Page 1


Tessa Dare

Ένα φιλί για καληνύχτα Μετάφραση: Όλγα Γκαρτζονίκα Εκδοσεις Εlxis


Τίτλος πρωτοτύπου: Romancing the duke Copyright © 2014 by Eve Ortega / © Για την ελληνική γλώσσα σε όλο τον κόσμο: Eκδόσεις Elxis, 2018 Οι Εκδόσεις Elxis αποτελούν σήμα των Εκδόσεων Διόπτρα Eκδίδεται κατόπιν συμφωνίας με τους The Marsh Agency LTD & JLM Agency. ISBN: 978-618-5229-66-5 Ηλεκτρονική ελληνική έκδοση: Απρίλιος 2018 Μετάφραση: Όλγα Γκαρτζονίκα / επιμέλεια – διόρθωση: Μαρία Σεβαστιάδου / σχεδιασμός εξωφύλλου: Ελένη Οικονόμου / ηλεκτρονική σελιδοποίηση: Έρση Σωτηρίου Απαγορεύεται η αναπαραγωγή ή ανατύπωση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, σε οποιαδήποτε μορφή, χωρίς την έγγραφη άδεια του εκδότη. Εκδόσεις Εlxis Αγ. Παρασκευής 40, 121 32 Περιστέρι Τηλ.: 210 380 52 28, Fax: 210 330 04 39 info@elxisbooks.gr


Για όποιον υπήρξε κάποτε στη ζωή του θαυμαστής, σε οτιδήποτε. Και για την Τέσα Γούντγουορντ, που δεν έχει μεγαλύτερη θαυμάστρια από την υποφαινόμενη.


Κεφάλαιο 1 Το όνομα Ιζόλδη Οφηλία Γκουντνάιτ προμήνυε μια ζωή τραγική. Η Ίζι έβλεπε την κατάστασή της και αντιλαμβανόταν αυτό ακριβώς. Ορφανή από μητέρα σε τρυφερή ηλικία. Ορφανή πλέον και από πατέρα. Δίχως χρήματα. Δίχως φίλους. Ωστόσο, δεν έμεινε ποτέ χωρίς ελπίδα. Όχι ακόμα. Όχι εντελώς. Επειδή το όνομα Ιζόλδη Οφηλία Γκουντνάιτ υποδήλωνε και τον έρωτα. Έναν έρωτα τραγικό, θρυλικό, έναν έρωτα που σου έφερνε λιγοθυμιά. Και από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, η Ίζι περίμενε –με την πίστη της να μειώνεται και την ανυπομονησία της να αυξάνεται– πότε θα ξεκινούσε αυτό το κομμάτι της ζωής της. Όταν μεγάλωσε αρκετά για να αντιληφθεί τον θάνατο της μητέρας της, η Ίζι παρηγορούσε τον εαυτό της με την ιδέα πως όλα ήταν μέρος μιας επικής ιστορίας. Οι ηρωίδες στα παραμύθια είναι σχεδόν πάντα ορφανές από μητέρα. Όταν ο πατέρας της καταξόδεψε το εισόδημά τους και η υπηρέτρια απολύθηκε, έλεγε στον εαυτό της πως η κοπιαστική δουλειά θα απέδιδε κάποια μέρα. Όλοι ήξεραν πως η Σταχτοπούτα έπρεπε να τρίψει πολλά πατώματα προτού κερδίσει τον όμορφο πρίγκιπα. Όταν έκλεισε τα δεκαπέντε, η οικονομική κατάστασή τους βελτιώθηκε χάρη στη συγγραφική επιτυχία του πατέρα της. Ο πρίγκιπας δεν είχε κάνει ακόμα την εμφάνισή του, αλλά υπήρχε χρόνος. Η Ίζι έλεγε στον εαυτό της πως, όσο θα μεγάλωνε, τόσο περισσότερο θα της ταίριαζε η μεγαλούτσικη μύτη της κι ότι τα σγουρά μαλλιά της τελικά θα έστρωναν. Η μεγαλούτσικη μύτη της δεν της ταίριαξε περισσότερο, και τα σγουρά μαλλιά της δεν έστρωσαν. Στην περίπτωσή της, το ασχημόπαπο δεν έγινε κύκνος. Τα δέκατα έβδομα γενέθλιά της πέρασαν χωρίς να τρυπήσει το αδράχτι τα δάχτυλά της. Στα είκοσι ένα της, κάπου στον δρόμο μεταξύ Μεϊντστόουν και Ρότσεστερ, η ζωή τής δίδαξε μια πικρή αλήθεια. Οι αληθινοί ληστές στις δημοσιές δεν διαθέτουν ούτε σατανική γοητεία ούτε κάποια κατεργάρικη αρρενωπή ομορφιά. Ήθελαν χρήματα, τα ήθελαν αμέσως, και η Ίζι όφειλε να νιώθει ευγνωμοσύνη που δεν ενδιαφέρθηκαν για το άτομό της.


Άφησε πίσω της ένα ένα εκείνα τα κοριτσίστικα όνειρα. Τον προηγούμενο χρόνο ο πατέρας της πέθανε, και οι ιστορίες στέρεψαν. Σύντομα ήρθε και η σειρά των χρημάτων. Για πρώτη φορά στη ζωή της, η Ίζι έφτασε στα πρόθυρα της πραγματικής απόγνωσης. Η λαχτάρα της για ειδύλλια έκανε φτερά. Τώρα της αρκούσε το σκέτο ψωμί. Ποια παραμύθια απέμειναν για μια εικοσιεξάχρονη γυναίκα με αδιάφορο παρουσιαστικό, πάμφτωχη, που δεν είχε φιληθεί ποτέ της; Αυτό. Έσφιξε το γράμμα στην παλάμη της. Ήταν εκεί, γραμμένη με μαύρη μελάνη σε λευκό χαρτί. Η τελευταία της ελπίδα. Πίεσε τον εαυτό της να μην τη σφίξει πολύ, από φόβο μήπως την κάνει σκόνη. Αγαπητή δεσποινίς Γκουντνάιτ, Ως εκτελεστής διαθήκης, έχω το καθήκον να σας ενημερώσω πως ο Κόμης του Λάινφορθ απεβίωσε. Στη διαθήκη του άφησε σε σας –και σε καθεμιά από τις αναδεχτές του– μια κληρονομιά. Θα σας παρακαλούσα να με συναντήσετε στο Κάστρο Γκόστλεϊ, κοντά στο Γούλινγκτον, στην επαρχία Νορθάμπερλαντ, την εικοστή πρώτη Ιουνίου του τρέχοντος έτους, προκειμένου να διευθετήσουμε τις λεπτομέρειες της κληρονομιάς σας. Δικός σας, Φρέντερικ Τρεντ, Λόρδος Άρτσερ Μια κληρονομιά. Πιθανόν να ήταν ίσαμε εκατό λίρες. Ακόμα και είκοσι θα ήταν θείο δώρο. Της είχαν απομείνει μερικά σελίνια και ελάχιστες πένες. Όταν εμφανίστηκε μπροστά της το Κάστρο Γκόστλεϊ, η Ίζι ξεροκατάπιε. Από μακριά θα μπορούσε να φαντάζει ρομαντικό. Μια σειρά από ασύμμετρους πυργίσκους και τείχη με πολεμίστρες απλώνονταν εν μέσω ενός καταπράσινου λιβαδιού. Παρ’ όλα αυτά, τα φυτά στο πάρκο που το περιέβαλλε είχαν θεριέψει και είχαν πυκνώσει σε τέτοιον βαθμό από την αφροντισιά, ώστε, όταν φάνηκε μπροστά της το κάστρο, εκείνη ζάρωνε ήδη κάτω από τη σκιά του. Τούτο το κάστρο δεν καλοδεχόταν και δεν γοήτευε. Δέσποζε. Υψωνόταν απειλητικό. Σχεδόν φοβήθηκε ότι θα της έκανε επίθεση. «Φτάσαμε, δεσποινίς». Στον οδηγό δεν φάνηκε να αρέσει αυτό το μέρος περισσότερο απ’ ό,τι άρεσε στην Ίζι. Σταμάτησε τα άλογά του έξω από το πυργί της πέτρινης πύλης, το οποίο βρισκόταν σε κάποια απόσταση από το ίδιο το


κάστρο. Αφού τη βοήθησε να αποβιβαστεί από την άμαξα, σήκωσε τον γιακά του παλτού του και ξεφόρτωσε τις αποσκευές της· όλη κι όλη, μια φθαρμένη βαλιτσούλα. Τη μετέφερε ως τα πέτρινα σκαλιά της παμπάλαιας πύλης, επέστρεψε με ζωηρά βήματα στην άμαξα, έβαλε τα χέρια στις τσέπες του και ξερόβηξε περιμένοντας. Η Ίζι ήξερε τι ήθελε από κείνην. Τον είχε πληρώσει στο Γούλινγκτον –δεν σκόπευε να τη μεταφέρει δίχως να τον πληρώσει προκαταβολικά– αλλά τώρα γύρευε μια επιπλέον έκφραση της ευχαριστίας της. Έβγαλε ένα νόμισμα των έξι πενών από το πορτοφόλι της. Μέσα απέμειναν τόσο λίγα νομίσματα, που δεν κουδούνισαν καν. Ο οδηγός τσέπωσε την προσφορά της κι έφερε το χέρι στο καπέλο του. «Μπορείτε να μου πείτε ξανά το ονοματάκι σας, δεσποινίς;» «Γκουντνάιτ. Δεσποινίς Ίζι Γκουντνάιτ». Περίμενε να δει αν θα το αναγνώριζε. Οι περισσότεροι γραμματιζούμενοι άνθρωποι στην Αγγλία θα το αναγνώριζαν, όπως επίσης και κάμποσοι από τους υπηρέτες τους. Ο οδηγός απάντησε απλώς με ένα γρύλισμα. «Ζήτησα να το μάθω απλώς για την περίπτωση που έρθει να με ρωτήσει κανείς. Αν τύχει και δεν ακουστούν πάλι νέα σας». Η Ίζι γέλασε. Περίμενε και από κείνον να κάνει το ίδιο. Εκείνος δεν γέλασε. Σύντομα δεν απέμεινε τίποτα περισσότερο από τον αμαξά, τα άλογα και την άμαξα πέρα από το κροτάλισμα των τροχών στον δρόμο, που έσβηνε βαθμιαία. Η Ίζι σήκωσε τη βαλιτσούλα της και διέσχισε το πυργί της πύλης. Πέρασε την πέτρινη γέφυρα πάνω από την παλιά τάφρο, που δεν ήταν πλέον τίποτα περισσότερο από ένα γλιτσερό πρασινωπό ρυάκι. Πριν από το ταξίδι της είχε κάνει μια σύντομη έρευνα. Δεν ανακάλυψε και πολλά πράγματα. Μόνο πως, τον καιρό των Νορμανδών, το Κάστρο Γκόστλεϊ ήταν η έδρα του Δουκάτου Ρόθμπουρι. Τώρα δεν έδειχνε να κατοικείται. Σε πολλά παράθυρα δεν υπήρχαν τζάμια. Ούτε έβγαινε φως από αυτά. Θα έπρεπε να υπάρχει κάποια καταρρακτή θύρα για να εμποδίζει την είσοδο – αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Ούτε πόρτα ούτε πύλη. Διέσχισε την αψιδωτή πύλη και μπήκε στην κεντρική, υπαίθρια αυλή. «Λόρδε Άρτσερ;» Η φωνή της έσβησε στον άνεμο. Δοκίμασε ξανά. «Λόρδε Άρτσερ, είστε εδώ;» Αυτή τη φορά, η φωνή της απέσπασε μια δυνατή ηχώ από τις πλάκες του κτιρίου. Αλλά δεν υπήρξε απάντηση.


Ήταν μόνη. Ζαλισμένη από το αλλόκοτο περιβάλλον και αδύναμη από την πείνα, η Ίζι έκλεισε τα μάτια. Με το ζόρι γέμισε με αέρα τα πνευμόνια της. Δεν είναι δυνατόν να λιποθυμήσεις. Μόνο οι ανόητοι και οι φθισικές κυρίες λιποθυμούν, κι εσύ δεν είσαι τίποτε από τα δύο. Έπιασε βροχή. Παχιές, βαριές σταγόνες καλοκαιρινής βροχής – από κείνες που της θύμιζαν αόριστα κάτι το χυδαίο και ακόλαστο. Αυτές οι καλοκαιρινές σταγόνες ήταν σαν μικροσκοπικοί κοιλαράδες μέθυσοι που έπεφταν καγχάζοντας στη γη και συντρίβονταν χαιρέκακα. Είχε αρχίσει να βρέχεται, αλλά η εναλλακτική επιλογή της –να βρει καταφύγιο σε κάποια από κείνες τις σκοτεινές αψίδες– ήταν πολύ πιο δυσάρεστη. Ένα θρόισμα την έκανε να αναπηδήσει και να κοιτάξει ολόγυρα. Ήταν απλώς ένα κοράκι που πέταξε μακριά. Το παρακολούθησε να φτερουγίζει πάνω από το κάστρο και να απομακρύνεται. Έβγαλε ένα μικρό γέλιο. Ειλικρινά, αυτό παραπήγαινε. Βρισκόταν σ’ ένα πελώριο ακατοίκητο κάστρο, έβρεχε, και τώρα πετούσαν γύρω της κοράκια; Κάποιος της έκανε μια ανελέητη φάρσα. Ύστερα, στην αντικρινή μεριά της αυλής, το βλέμμα της έπεσε σ’ έναν άντρα που στεκόταν κάτω από μια σκοτεινή αψίδα. Κι αν επρόκειτο για κάποια φάρσα, δεν ήταν ανελέητη. Υπάρχουν πράγματα στη φύση που αντλούν την ομορφιά τους από τη λεπτεπίλεπτη δομή και την περίπλοκη συμμετρία τους. Τα λουλούδια. Τα όστρακα. Τα φτερά της πεταλούδας. Και υπάρχουν και πράγματα που είναι όμορφα για την άγρια δύναμή τους και την άρνησή τους να τιθασευτούν. Τα βουνά με τις χιονισμένες κορυφές. Τα μανιασμένα σύννεφα της καταιγίδας. Τα δασύτριχα λιοντάρια με τα κοφτερά δόντια. Όσο για τον άντρα που έκανε την εμφάνισή του μπροστά της, αυτός ανήκε αδιαμφισβήτητα στη δεύτερη κατηγορία. Το ίδιο και ο λύκος που καθόταν στα πόδια του. Δεν μπορεί να είναι λύκος, είπε στον εαυτό της. Πρέπει να είναι κάποιου είδους σκύλος. Οι λύκοι είχαν κυνηγηθεί προ πολλού, ώσπου εξαφανίστηκαν. Ο τελευταίος λύκος της Αγγλίας χάθηκε πριν από χρόνια. Αλλά, και πάλι… θα πίστευε, επίσης, πως είχαν σταματήσει να γεννιούνται τέτοιοι άντρες. Εκείνος μετακίνησε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο, κι ένα αδύναμο φως αποκάλυψε το κάτω μέρος του προσώπου του. Το βλέμμα της διέκρινε ένα πλατύ αισθησιακό στόμα. Ένα τετράγωνο πιγούνι, σκοτεινό από το γένι. Τα


υπερβολικά μακριά μαλλιά του έφταναν έως τον γιακά. Ή θα έφταναν, αν είχε γιακά. Φορούσε μόνο μια ανοιχτή λινή πουκαμίσα χωρίς γιακά κάτω από το πανωφόρι του. Ένα σουέντ παντελόνι έως το γόνατο εφάρμοζε πάνω στους στενούς γοφούς και στους μυώδεις μηρούς του… και, από κει, τα πόδια του χάνονταν μέσα σ’ ένα ζευγάρι πολυφορεμένες σκονισμένες μπότες. Ειλικρινά, η Ίζι έτρεφε τεράστια αδυναμία σ’ ένα ζευγάρι πολυταξιδεμένες μπότες. Την έκαναν να θέλει να μάθει όλα τα μέρη όπου είχαν βρεθεί. Η καρδιά της χτύπησε πιο γρήγορα. Γεγονός που δεν βοήθησε μέσα στη ζαλάδα της. «Είστε ο λόρδος Άρτσερ;» ρώτησε. «Όχι…» Η απάντηση ήταν χαμηλόφωνη, αδυσώπητη. Το ζωντανό στα πόδια του γρύλισε. «Ω. Εγώ… Είναι εδώ ο λόρδος Άρτσερ;» «Όχι». «Είστε ο επιστάτης;» ρώτησε. «Τον περιμένετε από στιγμή σε στιγμή;» «Όχι. Και όχι». Άραγε διέκρινε κάποια θυμηδία στη φωνή του; Ξεροκατάπιε. «Έλαβα ένα γράμμα. Από τον λόρδο Άρτσερ. Μου ζήτησε να τον συναντήσω εδώ σήμερα, σχετικά με κάποια υπόθεση της περιουσίας του εκλιπόντος Κόμη του Λάινφορθ. Απ’ ό,τι φαίνεται, μου άφησε κάποια κληρονομιά». Του έτεινε το γράμμα με τρεμάμενο χέρι. «Ορίστε. Θα θέλατε να το διαβάσετε κι εσείς;» Η μια άκρη στο πλατύ στόμα του τρεμόπαιξε. «Όχι». Η Ίζι μάζεψε το γράμμα όσο πιο ήρεμα μπορούσε και το έβαλε ξανά στην τσέπη. Εκείνος έγειρε τον ώμο του πάνω στην αψίδα. «Δεν θα συ- νεχίσουμε;» «Τι να συνεχίσουμε;» «Αυτό το παιχνίδι…» Η φωνή του ήταν τόσο χαμηλή, που φάνταζε να σέρνεται πάνω στις πλάκες και μετά να ανηφορίζει τρεμουλιαστή από τα πέλματά της. «Είμαι Ρώσος πρίγκιπας; Όχι. Είναι το κίτρινο το αγαπημένο μου χρώμα; Όχι. Θα είχα αντίρρηση αν ερχόσουν μέσα, για να βγάλεις ακόμα και το τελευταίο βρεγμένο ρούχο σου;» Η φωνή του κατάφερε το ακατόρθωτο. Έγινε ακόμα πιο χαμηλή. «Όχι…» Την κορόιδευε πλέον. Η Ίζι έσφιξε το βαλιτσάκι της πάνω στο στέρνο της. Δεν ήθελε να βραχεί η Χιονοσταλίτσα. «Έτσι συμπεριφέρεστε σε όλους τους επισκέπτες σας;» Ανόητη, κατσάδιασε τον εαυτό της και ετοιμάστηκε για άλλο ένα


χαμηλόφωνο, κοροϊδευτικό «όχι». «Μόνο σε όσους είναι ελκυστικοί». Θεέ μου. Έπρεπε να το έχει καταλάβει νωρίτερα. Η εξάντληση και η πείνα τής είχαν πειράξει το μυαλό. Μπορούσε σχεδόν να πιστέψει στην ύπαρξη του κάστρου, των κορακιών, στην ξαφνική εμφάνιση ενός ψηλού μελαχρινού και όμορφου άντρα. Αλλά τώρα τη φλέρταρε και από πάνω; Μάλλον είχε παραισθήσεις. Η βροχή έπεφτε δυνατή, ανυπομονώντας να φτάσει από τα σύννεφα στη γη. Η Ίζι έμεινε να παρατηρεί τις στάλες καθώς προσέκρουαν στις πέτρινες πλάκες. Καθεμιά έδινε την αίσθηση πως αφαιρούσε λίγη ακόμα δύναμη από τα γόνατά της. Το τείχος του κάστρου άρχισε να γυρίζει. Η εικόνα που έβλεπαν τα μάτια της θόλωσε στις άκρες. «Εγώ… Με συγχωρείτε, εγώ…» Η βαλιτσούλα της έπεσε στο έδαφος. Το ζωντανό γρύλισε απειλητικά. Ο άντρας βγήκε από τις σκιές. Και η Ίζι έχασε τελείως τις αισθήσεις της. Το κορίτσι σωριάστηκε στις πλάκες με έναν υγρό γδούπο. Ο Ράνσομ μόρφασε από την ειρωνεία. Παρά τα όσα συνέβησαν, οι κυρίες εξακολουθούσαν να λιποθυμούν εξαιτίας του. Για τον έναν ή τον άλλο λόγο. Άφησε τον Μάγκνους ελεύθερο με ένα χαμηλόφωνο πρόσταγμα. Όταν το σκυλί ολοκλήρωσε την έρευνα με την υγρή μύτη του, ο Ράνσομ παραμέρισε το ζωντανό· είχε έρθει η σειρά του. Ψηλάφισε με τα χέρια τον μαλακό σωρό από αρθρώσεις και άκρα. Βρεγμένη μουσελίνα, πολυφορεμένες μπότες. Μικρά χέρια, λεπτοί καρποί. Ήταν μια σταλιά άνθρωπος. Έδειχνε να αποτελείται η μισή από μεσοφόρια και η άλλη μισή από μαλλιά. Αν είναι δυνατόν, τι μαλλί ήταν τούτο εδώ! Πυκνό, σγουρό, πλούσιο. Ένιωσε τη ζεστή ανάσα της πάνω στο χέρι του. Το χαμήλωσε, αναζητώντας τον χτύπο της καρδιάς της. Η παλάμη του άγγιξε ελαφρώς ένα πλούσιο στρογγυλό στήθος. Ένα κύμα από… κάτι… τον διαπέρασε απρόκλητα. Δεν ήταν πόθος· απλώς ένα αντρικό ξύπνημα. Κατά τα φαινόμενα, έπρεπε να σταματήσει να τη θεωρεί «κορίτσι». Ήταν αδιαμφισβήτητα «γυναίκα». Ο Ράνσομ ξεστόμισε μια βρισιά. Δεν ήθελε επισκέπτες. Ιδίως αυτούς που


συγκαταλέγονταν στο θηλυκό είδος. Τους είχε βαρεθεί, όπως, λόγου χάρη, την κόρη του τοπικού εφημέριου, τη δεσποινίδα Πέλχαμ. Περνούσε από το κάστρο περίπου μία φορά την εβδομάδα και προσφερόταν να του διαβάσει κηρύγματα ή κάποια άλλη κουταμάρα. Τουλάχιστον, όταν ανέβαινε όλο αισιοδοξία η δεσποινίς Πέλχαμ τον λόφο, με το καλάθι γεμάτο καλές πράξεις περασμένο στο ένα χέρι, ερχόταν περιμένοντας να βρει έναν σημαδεμένο αξύριστο άντρα που θύμιζε σωστό ράκος. Και ήταν αρκετά συνετή ώστε να μη λιποθυμάει στη θέα του. Τούτη η γυναίκα που σωριάστηκε στο πλακόστρωτο δεν περίμενε τον Ράνσομ. Τι ήταν αυτό που είπε για τον λόρδο Άρτσερ; Είχε μαζί της ένα γράμμα που έδινε εξηγήσεις, αλλά δεν μπορούσε να ασχοληθεί με αυτό τώρα. Έπρεπε να την πάει μέσα· να τη ζεστάνει και να της σερβίρει μια δόση ουίσκι με γάλα στο τσάι της. Όσο πιο γρήγορα έβρισκε τις αισθήσεις της, άλλο τόσο γρήγορα θα ξεκουμπιζόταν. Πάσχισε να κρατήσει το μουσκεμένο αναίσθητο κορμί στα μπράτσα του και σηκώθηκε. Προσάρμοσε το βάρος της στα χέρια του, βρίσκοντας ένα στήριγμα ανάμεσα στους γοφούς και στους ώμους της, και μετά ανέβηκε τα σκαλιά για να την πάει μέσα. Μέτρησε τα σκαλοπάτια. Πέντε… έξι… εφτά… Καθώς ανέβαινε το όγδοο σκαλοπάτι, εκείνη σάλεψε στα μπράτσα του. Αυτός πάγωσε· ετοιμάστηκε για κάποια δυσάρεστη σκηνή. Είχε λιποθυμήσει μόλις τον είδε. Αν συνερχόταν και ανακάλυπτε πως τη μετέφερε στα χέρια του, μπορεί να πέθαινε από το σοκ. Ή να του έσπαζε τα τύμπανα με μια στριγκλιά. Αυτό του έλειπε τώρα· να πάθει ζημιά στην ακοή του. Εκείνη μουρμούρισε αχνά, αλλά δεν συνήλθε. Όχι· έκανε κάτι πολύ χειρότερο. Τρίφτηκε πάνω του. Έγειρε στο πλάι, κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του κι έτριψε το μάγουλό της στο στήθος του, αναζητώντας ζεστασιά. Έβγαλε έναν απαλό, υπόκωφο αναστεναγμό. Ένα ακόμα κύμα από… κάτι… τον διαπέρασε σύγκορμο. Κοντοστάθηκε για μια στιγμή, προκειμένου να αφομοιώσει αυτή την αιφνίδια εισβολή προτού συνεχίσει να ανεβαίνει τα σκαλιά. Για όνομα του Θεού! Τι επιθυμούσε λιγότερο αυτή τη στιγμή ο Ράνσομ από μια λιπόθυμη γυναίκα; Μια γυναίκα που τριβόταν πάνω του. Από τότε που τραυματίστηκε, δεν ήθελε να τον πλησιάζει κανένας. Και δεν επιθυμούσε να τρίβεται κανένας πάνω του· να του λείπει. Είχε τον σκύλο του.


Το σκυλί του προπορευόταν όταν έφτασε στην κορυφή της σκάλας και στράφηκε για να μπει στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου του κάστρου. Σ’ αυτό το μέρος είχε στρατοπεδεύσει, τρόπος του λέγειν. Εδώ κοιμόταν, εδώ έτρωγε, εδώ έπινε, εδώ… αναθεμάτιζε και μελαγχολούσε. Ο υπηρέτης του, ο Ντάνκαν, προσπαθούσε να τον πείσει να ανοίξει περισσότερα δωμάτια του κάστρου, αλλά ο Ράνσομ δεν έβλεπε τον λόγο. Τακτοποίησε το κορίτσι –τη γυναίκα– στον σαραβαλιασμένο καναπέ με γέμιση από αλογότριχα, αφού τον έσπρωξε πιο κοντά στη φωτιά. Τα πόδια του καναπέ έτριξαν στο πέτρινο δάπεδο. Περίμενε να δει αν εκείνη θα σάλευε καθόλου. Τίποτα. Τη σκούντηξε απαλά στον ώμο. Τίποτα. «Ξύπνα!» είπε δυνατά. «Κοίτα, ο λόρδος Άρτσερ!» Τίποτα. Ο Ράνσομ τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα της. Ύστερα από πέντε δευτερόλεπτα σηκώθηκε και άρχισε να πηγαινοέρχεται νευρικός. Τριάντα τρία βήματα έως το παράθυρο τέρμα αριστερά και ύστερα πίσω. Είχε τα προτερήματά του, αλλά σ’ αυτά δεν συγκαταλεγόταν η υπομονή. Η αδράνεια τον έκανε ένα απότομο, αψίθυμο θηρίο. Όταν θα επέστρεφε ο Ντάνκαν, θα μπορούσε να φέρει έναν γιατρό. Αλλά ίσως περνούσαν ώρες έως την επιστροφή του. Ο Μάγκνους έβγαλε ένα κλαψούρισμα και οσμίστηκε τις μπότες του. Ο Ράνσομ έστειλε το σκυλί στο χαλάκι του, δίπλα στη φωτιά. Στη συνέχεια γονάτισε δίπλα από τον καναπέ και ακούμπησε το χέρι του στον λαιμό της γυναίκας. Διέτρεξε με την παλάμη εκείνο τον λείο, λεπτεπίλεπτο κίονα, ώσπου ανακάλυψε τον σφυγμό της με τις άκρες των δαχτύλων του. Ο παλμός της καρδιάς της ήταν πιο αδύναμος απ’ όσο θα ήθελε· και γρήγορος σαν του κουνελιού. Διάβολε. Γύρισε το κεφάλι, αγγίζοντας με το απαλό μάγουλό της το χέρι του. Να την πάλι, τρίφτηκε πάνω του. Το άγγιγμα απελευθέρωσε ανεπαίσθητα ίχνη ενός φίνου γυναικείου αρώματος. «Ξεμυαλίστρα…» μουρμούρισε πικρόχολα. Αφού έπρεπε σώνει και καλά να βρεθεί στο κατώφλι του μια λιπόθυμη γυναίκα που τριβόταν πάνω του, γιατί δεν γινόταν να είναι κάποια που μύριζε ξιδίλα και τυρίλα; Αλλά όχι· εκείνου του έτυχε κάποια που ευωδίαζε δενδρολίβανο και τρυφερό πουδραρισμένο δέρμα. Πίεσε τον αντίχειρά του πάνω στο πιτσιλισμένο από τη βροχή μάγουλό της.


«Για όνομα του Θεού και της Παναγίας, κυρά μου. Σύνελθε!» Ίσως χτύπησε το κεφάλι στο πλακόστρωτο δάπεδο. Έμπηξε τα δάχτυλά του στα λυτά μαλλιά της, αφαιρώντας τις φουρκέτες. Υπήρχαν δεκάδες από δαύτες, απ’ ό,τι φαινόταν, και με καθεμιά που τραβούσε, η μάζα των μαλλιών έδειχνε να φουντώνει. Να γίνεται πιο επιθετική. Οι μπούκλες της μπερδεύονταν και σχημάτιζαν κόμπους ανάμεσα στα δάχτυλά του, εμποδίζοντας την εξερεύνησή του. Ώσπου να διαπιστώσει πως το κρανίο της ήταν άθικτο, ήταν έτοιμος να πιστέψει ότι τα μαλλιά της ήταν ζωντανά. Και πεινασμένα. Παρ’ όλα αυτά, το κρανίο της ήταν σώο και αβλαβές, και δεν βρήκε καρούμπαλα ή πρηξίματα. Κι εκείνη εξακολουθούσε να μη βγάζει κιχ. Ίσως τραυματίστηκε κάπου αλλού. Ίσως την έσφιγγε υπερβολικά ο κορσές της. Μόνο ένας τρόπος υπήρχε να το μάθει. Με έναν βαρύ αναστεναγμό, έβγαλε το παλτό του και σήκωσε τα μανίκια. Τη γύρισε στο πλάι, παραμέρισε τα αδηφάγα μαλλιά της και ξεκίνησε με τα δάχτυλά του να ξεκουμπώνει τα κουμπιά στην πλάτη του φουστανιού της. Είχε καιρό να εξασκηθεί, αλλά υπάρχουν μερικά πράγματα που ένας άντρας δεν τα λησμονεί. Ένα από αυτά είναι και το να ξεκουμπώνει τα κουμπιά μιας γυναίκας. Ένα άλλο ήταν να λύνει τα κορδόνια ενός γυναικείου κορσέ. Καθώς ξέσφιγγε τα κορδόνια του κορσέ, ένιωσε τα πλευρά της να ανοίγουν κάτω από τις παλάμες του. Η γυναίκα σάλεψε κι έβγαλε έναν βραχνό, αισθησιακό αναστεναγμό. Εκείνος πάγωσε. Ένα ακόμα κύμα από… κάτι… παλλόταν στις φλέβες του και, τούτη τη φορά, δεν μπορούσε να το απορρίψει σαν κάποιου είδους ευαισθησία ή κάποια άλλη τέτοια κουταμάρα. Αυτό ήταν πόθος, καθαρά και ξάστερα. Το χρονικό διάστημα που είχε περάσει χωρίς γυναίκα στην αγκαλιά του ήταν επικίνδυνα μεγάλο. Άφησε κατά μέρος τη σωματική του αντίδραση. Με γρήγορες, επιτήδειες κινήσεις κατέβασε τα μανίκια του φουστανιού στα μπράτσα της, ψηλαφίζοντάς την κατά τη διάρκεια, αναζητώντας κάποιο σπασμένο κόκαλο. Ύστερα άρχισε να κατεβάζει το πάνω μέρος του φορέματος έως τη μέση. Δεν μπορούσε να την αφήσει ξαπλωμένη εκεί, με βρεγμένα ρούχα· θα κρυολογούσε. Μόλις θα ξυπνούσε, θα του όφειλε μεγάλη ευγνωμοσύνη για όλα αυτά· αλλά για κάποιον λόγο, αμφέβαλλε πως θα την εισέπραττε. Η Ίζι συνήλθε με ένα τίναγμα. Βρισκόταν σε κλειστό χώρο. Μέσα στο κάστρο. Γύρω της ξεφύτρωναν κίονες


σαν αρχαία δέντρα και υψώνονταν για να στηρίξουν τη θολωτή οροφή μιας σπηλαιώδους, πελώριας αίθουσας εισόδου. Κοιτάζοντας γύρω της, είδε σκόρπια έπιπλα που μαρτυρούσαν ποικίλα επίπεδα φθοράς. Στην πιο κοντινή πλευρά της αίθουσας υπήρχε ένα τεράστιο τζάκι. Αν δεν έκαιγε εκεί μέσα μια δυνατή φωτιά, η Ίζι δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία πως θα μπορούσε να σταθεί στο εσωτερικό του δίχως να σκύψει. Η φλόγα μέσα του δεν τροφοδοτούνταν από καυσόξυλα ούτε και κούτσουρα, αλλά από ολόκληρους κορμούς δέντρων. Ήταν ξαπλωμένη σ’ έναν σκονισμένο καναπέ με εξογκώματα. Πάνω στο κορμί της ήταν ριγμένη μια τραχιά μάλλινη κουβέρτα. Κοίταξε από κάτω και μόρφασε. Είχε μείνει χωρίς φουστάνι, κορσέ, μεσοφόρι και μπότες. Φορούσε μόνο την πουκαμίσα και τις κάλτσες της. «Ω Θεέ μου…» Άγγιξε τα λυτά μαλλιά της. Η θεία Λίλιθ είχε δίκιο. Εκείνα τα καλοκαίρια στο Έσεξ δεν έπαυε να τη δασκαλεύει: «Δεν έχει σημασία που δεν θα τα δει κανένας», έλεγε με τη στριγκιά φωνή της. «Πάντα –μα πάντα– να φοράς καθαρή καμιζόλα και κάλτσες. Ποτέ δεν ξέρεις πότε θα σου συμβεί κάποιο ατύχημα». Ω… Θεέ μου. Τα πάντα επανήλθαν στη μνήμη της. Η βροχή… η λιποθυμία της… Η Ίζι σήκωσε τα μάτια και τον είδε. Το ατύχημα. «Συνήλθες», δήλωσε εκείνος, δίχως να στραφεί για να βεβαιωθεί. «Ναι. Πού είναι τα πράγματά μου;» «Η βαλίτσα σου είναι δυο βήματα από την είσοδο, στα δεξιά». Η Ίζι γύρισε και κοίταξε τη βαλίτσα εκεί ακριβώς όπου της είπε πως ήταν. Παρέμενε ασάλευτη και κλειστή. Η Χιονοσταλίτσα πρέπει να κοιμόταν ακόμη. Αυτό ήταν καλό. «Το φουστάνι σου είναι εκεί». Έδειξε με ένα νεύμα το φόρεμα, που ήταν απλωμένο στις ράχες από δύο ψηλές καρέκλες, στεγνώνοντας δίπλα στη φωτιά. «Τα μεσοφόρια σου είναι απλωμένα στο μακρινό τραπέζι, και ο κορσές είναι στο άλλο…» «Ευχαριστώ». Η Ίζι ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Η κατάσταση ήταν απίστευτα ντροπιαστική. Δεν φτάνει που έχασε τις αισθήσεις της στα πόδια ενός όμορφου ξένου, έπρεπε να τον ακούει να απαριθμεί και τα εσώρουχά της; Έσφιξε την κουβέρτα στο στέρνο της. «Δεν έπρεπε να μπείτε στον κόπο». «Έπρεπε να μπορέσεις να ανασάνεις. Κι εγώ έπρεπε να σιγουρευτώ πως δεν μάτωσες και δεν έσπασες τίποτα».


Εκείνη δεν ήξερε γιατί ήταν ανάγκη να τη γδύσει αφήνοντάς τη με την καμιζόλα. Με μια γρήγορη ματιά μπορούσε να καταλάβει αν είχε ματώσει ή όχι. «Είσαι άρρωστη;» τη ρώτησε. «Όχι. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζω». «Περιμένεις παιδί;» Το ξαφνικό γέλιο της αιφνιδίασε το σκυλί. «Όχι, φυσικά! Σας διαβεβαιώνω πως δεν είμαι από κείνες τις γυναίκες που λιποθυμούν. Απλώς δεν έφαγα πολύ σήμερα». Ούτε χτες ούτε προχτές. Η φωνή της ακουγόταν βραχνή και τραχιά. Ίσως κρυολόγησε. Έτσι εξηγούνταν και η λιποθυμία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης, ο οικοδεσπότης παρέμενε μπροστά στο τζάκι, με το βλέμμα στραμμένο μακριά της. Το παλτό τού έπεφτε στενό στους ώμους, αλλά κρεμόταν λιγάκι στη μέση. Ίσως είχε χάσει πρόσφατα βάρος. Ωστόσο, εξακολουθούσε να είναι αρκετά ογκώδης και με σκληρούς μυς. Το σώμα του θύμιζε εκείνη τη μεγάλη αίθουσα που τους περιέβαλλε. Έδειχνε μάλλον παραμελημένος… αλλά εντυπωσιακός στην κατασκευή και γερός. Κι εκείνη η φωνή. Ω, ήταν πραγματικά επικίνδυνη. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που τη στεναχωρούσε περισσότερο· το γεγονός ότι αυτός ο σκοτεινός όμορφος ξένος πήρε τέτοιες πρωτοβουλίες με το άτομό της κουβαλώντας τη στα χέρια, ξεκουμπώνοντας τον κορσέ της, λύνοντας τα μαλλιά της και γδύνοντάς την ώσπου έμεινε με τα αραχνοΰφαντα εσώρουχά της; Ή το γεγονός ότι η ίδια ήταν με κάποιον τρόπο αναίσθητη καθ’ όλη τη διάρκεια; Του έριξε μία ακόμα κλεφτή ματιά έτσι όπως διαγραφόταν η σιλουέτα του στο πορτοκαλί φως της φωτιάς. Για το δεύτερο. Αναμφίβολα για το δεύτερο. Ήταν το πιο συναρπαστικό τέταρτο της ζωής της, κι εκείνη το πέρασε έχοντας χάσει εντελώς τις αισθήσεις της. Ανόητη Ίζι. Αλλά παρότι δεν θυμόταν να την κουβάλησε στη βροχή, το σώμα της φάνηκε να αποκτά μια δική του ανάμνηση. Κάτω από τα ρούχα της κρυφόκαιγε η αίσθηση των δυνατών χειρών του στην παγωμένη σάρκα της. Θαρρείς και το άγγιγμά του είχε αποτυπωθεί στην επιδερμίδα της. «Ευχαριστώ», είπε. «Καλοσύνη σας που με φέρατε μέσα». «Έχει τσάι. Στα αριστερά σου». Μια ραγισμένη κούπα που περιείχε ένα αχνιστό υγρό ήταν τοποθετημένη στο παρακείμενο τραπέζι – στα αριστερά της, όπως της είπε. Την έπιασε με τα δυο χέρια, αφήνοντας τη ζεστασιά της να διαπεράσει τις παλάμες της προτού την υψώσει για να πιει μια γερή, θρεπτική γουλιά.


Ένιωσε τον λαιμό της να καίγεται. Έβηξε. «Τι έχει το τσάι;» «Γάλα. Και μια στάλα ουίσκι». Ουίσκι; Ήπιε μία ακόμα γουλιά, αφού δεν την έπαιρνε να φανεί ιδιότροπη. Όταν το έπινε με την απαιτούμενη προσοχή, το συγκεκριμένο ρόφημα δεν ήταν και τόσο άσχημο. Καθώς το κατάπινε, κατακάθισε μέσα της μια γήινη καπνιστή θέρμη. Στο ίδιο τραπέζι βρήκε μια μικρή φρατζόλα ψωμί και άρχισε να την τρώει· λιμοκτονούσε. «Ποιος είστε;» τον ρώτησε ανάμεσα στις μπουκιές που κατάπινε. Η θεία Λίλιθ δεν θα ήταν ικανοποιημένη με τους τρόπους της. «Είμαι ο Ρόθμπουρι. Βρίσκεσαι στο κάστρο μου». Η Ίζι ξεροκατάπιε. Αυτός ο άντρας ισχυριζόταν πως ήταν ο Δούκας του Ρόθμπουρι; Της φάνηκε πολύ τραβηγμένο για να το πιστέψει. Δεν θα έπρεπε οι δούκες να έχουν υπηρέτες για να τους ετοιμάζουν το τσάι και να τους ντύνουν με καθωσπρέπει ρούχα; Ο Θεός να τη φυλάει! Ίσως βρισκόταν παγιδευμένη με κάποιον παράφρονα. Τράβηξε πιο κοντά της την κουβέρτα. Παρά τις αμφιβολίες της, δεν σκόπευε να ρισκάρει προκαλώντας τον. «Δεν το κατάλαβα», είπε. «Μήπως θα έπρεπε να σας αποκαλώ “Εξοχότατο”;» «Δεν βλέπω τον λόγο. Σε λίγες ώρες από τώρα ελπίζω πως θα αναφέρεσαι σε μένα αποκαλώντας με “Κακότροπο αχρείο, στον οποίο φορτώθηκες ένα βροχερό απόγευμα και δεν τον ξα- ναενόχλησες”». «Δεν ήθελα να σας γίνω μπελάς». «Οι όμορφες γυναίκες είναι πάντα μπελάς. Είτε το θέλουν είτε όχι». Κι άλλο πείραγμα. Ή κι άλλη τρέλα. Η Ίζι δεν ήταν σίγουρη για το τι από τα δύο ίσχυε. Το μόνο που ήξερε με σιγουριά ήταν πως δεν επρόκειτο για καμιά καλλονή. Όσο κι αν τσιμπούσε τα μάγουλά της, όσο κι αν μάζευε πίσω τα επιθετικά σγουρά μαλλιά της. Ήταν μια γυναίκα με αδιάφορο παρουσιαστικό, και δεν υπήρχε τρόπος να το αποφύγει. Τούτος ο άντρας, πάντως, μόνο αδιάφορος δεν ήταν. Τον παρακολούθησε να ρίχνει περισσότερα ξύλα στη φωτιά. Πρόσθεσε ένα κούτσουρο χοντρό σαν τον μηρό της, αλλά το κράτησε με ευκολία, σαν να ήταν ξυλαράκι για προσάναμμα. «Εγώ είμαι η δεσποινίς Ιζόλδη Γκουντνάιτ», είπε. «Ίσως έχετε ακουστά το όνομά μου». Εκείνος σκάλισε τη φωτιά. «Γιατί να το έχω ακουστά;» «Ο πατέρας μου ήταν ο σερ Χένρι Γκουντνάιτ. Ήταν μελετητής και ιστορικός,


αλλά ήταν περισσότερο γνωστός ως συγγραφέας». «Αυτό εξηγεί τον λόγο για τον οποίο δεν τον γνωρίζω. Δεν διαβάζω». Η Ίζι κοίταξε τα αψιδωτά παράθυρα. Ήταν απόγευμα, κι έπεφτε σκοτάδι. Οι σκιές που μάκραιναν την ανησυχούσαν, όπως και το γεγονός ότι δεν είχε δει ακόμα όλο το πρόσωπο του οικοδεσπότη της. Ήθελε να τον δει, να κοιτάξει τα μάτια του. Ήθελε να ξέρει τι είδους άντρας την είχε στο έλεός του. «Απ’ ό,τι φαίνεται, ο λόρδος Άρτσερ θ’ αργήσει λιγάκι», τόλμησε να πει. «Μήπως να ανάψουμε κάποιο κερί όσο περιμένουμε;» Ύστερα από μια μνησίκακη σιωπή, εκείνος πήρε ένα κομμάτι σανό, το άναψε στη φωτιά, σκέπασε προστατευτικά τη φλόγα με την παλάμη του και πλησίασε ένα λιανοκέρι επάνω στο γείσο του τζακιού. Η κίνηση αυτή φάνηκε να τον δυσκολεύει υπερβολικά. Το φιτίλι του κεριού πήρε φωτιά, αλλά εκείνος κράτησε το άχυρο ώσπου τον έκαψε στις άκρες των δαχτύλων. Βλαστήμησε μέσα από τα δόντια του και τίναξε το χέρι σβήνοντας τη φλόγα. «Καθόλου δεν μ’ αρέσει που σας έγινα μπελάς. Απλώς, να, εμένα…» Δεν ήξερε γιατί παραδεχόταν κάτι τέτοιο, πέρα από το γεγονός ότι έκαψε τα δάχτυλά του για να την κάνει να νιώσει πιο άνετα. «Δεν μ’ αρέσει το σκοτάδι». Εκείνος στράφηκε προς το μέρος της κρατώντας το κερί. Η μια άκρη από το πλατύ στόμα του έπεσε, σαν ζυγαριά που χαμήλωνε από το βάρος της ειρωνείας. «Ούτε κι εγώ μπόρεσα να συμφιλιωθώ με αυτό». Η φλόγα έλουσε με ένα χρυσαφένιο φως το πρόσωπό του. Η Ίζι έμεινε εμβρόντητη. Τα σμιλεμένα αριστοκρατικά χαρακτηριστικά του επιβεβαίωναν τον ισχυρισμό του πως ήταν δούκας. Κάτι άλλο, όμως, στο πρόσωπό του αφηγούνταν μια διαφορετική ιστορία. Μια δραματική ακανόνιστη ουλή διαγραφόταν από το φρύδι έως τον κρόταφό του, καταλήγοντας στην κορυφή του δεξιού ζυγωματικού του. Ενόσω η φλόγα του κεριού τρεμόπαιζε, οι ίριδές του δεν έδειχναν να μικραίνουν ή να εστιάζουν κάπου. Φυσικά. Μέσα της τρεμόφεξε η συνειδητοποίηση. Επιτέλους, εκείνη τη μέρα κάτι εξηγούνταν. Τα πάντα εξηγούνταν. Το σκοτεινό δωμάτιο, η άρνησή του να διαβάσει το γράμμα της, το γεγονός ότι την ψηλάφισε για να διαπιστώσει πως ήταν σώα. Οι επαναλαμβανόμενες αναφορές στην ομορφιά της, παρά το γεγονός ότι υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για το αντίθετο.


Ήταν τυφλός.


Κεφάλαιο 2 Ο Ράνσομ παρέμενε ακίνητος, αφήνοντας το κερί να φωτίσει τη λαβωμένη πλευρά του προσώπου του. Είχε κρατηθεί σε απόσταση προκειμένου να την απαλλάξει από αυτό το θέαμα, αλλά εκείνη ήταν που ζήτησε περισσότερο φως. Έτσι, περίμενε, δίνοντάς της την ευκαιρία να του ρίξει μια καλή ματιά. Δεν ακούστηκαν τσιρίδες, τρομοκρατημένα ξεφωνητά ούτε κάποιος ελαφρύς γδούπος καθώς σωριαζόταν στο πάτωμα. Όχι αυτή τη φορά. Το μοναδικό πράγμα που αναδυόταν από αυτήν ήταν το ίδιο προκλητικό άρωμα δενδρολίβανου. «Ευχαριστώ», του είπε. «Για το κερί». Η φωνή της ήταν ακόμα πιο δελεαστική από το άρωμά της. Είχε την προφορά νεαρής Αγγλίδας που έζησε μια ζωή προστατευμένη – ωστόσο, η φωνή της διέθετε έναν αδιαμφισβήτητα αισθησιακό, βραχνό τόνο. «Έχει περάσει καιρός από τον τραυματισμό σας;» τον ρώτησε. «Λαβωθήκατε σε κάποια μάχη; Μονομαχία; Ατύχημα;» «Είναι μεγάλη ιστορία». «Μ’ αρέσουν οι μεγάλες ιστορίες». Εκείνος απίθωσε αποφασιστικά το κερί στο τραπέζι. «Αυτή δε θα σ’ αρέσει». «Με συγχωρείτε. Ξέρω πως ήταν πολύ αύθαδες από μέρους μου που ρώτησα. Είχα αποφασίσει να μην το κάνω. Αλλά μετά σκέφτηκα πως θα ήσαστε σίγουρος ότι αναρωτήθηκα. Κι αν έδειχνα ξάφνου κάποιο ενδιαφέρον για το ταβάνι ή για τον καιρό, θα ήταν –με κάποιον τρόπο– επίσης προσβλητικό. Και φαίνεστε ο τύπος του ανθρώπου που προτιμά την ειλικρίνεια, ακόμα κι αν είναι δυσάρεστη, από το ψέμα· κι έτσι, απλώς…» –η φωνή της έπεσε κατά μία οκτάβα– «… πήρα την απόφαση να ρωτήσω». Σώπασε. Επιτέλους. Ήταν ενοχλημένος από την αντίδραση του σώματός του στην παρουσία της. Η θηλυκότητά της θύμιζε δαντελωτή κουβέρτα που κατέλαβε την αγαπημένη πολυθρόνα του. Δεν ήταν κάτι που θα έφερνε ο ίδιος σ’ αυτό το δωμάτιο, αλλά αφού ήταν εδώ… δεν μπορούσε να αρνηθεί πως ένα πληγωμένο, παραμελημένο κομμάτι του λαχταρούσε αυτή την απαλότητα. Διάβολε, την ποθούσε τόσο, που καταντούσε οδυνηρό. «Εν πάση περιπτώσει, δεν θα σας πιέσω να μου πείτε την ιστορία που


κρύβεται από πίσω», του είπε με ευχάριστο ύφος, «αλλά σας προειδοποιώ· ίσως βγάλω μια από το μυαλό μου». «Βγάλε από το μυαλό σου όσες ιστορίες θέλεις. Απλώς μη με κάνεις ήρωα σ’ αυτές». «Πότε θα έρθει ο λόρδος Άρτσερ;» Ο διάβολος να τον πάρει αν ήξερε. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα ποιος ήταν αυτός ο Άρτσερ. «Έχει γίνει κάποια παρεξήγηση. Όποιος κι αν είναι αυτός που ψάχνεις δεν είναι εδώ. Ο υπηρέτης μου θα επιστρέψει σύντομα. Θα φροντίσουμε να σε γυρίσει στο Γούλινγκτον». Εκείνη δίστασε. «Τότε υποθέτω πως πρέπει να ντυθώ». «Ασφαλώς», αποκρίθηκε εκείνος, κάνοντάς της ένα προτρεπτικό νεύμα. «Δεν υπάρχει μπουντουάρ εδώ. Και σε περίπτωση που δεν το έχεις αντιληφθεί μέχρι τώρα, δεν χρειάζεται να περιμένεις να στρέψω αλλού το βλέμμα». Παρ’ όλα αυτά, στράφηκε προς τον τοίχο. Κάλεσε δίπλα του τον Μάγκνους με ένα πλατάγισμα της γλώσσας του. Πίσω του άκουσε ήχο από ελαφριά βήματα στο δάπεδο. Το θρόισμα από τα μεσοφόρια αναστάτωσε την ηρεμία του. Χαμήλωσε το χέρι για να ξύσει χαϊδευτικά τον σκύλο του. «Στο γραφείο σας υπάρχει ένα πραγματικό βουνό από γράμματα», δήλωσε εκείνη. «Είστε απόλυτα σίγουρος ότι δεν σας έγραψε ο λόρδος Άρτσερ;» Ο Ράνσομ συλλογίστηκε την ερώτηση. Το βέβαιο ήταν ότι τώρα τελευταία δεν μπορούσε να είναι καθόλου σίγουρος για οτιδήποτε είχε να κάνει με την αλληλογραφία του. Ο Ντάνκαν διέθετε χρήσιμες ικανότητες σε πολλούς τομείς, αλλά καμία από αυτές δεν συμπεριλάμβανε τη γραμματειακή υποστήριξη. «Απλώς… νιώθω ευγνώμων που προσφέρεστε να με πάτε μέχρι το Γούλινγκτον», συνέχισε εκείνη. «Αλλά δεν ξέρω πού θα πάω από κει. Απ’ ό,τι είδα, αδειάσατε το περιεχόμενο του πορτοφολιού μου στο τραπέζι. Πρέπει να παρατηρήσατε πόσο πενιχρό ήταν». Το είχε παρατηρήσει. Στο πορτοφόλι της είχε τρία σελίνια και δέκα πένες ακριβώς. Ούτε ένα κόσμημα αξίας. Δεν έψαξε τη βαλίτσα της, αλλά ζύγιζε ελάχιστα. «Αν με διώξετε από δω απόψε, δεν έχω πού να πάω…» Ο Ράνσομ διέκρινε το απαλό τρεμούλιασμα στη φωνή της. Έκλεισε τα αφτιά του απέναντί του. Δεν καταλάβαινε τον λόγο για τον οποίο μια νεαρή ασυνόδευτη γυναίκα έκανε μόνη της το ταξίδι έως το κέντρο του Νορθάμπερλαντ έχοντας πάνω της ελάχιστα σελίνια.


Αλλά η δεσποινίς Γκουντνάιτ έπρεπε να τους αποχαιρετήσει. Δεν ευχόταν να πάθει κανένα κακό. Παρ’ όλα αυτά, δεν είχε τίποτα να της προσφέρει. Αν έψαχνε κάποιον σωτήρα, είχε βρει λάθος άντρα. «Ο υπηρέτης μου μπορεί να σε πάει μέχρι την εκκλησία του χωριού», αποκρίθηκε. «Ίσως ο εφημέριος…» Το αφτί του Μάγκνους τσιτώθηκε κάτω από το χέρι του. Το κρανίο του σκυλιού δονήθηκε από ένα σχεδόν ανεπαίσθητο γρύλισμα. Έπειτα από ένα δευτερόλεπτο άκουσε και ο Ράνσομ τον ήχο. Οπλές αλόγου ανηφόριζαν τον δρόμο. Με έναν ρυθμό που δεν του ήταν οικείος. Δεν μπορεί να ήταν ο Ντάνκαν. «Ίσως αυτός ο λόρδος Άρτσερ έρχεται εντέλει να σε συναντήσει». Εκείνη εξέπνευσε βαθιά. «Δόξα τω Θεώ…» «Συμφωνώ και επαυξάνω». Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ήχησαν τα βήματα του εισβολέα στο προαύλιο. «Είναι κανείς εδώ; Δεσποινίς Γκουντνάιτ;» Εκείνη τινάχτηκε προς το παράθυρο και φώναξε: «Εδώ πάνω, λόρδε. Στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου!». Μόλις μπήκε ο άντρας στην αίθουσα, τα βήματά του κατευθύνθηκαν ευθύς προς το μέρος τους, κοντά στο τζάκι. Γεμάτα αυτοπεποίθηση. Κοφτά. Υπερβολικά γρήγορα. Ο Ράνσομ έτριξε τα δόντια. Πόσο μισούσε να βρίσκεται διαρκώς σε μειονεκτική θέση, ανίκανος να ελέγξει την κατάσταση! Η μασιά για το τζάκι βρισκόταν κοντά στο χέρι του. Την έπιασε. «Σταμάτα εκεί όπου είσαι». Τα βήματα σταμάτησαν κάπου τρία μέτρα μακριά. Ένιωσε το καινούριο, εξεταστικό βλέμμα να πέφτει καυτό πάνω στο σημαδεμένο πρόσωπό του. «Μήπως είσαι;… Δεν είναι δυνατόν». Ο νεοφερμένος έκανε ένα βήμα μπροστά. «Ρόθμπουρι; Για όνομα του Θεού, είναι σαν να αντικρίζω φάντασμα!» «Εγώ δεν σε γνωρίζω», αποκρίθηκε ο Ράνσομ. «Όχι. Αλλά σε γνωρίζω εγώ». Ο Άρτσερ χαμήλωσε τη φωνή του, ώσπου ακούστηκε σαν ψίθυρος. «Ήμουν στη λίστα των καλεσμένων. Από τη μεριά της νύφης…» Ο Ράνσομ έσφιξε το σαγόνι και διατήρησε την έκφρασή του απαθή. Δεν θα άφηνε κανένα περιθώριο σ’ αυτόν τον λεχρίτη να ικανοποιηθεί με την όποια αντίδρασή του. «Εδώ και μήνες δεν σ’ έχει δει κανένας», συνέχισε ο Άρτσερ. «Στην πόλη κυκλοφορούν φήμες πως είσαι νεκρός».


«Ε λοιπόν, οι φήμες κάνουν λάθος». Η αλήθεια ήταν ακόμα χειρότερη. Ο Ράνσομ χτύπησε με νόημα τη μασιά στο πέτρινο δάπεδο. Τούτο εδώ ήταν το κάστρο του. Δεν θα απαντούσε σε ερωτήματα· αυτός ήταν που θα τα έθετε. «Απαιτώ μια εξήγηση. Από πού κι ως πού δελεάζεις ανυποψίαστες γυναίκες να παρουσιαστούν στο σπίτι μου;» «Στο σπίτι σου;» Ο Άρτσερ έβγαλε ένα χαμηλόφωνο ανησυχητικό γελάκι. «Ε λοιπόν, αυτό που θα ακολουθήσει θα έχει ενδιαφέρον…» Η Ίζι ένιωθε θαρρείς και μπήκε στην τρίτη πράξη μιας θεατρικής παράστασης. Δεν είχε ιδέα τι συνέβαινε, αλλά ήταν αβάσταχτα δραματικό. Ο λόρδος Άρτσερ ήταν ένας εμφανίσιμος άντρας. Ένιωσε καθησυχασμένη με την κολλαρισμένη γραβάτα του και τα γάντια, που εφάρμοζαν άψογα στα χέρια του. Επρόκειτο για ενδείξεις ότι κάπου σε τούτο τον κόσμο εξακολουθούσε να υπάρχει ευπρέπεια. «Επίτρεψέ μου να μιλήσω με τη δεσποινίδα Γκουντνάιτ», είπε ο Άρτσερ ατάραχος μπροστά στο γεγονός ότι το αυτοσχέδιο όπλο ήταν στραμμένο προς το στήθος του. «Νομίζω πως θα απαντηθούν όλα τα ερωτήματά σου». Ο Δούκας του Ρόθμπουρι –επειδή, κατά τα φαινόμενα, ήταν όντως δούκας– χαμήλωσε τη μασιά. «Μίλα», είπε κακότροπα. Ο λόρδος Άρτσερ στράφηκε προς την Ίζι. Χαμογέλασε κι έτριψε τις παλάμες του. «Εν πάση περιπτώσει, ανυπομονούσα να γνωρίσω τη διάσημη Ίζι Γκουντνάιτ. Οι ανεψιές μου θα πρασινίσουν από τη ζήλια τους». Αφού της έριξε μια εξεταστική ματιά, ο ενθουσιασμός του καταλάγιασε. «Οφείλω να πω ότι δεν είσαι όπως σε περίμενα». Η Ίζι συγκράτησε έναν αναστεναγμό. Ποτέ δεν ήταν όπως την περίμεναν. «Πάντα σε φανταζόμουν ως ένα παιδί με μεγάλα μάτια», πρόσθεσε. «Ήμουν δώδεκα ετών όταν άρχισαν να εκδίδονται οι ιστορίες του πατέρα μου στο Τζέντλεμανς Ριβιού. Αλλά από τότε πέρασαν σχεδόν δεκατέσσερα χρόνια. Κι όπως είναι φυσικό, μεγάλωνα έναν χρόνο κάθε έτος που περνούσε». «Ναι», αποκρίθηκε εκείνος κουνώντας το κεφάλι. «Υποθέτω πως έτσι έγινε». Η Ίζι απλώς χαμογέλασε. Είχε συνηθίσει προ πολλού να διατηρεί λακωνικά τα σχόλιά της όταν συζητούσε με τους θαυμαστές του πατέρα της.Τύποι σαν τον λόρδο Άρτσερ δεν ήθελαν από την Ίζι να είναι μια μεγάλη γυναίκα, με τις δικές της προτιμήσεις και αντιπάθειες, με τα δικά της όνειρα και επιθυμίες. Περίμεναν από κείνη να είναι το μικρό κορίτσι με τα μεγάλα μάτια που εμφανιζόταν στις ιστορίες. Με αυτόν τον τρόπο, μπορούσαν να συνεχίζουν την ανάγνωση και να


διαβάζουν πάλι τις αγαπημένες τους ιστορίες ενώ φαντασιώνονταν τον εαυτό τους στη θέση της. Επειδή αυτή ήταν η μαγεία στις Ιστορίες Γκουντνάιτ. Όποτε κάθονταν να διαβάσουν κάθε εβδομαδιαίο τεύχος, οι αναγνώστες αισθάνονταν σαν να χουχουλιάζουν κάτω από ένα ζεστό πορφυρό πάπλωμα. Φαντάζονταν τον εαυτό τους να κοιτάζει το ταβάνι, που ήταν ζωγραφισμένο με ασημένια φεγγάρια και χρυσά άστρα, με τα μαλλιά απλωμένα επάνω στο μαξιλάρι, για να τα χαϊδέψει ένα στοργικό πατρικό χέρι. Ανυπομονούσαν για την ίδια οικεία υπόσχεση: Σβήσε το φως, αγαπημένη μου Ίζι, και θα σου πω μια ιστορία… Η αλήθεια για την παιδική ηλικία της δεν ταίριαζε με αυτήν που τυπωνόταν στα περιοδικά. Αλλά αν τυχόν της διέφευγε ποτέ η αλήθεια… πόσο κακοφαινόταν στους άλλους! Την κοιτούσαν θαρρείς και είχε ξεριζώσει τα φτερά της Τελευταίας Αληθινής Νεράιδας στην Αγγλία. Ο λόρδος Άρτσερ κάθισε στο μπράτσο του καναπέ κι έγειρε εμπιστευτικά προς το μέρος της. «Ξέρω πως μάλλον σε ρωτούν συνέχεια γι’ αυτό, αλλά οι ανεψιές μου θα με καρύδωναν με τα σκοινάκια τους αν δεν το επιχειρούσα. Να υποθέσω πως ο πατέρας σου δεν…» «Όχι, κύριε». Το χαμόγελό της πάγωσε. «Δεν ξέρω πώς θα το σκάσει η Κρέσιντα από τον πύργο. Και φοβάμαι πως δεν γνωρίζω την πραγματική ταυτότητα του Σκοτεινού Ιππότη». «Και ο Ούλρικ εξακολουθεί να κρέμεται από το παραπέτο;» «Απ’ όσο ξέρω, ναι. Λυπάμαι». «Δεν πειράζει…» Της χαμογέλασε καλοκάγαθα. «Δεν φταις εσύ. Εσένα πρέπει να σε βασανίζει περισσότερο απ’ όλους η αβεβαιότητα». Δεν φαντάζεσαι πόσο. Όντως, η αβεβαιότητα τη βασάνιζε. Οι ίδιες ερωτήσεις επαναλαμβάνονταν τουλάχιστον τρεις φορές την εβδομάδα, είτε καταπρόσωπο είτε σε επιστολές. Όταν πέθανε αιφνίδια από αποπληξία ο πατέρας της, διακόπηκε απότομα και το έπος του. Οι πολυαγαπημένοι χαρακτήρες του είχαν εγκαταλειφθεί σε κάθε είδους επικίνδυνες καταστάσεις. Κλειδαμπαρωμένοι σε πύργους και κρεμασμένοι από παραπέτα. Η Ίζι βρέθηκε στην πιο απελπιστική κατάσταση απ’ όλους. Έχασε όλο της το βιος, διώχτηκε από το μοναδικό σπίτι που γνώρισε ποτέ. Κανενός, όμως, δεν του περνούσε από το μυαλό να ζητήσει να μάθει για τη δική της κατάσταση. Οι πάντες αγωνιούσαν για την Κρέσιντα, που ήταν κλειδωμένη στον πύργο της, και για τον αγαπημένο της Ούλρικ, ο οποίος κρεμόταν από το παραπέτο με μόλις τρία δάχτυλα.


«Ο πατέρας μου θα χαιρόταν πολύ για το ενδιαφέρον σας», του αποκρίθηκε η Ίζι. «Το ίδιο κι εγώ». Ήταν αλήθεια. Παρά την τρέχουσα κατάστασή της, ήταν περήφανη για την κληρονομιά Γκουντνάιτ. Κοντά στο τζάκι, ο δούκας ξερόβηξε. «Με συγχωρείτε, κύριε», είπε. «Νομίζω πως ο οικοδεσπότης μας επιθυμεί να φύγουμε. Μπορώ να μάθω για την κληρονομιά που μου άφησε ο νονός μου;» «Α, ναι». Ο λόρδος Άρτσερ άρχισε να ψάχνει στο εσωτερικό της μικρής βαλίτσας του. «Έχω φέρει μαζί μου όλα τα χαρτιά. Μπορούμε να τελειώσουμε σήμερα. Ο Ρόθμπουρι μπορεί να σου παραδώσει τα κλειδιά, αν υπάρχουν». «Κλειδιά;» αναφώνησε η Ίζι τεντώνοντας την πλάτη της. «Δεν καταλαβαίνω…» «Η κληρονομία σου, δεσποινίς Γκουντνάιτ, είναι αυτή εδώ. Το κάστρο». Της κόπηκε η ανάσα. «Τι;» Ο δούκας διαμαρτυρήθηκε επίσης με βλοσυρό τόνο. «Αυτό είναι αδύνατο!» Ο λόρδος Άρτσερ κοίταξε τα έγγραφα μισοκλείνοντας τα μάτια. «Εδώ είμαστε. “Στη δεσποινίδα Ιζόλδη Οφηλία Γκουντνάιτ αφήνω την ιδιοκτησία μου, που είναι γνωστή ως Κάστρο Γκόστλεϊ”. Άραγε προφέρεται “Γκόστλι” ή “Γκάστλι”; Και τα δύο τού ταιριάζουν». «Νόμιζα πως η κληρονομία θα ήταν κάποιο χρηματικό ποσό», αποκρίθηκε η Ίζι κουνώντας το κεφάλι. «Εκατό λίρες. Ίσως διακόσιες». «Δεν υπάρχουν χρήματα, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Μόνο το κάστρο. Ο Λάινφορθ είχε κάμποσες αναδεχτές και δεν τους δώρισε αρκετά πόνι και κορδέλες με το πέρασμα των χρόνων. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του αποφάσισε να πραγματοποιήσει το όνειρο κάθε κοριτσιού. Να κάνει δώρο ένα κάστρο σε καθεμιά». «Για ένα λεπτό…» παρενέβη ο δούκας. «Αυτό το κάστρο ανήκει στην οικογένειά μου εδώ και αιώνες». Το βλέμμα του Άρτσερ διέτρεξε τα χαρτιά. «Και απ’ ό,τι φαίνεται, πουλήθηκε στον Λάινφορθ λίγους μήνες νωρίτερα». Κοίταξε την Ίζι πάνω από τα έγγραφά του. «Απ’ ό,τι βλέπω, αυτό σ’ εκπλήσσει». «Είμαι εμβρόντητη», ομολόγησε η Ίζι. «Ο κόμης ήταν καλός μαζί μου, αλλά δεν ήταν καν νονός μου. Όχι τυπικά, τουλάχιστον. Υπήρξε προστάτης του πατέρα μου στη Βασιλική Αυλή». Η Ίζι είχε συναντηθεί κάποιες φορές με τον Λάινφορθ· η πιο πρόσφατη ήταν όταν χρίστηκε ιππότης ο πατέρας της. Εκείνη την ένδοξη στιγμή, ο συμπαθής ηλικιωμένος έβγαλε ένα ζαχαρωτό από την τσέπη του γιλέκου του και της το έδωσε με ένα χαϊδευτικό χτύπημα στο κεφάλι. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι 1

2


είχαν περάσει λίγες μέρες από τα εικοστά δεύτερα γενέθλιά της. Είχε καλή πρόθεση. Και τώρα ο συμπαθής ηλικιωμένος τής χάριζε ένα κάστρο; Ένα κάστρο. Ο Άρτσερ τής έδωσε τον φάκελο με τα έγγραφα. «Είναι όλα εδώ. Ένα αντίγραφο της διαθήκης και ο τίτλος ιδιοκτησίας. Το κάστρο κι όλα όσα περιέχει… είναι πλέον δικά σου». Η Ίζι κοίταξε άναυδη τον φάκελο. «Τι να το κάνω αυτό το μέρος;» «Σε περίπτωση που δεν θέλεις να ζήσεις εδώ;» Ο λόρδος Άρτσερ κοίταξε το πανύψηλο ταβάνι και σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Υποθέτω πως θα μπορούσες να το καθαρίσεις λιγάκι. Να προσπαθήσεις να το πουλήσεις…» Μπαμ! Η Ίζι έσκυψε την ώρα που ένα αντικείμενο έσπασε στον αντικρινό τοίχο. Κοίταξε γύρω της αναζητώντας την αιτία. Δεν χρειάστηκε να ψάξει πολύ. Σε μία ακόμα τρομακτική έκρηξη δύναμης, ο δούκας είχε σηκώσει μια καρέκλα και την εκτόξευε κι αυτή προς τον τοίχο. Δεύτερο μπαμ. Στο πάτωμα τινάχτηκαν θραύσματα ξύλου. Ύστερα από αυτή την αντίδραση, εκείνος στάθηκε για να πάρει μια ανάσα· κάθε μυς του ήταν σφιγμένος και τσιτωμένος από το σφρίγος. Ο άντρας αυτός αποτελούσε μια εξαιρετική, άστατη και αδιαμφισβήτητα αρρενωπή απεικόνιση της οργής. Η Ίζι αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στον θαυμασμό και στον φόβο. «Δεν μπορεί να το πάρει», είπε ο Ράνσομ. «Δεν μπορεί να μείνει σ’ αυτό. Δεν μπορεί να το καθαρίσει για να το πουλήσει». Έφερε με δύναμη τη γροθιά του στο στήθος του, και το χνούδι στα μπράτσα της Ίζι υψώθηκε. «Είμαι ο Ράνσομ Γουίλιαμ Ντακρ Βέιν, ενδέκατος Δούκας του Ρόθμπουρι. Τούτο εδώ είναι το κάστρο μου!» Το ζωντανό, μια διασταύρωση μεταξύ λύκου και σκύλου, γρύλισε. Η ένταση πλημμύρισε τη μεγάλη αίθουσα της εισόδου κι έφτασε ως το αψιδωτό ταβάνι. Ο λόρδος Άρτσερ τακτοποίησε τα χαρτιά ατάραχος. Θαρρείς και δεν είχαν διαλυθεί πριν από λίγο κάποια έπιπλα δίπλα του. «Τι να πω… Είτε είσαι δούκας είτε όχι… τα πράγματα δεν πήγαν κατ’ ευχήν για σένα πρόσφατα. Έτσι δεν είναι, Ρόθμπουρι;» Ο δούκας δεν απάντησε. Εκτός κι αν μπορούσε να θεωρήσει κανείς απάντηση τον απτό αναβρασμό του. Σ’ αυτή την περίπτωση, η απόκρισή του ήταν εξαιρετικά μανιώδης. «Φοβάμαι πως τα έγγραφα είναι σαφή», είπε ο Άρτσερ. «Το κάστρο ανήκει


πλέον στη δεσποινίδα Γκουντνάιτ». «Δεν είναι δυνατόν», αποκρίθηκε ο δούκας. «Επειδή δεν το πούλησα». «Όταν στην Αγγλία εξαφανίζεται ένας άνθρωπος από προσώπου γης επί εφτά ολόκληρους μήνες, υποθέτω πως αναλαμβάνουν τις υποθέσεις του οι δικηγόροι του». Ο Άρτσερ έριξε μια ματιά στο μακρύ τραπέζι της τραπεζαρίας, όπου υπήρχαν στοίβες από κλειστούς φακέλους. «Πολύ πιθανόν οι πληροφορίες να βρίσκονται κάπου σ’ αυτή τη χιονοστιβάδα επιστολών». Η Ίζι κοίταξε τον φάκελο εγγράφων που κρατούσε στο χέρι. Είχε φτάσει με άδειο πορτοφόλι και κοιλιά που γουργούριζε από την πείνα. Εξακολουθούσε να έχει άδειο πορτοφόλι και κοιλιά που γουργούριζε από την πείνα. Αλλά τώρα ήταν ιδιοκτήτρια ενός κάστρου. Και μέσα υπήρχε ένας δούκας. «Εντάξει λοιπόν. Τελειώσαμε. Εγώ να πηγαίνω». Ο λόρδος Άρτσερ έκλεισε το βαλιτσάκι του, το πήρε στο χέρι και φάνηκε έτοιμος να βγει από την αίθουσα. «Περιμένετε!» Η Ίζι όρμησε πίσω του, πιάνοντάς τον από το μανίκι. «Σκοπεύετε έτσι απλά να με αφήσετε εδώ;» του είπε χαμηλόφωνα. «Μόνη σ’ αυτό το… στοιχειωμένο και απαίσιο κάστρο; Αυτό είναι αδύνατο». «Δεσποινίς Γκουντνάιτ, όσο κι αν θα ήθελα να περάσω περισσότερη ώρα σ’ αυτό το γοητευτικό μέρος, είμαι εξαιρετικά απασχολημένος. Η κληρονομιά του Λάινφορθ με ανάγκασε να τρέχω σε όλη την Αγγλία, παραδίδοντας μουχλιασμένους σωρούς από πέτρες σε ανυποψίαστες νεαρές δεσποινίδες. Θα μπορούσα να σε πάω πίσω στο χωριό. Αλλά είμαι σίγουρος ότι ο αμαξάς σου θα έρθει σύντομα να σε παραλάβει. Σωστά;» Ο αμαξάς της; Φυσικά. Ο λόρδος Άρτσερ δεν θα πίστευε ποτέ πως ήταν πανί με πανί – δίχως χρήματα, δίχως σπίτι ή μεταφορικό μέσο. Υπέθετε πως η άνετη άμαξά της με τα λευκά πόνι την περίμενε πίσω από καμιά γωνία. Και εκτός κι αν σκόπευε να αμαυρώσει τη μνήμη του πατέρα της εκθέτοντάς τον σαν έναν άμυαλο άνθρωπο που κατασπατάλησε την περιουσία του, η Ίζι δεν μπορούσε να επισημάνει πόσο λανθασμένη ήταν η εντύπωσή του. «Ναι, θα έρθει σύντομα να με παραλάβει», είπε άτολμα. «Μην αμφιβάλλετε». Ο λόρδος Άρτσερ κοίταξε γύρω του το κάστρο και μετά έστρεψε το βλέμμα του σ’ εκείνη. Το φρύδι του υψώθηκε με θυμηδία. Και ύστερα έκανε την πιο ασυγχώρητη κίνηση. Της χάιδεψε συγκαταβατικά το κεφάλι. «Είσαι η μικρή Ίζι Γκουντνάιτ. Λατρεύεις τις περιπέτειες». 1

(Στα αγγλικά:) Ghostly = στοιχειωμένο. (ΣτΜ)


2

(Στα αγγλικά:) Ghastly = απαίσιο. (ΣτΜ)


Κεφάλαιο 3 «Λοιπόν», επιχείρησε να σχολιάσει η Ίζι αφού πέρασαν μερικά λεπτά τεταμένης σιωπής ύστερα από την αναχώρηση του λόρδου Άρτσερ, «η κατάσταση είναι κάπως άβολη». «Άβολη». Ο δούκας πηγαινοερχόταν, με τα χέρια του να ανεβοκατεβαίνουν στα πλευρά του. Μετά κοντοστάθηκε απότομα και επανέλαβε: «Άβολη». Η λέξη αντήχησε στη μεγάλη αίθουσα, αναπηδώντας από τη μια αψίδα στην άλλη. Η Ίζι έμεινε να στέκεται εκεί. Νιώθοντας αμήχανα. «Η εφηβεία είναι άβολη», δήλωσε ο δούκας. «Η παρουσία κάποιου στον γάμο της πρώην ερωμένης του είναι άβολη. Το να κάνεις έρωτα στη ράχη ενός αλόγου είναι άβολο». Όσον αφορά το πρώτο μέρος, η Ίζι συμφωνούσε απόλυτα. Όσο για το δεύτερο και το τρίτο, δεν είχε παρά να τον πιστέψει. «Τούτη η κατάσταση δεν είναι άβολη», της είπε. «Τούτη η κατάσταση είναι απάτη». «Απάτη;» Έσφιξε στα χέρια της τον φάκελο με τα έγγραφα. «Είμαι σίγουρη πως δεν έκανα τίποτα για να σας εξαπατήσω, Εξοχότατε. Δεν ζήτησα από τον Λάινφορθ να μου αφήσει ένα κάστρο. Δεν τον γνώριζα καλύτερα απ’ όσο γνωρίζω εσάς». «Αυτό το κάστρο δεν ανήκε ποτέ στον Λάινφορθ για να σ’ το αφήσει…» Η φωνή του ήταν χαμηλή και αυστηρή. «Και δεν με ξέρεις καθόλου». Μάλλον όχι. Αλλά ήθελε να τον μάθει. Της είχε ξυπνήσει για τα καλά το ενδιαφέρον. Τώρα που ήταν πάλι μόνοι, εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία να κοιτάξει εξεταστικά το πρόσωπό του. Πέρα από την ουλή του, τα χαρακτηριστικά του προσώπου του ήταν περήφανα, ευγενικά, με τα έντονα ζυγωματικά και το φαρδύ, τετράγωνο σαγόνι. Τα μαλλιά του ήταν καστανόξανθα σαν του λιονταριού, με χρυσαφένιες ανταύγειες. Αλλά τα μάτια του… ήταν κέλτικα. Σκούρες οριζόντιες σχισμές στο πρόσωπο του, με κάποια απόσταση ανάμεσά τους. Επιφυλακτικές. Ακόμα κι αν η όρασή του ήταν τέλεια, θα τα έβρισκε σκούρα αν προσπαθούσε να διαβάσει αυτά τα μάτια. Αν δεν δυσκολευόταν να ανάψει το κερί, ίσως είχαν


περάσει ώρες ώσπου να συνειδητοποιήσει πως ήταν τυφλός. Ήθελε να του κάνει εκατοντάδες ερωτήσεις. Ή, μάλλον, χιλιάδες. Και οι πιο ανόητες ήταν εκείνες που πάσχιζαν περισσότερο να βγουν από τα χείλη της. Έκανες πραγματικά έρωτα στη ράχη ενός αλόγου; ήθελε να ρωτήσει. Πώς το κατάφερες; Έτσι τραυματίστηκες; «Δεν σκοπεύω να σας υποχρεώσω σε έξωση, Εξοχότατε». Δεν μπορούσε να φανταστεί έναν άντρα σαν κι αυτόν να υποχρεώνεται να κάνει οτιδήποτε. «Δεν είμαι εχθρός σας. Απ’ ό,τι φαίνεται, είμαι η σπιτονοικοκυρά σας». «Η σπιτονοικοκυρά μου…» επανέλαβε ο Ράνσομ δύσπιστα. «Ναι. Και, ασφαλώς, μπορούμε να καταλήξουμε σε κάποια συμφωνία». «Συμφωνία». Κατευθύνθηκε με μεγάλες δρασκελιές προς την αντικρινή μεριά της αίθουσας, βρίσκοντας τον δρόμο του μέσα στον χώρο και στα έπιπλά του με μια άνεση που έκανε την Ίζι να ζηλέψει. Η ίδια σκόνταφτε συχνότερα από κείνον, και η όρασή της ήταν περίφημη. Σε περίπτωση που ανάρρωσε στο κάστρο Γκόστλεϊ μετά τον τραυματισμό του, πρέπει να προσπάθησε πολύ για να σχηματίσει έναν χάρτη στον νου του. Η Ίζι άρχισε να αντιλαμβάνεται τον λόγο για τον οποίο ήταν τόσο απρόθυμος να φύγει. Ακόμα κι αν ήταν κάτοχος κάποιας καλύτερης κατοικίας, θα έπρεπε να ξεκινήσει πάλι από την αρχή. Δεν ήθελε να γίνει η άκαρδη σπιτονοικοκυρά που θα έδιωχνε έναν τυφλό άνθρωπο από το σπιτικό του. Σήκωσε τη βαλίτσα της από το σημείο όπου ήταν τοποθετημένη, δίπλα στην είσοδο· δύο βήματα δεξιά από την πόρτα, όπως της είχε πει προηγουμένως. Ύστερα επέστρεψε στο ίδιο σημείο και την άφησε πάνω στο τραπέζι. «Πρέπει να καταλάβεις το εξής», της είπε. «Θα φύγεις». «Τι;» Καθώς κοιτούσε τη βαλίτσα, το στήθος της φούντωσε από πανικό. «Μα δεν έχω πού να πάω και δεν έχω μεταφορικό μέσο για να φτάσω οπουδήποτε». «Δεν το πιστεύω. Αν ήταν διάσημος σε όλη την Αγγλία ο πατέρας σου –και χρίστηκε, μάλιστα, και ιππότης– πρέπει να διαθέτεις χρήματα. Κι αν δεν διαθέτεις χρήματα, τότε πρέπει να έχεις φίλους». Δίπλα στα πόδια του, το λυκόσκυλο γρύλισε. «Τι έχει μέσα αυτή η βαλίτσα;» τη ρώτησε σμίγοντας τα φρύδια του. «Έχει την…» Έκανε μια αόριστη κίνηση με το χέρι. «Δεν έχει σημασία τώρα. Σας είπα ότι δεν πρόκειται να σας ζητήσω να φύγετε, Εξοχότατε. Αλλά ούτε κι εσείς μπορείτε να με διώξετε με το ζόρι». «Αλήθεια;» Έπιασε το σάλι της από το σημείο όπου το άφησε να στεγνώσει, το τύλιξε σαν μπάλα και ετοιμάστηκε να το βάλει στη βαλίτσα.


Το σκυλί γρύλισε και γάβγισε. «Τι στην ευχή βρίσκεται εδώ μέσα;» είπε ανοίγοντας το κούμπωμα της βαλίτσας. «Όχι, μη!» αναφώνησε η Ίζι. «Προσέξτε. Κοιμάται. Αν την ξυπνήσετε, θα σας…» Ήταν πολύ αργά. Βγάζοντας μια πρωτόγονη κραυγή πόνου, τίναξε το χέρι του έξω από τη βαλίτσα. «Για όνομα του…» Η Ίζι μόρφασε. Όπως ακριβώς το φοβόταν· από το δάχτυλό του κρεμόταν το πλάσμα που του είχε χιμήξει. Ένα αρπακτικό ζώο, ύπουλο, με κοφτερά δόντια, λευκή και καφετιά γούνα. «Χιονοσταλίτσα, σταμάτα!» Το σκυλί έκανε σαν τρελό, πηδούσε κι έβγαζε τσιριχτά γαβγίσματα στο πλάσμα που είχε επιτεθεί γρούζοντας στον αφέντη του. Ο Ράνσομ ξεφώνισε βλαστημώντας και σήκωσε το χέρι του, πισωπάτησε κάνοντας έναν κύκλο και προσπάθησε να κρατήσει τα δύο ζώα σε απόσταση. Ως συνήθως, η Χιονοσταλίτσα έσφιξε ακόμα περισσότερο τα δόντια της. «Χιονοσταλίτσα!» Η Ίζι έκανε κύκλους κυνηγώντας τα δύο ζωντανά, που σχημάτιζαν ένα κουβάρι. «Χιονοσταλίτσα, άφησέ τον!» Τελικά ανέβηκε στο τραπέζι και άρπαξε τον δούκα από τον καρπό. Του στρίμωξε το μπράτσο ανάμεσα στα δικά της κι έβαλε όλο της το βάρος για να το κρατήσει σταθερό. Και μετά στάθηκε ακίνητη, προσπαθώντας να αγνοήσει την ακούσια οικειότητα της στάσης τους. Αισθανόταν τον ώμο του, σκληρό σαν πέτρα, στην κοιλιά της. Ο αγκώνας του ήταν σφηνωμένος ανάμεσα στα στήθη της. «Σας παρακαλώ, μείνετε ακίνητος…» είπε ξέπνοη. «Όσο περισσότερο χτυπιέστε, τόσο πιο δυνατά θα σας δαγκώσει». «Δεν χτυπιέμαι». Όχι, δεν χτυπιόταν. Έχοντας πιάσει με αυτόν τον τρόπο το μπράτσο του, βεβαιώθηκε για τη δύναμη του κορμιού του. Ωστόσο, αντιλήφθηκε εξίσου καλά μία ακόμα δύναμή του. Τον αυτοέλεγχό του. Αν ήθελε, θα μπορούσε να πετάξει την Ίζι μαζί με τη Χιονοσταλίτσα στον τοίχο, με την ίδια ευκολία που είχε εκτοξεύσει εκείνες τις καρέκλες. Προσπάθησε να ηρεμήσει τα τρεμάμενα χέρια της κι έπιασε τη Χιονοσταλίτσα. Άνοιξε τα μικρά σαγόνια του ζωντανού με τα δάχτυλά της. «Άφησέ τον, καλή μου. Για χάρη όλων μας. Άφησε τον δούκα». Τελικά κατάφερε να τραβήξει τη Χιονοσταλίτσα από το καταδαγκωμένο,


ματωμένο δάχτυλο. Όλα τα ζωντανά πλάσματα μέσα στο δωμάτιο εξέπνευσαν από ανακούφιση. «Για όνομα του Θεού, Γκουντνάιτ!» αναφώνησε ο δούκας κουνώντας το χέρι του. «Τι ήταν τούτο; Αρουραίος;» Η Ίζι κατέβηκε από το τραπέζι, κρατώντας τη Χιονοσταλίτσα σφιχτά στο στήθος της. «Δεν είναι αρουραίος. Είναι ερμίνα». Ο δούκας εκτόξευσε μια βρισιά. «Κουβαλάς μια νυφίτσα στη βαλίτσα σου;» «Όχι. Κουβαλάω μια ερμίνα». «Ερμίνα, κουνάβι, νυφίτσα. Όλα ίδια είναι». «Κάνετε λάθος», διαφώνησε η Ίζι, τρίβοντας καθησυχαστικά το μαγουλάκι της αναστατωμένης Χιονοσταλίτσας. «Καλά, μπορεί και να είναι· αλλά το «ερμίνα» είναι πολύ πιο αξιοπρεπές». Λίκνισε τη Χιονοσταλίτσα στο ένα της χέρι και της έτριψε την κοιλιά με το άλλο. Ύστερα την έβαλε πίσω στη βαλίτσα και άνοιξε το πορτάκι μιας μπάλας· ενός σφαιρικού κλουβιού κατασκευασμένου από επιχρυσωμένο πλέγμα. «Ορίστε…» ψιθύρισε. «Τώρα κάτσε φρόνιμα». Το σκυλί γρύλισε στη Χιονοσταλίτσα. Η Χιονοσταλίτσα αντέδρασε υψώνοντας το χείλος και αποκαλύπτοντας τα λεπτά σαν βελόνες δόντια της. «Κάτσε φρόνιμα…» ψιθύρισε η Ίζι, απότομα τούτη τη φορά. Στράφηκε στον δούκα. «Αφήστε με να κοιτάξω το τραύμα σας, Εξοχότατε». «Ξέχασέ το». Απτόητη, εκείνη τον έπιασε από τον καρπό και κοίταξε εξεταστικά την άκρη του δαχτύλου του. «Φοβάμαι πως μάτωσε πολύ. Καλύτερα να το καθαρίσετε. Δεν πρέπει να καθυστερήσετε. Ίσως μπορούμε να… Ω». Ενόσω φλυαρούσε, ο δούκας έπιανε την καράφα με το ουίσκι από το τραπέζι κι έχυνε μια γενναία δόση του κεχριμπαρένιου ποτού στη ματωμένη δαγκωματιά. Η Ίζι μόρφασε και μόνο στη θέα. Εκείνος παρέμεινε τελείως ανέκφραστος. Έβγαλε ένα καθαρό μαντίλι από την τσέπη της. «Αφήστε με να το δω». Καθώς πίεζε μαλακά το μαντίλι στην πληγή του, κοίταξε εξεταστικά το χέρι του. Σημαδεμένο από κάθε είδους αμυχές και καψίματα – άλλα φρέσκα, αλλά παλιά. Στο μεσαίο δάχτυλο του δεξιού του χεριού φορούσε ένα δαχτυλίδι με σφραγιδόλιθο. Το οβάλ οικόσημο της σφραγίδας ήταν πελώριο. Απ’ ό,τι φαινόταν, οι δούκες ήταν στα πάντα πληθωρικοί. «Τρέχει ακόμα αίμα από την πληγή», του είπε. «Να υποθέσω ότι δεν έχετε καθόλου επιδέσμους εδώ πέρα;»


«Όχι». «Τότε, απλώς θα το πιέσουμε μέχρι να σταματήσει να αιμορραγεί. Επιτρέψτε μου. Το έχω ξανακάνει». Τύλιξε το μαντίλι γύρω από το δάχτυλο και το πίεσε δυνατά. «Εντάξει. Τώρα θα περιμένουμε ένα δυο λεπτά». «Θα το κρατάω εγώ», της αποκρίθηκε τραβώντας απότομα το χέρι του, πιέζοντάς το ο ίδιος. Έτσι ξεκίνησε το πιο παρατεταμένο, το πιο αισθησιακά φορτισμένο λεπτό στη ζωή της Ίζι. Στο παρελθόν υπέφερε συχνά από έρωτες χωρίς ανταπόκριση. Τελικά, της πέρασε η προτίμηση για τους μελαγχολικούς λόγιους με τα τουίντ ρούχα ή τους ποιητές που εμφανίζονταν με ανάκατα σκούρα μαλλιά και θλιμμένο ύφος. Ο Δούκας του Ρόθμπουρι δεν έμοιαζε με κανέναν απ’ όσους άντρες τής άρεσαν. Ήταν σκληρός, ανυποχώρητος και, ακόμα και πριν από τον τραυματισμό του, δεν τον ενδιέφερε το διάβασμα. Και σαν μην έφταναν όλα αυτά, οι δυο τους είχαν εμπλακεί σε περιουσιακή διαμάχη, κι εκείνος την είχε απειλήσει να τη διώξει μέσα στην κρύα νύχτα του Νορθάμπερλαντ. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθε θαρρείς και πετούσαν πεταλούδες και τριζόνια στο στομάχι της. Βρισκόταν τόσο κοντά της. Και ήταν τόσο ψηλός. Και τόσο επιβλητικός. Τόσο άντρας. Καθετί θηλυκό εντός της ανασυντασσόταν απέναντι στην πρόκληση. Ίσως έτσι ένιωθαν οι ορειβάτες όταν έστεκαν στους πρόποδες ενός πανύψηλου βουνού με χιονοσκέπαστες κορυφές. Ενθουσιασμό μπροστά στις δυνατότητες· δέος ενώπιον των κινδύνων που ενέδρευαν. Μια κάποια αδυναμία στα γόνατα. «Χιονοσταλίτσα!» κάγχασε ο Ράνσομ καθώς στηριζόταν στη γωνία του τραπεζιού. «Θα έπρεπε να την ονομάσεις Σμέρνα. Και, στο κάτω κάτω, ποιος άνθρωπος έχει για κατοικίδιο μια νυφίτσα;» «Ήταν δώρο». «Ποιος κάνει δώρο μια νυφίτσα;» «Ένας από τους θαυμαστές του πατέρα μου». «Θα έλεγα πως ήταν κάποιος από τους εχθρούς του». Η Ίζι κάθισε δίπλα του στην άκρη του τραπεζιού, έχοντας αποδεχτεί μοιρολατρικά το γεγονός ότι έπρεπε να αφηγηθεί όλη την ιστορία. Ήταν ένα καλό παράδειγμα πως η λογοτεχνική επιτυχία του πατέρα της και η λατρεία του κοινού δεν μεταφράστηκαν ποτέ σε πρακτικό όφελος. «Ο πατέρας μου έγραψε ένα έπος σε συνέχειες, με ιππότες, κυρές, κακούργους, μάγους… κάστρα. Οτιδήποτε είχε να κάνει με τη ρομαντική εποχή


των ιπποτών. Και οι ιστορίες αυτές παρουσιάζονταν πάντα ως παραμύθια, που μου τα αφηγούνταν για να κοιμηθώ εγώ, η μικρούλα Ίζι Γκουντνάιτ». «Γι’ αυτό περίμενε να δει ένα μικρό κορίτσι ο Άρτσερ;» «Ναι. Οι πάντες περιμένουν να δουν ένα μικρό κορίτσι», του απάντησε. «Η ηρωίδα των ιστοριών είχε μια ερμίνα για κατοικίδιο. Μια μυθιστορηματική ερμίνα, φυσικά. Μια ερμίνα που ήταν γενναία και αφοσιωμένη, μαγική, λευκή, με κρινένιο λαιμό σαν τη μικρή κυρία της. Κι αυτή η μυθιστορηματική ερμίνα κατάφερνε να πετύχει κάθε είδους έξυπνα, σπουδαία μυθιστορηματικά κόλπα, όπως να απελευθερώνει την κυρία της κόβοντας τα δεσμά της με τα δόντια της όταν την απήγαγε, για τρίτη φορά, ο μυθιστορηματικός Σκοτεινός Ιππότης. Έτσι, ένας λάτρης των ιστοριών του πατέρα μου σκέφτηκε πως θα ήταν μια γλυκιά χειρονομία να δωρίσει στην αληθινή Ίζι Γκουντνάιτ μια δική της, αληθινή ερμίνα». Δεν θα ήταν υπέροχο; σκέφτηκε μάλλον ο ανόητος. Δεν θα ήταν καταπληκτικό και γλυκύτατο; Ε λοιπόν, δεν ήταν. Ούτε για την Ίζι ούτε για τη Χιονοσταλίτσα. Μια πραγματική ερμίνα δεν μπορούσε να γίνει ένα αγαπησιάρικο, γενναίο, πιστό κατοικίδιο. Η Χιονοσταλίτσα είχε όντως στιλπνή γούνα και ήταν όμορφο πλάσμα – ιδίως όταν το πυκνό τρίχωμά της γινόταν λευκό τον χειμώνα. Μολονότι, όμως, ζύγιζε μόλις τρακόσια γραμμάρια, ήταν ένα εξαιρετικά επιθετικό αρπακτικό. Με το πέρασμα των χρόνων, η Ίζι υπέμεινε ουκ ολίγες δαγκωματιές και τσιμπήματα. «Ανόητο δώρο», είπε ο δούκας. Δεν μπορούσε να διαφωνήσει με την παρατήρηση. Παρ’ όλα αυτά, δεν έφταιγε η Χιονοσταλίτσα. Δεν έφταιγε αυτή που ήταν νυφίτσα. Έτσι γεννήθηκε. Και τώρα ήταν ηλικιωμένη, εννιά ετών. Η Ίζι δεν μπορούσε να την πετάξει έτσι στους λύκους – ή στα λυκόσκυλα. «Μπορώ να φανταστώ», αποκρίθηκε, «πως ο Λάινφορθ είχε την ίδια παρόρμηση. Νόμιζε πως θα ήταν αξιαγάπητη χειρονομία να δωρίσει στην αληθινή Ίζι Γκουντνάιτ ένα πραγματικό, δικό της κάστρο». «Αφού δεν επιθυμείς αυτό το εξωφρενικό δώρο, δεν έχεις παρά να το αρνηθείς». «Ναι, αλλά αυτό το δώρο δεν είναι το ίδιο με μια ερμίνα. Πρόκειται για ακίνητη περιουσία. Δεν καταλαβαίνετε πόσο σπάνιο είναι αυτό για μια γυναίκα; Η ακίνητη περιουσία ανήκει πάντα στους πατεράδες, στους αδελφούς, στους συζύγους, στους γιους. Εμείς δεν έχουμε τίποτα στην κατοχή μας». «Μη μου πεις ότι είσαι μια από κείνες τις γυναίκες με τις ριζοσπαστικές


απόψεις…» «Όχι», του είπε. «Είμαι μια από κείνες τις γυναίκες που δεν έχουν τίποτα. Και είμαστε πολλές». Έστρεψε το βλέμμα της στο πάτωμα. «Όταν πέθανε ο πατέρας μου, ό,τι είχε αξία πέρασε στον ξάδελφό μου. Αυτός κληρονόμησε το πατρικό μου, με όλα τα έπιπλα. Κάθε πιάτο στην πιατοθήκη και κάθε βιβλίο στη βιβλιοθήκη. Ακόμα και το εισόδημα από τα γραπτά του πατέρα μου. Εγώ τι έχω στο όνομά μου; Τη Χιονοσταλίτσα». Τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν. Δεν μπορούσε να συγκρατηθεί· ήταν ακόμα θυμωμένη με τον πατέρα της. Θυμωμένη μαζί του επειδή πέθανε. Θυμωμένη επειδή πέθανε με αυτόν τον τρόπο. Όλα αυτά τα χρόνια τον είχε βοηθήσει, αποποιήθηκε τη ζωή που θα μπορούσε να έχει φτιάξει για τον εαυτό της, κι εκείνος δεν βρήκε ποτέ τον χρόνο για να αλλάξει τη διαθήκη του και να εξασφαλίσει την Ίζι σε περίπτωση που συνέβαινε το μοιραίο. Ήταν υπερβολικά απασχολημένος με το να υποδύεται τον ρόλο του στοργικού πατέρα που αφηγούνταν ιστορίες. Ο δούκας δεν φάνηκε να συναισθάνεται την αδικία που την έφερε σ’ αυτή την κατάσταση. «Επομένως έχεις κάπου να πας. Έχεις έναν ξάδελφο. Μπορεί να σε συντηρήσει». «Ο Μάρτιν;» Έβαλε τα γέλια με την ιδέα. «Πάντα με μισούσε. Απ’ όταν ήμαστε παιδιά. Μιλάμε για το αγόρι που μ’ έσπρωξε μέσα σε μια λίμνη όταν ήμουν οχτώ και στάθηκε γελώντας στην όχθη ενώ εγώ έφτυνα νερό και πάλευα να παραμείνω στην επιφάνεια. Εκείνη τη μέρα δεν μου πέταξε ένα σκοινί· ούτε τώρα πρόκειται να το κάνει. Μόνο ένα πράγμα μού απομένει να κάνω. Αυτό που έκανα και τότε». «Τι είναι αυτό;» τη ρώτησε. «Να μάθω να κολυμπάω», του απάντησε. «Και γρήγορα». Η μια άκρη των πλατιών χειλιών του υψώθηκε. Η Ίζι δεν μπορούσε να αποφασίσει αν ήταν ένα μειδίαμα που φανέρωνε εκτίμηση ή ένα υποτιμητικό, σαρκαστικό χαμόγελο. Όπως και να ’χε, της προκάλεσε ανησυχία. «Μ’ έπιασε φλυαρία, απ’ ό,τι φαίνεται». Έγειρε το κεφάλι και κοίταξε κάτω από την αυτοσχέδια κομπρέσα. «Νομίζω πως η αιμορραγία σταμάτησε». Ο Ράνσομ έσκισε με τα δόντια του μια λωρίδα από το λινό μαντίλι και την τύλιξε γύρω από το δάχτυλό του, διπλώνοντας προσεκτικά τις άκρες της και δένοντάς τη σφιχτά. «Ξέρω πως δεν θέλετε να φύγετε από το Κάστρο Γκόστλεϊ», του είπε. «Ίσως μπορούμε να συμφωνήσουμε να μου δίνετε κάποιο ενοίκιο ανά τρίμηνο».


Ασφαλώς, το ενοίκιο ενός τόσο μεγάλου οικήματος θα ήταν αρκετό για να της εξασφαλίσει κάπου ένα άνετο εξοχικό σπιτάκι. Η Ίζι δεν είχε ανάγκη από πολλά πράγματα. Ύστερα από τόσους μήνες που περιόδευε φιλοξενούμενη εδώ κι εκεί, λαχταρούσε ακόμα και την παραμικρή άνεση. Κουρτίνες. Κηροπήγια. Να κοιμάται κάτω από σεντόνια που είχαν κεντημένο το μονόγραμμά της. Απλώς κάτι, οτιδήποτε, που θα μπορούσε να αποκαλεί δικό της. «Αυτό είναι παράλογο», της αποκρίθηκε. «Δεν θα πληρώσω νοίκι για το σπίτι μου». «Μα το σπίτι αυτό δεν είναι δικό σας. Όχι πια. Το αγόρασε ο Κόμης του Λάινφορθ και το άφησε σε μένα». Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Ο Λάινφορθ πιάστηκε κορόιδο. Κάποιος απατεώνας πρέπει να σκάρωσε πλαστά έγγραφα για ν’ αρπάξει τα χρήματα ενός ετοιμοθάνατου. Έχω στη δούλεψή μου περισσότερους από μία ντουζίνα διαχειριστές και δικηγόρους για να χειρίζονται τις υποθέσεις μου και δεν θα πουλούσαν την ιδιοκτησία μου χωρίς τη συγκατάθεσή μου». «Είστε απόλυτα σίγουρος;» ρώτησε η Ίζι, επιθεωρώντας με υψωμένο φρύδι τον σωρό από τις επιστολές και τους φακέλους που δεν είχαν ανοιχτεί. «Πώς μπορείτε να το ξέρετε αφού δεν έχετε κοιτάξει την αλληλογραφία σας εδώ και μήνες;» Διάλεξε έναν φάκελο από τον σωρό και τον γύρισε στις παλάμες της. «Αν θέλετε, θα μπορούσα να βοηθήσω διαβάζοντάς σας τις επιστολές και απαντώντας σ’ αυτές. Ήμουν γραμματέας του πατέρα μου πολλά χρόνια». «Δεν θέλω τη βοήθειά σου». Το είπε τόσο απότομα, που της έπεσε ο φάκελος. «Θα σου δώσω ένα μικρό μάθημα ιστορίας, μιας και του πατέρα σου του άρεσαν τόσο. Στους προγόνους μου εκχωρήθηκε ολόκληρο δουκάτο επειδή υπερασπίστηκαν με επιτυχία τα σύνορα με τη Σκοτία. Επί αιώνες. Και δεν το κατάφεραν σηκώνοντας ψηλά τα χέρια και λέγοντας “Περάστε” όποτε τους χτυπούσε κάποιος την πόρτα και ισχυριζόταν ότι το κάστρο είναι δικό του». Η Ίζι άφησε ένα γελάκι. «Μα εγώ δεν είμαι μια συμμορία από πλιατσικολόγους Σκοτσέζους. Και δεν ζούμε στον δέκατο έκτο αιώνα». «Σωστά. Έχουμε νόμους και δικαστήρια. Επομένως, αν σκοπεύεις να διεκδικήσεις αυτό το κάστρο, πήγαινε να βρεις έναν δικηγόρο. Ζήτησέ του να κοιτάξει τα χαρτιά και να γράψει στους δικηγόρους μου. Οι δύο πλευρές μπορούν να διαφωνήσουν μεταξύ τους όσο θέλουν. Τελικά, η υπόθεση θα φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ίσως σε τρία χρόνια από τώρα. Κι αυτό αν σταθείς τυχερή».


Τρία χρόνια; Η Ίζι δεν είχε τρία χρόνια στη διάθεσή της. Σε περίπτωση που αναγκαζόταν να φύγει, δεν ήταν σίγουρη αν θα τα έβγαζε πέρα τις επόμενες τρεις μέρες. Και δεν είχε χρήματα για δικηγόρους· πόσο μάλλον για δικηγόρους ικανούς να τα βάλουν με έναν δούκα. Δεν είχε άλλη επιλογή από το να παραμείνει ανυποχώρητη. Να συμπεριφερθεί θαρρείς και το μέρος ήταν δικό της. Αν κατάφερνε να τη διώξει σήμερα, δεν θα πατούσε ποτέ ξανά το πόδι της στο κατώφλι του. «Αν ενδιαφέρονται οι δικηγόροι σας να έρθουν εδώ και να εξετάσουν τα έγγραφα, ας έρθουν. Αλλά εγώ δεν φεύγω». «Ούτε εγώ». Το απείραχτο σημείο στο μέτωπό του συνοφρυώθηκε. Και η Ίζι υπέθεσε πως, αν μπορούσε να την αγριοκοιτάξει, θα της έριχνε ένα βλέμμα αρκετά κοφτερό για να κόψει διαμάντια. «Δεν υπάρχει λόγος να γίνεστε σκληρός», του αποκρίθηκε. «Μπορείτε να με κοιτάζετε όσο απειλητικά θέλετε, αλλά, για όνομα του Θεού, με πήρατε στα χέρια και με φέρατε μέσα ενόσω έβρεχε. Και μόνο που το σκέφτομαι, θα μπορούσα να ξαναλιποθυμήσω». «Μην παρεξηγείς αυτή την κίνηση σαν ιπποτική». «Τότε τι ήταν;» «Καθαρή πρακτικότητα. Δεν μπορούσα να σ’ αφήσω έτσι απλά εκεί. Θα μαζεύονταν έναν σωρό ζωύφια». Εκείνη χαμογέλασε. «Ποπό… Έχετε και αίσθηση του χιούμορ από πάνω». Κατά τα φαινόμενα, είχε καιρό να του κάνει κάποιος φιλοφρόνηση. Ήταν θαρρείς και του πέταξε χειροβομβίδα. Ή μια βρεγμένη γάτα. Μπορεί να ήταν εύπορος, ισχυρός, οργισμένος και μεγαλόσωμος. Τουλάχιστον, όμως, σ’ έναν τομέα η Ίζι τον κέρδιζε. Ανακτούσε γρήγορα την αισιοδοξία της. Ήξερε πώς να χειρίζεται τα οξύθυμα πλάσματα και ήξερε να αξιοποιεί όσο το δυνατόν καλύτερα τις δύσκολες καταστάσεις. Όταν την πέταξε ο ξάδελφός της στη λίμνη, έμαθε να κο- λυμπάει. «Η θέση μας δεν είναι τόσο δύσκολη όσο φαίνεται», συνέχισε. «Θέλετε να μείνετε. Κι εγώ θέλω να μείνω. Μέχρι να τακτοποιηθούν τα νομικά ζητήματα, θα μοιραστούμε τον χώρο». «Θα τον μοιραστούμε;» «Ναι, θα τον μοιραστούμε. Το κάστρο είναι τεράστιο, φτιαγμένο για να στεγάσει εκατό ανθρώπους. Εγώ θα πάρω έναν πύργο ή μια πτέρυγα για τον εαυτό μου. Δεν θα αντιληφθείτε καν την ύπαρξή μου». Ο δούκας έγειρε προς το μέρος της. «Ω, θα την αντιληφθώ, δεσποινίς


Γκουντνάιτ… Θα την αντιληφθώ. Δεν υπάρχει κάστρο που να είναι αρκετά μεγάλο ώστε να αποτρέψει έναν άντρα σαν εμένα να αντιλαμβάνεται, ανά πάσα στιγμή, μια γυναίκα σαν εσένα. Δεν θα χρειαστεί να μιλήσεις καν. Θ’ ακούω το θρόισμα από τα μεσοφόρια σου. Θα μυρίζω τη μυρωδιά του δέρματός σου. Θα αισθάνομαι τη θέρμη που εκπέμπει το σώμα σου». Αν είναι δυνατόν! Αφού ήταν ικανός να αισθανθεί τη θέρμη που εξέπεμπε, πρέπει να την ένιωθε κι εκείνη τη στιγμή. Επειδή αισθανόταν να φλέγεται ολόκληρη. «Εγώ δεν είμαι ο λόρδος Άρτσερ…» πρόσθεσε, με το χαμηλόφωνο, σαγηνευτικό μουρμουρητό του. «Δεν έχω διαβάσει τις γλυκανάλατες ιστορίες του πατέρα σου και, για μένα, δεν είσαι μικρό κορίτσι. Τα χέρια μου ψηλάφισαν όλο σου το σώμα. Και τα χέρια αυτά έχουν εξαιρετική μνήμη». Ω Θεέ μου… Η ίδια δεν το ήξερε. Δεν μπορούσε να το ξέρει με τόσο προστατευμένη ζωή που έζησε. Ούτε εκείνος μπορούσε να το μαντέψει. Αλλά ο συγκεκριμένος άντρας είχε διατυπώσει μόλις καθαρά αυτό που η ίδια αποζητούσε τόσο καιρό. Να την προσέξουν. Να μην την αναγνωρίζουν απλώς ως το κορίτσι σε κάποιες προσφιλείς ιστορίες, αλλά να την προσέξουν ως γυναίκα. «Αντιλαμβάνεσαι τι σου λέω;» τη ρώτησε. «Ναι…» του απάντησε ξέπνοη. «Και είστε τρελός αν νομίζετε πως θα κάνω πίσω τώρα». Έμειναν να στέκονται σε μια τεταμένη σιωπή. «Αυτό ήταν», της είπε τελικά. «Θα βγεις από δω όπως ακριβώς μπήκες». Έσκυψε, την άρπαξε από τα πόδια και την κουβάλησε στον ώμο του, με την ευκολία ενός άντρα που είχε κάνει κάτι ανάλογο σ’ έναν σωρό γυναίκες. Ασφαλώς, δεν ήταν η πρώτη του απόπειρα να κουβαλήσει μια κυρία με αυτόν τον τρόπο. Παρ’ όλα αυτά, το βέβαιο είναι πως της Ίζι τής συνέβαινε πρώτη φορά και δεν είχε ιδέα πώς να αντιδράσει. Να τον χτυπήσει με τις γροθιές της στην πλάτη; Να κλοτσήσει και να φωνάξει; Αργότερα θα σκεφτόταν έναν σωρό πράγματα. Πνευματώδεις ατάκες και έξυπνες απαντήσεις. Αυτή τη στιγμή, όμως, το αίμα τής ανέβηκε στο κεφάλι, και το μυαλό της θύμιζε πυρετώδες, παλλόμενο κενό. Την ισορρόπησε στην ώμο του, φέρνοντας τον πήχη του στην πλάτη της. «Είσαι μισή μερίδα». Τα περιφρονητικά λόγια του της έλυσαν τη γλώσσα. «Κάνετε λάθος», του αποκρίθηκε. «Είμαι κάτι πολύ περισσότερο από μισή μερίδα, Εξοχότατε. Δεν φαντάζεστε πόσο. Περισσότερο απ’ ό,τι πιστεύει κανείς.


Μπορείτε, αν θέλετε, να με πάτε κουβαλητή έξω. Αλλά εγώ θα ξαναμπώ. Πάλι και πάλι. Όσες φορές χρειαστεί. Επειδή αυτό είναι πλέον το κάστρο μου. Και δεν πρόκειται να φύγω».


Κεφάλαιο 4 Ο Ράνσομ κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Ένα γενναίο λογύδριο από μια γυναίκα μικρή το δέμας, που προς το παρόν ήταν ριγμένη επάνω στον ώμο του. Η δεσποινίς Γκουντνάιτ μπορούσε να λέει ό,τι ήθελε. Στην πραγματικότητα ήταν μια ανυπεράσπιστη, σχεδόν άπορη ανύπαντρη γυναίκα κι αυτός ένας δούκας. Τις αποφάσεις τις έπαιρνε εκείνος. Η λογική που του απέμεινε –μαζί με το πονεμένο δάχτυλό του στο δεξί χέρι– υποστήριζε πως ήταν μπελάς. Με την εξασθενημένη όρασή του, ο Ράνσομ βασιζόταν σ’ έναν νοερό λεπτομερή χάρτη του μέρους. Ο χάρτης αυτός περιλάμβανε κάθε δωμάτιο, κάθε σκαλί, κάθε πέτρα. Δεν υπήρχε χώρος για νυφίτσες που έτρεχαν πέρα δώθε και σκανδαλιστικές γυναίκες που του αποσπούσαν την προσοχή. Έπρεπε να φύγει. Τώρα, όμως, που την είχε πάλι στα χέρια του, με τα στήθη της να πιέζονται πάνω στην πλάτη του και τους ευχάριστα στρογγυλούς γλουτούς της να αγγίζουν τον πήχη του, άλλα μέλη του –μέλη που βρίσκονταν μακριά από το μυαλό του– έκαναν διαφορετικές υποδείξεις. Επικίνδυνες υποδείξεις. Γεγονός που σήμαινε πως έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει. Ακόμα και πριν από τον τραυματισμό του, δεν άφηνε τις γυναίκες να τον πλησιάσουν πολύ. Αν κι έριξε έναν σωρό από δαύτες στο κρεβάτι του. Αλλά πάντα τις πλήρωνε αδρά για την απόλαυση που του πρόσφεραν –προσφέροντάς τους κι αυτός απόλαυση, χρυσάφι ή και τα δύο– και ύστερα τις αποχαιρετούσε. Ποτέ δεν ξυπνούσε δίπλα τους το πρωί. Τη μία –και μοναδική– φορά που επιδίωξε κάτι πιο μόνιμο, δεν είχε καλή κατάληξη. Βρέθηκε εδώ, σ’ αυτό το ρημαγμένο κάστρο, τυφλός και συντετριμμένος. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε ένα κομμάτι του εαυτού του –μια μαραζωμένη, παραμελημένη γωνιά στην ψυχή του– που αντιλαμβανόταν με πόνο πόσο αδύναμη και μόνη ήταν αυτή η γυναίκα. Και παρά τα γενναία λόγια της, έτρεμε. Για όνομα του Θεού, Γκουντνάιτ. Τι θα κάνω με σένα; Δεν μπορούσε να την αφήσει να μείνει στο κάστρο του. Μια συμφωνία να το «μοιραστούν» αποκλειόταν. Αλλά, πραγματικά τώρα, εκεί κατάντησε; Να γίνει ένα σκληρό, αναίσθητο κτήνος που θα πετούσε μια ανυπεράσπιστη νέα γυναίκα


έξω νυχτιάτικα; Δεν ήθελε να πιστεύει κάτι τέτοιο. Όχι ακόμα. Δεν παραιτούνταν από τίποτα ελαφρά τη καρδία, κι αυτό περιλάμβανε τα λίγα θραύσματα που απέμειναν από τη διαλυμένη του ψυχή. Άφησε τη δεσποινίδα Γκουντνάιτ να σταθεί στα πόδια της. Καθώς την άφηνε στο δάπεδο, το σώμα της γλίστρησε πάνω στο δικό του, σαν στάλα βροχής που πέφτει ανάλαφρα στην πέτρα. Ο Ράνσομ ήξερε πως θα μετάνιωνε για τα λόγια που ήταν έτοιμος να ξεστομίσει. Επειδή ήταν μια σωστή πράξη, κι αν είχε μάθει κάτι από τη ζωή του, ήταν ότι κάθε φορά που έκανε το σωστό, αργότερα το πλήρωνε. «Μία νύχτα. Μπορείς να μείνεις μία νύχτα». Ήταν ανόητος που έχασε τόσο χρόνο διαφωνώντας για νομικά ζητήματα. Το κάστρο από μόνο του θα την έπειθε. Άπαξ και διανυκτέρευε έστω και μία νύχτα στο Γκόστλεϊ, θα ήθελε να φύγει όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Η δεσποινίς Ιζόλδη Γκουντνάιτ θα περνούσε μια Πολύ Άσχημη Νύχτα. Μπορείς να μείνεις μία νύχτα. Η Ίζι θα μπορούσε να φωνάξει από χαρά, αλλά συγκρατήθηκε. Αντίθετα, πισωπάτησε κι έστρωσε τη φούστα και τα μαλλιά της. Τα μάγουλά της ήταν κόκκινα. Τουλάχιστον, όμως, εκείνος δεν μπορούσε να τα δει. «Μόνο μία νύχτα», επανέλαβε ο δούκας. «Και συμφώνησα μόνο επειδή πιστεύω πως, έστω και μία νύχτα να περάσεις σε τούτο το μέρος, αρκεί». Ομολογουμένως, η νίκη της ήταν μικρή, αλλά ήταν μια αρχή. «Ακολούθησέ με, λοιπόν. Θα σε πάω σε κάποιο δωμάτιο. Ο υπηρέτης μου θα φέρει τα πράγματά σου αργότερα». Η Ίζι τον ακολούθησε. Βγήκαν από την τεράστια αίθουσα της εισόδου και ανέβηκαν μια στριφογυριστή σκάλα. Ήταν τόσο στενή, που της έφερε ρίγος. Μόλις θα έπεφτε το σκοτάδι, τούτες οι σκάλες και οι διάδρομοι θα θύμιζαν τάφο. «Αναμφίβολα, θα θέλεις την καλύτερη κρεβατοκάμαρα. Μιας και πιστεύεις ότι το κάστρο σού ανήκει πλέον». Βγήκαν σ’ έναν μακρύ διάδρομο. Ο δούκας κατευθύνθηκε προς το κέντρο του με βαριά βήματα. Δεν μετρούσε φωναχτά, αλλά η Ίζι τον ένιωθε να υπολογίζει νοερά τις αποστάσεις. Ήταν θαύμα το πόσο καλά γνώριζε τούτο το μέρος. Τελικά σταμάτησε κι έκανε απότομη στροφή ενενήντα μοιρών. «Εδώ είμαστε. Ελπίζω να σου κάνει». Όταν έριξε μια ματιά μέσα, η Ίζι έμεινε έκπληκτη που είδε ένα πολυτελώς


επιπλωμένο υπνοδωμάτιο. Το πελώριο κρεβάτι καταλάμβανε τον μισό χώρο· ήταν τοποθετημένο σ’ ένα ψηλό βάθρο, με μαονένιες κολόνες που υψώνονταν σχεδόν έως το ταβάνι. Από κάθε πλευρά κρέμονταν βελούδινα παραπετάσματα και ταπισερί. Τα άλλα έπιπλα ήταν ελάχιστα· μια καρέκλα με βαθουλωμένο κάθισμα, μερικά παρατημένα ταξιδιωτικά μπαούλα κι ένα έπιπλο τουαλέτας, καλυμμένο από τρία εκατοστά σκόνης. Στον αντικρινό τοίχο υπήρχε μια σειρά από τοξωτά, γοτθικά παράθυρα, αλλά σχεδόν όλα τα τζάμια ήταν σπασμένα. «Ω…» έκανε εκείνη, προσπαθώντας να χωνέψει την άθλια κατάσταση του δωματίου. «Ποπό…» «Κοίταξέ το καλά…» της αποκρίθηκε ειρωνικά. «Θαύμασε το μεγαλείο της υποτιθέμενης κληρονομιάς σου. Προτού έρθω εγώ μερικούς μήνες νωρίτερα, το μέρος είχε να κατοικηθεί ολόκληρες δεκαετίες. Λεηλατήθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη. Ελάχιστα επιπλωμένα δωμάτια απέμειναν, κι όλα τα έπιπλα είναι σε κατάσταση πλήρους φθοράς». «Αφού είναι έτσι, χαίρομαι που απέμεινε έστω κι αυτή η επίπλωση». Η Ίζι μπήκε στο δωμάτιο. Το δάπεδο ήταν καλυμμένο από ένα χαλί με σχέδια, εξαιρετικά φθαρμένο, αλλά αφού είχε διατηρηθεί έως τότε, σήμαινε πως ήταν πολύ ανθεκτικό. «Δεν έχει παρά να δει κανείς αυτό το κρεβάτι». «Έχει πλάτος οχτώ βήματα. Είναι αρκετά μεγάλο για έναν δούκα και μισή ντουζίνα γυναίκες. Κάνει έναν άντρα να αναπολεί τη μεσαιωνική εποχή». «Δεν τα έφτιαχναν έτσι για τον ύπνο», του είπε. «Τουλάχιστον δεν τα έφτιαχναν… γι’ αυτόν τον λόγο. Αυτή πρέπει να ήταν η κεντρική κάμαρα του κάστρου. Οι άρχοντες του Μεσαίωνα διηύθυναν τις δουλειές τους απ’ αυτά τα κρεβάτια, όπως οι βασιλιάδες που κάθονταν στον θρόνο τους. Γι’ αυτό βρίσκεται πάνω σε βάθρο κι έχει τόσο εντυπωσιακό μέγεθος». «Τι συναρπαστικό». «Ο πατέρας μου ήταν ειδήμων σ’ αυτά». Πλησίασε το κρεβάτι κοιτάζοντας τα παραπετάσματα. Μόρφασε. «Απ’ ό,τι φαίνεται, οι σκόροι έχουν καταφάει το ύφασμα. Τι κρίμα…» «Ναι. Και οι αρουραίοι έχουν κάνει εισβολή στο στρώμα». Αρουραίοι; Η Ίζι τινάχτηκε προς τα πίσω. Κάλυψε το πρόσωπό της με τις παλάμες της και κοίταξε μέσα από το άνοιγμα των δαχτύλων το κρεβάτι, που περιβαλλόταν από τα κουρελιασμένα παραπετάσματα. Όντως, το στρώμα έδειχνε ξεκοιλιασμένο· το άχυρο και οι αλογότριχες που το γέμιζαν ήταν σκόρπια και σχημάτιζαν… Ω Θεέ μου, δεν ήταν δυνατόν να είναι φωλιές. Αν κοιτούσε αρκετά καλά, ήταν ικανή να ορκιστεί πως είδε ένα μουχλιασμένο


άχυρο να κουνιέται. Μετά βίας έπεισε τον εαυτό της να πει «Η Χιονοσταλίτσα θα χαρεί. Και θα φάει καλά». Ένα μακρινό βογκητό την τρόμαξε. «Τι είναι αυτός ο ήχος;» Ο Ράνσομ σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Μάλλον ένα από τα φαντάσματα». «Φαντάσματα;» «Το συγκεκριμένο κάστρο βρίσκεται στη μεθόριο, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Αν γνωρίζεις αρκετά πράγματα για τα κάστρα, τότε ξέρεις τι σημαίνει αυτό». «Ξέρω». Ο σκοπός για τον οποίο χτίστηκε το Κάστρο Γκόστλεϊ ήταν προκειμένου να καταπνίξει τον ξεσηκωμό των Σκοτσέζων. Και για να καταπνίξεις έναν ξεσηκωμό, έπρεπε να πιάσεις αιχμάλωτους τους επαναστάτες – και όχι να τους συμπεριφερθείς σαν σε φιλοξενούμενους. Κανένας δεν ήξερε πόσοι άνθρωποι είχαν φυλακιστεί σ’ αυτό το κάστρο, πόσοι άνθρωποι είχαν βασανιστεί ή είχαν σκοτωθεί με το πέρασμα των αιώνων. Και μάλιστα, από τους προγόνους του δούκα. «Δεν πιστεύω στα φαντάσματα», του αποκρίθηκε. Εκείνος χαμογέλασε αυτάρεσκα. «Περίμενε να περάσει αυτή η νύχτα…» Νύχτα. Σύντομα θα έπεφτε το σκοτάδι. Η Ίζι αισθάνθηκε το στομάχι της να σφίγγεται στη σκέψη. «Να υποθέσω πως είσαι ευχαριστημένη με το κατάλυμά σου», της είπε, στηρίζοντας τον ώμο του στην αψιδωτή είσοδο. «Δεν θα έλεγα “ευχαριστημένη”». Περισσότερο ταίριαζε το «τρομοκρατημένη». Η σκέψη να δια- νυκτερεύσει σ’ αυτό το δωμάτιο έκανε τα σωθικά της να ριγούν. Αλλά δεν μπορούσε να το πει. Ασφαλώς, αυτήν ακριβώς την ελπίδα έτρεφε ο ίδιος. Περίμενε να το βάλει στα πόδια. Αυτό θα έπρεπε να γίνει το σπίτι της για κείνη τη νύχτα. Με τους αρουραίους, τους σκόρους κι όλα τα παρεπόμενα. Πίεσε τον εαυτό της να εκφράσει έναν ενθουσιασμό που δεν τον ένιωθε ιδιαίτερα. «Είμαι σίγουρη πως, με λίγη δουλειά και φαντασία, θα γίνει μια όμορφη κάμαρα. Το μέγεθός της είναι εκπληκτικό. Απλώς το κρεβάτι χρειάζεται καινούριο στρώμα και παραπετάσματα». Πλησίασε τη σειρά των παραθύρων. «Κι έχει υπέροχη θέα προς το ηλιοβασίλεμα». «Για όσους μπορούν να το δουν». Η Ίζι μόρφασε· μετάνιωσε γι’ αυτό το αναίσθητο σχόλιο. «Μπορώ να σ’ το περιγράψω». «Μην μπεις στον κόπο. Έχω δει ηλιοβασιλέματα».


«Ναι, αλλά δεν έχεις δει αυτό το ηλιοβασίλεμα». Η θέα από το παράθυρο ήταν μαγευτική. Τα σύννεφα στον ουρανό είχαν σκορπίσει, και οι γκρίζες τολύπες τους εναλλάσσονταν με πινελιές από έντονο γαλάζιο και τριανταφυλλί χρώμα. Από κείνη τη θέση διακρίνονταν τα τείχη του κάστρου να τυλίγονται από μια ρομαντική βραδινή αχλή, που ανηφόριζε ελικοειδώς όλη την απόσταση από τη θάλασσα. «Ο ήλιος δύει ακριβώς πίσω από τον πύργο. Αλλά η λέξη “δύει” είναι λάθος σ’ αυτή την περίσταση. Είναι πολύ γαλήνια. Τούτος ο ήλιος δίνει μάχη. Πέφτει σαν αιματοβαμμένος πολεμιστής στα σαγόνια ενός πελώριου πέτρινου κτήνους». Ο δούκας πλησίασε με βαριά βήματα και στάθηκε πίσω της. «Χάθηκε τελείως;» «Σχεδόν. Μια τελευταία χρυσή πινελιά καθώς χάνεται στο βάθος και…» Άφησε την ανάσα που κρατούσε. «Αυτό ήταν. Χάθηκε». «Υπάρχει ένας κανόνας για τα ηλιοβασιλέματα σε τούτο το κάστρο, δεσποινίς Γκουντνάιτ». «Αλήθεια;» «Ναι». Τη γύρισε προς το μέρος του ώστε να τον κοιτάξει κατάματα. Της κόπηκε το αίμα. Ασφαλώς δεν εννοούσε πως… Χαμήλωσε το κεφάλι και μετέτρεψε τη φωνή του σ’ έναν σαγηνευτικό ψίθυρο. «Σκύψε…». Να σκύψει; Εξακολουθούσε να τον κοιτάζει άφωνη, όταν της τράβηξε την προσοχή ένας παράξενος ήχος. Ακουγόταν σαν… σαν μια μεγάλη μπουγάδα να πλαταγίζει απλωμένη επάνω στο σκοινί από μια δυνατή ριπή του ανέμου. Έστρεψε το βλέμμα της μακριά από το παράθυρο. Θεέ μου. Μπροστά στα μάτια της, ο πελώριος ουρανός του κρεβατιού φάνταζε να παίρνει ζωή. Πρώτα άρχισε να ριγεί, ύστερα να κυματίζει σαν μανδύας που ανέμιζε στον αέρα. Στη συνέχεια μικρά κομμάτια του άρχισαν να αποκόπτονται ένα ένα, διαδοχικά. «Οχ, όχι…» Πάγωσε ολόκληρη. «Δεν μπορεί να είναι…» Ήταν. Νυχτερίδες. Μια ολόκληρη αποικία από δαύτες είχε κουρνιάσει επάνω στον ουρανό του κρεβατιού. Και τώρα άνοιγαν τα φτερά τους μία μία, ύστερα δέκα δέκα… και στη συνέχεια εκατοντάδες ταυτόχρονα.


Στράφηκε πάνω στην ώρα για να δει ένα μαύρο σμήνος που θύμιζε σύννεφο να κατεβαίνει από την καμινάδα. Πρέπει να ήταν χιλιάδες. Κι όλες εφορμούσαν προς τα παράθυρα. «Σκύψε», επανέλαβε ο Ράνσομ. «Τώρα!» Όταν δεν αντέδρασε αμέσως, ο δούκας την τύλιξε στα μπράτσα του και την έριξε στο δάπεδο. Μέσα σε δευτερόλεπτα υπήρχαν παντού νυχτερίδες, σμήνη ολόκληρα πετούσαν από πάνω τους σαν μανιασμένο μαύρο σύννεφο. Η Ίζι χαμήλωσε το κεφάλι, για να εκμεταλλευτεί το καταφύγιο που της πρόσφερε. Το πιγούνι του σφίχτηκε πάνω της και μπορούσε να νιώσει στο κρανίο της το τραχύ γένι του. Και, μέσα σε όλα αυτά, άκουγε την καρδιά του να χτυπάει, δυνατά και σταθερά. Έπιασε και με τα δυο χέρια το πουκάμισό του και σφήνωσε το πρόσωπό της σ’ αυτόν τον σταθερό παλμό, ώσπου ήταν το μοναδικό πράγμα που μπορούσε να ακούσει. Τέρμα τα φτερουγίσματα. Τέρμα τα σκληρίσματα. Απλώς ένα ντουπ, ντουπ, ντουπ. Τελικά, εκείνος ύψωσε το κεφάλι. Η Ίζι τον μιμήθηκε. «Νόμιζα πως είπες ότι ήταν το καλύτερο δωμάτιο». «Δεν έχει τίποτα το κακό», της αποκρίθηκε. «Έφυγαν όλες. Δεν θα γυρίσουν μέχρι να ξημερώσει. Είναι πλέον ασφαλές». Χα! Μόνο ασφαλές δεν ήταν. Είχε πέσει πια το σκοτάδι, και η ίδια ήταν παγιδευμένη σ’ ένα στοιχειωμένο κάστρο γεμάτο ζωύφια. Στην αγκαλιά αυτού του βάναυσου, ραδιούργου, πανούργου δούκα. Δεν ήξερε τι να κάνει με αυτόν. Δεν ήξερε καν τι να κάνει με τον εαυτό της. Το μόνο που της ερχόταν στο μυαλό ήταν να αρχίσει να ανεμίζει τα χέρια τραυλίζοντας ακατάληπτα. Κανένα από τα δύο δεν της φαινόταν χρήσιμο. Και μετά… ένιωσε κάτι να τη γαργαλάει. Πίσω ακριβώς από το αφτί. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να βάλει μια φωνή. Ο Ράνσομ ήταν έτοιμος να την αφήσει, όταν η Ίζι γαντζώθηκε πάνω του με ανανεωμένη ορμή. «Βοήθεια…» είπε με έναν τρεμάμενο ψίθυρο. Το σώμα της έτρεμε εξίσου. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε. «Μια ν…ν…νυχτερίδα». Χωρίς να το θέλει, παραλίγο να σχηματιστεί στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο. «Οι ν…ν…νυχτερίδες έχουν φύγει, δεσποινίς Γκουντνάιτ». «Όχι, δεν έφυγαν. Δεν έφυγαν… Μία μπλέχτηκε στα μαλλιά μου».


«Δεν υπάρχει τίποτα στο μαλλιά σου. Αυτά είναι δεισιδαιμονίες. Οι νυχτερίδες δεν μπλέκονται στα μαλλιά των ανθρώπων». «Μια νυ-χτε-ρί-δα μπλέ-χτη-κε στα μαλ-λιά μου!» τόνισε εκείνη κάθε συλλαβή, ενώ, προοδευτικά, η φωνή της ανέβαινε και από ένα ημιτόνιο. Και ύστερα είπε με μια πανικόβλητη τσιριχτή κραυγή: «Βγάλ’ την!». Ασφαλώς, οι νυχτερίδες δεν συνηθίζουν να μπλέκονται στα μαλλιά των ανθρώπων. Ωστόσο, είχε ξεχάσει ότι τα δικά της μαλλιά δεν ήταν συνηθισμένα. Η κατσαρή χαίτη της μπορούσε να καταπιεί ολόκληρο κουνέλι. Ίσως και άλογο. Καθώς έμπηγε τα δάχτυλά του στις πυκνές σγουρές μπούκλες της, ο Ράνσομ φοβήθηκε ότι τα μαλλιά της μπορούσαν να καταπιούν τον ίδιο. Το βέβαιο είναι πως του κίνησαν την περιέργεια. Οι μπούκλες αυτές πρέπει να ήταν σκουρόχρωμες. Η γυναίκα αυτή ακουγόταν σαν μελαχρινή, με αυτή την αισθησιακή φωνή, και τα περισσότερα κορίτσια με τόσο ατίθασες μπούκλες ήταν συνήθως σκουρόχρωμα. Κι αν ήταν σκουρόχρωμα τα μαλλιά της, πιθανόν να ήταν και τα μάτια της. Μια εικόνα έκανε την εμφάνισή της στα μάτια του μυαλού του, πριν προλάβει να την καταπνίξει. Μια καλλονή με κορακίσια μαλλιά και σκούρα μάτια, με σαρκώδη κόκκινα χείλη. «Μείνε ακίνητη», της είπε. Το ίδιο ισχύει και για σένα, δήλωσε στο σάλεμα που ένιωσε στον καβάλο του. Διέτρεξε με τα δάχτυλά του τις ρίζες των μαλλιών της και χώρισε τις μπούκλες. «Έφυγε;» «Όχι. Είναι ακόμα εκεί. Τη νιώθω». Τη διαπέρασε ένα ρίγος. «Κατάλαβα τι συμβαίνει. Είσαι μια δυνατή, ανεξάρτητη γυναίκα με περιουσία. Μέχρι τη στιγμή που θα εμφανιστεί ύπουλα κάποιο ζωύφιο. Τότε θα αναφωνήσεις: “Ω, Θεέ μου, βοήθεια!”» Εκείνη έβγαλε έναν βρυχηθμό. «Είναι μικρή», της είπε μόλις τη βρήκε. «Δεν είναι μεγαλύτερη από σπουργίτι. Και σε φοβάται πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τη φοβάσαι εσύ». Η Ίζι αναστέναξε. «Γιατί το λένε συνέχεια αυτό οι άνθρωποι; Δεν βοηθάει καθόλου». «Θα σου έλεγα να στρέψεις αλλού την προσοχή σου κοιτάζοντας το πρόσωπό μου, αλλά δεν θα βοηθούσε σε κάτι. Την τελευταία φορά λιποθύμησες». «Δεν λιποθύμησα εξαιτίας του…» Ο Ράνσομ έκανε ένα «Σσς…» για να σωπάσει και χαμήλωσε τα δάχτυλά του, χωρίζοντας και τινάζοντας τα μπερδεμένα μαλλιά. Δεν ήθελε να ακούσει τις δικαιολογίες και τις εξηγήσεις της.


Με το ελεύθερο χέρι του, την κρατούσε από τον ώμο, τρίβοντάς τον καθησυχαστικά με τον αντίχειρά του. Απλώς για να μείνει ακίνητη, είπε στον εαυτό του. Όχι επειδή τη νοιαζόταν. Ήθελε να την τρομάξει. Ήθελε να φύγει τρέχοντας από αυτό το μέρος και από κείνον. Κάτι το οποίο θα έκανε οποιαδήποτε νεαρή γυναίκα που είχε σώας τας φρένας. Ασφαλώς δεν ήθελε να την κρατάει στην αγκαλιά του, γεμάτη θέρμη και εμπιστοσύνη, με την καρδιά της να χτυπάει πιο γρήγορα και από τα φτερά μιας νυχτερίδας. Αισθάνθηκε τη στιγμή που το ζώο ξεμπλέχτηκε και πέταξε μακριά. Το βάρος είχε φύγει από τα μαλλιά, και τώρα οι λυτές μπούκλες πλημμύριζαν την παλάμη του, απαλές, ανυπότακτες, αισθησιακές. «Ορίστε», της είπε. «Πέταξε μακριά». «Το ήξερες ότι θα συνέβαινε αυτό», τον κατηγόρησε. «Το ηλιοβασίλεμα. Οι νυχτερίδες». Δεν επιχείρησε να την αντικρούσει. «Θεώρησέ το ως ανταπόδοση για τη νυφίτσα». «Είσαι… είσαι…» «Ένας σκληρόκαρδος παλιάνθρωπος;» συμπλήρωσε εκείνος. «Ένα άκαρδο καθοίκι; Ένα κάθαρμα; Ένας αλήτης; Μ’ έχουν αποκαλέσει όλα τα παραπάνω και πολύ περισσότερα. Η αγαπημένη μου έκφραση είναι “ποταπός”. Ωραία λέξη το “ποταπός”». «Ένας κακότροπος αχρείος, στον οποίο φορτώθηκα ένα βροχερό απόγευμα και δεν τον ξαναενόχλησα». Τον έσπρωξε μακριά και σηκώθηκε όρθια. «Μπορείς να μείνεις μόνος με τις νυχτερίδες σου. Εγώ φεύγω». Αλήθεια; Έφευγε κιόλας; Θα μπορούσε να πει πως ήταν υπερβολικά εύκολο. Ο Ράνσομ την ακολούθησε καθώς έβγαινε από το δωμάτιο και διέσχιζε τον διάδρομο, έως τα σκαλιά που οδηγούσαν στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου. «Δεν χρειάζεται να φύγεις αμέσως», της είπε. «Τουλάχιστον περίμενε να επιστρέψει ο υπηρέτης μου. Μπορώ να σου δώσω μερικά χρήματα, κι αυτός θα σου βρει μια άμαξα στο χωριό». «Δεν χρειάζομαι ούτε άμαξα ούτε χρήματα. Θα φύγω περ- πατώντας». «Περπατώντας;» «Γνωρίζω λίγο κόσμο στο Νιούκασλ. Το Νιούκασλ δεν μπορεί να είναι πολύ μακριά».


«Ω, ναι, καθόλου μακριά. Μόνο… σαράντα χιλιόμετρα, πάνω κάτω». Η Ίζι κοντοστάθηκε. «Τότε θα χρειαστεί να περπατήσω αρκετά. Καλύτερα να ξεκινήσω από τώρα». Ο δούκας την ακολούθησε ως την είσοδο. Να πάει περπατώντας έως το Νιούκασλ; Κούνια που την κούναγε! Ήταν με τα σωστά της; Ίσως τα παραμύθια με τα οποία μεγάλωσε την είχαν αποτρελάνει. Μήπως σκόπευε να διασχίσει χοροπηδώντας τα δάση και τα λιβάδια, κόβοντας καπελάκια από μανιτάρια για παρασόλι και αφήνοντας τα φιλικά πλάσματα του δάσους να την καθοδηγήσουν; «Μη νομίζεις πως η υπόθεση έληξε», τον πληροφόρησε καθώς έπαιρνε το κλουβί της νυφίτσας και τη βαλίτσα της. «Έχεις δίκιο· έχω πολλούς φίλους. Ισχυρούς φίλους. Υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι σε όλη την Αγγλία που δεν θα ήθελαν τίποτα περισσότερο από το να φιλοξενήσουν στο σπίτι τους τη μικρή Ίζι Γκουντνάιτ. Ασφαλώς, κάποιοι απ’ αυτούς είναι δικηγόροι». Την άκουσε να ψάχνει τα έγγραφα. «Επομένως θα είμαι σε επαφή με τον κύριο… Μπλέιλοκ και τον κύριο Ρίτζετ και θα σε δω στο Ανώτατο Δικαστήριο σε τρία χρόνια. Εις το επανιδείν, Εξοχότατε». Καθώς πέρασε βιαστική από δίπλα του, το χέρι του τινάχτηκε και την άρπαξε από τον αγκώνα. «Μη βιάζεσαι. Από πού ξέρεις τους Μπλέιλοκ και Ρίτζετ;» «Τα ονόματά τους είναι γραμμένα στο συμβόλαιο. Σου είπα, ήμουν η γραμματέας του πατέρα μου. Ξέρω να διαβάζω ένα νομικό έγγραφο. Λοιπόν, θα σε παρακαλούσα να πάρεις το χέρι σου για να σε αποχαιρετήσω, αν και όχι ιδιαίτερα θερμά». Το χέρι του σφίχτηκε στο μπράτσο της. «Όχι». «Όχι;» επανέλαβε εκείνη. «Όχι». Ο Ράνσομ είχε σφίξει την αρπάγη του στο μπράτσο της. Ύστερα από αυτό που του είπε, δεν σκόπευε να την αφήσει να πάει πουθενά. Όχι απόψε. «Έχω μπερδευτεί κάπως, Εξοχότατε. Κατέβαλες μόλις μεγάλη προσπάθεια να με τρομάξεις για να φύγω». Είχε δίκιο. Αλλά αυτό συνέβη προτού ακούσει τα ονόματα των πιο έμπιστων δικηγόρων του. Ο Μπλέιλοκ και ο Ρίτζετ διαχειρίζονταν τις υποθέσεις του επί χρόνια. Είχαν τη δικαιοδοσία να κουμαντάρουν τα πάντα κατά την απουσία του. Ωστόσο, δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να πουλήσουν ένα περιουσιακό του στοιχείο δίχως να το γνωρίζει και να δώσει τη συγκατάθεσή του. Κάτι συνέβαινε. Ο Ράνσομ δεν ήξερε τι ήταν, αλλά ήξερε πως δεν του άρεσε. «Οι προσπάθειές σου απέφεραν καρπούς, Εξοχότατε. Συγχαρητήρια. Φεύγω.


Δεν έχω την παραμικρή επιθυμία να περάσω έστω και μία νύχτα σ’ εκείνο το φριχτό δωμάτιο». «Δεν πρόκειται να φύγεις». Η Ίζι άφησε ένα γελάκι. «Παραιτείσαι από τις αξιώσεις σου και παραχωρείς το κάστρο;» «Όχι», της απάντησε. «Ούτε προσφέρομαι να σε κρατήσω ως φιλοξενούμενη στο σπίτι μου». «Τότε δεν καταλαβαίνω πώς…» «Σου προσφέρω μια θέση. Να γίνεις γραμματέας μου». Η σιωπή με την οποία αντέδρασε σ’ αυτή την είδηση ήταν παγερή. Τι στην ευχή; Ούτε και ο ίδιος ήταν ευχαριστημένος. Αλλά με αυτές τις δύο λέξεις –«Μπλέιλοκ» και «Ρίτζετ»– του κατέστησε επώδυνα σαφές ότι χρειαζόταν κάποιον να του διαβάζει την αλληλογραφία του. Είχε ακίνητη περιουσία και ευθύνες. Αν κακοδιαχειρίστηκαν οι δικηγόροι του τις υποθέσεις του κατά την απουσία του, διακυβεύονταν πολλά. Έπρεπε να μάθει τι συνέβαινε. «Θα σε προσλάβω για να μου διαβάζεις την αλληλογραφία μου», της είπε. «Ξέρω πως δεν είναι ο καλύτερος διακανονισμός». «Έχεις δίκιο. Δεν είναι». «Υπό κανονικές συνθήκες, δεν θα εμπιστευόμουν αυτό το καθήκον σε μια γυναίκα. Αλλά ο χρόνος είναι υψίστης σημασίας, και δεν υπάρχει κανένας άλλος εδώ». Την άκουσε να ανασαίνει αργά. «Σκοπεύω να σε αποζημιώσω αδρά», της είπε. «Πενήντα λίρες». «Τον χρόνο;» «Τη μέρα». Η ανάσα που είχε πάρει βγήκε σφυριχτή. «Σκέψου το. Βλέπω ότι διαθέτεις νοημοσύνη, μολονότι δεν έχεις τις καλύτερες ιδέες για το πώς να την αξιοποιήσεις. Υπάρχει περίπτωση η απάντηση στις ασήμαντες περιουσιακές διαφορές μας να βρίσκεται σ’ αυτόν τον σωρό με τα χαρτιά. Όταν βεβαιωθούμε ότι το κάστρο είναι δικό μου, θα έχεις τα χρήματα για να πας κάπου αλλού». Μπορούσε να τη νιώσει να μαλακώνει. Ίσως οι αισθήσεις του τον ξεγελούσαν. «Εκατό», του είπε. «Ορίστε;» «Θέλω εκατό τη μέρα. Θα τις χρησιμοποιήσω για να κάνω επισκευές στο κάστρο όταν επαληθεύσουμε πως είναι δικό μου». Στη φωνή της διέκρινε έναν


ναζιάρικο τόνο. «Και θέλω να μου πεις “παρακαλώ”». Ο Ράνσομ έπιασε απότομα το μπράτσο της και την τράβηξε προς το μέρος του. Η Ίζι έπεσε πάνω στο στήθος του. «Μην είσαι ανόητη…» της είπε χαμηλόφωνα. «Έχεις ανάγκη από χρήματα. Και οι δύο πρέπει να βρούμε μια απάντηση. Αυτός ο διακανονισμός είναι συνετός και για τους δυο μας». «Τότε άφησε το χέρι μου. Και ζήτησέ το ευγενικά». Εκείνος χαμήλωσε το κεφάλι, ώσπου ένιωσε μια λυτή μπούκλα από τα μαλλιά της πάνω στο μάγουλό του. «Διακόσιες. Διακόσιες λίρες τη μέρα· και πρόκειται για πολύ ευγενές ποσό». «Αν πεις “παρακαλώ”, δεν θα σου κοστίσει τίποτα». Ο Ράνσομ παρέμεινε σιωπηλός, αρνούμενος να ενδώσει. Αν γινόταν υπάλληλός του, έπρεπε να μάθει πως αυτός και μόνο αυτός έδινε τις διαταγές. «Αν είναι δυνατόν…» ψιθύρισε η Ίζι. «Ειλικρινά, φοβάσαι τόσο πολύ να ζητήσεις βοήθεια; Τόσο τρομερό είναι;» Εκείνος δίστασε. «Καθόλου δεν φοβάμαι». «Ακούω τα λόγια σου». Πίεσε το χέρι της στο μπροστινό μέρος του πουκάμισού του. «Αλλά αυτό το πράγμα στο στήθος σου, που χτυπάει δυνατά, λέει το αντίθετο». Παλιοσουσουράδα. Στην πραγματικότητα, ένας λόγος υπήρχε που ο παλμός του ακουγόταν, και δεν είχε να κάνει με το «παρακαλώ». Είχε να κάνει με το «ναι» και με το «ω Θεέ μου, ναι» και με το «έτσι ακριβώς, αλλά πιο δυνατά». «Με συγχωρείτε». Από την είσοδο ακούστηκε μια οικεία φωνή. «Απ’ ό,τι φαίνεται, διακόπτω». Ο Ντάνκαν. Ο Ράνσομ ανέκτησε την αυτοκυριαρχία του. «Δεν σ’ άκουσα να μπαίνεις». «Αυτό είναι ολοφάνερο, Εξοχότατε». Ολοφάνερο και ανησυχητικό. Το γεγονός ότι ο Ράνσομ δεν αντιλήφθηκε καν την επιστροφή του υπηρέτη του ήταν απόδειξη της επίδρασης που ασκούσε αυτή η γυναίκα πάνω του. «Ποτέ δεν περίμενα να πω κάτι τέτοιο, Εξοχότατε, αλλά, όλως παραδόξως, είναι εμψυχωτικό να σας βλέπω να επιστρέφετε στις παλιές σας ασωτίες. Θα σας αφήσω ήσυχους για απόψε». «Όχι!» πετάχτηκε εκείνη. «Σε παρακαλώ. Μας παρεξήγησες. Δεν κάναμε καμία ασωτία. Αυτή τη στιγμή έφευγα…» «Ντάνκαν, αυτή είναι η δεσποινίς Ιζόλδη Γκουντνάιτ. Η καινούρια μου


γραμματέας. Αύριο θα της βρούμε ένα άλλο μέρος να μείνει. Αλλά απόψε θα διανυκτερεύσει εδώ. Θα χρειαστεί ένα καθαρό, άνετο δωμάτιο, ένα καλό μπάνιο κι ένα ζεστό δείπνο». Της έσφιξε τον καρπό προτού την αφήσει. «Σωστά;»


Κεφάλαιο 5 Η Ίζι μεγάλωσε πιστεύοντας ότι το «παρακαλώ» ήταν η μαγική λέξη. Είχε παραπλανηθεί. Κατά τα φαινόμενα, η μαγική λέξη ήταν «δείπνο». Επιπλέον, οι λέξεις «μπάνιο» και «άνετο δωμάτιο» είχαν κι αυτές τη χάρη τους. Όταν εκφράστηκαν διαδοχικά, απέκτησαν τη δύναμη που έχει ένα μαγικό ξόρκι. Η Ίζι δεν μπόρεσε να αρνηθεί. «Ελπίζω πως θα είστε εντάξει για απόψε, δεσποινίς Γκουντνάιτ». Ο Ντάνκαν την οδήγησε σε μια καμαρούλα με λιγοστά έπιπλα. «Ξέρω πως δεν είναι τίποτα σπουδαίο, αλλά είναι το μοναδικό αξιοπρεπές κρεβάτι στο κάστρο. Είναι δικό μου». «Είσαι πολύ γενναιόδωρος που μου το παραχωρείς». Πόσο παράξενο που ήταν το μοναδικό κρεβάτι. «Ο δούκας δεν έχει δική του κρεβατοκάμαρα;» «Όχι…» απάντησε αναστενάζοντας ο Ντάνκαν, δείχνοντας ότι το συγκεκριμένο θέμα προκαλούσε συχνές διαφωνίες. «Κοιμάται στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου». Η Ίζι κοίταξε εξεταστικά τον υπηρέτη. Ήταν ψηλός και λεπτός, με μαύρα μαλλιά που γκρίζαραν στους κροτάφους. Σε αντίθεση με τον δούκα, εκείνος φορούσε ένα καλά βουρτσισμένο μαύρο παλτό, καλοσιδερωμένη γραβάτα και μπότες που άστραφταν. «Είσαι ο βαλές του Ρόθμπουρι;» «Ναι. Αν και μου προκαλεί θλίψη που το ομολογώ, με τούτη τη σκόπιμα παραμελημένη εμφάνισή του. Είναι ντροπή». «Και πόσο καιρό μένεις εδώ;» «Εφτά μήνες, δεσποινίς. Εφτά ατέλειωτους μήνες». Αν είναι δυνατόν! Εφτά μήνες ήταν μεγάλο χρονικό διάστημα. «Τι συνέβη;» ρώτησε. «Πώς τραυματίστηκε ο δούκας;» «Δεσποινίς Γκουντνάιτ, υπηρετώ την οικογένεια προτού γεννηθεί καν ο Εξοχότατος. Είμαι αναγκασμένος, λόγω καθήκοντος και ηθικής ακεραιότητας, να αποφεύγω να σχολιάζω τον εργοδότη μου». «Ναι, φυσικά. Συγγνώμη για την αδιακρισία. Αλλά όφειλα να ρωτήσω». Η Ίζι υπέθεσε ότι θα έπρεπε να ζητήσει να μάθει την ιστορία από τον ίδιο τον δούκα.


Αφού πήγε και ήρθε αρκετές φορές, ο Ντάνκαν έφερε τη βαλίτσα της, έναν δίσκο με ένα λιτό, αλλά χορταστικό γεύμα, μια κανάτα με ζεστό νερό και μια λεκάνη. «Θλίβομαι, δεσποινίς Γκουντνάιτ, που δεν μπορώ να σας προσφέρω καλύτερο κατάλυμα». «Μην ανησυχείς, σε παρακαλώ. Εδώ είναι υπέροχα». Τα πάντα ήταν υπέροχα σε σύγκριση με την αίθουσα με τις νυχτερίδες. «Δεν ξέρω τι να κάνω… Μετά από τόσους μήνες, αφού έχει απορριφθεί κάθε προσπάθειά μου να προσφέρω σωστά τις υπηρεσίες μου, έχουμε μια φιλοξενούμενη στο Κάστρο Γκόστλεϊ. Μια φιλοξενούμενη στην οποία θα έπρεπε να παράσχω μια κατάλληλη κάμαρα καλεσμένων κι ένα δείπνο εφτά πιάτων». Η φωνή του χαμήλωσε και μετατράπηκε σε ψίθυρο, παρότι ήταν περιττό. «Είστε η δεσποινίς Ίζι Γκουντνάιτ… Σωστά;» Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Εκπλήσσομαι που μ’ έχεις ακουστά. Ο δούκας δεν με ήξερε. Είπε πως δεν διαβάζει». «Όντως. Ούτε παλιότερα διάβαζε. Ούτε κι εγώ, εδώ που τα λέμε. Πήγα σχολείο μόλις έναν χρόνο. Αλλά ο οικονόμος συνήθιζε να διαβάζει τις συνέχειες των ιστοριών του πατέρα σας στα δωμάτια των υπηρετών. Σχετικά με τον Σκοτεινό Ιππότη. Και την Κρέσιντα και τον Ούλρικ. Μήπως θα μπορούσατε να μου πείτε τι συνέβη;» Η Ίζι κούνησε θλιμμένα το κεφάλι. «Όχι». «Τότε συγχωρήστε τη δική μου αδιακρισία. Αλλά όφειλα να ρωτήσω». Χαμογέλασε. Όλοι έχουν τα μυστικά τους. «Καταλαβαίνω». Εκείνος έφυγε κι έκλεισε πίσω του την πόρτα. Μόλις έμεινε μόνη, η Ίζι προσπάθησε να τακτοποιηθεί. Για τη Χιονοσταλίτσα, φυσικά, το μέρος ήταν σωστός παράδεισος. Για το ζωάκι της, το κάστρο, που έβριθε από τρωκτικά, ήταν σαν το καλύτερο ξενοδοχείο του Λονδίνου. Καθώς γδυνόταν κι έφτιανε πλεξούδες τα μαλλιά της, θυμήθηκε την αίσθηση των χεριών του δούκα πάνω τους. Τη γαργαλιστική ένταση ανάμεσα στα κορμιά τους καθώς έσκυψαν μαζί για να αποφύγουν τις νυχτερίδες. Ένιωθε ακόμα την ίδια ένταση να σιγοβράζει μέσα της. Δεν τον ελκύεις, είπε στον εαυτό της. Απλώς ήθελε να την τρομάξει. Στο κάτω κάτω, ακόμα κι αν της έκανε κόρτε, το όλο πράγμα βασιζόταν σε παρανόηση. Δεν θα ενδιαφερόταν για κείνη αν είχε την όρασή του. Προτού ξαπλώσει στο στενό κρεβάτι, άναψε το λιανοκέρι με μια τσακμακόπετρα, και αφού έχυσε λίγες σταγόνες στο πάτωμα, το στερέωσε εκεί.


Η νύχτα προμηνυόταν κρύα και μοναχική. Η Ίζι επιστράτευσε όλο της το θάρρος για να την αντέξει. Της είχε παραχωρηθεί ο τίτλος ιδιοκτησίας του κάστρου. Τώρα έπρεπε να το διεκδικήσει, να κερδίσει τη θέση της ως ιδιοκτήτριά του. Κι αυτό ακριβώς θα έκανε. Αν εξαιρούσες τα ρούχα που φορούσε κι ένα ζευγάρι μαργαριταρένια σκουλαρίκια που της άφησε η θεία της η Λίλιθ, το Κάστρο Γκόστλεϊ ήταν το πρώτο πράγμα που άξιζε περισσότερο από μια δυο λίρες. Δεν σκόπευε να παραιτηθεί από αυτό. Απόψε δεν θα την τρόμαζαν ούτε οι νυχτερίδες ούτε οι αρουραίοι ούτε ένας λαβωμένος δούκας. Αλλά δεν μπορούσε να ξεφύγει από το σκοτάδι. Ήταν παιδιάστικο να φοβάται το σκοτάδι. Η Ίζι ήταν μεγάλη γυναίκα και το καταλάβαινε. Το αντιλαμβανόταν και το μυαλό της, το αντιλαμβανόταν και η ψυχή της… αλλά το ένστικτό της… Ω, το ένστικτό της ήταν αδύνατο να το μεταπείσει. Και πολύ λιγότερο την καρδιά της, από την οποία ξύπνησε επειδή σφυροκοπούσε τόσο δυνατά, που θα μπορούσε να καρφώσει ακόμα και καρφί. Ανακάθισε απότομα στο κρεβάτι, έχοντας χάσει την αίσθηση του χώρου, ιδρωμένη, παρά το κρύο. Το κερί της πρέπει να είχε αποκαεί. Επικρατούσε εβένινο σκοτάδι. Μια πυκνή και αποπνικτική μαύρη θάλασσα, χωρίς να διακρίνεται ούτε μια μικρή φέτα φεγγαριού. Τα μάτια της κουράστηκαν να κοιτάζουν προς κάθε κατεύθυνση, ανίκανα να διακρίνουν έστω μια αναλαμπή ή σκιά, μην μπορώντας, όμως, να σταματήσουν την αναζήτηση. Έψαξε ψαχουλεύοντας γύρω της την τσακμακόπετρα, αλλά δεν τη βρήκε. Πού το άφησε αυτό το αναθεματισμένο πράγμα; Πόσο τον μισούσε. Πόσο μισούσε αυτόν τον φόβο και πόσο ανόητη την έκανε να αισθάνεται. Χτες έκανε το ταξίδι για το Νορθάμπερλαντ μόνη, απέκτησε ένα μεσαιωνικό κάστρο και παρέμεινε αμετακίνητη ενώπιον ενός λαβωμένου, θυμωμένου δούκα. Έπρεπε να νιώθει μια γυναίκα δυνατή από κάθε άποψη. Αλλά στο σκοτάδι της νύχτας ήταν πάντα –μα πάντα– εννιά χρόνων και τρομοκρατημένη. Στο μυαλό της επέστρεψαν επίμονα μακρινές αναμνήσεις. Ξεροκατάπιε κι ένιωσε τον λαιμό της να τσούζει. Θαρρείς και τις προηγούμενες ώρες φώναζε αδιάκοπα. Άρχισε να τρέμει. Διάβολε! Η Ίζι έσφιξε τα γόνατα πιο κοντά στο στέρνο της και τα τύλιξε με τα μπράτσα της, ώσπου κουλουριάστηκε τελείως.


Τι ώρα να ήταν άραγε; Ήλπιζε πως είχε κοιμηθεί το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας, αλλά βαθιά μέσα της αισθανόταν πως μάλλον ήταν μόλις μεσάνυχτα ή λίγο μετά. Μια αιωνιότητα πριν από την αυγή. Κάθε χτύπος της καρδιάς θα της φαινόταν ατέλειωτος. Θα κούρνιαζε εκεί με τις ώρες, κοιτάζοντας το σκοτάδι και νιώθοντας τρόμο. Μια νύχτα είναι, είπε στον εαυτό της. Δεν έχεις παρά να αντέξεις τούτη τη νύχτα. Και δεν πρόκειται να είναι ποτέ ξανά τόσο άσχημα. Τότε το άκουσε. Δεν ήταν το βογκητό ή το μουγκρητό κάποιου φαντάσματος. Απλώς ένα ελαφρύ ρυθμικό θρόισμα. Πίσω και ύστερα μπροστά. Πίσω… και ύστερα μπροστά. Και κάθε τρίχα στο μπράτσο της υψώθηκε. Ω Θεέ μου. Η Ίζι ήξερε πως δεν είχε επιλογή. Θα μπορούσε να μείνει κρυμμένη στην κρεβατοκάμαρά της, ζαρωμένη για το υπόλοιπο της νύχτας, άυπνη και δυστυχισμένη. Ή θα μπορούσε να βγει και να ερευνήσει. Αν ήθελε πραγματικά να μείνει σ’ αυτό το κάστρο, έπρεπε να γίνει η κυρία του. Βγήκε από το δωμάτιο με τα πόδια της να τρέμουν, βρίσκοντας ψηλαφιστά τον δρόμο της έως τη σπειροειδή σκάλα και τον κεντρικό διάδρομο. Το θρόισμα συνεχίστηκε. Η Ίζι κινήθηκε προς την κατεύθυνσή του. Πιθανόν να ήταν κάποιο κλωνάρι ή παραθυρόφυλλο που σάλευε στον άνεμο, είπε στον εαυτό της. Δεν μπορεί να είναι φάντασμα. Ούτε φίδια. Ούτε το κρεμασμένο λείψανο κάποιου επαναστάτη της μεθορίου, που έμεινε να αιωρείται από ένα καδρόνι ώσπου να λιώσει, ώσπου να απομείνουν μόνο τα κόκαλά του, να ταλαντεύεται πίσω εμπρός, με τις φτέρνες ίσα να αγγίζουν το έδαφος. Σχηματίζοντας αυλάκια στην πέτρα ύστερα από αιώνες. Κοντοστάθηκε ώστε να ανακτήσει την αυτοκυριαρχία της. Ήταν πλέον λες και άκουγε τον πατέρα της. Για όνομα του Θεού, Ίζι. Η φαντασία σου είναι πολύ μακάβρια. Ναι, ήταν. Κατά καιρούς αυτό ήταν ευλογία, αλλά στο σκοτάδι ήταν πάντα κατάρα. Κινήθηκε βιαστικά κατά μήκος του διαδρόμου προς την αμυδρή, αλλά πολλά υποσχόμενη κόκκινη λάμψη στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου. Εκεί είχε φως και ζέστη. Η φωτιά του τζακιού πρέπει να έκαιγε ακόμα – ο δούκας είχε βάλει προηγουμένως εκεί ένα μικρό δέντρο, μαζί με τα απομεινάρια από τις σπασμένες καρέκλες. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν λίγο φως. Μόλις κατάφερνε να διακρίνει κάτι –


έστω και το παραμικρό– θα ένιωθε πολύ καλύτερα για όλα. Έτσι συνέβαινε πάντα. Μπήκε στη μεγάλη αίθουσα ακροποδητί και κοίταξε εξεταστικά το τζάκι. Στο ράφι του τζακιού, το βλέμμα της έπεσε σ’ ένα λιανοκέρι, στερεωμένο σ’ ένα κηροπήγιο. Έκτακτα. Πλησίασε αθόρυβα και το πήρε. Αυτό το πράγμα πρέπει να ζύγιζε περισσότερο από δέκα κιλά. Άφησε πίσω το μπρούντζινο κηροπήγιο, ξεκόλλησε το κερί και το άναψε στη φωτιά. Με το αναμμένο κερί στο χέρι, ανέπνευσε πιο ελεύθερα. Στάθηκε ακίνητη για ένα ολόκληρο λεπτό, μην κάνοντας τίποτα πέρα από το να αναπνέει. «Δεσποινίς Γκουντνάιτ». Η Ίζι τινάχτηκε. Παραλίγο να της πέσει το κερί. «Σχεδιάζεις ήδη την απόδρασή σου;» τη ρώτησε ξερά. «Ούτε μία νύχτα δεν άντεξες;» Η Ίζι στράφηκε, σφίγγοντας με το χέρι τον ανοιχτό λαιμό του νυχτικού της. Ο δούκας στεκόταν εκεί, ούτε πέντε βήματα μακριά, φορώντας ακόμα όλα του τα ρούχα. Όπως έδειχναν τα πράγματα, δεν είχε κοιμηθεί. Και πηγαινοερχόταν. Αυτός πρέπει να ήταν ο ήχος που άκουσε· τα βήματά του που σέρνονταν στην πέτρα. «Όχι… κάθε άλλο». Προσπάθησε να φανεί πρόσχαρη. «Απλώς δεν μπορούσα να κοιμηθώ». «Να υποθέσω ότι φοβόσουν», της είπε και γλίστρησε το φλασκί του στην τσέπη του παλτού. «Ένιωθα φοβερή έξαψη», του αποκρίθηκε ψέματα. «Κληρονόμησα ολόκληρο κάστρο και δεν το έχω δει σχεδόν καθόλου. Θέλω να το εξερευνήσω». «Μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα; Γύρνα στην κάμαρά σου. Δεν μπορείς να περιφέρεσαι εδώ στο σκοτάδι. Το μέρος δεν είναι ασφαλές για σένα». Εκείνη πήγε και στάθηκε πλάι του. «Θα έρθεις μαζί μου, λοιπόν;» «Ούτε αυτό είναι ασφαλές…» μουρμούρισε ο δούκας. Παρ’ όλα αυτά, ακούμπησε το χέρι του χαμηλά στην πλάτη της, ακολουθώντας την καθώς έβγαινε από την αίθουσα και ανέβαινε τα σκαλιά. Στην κορυφή της σκάλας, εκείνη έστριψε στον διάδρομο, προχωρώντας προς το δωμάτιο του τρόμου. «Είδες;» της είπε. «Πήρες ήδη λάθος στροφή». Η Ίζι σώπασε, αποφασισμένη να μην παραδεχτεί το λάθος της. «Δεν χάθηκα. Εξερευνώ».


Ο Ράνσομ έβγαλε ένα επιφώνημα δυσπιστίας. «Είμαι εντάξει», πρόσθεσε εκείνη. «Δεν φοβάμαι τα ποντίκια. Οι νυχτερίδες έχουν φύγει πια. Και δεν πιστεύω πως τα φαντάσματα είναι αληθινά». «Πιστεύεις πως εγώ είμαι αληθινός;» τη ρώτησε αινιγματικά. Στην πραγματικότητα, η Ίζι είχε τις αμφιβολίες της. Ο άντρας αυτός φάνταζε να υπερβαίνει τα ανθρώπινα. Ακόμα και η ίδια, με τη ζωηρή φαντασία της, δεν είχε ονειρευτεί ποτέ κανέναν που να μοιάζει με τον Δούκα του Ρόθμπουρι. Καθώς διέσχιζαν τον διάδρομο, το χέρι του δεν απομακρύνθηκε στιγμή από τη μέση της. Το δέρμα της έκαιγε κάτω από το άγγιγμά του. Φώτισε με το κερί της μια σειρά από σπηλαιώδη και, κατά κύριο λόγο, άδεια δωμάτια. «Αύριο θα τα κοιτάξω καλύτερα και θα διαλέξω κάποιο για κρεβατοκάμαρά μου». «Και πώς υποτίθεται ότι θα το καταφέρεις αυτό; Θα χρειαστείς υφάσματα, έπιπλα, υπηρέτες. Δεν πρόκειται να σου προκαταβάλω τον μισθό σου. Δεν έχεις χρήματα». Ήταν η λυπηρή αλήθεια. Φυσικά, η Ίζι την είχε υπόψη της. «Αύριο που θα κάνω την έρευνά μου, θα καταγράψω οποιοδήποτε αντικείμενο αξίας. Ασφαλώς, όλο και κάτι θα υπάρχει σε τούτο το μέρος που ν’ αξίζει να πουληθεί». Εκείνος βιάστηκε να διαφωνήσει. «Αν υπήρχε κάτι που ν’ αξίζει να πουληθεί, αυτό έχει κλαπεί εδώ και χρόνια. Δεν υπάρχει τίποτα πολύτιμο εδώ μέσα. Τίποτα που ν’ αξίζει να σωθεί». Τίποτα πολύτιμο; Τίποτα που ν’ αξίζει να σωθεί; Άραγε περιλάμβανε και τον εαυτό του σ’ αυτή την αξιολόγηση; Στράφηκε να τον κοιτάξει ανήσυχη. Η τρεμάμενη λάμψη του κεριού χόρευε πάνω στις όμορφες γραμμές της αριστερής πλευράς του προσώπου του. Αλλά η ουλή στη δεξιά πλευρά παρέμενε σκοτεινή, απέφευγε να λάμψει από τη χρυσαφένια θέρμη του κεριού. Τη νύχτα, η λαβωματιά του έδειχνε ακόμα πιο μεγάλη, ακόμα πιο δραματική. Έμοιαζε με ανοιχτή πληγή. «Τι σε κάνει τόσο σίγουρο;» τον ρώτησε. «Γνωρίζω και την τελευταία ίντσα αυτού του κάστρου», της απάντησε. «Από το πιο βαθύ κελάρι μέχρι τον πιο ψηλό πύργο». Μια μικρή σκοτεινή αψίδα την έβαλε σε πειρασμό να στρίψει αριστερά. Της τράβηξε την προσοχή, μαζί με την υπόνοια μιας σκάλας πίσω της. Μια σκανδαλιάρικη ουρίτσα που της κίνησε το ενδιαφέρον και ανηφόριζε σπειροειδώς, ώσπου χανόταν. «Στο πλάι έχει μια αψίδα», του είπε. «Αν γνωρίζεις το κάστρο απέξω κι


ανακατωτά, τι είναι εκεί πάνω;» «Τριάντα τέσσερα σκαλοπάτια με μια κυκλική κάμαρα στην κορυφή, μήκους έξι βημάτων». «Ποπό!» έκανε εντυπωσιασμένη η Ίζι. «Πολύ λεπτομερής απάντηση». «Αν αμφιβάλλεις, μέτρησέ τα και μόνη σου». Εκείνη απομακρύνθηκε από πλάι του και ακολούθησε τη μικρή ελικοειδή σκάλα, ανεβαίνοντας ολοένα και ψηλότερα, φωτίζοντας τον δρόμο της με το κερί που κρατούσε. Η σκάλα ήταν στενή, κι όσο μικροκαμωμένη κι αν ήταν η Ίζι, αναγκάστηκε να την ανέβει πλαγιαστά. Ο Ρόθμπουρι, με τους φαρδιούς ώμους του, έμεινε πίσω. «Τριάντα ένα, τριάντα δύο, τριάντα τρία…» Είχε δίκιο. Ακριβώς έπειτα από τριάντα τέσσερα σκαλοπάτια βγήκε σ’ ένα μικρό στρογγυλό δωμάτιο. Δεν υπήρχαν νυχτερίδες. Ούτε ποντίκια. Ούτε φαντάσματα. Μόνο ένα στενό παράθυρο. Διέσχισε προσεκτικά το ακανόνιστο πέτρινο δάπεδο και χαμήλωσε το κεφάλι της στο ορθογώνιο άνοιγμα. Ω. Θεέ μου. Χρειάστηκε να πιέσει την παλάμη στην καρδιά της για να την εμποδίσει να τιναχτεί από το σώμα της και να πέσει κάτω. Ήταν μαγευτικό. Ο πυργίσκος υψωνόταν πάνω από το κάστρο, προσφέροντας μια θέα που δεν την εμπόδιζαν ούτε δέντρα ούτε λόφοι. Πάνω, ανάμεσα από τα σύννεφα, είχε εμφανιστεί μόλις ένα κομμάτι ουρανού. Αισθανόταν να πλέει μέσα στα άστρα. Με το κερί που φώτιζε στο χέρι της, σχεδόν φανταζόταν πως ήταν στ’ αλήθεια αστέρι. Απομονωμένη. Ασήμαντη μέσα στο πλήθος. Κι όμως, κάθε κομμάτι σαν φωτιά που εξέπεμπε θερμότητα και διέθετε καρδιά. Ήταν παράξενο· όταν ατένιζε την απεραντοσύνη, ένιωθε λιγότερο μόνη. Από απόσταση, σε κάποιον άλλο κόσμο, ίσως έμοιαζε με τμήμα ενός αστερισμού. «Αυτό είναι». Είπε τις λέξεις δυνατά, για να μην μπορεί να τις πάρει πίσω. «Αυτό είναι δικό μου. Δεν με νοιάζουν οι νυχτερίδες, τα ποντίκια, τα φαντάσματα. Ο πυργίσκος θα γίνει η κρεβατοκάμαρά μου και τούτο το κάστρο θα γίνει το σπίτι μου». Αφού ανέβηκε τα τριάντα τέσσερα σκαλοπάτια, ο δούκας πήγε και στάθηκε δίπλα της,. «Για τελευταία φορά, δεν μπορείς να μείνεις εδώ». «Γιατί;» Κοίταξε γύρω της το δωμάτιο. «Υπάρχει κίνδυνος να πέσει ο πυργίσκος;» «Όχι. Δεν υπάρχει κίνδυνος να γκρεμιστούν οι τοίχοι. Ούτε υπάρχει κίνδυνος


από ποντίκια, νυχτερίδες, ακόμα και φαντάσματα». Διέτρεξε με τα δάχτυλά του περιμετρικά τον τοίχο του πυργίσκου, ώσπου άγγιξαν ελαφρώς το μπράτσο της. «Ο κίνδυνος προέρχεται από μένα». Ήταν μεγαλόσωμος άντρας και δυνατός. Αν ήθελε πραγματικά να τη βλάψει, υπήρχαν ελάχιστα πράγματα που θα μπορούσε εκείνη να κάνει. Βαθιά μέσα της, όμως, δεν πίστευε πως θα της έκανε κάτι τέτοιο. Δεν θα έλεγε ότι δεν ήταν ικανός να πειράξει ούτε μύγα. Αλλά δεν πείραξε τη νυφίτσα, κι αυτό της έλεγε πολλά. «Δεσποινίς Γκουντνάιτ, είμαι ένας άντρας που έχει περάσει πολύ καιρό μόνος. Εσύ είσαι μια ανυπεράσπιστη ελκυστική γυναίκα. Θέλεις να σ’ το συλλαβίσω; Βρίσκεσαι σε κίν-δυ-νο». Η Ίζι συγκράτησε ένα γελάκι. «Έτσι όπως το συλλάβισες, ήταν κάπως τρομακτικό». «Θα μπορούσα να σε ατιμάσω». Το είπε πολύ ήρεμα. Εκείνη δεν κατάφερε πλέον να συγκρατήσει το γέλιο της. Το μέτωπό του συνοφρυώθηκε. «Νομίζεις πως αστειεύομαι». «Ω, όχι», του αποκρίθηκε. «Δεν γελάω μαζί σου. Με συγχωρείς. Δεν αμφιβάλλω για την ικανότητά σου να ατιμάζεις γυναίκες. Είμαι σίγουρη πως είσαι πολύ επιτήδειος στον… ατιμασμό. Ίσως και ειδήμων. Γέλασα επειδή ποτέ κανένας δεν απείλησε να με ατιμάσει». «Δεν το πιστεύω. Με τούτα τα μαλλιά;» Το άγγιγμά του διέτρεξε τον λαιμό της. «Και με αυτή την απαλότητα; Έχεις τη φωνή ενός θηλυκού πειρασμού». Αυτό που είχε η Ίζι ήταν η αρχή ενός κρυολογήματος κι έπρεπε να του το επισημάνει. Θα μπορούσε να του εξηγήσει πως υπήρχε εύλογη αιτία που δεν αντιμετώπισε ποτέ κίνδυνο ατίμωσης, κι αυτή ήταν πως το παρουσιαστικό της ήταν αδιάφορο. Αλλά ήταν στ’ αλήθεια αδιάφορη η όψη της αυτή τη στιγμή; Με έναν τυφλό άντρα, στο σκοτάδι; Αν εκείνος ξελογιαζόταν… Αυτό δεν έκανε και την ίδια ξελογιάστρα; Πάντα ζήλευε τις όμορφες γυναίκες. Όχι απλώς για την ομορφιά τους, αλλά επειδή, όταν λάμβαναν τα χαρίσματά τους από όποια θεότητα τους τα χάριζε, η ομορφιά έδειχνε να είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την αυτοπεποίθηση. Αυτή λαχταρούσε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Ο Ράνσομ διέτρεξε τη σπονδυλική στήλη της, και το χέρι του παραμέρισε τα πλεγμένα μαλλιά της, για να αγγίξει τον γυμνό αυχένα της. Τη διαπέρασε ένα κύμα δύναμης, υπέροχο και μεθυστικό.


«Ποιος αφήνει μια τέτοια γυναίκα χωρίς να τη γευτεί;» είπε και της χάιδεψε τον αυχένα. «Δεν πιστεύω ότι δεν το επιχείρησε κανένας άντρας». «Ω, ξέρεις πώς είναι αυτά τα πράγματα», του απάντησε ανάλαφρα. «Πρέπει να είναι η εκθαμβωτική ομορφιά μου που τους αποθαρρύνει». Αποκλείεται να του διέφυγε ο σκωπτικός τόνος της. Κι αν θεώρησε ότι μιλούσε σοβαρά… τόσο κακό ήταν; «Υποθέτω πως όλοι οι άντρες φοβούνται». Πέρασε τον αντίχειρά του από τα χείλη της. «Εγώ όχι». Ξάφνου η Ίζι έπαψε να νιώθει τόσο τολμηρή. «Ποπό, πόσο να πήγε άραγε η ώρα;» είπε. «Σκοπεύω να συγυρίσω αυτό το μέρος αύριο. Υποθέτω πως απόψε πρέπει να επιστρέψω στο…» Μια σταγόνα λιωμένου κεριού κύλησε και της τσουρούφλισε το χέρι. Το κερί έπεσε. Η φλόγα του έσβησε προτού καταλήξει στο πάτωμα. Ο πυργίσκος βυθίστηκε αμέσως στο σκοτάδι. Η καρδιά της ξεκίνησε να χτυπάει δυνατά. Διάβολε! Πάνω που άρχισε να στέκεται στο ύψος της μπροστά του. Πάνω που την έβλεπε ως γυναίκα. Και τη θεωρούσε ξελογιάστρα. Αν ήξερε πώς ένιωθε τώρα, θα γελούσε μαζί της. Πώς μπορούσε αυτό το κοριτσόπουλο να διεκδικήσει ένα κάστρο; Ήταν ένα κουτορνίθι, που λιποθυμούσε στη βροχή, έβαζε τις φωνές στη θέα νυχτερίδων κι έτρεμε σαν φύλλο στο σκοτάδι. Ίσως εκείνος δεν παρατήρησε το γεγονός ότι έτρεμε. Τα χέρια του ακούμπησαν τους ώμους της. «Τρέμεις». Διάβολε. Διάβολε. Διάβολε! «Εντάξει είμαι. Απλώς μου έπεσε το κερί, αυτό είναι όλο. Αν είχες την καλοσύνη να…» –ξεροκατάπιε– «να με οδηγήσεις στον κάτω όροφο…». «Δεν νομίζω». Ω Θεέ μου. Αισθάνθηκε τα σωθικά της να βουλιάζουν. Σκόπευε να την αφήσει εκεί. Μόνη. Σ’ αυτό το δωματιάκι, στην άκρη τριάντα τεσσάρων σκαλοπατιών, σ’ ένα θλιβερό υποβλητικό σκοτάδι. Έτσι, θα έπαιρνε ένα καλό μάθημα. Σωστά; Αλλά δεν την άφησε. Αντίθετα, την πήρε αγκαλιά. Και την τράβηξε κοντά του. Η Ίζι δεν ήξερε πώς να αντισταθεί. Εκείνα τα δυνατά χέρια… ήταν η μοναδική άγκυρα στο στροβιλιζόμενο σκοτάδι. Ένιωθε τα πάντα να γυρίζουν γύρω της. Ένιωθε τον απόλυτο τρόμο. Και ξάφνου… Δέχτηκε το απόλυτο φιλί.


Κεφάλαιο 6 Ο Ράνσομ τη φίλησε. Αγκάλιασε το πρόσωπό της με τις παλάμες του, την κράτησε ακίνητη και διεκδίκησε τα χείλη της. Δίχως προειδοποίηση, δίχως φινέτσα. Ήταν απλώς μια έντονη, ανυποχώρητη πίεση των χειλιών του πάνω στα δικά της. Η δεσποινίς Γκουντνάιτ έπρεπε να καταλάβει μερικά πράγματα και είχε βαρεθεί να της τα εξηγεί με λόγια. Το κορίτσι αυτό ήταν υπερβολικά αθώο. Είχε μεγαλώσει με ιστορίες ιπποσύνης και έρωτα. Δεν είχε ιδέα πόσο επικίνδυνος μπορούσε να είναι ένας άντρας σαν τον Ράνσομ. Καλώς, λοιπόν. Δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να της το αποδείξει. Αυτό το ανεπιθύμητο φιλί θα την έστελνε δρομαία στην κάμαρά της· και το επόμενο πρωί θα έφευγε τρέχοντας από το κάστρο. «Βλέπεις;» είπε όταν σταμάτησε να τη φιλάει. «Απ’ ό,τι φαίνεται, με πέρασες για κάποιον άντρα που είναι ευπρεπής. Ελπίζω πως αυτό σου ξεκαθάρισε πώς έχουν τα πράγματα». Την άφησε, δίνοντάς της το περιθώριο να το σκάσει. Αντίθετα, εκείνη τον άρπαξε με δύναμη από το πουκάμισο. «Κάν’ το πάλι». Ο Ράνσομ έμεινε βουβός για μια στιγμή. Δεν καταλάβαινε τίποτα. «Κάν’ το πάλι…» του ψιθύρισε. «Γρήγορα. Και τούτη τη φορά κάν’ το σωστά». «Τι στην ευχή θέλεις να πεις;» «Αυτό ήταν το πρώτο μου φιλί. Ξέρεις πόσο καιρό ονειρευόμουν το πρώτο μου φιλί;» Ο Ράνσομ δεν ήξερε. Και δεν τον ενδιέφερε διόλου. «Όλη μου τη ζωή». Χτύπησε με τις γροθιές της το στήθος του, για να δώσει έμφαση στα λόγια της. «Και, μα την αλήθεια, Εξοχότατε, δεν θα σ’ αφήσω να μου το χαλάσεις». «Μάλλον δεν κατάλαβες. Σκοπός της κίνησής μου ήταν να καταστρέψω τις ρομαντικές φαντασιώσεις σου». «Όχι. Εσύ δεν καταλαβαίνεις». Τον πλησίασε, κρατώντας τον ακόμα σφιχτά. «Πάντα προσπαθούσα ν’ αρκεστώ σε ό,τι μου πρόσφερε η ζωή. Όταν ήμουν μικρό κορίτσι, ήθελα ένα γατάκι. Αντίθετα, κατέληξα με μια νυφίτσα. Δεν ήταν


το κατοικίδιο που επιθυμούσα, αλλά έβαλα τα δυνατά μου να αγαπήσω τη Χιονοσταλίτσα εξίσου». Εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω. Η Ίζι τον ακολούθησε. «Απ’ όταν πέθανε ο πατέρας μου, αναζητούσα απεγνωσμένα ένα μέρος που να το αποκαλώ σπίτι μου. Και η πιο ταπεινή αγροικία θα μου αρκούσε. Αντίθετα, κληρονόμησα ένα στοιχειωμένο, πλημμυρισμένο με ζωύφια κάστρο στη μέση του πουθενά, στο Νορθάμπερλαντ. Δεν είναι το σπιτικό που ήθελα, αλλά είμαι αποφασισμένη να το κάνω σπίτι μου». Έγειρε το πρόσωπό της προς το δικό του. Μπορούσε να νιώσει την ανάσα της στον λαιμό του. Ανάλαφρες θερμές ριπές. «Και απ’ όταν ήμουν μικρό κορίτσι», του ψιθύρισε, «ονειρευόμουν το πρώτο μου φιλί. Απλώς ήξερα βαθιά μέσα μου πως θα ήταν ρομαντικό, τρυφερό και θα ένιωθα τα γόνατά μου να λυγίζουν από τη γλύκα του». «Ε λοιπόν, τώρα ξέρεις πως έκανες λάθος. Σ’ αυτή την ηλικία πρέπει να έχεις συνηθίσει πια τις απογοητεύσεις». «Εδώ κάνεις λάθος». Οι παλάμες της έσφιξαν περισσότερο το πουκάμισό του. «Άρχισα να διεκδικώ. Δεν θα μου καταστρέψεις το πρώτο μου φιλί. Δεν θα σ’ αφήσω. Θα με φιλήσεις ξανά, και μάλιστα αμέσως. Και θα το κάνεις καλύτερα». Ο δούκας κούνησε με δυσπιστία το κεφάλι. «Τέρμα. Τέλειωσε. Ακόμα κι αν σε φιλούσα ξανά, δεν θα ήταν πια το πρώτο φιλί». «Μετράει σαν πρώτο φιλί», του αντιγύρισε. «Εφόσον είναι μέρος της ίδιας αγκαλιάς, όλα τα φιλιά μετρούν σαν ένα». Αν είναι δυνατόν! Μα πώς σκαρφίζονται οι γυναίκες αυτούς τους κανόνες; Τους καταγράφουν σε κάποιο βιβλίο; Ώρες ώρες αναρωτιόταν αν ήταν όλες οι γυναίκες δικηγόροι, με έναν εκτεταμένο Νομοθετικό Κώδικα του Έρωτα, τον οποίο απέκρυπταν πεισματικά από τους άντρες. «Άσε τους δισταγμούς», τον παρότρυνε. «Ασφαλώς, εκείνο το φιλί δεν ήταν το καλύτερο που μπορούσες να κάνεις». Εκείνος κόρωσε από αγανάκτηση. «Όχι, φυσικά». «Έχεις κάνει έρωτα στη ράχη ενός αλόγου αρκετές φορές για να μπορείς να κάνεις γενικεύσεις. Σίγουρα μπορείς να φιλήσεις καλύτερα. Δεν φεύγω απ’ αυτόν τον πυργίσκο αν δεν…» Την άρπαξε από τους ώμους και την φίλησε ξανά. Πιο δυνατά αυτή τη φορά. Κυρίως για να διακόψει τη φλυαρία της αλλά και για να τονίσει την αρχική του πρόθεση. Αν επιθυμούσε τρυφερές, ειδυλλιακές στιγμές κάτω από την αστροφεγγιά, ο Ράνσομ δεν ήταν ο άνθρωπός της. Στις σαρκικές απολαύσεις ήταν επιθετικός, τολμηρός, αδίστακτος. Κι αν έπρεπε να το αποδείξει και


δεύτερη φορά, ας είναι. Αλλά καθώς τη φιλούσε, κάτι πήγε πάρα πολύ στραβά. Τούτη τη φορά, εκείνη του ανταπέδωσε το φιλί. Όχι με απλή περιέργεια και ανεπιτήδευτο ενθουσιασμό, αλλά με ένα γλυκό πάθος, χωρίς αναστολές, που έκανε το στομάχι του να σφιχτεί. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα από την έκπληξη – όχι πως έκανε καμιά διαφορά. Εξακολουθούσε να μη βλέπει· απλώς ένιωθε. Μεγαλοδύναμε Θεέ! Ένιωθε για τα καλά. Αυτό… αυτό υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να συμβεί. Τα χείλη της ήταν ακόμα πιο δελεαστικά απ’ ό,τι τολμούσε να υποθέσει. Σαρκώδη, ζουμερά, αισθησιακά. Γεύτηκε καθένα διαδοχικά και μετά άφησε τη γλώσσα του να διεισδύσει. Εκείνη ανταποκρινόταν στο φιλί του και τον γευόταν παιχνιδιάρικα, όπως τη γευόταν κι αυτός. Την έφερε κοντά του με το ένα μπράτσο. Καθώς έβαζε βαθύτερα τη γλώσσα του, το στόμα της σάλεψε και μαλάκωσε κάτω από το δικό του. Γενναιόδωρα. Υποταγμένα. Αυτό ακριβώς λαχταρούσε τόσο καιρό. Εγγύτητα, θέρμη, γλυκύτητα, υποταγή. Μπορεί να κλείστηκε σ’ αυτό το κάστρο τους μήνες που ακολούθησαν μετά τον τραυματισμό του, αλλά δεν σταμάτησε να κινείται. Περιδιάβαζε το μέρος κάθε βράδυ, διασχίζοντας διαδρόμους, ανεβαίνοντας σκαλοπάτια, μετρώντας τα δωμάτια με τον βηματισμό του και παρατηρώντας πώς αντηχούσαν τα βήματά του επάνω στην πέτρα. Οι ώρες έγιναν μέρες και τελικά μήνες. Αρχικά περπατούσε για να ανακτήσει το σφρίγος των εξασθενημένων μελών του. Αργότερα για να μάθει τέλεια τη διάταξη του κάστρου δίχως την όρασή του. Μπορεί να ήταν ένα ερείπιο, έλεγε στον εαυτό του, αλλά ο διάβολος να τον πάρει αν καταντούσε ανάπηρος. Ωστόσο, υπήρχε και κάτι άλλο που τον έκανε να συνεχίζει να περιδιαβάζει τον χώρο, να περιφέρεται στους διαδρόμους και στους πύργους του Κάστρου Γκόστλεϊ. Ακόμα κι αν ήθελε να αναπαυτεί, ήταν αδύνατο. Τουλάχιστον, όχι χωρίς να καταναλώσει ανάρμοστα μεγάλη ποσότητα ουίσκι. Απλώς δεν ένιωθε ποτέ ήρεμος. Δεν αισθανόταν καμία στιγμή πραγματική γαλήνη. Είχε αρχίσει να φοβάται ότι δεν θα τα κατάφερνε ποτέ. Και τώρα… τώρα αυτή η γυναίκα είχε πιάσει αυτό το βασανισμένο, περιπλανώμενο κομμάτι του εαυτού του και το φίλησε. Σαν μια ερωμένη, χαμένη προ πολλού, που τον καλωσόριζε στο σπίτι του. Μεγαλοδύναμε Θεέ. Μεγαλοδύναμε Θεέ. Τον φιλούσε έχοντας επιστρατεύσει το παν. Θαρρείς και το ήθελε. Θαρρείς και


το ήθελε από πάντα. Θαρρείς και το μικρό λυγερό κορμί της δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια πονηρά κατεργασμένη φιάλη κάποιου σαγηνευτικού μαγικού φίλτρου. Ένα απόσταγμα πόθου, παλαιωμένο, σφραγισμένο, που περίμενε χρόνια να ανοιχτεί. Θαρρείς και με ένα μόνο φιλί, εκείνη διαισθάνθηκε την πιθανότητα να του το μεταδώσει όλο, επειδή είχε κουραστεί από το βάρος. Δέξου αυτή τη γλυκύτητα, έλεγε το φιλί. Δέξου αυτό το πάθος. Δέξου με ολόκληρη. Ιχνηλάτησε διεξοδικά το στόμα της, αναζητώντας απεγνωσμένα κι άλλο. Έπρεπε να αρνηθεί αυτά τα απερίσκεπτα δώρα. Αλλά δεν μπόρεσε να πείσει τον εαυτό του να τραβηχτεί. Επίσης, ο πόθος του ήταν εγκλωβισμένος επί πολύ καιρό. Δεν μπορούσε να αποφύγει τη λαχτάρα που του άναψε ξανά μέσα του. Δεν μπορούσε να αρνηθεί την παράφορη, καυτή ανταπόκριση του κορμιού του – όχι με το όργανό του να πάλλεται μάταια μέσα στο δερμάτινο παντελόνι του. Ω Θεέ μου, πόσο ζωντανός αισθανόταν. Έσφυζε από ζωή, πρώτη φορά απ’ όταν… Απ’ όταν πέθανε. Ο Ράνσομ δεν ήξερε αν το τέχνασμά του να την προειδοποιήσει για τον κίνδυνο των φιλιών του είχε τον παραμικρό αντίκτυπο στην Ίζι Γκουντνάιτ, αλλά ήταν σίγουρος για ένα πράγμα. Τούτο το φιλί τον είχε συνταράξει απ’ την κορφή ως τα νύχια. Λοιπόν, σκεφτόταν η Ίζι, το πρώτο της φιλί δεν ταίριαζε με όσα ήλπιζε και ονειρευόταν. Ήταν χίλιες φορές καλύτερο. Αυτό ήταν ένα πραγματικό φιλί. Όχι η συντριπτική πίεση μεταξύ χειλιών, αλλά ένα γνήσιο, αληθινό φιλί, από έναν άντρα που ήξερε τι έκανε. Δεν τη φιλούσε μόνο με επιδεξιότητα, αλλά και με πάθος. Και με ζέση. Και με γλώσσα. Και, το καλύτερο όλων, παραδόξως, κατάφερε να ανταποκριθεί με έναν τρόπο που τον έκανε να βογκάει πάνω στα χείλη της. Φαντάστηκε πως ήταν ζήτημα καθαρής τύχης. Με το φιλί του, ίσως αυτός ο άντρας έμοιαζε με τους καλύτερους χορευτές του Λονδίνου – είναι αυτοί οι άντρες που κάνουν ένα κορίτσι να φαίνεται όλο χάρη και δεξιοτεχνία, ενώ αυτό ακολουθεί απλώς την καθοδήγησή τους. Όχι πως είχε σημασία. Δεχόταν το φιλί κάποιου κι εκείνη ανταποκρινόταν, και, ως τώρα, η εμπειρία δεν ήταν ταπεινωτική.


Ήταν… υπέροχη. Για δεύτερη φορά μέσα σε μία μέρα, ο άντρας αυτός έκανε τα πόδια της να λυγίζουν. Τύλιξε τα χέρια της στον λαιμό του για να κρατηθεί. Και τα κράτησε εκεί μόνο για την ευχαρίστηση που ένιωσε τυλίγοντας τα δάχτυλά της στον αυχένα του, μπλεγμένα στα πυκνά μαλλιά του. Ανέδιδε μια υπέροχη μυρωδιά. Όμορφη μέσα στην απλότητα και στην αρρενωπότητά της. Της ήταν αδύνατο να αντιληφθεί πώς οι πλέον ταπεινές, αναπάντεχες μυρωδιές θα μπορούσαν να προστεθούν και να συνθέσουν μια εξωτική κολόνια. Αν έπαιρνες ένα φλασκί ουίσκι, μια δερμάτινη λωρίδα ακονίσματος ξυραφιού και μια μπάρα από αγνό σαπούνι και τα συνδύαζες με μια τούφα σκυλίσιου τριχώματος, δεν θα περίμενες ότι το μπουκέτο που θα προέκυπτε θα μύριζε περισσότερο δελεαστικά από μια αγκαλιά τριαντάφυλλα. Αλλά, με κάποιον τρόπο, συνέβαινε αυτό ακριβώς. Επιπλέον, ήταν και η ζεστασιά του. Φάνταζε να απαρτίζεται από αυτήν. Ο άντρας αυτός θύμιζε ξυλόσομπα. Τα χέρια του, που την άγγιζαν, το σκληρό στέρνο του, τα χείλη του, όλα ανέδιδαν ζέστη. Ω, τα χείλη του. Οι τρίχες από τα γένια του, διάσπαρτες στο πιγούνι και στη γνάθο του, την έτσουζαν, αλλά τα χείλη του… Δεν θα έλεγε ακριβώς πως ήταν απαλά. Απαλά ήταν τα μαξιλάρια ή τα πέταλα ενός ανθού, ενώ τα χείλη του αποτελούσαν την τέλεια ανάμειξη πλαστικότητας και απαλότητας. Δούναι και λαβείν. Όταν έφτασε ξανά στα χείλη της, διαπίστωσε πως ήταν εύκολο να περιγράψει τη γεύση του. Ουίσκι και τσάι. Κι όταν εισέβαλε βαθιά με τη γλώσσα του στο στόμα της, ήταν ουίσκι και ανάγκη. Πιεστική ανάγκη. Κι αυτό ήταν το πιο διεγερτικό, το πιο μεθυστικό κομμάτι. Τα πάντα στην αγκαλιά του της φανέρωναν πως είχε ανάγκη –κι αυτό ήταν πραγματικά εκπληκτικό– πως αναζητούσε κάτι που είχε ανάγκη σ’ εκείνη. Τύλιξε το χέρι του στο πίσω μέρος της νυχτικιάς της και τη φίλησε πιο βαθιά, αδυσώπητα, λες και κυνηγούσε αυτό το κάτι. Λες και το λαχταρούσε. Ένα κομμάτι του εαυτού της δεν ήθελε τίποτα περισσότερο από το να ενδώσει. Να του προσφέρει ό,τι χρειαζόταν από κείνη και να το κάνει με προθυμία. Πρόσεξε, Ίζι. «Αρκετά», είπε εκείνος και –με αυτή τη βραχνή δήλωση– την άφησε. Τόσο γρήγορα, ώστε παραλίγο να πέσει. Ο πυργίσκος πλημμύρισε από τις βαριές ανάσες τους.


Τελικά, ο Ράνσομ ξεστόμισε μια βρισιά. «Αυτό ήταν σωστό φιάσκο». Η Ίζι ακούμπησε την παλάμη της στον κρόταφο. Ήταν ξανά μόνη στο σκοτάδι και αισθανόταν το κεφάλι της να γυρίζει. Ήταν η κατάλληλη στιγμή για να δώσει μια πνευματώδη, εκλεπτυσμένη απάντηση. Αντίθετα, τα λόγια που βγήκαν από το στόμα της ήταν τα εξής: «Εσύ με φίλησες πρώτος». «Κι εσύ ανταποκρίθηκες». «Και τότε εσύ συνέχισες να με φιλάς», του αντιγύρισε και αναστέναξε. Μόνο εκλεπτυσμένη δεν ήταν αυτή η στιχομυθία. «Δεν πρόκειται να το πάρω και πολύ σοβαρά, αν αυτό είναι που σε ανησυχεί. Ξέρω ότι με φίλησες απλώς για να με τρομάξεις. Αλλά πρέπει να γνωρίζεις το εξής: δεν πέτυχε». «Εγώ νομίζω πως πέτυχε…» Την τράβηξε πάλι κοντά του. «Άκουσα πόσο δυνατά χτυπούσε η καρδιά σου». Ε λοιπόν, αν μια καρδιά που χτυπάει δυνατά είναι σημάδι φόβου... Ακούμπησε την απλωμένη παλάμη της στο στήθος του, νιώθοντας τον δυνατό παλμό της καρδιάς του. Αυτός ο άντρας πρέπει να ήταν τρομοκρατημένος. Η Ίζι αισθάνθηκε ένα ανεξήγητο τσίμπημα συμπόνιας για κείνον. Μεγαλώνοντας ως κόρη του σερ Χένρι Γκουντνάιτ, είχε μάθει τα πάντα για την αντρική περηφάνια. Ο πατέρας της μοχθούσε επί σειρά ετών ως ένας αφανής, κακοπληρωμένος, απογοητευμένος μελετητής. Μόλις γνώρισαν οι ιστορίες του την επιτυχία, τον έτρεφαν οι κολακείες των αναγνωστών του. Δεν θα άντεχε ούτε μία εβδομάδα δίχως ένα «γεύμα» κολακευτικών επαίνων. Κι αν ήταν τόσο σημαντική η περηφάνια για έναν μεσήλικα λόγιο, η Ίζι αντιλαμβανόταν πόσο ζωτικής σημασίας πρέπει να ήταν για έναν άνθρωπο σαν τον Δούκα του Ρόθμπουρι. Πόσο δύσκολο πρέπει να ήταν για έναν άντρα σαν αυτόν –που ήταν νέος, δυνατός και στην ακμή της ζωής του– να εξοικειωθεί με το γεγονός ότι ήταν τυφλός. Για πρώτη φορά ήταν υποχρεωμένος να στηρίζεται στους άλλους. Μάλλον απεχθανόταν αυτό το αίσθημα. Έτσι, έμαθε το Κάστρο Γκόστλεϊ βήμα βήμα, καταρτίζοντας επί μήνες έναν λεπτομερή νοερό χάρτη κάθε δωματίου. Προς το παρόν, το κάστρο αυτό αποτελούσε το φρούριο της περηφάνιας του. Ήταν το μοναδικό μέρος όπου ένιωθε πως είχε ακόμα τον έλεγχο. Ενώ σήμερα… χάρη σ’ ένα νομικό τερτίπι, το έχασε. Από μια ασχημούλα άπορη γεροντοκόρη. Δεν ήταν να απορεί κανείς που τη μισούσε. Αλλά το γεγονός ότι η Ίζι τον καταλάβαινε και τον συμπονούσε δεν σήμαινε ότι θα σήκωνε ψηλά τα χέρια και θα τα παρατούσε. Δεν θα εγκατέλειπε το


συμφέρον της απλώς για να ικανοποιήσει την περηφάνια του. Είχε κάνει αυτό το λάθος στο παρελθόν και ήταν ο λόγος για τον οποίο βρέθηκε εδώ, χωρίς χρήματα, παγιδευμένη σε τούτο το ετοιμόρροπο κάστρο, χωρίς να έχει πού αλλού να πάει. Έπρεπε να φροντίσει τον εαυτό της. Κανένας άλλος δεν επρόκειτο να το κάνει. «Δεν χρειάζεται να ανησυχείς, Εξοχότατε. Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί για να κοσκινίσουμε τα έγγραφα και τα νομικά ζητήματα. Στο μεταξύ σου υπόσχομαι ότι δε θα σου γίνω βάρος», είπε και τον χτύπησε χαϊδευτικά στο στέρνο. Η παλάμη του τυλίχτηκε στον πήχη της και τον παραμέρισε. «Αυτό που θα γίνει αύριο, πρωί πρωί, δεσποινίς Γκουντνάιτ, είναι να πάρεις πόδι. Τώρα θα σε συνοδέψω στην κάμαρά σου. Και μόλις ξημερώσει, θα σου βρω κάποιο άλλο μέρος να μείνεις». Η Ίζι υποχώρησε, προκειμένου να κρατήσει τις δυνάμεις της για την επομένη. Το πρωί θα επιχειρούσε να τη διώξει. Ίσως την τρομοκρατούσε, της έβαζε τις φωνές, την έλουζε με απειλές ή φιλιά. Και η ίδια θα παρέμενε δυνατή, σαν τα τείχη τούτου του κάστρου. Δεν θα έκανε ούτε βήμα πίσω.


Κεφάλαιο 7 Το επόμενο πρωί ο Ράνσομ ξύπνησε μερικά εκατοστά μεγαλύτερος· κι αυτά τα εκατοστά ήταν συγκεντρωμένα στον καβάλο του. Στο μυαλό του παρέμεναν θολές, ονειρικές εικόνες. Εικόνες σκουρόχρωμων μαλλιών να ξεχύνονται στα χέρια του κι ενός σαρκώδους στόματος να κινείται κάτω από το δικό του. Ένα απαλό χέρι απλωμένο πάνω στο στέρνο του. Γύρισε στο πλάι και βόγκηξε. Θεέ μου. Αυτό το φιλί. Αυτό το ανόητο, κακώς σχεδιασμένο, διεγερτικό φιλί, που του άλλαξε την ψυχή. Αυτή η γυναίκα δεν γινόταν να περνάει τις νύχτες της σε τούτο το κάστρο. Έπρεπε να της βρει νέο κατάλυμα. Σήμερα. Ανακάθισε και πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του. Έπρεπε να πλυθεί. Και, το προτιμότερο, με κρύο νερό. «Ντάνκαν!» φώναξε. Καμία απάντηση. Ούτε ακούστηκε και κάποιος ήχος από τον βαλέ του. Έφτασε μόνος του έως τη δεξαμενή στην άκρη του προαυλίου και τράβηξε έναν κουβά με νερό. Στη συνέχεια ξεγυμνώθηκε ως τη μέση, σήκωσε τον κουβά κι έχυσε το παγωμένο περιεχόμενό του απευθείας στο κεφάλι και στον κορμό του. Ας πάει να πνιγεί ο πόθος. Το σοκ από το παγωμένο κατάβρεγμα είχε αρχίσει να υποχωρεί όταν τον βρήκε ο Μάγκνους στη δεξαμενή. Ο Ράνσομ άντλησε λίγο νερό για να ποτίσει τον σκύλο του και τον έξυσε χαϊδευτικά πίσω από τα αφτιά. «Καλημέρα, Εξοχότατε». Διάβολε. Πέρασε μόλις μία μέρα, και θα αναγνώριζε παντού αυτή τη φωνή. Βραχνή. Απαλή. Υπερβολικά κοντινή. Πώς κατάφερνε αυτή η γυναίκα να τον πλησιάζει έτσι, στα κλεφτά; «Γκουντνάιτ…» μουρμούρισε. Τα βήματά της διέσχισαν την αυλή, καταστρέφοντας σταδιακά την ηρεμία του. Ο Ράνσομ προετοιμάστηκε για την πρώτη φορά που θα την έβλεπε. Δεν το γνώριζε κανένας –πέρα από τον Ντάνκαν και μερικούς άχρηστους χειρουργούς– αλλά ο τραυματισμός του δεν τον είχε αφήσει εντελώς τυφλό. Ομολογουμένως, τον περισσότερο καιρό ήταν κατά κύριο λόγο τυφλός – οι ογκώδεις φιγούρες και οι σκιές ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να διακρίνει. Και


μερικές φορές ήταν εκατό τοις εκατό τυφλός. Τα πάντα ήταν ένα σκοτεινό, ερεβώδες γκρίζο. Υπήρχαν, όμως, και μερικές πολύτιμες ώρες μέσα στη μέρα που τον χαρακτήριζε μια μερική τύφλωση. Εκείνες τις ώρες η όρασή του έμοιαζε με ενενηντάχρονου που δεν φορούσε τα γυαλιά του. Μπορούσε να διακρίνει αμυδρά περιγράμματα και κάποια θαμπά χρώματα. Ένα δέντρο θύμιζε ασαφές, ακανόνιστο σημάδι στον ουρανό, με μια γκριζοπράσινη απόχρωση στο φύλλωμά του, σαν μούχλα πάνω σε τυρί. Αν κοιτούσε επίμονα τη σελίδα ενός βιβλίου, ίσα που μπορούσε να διακρίνει ένα σκουρόχρωμο τετράγωνο που χωριζόταν σε γραμμές. Αλλά δεν διέκρινε λέξεις ή γράμματα. Μπορούσε να έχει ασαφή ιδέα για κάποιο πρόσωπο – με τα πιο εξέχοντα χαρακτηριστικά να ξεχωρίζουν, σαν το απλοϊκό πρόσωπο μιας παιδικής κούκλας από κουρέλια. Δυο κουμπιά για μάτια, μια γραμμή για το στόμα. Αλλά χωρίς τις λεπτές αποχρώσεις της έκφρασης. Στα καλύτερά του έως εκεί μπορούσε να δει. Και για πρώτη φορά, αυτό του φαινόταν ευλογία. Η αίσθηση, η μυρωδιά και η γεύση της δεσποινίδος Γκουντνάιτ το προηγούμενο βράδυ μπορεί να τον σάστισαν… αλλά τουλάχιστον δεν τα έχασε από την όψη της. Στην καλύτερη περίπτωση θα εμφανιζόταν στα μάτια του σαν μια αναιμική, χλωμή στήλη με μαύρα μαλλιά. Άνοστη και αδιάφορη. Σ’ αυτό βασιζόταν. Αλλά καθώς έμπαινε στο οπτικό του πεδίο, είχε την αναθεματισμένη τύχη να σταθεί μπροστά ακριβώς από την ανατολική αψιδωτή είσοδο του κάστρου, η οποία ήταν λουσμένη στο πρωινό φως. Την πρώτη φορά που είδε την Ίζι Γκουντνάιτ, την αντίκρισε πλημμυρισμένη από μια χρυσαφένια λάμψη. Το ηλιόφως τού φανέρωσε, με ένα φλογερό ανάγλυφο, μια λυγερή σιλουέτα, με χαριτωμένες καμπύλες και μια κορόνα από ασυγκράτητα λυτά μαλλιά, που φάνταζαν να έχουν πάρει φωτιά. Αν είναι δυνατόν! Αν ήταν όρθιος, ίσως έπεφτε στα γόνατα. Ήταν σίγουρος ότι άκουγε τις ψαλμωδίες μιας χορωδίας. Η καπέλα αυτή είχε το είδος της ομορφιάς που εύλογα θα μπορούσε να αποκαλέσει κανείς «εκθαμβωτική». Αισθάνθηκε θαρρείς και δέχτηκε χτύπημα με τούβλο. Κινήσου, την ικέτεψε νοερά. Κάνε δυο βήματα δεξιά. Ή αριστερά. Όχι, όχι. Απλώς φύγε. «Δεν περίμενα ότι θα είσαι ξύπνια», είπε. «Ω, ξύπνησα για τα καλά». Εκείνος διέκρινε ένα χαμόγελο –μια πλατιά


κοκκινωπή καμπύλη– να ανθίζει στο πρόσωπό της. Διέτρεξε με το βλέμμα του το κορμί της, διακρίνοντας τις θολές, αλλά αρκετά εμφανείς καμπύλες του στήθους και των γοφών της. Το προηγούμενο βράδυ τα είχε όλα αυτά στην αγκαλιά του. Και τώρα δεν μπορούσε να αντιληφθεί γιατί στην ευχή τα άφησε. «Πίστεψέ με», συνέχισε εκείνη, «ξύπνησα μόλις χάραξε, με το πρώτο πέταγμα νυχτερίδας. Εξερευνούσα το κάστρο μου». Σωστά. Αυτός ήταν ο λόγος. Αφού σφύριξε στον Μάγκνους, μπήκε πάλι μέσα. Η Ίζι τον ακολούθησε, φυσικά. Έως τη μεγάλη αίθουσα της εισόδου. «Ξέρεις κάτι;» του είπε με ένα αισθησιακό χασμουρητό. «Το μέρος είναι πραγματικά υπέροχο το πρωί. Είναι το πώς μπαίνει το φως του ήλιου από τα παράθυρα, μετατρέποντας όλη αυτή τη σκόνη στον αέρα σε μια χρυσή δίνη. Χτες δεν κάναμε καλή αρχή, αλλά σήμερα… έχω αρχίσει και νιώθω το Κάστρο Γκόστλεϊ σαν το σπίτι μου». Όχι, όχι, όχι. Αυτό δεν ήταν σπίτι. Ούτε για κείνη και, ασφαλώς, ούτε για κείνους. «Μήπως… θέλεις να φορέσεις το πουκάμισό σου, Εξοχότατε;» πρότεινε. Ως απάντηση, εκείνος σταύρωσε τα μπράτσα του πάνω στο γυμνό στήθος του. Δεν σκόπευε να κάνει τίποτα για να αισθανθεί εκείνη πιο άνετα. «Θα φτιάξω τσάι», του είπε και πήγε προς το τζάκι. «Ω, κοίτα! Φρέσκο ψωμί». Στα επόμενα λόγια της, το στόμα της ήταν γεμάτο. «Ο Ντάνκαν το έφερε αυτό; Ή μήπως το φέρνει μέχρι εδώ κάποιος άλλος; Ξέρω ότι χτες υπήρχε γάλα». Έψαξε γύρω της, βγάζοντας διάφορους ήχους. «Να υποθέσω ότι δεν έχουμε αβγά; Δεν μ’ αρέσει να περιαυτολογώ, αλλά φτιάχνω νοστιμότατες τηγανίτες». Οχ, όχι. Τα πράγματα γίνονταν ολοένα και χειρότερα. Φτιάχνω νοστιμότατες τηγανίτες. Φρίκη. Και η μεγαλύτερη φρίκη ήταν ότι ο Ράνσομ ανακάλυψε πως ξαφνικά πεινούσε για μια νόστιμη τηγανίτα. Του έτρεχαν τα σάλια. Λιμοκτονούσε. Τι στην ευχή; Λαχταρούσε μέχρι λιποθυμίας μια νόστιμη τηγανίτα. Κάθε άσωτος που σεβόταν τον εαυτό του είχε δύο είδους γυναίκες στη ζωή του: εκείνες που τις έριχνε στο κρεβάτι του τη νύχτα κι αυτές που του μαγείρευαν τηγανίτες το πρωί. Αν ήθελε στα καλά καθούμενα και τα δύο από την ίδια γυναίκα, τότε υψωνόταν μπροστά του μια προειδοποιητική σημαία. Η οποία ήταν αρκετά μεγάλη και κόκκινη ώστε να τη δει ακόμα κι ένας τυφλός. Φύγε τώρα. Η απειλή έρχεται μέσα από το κάστρο.


«Φρόντισε να φας λιτά», της αποκρίθηκε. «Και κάνε γρήγορα. Ο Ντάνκαν θα σε πάει στο χωριό σήμερα το πρωί. Θα φροντίσουμε να σου βρούμε δωμάτιο στο πανδοχείο ή…» «Α, πολύ θα ήθελα να πάω στο χωριό», του είπε. «Αλλά μόνο για να πάρω προμήθειες. Τι ψάρια έχετε στην περιοχή; Στοιχηματίζω πως το ποτάμι σάς παρέχει εξαιρετικές πέστροφες». Ο Ράνσομ έτριξε τα δόντια. Όντως το ποτάμι τούς παρείχε εξαιρετικές πέστροφες. Η δεσποινίς Γκουντνάιτ δεν επρόκειτο να τις δοκιμάσει ποτέ. Σηκώθηκε όρθιος. «Πρέπει να καταλάβεις ότι δεν μπορείς να μείνεις εδώ. Όχι μετά απ’ αυτό που συνέβη χτες το βράδυ». «Χτες το βράδυ», επανέλαβε η Ίζι. «Ναι. Εννοείς το γεγονός ότι προσπάθησες να με τρομάξεις ώστε να φύγω από ένα μέρος που νομικά μού ανήκει;» «Όχι… Εννοώ το γεγονός ότι φιληθήκαμε σαν παράνομοι εραστές». Η Ίζι έβγαλε ένα παρατεταμένο «Ωωω!». Τελικά είπε: «Αυτό. Ναι, αλλά και οι δύο ξέρουμε πως αυτό δεν ήταν τίποτα». Τίποτα; Προσβεβλημένος, πέρασε το χέρι από τα μαλλιά του. «Δεν μπορείς να πεις ότι δεν ήταν τίποτα». «Ήταν ένα φιλί. Ένα φιλί δεν αλλάζει τα πάντα». «Φυσικά κι ένα φιλί αλλάζει την κατάσταση. Αν γίνει σωστά, ένα φιλί αλλάζει τα πάντα. Ένα φιλί είναι το πρώτο βήμα για ένα μακρύ, γεμάτο στροφές, επικίνδυνο μονοπάτι προς την ηδυπάθεια. Όπως και να ’χει, δεσποινίς Γκουντνάιτ, αυτό το πρωί θα φύγεις». Εκείνη έμεινε σιωπηλή για λίγο. «Εξοχότατε, σου ορκίζομαι ότι δεν πρόκειται να σου ριχτώ ξανά. Ήθελα ένα φιλί, κι εσύ με φίλησες. Είσαι ασφαλής απέναντι στην περιέργειά μου». Αν είναι δυνατόν! Αυτό ήταν, λοιπόν. Το κορίτσι τον απέρριπτε με το μαλακό. Στην ανυπομονησία του να τη δει για πρώτη φορά, είχε λησμονήσει πως κι εκείνη έκανε το ίδιο – τον έβλεπε για πρώτη φορά, αυτόν και τις ουλές του, σε κανονικό φως. Ή για δεύτερη φορά, αν υπολόγιζε και την περίσταση όπου έπεσε λιπόθυμη. Δεν είσαι πλέον το όμορφο, περήφανο αρσενικό, ανόητε. «Όταν δεν θα ασχολούμαστε με την αλληλογραφία σου…» συνέχισε εκείνη, «το κάστρο θα με κρατάει πλήρως απασχολημένη. Πρέπει να γίνουν έναν σωρό πράγματα εδώ πέρα. Πρέπει να κοιτάξω τα δωμάτια. Να διώξω τα ζωύφια. Να επιπλώσω μια σωστή κρεβατοκάμαρα». Κάθισε βαριά στην καρέκλα δίπλα του. «Θέλεις ψωμί;» Άγγιξε το χέρι του με μια φέτα ψωμί. Εκείνος την πήρε χολωμένος κι έκοψε


ένα κομμάτι με τα δόντια του. Είχε αρχίσει να πιστεύει πως έπρεπε να επιστρέψει στην αρχική στρατηγική του· να την πετάξει επάνω στον ώμο του και να τη βγάλει έξω κουβαλητή. Το πρόβλημα ήταν, αν αναλογιστεί κανείς πόσο του άρεσε να την πετάει επάνω στον ώμο του, πως δεν ήταν σίγουρος ότι θα έφτανε πολύ μακριά. «Προτού σκεφτώ οτιδήποτε άλλο», του είπε γυρίζοντας το κεφάλι, με κείνο τον όγκο των λυτών μαλλιών να μετατρέπεται σε πύρινο ανεμοστρόβιλο, «πρέπει να βρω τις φουρκέτες μου. Μήπως ξέρεις πού τις άφησες χτες;» Άπλωσε το χέρι και ψηλάφισε τα μαξιλάρια δίπλα του. «Ίσως είναι στον καναπέ». Ο Ράνσομ προσπάθησε –και απέτυχε– να αγνοήσει το άρωμα δενδρολίβανου. «Αχά!» Μόλις τις ανακάλυψε, έκανε μια απότομη κίνηση, και το μπράτσο της άγγιξε φευγαλέα το δικό του. «Βρήκα μία. Κι άλλη μία». Ανάθεμα τις φουρκέτες. Σηκώθηκε όρθιος. «Δεν πρόκειται να μείνεις εδώ». «Εξοχότατε, κατέβαλες γενναία προσπάθεια να με τρομάξεις προκειμένου να φύγω, αλλά έκανες ό,τι χειρότερο μπορούσες, δίχως επιτυχία. Δεν πιστεύεις πως ήρθε η ώρα να παραιτηθείς;» «Όχι». Ακούμπησε το δάχτυλό του στο στήθος του. «Εγώ δεν παραιτούμαι. Από τίποτα». «Δεν παραιτείσαι;» του είπε με ένα γελάκι. «Με συγχωρείς, αλλά απ’ ό,τι αντιλαμβάνομαι, τραυματίστηκες αρκετούς μήνες νωρίτερα και έκτοτε δεν έχεις βγει απ’ αυτό το κάστρο. Ο κόσμος στο Λονδίνο σ’ έχει για νεκρό. Δεν απαντάς στην αλληλογραφία σου, δεν επιτρέπεις στον υπηρέτη σου να σε εξυπηρετήσει και δεν έχεις κάνει το παραμικρό για να βελτιώσεις τις συνθήκες διαβίωσης σ’ ένα άθλιο, ετοιμόρροπο κάστρο. Δεν ξέρω ποιος είναι ο δικός σου ορισμός για το “παραιτούμαι”, Εξοχότατε, αλλά ο δικός μου είναι αυτός ακριβώς». Ο Ράνσομ έγινε έξαλλος. Πώς τολμούσε; Δεν είχε ιδέα τι είχε περάσει. Δεν ήξερε πόσο σκληρά χρειάστηκε να προσπαθήσει τους πρώτους μήνες για να ανακτήσει ακόμα και τις πιο απλές ικανότητες. Την ικανότητα να βαδίζει χωρίς να σκοντάφτει. Να μετράει περισσότερο από το τριάντα. Διάβολε, του πήρε καιρό απλώς για να μάθει πάλι να σφυρίζει στο σκυλί του. Και δεν είχε ανάγκη ούτε από κάποιο παραχαϊδεμένο ούτε από κάποιο χειριστικό θηλυκό να τον ενθαρρύνει και να τον παρακινεί. Τα κατάφερε μόνος του, βήμα βήμα, με αργό, βασανιστικό ρυθμό. Επειδή η εναλλακτική ήταν να καθίσει και να πεθάνει. «Δεν πα-ραι-τού-μαι», αντιγύρισε, τονίζοντας μία μία τις συλλαβές. «Τότε απόδειξέ το».


Ήρεμα, είπε η Ίζι στην καρδιά της, που χτυπούσε δυνατά. Μην το παρατραβάς. Τα επόμενα λεπτά έπρεπε να είναι εξαιρετικά προσεκτική. Στην πραγματικότητα έπρεπε να προσέχει κάθε βήμα, κάθε κίνηση, κάθε λέξη και ανάσα με αυτόν τον άντρα… αλλά τώρα ήταν διαφορετικά τα πράγματα. Ο Ράνσομ στεκόταν από πάνω της. Ήταν ημίγυμνος, βρεγμένος, με μαλλιά ανάστατα. Όμορφος σαν την αμαρτία και έξαλλος σαν τον Διάβολο. Ένας δούκας συνηθισμένος να περνάει το δικό του. Τώρα δεν του πήγαινε απλώς κόντρα· τον προκάλεσε ευθέως. Τα λόγια του ακούστηκαν χαμηλόφωνα και ψύχραιμα, αλλά σιγόκαιγαν σαν το φιτίλι που φτάνει στο μπαρούτι. «Δεν χρειάζεται να σου αποδείξω τίποτα…» Έβαλε τα χέρια στους γοφούς του. Ένας από τους θωρακικούς μυς του συσπάστηκε εκνευρισμένα. Λες κι έβγαζε ένα αγανακτισμένο επιφώνημα. Μερικές στάλες νερού κατηφόρισαν από τα καστανόξανθα μαλλιά του στο στήθος του. Η Ίζι έσφιξε τις φουρκέτες τόσο δυνατά, που η τρυφερή επιδερμίδα της παλάμης της πόνεσε. Σηκώθηκε. Επειδή αυτό έκανε κάποιος όταν ένιωθε πραγματικό δέος. «Όχι, φυσικά, Εξοχότατε», αποκρίθηκε, απευθυνόμενη όσο το δυνατόν πιο ψύχραιμα στην ερεθισμένη αριστερή ρώγα του. «Αλλά υπάρχουν πράγματα που πρέπει να αποδειχθούν. Όπως η εγκυρότητα της μεταβίβασης του ακινήτου και το… και το…» Ω Θεέ μου. Τώρα οι δικές της ρώγες αποφάσισαν πως είχαν λόγο στην κουβέντα τους. Τόσο κοντά που στεκόταν σ’ αυτόν, επανέρχονταν όλες οι αναμνήσεις από τη χτεσινοβραδινή αγκαλιά τους. Το κορμί της πλημμυρίστηκε από αισθήσεις που της απέσπασαν την προσοχή. Χώρια όλα εκείνα τα συναισθήματα, που αναζητούσαν διέξοδο ύστερα από κείνο το φιλί. Σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος της. «Είμαι πολύ ικανή, γνωρίζω αρκετές ξένες γλώσσες –μόνο δύο απ’ αυτές δεν μιλιούνται πλέον– και είμαι εξαιρετικά διακριτική. Θα σε βοηθήσω να τακτοποιήσεις όλες τις υποθέσεις σου και θα λύσουμε το μυστήριο της πώλησης αυτού του κάστρου». «Δεν πουλήθηκε». «Ωστόσο, δεν πρόκειται να παραγκωνιστώ», συνέχισε η Ίζι ανοίγοντας διάπλατα τα μάτια. Αν είναι δυνατόν! Ο άντρας αυτός ήταν πολύ πεισματάρης. Ίσως έφταιγε η νευρικότητα που αισθανόταν από την εγγύτητά τους, αλλά είχε την αλλόκοτη αίσθηση ότι την κοιτούσε. Ή τη διαπερνούσε με το βλέμμα του. Και ξάφνου ένιωσε φοβερή αμηχανία που κοιτούσε έτσι επίμονα το στήθος του.


Προσπάθησε να μαλακώσει κάπως τη φωνή της. «Ξέρω πως ανησυχείς». «Δεν ανησυχώ», αποκρίθηκε και πέρασε τα δάχτυλά του μέσα από τα μαλλιά του. Οι μύες στο μπράτσο του σφίγγονταν και τεντώνονταν με τρόπο που της αποσπούσε την προσοχή. «Για όνομα του Θεού, Γκουντνάιτ! Είσαι πολύ εξοργιστική γυναίκα». Παρά τα λόγια του, η Ίζι χαμογέλασε. Δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. Την είχε αποκαλέσει γυναίκα. «Εμείς οι δύο να κατοικήσουμε σ’ αυτό το κάστρο… Είναι αδύνατο. Αν θέλεις να στήσεις το σπιτικό σου εδώ, θα χρειαστείς κάτι περισσότερο από γενναία λόγια. Θα χρειαστείς έπιπλα, υπηρέτες. Και, το πλέον σημαντικό, συντροφιά». «Τι να την κάνω τη συντροφιά; Είναι εδώ ο Ντάνκαν. Κι εσύ». Ο δούκας ρουθούνισε περιπαικτικά. «Δεν είμαι ο προστάτης σου». «Μήπως σε ανησυχεί ακόμη αυτό το ανόητο φιλί; Νόμιζα πως καταλαβαινόμαστε». «Α, με αυτό το φιλί κατάλαβα πολλά…» Την πλησίασε, και η φωνή του έγινε υπόκωφη. Η ατμόσφαιρα ζεστάθηκε ανάμεσά τους, κι εκείνη θα μπορούσε να ορκιστεί πως οι στάλες νερού στο στέρνο του τσιτσίρισαν και εξατμίστηκαν. «Κατανοώ την αίσθηση του σώματός σου πάνω στο δικό μου. Κατανοώ πόσο γλυκιά είναι η γεύση σου. Και κατανοώ –πολύ καλά, μάλιστα– πόσο καλά θα μπορούσαμε να είμαστε μαζί. Στο κρεβάτι. Ή επάνω σ’ ένα τραπέζι. Ή κολλητά στον τοίχο. Το πρόβλημα κατανόησης φαίνεται πως το έχεις εσύ». Ο αέρας βγήκε από τα πνευμόνια της Ίζι με ένα ψιθυριστό «Ω…». Κοίταξε τον δύστυχο, παραπλανημένο άντρα. Φάνηκε να πιστεύει πως αυτού του είδους η απειλητική, άσεμνη δήλωση θα την έκανε να επιστρέψει τρέχοντας και τσιρίζοντας στην εξοχή. Τα λόγια του, όμως, είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα. Με κάθε ηδονική δήλωσή του, η αυτοπεποίθηση της Ίζι ανέβαινε σε νέα, δυσθεώρητα ύψη. Την ήθελε. Ήθελε αυτήν. Και της ερχόταν να αρχίσει τον χορό. «Εξοχότατε;» Μια ζωηρή γυναικεία φωνή ακούστηκε κελαηδιστή από την αυλή, σαν το τραγούδι ενός πουλιού. «Ηρεμήστε. Έρχομαι. Είμαι εδώ για ό,τι κι αν με χρειαστείτε». Ο Ράνσομ τινάχτηκε και άπλωσε βιαστικά το χέρι για να πιάσει ένα πουκάμισο που ήταν ριγμένο στην πλάτη του καναπέ. Χρειάστηκε να ψηλαφίσει λιγάκι γύρω για να το βρει. «Ποιος είναι;» ρώτησε η Ίζι πιάνοντας το παλτό του. Όποια κι αν ήταν η επισκέπτρια, εκείνος ήθελε να είναι ευπαρουσίαστος γι’


αυτήν. «Η δεσποινίς Πέλχαμ». Πέρασε με νευρικές κινήσεις το πουκάμισο από το κεφάλι του, τινάζοντας πέρα δώθε τα χέρια για να φορέσει τα μανίκια, και ύστερα δέχτηκε το παλτό που του πρόσφερε. «Η κόρη του εφημέριου. Μία ακόμα γυναίκα που χώνει τη μύτη της παντού και αδυνατώ να ξεφορτωθώ». Για όνομα του Θεού! Του ρίχνονταν ακόμα και οι κόρες των εφημέριων; Η Ίζι δεν δυσκολευόταν να το πιστέψει, αλλά το θεώρησε λιγάκι αποκαρδιωτικό. Μα τι σκεφτόταν; Θαρρείς και είχε κάποιο δικαίωμα απέναντι σ’ αυτόν τον άντρα. Ένα φιλί στο σκοτάδι, και είχε μετατραπεί σε ζηλιάρα μέγαιρα. Κατέπνιξε τη ζήλια της. Τότε μπήκε στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου μια νέα γυναίκα, και η ζήλια επέστρεψε ευθύς. Η Ίζι είχε επισκεφθεί τη Βασιλική Αυλή, είχε πάει σε πολλές δεξιώσεις, μάλιστα παρευρέθηκε σε μια δυο χοροεσπερίδες στο Λονδίνο. Θα μπορούσε να πει με πάσα ειλικρίνεια πως αυτή ήταν η ομορφότερη γυναίκα που είχε δει στη ζωή της. Χρυσαφένια μαλλιά, με μπουκλίτσες να πλαισιώνουν δεξιοτεχνικά το πρόσωπό της. Κορδέλες κρέμονταν από το γαλάζιο φόρεμά της από μουσελίνα. Ελκυστική σιλουέτα. Εξασκημένο χαμόγελο. Αψεγάδιαστα δαντελωτά γάντια. «Εξοχότατε;» είπε η νεαρή γυναίκα με έναν αναστεναγμό ανακούφισης, με το χέρι στο στέρνο. «Είστε καλά… Δόξα τω Θεώ! Περίμενα να σας βρω πεσμένο κάτω, να παραληρείτε από τον πυρετό μετά απ’ όσα άκουσα από τον κύριο Ντάνκαν. Δεν μπορεί να είναι αλήθεια. Αποκλείεται να δεχτήκατε την επίσκεψη της…» Τότε το βλέμμα της έπεσε στην Ίζι και σταμάτησε απότομα. «Ω! Είναι αλήθεια. Είναι εδώ». Το καλάθι που κρατούσε η δεσποινίς Πέλχαμ έπεσε και ύψωσε τις παλάμες στα μάγουλα. «Είσαι η Ίζι Γκουντνάιτ;» Η Ίζι έκανε μια μικρή υπόκλιση. «Η Ίζι Γκουντνάιτ;» «Ναι. Εγώ είμαι». Η νεαρή γυναίκα έβγαλε μια μικρή κραυγή ενθουσιασμού. «Με συγχωρείς. Δεν μπορώ να το πιστέψω ότι βρίσκεσαι εδώ. Πραγματικά εδώ, τόσο κοντά στο σπίτι μου. Ω, πες μου, σε παρακαλώ, ότι θα μας επισκεφθείς στην κατοικία του πατέρα μου!» «Ε… είμαι σίγουρη πως θα το ήθελα πολύ, δεσποινίς Πέλχαμ». «Τι τιμή, ειλικρινά! Αλλά δεν μπορώ να φανταστώ τι σε φέρνει στο Νορθάμπερλαντ». «Αυτό», αποκρίθηκε η Ίζι κι έδειξε με ένα νεύμα γύρω τους. «Το Κάστρο


Γκόστλεϊ. Το κληρονόμησα από τον εκλιπόντα Κόμη του Λάινφορθ». «Το κληρονόμησες; Αυτό;» Τα μάτια της νεαρής γυναίκας άνοιξαν διάπλατα. «Δεν το πιστεύω». Η Ίζι χαμογέλασε. «Ήταν ένα σοκ για όλους μας. Ο Εξοχότατος κι εγώ διαπραγματευόμαστε τη σχέση μας ως σπιτονοικοκυρά και ενοικιαστής». Η δεσποινίς Πέλχαμ τινάχτηκε, και τα τακούνια της χτύπησαν στο πέτρινο δάπεδο. «Θα γίνουμε γειτόνισσες με την Ίζι Γκουντνάιτ!» «Δεσποινίς Πέλχαμ…» διέκοψε ο δούκας. «Διάβασα όλες τις Ιστορίες, ξέρεις… Πολλές φορές. Όταν ήμουν μικρότερη, έκοβα κάθε συνέχεια από το περιοδικό και την κολλούσα στις σελίδες ενός βιβλίου. Το έφερα μαζί μου, για την περίπτωση που αλήθευε η φήμη». Έβαλε το χέρι στο καλάθι κι έβγαλε έναν μεγάλο κακοδεμένο τόμο. «Θα ήταν μεγάλη μου τιμή αν του έβαζες την υπογραφή σου». «Δεσποινίς Πέλχαμ». «Ω, μου είναι αδύνατο να μη ρωτήσω», ξεφούρνισε εκείνη. «Μπορώ να έχω μια μπούκλα από τα μαλλιά σου, δεσποινίς Γκουντνάιτ; Για το βιβλίο». «Δεσποινίς Πέλχαμ!» τη διέκοψε ο Ράνσομ, τρομάζοντας και τις δύο γυναίκες. «Η δεσποινίς Γκουντνάιτ έχει την εσφαλμένη εντύπωση ότι θα ήταν ασφαλές να μείνει στο κάστρο μέχρι να λυθεί η περιουσιακή μας διαφορά. Έχεις την καλοσύνη να με βοηθήσεις να την πείσω ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατο;» Η δεσποινίς Πέλχαμ έβγαλε ένα παρατεταμένο «Ωωω! Ω, όχι». Η νεαρή γυναίκα άφησε το βιβλίο κατά μέρος. Καθώς πλησίαζε, το άρωμα της έγινε υπερβολικά γλυκερό. Η Ίζι αναγνώρισε βανίλια και… γαρδένιες; Το λευκό δαντελένιο γάντι τυλίχτηκε προστατευτικά γύρω από τον καρπό της Ίζι. «Δεσποινίς Γκουντνάιτ, δεν μπορείς να μείνεις εδώ μόνη μαζί του…» της είπε ψιθυριστά. «Έρχομαι εδώ και μήνες σ’ αυτό το μέρος, δίχως επιτυχία. Ο άνθρωπος αυτός είναι σωστός βάρβαρος». Η Ίζι την κοίταξε μην μπορώντας να πιστέψει στα αφτιά της. Μήπως νόμιζε πως ο δούκας δεν μπορούσε να ακούσει τα ψιθυρίσματά της; Ο Ρόθμπουρι συνέχισε: «Τώρα πες της ότι το μεγαλύτερο τμήμα του κάστρου δεν μπορεί να κατοικηθεί». «Έχει δίκιο, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Ζω στη βάση του λόφου όλη μου τη ζωή, και, σε μερικά σημεία, το μέρος αυτό βρίσκεται σε κακό χάλι. Σάπια δοκάρια, ζωύφια. Μόνο ασφαλές δεν είναι». «Πολύ σωστά», τόνισε εκείνος. «Τώρα εξήγησέ της, σε παρακαλώ, ότι δεν βρισκόμαστε στο Λονδίνο ή στο Γιορκ. Είμαστε στην επαρχία, και οι άνθρωποι τηρούν τις παραδοσιακές αξίες. Μια ανύπαντρη γυναίκα δεν μπορεί να μείνει


στο ίδιο σπίτι με έναν ανύπαντρο άντρα». «Όλα αυτά αληθεύουν», συμφώνησε η δεσποινίς Πέλχαμ. «Τα κουτσομπολιά θα είναι πολύ φαρμακερά. Οι χωρικοί δεν θα ήθελαν να έχουν καμία σχέση μαζί σου». Ο Ρόθμπουρι σταύρωσε τα μπράτσα του. «Εντάξει λοιπόν… Το ζήτημα τακτοποιήθηκε, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Δεν μπορείς να παραμείνεις εδώ και να μείνεις μόνη μαζί μου. Απλώς είναι αδιανόητο. Είμαι σίγουρος ότι η δεσποινίς Πέλχαμ θα χαρεί πάρα πολύ να…» «Να μείνει μαζί μου;» τον διέκοψε η Ίζι. «Τι;» Το πιγούνι του τινάχτηκε από την έκπληξη. Ω, αυτό ήταν καλή ιδέα. Τώρα είχε το πάνω χέρι. «Η δεσποινίς Πέλχαμ θα μπορούσε να μείνει μαζί μου», εξήγησε εκείνη. «Για να μου κάνει συντροφιά, για λίγες μόνο εβδομάδες. Αν έχει την καλοσύνη και δεχτεί». «Να μείνω; Για να κάνω συντροφιά στην Ίζι Γκουντνάιτ;» Η δεσποινίς Πέλχαμ έσφιξε τόσο δυνατά το μπράτσο της Ίζι, που την πόνεσε. «Δεν θα επιθυμούσα τίποτα περισσότερο από το να σε βοηθήσω σε ό,τι χρειαστείς». Είχε αρχίσει να γίνεται φανερό πως η δεσποινίς Πέλχαμ ήταν μια πολύ εξυπηρετική δεσποινίς. Ακόμα κι αν η βοήθειά της δεν ήταν απαραίτητη ή επιθυμητή. «Θα σου είμαι υπόχρεη, δεσποινίς Πέλχαμ», αποκρίθηκε η Ίζι. «Είμαι σίγουρη πως ο πατέρας θα μου το επιτρέψει. Είναι μια εξαιρετική λύση για όλους μας». «Τον δούκα πρέπει να ευχαριστήσουμε. Νομίζω πως αυτός το πρότεινε». Εκείνος δεν μπορούσε να το δει. Παρ’ όλα αυτά, η Ίζι αψήφησε το άγριο βλέμμα του με ένα χαμόγελο. «Δεν είναι πανέξυπνος;»


Κεφάλαιο 8 Μέσα σε λίγα λεπτά η απόφαση είχε παρθεί. Η δεσποινίς Πέλχαμ ήταν κατενθουσιασμένη. Ο Ντάνκαν προσφέρθηκε να την πάει στο πρεσβυτέριο για να φέρει τα πράγματά της. «Ωραία», είπε η Ίζι χτυπώντας τις παλάμες μόλις έφυγαν οι δυο τους. Στράφηκε προς τον δούκα. «Όλα τακτοποιήθηκαν. Όσο αυτοί θα λείπουν, εμείς μπορούμε να ξεκινήσουμε τη δουλειά». «Τι στην ευχή ήταν αυτό;» τη ρώτησε ο Ράνσομ. «Για ποιο πράγμα μιλάς;» «Για σένα. Για τη συμπεριφορά σου από τη στιγμή που ήρθε η δεσποινίς Πέλχαμ. Σαν να έγινες εντελώς διαφορετικός άνθρωπος», απάντησε και μιμήθηκε τον κοριτσίστικο τόνο της φωνής της, «Ω, ναι, δεσποινίς Πέλχαμ», «Θα σου είμαι υπόχρεη, δεσποινίς Πέλχαμ». Η Ίζι αναστέναξε. «Δεν υπάρχει κανένας λόγος να σε ανη- συχεί αυτό». «Δεν με ανησυχεί. Ζηλεύω. Γιατί αυτή να βλέπει την υπάκουη δεσποινίδα Γκουντνάιτ κι εγώ να βλέπω μια μέγαιρα με την απειλητική νυφίτσα της;» «Επειδή είναι Μοράγγλια». «Τι πράγμα;» «Μοράγγλια. Οι ιστορίες του πατέρα μου διαδραματίζονταν σε μια φανταστική χώρα που τη λένε Μοράγγλια. Οι πιο ένθερμοι θαυμαστές του αυτοαποκαλούνται Μοράγγλιοι. Έχουν ιδρύσει λέσχες, οργανώνουν συγκεντρώσεις, εκδίδουν εγκύκλιους. Και προσδοκούν από την Ίζι Γκουντνάιτ μια κάποια αθωότητα. Δεν θέλω να τους απογοητεύσω, αυτό είναι όλο». Εκείνος χτύπησε ρυθμικά τα δάχτυλά του στη ράχη μιας καρέκλας. «Ώστε έτσι… Δηλαδή, αν διαβάσω τις ιστορίες του πατέρα σου, αυτό σημαίνει ότι θα είσαι ταπεινή και υπάκουη μαζί μου;» «Όχι». Δεν επρόκειτο να γίνει ούτε ταπεινή ούτε υπάκουη μαζί του και δεν θα του επέτρεπε ποτέ να διαβάσει τις Ιστορίες Γκουντνάιτ. Αυτή η πιθανότητα αποκλειόταν. Στην πραγματικότητα, η πιθανότητα αυτή ήταν τόσο μακρινή, που βρισκόταν σε άλλη ήπειρο. «Ακόμα κι αν διάβαζες τις ιστορίες του πατέρα μου, αμφιβάλλω αν θα τις απολάμβανες. Απαιτούν από τον αναγνώστη να έχει…»


«Ευπιστία;» συμπλήρωσε εκείνος. «Αμάθεια; Πεισματάρικη ηλιθιότητα;» «Καρδιά. Απαιτούν από τον αναγνώστη να έχει καρδιά». «Τότε έχεις δίκιο. Δεν κάνουν για μένα. Και το βέβαιο είναι ότι δεν πρόκειται να αυτοαποκαλούμαι Μωρόγγλιος». «Μοράγγλιος». «Σοβαρά τώρα», της είπε, εμφανώς ενοχλημένος, «έχει καμιά σημασία;». «Όχι. Όχι για σένα», του απάντησε και πλησίασε το τραπέζι. «Και, ούτως ή άλλως, δεν έχουμε χρόνο για να διαβάζουμε ιστορίες. Όταν έχουμε να κοιτάξουμε όλη αυτή την αλληλογραφία». Ατένισε εξεταστικά τον σωρό από επιστολές και δέματα, ενώ σκεφτόταν από πού να ξεκινήσει. «Μου φαίνεται πως είναι παρατημένα χρονολογικά. Τα πιο παλιά γράμματα είναι αυτά που βρίσκονται πιο κοντά μου και τα πιο καινούρια είναι απλωμένα στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Θέλεις να ξεκινήσω με τα παλιά ή τα καινούρια;» «Τα παλιά», της απάντησε χωρίς να διστάσει. «Αν είναι να καταλάβω τι συμβαίνει εδώ πέρα, πρέπει να ξεκινήσω από την αρχή». Η ανάγνωση όλων των επιστολών πιθανόν να τους έπαιρνε εβδομάδες, αλλά η Ίζι δεν είχε πρόβλημα. Όσο περισσότερη δουλειά είχε, τόσο περισσότερα χρήματα θα πληρωνόταν για να κάνει επισκευές στο κάστρο. Και για να είναι ειλικρινής, όσο δύσκολο κι αν ήταν να ζει με τον Δούκα του Ρόθμπουρι, δεν ανυπομονούσε να μείνει μόνη σ’ αυτό το μέρος. Όχι προτού κάνει μια καλή φασίνα. Ίσως και εξορκισμό. «Πολύ καλά. Θα ξεκινήσω από την αρχή. Ενώ θα τα διαβάζω, θα τα ταξινομώ σε δύο διαφορετικές στοίβες: στα Σημαντικά, προκειμένου να διαβαστούν ξανά, και στα Ασήμαντα, τα οποία θ’ αφεθούν κατά μέρος. Συμφωνείς με αυτό το σχέδιο;» «Ναι», απάντησε εκείνος και ξάπλωσε στον καναπέ, απλώνοντας το κορμί του σε όλο του το μήκος. Ήταν αρκετά μεγάλος ο καναπές, αλλά και ο ίδιος ήταν μεγαλόσωμος. Ο Μάγκνους κουλουριάστηκε δίπλα του. «Δηλαδή, όσο εγώ θα διαβάζω, εσύ απλώς θα είσαι ξαπλωμένος εκεί; Σαν ηλικιωμένη κυρία στο ανάκλιντρό της;» «Όχι. Θα είμαι ξαπλωμένος εδώ ως δούκας που αναπαύεται στο κάστρο του». Χα! Καλά θα έκανε να αναπαυτεί όσο είχε ακόμα τη δυνατότητα. Δεν θα έμενε στο κάστρο του για καιρό. Χρησιμοποιώντας έναν χαρτοκόπτη που βρήκε εκεί κοντά, η Ίζι ξεκίνησε να σπάζει σφραγίδες και να ανοίγει παλιούς φακέλους. Άνοιξε τον πρώτο και τον


πιο παχύ που έπιασαν τα δάχτυλά της. Φαίνεται πως έκανε καλή επιλογή. Από τον φάκελο έπεσε μια μακριά λίστα με σημειωμένες σειρές, νούμερα και χρηματικά ποσά. «Αυτός φαίνεται πολλά υποσχόμενος», είπε. «Τότε μη με πιλατεύεις, Γκουντνάιτ. Απλώς διάβασέ τον». «“Εξοχότατε”», ξεκίνησε να διαβάζει, «“μόλις πληροφορηθήκαμε την είδηση του πρόσφατου τραυματισμού σας, θορυβηθήκαμε πολύ. Παρακαλούμε, δεχτείτε τις ευχές μας για ταχεία ανάρρωση και καλή υγεία. Σύμφωνα με το αίτημά σας, θα αποστέλλουμε την αλληλογραφία σας, που αφορά τα περιουσιακά σας στοιχεία, στην ιδιοκτησία σας στο Νορθάμπερλαντ, στο Κάστρο Γκόστλεϊ, μέχρις ότου ενημερωθούμε για το αντίθετο. Στον φάκελο περικλείεται μια λίστα όλων των λογαριασμών και των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν μέσω του κληρονομικού λογαριασμού τις προηγούμενες…”» Ο δούκας τη διέκοψε. «Αντιλαμβάνεσαι τι είναι αυτό που κάνεις;» «Τι κάνω;» «Διαβάζεις με διαφορετική φωνή». «Δεν κάνω κάτι τέτοιο». Αισθάνθηκε τα μάγουλά της να ζεσταίνονται. «Σοβαρά;» «Ναι. Το κάνεις. Δεν ήξερα πως ο λογιστής μου ακούγεται σαν τον ΑϊΒασίλη». Εντάξει λοιπόν. Όντως διάβαζε το γράμμα με έναν πομπώδη, υπαλληλικό, χαμηλό τόνο. Και τι έγινε; Η Ίζι δεν θεωρούσε πως υπήρχε λόγος να παραπονιέται. «Τα πάντα είναι πιο διασκεδαστικά όταν διαβάζω με άλλη φωνή», είπε. Ανασήκωσε ελαφρώς τους ώμους και συνέχισε να διαβάζει. «“Στον φάκελο περικλείεται μια λίστα όλων των λογαριασμών και των πληρωμών που πραγματοποιήθηκαν μέσω του κληρονομικού λογαριασμού τις προηγούμενες δύο εβδομάδες”. Και τώρα ακολουθεί η λίστα. Ο έμπορος κρασιού πληρώθηκε εκατόν πενήντα λίρες. Ένα άλογο που αγοράστηκε σε δημοπρασία, οχτακόσιες πενήντα. Μηνιαία πίστωση στη χαρτοπαικτική λέσχη Νταρκ Λάιον, τρακόσιες». Κρασί, γρήγορα άλογα, τζόγος… Όσο περισσότερο προχωρούσε τούτη η λίστα, τόσο πιο αποκρουστικό γινόταν το πορτρέτο που παρουσίαζε. Πάντως, αυτό που κίνησε περισσότερο το ενδιαφέρον της ήταν η επόμενη αράδα. «“Αγαθοεργή συνεισφορά για τη στήριξη των κυριών που πραγματοποιούν Εκστρατεία υπέρ της Εγκράτειας στο Αλκοόλ…”» Τον κοίταξε


πάνω από τη σελίδα. «Δέκα ολόκληρες γκινέες. Τι γενναιοδωρία!» «Προκειμένου να μην ισχυριστεί ποτέ κανένας ότι δεν κάνω αγαθοεργίες». «Υπάρχουν καταχωρίσεις για τους μισθούς υπηρετών, τον πλανόδιο έμπορο… Τίποτα δεν μου φαίνεται ασυνήθιστο». Η Ίζι μισόκλεισε τα μάτια για να διαβάσει μια προχειρογραμμένη αράδα. «Εκτός απ’ αυτό. Εκατόν σαράντα λίρες πληρωτέες στο Κρυφό Μαργαριτάρι. Τι είναι αυτό; Κοσμηματοπωλείο;» «Όχι». Ένα –οικείο πλέον– μειδίαμα απλώθηκε στα χείλη του. «Παρ’ όλα αυτά, εκεί εκθέτουν λογιών λογιών όμορφα στολίδια». «Ω». Τότε αντιλήφθηκε τη σημασία πίσω από αυτή την πονηρή απάντηση και την κατεργάρικη έκφραση. Το Κρυφό Μαργαριτάρι ήταν, φυσικά, ένας οίκος ανοχής. Και η ίδια ήταν ανόητη. «Μπορείς να το αποκαλέσεις φιλανθρωπικό ίδρυμα αν θέλεις», συνέχισε ο Ράνσομ. «Μερικές από κείνες τις δύστυχες γυναίκες δεν διέθεταν και πολλά ενδύματα». Η Ίζι τον αγνόησε. Σήκωσε ψηλά το γράμμα. «Σημαντικό ή Ασήμαντο;» «Σημαντικό», της απάντησε. «Οτιδήποτε έχει να κάνει με χρήματα είναι σημαντικό». Η Ίζι άφησε το γράμμα σ’ ένα άδειο σημείο στο τραπέζι, το οποίο θα αποτελούσε τη βάση ενός σωρού, μικρού μεν, αλλά που θα μεγάλωνε βαθμιαία. Κοίταξαν τους φακέλους έναν έναν. Μερικές προσκλήσεις για κοινωνικές εκδηλώσεις που είχαν γίνει προ πολλού κατέληξαν στον σωρό των Ασήμαντων, όπως και οι εφημερίδες που έφτασαν μήνες νωρίτερα και οι εκκλήσεις για προσφορά ελεημοσύνης. Αναφορές σχετικά με την κινητή και ακίνητη περιουσία και τα λογιστικά έγγραφα πήγαν στον σωρό των Σημαντικών. Η Ίζι τράβηξε έναν λεπτό φάκελο από τη θάλασσα των αδιάβαστων επιστολών. «Αυτό έχει τη σφραγίδα ενός μέλους του Κοινοβουλίου. Πρέπει να είναι ιδιαίτερα σημαντικό». «Αν νομίζεις ότι κάθε επιστολή που φέρει τη σφραγίδα μέλους του Κοινοβουλίου είναι σημαντική, τότε πρέπει να έχεις μια πολύ παραμυθένια εντύπωση για την κυβέρνηση. Αλλά μπορείς ελεύθερα να το διαβάσεις». Καθώς άνοιγε το γράμμα, οι αισθήσεις της δέχτηκαν την επίθεση ενός πολυκαιρισμένου, ξινισμένου αρώματος. Ο γραφικός χαρακτήρας ήταν δυσανάγνωστος, γεμάτος φιοριτούρες – υπερβολικά θηλυκός. Απ’ ό,τι φαινόταν, το γράμμα δεν γράφτηκε προσωπικά από το μέλος του Κοινοβουλίου. Το πιθανότερο είναι να γράφτηκε από τη σύζυγό του. «“Ρόθμπουρι”», ξεκίνησε να διαβάζει η Ίζι.


Ε λοιπόν, τούτη η προσφώνηση φανέρωνε μεγάλη οικειότητα. Το γράμμα πρέπει να ήταν από κάποια που τον γνώριζε καλά. Συνέχισε. «“Σίγουρα θα εκπλήσσεται που μαθαίνεις νέα μου. Έχουν περάσει πολλοί μήνες, κι εμείς οι δύο δεν είμαστε από τους ανθρώπους που ανταλλάσσουμε τρυφερές, μακροσκελείς επιστολές. Αλλά τι είναι αυτά που ακούω; Υπέστης έναν μυστηριώδη τραυματισμό; Και μάλιστα στο Νορθάμπερλαντ, σ’ ένα μέρος ξεχασμένο από τον Θεό; Οι φήμες οργιάζουν. Κάποιοι λένε πως έχασες το ένα μάτι, τη μύτη σου ή και τα δύο. Άλλοι επιμένουν πως έχασες το χέρι σου. Εγώ, φυσικά, ελάχιστα ενδιαφέρομαι για το ποια μέλη σού λείπουν, αρκεί να μην έχει πάθει τίποτα η εξαιρετικά πονηρή γλώσσα σου και να μην έχεις χάσει ούτε ένα εκατοστό από το εκπληκτικό…”» Η Ίζι πάγωσε, ανίκανη να συνεχίσει. «Συνέχισε», είπε ο δούκας. «Αυτό το γράμμα μ’ άρεσε. Και άλλαξα γνώμη· είσαι ελεύθερη να φανείς δημιουργική με τη φωνή σου. Αν το διάβαζες με χαμηλή, βραχνή φωνή, θα ήταν υπέροχα». «Δεν νομίζω πως είναι απαραίτητο να συνεχίσω. Είναι εμφανές ότι αυτό το γράμμα ανήκει στον σωρό με τα Ασήμαντα». «Ω δεσποινίς Γκουντνάιτ…» της είπε υψώνοντας το φρύδι από την ανέγγιχτη πλευρά του προσώπου του. «Πού έχεις στραμμένη η προσοχή σου; Δεν υπάρχει τίποτα το ασήμαντο σ’ αυτό το γράμμα». Η Ίζι είχε κοκκινίσει από αμηχανία. «Μη νομίζεις ότι θα με κάνεις να ντραπώ με τη σεμνότυφη σιωπή σου. Διόλου δεν ντρέπομαι. Επειδή εσύ αποκτάς φίλους με το να συμπεριφέρεσαι θαρρείς και βρέθηκες κάτω από τα φύλλα ενός γογγυλιού και σε μεγάλωσαν νάνοι, αυτό δεν σημαίνει πως οι πάντες απολαμβάνουν τη σεμνοτυφία». «Σεμνοτυφία;» επανέλαβε εκείνη. «Δεν είμαι σεμνότυφη». «Φυσικά και όχι. Το γεγονός ότι σταμάτησες να διαβάζεις το γράμμα δεν έχει καμία σχέση με το ότι είσαι η αθώα λατρεμένη όλης της Αγγλίας». Τύλιξε τα χέρια του στον σβέρκο του και ακούμπησε τις μπότες του στο άλλο μπράτσο του καναπέ. Αν ήταν να απαθανατίσει κάποιος καλλιτέχνης αυτή την εικόνα, θα την τιτλοφορούσε ως εξής: «Το πορτρέτο της αυταρέσκειας». Ήθελε να τον ταρακουνήσει. «Πέος», ξεφούρνισε. «Ορίστε. Το είπα. Δυνατά. Ορίστε, θα το ξαναπώ. Πέος. Πέος, πέος, πέος. Και όχι οποιοδήποτε πέος». Κοίταξε το χαρτί, και η φωνή της χαμήλωσε και μετατράπηκε σε βραχνό γουργούρισμα. «“Το εκπληκτικό πέος σου, που λαχταράω να ξανανιώσω βαθιά μέσα μου”». Ο δούκας σώπασε.


Εκείνη ξέσφιξε το χέρι της, αφήνοντας το γράμμα να πέσει. «Είσαι ικανοποιημένος;» «Στην πραγματικότητα, Γκουντνάιτ», είπε, ενώ ανακάθισε στον καναπέ και αναδεύτηκε αμήχανα, «μόνο ικανοποιημένος δεν είμαι. Και, ειλικρινά, λυπάμαι που σε πίεσα». «Ωραία». Η Ίζι ξεφύσηξε, παραμερίζοντας μια αδέσποτη τούφα από το μέτωπό της. Ένιωθε όλο της το κορμί να καίει και να πονάει, ενώ ανάμεσα στους μηρούς της κατακάθισε ένας χαμηλός παλμός. Και, το χειρότερο όλων, το μυαλό της βούιζε σαν κυψέλη από την περιέργεια. Πώς ερμηνευόταν το «εκπληκτικό» όσον αφορά την περιγραφή ενός αντρικού οργάνου; Υπέθεσε ότι στο γράμμα θα υπήρχαν κάποια στοιχεία. Κάτι σχετικό με τα πολύτιμα εκατοστά και την ικανότητα να φτάνει σε απύθμενα βάθη. Στήριξε τους αγκώνες της στο τραπέζι και άπλωσε τον δείκτη της στον αέρα. Πόσο να ήταν άραγε; Δώδεκα εκατοστά το πολύ; Τα δώδεκα εκατοστά δεν της φαινόταν σαν μέγεθος που μπορούσε να θεωρηθεί εκπληκτικό. Άπλωσε και τους δύο δείκτες της, αγγίζοντας με την άκρη του ενός την αρχή του άλλου. Το μήκος τους συνδυασμένο ήταν περισσότερο εντυπωσιακό. Αλλά λιγάκι τρομακτικό. «Γκουντνάιτ». Ω Θεέ μου. Ο αγκώνας της γλίστρησε, στέλνοντας μια δεσμίδα από γράμματα στο πάτωμα. Ευτυχώς που δεν μπορούσε να τη δει. «Ναι;» «Σκοπεύεις να συνεχίσεις τη δουλειά σου;» «Μάλιστα. Μάλιστα, Εξοχότατε. Φυσικά». Αρκετά με τις επιστολές από τις πρώην ερωμένες. Η Ίζι έψαξε τα γράμματα, με την ελπίδα να επιλέξει κάτι πεζό και βαρετό. Μια αναφορά για την πορεία της καλλιέργειας βρόμης των κολίγων του. Κάτι που να μην περιέχει καμία ένδειξη της καριέρας του ως αρρενωπού, αμετανόητου, εκπληκτικού σάτυρου. «Εδώ υπάρχει κάτι που εστάλη ως επείγον», είπε ξεχωρίζοντας έναν τσαλακωμένο φάκελο από τη βάση του σωρού. «Σ’ το έστειλαν στο Λονδίνο, αλλά οι άνθρωποί σου πρέπει να το προώθησαν σ’ αυτή τη διεύθυνση». Εκείνος ανακάθισε με μεγάλο ενδιαφέρον. «Διάβασέ το». «“Εξοχότατε”», ξεκίνησε να διαβάζει η Ίζι. Αλλά προτού συνεχίσει, χαμήλωσε το γράμμα. «Τι παράξενο! Πρέπει να έχω ανοίξει ήδη καμιά εικοσαριά γράμματα. Κανένα απ’ όλα αυτά δεν ξεκίνησε με


μια θερμή προσφώνηση. Με ένα “Αγαπητέ δούκα” ή “Πολυαγαπημένε Ρόθμπουρι”». «Δεν είναι να εκπλήσσεσαι», της δήλωσε ορθά κοφτά. «Έτσι έχουν τα πράγματα». Εκείνη άφησε ένα γελάκι. «Ασφαλώς, όχι πάντα. Ανάμεσα σε τούτα τα εκατοντάδες γράμματα, κάποιο πρέπει να είναι έστω και λίγο τρυφερό». «Αν θέλεις, μπορείς να το πιστεύεις. Αλλά εγώ δεν θα ήμουν τόσο σίγουρος στη θέση σου». Αλήθεια; Ούτε ένα γράμμα; Η Ίζι δάγκωσε το χείλος της, νιώθοντας λιγάκι άσχημα που έθιξε αυτό το θέμα. Ωστόσο, το γεγονός ότι κανένας δεν τόλμησε να τον προσφωνήσει με θέρμη οφειλόταν αποκλειστικά στο ότι το απαγόρευε ο ίδιος τόσο αμείλικτα. Ασφαλώς και θα υπήρχε κάποιος κάπου που θα τον έβρισκε αξιαγάπητο – τουλάχιστον, αξιοθαύμαστο. Και η Ίζι ευχόταν να το έκανε για λόγο που δεν είχε να κάνει με τα οικονομικά ή τα σωματικά του προσόντα. Επέστρεψε στο γράμμα που κρατούσε στο χέρι της. Αφού διάβασε μερικές αράδες, συνειδητοποίησε πως ήταν πολύ διαφορετικό από κείνο που διάβασε προηγουμένως. «“Εξοχότατε. Μέχρι τώρα θα έχεις διαπιστώσει πως έχω φύγει. Μη νομίζεις ότι θα το μετανιώσω. Λυπάμαι ειλικρινά για ένα μόνο πράγμα, κι αυτό είναι που δεν είχα το κουράγιο να σ’ το πω ευθέως”». Οι μπότες του δούκα χτύπησαν στο πάτωμα. Σηκώθηκε όρθιος. Η έκφρασή του ήταν βλοσυρή. Αλλά δεν της είπε να σταματήσει. «“Ξέρω καλά”», συνέχισε η Ίζι ξεροβήχοντας, «“πως αυτή τη στιγμή είναι αδύνατο να με συγχωρήσεις, αλλά νιώθω ότι σου οφείλω μια εξήγηση για την πράξη μου. Η καθαρή αλήθεια είναι πως δεν θα μπορούσα ποτέ να σ’ αγα…”» Ο Ρόθμπουρι της πήρε το χαρτί από τα χέρια. Το τσαλάκωσε στην παλάμη του και το πέταξε στο τζάκι. «Ασήμαντο». Ασήμαντο; Κουταμάρες. Η Ίζι ήξερε ότι το περιεχόμενο του γράμματος ήταν σημαντικό. Τόσο σημαντικό, που εκείνος δεν άντεχε καν να το αντιμετωπίσει, κι έτσι της το πήρε από τα χέρια και κατέστρεψε την αλήθεια. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχε κι ένα άλλο σημαντικό γεγονός που έπρεπε να αντιμετωπιστεί, και δεν είχε καμία σχέση με την αλληλογραφία. Τον κοίταξε κατάματα. «Είσαι παλιάνθρωπος και ψεύτης. Δεν είσαι τυφλός».


Κεφάλαιο 9 «Δεν είσαι τυφλός», επανέλαβε. Η δήλωση αυτή τον εξέπληξε, αλλά όχι δυσάρεστα. Ήταν ικανός να συζητάει όλη τη μέρα για την άθλια όρασή του, αρκεί να ξεχνιόταν αυτό το αναθεματισμένο γράμμα. Η ανόητη γυναίκα που το έγραψε έπρεπε να κάνει οικονομία στη μελάνη της. Αν ήταν για κείνον αδύνατο να τη συγχωρήσει τότε, ήταν πια εντελώς ακατόρθωτο. «Είμαι τυφλός», την πληροφόρησε. «Αν δεν ήμουν τυφλός, γιατί να παριστάνω τον τυφλό;» «Ναι, αλλά έκανες αυτά τα πέντε βήματα και μου άρπαξες το γράμμα από τα χέρια χωρίς να διστάσεις. Χωρίς να ψηλαφίσεις». Σώπασε για λίγο. «Και πολύ συχνά ο τρόπος σου να με κοιτάζεις… με κάνει ν’ απορώ. Μερικές φορές φαίνεται σαν να είσαι τελείως τυφλός κι άλλες όχι». «Αυτό συμβαίνει επειδή μερικές φορές είμαι τελείως τυφλός κι άλλες όχι». «Δεν καταλαβαίνω». «Δεν είσαι η μόνη. Το ίδιο συμβαίνει και με όλο το ιατρικό κατεστημένο. Μου έχουν πει πως η ζημιά είναι στο νεύρο. Εσωτερική. Η κατάστασή μου δεν είναι σταθερή. Μερικές ώρες της μέρας διακρίνω σχήματα και σκιές. Κάποια θαμπά χρώματα. Ιδίως προς τα αριστερά μου. Άλλες φορές, τα πάντα είναι μια σκοτεινή ομίχλη. Το πρωί είμαι καλύτερα». Η Ίζι ίσιωσε αργά την πλάτη και σηκώθηκε. «Τι βλέπεις όταν κοιτάζεις εμένα; Πες μου με ακρίβεια». Ο δούκας άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί πάνω της. «Δεν βλέπω τίποτα με “ακρίβεια”. Διακρίνω πως είσαι λεπτή. Βλέπω ότι φοράς λευκά ή κάποιο ανοιχτό χρώμα. Το πρόσωπό σου είναι χλωμό, τα χείλη σου κοκκινωπά. Και το κεφάλι σου είναι σαν να δέχτηκε επίθεση από ένα σκούρο καφέ χταπόδι». «Αυτά είναι τα μαλλιά μου». Ο Ράνσομ ανασήκωσε τους ώμους. «Με ρώτησες τι βλέπω. Βλέπω πλοκάμια». Όταν διαισθάνθηκε την ενόχλησή της από αυτή την απάντηση, χάρηκε. Τι περίμενε; Κομπλιμέντα; Δεν επρόκειτο να της πει ότι το στόμα της θύμιζε πιτσιλιά κρασιού που ήθελε να γλείψει. Ή πως οι καμπύλες της έκαναν τα χέρια του να λαχταρούν να τις αγγίξει και να τις χαϊδέψει. Ακόμα κι αν όλα αυτά ήταν αλήθεια. «Ποιος άλλος ξέρει τα πάντα για τον τραυματισμό σου;» τον ρώτησε.


«Μόνο κάποιοι άχρηστοι γιατροί, ο Ντάνκαν και… πλέον εσύ». Ο Ράνσομ σκόπευε να αφήσει την κατάσταση όπως έχει. Αντιμετώπιζε ήδη αρκετά προβλήματα προσπαθώντας να πνίξει τις δικές του ανόητες ελπίδες. Δεν θα άντεχε και τις προσδοκίες των άλλων. Αν, για παράδειγμα, ήξερε η Αμπιγκέιλ Πέλχαμ ότι μερικές φορές μπορούσε να δει, δεν θα τον άφηνε σε χλωρό κλαρί. Θα έγραφε σε ειδικούς στο Λονδίνο προκειμένου να μάθει ασκήσεις ενδυνάμωσης της όρασης και θα του έκανε χίλιες δυο ερωτήσεις. Ακόμα δεν βελτιώθηκε; Παρατηρείτε κάποια καλυτέρευση; Βλέπετε κάποια διαφορά; Μήπως τώρα; Ή τώρα; Και, ασφαλώς, οι απαντήσεις που θα έπαιρνε δεν θα ήταν τίποτα περισσότερο από ένα όχι, όχι, όχι, όχι. Και όχι. «Αρκετά με τα μάτια μου. Υπάρχουν μόνο δύο πράγματα που πρέπει να ξέρεις. Πρώτον, μπορώ να βρω τον δρόμο μου σε τούτο το κάστρο καλύτερα από σένα. Δεύτερον, δεν μπορώ να διαβάσω μόνος μου αυτά τα γράμματα». Ο Ράνσομ επέστρεψε στον καναπέ και κάθισε. «Επομένως πάρε το επόμενο και συνέχισε». «Μάλιστα, Εξοχότατε». Ευτυχώς, τούτη τη φορά διάλεξε μια άψυχη, βαρετή αναφορά από κάποιον από τους διαχειριστές των κτημάτων του. Κάποιον Τίμονς από το κτήμα στο Σάρεϊ. Έναν εξαιρετικά σχολαστικό άνθρωπο. Ο Θεός να τον έχει καλά! Υπήρχαν άπειρες σελίδες, όπου γνωστοποιούσε στον δούκα την υγεία των προβάτων του και τα σχέδιά του για τις εναλλασσόμενες καλλιέργειες. Εκείνος θα μπορούσε να της ζητήσει να σταματήσει αφού του διάβασε την πρώτη σελίδα. Δεν υπήρχε κάτι που έπρεπε οπωσδήποτε να μάθει σχετικά με τις βελτιώσεις στους παλιούς στάβλους. Αλλά δεν του έκανε καρδιά να τη διακόψει. Του άρεσε να την ακούει να διαβάζει. Του άρεσε υπερβολικά. Όταν άκουγε τη φωνή της, ένιωθε λες κι έπλεε σε ποτάμι. Όχι σε κάποιον κελαρυστό χείμαρρο, που το νερό του πέφτει πάνω σε βράχια, αλλά σ’ έναν ποταμό από άγριο μέλι, βαθύ, που έβγαζε μια χαμηλόφωνη γλυκιά μελωδία. Προκειμένου να επιπλεύσει σ’ αυτόν, θα την άφηνε να του διαβάζει οτιδήποτε. Ακόμα κι εκείνες τις γλυκανάλατες ιστορίες της Μωρογάγγλιας ή πώς αλλιώς τη λένε. «Εδώ υπάρχει κι άλλη μία επιστολή από τον λογιστή», πρόσθεσε εκείνη, αφού πέρασε λίγη ώρα. Θαυμάσια. Μία ακόμα μακροσκελής, ανούσια λίστα πληροφοριών για


ανάγνωση. Παρ’ όλα αυτά, δεν συνέχισε για πολύ. «Παράξενο», είπε. «Τι είναι παράξενο;» τη ρώτησε. «Τα έξοδά σου στον πλανόδιο έμπορο τετραπλασιάστηκαν σε σύγκριση με την προηγούμενη αναφορά». «Και τι με αυτό; Πλανόδιος έμπορος είναι». «Βασικά, ναι… και δεν μπορείς να πεις πως είναι κάποιο σεβαστό ποσό. Αλλά είναι παράξενο που ο οικονόμος σου ξόδεψε ξαφνικά τετραπλάσια χρήματα στα λαχανικά. Και τότε δεν έμενες καν στο σπίτι». Ο Ράνσομ υπέθεσε πως όντως ήταν λιγάκι παράξενο. «Τέλος πάντων», του είπε. «Απλώς το παρατήρησα επειδή εγώ ήμουν που πλήρωνα αυτού του είδους τους λογαριασμούς. Τον χασάπη, τον πλανόδιο έμπορο, την πλύστρα. Για σένα, μάλλον δεν είναι σημαντικό». Όχι, δεν ήταν. Ένα τέτοιο έξοδο αποκλείεται να το παρατηρούσε ο Ράνσομ. Κι αυτό υποδήλωνε ένα πράγμα: αν προσπαθούσε κάποιος να τον κλέψει, ο τέλειος τρόπος για να το καταφέρει θα ήταν να φουσκώσει τον λογαριασμό του πλανόδιου εμπόρου. «Ας συγκρίνουμε τις δύο αναφορές». Πλησίασε και κάθισε δίπλα της στο τραπέζι. «Λεπτομερώς και αργά». «Δώσ’ μου ένα λεπτό να τη βρω». Κανονικά, δεν θα επέλεγε για γραμματέα τη δεσποινίδα Γκουντνάιτ. Ωστόσο, φαινόταν να διαθέτει το κριτικό μάτι που χρειαζόταν. Αν αναλογιστεί κανείς τα χρηματικά ποσά, στα οποία είχαν πρόσβαση ώστε να χρησιμοποιούν –και πιθανόν να καταχράζονται– οι σύμβουλοί του, ίσως η συμφωνία του με αυτή τη γυναίκα αποδεικνυόταν επικερδής. Αλλά δεν είχαν την ευκαιρία να αρχίσουν την προσεκτική εξέταση των λογαριασμών. «Δεσποινίς Γκουντνάιτ!» Ο Ράνσομ μούγκρισε. Είχε επιστρέψει η δεσποινίς Πέλχαμ. «Μην αμφιβάλλεις, δεσποινίς Γκουντνάιτ! Γυρίσαμε. Έφερα όλα μου τα πράγματα από το πρεσβυτέριο, και η μαγείρισσα μαζί με την καμαριέρα μας έρχονται σε λίγο για να μας βοηθήσουν να ξεκινήσουμε». «Θαυμάσια!» αποκρίθηκε η Ίζι ενώ σηκωνόταν από την καρέκλα της. «Έρχομαι αμέσως». Στον Ράνσομ είπε: «Θα χρειαστεί να συνεχίσουμε αύριο, Εξοχότατε». «Για στάσου ένα λεπτό…» αντέδρασε ο Ράνσομ. «Δεν πρόκειται να περιμένω μέχρι αύριο».


«Φοβάμαι πως δεν έχεις επιλογή». Εκεί έκανε λάθος. Ήταν δούκας. Πάντα είχε επιλογή. «Ανέλαβες τη θέση της γραμματέως μου…» της είπε μέσα από τα δόντια του. «Δεν σε πληρώνω διακόσιες λίρες τη μέρα ώστε ν’ αλλάζεις θέση στα έπιπλα και να κρεμάς κουρτίνες. Κάτσε αυτή τη στιγμή και βρες τη λίστα με τους λογαριασμούς». «Άκουσα “παρακαλώ”;» τον ρώτησε και περίμενε για λίγο. «Δεν νομίζω». «Ανάθεμά σε, Γκουντνάιτ!» «Αν θέλεις, μπορείς να μου περικόψεις τον μισθό αυτού του απογεύματος», του είπε καθώς απομακρυνόταν. «Η λογιστική πρέπει να περιμένει μέχρι αύριο. Αν δεν επιτρέψεις σε μένα και στη δεσποινίδα Πέλχαμ να ετοιμάσουμε προτού νυχτώσει μια ζεστή, άνετη κρεβατοκάμαρα, απαλλαγμένη από ποντίκια και νυχτερίδες, σ’ το ορκίζομαι: δεν θα υπάρξει αύριο». «Έλα, δεσποινίς Γκουντνάιτ!» φώναξε η δεσποινίς Πέλχαμ από τον διάδρομο. «Ας αρχίσουμε να μετατρέπουμε αυτό το κάστρο σ’ ένα σωστό σπιτικό!» Σπιτικό. Αυτή η λέξη τον γέμισε τρόμο. Ήταν ανώφελο να αντισταθεί περισσότερο. Η δεσποινίς Γκουντνάιτ ήταν έτοιμη να εγκατασταθεί. Φτιάχνοντας το σπιτικό της. Θαυμάσια. Ο Ράνσομ άρχισε να αναρωτιέται αν έκανε τελικά καλή συμφωνία. Γενικά, όσον αφορά τις νεαρές κυρίες, η δεσποινίς Αμπιγκέιλ Πέλχαμ αντιπροσώπευε όλα όσα οδηγούσαν την Ίζι σε απόγνωση. Από τη στιγμή που περπάτησε –ή, μάλλον, κατέπλευσε– στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, η Ίζι αντιλήφθηκε πως ανήκαν σε διαφορετικά είδη. Η δεσποινίς Πέλχαμ ανήκε στο είδος της νεαρής γυναίκας που έκανε σχέδια, κατάρτιζε λίστες, τηρούσε πιστά ένα πρόγραμμα ομορφιάς και περιποίησης. Ήταν από κείνες που ήξεραν, με κάποιον μαγικό τρόπο, ποια ψάθινα μπονέ θα τους πήγαιναν στο καπελάδικο και ποτέ δεν θα κατέληγαν να μοιάζουν με σκιάχτρο στολισμένο με κορδέλες. Ήταν από κείνες που ευωδίαζαν πάντα βανίλια και γαρδένιες, όχι επειδή της άρεσε να ψήνει γλυκίσματα ή να δουλεύει στον κήπο, αλλά επειδή αποφάσισε πως ήταν το άρωμα-σήμα κατατεθέν της και τοποθετούσε φακελάκια βανίλιας και γαρδένιας εκεί όπου φύλαγε τα εσώρουχά της. Ήταν κάτοχος μιας τέχνης που η ορφανή από μητέρα, αδέξια Ίζι δεν θα κατακτούσε ποτέ. Την τέχνη της θηλυκότητας. Αν συναντούσε τη δεσποινίδα Πέλχαμ σε κάποια δεξίωση, οι δυο τους θα είχαν λιγότερα να πουν απ’ ό,τι ένας ζωηρόχρωμος παπαγάλος που μοιράζεται την κούρνια του με έναν τρυποφράχτη.


Ευτυχώς, δεν βρίσκονταν σε δεξίωση. Θα έκαναν φασίνα, και δεν άργησε να γίνει φανερό ότι σε τούτο το εγχείρημα η Ίζι δεν θα μπορούσε να βρει πιο ενθουσιώδη σύντροφο. Η δεσποινίς Πέλχαμ επιθεώρησε τη δουκική κρεβατοκάμαρα και οσμίστηκε τα σκοροφαγωμένα παραπετάσματα. «Πραγματικά ήταν απαίσιο από μέρους του δούκα που σ’ έφερε σ’ αυτό εδώ το δωμάτιο. Έχει κάποιες προοπτικές. Αλλά δεν είναι το μέρος απ’ όπου μπορείς να κάνεις μια αρχή». «Συμφωνώ». «Σήμερα το πρωί θα δούμε όλο το κάστρο», δήλωσε η δεσποινίς Πέλχαμ και βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο. «Το απόγευμα θα διαλέξουμε το δωμάτιο από το οποίο θα αρχίσουμε», συνέχισε. «Ένα μικρό, που είναι εύκολο να καθαριστεί. Θα το σκουπίσουμε και θα το εξοπλίσουμε με ένα καλό κρεβάτι. Φυσικά, θα ελέγξουμε την καμινάδα. Κάποιες είναι γεμάτες από φωλιές πουλιών κι ένας Θεός ξέρει τι άλλο». Κοντοστάθηκε, ρίγησε… κι έβγαλε μια τσιρίδα. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαίρομαι που το κάνω αυτό! Επιτέλους. Ήταν σωστό βασανιστήριο να μένω όλη μου τη ζωή στη βάση του λόφου κάτω απ’ αυτό το υπέροχο κάστρο και να το βλέπω να ρημάζει ολοένα και περισσότερο. Καιρός ήταν να φέρει νέες δουλειές και πελατεία στους κάτοικους της ενορίας». Η Ίζι παρακολουθούσε με θυμηδία την αδιάκοπη φλυαρία της. Αν είχε κουραστεί έστω και λίγο από το ταχύ βήμα τους η δεσποινίς Πέλχαμ, δεν της φαινόταν καθόλου. Από την πλευρά της, η Ίζι κρατούσε το στόμα της και τα μάτια της ορθάνοιχτα. Καθώς περιδιάβαζαν τους διαδρόμους, το φως της μέρας φανέρωνε ότι τα πιο πολλά δωμάτια ήταν σε αποκαρδιωτική κατάσταση. Τα τζάμια στα περισσότερα παράθυρα ήταν σπασμένα. Οτιδήποτε μπορούσε να φαγωθεί από τους σκόρους ή τα ποντίκια είχε υποστεί αυτό ακριβώς. Τα υπόλοιπα ήταν καλυμμένα από σκόνη και ιστούς αράχνης, που θύμιζαν ένα στρώμα γκρίζου χιονιού. «Πρέπει να βάλουμε ρεαλιστικούς στόχους», πρόσθεσε η δεσποινίς Πέλχαμ. «Τούτο το κάστρο δεν χτίστηκε μέσα σε μία μέρα και αποκλείεται να γίνει κατοικήσιμο σ’ αυτό το διάστημα». «Κρίνοντας από την αρχιτεκτονική του, το χτίσιμό του πρέπει να πήρε αιώνες», παρατήρησε η Ίζι. «Ελπίζω πως δεν θα μας πάρει τόσο για να γίνει κατοικήσιμο». Η δεσποινίς Πέλχαμ γύρισε στη βάση της σκάλας και χαμογέλασε. «Πρέπει να


ξέρεις πολλά για τα κάστρα. Από τον αγαπητό σερ Χένρι, φυσικά». Άντε πάλι. «Ναι», αποκρίθηκε η Ίζι με ένα γλυκερό χαμόγελο. «Πάντα λάτρευα ν’ ακούω τις διαλέξεις του πατέρα μου». «Ήσουν πολύ τυχερή που τον είχες», είπε η δεσποινίς Πέλχαμ και την κοίταξε απ’ την κορφή ως τα νύχια. «Και πόσο έξυπνα φέρθηκες σήμερα! Εγώ πρέπει ν’ αλλάξω και να βάλω το φόρεμα για τις δουλειές, ενώ εσύ έδειξες την προνοητικότητα να το φορέσεις εξαρχής». Η Ίζι άγγιξε το κάτω μέρος του φουστανιού της –που ήταν το καλύτερο πρωινό της ένδυμα– και χαμογέλασε βεβιασμένα. Καθώς έστριβαν σε μια γωνία, είδε μια γνώριμη σκάλα. «Ας ανέβουμε εδώ». Η δεσποινίς Πέλχαμ ακολούθησε με μισή καρδιά. «Δεν μπορεί να υπάρχει τίποτα σπουδαίο εκεί πάνω. Η σκάλα είναι υπερβολικά στενή. Προς το παρόν πρέπει να αντισταθούμε στην παρόρμηση να ψάξουμε κάθε γωνία, αλλιώς δεν θα τελειώσουμε ποτέ την επιθεώρηση του κάστρου. Θα δούμε σήμερα τους περισσότερους πύργους και μέχρι το απόγευμα θα έχουμε περιορίσει τις επιλογές μας για την κρεβατοκάμαρά σου». Τριάντα δύο, τριάντα τρία… «Αυτό είναι», είπε η Ίζι μόλις βγήκε στο δωματιάκι του πυργίσκου. «Αυτό είναι το δωμάτιο που διάλεξα». Το συγκεκριμένο δωμάτιο ήταν ακόμα πιο μαγευτικό στο φως της μέρας απ’ ό,τι τη νύχτα. Το θολωτό ταβάνι σχημάτιζε κώνο, και μια χρυσαφένια φέτα φωτός διαπερνούσε το μοναδικό παράθυρο. Όταν πλησίασε η Ίζι το τζάμι, η καρδιά της χτύπησε πιο δυνατά. Κάτω απλωνόταν μια υπέροχη θέα προς τους καταπράσινους λόφους και τα τείχη του κάστρου. Μάλιστα, στον τοίχο του πυργίσκου είχε απλωθεί κισσός, όπου είχαν φωλιάσει ωδικά πτηνά. «Αυτό εδώ;» Η δεσποινίς Πέλχαμ δεν φάνηκε να αντιλαμβάνεται τις χάρες του δωματίου. «Είναι τρομερά άβολο με όλα αυτά τα σκαλοπάτια. Και είμαι σίγουρη πως θα μπαίνει από παντού ρεύμα. Δεν έχει ούτε τζάκι». «Που σημαίνει ότι δεν χρειάζεται να καθαρίσουμε την καμινάδα». Η έλλειψη τζακιού σήμαινε έλλειψη νυχτερίδων. «Και είναι καλοκαίρι. Μερικές κουβέρτες αρκούν», απάντησε η Ίζι διασχίζοντας περιμετρικά το δωμάτιο. «Αυτό πρέπει να γίνει το δωμάτιό μου». «Είσαι πραγματικά η μικρή Ίζι Γκουντνάιτ. Έτσι δεν είναι;» είπε χαμογελώντας πλατιά η δεσποινίς Πέλχαμ. «Ω! Μπορούμε να ζωγραφίσουμε στο ταβάνι ασημένια φεγγάρια και χρυσά αστέρια;»


Αναφερόταν στην κρεβατοκάμαρα της Ίζι από τις Ιστορίες Γκουντνάιτ – με το πορφυρό κάλυμμα κρεβατιού και τον έναστρο ουρανό ζωγραφισμένο στο ταβάνι. Ένα δωμάτιο που δεν υπήρξε ποτέ. «Δεν χρειάζεται να κάνουμε κάτι τέτοιο», της απάντησε. «Τη νύχτα μπορώ να κοιτάζω τα αληθινά αστέρια». Δεν ήθελε να αισθάνεται σαν κοριτσάκι σε τούτο το δωμάτιο. Στο δωμάτιο αυτό ήταν γυναίκα. Ένας θηλυκός πειρασμός. Εδώ ήταν που δέχτηκε το πρώτο της αληθινό φιλί. Το φιλί ενός κατεργάρη, ανυπόφορου δούκα που τη φίλησε με τη βία. Παρ’ όλα αυτά, δεν έπαυε να είναι φιλί και εξακολουθούσε να το αισθάνεται στις άκρες των χειλιών της, που έτσουζαν από τα τραχιά γένια του. «Εντάξει λοιπόν», δήλωσε η δεσποινίς Πέλχαμ. «Εντέλει θα σου ετοιμάσουμε στον κάτω όροφο ένα κατάλληλο διαμέρισμα με καθιστικό κι ένα κατάλυμα για την καμαριέρα σου. Αλλά υποθέτω πως αυτό το δωμάτιο είναι καλό για αρχή». «Χαίρομαι που σ’ αρέσει». «Αν μ’ αρέσει;» Έπιασε τα χέρια της Ίζι και τα έσφιξε. «Είμαι τόσο χαρούμενη, που θα μπορούσα να τσιρίξω». Σε παρακαλώ, μην το κάνεις. «Μας περιμένει πολύ σκληρή δουλειά σήμερα», πρόσθεσε η δεσποινίς Πέλχαμ. «Αλλά απόψε θα έχουμε ένα αξιοπρεπές υπνοδωμάτιο. Θα κάνουμε η μια στην άλλη πλεξούδες. Θα χωθούμε κάτω από το πάπλωμα και θα λέμε ιστορίες μέχρι τα μεσάνυχτα. Ω, πόσο θα διασκεδάσουμε!» Όντως το διασκέδασαν για μια δυο ώρες. Τελικά, όμως, η νύχτα εκείνη δεν διέφερε από κάθε άλλη νύχτα στη ζωή της. Για άλλη μία φορά ξύπνησε στο σκοτάδι, με την καρδιά της να χτυπάει δυνατά και τον λαιμό της στεγνό. Δεχόταν από παντού επίθεση από παράξενους ήχους. Δεν είσαι μόνη, είπε στον εαυτό της, προσπαθώντας να ηρεμήσει την ανάσα της. Έχεις μαζί σου τη δεσποινίδα Πέλχαμ. Αλλά θα ένιωθε πολύ καλύτερα αν ήταν ξύπνια και η δεσποινίς Πέλχαμ. Η Ίζι μετακινήθηκε πίσω εμπρός στο κρεβάτι, με την ελπίδα να ξυπνήσουν οι κινήσεις της τη φίλη της. Όταν η δεσποινίς Πέλχαμ δεν κουνήθηκε καν, προχώρησε σε πιο άμεσες λύσεις. Άγγιξε τον ώμο της νεαρής γυναίκας και την κούνησε ελαφρώς. Τίποτα. «Δεσποινίς Πέλχαμ. Δεσποινίς Πέλχαμ, συγγνώμη που σ’ ενοχλώ. Ξύπνα, σε


παρακαλώ». Η κόρη του εφημέριου έβγαλε ένα ροχαλητό. Δυνατό. Αλλά δεν ξύπνησε. Αν είναι δυνατόν! Λίγο πριν κοιμηθούν, αποφάνθηκε ότι δεν φοβόταν τα φαντάσματα. Ότι οι καλοί χριστιανοί δεν είχαν λόγο να μην κοιμούνται γαλήνια. Δεν αστειευόταν για τον γαλήνιο ύπνο. Αυτή η γυναίκα κοιμόταν σαν κούτσουρο. Ένα γεγονός που τώρα φαινόταν στην Ίζι πολύ άδικο. Αυτή δεν ήταν χριστιανή σε όλη της τη ζωή; Μπορεί να μην πήγαινε στην εκκλησία όσο συχνά θα έπρεπε, αλλά δεν μπορούσες να την πεις και άπιστη. Αν και, για να είναι ειλικρινής, πριν από είκοσι τέσσερις ώρες είχε ανταλλάξει ένα ξεδιάντροπο φιλί με έναν δούκα και πέρασε πολλή ώρα αναλογιζόμενη την… εκπληκτικότητα. Ένα βογκητό που ακούστηκε από μακριά τής έκοψε τα ήπατα. Αυτό ήταν· θα σηκωνόταν από το κρεβάτι. Αυτός ο ήχος αποκλείεται να ήταν της φαντασίας της. Η Ίζι σκούντηξε τη δεσποινίδα Πέλχαμ στον ώμο. «Δεσποινίς Πέλχαμ. Δεσποινίς Πέλχαμ, ξύπνα». «Τι συμβαίνει, δεσποινίς Γκουντνάιτ;» Η νεαρή γυναίκα γύρισε τεμπέλικα πλευρό, με τα μαλλιά ανάκατα από τον ύπνο. Η Ίζι ένιωσε μια μικρή ικανοποίηση που έβλεπε τη δεσποινίδα Πέλχαμ ξεχτένιστη. Ύστερα το βογκητό άρχισε πάλι, κι έχασε κάθε ενδιαφέρον για τα χτενίσματα. «Το άκουσες αυτό;» ρώτησε η Ίζι. «Είμαι σίγουρη πως δεν είναι τίποτα». «Είναι ένα πολύ δυνατό τίποτα. Μη μιλάς. Να το πάλι». Η δεσποινίς Πέλχαμ έσμιξε τα φρύδια κι έστησε αφτί. «Ναι, καταλαβαίνω τι εννοείς». Δόξα τω Θεώ. Δεν είμαι τρελή. «Τι μπορεί να είναι; Άκουσα πως στο κτήμα κυκλοφορούν άγρια βοοειδή, αλλά αυτός ο ήχος ακούστηκε πολύ κοντά». Το άκουσαν πάλι· ένα χαμηλόφωνο, διακεκομμένο αλύχτισμα. Η δεσποινίς Πέλχαμ ανακάθισε. «Ένας βοσκός που φυσάει το κέρας του;» «Μέσα στα άγρια μεσάνυχτα; Ξανά και ξανά;» είπε η Ίζι και ρίγησε. «Ε λοιπόν, δεν πρόκειται για φάντασμα. Δεν πιστεύω στα φαντάσματα». «Ούτε κι εγώ πίστευα, μέχρι που μετακόμισα εδώ». Η δεσποινίς Πέλχαμ αναστέναξε. «Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να μάθουμε. Θα το ερευνήσουμε».


«Πρέπει;» είπε η Ίζι. «Τώρα που το ξανασκέφτομαι, μπορώ να ζήσω και χωρίς να μάθω τι είναι. Ας κοιμηθούμε πάλι». «Εσύ με ξύπνησες, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Δεν νομίζω πως θα έχεις καλό ύπνο αν δεν λύσουμε το μυστήριο». Η Ίζι φοβόταν ότι θα το άκουγε αυτό. «Ίσως κάποιος μας κάνει φάρσα». «Είναι πολύ πιθανό», αποκρίθηκε η δεσποινίς Πέλχαμ και πήρε τη ρόμπα της. «Τον δούκα τον έχω ικανό. Ασφαλώς θέλει να μας δελεάσει να βγούμε από την κρεβατοκάμαρά μας με τα μεσοφόρια. Φρόντισε να δέσεις γερά κόμπο τα κορδόνια της ρόμπας σου». «Είναι τυφλός. Πώς θα καταλάβει τη διαφορά;» «Θα την καταλάβει». Όντως, υπέθεσε η Ίζι. Θα την καταλάβαινε. Μολονότι δεν ήταν ενθουσιασμένη με την προοπτική να περιπλανηθεί ξανά στο κάστρο μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, ένιωσε περισσότερη αυτοπεποίθηση από το γεγονός ότι η δεσποινίς Πέλχαμ θα τη συντρόφευε στην εξόρμησή της. Μόλις έδεσαν τα κορδόνια από τις ρόμπες τους και φόρεσαν τα μποτίνια τους, άναψαν κεριά. Η Ίζι χτύπησε ελαφρώς την τσέπη της. Ήταν άδεια. Η Χιονοσταλίτσα πρέπει να είχε βγει για κυνήγι ή κοιμόταν κουλουριασμένη στη φωλιά της. Τυχερή Χιονοσταλίτσα! Κατέβηκαν τις σκάλες μαζί, προχωρώντας αργά στο σκοτάδι. Το ένα σκαλί μετά το άλλο. Μερικές φορές η δεσποινίς Πέλχαμ τάχυνε το βήμα κι έπαιρνε τη στροφή, έτσι που η φιγούρα της και το φως του κεριού χάνονταν από τα μάτια της Ίζι. Τότε εκείνη έσπευδε να την προλάβει, επειδή ήταν βέβαιη ότι θα αισθανόταν τα δάχτυλα κάποιου φαντάσματος στον σβέρκο της. «Είδες τίποτα προς τα κει;» ρώτησε η δεσποινίς Πέλχαμ μόλις βγήκαν στον διάδρομο. Η Ίζι ύψωσε το κηροπήγιο με το δεξί χέρι και κοίταξε ανάμεσα από τα δάχτυλα του αριστερού. «Όχι». «Ούτε από δω βλέπω κάτι». Τότε ακούστηκε ξανά ο ήχος. «Μην ανησυχείς, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Σ’ αυτά τα παλιά κτίσματα ακούγονται έναν σωρό παράξενοι ήχοι. Αναμφίβολα, κάποιο δοκάρι κατακάθισε ή κάποια πόρτα τρίζει πάνω στους σκουριασμένους μεντεσέδες της». Και οι δύο αυτές εξηγήσεις ακούγονταν καθησυχαστικά αλη- θοφανείς. Βγήκαν στο προαύλιο και το είχαν διασχίσει σχεδόν όλο, όταν έκανε την εμφάνισή της από τα σκοτάδια μια πελώρια σκιά, που τους έκοψε τον δρόμο.


«Ντάνκαν…» είπε η Ίζι με κομμένη την ανάσα, πιέζοντας το χέρι της πάνω στην καρδιά της, που χτυπούσε δυνατά. «Μας τρόμαξες». Ο υπηρέτης ύψωσε το φανάρι του, φωτίζοντας τις αδρές γραμμές του προσώπου του. «Γιατί δεν είναι στο κρεβάτι τους οι δεσποινίδες;» Για άλλη μία φορά απλώθηκε μέσα στη νύχτα ένα θρηνητικό αλύχτισμα, κάνοντας κάθε τρίχα στα μπράτσα της Ίζι να σηκωθεί. «Δεν είμαστε στο κρεβάτι μας γι’ αυτό», απάντησε. «Τι μπορεί να είναι;» ρώτησε η δεσποινίς Πέλχαμ. Ο Ντάνκαν κούνησε το κεφάλι. «Μάλλον είναι το κλάμα από τίποτα γάτες ή αλεπούδες που τσακώνονται. Ό,τι κι αν είναι θα το τρομάξω για να φύγει. Εσείς, κυρίες μου, πρέπει να επιστρέψετε στο δωμάτιό σας». «Θα έρθουμε μαζί σου», είπε η Ίζι. Είχαν φτάσει έως εκεί. Προτιμούσε να αντιμετωπίσουν αυτό το πράγμα –ό,τι κι αν ήταν– με τον Ντάνκαν παρόντα παρά να κάνουν μόνες όλο τον δρόμο της επιστροφής προς το υπνοδωμάτιό τους. «Ειλικρινά, δεσποινίς Γκουντνάιτ, δεν είναι…» Πριν προλάβει ο Ντάνκαν να ολοκληρώσει την προειδοποίησή του, η δεσποινίς Πέλχαμ τσίριξε κι έδειξε με το δάχτυλο. «Ένα φάντασμα!» Μια λευκή, σχεδόν διάφανη οπτασία βγήκε ορμητικά από τον Λευκό Πύργο. Σπαρταρούσε και αλυχτούσε, διασχίζοντας το προαύλιο με σπασμωδικές κινήσεις σαν στοιχειό. Δεν ήταν φάντασμα. Ήταν ο Μάγκνους. Το δύστυχο λυκόσκυλο είχε μπλεχτεί σ’ ένα σεντόνι που είχαν κρεμάσει στο σκοινί της μπουγάδας. Κινούνταν τόσο γρήγορα, που της Ίζι τής πήρε μερικά δευτερόλεπτα να αντιληφθεί την αιτία της αναστάτωσης. Ωστόσο, έπρεπε να την έχει μαντέψει. Η Χιονοσταλίτσα. Είχε γραπώσει την άκρη της ουράς του Μάγκνους και κρατιόταν από κει με τη όλη τη δύναμη των επικίνδυνων δοντιών της. Το σκυλί αναπηδούσε τριγύρω στο προαύλιο, σφάδαζε και αλυχτούσε στην προσπάθειά του να τινάξει από πάνω του τη νυφίτσα. «Α, τον καημένο!» Γελώντας, η Ίζι τον πήρε στο κυνήγι. «Ντάνκαν, μπορείς να τον πιάσεις;» Έπειτα από μερικές προσπάθειες κατάφεραν τελικά να στριμώξουν σε μια γωνία τα ζωντανά. Ο Ντάνκαν κράτησε ακίνητο το σκυλί, ενώ η Ίζι άνοιξε τα σαγόνια της Χιονοσταλίτσας για να αφήσει την ουρά του.


«Εντάξει. Είσαι σωστή απειλή». Η δεσποινίς Πέλχαμ μόρφασε καθώς εξέταζε την πληγή από τη δαγκωματιά στην ουρά του σκύλου. «Θα φροντίσω να βάλω έναν επίδεσμο στο καημενούλι. Είναι βαθιά η πληγή. Στα πράγματά μου έχω μια αλοιφή που θα βοηθήσει. Είναι στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου. Ντάνκαν, θα χρειαστούμε επιδέσμους». Ο Ντάνκαν ξεκίνησε προτού τελειώσει καν την πρότασή της. «Αμέσως, δεσποινίς Πέλχαμ». Η Ίζι λίκνισε την ερμίνα στην αγκαλιά της. «Θα ανεβάσω τη Χιονοσταλίτσα στον πυργίσκο και θα φροντίσω να μην το ξανασκάσει. Μετά θα έρθω να σας βρω». Αφού πάρθηκε η απόφαση για το σχέδιό τους, οι δρόμοι τους χώρισαν. Η Ίζι ανέβηκε τις σκάλες, έχοντας βάλει με ασφάλεια τη Χιονοσταλίτσα στην τσέπη της ρόμπας της. Η ερμίνα φαίνεται πως είχε κουραστεί από το κυνήγι και αποκοιμήθηκε αμέσως. «Ο δούκας θα απογοητευτεί πολύ μαζί σου», την κατσάδιασε η Ίζι την ώρα που την κλείδωνε στη μεταλλική σφαίρα της. «Και, αναμφίβολα, θα απογοητευτεί και με μένα». Παρεμπιπτόντως, πού ήταν ο Ρόθμπουρι; Δεν μπορεί να κοιμόταν με όλα αυτά τα αλυχτίσματα. Ακόμα κι αν ήταν ικανός, αποκλείεται να μην παρατήρησε πως όλος ο αυτός ο σαματάς αφορούσε το σκυλί του. Παρά τα ερωτήματά της, τα βήματα της Ίζι ήταν ελαφριά και ανέμελα καθώς επέστρεφε στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου. Τώρα που το φάντασμά τους με το θρηνητικό ουρλιαχτό αποδείχθηκε πως ήταν κάτι τόσο καλοκάγαθο, ένιωσε να φουσκώνει στο στήθος της μια ανανεωμένη αίσθηση γενναιότητας. Μπορούσε πραγματικά να τα καταφέρει. Θα μπορούσε να κάνει αυτό το μέρος σπίτι της. Και τότε… Ενώ διέσχιζε ανάλαφρα τον διάδρομο, η άκρη του ματιού της διέκρινε κάτι σ’ ένα από τα άδεια δωμάτια. Αυτό το κάτι ήταν χλωμό και σπαρταρούσε. Και βογκούσε. Αισθάνθηκε την καρδιά της να αναπηδά στο στήθος της και να της σφίγγει τον λαιμό. Αλλά δεν το ’βαλε στα πόδια. Πλησίασε αργά, κρατώντας το κηροπήγιο. Σιγά σιγά, το φάντασμα άρχισε να διακρίνεται καλύτερα. Η Ίζι έμεινε άναυδη. «Εξοχότατε;»


Κεφάλαιο 10 Να πάρει, να πάρει, να πάρει! Ο Ράνσομ μόρφασε καθώς η οικεία φωνή της διαπέρασε το κεφάλι του, που πήγαινε να σπάσει. Έπρεπε να τον βρει εδώ και να τον δει έτσι. Πεσμένο κάτω, με κομμένα γόνατα, λυγισμένα κάτω από το κορμί του. Παραλυμένο από τον οξύ πόνο. Γιατί δέχτηκε να μονομαχήσει με σπαθί; Έπρεπε να επιμείνει να επιλέξουν πιστόλια. Φυσικά, τώρα θα ήταν νεκρός. Αλλά κάτι τέτοιες στιγμές ο θάνατος φαινόταν σαφώς προτιμότερος από το να υπομείνει έστω κι ένα ακόμα λεπτό αυτόν τον οξύ, διαπεραστικό πόνο. «Τι είναι;» τον ρώτησε. «Είσαι άρρωστος;» Πλησίασε αλαφροπατώντας και γονάτισε κοντά του. «Φύγε. Άσε με…» Γύρισε στο πλάι, κουλούριασε τα γόνατά του στο στομάχι και πίεσε το κεφάλι του στη δροσερή λεία πέτρα. «Έπαθες κάποιου είδους κρίση;» «Είναι ένας απλός…» Μόρφασε όταν ένα νέο κύμα πόνου διέτρεξε την κόγχη του ματιού του, διαπερνώντας το κρανίο του πέρα για πέρα. «Είναι ένας απλός πονοκέφαλος». Δεν ήταν ένας απλός πονοκέφαλος. Ήταν ένας εγκεφαλικός σφάχτης. Ο πόνος διέσχισε ριπιδωτά το πίσω μέρος του κρανίου του προς τη μια μεριά και τον ένιωσε σαν σουβλιά πίσω από το μάτι του. Ξανά και ξανά και ξανά. «Μπορώ να βοηθήσω;» τον ρώτησε. «Μπορείς να φύγεις». «Δεν πρόκειται να κάνω κάτι τέτοιο. Εσύ δεν με εγκατέλειψες όταν λιποθύμησα». «Εκείνο ήταν διαφορετικό…» μουρμούρισε ο Ράνσομ. «Δεν ήταν...» «Δεν ήταν καλοσύνη. Ξέρω, ξέρω. Ήταν κάτι που είχε σχέση με ζωύφια. Αν δεν θέλεις εμένα, να πάω να φέρω τον Ντάνκαν;» «Όχι». Κατάφερε να αρθρώσει τη λέξη σαν βόλι, αλλά η ανάκρουση ήταν βίαιη. Λευκές αναλαμπές πόνου άστραψαν πίσω από τα βλέφαρά του. Η Ίζι δεν έφυγε από δίπλα του. «Θέλεις νερό; Ουίσκι; Κάποια φαρμακευτική σκόνη;» Έτριξε τα δόντια του και κούνησε κοφτά το κεφάλι. «Τίποτα δεν πιάνει.


Πρέπει να περιμένω να περάσει». «Για πόσο;» «Περίπου μία ώρα». Μία ώρα, που θα φάνταζε αιώνας. Ένας αιώνας με μαχαιριές στη βάση του κρανίου. Επανειλημμένα. «Θα μείνω μαζί σου», του είπε. Το χέρι της απλώθηκε στον ώμο του, και το άγγιγμα αυτό προκάλεσε ένα ρίγος που τον διαπέρασε σύγκορμο. Ο Ράνσομ ήταν συνηθισμένος να αντιμετωπίζει μόνος του τον πόνο. Τα πρώτα χρόνια της ζωής του δεν είχε επιλογή. Η μητέρα του πέθανε λιγότερο από μία ώρα μετά τη γέννησή του. Ο πατέρας του δεν ανεχόταν τα δάκρυα του Ράνσομ όταν τραυμάτιζε τα δάχτυλα κι έγδερνε τα γόνατά του. Αν χτυπούσε ή αρρώσταινε, ο γερο-δούκας πίστευε πως έπρεπε να ξεπεράσει μόνος του τον πόνο. Στις νταντάδες και στο προσωπικό του σπιτιού απαγορευόταν ακόμα και να τον αγκαλιάζουν. Όπως και να τον περιποιούνται. Ούτε να του δείχνουν οίκτο επιτρεπόταν. Ο πατέρας του επέμενε σ’ αυτό. Και ο πατέρας του είχε δίκιο. Μαθαίνοντας να αναρρώνει μόνος του, ο Ράνσομ μεγάλωσε κι έγινε ένας δυνατός, ανεξάρτητος άντρας. Δεν μπορούσε να τον αγγίξει κανένας. Ήταν ανίκητος. Έως τη στιγμή που ένα κοντό σπαθί τον πέτυχε στο πρόσωπο. Τα δάχτυλά της διέτρεξαν το σακατεμένο φρύδι του. «Δεν σε χρειάζομαι εδώ», της είπε. «Φυσικά. Είσαι ένας μεγάλος, δυνατός, αρρενωπός δούκας και δεν χρειάζεσαι κανέναν, το ξέρω αυτό. Δεν είμαι εδώ για σένα. Είμαι εδώ για μένα. Επειδή πρέπει να μείνω». Εκείνος ενέδωσε με έναν αναστεναγμό. Δεν είχε τη δύναμη να διαφωνήσει άλλο. Η Ίζι βολεύτηκε δίπλα του κι έφερε το κεφάλι του στα πόδια της. «Έλα. Ηρέμησε. Χαλάρωσε». Πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του, διατρέχοντας τις αυλακώσεις του κρανίου του. Κάθε χάδι ήταν σαν να παραμερίζει λίγο από τον πόνο του. Θαρρείς και το άγγιγμά της ήταν μαγικό· ή ό,τι πιο κοντινό σε θαύμα μπορούσε να δεχτεί ένας άντρας σαν κι αυτόν. Εκείνη βγήκε την αιχμηρή ακμή του πόνου του και την απάλυνε με τις μαλακές κινήσεις των δαχτύλων της. Και τη φωνή της. Εκείνος ο βαθύς γλυκός ποταμός της φωνής της που απομάκρυνε τον πόνο. Ήταν κάτι τόσο ανοίκειο για τον Ράνσομ αυτή η αυτόκλητη τρυφερότητα.


Ακατανόητο. Κι όσο κι αν τη λαχταρούσε, τον τρόμαζε απίστευτα. Με κάθε χάδι που δεχόταν, συσσωρεύονταν χρέη που δεν θα μπορούσε να ξεπληρώσει ποτέ. Δεν το αξίζεις, ακούστηκε εκείνη η σκοτεινή, αδυσώπητη ηχώ. Είχε ακούσει αυτές τις λέξεις τόσες φορές, που είχαν γίνει ένα με το είναι του. Κυλούσαν στο αίμα του, αντηχούσαν σε κάθε υπόκωφο χτύπο της καρδιάς του. Δεν το αξίζεις αυτό. Ποτέ δεν το άξιζες. Ο αντίχειράς της άγγιξε έναν κόμπο στο βάση του κρανίου του και τον πίεσε. Εκείνος βόγκηξε. Ευθύς η Ίζι κοκάλωσε. «Σε πονάω;» «Όχι. Ναι…» Γύρισε έτσι που να ξαπλώσει στην αγκαλιά της και τέντωσε το μπράτσο του γύρω από τη μέση της, δίχως ίχνος ντροπής. «Απλώς…» «Ναι;» «Μη σταματάς». Πήρε μια κοφτή ανάσα την ώρα που ένα νέο κύμα πόνου παραλίγο να τον αφήσει αναίσθητο. «Μη σταματάς». «Δεν θα σταματήσω», υποσχέθηκε εκείνη. Η καρδιά της Ίζι σφίχτηκε. Ήταν πολύ συγκινητικό να βλέπει έναν άντρα τόσο μεγάλο, τόσο δυνατό κουλουριασμένο σαν κουτάβι στο πάτωμα, μούσκεμα στον ιδρώτα, να σφαδάζει από εμφανή πόνο. Τα χέρια του τυλίχτηκαν σφιχτά γύρω από τη μέση της. Ήταν επί πολύ καιρό μόνη. Με κάποιον τρόπο, πολύ πριν από τον θάνατο του πατέρα της. Και ήξερε αρκετά καλά τη μοναξιά ώστε να έχει αντιληφθεί πως το χειρότερο δεν ήταν να μην έχεις κανέναν να σε νοιάζεται· ήταν να μην έχεις κανέναν να νοιαστείς. Η Ίζι δεν ήξερε αν οι απαλές κινήσεις των δαχτύλων της μπορούσαν να σβήσουν τον πόνο του – αλλά διέλυσαν κάθε προφύλαξη στην καρδιά της. Απάλυνε το άγγιγμά της στο μέτωπο και στο κρανίο του, βγάζοντας καθησυχαστικούς ήχους και ψιθυρίζοντας λόγια που ήλπιζε πως έφερναν ανακούφιση. Τι συνέβη; Λαχταρούσε να ρωτήσει. Τι συνέβη απόψε; Τι συνέβη πριν από τόσους μήνες; «Μίλα», είπε εκείνος. «Για ποιο πράγμα να μιλήσω;» «Για οτιδήποτε». Τι παράξενο! Η Ίζι ανακάλυψε πως δεχόταν καθημερινά ερωτήσεις, αλλά ποτέ δεν της ζητήθηκε να μιλήσει για… οτιδήποτε είχε στο μυαλό της. Τώρα που της το ζήτησε, δεν ήξερε καν τι να πει. Του χάιδεψε ξανά τα μαλλιά.


«Μίλα για οτιδήποτε», είπε εκείνος. «Πες μου μια ιστορία αν χρειαστεί. Μια ιστορία από τη Βορβόγγλια». Του χαμογέλασε. «Καλύτερα όχι. Το έργο της ζωής μου ήταν να βοηθάω τον πατέρα μου. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως είμαι ένα κοριτσάκι που ζω στις ιστορίες του. Ασφαλώς θα απολάμβανα μια ρομαντική ιστορία, αλλά μ’ αρέσουν και οι εφημερίδες και τα περιοδικά για τα αθλήματα». Άφησε τα δάχτυλά της να αγγίξουν τον λαιμό του και άρχισε να μαλάσσει τους κόμπους στους μυς σ’ εκείνο το σημείο, κάνοντας απαλές κυκλικές κινήσεις. Ο Ράνσομ βόγκηξε. Τα δάχτυλά της πάγωσαν. «Να σταματήσω;» «Όχι. Συνέχισε να μιλάς. Τι είδους αθλήματα;» «Όταν ήμουν μικρό κορίτσι, τα παρακολουθούσα όλα. Ο πατέρας μου ήταν τότε ένας απλός παιδαγωγός κι εγώ ένα παιδί που διάβαζε ό,τι έπεφτε στα χέρια του. Ένας από τους μαθητές του του έδινε ολόκληρες στοίβες από περιοδικά. Για την πυγμαχία και την πάλη. Τα αγαπημένα μου ήταν για τις ιπποδρομίες. Ήμουν ικανή να διαβάσω κάθε άρθρο, να μελετήσω κάθε κούρσα. Εγώ διάλεγα τα άλογα, και ο πατέρας μου στοιχημάτιζε. Είχαμε διαρκώς ανάγκη από λεφτά». Στηρίχτηκε στο τεντωμένο χέρι της και άρχισε να του περιγράφει λεπτομερώς μια χρονιά που είχε διαλέξει τους νικητές στις ιπποδρομίες του Άσκοτ και του Ντέρμπι, μην ξεχνώντας ούτε μία λεπτομέρεια για την έρευνά της στη γενεαλογία των αλόγων και τους υπολογισμούς της σχετικά με τις αποδόσεις. Ο δούκας απλώς ήθελε από κείνη να συνεχίσει να μιλάει, και η Ίζι έκανε αυτό ακριβώς. «Τέλος πάντων», κατέληξε, «τα πήγαμε καλά». «Απ’ αυτά που ακούω, φαίνεται πως εσύ τα πήγες καλά», της αποκρίθηκε, αφήνοντας έναν παρατεταμένο, βαρύ αναστεναγμό, και ξάπλωσε ανάσκελα για να τη βλέπει. «Πέρασε κάπως ο πόνος, Εξοχό…» είπε και σταμάτησε, ανίκανη να ολοκληρώσει την ορθή προσφώνηση. Είχε το κεφάλι του στα πόδια της, κι εκείνη φλυαρούσε για τη βαρετή ζωή της. Ήταν μια στιγμή που στερούνταν κάθε επισημότητας και χάρης. Ποιος ο λόγος για τυπικότητες; Συλλογίστηκε όλα εκείνα τα γράμματα που είχε διαβάσει το πρωί. Το γεγονός ότι όλα ξεκινούσαν με ένα «Εξοχότατε» ή «Προς ενημέρωσή σας» ή κάτι εξίσου ψυχρό. Είχε ανάγκη από κάποιον να του συμπεριφερθεί σαν να ήταν άνθρωπος. Όχι ένας απρόσιτος δούκας, αλλά ένας άντρας που άξιζε να τον νοιάζονται. Και αφού υπέθετε πως ο Ντάνκαν θα προτιμούσε να καταπιεί λούστρο παπουτσιών


παρά να εγκαταλείψει τον παραδοσιακό ρόλο του, η Ίζι αποφάσισε πως αυτός ο κάποιος θα έπρεπε να είναι η ίδια. «Ράνσομ…» ψιθύρισε. Εκείνος δεν διαμαρτυρήθηκε, κι έτσι δοκίμασε πάλι. «Ράνσομ; Είσαι καλύτερα;» Ο δούκας έγνεψε καταφατικά, απλώνοντας το χέρι πάνω από τα μάτια του και τρίβοντας τους κροτάφους του. «Καλύτερα. Κατά κάποιον τρόπο». «Έχεις συχνά τέτοιους πονοκεφάλους;» «Όχι τόσο συχνά πλέον. Απλώς… είναι ξαφνικοί. Και εκδικητικοί. Αυτός μου έκοψε τα πόδια. Τουλάχιστον, ο πόνος περνάει τόσο γρήγορα όσο εμφανίζεται». Πάσχισε να ανακαθίσει. «Μην το πεις στον Ντάνκαν», είπε. «Θα επιμείνει να φέρει γιατρό». «Ίσως ένας γιατρός ήταν καλή ιδέα», αποκρίθηκε η Ίζι. Ο Ράνσομ κούνησε το κεφάλι μορφάζοντας. «Όχι. Αυτοί δεν μπορούν να κάνουν τίποτα». Προσπάθησε να σηκωθεί. Σηκώθηκε και η Ίζι. Και ύστερα κοίταξε τρομαγμένη τον άντρα που έμοιαζε με μια στήλη ύψους ενός μέτρου και ογδόντα εκατοστών να κλυδωνίζεται προς τα δεξιά. «Ω Θεέ μου!» Έσπευσε προς το μέρος του και με τα δυο χέρια κι όλο της το σώμα τον στήριξε για να σηκωθεί. «Πρέπει να ξεκουραστείς, Εξοχότατε». «Το ίδιο κι εσύ». Το χέρι του χάιδεψε το μπράτσο της. «Γιατί δεν βρίσκεσαι στο κρεβάτι σου;» «Εγώ… ε…» Δίστασε. Δεν ήξερε πώς να εξηγήσει το «κυνήγι φαντασμάτων» και δεν ήθελε να του πει πως η νυφίτσα της παραλίγο να κόψει την ουρά του καημένου του σκύλου του. Αλλά δεν φαινόταν έτοιμος να καταλάβει την όλη ιστορία. «Είσαι σίγουρος πως είσαι καλά;» «Πάντα συμβαίνει το ίδιο», της απάντησε και στήριξε το χέρι του στον ώμο της. «Ακόμα κι αν φύγει ο πόνος, το μυαλό μου δεν λειτουργεί καλά για μια δυο ώρες. Είναι σαν να είμαι μεθυσμένος». Η Ίζι χαμογέλασε με το βάρος του χεριού του στον ώμο της. Τουλάχιστον δεχόταν πρόθυμα, χωρίς να εξαναγκαστεί, μια κάποια βοήθεια από μέρους της. «Πάντως, ως μεθυσμένος, είσαι φιλικός», του είπε. «Κάτι είναι κι αυτό. Στην πραγματικότητα νομίζω πως μ’ αρέσεις πολύ περισσότερο έτσι». «Μ’ αρέσεις πάρα πολύ…» Οι λέξεις του αυτές, που τις ψέλλισε, ήταν πολύ σιγανές για να ακουστούν. Ήταν αστείο να τις πιστέψει.


Μ’ αρέσεις πάρα πολύ. Η Ίζι κοκκίνισε. Δεν μπορεί να το εννοούσε. Δεν ήταν ο εαυτός του αυτή τη στιγμή. Αυτό ήταν όλο. «Πραγματικά πρέπει να ξεκουραστείς», είπε. «Θα σε πάω στη μεγάλη αίθουσα να κοιμηθείς». Έκανε να βάλει το μπράτσο του πάνω από τον ώμο της. Εκείνος στράφηκε για να την κοιτάξει κατάματα. Αντί να απλώσει το χέρι του στον ώμο της, το γλίστρησε στην πλάτη της. «Τουλάχιστον φίλησέ με για καληνύχτα». Αν είναι δυνατόν. Όντως συμπεριφερόταν σαν μεθυσμένος. Πιθανόν να μη θυμόταν καν αυτά τα λόγια το επόμενο πρωί. Αν είναι έτσι… γιατί όχι; Τεντώθηκε στα δάχτυλα των ποδιών της και φίλησε το αξύριστο μάγουλό του. «Καληνύχτα, Ράνσομ». «Όχι, όχι». Την τράβηξε κοντά του και παραπάτησαν μαζί. «Δεν εννοούσα αυτό. Ιζόλδη Οφηλία Γκουντνάιτ, φίλησέ με. Με κάθε στάλα πάθους που έχεις στην ψυχή σου». «Εγώ…» Ξεροκατάπιε αναστατωμένη. «Δεν ξέρω καν πώς γίνεται». Το τρεμόπαιγμα των χειλιών του δεν φανέρωνε καμία συστολή. «Χρησιμοποίησε τη φαντασία σου». Αυτή την πρόσκληση περίμενε να την ακούσει όλη της τη ζωή. Πίεσε τα χείλη της απαλά πάνω στα δικά του. Εκείνος παρέμεινε ακίνητος, την άφηνε να τον φιλάει. Τύλιξε τα μπράτσα της στον λαιμό του κι έγειρε κοντά του. Έδωσε ανάλαφρα, παρατεταμένα φιλιά στο πάνω χείλος του, ύστερα στο κάτω. Πολύ απαλά, τρυφερά. Ξανά και ξανά. Αυτά τα φιλιά… ήταν εξομολογήσεις. Γεύσεις απ’ όλα όσα είχε κρυμμένα μέσα της. Όλα όσα μπορούσε να προσφέρει σ’ έναν άντρα, αν ήταν αρκετά γενναίος να τα δεχτεί. Με κάθε φιλί απογύμνωνε την ίδια της την ψυχή. Αυτό είναι το απαλό μου χάδι. Αυτή είναι η υπομονή μου. Αυτή είναι η κατανόησή μου. Αυτή είναι η τρυφερή, παλλόμενη καρδιά μου. Ο δούκας ψιθύρισε το όνομά της, και το ανόθευτο συναίσθημα στη φωνή του γκρέμισε τις αντιστάσεις της. Τα χέρια του έσφιξαν το ύφασμα του ρούχου της στη μέση της. Θαρρείς και την είχε ανάγκη. Όχι μόνο για να παραμείνει όρθιος, αλλά και για να καταφέρει απλώς να υπάρξει. «Ίζι». Στην αντικρινή άκρη του διαδρόμου ακούστηκαν ελαφριά βήματα. «Δεσποινίς Γκουντνάιτ;» Η φωνή της δεσποινίδος Πέλχαμ.


Η Ίζι τραβήχτηκε από τα χείλη του. Το μέτωπό του ακούμπησε το δικό της. Ήταν καθαρή τρέλα. «Πρέπει να φύγω…» του ψιθύρισε. Δεν γινόταν να τους βρουν έτσι. Θα έπρεπε να δώσουν έναν σωρό εξηγήσεις, που θα τους έφερναν και τους δύο σε δύσκολη θέση. «Δεσποινίς Γκουντνάιτ, είσαι εδώ;» Η δεσποινίς Πέλχαμ όλο και πλησίαζε. «Εξοχότατε. Πρέπει να φύγω». Την κρατούσε σφιχτά, δεν την άφηνε να κουνηθεί. Εξακολουθούσε να ανασαίνει με δυσκολία. Και τότε, ξάφνου, σήκωσε το κεφάλι. Τα μάτια του, που έδειχναν απλανή, φάνηκαν να εστιάζουν. Όταν ήρθε στα συγκαλά του με ένα τίναγμα, η Ίζι το κατάλαβε. Μια ξαφνική αστραπή τον έκανε να συνειδητοποιήσει τα πάντα: ποιος ήταν ο ίδιος, ποια ήταν εκείνη και κάθε λόγο για τον οποίο δεν έπρεπε να την κρατάει. Ο δούκας την άφησε με τον συνηθισμένο απότομο τρόπο του. «Πήγαινε».


Κεφάλαιο 11 Εκείνη τη νύχτα ο Ράνσομ ονειρευόταν σκουρόχρωμα μαλλιά κι ένα φιλήδονο κόκκινο στόμα. Και θέρμη. Μια σφιχτή και υγρή θέρμη που κινούνταν πάνω του, κάτω του. Ναι. Όχι. Όχι, όχι, όχι. Ξυπνούσε. Μην ξυπνάς, είπε στο μυαλό του. Όχι εντελώς. Όχι ακόμα. Γύρισε στο πλάι. Κρατώντας τα μάτια σφιχτά κλεισμένα, ξεκούμπωσε το παντελόνι του και τύλιξε την παλάμη του στη σκληρή στήλη του πέους του. Σπάνια ένιωθε πια την επιθυμία να κάνει έρωτα, παρόλο που είχε περάσει πολύ καιρό χωρίς γυναίκα. Ίσως αυτή τη φορά κατάφερνε να φτάσει σε οργασμό. Χάιδεψε με το χέρι το πέος του προς τα πάνω, ύστερα προς τα κάτω. Στην αρχή αργά. Ύστερα πιο γρήγορα. Μέσα στην παραζάλη από το μισοΰπνι του, ένιωθε θαρρείς και ήταν το άγγιγμά της. Και ύστερα το στόμα της. Και στη συνέχεια το γλυκό, υγρό, σφιχτό… «Συναρπαστική». Ο Ράνσομ ξύπνησε με ένα τίναγμα. Να τον πάρει ο διάβολος! Αυτή τη βραχνή φωνή την ήξερε. «Γκουντνάιτ;» «Καλημέρα». Ο τόνος της ήταν αφηρημένος. Τι στην ευχή έκανε εδώ κάτω τέτοια ώρα; Ήλπιζε ότι δεν τον παρακολουθούσε με την περιέργεια μαθήτριας ενώ εκείνος χάιδευε το πουλί του. Δεν αισθανόταν ακριβώς ντροπιασμένος, αλλά δεν ήταν και πρόθυμος να δώσει εξηγήσεις. «Δεν ήθελα να σε ξυπνήσω», του είπε. «Απλώς η ιστορία της οικογένειάς σου είναι συναρπαστική». Άκουσε το γύρισμα μιας σελίδας. Διάβαζε ένα βιβλίο. Δεν τον κοιτούσε καν. Εκείνος τεντώθηκε στο στρώμα του και εκτόξευσε μια σειρά από βρισιές. «Τι στην ευχή, Γκουντνάιτ; Είναι άγρια χαράματα!» «Είναι πρωί. Σχεδόν. Και διαβάζω ένα βιβλίο που μου έδωσε η δεσποινίς


Πέλχαμ για την ιστορία της περιοχής. Το παρελθόν των Ρόθμπουρι είναι εκπληκτικό». «Χαίρομαι που σε διασκεδάζει το αιματοκύλισμα, η τυραννία και οι συνωμοσίες της οικογένειάς μου στο πέρασμα των αιώνων». Ανοιγόκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να τη διακρίνει. Αν όχι να τη δει, τουλάχιστον να την αισθανθεί. Καθόταν προφίλ, και η φωτιά διέγραφε τη σιλουέτα της, καθισμένη σε μια πολυθρόνα ενάμισι μέτρο μακριά. Όλο της το κορμί σχημάτιζε μια χλωμή, αισθησιακή, ελικοειδή καμπύλη. Το μάτι του έπιασε φευγαλέα ένα γυμνό πόδι να κρέμεται από την άκρη του καθίσματος και να κουνιέται ανέμελα πέρα δώθε. Το πόδι της σταμάτησε. Τεντώθηκε προς τα εμπρός με σκανδαλιστική βραδύτητα. Γύρισε μία ακόμα σελίδα. «Διάβασα μόνο για τη φυλάκιση του πέμπτου δούκα για προδοσία. Τι συνέβη στη συνέχεια;» «Τον κρατούσαν στον Πύργο του Λονδίνου επί χρόνια. Η βασίλισσα Μέρι παρέμεινε στον θρόνο αρκετά για να τον απαλλάξει από τις κατηγορίες». «Α», έκανε εκείνη. «Τύχη βουνό. Υποθέτω ότι χρειάστηκε να ανακτήσουν το κάστρο αγοράζοντάς το ξανά. Τότε ήταν που εξαιρέθηκε το ακίνητο από την απαλλοτρίωση;» Ο Ράνσομ ανακάθισε με κόπο, με τα λαγόνια του να πάλλονται ακόμη από τον ανολοκλήρωτο πόθο. Έπιασε τις μπότες του και ξεκίνησε να τις φοράει. Κρίνοντας από το αχνό γκρίζο φως που διέκρινε, πρέπει να ήταν χαράματα. Σχεδόν δεν είχε ανατείλει ο ήλιος. Κι αν καθόταν εκείνη εδώ πέρα και διάβαζε επί κάποια ώρα, όπως υποδήλωνε η άνετη στάση της, αυτό σήμαινε πως είχε κατέβει ενώ ήταν ακόμα νύχτα. «Νιώθεις καλά σήμερα το πρωί;» τον ρώτησε επιφυλακτικά. «Ναι». Η απάντησή του ήταν κοφτή. Ο Ράνσομ δεν άφησε περιθώριο για περαιτέρω συζήτηση. Δεν άντεχε να σκέφτεται το προηγούμενο βράδυ – δεν μπορούσε καν να ερμηνεύσει αυτό που συνέβη. Η Ίζι άφησε κατά μέρος το βιβλίο. «Απλώς ήθελα να σε ενημερώσω πως θα δουλέψω μόνο μέχρι το μεσημέρι. Η δεσποινίς Πέλχαμ θα προσλάβει υπηρέτριες από το χωριό σήμερα το πρωί και σκοπεύουμε να καθαρίσουμε ένα δωμάτιο για να το κάνουμε μπουντουάρ σήμερα το απόγευμα. Είσαι ευπρόσδεκτος να βοηθήσεις». «Γκουντνάιτ», είπε εκείνος με σιγανό, προειδοποιητικό τόνο, «δεν θα χάσεις περισσότερο χρόνο καθαρίζοντας το σπίτι…». «Δεν είσαι ο μοναδικός που έχει έναν στόχο εδώ πέρα, Εξοχότατε. Εσύ θέλεις


να μάθεις τι συμβαίνει με τις επιχειρήσεις σου; Ε λοιπόν, εγώ θέλω ένα σπίτι. Τα πρωινά θα αφιερωθούν στην αλληλογραφία, τα απογεύματα στο κάστρο. Αν το κάνουμε με τον τρόπο μου, θα πάρουμε και οι δύο αυτό που θέλουμε». Ο Ράνσομ πέρασε τα δάχτυλα μέσα από τα μαλλιά του. Ήθελε χίλια δυο πράγματα που δεν τα έπαιρνε, και περίπου τα εννιακόσια από αυτά αφορούσαν τα χείλη της. Αφού την ενδιέφερε τόσο πολύ ένα άνετο σπιτικό, γιατί δεν καθόταν στο δωμάτιό της; «Υπάρχει κάποιο πρόβλημα στον πυργίσκο;» «Όχι. Καθόλου. Ξύπνησα και… υποθέτω πως κρύωσα λιγάκι. Κατέβηκα για να καθίσω κοντά στη φωτιά». Και ύστερα έβγαλε έναν παράξενο αμυδρό ήχο. «Τς». «Τι ήταν αυτό;» τη ρώτησε. «Τι ήταν ποιο;» «Ο ήχος που έβγαλες. Ακούστηκε σαν ψύλλος σε οργασμό». «Α, αυτό. Δεν ήταν τίποτε. Απλώς φταρνίστηκα». Εκείνος σώπασε για λίγο. «Αυτό δεν ήταν φτάρνισμα. Κανένας δεν φταρνίζεται έτσι». «Απ’ ό,τι φαίνεται, φταρνίζομαι εγώ», του αντιγύρισε και ρουθούνισε. «Οχ, όχι… Μου έρχεται πάλι». Ένας ακόμα πνιχτός, τσιριχτός παροξυσμός, σαν ποντίκι που έκανε «σσς» σ’ έναν αρουραίο. Και ύστερα ακόμα ένας. «Τς-τς». Ο Ράνσομ μόρφασε στο άκουσμα κάθε ήχου. «Αν είναι δυνατόν! Είναι πολύ ενοχλητικό». Η Ίζι ρούφηξε τη μύτη της. «Δεν το κάνω επίτηδες». «Δεν μπορεί να είναι υγιεινό αυτό. Αφού πρέπει να φταρνιστείς, φταρνίσου σωστά». Εκείνη το επανέλαβε. Τρεις ήχοι αυτή τη φορά. Κοφτοί και απότομοι. «Τς-τς-τς! Έτσι φταρνίζομαι», του είπε με ένα βογκητό. «Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Το κάστρο είναι γεμάτο σκόνη. Και στον πυργίσκο έχει ρεύματα». Αυτό ήταν πρόβλημα. Δεν θα μπορούσε να εργαστεί ως γραμματέας έτσι και αρρώσταινε. Και ο Ράνσομ δεν θα τα κατάφερνε σ’ αυτή τη συμβίωση, εκτός κι αν εκείνη έμενε στο δωμάτιό της όλο το βράδυ. Πολύ καλά. Θα της επέτρεπε να καθαρίζει μερικές ώρες. Και ορκίστηκε πως το ίδιο βράδυ θα ένιωθε άνετη και ζεστή στο κρεβάτι της και, το πλέον


σημαντικό, μακριά του. Το σημείωσε νοερά στο μυαλό του. Να της δώσεις μερικές κουβέρτες. Χοντρές. Της έδωσε κουβέρτες. Χοντρές. Αλλά το επόμενο πρωί ήταν πάλι εκεί. «Καλημέρα». Και για μία ακόμα φορά, ο Ράνσομ ξύπνησε με ένα τίναγμα, με πονεμένο πέος και σε έξαλλη κατάσταση. Βλαστημούσε επί ένα ολόκληρο λεπτό. «Διαβάζεις κι άλλα ιστορικά βιβλία;» τη ρώτησε μουρμου- ρίζοντας. «Γράφω ένα γράμμα». Η πένα της έξυνε τη σελίδα. «Έχω κι εγώ αλληλογραφία στην οποία πρέπει να απαντήσω, ξέρεις. Θα προτιμούσες να τα βάλεις με εκατό ελέφαντες σε μέγεθος ποντικιού ή με ένα ποντίκι σε μέγεθος ελέφαντα;» Εκείνος κούνησε το κεφάλι, προσπαθώντας να συνέλθει. «Ορίστε;» «Είναι ερώτηση. Αν είχες επιλογή, με τι θα προτιμούσες να τα βάλεις; Με εκατό ελέφαντες σε μέγεθος ποντικιού ή με ένα ποντίκι σε μέγεθος ελέφαντα;» «Έχεις την εντύπωση ότι τα λόγια σου βγάζουν νόημα; Κάνεις λάθος». «Ασφαλώς, δεν πρόκειται για πρακτικό ερώτημα», του είπε. «Είναι απλώς ένα θέμα συζήτησης. Ο λόρδος Πέρεγκριν κι εγώ αλληλογραφούμε εδώ και χρόνια. Στα γράμματά του πάντα θέτει αυτούς τους ανόητους γρίφους και ανταλλάσσουμε επιστολές με τα επιχειρήματά μας». «Περίμενε, περίμενε… Υπάρχει κάποιο έκφυλο ραμολιμέντο που σου γράφει απευθείας γράμματα; Γιατί δεν λες σ’ αυτόν τον θρασύ θεομπαίχτη να πάει στον διάβολο;» «Δεν είναι έτσι. Είναι κατάκοιτος ο καημένος. Και σε διαβεβαιώνω πως δεν με βλέπει ως γυναίκα». Δηλαδή αυτός ο τύπος, ο Πέρεγκριν, διέθετε τη φαντασία ώστε να ονειρεύεται μάχες με ποντίκια στο μέγεθος ελέφαντα και ελέφαντες στο μέγεθος ποντικιού, αλλά δεν μπορούσε να φανταστεί την Ίζι Γκουντνάιτ ως γυναίκα; Σ’ αυτό το σημείο, ο Ράνσομ έγινε καχύποπτος. Ακόμα κι αν ήταν κατάκοιτος ένας άντρας, δεν έπαυε να είναι άντρας. Με τα τραύματά του, υπήρχαν πολλοί που θα θεωρούσαν τον Ράνσομ ανάπηρο. Δεν έπαυε να είναι άντρας. Κάθε πρωί που ξυπνούσε με τη βραχνή, τρυφερή φωνή της, το πέος του σκλήραινε σαν γρανίτης ως αντίδραση. «Τι από τα δύο, λοιπόν;» συνέχισε εκείνη. «Μια μάστιγα μικρών ελεφάντων ή ένα γιγάντιο ποντίκι; Και, ακολούθως, τι όπλο θα διάλεγες;» είπε χτυπώντας τη μύτη της πένας στο τραπέζι. «Εγώ αμφιταλαντεύομαι. Θα μου φαινόταν πιο


εύκολο να σκοτώσω έναν γιγάντιο αρουραίο αν μπορούσα να διαπεράσω με ένα σπαθί την καρδιά του. Αλλά, και πάλι, τι θα γινόταν αν αποτύγχανα; Θα είχα να κάνω με έναν έξαλλο, λαβωμένο, γιγάντιο αρουραίο». Ο Ράνσομ έπρεπε να αναγνωρίσει στον λόρδο Πέρεγκριν ένα πράγμα· τα γράμματά του κατέπνιγαν τον πόθο με εξαιρετική αποτελεσματικότητα. «Οι μικροί ελέφαντες μου φαίνονται λιγότερο επικίνδυνοι», πρόσθεσε η Ίζι. «Πόση ζημιά μπορούν να κάνουν, τέλος πάντων, εκατό μικρές προβοσκίδες σ’ έναν άνθρωπο; Ίσως κουράζονταν αν φορούσα τις σωστές επικαλαμίδες. Εσύ τι λες, Εξοχότατε;» «Νομίζω πως μιλάς για το τι είδους πανοπλία θα φορούσες σε μια επίθεση μικροσκοπικών ελεφάντων. Το βρίσκω παράλογο». «Αυτό που εσύ λες παράλογο εγώ το αποκαλώ… δημιουργική σκέψη. Θα μπορούσες να ωφεληθείς από κάτι τέτοιο». Εκείνος παραμέρισε με τα δυο χέρια τα μαλλιά του. «Γιατί είσαι εξαρχής εδώ κάτω; Γράψε τα γράμματά σου πάνω». «Πάνω δεν έχω γραφείο». Σημερινό καθήκον: να της δώσεις ένα γραφείο. «Είσαι ξύπνιος;» ψιθύρισε εκείνη. Όχι πάλι. Ο Ράνσομ έτριψε το πρόσωπό του. «Είμαι πλέον». Για όνομα του Θεού! Αυτό έπρεπε να σταματήσει. Πέρασε σχεδόν μία εβδομάδα. Από τη μέρα που έκανε την εμφάνισή της, ξυπνούσε κάθε πρωί από τους ήχους της Ίζι Γκουντνάιτ υπερβολικά κοντά του. Δεν ήξερε τι ώρα μέσα στη νύχτα κατέβαινε κλεφτά εκεί κάτω. Δεν ήθελε να ξέρει. Είχε ξεκινήσει να πίνει ώσπου να πέσει ξερός στο κρεβάτι του προκειμένου να μην το μάθει. Τις προηγούμενες δύο μέρες κανόνισε να έχει εκείνη συντροφιά, κουβέρτες, ένα μαγκάλι, ένα γραφείο. Τι άλλο ήθελε για να μένει στο αναθεματισμένο δωμάτιό της έως μια ανθρώπινη ώρα το πρωί; Μια κλειδαριά και μια αλυσίδα μάλλον. «Κάτι σκέφτηκα!» του είπε με ενθουσιασμό. «Μού ήρθε χτες το βράδυ, όταν ήμουν ξαπλωμένη. «Ράν-σομ». Εκείνος τέντωσε τον αυχένα του για να ξεπιαστεί. «Ορίστε;» «Την πρώτη νύχτα μίλησες για τον κίνδυνο και είπες “Θέλεις να σ’ το συλλαβίσω;” Αλλά κάπου στη μέση ξέχασες πώς να συλλαβίζεις μια λέξη». «Δεν ξέχασα πώς συλλαβίζεται η λέξη», διαφώνησε εκείνος. «Απλώς


βαρέθηκα να τη συλλαβίσω ολόκληρη». Η αλήθεια ήταν πως δεν ήταν πια τόσο γρήγορος με τις λέξεις όπως ήταν κάποτε. Ιδίως όταν κουραζόταν. Κι αυτές οι συζητήσεις με την Ίζι Γκουντνάιτ, προτού καν ξημερώσει, ήταν απίστευτα κουραστικές. «Τέλος πάντων. Αυτό που θα έπρεπε να πεις είναι το εξής», του είπε και χαμήλωσε τη φωνή της για να μιμηθεί τη δική του. «Θέλεις να σου συλλαβίσω τον κίνδυνο; Ράν-σομ». Εκείνος έτριψε το πρόσωπό του και με τα δυο χέρια για να διώξει τον ύπνο. «Αυτό είναι γελοίο. Ποτέ δεν θα έλεγα κάτι τέτοιο». «Γιατί όχι; Είναι τέλειο. Το όνομά σου είναι η μοναδική λέξη που δεν μπορείς να ξεχάσεις πώς γράφεται». Εκείνος κούνησε το κεφάλι σμίγοντας τα φρύδια. «Πέρασαν μέρες απ’ αυτή τη διαφωνία. Τέλειωσε. Ακόμα σκέφτεσαι αυτή τη βλακεία με τον συλλαβισμό;» «Ξέρω, ξέρω. Είναι παράξενο. Αλλά πάντα έτσι ήταν με μένα. Πρέπει να περάσουν μέρες για να μου έρθει το σωστό πράγμα που θα έπρεπε να πω». Πλησίασε και κάθισε στο στενό αχυρένιο στρώμα του. «Ξέρω πως είναι πλέον δύσκολο να μπω στο πνεύμα εκείνης της στιγμής. Αλλά πίστεψέ με. Το “Ράνσομ” θα ήταν η τέλεια απάντηση». Εκείνος δεν ήξερε τι να απαντήσει. Έτσι, δεν είπε τίποτα. «Έφτιαξα τσάι», πρόσθεσε η Ίζι. Τον πλησίασε πολύ. Υπερβολικά. Όλο του το κορμί βρέθηκε σε επιφυλακή κι ένιωσε το αίμα να πάλλεται στα αφτιά του. Εκείνη έσκυψε και άφησε μια τσαγιέρα στο τραπέζι. «Είναι δεξιά από τον αγκώνα σου». Μπορούσε να νιώσει τη ζέστη. Ίσως ήταν από το τσάι, αλλά μπορεί και να προερχόταν από κείνην. Αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην επιθυμία να την πιάσει και να τη φέρει κοντά του και στο ένστικτό του να τη σπρώξει μακριά. Ένας μυς τρεμόπαιξε στο μπράτσο του. «Έχεις ένα χνούδι εδώ». Τα δάχτυλά της άγγιξαν τα μαλλιά του, στέλνοντας αισθησιακά κύματα στη σπονδυλική στήλη του. Όταν τραβήχτηκε, εκείνη είπε μαλακά: «Μείνε ακίνητος. Θα το βγάλω». Όχι. Την άρπαξε από τον καρπό. Και ύστερα την τύλιξε στα μπράτσα του και την έφερε στην αγκαλιά του. «Τι κάνεις;» τον ρώτησε με κομμένη την ανάσα. «Εγώ τι κάνω; Εσύ τι κάνεις, διάβολε;»


Τα χείλη της συσπάστηκαν, προκαλώντας τον. Την κράτησε ακόμα πιο σφιχτά, ακινητοποιώντας την. «Έρχεσαι εδώ και με πιλατεύεις κάθε ξημέρωμα. Τώρα μου φτιάχνεις τσάι. Και ψάχνεις χνούδια. Είναι κάποιου είδους περιποίηση αυτό; Δεν μ’ αρέσουν οι περιποιήσεις». «Δεν είναι περιποίηση. Ούτε ήθελα να το πάρεις σαν πιλάτεμα. Απλώς… μ’ αρέσει να σε καλημερίζω κάθε πρωί». «Αυτό είναι αδύνατο». Ο Ράνσομ ήταν ικανός να πιστέψει οποιαδήποτε άλλη δικαιολογία. Αλλά δεν ήταν δυνατόν να περιμένει από κείνον να πιστέψει πως κατέβαινε απαρατήρητη εκεί τα άγρια χαράματα, μέσα στην καταχνιά, για να απολαύσει την παρέα του. «Είναι αλήθεια. Κάθε φορά που ξυπνάς, εκτοξεύεις τις πιο εκπληκτικές βρισιές. Δεν λες ποτέ τις ίδιες για δεύτερη φορά. Το ξέρεις; Είναι πολύ ενδιαφέρον. Είσαι σαν κόκορας που κράζει βρισιές». «Ω, υπάρχει όντως ένας “κόκορας” που κράζει πάνω μου…» μουρμούρισε εκείνος. Η Ίζι χαμογέλασε, και ο Ράνσομ το άκουσε. Ή, με κάποιον τρόπο, το ένιωσε. Ένιωσε μια θέρμη μέσα του πριν προλάβει να την καταπνίξει. «Ξέρεις, αυτό είναι που μ’ αρέσει περισσότερο», είπε εκείνη. «Κανένας δεν μου μιλάει έτσι. Είσαι τόσο άξεστος και βλάσφημος… Το ξέρω πως είναι παράξενο, αλλά δεν μπορώ να κάνω αλλιώς. Το βρίσκω παράλογα απολαυστικό». Της άρεσε που ήταν άξεστος; Ήθελε να είναι βλάσφημος; Πολύ καλά, λοιπόν. Θα της έδειχνε αυτός τι πάει να πει άξεστος και βλάσφημος. «Άκουσέ με. Όταν ξυπνάει ένας άντρας, ξυπνάει με πόθο. Ξυπνάει και είναι σκληρός και αγενής και πονάει από λαχτάρα». Μετακινήθηκε και πίεσε την τρομερή στύση του στον μηρό της. «Το νιώθεις αυτό;» Η Ίζι έμεινε με κομμένη την ανάσα. «Ναι…» «Θέλει να μπει μέσα σου», της είπε. «Να μπει… μέσα μου». «Ναι. Μέσα σου. Δυνατά, βαθιά, γρήγορα και απόλυτα. Λοιπόν, μη με ξαναξυπνήσεις τέτοια ώρα, εκτός κι αν γνωρίζεις την τέλεια απάντηση γι’ αυτό». Η Ίζι δεν αποκρίθηκε. Ωραία. Ήλπισε πως αυτή τη φορά την είχε θορυβήσει πραγματικά. Επειδή ο ίδιος ήταν θορυβημένος. Η καταπιεσμένη ανάγκη του κορμιού του φαινόταν έτοιμη να θρυμματιστεί, και υπήρχαν ήδη αρκετά θρυμματισμένα μέλη πάνω του.


Και το πιο τρομακτικό όλων; Δεν ήταν ικανός να την αφήσει να φύγει. Όλα εκείνα τα χρόνια που πλάγιαζε με γυναίκες το βράδυ, ο Ράνσομ φρόντιζε να μην ξυπνάει μαζί τους το πρωί. Τώρα ξυπνούσε δίπλα σε τούτη τη γυναίκα – αυτή την αλλόκοτη, εκκεντρική, σκανδαλιστική γυναίκα– και δεν είχε καν την ευχαρίστηση να πλαγιάσει πρώτα μαζί της. Ήταν ανυπόφορο. Άδικο. Και εξαιρετικά ανησυχητικό. Επειδή είχε αρχίσει να τη συνηθίζει. Διάβολε, άρχισε να του αρέσει. Φαινόταν τόσο βολικό να κάθεται εκεί, τυλιγμένος στα αρώματα του τσαγιού και της πρωινής δροσιάς. Με το ένα μπράτσο γύρω από τη λυγερή μέση της, ενώ με το άλλο χέρι τη χάιδευε… Κύριε των δυνάμεων! Με κάποιον τρόπο, είχε τυλίξει στο δάχτυλό του μια μπούκλα από τα μαλλιά της. Αυτό συνέβαινε εκείνη ακριβώς τη στιγμή. Και δεν θυμάται καν πότε το έκανε. Πού είχε καταντήσει; Να κάθεται μια γυναίκα στην αγκαλιά του, εκείνος να την κατσαδιάζει με αυστηρότητα... και ύστερα από δέκα δευτερόλεπτα –ουπς!– πήγε και τύλιξε το δάχτυλό του στα μαλλιά της; Δεν ήταν δουκική συμπεριφορά αυτή. Και, ασφαλώς, δεν ήταν συνηθισμένη συμπεριφορά για κείνον. Πήγε να τραβήξει αδιάφορα το δάχτυλό του από αυτή τη δυσάρεστη θέση, αλλά το έκανε πολύ γρήγορα. Η μπούκλα σφίχτηκε γύρω από την άρθρωση του δαχτύλου του σαν κόμπος. Δοκίμασε πάλι, τραβώντας πιο δυνατά. Ο πανικός άρχισε να φουντώνει στο στήθος του. Αν είναι δυνατόν! Τα μαλλιά της δεν τον άφηναν να φύγει. «Σταμάτα…» του ψιθύρισε. «Το αισθάνεσαι αυτό;» Εκείνος αισθανόταν πολλά πράγματα. Υπερβολικά πολλά πράγματα. «Σχεδόν σαν να τρέμει το έδαφος». Ω. Αυτό. Ναι, τώρα που το ανέφερε, ένιωθε το τρέμουλο στα πέλματά του. Όντως έτρεμε το έδαφος. Κάποιος ερχόταν από τον ιδιωτικό δρόμο που οδηγούσε στο κάστρο. Και όχι μόνο κάποιος· κάμποσοι κάποιοι. Δεν διέκρινε μόνο τον ήχο από τις οπλές αλόγων, αλλά και τον πιο μαλακό κρότο από τις ρόδες άμαξας. Ο Ράνσομ έκλεισε τα μάτια και αναλογίστηκε γρήγορα την πρόσφατη στρατιωτική ιστορία της Αγγλίας. Τους Δανούς, τον Ναπολέοντα, τους


Αμερικανούς… Απ’ όσο γνώριζε, όλες αυτές οι συρράξεις είχαν τελειώσει. Αλλά, και πάλι, εκείνος ζούσε απομονωμένος. «Μπήκε σε κάποιον πόλεμο η Αγγλία τους προηγούμενους εφτά μήνες;» «Όχι, απ’ όσο γνωρίζω», του απάντησε. «Γιατί;» Επειδή έως τότε η δόνηση ήταν τόσο έντονη, που θα μπορούσε να πιστέψει πως το κάστρο βρισκόταν σε πολιορκία. Η Ίζι τον άρπαξε από το μπράτσο. «Για όνομα του Θεού! Τι είναι τούτο;» «Μήπως τρελάθηκα ή;…» Έστησε αφτί. «Τρομπέτα ήταν αυτό;» «Ναι…» του απάντησε ξέπνοη. «Οχ, όχι…» Δεν του διέφυγε ο δυσοίωνος τόνος στη φωνή της. «Τι είναι; Τι συμβαίνει;» Η Ίζι απομακρύνθηκε από την αγκαλιά του με ένα τίναγμα και άρχισε να πηγαινοέρχεται. «Το ήξερα. Το ήξερα ότι θα συμβεί τελικά, αλλά δεν περίμενα να συμβεί τόσο νωρίς». Ο Ράνσομ σηκώθηκε, την έπιασε από τους ώμους και τη συγκράτησε. Μπορεί να ήταν τυφλός, αδύναμος και στα πρόθυρα της τρέλας, αλλά όσο είχε ζωή μέσα του, τίποτα δεν θα έβλαπτε μια γυναίκα που ζούσε στην ίδια στέγη με κείνον. «Ηρέμησε», της είπε. «Εξήγησέ μου μόνο τι εννοείς. Αμέσως». «Είναι αυτοί. Με βρήκαν».


Κεφάλαιο 12 «Ποιος σε βρήκε;» τη ρώτησε. Η Ίζι μόρφασε στη σκέψη πως έπρεπε να αποκαλύψει την αλήθεια. Μέσα σε λίγα λεπτά δεν θα μπορούσε να την κρατάει κρυφή. Και του δούκα δεν επρόκειτο να του αρέσει αυτό. Καθόλου. Ήταν έτοιμη να του εξηγήσει, όταν ο Ράνσομ την έπιασε από τους ώμους. Το πρόσωπό του ήταν αυστηρό. «Λοιπόν, άκουσέ με. Δεν ξέρω ποιοι είναι αυτοί ή τι θέλουν από σένα. Αλλά όσο αναπνέουν τα πνευμόνια μου κι έχει ακόμα δύναμη το κορμί μου, σου ορκίζομαι το εξής: δεν θ’ αφήσω να πάθεις κακό». Ω. Να τος πάλι· για άλλη μία φορά έκανε τα γόνατά της να λυγίσουν. Ποτέ στη ζωή της δεν έλαβε η Ίζι μια τέτοια υπόσχεση. Τουλάχιστον, όχι αυθόρμητα και, ασφαλώς, όχι από έναν τέτοιο άντρα. Για λίγη ώρα δεν έβρισκε λόγια να απαντήσει. Η υπόσχεση πως θα την προστατέψει της έφερε ζάλη. Κι ένιωθε εν μέρει τύψεις που τον ανησύχησε τόσο. Αλλά μόνο εν μέρει. «Όντως πρόκειται για εισβολή», του είπε, «αλλά είναι φιλική. Δεχόμαστε επίσκεψη από τον Μοράγγλιο Στρατό. Έλα να δεις αν μπορείς». Τον πήγε ως τον διάδρομο με τα παράθυρα που έβλεπαν προς το προαύλιο. Εκεί, ορατοί από την πύλη, ήταν καμιά εικοσαριά έφιπποι άνδρες, ακολουθούμενοι από τρεις άμαξες που τις έσερναν άλογα. Οι έφιπποι με τις πανοπλίες ξεπέζεψαν ταυτόχρονα, και οι πόρτες στις άμαξες άνοιξαν· από μέσα βγήκαν δώδεκα νεαρές γυναίκες με μεσαιωνικά φορέματα. Σημαίες και λάβαρα πλατάγιζαν ζωηρά στο πρωινό αεράκι. Η Ίζι διάβασε τις λέξεις που ήταν γραμμένες πάνω τους με ζωηρά χρώματα, μολονότι δεν χρειαζόταν. Ήξερε τι έλεγαν. Μην αμφιβάλλεις. «Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι;» ρώτησε ο Ράνσομ ενόσω οι ιππείς και οι κυρίες διέσχιζαν την πύλη κι έμπαιναν στην αυλή. «Τι στον διάβολο θέλουν;» «Σου είπα, οι πιο ένθερμοι αναγνώστες του πατέρα μου αυτοαποκαλούνται Μοράγγλιοι. Έχουν οργανώσει λέσχες και εκδίδουν εγκυκλίους για να


μοιράζονται τα νέα τους. Και οι ιδιαίτερα αφοσιωμένοι Μοράγγλιοι… το παρατράβηξαν μάλλον. Τους αρέσει να ντύνονται σαν τους χαρακτήρες και να αναπαριστούν μάχες και σκηνές από τις ιστορίες. Είναι πολύ οργανωμένοι. Δίνουν έναν όρκο και φορούν διακριτικά εμβλήματα». «Τι είναι αυτά τα τρομερά κλαπατσίμπαλα;» «Αυτά είναι… πανοπλίες», του απάντησε αναστενάζοντας. Ρίσκαρε να ρίξει μια ματιά στο πρόσωπο του δούκα. Όπως το περίμενε, φανέρωνε αποστροφή. «Πανοπλίες;» «Ξέρω πως για σένα είναι ανεξήγητο», είπε η Ίζι κι έπιασε το κεντητό σάλι της. «Δεν χρειάζεται να το αποδεχτείς. Απλώς μην τους μιλήσεις υποτιμητικά». Τύλιξε το σάλι γύρω από τους ώμους της, έσκυψε από το παράθυρο και κούνησε το χέρι. «Καλοί άνθρωποι της Μοράγγλια!» Όλοι οι νεαροί άντρες και γυναίκες που είχαν συγκεντρωθεί στο προαύλιο έστρεψαν το κεφάλι και ύψωσαν τα μάτια για να την κοιτάξουν. Οι ιππότες με τις αυτοσχέδιες πανοπλίες παρατάχθηκαν σε σχηματισμό. Κάποιος έκανε ένα βήμα μπροστά και υποκλίθηκε βαθιά γονατίζοντας. «Μιλαίδη. Είμαι ο σερ Βέντελ Μπάτερφιλντ, πρώτος ιππότης των Έφιππων Ιπποτών της Μοράγγλια του Δυτικού Γιορκσάιρ, και εκπροσωπώ και τις αδελφές μας, το τοπικό παράρτημα των Θεραπαινίδων της Κρέσιντα». «Εσύ και η ομάδα σου έρχεστε από μακριά, σερ Βέντελ». «Πολύ σωστά. Έχω την τιμή να απευθύνομαι στη δεσποινίδα Ίζι Γκουντνάιτ;» «Ναι, εγώ είμαι!» φώναξε εκείνη από ψηλά χαμογελώντας. «Η δεσποινίς Ίζι Γκουντνάιτ. Οι ιππότες και οι κυρίες είναι ευπρόσδεκτοι εδώ». Ενώ το πλήθος από κάτω επευφημούσε, ο Ράνσομ έβγαλε ένα πνιχτό επιφώνημα. «Μιλάς πάλι με αυτή τη γλυκανάλατη φωνή…» «Σταμάτα!» τον κατσάδιασε εκείνη, μιλώντας με την άκρη του στόματός της. «Δεν μπορώ να τους το χαλάσω. Έχουν καλές προθέσεις». «Τι καλές προθέσεις να έχουν έτσι όπως εμφανίζονται απρόσκλητοι πρωί πρωί; Τι στην ευχή μπορεί να θέλουν από σένα;» «Το πιθανότερο, απλώς να με επισκεφθούν. Ίσως και μια σύντομη περιήγηση στο κάστρο. Αλλά δεν μπορώ να είμαι σίγουρη μέχρι να τους ρωτήσω. Σωστά;» Έβαλε μια φωνή στον σερ Βέντελ. «Καλέ μου σερ Βέντελ, ησυχάστε. Έρχομαι εκείθε αυθωρεί!» Ο Ράνσομ άπλωσε το χέρι προς το μέρος της. «Περίμενε. Αποκλείεται να επιτρέψεις σ’ αυτούς τους ανόητους καρνάβαλους να εισβάλουν στο κάστρο μου. Δεν έχει ούτε εκείθε ούτε αυθωρεί. Δεν θα το ανεχτώ, Γκουντνάιτ!» «Είναι το κάστρο μου. Και δεν τους προσκαλώ σε δεξίωση. Παρ’ όλα αυτά, θα


δείξω μια κάποια φιλόξενη διάθεση προς τους καλεσμένους μου». «Τούτοι εδώ δεν είναι καλεσμένοι. Είναι απρόσκλητοι εισβολείς. Μην τους ζητήσεις τίποτα. Πες τους ορθά κοφτά να φύγουν!» Έδειξε με ένα νεύμα προς τον σωρό με τις επιστολές που είχε μικρύνει, αλλά εξακολουθούσε να είναι τεράστιος. «Αν σκοπεύεις να διεκδικήσεις τούτο το κάστρο, έχουμε πολλή δουλειά να κάνουμε». «Η δουλειά πρέπει να περιμένει», αντιγύρισε η Ίζι και απομακρύνθηκε με ένα σήκωμα των ώμων προς την είσοδο. «Έχουν κάνει τόσο δρόμο μέχρι εδώ. Δεν μπορώ να τους διώξω». «Ασφαλώς και μπορείς. Δεν φτάνει που σε παρενοχλούν με γράμματα και ερωτήματα. Βάλε ένα όριο, Γκουντνάιτ. Βγες και δήλωσε πως είσαι μεγάλη γυναίκα που μπορεί να ξεστομίσει τη λέξη “πέος” με την ευχέρεια εταίρας και πως δεν εκτιμάς τις απροειδοποίητες επισκέψεις. Πες σ’ αυτούς τους ανόητους, που σήκωσαν τον κόσμο με τις κλαγγές τους, να πάρουν πόδι. Αν δεν το κάνεις εσύ, θα το κάνω εγώ!» «Όχι!» Πανικόβλητη η Ίζι, ακούμπησε το χέρι στο στήθος του, κάνοντάς τον να κοντοσταθεί. «Σε παρακαλώ, Εξοχότατε… Αν δεν θέλεις, δεν θα τους καλέσω να μπουν στο κάστρο. Θα τους διώξω όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Απλώς υποσχέσου μου πως θα μείνεις στον πάνω όροφο, για να μη σε δουν. Άφησέ με να το χειριστώ εγώ. Πίστεψε αυτό που σου λέω· αυτοί οι άνθρωποι δεν πρέπει να δουν το πρόσωπό σου». Ο Ράνσομ έσφιξε το σαγόνι. Ώστε έτσι. Το ρημαγμένο πρόσωπό του δεν ήταν τόσο αποκρουστικό όσο πίστευε όλους αυτούς τους μήνες. Ήταν ακόμα χειρότερο. Κατά τα φαινόμενα, ήταν ένα τόσο τρομακτικό τέρας, που έπρεπε να παραμένει κλειδωμένος σ’ έναν πύργο από φόβο μην κοψοχολιάσει τους ευαίσθητους ηλίθιους που είχαν γεμίσει την αυλή του. Τέλος πάντων. Τουλάχιστον, τώρα ήξερε. Απόψε η τρομακτική όψη του μπορούσε να του χρησιμεύσει κάπου. Θα μπορούσε να ξεφορτωθεί ο ίδιος αυτούς τους εισβολείς. Την παραμέρισε για να περάσει και βγήκε στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, κατευθυνόμενος προς την εξωτερική σκάλα. «Περίμενε. Ράνσομ, σε παρακαλώ!» Εκείνος την αγνόησε, περπάτησε με μεγάλες δρασκελιές και στάθηκε στο κεφαλόσκαλο. Αμέσως το πλήθος σώπασε. Άκουσε μερικά επιφωνήματα, και δεν βγήκαν όλα από γυναικεία στόματα.


Ωραία. «Τούτο εδώ είναι το κάστρο μου!» Η φωνή του αντήχησε στις πέτρες. «Μαζέψτε τα και φύγετε!» Σάρωσε με το βλέμμα του τους συγκεντρωμένους φρενοβλαβείς. Οι νεαρές κυρίες στις άκρες παρουσίαζαν ένα πολύχρωμο θολό περίγραμμα. Τα φορέματά τους σέρνονταν πίσω τους στο έδαφος. Οι «ιππότες» αποτελούσαν ένα συνονθύλευμα από μεταλλικές λάμψεις και ασημένιες αναλαμπές. Από στιγμή σε στιγμή θα το έβαζαν όλοι στα πόδια. Θα έβγαιναν από την αψιδωτή πύλη σαν ουράνιο τόξο που περνάει μέσα από κόσκινο. Από στιγμή σε στιγμή. Έπειτα από μερικά δευτερόλεπτα εξακολουθούσε να περιμένει. Εκείνοι δεν το έβαλαν στα πόδια. Τελικά, αυτός που ονομαζόταν σερ Βέντελ βρήκε ξανά τη φωνή του. «Όλοι οι ιππότες χαιρετίστε!» Σε όλη την αυλή αντήχησε μια κλαγγή, θαρρείς κι έφεραν όλοι ταυτόχρονα τις γροθιές τους πάνω στα θωρακισμένα στήθη τους. «Όλοι οι ιππότες γονατίστε!» Με μια κλαγγή που τον έκανε να ζαρώσει, οι ιππότες γονάτισαν στο ένα πόδι. «Άρχοντά μας, μεγάλη μας τιμή!» Τι στην ευχή; Υποτίθεται πως έπρεπε να το βάλουν στα πόδια φωνάζοντας. Αντίθετα, εκείνοι γονάτιζαν και τον χαιρέτιζαν. Ο Ράνσομ δεν καταλάβαινε τίποτα. Τι συνέβαινε εδώ; Η δεσποινίς Γκουντνάιτ πήγε και στάθηκε δίπλα του, αλλά δεν προσφέρθηκε να του εξηγήσει. «Σερ Βέντελ, πώς μπορούμε να σας βοηθήσουμε;» «Είμαστε καθ’ οδόν για το ετήσιο Τουρνουά των Βόρειων Περιφερειών, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Κάποιος μας πληροφόρησε για την παρουσία σας στην περιοχή. Ήταν αδύνατο να μην κάνουμε μια στάση εδώ. Πάντως… δεν το ξέραμε». Τι δεν ήξεραν; αναρωτήθηκε ο Ράνσομ. Δεν ήξεραν τι θα πει ευπρέπεια; Δεν ήξεραν τι θα πει κοινή λογική; «Σκοπεύουμε να συνεχίσουμε το ταξίδι μας», υποσχέθηκε ο σερ Βέντελ. «Παρ’ όλα αυτά, θα σας βάζαμε σε μεγάλο κόπο αν μέναμε ίσα για να ξεκουράσουμε και να ποτίσουμε τα άλογά μας;» «Ω, κάντε μου τη χάρη να επισκεφθείτε το χωριό…» είπε ξέπνοα η δεσποινίς Πέλχαμ, που ήρθε να σταθεί δίπλα τους στο κεφαλόσκαλο. Πρέπει να φόρεσε όπως όπως το φόρεμά της και να κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες. Ως συνήθως,


δεν έχανε την ευκαιρία να προωθήσει τα προτερήματα και τις υπηρεσίες της ενορίας. «Είναι μόλις εφτακόσια μέτρα παρακάτω», πρόσθεσε. «Από κει. Οι στάβλοι του κάστρου είναι μικροί, αλλά το πανδοχείο στο Γούλινγκτον μπορεί να προσφέρει φρέσκο νερό και σανό. Υπάρχει και σιδεράς, αν χρειαστείτε. Και μια παμπ που σερβίρει νόστιμο πρωινό. Στο χωριό θα χαρούν πολύ αν τους προτιμήσετε». Ο σερ Βέντελ έκανε μια υπόκλιση. «Εξαιρετική πρόταση. Ευχαριστούμε, δεσποινίς…» «Πέλχαμ. Δεσποινίς Αμπιγκέιλ Πέλχαμ. Ο πατέρας μου είναι εφημέριος της ενορίας». Όντως, επικρότησε νοερά ο Ράνσομ. Ευχαριστώ, δεσποινίς Πέλχαμ. Σε τούτο το σημείο δεν τον ενδιέφερε ποιος θα έπειθε αυτούς τους ανθρώπους να φύγουν. Φτάνει να έπαιρναν πόδι. Ενόσω συγκεντρώνονταν οι ιππότες σχεδιάζοντας την αναχώρησή τους, μια από τις νεαρές κυρίες τούς πλησίασε στα σκαλοπάτια. «Σας παρακαλώ, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Όσο πηγαίνουν οι άντρες τα άλογα στο χωριό, μπορούμε εμείς να μείνουμε εδώ; Θα θέλαμε πολύ να σας επισκεφθούμε. Υπάρχει περίπτωση να δούμε το κάστρο σας;» «Πολύ φοβάμαι πως το κάστρο δεν είναι ακόμα έτοιμο για επισκέψεις», απάντησε η δεσποινίς Γκουντνάιτ βιαστικά – και μελιστάλαχτα. «Ωστόσο, θα είχατε την καλοσύνη να έρθετε μαζί μου για έναν περίπατο στο πάρκο του κάστρου; Υπάρχουν μερικά ρομαντικά ερείπια που λαχταρούσα να εξερευνήσω». «Ω, ακούγεται υπέροχο!» Η κοπέλα έκανε ένα νεύμα στις φίλες της, και οι δώδεκα έσπευσαν να ανέβουν τη σκάλα. Ένα κορίτσι απόχρωσης μπλε ή βιολετί διπλάρωσε τον Ράνσομ από δεξιά. «Θα έρθετε για έναν περίπατο μαζί μας… Σωστά;» «Ναι, πρέπει να έρθετε μαζί μας». Μια νεαρή γυναίκα στα λευκά τον πλησίασε από αριστερά, περνώντας με θράσος το μπράτσο της στο δικό του. Πριν προλάβει εκείνος να καταλάβει τι συνέβαινε, παρασύρθηκε από το πλήθος και ξεκινούσε τον περίπατό του στο πάρκο του κάστρου. Ο Μάγκνους τον πήρε στο κατόπι με μικρά βήματα. Κύριε των δυνάμεων! Γιατί έκανε περίπατο; Δεν ήθελε να κάνει περίπατο. Αλλά κανένας δεν του άφησε επιλογή. Ήταν περικυκλωμένος. Και εξαιρετικά συγχυσμένος. Ποτέ δεν αντιμετώπιζε δυσκολία στο να προσελκύει την προσοχή των


θηλυκών πριν από τον τραυματισμό του. Εκείνες, όμως, που ελκύονταν από αυτόν ήταν γυναίκες· συγκροτημένες κοσμικές γυναίκες. Όχι εύπιστα, ανόητα κοριτσόπουλα. Μήπως άρχισε να τρελαίνεται; Πώς και δεν παρατήρησαν την ουλή που είχε καταστρέψει το πλαϊνό μέρος του προσώπου του; Αυτό είναι άνω ποταμών! Μια από αυτές του τσίμπησε τον πισινό. Κι όλες άρχισαν να χαχανίζουν. «Δεν θα μας κάνεις τη χάρη να μας το πεις;» τον παρότρυνε το κορίτσι με τα μπλε. «Τι να σας πω;» τη ρώτησε. «Ξέρεις εσύ…» του ψιθύρισε ναζιάρικα. «Το “Μην αμφιβάλλεις”. Μπορείς να μας το πεις, σε παρακαλώ; Το ονειρευόμαστε απ’ όταν ήμαστε μικρά κορίτσια». Κοντοστάθηκαν στον κατάφυτο κήπο. Η φωνακλάδικη παρέα των κοριτσιών έμεινε με κομμένη την ανάσα περιμένοντας. «Μην αμφιβάλλεις», επανέλαβε εκείνος, δίχως να αντιλαμβάνεται τον λόγο. Τότε ήχησε μια χορωδία από γυναικείους αναστεναγμούς. «Ω…» ψέλλισε κάποια. «Αυτή η φωνή. Πόσο με αναστατώνει. Είναι τόσο ρομαντική…» Αν είναι δυνατόν. Δεν γινόταν να είναι αλήθεια. Σίγουρα έβλεπε εφιάλτη. «Θεραπαινίδες!» φώναξε η δεσποινίς Γκουντνάιτ με κείνη την παιδική, αθώα φωνούλα. «Βλέπετε εκεί πέρα; Το ερειπωμένο περίπτερο του κήπου; Αν θέλετε, μπορείτε να πάτε μέχρι εκεί τρέχοντας. Ανυπομονώ να δω ποια από σας θα μαζέψει το μεγαλύτερο μπουκέτο από άγρια τριαντάφυλλα μέχρι να έρθω να σας βρω». Με μικρά τσιρίγματα, η παρέα των νεαρών κυριών σήκωσε τα φουστάνια και όρμησε προς τα κει, παραβγαίνοντας η μια την άλλη στον δρόμο για το περίπτερο. «Εντάξει», είπε η δεσποινίς Γκουντνάιτ. «Τουλάχιστον θα είναι απασχολημένες για μερικά λεπτά. Τώρα μπορώ να σου εξηγήσω». «Το καλό που σου θέλω… Τι στην ευχή συμβαίνει; Τι βλακεία είναι αυτό το “Μην αμφιβάλλεις”;» Η Ίζι τον έπιασε από το μπράτσο και άρχισαν να προχωρούν προς το περίπτερο. Αργά. «Είναι ένα διάσημο απόσπασμα από τις Ιστορίες Γκουντνάιτ. Είναι τα λόγια του Ούλρικ προς την Κρέσιντα προτού αναχωρήσει για την αποστολή του. “Μην αμφιβάλλεις, λαίδη. Θα επιστρέψω”. Έχει και συνέχεια. “Μην αμφιβάλλεις για το ξίφος μου, τη δύναμη, την καρδιά μου…”» «Γιατί θέλουν να τους το πω εγώ;»


«Πολύ φοβάμαι πως δεν θα σ’ αρέσει αυτό που θ’ ακούσεις…» του απάντησε θλιμμένα. «Αλλά του μοιάζεις, με κάποιον τρόπο». «Εγώ; Μοιάζω στον Ούλρικ;» «Ναι. Και η ομοιότητα είναι τρομερή. Φαρδιοί ώμοι, κάπως μακριά καστανόξανθα μαλλιά, γένια… Είστε σχεδόν ίδιοι, απ’ την κορφή μέχρι τις πολυφορεμένες μπότες σας». «Κι όμως…» μουρμούρισε σμίγοντας τα φρύδια ο Ράνσομ. Ώστε γι’ αυτό του είχε ζητήσει να μείνει αθέατος στον πάνω όροφο. «Ασφαλώς, αυτός ο Ούλρικ δεν έχει ουλή». «Στην πραγματικότητα έχει. Από το κεφάλαιο τριάντα τέσσερα, όταν έδωσε μάχη με τον Σκοτεινό Ιππότη στο δάσος του Μπαντεργουίκ». Εκείνος πήρε αργά ανάσα. Όλα άρχισαν να εξηγούνται. Με έναν αρρωστημένο τρόπο, που του γύριζε τα σωθικά. Την τράβηξε προκειμένου να σταματήσει και τη γύρισε προς το μέρος του. Η όρασή του ήταν καλή σήμερα το πρωί. Καλύτερη από ποτέ. Απέφυγε ένα κούτσουρο στο διάβα του και διέκρινε αμυδρά τα σχήματα των δέντρων και τις ρημαγμένες κιονοστοιχίες, ίσως ακόμα και τα χρώματα και τις μορφές των πουλιών που φτερούγιζαν γύρω τους. Ήταν ο πιο ανάλγητος πειρασμός να τη βλέπει τόσο καλά, ξέροντας ότι δεν θα έβλεπε ποτέ τίποτα περισσότερο. Μπορούσε να διακρίνει την πλατιά κοκκινωπή καμπύλη του στόματός της και την αύρα των σκουρόχρωμων μαλλιών της, που ερχόταν σε αντίθεση με το ανοιχτόχρωμο –μήπως ήταν κίτρινο;– φουστάνι της. Δεν μπορούσε, όμως, να δει καλά για να διακρίνει τα αισθήματά της. «Δεν το πιστεύω», της είπε. «Όλα αυτά είναι μια ιστορία που έβγαλες από το μυαλό σου. Από τη μέρα που ήρθες, ζεις μέσα σε κάποια αλλόκοτη φαντασίωση. Στο δικό σου κάστρο, μαζί με τον δικό σου σημαδεμένο και βασανισμένο Ούλρικ. Γι’ αυτόν τον λόγο δεν φεύγεις από δω και δεν μ’ αφήνεις ήσυχο. Γι’ αυτό κατεβαίνεις κάθε πρωί και με παρακολουθείς όταν κοιμάμαι. Είμαι κάτι σαν παιχνίδι». «Όχι!» διαμαρτυρήθηκε η Ίζι. Εκείνος μπορούσε να διακρίνει το κεφάλι της να κουνιέται έντονα. «Όχι, όχι, όχι. Δεν ζω σε φαντασίωση». «Πρέπει να καταλάβεις ένα πράγμα, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Καλύτερα θα ήταν να μην έχεις προσδοκίες». «Προσδοκίες από τι;» «Από μένα. Από μας. Μην περιμένεις έρωτες. Επειδή μεγάλωσες με όλες αυτές τις φαντασιόπληκτες ιστορίες, μη νομίσεις πως ανήκω σε κάποια απ’


αυτές. Δεν θα συμμετάσχω σε τίποτε απ’ όλα αυτά. Δεν είμαι ένας μεταμφιεσμένος λαμπερός ήρωας». Εκείνη ξεφύσηξε ηχηρά. «Το ξέρω. Το ξέρω. Είσαι ένας επικίνδυνος διακορευτής, με λογαριασμούς σε πορνεία που είναι μακρύτεροι από το χέρι μου. Ειλικρινά, δεν μπορώ να φανταστώ καλύτερο τρόπο να περάσεις αυτό το μήνυμα, πέρα από το να κεντήσεις “ΓΥΝΑΙΚΕΣ, ΠΡΟΣΟΧΗ” στη σχισμή του παντελονιού σου. Δεν είμαι κουτορνίθι. Το καταλαβαίνω πολύ καλά. Δεν σε συμπεριλαμβάνω σε κάποια ιπποτική φαντασίωση». «Αλήθεια; Τότε λοιπόν, γιατί με φίλησες έτσι την πρώτη νύχτα;» Η απάντησή της άργησε να έρθει. «Βασικά… πώς σε φίλησα την πρώτη νύχτα;» «Σαν να το ήθελες!» της απάντησε όλο κατηγόρια. «Σαν να το ήθελες από πάντα. Σαν να περίμενες χρόνια αυτό το φιλί! Από μένα». Η Ίζι κάλυψε το πρόσωπο με το χέρι της και αναστέναξε. «Γιατί είναι τόσο ντροπιαστικό όλο αυτό; Α, ναι. Επειδή είναι η ζωή μου». Ο Ράνσομ παρέμεινε σιωπηλός, περιμένοντας μια εξήγηση. Εκείνη χαμήλωσε το χέρι. «Πίστεψέ με, Εξοχότατε… Δεν πρόκειται να συναντήσεις άλλη γυναίκα που να έχει λιγότερες προσδοκίες από τον έρωτα. Έχεις δει πώς μου συμπεριφέρονται ο λόρδος Άρτσερ, η δεσποινίς Πέλχαμ κι όλοι αυτοί οι άνθρωποι· σαν να είμαι ένα αφελές κοριτσάκι. Οι πάντες μού συμπεριφέρονται διαρκώς έτσι. Δεν είχα ποτέ ούτε έναν επίδοξο μνηστήρα. Επομένως, ναι, σε φίλησα θαρρείς και περίμενα να σε φιλήσω όλη μου τη ζωή. Επειδή περίμενα όλη μου τη ζωή να φιλήσω κάποιον. Απλώς έτυχε να είναι τα δικά σου χείλη αυτά που συνάντησαν τα δικά μου». Ο δούκας κούνησε το κεφάλι. «Δεν με φίλησες σαν να ήταν το πρώτο σου φιλί». «Φυσικά και όχι». Εκείνη στράφηκε και συνέχισε να περπατάει. «Σε φίλησα σαν να ήταν το τελευταίο». Το τελευταίο; Οι λέξεις αυτές εξακολουθούσαν να αντηχούν στον νου του ενώ βάδιζαν προς το ερειπωμένο περίπτερο. Του φαινόταν αδύνατο ακόμα και να κατανοήσει τον παραλογισμό τους. «Είναι γελοίο. Σαν να έχεις γεμίσει το μυαλό σου τόσο πολύ με τούτα τα παραμύθια, που δεν έχει απομείνει χώρος για κοινή λογική. Είσαι έξυπνη, ετοιμόλογη και ελκυστική. Οι άντρες θα έπρεπε να κάνουν ουρά για σένα». Τον πήρε από το μπράτσο και τον παραμέρισε μπροστά σ’ ένα εμπόδιο που βρέθηκε στο διάβα τους. «Η ζωή μου μέχρι τώρα παρουσίασε χαρακτηριστική


έλλειψη από τέτοιου είδους ουρές». «Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι συνεχίζεις να ζεις στις γλυκανάλατες ιστορίες του πατέρα σου». «Δεν είναι μόνο αυτό», αντιγύρισε εκείνη κι έκανε να απο- μακρυνθεί. Ο Ράνσομ έσφιξε το μπράτσο του και την κράτησε κοντά του. «Περίμενε». Με κάποιον τρόπο, έπρεπε να την κάνει να καταλάβει. Δεν μπορούσε να την αφήσει να περιπλανιέται στον κόσμο με την πεποίθηση ότι το μέλλον δεν της επιφύλασσε άλλα φιλιά. Ή, το χειρότερο, ότι δεν έπρεπε να βγει η ίδια να τα αναζητήσει. Δεν ανήκε σ’ αυτό το κάστρο, κρυμμένη όλη της τη ζωή ώσπου να απομείνουν μόνο τα κόκαλά της. Αυτή ήταν η δική του μοίρα, όχι η δική της. «Ράνσομ…» ψιθύρισε η Ίζι. «Δεν καταλαβαίνεις; Δεν έχουν σημασία τα υπονοούμενα και τα γελάκια αυτών των κοριτσιών. Δεν σε βλέπω σαν τον Ούλρικ. Ο Ούλρικ είναι έντιμος και ευπρεπής, κι εσύ…» «Δεν είμαι», είπε, αντιδρώντας στα λόγια της με ένα ανυπόμονο νεύμα. «Αυτό το εμπεδώσαμε». Εκείνη επιχείρησε πάλι να του εξηγήσει. «Στις Ιστορίες, για τις οποίες κάθε νοήμων άνθρωπος γνωρίζει πως είναι απλώς ιστορίες, ο Ούλρικ αγαπάει την Κρέσιντα με μια αγνή, ευγενική, εξωφρενικά ενάρετη καρδιά. Ανταλλάσσουν βλέμματα γεμάτα πόθο από αντικρινούς πυργίσκους. Ανταλλάσσουν ραβασάκια μέσω των υπηρετών τους. Μέσα σε δώδεκα χρόνια έχουν φιληθεί δύο φορές ακριβώς. Αν ήθελα έναν άντρα που να μοιάζει έστω και λίγο με τον Ούλρικ, δεν θα σου ριχνόμουν από την πρώτη νύχτα. Δεν θα καθόμουν να αναλογίζομαι ποιες είναι οι ακριβείς διαστάσεις που περιγράφουν την εκπληκτικότητα. Και το πιο βέβαιο απ’ όλα είναι ότι δεν θα περνούσα ώρες να κοιτάζω το σκοτάδι και να ονειρεύομαι πώς είναι η αίσθηση των χεριών σου στο γυμνό δέρμα μου». Ορίστε; Οι εξομολογήσεις της έπεσαν πάνω στους αμυντικούς λεονταρισμούς του. «Τα λόγια σου δεν βγάζουν νόημα». Η Ίζι αναστέναξε απογοητευμένη. «Το ξέρω… Δεν βγάζουν κανένα νόημα. Δεν είμαι κάποιο ανόητο κοριτσόπουλο που ονειρεύεται ιππότες. Είμαι γυναίκα. Μια γυναίκα που, για πρώτη φορά στη ζωή της, προς μεγάλη της δυσαρέσκεια, νιώθει πέρα για πέρα πόθο. Φλέγεται από επιθυμία για τον άντρα που αποτελεί τη χειρότερη δυνατή επιλογή. Έναν βωμολόχο, πικραμένο, πληγωμένο δούκα που αρνείται να φύγει από το σπίτι του. Ω, είσαι φριχτός». «Και θέλεις τα χέρια μου στο κορμί σου». Ένας αδύναμος ήχος ξέφυγε από τα χείλη της. «Παντού…» Αισθάνθηκε τις φλέβες του να πάλλονται από πόθο. Εκείνη τη στιγμή τον


έπιασε μια παρόρμηση να τη ρίξει στο γρασίδι και να της βγάλει όλα της τα ρούχα. Εκείνη ήθελε να την αγγίξει. Όπως κι αυτός. Τίποτα δεν μπορούσε να τους συγκρατήσει. Τίποτα, πέρα από μία ντουζίνα ανόητες θεραπαινίδες που χαχάνιζαν ακατάσχετα και ήθελαν να τους ράνουν με πέταλα από άγρια τριαντάφυλλα. Πώς ξεφορτωνόταν κανείς αυτά τα κορίτσια; Ήταν σαν αλογόμυγες. Όσο κι αν τις έδιωχνες, εκείνες επέστρεφαν. Ύψωσε τη φωνή του. «Θεραπαινίδες, συγκεντρωθείτε!» Μόλις συγκεντρώθηκαν, σχηματίζοντας με χαχανητά έναν σκόρπιο κύκλο, εκείνος χτύπησε παλαμάκια. «Θα παίξουμε ένα παιχνίδι. Εντάξει; Θα το ονομάσουμε “Σώστε την κόρη”. Η δεσποινίς Γκουντνάιτ θα μετρήσει μέχρι το εκατό. Εσείς θα τρέξετε και θα κρυφτείτε – και θα περιμένετε το λεβεντόπαιδο, τον Ούλρικ σας, να σας σώσει. Δεν θέλω ζαβολιές. Δεν πρέπει να κρυφοκοιτάτε». Οι θεραπαινίδες έβγαλαν φτερά πριν προλάβει να μετρήσει μέχρι το τρία, γελώντας και σκοντάφτοντας στον ποδόγυρό τους καθώς πιλαλούσαν μέσα από αψίδες και βουτούσαν κάτω από θάμνους. Η Ίζι κούνησε το κεφάλι. «Πολύ καλά. Κέρδισες έναν πόντο. Οφείλω να ομολογήσω ότι τα συγκεκριμένα κορίτσια είναι λιγάκι χαζά». Τον Ράνσομ δεν τον ενδιέφερε να κερδίζει πόντους με ανόητα κοριτσόπουλα. Τη στιγμή που εξαφανίστηκαν όλες οι θεραπαινίδες, πήρε την Ίζι και την οδήγησε στο ερειπωμένο περίπτερο. «Έχουμε μέχρι το εκατό. Ξεκίνα να μετράς». «Ένα. Δύο. Τρ…» Την τράβηξε κοντά του και διεκδίκησε τα χείλη της με τα δικά του. Δεν της άφησε ευκαιρία για δισταγμούς, αλλά πέρασε τολμηρά τη γλώσσα του ανάμεσα από τα χείλη της, κλέβοντάς της την ανάσα. Έγειρε το κεφάλι του, εισβάλλοντας πιο βαθιά. Και για άλλη μία φορά, εκείνη του ανταπέδωσε το φιλί. Αν στεκόταν όρθιος, τα γόνατά του θα είχαν λυγίσει. Η γυναίκα αυτή διέθετε ένα ενστικτώδες πάθος. Και μια γλυκύτητα που ήταν αβάσταχτη. Αυτό που συνέβαινε ήταν σκέτη τρέλα. Κι εκείνη το ήξερε. Αν της έδινε περιθώριο μια στιγμή για να απαντήσει, πιθανόν να του το έλεγε. Αλλά δεν χρειαζόταν να υπάρχει κάποιο νόημα. Δεν υπήρχε νόημα σε όλα αυτά, μόνο κορμιά σε έξαψη. Αυτό ήταν κάτι που το ήθελαν και οι δύο. Διάβολε, ήταν κάτι που το είχε ανάγκη. Να αγγίζει, να πειράζει, να γεύεται. Να


την εξερευνά με το στόμα και τα χέρια του. Να τη φιλάει με κομμένη την ανάσα. Να νιώθει δυνατός και ζωντανός. Επειδή υπήρξε μια εποχή, όχι πολύ παλιά, που νόμιζε πως δεν θα επέστρεφε ποτέ σ’ αυτό το μέρος: στο σώμα μιας γυναίκας, απαλό και παραδομένο πλάι στο δικό του, με τον ζεστό καλοκαιρινό ήλιο να τους λούζει. Αυτό ήταν η ζωή. Μια φωτεινή, υπέροχη ζωή μέσα στα χαλάσματα.


Κεφάλαιο 13 Ήταν κάτι που έμοιαζε με θαύμα. Βρίσκονταν εδώ, σ’ αυτό το ερειπωμένο περίπτερο, όπου πρέπει να φιλήθηκαν και να αγκαλιάστηκαν πριν από αυτούς αναρίθμητα ζευγάρια. Ήταν περικυκλωμένη από μια πραγματική ρομαντική παράδοση – και, για πρώτη φορά, η Ίζι δεν ήταν παραγκωνισμένη. Όχι πια. Χαλάρωσε, στηρίζοντας το βάρος της στις καλυμμένες με βρύα πέτρες, ενώ ο Ράνσομ κάλυπτε με φιλιά τον λαιμό της. Διέτρεξε με τα χέρια του το κορμί της, πιάνοντας με μια κτητική κίνηση τη μέση και τον γοφό της προτού η παλάμη του σταθεί στο στήθος της. Σταμάτησε εκεί, θαρρείς και περίμενε από κείνη να ζαρώσει ή να αποτραβηχτεί. Δεν σκόπευε να κάνει τίποτε από τα δύο. Το άγγιγμά του είχε ξυπνήσει όλες τις αισθήσεις της, την έκανε να νιώσει προσμονή, την αίσθηση της δυνατότητας. Γύρω τους τα πουλιά τιτίβιζαν και κελαηδούσαν. Όλα τα βρύα, οι φτέρες και οι κισσοί είχαν μπήξει τα δόντια τους στις πέτρες, πλημμυρίζοντας με ζωή τα μικρότερα, πιο αφιλόξενα μέρη. Τα λουλούδια σκόρπιζαν το άρωμά τους στην ατμόσφαιρα. Και η Ίζι έδειχνε να ανθίζει. Όλο της το κορμί είχε αναψοκοκκινίσει, είχε ροδίσει. Είχε ωριμάσει για το άγγιγμά του. Τούτο εδώ ήταν το καλοκαίρι της ύστερα από πολλά χρόνια άνοιξης. Συνέχισε να μετράει με ένα πυρετώδες, άψυχο ψέλλισμα. «Δεκαέξι, δεκαεφτά, δεκαοχτ…» Όταν τη φίλησε ξανά, εκείνη έγειρε πίσω το κεφάλι και γλίστρησε τη γλώσσα της στο στόμα του για να παίξει με τη δική του. Ο Ράνσομ βόγκηξε. Και τα δάχτυλά του τυλίχτηκαν γύρω από το στήθος της, μαλάσσοντας τρυφερά την απαλότητά του πάνω από το ύφασμα. Όσο εκείνος την άγγιζε, η Ίζι δεν πήγαινε πίσω. Εξερεύνησε το μυώδες περίγραμμα του πήχη του, που ήταν ρωμαλέος σαν χοντρή τριχιά, με τένοντες που θύμιζαν σκοινιά. Γλίστρησε το χέρι της ψηλότερα, αγγίζοντας τους στιβαρούς δικέφαλούς του κάτω από το μανίκι του πανωφοριού του. Ο Ράνσομ τέντωσε ενστικτωδώς τον μυ. Ή το έκανε εσκεμμένα. Ποιος μπορεί να ξέρει με αυτόν τον άντρα; Όπως και να ’χε, η Ίζι το βρήκε εξωφρενικά ερεθιστικό. Όλη


αυτή τη δύναμη στο κορμί του και τον τρόπο του να τη χρησιμοποιεί για να την εξερευνήσει και να της προσφέρει ηδονή. Της ξέφυγε ένα αχνό, έκπληκτο γελάκι. «Είχα παραιτηθεί». «Από τι παραιτήθηκες;» «Απ’ αυτό. Όλα αυτά. Απροσδόκητους ευεργέτες, μυστηριώδη κάστρα, ρομαντικά ερείπια, απαγορευμένα φιλιά». Εκείνος τη φίλησε στον λαιμό. «Από τι άλλο παραιτήθηκες, Ίζι Γκουντνάιτ; Απ’ αυτό;» Έπαιξε τρυφερά με τη γλώσσα του στο αφτί της. «Μήπως αυτό;» Το πιπίλισε με τα δόντια του. «Φτιάξε μια λίστα και θα την εξετάσουμε αράδα αράδα». Εκείνη άφησε το κεφάλι της να πέσει στο πλάι, δίνοντάς του καλύτερη πρόσβαση στον λαιμό της για να τον φιλήσει. «Από τι δεν έχω παραιτηθεί, να λες. Γάμο, παιδιά, αιώνια αγάπη, μαλλιά που να μπορώ να τιθασέψω. Από το να με καταλαβαίνει πραγματικά κάποιος». Ο δύστυχος άντρας μαζεύτηκε με πρόσωπο πελιδνό. Η Ίζι είχε πειστεί· ούτε τα αραβικά άλογα ούτε οι αφρικανικοί γατόπαρδοι ούτε κανένα πλάσμα στον κόσμο δεν μπορούσε να τραπεί γρηγορότερα σε φυγή από έναν άντρα που ακούει τη λέξη «γάμος». Θα έπρεπε να τη φωνάζουν σε αγώνες δρόμου αντί να ρίχνουν με το πιστόλι εκκίνησης. Λάβετε θέσεις, έτοιμοι… Γάμος! «Αστειευόμουν», τον διαβεβαίωσε. «Το ήξερα». «Δεν σκοπεύω να παντρευτώ ποτέ. Και, ασφαλώς, ποτέ δεν περίμενα πως εσύ θα…» Οχ, όχι. Με αυτά τα λόγια τον έκανε να φαίνεται ανίκανος να αγαπηθεί. «Όχι με μένα». «Σωστά. Ακριβώς. Και δεν γνωρίζω το παραμικρό για τα μαλλιά των γυναικών», αποκρίθηκε εκείνος και ξερόβηξε. «Γκουντνάιτ, αυτό δεν είναι…» «Το ξέρω». «Είναι απλώς…» «Αυτό. Είναι απλώς αυτό. Το ξέρω». Τύλιξε τα χέρια της γύρω από τον λαιμό του. «Δεν έχω προσδοκίες. Μπορείς να συνεχίσεις να μ’ αγγίζεις;» Ο δούκας ξεφύσηξε από ανακούφιση. «Αυτό μπορώ να το κάνω». Ναι. Αυτό μπορούσε να το κάνει πολύ καλά. Ο αντίχειράς του άγγιξε τη ρώγα της και την έτριψε πάνω από τη μουσελίνα, κάνοντάς τη να τσιτώσει επώδυνα. Η αίσθηση που διαπέρασε το σώμα της Ίζι δεν θύμιζε τίποτε απ’ όσα είχε βιώσει έως τότε. Πώς είναι δυνατόν ένας αντίχειράς που γλιστράει απαλά σ’ ένα τόσο μικρό σημείο του σώματός της να


την κάνει να βιώνει αισθήσεις έως τις ρίζες των μαλλιών της και το πίσω μέρος από τα γόνατα; Όταν απομακρύνθηκε ο αντίχειράς του από την άκρη της ρώγας της, της ήρθε να κλάψει. Τότε, όμως, μετέφερε το άγγιγμά του στην άλλη ρώγα, και το γλυκό μαρτύριο ξεκίνησε πάλι από την αρχή. Φοβόταν ότι τα γόνατά της δεν θα την κρατούσαν, κι έτσι έπιασε γερά τον λαιμό του, μπλέκοντας τα δάχτυλά της στα μαλλιά του. Ο άντρας αυτός άδειαζε το μυαλό της από κάθε σκέψη, αφήνοντάς τη με τη νοημοσύνη ραδικιού. Ό,τι είχε απομείνει από κείνη ήταν ένας τρεμάμενος σωρός αισθήσεων, με κορυφή εκείνο τον κόκκινο ώριμο καρπό της ρώγας της, τον οποίο έτριβε με τον αντίχειρά του. Ξανά και ξανά και ξανά. Ναι. Πάνω που νόμισε ότι θα έλιωνε και θα κατέληγε σαν λιμνούλα στα πόδια του, τα χέρια του γλίστρησαν στη μέση της. Με ένα χαμηλόφωνο, τρεμάμενο βογκητό, την κόλλησε πάνω στον πέτρινο τοίχο, καρφώνοντάς την εκεί με το κορμί του. Η Ίζι έμεινε με κομμένη την ανάσα. Εγκλωβισμένη. Αυτή η κίνηση θα έπρεπε να την κάνει να θέλει ξέφρενα να το σκάσει. Αλλά λάτρεψε την αίσθηση, τυλιγμένη από μια μεθυστική δύναμη. Οι πέτρες στην πλάτη της είχαν σταθεί εκεί επί αιώνες, και ο άντρας μπροστά της είχε επιβιώσει από άγνωστες δοκιμασίες. Ήταν ικανή να σωριαστεί από τρόμο ή ευδαιμονία, κι αυτά τα δύο θα την κρατούσαν όρθια – τούτος ο τοίχος κι αυτός ο άντρας. Εκείνος βόγκηξε και την έπιασε από τους γοφούς. Αισθάνθηκε ένα σκληρό και ζεστό κάτι να πιέζεται ανάμεσα στα πόδια της. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. Οι γνώσεις της σχετικά με τον έρωτα έμοιαζαν με κόσκινο. Γνώριζε τη γενική ιδέα, παρόλο που οι λεπτομέρειες και οι λεπτές αποχρώσεις τής διέφευγαν. Ωστόσο, οι γνώσεις της είχαν φτάσει έως εκεί. Στο ότι το γεννητικό όργανο ενός άντρα μεγάλωνε… θέριευε… όταν ήθελε να κάνει έρωτα. Αυτή η σκληρή, μακριά, ζεστή προεξοχή πάνω στην κοιλιά της. Σήμαινε πως την ήθελε. Και πολύ, μάλιστα. Της τράβηξε το σάλι από τους ώμους. Το ύφασμα έπεσε στο έδαφος. Γλίστρησε τα δάχτυλά του στην κλείδα της, τα έχωσε κάτω από το μανίκι της και της το χαμήλωσε γυμνώνοντας τον ώμο της. «Σταμάτησες να μετράς…» της ψιθύρισε. «Πώς μπορώ να μετρήσω όταν…» Έβγαλε ένα πνιχτό επιφώνημα όταν εκείνος ελευθέρωσε το στήθος της από τον κορσέ της. Ο δροσερός αέρας πέρασε από


την εκτεθειμένη ρώγα της. «Πώς μπορώ να μετρήσω όταν κάνεις αυτό;» «Είναι εύκολο. Θα σε βοηθήσω». Έγειρε το κεφάλι του, φιλώντας την από το στέρνο έως κάτω στο γυμνό στήθος της. Η γλώσσα του τρεμόπαιξε πάνω στη ρώγα της. «Τριάντα ένα». Άλλο ένα γλείψιμο. «Τριάντα δύο». Γλείψιμο. «Τριάντα τρία…» Η εναλλασσόμενη ζέστη του στόματός του και η δροσιά του αέρα… Είχε ανατριχιάσει σύγκορμη, έως τις πατούσες της. Αν συνέχιζε με αυτόν τον ρυθμό, η Ίζι ίσως έπαιρνε φωτιά προτού φτάσει στο σαράντα πέντε. Αλλά δεν συνέχισε. Αντίθετα, έφερε τη ρώγα της στο στόμα του και την πιπίλισε δυνατά. Ύστερα από αυτό, οι αριθμοί δεν είχαν κανένα νόημα. Πόσοι αριθμοί χωρούν στο άπειρο; Τόσο ήθελε εκείνη να κρατήσει. Η γλώσσα του έκανε αργούς, υπέροχους κύκλους γύρω από τη ρώγα της, την έκανε να χάνει το μυαλό της από την ηδονή. Ω, ήταν πολύ καλός σ’ αυτό. Πάρα πολύ καλός. Τότε εκείνος γονάτισε και βύθισε το χέρι του κάτω από τη φούστα της. Όταν της έπιασε το πόδι, η Ίζι πανικοβλήθηκε. Τον έπιασε από τους ώμους για να τον σταματήσει. «Ενενήντα εννιά, εκατό». Ο Ράνσομ σταμάτησε, με το ένα χέρι κοκαλωμένο, πάνω που πήγαινε να σηκώσει τα μεσοφόρια της, και το άλλο τυλιγμένο στον αστράγαλό της. «Είπες παντού…» της υπενθύμισε με χαμηλόφωνη, πονηρή φωνή. «Είπα παντού». Η καρδιά της βροντοχτυπούσε στο στήθος της. Της έδινε την ευκαιρία να αρνηθεί, και η ανατροφή της την καλούσε να την εκμεταλλευτεί. Αλλά είχε μόνο μία ζωή. Κι έως τώρα, σ’ αυτή τη μοναδική ζωή, μόνο αυτός ο άντρας έδειξε την πρόθεση να ανεβάσει τα μεσοφόρια της έως τη μέση. Αυτή μπορεί να ήταν η μία και μοναδική ευκαιρία της. Ήταν ένα απλό άγγιγμα, είπε στον εαυτό της. Άκακο. Δεν μπορούσε να τη διακορεύσει εκεί πέρα, με μια ντουζίνα θεραπαινίδες να κρύβονται εκεί κοντά. «Άλλαξες γνώμη;» τη ρώτησε. Ω Θεέ μου, ω Θεέ μου, ω Θεέ μου. «Όχι». Ο Ράνσομ μουρμούρισε κάτι που ακούστηκε σαν «Δόξα τω Θεώ». Μάζεψε τη φούστα της με το ένα χέρι και την ανέβασε ως τη μέση της με μόνο μία επιδέξια κίνηση. Η Ίζι ακούμπησε στον τοίχο και τέντωσε ψηλά τα χέρια, νιώθοντας ακόλαστη, γεμάτη τόλμη. Καθώς διέτρεχε με το χέρι του την κνήμη της, που ήταν τυλιγμένη μέσα στην κάλτσα, κι έφτασε ψηλά στον μηρό της, άφησε τα πόδια


της να ανοίξουν ελαφρώς. «Ναι…» της είπε βραχνά. «Άνοιξε τα πόδια σου για μένα. Έτσι ακριβώς. Υπέροχα. Υπέροχα…» Αδύνατον. Αδύνατον. Αυτό ακριβώς θα σκεφτόταν γι’ αυτή τη σκηνή δύο εβδομάδες νωρίτερα. Ένιωθε σαν παγανιστική θεά μέσα σε αρχαίο ναό. Γερμένη πάνω στον καλυμμένο με βρύα τοίχο ενός ερειπωμένου περιπτέρου, να τη διακορεύει στο πρωινό φως ένας σημαδεμένος αισθησιακός δούκας. Αυτό ξεπερνούσε όλα της τα όνειρα. Και η Ίζι είχε πλούσια φαντασία. Αισθανόταν ίλιγγο από την άκρατη ηδονή του αγγίγματός του και την ακολασία… των πάντων. Ένας νέος ρυθμικός παλμός άρχισε να ξυπνάει ανάμεσα στα πόδια της. Βιάσου, έλεγε τραγουδιστά. Βιάσου, βιάσου. Το χέρι του γλίστρησε ψηλά στο πόδι της, παραμερίζοντας τον κορσέ και προχωρώντας στη λεία επιφάνεια του εσωτερικού μηρού της. «Τόσο απαλό». Τη φίλησε λίγο πάνω από το γόνατο. «Σαν σατινένιο». Ενώ το άγγιγμά του πλησίαζε πιο πολύ το φύλο της, η ένταση της ευχαρίστησής της, που κορυφωνόταν, γινόταν αβάσταχτη. Πιο ψηλά… πιο ψηλά… Λίγο πιο ψηλά ακόμα. Ώσπου ο αντίχειράς του πέρασε ξυστά από κείνο το σημείο. «Ω». Ένας πίδακας ευδαιμονίας εξερράγη μέσα της, διαπερνώντας την απ’ την κορφή ως τα νύχια. Έσφιξε τις γροθιές της, γραπώθηκε από τα κλωνάρια του κισσού για να κρατηθεί, από φόβο μην την προδώσουν οι τρεμάμενοι μηροί της. Μια βροχή από λευκή σκόνη τούς έλουσε και τους δύο. Ο Ράνσομ ύψωσε το κεφάλι. «Τι ήταν αυτό;» «Ω Θεέ μου! Νομίζω πως ένα μέρος του τοίχου καταρρέει». Άφησε τον κισσό, αλλά ξεκόλλησαν μερικά ακόμα πετραδάκια. «Τότε απομακρύνσου». Σηκώθηκε όρθιος, αφήνοντας τη φούστα της να πέσει στο έδαφος, και την έφερε προστατευτικά στο στήθος του. Μπουμ. Ένα κομμάτι του τοίχου σε μέγεθος μήλου ξεκόλλησε και τον πέτυχε κατακέφαλα. «Ω Θεέ μου… Ράνσομ!» Εκείνος βλαστήμησε και οπισθοχώρησε, πιέζοντας τη βάση της παλάμης του στην πληγή ενώ παρέπαιε για να καθίσει στο γρασίδι. Ο Μάγκνους έκανε κύκλους γύρω του κλαψουρίζοντας. Η Ίζι έσπευσε να γονατίσει δίπλα του. Ένα φρέσκο καρούμπαλο άρχισε κιόλας


να προβάλλει, κι ένα μικρό σημείο του δέρματός του είχε γδαρθεί. Ήταν στην ασημάδευτη μεριά του προσώπου του. Δεν ήξερε αν αυτό ήταν καλό ή κακό. Όταν το σκεφτόταν, ήταν σχεδόν αστείο. Γλίτωσε τη διακόρευση… από ένα ερείπιο. Σήκωσε το πεταγμένο σάλι της, το δίπλωσε στην άκρη και το πίεσε στο μέτωπό του. «Είσαι εντάξει; Ζαλίζεσαι; Κοίταξέ με και πες μου πόσα…» Διέκοψε αυτή την παράλογη ερώτηση. Ασφαλώς και δεν μπορούσε να της πει πόσα δάχτυλα του έδειχνε. Εκτός κι αν… Εκτός κι αν, ως εκ θαύματος, είχε γιατρευτεί. Είχε ακούσει να συμβαίνουν τέτοια πράγματα. Στρατιώτες τυφλωμένοι από τη μάχη έβρισκαν πάλι το φως τους ύστερα από ένα γερό χτύπημα στο κεφάλι. «Διατηρείς τις συνήθεις λειτουργίες σου;» τον ρώτησε επι- φυλακτικά. Εκείνος έσφιξε το σαγόνι του. «Τα αφτιά μου βουίζουν, και το κεφάλι μου είναι ένας παλλόμενος κόμπος πόνου. Αλλά δεν βλέπω καλύτερα ή χειρότερα απ’ ό,τι δέκα λεπτά νωρίτερα. Αν είναι αυτή η ερώτησή σου». «Α, ωραία. Ε… δεν κυριολεκτούσα με το “ωραία”, φυσικά. Απλώς ελπίζω να μη χτύπησες πολύ, αυτό είναι όλο». Η Ίζι αναστέναξε. Ήταν πολύ κακός άνθρωπος. Της είπε ότι δεν υπήρξε κάποια αξιοθαύμαστη βελτίωση της όρασής του, και η πρώτη της, ενστικτώδης αντίδραση ήταν η ανακούφιση; Τι σόι άνθρωπος θα ευχόταν να συνεχίσει να είναι τυφλός κάποιος; Ένας άνθρωπος που δεν είναι όμορφος. Μια γυναίκα που απολάμβανε για πρώτη φορά στη ζωή της την αίσθηση πως ήταν ελκυστική. Αλλά αυτό δεν ήταν δικαιολογία. Σε μια απόπειρα να επανορθώσει για τη φιλαυτία της, παραμέρισε τα μακριά μαλλιά του και άρχισε να ταμπονάρει τη ματωμένη γρατσουνιά στο μέτωπό του. Εκείνος τραβήχτηκε. «Διαρκώς με παραχαϊδεύεις». «Δεν σε παραχαϊδεύω», του αποκρίθηκε. «Καθαρίζω το αίμα. Αν θέλεις, μπορώ να σε κατσαδιάζω ενόσω το κάνω. Τι θα έλεγες γι’ αυτό; Αχάριστε άνθρωπε». «Σαγηνευτική διαβόλισσα». Εκείνη χαμογέλασε με πικρία. Απ’ ό,τι φαινόταν, η προσωπικότητά του ήταν σώα και αβλαβής, και η Ίζι χαιρόταν γι’ αυτό. Κανένα μέλος του Μοράγγλιου Στρατού δεν θα την αποκαλούσε ποτέ «ξεμυαλίστρα» ή «σαγηνευτική». Και δεν την πείραζε ούτε η λέξη «διαβόλισσα» από τη στιγμή που έβγαινε από τόσο καλοσχηματισμένα χείλη.


Πήρε το τυλιγμένο σάλι από το χέρι της και το ακούμπησε στο κεφάλι του. «Πρώτα νυφίτσες, ύστερα λιθοβολισμός. Μήπως βασίζεσαι σε κάποια λίστα από αρχαίες μεθόδους βασανιστηρίων;» «Οφείλω να ομολογήσω πως λεκιάζεις με αίματα τα καθαρά ρούχα μου σε ανησυχητικό ρυθμό». «Το πρόσωπό μου είναι ήδη κατεστραμμένο. Ένα ακόμα εξόγκωμα, αν μη τι άλλο, θα το βελτιώσει». Χαμήλωσε το ύφασμα. «Πόσο άσχημο είναι;» Η Ίζι άγγιξε εξεταστικά την αμυχή με τις άκρες των δαχτύλων της. «Έχει βγει ένα μικρό καρούμπαλο, αλλά δεν είναι πολύ πρησμένο». «Όχι. Όχι αυτό». Έστρεψε το κεφάλι του, δείχνοντάς της το προφίλ του – και μια καθαρή εικόνα της ακανόνιστης ουλής του. «Το υπόλοιπο. Πόσο άσχημο είναι; Πες μου ειλικρινά». Η Ίζι σώπασε, έκπληκτη από την ξαφνική ευθύτητά του. Ανησυχούσε αυτός για την εμφάνισή του; «Εγώ ο ίδιος δεν μπορώ να το δω», πρόσθεσε. «Αναρωτιόμουν πού βρίσκομαι στην κλίμακα μεταξύ ενός Άδωνη με ψεγάδι κι ενός ανθρώπου που προκαλεί φρίκη και τρόμο. Ασφαλώς, δεν μπορώ να κρίνω από τις αντιδράσεις αυτών των ανόητων κοριτσόπουλων, τόσο ελαφρόμυαλες που έχουν γίνει από τα γραπτά του πατέρα σου. Πρέπει να το μάθω από σένα». Η καρδιά της σφίχτηκε. Πώς ήταν δυνατόν να αμφιβάλλει για τον εαυτό του; Στο φως της μέρας ήταν υπέροχος. Εκείνη τη στιγμή το δέρμα του φάνταζε να παίρνει ένα μπρούντζινο χρώμα, να απορροφά όλη τη ζέστη της μέρας. Το φως του ήλιου είχε ξανοίξει τις πιο ξανθές μπούκλες του – τις μπούκλες των μακριών μαλλιών του, που έπεφταν ανέμελα στο μέτωπό του. Αναρωτήθηκε γιατί τα άφηνε έτσι. Μήπως επειδή δεν έμπαινε στον κόπο να αφήσει τον Ντάνκαν να τον κουρέψει; Ή μήπως τα μάκραινε επίτηδες, για να καλύψει το σημαδεμένο πρόσωπό του; Απλώνοντας το χέρι, παραμέρισε τα ανοιχτοκάστανα μαλλιά από το μέτωπό του. «Θα μου πεις ποτέ πώς έγινε;» «Χτυπήθηκα. Με κάτι μεγάλο και κοφτερό». Η Ίζι υπέθεσε πως της άξιζε αυτή η απάντηση. Έκανε μια σαφή ερώτηση κι έλαβε μια σαφή απάντηση. Διέτρεξε με τα δάχτυλά της την ουλή από το μέτωπό έως το μάγουλό του και τα άφησε στο αξύριστό μάγουλό του. Τι ειρωνεία… Το δεξί του μάτι ίσα που γλίτωσε από το χτύπημα, αλλά είχε χαθεί η όραση και στα δυο. «Λοιπόν;» τη ρώτησε. «Λοιπόν», του απάντησε, «είναι ολοφάνερο πως ήσουν ένας εντυπωσιακά


όμορφος άντρας». «Και τώρα;» «Τώρα…» Αναστέναξε. «Καθόλου δεν μ’ αρέσει αυτό που θα πω. Μη με αναγκάζεις να το πω». Το χέρι του την έπιασε από τον καρπό. «Απλώς πες το». «Τώρα είσαι ένας εντυπωσιακά όμορφος άντρας με μια εντυπωσιακή ουλή. Αυτή είναι η θλιβερή αλήθεια. Μακάρι να μπορούσα να σου πω κάτι άλλο. Επειδή τώρα θα γίνεις ανυπόφορος». «Μα…» Της άφησε το χέρι. Φαινόταν σαστισμένος. «Μα την πρώτη μέρα, μόλις με είδες, λιποθύμησες». Η Ίζι γέλασε λιγάκι. «Δεν ήταν το πρόσωπό σου αυτό που μ’ έκανε να λιποθυμήσω. Ένιωθα ήδη αδύναμη. Το μοναδικό πράγμα που είχα φάει επί μέρες ήταν μερικές κόρες ψωμιού». «Δηλαδή οι ουλές μου δεν σε τρομάζουν;» «Καθόλου». Αυτό ήταν ψέμα. Η αλήθεια ήταν πως οι ουλές την τρόμαζαν – αλλά ελάχιστα και μόνο επειδή την έβαζαν σε πειρασμό να τον νοιαστεί. Ακόμα και τώρα ένιωθε την καρδιά της να μαλακώνει στο στήθος της πιο γρήγορα από ένα κομμάτι βούτυρο ξεχασμένο στον ήλιο. Δεν γινόταν να το αφήσει να συμβεί. Ήταν εύκολο να λέει «χωρίς προσδοκίες», αλλά η Ίζι ήξερε πώς λειτουργούσε η καρδιά της, που διψούσε για στοργή. Ήθελε τόσο απεγνωσμένα να αγαπήσει και να αγαπηθεί, που θα μπορούσε να δείξει τρυφερότητα ακόμα και σε μια πέτρα. Και οι πέτρες δεν την αποκαλούσαν «σαγηνευτική» και «ξεμυαλίστρα». Οι πέτρες δεν είχαν χρυσοκάστανα μαλλιά που μπορούσε να τα αγγίξει. Αλλά οι πέτρες και ο Ράνσομ είχαν κάτι κοινό. Δεν θα της ανταπέδιδαν την αγάπη. «Πρέπει να πηγαίνουμε», του είπε. «Αν μετρούσαμε, θα είχαμε περάσει το εκατό, και τα κορίτσια περιμένουν». Εκείνος σηκώθηκε και ξεσκόνισε το παντελόνι και το παλτό του. «Θα γυρίσω μόνος μου». «Μόνος σου;» Μόλις βγήκαν οι λέξεις από τα χείλη της, η Ίζι μόρφασε, μετανιώνοντας για το πώς ακούστηκαν. Ασφαλώς και μπορούσε να γυρίσει πίσω μόνος. «Μα οι θεραπαινίδες περιμένουν να τις βρει ο ήρωάς τους». «Τότε, καλύτερα να περιμένουν κάποιον άλλο», αποκρίθηκε προσπερνώντας τη. «Δεν είμαι ήρωας καμίας, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Καλά θα κάνεις να το θυμάσαι».


Κεφάλαιο 14 «Δεσποινίς Γκουντνάιτ. Εσείς είστε;» Εκεί που προχωρούσε στις μύτες των ποδιών, η Ίζι πάγωσε. Άι στην ευχή. Αφού περπάτησε, συζήτησε και μέτρησε τριαντάφυλλα επί αρκετές ώρες, αποφεύγοντας παράλληλα τις ερωτήσεις για τους δύο Ούλρικ, η Ίζι αποχαιρέτησε τελικά τις θεραπαινίδες και τους ιππότες της Μοράγγλια. Ήλπιζε πως θα έμπαινε στο κάστρο απαρατήρητη. Τζίφος. Τουλάχιστον δεν ήταν ο δούκας που την έκανε τσακωτή. «Ναι, Ντάνκαν;» «Τι κρατάτε στα χέρια σας, δεσποινίς Γκουντνάιτ;» Χαμήλωσε τα μάτια στο κουβαριασμένο, λερωμένο σάλι της. Το κρατούσε από την ειδυλλιακή στιγμή με τον Ράνσομ το πρωί. Αμήχανη, έκρυψε το σάλι πίσω από την πλάτη της. «Ω, δεν είναι τίποτα». «Το σάλι σας είναι αυτό;» Ο άντρας αυτός είχε όραση δεινού σκοπευτή όσον αφορά τα άπλυτα ρούχα. Αναστέναξε και το έβγαλε στη φόρα. «Ναι. Εγώ… Όπως βλέπεις, μου έτυχε μια αναποδιά». Αν είναι δυνατόν! Πώς θα μπορούσε έστω και να ξεκινήσει να περιγράφει τι έπαθε αυτό το ρούχο; Έπρεπε να το έχει πετάξει στην τάφρο. Ούτως ή άλλως, δεν γινόταν να καθαριστεί. «Φέρτε το εδώ», είπε ο υπηρέτης και της το πήρε από τα χέρια. Ξεδίπλωσε με ένα τίναγμα το αραχνοΰφαντο πανί και το εξέτασε πλαταγίζοντας τη γλώσσα. «Χώμα… γρασίδι… Για όνομα του Θεού! Λεκέδες από αίμα είναι αυτοί; Σε κεντητό μετάξι;» Η Ίζι δάγκωσε τα χείλη της, ενώ μέσα της προσευχόταν να μη θυμώσει ο υπηρέτης για τον πρόσφατο τραυματισμό του δούκα. Ή, ακόμα χειρότερα, να απαιτήσει λεπτομερείς εξηγήσεις για το πώς συνέβη. «Δεσποινίς Γκουντνάιτ, δεν ξέρω τι να πω. Αυτό…» είπε και κούνησε το κεφάλι, «αυτό είναι υπέροχο». «Υπέροχο;» «Ναι». Έπιασε το ύφασμα και με τα δυο χέρια. «Για κάτι τέτοια ζει ένας υπηρέτης. Ν’ αφαιρεί επίμονους λεκέδες από πολυτελή υφάσματα. Έχουν


περάσει μήνες από την τελευταία φορά που αντιμετώπισα μια τέτοια πρόκληση. Πρέπει να πάω αμέσως στο πλυσταριό. Αν ποτίσουν ακόμα περισσότερο οι λεκέδες, δεν θα καταφέρω να τους αφαιρέσω ποτέ». Η Ίζι τον ακολούθησε καλοδιάθετα στο δωμάτιο που προοριζόταν για πλυσταριό. Ο υπηρέτης πρόσθεσε ξύλα στη φωτιά, έβαλε ένα τσαγερό με νερό να βράσει και πήρε σαπούνι, ένα σίδερο και σιδερόπανα. «Οι λεκέδες από γρασίδι είναι οι πιο επίμονοι». Άπλωσε το σάλι επάνω στο τραπέζι, αξιολογώντας κάθε σημάδι και λεκέ. «Πρώτα θέλει χυμό λεμονιού και ξέπλυμα με κρύο νερό. Αν δεν πετύχει αυτό, θα δοκιμάσω μια πάστα από σόδα». «Υπάρχει κάποιος τρόπος να σε βοηθήσω;» «Όχι, δεσποινίς Γκουντνάιτ». Φαινόταν ελαφρώς τρομαγμένος. «Θα μου χαλάσετε τη διασκέδαση. Αλλά είστε ιδιαίτερα ευπρόσδεκτη να μου κάνετε παρέα». Η Ίζι πήρε μια καρέκλα και κάθισε για να παρακολουθήσει, με αρκετή θυμηδία, την επιμελή μάχη του κατά των λεκέδων. Στην αρχή τούς έξυσε με ένα μαχαίρι. Στη συνέχεια τους έτριψε με μια απαλή βούρτσα. Μόνο τότε κατέφυγε στα μικρά καφετί μπουκαλάκια, που περιείχαν οινόπνευμα και άλατα. Ένιωθε θαρρείς και παρακολουθούσε έναν χειρουργό επί το έργον. «Ντάνκαν, πώς συνέβη; Το ατύχημα του δούκα;» Εκεί που έβαζε απαλά ξίδι στον λεκέ από γρασίδι, ο υπηρέτης σταμάτησε. «Δεσποινίς Γκουντνάιτ», είπε αργόσυρτα, «ξέρω ότι το συζητήσαμε και πριν. Ένας καλός υπηρέτης δεν κουτσομπολεύει τον εργοδότη του». «Το ξέρω. Το ξέρω. Και λυπάμαι πολύ για την αδιακρισία μου, αλλά… τώρα εργάζομαι κι εγώ για κείνον. Αυτό δεν κάνουν οι υπάλληλοι; Δεν κουτσομπολεύουν τον εργοδότη τους;» Εκείνος ύψωσε το φρύδι με μια σιωπηλή μομφή. Καθόλου δεν της άρεσε να φαίνεται τόσο μικρόψυχη και δεν ήθελε να αθετήσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον Ράνσομ και να αποκαλύψει τον πονοκέφαλό του εκείνη τη νύχτα. Ή να αναφέρει το γράμμα που είχε τσαλακώσει και είχε πετάξει στο τζάκι. «Απλώς ανησυχώ, αυτό είναι όλο. Ο δούκας είναι τόσο…» –πεισματάρης, πληγωμένος, εξωφρενικά ελκυστικός– «τόσο θυμωμένος. Με τον κόσμο, απ’ ό,τι φαίνεται, και ιδίως με μένα. Είναι κατηγορηματικός στο να ερμηνεύει τα πάντα με τον χειρότερο δυνατό τρόπο, και δεν νομίζω πως φταίει αποκλειστικά ο τραυματισμός του. Μακάρι να καταλάβαινα τι συμβαίνει». Ο Ντάνκαν έκανε ένα διάλειμμα από το τρίψιμο προκειμένου να επιθεωρήσει το τσαγερό, που σφύριζε. «Δεσποινίς Γκουντνάιτ, δεν είναι αρμόζον για έναν


βαλέ να αφηγείται ιστορίες για τον εργοδότη του». Η Ίζι συγκατένευσε. Είχε απογοητευτεί, αλλά δεν θα τον πίεζε περισσότερο. Στο κάτω κάτω, εκείνη τη στιγμή έσωζε το καλύτερο σάλι της. «Παρ’ όλα αυτά», συνέχισε ο άντρας με τα ασημένια μαλλιά, «μιας και είστε η Ίζι Γκουντνάιτ και σας αρέσουν τόσο οι ιστορίες, ίσως μπορώ να σας πω μια ιστορία για έναν… εντελώς διαφορετικό άντρα». «Ωραία». Η Ίζι τέντωσε την πλάτη της στην καρέκλα, προσπαθώντας να μην προδώσει τον ενθουσιασμό της. «Κάποιον φανταστικό άντρα. Κάποιον που δεν έχει καμία σχέση με τον Ρόθμπουρι. Πόσο θα ήθελα ν’ ακούσω μια τέτοια ιστορία!» Ο βαλές έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα γύρω του στο δωμάτιο. «Δεν θα το πω σε κανέναν, το ορκίζομαι..» του ψιθύρισε. «Μάλιστα, θα ξεκινήσω εγώ. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ευγενής, ονόματι… Μπράνσομ Φέιν, Δούκας του Μόθφερι». «Του Μόθφερι;» Η Ίζι σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Έχεις κάτι καλύτερο κατά νου;» Ο Ντάνκαν άφησε το τσαγερό επάνω στη σόμπα. «Εκείνος δεν πρέπει να το μάθει ποτέ». «Όχι, φυσικά», του αποκρίθηκε. «Πώς είναι δυνατόν; Ο άντρας για τον οποίο συζητάμε δεν υπάρχει. Αλλά αυτή είναι η ιστορία για το τραγικό παρελθόν του. Στη νιότη του, ο Δούκας του Μόθφερι…» «Ήταν μόνος. Πολύ μόνος. Η μητέρα του πέθανε στη γέννα». Εκείνη έγνεψε καταφατικά. Αυτό το είχε μάθει από τον ίδιο τον δούκα. «Κι εκείνη τη μέρα ήταν σαν να πέθανε και ο πατέρας του. Ο ηλικιωμένος δούκας απομονώθηκε από τον κόσμο ώστε να πενθήσει και συμπεριφερόταν στον γιο του πολύ ψυχρά. Όταν μεγάλωσε αρκετά αυτός ο “Μπράνσομ”, αναζητούσε συχνά… συντροφιά». Το πρόσωπο του βαλέ μόρφασε καθώς έψαχνε τις κατάλληλες λέξεις. «Γυναικεία συντροφιά». «Θέλεις να πεις πως υπέκυψε σε νεανικές τρέλες». «Τρέλες με περικεφαλαία. Τι λέω; Αυτός έκανε την τρέλα επάγγελμα». Η Ίζι τον πίστευε. Είχε δει τους λογαριασμούς. «Αλλά στην ηλικία των τριάντα αποφάσισε τελικά να εκπληρώσει την κύρια υποχρέωση του τίτλου του. Η οποία ήταν, φυσικά, να φέρει στον κόσμο τον επόμενο Δούκα του…» «Μόθφερι», προσφέρθηκε η Ίζι να ολοκληρώσει την πρόταση αντί για κείνον. «Ναι». Ο Ντάνκαν ξερόβηξε. «Διάλεξε την πιο περιζήτητη ντεμπιτάντ του Λονδίνου και δήλωσε την πρόθεσή του να τη μνηστευτεί. Οι δυο τους δεν


άργησαν να αρραβωνιαστούν». Η Ίζι αποσβολώθηκε. «Ο Ράνσομ αρραβωνιάστηκε;» Τώρα καταλάβαινε γιατί προηγουμένως είχε πανικοβληθεί από την ανόητη αναφορά της στον γάμο. «Όχι», απάντησε ο Ντάνκαν και την κοίταξε αυστηρά. «Ο Μπράνσομ αρραβωνιάστηκε. Ο ανύπαρκτος δούκας. Αρραβωνιάστηκε μια νεαρή δεσποινίδα που ονομαζόταν λαίδη Έμι…» Η ταραχή διαγράφηκε στο πρόσωπό του. «Λαίδη Σέμιλι». «Λαίδη Σέμιλι;» η Ίζι χαμογέλασε στον εαυτό της. Ο Ντάνκαν είχε αρχίσει να μπαίνει στο πνεύμα. «Ναι. Λαίδη Σέμιλι Λιβερπέιλ. Κόρη ενός κόμη». Ο βαλές επέστρεψε στο έργο του. Έβγαλε το πώμα από ένα μπουκαλάκι, που ανέδιδε έντονη οσμή λεμονιού. «Όταν ανακοινώθηκε ο αρραβώνας, οι πολύπαθοι υπηρέτες του δούκα καταχάρηκαν. Κάποιοι από το οικιακό προσωπικό υπηρέτησαν την οικογένεια χωρίς να υπάρχει δούκισσα επί τριάντα χρόνια. Ανυπομονούσαν να αποκτήσει το σπίτι καινούρια κυρία». «Ανάμεσά τους και ο έμπιστος και διαπρεπής βαλές του;» μάντεψε εκείνη. «Που ήταν γνωστός με το όνομα… Ντίνκινς;» «Ιδίως ο έμπιστος και διαπρεπής βαλές του. Ο Ντίνκινς δεν έβλεπε την ώρα να μην είναι αναγκασμένος ν’ αφαιρεί έναν σωρό λεκέδες από κοκκινάδι στα ρούχα του δούκα. Το κοκκινάδι είναι εξαιρετικά δύσκολο να πλυθεί». «Το φαντάζομαι…» Η Ίζι αναρωτήθηκε τι είδους γυναίκα κατάφερε να βάλει σε πειρασμό τον δούκα να εγκαταλείψει την άσωτη ζωή του. «Αυτή η λαίδη Σέμιλι Λιβερπέιλ… πώς ήταν;» «Όπως φαντάζεστε, μια ντεμπιτάντ με τα όλα της. Όμορφη, καλλιεργημένη, με πολλές γνωριμίες. Και νέα. Μόλις δεκαεννιά ετών». Η Ίζι έπνιξε έναν θλιμμένο αναστεναγμό. Τι πιο φυσικό το να διαθέτει η λαίδη Σέμιλι όλες αυτές τις χάρες. «Τι δεν πήγε καλά;» ρώτησε. Εκείνος δίστασε. «Στην ιστορία. Σ’ αυτή την ευφάνταστη μυθοπλασία που σκαρφίστηκες απλώς για να με διασκεδάσεις, επειδή ξέρεις πόσο μ’ αρέσουν οι ιστορίες με τους καταδικασμένους έρωτες». «Τα πάντα είχαν κανονιστεί», συνέχισε εκείνος. «Ο γάμος, ο μήνας του μέλιτος, η καλά εξοπλισμένη σουίτα της νέας δούκισσας. Παρ’ όλα αυτά, λιγότερο από δύο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία του γάμου, η μέλλουσα νύφη εξαφανίστηκε».


«Εξαφανίστηκε;» «Ναι. Εξαφανίστηκε από την κρεβατοκάμαρά της μέσα στη νύχτα». Η Ίζι έσκυψε μπροστά και στήριξε το πιγούνι στην παλάμη της. Αυτή η ιστορία άρχισε να γίνεται συναρπαστική. Και, κατά τα φαινόμενα, ο Ντάνκαν χαιρόταν που είχε την ευκαιρία να την αφηγηθεί επιτέλους. Ο καημένος, ήταν απομονωμένος εδώ μέσα τόσους μήνες έπειτα από ένα τέτοιο μελόδραμα, δίχως να έχει κανέναν να μιλήσει. Και με ελάχιστους λεκέδες για καθάρισμα. «Η λαίδη Σέμιλι», είπε, και η φωνή του έγινε δραματική, «είχε κλεφτεί με άλλον…». «Κλέφτηκε με άλλον; Με ποιον;» «Κάποιον κολίγο από το υποστατικό των Λιβερπέιλ. Απ’ ό,τι φαίνεται, οι δυο τους έκρυβαν πολλά χρόνια τον δεσμό τους». «Τι σκάνδαλο! Τι έκανε ο Ρο…» Διέκοψε μόνη της τον εαυτό της. «Τι έκανε ο Δούκας του Μόθφερι;» «Δεν συμπεριφέρθηκε συνετά. Έπρεπε ν’ αφήσει το ανόητο κοριτσόπουλο να φύγει και να καταστρέψει μόνο του τη ζωή του. Να δηλώσει την απαξίωσή του για την ανατροφή της σε όποιον τον ρωτούσε, να κάνει κάποιο έξυπνο αστείο για το γεγονός ότι τη γλίτωσε από κείνην. Και την επόμενη σεζόν να αναζητήσει νέα νύφη. Αλλά η περηφάνια του δεν τον άφηνε. Τους καταδίωξε αλλόφρων με το άλογό του». «Χωρίς τον έμπιστο και διαπρεπή βαλέ του;» Ο Ντάνκαν αναστέναξε. «Ο… Ντίνκινς ακολούθησε με την άμαξα. Και, δυστυχώς, άργησε περισσότερο από μία μέρα. Ήταν πολύ αργά για να σταματήσει την τραγωδία που εκτυλίχθηκε». Η Ίζι δάγκωσε τα χείλη της, μορφάζοντας ήδη. «Μήπως έπεσε ο δούκας από το άλογο;» «Ω, όχι. Κάπου τριάντα χιλιόμετρα νότια από τα σύνορα της Σκοτίας, ο Μόθφερι ανακάλυψε τη μέλλουσα νύφη του και τον εραστή της σ’ ένα πανδοχείο. Ακολούθησε έντονη αντιπαράθεση, τα σπαθιά βγήκαν από τα θηκάρια…» Εκείνη μόρφασε, θαρρείς κι ένιωσε όλη την ουλή του Ράνσομ να καίει από το κρανίο έως το μάγουλό της. «Νομίζω πως μπορώ να φανταστώ τη συνέχεια». «Θα χρειαστεί να τη φανταστείτε. Δεν μπορώ να πω ακριβώς τι συνέβη. Δεν ήμουν εκεί». Ο Ντάνκαν εγκατέλειψε κάθε πρόσχημα της εξιστόρησης. Στηρίχτηκε στις απλωμένες παλάμες του στο τραπέζι. «Όταν τον βρήκα, είχε μείνει δύο νύχτες κλεισμένος μέσα σε μια ντουλάπα σ’ εκείνο το αναθεματισμένο πανδοχείο. Κανένας δεν κάλεσε κάποιον χειρουργό. Ο


ιδιοκτήτης του πανδοχείου απλώς περίμενε να πεθάνει. Χρειάστηκε να του ράψω μόνος μου το τραύμα». «Αυτό είναι άνω ποταμών!» είπε η Ίζι. «Και τι έγινε με το κορίτσι που θα παντρευόταν;» «Η μικρή ξεμυαλισμένη είχε φύγει ήδη», της απάντησε κουνώντας το κεφάλι. «Εκείνος δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψει μέχρι το Λονδίνο, κι έτσι τον έφερα εδώ. Πέρασαν περισσότεροι από εφτά μήνες. Αρνείται να φύγει. Αρνείται ακόμα και να μου επιτρέψει να αναλάβω τα καθήκοντά μου ως βαλές. Η όψη του είναι ντροπιαστική». «Δεν ξέρω αν θα μπορούσα να τη χαρακτηρίσω έτσι», αποκρίθηκε αόριστα η Ίζι. Μάλλον της άρεσε η ατημέλητη εμφάνιση του δούκα με τα αχτένιστα μαλλιά. Και μια ντουζίνα ξελιγωμένες θεραπαινίδες δεν μπορούν να κάνουν λάθος. «Τον περισσότερο καιρό αρνείται να φορέσει γραβάτα. Είναι ντροπή». «Όντως είναι ντροπή», επανέλαβε εκείνη. Σ’ αυτό το σημείο συμφωνούσε. Ο ανοιχτός γιακάς του δούκα τής γεννούσε αρκετά ντροπιαστικές σκέψεις. Ο Ντάνκαν άφησε το σίδερο στην άκρη και σήκωσε το πεντακάθαρο σάλι για να το κοιτάξει εξεταστικά. «Αυτό το μικρό καθήκον διέσωσε την πνευματική μου υγεία για μία ακόμα μέρα», είπε. «Σας ευχαριστώ. Δεν ξέρετε πόσο ανυπόφορο είναι να κάνεις μια ζωή το ίδιο επάγγελμα και να αναγκάζεσαι να το εγκαταλείψεις». Η Ίζι δεν απάντησε. Αλλά μπορούσε να καταλάβει αυτό το αίσθημα καλύτερα απ’ ό,τι νόμιζε εκείνος. Όταν πέθανε ο πατέρας της, είχε χάσει και η ίδια τη δουλειά της. Δίπλωσε το σάλι και της το έδωσε. «Τον τελευταίο καιρό είμαι τόσο κακοδιάθετος, που…» «Που τι;» «Δεν ξέρω καν… Αυτό είναι το πρόβλημα, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Δοκίμασα έναν σωρό κακές συνήθειες, και καμία απ’ αυτές δεν με ικανοποιεί. Θεωρώ τα πουράκια αηδιαστικά. Το ταμπάκο δεν είναι και πολύ καλύτερο. Δεν μ’ αρέσει η γεύση από τα δυνατά ποτά και δεν απολαμβάνω να πίνω μόνος. Τι απέμεινε; Να το ρίξω στον τζόγο; Με ποιον;» Η Ίζι σήκωσε τους ώμους. «Υποθέτω πως πάντα υπάρχουν οι γυναίκες». «Υπερβολικά κοινότοπο», δήλωσε εκείνος. «Σε τούτο το σπίτι, τη συγκεκριμένη κακή συνήθεια την πρόλαβε άλλος». Τότε της ήρθε μια ιδέα. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες κι έβγαλε μια χούφτα ζαχαρωτά, τυλιγμένα σε χαρτί. «Ορίστε. Γλυκίσματα».


Ο Ντάνκαν κοίταξε τα ζαχαρωτά που κρατούσε στα χέρια της. «Πάρε ένα», τον παρότρυνε. «Χάρη θα μου κάνεις. Ο κόσμος μού τα δίνει με τις χούφτες. Μετά το πρωί που πέρασα με τις θεραπαινίδες, έχω περισσότερα απ’ όσα θα ήθελα». Του έδειξε ένα συγκεκριμένο. «Νομίζω πως αυτό έχει μέλι και βερίκοκο». Εκείνος πήρε το ζαχαρωτό, το ξετύλιξε και το έβαλε στο στόμα του. Καθώς το μασούσε, οι ώμοι του χαλάρωσαν. «Είσαι καλύτερα τώρα;» τον ρώτησε. «Είμαι καλύτερα. Σας ευχαριστώ, δεσποινίς Γκουντνάιτ». «Είναι το λιγότερο που μπορώ να κάνω». Άφησε τα ζαχαρωτά που της απέμειναν στο τραπέζι του. «Σ’ ευχαριστώ που έσωσες το σάλι μου και μου είπες την αλήθεια. Θέλω να πω… όχι την αλήθεια. Μια συναρπαστική ιστορία». Άρχισαν πλέον να εξηγούνται πολλά πράγματα. Είναι φυσικό ένας άντρας που τον εγκατέλειψαν τόσο σκληρά και που παραλίγο να χάσει τη ζωή του στην πορεία να μην έχει την καλύτερη γνώμη για την αγάπη και τον έρωτα. Ήταν, όμως, η περηφάνια η μόνη απώλεια ή μήπως είχε ραγίσει και η καρδιά του; «Ντάνκαν;» «Μμμ;» έκανε εκείνος ξετυλίγοντας και δεύτερο ζαχαρωτό. «Τη;…» Συγκέντρωσε το κουράγιο της και ρώτησε. «Την αγαπούσε;» Καμία απάντηση. Διάβολε. Τώρα καταλάβαινε ότι δεν έπρεπε να κάνει μια τόσο ευαίσθητη ερώτηση την ώρα που κάποιος μπουκωνόταν με ζαχαρωτά. Ο Ντάνκαν τής έκανε νόημα να περιμένει, ανεβοκατεβάζοντας το σαγόνι του. Στο μεταξύ το στομάχι της Ίζι είχε δεθεί κόμπος. Το χειρότερο ήταν ότι της δόθηκε περιθώριο να αμφιβάλλει για τον εαυτό της. Τι σημασία είχε αν ο δούκας αγαπούσε ή όχι τη μέλλουσα σύζυγό του; Γιατί την ενδιέφερε τόσο; Θαρρείς και θα παντρευόταν ποτέ την ίδια. Έπειτα από μια αιωνιότητα, ο Ντάνκαν κατάπιε την μπουκιά. Αλλά, κατά τα φαινόμενα, η Ίζι περίμενε τόση ώρα άδικα. Επειδή της απάντησε λιτά: «Δεν ξέρω».


Κεφάλαιο 15 Ήταν εκπληκτικό. Το πρωί, όταν εργαζόταν καθισμένη δίπλα του στο τραπέζι με την αλληλογραφία, με το φως του ήλιου να τη διαγράφει… Τα μαλλιά της θύμιζαν όντως χταπόδι. Σκέφτηκε πως ήταν ο τρόπος με τον οποίο τα μάζευε. Ή ίσως ήταν ο τρόπος με τον οποίο την έζωναν. Όλα εκείνα τα μαλλιά κούρνιαζαν πάνω στο κεφάλι της σαν μια μεγάλη σκοτεινή μουτζούρα. Κι όσο κι αν τα περιόριζε πεισματικά με τσιμπιδάκια, οι σκοτεινές βαριές μπούκλες προεξείχαν απ’ όλες τις μεριές σαν πλοκάμια. Ασφαλώς, επρόκειτο για ένα μαγευτικό και, όλως παραδόξως, ερωτικό χταπόδι. Ο Ράνσομ αναρωτήθηκε ανήσυχος μήπως τα φετίχ γεννιούνταν με αυτόν τον τρόπο. «Με αποφεύγεις, Γκουντνάιτ». Το σκουρόχρωμο κεφάλι της υψώθηκε την ώρα που εργαζόταν. «Αλήθεια;» «Ναι. Με αποφεύγεις». Η Ίζι σώπασε. «Εξοχότατε, η παρουσία μου σε τούτο το δωμάτιο αυτή τη στιγμή –και η συζήτηση που κάνουμε– φαίνεται πως αποδεικνύουν το αντίθετο». «Δεν σε κατηγορώ». Έγειρε στον καναπέ, βάζοντας τα χέρια του πίσω από τον σβέρκο. «Αν ήταν δυνατόν από τεχνικής άποψης, κι εγώ θα απέφευγα τον εαυτό μου». Εκείνη πήρε τον επόμενο φάκελο και άνοιξε τη σφραγίδα με μια απότομη κίνηση του χαρτοκόπτη. «Δεν σε αποφεύγω, Εξοχότατε. Δεν ξέρω τι εννοείς». Ψεύτρα. Ήξερε πολύ καλά τι εννοούσε. Ύστερα από την Εισβολή των Ηλιθίων κι εκείνο τον υπέροχο κρυφό εναγκαλισμό στο περίπτερο του κήπου, ο Ράνσομ είχε παρατηρήσει μια αξιοσημείωτη αλλαγή στη συμπεριφορά της. Δεν ακολούθησαν άλλοι αναπάντεχοι επισκέπτες, κι όταν ο Ράνσομ περιφερόταν στο κάστρο τις νύχτες, δεν την πέτυχε ξανά. Πάντα ήταν κοντά του όταν αυτός ξυπνούσε, αλλά δεν έκαναν άλλες παράξενες συζητήσεις για ποντίκια στο μέγεθος ελέφαντα και ελέφαντες στο μέγεθος ποντικιού. Και, τελείως αναπάντεχα, ο Ράνσομ ανακάλυψε πως οι συζητήσεις αυτές του έλειψαν.


Ίσως απλώς του έλειπε εκείνη. «Έχω μια ερώτηση», είπε, διακόπτοντάς την την ώρα που διάβαζε την αξιολόγηση για μια νέα οικονομική επένδυση στις ατμομηχανές. «Υπάρχουν δράκοι στη Μερλίνια;» «Μοράγγλια». «Ναι». «Κι αν υπάρχουν, τι σε ενδιαφέρει;» ρώτησε επιφυλακτικά. Εκείνος σήκωσε τους ώμους. «Απλώς αναρωτιέμαι τι άλλη τρέλα θα δω, αυτό είναι όλο. Αν θα μας επισκεφθεί κάποιο πρωί ένα κοπάδι μονόκερων ή αν θα ανακαλύψω ξωτικά να έχουν κατασκηνώσει κάτω από τη γέφυρά μου». «Όχι. Όχι, Εξοχότατε. Ούτε δράκοι ούτε μονόκεροι ούτε και ξωτικά». «Ωραία», της αποκρίθηκε. Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την επόμενη παράγραφο, και τη διέκοψε πάλι. «Τι νέα έχεις από τον λόρδο Κατάκοιτο;» «Ασφαλώς, τίποτα που να σε ενδιαφέρει», του απάντησε και ακούμπησε τη γροθιά της στο τραπέζι. «Εξοχότατε, με προσέλαβες για να διαβάσω την αλληλογραφία σου. Όχι για να συζητήσουμε για τη δική μου». Εκείνος σήκωσε τα χέρια, καταθέτοντας τα όπλα. «Εντάξει». Ο Ράνσομ αντιλαμβανόταν τι συνέβαινε. Η γυναίκα αυτή κρατούσε απόσταση. Γεγονός που σήμαινε πως ήταν μια συνετή, έξυπνη γυναίκα. Κι αυτό την έκανε ακόμα πιο ελκυστική. Άι στην ευχή. «Δεν ήθελα να φανώ αγενής», του είπε. «Απλώς… μιλάω για τις ιστορίες του πατέρα μου με τους πάντες. Και δεν με πειράζει, αλλά προτιμώ να συζητήσω για κάτι άλλο –οτιδήποτε– όταν είμαι μαζί σου. Ακόμα και για τις οικονομικές προοπτικές των ατμοκίνητων γεωργικών μηχανημάτων». Ο Ράνσομ υπέθεσε ότι τα λόγια της είχαν λογική. Είχε αρχίσει να αντιλαμβάνεται πως αυτές οι γελοίες ιστορίες την είχαν καταστήσει δεσμώτρια των προσδοκιών του κόσμου. Έπρεπε να απελευθερωθεί γρήγορα από αυτή τη φυλακή. Επειδή είχαν τελειώσει με τις μισές επιστολές από κείνη τη φοβερή και τρομερή στοίβα και ο Ράνσομ ήταν σίγουρος πως ήξερε τι συνέβαινε. Κάποιος τον έκλεβε. Κι αυτός ο κάποιος αποθρασυνόταν όλο και περισσότερο. Οι αποκλίσεις στα ποσά που ξοδεύτηκαν ήταν αρχικά μικρές, αλλά αυξάνονταν βαθμιαία σε δεκάδες και εκατοντάδες λίρες. Είχε αναπτύξει μια θεωρία. Υπέθετε πως ο υπαίτιος ήταν υπάλληλος στο γραφείο των δικηγόρων του. Ή, ακόμα, ένας από τους δικηγόρους του. Όποιος κι αν ήταν ο κλέφτης, μάλλον συνήθιζε να τζογάρει – ίσως στα χαρτιά, ίσως στα άλογα. Ίσως διατηρούσε κάποια πολυέξοδη ερωμένη. Ή ίσως κατέληξε στο


συμπέρασμα πως αξίζει κάτι καλύτερο από τις πενταροδεκάρες που τον πλήρωναν τα αφεντικά του. Έτσι, ξεκίνησε τσεπώνοντας μικροποσά, τα οποία ήταν πιθανό να μην κινήσουν κανενός τις υποψίες. Όταν αυτά πέρασαν απαρατήρητα, προχώρησε σε μεγαλύτερα ποσά. Και ύστερα, κάποια μέρα, είδε την ευκαιρία να τσεπώσει ένα ακόμα πιο σεβαστό ποσό. Οι άνθρωποι του ηλικιωμένου Κόμη του Λάινφορθ πρέπει να ζήτησαν να αγοράσουν το Κάστρο Γκόστλεϊ για την αναδεχτή του. Ασφαλώς, οποιαδήποτε τέτοια προσφορά θα είχε απορριφθεί με συνοπτικές διαδικασίες. Όλοι ήξεραν πως ο Ράνσομ δεν θα συμφωνούσε ποτέ να πουλήσει την περιουσία των προγόνων του. Αλλά αν συνέταξε πλαστά έγγραφα ο κλέφτης και τα πήγε στο προσκέφαλο του άρρωστου Λάινφορθ, θα μπορούσε να αποσπάσει από τον ετοιμοθάνατο ένα εξωφρενικό ποσό. Προς το παρόν δεν ήταν παρά μια θεωρία, αλλά ήταν πιο λογική από οποιαδήποτε εναλλακτική υπόθεση. Κι αν οι υποψίες του Ράνσομ ήταν σωστές, τότε αυτό σήμαινε πως η πώληση ήταν άκυρη. Σύντομα η Ίζι Γκουντνάιτ θα ξεσπιτωνόταν. Για άλλη μία φορά. «Θα τελειώσουμε με αυτή τη δουλειά σε μερικές εβδομάδες», της είπε. «Σκέφτηκες καθόλου πού θα πας;» «Μάλλον εγώ θα έπρεπε να σου κάνω αυτή την ερώτηση», του αντιγύρισε. «Εγώ δεν νομίζω να πάω πουθενά». «Μα πρέπει. Αυτό είναι το θέμα, Γκουντνάιτ. Πρέπει να ταξιδέψεις». Ανακάθισε κι έσκυψε προς το μέρος της, ακουμπώντας τα χέρια του στα γόνατα. «Οι πόλεμοι τέλειωσαν. Αυτοί που διαθέτουν τα χρήματα άρχισαν πάλι να ταξιδεύουν. Βρες μια ζωηρή μπαμπόγρια που θέλει να γυρίσει την Ευρώπη. Κάποια που να χρειάζεται μια σύντροφο, για να της διαβάζει με διαφορετικές φωνές στα βαρετά ταξίδια με το καράβι, να σκιτσάρει γυμνά αγάλματα για την κασέλα με τα ενθύμιά της και να κάνει βόλτες το σκυλάκι του σαλονιού δύο φορές τη μέρα. Μπορείς να ταξιδέψεις στο Παρίσι, στη Βιέννη, στην Αθήνα, στη Ρώμη». Ακόμα και από κει όπου καθόταν στον καναπέ, μπορούσε να διακρίνει το πλατύ βαθυκόκκινο στόμα της να υψώνεται ελαφρώς, σχηματίζοντας ένα χαμόγελο. Ήταν το πρώτο χαμόγελο που είδε από κείνη ύστερα από μέρες. «Δυστυχώς, δεν γνωρίζω καμία εύπορη, ζωηρή ηλικιωμένη με σκυλάκι του σαλονιού», του είπε. «Αλλά ακούγεται υπέροχη περιπέτεια». Το θέμα είχε τακτοποιηθεί. Ούτε ο ίδιος γνώριζε γυναίκες που να ταιριάζουν σ’ αυτή την περιγραφή. Αλλά θα έβρισκε κάποια. Αν χρειαζόταν, θα προσλάμβανε


μια θεατρίνα μιας κάποιας ηλικίας από το θέατρο της Ντρούρι Λέιν προκειμένου να παίξει τον ρόλο της θείας τάδε και θα πλήρωνε, επίσης, τον λογαριασμό για όλο το ταξίδι. Για την Ίζι Γκουντνάιτ είχε έρθει η στιγμή να σταματήσει να ζει στα παραμύθια των άλλων. Έπρεπε να δει περισσότερα πράγματα στον κόσμο, πέρα από κάστρα καλυμμένα από σκόνη και γραφικά χωριουδάκια της αγγλικής επαρχίας. Ο Ράνσομ δεν μπορούσε να της προσφέρει ό,τι χρειαζόταν ή ό,τι της άξιζε. Τουλάχιστον, όμως, αυτό μπορούσε να το κάνει. Η συγκεκριμένη απόφαση ξαλάφρωσε τη συνείδησή του καθώς την παρακολουθούσε να τραβάει άλλη μία επιστολή από τον σωρό, μειώνοντας την παραμονή της στο κάστρο μερικά λεπτά ακόμη. Άλλος ένας κόκκος άμμου έπεσε στην κλεψύδρα. Έπειτα από λίγο άφησε τη δουλειά κατά μέρος. «Πρέπει να τελειώσουμε για σήμερα». Η φωνή της έγινε πιο κεφάτη όταν είπε: «Θ’ ανέβω πάνω να ντυθώ για το δείπνο». «Να ντυθείς για το δείπνο;» Αυτό ήταν κάτι το καινοφανές. Ποτέ δεν παρέθεταν επίσημα δείπνα. Εκείνη και η δεσποινίς Πέλχαμ έτρωγαν στην κουζίνα μαζί με τον Ντάνκαν ή έτσι υπέθετε. Δεν καθόταν ποτέ μαζί τους. «Χτες τελειώσαμε με την τραπεζαρία. Ο Ντάνκαν, η δεσποινίς Πέλχαμ κι εγώ. Έτσι, αποφασίσαμε να ξεκουραστούμε από το ξεσκόνισμα και να το γιορτάσουμε απόψε με ένα επίσημο δείπνο». Σηκώθηκε από την καρέκλα της. «Η δεσποινίς Πέλχαμ ασχολήθηκε με το μενού όλη τη μέρα». Ο δούκας έξυσε την πυκνή γενειάδα στο πιγούνι του. «Κανένας δεν μου το ανέφερε». «Εγώ…» Η φωνή της έγινε απαλή και πήρε αυτόν τον καθησυχαστικό, μελένιο τόνο. «Ω, συγγνώμη. Έπρεπε να έχω σκεφτεί να σ’ το πω. Μήπως πλήγωσα τα αισθήματά σου;» «Ορίστε;» είπε και σταύρωσε τα μπράτσα στο στήθος του. «Μην είσαι παράλογη. Τα αισθήματά μου –όχι πως παραδέχομαι ότι έχω τέτοιο πράγμα, να το έχεις υπόψη κατά νου– δεν έχουν πληγωθεί». «Δεν ήθελα να νιώσεις παραγκωνισμένος. Φυσικά, είσαι ευπρόσδεκτος στο τραπέζι μας. Απλώς… δεν έρχεσαι ποτέ. Δεν δειπνείς ποτέ μαζί μας». Η μέρα τέλειωνε, και η όρασή του είχε μειωθεί. Εκείνη δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μια κινούμενη σκούρα γκρίζα κηλίδα μέσα σε μια θάλασσα ανοιχτής γκρίζας ομίχλης. Δεν μπορούσε να διακρίνει αν η πρόσκλησή της ήταν ειλικρινής ή αν τον καλούσε επειδή τον λυπόταν.


Αλλά, και πάλι, δεν είχε σημασία. Είχε δίκιο· ποτέ δεν δειπνούσε μαζί τους. Και υπήρχε λόγος. Σηκώθηκε όρθιος. «Γκουντνάιτ, εκτιμώ τη γενναιόδωρη πρόσκλησή σου να παρευρεθώ στο δείπνο που πληρώθηκε με τα λεφτά μου στο σπίτι μου, αλλά…» «Ω, σε παρακαλώ, έλα». Οι λέξεις βγήκαν άξαφνα, παρορμητικά από τα χείλη της – αλλά δεν ήταν πιο αστόχαστες από την επόμενη κίνησή της. Πήρε το χέρι του. Πήρε το χέρι του μέσα στα δικά της και το έσφιξε. Τρυφερά. Θαρρείς κι εκείνος ήταν ένα επιφυλακτικό παιδί που είχε ανάγκη από συμπόνια και ενθάρρυνση. Τουλάχιστον, αυτό υπέθετε από τέτοιου είδους χειρονομίες. Η παιδική ηλικία του δεν διέθετε ίχνος από συμπόνια και εν- θάρρυνση. «Θα χαιρόμουν πολύ αν δειπνούσες μαζί μας, Ράνσομ. Κυρίως επειδή θα είσαι ο μοναδικός άνθρωπος στο τραπέζι που δεν θα δίνει δεκάρα για την ταυτότητα του Σκοτεινού Ιππότη». Ο δούκας έσμιξε τα φρύδια του. «Ποιος είναι ο Σκοτεινός Ιππότης;» «Αυτό ακριβώς εννοώ», απάντησε και του έσφιξε ξανά το χέρι. «Αυτό είναι το καλύτερο πράγμα που μου έχει πει κανείς εδώ και χρόνια. Έλα στο δείπνο· μπορείς να είσαι ο κακότροπος, πεζός εαυτός σου. Σε παρακαλώ». «Μίλησα στον δούκα για το δείπνο μας απόψε», είπε η Ίζι κρατώντας την ανάσα της ενόσω η δεσποινίς Πέλχαμ τραβούσε δυνατά τα κορδόνια του κορσέ της. «Τον κάλεσα να φάει μαζί μας». «Α, αυτό είναι υπέροχο!» Η δεσποινίς Πέλχαμ τράβηξε ξανά τα κορδόνια. «Αρνήθηκε». Άλλο ένα τράβηγμα. «Ω… Κρίμα». Η Ίζι αναρωτήθηκε πόσες φορές ακόμα θα έβρισκε το κουράγιο να τον πλησιάσει. Ήταν υπερβολικά πεισματάρης και αποφασισμένος να παραμείνει απομονωμένος. Απ’ όταν άκουσε την ιστορία του Ντάνκαν, δεν ήξερε τι να υποθέσει. Άραγε ράγισε η καρδιά του επειδή τον παράτησε η εκλεκτή μέλλουσα νύφη του; Μήπως είχε θυμώσει που έχασε την όραση και την ανεξαρτησία του; Ή μήπως ήταν απλώς ένας εγκαταλειμμένος εραστής που έγλειφε την πληγωμένη περηφάνια του; Όπως και να ’χε, έπρεπε να βγει πάλι στον κόσμο – και σύντομα. Διάβασε πλέον περισσότερη από τη μισή αλληλογραφία του και είχε αρχίσει να έχει υποψίες. Χωρίς να διαθέτει αδιάσειστες αποδείξεις, δεν τολμούσε να


εκφράσει τις σκέψεις της. Παρ’ όλα αυτά, ήταν σχεδόν σίγουρη πως οι δικηγόροι του δούκα συνωμοτούσαν εναντίον του. Δεν μπορούσε να φανταστεί την αιτία. Αλλά ο άντρας αυτός διέτρεχε τον κίνδυνο να χάσει πολύ περισσότερα από αυτό το κάστρο αν δεν επέστρεφε σύντομα στον κόσμο των ζωντανών. Το αποψινό δείπνο θα μπορούσε να είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Μακάρι αυτό το βήμα να πραγματοποιούνταν. Η δεσποινίς Πέλχαμ τράβηξε ακόμα μία φορά τα κορδόνια του κορσέ. Όταν μόρφασε η Ίζι από τον πόνο, είπε: «Με συγχωρείς, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Αλλά πρέπει να τα σφίξω, ειδάλλως η τουαλέτα δεν θα σου κάνει». Τη βοήθησε να φορέσει τη μεταξωτή τουαλέτα στο χρώμα της παπαρούνας. Φυσικά, ανήκε στη δεσποινίδα Πέλχαμ. Η γκαρνταρόμπα της Ίζι δεν διέθετε κάποιο ρούχο για ένα δείπνο σαν κι αυτό. «Ω, αυτό το φόρεμα σου πηγαίνει πολύ. Παρόλο που είναι υπερβολικά στενό στο πάνω μέρος». Το πάνω μέρος ήταν όντως στενό. Τα στήθη της ήταν δυο λευκές τρεμάμενες καμπύλες που ξεχείλιζαν στο μπούστο. Ήταν ένα αρκετά σκανδαλώδες ένδυμα για τη μικρή Ίζι Γκουντνάιτ. Ωστόσο, θα φορούσε και το σάλι της και θα καθόταν μόνο με τη δεσποινίδα Πέλχαμ και τον Ντάνκαν. «Υπόσχομαι να μην παραφάω», είπε η Ίζι στρώνοντας με τις παλάμες το βαρύτιμο μεταξωτό κόκκινο ύφασμα. «Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ που μου το δάνεισες». «Δεν κάνει τίποτα. Χαίρομαι που σε βοήθησα», αποκρίθηκε η δεσποινίς Πέλχαμ φορώντας το ένα από τα μακριά γάντια της και τεντώνοντας το χέρι για να της κουμπώσει η Ίζι τα κουμπιά. «Τα υπάρχοντά σου αργούν πολύ να έρθουν. Έτσι δεν είναι;» «Ναι». Ενώ κούμπωνε τα μικροσκοπικά κουμπιά, η Ίζι αισθάνθηκε στο στήθος μια σουβλιά από τις τύψεις. «Συμβαίνει κάτι, δεσποινίς Γκουντνάιτ;» «Απλώς θα ήθελα...» Απλώς θα ήθελα να μην ήμουν αναγκασμένη να σου πω ψέματα. Απλώς ζηλεύω οικτρά τα χρυσαφένια μαλλιά, τα ροδαλά μάγουλα και την αυτοπεποίθησή σου. Και θα ήθελα να σε κάνω να ζηλέψεις κι εσύ λιγάκι, με το να σου εξομολογηθώ όσα έχω κάνει με τον δούκα. «Απλώς θα ήθελα να με αποκαλείς Ίζι». Η βεντάλια της δεσποινίδος Πέλχαμ έπεσε με κρότο στο πάτωμα. Το πρόσωπό της φωτίστηκε με ένα λαμπερό χαμόγελο. «Αλήθεια;»


«Φυσικά». «Τότε κι εσύ πρέπει να με αποκαλείς Αμπιγκέιλ». «Πολύ θα το ήθελα». Η δεσποινίς Πέλχαμ –η Αμπιγκέιλ– την έσφιξε στην αγκαλιά της. «Ω, το ήξερα. Το ήξερα ότι θα γίνουμε οι καλύτερες φίλες!» Φίλες. Παράξενο. Η Ίζι δεν περίμενε ποτέ να γίνει καλή φίλη με μια γυναίκα σαν την Αμπιγκέιλ. Οι Αμπιγκέιλ Πέλχαμ των παιδικών χρόνων της συμπεριφέρονταν στη συνεσταλμένη, αδέξια Ίζι με υπεροψία, ακόμα και σκληρότητα. Την αποκαλούσαν «Κατσαρή Ίζι», «Σκούπα Μάγισσας», «Κεφάλι-Ξεσκονίστρα», «Αστεία Φάτσα»... Η λίστα ήταν μεγάλη. Αλλά δεν ήταν πια παιδί, υπενθύμισε στον εαυτό της. Εκείνη και η Αμπιγκέιλ ήταν γυναίκες, και ίσως ήταν άδικο που η Ίζι δεν έδωσε μια ευκαιρία στη φιλία τους. Η Αμπιγκέιλ τραβήχτηκε λίγο. «Τώρα που γίναμε φίλες, θα μ’ αφήσεις να σου φτιάξω τα μαλλιά;» Πήρε μια από τις απείθαρχες μπούκλες της Ίζι και την κοίταξε με οίκτο. «Έχω μια συνταγή από κρόκο αβγού και ροδόνερο, η οποία θα τα κάνει λεία σαν σιδερωμένο σατέν». Η Ίζι ήταν έτοιμη να πει πως αποκλείεται να πετύχαινε. Είχε δοκιμάσει κάθε παρασκεύασμα γνωστό στον γυναικείο πληθυσμό, και κανένα δεν είχε αποτέλεσμα. Η Αμπιγκέιλ, όμως, δεν σήκωνε αντιρρήσεις. Έστρεψε την Ίζι στον καθρέφτη. «Θα δεις. Με το σωστό χτένισμα και μια καινούρια κορδέλα… θα μπορούσαν να γίνουν σχεδόν όμορφα». Σχεδόν. Η Ίζι πήρε το σάλι της, προσπαθώντας να αγνοήσει την ακούσια προσβολή. «Ας κατέβουμε για το δείπνο. Τι λες;» Η Αμπιγκέιλ την πήρε από το μπράτσο. «Ναι. Πάμε. Σου έχω μερικές ερωτήσεις για απόψε». Άντε πάλι. Όφειλε να αναγνωρίσει στην Αμπιγκέιλ ότι περίμενε σχεδόν ώσπου να έρθει η σούπα για να αρχίσει την ανάκριση. Ένα απολογητικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό της. «Μάλλον ξέρεις τι σκοπεύω να ρωτήσω». Κάτι μου λέει πως ξέρω. «Με συγχωρείς. Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Η Αμπιγκέιλ χαμήλωσε τη


φωνή της και ψιθύρισε: «Ο Σκοτεινός Ιππότης… Ποιος είναι πραγματικά; Μην ανησυχείς, δεν θα το πω ποτέ σε κανέναν…». Η Ίζι άφησε την αγωνία να κορυφωθεί ενώ κατάπιε μια μπουκιά από βελουτέ σούπα με παστινάκι και απόλαυσε για μια στιγμή τη νοστιμάδα της. Είχαν δουλέψει δύο ολόκληρες μέρες σε τούτη την τραπεζαρία, καθαρίζοντας τους τοίχους, τινάζοντας το χαλί, γυαλίζοντας τα έπιπλα και επιπλώνοντας τον χώρο με καρέκλες. Τη μέρα μπορούσες να διακρίνεις τα ξεθωριασμένα μπαλώματα του χαλιού και τα σημάδια στο ξύλο. Αλλά στο φως των κεριών… Ω, φαινόταν μαγικό. Όλο το δωμάτιο έλαμπε. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με ένα κολλαριστό, σιδερωμένο λευκό τραπεζομάντιλο, κι όλα τα αντικείμενα –από το μικρότερο κουτάλι έως το μεγαλύτερο κηροπήγιο– είχαν στιλβωθεί ώσπου να λάμψουν. Ακόμα κι αν ήταν στολισμένα με διαμάντια, δεν θα μπορούσαν να γίνουν ομορφότερα. Τα γυαλικά από κρύσταλλο ήταν δανεικά από το σπίτι του εφημέριου, αλλά όλα τα υπόλοιπα ανήκαν στο κάστρο. Ο Ντάνκαν είχε ανακαλύψει μια κασέλα με ασημικά και δύο κιβώτια παραγεμισμένα με άχυρο, τα οποία περιείχαν πορσελάνινα είδη· είχαν γλιτώσει από το πλιάτσικο, αφού ήταν κρυμμένα κάτω από τα σανίδια του κελαριού. Το πανύψηλο ταβάνι έκανε την τραπεζαρία να δείχνει μεγαλοπρεπής και λαμπερή, αλλά η γενική ατμόσφαιρα ήταν ζεστή, ευχάριστη και ευωδίαζε από το ψητό αρνάκι. Αισθανόταν σαν στο σπίτι της. «Λοιπόν;» την παρότρυνε η Αμπιγκέιλ. Α, ναι. Ο Σκοτεινός Ιππότης. «Πολύ φοβάμαι πως δεν γνωρίζω», απάντησε η Ίζι. «Ο πατέρας μου δεν μου είπε ποτέ. Δεν ξέρω περισσότερα απ’ αυτά που εκδόθηκαν στο περιοδικό». «Ούτε για την Κρέσιντα και τον Ούλρικ; Ω, μου φαίνεται τρομερό που δεν ξαναβρέθηκαν. Δεν παντρεύονται, δεν αποκτούν παιδιά, όπως ήλπιζα και ονειρευόμουν πάντα;» «Αν το ήλπισες και το ονειρεύτηκες, τότε μάλλον αυτό έγινε. Ξέρω πως οι αναγνώστες απογοητεύτηκαν που οι ιστορίες παρέμειναν ανολοκλήρωτες. Αλλά για μένα υπάρχει κάτι το όμορφο στο γεγονός ότι ο Ούλρικ έμεινε στην κυριολεξία επί ξύλου κρεμάμενος. Με αυτόν τον τρόπο, οι ήρωες μπορούν να έχουν όλες τις ωραίες καταλήξεις που φαντάζονται οι αναγνώστες». Είχε την ελπίδα ότι το θέμα θα έληγε εκεί. «Ω, μα απλώς αυτό δεν αρκεί…» αποκρίθηκε αναστενάζοντας η δεσποινίς Πέλχαμ. «Και τι γίνεται με κείνο τον ευνούχο; Μου φαινόταν πολύ ύποπτος. Δεν


νομίζω πως ο σερ Χένρι…» «Για όνομα του Θεού! Άφησέ την ήσυχη». Το ενοχλημένο ξέσπασμα αιφνιδίασε τους πάντες. Επειδή προήλθε από τον δούκα. Ο Ράνσομ στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας. Και η Ίζι μετάνιωσε που χρησιμοποίησε τις λέξεις «μεγαλοπρεπής» και «λαμπερή» για την τραπεζαρία, επειδή τώρα δεν είχε λέξεις να περιγράψει την εμφάνισή του. Ίσως είχε απομείνει μία λέξη. Ήταν εξαίσιος. Φρεσκοξυρισμένος, φρεσκολουσμένος και ντυμένος με ένα μαύρο φράκο, που του ταίριαζε στο σώμα θαρρείς και ήταν χυμένη μελάνη. Και πρέπει να τα έκανε όλα αυτά δίχως βοήθεια, κρίνοντας από τη σοκαρισμένη έκφραση του Ντάνκαν έτσι όπως σηκωνόταν όρθιος. Ο καημένος, πρέπει να νόμισε πως είχε βρεθεί κάποιος να τον αντικαταστήσει. Πάντως, η Ίζι δεν πίστεψε κάτι τέτοιο, κρίνοντας από το παράταιρο χρώμα του γιλέκου του κι ένα φρέσκο μικρό κόψιμο στο σαγόνι του από το ξύρισμα. Ίσως ήταν ανόητο, αλλά η Ίζι θεώρησε πως αυτή η λεπτή κόκκινη γραμμή φανέρωνε περισσότερη γενναιότητα και ήταν ακόμα πιο αξιαγάπητη από την ουλή που διαπερνούσε το μέτωπό του. «Είναι αυτός…» ψιθύρισε η Αμπιγκέιλ από την αντικρινή μεριά του τραπεζιού. «Ο δούκας…» «Το ξέρω…» αποκρίθηκε μουρμουρίζοντας η Ίζι. «Γιατί κατέβηκε εδώ; Πιστεύεις πως του αρέσεις;» Η Ίζι έπιασε με τα δύο δάχτυλα τη ράχη της μύτης της. Αν είναι δυνατόν! Γιατί ήταν τόσο δύσκολο γι’ αυτό το κορίτσι να καταλάβει πως ο Ράνσομ μπορούσε να ακούσει ό,τι έλεγε; «Μάλλον του αρέσεις…» συνέχισε να ψιθυρίζει η Αμπιγκέιλ. «Δεν θα ήταν πολύ συναρπαστικό; Θα μπορούσες να τον κάνεις να πιστέψει στον έρωτα και στην αγά…» Ο δούκας ξερόβηξε. «Εξοχότατε», είπε ο Ντάνκαν. «Με συγχωρείτε. Δεν σας πε- ριμέναμε…» «Κάθισε». Ο Ράνσομ βρήκε την καρέκλα στην κορυφή του τραπεζιού και την τράβηξε για να καθίσει. «Δεν ήρθα εδώ για να σε βάλω να εργαστείς». «Θα θέλατε λίγη σούπα;» Η Αμπιγκέιλ έκανε ένα νεύμα στην υπηρέτρια που σέρβιρε, μια γυναίκα από το υπηρετικό προσωπικό που προσλήφθηκε πρόσφατα. «Θέλω μόνο κρασί. Δεν ήρθα εδώ ούτε για να φάω».


Επικράτησε σιωπή, ενώ οι πάντες συλλογίζονταν το ερώτημα που κανένας δεν τόλμησε να εκφράσει. Αφού δεν ήρθε για να φάει ή για να του σερβίρουν… τότε γιατί βρισκόταν εκεί εξαρχής; «Άσε ήσυχη τη δεσποινίδα Γκουντνάιτ με αυτή τη Μορμπίντια», είπε και κάθισε. «Ασφαλώς, θα υπάρχουν κι άλλα θέματα συζήτησης». «Δεν πειράζει», αποκρίθηκε η Ίζι, προσπαθώντας να περιορίσει τη ζημιά στην ευχάριστη ατμόσφαιρα εκείνης της νύχτας. «Αλήθεια. Δεν με πειράζει». «Πειράζει εμένα εκ μέρους σου». Ω. Ώστε γι’ αυτό ήρθε στο δείπνο. Για να την υπερασπιστεί. Για να γίνει ο κακόκεφος, γκρινιάρης συνοδός της. Αν δεν φοβόταν ότι θα κατέστρεφε τη νοστιμότατη σούπα της, η Ίζι θα έβαζε τα κλάματα. Εκείνος χτύπησε το πιρούνι του στο πιάτο. «Νόμιζα πως το αποψινό δείπνο έχει σκοπό την ξεκούραση». «Αυτός είναι ο σκοπός του, Εξοχότατε», αποκρίθηκε η δεσποινίς Πέλχαμ. «Τότε θα ήθελα να ξεκουραστώ από τα παραμύθια. Αν δεν πέφτουν στο κρεβάτι για ερωτικά παιχνιδάκια οι ιππότες με τις παρθένες, τότε δεν με ενδιαφέρει διόλου τι κάνουν». Τα μάγουλα της Αμπιγκέιλ ρόδισαν ελαφρώς. «Εξοχότατε, δεν κάνουν τίποτα τέτοιο». «Τότε αδιαφορώ πλήρως». «Έχεις την απάντησή σου, Αμπιγκέιλ», παρενέβη η Ίζι. «Ο δούκας δεν ενδιαφέρεται». «Επειδή ο δούκας δεν ξέρει τι χάνει. Πρέπει να βιώσει ο ίδιος τις ιστορίες. Μπορούμε να διαβάσουμε μερικές μετά το δείπνο». Η υπηρέτρια που είχε αναλάβει το σερβίρισμα πήρε τη σούπα από το τραπέζι και τοποθέτησε μια πιατέλα μπροστά στον δούκα. Σήκωσε με μια γρήγορη κίνηση το ασημένιο κάλυμμα, για να αποκαλύψει ένα τέλεια ροδοκοκκινισμένο αρνίσιο καρέ. Ο Ράνσομ ήπιε μια γουλιά από το κρασί του. «Ελπίζω να μην περιμένετε να σας το κόψω εγώ». Ο Ντάνκαν συμμορφώθηκε αμέσως. Έπιασε το μαχαίρι του τεμαχίσματος και άρχισε να κόβει τα παϊδάκια, προσφέροντας μια μερίδα σε κάθε κυρία προτού σερβίρει και στον εαυτό του. Ο Ράνσομ αρνήθηκε να πάρει. Η Ίζι δεν μπορούσε να μη νιώσει αμήχανα για κείνον. Αυτός, λοιπόν, ήταν ο λόγος για τον οποίο δεν έτρωγε μαζί τους. Αφού ήταν εκείνος που κατείχε την ανώτερη κοινωνική θέση σε κάθε τραπέζι όπου καθόταν, ήταν καθήκον του να τεμαχίζει το κυνήγι και τα ψητά κρέατα – κάτι που ήταν αδύνατο να κάνει


σωστά. Ιδίως προς το τέλος της μέρας, όταν ήξερε πως η όρασή του επιδεινωνόταν. Κοίταξε τα παϊδάκια μπροστά της. Ακόμα κι ένα πιάτο με φαγητό πρέπει να του θύμιζε δοκιμασία, στην οποία η αποτυχία του ήταν προδιαγεγραμμένη. Έκλεισε για λίγο τα μάτια και προσπάθησε να φανταστεί τον εαυτό της να κόβει το κρέας της κομματάκια χωρίς το πλεονέκτημα της όρασης. Ίσως τα κατάφερνε με εξάσκηση. Αλλά θα τα κατάφερνε με χάρη, ακολουθώντας τους τρόπους καλής συμπεριφοράς; Αυτό δεν ήταν τόσο βέβαιο. Το σερβίρισμα και η κατανάλωση των διαφόρων εδεσμάτων τούς κράτησαν απασχολημένους για λίγη ώρα. Ο Ράνσομ συνέχισε να πίνει, κάτι που η Ίζι θεώρησε κακό οιωνό. Όταν σερβιρίστηκε το επιδόρπιο –μια υπέροχη φρέσκια τάρτα μούρων– η Αμπιγκέιλ σηκώθηκε από το τραπέζι και επέστρεψε ύστερα από λίγο κρατώντας τον τεράστιο τόμο της. Απ’ ό,τι φαινόταν, δεν είχε ξεχάσει την υπόσχεσή της να τους διαβάσει. «Το έφερα», ανακοίνωσε. «Οι Ιστορίες Γκουντνάιτ. Απόψε θα ξεκινήσουμε από την αρχή». Ο Ράνσομ μουρμούρισε μια βρισιά. «Δεν υπάρχει τρόπος να γλιτώσουμε από δαύτο;» «Σε παρακαλώ, μην τις διαβάσεις», είπε η Ίζι. «Δεν χρειάζεται να τις ακούσει ο δούκας. Αλλά αν τις διαβάσεις, τουλάχιστον απάλλαξέ τον από την αρχή. Ο πατέρας μου πάντα ντρεπόταν για τα πρώτα κεφάλαια. Δεν τα θεωρούσε ως το καλύτερο έργο του». «Μα είναι η αρχή. Πρέπει να αρχίσουμε από την αρχή. Θυμηθείτε τα λόγια μου, Εξοχότατε. Σύντομα θα σας παρασύρει η ιστορία της Κρέσιντα και του Ούλρικ». Ενώ άνοιγε η δεσποινίς Πέλχαμ το εξώφυλλο του τόμου, η Ίζι είχε μια έντονη παρόρμηση να κρυφτεί κάτω από το χαλί. Ενδεχομένως και να ζήσει εκεί για μερικά χρόνια. Μπορούσε να γίνει η σχεδόν όμορφη βασίλισσα των ακάρεων. «Πρώτο κεφάλαιο!» διάβασε δυνατά η δεσποινίς Πέλχαμ. «Η νύχτα έπεσε στην Αγγλία. Σ’ ένα χωριουδάκι της υπαίθρου βρίσκεται μια αγροικία. Μια αγροικία με στέγη από σχιστόλιθο κι ένα κερί σε κάθε παράθυρο. Και σ’ αυτή την αγροικία υπάρχει ένα δωμάτιο. Ένα δωμάτιο με ασημένια φεγγάρια και χρυσά άστρα ζωγραφισμένα στο ταβάνι. Και σ’ αυτό το δωμάτιο βρίσκεται ένα κρεβάτι. Ένα κρεβάτι με ένα πορφυρό κάλυμμα. Και σ’ αυτό κρεβάτι είναι ξαπλωμένο ένα κορίτσι. Ένα κορίτσι που ονομάζεται Ίζι Γκουντνάιτ, το οποίο δεν θέλει να κοιμηθεί».


Μορφάζοντας, η Ίζι κοίταξε τον Ράνσομ, που καθόταν στην κορυφή του τραπεζιού. Ίσως έκανε καλά που δεν έφαγε τίποτε. Από την έκφρασή του αντιλήφθηκε πως θα πάσχιζε να συγκρατήσει το φαγητό στο στομάχι του. Η δεσποινίς Πέλχαμ συνέχισε να διαβάζει, αλλάζοντας φωνή για κάθε χαρακτήρα. «“Μπαμπά, θα μου πεις μια ιστορία;” παρακαλάει το μικρό κορίτσι. “Η ώρα είναι περασμένη, Ίζι μου”, απαντάω εγώ. “Σε παρακαλώ, μπαμπά. Το σκοτάδι με τρομάζει. Αλλά οι ιστορίες σου μου φέρνουν τόσο όμορφα όνειρα”». Ω Θεέ μου. Τώρα ο δούκας βόγκηξε. Ήταν σιγανό βογκητό, αλλά ήταν ολοφάνερα βογκητό. Βόγκηξε και η Ίζι. Κι όλη αυτή η εξευτελιστική εμπειρία θα γινόταν χειρότερη. Πολύ χειρότερη. «“Πολύ καλά”», συνέχισε η Αμπιγκέιλ. «“Σβήσε το φως, αγαπημένη μου Ίζι, και θα σου πω μια ιστορία. Μια φορά κι έναν καιρό, την εποχή των γενναίων ιπποτών και των όμορφων κυράδων, ζούσε μια κομψή και ατρόμητη νεαρή λαίδη ονόματι Κρέσιντα. Είχε πράσινα σαν το σμαράγδι μάτια και κεχριμπαρένια μαλλιά, λεία σαν μετάξι”». Η Ίζι ετοιμάστηκε για τα χειρότερα. Την κατάρα που την κυνηγούσε μια ζωή και απαρτιζόταν από τρεις λέξεις. Σχημάτισε τις λέξεις με τα χείλη της καθώς τις διάβαζε δυνατά η δεσποινίς Πέλχαμ. «Ακριβώς όπως εσύ». Η δεσποινίς Πέλχαμ σήκωσε το βλέμμα από το βιβλίο και κοίταξε την Ίζι κατάματα. «Δεν είναι παράξενο; Οφείλω να ομολογήσω πως, από τη στιγμή που γνωριστήκαμε, μου γεννήθηκαν απορίες. Εσύ δεν απόρησες, Ντάνκαν;» Ο Ντάνκαν συγκατένευσε. «Για να είμαι ειλικρινής, δεσποινίς Πέλχαμ, απόρησα». «Ασφαλώς, σ’ αυτή την ερώτηση μπορείς να απαντήσεις, Ίζι. Γιατί έγραψε ο πατέρας σου πως έχεις σμαραγδένια μάτια και λεία κεχριμπαρένια μαλλιά;» «Εγώ…» Ω Θεέ μου. Η Ίζι δεν ήξερε ποτέ πώς να το εξηγήσει. Δεν ήταν ολοφάνερη η απάντηση; Η Ίζι στις ιστορίες έπρεπε να είναι διαφορετική. Επειδή κανένας δεν ήθελε να διαβάσει μια ιστορία για ένα κορίτσι με αστείο παρουσιαστικό, ένα λοφίο από σκούρα μπερδεμένα μαλλιά και ξεθωριασμένα γαλάζια μάτια. Πόσο μάλλον να ταυτιστεί μαζί της. Επειδή για κείνην, την αληθινή Ίζι Γκουντνάιτ, η μοναδική ελπίδα που της είχε απομείνει ήταν να είναι, τουλάχιστον, σχεδόν όμορφη. Επειδή δεν ήταν αρκετά καλή. «Επειδή ο πατέρας της ήταν ένας γάιδαρος», είπε ο Ράνσομ. «Είναι φως φανάρι».


Η Αμπιγκέιλ και ο Ντάνκαν έβγαλαν ταυτόχρονα μια πνιχτή κραυγή. «Όχι», αντιγύρισε η Αμπιγκέιλ. «Κάνετε μεγάλο λάθος, Εξοχότατε. Ο σερ Χένρι ήταν… ε λοιπόν, ήταν ο πιο ευγενικός, ο πιο στοργικός πατέρας που θα μπορούσε να έχει ένα κορίτσι. Έτσι δεν είναι, Ίζι;» Για άλλη μία φορά, ο Ράνσομ την έσωσε από την αμηχανία να δώσει μια απάντηση. «Πολύ καλά, θα αναδιατυπώσω την πρότασή μου. Ήταν ένας τετραπέρατος γάιδαρος. Ξεγέλασε τους πάντες. Αλλά αφού ο καλός σερ Χένρι ήταν ένας τόσο αξιαγάπητος τύπος και στοργικός πατέρας, γιατί δεν μπήκε στον κόπο να εξασφαλίσει στην κόρη του κάποιο εισόδημα κι ένα άνετο σπίτι;» «Εξοχότατε, ο θάνατος του ήταν πολύ αναπάντεχος», απάντησε ο Ντάνκαν. «Σωστή τραγωδία». «Ήταν όντως ξαφνικός», συμφώνησε η Ίζι. Η Αμπιγκέιλ άπλωσε το χέρι της πάνω από το τραπέζι για να πιάσει το χέρι της Ίζι. «Πρέπει να ήταν τρομερό. Όλη η χώρα πενθούσε μαζί σου». Ο Ράνσομ κούνησε το κεφάλι. «Αυτό δεν αποτελεί δικαιολογία. Ελάχιστα πράγματα είναι σίγουρα σ’ αυτή τη ζωή, και ο θάνατος συγκαταλέγεται σ’ αυτά». Έκανε νόημα για να του σερβίρουν κι άλλο κρασί. «Αν θέλετε τη γνώμη μου, αυτός ο σερ Χένρι Γκουντνάιτ δεν ήταν καλύτερος από έναν έμπορο φτηνού τζιν ή διακινητή οπίου. Προκαλούσε εξάρτηση στον κόσμο με τις γλυκανάλατες ιστορίες του, μετά συνέχισε να τον ταΐζει με περισσότερες, χωρίς να ενδιαφέρεται πόσοι άνθρωποι εγκατέλειψαν τη λογική τους σ’ αυτόν τον γλυκερό βούρκο». Η Ίζι σκέφτηκε ότι το είχε παρατραβήξει. «Δεν είναι ανάγκη να θαυμάζεις τις ιστορίες του πατέρα μου», αντιγύρισε. «Αλλά μην υποτιμάς τους αναγνώστες ή την έννοια του έρωτα. Η Κρέσιντα και ο Ούλρικ είναι απλοί χαρακτήρες. Η Μοράγγλια είναι τελείως μυθική. Αλλά ο έρωτας υπάρχει. Βρίσκεται παντού γύρω μας». Εκείνος άφησε το κρασοπότηρο στο τραπέζι και γύρισε το κεφάλι, θαρρείς και επιθεωρούσε το δωμάτιο. «Πού;» Η Ίζι δεν ήξερε πώς να απαντήσει. «Υποτίθεται ότι πρέπει να σ’ τον δείξω, θαρρείς και είναι κάποιο αρχιτεκτονικό γνώρισμα; Να σου πω πως είναι εκεί, κορνιζαρισμένος και κρεμασμένος στον τοίχο;» «Είπες ότι ο έρωτας βρίσκεται παντού γύρω μας. Πού είναι, λοιπόν; Σε τούτο εδώ το τραπέζι καθόμαστε τέσσερις, όλοι μας ενήλικες. Δεν βλέπω κανένα ρομάντζο. Ούτε ένα παράδειγμα έρωτα». «Ναι, αλλά…» «Ναι, αλλά τι; Όλοι γνωρίζουν την κατάστασή σου, δεσποινίς Γκουντνάιτ.


Είσαι καταδικασμένη να μείνεις γεροντοκόρη εξαιτίας των ιστοριών του πατέρα σου». Έδειξε με ένα νεύμα τον υπηρέτη του. «Ο Ντάνκαν, από δω, έχασε δέκα χρόνια μαραζώνοντας για μία από τις υπηρέτριές μας στο Λονδίνο. Μια Ιρλανδή με πλούσιες μπούκλες και ακόμα πλουσιότερο μπούστο. Δεν γύρισε να τον κοιτάξει δεύτερη φορά». Ο Ντάνκαν αποπειράθηκε με μισή καρδιά να διαμαρτυρηθεί, αλλά ο Ράνσομ τον αγνόησε. Στράφηκε στην Αμπιγκέιλ. «Τι συμβαίνει με σένα, δεσποινίς Πέλχαμ; Φαίνεσαι γεμάτη ζωή ενώ, καταπώς λένε, είσαι και αρκετά όμορφη. Ο πατέρας σου είναι ένας τζέντλεμαν. Πού είναι οι επίδοξοι γαμπροί σου;» Η Αμπιγκέιλ έμεινε να κοιτάζει τη μισοφαγωμένη τάρτα της. «Κάποτε υπήρξε κάποιος». «Α. Και πού είναι τώρα αυτός ο κάποιος;» «Έφυγε για να καταταγεί στο ναυτικό», του απάντησε. «Η προίκα μου είναι μικρή, κι εκείνος ήταν ο δεύτερος γιος της οικογένειας, χωρίς δική του περιουσία. Η φιλία μας δεν προχώρησε…» Χαμογέλασε ελαφρά. «Υποθέτω πως δεν ήταν γραφτό». Ο Ράνσομ ανέβασε το πόδι του στο μπράτσο της καρέκλας. «Να το. Το είδατε; Για άλλη μία φορά, η σκληρή πραγματικότητα κερδίζει το συναίσθημα». Έδειξε πρώτα την Ίζι, ύστερα την Αμπιγκέιλ και στη συνέχεια τον Ντάνκαν. «Παραγνωρισμένη, ανεπιθύμητη, απορριπτέος. Σε κανέναν σας δεν βλέπω αίσιο τέλος». «Δεν είναι δίκαιο!» διαμαρτυρήθηκε η Ίζι. «Οι δικές μας ιστορίες δεν τέλειωσαν. Και ακόμα κι αν ήταν έτσι, είμαστε τέσσερις ψυχές σε όλη την οικουμένη. Καθημερινά λαμβάνω γράμματα από τους αναγνώστες του πατέρα μου. Άνθρωποι κάθε κοινωνικής υπόστασης, που…» «Που τους δέρνει η απόγνωση και οι ψευδαισθήσεις;» «Που πιστεύουν στον έρωτα». Ο δούκας έγειρε ατάραχος στην πλάτη της καρέκλας. «Το ίδιο είναι». «Δεν είναι καθόλου το ίδιο». Η Ίζι τον κοίταξε επίμονα. Δεν ήξερε γιατί ήταν τόσο σημαντικό για κείνη να διαφωνήσει μαζί του σ’ αυτό το ζήτημα. Αν ήθελε να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής του πικραμένος και μόνος, υπέθετε πως είχε κάθε δικαίωμα. Αλλά το τουπέ του την εκνεύριζε. Και δεν πρόσβαλλε μόνο τον έρωτα και την αγάπη. Πρόσβαλλε τους φίλους και τους γνωστούς της. Τη σκληρή δουλειά της. Την πιο ενδόμυχη λαχτάρα που έκρυβε στην καρδιά της. Δεν επρόκειτο για ακαδημαϊκό ζήτημα. Ήταν προσωπικό. Αν δεν


υπερασπιζόταν την ιδέα της παντοτινής ευτυχίας, πώς θα μπορούσε να διατηρήσει έστω και μία ελπίδα; Δοκίμασε ξανά. «Οι πάντες… ή, μάλλον, σχεδόν οι πάντες… αντιλαμβάνονται πως οι ιστορίες του πατέρα μου είναι απλώς ιστορίες. Αλλά η αγάπη δεν είναι παραίσθηση». Όταν εκείνος ρουθούνισε με δυσπιστία, η Ίζι επέμεινε. «Δεν είναι». Τότε της ήρθε μια ιδέα. «Περίμενε». Σηκώθηκε από το τραπέζι και βάδισε πίσω έως τις σκάλες. «Περίμενε λίγο και θα σ’ το αποδείξω». Πήγε βιαστικά στον πάνω όροφο, διέσχισε τον διάδρομο και ανέβηκε τα τριάντα τέσσερα σκαλιά για τον πυργίσκο. Εκεί έψαξε τα γράμματα που είχε φυλαγμένα, ώσπου βρήκε τον φάκελο που αναζητούσε και, γραπώνοντάς τον, κατέβηκε πάλι βιαστική. Επέστρεψε ξέπνοη και θριαμβεύτρια. «Ορίστε», είπε πιάνοντας σφιχτά τον παλιό φάκελο. «Στο χέρι μου κρατάω την απόδειξη πως οι ιστορίες του πατέρα μου άλλαξαν τη ζωή των ανθρώπων. Την απόδειξη πως η αληθινή αγάπη θριαμβεύει πάντα». «Είμαι έτοιμος να την ακούσω», αποκρίθηκε ο δούκας σηκώνοντας το ποτήρι με το κρασί και αδειάζοντάς το. «Συνέχισε». Η Ίζι ξεδίπλωσε το γράμμα και άρχισε να το διαβάζει. Αγαπητή δεσποινίς Γκουντνάιτ, Δεν έχουμε γνωριστεί, αλλά σε θεωρώ καλή μου φίλη. Ίσως και αδελφή. Η γκουβερνάντα μου ξεκίνησε να μου διαβάζει τις ιστορίες του πατέρα σου όταν ήμουν κοριτσάκι έξι ετών, κι όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, οι καλοί άνθρωποι της Μοράγγλια κυριαρχούσαν στα όνειρά μου – όπως φαντάζομαι ότι θα κυριαρχούσαν και στα δικά σου. Όταν πληροφορήθηκα τον πρόωρο θάνατο του σερ Χένρι, έκλαιγα επί μήνες κάθε νύχτα για σένα. Τώρα είμαι μεγάλη γυναίκα, όπως μάλλον είσαι κι εσύ. Φέτος ο πατέρας μου με αρραβώνιασε με έναν επίδοξο γαμπρό που δεν είναι της επιλογής μου. Δεν είναι σκληρός ή βίαιος, αλλά είναι ανάλγητος και ψυχρός. Είμαι σίγουρη πως δεν με αγαπάει και μάλλον δεν θα μπορέσει να με αγαπήσει ποτέ. Σκοπεύει να με κάνει δική του και το επιδιώκει δείχνοντας λιγότερο συναίσθημα και φροντίδα απ’ όσο δείχνουν άλλοι άντρες όταν αγοράζουν ένα άλογο. Τρέμω στην προοπτική να ζήσω μαζί του. Όλα αυτά θα σου φαίνονται τρομερά οικεία. Δεν θυμίζω την Κρέσιντα στο τριακοστό πέμπτο κεφάλαιο, όταν την αρραβώνιασε ο πατέρας της με τον


τρομερό λόρδο Ντάρκσαλ; Αν εξαιρέσουμε, φυσικά, τον πύργο χωρίς παράθυρα και τα εξυπηρετικά ποντίκια. Κι όπως συνέβη και με την Κρέσιντα, η καρδιά μου ανήκει εδώ και χρόνια σε κάποιον άλλο. Ω δεσποινίς Γκουντνάιτ, μακάρι να τον γνώριζες. Όπως και ο Ούλρικ, κατάγεται από ταπεινή οικογένεια. Αλλά έχει αποδείξει πολλές φορές την αξία του, δείχνοντάς μου τέτοια κατανόηση και αφοσίωση, που δεν έχω δει ούτε από τους στενότερους φίλους και την οικογένειά μου. Τον αγαπώ με όλη μου την ψυχή. Αντιμετωπίζω φοβερό δίλημμα. Αλλά συμβουλεύτηκα την καρδιά μου και πήρα μια γενναία απόφαση. Θα ακολουθήσω το παράδειγμα της Κρέσιντα και θα το σκάσω. Με ή χωρίς τη βοήθεια των εξυπηρετικών ποντικιών. Μην αμφιβάλλεις. Αύριο θα είμαι με την πραγματική μου αγάπη και μαζί θα αναχωρήσουμε για την περιπέτεια της νέας μας ζωής. Κι όλα αυτά χάρη σε σένα, δεσποινίς Γκουντνάιτ, και χάρη στον αγαπητό πατέρα σου, που συνεχίζει να ζει στις ιστορίες του και στις καρδιές των κατοίκων αυτής της χώρας. Ένα δάκρυ κύλησε από την άκρη του ματιού της Ίζι την ώρα που σήκωνε το κεφάλι της. «Και είναι υπογεγραμμένο. Δική σου, με απεριόριστη ευγνωμοσύνη, λαίδη Έμιλι Ριβερντέιλ». Χαμήλωσε το χαρτί με μια θριαμβευτική κίνηση. Ορίστε λοιπόν. Αποκλείεται να άκουσε αυτό το γράμμα και να παρέμεινε ασυγκίνητος. Όντως συγκινήθηκε. Δίχως να πει λέξη, ο Ράνσομ σηκώθηκε από την καρέκλα του. Ορθώθηκε στην κορυφή του τραπεζιού, μεγαλόσωμος, σκοτεινός και απειλητικός, σαν σύννεφο που προμήνυε καταιγίδα. Οι παλάμες του σχημάτιζαν γροθιές. Η Ίζι περίμενε από στιγμή σε στιγμή να αρχίσει να πετάει κεραυνούς. Οι τρίχες στον σβέρκο της σηκώθηκαν. Ο πάντα κόσμιος Ντάνκαν κουνούσε αλλόφρων τα χέρια, πασχίζοντας να τραβήξει την προσοχή της. «Τι συμβαίνει;» ψιθύρισε στον υπηρέτη. «Έγινε κάτι;» Τα μάτια του Ντάνκαν γούρλωσαν ενώ της έδειχνε το γράμμα που κρατούσε στο χέρι και σχημάτιζε με τα χείλη του σιωπηλά τη λέξη: «Αυτό». Αυτό; Ενόσω ο δούκας έβγαινε σαν σίφουνας από το δωμάτιο, εκείνη κοίταξε εξεταστικά το γράμμα, προσπαθώντας να βρει τις λέξεις που θα μπορούσαν να


τον θίξουν τόσο. Τίποτα, ώσπου… Ώσπου το βλέμμα της έπεσε στο όνομα του αποστολέα. Η καρδιά και το στομάχι της σφίχτηκαν. Οχ, όχι. Όχι. Έμιλι Ριβερντέιλ. Λαίδη Σέμιλι Λιβερπέιλ.


Κεφάλαιο 16 Για όνομα του Θεού! Πόσο ανόητη ήταν; Το γράμμα που κρατούσε η Ίζι στα χέρια της ήταν γραμμένο από τη μέλλουσα σύζυγο του Ράνσομ. Την ελαφρόμυαλη. Τη γυναίκα που το έσκασε με έναν αγρότη, οδηγώντας τον δούκα στην παραμόρφωση και, παραλίγο, στον θάνατο. Κι εκείνη του το διάβασε μόλις δυνατά, ως απόδειξη της αιώνιας αγάπης. Έδωσε το γράμμα στον Ντάνκαν έτσι όπως περνούσε από δίπλα του. Ύστερα πήρε ένα κηροπήγιο στα χέρια και κράτησε το μεταξωτό φουστάνι της με το άλλο. «Πρέπει να τον ακολουθήσω». Προχωρώντας όσο πιο γρήγορα μπορούσε με το σφιχτό περίβλημα που σχημάτιζε γύρω της το φόρεμα και ο κορσές, τον ακολούθησε στον διάδρομο. «Ράνσομ, περίμενε!» Εκείνος δεν κοντοστάθηκε και πέταξε προειδοποιητικά πάνω από τον ώμο του: «Όχι τώρα». Τα λόγια ήταν σαν χτύπημα στο στέρνο της και την έκαναν να κοκαλώσει. Ήταν ένας τόνος που δεν μπορούσε να αγνοήσει εύκολα. Σ’ αυτή την προσταγή ηχούσαν έντεκα γενιές δουκικού κύρους. Ήταν θυμωμένος, πληγωμένος και έτοιμος να εκραγεί. Η Ίζι επιστράτευσε όλο της το θάρρος και τον ακολούθησε. Προσπάθησε να προλάβει το βήμα του. Ο δούκας γνώριζε πολύ καλά τα δωμάτια και τους διαδρόμους, αφού τα περιδιάβαζε κάθε νύχτα στο σκοτάδι. Τελικά μπήκε σ’ ένα δωμάτιο, και η Ίζι κατάλαβε ότι θα κατάφερνε να τον στριμώξει. Είχε μπει στη βιβλιοθήκη. Ήταν αρκετά ειρωνικό το γεγονός ότι η βιβλιοθήκη ήταν το μοναδικό δωμάτιο που η Ίζι απέφευγε ως τώρα. Μολονότι το πελώριο μέγεθος του δωματίου και τα μαονένια ράφια που εκτείνονταν από το δάπεδο έως το ταβάνι ήταν μεγαλοπρεπή, το θέα- μα που παρουσίαζε αυτό το μέρος για έναν πραγματικό λάτρη των βιβλίων ήταν πολύ λυπηρό. Μια γρήγορη ματιά την πρώτη μέρα τής είχε αποκαλύψει πως οποιοδήποτε βιβλίο που παρουσίαζε κάποιο ενδιαφέρον είχε αφαιρεθεί ή είχε κλαπεί. Οι μόνοι τόμοι που απέμειναν ήταν μερικές ανούσιες πραγματείες σχετικά με τη γεωργία και μερικά παλιά αλμανάκ. Ακόμα


κι αυτά είχαν μουχλιάσει ή είχαν φαγωθεί σε σημείο που να μην μπορούν να διαβαστούν. Κάποια μέρα, είχε υποσχεθεί η Ίζι στον εαυτό της, θα έβρισκε τα χρήματα για να καθαρίσει το δωμάτιο και να το γεμίσει ξανά με υπέροχα βιβλία. Βιβλία δεμένα με βαρύτιμο μαλακό δέρμα κάθε απόχρωσης: πράσινο, μπλε, κόκκινο, καφέ. Κάποτε θα καθόταν μια βροχερή μέρα δίπλα σ’ εκείνο το πελώριο τζάκι, κουλουριασμένη σε μια ογκώδη πολυθρόνα, αιχμάλωτη ενός συναρπαστικού γοτθικού μυθιστορήματος. Απόψε θα έπρεπε να αρκεστεί στη ζωντανή εκδοχή του. Στάθηκε στη μέση του δωματίου και ακούμπησε το κηροπήγιο σ’ ένα ξεχασμένο, σκονισμένο τραπέζι. «Ράνσομ, εγώ…» Εκείνος την απέκρουσε τεντώνοντας το χέρι. «Σε προειδοποιώ, Γκουντνάιτ. Μη με πιέζεις αυτή τη στιγμή». «Σε παρακαλώ. Δεν θέλω να τσακωθούμε. Απλώς άφησέ με να ζητήσω συγγνώμη. Λυπάμαι πάρα πολύ. Ήταν πολύ απερίσκεπτο από μέρους μου που σ’ το διάβασα. Έχω αυτό το γράμμα εδώ και πολύ καιρό και ποτέ δεν έκανα τη σύνδεση στο μυαλό μου. Δεν είχα ιδέα πως ήταν η δική σου λαίδη Έμιλι». «Ώστε ξέρεις!» άστραψε και βρόντηξε εκείνος. «Ναι, ξέρω». Ο δούκας έκανε επιθετικά δυο βήματα προς το μέρος της. Το φως του κεριού έριχνε τρομακτικές σκιές στο σημαδεμένο πρόσωπό του. «Με κουτσομπόλευες. Ίσως διάβασες κάποιο γράμμα από τον σωρό της αλληλογραφίας μου. Σκάλιζες μόνη σου τα γράμματά μου;» «Όχι», βιάστηκε να του απαντήσει. «Δεν έγινε τίποτα τέτοιο. Το έμαθα από τον Ντάνκαν». «Τον Ντάνκαν; Ώστε αυτός σ’ το είπε». Εκτόξευσε μια βρισιά και της γύρισε την πλάτη. «Αυτό ήταν. Δεν υπάρχει ούτε ένας άνθρωπος στην οικουμένη που να μπορώ να εμπιστευτώ!» «Όχι, όχι. Σε παρακαλώ, αυτό να το πάρεις πίσω». Καθώς του μιλούσε, τον πλησίαζε όλο και περισσότερο, μειώνοντας προσεκτικά την απόσταση ανάμεσά τους βήμα βήμα. «Ο Ντάνκαν ανησυχεί πολύ για σένα. Δεν ήθελε να κουτσομπολέψει, σ’ το ορκίζομαι. Δεν έκανε τέτοιο πράγμα. Μου μίλησε για κάποιον δούκα Μόθφερι και κάποια λαίδη Σέμιλι, κι εγώ έπρεπε να μαντέψω τα υπόλοιπα». «Μοθ… τι;» Η Ίζι χτύπησε το μέτωπό της. «Ξέχνα το. Σε παρακαλώ να ξεχάσεις ό,τι είπα σχετικά με αυτό».


Προτού αντιληφθεί τι συνέβαινε, εκείνος της όρμησε. Την έπιασε από τη μέση και την κόλλησε στον κοντινότερο τοίχο, ο οποίος καλυπτόταν από σειρές άδειων ραφιών. «Σε προειδοποίησα…» γρύλισε. «Σε προειδοποίησα να μη με πιέσεις. Επειδή τώρα θα σε πιέσω εγώ». Γραπώθηκε από τα ράφια, αιχμαλωτίζοντάς την ανάμεσα στα μπράτσα του. Η άκρη ενός ραφιού σφηνώθηκε στο πίσω μέρος των μηρών της. Ένα άλλο στη μέση της. Η μυρωδιά του κρασιού ήταν αποπνικτική. Την είχε παγιδέψει, και το κορμί της αντέδρασε σαν το κορμί κάθε παγιδευμένου πλάσματος. Οι τρίχες στον σβέρκο της σηκώθηκαν. Το διάφραγμά της λειτουργούσε σαν φυσερό, πιέζοντας τον αέρα μέσα και έξω από τα πνευμόνια της. Ο παλμός της καρδιάς της μεταβλήθηκε σ’ ένα φρενιασμένο μπουμπουνητό στο στέρνο της. «Σ…συγγνώμη…» τραύλισε. «Λυπάμαι πάρα πολύ». «Λυπάσαι; Για ποιο πράγμα;… Λυπάσαι που μου διάβασες εκείνο το γράμμα; Λυπάσαι για τον πόνο μου; Λυπάσαι που έβαλες κι εσύ το χεράκι σου στην καταστροφή της ζωής μου;» Ω Θεέ μου. Τελικά την κατηγορούσε. «Λυπάμαι», είπε προσεκτικά, «που η λαίδη Έμιλι δεν κατάλαβε ποτέ τι άντρας είσαι». «Αλήθεια;» Το ένα του χέρι κινήθηκε προς τη μέση της. Η παλάμη του γλίστρησε στο λείο μετάξι, διατρέχοντας τις καμπύλες του στήθους και του γοφού της. «Τι άντρας είμαι;» «Καλός. Ένας άντρας που είναι απότομος τον περισσότερο καιρό κι όλο τον υπόλοιπο απωθητικά υπερόπτης. Αλλά είσαι αφοσιωμένος και προστατευτικός όταν χρειαστεί. Έτρεξες να τη βρεις, Ράνσομ. Την ακολούθησες, ενώ θα μπορούσες να την αφήσεις να φύγει». «Ναι, την ακολούθησα. Κι αν νομίζεις πως αυτό μ’ έκανε ήρωα στο παραμυθάκι της, γελιέσαι. Ό,τι έγραψε ήταν αληθινό. Δεν την αγαπούσα. Δεν θα την αγαπούσα ποτέ. Για κείνη ήμουν πάντα ο κακός της υπόθεσης». Δεν την αγαπούσα. Οι λέξεις αυτές θα έπρεπε να την κάνουν να χαρεί για κείνον. Αντίθετα, η Ίζι ένιωσε μια εγωιστική χαρά για τον εαυτό της. «Δεν έχεις ιδέα», της είπε, σκύβοντας πιο κοντά. Η θέρμη της ανάσας του διαπέρασε το αφτί της. «Δεν έχεις ιδέα σε τι πειρασμό με βάζεις να σου πάρω την παρθενιά… Εδώ και τώρα. Η εκδίκηση θα είναι πολύ γλυκιά, διάβολε. Η πολύτιμη, αθώα παιδούλα της Αγγλίας ν’ ανοίγει διάπλατα τα πόδια της για το


πέος μου». Με αυτά τα ερωτικά λόγια, τα γόνατά της λύγισαν. Δεν μπορούσε να αναπνεύσει κανονικά. Έφταιγαν τα αναθεματισμένα κορδόνια του κορσέ. Με κάθε κοφτή ανάσα, τα στήθη της ανέβαιναν όλο και πιο ψηλά μέσα στο εφαρμοστό κόκκινο μετάξι. Η διεγερτική τριβή έκανε τις ρώγες της να σκληρύνουν. «Δεν θα έκανες κάτι τέτοιο…» μουρμούρισε, πασχίζοντας να καταπιεί. «Δεν είσαι από κείνους τους άντρες που επωφελούνται από τέτοιες καταστάσεις». «Δεν χρειάζεται να είμαι άντρας που επωφελείται από καταστάσεις». Έχωσε το χέρι του κάτω από το φουστάνι της. «Είμαι απλώς κάποιος που δέχεται μια πρόσκληση». Την έπιασε κάτω από το γόνατο και το ανασήκωσε, τραβώντας το πόδι της στο πλάι και στηρίζοντάς το στο χαμηλότερο ράφι. Χρησιμοποιώντας το βάρος από το γόνατό του, την ακινητοποίησε σ’ αυτή την άσεμνη στάση. Η καρδιά της σταμάτησε όταν εκείνος τράβηξε και παραμέρισε τις πτυχές του μεσοφοριού της. Δεν φορούσε τίποτε από κάτω πέρα από τις κάλτσες της. Αλλά δεν κατάφερε να πείσει τον εαυτό της να διαμαρτυρηθεί ή να τραβηχτεί. Το κτητικό άγγιγμά του τη διέγειρε και διαπίστωσε πως είχε ερεθιστεί προτού μετακινήσει εκείνος το χέρι του για να αγγίξει το φύλο της. Δεν ήθελε να επιστρέψει τρέχοντας στην τραπεζαρία και να εξακολουθήσει να παίζει θέατρο. Ήθελε να είναι εδώ μαζί του, ημίγυμνη και γεμάτη πόθο. Η αναψοκοκκινισμένη, ξέπνοη αντίδρασή της στο άγγιγμά του… ήταν ειλικρινής. Η λαχτάρα που αισθάνθηκε να συσσωρεύεται ανάμεσα στα γόνατά της… ήταν αληθινή. Ο αντίχειράς του γλίστρησε στην πτυχή του φύλου της, ανοίγοντάς την τρυφερά για την εξερεύνησή του. Η ηδονή την έκανε να ριγήσει σύγκορμη και γαντζώθηκε στο κοντινότερο ράφι για να στηριχτεί. «Ναι…» βόγκηξε εκείνος. «Ήξερα πως θα είναι έτσι. Ήξερα πως θα είσαι υγρή για μένα». Τα ωμά λόγια του έφεραν στην Ίζι παραλήρημα. Γλίστρησε το δάχτυλό του μέσα της, κι εκείνη δάγκωσε τα χείλη για να μη φωνάξει. Ναι. Ο δούκας ήξερε πολύ καλά τι ήθελε. Το δάχτυλό του μπαινόβγαινε, εισχωρώντας λίγο πιο βαθιά σε κάθε κίνηση. Παρ’ όλα αυτά, εκείνη λαχταρούσε κι άλλο. Κούνησε τους γοφούς της, προσπαθώντας να τον φέρει όλο και πιο βαθιά. Τον είχε ανάγκη. Τον είχε ανάγκη βαθιά μέσα της.


«Κανένας δεν το φανταζόταν. Έτσι δεν είναι; Πόσο άτακτο, πόσο φιλήδονο κορίτσι είσαι. Κανένας άλλος δεν βλέπει αυτό που βλέπω εγώ. Κανένας άντρας δεν σε κάνει να συστρέφεσαι, να βαριανασαίνεις και να βογκάς». Λύγισε σαν τόξο τη μέση της. «Όχι…» ψέλλισε κοντανα- σαίνοντας. «Μόνο εγώ». Τα δάχτυλά του μπήκαν πιο βαθιά. «Πες το…» «Μόνο εσύ». Με ένα απαλό μουρμουρητό επιδοκιμασίας, εκείνος έσκυψε για να γεμίσει τα στήθη της με φιλιά. Με τα δόντια, τράβηξε προς τα κάτω το μπούστο του φορέματος. Πριν προλάβει εκείνη να διαμαρτυρηθεί πως το φόρεμα ήταν δανεικό και πως οι ραφές του ίσα που άντεχαν, αισθάνθηκε ένα σημείο του υφάσματος να σκίζεται. Τα στήθη της ξεχύθηκαν ελεύθερα, και ο αέρας που πλημμύρισε τα πνευμόνια της της έφερε ζάλη. «Ναι…» Απελευθέρωσε το στήθος της από τον κορσέ κι έκανε κύκλους στη ρώγα με τη γλώσσα του. «Ξέρω τι χρειάζεσαι». Γλίστρησε και τα δυο του χέρια στους γοφούς της. Με μια απότομη κίνηση, τη σήκωσε δέκα εκατοστά από το έδαφος, στηρίζοντας την πλάτη της σ’ ένα ράφι πιο ψηλά. Μάζεψε τη φούστα της γύρω από τη μέση και βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια της. «Αν δεν το θέλεις, να μου το πεις». Η φωνή του ήταν βραχνή. «Δεν χρειάζεται να φωνάξεις. Δεν χρειάζεται να με σπρώξεις. Δεν έχεις παρά να το πεις». Η Ίζι δεν ήξερε τι να πει. Το κορμί της το ήθελε. Αυτό ήταν σίγουρο. Αλλά μήπως θα ήταν αυτή η πρώτη –και μάλλον η μοναδική– εμπειρία της στον έρωτα; Ένα λαθραίο, άγριο βάτεμα ενόσω ήταν κολλημένη πάνω σ’ ένα σκονισμένο ράφι; Δεν θα ήταν σαν να της έκανε έρωτα έτσι. Θα ήταν θαρρείς και εκδικούνταν την ίδια την ιδέα του έρωτα. «Εγώ…» του αποκρίθηκε, πασχίζοντας να πάρει ανάσα, «δεν λέω όχι». Εκείνος βόγκηξε και τη σήκωσε πιο ψηλά, για να στηριχτεί με τα ανοιχτά πόδια της στους γοφούς του. «Αλλά αυτό που θέλω να πω είναι όχι έτσι. Θέλω συναίσθημα. Θέλω τρυφερότητα. Νομίζω πως κι εσύ τα θέλεις αυτά». Τα δάχτυλά του βυθίστηκαν στη σάρκα της πλάτης της και με τη γλώσσα του διέτρεξε το στήθος της. «Να πάει στα τσακίδια η τρυφερότητα. Να πάει στον διάβολο το συναίσθημα. Δεν είμαι ο άντρας που θα ικανοποιήσει αυτό που επιθυμεί η καρδιά σου, αλλά μπορώ να σου προσφέρω όλα όσα λαχταράει το κορμί σου». «Το γεγονός ότι…»


Πιπίλισε τη ρώγα της, κι εκείνη έχασε τη φωνή της, επειδή τη διαπέρασε ένα νέο κύμα ηδονής. Έπλεξε τα δάχτυλά της στα μαλλιά του και δοκίμασε πάλι: «Το γεγονός ότι εκείνη το ’σκασε δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να σε αγαπήσει καμία γυναίκα. Ράνσομ, εγώ… εγώ ξέρω πως κρύβεις μέσα σου κάτι καλύτερο απ’ αυτό». «Κρύβω πολλά μέσα μου». Έφερε τη λεκάνη του πάνω στη δική της κι ένιωσε το σκληρό εξόγκωμα της στύσης του να την αγγίζει έως τα τρίσβαθά της. «Θα μπορούσες να έχεις τα πάντα. Για όσο πιο πολύ, όσο πιο δυνατά κι όσο πιο βαθιά το θέλεις». Ω, πόσο το είχε ανάγκη! Τρίφτηκε πάνω της δυνατά, με έναν σκανδαλιστικό ρυθμό. Το ζεστό φθαρμένο παντελόνι του άγγιζε τους μηρούς της. Η Ίζι έβγαλε ένα κλαψούρισμα και γαντζώθηκε γερά στα ράφια, ανίκανη να κάνει οτιδήποτε άλλο πέρα από το να κρατηθεί πάνω του. Με κάθε κυκλική κίνηση των γοφών του, την έσπρωχνε και πιο ψηλά. Πιο ψηλά προς την κλιμάκωση. Κι εκείνος το ήξερε. «Θέλω να τελειώσεις για μένα». Γλίστρησε το χέρι του ανάμεσα στα κορμιά τους, και τα δάχτυλά του εισχώρησαν βαθιά μέσα της. Καθώς μπαινόβγαιναν, ο καρπός του τριβόταν πάνω στο μαργαριτάρι της. «Θέλω να το νιώσω. Θέλω να το ακούσω». Ένα πνιχτό κλαψούρισμα ηδονής σκάλωσε στο λαρύγγι της. «Το όνομά μου», είπε, χαϊδεύοντάς την πιο δυνατά. «Πες το όνομά μου. Θέλω να ξέρεις πως είμαι εγώ». «Ράνσομ…» Γαντζώθηκε με περισσότερη δύναμη στο ράφι. Και τότε, ξάφνου… Κάτι υποχώρησε. Με ένα τρίξιμο κι ένα θρόισμα, όλος ο κόσμος γύρισε σ’ έναν άξονα. Βυθίζοντας και τους δύο στο σκοτάδι. «Τι;» είπε εκείνη με κομμένη την ανάσα. «Τι συνέβη;» Να τον πάρει ο διάβολος αν ήξερε να της απαντήσει. Τη μια στιγμή βρισκόταν στον Παράδεισο. Η Ίζι ψέλλιζε το όνομά του, όλο εκείνο το σφιχτό, ζεστό περίβλημα γύρω από τα δάχτυλά του… Ο θρίαμβος στην παλάμη του χεριού του. Κι έπειτα από μια στιγμή βρέθηκαν στην Κόλαση. Ολόκληρο τμήμα του τοίχου, μαζί με τα ράφια, είχε περιστραφεί σ’ έναν άξονα και τους έφερε εκεί. Όπου κι αν ήταν αυτό το «εκεί».


Δεν ήξερε πού βρισκόταν. Απλώς αντιλαμβανόταν ότι τα πάντα γύρω του ήταν πολύ στενάχωρα. Και επικρατούσε υγρασία. Η ατμόσφαιρα μύριζε σήψη και μούχλα αιώνων. «Βρισκόμαστε σε κάποιο μυστικό πέρασμα;» ρώτησε η Ίζι, βαριανασαίνοντας ακόμα. Ο Ράνσομ τράβηξε το χέρι του από την τρεμάμενη σάρκα της και της χαμήλωσε τη φούστα όσο μπορούσε. Παρ’ όλα αυτά, εξακολουθούσε να την έχει κολλημένη στα ράφια με τους γοφούς του, έχοντας σηκωμένα τα πόδια της ψηλά. Δεν ήθελε ούτε καν να σκέφτεται τον φριχτό βόρβορο που ίσως υπήρχε κάτω από τις μπότες του. Με το ελεύθερο χέρι του, ο Ράνσομ ψαχούλεψε γύρω του. «Πιο πολύ μοιάζει με μυστική ντουλάπα. Αν ήταν ποτέ διάδρομος, θα είναι πια σφραγισμένος». «Πρέπει να ήταν το κρησφύγετο κάποιου παπά. Μια κρυψώνα. Αυτού του είδους τα μέρη τα έφτιαχναν τον δέκατο έκτο αιώνα, όταν είχε κηρυχθεί παράνομος ο καθολικισμός. Πρέπει να υπάρχει τρόπος να βγούμε. Κάποιος μοχλός ή…» «Άφησε εμένα». Ψηλάφισε τα ράφια, τραβώντας και σπρώχνοντας κάθε σανίδα. Τίποτα. Έριξε το βάρος του στη μια πλευρά του τοίχου, σε μια προσπάθεια να τον κάνει να περιστραφεί προς την άλλη κατεύθυνση. Τζίφος. «Ο Ντάνκαν και η δεσποινίς Πέλχαμ θα έρθουν σίγουρα να μας αναζητήσουν», της είπε. «Όταν ακούσουμε βήματα, θα φωνάξουμε βοήθεια». Εκείνη αρπάχτηκε από το πανωφόρι του. Ανάσαινε με κόπο. «Απλώς μη μ’ αφήσεις». «Τι συμβαίνει; Έπαθες τίποτα;» Αισθάνθηκε το κεφάλι της να κουνιέται αρνητικά. Τα χέρια της τον πασπάτεψαν ώσπου βρήκαν τα πέτα του και σφίχτηκαν σε γροθιές. «Απλώς… είναι πολύ σκοτεινά, κι εγώ…» «Και σένα δεν σ’ αρέσει το σκοτάδι, απ’ ό,τι θυμάμαι». Η Ίζι χαμήλωσε το κεφάλι και το ακούμπησε στον ώμο του. Χριστός και Απόστολος! Το κορίτσι αυτό δεν υπερέβαλλε. Δεν επρόκειτο για απλή φοβία, αλλά για πραγματικό τρόμο. Τον ένιωθε στα ρίγη που τη διαπερνούσαν κάτω από το δέρμα της. Τον άκουγε στη γρήγορη ανάσα της. Η ίδια γυναίκα που αψηφούσε τις νυχτερίδες, τα ποντίκια και τους δούκες πάγωνε στο… Στο σκοτάδι. Του Ράνσομ δεν του έκανε καρδιά να την περιγελάσει ή να δείξει χαιρεκακία.


Ο οργισμένος πόθος του είχε κάνει φτερά σε τούτο το ερεβώδες μέρος. Γλίστρησε τα μπράτσα του στην πλάτη της και την τράβηξε στο στήθος του, σφίγγοντάς τη με δύναμη. Επειδή αντιλαμβανόταν αυτόν τον φόβο όσο αντιλαμβανόταν και την ίδια του την καρδιά. Υπήρξε κι αυτός μια δυστυχισμένη ψυχή, μόνη και τρομοκρατημένη στην πρόσφατη κόλαση του σκότους. «Όλα θα πάνε καλά», της είπε. «Είναι σκοτεινά, αλλά δεν είσαι μόνη. Είμαι εγώ εδώ». Η Ίζι συνέχισε να τρέμει. «Είναι… τόσο ντροπιαστικό και παιδιάστικο. Είμαι έτσι από εννιά ετών…» «Τι συνέβη όταν ήσουν εννιά;» Του φαινόταν πως είχε καθυστερήσει κάπως να αναπτύξει τέτοιον φόβο για το σκοτάδι. Αν μιλούσαν γι’ αυτό, ενδεχομένως να έδιωχνε τον τρόμο. Τουλάχιστον θα έδιωχναν τη σιωπή. «Κάποτε περνούσα τα καλοκαίρια με τη θεία μου στο Έσεξ. Δεν είχε κόρες. Μόνο έναν γιο. Τον Μάρτιν. Πρέπει να τον ανέφερα». «Αυτόν που σε πέταξε στη λίμνη;» «Ναι…» Το στήθος της υψωνόταν και χαμήλωνε εξαιτίας της γρήγορης ανάσας της. Η ιστορία έβγαινε από μέσα της με μικρά λεκτικά ξεσπάσματα. «Ήταν… ένα ελεεινό, απαίσιο αγόρι. Ήταν ζηλιάρης και με μισούσε. Ήθελε να με διώξει. Όποτε μ’ έβρισκε μόνη μου, με χτυπούσε και μ’ έβριζε. Όταν δεν πέτυχαν τα συνηθισμένα του βασανιστήρια, προσπάθησε να με πετάξει στη λίμνη. Και αφού δεν κατάφερε ούτε με αυτόν τον τρόπο να με ξεφορτωθεί, μια μέρα με πήρε από τον κήπο, με κατέβασε με το ζόρι στο κελάρι και με κλείδωσε εκεί. Απείχε τριάντα βήματα από το σπίτι και, φυσικά, ήταν υπόγειο. Κανένας δεν άκουγε τις φωνές μου. Πέρασε μία ολόκληρη μέρα και νύχτα μέχρι να με βρουν. Το σχέδιο του Μάρτιν πέτυχε. Έκλαιγα τόσο πολύ, που η θεία Λίλιθ μ’ έστειλε στο σπίτι μου. Από τότε μισώ το σκοτάδι». Τα πράγματα άρχισαν να εξηγούνται. «Γι’ αυτό ξεκίνησαν οι ιστορίες πριν από τον ύπνο. Επειδή φοβόσουν το σκοτάδι». «Ναι». «Γι’ αυτό είσαι πάντα στο ισόγειο όταν ξυπνάω τα πρωινά. Επειδή φοβάσαι ακόμα το σκοτάδι». Εκείνη άφησε μια αργόσυρτη ανάσα. «Ναι…» Αφού εκτόξευσε μια βλαστήμια, της χάιδεψε την πλάτη. «Ο ξάδελφός σου ήταν ένα άθλιο βρομόπαιδο. Ελπίζω να πήρε αυτό που του άξιζε». «Όχι. Τώρα είναι ένας άθλιος ενήλικας και επιβραβεύτηκε για την άθλια συμπεριφορά του».


«Πώς κι έτσι;» «Η μοναδική διαθήκη που άφησε ο πατέρας μου συντάχθηκε προτού γεννηθώ, κατά την ενηλικίωσή του. Δεν ήξερα καν ότι υπήρχε· ο πατέρας μου δεν τη διόρθωσε ποτέ. Άφησε τα πάντα στον πιο κοντινό άντρα συγγενή του, επομένως…» «Ο ξάδελφός σου κληρονόμησε τα πάντα». Εκείνη έγνεψε καταφατικά. «Όταν ήρθε για να μου πάρει το σπίτι κι όλα τα υπάρχοντά μου, υπέθεσα πως θα είχε ωριμάσει με τα χρόνια. Πως ίσως θα μπορούσαμε να κάνουμε έναν διακανονισμό. Αλλά όχι. Ήταν ο ίδιος κακόψυχος, τιποτένιος παλικαράς και απλώς με μισούσε περισσότερο λόγω της επιτυχίας του πατέρα μου. Μου πήρε τα πάντα, μέχρι και την τελευταία μύτη πένας. Και το έκανε με χαρά». Ο Ράνσομ έμεινε τελείως ακίνητος, μη θέλοντας να την τα- ράξει. Στο μεταξύ έβραζε ολόκληρος από οργή. Σκέφτηκε πάλι το σχέδιο του, που ήταν να περιμένουν τον Ντάνκαν και τη δεσποινίδα Πέλχαμ να τους βρουν. Ήταν τόσο θυμωμένος, ώστε μπορούσε να τρυπήσει με τη γροθιά του τον τοίχο. «Είσαι υπερβολικά ήσυχος», του είπε. Εκείνος πήρε μια ανάσα και την άφησε, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα συναισθήματά του. «Κάνω μια άσκηση δημιουργικής σκέψης. Μήπως θα ήταν καλύτερο να πετάξω τον ξάδελφό σου σε μια αγέλη πεινασμένων τσακαλιών; Ή να τον δω να γίνεται κομμάτια από ένα κοπάδι πιράνχας;» «Δεν είναι άσχημη ιδέα…» του απάντησε και άφησε ένα γελάκι. «Θα φροντίσω να θέσω το ερώτημα στον λόρδο Πέρεγκριν». Για λίγο επικράτησε σιωπή. «Πώς το αντέχεις;» τον ρώτησε. «Πώς το αντέχεις αυτό συνέχεια; Αυτό το σκοτάδι;» «Στην αρχή δεν ήταν εύκολο». Και λίγα έλεγε. «Αλλά με τον καιρό συνήθισα. Το σκοτάδι σε τρομάζει επειδή φαίνεται ατέλειωτο. Αλλά δεν είναι τόσο μεγάλο όσο φαντάζει. Μπορείς να το εξερευνήσεις, να μάθεις το σχήμα του, να το μετρήσεις – όπως ακριβώς βλέπεις ένα δωμάτιο με τα μάτια σου. Έχεις τα χέρια σου, τη μύτη, τα αφτιά σου». «Έχω το μυαλό μου…» ψιθύρισε εκείνη. «Αυτό είναι το χειρότερο. Το μυαλό μου είναι που γεμίζει το σκοτάδι με φριχτά πράγματα. Έχω πολύ ζωηρή φαντασία». «Τότε να της κλείσεις την πόρτα. Τέρμα τα παραμύθια και οι εξωφρενικοί μύθοι. Συγκεντρώσου αποκλειστικά σε όσα μπορείς να νιώσεις. Τι βρίσκεται μπροστά σου;»


Οι παγωμένες παλάμες της απλώθηκαν ελαφριές στο λινό πουκάμισό του. «Εσύ». «Τι υπάρχει σε κάθε πλευρά σου;» «Τα μπράτσα σου». «Τι βρίσκεται πίσω σου;» Η Ίζι πήρε μια ανάσα. «Τα χέρια σου. Τα χέρια σου βρίσκονται πίσω μου». Ο Ράνσομ τής έτριψε την πλάτη ζεσταίνοντάς την. «Είναι το μόνο που χρειάζεται να ξέρεις. Σε κρατάω εγώ. Αν υπάρχουν τέρατα στο σκοτάδι, θα πρέπει να περάσουν πρώτα από πάνω μου». Ύστερα από μερικά δευτερόλεπτα, το τρέμουλό της άρχισε να υποχωρεί. Ο κόμπος που ένιωθε στο στήθος της από την ένταση άρχισε να λύνεται. «Είσαι τόσο μεγάλος και δυνατός…» μουρμούρισε. Εκείνος δεν απάντησε. «Κι έχεις τόσο καθησυχαστική μυρωδιά…» Το μέτωπό της ακούμπησε στον ώμο του. «Ουίσκι και δέρμα. Και σκυλί». Η περιγραφή τού έφερε γέλιο. «Αρχίζεις και μαθαίνεις… Υπάρχουν πολλά που μπορείς να διαισθανθείς σ’ έναν άνθρωπο χωρίς να τον δεις καν. Μυρωδιές, ήχους, υφές. Μερικές φορές εκπλήσσομαι από το πόσο αδιαφορούσα γι’ αυτά τα πράγματα προτού τραυματιστώ. Αν υπάρχει κάτι το θετικό σε όλα αυτά, είναι ότι παρατηρώ πράγματα που κανονικά θα αγνοούσα». Τη γυναίκα που κρατούσε στην αγκαλιά του, για παράδειγμα. Αν πετύχαινε την Ίζι Γκουντνάιτ στη Βασιλική Αυλή μερικά χρόνια νωρίτερα, ο Ράνσομ ήταν σίγουρος για ένα πράγμα. Δεν θα της έριχνε δεύτερη ματιά. Ήταν μελαχρινή, μικροκαμωμένη, ντυμένη σεμνά. Αθώα, αβέβαιη για τα θέλγητρά της. Κοντολογίς, δεν ήταν ο τύπος του. Το βλέμμα του συνήθως περιπλανιόταν σε ζωηρές ξανθές. Σ’ αυτή την περίπτωση, η όρασή του θα ήταν επιζήμια. Επειδή αυτή η γυναίκα… ήταν μια αποκάλυψη. Κάθε φορά που την έπαιρνε στην αγκαλιά του, εκπλησσόταν από τη θερμότητα και την απαλότητα του κορμιού της. Τα μαλλιά της, που είχαν εκείνη τη φρέσκια μυρωδιά της φύσης και τη μελένια γλυκύτητα της φωνής της. Το ενστικτώδες πάθος της. Και την τρυφερότητά της. Χαμήλωσε τα χέρια της και γλίστρησε τα μπράτσα της γύρω από τη μέση του για να τον σφίξει στην αγκαλιά της. Ύστερα ακούμπησε το πρόσωπό της στο μπροστινό μέρος του πουκάμισού του. Και τρίφτηκε πάνω του. Κατά τα φαινόμενα, είχε βρει και πάλι τον εαυτό της.


«Αν το να παρατηρείς πράγματα που μπορεί να σου διέφυγαν είναι το καλύτερο κομμάτι της τύφλωσής σου, ποιο είναι το χειρότερο;» τον ρώτησε. Ποπό. Υπήρχαν πολλά που διεκδικούσαν αυτόν τον τίτλο. Εκείνη μπορούσε να μαντέψει πολλά. Άλλα δεν τα διανοούνταν καν, και ο ίδιος δεν σκόπευε ποτέ να τα μοιραστεί μαζί της. «Το ότι συνήθισα να μισώ τις εκπλήξεις», απάντησε, εκπλήσσοντας τον εαυτό του με αυτή την εξομολόγηση. «Έχω γίνει πλέον άνθρωπος της συνήθειας. Έχω στο μυαλό μου έναν χάρτη για κάθε δωμάτιο αυτού του μέρους, για κάθε τραπέζι. Πρέπει να τοποθετώ τα πάντα ακριβώς εκεί όπου τα βρήκα, ειδάλλως χάνω τα αβγά και τα καλάθια. Νιώθω σαν γέρικο στραβόξυλο, που γκρινιάζει με οτιδήποτε απροσδόκητο». «Εγώ ήμουν απροσδόκητη», του είπε. «Ναι. Ήσουν». Σήκωσε το κεφάλι της από το στήθος του. «Καταλαβαίνω για ποιον λόγο δεν με θέλεις στο κάστρο. Ήρθα αναπάντεχα. Πρέπει να με μίσησες». Ο Ράνσομ χάιδεψε το πρόσωπό της. «Δεν σε μίσησα». «Ε λοιπόν, αν δεν με μίσησες στην αρχή, τώρα έχεις λόγο να με μισείς. Ράνσομ, πρέπει να με πιστέψεις. Λυπάμαι πάρα πολύ. Για το γράμμα, για το κάστρο, για τη λαίδη Έμιλι. Για τα πάντα. Έχεις κάθε δικαίωμα να είσαι…» «Σσσσς…» έκανε εκείνος. «Γκουντνάιτ. Είμαστε παγιδευμένοι σ’ ένα μικρό σκοτεινό μέρος. Προς το παρόν τα πηγαίνουμε όσο καλύτερα θα μπορούσαμε. Δεν νομίζω πως είναι η κατάλληλη ώρα να μου υπενθυμίσεις τις πολλές και εύλογες αιτίες για να αγανακτώ με την παρουσία σου και να απεχθάνομαι οτιδήποτε αντιπροσωπεύεις». «Σωστά», του αποκρίθηκε και πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τώρα που το ξανασκέφτομαι, ίσως δεν θα έπρεπε να περιμένουμε να μας σώσουν. Κάπου θα πρέπει να υπάρχει κάποιο μάνταλο». «Θα το βρω εγώ». «Όχι. Εγώ πρέπει να το βρω». Η Ίζι μετακίνησε το κορμί της. «Πρέπει να ξαναπάρουμε τη στάση που είχαμε προτού γυρίσει αυτό το τμήμα του τοίχου. Εσύ ήσουν ανάμεσα στα πόδια μου, κι εγώ είχα το χέρι μου στο ράφι, κάπου… εδώ». Ο Ράνσομ πήρε πρόθυμα θέση, ανασηκώνοντας την από τους γοφούς και νιώθοντας εντελώς ανόητος γι’ αυτό. Πραγματικά την κρατούσε έτσι; Με τα πόδια ορθάνοιχτα και τυλιγμένα γύρω του, ενώ την πασπάτευε και πρόβαλλε άσεμνες απαιτήσεις, απλώς για να αποδείξει κάτι στην πληγωμένη περηφάνια του;


Απ’ ό,τι φαινόταν, ναι. «Για να δούμε», είπε εκείνη. «Πώς το κάναμε; Ω, ναι. Εσύ είχες τα δάχτυλά σου μέσα μου και μου ζητούσες να πω το όνομά σου και ύστερα…» «Γίνεται να αφήσουμε κατά μέρος τις λεπτομέρειες;» Αν είναι δυνατόν! Ήταν μια άπορη και ξεσπιτωμένη παρθένα, θύμα της αγυρτείας του πατέρα της, όπως τόσοι άλλοι. Ο Ράνσομ δεν αισθανόταν ποτέ περισσότερο αηδιασμένος με τον εαυτό του. Και η ίδια είχε κάθε λόγο να τον απεχθάνεται. «Και τότε» –το κορμί της σχημάτισε τόξο καθώς τεντωνόταν προς τα πάνω– «νομίζω πως τράβηξα κάτι εδώ…». Φφφσσστ.


Κεφάλαιο 17 Ο κόσμος της Ίζι γύρισε ξανά. Το τμήμα του τοίχου περιστράφηκε για άλλη μία φορά στον άξονά του και τους πέταξε στη βιβλιοθήκη. Αλλά τούτη τη φορά η κρυμμένη πόρτα δεν έκανε πλήρη περιστροφή. Κλυδωνίστηκε και σταμάτησε στα μισά. Από τη φόρα που είχαν πάρει οι δυο τους, βρέθηκαν πεσμένοι στο πάτωμα. «Οχ…» Ο Ράνσομ έστρεψε το κορμί του την ώρα που έπεφταν, πιάνοντάς τη στα χέρια του, ώστε να δεχτεί εκείνος τον πόνο της πτώσης. Η Ίζι έπεσε στην αγκαλιά του, σωριασμένη φαρδιά πλατιά επάνω του, με κομμένη την ανάσα. «Ευχαριστώ», του είπε. Εκείνος την άφησε. «Μη με ευχαριστείς. Ήταν απλώς…» «Ω, σταμάτα!» Χαμογελώντας, πίεσε το δάχτυλό της στα χείλη του για να τον κάνει να σωπάσει. «Μην μπαίνεις στον κόπο». Η Ίζι δεν ήθελε να ακούσει ένα ακόμα λογύδριο για την απαίσια συμπεριφορά του και τη ζωή του, που αποτελούσαν σωστό πλήγμα στην κοσμιότητα και στον ρομαντισμό. Τα πάντα ήταν πλέον διαφορετικά. Ο άντρας αυτός καθησύχασε το τρέμουλό της στο σκοτάδι. Μοιράστηκαν τις πιο μύχιες σκέψεις και αναμνήσεις τους. Εκείνος είχε απειλήσει να τιμωρήσει τον άθλιο ξάδελφό της με δύο φανταστικούς και ικανοποιητικά αποτρόπαιους θανάτους. Καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο. Τουλάχιστον, λιγάκι. Και, το κυριότερο όλων, η Ίζι ήξερε, πέρα από κάθε αμφιβολία, πως όλα τα λόγια του για την άκαρδη παλιανθρωπιά του δεν ήταν τίποτα περισσότερο από αυτό: λόγια. Και για να το αποδείξει… για να τον εκδικηθεί για όλα εκείνα τα χοντροκομμένα σεξουαλικά παιχνίδια νωρίτερα… έσκυψε και του έδωσε ένα τρυφερό φιλί στο μέτωπο. Κι έμεινε εκεί δύο στιγμές παραπάνω. Πάρε αυτό, γλυκούλη. Ύστερα σηκώθηκε όρθια κι έβαλε τα δυνατά της να καλυφθεί με τον κορσέ της, που είχε μετατοπιστεί, και το σκισμένο φόρεμά της. Αυτός έμεινε εκεί όπου


βρισκόταν, ξαπλωμένος φαρδύς πλατύς στο ξεφτισμένο χαλί. «Χτύπησες;» τον ρώτησε. Εκείνος άφησε τα χέρια του να πέσουν στο πλάι. «Είμαι τσακισμένος». Στον διάδρομο ακούστηκε ο δυνατός ήχος βημάτων. Η Αμπιγκέιλ και ο Ντάνκαν πήραν όπως όπως τη στροφή και μπήκαν ορμητικά στη βιβλιοθήκη. «Θεέ μου!» αναφώνησε ο Ντάνκαν. Πήγε κατευθείαν στον Ράνσομ, κοιτάζοντας εξεταστικά τη σκόνη και τη βρόμα στο πανωφόρι του. «Ώστε εδώ είστε. Σας ψάχναμε παντού!» Η Αμπιγκέιλ πλησίασε ορμητικά την Ίζι, κοιτάζοντας τα σκισμένα ρούχα της και τα ανακατεμένα μαλλιά της. Στη συνέχεια είδε τον Ράνσομ, έτσι όπως ήταν ξαπλωμένος στο πάτωμα. «Για όνομα του Θεού! Τι συνέβη;» «Εμείς… παγιδευτήκαμε». Ανίκανη να βρει λόγια για να εξηγήσει, η Ίζι έδειξε με ένα νεύμα την κρυψώνα, με την ελπίδα πως τα υπόλοιπα εξηγούνταν μόνα τους. Η Αμπιγκέιλ έβαλε μια φωνή. «Δεν ήταν και τόσο άσχημα», είπε η Ίζι. «Καταφέραμε να βγούμε. Και λυπάμαι πολύ για το φόρεμά σου». «Δεν είναι αυτό…» ψέλλισε η Αμπιγκέιλ. Γύρισε την Ίζι προς την κρυψώνα. «Κοίτα». Η Ίζι κοίταξε. «Τι είναι αυτό; Μήπως είναι;…» Έγειρε το κεφάλι και πλησίασε, ώσπου δεν της έμεινε καμία αμφιβολία. Ύστερα έφερε την παλάμη στο στόμα της. «Ω Θεέ μου! Αυτό είναι». Εκεί, χωμένα σε μια σκοτεινή, σκονισμένη γωνιά της κρυψώνας, υπήρχαν κόκαλα. Κόκαλα που απάρτιζαν έναν ολόκληρο άνθρωπο. Δεν ήταν καθόλου μόνοι τους στο σκοτάδι. Η ανακάλυψη έφερε γρήγορα τέλος στο δείπνο τους. Τα πτώματα αιώνων έχουν συνήθως αυτή την επίπτωση. Ο Ράνσομ κάλεσε τον ειρηνοδίκη και τον εφημέριο, και οι δύο πέρασαν μία ολόκληρη ώρα διαφωνώντας για το τι έπρεπε να γίνει με τα οστά. Αν έπρεπε να συνταχθούν αναφορές, αν έπρεπε να ταφούν τα λείψανα σε ιερό έδαφος και ούτω καθεξής. Παρόλο που βρέθηκε στην κρυψώνα κάποιου παπά, ο νεκρός θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένας περιπλανώμενος αλήτης, ένας λαθρέμπορος ή κλέφτης. Κανένας δεν μπορούσε να ξέρει αν ήταν προτεστάντης ή καθολικός στο θρήσκευμα, κι έτσι οι άντρες δέχτηκαν με ευγνωμοσύνη την πρόταση της Ίζι να ταφεί στο παρεκκλήσι του κάστρου.


Μάζεψαν τα λείψανα με όσο περισσότερη ευλάβεια μπορούσαν και τα τοποθέτησαν κάτω από μια πλάκα στο δάπεδο του παρεκκλησιού. Ο εφημέριος έκανε μια προσευχή. Και μόλις επέστρεψε ο εφημέριος στο σπίτι του, παίρνοντας μαζί του τη δεσποινίδα Πέλχαμ και την Ίζι, ο Ράνσομ έμεινε μόνος. Αποφάσισε να τιμήσει τον νεκρό με τον πατροπαράδοτο τρόπο. Ρίχνοντάς το στο ποτό. Έπινε τη δεύτερη καράφα ουίσκι, όταν άκουσε απαλά βήματα στον διάδρομο. «Φάντασμα είσαι;» ρώτησε. «Δεν πιστεύω στα φαντάσματα. Το ξέχασες;» Η Ίζι. Εκείνη διέσχισε διάδρομο. «Η Αμπιγκέιλ προτίμησε να κοιμηθεί στο πρεσβυτέριο απόψε. Δεν την αδικώ». «Ούτε εγώ». Υπέθεσε ότι και η Ίζι θα περνούσε τη νύχτα στο σπίτι του εφημέριου. Αλλά δεν έμεινε εκεί. Επέστρεψε σ’ αυτόν. Το στήθος του πλημμύρισε από ένα συναίσθημα που ήταν αδύνατο να το περιγράψει και να το διανοηθεί. Το απέδωσε στο ουίσκι. Η Ίζι στάθηκε μπροστά στο τζάκι. «Γιατί είναι έτοιμη να σβήσει η φωτιά;» «Όλοι οι καινούριοι υπηρέτες έφυγαν. Κανένας δεν θέλει να εργαστεί σ’ ένα στοιχειωμένο, τρομακτικό κάστρο». «Ω…» έκανε εκείνη, προσθέτοντας ξύλα και σκαλίζοντάς τα με τη μασιά. «Και ο Ντάνκαν;» «Τον έστειλα στην παμπ του χωριού», απάντησε ο Ράνσομ. «Είχε ανάγκη από ένα ποτό και δεν είναι από κείνους που πίνουν μόνοι». «Μα δεν θα ήταν μόνος. Θα ήταν εδώ μαζί σου». «Εγώ είμαι από κείνους που πίνουν μόνοι», της αποκρίθηκε πίνοντας μία ακόμα γουλιά. Η γήινη αψάδα από το ουίσκι τον έκαψε ως το στομάχι. «Γιατί δεν έμεινες στο σπίτι του εφημέριου με τη δεσποινίδα Πέλχαμ;» «Προσφέρθηκε να με φιλοξενήσει. Αλλά αρνήθηκα». «Λιγότερο από τρεις ώρες νωρίτερα βρήκαμε έναν νεκρό πίσω από τον τοίχο. Και περάσαμε αρκετά λεπτά μαζί του, πολύ κοντά του. Δεν φοβάσαι να μείνεις εδώ απόψε;» «Φυσικά και φοβάμαι», του απάντησε. «Πάντα φοβάμαι…Κάθε νύχτα. Θα έπρεπε να το ξέρεις πια. Αλλά τούτο είναι το σπίτι μου. Περίμενα πάρα πολύ καιρό να αποκτήσω ένα κανονικό σπίτι για να φύγω τρέχοντας με το πρώτο –ή, μάλλον, το τρίτο ή τέταρτο– δυσάρεστο περιστατικό». Τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε. «Και για να είμαι ειλικρινής, γύρισα και για


έναν άλλο λόγο». Η φωνή της μαλάκωσε. «Ανησυχούσα… Δεν ήθελα να είσαι μόνος». Κύριε των δυνάμεων! Πώς είναι δυνατόν αυτή η γυναίκα που έβλεπε τον κόσμο πίσω από ένα αραχνοΰφαντο, παραμυθένιο φίλτρο να διαθέτει την ικανότητα αντίληψης ενός αετού όσον αφορά τα κουσούρια του; Όσο μικρή κι αν ήταν μια αδυναμία του, όσο κι αν προσπαθούσε να την κρύψει… εκείνη εφορμούσε σ’ αυτήν και την άρπαζε με τα νύχια της. Κάθισε στην καρέκλα δίπλα του. «Όταν βρήκαμε τα λείψανα αυτού του δύστυχου…» –ο Ράνσομ την αισθάνθηκε να ριγεί– «ε λοιπόν, σοκαριστήκαμε όλοι. Αλλά εσύ φάνηκε να ταράχτηκες υπερβολικά». Ο δούκας έγειρε μπροστά και άφησε το κεφάλι του να πέσει. Διακόσια χρόνια από τώρα θα μπορούσε να βρίσκεται αυτός στη θέση του. Ένα αφανισμένο, ξεχασμένο μάτσο κόκαλα σε τούτο το κάστρο. «Οφείλω να σε πληροφορήσω, Γκουντνάιτ, ότι κατέστρεψες όλα μου τα σχέδια». «Όλα;» τον ρώτησε. «Αλήθεια; Αυτό μου ακούγεται σαν κα- τόρθωμα». «Μην το παίρνεις πολύ πάνω σου. Δεν υπήρχαν και πολλά σχέδια για να καταστρέψεις. Στην πραγματικότητα είχε απομείνει ένα ακριβώς σχέδιο, το οποίο ήταν να μείνω εδώ μέχρι να σαπίσω». Ίσιωσε ξανά την πλάτη του και πέρασε το χέρι από τα μαλλιά του. «Και ύστερα ήρθες εσύ». «Μη μου πεις ότι σου ήρθε πάλι η επιθυμία για ζωή και πως αυτό έχει να κάνει αποκλειστικά με μένα…» Ο Ράνσομ άκουσε το μετάξι να θροΐζει έτσι όπως η Ίζι κάθισε πιο χαμηλά στην καρέκλα της. «Δεν σε αναγνωρίζω». «Για όνομα του Θεού. Μην το κάνεις αυτό». «Να μην κάνω τι;» «Μη χαμογελάς». «Πώς το ξέρεις ότι χαμογελάω;» «Το ακούω. Βασικά, το νιώθω. Βγάζει μια ζεστασιά, μια γλυκύτητα…» Έσμιξε τα φρύδια του. «Δεν το μπορώ». Εκείνη έβγαλε ένα μικρό μουρμουρητό. «Ω Ράνσομ…» «Αυτό είναι ακόμα χειρότερο». Σήκωσε τους ώμους του, λες και μπορούσαν να σφραγίσουν τα αφτιά του. «Βλέπεις; Γι’ αυτό κατέστρεψες τα πάντα. Ρώτα τον τύπο που βρήκαμε πίσω από τον τοίχο. Εδώ και αιώνες, ένας άνθρωπος δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο μέρος από το Κάστρο Γκόστλεϊ για να ζαρώσει και να αποσυντεθεί. Αυτό δεν ισχύει πλέον. Τώρα υπάρχουν κουρτίνες και επίσημα δείπνα. Είναι απαράδεκτο». «Ίσως αυτό σημαίνει ότι πρέπει να επιστρέψεις στο Λονδίνο. Να ξαναμπείς


στον κόσμο των ζωντανών», αποκρίθηκε μαλακά εκείνη. Ο δούκας κούνησε το κεφάλι. Να επιστρέψει; Για ποιον λόγο; Δεν υπήρχε τίποτα γι’ αυτόν εκεί. Δεν είχε αληθινούς φίλους. Δεν τους ήθελε ποτέ. Ήταν ο Δούκας του Ρόθμπουρι, ένας από τους πλουσιότερους και επιφανέστερους άντρες της Αγγλίας. Δεν είχε ανάγκη να κυκλοφορεί επιζητώντας την αποδοχή του κόσμου, κι όποιος προσπαθούσε να αποσπάσει τη δική του εύνοια γινόταν αυτομάτως ύποπτος. Επειδή αυτό σήμαινε πως μάλλον κάτι ήθελε από κείνον. Όσο για τους εχθρούς… Στα νιάτα του έκανε συλλογή εχθρών, όπως συλλέγει ένα αγοράκι γυαλιστερά βότσαλα. Όταν τον μισούσε ο κόσμος, τουλάχιστον αντιλαμβανόταν ότι το μίσος τους ήταν ειλικρινές. Και οι εχθροί του δεν μπορούσαν να τον πειράξουν. Ήταν άτρωτος. Έως τη στιγμή που έπαψε να είναι. Ανάθεμα τα μάτια του. Απ’ όλους τους τραυματισμούς, πήγε κι έπαθε αυτό. Αν έχανε το ένα χέρι, θα τα κατάφερνε. Εδώ που τα λέμε, θα μπορούσε να χάσει ένα πόδι. Και τα δυο. Αλλά εκτός κι αν επανερχόταν η όρασή του, δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του δίχως βοήθεια. Τώρα ήταν αιχμάλωτος της νεανικής αλαζονείας του. Είχε απομείνει μόνος, δίχως να έχει κανέναν να εμπιστευτεί. Παρ’ όλα αυτά, αναθεώρησε απρόθυμα ο Ράνσομ, αυτό δεν ίσχυε απόψε. Αυτή τη στιγμή, μόνο μονάχος δεν ήταν. Δεν θυμόταν ποτέ να αντιλαμβάνεται τόσο έντονα μια γυναίκα στη ζωή του. Οι αισθήσεις του ήταν τόσο δυνατές, που καταντούσαν επώδυνες. Η Ίζι τον σκότωνε με δεκάδες λεπτεπίλεπτους τρόπους. Η φωτιά που είχε συνδαυλίσει έστελνε κύματα ζέστης προς την κατεύθυνσή του, κι όλα είχαν το άρωμά της. Καπνιά και βότανα. Η εγγύτητά της τον ζάλιζε. Μπορούσε να την ακούσει να βγάζει τις φουρκέτες από τα μαλλιά της. Ένα ένα, αυτά τα μικρά κομμάτια μετάλλου έπεφταν στο τραπεζάκι. Κάθε ήχος τρυπούσε τα τύμπανά του σαν μπαρούτι που έσκαγε. Τότε εκείνη αναστέναξε. Ένα ανεπαίσθητο, απαλό ξεφύσημα. Ο ήχος διαπέρασε το στήθος του σαν τυφώνας, ικανός να ρίξει δέντρα. Δεν του διέφευγε η ειρωνεία της όλης κατάστασης. Ήταν μόνοι τους. Ο ίδιος ήταν λιγάκι μεθυσμένος, κι εκείνη ήταν κάτι περισσότερο από τρωτή. Δεν υπήρχε καλύτερη στιγμή από αυτή για να προχωρήσει στο σχέδιο της διακόρευσής της. Μπορούσε να πολιορκήσει τα παρθενικά ρούχα της. Να γκρεμίσει χωρίς έλεος τις αναστολές της. Να κλέψει μια δυο ώρες πρόσκαιρης απόλαυσης προτού αποδείξει, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία, πως ο έρωτας είναι μια άσκηση εκούσιας αυταπάτης και τίποτα – τίποτα– δεν έχει αίσιο τέλος. Τουλάχιστον, όχι σε τούτο το κάστρο και όχι με


έναν άντρα σαν κι αυτόν. Υπήρχε, όμως, ένα ψεγάδι σ’ αυτό το σχέδιο. Η Ίζι τού άρεσε υπερβολικά για να το πραγματοποιήσει. «Πρέπει να πας για ύπνο», της είπε δυσοίωνα. «Τώρα». «Ναι», του αποκρίθηκε και χασμουρήθηκε. «Υποθέτω πως πρέπει». Ωστόσο, δεν έφυγε αμέσως. Σηκώθηκε από την καρέκλα της και άρχισε να κινείται στον χώρο. Στην αρχή εκείνος υπέθεσε πως έπαιρνε ένα κερί ώστε να βλέπει στον δρόμο για το δωμάτιό της. Αλλά αυτό δεν γινόταν να της παίρνει τόσο πολλή ώρα. Άκουγε για ένα ολόκληρο λεπτό την πυροστιά να κροταλίζει, υφάσματα να θροΐζουν και έπιπλα να μετακινούνται ελαφρώς επάνω στις πλάκες από σχιστόλιθο προτού συνειδητοποιήσει τι συνέβαινε. «Σταμάτα», της είπε και ανασηκώθηκε. «Σταμάτα αυτή τη στιγμή». «Τι να σταματήσω;» Στη φωνή της διέκρινε πρόδηλα την ενοχή. «Σταμάτα αυτό που κάνεις». «Δεν ξέρω τι εννοείς». «Ξέρεις πολύ καλά». Σηκώθηκε όρθιος και κινήθηκε προς το μέρος της. «Έσπρωξες μόλις την καρέκλα στο τραπέζι. Και, πριν απ’ αυτό, κρέμασες το παλτό μου στην κρεμάστρα». «Πολύ καλά. Με τσάκωσες. Φώναξε τον ειρηνοδίκη. Βάλτε με στον κύφωνα για την υπερβολική νοικοκυροσύνη μου». «Δεν πρόκειται για νοικοκυροσύνη, Γκουντνάιτ, και το ξέρεις καλά». Δεν γινόταν να τη γλιτώσει έτσι. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε. Άφηνε το δωμάτιο όπως το βρήκε προτού φύγει. Σιγουρευόταν ότι κάθε καρέκλα, κάθε μαξιλάρι και η μασιά επέστρεφαν στη θέση όπου βρίσκονταν προηγουμένως. Για κείνον. Δεν επρόκειτο για απλή νοικοκυροσύνη. Ήταν κατανόηση και φροντίδα. Κι αν αναλογιζόταν κανείς τη συναισθηματική του κατάσταση, απόψε αυτή η συμπεριφορά ήταν επικίνδυνη. Ανεξάρτητα από το πώς τη χαρακτήριζε εκείνη. «Θα σε συνοδέψω στον πυργίσκο σου». Της πρόσφερε το μπράτσο του πριν προλάβει να τον κατηγορήσει για ιπποτισμό ή περιποιητικότητα ή οτιδήποτε άλλο εξίσου παράλογο. Τα κίνητρά του ήταν ελεεινά. Ήθελε να βρίσκεται κοντά της, ο ένας ώμος να ακουμπάει στον άλλο καθώς θα ανέβαιναν τις σκάλες για τον πάνω όροφο. Ήθελε να την καθοδηγήσει στον διάδρομο, να γλιστρήσει το χέρι του χαμηλά στην πλάτη της και να το αφήσει να σταθεί στη μέση της. Ήθελε να νιώσει τις λυτές μπούκλες της να αγγίζουν τον γυμνό καρπό του.


Ήθελε… Ω Θεέ μου, την ήθελε. Ολόκληρη. «Φτάσαμε», του είπε και στάθηκε στην αψίδα που οδηγούσε στο δωμάτιο του πυργίσκου. «Καληνύχτα, Ράνσομ». Ο δούκας έμεινε εκεί, μετρώντας τα βήματά της καθώς ανέβαινε τις σκάλες. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα… «Γκουντνάιτ». Η Ίζι σταμάτησε. Κατέβηκε μερικά βήματα. Ένα, δύο… «Ήθελες να με καληνυχτίσεις ή με φώναξες;» τον ρώτησε. “Γκουντνάιτ, έλα εδώ;” ή “Γκουντνάιτ, καληνύχτα, τώρα μπορείς να φύγεις;”» Ανάθεμά τον κι αν ήξερε. Η λέξη τού βγήκε αυθόρμητα. Υπέθεσε ότι το συναίσθημα πίσω από αυτή ήταν κάτι του τύπου: Γκουντνάιτ, βγάλε όλα σου τα ρούχα, τύλιξέ με με τα χέρια και τα πόδια σου και μη με αφήσεις ποτέ. «Το δέκατο πέμπτο σκαλοπάτι», της απάντησε. «Είναι πιο στενό από τα άλλα». «Και δεν θέλεις να πέσω και να χτυπήσω. Τι γλυκό από μέρους σου». «Δεν είναι και τόσο γλυκό…» αντιγύρισε ο δούκας τρίζοντας τα δόντια του. «Σήμερα μάζεψα ήδη έναν σωρό από κόκαλα. Θα προτιμούσα ν’ αρκεστώ σ’ αυτόν». «Συμφωνώ», του αποκρίθηκε. Το χέρι της άγγιξε το πρόσωπό του. «Ευχαριστώ». Οι άκρες των δαχτύλων της έμειναν στο μάγουλό του, σαν αστερισμός απροσδόκητης καλοσύνης. Εκείνος τύλιξε τα δάχτυλά του στον καρπό της, επειδή σκόπευε να της απομακρύνει το χέρι. Αντίθετα, διέτρεξε τον αντίχειρά του πάνω στον παλλόμενο σφυγμό της. Το δέρμα της εκεί ήταν τόσο απαλό! Στα μάτια του μυαλού του πρόβαλαν πέταλα. Σε κάθε απόχρωση του ροζ. Και αφού αντιλήφθηκε πως είχε διαβεί ήδη το όριο της συναισθηματικής τρέλας κι ότι τα πράγματα δεν μπορούσαν να γίνουν χειρότερα… έφερε τον καρπό της στα χείλη του. Και φίλησε εκείνο τον τρυφερό, μονάκριβο σφυγμό σαν ένας ξεμυαλισμένος ηλίθιος. Ο Θεός να σε έχει καλά. Της άφησε το χέρι κλείνοντας σφιχτά τα μάτια. Αισθανόταν ήδη τον εαυτό του να κρέμεται από μια κλωστή. Αν επέστρεφε η όρασή του εκείνη τη στιγμή ως εκ θαύματος, δεν θα είχε πλέον καμία ελπίδα. «Λυπήσου έναν τσακισμένο άντρα. Απλώς πήγαινε για ύπνο». Στάθηκε στη βάση της σκάλας ακούγοντας τα ελαφριά βήματά της να την ανεβαίνουν σπειροειδώς για τον πυργίσκο. Τα πάντα πάνω του ήθελαν να την


ακολουθήσει. Έγειρε στην αψίδα κι έπιασε την πέτρα, πασχίζοντας να καταπνίξει τον πόθο του. Όταν έσβησαν τα τελευταία βήματά της, στράφηκε να φύγει. Είχε φτάσει στο τέρμα του διαδρόμου και είχε μετρήσει τα μισά σκαλοπάτια για τη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, όταν την άκουσε. «Ράνσομ!» Κοκάλωσε έτσι όπως είχε πιάσει με το ένα χέρι τον πέτρινο τοίχο. Ένα ρίγος διέτρεξε τη σπονδυλική στήλη του. «Ράνσομ, έλα αμέσως». Και τότε, μέσα σε μια στιγμή, κατάλαβε. Κατάλαβε τον λόγο για τον οποίο περιδιάβαζε αυτό το κάστρο τη νύχτα, στο σκοτάδι. Γιατί μάθαινε το μήκος και το πλάτος κάθε αίθουσας, κάθε αψίδας, κάθε διαδρόμου και σκάλας. Δεν το έκανε για να ανακτήσει τη δύναμή του ή για να μάθει απέξω κι ανακατωτά τον χώρο που ήταν πλέον το σπίτι και η φυλακή του. Τα έκανε όλα αυτά για έναν μόνο σκοπό. Για να τη βρει. Τώρα. Όσο πιο γρήγορα μπορούσαν να τον πάνε τα πόδια του.


Κεφάλαιο 18 Η Ίζι στεκόταν στο κέντρο του δωματίου, παγωμένη από το σοκ. Από τις σκάλες ακούστηκαν τα βροντερά βήματα του Ράνσομ. Μπήκε στο δωμάτιο ξέπνοος και κατακόκκινος. Στο μέτωπό του είχε συσσωρευτεί μια μανιασμένη καταιγίδα, και η ουλή του διακρινόταν διχαλωτή, σαν κεραυνός. «Ίζι, τι συμβαίνει; Μίλησέ μου. Έπαθες κάτι;» «Όχι». Ένιωσε απαίσια που τον ανησύχησε. «Δεν είναι αυτό». «Τι είναι;» «Τούτο εδώ. Εσύ το έκανες αυτό; Εσύ πρέπει να το έκανες». «Τι να έκανα;» «Τα κεριά. Υπάρχουν παντού κεριά». Έκανε μια αργή περιστροφή. Από τη στιγμή που είδε η Ίζι για τελευταία φορά το δωμάτιο, κάποιος είχε τοποθετήσει περιμετρικά μια ντουζίνα κηροπήγια. Σε καθένα υπήρχε ένα αναμμένο σπαρματσέτο. Επιπλέον, υπήρχαν δύο μανουάλια στην τουαλέτα της κι ένα στο κομοδίνο, δίπλα στο κρεβάτι της. Ο αριθμός και μόνο των κεριών ήταν υπερβολικός, εξωφρενικός – έλουζαν το δωμάτιο με αρκετό φως για να σβήσουν ένα άστρο, και η ζέστη που ανέδιδαν είχε αυξήσει μερικούς βαθμούς τη θερμοκρασία του δωματίου. Η Ίζι τα είχε χαμένα. Αυτό δεν μπορούσε να το έχει κάνει άλλος από τον Ράνσομ. Δεν το είχε εκμυστηρευτεί σε κανέναν άλλο. Ρούφηξε τη μύτη της και προσπάθησε να συγκρατήσει ένα δάκρυ που ήταν έτοιμο να κυλήσει. «Στον κάτω όροφο με κατσάδιασες που έσπρωξα μια καρέκλα και κρέμασα το παλτό σου. Και τώρα… αυτό;» Σκούπισε τα μάτια της. «Ράνσομ, είναι άδικο. Γιατί πήγες κι έκανες κάτι τόσο…» «Είναι απλώς κεριά». Η Ίζι κούνησε το κεφάλι. Έπρεπε να ξέρει ότι δεν ήταν απλώς κεριά. Ήταν ενδιαφέρον. Ενδιαφερόταν για κείνην, και η αίσθηση ήταν τόσο ανοίκεια, που η Ίζι δεν ήξερε τι να κάνει. Όντας σε απόγνωση, ανέμισε τα χέρια της, λες και ήθελε να διώξει αυτό το συναίσθημα. Δεν τα κατάφερε. «Για όνομα του Θεού», είπε πλησιάζοντάς την. «Είσαι υπερβολική. Τα κεριά έχουν σκοπό να σε κρατήσουν εδώ πάνω. Στο δωμάτιό σου. Μακριά από μένα.


Κάθε νύχτα κατεβαίνεις κρυφά στο σκοτάδι και με ξυπνάς προτού ξημερώσει. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι σου έλειπε εδώ πάνω, αλλά δοκίμασα τα πάντα. Κουβέρτες, ένα γραφείο». Εκείνη πίεσε την παλάμη στον λαιμό της. «Εσύ τα έκανες κι αυτά; Νόμιζα πως ήταν η Αμπιγκέιλ…» Ο Ράνσομ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Ξέρω τι σκέφτεσαι. Και, σ’ το λέω, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Δεν είναι όπως φαίνονται». «Το ελπίζω». Το βλέμμα της διέτρεξε για άλλη μία φορά το δωμάτιο, που ήταν λουσμένο στο φως των κεριών. «Επειδή φαίνεται… γλυκό. Φαίνεται…» Ξεροκατάπιε. «Ω Ράνσομ, είναι τόσο ρομαντικό». Εκείνος έφερε τα χέρια στο κεφάλι του από απόγνωση. «Δεν είναι». «Κι όμως, είναι. Είναι ρομαντικό. Εσύ είσαι ρομαντικός». «Δεν το έκανα επίτηδες…» Τα χέρια του την αγκάλιασαν. «Απλώς… απλώς έπρεπε να σε κρατήσω εδώ πάνω». Την παρέσυρε προς τα πίσω, ώσπου τα γόνατά της άγγιξαν την άκρη του κρεβατιού και οι δυο τους έπεσαν στο στρώμα. «Σ’ αυτό το κρεβάτι». Της χάιδεψε τα μαλλιά απλώνοντάς τα επάνω στο μαξιλάρι και αγκάλιασε το πρόσωπό της με τις παλάμες του. «Αλλά δεν μπορούσα να καταλάβω τι χρειαζόσουν για να νιώσεις ασφαλής. Δοκίμασα τα πάντα. Απόψε μου έδωσες επιτέλους την απάντηση. Το φως. Τώρα έχεις όσα κεριά θέλεις. Αλλά έγινε ένα μεγάλο λάθος. Επειδή βρίσκεσαι εδώ, σ’ αυτό το κρεβάτι. Είμαι κι εγώ εδώ, όμως. Και σου μιλάω ειλικρινά, Ίζι». Ακούμπησε το μέτωπό του στο δικό της κι ένιωσε το βάρος του επάνω της να τη συντρίβει, να τη ζεσταίνει. «Δεν ξέρω πώς να φύγω». «Ξέρω εγώ», είπε σπρώχνοντάς τον από τους ώμους. «Θα σε κάνω να φύγεις». Εκείνος αισθάνθηκε το κορμί του να τσιτώνεται. «Θα το κάνεις;» «Θα το κάνω. Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Κάθε φορά που ερχόμαστε κοντά, κάτι κακό συμβαίνει. Σε δαγκώνει μια νυφίτσα, μια πέτρα πέφτει στο κεφάλι σου, παγιδευόμαστε με έναν νεκρό σε μια σκοτεινή τρύπα. Αν το κάνουμε αυτό… ένας Θεός ξέρει τι μπορεί να συμβεί. Μπορεί να καταρρεύσει ο πυργίσκος». Ο Ράνσομ έκανε ένα αργό καταφατικό νεύμα, θαρρείς και συλλογιζόταν προσεκτικά τα λόγια της. «Ίζι;» «Ναι;» «Άφησέ το να συμβεί». Τα χείλη του χαμήλωσαν κι έφτασαν τα δικά της. «Διόλου δεν με ενδιαφέρει, διάβολε». Άφησέ το να συμβεί, σκέφτηκε ο Ράνσομ, σπρώχνοντάς τη στο κρεβάτι.


Άφησε τον Θεό και τον Διάβολο να βγάλουν τον χειρότερο εαυτό τους. Ας κατέρρεε το κάστρο. Ας ερχόταν το τέλος του κόσμου. Ας εμφανιζόταν όλος ο στρατός των Μοράγγλιων φορώντας κουδούνια. Το μόνο που είχε σημασία ήταν αυτό. Εκείνη κι αυτός και το φως από δύο ντουζίνες κεριά. Οι δυο τους, αγκαλιασμένοι σε τούτο το κρεβάτι. Δίχως σκοτάδι. Δίχως μοναξιά. Δίχως φόβο. Και ήθελε να σιγουρευτεί πως εκείνη δεν θα το μετάνιωνε. «Ίζι, σε θέλω. Νιώθω την ανάγκη να το πω. Δεν θέλω να φανώ άξεστος ούτε να σε σοκάρω, αλλά για την περίπτωση που υπάρχει κάποια αμφιβολία. Θέλω να βρεθώ επάνω σου, στο κρεβάτι σου. Πρέπει να ξέρεις ότι θέλω να…» Από το μυαλό του πέρασαν όλες οι πιθανές εκφράσεις. Να σε ρίξω στο κρεβάτι, να σε βατέψω, να σε πηδήξω, να σε καβαλήσω, να σε κάνω ερωμένη μου… «Θέλω να σου κάνω έρωτα, Ίζι. Το θέλω πάρα πάρα πολύ». Ο Ράνσομ δεν είχε χρησιμοποιήσει πάλι αυτές τις λέξεις. Εκείνη δεν μπορούσε να το ξέρει, αλλά ήταν αλήθεια. «Εγώ…» Τα δάχτυλά της άγγιξαν τα μαλλιά του. «Κι εγώ σε θέλω. Πάρα πολύ». Η ντροπαλή παραδοχή της διπλασίασε τους χτύπους της καρδιάς του. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, και ήταν κουρασμένος. Υπό κανονικές συνθήκες, η όρασή του θα ήταν ανύπαρκτη τέτοια ώρα. Αλλά με όλα τούτα τα κεριά και το αλλόκοτο βράδυ που πέρασαν, διέθετε αρκετή όραση για να διακρίνει τη σκουρόχρωμη αύρα των μαλλιών της επάνω στα λευκά σεντόνια. Και, το πιο υπέροχο απ’ όλα, διέκρινε το πλατύ κόκκινο χαμόγελό της. «Είσαι πανέμορφη». Τη γύρισε στο πλευρό και άρχισε να ξεκουμπώνει τα κουμπιά του φορέματός της. Είχε βγάλει το λερωμένο, σκισμένο μεταξωτό κόκκινο φόρεμα και είχε φορέσει ένα από τα καθημερινά της. Παρόλο που τα κουμπιά ήταν μεγαλύτερα και το ύφασμα ευκολότερο να το κουμαντάρει, τα δάχτυλά του δεν τα κατάφερναν πολύ καλά. Του πήρε πολλή ώρα να ξεκουμπώσει τα πρώτα τρία τέσσερα κουμπιά. «Πιο εύκολα σ’ έγδυσα όταν ήσουν αναίσθητη», της είπε. Εκείνη γέλασε. «Μάλλον επειδή δεν ήσουν μεθυσμένος…» Σωστά. Υπέθεσε πως τα χέρια του έτρεμαν εξαιτίας του ουίσκι. Αλλά ο Ράνσομ ήξερε τι συνέβαινε πραγματικά. Αισθανόταν απίστευτη νευρικότητα. Επειδή τούτη θα ήταν η πρώτη του φορά ύστερα από καιρό και θα ήταν η δική της πρώτη φορά σε όλη της τη ζωή.


Κι επειδή ήταν η Ίζι και ήθελε να είναι μια όμορφη εμπειρία. Βλαστήμησε και παραιτήθηκε από την προσπάθεια να της ξεκουμπώσει το φόρεμα. «Ίζι». Χούφτωσε και μάλαξε τα στήθη της κάτω από το ύφασμα του φορέματός της. «Δεν μπορώ να δείξω υπομονή. Όχι αυτή τη στιγμή. Άφησέ με να σου προσφέρω ηδονή». Βρήκε το εσώρουχό της και το έσκισε με μια γρήγορη, αποφασιστική κίνηση. Την τράβηξε στην άκρη του στρώματος και γονάτισε στο πάτωμα, μπροστά στα πόδια της. Ύστερα της σήκωσε τη φούστα και τα μεσοφόρια, τα μάζεψε γύρω από τη μέση της κι έβαλε το χέρι του ανάμεσα στα πόδια της, ανοίγοντάς τα. Τώρα μπορούσε να την αγγίξει παντού. Να τη γευτεί ολόκληρη. «Ράνσομ;» είπε εκείνη προσπαθώντας να ανακαθίσει. «Τι κάνεις;…» Άγγιξε με τη γλώσσα του το φύλο της. «Ω…» Έπεσε ξανά στο κρεβάτι. «Ω…» Θεέ μου, πόσο γλυκιά ήταν. Γλυκιά, ροδαλή, υγρή Ίζι. Ίζι, Ίζι. Είσαι δική μου. Το πέος του παλλόταν μέσα στο παντελόνι του. Κι ενώ την έγλειφε, το ελευθέρωσε με το ένα χέρι και άρχισε να χαϊδεύεται. Ξεδιάντροπα. Λάγνα. Θα τέλειωνε εκεί όπου ήταν, καθισμένος στο πάτωμα, ενώ της πρόσφερε ηδονή; Κι όμως, σε τέτοιο σημείο τον είχε φέρει. Τον είχε μετατρέψει σ’ ένα κτήνος που βαριανάσαινε, γεμάτο ορμές, χωρίς να δίνει δεκάρα για την κοσμιότητα και την καλή συμπεριφορά. Και της άρεσε έτσι ωμός και χυδαίος. Του το είχε πει. Στο κρεβάτι, εκείνη σφάδαζε και σπαρταρούσε. «Ράνσομ… Ράνσομ, είσαι σίγουρος πως αυτό…» Σήκωσε το κεφάλι του, ίσα για να απαντήσει «Ναι». Συνέχισε και διέτρεξε όλα τα ευαίσθητα σημεία της, αργά, προκειμένου να τη μάθει, να βρει τον ρυθμό. Εκείνη είπε ξέπνοα το όνομά του και τον έπιασε από τα μαλλιά, κρατώντας σφιχτά το κεφάλι του στο φύλο της. Θεέ μου, πόσο λάτρευε να τον αγγίζει στα μαλλιά. Ενέτεινε τις προσπάθειές του, την έγλειψε σε κάθε πτυχή, ύστερα επέστρεψε στο πρησμένο μπουμπούκι στην κορυφή του φύλου της και το πιπίλισε δυνατά, τινάζοντας εμπρός πίσω τη γλώσσα του. Εκείνη έτρεμε και βογκούσε, τέντωνε σαν τόξο το κορμί της και σφάδαζε κάτω από τη γλώσσα του. Ναι. Ναι. Τέλειωσε για μένα. Για μένα. Κανέναν άλλο.


Την ώρα του αφροδίσιου σπασμού της γλίστρησε μέσα της τη γλώσσα του, έχοντας ανάγκη να διεισδύσει εντός της με κάποιον τρόπο. Να την κάνει δική του. Οι μύες της σ’ εκείνο το απόκρυφο μέρος συσπάστηκαν τραβώντας τον. Θέλοντας κι άλλο. Βιάστηκε να ξαπλώσει επάνω της στο κρεβάτι, παίρνοντας θέση ανάμεσα στους ανοιχτούς μηρούς της. Το πέος του τρίφτηκε πάνω στην απαλή, υγρή θέρμη του φύλου της. Θα μπορούσε να βρεθεί μέσα της σε δευτερόλεπτα. Αλλά άπαξ και συνέβαινε αυτό, δεν υπήρχε επιστροφή. Πίεσε το κεφάλι του στον ώμο της κι έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό. «Ράνσομ;» του είπε και στηρίχτηκε στον αγκώνα της. «Τι είναι; Συνέβη κάτι;» «Δεν ξέρω», της απάντησε. «Αυτό θα το αποφασίσεις εσύ». Η Ίζι τον κοίταξε με βλέμμα θολό έπειτα από κείνη την υπέροχη ηδονή. Ασφαλώς, δεν μπορεί εκείνος να άλλαξε γνώμη τώρα. Το πλατύ, λείο κεφάλι της στύσης του ήταν ακουμπισμένο στον γοφό της – σκληρό, καυτό και ανυπόμονο. «Είμαι αρκετά μεθυσμένος ώστε να πιστεύω πως αυτή είναι η πιο έξυπνη ιδέα μου εδώ και χρόνια», είπε. «Αλλά δεν είμαι αρκετά μεθυσμένος ώστε να μην μπορώ να σταματήσω σε περίπτωση που δεν νιώθεις το ίδιο». Ήταν νηφάλια και ήξερε πολύ καλά πως αυτή μπορεί να μην ήταν η πιο συνετή απόφασή της. Παρ’ όλα αυτά, ένιωθε πως ήταν το σωστό. Επειδή αυτό δεν ήταν ένας απρόσωπος πόθος. Καταλάβαιναν ο ένας τον άλλο. Μάλλον τον είχε μισοερωτευτεί, κι εκείνος τη νοιαζόταν. Μπορεί να μην της το εξέφραζε με αυτά ακριβώς τα λόγια, αλλά το δωμάτιο ήταν κατάφωτο από την απόδειξη. Στο κάτω κάτω, ένα κορίτσι όπως η Ίζι δεν είχε την πολυτέλεια να είναι επιλεκτικό όσον αφορά τις νύχτες άγριου πάθους. Είτε θα συνέβαινε απόψε ή ποτέ. «Δεν θέλω να σταματήσουμε», του είπε. «Δόξα τω Θεώ…» Ακούστηκε ανακουφισμένος καθώς τραβούσε τα κουμπιά και τα κορδόνια των ρούχων της. Τα δάχτυλά του κινούνταν πλέον με άνεση. «Για μια στιγμή νόμισα πως η απόπειρά μου να φανώ αξιοπρεπής θα στρεφόταν εναντίον μου. Έτσι συμβαίνει συνήθως». «Αξιοπρεπής;» επανέλαβε εκείνη και ελευθέρωσε το ένα της μπράτσο από το μανίκι της. «Θα απογοητευόμουν πολύ αν ήσουν αξιοπρεπής. Στην πραγματικότητα θα ήθελα να είσαι έκφυλος». Ο Ράνσομ ελευθέρωσε το στήθος της κι έσκυψε για να το πιπιλίσει. «Θα είμαι όσο χειρότερος γίνεται. Έχει περάσει αρκετός καιρός». Όσος καιρός κι αν πέρασε, δεν είχε ξεχάσει πώς να κάνει μια γυναίκα να σφαδάζει.


Γλίστρησε το δάχτυλό του μέσα της. Μετά πρόσθεσε ένα ακόμα δάχτυλο, κάνοντάς τη να νιώσει ηδονική πληρότητα. «Ράνσομ… βιάσου. Δεν θέλεις να;…» Εκείνος πίεσε τον καρπό του στην προεξοχή ανάμεσα στα πόδια της και την έτριψε στο κατάλληλο σημείο, ενώ τα δάχτυλά του μπαινόβγαιναν. Ολοένα και πιο βαθιά. Η Ίζι δεν άργησε να τεντώσει το σώμα της σαν τόξο, ανταποκρινόμενη στην εισβολή του. Έσκυψε για να γλείψει τη ρώγα της, κι εκείνη βόγκηξε στην απολαυστική θέρμη του στόματός του. «Ναι…» μουρμούρισε με έναν θριαμβευτικό τόνο. Έκανε κύκλους με τη γλώσσα του ανελέητα, και η γλυκιά εκείνη ένταση άρχισε να φουντώνει πάλι ανάμεσα στους μηρούς της. Τράβηξε τα δάχτυλά του και στηρίχτηκε στα γόνατα. Πέρασε το πουκάμισο πάνω από το κεφάλι του και το πέταξε παράμερα, ύστερα συνέχισε να ξεκουμπώνει να τελευταία κουμπιά του παντελονιού του. Η Ίζι σκέφτηκε να τον ρωτήσει αν χρειαζόταν βοήθεια, αλλά δεν φαινόταν να την έχει ανάγκη. Όταν απελευθερώθηκε απ’ όλα τα ρούχα του, ξάπλωσε πάλι δίπλα της στο κρεβάτι. Τη φίλησε ευλαβικά στον λαιμό, στο στήθος, στην κοιλιά και αισθάνθηκε σαν αντικείμενο λατρείας. Τότε εκείνος βρέθηκε ανάμεσα στα πόδια της, και οι γοφοί του άνοιξαν τους μηρούς της. «Περίμενε», του είπε. Χάιδεψε τους ώμους και το στήθος του, εξερευνώντας τις σφιχτές, σμιλεμένες καμπύλες. «Εγώ…» Παραλίγο να χάσει το κουράγιο της. «Θέλω να σε δω. Να σ’ αγγίξω». Εκείνος έγειρε προς τα πίσω, με μια κίνηση που υποδήλωνε σιωπηλή πρόσκληση. Η Ίζι το κοίταξε. Ήταν εκεί, με όλη τη μεγαλοπρέπεια που το χαρακτήριζε. Μελαψό, περήφανο, ανησυχητικά μεγάλο. Πρόβαλλε μέσα από μια σκούρα τριχωτή λόχμη, τεντωμένο προς το μέρος της. Είχε πλήρη άγνοια σχετικά με το πρωτόκολλο που ακολουθεί κάποια γυναίκα όταν γνωρίζει το θεριεμένο σεξουαλικό όργανο ενός άντρα. Άραγε απλώνεις το χέρι και του κάνεις χειραψία; Αγγίζεις την άκρη του με το δάχτυλο; Διατυπώνεις ένα ευγενικό τι κάνεις; Τελικά αποφάσισε να ζητήσει καθοδήγηση. Έπιασε το χέρι του Ράνσομ. «Δείξε μου πώς να σε ευχαριστήσω». Και μόνο οι λέξεις, τον έκαναν να βογκήξει. Πήρε το χέρι της και το τύλιξε γύρω από τη βάση της στύσης του. Ύστερα την καθοδήγησε, της έδειξε πώς να


τον χαϊδεύει, πάνω κάτω. Εκείνη λάτρεψε την αίσθησή του στο χέρι της. Το απαλό δέρμα να γλιστράει πάνω στην άκαμπτη σάρκα που βρισκόταν από κάτω. Γεμάτη περιέργεια, έτριψε με τον αντίχειρά της την κορυφή του και συνειδητοποίησε με απόλαυση πως ήταν μεταξένια και ευαίσθητη. Εκείνος της έσφιξε το χέρι, εμποδίζοντάς τη να συνεχίσει την εξερεύνησή της. «Έκανα κάτι λάθος; Υπάρχει κάτι άλλο που πρέπει να κάνω;» «Τίποτα δεν έκανες λάθος…» της ψιθύρισε, τυλίγοντας τα δάχτυλά του στα δικά της και πιέζοντας τα χέρια της στο κρεβάτι. «Δεν χρειάζεται να κάνεις κάτι άλλο. Είσαι τέλεια. Απλώς μείνε εδώ όπου είσαι. Μείνε ο εαυτός σου. Η υπέροχη Ίζι». Ένιωσε τη λεία φαρδιά άκρη της στύσης του να κεντρίζει την είσοδό της. Και ύστερα βρέθηκε μέσα της. Έβγαλε μια φωνή. Δεν μπόρεσε να συγκρατηθεί. «Σε πονάω;» Δάγκωσε τα χείλη της. «Λιγάκι…» «Συγγνώμη». Με μία ώθησή του, διείσδυσε δύο εκατοστά ακόμα. «Λυπάμαι πολύ». Εκείνη ανάσαινε με δυσκολία. Ήταν κάτι τόσο ξένο… και τόσο απίθανα μεγάλο μέσα της. «Θα προχωρήσω με το μαλακό». Έλουσε τα χείλη της με απαλά φιλιά. Εκείνη γεύτηκε το ουίσκι σ’ αυτά. «Μέχρι που να μην αντέχω άλλο, επειδή, όταν συμβεί αυτό, μάλλον θα το κάνω δυνατά και γρήγορα. Θα ζητήσω συγγνώμη από τώρα. Επειδή τότε δεν θα βρίσκω λόγια να εκφραστώ». «Δεν πειράζει…» μουρμούρισε εκείνη. «Καταλαβαίνω». Στην πραγματικότητα δεν καταλάβαινε τίποτε, αλλά υπέθεσε ότι θα καταλάβαινε στην πορεία. Πάσχιζε ακόμα να συνηθίσει την αίσθησή του μέσα της. Την πληρότητα, την πίεση, τη θέρμη. Εκείνος γλιστρούσε απαλά μέσα έξω και κάθε φορά έμπαινε λίγο πιο βαθιά. Τελικά, το κορμί του άγγιξε το δικό της, μένοντας εκεί για λίγο, προτού κάνει πίσω για να ξεκινήσει από την αρχή. Ο πόνος του σμιξίματός τους δεν άργησε να υποχωρήσει, και η Ίζι άρχισε να απολαμβάνει την τριβή του σκληρού αντρικού κορμιού του στο δικό της. Τα πόδια του, τραχιά από τις τρίχες και σκληρά από τους μυς, τρίβονταν στο ευαίσθητο εσωτερικό των μηρών της. Το στέρνο του πιεζόταν στα στήθη της. Δεν ήταν πια τόσο άσχημα. Θα έλεγε πως ήταν και όμορφα. Εκείνος ανασηκώθηκε και στηρίχτηκε στα χέρια του. Το πρόσωπό του μόρφασε. «Ίζι. Ω Θεέ μου, εγώ…»


Σωστά. Τώρα είχαν φτάσει στο «δυνατό και γρήγορο» κομμάτι. Χάρηκε που την είχε προειδοποιήσει. Ο Ράνσομ μετακινήθηκε ελαφρώς και άνοιξε τους μηρούς της ακόμα περισσότερο, κρατώντας την ανοιχτή για να εισβάλει. Μπήκε βαθιά, κινούμενος μέσα και έξω από το κορμί της σε φρενήρη ρυθμό. Την πονούσε. Τη συνάρπαζε. Την έφερε στο χείλος… από κάτι άγνωστο. Αισθανόταν σαν να μην ήταν ξαπλωμένοι σ’ ένα στρώμα παραγεμισμένο με μαλλί, αλλά σε μια τανυσμένη εύθραυστη επιφάνεια. Ένα λεπτό στρώμα πάγου πάνω από έναν σκοτεινό, απύθμενο πόθο. Καθεμιά από τις άγριες διεισδύσεις του προξενούσε και από μια ρωγμή. Το άγνωστο που βρισκόταν από κάτω τη συνάρπαζε και την τρόμαζε συνάμα. Ήθελε να αφεθεί, να πέσει… αλλά φοβόταν υπερβολικά να ενδώσει. Εκείνος ήξερε τι χρειαζόταν. Άπλωσε το χέρι ανάμεσά τους και πίεσε τον αντίχειρά του στο μαργαριτάρι της, κάνοντας μικρές κυκλικές κινήσεις. Η έντασή της διαλύθηκε σε μια απόλαυση με μυριάδες όψεις και γραπώθηκε από τον λαιμό του, ενόσω ο κόσμος της επικεντρώθηκε στο βαρύ, σκληρό πέος του, που μπαινόβγαινε μέσα της. Ο οργασμός της φάνταζε να μην έχει βάρος, έλεος, τέλος. Λες και βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση από σύννεφα ευδαιμονίας. Από πάνω της εκείνος ξεφώνισε μια βλαστήμια. Ύστερα βόγκηξε. Μετά βλαστήμησε ξανά. Από το πουθενά, της ήρθε να γελάσει. Ο Ράνσομ είχε δίκιο. Όντως δεν έβρισκε λόγια να εκφραστεί. Όταν διαπίστωσε ότι τον είχε φτάσει σ’ αυτό το σημείο, ένιωσε όμορφα. Έπειτα από έναν ξέφρενο καταιγισμό διεισδύσεων, σωριάστηκε πάνω της. Βαρύς, ξέπνοος, ιδρωμένος, ριγώντας σύγκορμος. Τελικά, της άφησε τα χέρια. Οι παλάμες του τύλιξαν τη μέση της και την έσφιξαν. Ακούμπησε το κεφάλι του στα στήθη της. Άπλωσε επιφυλακτικά την παλάμη της στη γλιστερή επιφάνεια της πλάτης του. Με το άλλο χέρι άγγιξε τα μαλλιά του. Ο Ράνσομ τσιτώθηκε για μια στιγμή. Το ίδιο και η Ίζι. Και ύστερα εκείνος άφησε μια τόσο βαριά ανάσα, που η ίδια θα πίστευε πως έβγαζε από τα πνευμόνια του τον αέρα που είχε παγιδευτεί επί μήνες. Ίσως χρόνια. Απαλλάχτηκε από τα πάντα· την αλαζονεία, την περηφάνια, τον θυμό, τον φόβο, τον πόθο. Ώσπου απλώς βρέθηκε ξαπλωμένος μέσα στα χέρια της. Του χάιδεψε τα μαλλιά, περνώντας τα δάχτυλά της από τις απαλές, βαριές μπούκλες. Η καρδιά της πλημμύρισε από μια αβάσταχτη γλυκύτητα. Δεν είχε


σημασία τι θα συνέβαινε την επόμενη μέρα. Τούτη η γλυκύτητα άξιζε τα πάντα. «Ράνσομ…» ψιθύρισε. «Σε ερωτεύτηκα λιγάκι. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Δεν περιμένω να μου ανταποδώσεις το συναίσθημα και ξέρω πως αυτό δεν μπορεί να κρατήσει. Αλλά περίμενα τόσο καιρό να νοιαστώ για κάποιον, ώστε… δεν μπορώ να κάνω αλλιώς». Περίμενε –με την καρδιά της να βροντοχτυπάει στο στήθος της– την αντίδρασή του. Κι όταν ήρθε τελικά, ήταν η εξής: Ένα ανεπαίσθητο, υπόκωφο ροχαλητό.


Κεφάλαιο 19 Το επόμενο πρωί, ο Ράνσομ ξύπνησε από αλλόκοτα πράγματα. Το φως του ήλιου, που έπεφτε ζεστό στο πρόσωπό του. Ένα απαλό αεράκι, που μοσχομύριζε άνθη. Το τιτίβισμα ωδικών πτηνών. Το γαργαλητό από μια τούφα μαλλιά στον λαιμό του. «Ράνσομ. Ράνσομ». Κάποιος κουνούσε το άτονο, βαρύ μπράτσο του. Η Ίζι. Άνοιξε τα μάτια του. Είδε ένα φωτοστέφανο από μπούκλες να πλαισιώνει το χλωμό πρόσωπό της. Εκείνα τα σκουρόχρωμα φρύδια. Τα κόκκινα χείλη της. «Ράνσομ, ξύπνα», του είπε κουνώντας τον πάλι. «Τι έπαθες; Μήπως είσαι νεκρός;» «Όχι». Η φωνή του ήταν βραχνή. «Δεν είμαι νεκρός». Η συγκίνηση έκανε τις άκρες των ματιών του να τσούζουν, σαν από οξύ. Το είπε πάλι, αργά. Με ευγνωμοσύνη. «Δεν είμαι νεκρός». Ήταν ολοζώντανος. Ξύπνιος, με συναισθήματα που δεν είχε νιώσει ξανά. Η καρδιά του ήταν σαν ένα διαφορετικό όργανο, που διοχέτευε μια αφρώδη σαμπανιζέ χαρά στις φλέβες του. Ένιωθε έτοιμος να ορμήσει προς το παράθυρο και να αρχίσει να τραγουδάει. Είχε να πάει με γυναίκα από τότε που… Ε λοιπόν, πριν από καιρό. Τους πρώτους μήνες αφότου τραυματίστηκε, πονούσε υπερβολικά για να το σκεφτεί. Και αργότερα… αργότερα φοβήθηκε πως θα αισθανόταν σαν να έμπαινε σ’ ένα άγνωστο δωμάτιο. Θα ψηλάφιζε αδέξια τριγύρω, θα βλαστημούσε. Θα έκανε ανόητα λάθη, προσπαθώντας να αντιληφθεί τη διάταξη του χώρου. Κι αν δεν ήταν καλή η εμπειρία; Αν δεν ήταν καλός ο ίδιος; Αλλά δεν ήταν άσχημα. Ήταν ωραία. Ήταν υπέροχα και για τους δύο. Στο μυαλό του έκαναν την εμφάνισή τους αποσπασματικές αναμνήσεις. Η γλιστερή θέρμη της γύρω από τα δάχτυλά του, που τον έκανε να θέλει σαν τρελός να μπει μέσα της. Το σφιχτό, πρόθυμο καλωσόρισμα που συνάντησε όταν ενώθηκαν τα κορμιά τους. Τη γλυκύτητα με την οποία τον άγγιξε στο τέλος. Ίζι, Ίζι.


«Ωραία», αποκρίθηκε εκείνη. «Τώρα ντύσου γρήγορα». «Τι;» έκανε ανοιγοκλείνοντας τα μάτια την ώρα που ανακαθόταν στο κρεβάτι. Εκείνη πηγαινοερχόταν βιαστικά στο δωμάτιο καθώς πλενόταν και ντυνόταν. Την παρακολουθούσε σαν να ήταν εξωτική χορεύτρια. Το νερό πιτσίλιζε κι έσταζε καθώς περνούσε με ένα σφουγγάρι το κορμί της. Την παρακολουθούσε καθηλωμένος ενώ η λευκή καμιζόλα της γλιστρούσε πάνω από το μελαχρινό κεφάλι και ύστερα από τη αχνά ροδαλή στήλη του κορμιού της. Έλυσε τα μαλλιά της, κι αυτά ξεχύθηκαν σαν μαύρος καταρράχτης, μεταμορφώνοντας για μία ακόμα φορά τη σιλουέτα της. Το φως και το σκοτάδι εναλλάσσονταν. Δεν υπήρχε αμφιβολία στο μυαλό του πως τούτο ήταν το πιο γοητευτικό πλάσμα που είχε δει ποτέ του. Η πεμπτουσία του αισθησιασμού. Κινήθηκε ως την άκρη του κρεβατιού, πιάνοντάς την από τη μέση και τραβώντας την κοντά του. Πίεσε το μέτωπό του στην κοιλιά της. «Ίζι…» Εκείνη τραβήχτηκε. «Δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό. Όχι τώρα. Δεν ξέρω πού πήγε ο Ντάνκαν, αλλά σίγουρα θα εμφανιστεί σύντομα. Δεν γίνεται να μας βρει έτσι». Ο Ράνσομ έτριψε το πρόσωπό του πάνω της. «Πίστεψέ με, ο Ντάνκαν έχει δει πολύ χειρότερα. Κι έχει τη σύνεση να μη ζητάει εξηγήσεις». «Υποθέτω πως το συγκεκριμένο πρωί είναι κάτι το συνηθισμένο για σας τους δύο. Αλλά για μένα είναι κάτι ασυνήθιστο». Ένα τυλιγμένο κομμάτι ύφασμα τον πέτυχε στο στήθος. «Τα ρούχα σου». Με τα σχέδια του να έχουν ανατραπεί, ξέμπλεξε το κουβάρι των ρούχων. Ούτε και για κείνον ήταν «ένα συνηθισμένο πρωί». Πέρασε το πουκάμισο βιαστικά πάνω από το κεφάλι του και τα χέρια από τα μανίκια. Στη συνέχεια σηκώθηκε από το κρεβάτι, τραβώντας το παντελόνι έως τη μέση και κουμπώνοντάς το. Κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα, όπου εκείνη μάζευε βιαστικά με φουρκέτες τα μαλλιά της. Της έδωσε ένα φιλί στον γυμνό λαιμό της. «Ίζι, η χτεσινή νύχτα ήταν…» «Το ξέρω». «Αλήθεια;» είπε πιάνοντας μια λυτή μπούκλα. «Δεν νομίζω πως ξέρεις». Εκείνη συγκατένευσε και στράφηκε να τον κοιτάξει. «Δεν πειράζει. Δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς, Ράνσομ. Καταλαβαίνω. Η χτεσινή νύχτα ήταν υπέροχη, αλλά…» Αλλά; Ο Ράνσομ δεν μπορούσε να πιστέψει πως άκουγε αυτή τη λέξη. Η χτεσινή νύχτα ήταν υπέροχη. Αλλά;


Σ’ αυτή την πρόταση δεν ταίριαζε κανένα «αλλά». Μονάχα «και». Η χτεσινή νύχτα ήταν υπέροχη και γεμάτη πάθος και τρυφερότητα και εξαιρετικά ερωτική και… «Αλλά ήταν ένα όνειρο», συνέχισε εκείνη κοφτά. «Σήμερα το πρωί βλέπω και σκέφτομαι καθαρά. Δεν χρειάζεται να ανησυχείς. Δεν έχω τίποτε ανόητες προσδοκίες από σένα». Για όνομα του Θεού! Είχε μείνει άναυδος. Αυτές τις λέξεις θα χαιρόταν πολύ να τις άκουγε οποιοδήποτε χορτάτο από έρωτα παλικάρι. Θα χαιρόταν πολύ να τις άκουγε και ο Ράνσομ από οποιαδήποτε άλλη γυναίκα, σε οποιαδήποτε προηγούμενη περίσταση. Τώρα, όμως, που τις άκουγε από κείνη αυτό το πρωί… ήταν σαν γροθιά στο στομάχι. «Σήμερα το πρωί θα αρχίσουμε πάλι δουλειά», του είπε. «Μπορώ να φερθώ πολύ επαγγελματικά. Σου υπόσχομαι ότι θα είναι σαν να μη συνέβη τίποτα μεταξύ μας». Ξεγλίστρησε από τα χέρια του και κατέβηκε βιαστικά τις σκάλες. Την άφησε. Δεν είχε προσδοκίες από κείνον. Σοβαρά τώρα; Καμία προσδοκία; Αλήθεια πίστευε πως θα έκανε έρωτα μαζί της ένα βράδυ και θα ήθελε να συνεχίσουν την επόμενη μέρα θαρρείς και δεν συνέβη τίποτα; Όπως και να ’χε, ήταν φυσικό να το πιστεύει. Και γιατί όχι; Πέρασε τις προηγούμενες εβδομάδες διαβάζοντας επαρκείς αποδείξεις αυτής ακριβώς της συμπεριφοράς. Γνώριζε πλέον καλά το παρελθόν του, την ιδιοσυγκρασία του, όλες τις επιβλαβείς συνήθειες και τα ελαττώματά του. Κι αυτός δεν έκανε τίποτα πέρα από το να επιβεβαιώνει αυτή την εντύπωση, επιδεικνύοντας την άξεστη συμπεριφορά του και ενίοτε χουφτώνοντάς την. Και σε όλα αυτά δεν είχε παρά να προσθέσει πως ήταν ένα σημαδεμένο τυφλό ρεμάλι. Ύστερα, την προηγούμενη νύχτα, της πήρε την παρθενιά – χωρίς καν να αναφέρει γάμο ή να υποσχεθεί κάτι περισσότερο πέρα από την ηδονή μίας βραδιάς. Ασφαλώς και δεν είχε απαιτήσεις από αυτόν. Κι εκείνος υπέθεσε πως αυτό σήμαινε ένα πράγμα. Αν ήθελε να έχει έστω και μία ευκαιρία να την κρατήσει, θα έπρεπε να σκαρφιστεί μερικές εκπλήξεις. Εκείνο το πρωί, η Ίζι είχε ανάγκη από την καθησυχαστική φύση των


συνηθισμένων καθηκόντων της. Από το προηγούμενο βράδυ είχαν αλλάξει πολλά στον κόσμο της. Δεν ήταν πλέον παρθένα. Πονούσε λιγάκι ανάμεσα στα πόδια της. Ένιωθε την καρδιά της ευαίσθητη και τρυφερή. Εν ολίγοις, πονούσε ολόκληρη. Τι σήμαινε για κείνον η προηγούμενη νύχτα; Τι σήμαινε για την ίδια; Φοβόταν να θέσει όλα αυτά τα ερωτήματα. Προτιμούσε να μείνει λίγο ακόμα σ’ αυτή την παραζαλισμένη άγνοια. Όλα αυτά τα τανυσμένα και ευαίσθητα σημεία της χρειάζονταν λίγο χρόνο για να επανέλθουν, αυτό ήταν όλο. Και τότε η Ίζι θα έπαιρνε μια βαθιά ανάσα και θα έριχνε μια καλή, αυστηρή ματιά στον εαυτό της. «Ξεκίνησες χωρίς εμένα;» Σήκωσε τα μάτια της και είδε εκείνον. Και ο αέρας έφυγε από τα πνευμόνια της. Η παλάμη της σφίχτηκε γύρω από την πένα. Και το φτερό έσπασε με έναν μικρό κρότο. Και η καρδιά της χτύπησε με έναν μικρό βρόντο. Κανένας άντρας δεν θα έπρεπε να είναι τόσο όμορφος. Δεν ήταν δίκαιο. Μπήκε στη μεγάλη αίθουσα φορώντας καθαρό πουκάμισο, ανοιχτό στον λαιμό, και γκρίζο παντελόνι. Τα μαλλιά του ήταν ακόμα βρεγμένα στους κροτάφους, αλλά το ηλιόφως τόνιζε τις ξανθές μπούκλες του, προκαλώντας την. Η Ίζι πάσχισε να τραβήξει το βλέμμα της μακριά, προσπαθώντας να συγκεντρωθεί στη δουλειά που είχε μπροστά της. Ήταν λες και προσπαθούσε να εργαστεί με έναν μικρό λαμπερό ήλιο στο δωμάτιο. Όσο κι αν προσπαθούσε να μην τον κοιτάξει κατάματα, δεν μπορούσε να αποφύγει την ένταση και τη θέρμη του. Και, πολύ περισσότερο, τις αναμνήσεις της προηγούμενης νύχτας. Ανάμεσα στα στήθη της σχηματίστηκαν στάλες ιδρώτα. «Σήμερα το πρωί», είπε ξεροβήχοντας, «πρέπει να πέσουμε με τα μούτρα στη δουλειά. Θα πάψουμε να κοιτάζουμε κάθε επιστολή και να την ταξινομούμε σε σωρούς. Έχω διαβάσει αρκετές μέχρι τώρα, ώστε να ξεχωρίζω τι είναι Σημαντικό και τι Ασήμαντο με μια ματιά. Πρέπει να αρχίσουμε να προχωράμε πιο γρήγορα με αυτόν τον σωρό». «Προς τι τόση βιασύνη;» Δεν κάθισε στη συνηθισμένη θέση του στον καναπέ. Αντίθετα, πήγε και στάθηκε πάνω από τον ώμο της. «Μέχρι τώρα καθυστερούσες επίτηδες. Περισσότερες μέρες δουλειάς σήμαιναν για σένα περισσότερα χρήματα». Ναι, αλλά αυτό ήταν πριν. Προτού συνειδητοποιήσει πως κάτι δεν πήγαινε καλά σ’ αυτά τα χαρτιά και προτού ενδιαφερθεί αρκετά για κείνον ώστε να θέλει να μάθει τι ήταν αυτό.


Κάτι συνέβαινε. «Πρέπει να βρούμε όλους τους φακέλους που σου έστειλαν οι δικηγόροι σου», του είπε και του έδωσε έναν φάκελο, φέρνοντας τον αντίχειρά του πάνω στην κέρινη σφραγίδα με την οποία ήταν σφραγισμένος. «Χρησιμοποιούν πάντα την ίδια σφραγίδα. Μπορείς να την καταλάβεις από την αφή». Εκείνος βρέθηκε πίσω της ακριβώς και ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της, κάνοντας μασάζ στους τεντωμένους μυς της. «Χαλάρωσε…» μουρμούρισε. «Δεν χρειάζεται να το κάνουμε τώρα αυτό». «Κι όμως. Υπάρχει μεγάλη ανάγκη να το κάνουμε. Έχω αρχίσει να ανησυχώ σοβαρά». «Μην ανησυχείς». Τη φίλησε ακριβώς κάτω από το αφτί. «Ίζι, δεν θέλω να ανησυχείς για τίποτα». Ένιωσε ξανά τα γόνατά της να τρέμουν. Άπλωσε την παλάμη της στο τραπέζι και απόθεσε εκεί το βάρος της για να πάρει δύναμη. «Εδώ είναι ένα γράμμα από τους δικηγόρους. Πρέπει να καθίσω να το διαβάσω». Πήγε να καθίσει στη συνηθισμένη θέση της. Εκείνος γλίστρησε το χέρι του στη μέση της και κλότσησε μακριά την καρέκλα. «Όχι ακόμα. «Μπορώ να διαβάσω και όρθια, ξέρεις». «Μπορείς να κάνεις πολλά πράγματα όρθια», της αποκρίθηκε, δίνοντάς της μια σειρά φιλιά στον αυχένα. Τα χέρια του χάιδευαν τους γοφούς της. Εκείνη έβγαλε ένα νευρικό γελάκι. «Δεν μπορώ να σε καταλάβω σήμερα το πρωί. Πού είναι ο κακότροπος άνθρωπος που υποδέχεται την αυγή με μια βρισιά; Δεν θα πεις “Για όνομα του Θεού, Γκουντνάιτ”; Πού είναι όλες εκείνες οι γλυκύτατες βλαστήμιες που θυμίζουν λιμενεργάτη;» Ο δούκας τράβηξε μια μπούκλα από τα μαλλιά της. «Χταπόδι». «Ε λοιπόν, αυτό ακούστηκε τελείως λάθος. Το είπες πολύ τρυφερά». Ο τόνος της έβγαινε αυστηρός, αλλά ενδόμυχα ήταν τρισευτυχισμένη. Κατά τα φαινόμενα, ό,τι κι αν ήταν αυτό που συνέβη μεταξύ τους, εκείνος ήθελε να διαρκέσει περισσότερο από μία νύχτα. Έσπασε τη σφραγίδα του φακέλου και άρχισε την ανάγνωση. «Αυτό γράφτηκε πριν από τρεις μήνες. Αρχίζει με τα λόγια: “Σε τούτη την επιστολή, σας παρακαλώ, Εξοχότατε…”» «Πώς το είπες αυτό;» μουρμούρισε εκείνος. «Για επανάλαβέ το. Τις τελευταίες τρεις λέξεις». Τις τελευταίες τρεις λέξεις; Η Ίζι κοίταξε το χαρτί. «Σας παρακαλώ, Εξο…» Τι ξεδιάντροπος απατεώνας! Τελικά ενέδωσε. «Σας παρακαλώ, Εξοχότατε».


«Με μεγάλη μου ευχαρίστηση». Το χέρι του γλίστρησε για να χουφτώσει το στήθος της. Το άλλο άρχισε να ψαχουλεύει κάτω από τη φούστα της. «Ράνσομ!» τον αποπήρε. «Από στιγμή σε στιγμή μπορεί να έρθει κάποιος». «Ναι. Μπορεί. Αυτό είναι που το κάνει τόσο συναρπαστικό». Η Ίζι δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Ήταν όντως συναρπαστικό. Οι ρώγες της είχαν σκληρύνει και τον λαχταρούσε ήδη ανάμεσα στα πόδια της. «Ναι, αλλά δεν είναι δυνατόν να περιμένεις να το κάνουμε…» είπε και ξεροκατάπιε. «Αλήθεια; Εδώ;» «Ω, περιμένω να το κάνουμε παντού. Σκοπεύω να σε χαρώ σε κάθε δωμάτιο αυτού του κάστρου. Και γιατί να αρκεστούμε σ’ αυτό το μέρος; Στον προμαχώνα, κάτω από τα αστέρια. Στο πάρκο, επάνω σε μια κουβέρτα απλωμένη ανάμεσα στα γρασίδια, που κυματίζουν στον άνεμο». Ανέβασε τη φούστα στη μέση της. «Αλλά θα ξεκινήσουμε εδώ και τώρα. Ονειρευόμουν να σε πάρω σ’ αυτό το τραπέζι εδώ και εβδομάδες». Οι αράδες άρχισαν να θολώνουν στο χαρτί. Το χέρι της γλίστρησε, και τα χαρτιά έπεσαν στο πάτωμα. Δεν υπήρχε πια τίποτα Σημαντικό. Τίποτα πέρα από το τολμηρό χάδι του, που ανηφόριζε στον γοφό της. «Γεια σας! Είναι κανείς εδώ;» Μια άγνωστη φωνή ακούστηκε από το προαύλιο. Από την τρομάρα της, της έφυγε μια δεσμίδα χαρτιά στο πάτωμα. «Ω Θεέ μου…» ψέλλισε. «Ποιος ήταν αυτός;» «Είναι κανείς εδώ;» ακούστηκε ακόμα μία φορά η φωνή. «Μ’ ακούτε;» «Δεκάρα δεν δίνω ποιος είναι. Να πάει στα τσακίδια». Ο Ράνσομ γύρισε προς το παράθυρο και φώναξε: «Για όνομα του Θεού, άνθρωπέ μου! Έχω την πολυαγαπημένη παιδούλα της Αγγλίας σκυμμένη πάνω από το γραφείο και βογκάει για χάρη μου. Φύγε κι έλα πάλι αύριο!». Τρομοκρατημένη, η Ίζι τον έσπρωξε μακριά. «Ράνσομ!» Βγήκε βιαστικά. Ευτυχώς, ο επισκέπτης τής ήταν άγνωστος. Ένας αγγελιοφόρος με ένα επείγον γράμμα. Η Ίζι πλήρωσε τα ταχυδρομικά και του έδωσε ένα επιπλέον κέρμα για τον κόπο του, ζητώντας συγγνώμη για το ανάρμοστο χιούμορ. Όταν μπήκε μέσα, απέρριψε τις απόπειρές του να συνεχίσουν την ειδυλλιακή στιγμή, ακουμπώντας το χέρι στο στήθος του. «Ράνσομ, μην αστειεύεσαι καν γι’ αυτό. Το εννοώ. Τι θα συνέβαινε αν ερχόταν ο Ντάνκαν ή η Αμπιγκέιλ; Ή, ακόμα χειρότερα, αν αυτός ήταν κάποιος Μοράγγλιος;» «Και τι έγινε;» τη ρώτησε. «Γιατί σε ενδιαφέρει τι σκέφτονται αυτοί οι


άνθρωποι; Γιατί φοβάσαι τόσο μη μάθουν ότι έπαψες πια να είσαι ένα αθώο κορίτσι;» «Επειδή επιβίωσα όντας ένα αθώο κορίτσι». Ήταν αδύνατο να καταλάβει. Ήταν ένας εύπορος, προνομιούχος δούκας από τα γεννοφάσκια του. Δεν ήξερε τι σημαίνει να πεινάς και να τρέμεις από το κρύο, μόνος, στο σκοτάδι. «Θυμάσαι πως, όταν ήρθα εδώ, ήρθα με ελάχιστα πράγματα», του είπε. «Αν καταφέρεις να μου πάρεις το κάστρο, θα μείνω πάλι με άδεια χέρια. Αλλά οι θαυμαστές του πατέρα μου με στηρίζουν με τον δικό τους… μοναδικό, αλλά καλοπροαίρετο τρόπο. Μπορεί να μην έχω χρήματα, αλλά τουλάχιστον έχω τη στήριξη χιλιάδων ανθρώπων». Εκείνος έκανε μια γκριμάτσα. «Έχεις μια νυφίτσα. Και ζα- χαρωτά». «Είναι καλύτερο από το τίποτα», του αντιγύρισε κι έσπασε τη σφραγίδα της επιστολής. «Ναι, ίσως αναγκάζομαι κάποιες μέρες να συντηρούμαι με ζαχαρωτά. Ναι, ίσως η σκεπή πάνω από το κεφάλι μου ανήκει στον τρίτο οικοδεσπότη μου, αφού θα έχω αλλάξει τρία σπίτια μέσα σε τρεις εβδομάδες. Αλλά θα έχω πάντα φαγητό. Θα έχω πάντα ένα κρεβάτι. Αρκεί να είμαι το κορίτσι που θέλουν εκείνοι να είμαι». «Αρκεί να είσαι η μικρή Ίζι Γκουντνάιτ… Όχι η Ίζι Γκουντνάιτ, μια ερωμένηπέτρα του σκανδάλου. Η δεσποινίς Ίζι που-είναι-κάτι-το-εντελώς-διαφορετικό». «Ακριβώς. Επομένως, σε παρακαλώ, Ράνσομ, μη μου το χαλάς. Μη καταστρέψεις εμένα με τα απερίσκεπτα αστεία σου. Όχι, εκτός κι αν σκοπεύεις να μου υποσχεθείς ότι δεν θα περάσω άλλη νύχτα στη ζωή μου ξεπαγιασμένη, πεινασμένη, μόνη, δίχως αγάπη». Για μια στιγμή, εκείνος σώπασε. «Η αγάπη είναι κάτι που δεν ξέρω πώς να το προσφέρω. Δεν έχω τη στήριξη χιλιάδων ανθρώπων. Διάβασες τα γράμματά μου. Δεν έχω τη στήριξη κανενός. Και δεν περάσαμε όλοι την παιδική μας ηλικία σε έναστρα υπνοδωμάτια σκεπασμένοι με παπλώματα, φιλιά και παραμύθια κάθε βράδυ». Η καρδιά της σφίχτηκε στο στήθος της. «Εσύ πώς έπεφτες για ύπνο το βράδυ;» «Πλούσιος». Η σιωπή τής προκάλεσε αμηχανία, κι έτσι έστρεψε το βλέμμα της στο γράμμα για αντιπερισπασμό. «Ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως είμαι ο ήρωας κάποιου ρομαντικού μυθιστορήματος. Είμαι σημαδεμένος, τυφλός και καταφρονεμένος από τον κόσμο. Αλλά κανένας δεν μπορεί να πει πως δεν είμαι ικανός να σε συντηρήσω. Είμαι ακόμα δούκας».


«Περίμενε», του είπε κοιτάζοντας μουδιασμένα το χαρτί, διαβάζοντας εξεταστικά το περιεχόμενό του. «Σύμφωνα με αυτό το γράμμα, μπορεί να μην είσαι για πολύ». «Πώς;» «Αυτό το επείγον γράμμα, που έφτασε μόλις από τους δικηγόρους σου, λέει πως έχει κανονιστεί να υποβληθείς σε εξέταση προκειμένου να αξιολογηθεί η ψυχική σου κατάσταση. Αμφισβητούν την πνευματική σου υγεία και την ικανότητά σου να συνεχίσεις να ενεργείς ως Δούκας του Ρόθμπουρι». Χαμήλωσε το χαρτί. «Σκοπεύουν να έρθουν εδώ. Την επόμενη εβδομάδα».


Κεφάλαιο 20 Το υπόλοιπο πρωί, αν τους διέκοπτε κάποιος επισκέπτης, δεν θα έβλεπε τίποτα σκανδαλώδες. Μόνο μια αγχωμένη γραμματέα και τον εκνευρισμένο εργοδότη της, θαμμένους και τους δύο έως το στέρνο στα έγγραφα. Άνοιξαν, διάβασαν και ταξινόμησαν τα πάντα. Τα πάντα. Τα μάτια της Ίζι κόντευαν να αλληθωρίσουν. «Επιτέλους, το βρήκαμε», είπε και διάβασε δυνατά το χαρτί. «Εξοχότατε, σας ενημερώνω πως η συναλλαγή ολοκληρώθηκε. Το Κάστρο Γκόστλεϊ πουλήθηκε μετά από αίτημά σας». Χαμήλωσε το γράμμα. «Αυτό το έστειλαν πριν από τρεις μήνες. Που σημαίνει πως πούλησαν το κάστρο στον Λάινφορθ». «Μα ποτέ δεν τους ζήτησα κάτι τέτοιο. Ούτε τους ζήτησα να επενδύσουν σε φυτείες σιναπιού ή να αγοράσουν ένα αραβικό θηριοτροφείο». Ο Ράνσομ παραμέρισε μια στοίβα χαρτιά. «Έτσι εξηγούνται τα παράλογα έξοδα και οι αγορές. Προσπαθούν να με κάνουν να φανώ ανισόρροπος. Μου έχουν στήσει παγίδα». «Σου έστησαν παγίδα;» επανέλαβε η Ίζι. «Οι δικηγόροι; Γιατί να κάνουν κάτι τέτοιο;» «Το πιο πιθανό είναι να ενεργούν συντονισμένα με τον κληρονόμο μου. Δεν είσαι η μόνη που έχει έναν άπληστο ξάδελφο. Ο δικός μου δεν θα τολμούσε να με πετάξει στη λίμνη ή να με κλειδώσει στο κελάρι, αλλά θα μου άρπαζε τον τίτλο και θα αναλάμβανε πρόθυμα την περιουσία μου αν είχε την ευκαιρία». Η Ίζι έψαξε στον σωρό με τα σημειώματα. «Αυτό δεν περιλαμβάνεται στο πεδίο των γνώσεών μου. Χρειάζεσαι βοήθεια. Ίσως έναν καινούριο δικηγόρο». Εκείνος απέρριψε την ιδέα λέγοντας: «Δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν». «Το ξέρω, κι αυτό είναι πρόβλημα. Πρέπει να ξεκινήσεις να εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους, Ράνσομ. Άρχισε αφήνοντάς τους να σε μάθουν. Όχι μόνο τις ικανότητές σου, αλλά και τις αδυναμίες σου». Ο Ράνσομ πηγαινοερχόταν στο πέτρινο δάπεδο. «Να τους αφήσω να γνωρίσουν τον πραγματικό εαυτό μου. Να μάθουν όλες τις αδυναμίες μου. Ναι, θα το βάλω στα σχέδιά μου. Θα το κάνω μόλις ανακοινώσεις ότι η Ίζι Γκουντνάιτ δεν είναι πια μικρό κορίτσι, αλλά μια γυναίκα είκοσι έξι ετών που της αρέσει να της τσιμπούν τις ρώγες».


Η Ίζι υπέθεσε ότι το επιχείρημά του ήταν σωστό. Και οι δύο έκρυβαν κομμάτια του εαυτού τους. Αλλά οι συνέπειες δεν ήταν οι ίδιες. Χτύπησε στο τραπέζι μια στοίβα χαρτιών για να τα ισιώσει. «Απλώς λέω ότι τα πράγματα έφτασαν σ’ αυτό το σημείο επειδή ντρεπόσουν να…» «Ντρεπόμουν;» «Ναι. Ντρεπόσουν». Η Ίζι είχε βαρεθεί τις υπεκφυγές. Εκείνος ήταν που επέμενε να μην τον ταχταρίζουν. «Είσαι δούκας, και η μέλλουσα γυναίκα σου το έσκασε με έναν παρακατιανό αγρότη. Ύστερα ο αγρότης σε κέρδισε σε μονομαχία, αφήνοντάς σε τυφλό. Αυτό πρέπει να ήταν ταπεινωτικό». «Ο αγρότης δεν με κέρδισε πουθενά, διάβολε!» της αντιγύρισε και στάθηκε δίπλα στα παράθυρα. «Ξέρεις ποιο πράγμα είναι πιο επικίνδυνο από το να ξιφομαχείς με έναν ειδήμονα στην ξιφασκία;» «Ποιο είναι;» τον ρώτησε. «Να ξιφομαχείς με έναν ερωτοχτυπημένο ηλίθιο, που δεν έχει την παραμικρή ιδέα τι κάνει. Είναι σαν να υπερασπίζεσαι ταυτόχρονα και τις δύο πλευρές. Δεν είχε κρατήσει ποτέ ξίφος στο χέρι του. Έπρεπε να καταβάλω τρομερή προσπάθεια για να μην τον διαπεράσω πέρα για πέρα». Τι ήθελε να πει; Ότι προκάλεσε τον τραυματισμό του προσπαθώντας να μην κερδίσει; Σηκώθηκε από το τραπέζι και τον πλησίασε. «Ράνσομ…» «Δεν μπορούσα να τον σκοτώσω. Ποιο το όφελος για οποιονδήποτε; Τους κυνήγησα επειδή φοβόμουν ότι το κορίτσι δεν έφυγε με τη θέλησή του. Εκείνη τη στιγμή είχα αντιληφθεί το λάθος μου». Η Ίζι τον συμπόνεσε. Μετάνιωνε πλέον που του είπε ότι ντρεπόταν. Δεν θα έπρεπε να νιώθει ντροπή για τις πράξεις του. Είχε ρισκάρει τα πάντα για να προστατέψει εκείνο το κορίτσι. Θα έπρεπε να φέρει την ουλή του ως έμβλημα περηφάνιας. «Ήταν καλό αυτό που έκανες», του δήλωσε κατηγορηματικά. Όχι για να τον κατευνάσει, αλλά σαν να του ανέφερε ένα γεγονός που δεν θα του επέτρεπε να το διαψεύσει. «Πρέπει να τη νοιαζόσουν». «Σκόπευα να την παντρευτώ», της αποκρίθηκε. «Ασφαλώς και τη νοιαζόμουν. Όσο μπορεί να νοιαστεί κάποιον ένας άντρας σαν και μένα. Όχι, δεν ζούσαμε κάποιο μεγαλειώδες πάθος, δεν ήταν σαν να βρήκα το άλλο μου μισό, αλλά πίστευα πως ήταν… πρακτική. Ενδιαφερόταν να γίνει δούκισσα, να ξοδεύει τα λεφτά μου, και, ως αντάλλαγμα, πίστευα πως θα ήταν αρκετά υπομονετική ώστε ν’ ανεχτεί τα ελαττώματά μου». Έσφιξε το χέρι του. «Τελικά φαίνεται πως έκανα λάθος».


Όταν σκέφτηκε το γράμμα της λαίδης Έμιλι, η Ίζι ένιωσε μια σουβλιά ενοχής. «Ήταν πολύ νέα. Ίσως ήταν απλώς εύπιστη και τρομαγμένη». «Όχι, όχι. Νομίζω πως συνέβη το αντίθετο. Ήταν πιο διορατική απ’ ό,τι πίστευα». Στράφηκε προς τον σωρό με τα γράμματα. «Όταν θα χάσω πλήρως τον έλεγχο της περιουσίας μου, θα χαρεί με το γεγονός ότι τη σκαπούλαρε παρά τρίχα από μένα». Αν χάσεις πλήρως τον έλεγχο της περιουσίας σου, εγώ τι θα απογίνω; Η Ίζι τα έβαλε με τον εαυτό της γι’ αυτή τη σκέψη, αλλά είχε αρχίσει να την κυριεύει τρόμος. Απ’ ό,τι φαινόταν, τελικά το κάστρο ήταν νόμιμα δικό της. Αλλά δεν θα κατάφερνε ποτέ να κρατήσει αυτό το μέρος –ή να βρει άλλο σπίτι– χωρίς τους μισθούς που της έταξε. «Για όνομα του Θεού!» Η Αμπιγκέιλ και ο Ντάνκαν μπήκαν στο δωμάτιο κοιτάζοντας εξεταστικά τα σκόρπια χαρτιά. «Τι συνέβη εδώ μέσα;» Ο Ράνσομ σηκώθηκε όρθιος. «Προδοσία. Αυτό συνέβη εδώ μέσα». «Βρέθηκε κι άλλο πτώμα πίσω από τον τοίχο;» «Όχι». Η Ίζι σήκωσε το επείγον γράμμα. «Την επόμενη εβδομάδα περιμένουμε σημαντικούς επισκέπτες. Απ’ ό,τι φαίνεται, ο εξοχότατος θα υποβληθεί σε αξιολόγηση για την πνευματική του κατάσταση». «Θα τον εξετάσουν για να δουν αν είναι τρελός; Ο δούκας δεν είναι τρελός». Η Αμπιγκέιλ στράφηκε προς την Ίζι και ψιθύρισε: «Δεν είναι τρελός… Σωστά;». Αχ, αυτή η Αμπιγκέιλ! Η Ίζι ύψωσε τα φρύδια και κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Η κόρη του εφημέριου συνέχισε να μουρμουρίζει, όχι και τόσο διακριτικά. «Επειδή χτες το βράδυ συμπεριφερόταν κάπως παράξενα». Ο Ράνσομ ξερόβηξε. «Δεσποινίς Πέλχαμ, στέκομαι μπροστά σου. Δεν είμαι κουφός. Και δεν είμαι τρελός, κάτι που θα αντιληφθούν ολοκάθαρα οι δικηγόροι και οι γιατροί». Αλλά ήταν τυφλός. Αυτή ήταν η πραγματική, σιωπηρή αιτία ανησυχίας, κι όλοι τη σκέφτονταν. Οι τυφλοί κατέληγαν συχνά στο άσυλο, ακόμα κι αν είχαν, κατά τα άλλα, σώας τας φρένας. Αν αναλογιζόταν κανείς τις παραμελημένες επιχειρήσεις του και την παρατεταμένη, δραματική απουσία του από τα εγκόσμια, στη συγκεκριμένη περίσταση ο Ράνσομ θα αντιμετώπιζε δυσκολίες. Αν ήθελαν οι δικηγόροι του να τον βγάλουν από τη μέση, η πραγματικότητα θα αποτελούσε βαρύ πλήγμα εναντίον του. «Θεέ μου…» Έφερε τα χέρια του στο κεφάλι. «Μπορεί να χάσω τα πάντα». «Όχι», αποκρίθηκε η Ίζι. «Δεν θα το αφήσουμε να συμβεί. Επειδή, αν χάσεις


εσύ τα πάντα, το ίδιο θα συμβεί και σε μένα. Και, εδώ που τα λέμε, και στον Ντάνκαν και στην Αμπιγκέιλ». Αν έπαυε ο Ράνσομ να είναι δούκας, ο Ντάνκαν θα έχανε τη δουλειά του. Αν αναγκαζόταν η Ίζι να εγκαταλείψει το κάστρο εξαιτίας της έλλειψης χρημάτων, η Αμπιγκέιλ θα έχανε τη στήριξή της στην ενορία. Απέναντι σε τούτη τη δυσκολία ήταν πλέον μαζί. «Ξέχνα ό,τι σου είπα για την ειλικρίνεια. Αφού σου έλεγαν ψέματα αυτοί οι δικηγόροι, απάντησέ τους κι εσύ με ψέματα. Δεν χρειάζεται να μάθουν πόσο τραυματίστηκες. Όταν ήρθα στο κάστρο, μου πήρε ώρες για να συνειδητοποιήσω πως είσαι τυφλός». «Την περισσότερη ώρα ήσουν αναίσθητη», τόνισε εκείνος. «Όπως και να ’χει, καταλαβαίνεις τι εννοώ. Γνωρίζεις πολύ καλά αυτό το κάστρο ακόμα και στο σκοτάδι και είσαι σε θέση να εστιάσεις το βλέμμα σου – τα μάτια σου δεν είναι απλανή. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να τους ξεγελάσεις σ’ αυτή την εξέταση. Μόλις φύγουν, μπορείς να απολύσεις τον Μπλέιλοκ και τον Ρίτζετ και να βρεις καινούριους δικηγόρους». «Και τι θα γίνει με το κάστρο, δεσποινίς Γκουντνάιτ;» ρώτησε ο Ντάνκαν και κοίταξε ολόγυρά του. «Δεν μοιάζει καθόλου με κατοικία δούκα». «Τότε θα το κάνουμε να μοιάζει», απάντησε η Ίζι ισιώνοντας τους ώμους. «Έχουμε μία εβδομάδα. Το κάστρο –τουλάχιστον τα τμήματά του που είναι επισκέψιμα για το κοινό– πρέπει να είναι αψεγάδιαστο. Δεν πρέπει, όμως, να αλλάξουμε ούτε εκατοστό τη διαρρύθμιση των δωματίων. Ο δούκας θα χρειαστεί γκαρνταρόμπα. Εδώ που τα λέμε, θα χρειαστώ κι εγώ μια δυο καινούριες τουαλέτες». Η Ίζι έσφιξε νευρικά τα δάχτυλά της. «Κι έχουμε ανάγκη από υπηρέτες. Πολλούς υπηρέτες. Για το καθάρισμα, τον κήπο, το σερβίρισμα του τραπεζιού…» «Με μεγάλη χαρά θα αναλάβω το φρεσκάρισμα της γκαρνταρόμπας του δούκα», δήλωσε ο Ντάνκαν. «Ίζι, ξέρεις ότι εγώ θα σε βοηθήσω με τη δική σου. Είμαστε όλοι έτοιμοι για σκληρή δουλειά. Αλλά αυτό το τελευταίο –οι υπηρέτες– θα είναι δύσκολο…» είπε περίλυπη η Αμπιγκέιλ. «Εξαρχής ήταν δύσκολο να πείσω τους ντόπιους να έρθουν να εργαστούν στο κάστρο… με την αιματηρή ιστορία του, τις φήμες για φαντάσματα και την πολύμηνη απομόνωση του δούκα. Αλλά αφότου ανακαλύφθηκαν τα οστά πίσω από τον τοίχο…» πρόσθεσε κουνώντας το κεφάλι. «Με τον καιρό είμαι βέβαιη ότι θα πείσω κάποιους να επιστρέψουν. Αλλά μέσα σε μία εβδομάδα;» «Ακόμα κι αν καταφέρναμε να τους προσλάβουμε», είπε ο Ντάνκαν, «δεν


νομίζω πως θα μπορέσω σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα να εκπαιδεύσω τους χωρικούς ώστε να φτάσουν σ’ ένα αξιοπρεπές επίπεδο. Ύστερα έχουμε και το πρόβλημα με τις στολές και τις λιβρέες τους. Το όλο εγχείρημα μου φαίνεται μάταιο». «Δεν γίνεται να είναι μάταιο», αποκρίθηκε η Ίζι. Η Αμπιγκέιλ χαμογέλασε. «Έχεις δίκιο, Ίζι. Θα τα παρατούσαν έτσι απλά η Κρέσιντα και ο Ούλρικ; Όχι, φυσικά. Με κάποιον τρόπο, θα τα καταφέρουμε. Μην αμφιβάλλεις». Σ’ αυτές τις λέξεις, οι τέσσερις σώπασαν. Γεμάτοι αμφιβολίες. Αλλά δεν μπορούσαν να χάσουν πολύ χρόνο με τις αμφιβολίες. Όχι όταν υπήρχαν τόσα πράγματα που έπρεπε να γίνουν. Τις επόμενες μέρες, οι πάντες στο Κάστρο Γκόστλεϊ είχαν ανασκουμπωθεί για δουλειά. Και περισσότερο απ’ όλους ο Ράνσομ. Έπειτα από μερικές μέρες, η Ίζι τον παρακολουθούσε από την είσοδο να προσπαθεί να γράψει μια γραμμή κειμένου σε μια άδεια σελίδα, μία φορά και μετά ξανά και ξανά. Ύστερα από δέκα επαναλήψεις σήκωσε το χαρτί και το κράτησε μπροστά στο φως, θαρρείς και προσπαθούσε να κρίνει την ευθύτητα της αράδας. Κατά τα φαινόμενα, δεν έμεινε ικανοποιημένος, επειδή ξεστόμισε μια βρισιά, τσαλάκωσε το χαρτί και το πέταξε στο τζάκι. Εκείνη κράτησε την ανάσα της, περιμένοντας να καταστραφεί το πειστήριο. Μόνο όταν πήρε μια καινούρια λευκή κόλα συγκέντρωσε η Ίζι το κουράγιο της για να πλησιάσει. «Είμαι απασχολημένος, Γκουντνάιτ». Ήξερε πολύ καλά τα βήματά της. «Δεν θα μας πάρει πολύ αυτό», τον διαβεβαίωσε. «Ε τότε, ας περιμένει. Πήγαινε καθάρισε τίποτα ιστούς αράχνης από τα δοκάρια ή γυάλισε κάποιον καθρέφτη. Όλο και κάποια οικιακή δουλειά θα χρειάζεται την προσοχή σου». «Υπάρχει μια δουλειά που χρειάζεται τη δική σου προσοχή. Αυτή». Άφησε τον δίσκο στο τραπέζι πλάι του. «Πρέπει να φας». Ο Ράνσομ την αγνόησε. Εκείνη έκοψε ένα αχλάδι σε φέτες και του πρόσφερε μία. «Η όρασή σου είναι καλύτερη αφού έχεις φάει. Και τη χρειάζεσαι, επειδή έχω κάτι σημαντικό να σου δείξω».


«Εντάξει». Άπλωσε το χέρι και την έπιασε από τον καρπό. Στη συνέχεια άρπαξε με τα δόντια του τη φέτα του αχλαδιού από τα δάχτυλά της και την κατάπιε. «Είμαστε εντάξει;» Η Ίζι τού πρόσφερε ακόμα μία φέτα. «Κι άλλο». Εκείνος έφαγε και την άλλη φέτα. Ύστερα την επόμενη, ώσπου έφαγε όλο το αχλάδι. Τέλειωσε γλείφοντας την παλάμη της και ρουφώντας τα ζουμιά από κάθε δάχτυλο με τη σειρά. Η σκανδαλιάρικη γλώσσα του έκανε κύκλους γύρω από τις αρθρώσεις της και σύρθηκε παιχνιδιάρικα στο ευαίσθητο δέρμα ανάμεσα στα δάχτυλά της. Τελικά, το δαχτυλάκι της βγήκε γλιστρώντας από το στόμα του με ένα δυνατό ποπ. «Ωραία λοιπόν», της είπε. «Ποιο είναι αυτό το σημαντικό πράγμα που έχεις να μου δείξεις;» Η Ίζι δυσκολευόταν να θυμηθεί ύστερα από αυτή την εφόρμηση στις αισθήσεις της. Κούνησε το κεφάλι της για να συνέλθει. Α, ναι. «Η νέα σου κρεβατοκάμαρα». Τα χείλη του σχημάτισαν εκείνο το κατεργάρικο μειδίαμα. «Έκτακτα». Εκείνη τον οδήγησε στη σκάλα και διέσχισε μαζί του τον διάδρομο, νιώθοντας λιγάκι σαν κοτόπουλο που καθοδηγούσε την αλεπού στο ίδιο της το κρησφύγετο. «Φτάσαμε…» του είπε νευρικά. «Η δουκική κρεβατοκάμαρα. Εμποδίσαμε τις νυχτερίδες να επιστρέψουν βάζοντας παντζούρια και ύστερα καθαρίσαμε την καμινάδα. Τα παραπετάσματα του κρεβατιού και οι ταπισερί είναι καινούρια. Το ίδιο και οι κουρτίνες». Εκείνος έφτασε με μεγάλες δρασκελιές στο κέντρο της κρεβατοκάμαρας και κούνησε σκεπτικός το κεφάλι. «Μ’ αρέσει αυτό που έκανες σε τούτο το δωμάτιο». Η Ίζι άφησε ένα γελάκι. «Δεν είναι ανάγκη να σκαρφίζεσαι κομπλιμέντα. Δεν ήταν αυτός ο σκοπός μου. Απλώς ήθελα να σου δώσω μια ευκαιρία να αποκτήσεις μια νοερή εικόνα του χώρου προτού… προτού έρθουν οι καινούριοι υπηρέτες». «Δεν το σκαρφίστηκα αυτό το κομπλιμέντο. Μπορώ ν’ ακούσω τη διαφορά». Έκανε ένα ακόμα μετρημένο βήμα. «Όλο το δωμάτιο μαλάκωσε. Η ηχώ αμβλύνθηκε, οι έντονες γωνίες χάθηκαν. Είναι ζεστό και άνετο». Η Ίζι χαμογέλασε, και η νευρικότητά της χάθηκε αμέσως. Δεν είχε ανάγκη να την παινέψει για τη σκληρή δουλειά της, αλλά σήμαινε πολλά για κείνη που το


έκανε. «Και τι γίνεται με το κρεβάτι;» τη ρώτησε. «Είναι… ακόμα εδώ. Ακριβώς εκεί όπου ήταν και πριν». «Δείξε μου». Πήρε το χέρι που της πρόσφερε και τον οδήγησε στην άκρη του πελώριου κρεβατιού με τον ουρανό. «Εδώ. Φυσικά, έχει καινούριο στρώμα. Και ξαναδέσαμε τον σκελετό του με καινούρια σκοινιά». Εκείνος πίεσε το στρώμα. «Χμμμ…» Ύστερα την πήρε στην αγκαλιά του κι έπεσε μαζί της στο κρεβάτι. Η Ίζι τσίριξε καθώς κατέληξαν κουβαριασμένοι στο κέντρο του. «Τι κάνεις;» «Κάτι δοκιμάζω». Τύλιξε τα πόδια του γύρω από τα δικά της και την τσούλησε καθ’ όλο το μήκος του κρεβατιού. Όταν βρέθηκε πάλι στο κέντρο του στρώματος, είπε: «Είχα δίκιο. Είναι αρκετά μεγάλο για έναν δούκα και έξι γυναίκες». «Αν θέλεις έξι γυναίκες, καμία απ’ αυτές δεν θα είμαι εγώ», είπε πασχίζοντας να ξεμπλεχτεί και να ανακαθίσει. Εκείνος την τράβηξε ξανά προς το στρώμα. «Κι αν θέλω μόνο εσένα; Έξι φορές;» «Έξι φορές μέσα σε μία νύχτα; Αδύνατον». «Αυτό μου ακούστηκε σαν πρόκληση». Το χέρι του γλίστρησε για να της χουφτώσει το στήθος. «Την αποδέχομαι». «Ράνσομ…» Τα λόγια της μετατράπηκαν σε αναστεναγμό καθώς διέτρεχε με τη γλώσσα του το δαντελένιο τελείωμα στο κορμάκι της. «Ράνσομ, δεν μπορούμε. Όχι τώρα. Πρέπει να γίνουν έναν σωρό πράγματα». «Έχεις κάνει ήδη πάρα πολλά». Την έκανε να σωπάσει. Σκούντηξε τα πόδια της για να ανοίξουν και να βάλει ανάμεσα το χέρι του. «Εργάστηκες πολύ σκληρά, Ίζι. Αυτό το δωμάτιο είναι η απόδειξη. Απλώς χαλάρωσε για μια στιγμή. Άφησέ με να προσφέρω κάτι ως ανταπόδοση». Την ανησύχησε το γεγονός ότι δεν έδειχνε να δέχεται την παραμικρή πράξη καλοσύνης –ούτε καν ένα αχλάδι κομμένο σε φέτες– δίχως να σκέφτεται πως έπρεπε να της το ξεπληρώσει με κάποιον τρόπο. Αν όχι δίνοντας μισθό, τότε με ευχαρίστηση. Όχι, φυσικά, ότι την ενοχλούσε η ευχαρίστηση. Εδώ και μέρες, η Ίζι μετά βίας κατάφερνε να κοιμηθεί. Το μαλακό, ελαστικό στρώμα που τους περιέβαλλε απαλά ήταν εξαιρετικά δελεαστικό, και το σκληρό, απαιτητικό κορμί του επάνω στο δικό της έδειχνε να ταιριάζει απόλυτα. Της είχε λείψει πάρα πολύ.


Κι όμως… Καθώς τη φιλούσε στο αφτί, εκείνη αναστέναξε και χαμογέλασε. «Γιατί δεν μπορείς να φανείς ποτέ συνεργάσιμος;» Ο Ράνσομ γλίστρησε το χέρι κάτω από τη φούστα της. «Και πού είναι η χαρά σ’ αυτό;» Χαρά. Η λέξη την εξέπληξε. Απ’ όλες τις λέξεις που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει σε τούτη την πρόταση, είπε αυτή. Πού είναι η πλάκα σ’ αυτό; θα μπορούσε να πει. Πού είναι η διασκέδαση σ’ αυτό; Δεν μίλησε ούτε για «πλάκα» ούτε για «διασκέδαση». Είχε μιλήσει για χαρά. Αυτό ήταν που ένιωθε πραγματικά μαζί της; Το ήλπιζε. Δεν μπορούσε να το αρνείται άλλο. Ήθελε να νιώθει εκεί μέσα σαν στο σπίτι του. Εδώ, σε τούτο το κάστρο – κι εδώ, μαζί της. Αν κατάφερναν να βγουν αλώβητοι από αυτή την… εξέταση, τρόπος του λέγειν… εκείνος δεν θα είχε πια ανάγκη να κρύβεται δυστυχισμένος στο Κάστρο Γκόστλεϊ. Αλλά μήπως ήθελε να μείνει; Άγγιξε το πρόσωπό του, διέτρεξε με τα δάχτυλα το μάγουλό του και άπλωσε το χέρι για να του χαϊδέψει τα μαλλιά. Αυτός ο ανυπόφορος, γεμάτος ελαττώματα, πληγωμένος άντρας που την έφερε μέσα στο σπίτι του όταν έβρεχε. Που είχε κατευνάσει το τρέμουλό της στο σκοτάδι. Που την έκανε να αισθανθεί όμορφη και λατρευτή στην αγκαλιά του. Είχε τόσο περισσότερα πράγματα μέσα του, αρκεί να έβρισκε τον τρόπο να του τα βγάλει. Πάθος. Αφοσίωση. Αγάπη. Κάπου βαθιά μέσα του υπήρχε μια ειλικρινής και πιστή καρδιά, που πάσχιζε να βγει κάτω απ’ όλες αυτές τις ουλές και την περηφάνια. Κάτι εντός της το είχε διαπιστώσει από την πρώτη μέρα, όταν τη μετέφερε μέσα κρατώντας τη στα χέρια του. «Ράνσομ…» ψιθύρισε. «Ό,τι κι αν συμβεί, ελπίζω…» «Περίμενε», της είπε σμίγοντας τα φρύδια. «Τι στην ευχή είναι αυτό που ακούω;» Ο Ράνσομ άκουγε ήχους τους οποίους ήλπιζε πως δεν θα άκουγε ποτέ ξανά. Το ποδοβολητό από οπλές αλόγων, το τρίξιμο από τροχούς αμαξών – και την αδιάκοπη κλαγγή από φτηνιάρικες πανοπλίες. Τι διάβολο; Επέστρεψαν! «Ήρθαν νωρίς», του είπε.


Το ήξερε; «Ίζι, δεν είναι δυνατόν να έκανες κάτι τέτοιο». «Το έκανα. Σε παρακαλώ, μη θυμώσεις». Λες και μπορούσε να θυμώσει μαζί της. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο, απρόθυμα και αμείλικτα συνάμα, σαν να τον τραβούσε το θέαμα ενός δυστυχήματος με άμαξες. Το οικείο αργυρόχρωμο ουράνιο τόξο ανθρώπων ξεχύθηκε στο προαύλιο. Είχαν δεχτεί ξανά εισβολή από τους Μοράγγλιους. Η Ίζι πήγε και στάθηκε δίπλα του. «Ξέρω. Ξέρω πώς νιώθεις γι’ αυτούς. Αλλά χρειαζόμαστε απεγνωσμένα βοήθεια. Δεν γίνεται να κάνουμε τους δύσκολους». Φώναξε προς τους άνδρες, που πλημύρισαν την αυλή με τις εκνευριστικές κλαγγές τους. «Τι τιμή, σερ Βέντελ! Καλοσύνη σας που ανταποκριθήκατε στο κάλεσμά μου μια τόσο δύσκολη ώρα». Από το προαύλιο υψώθηκε μια φωνή. «Μην αμφιβάλλεις, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Επιστρέψαμε αυθωρεί, για να προσφέρουμε τις υπηρεσίες μας». Ο Ράνσομ την τράβηξε απότομα από το παράθυρο. «Όχι, Ίζι. Υποτίθεται ότι πρέπει να αποδείξω πως έχω σώας τας φρένας κι ότι είμαι ικανός ως δούκας. Δεν θα με βοηθήσει αν επιτρέψω να κατακλυστεί το κάστρο από αλαφροΐσκιωτους, που κρατούν παιδικά ξίφη κι έχουν μια ασυνήθιστη προτίμηση στις λέξεις τύπου “αυθωρεί”». «Δεν έχουμε επιλογή. Δεν έχουμε χρόνο για να βρούμε, να εκπαιδεύσουμε και να ντύσουμε ντόπιους υπηρέτες. Αυτοί οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να βοηθήσουν. Είναι μαθημένοι να δρουν ομαδικά και… ε λοιπόν, έχουν το ανάλογο ντύσιμο». «Φορούν θώρακες που τους βρήκαν στις παλιατζούρες κάποιου σιδερά. Δεν είναι και σωστές λιβρέες». «Ξέρω πως είναι ασυνήθιστο, αλλά θα το παρουσιάσουμε ως μια από τις εκκεντρικότητές μου», του αποκρίθηκε. «Ξέρεις πώς με βλέπουν όλοι. Είμαι ένα ονειροπαρμένο κοριτσάκι που ζει στην παραμυθένια χώρα του πατέρα του». Διάβολε, καθόλου δεν του άρεσε που εκείνη αναγκαζόταν να παίζει αυτόν τον ρόλο. Και ιδίως δεν του άρεσε που έπρεπε να τον παίξει, έστω και πρόσκαιρα, για χατίρι του. «Ξεχνάς ένα ακόμα πρόβλημα», της είπε. «Το οποίο είναι πως όλοι αυτοί οι άνθρωποι μ’ έχουν περάσει εσφαλμένα για ήρωά τους. Θα με αποκαλούν Ούλρικ». «Όχι, όχι. Κάνεις λάθος. Όλοι αντιλαμβάνονται πως αυτές οι ιστορίες είναι παραμύθια. Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν πίστεψαν πως είσαι ο Ούλρικ. Απλώς νομίζουν… Βασικά, νομίζουν πως είσαι ένας απ’ αυτούς».


«Ένας απ’ αυτούς;» «Ναι. Ράνσομ, θα γίνονταν με μεγάλη χαρά φίλοι σου αν τους άφηνες». Φίλοι. Δεν είχε ανάγκη από φιλίες με αυτούς τους ανθρώπους. Αλλά η σκληρή αλήθεια ήταν πως είχε ανάγκη από υπηρέτες. Δεν γινόταν να φανεί πως είχε αφεθεί σε κατάσταση αποσύνθεσης σ’ ένα ετοιμόρροπο κάστρο μόνος του με τον υπηρέτη του. Παρόλο που αυτό ακριβώς έκανε ως πριν από μερικές εβδομάδες. «Απλώς δώσ’ τους μια ευκαιρία…» του ψιθύρισε φιλώντας τον στο μάγουλο προτού κατέβει για να υποδεχτεί τον συρφετό που τη λάτρευε. «Μπορείς να το κάνεις για μένα;» Μπορείς να το κάνεις για μένα. Αυτή η γυναίκα δεν διανοούνταν τις δοκιμασίες στις οποίες ήταν ικανός να υποβληθεί για χάρη της. Ήταν πολύ περισσότερες από αυτή την ανοησία. Κλείστηκε σε τούτο το κάστρο ώσπου να πεθάνει. Έκοψε κάθε επαφή με τον έξω κόσμο. Και πάνω που νόμισε πως είχε κάψει όλες τις γέφυρες, τούτη η γυναίκα –αυτή η ανυπόφορη, γλυκιά, ανόητη γυναίκα– κατέφτασε αποφασισμένη να κολυμπήσει την τάφρο. Να σπάσει τις άμυνές του. Να φτιάξει το σπίτι της. Να μείνει. Αν δεν ήταν εκείνη, τούτο το δωμάτιο θα ήταν ακόμα γεμάτο ποντίκια και νυχτερίδες. Αν δεν ήταν εκείνη, θα εξακολουθούσε να κάθεται αξύριστος και μεθυσμένος στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, μετρώντας σαν τρελός τα βήματά του για το πουθενά. Κι αν δεν ήταν εκείνη, δεν θα είχε καν λόγο να δώσει αυτή τη μάχη. Ίσως δεν είχε κάποιον τίτλο ή περιουσία να της προσφέρει, αλλά ήταν αποφασισμένος να την κρατήσει ασφαλή. Ό,τι κι αν έκανε από δω και στο εξής… Θα το έκανε για κείνην.


Κεφάλαιο 21 «Συγκεντρωθείτε, παιδιά. Αυτή είναι η τελευταία φορά που θα κάνουμε πρόβα!» φώναξε η Ίζι από το παράθυρο της δουκικής κρεβατοκάμαρας απευθυνόμενη στους συγκεντρωμένους ιππότες, στις θεραπαινίδες, στους υπηρέτες και στους φίλους από κάτω. Την επομένη έρχονταν οι δικηγόροι. Αυτή θα ήταν η τελευταία τους ευκαιρία να κάνουν εξάσκηση. Ξερόβηξε και φώναξε: «Πάρτε θέσεις, παρακαλώ!». Οι ιππότες, ο μάγειρας, καθώς και οι υπηρέτριες-θεραπαινίδες μπήκαν στο κάστρο, αφήνοντας στο προαύλιο μονάχα τους «Εξεταστές». Οι Εξεταστές ήταν η Αμπιγκέιλ και μερικές θεραπαινίδες που προσφέρθηκαν να παριστάνουν τους επισκέπτες. Τα κορίτσια είχαν αναλάβει τον ρόλο τους με ενθουσιασμό· έπιασαν τα μαλλιά τους σφιχτά σε κότσο και φόρεσαν σκουρόχρωμα, αυστηρά πανωφόρια και καπέλα από γούνα κάστορα, τα οποία δανείστηκαν από την γκαρνταρόμπα του ηλικιωμένου εφημέριου. Μάλιστα, είχαν πάρει κομμάτια κάρβουνο και ζωγράφισαν φαβορίτες και μουστάκια στο πρόσωπό τους. Αν εξαιρούσε κανείς τα περιστασιακά γελάκια, έμοιαζαν αρκετά με μια αυστηρή ομάδα από δικηγόρους και γιατρούς. «Λοιπόν, μόλις φτάσουν οι καλεσμένοι, ο Ντάνκαν θα τους υποδεχτεί στο Κάστρο Γκόστλεϊ». Ο Ντάνκαν άνοιξε την πόρτα και υποκλίθηκε με επισημότητα στις μασκαρεμένες νεαρές. «Καλησπέρα, κύριοι. Καλώς ήρθατε στο Κάστρο Γκόστλεϊ». «Θαυμάσια. Και μετά θα τους συνοδέψουμε στο…» Η Ίζι στράφηκε στον Ράνσομ, που στεκόταν δίπλα της στο πάνω δωμάτιο. «Είσαι σίγουρος ότι προτιμάς τη μεγάλη αίθουσα της εισόδου; Έχουμε πλέον σαλόνι. Το μέγεθός του είναι πιο πρακτικό». Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Πρέπει να τους πάμε στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου. Γνωρίζω καλά τη διαρρύθμιση του μέρους και αναγνωρίζω την ηχώ». «Τότε θα τους πάμε στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου». Στράφηκε και φώναξε ξανά από το παράθυρο: «Ο Ντάνκαν θα τους συνοδέψει στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου!».


Ο Ντάνκαν κοίταξε τους Εξεταστές κι έγειρε ελαφρώς το κεφάλι προσκαλώντας τους. «Αν έχουν την καλοσύνη οι κύριοι, ας με ακολουθήσουν». Οι νεαρές γυναίκες τον ακολούθησαν μέσα στο κάστρο με πνιχτά γελάκια. Η Ίζι απομακρύνθηκε από το παράθυρο. «Εδώ είναι που πρέπει να περιμένουμε. Μόλις τους τακτοποιήσει ο Ντάνκαν στη μεγάλη αίθουσα, θα στείλει μια από τις θεραπαινίδες πάνω για να μας χτυπήσει την πόρτα». Σώπασαν περιμένοντας. Η Ίζι κοίταξε εξεταστικά τα παπούτσια της. Είχε καινούρια παπούτσια για την επόμενη μέρα, αλλά σήμερα της αρκούσαν τα βαμβακερά χαμηλά μποτίνια της. Ο Ράνσομ, φυσικά, κάθε μέρα που περνούσε, εμφανιζόταν όλο και πιο εντυπωσιακός. Ο Ντάνκαν αφιερώθηκε ακούραστα πολλές ώρες στο καθήκον του βουρτσίσματος, του πλυσίματος, του σιδερώματος και του γυαλίσματος κάθε ρούχου και αντικειμένου της γκαρνταρόμπας του δούκα, με εμφανή αποτελέσματα. Τα μαλλιά του εξακολουθούσαν να είναι κάπως μακριά, αλλά δεν της έκανε καρδιά να του προτείνει να τα κουρέψει. Τα χρυσοκάστανα μαλλιά του τα άφηνε να πέφτουν σαν ασπίδα μπροστά στο σημαδεμένο μέτωπό του. Η Ίζι φοβόταν ότι, χωρίς αυτά, θα ένιωθε τρωτός. «Μην ανησυχείς για τίποτα», του είπε. «Έχουμε σχεδιάσει κάθε στιγμή, έχουμε προβλέψει εναλλακτικές κινήσεις για κάθε ενδεχόμενο. Κι αν αποτύχουν τα πάντα, έχουμε την ύστατη λύση. Το Σχέδιο Έψιλον». «Το Σχέδιο Έψιλον; Τι είναι το Σχέδιο Έψιλον;» «Η Χιονοσταλίτσα. Αν προκύψει κάτι απρόβλεπτο, μια από τις θεραπαινίδες θα ξαμολήσει την ερμίνα στην αίθουσα. Τουλάχιστον θα τους αποσπάσει την προσοχή». Τα χείλη του υψώθηκαν από τη μια πλευρά του στόματός του, με έναν οικείο πλέον τρόπο. Εκείνη εξακολουθούσε να μην μπορεί να ερμηνεύσει αυτή την έκφραση, αλλά κατέληξε να πιστεύει πως ήταν χαμόγελο. Στην πόρτα ακούστηκε ένα χτύπημα. «Ωραία», πρόσθεσε. «Ήρθε η σειρά μας να εμφανιστούμε». Πέρασε το χέρι της από το μπράτσο του, διέσχισαν μαζί τον διάδρομο και άρχισαν να κατεβαίνουν τις σκάλες για τη μεγάλη αίθουσα της εισόδου. «Θυμάμαι όλα όσα μου είπες», του είπε. «Ο Μπλέιλοκ είναι κοκκινομάλλης και φοράει γυαλιά. Ο Ρίτζετ είναι εύσωμος, και τα μάτια του είναι πολύ κοντά το ένα στο άλλο. Μόλις μπούμε στην αίθουσα, θα τους δω και, με ένα απαλό χτυπηματάκι στο χέρι σου, θα σου επισημάνω τις θέσεις τους. Το πρώτο θα είναι για τον Μπλέιλοκ. Το δεύτερο για τον Ρίτζετ. Όσο για τους νεοφερμένους, θα


χρειαστεί να βασιστούμε στις συστάσεις. Αν χρειαστείς τον Ντάνκαν, θα βρίσκεται διαρκώς αριστερά από την είσοδο. Μόλις με συστήσεις, μπορώ να αναλ…» Εκείνος κοντοστάθηκε. «Ίζι». «Ναι; Μήπως ξέχασα τίποτα;» «Αυτό». Έσκυψε και τη φίλησε. Ήταν απλώς μια ζεστή, παρατεταμένη πίεση των χειλιών του στα δικά της. «Μου φάνηκε πως το χρειαζόσουν». Εκείνη άφησε μια ανάσα. «Ναι, νομίζω πως το χρειαζόμουν… Σ’ ευχαριστώ». Οι σκόρπιες, περιπλανώμενες σκέψεις της απέκτησαν ειρμό. Το φιλί του ήταν η άγκυρά της στην καταιγίδα. Το μόνο που είχε σημασία ήταν να ξεπεράσουν μαζί αυτή τη δοκιμασία. Μόλις μπήκαν στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, η Ίζι χρησιμοποίησε το συμφωνημένο σύστημά τους για να του δείξει τις θεραπαινίδες που μασκαρεύτηκαν για να παραστήσουν τον Μπλέιλοκ και τον Ρίτζετ. Ο Ράνσομ τις χαιρέτισε με ένα ανεπαίσθητο νεύμα του κεφαλιού προς την κατεύθυνσή τους. Σ’ αυτό το σημείο, η κοινωνική θέση του ήταν υπέρ του. Δεν ήταν υποχρεωμένος να υποκλιθεί μπροστά σε κανέναν. Ασφαλώς, δεν ήταν αναγκασμένος να ανταλλάξει χειραψία. Δεν ήταν ανάγκη να προσφέρει στους καλεσμένους του κάτι να πιουν. Εκτός από την περίπτωση που η όρασή του ήταν ιδιαίτερα θολή, μπορούσε να διακρίνει αρκετά καλά έναν άνθρωπο ώστε να εστιάζει πάνω του το βλέμμα κατά τη συζήτηση. Για έναν δούκα, αυτό ήταν αρκετό. Πλησίασαν το καθιστικό με την καινούρια ταπετσαρία, κοντά στη φωτιά. Για μία ακόμα φορά, η Ίζι τού υπέδειξε μια άδεια καρέκλα πιέζοντας ελαφρά το μπράτσο του. Οι πάντες ήταν πλέον καθισμένοι και ελαφρώς αμήχανοι. «Θαυμάσια», είπε εκείνη και άρχισε να αναπνέει με μεγαλύτερη άνεση. Δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο φοβόταν. «Μόλις καθίσουμε όλοι, δεν μένει παρά να συζητήσουμε και να πιούμε κάτι. Και να απαντήσουμε στις ερωτήσεις τους». «Κάνεις λάθος», αποκρίθηκε ο Ράνσομ. «Εγώ είμαι αυτός που θα κάνει τις ερωτήσεις». «Και πάλι, δεν υπάρχει πρόβλημα. Αν είναι φιλική η ατμόσφαιρα, θα προσφερθώ να τους ξεναγήσω στο κάστρο. Φυσικά, θα τους καθοδηγώ εγώ, κι εσύ μπορείς να ακολουθήσεις από πίσω. Όταν θα επιστρέψουμε στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, πιθανόν να έχει έρθει η ώρα του δείπνου». Ξάφνου η στάση του Ράνσομ άλλαξε άρδην.


Η Ίζι αισθάνθηκε ένα τσίμπημα στο στήθος. Ήλπιζε πως θα το έπαιρνε καλά. Κατά τα φαινόμενα, όμως, οι ελπίδες της ήταν φρούδες. Εκείνος έσμιξε τα φρύδια. «Τι εννοείς όταν λες “δείπνο”;» Τι στην ευχή; Ο Ράνσομ δεν το περίμενε αυτό. «Γιατί πρέπει να οργανώσουμε δείπνο;» «Αν σταθούμε τυχεροί, δεν θα χρειαστεί…» του απάντησε. «Αλλά πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για την πιθανότητα. Οι δικηγόροι θα έχουν κάνει τόσο δρόμο από το Λονδίνο. Θα είναι κατάκοποι, πεινασμένοι. Ίσως χρειαστεί και να τους προσφέρουμε κατάλυμα για τη νύχτα». Ο δούκας ξεστόμισε μια βρισιά. «Μην ανησυχείς. Έχω σχεδιάσει τα πάντα και θα τα προβάρουμε τώρα. Ο Ντάνκαν θα μας καλέσει για το δείπνο». Έκανε ένα νεύμα προς το μέρος του Ντάνκαν, και ο βαλές-μπάτλερ, ακολουθώντας την υπόδειξή της, δήλωσε με μελωδική φωνή: «Το δείπνο σερβιρίστηκε». «Τότε θα μου προσφέρεις το μπράτσο σου», του είπε η Ίζι πιάνοντάς τον από το εν λόγω μπράτσο πριν προλάβει να της το προσφέρει, «και θα οδηγήσουμε τους άλλους στην τραπεζαρία». Καθώς διέσχιζαν τον διάδρομο προς την τραπεζαρία, ο Ράνσομ ένιωθε θαρρείς και πήγαινε στην αγχόνη. Κάθε βήμα που έκανε ήταν ένα βήμα πιο κοντά στην καταδίκη του. Δείπνο. Απ’ όλα τα πράγματα που θα μπορούσαν να τον βρουν. Δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει με καλύτερο τρόπο την αποτυχία του παρά μόνο αν είχε κανονίσει για κείνον επίδειξη σκοποβολής. Έφτασαν στην τραπεζαρία. Πρέπει να το είχαν οργανώσει από πριν. Σε κάθε πλευρά του ατέλειωτου τραπεζιού στέκονταν και από μια σειρά ιππότες, που φορούσαν τις πανοπλίες τους, σε στάση προσοχής, έχοντας αναλάβει τον ρόλο των τραπεζοκόμων. Άκουσε ένα ανατριχιαστικό τρίξιμο την ώρα που ένας από αυτούς μετακινούσε το βάρος του από το ένα πόδι στο άλλο. «Θα υποδείξω εγώ τις θέσεις των επισκεπτών μας», του είπε εκείνη. Καθοδήγησε τις μασκαρεμένες γυναίκες, που φορούσαν τα πελώρια σκούρα πανωφόρια τους, στις καρέκλες. «Εσύ πρέπει να καθίσεις στην κορυφή του τραπεζιού, φυσικά», συνέχισε και σκούντηξε τον Ράνσομ προς την κατάλληλη καρέκλα. «Ως οικοδέσποινα, πρέπει να καθίσω στην άλλη άκρη». Με άλλα λόγια, χιλιόμετρα μακριά.


Εκείνος την έπιασε από το μπράτσο και την τράβηξε κοντά του. «Δεν πρόκειται να το κάνουμε αυτό». «Σε παρακαλώ, μην πανικοβάλλεσαι». Ο Ράνσομ έσφιξε το σαγόνι. «Δεν πανικοβάλλομαι». «Όλα θα πάνε καλά…» του ψιθύρισε. «Σ’ το ορκίζομαι. Κανόνισα να σερβιριστούν όλα τα πιάτα α λα ρους. Τα πάντα ετοιμάζονται στην κουζίνα και σερβίρονται ατομικά, σε κάθε καλεσμένο. Δεν χρειάζεται να τεμαχίσεις το κρέας σε μερίδες ή να το σερβίρεις. Είναι το νέο στιλ στη Γαλλία. Θα φανούμε πολύ της μόδας». «Πολύ χαίρομαι που το σκέφτηκες τόσο καλά», της αποκρίθηκε νευρικά. «Παρ’ όλα αυτά…» «Το πρώτο πιάτο είναι σούπα, φυσικά. Είναι αρκετά εύκολο να φαγωθεί. Όσο για το κρέας…» –έκανε ένα νεύμα σ’ έναν από τους υπερτροφικούς μολύβδινους στρατιώτες– «έχουμε μοσχαρίσιο φιλέτο». Ένα πιάτο εμφανίστηκε στο τραπέζι μπροστά του. Εκείνη τράβηξε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα του. «Σε καταλαβαίνω…» του ψιθύρισε. «Ράνσομ, δεν μπορεί να νομίζεις ότι δεν αντιλήφθηκα πως δεν τρως ποτέ μπροστά μας… Μπορεί να φας λίγο ψωμί ή κάποιο σάντουιτς. Αλλά ποτέ κανονικό γεύμα. Έτσι, προσπάθησα να φάω με δεμένα μάτια, καταφέρνοντας να χρησιμοποιήσω τα μαχαιροπίρουνα με την αφή. Τα έκανα μαντάρα προτού μπορέσω να βάλω τρεις μπουκιές στο στόμα μου. Σε καταλαβαίνω…» Η φωνή της ήταν γλυκιά. Αλλά του μιλούσε λες και ήταν ένα αναθεματισμένο νήπιο. Και, ειλικρινά, δεν τον καταλάβαινε. Πήρε το χέρι του και τον καθοδήγησε προς το πιάτο του. «Τα κανόνισα με τον μάγειρα. Τα πάντα στο πιάτο σου θα έχουν μέγεθος μπουκιάς, εκτός από το ψωμί. Με βάση το καντράν ενός ρολογιού: το βουτυρωμένο ψωμί είναι στις δώδεκα, το μοσχαράκι από τις τρεις μέχρι τις εφτά. Οι πατάτες και τα κουκιά από τις οχτώ μέχρι τις δώδεκα». Έβαλε ένα πιρούνι στο χέρι του. «Εμπρός, δοκίμασε». «Ίζι…» Τον άγγιξε στον ώμο. «Μη χάνεις το κουράγιο σου. Ξέρω ότι μπορείς». Εκείνος πήρε μια ανάσα και την άφησε αργά, προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του. «Θα φάω όταν, όπου κι όπως θέλω. Δεν έχω ανάγκη από φαγητά που είναι κομμένα σε μπουκιές για χάρη μου. Δεν είμαι παιδί». Ήταν εκεί, στο τραπέζι, μπροστά του… Όλη η απογοήτευση της ζωής του σερβιρισμένη σ’ ένα μόνο πιάτο.


Ορίστε, Εξοχότατε, πάρτε ένα πιάτο ανημποριάς. Συνοδεύεται από οδυνηρή ταπείνωση. Τούτο –τούτο εδώ– ήταν σκέτη τρέλα. Ήταν ανόητος που δέχτηκε αυτό το σχέδιο. Ύστερα από πέντε λεπτά στο τραπέζι του δείπνου, οι δικηγόροι του θα έβλεπαν αυτό ακριβώς που ήταν: έναν τυφλό φουκαρά. Στην καλύτερη περίπτωση θα τον χαρακτήριζαν ανάπηρο. Στη χειρότερη θα τον έκλειναν σε κάποιο ίδρυμα. Θα έχανε τον τίτλο, την περιουσία του… ίσως ακόμα και την προσωπική ελευθερία του. Και θα έχανε εκείνη. Κάθε δυνατότητα να την προστατέψει. Κάθε πιθανότητα να την κρατήσει σφιχτά στην αγκαλιά του και να νιώσει το γλυκό άγγιγμά της στο δέρμα του. Κι όλα αυτά επειδή δεν μπορούσε να φάει μοσχαρίσιο φιλέτο στο σκοτάδι. Η όλη υπόθεση ήταν τόσο βλακώδης, ώστε ένιωσε συντριβή. Στο μεταξύ οι θεραπαινίδες ψιθύριζαν και χαχάνιζαν. Οι ιππότες έβγαζαν μεταλλικούς ήχους με τις πανοπλίες τους. Το τρίξιμο του μετάλλου πάνω στο μέταλλο τον έκανε να αισθανθεί θαρρείς και διέτρεχαν τον εγκέφαλό του τα νύχια ενός χεριού. «Δεν πεινάω». Έκανε ένα νεύμα προς τον πάνοπλο τραπεζοκόμο. «Πάρ’ το». Κανένας δεν κουνήθηκε. «Πάρ’ το από δω!» βρυχήθηκε. Ο πάνοπλος ηλίθιος έκανε ένα βήμα μπροστά και πήρε το πιάτο. Ο Ράνσομ μόρφασε σε κάθε τρίξιμο και κλαγγή. Στη βάση του κρανίου του ένιωθε τον πονοκέφαλο να ενεδρεύει. Ήταν σαν να ήξερε πως κάποιος κακούργος ήταν στημένος πίσω του με έναν παγοθραύστη, έτοιμος να του τον καρφώσει από στιγμή σε στιγμή. Αυτό ήταν. Δεν άντεχε άλλο. Σηκώθηκε όρθιος. Η Ίζι τον ακολούθησε προτού φτάσει καν στον διάδρομο. «Εγώ φταίω», του είπε. «Έπρεπε να το καταλάβω πως δεν ήταν σωστό να σε φέρω προ εκπλήξεων. Ξέρω πως είσαι κουρασμένος. Όλοι είμαστε κουρασμένοι. Μπορούμε να δοκιμάσουμε πάλι αργότερα. Ίσως, προς το παρόν, ανέβεις πάνω να ξεκουραστείς». Τώρα χρειαζόταν έναν υπνάκο; Αυτός ήταν ο ύστατος εξευτελισμός. «Τελειώσαμε με αυτά. Με όλα αυτά. Ευχαρίστησε τους Μορφίνιούς σου για τον χρόνο που έχασαν και διώξ’ τους όλους». «Να τους διώξω;» Τον έπιασε από το μανίκι και τον σταμάτησε. «Μπορούμε να κάνουμε πρόβα όσο χρειαστεί. Αλλά δεν μπορούμε να τα παρατήσουμε.


Διακυβεύονται πάρα πολλά και για τους δυο μας». «Δεν χρειάζεται να μου επισημάνεις τι διακυβεύεται». Όλο της το μέλλον κρεμόταν από μια κλωστή. Ο Ράνσομ νοιαζόταν πλέον ελάχιστα για τον εαυτό του, αλλά έπρεπε να σιγουρευτεί πως εκείνη θα παρέμενε ασφαλής. Το σχέδιό της –να παρουσιαστεί σαν να είχε την όρασή του ενώ θα τον παρακολουθούσαν δεκάδες μασκαρεμένοι αλαφροΐσκιωτοι– δεν υπήρχε περίπτωση να πετύχει. Θα μπορούσε να σταθεί εκεί και να παραθέσει τα επιχειρήματά του, αλλά την ήξερε. Δεν επρόκειτο να παραιτηθεί από τη ρομαντική αισιοδοξία της. Όχι με όλους τους θαυμαστές της να την περιτριγυρίζουν και να κρέμονται από κάθε λέξη της. Φοβόταν υπερβολικά μήπως τους απογοητεύσει. Ποτέ δεν επρόκειτο να προτιμήσει τον Ράνσομ από την καλή θέληση και τα ζαχαρωτά χιλιάδων αγνώστων. Ακόμα κι αν ήταν για το καλό της. Επομένως θα έπαιρνε ο ίδιος την απόφαση για κείνη. «Δεν τα παρατάω», δήλωσε. «Αλλάζω το σχέδιο». «Πάμε στο Σχέδιο Έψιλον!» φώναξε ένας από τους ιππότες. «Στο Σχέδιο Έψιλον, παιδιά! Ποιος κρατάει την ερμίνα;» «Όχι αυτό το σχέδιο…» αντιγύρισε ο Ράνσομ τρίζοντας τα δόντια. Είπε στην Ίζι: «Δεν έχουμε καιρό για χάσιμο. Ανέβα πάνω και φέρε την κάπα σου». «Την κάπα μου; Γιατί; Πού θα πάμε;» «Στη Σκοτία», της απάντησε. «Θα παντρευτούμε απόψε». Θα παντρευτούν; Η Ίζι έμεινε εμβρόντητη για λίγο. Το μυαλό της γύριζε σαν τρελό. Υπήρχαν παιδικές σβούρες που περιστρέφονταν πιο αργά από τις σκέψεις της. Όταν τελικά μίλησε, το έκανε επιφυλακτικά. Και ήσυχα, μολονότι δεν υπήρχε αμφιβολία πως οι συγκεντρωμένοι ιππότες και θεραπαινίδες μπορούσαν να ακούσουν τα πάντα. «Θέλεις να παντρευτείς; Εμένα; Απόψε;» Εκείνος έφερε το χέρι στα μαλλιά του. «Το ξέρω. Ούτε και σε μένα αρέσει η ιδέα, αλλά είναι η μοναδική επιλογή. Μάζεψε τα πράγματά σου. Μπορούμε να φτάσουμε στα σύνορα με τη Σκοτία σε μερικές ώρες το πολύ». «Μα…» «Τα πλεονεκτήματα είναι ξεκάθαρα». Δεν υπήρχε ίχνος συναισθήματος στη φωνή του. «Αν παντρευτούμε, αλλάζουν τα πάντα. Το λιγότερο που θα μπορούν να κάνουν θα είναι να περιμένουν να δουν αν κυοφορείς τον διάδοχό μου. Και, κατά τη διάρκεια, εγώ θα σιγουρευτώ πως θα πάρεις τα χρήματά σου».


«Ε λοιπόν, αυτό ακούγεται… σαν εμπορική συμφωνία. Ελπίζω να συγχωρήσεις τα ειλικρινή λόγια μου, αλλά αυτό δεν μοιάζει ιδιαίτερα με τη ρομαντική πρόταση που θα ήλπιζε και θα ονειρευόταν ν’ ακούσει ένα κορίτσι». «Είσαι είκοσι έξι ετών», της αντιγύρισε. «Πόσες ακόμα προτάσεις περιμένεις;» Τα ψυχρά λόγια του πάγωσαν την ανάσα στα πνευμόνια της. «Ίσως καμία», του απάντησε. «Αλλά αυτό δεν σημαίνει πως πρέπει να χαρώ με μια τόσο αναίσθητη προσφορά». «Μην κάνεις σαν παιδί, Ίζι. Τι περιμένεις; Κάποιον λεβέντη ήρωα; Ήρθε η ώρα να σταματήσεις να ζεις σε τούτο εδώ» –είπε κι έδειξε με ένα νεύμα τους ιππότες και τις θεραπαινίδες– «το παραμύθι». Εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει, ανίκανη να πιστέψει τα λόγια που έβγαιναν από τα χείλη του. «Το κάνεις επίτηδες», του είπε, αρχίζοντας σιγά σιγά να καταλαβαίνει. «Μ’ απωθείς επειδή φοβάσαι». «Δεν σ’ απωθώ. Νομίζω πως προσφέρθηκα μόλις να σε πα- ντρευτώ». «Με τον πιο προσβλητικό και τον πιο άσχημο τρόπο που υπάρχει». Ο Βέντελ έκανε κροταλίζοντας μερικά βήματα μπροστά και είπε: «Μήπως χρειάζεσαι τη βοήθειά μου, λαίδη μου;». «Δεν είναι η λαίδη σου!» του αντιγύρισε απότομα ο Ράνσομ. «Είναι η δεσποινίς Γκουντνάιτ. Κοτζάμ γυναίκα. Και δεν έχει σημασία πόσους γιαγιαδίστικους δίσκους τσαγιού θα κολλήσεις στο στήθος σου. Δεν σε κάνουν ιππότη». Η Ίζι σταύρωσε τα μπράτσα. Δεν αρκέστηκε να απωθήσει μόνο εκείνη. Όχι, δεν θα ησύχαζε αν δεν απωθούσε τους πάντες. «Εξοχότατε, είμαι ιππότης», αποκρίθηκε ο Βέντελ. «Είμαι ιππότης της Μοράγγλια». «Και τι σε κάνει ιππότη της Μοράγγλια;» «Έδωσα όρκο». «Α, έδωσες όρκο… Σε τι; Σ’ ένα σπαθί από κολοκύθια; Δεν είσαι ιππότης. Πάσχεις από φρεναπάτες. Όλοι σας!» είπε υψώνοντας τη φωνή. «Παραδεχτείτε το! Γι’ αυτό βρίσκεστε εδώ, παριστάνοντας τις θεραπαινίδες και τους ιππότες. Επειδή η πραγματική ζωή σας είναι υπερβολικά θλιβερή για να την αντέξετε!» «Ζηλεύεις», του είπε η Ίζι κουνώντας το κεφάλι. «Ποτέ δεν ήξερες πώς είναι να συμμετέχεις σε κάτι τέτοιο και φθονείς». «Φθονώ;» κάγχασε περιφρονητικά ο Ράνσομ. «Αυτούς τους άντρες; Στοιχηματίζω δέκα λίρες πως ο σερ Βέντελ από δω μένει με τη μάνα του». Το πρόσωπο του Βέντελ έγινε κατακόκκινο. «Υπάρχουν πολλοί εργένηδες που


μένουν στο πατρικό τους μέχρι να παντρευτούν». «Α, ναι», αποκρίθηκε ο Ράνσομ. «Και διακρίνεις καμιά προοπτική γάμου στον ορίζοντα; Έχεις κάποια αγαπημένη; Έχεις κάποια μέλλουσα σύζυγο; Τουλάχιστον πες μου πως έχεις χουφτώσει ένα δυο βυζιά στη ζωή σου». Η Ίζι τού πάτησε το πόδι και του λιάνισε τα δάχτυλα με τη φτέρνα της. «Είπα, αρκετά. Αν είχες σκοπό να συμπεριφερθείς σαν γάιδαρος και να καταστρέψεις όλη τη δουλειά που κάναμε, πίστεψέ με, το πέτυχες και με το παραπάνω». Ο Ράνσομ, όμως, δεν έλεγε να τα παρατήσει. «Άντε λοιπόν, “σερ” Βέντελ. Παραδέξου το. Δεν έχεις φιληθεί καν με κορίτσι. Σωστά;» Ο καημένος ο Βέντελ! Στα μάγουλά του απλώθηκε μια ανησυχητικά πορφυρή απόχρωση. Η Ίζι άναψε και κόρωσε. Και τότε η Αμπιγκέιλ Πέλχαμ διέσχισε με αποφασιστικό βήμα την τραπεζαρία, έπιασε τον σοκαρισμένο Βέντελ Μπάτερφιλντ από τους ώμους και του έριξε ένα ξεγυρισμένο φιλί στο στόμα. «Ορίστε», δήλωσε. «Έχει φιληθεί πλέον με ένα κορίτσι». Ενδόμυχα, η Ίζι πανηγύριζε. Μπράβο, Αμπιγκέιλ! Με ένα απεγνωσμένο τράβηγμα, προσπάθησε να πάει κάπου παράμερα τον Ράνσομ. «Αρκετά. Θα ζητήσεις συγγνώμη. Αυτούς τους ανθρώπους τούς έχουμε ανάγκη. Και ακόμα κι αν είσαι αποφασισμένος να καταστρέψεις κάθε ευκαιρία για τον εαυτό σου, εγώ τους χρειάζομαι. Είναι πάντα εδώ για μένα». «Δεν είναι πάντα εδώ για σένα. Είναι εδώ για ένα μονάκριβο κοριτσάκι με μεγάλα σμαραγδένια μάτια και λεία κεχριμπαρένια μαλλιά. Δεν ήταν ποτέ εδώ για σένα». Ω Θεέ μου. Τούτα τα λόγια ήταν τέτοιο χτύπημα για κείνην, ώστε πι- σωπάτησε. «Εγώ είμαι εδώ για σένα», της είπε πιάνοντάς την από τη μέση. «Ίζι, αν παντρευτούμε, είναι αδιάφορο τι θα μου κάνουν. Μπορούν να με κλείσουν στο ψυχιατρείο και να πετάξουν το κλειδί. Όσο θα είναι το παιδί μου στη μήτρα σου, θα είσαι προστατευμένη». Το χέρι του γλίστρησε στην κοιλιά της. «Και οι δύο γνωρίζουμε ότι μπορεί κιόλας να κυοφορείς τον διάδοχό μου». Χαμήλωσε τη φωνή της, ψιθυρίζοντας έντρομη: «Δεν το πιστεύω ότι το είπες αυτό. Δυνατά, μπροστά σε όλους…». Δεν τολμούσε καν να κοιτάξει γύρω της τις αντιδράσεις των θεραπαινίδων. Πόσο μάλλον την αντίδραση της Αμπιγκέιλ. Οι γωνιές των ματιών της έτσουζαν από τα δάκρυα. Τόση προσπάθεια. Τόση δουλειά. Τόση αγάπη από την καρδιά της. Όλα αυτά


δεν σήμαιναν τίποτα για κείνον. Τα πετούσε. Ήλπισε πως θα τα κατάφερναν μαζί έως την επόμενη μέρα – και δεν κατάφεραν καν να βγάλουν το απόγευμα. Και, το χειρότερο όλων, κατέστρεψε μόλις την υπόληψή της μπροστά στους μοναδικούς φίλους που της είχαν απομείνει. «Πρέπει να απελευθερωθείς απ’ όλα αυτά, Ίζι». Έδειξε με μια κίνηση του κεφαλιού τους εμβρόντητους θεατές. «Και, εδώ που τα λέμε, το ίδιο πρέπει να κάνουν κι αυτοί. Δεν τους κάνεις καλό που τους κρύβεις την αλήθεια. Μήπως φοβάσαι ότι θα μάθουν πως εκείνα τα παραμύθια ήταν ένα μάτσο σαχλαμάρες, πως όλοι οι “όρκοι” και οι ιερές υποσχέσεις τους αξίζουν όσο μια κουράδα και πως το αίσιο τέλος υπάρχει μόνο στα βιβλία του πατέρα σου; Ωραία. Ελπίζω να το μάθουν. Όποιος άντρας βρεθεί στη θέση μου στο μέλλον ίσως γλιτώσει από πολλούς μπελάδες». Εκείνη τραβήχτηκε μακριά του. «Αυτό είναι, λοιπόν. Το όλο θέμα δεν είναι οι Ιστορίες Γκουντνάιτ ή οι δικηγόροι σου. Και δεν είμαι εγώ. Είναι η περηφάνια σου και η λαίδη Έμιλι Ριβερντέιλ». Ο Ντάνκαν άρχισε να βήχει επίμονα. «Η λαίδη Σέμιλι Λιβερπέιλ», διόρθωσε τον εαυτό της. «Λυπάμαι. Όπως και να ’χει. Αυτή είναι για σένα η εκδίκηση. Έτσι δεν είναι, Ράνσομ; Δεν σου αρκούσε να καταστρέψεις την αγαπημένη όλης της Αγγλίας. Τώρα θέλεις και να με παντρευτείς για να πατσίσεις». Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Δεν θέλω να πατσίσω τίποτα». «Εσύ είσαι αυτός που τρέφει φρεναπάτες», δήλωσε πιέζοντάς το δάχτυλό της στο στήθος του. Βρίσκοντας εκείνο ακριβώς το κενό σημείο όπου θα έπρεπε να βρίσκεται η καρδιά του. «Δεν σε εγκατέλειψε εξαιτίας των ιστοριών του πατέρα μου. Σε εγκατέλειψε επειδή ήσουν ψυχρός και σκληρόκαρδος μαζί της. Ο λόγος που σ’ έκανε να βρεθείς μόνος, τυφλός και αβοήθητος οφείλεται σ’ ένα μόνο άτομο σε τούτη την αίθουσα. Σε σένα». «Ίζι…» Σκούπισε ένα καυτό δάκρυ από το μάγουλό της. «Και ξέρεις κάτι; Καλά έκανε και το ’βαλε στο πόδια. Της άξιζε κάτι καλύτερο. Και μένα μου αξίζει κάτι καλύτερο».


Κεφάλαιο 22 Οι άντρες και οι γυναίκες που γέμιζαν την τραπεζαρία δεν είπαν λέξη όταν έσβησαν τα τελευταία βήματα της Ίζι. Ο Ράνσομ αισθανόταν τη συλλογική αποδοκιμασία τους. Ο απόηχος των λέξεών της αντιλαλούσε ακόμα στο θολωτό ταβάνι. Της άξιζε κάτι καλύτερο. Και μένα μου αξίζει κάτι καλύτερο. Ο Ράνσομ τράβηξε τη γραβάτα από τον λαιμό του, για να χαλαρώσει τον κόμπο που τον έσφιγγε. Ένιωσε μια αρρωστημένη ανακούφιση όταν άκουσε να εκφράζεται δυνατά αυτό το συναίσθημα κι όταν διαπίστωσε πως οι πάντες γύρω του ήταν σύμφωνοι. Η προσηνής βοήθεια και η κεφάτη εργατικότητα των τελευταίων ημερών τον έκαναν να αισθάνεται ξένος μέσα στο ίδιο του το σπίτι. Δεκάδες άνθρωποι είχαν οργανωθεί για να τον βοηθήσουν, αφιλοκερδώς και δίχως κάποια ορατή ανταπόδοση· μετά βίας αναγνώριζε τη ζωή του. Αλλά αυτή η αίσθηση της κενής απομόνωσης που αντηχούσε γύρω του… Αυτή του ήταν οικεία. Ήταν κάτι που ήξερε από πάντα. Ήταν κάτι που του είχε υπαγορευτεί προτού αρχίσει να αντιλαμβάνεται τις λέξεις. Δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει παρηγοριά για κείνον. Καμία καλοσύνη, κανένα έλεος. Κανένας ποτέ δεν τον είχε αγαπήσει και κανένας δεν επρόκειτο να το κάνει. Δεν σου αξίζει αυτό, μικρέ. Ο Ράνσομ ήταν σύμφωνος. Καθώς έβγαινε από το δωμάτιο και κατευθυνόταν προς το μπουντουάρ του, τον ακολούθησε μόνο ο Ντάνκαν. «Ντάνκαν, ετοίμασέ μου το μπάνιο, βγάλε το καλύτερο κουστούμι μου και μάζεψε τα υπόλοιπα. Φεύγουμε απόψε». «Για τη Σκοτία;» «Όχι. Για την πόλη». Ο Ράνσομ διέσχισε το δωμάτιο ξεκουμπώνοντας συγχρόνως τα μανικέτια του. Θα αναχωρούσαν αμέσως για το Λονδίνο. Μόλις θα έφταναν εκεί, θα πήγαιναν κατευθείαν στην τράπεζα και θα άδειαζε τους λογαριασμούς του. Σε περίπτωση που οι προδότες δικηγόροι του τους είχαν παγώσει ήδη, θα πήγαινε στις λέσχες –σε όποια ήταν ακόμα μέλος– και θα ζητούσε ή θα δανειζόταν όσο περισσότερα χρήματα μπορούσε.


Όποιο κι αν ήταν το ποσό που θα κατάφερνε να συγκεντρώσει, θα πήγαινε όλο στην Ίζι. Δεν ήταν ανάγκη να τον συμπαθεί, πόσο μάλλον να τον αγαπάει· έπρεπε, όμως, να σιγουρευτεί πως θα ήταν ασφαλής. «Εξοχότατε», ξεκίνησε να λέει ο Ντάνκαν, «είστε σίγουρος πως είναι συνετό να…». Ο Ράνσομ τον διέκοψε. «Όχι. Σταμάτα εδώ. Δεν θέλω σοφές συμβουλές. Δεν είσαι σύμβουλός μου, είσαι ο βαλές μου». «Νόμιζα πως προβιβάστηκα σε μπάτλερ». «Υποβιβάστηκες ξανά. Ετοίμασε το μπάνιο. Βγάλε το κουστούμι μου. Βάλε τα πράγματά μου στις βαλίτσες». Ο Ράνσομ γδύθηκε ακούγοντας τον ήχο από κατσαρόλια που ζεσταίνονταν και το σύρσιμο της μπανιέρας επάνω στο δάπεδο για να μεταφερθεί κοντά στο τζάκι. Όταν τα πάντα ακούγονταν έτοιμα, βρήκε την μπανιέρα και κάθισε, περιμένοντας το νερό που είχε ζεσταθεί στην εντέλεια να πέσει στους ώμους του. Αυτό που έλαβε ήταν ένας χείμαρρος παγωμένης κατάπληξης. Που του έλουσε όλο το κεφάλι. Έφτυσε τα νερά. «Τι στην;…» «Τούτο μπορείτε να το θεωρήσετε ως την παραίτησή μου, Εξοχότατε». «Δεν μπορείς να παραιτηθείς». «Ασφαλώς και μπορώ. Η σύνταξή μου είναι κανονισμένη εδώ και χρόνια. Απλώς παρέμενα σ’ αυτή τη θέση για τους πιο ανόητους λόγους. Έναν όρκο που έδωσα πριν από χρόνια. Αλλά απόψε, στην τραπεζαρία, με βγάλατε από την πλάνη μου. Καταστήσατε απόλυτα σαφές πως αυτοί οι όρκοι και η αφοσίωση είναι… Άραγε ήταν κουράδια ή σαχλαμάρες; Δεν θυμάμαι ακριβώς». Ο Ράνσομ σκούπισε τις παγωμένες σταγόνες από το πρόσωπό του. «Τι είναι αυτές οι ανοησίες; Δεν έδωσες ποτέ όρκο. Δεν υπάρχει Ιερός Όρκος του Βαλέ ούτε Τάγμα του Κολλαριστού Μαντιλιού». «Δεν έδωσα όρκο σε σας, αλλά σε κάποια άλλη». «Στη δεσποινίδα Γκουντνάιτ;» «Όχι. Στη μητέρα σας. Υποσχέθηκα στην ετοιμοθάνατη μητέρα σας ότι θα σας προσέχω. Δεν είναι αστείο; Σαν να βγήκε από κάποιο γλυκανάλατο παραμύθι». Ο Ράνσομ πήρε μια αργή ανάσα. Δηλαδή δεν αρκούσε που ήταν η αιτία του θανάτου της μητέρας του. Είχε καταστρέψει και τη ζωή του Ντάνκαν. Ευτυχώς που το έμαθε. Λοιπόν, θα έβαζε γρήγορα ένα τέλος σ’ αυτό το μαρτύριο. «Μπορείς να θεωρείς τον εαυτό σου απαλλαγμένο απ’ αυτόν τον όρκο».


«Ω, αυτό ακριβώς κάνω, Εξοχότατε. Αυτό ακριβώς κάνω». Άλλος ένας χείμαρρος από παγωμένο νερό προσγειώθηκε στο κεφάλι του. «Είστε ανόητος!» είπε ο Ντάνκαν με έναν οργισμένο τόνο, τον οποίο ο Ράνσομ δεν είχε ακούσει ποτέ από τον βαλέ του. «Σας έχω δει μεθυσμένο, παραλυμένο από τις κραιπάλες, μπλεγμένο σε κάθε είδους ακολασία! Αλλά ποτέ δεν σας έχω δει να συμπεριφέρεστε τόσο ηλίθια όπως συμπεριφερθήκατε σήμερα. Αν αφήσετε αυτό το κορίτσι να φύγει, είστε ένας ηλίθιος με περικεφαλαία!» Ο Ράνσομ κούνησε το κεφάλι για να συνέλθει. Τα δόντια του χτυπούσαν από το κρύο. «Εί… είναι καλύτερα έτσι». «Καλύτερα;» Μία ακόμα κατσαρόλα με παγωμένο νερό χύθηκε στους ώμους του. «Για ποιον;» «Για κείνην», απάντησε σκουπίζοντας τα νερά από το πρόσωπό του. «Για την Ίζι. Την άκουσες. Δεν… δεν της αξίζω». «Ασφαλώς και δεν της αξίζετε! Σε κανέναν άντρα δεν αξίζει μια τέτοια γυναίκα. Πρέπει να υποθηκεύσει την ίδια του την ψυχή για να την κερδίσει και να περάσει μια ζωή ξεπληρώνοντας το χρέος». «Σύντομα… δεν θα έχω ούτε ένα περιουσιακό στοιχείο στο όνομά μου. Δεν θα πάρω ούτε εσένα ούτε εκείνη ούτε οποιονδήποτε άλλο στον λαιμό μου». Ο Ντάνκαν έμεινε σιωπηλός αρκετή ώρα. «Σας αγαπούσε». Τον αγαπούσε. Παράξενο το πώς η χρήση παρελθοντικού χρόνου έπαιρνε μια εκπληκτική πρόταση και τη μετέτρεπε σε κάτι που του ράγιζε την καρδιά. «Απ’ ό,τι βλέπω, εσύ και η δεσποινίς Γκουντνάιτ τα λέγατε σαν καλοί φίλοι». «Δεν αναφέρομαι στη δεσποινίδα Γκουντνάιτ. Αναφέρομαι στην αείμνηστη δούκισσα». Ο Ράνσομ προετοιμάστηκε για τον οξύ πόνο που του προκάλεσε η αναφορά της. «Μία ακόμα γυναίκα που θα ήταν καλύτερα αν δεν είχα γεννηθεί ποτέ». «Ήμουν ένας απλός τραπεζοκόμος. Προσλήφθηκα όταν ήσαστε στην κοιλιά της. Οι πάντες στο σπίτι κυκλοφορούσαν στις μύτες των ποδιών. Έμαθα πως τον προηγούμενο χρόνο είχε γεννήσει ένα παιδί νεκρό. Στα διαμερίσματα του υπηρετικού προσωπικού κυκλοφορούσε η φήμη πως ένας γιατρός την προειδοποίησε ότι μπορεί να μην επιβίωνε από άλλη μία γέννα». Τον προηγούμενο χρόνο είχε γεννήσει ένα παιδί νεκρό; Ο Ράνσομ δεν το είχε ακούσει ποτέ. «Ήθελε, όμως, να πάρει το ρίσκο», συνέχισε ο Ντάνκαν. «Σας ήθελε πάρα πολύ. Όταν ολοκληρώθηκε ο τοκετός, μ’ έστειλαν να πάω να πάρω το βαλιτσάκι του γιατρού από το δωμάτιο. Εκείνη άπλωσε το χέρι και μ’ έπιασε από το


μπράτσο». Ο ηλικιωμένος βαλές ξερόβηξε, επειδή ο λαιμός του είχε κλείσει από τη συγκίνηση. «“Ορκίσου”», είπε. «“Ορκίσου πως θα του δείξεις αγάπη”». Ο Ράνσομ ήταν ανίκανος να κουνηθεί. «Παραληρούσε», πρόσθεσε ο Ντάνκαν. «Ήταν ετοιμοθάνατη. Ήξερα πως με είχε περάσει για τον δούκα. Αλλά δεν μπορούσα να της το πω και δεν προλάβαινα να τον φωνάξω. Ούτως ή άλλως, δεν θα της έλεγε αυτό που λαχταρούσε ν’ ακούσει». Αυτό ήταν σίγουρο. Ο πατέρας του είχε παραμείνει ένα ψυχρό, άτεγκτο καθοίκι έως τη μέρα του θανάτου του. «Αλλά δεν μπορούσα ν’ αφήσω τη νεαρή δούκισσα να πεθάνει στεναχωρημένη. Έτσι, της είπα: “Ορκίζομαι. Ορκίζομαι να του δείξω αγάπη”. Και επί τριάντα χρόνια έβαλα τα δυνατά μου για να τιμήσω τον όρκο μου». Τι στην ευχή; Πού ήταν μία ακόμα κανάτα παγωμένο νερό τώρα που τη χρειαζόταν για να κρύψει όλες εκείνες τις άλλες σταγόνες που κυλούσαν στο πρόσωπό του; Έτσι όπως βυθιζόταν στην μπανιέρα, ο Ράνσομ τράβηξε τα γόνατα στο στήθος του κι έτριψε με τα δυο χέρια το πρόσωπό του. Απαγορευόταν στις νταντάδες και στους οικοδιδασκάλους του να του δείξουν καλοσύνη. Ποιος ήταν αυτός, όμως, που στάθηκε δίπλα του; Ποιος ήταν αυτός που φρόντιζε για την καθαριότητά του έπειτα από κάθε νύχτα ακολασίας, αυτός που του έραβε τα τραύματα, αυτός που τον έντυνε με αψεγάδιαστα φράκα, που εφάρμοζαν πάνω του πιο σφιχτά και από την αγκαλιά μιας μάνας; Ποιος έμεινε μαζί του αυτούς τους εφτά μήνες όταν επέστρεψε μπουσουλώντας και ψηλαφίζοντας από το κατώφλι του θανάτου; Ο Ντάνκαν. Όλο αυτόν τον καιρό ήταν ο Ντάνκαν. «Τώρα…» ψέλλισε βραχνά. «Μου τα λες όλα αυτά τώρα…» «Δεν πίστευα πως ήσαστε έτοιμος να τα ακούσετε πριν. Και είχα δίκιο». «Ναι, αλλά… γιατί; Καμία σύνταξη στον κόσμο δεν αξίζει τόσο ώστε να με υπηρετεί κάποιος τριάντα χρόνια. Και δεν σου έδωσα κανέναν καλό λόγο για να είσαι αφοσιωμένος». «Όχι, φυσικά. Κράτησα αυτή την υπόσχεση τριάντα χρόνια επειδή έδινε νόημα στη δουλειά μου. Μου προσέδιδε υπόληψη. Τη μικρή υπόληψη που μπορεί να έχει ένας υπηρέτης. Παρ’ όλα αυτά, ήταν υπόληψη. »Αλλά απ’ ό,τι φαίνεται, κατά τη γνώμη σας, χαράμισα όλη μου τη ζωή. Δεν ήταν παρά ένας ακόμα κουραδο-όρκος και μια χαζο-υπόσχεση. Τώρα που με απαλλάξατε απ’ αυτήν…» Ο βαλές πήρε μια βαθιά ανάσα. «Νομίζω πως θα


αποσυρθώ σε κάποια παραθαλάσσια αγροικία στην Ιρλανδία. Και θα έλεγα ότι το περιμένω πώς και πώς». Ο Ράνσομ άπλωσε το χέρι για να πιάσει την πετσέτα ή τα ρούχα του. Τίποτα. «Πού είναι το πουκάμισό μου;» «Δεν έχω ιδέα, Εξοχότατε. Δεν είναι πλέον δουλειά μου. Αλλά θα μου επιτρέψετε να σας δώσω μια αποχαιρετιστήρια συμβουλή… Δεν σας παίρνει να είστε επιλεκτικός. Αν σας προσφέρει κάποιος αγάπη ή φιλία, δεχτείτε την. Ακόμα κι αν εμφανίζεται φορώντας έναν δίσκο τσαγιού. Επίσης, να αποφεύγετε τις ρίγες. Δεν σας κολακεύουν». Ο Ράνσομ έμεινε εκεί, τυφλός, γυμνός, βρεγμένος, να τρέμει από το κρύο. Και απόλυτα μόνος, όπως τη μέρα που γεννήθηκε. Δεν είχε μείνει τίποτα πέρα από το να ξεκινήσει από την αρχή. Και να προσπαθήσει να κερδίσει πάλι τα πάντα. Η Ίζι πηγαινοερχόταν στην κρεβατοκάμαρά της υπό το φως ενός μοναχικού κεριού. Κοίταξε ξανά το ρολόι. Δυόμισι το πρωί. Είχαν περάσει μόλις εννιά λεπτά από την τελευταία φορά που κοίταξε. Πού στην ευχή μπορεί να πήγε ο Ράνσομ; Μέσα στη νύχτα, μόνος του; Ύστερα από δική της επιμονή, ο Ντάνκαν βγήκε να τον ψάξει. Έπρεπε να έχουν γυρίσει πριν από ώρες. Τώρα η Ίζι ανησυχούσε και για τους δύο. Αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στον θυμό για τη λιποταξία του και στον φόβο πως συνέβη κάτι τρομερό. Είναι μεγάλος άντρας, είπε στον εαυτό της. Ο Μάγκνους είναι ο πιστός οδηγός του. Αλλά τίποτε από αυτά δεν αποτελούσε εγγύηση απέναντι στα ατυχήματα ή στον τραυματισμό. Κι αν χάθηκε; Κι αν έπεσε στον χείμαρρο; Κι αν ταξίδεψε μέχρι τη Σκοτία με κάποια από τις θεραπαινίδες; Δεν ήξερε αν έπρεπε να τον κατηγορήσει έπειτα από τα θυμωμένα λόγια που του είπε. Ω Θεέ μου. Η αβεβαιότητα τη σκότωνε. Ίσως έπρεπε να επιχειρήσει να βγει η ίδια έξω. Μπορούσε να πάρει ένα φανάρι και να ξυπνήσει τη Χιονοσταλίτσα, που κοιμόταν στο κρεβάτι της από ροκανίδια. Τελικά πήρε την απόφαση. Πήρε το παλτό και τα μποτίνια της. Δεν μπορούσε να κάθεται άπραγη και να μην κάνει τίποτα. Τα δάχτυλά της έτρεμαν καθώς προσπαθούσε να λύσει τα κορδόνια από τα μποτίνια της προτού τα φορέσει. Απορούσε γιατί δεν τα έλυνε όταν τα έβγαζε προτού κοιμηθεί. Ήταν μια τεμπέλικη συνήθεια, για την οποία πλέον μετάνιωνε περισσότερο από κάθε άλλη στιγμή.


Τώρα που είχε πάρει την απόφαση να βγει και να τον ψάξει, η ανησυχία της κορυφώθηκε. Και, σε αντίθεση με τον τρόμο που ένιωθε στο σκοτάδι κι έκανε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή, τούτος ο τρόμος είχε καθορισμένο σχήμα κι ένα περίγραμμα απτό. Επειδή ο συγκεκριμένος τρόμος δεν ήταν προϊόν της φαντασίας της. Όχι πια. Ήταν αληθινός τρόμος για την ασφάλεια κάποιου που νοιαζόταν. Κάποιου που αγαπούσε. Τον αγαπούσε, και δεν είχε σημασία που εκείνος σαμποτάρισε σήμερα όλη τη σκληρή δουλειά τους και τη μελλοντική ευτυχία τους. Αν βρισκόταν κάπου εκεί έξω, υποφέροντας στο σκοτάδι, έπρεπε να τον βοηθήσει. Και τότε –πάνω που είχε χαλαρώσει τον κόμπο στο δεύτερο μποτίνι της– άκουσε φωνές στην αυλή. Έτρεξε προς το παράθυρο. Δόξα τω Θεώ! Γύρισε στο σπίτι. Γύρισε στο σπίτι με το μπράτσο του να στηρίζεται στον ώμο του Ντάνκαν, ενώ… γελούσε. Γελούσε; Ο φόβος της έκανε φτερά. Τη θέση του πήρε ένα κύμα καθαρής οργής. Κατέβηκε σαν σίφουνας τα σκαλοπάτια και μπήκε στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, πάνω στην ώρα για να υποδεχτεί τους άντρες που επέστρεψαν. Τύλιξε τα μπράτσα της γύρω της για να σταματήσει το τρέμουλο. «Ράνσομ, πήγα να τρελαθώ από την ανησυχία μου! Πού ήσουν;» Ο Ντάνκαν φάνηκε να αντιλαμβάνεται πως είχε έρθει η στιγμή να αποχωρήσει. «Έχω κάτι…» Έκανε ένα αόριστο νεύμα προς το ταβάνι. Ύστερα γύρισε το κεφάλι και κοίταξε πάνω από τον ώμο του. «Η μπουγάδα. Πρέπει να…» «Απλώς πήγαινε…» είπε ικετευτικά η Ίζι. Εκείνος έφυγε ευγνώμων. «Λοιπόν;» είπε τυλίγοντας τα χέρια της σφιχτά στον κορμό της. «Πού ήσουν;» «Ήμουν…» –έκανε μια πλατιά κίνηση με τα χέρια– «… έξω κι έκανα φίλους». Έκανε φίλους; Αν της απαντούσε «Κυνηγούσα μονόκερους», δεν θα έμενε τόσο έκπληκτη. «Πού;» ρώτησε. «Και με ποιον;» «Λοιπόν, ξεκίνησα από το σπίτι του εφημέριου… Ο Βέντελ Μπάτερφιλντ δειπνούσε με την οικογένεια Πέλχαμ. Μετά από μερικές ώρες πήγα στο πανδοχείο του χωριού. Όταν έκλεισε η κοινόχρηστη αίθουσα, πήγα στο καπηλειό. Νομίζω πως λέγεται Μοσχοβόλος Κάπρος. Ένα γραφικό, ολίγον τι βρόμικο στέκι, γεμάτο ενδιαφέροντες τύπους. Τουλάχιστον δύο απ’ αυτούς


ήξεραν να διαβάζουν». «Να διαβάζουν». «Ναι», είπε ο Ράνσομ. «Βλέπεις, αυτό έκανα τόση ώρα. Όλο το βράδυ πήγαινα από μέρος σε μέρος. Ήθελα κάποιον να μου διαβάσει κάτι και δεν μπορούσα να το ζητήσω από σένα. Κάτι σημαντικό». «Αλήθεια; Και τι ήταν αυτό;» «Οι Ιστορίες Γκουντνάιτ». Η απάντηση έκανε τα γόνατά της να λυγίσουν. «Ω, όχι». «Ω, ναι. Σήμερα έγινε σαφές πως, αν είχα κάποια ελπίδα να σε καταλάβω, να γίνω αντάξιός σου και, πόσο μάλλον, να σε ξανακερδίσω, έπρεπε να μάθω τι υπήρχε σ’ αυτές τις ιστορίες. Και τώρα, χάρη στην Αμπιγκέιλ, στον κύριο Μπάτερφιλντ και στους ευγενικούς θαμώνες των τοπικών καπηλειών, έμαθα όλο το έπος. Από την αρχή μέχρι το τέλος. Όχι πως έχει τέλος, φυσικά. Έχω μερικές ερωτήσεις σχετικά με αυτό». Όχι. Όχι. Όχι αυτός. Όχι ο Ράνσομ. Ο μοναδικός άνθρωπος που δεν της συμπεριφερόταν σαν να ήταν το γλυκανάλατο κοριτσάκι ενός παραμυθιού, αλλά όπως ταιριάζει σε ώριμη γυναίκα. Μια όμορφη ξελογιάστρα, με ενδιαφέρουσες ιδέες και αισθησιακό πνεύμα. Τώρα που είχε ακούσει όλες αυτές τις ιστορίες, θα συμπεριφερόταν ακριβώς όπως ο λόρδος Άρτσερ, η Αμπιγκέιλ κι όλοι οι υπόλοιποι. Η Ίζι απομακρύνθηκε κλονισμένη, πριν προλάβει να κάνει εκείνος κάτι καταστροφικό. Όπως να της χαϊδέψει τρυφερά το κεφάλι. Ή να της προσφέρει ένα ζαχαρωτό. Εκείνος είπε τραγουδιστά: «Σβήσε το φως, αγαπημένη Ίζι, και θα σου πω μια τέτοια ιστορία». Εκείνη έπνιξε με κόπο έναν λυγμό. «Πώς μπόρεσες;» «Πώς μπόρεσα εγώ;» τη ρώτησε. «Εσύ πώς μπόρεσες! Αυτό είναι που θέλω να μάθω. Οφείλω να πω πως νιώθω κάποια συμπόνια γι’ αυτούς που σου γράφουν τόσα γράμματα… Δεν είναι ν’ απορεί κανείς που έχουν χάσει το μυαλό τους. Ο Ούλρικ έμεινε να κρέμεται περισσότερο από έναν χρόνο, και η Κρέσιντα είναι ακόμα κλεισμένη σ’ εκείνο τον πύργο… Πρέπει να μου πεις ποιος είναι ο Σκοτεινός Ιππότης. Αυτό, τουλάχιστον, το έχω ανάγκη. Έχω κάποιες θεωρίες κατά νου, αλλά…» Εκείνη έκρυψε το πρόσωπο στις παλάμες της. «Αυτό είναι τρομερό. Όχι κι εσύ…» «Ναι κι εγώ. Είμαι Μοράγγλιος μέχρι το κόκαλο! Προσήλυτος του


εκπληκτικού, μαγικού κόσμου των Ιστοριών Γκουντνάιτ». Τεντώθηκε στον καναπέ, διπλώνοντας τα χέρια πίσω από τον σβέρκο και κοιτάζοντας το ταβάνι. «Με προειδοποίησες ότι τα κεφάλαια που κυκλοφόρησαν τα πρώτα χρόνια δεν ήταν καλά. Και οφείλω να αναγνωρίσω πως είχες δίκιο. Ήταν παιδικά και σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμα». «Προβλέψιμα;» Όλως παραδόξως, η Ίζι πειράχτηκε λιγάκι. Ο Ράνσομ συνέχισε να μιλάει. «Αλλά ξάφνου, κάπου στη δεύτερη απαγωγή της Κρέσιντα, η ιστορία άρχισε ν’ αλλάζει. Σαν το καλό ουίσκι που ωριμάζει στο βαρέλι. Υπάρχουν πιο βαθιές διαστάσεις, περισσότερες συναισθηματικές αποχρώσεις… Και οι λέξεις σκιαγραφούν τόσο έντονες εικόνες! Μπορούσα να δω τα πάντα να συμβαίνουν στο μυαλό μου. Τόσο καθαρά, θαρρείς και γίνονταν μπροστά μου, αλλά η αφήγηση συνέχιζε να μ’ εκπλήσσει. Μέχρι να φτάσω στο τέλος –ή, μάλλον, στο μη τέλος– είχα καθηλωθεί στο σκαμπό της μπάρας. Το καπηλειό έπαψε να υπάρχει. Κατέληξα να εύχομαι να γινόμουν ο μισός άντρας απ’ ό,τι ήταν ο Ούλρικ. Και δεν με πειράζει που ομολογώ πως είμαι αρκετά γοητευμένος από την Κρέσιντα». Η Ίζι έβγαλε ένα κλαψούρισμα απόγνωσης. «Αλλά το μεγαλύτερο σοκ δεν είχε να κάνει με τους χαρακτήρες ή την πλοκή». Ανακάθισε για να την κοιτάξει. Τα σκοτεινά μάτια του έδειχναν να εστιάζουν στα δικά της. «Είχε να κάνει με σένα». Η καρδιά της ρίγησε στο στήθος της. Ω Θεέ μου. Ήξερε. «Ναι», είπε εκείνος επιβεβαιώνοντας τους φόβους της. «Ξέρω την αλήθεια». Αυτό ήταν, λοιπόν. Το θέατρο που έπαιζε επί δεκατρία χρόνια είχε τελειώσει. Ήξερε τα πάντα. Γεγονός που άφηνε στην Ίζι περιθώριο για μία μόνο αντίδραση. Να τρέξει.


Κεφάλαιο 23 Με ένα πνιχτό, οδυνηρό επιφώνημα, η Ίζι έσπασε το παγωμένο περίβλημα του πανικού της. Έφυγε τρέχοντας από τη μεγάλη αίθουσα της εισόδου και όρμησε στη σπειροειδή σκάλα. «Ίζι!» Εκείνη τάχυνε το βήμα. Την πήρε στο κατόπι. «Ίζι, σταμάτα. Μην το σκας από μένα, διάβολε! Μην το ξανασκάσεις από μένα». Η Ίζι κοντοστάθηκε στον διάδρομο και γαντζώθηκε στον τοίχο για να πάρει δύναμη. Είχε δίκιο. Η λαίδη Έμιλι Ριβερντέιλ το είχε σκάσει από κείνον. Το είχε κάνει εξαιτίας των ιστοριών της Ίζι και, ως αποτέλεσμα, το κορίτσι αυτό κατέστρεψε τη ζωή του. Ακόμα κι αν δεν μπορούσε να του προσφέρει τίποτε άλλο, η Ίζι τού χρωστούσε τουλάχιστον αυτό. Την ευκαιρία να έρθει σε αντιπαράθεση μαζί της πρόσωπο με πρόσωπο. Έτσι, σταμάτησε να τρέχει. Και στράφηκε για να αντικρίσει την αλήθεια. «Ράνσομ, εγώ… δεν μπορώ να φανταστώ πώς μπορεί να νιώθεις αυτή τη στιγμή». «Ω…» έκανε εκείνος. «Νομίζω πως μπορείς». Την έπιασε από τη μέση και την οδήγησε στο κοντινότερο δωμάτιο – που έτυχε να είναι η πρόσφατα ανακαινισμένη δουκική κρεβατοκάμαρα, η οποία δεν είχε χρησιμοποιηθεί ακόμα. Εκείνος έκλεισε με μια κλοτσιά την πόρτα πίσω τους. «Τελικά, εσύ τις ονειρεύτηκες αυτές τις παράξενες ιστορίες. Είναι σαφές ότι μπορείς να φανταστείς έναν σωρό πράγματα». Καθώς μιλούσε, την οδηγούσε με την όπισθεν προς το κρεβάτι. «Επομένως, μάλλον μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου στη θέση μου έτσι όπως καθόμουν εκεί –στην αρχή στο σπίτι του εφημέριου, ύστερα στο πανδοχείο, στη συνέχεια σ’ εκείνο το βρόμικο καπηλειό– να σιγουρεύομαι σταδιακά πως ο συγγραφέας αυτών των ιστοριών δεν ήταν ο σερ Χένρι Γκουντνάιτ. Ήσουν –από πάντα– εσύ». Αισθάνθηκε την άκρη του στρώματος πίσω από τα γόνατά της κι έπεσε ανάσκελα στο κρεβάτι. Εκείνος έπεσε μαζί της, αιχμαλωτίζοντάς την ανάμεσα


στα μέλη του και χρησιμοποιώντας το βάρος του για να την καθηλώσει στο κρεβάτι. «Πες μου, λοιπόν». Η φωνή του ήταν ζοφερή και υπόκωφη σαν σπηλιά. «Μπορείς να φανταστείς πώς ένιωσα; Μπορείς να ονομάσεις αυτό το έντονο συναίσθημα που πλημμύρισε το στέρνο μου σε τέτοιον βαθμό, ώστε πόνεσαν τα πλευρά μου;» «Θυμός…» μάντεψε η Ίζι, στα πρόθυρα της λιποθυμίας. Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Λάθος». «Οργή; Ένιωσες προδομένος;» «Λάθος και πάλι λάθος». Της άγγιξε τα χείλη και διέτρεξε το περίγραμμά τους με τον αντίχειρά του. «Ήταν περηφάνια. Ω Ίζι μου. Ήμουν τόσο αναθεματισμένα περήφανος για σένα, που νόμιζα πως η καρδιά μου θα έσπαζε». Η δική της καρδιά σταμάτησε τελείως. «Περήφανος για…» Ξερόβηξε, για να εμποδίσει έναν λυγμό. «Τι εννοείς; Πώς μπορείς να είσαι περήφανος για μένα;» «Σταμάτα τις ανοησίες. Σταμάτα να παίζεις θέατρο. Όχι μαζί μου». Της σκούπισε ένα δάκρυ. «Ένιωσα περήφανος επειδή εσύ τα έγραψες αυτά. Όλα αυτά». «Ναι, κι αυτό σημαίνει πως εγώ φταίω για όλα. Το έργο μου ευθύνεται για το γεγονός ότι η λαίδη Έμιλι κλέφτηκε με κάποιον άλλο. Ευθύνεται για τον τραυματισμό σου και για το ότι είσαι τυφλός. Για το ότι βρίσκεσαι τώρα στα πρόθυρα να χάσεις τα πάντα. Τα πάντα είναι δικό μου λάθος». «Τότε το μόνο που μπορώ να πω είναι…» Πήρε μια ανάσα και ύστερα την άφησε αργόσυρτα. «Να είσαι καλά. Σ’ ευχαριστώ». «Δεν μπορεί να το εννοείς». «Το εννοώ. Αν δεν είχες δείξει σ’ εκείνη την ανόητη και επιπόλαια Έμιλι Ριβερντέιλ το όνειρο του έρωτα, δεν θα είχα την ευκαιρία να το πιστέψω κι εγώ ο ίδιος. Δεν θα ερχόμουν εδώ. Δεν θα γνώριζα εσένα. Ακόμα κι αν σε γνώριζα, θα ήμουν υπερβολικά ξιπασμένος και ξεροκέφαλος για να σ’ αφήσω να με πλησιάσεις». Χαμήλωσε το κεφάλι κι έχωσε το πρόσωπό του στον αυχένα της. «Ίζι, σου χρωστάω τα πάντα. Είσαι η καρδιά μου. Η ίδια μου η ζωή. Μη με εγκαταλείψεις ποτέ». Αισθάνθηκε την καρδιά της να φουσκώνει. «Ποτέ». Τύλιξε τα μπράτσα της στον λαιμό του και τον αγκάλιασε σφιχτά. «Αν μ’ αφήσεις απλώς να σε αγκαλιάσω, δεν θα σε εγκαταλείψω ποτέ». Το φιλί τους ήταν βαθύ, γεμάτο γλυκύτητα. Και αργό. Λες και είχαν όλο τον


χρόνο με το μέρος τους. «Λυπάμαι για πριν», της είπε. «Για τα ανόητα πράγματα που είπα. Ήμουν απαίσιος. Κατέστρεψα όλο σου το έργο. Και, το χειρότερο, κατέστρεψα τα σχέδια που είχα κατά νου». Τα φρύδια της έσμιξαν. «Τι σχέδια είχες κατά νου;» «Λοιπόν, για αρχή…» –ο Ράνσομ ανακάθισε και στηρίχτηκε στους αγκώνες του– «σκόπευα να σε αποπλανήσω απόψε σ’ αυτό το κρεβάτι». Η Ίζι ξεροκατάπιε. «Άλλαξε το σχέδιο;» Σε παρακαλώ, πες όχι. Σε παρακαλώ, πες όχι. «Ναι. Άλλαξε» Σηκώθηκε και κάθισε ιππαστί στο ύψος της μέσης της. «Δεν νομίζω πως στη συγκεκριμένη περίπτωση επιβάλλεται η αποπλάνηση. Νομίζω πως ήρθε η ώρα να ασελγήσω πάνω σου». Ο ενθουσιασμός τη διαπέρασε σαν κύμα. Ναι. Αυτό ακριβώς ήταν που λαχταρούσε ένα κομμάτι του εαυτού της· να πάρει εκείνος τον έλεγχο. Από την ηλικία των δέκα ετών ήταν το υπεύθυνο μέλος της οικίας Γκουντνάιτ. Τόσα χρόνια έγραφε πυρετωδώς ιστορίες, εργαζόταν για να εξακολουθήσουν να έχουν ψωμί στο τραπέζι τους και πετρέλαιο στις λάμπες τους. Και μετά υπήρχε η διαρκής πίεση να κρατήσει την αλήθεια κρυφή – μετρώντας τα λόγια της σε κάθε συζήτηση, σφίγγοντας τις γροθιές της και συγκρατώντας τη γλώσσα της. Φροντίζοντας να μην πλησιάσει κανένας ποτέ την αλήθεια. Επειδή δεν έπρεπε να διαφυλάξει μόνο το οικογενειακό εισόδημα, αλλά και τα όνειρα και τις ελπίδες χιλιάδων ανθρώπων. Κι όλο αυτόν τον καιρό λαχταρούσε κάποιον να φροντίσει εκείνη. Το ονειρευόταν. Έναν άντρα αρκετά δυνατό για να την προστατέψει, αρκετά τολμηρό για να διακρίνει ποια ήταν πραγματικά. Πρόθυμο να την κάνει δική του. Η ώρα να ασελγήσει κάποιος πάνω της είχε έρθει προ πολλού. Πέρασε μια ολόκληρη ζωή. Αλλά δεν γινόταν να συμβεί απόψε. Όταν τυλίχτηκαν τα δάχτυλά του στα δικά της και την έσπρωξε ξανά στο κρεβάτι, εκείνη διαμαρτυρήθηκε. «Όχι». Ο Ράνσομ έσμιξε τα φρύδια. «Όχι;» «Όχι έτσι. Δεν μπορώ να σ’ αφήσω να ασελγήσεις πάνω μου». Εκμεταλλεύτηκε την έκπληξή του, τον γύρισε και άλλαξαν θέση στο κρεβάτι, έτσι ώστε να βρεθεί εκείνη από πάνω του. «Απόψε», του υποσχέθηκε, «θα ασελγήσω εγώ πάνω σου».


Θα ασελγήσει πάνω του; Ο Ράνσομ αποπειράθηκε με μισή καρδιά να κάνει τον δύσκολο. Μουρμούρισε μερικές ασυνάρτητες λέξεις για να διαμαρτυρηθεί. Αλλά το σώμα του τον πρόδωσε. «Το ξέρω πως το θέλεις…» του ψιθύρισε, σηκώνοντας τη φούστα της για να καθίσει στους γοφούς του. Όντως. Το ήθελε πάρα πολύ. Δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζει η Ίζι τι σήμαινε γι’ αυτόν να τον σπρώχνει πάλι στο κρεβάτι, να τον απαλλάσσει απ’ όλα του τα ρούχα και ύστερα… απλώς να τον αγγίζει. Να τον χαϊδεύει. Και, το καλύτερο όλων, να τον φιλάει. Να τον φιλάει παντού. Χωρίς να απαιτείται από κείνον κάποια ανταπόδοση ή αποζημίωση. Τίποτα ως αντάλλαγμα. Μόνο το ξεχείλισμα της γλυκύτητάς της, του πάθους της. Της όμορφης καρδιάς της. Τον φίλησε παντού. Παντού. Βρήκε αξιολάτρευτα τα σημεία που επέλεξε να τιμήσει με τα χείλη της. Το εσωτερικό του αγκώνα του. Το προτεταμένο πιγούνι του. Τις μαλλιαρές μυώδεις γάμπες του. Και, καθ’ όλη τη διάρκεια, τα απαλά, αισθησιακά μαλλιά της σέρνονταν πάνω στο δέρμα του, σαν χιλιάδες δάχτυλα που τον χάιδευαν. Τον φίλησε στα χείλη, φυσικά, γλιστρώντας τη γλώσσα της βαθιά στο στόμα του για να τυλίξει τη δική του. Τον φίλησε στα μάγουλα, στους κροτάφους – και στις δυο πλευρές, την απείραχτη και τη σημαδεμένη. Φίλησε το τρυφερό σημείο κάτω ακριβώς από το αφτί του, διέτρεξε με τη γλώσσα το κέντρο του στέρνου του και… Και σταμάτησε στον αφαλό του. Διάβολε. Δεν ήθελε να την πιέσει να το κάνει. Αλλά τον είχε αγγίξει ήδη με το στόμα της παντού, και το πέος του είχε αρχίσει να αποκτά δική του θέληση. Να τεντώνεται λαχταρώντας το άγγιγμά της, λαχταρώντας το φιλί της. Αναπηδούσε σαν φυλακισμένο αγρίμι. «Ίζι». Τελικά τύλιξε την παλάμη της στη στύση του. Πίεσε τα χείλη της στην κορυφή. Ενθαρρυμένη από το βογκητό του, που φανέρωνε αβοήθητη απόλαυση, το έκανε ξανά. Και ξανά, περνώντας τούτη τη φορά μαλακά πάνω του τη γλώσσα της. «Δείξε μου…» ψιθύρισε. «Δείξε μου τι να κάνω». Ο Ράνσομ δεν μπόρεσε να αντισταθεί σ’ αυτή την πρόσκληση. Την έπιασε από τα μαλλιά και την καθοδήγησε ώστε να τον πάρει στο ζεστό, υγρό, υπέροχο


στόμα της και να τον χαϊδέψει με αυτό από πάνω έως κάτω. Δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη καθοδήγηση. Μόλις βρήκε τον ρυθμό, άφησε τα μαλλιά της κι έριξε το κεφάλι στο μαξιλάρι, απολαμβάνοντας την ευδαιμονία. Τον πήρε βαθιά στο στόμα της μια τελευταία φορά και στη συνέχεια τραβήχτηκε, αφήνοντας τη γλώσσα της να γλιστρήσει στο ευαίσθητο κάτω μέρος. Εκείνος βόγκηξε σε μια άφατη ικεσία για έλεος. «Είσαι έτοιμος να ασελγήσω πάνω σου;» τον ρώτησε με έναν αισθησιακό τόνο και φωνή σαν μέλι. «Ναι…» της απάντησε μέσα από τα σφιγμένα δόντια του. «Πανέτοιμος». Ανέβηκε πάνω του, κάθισε ιππαστί στη λεκάνη του κι έτριψε τη θέρμη της πάνω κάτω στο σκληρό μέλος του. Ύστερα πάγωσε σ’ εκείνη τη στάση, σε ετοιμότητα, από πάνω του. Κρατώντας την άκρη του πέους του σφηνωμένη ακριβώς στο σημείο όπου εκείνος ήθελε τόσο απεγνωσμένα να διεισδύσει. Κύριε των δυνάμεων! Αυτό τον πέθαινε. «Ίζι…» Ο ανεκπλήρωτος πόθος έκανε τη φωνή του να ακούγεται πνιχτή. «Τώρα. Κάν’ το τώρα. Σε ικετεύω…» «Ξέρεις ποια λέξη περιμένω ν’ ακούσω». Ήξερε; Α. Ναι, μάλλον ήξερε. Την παλιοσουσουράδα! «Σε παρακαλώ…» Άπλωσε τα χέρια για να την αγγίξει, και το ένα μπλέχτηκε στα μακριά, ασυγκράτητα, σγουρά μαλλιά της, και το είπε πάλι. «Σε παρακαλώ…» «Έτσι μπράβο». Βυθίστηκε, αργά και τρυφερά, αφήνοντάς τον να διεισδύσει μέσα της ολόκληρος, έως τη ρίζα. Ναι. Για όσο μπόρεσε να αντέξει, την άφησε να κινηθεί με το δικό της τέμπο. Εκείνη τον καβάλησε με έναν αργό, απαλό, λικνιστικό ρυθμό, που έφτασε την υπομονή του στα όρια. Κι όταν στέρεψε η υπομονή του, την άρπαξε από τους γοφούς και την καθοδήγησε για να κουνηθεί πιο γρήγορα. Πιο δυνατά. Στύλωσε τα πόδια του στο κρεβάτι κι έσπρωξε προς τα πάνω τους μηρούς του, συναντώντας τη στη μέση κάθε ώθησης. Η Ίζι έπεσε μπροστά, και τα απαλά, ζεστά, τρεμάμενα στήθη της συνάντησαν το στέρνο του. Την κρατούσε τυλιγμένη σφιχτά στα μπράτσα του, εισβάλλοντας με το πέος του ξανά και ξανά – σπρώχνοντας όλο και πιο ψηλά, ώσπου εκείνη ρίγησε και κατέρρευσε στα μπράτσα του.


Κι όταν έφτασε στην κλιμάκωση, το ίδιο συνέβη και με κείνον. Ήταν μια ταύτιση, ήταν υπέροχα, ήταν τέλεια και ήταν εκείνη. Μόνο εκείνη. Πόσο την αγαπούσε! Σφίγγοντάς τη στην αγκαλιά του, κύλησε στο πλάι, κι εκείνη ακούμπησε το κεφάλι στο στήθος του. Κούρνιασε εκεί γλυκά και κουλουριάστηκε μέσα στα μπράτσα του. Ο Ράνσομ ακούμπησε το πιγούνι στο κεφάλι της. «Θα σου κάνω μια ερώτηση, Ίζι. Δεν την έχω ξανακάνει σε γυναίκα. Και χρειάζεται αρκετό κουράγιο ακόμα και για να θίξω αυτό το θέμα, επομένως, σε παρακαλώ, σε ικετεύω, σκέψου προσεκτικά την απάντησή σου». «Τι είναι;» «Ίζι, καρδιά μου…» Της χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά έτσι όπως ήταν απλωμένα σαν βεντάλια στο μαξιλάρι. «Το πρωί θα μου φτιάξεις μια τηγανίτα;»


Κεφάλαιο 24 Μόλις μπήκε το φως της αυγής από τα παράθυρα, η Ίζι κούνησε τον κοιμισμένο εραστή της για να ξυπνήσει. Το έκανε με πόνο καρδιάς. Ήταν τόσο όμορφος εκεί, με τα μπρούντζινα μέλη του μπλεγμένα μέσα στα κολλαριστά λευκά σεντόνια και στα αφράτα μαξιλάρια. Φαινόταν γαλήνιος. Αλλά σήμερα η μέρα επρόκειτο να είναι –το λιγότερο– ενδιαφέρουσα. Δεν γινόταν να κοιμηθεί περισσότερο. «Ράνσομ», είπε και τον σκούντηξε στον ώμο. Εκείνος τινάχτηκε ξαφνιασμένος. «Τι; Τι είναι;» «Ξύπνα και ντύσου. Οι δικηγόροι έρχονται σήμερα. Δεν ξέρω πού είναι ο Ντάνκαν, αλλά το σίγουρο είναι πως θα εμφανιστεί σύντομα». «Για όνομα του Θεού, Ίζι! Ας πάνε στα τσακίδια οι δικηγόροι. Ο Ντάνκαν παραιτήθηκε. Και νομίζω πως το ξεπεράσαμε αυτό. Δεν σκοπεύω να κρύψω άλλο αυτό που συμβαίνει μεταξύ μας». «Δεν το κρύβω». Έπεσε δίπλα του στο κρεβάτι και του ανακάτεψε τα μαλλιά. «Απλώς σου λέω να βιαστείς. Αν θέλεις τηγανίτα, πρέπει να σ’ τη φτιάξω τώρα». «Ω. Εντάξει λοιπόν». Έπειτα από μερικά λεπτά, φορώντας τσαλακωμένα ρούχα και με ένα σπάνιο χαμόγελο στο πρόσωπό του, ο Ράνσομ την ακολούθησε στον κάτω όροφο και μπήκαν στην κουζίνα, δίπλα στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου. Η Ίζι έβαλε ξύλα στη φωτιά και άρχισε να βγάζει γαβάθες και κουτάλες από το ντουλάπι. «Λοιπόν, πώς μάντεψες την αλήθεια;» «Θέλεις να μάθεις πώς την κατάλαβα; Το υποψιαζόμουν εδώ και λίγο καιρό. Περιγράφεις τα ηλιοβασιλέματα σαν πολεμιστές στο χείλος του θανάτου, διαβάζεις με διαφορετικές φωνές και γράφεις αλλόκοτους διαλόγους. Όταν άκουσα τελικά τις ιστορίες, ήταν φως φανάρι. Το κατάλαβα επειδή σε ξέρω. Ίζι, δεν πρέπει να το αρνείσαι ή να προσποιείσαι άλλο». Πολύ καλά. Δεν θα προσποιούνταν άλλο. Όχι μαζί του. Ο υπόλοιπος κόσμος δεν θα μάθαινε ποτέ την αλήθεια, αλλά δεν μπορούσε να αρνηθεί πόσο σημαντικό ήταν για την ίδια που αυτός ο άντρας την αντιλήφθηκε. Είχε διαβλέψει πέρα από τις προσδοκίες και την αντίληψη του κόσμου και την


είχε δει. Την αληθινή Ίζι. «Σ’ άρεσαν πραγματικά οι ιστορίες;» τον ρώτησε. Ήταν εξαιρετικά ανόητη ερώτηση και –κατά συνέπεια– κατσάδιασε νοερά τον εαυτό της. Εκείνος της τράβηξε χαϊδευτικά τα μαλλιά. «Το “άρεσαν” δεν είναι η σωστή λέξη». Ναι, αλλά ποια είναι η λέξη; αναρωτήθηκε. Τις θαύμαζε; Τις λάτρευε; Ξετρελάθηκε μαζί τους; Τις αγαπούσε; Δεν είχε ανάγκη να ακούσει από κείνον αυτή τη λέξη, είπε στον εαυτό της. Ενδόμυχα, όμως, δεν μπορούσε παρά να το ευχηθεί. «Γιατί δεν μου το είπες;» τη ρώτησε. «Και, εδώ που τα λέμε, γιατί δεν το είπες και σε όλο τον κόσμο; Αν είχα γράψει εγώ το δημοφιλέστερο βιβλίο της Αγγλίας, δεν θα έπαυα να κοκορεύομαι γι’ αυτό». Ήταν με τα καλά του; «Μα είναι φυσικό να μην μπορώ να το πω σε κανέναν. Ειδάλλως, θα τους κατέστρεφα την απόλαυση και θα έκανα τον πατέρα μου να φανεί απατεώνας». «Ο πατέρας σου ήταν απατεώνας. Ήταν ένας δειλός, αναίσχυντος απατεώνας που έκλεβε τη δόξα της σκληρής δουλειάς σου». Η Ίζι κούνησε το κεφάλι και πήρε τα αβγά από το ντουλάπι. «Στην αρχή της σταδιοδρομίας μου με προστάτευε. Ήμουν πολύ μικρή. Οι εκδότες δεν θα είχαν διαβάσει καν τις Ιστορίες αν ήξεραν ότι τις έγραψα εγώ. Δεν ήθελα την προσοχή του κόσμου και τους θαυμαστές. Η αγάπη του κόσμου έφερνε χαρά στον πατέρα μου. Εμένα μου έφερνε χαρά το γράψιμο». «Μέχρι που πέθανε κι έχασες τα πάντα. Δεν σου λείπει πια;» «Φυσικά και μου λείπει. Τρομερά». Ακόμα και τώρα, περισσότερο από έναν χρόνο μετά τον χαμό του, ένιωθε την επώδυνη αίσθηση της απώλειας, η οποία δεν την εγκατέλειψε ποτέ απόλυτα. «Αλλά πώς θα μπορούσα να συνεχίσω; Αν εξακολουθούσα να εκδίδω το έργο μου ισχυριζόμενη πως ανήκει στον πατέρα μου, από νομικής άποψης θ’ ανήκε στον Μάρτιν. Αν το έστελνα με το όνομά μου, ο εκδότης απλώς θα μου το έστελνε πίσω. Και, πολύ πιθανόν, αδιάβαστο». «Πώς το ξέρεις αν δεν το επιχειρήσεις;» «Δεν το καταλαβαίνεις, Ράνσομ. Δεν βλέπεις». Το κεφάλι του τινάχτηκε ξαφνιασμένο. «Δεν ξέρω τι σχέση έχει η τύφλωσή μου με αυτό». «Έχει πολύ μεγάλη σχέση…» του είπε αναστενάζοντας. Η τύφλωσή του είχε πολύ μεγάλη σχέση με αυτό. Κανένας άντρας δεν της συμπεριφέρθηκε ποτέ –ποτέ– όπως εκείνος. Ήταν


μικροκαμωμένη, με αδιάφορο παρουσιαστικό, ασήμαντη. Αλλά πάνω στη σελίδα, οι λέξεις της ήταν κάτι πολύ περισσότερο. Είχαν την ευκαιρία να ασκήσουν επιρροή, να γίνουν αντικείμενο θαυμασμού. Θα μπορούσαν να αποκτήσουν ακόμα και ισχύ. Μόνο, όμως, αν δεν ήταν δικές της. Είχε καταλήξει να αποδέχεται το γεγονός ότι έτσι θα ήταν πάντα. Ήταν καλύτερη όταν ήταν αόρατη. Γι’ αυτό περιέγραφε τον εαυτό της με σμαραγδένια μάτια και λεία κεχριμπαρένια μαλλιά. Επειδή η πραγματική Ίζι δεν ήταν αρκετή. Έως τώρα. Η πραγματική Ίζι ήταν αρκετή για τον Ράνσομ. Ποτέ δεν θα καταλάβαινε τι σήμαινε αυτό για κείνην. Αλλά θα επιχειρούσε να του το δείξει. Τον έσφιξε απαλά στο μπράτσο. «Θα σου φτιάξω την τηγανίτα σου». Ο Ράνσομ την παρακολουθούσε την ώρα που έπαιρνε τα αβγά και τα έσπαζε στη γαβάθα. «Ποιος σου έμαθε να φτιάχνεις τηγανίτες;» τη ρώτησε. «Ο οικογενειακός σας μάγειρας;» Εκείνη άφησε ένα γελάκι. «Δεν είχαμε μάγειρα… Το πενιχρό εισόδημα του πατέρα μου προερχόταν από τους λιγοστούς μαθητές του. Μέχρι να γίνουν επιτυχία οι Ιστορίες, δεν είχαμε ποτέ τα χρήματα για υπηρέτες». Έριξε γάλα στη γαβάθα, πρόσθεσε κοσκινισμένο αλεύρι και άρχισε να χτυπάει το μείγμα με μια κουτάλα. «Δεν είχαμε μάγειρα, δεν είχαμε υπηρέτρια, δεν είχα γκουβερνάντα. Ήμαστε πάντα εγώ και ο μπαμπάς. Έμαθα μόνη να κάνω έναν σωρό πράγματα, αλλά οι τηγανίτες ήταν από τα αγαπημένα μου». «Δηλαδή πέρασες τα παιδικά σου χρόνια σαν μαγείρισσα, υπηρέτρια και γκουβερνάντα του εαυτού σου. Κι έγινες ο κουβαλητής του σπιτιού από την ηλικία των δεκατριών». Οι παλάμες του τυλίχτηκαν στη μέση της. «Μπαίνω σε πειρασμό να σου πάρω την κουτάλα από τα χέρια και να την πετάξω από το κοντινότερο παράθυρο. Δεν θα έπρεπε να ξαναφτιάξεις ούτε μία τηγανίτα στη ζωή σου». Η Ίζι χαμογέλασε και τον φίλησε στο μάγουλο. «Αυτό διαφέρει. Είναι ευχαρίστησή μου να σ’ τη φτιάξω». Ο δούκας γλίστρησε τα χέρια του στη μέση της και την αγκάλιασε σφιχτά καθώς εκείνη πρόσθετε μια δόση αλάτι και ζάχαρη στη γαβάθα. Και η Ίζι αποφάσισε –εκείνη τη στιγμή, σ’ εκείνη την κουζίνα– πως ήθελε και η ίδια να μοιραστεί κάτι μαζί του. «Θα ήθελες να μάθεις πώς συνεχίζεται η ιστορία; Την πραγματική ταυτότητα του Σκοτεινού Ιππότη;» «Αστειεύεσαι;» Το χέρι του σφίχτηκε γύρω από τη μέση της. «Θα έδινα


σχεδόν τα πάντα για να το μάθω. Τα πάντα εκτός από τις τηγανίτες. Τις τηγανίτες δεν τις διαπραγματεύομαι». «Λοιπόν, ο Ούλρικ ήταν κρεμασμένος από το παραπέτο», του είπε βρίσκοντας το κιούπι με το βούτυρο. «Και πάνω που άρχισε να ανεβαίνει, ο Σκοτεινός Ιππότης ξεθηκάρωσε το σπαθί του και του έκοψε το χέρι με ένα μόνο χτύπημα». Ο Ράνσομ μόρφασε. «Θεέ και Κύριε! Έχεις πολύ αιμοδιψή φαντασία». «Κρέμεται πλέον από ένα μόνο χέρι. Με τη βροχή να πέφτει και τον αέρα να μαστιγώνει τα παραπέτα. Δεν κρατάει μόνο το βάρος του σώματός του, αλλά και το βάρος της πανοπλίας του. Είναι παρά πολύ. Τα δάχτυλά του αρχίζουν να γλιστρούν. Τα πάντα τέλειωσαν, και ο Ούλρικ και ο Σκοτεινός Ιππότης το ξέρουν». Άφησε κατά μέρος τη γαβάθα με τον χυλό της τηγανίτας και του πρόσφερε τα δάχτυλά της, όπου είχε κολλήσει ζάχαρη, για να τα γλείψει. Και συνέχισε την εξιστόρηση. «“Πες μου”, λέει ο Ούλρικ καθώς, από τα τρία δάχτυλα απ’ όπου κρεμιόταν, το ένα γλιστράει και κρατιέται πια με τα δύο. “Προτού με στείλεις να συναντήσω τον θάνατο, πες μου ποιος είσαι”. Τελικά, ο Σκοτεινός Ιππότης σηκώνει την προσωπίδα του κράνους του, αποκαλύπτοντας ένα πολύ οικείο πρόσωπο, και λέει» –εδώ χαμήλωσε τη φωνή της, δίνοντάς της έναν δυσοίωνο τόνο– «“Ούλρικ. Είμαι ο αδελφός σου”». Ο Ράνσομ άφησε το δάχτυλό της να γλιστρήσει από το στόμα του. «Όχι…» «Ναι». «Όχι». «Ναι», επανέλαβε εκείνη. «Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για καμιά τρομερή ανατροπή. Το μοτίβο αυτό συναντάται συχνά στην ιπποτική λογοτεχνία. Οι περιπλανώμενοι ιππότες πάντα έχουν να αντιμετωπίσουν τη νέμεσή τους, που αποκαλύπτεται πως είναι ο πατέρας, ο αδελφός ή ο γιος τους, τον οποίο έχουν χάσει προ πολλού». Έβαλε λίγο βούτυρο στο καυτό τηγάνι, μαζί με μια γενναιόδωρη κουταλιά από τον χυλό. «Μα νόμιζα πως ο αδελφός του Ούλρικ σκοτώθηκε στις Σταυροφορίες», είπε ο Ράνσομ. «Το ίδιο πίστευε και ο Ούλρικ. Νόμιζε πως ο Γκόντρικ πέθανε στη μάχη, αλλά αυτός επιβίωσε. Του πήρε χρόνια να επιστρέψει στην Αγγλία και σε κάθε βήμα του οραματιζόταν να πάρει εκδίκηση από τον αδελφό του, που τον εγκατέλειψε νομίζοντάς τον για νεκρό». Εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Σε λίγο θα μου πεις πως η Κρέσιντα είναι στην πραγματικότητα η αδελφή τους».


«Η Κρέσιντα; Αδελφή τους; Όχι δα. Τι στην ευχή σ’ έκανε να σκεφτείς κάτι τέτοιο;» «Θα ήταν καλή έκπληξη», της απάντησε. «Πρέπει να το πα- ραδεχτείς». Η Ίζι έβγαλε ένα επιφώνημα αποστροφής καθώς γύριζε την τηγανίτα. «Δεν είναι δυνατόν να είναι αδέλφια! Έχουν φιληθεί». «Χωρίς γλώσσα». «Δεν παύει να είναι φιλί. Δεν είναι αδέλφια». Γέλασε. «Τι ιδέα κι αυτή!» Άφησε τη μαγειρεμένη τηγανίτα να γλιστρήσει στο πιάτο που είχε ετοιμάσει. Εκείνη τη στιγμή άνοιξε με ένα τρίξιμο η πόρτα της κουζίνας, και η Ίζι σήκωσε τα μάτια, πάνω στην ώρα για να δει μια οικεία φιγούρα που είχε στην κορυφή έναν λαμπερό κότσο ξανθών μαλλιών. «Εδώ είσαι, Ίζι;» Αμπιγκέιλ. Η Ίζι δάγκωσε τα χείλη της. Δεν ήταν σίγουρη τι γνώμη είχε πια για κείνη η κόρη του εφημέριου. Οι χτεσινές δηλώσεις του Ράνσομ δεν άφησαν και πολλές αμφιβολίες, ενώ οι δυο τους βρίσκονταν εκεί μισοντυμένοι, με τσαλακωμένα ρούχα, φτιάχνοντας πρωί πρωί τηγανίτες στην κουζίνα. Το γεγονός ότι ήταν εραστές πρέπει να ήταν ολοφάνερο. Και θαρρείς και δεν ήταν φως φανάρι, ο Ράνσομ γλίστρησε το χέρι στους ώμους της και την έφερε κοντά του. «Αμπιγκέιλ», είπε εκείνη. «Καλημέρα. Εγώ απλώς… θέλω να πω, εμείς…» «Δεν πειράζει, Ίζι». Η Αμπιγκέιλ μπήκε στο δωμάτιο παίρνοντας την Ίζι παράμερα. «Δεν θα το πω σε κανέναν. Μάλιστα, ήρθα για να σου ζητήσω μια χάρη. Αν σε ρωτήσει κανείς, χτες το βράδυ κοιμήθηκα στο κάστρο…» «Α…» Άρχισε να καταλαβαίνει. «Ω. Φυσικά». «Το σίγουρο είναι πως δεν πέρασα τη νύχτα στο στρατόπεδο του στρατού της Μοράγγλια», είπε η Αμπιγκέιλ με έναν ψίθυρο, «παραχωρώντας στον κύριο Μπάτερφιλντ κάποια όχι και τόσο ιπποτικά δικαιώματα…». Τα μάγουλά της ρόδισαν ελαφρώς. Η Ίζι χαμογέλασε. «Ασφαλώς και δεν συνέβη κάτι τέτοιο». «Ευχαριστώ». «Δεν κάνει τίποτα. Τι τους έχουμε τους φίλους;» Η Αμπιγκέιλ την αγκάλιασε σφιχτά και αναστέναξε ανακουφισμένη. «Λοιπόν», είπε ζωηρά, «τι θα κάνουμε με αυτούς τους δικηγόρους; Πώς θα αποδείξουμε πως ο δούκας δεν είναι ένας ανίκανος παράφρων; Ασφαλώς, δεν γίνεται να το βάλαμε κάτω». Η Ίζι στράφηκε στον Ράνσομ. «Δεν το βάλαμε κάτω. Σωστά;»


«Όχι», της απάντησε εκείνος. «Ας έρθουν. Τέρμα το θέατρο. Τέρμα οι προσποιήσεις. Θα απαντήσω με ειλικρίνεια στα ερωτήματά τους. Κι αν έχουν τελικά σκοπό να αμφισβητήσουν το δικαίωμά μου να διατηρήσω τον τίτλο μου, θα τα πούμε στο Ανώτατο Δικαστήριο». «Μ’ αρέσει αυτό το σχέδιο…» του αποκρίθηκε η Ίζι. «Αμπιγκέιλ, μπορούμε ακόμα να βασιζόμαστε στη βοήθειά σου;» «Φυσικά». «Ο Ντάνκαν παραιτήθηκε», είπε ο Ράνσομ ξύνοντας το αξύριστο πιγούνι του. «Αλλά νομίζω πως μπορώ να τον πείσω να μείνει. Ως φίλος. Εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε υπηρέτες». Στράφηκε στην Αμπιγκέιλ. «Είπες ότι το στρατόπεδο των Μοράγγλιων είναι ακόμα εδώ κοντά; Ίσως μπορέσω να τους πείσω να ξαναέρθουν». Η Ίζι δεν ήταν σίγουρη πως ήταν συνετή ιδέα. «Ράνσομ, χτες ήσουν πολύ προσβλητικός απέναντί τους. Ένας Θεός ξέρει τι γνώμη έχουν για μένα. Ό,τι κι αν τους πεις… προτείνω να ξεκινήσεις με μια ειλικρινή συγγνώμη. Και να συμπεριλάβεις τη λέξη “παρακαλώ”». Εκείνος μάσησε μια μπουκιά τηγανίτας και σήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Είναι λογικοί άντρες. Είμαι σίγουρος ότι με λίγη συζήτηση θα μπορέσουμε να τα βρούμε». Κατά τα φαινόμενα, δεν τα βρήκαν και τόσο εύκολα. Έπειτα από δύο ώρες, ο Ράνσομ κατέληξε στο στρατόπεδο των Μοράγγλιων. Περικυκλωμένος, με μια κουκούλα στο κεφάλι, με ένα σπαθί να τον σημαδεύει και τα χέρια δεμένα πισθάγκωνα. Τον οδηγούσαν πλέον στο δάσος. Προσπάθησε να ακουστεί μέσα από τις κλαγγές των πανοπλιών και την κουκούλα στο κεφάλι του. «Καλοί μου κύριοι, σοβαρά τώρα, γνωρίζω πως τα λόγια μου ήταν προσβλητικά. Αλλά σήμερα ήρθα εδώ με ειρηνικές διαθέσεις. Επιθυμώ να γίνω ένας από σας». Ένα μυτερό αντικείμενο τον σκούντηξε στα νεφρά. «Κανένας δεν γίνεται έτσι απλά ένας από τους ιππότες της Μοράγγλια. Δεν είναι τόσο εύκολο. Πρέπει να γίνει μια τελετή και να δοθεί ένας όρκος». «Και να περάσεις από δοκιμασία», είπε κάποιος άλλος. «Πολύ καλά. Θα υποβληθώ στις δοκιμασίες σας. Αλλά, ειλικρινά τώρα, είναι απαραίτητη η κουκούλα; Είμαι ήδη τυφλός». Δέχτηκε ένα ακόμα σκούντημα στα νεφρά. «Γονάτισε». Εκείνος υπάκουσε. Κάποιος του έβγαλε την κουκούλα.


Ο Ράνσομ ανάσανε άπληστα τον καθαρό αέρα. «Λοιπόν, τι πρέπει να κάνω; Τι πρέπει να πω;» Ξερόβηξε. «Αυθωρεί, προτίθεμαι να δηλώσω τυφλή αφοσίωση…» Του έβαλαν πάλι την κουκούλα στο κεφάλι. «Παρακαλώ σας», διαμαρτυρήθηκε, «δεν ημπορείτε να περιμένετε ένα αναθεματισμένο δευτερόλεπτο…». «Αδελφέ Βέντελ, δεν το παίρνει στα σοβαρά το ζήτημα», είπε ένας από τους ιππότες. «Το τάγμα μας είναι μια ιερή οργάνωση. Βρισκόμαστε εδώ επειδή μας ενώνει ένας απώτερος στόχος». Τότε παρενέβη κάποιος άλλος. «Αν τον δεχτούμε στο τάγμα, πρέπει να του φερθούμε σαν να είναι ένας από μας. Σαν να είναι αδελφός. Πιστεύεις ότι αυτός θα μας συμπεριφερθεί ανάλογα;» Ο Ράνσομ χαμήλωσε το κεφάλι και κατάφερε να ελευθερωθεί από την κουκούλα. Ελεύθερος πλέον, ύψωσε τα μάτια και μίλησε στους απρόσωπους άντρες που τον είχαν περικυκλώσει. «Ακούστε», είπε. «Το ξέρω. Δεν είμαι φίλος σας. Είμαι το καθοίκι που σας ξυλοφόρτωνε και σας έκλεβε το χαρτζιλίκι στο σχολείο. Αλλά αυτή τη στιγμή είμαι πεσμένος στο έδαφος. Στο δάσος. Είμαι γονυπετής, σε εξαιρετικά δυσάρεστη θέση, μία μέρα αφότου παραιτήθηκε από τη θέση του ο βαλές μου. Το παίρνω στα σοβαρά. Ζητάω ειλικρινά συγγνώμη για ό,τι είπα. Και σοβαρά έχω ανάγκη τη βοήθειά σας». Ήταν η πρώτη φορά που ο Ράνσομ θυμόταν τον εαυτό του να προφέρει κάτι τέτοιο: έχω ανάγκη τη βοήθειά σας. Και, ως εκ θαύματος, δεν κατέρρευσε από την ταπείνωση. Ο πρώτος ιππότης πήρε ξανά τον λόγο. «Μην το επιτρέψεις αυτό, αδελφέ. Δεν είναι γνήσιος Μοράγγλιος». «Τώρα είμαι», επέμεινε ο Ράνσομ. «Και ο σερ Βέντελ οφείλει να το γνωρίζει. Ήταν παρών στο δείπνο στο σπίτι του εφημέριου όταν διαβάσαμε το πρώτο μέρος». «Τότε απόδειξε την αξία σου», είπε ο δεύτερος ιππότης. «Στο δέκατο έβδομο κεφάλαιο, ποια ήταν τα τρία συστατικά που έφερε ο Ούλρικ για το φίλτρο της Μάγισσας του Γκρέιμερ;» Τι στην ευχή; Η ερώτηση ήταν πολύ συγκεκριμένη. Ο Ράνσομ σκάλισε τις αναμνήσεις της προηγούμενης νύχτας. Είχε δώσει μεγάλη προσοχή στην ιστορία –στην ουσία είχε απορροφηθεί πλήρως από αυτήν– αλλά δεν κρατούσε σημειώσεις, διάβολε. «Το δάχτυλο του ποδιού ενός ξωτικού, τρίχες ενός αλπικού τρίτωνα και… κάτουρα μονόκερου; Να πάει στα κομμάτια! Δεν ξέρω».


«Βλέπεις;» είπε ο ιππότης. «Δεν είναι ειλικρινής. Βάζω στοίχημα πως δεν γνωρίζει καν το “Μην αμφιβάλλεις”». «Περιμένετε!» είπε ζωηρά ο Ράνσομ. «Αυτό το ξέρω». Το θυμόταν αυτό το κομμάτι. Ήταν ένα ωραίο σημείο της ιστορίας, όπου ο Ούλρικ αποχαιρετούσε την Κρέσιντα προτού αναχωρήσει για την αποστολή του, προκειμένου να σφαγιάσει το Τέρας του Κάμπερνοθ. Η αγόρευσή του ήταν εντυπωσιακή. «Μην αμφιβάλλεις, λαίδη», απήγγειλε. «Μην αμφιβάλλεις. Θα επιστρέψω. Μην αμφιβάλλεις για το όπλο μου». «Είπε “για το ξίφος μου”», τον διόρθωσε κάποιος, συνοδεύοντας τα λόγια του με μια σωφρονιστική σπρωξιά στην πλάτη. «Μην αμφιβάλλεις για το ξίφος μου». «Ναι, ναι, σωστά». Εστίασε την προσοχή του στο λασπωμένο έδαφος. «“Μην αμφιβάλλεις για το ξίφος μου. Μην αμφιβάλλεις για τη δύναμή μου”. Και μετά λέει κάτι άλλο και ύστερα κάτι για τον βασιλιά και στη συνέχεια λέει “παραμένεις η βασίλισσα της καρδιάς μου” και τελειώνει με το “Για τη λαίδη μου και τη Μοράγγλια”». Σήκωσε το κεφάλι. «Ορίστε. Αρκεί αυτό;» «Όχι». Ο Ράνσομ αναγνώρισε τη φωνή του Βέντελ Μπάτερφιλντ. «Ήταν οικτρό». «Απλώς μας χρησιμοποιεί», είπε ξανά ο πρώτος ιππότης. «Μόλις πάρει αυτό που θέλει, θα μας ξεχάσει. Θα κάνει πως δεν μας ξέρει. Θα κοροϊδεύει τις τελετές μας στις χλιδάτες λέσχες όπου είναι μέλος. Δεν καταλαβαίνει ποιοι είμαστε». Ο Ράνσομ κούνησε το κεφάλι. «Όχι. Κανένας δεν με συμπαθεί σ’ αυτές λέσχες. Πιστέψτε με, ξέρω πώς είναι να σε διασύρουν. Πριν από εφτά μήνες τραυματίστηκα σοβαρά. Ξέρετε πόσες ευχές είχα για καλή ανάρρωση; Πόσους επισκέπτες δέχτηκα; Μαντέψτε. Ούτε μία ευχή. Ούτε έναν επισκέπτη. Είμαι κι εγώ ένας απόκληρος». «Ένας εύπορος, τιτλούχος απόκληρος, με μισή ντουζίνα τσιφλίκια», τόνισε ο Βέντελ. «Προς το παρόν, ναι. Αλλά αν πετύχουν τον στόχο τους οι δικηγόροι και ο κληρονόμος μου, μπορεί να χάσω τα πάντα. Μην κάνετε το λάθος να νομίζετε πως ζητάω τη βοήθειά σας για τον εαυτό μου. Τη ζητάω για τη δεσποινίδα Γκουντνάιτ. Αν δεν πάει καλά η εξέταση, θα χάσει το σπίτι των ονείρων της. Αφήστε με να γίνω ένας από σας και σας το ορκίζομαι: θα είμαστε ενωμένοι απέναντι σ’ έναν ανώτερο σκοπό. Εκείνη». Ακολούθησε παρατεταμένη σιωπή.


Ο Ράνσομ δεν ήξερε τι άλλο να πει. «Αυτό θα το θεωρήσω ως τον επίσημο όρκο σου», είπε ο σερ Βέντελ και ακούμπησε ένα στομωμένο ξίφος στον ώμο του: «Σερ Ράνσομ, σε αναγορεύω αδελφό μας στο Τάγμα της Παπαρούνας και αληθινό ιππότη της Μοράγγλια». Δόξα τω Θεώ. «Τάγμα της Παπαρούνας…» επανέλαβε συλλογισμένα ο Ράνσομ καθώς του έκοβαν το σκοινί με το οποίο ήταν δεμένα τα χέρια του. Έτριψε τους ερεθισμένους καρπούς του. «Μήπως αυτό σημαίνει ότι τώρα θα καπνίσουμε όπιο;» «Όχι», απάντησε ο Βέντελ. Αλλά στον συμπατριώτη του είπε: «Δώσ’ του υδρόμελο». Του πρόσφεραν ένα φλασκί που περιείχε το γλυκό κολλώδες ποτό. Ο Ράνσομ ήπιε. «Δεν είναι κακό. Σερ Βέντελ, δέξου τις ευχαριστίες μου». «Αδελφέ Βέντελ», τον διόρθωσε εκείνος. «Τώρα είσαι ένας από μας». Όντως. Ήταν πια ένας από αυτούς. Ήταν εξαιρετικά αναπάντεχο. Εκεί, γονυπετής στο δάσος, περικυκλωμένος από άντρες που αντιπροσώπευαν τους αντικοινωνικούς και περιθωριακούς μαθητές των δημόσιων αγγλικών σχολείων, ο Ράνσομ καταλήφθηκε από την πιο παράξενη, την πιο ανοίκεια αίσθηση. Την αποδοχή. «Ανεπισήμως», συνέχισε ο Βέντελ, «είμαι ο κύριος Βέντελ Μπάτερφιλντ, νομικός επιστήμων». «Νομικός επιστήμων;» επανέλαβε ο Ράνσομ. «Δηλαδή… θέλεις να πεις πως είσαι δικηγόρος;» «Ω, ναι. Είμαι». «Δεν ήξερα ότι επιτρεπόταν στους δικηγόρους να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους περιφερόμενοι στο δάσος και φορώντας αυτοσχέδια πανοπλία». «Γιατί όχι;» αντιγύρισε ο Βέντελ. «Εδώ περνάμε τις εργάσιμες μέρες μας φορώντας μακριούς μαύρους μανδύες και πουδραρισμένες περούκες». Ο Ράνσομ υπέθεσε πως είχε δίκιο. «Και ίσως είμαι άχρηστος σαν τραπεζοκόμος, αλλά μπορώ να λύσω τα νομικά σου προβλήματα. Αν δεχτείς τη βοήθειά μου, φυσικά». Ο Βέντελ έφερε κάτι θολό, που είχε το χρώμα σάρκας, μπροστά στο πρόσωπο του Ράνσομ. Ήταν το χέρι του. Η ύστατη σουβλιά της πληγωμένης περηφάνιας του έκανε το στήθος του να σφιχτεί, θαρρείς και άσθμαινε από επιθανάτια αγωνία. Δεν χρειαζόταν βοήθεια


για να σηκωθεί, επέμενε η περηφάνια. Δεν ήταν ούτε ανάπηρος ούτε παιδί. Αλλά ήταν άνθρωπος. Αθεράπευτα ερωτευμένος για πρώτη φορά στη ζωή του. Και αντιμετώπιζε τον κίνδυνο να χάσει τα πάντα. Όπως είχε πει ο Ντάνκαν, χρειαζόταν κάθε φιλική βοήθεια που θα του προσφερόταν. Κατάπιε την ενστικτώδη άρνησή του και δέχτηκε το χέρι που του έδινε. Μόλις σηκώθηκε όρθιος, ο Βέντελ κάλεσε τους άντρες να σχηματίσουν έναν κλειστό κύκλο. Τα χέρια τους τον χτύπησαν χαϊδευτικά στους ώμους και στην πλάτη. «Ιππότες, τον χαιρετισμό!» Οι γροθιές τους χτύπησαν τις πανοπλίες τους. «Για τη λαίδη και τη Μοράγγλια!»


Κεφάλαιο 25 «Ίζι, δεν θα το πιστέψεις». Η Αμπιγκέιλ την τράβηξε προς το παράθυρο του πυργίσκου. «Τι είναι; Ω, πες μου, σε παρακαλώ, πως δεν είναι οι δικηγόροι… Δεν είμαστε καθόλου έτοιμοι. Δεν έχω ντυθεί. Ο Ράνσομ δεν είναι καν εδώ». «Δεν είναι οι δικηγόροι. Κοίτα». Το κεφάλι της Ίζι πρόβαλε από το στενό παράθυρο. Εκεί, σε απόσταση, στον φιδωτό δρόμο που οδηγούσε στα τείχη του κάστρου, είδε το οικείο παρδαλό θέαμα των Έφιππων Ιπποτών της Μοράγγλια του Δυτικού Γιορκσάιρ. Συνοδευόμενοι από το αδελφικό παράρτημα των Θεραπαινίδων της Κρέσιντα. Τα λάβαρά τους ανέμιζαν ζωηρά στον αέρα, και ο ήλιος έκανε τις πανοπλίες να λαμπυρίζουν. «Ο δούκας τα κατάφερε», είπε η Αμπιγκέιλ πιάνοντας την Ίζι από το μπράτσο. «Τους έπεισε να γυρίσουν». «Υποψιάζομαι πως έβαλες κι εσύ το χεράκι σου», αποκρίθηκε η Ίζι. «Είναι εμφανές πως ο σερ Βέντελ έχει τους λόγους του που επιστρέφει. Αλλά δεν έχει σημασία γιατί γύρισαν. Σημασία έχει ότι βρίσκονται εδώ». Ήταν ανόητο, αλλά ένα δάκρυ εμφανίστηκε στο μάτι της. Παρά τα όσα συνέβησαν το προηγούμενο βράδυ, δεν την είχαν εγκαταλείψει. Ήταν ακόμα εδώ, ήταν ακόμα φίλοι της. Δεν έχασαν την πίστη τους. Μην αμφιβάλλεις. Τις επόμενες ώρες επικρατούσε μεγάλη φούρια. Ο μάγειρας και οι θεραπαινίδες ήταν απασχολημένοι στην κουζίνα. Οι ιππότες έκαναν ακόμα μάθημα σχετικά με το σερβίρισμα του τραπεζιού. Ο Ντάνκαν πήρε άρον άρον τον Ράνσομ για να κάνει μπάνιο, να ξυριστεί, να φορέσει το εφαρμοστό παλτό του και τις γυαλισμένες μπότες του. Η Αμπιγκέιλ αφιέρωσε τρία τέταρτα της ώρας και αρκετή υπομονή στο εγχείρημα της τιθάσευσης των μαλλιών της Ίζι. Όταν ακούστηκαν στο δρομάκι οι τροχοί από άμαξες, η Ίζι δεν ήταν σε θέση να πάει να δει ποιος ήταν. Αναγκάστηκε να πάει η Αμπιγκέιλ. «Ναι», είπε. «Αυτοί είναι. Ήρθαν». «Πόσοι είναι;» «Δύο άμαξες. Τρεις… Όχι. Τέσσερις άντρες συνολικά».


Τέσσερις; Ω Θεέ μου. Μόνο δύο από αυτούς ήταν οι δικηγόροι. Οι άλλοι πρέπει να ήταν… Μήπως ήταν γιατροί, μάρτυρες, βοηθοί του αρχιδικαστή; Άρχισε να πηγαινοέρχεται, με την ελπίδα πως πήγαιναν όλα καλά στον κάτω όροφο. Ο Ντάνκαν επρόκειτο να τους υποδεχτεί, να τους συνοδέψει στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, και ύστερα θα ερχόταν η ώρα για… Ένα χτύπημα ακούστηκε στην πόρτα. Ράνσομ. «Είσαι έτοιμη;» Της πρόσφερε το μπράτσο του και μαζί προχώρησαν στον διάδρομο. «Μην ανησυχείς για τίποτε… Απλώς μείνε κοντά μου». «Δεν θα τους φανεί παράξενο που θα είμαι όλη την ώρα κολλημένη πάνω σου;» Τα χείλη του συσπάστηκαν από τη μια πλευρά. «Πίστεψέ με, κανένας από τους δικηγόρους μου δεν θα εκπλαγεί που θα βρει μια όμορφη γυναίκα κολλημένη πάνω μου. Αν μη τι άλλο, θα ενισχύσει την εντύπωση πως δεν έχω αλλάξει καθόλου». Δεν την ανησυχούσε η υπόληψή του. Έτρεφε σοβαρές αμφιβολίες για το αν οι δικηγόροι του ήταν συνηθισμένοι να τον βλέπουν με γυναίκες όπως εκείνη. «Περίμενε», τον συγκράτησε η Ίζι. «Τι συμβαίνει;» «Έχω… έχω κάτι να σου πω». «Χμμμ… Σωστά. Θα ήταν υπέροχο, αλλά δεν μπορεί να περιμένει μέχρι να ολοκληρωθεί η κρίσιμη συνάντηση για την οποία προετοιμαζόμαστε όλη την εβδομάδα;» «Δεν μπορεί να περιμένει», του απάντησε τραβώντας τον από το μανίκι. «Υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθεις. Επειγόντως». Τώρα που είχε κερδίσει την προσοχή του, σχεδόν είχε χάσει το κουράγιο της. Πίεσε τον εαυτό της να κλείσει απλώς τα μάτια και να το ξεφουρνίσει. «Δεν είμαι όμορφη. Καθόλου όμορφη». Εκείνος έσμιξε τα φρύδια και σούφρωσε τα χείλη του, λες και ήταν έτοιμος να κάνει μια ερώτηση, αλλά η ερώτηση έδειχνε απλώς… να κολλάει εκεί. «Έπρεπε να σ’ το πω πριν από καιρό. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο με βαραίνει. Απλώς… ποτέ κανένας δεν με είπε όμορφη. Ποτέ κανένας δεν μ’ έκανε να νιώσω όμορφη. Και δεν μπόρεσα να αντισταθώ και να μην το χαρώ, παρόλο που όλα οφείλονται σε μια παρεξήγηση. Αλλά πρέπει να το μάθεις τώρα. Αν μπούμε σ’ αυτό το δωμάτιο μαζί, με μένα πιασμένη από το μπράτσο σου… δεν θα υπάρχει πιο σαφής ένδειξη πως έχεις χάσει το φως σου. Οι άνθρωποι αυτοί θα απορήσουν τι στην ευχή κάνεις μαζί μου».


«Ίζι». Το χέρι του γλίστρησε στο μπράτσο της. Εκείνη τραβήχτηκε. «Δεν ψαρεύω κομπλιμέντα. Ειλικρινά. Είναι σημαντικό να το πιστέψεις και να το καταλάβεις. Δεν είμαι όμορφη, Ράνσομ. Δεν είμαι χαριτωμένη. Δεν είμαι ελκυστική. Δεν είμαι καν υποφερτά νόστιμη. Το παρουσιαστικό μου είναι υπερβολικά αδιάφορο. Πάντα έτσι ήταν. Κανένας άντρας δεν μου έδειξε ποτέ την παραμικρή προσοχή». «Εντάξει λοιπόν. Δεν είσαι όμορφη». «Όχι». «Απ’ όλες τις διαφορετικές όψεις σου, απ’ όλες τις αποκαλύψεις σου…» –τα χέρια του ακούμπησαν στους ώμους της– «αυτό είναι το πιο καλά κρυμμένο μυστικό που είχες από μένα». «Ναι». Προσπάθησε να τον αγκαλιάσει. Τα χέρια του σφίχτηκαν, εμποδίζοντας την Ίζι να κουνηθεί. «Σταμάτα». Καθώς την πήγαινε με την όπισθεν στον τοίχο, οι λέξεις δεν σταματούσαν να ξεπηδούν από το στόμα της. Άχρηστες, ανόητες λέξεις. «Στην αρχή μού φάνηκε πως δεν έκανα κάτι κακό. Ποτέ δεν μου πέρασε από το μυαλό να προκαλέσω μπελάδες κι έλεγα στον εαυτό μου πως δεν υπήρχε λόγος να μάθεις την αλήθεια. Εκτός απ’ αυτόν… Τώρα είναι κι άλλοι άνθρωποι εδώ. Κι εσύ πας να με παρουσιάσεις ως ερωμένη σου και…» «Δεν πάω να σε παρουσιάσω», της αποκρίθηκε. «Είσαι η ερωμένη μου». Η Ίζι πίεσε τις παλάμες στο πρόσωπό της. Καταράστηκε από μέσα της την ανόητη φιλαρέσκειά της. Διακυβευόταν πλέον το μέλλον του. Τότε εκείνος είπε: «Δεν το πιστεύω ότι συμβαίνει κάτι τέτοιο. Ότι αυτή… αυτή… είναι η σημαντική, επονείδιστη εξομολόγησή σου. Μου λες ότι δεν είσαι όμορφη». Έβαλε τα γέλια. «Είναι τελείως παράλογο». «Αλήθεια;» «Ναι. Αυτό δεν είναι τίποτα. Θέλεις να μάθεις ένα πραγματικά φριχτό μυστικό, Ίζι; Άκου το δικό μου. Σκότωσα τη μητέρα μου». Ο Ράνσομ την ένιωσε να μαζεύεται μόλις άκουσε τα λόγια του, ολοφάνερα σοκαρισμένη. Δεν την αδικούσε. Τα λόγια του ήταν φριχτά. Ποτέ των ποτών δεν θα ακούγονταν ευχάριστα. Τον είχαν καταβάλει και τον ίδιο. «Ο τοκετός της μητέρας μου διήρκεσε περισσότερες από τριάντα ώρες προκειμένου να με φέρει στον κόσμο και πέθανε μετά από λιγότερο από μία ώρα», είπε. «Τη σκότωσα. Αυτό μου είπε ο πατέρας μου κατά λέξη –αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια– από τη στιγμή που μεγάλωσα αρκετά ώστε να τα


καταλαβαίνω». Η ανάμνηση ήταν ακόμα εξαιρετικά έντονη. Κάθε φορά που έκλαιγε, κάθε φορά που κρύωνε, κάθε φορά που έπεφτε κάτω και ήθελε κανάκεμα. Ο πατέρας του τον άρπαζε από τον γιακά και, με τις φτέρνες του να σέρνονται στα μαρμάρινα πατώματα, τον πήγαινε και τον πετούσε στο δάπεδο μπροστά από το πορτρέτο της μητέρας του, που εκτεινόταν από το δάπεδο έως το ταβάνι. Σταμάτα τα κλαψουρίσματα, μικρέ. Δεν μπορεί πλέον να σου σκουπίσει τα δάκρυα. Σωστά; Τη σκότωσες. Θεέ μου, πόσο όμορφη ήταν σ’ αυτό το πορτρέτο! Χρυσαφένια μαλλιά, γαλάζια μάτια, σιέλ φόρεμα. Σαν άγγελος. Συνήθιζε να προσεύχεται σ’ αυτή. Μικρές βλάσφημες ικεσίες για θαύματα, συγχώρεση, παιχνίδια… οτιδήποτε μπορούσε να ακούσει. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούσε να τον ακούσει. Ήταν νεκρή. Έκτοτε δεν προσευχήθηκε σε κανέναν και σε τίποτα. «Όλοι οι υπηρέτες», συνέχισε εκείνος, «οι γκουβερνάντες, η οικονόμος, οι δάσκαλοι είχαν δεχτεί αυστηρές οδηγίες να μη μου δείχνουν καμία στοργή. Να μη με αγκαλιάζουν, να μη με φιλούν, να μη μου δείχνουν τρυφερότητα ή παρηγοριά. Επειδή αυτά τα πράγματα θα μου τα πρόσφερε κανονικά η μητέρα μου και δεν τα άξιζα. Με κατηγορούσε για τον θάνατό της». Αισθάνθηκε έναν αναστεναγμό να βγαίνει από μέσα της. «Ράνσομ, αυτό είναι τρομερό…» «Όντως», συμφώνησε εκείνος. «Ήταν μεγάλο λάθος από μέρους του να σου συμπεριφερθεί έτσι». «Ήταν. Ήταν ένα ανάλγητο, ποταπό καθοίκι. Και θα μπορούσε να πει κανείς ότι δεν άκουσα πολλά παραμύθια προτού κοιμηθώ». «Ξέρω… ξέρω πως είναι ανώφελο που το λέω, αλλά λυπάμαι πάρα πολύ». Ο δούκας πίεσε το μέτωπό του στο δικό της. «Δεν είναι καθόλου ανώφελο. Είναι εξαιρετικά σημαντικό. Κι αν στο μέλλον θελήσεις να με πας στο κρεβάτι και να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά για μέρες, θα το δεχτώ με χαρά». Τραβήχτηκε, αφήνοντας απόσταση μεταξύ τους. «Αλλά αυτό θα γίνει αργότερα. Τώρα μιλάμε για σένα. Εσένα-που-δεν-είσαι-όμορφη. »Γνωρίζω πολλές γυναίκες, Ίζι. Υπερβολικά πολλές». Επί χρόνια αναζητούσε τη σαρκική παρηγοριά που του είχαν αρνηθεί, αλλά πάντα δίσταζε να δημιουργήσει έναν βαθύτερο δεσμό. «Και από το πρώτο απόγευμα ήξερα πως δεν έμοιαζες με καμία από τις γυναίκες που συνάντησα στο παρελθόν. Χαίρομαι γι’ αυτό. Τέτοιος εγωίσταρος που είμαι, χαίρομαι και για το γεγονός ότι δεν τράβηξες ποτέ την προσοχή των αντρών. Επειδή αλλιώς θα ήσουν με κάποιον


άλλο αντί να βρίσκεσαι εδώ μαζί μου. »Ωστόσο, όσο σφιχτά κι αν σε αγκαλιάζω, όσο πιο βαθιά κι αν βυθίζομαι μέσα σου, πάντα ένιωθα πως υπάρχει ένα μικρό κομμάτι σου που δεν μπορούσα να το φτάσω. Κάτι που δίσταζες να μου φανερώσεις. Υπέθεσα πως ήταν η καρδιά σου. Ω, την ήθελα. Σε ήθελα ολόκληρη. Αλλά δεν είχα το θάρρος να ζητήσω κάτι που ολοφάνερα δεν αξίζω». Την ένιωσε να παίρνει μια ανάσα, έτοιμη να διαμαρτυρηθεί, αλλά τη διέκοψε προτού το επιχειρήσει. «Και δεν έχει καμία σχέση με τη γέννησή μου ή με τα παιδικά μου χρόνια. Είμαι πλέον αρκετά μεγάλος ώστε να αντιλαμβάνομαι πόσο ανάλγητη και σκληρή ήταν η συμπεριφορά του πατέρα μου. Το πρόβλημα είναι τι συνέβη μετά απ’ όλα αυτά. Νομίζεις ότι μερικά σκόρπια χαρακτηριστικά του προσώπου σου δεν σε κάνουν όμορφη; Εγώ είμαι άσχημος μέχρι το κόκαλο. Το γνωρίζει σύμπασα η Αγγλία. Και αφού διάβασες τα γράμματά μου, πρέπει να το έμαθες κι εσύ. Κοσκίνισες ένα βουνό από τα αδικήματά μου. Ήταν φυσικό να χτίσεις ένα τείχος γύρω από την καρδιά σου. Είσαι έξυπνο κορίτσι. Πώς είναι δυνατόν να αγαπήσεις αυτό που είμαι; Πώς είναι δυνατόν να το αγαπήσει οποιοσδήποτε;» «Ράνσομ…» Η φωνή της ράγισε. «Και τώρα μαθαίνω πως εκείνο που μου κρατούσες κρυφό είναι… αυτό. Αυτή ήταν η αιτία για τη διστακτικότητά σου. Δεν νιώθεις αρκετά όμορφη. Για έναν τυφλό. Για όνομα του Θεού, Ίζι. Και νόμιζα πως εγώ ήμουν ρηχός». Τα λόγια του ακούστηκαν πιο σκληρά απ’ όσο ήθελε. Έτσι, τα συνόδεψε με έναν σωρό φιλιά. Τρυφερά, καθησυχαστικά φιλιά στο μάγουλο, στον λαιμό της, στη χλωμή διεγερτική καμπύλη του ώμου της… Ας είναι καλά αυτή η γυναίκα με την ανόητη, υπερβολικά ανθρώπινη ματαιοδοξία της. Μπορεί να μη μάθαινε ποτέ πώς θα κατάφερνε να γίνει αντάξιός της, αλλά αυτό ήταν από τα άγραφα. Αυτό ήξερε πώς να το διορθώσει. «Ίζι», βόγκηξε, πιέζοντας το σώμα του στο δικό της, «με τρελαίνεις από πόθο… Δεν μπορείς να το διανοηθείς». Άρχισε να της σηκώνει τη φούστα. Εκείνη έβγαλε ένα πνιχτό επιφώνημα. «Τι κάνεις;» «Αυτό που φαίνεται ότι κάνω». «Δεν γίνεται. Οι δικηγόροι. Είναι στο ισόγειο και περιμένουν». «Αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία». «Έχει μεγαλύτερη σημασία να με κουτουπώσεις στον διάδρομο από το να σώσεις τον τίτλο σου;» Ο Ράνσομ έμεινε τελείως ακίνητος. Ύστερα τη φίλησε στα χείλη. «Ναι».


Το είπε απλά και με επισημότητα. Επειδή το εννοούσε, με ό,τι είχε απομείνει πάνω του. Ψυχή τε και σώματι. Ας πάνε στα τσακίδια οι δικηγόροι και το δουκάτο. Τίποτα σε τούτο τον κόσμο δεν άξιζε να το υπερασπιστεί αν δεν μπορούσε να την κάνει να το καταλάβει αυτό. «Δεν μπορώ πια να κρίνω πώς είναι η ομορφιά», της είπε. «Αλλά αντιλαμβάνομαι τον ήχο της. Ακούγεται σαν το κύλισμα ποταμού από άγριο γλυκό μέλι. Η ομορφιά μυρίζει δενδρολίβανο κι έχει γεύση από νέκταρ. Η ομορφιά φταρνίζεται σαν ψύλλος». Η Ίζι χαμογέλασε. Με κείνο το υπέροχο χαμόγελο. Πώς ήταν δυνατόν να αμφιβάλλει για την επίδραση που είχε πάνω του; «Αυτή είναι η αδιάφορη όψη που λες ότι έχεις». Της χάιδεψε το στήθος με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο ξεκούμπωνε το παντελόνι του. «Αυτή είναι η ασχήμια που βλέπω πάνω σου». Δεν υπήρχε χρόνος για προκαταρκτικά και λεπτότητες. Μόνο για σμίξιμο. Πάσχισε να βρει τον δρόμο του μέσα από τα μεσοφόρια και την ανακάλυψε το ίδιο έτοιμη με κείνον – έβαλε και τα δυο χέρια στους γοφούς της, τη σήκωσε από το έδαφος και την ακούμπησε στον τοίχο. Εκείνη γραπώθηκε σφιχτά από τον λαιμό του και τύλιξε τα πόδια γύρω από τη μέση του. Ύστερα ο δούκας μπήκε με μια κίνηση μέσα της. «Σ’ αγαπώ». Όταν είπε αυτές τις λέξεις –τις λέξεις που του τις είχαν αρνηθεί επί τόσα χρόνια, ώσπου εκείνος άρχισε να αρνείται ότι σημαίνουν κάτι– αισθάνθηκε απίστευτα όμορφα. Και το γεγονός ότι τις είπε καθώς γλιστρούσε μέσα της; Αυτό τον έκανε να νιώσει καταπληκτικά. «Σ’ αγαπώ, Ίζι». Διείσδυσε βαθιά και σταθερά, γλιστρώντας ολοένα και πιο κοντά σ’ αυτό που θεωρούσε σπίτι του, με κάθε ώθηση των γοφών του. «Αγαπώ εσένα. Εσένα. Τον όμορφο… δελεαστικό… έξυπνο… αξιαγάπητο… εαυτό σου». Καθηλώθηκε μέσα της έως τη βάση. Κρατώντας την καρφωμένη στον τοίχο, με τους δυο τους να πασχίζουν να ανασάνουν. Οι μηροί της ρίγησαν πάνω στους δικούς του. Δεν υπήρχε τρόπος να βρεθούν πιο κοντά. Έδωσε μια ώθηση και βρέθηκε όσο πιο μέσα μπορούσε, όσο πιο βαθιά γινόταν. Αλλά ήταν αρκετό; Θα κατάφερνε να αγγίξει την καρδιά της; Έπρεπε να μάθει. Έκλεισε τα μάτια και πίεσε το μέτωπό του στο τρυφερό πουδραρισμένο δέρμα της. Εκείνη η παλιά ύπουλη φωνή ήχησε στο αίμα του. Δεν σου αξίζει αυτό. Δεν σου αξίζει εκείνη.


Αλλά όπως και να ’χε, έπρεπε να της το ζητήσει. Είπε τις λέξεις που ήταν δυσκολότερες απ’ όλες. «Αγάπα με».


Κεφάλαιο 26 «Αγάπα με». Οι λέξεις βγήκαν με έναν βραχνό, σβησμένο ψίθυρο. Αλλά η Ίζι ήξερε πόσο πολύ τού κόστισε να τις πει. «Σ’ αγαπώ». Αγκάλιασε σφιχτά τον λαιμό του, από φόβο μην παρασυρθεί από τον κατακλυσμό των τρυφερών συναισθημάτων. Τον φίλησε στο μέτωπό, στο μάγουλο. «Ω Ράνσομ. Σ’ αγαπώ. Πραγματικά». Με ένα τρεμάμενο βογκητό, εκείνος τραβήχτηκε σχεδόν ολόκληρος και μετά έδωσε μια τελευταία ώθηση. «Ξανά». «Σ’ αγαπώ. Σ’ αγαπώ». Θα μπορούσε να το πει εκατοντάδες φορές. Θα μπορούσε να τον κρατήσει βαθιά μέσα της για όσο ήθελε ο ίδιος. Αλλά δεν είχαν τόσο χρόνο. Εκείνος κουνήθηκε βίαια, γρήγορα, φέρνοντάς τους και τους δύο σε μια εκπληκτική σιωπηλή κλιμάκωση. Έμπηξε τα δόντια της στον καρπό της για να μη φωνάξει. Ύστερα τραβήχτηκε από μέσα της, ακουμπώντας τα πόδια της στο πάτωμα. Την κράτησε λίγο ακόμη. Απλώς αναπνέοντας. «Το είχα ανάγκη αυτό», είπε. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο». Εκείνη χαμογέλασε. «Νομίζω πως και οι δυο μας το είχαμε ανάγκη». Κατέβασε τη φούστα κι έστρωσε το ζαρωμένο ρούχο της, ενώ εκείνος κούμπωνε τα κουμπιά του παντελονιού του. «Ίζι, ως ένας άντρας με πείρα, μπορώ να πω με σιγουριά το εξής». Ίσιωσε το γιλέκο του με ένα τράβηγμα και ύστερα τα μανίκια του. «Είσαι απίστευτα ελκυστική και γεμάτη αισθησιασμό. Ίσως οι επίδοξοι γαμπροί κράτησαν απόσταση εξαιτίας των Ιστοριών. Ίσως τους κρατούσε μακριά ο πατέρας σου, επειδή φοβόταν μη σε χάσει. Δεν ξέρω για ποιον λόγο δεν σε διεκδίκησαν οι άντρες στο παρελθόν. Το μόνο που μπορώ να σου πω είναι πως δεν θα σε διεκδικήσουν στο μέλλον». «Γιατί;» Σήκωσε τους ώμους του, θαρρείς κι έλεγε: Δεν είναι φανερό; «Επειδή δεν θα τους αφήσω εγώ». «Ω…» Η Ίζι ακούμπησε βαριά στον τοίχο. Ο Ράνσομ άπλωσε τα χέρια ώστε η Ίζι να τον αξιολογήσει. «Έγινα πάλι κόσμιος; Είμαι εντάξει έτσι;»


«Είσαι πανέμορφος». Με το μυαλό της να γυρίζει ακόμα σαν τρελό, άγγιξε με το χέρι την κόμμωσή της. Ή ό,τι απέμεινε από αυτήν. «Τα μαλλιά μου. Εσύ πήγαινε πρώτος. Εγώ θα πάω τρέχοντας πάνω και…» «Άφησέ τα όπως είναι». Της πήρε το χέρι και την έπιασε αγκαζέ. «Ξέχνα την εμφάνισή σου. Μείνε μαζί μου κάθε στιγμή. Αυτοί οι δικηγόροι δεν θα έχουν την παραμικρή αμφιβολία για το τι κάνω μαζί σου». Σώπασε για λίγο. «Εκτός κι αν σε ανησυχεί η γνώμη των φίλων σου. Σ’ αυτή την περίπτωση…» «Δεν με ανησυχεί», αποκρίθηκε σφίγγοντάς του το μπράτσο. «Δεν με ανησυχεί καθόλου». Έτσι, ο Ράνσομ πήγε να αντιμετωπίσει τους Εξεταστές. Όταν έκανε την εμφάνισή του στη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, όλοι σηκώθηκαν όρθιοι. Είδε μια ομάδα από τέσσερις γκρίζες φιγούρες μέσα σε μια θάλασσα γκρίζας ομίχλης. Έκτακτα. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κανέναν. Δεν είχε ιδέα ποιοι ήταν οι άλλοι, αφού θα του υποδείκνυε η Ίζι ποιοι ήταν ο Μπλέιλοκ και ο Ρίτζετ. Αυτές οι τέσσερις δυσοίωνες σκιές είχαν έρθει για να κρίνουν τη ζωή του. Αλλά είχε την Ίζι στο πλευρό του. Το ανεπαίσθητο τρίξιμο που ακουγόταν από τους ιππότες γύρω του αποτελούσε μια αναπάντεχη πηγή καθησυχασμού. Και είχε καινούριο δικηγόρο. Και μάλιστα, καλό. Κάποιον που μπορούσε να εμπιστευτεί. Βρισκόταν ανάμεσα σε φίλους. Ένας από τους επισκέπτες τον πλησίασε. Ο Ράνσομ αισθάνθηκε να τον κοιτάζει εξεταστικά, να μελετάει τις ουλές του. «Εξοχότατε, είναι μεγάλη ανακούφιση που σε βλέπω τόσο υγιή». Ανακούφιση; Ο Ράνσομ ρουθούνισε περιφρονητικά. Με κάποιον τρόπο, αμφέβαλλε αν ο άντρας ένιωθε ανακούφιση αυτή τη στιγμή. Αυτός ο αχρείος, άρπαγας καταχραστής. Η Ίζι πίεσε με το δάχτυλο τον καρπό του, επισημαίνοντάς του την ταυτότητα του δικηγόρου. «Μπλέιλοκ», είπε. «Αυτή είναι η Ιζόλδη Γκουντνάιτ. Η νέα ιδιοκτήτρια του Κάστρου Γκόστλεϊ. Της το άφησε ο Λάινφορθ στη διαθήκη του». Η Ίζι έκανε μια υπόκλιση. «Πώς είστε;» «Φέραμε μαζί μας τον κύριο Χέιβερς», συνέχισε ο άντρας, «από το γραφείο του λόρδου Καγκελάριου, του αρχιδικαστή». Ο Χέιβερς πλησίασε. «Χάρηκα για τη γνωριμία, δεσποινίς Γκουντνάιτ. Ο λόρδος Καγκελάριος στέλνει τα χαιρετίσματά του. Ο γιος του είναι ένθερμος


θαυμαστής των ιστοριών του πατέρα σας». Ο Μπλέιλοκ ολοκλήρωσε τις συστάσεις. «Θα θυμάστε τον συνάδελφό μου, τον κύριο Ρίτζετ. Κι αυτός ο ευγενικός κύριος είναι ο δόκτωρ Μιλς, από το Σανατόριο Χόλιφιλντ για τους ανθρώπους με νοητική υστέρηση». Ο Ράνσομ έκανε στις θολές μορφές ένα κοφτό νεύμα. «Αν τελειώσατε με τις συστάσεις, θα συνεχίσω με τις δικές μου. Αυτός είναι ο κύριος Βέντελ Μπάτερφιλντ, δικηγόρος. Ο νέος νομικός μου σύμβουλος. Και πριν προχωρήσουμε, θα καταστήσω σαφές ένα πράγμα. Θα απαντήσω σε οποιαδήποτε ερώτηση. Για το πώς κατέληξα εδώ πριν από εφτά μήνες και γιατί. Και τι έκανα από τότε. Για τα τραύματά μου, την τύφλωσή μου» –περίμενε λίγο για να χωνέψουν την είδηση– «και την πνευματική μου κατάσταση. Θα δεχτώ την εξέτασή σας. Πρώτα, όμως…» –έκανε μια στράκα με τα δάχτυλα, και ο Βέντελ τού έφερε τα χαρτιά στο χέρι– «θα υπογράψετε αυτό». «Τι είναι;» «Είναι ένα αμετάκλητο καταπίστευμα για τη δεσποινίδα Ίζι Γκουντνάιτ, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των είκοσι χιλιάδων λιρών». Ο δικηγόρος του τα έχασε. «Τι; Είκοσι χιλιά…» «Λόγω της αμελούς διαχείρισής σας, κληρονόμησε αυτό το κάστρο από τον νονό της, κι όταν έφτασε, το βρήκε σε οικτρή κατάσταση εγκατάλειψης. Το λιγότερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να της παράσχουμε τους πόρους για να το αναστηλώσει». «Εξοχότατε, δεν μπορούμε να εξουσιοδοτήσουμε…» «Είναι η περιουσία μου. Είμαι ο δούκας. Μέχρι να αποφασίσει κάποιο δικαστήριο το αντίθετο, η εξουσιοδότηση βρίσκεται στα χέρια μου». Άφησε τα χαρτιά στα χέρια του δικηγόρου με μια απότομη κίνηση. «Εγώ θα το υπογράψω. Εσείς θα είστε οι μάρτυρες. Τότε –και μόνο τότε– θα είμαι στη διάθεσή σας. Αν αρνηθείτε… σας ορκίζομαι το εξής: θα σας πολεμήσω μέχρι τέλους και θα φροντίσω να κατηγορηθείτε για απάτη». Οι δικηγόροι συσκέφθηκαν. Το χέρι της Ίζι σφίχτηκε στο δικό του. «Τι κάνεις;» μουρ- μούρισε. «Εξασφαλίζω το μέλλον σου σ’ αυτό το κάστρο. Όλα τα άλλα είναι δευτερεύοντα». «Η μοίρα σου δεν είναι κάτι δευτερεύον…» του ψιθύρισε. «Όχι για μένα». Ο Ράνσομ αντέδρασε στα γλυκά λόγια της σφίγγοντάς της τα δάχτυλα. Αλλά δεν απέσυρε το αίτημά του. Είκοσι χιλιάδες ήταν σεβαστό ποσό, αλλά ήταν ένα μικρό ποσοστό των χρημάτων που θα έλεγχαν οι άλλοι αν κατάφερναν να του αρπάξουν την περιουσία. Βασιζόταν στην πλεονεξία τους προκειμένου να βγει


νικητής. «Λοιπόν;» είπε ανυπόμονα. «Ίσως θα έπρεπε να αποσύρω την προσφορά μου και να προχωρήσω απευθείας στις κατηγορίες για απάτη». «Δεν θα χρειαστεί», αποκρίθηκε ο Μπλέιλοκ. «Θα υπογράψουμε για το συμφέρον της δεσποινίδος Γκουντνάιτ». «Ωραία». Αφού σημείωσε όπως όπως στο κάτω μέρος του εγγράφου το όνομά του και τον μιμήθηκαν και οι δικηγόροι του, ο Ράνσομ κατάφερε να ανασάνει πιο ελεύθερα. Η Ίζι ήταν ασφαλής. Έμενε πλέον να την κάνει δούκισσα. Ο γιατρός τον πλησίασε. «Αυτά τα σχόλια περί απάτης με ανησυχούν. Βλέπετε συχνά συνωμοσίες γύρω σας, Εξοχότατε;» Είχε έρθει η ώρα της εξέτασης. Ο Ράνσομ έπεσε βαρύς στον καναπέ και βολεύτηκε. Απάντησε στη μια ερώτηση μετά την άλλη. Τι χρονολογία είχαν, ποιος ήταν ο μονάρχης που κυβερνούσε, τι χρώμα είχε ο ουρανός. Έκαναν ερωτήσεις για τον τραυματισμό του, εξέτασαν την ουλή του. Επιστράτευσε κάθε ίχνος υπομονής που διέθετε. Αντιλαμβανόταν πως εκείνοι περίμεναν πώς και πώς να του χιμήξουν με το παραμικρό λάθος, το παραμικρό ατόπημα. Με τόσους μάρτυρες παρόντες, δεν μπορούσαν να βγάλουν πλαστή ετυμηγορία για παραφροσύνη. Αν κατέληγαν σε επίσημη δίκη, ο Ράνσομ ήξερε πως θα την κέρδιζε. Αλλά θα ήταν πολύ πιο εύκολο αν τέλειωναν με όλα αυτά σήμερα. Ύστερα από ανάκριση μίας ώρας, η υπομονή του δούκα είχε στερέψει. Ένας πονοκέφαλος ενέδρευε στη βάση του κρανίου του. «Φέρτε μου κάποιος ένα ποτό. Ουίσκι». Ο γιατρός κράτησε μια σημείωση. «Έχει… έφεση... στο ουίσκι». «Αυτό δεν είναι καμιά φοβερή εξέλιξη», είπε ο Ράνσομ. «Οφείλω να ομολογήσω», παρατήρησε ο κύριος Χέιβερς, «πως βρίσκω την ενδυμασία του προσωπικού αρκετά… ενδιαφέρουσα». «Ω, είναι ένα από τα καπρίτσια μου!» είπε η Ίζι, υιοθετώντας εκείνη την κοριτσίστικη, γλυκερή φωνή που ο Ράνσομ απεχθανόταν. «Ξέρετε πόση αφοσίωση τρέφω στις υπέροχες ιστορίες του πατέρα μου. Και τώρα, με φόντο αυτό το πανέμορφο κάστρο, δεν μπόρεσα να αντισταθώ και να μη φέρω κάτι από τις Ιστορίες Γκουντνάιτ στη ζωή μου. Είμαι πολύ τυχερή που έχω εδώ κοντά μου τις θεραπαινίδες και τους ιππότες. Έχετε καθόλου ζαχαρωτά μαζί σας;» Ο γιατρός έσκυψε μπροστά. «Πώς αισθάνεστε σ’ αυτή την ατμόσφαιρα, Εξοχότατε; Απολαμβάνετε κι εσείς να ζείτε σ’ ένα παραμύθι;»


Ένας από τους ιππότες –ο Ράνσομ υπέθεσε πως ήταν εκείνος που ονομαζόταν σερ Άλφρεντ– πλησίασε με κλαγγές και τριξίματα. Άφησε ένα ποτήρι με ουίσκι στο χέρι του. Το ποτήρι τραντάχτηκε, και το περιεχόμενο χύθηκε πάνω και στους δύο. «Με συγχωρείς, αδελφέ», είπε ο άντρας. «Αδελφέ;» Διάβολε. Ο Ράνσομ αναγνώρισε τον ήχο. Ήταν ο ήχος της εφόρμησης. Η φωνή του Μπλέιλοκ έγινε κοφτερή. «Αυτός ο υπηρέτης σάς αποκάλεσε αδελφό;» «Εξετάζετε και την ακοή μου τώρα;» είπε ο Ράνσομ παριστάνοντας τον αδιάφορο. «Νομίζω πως είπε αυτό ακριβώς». «Αποκλείεται να επιτρέπετε στους υπηρέτες να σας απευθύνονται με τόση οικειότητα, Εξοχότατε. Ή μήπως ξεχάσατε ποιος είστε;» «Δεν ξέχασα ποιος είμαι». «Εσύ εκεί!» φώναξε ο Ρίτζετ στον νεαρό ιππότη, που είχε επιστρέψει με κλαγγές και τριξίματα στην άκρη της αίθουσας. «Γιατί αποκάλεσες τον Εξοχότατο “αδελφό”;» «Ε… επειδή είμαστε και οι δύο μέλη της ίδιας αδελφότητας», απάντησε ο νέος. «Του Τάγματος της Παπαρούνας». Όταν άκουσε ο Ράνσομ το γέλιο που ακολούθησε, έπαψε να τα βλέπει όλα γκρι. Τα έβλεπε όλα κόκκινα. «Τάγμα της Παπαρούνας;» Ο Μπλέιλοκ ακούστηκε σαν αχόρταγο αγοράκι που κρατούσε ένα μπολ γλυκό με δύο κουτάλια. «Για συνέχισε». «Είναι το τάγμα των ιπποτών της Μοράγγλια, κύριε. Έχουμε λάβαρα, οργανώνουμε κονταρομαχίες. Διαθέτουμε εμβλήματα κι έναν όρκο». «Και ο δούκας συμμετέχει πρόθυμα σε όλα αυτά;» «Δεν… δεν ξέρω, κύριε», απάντησε διστακτικά ο Άλφρεντ. Ήταν φυσικό να διστάσει. Ο Ράνσομ είχε αναγνωρίσει πλέον τη φωνή του νέου. Ήταν ένας από τους ιππότες που εναντιώθηκαν στην ένταξή του στο τάγμα τους. Και ίσως είχε δίκιο. Ο Άλφρεντ ήξερε πως κάποτε θα ερχόταν αυτή η στιγμή, παρόλο που αποκλείεται να μάντευε ότι θα ερχόταν τόσο σύντομα. Ήξερε πως ο Ράνσομ θα δοκιμαζόταν. Και τώρα βρισκόταν ενώπιον αυτής της δοκιμασίας. Σήμερα μπορούσε να ανακτήσει την περιουσία, τον τίτλο και το κύρος του – μόνο, όμως, αν αποκήρυσσε τη σκληρή δουλειά της Ίζι κι όλα όσα αντιπροσώπευαν οι φίλοι της.


Την προηγούμενη μέρα δεν θα είχε πρόβλημα να κάνει ακριβώς αυτό. Είχε κοροϊδέψει και είχε ταπεινώσει όλους όσοι στέκονταν στις άκρες αυτού του δωματίου. Και σήμερα είχαν επιστρέψει. Για την Ίζι και για τον ίδιο. Τι υποτίθεται πως έπρεπε να κάνει; Να τους προσβάλει ξανά; «Με πιστεύετε τώρα;» Ο Ρίτζετ ανυπομονούσε να δώσει ένα τέλος σ’ αυτό το ζήτημα. «Είναι εμφανές πως ο άνθρωπος τα έχει χαμένα. Το χτύπημα στο κεφάλι τον έχει φέρει σε πλήρη σύγχυση. Η μοναδική λύση είναι να περάσει από δίκη για να κριθεί η πνευματική του υγεία». Ο γιατρός έσκυψε μπροστά. «Εξοχότατε, ξέρετε ποιος είστε;» «Ναι», απάντησε ο Ράνσομ και σηκώθηκε. «Ξέρω πολύ καλά ποιος είμαι. Είμαι ο Ράνσομ Γουίλιαμ Ντακρ Βέιν, ενδέκατος Δούκας του Ρόθμπουρι. Είμαι, επίσης, ο Μαρκήσιος του Γιάνχαμ, Κόμης του Πράιοργουντ, Λόρδος Θακερέι. Και…» «Και;…» τον παρότρυνε ο γιατρός να συνεχίσει. «Πιστεύετε πως είστε και κάποιος άλλος;» Ο Ράνσομ άκουσε το ανεπαίσθητο προειδοποιητικό σφύριγμα της Ίζι. Αλλά, διάβολε, είχε δώσει όρκο. Στο όνομά της. Δεν μπορούσε πια να κάνει πίσω. «Είμαι ιππότης της Μοράγγλια». Η Ίζι κάλυψε με την παλάμη το στόμα της. Οχ, όχι. Τι πήγε κι έκανε; Ο Ράνσομ έφερε τον αντίχειρα στο στήθος, κι όλοι οι ιππότες ανταπέδωσαν τον χαιρετισμό. Ο μισός εαυτός της ήθελε να πανηγυρίσει και ο άλλος μισός να βάλει τα κλάματα. Ήταν μια γλυκιά και γενναία κίνηση από την πλευρά του – αλλά με ποιο τίμημα; Οι δικηγόροι αντέδρασαν ταυτόχρονα. «Τα βλέπεις, Χέιβερς; Δεν έχουμε επιλογή». Ο Ρίτζετ έδειξε τον δούκα. «Πρέπει να παρουσιαστεί σε δίκη για να κριθεί η πνευματική του κατάσταση. Πάσχει από φρεναπάτες. Πιθανόν να είναι και επικίνδυνος». Ο γιατρός συμφώνησε. «Σύμφωνα με την επαγγελματική μου γνώμη, πρέπει να προφυλακιστεί και να εξεταστεί στο Λονδίνο». «Σας παρακαλώ», είπε η Ίζι. «Σας παρακαλώ, περιμένετε μια στιγμή. Ας το συζητήσουμε λιγάκι. Ασφαλώς, δεν είναι απαραίτητο να μπει σε άσυλο». Οι ικεσίες της, όμως, χάθηκαν στην οχλαγωγία. Πνίγηκαν από τις διαμαρτυρίες. Σε όλη τη μεγάλη αίθουσα της εισόδου, οι ιππότες και οι θεραπαινίδες


ξεσηκώνονταν για να υπερασπιστούν τον Ράνσομ. Ένας από τους ιππότες τράβηξε το σπαθί του –το οποίο δεν φαινόταν αρκετά κοφτερό ούτε για να κόψει ένα κέικ– κραδαίνοντάς το στον αέρα. «Δεν μπορείτε να τον πάρετε!» «Είμαστε αδελφότητα!» φώναξε κάποιος άλλος. «Το ήξερα πως όλη αυτή η εκπαίδευση θα χρησίμευε κάπου». «Είμαστε όλοι ένα. Θα αντισταθούμε μέχρι θανάτου». Ακόμα και ο Μάγκνους άρχισε να γρυλίζει και να γαβγίζει. Μια φωνή υψώθηκε πάνω απ’ όλες: «Αμολήστε την ερμίνα!». «Σταματήστε!» Η Ίζι έτρεξε ως την άκρη της αίθουσας, ανέβηκε στο τραπέζι κι έφερε τα χέρια σαν χωνί στο στόμα. «Σταματήστε!» φώναξε βάζοντας όλη της τη δύναμη. «Σταματήστε, όλοι σας. Σταματήστε!» Σταμάτησαν. Και στράφηκαν προς το μέρος της. Όταν κέρδισε την προσοχή των παρευρισκόμενων, πήρε μια βαθιά ανάσα. Τέντωσε τις παλάμες μπροστά της, λες και μπορούσε με αυτές να μειώσει την ένταση στο δωμάτιο. «Δεν θα χρειαστεί να δοθεί μάχη. Δεν θα χρειαστούν εξετάσεις. Όλα είναι μια παρεξήγηση. Ο δούκας τα έχει τετρακόσια. Κύριε Μπλέιλοκ, κύριε Ρίτζετ, κύριε Χέιβερς, δόκτωρ Μιλς. Πρέπει να με πιστέψετε. Μοιράζομαι αυτό το κάστρο με τον Δούκα του Ρόθμπουρι εδώ και εβδομάδες και ξέρω πως το μυαλό του είναι μια χαρά. Οι ιππότες, οι θεραπαινίδες, οι ρομαντικές ιστορίες… δεν τα πιστεύει όλα αυτά. Δεν θα έπρεπε να τα πιστεύει. »Βλέπετε…» –το βλέμμα της έπεσε φευγαλέα στους ιππότες και στις θεραπαινίδες– «οι Ιστορίες Γκουντνάιτ ήταν… ε λοιπόν, ήταν ένα ψέμα. Ποτέ δεν ήμουν ένα αθώο κοριτσάκι με λεία κεχριμπαρένια μαλλιά. Ο σερ Χένρι δεν ήταν στοργικός πατέρας, παρόλο που έβαλε τα δυνατά του. Δεν ήθελα νυφίτσα για κατοικίδιο και δεν ζήτησα αυτό», είπε δείχνοντας το κάστρο. «Η Κρέσιντα μπορεί να είναι γενναία, αλλά εγώ τρέμω το σκοτάδι. Ο Ούλρικ μπορεί να λέει “Μην αμφιβάλλεις”, αλλά εγώ έχω διαρκώς αμφιβολίες. Αμφέβαλλα πως ένα αίσιο τέλος μπορούσε να είναι αληθινό. Αμφέβαλλα για την ύπαρξη της αιώνιας αγάπης. Και, το πλέον σημαντικό, αμφέβαλλα για τον εαυτό μου». Στράφηκε στους δικηγόρους. «Ο δούκας το κάνει αυτό για μένα. Ωστόσο, ξέρει πως όλα αυτά είναι ένα θέατρο. Αν θυμάμαι καλά, χτες τα αποκάλεσε “σαχλαμάρες” και “κουράδια”». Κοίταξε γύρω της την αίθουσα. «Έτσι δεν είναι; Ήσαστε όλοι εδώ». Ένα μουρμουρητό διστακτικής επιβεβαίωσης απλώθηκε στην αίθουσα. Στράφηκε προς τον Ράνσομ. «Πες τους, λοιπόν. Δεν πειράζει. Δεν χρειάζεται


να προσποιούμαι άλλο και δεν χρειάζεται πια να με προστατεύεις. Απλώς πες τους όλα όσα μου έλεγες εδώ και εβδομάδες. Τα έχεις τετρακόσια. Ο έρωτας είναι μια ψευδαίσθηση». Πίεσε το χέρι στην κοιλιά της. «Δεν πειράζει. Ειλικρινά». Ο Ράνσομ το συλλογίστηκε. Η Ίζι είδε το στήθος του να διαστέλλεται από μια βαθιά ανάσα. Έξυσε τον λαιμό του κοιτάζοντας το πάτωμα. Ο Μπλέιλοκ έκανε ένα βήμα μπροστά. «Τι έχετε να πείτε, Εξοχότατε;» Κάνε το, τον παρότρυνε εκείνη νοερά, προσπαθώντας να του στείλει το μήνυμα στην άλλη άκρη της αίθουσας όπου στεκόταν. Απαρνήσου τα όλα. Σώσε τον εαυτό σου. Απλώς πες την αλήθεια. «Θα πω μόνο ένα πράγμα». Όταν σήκωσε το κεφάλι ο Ράνσομ, ένα πονηρό χαμόγελο τρεμόπαιζε στα χείλη του. «Μην αμφιβάλλεις». Η καρδιά της Ίζι αναπήδησε στο στήθος της. «Όχι. Όχι, Ράνσομ, μη…» «Μην αμφιβάλλεις, λαίδη μου. Θα επιστρέψω». «Όχι αυτό…» τον ικέτεψε. «Όχι τώρα». Εκείνος σήκωσε το κεφάλι και άρχισε να την πλησιάζει συνεχίζοντας την απαγγελία του. «Μην αμφιβάλλεις για το ξίφος μου. Αλυσίδες, βέλη, λεπίδες, πέτρες. Ποτέ δεν θα γνωρίσω τον πόνο τους». Όχι τον λόγο του Ούλρικ. Οτιδήποτε άλλο εκτός από αυτό. «Μην αμφιβάλλεις για τη δύναμή μου». Και η φωνή του δυνάμωνε. «Καμία ανταριασμένη από τη θύελλα… καμία ανταριασμένη από τη θύελλα…» Σώπασε. Ωραία. Η Ίζι ήξερε τα επόμενα λόγια, αλλά δεν σκόπευε να τον βοηθήσει. Εκείνος κοίταξε τους ιππότες για βοήθεια. Ένας από αυτούς ψιθύρισε: «Καμία θάλασσα ανταριασμένη από τη θύελλα…». «Ναι. Ναι». Έκανε ένα βήμα πίσω και άρχισε ξανά να απαγγέλει εκείνο το κομμάτι. «Μην αμφιβάλλεις για τη δύναμη μου. Καμία θάλασσα ανταριασμένη από τη θύελλα, καμία ανεμοδαρμένη αμμοθίνη. Κανένα ψηλό βουνό δεν μπορεί να με χωρίσει από σένα». «Είδατε;» Ο Μπλέιλοκ σκούντηξε τον γιατρό. «Παραληρεί. Νομίζει πως ζει σε κάποιο παραμύθι». Ο Ράνσομ αδιαφόρησε. Δεν έβλεπε κανέναν στην αίθουσα πέρα από την Ίζι. Την πλησίαζε αργά, αλλά σταθερά. Στην άκρη του δωματίου, οι θεραπαινίδες έδειχναν να βρίσκονται στα πρόθυρα λιποθυμίας.


«Μην αμφιβάλλεις για την καρδιά μου». Απήγγελλε πλέον δυνατά, γεμάτος συγκίνηση. Με τη βαθιά, ηχηρή φωνή του, αυτός ο ρόλος ήταν κομμένος και ραμμένος στα μέτρα του. «Μπορεί ο καιρός να περνάει, να συσσωρεύονται οι μήνες και τα χρόνια. Αλλά δεν μπορεί ν’ αλλάξει το διηνεκές». «Σε παρακαλώ, Ράνσομ…» ψιθύρισε η Ίζι. «Νομίζουν πως είσαι τρελός. Το ίδιο αρχίζω να αναρωτιέμαι κι εγώ». Οι δικηγόροι και ο γιατρός τον πλησίασαν, θαρρείς και κάποιος έπρεπε να τον συγκρατήσει. Θα μπορούσαν να επιχειρήσουν να το κάνουν. Αλλά η Ίζι ήταν σίγουρη πως εκείνος απλώς θα εξακολουθούσε να την πλησιάζει. Μάλιστα, παραμέρισε μια καρέκλα κλοτσώντας την και συνέχισε αποφασιστικά με το επόμενο κομμάτι: «Μην αμφιβάλλεις για την αγάπη μου». Σε τούτο το σημείο, τον συνόδευαν πλέον όλοι οι ιππότες και οι θεραπαινίδες. Ασφαλώς, οι πάντες γνώριζαν τα λόγια καλύτερα και από την Ίζι. Αλλά ο Ράνσομ ήταν ο μόνος που ήξερε πως αυτά τα λόγια ήταν δικά της. Πως ήταν δικά της από πάντα. Και τώρα της τα επέστρεφε. Σε μια κίνηση αγάπης και πίστης και… Καθαρής τρέλας. Εκείνη πίεσε την παλάμη στην καρδιά της. Ο ήρωάς της. Δέκα θεραπαινίδες έσπευσαν κοντά της, την κατέβασαν από το τραπέζι και την οδήγησαν γοργά στο κέντρο της αίθουσας. «Μην αμφιβάλλεις, αγάπη μου», επανέλαβε εκείνος, με μια χορωδία από ιππότες να τον σιγοντάρει. «Αν ήθελαν οι άνθρωποι να μας χωρίσουν, ο ίδιος ο θάνατος θα θύμιζε λεπτό βέλο. Επειδή, μολονότι περιπλανιέμαι στη γη για χάρη του βασιλιά μου, εσύ παραμένεις –τώρα και για πάντα– βασίλισσα της καρδιάς μου». Γονάτισε στο ένα πόδι και της φίλησε το χέρι. «Μη θυμώνεις…» της μουρμούρισε καθώς σηκωνόταν όρθιος. «Είναι το έργο της ζωής σου κι αυτοί είναι φίλοι μας. Δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς». «Ασφαλώς και δεν θύμωσα», του αποκρίθηκε και αγκάλιασε με τις παλάμες της το πρόσωπό του. «Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο σ’ αγαπώ αυτή τη στιγμή». «Τότε πες μου πως θα με παντρευτείς. Θα πάω στο Λονδίνο και θα λύσω αυτό το νομικό ζήτημα. Και ύστερα θα επιστρέψω με ένα δαχτυλίδι. Διαμάντια ή ζαφείρια;» «Δεν θέλω καν δαχτυλίδι. Απλώς θέλω εσένα».


Υπήρχε χρόνος για ένα κλεφτό, ανυπόκριτο φιλί. Τότε ήταν που οι άλλοι προσπάθησαν να τον συλλάβουν. «Μείνετε ήρεμος, Εξοχότατε», είπαν οι δικηγόροι πλευρίζοντάς τον. «Θα σας πάμε αμέσως στο Λονδίνο. Υπάρχουν κάποιοι πολύ καλοί γιατροί που θέλουμε να επισκεφθείτε». Εκείνος τίναξε από πάνω του τα χέρια τους. «Θα πάω μόνος μου στο Λονδίνο. Δεν χρειάζομαι την επιτήρησή σας. Αλλά όταν σας λέω ότι θα τα πούμε στο δικαστήριο, καλά θα κάνετε να με πιστέψετε». «Η αλήθεια είναι», παρενέβη ο κύριος Χέιβερς, «ότι δεν νομίζω πως θα σας ασκηθεί δίωξη. Ούτε θα περάσετε από δίκη για την πνευματική σας κατάσταση». «Τι;» είπε ο Μπλέιλοκ. Έδειξε με ένα νεύμα γύρω του. «Μα αφού είδατε με τα μάτια σας… αυτό το θέαμα». «Το είδα. Και σας διαβεβαιώνω πως ο λόρδος Καγκελάριος δεν θα ενδιαφερθεί καθόλου να εκδικάσει τη συγκεκριμένη υπόθεση». Ο Χέιβερς στράφηκε προς την Ίζι. «Όπως είπα και στη δεσποινίδα Γκουντνάιτ, ο γιος του θαυμάζει απεριόριστα αυτές τις ιστορίες. Ο νεαρός έπεσε από ένα άλογο όταν ήταν μικρός και έκτοτε παραμένει κλινήρης. Αυτές οι ιστορίες ήταν θείο δώρο για κείνον». «Κλινήρης;» Μια υποψία άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό της Ίζι. «Μήπως αναφέρεστε στον λόρδο Πέρεγκριν;» «Σ’ αυτόν ακριβώς αναφέρομαι», αποκρίθηκε ο Χέιβερς. «Ο λόρδος Καγκελάριος θ’ αρνηθεί να προχωρήσει σε δίκη. Τι; Να κλείσει τον μέλλοντα σύζυγο της Ίζι Γκουντνάιτ σε άσυλο σαν παράφρονα; Δεν θα μπορέσει να απολαύσει ξανά ήσυχος το δείπνο του. Και, εδώ που τα λέμε, όλη η Αγγλία θα δυσανασχετήσει». Ο Ρίτζετ χειρονομούσε αλλόφρων. «Μα… οι ιππότες. Η πανοπλία. Το Τάγμα της Παπαρούνας!» «Για όνομα του Θεού, άνθρωπε. Είναι απλώς παραμύθια. Εμείς οι υπόλοιποι το αντιλαμβανόμαστε». Ο κύριος Χέιβερς έδειξε τον Ράνσομ. «Κοίταξέ τον. Ο άντρας αυτός δεν παραληρεί. Είναι ερωτευμένος». Τα χείλη του Ράνσομ τρεμόπαιξαν σ’ εκείνο το οικείο μισό μειδίαμα. «Ε λοιπόν, σ’ αυτή την κατηγορία δεν θα διαφωνήσω». Δεν ήταν συνηθισμένος γάμος. Ήταν μια κλειστή εκδήλωση. Η τελετή έλαβε χώρα μια Τρίτη πρωί. Η νύφη φορούσε κόκκινα για να τη διακρίνει ο γαμπρός στο πλήθος. Στα στενά στασίδια της εκκλησίας του χωριού στριμώχνονταν ιππότες με αυτοσχέδιες πανοπλίες και θεραπαινίδες με


μεσαιωνικές τουαλέτες. Και ύστερα από το γαμήλιο πρωινό στο πανδοχείο του χωριού, το ευτυχισμένο ζευγάρι αρνήθηκε να μπει στην άμαξα που περίμενε, προκειμένου να κάνει μια μεγάλη, νωχελική βόλτα προς το κάστρο του, πιασμένο χέρι χέρι. Καθώς πλησίαζαν στο πυργί της πύλης, η Ίζι κοίταξε ψηλά το παμπάλαιο πέτρινο φρούριο. Τα καινούρια τζάμια στα παράθυρα θύμιζαν τις έδρες ενός διαμαντιού και ακτινοβολούσαν στον πρωινό ήλιο. Είχαν αλλάξει πολλά από κείνο το πρώτο βροχερό, σκοτεινό απόγευμα, όταν βρέθηκε εκεί με τίποτα στο όνομά της πέρα από μια νυφίτσα, ένα γράμμα και μια τελευταία ελπίδα. Ο Ράνσομ τη σταμάτησε στο προαύλιο. «Περίμενε». Εκείνη σήκωσε τα μάτια για να τον κοιτάξει. Και χρειάστηκε να περάσει λίγη ώρα ώστε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. Η αντίληψή της είχε αλλάξει για το κάστρο, αλλά όχι γι’ αυτόν τον άντρα. Επειδή αυτός ο παράφορος, αδάμαστος, αρρενωπός καλλονός έκανε κάθε φορά τα γόνατά της να τρέμουν. «Τι συμβαίνει;» τον ρώτησε. «Ξεχάσαμε κάτι στο πανδοχείο;» «Τίποτα δεν συμβαίνει. Απλώς ήθελα να ξανακάνω αυτό». Έσκυψε και, με μια σβέλτη κίνηση, την πήρε στην αγκαλιά του, φέρνοντάς τη στο στήθος του. Και τούτη τη φορά, η Ίζι κατάφερε να μη λιποθυμήσει. Μετά βίας.


Eπίλογος Ύστερα από μερικούς μήνες Το κερί σχεδόν είχε λειώσει στο κηροπήγιο όταν ανέβηκε ο Ράνσομ το τριακοστό τέταρτο σκαλί. «Ίζι, είναι αργά. Πρέπει να κοιμηθείς». «Το ξέρω». Η Ίζι άφησε τον κονδυλοφόρο στο μελανοδοχείο και ακούμπησε τους αγκώνες στο γραφείο. Αναστέναξε από την κούραση, έκλεισε τα μάτια κι έτριψε τους κροτάφους της. Εκείνος πήγε και στάθηκε πίσω της. Τα δυνατά χέρια του ακούμπησαν βαριά στους ώμους της. «Δουλεύεις υπερβολικά εδώ και μερικές εβδομάδες». «Κι αυτό το ξέρω». Πήρε τον κονδυλοφόρο και άρχισε πάλι να γράφει. «Συγγνώμη. Απλώς θέλω απεγνωσμένα να έχω ολοκληρώσει μερικά κεφάλαια για τα τεύχη των επόμενων μηνών προτού έρθει το μωρό. Η δουλειά προχωράει πιο αργά απ’ όσο θα ήθελα. Και, επιπλέον, έχω έναν σωρό γράμματα να απαντήσω». Οι αντίχειρές του μάλαξαν τους μυς στον αυχένα της, κάνοντάς τη να βγάλει έναν βαθύ αναστεναγμό. «Τι μπορώ να κάνω;» τη ρώτησε. «Το μασάζ είναι μια υπέροχη αρχή», του απάντησε ταξινομώντας μια στοίβα από φακέλους. «Μήπως μπορείς να με βοηθήσεις να απαντήσω στο γράμμα του λόρδου Πέρεγκριν;» «Τι γρίφο σού έβαλε αυτή τη φορά;» «Στην πραγματικότητα είναι η σειρά μου να του θέσω έναν γρίφο κι έχω ξεμείνει από ιδέες». Ακούμπησε απαλά τον κονδυλοφόρο στο στυπόχαρτο. «Αχά, το βρήκα!» Βύθισε την πένα στο μελάνι και ξεκίνησε να γράφει. «Θα προτιμούσες να βρεις στο κρεβάτι σου μια νυφίτσα ή ένα χταπόδι;» Ολοκλήρωσε το γράμμα και το άφησε κατά μέρος. «Είναι άδικο. Αυτός μπορεί να διαλέξει, ενώ εγώ δεν έχω επιλογή». «Όχι, δεν έχεις. Σου φορτώθηκαν και τα δύο». Χαμογελώντας, η Ίζι τράβηξε ένα περιοδικό από τον σωρό της αλληλογραφίας της. «Λοιπόν, ήρθε κάτι με το ταχυδρομείο το οποίο θα βρεις διασκεδαστικό. Ένα γράμμα προς τον εκδότη του Τζέντλεμανς Ριβιού. Και αφορά εμένα». «Διάβασέ το, λοιπόν».


Η Ίζι άνοιξε το περιοδικό στην τσακισμένη σελίδα και διάβασε δυνατά, με μια επιτηδευμένη βαρύτονη φωνή. «“Όπως και τόσοι άλλοι αναγνώστες του περιοδικού σας, χάρηκα που η αγαπημένη κόρη της Αγγλίας, η μικρή Ίζι Γκουντνάιτ, που πρόσφατα έγινε Δούκισσα του Ρόθμπουρι, πήρε την πένα της και αποφάσισε να συνεχίσει να γράφει για τον υπέροχο κόσμο που παρέδωσε ο σερ Χένρι σ’ εκείνη και σε μας. Διάβασα τις πρώτες συνέχειες με μεγάλη αδημονία και εξαιρετικό ενδιαφέρον, αλλά πολύ λυπάμαι που θα πω πως δεν εντυπωσιάστηκα”». Ο Ράνσομ στραβομουτσούνιασε. «Το αυθάδικο κάθαρμα…» «Έχει δικαίωμα να έχει γνώμη. Για να δούμε… Εδώ είμαστε». Χαμήλωσε τη φωνή της. «“Μολονότι ανήλθε γοργά σε μια κοινωνική τάξη ανώτερη από κείνη του αείμνηστου πατέρα της, τα πρώτα κεφάλαια καθιστούν σαφές πως η Εξοχοτάτη δεν θα γίνει ποτέ ισάξιά του από λογοτεχνικής άποψης. Όσο κι αν με πονάει που το λέω, η γραφή της ωχριά μπροστά στην πρόζα του πατέρα της”». «Θα τον κάνω εγώ να πονέσει για τα λόγια του…» βρυχήθηκε ο Ράνσομ. «Ω, γίνεται ακόμα καλύτερο», του είπε, πηδώντας μερικές παραγράφους. «Συνεχίζει γράφοντας: “Το Ταξίδι του Σκοτεινού Ιππότη έχει, παρ’ όλα αυτά, κάποιες προοπτικές. Όταν ακονίσουν το ταλέντο της η ωριμότητα και ο χρόνος, ίσως η δούκισσα καταφέρει να γίνει μια συγγραφέας με τις μισές ικανότητες του πατέρα της – κι αυτό από μόνο του θα ήταν πραγματικό κατόρθωμα για οποιαδήποτε συγγραφέα που είναι τόσο νέα και, απλώς, γυναίκα…”. Είναι υπογεγραμμένο: Εντιμότατος Έντμουντ Κρίλεϊ, Τσάτον, Κεντ». Άφησε κατά μέρος το περιοδικό και την έπιασε νευρικό γέλιο. Ο Ράνσομ δεν γελούσε. Έμεινε σιωπηλός. «Λοιπόν;» τον παρότρυνε εκείνη. «Δεν σου φαίνεται αστείο; Δεν έχεις κάποια απάντηση;» «Ω, έχω απάντηση. Ο Εντιμότατος Έντμουντ Κρίλεϊ μπορεί να πάρει την πένα του και να…» Το βρισίδι που ακολούθησε έκανε την Ίζι να απλώσει τα χέρια στην κοιλιά της, θαρρείς και μπορούσε να καλύψει τα ευαίσθητα αφτιά του αγέννητου παιδιού της. Το μωρό, παρ’ όλα αυτά, απλώς κλότσησε και σάλεψε μέσα στη μήτρα της. Ω Θεέ μου. Φαίνεται πως τούτο το παιδί θα έμοιαζε στον Ράνσομ. Και δεν την πείραζε καθόλου. «Εμείς θα γελάσουμε τελευταίοι», του θύμισε. «Ο κύριος Κρίλεϊ θα αναγκαστεί να καταπιεί τα λόγια του, αν όχι… τα άλλα πράγματα που ανέφερες. Θα μάθει την αλήθεια με τον καιρό. Όπως όλοι». Ο Ράνσομ τής είχε χαρίσει ένα παραμυθένιο τέλος, και η Ίζι είχε ορκιστεί να


μην το χαραμίσει. Σκόπευε να αναγνωριστεί το έργο ως δικό της και να συνεχίσει τις ιστορίες που εκείνη –και τόσοι άλλοι– αγάπησαν. Αλλά ήθελε να το κάνει με προσοχή, με σεβασμό προς την Κρέσιντα και τον Ούλρικ, τη μνήμη του πατέρα της και προς εκείνο το πορφυρό κάλυμμα κρεβατιού – και, ιδίως, προς τους αναγνώστες, που είχαν κάνει τις Ιστορίες Γκουντνάιτ όχι εντελώς «αληθινές», αλλά αληθινά σημαντικές. Επομένως, αντί να συνεχίσει από το σημείο όπου είχε μείνει η αρχική ιστορία, ξεκίνησε μια καινούρια: Το Ταξίδι του Σκοτεινού Ιππότη. Ασφαλώς, έναν σωρό αναγνώστες, εκείνοι που διέθεταν περισσότερη διορατικότητα από τον Έντμουντ Κρίλεϊ, θα άρχιζαν να μαντεύουν την αλήθεια. Αρκετοί της είχαν γράψει εκφράζοντας τις υποψίες τους. Αλλά προς το παρόν η Ίζι ήταν επιφυλακτική. Σκόπευε να συνεχίσει τις περιπέτειες του Σκοτεινού Ιππότη, έως την κλιμάκωση εκείνης της σκηνής στο παραπέτο. Και τότε, όταν οι δύο ιστορίες θα συνδέονταν άρρηκτα μεταξύ τους, αυτός θα σήκωνε την προσωπίδα του, αποκαλύπτοντας την αληθινή ταυτότητά του… Όπως και την ταυτότητα της Ίζι. Όταν θα έβγαινε η αλήθεια στη φόρα, λίγο πολύ θα προκαλούσε σκάνδαλο. Η Ίζι ανησυχούσε περισσότερο για το πώς θα το αντιμετώπιζε ο Ράνσομ παρά για τα δικά της συναισθήματα. Ήλπιζε πως, διαβάζοντάς του το γράμμα του κυρίου Κρίλεϊ, θα τον προετοίμαζε με κάποιον τρόπο. «Καλύτερα να είσαι έτοιμος, Ράνσομ. Όταν θα εκδοθεί σε λίγα χρόνια αυτό το κεφάλαιο, κανένας δεν θα με χτυπάει χαϊδευτικά στο κεφάλι. Το σίγουρο είναι πως θα λάβω πιο δυσάρεστα γράμματα». Εκείνος έμεινε σιωπηλός για λίγο. «Ωραία». «Ωραία;» «Ναι, ωραία. Επειδή αποφάσισα πως η κατάλληλη αντίδραση σε οποιοδήποτε δυσάρεστο γράμμα θα είναι τα φιλιά και μ’ αρέσει να έχω δικαιολογίες να σε φιλάω». «Νομίζω πως το συγκεκριμένο γράμμα αξίζει περισσότερο από ένα φιλί. Αξίζει καμιά δεκαριά η καμιά ντουζίνα». «Δεν θα σταματήσω αν δεν μετρήσεις μέχρι το εκατό…» της αποκρίθηκε πονηρά. «Αργότερα». Εκείνη σούφρωσε τα χείλη. «Αργότερα;» «Αυτή τη στιγμή θέλω να σου δείξω κάτι. Είναι έκπληξη». Ασφαλώς, της είχε κινήσει την περιέργεια έτσι όπως τον ακολουθούσε στις σπειροειδείς σκάλες. Τις κατέβηκε με προσοχή. Καθημερινά το κέντρο βάρους


της άλλαζε. «Ποια έκπληξη μπορεί να είναι καλύτερη από εκατό φιλιά;» ρώτησε καθώς ακολουθούσε τον Ράνσομ στον διάδρομο. «Αυτή εδώ, ελπίζω». Σταμάτησε μπροστά σε μια κρεβατοκάμαρα. Αυτήν η οποία προοριζόταν για παιδικό δωμάτιο. Έσπρωξε την πόρτα για να την ανοίξει. Εκείνη χτύπησε τα χέρια της από χαρά. «Τέλειωσε;» Της Ίζι τής είχε απαγορευτεί ρητά να συμμετάσχει στις σημαντικές ανακαινίσεις – υπήρχε υπερβολική σκόνη και κίνδυνος, έλεγε ο Ράνσομ. Εκείνη δεν διαφώνησε. Χάρηκε που επικεντρωνόταν προς το παρόν στο γράψιμο. Και η καρδιά της γέμιζε χαρά που εκείνος επένδυε ολοένα και περισσότερο στο κάστρο που ήταν το πατρογονικό του σπίτι. Το κάστρο που ήταν πλέον το σπίτι τους. «Τέλειωσε μόλις σήμερα. Οι εργάτες ολοκλήρωσαν το βάψιμο το απόγευμα». Της έδειξε την ανοιχτή πόρτα. «Ρίξε μια ματιά». Η Ίζι μπήκε φουριόζα και χαμογελώντας. Και τότε πάγωσε από δέος. «Ω…» είπε ξέπνοα. «Ω Ράνσομ…» «Μην αρχίσεις να παραπονιέσαι πως σου φέρομαι σαν να είσαι κοριτσάκι. Ξέρω πως είσαι πολύ μεγάλη για να αποκτήσεις πορφυρή κρεβατοκάμαρα με χρυσά αστέρια. Αλλά ξέρω, επίσης, ότι κάποτε ήταν το όνειρό σου. Σκέφτηκα πως ίσως θα ήθελες να τη χαρίσεις στο παιδί σου». Η Ίζι πίεσε το χέρι στο στήθος της παραζαλισμένη. Το δωμάτιο ήταν πανέμορφο. Μια παιδική κούνια με πορφυρό πάπλωμα, φοδραρισμένη με σύννεφα από τούλι. Ένα πλούσιο χαλί διακοσμημένο με περικοκλάδες και πλούσια άνθη. Σειρές ολόκληρες από ράφια με βιβλία. Και στο ταβάνι ήταν ζωγραφισμένα ασημένια φεγγάρια και χρυσά αστέρια. Ακόμα κι ένας δυο κομήτες. Με μια πιο προσεκτική ματιά διαπίστωσε πως κάποια από αυτά τα άστρα ήταν λιγότερο τέλεια από τα άλλα – ήταν στραβοσχεδιασμένα και μουτζουρωμένα στις άκρες. Δεν συμβάδιζαν με τις ακριβείς προδιαγραφές που έθεσε ο Ράνσομ σε όλους τους εργάτες. Αλλά μέσα στην καρδιά της, η Ίζι βρήκε την απάντηση για κείνα τα όχι και τόσο τέλεια άστρα. Πρέπει να τα ζωγράφισε ο ίδιος. Ο Ράνσομ σάλεψε νευρικά τα πόδια του. «Δεν μιλάς». «Τα έχω χαμένα. Υπάρχουν στιγμές που ακόμα και μια συγγραφέας ξεμένει


από λόγια». Ρούφηξε τη μύτη της καταπίνοντας ένα δάκρυ και τον αγκάλιασε, όσο της το επέτρεπε η φουσκωμένη κοιλιά της. «Σ’ ευχαριστώ. Σ’ αγαπώ. Είναι το καλύτερο δώρο που μπορώ να φανταστώ». Στην πραγματικότητα ήταν το δώρο που φανταζόταν όλη της τη ζωή. Και ήταν πια αληθινό. Θα έδιναν στα παιδιά τους αυτό το μαγικό δωμάτιο που βρισκόταν μέσα στο δικό τους κάστρο. Αλλά, το πλέον σημαντικό, θα έδιναν στα παιδιά τους αγάπη. Και ασφάλεια. Και ιστορίες. Κάθε νύχτα καινούριες ιστορίες. Αυτό ήταν πραγματικά ένα τέλος που έμοιαζε με παραμύθι. Εκείνος πρόσθεσε το «Κι έζησαν αυτοί καλά» τη μέρα που συμφώνησαν να παντρευτούν. Το επιβεβαίωνε αυτό το δωμάτιο. Και το καλύτερο όλων; Έναν σωρό χρόνια μεσολαβούσαν ανάμεσα σ’ αυτούς και στο «Τέλος».


Ευχαριστίες Θέλω να ευχαριστήσω θερμά την Κέιτι Ντάνμπακ και τη Ρέιτσελ Κέλι, που με βοήθησαν στην έρευνά μου για τη μερική απώλεια όρασης και τη διαδικασία προσαρμογής. Τα όποια λάθη έγιναν είναι αποκλειστικά δικά μου. Είμαι βαθύτατα ευγνώμων στην οικογένεια, στους φίλους μου και στους καλούς ανθρώπους της HarperCollins για την υπομονή τους όσο έγραφα αυτό το βιβλίο. Μπρεν, Κόρτνεϊ, Κάρεϊ, Λι, Λόρα, Σούζαν, Κάρα κι όλα τα αφανή μέλη της ομάδας… Με σώσατε με αναρίθμητους τρόπους. Σας αγαπώ όλους. Και, τέλος, απευθύνω όλες τις ευχαριστίες και την αγάπη μου στον κύριο Ντερ – λατρεύω το γεγονός ότι θα γεράσουμε και θα ξεκουτιάνουμε μαζί.

Profile for emma

Ένα φιλί για καληνύχτα (Παραμυθένιοι Έρωτες #1)  

Ένα φιλί για καληνύχτα (Παραμυθένιοι Έρωτες #1)  

Profile for emathess
Advertisement