεν θα παντρευόταν φέτος, της ευχήθηκαν τα καλύτερα και μετά έπαψαν να ενδιαφέρονται. Όμως ίσως κάποιος να είχε αλλάξει γνώμη και τώρα ήταν αποφασισμένος να αλλάξει και τη δική της – κερδίζοντας το ενδιαφέρον της πριν καταλάβει εκείνη ποιος ήταν. Οι μόνοι άλλοι νεαροί λόρδοι στην πόλη δεν θα έρχονταν κανονικά σε μια τέτοια εκδήλωση, μιας και δεν ενδιαφέρονταν να παντρευτούν ακόμα. Οι περισσότεροι γλεντζέδες ήθελαν να διασκεδάσουν πρώτα μερικά χρόνια πριν αποφασίσουν να αποκτήσουν διάδοχο. Και οι δεύτεροι και τρίτοι γιοι ενός τιτλούχου γονιού είχαν λιγότερη πίεση να παντρευτούν από τον διάδοχο της οικογένειας. Αλλά χάρη στον χορό μασκέ θα μπορούσαν να τρυπώσουν δίχως πρόσκληση. Και η σκέψη αυτή την έκανε να συνειδητοποιήσει ότι ο καθένας θα


μπορούσε να τρυπώσει εδώ. «Είσαι πολύ αμίλητη. Με βαρέθηκες κιόλας;» Με τις σκέψεις της να διακόπτονται σε αυτό το σημείο παραπονέθηκε: «Είναι πολύ εκνευριστικό να σε εμποδίζουν οι μεταβλητές». «Αυτό είμαι; Μια μεταβλητή;» «Αυτό δεν είπες πως ήθελες να είσαι;» «Δεν θα έλεγα ότι το να κερδίσω την καρδιά σου είναι μεταβλητή, αλλά αν προσπαθείς να μειώσεις τη λίστα των μνηστήρων για να στριμώξεις κι εμένα μέσα…» «Δεν τη μειώνω», τον διέκοψε. «Απλώς μετράω. Αλλά θα ήθελα να κάνω μια μικρή έρευνα, άρα αν δεν είσαι ένας από τους νεαρούς που συχνάζουν σε αυτά τα πάρτι, μήπως είσαι αγύρτης, δεύτερος γιος ή εργαζόμενος;» «Αν σου έλεγα, θα σου αποκάλυπτα πολλά». Η Τζάκλιν χαμογέλασε. «Θες να διατηρήσεις την αύρα του μυστηρίου;» Φαντάστηκε ότι χαμογελούσε όταν απάντησε: «Απ’ ό,τι φαίνεται σε διασκεδάζει, οπότε ναι, νομίζω πως αυτό θα κάνω». «Λοιπόν, τουλάχιστον δεν είσαι ζητιάνος, έτσι ντυμένος που είσαι», είπε με αυτοπεποίθηση. «Θα μπορούσα να τα έχω κλέψει αυτά τα ρούχα», τόνισε. «Εγκληματίας;» ρώτησε κοφτά. «Αυτό το ενδεχόμενο το παρέβλεψες, σωστά;» «Πράγματι, το παρέβλεψα». «Θα μπορούσες να με αναμορφώσεις». «Θα μπορούσα να σου πω αντίο». «Παρόλο που μπορεί κατά τα άλλα να είμαι κομψός, γοητευτικός και αυτό που χρειάζεσαι για να διατηρείται το ενδιαφέρον σου;» Έκανε να γυρίσει, λίγο απογοητευμένη που θα ήταν το μοναδικό πράγμα που δεν θα αποδεχόταν ποτέ ο πατέρας της, ακόμα κι αν η ίδια το έκανε. Αλλά την κράτησε εκεί, σφίγγοντάς τη για ένα δευτερόλεπτο περισσότερο πάνω του, κολλώντας το στήθος της στο δικό του. Ήταν πολύ ξαφνικό αυτό το άγγιγμα και τόσο σκανδαλιστικό, που έκανε τις ρώγες της να μουδιάσουν. Αλλά αυτό που την εξέπληξε περισσότερο από όλα ήταν το ότι τόλμησε να την κρατήσει. «Αστειευόμουν», είπε βιαστικά. «Μόνο μία φορά παραβίασα τον νόμο, από όσο θυμάμαι, και ήταν ασήμαντο αδίκημα, όπου κανείς δεν έπαθε κακό, τίποτα φυσικά που να κάνει κάποιους να με αποκαλέσουν εγκληματία». Αφού παραδεχόταν τόσο πολλά, τότε μάλλον έλεγε αλήθεια, αλλά εκείνη ήθελε να ξέρει. «Τότε για τι πράγμα ήταν;»


«Δεν ομολογώ σε ξένους; Εσύ;» «Μόνο σε ό,τι αφορά τον γάμο. Δεν θέλω να τους δίνω ψεύτικες ελπίδες». «Αν είναι της μοίρας μου να είμαι μόνο φίλος – για ένα ή δύο χρόνια, μήπως να με συναντήσεις μετά τον χορό για να αρχίσουμε να γνωριζόμαστε καλύτερα;» Αντί να μείνει αποσβολωμένη μπροστά σε αυτή τη θρασύτητα, η Τζάκλιν γέλασε. Χάρηκε που έπεσε μέσα σε μία από τις υποθέσεις της. «Άρα είσαι αγύρτης του πιο τολμηρού είδους; Όσο κι αν θα ήθελα να είμαι κι εγώ το ίδιο, δεν θα βάλω σε πειρασμό τον πατέρα μου να σε σκοτώσει. Οπότε όχι, δεν θα σε συναντήσω τόσο αργά τη νύχτα». «Τότε μήπως μια βόλτα στη βεράντα, όπου δεν θα έχω δώδεκα ζευγάρια να με κοιτάζουν επίμονα;» Γέλασε. «Αυτό που θα πάθαινες θα ήταν ο πατέρας μου να σε πετάξει από κάτω ή μήπως νομίζεις ότι τα μάτια του δεν σε κοιτάζουν σαν γεράκι; Αλλά μπορεί να με βρεις να κάνω ιππασία στο Χάιντ Παρκ αύριο το απόγευμα, αν θες να μου κάνεις παρέα – δίχως τη μάσκα σου». «Μέχρι αύριο τότε».


Κεφάλαιο 6 Την επόμενη μέρα η Τζάκλιν δεν είχε καμία αμφιβολία ότι ο μυστηριώδης άντρας είχε φύγει από τον χορό επίτηδες πριν από την αποκάλυψη των προσώπων. Για λίγο τον παρακολούθησε μέσα στο πλήθος, παρατηρώντας ότι δεν ζήτησε χορό από καμία άλλη όταν την παρέδωσε στους γονείς της. Ξαφνιάστηκαν όταν ο Τζέιμς τον ρώτησε το όνομά του κι εκείνος απάντησε: «Η κόρη σας αγαπά τα μυστήρια, οπότε θα προτιμούσα να μη σας πω αυτή τη στιγμή». Είχε υποκλιθεί στις κυρίες και είχε φύγει και επειδή ο Τζέιμς είχε βγάλει τη μάσκα του εκείνη την ώρα, η Τζορτζίνα και η Τζακ γέλασαν πολύ με τη φουρκισμένη όψη του. Δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό της την απίστευτη πρόταση του άντρα να συναντηθούν μετά τον χορό. Πολύ τολμηρά πράγματα, η προθυμία του να διακινδυνεύσει να μάθει ο πατέρας της ότι είχαν φύγει μαζί. Κάτι που της έδειξε ότι ο μυστηριώδης άντρας δεν γνώριζε καθόλου ούτε εκείνη ούτε την οικογένειά της και κυρίως τις φήμες που αφθονούσαν για τον πατέρα της. Αλλά τότε ένας από τους άλλους μνηστήρες της βρήκε το θάρρος να την πάρει από την πατρική ασπίδα και μόλις το έκανε, οι άλλοι σχημάτισαν ένα τείχος στο περίγραμμα της πίστας για να της ζητήσουν τον επόμενο χορό, πριν επιστρέψει στο πλάι του πατέρα της. Το βρήκε όλο αυτό τόσο διασκεδαστικό, που ξέχασε τον τολμηρό άγνωστο για λίγο. Μέχρι την αποκάλυψη των προσώπων και την ανακάλυψη ότι δεν ήταν πια εκεί. Ήταν γεμάτη περιέργεια και ενθουσιασμό για το σημερινό ραντεβού τους στο Χάιντ Παρκ. Ήταν επίσης χαρούμενη που σήμερα στο πρόγραμμά της είχε ιππασία και που αυτό θα την έκανε να ξεχάσει την αναχώρηση του πατέρα της για την Καραϊβική νωρίς το πρωί. Ήταν τετελεσμένο γεγονός, οπότε δεν έπρεπε να είναι ακόμα χολωμένη που δεν την είχε αφήσει να πάει μαζί, όμως ήταν. Στο κάτω κάτω, εκείνη είχαν απαγάγει αυτοί οι καταραμένοι πειρατές, οπότε έπρεπε να εκδικηθεί αυτόν τον Μπάσταρδο, ενώ ο πατέρας της θα φρόντιζε τον υπαίτιο που κινούσε τα νήματα του Μπάσταρδου. Όμως αυτά ήταν μόνο ευσεβείς πόθοι… Φορούσε ήδη την μπλε στολή ιππασίας για το ραντεβού της, τη μόνη σκούρα ενδυμασία που της επέτρεπαν να φορά. Μπαίνοντας στην τραπεζαρία με το καπέλο με το φτερό και το σακάκι της στο χέρι, αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε


να φάει κάτι πριν φύγει από το σπίτι. Αν κατάφερνε να φάει κάτι. Κατσούφιασε νιώθοντας νευρικότητα που θα έβλεπε ξανά τον άγνωστο. Ίσως έδινε περισσότερη σημασία σε αυτή την ιππασία από ό,τι έπρεπε. Ο άγνωστος μπορεί να είχε εντυπωσιακό σώμα, αλλά μπορεί και να είχε πρόσωπο βατράχου. Αυτή η σκέψη την έκανε να γελάσει δυνατά, ακριβώς τη στιγμή που στην πόρτα εμφανίστηκε η Έιμι Άντερσον, η οποία έβγαζε τα γάντια της. Η Έιμι είχε φέρει τα δίδυμά της, Γκλοριάνα και Στιούαρτ, μαζί της. Ήταν στην ίδια ηλικία με τα δίδυμα αδέλφια της Τζάκλιν και αυτά τα τέσσερα έμπλεκαν διαρκώς σε μπελάδες όταν η Έιμι και ο Γουόρεν ήταν στο Λονδίνο. Ο Στιούαρτ και η Γκλόρι ήδη έτρεχαν προς τη σκάλα προσπερνώντας τη μητέρα τους. «Μόνη σου τρως;» είπε η Έιμι πηγαίνοντας να καθίσει δίπλα στην Τζάκλιν. Η Έιμι ήταν ξαδέλφη της Τζάκλιν και είχε γίνει και θεία της όταν παντρεύτηκε τον θείο της Γουόρεν Άντερσον. Σαλπάρισε με τον άντρα της, μεγάλωσε ακόμα και τα παιδιά της στη θάλασσα, παίρνοντας μαζί της πρώτα τις νταντάδες τους κι έπειτα τις δασκάλες τους. Όμως το καράβι του Γουόρεν είχε αναχωρήσει εκείνο το πρωί μαζί με του Μπόιντ και της Τζορτζίνα, σάλπαραν όλα με τον Τζέιμς για την Καραϊβική, και κανένα δεν είχε πάρει μαζί του γυναίκες. «Μόλις έχασες τη μητέρα μου. Πάει για γεύμα με τη θεία Ρόσλιν». «Θεώρησα πως θα χρειαζόταν κάποια να της φτιάξει το κέφι, γι’ αυτό πέρασα, αλλά σίγουρα η Ρος θα επιληφθεί του θέματος». «Κι εσύ δεν χρειάζεσαι κανέναν να σου φτιάξει το κέφι που έμεινες πίσω;» «Είναι στην ουσία η πρώτη φορά που ο Γουόρεν φεύγει χωρίς εμένα από τότε που παντρευτήκαμε», απάντησε η Έιμι. «Όταν ήμουν έγκυος, έμεινε σπίτι μαζί μου σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης». «Άρα είσαι τόσο εκνευρισμένη όσο κι εγώ που δεν σε πήραν μαζί τους;» ρώτησε η Τζακ. «Όχι, αλλά αν είσαι εσύ, τότε χρειάζεται να φτιάξουμε περισσότερο το δικό σου κέφι και όχι της μητέρας σου». «Αυτό μου λένε όλοι», μουρμούρισε η Τζακ. «Τότε δεν ξεκινάς λέγοντάς μου ποιος είναι;» είπε η Έιμι χαμογελώντας. «Πεθαίνω να μάθω». «Μην είσαι τόσο αινιγματική, ξαδέλφη», είπε η Τζακ χαμογελώντας. «Δεν διαβάζω τη σκέψη». «Γνώρισες τον έρωτά σου». «Δάγκωσε τη γλώσσα σου, δεν έκανα τέτοιο πράγμα. Πάρ’ το πίσω, Έιμι, αυτή τη στιγμή!» είπε γουρλώνοντας τα μάτια. Η Έιμι συνοφρυώθηκε πριν την επιπλήξει. «Εντάξει, μη νευριάζεις. Ξέρω πως


δεν ήθελες να τον συναντήσεις στην πρώτη σεζόν και ίσως να μην τον γνώρισες ακριβώς. Ίσως τον συνάντησες τυχαία και δεν σου έκανε εντύπωση. Ούτε καν τον είδες; Μήπως αυτός μόνο σε είδε και δεν έχει αρχίσει ακόμα να σε πολιορκεί;» «Πολλά “ίσως” λες, ευχαριστώ πολύ. Αν μόλις με καταράστηκες ότι βρήκα τον άντρα των ονείρων μου, δεν θα σου το συγχωρέσω ποτέ». Η Έιμι πλατάγισε τη γλώσσα της. «Δεν σε καταράστηκα. Δεν υπάρχει κανένα στοίχημα, σε διαβεβαιώνω, και έχω μάθει το μάθημά μου να πιέζω τα πράγματα στοιχηματίζοντας πως θα συμβούν. Απλώς είχα ένα προαίσθημα και ξέρεις πως δεν πέφτω πάντα μέσα. Μπορεί να μην ήταν καν για σένα. Η οικογένεια υποθέτει ότι θα είσαι η επόμενη που θα παντρευτεί, οπότε μια υπόθεση έκανα. Μπορεί να είναι η Τζέιμι». Η Τζάκλιν δεν πίστεψε ούτε λέξη, αλλά αφού η ξαδέλφη της δεν έβαλε ένα από τα διαβόητα στοιχήματά της που ποτέ δεν έχανε, τότε δεν θα ανησυχούσε γι’ αυτό. Ειδικά από τη στιγμή που τα προαισθήματα της Έιμι δεν έπεφταν πάντα μέσα στο θέμα του χρόνου. Αν η Έιμι προέβλεπε ότι η Τζακ θα έβρισκε τον πραγματικό έρωτα, θα μπορούσε να συμβεί τον επόμενο χρόνο ή τον μεθεπόμενο, πράγμα που θα συνέπιπτε με το πρόγραμμά της, οπότε δεν θα είχε πρόβλημα. Όμως τα προαισθήματα της Έιμι πολλές φορές έβγαιναν, πράγμα που έκανε την Τζάκλιν να ρωτήσει γρήγορα: «Είχες κανένα προαίσθημα για τον πατέρα μου ή τον άντρα σου και το τι θα γίνει μόλις φτάσουν στην Καραϊβική;». «Κανένα τόσο έντονο όσο αυτό που είχα ότι κάτι κακό θα συνέβαινε όταν όλοι πήγατε στο Μπρίτζπορτ, Τζακ, γι’ αυτό και δεν ανησυχώ για το συγκεκριμένο ταξίδι». Λοιπόν, αυτό δεν ήταν αρκετό. Μπορεί να σήμαινε ότι δεν θα πάθαιναν κακό, αλλά μπορεί και να σήμαινε ότι δεν θα κατάφερναν να βρουν τους υπαίτιους. Αν είχε πει αμέσως στον πατέρα της για εκείνο το καταραμένο αρχικό σημείωμα από το αφεντικό του Μπάσταρδου, τότε που ακόμα βρίσκονταν στην Καραϊβική… Όχι, ο πατέρας της θα είχε πέσει κατευθείαν σε παγίδα και πάλι θα την είχε αφήσει κάπου. Όμως έπρεπε να του το είχε πει όταν επέστρεψαν στο Λονδίνο, τότε θα είχε λείψει έναν ολόκληρο μήνα αντί για μερικές ώρες κι εκείνη θα χρειαζόταν να περιμένει ακόμα έναν μόνο μήνα για να μάθει τι είχε συμβεί ή τι θα συνέβαινε αντί για δύο ή παραπάνω. Γρύλισε μέσα της, γιατί ούτως ή άλλως χαμένη θα ήταν. Σκεπτόμενη όμως το μυστικό που κράτησε παραπάνω από όσο έπρεπε, ρώτησε ξαφνικά την ξαδέλφη της: «Κρατάς μυστικό;».


Η Έιμι χαχάνισε. «Δεν είμαι σίγουρη!» Πράγμα που άλλαξε τη γνώμη της Τζακ να της πει για το σημείωμα και να τη ρωτήσει αν είχε κανένα προαίσθημα για το τι θα είχε συμβεί αν το είχε δώσει νωρίτερα. Έτσι, αντί γι’ αυτό είπε: «Χθες στον χορό γνώρισα κάποιον που δεν ξέρω ποιος είναι». «Έχεις τόσο μεγάλη στρατιά μνηστήρων, σίγουρα αυτός…» Η Τζάκλιν τη διέκοψε. «Όχι, αμέσως μου είπε ότι δεν ήταν ένας από αυτούς». «Και το μυστικό ποιο είναι;» «Ενδιαφέρθηκα», παραδέχτηκε η Τζακ αμήχανα. «Μα αυτό είναι υπέροχο νέο! Και ντροπή σου που πήγες να με πείσεις ότι το προαίσθημά μου για σένα δεν ήταν σωστό». Η Τζακ πλατάγισε τη γλώσσα. «Μα αυτό δεν είναι καθόλου υπέροχο όταν μπορεί να είναι οποιοσδήποτε, ακόμα και κάποιος εντελώς ακατάλληλος. Εκτός αυτού, μόλις που μου κέντρισε το ενδιαφέρον». «Έξυπνος τύπος. Ίσως αυτή να ήταν η στρατηγική του. Ήθελε να εξάψει την περιέργειά σου ώστε να ξεχωρίσει από το πλήθος και το πέτυχε. Χρειάζεται κάποιος ασυνήθιστος για να σε συνεπάρει εσένα, αγαπητή μου, και αυτό δεν είναι μόνο δική μου γνώμη. Όλες οι θείες μας έχουν πει το ίδιο, καθώς και η μητέρα σου. Αλλά δεν είμαι σίγουρη πως μου αρέσει αυτό που είπες, “ακατάλληλος”. Αλήθεια, δεν έχεις ιδέα ποιος μπορεί να είναι;» «Όχι, και δεν έμεινε για την αποκάλυψη των προσώπων τα μεσάνυχτα, οπότε δεν ξέρω καν πώς είναι το πρόσωπό του. Είναι εκνευριστικό ότι μπορεί να τον προσπεράσω στον δρόμο και να μην το καταλάβω». Φοβόταν πως ίσως να μην τον αναγνώριζε στο πάρκο σήμερα. Ή ότι είχε ανακαλύψει ποιος ήταν ο πατέρας της χθες βράδυ μετά τον χορό – πώς θα μπορούσε να μην το ανακαλύψει όταν ο Τζέιμς επιβεβαίωσε την παρουσία του και φούντωσε ακόμα περισσότερο τις φήμες; Ίσως όμως γι’ αυτό ο άγνωστος να έφυγε νωρίς. Τελικά μπορεί να ήταν δειλός και να μην ήθελε να προκαλέσει τη μοίρα πλησιάζοντας ξανά τον Τζέιμς Μάλορι – ή την κόρη του. Μόλις τελείωσε το φαγητό, η Τζάκλιν σηκώθηκε, φόρεσε τη ζακέτα της και το αεράτο καπέλο της με το γαλάζιο φτερό. Παρατηρώντας τη στολή ιππασίας, η Έιμι σήκωσε το μαύρο φρύδι της και ρώτησε: «Χρειάζεσαι συνοδό; Μετά χαράς θα ερχόμουν μαζί σου». «Δεν ξέρεις για τους τέσσερις σωματοφύλακες που προσέλαβε ο πατέρας μου; Δεν μπορώ να κάνω ούτε βήμα από το σπίτι δίχως αυτούς. Και ο Άρτι δεν μου έφερνε το άλογο δίχως να φέρει αυτούς πρώτα. Θα τα πούμε αργότερα, θεία σουσουράδα. Και σταμάτα να έχεις προαισθήματα για μένα!»


«Συμφώνησα ότι το προαίσθημά μου μπορεί να μην ήταν για σένα, ήταν όμως καλό προαίσθημα!» φώναξε η Έιμι πίσω της καθώς η Τζακ έβγαινε από το δωμάτιο. Η συνοδεία της πράγματι την περίμενε, ο ένας κατέβηκε από το άλογό του για να τη βοηθήσει να ανέβει στη σέλα του δικού της. Υπέθεσε ότι ήταν ακόμα νωρίς για τη συνάντησή της με τον μυστηριώδη άντρα, έτσι κατευθύνθηκε αργά προς το πάρκο. Δεν θα έπρεπε να το αποκαλεί ραντεβού με την ουρά των σωματοφυλάκων που την ακολουθούσε. Αλλά οι δυο τους θα μπορούσαν να ιππεύσουν μαζί και να γνωριστούν καλύτερα. Και θα μάθαινε επιτέλους ποιος ήταν!


Κεφάλαιο 7 Η Τζάκλιν βρήκε το κόκκινο τριαντάφυλλο με ένα φακελάκι πάνω στο τραπεζάκι και μια στοίβα καινούριων προσκλήσεων δίπλα του. Τα πήρε και πήγε στο δωμάτιό της, πετώντας τα στην τουαλέτα της πριν ξαπλώσει στο κρεβάτι αναστενάζοντας. Δεν ήταν θυμωμένη, μόνο ενοχλημένη και πολύ απογοητευμένη, και ο συνδυασμός δεν ήταν ευχάριστος. Τον θυμό τον διαχειριζόταν πιο εύκολα. Θα φώναζε και θα κατσούφιαζε και μετά θα της περνούσε, αλλά αυτός ο εκνευριστικός συνδυασμός συναισθημάτων θα τη βασάνιζε μέχρι να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο συναίσθημα. Τελικά ανακάθισε αναστενάζοντας για να βγάλει το καπέλο και το σακάκι της ιππασίας. Κοίταξε το τριαντάφυλλο απέναντί της. Αν ήταν από αυτόν, θα το έκανε κομματάκια, αλλά δεν πίστευε πως ήταν. Πολλοί μνηστήρες συνήθιζαν να στέλνουν λουλούδια. Γέμιζαν κάθε δωμάτιο του σπιτιού και πριν αυτά μαραθούν και πεθάνουν, έφταναν καινούρια ακόμα πιο εντυπωσιακά. Αλλά κανείς ποτέ δεν της είχε στείλει μόνο ένα. Δεν έτρεξε μέχρι την τουαλέτα της, αλλά ήταν λίγο ξέπνοη όταν άνοιξε τον φάκελο και κράτησε το σημείωμα στο χέρι της. «Ζητώ χίλια συγγνώμη. Είχα ανειλημμένες υποχρεώσεις». Με υπογραφή, «Ειλικρινά δικός σου». Είχε ακόμα υπογραμμίσει και το ειλικρινά. Όμως δεν κάλμαρε καθόλου μετά τις τόσες ώρες που περίμενε στο πάρκο, κάνοντας ιππασία πάνω κάτω το μονοπάτι καμιά ντουζίνα φορές. Θα μπορούσε να στείλει κάποιον να της πει ότι δεν θα τη συναντούσε σήμερα. Και τότε μπήκε η υπηρέτριά της να την ετοιμάσει για το σουαρέ στο οποίο έπρεπε να παραστεί απόψε, μια ακόμα υπενθύμιση ότι η ώρα είχε περάσει, γιατί την είχε σπαταλήσει όλη στο πάρκο. Όμως ενθουσιάστηκε όταν φόρεσε το καινούριο τιρκουάζ φόρεμά της και κατέβηκε κάτω. Ένα μέρος του ενθουσιασμού οφειλόταν στο ότι περίμενε μήπως απόψε έβλεπε τον άγνωστο άντρα. Κυρίως όμως χαιρόταν γιατί θα τη συνόδευαν ο αδελφός της Τζέρεμι με τη γυναίκα του Ντάνι, για να αφήσουν την Τζορτζίνα να κάνει ένα διάλειμμα από τα πάρτι. Και εκτός από τον γάμο της Τζούντι, είχε να δει τον μεγάλο αδελφό της από την άνοιξη, που εκείνη και η Τζούντι είχαν πάει Αμερική. Χαμογέλασε στη γυναίκα του αδελφού της που είχε λευκά μαλλιά και ήταν όπως πάντα πανέμορφη. Η Ντάνι δεν είχε αφήσει τα μαλλιά της να μακρύνουν,


παρά το γεγονός ότι δεν χρειαζόταν πλέον να μεταμφιέζεται σε αγόρι. Έχοντας χωριστεί από τους γονείς της όταν ήταν παιδί, είχε μεγαλώσει σε μια από τις χειρότερες γειτονιές του Λονδίνου με ένα τσούρμο ορφανά κλεφτρόνια και τα κοντά μαλλιά τη βοηθούσαν να παριστάνει το αγόρι για να αποφεύγει κινδύνους άλλου τύπου. Ο Τζέρεμι δεν θα την είχε γνωρίσει ποτέ αν δεν είχε χρειαστεί να προσλάβει έναν κλέφτη για να βοηθήσει τον φίλο του Πέρσιβαλ Άλντεν με ένα προσωπικό του θέμα. Είχε πολλή πλάκα όταν η Ντάνι γνώρισε για πρώτη φορά τον Νέιθαν Τρεμέιν και τη ρώτησε αν είχαν συγγένεια εξ αίματος, μιας και τα μαλλιά του είχαν το ίδιο ξανθό με το δικό της! «Πες μου ποιον πρέπει να μαλώσω απόψε και ποιον πρέπει να χτυπήσω φιλικά στην πλάτη;» είπε ο Τζέρεμι καθώς εκείνη τον έπιασε αγκαζέ για να πάνε στην άμαξα. «Δεν χρειάζεται να μαλώσεις κανέναν. Είναι όλοι τους καλά παιδιά. Εκτός αυτού, δεν μπορείς να τα βγάλεις πέρα όπως ο πατέρας. Είσαι υπερβολικά όμορφος, αδελφέ. Αυτό δεν σε κάνει και πολύ τρομακτικό. Γιατί δεν μου λες καλύτερα τον λόγο που δεν ήρθες το πρωί να χαιρετίσεις τον πατέρα μας;» «Ήμουν πολύ θυμωμένος», μουρμούρισε ο Τζέρεμι και μετά πρόσθεσε γρυλίζοντας, «ελπίζω να φαντάστηκε ότι κρύφτηκα στο καράβι και να έχασε πολύ χρόνο να το ψάξει πριν σαλπάρει». Η Τζακ ξεκαρδίστηκε στα γέλια. «Αποκλείεται να ελπίζεις κάτι τέτοιο». «Εγώ δεν αμφιβάλλω καθόλου», είπε η Ντάνι. «Ποτέ δεν τον έχω δει τόσο θυμωμένο». Η Τζάκλιν σήκωσε το ξανθό φρύδι της. «Δεν μπορώ να πω ότι εκπλήσσομαι, γιατί κι εγώ νιώθω ακριβώς το ίδιο». Ο Τζέρεμι ξαφνικά ξετύλιξε έναν χάρτη, τον έβαλε πάνω στα πόδια της και της έδειξε ένα νησί. «Εκεί πάει ο στόλος του πατέρα», είπε. «Κι εκεί έπιασε αιχμάλωτο τον Πιερ Λακρός πριν από χρόνια». Κοίταξε το σημείο που της έδειχνε. «Μα εκεί δεν υπάρχει τίποτα». «Επειδή το νησί δεν έχει όνομα και είναι πολύ μικρό για να υπάρχει στον χάρτη. Υπάρχουν αμέτρητα νησάκια στην Καραϊβική, όπου μπορούν να κρυφτούν οι εγκληματίες. Όπως σου έχω πει, γνωρίζω πολύ καλά όλα αυτά τα νησιά». Η Ντάνι έγειρε πίσω αναστενάζοντας. «Έχει μανία με αυτή την αποστολή, αν δεν το έχεις καταλάβει ακόμα, Τζακ. Τον κρατώ με νύχια και με δόντια να μην πάρει το επόμενο καράβι που σαλπάρει για κει». Η Τζάκλιν αμφιταλαντεύτηκε για λίγο αν θα του έλεγε ότι θα πήγαινε μαζί του. Τελικά είπε: «Για ποιον λόγο, Τζέρεμι; Για να βρεις τον πατέρα που θα σε


κλειδώσει σε μια καμπίνα για όλο το ταξίδι – και να τον νευριάσεις που δεν τον υπάκουσες και δεν έμεινες έξω από αυτό;». «Βλέπεις;» είπε η Ντάνι ευχαριστημένη με τον εαυτό της. «Το ίδιο δεν σου είπα κι εγώ, Τζερ;» «Εσείς οι δύο ξέρετε φαντάζομαι ότι δεν είμαι πια ο έφηβος που βρήκε στην ταβέρνα πριν από χρόνια, έτσι;» Η Ντάνι γέλασε. «Πολύ θα ήθελα να δω το ύφος του Τζέιμς τη μέρα που του είπες ότι ήσουν γιος του καθώς στεκόσουν μπροστά του ολόιδιος με τον αδελφό του Άντονι σε εκείνη την ηλικία». Ο Τζέρεμι εξακολουθούσε να μοιάζει απίστευτα με τον θείο τους Άντονι, είχαν και οι δύο τα μαύρα μαλλιά και τα μπλε μάτια των Τσιγγάνων προγόνων τους, ενώ ο Τζέιμς όχι. Η γυναίκα του Τόνι στην πραγματικότητα κατηγόρησε τον Τζέιμς ότι έλεγε ψέματα για την πατρότητα του Τζέρεμι. Ακόμα και ο Τζέιμς το βρήκε διασκεδαστικό αυτό. «Στην αρχή τουλάχιστον δεν με πίστεψε, μέχρι που του είπα ποια ήταν η μητέρα μου», είπε ο Τζέρεμι. «Όλα αυτά άσχετα βέβαια, διότι ακόμα μου συμπεριφέρεται σαν παιδί». «Δεν θα ήταν και πολύ ευχάριστο να μεγαλώνεις σε ταβέρνες», σχολίασε η Τζάκλιν. «Τουλάχιστον μέχρι που σε βρήκε». «Δεν ήταν και τόσο άσχημα, αν και θα προτιμούσα να πηγαίνω στα θαλάσσια ταξίδια μαζί του. Και για λίγο τα κατάφερα, μέχρι εκείνη τη ναυμαχία με τον Νικ. Ο πατέρας αγόρασε αυτή τη φυτεία στην Τζαμάικα για να έχει ένα μέρος να με αφήνει μετά τον τραυματισμό μου στη μάχη. Αλλά τουλάχιστον με πήρε μαζί του όταν πήγε στην Αγγλία για να εκδικηθεί τον Νικ – και ξέρετε σε τι έκπληξη κατέληξε αυτό, με τον Νικ να έχει παντρευτεί την ξαδέλφη μας Ρετζίνα. Μετά ο πατέρας με άφησε με τον θείο Τόνι και γύρισε στην Καραϊβική για να ξεφορτωθεί εκείνη τη φυτεία. Φυσικά, δεν θα είχες γεννηθεί ποτέ, Τζακ, αν τα πράγματα δεν είχαν γίνει έτσι». «Ακόμα το βρίσκω εκπληκτικό που ο πατέρας σου ήταν πειρατής», είπε η Ντάνι. «Ευγενής πειρατής», είπαν ο Τζέρεμι και η Τζακ ταυτόχρονα και μετά γέλασαν έτσι που είχαν διορθώσει την Ντάνι. Όμως ο Τζέρεμι συνέχισε: «Ήταν απλώς ένα παιχνίδι για εκείνον, πίστευε ότι ένα καράβι που αποτελούσε πρόκληση δοκίμαζε τη δεξιοτεχνία του. Και ξέρω από τον αρχιναύτη του τον Κόνι ότι ο μόνος λόγος που πήγε στη θάλασσα ήταν επειδή είχε βαρεθεί να ακούει ότι ήταν ο πιο ξακουστός αγύρτης του Λονδίνου, που τίποτα δεν τον συγκινούσε πια ούτε καν οι μονομαχίες».


«Του πήρε λοιπόν μια δεκαετία για να συγκινηθεί ξανά με κάτι;» ρώτησε η Ντάνι. «Όχι, έλειψε τόσο καιρό γιατί τα αδέλφια του κατέληξαν να τον αποκηρύξουν. Όμως ο χρόνος που πέρασε στις θάλασσες αποδείχτηκε σωτήριος γι’ αυτόν. Το απολάμβανε και μπορεί να μην είχε επιστρέψει ποτέ αν δεν έβρισκε εμένα». «Η απόφαση του πατέρα σας να γυρίσει στην Αγγλία ευθύνεται για αρκετούς γάμους», είπε η Ντάνι. «Τον δικό του, τον δικό μου, της Έιμι. Ακόμα και οι τρεις από τους θείους της Τζακ δεν θα είχαν γνωρίσει τις συζύγους τους αν ο πατέρας σου δεν είχε φέρει την αδελφή του στην Αγγλία. Σκέψου την ευτυχία που δημιούργησε για τον εαυτό του και τους υπόλοιπους κάνοντας ειρήνη με τα αδέλφια του – για χάρη σου. Θα πρέπει να τον αποκαλούμε θεό έρωτα». «Δάγκωσε τη γλώσσα σου», είπε η Τζακ, που παραλίγο να πνιγεί. «Προς Θεού, Ντάνι, δεν θες να προσβάλλεις τον πατέρα μου», είπε ο Τζέρεμι. «Αστειευόμουν», απάντησε η Ντάνι και κλείνοντας το μάτι στην Τζάκλιν, πρόσθεσε: «Αλλά θυμηθείτε ότι λίγα λεπτά πριν θέλατε να τον εξοργίσετε ακολουθώντας τον. Νομίζω πως έγινα κατανοητή;». Ο Τζέρεμι δεν συνέχισε, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως δεν έβραζε μέσα του. Αλλά τώρα είχαν φτάσει στο σπίτι της Γκλάντις Μάρσαλ που διοργάνωνε το αποψινό σουαρέ, όπου θα υπήρχε μουσική και μπουφές. Και ο παράξενος ξένος της δεν ήταν εκεί. Αν ήταν, δεν έκανε γνωστή την ταυτότητά του και αφού κοίταξε γύρω της μερικές φορές, βεβαιώθηκε ότι τους ήξερε όλους. Επινόησε δεκάδες δικαιολογίες για τους λόγους που εκείνος έμοιαζε να είχε εγκαταλείψει την πολιορκία του. Δεν πήρε πρόσκληση διότι δεν ανήκε στην καλή κοινωνία. Ήταν τόσο άσχημος, που ντρεπόταν να δείξει το πρόσωπό του. Ήταν τελικά ένας δειλός που δεν ήθελε να έχει σχέση με κάποια με τόσο επικίνδυνο πατέρα. Δεν ήθελε μόνο τη φιλία της, πράγμα που τον έκανε να πιστέψει ότι πρόσφερε αυτή τη χρονιά. Όλοι οι μνηστήρες της το ήξεραν αυτό και κάποιοι είχαν αποχωρήσει από νωρίς. Οι υπόλοιποι ήταν σίγουροι ότι με τον καιρό θα την έκαναν να αλλάξει γνώμη. Επίσης δεν υπήρχαν καθόλου κουτσομπολιά για τον μυστηριώδη άντρα, αν και μερικές ντεμπιτάντ της είπαν ότι τον είχαν προσέξει στον χορό μασκέ και είχαν αναρωτηθεί ποιος ήταν. Αλλά ακόμα κι αυτές έσπευσαν να τη ρωτήσουν περισσότερο για τον πατέρα της, που είχε γίνει το επίκεντρο της βραδιάς. Ο Τζιλ ήταν ο πρώτος από τους μνηστήρες που την πλησίασε. Ήταν ένας από τους πιο όμορφους λόρδους που την πολιορκούσαν και της άρεσαν η ευστροφία και το χιούμορ του. Ήλπιζε να ήταν ακόμα διαθέσιμος του χρόνου, που θα άρχιζε να επιλέγει σύζυγο. Και το πιθανότερο να ήταν από τη στιγμή που


θεωρούνταν αγύρτης. «Είσαι έτοιμη να με παντρευτείς;» της ψιθύρισε ώστε να μην τον ακούσει ο Τζέρεμι δίπλα της. «Δεν διατηρείς τη φήμη του γόη αν με ρωτάς συνεχώς αυτό», τον μάλωσε χαμογελώντας. «Ορκίστηκα να παρατήσω τα πάντα για σένα, Τζακ». Αλλά μετά κοίταξε γύρω του για να βεβαιωθεί ότι ο Τζέιμς δεν ήταν εκεί γύρω και πρόσθεσε: «Πρόσεξα πόσο φοβήθηκαν οι ανταγωνιστές μου τον πατέρα σου. Εγώ δεν φοβάμαι, να ξέρεις. Στην πραγματικότητα, σκεφτόμουν να τον καλέσω για έναν ή δύο γύρους στο Νάιτον για να τον γνωρίσω καλύτερα. Έχω ακούσει ότι ασκείται συχνά εκεί». Η Τζακ γέλασε. «Αν θες να το αποκαλείς έτσι. Αλλά θα πρέπει να περιμένεις μέχρι να γυρίσει στο Λονδίνο. Θα λείψει για μερικούς μήνες». Ο Τζιλ φάνηκε να ενθουσιάζεται και την τράβηξε στην πίστα. Η Τζακ χασκογέλασε μέσα της. Έπρεπε να πει στον Τζιλ να παρακολουθήσει πρώτα έναν αγώνα του πατέρα της πριν μπει στο ρινγκ μαζί του – αν όντως σοβαρολογούσε για κάτι τόσο ανόητο.

∞ Την επόμενη μέρα η Τζακ πήγε πάλι για ιππασία στο πάρκο, σε περίπτωση που εμφανιζόταν ο μυστηριώδης άντρας, αλλά δεν έμεινε πολύ αυτή τη φορά. Σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους, αποφάσισε ότι είχε σπαταλήσει αρκετό χρόνο και σκέψη για έναν άντρα που δεν γνώριζε και μάλλον δεν θα γνώριζε ποτέ. Είχε έρθει η ώρα να ξεχάσει τον παράξενο ξένο και να συνεχίσει να απολαμβάνει τη σεζόν. Επιστρέφοντας σπίτι, βρήκε ακόμα ένα κόκκινο τριαντάφυλλο στο τραπεζάκι του χολ. Η Τζάκλιν γέλασε και έτρεξε πάνω, τοποθετώντας το προσεκτικά στο κρεβάτι της. Έβγαλε τη στολή ιππασίας και φόρεσε μια άνετη φούστα και μπλούζα για το υπόλοιπο απόγευμα, μέχρι να χρειαστεί να ντυθεί για το αποψινό πάρτι, που ακόμα ήταν ώρες μακριά. Άνοιξε το νέο σημείωμα και διάβασε: Οι καταστάσεις συνωμότησαν να μου ανατρέψουν τα σχέδια. Πρέπει να φύγω από την Αγγλία για ένα οικογενειακό ζήτημα και δεν ξέρω πότε θα επιστρέψω, ή αν θα έπρεπε. Μόνο εσύ μπορείς να με ξαναφέρεις πίσω στο Λονδίνο, Τζάκλιν Μάλορι. Το μόνο που θέλω είναι μια μικρή ελπίδα ότι θα ήθελες να


επιστρέψω και θα μου τη δώσεις αν έρθεις να με αποχαιρετήσεις. Το καράβι μου σαλπάρει το σούρουπο με την παλίρροια και είναι αγκυροβολημένο στον Τάμεση, κοντά στις αποβάθρες του Λονδίνου στο Ουάπινγκ. Θα σε αναμένω στα σκαλοπάτια της αποβάθρας Ουάπινγκ μέχρι το τελευταίο λεπτό. Και πάλι υπέγραφε «Ειλικρινά δικός σου». Και πάλι είχε υπογραμμίσει το ειλικρινά. Η Τζάκλιν χαμογέλασε. Φυσικά και θα πήγαινε… Κοντοστάθηκε. Στις αποβάθρες; Το σούρουπο; Διάβασε το σημείωμα ξανά και ξανά. Γιατί στο καλό πρότεινε μια τόσο δυσάρεστη τοποθεσία; Και ο γραφικός χαρακτήρας του της φάνηκε γνωστός σε αυτό το πιο μακροσκελές σημείωμα. Το συνέκρινε με το πρώτο σημείωμα, αλλά και πάλι ένιωσε ότι τον είχε δει και κάπου αλλού, απλώς δεν μπορούσε να θυμηθεί πού – και τότε θυμήθηκε. Χαμογέλασε ξανά. Σίγουρα θα πήγαινε να τον συναντήσει στις αποβάθρες, απλώς δεν ήταν ακόμα σίγουρη για το πώς.


Κεφάλαιο 8 «Το σχέδιό μας έχει μπει μπροστά, οπότε τώρα δεν υπάρχει επιστροφή», είπε ο Τζέρεμι. «Είσαι νευρική;» «Καθόλου», είπε η Τζάκλιν καθισμένη δίπλα του, χαμογελώντας. «Ελπίζω να έχεις δίκιο σε αυτό, Τζακ». «Κι εγώ το ελπίζω», του είπε. «Αλλά σε κάθε περίπτωση είμαστε προετοιμασμένοι». «Αν είναι όμως το κάθαρμα που σε απήγαγε και τον πιάσουμε, φαντάσου τι θα πουν οι μεγάλοι. Θα δουν ότι είμαι ικανός να χειρίζομαι μια επικίνδυνη αποστολή σαν τον πατέρα μου. Σου είμαι βαθιά υποχρεωμένος για την ευκαιρία, σουσουράδα». «Παρακαλώ», του χαμογέλασε. Ήταν ακόμα μακριά οι αποβάθρες του Ουάπινγκ. Όμως κάθε αποβάθρα ή όχθη του Λονδίνου ήταν επικίνδυνη ακόμα και στο φως της μέρας, πόσο μάλλον το σούρουπο, οπότε εκείνη και ο αδελφός της ήταν εξοπλισμένοι για την αποστολή τους. Και καλά προστατευμένοι. Κοίταξε πίσω της να βεβαιωθεί ότι τους ακολουθούσαν οι τέσσερις μεγαλόσωμοι, μυώδεις φρουροί της. Πράγματι τους ακολουθούσαν. Και δεν είχε πει ψέματα στον Τζέρεμι. Πώς θα μπορούσε να είναι νευρική αφού ήταν ενθουσιασμένη; Ό,τι κι αν γινόταν, απόψε θα έπαιρνε απαντήσεις. Ο Τζέρεμι οδηγούσε το μόνιππο με τους δύο τροχούς, που κανονικά ήταν για ένα άτομο, αλλά χωρούσε δύο. Χρησιμοποιούσε αυτό το όχημα για να κυκλοφορεί στο Λονδίνο μόνος του, όταν ήταν χωρίς τη σύζυγο και τα παιδιά του, γιατί δεν του άρεσε να ιππεύει. Το είχε φέρει απόψε για να καθίσουν και οι δύο σε αυτό, ώστε να μπορούν να κοιτούν αρκετά μακριά όταν θα πλησίαζαν στα σκαλοπάτια της αποβάθρας Ουάπινγκ. Λίγο αργότερα ο Τζέρεμι είπε: «Ξέρεις, αν τελικά είναι ένας από τους μνηστήρες σου, είχε χρόνο να σε καλέσει για έναν αποχαιρετισμό σε ένα ωραίο, ασφαλές σαλόνι. Αυτό δεν σου πέρασε από το μυαλό;». «Σταματούσαν τους μνηστήρες μου στην πόρτα, οπότε δεν θα μπορούσε. Ίσως να προσπάθησε και γι’ αυτό άφησε το σημείωμα». «Δεν είχες καμία ειδοποίηση; Διάολε, Τζακ, νόμιζα πως θα είχες μια φυσιολογική σεζόν. Και αυτό δεν ακούγεται καθόλου φυσιολογικό».


«Έχω, και είχα, αλλά…» «Δεν πειράζει, δεν υπάρχει τίποτα φυσιολογικό και στον αριθμό των μνηστήρων σου. Θα αναγκάσεις τον Άρτι και τον Χένρι να παραιτηθούν, ξέρεις, αν τους κλείνουν την πόρτα τόσο συχνά στα μούτρα». «Ανοησίες, αυτοί οι δύο λατρεύουν να τους κλείνουν την πόρτα. Γκρίνιαζαν όταν έπρεπε να επιτρέπουν την είσοδο στους μνηστήρες!» Ο Τζέρεμι πλατάγισε τη γλώσσα του. «Θα πίστευα πως εσύ, από όλες τις γυναίκες, δεν θα είχες κανένα πρόβλημα να απορρίπτεις τους άντρες που δεν σε ενδιαφέρει να παντρευτείς. Δεν φημίζεσαι για τη διακριτικότητά σου, Τζακ». «Και δεν υπήρξα διακριτική. Τους δήλωσα πως δεν με ενδιαφέρουν οι προτάσεις γάμου φέτος. Απλώς είναι πεισματάρηδες. Άρα δεν φταίω εγώ που κατάλαβαν πολύ αργά πως όταν λέω κάτι το εννοώ». «Μήπως χτύπησα κάποιο νεύρο; Ή είσαι νευρική;» «Κανένα από τα δύο, αλλά μπορείς να μου πεις γιατί ένας άντρας πιστεύει ότι μπορεί να αλλάξει τη γνώμη μιας γυναίκας απλώς επιμένοντας;» «Αστειεύεσαι, έτσι; Το “όχι” ποτέ δεν αποθάρρυνε εμένα, απλώς με έκανε πιο γοητευτικό». «Άρα οι άντρες ενδιαφέρονται μόνο για το κυνήγι; Ή μήπως για τον ανταγωνισμό σε αυτή την περίπτωση;» «Μάλλον και για τα δύο, αλλά κυρίως έχει σχέση με εσένα, σουσουράδα. Είσαι το κελεπούρι της σεζόν. Και θα ήταν μεγάλο κατόρθωμα για κάποιον να παντρευτεί την κόρη του Τζέιμς Μάλορι χωρίς πρώτα να φάει ξύλο». «Υποθέτω είναι και αυτό», γέλασε. «Κι αν κάνεις λάθος», επέμεινε ο Τζέρεμι, «και έχουμε να κάνουμε με έναν απλώς εκνευριστικά αποφασισμένο μνηστήρα; Σου αρέσει αυτός όντως περισσότερο από τους άλλους;» «Σου είπα. Μου κίνησε το ενδιαφέρον γιατί αποτέλεσε μυστήριο, είπε ότι ήθελε να κερδίσει την καρδιά μου χωρίς να μου πει το όνομά του. Θέλω να λύσω αυτό το μυστήριο πριν φύγει από την Αγγλία». «Για όνομα του Θεού, Τζακ!» Ο Τζέρεμι την κοίταξε για λίγο και κούνησε το κεφάλι του. «Σε παίζει. Είναι κάτι που θα έκανα κι εγώ τότε που κυνηγούσα τον ποδόγυρο. Κατάφερε να φτάσει στην κορυφή της γελοιώδους μεγάλης ουράς σου, έτσι δεν είναι; Επομένως το σχέδιό του πέτυχε. Και θα τον κοπανήσω εγώ ο ίδιος αν σε έσυρε μέχρι τις αποβάθρες για να σε ξεμοναχιάσει, μακριά από τον ανταγωνισμό. Μάλλον θέλει να κλέψει ένα φιλί πριν – σου έχουν κλέψει φιλιά;» Ξαφνικά φάνηκε θυμωμένος. Η Τζάκλιν χαχάνισε. «Φυσικά, δηλαδή το έχουν προσπαθήσει, αλλά εμένα δεν με ενδιαφέρουν τα


φιλιά ακόμα. Χρειάστηκε να ρίξω γροθιά ακόμα και στον λόρδο Τζιλ τις προάλλες για να του δώσω να το καταλάβει. Του μαύρισα το μάτι και δεν νιώθω καμιά τύψη γι’ αυτό, αν και δέχτηκα τη συγγνώμη του την επόμενη μέρα. Αλλά όταν θα είμαι έτοιμη για φιλιά, μάλλον εγώ θα είμαι αυτή που θα τα κλέβει, οπότε δεν χρειάζεται να ανησυχείς γι’ αυτό». «Αυτό υποτίθεται πως πρέπει να με καθησυχάσει;» ρουθούνισε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια, αλλά δεν είπε περισσότερα.


Κεφάλαιο 9 Οι αποβάθρες του Ουάπινγκ προστατεύονταν από ψηλά τείχη. Τα πλοία έπρεπε να περνούν από νηοδόχο για να πάνε από τον Τάμεση στις αποθήκες της αποβάθρας, που περιείχαν πολυτελή αγαθά. Αλλά για να βρουν τις σκάλες που κατέβαιναν στο ποτάμι κατά την παλίρροια, οι φρουροί της Τζακ έπρεπε να ακολουθήσουν τον στριφογυριστό δρόμο έξω από τα τείχη και να φτάσουν στην οδό Ουάπινγκ που βρισκόταν κατά μήκος της όχθης του ποταμού. Ο δρόμος ήταν αρκετά ψηλότερα από τη στάθμη του νερού και πρόσφερε θέα σε όλα τα πλοία, κάποια από τα οποία ήδη σάλπαραν προς το κανάλι. Ακόμα και τόσο μακριά από την είσοδο της αποβάθρας υπήρχαν μερικά οχήματα που κινούνταν προς όλες τις κατευθύνσεις. «Ακόμα νομίζεις πως αυτό είναι νόμιμο, Τζακ;» ρώτησε ο Τζέρεμι. «Ω όχι, ελπίζω να μην είναι». Το να έρθει ξανά πρόσωπο με πρόσωπο με τον Μπάσταρδο, να πάρει επιτέλους την εκδίκησή της, ήταν ένα όνειρο που θα γινόταν αληθινό. Δεν υπήρχε περίπτωση να καταλάβει ότι εκείνος βρισκόταν πίσω από αυτή τη μηχανορραφία αν δεν είχε αναγνωρίσει τον γραφικό χαρακτήρα του στο σημερινό σημείωμα. Μετά από δική της επιμονή, ο πατέρας της της είχε δείξει το σημείωμα των λύτρων που οι Άντερσον έλαβαν στο ταχυδρομείο τη νύχτα που την απήγαγαν στο Μπρίτζπορτ. Δεν είχε αυτό το σημείωμα λύτρων, οπότε δεν μπορούσε να το συγκρίνει με αυτό που έλαβε σήμερα, αλλά ήταν σχεδόν σίγουρη ότι ο γραφικός χαρακτήρας ήταν ο ίδιος. Και το «σχεδόν» ήταν αρκετό για να την πείσει να έρθει προετοιμασμένη γι’ αυτή τη συνάντηση και να ανατρέψει τα σχέδια του Μπάσταρδου – αν ήταν αυτός. Ακόμα έβγαζε καπνούς όταν σκεφτόταν πώς την ξεγέλασε με την ξανθιά περούκα, τη μάσκα και την πνιχτή φωνή. Και σίγουρα είχε κάνει πρόβες, γιατί οι ευγενείς τρόποι του την είχαν εξαπατήσει. Αν ήταν αυτός, η Τζακ θα προτιμούσε απλώς να τον πυροβολήσει, αλλά ο Τζέρεμι την είχε πείσει ότι ο Μπάσταρδος μπορεί να είχε πολύτιμες πληροφορίες για το αφεντικό του και πού βρισκόταν εκείνος, πληροφορίες που ίσως βοηθούσαν τον πατέρα τους. Θα μπορούσαν να τις στείλουν σε αυτόν και τον Ντρου στην Καραϊβική. Έτσι ο Τζέρεμι την είχε πείσει ότι το καλύτερο θα ήταν πρώτα μια ανάκριση –βίαιη ήλπιζε– και μετά γρήγορη μεταφορά στη


φυλακή, όπου ο Μπάσταρδος θα περίμενε τη δίκη και την κρεμάλα του. Αν όμως δεν ήταν αυτός – ανάθεμα, αυτή τη στιγμή ήλπιζε πραγματικά αυτός ο μυστηριώδης άντρας να μην ήταν νόμιμος μνηστήρας, αν και την εξιτάριζε πολύ. Θα προτιμούσε να πάρει την εκδίκησή της απόψε. Πέρασαν κάτι σκάλες, όπου μόλις είχαν αποβιβαστεί δύο γυναίκες κι ένα παιδί από ένα επιβατηγό καράβι περιμένοντας τις αποσκευές τους, ελπίζοντας να περάσει και κάποια άμαξα. Αλλά με αυτά τα ψηλά τείχη, δεν ήταν το ιδανικό σημείο για αποβίβαση. Τα περισσότερα επιβατηγά πλοία που ξεφόρτωναν πριν πάρουν άδεια σε χώρο ελλιμενισμού το έκαναν κοντά στις αποβάθρες, όπου μπορούσε κάποιος να βρει πιο εύκολα οχήματα. Όμως στο ποτάμι υπήρχε μεγάλη κίνηση και οι καπετάνιοι συχνά δεν μπορούσαν να αγκυροβολήσουν σε ιδανικά σημεία. Οι επόμενες σκάλες ήταν αρκετά παρακάτω στον δρόμο, αλλά καθώς πλησίαζαν, είδαν έναν άντρα να στέκεται στην κορυφή τους. Αν υπήρχε πινακίδα με το όνομα της σκάλας στον τοίχο, δεν την έβλεπαν ακόμα. Το όχημα πίσω τους ακολουθούσε από κοντά και είχε μόλις μπει μπροστά από τους φρουρούς της Τζακ και θα προσπερνούσε το μόνιππο του Τζέρεμι, αν μπροστά δεν υπήρχε μια άμαξα που έκλεινε τον δρόμο, κάνοντας την προσπέραση επικίνδυνη. Αλλά ο Τζέρεμι επιβράδυνε και του έκανε νόημα να προσπεράσει. «Τουλάχιστον ο Πέρσι τα κατάφερε», είπε χαμογελώντας, βλέποντας την άμαξα που είχε σταματήσει λίγο παραπέρα, εκεί όπου στεκόταν ο μοναχικός άντρας με την πλάτη γυρισμένη προς εκείνους. «Είχες αμφιβολία;» «Οργανώσαμε το σχέδιο τελευταία στιγμή. Και ο Πέρσι είναι γνωστό ότι συχνά τα κάνει μαντάρα». «Γνωστό; Σίγουρο είναι!» χαχάνισε η Τζακ. «Αλλά αυτό έχει να συμβεί χρόνια, σωστά; Διαφορετικά δεν θα είχες ζητήσει τη βοήθειά του». «Πράγματι, τα τελευταία χρόνια μπορώ να εμπιστευτώ τον Πέρσι ότι θα ακολουθήσει τις οδηγίες κατά γράμμα. Τις σημειώνει κιόλας!» Ο Πέρσι είχε σταλεί στο Νάιτον για να εγγράφει κάθε πυγμάχο που μπορούσε να βρει και να πηγαίνει και σε άλλες περιοχές, αν δεν έβρισκε αρκετούς εκεί, μέχρι που να μη χωράει άλλους η μεγάλη άμαξά του. Ο μοναχικός άντρας στεκόταν ατενίζοντας προς την αντίθετη κατεύθυνση και δεν είχε κοιτάξει ούτε μια φορά προς το μέρος τους. Έμοιαζε να κοιτάζει τον Πέρσι και τον οδηγό του που είχαν σκύψει, παριστάνοντας πως εξέταζαν έναν από τους τροχούς της άμαξας. «Η στιγμή της αλήθειας έφτασε», είπε ο Τζέρεμι.


«Είναι αρκετά ψηλός για να είναι ο μυστηριώδης τύπος», είπε η Τζάκλιν στον αδελφό της. «Και έχει το ίδιο χρώμα μαλλιών, αν και δεν τα θυμόμουν τόσο μακριά». Τα ξανθά μαλλιά του έφταναν μέχρι τα μισά της πλάτης του. «Όμως ο Μπάσταρδος έχει μαύρα μαλλιά, οπότε αν ήταν αυτός στον χορό, θα πρέπει να φορούσε περούκα τότε και τώρα». «Άρα πιστεύεις ότι είναι ο Μπάσταρδος;» «Δεν είμαι απόλυτα σίγουρη, αλλά θα ξέρω μόλις γυρίσει. Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτό το πρόσωπο». Ο Τζέρεμι κατέβηκε από το μόνιππο, την κοίταξε και είπε: «Περίμενε…» Κατέβηκε κι εκείνη πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του, εισπράττοντας έναν ενοχλημένο ήχο από τον αδελφό της. Αλλά πλησίασαν τον άντρα μαζί. Και ο άντρας μάλλον επιτέλους τους άκουσε διότι γύρισε. Φορούσε την καταραμένη μάσκα του χορού; Ένας μνηστήρας αυτή τη στιγμή δεν θα – ή μήπως; Όμως ο Μπάσταρδος σίγουρα θα το έκανε, διότι ήξερε πως εκείνη δεν θα τον πλησίαζε αν έβλεπε ότι ήταν ο άντρας που την απήγαγε στο Μπρίτζπορτ. Δεν πίστευε στα μάτια της βλέποντας ότι εξακολουθούσε να παριστάνει τον μυστηριώδη άντρα. Ο Τζέρεμι άπλωσε το χέρι του για να την εμποδίσει να τον πλησιάσει περισσότερο. «Αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί, φίλε», είπε ο Τζέρεμι με όχι ιδιαίτερα φιλικό τρόπο. «Βγάλε τη μάσκα, διαφορετικά η αδελφή μου θα γυρίσει στην άμαξα». «Θα τη βγάλω», είπε ο μυστηριώδης άντρας. Όμως δεν έκανε καμία κίνηση να τη βγάλει – και τότε άντρες κατέβηκαν από την άμαξα πίσω της, η οποία δεν τους είχε προσπεράσει τελικά, ενώ άλλοι πήδηξαν από το χαμηλό τοιχάκι της όχθης δίπλα τους. Ο Πέρσι και οι άντρες του, λίγα μέτρα μακριά, έτρεξαν προς τα εκεί να τους βοηθήσουν, αλλά δεν ήταν αρκετά κοντά ακόμα. Και εκτός από τους κακοποιούς που είχαν κατέβει από το τοιχάκι για να περικυκλώσουν τον Τζέρεμι, κάποιος προσπάθησε να εξουδετερώσει τον αδελφό της κοπανώντας τον στο κεφάλι. Ακούστηκε ένας φριχτός ήχος και η Τζακ γύρισε να κοιτάξει τον αδελφό της που τρέκλιζε, όμως είχε γερό κεφάλι. Απέκρουσε αυτόν τον τύπο και χτύπησε έναν άλλον με τη λαβή του πιστολιού του και έναν τρίτο με τις γροθιές του. Και πού στο καλό ήταν η συνοδεία της; Επίσης περικυκλωμένη. Τους έβλεπε τώρα πίσω από την άλλη άμαξα. Είχαν ορμήσει και στους φρουρούς της. Και όσο μεγαλόσωμοι κι αν ήταν αυτοί οι τέσσερις, σίγουρα δεν θα μπορούσαν να τα βάλουν με τους δεκάδες άντρες που τους είχαν επιτεθεί. Ήταν ένας ολόκληρος στρατός εκεί πίσω και εδώ και κατατρόμαξε βλέποντας


ότι μερικοί έμοιαζαν με πειρατές. Αυτοί που ήταν κοντά της είχαν χωριστεί, οι μισοί είχαν περικυκλώσει τον Τζέρεμι και οι άλλοι μισοί τους άντρες του Πέρσι. Όμως ο Τζέρεμι βαστούσε γερά. Ήταν απίστευτα ψηλός σαν τον Άντονι και εξίσου μυώδης. Και παρόλο που δεν ήταν τόσο καλός στις γροθιές όσο ο πατέρας τους, ήταν εξαίρετος πυγμάχος, άγριος όταν χρειαζόταν και είχε ρίξει αναίσθητους ακόμα τέσσερις άντρες. Όταν όμως έπεφτε ένας, εμφανιζόταν άλλος. Ήταν απλώς πάρα πολλοί! Τον έριξαν κάτω και με το που έπεσε, άρχισε να δέχεται μπουνιές και κλοτσιές. Η Τζάκλιν τρελάθηκε, φοβήθηκε ότι θα τον σκότωναν και όρμησε στους άντρες που είχαν πέσει πάνω στον Τζέρεμι. «Δεν νομίζω», είπε κάποιος καθώς την τράβηξε από τον όχλο και ύστερα συνέχισε εύθυμα: «Το ήξερα πως δεν θα μπορούσες να μου αντισταθείς, Τζακ». Κράτησε την ανάσα της, αναγνωρίζοντας αυτή τη φωνή καθαρά τώρα και έκανε να πιάσει το πιστόλι της. Όμως τώρα είχε έρθει ο Πέρσι φωνάζοντας «Τζακ, πάμε να φύγουμε!». Και την άρπαξε από το χέρι, τραβώντας το από την τσέπη της! Ανάθεμα, πάντα την πιο κακή στιγμή αυτός ο άνθρωπος, όμως την άφησε απότομα και σχεδόν κόντεψε να την πετάξει κάτω, όταν κάποιος του έριξε μπουνιά και τον σώριασε στο έδαφος. Και αυτός που την έριξε ήταν ο Μασκοφόρος. Ο Μπάσταρδος! Τρόμος και οργή την πλημμύρισαν που τον υποτίμησε. Υποτίθεται ότι θα τον έπιαναν εκείνοι, όχι εκείνος αυτούς! Και ένιωθε απαίσια που είχε βάλει σε κίνδυνο τον Τζέρεμι και τον Πέρσι για το τίποτα! Και το χειρότερο, είχε δώσει στους εχθρούς του πατέρα της αυτό ακριβώς που ήθελαν – κάτι να τον απειλήσουν. Γεμάτη οργή, γύρισε με σφιγμένη τη γροθιά της, έτοιμη να τον χτυπήσει, αλλά εκείνος είχε ήδη βγάλει τη μάσκα, αποκαλύπτοντας το πανέμορφο, μισητό πρόσωπό του. «Τακτικές που θυμάμαι καλά», είπε σαν να αναπολούσε μνήμες! Και μετά στους άντρες του: «Φέρτε τους κυρίους, αν είναι ακόμα ζωντανοί». Της είχε ήδη κλείσει το στόμα με το χέρι του για να μην ουρλιάξει. Πέρασε το μπράτσο του γύρω από τη μέση της και της έπιασε το άλλο χέρι από τον αγκώνα. Τη σήκωσε ψηλά και για μια στιγμή είδε τους οκτώ ρωμαλέους άντρες που είχαν περικυκλώσει τον αδελφό της να κάνουν πίσω – διότι ο Τζέρεμι δεν κουνιόταν καθόλου. Τρομοκρατημένη ότι ο Τζέρεμι ήταν νεκρός, έμπηξε τα δόντια της στην παλάμη του, έπειτα γεύτηκε αίμα, δεν είχε ιδέα ποιου, όταν το χέρι πίεσε πιο πολύ το στόμα της. Όμως ήδη βρισκόταν στα μισά της σκάλας κι έτρεχε γρήγορα με το λάφυρό


του. Έτσι που την κουβαλούσε, ήταν σαν να είχε δέσει σκοινί γύρω από τα μπράτσα και τον κορμό της. Δεν μπορούσε να κουνήσει καθόλου τα χέρια της για να φτάσει την τσέπη και το όπλο της. Όμως τα πόδια της ήταν ελεύθερα και κρέμονταν στις γάμπες του, έτσι τα σήκωσε και κοπάνησε τα γόνατα του Μπάσταρδου με τις μπότες της και προετοιμάστηκε να κρατηθεί από κάπου στην περίπτωση που τα κατάφερνε και αυτός σωριαζόταν στα μισά της σκάλας. Το κόλπο θα είχε πιάσει αν ήταν πιο κοντός, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τον χτυπήσει λίγο στους μηρούς, κάνοντάς τον να βογκήξει. Η λαβή του χεριού του την έσφιξε περισσότερο, πράγμα που έκανε την ανάσα της να κοπεί. Αυτό δεν θα τη σταματούσε από το να τον ξαναχτυπήσει, αλλά δεν είχε άλλο χρόνο να το προσπαθήσει. Είδε δύο βάρκες που περίμεναν στο τέρμα της σκάλας. Χωρούσαν η καθεμιά από δέκα κωπηλάτες, αλλά φυσικά όχι όλους τους άντρες που τους είχαν επιτεθεί, θα χρειαζόταν ολόκληρο καράβι γι’ αυτούς. Δεν ήταν όλοι ναύτες; Σε κάθε βάρκα υπήρχε ένας άντρας. Και η Τζακ ταράχτηκε όταν ο Μπάσταρδος πήδηξε και μπήκε στη μία. Την ανάγκασε να καθίσει με βία στον τελευταίο πάγκο, ώστε να κοιτάζει τα αγκυροβολημένα στον Τάμεση πλοία. Και με απίστευτη δεξιοτεχνία ένας από τους άλλους κωπηλάτες τη φίμωσε, με αποτέλεσμα η παλάμη, ματωμένη ήλπιζε, να απομακρυνθεί από το στόμα της. Έκανε να βάλει πάλι το χέρι στην τσέπη, όμως οι άντρες πίσω της ήταν πιο γρήγοροι. Έφεραν τα χέρια της πίσω από την πλάτη και τα έδεσαν. Ακούστηκε ακόμα ένας δυνατός γδούπος πίσω της και μάντεψε ότι μόλις είχαν πετάξει και τον Τζέρεμι στη βάρκα. Δεν θα τον έπαιρναν μαζί τους αν ήταν νεκρός, σωστά; Ήταν μια πολύ μικρή ελπίδα, ωστόσο ελπίδα. Και τότε η βάρκα ταλαντεύτηκε δυνατά, καθώς κι άλλοι μπήκαν μέσα και έπιασαν τα κουπιά. Στη διάρκεια της απαγωγής δεν είπαν πολλά, ακούγονταν μόνο βρισιές, γρυλίσματα και κάτι που είπε ο Μπάσταρδος. Οι κακοποιοί παρέμειναν σιωπηλοί καθώς η μεγαλύτερη βάρκα απομακρύνθηκε από την ακτή. Τώρα κοιτούσε την όχθη και είδε να μεταφέρουν κι άλλους άντρες από τις σκάλες στη δεύτερη βάρκα. Δεν μπορούσε να δει την άμαξα του Πέρσι, αλλά κατάφερε να διακρίνει την κορυφή του μόνιππου του Τζέρεμι πίσω από τον χαμηλό τοίχο στην κορυφή της σκάλας και τη μεγαλύτερη άμαξα πίσω του. Τους είχε άραγε ακολουθήσει από την πλατεία Μπέρκλι; Θα άφηναν τις άμαξες εκεί; Κάποιος θα έβρισκε τα οχήματα, αλλά δεν θα ήξερε σε ποιον ανήκαν, εκτός κι αν δραπέτευαν κάποιοι από τους άντρες του


Τζέρεμι – αν ήταν ακόμα κανείς ζωντανός. Τότε όμως είδε την άμαξα να γυρνά και να κατευθύνεται στον δρόμο από όπου είχαν έρθει – και του Πέρσι να ακολουθεί ακριβώς από πίσω. Άρα μήπως σκόπευαν να ξεφορτωθούν τις άμαξες; Ω Θεέ μου, μήπως και τα πτώματα; Και η σιωπή ήταν άκρως εκνευριστική. Μόνο μία διαταγή είχε δοθεί και κατάλαβε πόσο οργανωμένο ήταν το σχέδιο αυτής της απαγωγής. Και τότε της έβαλαν ξανά στο κεφάλι κουκούλα. Γιατί; Ήξερε ποιος την είχε αρπάξει αυτή τη φορά, οπότε ποιος ο λόγος να της βάλουν κουκούλα; Μήπως για να καλύψουν το πρόσωπό της; Ο Μπάσταρδος το είχε ξανακάνει, την είχε κρατήσει εντελώς απομονωμένη από τους άντρες του. Μήπως δεν ήθελε να τη δουν οι πειρατές; Ήταν πολύ μικρή κουκούλα και την πίεζε στη μύτη. Μικρή παρηγοριά το ότι τη γλίτωνε από τη δυσοσμία του ποταμού, μια μυρωδιά που στην πραγματικότητα γνώριζε καλά από τις τόσες φορές που είχε έρθει με την οικογένειά της για να αποχαιρετίσει τους πέντε θείους Άντερσον πριν σαλπάρουν. Κατάλαβε ότι είχαν φτάσει στον προορισμό τους, όταν η βάρκα τράκαρε ελαφρά πάνω σε ένα από τα πλοία. Τη σήκωσαν, τη γύρισαν και την έπιασαν από τον ώμο για να ανέβει τη σκάλα. Αν αυτή η κουκούλα δεν ήταν τόσο σφιχτή, θα της είχε πέσει από το κεφάλι. Διέσχισαν το κατάστρωμα, μια πόρτα άνοιξε και άκουσε πολλά βήματα να μπαίνουν στο δωμάτιο μαζί με εκείνη. Και τότε τρόμαξε όταν κάποιος είπε: «Νομίζω πως μου έσπασε το σαγόνι ο καταραμένος». Ένα χαχανητό. «Αν είχε σπάσει, δεν θα μπορούσες να μιλήσεις, έτσι δεν είναι, φίλε;» Καμιά από τις φωνές δεν ανήκε στον Μπάσταρδο, αλλά η απάντηση ήταν ένα γρύλισμα. Τότε έριξαν την Τζακ σε κάτι μαλακό στο πάτωμα. Όποιος την είχε μεταφέρει στο καράβι φρόντισε τουλάχιστον να την αφήσει κάτω απαλά, ώστε να μη σπάσει την πλάτη της. Ο Μπάσταρδος; Δεν ήξερε αν ήταν αυτός που την είχε μεταφέρει ή αν βρισκόταν στο δωμάτιο. Όμως δεν την έλυσαν. Αντιθέτως, της έβγαλαν τις μπότες, αν και πρόλαβε να κλοτσήσει κάποιον στο στήθος πριν της τις πάρουν. Και το στιλέτο της κύλησε στο πάτωμα, όταν βγήκε από μία από αυτές. Ένα χαιρέκακο γέλιο ακούστηκε από έναν από τους άντρες. Όμως δεν είχαν βρει ακόμα το πιστόλι στην τσέπη της, για αυτό γύρισε στο πλάι να ξαπλώσει πάνω του, όχι ιδιαίτερα άνετη στάση, αλλά δεν θα τους διευκόλυνε να το ανακαλύψουν. Ευτυχώς δεν την έψαξαν για άλλα όπλα, αλλά της έδεσαν τα πόδια. Όταν


τελείωσαν, τους άκουσε να φεύγουν και να κλείνουν την πόρτα πίσω τους. Όμως μπορεί κάποιος να είχε μείνει εκεί ακίνητος. Και δεν θα καταλάβαινε αν ήταν εκεί, εκτός κι αν κουνιόταν ή μιλούσε, διότι δεν της είχαν βγάλει την κουκούλα από το κεφάλι!


Κεφάλαιο 10 Την άφησαν μόνη πολλή ώρα, δίνοντάς της υπερβολικά πολύ χρόνο να σκεφτεί. Ήταν τόσο περίτεχνο σχέδιο, να τη γοητεύσει στον χορό, να της στείλει σημειώματα, τριαντάφυλλα. Αν είχε διαλέξει άλλο σημείο του Λονδίνου για το τελικό ραντεβού τους, ποτέ δεν θα της περνούσε από το μυαλό ότι ήταν ο Μπάσταρδος αυτός που κινούσε τα νήματα. Και ακόμα δυσκολευόταν να πιστέψει ότι ήταν πράγματι ο μυστηριώδης άντρας, και ίσως να μην ήταν. Το είχε σχεδιάσει, σίγουρα, είχε χρησιμοποιήσει ακόμα και τη μεταμφίεση απόψε μέχρι να πλησιάσουν αρκετά κοντά ώστε να πέσουν στην παγίδα του. Αλλά χρειαζόταν φινέτσα να παραστήσει τον ευγενή, άρα ήταν πιθανό να είχε προσλάβει κάποιον ηθοποιό να τη γοητεύσει στον χορό. Ο άντρας ήταν Άγγλος. Η προφορά του ήταν καλλιεργημένη. Ήταν όλα όσα δεν ήταν ο Μπάσταρδος! Εκνευρισμένη με την αποτυχία τους, ανήσυχη για την κατάσταση του Τζέρεμι και ξαπλωμένη ακόμα πάνω στο πιστόλι της, έκλεισε τα μάτια για να υπομείνει το μαρτύριο. Όμως δεν πέρασε πολλή ώρα, άκουσε την πόρτα να ανοίγει και να κλείνει και βήματα την πλησίασαν και στάθηκαν πίσω της. «Ο αδελφός σου δεν είναι νεκρός – αν αναρωτιέσαι». Αν; Αν! Ξανά ο Μπάσταρδος. Όπως το όμορφο πρόσωπό του, είχε και μια φωνή που δεν θα μπορούσε ποτέ να ξεχάσει, βαθιά, βραχνή, μερικές φορές περιπαικτική και τόσο εκνευριστική, γιατί τον μισούσε θανάσιμα. Τα σκοινιά στους καρπούς της τεντώθηκαν καθώς τα έκοβε. Ανακάθισε αμέσως και έβγαλε την κουκούλα από το κεφάλι της. Το χτένισμά της είχε χαλάσει και τα μισά μαλλιά χύνονταν στην πλάτη της. Και το μόνο που είδε ήταν η πλάτη του καθώς πήγαινε προς ένα γραφείο μέσα στο δωμάτιο, με τα μαύρα μαλλιά του να καλύπτουν τους ώμους του. Κάθισε στο γραφείο, γυρνώντας προς εκείνη το αξέχαστο μισητό πρόσωπό του, τα έξυπνα μπλε μάτια, τα ψηλά ζυγωματικά, το φαρδύ σαγόνι, τα γεμάτα χείλη που χαμογελούσαν πολύ και χαμογελούσαν και τώρα. Το θυμόταν αυτό, συχνά χαμογελούσε, δίχως κανέναν απολύτως λόγο, και πόσο αυτό την εξόργιζε – τουλάχιστον μέχρι που η άρνησή της να φάει τον έκανε να θυμώσει. Και τη μαύρη αξυρισιά στα μάγουλά του και πάνω από το χείλος του, κι αυτή τη θυμόταν. Δεν του άρεσε να ξυρίζεται και σίγουρα δεν το έκανε τακτικά. Όμως ήταν ντυμένος σαν τζέντλεμαν, με καλοραμμένο καφέ παλτό, το οποίο


έβγαζε τώρα, μαύρο παντελόνι, γυαλιστερές μπότες, λευκό πουκάμισο και γραβάτα, την οποία επίσης έβγαζε αυτή τη στιγμή. Ντυμένος για εξαπάτηση απόψε, οπότε ίσως τελικά να ήταν ο Μασκοφόρος. Ο αχρείος Μπάσταρδος, τον οποίο δεν μπόρεσε να αιχμαλωτίσει όπως ήλπιζε. Έβγαλε το πανί από το στόμα της και ρώτησε: «Ποιος ήταν αυτός ο ψεύτης που προσέλαβες για να με φέρει εδώ; Θέλω να ξέρω ποιον θα σκοτώσω – μετά από σένα». Έσκυψε το κεφάλι και τέντωσε λίγο τα χέρια του για να δείξει κάτι πάνω στο γραφείο. Χρειάστηκε να σηκωθεί για να δει, πράγμα που δεν μπόρεσε να κάνει εύκολα έτσι που καθόταν σε ένα χαμηλό κρεβάτι με τα πόδια δεμένα. Τα κατάφερε δίνοντας μια γερή σπρωξιά με τα χέρια της. Πάνω στο γραφείο ήταν η πορσελάνινη μάσκα. «Καλή προσπάθεια, αλλά αποκλείεται. Εσύ σε χορό με επίσημο ένδυμα; Ακόμα κι αν έκλεβες τα ρούχα για μια τόσο κομψή εκδήλωση, δεν ξέρεις το παραμικρό για το πώς πρέπει να συμπεριφέρεται ένας ευγενής. Η μάσκα δεν αποδεικνύει τίποτα. Μπορεί να σου την έδωσε πίσω». «Με πληγώνεις». «Μακάρι να μπορούσα!» «Προφανώς βαριόσουν και σου κίνησα εύκολα την περιέργεια», απάντησε προσβλητικά, αλλά μετά ακολούθησε αυτό το καταραμένο μισητό χαμόγελο. «Και έπιασε, έτσι δεν είναι; Σε έφερα πάλι στα χέρια μου». Ακόμη αρνούνταν να το πιστέψει, αλλά και να το πίστευε, δεν θα το παραδεχόταν σε αυτόν. Ο άντρας που όχι μόνο της είχε κινήσει την περιέργεια αλλά την είχε συνεπάρει κιόλας αποκλείεται να ήταν αυτός που μισούσε περισσότερο στον κόσμο. Όμως θα μπορούσε να τον σκοτώσει επιτόπου, γιατί ο ανόητος δεν ήταν αρκετά έξυπνος ώστε να την ψάξει για όπλα, αφήνοντάς τη με δύο. Έβγαλε το πιστόλι από την τσέπη της και το έστρεψε πάνω του, αλλά εκείνος έσκυψε γρήγορα πίσω από το γραφείο του. Κι εκείνη δεν τόλμησε να χοροπηδήσει μέχρι εκεί με τα πόδια έτσι δεμένα. Θα έπεφτε και θα της έπαιρνε αμέσως το πιστόλι. Αλλά τότε τον άκουσε να λέει με εξοργιστικά ήρεμη φωνή: «Δεν μπορείς να με πυροβολήσεις, Τζακ. Αν το κάνεις, θα σκοτώσουν τον αδελφό σου». Χλώμιασε. Την προηγούμενη φορά που την απήγαγε δεν είχε κανέναν να προστατέψει και είχε προσπαθήσει να τον σκοτώσει πολλές φορές. Ο άντρας ήταν πολύ μεγαλόσωμος, πολύ γρήγορος, πολύ προνοητικός και μάντευε τις κινήσεις της. Και ο πυροβολισμός θα ακουγόταν και θα συγκέντρωνε τους


πάντες στο δωμάτιο. «Έλα δω να σου κοπανήσω το κεφάλι τότε!» γρύλισε έξαλλη. Δεν το έκανε, αλλά γέλασε. «Καλύτερα να γλιστρήσεις το όπλο στο πάτωμα λέω εγώ». «Σε καμία περίπτωση. Εμφανίσου, δειλέ. Δεν θα σκοτώσουν τον γιο του Τζέιμς Μάλορι – όχι αν ακόμα θες για λύτρα τον πατέρα μου». «Χρειαζόμαστε μόνο έναν όμηρο. Το εκτιμώ πολύ που μας δίνεις τρεις». Μιλούσε με πολλή αυτοπεποίθηση, σαν να μην κρυβόταν πίσω από το γραφείο. Ίσως να μπορούσε να χοροπηδήσει μέχρι εκεί χωρίς να πέσει, τουλάχιστον να φτάσει μέχρι το γραφείο και να συρθεί πάνω του… Σηκώθηκε δίνοντάς της έναν στόχο τον οποίο σίγουρα θα πετύχαινε. Αν ήταν εξοργισμένη, θα πατούσε απερίσκεπτα τη σκανδάλη. Αλλά μετά δεν θα είχε άλλο καλό όπλο να αντιμετωπίσει το πλήρωμα αφού τον σκότωνε και όλοι θα ορμούσαν στο δωμάτιο ακούγοντας τον πυροβολισμό. Το στιλέτο που είχε δεμένο στον μηρό της δεν θα τη βοηθούσε και πολύ ενάντια σε όλους αυτούς. Ωστόσο ο Μπάσταρδος θα μπορούσε να γίνει το όπλο και η ασπίδα της για να καταφέρει να βγάλει τον εαυτό της, τον Τζέρεμι και τον Πέρσι από αυτό το καράβι. Το πλήρωμά του δεν θα έκανε τίποτε αν έβλεπαν ότι είχε ένα πιστόλι κολλημένο στην πλάτη του. Θα πρέπει να κατάλαβε ότι προσπαθούσε να βρει ένα σχέδιο διότι είπε: «Τόσο λίγο ενδιαφέρεσαι για τον αδελφό σου;». Η παρουσία του Τζέρεμι εκεί σίγουρα ήταν μειονέκτημα για εκείνη. Ο Μπάσταρδος θα την απειλούσε με τον αδελφό της κάθε φορά που θα έκανε κάτι ενάντια στις προσταγές του. Δεν θα χρειαζόταν σκοινιά για να της κρατά τα χέρια δεμένα. Έπρεπε να τους βγάλει από αυτό το καράβι τώρα, που η Αγγλία δεν ήταν ακόμα τόσο μακριά. «Αντιθέτως, αγαπώ τους αδελφούς μου, αλλά δεν βρίσκονται εδώ», είπε. «Είπα ψέματα για να προστατέψω τον τύπο που ήταν μαζί μου, διότι αν το πλήρωμά σου πιστεύει ότι είναι ένας Μάλορι, δεν θα τον πειράξει». «Και τότε ποιος είναι;» «Κανένας σημαντικός, απλώς ένας άφραγκος λόρδος που μοιάζει με τον μεγάλο αδελφό μου. Και αυτός είναι ο λόγος που τον προσλαμβάνω τακτικά να παριστάνει τον Τζέρεμι και αυτό ήταν απαραίτητο απόψε, που ήθελες να συναντηθούμε σε ένα τόσο επικίνδυνο μέρος της πόλης». «Και ο άλλος κύριος;» Σήκωσε τους ώμους. «Αυτοί οι δύο συνεργάζονται συχνά, οπότε του είπε να έρθει μαζί. Εκτός αυτού, δεν μπορεί να πιστεύεις ότι κάποιος από την οικογένειά


μου θα μου είχε επιτρέψει να συναντήσω έναν άγνωστο σε αυτό το σημείο της πόλης. Ο μεγάλος αδελφός μου θα με είχε κλειδώσει στο δωμάτιό μου αν είχα τολμήσει να του αναφέρω κάτι τέτοιο». Αναστέναξε. «Πολύ κρίμα». «Πολύ κρίμα;» «Που δεν σε πιστεύω. Αλλά αυτό που λες για την οικογένειά σου ότι δεν θα σε άφηνε να έρθεις σε αυτό το μέρος της πόλης με κάνει να αναρωτιέμαι… γιατί ήρθες;» «Γιατί υποπτευόμουν ότι ήσουν εσύ και ήθελα να σιγουρευτώ ότι θα πας στην κρεμάλα!» Τώρα χαμογελούσε ξανά. «Αποκλείεται. Σου άρεσε η ιδέα που είχες κρυφό θαυμαστή. Μου ευφραίνει την καρδιά να σκέφτομαι πόσο πολύ ήθελες να με ξαναδείς, ότι εσύ, η πιο περιζήτητη ντεμπιτάντ του Λονδίνου, ήρθες στις αποβάθρες για το ραντεβού μας». «Ήθελα να δω αυτόν, τη μαριονέτα που προσέλαβες, όχι εσένα. Εσένα θέλω να σε δω να κρέμεσαι σε θηλιά ή να κείτεσαι σε μια λίμνη αίματος, πράγμα ακόμα εφικτό». Κούνησε το χέρι που κρατούσε το πιστόλι. «Επομένως θα μου δώσεις το στιλέτο σου, που είμαι σίγουρη πως έχεις πάνω σου, ώστε να λύσω τα πόδια μου». Δεν θα του έλεγε φυσικά ότι είχε και δικό της. «Ύστερα θα με βγάλεις από αυτό το δωμάτιο και αυτό το καράβι». «Αλήθεια;» Έτριξε τα δόντια της. «Τώρα, Μπάσταρδε, το στιλέτο». Έσκυψε να βγάλει ένα από την μπότα του και το άφησε στο γραφείο μπροστά του, κοντά του και πολύ μακριά της. Αναστέναξε. «Ξέρεις πόση αυτοσυγκράτηση χρειάζομαι για να μην τραβήξω αυτή τη σκανδάλη; Σου έδωσα ποτέ την εντύπωση ότι δεν θα χαιρόμουν πολύ να σε σκοτώσω;» «Όχι, αυτό το ξεκαθάρισες πολύ καλά. Αλλά σου έδωσα ποτέ εγώ την εντύπωση ότι ήθελα να σου κάνω κακό;» Ο παραλογισμός αυτού που είπε την έκανε να σαστίσει γρυλίζοντας: «Και μόνο η αποστολή σου είναι το χειρότερο κακό που μπορώ να φανταστώ!» «Αλήθεια θα το ξανακάνουμε αυτό; Θα ξανακάνουμε τον ίδιο τσακωμό; Ναι, αγαπάς τον πατέρα σου τόσο πολύ που θα σκότωνες οποιονδήποτε ήθελε να τον βλάψει. Ναι, εγώ δεν είχα καμιά επιλογή σε αυτό το θέμα. Αλλά αυτό ήταν τότε, όταν είχα μια μέγαιρα δίπλα μου που κινούσε τα νήματα». Μιλούσε για την Κάθριν Μάγιερ, το άκουσμα του ονόματός της έκανε την Τζακ να γρυλίσει: «Είναι και τώρα εδώ;». «Όχι, ευτυχώς, ο πατέρας της δεν την άφησε να έρθει αυτή τη φορά. Αν το


έκανε, σίγουρα θα την πετούσα στη θάλασσα. Δεν θα μπορούσα να αντισταθώ». Χαμογελούσε την ώρα που το έλεγε. Η Τζακ όχι. Όσο κι αν ήθελε να κάνει το ίδιο σε αυτή την ψεύτρα και κλέφτρα κοσμημάτων, η Κάθριν ήταν και ερωμένη του, πράγμα για το οποίο η Κάθριν καυχιόταν στη διάρκεια της προηγούμενης απαγωγής της. Και η Κάθριν ήταν η κόρη του αφεντικού του, με ό,τι όνομα κι αν κυκλοφορούσε, ανεξάρτητα από το αν το αφεντικό του ήταν ο Λακρός ή κάποιος άλλος, επομένως ο Μπάσταρδος δεν θα τολμούσε να της κάνει κακό. Η Τζακ δεν πίστευε ότι θα την πετούσε στη θάλασσα. Στην πραγματικότητα δεν πίστευε τίποτε από όσα της έλεγε, ακόμα κι αν η ίδια υποπτευόταν ότι δούλευε για τον Λακρός – και μάλλον γι’ αυτόν δούλευε. Αυτή ήταν η πρώτη υπόθεση του πατέρα της και των θείων της, απλώς έπρεπε να επιβεβαιωθεί. Όμως της τελείωνε ο χρόνος! Δεν χρειαζόταν να της πει κανείς ότι είχαν σαλπάρει, ένιωθε το καράβι να κινείται. Και σίγουρα όλα όσα της έλεγε ήταν για να κερδίσει χρόνο ώστε το καράβι να απομακρυνθεί αρκετά από την ακτή σε αυτή τη δεύτερη απαγωγή. Κι εκείνος είχε αργήσει! Ο πατέρας της είχε ήδη σαλπάρει και δεν ήξερε ότι ο Μπάσταρδος την είχε ξανά στα χέρια του. Ήταν τρελή που είχε πιστέψει ότι θα μπορούσε να τον πιάσει μόνη της. Όμως χαμογέλασε μέσα της που εκείνος είχε αποτύχει στην αποστολή του. Μέχρι να την πάει στην Καραϊβική, το αφεντικό του θα ήταν ήδη νεκρό και ο πατέρας της θα ήταν στον δρόμο της επιστροφής για την Αγγλία. Ό,τι σημείωμα λύτρων άφηνε αυτή τη φορά ο Μπάσταρδος θα τρομοκρατούσε απλώς τη μητέρα της. Διάολε! «Έχετε κανόνια ή είστε γρήγοροι;» Σήκωσε το φρύδι του. «Αν δεν ήμουν καπετάνιος αυτού του καραβιού, δεν θα καταλάβαινα τι λες, αλλά γιατί ρωτάς;» «Μπορείς μια φορά στη ζωή σου να απαντήσεις σε ερώτηση χωρίς ερώτηση;» «Δεν σκοπεύω να λάβω μέρος σε καμιά ναυμαχία, αν αυτό σε απασχολεί. Αυτό το καράβι είναι εμπορικό. Ποτέ δεν είχε κανόνια». Όμως μετά χασκογέλασε. «Εκτός από μερικά ψεύτικα που μας βρήκε ο Μορτ». Οι ώμοι της βούλιαξαν. Θα μπορούσε εύκολα να καταλάβει τον στόλο του πατέρα της, που ήταν φορτωμένος με κανόνια για την επικείμενη μάχη. Έτσι ο Μπάσταρδος θα προλάβαινε να την πάει στο αφεντικό του πρώτος. Οπότε δεν μπορούσε να του πει ότι το σημείωμα λύτρων δεν θα έφτανε στον στόχο του αυτή τη φορά, διαφορετικά το καράβι του θα έφτανε εγκαίρως. Μάλλον αυτό θα γινόταν ούτως ή άλλως, ακόμα κι αν δεν γνώριζε πως βρισκόταν σε αγώνα δρόμου. Κι εκείνη θα έπεφτε στα χέρια του αφεντικού του Μπάσταρδου πριν ο


πατέρας της προλάβαινε να σκοτώσει τον πειρατή. Και αυτό σήμαινε πως ο πατέρας της θα έπεφτε πάλι σε παγίδα… Απόδιωξε αυτή τη σκέψη και είπε: «Νομίζω πως πρέπει να σε πυροβολήσω ούτως ή άλλως και να ρισκάρω την τύχη μου με το πλήρωμά σου».


Κεφάλαιο 11 Το δυνατό χτύπημα στην πόρτα τρόμαξε την Τζάκλιν, αλλά δεν έστρεψε το πιστόλι της προς τα εκεί, συνέχισε να σημαδεύει τον Μπάσταρδο και είπε αργά: «Όποιος κι αν είναι, διώξ’ τον». Ήταν σαν να μην την άκουσε. «Περάστε», φώναξε. Αυτό δεν το είχε ξανακάνει. Κάθε φορά που κάποιος από το πλήρωμα τον χρειαζόταν στο προηγούμενο ταξίδι, χτυπούσε και ο Μπάσταρδος έβγαινε από την καμπίνα για να του μιλήσει αντί να τον αφήσει να μπει μέσα. Και πάντα κλείδωνε την πόρτα πίσω του. Η Τζακ είχε υποθέσει ότι προστάτευε το πλήρωμά του, ώστε εκείνη να γνωρίζει μόνο το δικό του πρόσωπο. Αναρωτήθηκε γιατί τώρα συμπεριφερόταν διαφορετικά. Μια τρομακτική σκέψη πέρασε από το μυαλό της. Ότι αυτή τη φορά δεν θα έβγαινε ζωντανή. Ο άντρας που μπήκε μέσα στην καμπίνα του καπετάνιου ήταν εξίσου ψηλός με τον Μπάσταρδο. Είχε τα ξανθά μαλλιά του πιασμένα αλογοουρά και ευχάριστο πρόσωπο, η αλήθεια ήταν πως ήταν αρκετά όμορφος. Δεν έμοιαζε ακριβώς με ναύτη με αυτό το ανοιχτό στον λαιμό πουκάμισο, το στενό παντελόνι, τις ψηλές μπότες και τη χρυσή αλυσίδα στον λαιμό. Έμοιαζε πολύ με το ντύσιμο του πατέρα της όταν ήταν πάνω στο καράβι! Το μόνο που έλειπε ήταν το χρυσό σκουλαρίκι που φορούσε συχνά ο Τζέιμς στη θάλασσα και μερικές φορές στο Λονδίνο. Και τότε της ήρθε η ιδέα. Ο άντρας ήταν ξανθός και στο σωστό ύψος και εξίσου ρωμαλέος με τον μυστηριώδη άντρα. «Είσαι ο τύπος με τη μάσκα που χόρεψα στον χορό!» τον κατηγόρησε. Ο ξανθός άντρας χαμογέλασε με θράσος και της είπε: «Όχι, κυρία, δεν είμαι. Δεν θα έμπαινα ούτε νεκρός σε μια από αυτές τις αίθουσες βασανιστηρίων». Όμως μετά κοίταξε τον καπετάνιο του. «Χρειάζεσαι βοήθεια;» «Όχι, έχει μόνο μία σφαίρα», απάντησε ο Μπάσταρδος. «Δεν πρόκειται να τη χαραμίσει». Πέταξε ένα κλειδί στον άντρα του πληρώματος, όμως δεν τον έφτασε, γλίστρησε στο πάτωμα σταματώντας κοντά στα πόδια του. «Αλλά μπορείς να κλειδώσεις καθώς θα φεύγεις». Η Τζάκλιν γούρλωσε τα μάτια. Να κλειδωθεί σε ένα δωμάτιο με τον Μπάσταρδο; Θα κρυβόταν πάλι, αναγκάζοντάς τη να τον πλησιάσει και ήξερε ακριβώς πώς θα κατέληγε αυτό. Γι’ αυτό έστρεψε το πιστόλι της στον ξανθό.


«Θα τη χαραμίσω τη σφαίρα αν κάνεις πως πιάνεις το κλειδί, τ’ ορκίζομαι. Κλότσα το σε εμένα». Ο άντρας όμως δεν το έκανε, αντιθέτως κοίταξε τον καπετάνιο του για να του πει τι να κάνει. Ο Μπάσταρδος αναστέναξε. «Άσ’ το. Είναι τόσο θυμωμένη, που θα κάνει απερισκεψία. Τι με ήθελες;» «Είπες να σε ενημερώσουμε όταν θα συνερχόταν ο αδελφός της», είπε ο άντρας. Ο Μπάσταρδος χαμογέλασε στην Τζάκλιν και είπε: «Προσπαθεί να με κάνει να πιστέψω ότι δεν είναι αδέλφια». «Να τον ξεφορτωθούμε τότε;» «Όχι, έχουμε πολλές προμήθειες, τουλάχιστον δεν χρειάζεται να ψαρεύουμε για να τρώμε αυτή τη φορά, οπότε δεν μας πειράζουν μερικά ακόμα στόματα. Αυτοί οι δύο κύριοι μπορεί να μας φανούν χρήσιμοι». «Δεν θα σου χρησιμεύσει στο παζάρι», τον προειδοποίησε η Τζάκλιν. «Καλύτερα να τον αφήσεις να φύγει… όσο ακόμα προλαβαίνεις». Ο Μπάσταρδος σήκωσε το φρύδι. «Δεν νομίζεις ότι θα τον σκοτώσουμε και θα τον πετάξουμε στη θάλασσα, έτσι συχνά που μας κατηγορείς για δολοφόνους; Δεν μπορούμε να τον αφήσουμε να φύγει ζωντανό. Οι νεκροί δεν μιλάνε, ξέρεις. Άρα, λοιπόν, ενδιαφέρεσαι γι’ αυτόν τον τύπο τελικά ή όχι;» Δεν επρόκειτο να απαντήσει σε αυτό. Αντιθέτως είπε: «Θυμάμαι να με διαβεβαιώνεις ότι δεν είσαι δολοφόνος. Φυσικά δεν σε πίστεψα τότε και ούτε πρόκειται να σε πιστέψω τώρα, οπότε είναι μάταιο. Αλλά δεν θα αποφασίσετε εσείς για τη μοίρα των μισθοφόρων μου». Κούνησε ξανά το πιστόλι της στον ξανθό. «Κλείσε την πόρτα και πήγαινε κοντά στον Μπάσταρδο να σε δέσει. Δεν θα σε αφήσω να πεις στους άλλους ότι έχω το πάνω χέρι». Ο ξανθός γέλασε με αυτή την εξωφρενική προσταγή. Ο Μπάσταρδος είπε λακωνικά: «Νομίζω πως σοβαρολογεί». Με το γέλιο του να ξεθωριάζει, ο άντρας του πληρώματος, ή όποιος κι αν ήταν, είπε: «Αποκλείεται να το κάνω. Ρίξε μου, Τζακ Μάλορι, αν θες. Διαφορετικά γυρνώ στη δουλειά». Ήταν αρκετά θυμωμένη ώστε να τον πυροβολήσει, και το ήθελε πραγματικά! Αλλά δεν μπορούσε να χαραμίσει τη μοναδική ευκαιρία να βγει από το καράβι χρησιμοποιώντας τον καπετάνιο σαν ασπίδα. Έτσι είδε την πόρτα να κλείνει πίσω από τον άντρα και γύρισε να κοιτάξει τον Μπάσταρδο. «Δεν είναι ναύτης», είπε τονίζοντας το προφανές με περιφρονητικό τρόπο. «Ούτε κι εγώ ήμουν, αλλά ο φίλος μου κι εγώ προσαρμοστήκαμε σχετικά καλά».


«Ο φίλος σου; Θεωρείς το πλήρωμα φίλους σου; Μα φυσικά», είπε χαμογελώντας χαιρέκακα. «Οι πειρατές είναι όλοι για έναν και ένας για όλους». Χασκογέλασε. «Δεν το ξέρω αυτό. Δεν σου είπα και τότε ότι δεν ήμαστε πειρατές;» «Αν το έκανες, προφανώς δεν άκουγα». «Άκουγες, απλώς επέλεξες να μην πιστέψεις λέξη από όσα έλεγα. Όμως τώρα η Κάθριν δεν είναι εδώ να επιβλέπει κάθε μου κίνηση, οπότε ίσως μπορούμε…» Η Τζάκλιν τον διέκοψε απότομα. «Δεν το πιστεύω ότι σε πρόσταζε και σίγουρα δεν πιστεύω ότι θα την πετούσες στη θάλασσα αν ήταν εδώ, αν και πολύ θα ήθελα να δω τι θα συνέβαινε αν έλεγες στον πατέρα της ότι την εγκατέλειψες στο Λονδίνο». Σήκωσε τους ώμους. «Αμφιβάλλω ότι θα τον ένοιαζε. Δεν μου έδωσε την εντύπωση του τρυφερού πατέρα. Όμως εκείνη φαινόταν να θέλει απεγνωσμένα την αγάπη του, θα έκανε τα πάντα γι’ αυτή. Έκλεψε τα κοσμήματα της οικογένειάς σου μόνο για χάρη του, για να του αποδείξει ότι του ήταν χρήσιμη ώστε να μην τη διώξει τώρα που τον είχε βρει». «Άρα αυτό το κομμάτι της ιστορίας της ήταν αλήθεια, ότι έψαχνε για τον χαμένο πατέρα της;» «Είναι πιο εύκολο να γίνει πιστευτή μια ιστορία όταν κάποια μέρη της είναι αληθινά». Άφησε έναν περιφρονητικό ήχο. «Είμαι σίγουρη πως γνωρίζεις εξ ιδίων». «Δεν θυμάμαι να σου είπα ποτέ ψέματα, Τζακ. Κι αν το έκανα, ήταν μόνο για να προστατέψω την υγεία σου, την οποία είχες βαλθεί να βλάψεις». «Ήμουν πολύ θυμωμένη για να φάω τότε!» γρύλισε. «Θα είχα ξεράσει αν έτρωγα». «Θα συμφωνήσω ότι ήσουν διαρκώς θυμωμένη. Η νηστεία που έκανες σε εμπόδιζε να κοιμηθείς. Σε αποδυνάμωνε. Οι επιθέσεις σου είχαν αρχίσει να γίνονται αξιοθρήνητες. Κι εγώ εξοργιζόμουν κάθε φορά που άκουγα την κοιλιά σου να γουργουρίζει, μιας και ποτέ δεν ήταν στόχος μου να σου κάνω κακό – σωματικά. Μπορείς τουλάχιστον να παραδεχτείς ότι η νηστεία δεν ήταν και πολύ σοφό σχέδιο;» «Και να έχανα την ευκαιρία να σε εξοργίσω;» του πέταξε. «Ακόμα χρειάζομαι το στιλέτο σου. Πέτα το μου». Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος, μια ξεκάθαρη άρνηση. Η Τζακ γρύλισε και κάθισε στο ράντζο για να ψηλαφίσει το λεπτό σκοινί γύρω από τους αστραγάλους της. Το είχαν τυλίξει τέσσερις ή πέντε φορές πριν το δέσουν. Προσπάθησε να τραβήξει το ένα πόδι έξω, αλλά ήταν πολύ σφιχτό.


Κοιτώντας τον Μπάσταρδο για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε κουνηθεί από τη θέση του πίσω από το γραφείο, έσκυψε πάνω από τα γόνατα για να βρει τον κόμπο και να τον λύσει με τα δάχτυλά της. Δεν μπορούσε φυσικά με το ένα χέρι, στο άλλο κρατούσε το πιστόλι. Πάνω που ετοιμαζόταν να βγάλει το στιλέτο για να κόψει το σκοινί είδε την κορυφή του κεφαλιού του από πάνω της και της κόπηκε η ανάσα. Θεέ μου, ήταν τόσο γρήγορος! Μόνο μια στιγμή είχε πάρει τα μάτια της! «Ηρέμησε, Τζακ. Να σε βοηθήσω θέλω μόνο». Δεν την κοίταζε καθώς της μιλούσε και αμέσως ένιωσε το σκοινί να χαλαρώνει. Ύστερα σήκωσε το βλέμμα του πάνω της χαμογελώντας, παρόλο που το πιστόλι της απείχε μόλις μερικά εκατοστά από το πρόσωπό του. Αυτά τα μάτια, τα τόσο τιρκουάζ, με το σκούρο δαχτυλίδι γύρω από τις ίριδες, ήταν μαγευτικά από μόνα τους, πόσο μάλλον σε συνδυασμό με το πρόσωπό του. Ένας τέτοιος εγκληματίας δεν θα έπρεπε να έχει τόσο ωραία μάτια. Ή χαμόγελο εύθυμο και όχι μοχθηρό και χαιρέκακο. Αμέτρητες φορές την είχε συνεπάρει το πρόσωπο και η ομορφιά του. Όπως τώρα. Αυτή τη μικρή στιγμή θα μπορούσε να της πάρει το πιστόλι χωρίς καν να το καταλάβει! Ούτε καν το προσπάθησε όμως. «Ρισκάρισα μια σφαίρα για να σου δείξω ότι μπορείς να με εμπιστεύεσαι». Έγειρε πίσω για να δημιουργήσει μια μικρή απόσταση ανάμεσά τους και να σταματήσει την καρδιά της που χτυπούσε δυνατά. Εκείνος σηκώθηκε δεσπόζοντας από πάνω της και της πρόσφερε το χέρι του. «Πάμε;» Πού πάμε; σκέφτηκε. Κοίταξε το χέρι του και έγειρε ακόμα πιο πίσω, μέχρι που η πλάτη της ακούμπησε στον τοίχο. Πάμε πού; Ήθελε να το ρωτήσει δυνατά. Εκείνος κούνησε το κεφάλι του μάλλον επειδή αυτή δεν έδωσε σημασία στο τεντωμένο χέρι του. «Θα μπορούσα να σου πάρω το όπλο αντί να λύσω το σκοινί. Δεν σου λέει κάτι αυτό;» «Ότι έχασες την ευκαιρία σου;» «Ότι αυτό το ταξίδι θα είναι διαφορετικό». Άρχισε να απομακρύνεται προς το γραφείο. Κοίταξε το κεφάλι του, αρκετά πιο ψηλά από το δικό της. Πετάχτηκε από το ράντζο και κόλλησε το πιστόλι στην πλάτη του. «Θα πάμε από δω, στην πόρτα. Συνεργάσου». «Κι αν δεν το κάνω;» της είπε. Ίσως κατάφερνε να τον κοπανήσει με το πιστόλι της, αν βέβαια το κεφάλι του ήταν στο ίδιο ύψος, όμως δεν ήταν. Αν το προσπαθούσε, το πιθανότερο ήταν εκείνος να μην πάθαινε τίποτα.


Γιατί στο καλό δεν φοβόταν ότι θα τον πυροβολούσε; Και γιατί δεν της είχε πάρει το πιστόλι τότε που είχε την ευκαιρία; Αυτός ο άντρας δεν την έπαιρνε καθόλου στα σοβαρά! Μόνο ένας αναστεναγμός ακούστηκε καθώς έστριψε και πήγε προς την πόρτα, δίνοντάς της χρόνο να συνέλθει πίσω του. Και τράκαρε πάνω στον πισινό του όταν αυτός έσκυψε να πιάσει το κλειδί από το πάτωμα. Βλαστήμησε μέσα από τα δόντια της και ξαφνιάστηκε που εκείνος δεν γέλασε με το συμβάν. Άνοιξε την πόρτα και προχώρησε μερικά βήματα προς το κατάστρωμα. Ήταν σκοτεινά, εκτός από το φως δύο φαναριών δεξιά και αριστερά από την πόρτα της καμπίνας. Και ο Μπάσταρδος δεν προχώρησε περισσότερο. Δεν δυσκολεύτηκε να καταλάβει γιατί. Ίσως να μην μπορούσε να δει πάνω από τους ώμους του, αλλά από το πλάι έβλεπε τους άντρες του να στέκονται στην κορυφή της σκάλας, σχηματίζοντας ένα φράγμα, σίγουρα μετά από διαταγή του ξανθού. Πίεσε το πιστόλι δυνατότερα στην πλάτη του Μπάσταρδου. «Πες τους να υποχωρήσουν». «Όχι. Αυτό λέγεται ανταρσία. Καλύτερα να παραδώσεις τα όπλα, Τζακ». Το μυαλό της άρχισε να παίρνει χιλιάδες στροφές. Ανάμεσα στους μεγαλόσωμους άντρες που σχημάτιζαν αυτό το φράγμα, είδε μόνο έναν μικροκαμωμένο τύπο δεξιά της κι ένα νευρικό αγόρι δίπλα του. Θα έδινε τα πάντα εκείνη τη στιγμή για να έχει τη σπάθη της αντί αυτό το καταραμένο πιστόλι με τη μία σφαίρα. Με μια μακριά σπάθη θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο ανάμεσά τους. Όρμησε στο αγόρι, αλλά κοπάνησε πρώτα τον άντρα δίπλα του πριν σπρώξει το αγόρι, ανοίγοντας τον δρόμο για την κουπαστή. Σχεδόν τα κατάφερε, απείχε μόλις ένα μέτρο από αυτή και ήταν έτοιμη να πηδήξει στο νερό, όταν ένα χέρι τη γράπωσε από τη μέση, σηκώνοντάς τη ψηλά, και της πήρε το πιστόλι από το χέρι. Δεν έπρεπε να είχε γυρίσει την πλάτη στον Μπάσταρδο! Άρχισε να ουρλιάζει θυμωμένη, αλλά τώρα έβλεπε μόνο ένα άδειο κατάστρωμα, οι άντρες είχαν σκορπίσει να γλιτώσουν από τυχόν αδέσποτες σφαίρες. Οδηγήθηκε πάλι στην καμπίνα και κάποιος την έσπρωξε μέσα, ώστε να κλείσει και να κλειδώσει την πόρτα, αφήνοντάς τη μέσα μόνη. Όμως δεν κάθισε να κλάψει για τη μοίρα της. Έτρεξε απευθείας στις κουρτίνες των παραθύρων από τα οποία είχε δραπετεύσει την προηγούμενη φορά.


Κεφάλαιο 12 Ο Ντέιμον Ριβς γραπώθηκε από την κουπαστή, προσπαθώντας να ξαναβρεί την ανάσα του. Παρά τρίχα, παραλίγο να καταφέρει να πηδήξει στη θάλασσα. Φυσικά θα είχε πηδήξει κι εκείνος πίσω της, αλλά ο Τάμεσης δεν είχε τα καθαρά νερά της Καραϊβικής. Αν βυθιζόταν στο λασπερό νερό, μπορεί να μην κατάφερνε να τη βρει. Και αν πνιγόταν, ο πατέρας της θα τον κυνηγούσε απόψε, αντί σε μία εβδομάδα από τώρα, όπως είχε σχεδιάσει ο Ντέιμον, διότι δεν ήθελε ο Μάλορι να τον ακολουθήσει τόσο γρήγορα αυτή τη φορά. «Τι σου ήρθε να την αφήσεις να κρατήσει το όπλο;» είπε θυμωμένος ο Μόρτιμερ Μπάουερ πηγαίνοντας κοντά στον Ντέιμον. «Δεν θέλω να τσακώνομαι μαζί της σε όλο το ταξίδι», απάντησε ο Ντέιμον. «Θα προτιμούσες να φας σφαίρα;» «Δεν υπάρχει τέτοιος κίνδυνος πια», είπε ο Ντέιμον δείχνοντας το όπλο στον Μορτ. Ο Μόρτιμερ ρουθούνισε. «Δεν έπρεπε να στοιχηματίσεις ότι θα ερχόταν ή ότι θα έφερνε μαζί της κι έναν μικρό στρατό, όπως κι έκανε. Ξέρω ότι αυτοί οι τύποι που τη συνόδευαν σου έδεσαν τα χέρια στο πάρκο εκείνη τη μέρα, αλλά στα αλήθεια πίστευες ότι χρειάζονταν τόσοι για να τους αντιμετωπίσουμε απόψε;» «Όχι, στην πραγματικότητα ήλπιζα να τη συνόδευε ο πατέρας της. Σίγουρα χρειαζόμασταν όλους αυτούς για τον Τζέιμς Μάλορι, όπως μάθαμε πολύ καλά στο τελευταίο ταξίδι». «Άρα θα έπιανες εκείνον και όχι αυτή;» «Όχι. Θέλω τη συνεργασία του. Δεν θα την έχω δίχως πλεονέκτημα, οπότε το να τους έπιανα και τους δύο θα ήταν ιδανικό». «Ακόμα δεν το πιστεύω ότι ήρθε, μια νεαρή κυρία σαν αυτή». «Εγώ πάλι ήμουν σίγουρος ότι θα ερχόταν. Της κίνησα αρκετά το ενδιαφέρον. Και αν μη τι άλλο, είναι απερίσκεπτα τολμηρή. Μάλλον έχει πάρει από τον πατέρα της». «Πάντως ήρθε προετοιμασμένη, αν δεν το πρόσεξες», μουρμούρισε ο Μόρτιμερ. «Σαν να ήξερε ότι θα την περίμενες εδώ. Άρα θα παραδεχτώ ότι καλά έκανες και πήρες επιπλέον προφυλάξεις. Αλλά αν δραπετεύσει έστω κι ένας από τους άντρες της, θα έχεις χάσει το πλεονέκτημά σου».


Ο Ντέιμον γέλασε. «Πότε έγινες τόσο καταστροφολόγος; Επιλέξαμε αυτό το σημείο γιατί είναι ένας δρόμος χωρίς κίνηση το βράδυ και απομονωμένος πίσω από τα ψηλά τείχη των αποβαθρών του Λονδίνου. Τα καταφέραμε, Μορτ. Ο Τζόνι μας έκανε σινιάλο γι’ αυτό κουνώντας το φανάρι από την όχθη. Ο δρόμος θα καθαριστεί. Η οικογένειά της θα χάσει χρόνο ψάχνοντάς τη στο Λονδίνο». «Εκτός κι αν άφησε κανένα σημείωμα για το πού πήγαινε». Ο Ντέιμον συνοφρυώθηκε. Έπρεπε να τη ρωτήσει – ή όχι. Αν είχε αφήσει σημείωμα, σίγουρα θα καυχιόταν γι’ αυτό. «Και δεν περίμενες κι άλλη άμαξα γεμάτη άντρες απόψε», είπε ο Μόρτιμερ συνεχίζοντας να τονίζει όλα όσα δεν είχαν πάει σύμφωνα με το σχέδιο. «Αυτό το διαμέρισμα που νοίκιασες για να κρατήσεις τους αιχμαλώτους για μία εβδομάδα θα βρομοκοπήσει κάποια στιγμή με τόσο κόσμο». «Είναι καλύτερο από το να σκοτώνουμε αθώους», είπε ο Ντέιμον. «Πράγμα που ήθελαν να κάνουν αυτοί οι καταραμένοι πειρατές. Διάολε, ήθελαν να μπουκάρουν στο σπίτι του Μάλορι, ξέρεις. Θα μας έπιαναν όλους, αν έκαναν κάτι τόσο ανόητο σε τέτοια γειτονιά της πόλης. Μετά βίας τους έπεισα να μείνουν στο καράβι και να με αφήσουν να χειριστώ τις λεπτομέρειες της άφιξης της Τζακ. Ακόμα εκπλήσσομαι που λειτούργησε το σχέδιο». «Εγώ όχι. Οι νεαρές κυρίες λατρεύουν τα μυστήρια και τα ρομάντζα». «Άξιζε η προσπάθεια, αν και δεν είναι μια συνηθισμένη νεαρή κυρία. Και η απόδειξη είναι πως νομίζω ότι ήρθε για να με πιάσει. Έτσι ισχυρίστηκε τουλάχιστον». «Μα πώς το κατάλαβε ότι ήσουν εσύ;» «Δεν ξέρω – ακόμα. Τώρα σταμάτα να είσαι τόσο αρνητικός. Τίποτα δεν πηγαίνει πάντα σύμφωνα με το σχέδιο. Είμαι ικανοποιημένος με την πρόοδό μας. Το μόνο που δεν μου αρέσει είναι ότι έπρεπε να εμπλέξουμε πάλι την κόρη του». «Δεν είχες άλλη επιλογή. Ήδη καταλάβαμε ότι ο Μάλορι είναι δύσκολος αντίπαλος. Οι δύο δοκιμές που κάναμε στο πρώτο ταξίδι μας στο Λονδίνο κατέληξαν στον τραυματισμό έξι αντρών, τους οποίους χρειάστηκε να αντικαταστήσουμε, και αναγκαστήκαμε να ακολουθήσουμε τον Μάλορι και την οικογένειά του στην Αμερική. Τουλάχιστον ο Μάλορι πίστεψε ότι ήμαστε ληστές που προσπαθούσαν να τον κλέψουν, έτσι δεν έστειλε να μας κυνηγήσουν. Αλλά ο στόχος σου σε προειδοποίησε ότι θα ήταν δύσκολο να πιάσεις τον Μάλορι. Διαφορετικά γιατί να σου πει να πιάσεις μία από τις γυναίκες του και σου έδωσε σημείωμα λύτρων γι’ αυτό το σενάριο;» Ο στόχος του. Η ειρωνεία ήταν πως ήταν και οι δύο στόχοι του, αλλά στην


αρχή ήταν τρεις. Ο ένας ήταν πολύ εύκολος και τον είχε πιάσει αμέσως. Οι άλλοι δύο ήταν τόσο δύσκολοι, που ο Ντέιμον είχε αποφασίσει να τους βάλει να φαγωθούν μεταξύ τους και να ασχοληθεί μόνο με αυτόν που θα επιβίωνε. Του είχε φανεί καλό σχέδιο, αλλά δεν είχε πιάσει την πρώτη φορά. Αυτή η αποτυχία τον έκανε να καταλήξει σε ένα μπουντρούμι, όπου ήταν σίγουρος πως θα σάπιζε. Τα λιγοστά τρόφιμα είχαν φέρει την απελπισία. Δεν είχε φάει τίποτα τις πρώτες τέσσερις μέρες και έπειτα μόνο όταν κάποιος θυμόταν να τον ταΐσει. Το μικρό μπουντρούμι ήταν καινούριο και με πολλή καλή ασφάλεια, δεν χρειαζόταν φρουρός. Ο Ντέιμον ήταν μόνος του σε αυτό το κελί, αλλά άκουγε τις κραυγές του Άντριου από κάπου από πάνω του. Είχε αναρωτηθεί αν αυτή ήταν η μοίρα που τον περίμενε. Η Κάθριν ήταν υπεύθυνη για τη φυλάκισή του και το μπουντρούμι του πατέρα της. Είχε κατηγορήσει τον εραστή της τον Άντριου για τη διαφυγή της Τζάκλιν Μάλορι και τον Ντέιμον που δεν την απέτρεψε. Την πρώτη φορά που η Κάθριν του έφερε λίγο φαγητό και νερό την είχε ρωτήσει αν ήταν ακόμα ζωντανός ο Άντριου, αλλά εκείνη δεν είχε απαντήσει, οπότε είχε πιστέψει ότι ο Άντριου ήταν νεκρός. Η απομόνωση του είχε δώσει χρόνο να σκεφτεί όλα όσα θα μπορούσε να είχε κάνει διαφορετικά. Ένιωθε τύψεις που δεν κατάφερε να βοηθήσει το ένα άτομο που αγαπούσε. Και το καράβι και το πλήρωμά του είχαν αιχμαλωτιστεί. Η Κάθριν τον είχε τρομάξει με αυτό, αν και ήλπιζε να ήταν ψέμα, και ευτυχώς ήταν. Όμως η Κάθριν δεν το παραδέχτηκε αμέσως, παρά μόνο τρεις εβδομάδες αργότερα, που τον πλησίασε με νέα συμφωνία. «Οι άντρες σου είναι καλά», του είπε εκείνη τη μέρα. «Ο πατέρας μου δεν θέλησε να τους τιμωρήσει για την αποτυχία σου. Τους κρατούσε στο καράβι σου μέχρι που αποφάσισε να βάλει νέο καπετάνιο. Μετά νομίζω πως το ξέχασε. Δεν βγαίνει πολύ αυτές τις μέρες και μάλλον δεν πρόσεξε πως είναι ακόμη αγκυροβολημένο στον κόλπο». «Δεν εκπλήσσομαι τόσο άρρωστος που δείχνει». «Δεν είναι άρρωστος, αναρρώνει», είπε θυμωμένη. «Δεν του φέρθηκαν καλά στη φυλακή και δεν έχει πολύ καιρό που βγήκε». «Και γιατί δεν σάλπαραν οι άντρες μου;» «Και να αφήσουν εσένα; Αυτός ο άχρηστος που αποκαλείς φίλο σου μάλλον θα τους έγδερνε ζωντανούς και μόνο στη σκέψη. Σου συμπεριφέρεται λες και είναι η μάνα σου, έτσι προστατευτικός που είναι. Γιατί;» «Είμαι ο μόνος που έχει. Έχασε την οικογένειά του σε έναν τυφώνα όσο


ήμαστε στο σχολείο». «Τον υιοθέτησες λοιπόν;» ρώτησε ειρωνικά. «Ήμαστε ήδη κολλητοί», ήταν το μόνο που της απάντησε και ήδη είχε πει περισσότερα από όσα ήθελε. Το να δώσει στην Κάθριν προσωπικές πληροφορίες ήταν εξίσου ανόητο με το να ενδώσει στην αποπλάνησή της, την οποία είχε σιχαθεί. Την αντιπάθησε από την αρχή. Εκείνη θα έπρεπε να τα είχε παρατήσει από καιρό. Αλλά για κάποιο λόγο δεν πίστευε ότι την αντιπαθούσε. «Όντως προσπάθησε να έρθει στα κρυφά στο νησί για να σε σώσει καμιά δεκαριά φορές», συνέχισε, «έπρεπε να τον διαβεβαιώσω ότι ήσουν αλυσοδεμένος στο κρεβάτι μου και το απολάμβανες για να τον σταματήσω από το να ρισκάρει τη ζωή του. Αλλά ο ηλίθιος με αμφισβητούσε. Οπότε του είπα ότι θα σε αφήναμε σύντομα ελεύθερο αν συμπεριφερόταν σωστά και αυτό έβαλε τέλος στις απερισκεψίες του. Μπορείς να με ευχαριστήσεις αργότερα». «Κι αυτό ψέμα ήταν;» «Τότε ναι». «Και τώρα;» «Τώρα είσαι τυχερός που είμαι με το μέρος σου». Το να την έχει με το μέρος του ήταν κατάρα, όχι τύχη και της το είπε εκείνη τη μέρα. Είχε απλώς πλαταγίσει τη γλώσσα της, κουνώντας μπροστά του επιδεικτικά το κλειδί της ελευθερίας του. «Πρέπει να αρχίσεις να μου φέρεσαι καλά», του είχε πει. «Δεν έχεις ιδέα πόσο δυσκολεύτηκα να πείσω τον πατέρα μου να σου δώσει ακόμα μια ευκαιρία. Έπρεπε να τον πείσω ότι θα παντρευτούμε». «Φύγε». «Θα προτιμούσες να σαπίσεις εδώ από το να με παντρευτείς;» «Ναι». Είχε φύγει παίρνοντας το κλειδί μαζί της, αλλά έτσι θυμωμένη που ήταν, είχε γυρίσει και είχε γρυλίσει: «Είπα ψέματα. Ο γάμος δεν είναι όρος. Αλλά όντως έδωσα πολλές υποσχέσεις για να πετύχω την απελευθέρωσή σου. Επομένως θα πετύχουμε αυτή τη φορά. Με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, θα παραδώσουμε τον Τζέιμς Μάλορι για την εκδίκηση του πατέρα μου. Δεν ξέρεις πώς είναι όταν θυμώνει και τώρα έχει θυμώσει πολύ». «Άρα σκότωσε τον φίλο σου;» «Τον Άντριου; Λοιπόν, όχι ακριβώς. Έτσι νόμιζε. Τον μαστίγωσε τόσο πολύ, φάνηκε να είχε χάσει επικίνδυνα πολύ αίμα. Αλλά απλώς πέταξε το σώμα του στον διάδρομο. Κατάφερα να τον ανεβάσω στο καράβι σου ώστε να τον


φροντίσει το πλήρωμά σου. Δεν έχω ιδέα αν επιβίωσε ή όχι. Δεν μπήκα στον κόπο να ρωτήσω. Αλλά υποθέτω πως μπορούμε να τον αφήσουμε στο Σεντ Κιτς όταν σταματήσουμε εκεί για να πάρουμε προμήθειες για το ταξίδι – αν είναι ακόμα ζωντανός». Μιλούσε με τόσο μπλαζέ ύφος, αλλά εκείνος δεν ξαφνιάστηκε. Από τις συναναστροφές του με την Κάθριν, είχε μάθει ότι ενδιαφερόταν μόνο για τον εαυτό της – και για τον γερο-πειρατή που αποκαλούσε πατέρα της. Εκείνη τη μέρα τον πήγε να δει τον πατέρα της. Στη διαδρομή της είπε: «Θα έπρεπε να τρέχεις προς την αντίθετη κατεύθυνση, Κάθριν, όχι να προσπαθείς να τον ευχαριστήσεις τόσο πολύ». «Ό,τι κι αν έκανε, είναι ακόμα ο πατέρας μου. Και ο θυμός του θα περάσει όταν πάρει αυτό που θέλει. Για το δικό σου καλό, ελπίζω να μπορέσεις να τον πείσεις ότι θα τα καταφέρεις αυτή τη φορά». Στη μεγάλη αίθουσα, ο Πιερ καθόταν μόνος σε ένα τραπέζι, όμως μισή ντουζίνα άλλα τραπέζια ήταν γεμάτα με τους μαχαιροβγάλτες που είχαν με χαρά ταχθεί στο πλάι του. Ψηλός, ίσως και γεροδεμένος πριν από την παραμονή του στη φυλακή, ανάρρωνε τόσο αργά από αυτό το μαρτύριο, που ήταν ακόμη αδύνατος και τσακισμένος, ωστόσο τα γαλάζια μάτια του ήταν απίστευτα ψυχρά. Είχε μαύρα μαλλιά και γένι με λευκές τρίχες. Μπορεί να ήταν όμορφος στα νιάτα του, όμως τώρα ήταν πολύ δύσκολο να πει κανείς. Σηκώθηκε όταν τον πλησίασαν η Κάθριν και ο Ντέιμον σχολιάζοντας: «Στην πρώτη δοκιμασία πίστης, καπετάνιε, απέτυχες παταγωδώς. Είμαι σίγουρος πως μερικές εβδομάδες στο μπουντρούμι μου σε έκαναν να θες να μου αποδείξεις πως δεν θα προδώσεις ξανά την εμπιστοσύνη μου. Ένα κελί στην Ανγκουίλα δεν διαφέρει και πολύ από αυτό που έφτιαξα εδώ. Δεν επιβιώνει κανείς εύκολα σε κανένα από τα δύο. Είσαι έτοιμος να προσπαθήσεις ξανά;». «Θα αναλάβω την αποστολή, αλλά μόνο αν πάω μόνος, χωρίς την Κάθριν. Αυτή μόνο περιπλέκει την κατάσταση». «Πώς τολμάς!» άρχισε να φωνάζει η Κάθριν, αλλά ο Πιερ σήκωσε το χέρι του. «Έχει δίκιο, σερί», είπε ο Πιερ στην κόρη του. «Είσαι πολύ όμορφη και πειρασμός. Θα αποσπάς την προσοχή του καπετάνιου όταν θα χρειάζεται να συγκεντρώνεται στην αποστολή του. Εκτός αυτού, σου έχω μια άλλη αποστολή για κλοπή κοσμημάτων». Η Κάθριν είχε ηρεμήσει, φάνηκε να κατευνάζεται με τα κομπλιμέντα του πατέρα της. «Όσο για σένα, καπετάνιε, όχι, δεν θα πας μόνος. Θα πάρεις για πλήρωμα τους άντρες μου», γύρισε και είπε ο Πιερ στον Ντέιμον.


«Έχω καλό πλήρωμα, όλοι είναι εξαιρετικοί στο να ακολουθούν εντολές. Οι άντρες σου…» «Ακολουθούν εντολές και θα σε παρακολουθούν ώστε να πετύχεις αυτή τη φορά. Μπορείς να κρατήσεις κάποιους δικούς σου, αλλά δεν θα φύγεις δίχως μερικούς δικούς μου. Αν όλα πάνε καλά, όταν επιστρέψεις, τότε θα σου δοθεί η νέα τοποθεσία μας». «Θα μετακινηθείς;» «Το ’χω συνήθειο. Ποτέ δεν μένω σε ένα μέρος για πολύ. Όταν πάρεις το κορίτσι, ακολούθα αυτές τις εντολές». Έδωσε στον Ντέιμον ένα διπλωμένο χαρτί. «Αν δεν την έχεις μαζί σου, θα σε σκοτώσουν επιτόπου. Έγινα κατανοητός; Δεν θα δεχτώ άλλη αποτυχία». «Απολύτως κατανοητός». Όμως μετά ο Πιερ είπε πιο βλοσυρά: «Έπρεπε να είχες πετύχει. Το κορίτσι θα αφηνόταν ελεύθερο αν είχες φέρει τον πατέρα της εδώ ώστε να πάρω την εκδίκησή μου. Όμως με έκανες να περιμένω, οπότε τώρα θα πάρω ακόμα καλύτερη εκδίκηση. Μπορείς να φανταστείς ποια είναι;». «Και τους δύο νεκρούς;» «Ακριβώς». Αυτή η μικρή λέξη είχε μεγάλο αντίκτυπο στον Ντέιμον. Μπορεί να μισούσε τον Τζέιμς Μάλορι, αλλά σίγουρα δεν μισούσε την κόρη του. Και δεν επρόκειτο να την αφήσει να πεθάνει για το βίτσιο ενός γερο-πειρατή.


Κεφάλαιο 13 Η Τζάκλιν στεκόταν στα μεγάλα παράθυρα της καμπίνας, ατενίζοντας τις ακτές της Αγγλίας στο φως του φεγγαριού. Γύρισε γρυλίζοντας γιατί δεν είχε καταφέρει να φύγει. Η αποτυχία ήταν το πικρότερο χάπι. Αλλά ακόμα έπρεπε να κάνει κάτι για να εμποδίσει τα σχέδια του Μπάσταρδου. Αφού δεν μπορούσε να δραπετεύσει, θα προσπαθούσε να καθυστερήσει το καράβι του ώστε ο πατέρας της να έφτανε πρώτος στην Καραϊβική για να αντιμετωπίσει όποιον ήθελε να τον σκοτώσει. Αλλά είχε προσπαθήσει να σαμποτάρει το καράβι του Μπάσταρδου και στο προηγούμενο ταξίδι. Κοιμόταν πολύ ελαφριά. Κάθε φορά που επιχειρούσε να πάρει το κλειδί για την πόρτα της καμπίνας, το οποίο κρατούσε πάνω του, αυτός ξυπνούσε. Όμως την προηγούμενη φορά δεν είχε στιλέτο. Ίσως κατάφερνε να διαρρήξει την κλειδαριά με αυτό και να σκίσει τα πανιά του καραβιού αργά τη νύχτα, που όλοι κοιμούνταν. Ή να πετούσε ένα φανάρι στον τοίχο και να έβαζε φωτιά στη λαγουδέρα πριν προλάβει κανείς να τη σβήσει, αλλά αυτό θα έπρεπε να το κάνει όταν ο Μπάσταρδος θα ήταν στο δωμάτιο, γιατί δεν την άφηνε ποτέ μόνη με αναμμένα φανάρια. Ο άνθρωπος αυτός έπαιρνε όλες τις προφυλάξεις. Δεν άφηνε τίποτε αιχμηρό στο δωμάτιο που να μπορεί να το χρησιμοποιήσει εναντίον του ούτε βαριά αντικείμενα να του πετάξει. Την προηγούμενη φορά δεν της είχε αφήσει ούτε ράντζο για να κοιμάται. Της είχε προσφέρει το κρεβάτι του, το οποίο εκείνη είχε απορρίψει, οπότε της είχε δώσει αρκετές κουβέρτες. Το ράντζο ήταν καινούριο. Εξίσου καινούριες ήταν και οι μπάρες στα παράθυρα. Δεν είχε σκοπό να την αφήσει να το σκάσει από εκεί, όπως είχε κάνει την προηγούμενη φορά. Τουλάχιστον τώρα το στιλέτο στον μηρό της της έδινε περισσότερες επιλογές. Θα μπορούσε να οδηγήσει αυτό το καράβι, αν βέβαια κατάφερνε να πάρει τον έλεγχό του. Θα μπορούσε να το κάνει σκοτώνοντας τον Μπάσταρδο, παίρνοντας το κλειδί και ελευθερώνοντας τον Τζέρεμι και τον Πέρσι. Αν κάποια από τα μέλη του πληρώματος ήταν Άγγλοι, θα δοκίμαζε να τους πάρει με το μέρος της. Αν αυτό δεν έπιανε, θα μπορούσαν οι τρεις τους να γυρίσουν τουλάχιστον το καράβι στην Αγγλία, αρκεί να μην έπεφταν σε καταιγίδες. Και τώρα ήταν η κατάλληλη στιγμή, τώρα που δεν είχαν απομακρυνθεί πολύ από την Αγγλία. Πήγε στην πόρτα και πίεσε την πλάτη της στον τοίχο κοντά στο πόμολο. Με το


που θα την άνοιγε ο Μπάσταρδος, θα τον προσπερνούσε και θα έβγαινε πριν προλάβει να την κλειδώσει. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, η κλειδαριά ακούστηκε και η πόρτα άνοιξε μια χαραμάδα μόνο ώστε εκείνος να μπει, οπότε η Τζακ όρμησε γρήγορα. «Τουλάχιστον φάε κάτι πρώτα, Τζακ», της είπε. Τα καταραμένα μακριά χέρια του την τράβηξαν πάλι μέσα στο δωμάτιο. Εντάξει, το σχέδιο ήταν κάπως πρόχειρο, γι’ αυτό δεν εκνευρίστηκε που δεν τα κατάφερε. Κι εκείνος έμοιαζε να το διασκεδάζει. Μάλλον κι εκείνη το ίδιο θα το διασκέδαζε στη θέση του, αν έβλεπε μια τόσο αξιοθρήνητη προσπάθεια διαφυγής. «Δεν πεινάω», μουρμούρισε και πήγε να καθίσει στο ράντζο όσο εκείνος άναβε τα φανάρια. Παρατήρησε ότι δεν κλείδωσε την πόρτα όταν μπήκε, αλλά κι αυτό ήταν κάτι που συνήθιζε. Όσο ήταν στο δωμάτιο μαζί της, ήταν σίγουρος ότι μπορούσε να την κρατά εκεί. Την κλείδωνε μόνο πριν πέσει για ύπνο ή όταν την άφηνε μόνη στην καμπίνα. Όταν γύρισε να την κοιτάξει ξανά, την προειδοποίησε: «Δεν θα σε αφήσω να λιμοκτονήσεις σε αυτό το ταξίδι. Κάθε πιάτο που θα αρνείσαι να τρως θα είναι ένα πιάτο που θα στερώ από τον αδελφό σου και τον φίλο του». «Σου είπα ότι δεν είναι αδελφός μου και απαιτώ να τους δω». «Όχι». «Γιατί όχι;» «Διότι δεν πρόκειται να βγεις από αυτό το δωμάτιο κι εκείνοι δεν πρόκειται να βγουν από το δικό τους. Θα πρέπει να με εμπιστευτείς ότι δεν θα τους στερήσω τίποτα – εκτός κι αν το κάνεις εσύ αρνούμενη το φαγητό που σου δίνω». «Δεν είχα σκοπό να μη φάω – αρκεί να μη μου δώσεις ξανά ψάρι». «Γι’ αυτό δεν έφταιγα εγώ», γέλασε. «Για όλα φταις εσύ». «Λέγε ό,τι θες, αλλά σε αυτό το ταξίδι έχουμε φρέσκα τρόφιμα καθώς και μάγειρα. Στο Μπρίτζπορτ το μόνο που καταφέραμε να προμηθευτούμε ήταν ψάρι, γιατί οι συγγενείς σου εκεί είχαν πάρει όλες τις προμήθειες της πόλης για τα πολυτελή πάρτι τους. Αυτή τη φορά μπορείς να τρως ό,τι έχεις συνηθίσει». Κούνησε το χέρι του προς το τραπέζι με τις έξι πολυτελείς καρέκλες και το κηροπήγιο στο κέντρο. Το είχε προσέξει, απλώς δεν την ενδιέφερε οτιδήποτε ήταν καρφωμένο το οποίο δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει προς όφελός της. Την προηγούμενη φορά της είχε προσφέρει την καρέκλα του γραφείου του γιατί ήταν το μόνο κάθισμα στο δωμάτιο. Την προηγούμενη φορά του είχε πετάξει


όλα τα πιάτα στο κεφάλι. Μέχρι που ο Άντριου την είχε πείσει ότι θα χρειαζόταν όλες τις δυνάμεις της για να δραπετεύσει. Σκεπτόμενη αυτόν τον ψεύτικο συγγενή των Μάλορι που την είχε βοηθήσει απεριόριστα, ρώτησε: «Τι απέγινε ο ηθοποιός φίλος της Κάθριν;» «Τον γυρίσαμε στην Αγγλία». Τον είδε που συνοφρυώθηκε ελαφρά πριν της γυρίσει την πλάτη για να πάει να καθίσει στο γραφείο του. «Τον τιμωρήσατε που με βοήθησε, ε;» τον κατηγόρησε. «Όχι εγώ». Χλώμιασε. «Ο πατέρας της Κάθριν; Ο άνθρωπος που λατρεύει το μαστίγιο;» «Πώς στο καλό το ξέρεις αυτό;» «Διότι υποπτευόμαστε πως δουλεύεις για τον Πιερ Λακρός! Και η θεία μου Γκάμπι είδε από πρώτο χέρι για τι είναι ικανός αυτός ο άνθρωπος. Δουλεύεις για τον Λακρός;» Πολύ θα ήθελε να της πει ναι. Ακόμα και ο πατέρας της, ο οποίος υποπτευόταν πως ήταν ο Λακρός το αφεντικό, έπρεπε να βεβαιωθεί πηγαίνοντας πρώτα στη φυλακή της Ανγκουίλα πριν ξεκινήσει να βρει τον πειρατή. Αλλά το μόνο που είπε ο Μπάσταρδος ήταν: «Ο Άντριου χρειαζόταν γιατρό, οπότε προσέλαβα έναν. Ίσως τελικά αναρρώσει πλήρως, αλλά τουλάχιστον μπόρεσε να κατέβει από το καράβι μου χωρίς να χρειαστεί βοήθεια». «Υπονοείς ότι τον έσωσες;» «Εκπλήσσεσαι;» «Η μόνη έκπληξη είναι που προσπαθείς να με πείσεις ότι έχεις μέσα σου έστω κι ένα ίχνος συμπόνιας». «Πολύ καλά, προφανώς πιστεύεις ότι δεν είχα πρόθεση να τον σώσω, παρόλο που τελικά αυτό έκανα». Η Τζακ δεν πίστευε ότι είχε βοηθήσει τον Άντριου, αλλά ήταν σίγουρη πως ο Άντριου τιμωρήθηκε φριχτά που τη βοήθησε να δραπετεύσει. Μόρφασε όταν σκέφτηκε τον πόνο του μαστιγίου στην πλάτη του. Ήλπιζε κάποια μέρα να μπορέσει να του το ξεπληρώσει. Όμως τώρα έπρεπε να αντιμετωπίσει τον Μπάσταρδο. «Πάλι δολοφονικές σκέψεις κάνεις;» Συνάντησε το εύθυμο βλέμμα του και είπε: «Όταν έχουν να κάνουν μαζί σου, ναι». «Είσαι ανοιχτό βιβλίο, Τζακ». Εκείνος πάλι δεν ήταν. Αυτός ο εύθυμος, υπεροπτικός τρόπος του έδινε την αίσθηση ότι ήταν ερωτευμένος μαζί της, αλλά αυτό ήταν εξωφρενικό. Ήταν και


την προηγούμενη φορά έτσι, αλλά τότε της είχε πει πολλές φορές ότι θα την άφηνε ελεύθερη μετά την ανταλλαγή. Τις τελευταίες ώρες δεν της είχε πει κάτι τέτοιο. Αυτή τη φορά ήξερε ότι θα την πήγαινε στον θάνατό της. Και αυτό τον διασκέδαζε; Ήταν άραγε τελικά τόσο κακός όσο και το αφεντικό του; Απόδιωξε αυτή τη σκέψη. Δεν ήθελε να το σκέφτεται. Αν το έκανε, δεν θα μπορούσε να κλείσει μάτι στο ίδιο δωμάτιο μαζί του – και το ταξίδι ήταν πολύ μακρύ. Χρειαζόταν περισσότερες πληροφορίες γι’ αυτόν. Δεν είχε προσπαθήσει να εκμαιεύσει καμία την προηγούμενη φορά, τότε που του ορμούσε με κάθε ευκαιρία. Τώρα έπρεπε να φερθεί πιο πονηρά, διότι είχε διαφορετικούς στόχους αυτή τη φορά, να καθυστερήσει το καράβι του ή να το καταλάβει. Το να τον σκοτώσει θα ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα. «Παρεμπιπτόντως, σου προσφέρω ξανά το κρεβάτι μου και όχι, αυτό δεν είναι πρόταση να το μοιραστούμε. Το ράντζο θα το πάρω εγώ». Κοίταξε το κρεβάτι. Ήταν μεγάλο. Ήταν άνετο, με παχύ στρώμα. Θα έπρεπε να το δεχτεί, αλλά της φάνηκε λάθος να κοιμάται στο κρεβάτι κάποιου που θα σκότωνε. Κούνησε το κεφάλι της. «Έχω ήδη προλάβει το ράντζο. Εσύ θα μείνεις μακριά του». «Όπως επιθυμείς». «Αλλά θα δεχτώ το κρεβάτι αν πάρεις το ράντζο και ξεκουμπιστείς από δω μέσα». Γέλασε. Μα φυσικά και γέλασε ο κόπανος. Έπρεπε να σταματήσει να τον διασκεδάζει επιτέλους. «Ακόμα θα ήθελα να μάθω ποιον προσέλαβες για το θέατρο στον χορό. Ηθοποιό ή κανέναν φτωχό κύριο που δεν ήξερε ότι έβαζε σε κίνδυνο την οικογένειά μου;» τον ρώτησε. «Ακόμα δεν πιστεύεις ότι ήμουν εγώ;» «Ξεχνάς ότι εκείνος είχε ξανθά μαλλιά». «Περούκα, αλλά κι εσύ φορούσες περούκα εκείνη τη βραδιά». Και μετά χαμογέλασε. «Τα όμοια…» Η Τζακ ρουθούνισε αγενώς. Εκείνος άνοιξε ένα συρτάρι από το γραφείο του, έβγαλε την ξανθιά περούκα και τη στριφογύρισε στο χέρι του λέγοντας: «Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να προσλάβω κάποιον, αλλά πάλι δεν θα εμπιστευόμουν κανέναν να σου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Πράγμα που μου θυμίζει…» Σηκώθηκε και έκανε τον γύρο του γραφείου. Η Τζακ τινάχτηκε στην πόρτα. Ως συνήθως, έφτασε εκείνος πρώτος και στάθηκε μπροστά της. Του έδωσε μια


μπουνιά στην κοιλιά, αλλά πόνεσε τόσο πολύ, που νόμισε πως έσπασε τα δάχτυλά της. Εκείνος δεν έβγαλε ούτε κιχ ούτε η ανάσα δεν του κόπηκε. Αντιθέτως, της έπιασε τα χέρια και τα έφερε απαλά στην πλάτη της, φέρνοντάς τη τόσο κοντά του, που τα στήθη τους αγγίζονταν. Σήκωσε το βλέμμα και τον κοίταξε, έτοιμη να ουρλιάξει, αλλά εκείνη τη στιγμή τη φίλησε. Αυτό την εξέπληξε τόσο, που κοκάλωσε ώστε τα χείλη του να αγγίξουν τα δικά της μία φορά, και μετά ξανά, τόσο αισθησιακά απαλά, τόσο… Του έριξε κουτουλιά, ελπίζοντας να του ματώσει τη μύτη. Τουλάχιστον προσπάθησε, αλλά ως συνήθως εκείνος ήταν προετοιμασμένος για τις κινήσεις της και τράβηξε το κεφάλι του μακριά, με αποτέλεσμα να κουτουλήσει στο στέρνο του. «Αυτό ήταν επειδή ήσουν τόσο όμορφη στον χορό, οπότε μη μου κρατάς κακία. Δεν θα ξανασυμβεί – εκτός κι αν το θελήσεις».


Κεφάλαιο 14 «Πώς τολμάς να με φιλάς;» γρύλισε η Τζακ. «Αν το ξανακάνεις, δεν θα προσπαθήσω να σου ματώσω μόνο τη μύτη». Κατάφερε και τραβήχτηκε μακριά του μόνο και μόνο επειδή αυτός είχε χαλαρώσει τη λαβή του. «Αν συνεχίσεις να κοπανιέσαι και να τραυματίζεσαι πάνω μου, θα αναγκαστώ να σε δέσω πάλι». «Μόνο έτσι θα παραμείνεις ασφαλής», του αντιγύρισε. «Εμπρός λοιπόν, δέσε με. Δεν περιμένω κάτι άλλο από έναν καταραμένο πειρατή». Του γύρισε γρήγορα την πλάτη γιατί δεν ήθελε να τη δει που έτριβε το χέρι της. Είχε κοκκινίσει, αλλά δεν είχε σπάσει κανένα κόκαλο. «Δεν ανησυχώ για μένα. Παράτα τα, Τζακ. Σε έχω δει ευγενική και σκερτσόζα. Σου άρεσα», της είπε γελώντας. Αυτό το γελοίο σχόλιο την έκανε να κοντοσταθεί. Στεκόταν πίσω από το γραφείο του. «Όχι, ανόητε! Το μυστήριο μου άρεσε εκείνη τη νύχτα. Ήταν αυτό που ήθελα σε έναν χορό μασκέ και θύμωσα όταν μου το στέρησαν οι μνηστήρες μου». «Μου το είπες αυτό». «Ναι, σου το είπα, άρα ξέρεις ότι το μόνο που μου πρόσφερες ήταν το μυστήριο που ήθελα. Σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό. Αν το παρερμήνευσες και πίστεψες ότι μου άρεσες, κάνεις πολύ μεγάλο λάθος». «Ωστόσο ήρθες στο πάρκο για να με συναντήσεις την επόμενη μέρα», της θύμισε. «Κρίμα που δεν ήρθες μόνη σου». Και ύστερα τη ρώτησε γεμάτος περιέργεια: «Μα τι σκεφτόταν ο πατέρας σου βάζοντας μαντράχαλους να σε συνοδεύουν; Καμιά δεκαριά υπηρέτες δεν θα τραβούσαν τόσο την προσοχή όσο αυτοί οι τέσσερις και θα σε προστάτευαν εξίσου καλά». «Σε φόβισαν όμως, έτσι δεν είναι;» του πέταξε χαμογελώντας ειρωνικά. «Δεν φοβήθηκα, Τζακ. Ωστόσο προσέχω όσο μπορώ και μου αρέσει το πρόσωπό μου έτσι όπως είναι. Θα γινόταν μεγάλος καβγάς και δεν θα μπορούσα να είχα φύγει μαζί σου». Ρουθούνισε. «Δεν θα κέρδιζες. Αυτοί οι τέσσερις είναι αντίπαλοι του πατέρα μου στο ρινγκ – όταν δεν είναι εδώ ο Τόνι για να αγωνίζεται μαζί του. Και απάντησέ μου. Τους σκότωσες;» «Όχι, αλλά τους κρατώ αιχμάλωτους. Όλοι οι άντρες που έφερες μαζί σου


απόψε θα ελευθερωθούν αφού… κάνω την πρότασή μου στον πατέρα σου. Αυτή τη φορά δεν θα ρισκάρω τίποτα. Θα περιμένω μια ολόκληρη εβδομάδα πριν ενημερώσω τον πατέρα σου ότι σε έχω ώστε να έρθει να μας βρει». «Όχι αν άφησες το σημείωμα πάλι στο ταχυδρομείο». «Δεν το άφησα εκεί», είπε λίγο υπεροπτικά. «Άφησα πίσω μου έναν έμπιστο να το φροντίσει». Ολόκληρη εβδομάδα; Η μητέρα της θα πάθαινε έμφραγμα μέχρι τότε! «Σε μισώ!» «Το ξέρω». «Δεν ξέρεις τίποτα – έπρεπε να σε είχα πυροβολήσει τότε που είχα την ευκαιρία!» «Συμφωνώ, αν και δεν θα πετύχαινες αυτό που ήθελες». «Όμως θα απολάμβανα πολύ το αίμα σου στο πάτωμα». «Ή καθόλου αίμα, ανάλογα με το πού θα στόχευες», αντιγύρισε καθώς άρχισε να βγάζει μεταλλικές πλάκες μέσα από το πουκάμισό του. Τον κοίταξε μην πιστεύοντας στα μάτια της. Ήταν αστείο που είχε πάρει τέτοιου είδους προφυλάξεις. Γι’ αυτό λοιπόν είχε πονέσει τόσο πολύ το χέρι της! «Αυτό ήταν ένα σχέδιο όλα ή τίποτα, ε;» τον ρώτησε. «Που μου είπες ότι θα σαλπάριζες απόψε. Θα το έκανες αν δεν είχα εμφανιστεί;» «Όχι». «Μα έπαιξες το τελευταίο χαρτί σου σε αυτό το σημείωμα, λέγοντας ότι δεν θα επέστρεφες στην Αγγλία αν δεν ερχόμουν να σε ξεπροβοδίσω. Τι θα έκανες μετά; Θα περίμενες μερικές μέρες και μετά θα έλεγες ότι επέστρεψες ούτως ή άλλως;» «Κάτι θα σκεφτόμουν». «Θα αυτοσχεδίαζες δηλαδή αντί να έχεις οργανωμένο σχέδιο; Αυτό δεν ακούγεται και πολύ πειρατικό». «Κι εσύ δεν ήρθες για ρομαντικό ραντεβού. Πώς το μάντεψες;» Έκλεισε το στόμα της. Εκείνος κάθισε και σταύρωσε τα χέρια. «Αν θες απαντήσεις, πρέπει να μου δώσεις κι εσύ μερικές, Τζακ». «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι παίζω με τους κανόνες;» «Δεν παίζεις; Τότε φαντάζομαι πως δεν έχεις άλλες ερωτήσεις για μένα». Είχε. Πριν στραφεί εναντίον του, ήθελε να μάθει πού κρυβόταν το αφεντικό του. Ο πατέρας της είχε πει ότι αν τελικά ήταν ο Λακρός, ο πειρατής μπορεί να είχε βάλει μπρος το σχέδιό του από το κελί της φυλακής, αλλά δεν πίστευε ότι ένας τόσο κακός πειρατής είχε κερδίσει την πίστη των λίγων αντρών που είχαν


καταφέρει να ξεφύγουν τη νύχτα που έγινε εισβολή στο φρούριό του, τουλάχιστον όχι αρκετή πίστη ώστε να τους κάνει ό,τι θέλει πίσω από τα κάγκελα μιας φυλακής. Εκτός αυτού, ο συγκεκριμένος πειρατής δεν κέρδιζε την πίστη, την απαιτούσε με τη βία. Κάτι που την οδήγησε στην απίστευτη σκέψη. «Μήπως έχει πάρει ο Λακρός ομήρους συγγενείς σου και σε αναγκάζει να συνεργαστείς μαζί του;» «Όχι». Μα σε όλα λάθος έκανε; Ή έλεγε ψέματα. «Αν δεν δουλεύεις γι’ αυτόν, τότε για ποιον δουλεύεις;» «Πρώτα, σε παρακαλώ, απάντησε σε μία από τις…» «Ναι, ναι», τον διέκοψε θυμωμένη. «Δεν ήμουν σίγουρη πως θα ήσουν εσύ στις αποβάθρες, αλλά πίστευα πως ήταν μια πιθανότητα γιατί ο γραφικός χαρακτήρας σου έμοιαζε με αυτόν στο σημείωμα των λύτρων που μου είπες πως έγραψες και ταχυδρόμησες στο Μπρίτζπορτ». «Δεν ήσουν εκεί για να δεις αυτό το σημείωμα». «Εξαιτίας σου!» γρύλισε, αλλά μετά πρόσθεσε: «Ο πατέρας μου το κράτησε και τον έπεισα να μου το δείξει στην επιστροφή για το σπίτι». Γέλασε. «Θεέ μου, τι έξυπνα και πόσο όμορφα μάτια έχεις». Εκείνη τον κοίταξε βλοσυρά. «Ήταν μια απειροελάχιστη πιθανότητα, αλλά και πάλι θα ερχόμουν προετοιμασμένη για να σε πιάσω!» «Ήλπιζα να έφερνες και τον πατέρα σου μαζί». Έπνιξε ένα μικρό γελάκι. «Θα πρέπει να προσεύχεσαι να μην έρθεις ποτέ αντιμέτωπος πρόσωπο με πρόσωπο μαζί του. Έχει μεγάλα σχέδια για σένα, Μπάσταρδε – κατά τη γνώμη μου, δηλαδή. Θα τα βρεις τόσο επώδυνα, που θα παρακαλάς για γρήγορο θάνατο. Όμως δεν θα έχεις γρήγορο τέλος και δεν θα τη γλιτώσεις». Σήκωσε τους ώμους. «Μου το ξανάπες αυτό. Ωστόσο, είχα την ελπίδα πως θα σε συνόδευε, γι’ αυτό και προσέλαβα τόσους άντρες. Ακόμα και ο πιο δυνατός δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα με πολλούς». «Και τότε γιατί δεν το έκανες νωρίτερα, αντί να μας ακολουθήσεις στην Αμερική;» «Διότι δεν πήγαινε σε φτωχογειτονιές και δεν μπορείς να συγκεντρώσεις στρατιές αντρών σε πολυτελείς γειτονιές χωρίς να τραβήξεις τα βλέμματα του κόσμου. Αλλά προσπαθήσαμε μερικές φορές ανεπιτυχώς με κάποια μέλη του πληρώματός μου». Κούνησε το κεφάλι της λέγοντας: «Θα μου το είχε πει». «Σου το λέει κάθε φορά που τον πλησιάζουν άντρες που νομίζει για κλέφτες;»


Όχι, δεν το λέει. Απλώς τους αντιμετωπίζει με τον τρόπο του, σαν να μην έγινε τίποτα. Σήκωσε το φρύδι της. «Πόσοι πέθαναν;» Τώρα ήταν αυτός που κατέπνιξε ένα μικρό γέλιο. Αλλά ένα χτύπημα στην πόρτα τον έκανε να την ανοίξει και μια στιγμή αργότερα ακούμπησε έναν δίσκο με φαγητό στο τραπέζι. Εκείνη πλησίασε να δει αν έλεγε ψέματα για τον μάγειρα. Προφανώς έλεγε αλήθεια. Το φαγητό στα δύο πιάτα φαινόταν πεντανόστιμο: φρέσκος αρακάς, ψητό κοτόπουλο με καραμελωμένη σος που μύριζε θεϊκά, αχνιστά ψωμάκια, ακόμα και επιδόρπιο. Κάθισε και πήρε το ένα πιάτο και η μυρωδιά της θύμισε πόσο πολύ πεινούσε. Αλλά όταν πήγε να κάνει κι εκείνος το ίδιο, αυτή του είπε με θράσος: «Δεν πρόκειται να κάτσω να δειπνήσω μαζί σου λες και δεν είμαι αιχμάλωτή σου κι εσύ δεν είσαι καταραμένος πειρατής». Έδειξε το γραφείο του. «Αν θες να φάω, θα πας να καθίσεις εκεί». «Προς το παρόν», της είπε και πήρε ένα από τα πιάτα στο γραφείο του. «Αλλά θα δειπνήσουμε μαζί, θα κάνουμε ίσως και περισσότερα, πριν τελειώσει αυτό το ταξίδι, Τζακ. Μπορεί ακόμα και να προσκαλέσω τον αδελφό σου ή αυτόν που μοιάζει με τον αδελφό σου για γεύμα, αν μου το ζητήσεις ευγενικά». Καταραμένε χαμογελαστέ ψεύτη, σκέφτηκε. Αποκλείεται. Απλώς του αρέσει να με δελεάζει. Αλλά μόλις η Τζακ έφαγε μια μπουκιά από το ψητό κοτόπουλο, σκέφτηκε αυτά που της είχε πει ο Μπάσταρδος για τις απόπειρες να πιάσει τον πατέρα της. Ήταν κι αυτό ψέμα; Ή ήταν αρκετά τρελός και απελπισμένος να πιστεύει ότι μπορούσε να νικήσει τον Τζέιμς Μάλορι; Η νέμεσή της ήταν πιο επικίνδυνη από ό,τι πίστευε.


Κεφάλαιο 15 Στην πλατεία Μπέρκλι, τα οχήματα ήταν στοιχισμένα στο πεζοδρόμιο έξω από το σπίτι του Τζέιμς και της Τζορτζίνα Μάλορι. Οι πρεσβύτεροι, όπως αποκαλούσαν ο Τζέιμς και ο Τόνι τα μεγαλύτερα αδέλφια τους, ήταν εκεί. Ο Άντονι και η Ρόσλιν ήταν εκεί, μια και ήταν ο πρώτος που είχε φωνάξει η Τζορτζ όταν η Τζάκλιν δεν επέστρεψε για το δείπνο. Ήταν εκεί και η Ντάνι, διότι αγνοούνταν και ο άντρας της και ήξερε πως ο Πέρσι ήταν μαζί του. Και είχαν φωνάξει και την Έιμι σε περίπτωση που είχε κάποιο προαίσθημα. Ήταν όλοι συγκεντρωμένοι στο σαλόνι. Ο Έντουαρντ καθόταν δίπλα στην Τζορτζίνα με το χέρι του περασμένο στους ώμους της. Είχε σταματήσει να κλαίει. Είχαν ήδη ψάξει το σπίτι για κανένα σημείωμα που μπορεί να είχε αφήσει η Τζάκλιν λέγοντας πού βρισκόταν και είχαν ρωτήσει όλους τους υπηρέτες. Το μόνο που έμαθαν από την υπηρέτρια της Τζάκλιν ήταν ότι είχε αποφασίσει να μην πάει στο προγραμματισμένο πάρτι εκείνη τη βραδιά και ότι θα έφευγε με τον Τζέρεμι και θα γυρνούσε για το δείπνο ή λίγο αργότερα. Και ο Άρτι είχε επιβεβαιώσει πως είχε φύγει από το σπίτι μαζί με τον Τζέρεμι. Όμως τώρα είχαν περάσει πολλές ώρες. «Θα ήταν ικανή να κλεφτεί με κανέναν;» ρώτησε η Έιμι. «Με ποιον… και με τους δώδεκα μνηστήρες της;» απάντησε η Τζορτζίνα. «Έδειξε ενδιαφέρον για έναν καινούριο που γνώρισε στο πάρτι μασκέ που πήγατε τις προάλλες», συνέχισε η Έιμι. Η Τζορτζίνα έσμιξε τα φρύδια και θυμήθηκε. «Ο Τζέιμς δεν συμπάθησε αυτόν τον νεαρό γιατί αρνήθηκε να συστηθεί όταν επέστρεψε την Τζακ μετά από έναν χορό». «Δεν ήξερε το όνομά του όταν μου μίλησε χθες γι’ αυτόν, αλλά μπορεί και να το έμαθε», είπε η Έιμι. «Εγώ είμαι η πρώτη που παραδέχεται ότι η Τζακ είναι αυθόρμητη, ακόμα και απερίσκεπτη πολλές φορές», είπε η Τζορτζίνα. «Αλλά δεν είναι τρελή. Κανείς δεν παντρεύεται κάποιον που μόλις γνώρισε, σίγουρα όχι η Τζακ μας, που διαρκώς έλεγε ότι δεν θέλει να παντρευτεί φέτος – προς μεγάλη χαρά του Τζέιμς». «Όμως προφανώς ζήτησε τη βοήθεια του Τζέρεμι για κάτι», παρενέβη η Ντάνι. «Και επίσης είναι και οι δύο θυμωμένοι που ο Τζέιμς δεν τους πήρε μαζί


του. Μιλούσαν πολύ γι’ αυτό χθες βράδυ, όταν συνοδεύσαμε την Τζακ στο σουαρέ». Όλοι κοίταξαν την Ντάνι, η οποία πρόσθεσε: «Όχι, ο Τζέρεμι δεν θα έφευγε από τη χώρα δίχως να μου το πει». Η Τζορτζίνα αναστέναξε συμφωνώντας. «Η Τζακ μπορεί να ήθελε να ακολουθήσει τον πατέρα της, αλλά θα άφηνε σημείωμα αν επρόκειτο να κάνει κάτι τόσο ανόητο. Και σίγουρα δεν θα έπαιρναν τον Πέρσι μαζί τους». «Έχεις κανένα προαίσθημα γι’ αυτό, Έιμι;» ρώτησε την κόρη του ο Έντουαρντ. Η Έιμι αναστέναξε. «Τίποτα που να μπορεί να βοηθήσει». «Τίποτα;» επέμεινε η Τζορτζίνα. Όμως ο Τζέισον πρόσθεσε: «Η Τζάκλιν έχει τον Τζέρεμι μαζί της, τον Πέρσι και τους τέσσερις φρουρούς. Θα πρέπει να είναι ακόμα στην πόλη και απλώς θα καθυστέρησε για κάποιον λόγο. Το ότι δεν άφησε σημείωμα σημαίνει ότι σκόπευε να γυρίσει πριν καταλάβουμε την απουσία της. Σίγουρα θα εμφανιστεί από λεπτό σε λεπτό». Όλοι κοίταξαν τον Τζέισον για αυτή την πρόβλεψη και μετά έστρεψαν πάλι την προσοχή τους στην Έιμι. Η Έιμι ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Δεν είμαι μαγική σφαίρα. Δεν έχω κανένα προαίσθημα γι’ αυτή την κατάσταση, πράγμα που θα πρέπει να εκλάβετε ως καλό, δεν υπάρχει κίνδυνος, δεν υπάρχει καταστροφή. Δεν είχα καθόλου προαισθήματα χθες, όταν μου είπε η Τζακ ότι είχε βρει τον άντρα της». «Τον άντρα της;» «Τον κατάλληλο γι’ αυτή. Και θύμωσε που υπονόησα κάτι τέτοιο, το αρνήθηκε σθεναρά. Αλλά ήταν και ενθουσιασμένη με αυτόν τον μασκοφόρο άντρα. Αλλά όπως είπα, μέχρι χθες, ακόμα δεν ήξερε ποιος ήταν – εκτός κι αν μου είπε ψέματα». Η Έιμι κούνησε το κεφάλι. «Όχι, δεν θα το έκανε αυτό. Ίσως ανακάλυψε ποιος ήταν ή πώς να τον βρει». «Άρα πιστεύεις ότι πήγε να τον βρει και πήρε μαζί της τον Τζέρεμι για συνοδεία;» Η Έιμι σήκωσε τους ώμους. «Θα μπορούσε να είναι κι έτσι». «Αυτό ακούγεται σαν κάτι που θα έκανε η Τζακ», είπε η Ρόσλιν. «Ειδικά αν ο άντρας ήταν μυστήριο για εκείνη, ένα μυστήριο που δεν μπορούσε να λύσει. Αλλά συμφωνώ με τον Τζέισον. Μάλλον απλώς έχουν καθυστερήσει να επιστρέψουν». «Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε σε αυτό», είπε η Τζορτζίνα. «Πρέπει να αρχίσουμε να την ψάχνουμε. Θα κάνω μια λίστα των φιλενάδων της Τζακ και της Τζούντι εδώ στην πόλη. Εσείς σκεφτείτε πού θα μπορούσε να γίνει ένα αθώο


ραντεβού σε περίπτωση που έφυγε για να συναντήσει αυτόν τον άντρα από τον χορό». «Σε ένα εστιατόριο, αφού έφυγε πριν από την ώρα του δείπνου». «Έχει περάσει προ πολλού η ώρα του δείπνου, αλλά δεν είναι κακή ιδέα». «Στο ξενοδοχείο του άντρα, αν έχει εστιατόριο. Αν είναι καινούριος στην πόλη, μπορεί να μένει σε ξενοδοχείο και να της πρότεινε να φάνε εκεί. Και ο Τζέρεμι έχει πάει για συνοδός». «Μα δεν ξέρουμε το όνομά του». «Δεν χρειάζεται», είπε η Ντάνι. «Αν έχουν πάει είτε σε εστιατόριο είτε σε ξενοδοχείο, θα την περιμένουν απ’ έξω οι τέσσερις φρουροί, που είναι εύκολο να εντοπίσουμε. Επίσης ο Τζέρεμι πήρε και το μόνιππο, το οποίο εντοπίζεται εύκολα». Ο Τζέισον άρχισε να δίνει οδηγίες. «Χρειαζόμαστε περισσότερους άντρες για την έρευνα, σε περίπτωση που δεν γυρίσει σύντομα. Τζορτζ, στείλε έναν άντρα σε κάθε σπίτι των Μάλορι στην πόλη για να συγκεντρώσει όσους άντρες μπορεί. Εγώ πρέπει να φροντίσω κάτι, αλλά δεν θα αργήσω. Φαντάζομαι θα έχει γυρίσει μέχρι να επιστρέψω». «Πού στο καλό, Τζέισον, πού;…» Ο Άντονι δεν ολοκλήρωσε την ερώτησή του γιατί ο μεγάλος αδελφός του έβγαινε ήδη από την πόρτα. Η Τζορτζίνα είχε αρχίσει πάλι να κλαίει στον ώμο του Έντουαρντ. Ο Άντονι αναστέναξε και βούλιαξε στον καναπέ δίπλα στη γυναίκα του. «Είμαστε σίγουροι ότι ψάξαμε παντού για κάποιο σημείωμα της Τζακ;» ρώτησε απαλά ο Έντουαρντ την Τζορτζίνα. «Ψάξαμε το δωμάτιό της, το δικό μου, το σαλόνι. Οι υπηρέτριες ακόμα ψάχνουν στο υπόλοιπο σπίτι, αλλά η Τζακ σίγουρα θα το άφηνε σε μέρος που θα το έβλεπα». «Ποιος ήταν στην πόρτα σήμερα;» ρώτησε ξαφνικά η Ντάνι. «Εγώ», είπε ο Άρτι που στεκόταν κοντά στην πόρτα του σαλονιού. «Επομένως σε άφησαν πίσω σε αυτό το ταξίδι;» Οι δύο θαλασσόλυκοι που είχαν σαλπάρει με τον Τζέιμς στα δέκα χρόνια της απουσίας του από την Αγγλία συνήθως τραβούσαν καλαμάκια για να δουν ποιος θα συνόδευε τον Τζέιμς όταν έφευγε χωρίς την οικογένειά του. Όμως ο Άρτι κούνησε το κεφάλι του. «Μας άφησε και τους δύο πίσω με τα γυναικόπαιδα σε αυτό το ταξίδι», μουρμούρισε ο Άρτι. «Έπρεπε να τους φυλάμε με τη ζωή μας – δεν κάναμε μάλλον πολύ καλή δουλειά».


«Ανοησίες», είπε η Ντάνι στον πρώην πειρατή. «Η Έιμι μας διαβεβαίωσε ότι δεν υπάρχει κίνδυνος ακόμα και προς το παρόν θα υποθέσουμε ότι δεν θα υπάρξει. Αλλά μήπως η Τζακ έλαβε σήμερα κάτι ασυνήθιστο;» «Ένα τριαντάφυλλο, το ίδιο με αυτό που έλαβε και χθες. Τα πήρε στο δωμάτιό της». «Είδα τα δύο τριαντάφυλλα στην τουαλέτα της, όταν κοίταξα νωρίτερα», είπε ο Άντονι. «Τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο». «Είχαν κανένα σημείωμα;» Ο Άντονι τινάχτηκε από τον καναπέ και όρμησε προς την πόρτα του σαλονιού. «Κοιτάξαμε μόνο για σημείωμα που μπορεί να είχε αφήσει η Τζακ στην Τζορτζ. Ανάθεμα, δεν σκεφτήκαμε να κοιτάξουμε σημειώματα που είχαν σταλεί σε εκείνη».


Κεφάλαιο 16 Η Τζάκλιν παρατήρησε πως την προηγούμενη φορά που την είχε απαγάγει ο Μπάσταρδος ήταν πολύ επιφυλακτικός να δείξει το σώμα του. Τότε είχε σκεφτεί πως μάλλον είχε πολλές ουλές, τις οποίες ήθελε να κρύβει. Για ποιον άλλο λόγο ένας πειρατής δεν γδυνόταν μπροστά της; Τώρα έκανε το ίδιο και πάλι, έπεφτε στο κρεβάτι με τα ρούχα, βγάζοντας μόνο τη ζώνη και τις μπότες του. Την προηγούμενη φορά ούτε άλλαζε ρούχα μπροστά της. Όταν χρειαζόταν καθαρό παντελόνι και πουκάμισο, έπαιρνε τα ρούχα και έβγαινε από το δωμάτιο. Τι τα έκανε άραγε, άλλαζε στο κατάστρωμα; Αυτό σίγουρα θα προκαλούσε γέλια στο πλήρωμά του. Αν είχε ουλές, εκείνη θα τον κορόιδευε. Σίγουρα του άξιζε κάθε πληγή που είχε. Αλλά τώρα υποπτευόταν ότι όλα αυτά γίνονταν για το δικό της καλό, όχι για το δικό του. Αλήθεια, δεν ήθελε να την προσβάλλει; Αυτό ήταν τόσο ευγενικό εκ μέρους του, που δεν μπορούσε να το πιστέψει, ωστόσο είχε δει πώς είχε συμπεριφερθεί στον χορό της λαίδης Σπένσερ. Ήταν πολύ κομψός με το μαύρο κοστούμι του και ήξερε πολύ καλά πώς να συμπεριφερθεί και πώς να μιλήσει εκείνη τη βραδιά. Και ο λόγος του ήταν εκλεπτυσμένος, όχι των καταγωγίων. Κατάφερε ακόμα και να τη γοητεύσει με τον αέρα μυστηρίου του. Αναρωτήθηκε μήπως τον είχαν αναθρέψει ως ευγενή οι Άγγλοι γονείς του. Γι’ αυτό κατάφερε να την εξαπατήσει εκείνη τη νύχτα; Και ποιον κορόιδευε; Ο πατέρας της είχε κερδίσει με το σπαθί του τη φήμη του ατρόμητου πειρατή. Οπότε ήταν πολύ πιθανό ο Μπάσταρδος να ήταν τζέντλεμαν πριν γίνει απαγωγέας. Αυτό δεν άλλαξε την κάκιστη γνώμη που είχε για εκείνον, απλώς το έβρισκε διασκεδαστικό που έμπαινε στον κόπο να την απαλλάσσει από τη θέα του γυμνού κορμιού του. Εκείνη θα έπρεπε να κάνει το αντίθετο, να βγάζει την μπλούζα, τη φούστα και τον κορσέ της. Της άρεσε η ιδέα να τον σοκάρει, αλλά μόνο για λίγο. Όμως μάλλον δεν θα σοκαριζόταν και θα το εκλάμβανε ως πρόσκληση, και σίγουρα δεν ήθελε να του δώσει τέτοια εντύπωση. Θυμήθηκε πώς την κοίταξε στο προηγούμενο ταξίδι όταν έβγαλε την τουαλέτα της και φόρεσε ένα πουκάμισό του για να νιώθει πιο άνετα. Η αισθησιακή έκφραση των γαλάζιων ματιών του την είχε εκνευρίσει τόσο πολύ, που του είχε ρίξει γροθιά στο σαγόνι. Δηλαδή είχε προσπαθήσει, αλλά εκείνος ήταν γρήγορος και της


έπιασε το χέρι γελώντας. Όχι, δεν θα έκανε κάτι που θα έδινε την εντύπωση της πρόσκλησης. Ήταν και θα παρέμενε ντυμένη ούτε τις μπότες της δεν θα έβγαζε. Θα κοιμόταν ακόμα και με το σακάκι της, αν δεν το είχε ήδη αφήσει στην πλάτη μιας καρέκλας. Μόλις εκείνος έσβησε το φανάρι, τον ρώτησε: «Έχεις ουλές;». «Όχι πολλές, γιατί;» Υπήρχε αρκετό φως στο δωμάτιο από το φεγγάρι, οπότε γύρισε προς το μέρος του, περιμένοντας πως αυτός θα ανακαθόταν για να μιλήσει, όμως δεν το έκανε. «Έτσι», είπε και ξάπλωσε αγνοώντας τον. «Μαντεύω». «Δεν μαντεύεις». «Αναρωτιέσαι γιατί δεν κοιμάμαι γυμνός, αφού έτσι συνηθίζω». Μα διάβαζε το μυαλό; «Από τη στιγμή που δεν ξέρω τις συνήθειές σου ούτε με ενδιαφέρει να τις μάθω, μάντεψες λάθος. Αλλά γιατί δεν με βάζεις με τους άλλους ομήρους σου; Το αμπάρι θα ήταν καλύτερο από την καμπίνα σου». «Και να στερηθώ αυτές τις υπέροχες συζητήσεις μαζί σου;» την πείραξε. «Εκεί τους έχεις; Στο αμπάρι;» Δεν απάντησε, αντίθετα είπε: «Φαντάζομαι δεν κοκκινίζεις;» «Έχω ζωηρή φαντασία. Σε φαντάζομαι συχνά να κυκλοφορείς γυμνός. Είναι διασκεδαστικό». Μετά από μια στιγμή σιωπής αναρωτήθηκε δυνατά: «Εσύ κοκκινίζεις;». «Όχι», απάντησε εύθυμα. «Απλώς εκπλήσσομαι που έχουμε την ίδια φαντασία». Κράτησε την ανάσα της και τα μάγουλά της κοκκίνισαν. Ανάθεμα. Γύρισε από την άλλη, προς τον τοίχο, αλλά το στιλέτο ήταν ακόμα στον μηρό της, οπότε ξαναγύρισε. «Όνειρα γλυκά, Τζακ». Γελάκι. «Θα είναι… γεμάτα κατάρτια κι εσύ να κρέμεσαι από θηλιά και…» «Δεν μου χρειάζονται οι λεπτομέρειες, ευχαριστώ». Το δωμάτιο ξαφνικά σκοτείνιασε, όταν σύννεφα μπήκαν μπροστά στο φεγγάρι, αλλά δεν θα άφηνε το σκοτάδι να την αποκοιμίσει. Έπρεπε να κάνει κάτι απόψε πριν το καράβι απομακρυνόταν ακόμα περισσότερο από την Αγγλία. Έπρεπε να βρει τον Τζέρεμι, να πάρει τον έλεγχο του καραβιού τώρα που τα περισσότερα μέλη του πληρώματος κοιμούνταν. Να αποτελειώσει τον Μπάσταρδο… Η σκέψη να κάνει κακό σε κάποιον την ενοχλούσε, όμως αυτός ο άντρας το άξιζε. Όχι μόνο την είχε απαγάγει δύο φορές, αλλά τώρα κρατούσε ομήρους τον Τζέρεμι και τον Πέρσι. Και δούλευε για έναν κακό πειρατή που ήθελε να


σκοτώσει τον πατέρα της. Έπρεπε να το κάνει. Ήταν ο μόνος τρόπος να πάρει το κλειδί και να ξεκλειδώσει την πόρτα της καμπίνας. Αν προσπαθούσε να τη διαρρήξει με το στιλέτο της, θα την άκουγε και θα της έπαιρνε το τελευταίο όπλο, καθιστώντας τη ξανά ανήμπορη. Τον μισούσε που κοιμόταν τόσο ελαφριά, δεν θα την εξέπληττε αν κοιμόταν με το ένα μάτι ανοιχτό. Το φως του φεγγαριού επέστρεψε, αλλά μόνο για μια στιγμή. Αλλά η απουσία του την έκανε να καταλάβει ότι στον ουρανό υπήρχαν σύννεφα καταιγίδας. Δεν υπήρχε κανένα την τελευταία φορά που κοίταξε έξω από αυτά τα παράθυρα, όμως είχαν περάσει πολλές ώρες από τότε. Περίμενε να περάσει αρκετή ώρα για να βεβαιωθεί ότι εκείνος είχε αποκοιμηθεί και όταν φώτισε τον χώρο αρκετά το φεγγάρι, πήρε το στιλέτο από τον μηρό της, σηκώθηκε και πήγε νυχοπατώντας δίπλα στο κρεβάτι του Μπάσταρδου. Ήταν ένα καλό όπλο, με μια λάμα είκοσι εκατοστών, πολύ αιχμηρή και ελαφριά, κατάλληλη για εκείνη. Στάθηκε πάνω από το κρεβάτι του και έσκυψε πριν κάνει να πιάσει το κλειδί. Ήταν εκεί που το έβαζε συνήθως, στη δεξιά τσέπη του παντελονιού του, αλλά αναρωτήθηκε γιατί δεν ξύπνησε όταν του το πήρε, έτσι ελαφριά που κοιμόταν. Και τότε είδε πως είχε ξυπνήσει. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και στυλωμένα στα δικά της. Ο μόνος λόγος που έμενε απολύτως ακίνητος ήταν επειδή τώρα που είχε ξυπνήσει ένιωθε τη λάμα του στιλέτου πάνω στον λαιμό του. Ήταν τώρα ή ποτέ. Αλλά πριν κάνει την κίνησή της, δεν μπόρεσε να μην του πει: «Δεν έπρεπε να το ξανακάνεις αυτό. Έπρεπε να μείνεις μακριά, μακριά από μένα και τον πατέρα μου». Εκείνος δεν είπε τίποτα ούτε καν προσπάθησε να τη μεταπείσει από το να τον σκοτώσει, αλλά ένιωσε το χέρι του στον αυχένα της, που τραβούσε το κεφάλι της αργά στο δικό του. Πίεσε τη λάμα περισσότερο στον λαιμό του για να τον προειδοποιήσει, αλλά αυτός δεν σταμάτησε μέχρι που τα χείλη τους ενώθηκαν. Ήταν σχεδόν μαγικό… πόσο παράλυτη ένιωσε εκείνη τη στιγμή. Και αυτή τη φορά το φιλί δεν ήταν σύντομο. Τα χείλη του κινήθηκαν πάνω στα δικά της με τέτοιο πάθος, που ένιωσε πιο οικεία από όσο είχε νιώσει ποτέ στη ζωή της. Η έξαψη ήταν απίστευτη και η καρδιά της χτυπούσε ξέφρενα, κλέβοντας την ανάσα της. Αυτό ήθελε εκείνη τη βραδιά στον χορό όταν τον γνώρισε πρώτη φορά, αυτό ήταν το συναίσθημα που την οδήγησε στο πάρκο με τόσο ενθουσιασμό να τον ξαναδεί. Τον συνάντησε για πρώτη φορά; Όχι, όχι αυτόν, μα τον γοητευτικό, μυστηριώδη… Αυτό που ένιωθε εκείνη τη στιγμή ήταν τόσο υπερβολικό για τις αισθήσεις της, που δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πειρασμό. Και τότε γεύτηκε


τη γλώσσα του στη δική της και της πέρασε η σκέψη… να τη δαγκώσει; Αυτό ήταν παγωμένο ντους. Σήκωσε το κεφάλι της και τον άκουσε να λέει: «Σου απαντά αυτό στο γιατί το ξανάκανα;». «Με τίποτα». Αλλά συνειδητοποίησε ότι το στιλέτο ήταν ακόμα στο χέρι της, ακόμα πάνω στον λαιμό του. Είχε θυσιάσει την ευκαιρία του να την αφοπλίσει μόνο και μόνο για να τη φιλήσει ξανά; Ο ανόητος! Αλλά τώρα δεν μπορούσε να του κόψει τον λαιμό. Της φαινόταν πολύ φρικιαστικό. Έτσι μετακίνησε τη λάμα χαμηλότερα και την έμπηξε στα πλευρά του, τον άκουσε να βογκά και έτρεξε στην πόρτα. «Τζακ! Τζακ, περίμενε…» Δεν άκουσε τα υπόλοιπα. Ξεκλείδωσε την πόρτα, την άνοιξε και πετάχτηκε έξω από την καμπίνα. Το κατάστρωμα ήταν σκοτεινό, ωστόσο κάποιος την είδε και φώναξε για να σημάνει συναγερμό στο πλήρωμα. Πάει το σχέδιό της να βρει τον αδελφό της και να πάρει τον έλεγχο του καραβιού. Δίστασε για μια στιγμή, αλλά τελικά έβγαλε τις μπότες της και πήδηξε στο νερό. Μπορεί να μην κατάφερνε να φτάσει πίσω στην Αγγλία, αλλά σε κάθε περίπτωση οι πειρατές δεν θα τη χρησιμοποιούσαν για να πιάσουν τον πατέρα της. Το νερό ήταν παγωμένο, αλλά μετά από λίγα δευτερόλεπτα το καράβι είχε απομακρυνθεί κι εκείνη κολυμπούσε προς την αντίθετη κατεύθυνση. Θα τα κατάφερνε. Ήταν δεινή κολυμβήτρια. Και θα μπορούσε να ξεκουράζεται πού και πού, ξαπλώνοντας ανάσκελα. Σίγουρα σύντομα θα την έσωζε κάποιο άλλο καράβι. Τουλάχιστον δεν χρειαζόταν να ανησυχεί για τον Τζέρεμι και τον Πέρσι. Είχε καταφέρει να πείσει τον Μπάσταρδο ότι δεν της ήταν τίποτα και αυτός το είχε πει στον άντρα που λεγόταν Μορτ, οπότε σίγουρα θα τους άφηναν όταν θα έπιαναν στεριά. Ο Μπάσταρδος προφανώς δεν είχε πεθάνει αμέσως, αλλά ήλπιζε να είχε χτυπήσει κάτι ζωτικό και να πέθαινε από αιμορραγία. Θα γυρνούσε άραγε το πλήρωμά του στην Αγγλία δίχως εκείνον για να την πιάσει ξανά; Αν το έκαναν, σίγουρα θα τα κατάφερναν. Και τότε άρχισε να βρέχει. Σταμάτησε να κοιτάξει πίσω της, αλλά δεν μπορούσε να δει το καράβι, μάλλον γιατί η βροχή ήταν πολύ δυνατή. Όμως δεν μπορεί να είχε απομακρυνθεί τόσο. Κοίταξε γύρω της, αλλά και πάλι δεν το είδε, οπότε συνέχισε. Μετά από λίγο σταμάτησε ξανά συνειδητοποιώντας με τρόμο ότι έτσι που στριφογυρνούσε είχε χάσει την κατεύθυνση προς την Αγγλία. Αν κολυμπούσε πάλι προς το καταραμένο καράβι…


Κεφάλαιο 17 Η Τζάκλιν ούρλιαξε όταν ένιωσε κάτι να την ακουμπά στο πλάι και σκέφτηκε όλα τα τρομακτικά πλάσματα της θάλασσας. Αλλά αναγνώρισε καλά το χέρι που τυλίχτηκε ξαφνικά γύρω της και τη φωνή που είπε: «Δεν έχω γνωρίσει πιο εκνευριστική γυναίκα». Εξοργισμένη με την αποτυχία της, γύρισε και άρχισε να αντιστέκεται στον Μπάσταρδο με νύχια και δόντια, προσπάθησε να τον κλοτσήσει εκεί που τον είχε τραυματίσει, προσπάθησε να τον πνίξει. Βυθίστηκαν και οι δύο πολλές φορές και πάλεψαν πολύ σκληρά. Μπορεί να κέρδιζε αυτή τη μάχη, αλλά δυστυχώς δεν είχε έρθει μόνος του. Ήταν μαζί του και ο Μορτ και όταν έφτασε εκεί και ο ξανθός, την έπιασε από το χέρι για να την οδηγήσουν μαζί με τον Μπάσταρδο στη βάρκα που είχαν κατεβάσει για να την ψάξουν. Ίσως να είχε ακούσει τα κουπιά να πλησιάζουν, αν δεν έβρεχε τόσο πολύ. Ίσως αν είχε κάνει μακροβούτι κι εξαφανιζόταν, να την έψαχναν μάταια. Το σκοτάδι ήταν με το μέρος της. Κι εκείνοι έβλεπαν όσα και αυτή στο νερό. Όμως ο Μπάσταρδος ήταν ανθεκτικός. Θα έπρεπε να γινόταν όλο και πιο αδύναμος λόγω της πληγής του, αλλά συνέχισε να κολυμπά προς το μέρος της, αποφασισμένος να τη σώσει από την τρέλα της. Και είχε θυμώσει τόσο πολύ που δεν είχε απομακρυνθεί. Μέσα σε λίγα λεπτά η βάρκα σταμάτησε δίπλα στην κατεβασμένη σκάλα του καραβιού. Κοπάνησε το χέρι που πήγε να την πιάσει και ανέβηκε μόνη της. Αλλά δεν προχώρησε περισσότερο όταν πάτησε το πόδι της στο κατάστρωμα, γιατί βρέθηκε περικυκλωμένη από πειρατές. Αυτοί σίγουρα δεν ήταν συνηθισμένοι ναύτες, έτσι φανταχτερά που ήταν ντυμένοι, οπλισμένοι και κάνοντας διάφορα σχόλια για τη σιλουέτα της, η οποία τονιζόταν από τα βρεγμένα ρούχα που κολλούσαν πάνω της. Και γελούσαν, κυρίως με τον Μπάσταρδο, όταν ανέβηκε και στάθηκε δίπλα της. «Αν δεν μπορείς να κάνεις εσύ καλά τη μικρή αλεπού, θα το κάνουμε εμείς!» «Παραλίγο να χάσεις τον θησαυρό μας», είπε ένας. «Δεν είναι θησαυρός σου», αντιγύρισε ο Μπάσταρδος με έναν ψυχρό τόνο που η Τζακ δεν είχε ξανακούσει ποτέ. «Και δεν θα ξαναπάει για βραδινό μπάνιο. Τσακιστείτε τώρα από το κατάστρωμά μου!» Ο Μορτ τους παρότρυνε να φύγουν, όταν δεν το έκαναν αμέσως. Ο


Μπάσταρδος την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε από το κατάστρωμα στην καμπίνα για να την απομακρύνει από τα αδηφάγα μάτια. Εκείνη ήταν πολύ αξιοθρήνητη για να ντραπεί. Ακόμα δεν πίστευε ότι είχε πηδήξει πίσω της αν και τραυματισμένος. Ήταν πολύ ανόητο εκ μέρους του, αν σκεφτούμε ότι το ίδιο έκανε και ο φίλος του. Και η πληγή του αιμορραγούσε πολύ. Το βρεγμένο πουκάμισό του είχε βαφτεί κατακόκκινο. Ο ξανθός τους ακολούθησε στο δωμάτιο για να της πάρει το κλειδί. Δεν το ζήτησε, απλώς στάθηκε μπροστά της θυμωμένος, απλώνοντας το χέρι του. Θα του το είχε πετάξει στη μούρη αν δεν ένιωθε τόση ταπείνωση. Ύστερα πήγε κοντά στον φίλο του και τον βοήθησε να γδυθεί και να ξαπλώσει στο κρεβάτι. Εκείνη τους παρακολουθούσε δίχως ενδιαφέρον, στεκόταν όρθια με τα βρεγμένα ρούχα της, καταφέρνοντας να δει το γυμνό στήθος του, αλλά όχι και πολλά άλλα έτσι όπως στεκόταν ανάμεσά τους ο ξανθός. Η πόρτα είχε μείνει ανοιχτή, αλλά είδε τουλάχιστον έναν να στέκεται φρουρός μπροστά της, οπότε δεν ξανακοίταξε. Και τότε μπήκε κι άλλος άντρας, ένας κοντός αδύνατος τύπος ντυμένος στα μαύρα, με μακρύ γένι σε πλεξούδα και ροζ μαντίλι στο κεφάλι. Και δύο ασημένια σκουλαρίκια κρίκους, που μόλις που διακρίνονταν κάτω από τα μακριά μπερδεμένα καστανά μαλλιά του. Τον κοίταξε αποσβολωμένη, αλλά τα μάτια της γούρλωσαν όταν τον είδε να προχωρά απευθείας σε εκείνη. «Πες μου ότι είσαι η ασθενής, ομορφούλα». «Ο τραυματίας είναι εδώ, βρομόγερε. Χρειάζεται ράμματα», φώναξε ο Μορτ. Ο γιατρός, αν μπορούσε κάποιος να τον αποκαλέσει έτσι, έριξε στην Τζακ ένα πονηρό βλέμμα πριν πάει στο κρεβάτι και άνοιξε τη μεγάλη τσάντα που είχε φέρει μαζί του. Έβγαλε από μέσα ένα πριόνι, ένα σφυρί και μετά είπε «Αχά!» κι έβγαλε και μια βελόνα με κλωστή. Η Τζακ ακόμα κοίταζε αυτό που έμοιαζε περισσότερο με εργαλειοθήκη παρά με ιατρική τσάντα καθώς είπε: «Σφυρί;». «Είναι πιο εύκολο να κόβεις ένα κόκαλο αν το σπας πρώτα», είπε ο άντρας καθώς βύθισε τη βελόνα στη σάρκα δίχως καμία προετοιμασία. «Είσαι αλήθεια γιατρός;» Την κοίταξε και χασκογέλασε. «Και βέβαια είμαι, απλώς είμαι καλύτερος στο να κόβω πόδια – και να χώνομαι κάτω από ποδόγυρους». Και τότε σήκωσε πονηρά τα φρύδια. Έστρεψε τα γουρλωμένα μάτια της στον Μορτ. «Αυτός φρόντισε τον Άντριου;» «Όχι, εκείνος ο γιατρός μας άφησε στην Αγγλία. Δέχτηκε να έρθει μαζί μας


μόνο και μόνο για να τον φέρουμε τσάμπα στην πατρίδα». «Και τότε ποιος είναι αυτός;» «Σου είπα ήδη ποιος είμαι, κοριτσάκι. Με λένε δρ Θάνατο και είμαι ο μοναδικός γιατρός στο καράβι, γι’ αυτό μη με προσβάλλεις, ’ντάξει;» Έκλεισε το στόμα της, μαντεύοντας ότι ήταν ένας από τους πειρατές. Ένας αληθινός γιατρός δεν θα είχε ποτέ τέτοιο όνομα. Ο Μορτ έφυγε, πάλι χωρίς να κλείσει την πόρτα και τότε άκουσε τον Μπάσταρδο να λέει από το κρεβάτι: «Το ήξερα πως δεν θα με σκότωνες». Τα λόγια ακούστηκαν κούφια στα αφτιά της Τζακ. Η τελευταία και χειρότερη αποτυχία της, το ότι ο Μπάσταρδος δεν ήταν νεκρός – το ότι δεν ήταν στην επιστροφή προς την Αγγλία. Είχε μουδιάσει από την απελπισία. Ήταν κουρασμένη, εξαντλημένη στην πραγματικότητα, αλλά δεν κάθισε στο ράντζο της, δεν ήθελε να το βρέξει, γιατί συνειδητοποίησε ότι κάποια στιγμή μέσα στη νύχτα θα κοιμόταν σε αυτό. Και ο γιατρός ήταν ακόμα εκεί και έραβε την πληγή. Ο Μπάσταρδος βέβαια δεν περίμενε να μείνουν μόνοι για να κάνει αυτό το σχόλιο. Εξακολουθούσε να θέλει απάντηση και είπε προειδοποιητικά: «Τζακ;» «Έχω χάσει πια το μέτρημα πόσες φορές έχω πει ότι θα σε σκοτώσω. Είσαι τρελός αν πιστεύεις πως δεν θα το κάνω», του θύμισε. «Όχι, απλώς πιστεύω ότι υπάρχουν πολλά άλλα μεταξύ μας, εκτός από μίσος και αίμα». «Α ναι, ποια ήταν τα ανόητα λόγια σου; Ότι μου άρεσες;» Γέλασε ειρωνικά. «Με μαχαιρώνεις στα πλευρά αντί να μου κόψεις τον λαιμό; Παραδέξου το, Τζακ. Δεν το θες πια – όχι από τότε που χορέψαμε μαζί». Αυτό αναζωπύρωσε τον θυμό της. «Πόσες φορές πρέπει να το πω, νόμιζα πως αυτός ο άντρας ήταν κάποιος άλλος, όχι εσύ. Αν ήξερα πως ήσουν εσύ, θα είχα φωνάξει ότι ήσουν δολοφόνος και θα σε έπιαναν. Δεν θα είχες βγει ζωντανός από εκείνη την αίθουσα χορού». «Ίσως. Αλλά τώρα ξέρεις ότι ήμουν εγώ. Αυτό δεν αλλάζει τα πάντα;» Μιλούσε τόσο υπεροπτικά – μέχρι που ο γιατρός ρώτησε: «Είσαι δολοφόνος, καπετάνιε;» Ακούστηκε εντυπωσιασμένος. «Όχι». «Είναι και παραείναι!» επέμεινε η Τζακ. «Απλώς προβλέπει ότι θα γίνω, δόκτωρ Θάνατε. Αυτό δεν σημαίνει ότι είναι αλήθεια, σωστά;» Μπορεί να απευθυνόταν στον γιατρό, αλλά το είπε για να το ακούσει εκείνη. Όχι ότι είχε καμία σημασία από τη στιγμή που οδηγούσε τον πατέρα της στον


θάνατό του. Αλλά ο γιατρός πλατάγισε τη γλώσσα του καθώς έκλεινε την τσάντα του και πήγαινε προς την πόρτα. «Ο επίδεσμος θα χρειαστεί αλλαγή τις επόμενες μέρες, καπετάνιε», είπε καθώς έφευγε. «Αλλά αυτό είναι γυναικεία δουλειά, όχι δική μου». «Θα το κάνει η Τζακ». «Σε καμία περίπτωση». «Θα το κάνεις. Θα πέταγες αλήθεια τους… μισθοφόρους σου στους λύκους;» Κράτησε την ανάσα της. Όντως έπαιζε αυτό το χαρτί; Και ούτε καν την κοιτούσε την ώρα που το είπε. Τα μάτια του ήταν κλειστά. Η απώλεια αίματος και η εξάντλησή του μέσα στο νερό τον είχαν αποδυναμώσει ακόμα περισσότερο από όσο ήθελε να δείχνει. Όμως δεν είχε λιποθυμήσει ακόμα. «Ξέρεις πού είναι τα πουκάμισά μου, φόρα ένα. Δεν έχω κλειδώσει ακόμα το μπαούλο». Παραλίγο να γελάσει. Προφανώς θυμόταν ότι του είχε πάρει ένα από τα πουκάμισά του στο προηγούμενο ταξίδι ώστε να βγάλει την άβολη τουαλέτα που φορούσε όταν την απήγαγε. Είχε σκίσει όλα τα υπόλοιπα πουκάμισα εκείνη τη μέρα και θα του έσκιζε και τα παντελόνια, αν δεν ήταν τόσο γερά φτιαγμένα. Βέβαια μετά το περιστατικό είχε κλειδώσει το μπαούλο του. «Όχι», είπε περιφρονητικά. «Δεν σου το ζήτησα, Τζακ. Δεδομένου τι συνέβη απόψε», σταμάτησε για να βάλει το χέρι του πάνω στον επίδεσμο, «θέλω να δω τι άλλα όπλα έχεις». «Ήταν το τελευταίο στιλέτο μου». «Πολύ φοβάμαι ότι θέλω αποδείξεις τώρα. Αλλά εσύ θα αποφασίσεις αν θα γδυθείς μπροστά μου ή αν θα σου βγάλει τα ρούχα ο Μορτ. Αν βέβαια σκεφτείς πόσο θυμωμένος είναι αυτή τη στιγμή μαζί σου, καλύτερα να γδυθείς μόνη σου». Ευχήθηκε να μπλοφάριζε, αλλά ήξερε πως δεν ήταν έτσι. Ο γιατρός είχε κλείσει την πόρτα πίσω του, αλλά ο φίλος του Μπάσταρδου σίγουρα θα ερχόταν να τη δέσει για τη νύχτα ή να την πάει στο αμπάρι ώστε ο Μπάσταρδος να αναρρώσει με την ησυχία του. Αυτή ήταν μια όμορφη σκέψη… Πήγε στο μπαούλο στα πόδια του κρεβατιού του και το άνοιξε. Τα περισσότερα πουκάμισά του ήταν λευκά, αλλά είδε ένα μπλε και από κάτω ένα ροζ. Ποτέ δεν θα τον φανταζόταν ως λιμοκοντόρο, αλλά σύμφωνα με την Γκάμπι, οι πειρατές συχνά ντύνονταν με φανταχτερά χρώματα. Πήρε το ροζ και διέσχισε το δωμάτιο για να το αφήσει στο ράντζο πριν γυρίσει να τον κοιτάξει. Αυτό δεν θα ήταν δύσκολο και σίγουρα δεν ντρεπόταν καθόλου.


Θα μπορούσε να το κάνει εντελώς άβολο για εκείνον, τόσο άβολο, που θα ευχόταν να μην το είχε προτείνει. Πρώτα αναποδογύρισε τις τσέπες της πριν ξεκουμπώσει τη βρεγμένη φούστα της και την αφήσει να πέσει στα πόδια της. Το λεπτό μεσοφόρι της ακόμα κολλούσε στα πόδια της και χρειάστηκε να το τραβήξει για να το βγάλει. Τότε τον κοίταξε για να δει αν παρακολουθούσε την κάθε κίνησή της. Το έκανε, ίσως και υπερβολικά αχόρταγα. Είχε ακόμα στηριχτεί και στον αγκώνα του. Ο επίδεσμος ήταν τυλιγμένος γύρω του, αλλά το στήθος του ήταν πολύ φαρδύ, υπήρχε πολλή γυμνή σάρκα. Και ήταν γυμνός κάτω από την κουβέρτα… Εντάξει λοιπόν, ίσως ένιωθε λίγη ντροπή, αλλά όχι εξαιτίας αυτού που έκανε. Όρθια εκεί με την μπλούζα της και τις κομψές ζαρτιέρες της, γύρισε τον έναν γοφό προς εκείνον και μετά τον άλλο. Σε αντίθεση με το πουκάμισό του, που θα της έφτανε ως το γόνατο, το δικό της μόλις που άγγιζε τους γοφούς της. Έπειτα ξεκούμπωσε τη δερμάτινη θήκη της. Ήταν τόσο όμορφα δεμένη στο πόδι της πάνω από τις ζαρτιέρες της, που δεν είχε γδάρει καθόλου το δέρμα της, αλλά τώρα που δεν είχε πια το στιλέτο τής ήταν άχρηστη. Θα την είχε κλοτσήσει θυμωμένη αν τα πόδια της δεν ήταν μπλεγμένα στον σωρό των βρεγμένων ρούχων της. Σήκωσε τα μάτια της πάλι πάνω του πριν αρχίσει να ξεκουμπώνει την μπλούζα της. Τα δάχτυλά της επιβράδυναν. Δεν το έκανε επίτηδες, απλώς τη γοήτευσε αυτό που είδε στα μάτια του. Είχε ξαναδεί αυτό το βλέμμα μία φορά, τότε που κατά λάθος είχε δει τις γάμπες της. Τότε ήταν πολύ θυμωμένη για να καταλάβει ότι του άρεσε αυτό που έβλεπε, πολύ εξοργισμένη για να αναρωτηθεί αν μπορούσε να τον πλησιάσει δίχως να του προτάσσει τις γροθιές της. Ακόμα δεν το πίστευε, οπότε ήταν μάταιο, αλλά την εξιτάριζε η ιδέα πως μπορούσε να τον σαγηνεύσει, όσο σύντομο κι αν ήταν αυτό. Έβγαλε την μπλούζα της και την κράτησε στο χέρι της, κάνοντας έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό της ώστε εκείνος να δει ότι δεν είχε άλλο όπλο μέσα στις ζαρτιέρες της ή στον λεπτό κορσέ της. «Με ταπείνωσες αρκετά;» Σήκωσε το φρύδι του. «Έτσι νόμιζα, αλλά ως συνήθως με εξέπληξες. Δεν μοιάζεις καθόλου ταπεινωμένη. Είσαι σίγουρα κυρία;» «Είμαι κόρη του πατέρα μου», είπε με θράσος. «Κάποτε ήταν αγύρτης του χειρότερου είδους, ξέρεις». «Σε παρακαλώ, πες μου ότι θες να γίνεις το ίδιο». Ρουθούνισε. «Ήθελα όταν ήμουν μικρή. Ήθελα να του μοιάσω στα πάντα. Όμως μεγάλωσα. Ξέρω ότι δεν μπορώ να ακολουθήσω όλα τα βήματά του». «Καταρρακώνομαι που το ακούω».


«Δεν θα ’πρεπε. Αν ήμουν σαν τον πατέρα μου, θα ήσουν νεκρός τώρα». Χαμογέλασε. «Είναι και αυτό, αργότερα βέβαια θα συζητήσουμε γιατί μου χάρισες…» «Σε τραυμάτισα όμως!» τον διέκοψε. «Είναι επιφανειακό τραύμα. Αλλά έλα δω, Τζακ, αν θες να το αφήσεις αυτό πάνω σου». Ήξερε ότι μιλούσε για τον κορσέ της, τον οποίο δεν είχε σκοπό να βγάλει έτσι αισθησιακά που την κοιτούσε. Βγήκε από τον σωρό των βρεγμένων ρούχων, έσκυψε να τα πιάσει και πήγε να τα απλώσει στις καρέκλες για να στεγνώσουν. Έκανε να γυρίσει στο ράντζο, ελπίζοντας να τον κάνει να ξεχάσει το υπόλοιπο γδύσιμο. «Ο Μορτ θα επιστρέψει. Σίγουρα θες να τελειώνουμε πριν έρθει. Επαναλαμβάνω, έλα δω». Τι να τελειώνουμε; Όμως προχώρησε προς το κρεβάτι του και τον κοίταξε βλοσυρά. Εκείνος δεν πρόσεξε το βλοσυρό βλέμμα της, ήταν καρφωμένος στα στήθη της. Σήκωσε το χέρι του και το έχωσε στο βαθύ ντεκολτέ του κορσέ της, ψηλαφίζοντας απαλά το δέρμα πάνω από τα στήθη της. Οι ρώγες της μούδιασαν καθώς σκλήρυναν, αλλά ακόμα δεν πίστευε στα μάτια της. Αλήθεια νόμιζε ότι θα έκρυβε στιλέτο ανάμεσα στο στήθος της; Παραλίγο να γελάσει. Αλλά έτσι που την άγγιζε όμως… Υπήρχε ένας πολύ εύκολος τρόπος να το σταματήσει και εξέπληξε τον εαυτό της όταν αντί να οπισθοχωρήσει, κατέβασε το ντεκολτέ της μέχρι τις θηλές της λέγοντάς του: «Βλέπεις; Δεν υπάρχει τίποτα εδώ». Φάνηκε να πνίγεται πριν πει: «Ω σίγουρα υπάρχει κάτι εκεί, αλλά θα αποδεχτώ με αξιοπρέπεια την ήττα. Δεν έχεις άλλα όπλα – που να μπορούν να προκαλέσουν σωματική ζημιά». Τι άλλου είδους ζημιά;… Μπλόκαρε τη σκέψη. Σοβαρά τώρα; Θεωρούσε τα προσόντα της όπλα; Αυτό ήταν τόσο ενδιαφέρον, που την έκανε να καθυστερήσει να ανεβάσει το ντεκολτέ της. Και την έκανε να τον κοιτάξει στα μάτια… Γύρισε απότομα και πήγε στο ράντζο να πάρει το πουκάμισό του. Το φόρεσε πριν λύσει τον κορσέ και τις ζαρτιέρες της και γυρνώντας του την πλάτη, άφησε και τα δύο εσώρουχα να πέσουν στο πάτωμα. Έπειτα κούμπωσε το πουκάμισο μέχρι το τελευταίο κουμπί. Ωστόσο, άκουσε το βογκητό του. Χα! Δεν το περίμενε αυτό, έτσι; Αλλά δεν επρόκειτο να κοιμηθεί με βρεγμένα εσώρουχα μόνο και μόνο για να το παίξει σεμνότυφη. Πήγε και άπλωσε ακόμα κι αυτά πάνω στις καρέκλες. Αλλά όταν θυμήθηκε ότι ο Μορτ θα ερχόταν σύντομα,


πήγε και χώθηκε κάτω από τις κουβέρτες.


Κεφάλαιο 18 Ο Ντέιμον απολάμβανε να βλέπει την Τζακ να κοιμάται, ίσως υπερβολικά πολύ. Τόση οργή σε ένα τόσο δα κοριτσάκι, όχι όμως όταν είχε τα μάτια της κλειστά. Αλλά ήξερε πως δεν θα της άρεσε να εκμεταλλευτεί τον ύπνο της, έστω και αθώα, έτσι απομακρύνθηκε από δίπλα της πριν ξυπνήσει. Ο πρωινός ήλιος τον τύφλωσε για μια στιγμή όταν βγήκε από την καμπίνα και κλείδωσε την πόρτα. Πήρε μαζί του τους δύο φρουρούς που είχε βάλει στην πόρτα για καλό και για κακό. Ευχόταν να μπορούσε να εμπιστεύεται το πλήρωμά του, όμως δεν γινόταν ακόμα. Αυτά τα δύο νέα μέλη έμοιαζαν τουλάχιστον να ακολουθούν τις εντολές του, αλλά τίποτα δεν είχε γίνει για να δοκιμαστεί η πίστη τους. Ούτε και θα γινόταν, ορκίστηκε, μέχρι να ήταν έτοιμος. Κατέβηκε τις σκάλες για το κάτω κατάστρωμα. Δύο από τις τρεις καμπίνες που βρίσκονταν εκεί ήταν κατειλημμένες και ο καινούριος μάγειρας είχε απαιτήσει ακόμα μια καμπίνα για τα σκεύη μαγειρέματος. Ο Ντέιμον πήρε το κλειδί από τον τοίχο και άνοιξε την πρώτη πόρτα αριστερά του. Ο Μόρτιμερ ήταν πολύ γενναιόδωρος. Δεν είχε δέσει αυτούς τους δύο, τους έδινε την ελευθερία της καμπίνας του, αν όχι ολόκληρου του καραβιού. Που μάλλον δεν ήταν καλή ιδέα, αν σκεφτόταν πόσο γεροδεμένος ήταν ο ένας. Ο Ντέιμον έγειρε στην κάσα της πόρτας, με το πιστόλι στο ένα χέρι και τους δύο φρουρούς πίσω του, επίσης οπλισμένους. Έπρεπε να είχε επισκεφτεί τους μισθοφόρους της Τζακ χθες, πριν τραυματιστεί. Δεν ήθελε να τους φοβίσει σήμερα με τον επίδεσμο τυλιγμένο γύρω του. Ο νεαρότερος των δύο, ο πιο γεροδεμένος, ήταν αρκετά τραυματισμένος, το πρόσωπό του ήταν μελανιασμένο και πρησμένο. Ο Ντέιμον σκέφτηκε ότι και το υπόλοιπο σώμα του περίπου το ίδιο θα ήταν. Κρίμα που χρειάστηκαν τόση ώρα για να τον ρίξουν αναίσθητο. Θα έπρεπε να στείλει τον γιατρό του καραβιού να τους εξετάσει, αν δεν το είχε ήδη κάνει ο Μόρτιμερ, όχι βέβαια ότι αυτός ο πειρατής είχε καμιά ιατρική γνώση. Το πιθανότερο ήταν να έκανε τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που ευχόταν να μην τους είχε εγκαταλείψει ο δρ Καρούθερς που είχε φροντίσει τον Άντριου αμέσως μόλις έφτασαν στο Λονδίνο. Ο πιο γεροδεμένος άντρας που είχε συνοδεύσει την Τζάκλιν στην αποβάθρα


καθόταν σκυμμένος στην άκρη του στενού κρεβατιού, με το χέρι του τυλιγμένο γύρω του και δεν άλλαξε στάση όταν άνοιξε η πόρτα. Ο φίλος του είχε τραβήξει μια καρέκλα και καθόταν δίπλα του. Αυτός ο τύπος, που έμοιαζε λίγο μεγαλύτερος και ήταν κάπως ευτραφής, ήταν πολύ κομψά ντυμένος για φτωχός, αλλά ο Ντέιμον υπέθεσε ότι ακόμα και οι φτωχοί ενδιαφέρονται για την εμφάνιση. Και οι δύο άντρες κοιτούσαν τον Ντέιμον μην προσπαθώντας να κρύψουν το μίσος τους για εκείνον. Ο Ντέιμον σίγουρα θα έκανε το ίδιο αν ήταν στη θέση τους. Αλλά τότε ξαφνικά ο νεαρότερος πετάχτηκε από το κρεβάτι και του όρμησε. «Πού είναι η Τζακ; Αν της έκανες κακό…» Ο Ντέιμον όπλισε το όπλο του με έναν δυνατό κρότο αναγκάζοντας τον νεαρό να κοκαλώσει και να μην τον αρπάξει από τον λαιμό. «Είσαι ήδη αρκετά τραυματισμένος», προειδοποίησε ψυχρά τον άντρα. «Θέλεις να κάνεις χειρότερα τα πράματα;» «Απάντησέ μου! Θα προλάβω να σου σπάσω τον λαιμό πριν οι άντρες σου με πυροβολήσουν». «Μπορείς να προσπαθήσεις, αλλά δεν υπάρχει λόγος να πεθάνει κανείς εδώ. Κάθισε κάτω και θα πάρεις την απάντησή σου. Εγώ ήδη πήρα τη δική μου. Προσπάθησε να με πείσει ότι δεν είσαι αδελφός της, αλλά βλέπω ότι έχετε τον ίδιο χαρακτήρα. Είσαι προφανώς Μάλορι κι εσύ». «Δεν είμαι», είπε έντονα ο νεαρός, αλλά οπισθοχώρησε και κάθισε προσεκτικά. «Πώς είναι;» «Μια χαρά… και το τελευταίο από τα προβλήματά σου». Η διαβεβαίωση του Ντέιμον ελάχιστα ηρέμησε τον άντρα. Το βλοσυρό βλέμμα και το μίσος του δεν καταλάγιασαν καθόλου. Το ότι ρίσκαρε τη ζωή του για να μάθει αν ήταν καλά η Τζακ έπεισε τον Ντέιμον ότι και οι δύο Μάλορι του έλεγαν ψέματα. Μπορεί να μην ήταν αδελφός της από τη στιγμή που δεν είχε καμία ομοιότητα με την οικογένεια, αλλά έμοιαζε εξαιρετικά με τον Άντονι Μάλορι, άρα ήταν σίγουρος πως είχαν κάποια συγγένεια. Αλλά προς το παρόν ο Ντέιμον θα πήγαινε με τα νερά τους, μόνο και μόνο για να το διασκεδάσει. «Κέρδισες το κρεβάτι;» είπε στον νεαρότερο που καθόταν εκεί. «Θα το μοιραζόμαστε εναλλάξ». «Ομολογώ ότι δεν είχα σκοπό να σας πιάσω και γι’ αυτό δεν έχω επιπλέον κρεβάτια, αλλά μπορεί να έχω πτυσσόμενα. Θα σας στείλω ένα αν υπάρχει καθώς και μερικά βιβλία για να περνάτε την ώρα σας». «Δεν θέλουμε χάρες από σένα», γρύλισε ο νεαρός.


«Λίγο αργά γι’ αυτό, από τη στιγμή που ζήτησα από τον ναύτη μου να σας παραχωρήσει την καμπίνα. Δεν χάρηκε καθόλου για αυτό, οπότε μπορούμε να σας μεταφέρουμε αλλού αν θέλετε, αν και νομίζω πως δεν θα σας άρεσε ιδιαίτερα να κοιμάστε με τα ζώα… και επίσης θα έπρεπε να σας δέσουμε για να μην κάνετε καμιά ζημιά εκεί κάτω. Θα προσέξατε φαντάζομαι ότι εδώ δεν σας έχουμε δέσει;» «Το εκτιμάμε», είπε ο άλλος. «Αλήθεια. Αλλά επιμένω να μας γυρίσετε στο Λονδίνο». «Ο φίλος μου μιλά για τον εαυτό του», είπε ο νεαρός. «Όσο η Τζακ είναι εδώ, θα μείνω κι εγώ εδώ». «Και οι δύο θα μείνετε, το θέμα είναι αν θα το κάνετε λυτοί ή δεμένοι. Δεν προσέξατε ότι ήταν ερώτηση;» «Αν νομίζεις ότι θέλω αλυσίδες, όχι, δεν το θέλω». «Τέλεια», απάντησε ο Ντέιμον. «Συμφωνώ πως δεν θα ήταν ευχάριστος τρόπος να περάσετε αλυσοδεμένοι έναν μήνα ταξίδι. Ο μόνος όρος για να κρατήσετε αυτό το δωμάτιο είναι να μην προσπαθήσετε να βγείτε από αυτό. Αν συγκρατηθείτε, τότε δεν θα χρειαστεί να σας δέσουμε. Λοιπόν, τώρα ήρθε η ώρα να μου πείτε ποιοι είστε». «Ποιος είπε η Τζακ ότι είμαι;» Ο Ντέιμον γέλασε. Ο άντρας αυτός τον δυσκόλευε να πηγαίνει με τα νερά του, με τέτοιου είδους απαντήσεις, αλλά δεν χρειαζόταν επιβεβαίωση όταν αυτοί οι δύο δεν επρόκειτο να κάνουν κακό στο καράβι του. «Και πάλι θα ήθελα να μου πείτε τα ονόματά σας, αλλά μου κάνει και το Τζέρεμι, αν δεν θες να μου δώσεις άλλο. Λέει ότι μοιάζεις με τον μεγάλο αδελφό της. Αλήθεια μοιάζεις;» «Από απόσταση, υποθέτω πως ναι. Μου κάνει αυτό το όνομα, αν θες να με φωνάζεις κάπως». «Κι εσύ;» είπε ο Ντέιμον στον άλλο. «Λόρδος Πέρσιβαλ…» «Ο Πέρσι μιλάει πολύ», τον διέκοψε ο Τζέρεμι με νόημα. «Άρα δύο φτωχοί λόρδοι, λοιπόν;» «Ε;» είπε ο Πέρσιβαλ κάπως αγανακτισμένα. «Δεν είμαστε πλούσιοι σαν τους Μάλορι», είπε γρήγορα ο Τζέρεμι. Πριν προλάβει να απαντήσει ο Ντέιμον, ένας άντρας προσπέρασε τους φρουρούς, έχωσε το κεφάλι στην καμπίνα και γκρίνιαξε: «Αυτός είναι ο τύπος που κόντεψε να μου σπάσει το σαγόνι. Γιατί του συμπεριφέρεσαι τόσο ευγενικά, όταν θα έπρεπε να τον έχεις αλυσοδεμένο στο μπουντρούμι;».


Ο Ντέιμον οδήγησε τον εισβολέα έξω, μη δίνοντάς του άλλη επιλογή. «Ζήτησα τη γνώμη σου;» «Όχι, αλλά…» «Η συμφωνία ήταν να μη μιλάς. Μην ανακατεύεσαι στις υποθέσεις μου, διαφορετικά θα μάθεις πόσο περιττός μου είσαι για αυτή την αποστολή». «Αυτό ισχύει και για τους δύο – καπετάνιε», είπε μοχθηρά ο άντρας πριν ανέβει τις σκάλες. Ο Ντέιμον έκλεισε για λίγο τα μάτια. Από την απάντηση του πειρατή κατάλαβε ότι πίστευε πως αυτός και τα τσιράκια του είχαν ακόμα το πάνω χέρι. Και ο Ντέιμον δεν θα μπορούσε να προστατέψει την Τζακ αν ενέδιδε στην οργή του και δεν κατάφερνε να απαλλάξει το καράβι του από τους πειρατές. Γύρισε πάλι προς την ανοιχτή πόρτα, αλλά τα μάτια του στυλώθηκαν στους δύο φρουρούς. Ο ένας έμοιαζε φοβισμένος, ο άλλος αμήχανος. Ήταν ακόμα πολύ νωρίς για να δοκιμάσει. Και δεδομένου του τι είχε μόλις συμβεί, μάλλον δεν έπρεπε να αφήσει το κλειδί του δωματίου του κάπου από όπου θα μπορούσε να το πάρει ο οποιοσδήποτε. «Προβλήματα με τους πειρατές σου, καπετάνιε;» ρώτησε ο Τζέρεμι, δείχνοντας τον επίδεσμο στα πλευρά του Ντέιμον. Λογικό συμπέρασμα μετά από όσα άκουσαν οι όμηροι. «Όχι, αυτό είναι δουλειά της Τζακ. Είναι αγριόγατα». «Της έκανες κακό;» Ο Τζέρεμι πήγε πάλι να σηκωθεί. «Χαλάρωσε, άνθρωπέ μου, σου είπα πως είναι καλά. Και παρεξήγησες την κατάσταση. Είναι εξαιρετικά πολύτιμο φορτίο. Κανείς δεν θα της κάνει κακό όσες φορές κι αν προσπαθήσει να με βλάψει». «Τότε ας ελπίσουμε πως θα έχει περισσότερη τύχη την επόμενη φορά», είπε χαιρέκακα ο Τζέρεμι. «Είμαι σίγουρος πως το ελπίζεις». «Είπες κάτι για έναν μήνα», συνέχισε ο Τζέρεμι. «Πού πάμε;» «Σε πιο ζεστά νερά». «Έναν ολόκληρο μήνα στη θάλασσα;» είπε ο Πέρσιβαλ με αποστροφή. «Θα μπορούσες να δουλέψεις, αν θες να καταπολεμήσεις την πλήξη. Αν κι εσύ», ο Ντέιμον έκανε παύση για να κοιτάξει τον Τζέρεμι, «μάλλον όχι. Χρειάστηκαν αρκετοί άντρες για να σε βάλουν κάτω. Μου θυμίζεις τον πατέρα της Τζακ». «Ακόμα νομίζεις ότι είμαι συγγενής;» «Η Τζακ λέει πως μοιάζεις στον αδελφό της, ωστόσο δεν μοιάζεις καθόλου σε εκείνη και στον πατέρα της».


«Υπάρχει λόγος γι’ αυτό…» Ο Πέρσι σταμάτησε να μιλά πριν ο Τζέρεμι προλάβει να κλοτσήσει την καρέκλα του. Ο Ντέιμον σήκωσε το μαύρο φρύδι του. «Μήπως εμείς οι δύο να κάναμε μια κουβέντα;» πρότεινε στον Πέρσιβαλ. «Θα ήθελες μήπως λίγο καθαρό αέρα;» «Άσ’ τον ήσυχο!» γρύλισε ο Τζέρεμι. «Δεν είναι συνηθισμένος στους πειρατές». «Ενώ εσύ είσαι;» «Θέλω να δω την Τζακ. Θέλω απόδειξη ότι είναι καλά». «Μια άλλη φορά ίσως. Προς το παρόν, θα πρέπει απλώς να βασιστείς στον λόγο μου». «Θα χρειαστώ άσκηση. Δεν μπορείς να με κλείσεις εδώ για έναν ολόκληρο μήνα». «Φυσικά και μπορώ, ωστόσο θα λάβω υπόψη μου το αίτημά σου αφού αναρρώσεις λίγο. Αλλά θα πρέπει να το κερδίσεις». «Πώς;» «Με την υπόσχεση να μην προκαλέσεις φασαρίες και να μην επιχειρήσεις να σώσεις την εργοδότριά σου, συγγενή σου ή ό,τι άλλο σου είναι. Και δεν θα βγείτε μαζί. Είτε ένας τη φορά είτε κανένας. Και παρεμπιπτόντως, δεν είμαι πειρατής». Ο Τζέρεμι ρουθούνισε. «Αν μοιάζεις με τέτοιον και συμπεριφέρεσαι σαν τέτοιος, τότε είσαι». «Αλήθεια; Τότε αυτό θα σε έκανε αδελφό της Τζακ, έτσι δεν είναι, αν σκεφτούμε το ότι μοιάζεις και σίγουρα συμπεριφέρεσαι σαν αυτόν;» «Κατάλαβα. Άρα δεν είναι χρυσός ό,τι μοιάζει με χρυσό», είπε ο Τζέρεμι. Μετά πρόσθεσε: «Αλλά πάω στοίχημα ότι είσαι ο Μπάσταρδος. Πιο ζεστά νερά όπως λέμε Καραϊβική; Καλύτερα να το παραδεχτείς». «Ότι είμαι μπάσταρδος ή ότι αυτό είναι το όνομα που διάλεξε για μένα η Τζακ στο προηγούμενο ταξίδι μας; Από εκείνη το ανέχομαι, δηλαδή από εκείνη ανέχομαι σχεδόν τα πάντα». Αλλά μετά, με πιο βλοσυρό ύφος πρόσθεσε: «Από σένα όμως δεν θα το ανεχτώ. Μπορείς να με λες Ριβς ή καπετάνιο Ριβς, εσύ διαλέγεις». «Καπετάνιε!» φώναξε κάποιος από την κορυφή της σκάλας. «Πρέπει να έρθεις πάνω πριν ο καβγάς ξεσπάσει για τα καλά!» Ο Ντέιμον έκλεισε και κλείδωσε γρήγορα την πόρτα των ομήρων. Ο αμήχανος φρουρός τράβηξε το πιστόλι του και ανέβηκε επιφυλακτικά τις σκάλες. Ο άλλος άντρας, ο Πολ Τζένσεν, έβαλε το χέρι του στο μπράτσο του Ντέιμον και είπε: «Έχεις πολύ ασυνήθιστο πλήρωμα, καπετάνιε. Παρατήρησα ότι


συμπεριφέρονται κόσμια μόνο όταν είσαι στο κατάστρωμα, διαφορετικά είναι πολύ ατίθασοι». «Όταν σε προσέλαβα, κύριε Τζένσεν, σε προειδοποίησα ότι μπορεί να υπήρχαν προβλήματα και σε ρώτησα αν είσαι προετοιμασμένος να τα αντιμετωπίσεις». «Και είμαι, κύριε. Αλλά οι άντρες σας είναι ή όχι; Εγώ φυλάω τα νώτα σας, αλλά θέλω να ξέρω από ποιον πρέπει να τα φυλάω». Ο Ντέιμον χαμογέλασε. «Σ’ ευχαριστώ, και όχι, οι μισοί δεν είναι δικοί μου. Μάλλον ήδη έχετε μαντέψει ποιοι μισοί είναι αυτοί. Θα το συζητήσουμε αυτό περισσότερο, αλλά στο μεταξύ πρέπει να βεβαιωθώ ότι οι πραγματικοί ναύτες αυτού του καραβιού δεν θα πάθουν κακό».


Κεφάλαιο 19 «Έγινε καβγάς;» ρώτησε ο Τζέρεμι τον ναύτη που άνοιξε την πόρτα λίγο αργότερα. «Να μη σε νοιάζει», απάντησε ο Μόρτιμερ με τον συνηθισμένο ευγενικό τρόπο του. Άφησε μια στοίβα βιβλία στο τραπεζάκι και ένα πτυσσόμενο κρεβάτι στο πάτωμα στη γωνία. «Έλα τώρα, κύριε Μπάουερ», επέμεινε ο Τζέρεμι. «Μια ανταρσία θα ήταν πολύ ανησυχητική». «Ανταρσία;» Ο Μόρτιμερ έπαιξε τα μάτια. «Πώς στο καλό σκέφτηκες κάτι τέτοιο;» «Ακούσαμε τις φωνές», απάντησε ο Τζέρεμι. «Τίποτα τόσο μεγαλειώδες λοιπόν; Κρίμα». Ο Μόρτιμερ ρουθούνισε. «Ψαρεύεις καλά, αλλά όταν ο Ντέιμον θελήσει να μάθεις κάτι, θα σου το πει ο ίδιος». Έφυγε. Ο Τζέρεμι αναστέναξε. Ο Πέρσιβαλ παρατήρησε: «Έχεις βάλει σκοπό να τον εκνευρίσεις, έτσι;» «Εύκολα δεν αρπάζεται;» «Ναι, αλλά φέρνει και το φαγητό μας, που είναι ζεστό και νόστιμο επίσης, αγαπητέ μου. Μπορούμε να το κρατήσουμε έτσι;» «Δεν μου δίνει την εντύπωση εκδικητικού τύπου. Σίγουρα βέβαια χολωμένου. Και αναρωτιέμαι γιατί». «Ρώτα τον». «Με το να τον ρωτήσω δεν κερδίζω τίποτα». Ο Πέρσιβαλ πήγε να δει τα βιβλία. Ο Τζέρεμι διάβασε μερικούς από τους τίτλους και αναρωτήθηκε δυνατά: «Τι τη θέλει ένας πειρατής την κλασική λογοτεχνία;». «Την πειράτευσε;» είπε ο Πέρσι ικανοποιημένος με την ιδέα του. Ο Τζέρεμι γέλασε με την επιλογή του Πέρσι για τη λέξη κλοπή. «Πιθανόν, ωστόσο λέει πως δεν είναι πειρατής». «Και τον πιστεύουμε;» «Δεν έχω αποφασίσει ακόμα. Αλλά σίγουρα κάτι δεν κολλάει εδώ. Ποιος λογικός πειρατής μιλάει στον καπετάνιο του έτσι όπως έκανε αυτός ο ατίθασος νωρίτερα; Κανονικά θα έπρεπε να του δώσουν μια κλοτσιά στον πισινό, το


λιγότερο, και ακόμα και ο καπετάνιος φαινόταν να θέλει να το κάνει. Οπότε γιατί δεν το έκανε;» «Κάποιοι άνθρωποι αποφεύγουν τη βία», σχολίασε ο Πέρσι τινάζοντας τα μανίκια του. Ο Τζέρεμι γέλασε, αλλά βόγκηξε γιατί πόνεσε και τελικά είπε: «Ναι, ξέρουμε τα χούγια σου, φιλαράκι. Όμως ο Ριβς είναι ικανός για βία. Το είδα φευγαλέα στα μάτια του όταν του όρμησα. Σίγουρα θα με πυροβολούσε αν δεν είχα κάνει πίσω. Τουλάχιστον με προειδοποίησε». «Νομίζω πως ξέρω αυτό το όνομα, πράγματι το ξέρω». Ο Τζέρεμι σήκωσε το φρύδι. «Ριβς;» «Ναι». «Και περίμενες τόση ώρα για να το πεις;» «Μου ακούστηκε απλώς γνωστό όταν το είπε, αλλά τώρα μόλις θυμήθηκα γιατί. Πριν από καιρό έγινε ένα σκάνδαλο, δηλαδή πριν από πολύ καιρό, στην πραγματικότητα πριν από είκοσι πέντε χρόνια, τότε που ήμουν μικρός κι έκανα παρέα με τον Νικ και τον Ντέρεκ. Η κόρη της λαίδης Ριβς, που ήταν πανέμορφη, πήγε διακοπές στις Δυτικές Ινδίες και γρήγορα γύρισε με έναν σύζυγο με τον οποίο είχε κλεφτεί. Η οικογένειά της δεν ενέκρινε τον νεαρό διότι ήταν ένας απλός αγρότης, γι’ αυτό εκείνη επέστρεψε στην Τζαμάικα και δεν την ξανάδε ποτέ κανείς. Η οικογένειά της υπέθεσε ότι πέθανε, αλλά φήμες λένε ότι την αποκλήρωσαν και ότι αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που δεν επέστρεψε». «Είσαι σίγουρος ότι ήταν η Τζαμάικα και δεν θυμάσαι το όνομα από μένα, επειδή έζησα για λίγο εκεί με τον πατέρα μου και τον αρχιναύτη του Κόνι;» «Δεν μπερδεύομαι, φίλε. Αυτή την ιστορία την είπες στον Ντέρεκ και σε εμένα πριν από πολύ καιρό». «Νομίζω πως ο καπετάνιος μας είναι πολύ νέος για να ήταν ο αγρότης με τον οποίο κλέφτηκε η κόρη της λαίδης Ριβς». «Όχι, όχι, δεν υπονοούσα κάτι τέτοιο. Απλώς μου έκανε εντύπωση που αναγνώρισα το όνομα. Όμως έχεις δίκιο, ο καπετάνιος Ριβς δεν μπορεί να έχει καμία συγγένεια με τους Ριβς του Ιστ Σάσεξ και εκτός αυτού, ο αγρότης δεν θα έπαιρνε το επίθετο της συζύγου του, σωστά;» Ο Τζέρεμι χασκογέλασε. «Πολύ απίθανο, αλλά πάλι υπάρχουν και πειρατές που προέρχονται από την αφρόκρεμα της Αγγλίας». «Φυσικά, αν πάρουμε για παράδειγμα τον πατέρα σου…» «Πέρσι…» τον προειδοποίησε ο Τζέρεμι. Ο Πέρσι ρουθούνισε απαλά. «Δεν ξέρω γιατί ακόμη αρνείσαι – ή μάλλον ξέρω γιατί, επειδή νομίζεις πως θα το διατυμπανίσω σε όλο το Λονδίνο, αλλά…»


«Το επιβεβαίωσες ποτέ;» «Όχι», μουρμούρισε ο Πέρσι. «Τότε σταμάτα να μαντεύεις για κάτι που αποτελεί παλιά φήμη. Δεν με βοηθάς καλύτερα να μάθουμε τι τρέχει μ’ αυτό το πλήρωμα;» «Τι τρέχει; Πειρατές είναι, δεν είναι αρκετό αυτό;» «Δεν νομίζω πως είναι όλοι και αυτό είναι το παράξενο. Οι τύποι που με έδειραν στην οδό Ουάπινγκ ήταν σίγουρα του χειρίστου είδους, αλλά κρυφακούγοντας πίσω από την πόρτα όταν το πλήρωμα μπαινοβγαίνει στις καμπίνες, μου φαίνεται ότι κάποιοι δεν είναι καθόλου πειρατές, απλώς τυπικοί ναύτες. Και ο αρχιναύτης και ο καπετάνιος σίγουρα δεν είναι συνηθισμένοι ναύτες, μπορεί να είναι ακόμα και ευγενείς». «Ω! Εννοείς από το Ιστ Σάσεξ;» «Υποθέτω πως αυτό μπορεί να είναι πιθανό, μια και η οικογένεια Ριβς μάλλον είχε κι άλλα παιδιά, ακόμα και εγγόνια, ξαδέλφια, ανίψια κ.λπ., τουλάχιστον έναν αποκληρωμένο ή κάποιο νεκρό», είπε ο Τζέρεμι. «Δεν ξέρω. Δεν τους γνώριζα προσωπικά». «Πέρσι, δεν έχει σημασία από πού προέρχονται ο καπετάνιος και ο αρχιναύτης. Μπορεί να είναι βασιλικοί μπάσταρδοι από όσο ξέρω. Το θέμα είναι ότι οι πειρατές δεν συμπαθούν ούτε εμπιστεύονται τον καπετάνιο τους, οπότε πρέπει να δούμε πώς μπορούμε να εκμεταλλευτούμε αυτή τη ρήξη για να ελευθερωθούμε εμείς και η Τζακ».


Κεφάλαιο 20 Η Τζάκλιν ξύπνησε απότομα από δύο μέλη του πληρώματος που συνομιλούσαν αγενώς αρκετά δυνατά, σαν να μην τους ένοιαζε ότι κοιμόταν. Τρόμαξε όταν άνοιξε τα μάτια της και είδε ότι ο ένας στεκόταν δίπλα στο ράντζο της και την κοιτούσε από ψηλά. Ήταν ένας τρομακτικός σε όψη πειρατής, με μια μεγάλη ουλή από το σαγόνι μέχρι το αριστερό αφτί. Χαμογελώντας της λοξά, τουλάχιστον απομακρύνθηκε τώρα που είχε ξυπνήσει. Αυτό δεν την καθησύχασε, αντιθέτως ένιωσε ακόμα πιο άβολα όταν ανακάθισε, κρατώντας την κουβέρτα μέχρι τον λαιμό της, ενώ συνειδητοποίησε ότι ο Μπάσταρδος δεν ήταν στην καμπίνα. Ήταν μόνη με αυτούς τους δύο πειρατές. Κοιμόταν όλο το πρωί; Δεν θα ’πρεπε, όχι από τη στιγμή που την είχε πάρει τόσο γρήγορα ο ύπνος το προηγούμενο βράδυ μετά την ταλαιπωρία μέσα στα παγωμένα νερά. Αν ο Μορτ είχε έρθει χθες βράδυ, όπως την είχε προειδοποιήσει ο Μπάσταρδος, προφανώς δεν τον είχε ακούσει. Η φαντασία της οργίασε όταν είδε τον άλλον πειρατή να κοιτάζει τα ρούχα που είχε αφήσει να στεγνώσουν πάνω στις καρέκλες. «Μακριά από τα ρούχα μου! Να είσαι σίγουρος πως δεν σου κάνουν». Ο σημαδεμένος πειρατής γέλασε με το κατακόκκινο πρόσωπο του φίλου του. Δεν την ένοιαξε. Αλλά δεν μπορούσε να σηκωθεί από το κρεβάτι με τους πειρατές μέσα στο δωμάτιο. Πρόσεξε ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή. Απερίσκεπτο λάθος εκ μέρους τους ή υπήρχε φρουρός στην πόρτα; Οι ώμοι της βούλιαξαν όταν είδε το χέρι ενός άντρα στο άνοιγμα. Ένας άντρας που τεντωνόταν, πιθανόν από βαρεμάρα για το νέο καθήκον του. Έτσι κοίταξε γύρω της το δωμάτιο και αναρωτήθηκε γιατί δεν ήταν εκεί ο Μπάσταρδος. Οι κουρτίνες ήταν ανοιχτές, επιτρέποντας στον πρωινό ήλιο να λούζει το δωμάτιο, και στο τραπέζι υπήρχε ένας δίσκος με φαγητό. Αλλά τίποτα δεν εξηγούσε την παρουσία των πειρατών εκεί. Αν είχαν βάλει τώρα φρουρούς και μέσα στο δωμάτιο, τότε κάτι δεν πήγαινε καλά. Με τον Μπάσταρδο; Αν το τραύμα του ήταν χειρότερο απ’ ό,τι φαινόταν και είχε λιποθυμήσει, θα της το έλεγαν, έτσι δεν είναι; Μπορεί και όχι. «Τι δουλειά έχετε εδώ;» ρώτησε. «Αλλάζουμε τα σεντόνια του καπετάνιου», είπε ο ντροπαλός, πηγαίνοντας στο κρεβάτι για να κάνει ακριβώς αυτό.


«Αλήθεια;» ρώτησε ο άλλος σαστισμένος. «Έλα να βοηθήσεις», διέταξε ο φίλος του. Κάθισε για λίγο παρακολουθώντας τους να παλεύουν με τα σκεπάσματα πριν σηκώσει το φρύδι της και πει περιπαικτικά: «Έχει και υπηρέτες τώρα;». Την κοίταξαν και οι δυο ταυτόχρονα, αν και μόνο για ένα δευτερόλεπτο πριν επιστρέψουν στην υποτιθέμενη δουλειά τους, παρόλο που ο σημαδεμένος μουρμούρισε: «Ναι, καλά». «Βοηθάμε όπου χρειάζεται και τώρα πρέπει να κάνουμε αυτό. Ο καπετάνιος δεν χρειάζεται να το κάνει στην κατάστασή του – εξαιτίας σου», της απάντησε ο άλλος. «Σίγουρα δεν θα θέλει να τον νταντεύετε εξαιτίας μιας μικρής πληγής», απάντησε η Τζακ, σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Όμως πείτε του ότι αλλάξατε τα σεντόνια του. Δεν θέλω να νομίζει ότι το έκανα εγώ. Ξέρει ότι είστε εδώ;» Τουλάχιστον ο ένας τους έδειξε λίγη νευρικότητα στην ερώτησή της, αλλά αυτό δεν ήταν τίποτα συγκριτικά με τον πανικό του την ώρα που μπήκε μέσα ο Μπάσταρδος. Ο καπετάνιος ήταν κάτι παραπάνω από θυμωμένος όταν πλησίασε τους δύο άντρες. Ο ένας έκανε έναν μεγάλο κύκλο γύρω του και έγινε καπνός. Ο σημαδεμένος οπισθοχώρησε πιο αργά. Φαινόταν περισσότερο ενοχλημένος παρά φοβισμένος που τον είχε τσακώσει στα πράσα. «Ξέρεις ότι απαγορεύεται να μπαίνετε στην καμπίνα μου», είπε ο Μπάσταρδος με συγκαλυμμένο θυμό στη φωνή του. «Και πώς μπήκατε μέσα;» «Ακολουθήσαμε το αγόρι με το φαγητό». «Αν ξανασυμβεί, αυτό που έπαθε ο εραστής της Κάθριν θα σας φανεί παιχνιδάκι». «Δεν υπάρχει λόγος για τέτοιου είδους απειλές», είπε ο πειρατής, πιο επιφυλακτικά τώρα. «Θέλαμε απλώς να σιγουρευτούμε ότι δεν έκανες κακό στην αγριόγατα που σε μαχαίρωσε χθες βράδυ. Προστατεύουμε απλώς τα συμφέροντά μας». «Την επόμενη φορά ρωτήστε. Πάρε δρόμο!» Ο θυμός του Μπάσταρδου δεν εξανεμίστηκε την ώρα που ο δεύτερος πειρατής βγήκε από την καμπίνα. Η Τζάκλιν γοητεύτηκε με όσα είδε. Όχι μόνο ο Μπάσταρδος ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, αλλά το σαγόνι του ήταν σφιγμένο, οι ώμοι του επίσης και έσφιγγε τους μυς των χεριών του σαν να ήθελε να σκοτώσει τους πειρατές. Κοκκίνισε λίγο, αλλά μόνο επειδή είχε βγει έτσι από την καμπίνα του, γυμνός, με τον επίδεσμο τυλιγμένο στο στέρνο του ώστε όλο το πλήρωμα να δει τι του είχε κάνει, αν δεν το ήξεραν ήδη όλοι.


Όταν έστρεψε τα μάτια του πάνω της, είδε τη θύελλα μέσα τους. Καθισμένη εκεί με την κουβέρτα μέχρι τον λαιμό, δίσταζε να πει οτιδήποτε διότι δεν της ήταν καθόλου οικεία αυτή η πλευρά του. Καθώς όμως την κοιτούσε, ο θυμός φάνηκε να καταλαγιάζει και τελικά το σώμα του χαλάρωσε. Πήγε στην πόρτα και την έκλεισε λέγοντάς της: «Οι άντρες μου δεν θα σε ενοχλήσουν ξανά, αλλά αν μπει κανείς εδώ εκτός από τον Μορτ και τον μικρό της καμπίνας, έχεις την άδειά μου να κάνεις όσο σαματά θες». «Δηλαδή;» «Να ουρλιάξεις μέχρι να έρθω». Σήκωσε το φρύδι της. «Πόσες φορές θα πρέπει να φωνάξω λύκος μέχρι να μην πιάνει πια;» «Σοβαρολογώ». «Δεν πιστεύεις ότι θα το κάνω μόνο και μόνο για να σε δω να έρχεσαι τρέχοντας;» του είπε. «Δεν πιστεύω ότι είσαι ηλίθια, όχι». «Μα θα ήταν πολύ ενδιαφέρον!» Της έριξε ένα αυστηρό βλέμμα, αλλά δεν ήταν διόλου τρομακτικό συγκριτικά με αυτό που είδε νωρίτερα. Έμοιαζε περισσότερο με τον άντρα που ήξερε, που σήμαινε ότι μπορούσε να αρχίσει να συμπεριφέρεται ξανά αυθάδικα. Αναρωτήθηκε γιατί διέκρινε μια αηδία στη φωνή του όταν αποκάλεσε αυτούς τους δύο πειρατές «άντρες μου», αλλά απλώς είπε: «Τα μέλη του πληρώματός σου δεν μοιάζουν χαρούμενα που παίρνουν διαταγές από σένα. Γιατί;». «Είναι καινούριοι», ήταν το μόνο που απάντησε, πηγαίνοντας στο γραφείο του, αλλά πλατάγισε τη γλώσσα του καθώς περνούσε δίπλα από το τραπέζι. «Το φαγητό σου κρύωσε». «Δεν είχα την υπηρέτριά μου να με ξυπνήσει», του είπε ειρωνικά. «Υποθέτω πως θα αναλάβω εγώ αυτό το καθήκον για το υπόλοιπο ταξίδι», προσφέρθηκε. Πλάκα έκανε; Είδε το χαμόγελό του καθώς καθόταν στο γραφείο του. Προσεκτικά. Τώρα το μόνο που έβλεπε πάνω από το γραφείο ήταν το όμορφο πρόσωπό του και το φαρδύ γυμνό στήθος του. Μα γιατί δεν φορούσε πουκάμισο; Δεν τα είχε σκίσει ακόμα, οπότε θα μπορούσε να φορέσει ένα. Κανονικά θα έπρεπε να σηκωθεί και να του πετάξει ένα, αλλά προτίμησε να μην του δείξει τα γυμνά πόδια της. Όμως δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της από πάνω του. Με τέτοιους μυς, δεν είναι να απορεί κανείς που πάντα κατάφερνε και τη σταματούσε από τις ανταρσίες της. Επιτέλους κατάφερε να πάρει το μυαλό και τα μάτια της από το στήθος του


και ρώτησε: «Δεν θα ’πρεπε να είσαι ακόμα στο κρεβάτι;». «Ο γιατρός δεν είπε ότι δεν μπορώ να σηκωθώ», είπε σηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους. «Θα ’πρεπε ή μήπως δεν είναι κανονικός γιατρός;» «Εννοείται πως δεν είναι κανονικός γιατρός. Θα έπρεπε να το είχες καταλάβει από το παρατσούκλι του. Χασάπης. Ξέρει καλά να κόβει πόδια και χέρια, αλλά δεν πιστεύω ότι μπορεί να κάνει πολλά άλλα. Πόσο άσχημο νομίζεις πως είναι το τραύμα;» «Προφανώς όχι και πολύ άσχημο», του είπε. Την κοιτούσε πολύ έντονα, έτσι εκείνη έστρεψε τα μάτια στο τραπέζι και αναρωτήθηκε αν μπορούσε να τρέξει προς τα εκεί για να ντυθεί. Όμως εκείνος φώναξε προς την πόρτα: «Κύριε Μπάρκερ, πες στον Τζακ –λοιπόν, υποθέτω πως θα πρέπει να φωνάζουμε τον αδελφό σου Τζάκι για το υπόλοιπο ταξίδι– να φέρει στην καλεσμένη μου άλλο δίσκο». «Μπορώ να φάω κρύο φαγητό», είπε η Τζάκλιν αρκετά δυνατά για να ακούσει ο φρουρός, αν και ακόμα κοιτούσε τη νέμεσή της. «Γι’ αυτό μη μου κάνεις χάρες». «Σου κάνω πολλών ειδών χάρες, απλώς είσαι πολύ θυμωμένη για να το προσέξεις». Δεν κατάλαβε τι εννοούσε με αυτό, αλλά βαρέθηκε να περιμένει να μείνει μόνη, οπότε σηκώθηκε από το ράντζο για να πάρει τα ρούχα που είχε απλώσει την προηγούμενη νύχτα στις καρέκλες. Κοκκίνισε μόνο λίγο την ώρα που έπαιρνε τα εσώρουχά της και συνειδητοποίησε ότι αυτά ήταν που κοιτούσε ο πειρατής. «Δείχνεις υπέροχη σήμερα το πρωί με το πουκάμισό μου», σχολίασε καθώς εκείνη επέστρεφε στο ράντζο. «Για μένα το αγόρασες αυτό;» «Όχι, ομολογώ μου αρέσει το χρώμα». Το ροζ ήταν πολύ μοντέρνο χρώμα για τους άντρες, αλλά αυτό ίσχυε πριν από δεκαετίες, τότε που τα ζωηρόχρωμα σακάκια και οι βερμούδες ήταν η μόδα για τους λιμοκοντόρους, όσο πιο φανταχτερά τόσο το καλύτερο. Σήμερα οι άντρες ντύνονταν πιο σοβαρά. Ήταν σίγουρη πως θα την έπιαναν τα γέλια αν έβλεπε τον Μπάσταρδο με ροζ πουκάμισο. Και επειδή δεν ήθελε να τη βλέπει να διασκεδάζει με κανέναν τρόπο, αποφάσισε να μην του το δώσει πίσω. Απλώνοντας τα ρούχα της στο ράντζο, έπιασε τη ροζ μπροκάρ φούστα της και είδε ότι ήταν ακόμα νωπή. Είχε αποφασίσει σε αυτό το ραντεβού να φορέσει άνετα ρούχα μόνο και μόνο για έναν λόγο∙ διότι ακόμα και τα πρωινά φορέματά


της ήταν υπερβολικά κομψά και δεν ήθελε ο μασκοφόρος, ή όπως ήλπιζε ο Μπάσταρδος, να πιστέψει ότι προσπαθούσε να τον εντυπωσιάσει. Δεν μπορούσε αυτή η συνάντηση να πάει σύμφωνα με το σχέδιό της αντί να καταλήξει έτσι; Αλλά δεν ξαφνιάστηκε που η πλεκτή βαριά φούστα δεν είχε στεγνώσει ακόμα, οπότε φόρεσε μόνο τον λευκό κορσέ της. Κατασκευασμένος από αραχνοΰφαντο μπατίστα με ελάχιστη επένδυση, κάθε σειρά ήταν ντυμένη με μια λωρίδα λευκού σατέν και διακοσμημένη με γαλάζια φιογκάκια, αποτελώντας μια κρυφή κομψότητα για όλο το σύνολο. Τώρα δεν ήταν πια κρυφή. Έπειτα έκανε να πιάσει τις ζαρτιέρες της, αλλά τράβηξε το χέρι της. Δεν ήθελε να δώσει κι άλλη παράσταση στον Μπάσταρδο. Θα μπορούσε να περιμένει μέχρι εκείνος να βγει από την καμπίνα για να φορέσει τα εσώρουχά της, γι’ αυτό ξεκούμπωσε το κάτω μισό του πουκαμίσου και έδεσε τις άκρες του κόμπο. Ορίστε, τώρα ήταν ευπαρουσίαστη και αξιοπρεπής προς το παρόν, παρόλο που τα πόδια της ήταν γυμνά. «Πολύ ωραία», είπε εκείνος. Αν συμπαθούσε τον άντρα, θα είχε κάνει μικρή υπόκλιση για να τον ευχαριστήσει. Αντιθέτως, τον αγνόησε και κρέμασε πάλι τη φούστα της για να στεγνώσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σήμερα θέλω να δω τους άντρες μου». «Μόλις τους είδα. Εσείς οι Μάλορι είστε όλοι ίδιοι. Ο αδελφός σου προσπάθησε να με σκοτώσει». «Δεν είναι…» άρχισε να λέει, αλλά μετά χαμογέλασε ειρωνικά. «Γι’ αυτό αιμορραγείς πάλι;» «Όχι, εγώ είχα όπλο, εκείνος όχι, οπότε δεν συνεχίστηκε». «Εξακολουθώ να θέλω να δω…» «Τότε έλα δω», τη διέκοψε και χτύπησε απαλά τα πόδια του. «Για να δούμε πόσο πειστική μπορείς να γίνεις». Το βλοσυρό βλέμμα που του έριξε τον έκανε να προσθέσει: «Όχι; Τότε συμβιβάσου με το να ξέρεις ότι αναπνέουν ακόμα και αν είσαι καλό κορίτσι, ίσως σε πάω να τους δεις κάποια στιγμή». Καλό κορίτσι; Ή απλώς να μην προσπαθήσω να τον σκοτώσω ξανά; Ήταν εξοργιστικό να της πετάει ψίχουλα, που ήξερε πολύ καλά πως δεν θα τσιμπούσε, όταν πιθανόν δεν είχε σκοπό να την πάει να δει τον Τζέρεμι. Και γιατί να το κάνει; Ένας καταραμένος πειρατής ήταν! Αφού τελείωσε με τα πειράγματα, είπε με τόνο μικρής επίπληξης: «Ξέρεις, δεν θα κατάφερνες να φτάσεις στη στεριά χθες βράδυ. Συνειδητοποιείς πόση απόσταση θα έπρεπε να κολυμπήσεις;». «Θα ερχόταν κάποιο καράβι», απάντησε και κάθισε σε μια καρέκλα απέναντί


του. «Ναι, αλλά αυτό θα ήταν πολύ απίθανο. Ήσουν μια κουκκίδα στο νερό, Τζακ. Ακόμα κι αν περνούσε δίπλα σου καράβι, το πιθανότερο ήταν οι άνθρωποι πάνω σε αυτό να μη σε έβλεπαν ούτε καν αν ήταν μέρα, πόσο μάλλον νύχτα. Και το χάραμα ήταν ώρες μακριά». «Αν περιμένεις να σου πω ευχαριστώ που με έσωσες, γελιέσαι». Σήκωσε τα φρύδια του. «Άρα ήσουν πρόθυμη να θυσιάσεις τη ζωή σου για τον πατέρα σου;» «Φυσικά». «Όμως αυτό ήταν όντως το σχέδιό σου;» Τώρα ευχόταν να μην είχε καθίσει απέναντί του. Όμως δεν ήταν υποχρεωμένη να του απαντήσει. Ούτε να κοιτάζει αυτά τα όμορφα μάτια, όμως το έκανε. Συγκράτησε τη γλώσσα της περιμένοντας να την πιέσει, όμως αυτός δεν το έκανε. Έτσι ξαφνιάστηκε με τον εαυτό της που είπε: «Είμαι καλή κολυμβήτρια. Είχα πολλές πιθανότητες να τα καταφέρω». «Χαίρομαι που μαθαίνω ότι δεν έχεις τάσεις αυτοκτονίας, άρα υποθέτω πως συμφωνούμε ότι διαφωνούμε στο θέμα. Αλλά πες μου, γιατί δεν προσπάθησες πρώτα να διαπραγματευτείς μαζί μου; Το έχεις ξανακάνει. Δεν μου είχες τάξει αμύθητα πλούτη αν πρόδιδα τον πειρατή για χάρη σου;» Ρουθούνισε. «Δεν έπιασε την προηγούμενη φορά, οπότε γιατί να μπω στον κόπο;» «Μα ούτε καν προσπάθησες να με αποπλανήσεις, μια ακόμα επιλογή με την οποία δεν θα χρειαζόταν να ρισκάρεις τη ζωή σου». Να τον αποπλανήσει; Γιατί να πει κάτι τέτοιο; Ήξερε πόσο πολύ τον μισούσε. Ποτέ δεν ήταν καλή μαζί του, ούτε μία φορά, μόνο να τον σκοτώσει ήθελε κάθε φορά που είχε την ευκαιρία. Δεν είχε ιδέα πως το να είναι καλή μαζί του θα τον έκανε να αλλάξει γνώμη από τη στιγμή που ήξερε πόσο πολύ τον αντιπαθούσε. Ωστόσο ήταν μια δελεαστική σκέψη – να τον αποπλανήσει για να τον πάρει με το μέρος της, όχι στα αλήθεια, αλλά κάνοντάς τον να πιστέψει πως το έκανε. Ίσως να τον έπειθε ακόμα και να τη γυρίσει σπίτι της. Όχι, πώς θα μπορούσε να το κάνει όταν κάθε φορά που τον πλησίαζε ήθελε να του ρίξει μπουνιά… Ο μικρός ήρθε με τον δεύτερο δίσκο φαγητού. Ήταν ένα κάτισχνο αγόρι περίπου στο ύψος της, με κοκκινωπά μαλλιά και φακίδες. Και έδειχνε υπερβολικά νευρικός, πιθανόν επειδή ήξερε, όπως όλοι μέχρι τώρα, ότι είχε μαχαιρώσει τον καπετάνιο του. Ήλπιζε να μην είχε τραυματίσει τον μικρό χθες την ώρα που τον έσπρωξε για να πηδήξει στο νερό. Κοίταξε φευγαλέα τη βράκα του κι ευχήθηκε να είχε μία δική της.


Ο Μπάσταρδος σηκώθηκε να φύγει, λέγοντας στο αγόρι: «Πρόσεχέ την, Τζακ». Η Τζάκλιν περίμενε μέχρι να κλείσει η πόρτα και είπε στο αγόρι: «Τζακ Μπάρκερ δεν σε λένε;». «Θέλει να με φωνάζεις Τζάκι». «Όχι, θέλει όλοι οι άλλοι να σε φωνάζουν έτσι για να μη γίνεται μπέρδεμα, αλλά εμείς οι δύο θα λέμε ο ένας τον άλλον Τζακ. Από το Λονδίνο είσαι;» «Ναι, αλλά μόλις ήρθα από το Ρέντινγκ του Μπερκσάιρ με τον αδελφό μου Τομ. Ήθελε να ταξιδέψει στη θάλασσα, το ήθελε εδώ και χρόνια, αλήθεια, αλλά δεν ήθελε να με αφήσει πίσω, γιατί είναι ο μόνος που έχω πια, αφότου πέθανε ο μπαμπάς. Έτσι βρήκε ένα καράβι που θα έπαιρνε και τους δυο μας, αυτό δηλαδή. Αλλά δεν ξέρω και πολύ πώς να είμαι καμαρότος, δηλαδή τίποτα δεν ξέρω». «Να σου πω ένα μυστικό, Τζακ; Η μητέρα μου ήταν κάποτε καμαρότος». Εκείνος γούρλωσε τα μάτια, αυτή γέλασε, αλλά εκείνος ρώτησε: «Ήξερε ο καπετάνιος της ότι ήταν κορίτσι;». «Το ήξερε, όμως εκείνη δεν το γνώριζε αυτό. Ήταν πολύ αστείο, να τους ακούς να το διηγούνται. Όμως αυτό που θέλω να πω είναι πως δεν χρειάζεσαι εμπειρία γι’ αυτή τη δουλειά. Σου λένε τι πρέπει να κάνεις, οπότε αν ακολουθείς τις οδηγίες, θα είσαι μια χαρά. Και μόνο τον…» πήγε να πει Μπάσταρδο, αλλά δεν ήθελε το αγόρι να μιμηθεί τον άσχημο χαρακτηρισμό και να βρει τον μπελά του, οπότε διόρθωσε τη φράση της. «Τον καπετάνιο πρέπει να ευχαριστείς. Μην αγνοείς μικροδουλειές που σε βάζουν οι άλλοι να κάνεις επειδή σε βλέπουν να κάθεσαι, αλλά μην αμελείς κάτι που σου λέει ο καπετάνιος να κάνεις. Αυτός είναι η προτεραιότητά σου και σίγουρα θα θέλεις να σου δίνει δουλειές. Εγώ στη θέση σου θα ήθελα». Άρχισε να στρώνει το κρεβάτι του Μπάσταρδου που είχαν ξεστρώσει οι πειρατές και ρώτησε: «Θα ήθελες να γίνεις καμαρότος σαν τη μαμά σου;». «Προς Θεού, όχι», απάντησε χασκογελώντας. «Αλλά δεν μου αρέσει καθόλου να κάθομαι και δεν υπάρχουν πολλά που να μην ξέρω να κάνω σε ένα καράβι, χάρη στον πατέρα μου και στα τέσσερα αδέλφια του, που είναι όλοι καπετάνιοι στα πλοία τους. Τώρα που το σκέφτομαι, θα μπορούσες να ζητήσεις από τους άλλους να σου μαθαίνουν τις δουλειές τους όταν δεν έχεις κάτι άλλο να κάνεις – δηλαδή αν σου αρέσει να είσαι σε καράβι καλύτερα από το να βρίσκεσαι στη στεριά». «Μου αρέσει. Δεν το περίμενα, αλλά μου αρέσει». «Καλό αυτό, αν σκεφτούμε ότι το συγκεκριμένο καράβι δεν πρόκειται να


επιστρέψει. Τώρα πριν τρέξεις να εξυπηρετήσεις τον καπετάνιο σου, ίσως μπορείς να με βοηθήσεις σε κάτι». Χλώμιασε. «Δεν μπορώ να σε αφήσω να βγεις από δω. Αυτό είναι ρητή εντολή του αρχιναύτη». «Όχι, όχι, δεν θα έβαζα άλλον Τζακ σε μπελάδες, σου το υπόσχομαι. Ήλπιζα μονάχα μήπως είχες καμιά ακόμα βράκα να μου δανείσεις;»


Κεφάλαιο 21 Η Τζάκλιν καθόταν με τα πόδια σταυρωμένα πάνω στο γραφείο του Μπάσταρδου, μόνο και μόνο επειδή μπορούσε τώρα που αυτός έλειπε. Και γιατί στο καλό έλειπε; Αν εξαιρέσουμε τη σύντομη επίσκεψή του το πρωί, την είχε αφήσει μόνη όλη μέρα. Όταν θα έπρεπε να περνά τη μέρα του στο κρεβάτι για να επουλωθεί το τραύμα του. Κι εκείνη έπληττε φριχτά. Θα μπορούσε να τον ξεσκίσει με τα νύχια της αν γυρνούσε πριν ηρεμήσει. Δεν ήταν εύκολο να ηρεμήσει. Εδώ και τέσσερις ώρες βημάτιζε πέρα-δώθε και σκεφτόταν πως είχε αποτύχει να βγάλει τον εαυτό της, τον Τζέρεμι και τον Πέρσι από αυτό το καράβι που κατευθυνόταν στην Καραϊβική και πως η μητέρα της θα είχε τρελαθεί από την αγωνία. Αλλά σύντομα θα είχε σίγουρα κάποια παρέα. Της το θύμισε αυτό η κοιλιά της, που γουργούρισε από την πείνα. Όταν επιτέλους άκουσε το κλειδί στην πόρτα, η καρδιά της έχασε έναν χτύπο. Κάτι που την ξάφνιασε. Τι στον διάολο; Δεν χαιρόταν που είχε επιστρέψει. Και μπορεί να μην ήταν καν αυτός. Μπορεί να ήταν ο Τζάκι με το δείπνο της, οπότε έμεινε εκεί που καθόταν. Όμως ήταν ο Μπάσταρδος και κοντοστάθηκε όταν την είδε στο γραφείο του. Ήταν ακόμα γυμνόστηθος, οπότε μπόρεσε να δει ότι η πληγή του ακόμη αιμορραγούσε, αν και όχι τόσο πολύ όσο το πρωί, που σήμαινε ότι του είχαν αλλάξει τουλάχιστον μία φορά τον επίδεσμο σήμερα. Και ήταν και ελαφρώς ηλιοκαμένος. «Γιατί κάνεις δουλειές στην κατάστασή σου;» τον ρώτησε απαιτητικά. «Έχεις αρχιναύτη που μπορεί να τις κάνει μέχρι να ξεκουραστείς και να αναρρώσεις». «Σου έλειψα;» Προχώρησε αργά μέχρι το γραφείο με αυτό το καταραμένο χαμόγελο που τόσο μισούσε. Ακόμα δεν είχε σηκωθεί από την καρέκλα του, οπότε εκείνος κάθισε στην άκρη του γραφείου, με το ένα πόδι του να κρέμεται. Και αυτό σήμαινε πως εκείνη έβλεπε πολλά από πολύ κοντά. Ο άντρας ήταν πολύ αρρενωπός, το στήθος του πολύ φαρδύ, τα μπράτσα του πολύ μυώδη, τα μάτια του πολύ ανοιχτόχρωμα σε σχέση με τα μαύρα μαλλιά και την αξυρισιά του. Ένιωσε πως δυσκολευόταν να αναπνεύσει. Όμως της απέσπασε την προσοχή λέγοντας: «Ο Μόρτιμερ μπορεί να είναι ο αρχιναύτης μου και να κάνει μια χαρά τις δουλειές, αλλά δεν του αρέσει να


συμπεριφέρεται σαν καπετάνιος ή να παίρνει το τιμόνι». Κατσούφιασε. «Σίγουρα έχεις μισή ντουζίνα άντρες που ξέρουν να παίρνουν το τιμόνι. Ακόμα κι εγώ ξέρω…» «Να μας γυρίσεις στην Αγγλία;» Μετάνιωσε που είπε τόσο πολλά. «Όχι, και βέβαια όχι». «Δεν είσαι πολύ καλή ψεύτρα, Τζακ. Λοιπόν, ο πατέρας σου σε έκανε θαλασσόλυκο; Τι άλλο σου έμαθε;» Έκλεισε το στόμα της ερμητικά και πετάχτηκε από την καρέκλα για να επιστρέψει στο ράντζο, λέγοντας πάνω από τον ώμο της: «Ο ήλιος σε έκαψε. Ήταν μεγάλη βλακεία που βγήκες όλη μέρα χωρίς πουκάμισο». Δεν απάντησε. Μόλις κάθισε οκλαδόν στο κέντρο του στενού κρεβατιού της, μάντεψε γιατί. Ακόμα κοιτούσε τα πόδια της και αυτό που φορούσε τώρα. Έβαλε ακόμα και το χέρι του στο μέτωπό του και αναστέναξε πριν καθίσει. Αφού κοίταξε τα πόδια της για αρκετή ώρα ακόμα, είπε επιφυλακτικά: «Δεν χρειάζεται να ρωτήσω πού βρήκες αυτή τη βράκα, αλλά είσαι σίγουρη πως θες να τη φοράς;». «Φυσικά. Πάντα έτσι ντύνομαι πάνω σε καράβι. Αν είχα πακετάρει γι’ αυτό το ταξίδι, θα έβλεπες ότι έχω δικές μου βράκες, ειδικά ραμμένες για υπερατλαντικά ταξίδια. Οι φούστες που τις παίρνει ο αέρας είναι πολύ γελοίες». «Παρατήρησες καθόλου αέρα εδώ μέσα;» Χαμογελούσε. Εκείνη όχι. Μάλλον γι’ αυτό είπε βιαστικά: «Αλλά νομίζω πως συζητούσαμε το γιατί κυκλοφορώ μισόγυμνος εγώ. Άρα υποθέτω πως δεν ξέρεις ότι το αίμα δεν καθαρίζεται από το ύφασμα. Προτιμώ να μη λεκιάσω όλα τα ρούχα μου μόνο και μόνο επειδή εσύ αποφάσισες να με μαχαιρώσεις». Προσπαθούσε να την κάνει να νιώσει άσχημα; Αφού θα το ξανάκανε αν μπορούσε; «Όμως πρόσεξα τον ήλιο, Τζακ, όταν ο Μορτ μου έδωσε ένα αδιάβροχο. Αυτό έγινε πριν από το μεσημέρι, διαφορετικά τώρα θα ήμουν πολύ πιο καμένος». Κανονικά δεν θα ’πρεπε να του μιλά καθόλου και δεν θα το έκανε αν δεν διψούσε για λίγη κουβέντα. Εκείνος έφταιγε. Για όλα εκείνος έφταιγε. Πώς στο καλό είχε επιβιώσει μία εβδομάδα στην πρώτη απαγωγή; Δεν θυμόταν να βημάτιζε πέρα-δώθε, δεν θυμόταν τίποτα εκτός από το ότι ήταν πολύ θυμωμένη. Και πού στο καλό ήταν ο θυμός τώρα; Όμως τώρα δεν τον ήθελε, σωστά; Μπορεί τότε να την εμπόδιζε να νιώθει πλήξη, αλλά αυτή τη φορά είχε αποφασίσει να το παίξει καλή και ίσως έτσι, ίσως, τον έπειθε να τη γυρίσει σπίτι.


Τον κοίταξε για λίγο και μετά ρώτησε: «Πώς είναι η πληγή σου;». «Θέλεις να την εξετάσεις;» Ήθελε; Όχι, σίγουρα όχι. Ήταν πολύ νωρίς για να βρεθεί τόσο κοντά του. «Θα το κάνει ο γιατρός αυτό», του είπε. «Τι σε κάνει να το πιστεύεις αυτό;» «Διότι πρέπει να σε εξετάσει για πυρετό, μόλυνση, ειδικά τώρα μάλιστα που εντελώς ανόητα επέλεξες να δουλεύεις αντί να ξεκουράζεσαι». «Αν συνεχίσεις έτσι, Τζακ, θα αρχίσω να πιστεύω ότι ανησυχείς για μένα». Ρουθούνισε και μετά έτριξε τα δόντια, πράγμα που τον έκανε να χαμογελάσει. Ο άνθρωπος αυτός ήταν υπερβολικά φιλικός για πειρατής απαγωγέας. Και διασκέδαζε πολύ εύκολα. Ήταν λες και άκουγε αστεία τα οποία εκείνη δεν έπιανε και κάθε φορά που την κοιτούσε τα θυμόταν. Δεν μπορεί να ήταν τόσο εύθυμος όταν η κατάσταση ήταν τόσο σοβαρή, έτσι δεν είναι; Αυτό θα τον έκανε… άκαρδο. «Έχω δει την ανικανότητα του δόκτορα Θανάτου σε όλο της το μεγαλείο. Το πλήρωμα μπορεί να τον εμπιστεύεται, εγώ όμως όχι. Εκτός αυτού, μάλλον είναι μεθυσμένος τέτοια ώρα». Η Τζακ γούρλωσε τα μάτια. «Ήταν μεθυσμένος όταν σε έραψε χθες;» «Δεν μύρισες την μπόχα;» «Και τον άφησες να σου ράψει την πληγή;» «Μήπως θες να το παίξεις εσύ γιατρός, Τζακ;» Συγκράτησε το γέλιο της. Αυτή ήταν η ιδανική ευκαιρία να το παίξει καλή, αφού ήταν δική του ιδέα και δεν θα υποπτευόταν την αλλαγή στη συμπεριφορά της. Τι θα γινόταν όμως αν δεν μπορούσε να συγκρατηθεί την ώρα που θα τον πλησίαζε να εξετάσει την πληγή του; Τι θα γινόταν αν αντίθετα του έριχνε γροθιά…


Κεφάλαιο 22 «Μη σε πιάνει πανικός, Τζακ. Δεν μιλούσα σοβαρά». Καταλάβαινε ότι ο Μπάσταρδος την περιέπαιζε ακόμα, οπότε αναστέναξε και είπε: «Δεν ήξερα ότι η σοβαρότητα έχει ημίμετρα. Βγάλε τον επίδεσμο να ρίξω μια ματιά. Από όσο ξέρουμε, ο ψευτογιατρός μπορεί να έκανε την πληγή σου χειρότερα». Δεν χρειαζόταν να τον πλησιάσει πολύ για να ρίξει μια ματιά. Και θα ήταν καλή αρχή να δυσανασχετήσει για τη βοήθεια αντί να την προσφέρει. Έτσι πήγε στο πλάι του γραφείου. Αλλά εκείνος δεν είχε βγάλει τον επίδεσμο. Κοιτούσε πάλι τα πόδια της! «Ίσως θες να λύσεις το πουκάμισό μου αν θες να φοράς αυτή». «Γιατί;» ρώτησε και κοίταξε τη βράκα της. «Μου κάνει μια χαρά». «Όχι, δεν σου κάνει. Είναι τόσο στενή στους γοφούς και τους μηρούς σου, που είναι σαν να είσαι γυμνή». «Ω». Κοκκίνισε αμέσως, αλλά συνήλθε γρήγορα όταν εκείνος σταμάτησε να την κοιτά. Ξετύλιγε τους επιδέσμους και είχε τα μάτια του εκεί, οπότε έλυσε γρήγορα το πουκάμισο και άφησε το τσαλακωμένο κομμάτι να πέσει μέχρι τα γόνατά της. Αλλά σίγουρα δεν θα ξεχνούσε πόσο αμήχανος ένιωσε όταν την είδε με τη στενή βράκα. Η αποπλάνηση μπορεί να μην ήταν τόσο δύσκολη τελικά. Η τετράγωνη γάζα που συγκρατούσε ο επίδεσμος είχε κολλήσει πάνω στην πληγή. Την ξεκόλλησε αργά, δίχως καν να μορφάσει όταν έστρεψε τα μάτια του πάνω της. «Λοιπόν;» Εκείνη πλατάγισε τη γλώσσα της. «Κοίτα και μόνος σου. Η πληγή δεν φαίνεται καθόλου με όλο αυτό το πηγμένο αίμα γύρω της. Πρέπει να καθαριστεί πρώτα». «Εντάξει». Πήγε στον νιπτήρα και πήρε μια μικρή πετσέτα από το ράφι που ήταν από κάτω. Την έβρεξε και την έστυψε και μετά γύρισε και του την πέταξε. «Καθάρισέ τη. Αν το κάνω εγώ, θα πονέσεις τόσο πολύ που θα κλάψεις». Ξέσπασε σε γέλια. Μόλις καθάρισε το ξεραμένο αίμα, εκείνη μπόρεσε να δει ότι το κόψιμο που του είχε κάνει είχε μήκος τέσσερα εκατοστά. Μόρφασε λίγο,


εκείνος όχι. Συνοφρυώθηκε, έσκυψε πιο κοντά και τότε είπε: «Θεέ μου, ο γιατρός σου έκανε μόνο ένα ράμμα και αυτό έχει ήδη σπάσει. Γι’ αυτό αιμορραγείς διαρκώς». Εκείνος σήκωσε τους ώμους. «Μάλλον σάστισε όταν με αποκάλεσες δολοφόνο». Ρουθούνισε στη θύμηση. «Δεν κλείδωσες την πόρτα. Να υποθέσω ότι υπάρχει φρουρός;» «Φυσικά». «Τότε πες του να φέρει βελόνα και κλωστή. Χρειάζεσαι κανονικά ράμματα, αν θες η πληγή να επουλωθεί κάποτε». «Ακόμα θες να με κάνεις να κλάψω;» «Καλά το μάντεψες», είπε χαμογελώντας σφιγμένα. Όμως έκανε αυτό που του είπε, αν και είπε στον ναύτη να στείλει άλλον να φέρει τα χρειαζούμενα. Ο Τζάκι έφτασε λίγα λεπτά αργότερα με βελόνα και κλωστή, καθώς και έναν δίσκο με φαγητό. «Φέρε μου ένα αναμμένο φανάρι ή κερί», είπε η Τζάκλιν στο αγόρι. «Πρέπει να αποστειρώσω τη βελόνα σε φλόγα». «Έχεις κάνει και μαθήματα ιατρικής, λοιπόν;» είπε έκπληκτος ο Μπάσταρδος. «Όχι, αλλά έχω δει κανονικό γιατρό να δουλεύει και ξέρω ότι μια βρόμικη βελόνα είναι χειρότερη από καθόλου βελόνα». «Αλλά πώς τα πας εσύ με τις βελόνες;» «Ξέρω να ράβω, αν αυτό ρωτάς. Η ξαδέλφη μου η Τζούντι ήθελε να μάθει κέντημα και δεν επρόκειτο να κάθομαι να τη βλέπω, οπότε έμαθα κι εγώ». «Εγώ θα πίστευα ότι κυνηγούσες δράκους». «Εκείνη κι εγώ κάναμε τα πάντα μαζί. Δεν μου άρεσε το ράψιμο, αλλά χάρηκε που το δοκίμασα μαζί της». «Και μετά αυτή κυνήγησε δράκους μαζί σου;» Τον κοίταξε και είδε το χαμόγελό του. «Αυτό έκανες εσύ μικρός; Κυνηγούσες δράκους;» Γέλασε. «Στην πραγματικότητα, ο Μορτ κι εγώ προσποιούμασταν πως κυνηγούσαμε πειρατές. Αλλά πάλι μεγαλώσαμε στην Καραϊβική. Δεν νομίζω πως έχει δράκους εκεί – χαμόγελο ήταν αυτό που μόλις είδα, Τζακ;» Ήταν χαμόγελο, πολύ φευγαλέο, αλλά δεν είχε σκοπό να νιώσει άσχημα γι’ αυτό. «Φαντάστηκα απλώς έναν δράκο να βολτάρει στα νησιά. Όμως η Τζούντι κι εγώ δεν είχαμε ανάγκη από τέτοια παιχνίδια. Η οικογένειά μας είναι πολύ μεγάλη. Πάντα κάτι συνέβαινε για να μας κρατά απασχολημένες».


«Δοκίμαζε κι εκείνη τις δικές σου δραστηριότητες;» «Όχι, Παναγιά μου. Μερικά από τα πράγματα που έπεισα τον πατέρα μου να μου μάθει, εκείνη θεωρούσε πως δεν ταιριάζουν σε μια κυρία. Αλλά με έβλεπε και με χειροκροτούσε». «Το να κουμαντάρεις καράβι δεν είναι επικίνδυνο», είπε. «Φέρε μου μια σπάθη και θα σου κάνω μια επίδειξη». Χασκογέλασε. «Τέτοιου είδους μαθήματα, αλήθεια;» «Πολύ πιο διασκεδαστικά από το ράψιμο». Ήταν ενοχλητικό που έκανε τέτοια φυσιολογική συζήτηση μαζί του. Καλή αρχή για το σχέδιό της, αλλά και πάλι της φαινόταν παράξενο να μιλάνε για την παιδική τους ηλικία τόσο ανέμελα. Όμως δεν ήθελε να χάσει την ευκαιρία να μάθει περισσότερα γι’ αυτόν, ίσως και κάτι προσωπικό που θα μπορούσε να το χρησιμοποιήσει εναντίον του. «Ήμουν σίγουρη ότι μεγάλωσες στην Αγγλία, όχι στην Καραϊβική. Σίγουρα Άγγλος ακούγεσαι». «Σου κίνησα την περιέργεια πάλι;» «Πάλι; Α… αυτό», κατσούφιασε καθώς θυμήθηκε τον χορό μασκέ. «Όλα τα μυστήρια μου κινούν την περιέργεια και αυτό ήσουν μονάχα – όταν φορούσες εκείνη τη γελοία μάσκα. Γεννήθηκες στα νησιά;» «Ναι, από Άγγλους γονείς. Θα ξαφνιαζόσουν αν ήξερες πόσοι Άγγλοι εγκαθίστανται στις Δυτικές Ινδίες, στα νησιά που έχει κατακτήσει η Βρετανία». «Σε ποιο νησί;» «Αν προσπαθείς να μου αποσπάσεις την προσοχή από τον πόνο, κάνεις καλή δουλειά», είπε και χάιδεψε το χέρι της, που το είχε ακουμπήσει πάνω στο γραφείο του. Το τράβηξε απότομα. Ήταν έξω από τα νερά της έτσι που προσπαθούσε να το παίζει καλή στον χειρότερο εχθρό της. Ευχόταν να ήταν εδώ ο ψεύτικος συγγενής της ο Άντριου για να της δώσει μερικά μαθήματα ηθοποιίας. Είχε κάνει καλή αρχή έτσι γλυκιά που το έπαιζε στον Μπάσταρδο και δεν ήθελε να καταστρέψει τα πάντα θυμώνοντας που την άγγιξε. «Πάω στοίχημα ότι ο υπέροχος μάγειράς σου έχει κάτι για εγκαύματα ή ξέρει πώς να φτιάξει κάποια αλοιφή γι’ αυτά. Πρέπει να τον ρωτήσεις, διότι αυτό το έγκαυμα θα σε πονά περισσότερο αύριο». «Ξέρεις και από εγκαύματα;» «Με πήρε ο ύπνος σε ένα χωράφι ένα καλοκαίρι και ξύπνησα με καμένα χέρια και πόδια. Ναι, πονάει πολύ». «Γιατί δεν φορούσες παπούτσια;»


«Μου άρεσε να τρέχω ξυπόλυτη όταν ήμουν μικρή – δηλαδή να κρυφοκοιτάζω τους άλλους. Τα παπούτσια έκαναν θόρυβο. Όμως, αλήθεια τώρα, πρέπει να κοιτάξεις τα εγκαύματά σου». Σήκωσε το φρύδι. «Το ενδιαφέρον σου είναι…» Όταν δεν τελείωσε την πρόταση, το έκανε εκείνη λέγοντας: «Ύποπτο; Θυμάμαι που η αλοιφή με έτσουξε πριν με ανακουφίσει». Γέλασε, αλλά μετά χτύπησε το στήθος του, αφήνοντας ένα λευκό αποτύπωμα στο κόκκινο δέρμα. «Αυτό δεν είναι τίποτα, Τζακ. Μεγάλωσα σε πολύ πιο καυτό ήλιο». Σήκωσε τους ώμους. «Όπως θες». Ο Τζάκι επέστρεψε με ένα αναμμένο κερί, το οποίο άφησε πάνω στο γραφείο, δίπλα στην Τζάκλιν, θυμίζοντάς της: «Μην αφήσεις το φαγητό σου να κρυώσει ξανά, κυρά μου». Έριξε στο αγόρι ένα αυστηρό βλέμμα. «Τι είπαμε;» Εκείνο κοκκίνισε. «Κυρά μου Τζακ». «Δεν είπαμε αυτό», μουρμούρισε την ώρα που το αγόρι έφευγε και μετά είπε στον Μπάσταρδο: «Είναι πολύ νευρικός όταν είναι κοντά σου, έτσι; Πρέπει να τον ηρεμήσεις λίγο». «Δεν τον έχω υιοθετήσει. Θα μάθει εν καιρώ ότι δεν δαγκώνω». Αυτό δεν ήταν και τόσο σίγουρο, ειδικά από τη στιγμή που το σχόλιο έμοιαζε να απευθύνεται σε εκείνη και όχι στο αγόρι. Όμως ένας καβγάς δεν ήταν στο πρόγραμμά της απόψε, γι’ αυτό συγκρατήθηκε και έπιασε τη βελόνα, αλλά θυμήθηκε ότι πρώτα έπρεπε να αφαιρέσει το σπασμένο ράμμα, πριν αρχίσει να κάνει τα καινούρια. «Αυτό θα πονέσει», του είπε, αλλά τράβηξε την κλωστή πριν ολοκληρώσει τη φράση. «Το απόλαυσες, έτσι δεν είναι;» Κατάφερε να συγκρατήσει το χαμόγελό της, αλλά τον κοίταξε στα μάτια πριν ισιώσει το κορμί της. Ανάθεμα, όχι πάλι. Αυτά τα αισθησιακά ζωηρά μάτια του την κάρφωναν, αναστάτωναν όλο της το είναι, έκλεβαν την ανάσα και τη φωνή της. Έκλεισε τα μάτια της, μέτρησε ως το δέκα και πήρε ξανά ανάσα. «Τζακ;» «Φανταζόμουν πάλι αυτά που λέγαμε», του είπε ψέματα και απομακρύνθηκε από αυτόν. «Κι εγώ το ίδιο», απάντησε βραχνά.


Κεφάλαιο 23 «Είσαι σίγουρος ότι θες να το κάνει αυτή;» Η Τζάκλιν δεν κοίταξε τον Μόρτιμερ που είχε μπει αθόρυβα στην καμπίνα και τώρα στεκόταν δίπλα της. Τα μάγουλά της ακόμα έκαιγαν από τη μαγική στιγμή που είχε μοιραστεί με τον εχθρό της. Ήταν λάθος της να τον πλησιάσει τόσο πολύ και ακόμα δεν είχε καν τελειώσει! «Είναι ικανή ράφτρα», είπε ο Μπάσταρδος ήρεμα στον Μορτ. «Είναι ικανή δολοφόνος», πρόσθεσε καυστικά ο Μόρτιμερ. Την επιθετικότητα μπορούσε να τη διαχειριστεί πιο εύκολα και ο αντιπαθητικός αρχιναύτης του Μπάσταρδου δεν ήταν μέρος του σχεδίου της. «Αν έχεις κάποια δουλειά εδώ, κάνε τη και μετά φύγε. Πρέπει να συγκεντρωθώ για να χειριστώ αυτή τη βελόνα». Έπιασε τη βελόνα και την πέρασε δύο φορές από τη φλόγα πριν πει στον Μπάσταρδο: «Κι εσύ ξάπλωσε στο κρεβάτι. Δεν θα πάθω εγώ τη μέση μου για χάρη σου». Εκείνος χαμογελούσε πλατιά καθώς σηκώθηκε και πήγε στο κρεβάτι. Όμως ο Μόρτιμερ σταύρωσε τα χέρια και είπε: «Γιατί θες να φροντίσεις την πληγή που του έκανες;». «Δεν προσφέρθηκα, εκείνος μου το ζήτησε. Αλλά νομίζεις πως τα ράμματα δεν θα πονέσουν;» «Άρα θες μόνο να του προκαλέσεις περισσότερο πόνο;» «Φυσικά, για ποιον άλλο λόγο θα το έκανα;» είπε. «Και τώρα μπορείς να φύγεις». «Δεν πάω πουθενά», απάντησε ο Μόρτιμερ. «Θα κοιμηθώ πάλι εδώ απόψε». Αυτό την έκανε να σταματήσει. «Γιατί;» «Δεν θέλεις κηδεμόνα;» Ρουθούνισε. Εκείνος πήγε στο τραπέζι για να πάρει ένα πιάτο από τον δίσκο που είχε φέρει ο Τζάκι και πρόσθεσε: «Με έπεισε να παραχωρήσω την καμπίνα μου στους αιχμαλώτους. Ο Ντέιμον επέμεινε να μοιραστούμε τη δική του». Ντέιμον; Ο Μπάσταρδος της είπε το όνομά του αυτή τη φορά; Ή μήπως ο Μορτ το αποκάλυψε κατά λάθος; Όμως δεν συμπεριφερόταν σαν να είχε κάνει γκάφα και κοιτάζοντας τον Μπάσταρδο, ή μάλλον τον Ντέιμον, είδε ότι ούτε κι εκείνος ίδρωσε καθόλου. Τι το διαφορετικό είχε άραγε αυτή η φορά;


Την προηγούμενη φορά τον είχε ρωτήσει το όνομά του, όμως εκείνος δεν της το είπε. Τότε την είχε εντελώς απομονωμένη, τουλάχιστον μέχρι που έφερε στην καμπίνα την Κάθριν για να την πείσει να φάει και όταν δεν το έκανε, εκείνης της είχε ξεφύγει ότι ο Ντέιμον ήταν εραστής της. Οι εγκληματίες δεν είχαν γούστο, είχε σκεφτεί, αλλά όντως ο άντρας αυτός θα μπορούσε να είχε πολύ καλύτερη από αυτή τη μέγαιρα. Τώρα όμως οι ναύτες, οι πειρατές, ακόμα και οι καμαρότοι την είχαν δει. Κάτι ήταν σίγουρα διαφορετικό. Ο Ντέιμον δεν της είχε πει τι ούτε θα της έλεγε αν τον ρωτούσε. Ωστόσο είπε να προσπαθήσει. «Το Ντέιμον είναι το πραγματικό σου όνομα;» «Προτιμώ το Μπάσταρδος». «Κι εγώ», του είπε απότομα. Έπρεπε να το ήξερε πως δεν θα τη διαφώτιζε, αλλά συνειδητοποίησε ότι όλα αυτά συνέβαιναν επειδή μάλλον θα πέθαινε μαζί με τον πατέρα της. Οπότε δεν είχε σημασία ποιον θα αναγνώριζε ή ποια ονόματα θα ήξερε. Η σκέψη την έκανε να πιάσει τη βελόνα σαν όπλο, αλλά μόνο για λίγο. Παίξ’ το καλή! Μελιστάλαχτη, όχι φωτιά. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον ακολούθησε στο κρεβάτι όπου είχε ξαπλώσει. Ο Ντέιμον. Το όνομα ηχούσε όμορφα, αλλά δεν ήταν σίγουρη ότι θα μπορούσε να τον αποκαλεί έτσι όταν είχε συνηθίσει το Μπάσταρδος. Μάλλον έπρεπε να προσπαθήσει, για χάρη του σχεδίου της. «Αυτό θα πονέσει», του είπε μόλις κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Η πληγή χρειάζεται τουλάχιστον τέσσερα ράμματα για να κλείσει, αλλά από αύριο θα μπορείς να ντύνεσαι χωρίς να φοβάσαι ότι θα λεκιάσεις τα ρούχα σου και ο επίδεσμος θα βοηθήσει ακόμα περισσότερο σε αυτό». «Τότε καλύτερα να κάνεις πέντε, έτσι για σιγουριά». «Αλήθεια;» «Άντε, τελείωνε, Τζακ, για να μπορέσουμε να φάμε. Συγγνώμη που καθυστερώ το δείπνο σου. Ήταν μια μεγάλη και κουραστική μέρα». Είχε ξεχάσει πόσο πολύ πεινούσε την ώρα που εκείνος είχε μπει στο δωμάτιο. Τώρα ένιωθε νευρικότητα. Αυτό δεν ήταν ύφασμα τεντωμένο πάνω σε τελάρο, ήταν δέρμα, πραγματικό δέρμα ανθρώπου. Τον κοίταξε στα μάτια και είπε: «Μήπως να σε μεθύσω πρώτα;». Χασκογέλασε. «Όχι, μια χαρά θα είμαι, το ίδιο κι εσύ. Προσποιήσου ότι ακόμα με μισείς». Έμπηξε τη βελόνα, αλλά χρειάστηκε να σταματήσει όταν το στομάχι της ανακατεύτηκε. Ευχήθηκε να μπορούσε να κλείσει τα μάτια, μα δεν γινόταν. Άντε τελείωνε! Τον μισείς θανάσιμα, αλλά φαντάσου ότι είναι ύφασμα… Σηκώθηκε αμέσως από το κρεβάτι με το που έκανε το τελευταίο ράμμα και


κόντεψε να πετάξει κάτω τον Μόρτιμερ, που είχε πλησιάσει αθόρυβα πίσω της να παρακολουθήσει. «Πολύ ωραία ράμματα, μικρή». «Θες κι εσύ μερικά;» γρύλισε. «Θα ήταν χαρά μου». Ο Μόρτιμερ απλώς γέλασε και πήρε το πιάτο του πίσω στο τραπέζι για να καθίσει και να τελειώσει το φαγητό του ενώ παράλληλα την παρακολουθούσε. Ο Ντέιμον δεν είχε βγάλει κιχ στην όλη διαδικασία. Αν είχε μορφάσει, δεν το γνώριζε, αφού δεν είχε σηκώσει το βλέμμα να τον κοιτάξει. «Περίμενε μέχρι το πρωί για να βάλεις επίδεσμο», είπε δίχως να κοιτάξει αν ο Ντέιμον σηκώθηκε από το κρεβάτι. Μάλλον δεν θα σηκωνόταν. Μπορεί και να είχε λιποθυμήσει, από όσο ήξερε. Όμως η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη ακόμα. Και είδε τις διπλωμένες κουβέρτες δίπλα της, οπότε κατάλαβε ότι ο αρχιναύτης θα κοιμόταν όντως εκεί. Αλλά με τον Ντέιμον στο κρεβάτι και τον Μόρτιμερ καθισμένο στην καρέκλα, ίσως μπορούσε να το σκάσει και να πηδήξει πάλι στη θάλασσα, αλλά δεν θα το έκανε. Ήταν πολύ αργά γι’ αυτό. Το καράβι είχε απομακρυνθεί πολύ από την Αγγλία για να καταφέρει να φτάσει στη στεριά. Πήρε ένα από τα δύο πιάτα που είχαν απομείνει και κάθισε απέναντι από τον Μόρτιμερ, αγνοώντας τον επιδεικτικά. Μάλλον θα έμενε μέχρι ο Ντέιμον να γίνει καλά. Και ύστερα ήρθε ο Ντέιμον και στάθηκε δίπλα της, παίρνοντας το τρίτο πιάτο. Έκανε να το πάρει στο γραφείο του όπως το προηγούμενο βράδυ, μετά από δική της απαίτηση, οπότε η Τζακ είπε κατσούφικα: «Μπορείς να φας εδώ – στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Δεν θέλω να στρίβω το κεφάλι αν πρόκειται να συζητήσουμε». «Θα συζητήσουμε;» ρώτησε την ώρα που καθόταν. «Αλήθεια θες;» Σήκωσε τους ώμους. «Αυτό δεν κάνουμε τόση ώρα;» «Απ’ ό,τι θυμάμαι το μόνο που μου έλεγες μέχρι τώρα ήταν το πόσους τρόπους έχει ο πατέρας σου για να με σκοτώσει». Δεν έπρεπε να το πει αυτό ή μήπως απλώς δοκίμαζε τα νερά; Αφού δεν του είχε φωνάξει ούτε μία φορά από την ώρα που είχε επιστρέψει στην καμπίνα. Μάλλον του φερόταν υπερβολικά ευγενικά. Αν συνέχιζε έτσι, σίγουρα θα την υποπτευόταν. Γι’ αυτό του έριξε ένα βλοσυρό βλέμμα και είπε: «Αυτό ήταν πριν, τώρα είναι διαφορετικά». «Πώς είναι διαφορετικά;» «Το ταξίδι αυτή τη φορά είναι πολύ μεγάλο!» «Α», είπε χαμογελώντας. «Φοβάσαι μην πλήξεις;»


«Μου πέρασε από το μυαλό», μουρμούρισε. Ο Μόρτιμερ είχε τελειώσει το φαγητό και σηκώθηκε λέγοντας στον Ντέιμον: «Θα χρησιμοποιήσω πτυσσόμενο κρεβάτι απόψε». «Δεν θα χωρέσει μπροστά από την πόρτα», απάντησε ο Ντέιμον. «Είναι απαραίτητο αυτό;» ρώτησε ο Μόρτιμερ. «Μπορώ να κρατήσω εγώ το κλειδί για σένα». «Εσείς οι δύο τρώγεστε σαν τα κοκόρια», είπε η Τζακ, πλαταγίζοντας τη γλώσσα της. «Έχει περάσει μια ολόκληρη μέρα και δεν είμαι ηλίθια. Θα ήταν βλακεία να πηδήξω από το καράβι». «Και γιατί να σε πιστέψουμε;» ρώτησε ο Μόρτιμερ, απλώνοντας τα στρωσίδια του μπροστά στην πόρτα. «Νομίζεις πως με νοιάζει αν με πιστεύετε;» του είπε ειρωνικά. «Και τώρα ποιος τρώγεται σαν κοκόρι;» είπε ο Ντέιμον. Τίποτα δεν ειπώθηκε μετά από αυτό, οπότε μετάνιωσε που είπε στον Ντέιμον να φάει στο τραπέζι, ειδικά από τη στιγμή που ένιωθε διαρκώς τα μάτια του πάνω της. Και είχε αρχίσει να κουράζεται. Ποιος να φανταζόταν ότι η πλήξη είναι τόσο κουραστική. Δεν είχε ακόμα βραδιάσει, οπότε δεν είχαν ανάψει φανάρια και ίσως να μην άναβαν από τη στιγμή που ήταν όλοι ψόφιοι από την κούραση. Μόλις τελείωσε το φαγητό, σηκώθηκε, αλλά κοίταξε τον Ντέιμον όταν της είπε: «Θα έχεις αλάτια από το χθεσινό κολύμπι. Ήθελα να σου πω ότι μπορούσες να κάνεις μπάνιο νωρίτερα, αλλά ξεχάστηκα. Θα ήθελες να κάνεις ένα μπάνιο τώρα, Τζακ;». Πριν προλάβει να απαντήσει, ο Μόρτιμερ είπε: «Διάολε, Ντέιμον, έχω ξαπλώσει. Δεν μπορεί να περιμένει μέχρι αύριο;». Ο Ντέιμον αγνόησε τον φίλο του και κοιτούσε εκείνη περιμένοντας απάντηση. Αυτό ήταν κάτι που δεν της είχε προτείνει ποτέ ξανά και ναι, πολύ θα ήθελε ένα μπάνιο, απλώς όχι απόψε που ήταν και οι δύο στην καμπίνα. «Θα μπορώ να έχω το κλειδί όσο θα περιμένετε έξω από την καμπίνα;» τον ρώτησε. «Όχι». «Τότε όχι». «Έξυπνο κορίτσι», μουρμούρισε ο Μόρτιμερ. Αγνόησε τον ξανθό και πήγε στο ράντζο της, πετώντας στον Ντέιμον: «Ακόμα σε μισώ, αν θες να ξέρεις». Απλώς ευχήθηκε να ακουγόταν περισσότερο πειστική. Αφού χτύπησε το μαξιλάρι της μερικές φορές και γύρισε προς τον τοίχο,


άκουσε τον Μορτ να ψιθυρίζει: «Πιστεύει ότι δεν είσαι σίγουρος;». «Πάντα υπάρχει χώρος για αμφιβολία». Ο Μόρτιμερ ρουθούνισε. «Άλλωστε έχεις και ράμματα που το αποδεικνύουν». «Είναι τόσο όμορφα ράμματα όμως», είπε ο Ντέιμον χασκογελώντας. «Σας ακούω!» γρύλισε η Τζάκλιν.


Κεφάλαιο 24 Η Τζάκλιν ξύπνησε από τον ήχο σφυριού και πετάχτηκε από το κρεβάτι γρυλίζοντας, αλλά μετά έμεινε να κοιτάζει τι έκανε ο Ντέιμον. Έβαζε μάνταλο στην πόρτα; Μέσα από την πόρτα; «Πάντα τόσο πολύ κοιμάσαι;» Είχε γυρίσει και την κοιτούσε με περιέργεια. Φορούσε ένα λευκό πουκάμισο πάλι, ανοιχτό μέχρι το στήθος του. Δεν είχε αίμα πάνω του. Το είχε βάλει ακόμα και μέσα στο παντελόνι του, με τα μπατζάκια μέσα στις μπότες του. Τα μαλλιά του ήταν ακόμα νωπά. Είχε κάνει μπάνιο ή είχε ρίξει πάνω του θαλασσινό νερό, όπως κάνουν συνήθως πολλοί ναυτικοί. Ακόμα ντυνόταν έξω από την καμπίνα; Θα ήθελε να ξυπνήσει νωρίς ένα πρωί για να δει. Ανακάθισε στην άκρη του ράντζου της και είπε: «Είμαι ακόμα σε πρόγραμμα Λονδίνου, όπου ξενυχτάω σε πάρτι και δεν χρειάζεται να ξυπνώ για κάτι το πρωί. Και δεν έχω υπηρέτρια να με ξυπνά νωρίτερα». Χαμογέλασε. «Το έκανα όμως μόλις εγώ». «Το έκανες», μουρμούρισε. Τελείωσε αυτό που έκανε και μετά άνοιξε την πόρτα και πήγε να καθίσει στο γραφείο του. Αυτό μάλλον ήταν σινιάλο για τον Τζάκι, διότι το αγόρι μπήκε αμέσως στο δωμάτιο και άφησε τον δίσκο με το φαγητό στο τραπέζι. Η Τζάκλιν δεν πήρε ούτε μια καλημέρα από τον μικρό που έφυγε βιαστικά, έτσι πήγε στο τραπέζι και κάθισε ώστε να κοιτάζει τον Ντέιμον. Στον δίσκο υπήρχε μόνο ένα πιάτο με αβγά και λουκάνικα, καθώς και μια τσαγιέρα και ένα καλάθι με μικρά κέικ. «Εσύ έφαγες ήδη;» τον ρώτησε ενώ άρχισε να τρώει. «Σε αντίθεση με εσένα, εγώ ξυπνώ νωρίς». Την ενοχλούσε που μπορούσε να στέκεται δίπλα στο κρεβάτι της και να τη βλέπει να κοιμάται σε ένα δωμάτιο λουσμένο στο φως. Το έκανε άραγε; Όχι, γιατί να το κάνει; Αλλά τότε πρόσθεσε σαν να το σκεφτόταν από πριν: «Είναι πολύ κρίμα που δεν μπορώ να σε εμπιστευτώ, Τζακ. Διαφορετικά θα είχες την ελευθερία να βολτάρεις στο κατάστρωμα». Σήκωσε απότομα τα φρύδια της. Ποτέ πριν δεν την είχε δελεάσει με τέτοιου είδους ελευθερία. Γιατί το έκανε τώρα; Της έριχνε πάλι καταραμένα ψίχουλα.


Όμως και οι δύο ήξεραν πως ποτέ δεν θα την εμπιστευόταν μόνη της στο κατάστρωμα, οπότε το να λέει κάτι τέτοιο ήταν απλώς κακία. Ωστόσο δεν το είπε έτσι και ξαφνιάστηκε που με κάποιον τρόπο ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Μπορεί να ήταν πολλά πράγματα, αλλά ποτέ δεν υπήρξε κακός μαζί της. Μήπως το είπε επειδή ευχόταν να μπορούσε να την εμπιστευτεί; Αυτή ήταν μια πολύ ενδιαφέρουσα σκέψη. Ίσως η στρατηγική να το παίζει καλή απέφερε καρπούς. Πριν προλάβει να τον ρωτήσει γιατί της συμπεριφερόταν διαφορετικά σε αυτό το ταξίδι, ο Τζάκι επέστρεψε με μια γαβάθα καθαρό νερό, την οποία άφησε πάνω στο γραφείο μπροστά στον Ντέιμον. Το νερό άχνιζε. Και ο Ντέιμον είχε ήδη πάει στο συρτάρι να πάρει τα ξυριστικά του, το ξυράφι, το κυπελάκι, το πινέλο και το σαπούνι, που κρατούσε πάντα κλειδωμένα. Ο Τζάκι πήγε να πάρει μια καθαρή πετσέτα και τη βούτηξε στο ζεστό νερό, την έστυψε και την άπλωσε στο πρόσωπο του Ντέιμον, ενώ ταυτόχρονα έφτιαχνε σαπουνάδα στο κυπελάκι. Προφανώς το είχε ξανακάνει, ωστόσο ο μικρός έδειχνε τόσο νευρικός, που η Τζακ σχεδόν τον λυπήθηκε. Τους παρακολουθούσε τρώγοντας το πρωινό της. Όταν τελείωσε, είπε: «Ο Τζακ τρέμει μη σε κόψει». «Πώς θα μάθει δίχως εξάσκηση;» απάντησε ο Ντέιμον. «Μπορώ να το κάνω εγώ», προσφέρθηκε. «Ξέρω πώς». «Έλα εδώ». Ρουθούνισε. «Μην προσποιείσαι πως με αφήνεις να πιάσω ξυράφι». «Δεν το κάνω, άλλη δουλειά σου έχω. Μπορείς όμως να δείξεις στον μικρό. Δεν βλάπτει ένα μικρό μάθημα», είπε ο Ντέιμον, σκουπίζοντας το αίμα από το κόψιμο που μόλις του είχε κάνει ο Τζάκι. Δεν σηκώθηκε από την καρέκλα της, απλώς είπε στον μικρό: «Προσπάθησε η κίνησή σου να ρέει. Αν σταματάς, τον κόβεις αντί να τον ξυρίζεις». Όταν ο Τζάκι σχεδόν τελείωσε με το ξύρισμα, ο Ντέιμον τη ρώτησε: «Πώς γίνεται να ξέρεις πώς ξυρίζουν έναν άντρα;». «Μου έμαθε ο αδελφός μου. Με πείραζε ότι κάποτε θα χρειαστεί να ξυρίσω τον άντρα μου. Ήμουν μικρή και είχα περιέργεια να μάθω πώς γίνεται». «Ο αδελφός σου που μοιάζει με αυτόν που έχουμε στο καράβι;» «Ναι, ο Τζέρεμι. Τα δίδυμα αδέλφια μου δεν είναι αρκετά μεγάλα ώστε να ξυρίζονται ακόμα». «Έχετε δίδυμα στην οικογένεια;» «Τον Γκίλμπερτ και τον Άνταμ, τέσσερα χρόνια μικρότεροί μου». «Άλλα αδέλφια;» «Από όσο ξέρω όχι».


Ξέσπασε σε γέλια αλλά μόρφασε όταν αυτό του κόστισε ακόμα ένα κόψιμο. Εκείνη ήδη τον κοιτούσε βλοσυρά. «Δεν είναι αστείο. Ο θείος μου ο Τόνι είχε μια κόρη που δεν ήξερε μέχρι αυτή να μεγαλώσει. Τώρα είναι στην οικογένεια, όπως και όλα τα υπόλοιπα μπάσταρδα που γνωρίζουμε. Εμείς φροντίζουμε τους δικούς μας». «Αξιέπαινο. Οι περισσότερες οικογένειες δεν το κάνουν, τουλάχιστον όχι για τα παράνομα μέλη». «Ναι, κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους, υποθέτω. Όμως εμείς δεν είμαστε οποιαδήποτε οικογένεια, Μπάσταρδε». «Προφανώς όχι. Και μπορείς να χρησιμοποιείς το όνομά μου τώρα που το ξέρεις». «Ακόμα δεν έχω αποφασίσει αν θα το κάνω. Το Μπάσταρδος σου πηγαίνει πολύ». «Όχι και πολύ», απάντησε. «Οι γονείς μου ήταν παντρεμένοι όταν με έκαναν». «Μεταξύ τους;» Αυτό ήταν μεγάλη κακία, με αποτέλεσμα να εισπράξει ένα από τα σπάνια συνοφρυωμένα βλέμματά του. Θύμισε στον εαυτό της ότι έπρεπε να μη δείχνει τα νύχια της. Και το γεγονός πως δεν μπορούσε να συγκρατηθεί δεν βοηθούσε στο σχέδιό της να το παίζει καλή. «Ξέρεις, η λέξη μπάσταρδος δεν έχει μόνο μία σημασία», είπε αδιάφορα. «Ναι, κάτι απαίσιο θα είναι φαντάζομαι», είπε ευγενικά. «Λοιπόν, δεν θα το έλεγα…» «Μου ζητάς συγγνώμη;» Σήκωσε το μαύρο φρύδι του και περίμενε απάντηση. Αλλά εκείνη σιχαινόταν να παραδέχεται τα λάθη της, ακόμα και σε φίλους, πόσο μάλλον σε αυτόν! Ωστόσο, θα μπορούσε να σηκώσει μισή λευκή σημαία, παρόλο που της κόστισε ακόμα και το να πει: «Έκλεισε το θέμα, Ντέιμον». Έγνεψε ευγενικά –τουλάχιστον ένας τους μπορούσε και ήταν ευγενικός!–, σηκώθηκε και σκούπισε το πρόσωπό του. Ο Τζάκι έβαλε τα πάντα μέσα στη γαβάθα κι έφυγε. «Ποια ήταν η δουλειά που έλεγες;» «Μετά από προτροπή σου, ζήτησα από τον μάγειρα μια κρέμα για τα εγκαύματά μου. Είχες δίκιο, πράγματι πονάω περισσότερο σήμερα». Χτύπησε απαλά το βαζάκι πάνω στο γραφείο του κι έβγαλε το πουκάμισό του. «Και μια και ήταν δική σου ιδέα, φαντάστηκα ότι δεν θα σε πείραζε να μου την απλώσεις». Μόρφασε όταν είδε πόσο είχε καεί στο φως της μέρας. Αλλά να τον αγγίξει; Η


σκέψη της προκάλεσε ελαφρύ ανακάτεμα. Πράγματι ήταν δική της ιδέα. Και ταίριαζε με το σχέδιό της να το παίξει καλή. Αλλά μπορεί να ταίριαζε και με την ιδέα της αποπλάνησης που στριφογυρνούσε στο μυαλό της… Σηκώθηκε και πήγε πίσω από την καρέκλα του και επίτηδες τρίφτηκε πάνω του όταν έσκυψε να πάρει το βαζάκι. Χρειάστηκε να συγκρατήσει την πνιχτή κραυγή της όταν το στήθος της πιέστηκε πάνω στον ώμο του. Ίσως καλύτερα να παρατούσε το σχέδιο αποπλάνησης! Η αλήθεια ήταν πως δεν το είχε σκεφτεί καλά ακόμα και θα ήταν δίκοπο μαχαίρι αν τελικά συνέβαινε το αντίστροφο! Άρχισε να απλώνει την κρέμα στους ώμους του, ρωτώντας απαλά: «Σίγουρα με εμπιστεύεσαι να το κάνω αυτό;». «Τα χέρια του Μορτ θα μου έκαναν περισσότερο κακό παρά καλό. Εσύ έχεις απαλά χέρια, Τζακ». Αλήθεια την εμπιστευόταν. Θα πρέπει να ήξερε ότι με τέτοιου είδους κάψιμο θα μπορούσε να τον πονέσει πολύ αν ήθελε. Δεν το έκανε. Άπλωσε προσεκτικά την κρέμα στην πλάτη και στα μπράτσα του, ξέροντας πως η αναπνοή της γινόταν πιο κοφτή. Δεν θα κατάφερνε να τελειώσει, όχι έτσι που τον χάιδευε τρυφερά και έκανε περισσότερο καλό σε εκείνη παρά σε εκείνον! Όμως έκανε λάθος. Έγειρε πίσω το κεφάλι του, ακουμπώντας το ανάμεσα στα στήθη της. Είδε ότι είχε τα μάτια του κλειστά, άκουγε την αναπνοή του που είχε βαθύνει. Μαγεμένη για μια στιγμή, τα χέρια της έμειναν ακίνητα. «Μη σταματάς». Έχωσε πάλι τα δάχτυλά της στο βαζάκι και επικεντρώθηκε σε κάτι άλλο. Με εκείνον τόσο χαλαρωμένο, αυτή ήταν η τέλεια ευκαιρία να πάρει μερικές απαντήσεις. «Μου συμπεριφέρεσαι διαφορετικά αυτή τη φορά», είπε. «Γιατί;» Σηκώθηκε για να της βάλει τα χέρια στο στέρνο του και τα κράτησε εκεί, καθοδηγώντας τα με τις παλάμες του. Εκείνη παρακολουθούσε σαν μαγεμένη αυτό που έκανε, έτσι δεν είδε την έκφρασή του όταν είπε: «Δεν είναι προφανές; Μου αρέσεις». Σαστισμένη από αυτή την απάντηση, τράβηξε τα χέρια της. «Περιμένεις να το πιστέψω αυτό από τη στιγμή που με απήγαγες δύο φορές για να παρασύρεις τον πατέρα μου στον θάνατό του – όπου κι εγώ σίγουρα θα πεθάνω; Και η καημένη η μητέρα μου…» Τη διέκοψε. «Τώρα βγάζεις συμπεράσματα και υποθέτεις το χειρότερο για μένα». «Γιατί όχι;» Πήγε να απαντήσει, αλλά μετά έκλεισε το στόμα του, φόρεσε το πουκάμισό


του και πήγε στην πόρτα να πει στον φρουρό: «Φέρ’ τη μέσα». Ένας ναύτης κουβάλησε μέσα μια ξύλινη μπανιέρα. Ήταν ελάχιστα μεγαλύτερη από τον πάτο ενός βαρελιού και στην πραγματικότητα ήταν ίσως αυτό, αλλά ωστόσο μπανιέρα. «Νομίζεις ότι ένα μπάνιο θα με ηρεμήσει;» είπε εξοργισμένη. «Ίσως αν με αφήσεις να σε κάνω εγώ». Τον τσουρούφλισε με τα μάτια της. Εκείνος αναστέναξε και είπε: «Το ομολογώ, αυτό ήταν ένα πράγμα που δεν σκέφτηκα καλά, οπότε δεν έχει πολυτελή μπανιέρα για σένα. Αλλά αυτή σου κάνει, σωστά;». «Νομίζω πως κάναμε αυτή τη συζήτηση χθες βράδυ», του απάντησε. «Αυτό ήταν πριν τοποθετήσω μάνταλο στην πόρτα για σένα. Αλλά σε προειδοποιώ, αν σου περάσει από το μυαλό να την κρατήσεις κλειδωμένη, η πόρτα θα ξηλωθεί και τέρμα τα μπάνια για σένα». Γέλασε για πρώτη φορά μπροστά του. «Όσο δελεαστικό κι αν είναι να σε κλειδώσω έξω, αυτή τη φορά δεν θα λιμοκτονήσω και η πόρτα σου δεν έχει αρκετά μεγάλη χαραμάδα για να μου περνάς πιάτα με φαγητό. Οπότε δεν θα χρειαστεί να την ξηλώσεις». Τέσσερις ναύτες ήρθαν μέσα με γεμάτους κουβάδες. Πραγματικοί ναύτες, όχι πειρατές αυτή τη φορά, με κοντοκουρεμένα μαλλιά και κανονικά, όχι φανταχτερά ρούχα, που τη χαιρέτησαν αδιάφορα και δίχως όπλα. Αναρωτήθηκε γιατί ο Ντέιμον είχε τόσο πολυποίκιλο πλήρωμα, αλλά τώρα ήθελε πολύ να κάνει ένα μπάνιο. Όταν τελείωσαν, πήγε να δοκιμάσει το νερό και ανακάλυψε πως το είχαν ζεστάνει, έγλειψε το νερό από το δάχτυλό της και τότε γέλασε ξανά. «Είναι αλμυρό», γύρισε να πει στον Ντέιμον. «Πώς θα βγάλει αυτό το αλάτι από πάνω μου;» «Αυτός ο κουβάς εδώ έχει γλυκό νερό για να ξεπλυθείς. Έχεις ξαναταξιδέψει με την οικογένειά σου. Θα πρέπει λοιπόν να ξέρεις ότι το γλυκό νερό δεν το σπαταλάμε». Το ήξερε αυτό, απλώς το έβρισκε διασκεδαστικό που της πρόσφερε νερό της θάλασσας για να ξεπλύνει το νερό της θάλασσας. Αλλά μάλλον το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος, διότι πρόσθεσε: «Για γέλια είναι, οπότε εμπρός, γέλα». Σκέφτονταν πολύ συχνά τα ίδια πράγματα! Αυτό είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητικό. Όμως γύρισε να φύγει και συνειδητοποίησε ότι της είχε αποσπάσει τόσο πολύ την προσοχή με την μπανιέρα, που είχε ξεχάσει να του ζητήσει απαντήσεις.


«Ποιο από τα συμπεράσματά μου είναι λάθος; Πρέπει να μου πεις κάτι! Δουλεύεις για τον Πιερ Λακρός;» του φώναξε. Εκείνος την κοίταξε, αλλά μόνο για να της πει: «Στην πραγματικότητα, εκείνος δουλεύει για μένα». Και η πόρτα έκλεισε πίσω του.


Κεφάλαιο 25 Ο Κόνραντ Σαρπ σηκώθηκε να ξαναγεμίσει τα ποτήρια τους πριν πει στον Τζέιμς: «Είσαι σκεπτικός απόψε. Την Τζορτζ σκέφτεσαι;». Ο Τζέιμς γέλασε με τον αρχιναύτη του. «Πάντα σκέφτομαι την Τζορτζ. Αλλά έτσι που ταξιδεύουμε πάλι μαζί, σε αυτή τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, μου έρχονται πολλές μνήμες». Ο Κόνι χαμογέλασε. «Ωραίες εποχές. Θυμάσαι εκείνη τη μάχη με τον ΜακΓκί; Ήταν γίγαντας και μάλιστα δεν κατάλαβε καν την πρώτη γροθιά σου. Δεν νομίζω πως γέλασα ποτέ τόσο πολύ όταν σε εκσφενδόνισε στο δωμάτιο». Ο Τζέιμς κοίταξε επιφυλακτικά τον φίλο του. «Λοιπόν, ναι, είχε σιδερένιο στομάχι. Όμως δεν είχε σιδερένιο σαγόνι. Και αν θυμάμαι καλά, Κόνι, κι εσύ εκσφενδονίστηκες πριν το ανακαλύψουμε». «Πρέπει να παραδεχτείς ότι ήταν πολύ αστείο έτσι όπως σωριάστηκε με το χτύπημα που του έδωσες στο σαγόνι. Βέβαια έτσι που σου έριχνε ένα κεφάλι, χρειάστηκε να πηδήξεις για να τον χτυπήσεις!» ολοκλήρωσε ο Κόνι γελώντας. «Αυτό που θυμάμαι είναι ότι με παρακάλεσες να τον χτυπήσω. Όχι μια από τις καλύτερες στιγμές σου, φίλε μου». «Ακόμα όμως γελάω». «Η δική μου αγαπημένη στιγμή από την εποχή μου ως Κάπτεν Χοκ ήταν όταν πέσαμε πάνω στον Τζέρεμι σε εκείνη την ταβέρνα και το αγόρι, περιγράφοντάς μου τη μητέρα του, με ρώτησε αν ήμουν ο Τζέιμς Μάλορι». «Συμφωνώ πως αυτή ήταν μια υπέροχη μέρα. Ποτέ δεν θα ξεχάσω το ύφος σου όταν σου μίλησε ο Τζέρεμι. Μόλις συνήλθες από την έκπληξη, έγινες περήφανος μπαμπάς». «Ακόμα είμαι περήφανος γι’ αυτό το αγόρι… ή μάλλον αυτόν τον άντρα. Λυπήθηκα που απογοήτευσα τον μικρό πιστολά όταν του είπα ότι δεν θα ερχόταν μαζί μας στο ταξίδι. Αλλά θα κάνω τα πάντα για να προστατέψω τα παιδιά μου, τον Τζέρεμι, την Τζακ, τον Γκίλμπερτ και τον Άνταμ. Μπορώ ακόμα και να σκοτώσω ή να πεθάνω γι’ αυτά». «Δεν θα φτάσουμε ως εκεί, αλλά σε περίπου τρεις εβδομάδες, όταν φτάσουμε στο Σεντ Κιτς, σίγουρα θα σκοτώσεις κάμποσους». Το ύφος του Τζέιμς σκοτείνιασε. «Ανυπομονώ να πιάσω στα χέρια μου τον μπάσταρδο που απήγαγε την Τζακ και τον Λακρός ή όποιον άλλον εγκληματία


κινεί τα νήματα». «Δεν φαντάζομαι να μετάνιωσες που αποσύρθηκες, Χοκ, έτσι;» ρώτησε ο Κόνι για να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα. «Όχι, για το μόνο που μετανιώνω είναι που δεν κράτησα την υπόσχεσή μου στη Σάρα Ρος». «Την όμορφη γειτόνισσα που είχες στην Τζαμάικα;» «Ναι». «Μα την πήρες από έναν άντρα με τον οποίο δεν ήταν ευτυχισμένη». «Όχι αρκετά μακριά, αλλά δεν μου ζήτησε αυτό». Ο Τζέιμς σπάνια έδινε υποσχέσεις τότε και σίγουρα όχι σε γυναίκες. Θυμάται πολύ καλά τη μέρα που το έκανε. Η Σάρα του είχε πάει ένα καλάθι με λιχουδιές που είχε ψήσει για τον Τζέρεμι. Μάλιστα ο Τζέρεμι του είχε πει ότι το έκανε συχνά αυτό όταν έλειπε ο Τζέιμς. Όμως εκείνη τη μέρα πήγε και του ζήτησε να μιλήσουν ιδιαιτέρως, έτσι βγήκε μαζί της στον κήπο πίσω από το σπίτι του. Είχε αγοράσει τη φυτεία δίπλα στη δική της για να δώσει στον Τζέρεμι ένα σπίτι, όχι για να γίνει αγρότης! Όμως έγινε τελικά. Η γη ήταν πολύ γόνιμη για να την αγνοήσει και μετά από παράκληση του Κόνι, φύτεψαν το μεγαλύτερο μέρος της, αν και ο Τζέιμς επέμεινε να έχουν κήπους γύρω από το σπίτι. Όταν εκείνη δεν μίλησε αμέσως, ο Τζέιμς είπε χαμογελώντας: «Ο μικρός σου πετάει πάλι πέτρες στο σπίτι μου. Ελπίζω να μην υποθέτεις ότι πρέπει να ζητήσεις συγγνώμη εκ μέρους του». Του χαμογέλασε ντροπαλά. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, αλλά για κάποιο λόγο σε φοβάται. Οι πέτρες που πετά είναι για να σου δείξει το αντίθετο». «Θέλει θάρρος για να αψηφά τον φόβο του». «Μάλλον. Προσπάθησα να τον πείσω να έρθει μαζί μου για να δει και μόνος του ότι είσαι καλός άνθρωπος, μα αρνείται». Ακούγοντας το γέλιο του Τζέιμς, ρώτησε: «Γιατί γελάς;». «Δεν νομίζω πως κανείς έχει χρησιμοποιήσει ποτέ αυτή τη λέξη για να με περιγράψει, κυρία Ρος. Αλλά δεν νομίζω ότι ήρθες να μιλήσουμε γι’ αυτό». «Όχι, είναι κάτι άλλο». Κούνησε θλιμμένα το κεφάλι της. «Αποφάσισα ότι πρέπει να αφήσω τον άντρα μου. Δεν ήμαστε ποτέ κατάλληλοι ο ένας για τον άλλον – και τώρα χαρτοπαίζει ακόμα πιο πολύ και πίνει…» «Σε έχει χτυπήσει;» τη διέκοψε ο Τζέιμς γρυλίζοντας. «Θεέ μου, τώρα καταλαβαίνω γιατί μπορεί να σε φοβάται ένα παιδί. Όχι, δεν έχει κάνει κάτι τέτοιο. Απλώς ποτέ δεν ήμουν ευτυχισμένη εδώ και τώρα είναι χειρότερα». «Χώρισέ τον».


«Μακάρι να μπορούσα, αλλά η οικογένειά μου δεν θα μπορούσε ποτέ να ζήσει με την ντροπή κι εγώ θέλω να επιστρέψω σε αυτούς. Αλλά ο άντρας μου δεν θα με αφήσει αν προσπαθήσω να πάρω μαζί μου τον γιο μας κι εγώ δεν πρόκειται να φύγω χωρίς αυτόν, οπότε πρέπει να το κάνω στα κρυφά». «Θέλεις χρήματα για το ταξίδι;» «Όχι, αλλά ελπίζω να μας πάρεις μαζί σου στην Αγγλία την επόμενη φορά που θα σαλπάρεις για εκεί». Έπρεπε να της είχε πει απλώς την αλήθεια, ότι δεν έβαζε γυναίκες στο καράβι του, εκτός κι αν μοιράζονταν το κρεβάτι του. Αντιθέτως της είπε ψέματα, λέγοντας ότι δεν ήταν στα άμεσα σχέδιά του να γυρίσει στην Αγγλία, όταν στην πραγματικότητα θα έφευγε την επόμενη μέρα για να εκδικηθεί τον Νίκολας Ίντεν. «Είχα γοητευτεί μαζί της», είπε στον Κόνραντ τώρα. «Ήταν όμορφη. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, όμως είχε κάτι άλλο που με έκανε να θέλω περισσότερο να τη βοηθήσω παρά να την αποπλανήσω. Ήταν υπερβολικά μελαγχολική, ωστόσο γεμάτη αξιοπρέπεια». «Μα τη βοήθησες». «Όχι και τόσο», είπε. «Της είπα ότι θα έβαζα εκείνη και τον γιο της σε ένα καράβι που θα πήγαινε στην Αγγλία. Ήρθε την επόμενη μέρα στο σπίτι, αλλά το αγόρι το έσκασε κι εκείνη τη φορά είδα μελανιές στα μπράτσα της. Σίγουρα δεν θα την άφηνα άλλο εκεί να τη χτυπά. Έτσι επέμεινα να έρθει μαζί μου και να περιμένει στο Πορτ Αντόνιο, όπου την αφήσαμε. Της υποσχέθηκα πως όταν θα επέστρεφα, θα τη βοηθούσα να πάρει τον γιο της μακριά από τον πατέρα του. Αλλά ο Ίντεν και μετά η Τζορτζ με έκαναν να το ξεχάσω. Ποτέ δεν επέστρεψα στην Τζαμάικα για να τη βοηθήσω». «Έκανες το καλύτερο που μπορούσες. Η γυναίκα είχε άκρες. Σίγουρα έκανε άλλα σχέδια, ίσως γύρισε στην Αγγλία μόνη της ώστε να τη βοηθήσουν οι γονείς της να πάρει τον γιο της». «Ο άντρας της ο Σίριλ μπορεί να ήταν χαραμοφάης, αλλά από τις λίγες φορές που τον είδα στα χωράφια με τον γιο του, κατάλαβα ότι είχαν πολύ καλή σχέση. Οπότε ο μικρός δεν θα πάθαινε τίποτα μέχρι να ερχόταν εκείνη να τον πάρει». Και τότε ο Τζέιμς ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Είχα αιώνες να τη σκεφτώ. Αλλά μακάρι να είχα κρατήσει την υπόσχεσή μου».


Κεφάλαιο 26 Η Τζακ άνοιξε τα μάτια, αλλά δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι διότι δεν άντεχε να περάσει άλλη μια βαρετή μέρα μόνη της στην καμπίνα. Κι ενώ ο Ντέιμον πριν από τέσσερις μέρες της είχε φέρει βιβλία, δεν τη βοήθησαν να ξεχαστεί παρόλο που είχε διαβάσει ήδη τα περισσότερα. Πέντε μπαούλα με ρούχα, σαπούνια και άλλα πράγματα της είχαν φέρει εκείνη τη μέρα που έκανε το πρώτο μπάνιο. Είχε χαρεί και θυμώσει ταυτόχρονα που ο Ντέιμον είχε σχεδιάσει τόσο τέλεια την απαγωγή της, σε βαθμό που να της αγοράσει ολόκληρη γκαρνταρόμπα. Εκτός κι αν τα είχε κλέψει. Αυτό ήταν πιθανότερο. Και ποτέ δεν τον ευχαρίστησε. Και ποτέ εκείνος δεν της εξήγησε τι εννοούσε όταν είπε ότι ο Λακρός δούλευε γι’ αυτόν, αν και τον είχε ρωτήσει αρκετές φορές. Μήπως έλεγε ψέματα; Μήπως κοκορευόταν; Δεν είχε δει τελευταία πολύ τον Μπάσταρδο, τον οποίο είχε συνηθίσει πλέον να αποκαλεί Ντέιμον, εκτός από την ώρα που του άλλαζε τους επιδέσμους. Είχε αρχίσει να απολαμβάνει την παρέα του, αν και ποτέ δεν θα το παραδεχόταν. Αλλά οι τρικυμίες που είχαν συναντήσει τον είχαν κρατήσει στο τιμόνι. Υπήρχαν και νύχτες που δεν είχε επιστρέψει στην καμπίνα για να φάει και όταν το έκανε, ήταν πολύ κουρασμένος για κουβέντα. Τον είχε ρωτήσει γιατί δεν είχε περισσότερους ικανούς τιμονιέρηδες, αλλά τον είχε πάρει ο ύπνος πριν προλάβει να απαντήσει. Ακόμα και ο Μόρτιμερ την είχε εγκαταλείψει, γιατί είχε μετακομίσει από την καμπίνα πριν από τρεις βραδιές, οπότε ούτε εκείνον μπορούσε να ρωτήσει. Ακόμα δεν την άφηνε να δει τον Τζέρεμι, αλλά τους επέτρεπε να στέλνουν σημειώματα ο ένας στον άλλο. Ήταν ευγνώμων – και γι’ αυτό τον ευχαρίστησε. Αλλά δεν εμπιστευόταν τον Ντέιμον ότι δεν θα διάβαζε τα σημειώματα, έτσι αποφάσισε να μιλά κωδικοποιημένα, χρησιμοποιώντας φράσεις και υπονοούμενα που μόνο ο Τζέρεμι θα καταλάβαινε. Κατάλαβε ότι ο αδελφός της είχε πιάσει το νόημα όταν στο πρώτο σημείωμά της τον ρώτησε αν έμοιαζε με τον Τόνι μετά από έναν γύρο στο Νάιτον ή με τον Μπόιντ. Δυστυχώς είχε απαντήσει «Με τον Μπόιντ», που σήμαινε ότι είχε τουλάχιστον ένα τραύμα που θα επουλωνόταν αργά. Τότε ο Τζέρεμι πρότεινε η Τζακ να κάνει αυτό που θα έκανε η Ρέτζι για να πείσει τον Νικ να πάει σε χορό μαζί της. Είχε γελάσει με αυτό, αλλά δεν πίστευε ότι ο αδελφός της πράγματι την ενθάρρυνε να


αποπλανήσει τον καπετάνιο, τουλάχιστον όχι σωματικά. Ωστόσο η ξαδέλφη τους η Ρέτζι όντως εκμεταλλευόταν τα γυναικεία κάλλη της όταν ήθελε να αλλάξει τη γνώμη του άντρα της για κάτι, οπότε η Τζάκλιν έπιασε το νόημα. Ακόμα και ο Ντέιμον της είχε προτείνει να χρησιμοποιήσει την αποπλάνηση. Μα όλοι οι άντρες ίδια σκέφτονταν; Και δεδομένου ότι ο Ντέιμον είχε παραδεχτεί μια σχέση με τον Λακρός, όσο ασαφής κι αν ήταν γι’ αυτή, ενημέρωσε τον Τζέρεμι γράφοντας «Η Γκάμπι και ο Ντρου κάποτε συνάντησαν τον μεγαλύτερο εχθρό μας», έτσι ώστε να καταλάβει ότι ο Ντέιμον το είχε επιβεβαιώσει. Η απάντηση του Τζέρεμι σε αυτό ήταν: «Μακάρι να είχα μαχαίρι να ακονίσω». Εκτός από τα σημειώματα, της τραβούσαν την προσοχή ο δυνατός άνεμος που έκανε το καράβι να σκίζει τον ωκεανό και οι λίγες φορές που άκουσε άντρες να τσακώνονται έξω από την καμπίνα. Ο Μόρτιμερ σταμάτησε έναν από αυτούς τους τσακωμούς, ο Ντέιμον έναν άλλο. Ήταν λίγο τρομακτικό, γιατί ακούστηκε σαν οι πειρατές να ήθελαν να μπουν στην καμπίνα. Εκείνη γρήγορα μαντάλωσε την πόρτα μέχρι να ησυχάσουν όλα έξω. Όμως αυτό το πρωινό, το έβδομο στη θάλασσα, ακόμα ένας καβγάς ξέσπασε έξω από την καμπίνα της την ώρα που τελείωνε το πρωινό της, και ακουγόταν πολύ χοντρός. Κάποιος ή κάτι εκσφενδονίστηκε τόσο δυνατά πάνω σε έναν τοίχο, που ακόμα και το άδειο πιάτο της τραντάχτηκε στο τραπέζι. Λίγα λεπτά αργότερα μπήκε στην καμπίνα ο Ντέιμον, δείχνοντας αναμαλλιασμένος και θυμωμένος. «Πάμε!» διέταξε. Σάστισε τόσο πολύ, που δεν κουνήθηκε αμέσως, έτσι εκείνος πήγε και την πήρε από το χέρι λέγοντας: «Αποφάσισα να σε έχω δίπλα μου. Είναι το πιο ασφαλές μέρος για σένα». Ασφαλές από τι; Αλλά ήδη την τραβούσε έξω από την καμπίνα και δεν πρόλαβε να ρωτήσει. Είδε αίμα στο κατάστρωμα, όχι πολύ, αλλά θορυβήθηκε. Δεν σταμάτησαν πουθενά μέχρι να φτάσουν στο ακυβέρνητο πηδάλιο, το οποίο γύρισε απότομα για να στρίψουν. Την είχε βάλει μπροστά του, ανάμεσα σε εκείνον και στο τιμόνι. Ένιωθε το στήθος του πάνω στην πλάτη της, αν και η σωματική επαφή δεν έμοιαζε να γίνεται επίτηδες και σταμάτησε μόλις τελείωσε το στρίψιμο του τιμονιού. Όμως κρατούσε ακόμα το τιμόνι, έχοντας τα χέρια του δεξιά κι αριστερά της. Η Τζάκλιν χαμογέλασε. Ελευθερία από την καταραμένη καμπίνα, είχε πραγματικά σημασία το γιατί ή το ότι έπρεπε να τη μοιράζεται μαζί του; Και δεν είχε χρειαστεί να κάνει κανέναν συμβιβασμό γι’ αυτή. Άνεμος και ήλιος στο


πρόσωπό της, το τιμόνι μπροστά της, ξυπόλυτη και με βράκα, όλα αυτά της ήταν τόσο οικεία, που δεν χρειάστηκε να αναρωτηθεί γιατί ήταν τόσο ευτυχισμένη. Είδε κάποια μέλη του πληρώματος να δουλεύουν ή να τριγυρίζουν στο κατάστρωμα. Μέχρι τώρα δεν είχε δει τίποτε από αυτό το καράβι, παρά μόνο την ώρα που σαλπάριζε από το Σεντ Κιτς. Και δεν ήξερε καν αν ήταν το ίδιο καράβι. Τα περισσότερα μέλη του πληρώματος ήταν ντυμένα σαν συνηθισμένοι Άγγλοι ναύτες, ήταν ακόμα και ξυπόλυτοι, σαν εκείνη. Μερικοί δεν ήταν, ωστόσο δύο από τους πιο φανταχτερά ντυμένους άντρες φορούσαν ο ένας ένα παμπάλαιο πράσινο σατέν παλτό, κουρελιασμένο και ξεθωριασμένο, και ο άλλος ένα βρόμικο λευκό μεταξωτό πουκάμισο και είχαν από μια σπάθη να κρέμεται σε κάθε γοφό. Της έριξαν τόσο μοχθηρά βλέμματα, που την έκαναν να ανατριχιάσει. Αυτός με το σατέν παλτό είχε ακόμα και τέσσερα πιστόλια στη ζώνη του. «Επιτρέπεται να με ρωτήσεις γιατί δεν περίμενα να με αποπλανήσεις», είπε ο Ντέιμον πίσω της. Κατέπνιξε ένα γελάκι. «Δεν με νοιάζει γιατί είμαι εδώ έξω, μόνο το ότι είμαι». «Αλήθεια;» Γύρισε και τον είδε να συνοφρυώνεται. «Καλά, αφού πεθαίνεις να μου πεις, λέγε». «Δεν πεθαίνω. Καλύτερα να μου πεις πού βρήκες αυτή τη βράκα». Γύρισε να τον κοιτάξει. Κοιτούσε πράγματι την καινούρια εμπριμέ βράκα. «Την έραψα χθες από τα φορέματα που μου έδωσες». «Ήταν ακριβά φορέματα». «Μην αλλάζεις θέμα», είπε. «Γιατί ξαφνικά είμαι ασφαλής μόνο δίπλα σου;» «Οι πειρατές σε λιγουρεύονται από την ώρα που σε είδαν να στάζεις, όταν ο Μορτ κι εγώ σε βγάλαμε από τον ωκεανό. Προσπαθούν διαρκώς να περάσουν από τους φρουρούς μου». «Μα τους προειδοποίησες», του θύμισε. «Είναι πειρατές, Τζακ, τα αποβράσματα της Καραϊβικής. Δεν φημίζονται για την πίστη τους σε καμία περίπτωση… και σίγουρα όχι σε εμένα. Έχουν έρθει απλώς για το ταξίδι». «Εξηγήσου», του είπε. «Τότε επίτρεψέ μου να είμαι ωμός», είπε. «Θα συνεχίσω να τους εμποδίζω και να ρισκάρω μια αποτυχία ή θα τους δώσω έναν λόγο να κάνουν πίσω τώρα». «Τι λόγο;» «Πρέπει να πιστέψουν ότι μοιράζεσαι το κρεβάτι μου».


Τα μάτια της γούρλωσαν. Αυτό παραήταν ωμό. «Αυτό αποκλείεται να συμβεί!» Έκανε πως αναστενάζει. «Μακάρι να μην ήσουν τόσο αδιάλλακτη σε αυτό, αλλά είπα ότι πρέπει να το πιστέψουν. Οι πειρατές ξέρουν ότι με μαχαίρωσες και δύο από αυτούς σε είδαν να κοιμάσαι στο ράντζο σου αντί στο κρεβάτι μου. Ίσως αν κάνεις κάποια τρυφερή χειρονομία σε εμένα εδώ έξω στο κατάστρωμα, οι πειρατές να πιστέψουν ότι είσαι η γυναίκα μου». Του έριξε ένα καχύποπτο βλέμμα. «Αν αυτό είναι κάποιο σχέδιο που σκαρφίστηκες για να κολλήσω τα χείλη μου στα δικά σου, δεν πρόκειται να συμβεί». Χαμογέλασε. «Αν πίστευα ότι αυτό θα πιάσει, θα το είχα κάνει εδώ και καιρό. Άρα δεν έχει φιλί;» «Ούτε ένα». Κι άλλος προσποιητός αναστεναγμός. «Πόσο απογοητευτικό». Στρέφοντας τη συζήτηση σε πιο ασφαλές θέμα, του είπε: «Γιατί δεν εκπαιδεύεις στο τιμόνι κάποιον από το κανονικό πλήρωμα;». Η απάντησή του την ξάφνιασε. «Ο μόνος τιμονιέρης μου είναι ο κύριος Τόμσον, που με αντικαθιστά τη νύχτα και αυτό είναι το μόνο που συγκρατεί τους πειρατές από μια ανταρσία. Μπορούν να κάνουν τις περισσότερες δουλειές στο καράβι, όπως τις έκαναν στο ταξίδι για το Λονδίνο, αλλά έγιναν καχύποπτοι όταν πήρα νέο πλήρωμα, οπότε τώρα δεν μπαίνουν στον κόπο να βοηθήσουν. Αλλά κανείς τους δεν ξέρει να κυβερνά καράβι, οπότε προς το παρόν πιστεύουν ότι με χρειάζονται». «Γι’ αυτό δεν με αφήνεις να οδηγήσω; Δεν θες να μάθουν ότι μπορώ;» Χαμογέλασε. «Η αλήθεια είναι πως ανυπομονώ για τη μέρα που θα μου το αποδείξεις, αλλά ναι, αν μπορείς, δεν θέλω να το ξέρουν». «Ανταρσία; Αλήθεια;» «Είναι πιθανό, αργά ή γρήγορα. Ανυπομονούν να φτάσουν στην πατρίδα, αλλά ανυπομονούν περισσότερο να σε πιάσουν στα χέρια τους. Μπορούν να κρατήσουν απλώς τον Τόμσον ζωντανό για τιμονιέρη και να δένουν το τιμόνι όσο ο άνεμος είναι σταθερός σε μια κατεύθυνση ή να κατεβάζουν τα πανιά όταν δεν είναι. Ο καημένος ο Τόμσον θα στερείται ύπνο και στις δύο περιπτώσεις». «Αυτό είναι το γρήγορα. Ποιο είναι το αργά;» «Μόλις βέβαια πλησιάσουμε στην Καραϊβική και αρχίσουν να αναγνωρίζουν τα νησιά, θα καταλάβουν ότι μπορούν να φτάσουν και χωρίς εμένα». «Τότε δεν πρέπει να τους ξεφορτωθούμε νωρίτερα;» «Περίεργο που το λες αυτό…»


Δεν είπε περισσότερα, μόνο γέλασε. Εκείνη έτριξε τα δόντια. Κάποιες φορές μιλούσε ευθέως και άλλες αινιγματικά. Αλλά το μισούσε όταν τον διασκέδαζε χωρίς να ξέρει το γιατί. «Σοβαρά τώρα, Τζακ, ο καλύτερος τρόπος για να παραμείνεις ασφαλής είναι να προσποιηθείς ότι μοιράζεσαι το κρεβάτι μου». Θα μπορούσε πράγματι, κι ένα σωρό πράγματα πέρασαν από το μυαλό της σε αυτή την πρόταση. Το να τον αγγίξει τρυφερά, υπό πίεση, αλλά ακόμα την απασχολούσε το πράσινο φως που θα του έδινε. «Όλοι οι πειρατές στο κατάστρωμα εμάς κοιτάζουν τώρα;» ψιθύρισε. «Κάποιοι ναι». Δίχως να διστάσει στιγμή, πήγε πιο κοντά του και έβαλε το χέρι της στον ώμο του, το ανέβασε στον αυχένα του και μέσα στα μαλλιά του. Ήταν πιο απαλά από ό,τι είχε φανταστεί. Έπλεξε τα δάχτυλά της σε μερικές τούφες και τον χάιδεψε πίσω από το αφτί. Ο Ντέιμον έβγαλε έναν ήχο που έδειχνε ότι του άρεσε αυτό που έκανε. «Αν οδηγούσα άμαξα αυτή τη στιγμή αντί για καράβι, θα είχα τρακάρει. Είσαι επικίνδυνη γυναίκα, Τζακ». Η Τζακ έριξε το κεφάλι πίσω και γέλασε.


Κεφάλαιο 27 Η Τζούντιθ έτρεξε μέσα στο σπίτι της πλατείας Μπέρκλι, μην περιμένοντας τον Νέιθαν να τη βοηθήσει να βγει από την άμαξα. Ο Χένρι ήταν στο χολ και αμέσως έδειξε προς το σαλόνι όπου βρισκόταν η Τζορτζίνα. Η Έιμι και η Κέιτι κάθονταν στον καναπέ δίπλα της. Η Έιμι σηκώθηκε όταν είδε την Τζούντιθ λέγοντας: «Η Κέιτι κι εγώ ήρθαμε να μείνουμε με τη θεία Τζορτζ για να της κάνουμε παρέα, μια και οι άντρες μας είναι και οι δύο με τον θείο Τζέιμς. Καλώς ήρθες!». Η Τζούντιθ χαμογέλασε αχνά στην ξαδέλφη και ετεροθαλή αδελφή της, αλλά πήγε και γονάτισε στο πάτωμα μπροστά στην Τζορτζίνα και της έπιασε το χέρι που δεν κρατούσε ποτήρι με μπράντι. Παρατήρησε ότι και οι τρεις γυναίκες κρατούσαν ποτήρια. Έτσι άντεχαν αυτόν τον εφιάλτη; «Νωρίς γύρισες από το γαμήλιο ταξίδι σου», είπε η Τζορτζίνα άτονα. «Η μητέρα δεν θα μου έλεγε τίποτα», απάντησε η Τζούντιθ, μαντεύοντας πως η Τζορτζίνα ήταν λίγο ζαλισμένη. «Αλλά υποπτεύομαι ότι είναι εξίσου τρομαγμένη με εσένα, οπότε ενέδωσε και μου έστειλε δυο λόγια πριν από μερικές μέρες. Ο Νέιθαν κι εγώ ήρθαμε απευθείας εδώ». Εκείνη τη στιγμή στην πόρτα εμφανίστηκε ο Νέιθαν, αλλά βλέποντας το δωμάτιο γεμάτο μόνο με γυναίκες, είπε στην Τζούντιθ: «Πάω να πάρω τη μητέρα σου. Θα θυμώσει που είμαστε όλοι εδώ κι εκείνη όχι». Η Τζούντιθ τον κοίταξε, είπε «Ευχαριστώ» και του έστειλε ένα φιλί πριν ρωτήσει την Τζορτζίνα προσεκτικά: «Πώς τα πας, θεία Τζορτζ;». «Σταμάτα να κοιτάς το ποτήρι μου», τη μάλωσε η Τζορτζ. «Κρατά τα δάκρυα μακριά». Η Τζούντιθ αναστέναξε. Φυσικά η Τζορτζίνα θα ήταν αναστατωμένη όσο και η μητέρα της, αν όχι και περισσότερο. Στο κάτω κάτω την κόρη της απήγαγαν – πάλι. Απλώς δεν είχε δει ποτέ τη θεία της να πίνει μπράντι. «Έμαθες τίποτα;» ρώτησε η Τζούντιθ. «Η μητέρα δεν μου είπε πολλά στο γράμμα της, μόνο ότι απήγαγαν ξανά την Τζακ και ότι ο πατέρας μου σαλπάρισε για να βρει τον θείο Τζέιμς και να τον ενημερώσει». «Ο Τόνι θα έπρεπε να έχει γυρίσει μέχρι τώρα», παραπονέθηκε η Τζορτζίνα. «Δεν πιστεύεις ότι θα συνεχίσει με τον θείο Τζέιμς αφού τον βρει;» ρώτησε η Έιμι.


«Ίσως, αλλά και πάλι θα έπρεπε να μας στείλει δυο λόγια με τον καπετάνιο που προσέλαβε ο Τζέισον. Αντιθέτως, με αφήνουν σε αυτό το φριχτό σκοτάδι!» Η Τζούντιθ δίστασε πριν πει: «Δεν μ’ αρέσει που το λέω, αλλά μπορεί να μην έχουν βρει ακόμα τον στόλο. Αν ο θείος Τζέιμς ακολούθησε τα θαλάσσια ρεύματα για να φτάσει γρηγορότερα στην Καραϊβική, είναι δυστυχώς μια πολύ φαρδιά λωρίδα. Μου το έμαθε η Τζακ αυτό». «Η Τζακ ξέρει υπερβολικά πολλά για τα καράβια», είπε με αποδοκιμασία η Τζορτζίνα. «Αλλά λες ότι ο Τόνι μπορεί να μην έχει βρει ακόμα τον Τζέιμς;» «Όχι, δηλαδή ναι. Δεν θέλω να σου πω ψέματα. Είναι τόσο μεγάλη η θαλάσσια περιοχή, που μπορεί να προσπέρασε το καράβι του θείου Τζέιμς και να μην το κατάλαβε, αν και είμαι σίγουρη πως ο καπετάνιος του γνωρίζει τα νερά και πλέει διαγωνίως». «Αλλά και πάλι θα μπορούσε να μη δει το καράβι;» Η Τζούντιθ έγνεψε μορφάζοντας. «Ο πατέρας μου ξέρει πού κατευθύνεται ο θείος Τζέιμς, έτσι δεν είναι; Θα τον περιμένει εκεί αν φτάσει πρώτος». «Άρα εγώ δεν θα μάθω τίποτα για άλλους δύο μήνες!» φώναξε η Τζορτζίνα. «Φεύγω για Καραϊβική». «Έλα τώρα, Τζορτζ, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό», είπε η Κέιτι. «Μέχρι να φτάσεις, εκείνοι θα επιστρέφουν». «Αλλά τι σχέση έχει αυτό με την Τζακ;» ρώτησε η Τζούντιθ. «Δεν σου είπε η μητέρα σου;» είπε η Έιμι. «Πήραν την Τζακ στη θάλασσα. Ο θείος Τόνι μπορεί να πέσει πάνω στο καράβι που την απήγαγε». Η Τζούντιθ συνοφρυώθηκε. «Όχι, δεν μου το είπε αυτό. Πώς το ανακαλύψατε;» «Τη νύχτα που εξαφανίστηκε η Τζακ, η μητέρα του Πέρσι εμφανίστηκε λίγο πριν σαλπάρει ο πατέρας σου με το καράβι που του βρήκε ο Τζέισον. Η γυναίκα μας αποκάλυψε ότι ο γιος της, που φλυαρεί για τα πάντα εκτός από το πού πηγαίνει, της είπε ότι θα πήγαιναν για μια δουλειά στις αποβάθρες. Όμως μετά ο οδηγός του γύρισε σπίτι χωρίς αυτόν και είπε στη λαίδη Άλντεν για μια τρομερή μάχη στην οδό Ουάπινγκ. Εκείνος πρόλαβε και το έσκασε, αλλά κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο και είδε όλη τη φασαρία και πώς αυτή κατέληξε. Έπειτα πήγε απευθείας σπίτι της να την ενημερώσει», εξήγησε η Έιμι. «Και πώς κατέληξε;» «Οι κακοποιοί κέρδισαν. Έβαλαν τον Πέρσι, την Τζακ και τον Τζέρεμι σε ένα καράβι που σαλπάρισε από τον Τάμεση». Η Τζούντιθ είπε πνιχτά: «Δεν ήταν…». «Ήταν», είπε η Τζορτζίνα οργισμένη. «Πήρα το σημείωμά του πριν από τρεις


μέρες. Αλλά ήδη υποπτευόμασταν ποιος την είχε και ο Τόνι σαλπάρισε για να ενημερώσει τον Τζέιμς. Ο μπάσταρδος υπέγραψε και ως “Μπάσταρδος”. Υποθέτω πως ήξερε ότι τον γνωρίζαμε με το όνομα που του είχε δώσει η Τζακ. Θέλει ο Τζέιμς να τον συναντήσει στον Σεντ Κιτς και αν καταλήξουν σε συμφωνία, θα ελευθερώσει την Τζακ». Η Τζούντιθ έγειρε στις φτέρνες της και έσμιξε τα φρύδια. «Αυτό το σημείωμα είναι πολύ διαφορετικό από το προηγούμενο σημείωμα λύτρων. Δεν ανέφερε κάποια ανταλλαγή αυτή τη φορά;» «Όχι, μόνο συνάντηση, για την οποία ο Τζέιμς δεν γνωρίζει τίποτα!» φώναξε η Τζορτζίνα. «Προφανώς ο πειρατής δεν ήξερε ότι ο Τζέιμς είχε σαλπάρει πριν από αυτόν. Η ειρωνεία είναι πως θα φτάσουν και οι δύο στο Σεντ Κιτς, αν και ο Τζέιμς δεν θα μείνει εκεί πολύ για να μάθει πού είναι η Τζακ, εκτός κι αν ο πειρατής φτάσει πρώτος και τον περιμένει». «Αυτό θα είναι μεγάλη έκπληξη για τον Μπάσταρδο, αν πλησιάσει τον Τζέιμς περιμένοντας να του μιλήσει», είπε η Κέιτι. «Ας ελπίσουμε πως δεν θα συμβεί», είπε η Έιμι. «Διαφορετικά ο Τζέιμς μπορεί να τον σκοτώσει πριν μάθει ότι έχει την Τζακ». Η Τζούντιθ αναστέναξε. «Ομολογώ πως νιώθω κάποια ανακούφιση που ξέρω ότι την έχει ο Μπάσταρδος – και σίγουρα επειδή το αίτημα είναι διαφορετικό αυτή τη φορά». Η Τζορτζίνα την κοίταξε μην πιστεύοντας στα αφτιά της. «Έχεις τρελαθεί, Τζούντι;» «Όχι. Παρόλο που η Τζακ βρίζει αυτόν τον άντρα και λέει πως τον μισεί, μου έδωσε την εντύπωση ότι τον βρήκε γοητευτικό. Υπάρχει κάτι που δεν μας είπε». Η Τζορτζίνα τρομοκρατήθηκε. «Τι στο καλό υπονοείς;» «Δεν νομίζω πως ήθελε να τον μισεί. Μπορεί να το είπε με αηδία, αλλά τον αποκάλεσε ευγενικό πειρατή. Και από όσα είπε, δεν νομίζω πως θέλει να της κάνει κακό. Νομίζω πως υπάρχουν περισσότερα από όσα ξέρουμε». «Έιμι», είπε η Τζορτζίνα με λίγο θυμό στη φωνή της, «θα χρειαστώ κι άλλο μπράντι».


Κεφάλαιο 28 «Είσαι πολύ όμορφη στο φως του κεριού», είπε ο Ντέιμον, αλλά η Τζάκλιν δεν απάντησε ούτε καν σήκωσε τα μάτια από το πιάτο της. «Διακρίνω τέσσερις… όχι πέντε αποχρώσεις του χρυσού στα μαλλιά σου», πρόσθεσε, αλλά η Τζακ πάλι δεν μίλησε. «Μου κρατάς μούτρα;» Κάθονταν στο τραπέζι και μόλις είχαν τελειώσει το δείπνο τους. Δύο εβδομάδες στη θάλασσα και ακόμα δεν είχε δει τον Τζέρεμι. Ο Ντέιμον τους είχε απαγορεύσει ακόμα και γράμματα να στέλνουν! Η «καλοσύνη» που έδειχνε στον Ντέιμον δεν είχε φέρει το αποτέλεσμα που ήθελε – την ευκαιρία να δει τον αδελφό της, παρόλο που το είχε ζητήσει τόσες φορές. Οπότε είχε σταματήσει όταν έπαψε να χρειάζεται τη βοήθειά της για την πληγή, η οποία είχε επουλωθεί αρκετά και δεν χρειαζόταν επίδεσμο. Και δεν της είχε πει τίποτα περισσότερο για τον Λακρός ή για το τι είδους αποστολή είχε. Αλλά ακόμα την έπαιρνε στο τιμόνι κάθε μέρα, πράγμα που έπρεπε να παραδεχτεί ότι απολάμβανε πολύ. «Πολύ εντυπωσιακό αυτό που έκανες σήμερα, να σώσεις τον Τζάκι όταν οι πειρατές του έκαναν πλάκα να ανέβει στο κατάρτι για να διορθώσει ένα πανί και κατέληξε να κρέμεται με τα χέρια. Τον εμπόδισες να πανικοβληθεί, Τζακ, και τον κατέβασες στην ασφάλεια». «Σου είπα πως ξέρω να σκαρφαλώνω σε κατάρτι», του είπε απότομα. «Απλώς μην το ξανακάνεις». Του έριξε ένα οργισμένο βλέμμα. «Θέλω να δω τους φίλους μου!» «Μίλα μου καλύτερα για την οικογένειά σου». «Όχι». «Αυτό ήταν σίγουρο όχι ή θες απλώς να σε καλοπιάσω;» ρώτησε. «Μη ρωτάς γι’ αυτούς», είπε σφιγμένα. «Αν κάνεις κακό σε έναν μας, κάνεις κακό σε όλους μας. Όλοι είναι εχθροί σου τώρα και δεν πρόκειται να σου μιλήσω για τους εχθρούς σου». «Τότε θα σου πω τι ξέρω. Η μητέρα σου είναι Αμερικανίδα. Ήταν στο σπίτι της στο Κονέκτικατ την πρώτη φορά που γνωριστήκαμε. Έχεις τρεις αδελφούς και καμία αδελφή. Ο πατέρας σου είναι τόσο φοβερός, που κανένας δεν μπορεί να τον νικήσει σε αγώνα και ακόμα και πέντε άντρες δεν μπορούν να τον βάλουν κάτω». Δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. «Εκπαιδεύτηκε από τους καλύτερους. Ο


αδελφός του Άντονι είναι ο μόνος που μπορεί να κρατήσει στο ρινγκ λίγο περισσότερο. Είναι πολύ αγαπημένοι, ξέρεις. Ο θείος Τόνι σαλπάρει συχνά με τον πατέρα μου, ειδικά όταν ένας Μάλορι χρειάζεται διάσωση. Και μόλις πάρουν το μήνυμά σου, είναι πιθανό ολόκληρη η οικογένεια να σαλπάρει σύσσωμη αυτή τη φορά – και οι Μάλορι είναι αμέτρητοι. Θεώρησε ότι προειδοποιήθηκες». «Αυτό εξαρτάται από το τι έγραψα αυτή τη φορά». «Τι έγραψες;» «Αν εσύ κι εγώ είχαμε λίγο καλύτερη σχέση, μπορεί να σου έλεγα». Το βλέμμα που της έριξε έδειχνε δίχως αμφιβολία ότι μιλούσε για το μοίρασμα του κρεβατιού και τα μάγουλά της έγιναν κατακόκκινα, πράγμα που τον έκανε να προσθέσει: «Ακόμα δεν είσαι έτοιμη να με αποπλανήσεις;». «Θα έκοβες τον λαιμό σου;» Γέλασε και σηκώθηκε να πάει στο γραφείο του. «Θα το σκεφτώ». Ο θυμός της φούντωσε με αυτή την απάντηση και πετάχτηκε όρθια. «Θέλω να δω τους φίλους μου! Είπες ότι μπορούσα!» Κοντοστάθηκε και ακούμπησε στο γραφείο του. Φάνηκε να εκπλήσσεται που του φώναξε, αλλά εκείνη δεν την ένοιαξε. Τα μούτρα δεν την είχαν οδηγήσει πουθενά. «Άλλαξα γνώμη γι’ αυτό», είπε σκεπτικός. «Δεν ήθελα να τους δεις όσο είναι ακόμα τραυματισμένοι». Ακόμα; Ακόμα! Του όρμησε οργισμένη αποφεύγοντας το χέρι του όταν έκανε να την πιάσει. Του κατάφερε ένα χτύπημα γιατί εκείνος δεν μπήκε καν στον κόπο να αμυνθεί. Όμως η αυτοπεποίθηση του στοίχισε. Βόγκηξε, έχασε για λίγο την ανάσα του, αλλά τότε τη γύρισε και τύλιξε τα χέρια του γύρω της για να μην τον ξαναχτυπήσει. Και όλα αυτά ακουμπώντας ακόμα στο γραφείο του! Αυτό της θύμισε τόσο πολύ το πρώτο ταξίδι τους. Κάθε φορά που του ορμούσε κατέληγε ακριβώς έτσι, ακινητοποιημένη από τα χέρια του, ανήμπορη μπροστά στη δύναμή του. Όμως ήταν πολύ θυμωμένη για να το βάλει κάτω. Ο αδελφός της είχε τραυματιστεί τόσο πολύ, που δεν είχε γίνει καλά μετά από τόσο καιρό. Ο Ντέιμον έπρεπε να πληρώσει γι’ αυτό! Και τότε άκουσε στο αφτί της τον πιο απαλό ψίθυρο: «Συνέχισε να αντιστέκεσαι, Τζακ. Μου αρέσει πολύ να σε κρατώ αγκαλιά». Σταμάτησε. «Αλήθεια;» είπε. «Πόσο απογοητευτικό». Όμως δεν την άφησε! Κοπάνησε δυνατά το κεφάλι της προς τα πίσω, ίσως του χτυπούσε το σαγόνι. Βρήκε τα πόδια του δίπλα στα πέλματά της και έσπρωξε για να του ξεφύγει, όμως ούτε τότε τα κατάφερε! Αλλά αυτό τον έκανε να τη


γυρίσει και να την καθίσει στο γραφείο του. Πήγε να τον κοπανήσει, αλλά αστόχησε πριν εκείνος πλησιάσει, μπει ανάμεσα στα πόδια της και τυλίξει ξανά τα χέρια του γύρω της, παγιδεύοντας τα δικά της. «Καλύτερα τώρα», είπε κοιτάζοντάς τη από ψηλά. «Μπορώ να το κάνω αυτό όλη νύχτα, ξέρεις. Είσαι σίγουρη ότι θες;» Απάντησε κοπανώντας το μέτωπό της στο στέρνο του. «Υπέροχα», είπε. «Να το κάνουμε πιο ενδιαφέρον παλεύοντας;» Δεν πάλευε, απλώς την κρατούσε. Και αυτό σήμαινε ότι θα τη φιλούσε. Κατάφερε να αποφύγει το στόμα του, αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε από το να κολλήσει το μάγουλό του πάνω στο δικό της, να τη φιλήσει στον λαιμό, να της γλείψει το αφτί. Ανατρίχιασε, προσπάθησε να γλιστρήσει τον πισινό της από το γραφείο, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τριφτεί πάνω του. Πόσο τον ήθελε, ένιωσε το κορμί της να ζωντανεύει από το πόσο πολύ τον ήθελε. Ήταν απίστευτο, αλλά συνέβαινε. Κι αυτός το ήξερε. Αλλά αυτό δεν άλλαξε τίποτα. Καλύτερα να πέθαινε από το να ενδώσει σε αυτά τα συναισθήματα. Την κρατούσε τόσο κοντά του, που ο μόνος τρόπος να αποφύγει τα χείλη του ήταν να πιέσει το μάγουλό της στο στέρνο του. Ήταν μια αναγκαστική αγκαλιά, υπερβολικά τρυφερή για τα δεδομένα της. Είχε την αίσθηση ότι αυτός θα κέρδιζε αν τον κοιτούσε. Αυτό ήταν το πρόβλημα με το πρόσωπό του, ήταν τόσο όμορφο, που τη μάγευε και την έκανε να ξεχνά, έστω για μια στιγμή, ότι ήταν σε πόλεμο μαζί του. Όταν συνέβη, ήταν πολύ εύκολο γι’ αυτόν να τη φιλήσει και πάρα πολύ εύκολο για εκείνη να ανταποδώσει το φιλί. Ακόμα στριφογυρνούσε το κεφάλι της για να αποφύγει το φιλί. Ένας αργός, μικρός πόλεμος που δεν ήταν διόλου ικανοποιητικός, εκτός από το γεγονός ότι νικούσε. Προσπάθησε να τραβήξει τα χέρια της που ήταν εγκλωβισμένα κάτω από τα δικά του, μέχρι που συνειδητοποίησε ότι άγγιζε τα πλευρά του. Έμπηξε τα νύχια της τόσο βαθιά, που ίσως άνοιγε τρύπες στο πουκάμισό του. Και πάλι δεν την άφησε, αλλά τη σήκωσε και την έριξε στο κρεβάτι. Και πριν προλάβει να ξεφύγει, έπεσε πάνω της. Συνέβη, φυσικά και θα συνέβαινε. Εύκολα αιχμαλώτισε το στόμα της έτσι που τη συγκρατούσε ακίνητη το βάρος του κορμιού του. Ακόμα πάλευε, αλλά ήταν μια αδύναμη προσπάθεια που τελείωσε όταν ένιωσε ένα από τα χέρια του πάνω της, να ταξιδεύει προς τον λαιμό της, τον ώμο της, το μπράτσο της. Ένα τόσο απαλό χάδι, ωστόσο ένιωσε να φλέγεται. Μια φωτιά πυρπόλησε το κορμί της. Το απολάμβανε! Αλλά πριν ενδώσει τελείως, έπρεπε να αντιστρέψει την κατάσταση και να πάρει τα ηνία ώστε να τον πείσει να την αφήσει να δει τον Τζέρεμι. Έπρεπε να το είχε κάνει καιρό πριν. Το είχαν προτείνει τόσο ο Ντέιμον όσο και


ο Τζέρεμι! Τύλιξε τα χέρια της στον λαιμό του και άρχισε να τον φιλά παθιασμένα. Ένιωσε την ένταση και το δικό του πάθος να φουντώνουν, γιατί βάθυνε τα φιλιά του, έπαιζε με τη γλώσσα του, την ερέθιζε πέρα κι από την πιο τρελή φαντασία της. Η πειθώ δεν ήταν ποτέ πιο απολαυστική, έτσι δεν ξαφνιάστηκε όταν ένα βογκητό ικανοποίησης ξέφυγε από τα χείλη της. Εκείνος έκανε πίσω και την κοίταξε με τα τιρκουάζ μάτια του γεμάτα πόθο. «Ντέιμον», είπε ξέπνοα. Ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της και αναστέναξε. «Θα ήταν πολύ εύκολο να σε εκμεταλλευτώ, γι’ αυτό και δεν θα το κάνω. Όταν θα με θες, πραγματικά θα με θες, θα γίνω δικός σου. Αλλά και οι δύο ξέρουμε ότι αυτό δεν συμβαίνει ακόμα. Οπότε προς το παρόν πες μου γιατί θέλησες πάλι να με τραυματίσεις; Ανησυχείς που ακόμα ο αδελφός σου προσπαθεί να αναρρώσει από τα τραύματά του;» Το θέμα του αδελφού της ήταν σίγουρο πως θα έλουζε και τους δύο με παγωμένο νερό. Σίγουρα για εκείνη έτσι ήταν. Όμως εκείνος μόνο μάντευε ότι ο Τζέρεμι ήταν αδελφός της και η ίδια ακόμα δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι είχε αιχμαλωτίσει δύο από τα παιδιά του Μάλορι. Έτσι δεν απάντησε αμέσως, αλλά στριφογύρισε μερικές άλλες πιθανότητες στο μυαλό της. Η καλύτερη φίλη του Τζέρεμι; Ή;… «Ήταν, στην πραγματικότητα ακόμα είναι, ένας από τους επίδοξους μνηστήρες μου», είπε τελικά. «Ένας άφραγκος μνηστήρας;» «Έχει χρήματα. Το ίδιο και ο Πέρσι». «Δεν σου πέφτει λίγο μεγάλος;» «Όχι βέβαια, δεν είδες πόσο όμορφος είναι;» «Μπα. Ο φωτισμός δεν ήταν καλός στην όχθη και την τελευταία φορά που τον είδα ήταν πολύ μελανιασμένος, αλλά τι περίμενες; Είναι πολύ γεροδεμένος. Χρειάστηκαν πολλοί άντρες για να τον βάλουν κάτω. Τώρα μην αρχίζεις πάλι», πρόσθεσε όταν την είδε να σφίγγεται. «Το ομολογώ, έχω να τον δω από την προηγούμενη εβδομάδα, οπότε μάλλον οι μελανιές έχουν περάσει, αλλά δεν νομίζω τα πλευρά του να έχουν επουλωθεί ακόμα». «Δείξε μου». «Όχι». «Τότε δεν σε πιστεύω». «Κι εγώ πρέπει να πιστέψω εσένα; Ότι θα έφερνες έναν μνηστήρα στο ραντεβού με άλλο μνηστήρα;»


«Για να κάνω τον μυστηριώδη μασκοφόρο να ζηλέψει, γιατί όχι;» «Γιατί είσαι πολύ ντόμπρα για να κάνεις μια τέτοια μηχανορραφία, Τζακ». «Στα θέματα της καρδιάς μπορώ να είμαι πολύ ντόμπρα, συμφωνώ. Αλλά ήθελα να δω ποιος από τους δύο θα ζήλευε περισσότερο». «Διά της εις άτοπον απαγωγής;» «Ακριβώς». «Μα μου είπες ότι δεν προσπαθούσες να περιορίσεις τη λίστα σου ή μήπως ήταν ψέμα ότι δεν ήθελες να παντρευτείς φέτος;» Μα έπρεπε να θυμάται όλα όσα είχε πει; «Είχε έρθει η ώρα να ανακαλύψω ποιοι μνηστήρες θα με περίμεναν μέχρι του χρόνου και ποιους έπρεπε να προειδοποιήσω να μην το κάνουν». «Δεν είχες πει σε όλους να μη σε περιμένουν;» τη ρώτησε. «Και να μην το διασκεδάσω καθόλου;» Και τότε συνειδητοποίησε ότι χρησιμοποιούσε αυτή τη συζήτηση για να μάθει πράγματα για εκείνη που σε άλλη περίπτωση δεν θα παραδεχόταν. «Φύγε από πάνω μου». Ακούμπησε το μάγουλό του στο δικό της και ψιθύρισε: «Είμαστε ακόμα στη μέση μιας κάποιου είδους μάχης». Ρουθούνισε. «Όχι, δεν είμαστε. Σταμάτησα να φωνάζω εδώ και ώρα». «Ωστόσο πάλι με τραυμάτισες». «Πώς;» «Με τα νύχια σου». Μόρφασε γιατί το είχε ξεχάσει αυτό. Όμως του άξιζε, γιατί μετέτρεψε τη μάχη πάνω στο γραφείο σε αγκαλιά με αποτέλεσμα τα χέρια της να φτάσουν σε σημεία του κορμιού του. Όμως τώρα δεν τον τραυμάτιζε και είχε μείνει εντελώς ακίνητη για να την αφήσει. Ωστόσο δεν μπόρεσε να μην του υπενθυμίσει: «Σε μισώ». «Σου υπόσχομαι πως δεν θα είναι για πάντα», τη διαβεβαίωσε. «Αλλάζει κάτι αυτό;» «Μια υπόσχεση που δεν μπορείς να κρατήσεις; Τίποτα δεν αλλάζει». «Μα ήδη με μισείς λιγότερο. Στην Καραϊβική, ναι, ο θυμός σου ήταν μεγάλος όταν ανακάλυψες το σημείωμα των λύτρων. Τότε θα με σκότωνες δίχως δεύτερη σκέψη. Αλλά αυτό που νιώθεις τώρα είναι μόνο ένα κατάλοιπο αυτού που ένιωθες τότε. Γιατί δεν το παραδέχεσαι;» «Δεν θα ’πρεπε να νομίζεις ότι με ξέρεις όταν δεν με ξέρεις καθόλου. Τώρα άσε με να σηκωθώ!» Αναστέναξε ξανά, βαθιά αυτή τη φορά. Όταν πήρε ανάσα, το στήθος του πίεσε περισσότερο το δικό της, σκληραίνοντας τις ρώγες της, που έκαναν αυτή τη


φορά τα μάγουλά της να κοκκινίσουν. Όμως κύλησε στο πλάι του κρεβατιού και σηκώθηκε. Εκείνη σηκώθηκε πιο αργά, στηρίχτηκε στους ώμους και μετά έμεινε εκεί να τον κοιτά να βγάζει το πουκάμισό του και να εξετάζει τις πληγές που του είχαν κάνει τα νύχια της. Έπρεπε να σταματήσει να τον βλέπει έτσι ημίγυμνο. Αν και το ήξερε, δεν μπορούσε να ξεκολλήσει τα μάτια της. Αλλά το να τον βρίσκει τόσο αρρενωπό, τόσο απίστευτα όμορφο έκανε τον θυμό της να επιστρέψει. Δεν ήταν δίκαιο! Και γιατί στο καλό ήταν εκείνος θυμωμένος; Σίγουρα δεν ήταν την ώρα που είπε απλώς: «Θα έπρεπε να σου κόψω τα νύχια». «Πολύ θα ’θελα να σε δω να δοκιμάζεις», του απάντησε. Την κοίταξε χαμογελώντας. «Πολύ πλάκα θα είχε. Αλλά χαλάρωσε. Ήσουν – την περισσότερη ώρα– καλό κορίτσι, Τζακ. Πάψε να είσαι πεισματάρα για μια φορά και κράτα το κρεβάτι. Όπως βλέπεις, είναι πιο άνετο». Και μετά σήκωσε το χέρι του για να την αποτρέψει από το να διαμαρτυρηθεί. «Εννοούσα μόνη σου. Εγώ θα κοιμηθώ στο ράντζο». Τουλάχιστον με αυτή την αποπλάνηση κέρδισε το κρεβάτι. Γέλασε από μέσα της και μετά γύρισε πλευρό και βολεύτηκε. Αλλά αύριο, με κάποιον τρόπο, θα έβλεπε τον αδελφό της.


Κεφάλαιο 29 «Σε αυτό το καράβι μπορεί να πάρεις το βάπτισμα, αλλά αν θες μια καριέρα στη θάλασσα, καλύτερα να διαλέξεις ένα που να ταξιδεύει σε περισσότερες χώρες». Η Τζάκλιν είχε πείσει τον Τζάκι να καθίσει μαζί της στο κατάστρωμα όσο έτρωγε το μεσημεριανό που της είχε φέρει. Έκανε πάλι μούτρα στον Ντέιμον. Εκείνο το πρωί του ζήτησε πάλι να την πάει στους φίλους της. Αυτή τη φορά δεν πήρε καμία απάντηση. Τον είχε δει που την κοιτούσε περισσότερο σήμερα από ό,τι συνήθως. Και παρόλο που της είχε κάνει διάφορες ασήμαντες ερωτήσεις, παράτησε γρήγορα την προσπάθεια να πάρει απαντήσεις. «Τα καράβια της οικογένειάς σου ταξιδεύουν σε πολλές χώρες;» ρώτησε ο Τζάκι. Χαμογέλασε στο αγόρι, αλλά επειδή δεν ήταν εντελώς μόνοι και δεν ήθελε ο Ντέιμον να ακούσει την απάντησή της, ψιθύρισε: «Το όνομα της ναυτιλιακής είναι Σκάιλαρκ και ναι, έχουν εμπορικά καράβια που ταξιδεύουν σε όλα τα μέρη του κόσμου, ακόμα και στη μυστηριώδη Άπω Ανατολή». Ύστερα μίλησε ξανά πιο δυνατά προσθέτοντας: «Αυτό το καράβι, από την άλλη, είναι καταδικασμένο. Δεν υπάρχει μέλλον σε αυτό για σένα, εκτός ίσως από λίγες ναυτικές γνώσεις». «Γιατί είναι καταδικασμένο;» «Ακόμα κι αν δεν ανατιναχτεί στο τέλος αυτού του ταξιδιού, ο καπετάνιος σου δεν έχει πολύ μέλλον μπροστά του», προέβλεψε. «Θα εκπλαγώ αν βγάλει τη χρονιά». Ο Τζάκι δεν φάνηκε να τρομάζει με την πρόβλεψή της ότι το καράβι ήταν καταδικασμένο. Απλώς έδειξε περιέργεια. Αλλά συνοφρυώθηκε ακούγοντας την πρόβλεψή της για τον καπετάνιο. «Αυτό που είπες δεν ήταν ωραίο, κυρά μου». Τη μάλωνε ένα παιδί. Παραλίγο να βάλει τα γέλια. «Ξέρεις γιατί είμαι εδώ, Τζακ;» «Έχεις ακόμα φωνή λοιπόν;» είπε ο Ντέιμον ακριβώς από πίσω της. Αγνόησε τον πειρατή ούτε καν τον κοίταξε. Αλλά ο Τζάκι τσακίστηκε να σηκωθεί, άρπαξε το πιάτο της Τζάκλιν και σχεδόν κουτρουβάλησε τη σκάλα. Τουλάχιστον είχε προλάβει να φάει, αλλά ήταν απίστευτο το πόσο φοβόταν ο μικρός τον καπετάνιο κι ωστόσο και πόσο πιστός τού ήταν.


«Δεν θα ’πρεπε να του φορτώνεις τα βάσανά σου», συνέχισε ο Ντέιμον. «Δεν μπορεί να παρατήσει τη δουλειά του για χάρη σου». Δεν έφευγε. Μήπως είχε δέσει το τιμόνι; Δεν κοίταξε πίσω της για να το διαπιστώσει. Περίμενε να δει αν είχε κάτι άλλο να πει, αλλά πέρασαν αρκετά λεπτά και άρχισε να νιώθει άβολα. Αλλά αρνιόταν να τον ρωτήσει τι ήθελε. «Δεν με ενοχλεί η σιωπή σου, Τζακ. Είναι καλύτερη από αυτά που βγαίνουν συνήθως από το στόμα σου». Καταλάβαινε πότε κάποιος προσπαθούσε να την εκνευρίσει. Φυσικά και τον ενοχλούσε! Και το σχόλιο αυτό δεν ήταν καν αληθινό πλέον. Από την ημέρα που είχε βγει από την καμπίνα, δεν του είχε φερθεί άσχημα, εκτός από την προηγούμενη νύχτα, αλλά σίγουρα ήταν πολύ πιο ευγενική από ό,τι τις προηγούμενες φορές. Όμως μετά πρόσθεσε: «Γι’ αυτό μην παρεξηγήσεις την προσφορά μου». Ποια προσφορά; Μάλλον δόλωμα για να την κάνει να μιλήσει. Δεν θα έπεφτε στην παγίδα. Σηκώθηκε και πήγε στην κουπαστή, στην πρύμνη του καραβιού, δίχως να τον κοιτάζει. «Έλα μαζί μου», είπε ο Ντέιμον πίσω της. «Μπορείς να μιλήσεις στους φίλους σου – πίσω από την κλειστή πόρτα. Μη μου ζητήσεις περισσότερα». Γύρισε απότομα με γουρλωμένα μάτια. «Τι, τώρα;» «Ο άνεμος είναι σταθερός, οπότε έχω μερικά λεπτά να σου διαθέσω». Δεν την ένοιαζε και πολύ το γιατί, απλώς ένιωσε ανακούφιση που θα άκουγε τη φωνή του αδελφού της. Το ότι ο Ντέιμον έλεγε πως ο Τζέρεμι ήταν καλά δεν σήμαινε πως ήταν και αλήθεια. Τον ακολούθησε κάτω στο κυρίως κατάστρωμα και μετά στις σκάλες για το επόμενο. Εκεί ήταν το μαγειρείο και οι καμπίνες του πληρώματος, που σήμαινε ότι εκεί μαζεύονταν οι πειρατές όταν δεν βρίσκονταν στο κατάστρωμα. Δεν γύρισε να δει πόσοι ήταν, αλλά κοίταξε τη σκάλα ελπίζοντας κανείς να μην τους ακολουθήσει. Ήταν ένα τρικάταρτο πλοίο, σχετικά μεγάλο, οπότε ξαφνιάστηκε όταν είδε ότι δεν υπήρχαν περισσότερες καμπίνες για τους αξιωματικούς, αν και προφανώς ο Ντέιμον είχε μόνο έναν, τον αρχιναύτη του. Όμως εκεί υπήρχαν μόνο τρεις πόρτες κοντά στη σκάλα και μια άλλη σκάλα που κατέβαινε στο χαμηλότερο επίπεδο. Όταν δεν την άφησε μόνη εκεί, εκείνη του είπε: «Θα ήθελα να τους μιλήσω ιδιαιτέρως, παρακαλώ». Σήκωσε το μαύρο φρύδι του. «Είπα μήπως ότι αυτό αποτελούσε μέρος της συμφωνίας;» Έσμιξε τα φρύδια της. «Δεν είπες ότι δεν ήταν. Κι αν αυτό ήταν συμφωνία,


έπρεπε να μου το πεις ώστε να μπορέσω να διαπραγματευτώ!» «Θυμώνεις πάλι, Τζακ;» Θύμωνε. Ανάθεμα! «Μπορούμε να έχουμε έστω πέντε λεπτά μόνοι;» Κούνησε το κεφάλι του. «Αυτό είναι το πιο επικίνδυνο σημείο του πλοίου για σένα, οπότε θα σου δώσω μόνο δύο λεπτά. Μην τα σπαταλήσεις». «Τζακ;» Ήταν ο Πέρσι από την άλλη πλευρά της πόρτας. Μάλλον άκουσε τη φωνή της. Φοβόταν ότι θα χρειαζόταν να φωνάζει στην πόρτα για να την ακούνε, πράγμα που θα συνέβαινε αν ήταν αλυσοδεμένοι μέσα στο δωμάτιο. «Σας φέρονται καλά, Πέρσι;» «Το φαγητό είναι πολύ νόστιμο και μου έδωσαν πτυσσόμενο κρεβάτι να κοιμάμαι. Είναι διαολεμένο μαραφέτι. Δεν σου το συνιστώ καθόλου, Τζακ». Άκουσε γέλια να πλησιάζουν την πόρτα και μετά τη φωνή του Τζέρεμι να λέει: «Ο Πέρσι δυσκολεύτηκε να συνηθίσει να κοιμάται σε αυτό, αλλά τα καταφέρνει τώρα. Είσαι καλά, Τζακ;». Η φωνή του αδελφού της την καθησύχασε τόσο πολύ, που χρειάστηκε να σκουπίσει δάκρυα από τα μάτια της. «Είμαι καλά – αλλά όχι μόνη. Είναι εδώ και ο καπετάνιος», τον προειδοποίησε. «Εσύ;» «Καθόλου άσχημα», είπε ο Τζέρεμι. «Ήταν μελανιασμένος…» άρχισε να λέει ο Πέρσι. «Σκάσε, Πέρσι», είπε ο Τζέρεμι. Μετά απευθύνθηκε σε εκείνη. «Οι μελανιές πέρασαν. Σου υπόσχομαι πως είχα πολύ περισσότερες όταν καβγάδιζα στις ταβέρνες και ξέρεις καλά πόσο συχνά γινόταν αυτό». «Όμως έχεις σπάσει τίποτα;» Σιωπή σε αυτή την ερώτηση, πράγμα που την έκανε να κρατήσει την ανάσα της, έτσι ρώτησε τον άντρα που δεν μπορούσε να κρύψει τίποτα: «Πέρσι;». «Τον έδιωξα από την πόρτα», είπε ο Τζέρεμι και μετά με αγανάκτηση, «ανάθεμα, Τζακ, σταμάτα να ανησυχείς για ασήμαντα πράγματα. Νόμιζα πως θα ήταν χειρότερα, αλλά δεν είχα πρόβλημα με την αναπνοή και τώρα μπορώ και κινούμαι, οπότε μάλλον ήταν κάποιο μελανιασμένο πλευρό που έγινε καλά». Και μετά πρόσθεσε θυμωμένα: «Και ο καπετάνιος είπε ψέματα. Είπε ότι θα βγαίναμε στο κατάστρωμα για άσκηση, αλλά δεν έχουμε βγει ούτε μια φορά από δω μέσα». Μόρφασε. «Αυτό συνέβη μάλλον γιατί βγήκα εγώ». Κοίταξε βλοσυρά τον Ντέιμον και πρόσθεσε: «Δεν μας αφήνει να μιλήσουμε ιδιαιτέρως». «Και ο χρόνος τελείωσε», είπε ο Ντέιμον, πιάνοντάς τη από το μπράτσο. «Εσείς οι τρεις θα συναντηθείτε σύντομα».


Είχε ακούσει τα γρυλίσματα από το πάνω κατάστρωμα, όπως προφανώς κι εκείνος, οπότε κατάλαβε γιατί η συνάντηση ήταν τόσο σύντομη. Και άκουσε καθαρά κάποιον να φωνάζει: «Πάρε δρόμο από δω, παλιοτόμαρο, αλλιώς θα σε…». Η απειλή κόπηκε όταν ο Ντέιμον έφτασε στο τελευταίο σκαλοπάτι και στάθηκε δίπλα στον Μόρτιμερ που είχε τραβήξει και τα δύο πιστόλια του. Ο αρχιναύτης είχε έρθει να φυλά την κορυφή της σκάλας για να κρατήσει μακριά τους τέσσερις πειρατές. Οι μαχαιροβγάλτες είχαν προφανώς προσπαθήσει να την πιάσουν μόνη της με τον Ντέιμον εκεί κάτω. Και με μια φωνή θα μπορούσαν να είχαν φέρει και όλους τους υπόλοιπους πειρατές εκεί κάτω… Χλώμιασε όταν συνειδητοποίησε τι θα μπορούσε να είχε συμβεί. Και ο Ντέιμον το είχε ρισκάρει μόνο και μόνο για να την πείσει ότι ο Τζέρεμι ήταν καλά; Γιατί δεν πήγε τον αδελφό της σε εκείνη αντί να τη φέρει εδώ κάτω; Αλλά τότε κατάλαβε γιατί. Γιατί ο Τζέρεμι, τώρα που ήταν καλά, ήταν πολύ πιο επικίνδυνος από τους τέσσερις μαχαιροβγάλτες. Ο Ντέιμον την είχε βάλει πίσω από την πλάτη του μόλις έφτασαν εκεί πάνω, οπότε δεν είδε και πολύ καλά τους επίμονους πειρατές. Αλλά από προηγούμενη φορά ήξερε ότι ήταν οπλισμένοι. Αυτός που φορούσε το πράσινο παλτό είχε τέσσερα πιστόλια στη ζώνη του. Ο Τζάκι της είχε πει ότι αποκαλούσε τον εαυτό του Μπαρτ Σάτιν – δεν ήταν λοιπόν περίεργο που δεν έβγαζε από πάνω του το σατέν παλτό. Τον είχε δει πολλές φορές στο κατάστρωμα, ήταν εξίσου φανταχτερός με το σινάφι του, αλλά πιο μοχθηρός όταν την κοιτούσε, σαν ο πόθος που ένιωθε να μην ήταν φυσιολογικός αλλά διεστραμμένος. «Σας έλειψε το βαρέλι με το ρούμι;» είπε σαρκαστικά ο Ντέιμον και κούνησε το χέρι του προς τη σκάλα πίσω του. «Πάρτε δρόμο από το κατάστρωμά μου». Μερικοί οπισθοχώρησαν γελώντας προσποιητά, αλλά ένας πειρατής δέχτηκε την προσφορά και προσπέρασε τους άλλους για να πάει στη σκάλα. Η Τζάκλιν στριμώχτηκε στην άλλη πλευρά του Ντέιμον, μπαίνοντας ανάμεσα σε εκείνον και τον Μόρτιμερ, ώστε ο πειρατής να μην μπορέσει να την αρπάξει και να την πάρει κάτω μαζί του. Η ειρωνεία ήταν ότι δύο εβδομάδες πριν θα είχε ζητωκραυγάσει τους πειρατές αν είχαν προσπαθήσει να ξεφορτωθούν τον Ντέιμον. Αλλά αυτό πριν μάθει ότι την έβλεπαν σαν ξερολούκουμο. Πριν καταλάβει ότι ο Ντέιμον την προστάτευε. Πριν –μπορούσε να το παραδεχτεί τώρα–, πριν σταματήσει να τον θέλει νεκρό. Χρειαζόταν δικά της όπλα, διάολε. Το να ζει κάθε μέρα με την απειλή μιας ανταρσίας είχε αρχίσει να την εκνευρίζει πολύ. Είχε δεχτεί αβίαστα την ιστορία του επειδή ήταν χαρούμενη που είχε βγει ξανά στον ήλιο. Αλλά είχε αρχίσει να


ελπίζει πως όλα αυτά ήταν ένα ψέμα, ένα σχέδιο για να την αναγκάσει να συμπεριφέρεται καλά. Ο Ντέιμον ήταν πειρατής, οι μαχαιροβγάλτες ήταν πειρατές, ήταν λογικό να υποθέτει πως ήταν πλήρωμά του, όμως εκείνος είχε πει πως δεν ήταν. Τότε γιατί τους είχε μαζί του; Και κυρίως, γιατί δεν της έλεγε τον λόγο που ήταν μέλη του πληρώματός του; Σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών να δει πάνω από τους ώμους του Ντέιμον και του Μόρτιμερ γιατί δεν προχωρούσαν ακόμα. Ο τύπος με τα τέσσερα πιστόλια στεκόταν ακόμα εκεί. Ο Διεστραμμένος Πόθος. Ο Μπαρτ Σάτιν. Όλα αυτά τα ονόματα του ταίριαζαν, αλλά ο Ντέιμον τον αποκάλεσε με διαφορετικό όταν είπε: «Και πάλι ο υποκινητής, ε;». «Δεν έχεις το δικαίωμα να την κρατάς για τον εαυτό σου, καπετάνιε». Ο Μπαρτ έφτυσε τη λέξη «καπετάνιε» σαν να ήταν βρισιά. Και δεν έφευγε από τη μέση. Δεν είχε καταλάβει ότι στεκόταν μόνος του τώρα εκεί; «Αν έστω και ένα δάχτυλό σου πλησιάσει τα όπλα σου, θα σε πυροβολήσω», είπε ο Ντέιμον. «Δοκίμασέ με αν τολμάς. Ένας λιγότερος από σας θα ήταν τέλειο για μένα. Πιστεύεις ότι θα νοιαστεί κανείς, Μορτ;» «Οι νταήδες πάντα νομίζουν ότι καθοδηγούν την αγέλη», απάντησε ο Μόρτιμερ. «Αυτός δεν θα λείψει σε κανέναν». Ο Μπαρτ είχε γυρίσει ελαφρά προς τον αρχιναύτη την ώρα που μιλούσε ο Μορτ, αλλά ήταν αρκετό για να κοπανήσει ο Ντέιμον το πιστόλι του στο κεφάλι του πειρατή πριν εκείνος το καταλάβει. Σωριάστηκε στα πόδια τους. Ο Μόρτιμερ είπε ξερά: «Θα είχε υποχωρήσει. Είναι νταής αλλά και δειλός χωρίς την αγέλη πίσω του». «Μην γκρινιάζεις», είπε ο Ντέιμον κλοτσώντας τον άντρα στη σκάλα. «Έπρεπε να είχε γίνει εδώ και καιρό, έπρεπε να είχε γίνει ακόμα και τότε που επιστρέφαμε στο Λονδίνο. Και οι δύο ξέραμε ότι θα προκαλούσε προβλήματα – και δεν υποχώρησε αρκετά γρήγορα». Και τότε κοίταξε τους άλλους δύο πειρατές που ακόμα οπισθοχωρούσαν αργά και τους είπε: «Δυστυχώς δεν είναι νεκρός, αλλά την επόμενη φορά θα είναι. Παρακαλώ ενημερώστε τον αργότερα γι’ αυτό». Δεν μίλησαν και τα πρόσωπά τους δεν έδειξαν τίποτα. Ίσως μέσα τους να έβραζαν από θυμό. Όμως τότε ο Μόρτιμερ γρύλισε: «Υποθέτω περνάμε στο σχέδιο Β;». «Προς το παρόν», απάντησε ο Ντέιμον. Η Τζάκλιν σήκωσε απλώς το φρύδι περιμένοντας εξήγηση, αλλά όταν ο Μόρτιμερ είπε «Γαμώτο» και την έπιασε από το μπράτσο, εκείνη πείσμωσε. Ήθελε να φωνάξει πίσω από τον Ντέιμον καθώς απομακρυνόταν, αλλά ο


Μόρτιμερ της έκλεισε το στόμα με το χέρι του!


Κεφάλαιο 30 «Μας κάνουν σινιάλο», είπε ο Κόνραντ διακόπτοντας το γεύμα του Τζέιμς. Ο Τζέιμς ρουθούνισε. «Αγνόησέ τους και κάτσε. Το φαγητό σου κρυώνει». «Ίσως θες…» «Και μην τους πλησιάσεις», τον διέκοψε ο Τζέιμς. «Ακόμα βραχνιασμένος είμαι από τις φωνές με αυτούς χθες, δεν πρόκειται να ξανακάνω τόσο σύντομα το ίδιο». «Δεν είναι οι συμπέθεροι αυτοί που μας κάνουν σινιάλο». Ο Τζέιμς σήκωσε το φρύδι. «Τότε ποιος;» «Έλα να δεις», είπε ο Κόνραντ και βγήκε πάλι από την καμπίνα. Ο Τζέιμς σηκώθηκε, πήρε το μονοκυάλι και βγήκε στο κατάστρωμα. Κοίταξε πρώτα τη δεξιά μπάντα, όπου τον ακολουθούσε ο υπόλοιπος στόλος του. Το Αμφιτρίτη, το καράβι της Τζορτζίνα, ήταν το μόνο που βρισκόταν σε κοντινή απόσταση. Είχε πει στον καπετάνιο να τον ακολουθεί από κοντά. Αυτό είχε αποτρέψει τον Γουόρεν και τον Μπόιντ από το να του πιάνουν κουβέντα φωνάζοντας από τα καράβια τους, αλλά χθες το είχαν καταφέρει. Πλησίασε τον Κόνραντ στην κουπαστή και είδε το καράβι που φαινόταν πίσω τους. «Πώς ξέρεις ότι μας κάνουν σινιάλο;» «Μας κουνούσαν καθρέφτες μέχρι να τραβήξουν την προσοχή μας». Ο Τζέιμς γύρισε το μονοκυάλι του προς το καράβι, που ακόμα ήταν μακριά, αλλά είδε ότι δεν είχε όνομα, μόνο μια αγγλική σημαία που κυμάτιζε στο κατάρτι. Ούτε κανόνια, οπότε μάλλον ήταν εμπορικό. «Δεν έχεις τίποτε αστείο να πεις;» ρώτησε ο Κόνραντ. Ο Τζέιμς έστρεψε το μονοκυάλι στο κατάστρωμα του άλλου πλοίου και μετά από λίγο ξέσπασε σε γέλια. «Υποθέτω πως μπορούμε να ρίξουμε άγκυρα και να τους αφήσουμε να μας φτάσουν. Θα μπορούσες να μου το πεις, Κόνι, αντί να με αφήσεις να πιστεύω ότι μας ενοχλούσαν πάλι οι Αμερικάνοι». «Θα μπορούσα», χαμογέλασε ο Κόνραντ και έφυγε χοροπηδώντας και σφυρίζοντας χαρούμενα. Ο Τζέιμς περίμενε ανυπόμονα δίπλα στην ανεμόσκαλα που κατέβασαν. Είκοσι λεπτά αργότερα το καράβι τούς είχε πλευρίσει, είχε κατεβάσει βάρκα κι εκείνος βοηθούσε τον αδελφό του να επιβιβαστεί. «Άλλαξες λοιπόν γνώμη, Τόνι;» Χαμογελούσε. Ο Άντονι όχι. «Όχι. Εξαφανίστηκε η Τζακ, εξαφανίστηκε ο


Τζέρεμι, εξαφανίστηκε ακόμα και αυτός ο βλάκας ο Πέρσι». Το χαμόγελο του Τζέιμς χάθηκε μεμιάς. «Και νόμιζες ότι είναι εδώ; Δεν είναι. Η Τζακ στεκόταν στην αποβάθρα με την Τζορτζίνα όταν σαλπάρισα». Και μετά γρυλίζοντας: «Έλα μαζί μου». Γύρισε στην καμπίνα και πήρε αμέσως το μπράντι και δυο ποτήρια. «Τι έγινε;» ρώτησε δίνοντας το ένα στον Άντονι. «Έφυγες», τον κατηγόρησε ο Άντονι. «Όλα πάνε κατά διαόλου όταν φεύγεις». «Όχι βέβαια». «Πάνε, και μάλιστα μόλις μία μέρα μετά που σαλπάρισες». «Τόνι, αν δεν μου πεις αμέσως…» «Τους πήραν στη θάλασσα, Τζέιμς, τους απήγαγαν, και τους τρεις. Υποπτευόμαστε ότι είναι οι ίδιοι που απήγαγαν την Τζακ και τότε…» «Τι έλεγε το σημείωμα των λύτρων;» «Έφυγα πριν το λάβουμε. Θεωρήσαμε ότι προτεραιότητα ήταν να σε ενημερώσουμε». «Ο καπετάνιος σου γυρίζει Λονδίνο;» «Ναι και…» Ο Άντονι δεν ολοκλήρωσε διότι ο Τζέιμς ήδη έβγαινε από την καμπίνα φωνάζοντας: «Κόνι!». Ο αρχιναύτης εμφανίστηκε αμέσως. «Θέλεις να τον πετάξω στη θάλασσα;» «Σιγά μην μπορούσες. Πες στον καπετάνιο του να επιστρέψει αμέσως στο Λονδίνο και να πει στην Τζορτζ ότι θα φέρω την Τζακ, τον Τζέρεμι και τον Πέρσι πίσω. Είναι κάπου εδώ έξω…» «Πώς στο καλό;…» «Θα σου εξηγήσω αργότερα. Θέλω όμως όλοι να έχετε τον νου σας για άλλα πλοία και μάθετε αν μας προσπέρασε κανένα αυτή την εβδομάδα. Ίσως χρειαστεί να ανατινάξω κάποιο». Ο Τζέιμς κοπάνησε την πόρτα πριν προλάβει ο Κόνραντ να του κάνει άλλες ερωτήσεις. Έριξε στον αδελφό του ένα σκοτεινό βλέμμα και είπε: «Τώρα που άκουσα το τέλος, ξεκίνα από την αρχή. Θέλω να μάθω πώς συνέβη πάλι κάτι τέτοιο». «Επέστρεφα στο Λονδίνο με το πλοίο μου», είπε ο Άντονι. «Τώρα δεν το κάνεις και αυτή δεν είναι καλή στιγμή για να μου πηγαίνεις κόντρα, Τόνι. Αν δεν το πρόσεξες, θέλω να σκοτώσω κάποιον». «Το βλέπω! Ήταν βράδυ, τη δεύτερη μέρα μετά που έφυγες. Η Τζορτζ δεν ήξερε ότι η Τζακ δεν ήταν στο σπίτι μέχρι που δεν εμφανίστηκε για το δείπνο. Η υπηρέτριά της είπε ότι είχε βγει με τον Τζέρεμι και ότι θα γύριζε για το δείπνο,


αλλά δεν γύρισε». «Η κόρη μου δεν θα έφευγε από το σπίτι χωρίς να ενημερώσει την Τζορτζ», είπε ο Τζέιμς. «Θα άφηνε τουλάχιστον σημείωμα ώστε να μην ανησυχήσει η μητέρα της». «Ακόμα κι αν πίστευε ότι θα είχε γυρίσει πριν αντιληφθεί η Τζορτζ την απουσία της;» ρώτησε ο Άντονι. «Ψάξατε για σημείωμα της Τζακ;» «Ψάξαμε όλο το σπίτι, ήταν το πρώτο που κάναμε, έψαξα ακόμα και για τα σημειώματα του μυστηριώδη μνηστήρα που της έστελνε τριαντάφυλλα εκείνη την εβδομάδα, σε περίπτωση που πήγε να συναντήσει αυτόν. Βρήκα τα τριαντάφυλλα στο δωμάτιό της, αλλά κανένα σημείωμά του». «Σε αυτόν τον χορό που με ανάγκασαν να πάω ήταν όντως ένας τύπος που αρνήθηκε να μας συστηθεί πριν χορέψει με την Τζακ. Αν… θα τον σκοτώσω τον μπάσταρδο! Ψάξατε στην κοσμηματοθήκη της για τα σημειώματα;» «Φυσικά». «Και στο μυστικό συρτάρι από κάτω;» «Ποιο μυστικό συρτάρι;» Ο Τζέιμς αναστέναξε. «Ξέχνα το. Η Τζακ δεν θα άφηνε σημείωμα για την Τζορτζ εκεί, από τη στιγμή που ούτε η Τζορτζ γνωρίζει γι’ αυτό». «Όμως εσύ γνωρίζεις;» «Εγώ της έδωσα αυτό το κουτί. Άρχισε να μαζεύει βοτσαλάκια όταν ήταν έξι ετών, άσχημα μικρά πραματάκια, αλλά από τη στιγμή που άστραφταν της φαίνονταν πολύτιμα και τα έκρυβε σε όλο το σπίτι. Αλλά οι υπηρέτες άρχισαν να τα βρίσκουν και να τα πετάνε στα σκουπίδια, πράγμα που εξόργιζε την Τζακ – διάολε, δεν έχουν σημασία όλα αυτά». «Έδωσες στην κόρη σου μια κρυψώνα για πέτρες;» ρώτησε ο Άντονι. «Ήταν θέμα διπλωματίας. Οι υπηρέτες θύμωναν όταν τους φώναζε. Κρίμα που δεν το ανέφερα ποτέ στην Τζορτζ, γιατί το συρτάρι έχει ένα κρυφό μάνταλο στο πίσω μέρος. Μπορεί μέσα να υπάρχει κάτι που να δείχνει τι σκάρωνε η Τζακ». «Όχι μόνο η Τζακ», του θύμισε ο Άντονι. «Είχε συνενόχους τον Τζέρεμι και τον Πέρσι σε ό,τι κι αν…» Ο Τζέιμς τον διέκοψε. «Τι είπαν γι’ αυτό ο Χένρι και ο Άρτι; Συνήθως δεν την αφήνουν να βγει από την πόρτα δίχως να τη ρωτήσουν πού πηγαίνει». «Εκτός από τις φορές που βγαίνει με την οικογένειά της, προφανώς. Ο συνταξιούχος πειρατής σου παύλα μπάτλερ Άρτι ήταν στην πόρτα εκείνη τη μέρα και θεώρησε πως δεν έτρεχε τίποτε από τη στιγμή που έφυγε με τον Τζέρεμι, αλλά η Τζορτζ ανησύχησε και μήνυσε να φωνάξουν εμένα και τα


αδέλφια μας, ενώ έστειλε και άντρα στο σπίτι του Τζέρεμι. Η Ντάνι εμφανίστηκε λίγο αργότερα και είπε ότι ο Τζέρεμι είχε φύγει με τον Πέρσι, οπότε στείλαμε και κάποιον σπίτι του. Είχαν περάσει ώρες μέχρι τότε και η Τζορτζ έκλαιγε διαρκώς, έτσι ο Τζέισον έφυγε για να μου βρει καράβι ώστε να έρθω να σε βρω. Ευτυχώς που ήταν ακόμα στο Λονδίνο και μπόρεσε να το κάνει. Θεωρήσαμε ότι θα ήθελες να το μάθεις όσο το δυνατόν συντομότερα». «Πότε ακριβώς σαλπάρισες, Τόνι;» «Ο Τζέισον έχει πολλές άκρες. Κανονικά θα μπορούσα να σαλπάρω και το ίδιο βράδυ, τουλάχιστον αυτό ήταν το σχέδιο. Αλλά τότε ήρθε η λαίδη Άλντεν και μας είπε ότι ο Πέρσι θα πήγαινε στις αποβάθρες για μια δουλειά εκείνη τη νύχτα. Ο υπηρέτης που στείλαμε σπίτι της την ανησύχησε όταν της είπε ότι η Τζακ ήταν μάλλον με τον Πέρσι. Στην ουσία ήρθε να παραπονεθεί ότι οι Μάλορι πάλι παρέσυραν τον γιο της. Η Τζορτζ κόντεψε να την πετάξει έξω με τις κλοτσιές». «Άρα ήταν δική τους ιδέα να πάνε στις αποβάθρες; Διάολε, έψαχναν καράβι για να με ακολουθήσουν, παρόλο που τους είπα όχι και γιατί…» «Όχι», είπε ο Άντονι. «Μακάρι να ήταν αυτό, αλλά δεν είναι. Γνωρίζουμε τι συνέβη γιατί ο οδηγός του Πέρσι ήρθε μόλις έμαθε ότι η αφεντικίνα του ήταν στο σπίτι σου. Ο Τζέρεμι, ο Πέρσι και η Τζακ δεν πήγαν καν στις αποβάθρες, μόνο κοντά σε αυτές. Πήγαν στην έρημη οδό Ουάπινγκ, κατά μήκος του ποταμού. Πήγαν για να στήσουν παγίδα σε κάποιον, αλλά μόνο αυτό είπε ο Πέρσι στον οδηγό του. Όμως αυτός ο “κάποιος” τους είχε στήσει καλύτερη παγίδα. Ο οδηγός πρόλαβε να το σκάσει με το που ξεκίνησε η μάχη και μέχρι να βρει ένα δέντρο να κρυφτεί και να κρυφοκοιτάξει, όλα είχαν τελειώσει λόγω του πολύ μεγάλου αριθμού των αντιπάλων, οι οποίοι έβαλαν τον Πέρσι, την Τζακ και τον Τζέρεμι σε βάρκες και σε ένα από τα καράβια που ήταν αγκυροβολημένα στο ποτάμι. Δεκάδες από τους μαχαιροβγάλτες που εμφανίστηκαν από το πουθενά για να στήσουν την παγίδα έμειναν πίσω για να βάλουν τους άντρες του Πέρσι και της Τζακ σε άμαξες που είχαν εκεί και να τους απομακρύνουν. Και το καράβι σαλπάρισε. Ο οδηγός έμεινε αρκετά για να το διαπιστώσει πριν πάει να πει στη λαίδη τι συνέβη». «Επομένως δεν έχεις το σημείωμα των λύτρων;» «Όχι, περίμενα δύο μέρες να έρθει, αλλά δεν λάβαμε τίποτα. Ο Τζέισον θεώρησε ότι έπρεπε να σε ενημερώσουμε πριν φτάσεις στην Καραϊβική κι έτσι σαλπάρισα. Υποσχέθηκε να βρει άλλο καράβι και να το στείλει στο Σεντ Κιτς με το σημείωμα όταν θα το λάμβαναν. Οπότε μπορούμε να το περιμένουμε εκεί – ή να βρούμε τα παιδιά σου πρώτα. Πίστευα ότι θα εντόπιζα τον στόλο σου


νωρίτερα, αλλά έπρεπε να κάνουμε πολλά ζιγκ ζαγκ για να βεβαιωθούμε ότι δεν θα σε προσπερνούσαμε». «Πράγμα που μας φέρνει στην ερώτηση, προσπεράσατε άλλα πλοία καθώς ερχόσασταν;» «Όχι, και πίστεψέ με, ψάχναμε», είπε ο Άντονι. «Ήλπιζα να τους βρούμε πρώτοι, να το παίξουμε ήρωες και να τους γυρίσουμε σπίτι πριν μάθαινες ότι η Τζακ εξαφανίστηκε, αν και δεν είμαι σίγουρος πώς θα τους κατατρόπωνα με ένα άοπλο εμπορικό». «Μια χαρά θα τα κατάφερνες». «Υποθέτω πως ο καπετάνιος μου θα το πρότεινε, αν τους βρίσκαμε πρώτοι. Ομολογώ πως θα ήθελα πολύ να πιάσω στα χέρια μου τον Μπάσταρδο, αν είναι ο Μπάσταρδος αυτή τη φορά. Ξέρω ότι όλοι υποθέτουμε πως είναι, αλλά εσύ τι πιστεύεις;» «Έτσι φαίνεται, αλλά αυτό δεν το κάνει σίγουρο. Διάολε, μακάρι να περίμενες για το σημείωμα ώστε να μη χρειαζόταν να κάνουμε υποθέσεις», αναστέναξε ξαφνικά ο Τζέιμς. «Αλλά ο Τζέισον έκανε καλά που σε έστειλε. Είναι καλύτερα να ξέρω τι συνέβη, γι’ αυτό να είσαι σίγουρος πως χαίρομαι που είσαι εδώ». «Πουθενά αλλού δεν θα ήθελα να είμαι μια τέτοια στιγμή, παρά μόνο να στέκομαι πλάι σου, αδελφέ», είπε ο Άντονι με σοβαρό ύφος. «Θέλω να πιάσω αυτά τα καθάρματα όσο κι εσύ. Και θα τους πιάσουμε, να μην έχεις καμία αμφιβολία γι’ αυτό». «Το ξέρω, αλλά στο μεταξύ θα περάσουμε κόλαση». Ο Άντονι συμφώνησε γνέφοντας. «Τότε θα κάνω ό,τι μπορώ για να σε κάνω να ξεχαστείς. Στην πραγματικότητα φαντάστηκα ότι θα ήμουν ήδη εδώ, ξέρεις. Όταν με μέθυσες τη νύχτα που σαλπάρισες, ήμουν σίγουρος ότι θα με έπαιρνες σηκωτό. Ακόμα και η Ρος το πίστευε και μου είχε ετοιμάσει και σάκο». «Να σου πω την αλήθεια, μου το πρότεινε», παραδέχτηκε ο Τζέιμς. «Ανησυχούσε πως θα ήσουν δυστυχισμένος χωρίς εμένα και με την Τζούντι στο ταξίδι του μέλιτος». «Τότε γιατί δεν το έκανες;» «Γιατί το ταξίδι ήταν – θα πάρει περισσότερο από δύο μήνες, ενώ η Τζούντιθ θα γυρίσει πολύ νωρίτερα. Θα σκαρφάλωνες στα κατάρτια αν δεν ήσουν εκεί να σιγουρευτείς ότι θα είναι ακόμα ευτυχισμένη όταν γυρίσει». «Ενώ τώρα δεν πειράζει να σκαρφαλώσω στα κατάρτια; Τώρα που το λες…» Ο Άντονι πετάχτηκε από την καμπίνα, αλλά κοκάλωσε όταν είδε ότι το καράβι με το οποίο είχε έρθει δεν ήταν πια δίπλα στο Μέιντεν Τζορτζ. Είχε κινήσει ανατολικά για να επιστρέψει στο Λονδίνο και τώρα ήταν αρκετά μακριά.


«Πάρ’ το απόφαση, αγαπητέ μου», είπε ο Τζέιμς δίπλα του. «Μόλις είπες ότι θες ένα κομμάτι του Μπάσταρδου. Και θα το πάρεις μόνο αν μείνεις μαζί μου. Και η κόρη σου ήταν ερωτευμένη. Ξέρεις πολύ καλά ότι θα επιστρέψει τόσο ευτυχισμένη όσο την ώρα που έφυγε για το ταξίδι της». Ο Άντονι έριξε μια αγκωνιά στον Τζέιμς. «Πλάκα έκανα, φιλαράκι. Σου είπα ότι θα σε έκανα να ξεχαστείς. Έπιασε;» Ο Τζέιμς ρουθούνισε. «Ναι». «Αλλά όταν θα έχουμε πιάσει τους πιστολάδες, θα μου θυμίσεις ότι το μωρό μου γύρισε σπίτι τόσο ευτυχισμένο όσο ήταν τη μέρα του γάμου του». Ο Τζέιμς δεν συμφώνησε σε αυτό, αλλά είπε: «Ακόμα έχω αυτό το ρινγκ πυγμαχίας στο αμπάρι που μου έφτιαξε ο Νέιθαν». «Ένας τέλειος…» άρχισε να λέει ο Άντονι, αλλά ρίχνοντας μια ματιά στον Τζέιμς, είπε. «Στην πραγματικότητα, αν δεν σε πειράζει, θα περιμένω μέχρι να μη δείχνεις πως θες να δολοφονήσεις κάποιον».


Κεφάλαιο 31 «Δεν χρειαζόταν να με τραβολογήσεις», είπε θυμωμένα η Τζάκλιν μόλις την άφησε ο Μόρτιμερ. «Μια απλή εξήγηση θα αρκούσε». «Αυτό που έκανε ήταν πολύ επικίνδυνο, να σε πάει εκεί κάτω με όλους αυτούς τους πειρατές. Και κοίτα τώρα τι πάθαμε, εγώ τιμωρήθηκα κι εσύ – έπαθες αυτό που έπαθες». «Πώς τιμωρήθηκες;» «Με το να μείνω εγκλωβισμένος μαζί σου για την υπόλοιπη μέρα». Ρουθούνισε. Ο άνθρωπος αυτός πραγματικά την αντιπαθούσε. Σκασίλα της. Όμως τώρα ήταν πάλι μέσα στην καμπίνα του Ντέιμον, με την πόρτα ξανά κλειδωμένη και αυτό ήταν αβάσταχτο, ειδικά τώρα που είχε περάσει ο κίνδυνος. Ή μήπως όχι; «Τι σχέδιο ήταν αυτό που είπες;» Δεν απάντησε. Είχε πάει στο γραφείο του Ντέιμον να ανοίξει το κλειδωμένο συρτάρι και είχε βγάλει τέσσερα πιστόλια. Κάθισε στο γραφείο να ελέγξει αν ήταν γεμάτα. Τον περίμενε να της απαντήσει όταν θα τελείωνε, αλλά όταν δεν το έκανε, είπε: «Πήγαινέ με στον Ντέιμον να τον ρωτήσω». «Αρκετά τον ταλαιπώρησες». «Θέλω να μάθω!» «Για τον Θεό, γυναίκα, σκάσε επιτέλους! Είσαι το πιο πεισματάρικο, οξύθυμο θηλυκό που έχω γνωρίσει ποτέ μου…» «Είσαι πολύ ευγενικός», του είπε γλυκά καθώς πήγε να καθίσει στην τραπεζαρία απέναντί του. Εκείνος την κοιτούσε άγρια. «Θα σου το πω μόνο μία φορά. Κάτσε καλά, μείνε ήσυχη και ίσως μπορέσεις να ξαναβγείς στο κατάστρωμα αύριο – αν επιβιώσουμε σήμερα». «Τι υποτίθεται πως σημαίνει αυτό;» Και πάλι την αγνόησε, πράγμα που την έκανε να φωνάξει: «Θέλω να μάθω γιατί τιμωρούμαστε!». «Γαμώτο, χαμήλωσε τη φωνή σου! Και σταμάτα τις ερωτήσεις. Εσύ ούτε καν τιμωρείσαι. Έχεις να ασχοληθείς με κάτι. Το ξέρω γιατί τον βοήθησα να βρει μερικά από τα καταραμένα βιβλία που ήθελε για σένα». «Πώς θα σου φαινόταν εσένα αν ήσουν στο σκοτάδι;»


«Ε; Δεν είναι σκοτεινό αυτό το δωμάτιο». «Εννοούσα το σκοτάδι που θα βρεθείς όταν θα σε σκοτώσω», του είπε με κακία. «Κράτα τις απειλές σου για κάποιον που ενδιαφέρεται. Αν με αναγκάσεις να σε κάνω να το βουλώσεις, σε κανέναν δεν θα αρέσει αυτό, γι’ αυτό για τελευταία φορά, σώπα». «Για τελευταία φορά, πες μου γιατί πρέπει να το κάνω, αλλιώς φώναξε τον Ντέιμον να μου πει!» Σηκώθηκε να κάνει αυτό που του ζήτησε. Επιτέλους! Όμως δεν διέσχισε το δωμάτιο για να πάει να φέρει τον Ντέιμον. Αντιθέτως, τη σήκωσε από την καρέκλα και αφού την τρόμαξε, η αντίδρασή της ήταν πολύ φυσιολογική – για τα δικά της δεδομένα. Και η γροθιά τον πέτυχε στο μάτι ενώ εκείνη πρόλαβε να σκύψει σε περίπτωση που εκείνος ανταπέδιδε. Όμως τα χέρια του ήταν το ίδιο μακριά με του Ντέιμον. Την άρπαξε από τα μαλλιά και την έσυρε μέχρι το ράντζο, όπου την ξάπλωσε μπρούμυτα. «Δεν ήθελες να γίνει με τον εύκολο τρόπο, ε;» γρύλισε ο Μόρτιμερ, βάζοντας το γόνατό του στην πλάτη της. «Είναι μυστήριο το γιατί σε ανέχεται. Εγώ δεν θα μπορούσα με τίποτα. Θα σε έδενα στα κάγκελα του κρεβατιού!» «Και αυτό με εκπλήσσει νομίζεις;» του φώναξε και μετά πιο δυνατά, όταν της έπιασε τα χέρια και άρχισε να τα δένει με σκοινί. «Τι κάνεις;» «Ακολουθώ εντολές», είπε χαμογελώντας σαρκαστικά. «Ψεύτη! Δεν θα σου έλεγε να με δέσεις!» Θα του φώναζε κι άλλο, αλλά της έβαλε ένα πανί στο στόμα. Άρχισε να το σπρώχνει με τη γλώσσα της, αλλά της έδεσε το στόμα με δεύτερο πανί, ενώ ο κόμπος μπερδεύτηκε τόσο πολύ στα μαλλιά της, που ο πόνος της έφερε δάκρυα στα μάτια. Όταν τελείωσε, έσκυψε κοντά στο κεφάλι της και της είπε θυμωμένα: «Όχι, δεν θα το έκανε, αλλά μου έδωσε διαταγή να σε κρατήσω ήσυχη, σε προειδοποίησα να το βουλώσεις δύο φορές, αλλά εσύ δεν άκουσες, έτσι δεν είναι; Θεώρησε λοιπόν τον εαυτό σου τυχερό που δεν σου αντιγύρισα την μπουνιά που μου έδωσες». Έχωσε τα τέσσερα πιστόλια στη ζώνη του κι έφυγε κλειδώνοντας την πόρτα πίσω του. Εκείνη περίμενε μέχρι να ακούσει την πόρτα να κλείνει, γύρισε και σύρθηκε μέχρι την άκρη του ράντζου για να σηκωθεί. Τουλάχιστον ο Μόρτιμερ δεν της είχε δέσει και τα πόδια. Ο καταραμένος θα μπορούσε να είχε απαντήσει τις ερωτήσεις της αντί να κάνει αυτό! Έπειτα κοίταξε την πόρτα, ευχόμενη να μπορούσε να βάλει το μάνταλο για να


τους κλείσει όλους απ’ έξω, αλλά ήταν πολύ ψηλά για να το φτάσει με τα δεμένα χέρια της. Κατέληξε να κάθεται άβολα στην καρέκλα του Ντέιμον, ώστε να του ρίξει ένα δολοφονικό βλέμμα σε όλο το μεγαλείο του όταν θα άνοιγε την πόρτα. Αλλά πέρασε πολλή ώρα μέχρι να γίνει αυτό. Όταν έγινε, το μόνο που έκανε ο Ντέιμον ήταν να πλαταγίσει τη γλώσσα του στο βλέμμα της. Και ο Τζάκι τον ακολούθησε με τον δίσκο του φαγητού, αλλά έφυγε βιαστικά. Ο Ντέιμον κλείδωσε πάλι την πόρτα και είπε: «Ο Μορτ μπορεί να γίνει αφόρητος μερικές φορές, αλλά κάτι πήρε το αφτί μου για τα αντίποινά σου, οπότε υποθέτω ένα μαύρο μάτι σού είναι αρκετό για σήμερα;». Ο Ντέιμον προχωρούσε προς εκείνη όση ώρα της μιλούσε. Δεδομένου ότι το κρανίο της ακόμα πονούσε, διαφωνούσε, αλλά δεν μπορούσε να το πει εξαιτίας του πανιού στο στόμα της ούτε και να κουνήσει το κεφάλι της γιατί ο πόνος γινόταν εντονότερος. Και τότε βλαστήμησε την ώρα που πήγε δίπλα της και είδε με τα μάτια του πόσο μπλεγμένα ήταν τα μαλλιά της. «Ζητώ συγγνώμη για τον φίλο μου. Δεν είχε πολλές επιλογές να σε κρατήσει ήσυχη. Αυτή ήταν η πιο ανώδυνη, ή τουλάχιστον έπρεπε να είναι. Για να είμαστε δίκαιοι, δεν νομίζω πως ο Μόρτιμερ κατάλαβε ότι μπερδεύτηκαν τα μαλλιά σου στον κόμπο. Θα μου πάρει λίγα λεπτά να τα ξεμπλέξω». Του πήρε περισσότερο από μερικά λεπτά έτσι που προσπαθούσε να λύσει προσεκτικά τον κόμπο για να μην της τραβήξει κι άλλα μαλλιά. Και τη στιγμή που έλυσε το πανί, τα δάχτυλά του άρχισαν να της κάνουν μασάζ στο κρανίο. Ένιωσε υπέροχα, στην πραγματικότητα τόσο όμορφα, που άργησε να φτύσει το υπόλοιπο πανί ή να θυμηθεί ότι τα χέρια της ήταν ακόμα δεμένα. Της τα έλυσε όμως αμέσως μετά. «Έχει προστεθεί λοιπόν και ο Μορτ στη λίστα με τους νεκρούς σου;» ρώτησε. Τώρα μπορούσε να γείρει πίσω στην καρέκλα του και το έκανε, τρίβοντας τους πονεμένους καρπούς της. «Αν ήθελα να τον εκδικηθώ με τον ίδιο τρόπο, θα έπρεπε να του ξεριζώσω το μαλλί τρίχα-τρίχα». Ο Ντέιμον χασκογέλασε. «Δεν θα ήταν πολύ δίκαιο – το μαύρο μάτι δεν σου φτάνει;» «Υποθέτω». Ήρθε και ακούμπησε στο πλάι του γραφείου του κοιτάζοντάς τη και ρώτησε: «Για μένα θα σου ήταν αρκετό;». «Όχι βέβαια», είπε. «Οι δικές σου αμαρτίες είναι πολύ περισσότερες. Και θα σε στείλουν στην κρεμάλα – αν όχι σε τίποτα χειρότερο». «Υπάρχει χειρότερο;» Σήκωσε το σκούρο φρύδι του. «Κι εγώ που νόμιζα πως το είχαμε ξεπεράσει αυτό».


«Τι σε έκανε να πιστέψεις κάτι τέτοιο;» τον ρώτησε παριστάνοντας τη γλυκιά. «Δεν με φιλάς σαν να με θες νεκρό, Τζακ». Δεν είχε δικαιολογία γι’ αυτό. Ένιωσε να κοκκινίζει, αλλά είπε απότομα: «Τίποτα σε αυτό δεν ήταν άκακο. Η σωστή προσέγγιση θα ήταν να μου εξηγήσεις γιατί έπρεπε να είμαι ήσυχη. Τι στο καλό ήταν το σχέδιο Β;». «Ένα προληπτικό μέτρο. Σήμερα έκανα μια κίνηση από την οποία δεν είμαι έτοιμος ακόμα να κάνω πίσω. Υπήρχε πιθανότητα οι πειρατές να έκαναν την κίνησή τους πριν να είμαι έτοιμος γι’ αυτή. Ήθελα να είσαι ασφαλής στην περίπτωση που μου την έπεφταν όλοι ταυτόχρονα. Ο θόρυβος που έκανες μπορεί να τους προκαλούσε περισσότερο, γιατί είσαι αυτό που θέλουν. Οι κραυγές σου θα τους έδιναν τη δικαιολογία να μπουκάρουν για να σε “σώσουν”. Θα μπορούσες να μείνεις ήσυχη, ξέρεις». «Και γιατί δεν μου το είπε αυτό ο Μόρτιμερ;» «Δεν ξέρει πόσο έχουμε προχωρήσει εμείς οι δύο. Μάλλον νόμιζε ότι δεν ήθελα να το ξέρεις». Έμεινε άναυδη, αλλά μόνο για μια στιγμή. «Όσο κι αν νομίζεις ότι έχουμε προχωρήσει, αυτό αντιστράφηκε πολύ σήμερα. Μπορούσες να μου πεις τι συνέβαινε. Μπορούσες να του πεις να μου πει! Αντιθέτως, πέρασα τη μέρα φιμωμένη και δεμένη!» «Ζητώ συγγνώμη…» άρχισε να λέει. «Δεν βοηθά!» «Πολύ παράξενο ευχαριστώ για την επίσκεψη που σε άφησα να κάνεις σήμερα, η οποία φυσικά ευθύνεται για τη δεινή κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι τώρα. Βεβαιώθηκες τουλάχιστον ότι δεν πεθαίνουν;» «Θα έλεγαν ότι είναι καλά ακόμα κι αν αιμορραγούσαν μέχρι θανάτου», απάντησε. «Τόσο καλά τον ξέρεις;» Συνοφρυώθηκε που μιλούσε για τον έναν ενώ εκείνη είχε αναφερθεί και στους δύο. «Όχι, αλλά ξέρω ότι είναι ιπποτικοί και τέτοιοι άντρες λένε ψέματα για να μην ανησυχεί μια γυναίκα. Οπότε έχω καθησυχαστεί εν μέρει. Θα ήθελα να τους δω και τους δύο». «Δεν θέλω να σε δω να κλαις για έναν… μνηστήρα». Ήταν προφανές πως ήξερε ότι είχε τον αδελφό της τον Τζέρεμι. Η παύση ήταν εσκεμμένη. Ανάθεμα! Όμως δεν θα το παραδεχόταν. Δεν θα τον άφηνε να καυχηθεί. Έτσι σηκώθηκε από την καρέκλα του, αν γι’ αυτή περίμενε, και πήγε στο τραπέζι για να τον αγνοήσει. Όμως δεν μπορούσε να το κάνει όταν σκεφτόταν αυτό που είχε γίνει με τους


πειρατές μετά τη συνομιλία της με τον Τζέρεμι και τον Πέρσι. «Δεν πιστεύω ότι είναι όλοι εναντίον σου, αφού δουλεύετε για τον ίδιο άντρα και έχετε όλοι τον ίδιο σκοπό. Μόνο ο Μπαρτ Σάτιν μοιάζει να σου προκαλεί προβλήματα». «Κάνεις λάθος αν πιστεύεις ότι είμαι πιστός σε αυτόν τον πειρατή». «Τότε πήγαινέ με στο Λονδίνο τώρα, πριν καταλήξεις νεκρός γι’ αυτό!» «Θα σε ένοιαζε;» Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα –πραγματικά χρειάστηκε να το σκεφτεί πρώτα!– πριν πει: «Όχι βέβαια. Αλλά αφού δεν δουλεύεις για τον Λακρός, γιατί είμαστε εδώ;». «Για διαφορετικό λόγο αυτή τη φορά, οπότε ξέχνα το. Θα πάρεις απαντήσεις αρκετά σύντομα». Έφυγε από την καμπίνα δείχνοντάς της ξεκάθαρα ότι θα της έδινε πληροφορίες μόνο όταν θα ήθελε εκείνος. Όμως τι περίμενε;


Κεφάλαιο 32 Στριμωγμένη πάλι ανάμεσα στο τιμόνι και το στήθος του Ντέιμον, η Τζάκλιν είχε κάπως ηρεμήσει από τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας. Το μπάνιο με γλυκό νερό το πρωί αντί με νερό της θάλασσας είχε βοηθήσει, υπέθετε πως ήταν ο τρόπος του να ζητήσει συγγνώμη. Και πάλι όμως, μόνο και μόνο για να φανεί δύστροπη, είχε αφήσει τα μαλλιά της λυτά σήμερα ώστε ο άνεμος να τα φέρνει στο πρόσωπό του. Ωστόσο το μόνο που κατάφερε ήταν εκείνος να πιέζει το κορμί του περισσότερο στην πλάτη και στους γλουτούς της και το πιγούνι του στην κορυφή του κεφαλιού της. Η Τζακ γέλασε. «Εντάξει, το έπιασα το νόημα». Μάζεψε τα μαλλιά της στο πλάι και προσπάθησε να τα πλέξει σε κοτσίδα, πράγμα καθόλου εύκολο στον αέρα. «Ένας Άγγλος τζέντλεμαν απλώς θα μου έλεγε να μη συμπεριφέρομαι σαν κακομαθημένο». «Αμφιβάλλω ότι ένας τζέντλεμαν θα σου μιλούσε με τόση αγένεια». Χαμογέλασε. «Μάλλον όχι. Σίγουρα όχι αν με φλέρταρε». «Νομίζεις ότι είμαι Άγγλος;» Πετάρισε τα μάτια και γύρισε να τον κοιτάξει τώρα που είχε επιστρέψει στη συνηθισμένη θέση του. Είχε υποθέσει ότι ήταν Άγγλος, αλλά δεν θυμόταν ποτέ να τον ρώτησε για να βεβαιωθεί. Το έκανε τώρα. «Δεν είσαι;» «Γεννημένος από Άγγλους γονείς, μεγαλωμένος στα νησιά, αλλά με έστειλαν στην Αγγλία να τελειώσω το σχολείο. Άρα υποθέτω πως είμαι». Χασκογέλασε. «Είχες αρχίσει να ακούγεσαι σαν να μην είσαι σίγουρος. Σου άρεσε η ζωή στα νησιά; Σε ποιο νησί μεγάλωσες; Κολυμπούσες στα ζεστά νερά το καλοκαίρι; Έκανες ιππασία στις παραλίες; Έκανες πως σκότωνες… τους ομοίους σου;» Γέλασε στην τελευταία ερώτηση, στην αναφορά της σε αυτό που της είχε πει, ότι μικροί αυτός και ο Μόρτιμερ έκαναν πως κυνηγούσαν πειρατές αντί για δράκους. Όμως απάντησε μόνο σε μία από τις ερωτήσεις της. «Ποτέ δεν μου άρεσε η ιππασία. Η μητέρα μου μου πήρε ένα πόνι όταν ήμουν μικρός, αλλά μετά εκείνη έφυγε κι εγώ μεγάλωσα». «Πολύ παράξενος τρόπος να πεις ότι πέθανε. Πόσο ήσουν;» «Επτά. Αλλά δεν ξέρω αν πέθανε ή αν ζει. Το έσκασε με τον γείτονά μας και δεν την ξανάδαμε ποτέ».


Γύρισε και είδε τον θυμό στο πρόσωπό του. Σπάνια τον έβλεπε θυμωμένο. Εκνευρισμένο ναι, πολύ συχνά, αλλά ποτέ έτσι ψυχρά και σιωπηλά θυμωμένο. «Ποτέ δεν μίσησα περισσότερο κάποιον». Μακάρι να μην το είχε πει αυτό. Δεν είχε γνωρίσει κανέναν που να μισεί την ίδια του τη μητέρα. Θα πρέπει να ήταν αβάσταχτο συναίσθημα, μια αντίφαση της φύσης και τη συγκλόνισε – ένιωσε να τον λυπάται! Παραλίγο να αγγίξει το μάγουλό του να τον παρηγορήσει, αλλά συνήλθε και συγκρατήθηκε. Αμέσως απόδιωξε αυτή τη στιγμή συμπόνιας και άλλαξε θέμα. «Και ο πατέρας σου; Είναι ακόμα στα νησιά;» «Ναι». Το είπε θλιμμένα, που ήταν προτιμότερο από τον θυμό, αλλά εξίσου παράξενο. Εκτός από το ενοχλητικά καλό χιούμορ του και αυτή τη φευγαλέα στιγμή ψυχρότητας για την εγκατάλειψη από τη μητέρα του, δεν της έδειχνε συνήθως άλλα συναισθήματα. «Θα μου πεις γι’ αυτόν;» «Ήμαστε πολύ αγαπημένοι και με στήριξε πολύ μετά τη φυγή της μητέρας μου. Έπινε, ίσως υπερβολικά, αλλά το έκοψε τελείως όταν έφυγε η μητέρα μου. Με έκανε να ξεχνιέμαι με κάθε τρόπο, αλλά νομίζω πως το έκανε για να ξεχνιέται και ο ίδιος. Την αγαπούσαμε. Μερικές φορές νομίζω πως θα μεγάλωνα έχοντας πικρία και θυμό μέσα μου αν δεν ήταν αυτός». «Ακούγεται υπέροχος άνθρωπος». «Είναι». Αυτό δεν συμβάδιζε με τη θλίψη στα μάτια του την ώρα που ανέφερε για πρώτη φορά τον πατέρα του. Ίσως απλώς να του έλειπε, αλλά τότε γιατί δεν το έλεγε; «Έχεις και στην Αγγλία συγγενείς;» «Ναι». Η απάντηση τον έκανε να αναστενάξει! Τι στο καλό; «Σε αποκλήρωσαν, έτσι δεν είναι, και στις δύο πλευρές του ωκεανού;» μάντεψε. «Δεν είναι βέβαια παράξενο με το επάγγελμα που διάλεξες να κάνεις». «Κάνεις λάθος και στα δύο. Και το να κλέβω όμορφες γυναίκες δεν είναι επάγγελμα, Τζακ», αντιγύρισε. Ρουθούνισε. «Μα ναι, αυτό εσύ το αποκαλείς μικρή παράβαση. Έτσι δεν είπες στον χορό; Ότι παρέβης μια φορά τον νόμο, αλλά ήταν μικρό αδίκημα διότι κανείς δεν έπαθε κακό;» «Βρίσκεσαι εδώ μόνο ως μέσο για έναν σκοπό, έναν πολύ σημαντικό σκοπό». Έχοντας χάσει όλη την καλή της διάθεση, είπε θυμωμένα: «Έτσι αποκαλείς τη


δολοφονία του πατέρα μου;». «Δεν είμαι εγώ αυτός που τον θέλει νεκρό», απάντησε κάπως απότομα. «Πόσα ξέρεις πραγματικά για το παρελθόν του πατέρα σου;» Σφίχτηκε, αναρωτήθηκε τι να υπονοούσε. Δεν μπορεί να ήξερε για τις εποχές του πατέρα της στις θάλασσες, τότε που ήταν ευγενής πειρατής. Κανείς εκτός οικογενείας δεν ήξερε γι’ αυτό. Απέφυγε την ερώτηση θυμίζοντάς του: «Σου είπα ήδη πως ήταν ένας από τους πιο ξακουστούς αγύρτες του Λονδίνου, πράγμα που οδήγησε σε πολλές μονομαχίες». «Και για τη δεκαετή απουσία του από το σπίτι; Ήταν επειδή τον αποκλήρωσε η οικογένειά του;» «Άκουσες τις φήμες του Λονδίνου, έτσι δεν είναι;» του είπε θυμωμένα. «Ακούστηκαν πολλά τη βραδιά του χορού και όλα αφορούσαν εκείνον». «Δεν πρέπει να πιστεύεις όλα όσα ακούς». «Μόνο που εσύ επιβεβαίωσες ότι μερικά είναι αλήθεια. Και απάντησέ μου, πιστεύεις ότι θα έκανα κακό στον πατέρα σου όταν σε θέλω τόσο πολύ;» Τα μάγουλά της ρόδισαν, η ανάσα της σταμάτησε. Και ήταν στα μάτια του, στα όμορφα μάτια του, που ξαφνικά έγιναν απίστευτα αισθησιακά. Δεν μπορούσε να της το κάνει πάλι αυτό! Δεν μπορούσε να την κάνει να εύχεται να μην ήταν εχθροί! Πώς τολμούσε να φουντώνει έτσι το πάθος της λέγοντας κάτι τέτοιο – κάτι τόσο προκλητικό;


Κεφάλαιο 33 Ο Ντέιμον παρατήρησε προσεκτικά την αντίδρασή της. Δεν έπρεπε να ήταν τόσο κατηγορηματικός, ωστόσο την είχε πιάσει εξαπίνης. Η Τζακ ήταν ανοιχτό βιβλίο όσον αφορούσε στα συναισθήματά της. Μπορούσε να αλλάζει τον τόνο της, να προσποιείται πράγματα που δεν ένιωθε, αλλά τον θυμό της για εκείνον ποτέ δεν ντρεπόταν να τον μοιραστεί. Όμως ήταν πολύ νωρίς. Αν ενέδιδε τώρα, θα είχε ακόμα περισσότερους λόγους να τον μισεί. Αλλά ακόμα δεν είχε βρει με τι τρόπο θα της έλεγε ότι σκόπευε να οδηγήσει τον πατέρα της στο κελί μιας φυλακής. Δεν θα τον συγχωρούσε γι’ αυτό και ακόμα περισσότερο αν έκανε αυτό που πίστευε ότι σκόπευε να κάνει. Δεν είχε σημασία αν ο πατέρας της ήταν ένοχος για πειρατεία και μέχρι τώρα είχε γλιτώσει από τη δικαιοσύνη. Θα το έβλεπε σαν προδοσία και ακριβώς αυτό θα ήταν. Αλλά δεν είχε φανταστεί ότι θα την ήθελε τόσο πολύ ή ότι θα ευχόταν να είχαν γνωριστεί υπό διαφορετικές συνθήκες. Και όσο περισσότερο χρόνο περνούσε μαζί της, τόσο μεγαλύτερο γινόταν το δίλημμά του. Αλλά δεν θα εκμεταλλευόταν τα συναισθήματά της γι’ αυτόν πριν μάθει όλη την αλήθεια. Αυτό θα τον έκανε τόσο σκάρτο όσο πίστευε εκείνη πως ήταν. Ανακουφίστηκε όταν εκείνη απομακρύνθηκε από κοντά του για να σταθεί στην κουπαστή πίσω του. Ήταν αρκετά μακριά ώστε να δυσκολεύει κι άλλες συζητήσεις, ωστόσο δεν μπορούσε να φύγει από το κατάστρωμα δίχως να περάσει από μπροστά του. Τουλάχιστον δεν προσπάθησε να γυρίσει την εξομολόγηση των συναισθημάτων του εναντίον του. Η Τζακ Μάλορι να τον αποπλανεί θα ήταν η χαριστική βολή. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο ώστε να πάρει την Τζακ και τον Τζέρεμι με το μέρος του. Πλησίαζαν επικίνδυνα στην Καραϊβική, όπου θα είχε τη συνομιλία με τον πατέρα της. Έπρεπε να κανονίσει τους άντρες του Λακρός εγκαίρως, πριν πλησιάσουν τον Τζέιμς Μάλορι. Ο αδελφός της Τζακ σίγουρα θα μπορούσε να βοηθήσει σε αυτό, αλλά δεν θα το έκανε, εκτός κι αν ο Ντέιμον του αποκάλυπτε μερικές πληροφορίες-κλειδιά για την πραγματική αποστολή. Όχι όμως όλες. Άραγε τα δύο αδέλφια ήξεραν ότι ο πατέρας τους ήταν ξακουστός πειρατής; Έπαθε σοκ όταν είδε τον Κάπτεν Χοκ στο Λονδίνο τέσσερα χρόνια πριν, τότε που με τον Μόρτιμερ γιόρταζαν το τέλος του πανεπιστημιακού εξαμήνου. Δεν


είχε αλλάξει καθόλου, ήταν ακόμα ένας γεροδεμένος γίγαντας και απειλητικός, όμως ντυμένος σαν τζέντλεμαν πια. Ο άντρας που είχε πάρει τη μητέρα του από τον ίδιο και τον πατέρα του. Κι εκείνος το είχε δει να συμβαίνει. Ήταν επτά χρόνων τότε. Η μέρα ήταν πολύ ζεστή και πνιγηρή παρά τον αέρα και η μητέρα του συμπεριφερόταν πολύ νευρικά. Είχε ντυθεί για να πάει στην πόλη, είχε ακόμα και μια μεγάλη τσάντα μαζί της, αλλά το μόνο που του είχε πει ήταν: «Θα πάμε μια βόλτα». Λάτρευε τις βόλτες μαζί της, το να περνά χρόνο μαζί της. Πάντα μύριζε υπέροχα και έδειχνε πολύ όμορφη στα κομψά φορέματά της. Του είχε μάθει να διαβάζει, να ιππεύει, να κολυμπά. Ο πατέρας του ήθελε να τον κάνει αγρότη, αλλά εκείνη ποτέ δεν άφηνε τον Ντέιμον να ξεχνά ότι πρώτα ήταν τζέντλεμαν και οι τζέντλεμεν δεν καλλιεργούσαν τη γη, είχαν εργάτες γι’ αυτό. Ήξερε ότι ο πατέρας του περνούσε όλο τον χρόνο του στα χωράφια μαζί με τους εργάτες του γιατί απλώς του άρεσε να βρίσκεται έξω και να καλλιεργεί. Και η μητέρα του ποτέ δεν τον μάλωνε που πήγαινε μαζί του, γιατί ήξερε πως οι αγροτικές δουλειές ήταν διασκεδαστικές για ένα αγόρι της ηλικίας του. Αλλά περισσότερο απ’ όλα του άρεσαν οι βόλτες μαζί της, στον φαρδύ δρόμο τους, μερικές φορές στην πόλη ή στην παραλία, αλλά ποτέ δεν είχαν περπατήσει στα χωράφια ανάμεσα στις φυτείες τους και αυτές του γείτονα, τουλάχιστον όχι όταν τα ζαχαροκάλαμα ήταν ψηλά – ή όταν εκείνος ήταν σπίτι. Οι γονείς του Ντέιμον του είχαν πει ότι ο Κάπτεν Χοκ ήταν αγρότης, όμως ο Ντέιμον πίστευε ότι έμοιαζε με αληθινό πειρατή. Το ίδιο πίστευε και ο Μόρτιμερ. Ο άντρας ήταν πολύ μεγαλόσωμος και μυώδης και ποτέ δεν ήταν φιλικός. Ποτέ του δεν είχε δει πιο απειλητικό άνθρωπο. Αλλά ο Μόρτιμερ δεν πήγαινε μαζί του να πετάξουν πέτρες στο σπίτι του για να του αποδείξουν ότι δεν τον φοβούνταν. Ο Ντέιμον το έκανε αυτό μόνος του. Ήθελε απλώς ο άντρας να φύγει, να γυρίσει στη θάλασσα, να πάει να κάνει αλλού τις πειρατείες του και να μη γυρίσει ποτέ ξανά. Η ευχή του πραγματοποιήθηκε, με τραγικές ωστόσο συνέπειες. Όμως εκείνη τη μέρα δεν είχε καταλάβει πού πήγαιναν τόσο βιαστικά με τη μητέρα του, μέχρι που είδε τον γίγαντα γείτονα να τους περιμένει στη βεράντα του. Πίστεψε ότι η μητέρα του τον πήγαινε εκεί ώστε ο πειρατής να τον τιμωρήσει για τα σπασμένα παράθυρα. Η φαντασία του επτάχρονου οργίασε και φαντάστηκε ότι τον περίμεναν τα χειρότερα βασανιστήρια. Δείλιασε. «Όχι!» «Ντέιμον, σε παρακαλώ, πρέπει να βιαστούμε». «Μη με δώσεις σ’ αυτόν!»


«Τι πράγμα; Όχι, δεν κατάλ…» Είχε ήδη αφήσει το χέρι της μητέρας του κι έτρεχε προς το σπίτι. Εκείνη φώναξε πίσω του, αλλά αυτός δεν σταμάτησε παρόλο που άκουσε τα δάκρυα στη φωνή της, πράγμα που έφερε και δάκρυα στα μάτια του, αλλά δεν μπορούσε να γυρίσει σε εκείνον τον άντρα. Κλαίγοντας, του υποσχέθηκε πως θα γυρίσει να τον πάρει. Τουλάχιστον έτσι νόμισε ή ήλπισε πως είπε, αλλά δεν στράφηκε για να το διαπιστώσει. Εξαιτίας εκείνου. Η μητέρα του έφυγε με τον άντρα. Και δεν γύρισε ποτέ. Ο πατέρας του καταρρακώθηκε εξίσου, αλλά θύμωσε κιόλας και ορκίστηκε πως θα σκότωνε τον Χοκ όταν θα επέστρεφε. Κάθε χρόνο ο Ντέιμον περίμενε τη μητέρα του να επιστρέψει, όμως ποτέ δεν το έκανε. Ούτε και ο Χοκ ή ο γιος του, τον οποίο είχε δει μόνο μία φορά στο γειτονικό σπίτι. Και ούτε θα επέστρεφαν διότι την επόμενη χρονιά η φυτεία πουλήθηκε από μεσίτη. Χρόνια αργότερα υποπτεύτηκε πως ο Χοκ είχε ξελογιάσει τη μητέρα του πείθοντάς τη να αφήσει την οικογένειά της. Διαφορετικά γιατί να τους εγκατέλειπε; Και τότε ήταν που άρχισε να μισεί τον Κάπτεν Χοκ. Αλλά δεν έπρεπε να είχε πλησιάσει τον άντρα τη νύχτα που τον είδε ξανά στο Λονδίνο πριν από τέσσερα χρόνια, διότι δεν ήταν νηφάλιος ούτε ικανός να ελέγξει τις υποψίες και το μίσος του γι’ αυτόν. Το μόνο που έκανε ήταν να φωνάξει: «Πού είναι η μάνα μου;». Στην πραγματικότητα, είχε κάνει περισσότερα, τον είχε αρπάξει από το πέτο, εισπράττοντας φυσικά μια γροθιά που τον έριξε ανάσκελα και τον έστειλε στο νοσοκομείο. Την ώρα που συνήλθε, ένας γιατρός τον πασπάτευε και του έλεγε ότι είχε σπάσει το κεφάλι του από πτώση. Από τότε που έφυγε από την Οξφόρδη άρχισε να ψάχνει τον Χοκ σε κάθε ευκαιρία, αλλά κανείς δεν γνώριζε το όνομα κι έτσι δεν τον είδε ποτέ ξανά. Μέχρι τη μέρα που με τον Μόρτιμερ ταξίδευαν προς τα νησιά. Περίμενε ένα άλογο έξω από το ξενοδοχείο του όταν είδε τον Χοκ και έναν άλλο άντρα σε μια άμαξα. Χρειάστηκε να τρέξει στους δρόμους για να μην τους χάσει. Είχαν σταματήσει σε ένα αθλητικό κέντρο και είχαν μπει μέσα. Τους ακολούθησε. Από τις κουβέντες και τα στοιχήματα που φώναζαν κατάλαβε ότι ήταν αδέλφια, λόρδοι, και ο άντρας τον οποίο εκείνος γνώριζε μονάχα ως Κάπτεν Χοκ λεγόταν πια Τζέιμς Μάλορι, υποκόμης του Ράιντινγκ. Έμεινε να παρακολουθήσει τον αγώνα για λίγα λεπτά. Ήταν βίαιος. Ρώτησε τους κυρίους εκεί γύρω και έμαθε ότι ο Μάλορι έμενε με τη γυναίκα και τα παιδιά του στην πλατεία Μπέρκλι. Είχε παντρευτεί τη μητέρα του! Ο Ντέιμον


είχε πάει αμέσως να βρει το σπίτι και ζήτησε να δει τη γυναίκα του Τζέιμς, αλλά ένας πολύ αγενής μπάτλερ του είχε κλείσει την πόρτα στα μούτρα λέγοντας: «Η λαίδη Τζορτζίνα δεν δέχεται επισκέψεις». Αλλά τη μητέρα του δεν την έλεγαν Τζορτζίνα. Για ακόμα μία φορά, καταρρακωμένος που δεν μπόρεσε να μάθει τι είχε απογίνει η μητέρα του και με το καράβι του έτοιμο να σαλπάρει σύντομα, ήξερε ότι οι ερωτήσεις του έπρεπε να περιμένουν μέχρι να επιστρέψει στην Αγγλία. Αλλά αυτό που ανακάλυψε όταν γύρισε στην Τζαμάικα άλλαξε τα πάντα. «Νόμιζα πως εσείς οι δύο τα πηγαίνατε καλά, αλλά φαίνεται να σου κάνει μούτρα». Ο Μόρτιμερ πήγε κοντά του στο τιμόνι, αλλά έδειξε προς την πλάτη της Τζάκλιν. «Εγώ απέκτησα μαύρο μάτι, εκείνη όχι, οπότε δεν ζητάω συγγνώμη». «Όχι, το ξεπέρασε αυτό, βέβαια μπορεί να το ξαναθυμηθεί αν σε δει», είπε ήσυχα ο Ντέιμον. «Αλλά πρέπει να επισπεύσουμε τα πράματα πριν οι άνεμοι γίνουν θερμοί». «Και μας προλάβει ο πατέρας της». «Θα είναι μία ή δύο εβδομάδες πίσω μας, δεν θα μας προλάβει. Εμείς θα τον περιμένουμε στο Σεντ Κιτς». «Λέω να μην έρθω στην πρώτη συνάντηση, αν δεν σε πειράζει, τώρα που ξέρουμε ότι όντως ήταν πειρατής τότε και αυτό δεν ήταν μόνο στη φαντασία μας». Ο Ντέιμον χαμογέλασε. «Ο Λακρός είπε ότι ο Χοκ ήταν χειρότερος από εκείνον, πράγμα που δυσκολεύομαι να φανταστώ, δεδομένου του τι έκανε στον Άντριου». Ο Μόρτιμερ κατσούφιασε. «Δεν θα πίστευα λέξη από το στόμα αυτού του βρομοπειρατή. Θέλει απλώς να σκοτώσει τον άνθρωπο που τον νίκησε και τον έριξε στη φυλακή. Κι εσύ, έτσι που μισείς τον Χοκ, είσαι πολύ πρόθυμος να βοηθήσεις τον Λακρός να πραγματοποιήσει την ευχή του». «Αυτό ήταν τότε…» Ο Μόρτιμερ τον διέκοψε. «Εννοείς πριν γνωρίσεις την όμορφη κόρη του». Ο Ντέιμον κοίταξε τον φίλο του με περιέργεια. «Μην μπερδεύεις τα πράματα». «Είναι ήδη μπερδεμένα». «Όχι, δεν είναι. Το κάνω αυτό για έναν και μόνο λόγο. Για τον πατέρα μου. Αλλά δεν θέλω να παλέψω με τον Μάλορι για να τον πάω στο γραφείο του διευθυντή Μπένετ. Έχω άλλους τρόπους να το κάνω. Έμαθες πόσους από τους καινούριους μπορούμε να εμπιστευόμαστε;»


«Μόνο τρεις. Νομίζω πως οι άλλοι φοβούνται τους πειρατές και θα τρέξουν να κρυφτούν μόλις αρχίσει το πανηγύρι. Δεν νομίζω ούτε με την άλλη πλευρά να ταχθούν». «Άρα είμαστε πέντε εμείς και ας ελπίσουμε και ο αδελφός της Τζακ και ίσως ο φίλος του. Πολύ μικρές οι πιθανότητες δίχως καλό σχέδιο». «Άρα τον αδελφό της έχουμε; Εκπλήσσομαι που το παραδέχτηκε». «Δεν το παραδέχτηκε. Απλώς όσο πιο πολλά ψέματα έλεγε, τόσο πιο εμφανές ήταν». «Ψέματα για ποιο πράγμα;» ρώτησε η Τζάκλιν πλησιάζοντας. Κοιτούσε βλοσυρά τον Μόρτιμερ, ο οποίος ρουθούνισε κι έφυγε. Ο Ντέιμον αποφάσισε να τραβήξει την προσοχή της σε κάτι άλλο και είπε: «Μήπως να φορούσες κανένα φόρεμα για το αποψινό δείπνο; Δηλαδή αν δεν τα έχεις σκίσει όλα για να φτιάξεις βράκες;» «Νομίζω πως σου έχω ήδη πει τις προτιμήσεις μου. Κι έσκισα μόνο ένα. Ο Τζάκι κράτησε κλωστή για να του φαρδύνω τις δικές του σε περίπτωση που πάψουν να του κάνουν μέχρι να φτάσουμε στη στεριά, αλλά ήδη χρησιμοποίησα την περισσότερη από αυτή». Σήκωσε τους ώμους και μετά είπε: «Απλώς έλεγα μήπως ήθελες να δείχνεις λίγο πιο θηλυκή για τους καλεσμένους μας το βράδυ».


Κεφάλαιο 34 Η Τζάκλιν δεν ρώτησε, δεν χρειάστηκε. Δεν υπήρχε κανείς άλλος στο πλοίο εκτός από τον Τζέρεμι και τον Πέρσι τους οποίους ο Ντέιμον θα αποκαλούσε «καλεσμένους». Είχε δέσει το τιμόνι και την είχε συνοδεύσει στην καμπίνα, όπου θα μπορούσε να κάνει το μπάνιο της και να ετοιμαστεί, πολλές ώρες πριν από το δείπνο. Μήπως πίστευε ότι ήταν σαν τις άλλες ντεμπιτάντ που περνούσαν όλη μέρα κάνοντας κούρα ομορφιάς για μια εκδήλωση; Γνώριζε έστω καμιά άλλη ντεμπιτάντ; Όμως γέλασε, ήταν πολύ χαρούμενη. Ο Ντέιμον έφτασε πρώτος λίγο πριν από την ώρα του δείπνου με ένα μπουκάλι μπράντι στο χέρι, αλλά κοντοστάθηκε να την κοιτάξει από την κορυφή ως τα νύχια μέσα στο ροδί φόρεμα που είχε επιλέξει για την περίσταση. Μπορεί να είχε παραγγείλει τα φορέματα στο σωστό μέγεθος, αλλά δεν είχε διαλέξει και τα χρώματα. «Υπέροχα θηλυκή πάλι», σχολίασε και χαμογέλασε. «Αλλά ομολογώ πως είχα αρχίσει να συνηθίζω τις φαρδιές βράκες σου». «Το φόρεμα ήταν δική σου ιδέα», του θύμισε. «Όχι για μένα, για τους φίλους σου». Άφησε το μπουκάλι πάνω στο γραφείο του και πήγε στο μπαούλο με τα ρούχα του, από όπου έβγαλε ένα μαύρο σακάκι. Με το λευκό πουκάμισο, το μαύρο παντελόνι και τα μαύρα μαλλιά του ακόμη ανακατεμένα από τον αέρα, χυμένα στους ώμους του, έδειχνε εκθαμβωτικός. Πήγε πάλι στο γραφείο του, ακούμπησε πάνω του κοιτάζοντάς τη εξεταστικά και είπε: «Και σ’ ευχαριστώ που δεν φόρεσες το βραδινό φόρεμα. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θα το άντεχα». Αυτή κοκκίνισε ελαφρά γιατί κατάλαβε σε ποιο αναφερόταν. Το μοναδικό βραδινό φόρεμα στο μπαούλο αποκάλυπτε υπερβολικά το μπούστο, το οποίο δεν επρόκειτο να μοιραστεί μαζί του. Και τότε μπήκε ο Πέρσι. Χάρηκε που τον είδε μια χαρά, αν και λίγο ατημέλητο, χωρίς βαλέ να περιποιείται το ντύσιμό του, το ίδιο με αυτό που φορούσε στο Λονδίνο. Τουλάχιστον οι τσαλάκες στο ύφασμα έδειχναν ότι επέτρεπαν στον αδελφό του και σε εκείνον να πλένουν πού και πού τα ρούχα τους. Με μια μικρή υπόκλιση στον Ντέιμον, ο Πέρσι είπε: «Τα συλλυπητήριά μου, καπετάνιε Ριβς».


«Για ποιο πράγμα;» ρώτησε ο Ντέιμον. Ο Πέρσι έκανε στην Τζακ μια γρήγορη αγκαλιά πριν πει: «Για τη μέρα που θα σε πιάσει στα χέρια του ο πατέρας της. Είναι ανελέητος με τις γροθιές του, απαράμιλλος με το πιστόλι. Τολμώ να πω πως δεν θα…». «Κατάλαβα», τον διέκοψε ξερά ο Ντέιμον. Η Τζάκλιν συνοφρυώθηκε ακούγοντας την προσφώνηση του Πέρσι για τον Ντέιμον και είπε: «Του είπες το επίθετό σου ενώ σε εμένα όχι; Ή μήπως δεν είναι το πραγματικό σου όνομα;». «Τώρα είναι», απάντησε. Ανοιγόκλεισε τα μάτια στην αινιγματική απάντηση. Τυπικός πειρατής που αλλάζει ονόματα, σκέφτηκε. Αλλά τότε έφτασε ο Τζέρεμι και παρόλο που έδειχνε ακμαίος και ζωηρός, εκείνη δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα δάκρυά της καθώς έπεφτε στην αγκαλιά του, προσέχοντας να μην τον σφίξει πολύ και τον πονέσει στα πλευρά. Είχε αφήσει το τσαλακωμένο σακάκι του στην καμπίνα. Και τα μαλλιά του ήταν λυτά και πολύ πιο μακριά τώρα, με αποτέλεσμα να μοιάζει περισσότερο με πειρατή παρά με Λονδρέζο τζέντλεμαν. «Η παρουσία μας εδώ οφείλεται στο ότι ακολούθησες το παράδειγμα της Ρέτζι; Ή επειδή ήρθε χθες βράδυ και είδε ότι οι μελανιές μου είχαν περάσει;» της ψιθύρισε ο Τζέρεμι. «Χρησιμοποιούσε τα τραύματα ως δικαιολογία για να μη σε δω». «Ώστε γι’ αυτό είπε ότι δεν θα κλάψεις τώρα που θα με δεις. Λοιπόν, υποτίθεται πως δεν θα έκλαιγες», χασκογέλασε σκουπίζοντας ένα δάκρυ από το μάγουλό της. «Είμαι τόσο χαρούμενη που έχεις αναρρώσει, Τζερ». Αλλά πίσω της άκουσε τον Ντέιμον να λέει: «Τελικά ναι, είναι αδελφός σου. Χαίρομαι που ξεπεράσαμε πια τα ψέματα». Η Τζακ γύρισε απότομα. «Άρα λοιπόν πήγαινες απλώς με τα νερά μου όταν έλεγες πως με πίστευες;» «Ήθελα να σε χειροκροτήσω μερικές φορές γιατί έλεγες τέλεια τις ατάκες σου, Τζακ. Αλλά χαλάρωσε. Τίποτα δεν έχει αλλάξει, εκτός από το ότι αυτή η νύχτα είναι η ευκαιρία για αλήθειες. Καθόμαστε;» Ο Ντέιμον έδειξε το τραπέζι και πήγε προς αυτό. Η Τζακ γύρισε πρώτα στον Τζέρεμι και του έριξε ένα βλέμμα όλο νόημα, λέγοντας απαλά: «Ήλπιζα να μπορέσουμε να του πάρουμε το πλοίο και να γυρίσουμε σπίτι, αλλά αυτό πριν δω πόσοι άντρες είναι εδώ». «Εγώ προτιμώ να συνεχίσουμε και να σώσουμε τον πατέρα, αλλά για ποιες αλήθειες μιλάει;»


«Δεν ξέρω, αλλά έχει υπονοήσει ότι δεν είμαστε εδώ για τους λόγους που πιστεύουμε». Ο Τζέρεμι της χάιδεψε το σαγόνι χαμογελώντας. «Τότε ας τον ακούσουμε και πράττουμε αναλόγως». Η Τζακ έγνεψε και κάθισε στη συνηθισμένη θέση της στο τραπέζι. Ο Τζέρεμι και ο Πέρσι κάθισαν δεξιά και αριστερά της, αφήνοντας τον Ντέιμον μόνο στην απέναντι πλευρά. Όμως δεν είχε καθίσει ακόμα. Πήγε στην πόρτα να ενημερώσει ότι ήταν έτοιμοι για το δείπνο. Ο Τζάκι είχε απόψε τη βοήθεια δύο ναυτών για να φέρει τα πάντα μέσα. Ένα μπουκάλι κρασί, ποτήρια, τέσσερα πιάτα γεμάτα φαγητό κι έναν δίσκο με γλυκά. Τέσσερα; Η Τζακ κατάλαβε ότι ο Μόρτιμερ δεν θα ερχόταν να διατηρήσει την τάξη. Σίγουρα υπήρχαν φρουροί στην πόρτα γι’ αυτόν τον λόγο. Έπειτα ο Ντέιμον έκλεισε την πόρτα και κάθισε. Προφανώς ήταν πολύ σίγουρος ότι θα μπορούσε να τα βάλει και με τους τρεις τους αν χρειαζόταν, και ήταν πολύ πιθανό με τέτοια υπεράνθρωπη δύναμη και ταχύτητα που είχε. Βέβαια, μπορεί να ήταν και οπλισμένος. Ένα πιστόλι θα τους έδενε τα χέρια. «Καμία συγγένεια με τον Ριβς του Ιστ Σάσεξ;» ρώτησε ο Πέρσι τον Ντέιμον όσο ο Τζάκι γέμιζε το ποτήρι του. «Ψεύτικο είναι το όνομα, Πέρσι», παρενέβη η Τζάκλιν. «Όχι, το πραγματικό μου είναι», είπε ο Ντέιμον. «Ήταν όρος στη διαθήκη του παππού μου να κρατήσω το όνομα της οικογένειας αν ήθελα να πάρω την έπαυλή του. Ναι, αυτοί οι Ριβς, λόρδε Πέρσιβαλ». «Τη γνωρίζω την έπαυλη, πράγματι», είπε ο Πέρσι. «Υπέροχη τοποθεσία και αρκετά μεγάλη, αν θυμάμαι καλά, αν και έχουν περάσει χρόνια. Πήγαινα εκεί μικρός με τη μαμά μου. Είχε τίτλο;» «Όχι, ήταν δεύτερος γιος. Τίτλους έχει η πλευρά της γιαγιάς μου. Ήταν η μόνη συγγενής που κατάφερα να εντοπίσω όσο ήμουν στην Αγγλία. Δυστυχώς, έχει χάσει τη μνήμη της, δεν αναγνωρίζει ούτε τους υπηρέτες της, δεν θυμάται ούτε καν την κόρη της, τη μητέρα μου. Και ορκίζεται πως δεν έχει εγγονό, οπότε μετά την πρώτη επίσκεψή μου σε εκείνη με διώχνουν διαρκώς από το σπίτι, το οποίο τώρα μου ανήκει. Αρκετά εκνευριστικό μπορώ να πω». Το ειρωνικό χαμόγελο έκανε τον Πέρσι να πει: «Είχα κι εγώ μια τέτοια θεία. Απέλυε υπηρέτες μόνο και μόνο επειδή δεν τους αναγνώριζε». «Όπως κάνει και η γιαγιά μου». «Τότε πώς έμαθες για την κληρονομιά σου;» «Υπήρχε μια ηλικιωμένη οικονόμος που δούλευε αρκετά χρόνια εκεί, γνώριζε τη μητέρα μου και η οποία αρνήθηκε να φύγει όταν εκείνη άρχισε τις απολύσεις.


Με μισούσε χωρίς λόγο και δεν απαντούσε σε καμία από τις ερωτήσεις μου για την οικογένεια, αλλά προφανώς μήνυσε στον οικογενειακό δικηγόρο για να παραπονεθεί για την πρώτη επίσκεψή μου και αυτός με βρήκε». «Που μας φέρνει στην ερώτηση», είπε ξερά ο Τζέρεμι, «αν όλα αυτά που λες ισχύουν, τι δουλειά έχεις σε πειρατικό πλοίο, γιατί δουλεύεις για έναν πειρατή κι έχεις απαγάγει μια νεαρή κυρία και δύο ευγενείς;» «Αυτή τη στιγμή βρίσκομαι σε διαφορετική πορεία». Η Τζάκλιν περίμενε να πει περισσότερα κι έμεινε άναυδη όταν δεν το έκανε. «Θα ορκιζόμουν πως είπες ότι αυτή είναι μια βραδιά για αλήθειες». «Η νύχτα είναι μεγάλη», απάντησε. Μάλλον έδειχνε πόσο νευριασμένη ήταν με αυτή την υπεκφυγή, διότι ο Τζέρεμι έδειξε προς το γραφείο και το μπουκάλι με το μπράντι λέγοντας στον Ντέιμον: «Τι λες για έναν διαγωνισμό ποτού μετά το φαγητό, φίλε; Ο πρώτος που θα λιποθυμήσει χάνει». «Μα κανείς δεν σε κερδίζει σε αυτό το παιχνίδι, αγαπητέ μου», θύμισε ο Πέρσι στον Τζέρεμι. «Όλοι το γνωρίζουν αυτό». «Εκείνος δεν το γνώριζε», γρύλισε ο Τζέρεμι στον φίλο του. Ο Πέρσι σάστισε τόσο πολύ, που η Τζακ συγκρατήθηκε να μην τον κλοτσήσει. Ο Πέρσι μιλούσε πάντα δίχως να σκέφτεται πρώτα τις συνέπειες. Ήταν μέρος της γοητείας του και συνήθως ήταν διασκεδαστικό – τουλάχιστον για όσους δεν κινδύνευαν από το να βγάλει τα μυστικά τους στη φόρα. Ο Ντέιμον γέλασε με την γκάφα. «Από περιέργεια, σε τι αποσκοπούσες, Μάλορι;» «Στην πλήρη ελευθερία πάνω στο πλοίο σου». «Και η ανταμοιβή που θα μου έδινες;» Ο Τζέρεμι πετάχτηκε όρθιος. «Δεν θα σε έσπαγα στο ξύλο». Ο Ντέιμον δεν σηκώθηκε, αλλά σήκωσε το φρύδι ρωτώντας: «Ισχύει λοιπόν αυτός ο αγώνας;». «Όχι, δεν ισχύει», πετάχτηκε απότομα η Τζάκλιν κι έκανε νόημα στον Τζέρεμι να καθίσει. «Όχι απόψε. Μπορούμε πρώτα να μάθουμε τον λόγο που σας κάλεσε εδώ ο Ντέιμον;» «Ναι, μπορείτε», είπε ο Ντέιμον. «Πλησιάζουμε στην Καραϊβική. Δεν μπορώ να περιμένω άλλο να συνάψω συμμαχία με εσάς τους τρεις».


Κεφάλαιο 35 Ο Τζέρεμι γέλασε. «Συγγνώμη, περίμενες άλλη απάντηση σε αυτό εκτός από γέλιο;» Η Τζάκλιν ήταν επίσης έτοιμη να γελάσει, αλλά αντίθετα συνοφρυώθηκε μαντεύοντας ότι ο Ντέιμον είχε προτείνει μια συμμαχία γιατί ανησυχούσε κυρίως για τους πειρατές στο πλήρωμά του. «Δεν έχω σκοπό να βλάψω την Τζακ ή τον πατέρα σου», διαβεβαίωσε ο Ντέιμον τον Τζέρεμι. «Ψεύτη, τον θέλεις νεκρό!» είπε ο Τζέρεμι. «Ποτέ δεν τον ήθελα νεκρό, απλώς έχω άλλους στόχους που απαιτούν την εμπλοκή του. Η παρουσία της Τζακ ήταν και είναι αποκλειστικά το μέσο για τον σκοπό μου, ένας τρόπος να πείσω τον πατέρα σου να με βοηθήσει να βάλω τον Λακρός πάλι στη φυλακή». Ο θυμός της Τζάκλιν φούντωσε. «Όταν με πήρες από το Μπρίτζπορτ, το μόνο που ήθελες ήταν να με παραδώσεις στον Πιερ Λακρός! Αν το αρνηθείς αυτό, η κουβέντα σταματά». «Δεν είχα σκοπό να σε παραδώσω σε αυτούς. Αυτό ήταν μέρος του σχεδίου της Κάθριν και του πατέρα της και με είχαν διαβεβαιώσει πως δεν θα σε πείραζαν, αλλά είχα τις αμφιβολίες μου από την αρχή. Απλώς ήθελα να προσελκύσω τον πατέρα σου στο κρησφύγετο του Λακρός…» «Το οποίο είναι πού;» διέκοψε ο Τζέρεμι. Ο Ντέιμον αγνόησε την ερώτηση και συνέχισε: «Τότε δεν με ένοιαζε πραγματικά ποιος θα κέρδιζε τη μάχη, απλώς ήθελα να γίνει μάχη, όχι παράδοση που θα κατέληγε σε σφαγή. Ο Μορτ θα σε έβγαζε από το καράβι στο Σεντ Κιτς ενώ εγώ θα έβγαζα την Κάθριν στη στεριά για να μην το καταλάβει. Αλλά δραπέτευσες μόνη σου πριν προλάβουμε να σε βοηθήσουμε». «Αν ισχύει αυτό, δεν θα είχες βυθίσει όλα αυτά τα καράβια στο Μπρίτζπορτ!» είπε η Τζάκλιν. «Αν δεν το έκανα, πώς νομίζεις θα κατέληγε η κατάσταση; Δεν ήθελα να καταλήξω νεκρός ή φυλακισμένος μετά από ναυμαχία με τους συγγενείς σου. Εκτός αυτού, σκοπός μου ήταν μόνο να τραβήξω την προσοχή του πατέρα σου». «Τώρα ξέρω πως λες ψέματα», είπε η Τζακ. «Είχες μία εβδομάδα να μου το πεις αυτό και δεν το έκανες».


«Ήσουν πολύ θυμωμένη και όλος ο θυμός σου στρεφόταν πάνω μου. Τότε δεν σε ήξερα αρκετά καλά για να πιστέψω ότι δεν θα φώναζες πως ήμουν προδότης μόνο και μόνο για να με εκδικηθείς, ανεξάρτητα με τις συνέπειες». Ο Τζέρεμι τη ρώτησε: «Θα το είχες κάνει αυτό;». «Πιθανόν», μουρμούρισε και μετά πρόσθεσε, «δεν σκεφτόμουν καθαρά σε εκείνη την απαγωγή». «Τι σημασία είχε εκείνη τη στιγμή αν η Κάθριν μάθαινε ότι δεν ήσουν με το μέρος της – εκτός κι αν ήσουν;» είπε ο Τζέρεμι στον Ντέιμον. «Διότι μέχρι ο Λακρός να κατέληγε νεκρός ή αιχμάλωτος, έπρεπε να πιστεύει ότι τον βοηθούσα. Όταν πήρα την Τζακ από το Μπρίτζπορτ, περίμενα η οικογένειά σου να μας ακολουθήσει κατευθείαν στον Λακρός και να τον αποτελειώσει. Όμως η Κάθριν με κατηγόρησε πως εγώ άφησα την Τζακ να φύγει, με αποτέλεσμα να με κλείσουν στο μπουντρούμι και ο πατέρας σου να μην εμφανιστεί όπως ήλπιζα». Η Τζάκλιν αναστέναξε πριν πει: «Και να τώρα που είμαστε πάλι όμηροί σου και αναρωτιέσαι γιατί δεν σε πιστεύουμε;». «Συμφωνώ», είπε ο Τζέρεμι θυμωμένα. «Περιγράφεις τον εαυτό σου πολύ καθαρό σε όλα αυτά, φίλε, ωστόσο για ακόμα μία φορά οδηγείς τον πατέρα μου στον θάνατό του». «Ποτέ δεν τον ήθελα νεκρό», είπε ο Ντέιμον εξίσου θυμωμένα αυτή τη φορά. «Αλλά έχω άλλους σκοπούς που απαιτούν την εμπλοκή του». «Οι οποίοι είναι;» Η Τζάκλιν σήκωσε το φρύδι όταν ο Ντέιμον αρνήθηκε να απαντήσει. Μήπως επειδή τώρα ήταν θυμωμένος; Μα τι στο καλό φανταζόταν; «Αλήθεια, νόμιζες ότι αυτή θα ήταν μια εύκολη κουβέντα και ότι θα πιστεύαμε αμέσως όσα μας έλεγες;» τον ρώτησε. «Ακόμα δεν έχεις μπει καν στο κυρίως θέμα και δεν μας έχεις πει τι σκοπούς έχεις σχετικά με τον πατέρα μας. Το να θυμώνεις επειδή έχουμε τις αμφιβολίες μας είναι λίγο παράλογο, δεν νομίζεις; Γιατί δεν τρώμε πριν κρυώσει το φαγητό και να μας εξηγήσεις τα πάντα στο επιδόρπιο;» Ο Πέρσι κοίταξε το άδειο πιάτο του λέγοντας «Έπρεπε να περιμένω;» ακριβώς τη στιγμή που εκείνο άρχισε να γλιστρά από το τραπέζι. Ο άνεμος είχε δυναμώσει κάνοντας το πλοίο να σκαμπανεβάζει. Η Τζάκλιν χαμογέλασε στο σχόλιο του Πέρσι και κράτησε το δικό της πιάτο στη θέση του. Το πρόσωπο του Ντέιμον ήταν τώρα κάπως λιγότερο σκοτεινό. Ο Τζέρεμι σκυθρώπιασε και πήρε το μπουκάλι με το κρασί για να γεμίσει το ποτήρι του, οι υποψίες του παρέμεναν. Ούτε η Τζακ χαιρόταν που έγινε όμηρός του για


δεύτερη φορά. Όσο έτρωγαν, ξεκίνησε ένα λιγότερο επικίνδυνο θέμα, ρωτώντας τον Ντέιμον: «Γιατί δεν κάλεσες και τον αρχιναύτη σου;». «Τον κάλεσα, αλλά αρνήθηκε. Νομίζω πως ντρέπεται για το μαύρο μάτι που του έκανες». Ο Τζέρεμι γέλασε. «Μπράβο σου, Τζακ». «Του άξιζε», ήταν η απάντησή της. Το γλυκό το αγνόησαν. Το μπουκάλι στο τραπέζι είχε αδειάσει. Ο Τζέρεμι έφερε το μπράντι από το γραφείο του Ντέιμον δίχως να πάρει άδεια ούτε και πρόσφερε σε κανέναν άλλο. Ήταν σαν ένα κουβάρι δυσάρεστων συναισθημάτων και μάλλον έξαλλος που ακόμα δεν μπορούσε να κατατροπώσει τον Ντέιμον. Όμως και τα συναισθήματα της Τζάκλιν δεν ήταν καλύτερα. Ένιωθε θυμό που δεν μπορούσε να πιστέψει τον Ντέιμον και αγανάκτηση επειδή το ήθελε, κάτι που την εξυπηρετούσε διότι δεν είχε καμία σχέση με την κατάσταση, αλλά μεγάλη σχέση με όσα λάγνα πράγματα ένιωθε γι’ αυτόν τον άντρα. Όμως αυτή η πόρτα θα έμενε κλειστή για εκείνη γιατί η αλήθεια ήταν πως ήταν πειρατής ή το λιγότερο ένας απαγωγέας και συνεργός πειρατή και δεν είχε εξηγήσει ακόμα το γιατί! Όμως τότε ο Ντέιμον ρώτησε: «Γιατί να έλεγα ψέματα σε αυτό το σημείο;». «Όταν φτάσεις στο ψητό, μάλλον θα ξέρουμε», του πέταξε ο Τζέρεμι. «Υποθέτω πως μπορώ να σας πω αυτό: δεν έχω τον πλήρη έλεγχο του πλοίου μου. Δηλαδή τον έχω, αρκεί να μην αποκλίνω από το σχέδιο των πειρατών. Προς το παρόν δεν το έχω κάνει, διότι μέχρι να φύγουμε από το Λονδίνο οι στόχοι μας ήταν ίδιοι – να φέρουμε την Τζακ στο πλοίο». «Γιατί να την πιάσεις μόνο και μόνο για να την αφήσεις να δραπετεύσει πάλι;» είπε ο Τζέρεμι. «Ή μήπως αυτή τη φορά θα την παραδώσεις στον Λακρός;» «Τίποτε από τα δύο. Την πήρα ξανά γιατί χρειάζομαι τη βοήθεια του πατέρα σας». Έξαλλη η Τζάκλιν φώναξε: «Θα μπορούσες να χτυπήσεις την πόρτα του στο Λονδίνο και να τη ζητήσεις!». «Όχι, δεν θα μπορούσα. Δεν θα είχε κίνητρο να διασχίσει ξανά ολόκληρο τον ωκεανό μόνο και μόνο για να βοηθήσει έναν ξένο. Ήσουν ασφαλής, απολάμβανες τη σεζόν, ποτέ στην ουσία δεν σε έβλαψε ο Λακρός. Από ό,τι έλεγαν, Τζακ, και ιδιαίτερα δύο μήνες μετά την απαγωγή σου στο Μπρίτζπορτ, εσύ και η οικογένειά σου είχατε κλείσει το ζήτημα, οπότε όντως χρειαζόμουν κάποιο κίνητρο για να εμπλέξω πάλι τον πατέρα σου. Αλλά το σημείωμα που του έστειλα μία εβδομάδα αφότου σαλπάραμε τον διαβεβαίωνε ότι θα σε έδινα


σε αυτόν αν με συναντούσε στο Σεντ Κιτς να μιλήσουμε. Κανονικά θα είναι τώρα μία περίπου εβδομάδα πίσω από μας…» Το γέλιο του Τζέρεμι τον διέκοψε. «Κάνε όνειρα, φίλε. Σαλπάρισε από το Λονδίνο δύο μέρες πριν από εσένα. Δεν θα πήρε κανένα σημείωμα ούτε καν θα ξέρει ότι μας έχεις». Ο Ντέιμον θορυβήθηκε. «Αυτό είναι… μεγάλη ατυχία. Το σημείωμα δεν ήταν απειλητικό, αλλά αν δεν το λάβει…» Ο Τζέρεμι ακόμα γελούσε. «Θα σε σκοτώσει με το που θα σε δει;» Ο Ντέιμον του έριξε ένα σκοτεινό βλέμμα. «Το πρόβλημα είναι το εξής και θα σας το πω: Οι πειρατές θέλουν την Τζακ. Από τη στιγμή που είδαν πόσο όμορφη είναι, θέλουν να την πιάσουν στα χέρια τους. Ξέρουν ότι ο Λακρός δεν θα τους τιμωρούσε για λίγη διασκέδαση στο ταξίδι. Μέχρι στιγμής έχω καταφέρει να τους συγκρατήσω, αλλά σύντομα δεν θα με χρειάζονται για να ολοκληρώσουν την αποστολή τους». «Αυτό μπορώ να το επιβεβαιώσω κι εγώ», είπε η Τζάκλιν. Ο Τζέρεμι είχε σηκωθεί έξαλλος πάλι. «Αν όλα όσα λες είναι αλήθεια, πρέπει να τους ξεφορτωθείς πριν πλησιάσεις τον πατέρα μου για τη συνομιλία, οπότε γιατί στον διάολο είναι ακόμα εδώ; Τους χρειάζεσαι για να κυβερνάς το πλοίο;» «Τους χρειαζόμουν στο ταξίδι για την Αγγλία, αλλά όχι πια. Στο Λονδίνο προσέλαβα καινούριο πλήρωμα». «Άρα έχεις οπλισμένους άντρες με το μέρος σου;» «Μόνο λίγους. Οι πειρατές έχουν τρομοκρατήσει τους περισσότερους από τους καινούριους ναύτες». «Ανάθεμα, άνθρωπε, μπορούσες να ξεφορτωθείς αυτούς τους μαχαιροβγάλτες τη νύχτα που μας έπιασες. Είχες έναν μικρό στρατό μαζί σου που θα σε βοηθούσε να τους κατατροπώσεις. Γιατί δεν το έκανες;» «Αυτό σκόπευα. Αλλά το αποχαιρετιστήριο δωράκι της Κάθριν ήταν να πει στους άντρες του πατέρα της να μη με εμπιστεύονται. Έτσι παρόλο που οι πειρατές δεν είναι σπίρτα της Οξφόρδης, δεν είναι ηλίθιοι, ειδικά όταν πρόκειται για την επιβίωσή τους. Πέντε από αυτούς έμειναν στο πλοίο εκείνη τη νύχτα και κράτησαν μαζί τους αρκετούς από το νέο πλήρωμα που προσέλαβα ώστε να σηκώσουν άγκυρα και να σαλπάρουν αν έβλεπαν έναν μικρό στρατό να κατευθύνεται προς το μέρος τους». «Για πόσους πειρατές μιλάμε;» «Δεκαπέντε». «Μα περίμενες ότι θα έπιανες μόνο την Τζακ, οπότε ποιο ήταν το σχέδιό σου για να τους ξεφορτωθείς;»


«Σπάνια συγκεντρώνονται όλοι μαζί, έτσι με το που θα φτάναμε στην Καραϊβική και θα βλέπαμε το πρώτο νησί, θα άρχιζα να τους πετάω έναν έναν στη θάλασσα. Δεν μπορώ να περιμένω πια γι’ αυτό. Και πιστέψτε με, μπορώ να γίνω πολύ βίαιος όταν θέλω. Αλλά θα προτιμούσα να τους φυλακίσω και να τους παραδώσω στις Αρχές όταν φτάσουμε στο Σεντ Κιτς, όχι να τους σκοτώσω». «Αξιέπαινο, αλλά όχι όταν η ζωή της αδελφής μου κρέμεται από την επιτυχία σου. Γι’ αυτό πρότεινες συμμαχία; Θέλεις τη βοήθειά μου για να τους ξεφορτωθείς;» «Αν δεν σε πειράζει», είπε ο Ντέιμον ξερά. Ο Τζέρεμι γέλασε, αλλά η Τζάκλιν είπε στον Ντέιμον: «Θα μπορούσες να μου το είχες πει αυτό από την αρχή για να έχεις τη συνεργασία μου. Γιατί μου το έκρυψες;». «Ήλπιζα να σταματήσεις να μου αντιστέκεσαι – για άλλους λόγους», είπε ο Ντέιμον. Τα μάγουλά της κοκκίνισαν, αλλά ο Τζέρεμι πήρε πολύ σοβαρό ύφος και είπε στον Ντέιμον: «Ούτε να το σκέφτεσαι. Μπορεί να είχες τους λόγους σου που μπλέχτηκες σε αυτό, αλλά το έκανες κι εκείνη υπέφερε. Και θα σου πω έναν λόγο που ποτέ δεν θα γίνει δική σου. Ο πατέρας μου. Οπότε αν θες τη συνεργασία μου, εκείνη θα μετακομίσει από αυτή την καμπίνα στη δική μου». «Δεν μπορώ, Τζέρεμι, όχι ακόμα τουλάχιστον», είπε η Τζάκλιν. Όλοι την κοίταξαν, κάνοντάς τη να κοκκινίσει ακόμα περισσότερο, αλλά συνέχισε: «Αν οι πειρατές καταλάβουν ότι δεν είμαι υπό την προστασία του, θα με κυνηγήσουν πάλι, και είναι όλοι στο κατάστρωμά σου, ξέρεις. Ο Ντέιμον τους έχει συγκρατήσει την τελευταία εβδομάδα έχοντάς με δίπλα του στο τιμόνι και… λοιπόν, τους κάναμε να πιστέψουν ότι μοιράζομαι το κρεβάτι του. Δεν το κάνω!» πρόσθεσε γρήγορα όταν ο αδελφός της σκυθρώπιασε πάλι. «Αλλά είχε πιάσει το κόλπο μέχρι που με κατέβασε να σου μιλήσω και μετά έγινε άλλος καβγάς μαζί τους γιατί σχεδίαζαν να μας παγιδέψουν εκεί κάτω. Μέχρι λοιπόν εσύ και ο Ντέιμον να βρείτε έναν τρόπο να τους ξεφορτωθούμε, τίποτα δεν μπορεί να φανεί διαφορετικό, οπότε θα μείνω εδώ». Και στράφηκε στον Ντέιμον με μάτια έκπληκτα από τη διαπίστωση. «Δηλαδή τώρα είμαστε σύμμαχοι;»


Κεφάλαιο 36 «Αλήθεια τώρα, μπορείς να ξεθυμώσεις, Τζέρεμι», είπε η Τζάκλιν πλαταγίζοντας τη γλώσσα της. «Μια χαρά θα είμαι εδώ. Ήταν κύριος σε όλη τη διάρκεια του ταξιδιού και τώρα ξέρω γιατί. Άρα είμαστε λοιπόν σύμμαχοί του ή όχι;» «Αλλάζει στρατόπεδο, οπότε υποθέτω πως είμαστε». «Δεν συμφωνώ στο ότι αλλάζω στρατόπεδο», είπε ο Ντέιμον λακωνικά. «Δεν ήμουν ποτέ άνθρωπος του Λακρός». «Δεν λεπτολογούμε εδώ, φίλε. Θα έχεις τη βοήθειά μας, αλλά αν δεν μας αποκαλύψεις το κίνητρό σου, δεν μπορεί να περιμένεις να πιστέψω όσα είπες, όταν στην πραγματικότητα ο ρόλος σου μπορεί να είναι ο εξής: Συμφώνησες με το σχέδιο του πειρατή για τους δικούς σου λόγους – μέχρι που μέρος του σχεδίου έγινε η αγαπητή αδελφή μου. Τώρα είσαι εναντίον του σχεδίου και εναντίον του πειρατή. Ήσουν πρόθυμος να θυσιάσεις τον πατέρα μας, αλλά τώρα δεν είσαι, τώρα αντιθέτως θες τη βοήθειά του. Αν θες να φέρεις αντίρρηση στην άποψή μου, πες μου τους λόγους σου – ή όχι. Πραγματικά δεν με νοιάζει, αφού έχεις τη συνεργασία μου από τη στιγμή που είπες ότι κινδυνεύει η αδελφή μου». «Και όταν θα είναι πια ασφαλής;» Ο Τζέρεμι σηκώθηκε και πλησίασε τον Ντέιμον προσφέροντας το χέρι του. «Η συμμαχία θα ισχύει μέχρι να πει το αντίθετο ο πατέρας μου. Αλλά σε προειδοποιώ», πρόσθεσε με ένα μικρό γελάκι, «αν ποτέ καταφέρεις να του μιλήσεις, θα απαιτήσει ξεκάθαρες εξηγήσεις από σένα, όχι τα μισόλογα που λες σε εμάς». Ο Ντέιμον έγνεψε και έκανε χειραψία με τον Τζέρεμι πριν τελειώσει το υπόλοιπο κρασί του. Η Τζάκλιν ακόμα προσπαθούσε να χωνέψει το γεγονός πως ήταν πλέον σύμμαχοι και το τι σήμαινε αυτό για εκείνη – σίγουρα όχι αυτό που φανταζόταν ο αδελφός της! Τώρα που ο Ντέιμον ήταν με το μέρος της, δεν ήταν πια εχθρός της. Δεν ήταν πια… εκτός ορίων. Η καρδιά της χτύπησε πιο γρήγορα σε αυτή τη σκέψη. Ήταν το μόνο που μπορούσε να κάνει για να μη στυλώνει τα μάτια της πάνω του, αλλά δεν κατάφερε να σβήσει το χαμόγελο από τα χείλη της. «Είναι αργά», είπε και σηκώθηκε για να αγκαλιάσει τον αδελφό της, αλλά


χρειάστηκε να πιαστεί από το τραπέζι για να μην πέσει έτσι που ταλαντευόταν το πλοίο. Ένας κεραυνός ακούστηκε μακριά, προμηνύοντας καταιγίδα. «Καλύτερα να γυρίσετε στην καμπίνα σας πριν ξεκινήσει βροχή. Μπορούμε να συζητήσουμε τα σχέδια για μια ενέδρα το πρωί». Εκείνος έκανε νόημα στον Πέρσι ότι έφευγαν, αλλά πέρασε το χέρι του στους ώμους της για να την πάρει μέχρι την πόρτα μαζί του ψιθυρίζοντας: «Είσαι εντάξει με αυτή τη συμμαχία;». Χασκογέλασε. «Τώρα θυμήθηκες να ρωτήσεις; Ναι, απολύτως», τον διαβεβαίωσε. Έγειρε την πλάτη της στην πόρτα με το που έκλεισε και δεν παραμέρισε όταν ήρθε ο Ντέιμον να την κλειδώσει. «Καλά πήγε, δεδομένων των συνθηκών», είπε. Δεν μπορούσε να την κοιτάξει στα μάτια. Μήπως είχε το ίδιο πρόβλημα με εκείνη; Τον κοίταξε και θυμήθηκε τη γεύση του μέχρι που εκείνος πρόσθεσε: «Επιστρέφω αμέσως. Θέλω να μιλήσω με τον κύριο Τόμσον για την επικείμενη καταιγίδα και να βεβαιωθώ ότι μπορεί να χειριστεί το τιμόνι απόψε». Την παραμέρισε απαλά και βγήκε, αφήνοντάς τη εντελώς αγανακτισμένη. Ήταν έτοιμη να τυλίξει τα χέρια της γύρω του και να τον φιλήσει τη στιγμή που κλείδωνε την πόρτα! Καταραμένη καταιγίδα! Και δεν ήξερε σε πόση ώρα θα γυρνούσε. Γρυλίζοντας υπόκωφα, πήγε στο μπαούλο για να γδυθεί και πήρε ένα από τα πουκάμισά του για νυχτικό, αλλά κοντοστάθηκε όταν το φόρεσε και ξαφνικά το έβγαλε μαζί με τα μεσοφόρια της. Ξαναφόρεσε το πουκάμισο, έσβησε τα φανάρια γιατί ήταν επικίνδυνο να πέσουν στο πάτωμα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Θα τον περίμενε να γυρίσει. Μα τον Θεό, απόψε θα γινόταν δικός της. Το είχε πάρει απόφαση. Τον ήθελε πολύ καιρό τώρα. Ακόμα και τότε που ήταν εχθρός της δεν μπορούσε να αποδιώξει αυτά τα συναισθήματα. Τώρα όμως που ήταν σύμμαχοι δεν χρειαζόταν. Συγκράτησε αυτή τη σκέψη, αποφασισμένη να μείνει ξύπνια. Ωστόσο την ξύπνησε ο θόρυβος που έκανε όταν εκείνος επέστρεψε. Τόση ώρα έλειπε που την πήρε ο ύπνος; Είχε φέρει ένα φανάρι μαζί του. Δεν πρόσεξε ότι τα μάτια της είχαν ανοίξει ούτε καν κοιτούσε προς το κρεβάτι. Πήγε στον νιπτήρα όπου ήταν οι πετσέτες κι έβγαλε τα βρεγμένα ρούχα του. Είχε γίνει μούσκεμα στο κατάστρωμα. Ωστόσο εκείνη ξαφνιάστηκε με αυτό που έκανε, γιατί δεν τον είχε δει ποτέ ξανά να γδύνεται στην καμπίνα. Σηκώθηκε από το κρεβάτι και τον πλησίασε αθόρυβα από πίσω. Είχε βγάλει το πουκάμισό του. Σκούπιζε ζωηρά τα μαλλιά του με την πετσέτα όταν εκείνη του


την πήρε από τα χέρια λέγοντας: «Θα το κάνω εγώ». Γύρισε αμέσως να την κοιτάξει, προσπαθώντας να της ξαναπάρει την πετσέτα. Την έπιασε, αλλά κοκάλωσε μόλις είδε ότι φορούσε μόνο το πουκάμισό του και τίποτε άλλο και τα μάτια του χαμήλωσαν στα γυμνά πόδια της. Εκείνη τράβηξε την πετσέτα. «Επιμένω». Άρχισε γρήγορα να τρίβει την πετσέτα στο στέρνο του πριν εκείνος προσπαθήσει να τη σταματήσει πάλι. Όταν δεν το έκανε, οι κινήσεις της έγιναν πιο αργές για να το απολαύσει, περνώντας το πανί πάνω από τα μυώδη μπράτσα, τον λαιμό και τους ώμους του. Δεν πήγε πίσω του για να σκουπίσει την πλάτη του, απλώς τον πλησίασε περισσότερο και τύλιξε την πετσέτα γύρω του, πιάνοντας τις δύο άκρες για να τη σύρει στην πλάτη του. «Τις μπότες σου», του είπε κάπως ξέπνοα. Στήριξε το ένα χέρι στον τοίχο κι έσκυψε να τις βγάλει. Εκείνη έφερε πάλι την πετσέτα στο κεφάλι του, χαϊδεύοντάς τον πάνω από το ύφασμα. Το να έχει το πράσινο φως στο σώμα του διέγειρε όλες τις αισθήσεις της, κάνοντάς τη να λαχταρά περισσότερα. Αν δεν τον φιλούσε σύντομα… Ίσιωσε το κορμί του και είπε: «Μπορώ να τελειώσω μόνος μου». «Το ίδιο κι εγώ. Βγάλε το βρεγμένο παντελόνι». Όταν δεν το έκανε, πρόσθεσε: «Νομίζεις ότι είσαι ο μόνος που μπορεί να δίνει εντολές; Βγάλ’ το». Και πάλι δεν συμμορφώθηκε, αλλά την κοιτούσε με πάθος, όχι, με κάτι περισσότερο από αυτό. Είχαν τέτοιο πόθο τα μάτια του, που δεν μπορούσε πλέον να ελέγξει τον δικό της. Τύλιξε τα χέρια της στον λαιμό του και τον φίλησε παθιασμένα. Όμως τον εξέπληξε, ίσως υπερβολικά. Έκανε να σηκώσει τα χέρια του για να τραβήξει τα δικά της, πράγμα που εξέπληξε εκείνη. Τον κράτησε πιο σφιχτά. «Δεν χρειάζεται να με αποπλαν…» «Είμαι η Τζακ Μάλορι, υπερβολικά τολμηρή για διακριτικότητα», είπε και τον φίλησε πάλι, πιο καυτά. Όλη η απόγνωση της λαχτάρας της ήταν μέσα σε αυτό το φιλί, τώρα που δεν χρειαζόταν πια να το αρνείται στον εαυτό της. Το γεγονός πως αυτός αντιστεκόταν μεγάλωνε αυτή την απόγνωση. Δεν ήταν ώρα τώρα να το παίζει ιπποτικός πειρατής! Αλλά τότε βόγκηξε και τη σήκωσε, πιέζοντας την πλάτη της στον τοίχο. Εκείνη τύλιξε τα πόδια της στη μέση του, ενθουσιασμένη που είχε κερδίσει αυτή τη μικρή μάχη. Ωστόσο έκανε ακόμα μια προσπάθεια αβρότητας, προειδοποιώντας τη: «Είσαι σίγουρη, διότι απέχω μόλις δύο δευτερόλεπτα από…». «Σκάσε, πειρατή. Παίρνω αυτό που θέλω».


Γέλασε. «Με τσάκισες…» Μέσα σε δευτερόλεπτα βρέθηκαν να κυλιούνται στο κρεβάτι του, προσπαθώντας να ξεφορτωθούν τα τελευταία ρούχα που φορούσαν. Τα κουμπιά του πουκαμίσου της εκσφενδονίστηκαν όταν της το έσκισε. Σταμάτησε μαγεμένος μπροστά στη θέα του γυμνού κορμιού της και έπεσε στα στήθη της. Τα χούφτωσε στις παλάμες του και είπε: «Ούτε κορσέ ούτε εσώρουχα. Είσαι όντως τολμηρή, Τζακ. Και τόσο όμορφη». Όσο τα χέρια του ταξίδευαν πάνω της, εκείνη του ξεκούμπωνε το παντελόνι και επιτέλους του το έβγαλε. Τουλάχιστον τώρα μπορούσε να φιλήσει κάθε σημείο του. Ούτε εκείνη μπορούσε να συγκρατήσει τα χέρια της. Αλλά εκείνος αναστέναξε βαθιά καθώς την κοίταξε. «Αρκετά ρούχα σκίσαμε. Τώρα ήρθε η ώρα να το πάμε αργά». «Δεν πιστεύω να σταματήσεις…» «Καμία περίπτωση. Πίστεψέ με, το θέλω περισσότερο από σένα, Τζακ, αλλά άσε με να το κάνω με τον ρυθμό μου». Την έσπρωξε απαλά να ξαπλώσει πάλι στο κρεβάτι και άρχισε να τη χαϊδεύει, πράγμα που όχι μόνο δεν την ηρέμησε, αλλά την έκανε να τον θέλει τώρα, αυτή τη στιγμή! Αλλά θα του έδινε μερικά λεπτά να της δείξει τι εννοούσε γιατί ντρεπόταν να ρωτήσει, αφού υποτίθεται πως μάλλον έπρεπε να ξέρει. Το στόμα του ήταν τόσο καυτό στα στήθη της, που κόντευε να ουρλιάξει. Βόγκηξε. Πολύ. Κι ωστόσο εκείνος συμπεριφερόταν λες και είχε όλο τον χρόνο του κόσμου τώρα, πράγμα που την τρέλαινε. Αλλά τότε σήκωσε το κεφάλι και της χαμογέλασε λάγνα. Επιτέλους! σκέφτηκε. Άρχισε να τυλίγει πάλι τα πόδια της γύρω του, αλλά εκείνος γλίστρησε προς τα κάτω, μέχρι που έφερε το κεφάλι του ανάμεσα στους μηρούς της και… Ω… Θεέ… μου! Τη στιγμή που το στόμα του την άγγιξε εκεί ένιωσε να χάνει τον έλεγχο, τον σφυγμό της να εκρήγνυται, να απλώνεται μέσα της, τους γοφούς της να ανασηκώνονται αφήνοντάς τη να τρέμει, να λιώνει, να ζαλίζεται. Αυτό λοιπόν εννοούσε; Ω Θεέ μου! «Τώρα είσαι υγρή για μένα». Ήταν; Μα τώρα ήταν εξαντλημένη. Αλήθεια δεν είχαν τελειώσει; Αλλά τη στιγμή που ανέβηκε πάνω της, στηρίζοντας τα χέρια του δεξιά και αριστερά της κι έβαλε τους γοφούς του πάνω στους δικούς της, εκείνη του χάρισε το πιο αστραφτερό χαμόγελό της. Τον ήθελε πάλι. Όχι, σίγουρα δεν είχαν τελειώσει!


Κεφάλαιο 37 «Κοιμηθήκαμε καθόλου;» αναρωτήθηκε δυνατά η Τζάκλιν το επόμενο πρωί. Ξυπνώντας χωμένη στην αγκαλιά του Ντέιμον, γυρισμένη στο πλάι με την πλάτη της στο στήθος του, χαμογέλασε με ένα χαμόγελο που έμεινε αρκετή ώρα στα χείλη της. Δεν είχε κλείσει τις κουρτίνες ούτε είχε σβήσει το φανάρι στο δωμάτιο χθες βράδυ. Το φιτίλι είχε καεί και τώρα το δωμάτιο λουζόταν στο φως του ήλιου. Όμως φαινόταν ότι ήταν ήδη αργά. Σίγουρα ο κύριος Τόμσον θα χασμουριόταν στο τιμόνι, περιμένοντας τον Ντέιμον να τον αντικαταστήσει. Είχε το ένα χέρι του στην πλάτη της, κρατώντας τη κοντά του. Το άλλο χέρι του χάιδευε το μπράτσο της, το οποίο είχε ακουμπήσει στο στήθος του, ταξιδεύοντας από τον ώμο μέχρι τα δάχτυλά της και πάλι πίσω. Και ήξερε δίχως να κοιτάξει ότι χαμογελούσε την ώρα που της είπε: «Ναι… νομίζω». Θα είχε γελάσει με την αβέβαιη απάντηση, μόνο που ούτε κι εκείνη ήταν σίγουρη. Αλλά θα πρέπει να είχαν κοιμηθεί λίγο αφού δεν ένιωθε κουρασμένη. Θα έπρεπε. Ήταν μια νύχτα εκπαίδευσης του καλύτερου είδους. Στην πραγματικότητα, ένιωθε γεμάτη ενέργεια και ήταν εκστασιασμένη έτσι που τη χάιδευε. Αποφάσισε ότι ήθελε ακόμα ένα φιλί από αυτόν τον άντρα και τον έπιασε από τους γοφούς, χαμογελώντας πλατιά πριν του δώσει ένα. Εκείνος το ανταπέδωσε και πριν καλά καλά το καταλάβει, βρέθηκε από πάνω της, φιλώντας τη βαθιά, με τα χέρια του να τη χαϊδεύουν και να τη διεγείρουν με κάθε υπέροχα αμαρτωλό τρόπο. Μόνο τη στιγμή που έπεσαν ξέπνοοι πλάι πλάι, δίχως εκείνη να νιώθει καμία μεταμέλεια –ως γνήσια κόρη του πατέρα της– σκέφτηκε τον Τζέρεμι και πόσο έξαλλος θα γινόταν. Ανακάθισε απότομα. «Ο αδελφός μου θα πάει στο κατάστρωμα πριν από σένα; Οι πειρατές θα νομίσουν ότι δραπέτευσε». «Όχι, ο Μορτ δεν ξέρει ακόμα για τη συμμαχία». Αναστενάζοντας, μάλλον στη θύμηση του αδελφού της, σηκώθηκε και κάθισε στην άκρη του κρεβατιού. «Αλλά ο αδελφός σου θα αναρωτιέται αυτή τη στιγμή γιατί δεν τον έχουμε βγάλει». Έσκυψε να πιάσει κάτι από το πάτωμα και μετά της έδωσε ένα κουμπί χαμογελώντας αμήχανα. «Συγγνώμη για το πουκάμισό σου», είπε. «Αλλά σε έχω ξαναδεί να σκίζεις ρούχα, οπότε δεν φαντάστηκα πως θα σε πείραζε». Γέλασε. «Δικό σου ήταν».


«Όχι, από τη στιγμή που είναι πάνω στο κορμί σου, είναι δικό σου». «Αυτό περιλαμβάνει κι εσένα; Πρόσεξα ότι μου πήγαινες πολύ». «Χρειάζεται να ρωτάς;» Του χαμογέλασε. «Αλλά μην περιμένεις να σου ζητήσω κι εγώ συγγνώμη. Χάσαμε σχεδόν τρεις εβδομάδες που θα μπορούσαμε να περνάμε τόσο ωραία αν εσύ δεν…» Τα μάτια της γούρλωσαν στην ξαφνική διαπίστωση. «Δεν επρόκειτο να το κάνεις, έτσι; Ποτέ;» «Το να σου αντιστέκομαι ήταν το πιο δύσκολο πράγμα που έχω κάνει ποτέ μου, αλλά ήθελα στ’ αλήθεια την ευχή του πατέρα σου…» «Ω Θεέ μου», τον διέκοψε. «Αυτό κι αν δεν θα γίνει ποτέ!» Ανοιγόκλεισε τα μάτια. «Τότε καλά έκανα που σε πίεσα, σωστά; Έτσι θα διασκεδάσουμε όσο μπορούμε και μετά θα πάρουμε ο καθένας τον δρόμο του και δεν θα χρειαστεί ξανά να το παίξεις ευγενής για τον πατέρα μου. Σοβαρά τώρα, δεν είναι συνηθισμένος πατέρας κι εγώ δεν σε θέλω πια νεκρό». Έσκυψε και τη φίλησε με πάθος πριν σηκωθεί, πήγε στο μπαούλο στα πόδια του κρεβατιού λέγοντας: «Είναι αξιαγάπητο που νομίζεις πως μπορείς να ελέγχεις τις πράξεις μου, Τζακ, αλλά στην πραγματικότητα δεν μπορείς». Θα είχε συνοφρυωθεί, αλλά εκστασιάστηκε από τη θέα του γυμνού πισινού του, του τόσο στρογγυλού, σφιχτού και τέλειου. «Βάλε το μάνταλο στην πόρτα όταν φύγω, φόρα τα συνηθισμένα σου και συνάντησέ με στο κατάστρωμα για πρωινό», της είπε. Ξεφύσησε όταν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Δεν είχαν τελειώσει με αυτή τη συζήτηση, αλλά δεν χρειαζόταν να την κάνουν σήμερα. Πλύθηκε με το νερό από τη γαβάθα και μετά φόρεσε μια καθαρή βράκα πετώντας τη χθεσινή στο κρεβάτι για να την πλύνει ο Τζάκι μαζί με τα σεντόνια. Κοίταξε για μια στιγμή αυτά τα σεντόνια, αποφασίζοντας να τραβήξει το αφτί του Τζάκι αν σχολίαζε το αίμα πάνω τους. Βγαίνοντας λίγο αργότερα από το δωμάτιο, είδε τον Τζέρεμι και τον Πέρσι να ανεβαίνουν τη σκάλα. Μπροστά τους ήταν δύο φρουροί και πίσω τους ο Μόρτιμερ με άλλον έναν. Μόλις ανέβηκαν στο κατάστρωμα, οι φρουροί στάθηκαν δίπλα στη σκάλα που οδηγούσε σε αυτό. Φυσικά έπρεπε να δείχνουν πως ο Τζέρεμι και ο Πέρσι έβγαιναν έξω με συνοδεία οπλισμένων φρουρών. Κοίταξε το κατάστρωμα και δεν είδε ακόμα πειρατές εκεί έξω, οπότε τους χαμογέλασε πλατιά όταν την πλησίασαν. «Καλημέρα!» «Ας το ελπίσουμε», απάντησε ο Πέρσι. «Πήγαινε με τον καπετάνιο, Πέρσι», είπε ο Τζέρεμι περνώντας το χέρι του


στον ώμο της Τζάκλιν για να την κρατήσει πίσω. «Θέλω να πω δυο κουβεντούλες με τη “χαρούμενη” αδελφούλα μου». Αυτό έπρεπε να της δώσει ένα στοιχείο, αλλά με το που έφυγε ο Πέρσι, πρόσθεσε: «Την ξέρω καλά αυτή την έκφραση». «Ποια έκφραση;» «Μιας σεξουαλικά ικανοποιημένης γυναίκας. Τώρα θα πρέπει να τον σκοτώσω». Το ύφος του της έδειχνε ότι το εννοούσε, ωστόσο του είπε: «Όχι, δεν θα το κάνεις, από τη στιγμή που το ξεκίνησα εγώ και δεν λυπάμαι καθόλου γι’ αυτό. Και δεν θα είναι η τελευταία φορά». «Φυσικά και θα είναι. Η συμμαχία δεν περιλάμβανε εσένα ως λάφυρο». Χασκογέλασε. «Θα πρέπει να διορθώσεις τη φράση σου διότι το λάφυρο είναι αυτός, όχι εγώ». Στένεψε τα γαλάζια μάτια του προειδοποιώντας τη: «Δεν μπορείς να τον έχεις σαν το κατοικίδιό σου, Τζακ. Αυτός είναι ο μοναδικός που δεν θα βάλει ποτέ στο σπίτι ο πατέρας». «Θεέ μου, αυτό σε απασχολεί; Δεν θέλω να τον κρατήσω, θέλω απλώς να τον απολαύσω για λίγο. Δεν υπάρχει τίποτα μόνιμο στην ερωτοτροπία. Γι’ αυτό σταμάτα να είσαι υποκριτής, ή μήπως πρέπει να σου θυμίσω ότι είμαι κόρη του πατέρα μας, του πιο ξακουστού αγύρτη; Κι εσύ ήσουν γυναικάς του χειρίστου είδους. Αν νομίζεις πως μόνο οι άντρες μπορούν να…» «Ξέρεις πολύ καλά ότι είναι διαφορετικό για μια γυναίκα», τη διέκοψε θυμωμένος. «Εμένα με αποκαλούν εργένη, εσένα…» «Μην το πεις!» τον προειδοποίησε. «Κι ωστόσο υπάρχει λόγος που δεν υπάρχει αντίστοιχη λέξη με το “αγύρτης” για τις γυναίκες. Ό,τι είχα να πω το είπα». «Ευτυχώς λοιπόν που δεν είναι δική σου απόφαση, αλλά δική μου. Γι’ αυτό σταμάτα να με πρήζεις γι’ αυτή τη μικρή διασκέδαση, Τζέρεμι, και άσε με στην ησυχία μου». Η απάντησή του ήταν να πάει στο τιμόνι και να ρίξει μπουνιά στην κοιλιά του Ντέιμον. «Έπρεπε να αντισταθείς, φίλε». Ο Ντέιμον βόγκηξε, διπλώθηκε. «Προσπάθησα… απέτυχα, οπότε θα σου επιτρέψω μια μπουνιά». «Ξέρω πως το ξεκίνησε εκείνη, αλλά θα φας κι άλλη αν ξανασυμβεί». Η Τζάκλιν έτρεξε κοντά τους. «Κέρδισες, Τζέρεμι. Για χάρη της ειρήνης, θα μείνω μακριά από το κρεβάτι του». Δεν κοκκίνισε ούτε και ο αδελφός της. Όμως ο Πέρσι κοκκίνισε, πράγμα που την έκανε να θέλει να γελάσει. Όμως ο Τζέρεμι


την κοιτούσε τόσο βλοσυρά, που αναγκάστηκε να πει γρυλίζοντας: «Μου χάλασες εντελώς τη διάθεση, ευχαριστώ πολύ. Και μη νομίζεις ότι θα σε συγχωρέσω γι’ αυτή την παρέμβαση. Τώρα μπορούμε να καταστρώσουμε ένα σχέδιο πριν έρθουν οι άντρες του Λακρός στο κατάστρωμα και προσπαθήσουν να κρυφακούσουν ή τίποτα χειρότερο, όπως το να βάλουν μπρος το δικό τους σχέδιο».


Κεφάλαιο 38 «Λοιπόν, απλώς τους αρπάζουμε όταν ανέβουν στο κατάστρωμα;» ρώτησε ο Τζέρεμι. «Αυτό θα ήταν ιδανικό, μόνο που από τότε που έκαναν απόπειρες να πιάσουν την Τζακ κι εγώ τους πολέμησα, έχουν αρχίσει να βλέπουν καχύποπτα τον Μορτ κι εμένα. Ποτέ δεν με εμπιστεύονταν, αλλά τώρα προσέχουν ακόμα περισσότερο, με παρακολουθούν και περιμένουν να κάνω κάτι. Μπορεί να εισβάλλουν στις καμπίνες του πληρώματος αν οι σύντροφοί τους δεν επιστρέψουν και σίγουρα δεν θέλουμε να συμβεί κάτι τέτοιο. Θα έχουν κάλυψη, όπλα, όλα τα τρόφιμα και μπορούν να πάρουν όμηρο τον τιμονιέρη μου. Αν έχουν αυτόν, δεν θα χρειάζονται εμένα για να κυβερνήσουν το πλοίο». «Άρα πρέπει να τους φέρουμε όλους εδώ πάνω. Βλέπω ήδη τρεις τώρα». «Κάνε μια βόλτα με τους φρουρούς σου», πρότεινε ο Ντέιμον. «Θα σε ακολουθούν για να κρατάμε τα προσχήματα. Οι πειρατές πρέπει να νομίσουν ότι έχεις βγει για άσκηση. Θα μείνουν μακριά σου από τη στιγμή που είδαν στο Λονδίνο με πόσους μπορείς να τα βάλεις. Ωστόσο, είναι πολύ αιμοβόροι κακοποιοί και μπορεί να θέλουν εκδίκηση, γι’ αυτό πρόσεχε». «Ή μπορώ να ρίξω κάτω μερικούς έτσι για πλάκα. Θέλω κι εγώ λίγη εκδίκηση». Ο Ντέιμον χαμογέλασε. «Έχεις το ελεύθερο να ρίξεις κάτω όσους θες – ή μάλλον όχι. Μπορεί να μας γυρίσει μπούμερανγκ. Αν φανεί ότι θες να πολεμήσεις, μπορεί να σε πυροβολήσουν πριν τους πλησιάσεις. Ο λόρδος Πέρσιβαλ από την άλλη δεν θα αποτελέσει απειλή γι’ αυτούς». Ο Πέρσι αμέσως ίσιωσε τους ώμους κι έκανε να συνοφρυωθεί. «Μήπως μόλις με πρόσβαλαν;» «Πιστεύεις ότι θα μπορούσες να ρίξεις αναίσθητο κανέναν αν τον έπιανες στον ύπνο;» ρώτησε ο Τζέρεμι τον φίλο του. Ο Πέρσι έκανε γροθιά και την κοίταξε πριν κουνήσει το κεφάλι του. «Ξέρεις ότι εγώ δεν είμαι για τέτοια, αγαπητέ μου». «Μπορώ εγώ», προσφέρθηκε η Τζακ. «Και μην αρχίσετε, γιατί ξέρετε πως μπορώ». «Θα μπορούσες», είπε ο Ντέιμον. «Μόνο που θα έπρεπε να τους πλησιάσεις. Το μόνο που χρειάζεται είναι να σε πιάσει ένας, Τζακ, κι εμείς οι υπόλοιποι θα


χάσουμε. Θα μείνεις εδώ που είσαι». «Επιστρέφω σε ένα λεπτό», είπε ο Τζέρεμι και κατέβηκε στο κυρίως κατάστρωμα με τον Πέρσιβαλ και τους φρουρούς. «Θα ξεκινήσει καμιά φασαρία;» ρώτησε ο Ντέιμον. Η Τζάκλιν χαμογέλασε. «Ίσως, αλλά το πιθανότερο είναι απλώς να τους τρομάξει λίγο. Σήμερα θα το κάνουμε;» Κούνησε το κεφάλι του. «Όχι, σήμερα θα καταστρώσουμε το σχέδιο και πριν κάνουμε οτιδήποτε, πρέπει να κλειδώσω τον κύριο Τόμσον στην καμπίνα μου για να είναι ασφαλής. Δεν θα καταφέρουμε να φτάσουμε εγκαίρως αν τραυματιστεί ή τον αιχμαλωτίσουν». Ο Ντέιμον παραμέρισε μια τούφα από τα μαλλιά της που είχε πέσει στο πρόσωπό της. «Λοιπόν… κοιμόμαστε χωριστά πάλι;» Κοίταξε γύρω της για να βεβαιωθεί ότι ο αδελφός της ήταν ακόμα στο κυρίως κατάστρωμα και μετά έβαλε το χέρι της στην πλάτη του Ντέιμον και τον έσφιξε. «Εσύ τι νομίζεις;» «Του είπες ψέματα λοιπόν;» «Φυσικά. Είναι υποκριτής. Ποτέ δεν απέρριψε γυναίκα που του έκανε τα γλυκά μάτια πριν παντρευτεί, και αυτό σημαίνει κάθε γυναίκα που περνούσε από μπροστά του. Είναι εξωφρενικό που μου αρνείται την ίδια ευχαρίστηση». «Είναι προστατευτικός, δεν θα περίμενα τίποτα λιγότερο». «Πάλι ευγενής θα μου το παίξεις;» Τη χάιδεψε απαλά στο μάγουλο. «Όσο θα με θες, θα είμαι δικός σου». Του χαμογέλασε πλατιά. «Αυτό ήταν πολύ γλυκό…» «Ποιο;» ρώτησε ο Τζέρεμι ξαφνικά πίσω της. Γύρισε απότομα να παραπονεθεί: «Νόμιζα πως θα πήγαινες για άσκηση». «Έριχνα βλοσυρά βλέμματα για να προετοιμάσω το έδαφος», απάντησε ο Τζέρεμι. «Για;» ρώτησε εκείνη. «Για το αλάνθαστο σχέδιό μας». Ο Τζέρεμι κοίταξε τον Ντέιμον. «Πες τους να στείλουν δύο από τους άντρες τους να παλέψουν με εμένα, ή μάλλον κάν’ τους τρεις. Πες ότι το πλήρωμα έχει δικαίωμα σε λίγη διασκέδαση». «Δεν είναι καθόλου κακή ιδέα, αλλά δύο φτάνουν». «Όχι, τρεις. Πρέπει να πιστέψουν ότι θα κερδίσουν, διαφορετικά οι άλλοι δεν θα έρθουν να παρακολουθήσουν». «Υποθέτεις ότι θα εμφανιστούν όλοι, αλλά τι θα γίνει αν δεν το κάνουν;» είπε η Τζάκλιν και μετά θύμισε στον Ντέιμον: «Δεν είπες ότι ήθελες πρώτα να κλειδώσεις τον τιμονιέρη σου;».


«Αυτό δεν θα χρειαστεί αν αυτός ο αυθόρμητος αγώνας πυγμαχίας στον οποίο μπορούν να στοιχηματίσουν τους φέρει όλους εδώ. Αν όμως δεν γίνει έτσι, δεν θα προχωρήσουμε πέρα από τον αγώνα και θα προσπαθήσουμε πάλι αύριο. Μπορεί να μη χαρούν όταν νικήσει ο αδελφός σου, αλλά δεν θα επέμβουν. Και τουλάχιστον έτσι θα έχουμε τραυματίσει δυο-τρεις ή θα τους έχουμε καταστήσει ανίκανους για τον επόμενο γύρο». Μετά στράφηκε στον Τζέρεμι. «Ωστόσο είναι δεκαπέντε. Πώς θα ξεφορτωθούμε τους υπόλοιπους;» «Θα κάνω ότι μου ξεφεύγουν μερικές μπουνιές σε αυτούς που θα παρακολουθούν και θα κρατήσω το ενδιαφέρον τους και τα μάτια τους στραμμένα πάνω μου ώστε να μη βλέπουν τι κάνετε εσείς». «Με τους πειρατές συγκεντρωμένους όλους γύρω από τον αδελφό σου», πρόσθεσε ο Ντέιμον, «μπορούμε να ρίξουμε αναίσθητους κάποιους παραπίσω χωρίς να το πάρουν χαμπάρι οι υπόλοιποι. Είναι καλό σχέδιο». Ήταν, ωστόσο δεν ήθελε να σκέφτεται τι θα γινόταν αν αποτύγχαναν. Πιθανόν θα σκοτώνονταν κι εκείνη θα… Σήκωσε τους ώμους. Παρατηρώντας το ύφος της, ο Τζέρεμι την έπιασε απαλά από το πιγούνι. «Βλέπεις κανένα ελάττωμα σε αυτό το σχέδιο;» «Όχι, αλλά θα χρειαστώ όπλο». «Θα πρέπει να κλειδωθείς στην καμπίνα», είπε ο Ντέιμον. «Αποκλείεται! Και πριν διαφωνήσετε, αυτοί θα περιμένουν να βρίσκομαι δίπλα σου, όπως ήμουν όλη την εβδομάδα. Αν δεν είμαι, θα υποψιαστούν κάτι και τίποτα δεν θα πάει όπως το σχεδιάζουμε». «Δίκιο έχει», συμφώνησε ο Τζέρεμι. Μετά της είπε: «Απλώς προσπάθησε να μην ανακατευτείς, Τζακ. Αν σε πιάσει έστω κι ένας, όλα θα τελειώσουν». «Αυτό λέω κι εγώ», είπε ο Ντέιμον. «Μπορείς να μείνεις στο κατάστρωμα μέχρι να ξεκινήσει ο αγώνας, αλλά μετά θα πρέπει να κλειδωθείς στο δωμάτιο. Αν δεν συμφωνήσεις σ’ αυτό, Τζακ, τότε δεν θα προχωρήσω με το σχέδιο του Τζέρεμι». Τον κοίταξε βλοσυρά για λίγο και μετά μουρμούρισε: «Καλά, θα βάλω το μάνταλο στην πόρτα. Αλλά είμαι σίγουρη πως θα σας λείψει η βοήθειά μου».


Κεφάλαιο 39 Αφού κάλεσε τον Μόρτιμερ για να του πει το σχέδιο, ο αρχιναύτης κατέβηκε να ξυπνήσει τους πειρατές, λέγοντάς τους για τον αγώνα που δεν έπρεπε να χάσουν αν ήθελαν να βάλουν στοιχήματα. Ο Τζέρεμι κατέβηκε στο κυρίως κατάστρωμα, έβγαλε το τσαλακωμένο παλτό του και άρχισε να τεντώνεται και να ρίχνει γροθιές στον αέρα, τυπική προθέρμανση για έναν γύρο πυγμαχίας. Η Τζάκλιν έμεινε με τον Ντέιμον, προσπαθώντας να βρει έναν τρόπο να βοηθήσει χωρίς να εμποδίσει το σχέδιο. Αλλά αμφέβαλλε ότι θα κατάφερνε να ρίξει αναίσθητο κάποιον με μία μπουνιά, να τον τραυματίσει λίγο ναι, αλλά δεν θα μπορούσε να αφήσει κανέναν από τους πειρατές ανίκανο να ξανασηκωθεί πριν αιχμαλωτίσουν τους περισσότερους. Ευχόταν να είχε κάποιο όπλο, αλλά δεν της έδωσαν τίποτα. Και τότε ο Ντέιμον της έδωσε στα κρυφά το μικρό πιστόλι που της είχε πάρει στην αρχή του ταξιδιού λέγοντας: «Για κάθε ενδεχόμενο». Ξέροντας ότι τώρα την εμπιστευόταν, αυτό την έκανε να νιώσει ένα θερμό συναίσθημα και να τον φιλήσει, ακόμα και φευγαλέα. Ήξερε ότι το πιστόλι ήταν μόνο για τη δική της προστασία, όχι για να το χρησιμοποιήσει ώστε να σκοτώσει πειρατές, αλλά τώρα ένιωθε μεγαλύτερη σιγουριά και το έβαλε στην τσέπη της βράκας που της είχε δανείσει ο Τζάκι. Η προθέρμανση του Τζέρεμι είχε τραβήξει την προσοχή των τριών πειρατών στο κατάστρωμα. Η Τζάκλιν πήγε στην κορυφή της σκάλας όταν ένας από αυτούς φώναξε στον αδελφό της: «Τι σκαρώνεις, μεγάλε;». Ο Τζέρεμι έκανε νόημα στον πειρατή να πλησιάσει και το ύφος του ήταν προκλητικό. «Προσφέρω λίγη διασκέδαση, έναν μικρό αγώνα και ο καπετάνιος πιστεύει ότι θα έχει πλάκα, οπότε συμφώνησε». «Με αυτόν θα αγωνιστείς;» «Κάποια στιγμή, αλλά σήμερα θέλω κάποιον από εσάς που μου επιτεθήκατε στο Λονδίνο να τολμήσει να προσπαθήσει πάλι. Εσύ δεν ήσουν ένας απ’ αυτούς;» Ο πειρατής που ρουθούνισε έκανε τον Τζέρεμι να προσθέσει: «Όχι; Λοιπόν, οι σύντροφοί σου έχουν λάβει την πρόσκληση και σύντομα θα είναι εδώ. Αποφασίστε μεταξύ σας ποιος είναι αρκετά γενναίος για να τα βάλει μαζί μου». «Είσαι αναθεματισμένος γίγαντας. Δύο προς έναν δεν είναι δίκαιο για τα αγόρια μας».


«Ω έλα τώρα…» «Τρεις ίσως». «Τρεις τότε». Ο Τζέρεμι μάλλον συμφώνησε υπερβολικά γρήγορα, γιατί οι άλλοι πειρατές γέλασαν ειρωνικά: «Όμως το τέσσερα είναι ωραίος, στρογγυλός αριθμός, νομίζω». Η Τζακ είδε ότι ο Τζέρεμι δεν το περίμενε αυτό, έτσι η απάντησή του ήταν επίτηδες προσβλητική. «Είναι αριθμός για δειλούς, αλλά αν αυτό πιστεύετε για τους συντρόφους σας, εμένα μου κάνει». Αυτό τον έκανε να εισπράξει μερικά μοχθηρά βλέμματα, αλλά όλο και περισσότεροι πειρατές άρχισαν να εμφανίζονται στο κατάστρωμα και οι τρεις που παζάρευαν με τον Τζέρεμι πήγαν να μιλήσουν μαζί τους. Η Τζάκλιν άρχισε να μετρά κεφάλια, αλλά δεν χρειάστηκε. Ο Μόρτιμερ ήρθε τελευταίος από τη σκάλα του κάτω καταστρώματος και στάθηκε σε σημείο που μπορούσε να τον βλέπει ο Ντέιμον, γνέφοντας και κάνοντας σινιάλο ότι όλοι οι πειρατές ήταν εκεί. Εντόπισε τον δρ Θάνατο να φορά ακόμα μαύρα. Είχε να τον δει από τότε που είχε ράψει το τραύμα του Ντέιμον. Η θανατερά ωχρή επιδερμίδα του έδειχνε πόσο πολύ μισούσε τον ήλιο. Δίπλα του στεκόταν ο Μπαρτ Σάτιν, έχοντας ακόμα τα τέσσερα πιστόλια στη ζώνη του. Ήλπιζε πραγματικά αυτός ο συγκεκριμένος ταραχοποιός να ήταν ένας από τους αντιπάλους του Τζέρεμι. Και ο σημαδεμένος και ο άλλος πειρατής που είχε τρυπώσει στην καμπίνα του Ντέιμον για να της ρίξει μια κοντινότερη ματιά γελούσαν με την εντύπωση του Τζέρεμι ότι μπορούσε να τα βάλει με τέσσερις ταυτόχρονα. Οι υπόλοιποι άντρες του Λακρός, όλοι φανταχτερά ντυμένοι και φορτωμένοι με όπλα, έγιναν ένας όχλος. Σφίχτηκε όταν πολλοί πειρατές κινήθηκαν προς τον Τζέρεμι ταυτόχρονα. Οι κανονικοί ναύτες παραμέρισαν, πολλοί σκαρφάλωσαν στα κατάρτια για να βλέπουν καλύτερα, ενώ άλλοι πήγαν με τους πειρατές για να έχουν καλύτερη θέα του αγώνα που επρόκειτο να ξεκινήσει. Ευχήθηκε να βοηθούσαν τον αδελφό της, αλλά υπέθεσε ότι καλύτερο ήταν να μην πάρουν το μέρος κανενός από το να πάρουν το λάθος μέρος. Αλλά τότε της κόπηκε η ανάσα όταν άκουσε τον αδελφό της να λέει: «Πέντε; Αλήθεια; Δεν υπάρχουν γενναίοι ανάμεσά σας;» «Ηλίθιοι δεν υπάρχουν». Έτρεξε στον Ντέιμον. «Πρέπει να το σταματήσεις. Τώρα είναι πέντε εναντίον ενός». Της έριξε ένα σοβαρό βλέμμα και έγνεψε πως συμφωνούσε και την έβαλε να αναλάβει το τιμόνι. «Μόνο μέχρι να βάλω τάξη», είπε πριν προλάβει να τον


ρωτήσει και κατέβηκε τη σκάλα. Ήταν η πρώτη φορά που της εμπιστευόταν το τιμόνι, αλλά είχε διαλέξει κακή ώρα να το κάνει διότι δεν είχε καλή θέα του κυρίως καταστρώματος από εκεί. Αλλά πριν προλάβει να κατέβει τη σκάλα, από την άλλη ήρθε ο κύριος Τόμσον. Κουρασμένος αλλά ξύπνιος πλέον, ο τιμονιέρης βιάστηκε να πάει προς εκείνη και μόλις έφτασε, η Τζακ έτρεξε πίσω από τον Ντέιμον. Τράκαρε στην πλάτη του την ώρα που άκουσε τον Τζέρεμι να λέει στους επίδοξους πυγμάχους: «Τέσσερις και θα τους διαλέξετε εσείς. Πέντε και τους διαλέγω εγώ. Εσείς αποφασίζετε, αλλά να θυμάστε, υπάρχει τουλάχιστον ένας ανάμεσά σας που θα μπορούσα να διαλύσω μόνο με το μικρό μου δαχτυλάκι». Αυτό προκάλεσε γέλια σε κάποιους από τους πειρατές και ο πιο κοντός ανάμεσά τους έγινε κατακόκκινος. Αλλά η λύση που πρόσφερε ο Τζέρεμι έλυσε το πρόβλημα του αριθμού γιατί οι πειρατές διάλεξαν την πρώτη επιλογή και ο Ντέιμον γύρισε και της ψιθύρισε: «Τα μάτια όλων είναι στραμμένα στον αδελφό σου. Άντε να κλειδωθείς τώρα στην καμπίνα». Πριν ακόμα ξεκινήσει ο αγώνας; Θα είχε γελάσει στην εντολή αν το ύφος του δεν ήταν τόσο σοβαρό, έτσι απλώς του θύμισε: «Δεν ήταν αυτή η συμφωνία». Βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του, κάτι για πείσμα, αλλά είπε: «Θα μείνεις πίσω μου και τη στιγμή που θα σπάσω το κεφάλι κάποιου θα τρέξεις στην καμπίνα». Ο Μόρτιμερ μπήκε στο κέντρο του ρινγκ των πειρατών που είχε σχηματιστεί γύρω από τον Τζέρεμι. «Οι συμμετέχοντες θα πρέπει να μου δώσουν τα όπλα τους», διέταξε. «Αυτός ο αγώνας θα πρέπει να είναι… κάπως δίκαιος». Κι όταν πέντε πιστόλια και δύο στιλέτα έπεσαν στα πόδια του, πρόσθεσε: «Διάολε, χρειάζομαι ολόκληρο σάκο». Η φράση του προκάλεσε περισσότερα γέλια. Ωστόσο κατάφερε και στρίμωξε επτά πιστόλια στη ζώνη του και πήρε τα οκτώ στιλέτα από τους τέσσερις πειρατές που θα συμμετείχαν. Τέλος, σήκωσε το χέρι του και είπε: «Έτοιμοι…». Ένας τους έριξε μπουνιά στον Τζέρεμι πριν ο Μόρτιμερ τελειώσει. Ο ξανθός παραμέρισε και πήγε κοντά στον Πέρσι πίσω από τον κύκλο των πειρατών, δίνοντάς του στα κρυφά ένα από τα πιστόλια. «Το τέσσερα είναι και πάλι μεγάλος αριθμός», ψιθύρισε η Τζάκλιν στον Ντέιμον. «Ο αδελφός σου μάλλον έχει άλλη γνώμη, αλλά εσύ τον ξέρεις καλύτερα από μένα. Μπορεί να το κάνει;» «Σίγουρα… αλλά μπορεί να μην καταφέρει να ρίξει εκείνες τις αδέσποτες που


λέγαμε». Τρία ακόμα χτυπήματα στον Τζέρεμι, όλα άστοχα. Ο Τζέρεμι προφανώς έπαιζε μαζί τους. Η Τζακ ευχόταν να είχε καλύτερη θέα, αλλά τουλάχιστον έβλεπε τον αδελφό της, ψηλότερο από όλους, και κατάλαβε ότι το διασκέδαζε! Αλλά τότε ο Τζέρεμι δοκίμασε το πρώτο του χτύπημα στον πειρατή που προσπαθούσε να έρθει από πίσω του. Ένας θεατής σωριάστηκε αντί γι’ αυτόν και ο Τζέρεμι γκρίνιαξε: «Κοίτα τώρα τι έκανες. Αυτά συμβαίνουν όταν πας να μου τη βγεις από πίσω». Η Τζάκλιν άρχισε να ανησυχεί. Ο Τζέρεμι μπορεί να τους είχε τραβήξει όλη την προσοχή, αλλά θα έπρεπε να είχε ρίξει αναίσθητο έναν από τους τέσσερις αντιπάλους ώστε να του μείνουν τρεις, ειδικά από τη στιγμή που οι τέσσερις μπορούσαν να του ορμήσουν ταυτόχρονα. Ήλπιζε ο Τζέρεμι να μην πίστευε ότι οι πειρατές παλεύουν σύμφωνα με τους κανόνες. Αλλά συνειδητοποίησε ότι έτσι που κρατούσε ακόμη άθικτους τους τέσσερις αντιπάλους συγκρατούσε τους υπόλοιπους από το να επέμβουν, αν σκόπευαν να κάνουν κάτι τέτοιο. Δύο κάτω, δεκατρείς ακόμα και τι περίμενε ο Ντέιμον; Δεν περίμενε. Χτύπησε τον άντρα μπροστά του με τη λαβή του πιστολιού του, ξαπλώνοντάς τον απαλά στο κατάστρωμα για να μη σωριαστεί με θόρυβο. Αυτό ήταν το σινιάλο να φύγει και το έκανε, τρέχοντας στο άνω κατάστρωμα και κατευθείαν στη σκάλα που οδηγούσε στην καμπίνα του. Αντί να μπει μέσα στην καμπίνα, έστριψε στην κεντρική κουπαστή μπροστά από την καμπίνα. Ήταν το ιδανικό σημείο να παρακολουθήσει τον αγώνα γιατί της παρείχε ανεμπόδιστη θέα του κυρίως καταστρώματος και απείχε μόλις μερικά μέτρα από την καμπίνα του Ντέιμον. Θα προλάβαινε να κλειδωθεί μέσα αν χρειαζόταν, αλλά δεν πίστευε ότι ήταν απαραίτητο τώρα που είχε θέα και προς τις σκάλες που οδηγούσαν στο άνω κατάστρωμα. Αν κάποιος από τους πειρατές έφευγε από τον αγώνα και ερχόταν προς το μέρος της, θα τον έβλεπε. Έβαλε ακόμα και το χέρι στην τσέπη της για να βγάλει γρήγορα το πιστόλι αν χρειαζόταν. Ο Ντέιμον και ο Μόρτιμερ αθόρυβα αλλά γρήγορα εξόντωναν τους πειρατές στο πίσω μέρος του πλήθους. Ο Πέρσι όχι. Είχε κολλήσει το πιστόλι του στην πλάτη ενός πειρατή και τον είχε προειδοποιήσει να μη μιλήσει. Ένας ήταν καλύτερα από κανένας για τον γερο-Πέρσι. Οι τρεις οπλισμένοι ναύτες που νωρίτερα φρουρούσαν τον Τζέρεμι είχαν επίσης εξοντώσει τρεις πειρατές. Όταν ένας από αυτούς κατάλαβε τι συνέβαινε, φώναξε να προειδοποιήσει τους άλλους, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί πανδαιμόνιο. Οι τέσσερις πειρατές όρμησαν ταυτόχρονα στον Τζέρεμι, όμως εκείνος κατάφερε να ρίξει έναν κάτω και να σπρώξει τους άλλους τρεις, που έπεσαν


πάνω στον σύντροφό τους. Ύστερα όρμησε γρήγορα στους πειρατές που είχαν ακόμα όπλα. Αλλά μια στιγμή στη διάρκεια του καβγά ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με τον Ντέιμον και θα μπορούσε να ρίξει αναίσθητο κι εκείνον. Είδε τον αδελφό της να κοντοστέκεται, μοιάζοντας να το σκέφτεται! Ήταν έτοιμη να του φωνάξει κάτι άσχημο, όταν ένας πειρατής κόλλησε το πιστόλι του στην πλάτη του. Ο Ντέιμον το είδε και κοπάνησε τον πειρατή. Η Τζακ χαμογέλασε, αλλά θα μάλωνε τον Τζέρεμι αργότερα που σκέφτηκε να μην τιμήσει τη συμφωνία. Τότε ένα μπράτσο την άρπαξε από τον λαιμό, σχεδόν πνίγοντάς τη και η άκρη ενός στιλέτου τρύπησε το δέρμα κάτω από το αφτί της. Βρόμικο μαύρο μετάξι κάλυπτε τον αγκώνα κάτω από το πιγούνι της. Μόνο έναν πειρατή ήξερε να φορά μαύρα. Ανατριχίλα διαπέρασε τη ραχοκοκαλιά της, αλλά μετά θύμωσε με τον εαυτό της. Είχαν φτάσει τόσο κοντά στη νίκη και έφταιγε εκείνη που δεν θα τα κατάφερναν! Έπρεπε να το διορθώσει αυτό. «Πώς ήρθες εδώ πάνω;» ρώτησε τον δρ Θάνατο ξαφνιασμένη. «Θα σε είχα δει…» Βρομερή ανάσα έκαψε το μάγουλό της όταν εκείνος είπε: «Ήμουν ήδη εδώ, ομορφούλα. Τρύπωσα αμέσως μόλις έτρεξαν στον καπετάνιο να του πουν να φύγει από το πόστο του και κρύφτηκα στην άλλη πλευρά της καμπίνας του. Οι αγώνες πυγμαχίας είναι βαρετοί. Αν έχεις δει έναν, τους έχεις δει όλους. Εσύ όμως δεν είσαι καθόλου βαρετή, τσούπρα μου, και υπάρχει ένα όμορφο κρεβάτι μόλις μερικά βήματα από δω, όπου θα κάνουμε λίγες τρελίτσες». «Ρίξε μια ματιά κάτω. Οι φίλοι σου κατατροπώθηκαν». «Τότε πρέπει να τους βοηθήσουμε να σηκωθούν και να πάρουν πίσω τα όπλα τους, ε; Και πώς νομίζεις ότι θα πειστεί ο καπετάνιος γι’ αυτό;» Άρχισε να γελάει και φυσικά θα το έκανε, της είχε βάλει μαχαίρι στον λαιμό – ακριβώς αυτό για το οποίο την είχαν προειδοποιήσει αν δεν κέρδιζε η πλευρά του Ντέιμον. Όμως έβγαζε αργά το πιστόλι από την τσέπη της ώστε αυτός να μην το καταλάβει, γνωρίζοντας τη φριχτή πραγματικότητα ότι δεν θα ήταν καθόλου εύκολο να πυροβολήσει και να πετύχει κάποιον που στεκόταν πίσω της και δεν τον έβλεπε. Έπρεπε να γυρίσει το κεφάλι της αρκετά για να δει έστω ένα μέρος του, γιατί δεν έπρεπε να αστοχήσει, είχε μόνο μία ευκαιρία. Έτσι έσκυψε για μια στιγμή στον αγκώνα του και παρόλο που της κόπηκε η ανάσα, τον πυροβόλησε σε σημείο που θα τον πονούσε αρκετά για να την αφήσει. Δεν το έκανε. Απλώς κακάρισε σαν γριά κότα. «Ω αστείο κορίτσι. Ο λόγος που με φωνάζουν χασάπη είναι επειδή χρειάστηκε να κόψω το πόδι μου όταν ήμουν νεαρός πιστολάς. Πυροβόλησες απλώς μια


άδεια μπότα». Όμως ο πυροβολισμός τράβηξε τα βλέμματα πολλών προς το μέρος τους και αυτός ο στιγμιαίος αντιπερισπασμός έδωσε το πλεονέκτημα στον Τζέρεμι, στον Ντέιμον και στους άλλους να εξοντώσουν τους τελευταίους πειρατές που ήταν ακόμα όρθιοι. Όμως αυτό δεν βοήθησε την κατάστασή της, κάτι που θα μπορούσε να ξαναδώσει το πάνω χέρι στους πειρατές, βέβαια δεν επρόκειτο να αφήσει κάτι τέτοιο να συμβεί. «Νομίζω ωστόσο πως έβαλα φωτιά στην μπότα σου», του είπε. «Καλή προσπάθεια, κοριτσάκι». «Δεν μυρίζεις τον καπνό;» Αυτό τον έκανε να σηκώσει το πόδι του λίγο για να δει την άδεια μπότα, χαλαρώνοντας τη λαβή του λίγο στον λαιμό της, και τότε ήταν που όρμησε πάνω του ο Ντέιμον. Βόγκηξε καθώς εκσφενδονίστηκε στο πλάι, αλλά ο πειρατής έπεσε κάτω με τον Ντέιμον και μια γερή γροθιά τον έριξε αναίσθητο. Κόντεψε να βάλει τα γέλια όταν είδε ότι όντως η μπότα του Θανάτου κάπνιζε. Όμως ο Ντέιμον ήδη τη σήκωνε στα πόδια της. «Σε χτύπησα;» «Όχι». «Σε χτύπησε αυτός;» «Μια γρατζουνιά μόνο». Φυσικά έπρεπε να το δει με τα μάτια του, αλλά μετά την αγκάλιασε σφιχτά. «Την επόμενη φορά μπορείς να κάνεις ό,τι λέω;» «Θα μπορούσα – ίσως», είπε χαμογελώντας. «Αλλά αν δεν υπάρξει επόμενη φορά, τότε δεν θα χρειαστεί να μάθουμε αν θα το κάνω ή όχι». «Καθόλου καλή απάντηση, Τζακ». Γέλασε. «Για μένα ήταν».


Κεφάλαιο 40 Η Τζακ και ο Ντέιμον πήγαν μια βόλτα στο κατάστρωμα μετά το δείπνο να απολαύσουν το ηλιοβασίλεμα. Το πορτοκαλί και το χρυσό που αντανακλούσαν στην ήρεμη θάλασσα ήταν μαγικό θέαμα. Ήταν υπέροχο να βρίσκονται πάνω στο πλοίο τώρα που οι πειρατές ήταν κλειδωμένοι στο αμπάρι. Έκαναν μεγάλη γιορτή τη μέρα που κέρδισαν. Ο Ντέιμον πήγε στους πειρατές ακόμα και ρούμι. Αλλά μετά ο άνεμος έπεσε εκείνη τη νύχτα και κανείς δεν χάρηκε γι’ αυτό – εκτός από την Τζάκλιν. Και έξι μέρες αργότερα ακόμη απολάμβανε τη νηνεμία γιατί της έδινε περισσότερο χρόνο με τον Ντέιμον. Και αν ο αδελφός της σταματούσε να είναι τόσο ενοχλητικός και κοιμόταν αλλού… «Ξέρω ότι όλοι οι ναυτικοί μισούν την ήρεμη θάλασσα και νόμιζα ότι γι’ αυτό ήσουν τόσο εκνευρισμένος, αλλά… ο αδελφός μου φταίει μήπως;» είπε. Ο Ντέιμον της έριξε ένα ξινισμένο βλέμμα. «Λίγο και τα δύο». Την οδήγησε στη σκάλα του άνω καταστρώματος, μια και κανένας από τους δύο δεν βιαζόταν να επιστρέψει στην καμπίνα, όπου ο Τζέρεμι και ο Πέρσι έπαιζαν σκάκι. Όταν θα τελείωνε η παρτίδα, ο Πέρσι θα έφευγε, ο Τζέρεμι όχι. Είχε έρθει στην καμπίνα με ένα πτυσσόμενο κρεβάτι αφότου είχαν κλείσει τους πειρατές στο αμπάρι και είχε προειδοποιήσει τον Ντέιμον ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να μην τον σπάσει στο ξύλο επειδή μαγάρισε την αδελφή του. Η Τζακ δεν μπόρεσε να πει τη γνώμη της – δηλαδή την είπε αργότερα, όταν έμεινε μόνη με τον Τζέρεμι, αλλά τίποτε από όσα του είπε δεν τον έκανε να αλλάξει γνώμη για τη διευθέτηση του ύπνου. Κάθισε στο σκαλοπάτι κάτω από τον Ντέιμον, κουρνιασμένη ανάμεσα στα πόδια του, χρησιμοποιώντας τον σαν όμορφο προσκέφαλο, καθώς ατένιζε τα πανιά που ήταν ακόμα ξεφούσκωτα. Τα χέρια του τη χάιδευαν απαλά στον λαιμό, τα δάχτυλά του έκαναν μικρούς κύκλους πίσω από τα αφτιά της. Θα εκνευριζόταν πάλι! «Ήμαστε τόσο κοντά στα νησιά», αναστέναξε ο Ντέιμον. «Και τώρα αυτό». Τέντωσε τα πόδια μπροστά της και σταύρωσε τους αστραγάλους, προσπαθώντας να αγνοήσει τα χάδια του, πράγμα σχεδόν αδύνατο, οπότε για να ξεχαστούν είπε: «Και λοιπόν; Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχούμε μέχρι να μας τελειώσουν τα φρούτα. Τα τρόφιμα δεν λιγοστεύουν, οπότε δεν κινδυνεύουμε να πάθουμε σκορβούτο και οι άντρες σου ψαρεύουν κιόλας, αν και θα προτιμούσα


να μην το κάνουν», πρόσθεσε μουρμουρίζοντας. «Αν η νηνεμία δεν επικρατεί σε όλες τις θάλασσες, ο πατέρας σου θα ξεφορτωθεί τον Λακρός χωρίς εμένα και…» «Περίμενε, τι;» Γύρισε να τον κοιτάξει, αλλά θυμήθηκε ότι την πρώτη νύχτα της νηνεμίας τους είχε ρωτήσει προς τα πού κατευθυνόταν ο Τζέιμς. Ο Τζέρεμι, που εξακολουθούσε να μην τον βλέπει σαν σύμμαχο, είχε καυχηθεί: «Ακριβώς εκεί που περίμενες πως δεν θα πάει». Αλλά δεν είχε προσέξει ότι ο Ντέιμον πίστευε πως ο Τζέιμς ήταν πιο μπροστά τους επειδή είχε φύγει από το Λονδίνο δύο μέρες νωρίτερα από εκείνον. Δεν γέλασε με αυτό που τον ανησυχούσε τόσο πολύ, αλλά παραδέχτηκε: «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο δύσκολο ήταν να μη χαρούμε για την αποτυχία σου σε αυτή τη δεύτερη αποστολή, επειδή ο πατέρας είχε ξεκινήσει πριν από σένα. Αλλά αυτό ήταν πριν μάθουμε ότι ήθελες τη βοήθειά του. Ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί δεν του είπες την αλήθεια όταν ήμαστε στο Λονδίνο, πριν από την πρώτη αποστολή σου». «Το σκέφτηκα, αλλά ήθελα να το κάνω με τους δικούς μου όρους, γι’ αυτό και προσπάθησα να πιάσω αυτόν αντί για σένα, όχι για να τον δώσω στον Λακρός, αλλά για να τον κάνω να με ακούσει και να τον πείσω να φροντίσει τον Λακρός με τη δική μου βοήθεια». «Αυτό δεν είναι τρόπος για να πάρεις τον πατέρα μου με το μέρος σου», αναστέναξε. «Υπάρχει τρόπος;» Ρουθούνισε. «Εννοούσα μια πραγματικά πολιτισμένη συζήτηση». «Για λόγους που προτιμώ να μην αναφέρω, δεν συμπαθώ τον πατέρα σου. Φοβόμουν ότι έτσι δεν θα κατάφερνα να τον πείσω να ακούσει την πλευρά μου και πολλά πράγματα θα μπορούσαν να πάνε στραβά γι’ αυτόν τον λόγο». «Δεν νομίζεις πως ήρθε η ώρα να μου το εξηγήσεις αυτό;» Όταν δεν απάντησε, εκείνη πλατάγισε τη γλώσσα της. «Αυτό που δεν ξέρεις είναι ότι τούτη τη φορά ξεκίνησε οπλισμένος με κανόνια, οπότε μάλλον τον προσπέρασες την πρώτη εβδομάδα που φύγαμε από το Λονδίνο». «Αλήθεια;» Φάνηκε να ανακουφίζεται μέχρι που πρόσθεσε: «Και πάλι όμως δεν θα ξέρει πού να μας βρει». Η Τζακ χαμογέλασε. «Όμως ξέρουμε πού να τον βρούμε εμείς. Μπορούμε να τον περιμένουμε στο Σεντ Κιτς, όπου θα συναντηθεί με τον θείο μου Ντρου ή στην Ανγκουίλα». «Στην Ανγκουίλα; Γιατί στο καλό να πάει εκεί;» Ο τόνος της φωνής του είχε


μια ασυνήθιστη ένταση. Προφανώς δεν τον είχε ακόμα καθησυχάσει αρκετά. «Γιατί υπέθεσε ότι πίσω από αυτό κρυβόταν ο Πιερ. Έμοιαζε ο πιο πιθανός ένοχος, αλλά ο πατέρας ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν ήταν ακόμα στη φυλακή. Ωστόσο ο θείος μου, ο Ντρου Άντερσον, είχε πολύ χρόνο να το μάθει, οπότε ο πατέρας μου θα θέλει να μιλήσει μαζί του πρώτα. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να ανησυχείς ότι θα χάσεις μια μεγάλη μάχη, αν αυτό σε απασχολεί. Θα φτάσουμε εκεί πρώτοι και θα μπορέσουμε να πούμε στον Ντρου τι συνέβη. Και καλύτερα να τον αφήσεις πρώτα να προειδοποιήσει τον πατέρα μου ή να το κάνει ο αδελφός μου, ώστε να μην προσπαθήσει να σε σκοτώσει τη στιγμή που θα σε δει». «Όχι ο αδελφός σου. Ακόμα θέλει να μου κόψει τον λαιμό που σε μαγάρισα». Η Τζακ ανοιγόκλεισε τα μάτια, γέρνοντας στο στήθος του και χρησιμοποιώντας τα τεντωμένα πόδια του σαν μπράτσα πολυθρόνας. «Εγώ ζήτησα αυτό το μαγάρισμα. Εσύ ήσουν απλώς ένας αθώος θεατής». «Οι άντρες της οικογένειάς σου δεν θα το δουν έτσι – εκτός κι αν παντρευτούμε. Ως δυνατότερος, ξέρεις πολύ καλά ότι θα μπορούσα να σε είχα σταματήσει», της απάντησε. Χασκογέλασε στην επιλογή των λέξεων, χαρούμενη που μπορούσαν να αστειεύονται γι’ αυτό. «Είναι χαζομάρα να νιώθεις ένοχος –αν νιώθεις ένοχος– γιατί δεν μαγαρίστηκα ούτε στο ελάχιστο. Γι’ αυτό μην ανησυχείς, δεν θα χρειαστεί να κάνεις την υπέρτατη θυσία. Ποτέ δεν είχα σκοπό να γίνω παρθένα νύφη ή μήπως πιστεύεις ότι θα δεσμευόμουν για μια ζωή με κάποιον χωρίς να βεβαιωθώ ότι ταιριάζουμε σε όλους τους τομείς;» «Αυτό ακούγεται σαν κάτι που θα έλεγε μια “μαγαρισμένη” κυρία… μετά το κακό». Ξέσπασε σε γέλια. «Τι ευγενικός τρόπος να με πεις ψεύτρα. Εγώ όμως δεν είμαι συνηθισμένη κυρία, Ντέιμον, και είμαι σίγουρη ότι συμφωνείς με αυτό». «Πράγματι, μια όμορφη θύελλα, εξοργιστικά θαρραλέα και ισχυρογνώμων, επικίνδυνα τολμηρή, σκόπιμα…» «Καλά!» τον διέκοψε. «Είμαι τρελοκόριτσο λοιπόν. Αλλά ξέρω ότι ο έρωτας οδηγεί τους ανθρώπους να κάνουν τρέλες και να αγνοούν τη λογική. Δεν σκοπεύω να αφήσω να μου συμβεί κάτι τέτοιο, γιατί ο έρωτας δεν παίζει κανέναν ρόλο αν ο άντρας δεν είναι καλός εραστής, δεν έχει χιούμορ και εκτός κρεβατιού και είναι ένας σεμνότυφος που θέλει να κάνει έρωτα φορώντας τα ρούχα του. Η κρεβατοκάμαρα είναι μεγάλο κομμάτι του γάμου και αρνούμαι να συμβιβαστώ με τα μισά καλά». «Ωστόσο, μια διάλυση του γάμου μπορεί να διορθώσει το κομμάτι του


δυσάρεστου κρεβατιού, αν συμβαίνει κάτι τέτοιο». «Όχι στην οικογένειά μου! Πρώτα σιγουρευόμαστε και μετά ζούμε ευτυχισμένες». «Άρα… δεν θα παντρευτούμε;» Ανακάθισε και γύρισε σμίγοντας τα φρύδια. «Αυτό το αστείο δεν είναι πια αστείο, γι’ αυτό σταμάτα. Ακόμα θέλω το ερωτικό κομμάτι της εξίσωσης, το οποίο εσύ κι εγώ δεν έχουμε, γι’ αυτό μην προσπαθείς να μετατρέψεις τις γελοίες ενοχές που νιώθεις σε κάτι που δεν είναι». «Με θες». Πετάρισε τα μάτια στη θύμηση. «Τι σχέση έχει αυτό με όλα τα άλλα; Με ελκύεις περισσότερο από όσο θα ’πρεπε και αυτός είναι ο λόγος που περάσαμε τόσο καλά στο κρεβάτι. Είχε πλάκα και θα το διασκεδάζαμε περισσότερο αν ο αδελφός μου δεν είχε στρατοπεδεύσει στο δωμάτιό σου. Είμαι η πρώτη που θα παραδεχτώ πόσο εκνευριστικό είναι αυτό γιατί ναι, σε θέλω ξανά πριν μας τελειώσει ο χρόνος. Όλα αυτά όμως δεν εξαλείφουν όσα έγιναν πριν από τη συμμαχία, Ντέιμον. Πλήγωσες την οικογένειά μου και ήθελα να σε σκοτώσω γι’ αυτό, για όνομα του Θεού! Αυτό δεν ξεχνιέται έτσι απλά…» Τη φίλησε δυνατά για να της κλείσει το στόμα. Εκείνη σηκώθηκε για να ανταποδώσει το φιλί του ακόμα πιο δυνατά, σχεδόν ξαπλώνοντάς τον στο κατάστρωμα. Έξι μέρες αποχής, όταν τον ήθελε τόσο πολύ… Σηκώθηκε και την πήρε αγκαλιά. Η Τζακ λάτρευε να είναι στην αγκαλιά του, πάνω στο στήθος του, με το χέρι της γύρω από τον λαιμό του. Δεν μπόρεσε να αντισταθεί και τον φίλησε ξανά, παρόλο που θα μπορούσε να τους δει όποιος έβγαινε από την καμπίνα του. Ευχόταν να την πήγαινε κάπου που θα μπορούσαν να κάνουν πολύ περισσότερα, αλλά και οι δύο ήξεραν πως ο Τζέρεμι θα τους έβρισκε γρήγορα, ποτέ δεν τους άφηνε μόνους για πολλή ώρα. Όμως ο Ντέιμον απομακρύνθηκε γρήγορα από το φως του φαναριού στη σκιερή πλευρά της καμπίνας, στο πίσω μέρος του πλοίου. Προς το παρόν κανείς δεν μπορούσε να τους δει εκεί, αλλά έπρεπε να κάνουν απόλυτη ησυχία με τον Τζέρεμι στην άλλη πλευρά του τοίχου. Και τότε, όταν ο Ντέιμον την άφησε κάτω, έπαψε να τη νοιάζει αν θα τους έβλεπε κανείς γιατί άρχισε να τη φιλά και σύντομα της ψιθύρισε: «Ξέρω ότι γνωρίζεις τα κατατόπια ενός πλοίου. Σε είδα να παίρνεις το τιμόνι, να σκαρφαλώνεις στο κατάρτι. Οπότε νομίζω πως θα το απολαύσεις αυτό». Τη γύρισε από την άλλη και της είπε: «Ετοιμάσου, Τζακ». Έβαλε τα χέρια της στον τοίχο δίχως να ρωτήσει γιατί, αλλά έβγαλε ένα πνιχτό ξεφωνητό όταν τον ένιωσε να της σηκώνει τη φούστα και να της κατεβάζει το


εσώρουχο. Αλλά κράτησε την ανάσα της όταν άρχισε να τη φιλά στα σημεία που είχε ξεγυμνώσει, καθώς και στα οπίσθιά της. Κοίταξε πάνω από τον ώμο της και τον είδε να γονατίζει και το στόμα του να κινείται πάνω στην τρυφερή σάρκα της. Και δεν σταμάτησε να τη φιλά και να τη χαϊδεύει με το ένα χέρι όταν έφερε το άλλο ανάμεσα στα πόδια της και γλίστρησε το δάχτυλό του μέσα της. Κουνώντας το αργά και μετά πιο γρήγορα, την έκανε να τρελαθεί. Κράτησε την ανάσα της όταν το κορμί της άρχισε να σπαρταρά και να πλημμυρίζει με υπέροχες αισθήσεις. Αυτό ήθελε, αυτό χρειαζόταν τόσο καιρό! Έβαλε το χέρι στο στόμα της για να συγκρατήσει την κραυγή της ηδονής. Ο Ντέιμον τη χτύπησε στον πισινό και σηκώθηκε για να ψιθυρίσει στο αφτί της: «Είχα δίκιο». Ω Θεέ, ναι, είχε. Η Τζακ γύρισε, τον αγκάλιασε και πήρε ένα καυτό φιλί πριν ακούσουν την πόρτα της καμπίνας να ανοίγει και τον Τζέρεμι να τη φωνάζει. Ο Ντέιμον τη βοήθησε βιαστικά να στρώσει τα ρούχα της και την οδήγησε στο σημείο όπου μπορούσε να τους δει ο Τζέρεμι στο φως του φαναριού, δίπλα στην πόρτα της καμπίνας. «Νομίσαμε πως ακούσαμε φάλαινα και προσπαθήσαμε να τη δούμε», είπε στον αδελφό της. Είχε έρθει στην κορυφή της σκάλας έξω από την καμπίνα και της έριξε ένα δύσπιστο βλέμμα μουρμουρίζοντας: «Όχι αγγίγματα και μείνετε μακριά από τις σκιές». Ύστερα μπήκε πάλι στην καμπίνα. Η Τζάκλιν γρύλισε χαμηλόφωνα. Ο αδελφός της καταλάβαινε τα πάντα και ο συγχρονισμός του ήταν απίστευτος. Κάθε φορά που έβρισκαν με τον Ντέιμον ένα απόμερο σημείο, ο Τζέρεμι είτε εμφανιζόταν είτε τη φώναζε και την έψαχνε μέχρι να τη βρει. Είχε σκαρφαλώσει ακόμα και στο παρατηρητήριο τη βραδιά που το είχαν σκάσει με τον Ντέιμον από την καμπίνα, πιστεύοντας πως ο Τζέρεμι κοιμόταν ενώ ήταν ξύπνιος. Λίγο ντροπιαστικός ο τρόπος με τον οποίο χρειάστηκε βιαστικά να στρώσει τα ρούχα της πριν ο αδελφός της σκάσει μύτη. Αλλά συνήθως δεν τους άφηνε ποτέ μόνους. Ήταν ο χειρότερος κηδεμόνας που θα μπορούσε να έχει. Αλλά απόψε είχαν καταφέρει να ξεκλέψουν μερικές στιγμές μόνοι τους. Απλώς δεν ήταν αρκετές! Ο Ντέιμον χασκογελούσε σιγανά δίπλα της. «Αρχίζω να μετανιώνω που του έδωσα την ελευθερία του». «Ήταν σοφή απόφαση και είχε καλή έκβαση», του θύμισε. «Παρόλο που τώρα είναι άκρως εκνευριστικός». «Ναι, ήταν ο ιδανικός για να τη γλιτώσουμε μόνο με μερικές μελανιές αντί με αιματοχυσία». Και τότε της έπιασε το χέρι και το έφερε στα χείλη του πριν της


ζητήσει συγγνώμη για την αναφορά του στον γάμο λέγοντας: «Ακόμα σε γνωρίζω, Τζακ. Σου κάνω μερικά πειράγματα που απολαμβάνεις και κάποια που προφανώς όχι. Μπορούμε να συνεχίσουμε την όμορφη βραδιά τώρα που λάμπουν τα αστέρια;». Κατευνασμένη, χαμογέλασε και άγγιξε το πρόσωπό του. «Σε ευχαριστώ γι’ αυτό που έκανες για μένα. Εύχομαι να μπορούσαμε να διασκεδάζουμε περισσότερο μαζί». Ο ουρανός ήταν πανέμορφος, μαύρος και γεμάτος λαμπερά αστέρια – και ανέφελος. Ένα και μόνο σύννεφο θα μπορούσε να φέρει τον πολυπόθητο αέρα, αλλά η νηνεμία συνεχιζόταν αδιάκοπη. «Θα μπορούσα να δεχτώ το ξύλο που πρότεινε ο αδελφός σου», είπε. «Μην τολμήσεις. Αυτό δεν θα τον κάνει να φύγει από την καμπίνα». Της έπιασε το χέρι. «Ακόμα μια βόλτα στο κατάστρωμα πριν…» Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση του. Ο τρομακτικός κρότος κανονιών που ακούστηκε τους έκανε να τρέξουν στην πρύμνη. Όμως δεν τους έριχναν. Ήταν απλώς μια προειδοποιητική κανονιά για να τραβήξουν την προσοχή τους. Η Τζακ είδε δεκάδες βάρκες να έρχονται προς το μέρος τους. Και θα τις είχαν δει αν δεν έψαχναν φάλαινες στη θάλασσα! «Απ’ ό,τι φαίνεται θα έχουμε επίσκεψη του πατέρα μου», είπε χαμογελώντας χαιρέκακα ο Τζέρεμι πίσω τους. «Ξέχασες να μου πεις ότι ο στόλος του είναι γεμάτος κανόνια», τον κατηγόρησε ο Ντέιμον. «Τα πλοία των Άντερσον και μερικά ακόμα που αγόρασε ο πατέρας μου. Δεν έχει σκοπό να αφήσει τον Λακρός να ξεφύγει από τη δικαιοσύνη αυτή τη φορά. Αλλά τι διαφορά κάνει που δεν σου το είπαμε, αφού μόνο να μιλήσεις θες μαζί του;» «Έχει δίκιο, Ντέιμον», είπε η Τζακ. «Το ότι ο πατέρας έρχεται με περισσότερη βοήθεια θα έπρεπε να σε ευχαριστεί». «Καταφθάνει με ολόκληρο στρατό, που σημαίνει μόνο ένα πράμα. Σκοπεύει να καταλάβει το πλοίο μου. Τότε δεν θα έχει κανένα κίνητρο να μιλήσει μαζί μου». Είχε δίκιο – εκτός κι αν ο Ντέιμον τους έβαζε πάλι το πιστόλι στον κρόταφο. Όμως δεν θα το έκανε αυτό. Ήταν σίγουρος, τους εμπιστευόταν πως θα εμπόδιζαν τον πατέρα τους να τον σκοτώσει. Η Τζακ δάγκωσε το χείλος της. Αυτό δεν ήταν και το καλύτερο σχέδιο αν σκεφτόταν ότι ο Τζέρεμι ακόνιζε τα μαχαίρια του.


Κεφάλαιο 41 Ο Τζέιμς στεκόταν στο κυρίως κατάστρωμα του πλοίου του Ντέιμον, όχι μακριά από την ανεμόσκαλα από την οποία είχε ανέβει. Οι άντρες του έψαχναν το υπόλοιπο πλοίο και του είχαν ήδη πει ότι στο αμπάρι υπήρχαν αιχμάλωτοι που έμοιαζαν με πειρατές. Η Τζάκλιν βρισκόταν δίπλα του από τη στιγμή που ανέβηκε στο πλοίο και χαιρόταν πολύ που τον έβλεπε! Τον αγκάλιασε ξανά και είπε: «Ταξιδέψαμε ως λαθρεπιβάτες». «Τίποτα τέτοιο δεν κάναμε», διόρθωσε ο Τζέρεμι. Ο Τζέιμς έσκυψε και τη φίλησε στο κεφάλι και γράπωσε τον ώμο του Τζέρεμι. «Με εσάς τους δυο θα τα πούμε αργότερα», είπε. «Με ποιον από τους δυο σας πρέπει να μιλήσω;» Κοιτούσε τον Ντέιμον και τον Μόρτιμερ, τους δύο ψηλότερους, καλύτερα ντυμένους άντρες ανάμεσα στους ναύτες που είχαν παραταχθεί σε σειρά πάνω στο κατάστρωμα. Παρόλο που ο πατέρας της ήταν επιβλητική φιγούρα με την αγαπημένη φορεσιά του –μαλακό λευκό πουκάμισο ανοιχτό στον λαιμό, ψηλές μπότες και μαύρο παντελόνι–, δεν έμοιαζε θυμωμένος. Ίσως είχε ενοχληθεί λίγο γιατί είχε έρθει έτοιμος για μάχη, αλλά αυτό δεν έγινε επειδή ο Ντέιμον είχε διατάξει τον Μόρτιμερ να σηκώσει λευκή σημαία και είχε αφήσει τους άντρες του να ανέβουν στο πλοίο δίχως αντίσταση. «Με εμένα», απάντησε κι έκανε ένα βήμα μπροστά. Ο Τζέιμς τον πλησίασε αργά και τίποτα στο ύφος του δεν προμήνυε ότι ο Ντέιμον θα έτρωγε μια δυνατή γροθιά στο στομάχι. Μόλις ο Ντέιμον διπλώθηκε στα δύο, ο Τζέιμς εύκολα του έριξε και μια δεύτερη στο σαγόνι. Συνέβη αστραπιαία. Η Τζάκλιν ούρλιαξε: «Πατέρα, σταμάτα!». Και ο Μόρτιμερ στο πρώτο χτύπημα γρύλισε «Διάολε» και πήγε να παρέμβει, αλλά ξαφνικά πέντε άντρες του Τζέιμς τον τράβηξαν πίσω στη γραμμή, ενώ ο Τζέιμς δεν του έριξε ούτε ματιά. Η Τζάκλιν έτρεξε και γονάτισε δίπλα στο κεφάλι του Ντέιμον, κατηγορώντας τον πατέρα της: «Του έσπασες το σαγόνι, τώρα δεν θα μπορέσει να σου μιλήσει!». «Μόλις κάναμε μια υπέροχη κουβέντα», απάντησε ο Τζέιμς. «Όταν συνέλθει, θα την ξανακάνουμε». Του γρύλισε θυμωμένη, αλλά το χέρι της ήταν πολύ απαλό όταν χτύπησε το


μάγουλο του Ντέιμον για να τον ξυπνήσει. Ο Τζέιμς συνοφρυώθηκε έτσι που την κοιτούσε και απαίτησε: «Είναι ή δεν είναι αυτός ο πειρατής που αποκαλούσες Μπάσταρδο;». «Είναι», απάντησε στη θέση της ο Τζέρεμι και μετά παραδέχτηκε: «Αλλά συνάψαμε συμμαχία μαζί του». «Κάτι κατάλαβα την ώρα που είδα εσένα και τον αδελφό σου στο κατάστρωμα χωρίς φρουρούς», απάντησε ο Τζέιμς. «Αυτός είναι και ο μόνος λόγος που ακόμη αναπνέει». «Δεν λέω πως δεν του άξιζε, αλλά νόμιζα πως θα τον άκουγες πρώτα». «Για ποιο λόγο; Υπήρχε αυτόπτης μάρτυρας στην απαγωγή σου», είπε ο Τζέιμς. «Με ενημέρωσε για όλα ο Τόνι που ήρθε να με βρει». Και τότε είδε να πλησιάζει ο Πέρσι και πρόσθεσε: «Χαίρομαι που βλέπω ότι αντιμετώπισες όμορφα αυτή την περιπέτεια, Άλντεν». «Ω πράγματι, λόρδε Μάλορι, αν και τώρα εκτιμώ πολύ περισσότερο τον βαλέ μου. Θα του δώσω αύξηση όταν επιστρέψω». «Όταν επιστρέψεις, ευχαρίστησε τη μητέρα σου και τον οδηγό σου εκ μέρους μου. Ενημέρωσαν την οικογένειά μου για το τι συνέβη στις αποβάθρες του Λονδίνου». Ο Τζέρεμι πήρε τον πατέρα του παράμερα για να του εξιστορήσει τα πάντα, τελειώνοντας με: «Ναι, ήταν πολύ ανόητο εκ μέρους μας να πιστέψουμε ότι μπορούσαμε να τον πιάσουμε. Αλλά ήταν πρόθυμος να παραχωρήσει το πάνω χέρι μόνο και μόνο για να προστατέψει την Τζακ από τους άντρες του Λακρός. Και αν έχεις το σημείωμα των λύτρων, τότε ξέρεις…». «Δεν το έχω». «Α αυτό τα εξηγεί όλα», είπε ο Τζέρεμι δείχνοντας τον ακόμη αναίσθητο καπετάνιο. «Το σημείωμα το έγραψε αυτός τούτη τη φορά, ζητώντας μια συνάντηση μαζί σου στο Σεντ Κιτς. Πήρε την Τζακ για να έχει το πλεονέκτημα, γιατί πίστευε ότι δεν θα διέσχιζες τον ωκεανό δίχως κίνητρο. Η ειρωνεία είναι πως θέλει τη βοήθειά σου για να βάλει τον Λακρός πίσω στη φυλακή». «Δεν είναι τρόπος αυτός να ζητά βοήθεια». «Συμφωνώ». «Κι εγώ είχα ήδη σχεδιάσει να τακτοποιήσω τον Πιερ». «Για να είμαστε δίκαιοι, προφανώς δεν το γνώριζε αυτό. Εγκλωβίστηκε με τους άντρες του πειρατή σε αυτό το ταξίδι, οπότε έκανε πως ακολουθούσε τις ίδιες διαταγές, όταν στην πραγματικότητα συνέβαινε το αντίθετο – ή τουλάχιστον έτσι λέει. Δεν είμαι σίγουρος τι να πιστέψω από τη στιγμή που δεν μου είπε ποτέ τους λόγους της εμπλοκής του σε όλο αυτό – αν και νομίζω πως


δεν θα είναι τόσο κρυψίνους μαζί σου. Αλλά τότε οι καταραμένοι πειρατές θέλησαν την Τζακ για τον εαυτό τους κι έκαναν απόπειρες να την πιάσουν. Ο καπετάνιος αντιστεκόταν, αλλά ήξερε πως σχεδίαζαν ανταρσία, οπότε ζήτησε τη βοήθειά μου να τους ξεφορτωθούμε». «Άρα η ανακωχή ήταν προσωρινή;» «Θα διαρκούσε μέχρι να πεις εσύ το αντίθετο». Ο Τζέιμς έγνεψε. «Πάρε την αδελφή σου στο Μέιντεν Τζορτζ. Τελειώσατε και οι δύο με αυτό το πλοίο. Και προσπάθησε να μη δώσεις σημασία στον Τόνι. Ήταν μεγάλος μπελάς αυτή την εβδομάδα». Ο Τζέρεμι χαμογέλασε. «Και αναρωτιόμουν γιατί δεν ήρθε εδώ μαζί σου». «Και τώρα ξέρεις γιατί δεν τον άφησα. Ξέρω ότι απλώς ανησυχεί για την Τζούντι, αλλά το αντιμετωπίζει εκνευρίζοντας εμένα. Ευτυχώς εγώ δεν θα περάσω ποτέ το ίδιο με την Τζακ». «Δεν βλέπω πώς μπορείς να αποφύγεις…» «Με το να μη δώσω την ευχή μου σε κανέναν μνηστήρα, έτσι». Ο Τζέρεμι γέλασε. «Η Τζακ σίγουρα θα έχει αντίρρηση σε αυτό, αλλά τουλάχιστον δεν θα μάθεις μέχρι του χρόνου πόσο μπελάς μπορεί να γίνει». Ύστερα πήγε στην αδελφή του. «Πάμε, Τζακ». Σηκώθηκε, αλλά του θύμισε: «Έχω αποσκευές εδώ που πρέπει να…» Ο Τζέιμς τη διέκοψε: «Πακετάρισες για να σε απαγάγουν;». Πήγε στον πατέρα της. «Όχι βέβαια. Ο Ντέιμον μου προμήθευσε ρούχα και άλλα αντικείμενα. Ήταν προετοιμασμένος. Εμείς πάλι καθόλου. Αλλά τώρα είμαστε σύμμαχοι και…» «Όχι πια». Έμεινε άφωνη. «Ο Τζέρεμι έδωσε τον λόγο του!» «Ότι θα διαρκούσε μέχρι να φτάσω εγώ». «Όχι, ότι θα διαρκούσε μέχρι ο Ντέιμον να σου μιλούσε και μετά να αποφάσιζες. Και όχι με τον τρόπο που ήδη έκανες… ρίχνοντας μπουνιές». «Αυτό είναι ευγνωμοσύνη που σε προστάτευσε από τους πειρατές στο πλοίο του ή κάτι περισσότερο;» είπε ο Τζέιμς. Έριξε στον αδελφό της ένα βλοσυρό βλέμμα και είπε: «Τον μισούσα. Προσπάθησα ακόμα και να τον σκοτώσω. Αλλά αυτό πριν μάθω ότι δεν ήθελε να μας κάνει κακό. Προσπαθούσε απλώς να σε δελεάσει να τον βοηθήσεις να ξεφορτωθεί τον Λακρός. Δεν πίστευε ότι θα το έκανες αν απλώς σου το ζητούσε. Δεν έχεις έστω την περιέργεια να μάθεις γιατί;». «Σε απήγαγε δύο φορές, γλυκιά μου. Όχι, δεν υπάρχει τίποτα που μπορεί να πει για να του το συγχωρέσω αυτό».


Παρά τα γλυκόλογα, ο τόνος του πατέρα της ήταν εντελώς αδιάλλακτος. Ακόμα και η Τζάκλιν ήξερε πως δεν έπρεπε να του πηγαίνει κόντρα όταν ήταν έτσι. Κι ωστόσο είπε: «Τον έχεις γνωρίσει και παλαιότερα». Ο Τζέιμς κοίταξε τον αναίσθητο άντρα. «Αν το έχω κάνει, τότε δεν ήταν κάτι αξιόλογο ώστε να το θυμάμαι». «Για εκείνον ήταν. “Για λόγους που προτιμώ να μην αναφέρω, αντιπαθώ τον πατέρα σου”. Αυτή η δήλωση δείχνει ξεκάθαρα ότι έχετε ξανασυναντηθεί, αλλά δεν είπε πώς σε ξέρει ή από πού ή πότε. Ωστόσο, ό,τι κι αν συνέβη ανάμεσά σας, επηρέασε τις αποφάσεις του σε αυτή τη μεγάλη αλυσίδα γεγονότων. Και ως πιόνι που χρησιμοποιήθηκε για να δελεάσει εσένα, εξακολουθώ να θέλω να μάθω το γιατί, είτε το κάνεις είτε όχι». Προχώρησε προς την κουπαστή, σκαρφάλωσε πάνω της και είπε: «Μην πειράξεις το πρόσωπό του!». Και μετά εξαφανίστηκε στη σκάλα. Ο Τζέιμς έστρεψε την προσοχή του στον Μόρτιμερ. «Ο καπετάνιος σου δεν μου φαίνεται γνωστός, εσύ όμως…»


Κεφάλαιο 42 Ο Ντέιμον ξύπνησε πίσω από κάγκελα. Σηκώθηκε από το πάτωμα που τον είχαν πετάξει. Ήταν ένα μικρό κελί με δύο πάγκους, έναν κουβά και τίποτε άλλο. Δεν υπήρχε χώρος ούτε για να τεντωθεί. Σίγουρα δεν ήταν στο πλοίο του, αλλά κινούνταν. Ο άνεμος που είχε φέρει τον στόλο του Μάλορι στη νηνεμία μάλλον είχε ξεκινήσει πάλι και είχε φουσκώσει τα πανιά. Ή μήπως είχαν περάσει μέρες από τη στιγμή που τα κανόνια είχαν βροντήσει στο πλοίο του; Δεν μπορούσε να ξέρει πόσο καιρό ήταν αναίσθητος, αν και το σαγόνι του πονούσε φριχτά. Δοκιμάζοντας την πόρτα του κελιού για να δει αν ήταν κλειδωμένη, είδε δύο φρουρούς να φυλούν την είσοδο του μικρού διαδρόμου έξω από το κελί. «Τι συμβαίνει; Απαιτώ να αφεθώ ελεύθερος!» φώναξε. «Πρέπει να μου φέρετε τον λόρδο Μάλορι!» Κανένας από τους φρουρούς δεν του απάντησε ούτε και έφερε τον Μάλορι, παρόλο που γκρίνιαζε πολλή ώρα. Στην πραγματικότητα, είχε ξαφνιαστεί που ο άντρας δεν ήταν εκεί να απαιτήσει απαντήσεις, αλλά με τόση ησυχία, θεώρησε ότι ήταν αργά τη νύχτα. Ώρες πέρασαν και οι μόνοι ήχοι που άκουσε ήταν τα τριξίματα του κύτους και ο περιστασιακός βήχας ενός φρουρού. Δεν ήταν κουρασμένος, αλλά λύγισε τα γόνατά του για να ξαπλώσει σε έναν από τους πάγκους και μάλλον τον πήρε ο ύπνος. Μέταλλο που κοπανούσε στη σιδερένια μπάρα τον ξύπνησε και πετάχτηκε όρθιος, όταν είδε ποιος έκανε τον σαματά με ένα στιλέτο. «Πού είναι ο αρχιναύτης μου;» απαίτησε να μάθει ο Ντέιμον. «Αυτή είναι η πρώτη ερώτηση; Αλήθεια;» ρώτησε ο Τζέιμς, αλλά μετά απάντησε: «Ο κύριος Μπάουερ είναι ακόμα στο πλοίο σου. Καθόλου συνεργάσιμος τύπος, δεν μπόρεσα να του πάρω λέξη. Έμαθα το όνομά του από έναν από τους ναύτες σου. Τουλάχιστον αυτοί ήταν συνεργάσιμοι, αν και δεν είχαν τίποτα σημαντικό να πουν». «Τον πείραξες;» «Όχι, δεν είδα τον λόγο… έχω εσένα. Ωστόσο του άφησα τον έλεγχο του πλοίου με την απαίτηση να μας ακολουθήσει. Πολύ έξυπνος τύπος. Μου ξέφυγε μία φορά τότε που μπήκε στο πλοίο μου σαν λαθρεπιβάτης στο ταξίδι για το Μπρίτζπορτ. Αν αδράξει την ευκαιρία να το σκάσει τώρα, δεν θα τον σταματήσω». «Δεν θα το σκάσει. Τώρα μου λες γιατί έχεις βάλει φρουρούς αφού η πόρτα


είναι κλειδωμένη; Δεν πιστεύω να νομίζεις ότι είμαι τόσο δυνατός ώστε να λυγίσω τα σίδερα;» Ο Τζέιμς σήκωσε το φρύδι και είπε: «Όχι, αλλά το μόνο που ακούω τόση ώρα είναι ερωτήσεις που δεν έχουν σχέση με εσένα. Μήπως φοβάσαι να ρωτήσεις τι τύχη σε περιμένει;». «Γιατί να ρωτήσω κάτι που ήδη ξέρω; Τα παιδιά σου και ο φίλος τους με διαβεβαίωσαν ότι αυτή θα ήταν μια συνάντηση από την οποία δεν θα έβγαινα ζωντανός». «Κι ωστόσο θέλησες να την κάνεις». «Για να είμαι ειλικρινής, περίμενα ότι θα είχα πλεονέκτημα για να συζητήσω το θέμα μαζί σου, αλλά αντίθετα τα βρήκα με τα παιδιά σου». «Θυσιάζοντας το πλεονέκτημά σου. Κρίμα… για σένα. Αλλά μια δίκαιη απάντηση αξίζει και μια δεύτερη. Οι φρουροί δεν ήταν για σένα, ήταν για να κρατήσουν την κόρη μου μακριά σου φυσικά. Όπως εσύ, έτσι κι εκείνη μοιάζει να πιστεύει ότι η ανακωχή σάς έχει κάνει φίλους και λόγω αυτού δεν θέλει να πάθεις κακό ακόμα. Αλλά από τη στιγμή που δεν θα σε ξαναδεί, δεν θα ξέρει αν έπαθες κακό. Βγες από κει». Ένας από τους φρουρούς ήρθε να ανοίξει την πόρτα. «Αυτό μου θυμίζει πολύ τη φορά που έβαλα τον εξ αγχιστείας ανιψιό μου σε αυτό το κελί». «Φυλάκισες συγγενή σου;» «Δεν ήταν συγγενής ακόμα. Κατηγορήθηκε για κλοπή κοσμημάτων, αδίκως από ό,τι αποδείχτηκε. Εσύ κατηγορείσαι για την απαγωγή των παιδιών μου, το οποίο αποδείχτηκε πέραν πάσης αμφιβολίας». «Υπήρχε λόγος». «Ναι, και μπορεί να σου δοθεί η ευκαιρία να μου τον πεις». Στράφηκε στους φρουρούς: «Φέρτε τον στο ρινγκ μου». Έχοντας δει σε δράση τους αδελφούς Μάλορι στο Λονδίνο, ο Ντέιμον μάντευε τι σήμαινε αυτό, όμως τώρα βρίσκονταν πάνω σε πλοίο. Αλλά μετά από μια μικρή βόλτα, να, εκεί ήταν, όντως πάνω στο πλοίο, ένα ρινγκ στο κέντρο του αμπαριού. «Το μέρος όπου ξεδίνω», είπε ο Τζέιμς δείχνοντας το ρινγκ και χαμογελώντας συνέχισε, «και το μέρος όπου φέρνω τον αδελφό μου καθημερινά». «Τόσο πολύ μισείς τον αδελφό σου;» Σηκώνοντας τα σκοινιά για να μπει μέσα στο ρινγκ, ο Τζέιμς είπε ξερά: «Μη λες ανοησίες. Και μη διστάζεις», πρόσθεσε κάνοντας νόημα στον Ντέιμον να πλησιάσει. «Νομίζω πως θα προτιμήσεις αυτό από τις πολλές άλλες επιλογές που έχω στο μυαλό μου».


Ο Ντέιμον μπήκε στο ρινγκ, αλλά τον προειδοποίησε: «Δεν θα παλέψω μαζί σου». «Και βέβαια θα το κάνεις. Θες κάτι από μένα. Και αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να το πάρεις». Ο Ντέιμον γλίτωσε το πρώτο χτύπημα παρά τρίχα και γρήγορα είπε: «Ξέρω ότι περιμένεις πως θα κερδίσεις αυτόν τον αγώνα, και μάλλον θα το κάνεις, αλλά τι θα γίνει αν δεν;». «Μην είσαι τόσο καχύποπτος, πιστολά. Η αλήθεια είναι πως θα εκπλαγώ ευχάριστα». «Αλλά παρ’ όλ’ αυτά θα με σκοτώσεις;» Ο Τζέιμς σήκωσε τους ώμους. «Δεν βλέπω κανένα καλό χαρτί στο τραπέζι ακόμα. Ίσως πρέπει να ρίξεις μερικά, καπετάνιε. Πήγες με τον Λακρός, γιατί;» Ο Ντέιμον έσκυψε να αποφύγει το επόμενο χτύπημα, στριφογύρισε και σηκώθηκε σχεδόν πίσω από την πλάτη του Τζέιμς. Τον χτύπησε με μια μπουνιά στα πλευρά, όμως ο άντρας ήταν σαν σίδερο και το χέρι του τινάχτηκε για να ανταποδώσει το χτύπημα, εκσφενδονίζοντας τον Ντέιμον στη γωνία. Διάολε, δεν θα τον νικούσε αν δεν τον τραυμάτιζε. Ο Ντέιμον πετάχτηκε πάλι όρθιος, αποφασισμένος τώρα να αποφεύγει κάθε χτύπημα του Μάλορι και είπε: «Δεν το έκανα από επιλογή. Ο πατέρας μου βυθίστηκε στα χρέη για να με στείλει στην Αγγλία να τελειώσω τις σπουδές μου. Για διάφορους λόγους, δεν κατάφερε να τα αποπληρώσει. Όταν επέστρεψα, ανακάλυψα ότι δεν είχε μείνει τίποτα, το σπίτι μας είχε πουληθεί, το εμπορικό πλοίο μας είχε επίσης πουληθεί. Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό, οπότε τον έβαλαν και φυλακή. Όταν τον βρήκα, προσπάθησα να αποπληρώσω τα υπόλοιπα χρέη του για να τον βγάλω, αλλά ο διευθυντής, ο Πήτερ Μπένετ, αρνήθηκε να πάρει τα λεφτά μου, αντιθέτως ήθελε κάτι άλλο». «Άσε να μαντέψω, ο πατέρας σου είναι στην ίδια φυλακή με τον Λακρός;» «Ναι, στην Ανγκουίλα». «Οι γραφειοκράτες δεν αρνούνται συνήθως τα χρήματα που τους έρχονται ουρανοκατέβατα». «Οι φιλόδοξοι το κάνουν. Ο Μπένετ εποφθαλμιούσε τη θέση του κυβερνήτη στο Σεντ Κιτς, που έχει δικαιοδοσία και στα κοντινά νησιά της Ανγκουίλα και του Νέβις. Για να βάλει το όνομά του στη λίστα των υποψηφίων και να αντικαταστήσει τον τωρινό κυβερνήτη, πρέπει να καθαρίσει το μητρώο του, καθώς και να πετύχει όσα δεν κατάφεραν οι προηγούμενοι κυβερνήτες του Σεντ Κιτς». «Δηλαδή;»


«Να βγάλει μερικά εντάλματα για άντρες που δεν πιάστηκαν ποτέ ή θεωρήθηκαν νεκροί. Πρέπει επίσης να καθαρίσει τον λεκέ από το δικό του μητρώο – την απόδραση του Λακρός. Θέλει τον Λακρός πίσω στη φυλακή του – ή απόδειξη ότι είναι νεκρός. Το έχει πάρει πολύ στα σοβαρά αυτό. Δεν με άφησε καν να δω τον πατέρα μου όσο ήμουν εκεί και δεν θα το κάνει μέχρι να πάρει αυτό που θέλει». «Σε έστειλε στον θάνατό σου», μάντεψε ο Τζέιμς. «Όχι, μου έδωσε το πλοίο του για αυτόν τον σκοπό. Δεν θα το έκανε αν δεν περίμενε ότι θα του το επιστρέψω μαζί και τον Λακρός. Πρέπει να ολοκληρώσω την αποστολή μέχρι το τέλος του χρόνου». «Πώς βρήκες τον Λακρός;» Ο Ντέιμον απέφυγε ξυστά το επόμενο χτύπημα. Ο Μάλορι προσπαθούσε να τον στριμώξει στη γωνία των σκοινιών, επειδή μάλλον είχε βαρεθεί τις υπεκφυγές του. Αν ήθελε να χορέψει γύρω του, αυτό έπρεπε να γίνει στο κέντρο του ρινγκ! «Πριν φύγω από την Ανγκουίλα, ένας από τους άντρες σε αυτά τα εντάλματα έπεσε στα χέρια μου τυχαία, τότε που προσλάμβανα πλήρωμα. Μάλλον νόμιζε ότι είχαν περάσει αρκετά χρόνια και δεν τον αναζητούσαν πλέον ή ήταν πολύ βλάκας για να ξέρει ότι δεν έπρεπε να χρησιμοποιεί το πραγματικό του όνομα. Απορρίπτοντάς τον δύο φορές μέσα σε μια εβδομάδα, παραπονέθηκε ότι ακόμα και ο Λακρός δεν τον ήθελε, έτσι τον κέρασα μερικά ποτά και μου είπε ακριβώς πού να βρω τον στόχο μου. Αλλά όταν έμαθα ότι και ο Λακρός προσλάμβανε πλήρωμα, μου έδωσε την ευκαιρία να τον πλησιάσω και να του προσφέρω τις υπηρεσίες μου. Δεν περίμενα ότι θα δούλευα στα αλήθεια μαζί του, αλλά είδα ότι είχε πολλούς άντρες στο κρησφύγετό του από τους οποίους δεν θα γλίτωναν οι ανεκπαίδευτοι δικοί μου. Οπότε έπρεπε να κερδίσω χρόνο για να βρω έναν τρόπο να τον πάρω από το νησί δίχως μάχη ή να τον σκότωνα αν δεν τα κατάφερνα και μετά να δραπέτευα». «Τα καλύτερα σχέδια όμως…» «Ναι, σε αυτή την περίπτωση άρχισαν να με υποπτεύονται εξαιτίας της Κάθριν Μάγιερ». «Της κλέφτρας κοσμημάτων», είπε ο Τζέιμς. «Είναι στ’ αλήθεια ένα από τα μπάσταρδα του Λακρός;» «Λέει πως είναι κόρη του και ότι μόλις τον βρήκε. Μίλησε πολλές ώρες με τον πατέρα της εκείνη τη μέρα, αλλά όλη την ώρα κοιτούσε εμένα. Και μετά με πλησίασε με “τη δοκιμασία πίστης” που είχε σκεφτεί εκείνος και καυχήθηκε πως ήταν δική της ιδέα. Είπε ότι περισσότερο απ’ όλα στον κόσμο, ο Πιερ ήθελε να


σκοτώσει τον άνθρωπο που τον έβαλε φυλακή. Είπε όμως ότι είχε και τη δική της ατζέντα. Ήθελε να αποδείξει την αξία της στον γέρο κι επειδή εγώ είχα φτάσει στο νησί με καράβι και πλήρωμα, θεώρησε πως μπορούσε να με έχει εραστή, να βοηθήσει τον πατέρα της να πάρει την εκδίκησή του και να τον κάνει πλούσιο, όλα αυτά ταυτόχρονα σε ένα ταξίδι. Αλλά τελικά το μόνο που πέτυχε ήταν να τον κάνει πλούσιο…» «Με τα κοσμήματα της οικογένειάς μου», είπε βλοσυρά ο Τζέιμς. «Ναι. Δυστυχώς επέμεινε να φύγουμε αμέσως, οπότε δεν είχα χρόνο να καταστρώσω σχέδιο για τη σύλληψη του πατέρα της εκείνη τη νύχτα». «Άρα για να πιάσεις έναν, πρέπει να πιάσεις πολλούς; Δεν νομίζεις ότι το σχέδιό σου ξέφυγε λίγο;» «Δεν ήταν σχέδιό μου. Νομίζεις πως ήθελα αυτή την καθυστέρηση, όταν αυτό σημαίνει πως ο πατέρας μου θα σαπίσει περισσότερο στη φυλακή; Ο Λακρός δεν πίστευε ότι θα μπορούσαμε να πιάσουμε εσένα, γι’ αυτό πρότεινε μία από τις γυναίκες σου. Δεν μου άρεσε και ποτέ δεν θα του έδινα την Τζακ. Αλλά περίμενα ότι θα έκανες επίθεση όταν θα την έπαιρνες πίσω – όμως δεν το έκανες, αντιθέτως γύρισες σπίτι. Κι εγώ κατηγορήθηκα που την άφησα να φύγει, παρόλο που εκείνη δραπέτευσε πριν προλάβω να το κάνω». «Κι ωστόσο την πήρες ξανά». «Δεν θα έβγαινα από το μπουντρούμι του αν δεν προσποιούμουν ότι θα έκανα ακόμα μια προσπάθεια. Αλλά αυτή τη φορά φορτώθηκα το πλήρωμα του Πιερ». «Κακή χρονιά για σένα, έτσι; Πού βρίσκεται;» «Δεν ξέρω». «Λάθος απάντηση». Του Ντέιμον του κόπηκε η ανάσα. Ο Μάλορι έπαιζε μαζί του, διαπίστωσε, αφήνοντάς τον να πιστεύει ότι θα μπορούσε να χοροπηδά γύρω του όλη νύχτα. Διπλωμένος στα δύο, είπε πνιχτά πριν το επόμενο χτύπημα τον ρίξει ξανά αναίσθητο: «Περίμενε!». «Προτιμώ όχι», είπε ξερά. «Υπάρχει ένας άντρας… ο οποίος…» «Διάολε», γρύλισε ο Μάλορι. «Κάτσε κάτω και πάρε μια ανάσα». Ο Ντέιμον έπεσε πρώτα στα γόνατα και μετά στο πλάι πάνω στο λαστιχένιο δάπεδο του ρινγκ. Ο Μάλορι βημάτιζε μπροστά του, εμφανώς εκνευρισμένος, αν και δεν ήταν σίγουρο με ποιον. Μέχρι να καταφέρει να καθίσει, αποφάσισε ότι καλύτερα να παρέμενε στο πάτωμα. «Όταν βρήκα για πρώτη φορά τον πειρατή, ακόμα έχτιζε τη βάση του. Όταν επέστρεψα, είχε σχεδόν τελειώσει και υπήρχαν πολλοί περισσότεροι άντρες.


Όταν με έβγαλαν από το μπουντρούμι τρεις εβδομάδες αργότερα, είδα ότι ο αριθμός είχε αυξηθεί και οι άντρες του πακετάριζαν και γκρέμιζαν τη βάση γιατί ο Λακρός θα μετακινούνταν ξανά. Είναι ένας ταβερνιάρης στο Σεντ Κιτς που τους προμηθεύει ρούμι. Υποτίθεται πως θα μάθω τη νέα τοποθεσία τους από αυτόν όταν επιστρέψω». Ο Ντέιμον ένιωσε την ώρα που σταμάτησαν τα βήματα και ο Τζέιμς στάθηκε μπροστά του. «Η κόρη μου φαίνεται να πιστεύει ότι σε ξέρω. Από πού;» «Δεδομένου ότι με έριξες αναίσθητο την τελευταία φορά που συναντηθήκαμε πριν από χρόνια, απορώ που δεν θυμάσαι». «Εγώ ποτέ δεν λέω όχι σε έναν καλό καβγά», είπε ο Τζέιμς ξερά. «Μπορείς να μου φρεσκάρεις τη μνήμη γι’ αυτόν που λες ότι είχαμε;» «Αλήθεια δεν θυμάσαι;» «Θα ’πρεπε;» «Υποθέτω πως όχι. Ήταν αργά τη νύχτα, ο δρόμος ήταν σκοτεινός και μιλήσαμε – εγώ μίλησα δηλαδή για λίγο. Σε ρώτησα πού ήταν η μητέρα μου. Απάντησες με μια γροθιά». «Αυτό κάτι μου θυμίζει… και ρώτησες λίγο επιθετικά αν δεν κάνω λάθος, έτσι; Μπορείς να γίνεις λίγο πιο συγκεκριμένος για να καταλάβω γιατί πιστεύεις πως ξέρω πού βρίσκεται αυτή η γυναίκα;» Ανίκανος να συγκρατήσει τον θυμό που κατέπνιγε τόσα χρόνια, πετάχτηκε όρθιος και είπε: «Την αποπλάνησες ώστε να εγκαταλείψει την οικογένειά της!». «Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω», είπε ο Τζέιμς αδιάφορα. «Έχω αποπλανήσει πολλές γυναίκες, καθώς και κάμποσες δυστυχισμένες παντρεμένες στα τότε χρόνια μου. Αλλά το μοναδικό που δεν έχω κάνει ποτέ είναι να δελεάσω μια γυναίκα να αφήσει τον άντρα της. Μάλλον με μπερδεύεις με κάποιον άλλο». «Η μνήμη σου μπορεί να σε γελά, εμένα όμως όχι. Ξέρω ακριβώς ποιος είσαι, Κάπτεν Χοκ». Η στάση του Μάλορι άλλαξε μεμιάς. Ο Ντέιμον προετοιμάστηκε για χτύπημα. Δεν ήταν παράξενο που όλοι φοβούνταν τόσο πολύ αυτόν τον άντρα, όταν μπορούσε να γίνει θανατηφόρα απειλητικός μόνο με μια ματιά. Και ο ουδέτερος τόνος του εξαφανίστηκε όταν ο Τζέιμς είπε: «Εκτός από την οικογένειά μου, μόνο μια χούφτα άνθρωποι γνωρίζουν αυτό το όνομα. Εσύ πώς το γνωρίζεις;». «Ήσουν γείτονάς μου στην Τζαμάικα». Και πάλι η στάση του Μάλορι άλλαξε. «Μόνο η οικογένεια Ρος έμενε αρκετά κοντά μου για να θεωρούνται γείτονες, η φυτεία τους συνόρευε με τη δική μου.


Είσαι λοιπόν ο μικρός που μου έσπαγε τα παράθυρα… και ακόμα τόσο τολμηρός;» «Κι εσύ είσαι ο άντρας που έκλεψε τη μητέρα μου!» «Χαλάρωσε, μικρέ. Δεν έκανα ποτέ τέτοιο πράμα. Ήθελε να αφήσει τον Σίριλ με δική της πρωτοβουλία. Η μητέρα σου μου είπε για το πιοτό και τη χαρτοπαιξία – και ότι ποτέ δεν ήταν ευτυχισμένη εκεί. Αλλά ήταν απελπισμένη να φύγει γρήγορα. Δεν είπε γιατί τέτοια βιασύνη κι εγώ δεν τη γνώριζα καλά για να ρωτήσω. Σε κάθε περίπτωση όμως, ήξερε ότι είχα πλοίο αγκυροβολημένο κοντά και μου ζήτησε να την πάω στην Αγγλία». «Εκεί την πήγες;» «Όχι, είχα άλλες δουλειές να φροντίσω τότε…» Ο Ντέιμον πετάχτηκε: «Ωστόσο την πήρες!» «Ναι, αλλά καθόλου μακριά, μόνο στην άλλη άκρη του νησιού, όπου θα έβρισκε πλοίο για το Πορτ Αντόνιο να φύγει με εσένα για την Αγγλία. Ήταν αρκετά μακριά από το σπίτι σου και ο πατέρας σου δεν θα την έψαχνε εκεί. Και της υποσχέθηκα ότι θα τη βοηθούσα να σε πάρει όταν θα επέστρεφα, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν κατάφερα να γυρίσω ξανά εκεί». Ήταν δύσκολο ο Ντέιμον να ξεχάσει τον θυμό που έκρυβε μέσα του τόσα χρόνια γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Στην πραγματικότητα δεν μπορούσε. Υποτίθεται πως έπρεπε να πιστέψει έναν πρώην πειρατή; Και τότε ο Τζέιμς πρόσθεσε: «Δεν φαίνεται να πείστηκες, καπετάνιε. Δεν με νοιάζει και πολύ, το μόνο που έχω να πω είναι ότι κανείς δεν με αποκαλεί ψεύτη δίχως να το μετανιώσει πικρά. Επομένως, πριν φτάσουμε σε κάτι τέτοιο, ίσως μπορώ να γίνω λίγο πιο ξεκάθαρος. Δεν ντρέπομαι να παραδεχτώ ότι είμαι εύλογα το μαύρο πρόβατο της οικογένειας. Ήμουν τρελός και απερίσκεπτος τότε, οπότε δεν ξέρω με πόσες γυναίκες πήγα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που ήταν δυστυχισμένες στον γάμο τους. Ωστόσο, ποτέ δεν θα πήγαινα γυρεύοντας αποπλανώντας γειτόνισσά μου. Και η μητέρα σου ποτέ δεν μου προκάλεσε σαρκικά συναισθήματα, μόνο συμπόνια, παρόλο που πίστευα ότι δεν ήμουν ικανός για ένα τέτοιο συναίσθημα τότε. Ήταν ευγενική, όμορφη, αλλά και πολύ μελαγχολική. Κι ωστόσο ήταν πάντα καλή με τον γιο μου, του έφερνε ζεστό φαγητό και λιχουδιές όταν ήταν εκεί μόνος με τους υπηρέτες. Τώρα με ρώτησες δύο φορές πού είναι και σου είπα πού την είδα για τελευταία φορά, αλλά δεν έχω ιδέα πού κατέληξε. Έκλαιγε εκείνη την ημέρα που έφυγες τρέχοντας και δεν πήγες μαζί της. Αν έφυγε από το νησί, θα το έκανε για να φέρει βοήθεια και να σε πάρει από κει, πράγμα που καταλαβαίνω πως τελικά δεν έγινε;».


«Όχι, ο πατέρας μου κι εγώ δεν την είδαμε ξανά ποτέ». «Την έψαξες στην Αγγλία; Εκεί ήθελε να πάει η Σάρα». «Φυσικά και την έψαξα, μα δεν τη βρήκα». «Τότε ίσως μπορείς να ελέγξεις τα αρχεία του λιμανιού στο Πορτ Αντόνιο όπου την άφησα. Δηλαδή αν τα έχουν μετά από τόσα χρόνια – δεκαεννιά δεν έχουν περάσει;» Στο νεύμα του Ντέιμον, ο Τζέιμς πρόσθεσε: «Ίσως δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στην Αγγλία. Από όσο ξέρω, μπορεί να βρίσκεται ακόμα στο Πορτ Αντόνιο ή να πήγε ακόμα και στην Αμερική». «Αυτό προϋποθέτει να είμαι ζωντανός για να ελέγξω τα αρχεία». «Μετανιώνω που δεν μπόρεσα να κρατήσω την υπόσχεσή μου στη μητέρα σου. Μια χάρη για σένα ίσως με κάνει να εξιλεωθώ».


Κεφάλαιο 43 «Αν δεν σταματήσεις να γελάς, Τόνι…» Ο Άντονι τον διέκοψε λέγοντας: «Ναι, ναι, ξέρω, θα με πετάξεις στη θάλασσα». Η Τζάκλιν άκουγε με προσήλωση τη συζήτηση του πατέρα και του θείου της καθώς έτρωγε το πρωινό της και χτυπούσε νευρικά το πόδι της κάτω από το τραπέζι. Από τη μια ήθελε να πάει να δει πώς ήταν ο Ντέιμον μετά τη δεύτερη «συζήτηση» με τον πατέρα της κι από την άλλη δεν ήθελε να χάσει ούτε λέξη από όσα έλεγε ο πατέρας της γι’ αυτόν. Είχε φτάσει στην καμπίνα του πατέρα της αμέσως μετά τον Τόνι, οπότε δεν πίστευε ότι είχε χάσει κάτι σημαντικό, παρόλο που ο Τζέρεμι ήταν ήδη εκεί. Τουλάχιστον τώρα ήξεραν γιατί ο Ντέιμον έμπλεξε με τον Λακρός και ότι δεν ήταν εγκληματίας. Αλλά γιατί στο καλό δεν τους τα είπε αυτά νωρίτερα; Μήπως γιατί δεν ήθελε να ξέρουν τον λόγο που μισούσε τον πατέρα τους; Αν τους τα είχε πει αυτά, ο Τζέρεμι δεν θα είχε συνάψει συμμαχία. Θα τον είχε βοηθήσει να ξεφορτωθεί τους πειρατές για χάρη της, αλλά δεν θα είχε συμφωνήσει να κάνει ανακωχή με τον Ντέιμον μετά. Ο Άντονι ακόμα χαμογελούσε όταν πρόσθεσε: «Αλλά πρέπει να το παραδεχτείς, αδελφέ μου, εσύ ποτέ δεν βοηθάς δυστυχισμένες κοπελιές. Απλώς δεν το κάνεις». «Έκλαιγε». «Το ξανάπες αυτό. Ούτε εμένα μ’ αρέσει να βλέπω δάκρυα, αλλά δεν πίστευα ότι ήσουν κι εσύ έτσι». «Ήθελε να αφήσει τον άντρα της. Λένε πως ο Σίριλ Ρος ήταν καλός πατέρας, αλλά ήταν ανεπρόκοπος και τζογαδόρος. Η Σάρα είχε τα δικά της χρήματα και πλήρωνε τους λογαριασμούς, πράγμα που του έδινε την ευκαιρία να τζογάρει περισσότερο. Ακόμα κι αν δεν ήταν δυστυχισμένη μαζί του, ήταν μια κατάσταση που θα οδηγούσε στην καταστροφή. Φοβόταν για το μέλλον του γιου της, ήθελε να τον σπουδάσει. Οπότε καλά έκανε και τον άφησε τότε που είχε ακόμα χρήματα, πριν αυτός καταλήξει στη φυλακή και αυτοί άφραγκοι στον δρόμο». «Δύσκολα μπορώ να φανταστώ αυτόν τον απαγωγέα παιδί», σχολίασε ο Άντονι.


«Λοιπόν, ακόμα και ως παιδί με αντιπαθούσε», είπε ο Τζέιμς με αποστροφή. «Μου πετούσε πέτρες στα παράθυρα, λες κι έτσι θα μ’ έδιωχνε». Ο Άντονι άρχισε πάλι να γελά. Η Τζάκλιν δεν μπορούσε να σταματήσει να χαμογελά καθώς φανταζόταν τον μικρό να πετάει πέτρες στο σπίτι ενός πειρατή. Πόσο θαρραλέος ήταν! «Τον θυμάμαι μικρό, αλλά περισσότερο θυμάμαι τη μητέρα του. Είχα ξελογιαστεί μαζί της, ήταν πανέμορφη, αλλά τόσο θλιμμένη», είπε ο Τζέρεμι. «Εσύ ξελογιαζόσουν με οτιδήποτε φορούσε φούστα τότε», είπε ο Τζέιμς χαμογελώντας. «Πράγματι», συμφώνησε ο Τζέρεμι και μετά είπε στον Άντονι: «Αλλά ο Ντέιμον δεν ήταν παραπάνω από έξι ή επτά τότε. Φυσικά ο πατέρας κι εγώ σπάνια βρισκόμαστε σπίτι. Ο πατέρας αγόρασε αυτή την κατοικία για να μου προσφέρει μια σταθερότητα αφότου με βρήκε, αλλά συνήθως ήμαστε στη θάλασσα. Και οι Ρος έμεναν ήδη εκεί όταν μετακομίσαμε. Βρήκα τον Ντέιμον στην παραλία μια μέρα και προσπάθησα να του μιλήσω, αλλά απομακρύνθηκε από μένα και ρώτησε “Είσαι κι εσύ πειρατής;”. Και μετά έφυγε τρέχοντας πριν προλάβω να απαντήσω. Προφανώς πίστευε ότι ο πατέρας ήταν πειρατής και δεν του άρεσε που ένας τέτοιος έμενε τόσο κοντά στην οικογένειά του». Ο Τζέιμς ρουθούνισε. «Η Σάρα Ρος προσπάθησε να πάρει το αγόρι μαζί της τη μέρα που υποτίθεται πως θα έφευγε μαζί μου, αλλά το αγόρι το έσκασε κι εκείνη άρχισε να κλαίει, αρνούμενη να φύγει δίχως αυτόν. Αλλά φοβήθηκε ότι θα πήγαινε κατευθείαν στον πατέρα του, που έκανε κάτι δουλειές στο χωράφι. Προφανώς ήταν τόσο απελπισμένη να ξεφύγει, που το επιχείρησε ακόμα και την ώρα που ήταν στο σπίτι ο Σίριλ». Η Τζάκλιν ένιωσε ένα τσίμπημα θλίψης για το παιδί που έμεινε πίσω. Θυμήθηκε τον θυμό του Ντέιμον όταν της μίλησε για τη μητέρα του. Είχε υποθέσει ότι τη μισούσε επειδή τον εγκατέλειψε, αλλά ο Τζέιμς ήταν αυτός που μισούσε επειδή πίστευε ότι την είχε πάρει μακριά του. «Γιατί δεν την έκρυψες απλώς σπίτι σου, απαγορεύοντας την είσοδο σε αυτόν;» ρώτησε ο Άντονι. «Ξέχασες ότι εκείνη τη μέρα σαλπάριζα; Ο Τζέρεμι ήταν ήδη στο πλοίο. Και έλυσα το δίλημμά της επιμένοντας να έρθει μαζί μου στο Πορτ Αντόνιο στην άλλη πλευρά του νησιού, υποσχόμενος ότι θα γυρνούσα να τη βοηθήσω να πάρει το αγόρι. Αλλά τότε ήταν η χρονιά που ήρθα στην Αγγλία για να εκδικηθώ τον Νίκολας Ίντεν αιχμαλωτίζοντας τη γυναίκα του». Ο Άντονι χαμογέλασε. «Θα έδινα τα πάντα για να δω τη φάτσα σου όταν ανακάλυψες ότι η γυναίκα που απήγαγες ήταν η αγαπητή μας ανιψιά Ρετζίνα».


«Όχι μια από τις καλύτερες στιγμές μου», είπε πικρά ο Τζέιμς. «Αλλά τελικά αυτό σε έφερε πίσω στην οικογένεια, δηλαδή αφού έφαγες μερικές από τα αδέλφια μας». «Ήσουν κι εσύ σ’ αυτόν τον καβγά, αν θυμάμαι καλά, και δεν έριξες καμιά». «Και βέβαια δεν έριξα, τουλάχιστον όχι από τη στιγμή που κατάλαβα ότι δεν προσπαθούσες καν να υπερασπιστείς τον εαυτό σου. Καλή κίνηση, παρεμπιπτόντως, να ηρεμήσεις τους πρεσβύτερους με αυτόν τον τρόπο». «Ήταν όμως πολύ θυμωμένοι για να το προσέξουν». «Λοιπόν, περασμένα ξεχασμένα, όπως λένε. Όμως ο Τζέρεμι ήταν η χαριστική βολή. Οι πρεσβύτεροι ανακάλυψαν ότι είχες σχεδόν ενήλικο γιο – αν μπορούσαν να τον είχαν βάλει στην οικογένεια δίχως εσένα, μπορεί να μη σε είχαν συγχωρέσει τόσο εύκολα». «Δεν χρειάζεται να μου το θυμίζεις αυτό», απάντησε ο Τζέιμς. «Αλλά μιας και μιλάμε γι’ αυτή την τρομερή χρονιά, σκόπευα να τηρήσω την υπόσχεσή μου στη Σάρα Ρος όταν επέστρεψα στην Τζαμάικα για να πουλήσω τη φυτεία μου». «Αλήθεια;» «Ποτέ δεν έφτασα τελικά», απάντησε ο Τζέιμς. «Όπως ξέρετε, είχα μια πολύ όμορφη καμαρότο στην επιστροφή μου προς την Καραϊβική». Η Τζάκλιν χαμογέλασε στην αναφορά της ασυνήθιστης γνωριμίας των γονιών της. Ακόμα πείραζαν ο ένας τον άλλον γι’ αυτό. «Υποθέτω πως αυτός είναι ένας τρόπος να περιγράψεις την Τζορτζ», συμφώνησε ο Άντονι. «Όμως εντόπισε ένα από τα πλοία των αδελφών της όταν αγκυροβολήσαμε και ξέφυγε από μένα. Έτσι βρήκα απλώς έναν μεσίτη να πουλήσει τη φυτεία ώστε εγώ να κυνηγήσω τη μέλλουσα γυναίκα μου». «Ήξερες όντως ότι ήθελες να την παντρευτείς από τότε;» «Όχι ακριβώς. Ήμουν πολύ ενοχλημένος από τη λιποταξία της για να κάτσω να αναρωτηθώ γιατί με πείραξε τόσο πολύ. Κι έπειτα η Τζορτζ κι εγώ επιστρέψαμε στην Αγγλία και τα αδέλφια της με έσυραν στην εκκλησία». «Οπότε ξέχασες την ηρωική σου πράξη για την κυρία Ρος;» Ο Τζέιμς έριξε στον αδελφό του ένα βλοσυρό βλέμμα. «Είναι ένα από τα λίγα για τα οποία μετανιώνω. Αλλά υπέθεσα ότι μετά από τόσα χρόνια θα είχε πάψει να με περιμένει και θα είχε πληρώσει άλλον να πάρει το αγόρι ώστε να πάνε μαζί στην Αγγλία ή θα είχε ζητήσει βοήθεια από την οικογένειά της. Προφανώς δεν συνέβη τίποτε από τα δύο». «Αν έφυγε για να προστατέψει το μέλλον του αγοριού, είναι παράξενο που δεν γύρισε ποτέ γι’ αυτόν», είπε ο Άντονι.


«Συμφωνώ και, δυστυχώς, αυτό μάλλον σημαίνει ότι πέθανε στο μεταξύ. Ξέρω ότι λάτρευε τον γιο της. Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλο λόγο που δεν θα επέστρεφε γι’ αυτόν. Οπότε για χάρη της μητέρας του θα τον βοηθήσω να πάρει πίσω τον πατέρα του». Ενθουσιασμένη που άκουσε αυτά τα λόγια, η Τζάκλιν σηκώθηκε και πήγε στην πόρτα μέχρι που ο πατέρας της ρώτησε: «Για πού το ’βαλες, Τζακ;». «Θέλω να δω πόση ζημιά έκανες στον Ντέιμον κατά τη συνομιλία σας». «Τίποτα περισσότερο από μερικές μικρές μελανιές». «Και πάλι θέλω να δω…» «Τζέρεμι, πήγαινε με την αδελφή σου». Η Τζακ σφίχτηκε. «Δεν μ’ αφήνεις να μιλήσω μόνη μαζί του;» «Αυτό, γλυκιά μου, δεν πρόκειται να γίνει… ποτέ». Η Τζάκλιν βγήκε σαν σίφουνας από το δωμάτιο. Δυστυχώς ο Τζέρεμι την ακολούθησε. Αλλά μετά από αυτό που είχε πει ο πατέρας της, κατηγόρησε τον αδελφό της: «Του είπες για μένα και τον Ντέιμον, έτσι δεν είναι;». «Δεν του το είπα εγώ». «Ο Πέρσι τότε;» Ο Τζέρεμι της θύμισε: «Ο Πέρσι έβγαινε συχνά στο κατάστρωμα από την ώρα που φυλακίστηκαν οι πειρατές. Προφανώς σας είδε αγκαλιασμένους με τον Ντέιμον στο τιμόνι. Αλλά δεν είναι καλός στο να μαντεύει, Τζακ. Αν είπε κάτι στον πατέρα, σίγουρα θα είπε μόνο ότι ήσαστε απλώς υπερβολικά φιλικοί ο ένας με τον άλλον. Αντιθέτως, ο πατέρας είναι πολύ καλός στο να μαντεύει». «Ο Ντέιμον είναι ακόμα κλειδωμένος;» γρύλισε. «Γιατί να μην είναι; Το ότι τον βοηθά ο πατέρας δεν σημαίνει ότι θα του χαρίσουμε όλες τις ανέσεις». «Απλώς φαντάστηκα – ανάθεμα, Τζέρεμι, είμαστε σύμμαχοί του! Και είχε καλούς λόγους που έκανε ό,τι έκανε. Δεν πρέπει να μείνει ούτε λεπτό παραπάνω σε αυτό το κελί!» Σήκωσε τους ώμους του. «Θα το πω στον πατέρα αργότερα. Εσύ καλύτερα μην πεις τίποτα, διαφορετικά δεν θα αφήσει τον Ντέιμον να βγει πριν φτάσουμε στο Σεντ Κιτς». Στο κάτω κατάστρωμα, σταμάτησε πρώτα στην καμπίνα της χωρίς να πει στον Τζέρεμι γιατί. Πήρε ένα βαζάκι με αλοιφή να απλώσει στις μελανιές του Ντέιμον, που σίγουρα ο πατέρας της δεν του είχε δώσει. Ο Τζέρεμι συνοφρυώθηκε όταν το είδε. Όταν έφτασαν στο κελί, ο Ντέιμον ήρθε αμέσως στα κάγκελα. Ο Τζέρεμι τουλάχιστον τους γύρισε την πλάτη, όμως δεν έφυγε από δίπλα της. Η Τζακ δεν


του έδωσε σημασία. Τα μάτια της κοιτούσαν ανήσυχα τον Ντέιμον για μελανιές και είδε μόνο μια μικρή στο πιγούνι του. Ωστόσο άνοιξε το βαζάκι και πέρασε το χέρι της μέσα από τα κάγκελα για να του βάλει αλοιφή στο τραύμα. «Φαίνεται ότι δεν μπορείς να σταματήσεις να νοιάζεσαι για μένα, Τζακ», είπε ο Ντέιμον χαμογελώντας. «Κι εσύ φαίνεται ότι δεν μπορείς να μην πέφτεις στα χέρια των Μάλορι», του απάντησε. Της χάιδεψε το μάγουλο και είπε απαλά: «Συγγνώμη που σε απήγαγα – δύο φορές. Σκοπεύω να σου το ξεπληρώσω κάποια μέρα». «Καλύτερα να το ξεχάσεις αυτό, φίλε», είπε ο Τζέρεμι δίχως να γυρίσει. «Λυπήθηκα που έμαθα για τον πατέρα σου – και για όσα πίστευες για τον δικό μου», του είπε η Τζάκλιν. Ο Ντέιμον αναστέναξε. «Δεν ξέρω γιατί έφυγε η μητέρα μου και ίσως δεν το μάθω ποτέ. Αλλά θα μπορούσα να είχα εμποδίσει αυτό που συνέβη στον πατέρα μου αν μου είχε πει ότι είχε προβλήματα. Στα γράμματά του δεν μου ανέφερε ποτέ τίποτα, έρχονταν και από την Τζαμάικα, σαν να ζούσε ακόμα εκεί. Μπορώ μόνο να υποθέσω ότι ζητούσε από τους φίλους του να μου τα στέλνουν και να παραλαμβάνουν τα δικά μου, για να μη μάθω τι του συνέβη. Του είπα και ότι είχα λάβει μια κληρονομιά όσο ήμουν στην Αγγλία, αλλά και πάλι δεν ζήτησε τη βοήθειά μου». «Από περηφάνια;» ρώτησε. «Αρκετή για να τον κάνει να σαπίζει στη φυλακή μέχρι να επιστρέψω», απάντησε με αποστροφή ο Ντέιμον. «Δεν την καταλαβαίνω αυτού του είδους την περηφάνια». Δεν μπορούσε να φανταστεί το σοκ του όταν επέστρεψε σπίτι του. «Μα γιατί να σε στείλει στην Αγγλία αφού δεν είχε την οικονομική δυνατότητα;» «Μα την είχε. Οι σοδειές ήταν πολύ πλούσιες, ο καιρός το επέτρεπε και είχε αγοράσει ακόμα και καράβι για να διπλασιάσει τα κέρδη του. Μου άρεσε εκείνο το καράβι», πρόσθεσε. «Σε αυτό έμαθα πλοήγηση. Αλλά η Αγγλία ήταν αυτό που ήθελε για μένα η μητέρα μου. Συχνά έλεγε στον πατέρα μου κι εμένα όταν ήμουν μικρός ότι οι Ριβς σπουδάζουν. Παρότι μας άφησε, εκείνος την αγαπούσε και ήθελε να τιμήσει αυτή την επιθυμία της. Αυτό που δεν ήξερα ήταν ότι του άρεσε ο τζόγος». «Α αυτός ο εθισμός φέρνει περισσότερη καταστροφή από ό,τι πλούτη». Ο Τζέρεμι γύρισε και είπε: «Ο χρόνος τελείωσε, Τζακ. Βεβαιώθηκες ότι δεν χρειάζεται νοσοκομείο». Αναστέναξε καθώς ο Τζέρεμι την τράβηξε μακριά και γύρισε να κοιτάξει


ακόμα μια φορά τον Ντέιμον. Ευχήθηκε να μην ήταν η τελευταία φορά που τον έβλεπε και πήρε θάρρος όταν ο Ντέιμον φώναξε: «Αυτό δεν είναι το τέλος, Τζακ». Απλώς δεν ήταν σίγουρη τι εννοούσε με αυτό.


Κεφάλαιο 44 Ο Τζέιμς τήρησε τον λόγο του. Τις λίγες μέρες που ο Ντέιμον ήταν στο Μέιντεν Τζορτζ μαζί τους, η Τζάκλιν δεν έμεινε μόνη ούτε δευτερόλεπτο. Είχαν βγάλει τον Ντέιμον από το κελί και του είχαν δώσει καμπίνα, αλλά εκείνη ήταν σαν να βρισκόταν σε κελί, διότι έξω από την πόρτα της υπήρχε κάθε βράδυ ένας φρουρός. Και στη διάρκεια της μέρας δίπλα της ήταν είτε κάποιος συγγενής είτε άλλος φρουρός. Αν προσπαθούσε να ψιθυρίσει κάτι στον Ντέιμον, την τραβούσαν αμέσως μακριά του. Ήταν αφόρητο! Και ποιος ο λόγος; Αλλά πολύ φοβόταν πως ήξερε. Είχε δείξει υπερβολικό ενδιαφέρον για τον Ντέιμον πάνω στο πλοίο του και ο πατέρας της είχε αποφασίσει πως αυτή η «φιλία» θα σταματούσε. Μπορεί να συμφώνησε να βοηθήσει τον Ντέιμον για χάρη της παλιάς ιστορίας που μοιράζονταν, αλλά αυτό δεν σήμαινε πως τον είχε συγχωρέσει για τη συμμετοχή του σε όλα αυτά. Θα έπρεπε απλώς να είναι χαρούμενη που τα πράγματα κύλησαν έτσι και να το αφήσει εκεί το ζήτημα, αφού βγήκε ζωντανός από τα χέρια του πατέρα της, όμως δεν είχε τελειώσει μαζί του, δεν τον είχε απολαύσει όσο ήθελε εξαιτίας του αδελφού της. Όταν έφτασαν στο Σεντ Κιτς, ο Τζέιμς διέταξε το πλήρωμά του να αγκυροβολήσουν στο σπίτι του Νέιθαν Μπρουκς, του πεθερού του Ντρου, που ήταν στην παραλία αλλά αρκετά μακριά από το λιμάνι. Ήταν ένα προληπτικό μέτρο στην περίπτωση που βρίσκονταν στην πόλη άντρες του Λακρός περιμένοντάς τους. Ο Μπρουκς δεν ήταν σπίτι, αλλά οι υπηρέτες καλωσόρισαν τον γαμπρό του και τους φίλους του. Μόνο η οικογένεια και ο Ντέιμον είχαν βγει με βάρκες στο παραλιακό σπίτι. Η Τζάκλιν δεν προσκλήθηκε στο πολεμικό συμβούλιο εκείνη τη νύχτα, ενώ φυσικά ο Τζέρεμι πήγε! Τουλάχιστον αυτή τη φορά δεν θα κρυφάκουγε μαζί της από το παράθυρο. Η ίδια τώρα βρισκόταν σε μια βεράντα με τις μπαλκονόπορτες ορθάνοιχτες και μια ζεστή αύρα να έρχεται από τη θάλασσα, η οποία τελικά αποδείχτηκε εμπόδιο. Ο Γουόρεν, ο Ντρου, ο Μπόιντ και ο Άντονι συζητούσαν για τη στρατηγική, αλλά δεν άκουγε κάθε λέξη από εκεί που στεκόταν στον τοίχο, δίπλα στις ανοιχτές μπαλκονόπορτες, γιατί ο δυνατός αέρας τις παρέσερνε πάλι μέσα στο δωμάτιο. Ο Ντέιμον είπε κάτι τόσο χαμηλόφωνα, που έπιασε μόνο τη λέξη «ταβέρνα»,


αλλά ως απάντηση άκουσε καθαρά τον πατέρα της να γρυλίζει: «Γιατί δεν μου το είπες αυτό νωρίτερα; Τζακ!». Δεν είχε πρόθεση να κρύψει το γεγονός ότι κρυφάκουγε. Μπήκε αμέσως στο δωμάτιο και είδε πόσο θυμωμένος ήταν ο πατέρας της. Ο Ντέιμον του έλεγε: «Δεν μπορεί να γίνει αλλιώς. Οι διαταγές του ήταν σαφείς. Πρέπει να δώσω στον ταβερνιάρη τον κωδικό και να έχω την Τζακ δίπλα μου όταν θα το κάνω για να αποδείξω ότι την έπιασα. Ο άντρας δεν θα μου δώσει τη νέα τοποθεσία του Πιερ αν δεν το κάνω». «Αρνούμαι να θέσω την κόρη μου σε κίνδυνο», είπε κοφτά ο Τζέιμς. «Μπορούμε να απειλήσουμε τον ταβερνιάρη μέχρι να μας δώσει την τοποθεσία», πρότεινε ο Γουόρεν. «Εκτός κι αν δεν την ξέρει», είπε ο Ντρου. «Ο Πιερ είναι πολύ πονηρός μπάσταρδος. Μπορεί να έχει βάλει έναν από τους άντρες του να περιμένει τον Ντέιμον και ο ταβερνιάρης να είναι μονάχα ένας μεσάζων που θα λάβει τον κωδικό και θα κάνει σινιάλο στον πειρατή. Αν υπάρχει πολύς κόσμος εκεί, δεν υπάρχει περίπτωση να καταλάβουμε ποιος θα είναι αυτός ο άντρας». «Τότε θα πληρώσουμε μια ντόπια να παραστήσει την Τζακ», είπε ο Τζέρεμι. Ο Ντρου ρουθούνισε. «Καλή τύχη στο να βρεις μια ξανθιά στην ηλικία της σε αυτό το νησί». «Δεν μπορούμε να ρισκάρουμε κάτι τέτοιο», είπε ο Ντέιμον. «Ο ταβερνιάρης μπορεί να ανακρίνει την Τζακ για να βεβαιωθεί ότι είναι αυτή». Τώρα η Τζάκλιν καταλάβαινε τι εννοούσε ο Ντέιμον όταν είχε πει «Αυτό δεν είναι το τέλος». Και δεν ζητούσαν καν τη γνώμη της. «Το ζήτημα είναι απλό», είπε. «Θα πρέπει απλώς να σταθώ εκεί δείχνοντας θυμωμένη για να πειστούν ότι ο Ντέιμον πέτυχε την αποστολή του. Μόλις μας δώσει την τοποθεσία, φεύγουμε. Τι μπορεί να πάει στραβά;» «Η ταβέρνα μπορεί να είναι γεμάτη πειρατές, αυτό μπορεί να πάει στραβά», είπε ο Τζέιμς. Ο Ντρου χασκογέλασε. «Μια χούφτα ίσως. Ο Λακρός δεν πρόκειται να χαραμίσει πολλούς άντρες να κάθονται άπραγοι για μήνες, περιμένοντας πότε θα εμφανιστεί ο Ντέιμον, αν δηλαδή έχει βάλει κανέναν εκεί. Όμως μπορούμε να μπούμε πριν από τον Ντέιμον και την Τζακ για να τσεκάρουμε το μέρος, προσποιούμενοι τους πελάτες, και να είμαστε εκεί για να προστατέψουμε την Τζακ. Όχι όμως εσύ, Τζέιμς. Εσένα σε ξέρουν». «Θα πρέπει να πάμε μόνο με το πλοίο του Ριβς», συνέχισε ο Μπόιντ, σαν το σχέδιο να είχε ήδη συμφωνηθεί. «Αν φτάσουν όλα τα πλοία μας ταυτόχρονα, θα είναι σαν να σηκώνουμε κόκκινη σημαία – στην περίπτωση που βρίσκονται εκεί


πειρατές. Και καλό θα είναι να πάμε το πρωί. Η ταβέρνα μπορεί να έχει πολύ κόσμο απόψε». «Ο Νέιθαν έχει έναν μικρό στάβλο εκεί», πρόσθεσε ο Ντρου. «Μερικοί από μας μπορούμε να πάμε με άλογα στην ταβέρνα και να περιμένουμε τον Ντέιμον και την Τζακ». «Κι εγώ θα πάω με τον Ντέιμον και την Τζακ για συνοδεία», είπε ο Τζέρεμι. «Μπορώ να περάσω για πειρατής. Ο ταβερνιάρης δεν θα το καταλάβει». «Μπορώ κι εγώ να το κάνω αυτό», είπε ο Άντονι και μετά χαμογέλασε, «πατέρας και γιος πειρατές». Ο Τζέιμς συνοφρυώθηκε διότι οι δυο τους έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό, αλλά ο Τόνι πρόσθεσε: «Μου στέρησες τον προηγούμενο καβγά, που τελικά δεν ήταν καβγάς. Δεν θα μου στερήσεις άλλους, αδελφέ». «Κανονίστηκε λοιπόν;» ρώτησε ο Ντέιμον. Ο Τζέιμς έγνεψε. «Θα σαλπάρω μαζί σου και θα μείνω αθέατος. Αλλά θα είμαι κοντά αν με χρειαστείτε. Και θα προστατέψεις την κόρη μου με τη ζωή σου. Ελπίζω να συνεννοηθήκαμε;» «Απολύτως», είπε ο Ντέιμον. Όλοι στο δωμάτιο κατάλαβαν ότι αυτό ήταν απειλή θανάτου.


Κεφάλαιο 45 Το φεγγάρι φώτιζε με ασημένιες ανταύγειες το νερό και το ζεστό αεράκι χάιδευε τα μάγουλα της Τζάκλιν καθώς στεκόταν στο μπαλκόνι του παλιού δωματίου της Γκάμπι, το οποίο της είχαν παραχωρήσει για τη σύντομη παραμονή της. Ο κήπος είχε καταπράσινο γκαζόν και μερικούς φοίνικες, αλλά λίγα μέτρα παραπέρα ξεκινούσε η αμμουδιά. Το σπίτι ήταν μικρό, παραδοσιακό, με ευρύχωρα, ευάερα δωμάτια, αν και τα περισσότερα έπιπλα ήταν αγγλικά. Ο Γουόρεν και ο Μπόιντ είχαν γυρίσει στα πλοία τους για να κοιμηθούν στις καμπίνες τους. Ο Τζέιμς και ο Άντονι μοιράζονταν το δωμάτιο του Νέιθαν. Σκεφτόταν να ρωτήσει έναν από τους υπηρέτες, όταν είδε τον Ντέιμον να διασχίζει το γκαζόν κάτω από το μπαλκόνι της. Δεν έψαχνε το παράθυρό της κι έμοιαζε σκεπτικός. «Πσστ!» δοκίμασε μερικές φορές για να τραβήξει την προσοχή του. Όταν σήκωσε τα μάτια, του έκανε νόημα να περιμένει. Φόρεσε τη βράκα και τις μπότες της, έδεσε τη νυχτικιά της γύρω από τη μέση της, σκαρφάλωσε στο κάγκελο του μπαλκονιού και κρεμάστηκε πριν δει αν υπήρχε κάτι να στηρίξει τα πόδια της. Αλλά τότε ένιωσε τα χέρια του γύρω από τα πόδια της και αφέθηκε, γύρισε και γλίστρησε αργά στο έδαφος. Άρχισε να γελάει, αλλά τη σταμάτησε το στόμα του και αυτό το φιλί ήταν απίστευτα λαίμαργο, ξυπνώντας μέσα της υπέροχες αισθήσεις. Ένιωθε ότι είχε χρόνια να τον αγγίξει, να τον γευτεί, όταν στην ουσία είχαν περάσει μόνο λίγες μέρες, αλλά δεν ήταν αρκετό τότε και σίγουρα δεν ήταν αρκετό ούτε τώρα, που το χρειαζόταν περισσότερο από ποτέ. Έτσι δεν αντιστάθηκε όταν της έπιασε το χέρι και άρχισαν να τρέχουν προς την παραλία. Δεν σταμάτησε μέχρι να βρεθούν μακριά από τα αγκυροβολημένα πλοία. Αποκλείεται να παρακολουθούσαν τη στεριά από αυτά. Ήταν υπέροχο που ένιωθε τόσο απομονωμένη. Η παραλία ήταν έρημη, φωτιζόταν μόνο από το ολόγιομο φεγγάρι και το αεράκι ήταν ευωδιαστό γύρω τους. Περπάτησαν πιασμένοι από το χέρι στην άμμο για λίγο. Η Τζακ ένιωθε πολύ ευτυχισμένη και έριχνε κλεφτές ματιές στο όμορφο πρόσωπο του Ντέιμον. «Δεν πίστευα ότι θα σε έβλεπα μόνη μέχρι τη μάχη», είπε. «Θα πάμε κατευθείαν με το που θα μάθουμε την τοποθεσία αύριο». «Δεν νομίζω να μας πάρει πολύ. Ο στόλος του πατέρα μου έχει αρκετά οπλισμένα πλοία, που μπορούν να βυθίσουν οποιοδήποτε νησί βρίσκεται ο


Λακρός». Χασκογέλασε. «Δεν θα το βυθίσουν ακριβώς, αλλά ο πατέρας σου αποφάσισε να μην τους βομβαρδίσει γιατί θέλει να λογαριαστεί ο ίδιος με τον πειρατή. Θα χρησιμοποιήσει τα κανόνια μόνο για να ανοίξει πέρασμα, αν υπάρχουν ψηλά τείχη». «Αυτό θα τους προειδοποιήσει. Μπορεί να σκορπίσουν». «Όχι όμως και να το σκάσουν. Είναι νέα βάση, μπορεί να είναι ακόμα υπό κατασκευή… εκτός κι αν ο Λακρός βρήκε κανένα άλλο παλιό φρούριο. Αλλά αυτό θα το αποφασίσουμε αφού φτάσουμε εκεί». «Ο πατέρας μου σε αφήνει να πάρεις μέρος στη μάχη;» «Γιατί να μη με αφήσει;» «Περισσότερο ανησυχώ γιατί το κάνει, όταν πιστεύει ότι μπορεί να πεθάνεις εκεί. Μην το κάνεις». Γέλασε και την τράβηξε στην αγκαλιά του, κρατώντας τη σφιχτά και στριφογυρίζοντάς τη. «Μερικές φορές είσαι πολύ χαζούλα, Τζακ, για κάποιες από τις διαταγές που δίνεις». Η Τζακ κοίταξε τον φωτισμένο ουρανό και χαμογέλασε ονειροπόλα, αλλά μετά τον άκουσε να προσθέτει. «Υπάρχουν πολλές ιστορίες για γοργόνες στην Καραϊβική, για όμορφες γυναίκες που ξελογιάζουν άντρες, τους μαγεύουν και τους κάνουν να υπακούν στις προσταγές τους. Είναι επικίνδυνες, αλλά κανείς άντρας δεν μπορεί να τους αντισταθεί. Είσαι μια από αυτές, Τζακ;» Την άφησε κάτω, έπλεξε τα δάχτυλά του στα μαλλιά της και τη φίλησε. Εκείνη χαμογέλασε πάνω στα χείλη του και είπε πονηρά: «Ίσως». Ο Ντέιμον κάθισε στην αμμουδιά και την τράβηξε στην αγκαλιά του. Φωτάκια τρεμόπαιζαν μακριά στο λιμάνι. Κούρνιασε στο στήθος του. Τα φιλιά του ήταν απαλά, το στόμα του κατέβαινε από το στόμα της στα μάγουλά της, στον λαιμό της. Απαλά ξυπνούσε τον πόθο της, λες και είχαν όλο τον χρόνο του κόσμου, κάνοντάς τη να εύχεται να μπορούσε να έχει τέτοιες στιγμές μαζί του κάθε μέρα. Δίχως τον αδελφό της ή τους φρουρούς δίπλα της, θα μπορούσε να τον αγγίζει όποτε ήθελε, όπως ήθελε. Όμως αυτή την όμορφη νύχτα σε αυτή την πανέμορφη παραλία ήταν παράξενα ικανοποιημένη με το να βρίσκεται απλώς στην αγκαλιά του. Ένα χάδι στον λαιμό της την έκανε να ανατριχιάσει, κάνοντάς τον να ρωτήσει: «Φοβάσαι για αύριο;». «Καθόλου. Το πιθανότερο είναι να είναι πολύ βαρετό και μετά θα με χώσουν πάλι εδώ ενώ εσείς οι άντρες θα πάτε για το διασκεδαστικό κομμάτι».


«Σαν παράπονο μου ακούστηκε αυτό; Δεν μπορεί να θες να έρθεις στη μάχη». «Γιατί να μην μπορώ – να μη θέλω δηλαδή; Νόμιζα πως είπες ότι με ήξερες καλά». Έστρεψε το βλέμμα του στο χαμόγελό της κι εκείνη χάιδεψε απαλά τον λαιμό του. Αν δεν απολάμβανε τόσο αυτή την οικειότητα που μοιράζονταν, δεν θα μιλούσαν καθόλου, αλλά από τη στιγμή που δεν είχε σταματήσει να τη φιλά ούτε λεπτό, δεν είχε προσπαθήσει να τον κάνει να σωπάσει ακόμα. Αλλά της κόπηκε η ανάσα όταν το χέρι του γλίστρησε στο στήθος της και όταν το έκανε ξανά πιο αργά, σκέφτηκε ότι μάλλον θα το μετάνιωνε το επόμενο πρωί αν έκανε έρωτα στην παραλία και ξυπνούσε με άμμο στο κρεβάτι της… Γέλασε στη σκέψη. Όχι, δεν θα το έκανε. «Πού είναι το αστείο;» Ανακάθισε για να τον κοιτάξει, βάζοντας τα πόδια της γύρω από τους γοφούς του. «Θα σου πω… όταν επιστρέψεις σώος και αβλαβής αύριο». Έγειρε και τον φίλησε. Αλλά τότε άκουσαν: «Σοβαρά τώρα, Τζακ, πηδάς από μπαλκόνια στην ηλικία σου;». Πετάχτηκε αμέσως όρθια. «Διάολε, Τζέρεμι…» «Μην γκρινιάζεις, αδελφούλα, όταν στέκομαι για να σου δώσω λίγο χρόνο να μιλήσετε ενώ θα έπρεπε να βρίσκομαι στο κρεβάτι μου. Όμως δεν θα αφήσω να συμβεί κάτι άλλο… ποτέ… ξανά. Έλα λοιπόν». Της άπλωσε το χέρι του, αλλά εκείνη το αγνόησε και τον προσπέρασε φουρκισμένη, οπότε δεν άκουσε: «Κι εσύ, καπετάνιε, δεν θα λάβεις άλλη προειδοποίηση, μείνε μακριά από την αδελφή μου!». Συγκρατήθηκε να μην κοπανήσει την πόρτα πίσω της όταν μπήκε στο δωμάτιό της. Όμως τα νεύρα της δεν κράτησαν πολύ. Αυτός ο λίγος χρόνος που είχε ξανά τον Ντέιμον μόνο για τον εαυτό της ήταν υπέροχος. Το πρωί έφαγε ένα γρήγορο πρωινό πριν όλοι γυρίσουν στο πλοίο του Ντέιμον. Είχε βγει στη στεριά με το ροζ μπροκάρ φόρεμα ταξιδιού και το φορούσε και τώρα, παρόλο που είχε παραλείψει το ασορτί σακάκι γιατί στο νησί τον Αύγουστο έκανε πολλή ζέστη. Ο Γουόρεν, ο Ντρου και ο Μπόιντ είχαν φύγει νωρίτερα για την πόλη ώστε να φτάσουν στην ταβέρνα πριν από εκείνους. Ο Τζέιμς ακόμα κατσούφιαζε στην αναγκαιότητα να μείνει αθέατος μέχρι να μάθαιναν τη νέα τοποθεσία του Λακρός. Δεν τους πήρε ώρα να φτάσουν στο λιμάνι, όπου έδεσαν στην τελευταία διαθέσιμη θέση, ώστε να μη χρειαστεί να βγουν με βάρκες στη στεριά. Ο Τζέρεμι και ο Άντονι είχαν κάνει επιδρομή στην ντουλάπα του Νέιθαν και


ταίριαζαν τέλεια με το περιβάλλον. Ο Τζέρεμι είχε δέσει ένα μαντίλι στο κεφάλι του και ο Τόνι φορούσε ένα παλιό καπέλο με ροζ φτερό. Κανείς τους δεν φορούσε σακάκι και είχαν και οι δύο πιστόλια στις ζώνες τους. Συνόδευσαν την Τζάκλιν έξω, ακολουθώντας τον Ντέιμον και τον Μόρτιμερ που προχωρούσαν μπροστά προς το σημείο του ραντεβού. Η ταβέρνα ήταν κοντά στις αποβάθρες και είχε κόσμο ακόμα και τώρα το πρωί, πράγμα καθόλου παράξενο με τόσα πλοία αγκυροβολημένα. Οι πελάτες ήταν από συνηθισμένοι ναύτες μέχρι άντρες αμφιβόλου ποιότητας, όχι απαραίτητα πειρατές ούτε όμως και ιδιαίτερα φιλικοί σε ύφος. «Αναγνωρίζεις κανέναν – εκτός από τους δικούς μας;» ρώτησε ο Τζέρεμι τον Ντέιμον χαμηλόφωνα καθώς έμπαιναν. «Όχι». Τα αδέλφια Άντερσον κάθονταν σε ένα τραπέζι κοντά στην είσοδο, από όπου μπορούσαν να βλέπουν όλο τον χώρο και όποιον έμπαινε από την πόρτα. Αλλά κάθε ζευγάρι μάτια στο δωμάτιο στυλώθηκε στην Τζάκλιν. Τα γέλια κόπηκαν απότομα και σιωπή έπεσε για αρκετά λεπτά. Έγινε αυτό που φανταζόταν η Τζακ. Οι κυρίες δεν σύχναζαν σε τέτοια μέρη. Αν η ταβέρνα δεν είχε τόσο κόσμο, ίσως προσποιούνταν πως αντιστεκόταν λίγο ή τουλάχιστον τραβούσε τα χέρια της από τον θείο και τον αδελφό της που την κρατούσαν. Αλλά το τελευταίο που ήθελαν αυτή τη στιγμή ήταν επίδοξοι ήρωες να τη βοηθήσουν. Προχώρησαν στο μακρύ μπαρ πίσω από το οποίο τους παρακολουθούσε στενά ένας άντρας. «Μυρίζομαι παγίδα», ψιθύρισε ο Τζέρεμι, αλλά όταν κοίταξε πίσω του και δεν είδε κανέναν να σηκώνεται, είπε, «ή όχι». Και τότε ο ταβερνιάρης γύρισε κι έδωσε ένα χαρτάκι στον Ντέιμον, ο οποίος το κοίταξε και το έβαλε στην τσέπη του. Πήγε να ευχαριστήσει τον άντρα – μέχρι που ξαφνικά από το πίσω δωμάτιο εμφανίστηκε η Κάθριν Μάγιερ και στάθηκε μπροστά του. Χαμογελούσε, σχεδόν γελούσε. «Επιτέλους, μια επιτυχία!» έκρωξε και μετά γύρισε υπεροπτικά προς την Τζάκλιν. «Ο πατέρας μου θα χαρεί πολύ που θα σε γνωρίσει, Τζακ. Και ποιοι είναι αυτοί οι τύποι;» Κοιτούσε τον Τζέρεμι επιδοκιμαστικά. «Οι άντρες του πατέρα σου είναι κάκιστοι ναύτες», είπε ο Ντέιμον. «Προσέλαβα μερικούς ακόμα στο Λονδίνο». Η Κάθριν έστρεψε τα μάτια της πάλι σε εκείνον. «Πού είναι οι άντρες του; Δεν τους είδα στο κατάστρωμα του πλοίου σου όταν αγκυροβόλησες». «Μας περίμενες;»


«Φυσικά. Οι άντρες του;» Δεν έδειχνε καχύποπτη – ακόμα. «Χθες το γιόρτασαν που φτάσαμε», απάντησε ο Ντέιμον. «Πιθανόν ακόμα κοιμούνται. Δεν υπήρχε λόγος να τους ξυπνήσω μόνο και μόνο για να βγουν στην ακτή από τη στιγμή που δεν θα μείνουμε πολύ. Κι εσύ γιατί είσαι εδώ;» «Ολοκλήρωσα κι εγώ με επιτυχία την αποστολή μου», είπε γελώντας. «Αυτές οι γυναίκες των τραπεζιτών είναι τόσο πλούσιες! Και μια και κόντευε η ώρα της επιστροφής σου, αποφάσισα να σε περιμένω εδώ. Έφτασα πριν από λίγες μέρες. Μπράβο σου που δεν με έκανες να περιμένω πολύ». «Και ρωτώ ξανά, γιατί;» «Γιατί θα προτιμούσα να την παραδώσω εγώ στον πατέρα μου, αν δεν σε πειράζει». Ο Ντέιμον σφίχτηκε. «Με πειράζει». «Κρίμα». Η Κάθριν χαμογέλασε σαρκαστικά κι έκανε σινιάλο στους άντρες της. Σχεδόν η μισή ταβέρνα σηκώθηκε. Η Τζάκλιν βρέθηκε μεμιάς πίσω από τη συνοδεία της, καταλήγοντας να στέκεται δίπλα στην Κάθριν, η οποία έβαζε το χέρι στην τσάντα της προφανώς για να βγάλει όπλο. Η Τζάκλιν της έριξε πρώτα μια γροθιά στη μύτη, πράγμα που τη χαροποίησε τρελά! Η Κάθριν σωριάστηκε στο πάτωμα, ουρλιάζοντας και προσπαθώντας να σκουπίσει το αίμα από τη μύτη της. Η Τζάκλιν έσκυψε και άρπαξε την τσάντα από το χέρι της Κάθριν για να πάρει το όποιο όπλο είχε μέσα. Μέσα στην τσάντα είδε και πολλά κοσμήματα, κυρίως δαχτυλίδια και βραχιόλια, ακόμα μερικά πλούτη για τον καταραμένο πατέρα της. «Μείνε κάτω, εκτός κι αν θες ακόμα μια στη μούρη», είπε η Τζακ στην κόρη του πειρατή, σημαδεύοντάς τη με το μικρό πιστόλι που βρήκε στην τσάντα της. Στο υπόλοιπο δωμάτιο είχε ξεσπάσει πανδαιμόνιο. Όμως οι αδελφοί Άντερσον είχαν εξοντώσει πολλούς από τους άντρες της, αιφνιδιάζοντάς τους από πίσω. Ο Άντονι και ο Τζέρεμι είχαν αναλάβει αυτούς που είχαν ορμήσει πάνω τους. Ο Ντέιμον δεν κουνιόταν από τη θέση του μπροστά στην Τζακ και απλώς απέκρουε όσους τον πλησίαζαν. Ο Μόρτιμερ είχε κι αυτός ορμήσει στον χαμό. Δυστυχώς, κάποιοι από τους ναύτες δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε έναν καλό καβγά και δεν νοιάζονταν ποιους είχαν αντιπάλους. Κάποιοι βοήθησαν, άλλοι όχι. Ωστόσο ο καβγάς τελείωσε σχετικά γρήγορα, συγκριτικά με το πόσοι άντρες της Κάθριν βρίσκονταν στο δωμάτιο. Και η Τζάκλιν κρατούσε στα χέρια της τις αποδείξεις που θα έβγαζαν την Κάθριν Μάγιερ από τη μέση μια και


καλή. Τώρα, τι καλά που θα ήταν να κατατρόπωναν τόσο εύκολα και τον πατέρα της…


Κεφάλαιο 46 Όρθιος στο κατάστρωμα του Μέιντεν Τζορτζ, ο Ντέιμον είπε: «Ετοιμάζει ολόκληρο στρατό, το αν αυτός ο στρατός είναι ικανός, θα το μάθουμε. Αν ο Λακρός ήθελε μεγάλο αριθμό αντρών για να αντιμετωπίσει τους συμμάχους σου αφού σε σκότωνε, ίσως να μην ήταν πολύ επιλεκτικός στο ποιους θα προσλάμβαναν οι καπετάνιοι του και ίσως να μην είναι όλοι πρόθυμοι να πολεμήσουν γι’ αυτόν». Είχαν ζητήσει από τον Ντέιμον να τους πει περισσότερες πληροφορίες για τους πειρατές ώστε να είναι προετοιμασμένοι πριν αποβιβαστούν. Ο εντοπισμός των αγκυροβολημένων πλοίων δίχως λιμάνι ήταν μια ένδειξη ότι είχαν βρει τη βάση. Αλλά αυτό το νησί ήταν μια ζούγκλα με πυκνή βλάστηση και εκ πρώτης όψεως δεν φαινόταν πουθενά κάποιο κρησφύγετο. Δύο πλοία του στόλου του Μάλορι είχαν κάνει μεταβολή για να αράξουν σε άλλο σημείο της ακτής, με καπετάνιο τον Γουόρεν Άντερσον, ώστε η βάση, αν ήταν εκεί, να περικυκλωθεί και να μη δραπετεύσουν. Ο Τζέιμς έδινε χρόνο στον γαμπρό του να πάρει θέση. «Πόσα πλοία είναι συνήθως αγκυροβολημένα σε αυτή τη βάση;» ρώτησε έπειτα ο Τζέιμς. «Έχω δει μόνο ένα ή δύο, αν και οι καπετάνιοι του Λακρός μπορεί να έχουν πάρει άλλα για να προσλάβουν περισσότερους άντρες». Ο Τζέιμς χαμήλωσε το μονοκυάλι του. «Αυτή τη στιγμή εδώ βρίσκονται τρία. Θα τα κάψουμε. Και αυτή τη φορά δεν υπάρχει φρούριο, μόνο ζούγκλα. Ό,τι κι αν έχει χτίσει εδώ, είναι κρυμμένο. Το μόνο που είδα μέσα από αυτά τα δέντρα ήταν το τμήμα ενός ξύλινου τείχους». Διέταξε έναν από τους άντρες του να πάει στο πλάι και είπε στον Ντέιμον: «Θα μάθει αν έχουν ψηλά τείχη που θα πρέπει να γκρεμίσουμε. Εκνευρίστηκα που χρειάστηκε να τα σκαρφαλώσουμε την προηγούμενη φορά που ήρθα να τακτοποιήσω τον Πιερ». «Τι θα γίνει αν δεν είναι… σπίτι;» «Θα απογοητευτώ τρομερά. Είναι και η Ρεντ μαζί του αυτή τη φορά;» «Ποια;» «Ξέχνα το. Αν την είχες δει, θα ήξερες ότι αναφερόμουν στην παλιά ερωμένη του Πιερ. Και η ίδια πειρατής, μπορεί να αποσύρθηκε όταν αυτός πήγε φυλακή. Η Γκάμπι μου είπε ότι ο εθισμός του Πιερ στο πρόσωπό της είχε εξοργίσει τη


Ρεντ, οπότε ίσως τον παράτησε». Βλέποντας το σηκωμένο φρύδι του Ντέιμον, ο Τζέιμς πρόσθεσε: «Άσχετο αυτό με τη μάχη, καπετάνιε. Τουλάχιστον αιχμαλωτίσαμε την Κάθριν Μάγιερ και κανένα άλλο πλοίο δεν έφυγε από το Σεντ Κιτς όσο ήμαστε εκεί για να προειδοποιήσει τον Λακρός για την άφιξή μας». Στο Σεντ Κιτς είχαν χρόνο να ξεφορτώσουν τους πειρατές από το πλοίο του Ντέιμον πριν επιστρέψουν στον στόλο του Τζέιμς. «Είπα στον κυβερνήτη να ετοιμάσει τη φυλακή του για περισσότερους αιχμαλώτους», συνέχισε ο Τζέιμς. «Δεν χάρηκε που το άκουσε αυτό, αφότου του παραδώσαμε τους δεκαπέντε από το πλοίο σου και μπόλικους από την ταβέρνα. Αλλά διέταξε να χτιστεί μια πτέρυγα για να τους βάλει όλους μέχρι τη δίκη. Οι γαμπροί μου θα φροντίσουν να του πάνε τους υπόλοιπους, ενώ εσύ κι εγώ θα συνοδεύσουμε τον Πιερ στην Ανγκουίλα». «Θα μπορεί να περπατήσει;» Ο Τζέιμς σήκωσε το φρύδι. «Σε νοιάζει πολύ;» «Καθόλου», είπε ο Ντέιμον που θυμήθηκε τι είχε πάθει ο Άντριου – και τι θα είχε πάθει η Τζακ. Ο άνθρωπος αυτός έπρεπε να τιμωρηθεί. «Τότε υποθέτω πως θα χρειαστεί να τον κουβαλήσουμε». Μια έκρηξη ακούστηκε και μια έντονη λάμψη ήρθε από τα δέντρα, όταν έσκασε μια κανονιά. Ο Τζέιμς γέλασε όταν το βλήμα έσκασε μακριά από τα πλοία του και κύλησε άπραγο στην παραλία και μέσα στο νερό. «Αξιοθρήνητο», είπε ο Τζέιμς, «αλλά αυτό μας δείχνει ότι ξέρουν πως ήρθαμε. Πάμε λοιπόν;» Οι βάρκες είχαν χαμηλώσει στη θάλασσα και είχαν ήδη γεμίσει. Ο αδελφός του Μάλορι ήταν σε μία. Ο Τζέρεμι όχι. Είχε μείνει πίσω στο σπίτι του Νέιθαν Μπρουκς για να φυλά την αδελφή του και είχε διαμαρτυρηθεί δυνατά γι’ αυτό καθώς έβγαζαν εκείνον και την Τζακ στην παραλία. Και οι Άντερσον είχαν πάει με βάρκες στα δικά τους πλοία και είχαν καλέσει και τον Ντέιμον –όχι ακριβώς καλέσει, μα διατάξει– να πάει στο Μέιντεν Τζορτζ μαζί με τον Τζέιμς. Ο Ντέιμον μπορεί να είχε χαμογελάσει ειρωνικά στις διαμαρτυρίες του Τζέρεμι. Αλλά καταλάβαινε γιατί ο Τζέιμς δεν ήθελε να διακινδυνεύσει τη ζωή του πρωτότοκού του, ειδικά από τη στιγμή που ο αριθμός των πειρατών μάλλον θα έστελνε αρκετούς στον θάνατό τους. Βλέποντας την Τζακ να απομακρύνεται με τη βάρκα προς την παραλία, ορκίστηκε ότι δεν θα ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπε. Τη στιγμή που οι βάρκες έφταναν στην παραλία ένας όχλος από άντρες εμφανίστηκε από τα δέντρα. Φώναζαν, κράδαιναν πιστόλια, σπαθιά, ένας τους


κρατούσε μάλιστα κι ένα αρχαίο δόρυ και όλοι όρμησαν προς το μέρος τους. «Πυροβολήστε για να τους διαλύσετε!» διέταξε ο Τζέιμς. Ο Ντέιμον πλατσούριζε προς την ακτή όταν πυροβόλησε, αλλά και άλλοι πυροβολισμοί ήρθαν από τις δώδεκα βάρκες, όχι ταυτόχρονα, αλλά αρκετά κοντά ο ένας με τον άλλον ώστε να πέσει η πρώτη γραμμή καθώς και η δεύτερη, ενώ οι άντρες που ακόμα ορμούσαν προς το μέρος τους άρχισαν να σκοντάφτουν πάνω σε πτώματα. Ήταν μια άσκοπη επίθεση και ο Ντέιμον πίστευε πως ο Λακρός τη διέταξε για να κερδίσει χρόνο ώστε να δραπετεύσει. Δεν ήταν μικρό το νησί. Θα τους έπαιρνε μέρες να τον βρουν, ίσως κι εβδομάδες, αν κατάφερνε να χωθεί στη ζούγκλα. Έτσι άρπαξε ένα σπαθί από έναν νεκρό και πέρασε παλεύοντας μέσα από τους υπόλοιπους πειρατές για να φτάσει στα κτίρια πίσω από τα δέντρα. «Περίμενε, καπετάνιε. Δεν θα έχεις εσύ αυτή την ευχαρίστηση». Ο Ντέιμον γύρισε και είδε ότι ο Τζέιμς ήταν πίσω του και δεν κρατούσε κανένα όπλο, δηλαδή μόνο τις γροθιές του, τις οποίες χρησιμοποιούσε άκρως αποτελεσματικά. Όμως δεν είχαν μείνει άλλοι πειρατές όρθιοι, γι’ αυτό του είπε: «Σίγουρα δεν είναι όλοι οι πειρατές του Πιερ αυτοί». «Το ελπίζω». Βγήκαν προσεκτικά στο ξέφωτο πίσω από τα δέντρα, κρατώντας τα όπλα τους. Όμως υπήρχε μόνο ένα μακρύ κτίριο με την πόρτα ανοιχτή και μερικά μικρότερα, τα οποία τώρα πήγαιναν να ψάξουν οι άντρες του Τζέιμς. «Δεν έχει χτίσει πολλά από τότε που ήρθε», είπε ο Ντέιμον κοιτάζοντας γύρω του το ξέφωτο. «Οι πειρατές δεν είναι καλοί μαραγκοί», απάντησε ο Τζέιμς και έστειλε τον αδελφό του και μια χούφτα άντρες να ελέγξουν το πίσω μέρος του μεγάλου κτιρίου. Ο Ντέιμον έχωσε το κεφάλι του στην πόρτα για να κοιτάξει πρώτα μέσα πριν μπει. Δεν είχε χτιστεί ακόμα άλλος όροφος, ωστόσο το ισόγειο ήταν ένας ενιαίος χώρος που δεν είχε χωριστεί ακόμα σε δωμάτια, οπότε δεν υπήρχαν άλλες πόρτες πίσω από τις οποίες θα μπορούσαν να κρύβονται άλλοι πειρατές, στήνοντας ενέδρα. Προχώρησαν στον χώρο της κουζίνας στο πίσω μέρος, ο οποίος δεν είχε κλειστεί ακόμα. Ο Λακρός καθόταν μόνος στο τέρμα ενός μακρόστενου τραπεζιού που ήταν γεμάτο με μισοάδεια πιάτα. Έδειχνε αλλόκοτα ήρεμος στην άφιξή τους. Ο Ντέιμον αναρωτήθηκε αν ο πειρατής είχε στείλει όντως όλους τους άντρες του στην παραλία δίχως να κρατήσει μερικούς για ασφάλεια. Ο Πιερ είπε ήρεμα: «Βλέπω δεν είσαι αλυσοδεμένος, Χοκ». Και ύστερα με ένα


αυστηρό βλέμμα στον Ντέιμον: «Γιατί αυτό;». «Έπρεπε να κρατήσεις τη βεντέτα σου ανάμεσα σε άντρες», απάντησε ο Ντέιμον. «Ήταν μεγάλο λάθος να μπλέξεις γυναίκες. Ήδη πιάσαμε την κόρη σου. Η Κάθριν κατάφερε και έκλεψε περισσότερα κοσμήματα για σένα, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν για την καταδίκη της». Ο Πιερ απλώς σήκωσε τους ώμους. «Κρίμα για τα κοσμήματα. Ανυπομονούσα για το χρήμα που θα μου έφερναν. Το χτίσιμο μιας καλής βάσης κοστίζει». Ο Ντέιμον αηδίασε με την αδιαφορία του άντρα για την κόρη του, που είχε πασχίσει τόσο πολύ για την αποδοχή του, ώστε θα κατέληγε στη φυλακή γι’ αυτό. Ο Άντονι ήρθε από το πίσω μέρος του κτιρίου και κόλλησε ένα πιστόλι στην πλάτη του πειρατή. «Δώσε τα όπλα σου». «Δεν είμαι οπλισμένος», είπε ο Πιερ, αν και δεν σήκωσε τα χέρια για να το αποδείξει. «Δεν υπήρχε λόγος». «Έχεις ένα δευτερόλεπτο να δώσεις…» Μέταλλο κοπάνησε τα σανίδια κάτω από το τραπέζι με δύο δυνατούς γδούπους. Ο Άντονι σήκωσε τον Πιερ όρθιο και τον έσπρωξε μακριά από το τραπέζι. Ο Ντέιμον αμέσως πήρε δύο πιστόλια από τη ζώνη του. Γι’ αυτό καθόταν εκεί τόσο ήρεμα. Ο Τζέιμς τον πλησίασε κουνώντας το κεφάλι. «Θα προτιμούσες να πεθάνεις μόνο και μόνο για να με σκοτώσεις, Πιερ; Αυτό ήταν το σχέδιό σου τελικά;» «Δεν γυρίζω στη φυλακή!» Δύο από τα αδέλφια Άντερσον είχαν έρθει μέσα και ήταν ο Ντρου που είπε: «Σκότωσέ τον να τελειώνουμε». «Τι στον διάολο, Ντρου;» είπε ο Μπόιντ. «Νόμιζα ότι συμφωνούσες με τον γαμπρό σου ότι ο Λακρός δεν πρέπει να τη γλιτώσει με έναν γρήγορο θάνατο». «Ποιος μίλησε για γρήγορο;» πέταξε ο Ντρου. Ο Μπόιντ ρουθούνισε. «Ο άνθρωπος προτιμά τον θάνατο από τη φυλακή. Δεν ήρθαμε εδώ για να του δώσουμε αυτό που θέλει». «Κατάλαβα, Γιάνκη», είπε ο Τζέιμς λίγο πριν του χώσει την πρώτη μπουνιά. «Αλλά χρειάζεται μερικά σπασμένα κόκαλα για να με θυμάται». Αυτά τα κόκαλα τελικά ήταν το σαγόνι, μερικά πλευρά, ένα χέρι και μια κλείδα πριν ο Πιερ χάσει τις αισθήσεις του. Ο Ντέιμον μόρφασε μερικές φορές, όχι για τον πειρατή, αλλά για το ότι ο ίδιος είχε γλιτώσει, παρόλο που δεν ήξερε ακόμα το γιατί. Μάλλον η συμμαχία των παιδιών του Μάλορι είχε μεγαλύτερο βάρος από ό,τι φανταζόταν. Όταν βγήκαν έξω, ο τρίτος αδελφός Άντερσον πλησίασε τον Τζέιμς.


«Υπάρχουν περίπου άλλοι τριάντα άνθρωποι του Λακρός που προσπάθησαν να κρυφτούν στη ζούγκλα – υπηρέτες, πόρνες και άντρες που ήταν πρόθυμοι να πεθάνουν για τον Λακρός. Παραδόθηκαν χωρίς αντίσταση». Ο Ντέιμον κοίταξε πίσω από τον Γουόρεν και δεν είδε κανέναν άλλο. «Πού είναι;» Ο Γουόρεν γύρισε. «Περίμενε λίγο. Η ζούγκλα ήταν μεγάλη». Αλλά ο αιχμάλωτος όχλος άρχισε να εμφανίζεται από τα δέντρα, με ναύτες να σπρώχνουν τους άντρες, ενώ ο Ντέιμον ξαφνικά γούρλωσε τα μάτια. «Πατέρα;»


Κεφάλαιο 47 Ήταν σχεδόν σούρουπο όταν τα τρία πλοία έδεσαν στο λιμάνι της Ανγκουίλα. Το ένα θα πήγαινε τον Ντέιμον και τους άντρες του στην Τζαμάικα όταν τελείωναν από εδώ, μια και δεν θα χρειαζόταν πια το πλοίο του διευθυντή. Τον εξέπληξε που ο Μάλορι το κανόνισε αυτό μετά το σχόλιό του νωρίτερα: «Όλα για το τίποτα, ε;». Ο Ντέιμον είχε προσπαθήσει να πείσει τον Μάλορι να συνεχίσει το ταξίδι του, διαβεβαιώνοντάς τον ότι θα πήγαινε εκείνος τον Λακρός στη φυλακή, αλλά ο Μάλορι τον αγνόησε. Όμως έπρεπε να προσπαθήσει ξανά. Αν ο Τζέιμς κατέληγε να συλληφθεί για τις παρανομίες του ως Κάπτεν Χοκ, η Τζακ δεν θα τον συγχωρούσε ποτέ. «Ακόμα δεν έχει άμαξες αυτό το καταραμένο νησί», γκρίνιαξε ο Τζέιμς όταν ήρθε το κάρο να τους πάει στη φυλακή. Καθώς έβαζαν τον Πιερ μισοαναίσθητο στο κάρο, ο Ντέιμον προσπάθησε ξανά να πείσει τον Μάλορι να μην έρθει στη φυλακή. «Μην ξεβολεύεσαι. Μπορώ να τον πάω εγώ…» «Αρκετά, καπετάνιε», τον διέκοψε ο Τζέιμς. «Σκοπεύω να το κάνω εγώ προσωπικά». «Υπάρχει λόγος που δεν πρέπει», είπε τελικά ο Ντέιμον. «Σου είπα ότι είχα εντάλματα και για άλλους πειρατές. Ο Χοκ ήταν ένας από αυτούς». «Εκτιμώ την προειδοποίηση, αλλά το είχα ήδη καταλάβει», είπε ο Τζέιμς καθώς ανέβαινε στον πάγκο του κάρου. «Σκοπεύω να διαγράψω αυτό το ένταλμα. Τώρα ανέβα και πες μου τι είπε ο πατέρας σου για τον εαυτό του». Ο Ντέιμον ήταν πολύ ανακουφισμένος για να μην υπακούσει. «Στη φυλακή ανακάλυψε ότι είχε ένα κοινό με τον Λακρός, να εκδικηθεί εσένα, οπότε ο Πιερ του πρότεινε να τον πάρει μαζί του όταν βρήκε τρόπο να δραπετεύσει. Του είπα ήδη ότι έκανε λάθος για σένα –και οι δύο κάναμε λάθος–, ότι δεν αποπλάνησες τη μητέρα μου να μας αφήσει. Αλλά τώρα δεν έχει ιδέα γιατί έφυγε, οπότε αυτό είναι ένα μυστήριο που μπορεί να μη λυθεί ποτέ». Ο Τζέιμς του έριξε ένα δύσπιστο βλέμμα, αλλά επειδή ο Ντέιμον δεν είχε μείνει ικανοποιημένος από τη σύντομη κουβέντα του με τον Σίριλ, δεν θα διαφωνούσε με τον Μάλορι. «Ο πατέρας μου δεν είναι πειρατής ούτε καν μαχητής. Αλλά είναι ικανός καπετάνιος και του δόθηκε το πλοίο που έκλεψε ο Πιερ όταν δραπέτευσαν για


να προσλάβει πλήρωμα για τον Λακρός, που είναι και ο λόγος που δεν τον είχα δει μέχρι τώρα με τους πειρατές. Παραδέχτηκε ότι τους τελείωσαν τα λεφτά, οπότε το πλοίο δόθηκε στην Κάθριν με σκοπό να συγκεντρώσει περισσότερα. Αν δεν γινόταν αυτό, μπορεί να μη μάθαινα ότι δεν ήταν πια φυλακή». «Ο Μπένετ θα δώσει εξηγήσεις γι’ αυτό σήμερα και θα παραδεχτεί ότι σου είπε ψέματα όταν θα του πάμε τον Λακρός. Αυτό θα σου δώσει την ευκαιρία να σβήσεις τον Σίριλ από τα αρχεία της φυλακής». Λίγο αργότερα, μπαίνοντας στο γραφείο του Πίτερ Μπένετ δίχως να περιμένουν άδεια –ο Τζέιμς άνοιξε απλώς την πόρτα και μπήκε–, έπιασαν τον διευθυντή απροετοίμαστο και προφανώς δεν του άρεσαν οι εκπλήξεις. Πετάχτηκε έξαλλος από την καρέκλα του. Ο Ντέιμον συγκράτησε τον θυμό που έβραζε μέσα του λέγοντας: «Διευθυντά Μπένετ, επιτρέψτε μου να σας συστήσω τον Τζέιμς Μάλορι, υποκόμη του Ράιντινγκ». Το ύφος του Μπένετ άλλαξε μεμιάς. «Ένας λόρδος; Στην Ανγκουίλα; Μου κάνετε μεγάλη τιμή, λόρδε μου! Τι σας φέρνει;…» «Είστε υπεύθυνος για μια πολύ άσχημη αλυσίδα γεγονότων, κύριε Μπένετ. Κι εγώ ήρθα για να βάλω ένα τέλος σε αυτή». «Δεν καταλ…» Ο Τζέιμς τον διέκοψε ξανά: «Θα διαγράψετε τον Σίριλ Ρος από τα αρχεία της φυλακής». «Σχετικά με αυτό…» άρχισε να λέει αμήχανα ο διευθυντής. Θέλοντας να φύγει όσο το δυνατόν συντομότερα από την τρομερή φυλακή, ο Ντέιμον είπε: «Ναι, ξέρω ήδη πως δεν τον έχετε. Ωστόσο θα καθαρίσετε το μητρώο του αφού έκανα ό,τι θέλατε για την απελευθέρωσή του. Ο Πιερ Λακρός είναι έξω και θα χρειαστούν δύο για να τον κουβαλήσουν. Επίσης επέστρεψα το πλοίο σας σε άριστη κατάσταση». «Και τον διαβόητο Κάπτεν Χοκ;» «Ο Χοκ πέθανε πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια στην Αγγλία, όπου και καταγράφηκε ο θάνατός του», είπε ο Τζέιμς. «Θα έπρεπε να είχαμε ενημερωθεί, αν ίσχυε κάτι τέτοιο. Είστε σίγουρος;» «Η απόδειξη είναι ότι τον σκότωσα εγώ ή μήπως αμφισβητείτε τον λόγο μου;» «Και βέβαια όχι, λόρδε μου. Και θα φροντίσω εγώ προσωπικά το νέο να διαδοθεί σε όλη την Καραϊβική». Φυσικά και θα το έκανε, αφού ήθελε τα εύσημα για τον εαυτό του, σκέφτηκε με αηδία ο Ντέιμον. Όμως ο άντρας είχε ανοίξει τα τεφτέρια πάνω στο γραφείο του και κάτι σημείωνε. Ο Ντέιμον κρυφοκοίταξε να δει τι έγραφε και χάρηκε.


Ο Ντέιμον γύρισε να φύγει, όμως ο Τζέιμς δεν είχε τελειώσει ακόμα. Κοίταξε βλοσυρά τον διευθυντή και είπε με διόλου ευχάριστο τόνο: «Εσείς κύριε, έχετε πολλά άλλα στο μυαλό σας για να διευθύνετε σωστά αυτή τη φυλακή. Θα μεταφέρετε τον Πιερ Λακρός σε κελί υψίστης ασφαλείας, από το οποίο να μην μπορέσει να δραπετεύσει ποτέ ξανά, διαφορετικά θα παραιτηθείτε από το πόστο σας και θα αφήσετε στη θέση σας κάποιον που να θέλει να το κάνει. Αν ο Λακρός φύγει ποτέ ξανά από αυτή τη φυλακή, εκτός για να πάει στον τάφο του, το δικό σας κεφάλι θα κυνηγήσω. Συνεννοηθήκαμε;». Όταν ο Μπένετ συμφώνησε δουλικά, ο Τζέιμς πρόσθεσε: «Τότε σας εύχομαι μια καλή ημέρα». «Δεν του αξίζει η θέση του κυβερνήτη», μούγκρισε ο Ντέιμον στην επιστροφή τους προς το λιμάνι. «Μπορώ να φροντίσω ώστε το όνομά του να μην μπει ποτέ στη λίστα», απάντησε ο Τζέιμς προσθέτοντας, «δεν κάνω χάρη σε εσένα, καπετάνιε, αυτό ήταν ούτως ή άλλως στα σχέδιά μου. Η υποχρέωσή μου σε εσένα έληξε». Ο Ντέιμον σφίχτηκε. Αυτό μπορούσε να σημαίνει πολλά πράγματα, ίσως ο Μάλορι να του έδινε το ξύλο που πίστευε ότι του άξιζε. Πριν συνέβαινε ή δεν συνέβαινε αυτό, τουλάχιστον πριν χωρίσουν, είχε ακόμα μια χάρη να ζητήσει από τον Τζέιμς Μάλορι. Απλώς δυσκολευόταν πολύ να σχηματίσει τις τόσο σημαντικές για εκείνον λέξεις – και είχαν φτάσει στο λιμάνι! Το κάρο είχε σταματήσει ανάμεσα στα δύο πλοία του Μάλορι. Κι εκείνος ήδη κατέβαινε. «Λόρδε Μάλορι, περιμένετε!» είπε ο Ντέιμον. «Θα το μετανιώνω μέχρι να πεθάνω αν δεν… θέλω να παντρευτώ την κόρη σας!» «Τρελάθηκες τελείως;» ήταν το μόνο που είπε ο Τζέιμς πριν απομακρυνθεί και ανέβει στο Μέιντεν Τζορτζ. Ο Ντέιμον αναστέναξε και ανέβηκε στο άλλο πλοίο. Ναι, ήταν τρελός που πίστεψε ότι ο Μάλορι θα απαντούσε διαφορετικά. Και η Τζακ πιθανόν θα του έλεγε το ίδιο. Μπορεί να τον ήθελε και να ήταν αρκετά τολμηρή για να μην το αρνείται, αλλά πίστεψε ότι αστειευόταν όταν της ανέφερε τον γάμο και είχε εκνευριστεί μαζί του. Ο Μόρτιμερ τον περίμενε στο άλλο πλοίο και ο καπετάνιος έδωσε αμέσως διαταγή να σαλπάρουν. Αν κυβερνούσε ο Ντέιμον το πλοίο, θα είχε δώσει εντολή να ακολουθήσουν τον Μάλορι στο Σεντ Κιτς, πριν πάρει την Τζακ μακριά του. Όμως δεν το κυβερνούσε και παρόλο που θα ρίσκαρε την οργή του Τζέιμς για χάρη της, θα ήταν μάταιο γιατί εκείνη δεν ήθελε να τον παντρευτεί. «Δεν έχεις πει ακόμα αν σκοπεύεις να μείνεις στην Τζαμάικα», είπε ο Μόρτιμερ. «Δεν έχω αποφασίσει, αλλά αμφιβάλλω ότι θα το κάνω τώρα που έχω αυτό το


τεράστιο ακίνητο να χειρίζομαι στην Αγγλία. Προτιμώ να έρθει ο πατέρας μου εκεί. Και ακόμα ελπίζω η γιαγιά μου να έχει μια μέρα αναλαμπής και να απαντήσει τις ερωτήσεις για τη μητέρα μου. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να μένουμε εκεί, όχι εδώ». «Πιστεύεις πράγματι πως θα βρεις τη μητέρα σου μετά από τόσα χρόνια; Τώρα ξέρεις ότι σε ήθελε μαζί της κι ωστόσο δεν επέστρεψε. Δεν μ’ αρέσει που το λέω…» «Μην το πεις», τον διέκοψε ο Ντέιμον. «Σε… σε κάθε περίπτωση, θέλω να ξέρω. Είναι κόλαση απλώς να αναρωτιέμαι. Αλλά είσαι ευπρόσδεκτος, ξέρεις. Πάντα θα έχεις ένα σπιτικό μαζί μου αν θέλεις». Ο Μόρτιμερ χασκογέλασε. «Το είχα δεδομένο αυτό. Αλλά ξέρεις ότι η οικογένειά μου είχε χρήματα. Μάλλον θα πρέπει να αποφασίσω αν θα κάνω κάτι με τα πτυχία που πασχίσαμε να πάρουμε ή ίσως μου βρω μια όμορφη νύφη». «Καλή τύχη μ’ αυτό. Οι όμορφες έρχονται πακέτο με μεγάλο σόι». Ο Μόρτιμερ ξεφύσησε. «Μόνο η δική σου όμορφη. Ακόμα δεν καταλαβαίνω πώς ανέχτηκες αυτή τη θύελλα». Ο Ντέιμον χτύπησε το στήθος του. «Ας ελπίσουμε ότι μια μέρα θα το ανακαλύψεις μόνος σου. Ο πατέρας μου είναι στην καμπίνα;» «Ναι και ανυπομονεί να σου μιλήσει. Νομίζω πως ανησυχεί για το τι θα του συμβεί από δω και μπρος. Δεν τον καθησύχασες ακόμα;» «Όχι. Το σοκ που τον είδα με τον Λακρός δεν έχει περάσει ακόμα. Αγωνιούσα που καθυστερούσα να τον βγάλω από τη φυλακή και όλο αυτόν τον καιρό είχε βρει τρόπο να βγει μόνος του. Θα του μιλήσω τώρα». Βρήκε τον πατέρα του να βηματίζει στην καμπίνα που θα μοιράζονταν. Ο Σίριλ έδειχνε ακμαίος και υγιής, αν και τα καστανά μαλλιά του είχαν ασπρίσει στους κροτάφους. Αν είχε υποστεί στερήσεις στη φυλακή, είχε αναρρώσει τους τελευταίους μήνες. Όμως ο πατέρας του έδειχνε ανήσυχος τώρα, κάτι που έκανε τον Ντέιμον να τον ρωτήσει: «Πίστευες ότι θα πήγαινες πάλι φυλακή;». «Ήρθατε εδώ, στο μέρος όπου βρίσκεται η φυλακή». «Για να καθαρίσουμε το όνομά σου. Είσαι εντελώς ελεύθερος πια, πατέρα, οπότε χαλάρωσε. Σαλπάραμε για την Τζαμάικα τώρα. Η φυτεία σου πουλήθηκε, αλλά θα σου βρω άλλη πριν επιστρέψω στην Αγγλία». «Δεν θα μείνεις… άρα έμαθες την αλήθεια;» είπε ο Σίριλ αινιγματικά. Ο Ντέιμον συνοφρυώθηκε. «Ποια αλήθεια;» Ο Σίριλ έσφιξε τα χέρια του. Ο Ντέιμον πίστεψε ότι δεν θα απαντούσε, ήταν για πολλή ώρα σιωπηλός, όμως τότε είπε: «Ότι… ότι χαρτόπαιζα πολύ. Κι έπινα


πολύ αφότου έφυγες. Ο συνδυασμός αυτός ήταν καταστροφή. Τώρα το ξέρω και δεν θα ξαναπέσω ποτέ σε αυτή τη διπλή παγίδα». Ο Ντέιμον ήταν ακόμα συνοφρυωμένος. Θυμόταν αμυδρά ότι ο πατέρας του έπινε πριν φύγει για σπουδές, ακόμα και πριν φύγει η μητέρα του, αλλά όλοι οι άντρες έπιναν σε κάποιον βαθμό και ποτέ αυτό δεν φάνηκε να επηρεάζει την ικανότητα του Σίριλ να διαχειρίζεται τη φυτεία. Αλλά υπήρχαν και κάποιοι τσακωμοί που είχε ακούσει ανάμεσα στους γονείς του σχετικά με τα χρήματα, οπότε ίσως ο Μάλορι να είχε δίκιο όταν είπε ότι ο πατέρας του χαρτόπαιζε και τότε. Κι αν έπεφτε ξανά σε αυτόν τον καταστροφικό φαύλο κύκλο; «Ίσως πρέπει να έρθεις στην Αγγλία μαζί μου», πρότεινε ο Ντέιμον. «Η ιδιοκτησία Ριβς μου ανήκει τώρα. Είσαι ευπρόσδεκτος να μείνεις μαζί μου για το υπόλοιπο της ζωής σου. Δεν θα χρειαστεί να δουλέψεις ποτέ ξανά». Ο Σίριλ χαμογέλασε λίγο ειρωνικά. «Αργία μήτηρ πάσης κακίας, γιε μου, και βαθιά μέσα μου είμαι αγρότης. Είτε στη γη μου είτε σε άλλου, ο μόχθος είναι χαρά και ικανοποίηση. Στα νησιά είμαι σεβαστός αγρότης, στην Αγγλία όχι, δεν θα γυρίσω ποτέ εκεί». «Σκέψου το λίγο πριν αποφασίσεις». «Μη σκεφτείς ποτέ ότι είμαι αχάριστος, Ντέιμον. Κοίτα τον εαυτό σου, γιε μου, τι υπέροχος άντρας που έχεις γίνει. Τόσο μορφωμένος, μιλάς σαν πραγματικός τζέντλεμαν τώρα. Δεν μπορώ να σου πω τι σημαίνει για μένα το ότι ρίσκαρες τη ζωή σου, τη φήμη σου και τόσα άλλα για να με βγάλεις από τη φυλακή. Είμαι τόσο περήφανος για σένα». Βλέποντας τα μάτια του Σίριλ να βουρκώνουν, ο Ντέιμον τον αγκάλιασε σφιχτά. «Ήσουν υπέροχος πατέρας». «Αλλά μετά από τόσα χρόνια», συνέχισε ο Σίριλ, «προτιμώ καλύτερα αυτά τα νησιά και έχω φίλους στην Τζαμάικα, ακόμα και ερωμένη που μπορώ να παντρευτώ τώρα που δεν ζω μέσα στον θυμό και στην αυτολύπηση». «Η μητέρα μου δεν είναι νεκρή», επέμεινε ο Ντέιμον. «Για μένα είναι», είπε ο Σίριλ λίγο έντονα, αλλά μετά συνέχισε, «σε αγάπησα από τη μέρα που γεννήθηκες και αγαπούσα κι εκείνη που μου έκανε τέτοιο δώρο. Πάντα θα σε αγαπώ, Ντέιμον, ποτέ μην αμφιβάλλεις γι’ αυτό. Αλλά καταλαβαίνω ότι έχεις άλλες υποχρεώσεις τώρα και πρέπει να ζήσουμε με έναν ωκεανό ανάμεσά μας. Δεν θα κάνω άλλα λάθη για να χάσω αυτή τη δεύτερη ευκαιρία που μου δίνεις. Το ορκίζομαι». Πατέρας και γιος αγκαλιάστηκαν και τώρα είχαν και οι δύο δάκρυα στα μάτια.


Κεφάλαιο 48 ΗΤζάκλιν ανασήκωσε λίγο το κεφάλι της από το μαξιλάρι και άνοιξε το ένα μάτι για να δει ποιος τόλμησε να μπει στο δωμάτιο χωρίς να χτυπήσει, αλλά έπρεπε να το είχε καταλάβει. Μόνο η ξαδέλφη της Τζούντιθ θα έκανε τέτοια είσοδο. «Είσαι άρρωστη αυτή τη φορά;» απαίτησε να μάθει η Τζούντιθ. «Όχι». «Στραμπούλιξες τίποτα μήπως;» Η Τζάκλιν κατέβασε πάλι το κεφάλι κι έφερε το χέρι πάνω στα μάτια της. «Από πλήξη υποφέρω, αφού θες να μάθεις. Το τελευταίο ταξίδι στην Καραϊβική ήταν πολύ συναρπαστικό, κάτι που προφανώς έχει άσχημες παρενέργειες. Τώρα τίποτα δεν μου κινεί το ενδιαφέρον». «Αυτό είναι όλο; Υποφέρεις απλώς από ανία;» «Από τι άλλο;» Η Τζούντιθ στρογγυλοκάθισε στο κρεβάτι, τράβηξε την Τζάκλιν να καθίσει στο κέντρο μαζί της και μετά είπε: «Ω δεν ξέρω… μήπως είπες ψέματα ότι δεν ερωτεύτηκες τον πειρατή σου;». «Δεν έκανα κάτι τέτοιο. Αλλά νομίζω πως βιώνω στιγμές… δεν ξέρω καν πώς να το περιγράψω. Δυστυχίας υποθέτω». Δεν μπορούσε να μιλήσει γι’ αυτό ακόμα, για το ότι φοβόταν μήπως ο Ντέιμον δεν την αγαπούσε, ότι τη χρησιμοποίησε μόνο για να λάβει τη βοήθεια του πατέρα της. Τώρα που την είχε πάρει μπορεί να μην τον ξανάβλεπε ποτέ! «Και δακρύων;» επέμεινε η Τζούντι. «Μη λες ανοησίες, Τζούντι, ξέρεις ότι δεν κλαίω». «Ωστόσο η ανία δεν προκαλεί δυστυχία…» «Σε εμένα προκαλεί!» τη διέκοψε η Τζακ. Η Τζούντιθ συνέχισε τον συλλογισμό της. «Ενώ ο έρωτας σίγουρα μπορεί να προκαλέσει δυστυχία για αμέτρητους λόγους. Ένας είναι όταν σε χωρίζουν από τον εκλεκτό της καρδιάς σου. Άλλος είναι όταν δύο άνθρωποι τρέφουν απαγορευμένα συναισθήματα ο ένας για τον άλλον. Ένας άλλος, εκατό φορές χειρότερος λόγος, είναι όταν φοβάσαι ότι ο άλλος δεν αισθάνεται το ίδιο με εσένα. Όταν πιστεύεις ότι σε πρόδωσε, είναι ακόμα ένας χίλιες φορές πιο…» «Τζούντι!» είπε πάλι η Τζάκλιν. «Μιλούσαμε για μένα, όχι για σένα, και γιατί δεν έχεις ξεχάσει ακόμα τις δυσάρεστες εποχές του έρωτά σου με τον Νέιθαν;


Είσαι παντρεμένη τώρα και τρισευτυχισμένη». «Και γι’ αυτόν τον λόγο τώρα μπορώ να σκέφτομαι αυτή την εποχή των αμφιβολιών και να γελάω». «Δεν έχω αμφιβολίες ούτε και τέτοιου είδους δυστυχία. Απλώς βαριέμαι του θανατά!» «Λοιπόν, πώς να μη βαριέσαι έτσι που είσαι στο κρεβάτι όλη μέρα; Όμως η μητέρα σου έχει γιατρικό γι’ αυτό. Θα διοργανώσει έναν χορό». «Σε καμία περίπτωση! Η μητέρα μου δεν κάνει κανενός είδους πάρτι, εκτός κι αν είναι για την ευρύτερη οικογένεια. Ποτέ δεν θα διοργάνωνε χορό». «Κι όμως το κάνει», είπε η Τζούντιθ χαμογελώντας. «Αυτή τη στιγμή που μιλάμε είναι στο γραφείο του πατέρα σου και φτιάχνει τη λίστα των καλεσμένων». «Μα γιατί;» «Όπως είπα, για να σε σηκώσει από το κρεβάτι». Η Τζάκλιν ρουθούνισε. «Η σεζόν τελείωσε». «Ναι, αυτό όμως σημαίνει απλώς ότι οι ντεμπιτάντ πήγαν σπίτια τους – ή κάνουν γαμήλια πάρτι. Το Λονδίνο δεν σταματά να ζει επειδή η σεζόν τελείωσε. Ο κόσμος εξακολουθεί να διασκεδάζει». «Όχι όμως η μητέρα μου», επέμεινε η Τζακ. «Εκτός αυτού, δεν θα το επέτρεπε ο πατέρας». «Πιστεύεις στ’ αλήθεια ότι θα πήγαινε κόντρα στην Τζορτζίνα σε αυτό; Είναι τόσο ενθουσιασμένη που γύρισες σώα και αβλαβής, που θέλει να σε δει ευτυχισμένη». «Λοιπόν, μάλλον όχι. Η μητέρα έκλαιγε για μια εβδομάδα αφότου γυρίσαμε κι εκείνος ακόμα της κάνει όλα τα χατίρια, λες κι ήταν δικό του φταίξιμο». «Δάκρυα χαράς, όμως δεν έριχνε τέτοια όσο έλειπες». «Το ξέρω. Όμως η μητέρα μου έπρεπε να καθησυχαστεί από το σημείωμα του Ντέιμον… το διάβασα, και όπως είπε στον Τζέρεμι κι εμένα, δεν ήταν καθόλου απειλητικό». «Πότε μερικές λέξεις καθησυχάζουν μια μητέρα; Και πάλι ανησυχούσε τρομερά για σένα όσο είχες εξαφανιστεί, πολεμώντας πειρατές και περνώντας υπέροχα. Η μητέρα μου προσφέρθηκε ακόμα και να τους αγοράσει πλοίο για να έρθουν να σε ψάξουν, αλλά επικράτησε η λογική, γιατί θα έψαχναν βελόνα στα άχυρα». «Δεν ήταν όλα υπέροχα», θύμισε η Τζάκλιν στην ξαδέλφη της. «Η τελευταία περίπου εβδομάδα ήταν, έτσι όπως τη διηγείσαι – δηλαδή μέχρι εκείνος να πάρει τον δρόμο του κι εσύ τον δικό σου. Για όνομα του Θεού, Τζακ,


το δευτερόλεπτο που έπαψε να είναι εχθρός σου μου είπες ότι τον έριξες στο κρεβάτι. Παραδέξου το… ή παραδέξου ότι είσαι ερωτευμένη». «Ανοησίες – αλλά για εκείνο τον χορό… αν η μητέρα τον κάνει μασκέ, μπορεί να έρθω. Ο Ντέιμον είχε χρόνο να γυρίσει στην Αγγλία, αν σκόπευε να κάνει κάτι τέτοιο. Θα μπορούσε να τρυπώσει με μάσκα, όπως την άλλη φορά». «Άρα θες να τον ξαναδείς λοιπόν;» «Εννοείται. Δεν είχα τελειώσει μαζί του. Ήταν υπέροχος… όταν δεν είχα θυμό να θολώνει την κρίση μου. Μου λείπει. Μακάρι να τον γνώριζες, θα τον λάτρευες». Η Τζούντιθ σήκωσε το φρύδι. «Εγώ θα τον λατρέψω κι εσύ όχι;» «Σχήμα λόγου ήταν». Η Τζούντιθ έσφιξε το χέρι της Τζάκλιν. «Γιατί αρνείσαι αυτά τα συναισθήματα;» «Διότι είναι πολύ νωρίς», μουρμούρισε η Τζακ, ακόμη απρόθυμη να παραδεχτεί τι πραγματικά ένιωθε, ακόμα και στον εαυτό της, αν και είπε, «αλλά του χρόνου μπορεί να τον αγαπήσω». «Δεν περίμενα να ακούσω μια τέτοια ανοησία αυτή τη στιγμή από σένα, Τζακ Μάλορι», είπε η Τζούντιθ πλαταγίζοντας τη γλώσσα της. «Είπες ότι σου έλειψε, είπες ότι δεν τελείωσες μαζί του… και νομίζεις ότι δεν ξέρω τι εννοείς. Αλλά δεν γίνεται να το συνεχίσεις αυτό, γιατί τότε ο πατέρας σου θα τον σκοτώσει στα αλήθεια». «Δεν καταλαβαίνεις…» «Καταλαβαίνω πολύ καλά από τη στιγμή που συμφώνησα κι εγώ να μην παντρευτούμε μέχρι του χρόνου. Αλλά όλοι, ακόμα κι εγώ, σε προειδοποιήσαμε πόσο ανόητο ήταν αυτό. Και απάντησέ μου σε αυτό, πιστεύεις πραγματικά ότι θα βρεις κάποιον άλλον που να σε κάνει να αισθάνεσαι έτσι; Γιατί στο καλό να θες να περιμένεις, όταν έχεις ήδη βρει τον τέλειο άντρα;» «Ο πατέρας δεν θα δώσει ποτέ τη συγκατάθεσή του», ψιθύρισε η Τζάκλιν. «Ω», είπε η Τζούντιθ. «Είναι και αυτό».


Κεφάλαιο 49 Ο Ντέιμον έφτασε στο Ιστ Σάσεξ σε ένα άδειο σπίτι, δίχως μπάτλερ και δίχως άνθρωπο πουθενά. Τι στο καλό είχε συμβεί εδώ; Αλλά τότε μια νεαρή υπηρέτρια τον προσπέρασε τρέχοντας από το πίσω μέρος του σπιτιού και βγήκε από την μπροστινή πόρτα, αφήνοντάς τη ανοιχτή. Μην πιστεύοντας στα μάτια του, την ακολούθησε έξω και φώναξε: «Περίμενε! Πού είναι όλοι;». Το κορίτσι κοντοστάθηκε, γύρισε και είπε: «Στο οικογενειακό κοιμητήριο, κύριε. Σήμερα κηδεύεται η κυρία μας. Αν ήρθατε για να υποβάλλετε τα σέβη σας στην κηδεία, μπορεί να προλάβετε. Εγώ παρακοιμήθηκα!». Έτρεξε κι εξαφανίστηκε από το πλάι της μεγάλης έπαυλης. Ο Ντέιμον έμεινε ακίνητος, κατακεραυνώθηκε. Τώρα δεν θα μπορούσε ποτέ να πιάσει τη γιαγιά του σε στιγμή διαύγειας για να του απαντήσει στα ερωτήματά του. Αυτή η ελπίδα χάθηκε για πάντα. Ευχόταν να είχε γυρίσει νωρίτερα. Αλλά του είχε πάρει μία εβδομάδα να τακτοποιήσει τον πατέρα του στην καινούρια φυτεία στην Τζαμάικα και μετά είχε μείνει άλλη μία στο Λονδίνο προσπαθώντας να δει την Τζακ. Αλλά κάθε φορά που χτυπούσε την πόρτα του σπιτιού της στην πλατεία Μπέρκλι, ο ένας από τους δύο μπάτλερ –είχαν στα αλήθεια δύο– του έκλεινε την πόρτα στα μούτρα. Μόνο την πρώτη φορά που συστήθηκε του είπε: «Διαταγές του καπετάνιου, δεν είσαι ευπρόσδεκτος». Ούτε τα λουλούδια που της έφερε δεν δέχτηκαν να πάρουν, έτσι έβαλε άλλον να τα παραδώσει, αλλά ούτε τότε τα δέχτηκαν! Παρ’ όλ’ αυτά παρακολουθούσε το σπίτι της, ελπίζοντας να την πετύχει όταν θα έβγαινε, αλλά ποτέ δεν βγήκε. Θα αναγκαζόταν να δοκιμάσει κάτι πιο δραστικό όταν θα επέστρεφε στο Λονδίνο, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να αντιμετωπίσει τον πατέρα της. Αυτή τη φορά δεν θα του μιλούσε ευγενικά, δηλαδή ποτέ δεν του είχε μιλήσει έτσι, αλλά η χάρη του Μάλορι στο πρόσωπό του είχε τελειώσει και του είχε ξεκαθαρίσει ότι δεν θα του έδινε ποτέ την κόρη του. Ο Ντέιμον όμως ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα για εκείνη – αν τον ήθελε. Απλώς ήθελε μια ευκαιρία να της μιλήσει δίχως την παρουσία του πατέρα της, να της πει ότι δεν αστειευόταν όταν της ζήτησε να τον παντρευτεί. Έπρεπε να το είχε παραδεχτεί εκείνη τη μέρα στο πλοίο του, αλλά εκείνη είχε δείξει να


ενοχλείται στην ιδέα. Ακόμα έτσι ένιωθε άραγε; Δεν υπήρχε καμία ελπίδα να την κάνει γυναίκα του; Ήξερε πού ήταν το κοιμητήριο, στο πλάι της μικρής εκκλησίας, πίσω από τους ψηλούς θάμνους, δίπλα στο σπίτι. Ο οβελίσκος της εκκλησίας ήταν ορατός πάνω από τους θάμνους και έτσι είχε ανακαλύψει την τοποθεσία της. Είχε πάει μόνο μία φορά, φοβούμενος ότι θα έβρισκε τον τάφο της μητέρας του εκεί, όμως δεν ήταν. Έτρεξε στο εκκλησάκι, αλλά όταν πέρασε την πολυτελή είσοδο μέσα από τους ψηλούς θάμνους, ξαφνιάστηκε με τον αριθμό των οχημάτων στην άλλη πλευρά. Ήταν πολύς κόσμος εκεί, έξω και μέσα στο εκκλησάκι – υπηρέτες, ένοικοι, ντόπιοι μεγαλοαστοί, ακόμα και ο δικηγόρος, ο κύριος Χάρισον, που τον είχε εντοπίσει και ήταν ο μόνος στον οποίο είχε μιλήσει λίγο περισσότερο. Το φέρετρο ήδη μεταφερόταν έξω από το εκκλησάκι. Είχε χάσει την εξόδιο ακολουθία, αλλά τουλάχιστον θα παρακολουθούσε την ταφή της Άγκαθα Ριβς. Μπορεί να τον είχε αποκαλέσει με ένα σωρό λάθος ονόματα, περνώντας τον για άλλους άντρες που γνώριζε, ωστόσο ήταν η γιαγιά του και ευχόταν να την είχε γνωρίσει πριν πάθει άνοια. Ένας τάφος είχε ήδη σκαφτεί στο κοιμητήριο δίπλα στο εκκλησάκι, στη σκιά των κλαδιών μιας οξιάς, με λουλούδια φυτεμένα γύρω του. Αν δεν ήταν οι ταφόπλακες, κάποιος θα νόμιζε ότι βρίσκεται σε όμορφο κήπο. Μόνο οι Ριβς θάβονταν εκεί. Παρατήρησε έναν τάφο σχεδόν ενός αιώνα παλιό καθώς ακολουθούσε την πομπή. Την ώρα που κατέβαζαν το φέρετρο στον ανοιχτό τάφο, πήγε να σταθεί δίπλα στον κύριο Χάρισον, έναν μεσήλικα άντρα με καστανό πυκνό μουστάκι και φιλικά πράσινα μάτια. Είχε γραφείο στην κοντινή πόλη του Χάστινγκς. Ο Ντέιμον τον χαιρέτισε με ένα νεύμα και είπε χαμηλόφωνα: «Πώς πέθανε; Γαλήνια;». «Πολύ φοβάμαι πως ήταν επώδυνος θάνατος». «Δεν είστε σίγουρος;» «Λοιπόν, δεν ξέρουμε ποια στιγμή πέθανε κατά την πτώση της από τη σκάλα. Μου είπαν ότι ένας υπηρέτης τη βοηθούσε να κατέβει, αλλά η λαίδη Ριβς τον πέρασε για τον άντρα της και τότε θυμήθηκε πως ήταν νεκρός. Άρχισε να ουρλιάζει πασχίζοντας να ξεφύγει από το υποτιθέμενο φάντασμα και τότε… έπεσε από τη σκάλα». Ο Χάρισον αναστέναξε. «Άσχημο πράμα να σου παίζει τέτοια παιχνίδια το μυαλό. Χαίρομαι που είστε εδώ. Δεν ήμουν σίγουρος πως ήσαστε καν στη χώρα. Άκουσα ότι μηνύσατε στη λαίδη Ριβς ότι θα πηγαίνατε στις Δυτικές Ινδίες. Εκείνη δεν κατάλαβε τίποτα, όμως μου το είπε η κυρία Ράιτ.


Πολύ κουτσομπόλα αυτή η γυναίκα, αλλά ήταν απόλυτα αφοσιωμένη στην κυρά της». «Επέστρεψα πριν από μία εβδομάδα. Δεν είχα ιδέα ότι πέθανε η γιαγιά μου», είπε ο Ντέιμον δείχνοντας το φέρετρο, «μέχρι τώρα». «Τα συλλυπητήριά μου, κύριε. Αλλά αργότερα θα πρέπει να μιλήσουμε στο σπίτι. Η γιαγιά σας έκανε τη διαθήκη της πριν από πολλά χρόνια, πριν από την ασθένειά της, όταν είχε σώας τας φρένας. Απέκλεισε τα μέλη της οικογένειας με τα οποία δεν είχε σχέσεις, δηλαδή τον εξ αγχιστείας θείο της και την κόρη της». «Η Άγκαθα είχε αποξενωθεί με την κόρη της; Για τον Θεό, άνθρωπε, δεν θεώρησες ότι θα έπρεπε να το ξέρω αυτό;» Γι’ αυτό η υπηρέτρια ήταν τόσο αγενής μαζί του! Ο κύριος Χάρισον σήκωσε τους ώμους. «Ήμουν ο οικογενειακός δικηγόρος, αλλά δεν τους ήξερα καλά και σίγουρα δεν μάθαινα τα μυστικά τους. Θα μπορούσε να μην ήταν τίποτα περισσότερο από έναν τσακωμό μητέρας-κόρης που ποτέ δεν επιλύθηκε. Αλλά αυτές ήταν οι οδηγίες της λαίδης Ριβς όταν έκανε τη διαθήκη της. Εσάς δεν σας ανέφερε στη διαθήκη, αλλά ούτε σας απέκλεισε, οπότε ως ο κοντινότερος εν ζωή συγγενής, τα υλικά αγαθά της είναι τώρα δικά σας. Είναι μια μεγάλη λίστα, κυρίως με ακίνητα, ακόμα κι ένα μικρό κάστρο στη Σκοτία, α, κι ένα σπίτι στο Λονδίνο». «Άδειο;» «Όχι, ήταν το σπίτι της μητέρας της. Η λαίδη Ριβς δεν έμενε εκεί συχνά και μάλλον είχε χρόνια να πάει, αλλά είχε κρατήσει μερικούς υπηρέτες στην περίπτωση που ήθελε να το χρησιμοποιήσει». Θα προτιμούσε να είχε την Άγκαθα παρά την περιουσία της. «Ήταν Σκοτσέζα;» «Οι πρόγονοί της ήταν –και δεν θέλω να μιλώ άσχημα για τους νεκρούς–, αλλά πάντα αναρωτιόμουν αν ήταν αυτός ο λόγος που είχε τόσο δύστροπο χαρακτήρα». «Είπατε ότι είχε θείο;» «Ναι, αν και αμφιβάλλω πως ζει πλέον. Ήταν θείος του άντρα της». «Γιατί δεν το αναφέρατε αυτό τότε που σας ρώτησα αν είχα άλλους συγγενείς;» «Διότι η λαίδη Ριβς με διέταξε να μην αναφέρω ποτέ το όνομά του, απειλώντας να με απολύσει. Στο κάτω κάτω, ήταν αποξενωμένος, τόσο από εκείνη όσο και από τον πεθερό της». «Γιατί;» «Ρώτησα κάποτε και απολύθηκα γι’ αυτό. Χρειάστηκαν μήνες με πολλές


συγγνώμες εκ μέρους μου για να με προσλάβει ξανά και ποτέ δεν ξαναρώτησα τη λαίδη. Όμως ο Τζιλ Ριβς θα ήταν ο προ-προ-θείος σας από την πλευρά της μητέρας σας, ο μεγαλύτερος αδελφός του προπάππου σας, του οποίου τώρα η κατοικία σας ανήκει. Όπως είπα, αμφιβάλλω ότι ζει ακόμα». Ο ιερέας έψελνε πάνω από τον ανοιχτό τάφο. Ο Ντέιμον είδε την κυρία Ράιτ, τη δυσάρεστη οικονόμο της Άγκαθα, να στέκεται στην άλλη πλευρά του τάφου κλαίγοντας. Ο Ντέιμον πήγε δίπλα της κοιτώντας το εκκλησάκι. Η Άγκαθα ήταν τουλάχιστον εξήντα ετών, αλλά η κυρία Ράιτ ήταν περίπου δέκα χρόνια νεότερη. Τα καστανά μαλλιά της δεν είχαν ασπρίσει ακόμα, αλλά η αυστηρή στάση της την έκανε να δείχνει τόσο γριά όσο η γιαγιά του. Ήταν οικονόμος της γιαγιάς του εδώ και πολλές δεκαετίες. Ίσως να δούλευε εδώ και τότε που ζούσε στο σπίτι η μητέρα του, όμως αυτή ήταν μια από τις πολλές ερωτήσεις που αρνούνταν να του απαντήσει, οπότε δεν ήταν σίγουρος. Ήταν η μόνη που θα μπορούσε να του πει αν η μητέρα του ήρθε ποτέ εδώ αφότου έφυγε από την Τζαμάικα και πού μπορεί να ήταν τώρα. Είχε πάει στο Πορτ Αντόνιο, όπως του είχε συστήσει ο Μάλορι, και είχε μάθει ότι το λιμάνι κρατούσε αρχεία, αλλά εκτός κι αν η μητέρα του είχε δώσει ψεύτικο όνομα, δεν υπήρχε ως επιβάτης σε κανένα από τα πλοία που έφυγαν εκείνη τη χρονιά ή άλλη χρονιά μετά από αυτή. Είχε πάει στα πανδοχεία του λιμανιού σε περίπτωση που είχε μείνει σε ένα από αυτά, αλλά δεν κρατούσαν τόσο παλιά αρχεία. Είχε πάει ακόμα και στο νεκροταφείο του Πορτ Αντόνιο. Μάταιος κόπος. Δεν ήταν σίγουρος τι θα μπορούσε να πει στην κυρία Ράιτ, όταν από τις προηγούμενες επισκέψεις του ήταν τόσο προφανές ότι τον αντιπαθούσε. Ίσως ξεκινούσε διαβεβαιώνοντάς τη ότι θα κρατούσε τη δουλειά της αν άλλαζε συμπεριφορά. «Ήρθατε για να αρπάξετε κι άλλα;» του ψιθύρισε μοχθηρά. «Τι στον διάολο σημαίνει αυτό;» «Για κάποιον που δεν γνώριζε καθόλου αυτή την οικογένεια, κερδίσατε από αυτή σημαντικά πράγματα». Γύρισε να την κοιτάξει και της είπε εξίσου χαμηλόφωνα: «Θα προτιμούσα να είχα γνωρίσει τη γιαγιά μου, να είχα τουλάχιστον μια καταραμένη συζήτηση μαζί της χωρίς να πιστεύει ότι μιλούσε σε άλλον. Πιστεύετε στα αλήθεια ότι χαίρομαι για τον θάνατό της;» «Γιατί όχι; Θα έπρεπε να σας μισεί όσο μισούσε τη μητέρα σας – αν γνώριζε δηλαδή την ύπαρξή σας, όμως δεν τη γνώριζε». «Γιατί να με μισούσε;»


Η γυναίκα έκλεισε το στόμα ερμητικά. Την είχε ξαναδεί να το κάνει. Σήμαινε πως δεν θα έλεγε άλλη λέξη. Ήταν άκρως εξοργιστική! Προσπάθησε να καταπνίξει τον θυμό του, αλλά η φωνή του ήταν κοφτή όταν της είπε: «Δεν θα σας απολύσω, παρά τον δυσάρεστο χαρακτήρα σας, αλλά επιμένω να μου πείτε τι έχετε εναντίον μου και ό,τι κι αν είναι, πρέπει να τελειώσει τώρα». «Θα προτιμούσα να παραιτηθώ». «Μόνο και μόνο για να μη μου πείτε την αλήθεια;» «Ούτε εσείς ούτε η μητέρα σας ήσαστε ποτέ ευπρόσδεκτοι εδώ», του είπε με κακία. «Ήρθε και δεν της επέτρεψαν να μπει». «Όπως δεν θα επέτρεπαν και σε εμένα; Επειδή η γιαγιά δεν θυμόταν την ίδια της την κόρη;» «Ω όχι, αυτό έγινε πριν η λαίδη Ριβς αρχίσει να ξεχνά τους ανθρώπους που γνώριζε. Η κυρά μου δεν ήταν γυναίκα που συγχωρούσε». «Τι το τόσο κακό έκανε η μητέρα μου που να προκαλέσει τόση αντιπάθεια ακόμα και για μένα;» «Γιατί δεν ρωτάτε την ίδια;» «Διάολε, σας είπα ότι δεν ξέρω πού βρίσκεται κι εσείς δεν μου λέτε!» Εκείνη κοίταξε πίσω του. «Υποθέτω θα διάβασε για την κηδεία της κυράς μου στις εφημερίδες». Ο Ντέιμον στράφηκε αμέσως. Μια ακόμη άμαξα είχε μόλις φτάσει κι ένας καλοντυμένος μεσήλικας κύριος κατέβαινε από αυτή. Ήταν ψηλός, μελαχρινός και είχε έναν αέρα κύρους. Η γυναίκα που ήταν μαζί του κατέβασε το μαύρο βέλο από το καπέλο της για να καλύψει το πρόσωπό της πριν κρατήσει το χέρι του για να βγει από την άμαξα. Όμως ο Ντέιμον πρόλαβε να τη δει πριν κατεβάσει το βέλο. Ήταν ακόμα όμορφη παρά τα χρόνια που είχαν περάσει. Θα θυμόταν αυτό το πρόσωπο σε όλη του τη ζωή. Ένιωσε τόσο σαρωτικό κύμα συναισθημάτων, που ήταν σίγουρος πως δεν θα μπορούσε να κουνηθεί, αλλά διαλύθηκε όταν άκουσε την κυρία Ράιτ να λέει με κακία: «Αν νομίζει ότι μπορεί να μπει στο σπίτι τώρα, γελιέται. Γνωρίζω τις επιθυμίες της κυράς μου…». «Βουλώστε το, κυρία Ράιτ. Απολύεστε». Πλησίασε το ζευγάρι και στάθηκε μπροστά τους, κόβοντας τον δρόμο τους. Όμως έτσι όπως στεκόταν κοντά στη μητέρα του, έχασε τα λόγια του. Πίστευε ότι δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ! Κι εκείνη έκλαιγε σιωπηλά. Ακόμη αγαπούσε τη γυναίκα που ούτε καν της μιλούσε και την είχε αποκληρώσει; Προφανώς. Η αντιπάθεια ήταν σαφώς από τη μεριά της Άγκαθα μόνο.


Όμως ο συνοδός της μητέρας του έβγαλε τα δικά του συμπεράσματα για τον Ντέιμον που τους έκοβε τον δρόμο και είπε κοφτά: «Αν πιστεύεις ότι μπορείς να την εμποδίσεις να παραστεί στην κηδεία…». Ο Ντέιμον σήκωσε το χέρι του για να κατευνάσει τα πνεύματα. Ούτε καν κοίταξε τον άντρα, δεν μπορούσε να πάρει τα μάτια του από τη Σάρα, τη μητέρα του. Αλλά κατάλαβε ότι μάλλον είχε φέρει δικηγόρο μαζί της, πιστεύοντας ότι θα την εμπόδιζαν να παρακολουθήσει την ταφή της μητέρας της. Κατανοητό από τη στιγμή που της είχαν απαγορεύσει την είσοδο όταν είχε έρθει εδώ. Ήθελε να την τραβήξει κοντά του, να της δώσει χιλιάδες αγκαλιές, αλλά, ξέπνοος, το μόνο που μπόρεσε να πει ήταν: «Μητέρα». Εκείνη δεν είπε τίποτα και μέσα από το βέλο του φάνηκε πως είδε μια έκφραση περιέργειας στο πρόσωπό της. Ω Θεέ, δεν τον είχε αναγνωρίσει, φυσικά δεν θα τον αναγνώριζε! Είχε να τον δει από παιδί. Ήταν ο δικηγόρος αυτός που ρώτησε διστακτικά: «Ο Ντέιμον Ρος;». Και τότε η μητέρα του λιποθύμησε. Ο Ντέιμον όρμησε να την πιάσει, αλλά το ίδιο έκανε και ο συνοδός της. Ήταν μια αλλόκοτη στιγμή, αλλά τουλάχιστον την πρόλαβαν ώστε να μη σωριαστεί. Ανήσυχος, ο Ντέιμον είπε στον άντρα «Κάντε άκρη» και πήρε τη μητέρα του στην αγκαλιά του. «Βάλ’ τη στην άμαξα», πρότεινε ο άντρας. «Έχει κάτι που θα ’πρεπε να ξέρω;» ρώτησε ο Ντέιμον τον άντρα που είχε αρχίσει να τον εκνευρίζει με τον κτητικό τρόπο του. «Όχι… απλώς σοκ φαντάζομαι. Της είχαν πει πως είσαι νεκρός».


Κεφάλαιο 50 «Ποιος της είπε ότι ήμουν νεκρός;» Ο Ντέιμον ξεστόμισε τα λόγια ενστικτωδώς, μια και δεν είχε πρόθεση να πάρει απάντηση, θα προτιμούσε να την ακούσει από τη μητέρα του. Τη μετέφερε γρήγορα στο σπίτι. Ήταν μεγάλη διαδρομή, αλλά ήταν μικροσκοπική γυναίκα και δεν ένιωθε καθόλου το βάρος της. Η πόρτα ήταν ακόμη ανοιχτή. Την πήγε κατευθείαν στο σαλόνι και την απίθωσε απαλά στον χρυσαφί μπροκάρ καναπέ. Ακόμα δεν είχε συνέλθει και στο σπίτι δεν υπήρχε ούτε ένας καταραμένος υπηρέτης να του φέρει άλατα. «Δεν συστηθήκαμε κανονικά. Είμαι ο Μπράιαν Τσάντλερ από το Έσεξ». Ο Ντέιμον κοίταξε τον άντρα που τον είχε ακολουθήσει και στεκόταν δίπλα του. Τώρα είχε εκνευριστεί λίγο περισσότερο μαζί του και φάνηκε στον τόνο που του μίλησε. «Φύγετε και κλείστε την πόρτα πίσω σας. Αυτό είναι οικογενειακό ζήτημα». «Δεν θα φύγω και δεν χρειάζεται να περιμένεις για την απάντησή σου. Ο Σίριλ της είπε πως πέθανες αφότου της έδωσε τα χαρτιά του διαζυγίου». Ο Ντέιμον σφίχτηκε. «Λες ψέματα! Ο πατέρας μου δεν θα τη χώριζε. Την αγαπούσε». «Δεν θα πίστευα ότι την αγαπούσε, δεδομένου του άσπλαχνου τρόπου που την ενημέρωσε, ωστόσο αυτό μπορεί να εξηγεί τη θλίψη και την οργή που επέδειξε τη μέρα που τον επισκεφτήκαμε. Η οργή μπορεί να τον έσπρωξε να τη χωρίσει, αλλά βαθιά μέσα του ήξερε πως δεν έπρεπε να το είχε κάνει. Το έκανε όμως, τα χαρτιά ήταν νόμιμα και την κατηγόρησε για τον θάνατό σου, ότι δεν ήταν εκεί να σε φροντίσει όταν έπαθες πνευμονία. Η μητέρα σου καταρρακώθηκε από την κατηγορία και τη φρίκη του χαμού σου. Αλλά προφανώς, αφού είσαι ζωντανός, ο Σίριλ τα είπε όλα αυτά μόνο και μόνο για να την πληγώσει». Έξαλλος, ο Ντέιμον άρπαξε τον άντρα από τα πέτα. «Ποιος διάολο είσαι;» «Είσαι αναστατωμένος. Ίσως καλύτερα να σου πει η μητέρα σου». «Ορκίζομαι στον Θεό, αν δεν μου πεις…» «Μην τον πειράξεις, Ντέιμον», του είπε η Σάρα καθώς ανακάθισε. «Είναι ο πατέρας σου». Ο Ντέιμον άφησε απότομα τον άντρα, σαν να είχε καεί από αυτόν και γύρισε να κοιτάξει τη γυναίκα που είχε να δει δεκαεννιά χρόνια. «Λες ψέματα!»


Τρόμαξε. «Όχι βέβαια. Γιατί να πω ψέματα;» Δεν ήξερε, αλλά δεν μπορεί να ήταν αλήθεια! Όλα αυτά ήταν πάρα πολλά! Βρήκε τη μητέρα του. Κι έναν πατέρα που δεν γνώριζε; Έριξε στον άντρα ένα οργισμένο βλέμμα και πήρε πίσω ένα μισό χαμόγελο. Διάολε! «Θα σας αφήσω μόνους», είπε ο Μπράιαν. «Αλλά όχι για πολύ». «Ντέιμον, έλα να κάτσεις δίπλα μου», είπε η Σάρα και χτύπησε απαλά τον καναπέ. «Είμαι ακόμα σοκαρισμένη, αλλά αυτό είναι πέρα από κάθε φαντασία. Είσαι εδώ ζωντανός και, Θεέ μου, κοίτα πώς είσαι! Είσαι πιο όμορφος κι από…» «Μην πεις πατέρα», τη διέκοψε. «Γιατί θα χρειαστεί να σε ρωτήσω σε ποιον αναφέρεσαι». «Μη γίνεσαι κακός, σε παρακαλώ». «Πώς είναι δυνατόν να μη γίνομαι όταν όλα όσα ξέρω δεν είναι αλήθεια;» Και μετά με αγωνία. «Γιατί με άφησες;» Πετάχτηκε όρθια και τύλιξε τα χέρια της γύρω του. «Ποτέ δεν θα έφευγα από το νησί δίχως εσένα αν ο Σίριλ δεν με είχε πείσει ότι ήσουν νεκρός. Είπε ακόμα ότι σε είχε θάψει στην ιδιοκτησία. Ήμουν πολύ καταρρακωμένη για να ζητήσω να δω τον τάφο. Είχε καταλάβει ότι με το διαζύγιο θα σε έπαιρνα νόμιμα από εκείνον. Το δικαστήριο συνήθως ευνοεί τον πατέρα, εκτός κι αν η μητέρα προέρχεται από ευγενή οικογένεια και ο πατέρας όχι. Ακόμα κι αν δεν είχα μαρκήσιο μαζί μου, ήξερε ότι η οικογένειά μου θα μπορούσε να πείσει το δικαστήριο. Εμένα με είχε ήδη χάσει. Προφανώς δεν ήθελε να χάσει κι εσένα. Σε αγαπούσε, Ντέιμον, σαν δικό του παιδί». «Πότε γύρισες για μένα; Πότε σου είπε ότι πέθανα;» Τον έσφιξε πιο δυνατά. «Τέσσερις μήνες αφότου έφυγα. Θα σου τα πω όλα, απλώς άσε με να σε κρατήσω λίγο και να πειστώ ότι είσαι ζωντανός, ότι δεν ονειρεύομαι. Έρχομαι εδώ να θάψω τη μητέρα μου και βρίσκω εσένα, τον γιο μου, ζωντανό… και να φανταστείς ότι παραλίγο δεν θα ερχόμουν». Έγειρε πίσω με τα μάτια γουρλωμένα. «Ω Θεέ μου, δεν θα σε είχα βρει αν δεν είχε πεθάνει η μητέρα. Τι ξαφνική, θλιβερή τροπή της μοίρας». «Γιατί ήρθες στην κηδεία αφού προφανώς η γιαγιά ποτέ δεν σε συγχώρεσε… που έκανες εμένα;» μάντεψε. «Η μητέρα μου δεν ήταν πάντα τόσο σκληρή. Ήταν τρυφερή και καλή όταν ζούσε ο πατέρας μου, αν και ακόμα και τότε ήταν υπερβολικά καθωσπρέπει. Νομίζω πως θα προτιμούσε να πάει στην Κόλαση από το να κηλιδωθεί το όνομά της. Ο πατέρας της ήταν μαρκήσιος, οπότε ήταν μια λαίδη, παρόλο που ο πατέρας της δεν ήταν λόρδος επειδή ήταν δεύτερος γιος. Όμως είχαμε έναν εν


ζωή μαρκήσιο από την πλευρά του πατέρα μου, τον προ-θείο μου Τζιλ, και εκτός αυτού, η οικογένεια Ριβς ήταν πολύ πιο πλούσια από τη δική της, οπότε ο γάμος ήταν σχετικά αποδεκτός και από τις δύο πλευρές. Και ήταν ερωτευμένοι. Πιθανόν θα κλέβονταν αν τους το είχαν απαγορεύσει. Η μητέρα τον αγαπούσε τρελά. Ο πατέρας μου πέθανε όταν ήμουν μικρή. Ποτέ δεν ήταν πια ίδια μετά από αυτό». «Τη βρήκα πολύ αργά για να τη γνωρίσω». «Τι εννοείς;» «Δεν ήξερες ότι είχε χάσει τη μνήμη της;» ρώτησε και έδειξε το κεφάλι του. «Ζούσε στον δικό της κόσμο εδώ πάνω». «Όχι, δεν το ήξερα. Ίσως όμως ήταν ευλογία γι’ αυτή, ανακούφιση από την αρρωστημένη θέληση που είχε. Εκπλήσσομαι που δεν μου το είπε ποτέ ο θείος Τζιλ. Ήμαστε κοντά και είχαμε κρατήσει επαφή. Ίσως να μην ήξερε ούτε εκείνος την κατάσταση της μητέρας». «Πώς παντρεύτηκες τελικά τον Σίριλ και όχι τον πατέρα μου;» «Ήταν ένας άντρας που αγόρασαν, ένας εργάτης στα κτήματά μας, που πληρώθηκε αδρά από τη μητέρα μου για να με παντρευτεί – αρκετά για να αγοράσει τη δική του φάρμα στα νησιά. Η μητέρα ήταν έξαλλη που είχα παραστρατήσει – και το είχα κάνει με έναν παντρεμένο που δεν μπορούσε να με αποκαταστήσει. Όμως με τον Μπράιαν ήμαστε πολύ ερωτευμένοι. Δεν μπορείς να αντισταθείς στον έρωτα, αγάπη μου». «Μπορείς όταν πρέπει». «Εγώ όμως δεν είχα τη δύναμη. Και ποτέ δεν μετάνιωσα για το αποτέλεσμα. Εσένα. Και ο Σίριλ ήταν καλός πατέρας. Ήταν καλός ακόμα και ως άντρας τα πρώτα χρόνια. Μας αγαπούσε και τους δύο, παρόλο που ήξερε ότι δεν ήσουν δικός του. Αλλά βλέποντας ότι δεν μπορούσε να με κάνει πραγματικά ευτυχισμένη, πήρε την κάτω βόλτα, άρχισε να πίνει… και μετά να χαρτοπαίζει. Τα κέρδη που έβγαζε από τις σοδειές του τα έδινε στα χρέη από τον τζόγο. Και διαρκώς απαιτούσε όλο και περισσότερα από μένα». «Η Άγκαθα σου έδωσε χρήματα πριν σε διώξει από τη ζωή της;» «Όχι, θα με έδιωχνε άφραγκη, αλλά ο παππούς μου, παρά τον θυμό του, μου έδωσε χρήματα πριν φύγω. Αλλά αυτό που έκανα προκάλεσε ρήξη ανάμεσα σε εκείνον και τον αδελφό του Τζιλ, γιατί ο Τζιλ ήταν αυτός που με σύστησε στον Μπράιαν, τον γείτονά του στο Έσεξ. Η μητέρα και ο παππούς μου τον κατηγόρησαν ότι δεν ήταν καλός ως κηδεμόνας μου». «Τότε γιατί ο παππούς σου μου άφησε το σπίτι του;» ρώτησε ο Ντέιμον. «Είναι στην οικογένεια Ριβς εδώ και αιώνες, αλλά το ακίνητο δεν ήταν


ιδιοκτησία του. Αυτό ανήκε στον Τζιλ – και ξέρω ότι θα χαρεί να σε ξαναβάλει κληρονόμο του όταν ακούσει το υπέροχο νέο ότι είσαι ζωντανός. Λίγο μετά που γεννήθηκες, έγραψα στον θείο Τζιλ, του είπα για σένα και ενημέρωσε τον αδελφό του, τον παππού μου. Δυστυχώς ο παππούς μου πέθανε δίχως να τα ξαναβρεί με τον αδελφό του. Όμως ένας αρσενικός κληρονόμος είναι ένας αρσενικός κληρονόμος, νόθος ή μη, κι εγώ παντρεύτηκα πριν γεννηθείς, πράγμα που ηρέμησε την κατάσταση». «Ξέρω πού σε πήγε ο Χοκ, αλλά ακόμα δεν καταλαβαίνω γιατί με άφησες εκείνη τη μέρα, γιατί δεν επέστρεψες πιο σύντομα. Έφυγες για να είσαι με τον Μπράιαν;» «Ντέιμον! Όχι βέβαια. Δεν είχα καμία επαφή μαζί του από τη στιγμή που έφυγα από την Αγγλία, γιατί νόμιζα ότι ήταν ακόμα παντρεμένος. Δεν ήξερα ότι είχε χηρέψει. Έφυγα γιατί ο Σίριλ πίστευε πως είχα ατελείωτο απόθεμα χρημάτων, βέβαια αυτό δεν ίσχυε. Ήταν θέμα χρόνου να το βρει και να το σπαταλήσει. Ένιωθα πως δεν υπήρχε άλλη λύση από το να φύγουμε από κει πριν συνέβαινε αυτό». «Θα μπορούσες να κρύψεις τα χρήματα για να μην τα βρει. Θα μπορούσες να μου πεις ότι φεύγαμε από το νησί αντί…» «Ήσουν τόσο μικρός!» τον διέκοψε. «Φοβόμουν ότι θα το έλεγες στον Σίριλ». Συνειδητοποίησε ότι τώρα την κατηγορούσε. Πρώτα τον Χοκ, τώρα εκείνη, όταν στην πραγματικότητα έφταιγε εκείνος που δεν την ακολούθησε εκείνη τη μέρα. «Λυπάμαι. Απλώς νιώθω ότι μου έκλεψαν όλα τα χρόνια που θα μπορούσα να ήμουν μαζί σου». «Ωστόσο γύρισα για σένα εκείνη τη χρονιά. Περίμενα έναν μήνα να επιστρέψει ο Κάπτεν Χοκ για να με βοηθήσει να σε πάρω. Όταν δεν ήρθε, προσέλαβα τρεις άντρες να με συνοδεύσουν για να σε πάρω, αλλά με λήστεψαν αφήνοντάς μου μόνο ελάχιστα χρήματα, αρκετά για να γυρίσω στο Πορτ Αντόνιο και να βρω πλοίο. Τότε έγραψα στον Τζιλ για να του πω για τη δεινή κατάστασή μου. Πίστευα ότι απλώς θα μου έστελνε χρήματα. Αντιθέτως, μου έστειλε τον Μπράιαν». «Δεν μπορώ να πιστέψω ότι ο Σίριλ σου είπε ότι πέθανα. Ήξερε ότι θα ερχόσουν και με έδιωξε για να μη σε δω;» Η Σάρα συνοφρυώθηκε. «Πιθανόν. Είχε πολλούς φίλους σε εκείνη την πόλη και πήρε στον Μπράιαν ώρες να βρει άμαξα για να μας πάει στη φυτεία. Όμως δεν ερχόμασταν για να σε κλέψουμε. Από τη στιγμή που ήταν μαζί μου ο Μπράιαν, ο πραγματικός σου πατέρας και μαρκήσιος του Μάρλοου, ο Σίριλ θα αναγκαζόταν να σε δώσει. Ξέρω πως τον αγαπούσες, μπορεί και να


αντιστεκόσουν ώστε να μείνεις μαζί του, αλλά, Ντέιμον, δεν είναι ο πραγματικός σου πατέρας. Ανήκες σε εμένα, έπρεπε να ήσουν με εμένα όλα αυτά τα χρόνια. Μπορεί να συγχωρέσεις τον Σίριλ γι’ αυτό το φριχτό ψέμα, εγώ όμως δεν μπορώ. Μου στέρησε τη χαρά να σε δω να μεγαλώνεις!» Άρχισε να κλαίει πάλι. Από τη μια ήθελε να την παρηγορήσει και από την άλλη ήταν θυμωμένος με όσα του είχε αποκαλύψει. Ήταν μπάσταρδος. Και, ω Θεέ, τι ειρωνικό που η Τζακ τον είχε ονομάσει έτσι. Οι πιθανότητες να την κερδίσει ξανά ήταν πλέον μηδαμινές. Το μόνο που μπόρεσε να πει ήταν: «Μαρκήσιος; Αποκλείεται να τον αποκαλέσω κύριο». «Γλυκέ μου, δεν γνώριζε την ύπαρξή σου μέχρι που ήρθε να με σώσει. Είχα ικετεύσει τον θείο μου να μην του το πει. Ήταν ακόμα παντρεμένος τότε. Σήμερα που σε βρήκε σίγουρα έχει πάθει το ίδιο σοκ με εμένα». «Δεν πιστεύω ότι ο Σίριλ θα σου έλεγε τι έκανε. Δεν λέω ότι δεν θα το έκανε, απλώς ότι δεν το πιστεύω. Στην πραγματικότητα, νομίζω πως θα το ομολογούσε πριν από λίγο καιρό, όταν ρώτησε αν είχα μάθει την αλήθεια, αλλά μάλλον άλλαξε γνώμη και ομολόγησε τον εθισμό του στον τζόγο». «Μην κατηγορείς τον Σίριλ που με χώρισε. Τον κατηγορώ που μου είπε ψέματα και με κράτησε όλα αυτά τα χρόνια μακριά σου. Νιώθω αυτή την απώλεια εξίσου έντονα με εσένα, Ντέιμον. Όταν σκέφτομαι ότι θα μπορούσες να είχες μεγαλώσει με τον πραγματικό σου πατέρα…» «Εσύ κι αυτός;…» «Είμαστε παντρεμένοι από τότε που γυρίσαμε στην Αγγλία εκείνη τη χρονιά». Έγνεψε και τελικά κάθισε στον καναπέ δίπλα της. «Νομίζω πως ο Σίριλ έκοψε τον τζόγο αφότου έφυγες, στρώθηκε στη δουλειά, έβγαλε ακόμα και αρκετά για να αγοράσει πλοίο και να διπλασιάσει τα κέρδη του. Η ζωή ήταν όμορφη για λίγο, το μόνο που έλειπε ήσουν εσύ. Αλλά όταν με έστειλε να σπουδάσω στην Αγγλία, έμεινε μόνος και ξεκίνησε πάλι να παίζει. Όταν δεν μπόρεσε να πληρώσει τα χρέη του, φυλακίστηκε. Το έμαθα μόλις τον τελευταίο χρόνο και του έδωσα την ευκαιρία να ξεκινήσει μια νέα ζωή στην Τζαμάικα». «Είσαι πολύ καλός». «Είναι ο μόνος πατέρας που γνώρισα και τον αγαπάω. Πάντα θα είναι ο πατέρας μου». «Και τώρα έχεις κι άλλον. Αλλά πες μου για σένα. Έχεις παντρευτεί; Ελπίζεις να παντρευτείς;» Αφού ενημέρωσε τη μητέρα του για τις περιπέτειές του τον τελευταίο χρόνο και την άφησε άφωνη με την αποκάλυψή του ότι ο Κάπτεν Χοκ ήταν στην


πραγματικότητα ο Τζέιμς Μάλορι, υποκόμης του Ράιντινγκ, εκείνη είπε: «Μια Μάλορι; Αυτή η οικογένεια είναι πολύ γνωστή και αρκετά ξακουστή. Τώρα καταλαβαίνω το γιατί. Είσαι σίγουρος ότι αυτή θέλεις;». «Περισσότερο από οτιδήποτε». «Λοιπόν, τα διαπιστευτήρια του πατέρα σου μπορούν να σου ανοίξουν τον δρόμο». «Όχι», είπε ο Ντέιμον κοφτά. Η Σάρα σήκωσε τα φρύδια. «Δείχνεις να αντιπαθείς τον Μπράιαν. Σε παρακαλώ, πες μου πως όχι, αφού αυτός δεν έφταιγε σε τίποτα». «Δεν είναι άμεμπτος που ξελόγιασε ένα αθώο κορίτσι όντας παντρεμένος», είπε ο Ντέιμον λίγο σκληρά. «Λοιπόν, αυτό είναι στην πραγματικότητα δικό μου φταίξιμο, όχι δικό του», είπε κοκκινίζοντας. «Προσπάθησε να μου αντισταθεί, αλλά εγώ δεν το έβαζα κάτω». Ω Θεέ, αυτό έμοιαζε υπερβολικά με τη δική του κατάσταση και ακριβώς έτσι είχε συμπεριφερθεί η Τζακ σε εκείνον. Γέλασε και την αγκάλιασε σφιχτά. «Έχεις απόλυτο δίκιο, μητέρα, δεν φταίει σε τίποτα». Η πόρτα άνοιξε και ο Μπράιαν Τσάντλερ έβαλε μέσα το κεφάλι του. «Αυτό μου φαίνεται σαν σύνθημα να επιστρέψω». «Κρυφάκουγες;» τον κατηγόρησε η Σάρα χαμογελώντας. «Φυσικά». Ο Ντέιμον κοίταξε τον άντρα, τον κοίταξε πραγματικά αυτή τη φορά. Ποτέ δεν είχε αναρωτηθεί γιατί δεν έμοιαζε με τον Σίριλ. Ο Μπράιαν ήταν ψηλός σαν εκείνον και είχε την ίδια κορμοστασιά. Κι εκείνος είχε μαύρα μαλλιά και μερικά ίδια χαρακτηριστικά. Αν στέκονταν ο ένας δίπλα στον άλλον, ο κόσμος θα έβλεπε αμέσως την ομοιότητα και θα καταλάβαινε ότι ήταν συγγενείς. Και ήταν. Ο εκνευρισμός και όλη η απέχθεια που είχε νιώσει νωρίτερα είχαν εξαφανιστεί. Σηκώθηκε και άπλωσε το χέρι του. «Να συστηθούμε ξανά, πατέρα;»


Κεφάλαιο 51 Αν και βρισκόταν στο Λονδίνο τρεις εβδομάδες τώρα, η Τζάκλιν έβγαινε από το σπίτι της πρώτη φορά απόψε. Αλλά δεν θα πήγαιναν μακριά. Παρόλο που η Τζορτζίνα είχε οργανώσει τον χορό και είχε φροντίσει κάθε λεπτομέρεια, δεν τον έκαναν στο σπίτι τους στην πλατεία Μπέρκλι, αλλά στη μεγάλη έπαυλη του Μπράντον Μάλορι στην πλατεία Γκρόσβενορ, ακόμα μια κληρονομιά του δούκα του Ράιτον. Και η Τζακ ήλπιζε μέσα της τώρα που η Τζούντι της είχε ομολογήσει ότι παρόλο που ο χορός ήταν ιδέα της Τζορτζίνα, ο χορός μασκέ ήταν δική της. Θα έδινε στον Ντέιμον μια ευκαιρία να τρυπώσει μέσα, όπως την προηγούμενη φορά – αν ήταν στο Λονδίνο και αν είχε μάθει γι’ αυτόν. Πολλά «αν», αλλά η ελπίδα πεθαίνει πάντα τελευταία. «Η μητέρα σου μου έδωσε μια στοίβα προσκλήσεις να δώσω στη Ρετζίνα, που ξέρει ποιον άλλον πρέπει να καλέσει, μια και η μητέρα σου έχει καλέσει κυρίως την οικογένεια. Αλλά κράτησα μερικές και κάλεσα κάποιους από τους προηγούμενους μνηστήρες σου». Η Τζούντι της το είχε πει αυτό νωρίτερα μέσα στην εβδομάδα και η Τζακ είχε παραπονεθεί: «Μακάρι να μην το είχες κάνει αυτό». «Πώς αλλιώς θα τον κρύβαμε στο πλήθος;» της απάντησε η Τζούντι. «Κάλεσες και τον Ντέιμον δηλαδή;» Η Τζούντιθ χαμογέλασε. «Μετά από όσα μου είπες τις προάλλες με έπεισες για τα συναισθήματα που ήδη ήξερα πως είχες, οπότε φυσικά και τον κάλεσα. Μου είπες ότι του ανήκει η παλιά κατοικία των Ριβς στο Ιστ Σάσεξ, οπότε έστειλα εκεί την πρόσκληση». «Πώς ξέρεις τι αισθάνομαι; Ούτε εγώ δεν ξέρω!» «Ναι, ξέρεις». Ναι, ήξερε και παρόλο που εκείνος μπορεί να μην ήταν στην Αγγλία και να είχε πάρει την πρόσκληση, εκείνη ήλπιζε για το αντίθετο και γι’ αυτό ένιωθε έναν τρομερό ενθουσιασμό, που ήταν ανίκανη σχεδόν να συγκρατήσει. Γι’ αυτό και δεν πρόσεχε τι συζητούσαν τώρα οι γονείς της μέσα στην άμαξα, μέχρι που άκουσε: «Λέει πως δεν είναι ερωτευμένη, αλλά νομίζω πως την έχει χτυπήσει για τα καλά το βέλος του έρωτα». «Θεέ μου, Τζορτζ, μη μου μιλάς για τον θεό έρωτα», γκρίνιαξε ο Τζέιμς.


Η Τζάκλιν σήκωσε το φρύδι της. «Προσπαθείτε να μου τραβήξετε την προσοχή;» «Έπιασε», είπε η Τζορτζίνα χαμογελώντας. «Όμως αστειευόμουν. Ξέρουμε ότι αρνείσαι να ερωτευτείς φέτος». «Σχετικά με αυτό», άρχισε να λέει η Τζάκλιν. Όμως ο Τζέιμς τη διέκοψε: «Είναι αγένεια να διορθώνεις τη μητέρα σου». Η Τζακ στένεψε τα μάτια και σούφρωσε τα χείλη στον πατέρα της, αλλά δεν επρόκειτο να του φέρει αντίρρηση σε αυτό. Ποτέ δεν θα φανταζόταν ότι θα χρειαζόταν να κλεφτεί κάποια μέρα, αλλά προφανώς αυτός ήταν ο μόνος τρόπος να παντρευτεί τον Ντέιμον. Αν της το ζητούσε. Αν εμφανιζόταν για να της το ζητήσει. Το καλό που του ήθελε να εμφανιζόταν. Ο Μπράντον μαζί με τους γονείς του περίμεναν στην πόρτα να τους καλωσορίσουν, αλλά ο δρόμος ήταν ήδη γεμάτος άμαξες και η μουσική έπαιζε, που σήμαινε ότι ο χορός είχε ήδη ξεκινήσει. Η Τζούντιθ ακολουθούσε ακριβώς πίσω τους με τον άντρα και τους γονείς της, έτσι η Τζακ την περίμενε και την έπιασε αγκαζέ για να μπουν μέσα. Η Τζορτζίνα έκανε το ίδιο, μπαίνοντας μαζί με τη Ρόσλιν. Έτσι οι τρεις άντρες έμειναν παραπίσω. Αλλά ο Νέιθαν, βλέποντας το ύφος του Τζέιμς, τον άφησε με τον αδελφό του. Μόνος πλέον με τον Τζέιμς, ο Άντονι ρώτησε: «Περιμένεις κάτι δυσάρεστο. Τι;». «Θα είναι εδώ ο Ριβς». «Δεν θα τολμούσε». «Ποτέ δεν αμφέβαλλα για το θράσος του. Και παρόλο που η Τζορτζ με διαβεβαίωσε ότι δεν κάλεσε πειρατές, η σουσουράδα σου έστειλε κι αυτή μερικές προσκλήσεις και από τη στιγμή που ξέρει όλα τα μυστικά της Τζακ, μπορεί να έχει καλέσει κι εκείνον. Αλλά θα με βοηθήσεις να τον εντοπίσω πριν πλησιάσει την Τζακ». «Αν πρέπει», είπε ο Άντονι ξερά. Όταν μπήκε στην αίθουσα του χορού με τον Τζέιμς και είδε πόσα ζευγάρια χόρευαν ήδη, καθώς και η Τζάκλιν, είπε: «Κάλεσε αλήθεια τόσους η Τζορτζ; Ή έχουν έρθει όλοι οι απρόσκλητοι του Λονδίνου;». «Το δεύτερο», απάντησε ο Τζέιμς. «Πόσο συχνά διοργανώνει κάτι τόσο εκκεντρικό ένας Μάλορι; Ο κόσμος θα καίγεται από περιέργεια να μάθει γιατί το κάναμε». «Κατάλαβα. Αλλά σε αυτό το πλήθος μάλλον δεν θα μπορέσουμε να…» άρχισε να λέει ο Άντονι, αλλά διόρθωσε. «Ε λοιπόν, δεν μας πήρε και τόσο πολύ. Δες τον τύπο στη βεράντα. Ο Ριβς μπορεί να έχει πρόσκληση, αλλά δεν θα


ήθελε το όνομά του να ανακοινωθεί μπροστά σε όλους τους Μάλορι. Από ό,τι φαίνεται, ξεγλιστρά πίσω για να το αποφύγει, αλλά φόρεσε τη μάσκα του μόλις αυτή τη στιγμή. Να τον πετάξω έξω;» «Φάε τη γλώσσα σου, αυτή είναι δική μου ευχαρίστηση». «Λοιπόν, είναι η ευκαιρία σου να τον ξαφνιάσεις τώρα που έχει τα μάτια στυλωμένα στην Τζακ». Λίγα λεπτά αργότερα ο Τζέιμς έλεγε στον Ντέιμον: «Σε προειδοποίησα». Ήδη είχε ρίξει την μπουνιά. Διπλωμένος στα δύο, ο Ντέιμον έβγαλε ένα πνιχτό βογκητό: «Θεέ μου, όχι πάλι. Πρέπει πάντα να μιλάς με μπουνιές, Μάλορι;». «Σε προειδοποίησα», επανέλαβε ο Τζέιμς. Ο Ντέιμον δεν ίσιωσε ακόμα, αλλά ρίσκαρε ένα μαύρο μάτι και σπασμένη πορσελάνη στο πρόσωπό του για να κοιτάξει τον Τζέιμς και να αξιολογήσει πόσο θυμωμένος ήταν – και ευχήθηκε να μην το είχε κάνει. «Ποιος είναι ο καταραμένος σκοπός της μάσκας αν μαντεύεις ποιος είναι ποιος; Θα μπορούσα να πω ότι με μπερδεύεις…» «Δεν είσαι τόσο ηλίθιος». «Την αγαπώ». «Άρα είσαι τόσο ηλίθιος», είπε ο Τζέιμς. «Η αγωνία που προκάλεσες δύο φορές στην οικογένειά μου δεν θα σου συγχωρεθεί. Και αλήθεια, σε προειδοποίησα». Ο Τζέιμς άρπαξε τον Ντέιμον από τα μαλλιά για να του ρίξει την επόμενη μπουνιά που θα τον έριχνε αναίσθητο. Η μάσκα έπεσε στο μεταξύ. Και από το μυαλό του Ντέιμον πέρασε η σκέψη να ανταποδώσει, αλλά φαντάστηκε την Τζακ να κλαίει πάνω από τον τραυματισμένο πατέρα της, οπότε αυτό αποκλειόταν. Είχε ένα δευτερόλεπτο να πει: «Κι αν η Τζακ με αγαπάει; Θα της στερούσες την ευτυχία;». «Με εσένα ναι. Η χώρα είναι γεμάτη υποψήφιους γαμπρούς και θα της βρω έναν εγώ σε καμιά εικοσαριά χρόνια…» Η παύση ήταν αναπάντεχη πριν προσθέσει. «Σ’ αγαπάει;» «Δεν ξέρω», αναγκάστηκε να παραδεχτεί ο Ντέιμον. «Ωραία», απάντησε ο Τζέιμς και πήρε φόρα να χτυπήσει. «Θα το μάθω όμως», πρόλαβε να πει ο Ντέιμον πριν τραβηχτεί. Μια τούφα τρίχες έμειναν στη χούφτα του Μάλορι, ο Ντέιμον πήγε γρήγορα στην πίστα χορού. Είχε ήδη εντοπίσει την Τζακ, η μάσκα της ήταν αρκετά κοντή αυτή τη φορά, μόλις που κάλυπτε τα μάτια της – σαν να ήθελε να την αναγνωρίσει. Την πήρε από τον τύπο με τον οποίο χόρευε, ευχόμενος να μην


είναι άλλος μαινόμενος Μάλορι. Τα μάτια της άνοιξαν ελαφρά, αλλά μετά γέλασε. «Χωρίς μάσκα; Απογοητεύομαι που δεν θα παίξουμε ξανά το παιχνίδι της μαντεψιάς». Το χαμόγελό του ήταν αστραφτερό. «Όχι, δεν απογοητεύεσαι». «Όχι. Μου έλειψες!» «Νόμιζα ότι με κάλεσαν για εκτέλεση. Δεν μπορούσα να σκεφτώ άλλο λόγο που θα με καλούσε εδώ η μητέρα σου». «Κι ωστόσο ήρθες;» «Ναι». «Δεν την έστειλε εκείνη, η Τζούντι την έστειλε». «Όχι, στην πραγματικότητα πήρα δύο προσκλήσεις, τη μία από τη μητέρα σου». Η Τζακ σήκωσε απότομα τα φρύδια. «Αλήθεια; Τότε ίσως έχεις δίκιο για την εκτέλεση. Πάμε να το μάθουμε; Γρήγορα, πριν πάει κοντά της ο πατέρας μου!» «Δεν φανταζόμουν ότι απόψε θα με έσερναν προς τον θάνατό μου», είπε καθώς τον τραβολογούσε στις δύο γυναίκες που στέκονταν με τον Άντονι Μάλορι. «Μη λες ανοησίες», είπε η Τζακ. «Η μητέρα δεν θα έφερνε τα πιστόλια της σε χορό». Όταν έφτασαν στην παρέα των τριών, ο Άντονι πήγε αμέσως να αρπάξει τον Ντέιμον, αλλά η Τζορτζίνα σήκωσε το χέρι της να τον σταματήσει, πράγμα που έδωσε χρόνο στην Τζακ να πει: «Μητέρα, θα ήθελα να σου γνωρίσω τον Ντέιμον…». Η Τζορτζίνα τη διέκοψε. «Όχι, δεν νομίζω», είπε και γύρισε κι έριξε στον Ντέιμον ένα ηχηρό χαστούκι. Από το δωμάτιο ακούστηκαν μερικά χειροκροτήματα. Εντάξει, υπήρχαν πολλοί Μάλορι εκεί και γνώριζαν πολύ καλά για το δεύτερο ταξίδι της Τζάκλιν στην Καραϊβική. Όμως η Τζάκλιν κοίταξε τη μητέρα της και ρώτησε: «Μόνο ένα, ναι;». «Γι’ απόψε», είπε η Τζορτζίνα. «Μπορώ να πάρω κι εγώ τώρα σειρά, Τζορτζ;» ρώτησε ο Άντονι. «Όχι, σειρά έχω εγώ», είπε η Τζάκλιν στον θείο της και τράβηξε τον Ντέιμον πάλι μακριά. Στο κέντρο της πίστας, όπου θα ήταν προσωρινά προστατευμένοι από τα άλλα ζευγάρια, ούτε καν μπήκε στον κόπο να προσποιηθεί ότι ήθελε να χορέψει. Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον Ντέιμον και τεντώθηκε να φιλήσει το κόκκινο


μάγουλό του ψιθυρίζοντας: «Καλύτερα αυτή από εκείνον». «Αστείο που το λες αυτό», είπε αινιγματικά και μετά, «τους κατανοώ όμως, ξέρεις. Είσαι η μοναχοκόρη τους. Τους προκάλεσα δύο φορές μεγάλη αγωνία, πράγμα που μετανιώνω με όλη μου την ψυχή». «Υποθέτω θα χρειαστεί χρόνος για να το ξεπεράσουν», απάντησε. «Το καταλαβαίνω». «Αλλά θα υποχωρήσουν όταν δουν πόσο ευτυχισμένη με κάνεις». Κράτησε την ανάσα του. «Σε κάνω;» «Λοιπόν, αυτό εξαρτάται από το γιατί είσαι εδώ». «Είμαι εδώ για να σου ζητήσω ξανά να με παντρευτείς. Δεν αστειευόμουν τότε». Είχε αρχίσει να χορεύει, αλλά σταμάτησε για να ακούσει την απάντησή της. «Δεν ήμουν έτοιμη να το ακούσω τότε, τώρα όμως είμαι. Τι λες, το σκάμε από δω;» Άρχισε να γελάει. «Δεν θα ’πρεπε να ρωτήσω…» «Προς Θεού, όχι. Αν τον ρωτήσεις, δεν θα φύγουμε ποτέ από δω». «Εννοούσα τη μητέρα σου. Καλό θα ήταν να έχουμε την έγκριση έστω του ενός γονιού». «Μα μόλις σε χαστούκισε. Δεν είναι έτοιμη να δώσει έγκριση για τίποτα». «Μα είμαι κληρονόμος δύο τίτλων τώρα, δεν θα κάνει αυτό διαφορά για τον πατέρα σου;» Γέλασε. «Όχι, αλλά… δύο; Πώς συνέβη αυτό;» Της είπε εν συντομία ότι βρήκε τη μητέρα του και έμαθε για το ψέμα που της είχαν πει και τους κράτησε χώρια. «Ούτε να θυμώσω με τον Σίριλ δεν μπορώ γι’ αυτό που έκανε – δηλαδή μπορώ, είμαι, μου κόστισε τόσο πολύ. Ωστόσο, αν δεν είχαν γίνει έτσι τα πράγματα, δεν θα σε γνώριζα ποτέ». «Θα μου επιτρέψεις να διαφωνήσω. Ήταν το πεπρωμένο για μας τους δυο. Κάπως θα είχαμε συναντηθεί». Χαμογέλασε. «Το πιστεύεις;» «Αυτό θα έλεγε κάθε γυναίκα της οικογένειάς μου». «Εσύ όμως όχι;» «Μην είσαι ανόητος. Ποια είμαι εγώ που θα αμφισβητήσει κάτι τόσο σοβαρό;» «Το έκανες, αν θυμάμαι καλά. Θα έκανες το πεπρωμένο να περιμένει έναν ολόκληρο χρόνο». «Όχι πια». Τα τιρκουάζ μάτια του βυθίστηκαν στα δικά της και με μεγάλη σοβαρότητα


είπε: «Είσαι σίγουρη; Γιατί δεν σε άκουσα να λες ναι». Χαμογέλασε. «Ναι». Τον φίλησε στο μάγουλο. «Ναι». Του έγλειψε το αφτί. «Σίγουρα ναι». Και έτριψε απαλά τα χείλη της πάνω στα δικά του για να ψιθυρίσει στο στόμα του: «Πρέπει να κάνω κι άλλα για να σε πείσω ότι θέλω να σε παντρευτώ;». Την έσφιξε πάνω του για λίγο πριν πει: «Από το πρώτο ναι πείστηκα, αλλά, σε παρακαλώ, συνέχισε». Κούνησε το κεφάλι της. «Αν θέλουμε να το σκάσουμε, θα πρέπει μάλλον να το κάνουμε τώρα, πριν ο θείος μου πει στον πατέρα μου ότι είσαι εδώ». «Το ξέρει ήδη. Για να είμαι ειλικρινής, απορώ που δεν έχει κλειδώσει τις πόρτες και δεν έχει διώξει τους πάντες». «Δεν θα ήθελε να κάνει τις φήμες να οργιάσουν. Για τον εαυτό του δεν τον νοιάζει να δημιουργεί σκάνδαλα, αλλά δεν θα ήθελε ούτε ίχνος να εξαπλωθεί σε εμένα, επομένως δεν θα κάνει σκηνή. Απόψε είναι εδώ κυρίως η ευρύτερη οικογένειά μου, αλλά υπάρχει κι άλλος κόσμος». Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά γύρω της, χρειάστηκε να διορθώσει. «Στην πραγματικότητα, πολλοί περισσότεροι από όσοι προσκλήθηκαν. Αλλά γι’ αυτό δεν σε έχει πάρει από την αγκαλιά μου ακόμα. Πιθανόν γνωρίζει ακριβώς πού στεκόμαστε και περιμένει απλώς να τελειώσει η μουσική». «Υπέροχα», είπε βογκώντας. «Μπορούμε να κλεφτούμε στη Σκοτία και να τους το πούμε μετά». «Αυθόρμητη όπως πάντα». «Όχι, αλλά τώρα που αποφάσισα πως δεν θα περιμένω τελικά τον επόμενο χρόνο, δεν θέλω να περιμένω ούτε μέρα. Αν και θα μας πάρει περισσότερο από μία μέρα για να φτάσουμε στη Σκοτία». «Αλλά λιγότερο από μία μέρα να φτάσουμε στο Έσεξ, όπου ο πατέρας μου έχει ήδη πάρει ειδική άδεια γάμου για μας». Σήκωσε τα φρύδια της. «Τέτοιου είδους τίτλος;» «Ναι… κι ένα επιπλέον όνομα. Αν με παντρευτείς, θα είσαι η κυρία Τζακ ΡιβςΤσάντλερ. Μόλις γνώρισα τον πραγματικό μου πατέρα». Εκείνη άρχισε να γελά ασταμάτητα. «Δεν είναι αστείο, Τζακ», παραπονέθηκε. «Ω μα είναι». Και τότε τους τράκαρε επίτηδες η Τζούντιθ και είπε με γουρλωμένα μάτια που σάρωσαν τον Ντέιμον: «Ώστε αυτός είναι; Και ακόμα να κλεφτείτε;». Η Τζάκλιν χαμογέλασε. «Αυτό ετοιμαζόμαστε να κάνουμε. Ντέιμον, αυτή είναι η συνεργός μου σε όλα τα μυστικά μου, η πολυαγαπημένη ξαδέλφη και καλύτερη φίλη μου, Τζούντιθ Μάλορι-Τρεμέιν. Τζούντι, από εδώ ο Ντέιμον


Ριβς. Έχει και τρίτο όνομα, αλλά αν δεν σου το πω, τότε οι γονείς μου δεν θα μπορέσουν να σου το εκμαιεύσουν και να μάθουν πού πάμε, οπότε θα χρειαστεί να περιμένεις. Δώσε μας μια ώρα προβάδισμα πριν τους πεις ότι πήγαμε να παντρευτούμε. Πες τους ότι θα τους ενημερώσω αύριο για το πού θα γίνει η γαμήλια δεξίωση». «Θα ανησυχήσουν». «Όχι, θα είναι πολύ θυμωμένοι για να ανησυχήσουν και θα έχουν νέα μου πριν αλλάξει αυτό». «Είσαι σίγουρη πως δεν θες έναν μεγάλο γάμο σαν τον δικό μου;» ρώτησε η Τζούντι. Η Τζακ χαμογέλασε. «Όλη η οικογένεια απολαύσαμε τον δικό σου λίγους μήνες πριν κι εκτός αυτού, ξέρεις πως ο πατέρας μου δεν θα έδινε ποτέ μα ποτέ τη συγκατάθεσή του, ούτε για τον Ντέιμον ούτε για κανέναν. Ήθελα να του δώσω έναν επιπλέον χρόνο να συνηθίσει στην ιδέα, αλλά και πάλι δεν θα άλλαζε τίποτα. Επομένως, θα έρθει προ τετελεσμένου γεγονότος, που είναι πιο συναρπαστικό και διασκεδαστικό!» Δεν βγήκαν τρέχοντας από το δωμάτιο για να μην τραβήξουν την προσοχή, αλλά όταν έφτασαν στην είσοδο, επιτάχυναν το βήμα τους και όταν βγήκαν έξω, άρχισαν να τρέχουν προς την άμαξα. Η Τζάκλιν γελούσε, ήταν τόσο ευτυχισμένη που δεν μπορούσε να σταματήσει. Και ο οδηγός του Ντέιμον ήταν μιλημένος, οπότε με το που ανέβηκαν στην άμαξα, ξεκίνησε κι εκείνοι άρχισαν να φιλιούνται. Ούτε σε αυτό μπορούσε να συγκρατηθεί! Είχε να τον δει, να τον γευτεί και να τον αγκαλιάσει υπερβολικά πολύ καιρό. «Περίμενε…» δοκίμασε να πει ο Ντέιμον. «Όχι!» Γέλασε. «Μόνο για μια στιγμή». Έβγαλε κάτι από την τσέπη του και πήρε το χέρι της στα χείλη του να το φιλήσει πριν της περάσει ένα δαχτυλίδι στο δάχτυλο. Ήταν πανέμορφο, ένα μεγάλο σμαράγδι περιτριγυρισμένο από τόσα διαμάντια, που η Τζακ γέλασε. «Είναι το τέλειο δαχτυλίδι από έναν πειρατή», τον πείραξε. «Είσαι σίγουρος ότι δεν είναι λάφυρο;» Της χαμογέλασε τρυφερά. «Μου το έδωσε ο πατέρας μου, κληρονομιά της οικογένειας Τσάντλερ. Μας περιμένουν. Ήλπιζαν όσο εγώ να πεις το ναι. Έχουν χάσει τόσο πολλά από τη ζωή μου, που είναι ενθουσιασμένοι που θα κλεφτούμε. Τουλάχιστον έχουμε τη δική τους ευχή». «Ξέρεις ότι ίσως χρειαστεί να παντρευτούμε ξανά κάποια μέρα για τους γονείς μου».


«Αν με αποδεχτούν ποτέ, φυσικά». «Η μητέρα μου σε εγκρίνει. Στο κάτω κάτω, σε κάλεσε στον χορό». «Για να με χαστουκίσει», της θύμισε. Η Τζακ χαμογέλασε. «Θα πρέπει να περιμένεις ότι μπορεί να συμβεί ξανά μερικές φορές. Αλλά θέλει να είμαι ευτυχισμένη και είδε ότι μαζί σου είμαι». «Είσαι;» Τον φίλησε πολύ βαθιά για να του το δείξει, αλλά πολύ σύντομα θέλησε περισσότερα. «Δεν μπορεί να πάει πιο γρήγορα ο οδηγός;» ρώτησε ξέπνοα. «Νομίζω πως είναι το πιο γρήγορο που μπορούμε να πάμε χωρίς να αναποδογυρίσουμε σε κανένα χαντάκι. Εκτός αυτού, αν σκεφτείς τι κάνουμε, δεν θέλω να βρεθώ ακόμα μπροστά σε έναν ιερέα και στους γονείς μου». Γέλασε κι έβαλε το χέρι της κάτω από το φόρεμα να βγάλει το εσώρουχό της και ανέβηκε πάνω του για να κάνουν έρωτα. Το ταρακούνημα της άμαξας ήταν ιδιαίτερα απολαυστικό όταν τον ένιωσε μέσα της! Μέσα στο πάθος της φώναξε: «Πιο γρήγορα!» «Σου είπα ότι ο οδηγός…» «Όχι ο οδηγός», είπε, «εσύ πιο γρήγορα!» «Αυτό ευχαρίστως να το κάνω».


Κεφάλαιο 52 «Έρχονται», είπε ο Ντέιμον. Ήταν πρωί. Η Τζάκλιν είχε ξυπνήσει πριν από μερικά λεπτά, αλλά είχε ακούσει τις άμαξες και τις φωνές κάτω από το παράθυρό τους. Μάλλον δεν έπρεπε να είχε στείλει αυτό το μήνυμα στους γονείς της χθες βράδυ, ακριβώς πριν από τον γάμο. Οι γονείς του Ντέιμον την καλωσόρισαν θερμά και τους οδήγησαν στο σαλόνι, όπου ξύπνησαν τον ιερέα που περίμενε όλη νύχτα. Το δωμάτιο ήταν γεμάτο με κάθε λουλούδι του κτήματος! Παρόλο που ο άνθρωπος νύσταζε λίγο, ολοκλήρωσε τέλεια την τελετή, αλλά επικράτησε ένα μικρό σάστισμα όταν ρώτησε: «Ποιος παραδίδει αυτή τη νύφη;». Η Τζάκλιν γέλασε και είπε: «Εγώ!». Αφού έδωσαν τους όρκους τους ως αντρόγυνο, έτρεξαν πάνω στην κρεβατοκάμαρά τους. Όχι πως δεν είχαν κάνει έρωτα δύο φορές στην άμαξα χθες βράδυ στη διαδρομή προς το Έσεξ. Αλλά τόσο που της είχε λείψει τον καιρό που ήταν χώρια, είχε γίνει αχόρταγη. «Δεν σηκώνομαι από αυτό το κρεβάτι», είπε η Τζάκλιν. Καβάλησε τον Ντέιμον και ξαφνιάστηκε που εκείνος ήταν ήδη σκληρός. Χαμήλωσε το βλέμμα εκεί κάτω χαμογελώντας και κούνησε τη λεκάνη της. «Πρέπει να σου μάθω ότι θα πρέπει να αφήνεις εμένα να σε αποπλανώ…» «Μήπως πρέπει να αναγκαστώ να σε χωρίσω κιόλας;» του αντιγύρισε. Κοκάλωσε. Εκείνη τον χτύπησε στον ώμο. «Εσύ είσαι αυτός που πρέπει να μάθει πότε κάνω πλάκα και πότε όχι. Δεν θα με ξεφορτωθείς ποτέ… Μπάσταρδε». Χασκογέλασε στη λέξη. «Το βρίσκεις στ’ αλήθεια αστείο, ε;» «Εσύ όχι; Ειδικά τώρα που ο πατέρας σου σε αναγνώρισε και νόμιμα ως πρωτότοκο και κληρονόμο του. Παρεμπιπτόντως, τους συμπαθώ και τους δυο πολύ. Ευτυχώς που μπορεί να το πει τουλάχιστον ο ένας μας για τους γονείς του άλλου». «Σίγουρα κι εγώ θα συμπαθήσω τους δικούς σου… κάποτε». Χασκογέλασε. «Δεν το βλέπω πιθανό», είπε και μετά βόγκηξε καθώς εκείνος συσπάστηκε μέσα της. Ένα λαμπερό φως τύλιξε τα μάτια της καθώς έσκυψε να τον φιλήσει στο


στόμα. Ήλπιζε, αλήθεια, αυτή η λαχτάρα να τον καταβροχθίζει να καταλάγιαζε κάποια στιγμή ή τουλάχιστον να μετριαζόταν. Μία φορά τη μέρα, ίσως δύο. Αλήθεια, τότε στη θάλασσα πίστεψε ότι μια εβδομάδα ακόμα μαζί του θα της έφτανε; Τι ανόητη που ήταν. Το φιλί έγινε καυτό. Ανατριχίλα απλώθηκε στη γυμνή πλάτη της που χάιδευαν τα χέρια του. Ήταν και οι δύο γυμνοί, δεν έβαλαν ποτέ ρούχα το προηγούμενο βράδυ ούτε καν όταν αυτός σηκώθηκε για να τους βάλει κρασί ούτε καν όταν εκείνη σηκώθηκε να ζωηρέψει τη φωτιά για να ζεστάνει το δωμάτιο. Έκαναν έρωτα όλη νύχτα. Μήπως δεν ήταν πρωί, αλλά τελικά απόγευμα; Επιτέλους την έπιασε από τους γοφούς για να χωθεί βαθύτερα μέσα της, αλλά βόγκηξε και προσπάθησε να τη γυρίσει ανάσκελα. Εκείνη αντιστάθηκε. Την άφησε να κερδίσει. Τον αντάμειψε τρίβοντας τη λεκάνη της πάνω στη δική του, αλλά πήρε κι εκείνη ανταμοιβή, την όμορφη έκρηξη των αισθήσεων. Και την κραυγή: «Ω… Θεέ… μου!». Ο Ντέιμον γέλασε έτσι που έριξε πίσω το κεφάλι της για να απολαύσει τον οργασμό σε όλο του το μεγαλείο, αλλά μετά άρχισε να βογκά κι εκείνος. Κατέληξε να τον κοιτά και για μια ακόμα φορά να μην πιστεύει ότι ήταν δικός της. Δεν είχε χαρεί τη μέρα που τον γνώρισε, αλλά αν ήξερε τότε όσα τώρα, θα χαιρόταν. Τόσο πολλά ήταν αυτά που θα μπορούσαν να είχαν αποκαλύψει την αλήθεια νωρίτερα, αν δεν μισούσε τον Τζέιμς που του πήρε τη μητέρα, αν δεν είχε να στείλει έναν πειρατή στη φυλακή ή πολλά αν… και αν… Και τώρα μοιραζόταν κάτι μαζί του. «Ο μισός από τον θυμό που είχα όταν σε γνώρισα ήταν επειδή σε ήθελα ακόμα και τότε, αλλά ήξερα πως δεν μπορούσα να σε έχω». «Πρέπει να ξαναπώ πόσο πολύ λυπάμαι…» Έβαλε το δάχτυλό της στα χείλη του και χαμογέλασε. «Όχι, αλλά πρέπει να μου υποσχεθείς πως ποτέ ξανά δεν θα μου κρύψεις κάτι». Και μετά του χαμογέλασε αχνά. «Φαντάσου πόσο νωρίτερα θα μπορούσαμε να το είχαμε κάνει αυτό, αν ήσουν ειλικρινής από την αρχή». «Ή θα με είχες σκοτώσει». «Είχα την ευκαιρία μου και το μόνο που σου έκανα ήταν μια επιφανειακή πληγή. Τι σου λέει αυτό;» «Πόσο τυχερός ήμουν;» Της έπιασε τα μάγουλα και την κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Σ’ αγαπώ, Τζακ. Νομίζω πως από την αρχή σ’ αγαπούσα». Μύρια όμορφα συναισθήματα κόχλασαν μέσα της κι έκαναν τα μάτια της να λάμψουν. Δεν θα μπορούσε να βρει πιο τέλειο σύζυγο, ακόμα κι αν προσπαθούσε. Της είχε δώσει περιπέτεια και συναρπαστικές στιγμές, πάθος και


τώρα αγάπη. Είχε φουντώσει όλα τα συναισθήματά της, κακά και καλά. Με μόνο τα καλά τώρα μέσα της, μπορούσε να τον πειράξει. «Το φαντάστηκα από τη στιγμή που εναντιώθηκες στην οικογένειά μου για να με αποκτήσεις. Αλλά μ’ αρέσει να το ακούω». Σήκωσε το φρύδι του λέγοντας με νόημα: «Ναι κι εγώ». Η Τζακ χασκογέλασε. «Φυσικά σ’ αγαπώ… τώρα». «Τώρα;» «Νόμιζες ότι ήταν κεραυνοβόλος; Όχι, όχι, μόνο ο πόθος ήταν. Η αγάπη ήρθε αργότερα, αν και μάλλον νωρίτερα από ό,τι με άφησε να το παραδεχτώ το πείσμα μου. Τώρα όμως είναι σίγουρο, αυτό το υπέροχο συναίσθημα. Και δεν θα είχαμε παντρευτεί αν δεν σε αγαπούσα με όλη μου την καρδιά». Το ξαφνικό χτύπημα στην πόρτα έκανε τον Ντέιμον να πεταχτεί από το κρεβάτι γιατί δεν την είχε κλειδώσει. Η Τζάκλιν φώναξε: «Κατεβαίνουμε σε λίγο!». Ο Ντέιμον την κοίταξε και ψιθύρισε: «Ξέρεις ότι μάλλον ήταν αυτός». «Μάλλον». Χαμογέλασε. «Ετοίμασε να κάνουμε ένα μπάνιο σε αυτή την υπέροχη μπανιέρα σου. Ο πατέρας μου μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα». «Θα κάνουμε», είπε ο Ντέιμον πηγαίνοντας στο μικρό δωμάτιο. «Αρκεί να κάνουμε μόνο αυτό. Δεν θέλω να τον κάνω να περιμένει». «Δεν υπόσχομαι τίποτα», απάντησε εκείνη.

∞ Η Τζάκλιν τελικά υποσχέθηκε κάτι την ώρα που σκουπιζόταν μετά το μπάνιο. Κοκκινίζοντας είπε: «Υπόσχομαι ο έρωτάς μας να μην είναι πάντα τόσο σύντομος». «Εγώ δεν θα το υποσχεθώ αυτό, αγάπη μου, τουλάχιστον όχι για λίγες ακόμα εβδομάδες. Ακόμα και τότε, μπορεί να γίνεται έτσι, αφού σε θέλω τόσο πολύ. Αλλά κάποια στιγμή θα αρχίσουμε να παίρνουμε τον χρόνο μας». Ύστερα από λίγο επιτέλους κατέβηκαν κάτω. Η Τζακ φορούσε πάλι το ανοιχτόχρωμο πράσινο φόρεμά της, ελπίζοντας η μητέρα της να σκέφτηκε να της φέρει μερικά ρούχα. Η έπαυλη του μαρκησίου ήταν τόσο μεγάλη όσο και το Χάβερστον. Ακολουθώντας τον ήχο των συζητήσεων, κίνησαν κατευθείαν για το μεγάλο σαλόνι, όπου είχαν σερβιριστεί τσάι και κέικ. Και διαπίστωσε ότι είχαν έρθει αρκετά μέλη της οικογένειάς της γι’ αυτή την αναμέτρηση. Χαμογελώντας σαν χαζή από την τόση ευτυχία που ένιωθε, πήρε τον Ντέιμον και τον σύστησε με περηφάνια. Οι γυναίκες τους συνεχάρησαν και την


αγκάλιασαν ενώ οι άντρες ήταν πιο συγκρατημένοι στα σχόλιά τους. Ο Τζέρεμι χάιδεψε το πιγούνι της και με μια ουδέτερη έκφραση όμοια με του πατέρα τους είπε: «Δεν χρειάζεται να ρωτήσω αν ήταν δική σου ιδέα να κλεφτείτε, όταν ξέρουμε ότι δεν έχεις ίχνος υπομονής, αδελφούλα. Δεν μπορούσες όμως να συμβιβαστείς μόνο με λίγο σεξ και να μας αφήσεις να τον σκοτώσουμε;». Έκανε πως το σκέφτηκε για λίγο και απάντησε: «Μια ζωή αμαρτωλού σεξ ή μερικά νόμιμα ανίψια; Θέλεις να ξανακάνεις μήπως αυτή την ερώτηση; Και είσαι ο χειρότερος κηδεμόνας του κόσμου, Τζερ!». Επιτέλους χαμογέλασε. «Στην πραγματικότητα, εξ ορισμού, ήμουν ο καλύτερος. Αλλά είναι γραμμένο σε όλο το πρόσωπό σου το πόσο ευτυχισμένη σε κάνει, οπότε», κοίταξε τον Ντέιμον, «καλωσόρισες στην οικογένεια, φίλε. Απλώς μην πεις στον πατέρα μου ότι είπα κάτι τέτοιο». «Σύμφωνοι», είπε ο Ντέιμον σφίγγοντάς του το χέρι. «Και σε συμβουλεύω να μείνεις μακριά του», τον προειδοποίησε ο Τζέρεμι. «Τουλάχιστον σήμερα ή για καμιά εβδομάδα ακόμα ή μάλλον…» «Κατάλαβα», τον διέκοψε ο Ντέιμον. «Όχι, δεν είμαι και τόσο σίγουρος. Δεν είναι καθόλου ευχαριστημένος και αυτό σημαίνει πολύ πόνο για σένα». Και μετά κοίταξε την Τζάκλιν και πρόσθεσε: «Αυτό δεν θα είναι σαν τον πόλεμο του Νικ και του Γουόρεν, δεν θα συμβιβαστεί μόνο με λόγια. Είσαι το κοριτσάκι του». Χαμογέλασε. «Ναι, ακριβώς αυτό είμαι… και του μοιάζω περισσότερο από όσο φαντάζεσαι. Αφού δεν ανησυχώ εγώ ούτε εσύ θα έπρεπε». Ο Άντονι τους πλησίασε και πέρασε το χέρι του στον ώμο της Τζάκλιν και με αρκετά κωμικό τρόπο είπε: «Καλύτερα να σβήσεις αυτή τη λάμψη από το πρόσωπό σου, καλή μου. Ρίχνει αλάτι στην πληγή». «Ποτέ δεν βρήκα διακόπτη γι’ αυτό, θείε Τόνι». Κοίταξε τον Ντέιμον. «Λοιπόν, τα συλλυπητήριά μου, πιστολά. Έπρεπε να το είχες σκάσει όσο προλάβαινες». «Το έσκασα προς τη μόνη δυνατή κατεύθυνση», απάντησε ο Ντέιμον. «Πάντα θα τρέχω προς την Τζακ. Κρατά την καρδιά μου». «Φίλε, μην αρχίσουμε τους συναισθηματισμούς τώρα», γκρίνιαξε ο Τόνι. Μετά στράφηκε στην Τζακ: «Η μητέρα σου δεν φημίζεται για την υπομονή της». Η Τζάκλιν γέλασε κι έπιασε το χέρι του Ντέιμον για να πάει προς τη μητέρα της. Η Τζορτζίνα που στεκόταν με την Ντάνι και την Κέλσι αγνόησε τον Ντέιμον, αλλά αγκάλιασε την Τζακ. «Μου στέρησες τη χαρά να οργανώσω τον


γάμο σου». «Αν τον είχα κάνει όπως τον κάνουν όλοι οι άλλοι, μητέρα, θα είχε γίνει ποτέ; Ο πατέρας να με συνοδεύει στην εκκλησία και να με παραδίδει σε γαμπρό; Σοβαρά τώρα;» «Θα τον είχα πείσει», επέμεινε η Τζορτζίνα. «Με κάποιον άλλον ίσως, αλλά με τον Ντέιμον;» Η Τζορτζίνα πλατάγισε τη γλώσσα της κι έκανε νεύμα στον Τζέιμς που μιλούσε με τη Σάρα Τσάντλερ. «Ίσως. Γνωρίζει τη μητέρα του Ντέιμον και μετανιώνει για πράγματα σε σχέση με εκείνη». Η Τζακ χασκογέλασε. «Ήδη εξιλεώθηκε από αυτές τις τύψεις με το να μην ξυλοφορτώσει τον Ντέιμον στην Καραϊβική. Δεν θα του κάνει άλλες χάρες». «Το έμαθα και ήμουν κι εγώ ένας λόγος που δεν γύρισε να βοηθήσει τη λαίδη Τσάντλερ. Γι’ αυτό και δεν θα χαστουκίσω ξανά τον γιο της». «Αν θες πράγματι έναν μεγάλο γάμο, θα με παντρευτεί ξανά για χάρη σας». «Θα έρθεις σπίτι στο μεταξύ;» «Όχι». Η Τζορτζ ρουθούνισε. «Τότε δεν υπάρχει λόγος». Αλλά μετά αγκάλιασε σφιχτά την Τζάκλιν ψιθυρίζοντας: «Δώσε μου λίγο χρόνο. Θα το συνηθίσω». «Τον αγαπώ, μαμά». «Ω Θεέ μου, τα παιδιά μεγαλώνουν τόσο γρήγορα». Η Τζακ χαμογέλασε. «Η ευχή σου ήταν αυτή;» «Ναι, έτσι νομίζω. Άντε τώρα να τα βρεις με τον πατέρα σου, χωρίς όμως να πάρεις μαζί τον άντρα σου. Άφησέ τον εδώ μαζί μας που είναι ασφαλής». Η Τζάκλιν δεν δίστασε. Πήγε απευθείας στον Τζέιμς και τον αγκάλιασε λέγοντας: «Μη μου θυμώνεις». «Δεν σου θυμώνω». «Ούτε έξαλλος να γίνεις». Αυτό δεν το αρνήθηκε. «Καλά», πλατάγισε τη γλώσσα της. «Αν όμως δω άλλες μελανιές στο σώμα του άντρα μου, θα φύγω για ένα πολύ, πάρα πολύ μεγάλο γαμήλιο ταξίδι». «Θα πάτε ταξίδι;» «Έχει μια μεγάλη κατοικία στο Ιστ Σάσεξ. Ήθελα να περάσω μια δυο εβδομάδες μόνη μαζί του πριν αρχίσουμε να έχουμε επισκέπτες… αρκεί να μην υπάρξουν άλλες μελανιές». «Θα με καλέσεις. Δεν υπόσχομαι τίποτα». Γέλασε. «Ένας μας πρέπει να υποχωρήσει σε αυτό, πατέρα». «Όχι, εσύ ήδη έκανες αυτό που ήθελες. Τον παντρεύτηκες. Δεν έχει


συνειδητοποιήσει ακόμα τι θησαυρό μας έκλεψε». «Ο χρόνος μου μόνη μαζί του μόλις διπλασιάστηκε στον έναν μήνα». «Τζακ», είπε προειδοποιητικά. «Μέχρι τότε θα είμαι έγκυος», είπε με ένα λαμπερό χαμόγελο. «Σίγουρα πάντως θα προσπαθήσω να είμαι!» «Πού έχουν το καταραμένο μπράντι εδώ μέσα;» γρύλισε.

Profile for emma

Στην αγκαλιά της θύελλας (Οικογένεια Μάλορι #12)  

Στην αγκαλιά της θύελλας (Οικογένεια Μάλορι #12)  

Profile for emathess
Advertisement