Page 1

1


ΒΕΛΟΣ ΣΤΟ ΧΩΜΑ

Φως από Αύγουστο με μπλε και κίτρινο μελάνι Πάλι με κόβει στα δυο με μια απελπισία απέραντη κι ένα σκεπτικισμό που διώχνει και μούσες αι βεβαιότητες κι όλα σωπαίνουν σε μια ανώτερη σιωπή γιατί το απλό ξεδίπλωσε τις ίνες του σαν αστέρι που τίποτε δεν έχει να φωτίσει Κάθε βέλος κοιτάει χώμα κι ακόμα εκείνο το βέλος που λένε πραγματικότητα Φως από Αύγουστο με μπλε και κίτρινο μελάνι

2


ΤΟ ΚΑΛΕΣΜΑ ΤΗΣ ΕΦΕΣΟΥ (Το κυματάκι μαθαίνει ότι όλα είναι ωκεανός στη Βαγδάτη της καρδιάς της) «Το παν είναι πόρτα αγάπης»

Με μια ματιά σου σκίστηκε η καρδιά μου και ενώθηκε με το παν της αγάπης σου. Αποκλεισμός η αγάπη κι όλα έρχονται κοντά της από αγάπη Αδιαίρετο η αγάπη, απέραντο σε άμιλλα με του ουρανού το ένα μέσα στο ένα Με λέμβο την καρδιά σου δεν υπάρχουν αδιάβατοι ωκεανοί Και δεν υπάρχουν ωκεανοί υπάρχει μόνο η αγάπη σου που είναι και σταγόνα και ωκεανός και τίποτε και άπειρο και όργανο και μουσική και χορευτής και η άρνηση τους * Δεν είναι το σήμα που κοιτώ δεν είναι με τα μάτια είναι από τη σημασία που σβήνει έναν κόσμο κι ανάβει το άλλο του κόσμου σα χέρι που δείχνει κι από το δείξιμο το αναγνωρίζεις γιατί βγάζει το είδωλο έξω από τον καθρέφτη * Το ΦΥΤΙΛΑΚΙ της αιωνιότητας: νυν’ με το φως του περπατάμε τον κόσμο * Το ΜΥΣΤΙΚΟ φως ρέει από τα κεριά των ματιών σου που λιώνουν την καρδιά μου * Με ΤΙ να σε παρομοιάσω αγάπη ξέρω κάποια που σου μοιάζει: Εσένα *

3


* Ο ΔΡΟΜΟΣ προς το σύνολο δεν είναι ο συνολικός δρόμος, το μυστικό είναι ένα, δώσε τον εαυτό σου, τότε θα σου ανήκει Δώσε το παν, έχεις επιστρέψει στο ένα Ο τζίτζικας δεν είναι περισσότερο από το τραγούδι του, το τραγούδι δεν είναι περισσότερο από το τζίτζικα, ένωση είναι όλο * Αορασία Το ΑΛΗΘΝΟ ποίημα είναι το παγόβουνο που δε βλέπουμε ό,τι απολαμβάνει το μάτι είναι δουλειά που το αόρατο στήνει μπροστά μας, στις δέκα γραμμές οι εννιά είναι ανείπωτες άφαντες στον ωκεανό της ψυχής στα ύφαλά της σε κρυψώνες θέρμης Από τα δάχτυλα τα εννιά δουλεύουν το δείξιμο του ενός , το ίδιο με την κιθάρα η μουσική δεν είναι στο όργανο στον μουσικό στην παρτιτούρα Πού είναι; * ΑΠΟ τα μυστικά των εραστών ανασαίνει το σύμπαν Από τη σιγή των εραστών πλουταίνει το σύμπαν Τι είναι τα μυστικά; Τι είναι η σιγή; Αθόρυβη μουσική που τυλίγει την μία ψυχή τους, και σκοτεινές ρίζες που ανεβάζουν χυμό, στο άνθος, στο φως * ΜΠΗΚΑ στο ένα της αγάπης σου: είμαι Εσύ *

4


ΗΠΙΑ τόσο από το κρασί της αγάπης που εκείνη στην αγάπη μου μεθά * ΕΙΣΑΙ εσύ η πιο κοντινή κι απ την καρδιά μου * ΕΣΥ είσαι ο εαυτός μου, καθώς σου άνοιξα την καρδιά, μπήκε εκεί ο εαυτός σου * ΚΑΘΕ πλάσμα σε τούτη τη γη κάνει αγώνα, μόνο ο άνθρωπος κάνει το παραπάνω: αγωνία Ακόμα κι όταν ακούει του αγαπημένου του την καρδιά και τότε πάλι ένα ακούει :την αγωνία του Κι ας είναι για του αγαπημένου την καρδιά, της αγάπης το σύνορο είναι το πιο μεγάλο * Δεν Είσαι ο ήλιος Είσαι κάτι παραπάνω: κάνεις τον ήλιο να λάμπει Γιατί Είσαι αγάπη δηλαδή το παν

5


ΕΝΝΙΑ ΤΡΟΠΟΙ ΜΕ ΕΓΝΟΙΑ Ι. Ίσως να σ’ ονειρεύτηκα ΑΣΕΛΗΝΗ της νύχτας σύρριζα στον πευκώνα , τα βαθυπράσινα, τα σκουροπράσινα Διαβαίνει εκείνη στα μαύρα της σκιάς μέσα αιώνα Ίσως να σ ονειρεύτηκα από άλλου καιρού το γύρισμα, άκαιροι παλμοί μαύρο του το διαμάντι, ξερό στεγνό μονοπάτι ,κάθετοι ηλιοτροπισμοί βγάζει σε μέρα Χρυσάφι κάμπος ήλιος θαμπός θαμπό γυαλί, τόξα φρυδιών καμάρες θεογέφυρα -μυστικά σκαλώματα Φίλιες σχέσεις ,ανασχέσεις ,η χαίτη των βουνών σαλεύει. Ανακλαδισμοί, ματόκλαδα γραμμένα Χείλος χειλιών ησυχασμένη σιωπή. ◊ ΔΑΣΟΣ της αντένας: Σσς Στροφοειδές πέρασμα -τρέχεις εσύ πυρρό πουλάρι μέσα στους καλαμιώνες-κροταφικοί παροξυσμοί στριγκιά φωνή του μαυροκότσυφα Κόμποι της γλώσσας-(κατάφωτος εωθινού κάλλους) ◊ ΑΡΡΗΤΑ ρήματα πολφοί και γεωδαίτες Δεμένος πισθάγκωνα σε χωμάτινη παίδεψη Αγκαθωτά κιγκλιδώματα ξένος σε γη, ξένος της γης του κόσμου όλου ξένος ◊ ΤΗΝ ΕΚΦΟΡΑ να πεις ,το μαύρο να πεις, το σκοτεινό, το ασημένιο της ελιάς ,το χρυσαφί χρυσό της Κι ας γέρνει σε χαμογέλιογίνε βρυσούλα μυστική στα βρύα τα βαθυπράσινα Στα απόκρημνα της στυφής πέτρας στ’ απόκρημνα της στυφής ρίπας φωλιά μελισσοφάγων Ανασυρμός άδολες μνήμες παιδικές και παιδεμός στα μνήματα Μικρά γραμμωτά σιταρήθρας σύρριζα του σιταγρού Στέρνες κι ασημίζουν τα νερά, κρύα σκιά της ρίπας Στο γύρισμα του ήλιου η ώρα των παιδιών κι ανωθωρούν με πρόσωπα απορίας

6


ΙΙ. Ίσως να σε κατάφερα ΜΠΟΡΕΙ να σ’ έφερα κατά έχεις πια τον σκοπό σου Ολoς μες την καταφορά μπορώ να πάρω φορά φορά κι αντίφορα και μ ένα λάκτισμα στης γης τα κέντρα να διαταράξω την αντιφορά των στοιχείων σε ύψιστη ύβρη να χάσει ο κρόνος τη μιλιά του, να χαλαρώσει το πετσί της γης και να σκιστούν οι ουρανοί ο νους εκείνου να στερέψει κι ας χυθεί ο κάλλιστος κόσμος σα μάγμα στα χάη του ερέβους, κι ας βρει ανάσταση στο γιγάντιο ξύλο του γαλαξία καρφωμένος ΝΑΒΑΛΑΝΑ- Σε δοκιμασία το γιγαντιαίο δημιουργό να νιώσει στα ύπατα το σκίσιμο του πόνου-μαζί μου μαζί τουΝα γείρει ο κόσμος στο άλλο του το άκοσμο, στο δρόμο που δεν έχει γυρισμό Από ένα ταξίδεμα Σεβαστιανή αδερφή σ’ ένα νύχτωμα χωρίς νύχτα, σε μια κατάδυση στον έβενο του αλαμπούς, στο πισωδινούμενο του μηδενός Σ ένα μηδέν πιο μηδέν κι απ το μηδέν το φιλόκοπο του παρία μπορεί και να μας φωτίσει -Ίσως τότε να σε κατάφερα.

7


ΙΙΙ. Εμπυρείον ΣΕΒΑΣΤΙΑΝΗ αδερφή μου σωπασμένο μου γράμμα Πώς να ταιριάξουν τα δυό μισά της γης; -Τρία μαύρα πουλιά με χάλκωμα ράμφος που σπάνε τον ορίζονταΤο ένα μισό της γης ,το νεκρό της, γυρνάει σε σημασία το άλλο της: Δινούμενη και τρώει τους καρπούς της ώριμους καρπούς και άγουρο καρπό Έτσι με ένα τέτοιο τρόπο γέρνει σε μιάν ιδέα -το νιώθει αυτό το μοναχόπου σα σε κόσμο φέρνει, χτυπημένη από φως υπεροχικό κόσμημα και σε ώρες αναλάμπει μέσα στο διάφωτο Σεβαστιανή αδερφή μου εραλδικό μου γράμμα, σε σημασία κρυφή σε σημασία διάφανη Καλή μου το ρήμα της Πετραίας Αραβίας κόσμος κρυμμένος μέσα στο νόημα του σου παραδίνω το λεπτό βάζο της γης να το προφυλάξεις

8


IV. Σε μαγεμένα ρέματα ΤΗΝ ΕΙΔΑ τη Σεβαστιανή σε μαγεμένα ρέματα Συλλοϊσμένη και σκυφτή να λούζεται σε ασέληνο φέγγος Ένα νυχτερινό φτεροκόπημα την οδήγησε να κοιτάξει στην άλλη άκρη του ουρανού στο πέλαγος της πούλιας Έφερναν τα ρέματα πάχνες απ’ τα βουνά τα αντίπερα κομμάτια μαύρα αντάρας σαν από ορυχείο χαλκού κι ανταύγειες νύχτιες των αστερωμάτων Τότε σε είδα Σεβαστιανή αδερφή Στον μαύρο καθρέφτη σε είδα των κάτω ψυχών Ήσουν πυξίδα ανάερη κι εκούναες ένα δάχτυλο. Ένα δάχτυλο που έφερνε στη γραμμή των χειλιών Γραμμή σιωπής .Έτσι ένα νεύμα Σεβαστιανή αδερφή μου αυτό λέγεται απομάκρυνση Σεβαστιανή αδερφή μου εννόησα την απώλεια στο φυσικό: «Δείξε με. Νύχτα δείξε με με το σταθερό σου δάχτυλο μου λείανες το μέτωπο δεν έχω άλλο να ιδώ μια σταλιά ιδέα να ιδώ» Τι; Με γυρνάς σε χορό δερβισάδων; σε χαμογέλιο γυρνάς; Με αναστρέφεις τα μαγεμένα σου ρέματα; Τέτοια η σιωπή σου; Τι η σημασία-έχει-η σιωπή σου;

9


V. Ανάκρουση ΤΗΝ ΕΣΩΤΑΤΗ άρπα σου ανακρούεις με τις σιωπές σου Στο ανάβλεμμά σου ξεκρίνω ανήκουστο φέγγος είσαι όλη εκεί μικρή αδερφή της ουσίας είσαι όλη εκεί σε μια ανεπαίσθητη κλίση παρούσα στο εσώτατο κράτημά σου και μαθητεύω στους τρόπους σου Μέσα μου ηχούν οι τρόποι σου σε στιχηρά τροπάρια Με θάλπει ένα άφατο κάλλος με αγιάζει Σεμνύνομαι και ομνύω σα σε μυστήριο άρρητο Το θέλω σου θέλω κι η σελίδα του κόσμου καταμετρήθηκε Με κατακλύζει το ρήμα από σημασία αρχαία σα κύμα με βγάζει στην αρχή Επαναλαμβάνω της αλήθειας το μάθημα και συλλαβίζω στης ψυχής τα ψηφία το όνομα το σωπασμένο, μιλάει αρχαίος εαυτός Ενδόραση. Τα λίαν καλά. Επιστρέφει το καλό με τόκο Εσώτατη άρπα ηχεί, αγγέλλονται της ψυχής τα αγάλματα: «Η ψυχή ανοίγει το χρυσό κουτί της» Έδειξε τον κόσμο η ομορφιά Δεμένος πισθάγκωνα στο κατάρτι του θάμπους της γίνε μάρτυρας της γλώσσας της. Καταδέξου το μαρτύριο σταυρωμένος της ομορφιάς

10


VI. Σταυραδέρφια ΌΛΟΙ οι ποιητές μου σταυρώθηκαν στα δάση της τρέλας, τους κατέκλυσε το μαύρο τα άφατα ρήματα Είχαν γοργόφτερο βηματισμό οι ποιητές μου Ανεμισμένες οι χαίτες τους τα βράδια ξεχύνονται με ποδοβολητό κι οργώνουν της νύχτας μου το μαύρο Κατακρούουν τον κρανιακό θόλο με γοργές επελάσεις Αυτοί οι ποιητές μου οι αδερφοποιητές μου Από το μεσονύχτι τους ορμούν και καταλάμπουν σα σε βαθύ μεσημέρι Δεν έχω τι να πω στ αδέρφια μου της νύχτας το μαύρο τους κρασί με κερνούν από ασημόφεγγη κύλικα και καλπάζουν μες το γέλιο Με περιχύνουν με τα χίλια αστέρια της γλώσσας τους, οι τρελαμένοι αδερφοί μου - κι εγώ αντίδωρο δεν έχω: Τους δείχνω τότε τη Σεβαστιανή αδερφή για να σωπάσουν το γέλιο τους που με κρούει θανατερά Τότε σωπαίνουν. Τους παίρνει η ησυχία της νύχτας και τους ξημερώνει .Ίσως να ευτυχούν τότε και να γυρνούν στο σήμα τους ,οι σηματωροί Ίσως να πήδηξαν μες απ τα δάση της τρέλας τους Σε γαλανή πατρίδα. Ίσως να τους πήρε το γαλανό του ουρανού και να τους καταδεχτηκε

11


VIΙ. Κι αν ωριμάζει ενας καρπός.; ΠΩΣ θες να ξέρω το ανήξερο, το φυτικό να νιώσω άξαιμα πώς; Εμείς αίματα είμαστε, αίματα από αλλά αίματα απόλυτη ροή αίματος, αίμα που κυκλοδίωκτα κατέρχεται από αιώνες χρόνους και το δρόμο του τραβάει Αν από άνθος η μυγδαλιά το γυρίζει σε τσάγαλο με τρυφερή ψίχα κι έκτοτε σε σκληρό; Δεν είμαστε κι εμείς τέτοιοι φτιαγμένοι; Από τρυφερό στο σκληρό στο πολύ σκληρό της πέτρας δε γυρίζουμε; Για να είμαστε εύπλαστοι δε λες; Για να δεχτούμε τη σκληράδα του πόνου και το άγγιγμα της ομορφιάς κι ό, τι άλλο οι κατεβασιές του χρόνου απιθώσουν στο σκοτεινό μας μέσα αιώνα τον απύθμενο; Δεν πρέπει με τον καιρό ν’ αντέξομε; Είμαστε λες σαν τον καρπό που ωριμάζει; Έχουμε ορισμό; Προορισμό έχουμε; Κι αν μ’ όλα αυτά ωριμάζει ένας καρπός;

12


IIX. Κατάμεστο ΚΑΤΑΜΕΣΤΟ σα στάδιο από μελωδία παλιά το έμπλαστρο το καταγινωμένο σου Γίνε υπόσχεση της καθέτου κατάφανη ψυχούλα του βάζου τριαντάφυλλο, ασπίδα του εύκοσμου Δεν έχω, δεν είμαι ,δεν θέλω Στέκω εδώ ορθός ,της ορθοστασίας μαθητής Ποιος μουσικός νόμος τα υπαγορεύει όλα αυτά Τι συντροφιά είναι αυτή που λιώνει τοίχους και στερεώματα.; Άκου εκεί είναι μουσική εκεί αγγέλου χέρι Τι θα σταματήσει επιτέλους αυτή την επίδειξη Εδώ χρειάζεται χέρι γερό να δείξει δικαιοσύνη και διάταξη Έχουμε παρεκτραπεί αυτό είναι τυραννία Πρέπει να κάνουμε οικονομία να φέρουμε το νόμο στο σπίτι του να αντιγυρίσουμε το λόγο στους εραστές των σταδίων Να κλείσει η στροφή σε μελωδία παλιά

13


IX. Έρχεσαι σαν Αντιγόνη. ΤΟΠΟΓΡΑΦΙΑ σώματος, χαρτογραφία μελών, φυσιογνωμική των αγαλμάτων, σε ήπιους τόνους ,χαμηλή πλεύση σε γυρίζω στην πατρίδα σου Έρχεσαι από ένα κάστρο όλο φως των τραγικών Είσαι το στάσιμο κι είσαι ο χορός. Είσαι το μάκρος της πλοκής, του μύθου το αντιφέγγισμα, και με το νόμο των νεκρών δίνεις του αγγέλου χέρι Του Αίμωνα το αιμάτινο μες το κρασί Φυσάει ένας αέρας βοριάς στη θηβαΐδα γη’ όλα τα ξεπλένει. Έρχεσαι σαν Αντιγόνη

14


Η ΛΕΞΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

Στάχτες από έρωτα κι από ερωτικές λαχτάρες σκύβω στην κούπα δεν δείχνει πρόσωπο πίνω ανάβει η δίψα κύλικας κώνειο αμοιβή όλβιο αρετή όλα γκρέμιστα Ιδεοστόλιστο χωριό στον ουρανό ανάκειται στη γη ξαπλώνει Στάχτες προγονικές στάχτες για ξόανα να σε κοιμίζουν όρθιο εγκοιμήσεων τεχνάσματα Σφαγές για πετεινάρια στις θόλους στο θόλο του κρανίου στάζει νερό στυγός Από ποτάμια που κλαίνε γλώσσα γίνε καυτή γίνε κοφτή κόψε λείανε τσάκισε κόκαλα μη περισσεύουν μυελίνη να εξατμιστεί να πάει σε χώρα ιδεών φασμάτων Στάχτες του έρωτα φωτίστε με σε κάθε κόκκο μόρια της σάρκας της να δω που μ έκαψε κρυφά Πήδηξε μ’ ορμή κύκλο να εγγράψει σε μαγικό τετράγωνο με το κουτσό της τέχνασμα έφυγε θυμωμένη τρύπα άνοιξε άσφαλτη είναι αυτή οδός να πεις για επέκεινα; Έλα χώμα, έλα, εσύ είσαι μούσα τώρα, σε σένα θα πλαστώ μ’ αρέσκεια μαύρη, θα καρπίσει θάνατος άλλους θανάτους λάμψη πιο μαύρη από κάθε μαύρο Σώμα μέλαν θα καταλύσει την υπόσχεση κομψής περίοπτης οπής -λόγια θα χαράξω στη νύχτα με μαύρο μελάνι από του αιδοίου σου τα μαύρα γαρύφαλλαΣτάχτες χωρίς διαμάντια από έρωτα που μ’ έκαψε χωρίς να καψίσει τσίνορα Πέφτανε της αβύσσου πουλιά πέφτανε διαβάτες Από στέρνες υπεσχημένες έλα το κώνειο τρίψ’ το τώρα πιο γρήγορα δήμιε του μυαλού την κατάρα να βουτήξω στη δοξασμένη κύλικα Τι το ‘φτιαξες τι να χρειαστεί για ποιόν τάχα να το ρημάζουν ρυτίδες αποθήκες φθοράς; Πάρ’ το το ξόανο ,κάν’το άγαλμα σε νέο ναό επαγγελίας, πάρ’το Να το λυχνάρι με πιθάρι στο φεγγίτη φύτρωσε λάχανο Απλό σκυλί δείχνει κυνόδοντες τίλλας αλεκτρυώνα δίπου άπτερο Σκιάζεται το μικρό χωριό κρύα σκιά της ρίπας έγκατα αττικά χτισμένα με θάνατο Θάνατος μέγας χορηγός Κεραμεικός παντός καιρού Ηριδανός ήλιος τρυγία τράγος κι ο Άδης χαμογελάει με το σκυλί του χορτάτο και την πίττα ολάκερη Όλος ο πλούτος οδεύει για στόμα ανοιχτό Γή να σε τρελοχορεύει στον άξονα της σκουντημένη

15


τρελό ταγκό στου αιθέρα την αγκαλιά Κι εσύ νερό καθαρματάκι;

16


ΣΤΟ ΑΓΑΛΜΑ ΤΗΣ

Πλέκω μυρτιές,, και χαλκοπράσινα της δάφνης φύλλα σφυρηλατώ στο σιδεράδικο, πολύ να μοιάσουν του αγάλματός σου το αδρό, πλεξίδα στην πλεξίδα Όλα στιλπνά σαν την ψυχή σου μην και τη δελεάσουν να καταδέχεται τούτο το άγαλμα, να εμψυχώνει, τις πτυχές του με νόημα να πτυχώνει, ώστε η πλατεία ετούτη που τόσο σε γνώρισε, να ανατονίζεται ν’ανθοβολά στα κάλλη σου Καθένας να μάθει πως κάποια που αποχώρησε, ξανάρχεται, την ώρα που πιάνεται το φως στη χάρη σου

17


XIONI ΘEΩN

Τις καμπάνες του τέλους δεν ακούμε Αγνόησε τα στολίδια του στενού μνήματος , καθόλου δεν κοίταξε τα εφήμερα λουλούδια , της ομορφιάς δεν τίμησε τον κήπο , της υψηλόκορμης προτίμησε τη συντροφιά που ράβει μόνη το φόρεμα της , μονάχη φτιάχνει ελιξίρια παρηγοριάς , αναλαμβάνει εκείνη τους εκλεκτούς της να οδηγήσει στη θαρραλέα ανάληψη πόνων και κινδύνων , τη γενναία αντιμετώπιση της απελπισίας. Με άτρομο χέρι και βλέμμα ατενίζει άπειρο και μηδέν, με άπειρη εγκαρτέρηση κι επιμονή διεξέρχεται κατά μέτωπο τα αινίγματα , τη μάχη αναλαμβάνει της απορίας, της αγωνίας, της ατοπίας, θερμαίνει το ερώτημα επιχειρεί λαβες Το αίνιγμα λύνουμε εκείνο δένεται πιο σφιχτά , πεπρωμένο μας και μοίρα, γράφουμε και γράφουμε Στις ανοιχτές κλεισούρες πόρτες ανοίγουμε πάνω σε πόρτες , το θάνατο δεν περνά κανείς Ο άνθρωπος μια αμυχή στού ατέρμονου την πορεία , όμως μέσα σ ένα μοναδικό αξίωμα να μπορεί ν’ αντιτάσσει στης μοίρας το αίνιγμα το αινιγματικό του μέτωπο, τα διασταλμένα μάτια στη ζήτηση του απείρου και να ελπίζει με αύξουσα ψυχή τιμή βίου και πολιτείας , μυστικός του σύμπαντος ,μυσταγωγός της ύπαρξης Να σε μεταμορφώσει ω καρδιά σε τι; Σε άπειρο Τα έργα της αγάπης

18


ΑΛΑΛΗ ΔΩΡΕΑ

(Με καίει η μέρα καταφυγή η νύχτα και γίνεται ένα) Σκοτεινό βράδυ και νιώθεται βυθού ψάρι στη στέρνα, κελάηδισμα τσίχλας στις ιτιές άνεμος υψώνεται στα ιερά τείχη κάθετος ασημόφτερος Σκιερό ζεύγος σμίγει χωρίζοντας όπως σκιές κυπαρισσιών Δώμα σε κοίτες ουρανού πατάνε σε φεγγάρι Αχτιδοσύννεφη έλαμπε κοιλιά είχε ένα κύρτωμα ο τόπος. Κόρη του ανέμου σε έραιναν νύχτιοι μενεξέδες Είχε μια πέτρα στην καρδιά Άλαλη δωρεά έφευγε η νύχτα τα μαύρα της άλογα Στου θυμού το γέλιο οι ώρες παίζουν κυνηγητό, μηλιές βυθίζουν βαριά μήλα ως το πάτωμα Ασημοφώς της θαλερής καρποί και φέγγουν Εγώ είμαι η πόρτα δεν είμαι το δωμάτιο, αυτό που είσαι γίνεσαι κάθε μέρα είσαι πιο κοντά από κάθε αυτί πιο μακριά από κάθε αστέρι είσαι χάδι φωνής μες τα μαλλιά κι είσαι άνεμος κρυστάλλινα χείλη στη σιγαλιά αντηχούν το σιωπημένο Σε ανάερη λίμνη γλίστρησαν κουπιά της νύχτας άστρων φωτιές μες τις μηλιές πενθεί ένα χαμηλό που σιγοσώνεται Φεγγαρική ξεχώριζες νύφη δε βρήκε το πρωί λεηλατημένο σύννεφο πέτρινα περιστέρια σε κοιμήθηκαν ελάφι αυγερινό έπεσε μες τα αστέρια Με άνεμο μες στα μαλλιά στόμα της πιο τρελής φωτιάς, ασημόφυλλο λεμονιάς, λεμονόσχημη ρώγα Λοξά πεσμένα μάρμαρα λάμπουν νύχτα αττική. Στρίχνο ύγρανε μάτι ανοιχτωσιά νύκτια, αργοκυλά Ηριδανός ασήμι κυανό της ίριδας νάι μινυρίζει στου ναού τα σκαλιά., κρήνη μαρμάρινη σταλάζει στους αθανάτους Επιτύμβια είδωλα τρέμουν μες τον καθρέφτη των νερών μνήμη αλγεσίδωρη σκιρτά και φτερουγά το αίμα Λύνονται ζώνες δένονται ,κορμιά ποθούνε μαίνονται, άρπαγες το θελξικάρδιο δε στέργει μυστήριο, ό,τι βάλθηκες να λησμονήσεις ήδη σε προσπερνά

19


ΘΑΝΕΖΑ: ΝΕΚΡΑΝΘΕΜΑ ΚΑΙ ΠΑΣΧΑΛΙΕΣ

Τόσα δράματα χαμένα, βουβά που τρυπάνε το στερέωμα χωρίς παρηγοριά Από χτύπημα της μοίρας σ άλλο χτύπημα, πάθη χωρίς θαυμαστικά. Ο μύθος είναι απλός τι σου μαθαίνει; Πάνω στη λάμψη της ζωής γκρεμός Χτυπά η ζωή στον τοίχο αυτής της μοίρας της ανελέητης τι να μάθει; Μάθημα του θανάτου, την τρύπα που χάσκει και πίνει την καλλίτερη ζωή; Σαν να σου λέει πως είσαι κάθε τόσο στη διακλάδωση κι αν πατήσεις λάθος κλαδί γκρεμοτσακίζεσαι Κι όσο κ αν κόβει η μοίρα γύρω σου εσύ είσαι ορθός Σ αφήνει όμως άφωνο, άναυδο κλεμμένο Το πάθημα το δράμα συμβαίνει σε όλη την κοινωνία σκιάζεται το μικρό χωριό το μάτι του εκεί γυρίζει και πονά Ο πεθαμένος δημιουργεί γύρω του μια δίνη δακρύων συνάζεται ο χωρικός κύκλος γύρω από τούτο το βυθό ταράζεται πενθεί. Πικροδάφνες σκιάζουν μνήματα πικροθάνατος χωνεύει και τα κοιμητήρια. Οι πιο κοντινοί κορυφαίοι του θρήνου πρωταγωνιστές δακρύων και στεναγμών απαρηγόρητοι μαύροι αγωνιστές από φαρμάκι θάνατο. Η μηχανή του χρόνου πιάνει δουλειά παρηγορήτισσας . Ο τάφος ταξιδεύει πίσω .Φεύγει μπροστά η ζωή υποχρεωτική δασκάλα του πόνου μεγαλώνει το πένθος σαν μωρό με γάλα το φαρμάκι Το φαρμάκι συνηθίζεται γίνεται μαύρο ρούχο και ντύνει την ψυχή Μακρύ είναι τούτο δω το ύφασμα τόπια και τόπια Η είδηση είναι κεραυνός η είδηση είναι βόλι που σημαδεύει το μικρό χωριό και πλημμυρίζει στο μαύρο Σκιαγμένο χωριό ερειπιώνας έρμο Ποιος να θερίσει στα πεζούλια του. Ποιός κάμπους να ποτίσει. Και σπίτι δεν καπνίζει Έτσι ερημιά το βρήκε ο θρήνος του χορού που επέστρεψε από Άδη Χορός που έχασε το κοίλον και ταξιδεύει τις ερημιές αποξεχασμένος άλλου καιρού Απομεινάρι ελέους που πιάνει δουλειά στα έρημα Μαύρος ίσκιος και φάντασμα αλλοτινών καιρών και ψάχνει για μπαχτσέδες Δεν έχει ζωή εδώ το μοιρολόι μόνο θρηνεί στις ρεματιές. * Σαλεύει μια προσπάθεια να ξαναπιάσει ζωή. Δυό τρείς πόρτες ανοίγουν και να! Καπνίζουν τζάκια. Σωπαίνει ο θρήνος κατεβάζει τα επικλητικά του χέρια

20


Στη χωραφιά οι καλαμιές θροΐζουν Τις ζωντάνεψε ένα αεράκι φρέσκο κι ένα πόδι γοργό σίγουρο βαδίζει λικνιστά Είναι από τούτα εδώ τα χώματα πόδι φιλικό ζωή υποσχετικό. Με λυγερό παράστημα, με ολόδροσο χαμόγελο θερίζει με μιας την ερημιά Το τραγούδι της κυλά σ όλες τις ρεματιές ,ρίχνεται απόπερα χαϊδεύει απαλά το βλέμμα τις ράχες κι όλη η φύση μοιάζει αναστημένη Σιμά και παιδικές φωνές ,παιχνίδια, αναδιπλώνεται η όψη του σκιαγμένου χωριού Χαράζει ένα χαμόγελο σ όλες τις λαγκαδιές του και στην ποταμιά Ολόδροσα κορμιά σκίζουν τα νερά, μεθά η ζωή ,αρέσκεται, λάμπουν τα βότσαλα στον ήλιο, ορθώνονται στιβαρά πλατάνια στις όχθες, μυστικοί κήποι βουτηγμένοι στο νέκταρ χαίρουν Ολόχλωρο τριφύλλι μας κοιτά πράσινος πανικός σιγοσαλεύοντας τις κορφούλες του * Πώς μπαίνεις και τι μαθαίνεις στο και από το μπουκέτο αυτών των κοριτσιών που συνομιλούν από παραθύρι σε παραθύρι κι αστράφτουν τα δόντια τους εφηβεία; Αχ σ αυτή την ηλικία κι οι διαβόλοι είναι όμορφοι βασανάκια έφηβα ,λεπτοί μίσχοι κόρφοι λακκάκια της αυγής όπου πάνε οι τρελοί από έρωτα να πιούνε τη βροχή Πανωραίες στα παρεθύρια της πολύδωρης μέρας χρυσό γέλιο μελαχρινή αστραπή μνήμη καιρού που εφηβικό πέταγμα έπινε νερό μεθυσμένο από πρώτες αγάπες και άδολες Σημείο μηδέν της μνήμης ξυπνάει νερά μουσικά στο τρελό του αηδονιού Ξετρελαμένο από άνοιξη πουλί σε τεριρέμ χωρίς αντίλαλο Χωρίς αντίλαλο γιατί; Πληγωμένο από αγκάθι τριαντάφυλλου που του πέταξε μια πανωραία μέρα ένα άδειο τώρα παράθυρο Άδειο σαν πεθαμένο μάτι Άψυχο σπίτι, χάσκουν θύρες παράθυρα ,βασιλικός στεγνά μυρίζει Κι είναι Requiem ,νότες του κότσυφα ,ελεγείες κορυδαλλού μιά σιταρήθρα τρίλιες ερωτηματικά ρίχνει από τον ουρανό της Όμως εκεί σ αυτό εκεινά το μνήμα λιβάνι κλώθει αντήlιο ουρανού μπλάβο καπνό ,ψυχούλα κι ανεβαίνει Πλάτανε θεριοκλωσμένε, εσένα να ρωτήσω που έχεις πλατιά τα κλαδιά

21


γέρικη ηρεμία Είδες τα μάτια της Τα μάτια της που με ταξιδεύουν καιρούς και καιρούς; Θες και σε ποιο κόσμο τράβηξαν . κόσμο ποιο μαρτυρούν; Από δω θα μπω από παραθύρι Θα γίνω ωραίας ψυχής πελάτης. Ίσως μπορέσω να δω με ποια μάσκα κοιτάει ,ποιον κόσμο Να δω πως λάμπει ο κόσμος σε σκοτεινά ακατάδεκτα μάτια

22


ΙΛΙΓΓΟΣ

Κάτω από αυτό το δέος καυτός θεός της αγωνίας Λες σήμερα είναι μια άλλη μέρα, την κοιτάς κατάβαθα κι όλος ο εαυτός αναδύεται με βάθος ημερών που ενώνουν φως και σκοτάδι που τούτη η μέρα μεγαλώνει περιέχοντας κι όλο το βυθό που έφτιαξε το απεριόριστο Το παν κατακλύζεται από παρουσία Η καρδιά του σκότους παραδίνεται ανοιχτή Το έρεβος δηλώνει τα ακαταδηλωτα γιατί όλα είναι ένα. Μυστικό τραγούδι που δεν τραγουδήθηκε ποτέ σε τραβά στη σιωπή του κόσμου Όπου ακούγεται η φωνή του όντος διαπεραστική, εκκωφαντική, σκοτώδης. Ζόφος. Γνόφος. Σκοτεινός άγγελος με τη ρομφαία του ήλιο Αν είσαι έτοιμη για ίλιγγο μείνε! Θαλάσσιος πυρετός Δαγκωματιά από έρωτα.. να δαγκώσω ,να πιω , να ρουφήξω , γνήσιο μύδι .από σάρκα Κάτι περπατάει κάτω απ το δέρμα έρπουσα φωτιά εκεί κι ο ήλιος πήρε απ τις φωτιές λίγο να μαυρίσει. Αν το βλέμμα βαθαίνει λίγο τις καμπύλες σου, πόσο μάλλον το φως που αντλώ απ το σκοτάδι σου βαθαίνει τις σημασίες του κορμιού σου, λεπτές γωνίτσες του περιγράμματός σου, ελαφρύ γαργάλημα στο κρυφό κοίλο της μασχάλης, των έσω μηρών, κάνουν τα φύλλα της νύχτας να ριγούν να σπαταλιόνται για χάρη του σκιρτήματος που ξαναφτιάχνει το σώμα από την αρχή ταιριάζοντας το σχήμα της νύχτας στη δική σου αποκάλυψη Όλα τα πέπλα σού ταιριάζουν, τα γδύθηκες και σε ποθούν Σολομοί σπαράζουν, το τοπίο τρέμει θανάσιμους έρωτες

23


MΑΥΡΟ ΦΩΣ

Η ζωή από το περιθώριο ρίχνει εικόνες προς το κέντρο του σύμπαντος Στην κουπαστή του παραθύρου με τον ψίθυρο του ονείρου αρμέγω φως άλαλος, κουφός Η σκάλα της φωνής καν ντορεμί καν χρώματα σκαλώνουν στο μάτι της ίριδας έρχεται απ την αυγή, απ’ τις σκαλωσιές του Παρθενώνα κόρη σε τρικυμία χειλιών μηνύτρια θεών συμφωνία μας κι ανακωχή ανάμεσω και ανάμεσω όνειρα της σκιάς και όνειρα της ύλης συναπάντημα χέρια στην κουπαστή το Όνειρο να πιαστεί απ την αρχή του φωτός σύρριζα στου σκοταδιού τα χείλη Είναι φωτιά των πραγμάτων το χρώμα φωνή της πέτρας λαλιά της αλκυόνας όλο το φύλλωμα του δάσους όλη η ψυχή σα δράμα πετά λευκό καράβι στη διαγώνιο γαλαζοπράσινου καφεκόκκινου συμβολές θερμού θερμότερου μέσα κινείται το φως σαν βάρκα πάρε με καραβάκι πάρε με ταξίδεψε με κυματάκι, θάλασσα τον παλμό σου λαχταρώ με αναστατώνεις νιώθω σα θάλασσα εσύ κοιτάς απ το παράθυρο κι η θάλασσα είναι πίσω σου, μέσα στο δωμάτιο θάλασσα μέσα μας, θαλάσσια δέντρα πλοία θαλασσόξυλα σανίδες που φύτρωσαν στης αρμύρας τον ανθό, γαλάζιοι ήλιοι, Τρίτωνες κι αποθέωση ω φως! Την πλάτη του θερμαίνει θάλασσα η μορφή ταξιδεύει στη σκαλωσιά του κόσμου Ο τοίχος μαύρος κατέβαινε ως την παραλία Ώστε είπες: κρατήσου από την κουπαστή το δωμάτιο του σώματος ταξιδεύει χωρίς τοίχους ή με τοίχους το άπειρο Όνειρα στο χαρτί Χάρτης ονείρων Βάρκα γιαλό, βάζω μυαλό Κλέβω απ της ζωής το βάζο και σ αρπάζω Κράτα με, αγάπαμε, όταν έρχομαι ,όταν φεύγω

24


ΧΡΟΝΙΑ ΣΙΩΠΗΣ

Ο Ίβυκος ξαναερωτεύεται, οι κυδωνιές ανθίζουν, η φύση επιστρέφει μέσα από το λευκό μέσα από την τέφρα μαρμαίρουν αγάλματα και θεοί Όλα είναι αύριο και φρέσκο χιόνι, όλα λευκό νούφαρο πάνω σε μαύρο νερό Ξυπνάνε τα κρύσταλλα, ο παγωμένος κόσμος γυρνά στη γη, ξεπαγώνει το όνειρο, ο κύκνος τινάζει τα φτερά του ραμφίζει το σκοτάδι, φως φέγγει πάνω από την υπόσταση του πράσινου Όλα τα δώματα όλα τα σώματα τεντώνουν την επιδερμίδα στο φως - Θειάφι και γαλαζόπετρα και σκούρο φως πάνω σε λεπτούς αστραγάλους , σπάνε οι λεπτοί χαλκάδες του ύπνου των κοριτσιώνΘεοί από μηχανής γυρίζουν την πόρτα του φωτός πάνω στους μεντεσέδες της, το φως διαρκής αστραπή ξεχύνεται με τα λευκά του άλογα σαν αυγή Οι κυδωνιές σταματημένες πάνω σε άνοιξη συνεχίζουν το στάσιμο απ το μπουμπούκι που τρέχει την πνοή του αρώματος. Ο,τι ευωδιάζει είναι απαστράπτων Φοίβος Ο Ίβυκος ξαναερωτεύεται, η φωτογραφία του αποκτάει συνέχεια βγαίνει από τα υγρά της στερέωσης Τα πόδια των αλόγων τινάζονται έξω από το κάδρο και μπαίνουν στο αύριο Όλα είναι αύριο και φρέσκο χιόνι Όλα λευκό νούφαρο σε μαύρο νερό Η φύση επιστρέφει μέσα από το λευκό σκιρτά διάφανο ελάφι

25


ΒΕΡΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ

"Ο λαβύρινθος κινείται σαν φίδι " Ο κόσμος και η φιλμική του εξελίσσονται πάντα αντίθετα από σένα και υπάρχει αυτονομία ζωική του κάμπου Έρχονται κατά πάνω σου σαν σπέσιαλ εφφέ Μεταναστεύουνε κι οι λίμνες με τα χέλια ή της ψυχής μας τα τοπία αλλάζουν; Αυτό το φίλμ το γύρισε ανέξοδα το όνειρο Πώς να βρείς τα στοιχεία για την αντιστοιχία αν είσαι πουλάκι ακελάηδητο; Πώς να βρεις ότι αυτά ήταν σκηνικό κινούμενο της μηχανής του χρόνου που έστελνε τον κόσμο των μορφών με κίνηση κατά πάνω σου; Γύριζε το άλογο στο χωράφι διαρκώς γύριζε εκπαιδευμένο γιατί ήταν πάρκο κινηματογραφίας πεδίο απέραντο για λήψεις ζωής στημένες (το άλογο μέσα στην νύχτα σε πάει ευθύς στον προορισμό -έτσι που το παν βλασταίνει)

26


ΠΕΔΙΟ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ

Γιατί οι νεκροί δεν έχουν χώρα μήτε τόπο παρά ένα κομμάτι στην καρδιά μας στη γωνία την άτοπη κι έναν πυρήνα στεναχώριας παράδοξα εντοπισμένης Δε γίνεται άγχος των οστών το τρίψιμο στα μάτια της αγάπης κι όπου κλέβει ο θάνατος εκείνη βάνει δικό της χώμα και φράζει τις οπές Όμως της διάψευσης το ρούχο το φόρεσε η προδοσία την ώρα που γεννήθηκες κι ένα καρφί μπηγμένο στο κρανίο σου έγινε και ας δε σου καίγεται καρφί γεννήθηκες με σπόρο από θάνατο και Βρούτο να σου θυμίζει τη σπορά Μανάδες που τα κορίτσια τους χτενίζουν -λούζουν στο φεγγάρι κι εκείνα δεν ξέρουν που γεννιούνται πεθαμένα δεν ξέρουν που τα κοίταξε ένας άγγελος από την πύλη του θανάτου Ήρθαν ώρες σκληρές θα ‘ρθουν άλλες σκληρότερες Μα δε θα δώσει ο ποιητής στους όχθους του θανάτου τη λαβή θα τα ποτίσει πράσινο από το μαύρο πιο βαθύ κι έτσι μια γλύκα από ποίηση με την καρδιά του ερέβους θα αναμετρηθεί

27


ΗΧΟΣ ΧΑΛΚΙΝΟΣ

Χάλκινη της καμπάνας πνοή περνά τους ύπνους, θλίψη ελαιοτριβείων μας θλίβει, είναι στα αγάλματα ένας παλμός oυράνιας σκόνης το μακρινό των θανάτων, της αντοχής τους το λιοπύρι, πλάι σε θάλασσα, ανασαίνει μακρύ γυαλού φεγγοστάλακτο αιματώνει τη δύση, των νερών επιφάνεια ώρα χρονώνεται σε στεφάνη χρυσή ενώ χορεύει απογευματινό σμαράγδι στα κύματα Τα παραθύρια ανταυγάζει παραμύθι υγρό χώρας σολωμικής, κορίτσια με φιόγγους λευκούς του ονείρου πλησίον διαβαίνουν, λευκά αγριοπερίστερα φέγγουν ουρανό, με χείλη που δε φθόνησαν θέλει να φωνάξει φτωχός της χαράς του κόβει τη φωνή καμπάνα στην ελιά κρεμασμένη, σαν ξάφνου πένθιμα ηχεί Νυχτερινός διαβάτης στο μεσημέρι ο πόνος μας παίρνει την ψυχή

28


ΜΙΑ ΤΑΡΑΧΗ ΣΤΙΣ ΦΛΕΒΕΣ

Χτυπά την τρίαινα στον ήλιο γκρεμοτσακίζονται ένα κοπάδι σμέρνες ξαστερίζεται ο ουρανός του ύπνου λιθόστρωτο σεντόνι σπέρνεται αστέρια πήρα έναν ανήφορο πήρα ένα λυκόστρατο Τήν απουσία σου τυλίγει σεντόνι που σε κοιμήθηκα ξεθυμασμένα του έρωτα τι περιμένεις στο βράδυ αυτό; Η φωνή του χρώματός σου είναι απο χαράματα αγόρι αγόρι αγόρι πού πάς; Του σταυρού σου καρφιά σφυροκοπάς σίγα ο υμένας θα σαλέψει μην καις όλα τα χόρτα σου Μέρα ανάβει σκοτεινιά όσο που να πεθάνω φτωχός του πλούσιου πόνου μές το κρασί πίνω τον ήλιο μές το ψωμί η νοτιά πάει στην καρδιά πίνω καί πίνω πίκρες καταπίνω έχουν όστια το τραγούδι Στίς φωτερές συκιές σύκο φωτεινό άστρο του χειμώνα Πλούσια κοιλάδα τη διαβαίνω όχτο τον όχτο γκρεμό το γκρεμό ψηλά περνούν οι φύλακές μου πρωτοψυχές σε συννεφόκαμμα Δεν πιάνει άνεμος θανάτου σε τραγουδιού απανεμιά απ των νευρώνων τα κενά πετιέται η σκέψη φωναχτά Απ τα βιβλία τι κρατάς; Της ράχης τους τον τίτλο δέσιμο στάχωμα ποντισμός κατά βυθών Στών κήπων τις γωνιές όλα γενήκαν κυκλικά ,μελισσομάντρι κυλώ το τσέρκι γωνιά τη γωνιά σφυρίζοντας τρελό σκοπό ενεός στην αμφιλύκη λύκοι απ’ εδώ κι απ’ εκεί λύκοι Εδώ η νιότη μας πλέχτηκε με άυλα βελόνια κάτω απ του ήλιου τον τροχό άφωνα όλα του κόσμου σε αναμονή τρεμάμενα κρεμαστά νερά Ρολόι μες τον καθρέφτη σφυριγμός από σύμπαν Έκανες μεσημέρι η μέρα αχτίδωνε ένα φώς αράχνη Στό μυαλάκο στίς καρυές πράσινες φωνές η νύχτα καταπάνω μας σαν πανωφόρι ανηφορίζαμε γιά την Παληόχωρα εσύ Κυριακή εσύ Αντιγόνη εγώ Δέν ξέραμε νυχτώσαμε σε ένα απόγευμα μια ζωή Χρυσά κυδώνια στό χιόνι λησμονιάς απογώνι Ξαστερώθηκα σε λάθος τόπο στρώθηκα σε στάβλο ξημερώθηκα Το αχούρι φλέγεται: πυρακτώθηκα φιλί αγάπης βαθιά ερωτικής γυναίκα εσύ θάλασσα υγρή ξέρεις στις όχθες στα ρηχά στα πιό βαθιά να δεχτείς τύλιξέ με στα φλογισμένα κύματά σου πυρωμένο μου αίνιγμα

29


ΑΛΙΕΥΟΝΤΑΣ ΧΡΟΝΟ

Όταν βαθείς συλλογισμούς βαφτίζεις στο σπειράλ των δρόμων κινείς σε εποχής τροχό τον τόπο και το χρόνο τότε το δίχτυ σου χρυσό και καίγονται οι διαβάτες ξανασκουντάς τον άξονα του γηραιού πλανήτη εκείνος σου τρελοχορεύει σκοπούς της πένας σου η μουσική των στίχων σου πετά στ’ αστέρια Έτρεξε χρόνος στα γεφύρια του ουρανού τρίφτηκε το πέτρινο γεφύρι με χρώμα αχνό σαν το ‘πιανε φώς και καιρός τίναξες κιούρτο στ’ ανοιχτά ψαριών κοπάδι σκόρπισε αχτινωτά γέροντες δολώνανε μαύρο μυστικό καμιά περιέργεια δεν είχαν πιά πού πάει πούθε έρχεται αν έχει ψάρια το ποτάμι τρελάθηκε η επιθυμία μέσα τους θέρισε ο χρόνος νιάτα σαν τρυφερά καλάμια πλοκάμια της μοίρας έρχεστε από παντού παντού ας ψαρέψει το καλάμι

30


KΛΕΨΥΔΡΕΣ

Να ‘μαστε ακόμα στις χρονοθαλάμες σε γή ανοιχτή ολόγυρα σφιχτή ολόκλειστη με της βαρύτητας το κύρος μορφές αμόρφωτα πλασίδια δίνουν ρυθμό στη νύχτα παράτονα γαυγίσματα συμβαίνει έτσι ανατολή στις πιο μαύρες νύχτες θλίψη πάψε κρούστα πυκνού σκοταδιού σπάσε ξόδι να δέσει και γιορτή Διονύσου θίασος στις λάρνακες όλο το σφρίγος άθλα επί Πατρόκλω δικός σου θάνατος φαίδιμε Αχιλλεύ ψοφοδεή φόβε το βασίλειο της αγάπης τρέμεις αγάπη λυώνει του σκότους τη σκουριά γίνεται φως κόκκινη καρδιά παλεύει τον Άδη μπάζει τη γή στον ουρανό:το σπίτι της Έβλεπες την ομορφιά έφευγε σε πλάνταζε η φυγή της μέγγενη στην καλοκαιριά που περισφίγγει σε πυρετού ζώδια άπειρη ανατολή βράζαν τα τσίπουρα στη γλώσσα ο γρανίτης ανθότυρο πορσελάνη γυαλί φεγγίζει αχτιδοσύννεφη πνοή σταλαματιές ονείρου φρέσκο νερό αρχαία φωτιά στόμα της πέτρας άγαλμα Διώνη με πλούσια χέρια χάδι για περιστέρια χιόνι στολίδι του βουνού πέφτει σαν κρύσταλλο η φωνή πάγος ανάσα της φλόγας σάρκα μπήκε το μεσημέρι αγριεμένο φώς καλοκαιριού νύσταζες’ μάς κύκλωνε ζέστα φεύγεις μέσα στην πόλη αποκεντρώνεσαι

31


TΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Εκεί που φέγγει χρόνος κάτι βαθύτερο συμβαίνει κάτι απο μάς ανιστορείται επιφαινόμενο κάτι από άνθρωπο σκιρτά ανθεί σαν που ανθρώπινα χέρια το κλώθουν τέτοιοι δρόμοι ανοίγονται με καιρό και κόπο σαν να πασχίζει να διασταλεί ο χρόνος για να ‘χει μοίρα πασχίζει κι άστρο Kι άν άκτιστα μάς τσουρουφλίζει προς τι ο κόπος να τον πολεμήσουμε; Είναι απολέμητος, αμάχητος, πίκρα, στεναγμός, βαλάντωμα το βλέμμα πληγώνει βαθιά τα νεύρα τεντώνει, κρυμμένος στην ισοτοπιά ολοφανέρωτος μασκαρεμένος, κάθε δευτερόλεπτο πληθαίνει και μάς μειώνει, σκιά μας νύχτα γίνεται ύπνος και των μελλόντων θάνατος - μέλλοντα που δεν έχουν θάνατο Τα τρία πρόσωπα του χρόνου αναβοσβήνουν σαν φάρος, αστός αγρότης άξεστος μές στο τυφλό του τρυπά την πίσσα άσφαλτης οδού ξενητεύεται στην πόλη του Εγώ να γυρνώ με δυο ρόδες κι όταν ρόδο τρυγώ, φτερό κόβει ορίζοντα κι όλα ξαναγίνονται Δολοφονική γαλάζια πλάκα ουρανός φράζει το στήθος στοιχειώνει ύπνους, ώρα πού άλλα με φως θωπεύει άλλα αγνοεί νόμος υψιπέτης Στα φέρνει εφημερίδα μηνύματα μόνιμα μνήματα Τώρα μετράς της θλίψης τραγούδια λυπητερά, η φύση χρώματα αλλάζει και σκοπό, οι άκρες του τόξου λυγίζουν το τέλος βρίσκει την αρχή ΄Ολες οι μορφές είναι μέλλον

32


ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΘΑ ΓΙΟΡΤΑΣΩ Τ’ ΑΣΤΕΡΙΑ

Είναι και κατά βάθος θάνατος είναι και στέρηση φωτός δε σταματά ο θάνατος δε σταματά ο έρωτας οι αγαπημένοι έχουν πανσέληνο δέσμη αστραπές χτυπούν στη νύχτα σέλας φωτεινό δοξάρι άστρων τη δεξαμενή ταράζει γοργός χορός στο αίθριο του γαλαξία χαράζει Μας τίναξε ένας έρωτας στου απροσδόκητου τις οροφές μας τίναξε ένας έρωτας στου απροσίτου το αναφές εισαγωγή σε τέχνες Αφροδίτης μήνας ροδίτης κλείνει ο φεγγίτης τη σπαρασσόμενη καρδιά σοφία σώζει αρμονία σφαιρών μουσική δωρίζει φλέβα ζωής τάξιμο άστρων αβύσσους η ψυχή περνά χτίζει με σκιές λάμπουν τη μνήμη πρωταγάπες κι αιωνιότη Μας τίναξε ένας έρωτας στου μεθυσμένου τις κορφές μας τίναξε ένας έρωτας στου εθισμένου τις μορφές Σαν που ανέβαινες βουνό ανέπνεες την κορυφή του του κόσμου την υπεροχή συνομιλία κορυφών στο βάθος εικόνα από χωριό τρυφερά περάσματα σκαλώματα για φώς γειτόνευες ανέκυπτε μεγαλύτερη αγκαλιά πλάτυνε το βλεμα ψύχωνε η ανάσα δυνάμωνε η πνοή μετέδινε ζωής παλμό αίμα και φώς Δεν επιστρέφουμε ποτέ εκεί γιατί δεν υπάρχει πιά το εκεί

33


ΗΛΙΟΚΑΜΜΕΝΗ ΕΝΘΑΔΙΚΗ ΥΠΑΡΞΗ

Με καλοκαίρι στα χείλη η ομορφιά φώς μαυροστάφυλο σπαράζει την πόλη σαν άκρως Ιούλης που καίει τις μετώπες. Κερδίζω λίγο της ζωής ,το χρόνο κάνω συνεργό μου Μου μάθαινες για ομορφιά ,σπουδή είχα τα μάτια σου, σ ένα τριαντάφυλλο από πυρετό από φλόγα, μέχρι τη λύπηση σπάταλο φώς, όλα μες τη μαρμαρυγή του Έντονα σπουργιτίσματα στις γειτονιές του ανέμου σαν σε Ιούλη το μετάξι μεγάλωνες τον ουρανό Πυρκαϊά όντoς καταφλέγει της μοναξιάς τα άνθη Με καλοκαίρι στα χείλη η ομορφιά φώς μαυροστάφυλο σε εόρτιο Δεκέμβρη χαίρεσαι να μου λές: "Μεσάνυχτα τα βουνά μου σπιθίζουν άστρα " ΕΤΑΞΑ ΣΤΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ ΣΟΥ

34


ΠΟΙΗΜΑ ΣΤΟΝ ΠΟΙΗΤΗ

Αν ένας έχει τη δόξα τη γη μπορεί αυτός να σηκώσει στα μάτια μας Πάσχουμε δόξας διαφάνεια Τον εαυτό του εξαίρεσε έρευσε μέσα του μεγάλη πνοή ρυθμού ανταμοιβή πέρασμα έγινε Για μάς για το πάν τα πράγματα θα μας χαρίσει νέα Με το λεπτό το βαθύ το ψηλό του κοίταγμα μάτια στον κόσμο χαρίζει μεγαλώνει την ευαισθησία μας θεμελιώνει την κατοικία μας συγκεντρώνει το φως στη φωνή του γίνεται του καθενός αδερφός καθέδρα Από μέσα του πέρασε ο κόσμος κι αγνίστηκε Του αισθήματος διδάχος που τον κυρίευσε επιστρέφει με κύρος γραφής Σκουριά δεν πιάνει ο λόγος του φίλος είναι Καταφεύγοντας στη σολωμική κάτω από το μαγνάδι του του Πόρφυρα την κόκκινη γραμμή να λάμπει αστραφτερές αυτογνωσίες Πόρφυρα λυτρωτή φευγαλέας αθανασίας

35


ΠΕΡΑΝ

Γιά να μη γίνω γραφικός (και τι έγινε) θα πιάσω τώρα το κοντύλι της φωτιάς πύρινα γράμματα που χαράζει πάνω στο νερό κι εκεί να σε βρω στο καθαρό . Και κάποτε και τώρα της ψυχής σου γέλασμα ακούω ποθώ , -ίμερο Αφρoδιτη στείλε της -. Κοιτώ το φεγγάρι το ρωτώ δε μ’ απαντά Το έχεις εξαγοράσει; δε μ’ απαντάς . Άσε να παίξω ,εσύ είσαι η αρχή, η μέση και το τέλος της ομορφιάς Ήρθες σαν φωτογραφία σου και με κοίταξες μυστικό αρχαίο όπως τα σύμβολα όπως κόκκινα αυγά Τέλεση ζωής η γλώσσα βουτά το καλαμόφτερο στους αχινούς, με το χυμό αυτό όλη η ουσία των θαλάσσιων όντων ξεβράζεται στην ακτή της σελίδας , το όν φωτίζει με γνήσιο σκοτάδι, φωτεινή θεώρηση που αληθεύουν τα μάτια σου η συνέχεια των άστρων

36


ΛΙΧΝΙΣΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Υπάρχει ένα κάτι του βίου που αποφασίζει ερήμην μας και χωρίς να συνεδριάσει Πνευματική μας αδυναμία και περιορισμός δεν μας αφήνουν να το συλλάβουμε Μέσα σ αυτή την απουσία μπορούμε ν αγγίξουμε τη σκιά της απιστίας; Μακριά διαδρομή ενός ίσκιου από τον οποίο μόλις και βγαίνουμε και παραταύτα ανωφέλευτα (Δεν έχει τέλος τούτη η αθανασία) Η μέρα τούτη πέθανε πίσω από σκούρο τζάμι ίσως την ξεχάσεις για πάντα Τι είχε; Άλγος .Μονοτονία από άλγος που δε σε ξεχνά , είναι τα λέπια σου ,ο οπλισμός σου Μάτια που το γαλάζιο σου στην Αφρική με βγάζει, της νύχτας πικροδάφνη μου το άρωμα σου με οδηγεί το φως σου με τυλίγει Έγραψα κάτι της φωνής σου σε τριαντάφυλλο ρόδο, γραφή σαν σε τετράδιο, τρυφερά φύλλα της φωνής σου (Μέσα μου) Αν έχεις τη γραφή, για να πιαστείς πάνω της όταν ναυαγείς , θα διαψευστείς πάραυτα Δώσε μια ανάσα απόστασης από τον κόσμο της τέχνης , τον εαυτό σου δες σαν θεατής, λίγο πριν από σένα ,λίγο μετά από σένα Θα λυτρωθείς από τον εαυτό σου ,θα γλιτώσεις από σένα

37


TΗΣ ΘΛΙΨΗΣ ΜΟΥ ΤΟ ΑΠΕΙΡΟ

Έχω λουλούδια μια πηγή που πάτησες μες στις μηλιές Είναι φεγγάρι μια πληγή όλο το ρόδο μες το στήθος Σοφά με πας την Κυριακή και με φωτίζεις σαν κερί γιατί έρχεται απόγευμα και λαβωμένο της θλίψης μου το άπειρο λυγμού το δάκρυ στο λαιμό το καταπίνω θάλασσα Στέκομαι σε παρατηρώ σαν να ‘μαι εσύ σαν να ‘σαι εγώ Γιατί την είδα τη γιορτή να κόβει θλίψη Κομμένα από αντίδωρο έπεφταν τα πουλιά Έπαιξες τα φθινόπωρα του κόσμου στην έλευσή σου μυστική χρυσές οπώρες έφεγγαν πουλιά του νότου έφευγαν απ’ τα μαλλιά σου Βρέθηκα να ‘χω ένα υγρό πουκάμισο την άλλη μέρα Από τα στήθια της αυγής και μ’ έφεγγε ως τα σπλάχνα Έλα ω χρόνε να ξετυφλωθείς από αγάπης μάτια

38


ΣΠΟΥΔΗ ΦΙΛΙΟΥ

Και το βραχάκι της καρδιάς μας πού είναι; Εκεί που έσπαζες την αγάπη μας κι ύστερα γύρναγες και την ξανακολλούσες με σάλιο και φιλιά; Γυρτή σα χάδι έριχνες φως γιορτή Ύστερα ήρθαν τα μελτέμια κι η φουρτούνα φούντωσε. Ο κεραυνός σου έκαψε τη γραμμή του ορίζοντα, ξανασχεδίασες το χάρτη Πάνω στο απέραντο του γαλάζιου χτυπούσε μια ολοζώντανη κόκκινη καρδιά, όλος ο γλάρος ανέβαζε το όνειρο /κάθετη πανσέληνο του μέλιτος Μελισσουργοί προγευόμαστε το απόγευμα κι οι νύχτες δεν είχαν τέλος Τούτη τη γιορτή την πήρες διαβατήρια τελετή Ξανασχεδιάζουμε το χάρτη, αφαιρούμε γαλάζιο κόκκινο, τονίζουμε τα σημεία της μνήμης, κι οι νύχτες δεν έχουν τέλος Ωκεανογραφικώς τα επιρρήματα της νύχτας δεν στέκουν Στη γλώσσα των πουλιών όλα εξηγούνται με τραγούδι, γλώσσα των εραστών Στο χάρτη της αιωνιότητας πρώτα σχεδιάστηκε το φιλί, όλες οι φωλιές του κόσμου έχουν το σχήμα του κι ο πρωτομάστορας από κει πρωτοτράβηξε την έγνοια για κόσμο και όλα τα κοσμοθέτησε, κοσμηματοθήκη φιλιά Από το χάδι των χειλιών ανατέλλουν καλημέρες χαράς γιορτής, πανηγυριών,(αγάπη τα μαχαίρια σου)

39


TΟΞΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Πήρα στα χέρια ένα πρωί το πρόσωπό σου. Τόξα της ζωής είναι τα κορμιά, στο μισοφέγγαρό τους σμίγει δοξάρι το άπειρο τα σπλάχνα μας δρομολογεί και φέγγουν Σε ακόνιζα στο πράσινο ακόνι της σελήνης, σε ακόνιζα στο φλόγινο τροχό του ήλιου ,ω μνήμη, να μάθω τον καιρό με χρώμα με χώμα λαμπερό και μαύρο Έμπηγε ο αιώνας ατσάλινο φτερό, με έμαθες, με έπλαθες ν αντέχω στύγας νερό βάρκα να ρίξω να στερνοκολυμπώ άγριες νύχτες στο πολύ της θάλασσας απο τη στεριά σου καθώς με αλαργεύει Με το κουπί σε πίνω, σε λιγοστεύω, όταν με στρέφεις σε λιμάνι μιά καρδιά Μέσα στο μαύρο ολκάδα η ζωή και δεν λυγίζουν οι ανάσες, όταν της φωνής σου ακτίνες, όταν χτυπά στο μαύρο ο ήλιος κι η θάλασσα την πλάτη τού γυρίζει ,τρέχουν τα κύματα χωρίς να βρίσκουν το σκοπό, στ’ αυτιά μου μουσικές ωκεανίδες και μοιάζουν στα τραγούδια σου Έφηβοι των Αντικυθήρων, το αίνιγμα σας χαμόγελο κόβει δρόμο για τον ήλιο Φωνή από νύχτα μυστική μες στα βασίλεια της σιωπής με σιγοφέγγεις Ύπόγεια ρεύματα μας ενώνουν κάτω από χίλια βουνά: είσαι νερό μου Τα μαλλιά σου νύχτα λύνεις βρόγχοι πλέκονται σαγήνης (Ξέρετε ,Κυρία, η ευαισθησία είναι θάρρος. "Δεν σπάζει με την πέτρα η καρδιά ") αγάπη, λένε, τα μάτια σου Για τα πουλιά είναι ελαφρύς ο ουρανός, στα μεσημέρια μου γκρεμοτσακίζεται ο χρόνος, σκοτάδι μέσα μου και πόνος, είμαι με γόνατα λυμένα Ερημική βασίλισσα με γαλανό και άλικο είσαι εσύ το ζεστό που ζω Εκεί ήταν δέντρο μοναχό, κόκκινο η φύση φόρεσε χαμόγελο, μετείκασμα ήλιο στόχευες, τι σόι θεοί σε πλαστουργούν; Τα μεσημέρια της θλίψης τι θα γίνουν τα μεσάνυχτα στης μνήμης τα σκαλιά; Πήρα στα χέρια ένα πρωί το πρόσωπό σου

40


ΣΙΓΗ ΙΣΧΥΟΣ

Της ποίησης η λύρα έιναι κουρδισμένη απο τον ίδιο το θάνατο

Ό,τι χάνω με βρίσκει στην καρδιά

41


MAYΡA ΓΑΡΥΦΑΛΛΑ

Μαύρα γαφύφαλλα ,να ανασαίνεις στο πάθος Ερωτική, μείνε μαζί μου, ερωτική , γιατί είναι ο έρωτας που γράφει, δεν είμαι εγώ, τούτο το αίμα από κόκκινο έρωτα φονιά που πυροδοτεί τα κύτταρα και ένα ένα σκάζουν μπουμπούκια άνανθα της ηδονής και των ακτών σου κύματα βρέχουν τις αμμουδιές μας Πού πας καλή με ηδονή και φρέσκα τα δαμάσκηνα στον κόρφο σου αναμμένα , πάρε κι εμένα , πάρε, στις κορυφές των πόθων σου, τα μοσχαναθρεμμένα (Μα γιατί να κλάψω πάνω στο γυμνό της σώμα;)

42


Βέλος στο χώμα  

Ποιητική συλλογή Εκδόθηκε το 2006 από τις Εκδόσεις Πλανόδιον

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you