Issuu on Google+

ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗ ΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ (Πασά) ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Η σκέψη για να γράψω το ιστορικό του χωριού, γεννήθηκε μέσα μου από τις αρχές της δεκαετίας του 1950. Ως ώθηση για το εγχείρημα αυτό ήταν δυό τετράδια με σημειώσεις για διάφορα συμβάντα του χωριού, που είχα ιδεί στο σπίτι του θείου μου, του Θοδωρή Αναγνώστη. Το ένα από τα τετράδια περιείχε σημειώσεις του παπάΚώστα Σκεύη ή του Ηγούμενου της Μονής της Πέπελης, όπως τον αποκαλούσαν στο χωριό και στα περίχωρα, σημειώσεις, που αρχίζανε από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και συνεχίζανε μέχρι το έτος 1917 του εικοστού αιώνα. Το άλλο τετράδιο περιείχε σημειώσεις που κρατούσε ο ίδιος ο θείος Θόδωρης μέχρι το έτος 1936. Οι περισσότερες από τις σημειώσεις και στα δύο τετράδια μνημόνευαν τις γεννήσεις, τους γάμους, τους θανάτους, αλλά δεν άφηναν απ’ έξω και άλλα συμβάντα του χωριού. Υπήρξε και άλλος λόγος, που με παρότρυνε να γράψω το ιστορικό. Στην τοποθεσία Ράχη και στο μαγαζί του μπάρμπα Δημήτρη καθώς και στον Κάτω Μαχαλά, όπου είχε το μαγαζί ο πατέρας μου, συγκεντρώνονταν οι άντρες και κουβέντιαζαν. Λόγω του πάθους και της περιέργειας να μάθω όσο περισσότερα για τη ζωή των συγχωριανών μου, άκουγα με μεγάλη περιέργεια τις αφηγήσεις τους. Από τις αρχές του 1950 άρχισα να σημειώνω και ο ίδιος τις αφηγήσεις και τις συζητήσεις, που γίνονταν. Ταυτόχρονα άρχισα να ρωτάω τους γερόντους για τα περασμένα γεγονότα. Τα σημαντικότερα πάντως γεγονότα, που διαδραματίστηκαν τα έχω από τον Θόδωρη Αναγνώστη, τον Δημήτρη Αναγνώστη, τον Γιάννη Κώστα, τον Βαγγέλη Στέφο, τον Κόλια Ηλία, τον Κώτση Μπούντρη, τον Ζήσο Μπιρμπίλη, το Σωτήρη Σπύρο κλπ. Πολλά από τα γεγονότα, τα συζητούσα με τους Πέτρο Νικόλα Αναγνώστη και Θωμά Νικόλα Ζήση. Υπήρξαν, δηλαδή, τρία τετράδια με σημειώσεις, τα οποία το 1954, όπου μετατέθηκα με δουλειά στα Τίρανα, μαζί με τους τίτλους ιδιωκτησίας καθώς και άλλα έγγραφα της οικογένειας, τα τύληξα σε φακέλους και τα άφησα στο χωριό. Το 1959, δυο από τους φακέλους καθώς και ένα κουτί με φωτογραφίες τα είχε πάρει ένα άγνωστο άτομο. Αργότερα, από τον Σ.Π. έμαθα ότι τους φακέλους τους είχε πάρει ο Α.Ν. Την χρονική περίοδο 1974-1975, ενώ μου είχαν προκύψει μερικά προβλήματα, μεταξύ των άλλων, κατάφερα να αποκαλύψω όχι μόνον το άτομο, που είχε πάρει τους φακέλους, αλλά και τους πραγματικούς σκοπούς του. Ήταν, όμως, πολύ αργά και οι φάκελοι δεν μπορούσαν να επιστρέψουν. Γι’ αυτό και δεν τους ζήτησα ποτέ. Στις αρχές του 1960 σκέφτηκα ξανά να συνεχίσω τη συγκέντρωση στοιχείων, με σκοπό να γράψω το ιστορικό. Το συζήτησα το θέμα και με άλλους. Ένας απ’ αυτούς, ο Β. Θ. που τότε εργαζότανε στην Κομματική Επιτροπή, με συμβούλεψε να μην ασχοληθώ με ένα τέτοιο θέμα, γιατί μπορούσε να λάβει άλλη έννοια. Από την άλλη μεριά, εκείνη την περίοδο είχε δοθεί η οδηγία να ιδρυθούν τα «μουσεία των χωριών» και ταυτόχρονα να γραφτούν και τα ιστορικά των χωριών. Αυτό σήμαινε ότι η δική μου ιδέα απορρίπτονταν, γιατί η κατάρτιση των ιστορικών έπρεπε να γίνει

1


εντός κάποιας κορνίζας. Έτσι, παραιτήθηκα από την ιδέα της κατάρτισης του ιστορικού, αλλά σε καμιά περίπτωση από την προσπάθεια της συγκέντρωσης των στοιχείων. Η επιτροπή για την κατάρτιση του ιστορικού αποτελούνταν από άτομα νέα στην ηλικία, και στη σκέψη τους επικρατούσε η άποψη να εξυμνήσουν τις οικογένειές τους και να καθρεφτίσουν πιο πολύ τα γεγονότα από την περίοδο της Αντίστασης και μετέπειτα Το 1972 κλήθηκα κι εγώ να συμμετάσχω στην προσπάθεια αυτή, αλλά όταν διαπίστωσα ότι είχαν αγνοηθεί οι παρήλικες, εξέφρασα την αντίθεσή μου και δεν δέχτηκα να προσφέρω τα δικά μου στοιχεία. Μετά από κάποια περίοδο, όταν επισκέφτηκα το μουσείο του χωριού, διαπίστωσα όλα εκείνα για τα οποία αμφέβαλα στις αρχές. Μετά το 1990 το μεγαλύτερο μέρος των ανθρώπων μας μετανάστευσαν στην Ελλάδα και σκορπίστηκαν σε όλες τις πολιτείες. Πολλά χωριά, ιδρύσανε στην Ελλάδα τις λεγόμενες «αδερφότητες», πράγμα, που το χωριό μας δεν μπόρεσε να το κατορθώσει. Συζητώντας με πολλούς, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι οι λόγοι, που εμπόδισαν ως τώρα την συγκρότηση της αδερφότητας είναι ξανά οι ίδιοι, δηλαδή η «προβολή της οικογένειας». Θα προσθέταμε κι έναν ακόμα: εκείνον του προσωπικού οφέλους. Μαζί με τους άλλους, φύγαν και τα παιδιά μου. Για να τους αφήσω περιουσία, ούτε λόγος, γιατί δεν υπάρχει. Είπα, λοιπόν, να τους αφήσω μερικές σημειώσεις για το σόι μας, να ξέρουν από πού προέρχονται. Ταυτόχρονα, να τους αφήσω και μερικές σημειώσεις για την ιστορία του χωριού μας, για να μην ξεχάσουν τον τόπο καταγωγής τους. Όπως τόνισα και στην αρχή, τις σημειώσεις δεν τις προορίζω προς έκδοση, γιατί ευτυχώς, το χωριό μας έχει βγάλει διανοούμενους, δημοσιογράφους κλπ, πολύ πιο κατάλληλους για ένα τέτοιο εγχείρημα. Εκείνος, που θα αναλάβει μια τέτοια δουλειά, αν το θεωρήσει σωστό, είναι ελεύθερος να αξιοποιήσει και τις σημειώσεις μου και δεν απαιτώ να αναφερθεί το όνομά μου σε καμία περίπτωση. Τους ζητώ, όμως, ένα πράγμα, να μην διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα και, όσα εγώ αναφέρω, ας τα διασταυρώσουν πρώτα, ας κάνουν τις ανάλογες διορθώσεις και μετά να τα αξιοποιήσουν στις εργασίες τους. Κάποιοι μπορούν να πουν γιατί τις σημειώσεις αυτές τις έγραψα στην αλβανική γλωσσα. Η παρατήρηση είναι σωστή. Εγώ, από τη μια είμαι κακογράφος, ενώ από την άλλη επιθυμούσα να κάνω τόσα αντίτυπα όσα και τα παιδιά μου. Γραφομηχανή, όμως, στην ελληνική γλώσσα δεν διέθετα. Σε περίπτωση, που θα εξασφαλίσω μια γραφομηχανή στην ελληνική, θα το κάνω κι αυτό. Αγ. Σαράντα, 1996 ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ

2


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι-ο ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΜΑΤΙΑ Το χωριό μας, στις διάφορες ιστορικές τους περιόδους, είχε και άλλα ονόματα, αλλά εδώ και τριακόσια τουλάχιστον χρόνια φέρει το ίδιο όνομα: Καλύβια Στα μέσα του 19ου αιώνα, όπως θα αναφερθούμε εκτενέστερα και στο παρακάτω κεφάλαιο, είχε εμπλακεί σε συνεχείς διενέξεις με τους αγάδες των γειτονικών χωριών Δίβρη, Γέρμα και Κουλουρίτσα, οι οποίοι εποφθαλμιούσαν τις περιουσίες του. Εντωμεταξύ το χωριό μας ήταν ιδιωκτησία των ίδων των χωρικών και δεν είχε αγά ή μπέη. Ο συνεχής και αδιάκοπος αγώνας για την περιφρούρηση των περιουσιών, κούρασε τους χωρικούς. Έτσι, αναγκάστηκαν να απευθυνθούν στον πασά του Δελβίνου και να του ζητήσουν συμπαράσταση. Ο πασάς δέχτηκε να πάρει το χωριό υπό την προστασία του και έστειλε έναν σούμπαση, ο οποίος πληρωνότανε με 20 ταγάρια καλαμπόκι (10 κντ) το χρόνο από τους χωρικούς. Οι Καλυβιώτες του χτίσανε και μια κατοικία. Από τότε το όνομα του χωριού από Καλύβια έγινε «Καλύβια του Πασά», για να διακρίνεται ταυτόχρονα από το άλλο συνώνυμο χωριό, τα Καλύβια του Σούση ή Καλύβια δροβιανίτικα, όπους λεγότανε τότε το σημερινό χωριό Ραχούλα . Την περίοδο 1937-1938 με βασιλική απόφαση το όνομα του χωριού μας εξαλβανίστηκε και λεγότανε «Kasolle e Pashait”. Το όνομα αυτό, όμως, δεν κράτησε για πολύ. Από το τέλος του Πολέμου και μέχρι το 1953 το χωριό αναφέρονταν ξανά ως Καλύβια Πασά. Από το 1953 και μετά το χωριό, στο πλαίσιο της προσπάθειας του καθεστώτος για εξαλβανισμό των χωριών, ακόμα και των ανθρωπονυμιών, πήρε το όνομα Kodra (Ράχη). Οι χωρικοί πάντα το αναφέρουν ως Καλύβια, αλλά θα σημειώναμε πως και μετά την πτώση της διχτατορίας, το επίσημο όνομα του χωριού είναι Kodra. ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΑ κατά την περίοδο της Οθωμανικής κατοχής το χωριό υπάγονταν στον καζά του Δελβίνου, ο οποίος υπάγονταν στο σαντζάκι του Αργυροκάστρου κι αυτό με τη σειρά του, στο βιλαγέτι των Γιαννίνων. Όταν η χώρα απαλλάχτηκε από τον τουρκικό ζυγό και απόχτησε την ανεξαρτησία της, ιδρύθηκαν οι Περιφέριες, οι Νομαρχίες και οι Υποδιοικήσεις. Μετά το 1925 ιδρύθηκαν οι Επαρχίες, οι οποίες αντικατέστησαν τις Περιφέρειες. Σε συνέχεια και, για πολιτικούς λόγους, η Νομαρχία του Δελβίνου χωρίστηκε σε τρεις Υποδιοικήσεις: του Δελβίνου, των Αγ. Σαράντα και της Κονίσπολης. Είναι γνωστό πως η περιοχή αυτή, στην πλειοψηφία της κατοικείται από ελληνικό πληθυσμό, αλλά για τους λόγους, που προαναφέραμε ο πληθυσμός αυτός μοιράστηκε στις τρεις Υποδιοικήσεις. Έτσι, τα Καλύβια και άλλα 16 χωριά της περιοχής, διοικητικά υπάγονταν πια στην Υποδιοίκηση της Κονίσπολης. Απ’ αυτά, μόνον τα πέντε ήταν ορθόδοξα, ενώ τα άλλα ήταν αλβανόφωνα και μουσουλμανικά στο θρήσκευμα.. Και μετά την εμφάνιση των Κοινοτήτων, μερικά ελληνοχώρια υπάγονταν στην Κοινότητα του Μαρκατιού, ενώ κάποια άλλα στην Κοινότητα του Παντελεημόνου. Σημειώνουμε ότι και το Μαρκάτι και το Παντελέημονο είναι χωριά με αλβανικό πληθυσμό και μουσουλμανικά στο θρήσκευμα. Μετά τον πόλεμο και μέχρι το 1948 διαφυλάχτηκε η ίδια διοικητική διαίρεση. Το 1948 οι τρεις Υποδιοικήσεις (Κονίσπολης, Δελβίνου και Αγ. Σαράντα) ενώθηκαν και πάλι σε μία και αποτέλεσαν την Επαρχία των Αγ. Σαράντα. Το χωριό μας υπάγονταν στην νέα Επαρχία των Αγ. Σαράντα

3


Το 1953 η νέα διοικητική διαίρεση της χώρας αποτελούνταν από Περιφέρειες και Επαρχίες. Τότε το χωριό μας πέρασε με την Επαρχία Δελβίνου. Το 1958 καταργήθηκαν οι Περιφέρειες και ιδρύθηκαν μεγάλες Επαρχίες. Έτσι η Επαρχία Δελβίνου και εκείνη των Αγ. Σαράντα ενώθηκαν σε μια, με έδρα την πόλη των Αγ. Σαράντα. Το 1992 χωρίστηκαν ξανά και το Δέλβινο έγινε ξεχωριστή Επαρχία, με συνέπεια τα μειονοτικά χωριά να μοιραστούν στα δυο. Μέχρι τότε, η Επαρχία των Αγ. Σαράντα και η Επαρχία Δελβίνου υπάγονταν στην Περιφέρεια Αργυροκάστρου. Το 1992, με εμφανή πολιτική σκοπιμότητα τη διάσπαση της Μειονότητας, οι δύο προαναφερόμενες Επαρχίες αποσπάστηκαν από το Αργυρόκαστρο και ενώθηκαν με την Περιφέρεια Αυλώνος. Σήμερα η επίσημη διεύθυση του χωριού μας είναι: χωριό Κόντρα, Κοινότητα Λιβαδειάς, Επαρχία Αγ. Σαράντα, Περιφέρεια Αυλώνος. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Η ΙΔΡΥΣΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Μέχρι σήμερα δεν βρέθηκε κάποιο έγγραφο ή άλλο στοιχείο, βάσει του οποίου να προσδιορίζεται με ακρίβεια ο χρόνος ίδρυσης του χωριού. Υπάρχουν όμως πολλές προφορικές εκδοχές, τις οποίες και τις παραθέτουμε πιο κάτω. Εκδοχή πρώτη: Κοντά στο σημερινό χωριό Καινούργιο, στους πρόποδες του βουνού Τσιμίκος, υπήρχε μεγάλο χωριό, τα ερείπια του οποίου σώζονται ακόμα σήμερα. Λέγεται ότι το χωριό αυτό καταστράφηκε (οι λόγοι της καταστροφής δεν είναι γνωστοί) την περίοδο 1100-1200 Ένα μέρος των κατοίκων του έφυγαν στην Ελλάδα, ένα άλλο μέρος πήγε στο σημερινό χωριό Δίβρη και στο χωριό μας. Ως πρόσφυγες, που ήταν, έφτιαξαν αχυροκαλύβες στην τοποθεσία, που είναι σημερα το χωριό. Εξού και το όνομα «Καλύβια». Εκδοχή δεύτερη: Λέγεται ότι πρώτα το χωριό ήταν στην τοποθεσία «Γράβος», αλλά επειδή εκεί περνούσε ο δρόμος Μέρκου – Γράβα – Μπιζούκι, που συνήθως γίνονταν πολλές ληστείες, αναγκάστηκε να ανεβεί στην κορυφή του λόφου. Εκεί, όμως, δεν υπάρχουν ερείπια, εκτός από τα ερείπια μιας εκκλησίας. Για την εκκλησία αυτή μερικοί λένε ότι ήταν της Αγίας Μαρίνας, ενώ μερικοί άλλοι του Αϊ Λια. Περισσότερο δίκιο ίσως να έχουν οι δεύτεροι, επειδή οι εκκλησίες του Αϊ Λια κατασκευάζονταν μακριά από τους οικισμούς και σε ψηλές κορφές. Είμαι της άποψης ότι αποκλείεται το χωριό να ήταν χτισμένο στην τοποθεσία αυτή. Εκδοχή Τρίτη: η εκδοχή αυτή θέλει το χωριό μας να ήταν στην τοποθεσία που και σήμερα ακόμα λέγεται Παλιόσπιτα, πλησίον στη γέφυρα της Τσακάλως, στην άκρη του αυτοκινητόδρομου, που έρχεται από τη Λιβαδειά. Δεν υπάρχουν, όμως, ερείπια σήμερα. Από τις τρεις εκδοχές η πρώτη είναι πιο πειστική, αλλά αν λάβομε υπόψη κάποια άλλα στοιχεία, προκύπτει ότι η τοποθεσία, που εκτείνεται σήμερα το χωριό, ήταν κατοικημένη πολύ πιο νωρίς. Το πρώτο στοιχείο είναι τα λιόδεντρα, μερικά από τα οποία, όπως επιμένουν οι ειδικοί ξεπερνούν τα χίλια χρόνια ηλικία. Τα λιόδεντρα αυτά κάποιοι τα φυτέψανε και τα καλλιεργήσανε, που σημαίνει ότι υπήρχαν κάτοικοι. Φυσικά, δεν αποκλείεται η περίπτωση ότι για οποιουσδήποτε λόγους, οι πρώτοι κάτοικοι να είχαν φύγει και στη θέση τους να ήρθαν άλλοι. Ως δεύτερο στοιχείο θα αναφέραμε την εκκλησία του χωριού μας, η οποία είναι πολύ παλιά.Η εικονογραφία της ήταν άριστη και η γενιά μου, ακόμα και η

4


νεότεροι, είναι μάρτυρες των εικόνων στα τοιχώματα καθώς και στο ταβάνι. Το τέμπλο της, επίσης, ήταν από πολύ παλιό ξύλο. Οι γεροντότεροι έλεγαν ότι στο ανώφλι της πόρτας της εκκλησίας υπήρχε ένα νούμερο με τρία ψηφία και συγκεκριμένα το 142, ενώ πιο πέρα η πέτρα ήταν σπασμένη. Αυτό σημαίνει ότι η εκκλησία είναι χτισμένη γύρω στα 1420 – 1429. Ένα τρίτο στοιχείο είναι τα γκαλντερίμια. Πέρα από τη βρύση Λέφκα, προς το σπίτι του Γιώργου Μήτση Αναγνώστη (Κύργιου) υπάρχει κατάλοιπο του παλιού δρόμου, που ήταν στρωμένος με πέτρες. Κατάλοιπα γκαλντεριμιού υπάρχουν στο δρόμο προς τα σπίτια των Ζησαίων μέχρι την οικία των Ρωσαίων. Στη συνοικία Σκεύη διατηρούνται επίσης τέτοια ίχνη, όπως επίσης και μεταξύ του σπιτιού μου και του σπιτιού του Τσιρόνη. Το γκαλντερίμι προχωρούσε προς την Κοκκίλα όπου βρίσκονται τα σπίτια των Κολιομητραίων κι ακόμα πιο πέρα στη συνοικία Σταυρονάτες κοντά στο σπίτι του Κίτσιου Γιώτη και των Μπουντραίων και Μαριναίων, για να κατέβει προς το σπίτι του Ζήσου Μπιρμπίλη. Προσθέτομε εδώ ότι γκαλντερίμι υπήρχε και στο χωριό Καλτσάτι (για το οποίο θα κάνομε λόγο παρακάτω). Τέταρτο στοιχείο είναι τα σύνορα του χωριού, που περικλείουν μεγάλο χώρο, πράγμα που αποδεικνύει ότι το χωριό μας όχι μόνον ήταν παλιό, αλλά και μεγάλο. Πέμπτο στοιχείο: είναι γνωστό ότι στα χωριά της περιοχής του Βούρκου ο Άγιος Κοσμάς πέρασε δυο φορές. Η δεύτερη φορά ήταν γύρω στα 1779, λίγο πριν από τη δολοφονία του στο Μπεράτι. Είναι ιστορικό γεγονός ότι ο Άγιος πέρασε και από τα Καλύβια. Γνωρίζουμε το μέρος στο οποίο στάθηκε, όπως γνωρίζουμε και το γεγονός ότι δεν επετράπη να μπει στο χωριό (το γιατί δεν επετράπη, θα το αναφέρομε παρακάτω στο κεφάλαιο περί της θρησκευτικής πίστης των χωρικών). Εκείνο, που θέλουμε να τονίσομε είναι ότι την ώρα που ο άγιος πέρασε απ’ εδώ, ρώτησε για τον αριθμό των σπιτιών του χωριού. Του απαντήσανε ότι το χωριό έχει 79 οικογένειες, που σημαίνει πως ένα χωριό με 79 οικογένειες τη δεκαετία του 1770 δεν μπορεί να είναι πρόσφατο, αλλά υπολογίζεται με αιώνες παλαιότερο. Έκτο στοιχείο: ο εξισλαμισμός της νότιας Αλβανίας έγινε την περίοδο 16001700. Τότε ακριβώς, κάηκαν τρία χωριά, τα οποία δεν δέχτηκαν να αλλαξοπιστήσουν: ο Μαχαλάς μεταξύ Γράβας και Κομματιού, το Μπακουλάτι, μεταξύ Σωπικιού, Βαγκαλιατιού και Παντελεημόνου και το χωριό μας, αλλά όχι ολόκληρο. Κάηκαν 10 σπίτια και το σχολείο, στο οποίο ερχότανε και μαθητές από τα γύρω χωριά και εξορίστηκαν 14 άντρες. Συνοπτικά για το κεφάλαιο τούτο θα λέγαμε ότι το χωριό μας κατοικούνταν εδώ και 1000 τουλάχιστον χρόνια. Δεν αποκλείεται οι πρώτοι κάτοικοι να είχαν εκδιωχθεί και να ήρθαν άλλοι, αλλά και η δεύτερη αυτή περίοδος ξεπερνάει τα 500600 χρόνια. Τα Καλύβια αποτελούνταν από τρεις συνοικίες: 1) Η συνοικία Μαχαλάς, η οποία συμπεριλάμβανε τη σημερινή συνοικία, που λέγεται Ράχη και άρχιζε από την τοποθεσία Νίκα (εκεί που σήμερα είναι τα σπίτια των Λογγαίων) και κατέληγε στη σημερινή συνοικία Παπαγιάννη, καθώς επίσης από το σπίτι του Γιώρη Μήτση Αναγνώστη μέχρι το τέλος της συνοικίας Σκεύη. 2) η συνοικία Σταυρονάτες, η οποία φέρει το ίδιο όνομα ακόμα και σήμερα. 3) η συνοικία Καλτσάτες, που δεν είναι άλλη από το σημερινό χωριό Καλτσάτι, το οποίο από την ίδρυσή του και μέχρι το 1925 ήταν αναπόσπαστο μέρος του χωριού μας. Και οι τρεις συνοικίες είχαν μία Δημογεροντία, μια εκκλησία, ένα σχολείο, ένα νεκροταφείο, τον ίδιο κάμπο. Ο διαχωρισμός της συνοικίας Καλτσάτες έγινε το

5


1925 – 1928, μετά την αναδιοργάνωση του Αλκβανικού κράτους κι αυτό, μετά από αίτηση των ίδιων των κατοίκων της συνοικίας Καλτσάτες. Στην αρχή δεν τα κατάφερε να παραμείνει ως αυτόνομο χωριό και συνδέθηκε με το γειτονικό Λαζάτι. Την οντότητα ως χωριό την απόχτησε αργότερα. Μετά την απόσπαση του Καλτσατιού, το χωριό μας μοιράστηκε ξανά σε τρεις συνοικίες: Ράχη, Κατω Μαχαλάς και Σταυρονάτες. Γεωγραφικά τα Καλύβια βρίσκονται στο νότο της Αλβανίας και περίπου 3 ώρες από τα σύνορα με την Ελλάδα. Εντάσεται στην περιοχή, που ονομάζεται Βούρκος του Δελβίνου και συγκεκριμένα βρίσκεται σε έναν λόφο μεταξύ του Διβροβουνίου ανατολικά και του βουνού Μηλιά νοτιοανατολικά. Υψώνεται ----μ πάνω από την επιφάνεια της θάλασσας και αγναντεύει μεγάλο χώρο, αρχίζοντας από το χωριό Αι Βασίλης και, κατεβαίνοντας, το Βρωμερό, την Κιάφα του Γκίνου, το Βρυώνι, το ποτάμι της Μπίστριτσας, τα χωριά Τρέμουλη, Τσαούσι και Αλήκου, το λόφο Ρείκια, τη Γέρμα. Στη γέφυρα της Τσακάλως αρχίζει ο λόφος του χωριού μας και καταλήγει στην τοποθεσία Μπουζούκια και Μύλος του Καραθάνου. Η συνοικία Καλτσάτες δεν είναι χτισμένη στον ίδιο μακρουλό λόφο, αλλά σε παράλληλο λόφο, ανατολικά. Σε συνέχεια, από το χωριό μπορείς να αγναντέψεις τα χωριά Παντελέημονας και Κομμάτι και απ’ εκεί το βλέμαφτάνει στο βουνό, που βρίσκονται τα χωριά Μαρκάτι, Νινάτι και Γιάννιαρη κι ακόμα πιο πέρα στα ελληνικά βουνά. Νότια, το χωριό σήμερα συνορεύει με τα χωριά Λιβαδειά και Παντελέημονο, ανατολικά με το Λαζάτι και το Καλτσάτι, βόρεια με το Ντερμίσι και τη Γέρμα και δυτικά με τα χωριά Χάλιο και Κουλουρίτσα. Ας μην θεωρηθεί υπεροψία ή τοπικισμός, αλλά σπάνια μπορεί να βρεθεί χωριό, που να αγναντεύει τουλάχιστον 50 άλλα χωριά γύρω του στους νομούς των Αγ. Σαράντα και Δελβίνου καθώς και άλλα πέρα από τα σύνορα, τη νήσο της Κέρκυρας μαζί με τα υπερπόντια νησιά Οθωνοί, Ερίκουσα και φυσικά το Ιόνιο πέλαγος. Από το χωριό μας, αγναντεύεις τα βουνά της Χειμάρρας, το Πλατοβούνι, το βουνό της Νίβητσας, τον Δρυάνο, τον Σεντενίκο, τη Στουγάρα, τη Σαρακίνα, τη Μηλιά κ.α. Το κλίμα είναι μεσογειακό, ο αέρα καθαρός και προσφέρεται για διακοπές. Κ Ε Φ Α Λ Α Ι Ο 3-ο ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Σε τούτο το Κεφάλαιο θα περιγράψομε τα σύνορα του χωριού στις διάφορες φάσεις, αλλά κάνοντας ταυτόχρονα λόγο και για τους παράγοντες, που επηρρέασαν τη διαμόρφωση των συνόρων αυτών. Η εδαφική έκταση εντός των συνόρων είναι αρκετά μεγάλη, πράγμα, που επιβεβαιώνει ότι το χωριό ήταν μεγάλο ως αναφορά τον πληθυσμό του. Είναι αναμφισβήτητο το γεγονός ότι το 1779 το χωριό είχε 79 οικογένειες, όπως τονίσαμε και παραπάνω. Διευκρινίζομε, όμως, ότι την εποχή εκείνη μια οικογένεια δεν αποτελούνταν από 5 – 6 άτομα, όπως η σημερινή, αλλά, όντας πατριαρχική, αποτελούνταν από 20 – 30 άτομα. Η οικογένεια των Ζησαίων λχ τον περασμένο αιώνα είχε άνω από 40 μέλη, οι οικογένειες Σκεύη και Αναγνώστη αποτελούνταν από 25 και άνω μέλη, η οικογένεια των Κολιομητραίων από 30 μέλη, αλλά και οι άλλες οικογένειες είχαν σχεδόν τον ίδιο «πληθυσμό»

6


Ως πρώτη φάση όσον αφορά τα σύνορα, θα θεωρήσομε το χρονικό εκείνο σημείο όπου το σημερινό χωριό Καλτσάτι αποτελούσε ακόμα συνοικία του χωριού μας. Στη φάση αυτή τα σύνορα ήταν τα εξής: Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του Καλυβιού και του Λαζατιού ήταν στο λοφίσκο που λέγεται Αβάπτικα κοντά στην εκκλησία της Αγίας Παρασκευής. Σε συνέχεια ανηφόριζε στο λόφο Τσουκαλάκι και προχωρώντας στην κορυφογραμμή του λόφου αυτού, συμπεριελάμβανε την περισσότερη έκταση του Κοκάτικου μέχρι την τοποθεσία, που ονομάζεται Καρβουναριό κοντά στο Ντερμίσι. Απ’ εκεί έκλινε αριστερά κατεβαίνοντας στα σημερινά αμπέλια του Ντερμισιού στην τοποθεσία Κισάρια, έστριβε προς τη Γέρμα και έβγαινε στην τοποθεσία, που λέγεται Σκρίκα της Γέρμας, συμπεριλαμβάνοντας το μεγαλύτερο μέρος του ελαιώνα, που λέγεται Μπαριάμι. Απ’ εκεί κατηφόριζε προς τον Αφιδάρη όπου βρίσκεται μια πηγή, από την οποία παίρνει νερό το χωριό Χάλιο. Ύστερα έστριβε προς τα αριστερά στην τοποθεσία Βασιάτικα και συνέχιζε όλο αριστερά στα χωράφια που ονομάζονται Κυριάκη και Αμουρσά, περνούσε από το Παλιοχάνι, προχωρούσε ευθεία προς το χωριό Λιβαδειά και έβγαινε στην τοποθεσία, που λεγότανε Μποτόρα, κατηφόριζε στο βαθούλωμα συμπεριλαμβάνοντας το χώρο, που λέγεται Καραμάτου, περνούσε στο πηγάδι του Μπιρμπίλη κοντά στο λόφο του Νταλιάνη, κατηφόριζε προς τη Λακοσυκιά, έκλινε ξανά προς τα αριστερά, αφήνοντας έξω το Μπουζούκι, προχωρούσε κοντά στον μύλο του Καραθάνου κι απ΄εκεί προχωρούσε προς τα Αβάφτικα. Όλη αυτή η έκταση αποτελούνταν από________εχτάρια. Το μεγαλύτερο μέρος ήταν λιβαδότοπος και προσφέρονταν για την ανάπτυξη της κτηνοτροφίας, προπαντός των γιδοπροβάτων. Μεγάλο μέρος καλύπτονταν από δάση, για τα οποία θα μιλήσομε πιο κάτω. Τονίζομε ότι η έκταση αυτή ήταν ιδιωκτησία των ίδιων των χωρικών και όχι των μπέηδων ή των αγάδων. Μόνον ένα χωράφι κοντά στη γέφυρα της Τσακάλως, περίπου οχτώ στρεμμάτων, έφερε το όνομα Καλόγερος. Ένας Καλυβιώτης το χάρισε στη Μονή του Αϊ Θανάση της Λεσινίτσας. Απ’ εδώ ξεκινούν μια σειρά από συμβάντα, αλλά και προβλήματα για το χωριό, ακόμα και η αιτία της αλλαγής του ονόματος του χωριού από Καλύβια σε Καλύβια Πασά. Πριν από 200 χρόνια οι αγάδες, που είχαν τσιφλίκια τα χωριά Δίβρη, Γέρμα και Κουλουρίτσα είχαν καταβάλει μεγάλες προσπάθειες για να αποσπάσουν από το χωριό μας διάφορα μέρη. Η αντίδραση των χωρικών, όμως, ήταν έντονη και πολλές φορές και ένοπλη. Τα μεγαλύτερα προβλήματα στον τομέα αυτό το χωριό τα είχε με τους αγάδες της Δίβρης. Οι Διβριώτες χωρικοί, υποκινούμενοι από τους αγάδες προσπαθούσαν να αποσπάσουν από το χωριό το Τσουκαλάκι και να φέρουν το σύνορο σχεδόν μέχρι το Καλτσάτι, στην τοποθεσία Δάφνη πάνω από το παρεκκλήσι του Αϊ Γιώργη, να πάρουν επίσης τον κάμπο της Ποταμιάς μέχρι την Κισαριά. Οι αγάδες της Γέρμας διεκδικούσαν το χώρο της Κισαριάς, το χώρο του σημερινού ελαιώνα Μπαριάμι καθώς και τα χωράφια πέρα από το ποτάμι της Τσακάλως. Οι αγάδες του Χάλιου διεκδικούσαν τον Αφιδάρη, τα Αμουρσά, τα Βασιάτικα και του Κυριάκη. Αργότερα και οι αγάδες της Κουλουρίτσας διεκδικούσαν το Γκουτζάμπεη, το Παλιοχάνι την Καριά, την πλαγιά του Ρώση και ένα μέρος από του Καραμάτου, ακόμα και τη Λακοσυκιά. Οι διεκδικήσεις των μπέηδων και των αγάδων, φυσικά, δεν εκδηλώνονταν την ίδια περίοδο, αλλά κατά καιρούς. Απ’ ότι γνωρίζουμε από τους παρήλικες, οι Καλυβιώτες αντιστάθηκαν σθεναρά, αλλά δεν κατόρθωσαν να περιφρουρήσουν τις ιδιωκτησίες τους, γιατί οι συγκρούσεις γινότανε με τους χωρικούς των γειτονικών χωριών, που υποκινούνταν από τους μπέηδες. Μιλάμε, φυσικά, για την περίοδο της

7


Τουρκίας, όπου οι αγάδες και οι μπέηδες ευνοούνταν από το καθεστώς. Επίσης, ένας άλλος λόγος, που δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τις περιουσίες τους ήταν και το γεγονός ότι τότε το χωριό μας δέχτηκε μεγάλη πίεση για να αλλαξοπιστήσει. Δεν γονάτισε, όμως και η οργή του καθεστώτος έπεσε σκληρή πάνω του. Έτσι, από το χωριό μας αποσπάσανε το Τσουκαλάκι, το Κοκάτικο, την Κισαριά, το Μπαριάμι, τον Αφιδάρη, το μισό Μπάρκουλα, το Παλιοχάνι, το μεγαλύτερο μέρος του Καραμάτου, κλπ. Οι Καλυβιώτες αναγκάστηκαν, έτσι, να αναζητήσουν άλλα εδάφη προς αξιοποίηση. Από τα μέσα του 19-ου αιώνα νοικιάσαν γη στην περιοχή της Τσούκας και συγκεκριμένα εκεί που ενώνεται ο δρόμος της Τσούκας με του Πάλη, κοντά στο Φανάρι και μέχρι το Υδροβόρι. Ακόμα και σήμερα τον τόπο αυτό τον ονομάζουν: τα Καλυβιώτικα. Τα νοικιασμένα χωράφια ηταν μακριά από το μεσοχώρι της Τσούκας, γι’ αυτό και οι χωρικοί αναγκάστηκαν να χτίσουν καλύβες με πέτρα, σκεπασμένες με άχυρο, με δυο χώρους, ο ένας για να κατοικούν οι ίδιοι την περίοδο των εργασιών και ο άλλος για την αποθήκευση των σιτηρών. Αυτή η μορφή εξασφάλισης του ψωμιού συνέχισε μέχρι το 1946, όπου άρχισε η εφαρμογή της αγροτικής μεταρύθμισης. Την περίοδο της μεταρύθμισης, οι Καλυβιώτες απαίτησαν ώστε τα πρώην ενοικιασμένα εδάφη να παραμείνουν ιδιωκτησία τους. Μεγάλο μέρος των Τσουκιωτών συμφωνούσε με την πρόταση αυτή, αλλά υπήρχαν και αντίθετοι. Τότε, τα Καλύβια υπάγονταν στην Υποδιοίκηση της Κονίσπολης, ενώ η Τσούκα σ’ εκείνη των Αγίων. Σαράντα. Για οποιαδήποτε κίνηση, λοιπόν, έπρεπε να ζητηθεί η γνώμη των Υποδιοικήσεων. Έτσι, μια επιτροπή από το χωριό, τα μέλη της οποίας ήταν ταυτόχρονα και μέλη της επιτροπής για την εφαρμογή της Αγροτικής μεταρύθμισης, επισκέφτηκε τους Αγίους Σαράντα και την Τσούκα. Την εν λόγω επιτροπή την αποτελούσαν οι: Βαγγέλης Στέφος, ως υπεύθυνος, Γιώρης Μπούντρης, Πέτρος Νικόλα Σκεύης, Θόδωρης Αναγνώστης, Φιλίππης Μήτρος κι εγώ. Στους Αγίους Σατάντα, πήραμε τη συγκατάθεση της Υποδιοίκησης και πήγαμε στην Τσούκα. Στη σύσκεψη, που έγινε για το θέμα αυτό, οι χωρικοί ήταν σύμφωνοι, αλλά ένας Τσουκιώτης, με το επώνυμο Λιάμπος εναντιώθηκε στην πρόταση αυτή και σε λίγο τον ακολούθησαν και μερικοί άλλοι. Στη σύσκεψη ήταν παρόντες και ο απεσταλμένος για τη μεταρύθμιση στην Κονίσπολη, γεωμέτρης Ιλμί Λεκντούσι καθώς και ο συνάδελφός του από την Υποδιοίκηση των Αγ. Σαράντα, το όνομα του οποίου μου διαφεύγει. Ο απεσταλμένος των Αγ. Σαράντα τέθηκε με το μέρος των Τσουκιωτών. Μερικοί παρήλικες Τσουκιώτες πήγαν ακόμα πιο πέρα, δηλαδή, όχι μόνον να μην παρέδιναν τα εδάφη στους Καλυβιώτες, αλλά στο μέρος, που είχαν χτίσει τις καλύβες τους, να χτίζαν οι ίδιοι σπίτια. Εκείνοι, που επέμεναν περισσότερο στην άποψη αυτή ήταν ένας γέρος με το επώνυμο Γκρέκος και ένας άλλος με το επώνυμο Μήτρος. Σαν αποτέλεσμα, τα χωράφια παρέμειναν στην Τσούκα και μοιράστηκαν στους Τσουκιώτες. Μετά την απόσπαση των παραπάνω εδαφών, καθώς και την απόσπαση του Κακτσατιού, τα σύνορα των χωριού μέχρι το 1950, είναι αυτά, που θα σημειώσω πιο κάτω όπως ήταν καταγεγραμμένα στο Κτηματολόγιο του Δελβίνου (τότε υπήρχε μόνον μία υπηρεσία Κτηματολογίου, εκείνη του Δελβίνου). Με βάση τα σύνορα αυτά και τα εδάφη εντός αυτών των συνόρων, έγινε και η μεταρύθμιση το 1946. Πριν όμως, περιγράψω τα νέα σύνορα, πρέπει να διευκρινίσω κάτι, που το θεωρώ πολύ σημαντικό. Πριν αρχίσει η εφαρμογή της αγροτικής ματαρύθμισης, καταγράφηκε η ιδιωκτησία κάθε οικογένειας σε βιβλίο, που το κρατούσαν κρατικοί υπάλληλοι, οι οποίοι είχαν σταλεί σε κάθε χωριό. Μετά τη λήξη της μεταρύθμισης καταρτίστηκε

8


νέο μητρώο στο οποίο καταγράφονταν η γη, που ήταν ιδιωκτησία κάθε οικογένειας πριν τον αναδασμό ή που την επωφελήθηκε μετά τον αναδασμό. Στο μητρώο καταγράφονταν επίσης και η περίπτωση της αφαίρεσης ενός κομματιού γης από έναν χωρικό και η μεταβίβασή της σε έναν άλλο. Τα μητρώα αυτά για όλα τα χωριά των τριών Υποδιοικήσεων βρίσκονται και σήμερα ακόμα στο Κτηματολόγιο των Αγίων Σαράντα.(Το 1998 πήγα στα Γραφεία του Κηματολογίου και ζήτησα το μητρώο του χωριού μας. Με μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι δύο φύλλα από το μητρώο έλειπαν. Ρώτησα την υπάλληλο Γ.Τ. και η απάντησή της ήταν πως όταν το 1992 είχε παραλάβει τα μητρώα, τα δύο αυτά φύλλα έλλειπαν από τότε. Ρώτησα και τον Νομάρχη Β.Τ. κι εκείνος μου είπε πως εκεί πρέπει να είναι, αλλά και σάμπως να μην βρεθούν εκεί, δεν έχει σημασία, λόγω του ότι δεν έχουν καμιά αξία. Είμαι πεπεισμένος ότι τα δύο αυτά φύλλα αφαιρέθηκαν με κάποια σκοπιμότητα, γιατί τα Καλύβια ήταν το μοναδικό μειονοτικό χωριό στους νομούς των Αγίων Σαράντα και Δελβίνου, όπου τη γη την είχε ιδιωκτησία του. Μ’ ένα λόγο αφαιρέθηκαν, για να στηριχτεί η άποψη μερικών αλβανών πολιτικών και αρθρογράφων, που επιμένουν ότι ο πληθυσμός του Βούρκου δεν είναι γηγενής, αλλά ερχόμενος στα μέρη αυτά την περίοδο του Αλή Πασά. Εκείνο, που με πικραίνει ακόμα περισσότερο είναι η στάση κάποιων συγχωριανών μας, που κατείχαν θέσεις στο νομό και δυστυχώς, όταν τους εξέφρασα την ανησυχία μου, πήρα την ίδια απάντηση με εκείνη του Νομάρχη. Είναι γραφτό, φαίνεται, το χωριό μας να περνάει περιπέτειες, όπως συνέβηκε στα τέλη του 19-ου αιώνα. Οι Καλυβιώτες, από τον 18-ο αιώνα ακόμα είχαν διοργανώσει την αυτοάμυνά τους. Αρχηγός ήταν ένας θαρραλέος άντρας από τη συνοικία Καλτσάτι, που ονομάζονταν Κώστας και λέγεται ότι κατάγονταν από το σόι των Κρεμμυδαίων. Μετά το θάνατό του, επικεφαλής της αντίστασης τέθηκε ο Παπαγιάννης, πρόγονος της οικογένεια των Παπαγιανναίων. Μετά το θάνατό του επικεφαλής τέθηκε ένας άλλος γενναίος άντρας, που κατάγονταν από την οικογένεια του Κώστα Λιώλη. Οι άντρες του χωριού, υπό την καθοδήγηση των προαναφερόμενων αρχηγών προέβαλαν γενναία αντίσταση και λέγεται ότι στις συγκρούσεις αυτές για την προάσπιση των συν��ρων, σκοτώθηκαν 15 άντρες Καλυβιώτες, αλλά και Διβριώτες. Στις ομάδες της αυτοάμυνας συμμετείχαν και Καλυβιώτες, οι οποίοι ήταν μέλη στις ομάδες των περίφημων Κλεφτών, που πολεμούσαν κατά των Τούρκων. Παρ’ όλα αυτά, οι αγάδες μπόρεσαν να αποσπάσουν μεγάλα κομμάτια από την ιδιωκτησία του χωριού μας. Η δημογεροντία του χωριού ζήτησε βοήθεια και από τους γνωστούς Κλέφτες, αλλά η απάντηση ήταν πως εκείνοι δεν μπορούσαν να συμμετάσχουν σε συγκρούσεις που διεξάγονται μεταξύ χριστιανικών πληθυσμών, γι’ αυτό και συνέστησαν στις δημογεροντίες να παρεμβαίνουν οι ίδιες για την επίλυση τέτοιων θεμάτων. Κάτι τέτοιο, όμως, ήταν αδύνατο, γιατί πίσω από τα χωριά και τους χωρικούς έστεκαν οι μπέηδες και οι αγάδες. Την περίοδο αυτή μερικές από τις οικογένειες απομακρύνθηκαν από το χωριό, πράγμα, που σημαίνει ότι η αυτοάμυνα είχε καταστεί πια ανίσχυρη και δεν μπορούσε να προσφέρει την απαιτούμενη ασφάλεια. Έτσι, στις αρχές του 19-ου αιώνα η Δημογεροντία υποχρεώθηκε εκ των πραγμάτων να απευθυνθεί στον Πασά του Δελβίνου, για να τεθεί το χωριό υπό την προστασία του. Τότε στο όνομα του χωριού προστέθηκε και η λέξη «Πασά» Μετά το θάνατο του Πασά, οι απόγονοί του, επωφελούμενοι από το δεύτερο συνθετικό στο όνομα, διεκδικούσαν την ιδιωκτησία επί των εδαφών του χωριού. Οι τίτλοι ιδιωκτησίας, όμως, ήταν στο όνομα των χωρικών. Κάτω από την πίεση των απογόνων του Πασά και ξεγελασμένοι από τον συγχωριανό μας Λιώλη Σκεύη, ο οποίος ήταν στην υπηρεσία αυτής της οικογένειας, η Δημογεροντία δέχτηκε να

9


προσφέρει ετήσιο φόρο, και συγκεκριμένα λάδι, βιο, γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα κι ακόμα μερικά φορτώματα καυσόξυλων. Ο φόρος αυτός συνέχισε να δίνεται μέχρι τις αρχές του 20-ου αιώνα. Την περίοδο αυτή η δημογεροντία απαίτησε ώστε να απαλλαχτεί το χωριό από τους φόρους αυτούς και κάθε οικογένεια να προσφέρει ένα ποσό χρημάτων. Η οικογένεια του Πασά δέχτηκε μια τέτοια λύση και το χωριό προσέφερε πια χρηματικό ποσό. Ο συγχωριανός μας Βασίλης Σκεύης, γιος του Λιώλη Σκεύη, δεν κράτησε επίσημο έγγραφο για τον φόρο αυτό με αποτέλεσμα, το 1917, μέρος των οικογενειών του χωριού υποχρεώθηκαν να πληρώσουν για δεύτερη φορά και όπως κυκλοφόρησε τότε, τα εκ δευτέρου καταβαλόμενα χρήματα μοιράστηκαν ανάμεσα στην οικογένεια του Πασά και τον ίδιο τον Βασίλη Σκεύη. Εδώ τελειώνει η περιπέτεια των Καλυβιωτών όσον αφορά τις ιδιωκτησίες τους. Μνημονεύοντας τις δύο αυτές περιπτώσεις, μου δίδεται το δικαίωμα να σκεφτώ ότι η εξαφάνιση των δύο φύλλων από το βιβλίο του Κτηματολογίου έγινε για τους παραπάνω λόγους. Πιστεύω ακόμα ότι θα έρθει η ώρα όπου θα αποκαλυφθεί το χέρι, που το διέπραξε, γιατί ποτέ δεν θα σταματήσω να ερευνώ προς την κατεύθυνση αυτή. Τώρα, ας ιδούμε τις περιουσίες των Καλυβιωτών μετά την απόσπαση των εδαφών, που αναφέραμε πιο πάνω και τα οποία ανέρχονταν περίπου στα…… εχτάρια. Η αρχή θα γίνει από την Τσακάλω, δίπλα στον αυτοκινητόδρομο Αγ. Σαράντα – Κονίσπολη. Ξεκινώντας από το Ντερμίσι, πέρα από το γεφύρι και απέναντι στα Παλιόσπιτα, πλησίον στη Σπόγλανη, είναι το μέρος που ονομάζεται Τσακάλω του Γιάννη Κωσταντίνη. Από το σημείο αυτό αρχίζουν τα σύνορα του χωριού και εκεί που υπάρχει η διακλάδωση του αρδευτικού καναλιού, η οποία κατευθύνεται προς του Χάλιου, υπήρχαν τα χωράφια ιδιωκτησία του Ζήσου Πύλιου (παπούς του Σωτήρη Βαγγέλη Παπά). Πιο κάτω ήταν τα χωράφια του Κόλια Νάτση Αναγνώστη και του Βαγγέλη Γιάννη Νικόλα. Λίγο πιο κάτω ήταν τα χωράφια του Φιλίππη Αλέξη (τα οποία εκτείνονταν δώθε από το ποτάμι της Σπόγλανης), κοντά στην πηγή του Αφιδάρη, όπου παίρνουν νερό οι Χαλιώτες. Εκεί ακριβώς το σύνορο προχωράει προς τα αριστερά, παίρνει ένα μικρό μέρος από του Γκουτζάμπεη και Μπάρκουλα, που ήταν ιδιωκτησία των Ζησαίων, Χρηστογιανναίων και Βασαίων, χωράφια τα οποία είχαν αγοραστεί από την οικογένεια Σκεύη. Σε συνέχεια περνούσε πάνω από το μέρος που ονομάζονταν Κυριάκη, γύριζε ξανά αριστερά στο Παλιοχάνι, περνούσε από την Καριά και τον Ξέρακα και στο μέρος που διέρχεται ο Χειλολάκος και υπάρχει ένα μικρό γεφύρι, αφήνοντας στα δεξιά τα χωράφια της Κουλουρίτσας και αριστερά τα χωράφια της οικογένειας Κώστα Ρώση που φέρουν το όνομα Πλαγιά του Ρώση, βγαίνει στου Καραμάτου. Παίρνοντας ένα μέρος από του Καραμάτου, προχωρούσε στο πηγάδι του Μπιρμπίλη, ανηφόριζε προς το Στροβίλι, έπαιρνε ένα μέρος από τη Λακοσυκιά και κατεβαίνοντας, έκλινε και πάλι προς τα αριστερά, αφήνοντας δεξιά το Μπουζούκι και έφτανε στο Μύλο του Καραθάνου. Εκεί άφηνε στα δεξιά τα εδάφη του Λαζατιού και ψηλότερα εκείνα του Καλτσατιού (το Καλτσάτι είχε αποσπασπεί από τα Καλύβια), έφτανε στου Γιωργιάννου, που ήταν ιδιωκτησία της οικογένειας Μήτρου Κολιού από τη συνοικία Σταυρονάτες, κατηφόριζε στο Κλεισούρι και έφτανε στο παρεκκλήσι του Αι Γιώργη (επί του δρόμου, που περνούσε από το Ντερμίσι και έφτανε στη Γράβα κι ακόμα πιο πέρα), προχωρούσε από το παρεκκλήσι στον λάκο του Ηλία, όπου ήταν ιδιωκτησία των οικογενειών Μίχου Νάσιου, Βαγγέλη Στέφου και Ζήσου Κίτου, έστριβε ξανά προς το Μνήμα του Ρέζου, όπου ήταν τα χωράφια του Γιάννη Κώστα και του Αναστάση Πάντου. Εκεί έστριβε δεξιά, αφήνοντας αριστερά τα χωράφια της οικογένειας Αναγνώστη (Δημήτρη και αδερφών του), προχωρούσε προς το Κοκάτικο στην τοποθεσία με το όνομα Γράβος, όπου βρισκότανε και μια πηγή, ενώ τα χωράφια ήταν του Γιάννη και Θόδωρη Αναγνώστη, έστριβε αριστερά όπου ήταν τα χωράφια του Αναστάση Πάντου, ενώ

10


λίγο πιο πέρα, στο Σέλωμα, τα χωράφια ήταν του Δημήτρη Αναγνώστη και σε συνέχεια, από τα αριστερά τα χωράφια ήταν των Κολιομητραίων, του Παναγιώτη Ζήση, του Τσιρόνη, των Πυλιοκωσταντιναίων και έφτανε στην τοποθεσία Βρύσες, που ήταν ιδιωκτησία της οικογένειας Τσάβου Νάσιου μέχρι τη Γρανίτσα. Στο σημείο αυτό το σύνορο έκλινε αριστερά, πλησίον στο μέρος, που ονομάζεται……., έβγαινε σε έναν μικρό λοφίσκο, που σήμερα ονομάζεται Καλύβα του Σωκράτη. Εκεί ακριβώς, ακολουθώντας στον αυτοκινητόδρομο, το σύνορο έβγαινε ξανά στο σημείο από το οποίο και ξεκίνησε, δηλαδή από την Τσακάλω. Η συνολική έκταση, που περικλείεται εντός των συνόρων αυτών ανέρχεται σε……. εχτάρια και αποτελείται από καλλιεργήσιμη γη……… εχτάρια, δάση…….. εχτάρια, λιβάδια……… εχτάρια και μουσιά………. εχτάρια, ΟΙ ΤΟΠΩΝΥΜΙΕΣ: Ένα στοιχείο, που επιβεβαιώνει ότι οι εν λόγω εδαφικές εκτάσεις ήταν ιδικτησία των ίδιων των Καλυβιωτών είναι και οι τοπωνυμίες. Αν ρίξεις μια ματιά στις τοπωνυμίες των χωριών τα οποία ήταν τσιφλίκια των αγάδων, θα ιδείς ότι σε εχτάσεις μεγάλες των 50 ή των 100 εχταρίων υπάρχουν δύο ή το πολύ τρεις τοπωνυμίες.. Στο χωριό μας, αντίθετα, θα βρεις πάνω από 200. Αυτό αποδεικνύει ότι όχι μόνον οι κήποι, αλλά και τα χωράφια, τα εδάφη, τα λιβάδεια, κλπ έχουν το όνομα των ιδιωκτητών τους ή άλλα ονόματα, που δεν έχουν καμιά σχέση με αγάδες. Πιο κάτω θα αναφέρομε μερικά από τα τοπωνύμια αυτά: Καρβουναριό, Βρύση, Γρανίτσα, Ρώση, Λακιά, Κισεριά, Τσακάλω, Κουμπουλιές, Κοκκινόζι, Αμπέλι, Σέλωμα, Γράβος, Μπακάλη, Τσουλέγκα, Ζμπελίνα, Ποτάμι, Τσουμάνη, Άνοιγμα, Κλήματα, Κουφολόγγι, Φούκα, Τσαβορώση, Σπυραγγέλη, Αλώνι, Ελιές, Ριζήνα, Καλόγερου, Μούλκια, Βάτος, Σκρίκα, Παλιόσπιτα, Σπόγκλανη, Γκουτζάμπεη, Σαντολάκκος, Παλιοκόπρι, Παλιοχάνι, Καριά, Ξέρακας, Βρωμονέρι, Κυριοστάμου, Νίκα, Φωτομάνου, Μπάλου, Ντάφυλλου, Ποδαρικό, Σταυρός, Καραμάτου, Μπιρμπίλη, Αλώνι, Λακοσυκιά, Κρίκη, Σκάρφη, Στροβίλι, Στουπωμένο, Γκόλμπα, Πατσαμάρη, Γιωργιάννου, Στενό, Κερασιές, Στέρα, Χάιδως, Αχούρια, Δημοσπύρου, Κοκκίλα, Κοινό, Σώχωρο, Καπρίτσι, Λεύκα, Ελιά, Πεζούλια, Βάρκα, Καθίσματα, Πηγάδι, Κώτσιοβας, Ράφτη, Μετόχι, Βακούφι, Χαλίκια, Σκεύαινας, Παλιάμπελα, Γκορτσιές,, Ηλία, Λιαναπηδιά, κλπ. Τονίζομε εδώ ότι μερικά τοπωνύμια είναι όμοια αν και τα μέρη αυτά είναι αρκετά μακριά το ένα από το άλλο, όπως λχ Σκρίκα, Σώχωρο, Αμπέλι, κλπ. Μεγάλο μέρος, όμως, των χωραφιών και των κήπων, φέρουν το όνομα του ιδιωκτήτη τους. Πέρα απ’ αυτό, πολλά άλλα φέρουν το όνομα των ιδιωκτητών, οι οποίοι είχαν φύγει από το χωριό για διάφορους λόγους. Γεγονός είναι, επίσης, ότι το μεγαλύτερο μέρος των τοπωνυμιών γνωρίζεται με το ίδιο όνομα εδώ και τουλάχιστον 200 χρόνια νωρίτερα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4-ο Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Σε τούτο το κεφάλαιο θα ασχοληθούμε με την οικονομία των Καλυβιωτών, μια οικονομία αρκετά ανεπτυγμένη και πολυκλαδική, αρχής γενομένης από τον γεωργικό τομέα και φτάνοντας μέχρι και τα εμβάσματα από τον ξενιτεμό.

11


Ι- Η ΓΕΩΡΓΙΑ ήταν η βάση της οικονομίας κάθε καλυβιώτικης οικογένειας. Πριν ακόμα αποσπαστούν τα εδάφη, όπως αναφέραμε πιο πάνω, η καλλιεργήσιμη γη ήταν αρκετά μεγάλη και όχι μόνον ικανοποιούσε τις ανάγκες των χωρικών με στάρι και καλαμπόκι, αλλά έδινε και περίσσευμα το οποίο εμπορεύονταν. Στην Τσούκα, διευκρινίζομε ότι νοικιασμένα χωράφια δεν είχαν μόνον οι Καλυβιώτες, αλλά και οι Καλτσατιώτες. Τότε, μέρος της καλλιεργήσιμης γης ήταν ποτιστική. Το νερό ερχότανε από τις πηγές της Αβαρίτσας και το αρδευτικό κανάλι περνούσε από τη Μεμόραχη, στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας στο Ντερμίσι, συνέχιζε στους λόφους του Καρβουναριού, στα Αμπέλια, στα Μεμιγιάγια, στο παρεκκλήσι του Αϊ Γιώργη, στο Στενό, στον Καλόγερο και αφού διάβαινε από τα Παλιόσπιτα, έβγαινε στο Γκουτζάμπεη. Εκεί λειτουργούσε και αλευρόμυλος, ο οποίος εξυπηρετούσε τα χωριά Καλύβια, Γέρμα, Χάλιο, αλλά με το νερό αυτό αρδεύονταν και ο κάμπος κάτω μεριά του αλευρόμυλου. Σύμφωνα με την παράδοση, ο αλευρόμυλος είχε κατασκευαστεί, αφού καταστράφηκε ο μύλος που λειτουργούσε στο μεσοχώρι (για τον οποίο θα κάνομε λόγο πιο κάτω). Το αρδευτικό αυτό κανάλι το θυμούνταν όχι μόνον οι παρήλικες, αλλά και η γενιά μου ακόμα, στη δεκαετία του 1940, που καθώς ανοίγαμε νέα εδάφη στη Λακιά, στη Μεμιγιάγια, στου Ρώση, στο Στενό, κλπ, βρίσκαμε υπολείμματα του καναλιού. Τον 19-ο αιώνα, όμως, απαγορεύτηκε το νερό της Αβαρίτσας. ΟΙ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΕΣ : Η κυριότερη καλλιέργεια ήταν το στάρι από το οποίο για έξι μήνες εξασφαλίζανε καθάριο ψωμί. Ως δεύτερη βασική καλλιέργεια ήταν το καλαμπόκι και ακολουθούσαν το elbi, η βρώμη, η αλίκουρη (τα τρία τελευταία ως ζωοτροφές). Σημειώνουμε ότι δεν ήταν σπάνιες οι περιπτώσεις, όπου την αλίκουρη, αφού την περνούσανε από το «τσάρκι» και την ξεφλουδίζανε, την χρησιμοποιούσαν και για ψωμί. Καλλιεργούνταν επίσης το λιανοκαλάμπουκο, η φακή, το κεχρί και φυσικά, κάθε οικογένεια καλλιεργούσε πολλά είδη λαχανικών όπως κρεμμύδια, σκόρδα, πατάτες, μποστανικά, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, μπάμιες κλπ. Τα φασόλια καλλιεργούνταν στον κάμπο, αλλά σπέρνονταν και στους κήπους και μαγειρεύονταν χλωρά, αλλά και ξηρά. Όταν μπήκε και στην περιοχή μας η καλλιέργια του ρυζιού, πολλές οικογένειες νοικιάσαν γη στην περιοχή του Βούρκου και παρήγαγαν ικανοποιητικές ποσότητες ρυζιού. Θέλω να τονίσω και μια φορά ότι τα περισσεύματα από τα διάφορα προϊόντα οι κάτοικοι του χωριού μας τα εμπορεύονταν στο παζάρι του Δελβίνου, αλλά δεν έλειπαν και από το Φιλιάτι, όπου πήγαιναν με τα ζώα τους ή και στα χωριά του Θεολόγου, στη Δρόβιανη, κλπ. Μερικές οικογένειες ίσως να μην παρήγαγαν την απαιτούμενη παραγωγή σιτηρών, που θα αρκούσε για όλο το χρόνο, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν υπήρξε στο χωριό μας το φαινόμενο της πείνας ή ακόμα και του θανάτου από την πείνα, όπως συνέβηκε σε άλλα χωριά. Η ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ήταν αρκετά ανεπτυγμένη. Τούτο, λόγω των πολλών βοσκότοπων και λιβαδειών, που διέθετε το χωριό. Έτσι οι χωρικοί καλύπταν πάντοτε τις ανάγκες τους σε γάλα, κρέας, μαλλί, αλλά και σε ζώα δουλειάς. Σχεδόν κάθε οικογένεια διατηρούσε άλογα, τα οποία τα χρησιμοποιούσαν για τις διάφορες μεταφορές, αλλά και για την καλλιέργεια της γης. Οι περισσότερες οικογένειες διατηρούσαν και αγελάδες για την εξασφάλιση των βοδιών για τα οργώματα, για το γάλα τους, αλλά και για το δέρμα τους, το οποίο ήταν κατάλληλο για τσαρούχια, τα οποία τα φτιάχναν οι ίδιοι οι χωρικοί. Σημειώνουμε εδώ ότι το βοδινό κρέας σπάνια χρησιμοποιούνταν για μαγείρευμα, εκτός το μοσχαρίσιο. Τις περισσότερες φορές τα βοωειδή πωλούνταν στα παζάρια.

12


Το κρέας, που πρoτιμούνταν ήταν το χοιρινό. Γι’ αυτό και κάθε οικογένεια διατηρούσε ένα ή δύο γουρούνια, που τα λέγαν μανάρια. Εκτός αυτού κάθε οικογένεια διατηρούσε πουλερικά για το κρέας τους και για τα αυγά. Οι οικογένειες, που δεν διατηρούσαν χοιρινά και πουλερικά, δεν θεωρουνταν καλά νοικοκυριά. Τα γιδοπρόβατα είχαν μεγάλη ανάπτυξη λόγω των βοσκότοπων και των λιβαδειών, που κάλυπταν μεγάλες εκτάσεις. Οι οικογένειες, που δεν διέθεταν λιβάδεια, είχαν λιγοστά λιανά ζώα και τα διατηρούσαν στον μουσιά του χωριού. Πολλές οικογένειες, όμως, διατηρούσαν μεγάλα κοπάδια. Οι Ζησαίοι λχ τον 19-ο αιώνα είχαν φτάσει να διατηρούν κοπάδι γιδοπροβάτων, που ανέρχονταν σε 1500 κεφάλια. Μεγάλο αριθμό λιανών ζώων είχαν και οι Κολιομητραίοι στο Σταυρονάτι, οι Κυριακαίοι στον Κάτω Μαχαλά, οι Αναγνωσταίοι στη Ράχη, που ξεπερνούσαν τα 500 κεφάλια. Μετά την απόσπαση των εδαφών από το χωριό μας, η κτηνοτροφία μειώθηκε αισθητά, ενώ το 1912 όπου το χωριό κάηκε, η κτηνοτροφία λόγω της βίαιης αρπαγής των κοπαδιών, σχεδόν πήγαινε να αφανιστεί. Μετά από την καταστροφή του 1912 μόνον οι Κολιομητραίοι, οι Κυριακαίοι και οι Αναγνωσταίοι είχαν φτάσει να διατηρούν άνω από 300 κεφάλια γιδοπρόβατα, ενώ οι άλλες οικογένειες διατηρούσαν τόσα λιανά ζώα όσο να καλύψουν τις ανάγκες τους. Μετά το 1930 η κτηνοτροφία πήρε την κατιούσα και μόνον η οικογένεια Μητροκολιού στο Σταυρονάτι, Βαγγέλη Κολιού στη Ράχη και Κύργιου Μήτρου στον Κατω Μαχαλά διατηρούσαν μικρά κοπάδια όσο να καλύψουν τις ανάγκες τους. Καιρός να σχολιάσουμε εδώ ένα γεγονός: Ανέφερα πιο πάνω το βοδινό κρέας δεν το χρησιμοποιούσαν για φαγητό, αλλά έναντι των βοδιών, που αποτελούσαν το ζευγάρι για το όργωμα, έδειχναν μεγάλο σεβασμό. Όταν λχ ένα βόδι πέθαινε, δεν επιτρέπονταν να το γδάρουν και να πάρουν το δέρμα του. Αντίθετα, το ενταφιάζανε και μάλιστα καλά, για να μην το ξεθάψουν τα σκυλιά και τα αγρίμια. Τα βόδια δουλειάς, που γερνούσαν δεν τα σκότωναν, αλλά τα άφηναν ελεύθερα μέχρι το θάνατο. Πριν αρχίσουν τα ανοιξιάτικα οργώματα και οι σπορές, για τα βόδια δουλειάς ορίζονταν ξεχωριστό λιβάδι, επί του οποίου απαγορεύονταν αυστηρά η βοσκή άλλων ζώων. Τα λιβάδεια αυτά ορίζονταν από τη Δημογεροντία του χωριού. Η ΔΕΝΤΡΟΚΟΜΊΑ ήταν κι αυτή αρκετά ανεπτυγμένη. Οι χωρικοί καλλιεργούσαν σχεδόν όλα τα οπωροφόρα, εκτός από τα εσπεριδοειδή, που ήταν πολύ σπάνια. Το μεγαλύτερο μέρος το έπιαναν τα λιόδεντρα και τα αμπέλια. Δεν υπήρχε οικογένεια χωρίς λιόδεντρα, ενώ μερικές απ’ αυτές διέθεταν αρκετά μεγάλο αρθμό λιόδεντρων. Τα κλήματα τα καλλιεργούσαν στα αμπέλια, αλλά και στις λεγόμενες κρεβατίνες στις αυλές και στους κήπους. Τα αμπέλια ήταν πολλά στο χωριό μας. Αυτό το δείχνουν και οι τοπωνυμίες σε διάφορα μέρη όπως: Παλιάμπελα κάτω από το περιβόλι του Τσιρόνη (κοντά στο σπίτι του Νάσιου Γρηγόρη), που έφταναν μέχρι τη Στέρα και τη Χάιδω. Τα αμπέλια αυτά είχαν εκφυλίστηκαν και εγκαταλείφθηκαν. Αργότερα φυτεύτηκε με κλήματα ο χώρος από το παρεκκλήσι του Αϊ Γιώργη μέχρι την τοποθεσία, που λέγεται Γκορτσιά του Κώστα Λιώλη κι ακόμα πιο πέρα στο Κοκκινόζι της οικογένειας Κωσταντίνη. Από τα αμπέλια αυτά εξασφαλίζονταν οι αναγκαίες ποσότητες του κρασιού και της ρακής, αλλά την περίοδο 1840-1850 λέγεται ότι τα εν λόγω αμπέλια κάηκαν από μια μεγάλη φωτιά, που κανένας δεν γνωρίζει τα αίτια. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι τους βάλανε φωτιά χωρικοί από άλλα χωριά, υποκινούμενοι από τους αγάδες, που είχαν ιδιωκτησία το Κοκάτικο. Από εκείνη τη στιγμή, απογοητευμένοι οι χωρικοί δεν φύτευαν πια αμπέλια, αλλά περιορίζονταν στα κλήματα της αυλής και του κήπου. Οι ελιές στο χωριό μας υπάρχουν εδώ και πολλούς αιώνες, αφού βρίσκει κανείς λιόδεντρα, που είναι άνω των χιλίων ετών. Όπως είπαμε πιο πάνω, όλες οι

13


οικογένειες είχαν από μερικά ριζάρια λιόδεντρα, αλλά μερικές απ’ αυτές όπως οι οικογένειες των Ρωσαίων, των Σκευάτων και των Ζησαίων διέθεταν από 100 εως 150 ριζάρια. Μέχρι την ίδρυση του συνεταιρισμού παρατηρούνταν το θετικό φαινόμενο της αύξησης των λιόδεντρων μέσω του μπολιάσματος των αγριλιών, αλλά και με το φύτευμα φυντανιών. Σημειώνουμε ότι το λάδι το βγάζανε πατώντας τον ελαιόκαρπο με τα πόδια. Αργότερα, η οικογένεια Σκεύη κατασκεύασε ελαιοτριβείο και όλοι πια έβγαζαν το λάδι τους εκεί. Άλλα είδη οπωροφόρων, που καλλιεργούνταν στο χωριό μας ήταν οι αχλαδιές, οι συκαμιές, οι ροδιές, οι κυδωνιές, οι ροδακινιές, οι κουμπουλιές, οι συκιές, οι κερασιές κ. α. ΤΑ ΔΑΣΗ κάλυπταν μεγάλο μέρος της επιφάνειας, που ήταν εντός των συνόρων του χωριού μας. Όλες οι πλαγιές του χωριού και προπαντός τα μέρη που ήταν ανήλια, ήταν σκεπασμένα με δάση. Από την Κισαριά μέχρι την Τσακάλω λχ υπήρξαν αρχαία δάση και οι κάτοικοι έφτιαχναν το κάρβουνο. Δασωμένη ήταν επίσης η πλαγιά των Παλιόσπιτων, του Σαντολάκου, του Χειλολάκου, του Στάλου του Κάτση, στα δέντρα της εκκλησίας, το μέρος πίσω από το σπίτι του Ράφτη, στου Πατσαμάρη, στο Μετόχι, στου Γιωργάνου, στις Κερασιές, στο Στενό, στο Ποδαρικό, στης Χάιδως, στα Κλήματα, στης Κώτσιοβας, στο Κουφολόγγι, στον Μπάλο, στου Ντάφυλλου, κλπ. Όντας ιδωκτησία των ίδιων των χωρικών, η εκμετάλλευση των δασών αυτών γίνονταν με ιδιαίτερη προσοχή. Πρέπει να τονίσομε ότι όλη η απαραίτητη ξυλεία για τις διάφορες κατασκευές εξασφαλίζονταν από τα δάση του ίδιου του χωριού. Οι οικογένειες, που δεν διέθεταν δασικές εκτάσεις, αγόραζαν ξυλεία από άλλους ιδιωκτήτες. Τη δεκαετία του 1920 άρχισαν να μπαίνει για πρώτη φορά ξυλεία από έξω, δηλαδή από το εμπόριο, αλλά στις αρχές οι ποσότητες ήταν πολύ περιορισμένες. Ανάμεσα στα κυριότερα δέντρα που φύονταν στα δάση μας ήταν το Ήμερο,ο Τσέρος, ο Γράβος,ο Γκρέμιθας κλπ.. Τα πλατάνια ήταν λιγοστά, οι ζελενιές πολλές, αλλά δεν έλειπαν και οι κοκιές. Από τον Τσέρο και τον Ήμερο οι χωρικοί εξασφάλιζαν την ξυλεία για να κατασκευάζουν τις βαρέλες για το πόσιμο νερό, τα γαλοντρούμπεκα, τα βαρέλια για το τυρί και τις ελιές, τα σανίδια και τα σκαφίδια κλπ. Η ύπαρξη των δασών δημιουργούσε άριστες συνθήκες για την γιδοτροφία, όπου πέρα από το γάλα, οι χωρικοί τα αξιοποιούσαν και για το νόστιμο κρέας τους, νοστιμιά η οποία οφείλονταν στη ποικιλία της βλάστησης. Από την άλλη μεριά, όντας και πολλά και πυκνά τα δάση, δημιουργούσαν άριστες συνθήκες για τα αγρια ζώα. Γύρω από το χωριό μας υπήρχαν αγριόχοιροι, λύκοι, τσακάλια, κουνάβια, αλεπούδες, κλπ. Πολλοί από τους συγχωριανούς μας, λόγω της αφθονίας των θηραμάτων, ήταν άριστοι κυνηγοί. Θα αναφέρομε, επίσης ότι λόγω των μεγάλων λιβαδικών εκτάσεων, πολλοί Καλυβιώτες διατηρούσαν και κυψέλες για τις ανάγκες τους σε μέλι, αλλά πολλές φορές και για πώληση. Στις αρχές του 20ου αιώνα άρχισε η εκμετάλλευση των δασών αυτών για την παραγωγή του κάρβουνου, αλλά και για καυσόξυλα προς πώληση στις πόλεις. Η εκμετάλλευση ήταν άναρχη με συνέπεια τα δάση να αποψιλωθούν. Το χειρότερο κακό όμως το πάθανε μετά την ίδρυση του γεωργικού συνεταιρισμού, γιατί η εκμεταλλευσή τους γίνονταν χωρίς σχέδιο. Σήμερα το χωριό είναι σχεδόν γυμνό από δάση εκτός από το Στενό και τις Κερασιές. Από το 1991, όμως, μειώθηκε αισθητά η εκμετάλλευση των δασών για καυσόξυλα ή και άλλες εργασίες, γιατί οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού μετανάστευσαν στην Ελλάδα. Εκτός αυτού οι ανάγκες για θέρμανση

14


αντιμετωπίζονται και με την ηλεχτρική ενέργεια. Τα δύο αυτά στοιχεία δημιούργησαν τις συνθήκες ώστε τα δάση του χωριού να αρχίσουν να αναπτύσονται ξανά. ΤΑ ΛΙΒΑΔΕΙΑ του χωριού μας μειώθηκαν σε μεγάλο βαθμό μετά την απόσπαση μεγάλων εκτάσεων από τα γειτονικά χωριά, όπως αναφέραμε πιο πάνω Οι λιβαδικές εκτάσεις, που έμειναν ως ιδιωκτησία του χωριού μας ήταν και μικρότερες όσον αφορά τα εχτάρια, αλλά και φτωχότερες ως αναφορά τη βλάστηση. Οι εκτάσεις, που αξιοποιούνταν ως λιβάδι ήταν εκείνες στο Τσουκαλάκι, στα Παλιόσπιτα, στο Σαντολάκο, στον Χειλολάκο, στου Καραμάτου, στου Κρίκη, στου Γιωργάνου, στο Μετόχι. Για τη βοσκή των ζώων αξιοποιούνταν και τα χωράφια του κάμπου πριν από τις σπορές ή και μετά τη συγκομιδή της παραγωγής. Οι οικογένειες με μικρά κοπάδια αξιοποιούσαν τα μέρη γύρω από το χωριό, ενώ εκείνες, που διέθεταν μεγαλύτερα κοπάδια, νοικιάζανε λιβαδικές εκτάσεις έξω από το χωριό, μέχρι και στα βουνά της Λεσινίτσας. Οι οικογένειες, που διέθεταν κοπάδια πολλές φορές καθάριζαν τις δασικές και θαμνώδεις εκτάσεις με σκοπό να βοσκήσουν τα γιδοπρόβατά τους, αλλά ταυτόχρονα να μην υπάρξει και απώλεια στο μαλλί. ΟΙ ΥΔΑΤΙΝΟΙ ΠΟΡΟΙ. Κάποτε στη μέση του χωριού υπήρχε μια βρυσομάνα, που με το νερό της λειτουργούσε και ο νερόμυλος. Ταυτόχρονα, το νερό αυτό χρησίμευε για την άρδευση πολλών άλλων εκτάσεων όπως στην Καριά, στον Μπάρκουλα, στου Κυριάκη, στα Αμουρσά και λίγο στη Σπόγκλανη. Λόγω του ότι η βρυσομάνα αυτή χάθηκε (για τα αίτια θα μιλήσομε πιο κάτω), οι χωρικοί κατέβαλαν προσπάθειες και έφεραν προς άρδευση των χωραφιων τους το νερό από την Αβαρίτσα. Όσον αφορά το πόσιμο νερό, στο χωριό μας συμβαίνει ένα φαινόμενο που μόνον οι εμπειρογνώμονες μπορούν να το εξηγήσουν. Υδάτινοι πόροι με άφθονο νερό δεν υπάρχουν πια στο χωριό μας. Υπάρχουν όμως πάμπολλες μικρές βρύσες, πράγμα σπάνιο, το οποίο δεν συμβαίνει στα διπλανά χωριά. Οι ίδιοι οι χωρικοί το φαινόμενο αυτό το εξηγούν με την εξαφάνιση της βρυσομάνας, η οποία ανάβλυζε μεταξύ των σπιτιών του Γιάννη Κώστα και του Νάσιου Αναγνώστη (σήμερα βρίσκονται τα σπίτια του Αντώνη Κώστα και του Σπύρου Νάσιου). Η βρυσομάνα, όπως λένε οι γεροντότεροι, χάθηκε επειδή οι ίδιοι οι χωρικοί την έκλεισαν ρίχοντας μέσα της πολλές μάλλινες βελέντζες, μεγάλες ποσότητες πρόβειου μαλλιού καθώς και μπάζα.(Αυτό συνέβηκε την περίοδο, που το χωριό πιέζονταν να αλλαξοπιστήσει). Έτσι, το νερό της βρυσμάνας, άρχισε να αναβλύζει σε πολλές άλλες τοποθεσίες σε μικρές βρύσες. Τη δεκαετία 1970-1980 στην τοποθεσία Βρωμονέρι, γύρω στα 300 μέτρα απόσταση από το σπίτι του Γιώρη Μήτση Αναγνώστη και 150 μέτρα κάτω από το σπίτι του Κώτσιου Καραντάνη, η Επιχείρηση της Νάφτας έκανε γεωτρήσεις για την ανεύρεση πετρελαίου. Τα γεωτρύπανα, μετά από κάποιο βάθος, προχωρούσαν χωρίς καμιά αντίσταση, που σημαίνει ότι ο χώρος ήταν κενός. Εκεί ακριβώς είπαν πως ίσως υπήρχε δεξαμενή νερού. Μια τέτοια άποψη μπορεί να γίνει αποδεκτή, αλλά πρέπει να τονίσομε ότι γύρω στις δέκα πηγές αναβλύζουν πάνω από το σημείο αυτό και σε ύψος από 10 μέχρι και 50 μέτρα. Για να αριθμήσομε και να περιγράψομε τις εν λόγω πηγές, θα αρχίσομε από το μέρος, όπου αρχίσαμε να περιγράφομε τα σύνορα του χωριού, δηλαδή, από την Τσακάλω (πλησίον στα Παλιόσπιτα). Μόλις περνάς τη γέφυρα και σε απόσταση μόλις 100 μέτρων υπάρχει μια πηγή, η οποία το καλοκαίρι λιγοστεύει το νερό, αλλά ποτέ δε στερεύει. Πάνω από την πηγή αυτή βρίσκεται μια άλλη που ονομάζεται Βάτος του Ντάφυλλου. Περίπου στα 200 μέτρα απόσταση σε ευθεία γραμμή υπάρχει άλλη πηγή, που λέγεται Βρύση των Παλιόσπιτων. Περνώντας τον Σαντολάκο και

15


προχωρώντας προς το μέρος, που ο αυτοκινητόδρομος παίρνει τη στροφή για το χωριό, υπάρχουν τρεις πηγές, η μία στη μέση του λάκου, απέναντι στο αμπέλι του συνεταιρισμού, μια άλλη ψηλότερα στη Σκρίκα απέναντι από το σπίτι του Γιώρη Βασίλη και μια άλλη στο σπίτι του Γιώρη Βασίλη. Αφού περάσομε την τοποθεσία Βρωμονέρι, θα συναντήσομε μερικές πηγές και συγκεκριμένα στη Γέφυρα-Κανάλι, στην ιδιωκτησία του Ζήσου Παπά είναι μια άλλη, ενώ λίγο ψηλότερα στην τοποθεσία ξανά με το ίδιο όνομα Βρωμονέρι, (που ήταν ιδιωκτησία του Γιάννη Αναγνώστη) είναι άλλη πηγή, ενώ ψηλότερα και στη μέση του χωριού υπάρχει η πηγή με το όνομα Λεύκα. Ως τώρα αναφέραμε τις πηγές δεξιά μεριά της Καριάς, καθως ανηφορίζομε για το χωριό. Στα αριστερά της ίδια διαδρομής, στη Λακιά του Ντάφυλλου υπάρχει μια πηγή από την οποία έπαιρνε νερό το χωριό Κουλουρίτσα. Πιο πάνω, στον Στάλο του Κάτση υπάρχει άλλη πηγή (Κάτω από το σπίτι του Μιχάλη Αλέξη). Λίγο πιο πάνω, σε απόσταση 15-20 μέτρων από το σπίτι του Γιάννη Σκεύη, στην τοποθεσία Μπακάλη υπάρχει άλλη πηγή. Όταν περνάμε την Καριά από τη μεριά του Χειλολάκου, εκεί που ενώνεται με την Πλαγιά του Ρώση, στην τοποθεσία Ποδαρικό υπήρχε πηγή. Σε απόσταση 500 μέτρων ψηλότερα, στα δέντρα της Εκκλησίας υπήρχε άλλη πηγή, ενώ 300 μέτρα ψηλότερα υπήρχε το Φραγκοπήγαδο. Πέρα από την Πλαγιά του Ρώση από τη μεριά του Καραμάτου υπήρχαν άλλες πηγές. Κατεβαίνοντας στο Σταυρό του Ρώση είναι μια πηγή, πιο πέρα είναι το πηγάδι του Μπιρμπίλη, ενώ στο Στροβίλι υπάρχει μια άλλη πηγή. Ανηφορίζοντας από το Μύλο του Καραθάνου προς τη συνοικία Σταυρονάτες είναι η πηγή Στουπωμένο, ενώ πλησίον στο σπίτι του Κίτσιου Γιώτη υπάρχει άλλη πηγή. Πιο πέρα είναι η πηγή Πατσαμάρη. Στην τοποθεσία Μετόχι, ανατολικά της εκκλησίας του χωριού υπάρχει πηγή όπως και πιο κάτω στο…… σε απόσταση 300 μέτρων, στην τοποθεσία Αχούρια του Ηλία Αναγνώστη, στο Ποδαρικό της Χάιδως υπάρχει άλλη πηγή όπως επίσης υπάρχει πηγή και στην τοποθεσία Κώτσιοβας. Πηγή υπήρχε στην τοποθεσία Σπυραγγέλια καθώς και στη Φούκα, στο Φτελιά, ενώ κοντά στο σπίτι του Γάκη Σπύρου υπήρχε το κύριο πηγάδι με εφτά κάνουλες και συστηματοποιημένο με τοίχους. Το μέρος αυτό είχε πάθει κατολίσθηση και μικρός εγώ θυμούμαι τους τοίχους, που είχαν παραμείνει στην επιφάνεια. Η Θωμά Φώτοβα αφηγούνταν ότι στη μέρα της το είχε προλάβει το πηγάδι αυτό πριν ακόμα βυθιστεί. Τα παιδιά της ηλικίας μου πηγαίναν στο μέρος αυτό, το οποίο αφού είχε εγκαταληφθεί, καλύφθηκε με δέντρα κι εμείς σκαρφαλώναμε και τρώγαμε γρέντζουλα. Το πηγάδι αυτό μαρτυρεί ότι γύρω του ήταν συγκεντρωμένες πολλές οικογένειες και πράγματι ήταν οι μεγάλες οικογένειες Νίκα, Μάνου, Στάμου, Μήτρου, Κωσταντίνη, Πάντου, κλπ. Πηγές υπήρχαν και στον κάμπο όπως λχ στου Ηλία, στη Γκορτσιά του Γιάννη Κώστα, στου Τσουμάνη, στον Γράβο, στη Γρανίτσα, κλπ. Οι πηγές αξιοποιούνταν από τους χωρικούς για να αρδεύουν τα λαχανικά και τα περιβόλια τους, αλλά και για ποτίζουν το βιο τους. Μετά το 1990 οι κυριότερες πηγές, που χρησιμοποιούσε το χωριό για το πόσιμο νερό ήταν εκείνη του Ηλία, όπου έπαιρναν νερό η συνοικία Ράχη καθώς και ένα μέρος του Κάτω Μαχαλά. Άλλη πηγή ήταν εκείνη του Φραγγοπήγαδου, όπου έπαιρναν νερό η συνοικία Σκεύη και ένα μέρος της συνοικίας Παπαγιάννη. Για μεγάλο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούνταν και η πηγή του Μπακάλη. Η συνοικία Σταυρονάτες έπαιρνε νερό από την πηγή Στουπωμένο, που βρίσκεται στου Κρίκη καθώς και στην πηγή Πατσαμάρη, που είχε νερό υψηλής ποιότητας. Όπως βλέπομε, οι πηγές του χωριού μας ανέρχονται σε περίπου 35 στο σύνολο τους. Μια παρατήρηση, αν επιτρέπεται: πολλές από τις πηγές είχαν αφεθεί

16


στο έλεος της τύχης, δεν συστηματοποιήθηκαν, δεν κατασκευάστηκαν μικρές δεξαμενές για τη συγκέντρωση του νερού προς άρδευση, δεν χρησιμοποιήθηκε η ηλεχτρική ενέργεια με σκοπό την ανύψωση του νερού στην κορυφή του χωριού ώστε να εξασφαλιστεί το πόσιμο νερό σε όλα τα σπίτια. ΟΙ ΤΕΧΝΕΣ ήταν ένας άλλος σημαντικός κλάδος της οικονομίας του χωριού. Ανά τους αιώνες οι χωρικοί εξασφάλιζαν τα απαραίτητα για τη ζωή τους από τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Οι ίδιοι, όμως, έφτιαχναν και τα εργαλεία της δουλειάς, όπως ακόμα και τις ενδυμασίες τους. Στο χωριό μας, συγκριτικά με τα άλλα βουρκαροχώρια οι τέχνες ήταν πιο ανεπτυγμένες. Σημειώνουμε εδώ ότι και σε χωριά όπως το Σωπίκι, το Λαζάτι, το Βαγκαλιάτι καθώς και τα χωριά της περιοχής του Θεολόγου μέσω της τέχνης εξασφαλίζανε μεγάλο μέρος των εσόδων της οικογένειας. Από το 1800 ακόμα υπάρχουν ίχνη, που μαρτυρούν την ανάπτυξη των τεχνών στο χωριό μας. Μέρος της βιοτεχνίας ασκούνταν στα ίδια τα σπίτια, αλλά ένα άλλο σημαντικό μέρος ήταν συγκετρωμένο στο μεσοχώρι, πλησίον του σχολείου και της εκκλησίας, κοντά στο σημερινό ηρώο των πεσόντων. Κοντά στο σχολείο ήταν το οικοτροφείο, για τους μαθητές, που ερχότανε εδώ από τα γύρω χωριά, τα εμπορικά καταστήματα, το ραφτάδικο, το τσαγκαράδικο, ο αργαλειός, το σιδεράδ��κο, κλπ. Από τα κυριότερα επαγγέλματα ήταν εκείνο του χτίστη, του μαραγκού, του ράφτη, του τσαγκάρη, του σιδερά, του κάτση, του γανωματή, του βερελοποιού. Αυτά κατά τον 19-ο αιώνα, ενώ αργότερα μπήκαν και άλλα επαγγέλματα και θα λέγαμε με πλήρη γνώση ότι στο χωριό μας ασκούνταν όλα τα είδη των επαγγελμάτων. Τον 19-ο αιώνα το 80% των ενδυμασιών και των υποδημάτων παράγονταν από τους ίδιους τους χωρικούς. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν στο σπίτι τους αργαλειό και επεξεργάζονταν το μαλλί, τον σπάρτο, το λινάρι. Τα παπούτσια τα εξασφαλίζανε από το δέρμα των αλόγων ή των χοίρων. Στις αρχές του 20-ου αιώνα αυτός ο τρόπος άρχισε να υποχωρεί, γιατί είχαν κάνει την εμφάνισή τους κι εδώ τα υφάσματα και τα παπούτσια, που παρήγαγαν τα εργοστάσια. Μετά τη φωτιά, που έκαψε το χωριό το 1912, στο μεσοχώρι δεν είχε μείνει τίποτα από τα καταστήματα, που αναφέραμε. Έτσι διάφοροι επαγγελματίες άνοιγαν καταστήματα δίπλα στα σπίτια τους. Ο Ζήσος Μπιρμπίλης εργαζόταν ράφτης στο σπίτι του, ο Κώτσης Μπούντρης είχε εμπορικό κατάστημα στο σπίτι του όπως και ο Θύμιο Γιώρη Κολιός. Στα σπίτια τους δούλευαν και οι τσαγκάρηδες Γιάννης και Σπύρος Αναγνώστης, ενώ ο ράφτης Βαγγέλης Ζήσης δούλευε στο σπίτι, αλλά πραγματοποιούσε και πολλές περιοδείες στα άλλα χωριά, όπου τον καλούσαν. Ο Χαραλάμπης Σκεύης, ο Βασίλης Μαρίνης και ο Λάμπης Νικόλας ασκούσαν το επάγγελμα του τσαγκάρη. Μέχρι το 1917 κατάστημα για κατασκευή, επισκευή, αλλά και εμπορία παπουτσιών διέθετε ο Νικόλας Σκεύης. Το έτος αυτό το εν λόγω κατάστημα το αγόρασε η οικογένεια Αναγνώστη. Αρκετοί χωρικοί ασκούσαν το επάγγελμα του βαρελοποιού και κάλυπταν τις ανάγκες του χωριού, αλλά και εμπορεύονταν το προϊόν τους. Αυτά μέχρι το 1946, γιατί το έτος αυτό ιδρύθηκε ο συνεταιρισμός επαγγελματοβιοτεχνών και όλη η ιδιωτική δραστηριότητα σταμάτησε. ΤΟ ΕΜΠΟΡΙΟ είχε κάνει την εμφάνισή του από τον 19-ο αιώνα, αλλά χωρίς καμιά ιδιαίτερη ανάπτυξη. Από τότε ακόμα διατηρούσαν καταστήματα οι οικογένειες Πάνου, Ζήση και Σκεύη. Μετά το 1912 διατηρούσαν εμπορικά καταστήματα οι οικογένειες του Νικόλα Σκεύη, Δημήτρη Αναγνώστη, Γιάννη Αναγνώστη, Κώτση Μπούντρη και για ένα μικρό χρονικό διάστημα ο Θύμιος Γιώρης, ο Νάσιος Σκεύης. Η οικογένεια Σκεύη διατηρούσε καταστήματα και στο Δέλβινο, ενώ όταν το κλείσανε

17


στο Δέλβινο, ο Νάσιος Σκεύης άνοιξε στους Αγίους Σαράντα, ενώ ο Θωμάς Σκεύης στο χωριό Τσούκα. Μιλάμε, φυσικά, για το οργανωμένο εμπόριο και όχι για τις περιπτώσεις που οι χωρικοί πήγαιναν τα περισσεύματά τους στο παζάρι του Δελβίνου και αλλού. Μια άλλη δραστηριότητα που ασκούσαν μερικοί χωρικοί ήταν εκείνη του αγωγιάτη με τα καρβάνια. Είναι γνωστό ότι αρκετοί Καλυβιώτες διατηρούσαν καρβάνια για τη μεταφορά πέτρας, ξυλείας και άλλου οικοδομικού υλικού και έφταναν μέχρι την Πρέβεζα, τα Γιάννενα, το Αργυρόκαστρο, κλπ. Η αιώνια αυτή παράδοση διατηρήθηκε μέχρι το 1940. Η ΞΕΝΙΤΙΑ αν και δεν μπορούμε να πούμε πως για τους Καλυβιώτες αποτέλεσε ρεύμα, παρόλα αυτά θεωρούνταν καλή πηγή εξασφάλισης εσόδων για τις οικογένειές τους. Οι χώρες, που προτιμούνταν από εκείνους, που αποφάσιζαν να ξενιτευτούν ήταν η Πόλη (Τουρκία), η Ρουμανία, η Ελλάδα και η Αμερική. Δεν διαθέτουμε ακριβή στοιχεία για την ξενιτιά και τους ξενιτεμένους μας, αλλά θα αναφέρω λίγα στοιχεία, τα οποία είναι γνωστά. Από το 1700 ακόμα είναι γνωστό πως ένα μέλος από την οικογένεια των Μητραίων είχε ξενιτευτεί στην Πελοπόνησο και διέμεινε εκεί. Ένας από το σόι των Ζησαίων πήγε στην Πόλη, που επίσης έμεινε για πάντα εκεί και ασχολούνταν με το εμπόριο. Από την οικογένεια Νίκα ένα μέρος της ξενιτεύτηκε στην Πόλη. Αργότερα ήταν πολλοί εκείνοι, που ξενειτεύτηκαν. Αναφέρομε μερικούς: Ο Βάσος Πάνος, Φώτος Μήτρος, Χρήστος Γιάννης πήγαν στην Πόλη. Ο Αναστάσης Πάντος, Σωτήρης Πάντος, Βαγγέλης Βάσος στην Ελλάδα. Ο Σπύρος Ζήσης, Νικόλας Ζήσης, Γιώργος Ζήσης. Γρηγόρης Κολιός, Ηλίας Γιαννης, Νάσιος Σκεύης, Θόδωρης Αναγνώστης, Τσιάβος Γιάννης, στην Αμερική. Και κατά τον 20-ο αιώνα ξενιτεύτηκαν αρκετοί από το χωριό μας. Τέτοιοι ήταν ο Μήτση Ράφτης, ο Σωτήρης Νικόλας, ο Θωμάς Νικόλας, ο Ζήσος Κίτος, ο Λάμπης Αναγνώστης, ο Βαγγέλης Φώτος, ο Γιάννης Αναγνώστης, ο Τσιάβος Μίχος, ο Πέτρος Νικόλας, ο Γιώρης Τσιάβος, ο Ηλίας Ράφτης, κλπ. Αρκετά ανεπτυγμένη ήταν και η εσωτερική ξενιτιά. Ο Λιώλης Σκεύης λχ ήταν διαχειριστής στα σαράγια του πασά του Δελβίνου, ο Κίτος Σκεύης ήταν σωματοφύλακας όπως επίσης και ο Ζήσος Πύλιος, ο Φώτο Μήτρος ήταν μάγειρας, ο Θωμάς Φώτος υπηρέτης. Τα ανέφερα αυτά γιατί η ξενιτιά δεν φέρνει μόνο περισσότερα έσοδα για τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης των οικογενειών, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και σημαντικό παράγοντα πολιτιστικής ανάπτυξης. ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ : Γενικά, οι χωρικοί σε όλη την περιοχή του Βούρκου είναι άνθρωποι εργατικοί. Αλλά, όπως συμβαίνει ακόμα και μέσα σε μια οικογένεια, δεν μπορεί να είναι όλοι το ίδιο εργατικοί και, θα λέγαμε, πως στα Βουρκαροχώρια κάτι τέτοιο είναι έκδηλο. Οι Καλυβιώτες λχ αναγνωρίζονται σε όλη την περιοχή για δύο βασικά χαραχτηριστικά: Πρώτον, ως εργατικοί άνθρωποι, γιατί αν και με λιγοστή εδαφική έχταση, κατάφερναν να παράγουν και πολλά και ποιοτικά προϊόντα. Το ίδιο συνέβαινε και στον τομέα της κτηνοτροφίας. Τα χωράφια και τα περιβόλια των Καλυβιωτών διακρίνονταν μεταξύ πολλών άλλων χωριών. Η διαφορά αυτή παρατηρούνταν ακόμα και μέσα στο ίδιο το χωριό. Ετσι λχ στη συνοικία Ράχη και Σταυρονάτι οι κάτοικοι ήταν πιο εργατικοί από αυτούς του Κάτω Μαχαλά, πράγμα που φαίνονταν στην οικονομική κατάσταση των οικογενειών. Αυτή η φιλεργατικότητα ήταν που τους παρακίνησε να νοικιάσουν γη στην Τσούκα, με συνέπεια να ανεβάσουν το βιοτικό τους επίπεδο.

18


Δεύτερον, οι Καλυβιώτες γνωρίζονται και ως καλοί διαχειριστές της οικονομίας του σπιτιού τους. Γι’ αυτό και τα γύρω χωριά λένε για τους Καλυβιώτες ότι έχουν μικρά αυτιά, για να μπορούν να σκαλώνουν εκεί το μολύβι και για οποιαδήποτε πράξη να κάνουν τους απαραίτητους λογαριασμούς. Τούτο εκδηλώνεται ακόμα και στα κοινοφελή έργα ή στην συλλογική εργασία στον κάμπο (πολύ πριν ενταχτούν στο γεωργικό συνεταιρισμό), στην ίδρυση των κοινών κοπαδιών, στην κατανομή του γάλατος και του τυριού, στο σεβασμό του άλλου κατά την άρδευση των χωραφιών και των κήπων. Η φιλεργατικότητα των Καλυβιωτών τα τελευταία 50 χρόνια εκδηλώθηκε και μέσα από τα παιδιά τους, τα οποία οπουδήποτε και αν εργάστηκαν, ως στελέχη ή ως απλοί εργαζόμενοι, επέδειξαν ικανότητα και αφοσίωση στη δουλειά. Τούτο είναι μια πραγματικότητα και δεν το αναφέρω ως καύχημα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5-ο Η ΠΑΙΔΕΙΑ Στο κεφάλαιο τούτο θα κάνομε λόγο για την ανάπτυξη της Παιδείας στο χωριό μας. Όπως προαναφέραμε, την εποχή που πέρασε ο Άγιος Κοσμάς το χωριό μας είχε 79 οικογένειες και περίπου 1000 άτομα. Είχε, επίσης μεγάλες εδαφικές, δασικές και λιβαδικές εκτάσεις οι οποίες ήταν ιδιωκτησία του και όχι των αγάδων. Ένα τέτοιο χωριό δεν μπορούσε να μην είχε και σχολείο. Σύμφωνα με στοιχεία, στο χωριό λειτουργούσε σχολείο πριν από το 1700, πράγμα, που αποδεικνύεται από το γεγονός ότι γύρω στα 1750 το κάψανε οι Τούρκοι, μαζί με 10 άλλα σπίτια, την εποχή, που πίεζαν τους κατοίκους να ασπαστούν το Ισλάμ. Τότε ήταν που πήραν και 14 άτομα όμηρους Πότε είχε χτιστεί το σχολείο αυτό; Πώς είχε χτιστεί; Πώς λειτουργούσε; Ποια παιδιά συνέχιζαν τα μαθήματα, ποιοι ήταν οι δάσκαλοι; Σε αυτά και σε άλλα ερωτήματα θα προσπαθήσομε να απαντήσομε παρακάτω. Η τοποθεσία του σχολείου είναι στο μέρος όπου σήμερα βρίσκεται η εκκλησία και λέγεται «Στην εκκλησιά», ανάμεσα στις συνοικίες Ράχη και Σταυρονάτι ή πάνω από το Φραγκοπήγαδο. Όταν ερχόμαστε από τους Σταυρονότες προς το μεσοχώρι, περνούμε από ένα μέρος που λέγεται «Στις εξετάσεις». Φέρει αυτό το όνομα γιατί εκεί, κάτω από τις ελιές και τα πέντε μεγάλα δέντρα, διοργανώνονταν η τελετή της λήξης της σχολικής χρονιάς. Συνήθως η τελετή γινότανε στις 24 Ιούνη, ανήμερα του………. Το πρωί αυτής της ημέρας τελούνταν η λειτουργία και αμέσως μετά συγκεντρώνονταν κάτω από τα δέντρα οι δάσκαλοι, οι μαθητές και μεγάλο μέρος των γονέων. Στην αρχή έπαιρναν το λόγο οι δάσκαλοι, ύστερα ο δημογέροντας και αμέσως μετά μοιράζονταν τα ενδειχτικά και τα απολυτήρια. Αφού τελείωνε κι αυτό, οι μαθητές έδιναν παράσταση με απαγγελίες, τραγούδια, μικρά σκετς, ενώ οι μεγάλοι έμπαιναν στο χορό και στο τραγούδι. Έτσι έπαιρνε τέλος το σχολικό έτος, ενώ η έναρξη του σχολικού έτους γινότανε στις 1 Σεπτέμβρη. Η εν λόγω τελετή διοργανώνονταν ως τέτοια πριν από τον πόλεμο και τη θυμούμαστε η γενιά μου, ενώ μετά τον πόλεμο πολλά πράγματα άλλαξαν. Πίσω από «Τις εξετάσεις» είναι η εκκλησία, περιφραγμένη με τοίχο. Εκεί που τελειώνει ο βόρειος τοίχος της εκκλησίας βρίσκεται το χτίριο του σχολείου. Το χτίριο είχε τετράγωνη μορφή με πλευρά 10 μέτρα. Ήταν με πέτρα, δυόροφο και με 8 αίθουσες. Η στέγη όπως και το πάτωμα ήταν ξύλινα. Μετά το κάψιμο, που προαναφέραμε, το σχολείο ξαναχτίστηκε, αλλά στα μέσα του 19-ου αιώνα ξανακάηκε από άγνωστη αιτία και έμειναν μόνον οι τοίχοι. Τότε ακριβώς, μετά το δεύτερο

19


κάψιμο, στην εκκλησία προστέθηκε ένα χαγιάτι, όπου και χρησίμευε ως «αίθουσα διδασκαλίας». Μετά το 1912 οι χωρικοί άλλαξαν τη δομή του σχολείου. Τον κάτω όροφο τον μετατρέψανε σε Αμελικό, ενώ στον επάνω όροφο γίνονταν η διδασκαλία. Το χτίριο αυτό χρησιμοποιήθηκε μέχρι το 1939. Τότε, πλησίον του εν λόγω χτιρίου αυτού χτίστηκε ένα άλλο σχολείο με δύο αίθουσες διδασκαλίες. Στο νέο σχολείο μετά τον πόλεμο προστέθηκε και μία ακόμα αίθουσα. Το δημοτικό σχολείο του χωριού λειτουργούσε στο χτίριο αυτό μέχρι το 1982, όπου και χτίστηκε νέο σχολείο, οχτάχρονο πια, με δέκα αίθουσες, με σπουδαστήρια για πραχτική διδασκαλία και άλλους χώρους.. Σημειώνουμε εδώ ότι δίπλα στο παλιό σχολείο υπήρχαν και δύο άλλα χτίρια,. Το ένα χρησιμοποιούνταν ως κατοικία από τους δασκάλους, οι οποίοι ήταν από μακρυνά χωριά, ενώ το άλλο ως εστία για τους μαθητές, οι οποίοι ερχότανε από τα γειτονοχώρια, όπως το Χάλιο, η Γέρμα, η Κουλουρίτσα, του Χότζια (Λιβαδειά). Δεν διαθέτουμε στοιχεία για το πώς λειτουργούσε η εν λόγω εστία. Λέγεται ότι το σχολείο ονομάζονταν «Ελληνικό» και ήταν στο βαθμό του σχολείου του Κεστορατίου στο Αργυρόκαστρο. Δεν μπορούμε να στηριχτούμε σε μητρώο, για να αναφέρομε τα ονόματα των δασκάλων, που δίδαξαν στο σχολείο μας. Λέγεται ότι δίδασκαν ιερείς από το χωριό ή από άλλα χωριά. Το ίδιο και οι δάσκαλοι. Αναφέρεται από τους γεροντότερους ότι δίδαξαν δάσκαλοι από του Τσαμαντά, τη Δρόβιανη, τη Λάκα του Δελβίνου καθώς και από την Κέρκυρα. Δίδαξε ένας συγχωριανός μας από την οικογένεια Παπαγιάννη, ο πατέρας του Βάσου Πάνου, ένας άλλος από την οικογένεια του Βαγγέλη Βάσου, ενώ κατά τα τέλη του 19-ου αιωνα δίδασκε ο παπούς του Μίχου Παπά (προπάπος της οικογένειας Κυριάκη). Αργότερα δίδαξε ο Κώστας Σκεύης, ο οποίος είχε χειροτονηθεί και ως ιερέας του χωριού, λέγεται ότι δίδαξε κάποιος Μπαράς, ένας άλλος από του Αγιαντρειά, ο Κώτσης Μπούντρης (πατέρας του Σπύρου Μπούντρη), ενώ από τα άλλα χωριά δίδαξαν ο Κόλια Νίνος, ο Κόλια Πρόκος και ο Μήτσιος Κονόμης από το Σωπίκι, ο Γιώργος Γιάννης από τη Λάκα του Δελβίνου, ο Στέφος Ζήσης και ο Γιώργος Λίτσας από τη Λεσινίτσα, ο Μήτσιος Φίλης από τη Σμίνετση, κλπ. Δεν μπορούμε να πούμε πως από το χωριό μας βγήκαν μεγάλοι επιστήμονες, αλλά, αλλά γενικά το μορφωτικό επίπεδο των κατοίκων ήταν αρκετά υψηλό κι αυτό οφείλεται στο σχολείο το οποίο λειτούργησε γιας τόσους αιώνες. Από το χωριό μας χειροτονήθηκαν αρκετοί ιερείς, ενώ άλλοι είχαν πάρει τον τίτλο του Αναγνώστη. Ποιες οικογένειες είναι εκείνες, από τις οποίες βγήκαν ιερείς; Θα προσπαθήσομε να τις αναφέρομε πιο κάτω. Από την οικογένεια Παπαγιάννη, ένας ιερέας Από την οικογένεια Σταύρου Παπά ( σήμερα Μαρίνη) ένας ιερέας. Από την οικογένεια του Μιχάλη Παπά, ένας ιερέας. Από την οικογένεια Στάμου (χωρίς απογόνους σήμερα), ένας ιερέας. Από την οικογένεια Κυριάκη, δύο ιερείς, ο ένας πολύ παλιά και ο άλλος τον 19ο αιώνα. Από την οικογένεια Σκεύη, ήταν ο παπα - Κώστας, ο οποίος αργότερα αναβαθμίστηκε σε ηγούμενο της Μονής της Πέπελης. Ο τίτλος «Αναγνώστης» δίδονταν σε άτομα που ασχολούνταν με τα εκκλησιαστικά ως ψάλτες, αλλά ταυτόχρονα έπρεπε να ήταν άτομα δίκαια, με καλή συμπεριφορά και να χαίρονταν της εκτίμησης των άλλων χωρικών. Ως κριτήριο απαραίτητο ήταν και το μορφωτικό και εκπαιδευτικό τους επίπεδο. Άτομα, που φέραν, λοιπόν, τον τιμητικό αυτό τίτλο ήταν μερικά στο χωριό μας και συγκεκριμένα: Από την οικογένεια του Μιχάλη Σπύρου Αναγνώστη (Σταυρονάτι)

20


Από την οικογένεια του Νάσιου Μήτσιου Αναγνώστη (Παπαγιάννη) Από την οικογένεια του Ηλία Αναγνώστη (Ράχη) Από την οικογένεια του Δημήτρη Αναγνώστη (Ράχη ) Από την οικογένεια του Νάτση και Θωμά Αναγνώστη. Από το χωριό μας, εκτός από τους παραπάνω ιερείς και αναγνώστες, ήταν και πολλοί άλλοι χωρικοί οι οποίοι ήταν κάποιου εκπαιδευτικού επιπέδου. Θα αναφέραμε τον Χρήστο Χρηστογιάννη από την οικογένεια του Λάμπη Νάσιου, όπως και τον Λιώλη Νάσιο από την ίδια οικογένεια. Ο Βάσος Γιάννης είχε τη φήμη πολύ μορφωμένου ανθρώπου και ήταν πρόγονος της οικογένειας του Βαγγέλη Βάσου. Το ίδιο και ο Νάσιος Αναγνώστης με τον Μήτσιο Αναγνώστη, που ήταν πρόγονοι του Τάσου και του Μανούσου Νάσιου. Ο Λιώλης Σκεύης και αργότερα ο Κώστας Σκεύης και ο Βασίλης Σκεύης από την οικογένεια Σκεύη. Τέτοια άτομα, αλλά που έζησαν στα τέλη του 19-ου και στις αρχές του 20-ου αιώνα ήταν ο Ηλίας Αναγνώστης, ο Βάσος Πάνος, ο Κώτσης Μπούντρης, ο Ζήσος Μπιρμπίλης, ο Θόδωρης Αναγνώστης, ο Βαγέλης Στέφος, ο Πύλιος Σκεύης, ο Μήτρος Πάντος, ο Βασίλης Γιάννη Βασίλης, ο Κόλιας Νάσιος, ο Σπύρος Νικόλας, κ.ά. Είναι γεγονός ότι από τους άντρες του χωριού μας σπάνια μπορεί να βρεθεί άτομο που να στερούνταν γραφή και ανάγνωση. Θα προσθέταμε ακόμα ότι από τη δεκαετία του 1920 στο σχολείο, δηλά μεν, αλλά είχαν αρχίσει να το παρακολουθούν τα μαθήματα και κορίτσια. Το 1933 η Κυβέρνηση του Ζώγκου αποφάσισε να κλείσει όλα τα σχολεία της Μειονότητας, που διδάσκονταν η ελληνική γλώσσα. Δυο χρόνια στη σειρά το σχολείο παρέμεινε κλειστό. Μερικοί από τους μαθητές υποχρεώθηκαν να πηγαίνουν σε αλβανικά σχολεία, όπως ο Σωτήρης Σκεύης, που πήγε στο Δέλβινο, ο Γιώργος Σκεύης στους Αγίους Σαράντα, ο Πέτρος Αναγνώστης στο Σωπίκι και ο Βαγγέλης Αναγνώστης στο Παντελέημονο. Το 1934 η Κυβέρνηση του Ζώγκου αποφάσισε να ανοίξει το σχολείο στο χωριό μας, αλλά να διδάσκεται μόνον η αλβανική γλώσσα. Ως δάσκαλος διορίστηκε ο Γιώργος Γιάννης από τη Λάκα του Δελβίνου, ο οποίος είχε σπουδάσει στην Ελλάδα. Οι μαθητές δεν δέχτηκαν να πηγαίνουν στο αλβανικό πια σχολείο. Γι΄αυτό και στο χωριό κατέφθασε ένας λοχίας με αρκετούς τζαντάρηδες, οι οποίοι υποχρέωναν τους μαθητές να πηγαίνουν δια της βίας. Πήγαν οι μαθητές, αλλά παρέμειναν εκεί τόσες μέρες, όσες παρέμειναν και οι τζαντάρηδες στο χωριό. Μόλις κατηφόρησαν οι αστυνομικές αρχές του Ζώγκου, οι μαθητές συνέχισαν ξανά την αποχή από τα μαθήματα. Ο δάσκαλος, για να μπορέσει να πάρει το μισθό του, έπρεπε να εμφανιστεί κάθε μέρα στο σχολείο, ανεξάρτητα από τη συμμετοχή των μαθητών. Αυτός διέμενε σε ένα δωμάτιο του σπιτιού μου κι εκεί μας μάζευε εμένα, τον Νάσιο Λάμπη και τον Βαγγέλη Σκεύη, αλλά δεν μας έκανε μάθημα. Το 1935 ξανάνοιξε το σχολείο με δάσκαλο τον Μήτσιο Κονόμη από το Σωπίκι και τον Κώτση Μπούντρη από το χωριό μας. Τότε ερχότανε να παρακολουθήσουν τα μαθήματα και μαθητές από το χωριό Λιβαδειά (τότε Χότζια). Επειδή είχαν περάσει δύο σχολικά έτη χωρίς διδασκαλία, ο αριθμός των μαθητών ξεπερνούσε τους 100 και ήταν αγόρια και κορίτσια χωρίς διάκριση, ενώ οι τάξεις πέντε. Το χτίριο ήταν το παλιό, αλλά είχε επισκευαστεί και είχε δύο αίθουσες διδασκαλίας. Τα μαθήματα γίνονταν πρωί και απόγευμα. Το 1936 ο Μήτσιος Κονόμης και ο Στέφος Ζήσης (που ήταν από τη Λεσινίτσα και είχε τελειώσει στην Ελλάδα) άνοιξαν και την έκτη τάξη, αλλά επειδή η έκτη απαγορεύονταν να ανοίξει, οι κατάλογοι σημειώνονταν ως Πέμπτη, αλλά τα μαθήματα που διδάσκονταν ήταν της έκτης. Εξαιρετική βοήθεια έδινε στο θέμα αυτό η «’Απασα Ύλη»

21


Το έτος 1937 τέσσερα από τα παιδιά του χωριού μας, ο Σωτήρης Σκεύης, ο Γιώργος Σκεύης, ο Πέτρος Αναγνώστης και ο Δημήτρης Αναγνώστης πήγαν για σπουδές στην Ελλάδα. Από το 1920 είχε αρχίσει ένα ρεύμα προς την Ελλάδα. Πολλοί νέοι πήγαιναν ή για να σπουδάσουν ή για να εργαστούν και ταυτόχρονα να σπουδάσουν σε νυχτερινά σχολεία. Αυτές οι προσπάθειες, αλλά και η επαφή τους με τα βιβλία και με τον τύπο της εποχής, ανέβαζε αισθητά το μορφωτικό τους επίπεδο. Τέτοιοι ήταν ο Μήτσης Ράφτης, ο Σωτήρης Νικόλας, ο Ζήσος Κίτος,ο Θωμάς Ζήσης, ο Γιώρης Τσιάβος κ.ά. Συμπερασματικά θα λέγαμε πως η λειτουργία από παλιά του σχολείου στο χωριό μας, καλλιέργησε την αγάπη για τα γράμματα και την πολιτισμένη ζωή, δημιούργησε μια παράδοση φιλομάθειας στις πολλές γενιές. Κι αυτό φάνηκε με τα παιδιά μας, που συνέχιζαν τα διάφορα σχολεία στην Ελλάδα, με τους απλοϊκούς ανθρώπους, που μαζί με τη σκληρή εργασία, δεν ξεχνούσαν ποτέ την καθημερινή επαφή με τα γράμματα. Αποδείχτηκε αυτό και μετά το 1945, όταν το αλβανικό κράτος, αμέσως μετά την εγκαθίδρυση του, κάλεσε πολλά παιδιά από το χωριό μας, και τα διόριζε ως υπαλλήλους σε σημαντικούς τομείς της ζωής. Πολλά απ’ αυτά τα παιδιά συνέχισαν ανώτερα σχολεία και βγήκαν ικανά στελέχη. Τονίζομε εδώ ότι την ώρα που στη χώρα ο αναλφαβητισμός ξεπερνούσε το 90%, στο χωριό μας δεν ξεπερνούσε το 10-15% στους άντρες και 40-50% στις γυναίκες. Ένα άλλο στοιχείο που δείχνει τη φιλομάθεια των Καλυβιωτών είναι και το παρακάτω: Όταν η φασιστική Ιταλία επιτέθηκε στη Ελλάδα, τα οικοτροφεία των σχολείων έκλεισαν. Οι μαθητές από το χωριό μας, αντί να εγκαταλείψουν το σχολείο, ερχότανε στο χωριό, εφοδιαζότανε με τα απαραίτητα τρόφιμα από τις οικογένειές τους και ξαναπήγαιναν στα σχολεία τους, κι έτσι μέχρι που αποφοίτησαν από το Γυμνάσιο. Μετά το 1945, όπου το εκπαιδευτικό δίχτυο δεν κάλυπτε όλες τις περιοχές, πολλά παιδιά από το χωριό μας, λόγω της αγάπης για τα γράμματα, διανύανε πολλά χιλιόμετρα για να μπορέσουν να συνεχίσουν τα μαθήματα. Ως παράδειγμα τέτοιας θυσίας μπορούμε να αναφέρομε τους Ζήσο και Βασίλη Αναγνώστη, καθώς και τον Σωτήρη Βαγγέλη Ζήση, που πήγαιναν στο Αλήκου, τον Γιώργο Παπά, ο οποίος πήγαινε στο Θεολόγο, το Βασίλη Πύλιου Ρώση, που πήγαινε στο Δέλβινο, κ.ά. Θα αναφέρομε μερικά παιδιά του χωριού μας, που διατέλεσαν υπάλληλοι ή στελέχη αμέσως μετά την απαλευθέρωση και σε συνέχεια: Ο Γιώργος Νάσιου Σκεύης ήταν μέλος του Δικαστηρίου της Υποδιοίκησης της Κονίσπολης,ο Σωτήρης Βασίλη Σκεύης ήταν υπάλληλος της Υποδιοίκησης, ο Γιώργος Γιάννη Αναγνώστης, γραμματέας της Νεολαίας της Υποδιοίκησης, ο Πέτρος Νικόλα Σκεύης, υπάλληλος της Υποδιοίκησης, ο Βαγγέλης Δημήτρη Αναγνώστης, προϊστάμενος της Παιδείας της Υποδιοίκησης, ο Σταύρος Μίχου Παπάς, υπάλληλος στον τομέα της Υγείας, ο Νάσιος Γρηγόρης και ο Σπύρος Αναγνώστης υπάλληλοι του εμπορίου, ο Σπύρος και η Μαρίνα Μπούντρη στην παιδεία, ο Θωμάς Γιώτης, ο Μιχάλης Σκεύης, ο Γιώρη Ντάφυλλος, ο Φώτο Στ. Κρεμμύδας και ο Βασίλης Μ. Παπάς στο στρατό. Πολλοί ασχολήθηκαν με την τέχνη του ξυλουργού και του οικοδόμου και μεταξύ των άλλων αναφέρομε τον Θωμά Νικόλα Ζήση, τον Γιώρη Τσιάβο, τον Θωμά Νικόλα Γιάννη, τον Φιλίππη Αλέξη, τον Λάμπη Ν. Γιάννη, τον Γρηγόρη Κωσταντίνη κλπ. Ο Κώτσης Κωσταντίνης, ο Βαγγέλης Γιώρη Νικόλας ασχολήθηκαν με τα γεωργικά μηχανήματα, ο Στέφος Ν. Σκεύης στον τομέα της Υγείας, ο Βαγγέλης Πύλιου Σκεύης στην κρατική διοίκηση, κλπ. Ενδεικτικό της φιλομάθειας είναι το τρανταχτό στοιχείο ότι 80 άτομα από το χωριό μας τελείωσαν τις ανώτερες σχολές, ενώ άλλα 150 τις μεσαίες σχολές, ενώ για την 7-8χρονη παιδεία ούτε που γίνεται λόγος. Μερικά από τα παιδιά του χωριού μας αναριχήθηκαν σε υψηλές θέσεις του κρατικού μηχανισμού, ενώ πολλά άλλα

22


αναδείχτηκαν ως άριστοι ειδικοί πολλών κλάδων της οικονομίας. Ο Βασίλης Θόδωρη Αναγνώστης, γεωπόνος με ειδικότητα στα λιόδεντρα και στα εσπεριδοειδή έχει τιμηθεί με το Βραβείο της Δημοκρατίας και με τον τίτλο του Ήρωα της Σοσιαλιστικής Δουλειάς. Ο Λευτέρης Κίτσιου Γιώτης, γιατρός, ακτινολόγος, Ο Κώτσης Β. Στέφος χημικός μηχανικός στο στρατό, ο Βαγγέλης Μιχάλη Λιώλης ως στοματολόγος, ο Γιώργος Γιάννη Αναγνώστης ως διακριθείς οικονομολόγος σε όλη τη χώρα, ο Βαγγέλης Δ. Αναγνώστης ως οικονομολόγος και Καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Τιράνων, ο Βαγγέλης Ζ. Μήτρος ως καθηγητής Μαθηματικός στο Πανεπιστήμιο Τιράνων. Ως στέλεχη του κρατικού μηχανισμού θα μπορούσαμε να αναφέρομε την Μαρίκα Γιώργη Αναγνώστη, τον Γιώργο Θύμιου Μήτρο, το Θωμά Μπούντρη, Σωτήρη Παπά, Γιάννη Ράφτη κλπ. Πολλά παιδιά είχαν εξέχουσες θέσεις και στο στρατό. Από τους δασκάλους θα μπορούσαμε να αναφέρομε το Γιώργο Σκεύη, Σπύρο Μπούντρη, Γιώργο Παπά, Αντώνη Κώστα, Νίκο Νικόλα, Κώστα Γιάννη κ.ά. Πιο κάτω παρουσιάζομε τη λίστα των ατόμων, που αποφοίτησαν από τις διάφορες πανεπιστημιακές σχολές: Γεωπονική και Κτηνιατρική Σχολή 1. Βασίλης 2. Βαγγέλης 3. Αλέξω 4. Βασίλης 5. Βασίλης 6. Σωτήρης 7. Κίτσιος 8. Γιώργος 9. Κίτσιος

Θόδωρη Θωμά Βαγγέλη Θωμά Βασίλη Γιώρη Σωτήρη Σωτήρη Κώτση

Αναγνώστης Αναγνώστης Νικόλα Νικόλας Παπάς Ντάφυλλος Νικόλας Νικόλας Μπούντρης

Κίτσιου Βασίλη Μιχάλη Β.

Γιώτης Αναγνώστης Λιώλης Αναγνώστη

Ιατρική Σχολή 1. Λευτέρης 2. Αδριανός 3. Βαγγέλης 4. Κατίνα

Σχολή μηχανικών(Πολυτεχνέιο) 1. Πύλιος 2. Ζήσος 3. Γιώργος 4. Βασίλης 5. Βιολέτα 6. Φώτος 7. Άλκης 8. Χριστάκης 9. Κίτσιος

Κώτση Ηλία Βαγγέλη Θωμά Βαγγέλη Ζήσου Σπύρου Θωμά Νάσιου

Μήτρος Κολιός Παπάς Στέργιος Αναγνώστη Μήτρος Μπούντρης Στέργιος Κολιός

Οικονομική Σχολή

23


1. Γιάννης 2. Βασίλης 3. Ηλίας 4. Γιώργος 5. Ηλίας 6. Μαρίκα 7. Γιώργος 8. Βαγγέλης 9. Βασίλης 10. Γλυκερία 11. Αντιγόνη

Μήτση

Γιώργου

Ράφτης Μήτρος Νικόλας Μήτρος Αναγνώστης Αναγνώστη Λιώλης Αναγνώστης Παπά Παπά Παπά

Μήτση Μήτση Σωτήρη Κώτση Γιώτη Μιχάλη Βαγγέλη Βαγγέλη Γιώργη Ζήσου Πύλιου

Ράφτης Ράφτης Νικόλας Μήτρος Γιάννης Παπά Φώτος Παπάς Παπάς Κίτος Σκεύης

Γιώρη Θύμιου Κίτσιου Γιώργη Φιλίππη Δημήτρη Βασίλη

Στρατιωτική Σχολή 1. Γιώργος 2. Βαγγέλης 3. Δημήτρης 4. Ηλίας 5. Θωμάς 6. Βασίλης 7. Κώτση 8. Ζήσος 9. Τίμος 10. Γιώργος 11. Μιχάλης Παιδαγωικές Σχολές 1. Μαρίκα Μιχάλη 2. Γιώργος Σπύρου 3. Βασιλάκης Κίτσιου 4. Νίκος Κίτσιου 5. Μαϊλίντα Γιώργου 6. Μίλτος Σπύρου 7. Θόδωρης Βασίλη 8. Λευτέρης Γρηγόρη 9. Αγγελική Γιάννη 10 .Γιώργος Βασίλη 11. Κώστας Λάμπη 12. Αλέξω 13. Βασίλης Πύλιου 14. ---------- Βασίλη 15. Νέτα Νίκου 16. Βαγγέλης Ζήσου 17. Ελένη Ζήσου 18. Ηλίας Κίτσιου 19. Όλγα Βαγγέλη 20. Χριστάκης Γιώργου 21. Φιλίππης Γιώργου 22. Φάνης Γιώργη

Αναγνώστη Μπούντρης Μήτρος Αναγνώστης Αναγνώστη Αναγνώστης Αναγνώστης Κωσταντίνης Κωσταντίνη Παπάς Γιάννης Γιάννη Ρώσης Ρώση Νικόλα Μήτρος Αναγνώστη Κάτσης Κάτση Γιάννης Γιάννης Νικόλας

24


23. Νίκος Λάμπη 24. Μιχάλης 25. Κώστας 26. Γιώργος 27. Σπύρος Κώτση 28. Αντώνης 29. Νίκος Θωμά 30. Αγγέλω 31. Ειρήνη 32. Αλεξάνδρα 33. Αντιγόνη 34. Ρομπέρτο 35. Θωμάς Β. 36. Τίμος Π.

Νικόλας Μήτρος Σκεύης Σκεύης Μπούντρης Κώστας Νικόλας Νικόλα Αναγνώστη Αναγνώστη Θωμά Φώτος Νικόλας Ρώσης

Νομική Σχολή 1- Ειρήνη 2- Αλέκος Ζήσου

Αναγνώστη Αναγνώστης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 ΜΟΡΦΩΤΙΚΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΖΩΗΣ Οι Καλυβιώτες, συγκριτικά με τους κατοίκους των άλλων χωριών της περιοχής μας, είχαν υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Στο θέμα αυτό επηρρέαζαν πολλοί παράγοντες. Μερικοί από τους παράγοντες αυτούς ήταν 1-Η ιδιωκτησία των ίδιων των χωρικών επί της γης, πράγμα, που τους επέτρεπε να χτίσουν σπίτι με πέτρα, ενώ στα άλλα χωριά αυτό απαγορεύονταν. 2-Στα άλλα χωριά, τα οποία ήταν τσιφλίκια των διαφόρων μπέηδων και αγάδων, απαγορεύονταν επίσης το φύτευμα των οπωροφόρων, ενώ στο χωριό μας δε συνέβαινε ένα τέτοιο πράγμα 3-Η ύπαρξη του σχολείου και η παρακολούθηση των μαθημάτων από πολλούς συγχωριανούς μας, η ενασχόληση με διάφορα επαγγέλματα και, φυσικά, η ξενιτιά, ήταν δύο από τους πιο σημαντικούς παράγοντες. 4-Οι κυριότερες οικογένειες του χωριού μας είχαν αρκετά υψηλό οικονομικό επίπεδο, πράγμα, που τους επέτρεπε να ανεβάζουν συνεχώς την ευημερία και ταυτόχρονα τον τρόπο ζωής τους. Η Οικοδόμηση των σπιρτιών. Η συντριπτική πλειοψηφία των οικογενειών του χωριού μας κατοικούσε σε πέτρινα σπίτια, σκεπασμένα με κεραμίδια ή και με πέτρα. Από τον περασμένο ακόμα αιώνα, πολλά σπίτια ήταν διόροφα. Ένα μέρος των χωρικών, τον πρώτο όροφο τον χρησιμοποιούσαν για τα ζώα, ενώ ένα άλλο μέρος ως κατοικία για την οικογένεια. Διόροφα σπίτια διέθεταν από τον 19-ο αιώνα ο Σταύρος Παπάς, η οικογένεα Μπούντρη, ο Ηλίας Αναγνώστης, ο Μίχος Νάσιος, ο Βάσος Πάνος, ο Παναγιώτης Ζήσος, ο Νάσιος Αναγνώστης, ο Δημήτρης Αναγνώστης, ο Νάσιος Ζήσης, ο Σπύρος Ζήσης, ο Λιώλης Νάσιος, ο Βαγγέλης Βάσος, ο παπαΚώστας, ο Λιώλης Σκεύης, κλπ.

25


Άλλες οικογένειες είχαν πέτρινα σπίτια με ένα ή δύο δωμάτια, σκεπασμένα με κεραμίδια ή πέτρες. Υπήρξαν, όμως, και οικογένειες, που κατοικούσαν σε καλύβες, με αχυρένιες στέγες και αλειμένες με χώμα. Οι δρόμοι: Όπως ανέφερα και πιο πάνω, στο χωριό μας υπήρχαν δρόμοι, οι οποίοι ήταν στρωμένοι με καλντερίμι. Σημάδια από το καλντερίμι αυτό μπορεί να ιδεί κανείς ακόμα και σήμερα. Και μόνο αυτό, το οποίο σήμερα μοιάζει εύκολο, τότε δεν ήταν καθόλου εύκολο. Όπως και νάναι, όμως, δείχνει υψηλό μορφωτικό επίπεδο της ζωής του χωριού. Οι πηγές: για τις πηγές έκανα λόγο πιο πάνω. Εδώ θέλω να τονίσω το γεγονός, ότι όλες οι πηγές, από τις οποίες οι κάτοικοι του χωριού μας εξασφάλιζαν το πόσιμο νερό, ήταν περιποιημένες, είχαν τοίχους, κανάλια ή σωλήνες και είχε γίνει παράδοση ώστε από καιρό εις καιρόν, τα κορίτσια του χωριού να κατεβαίνουν στα πηγάδια για να τα καθαρίζουν. Ο εξοπλισμός του σπιτιού: Ο εξοπλισμός των σπιτιών ήταν διαφορετικός σε διαφορετικές περιόδους. Σύμφωνα με την πρόοδο των εποχών, άλλαζε και ο εξοπλισμός. Άλλος λχ ήταν ο εξοπλισμός κατά το πρώτο ήμισι του 20-ου αιώνα και εντελώς άλλος ήταν κατά το δεύτερο ήμισι του ίδιου αιώνα. Το ίδιο θα μπορούσαμε να πούμε και για τους περασμένουςε αιώνες Ο εξοπλισμός ήταν διαφορετικός ακόμα και από μια οικογένεια στην άλλη. Στο μαγειριό υπερείχαν τα χάλκινα σκεύη, όπως οι κατσαρόλες, τα τεψιά, τα κουταλοπήρουνα, τα σαγάνια. Υπήρχαν, όμως και ξύλινα, όπως ήταν τα βαρέλια για το τυρί, τις ελιές, τα τουρσιά, τις τσιγαρίδες και το λίπος του γουρουνιού, οι γκομπλίτσες του γάλατος, οι σοφράδες, η σκάφη και το σανίδι, κλπ. Υπήρξαν και αγγεία πήλινα όπως πιάτα, στάμνες για το λάδι, το λίπος, το βούτυρο κλπ, αλλά δεν έλειπαν και άλλα από λαμαρίνα. Για τη μεταφορά του νερού από τη βρύση στο σπίτι, χρησιμοιπούνταν οι βαρέλες, ενώ στο χωράφι έπαιρναν νερό στο ντρεβινίτσι. Το φαγητό, συνήθως ρίχνονταν σε ένα σαγάνι ή σε ένα τεψί, αλλά στις περισσότερες οικογένειες χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά πιάτα όπως για τους μεγάλους, έτσι και για τα παιδιά. Τα κλινοσκεπάσματα: Τα στρώματα και τα σκεπάσματα ως επί το πλείστον ήταν από μαλλί και από λινάρι, τα οποία τα φτιάχναν μόνοι τους οι χωρικοί, όπως οι γυναίκες, έτσι και οι άντρες στους αργαλειούς. Συνήθως, καταγής στρώνονταν ψάθες και πάνω τους παλιές βελέντζες ή κουρελούδες. Πάνω σ’ αυτά έριχναν τα στρώματα. Τα μαξιλάρια τα επεξεργάζονταν επίσης μόνοι τους οι χωρικοί, τα γέμιζαν με άχυρο, αλλά πολλές φορές τα γέμιζαν και με μπαλώματα ή και με μαλλί. Τα σκεπάσματα ήταν οι μάλλινες ή και οι τράγινες βελέντζες για τη χειμερινή περίοδο, και τα λιναρίσια στρώματα για την καλοκαιρινή περίοδο. Τα στρώματα τα γέμιζαν με βρυζάχυρο ή ριζάχυρο. Μερικοί είχαν και κρεβάτια μεταλλικά, αλλά και ξύλινα, που τα φτιάχναν μόνοι τους. Οι μαξιλαροθήκες καθώς και τα σεντόνια μπήκαν πολύ αργά. Οι ενδυμασίες δεν είχαν καμιά διαφορά από εκείνες, που χρησιμοποιούσαν οι χωρικοί και των άλλων χωριών της περιοχής του Βούρκου, του Θεολόγου κι ακόμα των παραμεθόριων ελληνικών χωριών. Η ενδυμασία των αντρών ήταν ίδια με εκείνη των αντρών του νότου. Τα εσώρουχα γίνονταν από πανί, που το αγοράζαν ή και από λινάρι. Οι άντρες συνήθως φορούσαν μάλλινες φανέλλες (το χειμώνα) ή από σαμαροσκούτι. Πάνω από τη φανέλλα αυτή, φορούσαν το πουκάμισο, το οποίο ήταν άσπρο και είχε κοντά μανίκια, αλλά πλατιά. Πάνω από το πουκάμισο φορούσαν κεντισμένο γελέκι, το κέντισμα του οποίου ταίριαζε με τα κεντίσματα που είχαν τα

26


μανίκια του πουκάμισου. Τα παντελόνια ήταν κοντά και έφταναν μέχρι το γόνατο. Από το γόνατο και κάτω φορούσαν άσπρες κάλτσες, που έφταναν μέχρι το κώτσι του ποδιού κι απ’ εκεί και κάτω τσουράπια μάλλινα. Πάνω από το γελέκι φορούσαν το σακάκι ενώ πάνω από το σακάκι, κατά τη χειμερινή περίοδο φορούσαν ταλαγάνι. Την ενδυμασία αυτή τη συναντούμε στις αρχές του 20-ου αιώνα, ενώ πιο πριν, αντί του παντελονιού οι άντρες φορούσαν φουστανέλλες. Ως κάλυμα της κεφαλής φορούσαν στρογγυλή σκούφια, που στη μέση είχε κεντισμένον έναν σταυρό και την έπλεκαν οι γυναίκες. Τα υποδήματα ήταν από το δέρμα των χοντρών ζώων, όπως αναφέραμε πιο πάνω. Το είδος των υποδηματων, που το λέγαν πόχινο το φτιάχναν πρώτα από μέσα και αφού τελείωναν τη διαδικασία αυτή τα γύριζαν προς τα έξω. Το είδος αυτό ήταν τριών ειδών: με φούντα, απλά και με μύτη. Μερικοί άντρες στο χωριό μας όπως ο Γιώρη Κρεμμύδας, ο Ζήσος Μπιρμπίλης κλπ, φορούσαν τέτοια είδη υποδημάτων μέχρι τα τέλη ακόμα και Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου. Πολλοί χωρικοί φορούσαν σόλες. Έπαιρναν τα δέρμα, το αλατούσαν, του έριχναν και άλλα συστατικά μέχρι που του έπεφτε το τρίχωμα, γίνονταν πιο μαλακά και επεξεργαζότανε ευκολότερα και ταυτόχρονα έπαιρναν και κάποια απόχρωση. Πολλές φορές τα έφτιαχναν χωρίς να αφαιρέσουν το τρίχωμα. Από τις αρχές του 20-ου αιώνα άρχισαν να φορούν υποδήματα με σόλα βιομηχανική με καρφιά και ξυλόπροκες. Τέτοιο είδος υποδήματα αρχικώς έφτιαχνε ο Νικόλας Σκεύης και ο Γιάννης Αναγνώστης, οι οποίοι δεν ξεχνούσαν, φυσικά και τα προηγούμενα είδη, τα πόχινο και τις σόλες. Οι βοσκοί φορούσαν σόλες με μακρυά, γυριστή μύτη, ενώ το ταλαγάνι, μαζί με την κουκούλα ήταν απαραίτητα για όσους ασκούσαν το επάγγελμα αυτό. Αργότερα, οι βοσκοί φορούσαν μπερούτσα, που δεν ήταν παρά μια μίμηση της κατ΄εξοωήν μπρούτσας των ορεινών χωριων της Λιαμπουριάς. Μετά το 1920 οι άντρες άρχισαν να φορούν κιλότες, πλατιά παντελόνια, που έφταναν ως το παπούτσι, παντελόνια γκόλφ και ως κάλυμα της κεφαλής φορούσαν κασκέτα. Η ενδυμασία των γυναικών δεν διέφερε από τις γυναικείες ενδυμασίες των άλλων χωριών. Μερικές γριές όπως η Φώτο Νάτσιοβα (μητέρα του Γιώργου Κρεμμύδα από το Σταυρονάτι), η Πάντο Τσιρόνοβα, η Μήτρο Κάτσιοβα, κλπ, που απεβίωσαν την περίοδο 1935 – 1945, είχαν διατηρήσει σχεδόν την παλιά γυναικεία ενδυμασία, η οποία αποτελούνταν από τα εξής στοιχεία: Ως πρώτο φόρεμα ήταν η εσωτερική πουκαμίσα, που γίνονταν από λεπτό λινάρι και καλά ασπρισμένο. Η πουκαμίσα αυτή κάλυπτε σχεδόν όλο το σώμα της γυναίκας και έφτανε μέχρι το κώτσι. Πάνω απ’ αυτό φορούσαν άλλο φόρεμα, το οποίο ήταν κουμπωτό. Συνήθως, όπως η πουκαμίσα έτσι και το δεύτερο φόρεμα, στους γιακάδες ήταν κεντισμένα. Πάνω απ’ αυτά φορούσαν ένα είδος γελεκιού, που έφτανε μέχρι τη μέση, το οποίο ήταν από λεπτό πρόβειο μαλλί. Στο μπροστινό μέρος έφερε διάφορα κεντίδια και κουμπώνονταν. Στο λαιμό φορούσαν μπροστέλα, που κάλυπτε το λαιμό, για να μην φαίνονταν και ήταν μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου ρούχου, το οποίο δεν κουμπώνονταν στο λαιμό κι ετσι φαίνονταν η κεντισμένη μπροστέλα. Πάνω από το δεύτερο ρούχο φοριότανε το διπλάρι, το οποίο ήταν με ή χωρίς μανίκια, από μαλλί ή λινάρι. Γίνονταν με λεπτό και καλά ασπρισμένο νήμα και έφτανε μέχρι τα πόδια. Θηλύκωνε μόνο μπροστά στο στήθος μέχρι την κοιλιά. Στη μέση φορούσαν λεπτό ζωνάρι, το οποίο κατά την ύφανση το διανθίζανε με πολλά χρώματα. Στην κεφαλή οι γυναίκες φορούσαν μαντήλι 30 εκ. πλατύ και 3-5 μέτρα μακρύ. Ονομάζονταν μαχράμι και έκανε πολλές δίπλες.

27


Τα τσουράπια ήταν μάλλινα και ήταν άλλοτε απλά και άλλοτε πλουμιστά. Τα παπούτσια τους ήταν ποχινο, οι νέες και οι νυφάδες τα είχαν με φούντες. Στις καθημερινές εργασίες, όμως, φορούσαν δερμάτινα. Πολλές φορές στα γυναικεία υποδήματα οι τσαγκάρηδες προσθέταν και κάποια νήματα διαφόρων χρωμάτων. Στις αρχές του 20-ου αιώνα επήλθαν μεγάλες αλλαγές και στην ενδυμασία των γυναικών. Αρχικά οι αλλαγή έγινε κάτω από την επιρροή της ενδυμασίας των γυναικών του Μουρσιού και του Σωπικιού. Συγκεκριμένα, οι γυναίκες μας παραιτήθηκαν από το διπλάρι και φόρεσαν πια αλατζιά., εσωτερική πουκαμίσα, γελέκι, σεγκούνι. τσιπούνι, μπροστέλλα, λουλουδένιο μαντήλι οι νέες και μαύρο οι πιο ηλικιωμένες. Τα υποδήματα ήταν δερμάτινα και με ξυλόπροκες, με φούντες για τις νέες και τις νυφάδες και χωρίς φούντες για τις ηλικιωμένες. Στη μέση φορούσαν ζωνάρι, που το φτιάχναν στον αργαλειό και πάνω από το ζωνάρι, μια ζώνη, φτιαγμένη κι αυτή σε αργαλειό με λουλούδια και άλλα σχήματα, τα οποία τα σχεδίαζαν κατά την επεξεργασία τους στον αργαλειό. Το 1912, μετά το Χαλασμό, όταν οι Καλυβιώτες επέστρεψαν ξανά, αφού είχαν εγκαταλείψει τις εστίες τους, στο χωριό δε βρήκαν τίποτα. Τα σπίτια ήταν καμένα και όλο το βιος παρμένο. Έτσι, το πρώτο πράγμα, που σκέφτηκαν ήταν να φτιάξουν κάποια καταλύματα, οι περισσότεροι καλύβες, για να μπάσουν τις οικογένειες. Σιγά – σιγά αρχίσανε να οργώνουν τη γη, να ασχολούνται με την κτηνοτροφία, να χτίζουν σπίτια. Εκείνοι, που ήταν σε καλύτερη οικονομική κατάσταση έχτιζαν σπίτια με δυο ορόφους, ο δεύτερος για την οικογένεια, ενώ ο πρώτος, χρησιμοποιούνταν από κάποιους για το βιο, από άλλους ως αποθήκη για τα διάφορα προϊόντα και από κάποιους άλλους ως κατοικία. Πολλές οικογένειες έφτιαξαν και καλύβες σε απόσταση από την κατοικία τους, έβγαλαν δηλαδή το βιό από το σπίτι. Κάθε οικογένεια είχε φτιάξει και το αποχωρητήριο. Στις γεωργικές εργασίες πια είχε μπει και το μεταλλικό υνί, που σημαίνει ότι η απόδοση της εργασίας ήταν μεγαλύτερη. Μπήκαν τα υφάσματα από τις εισαγωγές, ήρθαν επίσης και οι ραφτομηχανές (τέτοιες μηχανές είχαν ο Ζήσος Μπιρμπίλης, ο Κώτσης Μπούντρης, ο Βαγγέλης Ζήσου Πύλιος, κλπ). Μπήκε ο αλατζιάς για τις γυναίκες, οι κιλότες, και τα παντελόνια και τα καπέλα για τους άντρες, κλπ. Μια άλλη πτυχή της προόδου ήταν η διεύρυνση των επαγγελμάτων. Πολλοί χωριανοί μας ξενιτεύτηκαν σε άλλες περιοχές, ακόμα και στην Ελλάδα. Όταν γύριζαν ως επαγγλαμτίες, πια, όχι μόνον ασκούσαν το επάγγελμα μόνοι τους, αλλά συνήθως έπαιρναν και νέους για να τους μάθουν την τέχνη. Μέχρι το 1940 στο χωριό δουλεύανε πέντε ραφτάδες, έξι βαρελοποιοί, δύο καλατζήδες, τέσσερις επιπλοποιοί, δύο χτίστες, πέντε ξυλουργοί, 15 κάτσηδες και τέσσερις καταστηματάρχες. Έτσι, το 60% των οικογενειών είχαν από έναν τεχνίτη. Οι χώροι αυτοί μετατράπηκαν σιγά – σιγά σε εστίες συγκέντρωσης των αντρών, στις οποίες γίνονταν πολλές συζητήσεις, παίζονταν χαρτιά. Η χαρτοπαιξία κάποια περίοδο έλαβε μεγάλες διαστάσεις, τόσο που μερικοί άντρες άφηναν τη δουλειά και έτρεχαν στους χώρους αυτούς. Πολλές φορές για να παίξουν χαρτιά ερχότανε στο χωριό άντρες και από τα γύρω χωριά όπως από το Σωπίκι, τη Λιβαδειά, την Κουλουρίτσα, τη Δίβρη, κλπ. Την περίοδο 1925 – 1940 σημειώθηκε πρόοδο σε όλους τους τομείς της ζωής, προπαντός στον τρόπο ζωής, ο οποίος έμπαινε πια στη διαδικασία του εκσυγχρονισμού. Σε πολλές οικογένειες μπήκαν πια τα κρεβάτια, τα μαγειρικά σκεύη αυξήθηκαν και βελτιώθηκαν, άρχισε η πλατιά χρήση των πιάτων, αλλά και η ίδια η μαγειρική άρχισε να βελτιώνεται. Είναι η εποχή όπου η συμμετοχή στο σχολείο γίνεται ακόμα μεγαλύτερη και όχι μόνον από τα αγόρια, αλλά και από τα κορίτσια. Τα παιδιά του χωριού, που τα καλοκαίρια ερχότανε από τα σχολεία, επηρρέαζαν τους

28


άλλους με την ενδυμασία, τον τρόπο του φαγητού, ακόμα και με τη γενικότερη συμπεριφορά τους. Μερικές νέες, κάτω από την επίδραση αυτή βγάλαν τους αλατζιάδες και φόρεσαν φουστάνια. Τα παιδιά των σχολείων επηρρέζαν τη ζωή του χωριού και στον τομέα της λαογραφίας, γιατί έφερναν χορούς και τραγούδια από άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπου σπούδαζαν. Ταυτόχρονα, σημειώνουμε ότι τα έσοδα των οικογενειών αυξήθηκαν αισθητά Προπαντός στις αρχές του 1940 στο χωριό επέστρεψαν από την Ελλάδα πολλοί από τους συγχωριανούς, όπως στην Ελλάδα, όπως ο Θωμάς Ζήσης, Ο Γιώρη Τσιαβος, ο Τσιάβος Μίχος, ο Σωτήρης Νικόλας, ο Λάμπης Νικόλας, ο Ζήσος Κίτος κ.α. Το 1941 επέστρεψαν και τα παιδιά που σπούδαζαν όπως ο Σωτήρης και ο Γιώργος Σκεύης, ο Πέτρος και ο Δημήτρης Αναγνώστης. Πέρα από την κατάσταση που ήταν κατάσταση πολέμου, στο χωριό φυσούσε καινούργιοςε άνεμος. Οι νέοι ντύνονταν διαφορετικά, διάβαζαν βιβλία, συγκεντρώνονταν στο μεσοχώρι και σχολίαζαν τα βιβλία, αλλά και άλλα γεγονότα της εποχής, που παρουσίαζαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τον τόπο. Το Πάσχα του 1942 οι νέοι που σπούδαζαν, όχι μόνον βγήκαν με νέες ενδυμασίες της εποχής, αλλά επέμεναν ώστε και τα κορίτσια από τη δική τους συγγένεια, να φορεθούν και να βγουν με σύγχρονα ρούχα (δεν πρέπει να ξεχνούμε τον φανατισμό, που επικρατούσε την εποχή εκείνη). Έτσι, εκείνο το πάσχα τα αγόρια βγήκαν στο μεσοχώρι με παντελόνια και τα κορίτσια με φουστάνια. Είχαν καλέσει, μάλιστα και μουσικά όργανα από την Τσούκα. Μόλις τελείωσε η λειτουργία, βγήκαν όλοι στο αλώνι του σχολείου και τον πρώτο χορό τον έριξαν οι γεροντότεροι. Μετά αποτραβήχτηκαν εκείνο�� και το αλώνι γεμισα από νέους και νέες. Θυμούμαι πως είχαν σχηματιστεί τρεις χοροί. Κάποιος ζήτησε ώστε να σύρει το χορό των αντρών ο Ζήσος Παπάς, το χορό των γυναικών να τον σύρει η Αρέτω του Θύμιου Μήτρου, που ήταν νύφη, ενώ πιο πέρα οι νεότερες κοπέλλες χορεύανε δικό τους χορό που τον έσερνε η Φωτείνω του Κόλια Ηλία. Αφού τελείωσαν αυτοί οι χοροί, πήραν το λόγο τα μουσικά όργανα. Στην ομάδα των αντρών ήταν και ο πατέρας μου, ο οποίος με ζήτησε για να μου δώσει μια παραγγελία. Τη στιγμή, που πήγα στον πατέρα, ο Γιώρη Φώτο Κρεμμύδας, είχε πλησιάσει μερικούς γερόντους και όλο κάτι τους έλεγε. Εγώ έγινα περίεργος και τον άκουσα να λέει «πολύ καλά έκαναν οι νέοι που φορέθηκαν αλαφράγκα, που ένωσαν το χορό και μπήκαν να χορέψουν μαζί με τα κορίτσια, τα παιδιά μας είναι έξυπνα, αλλά φοβάμαι μη συμβεί τίποτα στο χωριό, γιατί ο πέλλεμος συνεχίζει παντού…» Ο Γιώργος Σκεύης είχε φωτογραφικό απαράτ και την ημέρα εκείνη έβγαλε πολλές φωτογραφίες, από τις οποίες εγώ έχω μία, που μου την έστειλε ο Κίτσιος Πύλιου Φώτος από το Δυρράχιο, αλλά είναι αρκετά ξεφτισμένη από τον καιρό. Έτσι πέρασε το τριήμερο του πάσχα και δεν άργησε να έρθει και η γιορτή του Αϊ Γιώργη, που το χωριό μας τη γιόρταζε κάτω στο παρακκλήσι. Εκείνη την ημέρα στο περεκκλήσι είχαν συγκεντρωθεί 1000-1500 άτομα, που είχαν κατέβει από όλα τα χωριά. Μετά τη λήξη της λειτουργίας, άρχισαν οι χοροί και τα τραγούδια. Μετά απ’ αυτά, οι χωριανοί μαζί με πολλούς άλλους φίλους πανηγυριώτες επέστρεψαν στο χωριό και στην τοποθεσία Ελιές Βακούφικες στάθηκαν και καλούσαν στα σπίτια τους φίλους. Εκείνες οι οικογένειες, που είχαν Γιώργο και Θωμά λόγω της γιορτής πήραν περισσότερους φίλους. Έτσι, πήρε τέλος εκείνο το πάσχα του 1942 και από τότε μέχρι σήμερα δεν είδα άλλη τόσο ωραία γιορτή, όπως εκείνη. Μετά το 1944, όπου τελείωσε ο πόλεμος και εγκαθιδρύθηκε το νέο σύστημα, στις αρχές η οικονομική κατάσταση δεν ήταν τόσο καλή. Ωστόσο στο χωριό μας δεν σημειώθηκαν ζημιές από τον πόλεμο. Εκτός από τα σπίτια του Κίτσιου Γιώτη και του Γιώρη Ντάφυλλου δεν κάηκαν άλλα σπίτια. Επίσης δεν υπήρχαν κλοπές στο βιο.

29


Εντωμεταξύ, πολλοί συγχωριανοί μας εντάχτηκαν στους επαγγλματοβιοτεχνικούς συνεταιρισμούς, που ιδρύθηκαν μετά την απελευθέρωση. Αρκετοί άλλοι απομακρύνθηκαν από το χωριό και εγκαταστάθηκαν σε πόλεις ή σε κέντρα δουλειάς

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Η ΔΟΜΗ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Σε κάθε εποχή και σε κάθε σύστημα το κράτος διαμέσου των δομών του ασκεί εξουσία. Κάθε περιφέρια ή διαμέρισμα της χώρας, όμως, είχαν τις ιδιαιτερότητές τους. Στο χωριό μας, από την εποχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μια μορφή άσκησης της εξουσίας ήταν η Δημογεροντία ή το Μεντζιλίσι, όπως ονομάζονταν τότε τουρκικά. Τι ήταν το Μεντζιλίσι; Ήταν η γενική συνέλευση των χωρικών. Κι όταν λέμε χωρικών, εννοούμε μόνον τους άντρες, γιατί οι γυναίκες δεν δικαιούνταν να συμμετάσχουν στα κοινά μέχρι το 1945. Αλλά και από τους άντρες, συμμετείχαν ένας από κάθε οικογένεια, αφού πρώτα η οικογένεια καθόριζε η ίδια το ποιος θα ήταν ο εκπρόσωπός της. Σε περίπτωση, που κάποια οικογένεια δεν ήταν σε θέση να στείλει ένα ικανό άτομο, τότε ήταν η ίδια η σύσκεψη που όριζε από μόνη της εκπρόσωπο της εν λόγω οικογένειας. Έτσι είχαμε και εκπροσώπους δύο οικογενειών. Το Μεντζιλίσι συγκεντρώνονταν μία φορά το χρόνο και μετά από τις απαραίτητες διαδικασίες εκλεγότανε η Δημογεροντία, καθώς και άλλες επιτροπές, οι οποίες θα ασχολούνταν στη διάρκεια της χρονιάς με ξεχωριστά προβλήματα. Αυτό γινότανε συνήθως στην αρχή του έτους. Η Δημογεροντία αποτελούνταν από τρία άτομα, ένας πρόεδρος και δύο μέλη και ασχολούνταν με θέματα εσωτερικά, αλλά και με θέματα, που αφορούσαν το χωριό μας με τα άλλα γειτονικά χωριά ή και με τον κρατικό μηχανισμό. Στις αρχές το κράτος δεν ενδιαφέρονταν για το ποιος θα εκλεγότανε Δημογέροντας. Αργότερα έδειξε κάποιο ενδιαφέρον, αλλά ποτέ δεν παρενέβη πιεστικά για την επιλογή του Δημογέροντα. Μετά το 1930 ο Δημογέροντας, ο οποίος λεγότανε Μουχτάρης, αν και εκλεγότανε από τον ίδιο το λαό, έπρεπε να εγκριθεί από την κρατική διοίκηση. Υπήρξαν περιπτώσεις, που η κρατική διοίκηση δεν ενέκρινε τον Μουχτάρη του λαού, αλλά επέβαλε το άτομο της αρεσκίας της. Η Δημογεροντία συνέρχονταν στις περιπτώσεις εκείνες, που στο χωριό υπήρχαν προβλήματα. Ποιες ήταν οι Επιτροπές, που εκλεγότανε την ίδια μέρα με τη Δημογεροντία; 1-Η επιτροπή για την αποκοπή των ζημιών στα χωράφια των χωρικών. Ο χωρικός, που διατείνονταν ότι του έγινε ζημιά, παρουσιάζονταν στην Επιτροπή αυτή και υπέβαλε τα παράπονά του. Οι αποκοπάρηδες διαπιστώναν επί τόπου τη ζημιά και επέβαλαν την αποζημίωση, η οποία έπρεπε να εξοφληθεί χωρίς άλλο. Συνήθως, στην Επιτροπή αυτή εκλέγονταν άντρες, που γνώριζαν τον τομέα της γεωργίας και της κτηνοτροφίας και είχαν το αίσθημα της αντικειμενικότητας και της δικαιοσύνης. 2-Η Επιτροπή για την επίλυση των διαφορών ανάμεσα στους χωρικούς. Στο χωριό υπήρχαν πάντα διαφορές όσον αφορά τα σύνορα των χωραφιών, των κήπων, κλπ, συνέβαιναν προσβολές, τσακωμοί και ξυλοδαρμοί. Ήταν επόμενο, ώστε στην Επιτροπή αυτή να συμμετείχαν αντρες με επιρροή, όπου ο λόγος τους ακουγότανε και η απόφασή τους εκτελούνταν από τους υπόλοιπους. Ακόμα στο χωριό θυμούνται

30


πολλούς από τους άντρες αυτούς, που συμμετείχαν στην εν λόγω Επιτροπή και είχαν διακριθεί για την αντικειμενικότητα και την ψυχραιμία τους στην επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων. Τέτοιοι ήταν λχ ο Λιώλης Νάσιος, ο Ηλίας Αναγνώστης,ο Μήτρος Κολιός, ο Γιώρη Μπούντρης, Ο Θόδωρης Αναγνώστης, ο Βαγγέλης Στέφος, ο Γιώρης Κολιός. Οι αντίδικοι, μετά από την απόφαση των ανωτέρω μελών της Επιτροπής, δεν είχαν κανένα παράπονο. Τόση εκτίμηση είχαν για τους προαναφερόμενους. Η Επιτροπή ασχολούνταν και με θέματα που είχαν να κάνουν με το χώρισμα στις οικογένειες, με τις διαφορές ανάμεσα στους συμπεθέρους, με το διακανονισμό των περιουσιακών και άλλων οικογενειακών θεμάτων όπως λχ η περίπτωση, που ο ένας σύζυγος πέθαινε σε νεαρή σχετικά ηλικία. Η γενική συνέλευση ασχολούνταν με θέματα όπως ο καθορισμός των λιβαδότοπων για τα βόδια της δουλειάς, για το ποιος θα ήταν ο ιερέας του χωριού και ποια θα ήταν η αμοιβή του, προσδιόριζε την εκκλησιαστική επιτροπή, η οποία και θα λογοδοτούσε ενώπιον της γενικής συνέλευσης. Η Δημογεροντία εκπροσωπούσε το χωριό στα κρατικά όργανα. Σε περίπτωση που ένα μέλος δεν έστεκε στο απαιτούμενο επίπεδο όσον αφορά την αντικειμενικότητα στην κρίση του, αλλά έκλινε προς τη μία πλευρά χωρίς να τεκμηριώσει την άποψή του, συγκεντρώνονταν η συνέλευση και απαιτούνταν η αποπομπή του από τη Δημογεροντία. Υπό την άμεση εξάρτηση από τη Δημογεροντία ήταν ο αγροφύλακας του χωριού, ο οποίος ήταν και οπλισμένος, με άδεια οπλοφορίας από τις κρατικές αρχές. Ο αγροφύλακας μπορούσε να έχει και βοηθούς, αλλά πάντοτε με τη συγκατάθεση της Δημογεροντίας. Στις περιπτώσεις, που στο χωριό κατασκευάζονταν κάποιο κοινοφελές έργο, η Δημογεροντία έκανε τον καταμερισμό της δουλειάς σε κάθε οικογένεια και όταν μια οικογένεια δεν μποορούσε να ανταποκριθεί με χέρια δουλειάς, τότε της επιτρέπονταν να καθορίσει η ίδια άλλο άτομο μετά αμοιβής. Όπως τονίστηκε και στα παραπάνω κεφάλαια, το χωριό μας είχε αρκετά προβλήματα με τα γειτονοχώρια, προπαντός για τα σύνρα, όπου οι μπέηδες και οι αγάδες ζητούσαν πάντα να διερύνουν τα σύνορα των περιουσιών τους. Οι διαφωνίες, ακόμα και οι αιματερές συγκρούσεις ήταν πολλές. Η Δημογεροντία το θέμα αυτό το είχε εις την ημερήσια διάταξη και φρόντιζε να μην ενταθούν οι σχέσεις των χωρικών με τους χωρικούς των γειτονικών χωριών, αντίθετα συνέβαλε ώστε να ενισχύονται οι φιλίες και να διατηρείται η ενότητα. Καταδίκαζε ωστόσο εκείνες τις περιπτώσεις, όπου διαπίστωνε ενδοχωριανικό δάχτυλο, προς όφελος των άλλων χωριών. Η Δημογεοντία του χωριού μας ενδυνάμωνε τις φιλίες όχι μόνον με τα χριστιανοχώρια, αλλά και με τα μουσουλμανοχώρια της Λιαμπουριάς και της Τσαμουριάς. Η φιλία του χωριού μας με τα μουσουλμανικά χωριά, θα λέγαμε πως είχε τις ρίζες της στον 19-ο αιώνα. Πολλές οικογένειες του χωριού μας είχαν φιλία με αντίστοιχες στο Παντελέημονο ή και πιο πέρα στη Σάλεση και στην υπόλοιπη Τσαμουριά. Ακόμα και άτομα ξεχωριστά είχαν φιλία μεταξύ τους και γνωρίζω πολλούς, οι οποίοι είχαν γίνει και βλάμηδες. Οι παρήλικες αφηγούνταν πως στους γάμους, στους θανάτους, στο πάσχα κλπ, στο χωριό μας ερχότανε και μουσουλμάνοι. Το 1912 σημειώθηκαν βιαιοπραγίες κι από τις δύο πλευρές, αλλά και οι δύο πλευρές έβγαλαν τα δικά τους συμπεράσματα, ότι τέτοιες καταστάσεις δεν οφελούν κανέναν, γι’ αυτό και συνέχισαν να διατηρούν και να ενισχύουν ακόμα περισσότερο τις φιλίες τους. Το 1940 η φασιστική Ιταλία επιτέθηκε ενάντια στην Ελλάδα. Στον ιταλικό στρατό ήταν ενταγμένοι και αρκετοί αλβανοί στρατιώτες, μιλίτσηδες, αλλά και ομάδες ληστοσυμμοριών. Δεν πέρασε πάνω από μήνας και τα ιταλικά στρατεύματα επέστρεψαν. Τότε ο μουσουλμανικόςε πληθυσμός της περιοχής φοβήθηκε αντίποινα,

31


για τα έκτροπα που είχαν κάνει το 1912 στον χριστιανικό πληθυσμό. Υπό το φόβο αυτό, τοιμάστηκαν να αναχωρήσουν για τα ενδότερα διαμερίσματα της Αλβανίας. Δεν έφυγαν, όμως, γιατί οι παρήλικες των χωριών μας όπως του Καροκιού, της Γράβας, του Κομματιού, του Λαζατιού, του Βαγκαλιατιού και των Καλυβιών ήρθαν σε επαφή μεταξύ τους και επέμεναν να μην αναχωρήσουν, γιατί θα τους έπαιρναν οι ίδιοι υπό την προστασία τους. Το χωριό μας είχε πάντα σχέση με το Παντελέημονο. Μόλις τα ελληνικά στρατεύματα πλησίαζαν στην περιοχή μας, οι οικογένειες του Παντελεημόνου στεγάστηκαν στα Καλύβια και στο Λαζάτι. Όχι μόνον τόσο, αλλά πολλοί άντρες από τα Καλύβια, το Λαζάτι, το Κομμάτι, κλπ. πήγαν στο Παντελέημονο για να προστατέψουν τις περιουσίες και τους εναπομείναντες γερόντους από τυχόν βιαιοπραγίες. Όταν στο Παντελέημονο μπήκε ένας λόχος του Ελληνικού στρατού, οι άντρες αυτοί απευθύνθηκαν στον διοικητή και του είπαν πως ναι μεν το χωριό είναι μουσουλμανικό, αλλά είχε τεθεί υπό την προστασία τους και ζήτησαν να μην γίνει καμιά ζημιά στα σπίτια και στις περιουσίες. Ο διοικητής μόλις τους άκουσε, διέταξε την απομάκρυνση του λόχου από το χωριό αυτό και την εγκατάστασή του στη Λιβαδειά και στου «Λευτέρη Τάλλιου». Η κατάσταση ηρέμησε και οι Παντελεημονίτες επέστρεψαν στα σπίτια τους, που τα βρήκαν όλα άθιχτα. Τον Απρίλη του 1941 η Ελλάδα δέχτηκε επίθεση από τη Γερμανία και ο ελληνικός στρατός υποχωρούσε. Τη στιγμή αυτή πολλά χωριά μας, όπως το Φοινίκι, το Καραχάτζι, το Μαυρόπουλο, κλπ πήραν το δρόμο για την Ελλάδα υπό το φόβο των Ιταλών, αλλά και των αλβανικών συμμοριών. Από το φόβο αυτό, τοιμάστηκαν να φύγουν για την Ελλάδα και οι Καλυβιώτες. Καθορίστηκε και η μέρα της αναχώρησης. Ακριβώς τη μέρα αυτή ο Θόδωρης Αναγνώστης αρνήθηκε να φύγει και επέμενε να παραμείνει στο χωριό. Το παράδειγμά του το ακολούθησαν και τα αδέρφια του. Τότε και όλο το χωριό άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να παραμείνει. Τούτο, όμως, είχε ως συνέπεια ώστε και τα άλλα χωριά να κάνουν το ίδιο πράγμα. Τις μέρες εκείνες κατέφθασαν στο χωριό μας μερικοί άντρες από το Παντελέημονο. Μεταξύ τους ήταν και ο Χατζί Αλίμη, ο Κούπε Κιαμίλι, κλπ. Αυτοί ζήτησαν από τους Καλυβιώτες, να μην απομακρυνθούν από το χωριό και ότι εκείνοι θα αναλάμβαναν κάθε ευθύνη. Έφυγαν και, πράγματι, σε λίγες μέρες ξαναγύρισαν 15 άντρες από το Παντελέημονο με επικεφαλής τον Χατζί Αλίμη, οι οποίοι παρέμειναν στο χωριό μέχρι τη στιγμή, που η Καραμπνιερία ανέλαβε να βάλει τάξη στην περιοχή και στον τόπο όλο. Δεν πέρασαν πολλές μέρες και στο χωριό μας μπήκαν πάνω από 150 άτομα, κομίτες, όπως του λέγανε, όλοι από την περιοχή της Ρεζόμα του Κουρβελεσίου, οι οποίοι με εθνικές στολές και κυλάφια και οπλισμένοι, κατευθύνονταν προς την Ελλάδα. Επικεφαλής είχαν έναν άντρα ψηλό, μελαψό, γύρω στα σαράντα. Οι άντρες αυτοί στάθηκαν στη Ράχη, κοντά στα σπίτια των Αναγνωσταίων. Σε λίγο συγκεντρώθηκαν και πολλοί χωριανοί μας. Ο διοικητής ζήτησε από τους άντρες του χωριού μας να προετοιμάσουν το γεύμα για τους άντρες του, κρέας, τυριά, ρακές κλπ. Από τους συγκεντρωμένους Καλυβιώτες πήραν το λόγο και μίλησαν ο Θόδωρης Αναγνώστης και ο Βαγγέλης Στέφος. Ο Θόδωρης απευθύνθηκε προς τον διοικητή και του είπε ότι ναι, το χωριό θα προετοίμαζε το γεύμα, όχι, όμως με εκείνα, που ζητούσαν, αλλά με ότι τους βρέθηκε. Ανάμεσα στους άντρες του χωριού ήταν και ο Κώτσης Μαρίνης. Μια μέρα νωρίτερα είχε πάει το άλεσμα στο μύλο του Μήτσιο Ζώτη, πέρα από τη Λιβαδειά, αλλά επειδή ήταν πολλά τα αλέσματα, αναγκάστηκε να το αφήσει εκεί και να πάει την άλλη μέρα. Έτσι κι έκανε. Έφυγε από τη Ράχη και έφτασε στο μύλο. Ο μυλωνάς, που ήταν από το Σωπίκι και τον λέγανε Κόλια τον ρώτησε για τα νέα του χωριού. Ο

32


Κώτσης του είπε για τους Λιάμπηδες και για την απαίτησή τους να τους στρώσουν γεύμα με κρέατα και ρακές. Στο μύλο, εκείνη τη στιγμή έτυχε κι ενας άντρας από το Παντελέημονο, που μόλις άκουσε το συμβάν, έτρεξε στο χωριό του και ειδοποιεί τους άντρες του χωριού του, οι οποίοι χωρίς να χάσουν καιρό, έφτασαν στα Καλύβια. Ήταν μεταξύ τους ο Χατζί Αλίμη, ο Κούπε Κιαμίλι, ο Μέρκο Ντίνε, κλπ (Σημειώνω αυτούς, γιατί τους θυμούμαι επειδή ήταν φίλοι των Αναγνωσταίων). Πρώτος το λόγο τον πήρε ο Κούπε και τους ρώτησε για πού κινήσαν έτσι. «Πάμε να κάνομε τη μεγάλη Αλβανία!»- του απάντησε ο διοικητής. Τη στιγμή αυτή παρενέβη ο Χατζί και του είπε «Ναι, να την κάνουμε την μεγάλη Αλβανία, αλλά εσείς εδώ ζητήσατε κρέατα και ρακές. Θα φάτε, όμως, ότι έχει το χωριό». Τότε ο διοικητής θύμωσε, πήρε τους άντρες του και αναχώρησε χωρίς να βάλουν στο στόμα ούτε μια ελιά. Μετά απ’ αυτό το συμβάν, στο χωριό παρέμεινε μια ομάδα από οπλισμένους Παντελεημονίτες. Ένα άλλο περιστατικό, το οποίο και θα αφηγηθώ πιο κάτω δείχνει ξανά το υψηλό αίσθημα της ανοχής και της μεγαλοκαρδίας των χωριανών μας. Το 1912, πριν ακόμα το χωριό μας γίνει παρανάλωμα της φωτιάς, οι άντρες συνέλαβαν 12 Λιάμπηδες. Μερικοί άντρες του χωριού επέμεναν να τους χαλάσουν, αλλά επικράτησε η ψύχραιμη σκέψη του Γιώργου Ζήση με αποτέλεσμα, όχι μόνον να μην τους χαλάσουν, αλλά να τους προσφέρουν ψωμί και να τους συνοδέψουν μέχρι τη γέφυρα της Κρανιάς. Η Δημογεροντία άσκησε την εξουσία της μέχρι το 1943. Την περίοδο αυτή ιδρύθηκαν τα εθνικο-απελευθερωτικά συμβούλια. Θέλω να σημειώσω εδώ ότι τα προβλήματα του χωριού λύνονταν καλύτερα την εποχή της Δημογεροντίας, παρά όταν στην εξουσία ήταν τα συμβούλια αυτά, γιατί στα συμβούλια προωθούνταν άτομα από την κομματική οργάνωση και όχι απ’ ευθείας από το λαό, που σημαίνει ότι και δεν γνώριζαν τα προβλήματα του χωριού, αλλά και ευάλωτοι ήταν στις συγγένειες και στις φιλίες. Η ίδια κατάσταση στο θέμα αυτό υπάρχει και τώρα, μετά το 1991, όπου επικράτησε η Δημοκρατία. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 ΠΝΕΥΜΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ Το πνεύμα αλληλεγγύης μεταξύ των συγχωριανών μας διαπιστώνονταν σχεδόν σε όλους τους τομείς της ζωής, πράγμα που δεν μπορούμε να το πούμε και για τα άλλα χωριά της περιοχής. Θέλομε να πιστεύομε ότι τούτο συντελέστηκε χάρη στην ιδιωκτησία εκ μέρους των χωριανών επό όλων των εδαφικών και λιβαδικών εκτάσεων, στις συγγενικές σχέσεις μεταξύ των χωρικών, κλπ. Στα κοινά έργα όλοι οι χωρικοί ήταν υποχρεωμένοι να συμμετάσχουν και να συμβάλουν, όπως είπαμε πιο πάνω. Η συμμετοχή τους ήταν μεν υποχρεωτική, αλλά οι ίδιοι οι χωρικοί το αισθανότανε περισσότερο ως ηθική υποχρέωση, παρά ως κάτι που επιβαλλότανε. Στις γεωργικές εργασίες το πνεύμα αλληλεγγύης ήταν πιο εκδηλωτικό, γιατί πολλές από τις εργασίες στον κάμπο διεξάγονταν από κοινού. Καμία σχέση φυσικά, αυτή η συλλογικότητα με εκείνη του γεωργικού συνεταιρισμού. Η σεμπριά ήταν η ένωση των ζώων και της γης δύο οικογενειών, μετά από δική τους συμφωνία, για να μπορέσουν να αντεπεξέλθουν όσο καλύτερα και πιο προσοδοφόρα στις γεωργικές εργασίες από την έναρξη της σποράς και μέχρι τη συγκομιδή της παραγωγής. Η σεμπριά είχε δύο μορφές: η μια όταν ενώνονταν όλα και η δουλειά γίνονταν ισομερώς και η άλλη όταν ενώνονταν τα ζώα και η γη αλλά η

33


δουλειά δεν γίνονταν ισομερώς. Στη δεύτερη περίπτωση, η παραγωγή κατανέμονταν με βάση την εργασία της κάθε οικογενειας. Σεμπριά μπορούσαν να κανουν ακόμα και τέσσερις οικογένειες. Στα νοικιασμένα χωράφια της Τσούκας, η σεμπριά για τη σπορά και τη συγκομιδή αποτελούνταν ακόμα και από 10 οικογένειες Το φύτευμα ή η σπορά δεν γίνονταν την ίδια μέρα σε όλα τα χωράφια, άρα και το φύτρωμα γίνονταν σε διαφορετικές φάσεις. Έτσι, οι διάφορες υπηρεσίες στα φυτά αρχίζανε από τα χωράφια, που είχαν σπαρθεί πρώτα. Προς βοήθεια των οικογενειών αυτών πήγαιναν και άλλες οικογένειες. Κι έτσι με τη σειρά, μέχρι που τελείωναν το σκάλισμα, το βοτάνισμα κλπ, σε όλες τις οικογένειες. Αυτή η μορφή ήταν αποτελεσματική γιατί οι υπηρεσίες γίνονταν στον απαιτούμενο χρόνο, άρα και η παραγωγή ήταν καλύτερη. Στην κτηνοτροφία εφαρμοζότανε επίσης η μορφή της σεμπριάς. Οι οικογένειες, που είχαν λίγα πρόβατα, τα ενώναν σε ένα κοπάδι και έπαιρναν το γάλα με τη σειρά. Έτσι μπορούσαν να εξασφαλίσουν και το τυρί, γιατί αν το «κοπάδι» τους θα το είχαν χώρια, δεν θα μπορούσαν να το εξασφαλίσουν. Όσον αφορά τα γίδια, θα λέγαμε ότι οι οικογένειες δεν κρατούσαν πολλά κεφάλια. Έτσι, κάθε συνοικία τα ένωνε σε κοινό κοπάδι, όριζε έναν βοσκό, που τα φύλαγε την ημέρα, ενώ το βράδυ τα γύριζε στις οικογένειες. Αυτή η μορφή είχε πολλά θετικά, γιατί απάλλαζε πολλά εργατικά χέρια, δημιουργούσε τις συνθήκες για μια ορθολογιστικότερη εκμετάλλευση του βοσκότοπου και το γάλα, επίσης, ήταν εγγυημένο. Στην οικοδόμηση των σπιτιών η αλληλοβοήθεια και η συμπαράσταση ήταν ευρύτερες. Αν κάποιος λχ αποφάσιζε να χτίσει σπίτι, πρώτα – πρώτα εξασφάλιζε τα οικοδομικά υλικά: έβγαζε την πέτρα, συγκέντρωνε την άμμο, τον ασβέστη, την ξυλεία, κλπ. Το εγχείρημα αυτό, όμως, δεν ήταν καθόλου εύκολο. Τα μαντέμια λχ ήταν μακριά από το χωριό. Το ίδιο και το ποτάμι για την άμμο. Στην περίπτωση αυτή, η αλληλεγγύη ως στοιχείο του αιώνιου ηθικού κώδικα του χωριού, εκδηλώνονταν σε όλο το μεγαλείο της. Οι χωρικοί έπαιρναν τα ζώα τους και πήγαιναν στα μαντέμια ή στο ποτάμι και μεταφέρανε τις πέτρες και την άμμο. Στις περιπτώσεις, που οικοδομούσαν σπίτια οι οικογένειες, που δεν διέθεταν δάση, τότε οι άλλες οικογένειες, που διέθεταν δασική έκταση, τους έδιναν άδεια να εξασφαλίσουν την απαραίτητη ξυλεία χωρίς πληρωμή. Άλλοι, φυσικά, το κάναν αυτό με πληρωμή. Οι σαρτζήδες προετοίμαζαν τις κολώνες, τα μπέντραβα, τις σανίδες στο δάσος, ενώ η μεταφορά γινότανε, όπως και στην περίπτωση της πέτρας και της άμμου. Σημειώνουμε εδώ ότι η πέτρα για τις γωνίες μεταφέρονταν πέρα από τα μαντέμια του βουνού της Μηλιάς. Μετά την εξασφάλιση του οικοδομικού υλικού, ο οικογενειάρχης έπαιρνε επαφή με τους χτίστες, για την ημέρα έναρξης της κατασκευής. Ήταν έθιμο ώστε την πρώτη αυτή μέρα ο οικογενειάρχης να σφάζει μια γίδα ή προβατίνα και να ραντίζει τα θεμέλια με το αίμα τους, ενώ με το κρέας προετοιμάζονταν το ζιγιαφέτι της έναρξης. Οι μαστόροι, από την αρχή μέχρι, που παρέδιναν το σπίτι, έτρωγαν στην οικογένεια. Την τελευταία μέρα οι μαστόροι δέχονταν δώρα όπως κάλτσες, μαντίλια, ακόμα και χρήματα, από τον νοικοκύρη του σπιτιού καθώς και από τους συγγενείς και τους γειτόνους. Οι μαστόροι κάθονταν ψηλά στη στέγη του σπιτιού και τραγουδούσαν ένα τραγούδι, που ταίριαζε στην περίσταση. Την τελευταία μέρα, μετά τα μαντίλια (έτσι λεγότανε τα δώρα) η οικογένεια θα προετοίμαζε το τελευταίο γεύμα. Οι συγγενείς, οι γείτονες και οι φίλοι προσφέραν και τροφίματα στην οικογένεια, που κατασκεύαζε σπίτι. Η αλληλεγγύη εκδηλωνότανε ακόμα και στην εξασφάλιση των καυσόξυλων, στο άνοιγμα κήπων κάτω από τις πηγές, για να έχουν όλοι τα απαραίτητα λαχανικά, στα ανεμολόγια, δηλαδή στη συγκομιδή του ελαιοκάρπου από τις οικογένειες, που

34


δεν διέθεταν πολλά ριζάρια ελιές, στους μπαξέδες των οικογενειών, που είχαν πολλές ελιές, φυσικά, με την άδειά τους. Στις αρραβώνες, στους γάμους, στους θανάτους εκδηλωνότανε επίσης το αίσθημα της αλληλεγγύης. Όταν ερχότανε στο χωριό βοήθειες από το κράτος, όλοι φροντίζανε να πάρουν πρώτες οι φτωχές οικογένειες. Αυτό γινότανε και από την εκκλησιαστική επιτροπή του χωριού, η οποία βοηθούσε οικογένειες, με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες. Η Δημογεροντία του χωριού, όταν το θεωρούσε απαραίτητο, διοργάνωνε εράνους προς βοήθεια των άπορων οικογενειών. Θέλω να τονίσω ότι ο κώδικας αυτός λειτουργούσε και στις κοινωνίες των γειτονικών χωριών της περιοχής μας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ Είναι γνωστό ότι μεγάλο μέρος των σχέσεων μεταξύ των χωρικών ρυθμίζονταν όχι με βάσει τους κατά καιρούς ισχύοντες νόμους, αλλά με το εθιμικό δίκαιο. Επισημαίνομε ότι το δίκαιο αυτό οι χωρικοί το σεβότανε, θα λέγαμε, με φανατισμό. Το σόι αποτελείται από μερικές οικογένειες, οι οποίες ανήκουν στον ίδιο κορμό όπως λχ το σόι των Αναγνωσταίων, των Σκευάτων, των Κολιομητραίων, κλπ. Στα περασμένα χρόνια πολλές φορές ως επώνυμο επικρατούσε το όνομα του πατέρα, γι’ αυτό και αρκετές οικογένειες μπορεί να προέρχονταν από τον ίδιο κορμό, αλλά, φέρανε διαφορετικό επώνυμο. Παρ’ όλα αυτά, δεν χάνονταν οι σχέσεις μεταξύ τους, ούτε υπήρχε απώλεια των υποχρεώσεων, που απορρέανε από μια τέτοια συγγενική σχέση. Σε περίπτωση λχ που φιλονικούσαν δυο χωρικοί, που ανήκαν σε διαφορετικά σόγια, τότε τα μέλη των οικογενειακών αυτών ήταν υποχρεωμένα να βγουν προς υποστήριξη του συγγενή τους. Η κατάσταση αυτή, επειδή έλειπε η αντικειμενική κρίση, μπορούσε να οδηγήσει σε βαθύτερα χάσματα μεταξύ των μεγάλων οικογενειών, ακόμα και μέχρι τις δολοφονίες. Να, λχ ένας τομέας που ρυθμίζονταν δια μέσου του εθιμικού δίκαιου. Όταν ένα παιδί από μια μεγάλη οικογένεια ερχότανε η ώρα να παντρευτεί, επιβάλλονταν να πάρει κοπέλλα από άλλο σόι. Συγκεντρώνονταν το σόι του, ενέκρινε την κοπέλλα που θα πάρει και άμα τα δύο σόγια είχαν ανοιχτά προβλήματα μεταξύ τους, όπως προηγούμενους τσακωμούς, ανταλλαγή ίβρεων, κακοφανισμούς, κλπ, επιλύονταν κατά κάποιον τρόπο τα θέματα αυτά και μετά προχωρούσαν στη συμπεθεριά. Σε περίπτωση, που υπήρξε κάποιο διαζύγιο, τότε ήταν πολύ δύσκολο αν όχι αδύνατο να ξαναπάει το ένα σόι να ζητήσει κοπέλλα από το άλλο σόι, το οποίο «διέπραξε» το διαζύγιο. Στο θέμα της συμπεθεριάς, τηρούνταν με φανατισμό ο βαθμός της συγγένειας. Γάμος επιτρέπονταν μόνον στην περίπτωση συγγένειας τρίτου βαθμού κι αυτό, μόνον από τη γραμμή της μητέρας και ποτέ από τη γραμμή του πατέρα. Επίσηςς, στην περίπτωση που οι δύο νέοι είχαν το ίδιο επώνυμο, τότε ο γάμος δεν επιτρέπονταν μέχρι την έβδομη γενιά. Αυτό το είχαν καλά υπόψη τους οι ίδιοι οι γονείς των νέων, αλλά κι όταν οι γονείς το «ξεχνούσαν» ήταν ο ιερέας, ο οποίος δεν έβαζε στεφάνι σε έναν τέτοιο γάμο. Ο κουμπάρος ήταν το άτομο το οποίο στεφάνωνε τους νεόνυμφους. Θεωρούνταν μέλος της οικογένειας και απέναντί του υπήρξε μεγάλο σέβας και για οτιδήποτε, έπρεπε να λάβει γνώση. Επισημαίνομε ότι μεταξύ μιας οικογένειας και της

35


οικογένειας του κουμπάρου της απαγορεύονταν ρητά η συμπεθεριά. Όταν μια οικογένεια εξέφραζε την επιθυμία να κάνει έναν δεύτερο κουμπάρο στο νεογέννητο παιδί τους, αυτό γίνονταν μόνο μετά από τη συγκατάθεση του πρώτου κουμπάρου. Για το διαζύγιο (πράγμα σπάνιο σε μια κοινωνία σαν τη δική μας) θα αποφάσιζαν όλοι οι άντρες που ανήκαν στο ίδιο σόι, οι οποίοι ήταν υποχρεωμένοι να στηρίξουν όλοι την ίδια γνώμη, μολονότι κάποιος μπρούσε να είχε αντίθετη γνώμη με την κοινή απόφαση. Μετά απ’ αυτό, την υπόθεση του διαζυγίου την έπαιρναν στα χέρια τους οι γεροντότεροι του χωριού. Πριν από το 1920 το διαζύγιο ήταν θέμα της εκκλησίας. Σε περίπτωση, που ο ιερέας δεν έδινε τη συγκατάθεση για το διαζύγιο, τότε το ζευγάρι αναξάρτητα από τη διάσταση, θεωρούνταν παντρεμένο. Κανένας από τους διαζευγμένους δεν δικαιούνταν να συνάψει άλλον γάμο, χωρίς πρώτα να πάρει το διαζύγιο. Ένα τέτοιο πράγμα ήταν κατακριτέο από την εκκλησία, αλλά και από όλη την κοινή γνώμη. Κάθε σόι δια μέσου όλων των πράξεων, των ενεργειών, της δουλειάς, της απόχτησης της περιουσίας, της σύναψης συμπεθεριών και φιλίας ,κλπ, προσπαθούσε να ανεβάσει όσο ψηλότερα την τιμή και την υπόληψη της οικογένειας. Αυτό ήταν μια συνεχή επένδυση μέσα στην τοπική κοινωνία, η οποία προσέφερε με τη σειρά της άλλες φιλίες, τιμές, διευκολύνσεις, κουμπαριές, αλλά και πλούτο. Κανένας δεν επιθυμούσε λχ να έχει ανοιχτά προβλήματα με ένα σόι το οποίο είχε κύρος και ασκούσε επιρροή στον περίγυρο. Το εθιμικό δίκαιο έφερνε πάντα τις καλύτερες λύσεις στα προβλήματα του χωριού; Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί κάτι τέτοιο. Μέσα σε μια κοινωνία, που κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες για να μπορέσει να επιβιώσει, προκύπτανε διαφωνίες, που μπορούσαν να ήταν εφήμερες, αλλά και άλλες, οι οποίες ήταν σκληρές, έντονες, που κρατούσαν χρόνια. Στους περασμένους αιώνες μερικές φορές οι διαφωνίες αυτές οδηγούσαν και στην εξόντωση του αντιπάλου. Οι διενέξεις δεν δημιουργούνταν μόνον μέσα για μέσα στο χωριό, αλλά και μεταξύ του χωριού μας και των γειτόνων. Είναι γνωστό ότι τα χωριά μας στη γενικότητα είναι πολύ κοντά το ένα με το άλλο. Οι άνθρωποι συναντιούνται στα σύνορα των χωραφιών, των λιβαδιών, των δασών, κλπ. Στις περιπτώσεις αυτές γεννιούνταν νέες γνωριμίες και φιλίες, αλλά ταυτόχρονα και διαφωνίες. Με τις διαφωνίες αυτές ασχολούνταν οι Δημογεροντίες των δύο χωριών. Ως κύρια πηγή των διαφωνιών θεωρούνταν τα σύνορα των χωραφιών, των κήπων, των λιβαδιών και οι επεμβάσεις για τη διεύρυνση εις βάρος του άλλου. Μια άλλη πηγή ήταν η «προσβολή», που μπορούσε να γίνει προς μια γυναίκα. Η γυναίκα στο χωριό μας δεν ηταν κλεισμένη, όπως στα μουσουλμανικά χωριά, αντίθετα συμμετείχε ενεργά στις περισσότερες εργασίες της οικογένειας. Δούλευε στο χωράφι, στον κήπο, πήγαινε για νερό, για καυσόξυλα, κλπ. Υπήρχαν δηλαδή οι «κατάλληλες» συνθήκες και οι στιγμές, για να βγει προς τα έξω ένας λόγος, που μπορούσε να αναστατώσει τις δύο οικογένειες, ακόμα και το σόι ολόκληρο. Η Δημογεροντία του χωριού ασχολούνταν και με θέματα ηθικής φύσης. Την ηθική δεν πρέπει να τη ιδούμε στενά ως θεμα «τιμής» μιας γυναίκας, αλλά ευρύτερα, ως στάση ζωής των χωρικών, σχετικά με το σεβασμό των αιώνιων αρχών και κανόνων, την λαιμαργία προς την περιουσία του άλλου, τη τυχόν σύνδεσή του με ξένους, που επιβουλεύονταν τις περιουσίες του χωριού, κλπ. Στην περίπτωση, που υπήρξαν κλοπές, τότε ο δράστης υποχρεώνονταν όχι μόνο να καταβάλει το αντίτιμο της ζημιάς, αλλά και να ζητήσει συγνώμη από τον άλλον. Όταν ένας χωρικός αρνούνταν να αποδεκτεί την πράξη του, ενώ η Δημογεροντία είχε τις υπόνοιές της, τότε ο δράστης οδηγούνταν να ορκιστεί στο Ευαγγέλιο. Ένας τέτοιος όρκος ήταν πολύ βαρύς, γι’ αυτό και σπανίως μπορούσε να πάει στο Ευαγγέλιο ένας χωρικός.

36


Όταν, όμως, από κάποιο άτομο, υπήρξε υποτροπιασμός τέτοιων πράξεων, τότε η Δημογεροντία ζητούσε από τη Μητρόπολη, να γίνει «αφορεσμός» του εν λόγω ατόμου. Στο χωριό μας υπήρξαν περιπτώσεις, που έγιναν αφορισμοί. Πράξεις οι οποίες δεν συμβιβάζονταν με τη γενική ηθική της κοινωνίας ή σχετίζονταν με την τιμή της γυναίκας, κρίνονταν ως πολύ βαριές. Όταν αποκαλύπτονταν οι ερωτικές σχέσεις μια γυναίκας, τότε η γυναίκα αυτή έπρεπε να απομακρυνθεί από το χωριό. Στις περισσότερες περιπτώσεις τέτοιες γυναίκες πήγαιναν σε μοναστήρια και, συγκεκριμένα στο μοναστήρι της Πέπελης ή και στο μοναστήρι του Φιλιατιού. Το ίδιο συνέβαινε και με τον άντρα. Στην περίπτωση, που ήταν ανύπαντρος, απομακρύνονταν και εγκαταστιότανε σε άλλο μακρυνό χωριό. Ένα τέτοιο άτομο δύσκολα μπορούσε να παντρευτεί κοπέλλα από το χωριό μας. Σε περίπτωση που θα παντρευότανε μια συγχωριανή του, τότε η κοπέλλα θα ήταν «παρακατιανή». Ίσως φανούν ασήμαντα, αλλά στο σημείο αυτό θα αναφέρω μερικά από τα «άρθρα» του εθιμικού μας δικαίου: -Όταν στο μεσοχώρι ήταν συγκεντρωμένοι άντρες και συζητούσαν, δεν επιτρέπονταν σε κανέναν να περάσει απ’ εκεί καβάλα στο ζώο. Την ώρα, που θα περνούσε απ’ εκεί, ήταν υποχρεωμένος να κατεβεί και να περάσει πεζός, ανεξάρτητα από την κοινωνική του θέση. -Όταν στο μεσοχώρι, μεταξύ των αντρών παρευρίσκονταν και νέοι, δεν είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν στην κουβέντα και, για να πουν τη γνώμη τους, έπρεπε πρώτα να πάρουν την άδεια από τους μεγαλύτερους. -Οι νέοι ηλικίας 20 – 25 ετών δεν επιτρέπονταν να καπνίσουν μπροστά στους άντρες όχι μόνον της οικογένειας, αλλά και όλου του χωριού. -Όταν στο χωριό γίνονταν γλέντια, οι νέοι δεν δικαιούνταν να συμμετάσχουν στο τραπέζι με τους άντρες, αλλά στεκότανε μακρυά και έπαιζαν διάφορα παιγνίδια. -Όταν ένας νέος ήταν καθισμένος σε μια άκρη του δρόμου και στο δρόμο περνούσε ένας μεγαλύτερός του, τότε ήταν υποχρεωμένος να σηκωθεί και να τον τιμήσει. Ο νέος υποχρεούνταν ακόμα να χαιρετήσει πρώτος τον μεγαλύτερό του σε περίπτωση που θα διασταυρώνονταν στο δρόμο. -Ένας νέος δεν απευθύνονταν ποτέ σε μεγαλύτερό του απλά στο όνομα. Πάντοτε θα τον αναφώνιζε «μπάρμπα» ή «θειάκω» μπροστά από το ονομα. Οι γυναίκες εκτελούσαν με μεγαλύτερη αφοσίωση αυτά τα «άρθρα», αλλά και τα άλλα του εθιμικού μας δίκαιου. Όταν μια γυναίκα έπαιρνε νερό στο πηγάδι και τη στιγμή αυτή περνούσε ένας άντρας, τότε η γυναίκα παραμερούσε αμέσως για να πιεί και να δροσιστεί ο άντρας ή να ποτίσει το ζώο του. Εντωμεταξύ στεκότανε όρθια μέχρι να αναχωρήσει ο άντρας. Η γυναίκα, όταν ο άντρας της ήταν σε κάποια απόσταση, δεν του φώναζε ποτέ στο όνομα, αλλά φώναζε το όνομα του πρωτότοκου γιου τους και ο άντρας αντιλαμβάνονταν ότι πρόκειται για εκείνον τον ίδιο. Όταν στο σπίτι υπήρχαν φίλοι, τότε ο σουφράς στρωνότανε χώρια για τους άντρες και χώρια για τις γυναίκες και τα παιδιά. Σε μερικές οικογένειες, αυτό το έθιμο ίσχυε και στις καθημερινές. Οι γυναίκες, φυσικά, δεν δικαιούνταν να συμμετέχουν στο Μεντζιλίσι, ούτε στις συζητήσεις των αντρών και για οποιοδήποτε θεμα της ίδιας της οικογένειας, έπρεπε να πάρουν τη συγκατάθεση του συζύγου τους. Ωστόσο ήταν προσβολή για έναν άντρα αν επέτρεπε στη γυναίκα του να δουλέψει με το ζευγάρι, να ανοίξει κανάλια, να πάει με το καρβάνι για αγώι, κλπ. Από την άλλη μεριά, ήταν προσβολή, επίσης, για έναν άντρα σε περίπτωση, που θα ασχολούνταν με «γυναικείες» δουλειές όπως ήταν αυτές του σπιτιού. Πρέπει να πούμε εδώ ότι στο χωριό μας υπήρξαν οικογένειες, που έκαναν έναν καλό καταμερισμό εργασίας μέσα

37


στο σπίτι μεταξύ του άντρα και της γυναίκας και, οι οικογένειες αυτές διακρίνονταν όσον αφορά το μορφωτικό τους επίπεδο. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 ΟΙ ΤΕΛΕΤΕΣ Στο κεφάλαιο τούτο θα κάνομε λόγο για τον τρόπο διοργάνωσης μερικών τελετών όπως λχ της αρραβώνας, του γάμου, του θανάτου, κλπ. Η παντρειά: Μέχρι τις αρχές του 20-ου οι παντρειές συνήθως γινότανε εντός του χωριού. Οι περιπτώσεις, που παίρναμε ή δίναμε κοπέλλες στα άλλα χωριά, ήταν σπάνιες και μόνον όταν γινότανε λόγος για οικογένειες με κάποιο όνομα στον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο. Πίσω από τέτοιες παντρειές κρύβονταν τα οικονομικά συμφέροντα κι ακόμα η περαιτέρω άνοδος της υπόληψης της ίδια της οικογένειας. Στις παντρειές τον πρώτο λόγο τον είχαν οι γονείς. Εξαιρούμε, φυσικά τις περιπτώσεις εκείνες, όπου κάποιες παντρειές είχαν ως βάση την αλληλογνωριμία των ίδιων των πρωταγωνιστών. Το λέμε αυτό, διότι η γυναίκα στο χωριό μας, όπως αναφέραμε, συμμετείχε ενεργά στη δουλειά του κάμπου και της οικογένειας, στις γιορτές, στην εκκλησία, στα νυχτέρια για τα κεντίσματα, κλπ, που σημαίνει ότι υπήρχαν οι συνθήκες ώστε να τις γνωρίσουν οι νέοι του χωριού, αλλά ταυτοχρόνως να γνωρίσουν και οι ίδιες του νέους. Πώς συνάπτονταν οι συμπεθεριές; Όταν ο νέος έφτανε σε ηλικία παντρειάς, οι γονείς φρόντιζαν να βρουν την κατάλληλη κοπέλλα, παίρνοντας υπόψη το χαραχτήρα της κοπέλλας, την οικονομική κατάσταση της ίδιας της οικογένειας, αλλά και τις προηγούμενες σχέσεις μεταξύ των δύο οικογενειών. Ο πατέρας του νέου συζητούσε το θέμα πρώτα – πρώτα μέσα στην οικογένεια, αφού έπαιρνε από πριν και τη συγκατάθεση του παιδιού του. Όταν στην ίδια την οικογένεια συμφωνούσαν πια για την κοπέλλα, που θα έπαιρναν νύφη, τότε ο πατέρας φώναζε τα αδέρφια και τις αδερφές του και υποχρεωτικά, τους πιο παρήλικες από το σόι του και έθετε το θέμα. Η συζήτηση άρχιζε από το αν μεταξύ των δύο οικογενειών υπήρχαν προηγούμενα όσον αφορά τις σχέσεις τους, διαφωνίες, εχθρότητες, διαζύγιο ή μήπως προηγουμένως υπήρχε άλλη περίπτωση παντρειάς μεταξύ των οικογενιών τους. Σημειώνουμε εδώ ότι αν από την οικογένεια Α είχε εκδηλωθεί πιο μπροστά άρνηση για μια τέτοια σχέση από την οικογένεια Β τότε η νέα προσπάθεια απορρίπτονταν ασυζητητί. Αφού διευκρινίζονταν όλα αυτά, τότε μόνο περνούσαν στη δεύτερη φάση, που ήταν η κρίση γύρω από την κοπέλλα, αν δηλαδή συμπλήρωνε τους όρους, που ζητούσε η οικογένεια του νέου. Στο θέμα αυτό λαμβάνονταν υπόψη και η γνώμη των γυναικών και των κοπελών της οικογένειας, κι αυτό όχι λόγω της ισότητας, αλλά αντικειμενικά ήταν οι γυναίκες εκείνες, που συναναστρέφονταν περισσότερο μεταξύ τους, άρα γνωρίζανε περισσότερα για την υποψήφια νύφη. Ένα άλλο θεμα πριν αναλάβουν την πρωτοβουλία ήταν το ξεκαθάρισμα της συγγένειας μεταξύ του υποψήφιου ζευγαριού, γιατί όπως είπαμε απαγορεύονταν ο γάμος μεταξύ και τετάρτων ακόμα ξαδέρφων από τη γραμμή της μητέρας και έκτων από τη γραμμή του πατέρα. Στις περιπτώσεις αυτές ήταν απαραίτητη και η γνώμη του ιερέα. Σημειώνουμε ότι όλες οι συζητήσεις, που γίνονταν σχετικά με μια τέτοια υποψηφιότητα ήταν απόρρητες, τηρούνταν μυστικές από όλους τους συμμετέχοντες

38


στην υπόθεση, γιατί σε περίπτωση άρνησης από πλευράς της κοπέλλας, τότε θεωρούνταν προσβολή για όλο το σόι. Την αποστολή να ζητήσει μια κοπέλα για νύφη, την αναλάμβανε ο πιο ηλικιωμένος της οικογένειας, δηλαδή, ο παπούς του παιδιού ή ο θείος του, ακόμα κι ο κουμπάρος, τέλος και ο πατέρας του. Πώς γίνονταν η πρόταση; Ο «απεσταλμένος» συναντούσε τον πατέρα της κοπέλλας (σε περίπτωση, που η κοπέλλα ήταν ορφανή, τους συγγεμείς της) και του έλεγε πως είχε να συζητήσει μαζί του ένα σοβαρό θέμα, όχι έξω, αλλά στο σπίτι του. Έτσι ορίζονταν η ημέρα της συνάντησης. Αφού έφτανε το σπίτι, του προσφέραν καφέ, ύστερα ακολουθούσαν διάφορες γενικές συζητήσεις. Ύστερα του προσφέραν ένα ποτήρι ρακή, που το κρατούσε μπροτά του, αλλά δεν το έπινε. Τη στιγμή αυτή άνοιγε την κουβέντα για το σκοπό της επίσκεψης. Αφού έκανε την πρόταση, ανέμενε από τον νοικοκύρη του σπιτιού την απάντηση αν έπρεπε να συνεχιστεί η κουβέντα. Αν ο νοικοκύρης συνέχιζε την κουβέντα, τότε ο «απεσταλμενος» έπινε το ρακί, αν όμως, ο νοικοκύρης δεν δέχονταν να συνεχίσει η κουβέντα, τότε ο «απεσταλμένος» σηκώνονταν και έφευγε χωρίς να βάλει το ποτήρι στο στόμα του. Στην περίπτωση, που συμφωνούσαν για την κρουσκιά, τότε όριζαν μια άλλη συνάντηση όπου ο πατέρας του παιδιού θα τους επισκεπτότανε μαζί με έναν άλλο από την οικογένειά του. Στη φάση αυτή γίνονταν οι ανάλογες συμφωνίες για το γάμο. Την καθορισμένη μέρα πήγαιναν στο σπίτι της κοπέλλας ο πατέρας του παιδιού και ο πρώτος «απεσταλμενος», μπορεί και ο κουμπάρος. Η τελετουργία ήταν η ίδια: πρώτα ο καφές, συζήτηση περί γενικών και άσχετων θεμάτων, ύστερα η ρακή, ύστερα έμπαιναν στο θέμα και αν τα πράγμα προχωρούσε καλά, τότε γύριζαν και το ποτήρι της ρακής, η οποία πια συνοδεύονταν και από μεζέδες. Στη συνάντηση αυτή γίνονταν λόγος για την ημέρα των αρραβώνων, του γάμου, τον αριθμό των κρούσκων, που θα συμμετείχαν στους αρραβώνες και στον γάμο, για την προίκα της νύφης, αλλά και για τις προσφορές του γαμπρού. Κατά κάποιον τρόπο η συνάντηση αυτή ήταν γνωστή. Η υποψήφια νύφη καλούσε από τη μεριά της τις μότριμες, περισσότερο για συμπαράσταση, αλλά δεν έβγαιναν μπροστά στους κρούσκους. Την υπηρεσία την έκανε η νοικοκυρά του σπιτιού ή κάποια συγγενής της οικογένειας. Η τελετουργία έκλεινε με έναν καφέ, το οποίο τον πρότεινε ο πατέρας της νύφης. Τον καφέ αυτό τον σέρβιρε η υποψήφια νύφη, η οποία αφού σέρβιρε τον καφέ, δεν απομακρύνονταν από το δωμάτιο, αντίθετα, περίμενε όρθια σε μια γωνιά μέχρι να τον πιουν και να πάρει ξανά το φλυτζάνια. Όταν η υποψήφια μάζευε τα φλυτζάνια, οι κρούσκοι την κερνούσαν. Μετά απ’ αυτό, η σύναψη του γάμου ήταν πια επικυρωμένη. Την είδηση στο χωριό για τον επικείμενο γάμο τον διέδιδαν οι φίλες της νύφες, οι οποίες περίμεναν με αγωνία τα νέα της, μετά το δίσκο με τα φλυτζάνια και τα κεράσματα. Κάτι τέτοιο ήταν και επιβεβλημένο, γιατί από άγνοια, κάποιος άλλος μπορούσε να πάει να ζητήσει για νύφη του την ίδια κοπέλλα. Ο ΑΡΡΑΒΩΝΑΣ : Κατά τη δεύτερη συνάντηση ορίζονταν η ημέρα του αρραβώνα. Συνήθως οι αρραβώνες γινότανε τα Σαββατόβραδα. Την ορισμένη μέρα κατέφθαναν στο σπίτι της νύφης οι κρούσκοι και πάντα σε μονό αριθμό. Τους υποδέχονταν στη σκάλα η οικογένεια της νύφης καθώς και οι συγγενείς της. Από τη μεριά του γαμπρού συμμετείχαν ο πατέρας του, η μητέρα του, τα αδέρφια και οι αδερφές, ο κουμπάρος, ο βλάμης και άλλοι από τον κοντακινό κύκλο. Μόλις έπιαναν θέσεις, μια από τις μότριμες της νύφης τους κερνούσε λουκούμι, συνήθως ανύπαντρη κι αυτό είχε το συμβολισμό του, δηλαδή, ως ανύπαντρη, που ήταν μπορούσε να της

39


βγει κι αυτηνής η τύχη. Μετά το λουκούμι ερχότανε ο καφές, τον οποίο τον σέρβιρε η νύφη, συνοδευόμενη από τη μάνα της και πιο πίσω ακολουθούσαν οι μότριμες. Ο καφές πίνονταν γουλιά – γουλιά με σκοπό η νύφη να παρέμενε όσο περισσότερο. Ένας από τους συγγενείς της νύφης με χιουμοριστική διάθεση τους έλεγε πως καλά θα κάνουν να τον πιουν τον καφέ πιο γρήγορα, γιατί θα κρυώσει και θα γίνει σαν το νερό της βρύσης. Κάποτε, η νύφη έπαιρνε το δίσκο και μάζευε τα φλυτζάνια, ενώ οι κρούσκοι έριχναν στο δίσκο χρήματα ως κέρασμα για τη νύφη. Οι κρούσκοι παρέμεναν όλοι σε ένα δωμάτιο, αλλά μπορούσαν και να παραμείνουν χώρια οι άντρες και χώρια οι γυναίκες. Μετά το κέρασμα της νύφης, στρώνονταν το τραπέζι με ρακή και μεζέδες και το γλέντι συνέχιζε ως αργά, υπό την εποπτεία του ντολιμπάση, ο οποίος τηρούσε την τάξη για τα ντολιά. Μετά το γλέντι αυτό, στρώνονταν ο δείπνος και με τη λήξη του, οι κρούσκοι αναχωρούσαν για τα σπίτια τους. Την πρώτη Κυριακή μετά τον αρραβώνα, μερικές γυναίκες από τη μεριά του γαμπρού πήγαιναν γλυκό στο σπίτι της νύφης, αλλά και διάφορα άλλα δώρα για τη νύφη. Στις κρούσκες στρώνονταν γεύμα, όπου παρακάθονταν μόνον γυναίκες. Από τους άντρες είχε το δικαίωμα να παρακαθήσει μόνον ο πατέρας του γαμπρού. Μια εβδομάδα αργότερα, είχαν τη σειρά οι γυναίκες από τη μεριά της νύφης να πάνε γλυκό στο σπίτι του γαμπρού, αλλά σε καμία περίπτωση δώρα. Στην περίπτωση που ο γάμος ορίζονταν πριν το Πάσχα, τότε μια εβδομάδα πριν από το Πάσχα η νύφη, διαμέσου δύο ή τριών γυναικών από το σόι της έστελνε διάφορα δώρα στο σπίτι του γαμπρού, αλλά και του κουμπάρου. Εντός της ίδιας εβδομάδας και από τη μεριά του γαμπρού στέλναν δώρα μονάχα για τη νύφη. Τα δώρα αυτά στέλνονταν για όσο διάστημα οι νέοι ήταν ακόμα αρραβωνιασμένοι, κι όχι μόνον το Πάσχα, αλλά και την ημέρα της Παναγιάς ή και τα Χριστούγεννα Η αρραβωνιασμένη κοπέλλα μετά τον αρραβώνα της, δεν επιτρέπονταν να βγει μπροστά στους συγγενείς αρσενικού γένους του γαμπρού, ανεξάρτητα από την ηλικία τους. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό αποτελούσαν οι αδερφές του γαμπρού οι οποίες μπορούσαν να συναντήσουν τη νύφη στο πηγάδι, στον κάμπο, ή και στη συνοικία, όταν οι κοπέλλες μαζεύονταν για κεντίσματα. Δεν μπορούσε επίσης να συναντήσει και τον ίδιο τον αρραβωνιαστικό της. Κάτι τέτοιο θεωρούνταν προσβολή και αν γίνονταν, γίνονταν κρυφά, διαρκούσε λίγα λεπτά και τη στιγμή αυτή ανταλλάσονταν κάποια μικρά δώρα, όπως μαντίλια κεντισμένα, κάποιο καθρεφτάκι, κάποια καρφίτσα, κλπ. Η μητέρα του γαμπρού, οι αδερφές του ή οι νυφάδες των αδερφών του, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης με την ευκαιρία των γιορτών. Όσο πιο συχνά γίνονταν οι επισκέψεις αυτές, τόσο ανέβαινε η υπόληψη της νύφης στα μάτια της μέλλουσας οικογένειας, αλλά και όλου του υπόλοιπου χωριού. Το καλοκαίρι συνήθως, οι οικογένειες κατέβαιναν στον κάμπο και παρέμεναν εκεί για αρκετό διάστημα Τα βράδια συγκεντρώνονταν όλοι μαζί, τρώγανε, πολλές φορές και πίναν, ενώ η οικογένεια του γαμπρού παρακάθονταν με την οικογένεια της νύφης. Στην περίπτωση αυτή, η αρραβωνιασμένη κοπέλλα παρέμενε εκεί, αλλά αμίλητη. Ούτε μπορούσε να φάει μαζί με τους άλλους. Όταν η αρραβωνιασμένη κοπέλλα έπαιρνε το δοχείο της και πήγαινε να γεμίσει νερό σε μια από τις βρύσες του κάμπου και τύχαινε να περάσει από το μέρος στο οποίο εργαζότανε η οικογένεια του γαμπρού, τότε της δίνανε κι εκείνοι το δοχείο τους, μια κίνηση κι αυτή συμβολική, γιατί ήθελαν να πιουν νερό από το χέρι της νύφης τους. Έτσι περνούσε ο χρόνος μέχρι τη μέρα του γάμου. Η διάλυση του αρραβώνα ή και το διαζύγιο ήταν σπάνιο πράγμα. Κάτι τέτοιο μπορούσε να γίνει όταν υπήρχαν πολύ σοβαροί λόγοι. Πριν ακόμα γίνει κάτι τέτοιο, παρενέβαιναν οι γεροντότεροι από τις δύο πλευρές, οι οποίοι κατέβαλαν επίπονες

40


προσπάθειες να αποφευχθεί με κάθε τρόπο ένα τέτοιο γεγονός. Αυτό είχε σχέση με τη διατήρηση της ενότητας και της ηρεμίας στο χωριό, γιατί όπως τονίσαμε πιο πάνω, το 90% των γάμων γίνονταν μέσα για μέσα στο χωριό. Είναι αξιοσημείωτο να πούμε ότι μέχρι το 1920 δεν συνηθίζονταν να δίνεται προίκα εκ μέρους της οικογένειας της νύφης. Αντίθετα, ήταν ο γαμπρός εκείνος, ο οποίος υποχρεούταν να προσφέρει τα νυφιάτικα ρούχα στη νύφη, καθώς και ένα ή δύο ακόμα σύνολα της καθημερινότητας. Η νύφη έπρεπε να πάει μόνον μια βελέντζα με φλώκο, ένα στρώμα, δυο μαξιλάρια. Αυτά ήταν υποχρεωτικά, αλλά πέρα απ’ αυτά όποια οικογένεια ήταν ισχυρή οικονομικά, μπορούσε να προσφέρει περισσότερα. Μετά το 1920 άνοιξε ο δόμος της παντρειάς προς τα χωριά της περιοχής του Θεολόγου. Τα παιδιά της περιοχής αυτής ξενιτεύονταν και οι κοπέλλες έμεναν ανύπαντρες. Εκτός αυτού, οι ξενιτεμένοι έστελναν χρήματα και οι κοπέλλες, για να βρουν την τύχη τους, έκαναν μεγάλη προίκα. Έτσι, στο χωριό μπήκαν νυφάδες με μεγάλη προίκα. Αυτό έσπασε την μέχρι τότε ισορροπία και οι κοπέλλες του χωριού άρχισαν να κάνουν κι αυτές μεγαλύτερη προίκα. Τη μεγαλύτερη δυσκολία την αντιμετώπιζαν οι οικογένειες με όχι καλή οικονομική κατάσταση. Ο ΓΑΜΟΣ: Η ημέρα του γάμου ορίζονταν τη στιγμή, που ορίζονταν η ημέρα του αρραβώνα, αλλά ο πατέρας το γαμπρού έβρισκε την ευκαιρία και όλο του το υπενθύμιζε του πατέρα της νύφης, για να μην καθυστερεί. Η καθυστέρηση γίνονταν σε περίπτωση, που από τη μεριά της νύφης υπήρξε κάποιος θάνατος. Ποια ήταν η τελετουργία του γάμου; Πρώτα – πρώτα εξασφαλίζονταν τα απαραίτητα τρόφιμα, η ρακή και το ούζο, ακόμα και το κρασί, αν και το ποτό αυτό δεν ήταν τόσο διαδεδομένο στους γάμους. Αποπερατώνονταν η ενδυμασία της νύφης, όπως είχαν συμφωνήσει, καθώς και του γαμπρού. Στο σπίτι της νύφης ερχότανε ο ράφτης, ο οποίος ή έραβε ο ίδιος τα ρούχα της νύφης ή έπαιρνε τα μέτρα και τα ρούχα τα έραβε άλλος. Οχτώ μέρες πριν από το γάμο ο νοικοκύρης του σπιτιού καλούσε στο σπίτι τα αδέρφια του (και τον πατέρα, σε περίπτωση, που ήταν χώρια) και συζητούσαν για τα καλέσματα. Πριν αποφασίσουν για τον αριθμό των καλεσμάτων, όριζαν μέχρι ποιο βαθμό συγγένειας θα καλέσουν. Τις περισσότερες φορές καλούσαν μέχρι τους μπαρμπάδες από τη μεριά του πατέρα και της μητέρας ή μέχρι τα πρώτα αξαδέρφια. Την απόφαση αυτή δεν την παραβίαζαν. Αν λχ είχαν αποφασίσει μέχρι τα πρώτα αξαδέρφια, τότε δεν μπορούσαν να καλέσουν κανέναν από τα δεύτερα αξαδέρφια, γιατί μπορούσαν να δημιουργηθούν παρεξηγήσεις, ακόμα και ανοιχτές διαφωνίες μέσα για μέσα στο σόι. Ούτε και από τους γειτόνους δεν μπορούσαν να καλέσουν κάποιον, γιατί όπως είπαμε πιο πάνω μπορούσαν να παρεξηγηθούν με τους ακάλεστους γειτόνους. Με τον τρόπο αυτό έπρεπε να προσκαλέσουν όλο το χωριό. Μέσα στις προσκλήσεις ήταν πάντοτε οι κουμπάροι, οι βλάμηδες και οι μότριμες. Την Πέμπτη, τρεις μέρες πριν από το γάμο, αποστέλνονταν τα καλέσματα, τα οποία γράφονταν με το χέρι. Όταν απευθύνονταν σε συγγενείς εντός του χωριού, στέλνονταν με παιδιά, ενώ εκείνα εκτός του χωριού, για σιγουριά, στέλνονταν με νέους. Την ίδια μέρα στέλνονταν και το κάλεσμα στον νούνο. Στον νούνο, εκτός από το κάλεσμα, το οποίο ήταν του ίδιου περιεχομένου με τα άλλα, εκτός από τη σημείωση ότι καλούνταν ως νούνος, στέλνονταν και μια κουλούρα στρογγυλή, που τη λέγανε «κουλούρα του νούνου». Την κουλούρα αυτή, που προετοιμάζονταν από καθάριο και πάνω ήταν αλλειμένη με ζάχαρη και μέλι, την στέλναν με δύο ή τρία παιδιά. Ο νούνος, μόλις λάβαινε την κουλούρα, κερνούσε τα παιδιά, έκοβε ένα κομμάτι και μετά την επέστρεφε ξανά στον νοικοκύρη του σπιτιού. Η πράξη αυτή σήμαινε ότι ο νούνος δεχόταν την πρόσκληση και ότι ήταν έτοιμος να βάλει τα

41


στέφανα. Σε περίπτωση, που επέστρεφε άθιχτη την κουλούρα, σήμαινε πως ο πατέρας του γαμπρού έπρεπε να αναζητήσει άλλον νούνο. Το Σάββατο το πρωί συγκεντρώνονταν στο σπίτι του γαμπρού όλες οι νυφάδες καθώς και οι ανύπαντρες κοπέλλες από τις προσκεκλημένες και μη οικογένειες, να πάνε για ξύλα, που θα χρειαστούν στον γάμο. Όλες πήγαιναν στο πιο κοντινό δάσος κι ας μην ήταν ιδιωκτησία του νοικοκύρη, που έκανε το γάμο. Αφού προετοίμαζαν τα ζαλώματα, ξανοίγονταν στο λιβάδι και μάζευαν λουλούδια. Σαν έφταναν στο σπίτι του γαμπρού, στην αυλή τις υποδέχονταν ο πατέρας καθώς και οι άλλοι από την οικογένεια. Τα λουλούδια τα προσφέρανε στον πατέρα του γαμπρού. Ύστερα έφτιαχναν τη θεμονιά με τα ξύλα, τραγουδώντας τραγούδια του γάμου. Όταν τελείωναν έμπαιναν στο χορό. Το Σάββατο το βράδυ μια ομάδα ατόμων από την οικογένεια του γαμπρού, καθορισμένα με αυστηρότητα όσον αφορά τον αριθμό, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης με τα νυφιάτικα ρούχα, τα οποία θα τα φορούσε η νύφη την άλλη μέρα. Στην ομάδα αυτή δεν συμμετείχε ο γαμπρός, αλλά τα τελευταία 50 χρόνια το έθιμο αυτό δεν το σέβεται κανείς. Εντωμεταξύ, στο σπίτι της νύφης συνέχιζε ο γάμος με ανθρώπους από τη μεριά της. Τα άτομα που προαναφέραμε, παρέδιναν τη νυφιάτικη φορεσιά και, αφού παρέμεναν αρκετή ώρα με τους κρούσκους, απομακρύνονταν. Στο σπίτι του γαμπρού, συνεχιζαν οι προετοιμασίες για την ημέρα του γάμου. Πριν, όμως, αναφέρομε τι είδους προετοιμασίες γίνονταν, θα περιγράψομε το τι γινότανε στο σπίτι της νύφης από την Πέμπτη. Την Πέμπτη, λοιπόν και από το σπίτι της νύφης στέλνονταν τα καλέσματα, Δυο εβδομάδες πριν το γάμο, στο σπίτι της νύφης μαζεύονταν οι φίλες της και προετοίμαζαν την προίκα, τα ρούχα, τα δώρα, σκούπιζαν και άσπριζαν την αυλή, έπλεναν τα ρούχα της ��ικογένειας, κλπ. το Σάββατο το απόγευμα κατεύθαναν οι συγγενείς της νύφης και άρχιζε το γλέντι με ποτά, μεζέδες, τραγούδια και χορούς. Την Κυριακή το πρωί στρώνονταν ξανά τραπέζι, που διαρκούσε μέχρι το απόγευμα, όπου κατεύθαναν οι κρούσκοι για να πάρουν τη νύφη. Εντωμεταξύ τις πρωινές ώρες της Κυριακής στόλιζαν τη νύφη, τραγουδώντας τραγούδια της περίστασης. Αυτή η τελετουργία στο σπίτι του γαμπρού γινότανε την Κυριακή το απόγευμα Στο σπίτι του γαμπρού, την Κυριακή το μεσημέρι, στρώνονταν ένα μικρό γεύμα όπου παρακάθονταν η οικογένεια καθώς και οι μακρυνοί προσκεκλημένοι. Το απόγευμα προετοιμάζονταν να πάνε να πάρουν τη νύφη. Επικεφαλής της γαμήλιας πομπής ήταν νεαρά παιδιά, που κρατούσαν στα χέρια τα μπαϊράκια Το ύφασμα ήταν καινούργιο, ενώ τα χρώματα ήταν διαφορετικά. Μετά το 1912 λχ τα χρώματα ήταν άσπρο και γαλάζιο στο ένα μπαϊράκι, που ήταν τα χρώματα της ελληνικής σημαίας και κόκκινο στο άλλο, όπως ήταν το χρώμα της αλβανικής σημαίας. Στην κορυφή στο μπαϊράκι γίνονταν σταυρός και στις άκρες τοποθετούσαν λουλούδια. Αυτή ήταν η πομπή των κρούσκων. Το έθιμο ήθελε ώστε η νύφη να πατήσει στο σπίτι του γαμπρού την ώρα, που βασίλευε ο ήλιος. Στις αρχές ο γάμος ήταν θρησκευτικός και επικυρώνονταν από την μητρόπολη του Δελβίνου, ενώ αργότερα, με την σύσταση του αλβανικού κράτους, γίνοντραν πολιτικός. Δύο βδομάδες πριν την ημέρα του γάμου το ζευγάρι πήγαινε στα Γραφεία της Κοινότητας, συνοδευόμενο από δυο–τρία άτομα της κάθε πλευράς, όπου δύο απ’αυτούς θεωρούνταν ως μάρτυρες κατά την τελετή. Μετά από 15 μέρες η Κοινότητα έβγαζε την άδεια, αφού πρώτα κοινοποιούσε το γεγονός, για τυχόν προβλήματα, που μπρούσαν να διαπιστωθούν όσον αφορά την ένωση του ζευγαριού όπως λχ η παραβίαση της συγγένειας, η μη διάλυση του πρότερου γάμου, αν ο ένας από το ζευγάρι ήταν προηγουμένως

42


παντρεμένος κλπ. Χωρίς την απόφαση της Κοινότητας, ο ιερέας δεν έβαζε στεφάνι στους νεόνυμφους. Όταν οι κρούσκοι έφταναν στο σπίτι της νύφης, στην αυλή τους υποδέχονταν οι άνθρωποι της νύφης. Κατά τη διαδρομή οι κρούσκοι τραγουδούσαν τραγούδια του γάμου. Πολλές φορές είχαν και λαϊκά όργανα. Στην αρχή τοποθετούνταν τα μπαϊράκια στον φράχτη και σε συνέχεια οι άντρες έμπαιναν στο σπίτι, όπου σε ένα δωμάτιο ήταν στρωμένο το τραπέζι με ρακή και μεζέδες. Μετά από τα απαραίτητα ντολιά, ο βλάμης έπαιρνε το γαμπρό και τον πήγαινε στο δωμάτιο, που βρισκότανε η νύφη κι εκεί της πατούσε το πόδι. Η μητέρα της νύφης φιλούσε το γαμπρό, του έδενε στη μέση μια πετσέτα και σε συνέχεια ο γαμπρός γύριζε ξανά στο δωμάτιο των αντρών όταν έρχονταν η στιγμή, μερικά άτομα σηκώνονταν, έπαιρναν την προίκα και τη φόρτωναν στα ζώα, ώστε η προίκα να πάει στο σπίτι του γαμπρού νωρίτερα από τη νύφη. Στην κορφή στο σεντούκι της προίκας, η μεριά της νύφης έβαζε δυο παιδιά, τα οποία ζητούσαν «αμοιβή», για να κατέβουν. Την πομπή της προίκας, που πολλές φορές την μετέφεραν γυναίκες ζαλωμένες, τη συνόδευαν και μία – δύο γυναίκες από τη μεριά της νύφης. Σε λίγο σηκώνονταν και οι κρούσκοι και έπαιρναν τη νύφη. Εκείνοι, που πήγαιναν να την πάρουν από το χέρι, το έθιμο ήθελε να είχαν «κλέψει» από το τραπέζι ένα ποτήρι, ένα κουτάλι ή πηρούνι, ένα φλυτζάνι ή μια μπουκάλα με ρακή. Ο συμβολισμός του εθίμου αυτού ήταν ώστε μαζί με τη νύφη, να έπαιρναν και την τύχη της. Ωστόσο, άτομα από τη μεριά της νύφης αγρυπνούσαν να μην τους «κλέψουν» περισσότερα πράγματα, γιατί τότε το έθιμο έχανε κάθε αξία. Η νύφη, πριν αναχωρήσει, αποχαιρετούσε τα μέλη της οικογένειας και τις μότριμες. Μέχρις ένα ορισμένο μέρος τη συνόδευαν συγγενείς της. Όταν η νύφη αναχωρούσε καβάλα σε άλλο, τότε το άλογο έπρεπε να ήταν άσπρο. Η οικογένεια της νύφης είχε φροντίσει από προτύτερα να φτιάξει μικρές κουλούρες, τις οποίες τις μοίραζαν σ’ αυτούς που συνόδευαν τη νύφη. Μετά το μοίρασμα της κουλούρας, τη νύφη την παραλάβαιναν οι συγγενείς του γαμπρού. Κατά τη διαδρομή τραγουδούσαν τραγούδια του γάμου, ενώ σαν έμπαιναν στην αυλή του σπιτιού, φώναζαν τη μητέρα του γαμπρού να βγει στο κεφαλόσκαλο με το ρύζι. Αμέσως μετά η νύφη έριχνε την κουλούρα στους παρευρισκομένους, που μάχονταν ποιος να την πιάσει. Μετά την τελετή, όσοι δεν ήταν προσκεκλημένοι, αναχωρούσαν για τα σπίτια τους. Οι προσκεκλημενοι από τη μεριά τους φέρναν στο γάμο κρέατα και τσουρέκια. Το μαγειριό ανατίθονταν σε άτομα, που ήξεραν να ψήνουν κρέας, να φτιάχνουν φαγητά, μεζέδες, κλπ. Όλη η νύχτα περνούσε πίνοντας και τρώγοντας, αλλά πάντα ο αριθμός των παρευρισκομένων έπρεπε να ήταν μονός. Όταν τελείωνε το γλέντι, η νύφη, συνοδευόμενη από την πεθερά της, έριχνε τα δώρα στους προσκεκλημένους, τσουράπια, μαντίλια, κλπ. Όσοι έπαιρναν δώρα, κερνούσαν τη νύφη. Μετά αναχωρούσαν όλοι, εκτός από το νούνο καθώς και δύο γυναίκες, που συνόδευαν τη νύφη. Τη Δευτέρα το γεύμα στρώνονταν ξανά γεύμα όπου παρακάθονταν η οικογένεια, ο νούνος και οι δύο προαναφερόμενες γυναίκες. Στο γεύμα αυτό σερβίρονταν και μέλι, δηλαδή έβαζαν το ζευγάρι «στο μέλι». Τώρα ήταν η σειρά του νούνου να αναχωρήσει. Ο γαμπρός και η νύφη μαζί με τους άλλους τον ξεπροβοδούσαν μέχρις ένα σημείο, τραγουδώντας. Μεταξύ των τραγουδιών, ένα απευθύνονταν στον νούνο και του έλεγε να κεράσει τη νύφη. Έτσι, ο νούνος έκανε το καθήκον του. Το βράδυ της ίδιας μέρας προετοιμαζότανε ξανά δείπνος, στον οποίο παρακάθονταν τα μέλη της οικογένειας και όλα τα άτομα της υπηρεσίας και οι δυο γυναίκες – συνοδοί της νύφης. Μετά απ’ αυτό, η νύφη κοιμότανε με τις δύο αυτές γυναίκες. Την Τρίτη το πρωί συγυρίζονταν το σπίτι, καθαρίζονταν η αυλή, πλένονταν τα πιάτα και τα άλλα δοχεία και στις δουλειές αυτές

43


συμμετείχε και η νύφη. Το βράδυ της Τρίτης ο γαμπρός και η νύφη κοιμούνταν μαζί. Την Τετάρτη το πρωί, η νύφη συνοδευόμενη από τις αδερφές ή τις ξαδέρφες του γαμπρού, πήγαινε στη βρύση για νερό. Αυτό γίνονταν πολύ νωρίς, με σκοπό ώστε όταν γυρίσουν από τη βρύση, οι άλλοι να βρίσκονται ακόμα στον ύπνο. Όταν ξυπνήσουν, η νύφη πρέπει «να ρίξει νερό» σε όλους, για να πλυθούν. Μετά το πλύσιμο, έτρωγαν πρόγευμα, στο οποίο παρακάθονταν και οι δυο συνοδοί της νύφης. Μετά το πρόγευμα, οι γυναίκες – συνοδοί αναχωρούσαν κι αυτές. Γιατί οι γυναίκες – συνοδοί παραμένουν εκεί μέχρι την Τετάρτη; Υπήρχαν περιπτώσεις σε άλλες εποχές, που ο γαμπρός, για διάφορους λόγους,(κυρίως για λόγους ηθικής) δεν τη δέχτηκε τη νύφη, την έδιωξε και η νύφη στο δρόμο αυτοκτόνησε. Οι συνοδοί, λοιπόν, είχαν ως καθήκον να αναλάβουν τη νύφη, γιατί μετά το «διώξιμο» η οικογένεια του γαμπρού δεν έφερνε καμία ευθύνη. Όταν όλα έβαιναν καλώς, η νύφη μαζί με την πεθερά ασχολούνταν με τις δουλειές του σπιτιού. Το πρώτο Σάββατο μετά το γάμο, γίνονταν τα «πιστρόφια». Μαζί με το ζευγάρι, πήγαιναν στο σπίτι της νύφης και μερικά άλλα άτομα. Πριν το γλέντι, που θα συνεχίζονταν όλη τη νύχτα, οι μότριμες και οι φίλες της νύφης, με άδεια του αρχικρούσκου, έπαιρναν τη νύφη σε ξεχωριστό δωμάτιο και τη ρωτούσαν για το πώς πέρασε η εβδομάδα της ως νύφη. Μετά το γάμο, οι συγγενείς του γαμπρού, ο κουμπάρος, οι βλάμηδες, κλπ, προσκαλούν το ζευγάρι στο σπίτι τους και το φιλεύανε. Πιο πάνω, στο κεφάλαιο για την αλληληγγύη τονίσαμε ότι οι χωριανοί μας βοηθούσαν ο ένας τον άλλο. Το ίδιο συνέβαινε και στο θέμα του γάμου. Σε περίπτωση που έκανε γάμο μια οικοιγένεια, η οποία υστερούσε από οικονομική άποψη, τότε οι άλλοι τη βοηθούσαν στην προετοιμασία της προίκας, στην εξασφάλιση του απαραίτητου εξοπλισμού όπως τραπέζια, κουταλοπήρουνα, πιάτα και ποτήρια. Σημειώνουμε ότι παρόμοιο εξοπλισμό διέθετε και η εκκλησία, η οποία τα προσέφερε σε τέτοιες περιπτώσεις, αντί συμβολικής αμοιβής. Στις φτωχές οικογένειες τα προσέφερε δωρεάν. Στις οικογένειες με οικονομική άνεση η νύφη δεν έβγαινε στη δουλειά για έναν οκλόκληρο χρόνο, αλλά ασχολούνταν μόνο με τα οικιακά. Στη διάρκεια αυτού του χρόνου, όμως, έπρεπε να ντύνεται με καλά ρούχα, όχι τα νυφιάτικα, φυσικά, αλλά με τα δεύτερου βαθμού ρούχα της Το νεαρό ζευγάρι είχε δικαίωμα να πηγαίνει σε γιορτές και πανηγύρια εντός και εκτός του χωριού, στις γιορτές των συγγενών ή των φίλων της οικογένειας και συχνά – πυκνά να επισκέπτονται το σπίτι της νύφης και του νούνου. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 ΑΛΛΕΣ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΕΣ Η αδερφοποίηση : οι χωρικοί, εκτός από τη συγγένεια αίματος, πολλές φορές προσπαθούσαν να συνάψουν φιλίες με άλλες οικογένειες εντός και εκτός του χωριού, ορθόδοξες ή μουσουλμανικές. Ένας συνήθης τρόπος για μια τέτοια φιλία ήταν η αδερφοποίηση μεταξύ αγοριών, που γίνονταν βλάμηδες και κοριτσιών, που γίνονταν μότριμες. Βλάμηδες γίνονταν τα αγόρια τα οποία τα συνέδεε στενή φιλία. Όταν τα αγόρια αποφάσιζαν να γίνουν βλάμηδες και τα κορίτσια μότριμες, πρώτα έπρεπε να

44


πάρουν την συγκατάθεση των γονέων τους. έτσι θα μπορούσαν να αποφύγουν τις κακοτοπιές δηλαδή τις οικογένειες με τις οποίες είχαν προβλήματα, αλλά και τους συγγενείς εξ’αίματος, γιατί μια τέτοια αδερφοποίηση δεν επιτρέπονταν ανάμεσα στους συγγενείς. Αφού εξασφαλίζονταν η συγκατάθεση των γονέων, ορίζονταν η μέρα της αδερφοποίησης. Η αδεροποίηση γίνονταν στην εκκλησία, μια από τις ημέρες, όπου ο ιερέας λειτουργούσε. Τα δυο αγόρια ζητούσαν από τον ιερέα να τα αδερφοποιήσει. Ο ιερέας, αφού τα ρωτούσε πρώτα αν είναι έτοιμα να κάνουν κάτι τέτοιο, τα έβαζε να αγκαλιαστούν. Μετά απ’ αυτό, στο σπίτι του μεγαλύτερου από τα αγόρια ή τα κορίτσια, στρώνονταν ένα γεύμα με ποτά και μεζέδες, στο οποίο παρακάθονταν και τα μέλη των δύο οικογενειών τους. Μετά από μια εβδομάδα, το ίδιο γεύμα στρώνοταν και στο σπίτι του μικρότερου αγοριού ή κοριτσιού. Στα περασμένα χρόνια, ανάμεσα στις δύο αυτές οικογένειες όπως και με την οικογένεια του νούνου, δεν επιτρέπονταν κρουσκιές. Αργότερα, το έθιμο αυτό, τηρήθηκε όσον αφορά την οικογένεια του νούνου, αλλά παραβιάστηκε ανάμεσα στις οικογένειες των βλάμηδων, όπου επιτρέπονταν πια οι κρουσκιές. Οι βλάμηδες είχαν υποχρεώσεις ο ένας προς τον άλλον. Το βάπτισμα: Μετά τηγ γέννηση, τα παιδιά βαπτίζονταν στην εκκλησία, αλλά υπήρξαν και περιπτώσεις που το βάπτισμα τελούνταν και στα σπίτια, από τον ιερέα και τον ψάλτη. Μετά το βάπτισμα στρώνονταν γεύμα με ποτά και φαγητά, με χορούς και τραγούδια. Συνήθως το βάπτισμα τελούνταν όταν τα νεογέννητα ήταν μερικών ημερών ή μερικών μηνών. Όταν συμπλήρωναν χρόνο, η νουνά τους προετοίμαζε τα ρουχαλάκια τους, όπου του τα φορούσαν από κοινού με δυο – τρεις άλλες γυναίκες. Τελετουργίες στο θάνατο: Όταν πέθαινε ένα παιδί, τότε συγκεντρώνονταν στο σπίτι του. Αμέσως μετά το θάναστο χτυπούσε λυπητερά η καμπάνα. Ο ενταφιασμός γινότανε την άλλη μέρα. Όταν το παιδί που πέθαινε ήταν το πρώτο της οικογένειας, τότε οι γονείς του δεν έπαιρναν μέρος στην ταφή του. Μετά τον ενταφιασμό, οι χωρικοί γύριζαν στο σπίτι του εκλιπόντος, αλλά δεν παρηγορούσαν. Παρέμεναν εκεί για αρκετή ώρα, συζητώντας για διάφορα συμβάντα εντός ή εκτός του χωριού. Ο θάνατος νεαρού αγοριού ή ανύπαντρου νέου θεωρούνταν πολύ βαρύς. Η καμπάνα χτυπούσε ασταμάτητα και την άλλη μέρα όπου γίνονταν ο ενταφιασμός, ο νουνός του έφτιαχνε ένα στεφάνι και το τοποθετούσε στην κεφαλή του τάφου. Όπως και στην περίπτωση των μικρών παιδιών, δεν στρώνονταν γεύμα. Στα μικρά παιδιά οι γονείς έβαζαν κάποιο σημάδι στο σακάκι, ενώ στην περίπτωση του νέου, εκτός από το σημάδι, φοριότανε στα μαύρα. Όταν ο ετοιμοθάνατος ήταν ηλικιωμένος, στο σπίτι του συγκεντρώνονταν συχνά οι συγγενείς και οι φίλοι του και του ευχότανε περαστικά. Κάποιος συγχωριανός, ο οποίος είχε προηγούμενα με τον ετοιμοθάνατο, υποχρεούταν να περάσει από το σπίτι του όχι μόνο να του ευχηθεί περαστικά, αλλά και να του ζητήσει να συγχωρεθούνε. Έτσι, η διαφωνία δεν θα κληρονομούνταν από την άλλη γενιά. Σε περίπτωση, που κάποιος δεν πήγαινε την ίστατη στιγμή στον ετοιμοθάνατο, που είχε προηγούμενα, για να συγχωρεθεί, κατακρίνονταν αυστηρά από την κοινή γνώμη του χωριού. Στο θάνατο των παιδιών και των νέων δεν έβγαζαν κόλυβα, δηλαδή, καρβέλλα και βρασμένο στάρι. Αυτό γίνονταν στο θάνατο των ηλικιωμένων και μάλιστα υποχρεωτικά. Μετά τον ενταφιασμό, στο σπίτι του αποθανόντος στρώνονταν γεύμα, αλλά έπιναν μόνον ένα ποτήρι ρακή, για παρηγοριά. Όταν ο αποθανών ήταν νέος άντρας παντρεμένος, τότε οι σοφότεροι γέροι του χωριού συγκεντρώνονταν και συζητούσαν το θέμα της χήρας. Όταν στη μέση

45


υπήρξαν παιδιά, τότε η απόφαση ήταν αν θα παραμείνει η χήρα στο σπίτι του αποθανόντος ή θα γυρίσει στο πατρικό της σπίτι. Όταν δεν είχαν τεκνήσει παιδιά, τότε η απόφαση ήταν: να γυρίσει αμέσως στο πατρικό της από το νεκροταφείο, χωρίς να περάσει καθόλου από το σπίτι του αποθανόντος συζύγου της. Να παραμείνει στο σπίτι του αποθανότνος σύζυγου μέχρι τα Σαράντα και αμέσως να γυρίσει στο πατρικό της. Να παραμείνει στο σπίτι του αποθανόντος μέχρι το Χρόνο και αμέσως μετά να επιστρέψει στο πατρικό της. Μόνον σ’ αυτές τις τρεις χρονικές στιγμές μπορούσε η χήρα να απομακρυνθεί από το σπίτι. Όταν οι γέροντες συζητούσαν για τη χρονική στιγμή της επιστροφής της χήρας στο πατρικό της, ταυτοχρόνως αποφάσιζαν ποια πράγματα δικαιούνταν να πάρει από το σπίτι, όπως από την προίκα της, έτσι και από τα αντικείμενα, που προστέθηκαν κατά τη συζυγική ζωή. Αποφάσιζαν επίσης το ποις θα μεγαλώσει το μικρό παιδί, αν υπήρχε. Στην περίπτωση, που της χήρας, μετά την επιστροφή στο πατρικό της, της έβγαινε ξανά το τυχερό να παντρευτεί, δεν μπορούσε να αποφασίσει μόνη της αν δεν ρωτούσε νωρίτερα την οικογένεια του εκλειπόντος πρώην συζύγου της. Αυτό γινότανε λόγω του ότι η οικογένεια του εκλειπόντος μπορεί να ήταν σε εχθρότητα με την καινούργια οικογένεια της άτυχης νύφης της. Επιστρέφομε στην ημέρα του θανάτου: Αφού γύριζαν από το νεκροταφείο στρώνονταν γεύμα για τα μέλη της οικογένειας καθώς και τους μακρυνούς συγγενείς. Τα φαγητά προετοιμάζονταν από συγγενείς ή γειτόνους κι όχι από την ίδια την οικογένεια. Οι συγγενείς ή οι γείτονες συζητούσαν το τι θα προετοίμαζε ο ένας και τι ο άλλος. Όταν υπήρξε θάνατος παιδιών, τότε το φαγητό στην άτυχη οικογένεια το πήγαιναν οι άλλοι για 15 μέρες συνέχεια, ενώ στους μεγάλους, τούτο συνεχίζονταν για 40 μέρες. Οι συγγενείς ή οι γείτονες το κάναν αυτό σύμφωνα με μια σειρά. Ο κανόνας αυτός συνέχισε να εφαρμόζεται στο χωριό μέχρι το 1930. Απ’ εκεί και ύστερα, η προετοιμασία των φαγητών από τους άλλους περιορίστηκε μόνον την ημέρα του ενταφιασμού, στα Σαράντα και στο Χρόνο. Ένα σπίτι που ήταν σε λύπη, τοποθετούσε στο ανώφλι της πόρτας ένα μαύρο πανί. Οι άντρες έβαζαν μαύρο σιρίτι στο πέτο του σακακιού, ενώ οι γυναίκες φορούσαν στο κεφάλι μαύρη κορδέλλα. Τη λύπη τη «χαλούσαν» μετά την πάροδο του Χρόνου. Αν το χτύπημα ήταν πολύ βαρύ, τότε διαρκούσε πάνω από χρόνο. Οι χωρικοί, όταν περνούσαν έξω από το σπίτι που είχε λύπη, χαμήλωαναν τη φωνή τους, δεν γελούσαν, δεν αστειεύονταν. Όταν γίνονταν γάμος και η γαμήλια πομπή περνούσε έξω από τέτοια σπίτια, διακόπτονταν τα τραγούδια. Όταν ένας άντρας από σπίτι, που είχε λύπη, συμμετείχε σε γάμο, τότε ερωτώνταν από τον ντολιμπάση αν δέχονταν να πάρει το ντολί. Σε περίπτωση, που δεν δεχότανε, τότε το ντολί τον προσπερνούσε και, εκείνος απλώς έπινε, έτρωγε και συνομιλούσε με τους διπλανούς του. Πρέπει να πούμε εδώ πως άντρες που είχαν λύπη, σπάνια πήγαιναν σε γάμους. Όταν η οικογένεια με λύπη έπρεπε χωρίς άλλο να συμμετέχει στο γάμο, τότε έστελνε τα νεαρά παιδιά της. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12 Η ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΗ ΠΙΣΤΗ Το χωριό μας ήταν και παραμένει ορθόδοξο. Σε διάφορες ιστορικές περιόδους, πολλά χωριά στη χώρα και στην περιοχή μας από ορθόδοξα έγιναν

46


μουσουλμανικά κάτω από πίεση. Πρέπει να πούμε πως πίεση έγινε και στους κατοίκους του χωριού μας, αλλά εκείνοι δεν αλλαξοπίστησαν. Πριν τα τσάμικα χωριά αλλαξοπιστήσουν, μερικές οικογένειες από το χωριό μας εγκαταστάθηκαν στη Σάλεση και στην Κονίσπολη. Πόσες ήταν και από ποια σόγια ήταν, δεν γνωρίζομε. Λέγεται, όμως, πως η οικογένεια με το επώνυμο Αζέμι στη Σάλεση κατάγονταν από τα Καλύβια και μάλιστα από τη συνοικία Σταυρονάτες. Επίσης, στην Κονίσπολη, η οικογένεια Μπέλλο κατάγονταν από τα Καλύβια. Όταν την περίοδο της μεγάλης πίεσης άλλαξε πίστη, τότε λέγεται, πως οι τουρκικές αρχές της έδωσαν μεγάλη περιουσία σε γη και λιβάδεια. Κατά τις αρχές του 1700 οι τούρκοι έκαψαν τα χωριά Μπακουλάτι, Μαχαλάς κι ένα άλλο. Οι κάτοικοί τους μερικοί θανατώθηκαν και μερικοί εκδιώχτηκαν και εγκαταστάθηκαν στα χωριά Σωπίκι, Βαγκαλιάτι, Λιντίζντα, κλπ. Τότε ακριβώς έγιναν μεγάλες πιέσεις και στους κατοίκους του χωριού μας. Κι αυτό επειδή : 1-Οι Τούρκοι, αλλά και οι αλλαξοπιστούντες Αλβανοί προσπαθούσαν να κάνουν όσους περισσότερους να αλλάξουν την πίστη τους. 2-Οι καλυβιώτικες οικογένειες, που είχαν αλλαξοπιστήσει στη Σάλεση και στην Κονίσπολη έκαναν το παν για να επηρρεάσουν τους συγγενείς τους στο χωριό μας, για να εξισλαμιστούν. 3-Τα Καλύβια ως μεγάλο και πλούσιο χωριό αν προσχωρούσε στο ισλάμ, θα επηρρέαζε και τα γύρω χωριά να κάνουν το ίδιο. Παρ’ όλα αυτά, όμως, ο στόχος τους δεν επιτεύχθηκε. Τότε οι αρχές χρησιμοποίησαν τη δύναμη. Τούρκοι στρατιώτες, οι οποίοι δεν ήταν παρά άτομα, που έχουν αλλάξει την πίστη, δηλαδή, πρώην ορθόδοξοι από τα γύρω χωριά, μπήκαν στο χωριό μας, έβαλαν φωτιά και έκαψαν το σχολείο και μερικά ακόμα σπίτια, πήραν μαζί τους 14 άντρες, δεν ξέρουμε ποιους, αλλά ούτε και για την περαιτέρω τύχη τους. Λέγεται ότι στο μεσοχώρι, ανάμεσα στα σημερινά σπίτια του Γιάννη Κώστα και του Νάσιου Αναγνώστη ανάβλυζε μια βρυσομάνα, ενώ ανάμεσα στα σημερινά σπίτια του Ντάφυλλου και των Ζησαίων υπήρξε νερόμυλος. Οι ίδιοι οι χωρικοί, για να κόψουν την όρεξη των Τούρκων, βούλωσαν από μόνοι τους τη βρυσμάνα με βελέντζες και σακκιά. Έτσι η βρυσομάνα χάθηκε. Σώθηκε, όμως, η ορθόδοξη πίστη. Σήμερα, οι εκκλησίες του χωριού μας είναι: - Η εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα. Όπως λέγεται, χτίστηκε ή επισκευάστηκε γύρω στα 1400. Λειτουργούσε κάθε Κυριακή, τις γιορτές, αλλά η κύρια γιορτή της ήταν στις 12 Δεκέμβρη. - Στην Ποταμιά, πλησίον της τοποθεσίας, που λέγεται Γράβος, υπήρξε άλλη εκκλησία,που μερικοί λέγανε πως ήταν της Αγίας Μαρίνας και άλλοι του Αϊ Λια. Ακόμα υπάρχουν ερείπιά της. - Στην τοποθεσία Σώχωρο του Ρώση καθώς και στην τοποθεσία Δέντρα της Εκκλησιάς υπήρξε σταυρός. Περί της ανέγερσης του εν λόγω σταυρού (ο οποίος γκρεμίστηκε το 1967) υπάρχουν τα παρακάτω στοιχεία: όταν από την περιοχή μας πέρασε ο Αγιος Κοσμάς, θέλησε να περάσει και από το χωριό μας, αλλά οι κάτοικοι δεν τον δέχτηκαν. Ο Αγιος μπόρεσε να φτάσει μέχρι την τοποθεσία του σταυρού, ο οποίος ανεγέρθηκε αργότερα προς τιμή του. Γιατί δεν τον δέχτηκαν οι Καλυβιώτες τον Αγιο Κοσμά στο χωριό μας; Αναφέραμε πιο πάνω ότι από το χωριό μας είχαν φύγει μερικές οικογένειες και εγκαταστάθηκαν στη Σάλεση και την Κονίσπολη. Κάποιος από τις οικογένειες που εγκαταστάθηκαν στην Κονίσπολη και είχαν πλουτίσει, είχε λάβει υψηλή θέση στην κρατική ιεραρχία. Ο υψηλόβαθμος αυτός εξωμότης μαζί με την υπόλοιπη οικογένειά του, η οποίοι ασκούσαν ακόμα επιρροή στο χωριό, μιας και είχαν τους συγγενείς τους, εμπόδισαν τον Άγιο να περάσει από το χωριό. Λέγεται ακόμα ότι η

47


Αρχές του χωριού, φοβούμενες ότι θα υπάρξουν αντίποινα από τους Τούρκους, υποδέχτηκαν τον Άγιο στην σημερινή τοποθεσία του Σταυρού και τον παρακάλεσαν να μην μπεί στο χωριό. Αυτοί είναι θρύλοι και κανένα γραπτό στοιχείο δεν υπάρχει. Την ώρα, που οι Αρχές του χωριού συζητούσαν με τον Άγιο Κοσμά, γύρισε ο Άγιος και τους ρώτησε πόσες οικογένειες έχει το χωριό κι εκείνοι του απάντησαν: 79. Τότε ο άγιος έδωσε την κατάρα του: ποτέ να μην γίνουν 80. Είπε αυτό και αναχώρησε για το διπλανό χωριό Χάλιο, όπου και διανυχτέρευσε εκείνο το βράδυ στο σόι των Παπαδαίων. Ανεξάρτητα από τους λόγους που ο Άγιος δεν πέρασε από το χωριό μας, όλη αυτή η ιστορία είχε τουλάχιστον κι ένα θετικό: ξέρομε ότι τότε το χωριό είχε 79 οικογένειες, που αν λάβομε υπόψη ότι εκείνη την εποχή οι οικογένειες ήταν πατριαρχικές, μεγάλες, καταλήγομε στο συμπέρασμα ότι το χωριό μας ήταν μεγαλοχώρι. - Στον κάμπο της Ποταμιάς βρίσκεται ο Αϊ Γιώργης, ο οποίος καταστράφηκε το 1967, αλλά το 1993-1994 επισκευάστηκε ξανά. Η κεντρική εκκλησία του χωριού ήταν και είναι του Αγίου Σπυρίδωνα, όπου βρίσκονταν και βρίσκεται και το νεκροταφείο.Σ’ αυτό ενταφιάζονταν μέχρι το 1920 και οι αποθανόντες από το χωριό Χότζα (σήμερα Λιβαδειά). Για τη διαχείρηση των υποθέσεων και της περιουσίας της εκκλησίας μια φορά το χρόνο εκλεγότανε η εκκλησιαστική επιτροπή από 3 ως 5 άτομα και δεν υπάγονταν στη Δημογεροντία. Σημειώνουμε ότι μέχρι το 1920 στο χωριό μας λειτουργούσε ιερέας από το χωριό, ενώ αργότερα, ο τελευταίος ιερέας από το χωριό μας, που λεγότανε Παπακώστας έγινε ηγούμενος στο μοναστήρι της Πέπελης. Τι περιουσία είχε η εκκλησία μας; Από την αρχή λέμε πως η εκκλησία μας δεν είχε μεγάλη περιουσία. Ως περιουσία της ήταν ο χώρος γύρω από την ίδια την εκκλησία, ένα μέρος, που λέγεται Μετόχι και γύρω στα 70 ριζάρια ελιές. Τα περισσότερα έσοδά της προέρχονταν από τις δωρεές των χωρικών. Η ίδια επιτροπή διαχειρίζονταν και τα θέματα του Αϊ Γιώργη, ο οποίος σχεδόν δεν είχε περιουσία. Ανεξάρτητα απ’ αυτό, όμως, ο πολιούχος άγιος του χωριού μας ήταν ο Αϊ Γιώργης. Η εκκλησία λειτουργούσε τις Κυριακές και τις γιορτές. Η κυριότερη θρησκευτική γιορτή ήταν το Μεγάλο Πάσχα. Την ημέρα του Μεγάλου Πάσχα, μετά τη λειτουργία, όλοι οι χωρικοί συγκεντρώνονταν στο Αλώνι της εκκλησίας. Οι γερόντοι του χωριού έριχναν τον πρώτο χορό, τον οποίο τον έσερνε ο παπάς. Μετά αποτραβιότανε, κάθονταν στο καθορισμένο από πριν μέρος και έπιναν ρακή, που συνοδεύονταν από πρόχειρους μεζέδες,όπως βρασμένα αυγά, χλωρό τυρί, κρεμυδούλια, κλπ. Την ίδια στιγμή το Αλώνι αχολογούσε από τους χορούς και τα τραγούδια των αντρών και των γυναικών. Γύρω στις 11 η ώρα αναχωρούσαν από το Αλώνι για τα σπίτια τους, προετοίμαζαν το γεύμα και κατά τις 4 η ώρα ξαναμαζεύονταν στην εκκλησία για να τελεστεί ο Εσπερινός και σε συνέχεια να μπουν στους χορούς. Το Πάσχα συνέχιζε τρεις μέρες, Κυριακή, Δευτέρα και Τρίτη. Την Τρίτη ερχότανε στο χωριό συγγενείς και φίλοι από τα γειτονοχώρια, οι οποίοι μετά το γλέντι πήγαιναν στα σπίτια των συγγενών τους. Κατά τις μέρες του Πάσχα δεν γίνονταν επισκέψεις στα σπίτια, εκτός από τους νούνους και τις νούνες οι οποίοι πήγαιναν να δώσουν τα δώρα στα αναδεχτούρια τους. Το ίδιο και οι βλάμηδες. Κάποιες επισκέψεις γίνονταν μόνο στις οικογένειες, που είχαν μέλη με το όνομα Αναστάσης και Χαράλαμπος. Οχτώ μέρες μετά το Πάσχα είναι η Κυριακή του Θωμά. Η γιορτή του Αϊ Γιώργη ήταν επίσης γύρω από το Πάσχα. Το χωριό μας, μετά από απόφαση της

48


εκκλησιαστικής επιτροπής, τη γιορτή του Αϊ Γιώργη και την Κυριακή του Θωμά τις γιόρταζε την ίδια μέρα. Κάτω στην εκκλησία του Αϊ Γιώργη ερχότανε πολλοί χωρικοί από τα άλλα χωριά, και όλοι μαζί, μετά τη λειτουργία έμπαιναν στους χορούς, άλλοι έπιναν ρακή με αυγά, χλωρό τυρί και κρεμμυδούλια, ενώ για γεύμα ανηφόριζαν όλοι για το χωριό μας. Τα απογεύματα, όταν οι φίλοι αναχωρούσαν για τα χωριά τους, οι Καλυβιώτες έκαναν επισκέψεις στις οικογένειες, που είχαν άτομα με το όνομα Γιώργος και Θωμάς. Κάθε οικογένεια στο χωριό μας είχε τον άγιο της, όταν ερχότανε η γιορτή του κάθε άγιου, τότε η οικογένεια προετοίμαζε γεύμα και συμμετείχαν η οικογένεια, οι συγγενείς και οι φίλοι καθώς και άλλοι, οι οποίοι χόρευαν και τραγουδούσαν. Γλέντια στο χωριό γίνονταν και στις Ονομασίες. Πολλές μέρες του χρόνου οι χωρικοί δεν πήγαιναν στη δουλειά, γιατί ήταν γιορτές. Αρκετοί χωριανοί μας πήγαιναν σε μέρες γιορτών και στα διπλανά χωριά, όπως λχ στο Λαζάτι την ημέρα της Αγίας Παρασκευής, στου Χότζα (σήμερα Λιβαδειά), την ημέρα του Αγίου Κωσταντίνου, στην Κουλουρίτσα την ημέρα της Αγίας Μαρίνας, στο Τσαούσι, την ημέρα του Αϊ Βασίλη, κλπ. Μαζική, όμως, ήταν η συμμετοχή των Καλυβιωτών στο πανηγύρι της Σωρωνιάς στις 15 Αυγούστου, όπου πήγαιναν από το βράδυ και διανυκτέρευαν εκεί. Στη Σωρωνιά το χωριό μας είχε καθορισμένο μέρος ως πρόχειρο κατάλυμμα και μέσα σ’ αυτό το κατάλυμμα κάθε σόι ήξερε τη θέση του. Αυτό γίνονταν για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις. Πολλοί από τους χωρικούς επήγαιναν στη Σωρωνιά και για εμπόριο, γιατί στο χώρο αυτό διοργανώννταν και εμποροπανήγυρη. Εμπόροι από τις πόλεις του Δελβίνου και των Αγίων Σαράντα, Αργυροκάστρου, Κέρκυρας, Φιλιατιού κλπ, αλλά και από διάφορα άλλα χωριά, πουλούσαν εκεί τις πραμάτειες τους. Στη Σωρωνιά με τις αιώνιες βαλανιδιές, συγκεντρώνονταν γύρω στις 15 με 20 χιλιάδες άτομα, τόσο διάσημο ήταν το μοναστήρι αυτό. Ποια ονόματα προτιμούνταν στο χωριό μας; Στην πλειοψηφία τους τα ονόματα, που επέλεγαν οι Καλυβιώτες γονείς για τα παιδιά τους ήταν χριστιανικά και μόνο σπάνια μπορούσε να είναι κάποιο αρχαίο. Ως κανόνας ήταν να επαναλαμβάνονταν το όνομα του παπού. Τούτο συνέβαινε κάτω από την επιρροή του ιερέα, αλλά και λόγω του ότι να είχαν τα παιδιά τη γιορτή τους, πράγμα, που δεν μπορούσε να γίνει αν φέραν αρχαία ονόματα. Στα χρόνια του Ενβέρ Χότζα, άλλαξαν πολλά ονόματα, διότι απαγορεύονταν τα χριστιανικά. Τα ονόματα που επικρατούσαν στο χωριό μας ήταν: Βασίλης, που προσφωνούνταν και Τσίλης, Βασιλάκης ή Λάκης Θεοφάνης,που συνθήθως προσφωνούνταν Φάνης Φώτος, που προσφωνούνταν Φωτάκης ή Τάκης Ιωάννης, που λεγόταν Γιάννης, Γιαννάκης, Νάκος ή Νούσης Θόδωρης, που λεγότανε και Δώρης Αντώνης, που λεγότανε και Ντώνης Αθανάσης, που προσφωνούνταν και Θανάσης, Νάσιος και Νάτσης. Ευθύμιος, που λεργότανε Θύμιος και σπάνια Τζίμος Γρηγόρης, που προφέρονταν Γληγόρης ή και Γκόλης Χαράλαμπος, που προσφωνούνταν Λάμπης και σπάνια Μπάμπης. Αλέξανδρος, που προσφωνούνταν Αλέξης, Αλέκος Ευάγγελος, που προσφωνούνταν Βαγγέλης, Γκέλης ή και Τζέλης Λεωνίδας, που προσφωνούνταν Λιόνης ή και Νίδας Λάζαρος, που προσφωνούνταν Λάζος

49


Αναστάσης, που προσφωνούνταν Ναστάσης, Τάτσης ή Τάσης Λάμπρος, που προσφωνούνταν Λάμπης και Λαμπράκης Γεώργιος, που προσφωνούνταν Γιώρης, Γιωργάκης, Γάκης και Γκόγκος Θωμάς, που προσφωνούνταν Σιώμος Κωσταντίνος, που προσφωνούνταν Κώστας, Κώτσιος, Ντίνος, Κωστάκης Πέτρος, που προσφωνούνταν Πέτσιος και Πετράκης Ηλίας, που προσφωνούνταν και Λιάκος Παντελής, που προσφωνούνταν Πάντος Παναγιώτης, που προσφωνούνταν Πάνος και Γιώτης Σταύρος, που προσφωνούνταν Τσιάβος Κυριάκος, που προσφωνούνταν Κύργιος Δημήτρης, που προσφωνούνταν Δήμος, Μήτρος, Μήτσιος Μιχάλης, που προσφωνούνταν Μίχος Ανδρέας, που προσφωνούνταν Ντρέκος, Ντρίος Νικόλαος, που προσφωνούνταν Νίκος, Κόλιας Σπυρίδωνας, που προσφωνούνταν Σπύρος, Πύλιος, Πίπης Λευτέρης, που προσφωνούνταν και Τέλης Χρίστος, που προσφωνούνταν Κίτσιος, Χριστάκης Στέφανος, που προσφωνούνταν Στεφανής, Στέφος, Τσέφος Τα πιο διαδεδομένα ονόματα στο χωριό μας ήταν : Βασίλης, Κώστας, Γιάννης Βαγγέλης, Γιώργος, Νικόλας, Δημήτρης. Τούτο γιατί τα ονόματα αυτά είχαν τις γιορτές τους και οι χωρικοί δεν εργαζότανε, αλλά κι επειδή το έθιμο ήθελε ώστε στα παιδιά να βγάζουν τα ονόματα των παπούδων. Τα κυριότερα γυναικεία ονόματα ήταν: Βασιλική, που προσφωνούνταν Βασίλω, Τσίλω ή και Βάσω Φωτεινή, που προσφωνούνταν Φωτείνω, Τίνω ή Τίνα Γιαννούλα, που προσφωνούνταν και Νούλα ή Νούλη Ευθυμία, που προσφωνούνταν Θυμίγια Ουρανία, που προσφωνούνταν Νίγια και Ράνω Πολυξένη, που προσφωνούνταν Τσένη Ειρήνη, που προσφωνούνταν Ρήνα Χαρίκλεια, που προσφωνούνταν Λίκα Αλεξάνδρα, που προσφωνούνταν Αλέξω, Λέξω, Λέτσιω Ευαγγελία, που προσφωνούνταν Αγγέλω, Αγγελικούλα, Γκέλω Αναστασία, που προσφωνούνταν Νάστα Αφροδίτη, που προσφωνούνταν Άφρω κι ακόμα Γίτω Λαμπρινή, που προσφωνούνταν Λάμπρω Ελένη, που προσφωνούνταν Λένη, Λενίτσα και Νίτσα Παρασκευή, που προσφωνούνταν Τσίβω Δέσποινα, που προσφωνούνταν Δέσπω κι ακόμα Τσέπω Μαρία, που προσφωνούνταν Μάρω, Μαρίκα, Μαριγώ Ευανθία, που προσφωνούνταν Βάνθω κι ακόμα Βάτση Ευφροσύνη, που προσφωνούνταν Φρόσω Αικατερίνη, που προσφωνούνταν Κατέρω, Τσέρω Κι ακόμα: Μάρθα, Άννα, Όλγα, Σταυρούλα, Ελπίδα, Άνθη, Χρύσω Βαρβάρα, κλπ.

50


Επισημαίνουμε εδώ ότι τα ονόματα τα έδιναν οι νούνοι κατά το μυστήριο του βαπτίσματος που τελούνταν στην εκκλησία ή και στο σπίτι, αλλά πάντα και με τη συγκατάθεση των γονέων. Την ώρα, που δίνονταν το όνομα ήταν στην πραγματική μορφή του, αλλά αργότερα έπαιρνε άλλες μορφές, όπως τονίσαμε πιο πάνω. Ένα άλλο στοιχείο είναι ότι δεν επιτρέπονταν να δίνονταν το ίδιο όνομα σε δυο πρώτα ή και δεύτερα ξαδέρφια από τη γραμμή του πατέρα, προπαντός όταν είχαν το ίδιο επώνυμο. Αργότερα, παραβιάστηκε αυτό το έθιμο και σήμερα μέσα σε ένα σόι βρίσκομε πολλά άτομα με το ίδιο όνομα και επώνυμο. Πολλοί γονείς αποφεύγανε ένα όνομα, που συνδεότανε με άτομο χωρίς υπόληψη στο χωριό ή που δεν είχε καλή εικόνα προς τα έξω. Σε περίπτωση, που ο πατέρας πέθαινε πριν ακόμα γεννηθεί το αγόρι του, τότε στο αγόρι δίνονταν το όνομα του πατέρα. Επίσης, στο νεογέννητο έδιναν το όνομα του μεγαλύτερου αδεφφού του, που είχε αποδημήσει από τη ζωή. Στο θέμα της ονομασίας έπαιζαν ρόλο και οι διάφορες προλήψεις. Όταν λχ σε μια οικογένεια γεννιούνταν πολλές κοπέλλες και κανένα αγόρι, τότε στη νεογέννητη έβαζαν το όνομα Σταμάτω, για να σταματήσει η τεκνοποίηση των κοριτσιών. Σε μια οικογένεια, που δεν της ζούσαν τα παιδιά τότε στο νεογέννητο έβαζαν το όνομα Ζήσος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13 ΟΙ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Για το σημαντικό αυτό κεφάλαιο δεν υπάρχουν γραπτά στοιχεία, γι’ αυτό και περισσότερο θα στηριχτούμε στο σημερινό οικογενειακό χάρτη του χωριού, καθώς και στις μνήμες των γερόντων. Σε προηγούμενα κεφάλαια, μιλώντας για την κατά προσέγγιση «ηλικία» του χωριού, καταλήξαμε σε συμπέρασμα ότι το χωριό μας υπάρχει εδώ και τουλάχιστον 500 χρόνια. Καταγράφοντας πιο κάτω τα γενεαλογικά δέντρα, θα ιδούμε ότι και από την πλευρά αυτή, καταλήγομε στο ίδιο σχεδόν συμπέρασμα όσον αφορά την ηλικία του χωριού μας. Το έθιμο, που ήθελε ώστε οι νεότεροι να παίρνουν το όνομα του παπού τους, δυσκολεύει τη διαδικασία αυτή, γι’ αυτό και περισσότερο τα στοιχεία τα συλλέξαμε από τις οικογενειακές σχέσεις, που είναι γνωστές, από την τοποθεσία που κατοικούσαν οι οικογένειες και από τα σύνορα των ιδιωκτησιών σε διάφορες χρονικές περιόδους. Πιο κάτω θα περιγράψομε τις αρχαιότερες οικογένειες, που έχουν τις ρίζες τους στον 17-ο ή και στον 16-ο αιώνα και θα αρχίσομε από την τοποθεσία, που λέγεται «Σκρίκα του Ντάφυλλου» προς τη Ράχη και μετά στον Κάτω Μαχαλά και τέλος στη συνοικία Σταυρονάτες: - Η οικογένεια ΝΙΚΑ κατοικούσε εκεί, που σήμερα έχουν τα σπίτια τους ο Τσιάβος Σπύρου Νικόλας και ο Κόλιας Σπύρου Νικόλας. Το μόνο, που γνωρίζουμε για την οικογένεια αυτή είναι ότι τα αχνάρια της χάνονται στα τέλη του 18-ου αιώνα. - Η οικογένεια ΣΤΑΜΟΥ κατοικούσε εκεί, που σήμερα έχουν τα σπίτια τους ο Γάκης Σπύρος και ο Μήτσιος Κώστα Παπάς. Για την οικογένεια αυυτη γνωρίζομε ότι μια από τις κόρες της στα τέλη του 17-ου αιώνα είχε παντρευτεί στην οικογένεια των Μητραίων, αλλά δεν είχε αφήσει απόγονους.

51


- Η οικογένεια ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΗ λέγεται ότι ήρθαν στο χωριό μας από την Ελλάδα και το επώνυμό τους ήταν Φαρμάκη. Ακολουθώντα προς τα πίσω τις γενιές, καταλήγομε στο συμπέρασμα ότι ήρθε στο χωριό πριν από 250 χρόνια. Απόγονοι της εν λόγω οικογένειας είναι οι σημερινές οικογένειες του Σωτήρη και Γιάννη Κωσταντίνη ή του Θωμά Σπύρου Σπύρου και του Τσιάβου και Γρηγόρη Γιάννη ή τέλος του δάσκαλου Λευτέρη Γρηγόρη Κωσταντίνη. - Η οικογένεια ΜΗΤΡΟ κατοικούσε εκεί που σήμερα βρίσκονται τα σπίτια των Μητραίων και των Αναγνωσταίων ( του Σπύρου Δημήτρη, του Γιώργου Γιάννη, του Ζήσου Θόδωρη Αναγνώστη). Η οικογένεια αυτή είναι πολύ παλιά και έχει μερικά παρακλάδια, τα ίχνη των οποίων τα βρίσκομε τουλάχιστον εδώ και 300 χρόνια. α- Το παρακλάδι με το επώνυμο ΜΑΝΟ, από το οποίο έφτασαν ως αργά δύο οικογένειες, του Φώτου Μάνου και του Γιώρη Μάνου. Ακόμα σήμερα οι Καλυβιώτες, τον τόπο, που ήταν το σπίτι του Γιώρη Μάνου, τον λένε «Γιωρμάνου» και βρίσκεται πάνω από το σπίτι του Θωμά Σπύρου και δίπλα στο σπίτι του Βαγγέλη Θωμά και Σταύρου Αναγνώστη. Το σπίτι του Φώτου Μάνου ήταν εκεί, που σήμερα βρίσκονται τα σπίτια των Γιώρη και Κίτσιου Νάσιου ( του Τσιάβου). Το παρακλάδι αυτό χάθηκε εδώ και 200 χρόνια. β- Το παρακλάδι με το επώνυμο Ματεράτες, απόγονοι των οποίων είναι οι οικογένειες του Στέργιου Μήτρου, Φώτου Μήτρου, Νάσιου Μήτρου και του Γιάννη Βασίλη. γ- Το παρακλάδι, που συνέχιζε να φέρει το επώνυμο ΜΗΤΡΟ μέχρι τα μέσα του 19-ου αιώνα ενώ αργότερα πήρε το επώνυμο Αναγνώστη όπως οι οικογένειες των αδερφών Δημήτρη, Σταύρου, Θόδωρη και Γιάννη Αναγνώστη (εκτός από τις οικογένεις του Νάσιου Αναγνώστη και του Ηλία Αναγνώστη, για τις οποίες θα μιλήσομε πιο κάτω). - Η οικογένεια ΠΑΝΟΥ, απόγονοι της οποίας ήταν οι οκογένειες του Βάσου Πάνου, Μήτρου Πάνου και Σπύρου Παπά. Σήμερα, από τον κλάδο ΠΑΝΟ δεν υπάρχουν απόγονοι, ενώ από την οικογένεια του Σπύρου Παπά υπάρχει η οικογένεια του Ζήσου Πύλιου Παπά ή του Σωτήρη Παπά και των αδελφών του. - Η οικογένεια ΝΙΚΟΛΑ, η οποία προσφωνούνταν και ως «Τζαραίοι». Απόγονοι της εν λόγω οικογένειας είναι οι οικογένειες του Θωμά Ζήση Νικόλα και του Βαγγέλη Σταύρου Νικόλα. - Η οικογένεια ΠΑΝΤΟΥ. Το σόι αυτό λέγεται ότι είχε συγγενικές σχέσεις με την οικογένεια του Νάσιου Αναγνώστη (της Τάσιως, που ήταν παντρεμένη με τον Ηλία Βαγγέλη και της Μανούσως, που ήταν παντρεμένη με τον Κύργιο Νάσιο). Απόγονοί της είναι οι οικογένειες του Σωτήρη Πάντου, του Μήτση και Γιάννη Αναγνώστη και της Τάσιως και Μανούσως. - Η οικογένεια ΤΣΙΡΟΝΗ. Για την οικογένεια αυτή δεν γνωρίζομε αν συγγένευε με κάποιο άλλο σόι, εκτός από την οικογένεια Πάνου. Απόγονοι της είναι μόνον η Πανάγω, που είναι παντρεμένη με τον Τσιάβο Νταή και κατοικεί στην Τσούκα.

52


- Η οικογένια ΚΟΛΙΟΜΗΤΡΑΙΟΙ. Λέγεται ότι το σόι αυτό ήρθε από το νησί Κεφαλονιά της Ελλάδος και με βάση τις γεννιές συμπεραίνουμε ότι ο ερχομός της συνέβη γύρω στα 1800. Απόγονοί της είναι οι οικογένειες του Βαγγέλη Κολιού (πατέρας του Κόλια και Ηλία Βαγγέλη), του Γιώρη Κολιού (πατέρας του Θόδωρη και του Γρηγόρη Κολιού), του Πύλιου Κολιού (πατέρας της Σταυρούλας, που ήταν παντρεμένη με τον Σπύρο Αναγνώστη και της Χαρίκλειας, που ήταν παντρεμένη με τον Τσιάβο Μίχο Παπά), του Θωμά Κολιού (πατέρας του Αντρέα Θωμά) καθώς και η οικογένεια του Νάσιου Κολιού (πατέρας του Τσιάβου Νάσιου). - Η οικογένεια ΛΙΩΛΗ είναι οι πρόγονοι του Αντώνη και Βασίλη Κώστα και ήταν αρκετά αρχαία, γιατί από το 1700 ακόμα είναι γνωστό ότι η εν λόγω οικογένεια έβγαλε έναν γενναίο άντρα. Άλλα στοιχεία για συγγένειες με άλλες οικογένειες δεν γνωρίζομε. - Η οικογένεια ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗ είναι πολύ παλιά γιατί όπως αναφέραμε πιο πάνω είχε βγάλει δυο γενναίους άντρες. Απόγονοί της είναι οι οικογένειες του Κόλια Γιάννη και του Βαγγέλη Αναγνώστη, του Βαγγέλη Στέφου, Ζήσου Κίτου και Μίχου Νάσιου. Αυτές ήταν οι οικογένειες της συνοικίας Ράχη. Στον Κάτω Μαχαλά υπήρχαν οι παρακάτω οικογένειες: - Η οικογένεια ΚΟΛΙΑ ΠΑΝΤΟΥ, η οποία φαίνεται ότι είναι σχετικά νέα και ένα στοιχείο αναφέρει ότι αποτελεί παρακλάδι της οικογένειας Ρώση. Απόγονοι της οικογένειας αυτής είναι τα παιδιά του Σωτήρη Κολιού και του Γρηγόρη Κάτση. - Η οικογένεια ΚΥΡΙΑΚΗ, η οποία είναι από τις αρχαιότερες οικογένειες του χωριού μας και έχει δύο παρακλάδια. Το ένα είναι της οικογένειας του Κύργιου Μήτρου (πατέρα του Μήτση Κύργιου και του Γιώρη και Κίτσιου Μήτση, οι οποίοι αργότερα άλλαξαν το επώνυμο σε Αναγνώστη), του Πύλιου Μήτρου και του Ηλία Μήτρου, ο οποίος Ηλίας μπήκε γαμπρός στο Γιαννιτσάτι. Άλλο παρακλάδι είναι η οικογένεια του Μήτσιου και Ζήσου Παπά ή του Βαγγέλη και Μήτσιου( Ζήσου) Παπά. Το σπίτι τους ήταν εκεί, που σήμερα είναι τα σπίτια του Μήτσιου Παπά και του Σωτήρη Πύλιου Μήτρου. - Η οικογένεια ΚΑΡΑΝΤΑΝΗ είναι αρχαία και το σπίτι της ήταν εκεί, που σήμερα βρίσκεται το σπίτι του Σωτήρη Μήτρου. Μέρος της οικογένειας αυτής – τον χρόνο δεν τον γνωρίζομε- εγκαταστάθηκε στο χωριό Μεμόραχη. Απόγονοί της είναι τα παιδιά του Κώτση Καραντάνη. Λέγεται, επίσης, ότι ένα άλλο κομμάτι της ίδια οικογένειας είχε μεταναστεύσει στην Ελλάδα. - Η οικογένεια ΚΑΤΣΗ είναι αρχαία και για το επώνυμό της υπάρχουν δύο εκδοχές. Η μία εκδοχή λέει ότι ήρθαν στο χωριό μας από τη Λεσινίτσα, ενώ η άλλη λέει ότι ο πρώτος της οικογένειας αυτής, επειδή δεν είχε αγόρια, πήρε ως γαμπρό έναν νέο, που ήξερε το επάγγελμα του κάτση. Από την οικογένεια αυτή γεννήθηκαν και τρία παρακλάδια, τα οποία και κράτησαν συνεχώς το ίδιο επώνυμο. Απόγονοί της είναι όλες οι σημερινές οικογένειες του χωριού μας, που φέρουν το επώνυμο Κάτσης. - Η οικογένεια ΜΠΑΚΑΛΗ είχε την κατοικία της εκεί, που σήμερα βρίσκεται το σπίτι της Σοφίας Γιάννη Σκεύη. Είναι αρχαία οικογένεια, αλλά δεν άφησε

53


απογόνους. Αν λάβομε υπόψη ότι και σήμερα ακόμα πολλές τοποθεσίες λέγονται «Μπακάλη» συμπεραίνομε ότι ήταν οικογένεια με καλή οικονομική κατάσταση. - Η οικογένεια ΝΤΑΦΥΛΛΟΥ είναι πολύ αρχαία και είχε την κατοικία της ανάμεσα στα σημερινά σπίτια του Ζήσου Παπά και των Ζησαίων. Πέρα από την κατοικία της οικογένειας Ντάφυλλου και μέχρι τα σπίτια της οικογένειας Ρώση υπήρχε άλλο αρχαίο και πλούσιο σόι. Από το σόι αυτό δημιουργήθηκαν τρία παρακλάδια και συγκεκριμένα: α- Η οικογένεια ΖΗΣΗ, η οποία είχε την κατοικία της εκεί που έχει σήμερα το σπίτι ο Γιάννης Παπάς, ο οποίος μπήκε γαμπρός στην κοπέλα του Φιλίππη Ρώση. β- Η οικογένεια ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΗ, που κατοικούσε εκεί που σήμερα είναι το σπίτι της Βαρβάρας Νάσιου, επειδή ήταν απόγονη της οικογένειας και γ- Η οικογένεια ΒΑΣΟΥ, που είχε την κατοικία της πέρα από το σημερινό σπίτι της Βαρβάρας ή δώθε από τα σπίτια των Ρωσαίων. - Η οικογένεια ΡΩΣΗ, για την οποία λέγεται ότι είναι ερχόμενη στο χωριό μας, αλλά τα τωπονύμια με το επώνυμο αυτό είναι πολλά, πράγμα που δείχνει ότι είναι παλιά οικογένεια, αλλά και μεγάλη. Η άλλη εκδοχή λέει ότι και οι οικογένειες με το ίδιο επώνυμο στου Χάλιου και στην Κουλουρίτσα προέρχονται από τούτη την οικογένεια. - Η οικογένεια ΣΚΕΥΗ είναι γνωστό απ’ όλους ότι είναι ερχόμενη από την Κέρκυρα. Μια εκδοχή λέει ότι ο πρώτος της εν λόγω οικογένειας είχε κάνει φόνο και αναγκάστηκε να φύγει από την Κέρκυρα, ενώ η άλλη εκδοχή λέει ότι ένας Κερκυραίος είχε υπηρετήσει ως δάσκαλος στο χωριό μας και εν συνεχεία εγκαταστάθηκε για πάντα. Απόγονοι της οικογένειας αυτής είναι όλες οι οικογένειες, που σήμερα φέρουν το επώνυμο ΣΚΕΎΗ. Σημειώνουμε ότι το επώνυμο Σκεύη το βρίσκουμε και στου Χάλιου, στο Μεσοπόταμο, στου Κώσταρη, στον Άγιο Βασίλη, αλλά απ’ ότι γνωρίζουμε δεν έχουν καμιά συγγένεια με το σόι Σκεύη του χωριού μας. Στη συνοικία Σταυρονάτες υπήρχαν οι παρακάτω οικογένειες: - Η οικογένεια ΠΑΠΑ, η οποία ήταν πολύ παλιά και την κατοικία τους την είχαν εκεί που σήμερα είναι το σπίτι των Μαρίνηδων, γιατί οι Μαρίνηδες είναι και οι απόγονοί τους. - Η οικογένεια ΜΠΟΥΝΤΡΗ, η οποία και τότε κατοικούσε στον ίδιο τόπο, που βρίσκονται και σήμερα τα σπίτια των απογόνων της όπως είναι τα παιδιά του Κώτση Μπούντρη, δηλαδή, του Σπύρου Μπούντρη. Το επώνυμο Μπούντρη το βρίσκομε και στη Δρόπολη, στο Λιμπόχοβο και αλλού, αλλά δεν υπάρχουν στοιχεία, που να μαρτυρούν κάποια συγγένεια μεταξύ τους. - Μια άλλη αρχαία οικογένεια έχει ως απογόνους: α- Τις οικογένειες, με το επώνυμο ΓΙΑΝΝΗ, με παρακλάδια τις οικογένειες του Σωτήρη και Γιώτη Γιάννη, απόγονοι των οποίων είναι οι οικογένειες του Κίτσιου και Γιάννη Γιώτη. Η κατοικία τους ήταν πιο πέρα από τα σπίτια των Μαρίνηδων. β- Τις οικογένειες με το επώνυμο ΒΑΣΟΥ, που είχαν την κατοικία τους εκεί, που σήμερα είναι το σπίτι του Ηλία Βάσου. Απόγονοι από το παρακλάδι

54


αυτό είναι οι οικογένειες του Μήτσιου και Πύλιου Βάσου και σήμερα του Ηλία και του Χαρίτου Βάσου. - Άλλη παλιά και μεγάλη οικογένεια ήταν εκείνη με το επώνυμο ΚΟΛΙΟ ή ΝΙΚΟΛΑ και είχε τα παρακάτω παρακλάδια: α- Τις οικογένειες του Μήτρου και του Γιάννη Κολιού, που είχαν την κατοικία τους εκεί, που σήμερα είναι το σπίτι του Ζήσου Βαγγέλη. β- Τις οικογένειες του Ηλία Γιάννη, Σπύρου Νικόλα και Θωμά Νικόλα. - Η οικογένεια ΚΡΕΜΜΥΔΑ είχε την κατοικία της εκεί που σήμερα είναι το σπίτι του Φιλίππη Σταύρου. Λέγεται ότι είναι παρακλάδι της οικογένειας με το ίδιο επώνυμο του Καλτσατιού, αλλά τα τοπωνύμια στα διάφορα χωράφια δείχνουν ότι είναι παλιά. - Η οικογένεια ΡΑΦΤΗ είναι αρχία και η κατοικία της ήταν εκεί που σήμερα είναι τα σπίτια του Μήτση και του Βασίλη Ράφτη. - Η οικογένεια ΚΡΙΚΗ είναι εντελώς εξαφανισμένη και δεν έχει αφήσει κανέναν απόγονο. Είναι άγνωστοι οι λόγοι της εξαφάνισης. Την κατοικία την είχαν πιο πέρα από τα σπίτια των Ραφταίων. Υπάρχει σήμερα η τοποθεσία Κρίκη. - Η οικογένεια ΜΠΙΡΜΠΙΛΗ, έφερε το επώνυμο Γιάννη και πολύ αργότερα πήρε το επώνυμο Μπιρμπίλη. Η κατοικία τους ήταν ανάμεσα στα σπίτια του Γιάννη Κολιού και του Μήτρου Κολιού. Αυτές είναι οι κυριότερες οικογένειες, που γνωρίζονται από παλιά στο χωριό μας και πιο συγκεκριμενα πριν ακόμα διαβεί ο Άγιος Κοσμάς από τα μέρη μας. Τονίσαμε, όμως, ότι οι οικογένειες τότε ήταν μεγάλες, με πολλά άτομα. Με την αποσύνθεση της μεγάλης οικογένειας, που τελέστηκε προπαντός στις αρχές του 20-ου αιώνα, ο αριθμός των οικογενειών στο χωριό μας, ξεπέρασε τις ογδόντα. ΠΙΝΑΚΑΣ ΤΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΣΤΙΣ ΑΡΧΕΣ ΤΟΥ 20-ου ΑΙΩΝΑ

ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ

ΑΠΟΓΟΝΟΙ

Ι- Συνοικία Ράχη 1- Γιάννης Κωσταντίνης 2- Σπύρος Κωσταντίνης 3- Νάσιος Κολιός 4- Δημήτρης Αναγνώστης 5- Σταύρος Αναγνώστης 6- Θόδωρης Αναγνώστης

Τσιάβος και Γρηγόρης Κωσταντίνης Γάκης και Θωμάς Κωσταντίνης Γιώρης και Κίτσιος Τσιάβος Σπύρος και Βαγγέλης Αναγνώστης Κώτσης και Θωμάς Αναγνώστης Ζήσος και Βασίλης Αναγνώστης

55


7- Γιάννης Αναγνώστης 8- Γιάννης Βασίλης 9- Πάντος Τσιρόνης 10-Στέργιος Μήτρος 11-Φώτος Μήτρος 12-Νάσιος Μήτρος 13-Βάσος Πάνος 14-Γιάννης Τσιάβος 15-Παναγιώτης Ζήσης 16-Γιώρης Ζήσης 17-Νικόλας Ζήσης 18-Χρήστος Ζήσης 19-Αναστάσης Πάντος 20-Νάσιος Αναγνώστης 21-Μήτσης Αναγνώστης 22-Πύλιος Κολιός 23-Γρηγόρης Κολιός 24-Θόδωρης Κολιός 25-Κόλιας Βαγγέλης 26-Ηλίας Βαγγέλης 27-Γιάννης Κώστας 28-Βαγγέλης Αναγνώστης 29-Κόλιας Η. Αναγνώστης 30-Γιάννης Η. Αναγνώστης 31-Μίχος Νάσιος 32-Ζήσος Κίτος 33-Βαγγέλης Στέφος

Γιώργος Αναγνώστης Δεν άφησε απογόνους Πανάγω Τσιρόνη (Τσούκα ) Θωμάς Κίτσιου Στέργιος Αθηνά Αγόρα Δεν έχει απόγονο στο χωριό Δεν άφησε απογόνους Δεν άφησε απογόνους Δεν είχε καθόλου παιδιά Βαγγέλης και Τσιάβος Νικόλας Θωμάς Ζήσης Σωτήρης Νικόλας Πήρε γαμπρό τον Κ. Σταύρο Πήρε γαμπρό τον Κ. Νάσιο Έφυγε οικογενειακώς στην Ελλάδα Πήρε γαμπρό τον Σταύρο Παπά Νάσιος Γρηγόρης Δεν έχει απογόνους στο χωριό Βαγγέλης και Γιάννης Κολιός Ζήσος Κολιός Βασίλης και Αντώνης Κώστας Λάμπης Αναγνώστης- Ελλάδα Κίτσιος, Θωμάς, Βαγγέλης Αναγνώστης Δεν άφησε απογόνους Πήρε γαμπρό τον Θύμιο Μήτρο Γιώρης και Κίτσιος Φώτος Κώτσης, Γιώρης και Τσιάβος Φώτος

ΙΙ- Συνοικία Κάτω Μαχαλάς 34-Φιλίππης Αλέξης 35-Βασίλης Σκεύης 36-Νικόλας Σκεύης 37-Ανδρέας Θωμάς 38-Ζήσος Γ. Κάτσης 39-Βαγγέλης Κάτσης 40-Νάτσης Κάτσης 41-Μίχος Κάτσης 42-Κώτσης Καραντάνης 43-…………………………….. 44-Πύλιος Μήτρος 45-Αντρέας Μήτρος 46-Μίχος Παπάς 47-Ζήσος Παπάς 48-Κόλιας Ντάφυλλος 49-Γιάννης Σκεύης 50-Νάσιος Ζήσης 51-Σπύρος Ζήσης 52-Λάμπης Νάσιος 53-Βαγγέλης Βάσος

Μιχάλης και Γιώρης Αλέξης Είχε μόνον κορίτσια Θωμάς και Πέτρος Σκεύης Σωτήρης, Θωμάς και Στέφος Κολιός Πήρε γαμπρό τον Φιλίππη Μήτρο Πήρε γαμπρό τον Σωτήρη Κολιό(ανιψιά) Ζήσος Κάτσης Βαγγέλης και Μίχος Κάτσης Βαγγέλης και Θωμάς Καραντάνης Γιώρης και Μήτσιο Ζήσος και Σωτήρης Μήτρος Έφυγε στη Μάλτσιανη Γιώρης και Βασίλης Παπάς (Βασίλης) Βαγγέλης και Μήτσιος Παπάς Γιώρης Ντάφυλλος Έχει μόνο μια κόρη, τη Σοφία Δεν έχει κανέναν στο χωριό Κώτσης Σπύρος στο Ντερμίσι Είχε μόνον μια κόρη, τη Βαρβάρα Μετανάστευσε στην Ελλάδα

56


54-Πύλιος 55-Φιλίππης 56-Θωμάς 57-Νάτσης 58-Γιώρης 59-Πύλιος 60-Νάσιος Λ. 61-Νάσιος Ζ. 62-Πέτρος 63-Χαραλάμπης 64-Βαγγέλης

Ρώσης Ρώσης Αναγνώστης Αναγνώστης Φώτος Σκεύης Σκεύης Σκεύης Σκεύης Σκεύης Γιάννης

Βασίλης Ρώσης Κώτσης και Μιχάλης Ρώσης Πήρε γαμπρό το Γιάννη Ρώση Κόλιας Αναγνώστης Ανδρέας Γιώρης Μιχάλης, Βαγγέλης και Κίτσιος Σκεύης Γιώρης, Στέφος και Μήτσιος Σκεύης Δεν είχε κανέναν Είχε γαμπρό τον Πύλιο Κολέτση Είχε μια κόρη, παντρεμένη έξω Λάμπης Νικόλας

ΙΙΙ Συνοικία Σταυρονάτι 65-Κίτσιος 66-Γιάννης 67-Μιχάλης 68-Κώτσης 69-Γιώρης 70-Γιώρης 71-Κώτσης 72-Βασίλης 73-Μήτσης 74-Κόλιας 75-Πύλιος 76-Πύλιος 77-Βαγγέλης 78-Βασίλης 79-Μιχάλης 80-Ζήσος 81-Γιάννης 82-Θωμάς 83-Σπύρος 84-Ηλίας 85-Γιώρης Φώτου 86-Σταύρος 87-Γιάννης 88-Νικόλας

Γιώτης Γιώτης Παπάς Μπούντρης Μπούντρης Μαρίνης Μαρίνης Μαρίνης Βάσος Βάσος Βάσος Μήτρος Μήτρος Μήτρος Αναγνώστης Μπιρμπίλης Κολιός Νικόλας Νικόλας Γιάννης Κρεμμύδας Φώτος Ράφτης Ράφτης

Βαγγέλης, Λευτέρης και Βασίλης Γιώτης Γιώρης Γιώτης Κόλιας, Βασίλης και Κίτσιος Παπάς Σπύρος, Θωμάς, Κίτσιος Μπούντρης Δεν είχε απογόνους Δεν είχε απογόνους Βαγγέλης και Κόλιας Μαρίνης Τσιάβος Μρίνης Δεν είχε απογόνους Εγκαταστάθηκε στην Αρδάσοβα Χαρίτος και Ηλίας Βάσος Κώτσης και Κίτσιος Μήτρος Ζήσος Βαγγέλης Ο γιος του Κόλιας πήγε στο Φανάρι Κίτσιος Αναγνώστης Είχε μόνον κοπέλλες Σωτήρης και Παύλος Κολιός Τσιάβος και Κόλιας Νικόλας Τσιάβος και Γιώρης Νικόλας Πήρε γαμπρό τον Σωτήρη Χ. Νικόλα Φιλίπης και Φώτος Σταύρος Μήτσης και Βασίλης Ράφτης Δεν άφησε απογόνους

Η αύξηση των οικογενειών σε σύγκριση με τον αριθμό τους τη χρονιά, που πέρασε ο Άγιος Κοσμάς δεν είναι μεγάλη. Τούτο οφείλεται σε πολλούς λόγους: Την περίοδο 1850-1860 έπεσε μεγάλη επιδημία με αποτέλεσμα να πεθάνουν πολλοί συγχωριανοί μας. Λόγω της επιδημίοας οι Καλυβιώτες είχαν συμφωνήσει με τους γιατρούς του Δελβίνου και της Δρόβιανης ώστε να περνούν μία φορά το μήνα από το χωριό, για ιατρικές εξετάσεις, ενώ η αμοιβή τους ήταν ένα κντ ελαιόλαδο, εκτός της αμοιβής της εξέτασης. Τούτο συνέχισε μέχρι το έτος 1943. 13 οικογένειες εξαφανίστηκαν εντελώς από το χωριό μας. 17 οικογένειες έφυγαν και εγκαταστάθηκαν σε άλλα μέρη. 11 οικογένειες δεν απόχτησαν καθόλου παιδιά

57


25 οικογένειες απόχτησαν μόνο κορίτσια και ή τα πάντρεψαν εκτός του σπιτιού ή πήραν γαμπρούς, αλλά δεν απόχτησαν παιδιά από το παρακλάδι τους 16 άτομα πέθαναν σε νέα ηλικία, αλλά που δεν είχαν παντρευτεί. 13 άτομα μπήκαν γαμπροί σε άλλα χωριά 9 άτομα μπήκαν γαμπροί στο χωριό μας από άλλα χωριά. Οικογένειες, που δεν άφησαν απογόνους: 1-Οικογένεια 2-Οικογένεια 3-Φώτος 4-Γιώρης 5-Δήμος 6-Γιάννης 7.Γιάννης 8-Γιάννης 9-Βάσος 10-Σπύρος 11-Νάσιος 12-Η οικογένεια

Νίκα Στάμου Μάνος Μάνος Σπύρος Μπακάλης Βασίλης Τσιάβος Πάνος Ζήσης Ζήσης Κρίκη

Οικογένειες, που ξενιτεύτηκαν και άτομα που έκαναν οικογένεια αλλού: 1-Βασίλης 2-Κόλιας 3-Σωτήρης 4-Σπύρος 5-Λάμπης 6-Γιάνν��ς 7-Πέτρος 8-Κόλιας 9-Βαγγέλης 10-Μήτρος 11-Βαγγέλης 12-Γιώρης 13-Βαγγέλης 14-Βαγγέλης 15-Χρήστος 16-Κώστας

Μήτρος Μήτρος Πάντος Ζήσης Αναγνώστης Αναγνώστης Ν. Ζήσης Ν. Ζήσης Φώτος Πάνος Βάσος Κολιός Κωσταντίνης Π. Μήτρος Μπούντρης Ράφτης

στο Βαγκαλιάτι στην Ελλάδα στην Ελλάδα στην Αμερική στην Ελλάδα στην Ελλάδα στην Ελλάδα στην Αίγυπτο στην Ελλάδα στην Ρουμανία στην Ελλάδα στην Αργεντινή στην Αμερική στην Αμερική στην Κωνσταντινούπολη στην……………..

Οικογένειες, που δεν απόχτησαν καθόλου παιδιά (20-ος αιώνας) 1-Παναγιώτης 2-Γιάννης Λ. 3-Γιάννης 4-Βαγγέλης 5-Βαγγέλης 6-Νάσιος 7-Γιώρης 8-Γιώρης

Ζήσης Αναγνώστης Στέργιος Κάτσης Γιάννης Σκεύης Μαρίνης Μπούντρης

58


9-Μήτσης 10-Κώτσης

Βάσος Γκούμας

Οικογένειςε, οι οποίες απόχτησαν μόνον κορίτσια ή και παιδιά, τα οποία απεβίωσαν πριν παντρευτούν: 1-Κώστας 2-Νάσιος 3-Νάσιος 4-Μήτσιος 5-Πύλιος 6-Κώστας 7-Ζήσος 8-Βασίλης 9-Γιάννης 10-Πέτρος Κ. 11-Λάμπης 12-Γιώρης Φ. 13-Ζήσος 14-Θύμιος Θ. 15-Μίχος 16-Θωμάς 17-Κόλιας 18-Βαγγέλης 19-Αναστάσης 20-Σταύρος 21-Πάντος 22-Χαραλάμπης 23-Θωμάς

Σκεύης Μήτρος Αναγνώστης Αναγνώστης Κολιός Λιώλης Κάτσης Σκεύης Σκεύης Σκεύης Νάσιος Κρεμμύδας Μπιρμπίλης Κολιός Νάσιος Φώτος Μπούντρης Αναγνώστης Πάντος Παπάς Τσιρόνης Σκεύης Σκεύης

Άτομα, που απεβίωσαν μετά την ηλικία των 20 χρονών, πριν παντρευτούν και δημιουργήσουν οικογένεια: 1-Σταύρος 2-Ηλίας 3-Ηλίας 4-Σωτήρης 5-Κώτσης 6-Νάσιος 7-Κώτσης 8-Μήτρος 9-Πέτρος 10-Γιάννης 11-Γιάννης 12-Ηλίας 13-Σωτήρης

Κάτσης Κάτσης Σκεύης Σκεύης Σκεύης Λάμπης Αναγνώστης Πάντος Αναγνώστης Στέργιος Κολιός Ράφτης Γιώτης

Οι γαμπροί, που μπήκαν στο χωριό μας: 1-Γιάννης

Κώστας,

από τη Γράβα

59


2-Κώτσης 3-Γιώρης 4-Κύργιος 5-Γιάννης 6-Γιάννης 7-Πύλιος 8-Τσιάβος 9-Λευτέρης

Γκούμας, Ρώσης, Νάσιος Παπάς Λάμπρος Κολέτσης Νταής Αγόρας

από το Λυκούρσι από την Κουλουρίτσα από την Κουλουρίτσα από του Αλήκου από τη Μεμόραχη από τη Λιβαδειά από την Τσούκα από το Ζερβάτι

Άτομα από το χωριό μας, που μπήκαν αλλού γαμπροί: 1-Ηλίας 2-Ηλίας 3-Μιχάλης 4-Κώτσης Σπ. 5-Ζήσος Ζ. 6-Μιχάλης 7-Σπύρος Ζ. 8-Θωμάς 9-Αντρέας 10-Νίκος 11.Γιάννης Κ.

Ρώσης Μήτρος Πάντος Ζήσης Ζήσης Αναγνώστης Παπάς Γιώτης Μήτρος Δημήτρης Βάσος

στο Πωγώνι Αργυροκάστρου στο Γιαννιτσάτι στην Νάρτα Αυλώνος στο Ντερμίσι στο Σελειό Άνω Δρόπολης στην Κρανιά στη Δρόβιανη στη Δρόβιανη στη Μάλτσιανη στο Φανάρι στην Αρδάσοβα

Αναφέραμε πιο πάνω ότι οι ρυθμοί της πληθυσμαιακής αύξησης ήταν πολλοί χαμηλοί. Αναφέραμε επίσης κσι τους λόγους. Με βάση τα παραπάνω στοιχεία, αν θα κάνομε κάποιους υποθετικούς υπολογισμούς θα ιδούμε ότι τα νούμερα των οικογνειών καθώς και του πληθυσμού γενικότερα θα ήταν πολύ μεγαλύτερα: Από τις οικογένειες, που δεν άφησαν καθόλου απογόνους έπρεπε να είχαμε 60 άλλες οικογένειες. Από τις οικογένειες, που μετανάστευσαν θα είχαμε τώρα άλλες 42 οικογένειες Από τις οικογένειες, που απόχτησαν μόνο κορίτσια, αν τις υπολογίσομε από ένα αγόρι, θα είχαμε 23 νέες οικογένειες Από τις οικογένειες, που δεν απόχτησαν καθόλου παιδιά, θα είχαμε 30 οικογένειες Από τα άτομα, που απεβίωσαν ή σκοτώθηκαν (τον 20-ο αιώνα) πριν παντρευτούν, θα είχαμε 26 νέες οικογένειες Συνολικά θα είχαμε άλλες 180 οικογένειες, χωρίς να υπολογίζομε εδώ τους θανάτους από τις επιδημίες του 1850, το 1918 από την ισπανική γρίπη ή το 1922. Με τους υποθετικούς ρυθμούς, που αναφέραμε, το έτος 1990, το χωριό έπρεπε να είχε 700 οκογένειες. Πρέπει να λάβομε υπόψη εδώ ότι γύρω στα 1920 από το χωριό μας αποσπάστηκε ένα χωριό ολόκλήρο, το Καλτσάτι., το οποίο εκείνη την εποχή είχε 30 οικογένειες. Από τα στοιχεία του 1990 προκύπτει ότι το χωριό μας το 1990 είχε----οικογένειες και συνολικό πληθυσμό------- άτομα. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14 ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ ΜΑΣ

60


Για να μπει κανείς στα Καλύβια, υπάρχουν δύο είσοδοι, δηλαδή δύο αυτοκινητόδρομοι: η πρώτη είσοδος είναι στου Γκοτζάμπεη. Εκεί αρχίζει η διακλάδωση από την εθνική οδό Αγιοι Σαράντα - Κονίσπολη, ανηφορίζει στο λόφο Σεντολάκος, βγαίνει ψηλότερα στη Σκρίκα του Ντάφυλλου κι εκεί διακλαδίζεται. Η αριστερή διακλάδωση περνάει έξω από τα σπίτια του Γιώρη και Βαγγέλη Μήτρου (του Φιλίππη) και φτάνει στου Κύργιου Στάμου, όπου είναι το σπίτι του Μήτσιου Παπά. Η δεξιά διακλάδωση προχωράει ευθεία, αφήνει δεξιά το σπίτι του Γιώρη Βασίλη, του Νίκου Σκεύη, του Γιώρη Μήτση Αναγνώστη και κοντά στη βρύση της Λεύκας γυρίζει αριστερά και ενώνεται με την πρώτη διακλάδωση στο σπίτι του Μήτσιου Παπά. Σε συνέχεια ο ενωμένος δρόμος προχωράει ευθεία προς τα σπίτι των Κωσταντιναίων, βγαίνει στα σπίτια των Αναγνωσταίων, συνεχίζει προς τα σπίτια των Μαρίνηδων, πιο πέρα στο σπίτι του Αντώνη και Βασίλη Κώστα, κάτω από τη μικρή συνοικία των Παπαγιανναίων και φτάνει στην εκκλησία. Η άλλη είσοδος είναι στον Αγιο Κωσταντίνο της Λιβαδειάς. Ο αυτοκινητόδρομος περνάει στου Καραμάτου, βγαίνει κοντά στην εκκλησία και ενώνεται με τον άλλον αυτοκινητόδρομο, που έρχεται από μεριά Γκουτζάμπεη. Τώρα ο δρόμος προχωράει για τη συνοικία Σταυρονάτι, περνώντας δίπλα στα σπίτια του Κώτση Μήτρου, Θόδωρη Γιώτη, Μήτσιου Πύλιου, βγαίνει στο σπίτι του Μπιρμπίλη και καταλήγει στο σπίτι του Τσιάβου Ηλία. Και οι δύο αυτοκινητόδρομοι καθώς και οι άλλοι δρόμοι εντός του χωριού μας δεν είναι ασφαλτοστρωμένοι μέχρι τώρα, που γράφομε αυτές τις σημειώσεις. Εκτός από τους αυτοκινητόδρομους, υπάρχουν στο χωριό και μερικοί άλλοι πεζόδρομοι, οι οποίοι διευκολύνουν τους χωρικούς να κατεβούν στον κάμπο ή να πηγαίνουν προς τα άλλα γειτονικά χωριά. Συγκεκριμένα: Στην τοποθεσία Παλιόσπιτα αρχίζει ένας πεζόδρομος, που βγαίνει στον Σεντολάκο και ενώνεται με τον αυτοκινητόδρομο. Περίπου 200 μέτρα μετά τη στροφή του αυτοκινητόδρομου, στη θέση Παλιοκόπρι αρχίζει ένας άλλο πεζόδρομος, που βγαίνει στο σπίτι του Γιώρη Μήτση κι εκεί ενώνεται με τον αυτοκινητόδρομο. Στην Καριά αρχίζει άλλος πεζόδρομος και ανηφορίζει μέχρι τα σπίτια του Μιχάλη Αλέξη και του Βαγγέλη Καραντάνη, ενώ πιο πάνω στο σπίτι του Ηλία Σκεύη ενώνεται με τον άλλο πεζόδρομο, που έρχεται από τη Λεύκα. Στου Καραμάτου περνάει άλλος πεζόδρομος, που ξεκινάει από τον αυτοκινητόδρομο και προχωράει στο έμπα του χωριού κι εκεί διακλαδίζεται σε τρεις άλλους άξονες, όπου ο ένας μπαίνει στη συνοικία Σταυρονάτι, ο άλλος φτάνει στην εκκλησία και ο τρίτος μπαίνει στον Κάτω Μαχαλά μέσω της συνοικίας Σκεύη. Από το χωριό Λιβαδειά αρχίζει ένας πεζόδρομος, ο οποίος περνάει στο λόφο του Δαλιάνη, βγαίνει στο Αλώνι του Γιώρη Φώτου και μπαίνει στη συνοικία Σταυρονάτι. Από το Μύλο του Καραθάνου ανηφορίζει ένας πεζόδρομος, διαβαίνει μέσα από τη θέση Κρίκη και καταλήγει στου Σταυρονάτι. Από τη μεριά του Καλτσατιού, στη θεση Κλεισούρα, ανηφορίζει άλλος πεζόδρομος, ο οποίος αφού περνάει τη βρύση του Πατσιαμάρη, στη θέση Γκόλπα χωρίζεται σε δυο παρακλάδια, το ένα βγαίνει στου Σταυρονάτι και το άλλο στον Κάτω Μαχαλά. Από τον Αγιο Γεώργιο, δώθε από το ποτάμι, ένας πεζόδρομος, αφού περάσει από τη Ζμπελίνα, μπαίνει στη συνοικία Ράχη και συγκεκριμένα εκεί, που βρίσκονται τα σπίτια του Μήτσιου Σπύρου Αναγνώστη και του Γιώρη και Κίτσιου Τσιάβου. Από την Τσακάλω ξεκινάει άλλος πεζόδρομος, ο οποίος περνάει στη θέση Καλόγερος, ανεβαίνει πιο πάνω στη Φούκα και στη βρύση με το όνομα Ελιά και

61


αφού περάσει από το Κοκκινόχωμα, μπαίνει στη Ράχη από τη μεριά που είναι τα σπίτια του Μήτσιου Παπά και του Κώτση Γιάννη Κωσταντίνη Αυτοί είναι οι κυριότεροι αυτοκινητόδρομοι και πεζόδρομοι, που ενωνουν το χωριό με τον κάμπο ή τα άλλα γειτονικά χωριά, αλλά υπάρχουν και πολλοί άλλοι δευτερεύοντες, που διευκολύνουν το βιο, αλλά που δεν αξίζει να τους αναφέρομε στις σημειώσεις μας. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15 ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΚΑΛΥΒΙΩΤΩΝ Εξαρχής πρέπει να τονίσομε ότι στο χωριό μας δεν έχουν σημειωθεί μεγάλα κατορθώματα, από εκείνα, που μένουν στην ευρύτερη ιστορία του τόπου μας. Ωστόσο δεν πρέπει να αγνοήσουμε κάποια γεγονότα καθώς και τους πρωταγωνιστές τους, που σχετίζονται με την αυτοάμυνα του χωριού μας. Πιο πάνω αναφέρομε ότι επί του χωριού μας και των κατοίκων του είχε ασκηθεί έντονη πίεση με σκοπό να αλλάξουν την πίστη τους. Οι τουρκικές αρχές μαζί και οι πρώην καλυβιώτικες οικογένειες, που είχε εγκαστασθεί στην Κονίπολη και είχαν ασπαστεί το μουσουλμανισμό, άσκησαν βία, έκαψαν το σχολείο και μερικά σπίτια, πήραν όμηρους 14 άτομα χωρίς να μάθει ποτέ κανείς για την μετέπειτα τύχη τους, αλλά οι Καλυβιώτες έμειναν πιστοί στην ορθοδοξία και δεν γονάτισαν. Αναφέραμε επίσης το θέμα της βρυσομάνας και πως οι ίδιοι οι χωρικοί τη θυσίασαν στο βωμό της ορθοδοξίας, που σημαίνει καλύτερα χωρίς νερό, παρά χωρίς την πίστη. Είναι γνωστό ιστορικό στοιχείο ότι οι Καλυβιώτες είχαν διοργανώσει την αυτοάμυνά τους. Αν και τα όπλα ήταν απαγορευμένα, οι κάτοικοι τα διατηρούσαν κρυφά. Η ένοπλη αυτή αντίσταση ήταν, που έσωσε πολλές φορές το χωριό από τις κλοπές και τις ληστρικές επιδρομές των Λιάμπηδων, από την λαιμαργία των μπέηδων και των αγάδων, που επιβουλεύονταν τις περιουσίες μας. Σε δεκάδες αριθμούνται οι χωρικοί, που σκοτώθηκαν κατά τις συμπλοκές αυτές. Το χωριό μας έβγαλε πολλά παλικάρια, αλλά η συλλογική μνήμη του χωριού διατήρησε τους πιο γενναίους, τους οποίους και θα μνημονεύσομε πιο κάτω: Στα μέσα του 18-ου αιώνα επικεφαλής της αντίστασης του χωριού ήταν ένας νεαρός άντρας από το Καλτσάτι, που μερικοί λένε ότι τον έλεγαν Βασίλη, ενώ μερικοί άλλοι ότι τον έλεγαν Κώστα, ενώ για το επώνυμο συμφωνούν και οι δύο πλευρές ότι ήταν Κρεμμύδα. Ο γενναίος αυτός άντρας παρέμεινε για μεγάλο διάστημα ως επικεφαλής της αντίστασης του χωριού. Μετά απ’ αυτόν, τέθηκε επικεφαλής ένας άλλος Καλυβιώτης με το όνομα Κώστας, που όπως λέγεται προέρχονταν από την οικογένεια Κώστα Λιώλη. Σε συνέχεια, αρχηγός της αντίστασης τέθηκε ένας άλλος που προέρχονταν από την οικογένεια Παπαγιάννη. Ο εν λόγω Παπαγιάννης είναι πρόγονος των οικογενειών που είχαν την κατοικία της στη συνοικία Ράχη, όπου ακόμα σήμερα φέρει το όνομα Παπαγιάννη. Ο Παπαγιάννης ήταν ο ιερέας του χωριού, άτομο με καλή μόρφωση, αλλά και παλικάρι. Σ’ όλο το διάστημα που ήταν αρχηγός της αντίστασης του χωριού, οι τουρκικές αρχές, προσπάθησαν να τον συλλάβουν, αλλά δεν τα κατάφεραν. Μια μέρα, όμως, η περίφημη Κοσιάδα (τούρκοι στρατιώτες) κατάφερε να τον συλάβει μετά από αιφνιδιασμό. Για τη σύλληψη του Αρχηγού υπάρχουν δύο εκδοχές: η μία κάνει λόγο για προδοσία εκ μέρους ενός συγχωριανού του, ενώ η άλλη λέει πως ως υπαιτιότητα της σύλληψης ήταν η χαλάρωση της

62


επαγρύπνησης από τον ίδιο, μια και για πολλά χρόνια δεν κατάφερναν να τον συλλάβουν. Γεγονός είναι ότι συνελήφθη στη μέση του χωριού. Οι τούρκοι στρατιώτες, αμέσως μετά τη σύλληψη, τον δέσανε με σχοινί και κατεθύνθηκαν προς το Δέλβινο, όπου ήταν και το διοικητικό κέντρο της περιοχής μας. Όταν φτάσαν στη θέση Βρύση, κοντά στη Γρανίτσα, τον ξυλοκόπησαν τόσο βαριά, που ο Παπαγιάννης έχασε τις αισθήσεις με αποτέλεσμα να καταστεί αδύντη η περαιτέρω διαδρομή του προς το Δέλβινο. Έτσι, η Κοσιάδα αποφάσισε να διανυκτερεύσει στη Γρανίτσα και την επαύριο να συνεχίσει το δρόμο. Τη νύχτα, όμως, ο Παπαγιάννης συνήρθε και, δεμένος καθώς ήταν, μπόρεσε να φύγει και να κρυφτεί στην Κισαριά. Το δάσος της Κισαριάς ήταν μεγάλο και πυκνό. Το πρωί, η Κοσιάδα είδε ότι ο Παπαγιάννης λιποτάκτησε. Τον ψάξανε παντού, αλλά δεν μπόρεσαν να τον ανακαλύψουν. Τότε επέστρεψαν ξανά στο χωριό, αλλά κι εκεί δεν τον βρήκαν. Έτσι γύρισαν στο Δέλβινο με άδεια χέρια. Οι χωρικοί, μόλις αναχώρησαν οι στρατιώτες, βάλθηκαν οι ίδιοι να ψάχνουν τον Αρχηγό τους. μετά από τρεις μέρες τον βρήκαν ζωντανό, αλλά πολύ ταλαιπωρημένο από το ξύλο και τις κακουχίες. Αφού τον βρήκαν, τον πήραν, τον κρύψανε, του δώσανε τις απαραίτητες ιατρικές βοήθειες και για μεγάλο διάστημα τον κρατούσαν κρυμένον στο χωριό. Οι τούρκοι στρατιώτες πληροφορήθηκαν ότι ο Παπαγιάννης είναι ζωντανός και επέστρεψαν στην περιοχή και τον αναζητούσαν. Όταν ο ίδιος ο Παπαγιάννης αντιλήφθηκε ότι η περαιτέρω διαμονή του στο χωριό μόνον ταλαιπωρία θα έφερνε όπως στον ίδιο έτσι και σε όλο το χωριό, αποφάσισε να πάει και να γίνει καλόγερος σε μοναστήρι του Πωγωνίου. Πέρασε έτσι κάμποσος καιρός. Ο Παπαγιάννης επέστρεψε ξανά στο χωριό και τέθηκε επικεφαλής της αντίστασης. Η καταδίωξη συνέχιζε και αναγκάστηκε να ξαναφύγει, αυτή τη φορά σε μοναστήρι πλησίον του Τσαμαντά. Εκεί πέρασε την υπόλοιπη ζωή του και στα βαθιά γεράματα επέστρεψε στο χωριό, όπου και πέθανε. Ο Παπαγιάνης αυτός ενταφιάστηκε στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα, αλλά το μνήμα τους δεν διατηρήθηκε. Μετά το θάνατο του Παπαγιάννη ως επικεφαλής μπήκε ένα άλλο παλικάρι από το σόι των Βασαίων και μετά απ’αυτόν ένας άλλος από την οικογένεια του Κώστα Λιώλη, αλλά όπως λένε, τούτος πέρα από την ανδρεία, είχε και την κακή συνήθεια να κλέβει. Έτσι, μια μέρα τον σκοτώσανε Διβριώτες στη θέση Γκορτσιές. Λέγεται ότι από τα Καλύβια υπήρχαν άτομα, τα οποία συμμετείχαν στις Κλέφτικες ομάδες, που πολεμούσαν κατά των Τούρκων. Απ’ ότι συγκράτησε η συλλογική μνήμη, τέτοιοι ήταν ο Γιάννης Κολιός από το σόι των Κολιομητραίων και ο Νικόλας Ζήσης από το σόι των Ζησαίων. Αυτοί οι δύο ποτέ δεν γύρισαν στο χωριό και κανείς δεν έμαθε τίποτα για την τύχη τους. Ίσως να είναι σύμπτωση, αλλά από τις δύο προαναφερόμενες οικογένειες βγήκαν και δύο άλλα παλικάρια με τα ίδια ονόματα. Ο εκ των Ζησαίων ήταν και ανδρείος και πολύ όμορφος. Οι τούρκοι δεν μπόρεσαν ποτέ να τον βάλουν στο χέρι. Πάντως το παλικάρι αυτό εξαφανίστηκε χωρίς ίχνος από το προσκήνιο. Άλλοι λένε πως πήγε με τους Κλέφτες και σκοτώθηκε ή ότι εκεί που πήγε, παντρεύτηκε και παρέμεινε στα ξένα. Υπάρχει και η άλλη εκδοχή, που λέει πως κάποιος τον σκότωσε και τον έθαψε ο ίδιος ο δολοφόνος, χωρίς να μάθει ποτέ κανείς τίποτα. Ο Γιάννης Κολιός ο Δεύτερος, ήταν κι αυτός ανδρείος. Αυτόν επιφόρτωσε η Δημογεροντία να εξουδετερώσει τον Βασίλη Παπά, ο οποίος ήταν ο κολαούζος των Λιάμπηδων σε κάποια ληστεία, που έγινε στο χωριό. Πέθανε στο χωριό, αλλά δεν είχε παντρευτεί και δεν άφησε απογόνους. Υπήρξαν, όμως και γενναίες γυναίκες στο χωριό μας. Μια τέτοια γενναία γυναίκα ήταν από το σόι των Χρηστογιανναίων και παντρεμένη στο σόι Κυριάκη με

63


τον Μήτρο Κυριάκη. Από νεαρά ηλικία, είχε αντιμετωπίσει με ανδρεία τους τούρκους στρατιώτες και πέθανε με το κουμπούρι στο ζωνάρι. Μια άλλη κοπέλλα από το σόι Παπά από το Σταυρονάτι, σε ηλικία 17 ετών πλήγωσε το το κουμπούρι της έναν Κουρβελεσιώτη, που με την ομάδα του προσπαθούσαν να της κλέψουν το βιο. Ποτέ της δεν αποχωρίστηκε το κουμπούρι. Την εποχή, που καταστράφηκε το Λυκούρσι πολλοί άντρες από το χωριό μας κατέβηκαν και διοργάνωσαν άμυνα στη θέση Μπαλίμπεη με σκοπό να μην περάσουν οι Τούρκοι πάνω από το Καραλίμπεη, για να κάψουν τα χωριά πέρα από το ποτάμι. Στις αρχές του 20-ου αιώνα και την περίοδο της Αυτονομίας πολλοί άντρες συμμετείχαν στις πολεμικές επιχειρήσεις. Διακρίθηκαν ο Γιώρης Φώτου Κρεμμύδας και ο Γιώρη Σπύρου Ζήσης. Ο τελευταίος τραυματίστηκε πέντε φορές με τελευταία στην Κιάφα της Σκερφίτσας μαζί με το παλικάρι από την Αρδάσοβα, τον Βαγγέλη Γένη, που τον μνημονεύει και το λαϊκό τραγούδι Το 1924, όταν η Κυβέρνηση Φαν Νόλι ήταν σε κίνδυνο από τις δυνάμεις του Ζώγκου και τους Ρώσους λευκοφρουρούς, πολλοί χωριανοί μας ανταποκρίθηκαν στην έκκληση και βγήκαν εθελοντές. Θα αναφέρομε τα ονόματα των Καλυβιωτών, που έμειναν στη μνήμη των γεροντότερων: Γιάννης Ηλία Αναγνώστης, Μιχάλης Παπάς, Πύλιος Σκεύης, Γιάννης Βαγγέλη Αναγνώστης, Κώτσης Μπούντρης, Κόλιας Νάσιου Ζήσης, Νάτσης Κάτσης, κ.ά. ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16 ΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ ΜΕΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1945 Στο κεφάλιο τούτο θα κάνομε λόγο για θέματα, τα οποία σχετίζονται με τη γενικότερη εικόνα της ζωής του χωριού μας μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο. Η ανάλυση της περιόδου αυτής δεν θα επηρρεαστεί από ιδεοπολιτικά κριτήρια, γιατί αυτό είναι πρόβλημα των ιστροκών και λίγη σημασία έχει για το ιστορικό μας. Εγώ από τη μεριά μου θέλω να καταγράψω τις μεγάλες αλλαγές, που επιτελέστηκαν την περίοδο αυτή στην οικονομία, στον τρόπο παραγωγής, στον τρόπο ζωής, στην αύξηση του πληθυσμού, στην παιδεία και τη μόρφωση, στην υγεία και γενικά στο βιοτικό επίπεδο των ανθρώπων. Το 1939 άρχισε ο Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος. Τον Απρίλη του 1939 η Ιταλία επιτέθηκε και υποδούλωσε την Αλβανία. Και οι Καλυβιώτες, όπως όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας την υποδέχτηκαν αρνητικά μια τέτοια ενέργεια, γιατί γνώριζαν πια πως σκλαβιά θα ήταν τριπλή: από το αλβανικό κράτος, από τους αλβανούς εθνικιστές και από τους καταχτητές. Μετά την κατάχτηση, η Ιταλία άρχισε να ανοίγει κάποιες θέσεις δουλειάς όπως λχ στον τομέα επισκευής των δρόμων και των γεφυριών, της ανέγερσης των στρατώνων και άλλων χτιρίων στρατιωτικού χαραχτήρα. Όπως πολλοί κάτοικοι από όλη την περιοχή, έτσι και από το χωριό μας απασχολήθηκαν με τις εργασίες αυτές. Τον Οχτώβρη του 1940 η Ιταλία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, ενώ δεν πέρασε παρά ένας μήνας και ο ιταλικός στρατός, κάτω από τα σθεναρά χτυπήματα του ελληνικού στρατού, υποχρεώθηκε να οπισθοχωρήσει και να φτάσει μέχρι του Λογαρά. Ο Ελληνικός στρατός πολέμησε στα μέρη αυτά μέχρι τον Απρίλη του 1941, όπου με την έφοδο του γερμανικού στρατού, υποχρεώθηκε να οπισθοχωρήσει. Που σημαίνει ότι ξανά στον τόπο μας εγκαθιδρύθηκε το κράτος της κατοχής, του τζαντάρη και των αλβανικών ληστοσυμμοριών. Οι ιταλικές αρχές και οι μισθοφόροι

64


τους ασκούσαν μεγάλη πίεση προς τον αλβανικό λαό, αλλά προς τον μειονοτικό λαό, η πίεση ήταν διπλή. Το Νοέμβρη του 1941 ιδρύθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα Αλβανίας, το οποίο ανέλαβε και τη διοργάνωση της ένοπλης αντίστασης. Το Κομμουνιστικό Κόμμα από τις πρώτες μέρες έκανε έκκληση στο λαό να ξεσηκωθεί ενάντια στον καταχτητή και τους ντόπιους προδότες. Στις αρχές του 1942 ήταν και οι Σύμμαχοι (Σοβιετική Ένωση, Αμερική και Αγγλία) που έκαναν έκληση προς όλους του υποδουλωμένους λαούς του κόσμου να ξεσηκωθούν και να πολεμήσουν τους καταχτητές. Όσο για τις Μειονότητες, οι σύμμαχοι έκαναν έκκληση να ξεσηκωθούν και να πολεμήσουν στο πλευρό των χωρών στις οποίες και ανήκουν ως υπήκοοι. Η Ελληνική Μειονότητα δηλαδή έπρεπε να πολεμήσει στο πλευρό του αλβανικού λαού. Από τις πρώτες κιόλας μέρες της αντίστασης, ο Μειονοτικός λαός συνδέθηκε στενά με το Κίνημα της Αντίστασης κατά των καταχτητών. Το χωριό μας μπορούμε να πούμε άφοβα πως ήταν από τα πρώτα σε όλη την περιοχή του Βούρκου, που εντάχτηκε στο Κίνημα αυτό. Μια εξήγηση, που θα μπορούσαμε να δώσομε είναι η εξής: - Στο σύνολό του, ο πληθυσμός του Νότου και ειδικά ο μειονοτικός πληθυσμός είναι περισσότερο εξελιγμένος και έχει πιο αναπτυγμένα τα δημοκρατικά του φρονήματα και ιδεώδη. - Σχεδόν από κάθε χωριό της Μειονότητα υπήρξαν σπουδαστές στην Ελλάδα, οι οποίοι υοθέτησαν την αριστερή ιδολογία και επηρρέσαν τα πράγματα προς την κατεύθυνση αυτή. - Η έκκληση των Συμμάχων, εξάλλου, έλεγε πως μετά την απελευθέρωση οι Μειονότητες θα έχουν όλα τα περιθώρια για πλήρη δημοκρατικά και εθνικά δικαιώματα. Έτσι η Μειονότητα εντάχτηκε πλήρως στο Κίνημα με μια συμμετοχή περίπου 7000 ατόμων στις ομάδες αυτοάμυνας, στους παρτιζάνικους σχηματισμούς, στα νέα τοπικά διοικητικά όργανα. Στα πεδία των μαχών σκοτώθηκαν άνω των 100 παρτιζάνων, πολλοί είναι οι τραυματισμένοι, ενώ τα σπίτια που υπέστησαν ζημιές είναι χιλιάδες. Τα Μειονοτικά παιδιά εντάχτηκαν σε τρία Μειονοτικά τάγματα, ενώ πολλά άλλα εντάχτηκαν σε άλλα τάγματα και Ταξιαρχίες. Εδώ θα ήθελα να επισημάνω δύο πράγματα: Πρώτο, δεν τη θεωρώ σωστή την άποψη μερικών, που κατακρίνουν τη συμμετοχή του Μειονοτικού λαού στην Αντίσταση. Αντίθετα, η άποψή μου είναι ότι πρέπει να επαινέσομε μια τέτοια συμμετοχή, γιαί από τη μια επιβεβαιώνει τα προοδευτικά, δημοκρατικά αισθήματα του λαού μας και, από την άλλη την ανδρεία στάση αυτού του πληθυσμού. Δεύτερο, πρέπει να τονίσομε ότι από την καθοδήγηση του Κομμουνιστικού Κόμματος και του Γενικού Επιτελείου του ΕΕ Στρατού, η συμμετοχή αυτή αξιοποιήθηκε προς όφελός τους και είναι φανερές οι προσπάθειες να μειώσουν μια τέτοια προσφορά στην Αντίσταση. Οι πρώτες οικογένειες του χωριού μας, που συνδέθηκαν με την Αντίσταση ήταν οι οικογένειες Αναγνώστη και Σκεύη, μεγάλες οικογένειες και οι δυο και με καλή οικονομική κατάσταση. Ως άτομα, που συνδέθηκαν εξ’ αρχής με το Κίνημα ήταν ο Πέτρος Γιάννη Αναγνώστης, ο Γιώργος Νάσιου Σκεύης, ο Βαγγέλης Δημήτρη Αναγνώστης και ο Σωτήρης Βασίλη Σκεύης. Στα παρτιζάνικα τάγματα και στις τοπικές ομάδες αυτοάμυνας συμμετείχαν πολλά παιδιά από το χωριό μας. Στις αρχές του 1943, εκτός από τα τέσσερα άτομα, που ανέφερα πιο πάνω, ήταν πολλοί εκείνοι, που δραστηριοποιούνταν. Πιο κάτω θα

65


καταγράψω τα ονόματα όσων συμμετείχαν στα παρτιζάνικα τάγματα, στις ομάδες αυτοάμυνας και τα μέλη του Εθνικο – απελευθερωτικού Συμβουλίου. Συμμετείχαν στον πόλεμο: 1- Πέτρος 2- Γιώργος 3- Βαγγέλης 4- Σωτήρης 5- Γιώρης 6- Γιώρης 7- Θωμάς 8- Βαγγέλης 9- Σπύρος 10-Βαγγέλης 11-Ζήσος 12-Κώτσης 13-Νάσιος 14-Νάσιος 15-Μιχάλης 16-Σωτήρης 17-Ηλίας 18-Κίτσιος 19-Πέτρος 20-Γιώργος 21-Θωμάς 22-Βαγγέλης 23-Βασίλης 24-Κώτσης 25-Σταύρος 26-Λάμπης 27-Πέτρος 28-Σπύρος 29-Βαγγέλης 30-Στέφος 31-Θωμάς

Γιάννη Νάσιου Δημήτρη Βασίλη Κόλια Μήτσιου Σταύρου Γιώρη Κώτση Ζήσου Νάτση Γιάννη Σωτήρη Λάμπη Πύλιου Χρήστου Πύλιου Τσιάβου Κίτσιου Γιάννη Νικόλα Πύλιου Γιάννη -------Μίχου Νικόλα Νικόλα Δημήτρη Κώτση Νάσιου Γιώτη

Αναγνώστης Σκεύης Αναγνώστης Σκεύης Ντάφυλλος Κύργιος Αναγνώστης Νικόλας Μπούντρης Παπάς Κάτσης Κωσταντίνης Κολιός Νάσιος Σκεύης Νικόλας Βάσος Νάσιος Στέργιος Αναγνώστης Ζήσης Σκεύης Ράφτης Γκούμας Παπάς Γιάννης Σκεύης Αναγνώστης Μαρίνης Σκεύης Γιάννης

Αυτοί που δραστηριοποιήθηκαν στους διάφορους τοπικούς τομείς και συνδεότανε με τις τοπικές στρατιωτικές διοικήσεις είναι οι εξής: 1- Γιώργος 2- Πέτρος 3- Γιώργος 4- Σπύρος 5- Θωμάς 6- Λάμπης 7- Βαγγέλης

Νάσιου Νικόλα Γιάννη Δημήτρης Νικόλα Νικόλα Πύλιου

Σκεύης Σκεύης Αναγνώστης Αναγνώστης Ζήσης Γιάννης Σκεύης

66


Αυτοί που πήραν μέρος στα εφεδρικά τάγματα και σε μάχες, όπως λχ της Κονίσπολης, του Μπογαζιού, της Γέφυρας της Κρανιάς, της Κουλουρίτσας, της Τσακάλως, κλπ: 1- Κόλιας Βαγγέλη 2- Γιάννης Κώστα 3- Βαγγέλης Φώτου 4- Γιάννης Ηλία 5- ΠαναγιώτηςΖήσου 6- Βαγγέλης Ζήσου 7- Δημήτρης Βαγγέλης 8- Γρηγόρης Γιάννη 9- Βαγγέλης Μίχου 10-Γιάννης Βαγγέλη 11-Φιλίππης Κώστα 12-Πύλιος ………. 13-Θωμάς Νικόλας 14-Φιλίππης ,,,,,,……. 15-Βασίλης Μίχου 16-Κώτσης Θωμά 17-Κώτσης Μήτρου 18-Βασίλης Μήτρου 19-Θωμάς Νικόλα 20-Φιλίππης Σταύρου 21-Μήτσης Γιάννη

Κολιός Λιώλης Στέφος Αναγνώστης Νικόλας Πύλιος Αναγνώστης Κωσταντίνης Κάτσης Αναγνώστης Ρώσης Κολέτσης Σκεύης Αλέξης Παπάς Μπούντρης Μαρίνης Μαρίνης Γιάννης Φώτος Ράφτης

Ως ικανούς συμβούλους θα αναφέραμε τους: 1- Βαγγέλη 2-Θόδωρη 3-Κόλιας 4-Πύλιο 5-Κίτσιο 6-Κώτση 7-Μήτση

Φώτου Βαγγέλη Βαγγέλη Κότε Γιάννη Θωμά Γιάννη

Στέφο Αναγνώστη Πύλιο Σκεύη Γιώτη Μπούντρη Ράφτη

Εκτός από τους άντρες στην Αντίσταση πήραν μέρος και γυναίκες, όπως λχ η Γιαννούλα Ζήση, μητέρα του Βαγγέλη Γιώρη Νικόλα. Όλα τα παιδιά, που συμμετείχαν στις πολεμικές ενέργειες έδειξαν ανώτερο φρόνημα και παλικαριά, αλλά ανάμεσά τους θα αναφέραμε τους: 1- Γιώρη Κόλια Ντάφυλλο 2- Γιώρη Μήτση Κύργιο (Αναγνώστη) 3- Θωμά Σταύρου Αναγνώστη 4- Βαγγέλη Γιώρη Νικόλα Στις διάφορες μάχες, που διεξήχθηκαν στον τόπο μας έπεσαν πολεμώντας ηρωικά ή τραυματίστηκαν οι: 1- Πέτρος Γιάννη Αναγνώστης, στη μάχη του Δελβίνου, τον Ιούλη 1944 2- Θωμάς Σταύρου Αναγνώστης, τραυματίστηκε βαριά στο βορά της χώρας.

67


3- Νάσιος Λάμπης Νάσιος, σκοτώθηκε κατά των ντιβερσάντων στο βορά. 4- Ανδρέας Θωμά Κολιός, απήχθη από τους Γερμανούς και χάθηκαν τα ίχνη του. Το 1980 κηρύχτηκε πεσόντας. Ο Πέτρος Γιάννη Αναγνώστης είχε κηρυχτεί πεσόντας με τη λήξη του Πολέμου. Στο μεσοχώρι, ανάμεσα στο οχτάχρονο σχολείο και το νεκροταφείο είχε αναγερθεί ηρώο στη μνήμη των πεσόντων και όλων των πατριζάνων του χωριού. Το Σεπτέμβρη του 1943 τα Καλύβια έγιναν έδρα της τοπικής παρτιζάνικης διοίκησης όπου το 75% των συμμετασχόντων ήταν από το χωριό μας. Μεταξύ των άλλων αναφέρομε τους Θωμά Σταύρου Αναγνώστη, Βαγγέλη Γιώρη Ζήση και τον Κώτση Γιάννη Κωσταντίνη. Διοικητής ήταν ο Λάμπης Γιωτόπουλος από το Καλτσάτι και Κομισάριος ο Πέτρος Γιάννη Αναγνώστης. Η διοίκηση στεγάζονταν στο σπίτι του Γιάννη Βαγγέλη Αναγνώστη. Όντας σε αρκετά ψηλό λόφο και περιστοιχισμένο από πολλά και πυκνά δάση, το χωριό μας αποτελούσε ιδανικές συνθήκες για τους παρτιζάνους και τις πολεμικές επιχειρήσεις. Γι΄αυτό και στο χωριό μας περνούσαν πολύ συχνά παρτιζάνικες δυνάμεις. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι γερμανομπαλίστες έβαλαν φωτιά στα σπίτια των Κίτσιου Γιώτη Γιάννη, Γιώρη Κόλια Ντάφυλλου, Δημήτρη Αναγνώστη, Γιάννη Αναγνώστη και Κώτση Μπούντρη, αλλά η γρήγορη παρέμβαση των χωρικών τα έσωσε από την ολική καταστροφή. Τραυματίστηκαν ελαφρά ο Κόλιας Κώτση Μαρίνης και ο Βαγγέλης Γιάννη Νικόλας, όπως επίσης κλάπηκαν κάποια κεφάλια γιδοπρόβατα. Μετά τον πόλεμο λόγω της ταξικής πάλης και της εθνικιστικής πολιτικής έναντι του μειονοτικού στοιχείου, αρκετοί συγχωριανοί μας καταδικάστηκαν με διάφορες ποινές. Συγκεκριμένα: Ο Σωτήρης Βασίλη Σκεύης το 1946 κατηγορείται ως πράκτορας της εεληνικής Ασφάλειας και μαζί με πολλούς άλλους συλλαμβάνεται, καταδικάζεται και εκτελείται το Σεπτέμβρη του 1946. Ο Γιώργος Νάσιου Σκεύης, ο Πέτρος Νικόλα Σκεύης και ο Γιώργος Γιάννη Αναγνώστης διαγτάφονται από το Κόμμα, απομακρύνονται από τις κρατικές θέσεις, που είχαν και κρατούνται επί δύο εβδομάδες. Ο Σπύρος Δημήτρη Αναγνώστης και ο Θωμάς Νικόλα Ζήσης διαγράφονται από το Κόμμα, αλλά χωρίς περαιτέρω τιμωρίες. Μετά απ’ αυτά ένα μέρος της μεγάλης οικογένειας Σκεύη έγινε έξωση από την Οργάνωση του Δημοκρατικού Μετώπου, ένα μέτρο αυτό, που λαμβάνονταν για άτομα τα οποία θεωρούνταν ως ανεπιθύμητα για το καθεστώς. Έγιναν έξωση ο Πύλιος Σκεύης και η μητέρα του Σωτήρη Σκεύη και αργότερα τους ακολούθησε και ο Θωμάς Νικόλα Σκεύης. Το 1947 συλαμβάνεται και καταδικάζεται με δύο χρόνια φυλάκιση ο Σωτήρης Σπύρου Κωσταντίνης με την κατηγορία ότι συνδεότανε με πράκτορες της ελληνικής Ασφάλειας και ότι εξέφραζε τη δυσαρέσκειά τους προς το καθεστώς. Μετά το 1960 συνελήφθη και ο Θόδωρης Τσιάβου Κωσταντίνης, στην αρχή για διαφθορά, ενώ κατά την έκτιση της ποινής επαναδικάστηκε για πολιτικά. Εγώ, που έζησα όλα αυτά τα γεγονότα είμαι πεπεισμένος ότι κανένας από τους προαναφερόμενους δεν ήταν ένοχος, αλλά η καταδίκη τους ήταν αποτέλεσμα της διαστρέβλωσης της γραμμής από το ίδιο το Κόμμα και το αλβανικό κράτος. Ήταν αποτέλεσμα της εφαρμογής των διακρίσεων προς το μειονοτικό στοιχείο, πράγμα, που το είδαμε όχι μόνον σε εκείνη την κρίσιμη περίοδο, αλλά σε όλη τη μετέπειτα

68


κομμουνιστική εποχή μέχρι την πτώση της διχτατορίας. Το είδαμε αυτό, όμως, και μετά την πτώση της διχτατορίας, στη διακυβέρνηση της χώρας από τον Μπερίσια. Ανέφερα ότι η τιμωρία των προαναφερόμενων ήταν άδικη, ξεκινώντας και από ένα άλλο στοιχείο: σε όλη τη μετέπειτα περίοδο της σαραντάχρονης κομμουνιστικής διακυβέρνησης κανένας από το χωριό μας δεν καταδικάστηκε για πολιτική είτε για κλοπή, διαφθορά, κλπ. Κανένας δεν παύτηκε από τη θέση του για ανικανότητα στη δουλειά. Ας ακολουθήσομε τώρα τη ζωή των συγχωριανών μας την περίοδο αυτή: Πιο πάνω μίλησα για το σχολείο, αλλά και για τις τέχνες, που πολλοί Καλυβιώτες ασκούσαν στη ζωή τους. Αυτό ακριβώς, αλλά και η πλήρη συμμετοχή τους στην Αντίσταση συνηγόρησαν στο να απορροφηθούν από το κράτος σε διάφορες θέσεις πολλά παιδιά από το χωριό μας. Ο Σωτήρης Σκεύης ήταν ο δεύτερος τη τάξη στην Υποδιοίκηση της Κονίσπολης. Ο Γιώργος Σκεύης ήταν δικαστής στην Υποδιοίκηση. Ο Γιώργος Αναγνώστης ήταν στέλεχος της Νεολαίας, αλλά ασκούσε και καθήκοντα στον οικονομικό τομέα. Οι Σπύρος Αναγνωστης και ο Νάσιος Γρηγόρης εργαζότανε στον τομέα του Εμπορίου. Ο Πέτρτος Σκεύης στον διοικητικό τομέα της Υποδιοίκησης, Οι Μιχάλης Σκεύης, Θωμάς Γιώτης, Γιώρης Μήτσης, Γιώρης Ντά��υλλος, Θωμάς Αναγνώστης στον τομέα του στρατού. Οι Βαγγέλης Γιώρης, Κώτσης Κωσταντίνης ήταν μηχανουργοί στον γεωργικό τομέα. Οι Βαγγέλης Αναγνώστης, Σπύρος Μπούντρης, Μαρίνα Μπούντρη, στον τομέα της παιδείας. Ο Στέφος Σκεύης στον τομέα της Υγιεινής. Οι Φώτος Σταύρου Κρεμμύδας και Βασίλης Μιχάλη Παπάς στην Αστυνομία. Οι Θωμάς Νικόλα Γιάννης, Ζήσος Κίτος, Θωμάς Νικόλα Ζήσης, Σταύρος Μίχος Παπάς, Φιλίππης Αλέξης, Γιώρης Τσιαβος κ. ά. ασκούσαν διάφορα επαγγέλματα. Μερικοί νέοι, αν και ασχολούμενοι με τις διάφορες εργασίες, συνέχιζαν και σχολές όπως ο Βαγγέλης Σκεύης, Γιώργος Αναγνώστης, Σταύρος Νικόλας, κλπ. Όταν ανοιξαν τα εφτάχρονα σχολεία, ήταν μαζική η προσέλευση των παιδιών από το χωριό μας. Πολλά απ’ αυτά συνέχισαν τις μεσαίες σχολές. Μέχρι το 1950 υπολογίζομε ότι ασχολούνταν σε κρατικές δουλειές πάνω από 80 άτομα, που σημαίνει ένα άτομα σε κάθε οικογένεια κι ακόμα ότι τα αυξαίνονταν τα έσοδα των οικογενειών αυτών. Οι Καλυβιώτες γνωρίζονται ως άνθρωποι εργατικοί και ότι δεν το αισθάνονται ως προσβολή να κάνουν οποιαδήποτε εργασία. Τούτο αποδεικνύεται με τη συμμετοχή στο γεωργικό συνεταιρισμό, αλλά και στον κρατικό τομέα στον οποίο ασχολούνταν άνω από 200 άτομα. Το 1957 στο χωριό μας ιδρύεται ο γεωργικός συνεταιρισμός. Από το 1953 η συνοικία Ράχη είχε ιδρύσει την γεωργική κολεχτίβα, που εξασφάλιζε έσοδα άνω των 200 λεκ ημερισίως. Μετά την ίδρυση του συνεταιρισμού, από διάφορους παράγοντες, η εργαημέρα έπεσε αισθητά, αλλά οι χωρικοί είχαν ακόμα και κάποια ιδιωτική περιουσία, όπως τον κήπο, μερικά κεφάλια γιδοπρόβατα. Είχαν ακόμα και τουλάχιστον ένα άτομο σε κρατική εργασία. Οι τρεις αυτοί πόροι εσόδων, λίγο πολύ άρχισαν να επιδρούν θετικά στην άνοδο του επιπέδου της ζωής. Έτσι, την εποχή αυτή σημειώθηκε αισθητή άνοδος του βιοτικού και μορφωτικού επιπέδου, τόσο, που δε γίνεται καμιά σύγκριση με την προπολεμική περίοδο. Μπορούμε να αναφέρομε πως όλα τα παιδιά του χωριού μας τελείωναν το εφτάχρονο σχολείο. Πολλά παιδιά πήγαιναν στου Αλήκου, στυο Θεολόγου και αλλού, πολύ μακριά από το χωριό, μόνο και μόνο, για να τελειώσουν το σχολείο. 150 νέοι και νεες τελείωσαν τις διάφορες μέσες σχολές και άνω από 80 άτομα τελείωσαν ανώτερες σχολές.

69


Την ίδια εποχή άρχισε η κατασκευή των σπιτιών με νέες προδιαγραφές, με περισσότερα δωμάτια και βοηθητικούς χώρους. Το βιο απαμακρύνθηκε από τα κατώγια, όπου κρατούνταν ως τότε., χτίζονταν αυλόγυροι, μπήκε η χρήση του τούβλου, οι στέγες γίνονταν με κεραμίδια,, κατασκευάστηκαν ταβάνια ακόμα και στα παλιά δωμάτια, κλπ. Πριν η θέρμανση και το μαγείρευμα γινότανε στη γωνιά, ενώ σιγά – σιγά στα σπίτια μπήκαν ξυλόσομπες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν συνθήκες για μεγαλύτερη καθαριότητα. Βελτίωση σημειώθηκε και οσον αφορά την επίπλωση και τον υπόλοιπο εξοπλισμό των σπιτιών. Έτσι, έχομε πια κρεβάτια, σεντόνια, παπλώματα, στρώματα, πιάτα, κατσαρόλες, κουταλοπήρουνα, κλπ. Αλλαγή σημειώθηκε και στις φορεσιές όπως των αντρών έτσι και των γυναικών. Στη δεκαετία του 1960 μπήκαν τα ραδιόφωνα, κατασκευάστηκε ο αυτοκινητόδρομος. Στις αρχές του 1970 έγινε πλήρης ηλεχτροφωτισμός στη χώρα και η στιγμή αυτή αποτελεί σταθμό για την περαιτέρω βελτίωση των συνθηκών ζωής και την άνοδο του βιοτικού επιπέδου. Το νέο αυτό τοπίο, έφερε και σημαντικές αλλαγές στον ψυχικό κόσμο των ανθρώπων, στην απόρριψη πολλών προλήψεων, που κρατούσαν δεμένη τη ζωή και δεν την άφηναν να προχωρήσει, μπήκαν καινούργιες αντιλήψεις για πολλά πράγματα. Δεν υπήρχαν πια λχ αρραβώνες ή γάμοι με κρουσκιά, αλλά με βάσει την αλληλογνωριμία των νέων. Οι αρραβωνιασμένοι συναντιότανε παντού, πήγαιναν στο σπίτι του άλλου χωρίς παρεξηγήσεις και οι σχέσεις αυτές ήταν εντελώς απαλλαγμένες από την προίκα και άλλα τέτοια συμφέροντα. Είναι γνωστό ότι με την ίδρυση του γεωργικού συνεταιρισμού καταργήθηκαν τα σύνορα, ενώθηκαν τα χωράφια, ενώθηκαν τα κοπάδια, μειώθηκαν στο ελάχιστο οι διαφορές ανάμεσα στους χωρικούς. Παράλληλα, ο τρόπος αυτός παραγωγής και διανομής των αγαθών, αυτό το καινούργιο κοινωνικό τοπίο, που διαμορφώθηκε, είχε και τις αρνητικές του πλευρές, τις οποίες θα προσπαθήσομε να τις συνοψίσομε πιο κάτω: - Μετά τον πόλεμο, η Δημογεροντία αντικαταστάθηκε από τα Λαϊκά Συμβούλια. Μέλη αυτών των συμβουλίων, όμως, δεν εκλέγονταν πια άτομα ευρείας αποδοχής, αλλά άτομα πολιτικής εμπιστοσύνης με συνέπεια οι διαφορές που προέκυπταν να μην βρίσκανε την κατάλληλη λύση. - Το κριτήριο της οικογενειοκρατίας έπαιζε επίσης αρνητικό ρόλο στα πράγματα του χωριού. Σε περίπτωση λχ που ζητούνταν ένα άτομο να εργαστεί στον κτρατικό τομέα, όχι πάντα πήγαινε εκείνος, που είχε περισσότερες ανάγκες, αλλά κάποιος που ήταν ευνοούμενος. Πολλά παιδιά λχ που αξίζανε να πηγαίνουν στο σχολείο δεν πήγαν για τους λόγους, που αναφέραμε πιο πάνω. - Η πάλη των τάξεων έδινε την αφορμή ώστε μερικοί να εκδηλώσουν την κακή πλευρά τους, επιβαραίνοντας κάποιους απλώς για ιδιωτικά μικροσυμφέροντα. - Η παλιά αλληλεγγύη μεταξύ των χωρικών, οι σχέσεις μεταξύ τους, κάπου έχασαν την πρωταρχική τους αξία και δημιούργησαν μεγάλο κενό στον ψυχικό κόσμο των ανθρώπων μας Είναι γεγονός ότι στην πλειοψηφία τους οι αρνητικές πλευρές, που εμφανίζονταν, αλλά και πολλές φορές που καλλιεργούνταν στο χαραχτήρα των συγχωριανών μας, ήταν συνέπεια του ίδιου του καθεστώτος, αλλά πρέπει να επισημάνουμε ότι και αρκετοί από τους συγχωριανούς μας έχουν ξεπεράσει κάθε όριο. Απαιτούσαν οτιδήποτε να γίνει προς όφελός τους. πολλές διαφωνίες επιλύονταν όχι με βάση το κτιρήριο της αντικειμενικότητας, αλλά της συγγένειας και της φιλίας. Έτσι, ξεχάστηκαν οι κανόνες και το εθιμικό δίκαιο, βάσει του οποίου οι παλιοί Καλυβιώτες ρυθμίζανε ανα τους αιώνες τα θέματά τους. Πολλές συκοφαντίες εκτοξεύτηκαν από συγχωριανούς μας εις βάρος άλλων συγχωριανών μας, πολλά

70


ανώνυμα γράμματα σταλθήκανε από το χωριό εις βάρος των συγχωριανών, οι οποίοι διέμεναν σε άλλες πολιτείες και οικισμούς της χώρας. Και είναι γεγονός, επίσης, ότι πολλοί συγχωριανοί μας έχασαν τις δουλειές τους και την ηρεμία της ζωής τους από τέτοια ανώνυμα γράμματα και συκοφαντίες. Τέτοια χτυπήματα «κάτω από τη μέση» όπως λέγεται, έπαθαν πιο πολύ δυο οικογένειες, το σόι των Αναγνωσταίων και των σόι των Σκευάτων. Κι ένω οι Αναγνωσταίοι, για κάποιους λόγους, δεν έπαθαν μεγάλη ζημιά, εκτός από εμένα, που τα δοκίμασα στο πετσί μου, οι Σκευάτες με τον Σωτήρη και τον Πύλιο τιμωρημένους, υπόφεραν πολύ. Να λέμε την αλήθεια, μολονότι η οικογένεια αυτή ήταν πλούσια, αν εξαιρέσομε κάποιες άδικες πράξεις, που έγιναν από τον Βασίλη Σκεύη και αργότερα από τον Πύλιο Σκεύη, ήταν άνθρωποι που δεν έκαναν κανένα κακό στους Καλυβιώτες. Οι Καλυβιώτες, όμως, με αφορμή την τιμωρία του Σωτήρη και του Πύλιου, τους αδίκησαν. Όλη η περίοδος από το 1945 και μέχρι το 1991 ήταν προβληματική, αλλά τα χρόνια 1972 – 1977 ήταν πολύ βαριά για το χωριό μας. Τούτο λόγω του ανοιχτού μίσους μεταξύ των ανθρώπων, αλλά που ευτυχώς πέρασε χωρίς θύματα και διώξεις. Δεν θα αναφέρω τα ονόματα μερικών συγχωριανών μας, οι οποίοι εξέφραζαν τη διάθεση για να προξενήσουν το κακό (αν και είναι γνωστοί). Θ αναφέρω μόνο το στοιχείο ότι η πολειοψηφία τους ήταν μέλη του Κόμματος και διέμεναν στο χωριό. Είναι αξιοσημείωτο ότι από τους εκαντοντάδες συγχωριανούς, που εργαζότανε έξω από το χωριό, δεν εκδηλώθηκε μια τέτοια τάση αντιπαράθεσης( αν εξαιρέσομε καμιά περίπτωση, όπου κάποιο άτομο, λόγω της οικογενειακής επίδρασης, κουβαλούσε μέσα του ένα τέτοιο κλίμα). Η ζήλια και η συκοφαντία ήταν «προνόμιο» εκείνων, που ζούσαν στο χωριό. Για πολλούς από τους συγχωριανούς μας έγιναν ανώνυμα γράμματα και εκτοξεύτηκαν συκοφαντίες (είναι γνωστοί οι «συγγραφείς» των γραμμάτων αυτών», αλλά τα χειρότερα ήταν εκείνα τα γράμματα, που κατηγορούσαν το Γιώργο Γιάννη Αναγνώστη, τον Κίτσιο Πύλιο Σκεύη, τον Μήτσιο Νάσιο Σκεύη. Για μένα ίσως να «είχαν δίκιο», επειδή πήρα διαζύγιο από την πρώτη γυναίκα», αλλά για τους δυο άλλους, δεν υπάρχει καμιά δικαιολογία. Η οικοδόμηση των κοινοφελών έργων στο χωριό είναι ένα άλλο θέμα, που θέλω να επισημάνω. Οι Αρχές του χωριού εκδήλωναν πάντα μεγάλη αδιαφορία όταν γίνονταν λόγος για την οικοδόμηση του σχολείου, του βρεφοκομείου, του νηπιαγωγείου, των βιοτεχνικών και εμπορικών, καταστημάτων, των δρόμων του χωριού, κλπ. Σε περίπτωση, που από μερικούς δεν θα καλλιεργούνταν η αντιπάθεια για εκείνους που εργαζότανε εκτός του χωριού, αλλά θα τους ζητούνταν και η βοήθεια τους τα θέματα αυτά θα είχαν πιο θετική λύση Θα ήταν ευχής έργο αν θα διέθετα πλήρη στοιχεία για τις οικογένειες, που διέμεναν εκτός του χωριού, αλλά και για τις κοπέλλες, που είχαν παντρευτεί σε άλλες πόλεις και κέντρα δουλειάς με μη Καλυβιώτες νέους. Θα προσπαθήσω να αναφέρω όλους εκείνους και εκείνες, που θυμάμαι κατά πολιτείες και άλλους οικισμούς: Στους Αγίους Σαράντα 1- Γιώργος 2- Ζήσος 3- Βασίλης 4- Μιλτιάδης 5- Ζήσος 6- Θωμάς

Γιάννης Θόδωρη Θόδωρη Σπύρου Κόλια Κώτση

Αναγνώστης Αναγνώστης Αναγνώστης Αναγνώστης Ανανγώστης Μπούντρης

71


7- Βαγγέλης 8- Μενέλαος 9- Άλκης 10-Βαγγέλης 11-Λευτέρης 12-Βασίλης 13-Σωτήρης 14-Γιώργος 15-Γιώργος 16-Γιώργος 17-Φώτος 18-Ηλίας 19-Γρηγόρης 20-Γιώργος 21-Κίτσιος 22-Γιώργος 23-Θωμάς 24-Δημήτρης 25-Τσιάβος 26-Πύλιος 27-Πύλιος 28-Νάτσης 29-Περικλής 30-Μίλτος 31-Γιάννης 32-Μήτσιος

Κώτση Σπύρου Σπύρου Κίτσιου Κίτσιου Κίτσιου Βαγγέλη Βαγγέλη Ζήσου Θύμιου Ζήσου Γιώρη Σωτήρη Φιλίππη Σωτήρη Σωτήρη Σωτήρη Σωτήρη Ηλία Τσιάβου Κώτση Κόλια Στέφου Στέφου Μήτση Τσιάβου

Μπούντρης Μπούντρης Μπούντρης Γιώτης Γιώτης Γιώτης Παπάς Παπάς Κίτος Μήτρος Μήτρος Νικόλας Κάτσης Λιώλης Νικόλας Νικόλας Νικόλας Νικόλας Μαρίνης Μίχος Μήτρος Αναγνώστης Σκεύης Σκεύης Ράφτης Νταής.

Στην πόλη του Δελβίνου: 1- Τσιάβος 2- Γιώρης 3-Ηλίας

Γιώρη Τσιάβου Κώτση

Νικόλας Νικόλας Μήτρος

Κώτση Νάσιου Θωμά Νικόλα

Αναγνώστης Σκεύης Νικόλας Λόγγος

Στο Στιάρι: 1- Ηλίας 2- Στέφος 3- Γρηγόρης 4- Τσιάβος

Στη Μπίτσριτσα + ΜΤΣ : 1- Κίτσιος 2- Γιάννης 3- Νάσιος

Μιχάλη Κόλια Τσιάβου

Παπάς Βαγγέλης Νικόλας

Στην Γκιάστα + Μετόχι 1- Βαγγέλης 2- Κώτσης

Κόλια Κόλια

Αναγνώστης Αναγνώστης

72


3- Αριστείδης 4- Πανγιώτης 5- …………. 6- …………

Γιάννη Γιάννη Βαγγέλη Βαγγέλη

Ρώσης Γιώτης Κολιός Κολιός

Τσιάβου Γιάννη Γρηγόρη Γιώρη Ζήσου Μήτση Ηλία Κόλια Κόλια Σπύρου

Παπάς Γιώτης Κωσταντίνης Ντάφυλλος Μήτρος Ράφτης Βάσος Παπάς Παπάς Νικόλας

Λάμπη Τσιάβου Κίτσιου

Νικόλας Παπάς Αναγνώστης

Στα Ξαμίλια: 1- Μιχάλης 2- Γιώργος 3- Τάκης 4-Σωτήρης 5- Πύλιος 6- Σπύρος 7- Πύλιος 8- Πέτρος 9- Θωμάς 10-Πύλιος Στη Τζάρα + Βρύνα : 1- Κώτσης 2- Γιάννης 3- Ηλίας

Στην Τσούκα + Αϊ Βασίλη : 1- Πύλιος 2- Βαγγέλης 3- Κίτσιος

Τσιάβου Τσιάβου Κώτσης

Νταής Νταής Μπούντρης

Στη Λιβαδειά + Ντερμίσι : 1- Σωτήρης 2- Κίτσιος 3- Νίκος 4- Γιώργος 5- Ηλίας 6- Ζήσος 7- ………. 8- ………. 9- ………. 10- Σωτήρης 11- Θωμάς

Πύλιοιυ Πύλιου Ηλία Σπύρου Κώτσης Βαγγέλη Νάσιου Κώτση Π. Αντρέα Αντρέα

Βάσος Μήτσος Βάσος Μπούντρης Μαρίνης Παπάς Γρηγόρης Μαρίνης Κολιός Θωμάς Θωμάς

Δημήτρη Πύλιου Νάσιου Γιώτη

Αναγώστης Σκεύης Σκεύης Γιάννης

Στα Τίρανα: 1- Βαγγέλης 2- Μιχάλης 3- Μητσιος 4- Θωμάς

73


5- Γιώργος 6- Βαγγέλης 7- Φώτος 8- Γιάννης 9- Νίκος

Μήτση Ζήσου Σταύρου Τσιάβου Κίτσιου

Ράφτης Μήτρος Κρερμύδας Κωσταντίνης Αναγνώστης (Αργυρόκαστρο)

Στο Δυρράχιο+ Φους Κρούγια+Σκόδρα+Πρεμετή 1- Βασίλης 2- Κίτσιος 3- Θόδωρης 4- Βαγγέλης 5- Βαγγέλης

Μιχάλη Πύλιου Στέφου Πύλιου Μήτση

Παπάς Σκεύης Κωσταντίνης Σκεύης Ράφτης

Στο Ελμπασάν + Λάτσι + Μιλιότι +Κουτσιόβα 1- Κίτσιος 2-Νίκος 3-……….. 4- Κώτσης 5- Σωτήρης 6- Βασίλης 7- Κώτσης 8- Μιχάλης 9- Λευτέρης 10-Κώτσης 11- Γάκης 12- Ζήσος

Νάσιου Κώτση Κώτση Βαγγέλη Σπύρου Μίχου Φιλίππη Φιλίππη Βασίλη Πύλιου Πύλιου Πύλιου

Κολιός Κωσταντίνης Κωσταντίνης Στέφος Αναγνώστης Κάτσης Ρώσης Ρώσης Παπάς Μήτρος Κολέτσης Κολέτσης

θέλω να επισημάνω στο σημείο αυτό ότι: - Ανέφερα 96 οικογένειες, που διαμένουν σε άλλες πόλεις και οικισμούς της χώρας, αλλά δεν ανέφερα τις οικογένειες, που δημιούργησαν τα παιδιά τους. - Δεν συμπεριλαμβάνονται εδώ οι ανύπαντροι ή ανέπαντρες συγχωριανοί μας, που διαμένουν εκτός χωριού - Δεν διαθέτομε πλήρη στοιχεία για τον ακριβή αριθμό των μελών των παραπάνω οικογενειών. - Στη λίστα αυτή εμφαίνονται μόνον όσοι έχουν φύγει από το χωριό πριν από το 1990 και όχι μετά το έτος αυτό. - Οι παραπάνω οικογένειες, εκτός από καμιά εξαίρεση, όλες είχαν σχέση με το χωριό και ερχότανε συχνά ή με διακοπές ή με αφορμή άλλα συμβάντα του χωριού. - Πολλές από τις οικογένειες αυτές συνδράμαν οικονομικά τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς τους, που διέμεναν στο χωριό. - Πολλά αγόρια και κορίτσια, τα οποία συνέχιζαν τις διάφορες σχολές, διέμεναν στα σπίτια των παραπάνω οικογενειών. Πιο πάνω ανέφερα ότι πολλές κοπέλλες από το χωριό μας παντρεύτηκαν με αγόρια από άλλες πόλεις ή χωριά, που σημαίνει ότι οι Καλυβιώτικες κοπέλλες ήταν εργατικές, τίμιες, καλές νοικοκυρές. Να μερικές απ’αυτές τις κοπέλλες: 1- Μαρίνα

Κώτση

Μαρίνη

74

Αγ. Σαράντα


2- Γαρούφω Κώτση 3- Πολυξένη Β. 4- Ελένη Γιάννη 5- Αθηνά Θόδωρη 6- Ανθούλα Νάσιου 7- Νίτσα Νάσιου 8- Ειρήνη Κίτσιου 9- Άνθη Νάσιου 10-Μαρίκα Βαγγέλη 11- Ευανθία ………. 12-Ελένη Ζήσου 13-Μαρίκα Γιώρη 14-………. Θύμιου 15-Σταμάτω Θωμά 16-Αριστούλα Γρηγόρη 17-Λευτέρω Βαγγέλη 18-Θοδώρω Βαγγέλη 19-……….. Λάμπη 20-Μαρίκα Θωμά 21-Γιαννούλα Θωμά 22-Ευανθία Θοδωρη 23-Ειρήνη Γιώρη 24-Πελαγία Μήτση 25-Πανωραία Μήτση 26-……….. Βασίλη 27-Αρετή Γιώρη 28-……….. Μήτσιου 29-………. Στέφου

Μπούντρη Σκεύη Αναγνώστη Αναγνώστη Σκεύη Σκεύη Αναγνώστη Σκεύη Ζήση Νάσιου Αναγνώστη Αναγνώστη Μήτρου Φώτου Κάτση Παπά Παπά Νικόλα Αναγνώστη Αναγνώστη Κολιού Αναγνώστη Ράφτη Ράφτη Ράφτη Αναγνώστη Παπά Σκεύη

Καβάγια Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Τίρανα Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Δέλβινο Μιλιότι Δέλβινο Βρύνα Κονίσπολη Ξαμίλι ΜΤΣ Κορυτσά Χειμάρρα Ξαμίλι Βρύνα Μπρεγκντέτι Αγ. Σαράντα Αγ. Σαράντα Τίρανα

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ 1- Πρόλογος 2- Κεφάλαιο 3- Κεφάλαιο 4- Κεφάλαιο 5- Κεφάλαιο 6- Κεφάλιαο 7- Κεφάλαιο 8- Κεφάλαιο 9- Κεφάλαιο 10- Κεφάλαιο 11- Κεφάλαιο 12- Κεφάλιαο 13- Κεφάλαιο 14- Κεφάλαιο 15- Κεφάλαιο 16- Κεφάλαιο 17- Κεφάλαιο

Ι-ο: 2-ο: 3-ο: 4-ο: 5-ο: 6-ο: 7-ο: 8-ο: 9-ο: 10-ο: 11-ο: 12-ο: 13-ο: 14-ο: 15-ο: 16-ο:

Ιστορική ματιά Ιδρυση του χωριού Τα σύνορα Η οικονομία Η παιδεία Τροπος ζωής Η δομή της εξουσίας Το πνεύμα αλληλεγγύης Ήθη κι έθιμα Οι διάφορες τελετές Άλλες τελετουργίες Θρησκευτική πίστη Οι οικογένειες Οι δρόμοι Περί της Αντίστασης Τα Καλύβια μετά το 1945

75


ΤΑ ΚΑΛΥΒΙΑ