Page 1


Παρισινή Κοµµούνα 1871 140 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΕΦΟ∆Ο ΣΤΟΥΣ ΟΥΡΑΝΟΥΣ! Η Κοµµούνα γεννιέται Το ορμητικό κύμα των επαναστάσεων, των εξεγέρσεων και των κινημάτων που συγκλόνισαν και εξακολουθούν να συγκλονίζουν τον κόσμο έχει τη ρίζα του στην παρισινή κομμούνα του 1871. Το Παρίσι που αντιστάθηκε για 6 μήνες στην πολιορκία των πρωσικών στρατευμάτων, με τη γαλλοπρωσική συνθήκη περνά πλέον στον έλεγχο των Πρώσων. Η εθνοφρουρά και ο λαός του Παρισιού αποφασίζουν να κρατήσουν τα όπλα και τα κανόνια τους για να υπερασπίσουν τη Δημοκρατία που είχε κηρυχθεί στις 4/9/1870 και που οι μοναρχικοί είχαν ήδη επιχειρήσει να ανατρέψουν. Στις 18/3, η εθνοφρουρά απηύθυνε το ακόλουθο μανιφέστο: «Οι προλετάριοι του Παρισιού, ανάμεσα στις χρεοκοπίες και προδοσίες των αρχουσών τάξεων, συνειδητοποίησαν ότι σήμανε γι' αυτούς η ώρα να σώσουν την κατάσταση παίρνοντας στα χέρια τους τα δημόσια πράγματα. Κατάλαβαν ότι έχουν επιτακτικό καθήκον και απόλυτο δικαίωμα να γίνουν οι ίδιοι κύριοι των πεπρωμένων τους παίρνοντας της κυβερνητική εξουσία». εξουσία» Η γαλλική κυβέρνηση, φοβούμενη την ανατροπή του καθεστώτος από μια εργατική τάξη που συνειδητοποιεί το ρόλο και την δύναμή της, προσπαθεί να αφοπλίσει τους εξεγερμένους στέλνοντας στρατεύματά εναντίον του Παρισιού. Ο λαός όμως αντιστέκεται. Η Κο Κομμούνα παίρνει σάρκα και οστά και το προλεταριάτο διεκδικεί για πρώτη φορά την θέση του στην ιστορία. "∆εν αρκεί πια να φωνάζουµε: ζήτω η ∆ηµοκρατία! Αλλά να την κάνουµε να ζήσει!" Μετά τη δημιουργία της κομμούνας τίποτα δε μένει όρθιο από τον παλιό κόσμο. Στη φλόγα της επανάστασης δεν λιώνουν μονάχα οι παλιοί θεσμοί αλλά κυρίως οι παλιές προκαταλήψεις. Ο λαός παύει να είναι πιόνι στα χέρια των αστών, αποκτά εικόνα για τον εαυτό του και καθορίζει ο ίδιος τη ζωή του. Ενδεικτικά ο χρονογράφος της εποχής αναφέρει:

"Μπαίνουν, βγαίνουν, κυκλοφορούν, συγκεντρώνονται. Το γέλιο του πιτσιρικά του Παρισιού διακόπτει τις πολιτικές συζητήσεις. Πλησιάστε στις ομάδες και ακούστε. Ένας ολόκληρος λαός συζητεί για πολύ σοβαρά ζητήματα. Για πρώτη φορά ακούς εργάτες να ανταλλάσσουν εκτιμήσεις πάνω σε προβλήματα που μόνο τους φιλόσοφους απασχολούσαν μέχρι τώρα. Φύλακες δεν υπάρχουν. Κανένας αστυφύλακας δεν κλείνει το δρόμο, δεν εμποδίζει τους διαβάτες. Η ασφάλεια είναι απόλυτη. Παλιά, όταν αυτός ο ίδιος λαός έβγαινε σε κατάσταση ευθυμίας από τους χορούς του, οι αστοί παραμέριζαν λέγοντας χαμηλόφωνα: Αν αυτοί οι άνθρωποι ήταν ελεύθεροι, τι θα γινόμασταν; Τι θα γινόντουσαν οι ίδιοι;". Τώρα είναι ελεύθεροι και δε χορεύουν. Είναι ελεύθεροι και μάχονται. Όταν ένας καλόπιστος άνθρωπος περνά δίπλα τους σήμερα καταλαβαίνει ότι ένας νέος αιώνας γεννήθηκε". Πλάι στην άνοδο της συνείδησης του λαού, πραγματώνεται η άμεση δημοκρατία, μέσα από νέα όργανα. Η Κομμούνα αποτελεί ουσιαστικά μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης,

το αποτέλεσμα της πάλης της παραγωγικής τάξης ενάντια στην τάξη των σφετεριστών. Η Κομμούνα σχηματίζεται από τους δημοτικούς συμβούλους που εκλέγονται με βάση το γενικό εκλογικό δικαίωμα. δικαίωμα Είναι υπεύθυνοι και μπορούν να ανακληθούν ανά πάσα στιγμή. στιγμή Η πλειοψηφία τους αποτελείται φυσικά από εργάτες ή από αναγνωρισμένους εκπροσώπους της εργατικής τάξης. Η Κομμούνα δεν είναι ένα κοινοβουλευτικό αλλά ένα εργαζόμενο σώμα, εκτελεστικό και νομοθετικό ταυτόχρονα. ταυτόχρονα Η δημόσια υπηρεσία, από τα μέλη της Κομμούνας ως τους κατώτερους υπαλλήλους, αμείβε μείβεται με εργατικούς μισθούς. μισθούς Όλα τα προνόμια και οι επιχορηγήσεις για έξοδα παραστάσεως στους ανώτερους αξιωματούχους του κράτους καταργούνται μαζί με τους ίδιους τους αξιωματούχους. Όχι μόνο η διοίκηση του δήμου, μα και όλα τα καθήκοντα που ασκούσε ως τότε το κράτος, περνούν στα χέρια της Κομμούνας. Ο μόνιμος στρατός καταργείται και αντικαθίσταται από τον οπλισμένο λαό (λαϊκές λαϊκές πολιτοφυλακές). πολιτοφυλακές Η αστυνομία, που μέχρι τότε ήταν το όργανο της κεντρικής κυβέρνησης, απογυμνώνεται αμέσως από όλες τις πολιτικές της ιδιότητες και μετατρέπεται σε υπεύθυνο όργανο της Κομμούνας που μπορεί να ανακληθεί οποιαδήποτε στιγμή. Οι δικαστικοί λειτουργοί γίνονται και αυτοί αιρετοί και ανακλητοί. Το έργο της κομμούνας όμως, δεν σταματά εδώ: • Νομιμοποιούνται όλοι οι αλλοδαποί που έχουν εκλεγεί στην Κομμούνα, επειδή «η κόκκινη σημαία της Κομμούνας είναι σημαία της Παγκόσμιας Δημοκρατίας». • Ορίζεται ότι ο ανώτατος μισθός δε θα ξεπερνάει τα 600 FF (εργατικός μισθός). • Χωρίζεται η εκκλησία από το κράτος και απαλλοτριώνονται όλες οι εκκλησίες που αποτελούν οργανισμούς με ιδιαίτερη περιουσία. • Όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα ανοίγουν δωρεάν για το λαό και ξεκαθαρίζονται από κάθε επέμβαση της εκκλησίας και του κράτους. • Καίγεται δημόσια η περιβόητη γκιλοτίνα. • Επαναλειτουργούν από τους εργάτες όσα εργοστάσια έχουν κλείσει. Οι εργάτες συνεταιρίζονται σε μεγάλες ενώσεις που βαθμιαία θα συνενωθούν. Το τέλος… Όλες αυτές οι κατακτήσεις της Κομμούνας θορύβησαν όπως ήταν φυσικό την άρχουσα τάξη, η οποία λύσσαξε να καταπνίξει το επαναστατημένο Παρίσι στο αίμα και να τσακίσει την επανάσταση στη ρίζα της. Ο αποτροπιασμός και ταυτόχρονα η κατάπληξη της κυρίαρχης τάξης φαίνεται από τη φράση "Ήταν οικοδόμος και ήθελε να κυβερνήσει τη Γαλλία!". Αυτά ήταν τα λόγια ενός συνταγματάρχη του κυβερνητικού στρατού, τη στιγμή που εκτελούσε έναν οικοδόμο, το Λεβέκ, μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Εθνοφρουράς. Η τεράστια κινητοποίηση των αστικών δυνάμεων της Γαλλίας, σε συνδυασμό με τις παθογένειες της Κομμούνας την οδήγησαν σε ένα πρόωρο τέλος, αφού μέσα σε δύο μήνες από την γέννησή της, εκτελέστηκαν και οι τελευταίοι Γάλλοι Κομμουνάροι. Πιο συγκεκριμένα, η έλλειψη επαναστατικής ηγεσίας και σοβαρής οργάνωσης, το γεγονός ότι ποτέ η Κομμούνα δεν άγγιξε τα ταμεία της Κεντρικής Τράπεζας, αλλά κυρίως το ότι οι Κομμουνάροι υποτίμησαν την εξάπλωση της πάλης σε όλη τη Γαλλία


ώστε να πάρουν στα χέρια τους την κρατική εξουσία ήταν καθοριστικοί παράγοντες για την ήττα. Το τέλος της Κομμούνας γράφτηκε με αίμα, όταν ο κυβερνητικός στρατός, σε συνεργασία με τους Πρώσους εισέβαλλε στο Παρίσι και μέσα σε μία βδομάδα σφάγιασε 30.000 επαναστάτες, εξόρισε αρκετές χιλιάδες και επέβαλλε στρατιωτικό νόμο για πέντε χρόνια. … ή µήπως η αρχή; Για μας η Παρισινή Κομμούνα αποτελεί μια εικόνα από την κοινωνία του μέλλοντος. Οι δομές που ανέπτυξε αποτελούν την ουσιαστική προϋπόθεση για να τερματιστεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Σε μια κοινωνία που όλοι αποφασίζουν συλλογικά για τα προβλήματα που τους απασχολούν και την επίλυσή τους, σε μια κοινωνία που είναι φτιαγμένη για να ξεπερνά τις ανισότητες του παρελθόντος, τα κέρδη καταργούνται και κινητήριος μοχλός της ιστορίας γίνονται οι ανάγκες του ανθρώπου. Η κομμούνα μπορεί να τσακίστηκε, άφησε όμως μια τεράστια παρακαταθήκη για τους μετέπειτα αγώνες. Μόλις 40 χρόνια μετά, εγκαθιδρύεται στη Ρωσία το πρώτο εργατικό κράτος στην ιστορία βάζοντας την εργατική τάξη στο προσκήνιο, αυτή τη φορά δυναμικά. Σήμερα, 140 χρόνια μετά το πρώτο φτερούγισμα του προλεταριάτου, στο έδαφος της οικονομικής κρίσης ενός σάπιου και γερασμένου συστήματος που τρώει τις σάρκες του για να επιζήσει, ήρθε η ώρα να αλλάξουμε ρότα στην ιστορία, να επιχειρήσουμε τη δική μας έφοδο στον ουρανό. "Τον τελευταίο καιρό, τον σοσιαλδηµοκράτη φιλισταίο τον πιάνει ξανά ένας ιερός τρόµος όταν ακούει τις λέξεις: ∆ΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ. Ε, λοιπόν, κύριοι, θέλετε να µάθετε τι ήταν αυτή η δικτατορία; Κοιτάξτε την Παρισινή Κοµµούνα. Αυτό ήταν η ∆ΙΚΤΑΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΤΟΥ!”

(ΦΡΙΝΤΡΙΧ ΕΝΓΚΕΛΣ)

δεν πληρώνω, δεν πληρώνω… την κρίση τους! Το περιβόητο μνημόνιο ήδη έχει κλείσει ένα χρόνο ζωής, ένα χρόνο άγριας επίθεσης σε κοινωνικά και εργατικά κεκτημένα από την κυβέρνηση και τους συμμάχους της, την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Ένας χρόνος απολύσεων, πετσοκόμματος μισθών και συντάξεων, συγχωνεύσεων σχολείων και νοσοκομείων, κατάργησης των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και πλήρους επιβολής ελαστικής και ανασφάλιστης εργασίας. Όμως, η λαίλαπα αυτή των αντιλαϊκών μέτρων δεν έμεινε χωρίς απάντηση. 12 πανεργατικές απεργίες, πανεκπαιδευτικά συλλαλητήρια, καταλήψεις σε δήμους, εργασιακούς χώρους και υπουργεία, η ανάδυση διάφορων κινημάτων αντίστασης, με χαρακτηριστικότερα παραδείγματα το «δεν πληρώνω» σε διόδια-λεωφορεία και τον αγώνα των κατοίκων της Κερατέας, δείχνουν την διάθεση του κόσμου να μην είναι αυτός, ο οποίος θα πληρώσει τα σπασμένα της κρίσης που άλλοι δημιούργησαν. Η αντίσταση απέναντι στην πολιτική που τον οδηγεί στην αιώνια λιτότητα και την εξαθλίωση, βρίσκει διάφορους τρόπους να εκδηλωθεί. Στην περίπτωση του «Δεν πληρώνω», πληρώνω» λίγοι εξοργισμένοι πολίτες αρκούσαν για να ξεσπάσει ένα κίνημα πανελλαδικών διαστάσεων με επιτροπές σε κάθε σχεδόν πόλη, που παλεύει και αρνείται να βάλει το χέρι του στην τσέπη ξανά, για δρόμους που ήδη έχει πληρώσει. Το κίνημα αυτό κατάφερε να συσπειρώσει ολοένα και περισσότερο κόσμο γύρω του, προβαίνοντας σε όλο και πιο ριζοσπαστικές δράσεις, ανοίγοντας τα διόδια ανά τακτικά χρονικά διαστήματα. Κατάφερε να θορυβήσει την κυβέρνηση και τα παπαγαλάκια της, η οποία προκλητικά αποκαλούσε όλον αυτόν τον αγωνιζόμενο κόσμο τσαμπατζήδες και ποινικοποιώντας την δράση του προσπάθησε να τον τρομοκρατήσει. Όχι μόνο όμως δεν μπόρεσε να τρομοκρατήσει τον κόσμο, αλλά έδωσε το έναυσμα για περαιτέρω κινητοποιήσεις και στις αστικές συγκοινωνίες. Ενώ το εισόδημα του κόσμου ολοένα και μειώνεται, οι τιμές των εισιτηρίων στις αστικές συγκοινωνίες αυξάνονται διαρκώς. Έτσι, η οργή ενάντια σε αυτά τα αντιλαϊκά μέτρα ήταν αναπόφευκτο να εκδηλωθεί

με την δημιουργία επιτροπών «δεν πληρώνω» στα λεωφορεία και τα άλλα μέσα μαζικής μεταφοράς. Στην περίπτωση της Κερατέας Κερατέας οι κάτοικοι της περιοχής βρίσκονταν επί τέσσερις μήνες σε κατάσταση «πολέμου» με τα ΜΑΤ και την κυβέρνηση, προασπίζοντας το δικαίωμά τους σε ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης. Η κυβέρνηση για να μην χαλάσει τη ζαχαρένια των φίλων της, μεγαλοεργολάβων και κατασκευαστικών εταιρειών που θα αποκομίσουν τεράστια κέρδη από αυτή τη «μπίζνα», προσπαθεί εδώ και καιρό να μετατρέψει την περιοχή της Κερατέας σε έναν απέραντο σκουπιδότοπο όλης της Αττικής. Ουσιαστικό ρόλο στην επιβολή των συμφερόντων κυβέρνησης και μεγαλοεπιχειρηματιών έπαιξε φυσικά η αστυνομία, ξυλοκοπώντας, τραμπουκίζοντας και καταπνίγοντας στα χημικά τους αγωνιζόμενους πολίτες. Παρ’όλα αυτά ο κόσμος συνέχισε να αγωνίζεται καλώντας καθημερινά σε μαζικές τοπικές συνελεύσεις, όπου με αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες οργάνωνε την αντεπίθεση παίρνοντας στην ουσία την κατάσταση στα χέρια του (μπλοκάρισμα δρόμων, κινητοποιήσεις κλπ). Τα κινήματα αυτά μπορεί να συσπειρώνουν πολύ κόσμο με αγωνιστικές διαθέσεις, πολιτικοποιώντας τον σε κάποιες περιπτώσεις (αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες βάσης, ριζοσπαστικοί τρόποι δράσης, ευαισθητοποίηση για διάφορα ζητήματα), όμως δεν χτυπούνε στην ρίζα του προβλήματος. Ακόμη και αν κάποιες φορές πετυχαίνουν επιμέρους νίκες, αυτές είναι πρόσκαιρου χαρακτήρα, γιατί τα κινήματα αυτά δρουν ξεκομμένα από την γενικότερη κατάσταση, η οποία αναπόφευκτα επιβάλλει νέες επιθέσεις στα κεκτημένα. Όταν οι κυβερνήσεις για να επιβάλλουν όλα αυτά τα επώδυνα μέτρα ευαγγελίζονται το χρέος και την άσχημη οικονομική κατάσταση της χώρας, τα κινήματα αυτά θα πρέπει να βάζουν ένα συνολικό πολιτικό περιεχόμενο νίκης, που θα απαντάει σε αυτή την τακτική του αστικού μπλοκ εξουσίας. Ακόμη και αν η κυβέρνηση πάρει πίσω κάποια μέτρα, όπως πχ τις αυξήσεις των εισιτηρίων, αυτό θα είναι χωρίς αποτέλεσμα, αφού σε λίγο καιρό θα «αναγκαστεί» να τα επιβάλλει εκ νέου, με το πρόσχημα


ότι ήρθε η τρόικα και της τράβηξε το αυτί… Από την άλλη, ο φόβος της απόλυσης, οι μειώσεις μισθών κλπ, δεν λύνονται με ακτιβισμούς τύπου δεν κόβω ένα εισιτήριο στο λεωφορείο, αλλά με συλλογικές διεκδικήσεις μέσα από τους εργασιακούς χώρους και τα φοιτητικά αμφιθέατρα που θα εκδηλώνονται με πραγματικά ανατρεπτικά και επικίνδυνα μέσα, που δεν είναι άλλα από τις απεργίες διαρκείας, τις καταλήψεις και τις μαζικές διαδηλώσεις.

ΝΑ ΣΗΚΩΣΟΥΜΕ ΤΟ ΧΡΕΟΣ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΜΑΣ! µετά το “ποπ” δεν έχει στοπ! Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ πιστή στις εντολές των αφεντικών της από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΔΝΤ, που έκανε φτωχότερους την πλειοψηφία των εργαζομένων και των συνταξιούχων πετσοκόβοντας μισθούς, συντάξεις και εργατικές κατακτήσεις δεκαετιών, που κατήργησε τις Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας θέλοντας να δώσει μόνιμο χαρακτήρα στην εξαθλίωση των εργαζομένων, που συγχωνεύει και κλείνει νοσοκομεία και σχολεία διαλύοντας και τα τελευταία υπολείμματα κοινωνικών παροχών, που με το άνοιγμα των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων στέλνει ολόκληρους κλάδους βορά στις πολυεθνικές, δεν λέει να σταματήσει! Νέος στόχος είναι το ξεπούλημα όποιου δημόσιου πλούτου έχει απομείνει (δημόσιας περιουσίας που από τα λεφτά των εργαζομένων έχει δημιουργηθεί) τόσο σε ξένους όσο και σε Έλληνες επενδυτές, πάντα με πρόσχημα τη δαμόκλειο σπάθη της πληρωμής του δημόσιου χρέους και ντυμένο με την ωραία φρασούλα «αξιοποίηση (!) της δημόσιας περιουσίας». Η απαρίθμηση των “έργων” της κυβέρνησης δεν έχει τελειωμό: αφού σπρώχνουν τους εργαζόμενους στην εξαθλίωση, τολμούν να μας λένε τσαμπατζήδες όταν δεν πληρώνουμε διόδια, ποινικοποιώντας μάλιστα την ελεύθερη διέλευση, εισβάλλουν σαν στρατός κατοχής στην Κερατέα όπου οι κάτοικοι αγωνίζονται για τη μη κατασκευή ΧΥΤΑ στην περιοχή τους (με αποτέλεσμα πολλούς τραυματίες και την αποβολή μιας εγκύου), θέτουν ολόκληρες περιοχές (Προμαχώνας Σερρών) σε στρατιωτικό νόμο –πλέον θυμίζουνε τη χούντα όχι μόνο μεταφορικά, αλλά και κυριολεκτικά. Από τα παραπάνω είναι πλέον σαφές περισσότερο από ποτέ ότι αυτή η κυβέρνηση που νιώθει να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια της από τις συνεχείς κινητοποιήσεις και εκφράσεις ανυπακοής, που δεν μπορεί να πείσει πια κανέναν, επιστρατεύει κάθε μέσο και με κάθε κόστος για να επιβάλλει τη βάρβαρη πολιτική της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σύλληψη του συμφοιτητή μας, αγωνιστή της Ε.Α.Α.Κ. στην απεργιακή πορεία στη Θες/νίκη, στον οποίο με ανυπόστατες κατηγορίες το δικαστήριο επέβαλλε ποινή φυλάκισης δύο μηνών με αναστολή! Ο συγκεκριμένος φοιτητής δεν είναι παρά ένα από τα χιλιάδες θύματα της κρατικής καταστολής που ακολουθώντας το δόγμα “όπου δε πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος” ξυλοφορτώνει και πνίγει στα χημικά σε κάθε ευκαιρία (ακόμη και στην Ακρόπολη!) τον κόσμο που αγωνίζεται με τελευταία πράξη αυτού του έργου την πρόσφατη απεργία. Για όλα αυτά και επειδή δεν τα φάγαμε μαζί, αλλά μας τα φάγανε όλα, στην τελευταία απεργία για ακόμη μια φορά δόθηκε ξεκάθαρα το στίγμα της ανατροπής από τις εκατοντάδες χιλιάδες διαδηλωτών. αυτή η πολιτική µπορεί να ανατραπεί Παρά την μαζικότητα των κινητοποιήσεων και την αγωνιστική διάθεση του κόσμου είναι σαφές ότι μια τόσο συνολική επίθεση που υλοποιείται με βάση ένα σχέδιο με

διεθνή χαρακτήρα, προερχόμενο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, δεν γίνεται να ανατραπεί με μια γενική απεργία κάθε δυο μήνες και με παντελή απουσία πολιτικού σχεδιασμού και προτάγματος. Το γενικόλογο σύνθημα της αντίστασης είναι ανεπαρκές στην πολιτικοποίηση του κινήματος και στην επίτευξη νικών. Όταν η ρίζα του προβλήματος, η ρίζα δηλαδή όλων αυτών των αντιλαϊκών μέτρων και του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου δεν είναι άλλη από την εκβιαστική απειλή του “μπαμπούλα” που λέγεται δημόσιο χρέος δεν μπορούμε να έχουμε πιθανότητες νίκης αν δεν χτυπήσουμε στη καρδιά του προβλήματος. Με βάση ένα χρέος που δεν δημιούργησαν οι εργαζόμενοι αλλά καλούνται να το πληρώσουν καθώς και μια πανευρωπαϊκή πολιτική που πηγάζει από την ΕΕ για εργασιακό μεσαίωνα σε όλη την Ευρώπη με παράλληλη διάλυση κάθε έννοιας κοινωνικού κράτους το ΠΑΣΟΚ υλοποιεί μια πολιτική με ξεκάθαρους ευνοημένους τους μεγαλοτραπεζίτες, τους βιομήχανους και τα λοιπά λαμόγια (ας σημειωθεί ότι η φορολογία του μεγάλου κεφαλαίου συνεχώς μειώνεται!). Για τη σωτηρία αυτών κόπτονται όταν μιλάνε για την σωτηρία της χώρας. Είναι σαφές ότι σε αυτό το κλίμα πρωταρχικό αίτημα νίκης και ανατροπής του εργατικού κινήματος δε μπορεί παρά να είναι το αίτημα της διαγραφής του χρέους με παράλληλη έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Απαντώντας σε όλα τα παπαγαλάκια που υποστηρίζουν ότι αν βγούμε από την ΕΕ θα οδηγηθούμε στην φτώχεια και θα μας κάνει “ντα” η μαμά Μέρκελ και ο μπαμπάς Σαρκοζί, ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ακόμα και αυτός ο επαίσχυντος προϋπολογισμός, αν δεν υπήρχε ο βραχνάς της αποπληρωμής του χρέους, είναι πλεονασματικός κατά οκτώ δις. Επίσης, αν ο Γιώργος Παπανδρέου είπε μια αλήθεια, αυτή δεν είναι άλλη από το ότι λεφτά πράγματι υπάρχουν· το θέμα είναι ποιοι τα έχουν και ποιοι τα παίρνουν. Ο τεράστιος πλούτος των τραπεζών που διαρκώς ενισχύεται από τις επιδοτήσεις της κυβέρνησης είναι υπερ-αρκετός ώστε να υπερκαλυφτούν οι ανάγκες του λαού. Γι’αυτό η κρατικοποίηση των τραπεζών καθώς και η δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας που όλοι γνωρίζουμε τι μέγεθος αποτελεί, είναι αιτήματα άρρηκτα συνδεδεμένα με τα προηγούμενα. Με αυτό το πλαίσιο αιτημάτων το εργατικό κίνημα μπορεί να πολιτικοποιηθεί, ο αγώνας να ενταθεί και να έχει μεγαλύτερη διάρκεια (καθώς θα έχει συγκεκριμένο στόχο) και εντέλει να νικήσει. το πανεπιστήµιο στο σφυρί Υπό καθεστώς μνημονίου και ΔΝΤοκρατίας το πανεπιστήμιο δεν αποτελεί εξαίρεση στην ολομέτωπη επίθεση που έχει εξαπολύσει η κυβέρνηση. Η επίθεση στο νευραλγικό χώρο της παιδείας αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς αν επιτύχει η επιχειρούμενη μετάλλαξη του πανεπιστημίου σε πανεπιστήμιο Α.Ε θα οδηγήσει σε μια γενιά εργαζομένων υπάκουων στις επιταγές της αγοράς: ημιμαθών αλλά εξειδικευμένων, χαμηλόμισθων, που δε θα ξέρουν να διεκδικούν συλλογικά. Το νομοσχέδιο Διαμαντοπούλου δεν είναι νεο-πασόκικη πατέντα αλλά έρχεται να προστεθεί στις αντίστοιχες μεταρρυθμίσεις πολλών προκατόχων της (Αρσένης, Στυλιανίδης, Γιαννάκου κ.α.) πηγή των οποίων αποτελεί η ΕΕ και συγκεκριμένα η Συνθήκη της Μπολόνια.


Από το κείμενο της διαβούλευσης που κατέθεσε η υπουργός, γίνεται ξεκάθαρο το σχέδιο της διάλυσης. Τα πτυχία μας δεν θα έχουν πλέον αξία από μόνα τους, καθώς δεν θα κατοχυρώνουν τίποτα. Θα αποτελούν απλά ένα ακόμα πιστοποιητικό, μαζί με τα δεκάδες άλλα που θα εντάσσονται στον ατομικό φάκελο προσόντων. Οδηγούμαστε έτσι σε έναν διαρκή αγώνα απόκτησης πιστοποιητικών (που το εισόδημα του καθενός θα παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς για την απόκτηση πτυχίων υπολογιστών, ξένων γλωσσών κλπ απαιτούνται χρήματα) με βραβείο έναν μισθό των 592 ευρώ. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλα τα πιστοποιητικά και οι δεξιότητες θα προσμετρώνται σε πιστωτικές μονάδες, έτσι ακόμα και συναπόφοιτοι εργαζόμενοι θα έχουν διαφορετικά μεταξύ τους επαγγελματικά δικαιώματα, συνεπώς και διαφορετικές εργασιακές σχέσεις και προφανώς δεν θα υπάρχει καμία δυνατότητα συλλογικής διεκδίκησης. Μάλιστα, το πρότυπο του υπάκουου-υποδουλωμένου εργαζόμενου θα προετοιμάζεται ήδη από τα χρόνια της φοίτησής του με την εντατικοποίηση του ρυθμού σπουδών μέσα από αλυσίδες μαθημάτων, υποχρεωτικές παρακολουθήσεις, συνεχείς προόδους κλπ. Παράλληλα στα πλαίσια της υποχρηματοδότησης του πανεπιστημίου μπαίνουν από την πίσω πόρτα οι ιδιώτες, καθώς από αυτούς θα πρέπει να αντληθούν τα χρήματα που χρειάζονται για την λειτουργία του πανεπιστημίου. Αυτοί θα καθορίζουν τα προγράμματα σπουδών (προφανώς με στόχο τις δικές τους ανάγκες, και όχι τις δικές μας), θα χρηματοδοτούν όποιο τομέα της έρευνας κρίνουν ως κερδοφόρο και στην ουσία θα διοικούν το πανεπιστήμιο. Τα πρώτα ψήγματα του ρόλου των ιδιωτών στην παιδεία είναι ήδη ορατά με την κατάργηση της δωρεάν φοιτητικής μέριμνας από πλευράς κράτους και την ανάθεσή της σε ιδιώτες που αποκτούν υπέρογκα κέρδη χωρίς να καλύπτουν ούτε στο ελάχιστο τις ανάγκες των φοιτητών. Πριν ακόμα κατατεθεί το νομοσχέδιο είναι σαφής η πρόθεση για εκκαθάριση του πανεπιστημίου από “απείθαρχους” φοιτητές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η δίωξη για “πειθαρχικά παραπτώματα” τεσσάρων φοιτητών, αγωνιστών της Ε.Α.Α.Κ. στο πανεπιστήμιο Πάτρας με ποινή την εξάμηνη αναστολή φοίτησης. Στην πραγματικότητα οι τέσσερις φοιτητές μαζί με δεκάδες συναδέλφους τους υπερασπίζονταν αποφάσεις Γενικών Συνελεύσεων των συλλόγων τους, καθώς και την ελεύθερη διακίνηση πολιτικών και πολιτιστικών ιδεών – την ουσία του ασύλου. Είναι σαφής η προσπάθεια για ποινικοποίηση του μάχιμου συνδικαλισμού των Γενικών Συνελεύσεων, για επίθεση στην ουσία του ασύλου. Η πρόθεση άλλωστε της κυβέρνησης σχετικά με το άσυλο και τους αγώνες που προστατεύονται από αυτό ήτανε ξεκάθαρη στην απόφαση κατάλυσης του ασύλου στην Νομική Αθήνας όταν αυτή είχε καταληφθεί από τους 300 μετανάστες απεργούς πείνας. Μας έστειλαν έτσι το μήνυμα ότι στον επόμενο γύρο συνελεύσεων και καταλήψεων δεν θα διστάσουν να στείλουν τα ΜΑΤ εναντίον μας. Το πανεπιστήµιο των αναγκών µας Στην έντονη προσπάθεια των εκάστοτε κυβερνήσεων τα τελευταία 20 χρόνια να υλοποιήσουνε την πολυπόθητη μεταρρύθμιση στην παιδεία σύμφωνα με της επιταγές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να διαλύσουν δηλαδή κάθε υπόλειμμα δημόσιας και δωρεάν παιδείας, το φοιτητικό κίνημα, με πρωτοπόρες τις ριζοσπαστικές αριστερές δυνάμεις, βρέθηκε

ξεκάθαρα απέναντί τους. Το γεγονός ότι αιχμή των κινητοποιήσεων αποτέλεσε η προσπάθεια να μην εφαρμοστούν οι επίμαχες μεταρρυθμίσεις, έδωσε πάτημα στις καθεστωτικές παρατάξεις ΠΑΣΠ και ΔΑΠ, να υποστηρίξουν ότι «Η αριστερά το μόνο που ξέρει, είναι να λέει όχι σε κάθε αλλαγή και να μένει προσκολλημένη στο παρελθόν». Η πραγματικότητα όμως απέχει πολύ από αυτήν την αντίληψη. Η Ε.Α.Α.Κ ήδη από το 2006-’07 έχει βάλει μέσα στις συνελεύσεις ξεκάθαρα την αντίληψή της για το τι πανεπιστήμιο θέλουμε, αντίληψη που συνοψίζεται στη μάχη για ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Απέναντι στο πανεπιστήμιο επιχείρηση προτάσσουμε το πανεπιστήμιο των αναγκών μας. Παλεύουμε για την κατάργηση της διάκρισης Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. (και κάθε άλλου είδους διαχωρισμό), ένα πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο με όλα τα επαγγελματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα σε αυτό. Αντί δηλαδή να χωριζόμαστε σε Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. και σε δεύτερη φάση σε επι μέρους υπερ-εξειδικευμένα τμήματα, θέλουμε να διδασκόμαστε ενιαία την επιστήμη που επιλέγουμε να σπουδάσουμε και η τυχόν εξειδίκευση να βαραίνει τον εργοδότη. Με αυτόν τον τρόπο, το πανεπιστήμιο δεν θα παράγει αναλώσιμους εργαζόμενους, αλλά εργαζόμενους που έχουν συνολική γνώση της επιστήμης τους, άρα μπορούν να έχουν συνολική εποπτεία του παραγόμενου προϊόντος-υπηρεσίας, και μπορούν να προσαρμόζονται εύκολα στα νέα δεδομένα. Με την κατοχύρωση ενός ενιαίου πτυχίου ανά γνωστικό αντικείμενο με όλα τα επαγγελματικά δικαιώματα σε αυτό, οι εργαζόμενοι ενός κλάδου μπορούν πολύ ευκολότερα να διεκδικήσουν συλλογικά καλύτερες συμβάσεις εργασίας, αντί να ακολουθούν έναν επιβλαβή για όλους, ανταγωνιστικό και ατομικό δρόμο, που συμπιέζει προς τα κάτω μισθούς και δικαιώματα. Παλεύουμε για ένα πανεπιστήμιο στο οποίο τα προγράμματα σπουδών θα καταρτίζονται με βάση τις ανάγκες των φοιτητών και της κοινωνίας και όχι το όφελος των επιχειρήσεων και τις εφήμερες ανάγκες τους, ενώ στην ίδια κατεύθυνση θα πρέπει να κατευθύνεται και η έρευνα (αυτήν την στιγμή οι έρευνες που χρηματοδοτούνται πλουσιοπάροχα είναι αυτές που διεξάγονται έπειτα από «παραγγελία» κάποιου επιχειρηματικού κολοσσού, ενώ έχουμε δει έρευνες ακόμα και για λογαριασμό του ΝΑΤΟ στο παρελθόν). Στο πανεπιστήμιο των αναγκών μας, η μόνη πραγματική αξιολόγηση, διαφάνεια και αυτοδιοίκηση του πανεπιστημίου που μπορούμε να φανταστούμε, είναι αυτή που γίνεται μέσα στις Γενικές Συνελεύσεις, τις μόνες αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες που λαμβάνουν πραγματικά υπόψη τις πραγματικές ανάγκες μας και μπορούν να προωθήσουν τη λογική της συλλογικής δράσης και απόφασης, κόντρα στη λογική του ατομικού δρόμου και της ανάθεσης. Είμαστε με ένα πανεπιστήμιο χωρίς κανένα συμβούλιο σοφών και πρυτάνεων· αλλά με φοιτητικό και εργατικό έλεγχο στη βάση των τακτικών Γενικών Συνελεύσεων που καμία σχέση δεν θα έχει με διοικητικά συμβούλια, εκλογές και επιτροπές αξιολόγησης. Ακόμα, η φοιτητική μέριμνα αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του πανεπιστημίου που θέλουμε. Μόνο εάν διαθέτουμε ποιοτική, δημόσια και δωρεάν, στέγαση, σίτιση, μεταφορά και παροχή συγγραμμάτων για όλους τους φοιτητές θα μπορούμε να μιλάμε για ένα πανεπιστήμιο χωρίς οικονομικούς και ταξικούς φραγμούς. Γι’ αυτό το λόγο,


παλεύουμε για την δημιουργία ενός δημόσιου φορέα υπό φοιτητικό και εργατικό έλεγχο, σταθερά χρηματοδοτούμενου στο ύψος των πραγματικών αναγκών, που θα ασχολείται αποκλειστικά με την φοιτητική μέριμνα. Για να υπάρξει ένα τέτοιο πανεπιστήμιο, ένα πανεπιστήμιο στη βάση των αναγκών μας, των συλλογικών διεκδικήσεων, με φοιτητικό και εργατικό έλεγχο, απαραίτητη προϋπόθεση, αποτελεί η μάχη για διασφάλιση του ασύλου. Μόνο έτσι μπορούν να διασφαλιστούν οι συλλογικοί αγώνες και διαδικασίες. Το άσυλο δεν είναι μόνο χώρος ελεύθερης διακίνησης ιδεών. Είναι κυρίαρχα χώρος προάσπισης και προώθησης των κοινωνικών αγώνων. Τα πανεπιστήμια είναι οι χώροι όπου αναπτύσσεται η πολιτική διαμαρτυρία, η ριζοσπαστική αναζήτηση, η αμφισβήτηση της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων. Λειτουργούν ως σημεία αναφοράς για τους οραματισμούς ολόκληρων κοινωνιών και μόνο το άσυλο μπορεί να διασφαλίσει ότι θα παραμείνουν έτσι. Απέναντι στο ‘’πανεπιστήμιο Α.Ε.’’ και στην κατασυκοφάντηση της αριστεράς και του κινήματος ως στείρα αρνητικούς σε κάθε αλλαγή, προτάσσουμε ένα πανεπιστήμιο που θα μας χωράει όλους, ένα πανεπιστήμιο στην βάση των αναγκών μας. για να βρει η Αννούλα τη Μαριέττα… Συνηθίζουμε να λέμε στις συνελεύσεις ότι πρέπει να ανατρέψουμε το νομοσχέδιο Διαμαντοπούλου, όπως ανατρέψαμε την αναθεώρηση του άρθρου 16 από την Γιαννάκου το 2006-2007. Στην πραγματικότητα η μάχη που καλούμαστε να δώσουμε σήμερα είναι πολύ πιο δύσκολη και έτσι το πολιτικό περιεχόμενο και οι μορφές οργάνωσης του κινήματος οφείλουν να είναι πιο αναβαθμισμένες, αν θέλουμε να έχουμε πιθανότητες νίκης. Αυτό συμβαίνει γιατί η σημερινή επίθεση στην παιδεία –σε αντίθεση με εκείνη του ’06-’07– αποτελεί έκφανση της συνολικής επίθεσης στη κοινωνία. Έτσι οι αλλαγές στην παιδεία που προωθούνται εδώ και πολλά χρόνια βρίσκουν σήμερα πρόσφορο έδαφος προς υλοποίηση, υπό το εκβιαστικό καθεστώς του δημοσίου χρέους, του μνημονίου και του ΔΝΤ. Μια τόσο συνολική επίθεση από πλευράς κυβέρνησης και ιδιωτικού κεφαλαίου μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο από μια εξίσου συνολική απάντηση από πλευράς εργαζομένων, φοιτητών και νεολαίας γενικότερα. Γι’αυτό το λόγο πέρα από τα διαχρονικά αιτήματα για δημόσια-δωρεάν παιδεία, ενιαία πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ένα πτυχίο ανά γνωστικό αντικείμενο με πλήρη επαγγελματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα, δωρεάν σίτιση-στέγαση-μεταφορά για όλους, έρευνα και χρηματοδότηση του πανεπιστημίου με βάση τις ανάγκες τις κοινωνίας και όχι τις επιταγές της αγοράς, διατήρηση και διεύρυνση του ασύλου, είναι ανάγκη να θέτει το φοιτητικό κίνημα τα κομβικά αιτήματα της διαγραφής του δημοσίου χρέους, που αποτελεί το βασικό επιχείρημα για υποχρηματοδότηση και ιδιωτικοποίηση της παιδείας (δηλαδή «δεν υπάρχει σάλιο») και εξόδου από την ΕΕ, από την οποία προέρχονται όλα τα σχέδια διάλυσης δημόσιας παιδείας τα τελευταία είκοσι χρόνια. Σε αυτό το σημείο εύλογα προκύπτει το ερώτημα: «μα καλά,

οι φοιτητές θα διαγράψουν το χρέος και θα βγάλουν την Ελλάδα από την Ευρωπαϊκή Ένωση;»

Η απάντηση είναι όχι: ούτε οι φοιτητές μόνοι θα το πετύχουμε αυτό, ούτε μόνοι τους οι εργαζόμενοι σε κάθε ξεχωριστό κλάδο που πλήττεται και απεργεί. Αυτό θα επιτευχθεί από τη σύνδεση του φοιτητικού με το εργατικό κίνημα, καθώς και με τα επιμέρους κινήματα (μαθητικό, κίνημα ενάντια στα διόδια κλπ), σε έναν αγώνα διαρκείας με κοινή συνισταμένη τη ρήξη με τη “ρίζα του κακού” μέχρι τη νίκη. Οι Γενικές Συνελεύσεις πρέπει να είναι ο μόνος τρόπος λήψης αποφάσεων των φοιτητικών συλλόγων, καθώς μόνο

εκεί είναι δυνατή η συμμετοχή και η διαμόρφωση του πολιτικού περιεχομένου από το σύνολο των φοιτητών. Σε αντίθεση με τις καθεστωτικές παρατάξεις ΠΑΣΠ και ΔΑΠ που αντιλαμβάνονται το συνδικαλισμό ως μια πορεία προς τις κάλπες (κάνουν τα πάντα ώστε να τερματίσουν πρώτοι) αντιλαμβανόμαστε το συνδικαλισμό (=αγώνας για κατοχύρωση δικαιωμάτων) σαν συλλογική υπόθεση όλων μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Μόνο μέσα από τις ΓΣ οι φοιτητές καθίστανται υποκείμενα της πολιτικής, παράγουν δηλαδή οι ίδιοι πολιτική, και όχι αντικείμενα (ψηφοφόροι) όπως θέλουν κάποιοι να τους αντιμετωπίζουν. Βέβαια η σημερινή μορφή των συνελεύσεων καθώς και η συχνότητα που διεξάγονται απέχει πολύ από το ιδανικό. Η προσπάθεια για δημοκρατικότερες συνελεύσεις όπου όλοι θα έχουν το δικαίωμα λόγου χωρίς οι παρατάξεις να καταχράζονται το χρόνο της ΓΣ με παράλληλους μονολόγους, καθώς και το δικαίωμα υποβολής ερωτήσεων στους ομιλητές, αλλά και για συχνότερη διεξαγωγή τους εξαρτάται από την συμμετοχή όλων μας και δεν επιτυγχάνεται με διακηρύξεις και αιτήματα, αλλά με πρωτοβουλίες στην πράξη.

Με ένα φοιτητικό κίνηµα έµπειρο από τις κινητοποιήσεις του παρελθόντος, µε ένα πολιτικό περιεχόµενο που θα µπορεί να νικήσει στις αντίξοες σηµερινές συνθήκες, καθώς και µε οργάνωση στη βάση των Γενικών Συνελεύσεων και τον συντονισµό τους, µε όπλο τις µαζικές κινητοποιήσεις και καταλήψεις πλάιπλάι µε το εργατικό κίνηµα µπορούµε να βγούµε νικητές στη µάχη της γενιάς µας.


ΜΕΤΑ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ: έµµισθοι συνεργάτες – ασκούµενοι δικηγόροι Η εικόνα ενός αυτοδύναμου δικηγόρου - ελεύθερου επαγγελματία, με σχετική οικονομική επιφάνεια, επαγγελματικό κύρος και επιστημονική ανεξαρτησία, είναι αυτή στην οποία προσβλέπει ο απόφοιτος της Νομικής Σχολής μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του. Μια εικόνα η οποία, παρά τις δυσκολίες στο ξεκίνημα του επαγγέλματος, νομοτελειακά θα εξελιχθεί σε επαγγελματική καταξίωση και οικονομική ευημερία. Δυστυχώς, η εργασιακή πραγματικότητα έχει ήδη διαψεύσει όλες αυτές τις προσδοκίες, γινόμενη όλο και πιο σκληρή για τους συναδέλφους που είτε εισέρχονται τώρα στο επάγγελμα, είτε είναι χρόνια σε αυτό και εργάζονται ως υπάλληλοι (“συνεργάτες”) σε άλλα δικηγορικά γραφεία ή εταιρείες. Ανώµαλη προσγείωση στην εργασιακή πραγµατικότητα… Η πεποίθηση ότι η απασχόληση στο δικηγορικό γραφείο κάποιου άλλου είναι ένα προσωρινό αναγκαίο κακό και η αδυναμία αποδοχής της διάψευσης των προσδοκιών είναι ο κυριότερος λόγος που ο έμμισθος δικηγόρος ανέχεται τις δυσμενείς συνθήκες εργασίας του. Τα εργασιακά του δικαιώματα είναι ανύπαρκτα, εφόσον δεν αναγνωρίζεται ως εργαζόμενος, αλλά ως συνεργάτης και επομένως δεν δικαιούται της προστασίας της εργατικής νομοθεσίας. νομοθεσίας. Έτσι, ενώ ο μισθωτός δικηγόρος βρίσκεται υπό απόλυτη εξάρτηση από τον εργοδότη του, ο δικηγόροςδικηγόρος-εργοδότης δεν δεσμεύεται με κανένα τρόπο απέναντί του. Οδηγούμαστε με αυτόν τον τρόπο στα ανεξέλεγκτα ωράρια των 10-12 ωρών, στην εργασία ακόμη και σαββατοκύριακα, σε υπερβολικά χαμηλές αποδοχές, την παντελή έλλειψη δώρων εορτών και επιδομάτων που αναγνωρίζει το εργατικό δίκαιο. Ενώ, όσον αφορά την απόλυση, η οποία στους λοιπούς εργαζόμενους συνεπάγεται αποζημίωση και μπορεί να ελεγχθεί για ακυρότητα, στους δικηγόρους αποτελεί απλά μια ανακοίνωση – συνήθως αυθημερόν – για “ολοκλήρωση της συνεργασίας”. Ακόμη, οι έμμισθοι “συνεργάτες” αλλά και οι ασκούμενοι, παρά το γεγονός ότι εργάζονται για κάποιον άλλο δικηγόρο, καλούνται να καταβάλλουν οι ίδιοι το 100% των ασφαλιστικών εισφορών. εισφορών Αυτό για τους έμμισθους δικηγόρους συντείνει στην αδυναμία τους να ανοίξουν δικό τους γραφείο, καθώς από τους μισθούς τους υποχρεούνται να αποδίδουν τουλάχιστον τους δύο στα Ταμεία, ενώ για τους ασκούμενους σημαίνει ότι θα μένουν ανασφάλιστοι και χωρίς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για 18 και πλέον μήνες. Ωστόσο το πλέον επιβαρυντικό είναι ότι το ύψος των εισφορών υπολογίζεται όχι βάσει της εισφοροδοτικής ικανότητας των εμμίσθων, αλλά βάσει των ετών δικηγορίας τους. Ως αποτέλεσμα άνισα εισοδήματα οφείλουν ίσες εισφορές, με την διάκριση εργοδότη και εργαζόμενου να απουσιάζει επιδεικτικά από το σύστημα υπολογισμού των εισφορών. Έτσι διαιωνίζεται η έμμισθη “συνεργασία” και επιβαρύνεται διαρκώς η οικονομική θέση του εμμίσθου, εφόσον εφόσον χρόνο με το χρόνο, ο έμμισθος δικηγόρος θα αναγκάζεται να δίνει όλο και περισσότερα, ενώ ο μισθός του θα παραμένει καθηλωμένος στις ορέξεις του εργοδότηεργοδότηδικηγόρου. Από την άλλη, η κατάργηση της κατώτατης δικηγορικής αμοιβής, σε συνδυασμό με την κατάργηση των τοπικών περιορισμών (“απελευθέρωση” του επαγγέλματος) θα δυσχεράνουν ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Οι αυτοαπασχολούμενοι δικηγόροι θα αναγκαστούν να υπαλληλοποιηθούν και αυτοί ή να εγκαταλείψουν το επάγγελμα, ενώ οι έμμισθοι θα έχουν ακόμα λιγότερες

πιθανότητες να διαφύγουν της μισθωτής σχέσης και να ανοίξουν το δικό τους γραφείο, υπό την πίεση μεγάλων δικηγορικών γραφείων ή νομικών εταιρειών, οι οποίες έχουν περισσότερα μέσα για να κυριαρχήσουν στην “αγορά”. Άσκηση: αναγκαία… ή απλά βολική; Φυσικά το καθεστώς αυτό δεν θα λειτουργούσε το ίδιο εύκολα, αν δεν υπήρχε και μια λύση πιο συμφέρουσα οικονομικά, πιο πρόθυμη να υπαναχωρήσει από τις απαιτήσεις της… η τεράστια μάζα των ασκούμενων δικηγόρων! Απόφοιτοι Νομικής που δε θεωρούνται αρκετά ικανοί για να υπογράφουν τα δικόγραφα, αλλά θεωρούνται αρκετά ικανοί για να τα συντάσσουν άνευ πληρωμής. Που θεωρούνται απλά μαθητευόμενοι (άρα 300€ 300€ για τα έξοδά τους είναι αρκετά), αλλά εξομοιώνονται ακριβώς οι ασφαλιστικές τους εισφορές στα Ταμεία Νομικών και Προνοίας Προνοίας με αυτές των υπόλοιπων δικηγόρων. δικηγόρων Που δεν είναι εργαζόμενοι, αλλά υποχρεούνται να διεκπεραιώνουν κάθε νομική και όχι υπόθεση που τους αναθέτει ο εργοδότης τους. Που πρέπει να είναι ευγνώμονες στον δικηγόρο που τους μυεί στην γνώση του επαγγέλματος, “γνώση” της οποίας το περιεχόμενο δεν μπορεί εν τέλει να προσδιοριστεί, πόσο μάλλον όταν οι “υποδείξεις” του εργοδότη παραμένουν στην ουσία τους ανέλεγκτες. Στην πραγματικότητα, οι υποχρεώσεις των ασκούμενων είναι ίδιες και περισσότερες από αυτές των εγγεγραμμένων εγγεγραμμένων στο Δικηγορικό Σύλλογο δικηγόρων, αλλά τα δικαιώματά τους δεν κατοχυρώνονται πουθενά. Ένας ασκούμενος καλύπτει όλες τις τρέχουσες ανάγκες ενός γραφείου, από γραμματειακές ελλείψεις έως καθαρά δικηγορικές εργασίες. Είναι συχνές οι περιπτώσεις όπου οι ασκούμενοι λειτουργούν ως μοχλός πίεσης προς τους μισθούς των έμμισθων συναδέλφων τους, καθώς υπάρχουν πολλά γραφεία τα οποία λειτουργούν μόνο με ασκούμενους στην θέση γραμματέων και δικηγόρων! Επιπλέον η άσκηση συντελεί στην αποδοχή των πλέον δυσμενών όρων εργασίας ως “φυσικό νόμο” ήδη από πολύ νωρίς, νωρίς, έτσι ώστε να αποτελέσουν οι ασκούμενοι ένα πρόθυμο φυτώριο του νέου μοντέλου δικηγορίας, πλήρως εγκλωβισμένοι σε μια σκληρή εργασιακή ιεραρχία. Το καθεστώς αυτό επισφραγίζεται από τις εξετάσεις για την απόκτηση της άδειας ασκήσεως επαγγέλματος. Η ύπαρξη των εξετάσεων αυτών αρκεί για να αφαιρέσει από το πτυχίο τα επαγγελματικά δικαιώματα που είναι αυτονόητο ότι θα έπρεπε να κατοχυρώνει και για να εμφυσήσει στους ασκούμενους την αντίληψη ότι επιτέλους θα γίνουν δικηγόροι εάν κριθούν ικανοποιητικές οι “γνώσεις” που απέκτησαν από την άσκηση.


Τι να κάνουµε; Είναι προφανές ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι δεν πρόκειται να λύσουν το πρόβλημα, καθώς αφενός οι ηγεσίες των συλλόγων απαρτίζονται κατά κόρον από μεγαλοδικηγόρους, οι οποίοι βολεύονται από την συγκεκριμένη κατάσταση και αφετέρου οι υπόλοιποι δικηγόροι βρίσκονται υπό καθεστώς ομηρίας που τους εμποδίζει να διεκδικήσουν τα αυτονόητα. Με το να βάζουμε το κεφάλι στην άμμο δεν πρόκειται να λυθεί το πρόβλημα, αλλά αλλά πρέπει ήδη από το πανεπιστήμιο να αγωνιστούμε για την ανατροπή μιας κατάστασης που θα μας εγκλωβίζει για όλη μας τη ζωή. Η απάντησή μας δεν μπορεί να είναι άλλη από την κατάργηση της άσκησης, η οποία δεν έχει κανένα πρακτικό όφελος για τους νέους δικηγόρους, καθώς και των εξετάσεων για την απόκτηση άδειας ασκήσεως επαγγέλματος· μοναδική προϋπόθεση για την ενασχόληση με το επάγγελμα πρέπει να είναι το πτυχίο, με όλα τα επαγγελματικά δικαιώματα κατοχυρωμένα σε αυτό. Οφείλουμε επίσης να παλέψουμε για την διάλυση των ήδη υπαρχόντων συλλόγων στους οποίους συμμετέχουν εργοδότες και εργαζόμενοι, γεγονός όχι μόνο παράνομο για οποιοδήποτε άλλο κλάδο, με βάση το εργατικό δίκαιο, αλλά και εντελώς παράλογο, όπως και για την δημιουργία νέων σωματείων στην κατεύθυνση της ταξικής ενότητας, και όχι της επαγγελματικής. Τέλος, η λεγόμενη απελευθέρωση του επαγγέλματος θα οδηγήσει στην επικράτηση των κεφαλαιουχικών νομικών εταιρειών οι οποίες θα μονοπωλήσουν την “αγορά” βαθαίνοντας την εκμετάλλευση και το οικονομικό αδιέξοδο χιλιάδων δικηγόρων, οπότε πρέπει να αναβαθμίσουμε την πάλη μας με αιτήματα ενάντια στην κυβέρνηση και τους συμμάχους της, τις εταιρείες και το κεφαλαίο.

Στις αλυσίδες που παν να μας φορέσουν, δεν πρέπει να καθίσουμε πειθήνιοι!

Ο σπιούνος Το μονόπρακτο «Ο Σπιούνος» περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Μπ. Μπρεχτ «Τρόμος και Αθλιότητα του Τρίτου Ράιχ» το οποίο έγραψε όταν ήταν εξόριστος από το Χίτλερ κατά την περίοδο του 1935-1939. Όταν ο Μπρεχτ έγραφε αυτά τα μονόπρακτα, δεν είχε ακόμα αποκαλυφθεί όλη η φρίκη της φασιστικής εξουσίας. 'Ήταν όμως αισθητή στη ατμόσφαιρα της δημόσιας και της ιδιωτικής ζωής, μέσα από την προετοιμασία της τρομοκρατίας με την κατασκευασμένη εκ των άνω διαστροφή της γλώσσας, με την καταπίεση, τη δυσπιστία και την υποκρισία, που κάποτε στάθηκαν πιο καταλυτικές κι από την ίδια την ωμή τρομοκρατία… Ο Μπρεχτ μας δείχνει σ' αυτές τις σκηνές, με διαύγεια που φτάνει ως τη φρίκη, πως «πολύ πριν φανούν από πάνω μας τα βομβαρδιστικά», οι γερμανικές πόλεις δεν ήταν κατοικήσιμες. Στο έργο παρακολουθούμε τη συζήτηση μιας οικογένειας μέσα από την οποία αναδεικνύεται το θέμα της σιωπής, της συνενοχής, της δυσπιστίας και του φόβου σε συνθήκες ολοκληρωτισμού. Συγκεκριμένα, ο πατέρας φοβάται πως ο μικρός γιος του, μέλος της Χιτλερικής Νεολαίας, θα μεταφέρει τις συζητήσεις εντός του σπιτιού στον ίδιο το Χίτλερ. Μάλιστα, χαρακτηριστικά ανήσυχος ο πατέρας λέει στη γυναίκα του «έναν Ιούδα μου γέννησες. Κάθεται στο τραπέζι τρώει

το φαί που του δίνουμε και στήνει αυτί και θυμάται όλα όσα λένε οι γονείς του, ο χαφιές...». Στο συγκεκριμένο σημείο γίνεται φανερό ότι επί Ναζιστικής Γερμανίας οι διαπροσωπικές σχέσεις, ακόμα και οι οικογενειακοί δεσμοί προσβάλλονται ανεπανόρθωτα από τη δυσπιστία και το φόβο για προδοσία που σκόπιμα καλλιεργούσε το φασιστικό καθεστώς. Στο έργο θίγεται και το ζήτημα της εκπαίδευσης ως ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους, πόσο δε μάλλον στα ολοκληρωτικά καθεστώτα. Όπως βλέπουμε ο πατέρας εργάζεται ως καθηγητής ζώντας με το φόβο μήπως πει κάτι που «απαγορεύεται». Οι εκπαιδευτικοί ήταν υποχρεωμένοι να γραφτούν ως μέλη του κόμματος, να παρακολουθούν σεμινάρια επιμόρφωσης και τα παιδιά είχαν ενθαρρυνθεί να ενημερώνουν τις αρχές εάν ένας καθηγητής είπε κάτι που δεν ταιριάζει με το πρόγραμμα σπουδών των Ναζί για τα σχολεία. Τελικά η εκπαίδευση ήταν ένα μέσο προπαγάνδας με σκοπό οι αυριανοί «καθαροί» Γερμανοί να είναι όχι μορφωμένοι αλλά πειθήνια όργανα και καλά οργανωμένοι ως στρατιώτες. Δεν πρέπει όμως να ξεχνάμε ότι η άνοδος του φασισμού στη Γερμανία δεν θα μπορούσε να έχει πραγματοποιηθεί εάν δεν έβρισκε πάτημα στην οικονομική κρίση του 1929 εκμεταλλευόμενος την αδυναμία του συστήματος, αλλά και της επίσημης αριστεράς να δώσει διέξοδο στις ανάγκες του λαού. Η αστική σκοπιά βλέπει το φασισμό ως ένα απολυταρχικό καθεστώς που δημιουργεί μισαλλόδοξα ρομποτάκια-δολοφόνους. Μια μαρξιστική ανάλυση στο ζήτημα όμως δεν πρέπει να σταματάει εκεί. Αυτό που πρέπει να έχουμε πάντα ξεκάθαρο είναι ότι ο φασισμός γεννιέται πάντα σε περιόδους κρίσης, όχι τυχαία, αλλά για να


διατελέσει τον ιστορικό του ρόλο, να τσακίσει δηλαδή την εργατική τάξη και την οργανωμένη έκφρασή της (σωματεία-κόμματασυλλόγους κλπ) ώστε να μπορέσει να διασώσει ένα σύστημα που κινδυνεύει να γκρεμιστεί κάτω από το ίδιο του το βάρος: τον καπιταλισμό. Και όταν αυτό δεν είναι αρκετό, δεν διστάζει να θυσιάσει εκατομμύρια ανθρώπους στον βωμό ενός εθνικιστικού (στα λόγια) πολέμου, ο οποίος θα δώσει την ευκαιρία στον καπιταλισμό να επαναθερμάνει τις μηχανές του μέσω της πολεμικής βιομηχανίας και της μετέπειτα “ανάπτυξης” πάνω στα ερείπια που ο ίδιος δημιούργησε (όπως μαρτυρεί και το “θαύμα” της καπιταλιστικής ανάπτυξης και “ευημερίας” στα χρόνια αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Γίνεται κατανοητό λοιπόν ότι η διαχρονικότητα του έργου του Μπρεχτ είναι αδιαμφισβήτητη. Σήμερα, που βιώνουμε τη μεγαλύτερη κρίση του καπιταλισμού μετά το Κραχ του ‘29, η ανάκαμψη της ακροδεξιάς που παρατηρείται (εκλογική άνοδος της Χρυσής Αυγής, Μιχαλολιάκος στο δημοτικό συμβούλιο της Αθήνας, αύξηση ρατσιστικών επιθέσεων κυβέρνησης – παρακρατικών συμμοριών κλπ) δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Οι φασίστες είναι το τελευταίο χαρτί του καπιταλισμού αλλά και το πιο ανεξέλεγκτο.

Η απάντησή μας δεν μπορεί να είναι άλλη από αυτή: να σπάσουμε το αυγό του φιδιού όσο είναι ακόμα νωρίς!

∆ιαγραφή του χρέους: αναγκαία λαϊκή διεκδίκηση! Μας λένε “χρέος…” και μας κόβουν τους μισθούς, “χρέος…” και καταργούν εργασιακά δικαιώματα αιώνων, “χρέος…” και διαλύουν τη δημόσια παιδεία και υγεία, “χρέος…” και ξεπουλάνε τον δημόσιο πλούτο. Το υπέρογκο δημόσιο χρέος είναι το βασικό όπλο που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, υπό τις εντολές του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για να “σώσει τη πατρίδα” (Βγενόπουλος, Μπόμπολας, τράπεζες και τα σχετικά), οδηγώντας όλους εμάς σε καθεστώς πτώχευσης και διαρκούς ανασφάλειας. Το μόνο χρέος που αναγνωρίζουμε εμείς, είναι ένα: να μην πληρώσουμε ένα “λογαριασμό” που δεν δημιουργήσαμε αλλά μέχρι στιγμής το πληρώνουμε, θέλοντας και μη, στο δεκαπλάσιο μάλιστα της αξίας του. Τι είναι όμως αυτή η περιβόητη κρίση χρέους; Ακούγονται συχνά αντιλήψεις -ακόμα και μέσα μέσα στην αριστεράαριστερά- ότι υπάρχουν πολλές διαφορετικές αυτόνομες κρίσεις, οι οποίες χρήζουν διαφορετικών αντιμετωπίσεων: κρίση αξιών, κρίση θεσμών, πολιτιστική κρίση, κρίση χρέους, κρίση κερδοφορίας του κεφαλαίου, κρίση της εργασίας κλπ κλπ. Αυτές οι αντιλήψεις, που διαχωρίζουν συγκοινωνούντα δοχεία (πως γίνεται άραγε να διαχωρίσεις το πρόβλημα κερδοφορίας των επιχειρήσεων από την αύξηση της ανεργίας και τις μειώσεις μισθών?!?), αναπόφευκτα, μη αναλύοντας συνολικά την καπιταλιστική κρίση, αλλά κάθε επιμέρους έκφανσή της ξεχωριστά, οδηγούνται στο να προσπαθούν να αντιμετωπίσουν τα “συμπτώματα” και όχι την ίδια την “ασθένεια”. Θέλοντας να κάνουμε μια συνολικότερη ανάλυση για τη σημερινή κρίση, κρίση και κατ’ επέκταση να επιχειρήσουμε να δώσουμε μια συνολική απάντηση, οφείλουμε να πάμε μερικές δεκαετίες πίσω, στις αρχές της δεκαετίας του ‘70. Μιλάμε για την περίοδο κατά την οποία άρχισε να παρατηρείται πτώση των κερδών των επιχειρήσεων αλλά ταυτόχρονη αύξηση των παραγομένων αγαθών (αιτίες η πετρελαϊκή κρίση, η τεχνολογική εξέλιξη κλπ). Για να αντιμετωπιστεί η κρίση που ξέσπασε τότε, σταμάτησαν οι αυξήσεις στους μισθούς και αυξήθηκε η ανεργία. Την ίδια στιγμή όμως η πληθώρα αγαθών έπρεπε με κάποιο τρόπο να πουληθεί. Το κεφάλαιο είχε έτοιμη την απάντηση: “αφού δεν δίνουμε πραγματικό χρήμα στους εργαζομένους, ας δώσουμε ψεύτικο!”. Και κάπου εκεί αρχίζει η λεγόμενη διόγκωση του χρηματοπιστωτικού τομέα (ανεξέλεγκτος δανεισμός, πιστωτικές κάρτες κλπ), φτάνοντας στο σημείο όπου αρκετά χρόνια “ευημερίας και ανάπτυξης” αργότερα, το 2007-2008, τα χρέη του κόσμου προς τις τράπεζες να είναι πολλές φορές περισσότερα από όλη την παγκόσμια πραγματική οικονομία. Εύκολα καταλαβαίνει κανείς ότι για δεκαετίες, η ανάπτυξη βασιζόταν στη διόγκωση μιας “φούσκας”. Οι φούσκες όμως κάποια στιγμή σκάνε… Όταν οι τράπεζες δανείζουν 10 και 20 φορές παραπάνω από τα χρήματα τα οποία πράγματι διαθέτουν, και αυτοί που δανείζονται αδυνατούν να πληρώσουν, σκάει η “δικιά μας” καπιταλιστική φούσκα. Έτσι, σιγά σιγά φτάνουμε στο χρέος. -“Ποιοι είναι οι μόνοι πελάτες που μπορούν πάντα να πληρώνουν;” -“Τα κράτη!” Επόμενο είναι, οι τράπεζες να θυμηθούν ξαφνικά ότι τα κράτη τους χρωστάνε και ότι ήρθε η ώρα να πληρώσουν. Φυσικά, το μάρμαρο το πληρώνουν οι εργαζόμενοι. Είναι σαφές από τα παραπάνω ότι, αν θέλουμε να διεκδικήσουμε αξιοπρεπείς μισθούς και συνθήκες εργασίας όπως και αναβαθμισμένη παιδεία και υγεία, οφείλουμε μέσα από το μαζικό κίνημα να απαντάμε στον “βραχνά” του χρέους απαιτώντας τη διαγραφή του. Η αναγκαιότητα της διαγραφής του χρέους γίνεται ακόμα πιο ξεκάθαρη ρίχνοντας μια ματιά στο προϋπολογισμό: αν αφαιρέσουμε τα έξοδα για την αποπληρωμή των δανείων, δεν έχουμε ελλειμματικό, αλλά αντίθετα πλεονασματικό προϋπολογισμό! Προφανώς δε θεωρούμε ότι με τη διαγραφή του χρέους θα βγει το κεφάλαιο από την κρίση ή θα ανατραπεί ο καπιταλισμός. Παρόλα αυτά ένα εργατικόεργατικό-νεολαιίστικο κίνημα που θα πετύχει διαγραφή του χρέους, σε συνδυασμό με άλλα ριζοσπαστικά αιτήματα, αιτήματα όπως η εθνικοποίηση των τραπεζών υπό εργατικό έλεγχο, η έξοδος από ΕΕ και ευρωζώνη, η δήμευση της εκκλησιαστικής περιουσίας, θέτει τα θεμέλια για διέξοδο από την κρίση από τη σκοπιά των αναγκών μας και πετυχαίνει ένα ισχυρό πλήγμα στο αστικό μπλοκ εξουσίας. Τέλος, δεν τρέφουμε καμία αυταπάτη ότι αυτά τα αιτήματα θα μπορούσαν να υλοποιηθούν από οποιαδήποτε κυβέρνηση. Οι μόνοι που μπορούν να τα υλοποιήσουν είναι αυτοί που τα διεκδικούν: το εργατικό κίνημα, μέσα από τις δομές που το ίδιο αναπτύσσει.


ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΡΝΑΛΗΣ, Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΛΑΟΥ “Δε δίνω λέξεις παρηγόρια, δίνω μαχαίρι σ΄ολουνούς. σ΄ολουνούς. Καθώς το μπήγω μες το χώμα γίνεται φως, γίνεται νους.”

Ως φοιτητές Νοµικής, δρούµε, εκφραζόµαστε και αποφασίζουµε συλλογικά µέσα στο «Σύλλογο Φοιτητών Κώστας Βάρναλης». Ωστόσο, έχουµε ποτέ αναρωτηθεί ποιος ήταν αυτός ο ποιητής και ποια η αξία του έργου του; Ο Κώστας Βάρναλης γεννήθηκε στον Πύργο (Μπουργκάς) της Βουλγαρίας το 1884. Τελείωσε το σχολείο στη Φιλιππούπολη και έπειτα ήρθε στην Αθήνα για να σπουδάσει Φιλολογία. Το 1908 πήρε το πτυχίο του και άρχισε να εργάζεται στην εκπαίδευση. Το 1919 πήγε στο Παρίσι με υποτροφία και παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας και κοινωνιολογίας. Τότε, επηρεασμένος και από την Σοσιαλιστική Οκτωβριανή Επανάσταση, προσχώρησε στον μαρξισμό και τον διαλεκτικό υλισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Πρώτο δείγμα αυτής της στροφής του είναι το “Φως που Καίει” (1922), στο οποίο φαίνεται ξεκάθαρα ο αποτροπιασμός του για την βαρβαρότητα του πρώτου ιμπεριαλιστικού παγκοσμίου πολέμου στην ιστορία και η αναγκαιότητα για το

«βασίλειο της δουλειάς / ειρήνη! ειρήνη! Το βασίλειο / της πανανθρώπινης φιλίας». Ο ίδιος γράφει για το έργο του: “Ήτανε για την Ελλάδα η πρώτη επαναστατική κραυγή ενάντια στο τεράστιο έγκλημα του παγκόσμιου μακελειού… Μα ούτε μισός άνθρωπος δε βρέθηκε να φωνάξει και στους απ’ εδώ και στους απ’ εκεί «κάτω τα βρωμόχερά σας από το λαό δολοφόνοι»”. Σε όλα τα έργα του είναι εμφανής η ιδιότητά του ως κοινωνικού επαναστάτη ποιητή, που έχει αντιληφθεί την θέση του ως ανθρώπου του πνεύματος, ο οποίος δεν σταματάει ποτέ να αγωνίζεται και να μεταλαμπαδεύει τις ριζοσπαστικές ιδέες του. Παρά τις κακουχίες και τις δυσμενείς συνθήκες της Ελλάδας του Μεσοπολέμου, της Κατοχής και του Εμφυλίου (στρατοκρατία, προσφυγική αποκατάσταση, βενιζελική δημοκρατία του ιδιώνυμου αδικήματος,

στρατιωτικά πραξικοπήματα, δικτατορίες, εξορίες, δίκες κομμουνιστών, φυλακές) δεν σταμάτησε ποτέ το δημιουργικό του έργο, αλλά ούτε και την κοινωνική δράση του (το 1935 εξορίστηκε στον Αϊ-Στράτη και στη Μυτιλήνη, ενώ πάντοτε υπήρξε στο στόχαστρο της στρατευμένης αστικής διανόησης και των ιδεολογικών μηχανισμών του καθεστώτος). Χαρακτηριστική είναι η αντίληψή του για την τέχνη: “Ζήτημα

δεν υπάρχει για το αν η τέχνη κάνει πολιτική και για το αν η πολιτική τη χαλάει. Ζήτημα υπάρχει μόνον, ποια πολιτική δίνει ζωή και δύναμη στην τέχνη και την απλώνει στον χώρο και στον χρόνο και ποια πολιτική την χαλάει, τη σκοτώνει και τη μεταβάλλει σε καπνό χωρίς φλόγα. Ποια πολιτική κάνει ψεύτικη τέχνη και ποια κάνει αληθινή, ποια πολιτική κάνει καλή τέχνη και ποια κακή”. Πέρα από την καλλιτεχνική του ζωή, ο Βάρναλης και στην προσωπική του ζωή βρίσκονταν κοντά στους ανθρώπους του λαού, βλέποντας και ο ίδιος τον εαυτό του σαν έναν από τους μοιραίους του γνωστού του ποιήματος.

“Έτσι, στην σκοτεινή ταβέρνα / πίνουμε πάντα μας σκυφτοί, / σαν τα σκουλήκια κάθε φτέρνα / όπου μας εύρει μας πατεί / δειλοί, μοιραίοι και άβουλοι αντάμα! / προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!”. Με τους συγκεκριμένους στίχους, όπως και με όλο το ποίημα, ο Βάρναλης χτυπάει τη μερίδα εκείνη του λαού -με μια δόση γενναίας αυτοκριτικής- που δε μπορεί να βρει την αιτία της δυστυχίας της κι αυτοεγκαταλείπεται στη μοίρα της, περιμένοντας να σωθεί από κανένα θάμα. Το γεγονός είναι πως υπάρχουν, υπήρχαν και θα υπάρχουνε μοιραίοι, όσο θα υπάρχει κοινωνική ανισότητα και όσο αυτή η ανισότητα θα καλλιεργεί την ομαδική εκ των άνω τύφλωση του έθνους και όσο ο πολύς λαός περιμένει «σωτήρες».

Σε όλη του τη ζωή και με το έργο του προσπάθησε «να ξεριζώσει τις νεκρές, άγονες και ψεύτικες αξίες (θρησκευτικές, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές) που αποχαυνώνουν τις μάζες, εκμεταλλεύονται ταξικά το λαό και κατασκευάζουν πολέμους με σκοπό την αρπαγή, τη λεία και την υποδούλωση σε ξένους λαούς». Αυτό έγραφε ο ίδιος στα φιλολογικά του απομνημονεύματα που αποτέλεσαν το ιδεολογικό και πνευματικό δημιουργικό του πιστεύω. Το 1959 ο ποιητής βραβεύεται στη Μόσχα με το Βραβείο Λένιν για τους αγώνες και το έργο του υπέρ της Ειρήνης. Στη χούντα τα ποιήματά του λογοκρίνονται και απαγορεύονται. Πεθαίνει στις 16 Δεκέμβρη 1974, ενώ η τελευταία του ποιητική συλλογή με αντιδικτατορικά ποιήματα, γραμμένη στα χρόνια της χούντας, εκδίδεται μετά το θάνατό του, το 1975. Παρά τα βραβεία και την αναγνωρισιμότητά του, η μεγαλύτερη τιμή για αυτόν ήταν όταν πλήθος κόσμου μαζεύτηκε στην κηδεία του και τον αποχαιρέτησε φωνάζοντας “είσαι οδηγητής για μας, ποιητή της εργατιάς”.

Γανιάσατε, δασκάλοι, νὰ ξεμάθω νά ῾μαι ἐγώ, νὰ στοχάζομαι, νὰ θέλω ψέματα ὅλο ν᾿ ἀκούω, νὰ λέω, νὰ πράττω, γιὰ ψέματα νὰ ζῶ καὶ νὰ πεθαίνω.

Δὲν μπόρεσε ἡ σπουδὴ νὰ μὲ χαλάσει. Ἀντέξανε σαρκίο, ψυχὴ καὶ γνώση μὰ κάθε τόσο θάνατος νὰ ξέρεις ὅτ᾿ εἶσαι πάντα πουλημένο κρέας.


φοίτηση… φοίτηση… ή εξόντωση? Πολλές φορές, παρασυρμένοι απ’ τον καταιγιστικό ρυθμό της επίθεσης της κυβέρνησης και της Τρόικα στις εργατικές και νεολαιίστικες κατακτήσεις, παραμελούμε ν’ασχοληθούμε με ζητήματα της σχολής που αφορούν τη φοιτητική μας καθημερινότητα και πολύ συχνά τη δυσχεραίνουν. Εξαντλητικές παρακολουθήσεις, σύντομες εξεταστικές και εντυπωσιακά ποσοστά μαζικών αποτυχιών σε πολλά μαθήματα συνθέτουν ένα σκηνικό οργάνωσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας που μόνο στη βάση των φοιτητικών αναγκών δεν έχει συγκροτηθεί. Δευτέρα και Παρασκευή έχουν καταστεί νεκρές μέρες σε αντίθεση με το μεσοβδόμαδο που οι παρακολουθήσεις των υποχρεωτικών μαθημάτων μπορεί να αγγίζουν ακόμα και το 12ωρο. Είναι προφανές ότι αυτό εξυπηρετεί την επαγγελματική δραστηριότητα των διδασκόντων. Κι αν κάποιος τα βγάζει πέρα με την παρακολούθηση, κανείς δεν μπορεί να πει ότι είναι άνετος και ωραίος μπροστά στη νέα, μοντέρνα και φιλική (…) εξεταστική των τριών εβδομάδων (max). Εδώ οι φοιτητές έρχονται αντιμέτωποι με την εκπαιδευτική πολιτική του Υπουργείου Παιδείας, είτε με εκφραστή τη ΝΔ (νόμος-πλαίσιο 2007), είτε με εκφραστή το ΠΑΣΟΚ (νομοσχέδιο Διαμαντοπούλου). Και τα δύο νομοθετήματα εντατικοποιούν τη φοιτητική καθημερινότητα με κορυφαίο σημείο την περίοδο των εξεταστικών. Πιο συγκεκριμένα, ο νόμος πλαίσιο του ‘07 προβλέπει την αύξηση του αριθμού των απαραίτητων εβδομάδων για συμπλήρωση του ακαδημαϊκού εξαμήνου σε 13, αφήνοντας περιορισμένο χρόνο για τη διεξαγωγή εξεταστικών. Πέρα από τις περιορισμένες δυνατότητες επιτυχίας σε μια τέτοια εξεταστική, φανερώνεται η προσπάθεια μετατροπής του φοιτητή σε ρομποτάκι που θα ξεκινά την προετοιμασία του δύο μήνες πριν. Καταλαβαίνουμε πόσο δύσκολο είναι κάτι τέτοιο για τους φοιτητές που εργάζονται για να ανταπεξέλθουν σε μια τόσο δύσκολη οικονομική συγκυρία ενώ παράλληλα θέτει τις βάσεις για τη δημιουργία του πειθήνιου εργαζόμενου του μέλλοντος (θα δουλεύει σκληρά και παραγωγικά χωρίς να παραπονιέται). Καταλαβαίνουμε ότι η πάλη για ανθρώπινη εξεταστική είναι μια κρίσιμη καμπή στην προσπάθειά μας για διασφάλιση ανθρώπινων ρυθμών σπουδών. Εξίσου σημαντικό είναι το ζήτημα των μαζικών κοψιμάτων. Μαζική αποτυχία στην εξέταση φανερώνει (εκτός από την αντικειμενική ευθύνη του εξεταζόμενου) και ευθύνη του εξετάζοντος καθηγητή. Η τελευταία μπορεί να οφείλεται είτε σε υπέρμετρη δυσκολία των θεμάτων, είτε στην προσαρμογή της εξέτασης στα δεδομένα μόνο όσων παρακολούθησαν το μάθημα καθ’ όλο το εξάμηνο, είτε ακόμα στη διδακτική ανεπάρκεια του καθηγητή καθώς και σε προβληματικά διανεμόμενα εγχειρίδια. Φυσικά δεν αποκλείεται ο συνδυασμός των παραπάνω παραγόντων. Από μία θέση υπεράσπισης των φοιτητικών συμφερόντων οφείλουμε να αποκαθηλώσουμε από τη συνείδηση των φοιτητών τον καθηγητή ως ελεύθερο και ανεξέλεγκτο να θέτει τον ακαδημαϊκό πήχη που καλούνται να υπερβούν οι φοιτητές στα ύψη που εκείνος θεωρεί ανεκτά. Μία τέτοια αντίληψη οδηγεί στο στρεβλό συμπέρασμα ότι από τη Νομική σχολή βγαίνει ένας έτοιμος δικηγόρος, κάτι που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την ανώμαλη προσγείωση στην πεζή νομική πραγματικότητα (όπως μας μεταφέρουν οι περισσότεροι φίλοι που αποφοιτούν). Στην τελική πρέπει να μην φεύγει από το νου μας ότι εξεταζόμαστε στο αν έχουμε αποκτήσει ορισμένες νομικές

δεξιότητες που μας καθιστούν ικανούς να ανταποκριθούμε στην επαγγελματική μας προοπτική, που για τη συντριπτική πλειοψηφία των φοιτητών είναι η μάχιμη δικηγορία και όχι η ακαδημαϊκή καριέρα. Στο έτερο ζήτημα, που αφορά την παρακολούθηση και τον έμμεσο εκβιασμό που τίθεται από πλευράς καθηγητών (“όσοι παρακολουθούν μπορούν να έχουν λόγο…”, “για όσους δεν παρακολουθούν, δεν έχω ευθύνη”) έχουμε να κάνουμε με επιβολή των υποχρεωτικών παρακολουθήσεων από μερίδα καθηγητών σε μία σχολή θεωρητικού περιεχομένου. Πέραν του ότι αντιβαίνει στην ακαδημαϊκή ελευθερία των μη υποχρεωτικών διαλέξεων, η συγκεκριμένη ρητορική απομονώνει φοιτητές που για προσωπικούς ή για οικονομικούς λόγους αδυνατούν να είναι στην Κομοτηνή ή να παρακολουθούν όλο το εξάμηνο. Καθώς φαίνεται, ορισμένοι καθηγητές θεωρούν, ότι δυσκολεύοντας την εξέταση του μαθήματός τους, θα προσελκύσουν περισσότερους φοιτητές στις παρακολουθήσεις. Εφόσον λοιπόν η εξέταση είναι και για τους παρακολουθήσαντες και τους μη παρακολουθήσαντες, μπαίνει επί τάπητος το ζήτημα των διανεμόμενων συγγραμμάτων για κάθε μάθημα, τα οποία πρέπει να βρίσκονται σε θέση να προετοιμάσουν το φοιτητή για την εξεταστική. Φυσικά λαμβάνοντας υπόψη και την προσπάθεια κατάργησης, στη συγκυρία, του δωρεάν συγγράμματος ναρκοθετείται ακόμα και η παραπάνω λύση. Μια ριζοσπαστική παρέμβαση που πολεμά την καθηγητική αυθαιρεσία (μαζικά κοψίματα) και επιβολή (ο καθηγητής τιμωρεί τους φοιτητές, όπως αύριο ο εργοδότης θα κυρώνει πειθαρχικά τον εργαζόμενο που δε θα είναι “παραγωγικός”), θα περιλαμβάνει μαζικές παραστάσεις διαμαρτυρίας στους Τομείς με απαίτηση την επανεξέταση του μαθήματος. Για μας, η σκλήρυνση της φοιτητικής καθημερινότητας που και με το νέο πρόγραμμα σπουδών της Σχολής (Οκτώβρης 2009) λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις, (περισσότερα απαιτούμενα μαθήματα για λήψη πτυχίου, εισαγωγή συνθέσεων, προετοιμασία για εισαγωγή κατευθύνσεων) αποτελεί σημαντικό όρο για την επιβολή της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης στην εκπαίδευση. Φανερώνεται έτσι η κενή ρητορεία της ΔΑΠ και ΠΑΣΠ που προβαίνουν σε συνδιαλλαγή με τους καθηγητές πίσω από τις πλάτες των φοιτητών ζητώντας επιείκεια, ενώ παράλληλα καταδεικνύεται και η ανεπάρκεια των παρατάξεων της καθεστωτικής αριστεράς. Γιατί τελικά είναι προβληματική μια κριτική που γίνεται από δυνάμεις της φοιτητικής αριστεράς (βλ. ΑΡΕΝ) που εμμένουν σε μια ρητορεία διαφάνειας (π.χ. να αναρτώνται οι ενδεικτικές απαντήσεις) χωρίς να μπαίνει στην ουσία του προβλήματος, δίνοντας άλλοθι και τρέφοντας επιστημονίστικες λογικές στο φοιτητικό σώμα, ενώ παράλληλα το ΜΑΣ-ΠΚΣ επιδεικνύει χαρακτηριστική αδιαφορία. Το ασφυκτικό αυτό πλαίσιο που μόλις περιγράψαμε για την φοιτητική καθημερινότητα δεν έχει άλλη πηγή εκπόρευσης από την πολιτική της Ε.Ε. στην εκπαίδευση (συνθήκη Μπολόνια) και τους υλοποιητές της, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ. Στόχος τους είναι ένας φοιτητής που δε θα αμφισβητεί, δε θα αντιστέκεται και εντέλει δε θα διεκδικεί, παρά μόνο θα κοιτάει τη σχολή του και τίποτα άλλο. Το µέλλον µας όµως δεν είναι προϊόν ατοµικής σταδιοδροµίας αλλά συλλογικής διεκδίκησης!


Επιστηµονισµός διέξοδος ή ενσωµάτωση; Μέσα σε μία χρονική συγκυρία όπου η νέα γενιά και το δημόσιο Πανεπιστήμιο απειλούνται άμεσα από τα σχέδια της κυβέρνησης για την παιδεία και ενώ η οικονομική κρίση σκιάζει απειλητικά το μέλλον μας, διαμορφώνεται σιγά-σιγά μέσα στο ίδιο το Πανεπιστήμιο το πρότυπο του παθητικοποιημένου και απολιτικοποιημένου ατόμου-φοιτητή. Συντελείται δηλαδή μια απομάκρυνση του ενδιαφέροντος της σπουδάζουσας νεολαίας από τα πολιτικά προβλήματα του χώρου της παιδείας αλλά και γενικά μια αποστροφή για την πολιτική και τα προβλήματα της κοινωνίας ολόκληρης. Αυτό το φαινόμενο δείχνει ότι ένα σημαντικό κομμάτι της νεολαίας έχει χάσει την ελπίδα του και νιώθει αδύναμο να πάρει τις ευθύνες της εποχής του στα χέρια του, ώστε να καθορίσει δυναμικά το δικό του μέλλον. Ειδικά δε, υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και του προβαλλόμενου από τα Μ.Μ.Ε. πολιτικού συστημικού αδιεξόδου καλλιεργείται ένα αίσθημα απογοήτευσης και παραίτησης για οποιαδήποτε πολιτική δράση και για κάθε μορφή πάλης ενάντια στις αδιέξοδες πολιτικές του διεφθαρμένου συστήματος. Κατά συνέπεια μια όλο αυξανόμενη μερίδα φοιτητών στρέφεται στον ατομικό δρόμο, αποθεώνοντας και κάνοντας άποψη το απολιτίκ. Μια όψη αυτής της στάσης όπως τη βλέπουμε να εκδηλώνεται ιδιαίτερα και στη δική μας σχολή είναι μια γενικευμένη στροφή στον επιστημονισμό. Σε μια εποχή όπου οι συστημικοί μύθοι (αξιοκρατία στην αγορά εργασίας, κοινωνική καταξίωση λόγω του επαγγέλματος) καταρρέουν υπό το βάρος της οικονομικής κρίσης και του εντεινόμενου συστημικού αδιεξόδου, εξαιτίας της έλλειψης πίστης στους νικηφόρους συλλογικούς αγώνες, μεγάλη μερίδα του φοιτητικού κόσμου στη σχολή μας καταλήγει να αναζητά αιώνιες αλήθειες στη φαινομενική ουδετερότητα της νομικής επιστήμης. Αυτός ο επιστημονισμός παίρνει τη μορφή προσκόλλησης και στείρας εμβάθυνσης στο νομικό θετικισμό, στους τιθέμενους δηλαδή νόμους και στην ερμηνεία τους, σαν αυτοί να αντιπροσωπεύουν υπέρτατες αλήθειες πέρα από τη κοινωνία και τους αγώνες των λαϊκών και νεολαιίστικων στρωμάτων που την καθορίζουν. Ωστόσο η νομική επιστήμη σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ουδέτερη. Ο ρόλος της μέσα στο σύστημα φαίνεται ξεκάθαρα σε περιόδους κρίσης, όπου οι νόμοι γίνονται ιδεολογικά εργαλεία στα χέρια του μεγάλου κεφαλαίου για την προώθηση και εξασφάλιση των συμφερόντων του. Έτσι το παραμυθάκι του «κοινού καλού» και του «εθνικού συμφέροντος» που διασφαλίζονται από το νόμο, ο οποίος βρίσκεται «πάνω από όλους» χρησιμοποιείται συνεχώς από την αστική τάξη για να νομιμοποιήσει την εξουσία της, υποτάσσοντας τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα στα συμφέροντα της, κρίνοντας τις απεργίες και τις κινητοποιήσεις «παράνομες», το άσυλο ξεπερασμένο, τον αγώνα των μεταναστών απεργών πείνας «έξω από τα όρια της νομιμότητας». Ενώ παράλληλα η νομική επιστήμη γίνεται ο ερμηνευτής των πιο άδικων νόμων που διασφαλίζουν τα υπερκέρδη του κεφαλαίου, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα μισθούς, συντάξεις και κοινωνικές παροχές και φέρνοντας ένα πραγματικό μεσαίωνα στην παιδεία, στην υγεία και στο χώρο της εργασίας και των κοινωνικών ασφαλίσεων. Πιο συγκεκριμένα η προσκόλληση σ’ αυτήν τη φαινομενική ουδετερότητα της νομικής επιστήμης εκδηλώνεται ως εξής. Από τη μια λοιπόν παρατηρείται προσκόλληση στο πρόσωπο του καθηγητή που στα μάτια των φοιτητών παρουσιάζεται ως η αυθεντία που με το έργο της προωθεί αυτήν την ουδετερότητα και ανωτερότητα της νομικής επιστήμης. Ο καθηγητής καθίσταται ο προνομιακός φορέας της γνώσης. Όμως αυτός ο φορέας γίνεται η φωνή της αστικής ιδεολογίας-εξουσίας μέσα στο χώρο του πανεπιστημίου, γίνεται με άλλα λόγια το ταξικό εργαλείο της κυρίαρχης τάξης που συμβάλλει έμμεσα στη συντήρηση και στην αναπαραγωγή ενός μέρους της ιδεολογίας του συστήματος. Από την άλλη, αυτή η αντίληψη για τη φαινομενική ουδετερότητα της νομικής επιστήμης καλλιεργείται και μέσω των διαφόρων νομικών επιστημονικών οργανώσεων που ενώ στρέφονται μακριά από κάθε είδους ιδεολογικά στεγανά, έχοντας ως μοναδικό στόχο την προώθηση της φαινομενικά ουδέτερης νομικής επιστήμης, στην ουσία συμβάλλουν στην προώθηση των συστημικών νόμων και στη δημιουργία μιας αντίληψης για τη δικαιοσύνη, η οποία συνδέει το δίκαιο με τους υπάρχοντες νόμους, οδηγώντας κατά συνέπεια στη πεποίθηση πως ό,τι είναι εκτός νόμου είναι αυτομάτως και άδικο. Αυτή η αντίληψη για τους νόμους και τη νομική επιστήμη που διαμορφώνεται, είναι αυτή που θα χαρακτηρίσει αύριο τους δίκαιους λαϊκούς αγώνες παράνομους και θα γίνει το ιδεολογικό όπλο στα χέρια της εξουσίας. Η ουδετερότητα λοιπόν της νομικής επιστήμης μόνο φαινομενική είναι. Η αναγκαία κοινωνική δικαιοσύνη δεν καθρεφτίζεται στους νόμους, καθώς ο νόμος προστατεύει τα συμφέροντα της κυρίαρχης αστικής τάξης που συνεχώς έρχονται σε αντίθεση με τις δυναμικές κοινωνικές διεκδικήσεις, ενώ παράλληλα εξασφαλίζει πρωτίστως τη συντήρηση και διατήρησή της στην εξουσία. Γίνεται λοιπόν κατανοητό ότι αυτή η προσκόλληση στον επιστημονισμό και στην ουδετερότητα της νομικής επιστήμης (διάκριση μεταξύ νομικής επιστήμης και επιστήμης του δικαίου) αποτελεί εκτός από μια μεγάλη αντίθεση, και μια μεγάλη αυταπάτη. Η ελπίδα μας ωστόσο δεν μπορεί να στηριχθεί σε καμία αυταπάτη και δεν μπορεί να κάνει κανένα συμβιβασμό με το σύστημα και τις κυρίαρχες δομές του. Δυστυχώς, παρ’ όλη την κρισιμότητα της συγκυρίας που διαμορφώνεται, οι άλλες πολιτικές δυνάμεις της αριστεράς στο χώρο του πανεπιστημίου δεν εκφράζουν μια σαφή θέση για το συγκεκριμένο φαινόμενο δείχνοντας πως ίσως δεν έχουν αντιληφθεί τις προεκτάσεις του και αποφεύγοντας να κάνουν την ουσιώδη διάκριση μεταξύ «κοινωνικής δικαιοσύνης» και «συστημικού νόμου». Με αυτόν τον τρόπο όμως ενσωματώνουν αυτά τα μικροαστικά ιδεολογικά υποσύνολα (νομικός θετικισμός στη περίπτωση μας) και δείχνουν να συμβιβάζονται με μια πολύ σημαντική αντίθεση του συστήματος. Αντίθετα, μια ριζοσπαστική αριστερή παρέμβαση πρέπει να καταδεικνύει τις αντιφάσεις του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε ο νέος νομικός να αντιλαμβάνεται τη θέση του στη κοινωνία ως υπερασπιστής των λαϊκών διεκδικήσεων οι οποίες σε συνθήκες οικονομικής κρίσης κρίνονται υπό αμφισβήτηση. Αν συνοψίζαμε όλα τα παραπάνω σε μια φράση θα λέγαμε ότι «οι λαϊκές διεκδικήσεις δημιουργούν και εκφράζουν Δίκαιο ενώ το σύστημα φτιάχνει (άδικους) Νόμους». Η αντίθεση είναι προφανής. Καθήκον μας λοιπόν είναι η συμμετοχή μας στις συλλογικές διεκδικήσεις που εκφράζουν το δίκαιο της κοινωνίας και όχι η υπεράσπιση των νόμων που προστατεύουν τα συμφέροντα του κεφαλαίου. Οι στίχοι του Μπέρτολτ Μπρεχτ είναι πιο επίκαιροι από ποτέ:

«Ο κόσμος τις διεκδικήσεις σας προσμένει χρειάζεται την οργή σας, και τις λύσεις σας.

Ο κόσμος βλέπει σε εσάς τη στερνή του ελπίδα. Καιρός να πείτε φτάνουν ως εδώ τέτοιες σταγόνες στον ωκεανό»

Spirtokouto Mahs-Iounhs '11  

to prwto teyxos

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you