Page 1

1


Έρωτας αλά Ισπανικά Όταν ένας φλογερός Λατίνος κλέβει την καρδιά μιας γυναίκας...

ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΑΘΟΣ Diana Hamilton Ο Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλας δε χρειαζόταν αλυσίδεs για να την κρατήσει αιχμάλωτη στο κάστρο του, στα ισπανικά βουνά. Μπορεί να την είχε οδηγήσει εκεί με δόλο, αλλά τώρα πια η Σάρα ήταν δέσμια της σκοτεινής γοητεία του. Κάθε του βλέμμα, κάθε του άγγιγμα, ξυπνούσε μέσα της ένα ακατανίκητο πάθος, βά-ζοντάς την σε πειρασμό. Ήξερε όμως ότι ο αλαζονικός Ισπανος είχε έναν και μοναδικό στόχο: να πιάσει και να τιμωρήσει τον πατέρα της. Εκείνη δεν ήταν παρά το δόλωμα στην παγίδα που του είχε στήσει. Κι όταν ο Φρανσίσκο θα πετύχαινε το σκοπό του, η Σάρα δε θα είχε πλέον καμιά αξία γι' αυτόν...

Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ Anne Weale Η δουλειά της στο Καστίγιο ντελ Σουλτάν, ένα από τα ακριβότερα ξενοδοχεία της Ισπανίας, έφερνε την Κάσια σε επαφή με πολύ κόσμο καθημερινά. Είχε, λοιπόν, την εμπειρία να διακρίνει έναν επικίνδυνο άντρα. Και με την πρώτη ματιά, κα-τάλαβε ότι ο σαγηνευτικός Σιμόν ντε Μοντραγκόν μπορούσε να κάνει μια γυναίκα να παίξει την καρδιά της κορόνα γράμματα για χάρη του! Ο μαρκήσιος συνοδευόταν όπως συνήθως από μια εντυπωσιακή καλλονή. Γι’αυτό και η Κάσια παραξενεύτηκε όταν την πλησίασε και της είπε ότι χρειαζόταν τη βοήθειά της. Τι μπορεί να ήθελε ένας Ισπανός ευγενής από μια απλή ρεσεψιονίστ σαν εκείνη; Δεν είχε ιδέα, αλλά κάτι της έλεγε πως δε θα της έβγαινε σε καλό...

2


Ιούνιος, 1979: Σ' ένα υπερπολυτελές καζίνο στις Μπαχάμες, μια όμορφη, νέα γυναίκα συναντά ξανά τον άντρα που εγκατέλειψε και κατά βάθος δεν έπαψε ποτέ ν' αγαπά... Κάπως έτσι, με τον Απαγορευμένο Παράδεισο της Ann Mather, τα Άρλεκιν μπήκαν στη ζωή μας. Και κάπως έτσι, ξεκίνησε μια ιστορία αγάπης που κλείνει φέτος τα τριάντα της χρόνια... Τα Αρλεκιν, κομμάτι της μεγάλης οικογένειας της Harlequin, του κορυφαίου ονόματος στο χώρο της γυναικείας λογοτεχνίας διεθνώς, έφεραν στη χώρα μας σε άρτιες μεταφράσεις και προσεγμένη έκδοση την αφρόκρεμα της ρομαντικής πεζογραφίας: μυθιστορήματα που εκδίδονται σε 29 γλώσσες και 107 χώρες, με την υπογραφή των σημαντικότερων συγγραφέων του είδους, που κυριαρχούν στις λίστες των μπεστ-σέλερ. Από την πρώτη στιγμή, κέρδισαν την εμπιστοσύνη της Ελληνίδας αναγνώστριας -και την καρδιά της. Έγιναν η απόλαυση, η ξεκούρασή μας, η φυγή μας στο όνειρο. Μας ταξίδεψαν σ’ όλα τα μέρη της γης, μας συνάρπασαν με ήρωες και ηρωίδες κάθε εποχής. Αλλαξαν μαζί μας, παρακολουθώντας τα βήματα της σύγχρονης γυναίκας σε όλους τους τομείς, χωρίς ποτέ να πάψουν, όπως κι εμείς, να πιστεύουν στο μεγάλο, αληθινό έρωτα. Τριάντα χρόνια μετά και προσεγγίζοντας πλέον τους 7.500 τίτλους, τα Άρλεκιν γιορτάζουν μαζί σας. Σας ευχαριστούν από καρδιάς γι’ αυτές τις τρεις δεκαετίες σταθερής προτίμησης, σας υπόσχονται ακόμα μεγαλύτερες συγκινήσεις στο μέλλον. Και σας εύχονται χρόνια πολλά, γεμάτα πάντα από το πολυτιμότερο δώρο της ζωής: την αγάπη.

3


Έρωτας αλά Ισπανικα ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΑΘΟΣ Diana Hamilton Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ Anne Weak ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ Α.Β.Ε.Ε. Φειδίου 18, 106 78 Αθήνα Τηλ.: 210 3609 438 - 210 3629723 www.arlekin.gr ISSN 1108-4332 © 2009 ΧΑΡΛΕΝΙΚ ΕΛΛΑΣ ΕΚΔΟΤΙΚΗ ΑΒΕΕ για την ελληνική γλώσσα, κατόπιν συμφωνίας με τη HARLEQUIN ENTERPRISES II B.V. / S.a.r.l. ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΑΘΟΣ Τίτλος πρωτοτύπου: Hostage of Passion © 1995 by Diana Hamilton. All rights reserved. Μετάφραση: Ελίνα Τσαγκαράκη Επιμέλεια: Φωτεινή Μαΐτογλου Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ Τίτλος πρωτοτύπου: A Night to Remember © 1996 by Anne Weale. All rights reserved. Μετάφραση: Γιάννης Βραδέλης Επιμέλεια: Μαρίνα Τσαμουρα Διόρθωση: Λέγκω Ιορδανίδου Απαγορεύεται η αναδημοσίευση μέρους ή του συνόλου του βιβλίου, η αναπαραγωγή ή μετάδοσή του με οποιοδήποτε οπτικοακουστικό ή άλλο μέσο, χωρίς τη γραπτή άδεια του εκδότη. ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΛΕΚΙΝ - ΤΕΥΧΟΣ 42 Τυπώθηκε και βιβλιοδετήθηκε στην Ελλάδα. Made and printed in Greece.

4


ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΠΑΘΟΣ Diana Hamilton Μετάφραση: Ελίνα Τσαγκαράκη

5


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 «Κάποιος σε γυρεύει, Σάρα». Το καστανόμαλλο κεφάλι της Τζένης πρόβαλε στο άνοιγμα της πόρτας. «Δεν έχει ραντεβού μαζί σου και δε μου λέει το όνομά του», πρόσθεσε με το πρόσωπο αναψοκοκκινισμένο, ενώ τα καστανά της μάτια είχαν γουρλώσει. «Του εξήγησα ότι έχουμε κλείσει και του πρότεινα μια συνάντηση για αύριο το πρωί, αλλά εκείνος λέει ότι δεν πρόκειται να το κουνήσει αν δε σε δει πρώτα». Η Σάρα τοποθέτησε το τελευταίο ντοσιέ στο ράφι και κλείδωσε την αρχειοθήκη, προβληματισμένη από την ασυνήθιστη έξαψη της βοηθού της. Ήταν πολύ αυστηρή στην επιλογή του προσωπικού στο γραφείο της και έδινε εξίσου μεγάλη σημασία τόσο στο χαρακτήρα των υπαλλήλων όσο και στις ικανότητές τους. Τα τέσσερα τελευταία χρόνια είχε ριχτεί με τα μούτρα στη δουλειά, με σκοπό να δημιουργήσει μια επιχείρηση με άψογες επαγγελματικές προδιαγραφές και με άριστη απόδοση, ώστε η εταιρεία της, που διέθετε γραμματείς σε επιχειρηματίες, να γίνει γνωστό σε όλο το Λονδίνο. Είχε διαλέξει λοιπόν την Τζένη Φλέτσερ επειδή ακριβώς διέθετε ευχάριστη προσωπικότητα και αυτοκυριαρχία. Μα τώρα είχε χάσει εντελώς το επαγγελματικό της ύφος και φερόταν σαν ξεμυαλισμένη κοπελίτσα. Αναστενάζοντας, η Σάρα έριξε μια ματιά στο ρολόι της. Το γραφείο είχε κλείσει εδώ και είκοσι λεπτά και η ίδια είχε ραντεβού για να δειπνήσει έξω. Ωστόσο, αν και οι δουλειές του Γραφείου Γραμματειακής Υποστήριξης Σκοτ πήγαιναν μια χαρά, η αποπομπή ενός υποψήφιου πελάτη ήταν έξω από την πολιτική που ακολουθούσε συνήθως. «Πέρασέ τον στο γραφείο μου θα του διαθέσω δέκα λεπτά», είπε στη βοηθό της και κάθισε με ύφος σοβαρό στη θέση της. «Θα είμαι κι εγώ παρούσα στη συνομιλία σας, έτσι δεν είναι;» ρώτησε βιαστικά η Τζένη, κάνοντας τη Σάρα να σηκώσει με απορία το φρύδι της. «Μπορεί να χρειαστεί να κρατήσω σημειώσεις», πρόσθεσε μ’ ένα γελάκι, προσπαθώντας να κρύψει την αδημονία της. 6


Τα πρασινωπά, στο χρώμα του σμαραγδιού, μάτια της Σάρας καρφώθηκαν πάνω στην Τζένη μ’ ένα παγερό βλέμμα. «Δε χρειάζεται. Μπορείς να φύγεις για το σπίτι σου. Θα κλειδώσω εγώ το γραφείο», της είπε με τόνο που δε σήκωνε αντιρρήσεις. Μέσα της αναρωτήθηκε τι είχε πάθει η συνήθως συγκρατημένη και σοβαρή βοηθός της. Ωστόσο, η απορία της λύθηκε γρήγορα, καθώς μπήκε στο γραφείο της με ύφος αλαζονικό ο πιο αρρενωπός και γοητευτικός άντρας που είχε αντικρίσει ποτέ στη ζωή της η Σάρα. Ο άγνωστος ήταν γύρω στα τριάντα πέντε και, παρά το κομψό σκούρο κοστούμι του, εξέπεμπε μια πρωτόγονη σεξουαλικότητα κι ένα δυναμισμό που θα άφηναν ανεπηρέαστες λίγες γυναίκες και έδειχνε να έχει απόλυτη επίγνωση της γοητείας του. Η καημένη η Τζένη ήταν εν μέρει δικαιολογημένη. Δε διέθετε την ανοσία της προϊσταμένης της απέναντι στον πρωτόγονο μαγνητισμό τέτοιων αρσενικών. Η Σάρα, με το συνηθισμένο ψυχρό της χαμόγελο -που αυτή τη φορά πίεσε τον εαυτό της για να το πετύχει- έκανε νόημα στον άγνωστο να καθίσει στην καρέκλα μπροστά στο γραφείο της. Κι όταν ανακάλυψε ότι η φωνή του ήταν βραχνή και αισθησιακή, με μια προφορά που πρόδιδε την ισπανική του καταγωγή, δεν απόρησε καθόλου αυτός ο άντρας ήταν πολύ εξωτικός για να είναι ένας συνηθισμένος, ασήμαντος Εγγλέζος επιχειρηματίας. Εκείνο που την άφησε κατάπληκτη ήταν η μομφή που διακρινόταν στον τόνο της φωνής του και το ότι την αποκάλεσε με το όνομα που η Σάρα είχε απορρίψει χρόνια πριν, επειδή της φαινόταν εντελώς αταίριαστο με την εικόνα που ήθελε να παρουσιάζει. «Είστε η Σαλώμη Μπούβερι-Σκοτ». Ο τόνος στη φωνή του δεν ήταν ερωτηματικός, αλλά στα μαύρα σπανιόλικα μάτια του υπήρχε μια σπίθα αμφιβολίας. Η Σάρα κούνησε καταφατικά αλλά με μεγάλη απροθυμία το κεφάλι της και παρατήρησε ότι τα αισθησιακά χείλη του ξένου σφίχτηκαν με αποστροφή. Η μεταξένια επιδερμίδα στα μάγουλά της βάφτηκε κατακόκκινη από αμηχανία, που οφειλόταν στο γεγονός ότι είχε χρόνια να χρησιμοποιήσει αυτό το όνομα. Το υποκοριστικό του απαίσιου, φανταχτερού Σαλώμη ήταν το Σάλι, αλλά κι αυτό το είχε απορρίψει στην εφηβεία της, θεωρώντας το υπερβολικά άκομψο και ανόητο. Και κατέληξε στο Σάρα, που της φαινόταν πιο αξιοπρεπές, ενώ εγκατέλειψε και το Μπούβερι, γιατί το έβρισκε περιττό. Κατά κάποιο μυστηριώδη τρόπο, ο ξένος είχε ανακαλύψει τα ονόματα με τα οποία την είχαν δηλώσει οι γονείς της στο ληξιαρχείο. Αυτό όμως δεν είχε σημασία. Ξαναβρίσκοντας την αυτοκυριαρχία της, η Σάρα του έκανε άλλη μια φορά νόημα να καθίσει, αλλά εκείνος 7


εξακολούθησε να στέκεται ακίνητος στην πόρτα. «Σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω;» τον ρώτησε τελικά κι έριξε μια ματιά στο ρολόι της, πνίγοντας έναν αναστεναγμό ανυπομονησίας. Εκείνος συνέχισε να την κοιτάζει με βλέμμα διαπεραστικό και επίμονο. Η Σάρα αισθάνθηκε έναν αδιόρατο φόβο και μετάνιωσε που είχε αφήσει την Τζένη να φύγει. Ωστόσο, ήταν γελοίο να φοβάται. Μπορεί ο άνθρωπος να μην ήξερε καλά αγγλικά και να έψαχνε να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να της πει τι ήθελε. Η ώρα όμως περνούσε και η Σάρα θ’ αργούσε στο ραντεβού της με τον Νάιτζελ. Πνίγοντας την επιθυμία της να ξανακοιτάξει το ρολόι της, χαμογέλασε ενθαρρυντικά στον ξένο. Και τότε εκείνος μίλησε κοφτά, μ’ έναν τόνο που ερχόταν σε παράξενα αντίθεση με την τραχιά και βαθιά φωνή που έβγαινε από το λαρύγγι του, λες και πάσχιζε να συγκροτήσει μια θυελλώδη, ακαθόριστη συγκίνηση. «Θα με εξυπηρετήσετε αν μου πείτε πού μπορώ να βρω τον Πιρς Μπούβερι-Σκοτ». Με το σαγόνι του προτεταμένο, έτοιμος θαρρείς για καβγά, την κατακεραύνωσε με το βλέμμα του, ενώ η αετίσια μύτη του οσμιζόταν αλαζονικά τον αέρα και τα χέρια του στηρίζονταν στους λεπτούς γοφούς του μέσα από το καλοραμμένο σακάκι του, που είχε ανοίξει αποκαλύπτοντας ένα άψογα εφαρμοστό γιλέκο. Η Σάρα ήθελε να του πει ότι την είχε κάνει να σπαταλήσει τον πολύτιμο χρόνο της. Το σκέφτηκε όμως πιο ώριμα και συγκρότησε τα νεύρα της. Σηκώθηκε όρθια, έκλεισε το δερματόδετο σημειωματάριό της και, παίρνοντας στο χέρι την τσάντα της, έβγαλε από μέσα τα κλειδιά της. «Λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σας βοηθήσω, κύριε... σενιόρ...» Κόμπιασε και το ψυχρό της χαμόγελο εξαφανίστηκε απότομα όταν μια λευκή κάρτα προσγειώθηκε στη γυαλιστερή επιφάνεια του γραφείου της. Ασυναίσθητα, η Σάρα την έπιασε. Αν και δεν την ενδιέφερε να μάθει το όνομά του, τα μάτια της έπεσαν στην κάρτα. Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς, διάβασε. «Δεν έχω ιδέα πού βρίσκεται ο πατέρας μου, σενιόρ Κασάλς». Και ήταν αλήθεια. Ποτέ δεν ήξερε πού ήταν και τι έκανε ο πατέρας της. Το πιθανότερο ήταν ότι θα βρισκόταν σε κάποιο μέρος του κόσμου δημιουργώντας σκάνδαλα, όπως συνήθως, που η Σάρα τα μάθαινε από τις εφημερίδες. Οι διάφορες σκανδαλοθηρικές φυλλάδες πανηγύριζαν όταν ο Πιρς έμπλεκε σε κάποιον καβγά. «Δε σας λέει τίποτα το όνομά μου;» ρώτησε ο άγνωστος σαν να μην την πίστευε. «Ούτε το όνομα Ενκαρνασιόν;» «Θα έπρεπε να μου λέει κάτι;» 8


Τα πράσινα μάτια της σκοτείνιασαν. Ο άντρας στεκόταν ακόμα καρφωμένος στην πόρτα και της έκοβε το δρόμο. Ενώ η Σάρα αναρωτιόταν πόσους τόνους δυναμίτη θα χρειαζόταν για να τον παραμερίσει, εκείνος ξαφνικά κινήθηκε προς το μέρος της σαν αίλουρος. Η Σάρα ένιωσε ένα ρίγος να τη διαπερνάει. Περπατάει σαν ματαντόρ, σκέφτηκε και αμέσως τα έβαλε με τον εαυτό της για τη βλακεία της ήταν είκοσι οχτώ χρόνων και δεν είχε δει ούτε έναν ματαντόρ στη ζωή της. Άλλωστε, είχε ακουστά ότι τους μετέφεραν με χειράμαξες έξω από την αρένα μετά τον αγώνα τους με τους ταύρους. Ξαφνικά, η ανάσα της πιάστηκε, όχι μόνο επειδή συνειδητοποίησε ότι σκεφτόταν σαν ανόητη νεαρή -πράγμα που δεν ταίριαζε καθόλου με το χαρακτήρα της- αλλά και επειδή ο άντρας έσκυβε τώρα απειλητικά προς το μέρος της. Και για πρώτη φορά στη ζωή της είχε την παράξενη αίσθηση ότι η κατάσταση είχε ξεφύγει από τα χέρια της. «Το καλό που σας θέλω, να φροντίσετε να ενημερωθείτε γρήγορα γιατί διαφορετικά το όνομά μου, καθώς και αυτό της αδερφής μου, σύντομα θα σημαίνουν πολλά για σας». «Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάτε». Αυτός ο τρεμάμενος ψίθυρος ήταν η δική της φωνή; Τώρα εκείνος δεν έσκυβε μόνον απειλητικά προς το μέρος της, αλλά την είχε πλησιάσει σε σημείο ώστε να νιώθει ότι της στερούσε ακόμα και τον αέρα που ανέπνεε. Είναι επειδή μιλάει με γρίφους, διαβεβαίωσε στωικά τον εαυτό της. Γιατί όμως το όνομά του και ακόμα περισσότερο το όνομα Ενκαρνασιόν, που ανήκε προφανώς στην αδερφή του, έπρεπε να σημαίνουν κάτι γι’ αυτή; Η άκρη της μύτης της έφτανε στο πάνω κουμπί του γιλέκου του. Πισωπάτησε βιαστικά ώσπου κόλλησε στο γραφείο της, πράγμα που την έκανε να συνέλθει και να θυμηθεί ότι ποτέ δεν είχε κάνει πίσω για κανέναν. Ίσιωσε τους ώμους της και τον κοίταξε με ύφος αυστηρό. «Ελάτε στο προκείμενο, σενιόρ Κασάλς, αν έχετε κάτι να μου πείτε. Έχω αργήσει κιόλας». Εκείνος ανασήκωσε τους φαρδιούς ώμους του με τρόπο που έλεγε πολλά. «Αφού έχετε αργήσει, πείτε μου αυτό που θέλω να μάθω. Όταν μου αποκαλύψετε πού βρίσκεται ο πατέρας σας, είστε ελεύθερη να φύγετε». Η Σάρα ανατρίχιασε. Ο άντρας μιλούσε λες και την κρατούσε αιχμάλωτη ώσπου να του απαντήσει. «Δε θα με ακούσατε, φαίνεται», είπε. «Δεν έχω ιδέα πού είναι ο Πιρς αυτή τη στιγμή. Η τελευταία μας επικοινωνία ήταν μια κάρτα που έλαβα τα Χριστούγεννα. Η κάρτα είχε σταλεί από το Εδιμβούργο, αλλά αυτό δε σημαίνει τίποτα, γιατί

9


του αρέσει να περνάει τις γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στη Σκοτία». Η Σάρα θεώρησε περιττό να προσθέσει ότι ο πατέρας της απολάμβανε τη συντροφιά μιας Σκοτσέζας χήρας που κολάκευε τον απέραντο εγωισμό του, ικανοποιούσε όλες τις αχόρταγες ορέξεις του και τον αποχαιρετούσε με αγάπη όταν έφευγε από κοντά της ανανεωμένος και ευτυχισμένος. Η Άννα Κελπ στα νιάτα της, πριν το υπέροχο σώμα της στρογγυλέψει, έκανε το μοντέλο σε καλλιτέχνες. Και το να προσφέρει ψυχαγωγία στο μεγάλο Πιρς Μπούβερι-Σκοτ τη γύριζε πίσω στις τρελές, μποέμικες μέρες της πρώτης της νιότης. «Δεν έχει μόνιμη κατοικία;» Ο Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς έδειχνε να θεωρεί έγκλημα κάτι τέτοιο και η Σάρα σχεδόν συμφωνούσε μαζί του. Δυστυχώς-ή ευτυχώς, κατά τον Πιρς— υπήρχαν άφθονες Αννες Κελπ σκορπισμένες σε όλη την υφήλιο. Ήταν γυναίκες που ευχαρίστως πρόσφεραν κατάλυμα στον υπέροχο, ταλαντούχο και θυελλώδη καλλιτέχνη. Ο Πιρς δεν εγκατέλειπε ποτέ μια ερωμένη. Έκανε συλλογή από γυναίκες, όπως άλλοι έκαναν συλλογή από γραμματόσημα. Αγαπούσε τόσο πολύ το γυναικείο φύλο, ώστε δεν άντεχε να αποχωριστεί ούτε μία από τις ερωμένες του. Από τη στιγμή που μια γυναίκα έπεφτε στα χέρια του, μπλεκόταν για τα καλά στα δίχτυα του. Η Σάρα δεν μπορούσε να καταλάβει πώς σκέφτονταν αυτές οι γυναίκες. Μα καμιά τους δεν καταλάβαινε ότι απλώς τις εκμεταλλευόταν; Ή μήπως δεν τις ένοιαζε αυτό; Τους αρκούσε άραγε η απόλαυση της συντροφιάς του από καιρό σε καιρό; Η Σάρα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και ύστερα ξαναγύρισε στο παρόν. «Γιατί θέλετε να τον συναντήσετε;» Σίγουρα όχι για χρήματα. Ο Πιρς, παρ’ όλα του τα ελαττώματα, πλήρωνε πάντα τους λογαριασμούς του. Οι ζωγραφικοί του πίνακες γίνονταν ανάρπαστοι και τους πουλούσε πανάκριβα. Ούτε ο ίδιος πιθανόν δεν ήξερε πόσο πλούσιος ήταν, μια και τα οικονομικά του τα χειριζόταν ο ατζέντης του, ο Μάιλς Χάντερ. Το ένστικτό της τής έλεγε ότι, για όποιο λόγο κι αν αναζητούσε αυτός ο άνθρωπος τον πατέρα της, σίγουρα δεν ήταν για να τον συγχαρεί για τη μεγαλοφυΐα του και να τον παρακαλέσει να δεχτεί να του κάνει το πορτραίτο. Ωστόσο, έστω κι αν ο πατέρας της υπήρξε γι’ αυτή μια συνεχής πηγή αμηχανίας, ποτέ δε θα φανέρωνε το κρησφύγετό του σε κάποιον που θα ήθελε να τον βλάψει, ακόμα κι αν το ήξερε. «Δεν μαντεύετε τι τον θέλω -αν πράγματι δεν το ξέρετε;» είπε εκείνος κυνικά, με την αμφιβολία ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. 10


«Δεν μπορεί παρά να γνωρίζετε τη φήμη που έχει ο πατέρας σας», πρόσθεσε με ψυχρό τόνο, κάνοντας τη Σάρα να κατεβάσει το βλέμμα της. Ασφαλώς και γνώριζε τη φήμη του πατέρα της, αλλά πάσχιζε να την ξεχνάει. Η τρελή, νομαδική ζωή του, η απουσία του για μήνες ολόκληρους, όταν ριχνόταν με τα μούτρα στη δουλειά, και στη συνέχεια τα οργιώδη πάρτι του ή οι αμέτρητοι ερωτικοί δεσμοί και το εκρηκτικό ταπεραμέντο του έπαιρναν μεγαλύτερη δημοσιότητα στις σκανδαλοθηρικές εφημερίδες από όση το δημιουργικό του ταλέντο. Ωστόσο, δεν ήταν δυνατόν να έχει κλέψει τη γυναίκα ή την ερωμένη αυτού του άντρα. Η Σάρα δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ένα θηλυκό που διέθετε μια στάλα λογικής θα προτιμούσε τον ηλικιωμένο πατέρα της -έστω κι αν θαμπωνόταν από τη φήμη και το ταλέντο τουαπό αυτό το υπέροχο δείγμα σπανιόλικου ανδρισμού. Συνειδητοποιώντας ότι έπαιζε στα χέρια της νευρικά τα κλειδιά του γραφείου της, σταμάτησε αμέσως. Ποτέ της δεν έκανε σπασμωδικές κινήσεις και δεν είχε σκοπό ν’ αρχίσει τώρα. «Δε θα ήταν καλύτερα να μου πείτε εσείς;» ρώτησε ψυχρά. «Δεν έχω καιρό για αινίγματα». Εκείνος της έριξε ένα εχθρικό βλέμμα και η φωνή του ήταν γεμάτη απέχθεια όταν της απάντησε: «Ο πατέρας σας αποπλάνησε την αδερφή μου και την πήρε μαζί του. Η Ενκαρνασιόν είναι μόλις δεκαοχτώ χρόνων και την είχαμε περιορισμένη, τη φυλούσαμε σαν τα μάτια μας, ώσπου αυτός ο δαίμονας την κατέστρεψε!» Τα μαύρα μάτια του πετούσαν φωτιές. Η Σάρα ψαχούλεψε με τα χέρια της να βρει την πολυθρόνα της και σωριάστηκε ξέπνοη. Αν αυτό που είχε πει ο άγνωστος ήταν αλήθεια, τότε με το δίκιο του ήταν έξαλλος. Σίγουρα όμως είχε κάνει λάθος. Ο Πιρς είχε ντουζίνες ερωμένες, μερικές μάλιστα εδώ και χρόνια, αλλά ποτέ -τουλάχιστον απ’ όσο ήξερε η Σάρα δεν έμπλεκε με νεαρά και άπειρα κορίτσια. Προτιμούσε πιο ώριμες γυναίκες, που θα του φέρονταν μητρικά και θα τον περιέβαλλαν με την αγάπη τους, χωρίς να ζητούν ανταλλάγματα. Τους αρκούσε να απολαμβάνουν τη δόξα του που αντανακλούσε επάνω τους για λίγο, ώσπου ο Πιρς να φύγει από κοντά τους. «Είστε σίγουρος γι’ αυτό που λέτε, σενιόρ Κασάλς;» Η Σάρα προσπάθησε να μιλήσει αδιάφορα και κοφτά, αλλά η ανησυχία και ο πανικός χρωμάτισαν τη φωνή της. Εκείνος δεν της απάντησε. Έβγαλε απλώς ένα χαρτί από την τσέπη του και το πέταξε πάνω στο γραφείο της κεραυνοβολώντας τη με το βλέμμα του, σαν να την προκαλούσε να αμφισβητήσει τα λόγια 11


του, αν τολμούσε. Ισιώνοντας την πλάτη της, η Σάρα πήρε το χαρτί στα χέρια της. Ήταν τόσο τσαλακωμένο ώστε έδειχνε ότι είχε διαβαστεί αμέτρητες φορές. Και το όνομα του πατέρα της ξεπηδούσε ανάμεσα από τις γραμμές του. Αυτό όμως ήταν το μόνο που αναγνώρισε η Σάρα. «Δεν ξέρω ισπανικά, σενιόρ», είπε χωρίς να τον κοιτάζει. Εκείνος της άρπαξε το γράμμα με τα μακριά, λεπτά του δάχτυλα. «Πορ Ντιος,» γρύλισε, λες και τα λόγια της έκαναν την υπομονή του να εξαντληθεί πια. «Γράφει κατά λέξη: ‘Μην προσπαθήσετε να με βρείτε. Γνώρισα κάποιον που ενδιαφέρεται πραγματικά για μένα. Θα τον ακολουθήσω όπου κι αν πάει. Λέγεται Πιρς Μπούβερι-Σκοτ και αυτό τα λέει όλα’». Έβαλε το γράμμα στην τσέπη του εκνευρισμένος. «Εφόσον το όνομα του πατέρα σας είναι συνώνυμο των οργίων, των επιπόλαιων ερωτικών δεσμών και της διαφθοράς, δεν έχω καμιά αμφιβολία για το τι συνέβη με την Ενκαρνασιόν. Και το γράμμα αυτό είναι η απόδειξη». Τα αισθησιακά του χείλη σφίχτηκαν απειλητικά. «Όταν τον ανακαλύψω, θα τον σκοτώσω!» «Δε νομίζετε ότι αυτό είναι μάλλον υπερβολή;» είπε η Σάρα με ύφος ψυχρό. Είχε αρκετή πείρα ώστε να καταλαβαίνει πότε ένας άνθρωπος ήταν εκτός εαυτού και τώρα είχε παγώσει ολόκληρη. Ήξερε ωστόσο ότι η ψυχρή φωνή της λογικής ήταν το μόνο της όπλο για να κατευνάσει τον Ισπανό. «Θα ήθελα να σας βοηθήσω», συνέχισε ήρεμα, χωρίς να τον αφήσει να καταλάβει πόσο άσχημα ένιωθε, «αλλά, ειλικρινά, δεν ξέρω πού είναι ο Πιρς». Άπλωσε το χέρι της στο τηλέφωνο. «Μπορεί όμως να ξέρει ο ατζέντης του». «Ο Μάιλς Χάντερ; Νομίζετε ότι δεν έχω επικοινωνήσει κιόλας μαζί του; Με περνάτε για ηλίθιο;» Της έριξε ένα ειρωνικό βλέμμα που την έκανε να ριγήσει. Στριφογύρισε ενοχλημένη στη θέση της καθώς εκείνος έφερε το ωραίο του πρόσωπο κοντά στο δικό της και με τη βραχνή φωνή του, που ξεχείλιζε από περιφρόνηση, συνέχισε: «Δεν κάθομαι ποτέ με σταυρωμένα χέρια περιμένοντας την εξέλιξη των πραγμάτων, παίρνω την κατάσταση στα χέρια μου, σενιορίτα. Έχω εντοπίσει και ρωτήσει όλους όσοι θα μπορούσαν να ξέρουν πού είναι ο ελ ντιάμπλο -τον ατζέντη του, τον ιδιοκτήτη της γκαλερί που συνηθίζει να εκθέτει τα έργα του, τους προμηθευτές του, όλους. Δεν κατάφερα τίποτα. Σαν το διάβολο, έχει εξαφανιστεί λες κι έγινε καπνός... Έτσι κατέληξα σ’ εσάς. Είστε η τελευταία μου ελπίδα, αν και ελάχιστες κόρες θα παρέδιδαν με τη θέλησή τους τον πατέρα τους στα χέρια ενός ανθρώπου που ζητάει να του πιει το αίμα. Ωστόσο, τα τεράστια παγερά μάτια σας μου έδωσαν την ελπίδα ότι μπορεί να είστε

12


αρκετά άπονη ώστε να μη σας νοιάζει η τύχη του! Τηλεφωνήστε, λοιπόν». Της έβαλε στο χέρι το ακουστικό. «Μπορεί ο Χάντερ να πει σ’ εσάς αυτό που δε θα έλεγε σ’ έναν ξένο. Εμπρός, προχωρήστε!» την πρόσταξε, ενώ η Σάρα τον ατένιζε σοκαρισμένη. Δαγκώνοντας τα χείλη της, σχημάτισε τον αριθμό του Μάιλς Χάντερ με δάχτυλα που έτρεμαν. Λένε ότι οι πρώτες εντυπώσεις είναι και οι πιο σωστές. Πίστευε άραγε πραγματικά αυτός ο μεγαλόσωμος, δυναμικός άντρας ότι ήταν τόσο άπονη ώστε να προδώσει τον πιο στενό συγγενή της απλώς και μόνο από αδιαφορία; Αλλά τι με νοιάζει η γνώμη του για μένα; είπε μέσα της καθώς περίμενε με το ακουστικό στο ένα χέρι, ενώ με το άλλο χτυπούσε νευρικά τα δάχτυλα στην επιφάνεια του γραφείου της. Η απόφασή της να τηλεφωνήσει στον ατζέντη, να προσπαθήσει κατά κάποιον τρόπο να βοηθήσει τον Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς ήταν ενστικτώδης. Ήταν σίγουρη ότι σ’ αυτή την υπόθεση υπήρχε κάποιο λάθος, ότι είχε γίνει κάποιο μπέρδεμα. Όσο διεφθαρμένος κι αν ήταν ο Πιρς, ποτέ δε θα αποπλανούσε ένα αθώο κορίτσι. Και η Σάρα κατανοούσε το ενδιαφέρον του σενιόρ Κασάλς και την ανάγκη του να εντοπίσει την αδερφή του που το είχε σκάσει. Ωστόσο, αυτό το γράμμα είναι καταδικαστικό... σκέφτηκε σμίγοντας τα φρύδια της. Εκείνη τη στιγμή ο Μάιλς Χάντερ απάντησε στο τηλέφωνο. «Ξέρεις πού μπορώ να βρω τον Πιρς;» τον ρώτησε η Σάρα όσο πιο ήρεμα μπορούσε αφού τον χαιρέτησε. «Έχω να επικοινωνήσω μαζί του από τα Χριστούγεννα. Τέσσερις μήνες είναι πολύ μεγάλο διάστημα ακόμα και για εκείνον». Τα μαύρα μάτια του σενιόρ Κασάλς ήταν καρφωμένα πάνω της, παρακολουθώντας κάθε λέξη της, και αυτόματα κόλλησε το ακουστικό στο αυτί της. Αν ο Μάιλς τύχαινε να ξέρει και της αποκάλυπτε το κρησφύγετο του πατέρα της, η Σάρα δεν είχε σκοπό να αφήσει αυτόν το βάρβαρο άνθρωπο να το ακούσει και να πάει να τον βρει πριν προλάβει η ίδια να έρθει σε επαφή μαζί του. «Είσαι η δεύτερη που μου κάνει αυτή την ερώτηση σήμερα», είπε ο Μάιλς γελώντας. «Αυτός ο αλαζονικός Ισπανός δον σχεδόν με απείλησε ότι θα μου στείλει την Ιερά Εξέταση, αλλά εγώ δεν είπα κουβέντα. Δεν ξέρω τι έχει σκαρώσει αυτή τη φορά ο αγαπημένος σου πατέρας - και ούτε θέλω να μάθω-αλλά από την παρατεταμένη σιωπή του μαντεύω ότι θα έχει πέσει πάλι με τα μούτρα στη δουλειά. Πολύ πιθανόν στην Ισπανία». «Με συγχωρείς για την ενόχληση», είπε η Σάρα με ήρεμη φωνή. «Σε παρακαλώ να με ειδοποιήσεις αν έρθει σε επαφή μαζί σου, εντάξει;» Ύστερα άλλαξε κουβέντα, ρωτώντας τον για τη γυναίκα του και 13


την οικογένειά του ώστε να βρει τον καιρό να ανακτήσει την ψυχραιμία της. Θα έπρεπε να το είχε μαντέψει και η ίδια. Η Ενκαρνασιόν ήταν Ισπανίδα και η φυγή της από το σπίτι της ήταν προφανώς ξαφνική. Το πιθανότερο, λοιπόν, ήταν ότι ο Πιρς την είχε γνωρίσει στην Ισπανία. Επομένως, η Σάρα ήξερε πού ακριβώς θα έψαχνε να βρει τον πατέρα της! Όταν κατέβασε το ακουστικό, γύρισε και κάρφωσε το βλέμμα της κάπου πίσω από την απειλητική φιγούρα που στεκόταν μπροστά της. «Όπως θα συμπεράνατε», είπε με φωνή κοφτή, αλλά όχι επιθετική, «ούτε ο Μάιλς έχει ιδέα πού βρίσκεται ο πατέρας μου». Μέσα της ευχόταν να μην είχε ακούσει ο Κασάλς τι της είχε πει ο Μάιλς. Περιμένοντας ένα καινούριο ξέσπασμα οργής, τον κοίταξε κατάματα. Εκείνος όμως ακουμπούσε στην αρχειοθήκη με τα μπράτσα δεμένα στο στήθος, χωρίς να δείχνει διάθεση να της επιτεθεί. Τα μαύρα μάτια του ήταν σχεδόν κρυμμένα πίσω από τα μισόκλειστα βλέφαρά του με τις πυκνές μαύρες βλεφαρίδες. Και ξαφνικά, με ύφος νωχελικό, τέντωσε το κορμί του, ανασηκώνοντας σχεδόν αδιόρατα τους ώμους του. «Τότε δεν έχω παρά να σας ευχαριστήσω για το χρόνο που μου διαθέσατε, σενιορίτα», είπε με ύφος σοβαρό, κάνοντας μια ευγενική υπόκλιση που την άφησε άφωνη από κατάπληξη. Και αμέσως μετά έφυγε από το γραφείο, ενώ η Σάρα απέμεινε για αρκετές στιγμές με τα μάτια καρφωμένα στο σημείο όπου πριν από λίγο στεκόταν εκείνος ο παράξενος άντρας. Ήταν περίεργο, αλλά ένιωθε ένα κενό μέσα της, λες και η αποχώρησή του είχε αφήσει κάτι σε εκκρεμότητα, κάτι που έπρεπε να λυθεί, κάτι που τη στενοχωρούσε. Βλακείες, μάλωσε τον εαυτό της. Περίμενε απλώς ότι ο Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς θα συνέχιζε να την ταλαιπωρεί με τα λόγια του και είχε προετοιμαστεί ψυχολογικά να τον αντιμετωπίσει. Και αντί γι’ αυτό, τον είδε να συνθηκολογεί με ευγένεια και να δέχεται ότι δεν μπορούσε να τον διευκολύνει -πράγμα που την μπέρδεψε. Θέλοντας να εκτονωθεί, ανέλαβε αμέσως δράση. Μια και ο σενιόρ Κασάλς είχε παραιτηθεί τόσο εύκολα, η Σάρα κοίταξε να επωφεληθεί από την ευκαιρία, αγνοώντας την παράλογη απογοήτευση που ένιωθε. Έκανε πρώτα μια έρευνα για να βεβαιωθεί ότι είχε εγκαταλείψει το κτίριο και ύστερα γύρισε στο γραφείο της και άρχισε τα τηλεφωνήματα. Μισή ώρα αργότερα, είχε κρατήσει θέση στο αεροπλάνο και είχε ακυρώσει το ραντεβού της με τον Νάιτζελ, ο οποίος -προς μεγάλη της έκπληξη- της φέρθηκε αγενέστατα μόλις άκουσε ότι δε θα έβγαινε 14


μαζί του. Η σχέση τους, που είχε αρχίσει πριν από έξι μήνες, ήταν ακόμα καθαρά πλατωνική, μολονότι η Σάρα δεν απέκλειε το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε κάτι πιο ουσιαστικό και μόνιμο. Ο Νάιτζελ έδειχνε αρκετά σοβαρός και φερέγγυος ώστε να αποδειχτεί εκείνο το σπάνιο είδος του αρσενικού που η Σάρα θα μπορούσε ίσως να του εμπιστευτεί τη μελλοντική της ευτυχία. Τώρα όμως ήταν απόλυτα σίγουρη ότι δεν ανταποκρινόταν στις προσδοκίες της. Η Σάρα δε θα μοιραζόταν ποτέ τη ζωή της με έναν άντρα που καβγάδισε μαζί της όταν του εξήγησε ότι είχε προκόψει κάτι επείγον, που ανέτρεπε τα σχέδιά τους για το αποψινό δείπνο. Διαπιστώνοντας ότι δεν είχε λυπηθεί καθόλου για τη διακοπή της σχέσης της με τον Νάιτζελ, η Σάρα τηλεφώνησε στην Τζένη και την παρακάλεσε να αναλάβει το γραφείο για δυο τρεις μέρες, κάλεσε ένα ταξί γιατί δεν είχε καιρό να επιστρέφει στο σπίτι της ένα διαμέρισμα τεσσάρων δωματίων σε μια βικτοριανή βίλα- με το λεωφορείο, κανόνισε να τη μεταφέρει το ίδιο ταξί στο αεροδρόμιο Γκάτγουικ την άλλη μέρα το πρωί και πέρασε τη βραδιά της φτιάχνοντας τη βαλίτσα της και συγχαίροντας τον εαυτό της για την αποτελεσματικότητά της. Αύριο την ίδια ώρα θα είχε ξεκαθαρίσει το μυστήριο της χαμένης Ενκαρνασιόν χωρίς να χρειαστεί να αντικρίσει ξανά τον τρομακτικό Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς.

15


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Η Σάρα, καθώς κλυδωνιζόταν στο πίσω κάθισμα του ταξί, ευχόταν να είχε υποκύψει στον πειρασμό και να είχε νοικιάσει αυτοκίνητο. Η διαδρομή από το αεροδρόμιο ως την πόλη Άρκος ντε λα Φροντέρα ήταν μεγάλη και τα αυτιά της βούιζαν από την εκκωφαντική μουσική του ραδιοφώνου, ενώ υπέφερε από τη μυρωδιά του φτηνού καπνού και της δυνατής κολόνιας με την οποία είχε κυριολεκτικά λουστεί ο ταξιτζής. Χώρια που την ενοχλούσε το θέαμα των αμέτρητων κακόγουστων μπιχλιμπιδιών που χοροπηδούσαν στο παρμπρίζ, κρεμασμένα από χρωματιστούς σπάγκους. Αφού όμως είχε σκοπό να μείνει στην Ισπανία δυο μέρες το πολύ, το να νοικιάσει αυτοκίνητο θα ήταν περιττή πολυτέλεια. Η Σάρα δεν ήταν τσιγκούνα, αλλά είχε μάθει να μην πετάει άσκοπα τα λεφτά της. Νιώθοντας έναν κόμπο ιδρώτα στο πάνω χείλι της, έβγαλε το απλό σκούρο γκρι πουλόβερ που είχε διαλέξει να φορέσει μαζί με ανοιχτόχρωμο γκρι παντελόνι και ασορτί πουκάμισο. Η ζέστη για Απρίλιο μήνα ήταν φοβερή. Η Σάρα είχε ξεχάσει πόσο δυνατός ήταν ο ήλιος στη Νότια Ισπανία και δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει πίσω στην Αγγλία, όπου ο καιρός την άνοιξη ήταν ευχάριστα δροσερός και της άρεσε περισσότερο. Κλείνοντας τα μάτια της για να μη βλέπει τις απαίσιες στροφές του φιδογυριστού δρόμου, έκανε μια εκτίμηση της κατάστασης που την περίμενε. Η μία περίπτωση ήταν να βρει τον πατέρα της μόνο, να εργάζεται σαν τρελός, χωρίς να έχει ιδέα για την εξαφανισμένη Ενκαρνασιόν, οπότε η Σάρα θα έφευγε πρωί πρωί την άλλη μέρα, νιώθοντας τη μεγαλύτερη ανακούφιση της ζωής της. Αν όμως τον έβρισκε με την καινούρια νεαρή ερωμένη του -κι αυτός ήταν ο χειρότερός της φόβος- θα αναλάμβανε το άχαρο καθήκον να του βάλει μυαλό, τονίζοντάς του με ιδιαίτερη έμφαση τι τον περίμενε αν ο Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς τον ανακάλυπτε. Ταυτόχρονα, θα πάσχιζε να κάνει εκείνο το τρελό διαβολοθήλυκο να καταλάβει το λάθος της και να γυρίσει στην οικογένειά της. Για το ότι ο Πιρς θα βρισκόταν στο σπίτι του στην Άρκος -μόνος 16


ή με παρέα- δεν υπήρχε αμφιβολία. Όταν ζούσε η μητέρα της, συνήθιζαν να περνούν τους ανοιξιάτικους μήνες εκεί, επειδή ο Πιρς αισθανόταν ότι τα ανδαλουσιανά βουνά ήταν το πνευματικό σπίτι του. Κι εκεί είχε δημιουργήσει μερικά από τα ωραιότερα έργα του. Μετά το θάνατο της γυναίκας του, όταν η Σάρα ήταν δεκατριών χρόνων, το σπίτι είχε μείνει κλειστό για αρκετό καιρό. Ωστόσο, τα τελευταία χρόνια ο Πιρς απομονωνόταν σ’ αυτό όποτε ήθελε να αφοσιωθεί στη δουλειά του. Το αποκαλούσε «καμπάνα», αν και δεν έμοιαζε καθόλου με κάτι τέτοιο. Ήταν ένα μικρό σπίτι μέσα στην πυκνοκατοικημένη παλιά πόλη με τα δαιδαλώδη δρομάκια, αλλά του άρεσε η λέξη «καμπάνα». Ο πατέρας μου δεν ξέρει να διακρίνει τη φαντασία από την πραγματικότητα, σκέφτηκε καρτερικά η Σάρα. Όσο κι αν προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι είχε γίνει κάποιο λάθος σ’ αυτή την υπόθεση, το γράμμα ήταν σαφές. Η Σάρα δεν μπορούσε να το χωνέψει και η μόνη ευχή που έκανε ήταν να είχε γνωρίσει κάπου η Ενκαρνασιόν τον Πιρς και να είχε χρησιμοποιήσει στην τύχη το όνομά του για να καλύψει τις δικές της ερωτοδουλειές. Ο Κασάλς είχε πει ότι η αδερφή του ζούσε περιορισμένη και ότι την πρόσεχαν σαν τα μάτια τους. Αυτό σήμαινε ότι η κοπέλα ήταν άπραγη. Από τη σύντομη γνωριμία της με τον σενιόρ Κασάλς, η Σάρα καταλάβαινε ότι η Ενκαρνασιόν βρισκόταν κάτω από την εξουσία του. Σίγουρα αυτός ο άνθρωπος είχε την απαίτηση οι γυναίκες της οικογένειάς του να τηρούν τους παλιούς κανόνες συμπεριφοράς και τους στερούσε την ελευθερία τους, αγνοώντας τη γυναικεία χειραφέτηση, που ακόμα και στην I σπανία είχε αρχίσει να κερδίζει έδαφος σε όλα τα στρώματα της κοινωνίας. Η Σάρα δεν κάκιζε την άγνωστη κοπέλα που ήθελε να αποτινάξει τα δεσμά της, αλλά δεν της συγχωρούσε το ότι είχε χρησιμοποιήσει το όνομα του Πιρς για να το κάνει -αν πράγματι είχαν γίνει έτσι τα πράγματα. Και πόσο παρακαλούσε να είχαν γίνει έτσι! Ο Πιρς δε χρειαζόταν τη νεαρή Ισπανίδα, που ήθελε να παραπλανήσει τον αριστοκράτη αδερφό της, για να μπλέξει σε μπελάδες είχε αρκετούς και χωρίς τη... βοήθειά της. Το ξεχαρβαλωμένο ταξί σταμάτησε απότομα στην άκρη του στενού δρόμου και η Σάρα πετάχτηκε βιαστικά έξω. Αφού πλήρωσε τον οδηγό, έμεινε αρκετές στιγμές ακίνητη κάτω από τον καυτό ήλιο, προσπαθώντας να συνέλθει από την ταλαιπωρία της διαδρομής στον κακοτράχαλο δρόμο, βυθισμένη ταυτόχρονα σε σκέψεις. Μια τροφαντή σενιόρα, ντυμένη με φαρδιά μαύρα ρούχα, που την παρατηρούσε με περιέργεια από μια γειτονική πόρτα, την έκανε να 17


επιστρέφει στην πραγματικότητα. Το σπίτι του πατέρα της έδειχνε παραμελημένο και ερειπωμένο. Τα άλλα σπίτια ήταν βαμμένα με ζωηρά χρώματα και τα μπαλκόνια τους ήταν ξέχειλα από λουλουδιασμένες γλάστρες, ενώ οι εξωτερικοί τοίχοι της λεγάμενης «καμπάνας» του Πιρς ήταν ξεφτισμένοι και τα κάγκελα των μπαλκονιών σκουριασμένα. Η Σάρα δεν απόρησε γι’ αυτό. Όταν η Πέισενς ζούσε, έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατάει τα προσχήματα ώστε να παρουσιάζονται σαν μια φυσιολογική οικογένεια. Έστηνε, λοιπόν, ένα άνετο σπίτι σε όποιο μέρος τύχαινε να βρίσκονται -στην Ισπανία την άνοιξη ή στο νοικιασμένο πέτρινο σπιτάκι σε μια απομακρυσμένη ορεινή πλαγιά της Ουαλίας. Αυτά τα δύο ήταν τα μόνα μέρη που έδιναν στη Σάρα την αίσθηση του σπιτικού στα παιδικά της χρόνια. *** Υπομονή, όνομα και πράμα, ήταν η μητέρα μου, σκέφτηκε η Σάρα. Ο πατέρας της αδιαφορούσε πάντα για το αν θα ζούσαν σε κανονικό σπίτι ή όχι. Και μάλιστα, η μεγαλοφυΐα του τρεφόταν από την ατμόσφαιρα του χάους και της αναταραχής. Οπλισμένη με υπομονή για να αντιμετωπίσει τον ιδιότροπο και ανεύθυνο πατέρα της, η Σάρα έσπρωξε την ξεθωριασμένη ξύλινη πόρτα, αλλά τη βρήκε κλειδωμένη. Χωρίς μεγάλες ελπίδες, άρχισε να χτυπάει δυνατά. Σίγουρα, ο Πιρς θα ζωγράφιζε κάπου εκεί γύρω, στο ύπαιθρο και μπορεί να περνούσαν ώρες ώσπου να αποφασίσει να γυρίσει. Η γυναίκα της διπλανής πόρτας πλησίασε και άρχισε να τη βομβαρδίζει με ένα χείμαρρο από ισπανικές λέξεις. Αλλά η Σάρα, που είχε ξεχάσει και τα λίγα ισπανικά που είχε μάθει μικρή, σήκωσε με απορία τους λεπτούς της ώμους. Το πουκάμισο κολλούσε επάνω της από τον ιδρώτα και την είχε πιάσει πονοκέφαλος, ενώ τη βασάνιζε μια αφόρητη δίψα. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, κόντεψε να πάθει καρδιακή προσβολή όταν άκουσε ακριβώς πίσω της την αλαζονική, σταθερή και αναμφισβήτητα αρρενωπή φωνή του Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς. «Έχετε κάποιο πρόβλημα, σενιορίτα;» Η Σάρα γύρισε απότομα, νιώθοντας ένα σφίξιμο στο στομάχι, ενώ η καρδιά της σπαρταρούσε άγρια στο στήθος της. Πώς, που να πάρει ο διάβολος, είχε φτάσει ως εδώ αυτός ο άνθρωπος; Την είχε άραγε ακολουθήσει από το Λονδίνο; Είχε έρθει αποφασισμένος να 18


πιάσει τον Πιρς και να τον... σκοτώσει στο ξύλο; Η Σάρα δεν μπορούσε να ρωτήσει, γιατί της είχε κοπεί η αναπνοή, λες και ο Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς είχε κλέψει τον αέρα από τα πνευμόνια της. Τώρα μιλούσε στη γειτόνισσα του πατέρα της με φωνή απαλή και βαθιά, σε αντίθεση με εκείνη, που ο τόνος της ήταν διαπεραστικός και κοφτός. Η ευγένειά του όμως ήταν απατηλή, γιατί όταν γύρισε και αιχμαλώτισε το βλέμμα της Σάρας καρφώνοντας τα μαύρα του μάτια στα δικά της, το χαμόγελό του ήταν σαρδόνιο και της προκάλεσε ανατριχίλα. «Ο πατέρας σας λείπει και θα γυρίσει ύστερα από μερικές βδομάδες», της είπε. «Ωστόσο, πληροφορήθηκα με λεπτομέρειες όλες του τις κινήσεις και ξέρω πού ακριβώς θα τον βρω». Συνειδητοποιώντας ποια προβλήματα θα αντιμετώπιζε ο πατέρας της, η Σάρα κάρφωσε τα ψυχρά πράσινα μάτια της στο πρόσωπό του. «Τότε απαιτώ να με πληροφορήσετε κι εμένα», του είπε με ύφος αυταρχικό. «Αλήθεια;» Ο Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς σήκωσε αργά το ένα του φρύδι, ενώ η Σάρα έπαθε σοκ με την αίσθηση που της προκάλεσε το λοξό του χαμόγελο. «Μήπως εσείς μου αποκαλύψατε τις πληροφορίες που είχατε; Δε νομίζω, σενιορίτα. Υποπτεύθηκα απλώς ότι μάθατε κάτι από τον ατζέντη και σας ακολούθησα». Κοίταξε για λίγο τα περιποιημένα νύχια του και ύστερα της έριξε ένα χλευαστικό βλέμμα. «Πράγμα που με έκανε να πλήξω, γι’ αυτό θα σας τιμωρήσω κρατώντας μυστικές τις πληροφορίες μου. Και θα συμφωνήσετε ότι η τιμωρία σας είναι δίκαιη. Το μόνο που θα σας πω είναι ότι η περιγραφή της ‘φίλης’ που έφυγε με τον πατέρα σας, όπως μου την έδωσε η σενιόρα, δείχνει ότι πρόκειται είτε για την αδερφή μου είτε για την... ανύπαρκτη δίδυμη αδερφή της». Η Σάρα ένιωσε τα γόνατά της να τρέμουν και έκανε ένα βήμα πίσω, ενώ ταυτόχρονα εκείνος της γύριζε την πλάτη και απομακρυνόταν. Για μια στιγμή, η Σάρα έμεινε άναυδη βλέποντας το άσπρο μεταξωτό του πουκάμισο να ανεμίζει και τα μακριά του πόδια να δρασκελίζουν αποφασιστικά το δρόμο. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι έφευγε αρνούμενος να της πει πού βρισκόταν ο Πιρς, αφήνοντάς τη να βράζει στο ζουμί της. Τι φανταζόταν δηλαδή αυτός ο άνθρωπος; Ότι θα γύριζε υπάκουα στο Λονδίνο, ξέροντας ότι ο ξεροκέφαλος, εγωιστής πατέρας της είχε αποπλανήσει μια αγνή κοπέλα και την είχε αποσπάσει από τους κόλπους της προστατευτικής οικογένειάς της και θα καθόταν να περιμένει ένα τηλεφώνημα από κάποιο νοσοκομείο της Ισπανίας που θα της ανακοίνωνε ότι βρισκόταν στην Εντατική, μεταξύ ζωής και θανάτου; 19


Έσφιξε τα δόντια της τόσο που την πόνεσαν. Πώς τολμούσε να της φερθεί έτσι; Όχι, δε θα γλιτώσει τόσο εύκολα από μένα, αποφάσισε η Σάρα με πείσμα. Αρπάζοντας το βαλιτσάκι της και τη ζακέτα της, έτρεξε πίσω του και κατάφερε να τον πλησιάσει ασθμαίνοντας. Μόλις που τον πρόλαβε, καθώς άνοιγε την πόρτα μιας καταπληκτικής κόκκινης Φεράρι. Και το μόνο που της έμενε, μια και δεν μπορούσε να τον ακολουθήσει πεζή, ήταν να τον εμποδίσει να φύγει. Μπήκε βιαστικά μπροστά του, φράζοντας με το σώμα της την πόρτα του αυτοκινήτου. Τον μισούσε γιατί την είχε αναγκάσει να φερθεί σαν αγοροκόριτσο και να εγκαταλείψει την αξιοπρέπειά της. Εκείνος έμεινε να την κοιτάζει ατάραχος. Η αλαζονεία του είναι μνημειώδης και η αυτοπεποίθησή του τρομερή, σκέφτηκε με αγανάκτηση η Σάρα, πασχίζοντας να ξαναβρεί την αναπνοή της για να του ζητήσει αυτό που ήθελε. Μάταια όμως αγωνιζόταν. Ένιωθε να πνίγεται έτσι όπως ήταν παγιδευμένη ανάμεσα στο αυτοκίνητο και στο ζεστό, αισθησιακό κορμί του. Τα στήθη της ακουμπούσαν βαριά στο στέρνο του και κάτω από το πανάκριβο πουκάμισό του ένιωθε την καυτή επιδερμίδα, ενώ το άγγιγμά του στην κοιλιά της της προκαλούσε μια παράξενη έξαψη. «Θέλετε κάτι, σενιορίτα;» Η φωνή του ήταν χαμηλή, πλούσια και απαλή. Και ήταν άραγε τυχαία αυτή η ανεπαίσθητη κίνηση που έφερε το κορμί του πιο κοντά στο δικό της; Η Σάρα ξεροκατάπιε προσπαθώντας να ανασάνει κι εκείνη τη στιγμή ο κότσος της λύθηκε εντελώς και τα μαλλιά της έπεσαν σαν ξανθός, μεταξένιος χείμαρρος στους ώμους της. Τα μάτια της μισόκλεισαν θυμωμένα. Τον μισούσε γιατί την έκανε να χάσει τον έλεγχό της, τον μισούσε γιατί την κοίταζε σαν να την έβρισκε κωμική. Διασκέδαζε μαζί της! Και το κακό ήταν ότι όσο κι αν ήθελε να φύγει μακριά του, δεν μπορούσε, επειδή ήταν ο μόνος που ήξερε πού ήταν ο Πιρς. Και θα πήγαινε να τον βρει για να πάρει εκδίκηση. Η Σάρα διέκρινε την πρόθεσή του στα μαύρα του μάτια. Έπρεπε με κάθε τρόπο να είναι εκεί όταν θα τον συναντούσε για να μεσολαβήσει, για να προσπαθήσει τουλάχιστον να κατευνάσει τους δυο άντρες. Ο Κασάλς την παγίδεψε, φυλακίζοντας το κορμί της ανάμεσα στα μπράτσα του καθώς ακούμπησε τα χέρια του στην οροφή του αυτοκινήτου. Η κατάσταση είχε φτάσει σε επικίνδυνο σημείο. «Απαιτώ να μάθω...» άρχισε να λέει η Σάρα με φωνή τραχιά. «Μη χάνεις τα λόγια σου», την έκοψε εκείνος απαλά. «Δεν έχω σκοπό να σου πω πού κρύβεται ο ελ ντιάμπλο και ούτε πρόκειται να σε πάρω 20


μαζί μου όταν θα πάω να αποσπάσω την αδερφή μου από τα χέρια του. Αυτό το ζήτημα αφορά μόνο εκείνον κι εμένα, κατάλαβες;» Τα κάτασπρα δόντια του γυάλιζαν επικίνδυνα και η Σάρα ένιωσε το στομάχι της να σφίγγεται. Παρά το γεγονός ότι χρόνια ολόκληρα ντρεπόταν για τα καμώματα του πατέρα της και υπήρχαν φορές που θα προτιμούσε να έλειπε από τη ζωή της, ήξερε ότι θα έκανε τα πάντα για να τον γλιτώσει από τα χέρια αυτού του εκδικητικού σατανά. Τότε συνειδητοποίησε συγκλονισμένη ότι ο πατέρας της, με όλα του τα ελαττώματα και τις αδυναμίες, ήταν γι’ αυτή πιο πολύτιμος απ’ όσο νόμιζε ως τώρα. Τι μπορούσε όμως να κάνει; Ο Κασάλς την είχε κιόλας πιάσει με ύφος ψυχρό από τους αγκώνες και την έσπρωχνε για να τη βγάλει από το δρόμο του. «Σας παρακαλώ, σενιόρ...» Η φωνή της ήταν ικετευτική, αλλά η Σάρα ήταν αποφασισμένη ακόμα και να πέσει στα πόδια του για να τον κάνει να λυγίσει. Ο Πιρς δεν ήταν πια νέος και μια βίαιη σύγκρουσή του μ’ αυτόν το σκληροτράχηλο Ισπανό αριστοκράτη, που διψούσε να πάρει εκδίκηση για τη λαβωμένη τιμή της οικογένειάς του, της προκαλούσε τρόμο. «Με παρακαλείτε;» Σήκωσε ειρωνικά το μαύρο του φρύδι. «Μην προσπαθείτε να κάνετε έκκληση στα καλά μου αισθήματα, γιατί δεν υπάρχουν από τη στιγμή που η αδερφή μου ατιμάστηκε. Και δεν έχετε καμιά ισχύ για να διαπραγματευτείτε μαζί μου. Ενώ εγώ έχω την πληροφορία που μου χρειάζεται, εσείς δεν έχετε να μου προσφέρετε τίποτα που θα με έβαζε σε πειρασμό να σας την αποκαλύψω», της είπε και ο αισθησιασμός ήταν διάχυτος στον τόνο της φωνής του. Η Σάρα του έριξε μια ψυχρή ματιά. Αν ο κύριος ήταν τόσο φαντασμένος ώστε να νομίζει ότι ήταν πρόθυμη να διαπραγματευτεί μαζί του κάνοντας σεξουαλικές παραχωρήσεις για να πετύχει το σκοπό της, ήταν γελασμένος. Υπήρχαν κάποια όρια στις υποχωρήσεις που θα έκανε για να σώσει τον πατέρα της! «Ωστόσο...» Χαμήλωσε το κεφάλι του και τα πλούσια μαύρα μαλλιά του γυάλισαν στο φως του ήλιου. «Ωστόσο, επειδή είμαι έντιμος άνθρωπος κι εσείς είστε φιλοξενούμενη στη χώρα μου, δε θα σας αφήσω στο έλεος του Θεού. Ελάτε μαζί μου». Χαμογέλασε βλέποντάς τη να μένει εμβρόντητη και πήρε από το χέρι της τη βαλίτσα της. «Σενιορίτα, θα σας πάω σ’ ένα ξενοδοχείο για να φρεσκαριστείτε. Από εκεί μπορείτε να πάρετε ταξί για να πάτε στο αεροδρόμιο. Και σας συνιστώ αυτή τη φορά να βρείτε έναν οδηγό λιγότερο ορμητικό από αυτόν που είχατε πριν». Της άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού με ύφος τυπικό. 21


Η τυπικότητα ήταν χίλιες φορές προτιμότερη από τις απειλές και τις προσβολές ή από τον τρόπο που αναστάτωνε τις αισθήσεις της με το αρρενωπό κορμί του, λες και ήθελε να της επιβληθεί. Άλλωστε, της είχε έρθει ξαφνικά μια καταπληκτική ιδέα. Η αναφορά του στον ταξιτζή που την είχε φέρει εκεί είχε κάνει το μυαλό της να πάρει στροφές. Νιώθοντας ότι είχε επανακτήσει την ψυχραιμία της, η Σάρα τον παρατηρούσε να κάνει μανούβρες με τη Φεράρι για να βγει από τη μικρή, γραφική πλατεία. Και δεν μπόρεσε να μη θαυμάσει τους ελιγμούς του μέσα στα στενά δρομάκια από την κορυφή, όπου βρισκόταν η εκκλησία του Σαν Πέντρο, ως τα πεδινά σημεία της παλιάς πόλης. Στο τέλος σταμάτησε μπροστά σε ένα επιβλητικό ξενοδοχείο, όπου το κόκκινο αυτοκίνητο προκαλούσε έντονη αντίθεση με τα ταπεινά ταξί που περίμεναν στην είσοδο. Η Σάρα πετάχτηκε έξω, διαπιστώνοντας ευχαριστημένη ότι τα γόνατά της είχαν πάψει να τρέμουν. Ο Κασάλς την έπιασε από τον αγκώνα με το ένα του χέρι, ενώ με το άλλο κρατούσε τη βαλίτσα της και την οδήγησε στο φουαγιέ του ξενοδοχείου. Το σχέδιό της μπορεί να μην πετύχαινε βέβαια, για πολλούς και διάφορους λόγους. Ωστόσο, θα έβαζε τα δυνατά της για να το εφαρμόσει. Και είχε την ελπίδα ότι εκείνος γρήγορα θα μάθαινε ότι δεν ήταν ο μόνος που, όταν οι περιστάσεις το απαιτούσαν, έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια του και άλλαζε τη φορά των πραγμάτων! Στο πολυτελώς διακοσμημένο φουαγιέ επικρατούσε απόλυτη ηρεμία. Η Σάρα παρατήρησε ότι υπήρχαν γυάλινοι τηλεφωνικοί θάλαμοι, πράγμα που εξυπηρετούσε τα σχέδιά της. «Πεινάτε;» τη ρώτησε ο Κασάλς χωρίς ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Η πρώτη της αντίδραση ήταν να κουνήσει αρνητικά το κεφάλι της. Βρισκόταν σε μεγάλη υπερένταση και δε θα μπορούσε να φάει ούτε μπουκιά. Αμέσως όμως συνειδητοποίησε ότι τη συνέφερε να τον καθυστερήσει λιγάκι. «Ευχαρίστως θα έπινα ένα δροσερό ποτό, αν μου κάνατε παρέα», του είπε. «Θα ήθελα όμως πρώτα να φρεσκαριστώ. Πού μπορώ να πάω;» Εκείνος πλησίασε βαριεστημένα τη ρεσεψιόν. «Η σενιορίτα επιθυμεί να πάει στην τουαλέτα», είπε στον υπάλληλο στα αγγλικά και η Σάρα αισθάνθηκε τις ελπίδες της να αναπτερώνονται. «Δείξτε της πού είναι και ύστερα παρακαλώ να τη συνοδεύσετε στο εστιατόριο της ταράτσας, όπου θα την περιμένω». Όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν. Χαμηλώνοντας τα πράσινα μάτια της για να μην προδώσει την έξαψή της, η Σάρα είπε: «Θα σας δω σε δέκα λεπτά περίπου». 22


«Με την ησυχία σας δε βιάζομαι», απάντησε εκείνος σέρνοντας τη φωνή του. Η Σάρα αδιαφορούσε αν εκείνος είχε μετανιώσει για την ευγένειά του, που τον εμπόδιζε να την παρατήσει και να ξεκινήσει για την καταδίωξη του πατέρα της. Πριν τελειώσει όμως η μέρα, ο Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς θα μετάνιωνε πικρά για την «ευγένειά» του να μην την εγκαταλείψει στο έλεος του Θεού. Θα φρόντιζε εκείνη γι’ αυτό.

23


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Αυτή τη φορά η Σάρα ούτε που έδινε σημασία στα τραντάγματα του ταξί. Και είχε τα μάτια της ορθάνοιχτα. Αν είχε κάνει το ίδιο και στο προηγούμενο ταξίδι της, από το αεροδρόμιο ως την Αρκος, και δεν έκλεινε τα μάτια της σφιχτά για να μη βλέπει τους ακροβατισμούς του ταξιτζή στο χείλος των γκρεμών, τότε θα είχε προσέξει την κόκκινη Φεράρι που την ακολουθούσε και θα είχε πάρει τα μέτρα της. Μια όμως και δεν ήταν από τους ανθρώπους που αναμασούν τα παλιά τους λάθη, είχε τώρα καρφωμένα τα μάτια της στην κόκκινη κουκκίδα που καταβρόχθιζε τα χιλιόμετρα πέρα μακριά. Δεν είχε περάσει καλά-καλά ούτε μια ώρα από τότε που ο φόβος ξέσχιζε τα σωθικά της με την ιδέα ότι ο Φρανσίσκο Κασάλς θα την παρατούσε και θα πήγαινε να πάρει πίσω την παραστρατημένη αδερφή του σπάζοντας στο ξύλο τον πατέρα της, χωρίς η ίδια να είναι μπροστά για να εμποδίσει το κακό. Για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, η Σάρα είχε αισθανθεί ανίσχυρη, πράγμα που την έκανε έξω φρενών. Ωστόσο, μερικές λέξεις που του είχαν ξεφύγει της έδωσαν την ιδέα να τον ακολουθήσει, όπως την είχε ακολουθήσει κι εκείνος στο ταξίδι της από το Λονδίνο. Και όλα τα άλλα είχαν έρθει με εκπληκτική ευκολία. Ακόμα και τώρα, που το σχέδιό της είχε μπει σε εφαρμογή χωρίς κανένα εμπόδιο, η Σάρα δεν μπορούσε να πιστέψει στην καλή της τύχη. Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα που είχε μείνει στην τουαλέτα, για να δώσει χρόνο στον Φρανσίσκο Κασάλς να πάει στο εστιατόριο της ταράτσας, η Σάρα είχε βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό της με μια σειρά από ενέργειες που είχαν στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Οι τηλεφωνικοί θάλαμοι που υπήρχαν στο φουαγιέ έκαναν εύκολη την επικοινωνία με το γραφείο της στο Λονδίνο. «Προέκυψε κάτι έκτακτο και είμαι υποχρεωμένη να καθυστερήσω για λίγο την επιστροφή μου», είπε στην Τζένη χωρίς να της δώσει άλλη εξήγηση. «Σε παρακαλώ να αναλάβεις στη θέση μου κι εγώ θα γυρίσω όσο πιο γρήγορα μπορέσω». «Μην ανησυχείς, αφεντικό. Μπορείς να μείνεις εκεί όσο θέλεις», δήλωσε με έμφαση η Τζένη. «Χρόνια ολόκληρα δεν έχεις λείψει ούτε 24


μέρα από τη δουλειά και έχεις ανάγκη από ένα διάλειμμα. Σου εύχομαι να περάσεις καλά και να ξεκουραστείς για μια φορά στη ζωή σου». Τα μαρτύρια που περνάω εξαιτίας ενός εκδικητικού και πανούργου Ισπανού δεν είναι ιδανικές διακοπές, σκέφτηκε πικρόχολα η Σάρα κατεβάζοντας το ακουστικό. Ωστόσο, όπως θα ανακαλύψει γρήγορα ο αυταρχικός και αλαζόνας Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς, συνέχισε το συλλογισμό της, η πανουργία δεν είναι αποκλειστικά δικό του προνόμιο είμαι κι εγώ πανούργα. Και η ξεκούρασή της θα έμενε στην άκρη ώσπου να εξουδετερώσει αυτόν το μελαχρινό Ανδαλουσιανό σατανά. Ισιώνοντας τους ώμους της, κατευθύνθηκε με ύφος αποφασιστικό στη ρεσεψιόν. «Μπορείτε να με εξυπηρετήσετε, παρακαλώ;» ρώτησε τον υπάλληλο. «Βεβαιότατα», αποκρίθηκε εκείνος και πετάχτηκε από τη θέση του. «Ο σενιόρ Κασάλς σας περιμένει στην ταράτσα. Ακολουθήστε με, παρακαλώ». Το ότι η εμφάνισή της ήταν το ίδιο ατημέλητη όσο και πριν πάει στην τουαλέτα για να φρεσκαριστεί δεν προκάλεσε την απορία του. Ωστόσο, τα φρύδια του υψώθηκαν ελαφρά όταν την άκουσε να λέει: «Πριν σας ακολουθήσου, θέλω να συνεννοηθώ για ένα ταξί, αλλά δε μιλάω ισπανικά». Η Σάρα αγνόησε το κατάπληκτο βλέμμα που της έριξε και τον ακολούθησε έξω στο δρόμο όπου τρεις τέσσερις οδηγοί ταξί περίμεναν βαριεστημένοι να πάρουν καμιά κούρσα. Ο υπάλληλος δε θα καταλάβαινε ασφαλούς γιατί μια γυναίκα που έδειχνε τόσο ταλαιπωρημένη -λες και μόλις είχε κάνει χαμάμ χωρίς να βγάλει τα ρούχα της- θα προτιμούσε να πάρει ταξί, ενώ την περίμενε ένας τόσο ωραίος και αρρενωπός Ισπανός. Η Σάρα αδιαφόρησε για τις σοβινιστικές σκέψεις που θα περνούσαν από το μυαλό του, αλλά αισθάνθηκε μεγάλη αμηχανία όταν γύρισε προς το μέρος της με ύφος ευγενικό λέγοντας: «Πείτε μου πού θέλετε να πάτε, σενιορίτα, κι εγώ θα το μεταφέρω στον οδηγό». Για μια στιγμή, η Σάρα μπήκε στον πειρασμό να του πει ότι ήθελε να πάει στο αεροδρόμιο. Λαχταρούσε να γυρίσει πίσω στην Αγγλία και να απαλλαγεί από τον μπελά στον οποίο την είχε βάλει ο Πιρς άθελά του. Θύμισε όμως στον εαυτό της ότι ποτέ δεν το είχε βάλει στα πόδια μπροστά σε οποιονδήποτε κίνδυνο και δε θα άρχιζε τώρα να φέρεται σαν δειλή. Κράτησε λοιπόν το κεφάλι της ψηλά και ατένισε τον υπάλληλο με ύφος αγέρωχο. 25


«Θέλω έναν οδηγό που να περιμένει ώσπου να φύγουμε ο σενιόρ Κασάλς κι εγώ. Ο σενιόρ θα οδηγεί το κόκκινο αμάξι και ο οδηγός με το ταξί θα τον ακολουθεί σε διακριτική απόσταση ως...» Η Σάρα κόμπιασε για μια στιγμή, αλλά ξεπέρασε το πρόβλημά της και συνέχισε με φωνή σταθερή: «... ως εκεί που θα πάει. Είμαι πρόθυμη να πληρώσω όσο μου ζητήσει». Ένα πονηρό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπο του υπαλλήλου, αλλά η Σάρα δεν πτοήθηκε. Ήξερε ακριβώς ποιες σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του. Ο ωραίος σενιόρ, ο ιδιοκτήτης ενός αυτοκινήτου που μόνο οι πολύ πλούσιοι ήταν σε θέση να αποκτήσουν, είχε βαρεθεί την Εγγλέζα φιλενάδα του ποιος μπορούσε να τον κατηγορήσει γι’ αυτό;και ήθελε να την ξεφορτωθεί. Η ασήμαντη και αξιοθρήνητη αυτή ύπαρξη όμως δεν ήταν πρόθυμη να τον απαλλάξει τόσο εύκολα από την παρουσία της και ετοιμαζόταν να τον ακολουθήσει εν αγνοία του. Το πράγμα ήταν ολοφάνερο και η Σάρα δεν κάκιζε τον υπάλληλο για το συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει. Εκείνος ανασήκωσε μοιρολατρικά τους ώμους του, σαν να ήθελε να πει ότι όλοι οι άντρες -ακόμα και οι πιο ισχυροί ήταν αναγκασμένοι στο τέλος να πληρώσουν το τίμημα της ηδονής που είχαν απολαύσει και συνεννοήθηκε με έναν οδηγό. Έπειτα γύρισε προς το μέρος της με ένα πλατύ χαμόγελο. «Θέλετε τώρα να σας συνοδεύσω εκεί που σας περιμένει ο σενιόρ Κασάλς;» «Και βέβαια». Αν και ήταν δύσκολο να διατηρήσει την αξιοπρέπειά της μπροστά στην κοροϊδευτική έκφραση του υπαλλήλου, η Σάρα κατάφερε όπως όπως να φτάσει ως το εστιατόριο. Σίγουρα το περιστατικό αυτό τον διασκέδαζε. Και, κρίνοντας από το πονηρό βλέμμα που έριξε στον Φρανσίσκο Κασάλς, όταν εκείνος σηκώθηκε όρθιος για να την υποδεχτεί, κατάλαβε ότι θα γίνονταν αντικείμενο κουτσομπολιού, καλαμπουριών και εικασιών ανάμεσα στο προσωπικό του ξενοδοχείου. Αυτή η σκέψη τής προκάλεσε μια περίεργη αίσθηση αλληλεγγύης με τον Φρανσίσκο, λες και τους έδενε κάτι κοινό. Βλακείες! Η Σάρα έδιωξε αυτή την ανόητη ιδέα από το μυαλό της και κάθισε στο τραπέζι με το άσπρο τραπεζομάντιλο. Αρνήθηκε να δοκιμάσει τα λαχταριστά φρούτα που υπήρχαν σ’ ένα ωραίο μπολ στη μέση του τραπεζιού και αρκέστηκε σε ένα ποτήρι χυμό πορτοκαλιού που της σερβίρισε ο Κασάλς από μια κανάτα τοποθετημένη σε μια σαμπανιέρα με θρυμματισμένο πάγο. Είναι εχθρός του πατέρα μου, άρα και δικός μου, σκέφτηκε. Όποια και να 'ταν τα δίκαια ή τα άδικα της υπόθεσης, η βία ήταν πάντα 26


βία και δεν αποτελούσε λύση. Γι' αυτό και είχε σκοπό να είναι παρούσα ώστε να την αποτρέψει. Αδιαφορώντας για τη μεγαλόπρεπη θέα των κορυφογραμμών που ήταν λουσμένες στον ήλιο, η Σάρα έστρεψε όλη της την προσοχή στο συνδαιτυμόνα της. Είχε μια λάμψη στα μάτια του που δεν της άρεσε καθόλου, αλλά την αγνόησε και προσπάθησε για τελευταία φορά να τον κάνει να σκεφτεί λογικά. «Είπατε ότι η γειτόνισσα του πατέρα μου σας αποκάλυψε πού βρίσκεται και ανέφερε ότι μια κοπέλα που μοιάζει με την Ενκαρνασιόν ήταν μαζί του όταν έφυγε από την Αρκος. Και σκοπεύετε να πάτε τώρα αμέσως να τους βρείτε». Ήπιε μια γουλιά από την πορτοκαλάδα της για να δροσίσει το λαιμό της, που είχε στεγνώσει ξαφνικά κάτω από το επίμονο βλέμμα του. «Πείτε μου πού είναι και αφήστε εμένα να ξεμπλέξω τα πράγματα», πρότεινε έπειτα με την πιο τυπική και αυστηρά επαγγελματική έκφραση που κατάφερε να επιστρατεύσει. «Σας υπόσχομαι να τους χωρίσω και να σας παραδώσω εγώ η ίδια την αδερφή σας. Συμμερίζομαι την ανησυχία σας, πιστέψτε με, αλλά η βία δεν είναι λύση». Δεν μπορούσε να τοποθετήσει το θέμα πιο ξεκάθαρα. Του έδινε την ευκαιρία να το σκεφτεί ξανά, να φερθεί πολιτισμένα και να αφήσει την ατυχή αυτή ιστορία να τακτοποιηθεί χωρίς βίαιες συγκρούσεις. «Όχι», απάντησε εκείνος ανελέητα, με πρόσωπο σκληρό σαν πέτρα. «Για πείτε μου όμως, σενιορίτα», συνέχισε με τον ίδιο τόνο, «είστε πάντα τόσο τυπική και ουδέτερη, τόσο αναίσθητη; Ο πατέρας σας είναι ένας αναμφισβήτητα ανήθικος κυνηγός των απολαύσεων και έχει αποπλανήσει ένα αθώο κορίτσι που το απέσπασε από τους δικούς του. Και όμως, εσείς το μόνο που βρήκατε να πείτε είναι ότι ‘συμμερίζεστε την ανησυχία μου’». Τα χείλη του σφίχτηκαν επικίνδυνα και τα δάχτυλα του χεριού ίου άρχισαν να παίζουν νευρικά ταμπούρλο πάνω στο τραπέζι με το άσπρο λινό τραπεζομάντιλο. «Και όχι μόνο αυτό, αλλά με ζαλίζετε με άσκοπες φλυαρίες για την αναποτελεσματικότητα της βίας. Πιστεύετε πραγματικά ότι είμαι από τους ανθρώπους που θα ήταν πρόθυμοι να μείνουν πειθήνια στο περιθώριο, αφήνοντας μια γυναίκα να ασχοληθεί με τα προβλήματα της οικογένειάς τους; Νομίζετε ότι δεν έχω φιλότιμο;» Η Σάρα ρίγησε σύγκορμη. Το ένστικτό της τής έλεγε ότι αυτός ο άντρας δε θα ήταν ποτέ και για κανένα λόγο πειθήνιος. Καμιά έκκληση να φερθεί πολιτισμένα δε θα τον άγγιζε, επειδή για εκείνον ο πολιτισμός ήταν μόνο ένα λεπτό, επιφανειακό λούστρο στην προσωπικότητά του. Ωστόσο, μόνο τα ανήσυχα δάχτυλά του και η φλόγα που 27


τρεμόπαιζε στα σκοτεινά του μάτια έδειχναν την οργή που έβραζε μέσα του, καθώς συνέχισε με τον ίδιο παγερό, συγκρατημένο τόνο στη φωνή του: «Του αξίζει ένα γερό ξυλοφόρτωμα του πατέρα σας. Κι έχω σκοπό να του δώσω ένα μάθημα που θα το θυμάται σε όλη του τη ζωή. Λοιπόν, σενιορίτα, αν τελειώσατε, θα σας βρω ένα ταξί για να σας πάει στο αεροδρόμιο». Η Σάρα, με μάτια συννεφιασμένα, έψαξε γύρω της για να μαζέψει τα πράγματά της, καταπνίγοντας τη διάθεσή της να του πετάξει το βαλιτσάκι της στο κεφάλι για να εξαφανίσει αυτή την έκφραση ανωτερότητας που ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Γρήγορα ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία της. Εκείνος είχε μιλήσει για το πάθος και τη βία σαν να ήταν αρετές που έπρεπε να θαυμάζει κανείς. Η ίδια όμως απεχθανόταν τόσο τη βία όσο και το πάθος. Είχε μπουχτίσει από αυτά τα δυο καταστροφικά συναισθήματα όσον καιρό ζούσε με τον πατέρα της. Είχε παραστεί μάρτυρας της στωικότητας της μητέρας της -που η ίδια την έβρισκε εντελώς ταπεινωτική- και είχε ορκιστεί να μην αφήσει ποτέ σε κανένα συναίσθημα να κυβερνήσει τη ζωή της και να την αναστατώσει, κάνοντάς τη να χάσει τον έλεγχο της κατάστασης. «Δε χρειάζομαι ταξί», του είπε ψυχρά, ενώ τα γαλαζοπράσινα μάτια της ήταν τώρα ξάστερα και το βλέμμα της σταθερό. «Ο υπάλληλος της ρεσεψιόν φρόντισε γι’ αυτό». Παρατηρώντας όμως τις αρρενωπές κινήσεις του, όταν εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του, καθώς και το λοξό χαμόγελο που εμφανίστηκε στα καλογραμμένα, φλογερά χείλη του, η Σάρα αισθάνθηκε ένα κύμα αισθησιασμού να την πλημμυρίζει, που ωστόσο το πολέμησε επιστρατεύοντας την έξαψη που της προκάλεσε η ιδέα ότι τον είχε ξεγελάσει. Αυτή η ίδια έξαψη συνέχιζε να τη συγκλονίζει ως τώρα. Ήταν ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο στη ζωή της. Από τη στιγμή που αυτός ο περήφανος, αρρενωπός Ισπανός είχε πάρει στα χέρια του την κατάσταση -όπως πίστευε με την αλαζονική του υπεροψία- όλα πήγαιναν κατ’ ευχήν για τη Σάρα. Πράγμα που σήμαινε ότι οι άγγελοι ήταν με το μέρος της! Το κόκκινο αυτοκίνητο μπροστά τους εξαφανίστηκε σε μια στροφή του φιδογυριστού ορεινού δρόμου και η Σάρα, ήσυχη ότι θα το έβλεπε ξανά μόλις το ταξί έστριβε κι αυτό, επέτρεψε στον εαυτό της την πολυτέλεια να ρίξει ένα βλέμμα στο τοπίο. Γυμνοί βράχοι υψώνονταν πάνω από τις κοιλάδες, που τις διέσχιζαν ποτάμια και που ήταν κατάσπαρτες από καταπράσινους ελαιώνες και δάση. Κάπου εδώ γύρω, σ' αυτό το απομακρυσμένο και άγριο τοπίο κρυβόταν ο απερίσκεπτος πατέρας της με την τελευταία του ερωτική κατάκτηση. 28


Ωστόσο, ακόμα και η έντονη απέχθειά της, επειδή για άλλη μια φορά ήταν αναγκασμένη να λύσει τα προβλήματα που είχε δημιουργήσει ο Πιρς γύρω του, είχε σχεδόν ξεχαστεί μπροστά στην απέραντη ικανοποίηση που ένιωθε νικώντας τον Ισπανό στο δικό του παιχνίδι. Ήταν δεκαοχτώ χρόνων όταν, μη αντέχοντας άλλο, είχε επιτέλους πάρει την απόφαση ότι ήταν καιρός να εγκαταλείψει τον πατέρα της στην τύχη του και να κοιτάξει τη δική της ζωή. Ως τώρα είχε τηρήσει αυστηρά την απόφασή της αυτή και δεν είχε αναμειχθεί στην περιπετειώδη ζωή του. Όταν όμως το ταξί πήρε τη στροφή και η Σάρα είδε τη Φεράρι να εξαφανίζεται στην επόμενη, αφήνοντας πίσω της ένα σύννεφο σκόνης, δε μετάνιωσε καθόλου για την παραβίαση της απόφασής της. Όσα ελαττώματα κι αν είχε ο σενιόρ Κασάλς, η κακή οδήγηση σίγουρα δεν περιλαμβανόταν σ’ αυτά. Οδηγούσε υπερβολικά προσεκτικά, σπάζοντας ρεκόρ βραδύτητας. Και το ερώτημα ήταν γιατί είχε αγοράσει ένα τόσο δυναμικό αυτοκίνητο. Η κόκκινη Φεράρι ήταν σίγουρα σύμβολο της κοινωνικής του θέσης, ένα επιδεικτικό σύμβολο ανδρισμού που ο σενιόρ Κασάλς είχε την οικονομική δυνατότητα να αγοράσει, αλλά που δεν είχε το κουράγιο να το κάνει να αποδώσει όλο το δυναμισμό του. Χαμογελώντας, η Σάρα έβαλε ένα τέλος στα ξιπασμένα σχόλια που έκανε μέσα της και δόξασε το Θεό που είχαν έτσι τα πράγματα. Αν ο Κασάλς πατούσε περισσότερο το γκάζι, το ταξί δε θα είχε καμιά ελπίδα να τον φτάσει. Και η ίδια θα έχανε την ευκαιρία να είναι εκεί και να μεσολαβήσει για να αποφευχθούν οι ακρότητες, όταν εκείνος συναντούσε τον ένοχο, αλλά ανύποπτο και απροετοίμαστο πατέρα της. Ωστόσο, η εντυπωσιακή θέα που ξετυλιγόταν μπροστά στα μάτια της τής έκοψε την ανάσα και σκόρπισε τους συλλογισμούς της. Ψηλά πέτρινα τείχη, γκρεμισμένα εδώ κι εκεί, κατέβαιναν την απότομη πλαγιά του βουνού και κατέληγαν γύρω από ένα μικρό χωριό σε μια βαθιά, κατάφυτη κοιλάδα πέρα μακριά. Ένα επιβλητικό κάστρο υψωνόταν με τις επάλξεις και τους πύργους του στο γαλανό ουρανό. Δεν έχω ξαναδεί τέτοια μεγαλοπρέπεια, σκέφτηκε η Σάρα και τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα όταν είδε την κόκκινη Φεράρι να περνάει κάτω από την εντυπωσιακή αψίδα, που δεν μπορούσε να οδηγεί πουθενά αλλού παρά μόνο στο κάστρο. Δεν ήταν δυνατό ο Πιρς και η Ενκαρνασιόν να κρύβονταν εκεί μέσα! Αλλά και ο οδηγός του ταξί είχε τους δικούς του φόβους, γιατί πάτησε το φρένο και, γυρίζοντας προς το μέρος της Σάρας, άρχισε να κάνει χειρονομίες, δείχνοντάς της την αψίδα. 29


«Κε κιέρες, σενιορίτα;» Η Σάρα τον κοίταξε ζαρώνοντας το μέτωπό της και συμπέρανε ότι τη ρωτούσε τι ήθελε να γίνει από εκεί και πέρα. Του έκανε ένα αρνητικό νεύμα. Άλλο πράγμα η διακριτική παρακολούθηση του εκδικητικού και άγριου Ισπανού και άλλο το να περάσει φανερά με το ταξί την κύρια είσοδο του κάστρου. Δεν μπορούσε να κάνει... βούκινο την παρουσία της έπρεπε να βρει έναν τρόπο να γλιστρήσει μέσα. Αλλιώς, θα έβρισκε τις πόρτες κλειστές και θα έκοβε βόλτες απέξω περιμένοντας, ενώ ο σενιόρ Κασάλς θα επέβαλλε στον Πιρς την τιμωρία που του άξιζε. «Θα κάνω με τα πόδια τον υπόλοιπο δρόμο», είπε στον οδηγό. Η απάντησή του ήταν μια ανέκφραστη ματιά ο άνθρωπος δεν είχε καταλάβει ούτε λέξη. Τότε η Σάρα έβγαλε το πορτοφόλι από την τσάντα της και τον είδε να χαμογελάει πλατιά. Αυτή ήταν μια γλώσσα που ο Ισπανός την καταλάβαινε καλά. Πληρώνοντάς τον, της έμειναν πολύ λίγες πεσέτες. Μάζεψε τα πράγματά της και πέρασε την αψίδα με βήμα σταθερό, για να μην αντιληφθεί ο περίεργος ταξιτζής το φόβο που είχε σφίξει με τα πλοκάμια του την καρδιά της. Δεν υπάρχει κανένας λόγος πανικού, πάσχισε να καθησυχάσει τον εαυτό της καθώς διέσχιζε την τεράστια πέτρινη αψίδα. Ως τώρα οι ενέργειές της είχαν στεφθεί με απόλυτη επιτυχία. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν να βρει έναν τρόπο να εισχωρήσει στο κάστρο και να παρεμποδίσει το μακελειό που θα γινόταν εκεί μέσα, χρησιμοποιώντας την ψυχρή φωνή της λογικής. Αν όχι τίποτ’ άλλο, η βιαιότητα του Κασάλς θα μειωνόταν κάπως μπροστά σε έναν αυτόπτη μάρτυρα, όταν η Σάρα εμφανιζόταν στη σκηνή. Η ιδέα ότι ο Πιρς είχε φέρει την τελευταία ερωμένη του σ’ αυτό το απομονωμένο, αλλά κατά τα φαινόμενα άρτια συντηρημένο κάστρο δεν ήταν τόσο εξωφρενική όσο της είχε φανεί στην αρχή. Με το μεγάλο ταλέντο του και την έντονη πρόσωπικότητά του, ο πατέρας της είχε αποκτήσει πολλούς φίλους σε όλα τα μέρη του κόσμου και αρκετοί από αυτούς κατείχαν πολύ υψηλά αξιώματα. Η Σάρα δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι ο ιδιοκτήτης αυτού του καταπληκτικού κτίσματος θα του είχε δώσει πρόθυμα τα κλειδιά. Και θα ήταν μάλιστα ικανοποιημένος που είχε διευκολύνει μια μεγαλοφυΐα να απολαύσει σε απόλυτη απομόνωση την τελευταία του κατάκτηση. Στη σκέψη αυτή, η Σάρα ένιωσε το στομάχι της να ανακατεύεται. Μπορεί να κατάφερνε να σώσει τον Πιρς από τον ξυλοδαρμό που του επιφύλασσε ο Ισπανός, αλλά η ίδια δε θα του χαριζόταν μόλις τον ξεμονάχιαζε. Είχε σκοπό να του τα ψάλει για τα καλά.

30


Βγαίνοντας από την αψίδα που, λόγω του πάχους των τοίχων, έμοιαζε με τούνελ, η Σάρα έκανε μια σύντομη εκτίμηση της κατάστασης. Μολονότι κόντευε να βραδιάσει, η μεγάλη πλακόστρωτη αυλή ήταν λουσμένη στο φως του ήλιου. Και μόνο η Φεράρι ήταν παρκαρισμένη μπροστά στην κύρια είσοδο του κάστρου. Καθώς προχωρούσε, διαισθανόταν ότι ένα αόρατο μάτι την παρακολουθούσε. Ωστόσο, το επιβλητικό κτίριο έδειχνε ακατοίκητο -με μόνο δείγμα ανθρώπινης παρουσίας το άδειο για την ώρα κόκκινο σύμβολο της αντρικής αλαζονείας. Όχι, δεν υπάρχει λόγος να ανατριχιάζω, καθησύχασε τον εαυτό της η Σάρα. Και μολονότι το κτίσμα έμοιαζε με οχυρό που απειλούσε το μικρό χωριό στο βάθος της στενής κοιλάδας, τα χελιδόνια που είχαν χτίσει τις φωλιές τους στις σχισμές των τοίχων έδιναν έναν ειρηνικό τόνο στο τοπίο, ενώ η πέτρα από την οποία ήταν χτισμένο το κάστρο είχε ένα απαλό μελένιο χρώμα που δημιουργούσε μια φαντασμαγορική και παραμυθένια ατμόσφαιρα. Σίγουρα δεν έχει τίποτα το τρομακτικό, κατσάδιασε τον εαυτό της η Σάρα και καταλαβαίνοντας ότι δεν ήταν ώρα για να χαζεύει θαυμάζοντας το κάστρο, ίσιωσε τους λεπτούς της ώμους και προχώρησε αποφασιστικά. Είχε έρθει εδώ με μια αποστολή και όσο πιο γρήγορα την εκτελούσε τόσο το καλύτερο. Στη ζωή της είχε μάθει να είναι προσηλωμένη στους στόχους της και αυτό την είχε βοηθήσει να γίνει μια επιτυχημένη επιχειρηματίας. Ο Φρανσίσκο Κασάλς θα ανακάλυπτε γρήγορα ότι δεν είχε να κάνει με ένα ανόητο θηλυκό που δεν ήταν ικανό να τα βγάλει πέρα μόνο του! Ο άξεστος Ισπανός ήξερε πολύ καλά πού θα έβρισκε τον πατέρα της και αυτή τη στιγμή μπορεί να δοκίμαζε τη δύναμη της γροθιάς του. Ή μπορεί να είχε πάθει ακόμα χειρότερα πράγματα. Οι χτύποι της καρδιάς της επιταχύνθηκαν και η Σάρα άρχισε να τρέχει. Αν η κύρια είσοδος ήταν κλειδωμένη, θα έχανε ώρα ψάχνοντας να βρει τρόπο να μπει μέσα. Και κάθε λεπτό που περνούσε ήταν πολύτιμο. Ασθμαίνοντας, έφτασε μπροστά στην περίτεχνα σκαλισμένη πέτρινη αψίδα που πλαισίωνε μια βαριά πόρτα, διακοσμημένη με σιδερένια καρφιά και μπάρες. Χτύπησε το μεγάλο σιδερένιο κρίκο έχοντας το κακό προαίσθημα ότι δε θα της απαντούσε κανένας. Ωστόσο, αμέσως άκουσε με ανακούφιση το κλικ που έκανε η κλειδαριά και είδε τη μεγάλη πόρτα να ανοίγει άνετα, λες και οι μεντεσέδες της ήταν λαδωμένοι. Η Σάρα όρμησε μέσα στο αχνοφωτισμένο χολ, στο οποίο βασίλευε μια απόλυτη σιωπή, ενώ η αδρεναλίνη στο αίμα της ανέβαινε στα ψηλότερα επίπεδα. Σταμάτησε απότομα, μπερδεμένη, όταν 31


άκουσε την πόρτα πίσω της να κλείνει αθόρυβα, ενώ το μισόφωτο γινόταν σχεδόν σκοτάδι. Το μόνο που ακουγόταν πια ήταν οι δυνατοί χτύποι της καρδιάς της και ο ήχος μιας ξένης αναπνοής. Η ανάσα της πιάστηκε και ύστερα μια στριγκλιά βγήκε από το λαρύγγι της όταν η γνωστή βαθιά και αισθησιακή φωνή είπε πίσω της: «Τι σε έκανε να αργήσεις τόσο να εμφανιστείς;»

32


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Αποσβολωμένη, η Σάρα δεν μπόρεσε να αρθρώσει λέξη και είχε απομείνει σαν στήλη άλατος, ενώ ένα κύμα αισθησιασμού είχε φουσκώσει μέσα της στη θέα των αδρών, έντονων χαρακτηριστικών του, που δεν πρόδιδαν ούτε ίχνος από τα αισθήματά του. Αυτό το ανέκφραστο πρόσωπο την τρομοκράτησε. Αισθανόταν σαν χαμένη και ένιωθε το κεφάλι της να γυρίζει επικίνδυνα. Ευτυχώς όμως, η κοινή λογική επικράτησε μέσα της και τη βοήθησε να συμμαζέψει το μυαλό της. Η απροσδόκητη εμφάνισή του ήταν φυσικό να την τρομάξει. Ωστόσο, ύστερα από το πρώτο σοκ, η κακιά στιγμή πέρασε και η Σάρα, αφήνοντας ένα βαθύ στεναγμό ανακούφισης, έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό της γιατί κατάφερε να πετύχει το σκοπό της. Αν και αναρωτιόταν γιατί ο Κασάλς δεν είχε ήδη αρχίσει να ψάχνει για την Ενκαρνασιόν και τον άντρα που είχε ορκιστεί να κάνει λιώμα στο ξύλο, η Σάρα δεν κατέβαλε καμιά προσπάθεια να κρύψει το χαμόγελο της απέραντης ικανοποίησης που είχε ζωγραφιστεί στα απαλά της χείλη. «Θα πάμε να τους βρούμε μαζί εμείς οι δυο, έτσι δεν είναι;» πρότεινε. «Και μη διανοηθείς να μου ζητήσεις να περιμένω απέξω την ώρα του καβγά». Τον φιλοδώρησε με ένα θριαμβευτικό βλέμμα. «Κανένας δεν έκανε το λάθος να με υποτιμήσει δυο φορές, σενιόρ Κασάλς, και σε συμβουλεύω να μη δοκιμάσεις ξανά να με ξεγελάσεις». Για να του δώσει να καταλάβει καλά ότι δεν είχε εκείνος το μονοπώλιο της σκληρής γλώσσας και της αλαζονείας, η Σάρα έσφιξε ψυχρά τα χείλη της και τον κεραυνοβόλησε με το αγέρωχο βλέμμα της. Ωστόσο, η αινιγματική έκφρασή του την προβλημάτιζε. Στο βάθος των ματιών του διέκρινε μια ατσάλινη λάμψη, που μπορούσε να τη συντρίψει αν η κατάσταση ξέφευγε από τα χέρια της. Ξαφνικά όμως, ένα γοητευτικό χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του, προκαλώντας μεγάλη ανησυχία στη Σάρα. Τι λόγο είχε να χαμογελάει τη στιγμή που εκείνη τον είχε ξεγελάσει; Ωστόσο, η Σάρα δεν έκανε πίσω -όπως της υπαγόρευε το ένστικτό της- επειδή ποτέ στη ζωή της δεν είχε δειλιάσει και δε θα δείλιαζε τώρα μπροστά σ’ αυτό τον άντρα. 33


«Ναι, μαζί. Μου αρέσει αυτό». Μια απέραντη ικανοποίηση έκανε τη φωνή του γλυκιά σαν μέλι. Ο τρόπος όμως που τα δάχτυλά του έσφιξαν το μπράτσο της, παγιδεύοντάς το, ήταν εντελώς διαφορετικός, σχεδόν βάρβαρος. «Έλα, μικρή μου μύγα. Έπεσες στον ιστό που σου έστησα και τώρα θα περιμένουμε. Μαζί, όπως είπες». Ξαφνικά, η Σάρα αισθάνθηκε ότι είχε ανάγκη από αέρα. Πνιγόταν. Εκείνα τα μαύρα, ανεξιχνίαστα μάτια την ατένιζαν σαν να κατέγραφαν τη λειτουργία του εγκεφάλου της που προσπαθούσε να βγάλει συμπέρασμα από τα λόγια του. Θα περίμεναν; Μήπως αυτό σήμαινε ότι το λίγο διάστημα που είχε μείνει στο κάστρο μόνος, πριν έρθει αυτή, είχε προλάβει να ψάξει και δεν είχε ανακαλύψει το παράνομο ζευγάρι; Μήπως κάποιος από το προσωπικό τού είχε πει ότι ο Πιρς είχε βγει έξω κι ότι θα ξαναγύριζε; Και θα τον περίμεναν! Δεν έβγαινε νόημα από όλα αυτά. Η Σάρα, συνοφρυωμένη, έκανε μια προσπάθεια να τραβηχτεί μακριά του, αλλά αυτά τα ατσάλινα δάχτυλά του έσφιξαν πιο δυνατά το μπράτσο της, ενώ την έσπρωχνε να προχωρήσει στο πέτρινο δάπεδο. Μια απόπειρά της να αντισταθεί, στυλώνοντας τα πόδια της στο πάτωμα, κατέληξε σε αποτυχία και η Σάρα τρομοκρατήθηκε στην ιδέα ότι, αν αντιστεκόταν κι άλλο, εκείνος θα την άρπαζε και θα την κουβαλούσε στον ώμο του σαν να ήταν πάνινη κούκλα. «Μη με σπρώχνεις», του είπε με ύφος αυστηρό, πασχίζοντας να φανεί κυρία της κατάστασης. «Αν μου δείξεις πού θα περιμένουμε, θα πάω χωρίς να με σέρνεις». Ο σαρκαστικός τόνος που κατάφερε να δώσει στη φωνή της δεν προκάλεσε παρά ένα χαμόγελο στα χείλη του, σαν να τη λυπόταν. «Πώς ξέρεις ότι δε βρίσκονται εδώ;» επέμεινε η Σάρα με πείσμα, προσπαθώντας να αναπνέει κανονικά και να ξεχάσει το δυνατό του χέρι που έσφιγγε σαν τανάλια το μπράτσο της. «Η γειτόνισσα του μπαμπά είπε ότι το ζευγάρι ήταν εδώ. Ωστόσο, εσύ έφτασες δέκα λεπτά πριν από μένα και δεν είναι δυνατό να είχες καιρό να ψάξεις καλά το μέρος. Άλλωστε, μπορεί να βρίσκεται εδώ ο ιδιοκτήτης και να μας πετάξει έξω. Το σκέφτηκες αυτό;» Τα λόγια της πήγαν χαμένα, σαν να μιλούσε σε τοίχο, γιατί απάντηση δεν πήρε. Ο Κασάλς συνέχισε να τη σέρνει, ώσπου βγήκαν από μια άλλη επιβλητική πόρτα και βρέθηκαν από το σκοτάδι στο λαμπερό φως μιας εσωτερικής αυλής που την πλημμύριζαν οι μενεξελιές αχτίδες του ήλιου που έδυε. Η Σάρα παρατήρησε με έξαψη ότι στην αυλή υπήρχαν σιντριβάνια, μια τεράστια συκιά, καθώς και πληθώρα εξωτι-

34


κών λουλουδιών, ενώ γύρω γύρω πλαισιωνόταν από ένα σκιερό περιστύλιο, που οδηγούσε, όπως φαντάστηκε, στο κύριο μέρος του πύργου. Ο ιδιοκτήτης αυτού του κάστρου θα ήταν πάμπλουτος, αλλά μπορεί να ήταν και σκληρός. Ο ανελέητος Ισπανός όμως είχε με προσβλητική αλαζονεία αγνοήσει τις προειδοποιήσεις της δεν είχε ακούσει ούτε λέξη απ’ όσα του είχε πει. Έτσι τουλάχιστον είχε φανταστεί η Σάρα, ώσπου την οδήγησε στη σκιά μιας στοάς, λέγοντάς της με ύφος αδιάφορο: «Εγώ είμαι ο ιδιοκτήτης. Και σε πληροφορώ ότι, εκτός από δύο υπηρέτες, δεν υπάρχει κανένας άλλος σ’ ολόκληρο το κάστρο. Έλα από εδώ». Χωρίς να της δώσει καιρό να πάρει ανάσα, την οδήγησε σ’ ένα θολωτό διάδρομο κι από εκεί σ' ένα δροσερό διαμέρισμα με πέτρινους τοίχους. Αλλά δε σταμάτησαν σ’ αυτό. Την έσυρε πίσω του σε μια στενή φιδογυριστή πέτρινη σκάλα χωρίς κάγκελα, που ήταν χτισμένη κολλητά σε έναν από τους εσωτερικούς τοίχους του διαμερίσματος. Τα μαλλιά της, που τα είχε συμμαζέψει βιαστικά σε έναν πρόχειρο κότσο με όσες φουρκέτες της είχαν απομείνει ύστερα από τα τραντάγματα του ταξί που την είχε πάει στην Αρκος, έπεσαν ξανά στο πρόσωπό της και στους ώμους της, εμποδίζοντας τη να βλέπει. Και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα, επειδή με το ένα της χέρι κρατούσε τα πράγματά της και από το άλλο την τραβούσε ο Κασάλς. Η Σάρα ένιωσε το μίσος να την πνίγει και απόρησε και η ίδια με τη βιαιότητα των συναισθημάτων της. Τα λυτά μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό της την έφερναν σε μειονεκτική θέση σωματικά και ψυχολογικά. Μη μπορώντας σχεδόν να δει πού θα πατούσε το πόδι της, ήταν αναγκασμένη να τον αφήνει να την οδηγεί με το ατσάλινο χέρι του. Ωστόσο, απεχθανόταν την αίσθηση ότι είχε αφεθεί στο έλεος εκείνου του αρχοντοχωριάτη και τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει δεν ήταν καθόλου ευοίωνα. Όταν έφτασαν στην κορυφή της σκάλας, εκείνος σταμάτησε. «Τηλεφώνησα στον ατζέντη του πατέρα σου από το ξενοδοχείο και του έδωσα εντολή να τον εντοπίσει και να του πει ότι ήμουν πρόθυμος να κάνω μια ανταλλαγή. Θα του παρέδιδα την κόρη του αν μου επέστρεφε την αδερφή μου. Όταν έρθει σε επαφή μαζί μου, θα του ορίσω το μέρος όπου θα μου τη φέρει -αυτοπροσώπως. Κι εκεί, η δουλειά που έχει μείνει στη μέση θα ολοκληρωθεί». Ο τόνος της φωνής του ήταν ουδέτερος, αλλά αυτό δεν εμπόδισε τη Σάρα να παγώσει ολόκληρη από το σοκ που της είχαν προκαλέσει τα λόγια του. Μη έχοντας τη δύναμη να αντιδράσει, τον άφησε να την οδηγήσει μπροστά σε μια σκαλιστή πόρτα. «Αυτό λέγεται απαγωγή!» 35


στρίγκλισε τότε, ξαναβρίσκοντας τη φωνή της. «Δεν μπορείς να με κρατήσεις εδώ παρά τη θέλησή μου. Είναι παράνομο!» «Βάλε να με συλλάβουν τότε», αντιγύρισε εκείνος ξερά. «Πέρασε από δω, σε παρακαλώ, σενιορίτα». «Πήγαινε στο διάβολο!» ούρλιαξε η Σάρα, κλοτσώντας και παλεύοντας να του ξεφύγει καθώς εκείνος άνοιγε την πόρτα του δωματίου μέσα στο οποίο είχε, φαίνεται, σκοπό να τη φυλακίσει ώσπου να εμφανιστεί ο πατέρας της. Ο Κασάλς όμως εξουδετέρωσε τις αλλόφρονες προσπάθειες της, πιάνοντάς την περιφρονητικά με τα δυο του χέρια από τη λεπτή της μέση και σηκώνοντάς τη στον αέρα με τρομερή ευκολία. Η τεράστια κρεβατοκάμαρα ξεπερνούσε σε πολυτέλεια το δωμάτιο ενός ξενοδοχείου πέντε αστέρων. Πάει πολύ για κελί φυλακής, σκέφτηκε σαρκαστικά η Σάρα. Η μεσαιωνική μεγαλοπρέπεια έδενε επιτυχημένα με τις μοντέρνες ανέσεις. Το ίδιο μου κάνει, είπε στον εαυτό της. Η ουσία είναι ότι θα είμαι φυλακισμένη. Τα χέρια του άφησαν τη μέση της κι εκείνη έτριψε με τα δάχτυλά της τη σάρκα της, πασχίζοντας με απόγνωση να διώξει το καυτό μυρμήγκιασμα που της είχε προκαλέσει το άγγιγμά του. Παρατηρώντας τον να κλείνει με τον ώμο του τη βαριά πόρτα και να ακουμπάει νωχελικά στο σκαλιστό ξύλο -σαν να ήθελε να της τονίσει ότι ήταν αιχμάλωτή του- η Σάρα πήρε μια βαθιά ανάσα για να γεμίσει με οξυγόνο τα πνευμόνια της, που έκαιγαν. «Τηλεφώνησες στον Μάιλς από την Άρκος;» ρώτησε σμίγοντας τα φρύδια της. «Πώς ήσουν τόσο σίγουρος ότι θα ερχόμουν εδώ; Είχες πει ότι ήξερες πού ήταν ο πατέρας μου, αλλά αρνήθηκες κατηγορηματικά να... Α!» Η αλήθεια έλαμψε στο μυαλό της και η Σάρα έγινε κατακόκκινη. Είχε φερθεί εντελώς ανόητα και ήταν έξω φρενών γι’ αυτό. «Ακριβώς», απάντησε εκείνος ξερά. «Παρέλειψα μέρος της αλήθειας όταν σου μετέφρασα αυτά που είχε πει η εξυπηρετική σενιόρα», παραδέχτηκε. «Έχουν συμφωνήσει με τον πατέρα σου να προσέχει το σπίτι του όταν λείπει εκείνος. Και έφυγε πριν από λίγες μέρες, χωρίς να πει πού πήγαινε. Ωστόσο, ήταν μαζί του μια νεαρή γυναίκα που μοιάζει με την Ενκαρνασιόν». Η Σάρα άνοιξε το στόμα της για να του πει ποια ήταν η γνώμη της για τους ψεύτες, αλλά εκείνος τη σταμάτησε σηκώνοντας επιβλητικά το χέρι του. Και η άγρια έκφραση του προσώπου του την έκανε να καταπιεί τη γλώσσα της. «Ξέρω να διαβάζω τις ψυχές των ανθρώπων, σενιορίτα», συνέχισε. «Κι εσύ έχεις ένα ψυχρό, φιλύποπτο μυαλό. Αν 36


είχα δεχτεί να σε οδηγήσω εδώ με το πρόσχημα ότι θα σε έφερνα αντιμέτωπη με τον άτιμο πατέρα σου και τις αμαρτίες του, θα είχες μπει αμέσως σε υποψίες με την αλλαγή μου και θα είχες φύγει. Κι εγώ δεν έχω καμιά διάθεση να σ’ αφήσω να τον βρεις πρώτη και να τον προειδοποιήσεις γι’ αυτό που τον περιμένει». Ανασήκωσε το σκούρο φρύδι του. «Γιατί θα τον προειδοποιούσες. Θα τον βοηθούσες να γλιτώσει τη δίκαιη τιμωρία που του αξίζει. Δεν μπορούσα να το διακινδυνεύσω λοιπόν». Σήκωσε ανεπαίσθητα τους ώμους του και αυτή η περιφρονητική κίνηση έκανε το αίμα της Σάρας να παγώσει. «Αποφάσισα, λοιπόν, ότι ήσουν το καλύτερο διαπραγματευτικό μου ατού και σε βοήθησα να με ακολουθήσεις. Σου υπέδειξα τον τρόπο που έφτασα εγώ ως εσένα μόνο και μόνο για να σου ρίξω την ιδέα. Σου έδωσα να καταλάβεις ποιος υπάλληλος στη ρεσεψιόν μιλάει αγγλικά και σου άφησα αρκετό χρόνο για να κάνεις τις απαραίτητες συνεννοήσεις». «Και πώς ήξερες ότι δε θα μάντευα τις δολοπλοκίες σου;» φώναξε η Σάρα, έξαλλη με τον εαυτό της που έπεσε στην παγίδα του. «Υπήρχε κάποιος κίνδυνος», παραδέχτηκε εκείνος, «αλλά όχι μεγάλος. Η υπεροψία σου υπερβαίνει την εξυπνάδα σου, σενιορίτα. Ξεκινάς να κάνεις κάτι και το εκτελείς, πιστεύοντας ότι κανένας δε θα σταθεί εμπόδιο στο δρόμο σου. Όπως όμως σου είπα και πριν, εγώ ξέρω να διαβάζω τις ψυχές των ανθρώπων». Ήθελε να τον χαστουκίσει. Πώς τολμούσε να την κρίνει έτσι επιπόλαια; Ούτε καν τη γνώριζε καλά καλά. Η Σάρα είχε την τιμιότητα να παραδεχτεί ότι όταν έβαζε κάτι στο μυαλό της ήταν πεισματάρα, ότι είχε ξεκάθαρες ιδέες για τον τρόπο που ήθελε να κατευθύνει τη ζωή της αλλά... ότι ήταν υπεροπτική; Όχι, δεν ήταν! Και αν του είχε επιτρέψει να τη γελοιοποιήσει, ήταν επειδή είχε πανικοβληθεί στην ιδέα τού τι θα μπορούσε να πάθει ο Πιρς αν αυτό το τέρας με τη μαύρη καρδιά τον έπιανε στα χέρια του. «Δεν μπορείς να με κρατήσεις εδώ παρά τη θέλησή μου!» επανέλαβε. «Νομίζεις ότι ο Μάιλς Χάντερ είναι ανόητος;» Μια σχεδόν υστερική περιφρόνηση έκανε τα μάτια της να αστράφτουν. «Από τη στιγμή που πήρε ένα τόσο απειλητικό μήνυμα για κάποιον από τους πελάτες του, θα ήρθε σε επαφή με την αστυνομία. Και η αστυνομία θα σε συλλάβει και θα σε κλείσει μέσα. Κάτι τέτοιο αξίζει να πάθουν οι ηλίθιοι εγκληματίες σαν εσένα!» «Δε θα το κάνει, αν σκεφτεί το καλό του πατέρα σου». Η φωνή του ακούστηκε βαριεστημένη και ανυπομονησία σπίθιζε στα μαύρα του μάτια. «Κράτησε την ψυχραιμία σου, σενιορίτα», πρόσθεσε με ύφος προσβλητικό. «Προσπάθησε να επιβάλεις κάποια πειθαρχία στον 37


εαυτό σου. Στο κάτω κάτω, είμαι σίγουρος πως πιστεύεις ότι έχεις σιδερένια θέληση. Θεώρησε σπίτι σου αυτό το διαμέρισμα γιατί μπορεί να μείνεις εδώ για αρκετό καιρό. Σου συνιστώ, λοιπόν, να βολευτείς». Της έριξε ένα τελευταίο, περιφρονητικό βλέμμα. «Θα γυρίσω όταν καταφέρεις να βρεις τον αυτοέλεγχό σου». Και με τα λόγια αυτά έκανε μεταβολή κι έφυγε κλείνοντας ήρεμα τη βαριά πόρτα - πράγμα που ήταν χειρότερο από το να τη βροντήξει, σκέφτηκε η Σάρα και ρίγησε ακούγοντας το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά. Τώρα αισθανόταν παγωμένη. Η έξαψη του πανικού και του θυμού της είχε μετατραπεί σε μια νοσηρή αίσθηση ότι αυτό που της είχε συμβεί ήταν αναπόφευκτο. Έδεσε τα μπράτσα της γύρω από το τρεμάμενο κορμί της και έκλεισε σφιχτά τα μάτια της. Δε θα έκλαιγε. Όχι, δε θα έκλαιγε! Και μολονότι ο Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς ήταν έξαλλος για την προσβολή της τιμής της οικογένειάς του -κατάλοιπο των συνηθειών του Μεσαίωνα- δεν είχε πέσει έξω όταν της είχε πει ότι είχε χάσει την ψυχραιμία της. Έπρεπε να ξαναβρεί τον αυτοέλεγχό της γρήγορα. Επιστρατεύοντας όλο το κουράγιο της, πήρε πολλές βαθιές αναπνοές. Στριγκλίζοντας σαν γυναικούλα δε θα κατάφερνε ποτέ να κατατροπώσει έναν εχθρό. Το ότι ο δεσμοφύλακάς της έδειχνε άνθρωπος που κανένας δε θα μπορούσε να τον κατατροπώσει ήταν κάτι που η Σάρα δεν ήθελε να το σκεφτεί. Ρίχνοντας ένα αδιάφορο βλέμμα στην πολυτελή επίπλωση, πλησίασε ένα παράθυρο και άνοιξε τις γρίλιες. Βρισκόταν πολύ ψηλά και οι ζεστοί από τον ήλιο πέτρινοι τοίχοι ήταν λείοι και χωρίς καμιά προεξοχή. Εγκατέλειψε το παράθυρο αναστενάζοντας με απόγνωση και άρχισε να ανοίγει τις εσωτερικές πόρτες του διαμερίσματος. Η πρώτη οδηγούσε σε ένα καλόγουστο καθιστικό, που δεν της προκάλεσε κανένα ενδιαφέρον και η δεύτερη στο μπάνιο, που την ενδιέφερε πολύ. Πίσω από την τρίτη και τελευταία πόρτα άρχιζε μια ελικοειδής πέτρινη σκάλα που η Σάρα μάντεψε ότι θα οδηγούσε στις επάλξεις που είχε δει από κάτω. Συνειδητοποιώντας ότι δεν υπήρχε τρόπος να το σκάσει από τη φυλακή της, παραιτήθηκε και, κλείνοντας την πόρτα, πήγε στο μπάνιο. Αφού η μόνη είσοδος στο διαμέρισμα ήταν κλειδωμένη και δεν μπορούσε να βγει από τα παράθυρα ή να αποκτήσει... φτερά για να πετάξει, θα έκανε υπομονή και θα ξεχνούσε για την ώρα τη δραπέτευση. Ήταν απόλυτα σίγουρη ότι ο παλιάνθρωπος δεν είχε σκοπό να της 38


κάνει κακό κι έτσι το μόνο συνετό πράγμα που είχε να κάνει η ίδια ήταν να προσπαθήσει να του βάλει μυαλό. Όντας κι αυτή πιο ήρεμη, θα ήταν σε θέση να τον πείσει πιο εύκολα ότι η στάση του ήταν παρανοϊκή. Πρώτα όμως έπρεπε να απαλλαγεί από το άγχος και τον ιδρώτα, κάνοντας ένα απολαυστικό μπάνιο. Το περιβάλλον είναι ειδικά διαμορφωμένο για να προσφέρει ηρεμία και χαλάρωση, σκέφτηκε η Σάρα με μυαλό καθαρό τώρα. Η επένδυση στους τοίχους και το πάτωμα ήταν από αχνό ασημόχρωμο μάρμαρο. Κρυστάλλινα ράφια κοσμούσαν τους τοίχους και έδειχναν τόσο αιθέρια, σαν να μην μπορούσαν να κρατήσουν το βάρος των πολυτελών μπουκαλιών με τα αρωματικά λάδια, τα σπάνια αρώματα και τις ακριβές λοσιόν. Η μπανιέρα ήταν τόσο μεγάλη ώστε μπορούσε κανείς να... κολυμπήσει μέσα, ενώ το φαρδύ μάρμαρο που την περιέβαλλε ήταν στολισμένο με χαριτωμένες φτέρες σε αλαβάστρινα βάζα. Σ’ έναν τεράστιο πύργο σαν αυτόν, οι δύο υπηρέτες θα πρέπει να είναι εξαιρετικοί για να κρατούν τους χώρους στην εντέλεια, σκέφτηκε η Σάρα ανοίγοντας τις επίχρυσες βρύσες που είχαν το σχήμα δελφινιού. Το καυτό νερό άρχισε να τρέχει ορμητικά στην μπανιέρα, γεμίζοντας με αχνούς το δωμάτιο, ενώ εκείνη έβγαζε με ανακούφιση τα τσαλακωμένα ρούχα της και έριχνε αρωματικό λάδι στο νερό. Τουλάχιστον δεν ήταν μόνη εδώ, στο έλεος του απρόβλεπτου Ισπανού με το φλογερό ταπεραμέντο. Υπήρχαν έστω αυτοί οι δύο για να ζητήσει βοήθεια, αν το μίσος του για τον πατέρα της τον έκανε βίαιο απέναντι της. Και μπορεί να τους έπειθε να τη βοηθήσουν να δραπετεύσει και να γυρίσει πίσω στον πολιτισμό και στη λογική. Αυτό δεν είναι διόλου απίθανο, παρηγόρησε τον εαυτό της. Γλίστρησε με αγαλλίαση μέσα στο ζεστό νερό. Τα λάδια που είχε ρίξει στο μπάνιο γέμισαν το δωμάτιο με το γλυκό άρωμα της λεβάντας και του γιασεμιού, καθώς και με κάποιο άλλο άρωμα που δεν μπορούσε να το προσδιορίσει. Το μείγμα ήταν προορισμένο ειδικά για να χαλαρώνει, γιατί η Σάρα, κάτω από την επήρεια της αρωματισμένης αισθησιακής ομίχλης που επικρατούσε στο μπάνιο, μέσα σ’ αυτή την τρυφηλή ατμόσφαιρα και με το ζεστό νερό να χαϊδεύει απαλά το κορμί της, ξέχασε το άγχος και τη στενοχώρια αυτής της βασανιστικής μέρας. Ακόμα και ο Φρανσίσκο Κασάλς είχε γίνει στο μυαλό της κάποιος που θα μπορούσε να ακούσει τη φωνή της λογικής. Με νωχελικές κινήσεις βγήκε από την μπανιέρα και ελευθέρωσε τα μαλλιά της, που τα είχε πλέξει κοτσίδα και τα είχε στερεώσει στην κορφή του κεφαλιού της. Σαν χείμαρρος, τα μαλλιά χύθηκαν στους ώμους της. 39


Όταν θα ντυνόταν, θα καθόταν ήρεμα σε μια πολυθρόνα του χαριτωμένου καθιστικού, στο οποίο είχε ρίξει μια ματιά από την πόρτα και θα σκεφτόταν ήρεμα ποιος θα ήταν ο καλύτερος τρόπος για να αντιμετωπίσει τον παράλογο δεσμοφύλακά της. Θα επικαλεστώ την κοινή λογική του, αποφάσισε καθώς τυλιγόταν με μια χνουδωτή σκουροπράσινη πετσέτα και πήγαινε στην κρεβατοκάμαρα για να πάρει το βαλιτσάκι της. Ήταν πια σούρουπο, αλλά το βελούδινο μισοσκόταδο δεν την εμπόδιζε να βρει το δρόμο της. Θα έψαχνε αργότερα να βρει πώς άναβαν τα φώτα, γιατί αυτή η αχνή ατμόσφαιρα την ηρεμούσε. Πήρε τα ρούχα της και πήγε να τα κρεμάσει στην ντουλάπα. Ξεχνώντας ότι συγκρατούσε με το χέρι της την πετσέτα που τύλιγε το κορμί της, έκανε να πιάσει την κρεμάστρα. Και όπως ήταν φυσικό, η πετσέτα γλίστρησε κι έπεσε στο πάτωμα. Η Σάρα δε νοιάστηκε να την ξανατυλίξει γύρω της γιατί της άρεσε ο δροσερός βραδινός αέρας που χάιδευε το σώμα της. Έπαθε όμως σοκ όταν άνοιξε η πόρτα και ο μελαχρινός δεσμοφύλακάς της μπήκε στο δωμάτιο. Θα πρέπει να είχε πατήσει κάποιο γενικό ηλεκτρικό διακόπτη, γιατί άναψαν όλες οι λάμπες, καθώς και οι δυο κρυστάλλινοι πολυέλαιοι, πλημμυρίζοντας το δωμάτιο με φως. Αδιάκριτα αποκαλυπτικό φως, όπως συνειδητοποίησε η Σάρα πανικόβλητη όταν είδε τα μαύρα του μάτια να επιθεωρούν αργά το γυμνό κορμί της. Πασχίζοντας μάταια να σκεπάσει τη γύμνια της με τα χέρια της, έβγαλε μια κραυγή και έκανε ένα βήμα πίσω για να πιάσει την πετσέτα της. Δεν τολμούσε, ωστόσο, να πάρει το βλέμμα της από πάνω του. Την κρατούσε όμηρο. Αυτό η Σάρα το ήξερε πριν τη φέρει σ’ αυτή τη σουίτα και την κλειδώσει. Ήταν όμως η πρώτη φορά που αισθανόταν φόβο -πραγματικό, εξουθενωτικό φόβο. Υπήρχε κάτι το πρωτόγονο σ’ εκείνα τα μαύρα σπανιόλικα μάτια που ήταν καρφωμένα επάνω της με βλέμμα λάγνο, κάτι που προκαλούσε μια τρομακτική σύγχυση στο μυαλό της και μαστίγωνε το κορμί της. Ριγούσε σύγκορμη και το δέρμα της έκαιγε. Και με φρικτή ντροπή αισθάνθηκε τα στήθη της να φουσκώνουν από κάποια πρωτόγνωρη και ακατονόμαστη αίσθηση που την είχε προκαλέσει το αναίσχυντο χάδι των ματιών του. Το σώμα της δε θα μπορούσε να ανταποκριθεί με περισσότερη ένταση, ακόμα κι αν την είχε χαϊδέψει με το χέρι του. Ο ήχος που έκανε το σερβίτσιο από πορσελάνη και κρύσταλλο, καθώς εκείνος ακούμπησε το δίσκο που κρατούσε σε ένα ξυλόγλυπτο τραπεζάκι δίπλα στην πόρτα, της έδωσε την ευκαιρία που ζητούσε. Του γύρισε την πλάτη και, πιάνοντας από κάτω την πετσέτα, τύλιξε το 40


κορμί της που έτρεμε. Αισθάνθηκε όμως σαν να της έδωσαν μια γροθιά στο στήθος, όταν τον άκουσε να χτυπάει παλαμάκια. «Μπράβο!» φώναξε υψώνοντας το ένα του φρύδι, ενώ στο αισθησιακό στόμα του ζωγραφίστηκε ένα λοξό, ειρωνικό χαμόγελο. «Σε συγχαίρω για το θέατρο που έπαιξες παριστάνοντας τη σεμνότυφη και δείχνοντας ότι σε ξάφνιασε η παρουσία μου, αλλά δε χρειάζεται να σκηνοθετείς πράγματα για χάρη μου. Πόση ώρα κυκλοφορούσες γυμνή περιμένοντας να εμφανιστώ ξανά, όπως σου είχα πει ότι θα κάνω»;» Έβαλε τα χέρια του στις τσέπες του καλοραμμένου παντελονιού του. «Δεν το περί μένα ποτέ», συνέχισε με φωνή κοροϊδευτική, ενώ τα μάτια του, πίσω από τις πυκνές, κατάμαυρες βλεφαρίδες, την ατένιζαν σαρκαστικά. «Φαίνεται όμως ότι έχεις κληρονομήσει τα πληθωρικά σεξουαλικά ένστικτα του πατέρα σου. Ωστόσο, σου δηλώνω ξεκάθαρα, δεσποινίς Μπούβερι-Σκοτ, ότι δε θα εξαγοράσεις τόσο εύκολα την ελευθερία σου ή τη συγνώμη μου για την ελεεινή συμπεριφορά ίου πατέρα σου. Ευχαρίστως όμως θα σε έβλεπα να συνεχίζεις τις προσπάθειές σου». Χαμογέλασε πονηρά. «Δε θα πιάσουν, αλλά θα με διασκεδάσουν, σπάζοντας την ανία της αναμονής. Θα σε αφήσω τώρα μόνη σου με την απογοήτευσή σου για την αποτυχία του σχεδίου σου», πρόσθεσε ανοίγοντας την πόρτα. «Και φρόντισε να φας το φαγητό σου' δε θέλουμε να αδυνατίσεις, έτσι δεν είναι;» Τα προσβλητικά λόγια του, πριν κλείσει την πόρτα πίσω του, αντηχούσαν στα αυτιά της Σάρας πολλή ώρα μετά την αναχώρησή του. «Ποιος θα μπορούσε να μαντέψει», της είχε πει, «ότι κάτω από τα καθωσπρέπει, καθόλου θηλυκά ρούχα που φορούσες, υπήρχε ένα υπέροχο κορμί που λαχταρούσε να το αγγίξουν; Σε παρακαλώ, μη διστάσεις να το επιδείξεις για να το απολαύσω, όποτε αισθανθείς την ανάγκη».

41


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 Κάτι την απέσπασε από τη μακάρια λήθη του ύπνου. Η Σάρα άνοιξε αργά τα μάτια της και τέντωσε το αυτί της μέσα στο πυκνό σκοτάδι. Απόλυτη σιγή επικρατούσε γύρω της. Ονειρευόμουν, σκέφτηκε μισοκοιμισμένη. Και πάνω στον ύπνο μου πετάχτηκα. Προτιμούσε να μην είχε ξυπνήσει. Δεν ήθελε να αρχίσει να σκέφτεται τη διόλου αξιοζήλευτη θέση της. Δεν ήθελε να θυμάται την αμηχανία της και τις απαίσιες προσβολές που της είχε πετάξει ο Κασάλς με τη βελούδινη φωνή του. Όχι, δεν ήθελε να τα σκαλίζει με το μυαλό της όλα αυτά μέσα στο σκοτάδι της νύχτας. Το πρωί, ύστερα από έναν καλό ύπνο, θα μπορούσε να σκεφτεί πιο καθαρά. Προσπάθησε απεγνωσμένα να ξανακοιμηθεί, αλλά τα γεγονότα γύριζαν ξανά και ξανά στο μυαλό της, ώσπου το κεφάλι της κόντευε να σπάσει. Δε φτάνει που την είχε γελοιοποιήσει -κι αυτό ήταν δύσκολο να το καταπιεί η Σάρα- αλλά την κρατούσε και όμηρο που ήταν πολύ χειρότερο. Όσο για την αμηχανία που της είχε προκαλέσει, τις προσβολές του, την πεποίθησή του ότι προσπαθούσε να εξαγοράσει την ελευθερία της προσφέροντας για αντίτιμο το κορμί της... ε, δεν έβρισκε πια λέξεις για να τα χαρακτηρίσει όλα αυτά. Ο τρόμος που την είχε κυριεύσει θόλωνε το μυαλό της και την έκανε να παγώνει. Και όμως, ήταν σχεδόν βέβαιη ότι δεν είχε λόγους να τον φοβάται, επειδή δεν είχε σκοπό να της κάνει κακό ήταν απλώς το δόλωμα που θα παρέσυρε τον Πιρς στην παγίδα που του είχε στήσει εκείνος. Ωστόσο, αυτός ο παράλογος φόβος δεν έλεγε να την εγκαταλείψει, την ακολουθούσε παντού. Με μια απεγνωσμένη προσπάθεια, η Σάρα κατάφερε να σταθεροποιήσει την αναπνοή της και έκλεισε τα μάτια της. Αφού είχε χάσει τη μάχη του ύπνου, θα φρόντιζε τουλάχιστον να ξεκουράσει το κορμί και το μυαλό της, ώστε να είναι σε κατάσταση, την άλλη μέρα το πρωί, να φέρει στα λογικά του αυτόν το φοβερό άντρα. 42


Ξαφνικά το στρώμα βούλιαξε και τα ελαφρά σκεπάσματα τραβήχτηκαν. Για μια στιγμή, που της φάνηκε αιώνας, η Σάρα κεραυνοβολήθηκε από το σοκ. Να τι την είχε ξυπνήσει. Κάτι είχε γλιστρήσει στο κρεβάτι της! Το άκουγε να αναπνέει! Με μια άναρθρη κραυγή τρόμου, σύρθηκε στην άκρη του κρεβατιού ενώ η καρδιά της κόντευε να σπάσει. Ένα χέρι είχε γραπώσει την άκρη του νυχτικού της. Μια στριγκλιά ξέφυγε από το λαρύγγι της. «Τι κάνεις εκεί; Ξανακοιμήσου», είπε μια νωχελική φωνή. Της χρειάστηκαν μερικά δευτερόλεπτα ώσπου να συνειδητοποιήσει ότι δεν έβλεπε εφιάλτη και να κάνει άλλη μια απεγνωσμένη προσπάθεια να εγκαταλείψει το κρεβάτι. Και τότε άκουσε το νυχτικό της να σκίζεται, καθώς εκείνος αρνιόταν να την ελευθερώσει. Ξεφυσώντας αγανακτισμένη, η Σάρα βρήκε ψαχουλεύοντας το διακόπτη και άναψε τη λάμπα στο κομοδίνο δίπλα της. Αυτός τουλάχιστον ο τρόμος είχε ένα όνομα. Η βραχνή σέξι φωνή δεν μπορούσε να ανήκει σε κανέναν άλλον. Και αυτόν μπορούσε να τον κάνει καλά -και βέβαια μπορούσε. Δεν επέτρεψε στον εαυτό της να αμφιβάλει ούτε μια στιγμή γι’ αυτό. Καθώς το απαλό φως της λάμπας απλώθηκε στο δωμάτιο, η Σάρα γύρισε προς το μέρος του καθιστή και τον... φιλοδώρησε με το πιο παγερό της βλέμμα. Αμέσως όμως βιάστηκε να κοιτάξει αλλού. Είχε προλάβει, ωστόσο, να παρατηρήσει την απαλή του επιδερμίδα, τους σκληρούς, στρογγυλούς ώμους του, το αρρενωπό στέρνο του, το επίπεδο στομάχι του, τις μαύρες τρίχες του κορμιού του που εξαφανίζονταν εκεί που άρχιζε το φίνο άσπρο σεντόνι... Φαίνεται ότι ο Κασάλς δε φορούσε τίποτα! Το στόμα της στέγνωσε. Ήταν, λοιπόν, αναίσχυντος; Δεν είχε καμιά αξιοπρέπεια; Ή μήπως ήταν σίγουρος ότι εκείνη θα προσπαθούσε να εξαγοράσει την ελευθερία της και είχε προετοιμαστεί γι’ αυτό; Η Σάρα θυμήθηκε αυτό που της είχε πει, ότι είχε κληρονομήσει τα αχαλίνωτα σεξουαλικά ένστικτα του πατέρα της και έγινε κατακόκκινη από την κορυφή ως τα νύχια. Ωστόσο, αν και η φωνή της δεν ήταν σταθερή, κατάφερε να του πει επιτακτικά: «Φύγε απ’ αυτό το κρεβάτι. Αμέσως!» Με την άκρη του ματιού της, ενώ είχε καρφώσει επιδεικτικά το βλέμμα της στην άλλη άκρη του δωματίου, τον είδε να ανασηκώνεται και να στηρίζεται στον αγκώνα του. Και ήταν έτοιμη να πηδήξει στο πάτωμα αν εκείνος έκανε την παραμικρή κίνηση προς το μέρος της. «Αυτή είναι η σουίτα μου κι αυτό εδώ είναι το κρεβάτι μου», δήλωσε ο Κασάλς με ύφος ειρωνικά υπομονετικό και χωρίς να πλησιάσει πιο κοντά της. «Γιατί να το εγκαταλείψω;» 43


«Επειδή έβαλες εμένα να κοιμηθώ σ' αυτό», απάντησε η Σάρα, θεωρώντας περιττή την εξήγηση για κάτι ολοφάνερο. «Φυσικά». Ξάπλωσε πίσω και έδεσε τα μπράτσα του πίσω στο κεφάλι του με εκνευριστική άνεση. «Θα μείνεις εδώ αρκετό καιρό -αυτό εξαρτάται από το πόσο γρήγορα θα ανταποκριθεί ο πατέρας σου στον όρο που του έθεσα... από το πόσο πολύ ενδιαφέρεται για σένα. Έτσι λοιπόν, για να δικαιολογήσου την παρουσία σου στη Ροζαλία και τον Μάρκος, τους άφησα να νομίζουν ότι είσαι ερωμένη μου. Και, όπως είναι φυσικό, πουθενά άλλου δε θα μπορούσε να κοιμηθεί η ερωμένη μου παρά μόνο στο κρεβάτι μου». Κι αυτό το θεωρεί λογικό με το διεστραμμένο, πρόστυχο μυαλό του, σκέφτηκε έξαλλη η Σάρα. «Τότε πήγαινε εσύ να κοιμηθείς στο άλλο δωμάτιο!» του πέταξε. «Αν θυμάμαι καλά, διαθέτει μερικές αναπαυτικές πολυθρόνες και καναπέδες». «Δε συνηθίζω να κοιμάμαι σε πολυθρόνες», δήλωσε εκείνος με τη γνωστή υπεροψία του, που προκαλούσε τη Σάρα να τον χαστουκίσει. Η επιθυμία της να δώσει διέξοδο στο θυμό της ασκώντας σωματική βία σε κάποιον άλλον την κατατρόμαξε. Η εικόνα της λογικής και συνετής Σάρας Σκοτ να χειροδικεί και να βρίζει δεν της άρεσε καθόλου. Αυτός ο ανυπόφορος άνθρωπος είχε την εκνευριστική ικανότητα να την παρασύρει σε ενέργειες που δεν ταίριαζαν με το χαρακτήρα της, ξεθάβοντας απωθημένα που δεν ήξερε καν ότι υπήρχαν μέσα της και που η αποκάλυψή τους δεν τη χαροποιούσε καθόλου. Τυλίχτηκε με το σκισμένο νυχτικό της και γλίστρησε από το κρεβάτι. «Εντάξει, αν δε φύγεις εσύ, θα φύγω εγώ», δήλωσε αποφασιστικά. Θα προτιμούσε να κοιμηθεί στο... σκοινί της μπουγάδας παρά στο κρεβάτι μαζί του! Και ξεκίνησε με ύφος αγέρωχο για το διπλανό δωμάτιο, νοιώθοντας σαν να την τσιμπούσαν βελόνες από το φόβο μήπως εκείνος ορμούσε και την έσερνε πίσω στο κρεβάτι μαζί του. Τίποτα όμως δεν έγινε ο Κασάλς ούτε κουνήθηκε ούτε μίλησε. Κλείνοντας την πόρτα του καθιστικού, η Σάρα ακούμπησε αποκαμωμένη στον τοίχο για μερικά δευτερόλεπτα και ύστερα, αφού έψαξε με κόπο να βρει το διακόπτη, άναψε το φως, άνοιξε δυο παράθυρα και κουλουριάστηκε στη γωνιά ενός καναπέ. Βρισκόταν σε άθλια κατάσταση, που όσο πήγαινε γινόταν και χειρότερη. Μακάρι να μην είχε κάνει ποτέ αυτό το ταξίδι για να προειδοποιήσει τον πατέρα της και να τον συμβουλέψει να στείλει την Ενκαρνασιόν πίσω στην οικογένειά της. Οι καλές της προθέσεις την έκαναν τώρα να υφίσταται τις συνέπειες της ανεύθυνης και αισχρής συμπεριφοράς του Πιρς.

44


Ποτέ της δεν πίστευε στη λαϊκή σοφία που έλεγε πως ό,τι δε γιατρεύεται, το υπομένεις. Και καθώς ο πατέρας της αρνιόταν να γιατρευτεί από την τρέλα που τον έδερνε -ένας Θεός ξέρει πόσο είχε προσπαθήσει να τον γιατρέψει- η Σάρα είχε εξαντλήσει από καιρό τα όρια της υπομονής της και είχε ακολουθήσει το δρόμο της, αφήνοντάς τον στην κακή του μοίρα. Γιατί, λοιπόν, αποφάσισα να τραβήξω κουπί σε θολά, τρικυμισμένα νερά, σ’ αυτή ειδικά την περίπτωση; ρώτησε τον εαυτό της. Από θυγατρική στοργή που δεν είχα καταλάβει ότι ήταν τόσο δυνατή μέσα μου; Μήπως επειδή στο τέλος συνειδητοποίησα πόσο καμάρωνα για την ιδιοφυία του; Και όμως, είχε προσπαθήσει σκληρά να καταπνίξει την περηφάνια της για τον πατέρα της με την αποδοκιμασία της για την άστατη ζωή του. Αντί όμως να κάθεται και να αυτοψυχαναλύεται, πράγμα που δε θα την έβγαζε από τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν, θα έπρεπε να σκεφτεί ποιος ήταν ο καλύτερος τρόπος να ξεμπλέξει από τα πλοκάμια του Ισπανού, στα οποία την είχε ρίξει ο Πιρς. Ή, μάλλον, το καλύτερο θα ήταν να αδειάσει το μυαλό της από όλα της τα προβλήματα και να κοιμηθεί! Ακούμπησε το κεφάλι της στα μαξιλάρια του καναπέ και προσπάθησε να βολευτεί. Εύκολο να λες ότι θα κοιμηθείς, αλλά δύσκολα το καταφέρνεις. Δυο ώρες αργότερα, η Σάρα στριφογύριζε ανήσυχη στον καναπέ και, το χειρότερο απ’ όλα, ήθελε να πάει στην τουαλέτα. Αυτό όμως σήμαινε ότι έπρεπε να περάσει από την κρεβατοκάμαρα από την οποία την είχε εξορίσει ο δεσμοφύλακάς της με τη μαύρη καρδιά, κάνοντας κατάληψη στο άνετο κρεβάτι και αναγκάζοντάς τη να κοιμηθεί στον καναπέ. Δεν ήταν δυνατόν αυτός ο κύριος να είχε την απαίτηση να κοιμηθεί μαζί του -με το κορμί του γυμνό, όπως τον γέννησε η μάνα του-και, καθώς θα στριφογύριζε στον ύπνο του, να κολλούσε πάνω στο δικό της κορμί. Οι εικόνες που πλημμύρισαν τη φαντασία της την τρόμαξαν, γι’ αυτό τις έδιωξε αποφασιστικά. Αρκετά προβλήματα είχε στο μυαλό της και χωρίς αυτό! Ο παλιάνθρωπος θα έχει πια κοιμηθεί βαθιά, σκέφτηκε η Σάρα και πετάχτηκε όρθια. Δε θα τον κρατούσαν ξύπνιο οι τύψεις, γιατί σίγουρα δε διέθετε συνείδηση. Πατώντας στις μύτες, πήγε ως την πόρτα και άνοιξε μια χαραμάδα. Μόνο η βαθιά, κανονική αναπνοή του ακουγόταν στο δωμάτιο. Κρατώντας την ανάσα της, διέσχισε αθόρυβα την κρεβατοκάμαρα και μπήκε στο μπάνιο. 45


Λίγα λεπτά αργότερα είχε επιστρέψει εξίσου αθόρυβα στο καθιστικό. Ωστόσο, δεν άντεχε στην ιδέα ότι θα περνούσε μερικές ακόμα ώρες αϋπνίας στριφογυρίζοντας στον καναπέ. Μισούσε αυτό το εγωκεντρικό, αλαζονικό κτήνος για τα βασανιστήρια στα οποία την είχε υποβάλει και μάταια έστυβε το μυαλό της για να βρει έναν τρόπο να του τα ανταποδώσει. Ένα πράγμα όμως ήταν σίγουρο δε θα έπεφτε ξανά σ' εκείνον τον καναπέ. Αυτό δε σήμαινε, βέβαια, ότι θα ξαναγύριζε να κοιμηθεί στο κρεβάτι μαζί του. Κάτι άλλο θα έκανε. Και το βρήκε! Η τρίτη πόρτα! Την άνοιξε αθόρυβα. Η σκάλα μπροστά της ήταν αχνά φωτισμένη. Άρχισε να ανεβαίνει προσεκτικά. Έπειτα άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην ταράτσα, που ήταν περιστοιχισμένη από τις επάλξεις. Ο δροσερός αέρας και το χλομό φως της αυγής της έδωσαν μια αίσθηση απρόσμενης αγαλλίασης. Εδώ πάνω είχε την αίσθηση της ελευθερίας μιας πλασματικής ελευθερίας, έστω, αλλά που είχε σκοπό να την απολαύσει όσο περισσότερη ώρα μπορούσε. Εδώ αισθανόταν πιο ζωντανή απ’ οπουδήποτε αλλού και ανυπομονούσε να αρχίσει η καινούρια μέρα για να ριχτεί ξανά εναντίον του σκληρόκαρδου Ισπανού στον οποίο, κατά τη γνώμη της, χρειαζόταν μια γερή ψυχρολουσία για τον τρόπο που της είχε φερθεί. Τα μάτια της έλαμπαν από μια ξαφνική ενεργητικότητα. Προχωρώντας προσεκτικά, πήγε και ακούμπησε πάνω σε μια από τις επάλξεις. Η πέτρα ήταν τραχιά κάτω από την παλάμη της και κρατούσε ακόμα τη ζέστη της μέρας. Η Σάρα τεντώθηκε όσο πιο πολύ μπορούσε και μισόκλεισε τα μάτια της, προσπαθώντας να διαπεράσει με το βλέμμα της το σκοτάδι που κυριαρχούσε ακόμα στο βάθος της χαράδρας. Και τότε άκουσε τον ήχο γυμνών ποδιών που έτρεχαν και, πριν προλάβει να αντιδράσει, αισθάνθηκε δυο δυνατά μπράτσα να τυλίγουν το κορμί της και να τη γυρίζουν, συνθλίβοντάς την πάνω σ’ ένα γεροδεμένο γυμνό στέρνο. «Ιντιότα!» Τα μπράτσα του την έσφιγγαν σπασμωδικά καθώς την τραβούσε μακριά από το παραπέτο, ενώ η Σάρα άκουγε τους δυνατούς και γρήγορους χτύπους της καρδιάς του και ένιωθε την παλλόμενη θέρμη του μυώδους κορμιού του, καθώς η σάρκα της ακουμπούσε επάνω του με μόνο εμπόδιο το ελαφρύ ύφασμα του νυχτικού της. «Το να ριχτείς στο κενό δεν είναι λύση! Δε σκοπεύω να σου κάνω κακό αυτό πρέπει να το καταλάβεις», τη διαβεβαίωσε με φωνή βραχνή, ενώ το χέρι του γλίστρησε πίσω στο λαιμό της και έφερε το κεφάλι της στον ώμο του. Τα μακριά του δάχτυλα μπλέχτηκαν ανάμεσα 46


στα μαλλιά της. «Η διαμάχη μου δεν είναι μαζί σου -το ξέρεις αυτό». Η θέρμη εκείνης της απαλής, σταράτης επιδερμίδας που σκέπαζε τους γεροδεμένους μυς του τη μεθούσε, αποσπώντας το μυαλό της από τη μοναδική ευκαιρία -που άθελα του της είχε προσφέρει- να τον ξεγελάσει. Η απόλαυση που ένιωθε στην αγκαλιά του είχε θολώσει τη λογική της. Και όταν τον ένιωσε να πάλλεται, χρειάστηκε να παλέψει σκληρά με τον εαυτό της για να αντισταθεί στον πειρασμό να σφιχτεί επάνω του και να αφήσει ελεύθερες τις αισθήσεις της που της είχαν προκαλέσει μια παράξενη και πρωτόγνωρη έξαψη. Η Σάρα τίναξε με απόγνωση το κεφάλι της για να μπορέσει να δώσει μορφή στην ιδέα που είχε περάσει φευγαλέα από το θολωμένο μυαλό της. Εκείνος όμως παρεξήγησε την κίνησή της. «Αν σε τρόμαξα, σου ζητάω ειλικρινά συγνώμη», της είπε με φωνή τραχιά. «Και σου υπόσχομαι ότι ποτέ δε θα απλώσω χέρι πάνω σου θυμωμένος. Δε θα πάθεις κανένα κακό όσο είσαι φιλοξενούμενή μου, κάτω από τη στέγη μου. Σε παρακαλώ να θεωρήσεις ότι η παραμονή σου εδώ είναι ένα είδος διακοπών. Θα το κάνεις αυτό, Σαλώμη;» Η Σάρα είχε σχεδόν υποκύψει στις θερμές ικεσίες του, συγκινημένη όπως ήταν από την πραγματικά έντονη -αν και λαθεμένη ανησυχία του για την αιτία που την είχε κάνει να σκύψει πάνω από τον γκρεμό. Ήταν έτοιμη να του απαντήσει ειλικρινά, διαβεβαιώνοντάς τον ότι δεν ήταν από εκείνες που θα αυτοκτονούσαν, όσο φριχτή κι αν ήταν η κατάσταση ότι ο δυνατός χαρακτήρας της δε θα την άφηνε να κάνει κάτι τέτοιο. Ωστόσο, ακούγοντάς τον να την αποκαλεί μ’ εκείνο το γελοίο φανταχτερό όνομα που η ίδια είχε απαρνηθεί χρόνια πριν και που εκείνος, με την ύπουλη συνήθειά του να χώνει τη μύτη του σε πράγματα που δεν τον αφορούσαν, είχε ξεθάψει από κάπου, η Σάρα στάθηκε ξανά στα πόδια της, ξαναβρήκε την αυτοκυριαρχία της και, ξέροντας ακριβώς πώς θα έπαιζε τη σκηνή, αποφάσισε να αντλήσει όλα τα πλεονεκτήματα που τόσο βολικά της είχε προσφέρει εκείνος παρεξηγώντας τις προθέσεις της. Δεν ήταν δύσκολο να παραστήσει ότι έτρεμε έτσι κι αλλιώς, το σοκ την είχε συγκλονίσει από τη στιγμή που την είχε σφίξει στην αγκαλιά του. Δυσκολεύτηκε, ωστόσο, να κρύψει την αγαλλίασή της, την απέραντη ευχαρίστηση που ένιωθε ξέροντας ότι τώρα ήταν αυτή κυρία της κατάστασης. Έδωσε στη φωνή της ένα ελαφρό τρεμούλιασμα και είπε πράγματα που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι ήταν ικανή να ξεστομίσει. «Γιατί με σταμάτησες; Δε... δεν αντέχω άλλο! Κλειδωμένη εδώ με... με έναν επιθετικό ξένο». Ο τόνος της υψώθηκε υστερικά καθώς

47


προσπαθούσε δήθεν να τραβηχτεί μακριά του. «Θα σκότωνες τον πατέρα μου αν τον έβρισκες -το δήλωσες εσύ ο ίδιος! Τι θα σε εμπόδιζε να σκοτώσεις κι εμένα; Θα αναγκαζόσουν να το κάνεις για να μη μιλήσω, έτσι δεν είναι;» Η φωνή της έγινε θρήνος. «Δεν αντέχω να περιμένω το χειρότερο. Προτιμώ να... προτιμώ να κάνω οτιδήποτε. Ό,τι και να ’ναι αυτό! Και..» Έκανε πως πνίγεται, «...και δεν αντέχω να μένω κλειδωμένη, όσο πολυτελής κι αν είναι η φυλακή μου. Αυτό θα με τρελάνει!» «Ντιος!» Η ένταση ήταν ολοφάνερη στη φωνή του. Η Σάρα τον είχε κάνει κουρέλι, τον είχε κάνει να αισθάνεται ένοχος και να ντρέπεται για τον εαυτό του. Αυτό ακριβώς επιδίωκε από τη στιγμή που είχε συνειδητοποιήσει ότι ο Φρανσίσκο Κασάλς είχε παρερμηνεύσει την αιτία που την είχε κάνει να ανέβει στη στέγη! Το ότι μέσα του θα πρέπει να είχε μια στάλα ανθρωπιάς, γιατί αλλιώς δε θα είχε ανησυχήσει για λογαριασμό της, δε μαλάκωσε καθόλου τη Σάρα. Του χρειάζεται και με το παραπάνω να του γεμίσω το αλαζονικό, αλλά και υπερβολικά ωραίο κεφάλι του με όλες τις τύψεις του κόσμου, είπε μέσα της η Σάρα κλείνοντας τα αυτιά της στα ειλικρινή, καθησυχαστικά του λόγια. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να αγνοήσει τον τρόπο που τη σήκωσε στην αγκαλιά του και την πήγε προς τη σκάλα. Πώς μπορούσε να μείνει αδιάφορη όταν την έσφιγγε αυτό το υπέροχο κορμί, που ήταν ολόγυμνο και που κάθε του κίνηση έστελνε κύματα φόβου και έξαψης στη σάρκα της, εξασθενίζοντας τη θέλησή της; Και ακόμα, με κάθε της ανάσα, ένιωθε την αρρενωπή μυρωδιά του να την τυλίγει. Δεν έπαιζε καθόλου θέατρο, όταν του είπε πανικόβλητη: «Άφησέ με κάτω, σε παρακαλώ! Μπορώ να περπατήσω δεν είμαι ανάπηρη!» «Το ξέρω». Την έσφιξε πιο πολύ επάνω του και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλοπάτια. Η Σάρα του έριξε ένα κλεφτό βλέμμα και, διαπιστώνοντας ότι τα χαρακτηριστικά του ήταν τεντωμένα, ξέχασε αμέσως τον πανικό της και έπνιξε ένα χαμόγελο ικανοποίησης- είχε μόλις αποδείξει ότι μπορούσε να τον κάνει ό,τι ήθελε. Είχε καταφέρει να του προκαλέσει μεγάλη ανησυχία και να τον κάνει να ντρέπεται για τη συμπεριφορά του. Του χρειαζόταν κάτι τέτοιο ύστερα από την αυταρχική, αδιάφορη και κυρίως προσβλητική του στάση απέναντι της! Θα συνέχιζε λοιπόν κι αυτή να παριστάνει την υστερική για να έχει την ικανοποίηση να τον βλέπει να ταπεινώνεται μπροστά της και να γελοιοποιείται, όπως την είχε γελοιοποιήσει κι εκείνος όταν είχε απορρίψει το κορμί της, λέγοντάς της με το βλέμμα του: Εσύ μου το προσφέρεις, αλλά εγώ δεν το θέλω. 48


Γι αυτή και μόνο την προσβολή θα τον έκανε να πληρώσει! Και γρήγορα θα ερχόταν η μέρα που ο ίδιος θα την ικέτευε να φύγει, η μέρα που θα την απελευθέρωνε με απέραντη ανακούφιση, συντριμμένος από το βάρος των τύψεων και μη μπορώντας να αντέξει στην ιδέα ότι από στιγμή σε στιγμή θα μπορούσε να δοκιμάσει ξανά να πηδήσει στο κενό ή να κρεμαστεί με το σεντόνι της! Η κρυφή της ελπίδα ήταν ότι οι τύψεις θα τον βασάνιζαν σε όλη του τη ζωή. Φτάνοντας στην κρεβατοκάμαρα, ο Φρανσίσκο την ακούμπησε απαλά στο κρεβάτι και παραμέρισε τα μαλλιά από το πρόσωπό της με μια τρυφερή χειρονομία που της έφερε μια ηδονική ανατριχίλα. Εκείνος όμως παρεξήγησε την αθέλητη κίνηση της. «Ηρέμησε. Δε θα σου κάνω κακό. Πάντα κρατάω τις υποσχέσεις μου». Δεν της είχε περάσει από το μυαλό κάτι τέτοιο. Η Σάρα από την αρχή είχε διαισθανθεί μυστηριωδώς ότι δε θα άπλωνε χέρι επάνω της για να της προκαλέσει κακό. Ο φόβος που είχε αρχίσει να αισθάνεται είχε εντελώς διαφορετική πηγή. Δεν ήταν ακόμα σίγουρη από πού ξεκινούσε, ήξερε όμως ότι και το παραμικρό άγγιγμα αυτού του άντρα προκαλούσε παράξενες και ανεπιθύμητες αντιδράσεις μέσα της. Δεν ήταν όμως τόσο ανόητη ώστε να τον διαφωνίσει για τα αισθήματά της. Άλλωστε, έπρεπε να συνεχίσει να παίζει το ρόλο της. Άφησε λοιπόν ένα βαθύ αναστεναγμό και έκλεισε τα μάτια της. Ύστερα από μια ατέλειωτη, φορτισμένη στιγμή, λες κι εκείνος είχε πέσει σε βαθιές σκέψεις, τον αισθάνθηκε να απομακρύνεται. Τότε μόνο ριψοκινδύνευσε να του ρίξει ένα βλέμμα πίσω από τα μισόκλειστα βλέφαρά της. Και τον είδε να τραβάει το κάτω μέρος μιας πιτζάμας από το συρτάρι ενός παλιού κομού. Η Σάρα βιάστηκε να ξανακλείσει τα μάτια της, ταραγμένη από τη θέα του γυμνού, αρρενωπού κορμιού. Μερικές στιγμές αργότερα, η καρδιά της αναπήδησε στο στήθος της όταν αισθάνθηκε το στρώμα πλάι της να βουλιάζει. Άνοιξε τα μάτια της, αλλά οι χειρότερες υποψίες της δεν επαληθεύτηκαν. Τον είδε να κάθεται απλώς δίπλα της, σχετικά ευπρεπής αφού φορούσε το κάτω μέρος της πιτζάμας του, που όμως κατέβαινε υπερβολικά χαμηλά στους λιγνούς γοφούς του, μη κατασιγάζοντας έτσι τις αισθησιακές ανησυχίες της. Ωστόσο κάτι ήταν κι αυτό94 καλύτερα από πριν. Πριν... «Πιες αυτό». Ο Φρανσίσκο κρατούσε ένα κρυστάλλινο ποτήρι. Η Σάρα κοίταξε με αμφιβολία το κεχριμπαρένιο υγρό και σκεπάστηκε με το σεντόνι ως το πιγούνι της. «Είναι μπράντι και σου το δίνω για φάρμακο», είπε εκείνος με φωνή απαλή. Η Σάρα όμως έσφιξε τα χείλη της. Δε θα τον άφηνε να την κανακεύει για να εξιλεωθεί όσο κι 49


αν εξυπηρετούσε το στόχο της η στάση του. Τα μαύρα μάτια του καρφώθηκαν στα δικά της σαν να προσπαθούσαν να βρουν τη λύση ενός μπερδεμένου προβλήματος, ενώ τα φρύδια του έσμιξαν απορημένα. Και αμέσως μετά, ένα εύθυμο χαμόγελο μαλάκωσε τις αισθησιακές άκρες των χειλιών του. «Ούτε άγγιξες το φαγητό που σου έφερα νωρίτερα», παρατήρησε κουνώντας το κεφάλι του απογοητευμένος και μια τούφα από τα μαλλιά του έπεσε στα μάτια του, προσθέτοντάς του γοητεία. «Ήσουν υπερβολικά φοβισμένη και ανήσυχη, ε;» πρόσθεσε με συμπάθεια και η Σάρα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της, ενώ μέσα της γελούσε. Η εξήγηση που είχε δώσει εκείνος τη βόλευε, αλλά η αλήθεια ήταν ότι από τα νεύρα της δεν είχε καταφέρει να καταπιεί ούτε μπουκιά. Αν όμως είχα κατεβάσει ολόκληρη αυτή την μπουκάλα με το μπράντι, θα είχα καταφέρει να αποκοιμηθώ, σκέφτηκε κατόπιν εορτής. Αλλά αν το είχε ρίξει μεθυσμένη στο ροχαλητό, δε θα είχε ανέβει στη στέγη και δε θα είχε εκμεταλλευτεί την παρανόησή του προς όφελος της. «Δε χρειάζεται να είσαι ούτε φοβισμένη ούτε ανήσυχη», τη διαβεβαίωσε εκείνος τρυφερά. «Θα έχεις πάθει σίγουρα υπογλυκαιμία και το ποτό θα σου κάνει καλό. Θα σε βοηθήσει να κοιμηθείς. Πιες το, λοιπόν, σαν καλό κορίτσι». Η ιδέα του ύπνου τη δελέασε. Η μέρα της ήταν τραυματική και εξαντλητική και η κούραση την είχε καταβάλει. Ανασηκώθηκε στο μαξιλάρι της, χωρίς να τραβήξει μαζί και το σεντόνι για να σκεπαστεί και άρπαξε το ποτήρι από τα χέρια του. Η ευχή που κάνω είναι να τελειώσουν τα βάσανά μου, είπε μέσα της αδειάζοντας το ποτήρι κι ελπίζοντας ότι το δυνατό ποτό θα θόλωνε το μυαλό της και θα έδινε στο σώμα της την ανάπαυση που λαχταρούσε και όχι μόνο... Χάρη στο επεισόδιο στη στέγη και στην καταπληκτική υποκριτική της ικανότητα στο ρόλο του αδύναμου θηλυκού, οι τύψεις θα έκαναν τον Φρανσίσκο Κασάλς να ξεκλειδώσει το πρωί τις πόρτες και να την πάει ο ίδιος στο αεροδρόμιο. Και ήταν πολύ πιθανό να ξεχνούσε τις απειλές του εναντίον του πατέρα της. Ήταν απίστευτος ο τρόπος που είχαν εξελιχτεί τα πράγματα. Η Σάρα έδωσε συγχαρητήρια στον εαυτό της και, αφού του επέστρεψε το ποτήρι, ξάπλωσε άνετα στο κρεβάτι αναστενάζοντας από ευχαρίστηση. Τώρα τον είχε τυλίξει στο μικρό της δαχτυλάκι. Το ξύπνιο μυαλό της και ο τρόπος που είχε εκμεταλλευτεί την κατάσταση είχαν εξαπατήσει τον Φρανσίσκο Κασάλς! Ωστόσο, το πνεύμα της διαμαρτυρήθηκε όταν εκείνος γλίστρησε δίπλα της στο κρεβάτι και έσβησε το φως. Το γεροδεμένο αρρενωπό 50


κορμί του σχεδόν άγγιζε το δικό της. Πριν προλάβει όμως να διαμαρτυρηθεί, ο Φρανσίσκο γύρισε προς το μέρος του και την πήρε στην αγκαλιά του. «Κοιμήσου, καημένο μου μωρό», μουρμούρισε απαλά. «Μη φοβάσαι είσαι απόλυτα ασφαλής κοντά μου». Και σαν να ήθελε να το τονίσει ιδιαίτερα αυτό, την έσφιξε πιο πολύ επάνω του και η παλάμη του απλώθηκε στο στομάχι της. «Δε χρειάζεται να με κρατάς αγκαλιά», κατάφερε να ψελλίσει με κόπο η Σάρα, ενώ ένα κύμα αισθησιασμού, που ξεκινούσε από το σημείο όπου ακουμπούσε η παλάμη του, την αποχαύνωνε. Μακάρι να μην είχε πιει μονομιάς όλο εκείνο το μπράντι. Αυτό, μαζί με την πνευματική και σωματική της εξάντληση, την έκανε να μην έχει το κουράγιο να σηκωθεί από το κρεβάτι και να γυρίσει στο καθιστικό. Τα μακριά του πόδια πλησίασαν στα δικά της. «Χρειάζεται και πολύ μάλιστα. Δε θέλω να μου φύγεις και να τρέξεις ξανά στη στέγη για να πηδήξεις στο κενό». Τρίφτηκε λίγο επάνω της σαν να απολάμβανε την αίσθηση του κορμιού της, έτσι όπως ήταν κολλημένο πάνω στο δικό του. Α, αυτό θα προσπαθούσε να το αγνοήσει η Σάρα! «Θα μπορούσες να κλειδώσεις την πόρτα που οδηγεί στη σκάλα και να κρύψεις το κλειδί», του πρότεινε με αρκετή καχυποψία. «Έτσι δε θα είχες λόγους να ανησυχείς!» «Πώς να κάνω κάτι τέτοιο όταν μου έχεις δηλώσει πως σου προκαλεί υστερία η ιδέα ότι είσαι κλειδωμένη; Τέρμα οι κλειδαριές. Μόνο τα μπράτσα μου θα σε κρατήσουν αιχμάλωτη. Και το κορμί μου δίπλα στο δικό σου θα σου προσφέρει την ασφάλεια που χρειάζεσαι». Την ασφάλεια; Η Σάρα είχε τις αμφιβολίες της γι' αυτό και πάσχισε να μείνει ξύπνια και με τις αισθήσεις της σε επιφυλακή, ενώ η δική του αναπνοή γινόταν βαριά και ρυθμική. Την είχε φέρει εκεί που επιθυμούσε από την αρχή: κουλουριασμένη στην αγκαλιά του, στο αμαρτωλό. Η αιτία όμως ήταν διαφορετική από πριν. Πριν, ο Φρανσίσκο Κασάλς είχε την αλαζονεία να πιστεύει ότι θα εξαγόραζα την ελευθερία μου προσφέροντάς του το κορμί μου, ενώ τώρα τα κίνητρά του είναι εντελώς διαφορετικά, έτσι δεν είναι; αναρωτήθηκε η Σάρα. Και βέβαια είναι διαφορετικά, βιάστηκε να διαβεβαιώσει τον εαυτό της. Τώρα εκείνος ήθελε να σιγουρευτεί ότι η αδύναμη, υστερική αιχμάλωτη του δε θα έκανε μια δεύτερη απόπειρα αυτοκτονίας. Αν γινόταν κάτι τέτοιο, το σκάνδαλο θα ήταν μεγάλο και θα κηλίδωνε το αναμφίβολα ένδοξο και περήφανο όνομά του. Καθησυχασμένη από τα συμπεράσματά της, η Σάρα ηρέμησε και, 51


έτσι όπως ήταν χαμένη στην αγκαλιά του, την πήρε αμέσως ο ύπνος.

52


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Ο ήχος των πορσελάνινων φλιτζανιών και το άρωμα του καφέ την ξύπνησαν. Η Σάρα έτριψε τα μάτια της και αντίκρισε το χρυσαφένιο φως του ήλιου που έκανε πιο ζωηρό το αχνό χρυσοκίτρινο χρώμα της ταπετσαρίας του τοίχου και φώτιζε το υπέροχο μαυριτανικό ταβάνι. Ύστερα, το βλέμμα της στάθηκε στον Φρανσίσκο. Ευτυχώς, είναι τουλάχιστον όρθιος και ντυμένος, σκέφτηκε. Και, κυριευμένη από μια ξαφνική σεμνότητα, τραβήχτηκε στην άκρη του κρεβατιού. Ένιωθε μεγάλη ανακούφιση που δεν ήταν πια στην αγκαλιά του, χωρίς το αρρενωπό κορμί του να τη σκεπάζει προστατευτικά. Και τα χέρια του θα μπορούσαν να είναι απλωμένα σε οποιοδήποτε μέρος του σώματός της. Αν και παραδέχτηκε με αμηχανία ότι η θέα του ψηλού, επιβλητικού άντρα με το σκληρό και ωραίο φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο, με το υπέροχο κορμί σφιγμένο σε στενά μαύρα παντελόνια και άσπρο πουκάμισο προκάλεσε ανεπιθύμητες αλυσιδωτές αντιδράσεις μέσα της. Πρέπει να τον αγνοήσω, είπε επιτιμητικά στον εαυτό της. Όταν αγνοείς κάτι, παύει να σε βασανίζει, έτσι δε λένε; Το σώμα της δεν είχε το δικαίωμα να ανταποκρίνεται τόσο... τόσο έντονα στη γοητεία αυτού του φοβερού, αχαλίνωτου άντρα. Θα επιβαλλόταν στη σάρκα της με το μυαλό της και θα περιοριζόταν στην ικανοποίηση που της έδινε η επιτυχία της τής προηγούμενης νύχτας και στην προσπάθειά της να την κάνει να αποδώσει καρπούς. Για την ώρα, η ανάποδη όψη του νομίσματος ήταν η φαινομενικά ιπποτική του διάθεση να της προσφέρει την «προστασία» του στο κρεβάτι! Έπρεπε να φροντίσει να μην επαναληφθεί αυτή η παράσταση και... «Αργείς πάντα τόσο πολύ να ξυπνήσεις;» Η βαριά φωνή του διέκοψε τις νοερές περιπλανήσεις της και τον κοίταξε με καχυποψία. Εκείνος είχε καθίσει σε μια καρέκλα στα πόδια του κρεβατιού και την παρατηρούσε ανάμεσα από τις πυκνές βλεφαρίδες του, με τη γνωστή αινιγματική του έκφραση. 53


Η Σάρα τη μισούσε αυτή την έκφραση που την εμπόδιζε να καταλάβει τι σκεφτόταν. Θα της άνοιγε άραγε τις πόρτες και θα την άφηνε ελεύθερη; Θα την πήγαινε στο αεροδρόμιο για να βεβαιωθεί ότι θα έπαιρνε το αεροπλάνο για την Αγγλία; Ύστερα από το θέατρο που του είχε παίξει την προηγούμενη νύχια, δε θα τολμούσε ασφαλώς να την κρατήσει φυλακισμένη. «Τι νόημα έχει το ξύπνημα όταν γίνεται στη φυλακή;» είπε η Σάρα, θέλοντας να του τονίσει πόσο ανίσχυρη ήταν -αν τυχόν εκείνος το είχε ξεχάσει. «Δεν ξέρεις πόσο άσχημα με επηρεάζουν όλα αυτά». «Το ξέρω», της απάντησε εκείνος και το υπερβολικά μειλίχιο ύφος του την έκανε να συνοφρυωθεί. «Και η ‘φυλακή’ σου, όπως τη λες, είναι κάτι που πρέπει να το κουβεντιάσουμε. Πιες, λοιπόν, τον καφέ σου και ντύσου. Θα πάρουμε το πρωινό μας στην αυλή και θα τα πούμε εκεί». Το χαμόγελό του ήταν αφοπλιστικό -σκόπιμα αφοπλιστικό, σκέφτηκε με κυνισμό η Σάρα και δεν του έδωσε σημασία. Αντίθετα, πήρε τον αχνιστό καφέ που εκείνος είχε αφήσει στο κομοδίνο, δίπλα της. Πρωινό στην αυλή και κουβέντα ήταν πράγματα που της έδιναν κάποιες ελπίδες. Τουλάχιστον δε λογάριαζε να την κρατήσει κλειδωμένη στο διαμέρισμα. Αν καταφέρω να χειριστώ προσεκτικά την υπόθεση, ως το μεσημέρι θα είμαι μακριά από εδώ, σκέφτηκε η Σάρα. «Αφού επιμένεις...» Έδωσε έναν τόνο αδιαφορίας στα λόγια της και άπλωσε το χέρι της να πάρει το φλιτζάνι. «Θα σε συναντήσω μόλις ετοιμαστώ. Μπορώ να βρω μόνη μου το δρόμο». «Ούτε να το συζητάς αυτό». Τα μαύρα του μάτια σπίθισαν. «Ύστερα από την τρομάρα που μου έδωσες τη νύχτα, δεν μπορώ να σε αφήσω να περιφέρεσαι μόνη σου. Ποιος ξέρει τι θα μπορούσες να κάνεις!» Το κτήνος! Δεν ήταν δυνατό να πιστεύει πραγματικά ότι ήταν τόσο ανισόρροπη ώστε... Αν και έδειχνε ότι τον είχε πείσει με την ηθοποιία της την προηγούμενη νύχτα. Η Σάρα είχε πιαστεί στην παγίδα που του είχε στήσει. Πνίγοντας ένα στεναγμό, είπε με ύφος προσποιητά σεμνό: «Τότε θα μου επιτρέψεις να πλυθώ και να ντυθώ στο μπάνιο». Με την πόρτα κλειδωμένη, πρόσθεσε από μέσα της. Εκείνος όμως κούνησε αρνητικά το κεφάλι του με ύφος στενοχωρημένο. «Λυπάμαι, αλλά δε γίνεται. Μπορεί να κόψεις το λαιμό σου με το ξυράφι μου. Πίστεψέ με, δεν είμαι ηδονοβλεψίας. Ωστόσο, δυστυχώς, δε μου άφησες άλλη επιλογή». Εκείνη τον κοίταξε καχύποπτα πάνω από το φλιτζάνι της, ενώ σκεφτόταν τι της έμενε να κάνει. 54


Έδειχνε ειλικρινής, αλλά η Σάρα δεν τον εμπιστευόταν. Αν ήξερε τουλάχιστον τι κρυβόταν πίσω από εκείνα τα μαύρα σπανιόλικα μάτια -ενδιαφέρον για την ασφάλειά της ύστερα από την καταπληκτική ηθοποιία της ή κάτι αισχρό και ύπουλο; Δυο λύσεις της έμεναν: ή να αρνηθεί κατηγορηματικά να σηκωθεί από το κρεβάτι της αν εκείνος δεν έφευγε από το δωμάτιο, κινδυνεύοντας έτσι να τον κάνει να θυμώσει, με αποτέλεσμα να αρνηθεί οποιοδήποτε συζήτηση μαζί της, ή να τον αφήσει να νομίζει ότι είχε κερδίσει αυτόν το γύρο και να συμμορφωθεί πειθήνια με αυτό που της είχε πει, ώστε να μπορέσει να έχει μαζί του τη ζωτική γι' αυτή συζήτηση, τώρα που εκείνος ήταν ακόμα σε καλή διάθεση. Σφίγγοντας τα δόντια της από αγανάκτηση, η Σάρα σηκώθηκε από το κρεβάτι, πήρε τα καθαρά της εσώρουχα από το βαλιτσάκι της, καθώς και τα ρούχα που φορούσε την προηγούμενη μέρα από την ντουλάπα και χωρίς να κοιτάξει καθόλου προς το μέρος του ξεκίνησε για το μπάνιο, προσπαθώντας με το ένα της χέρι να συγκροτήσει επάνω της το σκισμένο νυχτικό της ώστε να μη χάσκει αποκαλυπτικά. Εκείνος την ακολούθησε. «Σε παρακαλώ να φερθείς σαν τζέντλεμαν και να σταθείς με την πλάτη γυρισμένη προς το μέρος μου», κατάφερε να πει η Σάρα ψυχρά, καταπνίγοντας τη διάθεσή της να του βάλει τις φωνές. «Υπόσχομαι ότι δε θα πλησιάσω τα ξυράφια σου», πρόσθεσε. Λίγο αργά, συνειδητοποίησε ότι τα λόγια της ακούστηκαν κάπως παράταιρα για κάποια που μόλις πριν από μερικές ώρες υποτίθεται ότι ήταν έτοιμη να αυτοκτονήσει από την απελπισία της. Μια αναλαμπή σπίθισε στα γοητευτικά του μάτια, αλλά η Σάρα δεν πρόλαβε να δει αν ήταν σπίθα ευθυμίας, γιατί εκείνος, υπακούοντας στην παράκλησή της, της γύρισε την πλάτη. Με λύπη της απέκλεισε την περίπτωση να κάνει μπάνιο ή ντους και στάθηκε μπροστά στο νιπτήρα. Θα έπλενε τα δόντια της και το πρόσωπό της και ύστερα θα φορούσε βιαστικά τα ρούχα της και θα ήταν έτοιμη να κάνει μια πολιτισμένη συζήτηση μαζί του. Και αν έπαιζε σωστά τα χαρτιά της, αυτή η συζήτηση θα κατέληγε προς όφελος της. Αφού τέλειωσε με το πλύσιμο της, τράβηξε το νυχτικό πάνω από το κεφάλι της, βογκώντας μέσα της καθώς το άκουγε να σκίζεται ακόμα περισσότερο. Και τότε αντίκρισε το πρόσωπό του, με μια αθώα και μειλίχια έκφραση ζωγραφισμένη στα χαρακτηριστικά του. Και τον χαστούκισε. Εκείνος δεν έκανε πίσω. Την άρπαξε από τα δυο της χέρια και την κράτησε σφιχτά. Έδειχνε σαν να ήταν συνηθισμένος να δέχεται κάθε μέρα χαστούκια από γυναίκες, πράγμα παράλογο, σκέφτηκε η 55


Σάρα, επειδή καμιά γυναίκα δε θα ήθελε να χτυπήσει αυτό τον ωραίο σατανά. Εκτός από μένα φυσικά, θύμισε στον εαυτό της καθώς πάλευε, με πρόσωπο κατακόκκινο από αμηχανία, να ελευθερώσει τα χέρια της. Εκείνος όμως τα έσφιξε ακόμα πιο δυνατά, ενώ η βελούδινη φωνή του έπαλλε από αισθησιασμό, όταν τη ρώτησε: «Προς τι όλη αυτή η παρθενική αντίδραση; Ξέχασες ότι όλα αυτά τα έχω ξαναδεί; Εσύ μου τα έδειξες». «Εγώ δεν έκανα τέτοιο πράγμα!» του αντιγύρισε αγανακτισμένη. Ωστόσο, θα είχε κάνει καλά να κρατήσει τη γλώσσα της γιατί η φλόγα στα πυρωμένα βάθη των ματιών του έγινε πιο δυνατή και πιο επίφοβη. «Έχω δει κάθε ηδονική λεπτομέρεια του κορμιού σου και το έχω κρατήσει στην αγκαλιά μου, βυθιστήκαμε μαζί στο πουπουλένιο στρώμα...» «Θα πάψεις επιτέλους;» φώναξε η Σάρα. Αν τα χέρια της ήταν ελεύθερα, θα είχε κλείσει τα αυτιά της για να μην ακούει την αισθησιακή του φωνή. Τα λόγια του την είχαν φέρει σε αλλόφρονα κατάσταση και ο τρόπος που το βλέμμα του περιπλανιόταν νωχελικά στο κορμί της είχε ανάψει φωτιές μέσα της. «Άφησέ με!» στρίγκλισε με ένα λυγμό. «Σε παρακάλεσα να γυρίσεις την πλάτη σου!» «Το παραδέχομαι», απάντησε εκείνος μελιστάλαχτα, κάνοντάς τη να αναρωτηθεί πώς ήταν δυνατό να δείχνει τόσο αθώος και τόσο πρόστυχος ταυτόχρονα. «Κι αυτό έκανα. Δε μου είχες πει όμως πόση ώρα θα καθόμουν με την πλάτη γυρισμένη». Την τράβηξε κοντά του. Η Σάρα άφησε ένα αδύναμο βογκητό καθώς τα στρογγυλά της στήθη ακούμπησαν καυτά στο πουκάμισό του. Οι σκληρές θηλές της θα έμοιαζαν σαν να τον προκαλούσαν, ενώ τα πόδια της δεν την κρατούσαν πια και από στιγμή σε στιγμή θα γαντζωνόταν πάνω του για να στηριχτεί. Και ύστερα; Ύστερα θα βρισκόταν, χωρίς καλά-καλά να το καταλάβει, στο κρεβάτι μαζί του! «Ώρα να ντυθείς», δήλωσε εκείνος, αφήνοντάς την κατάπληκτη ήταν το μόνο που η Σάρα δεν περίμενε να ακούσει. «Αλλιώς η Ροζαλία θα αναρωτιέται γιατί καθυστερούμε για το πρωινό. Αν και, έπειτα από την πληροφορία που της έδωσα, θα καταλάβει τι είναι αυτό που μας κρατάει στο δωμάτιο». Τα λόγια του την μπέρδεψαν ακόμα περισσότερο. Τον αισθάνθηκε να την αφήνει ελεύθερη και συνήλθε μόνο όταν συνειδητοποίησε ότι κρατούσε στο ένα του χέρι το καθαρό δαντελένιο σουτιέν της και στο άλλο το σλιπάκι της. «Δώσ’ μου τα εμένα αυτά!» Η Σάρα άπλωσε επιτακτικά το χέρι της, ενώ η οργή και η ταπείνωση είχαν ρίξει ένα κόκκινο πανί μπρο-

56


στά στα μάτια της. Ω Θεέ μου, πόσο τον μισούσε! Την έφερνε σε δύσκολη θέση και την ταπείνωνε με κάθε ευκαιρία. Κι όταν σκέφτηκε πώς είχε νιώσει καθώς τα μάτια του περιπλανιόνταν αναιδέστατα στο κορμί της, ήθελε να ανοίξει η γη να την καταπιεί. Εκείνος έκανε δυο βήματα και η καρδιά της Σάρας κόντεψε να εκραγεί. Τα λεπτά, ωραία του δάχτυλα κρατούσαν ακόμα τα δαντελένια της εσώρουχα. «Έλα τώρα, μην εκνευρίζεσαι», της είπε με μελιστάλαχτη φωνή που την εξόργισε ακόμα περισσότερο. «Σου κάνει κακό στα νεύρα. Θα σε βοηθήσω να ντυθείς και ύστερα θα πάμε για το πρωινό. Δε σου αρέσει αυτό;» Να της αρέσει! Τίποτα δεν της άρεσε σ’ αυτό το κτήνος! Ήταν πρόστυχος, πολύ πρόστυχος! Άκου εκεί να την ντύσει! Μήπως νόμιζε ότι ήταν ανίκανη; Ότι ήταν ηλίθια; Του ξέφυγε σαν χέλι κι έκανε μια βουτιά για να αρπάξει τα ρούχα της. Θα τα φορούσε χωρίς εσώρουχα. Φόρεσε το παντελόνι της και το πουκάμισό της, που ήταν τσαλακωμένα και βρόμικα από το ταξίδι. Τα δάχτυλά της κούμπωσαν σπασμωδικά τα κουμπιά του πουκαμίσου, ενώ τον κεραυνοβολούσε με το βλέμμα, ανάμεσα από τα λαμπερά, ξανθά μαλλιά της που είχαν ξεχυθεί στους ώμους της και είχαν πέσει στα μάτια της. «Το βλέπεις; Πείστηκες τώρα ότι μπορώ να ντυθώ και μόνη μου;» Παραμέρισε με το χέρι της τα μαλλιά από το πρόσωπό της. Και τότε τον είδε να γέρνει το κεφάλι του στο πλάι, σαν να σκεφτόταν, και να έρχεται προς το μέρος της, παρατώντας τα εσώρουχά της σ’ ένα σκαμνί. Η Σάρα οπισθοχώρησε πανικόβλητη, αλλά ο χώρος δεν ήταν αρκετός και -πολύ αργά- συνειδητοποίησε ότι είχε κολλήσω στον τοίχο και ότι το κορμί του της έκλεινε το δρόμο. Οι γοφοί του την πίεζαν στον κρύο μαρμάρινο τοίχο και τα μακριά του δάχτυλα γλιστρούσαν στο γιακά του πουκαμίσου της. «Άφησέ με ήσυχη!» ούρλιαζε η Σάρα, προσπαθώντας να εμποδίσει το χέρι του, αλλά εκείνος ήταν πιο γρήγορος και πιο πονηρός. «Κούμπωσες στραβά τα κουμπιά του πουκαμίσου σου», της είπε και η μειλίχια φωνή του την έκανε έξω φρενών. «Θα μου επιτρέψεις να σου τα κουμπώσω σωστά», πρόσθεσε, ενώ τα ζεστά του δάχτυλα χάιδευαν τη φλέβα που έπαλλε στο λαιμό της. Ύστερα κατέβηκαν απαλά ανάμεσα στα στήθη της, που ξαφνικά είχαν αρχίσει να ερεθίζονται και της κούμπωσε σωστά τα κουμπιά. Εκείνα τα ατσάλινα δάχτυλα που ανεβοκατέβαιναν στο στήθος της χαϊδεύοντας το άναβαν φλόγες στο κορμί της, θόλωναν το μυαλό της και την έκαναν εντελώς ανίκανη να καταπολεμήσει την αίσθηση ότι πνιγόταν σε ζεστό μέλι... 57


«Ορίστε! Τώρα είναι τέλεια». Τα μάτια του καρφώθηκαν με μια λάμψη ικανοποίησης στα δικά της. Πέρασε το χέρι του από πάνω ως κάτω στο πουκάμισό της, σχεδόν αδιάφορα, σαν να ήθελε να βεβαιωθεί ότι είχε κάνει καλή δουλειά. Τη Σάρα, όμως, η κίνησή του την επηρέασε έντονα. Το άγγιγμά του, η πίεση των γοφών του πάνω στους δικούς της κόντευαν να την εκτινάξουν στα ουράνια. Μισούσε τον εαυτό της για την αυθόρμητη ανταπόκρισή της και για πρώτη φορά στη ζωή της δεν ήξερε πώς να αντιμετωπίσει ένα πρόβλημα. Κόντεψε να κλάψει από ανακούφιση όταν εκείνος έκανε πίσω. «Ώρα για το πρωινό», της είπε. «Εκτός κι αν έχεις σκοπό να σπαταλήσεις άλλη μισή ώρα για να μακιγιάρεις το πρόσωπό σου». Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της και τότε ο Φρανσίσκο, πιάνοντάς την από τον αγκώνα, την οδήγησε έξω από την κρεβατοκάμαρα. Η Σάρα τον ευγνωμονούσε γιατί τη στήριζε με το μπράτσο του διαφορετικά υπήρχε κίνδυνος να σωριαστεί. Η επόμενη ερώτησή του όμως τη γέμισε αγανάκτηση, εξουδετερώνοντας έτσι τη μαγική έλξη που ασκούσε επάνω της. «Το συνηθίζεις να φοράς ρούχα που σε κάνουν να μοιάζεις με απόβλητη της κοινωνίας;» της είπε. Η Σάρα έσπρωξε το χέρι του από τον αγκώνα της. «Ποιος φταίει γι’ αυτό;» του αποκρίθηκε με φωνή παγερή. «Αυτά είναι τα ρούχα που φορούσα στο ταξίδι άνετα και πρακτικά. Δεν είχα σκοπό να διασχίσω τη μισή Ισπανία μέσα σ’ αυτή την αφόρητη ζέστη ούτε να μείνω εδώ περισσότερο από μια νύχτα. Αν το ήξερα ότι θα έπεφτα θύμα απαγωγής και ότι θα υποχρεωνόμουν να μείνω ώσπου να με ανταλλάξουν με κάποια άλλη, τότε θα είχα φροντίσει να φέρω και τα ανάλογα ρούχα. Ωστόσο, ούτε τα ρούχα που φοράω ούτε η εμφάνισή μου είναι πράγματα που σε αφορούν», κατέληξε. «Α, με αφορούν», απάντησε εκείνος ήρεμα και την κοίταξε από την κορυφή ως τα νύχια. «Όταν είμαι υποχρεωμένος να σε κοιτάζω δεν ξέρω κι εγώ για πόσον καιρό- νομίζω ότι δικαιούμαι να έχω γνώμη γι’ αυτό που θα αντικρίζουν τα μάτια μου, δε συμφωνείς;» Όχι, δε συμφωνούσε, αλλά δε θα έχανε την ώρα της για να αντιδικήσει μαζί του. Η Σάρα διέσχισε με το κεφάλι ψηλά την αψιδωτή στοά κι έφτασε στην άλλη άκρη, όπου κάτω από τον ήλιο που έπεφτε κατακόρυφα τους περίμενε ένα τραπέζι στρωμένο για το πρωινό. Η γνώμη του γι’ αυτή δεν την είχε πληγώσει. Και βέβαια δε με πλήγωσε, διαβεβαίωσε τον εαυτό της. Εκείνο που την είχε κάνει δυστυχισμένη ήταν αυτό το «δεν ξέρω κι εγώ για πόσον καιρό», πράγμα που σήμαινε ότι όσο κι αν τον είχαν ανησυχήσει τα περιστατικά της προηγούμενης νύχτας, δε σκόπευε να τη βάλει στο πρώτο αεροπλάνο 58


για την Αγγλία και να απαλλαγεί από την ευθύνη της. Τα πράγματα της είχαν έρθει ανάποδα, που να πάρει η οργή! Θα φρόντιζε όμως να τα διορθώσει και να επωφεληθεί από την κατάσταση που είχε δημιουργηθεί την προηγούμενη νύχτα. Και θα άρχιζε τώρα αμέσως. Τη στιγμή που εκείνος καθόταν στην πολυθρόνα απέναντι της, του έριξε ένα θλιμμένο, ξεψυχισμένο βλέμμα και ύστερα κάρφωσε τα μάτια της στο κατάλευκο τραπεζομάντιλο. Κι έμεινε σ’ αυτή τη στάση ώσπου λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, λες και κάποιος είχε χτυπήσει ένα βουβό κουδούνι, εμφανίστηκε μια στρουμπουλή κυρία, με το στρογγυλό της πρόσωπο όλο χαμόγελα και με τα γκρίζα της μαλλιά τραβηγμένα πίσω σε έναν περίπλοκο κότσο. Ασθμαίνοντας ελαφρά, ακούμπησε στο τραπέζι το περιεχόμενο του δίσκου που κρατούσε κανάτες με παγωμένη πορτοκαλάδα και αχνιστό καφέ, καθώς και φρυγανισμένα, ζεστά ψωμάκια, τυλιγμένα σε λινές πετσέτες. Τα καλοκάγαθα μάτια της έριχναν κλεφτά βλέμματα, σαν να προσπαθούσε να ανακαλύψει πίσω από το ατημέλητο παρουσιαστικό της καινούριας ερωμένης του αφεντικού της κάτι που να άξιζε τον κόπο να προσελκύσει το ενδιαφέρον του. Η Σάρα ένιωσε ταπείνωση. Έγινε κατακόκκινη και με κόπο συγκρατήθηκε για να μην αρχίσει να στριφογυρίζει αμήχανη στην πολυθρόνα της. «Αυτή είναι η Ροζαλία», είπε ο Φρανσίσκο με ύφος ελαφρά ειρωνικό. «Δε μιλάει αγγλικά, αλλά οι συστάσεις περιττεύουν, γιατί ξέρει ποια είσαι». «Η τελευταία σου ερωμένη! Είσαι απαίσιος!» Μόλις ξεστόμισε την κατηγορία της, η Σάρα το μετάνιωσε. Αν ήθελε να πετύχει το σχέδιό της, έπρεπε να παριστάνει την ψυχικά εξουθενωμένη κι όχι τη γυναίκα που έχει το κουράγιο να του επιτίθεται. Εκείνος όμως δεν έδωσε σημασία στην έκρηξή της και σερβίρισε χυμό σε δυο ποτήρια. «Ο γιος της, ο Μάρκος», την πληροφόρησε, «μαθαίνει αγγλικά για να πάει στην Αμερική όπου έχει συγγενείς. Μη σου μπει όμως καμιά ιδέα να απευθυνθείς σ’ αυτόν, ζητώντας του να σε βγάλει από εδώ μέσα κρυμμένη στο καλάθι με τα άπλυτα. Δε θα πετύχαινες τίποτα αν το έκανες αυτό. Αν όχι τίποτ’ άλλο, το προσωπικό μού είναι πιστό πάντα». Ακούμπησε πίσω στην πολυθρόνα του και της έδειξε την κανάτα με τον καφέ. «Θα αναλάβεις χρέη οικοδέσποινας;» Οι ελπίδες της έσβησαν εντελώς. Ήταν φανερό ότι ο δεσμοφύλακάς της δεν είχε σκοπό να την ελευθερώσει από οίκτο. Συμμορφώθηκε λοιπόν με την υπόδειξή του και σερβίρισε τον καφέ. «Θα πρέπει να είναι πιστοί ή τρελοί», μουρμούρισε με ύφος κατσούφικο, «για να 59


έχουν αναλάβει μόνοι τους τη φροντίδα αυτού του τεράστιου κτιρίου που μοιάζει με στρατώνα». «Το σπίτι μου δεν είναι στρατώνας», την πληροφόρησε εκείνος με ύφος ψυχρό. «Όταν φτιάξει η διάθεσή σου, θα σου δείξου πόσο όμορφο είναι. Και διαθέτω αρκετό προσωπικό, τόσο για το σπίτι όσο και για τα κτήματα. Το προσωπικό του σπιτιού, εκτός από τη Ροζαλία και τον Μάρκος, έχει άδεια. Τους δίνω άδεια έναν ολόκληρο μήνα κάθε χρόνο. Η Ροζαλία θα πάρει τη δική της αργότερα και θα την περάσει με την παντρεμένη κόρη της και τα εγγόνια της στην κοιλάδα κάτω, ενώ ο Μάρκος, όπως σου είπα, θα πάει στην Αμερική. Μπορείς, λοιπόν, να τελειώσεις το πρωινό σου με ελαφριά καρδιά τώρα που έμαθες ότι δε μεταχειρίζομαι τους ανθρώπους μου σαν να είναι κτήνη και ότι δεν τους βγάζω το λάδι στη δουλειά». «Η καρδιά μου θα ήταν απείρως πιο ελαφριά αν με άφηνες να φύγω», αντιγύρισε εκείνη. Αρκετά είχε συγκρατηθεί ως τώρα. Κι αν αυτό δεν ταίριαζε με τη νευρωτική εικόνα που ήθελε να παρουσιάσει, τόσο το χειρότερο. Το κόλπο της δεν είχε πιάσει και είχε βαρεθεί να παίζει αυτόν το ρόλο. Καιρός ήταν να του μιλήσει έξω από τα δόντια και να λάμψει η αλήθεια κάτω από τον ήλιο. Μόλις σκέφτηκε τον ήλιο, συνειδητοποίησε ότι τόση ώρα την έλουζαν οι θερμές του αχτίδες και το κορμί της μούσκεψε στον ιδρώτα. Τη ζέσταινε το κλειστό βαμβακερό της πουκάμισο και ένιωθε ότι είχε χλομιάσει. «Δεν έχω πρόθεση να σε αφήσω να φύγεις», τόνισε εκείνος με ύφος νωχελικό. «Είσαι ο άσος που έχω στο μανίκι μου. Χωρίς εσένα, οι δυνατότητές μου να εξαναγκάσω εκείνον το γεροπαραλυμένο να μου δώσει πίσω την αδερφή μου μειώνονται κατά πολύ». Η Σάρα δεν μπορούσε να σκεφτεί την κατάλληλη απάντηση και προτίμησε να μείνει σιωπηλή. Όταν όμως τον είδε να σκύβει ξαφνικά προς το μέρος της και να την κοιτάζει με μάτια μισόκλειστα και με ένα ενδιαφέρον που δεν ήταν εντελώς προσποιητό, ένιωσε την ανάσα της να πιάνεται. «Δεν άγγιξες το φαγητό σου, σενιορίτα. Μήπως είσαι άρρωστη;» Το βλέμμα του διέτρεξε τη χλομή, υγρή επιδερμίδα της και στάθηκε στα τρεμάμενα χείλη της. Δε θα του έδινε όμως την ικανοποίηση να καταλάβει πόσο την είχε συγκινήσει το ενδιαφέρον του, επειδή δεν έπρεπε να τη συγκινεί, επειδή δεν έπρεπε να σημαίνει τίποτα γι’ αυτή. Και δε σήμαινε. «Πώς θέλεις να είμαι κάτω από αυτές τις συνθήκες;» του πέταξε κοφτά. «Να ακτινοβολώ;» Άπλωσε το χέρι της και, παίρνοντας ένα ψωμάκι, το άλειψε με 60


μέλι. Δεν ήταν παράξενο που αισθανόταν άρρωστη δεν είχε φάει τίποτα εδώ και είκοσι τέσσερις ώρες. «Με φέρνεις εδώ και με κρατάς κλειδωμένη. Πώς περιμένεις να αισθάνομαι; Και τι θα γίνει με τη δουλειά μου; Θα πάει κατά διαόλου χωρίς εμένα. Όταν με ελευθερώσεις, θα σου κάνω μήνυση για παράνομη κατακράτηση και για απώλεια εισοδήματος και...» Όσο πήγαινε και φούντωνε. Χωρίς να το καταλάβει, πήρε άλλο ένα ψωμάκι. «Κι εγώ έχω έμπιστο προσωπικό. Η Τζένη, παραδείγματος χάρη, ξέρει πού πήγα. Και αν δεν εμφανιστώ, θα απευθυνθεί στις ισπανικές Αρχές και θα ζητήσει να διεξαγάγουν έρευνες για να με βρουν. Και τότε εύκολα θα με εντοπίσουν». Η έξαψή της την έκανε να χειρονομεί νευρικά. «Υπάρχει ο υπάλληλος της ρεσεψιόν στην Αρκος, ο οδηγός του ταξί που με έφερε εδώ. Και μην ξεχνάς τη γειτόνισσα του μπαμπά. Έτσι όπως σου έκανε τα γλυκά μάτια, δε νομίζω ότι θα έχει ξεχάσει τόσο γρήγορα το πρόσωπό σου!» Δάγκωσε θριαμβευτικά το ψωμάκι της, περιμένοντας να δει την ανησυχία να ζωγραφίζεται στο ωραίο του πρόσωπο απέναντι της. Θα ήταν τουλάχιστον ανόητος αν δεν είχε συνειδητοποιήσει πόσο εύκολα θα εντόπιζαν την αιχμάλωτη του μόλις γινόταν γνωστή η εξαφάνισή της. Το στομάχι της όμως έγινε κόμπος όταν είδε ένα ελαφρά συμπονετικό χαμόγελο στις άκρες των χειλιών του. «Τηλεφώνησα στο γραφείο σου σήμερα το πρωί, την ώρα που κοιμόσουν», την πληροφόρησε με ύφος ανέμελο. «Αυτή η Τζένη έδειξε μεγάλη κατανόηση. Κατάλαβα ότι της είχες τηλεφωνήσει χτες το απόγευμα και της είχες πει ότι θα έμενες εδώ λίγο περισσότερο απ’ όσο είχες λογαριάσει. Της είπα ποιος ήμουν και της θύμισα ότι είχαμε συναντηθεί στο γραφείο σου. Ύστερα της εξήγησα ότι η μοίρα μάς είχε κάνει να συναντηθούμε ξανά, ότι δεν μπορούμε να ξεκολλήσουμε ο ένας από τον άλλον και ότι μένουμε μαζί για να εξετάσουμε τις προοπτικές της σχέσης μας. Με όλα αυτά, η κατανόηση που έδειξε ήταν ακόμα μεγαλύτερη. Φαντάσου ότι με παρακάλεσε να σου πω ότι δεν είναι ανάγκη να βιαστείς και ότι θα τα βγάλει πέρα μόνη της. Στο τέλος μου είπε ότι είμαι πολύ καλύτερος από τον νεαρό με τον οποίο έβγαινες πριν». Σήκωσε ερωτηματικά το φρύδι του. «Πρόκειται για σοβαρό δεσμό; Μη στενοχωριέσαι. Είμαι σίγουρος ότι θα βρεις μια δικαιολογία για να εξευμενίσεις τον νεαρό. Έχω παρατηρήσει ότι είσαι πολύ εφευρετική. Στο κάτω κάτω, δεν έχεις παρά να του πεις την αλήθεια. Αναρωτιέμαι, ωστόσο, αν θα σε πιστέψει!» Στον Νάιτζελ Μπέινς δε θα έλεγε τίποτα η Σάρα. Αυτή η χλιαρή σχέση δεν οδηγούσε πουθενά ούτε την ενδιέφερε. Το μόνο πράγμα 61


που την έκανε έξαλλη ήταν ότι ο Φρανσίσκο είχε προχωρήσει ξανά ένα βήμα μπροστά από την ίδια. Είχε την ικανότητα να είναι πολύ πειστικός με τη βραχνή, αισθησιακή φωνή του. Η Τζένη πολύ εύκολα θα είχε χάψει τα παραμύθια του για ένα μεγάλο πάθος. Με τη ρομαντική της καρδιά, θα έβαζε τα δυνατά της για να πάει καλά το γραφείο και θα έκανε σχέδια για το φόρεμα που θα φορούσε στο γάμο! «Είσαι απαίσιος!» μουρμούρισε νιώθοντας τα μάτια της να τσούζουν από τα δάκρυα, που πάσχισε να τα συγκρατήσει πιέζοντας τα βλέφαρά της με τα χέρια της. Δεν είχε κλάψει ποτέ και δε θα έκλαιγε τώρα εξαιτίας του! Η Σάρα είχε ανάψει ολόκληρη, είχε εξοργιστεί και είχε λερώσει το πουκάμισό της με μέλι που είχε στάξει από το ψωμάκι. Το χειρότερο όμως ήταν ότι δεν είχε τη δυνατότητα να μείνει μόνη και να βγάλει το πουκάμισό της για να το πλύνει, φορώντας το σουτιέν της όση ώρα θα στέγνωνε. Εκείνος θα την ακολουθούσε σαν καταραμένη σκιά, μ’ εκείνο το ψεύτικο ενδιαφέρον ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του και ύστερα θα την κατηγορούσε ότι του έκανε επίδειξη για να προκαλέσει το ενδιαφέρον του. Και στο τέλος θα της έλεγε πάλι «ευχαριστώ, αλλά δε θα πάρω», επειδή δε θα του άρεσε αυτό που του προσφερόταν. Σε ποιον θα άρεσε άλλωστε κάποια τόσο... ασουλούπωτη; Ω, πόσο τον μισούσε! «Μην κλαις». Η φωνή του ακούστηκε σαν βελουδένιος ψίθυρος καθώς της τραβούσε τα χέρια από το πρόσωπό της. Η Σάρα ρίγησε, νιώθοντας γυμνή και ευάλωτη κάτω από το αιφνίδια συμπονετικό και γεμάτο κατανόηση βλέμμα του. «Δεν πρέπει να είσαι δυστυχισμένη. Ο πατέρας σου θα πάρει γρήγορα το μήνυμα. Στο μεταξύ, εσύ μπορείς να ηρεμήσεις και να απολαύσεις τη διαμονή σου εδώ. Δε θα είσαι πια κλειδωμένη και υπάρχουν πολλά να δεις. Θα μείνεις λίγο καιρό και ποιος ξέρει;- μπορεί να ανακαλύψεις ένα διαφορετικό είδος ελευθερίας κοντά μου. Την ελευθερία της περιπλάνησης μαζί μου κάτω από το ζεστό ήλιο της Ισπανίας, της αίσθησης του θερμού αέρα στα μαλλιά, στο πρόσωπο και στο κορμί σου. Μπορείς να απολαύσεις το δροσερό χάδι των νερών του ποταμού που κατεβαίνει από το βουνό, την ηδονή του καλού κρασιού στο λαρύγγι σου, το άρωμα των αγριολούλουδων. Μπορεί να ανακαλύψεις την ελευθερία που σου προσφέρει η χαρά της κάθε στιγμής, μπορεί να ανακαλύψεις τι υπάρχει μέσα σου...» Η Σάρα είχε κλείσει τα μάτια της και ο κόμπος στο λαιμό της άρχισε να διαλύεται. Η αισθησιακή και πλανεύτρα φωνή του και όσα

62


έλεγε έφταναν ως το υποσυνείδητό της και ανέσυραν από εκεί ανάγκες και φαντασιώσεις που ποτέ δεν ήξερε ότι υπήρχαν μέσα της. Ήταν σχεδόν έτοιμη να υποκύψει στα υπέροχα οράματα που της είχαν εμπνεύσει τα λόγια του. Σχεδόν... «Στο τέλος, αν έμπαινες στον κόπο να κοιτάξεις λίγο πιο βαθιά, μπορεί να ανακάλυπτες ότι δεν είμαι το τέρας που πιστεύεις ότι είμαι», συνέχισε εκείνος. «Είμαι εδώ, μαζί σου». Τα χέρια του έσφιξαν τα δικά της. «Εξερεύνησέ με». Αυτό ήταν! Αυτό την έφερε πίσω στα συγκαλά της. Να τον εξερευνήσει; Όχι, ευχαριστώ! Ούτε καν θα προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε ο δεσμοφύλακάς της. Άνοιξε το στόμα της για να του το πει, αλλά εκείνος της έκλεισε τα χείλη ακουμπώντας το δάχτυλό του στο στόμα της. Το άγγιγμά του άναψε φλόγες μέσα της. Ώσπου να συνέλθει η Σάρα από τη συγκλονιστική αίσθηση που της προκάλεσε η χειρονομία του, εκείνος βρήκε την ευκαιρία να σηκωθεί. «Θα λείψω για μισή ώρα», της είπε. «Σου υπόσχομαι ότι δε θ' αργήσω περισσότερο. Περίμενέ με εδώ, κάτω από τη σκιά της συκιάς. Σου ετοιμάζω μια μικρή έκπληξη». Τα δόντια του άστραψαν κατάλευκα πάνω στο ηλιοκαμένο του πρόσωπο. «Όση ώρα με περιμένεις, ακούγοντας τη μουσική του σιντριβανιού και αφήνοντας τις αισθήσεις σου να ξελογιαστούν από το άρωμα των κρίνων, σκέψου όσα σου είπα. Και σε λίγο θα είμαι όλος δικός σου».

63


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Αν ο Φρανσίσκο είχε την εντύπωση ότι η Σάρα θα επέτρεπε στον εαυτό της να ξελογιαστεί από οτιδήποτε -από τα κρίνα ή από εκείνοντότε καλά θα έκανε να αναθεωρήσει τη στρατηγική του. Γιατί σίγουρα είχε καταστρώσει μια στρατηγική. Τα μάτια της Σάρας είχαν γίνει δυο πράσινες σχισμές καθώς καθόταν κάτω από τη σκιά της πελώριας συκιάς. Έκλεισε αποφασιστικά τα αυτιά της για να μην ακούει το κελάρυσμα του νερού από το σκαλιστό πέτρινο σιντριβάνι. Είχε ανάγκη από περισυλλογή. Έπρεπε να σκεφτεί, κάνοντας την καρδιά της πέτρα και επιστρατεύοντας τη λογική της. Βέβαιη τώρα πια ότι εκείνος είχε σκοπό να της προκαλέσει σύγχυση και να την αποπροσανατολίσει, έπρεπε να καταστρώσει ένα σχέδιο για να τον προκαταλάβει και να εμποδίσει κάθε του κίνηση. Αρχικά την είχε μεταχειριστεί σαν εχθρό, σκληρά και ανελέητα, και ύστερα πέρασε στις προσβολές -όπως το προηγούμενο βράδυ όταν, αφού την είχε καταβροχθίσει με τα μάτια του, της είχε γυρίσει την πλάτη και της είχε πει «όχι, ευχαριστώ». Και το ίδιο πράγμα είχε συμβεί σήμερα το πρωί. Με τα φιλιά του και τα χάδια του είχε κάνει το κορμί της να λιώσει και η Σάρα, έχοντας χάσει το μυαλό της, ήταν πρόθυμη να κάνει έρωτα μαζί του μπορεί να έπεφτε ακόμα και στα γόνατα ικετεύοντάς τον να της κάνει έρωτα! Εκείνος όμως, λέγοντάς της ότι ήταν ασουλούπωτη, την είχε αποδιώξει, ψυχρά αρνούμενος αυτό που σίγουρα είχε καταλάβει ότι του πρόσφερε - ή μάλλον που ήταν έτοιμη να του προσφέρει αν εκείνος είχε προχωρήσει ένα ακόμα βήμα. Και ύστερα, κατά τη διάρκεια του πρωινού, όταν είχε αφήσει να φανεί ότι το μαχητικό της πνεύμα είχε επανέλθει σε όλη του τη δόξα, εκείνος είχε επιστρατεύσει τη δύναμη της βραχνής, σεξουαλικής φωνής του, μιλώντας για τον αέρα των βουνών, για το κρασί και τα αγριολούλουδα. Είχε μάλιστα το θράσος να την παροτρύνει να τον... εξερευνήσει! Από το στόμα της βγήκε ένα περιφρονητικό επιφώνημα και κά64


θισε στον ξύλινο πάγκο που περιέβαλλε τον κορμό της αιωνόβιας συκιάς με τα πόδια τεντωμένα μπροστά. Ο Φρανσίσκο Γκαρσία Κασάλς προχωρούσε με βάση το σχέδιό του, που ήταν να την αποπλανήσει η Σάρα ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Η ίδια ήταν πολύ ασήμαντη, πολύ συνηθισμένη γυναίκα για έναν άντρα όπως εκείνος, έναν άντρα που ασφαλώς θα μπορούσε να διαλέξει την ωραιότερη γυναίκα στον κόσμο. Ούτε καν η ανία του, όσο περίμενε την απάντηση του πατέρα της, δεν αρκούσε για να τον παρακινήσει να κάνει έρωτα μαζί της. Η μόνη λοιπόν λογική εξήγηση της συμπεριφοράς του ήταν η επιθυμία του να της προκαλέσει σύγχυση και να την αποπροσανατολίσει. Με την πότε σκληρή και πότε μαλακή στάση του, με τον πότε θερμό και πότε ψυχρό τρόπο με τον οποίο την αντιμετώπιζε, ο Φρανσίσκο είχε σκοπό να την καταντήσει ένα άβουλο πλάσμα χωρίς πνευματική διαύγεια, ώστε η Σάρα να μην μπορεί να επινοήσει ένα σχέδιο για να δραπετεύσει. Αν την κρατούσε κλειδωμένη στο διαμέρισμα, η Ροζαλία θα έμπαινε σε υποψίες. Κι έτσι, η μόνη εναλλακτική λύση που του απέμενε ήταν να της παραχωρήσει μια περιορισμένη ελευθερία και να την παρακολουθεί στενά. Μια κίνηση στην ηλιόλουστη, πλημμυρισμένη από τα αρώματα των λουλουδιών αυλή τράβηξε την προσοχή της Σάρας. Ήταν η Ροζαλία, που καθάριζε το τραπέζι όπου είχαν πάρει το πρωινό τους. Και το έκανε με την ησυχία της. Μήπως ο Φρανσίσκο της είχε δώσει οδηγίες να παρακολουθεί τη «φιλοξενούμενή του;» Μήπως της είχε πει να μην την αφήσει να βγει από το κάστρο για να μη χαθεί στα άγρια ανδαλουσιανά βουνά; Η Σάρα τον είχε ικανό για όλα. Ενώ της είχε πει ότι την άφηνε μόνη για μισή ώρα -αφού είχε προσπαθήσει να τη μαγέψει με τα λόγια του και σχεδόν το είχε καταφέρει- φαίνεται ότι, για καλό και για κακό, είχε βάλει φύλακα τη Ροζαλία. Αποφασίζοντας να επαληθεύσει τη θεωρία της, η Σάρα σηκώθηκε και κατευθύνθηκε σε μια πόρτα. Κάπου πιο πέρα θα έβρισκε την εξωτερική πύλη. Η πόρτα όμως ήταν κλειδωμένη και η Σάρα αισθάνθηκε παγιδευμένη, όπως ακριβώς είχε αισθανθεί όταν την είχε κλειδώσει στο διαμέρισμά του. Η Ροζαλία δεν την είχε ακολουθήσει όπως και ο κύριός της, θα ήξερε πως η φιλοξενούμενή του δεν μπορούσε να βγει από το κάστρο. Και το χειρότερο ήταν ότι ο Φρανσίσκο της είχε πει ψέματα. Της είχε πει ότι δε θα υπήρχαν πια κλειδαριές κι εκείνη τον είχε 65


πιστέψει. Κι όμως θα έπρεπε να περιμένει κάτι τέτοιο από ένα τόσο ύπουλο και αχρείο υποκείμενο. Ωστόσο, η ψευτιά του την είχε πληγώσει αφάνταστα. Η καρδιά της πονούσε και δάκρυα ανέβαιναν στα μάτια της. «Η Ροζαλία μου είπε πού θα σε έβρισκα». Η Σάρα ίσιωσε το κορμί της, πασχίζοντας να καταπνίξει τα πληγωμένα της αισθήματα που σίγουρα θα καθρεφτίζονταν στο πρόσωπό της και γύρισε απότομα. Δεν τον είχε ακούσει να πλησιάζει. «Μου είπες ψέματα!» τον κατηγόρησε. «Είπες ότι δε θα υπάρχουν πια κλειδωμένες πόρτες». Η αίσθηση ότι ο Φρανσίσκο την είχε προδώσει έγινε πιο έντονη μέσα της κάτω από το θερμό, διαπεραστικό του βλέμμα. Και όμως, αν έβαζε τη λογική της να λειτουργήσει, θα καταλάβαινε ότι έπρεπε να ήταν προετοιμασμένη για το ψέμα του, θα έπρεπε να το περιμένει. Κι όταν ένα συμπονετικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στις άκρες των χειλιών του, λες και ήξερε ακριβώς ποια ήταν τα αισθήματά της, η Σάρα τον μίσησε γι’ αυτό. Δεν μπορούσε να αντέξει στην ιδέα ότι ο Φρανσίσκο μάντευε τη συναισθηματική σύγχυση που βασίλευε μέσα της. Τα όποια συναισθήματά της υπήρξαν πάντα λογικά και συγκρατημένα. Και το ότι αυτός ο άντρας ήταν ικανός να την αναστατώνει την έκανε να ντρέπεται, την υποβίβαζε στα δικά της μάτια. «Αν και θα έπρεπε να το περιμένω», του πέταξε με ύφος σαρκαστικό. «Τι σημασία έχουν ένα δυο ψέματα για έναν άντρα που έφτασε στο σημείο να απαγάγει μια εντελώς αθώα, άγνωστή του γυναίκα;» Η Σάρα απέφυγε επιμελώς το βλέμμα του. Τις τελευταίες είκοσι τέσσερις ώρες είχε μάθει ότι εκείνος είχε την ικανότητα, με μια φλογερή ματιά του, να εξουδετερώσει κάθε ίχνος λογικής και αυτοκυριαρχίας μέσα της. Και ποτέ της δεν ξεχνούσε ένα μάθημα που είχε πάρει. Ωστόσο, δεν μπορούσε να αποφύγει τον ήχο της φωνής του. «Με συγχωρείς αν σε αναστάτωσα. Δεν ήταν αυτή η πρόθεσή μου». Εκείνη ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους της. «Ποιος αναστατώθηκε; Τι είναι μια κλειδωμένη πόρτα μπροστά σε όλες τις άλλες ταπεινώσεις στις οποίες με υπέβαλες; Παράτα με ήσυχη!» «Σσσ». Το χέρι του, που είχε πιάσει το μπράτσο της, γλίστρησε και τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν ανάμεσα στα δικά της. Και τότε όλες της οι διαμαρτυρίες πνίγηκαν στο λαιμό της και απέμεινε η αίσθηση των χεριών του που τη μεθούσε. «Έχω κάτι που ελπίζω ότι θα είναι μια ευχάριστη έκπληξη για σένα», συνέχισε εκείνος. «Και αργότερα, θα ξεκλειδώσουμε όλες τις πόρτες και θα σου δείξω πού κρατάμε τα κλειδιά». 66


Ποια νόμιζε ότι κορόιδευε; Της μιλούσε λες και ήταν τριών χρόνων. Τράβηξε απότομα το χέρι της. Θα της έδειχνε πού είναι τα κλειδιά ώστε να μπορέσει να φύγει όποτε της έκανε κέφι; Σίγουρα ο κύριος θα νόμιζε ότι δεν είχε κουκούτσι μυαλό στο κεφάλι της! Και δεν είχε όρεξη να δει την έκπληξη που της ετοίμαζε, όποια και να 'ταν αυτή. Στη σύντομη, αλλά τραυματική εμπειρία της από τη γνωριμία του, όλες οι εκπλήξεις που της είχε κάνει ως τώρα υπήρξαν εξαιρετικά δυσάρεστες! Εκείνος γύρισε αργά και την ατένισε με ένα μικρό, ενοχλητικό χαμόγελο που έκανε ακόμα πιο αισθησιακά τα υπέροχα χείλη του. Και το πρόσωπο της Σάρας έγινε κατακόκκινο από αμηχανία. Ήξερε ότι, με τα τσαλακωμένα και βρόμικα ρούχα της, είχε τα χάλια της, αλλά δεν ήταν ανάγκη να της δείχνει με το ύφος του ότι την έβρισκε σχεδόν κωμική. «Πάψε να είσαι ξεροκέφαλη», την πρόσταξε. «Έλα μαζί μου ήρεμα, γιατί αλλιώς θα σε κουβαλήσω στον ώμο μου. Εμένα το ίδιο μου κάνει». Πράγμα που δεν της άφηνε περιθώρια επιλογής. Κι εκείνος το ήξερε. «Μόνον οι διανοητικά καθυστερημένοι χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να επιβάλουν τη θέλησή τους στους πιο αδύναμους», μουρμούρισε ρίχνοντάς του μια άγρια ματιά. «Δε σου έμαθε κανένας ποτέ πώς να ζητάς κάτι με ευγένεια; Ή μήπως αυτό δεν ταιριάζει με την εικόνα του σκληρού άντρα που θέλεις να παρουσιάζεις;» Το μόνο που κέρδισε η Σάρα ήταν ένα ψυχρό και αγριωπό βλέμμα που την έκανε να ανατριχιάσει. «Εντάξει, έρχομαι», βιάστηκε να πει με δυσαρέσκεια. «Μην περιμένεις ωστόσο να ενδιαφερθώ έστω και ελάχιστα για ό,τι μου ετοιμάζεις. Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει είναι να σε δω πίσω από τα σίδερα της φυλακής». Δεν ήταν η πρώτη φορά που του έλεγε κάτι τέτοιο και δε φάνηκαν να τον ενόχλησαν τα λόγια της, αλλά τουλάχιστον έπαψε να την ατενίζει μ’ εκείνο το παράξενο, αγριωπό του βλέμμα. Αφού διέσχισαν το μακρύ σκιερό περιστύλιο, προσπέρασαν την πόρτα που οδηγούσε στο διαμέρισμά του και μπήκαν σε ένα δροσερό σαλόνι. Η Σάρα, που περπατούσε πίσω του, παρατήρησε αφηρημένα το δωμάτιο, την κομψή του επίπλωση με τις παλιές ταπισερί, τα πέτρινα ανάγλυφα παράθυρα γοτθικού ρυθμού και τα μεγάλα βάζα με τα άσπρα κρίνα που η μυρωδιά τους πλανιόταν στον αέρα. Δε σταμάτησαν όμως στο σαλόνι. Πέρασαν από ένα μεγάλο χολ με ψηλό θολωτό ταβάνι και πάτωμα από γυαλισμένο ξύλο και ανέβηκαν μια επιβλητική γυριστή σκάλα με κιγκλίδωμα -κι αυτή γοτθικού

67


ρυθμού- που πλαισιωνόταν από πορτραίτα με χρυσοποίκιλτες κορνίζες. Τα πορτραίτα απεικόνιζαν κυρίες ντυμένες στα μαύρα, με κολιέ μαργαριταρένια, βεντάλιες και μαντίλες, καθώς και περήφανους αξιωματικούς με φανταχτερές στολές πάνω σε άλογα, με τα σπαθιά τους τραβηγμένα και με μια έκφραση στα πρόσωπά τους το ίδιο σκληρά αλαζονική όσο και του απογόνου τους που προχωρούσε μπροστά από τη Σάρα. Για τη συντήρηση ενός τέτοιου μεγαλόπρεπου αρχοντικού με απέραντους χώρους, γεμάτους με αντίκες μεγάλης αξίας τέλειου από κάθε άποψη- θα χρειάζονταν ασφαλώς πάρα πολλά χρήματα, που μάλλον θα προέρχονταν από τα κτήματα για τα οποία της είχε μιλήσει ο Φρανσίσκο. Η Σάρα σκέφτηκε ότι δε θα μπορούσε να είχε διαλέξει πιο επίφοβο εχθρό ο πατέρας της! Ήταν έτοιμη να ρωτήσει πόσο μακριά είχε σκοπό να την πάει, όταν ο Φρανσίσκο άνοιξε μια πόρτα και την οδήγησε σε μια σουίτα με την πιο φίνα διακόσμηση που μπορούσε να ονειρευτεί κανείς. Και ήταν φανερό ότι ήταν διαμέρισμα φτιαγμένο για να το κατοικήσει γυναίκα. Τα έπιπλα του σαλονιού είχαν την πιο χαριτωμένη μαρκετερί που είχε δει η Σάρα, οι τοίχοι είχαν μπουαζερί σε άσπρο χρώμα, τα υφάσματα των επίπλων ήταν σε γαλάζιες αποχρώσεις, ανάμεικτες με ένα αχνό κίτρινο χρώμα και στην κρεβατοκάμαρα δέσποζε ένα κομψό κρεβάτι με τέσσερις κολόνες και πλούσια άσπρα μεταξωτά παραπετάσματα με φεστόνι από δαντέλα. Μήπως ο Φρανσίσκο είχε σκοπό να την εγκαταστήσει σ' αυτή τη σουίτα; Ούτε που τολμούσε να ελπίσει ότι θα ήταν τόσο ιπποτικός. Θα τον ευγνωμονούσε ακόμα κι αν την έβαζε να κοιμηθεί σε χοιροστάσιο -οπουδήποτε- αρκεί να μην επαναλαμβανόταν η σκηνή της προηγούμενης νύχτας, όταν την είχε υποχρεώσει να κοιμηθεί στο κρεβάτι μαζί του και ένιωθε την αναπνοή του να χαϊδεύει το λαιμό της. Και πραγματικά οι ελπίδες της διαψεύστηκαν πολύ γρήγορα. «Αυτά είναι τα δωμάτια της Ενκαρνασιόν», της είπε με ύφος βλοσυρό. «Μπορείς να διανοηθείς ότι μια νεαρή κοπέλα δε θα ζούσε ευτυχισμένη εδώ; Όπως βλέπεις, είχε όλα όσα επιθυμούσε. Γιατί, λοιπόν, θα ήθελε να το σκάσει με έναν διεφθαρμένο που είχε τα τριπλάσιό της χρόνια; Πες μου, γιατί;» Τα σπανιόλικα μαύρα μάτια του την κάρφωναν και η ένταση ήταν φανερή στη στάση του, έτσι όπως στεκόταν με τους μυς του τεντωμένους και τα πόδια στη διάσταση. Αλλά και στο πρόσωπό του, το σαγόνι του ήταν σφιγμένο και τα χείλη του είχαν γίνει μια λεπτή γραμμή που δεν ταίριαζε καθόλου με τα σμιλεμένα, περήφανα και σκοτεινά χαρακτηριστικά του. 68


«Πού να ξέρω εγώ;» μουρμούρισε η Σάρα δίνοντας έναν αδιάφορο τόνο στη φωνή της για να αμυνθεί ενάντια στην παράφορη οργή του που αμαύρωνε τη χαριτωμένη θηλυκότητα του δωματίου. «Αυτά τα δωμάτια είναι ‘η έκπληξη’ που μου ετοίμαζες; Τι υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω εγώ; Να βγάλω επιφωνήματα θαυμασμού ή να μετακομίσω εδώ;» «Όταν γυρίσει η αδερφή μου, δε θα θέλει να βρει μια ξένη στην κρεβατοκάμαρά της», δήλωσε ο Φρανσίσκο βίαια. «Για τους λόγους που σου έχω εξηγήσει, θα μείνεις εκεί που σε έβαλα μαζί μου. Εντεντίδο!» Το κτήνος! Πήγαν χαμένες οι ελπίδες της. Ποιος όμως νόμιζε ότι ήταν για να τη μεταχειρίζεται όπως του άρεσε και να την κάνει να αισθάνεται ότι ήταν ένα τίποτα; «Α, πολύ κουτό από μέρους μου», είπε η Σάρα σέρνοντας τη φωνή της και χαμηλώνοντας τα βλέφαρά της για να κρύψει το οργισμένο βλέμμα της. «Για μια στιγμή νόμιζα ότι ήσουν έτοιμος να φερθείς με εντιμότητα. Ή μήπως δεν ξέρεις τι σημαίνει αυτό;» «Με εντιμότητα; Τι ξέρεις εσύ από εντιμότητα;» Η καταδίκη που διάβαζε στα μαύρα του μάτια την έκανε να χάσει σχεδόν την ψυχραιμία της, που έτσι κι αλλιώς κρεμόταν από μια κλωστή. Καταβάλλοντας όμως τεράστια προσπάθεια, κατάφερε να του πετάξει με ύφος ψυχρό: «Δεν είμαι ο πατέρας μου, σενιόρ, ούτε ο κηδεμόνας του. Και κατά τη γνώμη μου είσαι το ίδιο αχρείος όσο είναι κι εκείνος. Κι ενώ είμαι εντελώς αθώα σ’ αυτή την υπόθεση, εννοείς να με κρατάς εδώ παρά τη θέλησή μου, τη στιγμή που η αδερφή σου είναι με τον πατέρα μου επειδή το θέλει εκείνη. Αν, λοιπόν, είδα ό,τι ήθελες να δω, θα μου επιτρέψεις να φύγω. Ο αέρας στην αυλή είναι λιγότερο βαρύς. Εκεί τουλάχιστον κόντεψα να πιστέψω ότι δεν ήμουν φυλακισμένη». Ο θυμός έβαψε πορφυρά τα μήλα του προσώπου του και, για μια φοβερή στιγμή, η Σάρα νόμιζε ότι θα τη χτυπούσε επειδή του είχε θυμίσει ότι η Ενκαρνασιόν είχε δική της θέληση και το είχε σκάσει από το σπίτι της με τον Πιρς, ασκώντας το δικαίωμά της να μείνει με τον εραστή της. Ξαφνικά όμως το πρόσωπό του έλαμψε και της χάρισε ένα εκθαμβωτικό χαμόγελο, αφήνοντάς τη με το στόμα ανοιχτό. «Με συγχωρείς», της είπε. «Μπορεί να έχεις την ατυχία να είσαι κόρη του πατέρα σου, αλλά έχεις δίκιο: δεν έχεις κάνει κακό σ’ εμένα ή στους δικούς μου». Της άπλωσε το χέρι σε μια αφοπλιστική χειρονομία. «Μερικές φορές ξεχνιέμαι, σενιορίτα. Πάνω απ’ όλα, είσαι φιλοξενούμενή μου. Σου ζητώ χίλιες φορές συγνώμη». Η ήρεμη αξιοπρέπειά του τη γέμισε θαυμασμό. Ο Φρανσίσκο 69


χρησιμοποιούσε σκληρή γλώσσα όταν ήθελε και είχε μια αυταρχική αλαζονεία που η Σάρα δεν είχε γνωρίσει σε άλλον άνθρωπο. Υπήρχαν όμως και στιγμές σαν αυτή εδώ, όταν αποφάσιζε να χρησιμοποιήσει τη γοητεία του, που η Σάρα τον έβρισκε σχεδόν συμπαθητικό. Αυτό όμως ήταν κακό γιατί ο Φρανσίσκο ήταν εχθρός του πατέρα της και την κρατούσε όμηρο, πράγμα που τον έκανε και δικό της εχθρό. Και δε θα τον συγχωρούσε για τον τρόπο που την είχε μεταχειριστεί, έστω και αν εκείνος επιστράτευε όλη την ευγένεια του κόσμου. Κάνοντας πέτρα την καρδιά της, η Σάρα αγνόησε το χαμόγελό του, που έδειχνε μεταμέλεια, έχοντας την υποψία ότι πίσω από αυτό την κορόιδευε. Και η υποψία της έγινε πιο έντονη όταν ο Φρανσίσκο έκανε μια μεγαλόπρεπη χειρονομία, δείχνοντάς της έναν καναπέ στην άλλη άκρη του δωματίου. «Βλέπεις πόσο καλός είμαι όταν θέλω; Έλα», της είπε. «Ωραία φορέματα για την ωραία κυρία!» Οι ψεύτικες κολακείες δεν πιάνουν σ’ εμένα, είπε μέσα της η Σάρα και δεν κουνήθηκε από τη θέση της. Η εμφάνισή της δεν την είχε απασχολήσει ποτέ ιδιαίτερα. Ήταν κάτι που της το έδωσε ο Θεός. Όταν έμπαινε στον κόπο να επιμεληθεί το ντύσιμό της, γινόταν αρκετά ελκυστική «ωραία» όμως δεν ήταν σε καμιά περίπτωση. Και τώρα έβλεπε ότι επάνω στον καναπέ ήταν απλωμένα διάφορα ρούχα από φίνα υφάσματα σε υπέροχα διαφορετικά χρώματα, σαν να είχε πέσει από τον ουρανό το ουράνιο τόξο. «Έλα να δεις. Μη μου πεις ότι δεν ενδιαφέρεσαι να φορέσεις κάτι άλλο από εκείνο το μουντό γκρίζο πράγμα που έχεις φέρει μαζί σου». Η Σάρα έσφιξε τα δόντια της ακούγοντας τα λόγια του. Δεν ήθελε να του έχει καμιά υποχρέωση. Ωστόσο, δεν μπορούσε να φοράει το ίδιο παντελόνι και το ίδιο πουκάμισο ώσπου να έρθει ο πατέρας της να τη σώσει. Αν ερχόταν ποτέ. Αργά ή γρήγορα, βέβαια, θα επικοινωνούσε με τον ατζέντη του και θα λάβαινε το μήνυμα. Το πιθανότερο όμως ήταν ότι αυτό δε θα γινόταν πολύ σύντομα, ιδιαίτερα μάλιστα αν ήταν απορροφημένος από την καινούρια νεαρή ερωμένη του. Και οπωσδήποτε θα προτιμούσε να κρατήσει την Ενκαρνασιόν, αντί να την ανταλλάξει με την κόρη του, που πάντα τον αποδοκίμαζε! Μήπως η ίδια δεν είχε βάλει σκοπό στη ζωή της να του αποδείξει ότι ήταν απόλυτα ικανή να φροντίσει τον εαυτό της χωρίς οικονομική ή οποιαδήποτε άλλη βοήθεια από μέρους του; Ο πατέρας της, λοιπόν, θα αγνοούσε τις απειλές του Φρανσίσκο, έχοντας επίγνωση ότι η χωρίς φαντασία, ισορροπημένη κόρη του ήταν 70


σε θέση να τα βγάλει πέρα μόνη της. Η Σάρα πήγε αναστενάζοντας προς το μέρος του, ξέροντας ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να συμβιβαστεί με την κατάσταση. Όχι όμως δείχνοντάς του ευγνωμοσύνη. Δεν του χρωστούσε χάρη για τίποτα. «Πού τα βρήκες αυτά;» ρώτησε ψυχρά, πιάνοντας στο χέρι της ένα αραχνοΰφαντο φόρεμα με τριγωνικό ντεκολτέ και χρώμα λευκό, με τιρκουάζ μανικέτια. «Πού νομίζεις ότι τα βρήκα;» απόρησε εκείνος, σηκώνοντας εκφραστικά το ένα του φρύδι. «Στην ντουλάπα της αδερφής μου. Δε συνηθίζω να ντύνομαι γυναικεία όταν κλειδώνομαι στην κρεβατοκάμαρά μου». Η ιδέα της φάνηκε τόσο γελοία που σχεδόν χαμογέλασε. Δε θα τον άφηνε όμως να την παρασύρει. Έσφιξε τα χείλη της, φέρνοντας στη μνήμη της πώς είχε αντιδράσει ο Φρανσίσκο στην ιδέα ότι εκείνη θα χρησιμοποιούσε -δηλαδή θα μόλυνε -την κρεβατοκάμαρα της πολύτιμης αδερφής του. «Δε θα ενοχληθεί η Ενκαρνασιόν αν γυρίσει στο σπίτι και βρει μια ξένη να φοράει τα δικά της ρούχα;» Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του και χαμογέλασε αλαζονικά. «Γιατί να ενοχληθεί; Μπορεί να πετάξει όσα φορέματα χρησιμοποιήσεις. Έχει τόσα πολλά! Ούτε μέχρι να γίνει εκατό χρόνων δε θα έχει προλάβει να τα φορέσει όλα. Διάλεξα ρούχα που ταιριάζουν σε όλα τα μεγέθη. Η Ενκαρνασιόν είναι πιο... πιο γεροδεμένη από εσένα». Η οργή αποτυπώθηκε στα χαρακτηριστικά της. Οι προσβολές που της είχε κάνει ήταν άπειρες και η Σάρα δεν ήξερε σε ποια να πρωτοαπαντήσει. Είχε αρχίσει να αντιπαθεί αφάνταστα την καταραμένη αδερφή του. Η Ενκαρνασιόν δεν ήταν μόνο ηλίθια που είχε μπλέξει με τον Πιρς, βάζοντας σε μπελάδες τη Σάρα, αλλά, κατά τα φαινόμενα, ήταν και ένα κακομαθημένο, παραχαϊδεμένο παλιοκόριτσο. «Α», μουρμούρισε ο Φρανσίσκο παρεξηγώντας την οργισμένη έκφρασή της. «Δεν είχα πρόθεση να κάνω μειωτικές συγκρίσεις. Η αλήθεια είναι ότι η αδερφή μου έχει πιο πλούσιες αναλογίες, αλλά η τελειότητα του γυναικείου σώματος -όπως τόσο μεγαλόθυμα μου απέδειξες- δεν εξαρτάται μόνο από αυτό...» Τα μάτια του πλανήθηκαν με νόημα στο κορμί της, κάνοντας το πρόσωπό της να φουντώσει από αμηχανία -κι από κάτι άλλο: από την καυτή αίσθηση που έκανε τα σωθικά της να λιώνουν όποτε την κοίταζε ή της μιλούσε μ’ αυτόν τον τρόπο. Το κάνει επίτηδες, σκέφτηκε η Σάρα, νιώθοντας έναν κόμπο στο λαιμό. Κι αν είχε έστω λίγο εγωισμό, έπρεπε να του γυρίσει την πλάτη 71


και να φύγει. Δεν μπορούσε όμως, γιατί εκείνος την υπνώτιζε, την έκανε να λιώνει. Και η Σάρα στεκόταν αδύναμη εκεί που βρισκόταν, πασχίζοντας να κατασιγάσει τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς της, ενώ εκείνος μάζευε τα υπέροχα φορέματα. «Θα πάμε τώρα στην κρεβατοκάμαρά μας, ε;» της είπε με τη βραχνή και αισθησιακή φωνή του. «Κι εκεί θα ντυθείς με τα ρούχα που είναι κατάλληλα για μια γυναίκα που έχει ένα υπέροχο κορμί, ενώ εγώ θα σε παρακολουθώ. Και μπορεί να με μαγέψεις σε σημείο που να μην μπορώ να κρατηθώ. Ποιος ξέρει; Η σενιορίτα Σάρα μπορεί να μεταμορφωθεί σε Σαλώμη. Κι εγώ», κατέληξε με ύφος αλαζονικό, «θα είμαι στην ευχάριστη θέση να το διαπιστώσω».

72


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Μια πραγματική Σαλώμη! Όχι, αυτό δε θα γινόταν αν ήταν στο χέρι της να το αποφύγει! Πριν από μια δεκαετία είχε απαρνηθεί αυτό το γελοίο όνομα, μαζί με τους συνειρμούς που δημιουργούσε στο μυαλό των ανθρώπων δεν ταίριαζε με τη δική της εικόνα και αυτό ο Φρανσίσκο θα το ανακάλυπτε πολύ γρήγορα! Βγαίνοντας από την μπανιέρα, η Σάρα σκούπισε το βρεγμένο της κορμί κοιτάζοντας με βλέμμα ανήσυχο την κλειστή πόρτα. Ενώ ήταν σχεδόν σίγουρη ότι εκείνος δε θα άφηνε ανεκμετάλλευτη την ευκαιρία, είχε διαπιστώσει, με μεγάλη έκπληξη και απέραντη ανακούφιση, ότι δε χρειαζόταν καν να πολεμήσει για να μείνει μόνη. Μόλις έφτασαν στο διαμέρισμά του, είχε απαιτήσει ρητά να την αφήσει μόνη της όσο θα έκανε μπάνιο και θα άλλαζε. Και ο Φρανσίσκο το είχε δεχτεί χωρίς αντίρρηση, λες και δεν ήταν ο ίδιος άνθρωπος που νωρίτερα είχε πει άλλα πράγματα. Και ο μόνος όρος που της έθεσε ήταν να μην κλειδώσει την πόρτα της. Πράγμα που σημαίνει ότι πιστεύει ακόμα πως είμαι ικανή να αυτοκτονήσω, σκέφτηκε η Σάρα αναστενάζοντας, καθώς φορούσε τα καθαρά εσώρουχα που νωρίτερα το πρωί εκείνος είχε πετάξει πάνω στο σκαμνί. Λυπάμαι, αλλά θα τον βγάλω από την πλάνη του. Τότε της είχε φανεί καλή η ιδέα να τον παραπλανήσει και την είχε θεωρήσει ένα σίγουρο εισιτήριο για την έξοδό της από το κάστρο, πιστεύοντας ότι εκείνος δε θα ήθελε να έχει στη συνείδησή του το βάρος της ευθύνης για την αυτοκτονία της. Μόνο που τα γεγονότα είχαν αποδείξει ότι ο Φρανσίσκο δεν είχε ίχνος συνείδησης ή είχε όση χρειαζόταν για να την παρακολουθεί έχοντας συνέχεια τα μάτια του επάνω της. Ωστόσο, η Σάρα δε θα μοιραζόταν ποτέ ξανά το κρεβάτι του. Ποτέ πια! Θα έπρεπε να του εξηγηθεί καθαρά. Κι εκείνος θα γινόταν θηρίο όταν θα του έλεγε πως τον είχε ξεγελάσει. Η πληγωμένη ισπανική περηφάνια του δε θα το άντεχε αυτό. Ωστόσο, αυτή η περηφάνια θα μπορούσε να λειτουργήσει για δικό της όφελος. Μπορεί ο Φρανσίσκο, έξαλλος από θυμό, να την κλείδωνε κάπου αλλού για να μην τη βλέπει στα μάτια του. Κι αυτό 73


θα ήταν χίλιες φορές καλύτερο από το να την ακολουθεί παντού, να τη βασανίζει, να την προσβάλλει όποτε του έκανε κέφι, αλλά κυρίως να την αγγίζει... Και μόνο η σκέψη του αγγίγματος του της έφερνε ίλιγγο και ένιωθε σαν να βρισκόταν μέσα σε ένα τεράστιο μίξερ, όπου γύριζε σαν σβούρα, ενώ το αίμα κυλούσε ξέφρενα στις φλέβες της, αφαιρώντας από το μυαλό της και το τελευταίο ίχνος λογικής. Α, ήταν καιρός να σταματήσει τον καλπασμό της φαντασίας της και να στρέψει αλλού το μυαλό της - όπως στο τι θα φορούσε. Θα διάλεγε το πιο συντηρητικό από εκείνα τα φανταχτερά φορέματα που της είχε κουβαλήσει. Κανένα όμως δεν ήταν αρκετά συντηρητικό. Τα περισσότερα ήταν από μετάξι και πνιγμένα στις δαντέλες. Και μερικά από φίνο βαμβάκι ήταν σχεδόν διαφανή. Η ώρα όμως περνούσε και η Σάρα φοβήθηκε ότι μπορεί ο Φρανσίσκο να μην άντεχε να περιμένει άλλο και να πρόβαλλε στην πόρτα για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε κόψει τις φλέβες της. Φόρεσε, λοιπόν, βιαστικά μια βαμβακερή φούστα σε χρώμα βερικοκί και τη συνδύασε με μια μεταξωτή μπλούζα χωρίς μανίκια σε χρώμα ασημί. Δυστυχώς όμως, η μπλούζα ήταν κοντή και άφηνε τη λεπτή της μέση προκλητικά ακάλυπτη. Κοιτάζοντας την εικόνα της στον καθρέφτη, η Σάρα έγινε κατακόκκινη. Όπως ακριβώς το φοβόταν, η εικόνα που έβλεπε απέναντι της ήταν θηλυκή και σέξι. Τα ανοιχτόξανθα μαλλιά της έπεφταν ατημέλητα στους ώμους της και τα απαλά, πανάκριβα ρούχα της τόνιζαν τις καμπύλες του κορμιού της. Όσο για τα πόδια της, αυτά ήταν γυμνά γιατί, για κάποιο γελοίο λόγο, δεν αποφάσιζε να φορέσει τα ίσια παπούτσια της, το μοναδικό ζευγάρι που είχε φέρει μαζί της. Η αλήθεια ήταν ότι θα έδειχναν απαίσια σε σχέση με τα ρούχα της. Και ανακάλυψε με αγανάκτηση ότι δεν ήθελε να φανεί απαίσια στα μάτια του. Αλλά δεν ήθελε να είναι και προκλητική -δεν ήταν αυτό το στυλ της. Όταν ντυνόταν για να πάει κάπου, η Σάρα προτιμούσε να είναι απλή και κομψή, όχι... Τουλάχιστον αισθανόταν φρέσκια και δροσερή. Και μπορούσε να παρακαλέσει τη Ροζαλία να βάλει το γκρι παντελόνι και το πουκάμισό της στο πλυντήριο ώστε να μην είναι αναγκασμένη να φοράει συνέχεια τα ρούχα της Ενκαρνασιόν. Ή μπορούσε ίσως να ζητήσει από τον Φρανσίσκο την άδεια να διαλέξει μόνη της κάτι πιο κατάλληλο από την ανεξάντλητη γκαρνταρόμπα της. Έστρωσε τα μαλλιά της, φόρεσε αποφασιστικά τα παπούτσια της και βγήκε από το λουτρό. Εκείνος, καθισμένος στο γραφείο του στην 74


άλλη άκρη του δωματίου, με διάφορα χαρτιά απλωμένα μπροστά του, δε σήκωσε το βλέμμα του και η Σάρα χρειάστηκε να ξεροβήξει αρκετές φορές ώσπου να τραβήξει την προσοχή του. Το ωραίο, αυστηρό προφίλ του της προκαλούσε μεγάλη νευρικότητα, που εξελίχτηκε σε πανικό σχεδόν όταν εκείνος γύρισε και την ατένισε με ένα ακαταμάχητο, πλατύ χαμόγελο. «Πανέμορφη, όπως το είχα προβλέψει». Η φωνή του ήταν αισθησιακή και κάθε άλλο παρά τη βοήθησε να συνέλθει. Στην απελπισία της, η Σάρα έπιασε με τα δάχτυλά της το ύφασμα της φαρδιάς φούστας και μουρμούρισε κατσούφικα: «Δεν μπορούσες να διαλέξεις κάτι πιο πρακτικό; Ένα τζιν παντελόνι κι ένα μακό μπλουζάκι, ας πούμε; Αισθάνομαι ότι είμαι ντυμένη σαν κούκλα -σαν την Μπάρμπι!» «Δεν το νομίζω. Σε ικανοποιεί η εμφάνισή σου γιατί είσαι πραγματικά όμορφη. Το παραδέχεσαι ή όχι;» Σηκώθηκε από την πολυθρόνα του και, αφού έβαλε τα χαρτιά του σε ένα συρτάρι, το έκλεισε σπρώχνοντάς το με το γοφό του. «Εκτός από τα παπούτσια», συνέχισε. «Πρέπει να δούμε αν σου κάνουν τα παπούτσια της Ενκαρνασιόν. Όσο για τα άλλα που είπες...» Τα μαύρα του μάτια πέταξαν ξαφνικά φωτιές. «Η αδερφή μου δεν έχει καμιά σχέση με τη σημερινή νεολαία. Την Ενκαρνασιόν δε θα τη δεις ποτέ καβάλα σε μηχανάκι να τριγυρνάει στα μπαρ και τις ντίσκο. Η ανατροφή της δεν της επιτρέπει να φοράει τα απαίσια τζιν και τα μακό μπλουζάκια που έχουν κατακλύσει τον κόσμο είναι θηλυκό ως το κόκαλο και μεγάλωσε για να φαίνεται και να φέρεται σαν πριγκίπισσα». Μια σκιά οργής σκοτείνιαζε τα μάτια του και η Σάρα ανατρίχιασε. Αυτά που της είχε πει την έκαναν για πρώτη φορά να αισθανθεί κάποια συμπάθεια για την Ενκαρνασιόν. «Σαν πριγκίπισσα», της είχε πει. Μια πριγκίπισσα κλεισμένη σε έναν παραμυθένιο πύργο από φίλντισι, μακριά από την πραγματικότητα. Χαϊδεμένη και κακομαθημένη, αλλά αποξενωμένη από την πραγματική ζωή και χωρίς να της επιτρέπουν να έχει τις δικές της ιδέες. Καθόλου παράξενο που το είχε σκάσει. Ξαφνικά, τη Σάρα δεν την ένοιαζε καθόλου που είχε υποχρεωθεί να φορέσει τα ρούχα της άλλης κοπέλας. Και η μικρή ρυτίδα αποδοκιμασίας που είχε σχηματιστεί ανάμεσα στα μάτια της βάθυνε ανεπαίσθητα όταν είδε την έκφρασή του να μαλακώνει. «Είμαι βέβαιος ότι δεν ενδιαφέρεσαι ούτε τόσο δα για την Ενκαρνασιόν», της είπε. «Πάμε. Σου υποσχέθηκα ότι θα ανοίξω το κλουβί σου, το θυμάσαι;» Η Σάρα, ωστόσο, ενδιαφερόταν και πολύ μάλιστα. Αυτά που είχε μάθει έδιναν την εξήγηση για τη φυγή της νεαρής Σπανιόλας με έναν 75


εραστή που θα μπορούσε να είναι πατέρας της -ή και παππούς της ακόμα. Παρά το ότι την είχαν παραχαϊδέψει και την κρατούσαν περιορισμένη όλη της τη ζωή, η κοπέλα ήταν, προφανώς, αρκετά φυσιολογική ώστε να επαναστατήσει και να θελήσει να ζήσει όπως όλος ο υπόλοιπος κόσμος. Ωστόσο, μπορεί να φοβόταν να βγει μόνη της από το φιλντισένιο πύργο της και να μην εμπιστευόταν ένα αγόρι της ηλικίας της για να την οδηγήσει στα κακοτράχαλα μονοπάτια της πραγματικής ζωής. Ένας όμως πολύ πιο μεγάλος άντρας, ένας πλούσιος άντρας, που -όπως ήξερε πολύ καλά η Σάρα- ήταν ικανός να γοητέψει χωρίς καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια ακόμα και το πιο δύσκολο θηλυκό, ήταν κάτι άλλο. Ναι, η Ενκαρνασιόν μπορεί να είχε δει τον Πιρς σαν σανίδα σωτηρίας. Βυθισμένη στις σκέψεις της για την Ενκαρνασιόν -αντί να αναλογίζεται τη δική της δύσκολη θέση- η Σάρα ακολούθησε τον Φρανσίσκο σιωπηλή. Μόνο ο ήχος των βημάτων τους ακουγόταν καθώς κατέβαιναν τα πέτρινα σκαλοπάτια. Και όταν εκείνος ξεκλείδωσε τη βαριά εξώπορτα και το έντονο φως του ήλιου πλημμύρισε το μισοσκότεινο χολ, η Σάρα ανοιγόκλεισε τα μάτια της σαστισμένη. «Ιδού», ανήγγειλε εκείνος θριαμβευτικά. «Το κλουβί σου είναι ανοιχτό. Κι εδώ φυλάμε το κλειδί». Άπλωσε το χέρι του και έβαλε το κλειδί μέσα σε μια εσοχή στην πέτρινη καμάρα της πόρτας. «Δεν πρέπει να νιώσεις ποτέ πια ότι είσαι αιχμάλωτη». Εκείνη σήκωσε τα μάτια της και τον κοίταξε καχύποπτα. Δε βρήκε όμως το παραμικρό στο πρόσωπό του και το μόνο που διάβασε στα μάτια του ήταν μια πρόκληση που τη σημασία της την κατάλαβε όταν την οδήγησε στα τείχη του κάστρου. Διαβαίνοντας μια ανοιχτή πόρτα, πέρασαν σε μια τεράστια ταράτσα πλημμυρισμένη από γλυτσίνες. Ο Φρανσίσκο απομακρύνθηκε λίγο από κοντά της για να βλέπει καλύτερα τα συναισθήματα που εναλλάσσονταν στο πρόσωπό της, ενώ το δικό του πρόσωπο ήταν μια μάσκα γεμάτη μυστήριο, που όμως δεν κατάφερνε να κρύψει εντελώς την εύθυμη διάθεση που τον πλημμύριζε. Η ελευθερία στην οποία είχε ελπίσει η Σάρα δεν είχε καμιά σχέση με την πραγματική κατάσταση. Ξεκλειδώνοντας την πόρτα και φανερώνοντάς της που έκρυβαν το κλειδί, ο Φρανσίσκο της είχε παίξει ένα ακόμα παιχνίδι, εκμεταλλευόμενος την αφέλειά της. Γυμνές, απόκρημνες βουνοκορφές εκτείνονταν ως εκεί που έφτανε το βλέμμα της και υπήρχε μόνο ένα μοναχικό πέρασμα σε μια απότομη πλαγιά που οδηγούσε στην κοιλάδα όπου ήταν χτισμένο το χωριό, κάπου τετρακόσια μέτρα πιο κάτω. 76


Σκιάζοντας με το χέρι τα μάτια της για να αποφύγει το εκτυφλωτικό φως του ήλιου, η Σάρα μπόρεσε να διακρίνει τα ερείπια των τειχών του παλιού κάστρου, τους ελαιώνες, τα καλλιεργημένα χωράφια που σκαρφάλωναν στις πλαγιές του βουνού και, λίγο ψηλότερα, τις θαμνώδεις περιοχές που ήταν το καταφύγιο των κατοικιών. «Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει ούτε ένας στο χωριό που να ξέρει έστω και μια αγγλική λέξη», μουρμούρισε αποκαμωμένη από το λιοπύρι, καθώς σωριαζόταν σε μια πολυθρόνα. Από τότε που ο Φρανσίσκο την είχε ξεγελάσει και την είχε παρασύρει στο κάστρο, δεν είχε πάψει ούτε στιγμή να στύβει το μυαλό της για να βρει έναν τρόπο να το σκάσει. Εκείνος όμως την είχε πληρώσει με το ίδιο νόμισμα -και μάλιστα με τόκο-και η Σάρα ποτέ στη ζωή της δεν είχε αισθανθεί τόση απελπισία. Η ειρωνική του απάντηση, που επιβεβαίωνε ότι και η τελευταία της ελπίδα είχε διαλυθεί κάτω από τις πύρινες αχτίδες του ισπανικού ήλιου, ήταν εντελώς περιττή. «Κανένας. Ελάχιστοι από αυτούς τόλμησαν να ξεμυτίσουν πέρα από την κοιλάδα. Οι πιο πολλοί εργάζονται στα κτήματά μου. Άλλωστε, το μονοπάτι για το χωριό είναι μακρύ και κακοτράχαλο, ενώ το πέρασμα οδηγεί στην Άρκος -που ξέρεις πόσο μακριά είναι. Υπάρχουν και μερικά άλλα μονοπάτια, αλλά αυτά διακλαδώνονται μέσα στα κτήματά μου. Όσο για τα βουνά, αυτά είναι απάτητα». Έκανε λίγο πίσω και η Σάρα σκέφτηκε ότι ποτέ δεν της είχε φανεί τόσο επικίνδυνος, τόσο ικανός να ελέγχει τα πάντα, ακόμα και την ίδια. Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί της. Διαισθανόταν τον κίνδυνο, τον έβλεπε, άκουγε τον ψίθυρό του και σχεδόν μπορούσε να του δώσει ένα όνομα. Πάσχισε να ξαναβρεί το κουράγιο της, κατηγορώντας τον εαυτό της γι’ αυτή τη στιγμιαία αδυναμία που την είχε οδηγήσει στα όρια της απελπισίας. Μα τι περίμενε, αλήθεια; Κάποιο λεωφορείο που θα ξεκινούσε από την πύλη του κάστρου κάθε μισή ώρα; Στην πραγματικότητα, τίποτα δεν είχε αλλάξει, εκτός ίσως από τους τοίχους της φυλακής της που είχαν απλωθεί λίγο πιο πέρα. Έριξε στον Φρανσίσκο ένα περιφρονητικό βλέμμα κι εκείνος την κοίταξε με ένα μορφασμό ικανοποίησης. «Η Ροζαλία θα σερβίρει το γεύμα στην αυλή σε μισή ώρα περίπου», της είπε. «Δυστυχώς εγώ θα είμαι απασχολημένος όλη μέρα στα κτήματα. Το βράδυ όμως θα δειπνήσουμε μαζί. Ως τότε, γεια σου, Σάρα». Ο χαιρετισμός του συνοδεύτηκε από μια μικρή κλίση του κεφαλιού και ύστερα έφυγε, αφήνοντας όμως πίσω του κάτι από την ισχυρή προσωπικότητά του. Η Σάρα για αρκετά λεπτά έκοβε νευρικά βόλτες στην ταράτσα, ανίκανη να βάλει το μυαλό της να δουλέψει. Ήξερε ότι 77


κάτι είχε αλλάξει, αλλά δεν ήξερε ούτε τι ήταν αυτό ούτε πώς είχε γίνει ή πότε. Για μια στιγμή, μια φευγαλέα αναλαμπή, ίδια με το εκτυφλωτικό φως ενός διάττοντος αστέρα που σκίζει το σκοτεινό ουρανό, φώτισε το μυαλό της, αλλά ώσπου να συνειδητοποιήσει τι ήταν αυτό, το φως είχε χαθεί και βυθίστηκε περισσότερο από πριν στο σκοτάδι. Οργισμένη με τον εαυτό της, εγκατέλειψε την προσπάθεια. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Γιατί άλλωστε να αλλάξει; Φαίνεται ότι την είχε ζαλίσει ο δυνατός ήλιος. Επιστρατεύοντας όλες τις δυνάμεις της, ξαναπήρε το δρόμο που είχε κάνει μαζί με τον Φρανσίσκο και κάθισε στη σκιά του περιστυλίου μέχρι που η Ροζαλία της σέρβιρε το μοναχικό της γεύμα. Με κόπο ανταποκρίθηκε στα χαμόγελά της και στα ακατάληπτα σχόλιά της. Ύστερα, δοκίμασε ανόρεχτα τη σαλάτα με τα σφιχτά αβγά, τις γαρίδες και το χοιρομέρι, καθώς και το κρύο ρύζι με τα καρυκεύματα από αντσούγιες, ντομάτα και θυμάρι, ενώ έσβησε τη δίψα της με το θεσπέσιο παγωμένο άσπρο κρασί, που τη βοήθησε να ξεχάσει την αβάσταχτη μοναξιά της. Όχι ότι της έλειπε η ενοχλητική παρουσία του, ούτε ότι ένιωθε εγκαταλειμμένη επειδή ο Φρανσίσκο είχε προτιμήσει τη δουλειά του. Της είχε δώσει κάποια περιορισμένη ελευθερία, αποδεικνύοντάς της ταυτόχρονα πόσο μάταιη ήταν οποιοδήποτε προσπάθειά της να το σκάσει με τα πόδια και ικανοποιημένος που είχε απαλλαγεί από την υποχρέωση να την παρακολουθεί αδιάκοπα, είχε επιστρέψει στη δουλειά του -που τον ενδιέφερε ασφαλώς πολύ περισσότερο απ’ ό,τι η ίδια. Είμαι πολύ ευχαριστημένη γι’ αυτό, είπε άγρια μέσα της. Πάρα πολύ! Λίγη μεσημεριανή ανάπαυση θα της έδινε τη δυνατότητα να βάλει σε τάξη τις σκέψεις της και να αναπληρώσει το χαμένο βραδινό της ύπνο. Δεν πρόλαβε να ακουμπήσει το κεφάλι της στο μαξιλάρι και αποκοιμήθηκε. Όταν ξύπνησε, αργά το απόγευμα, το μυαλό της ήταν καθαρό και ήξερε πια πώς έπρεπε να χειριστεί την απελπιστική κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί. Έπαψε, λοιπόν, για λίγο να προβληματίζεται και, αφού έπλυνε τα εσώρουχα που φορούσε την προηγούμενη μέρα, τα άπλωσε να στεγνώσουν. Ύστερα έκανε ντους και φόρεσε τα ρούχα της Ενκαρνασιόν που φορούσε και το πρωί, χωρίς να νοιάζεται αν της άλλαζαν την προσωπικότητα. Ο Φρανσίσκο είχε πει ότι θα έτρωγαν μαζί το βράδυ, δηλαδή όχι πριν από τις εννιά και η Σάρα σκέφτηκε ότι είχε στη διάθεσή της αρκετή ώρα για μια μικρή εξερεύνηση. 78


Πέρασε σαν σκιά μέσα από διάφορα επιβλητικά δωμάτια μια υπέροχη αίθουσα χορού και πολλά άλλα μικρότερα, όπου, κοντά στο τζάκι, θα συγκεντρωνόταν η οικογένεια τα κρύα βράδια του χειμώνα, όταν ο παγερός αέρας θα μαστίγωνε τις βουνοκορφές και οι χείμαρροι από τη βροχή θα κυλούσαν ορμητικά στις χαράδρες. Η Σάρα αναρωτήθηκε πώς περνούσαν τον καιρό τους εκεί τα δυο αδέρφια. Διοργάνωναν βεγγέρες με φίλους; Και πού ήταν οι γονείς τους; Ως πού έφταναν οι ρίζες της οικογένειας; Κατάγονταν άραγε από τους Σταυροφόρους; Δεν ήταν διόλου απίθανο! Με τις σκέψεις αυτές, διέσχισε τους διαδρόμους που την έφεραν ξανά στην κεντρική αυλή και, βρίσκοντάς την άδεια και μελαγχολική αφού ο ουρανός είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, κίνησε για τα διαμερίσματα του Φρανσίσκο, προσπαθώντας να σβήσει μέσα της το αίσθημα της μοναξιάς που την είχε κυριεύσει. Και προτίμησε να μη δώσει σημασία στην ανακούφιση που ένιωσε όταν τον είδε να στέκεται μπροστά σε ένα από τα παράθυρα του καθιστικού και να κοιτάζει έξω, ενώ η αύρα των βουνών έπαιζε με τα μαλλιά του. Όταν την άκουσε να κλείνει την πόρτα, ο Φρανσίσκο γύρισε αργά, σχεδόν απρόθυμα, προς το μέρος της. Το βλέμμα του ήταν μελαγχολικό και απόκοσμο. Έδειχνε σαν να μην ήξερε ούτε ποια ήταν ούτε τι έκανε εκεί. Γιατί με πληγώνει τόσο πολύ αυτό; αναρωτήθηκε εκείνη με βαριά καρδιά. Γρήγορα όμως ο Φρανσίσκο προσγειώθηκε στο παρόν. «Α, βέβαια! Πρόκειται να δειπνήσουμε. Η Ροζαλία και ο Μάρκος θα σερβίρουν σε ένα λεπτό. Όταν είμαι μόνος, παίρνω το δείπνο μου πάντα εδώ». Η Σάρα δάγκωσε τα χείλη της πνίγοντας την αναπάντεχη επιθυμία της να του θυμίσει ότι δεν ήταν μόνος, αφού ήταν κι εκείνη μαζί του. Φαίνεται όμως ότι η δική της παρουσία δε μετρούσε γι' αυτόν. Όταν είχε τη διάθεση να την πειράξει, να την προσβάλει ή να τη φλερτάρει, τον διασκέδαζε να την έχει κοντά του, αλλά τώρα που δεν είχε κέφι, η παρουσία της τον ενοχλούσε. Θα πρέπει να ήταν πολύ στενοχωρημένος για την Ενκαρνασιόν. Θα λαχταρούσε να μάθει αν ήταν καλά και αν, έχοντας πια μάθει τα μυστικά του έρωτα, είχε ανακαλύψει ότι δεν ήταν παρά μια ακόμα γυναίκα στη στρατιά των θηλυκών που για τον εγωιστή Πιρς Μπούβερι-Σκοτ δε σήμαιναν τίποτα περισσότερο από μια περιστασιακή σχέση. Ή μήπως η ανησυχία του είχε άλλα, πιο ψυχρά κίνητρα; Μήπως είχε καταστρώσει σχέδια για την Ενκαρνασιόν, ας πούμε έναν καλό 79


γάμο που δε θα γινόταν ποτέ αν ο υποψήφιος γαμπρός ανακάλυπτε ότι η νύφη δεν ήταν παρθένα; Οι προβληματισμοί της πρέπει να ήταν έκδηλοι στο πρόσωπό της, γιατί ξαφνικά το βλέμμα του ζεστάθηκε και της χάρισε ένα χαμόγελο που τη μαγνήτισε. Η Σάρα λαχτάρησε να πάρει το πρόσωπό του στα χέρια της και να φιλήσει εκείνα τα αισθησιακά χείλη, να πνιγεί στη γλύκα τους και να εξερευνήσει τα μυστικά του ανδρισμού του. Ήθελε να τον φιλήσει και να φιληθεί ώσπου να χάσουν και οι δυο το μυαλό τους. Τρομοκρατημένη, έσφιξε τα χέρια της στα πλευρά της. Τώρα ήξερε πού βρισκόταν ο πραγματικός κίνδυνος! Τον είχε διαισθανθεί και νωρίτερα, αλλά δεν ήταν ικανή να τον κατονομάσει. Τώρα όμως μπορούσε. Ο μεγάλος κίνδυνος ήταν η σεξουαλική έλξη που ένιωθε για εκείνον, κάτι που δεν είχε νιώσει ποτέ για κανέναν άλλον άντρα. Αυτή η έλξη είχε γεννηθεί από την πρώτη στιγμή και ώρα με την ώρα γινόταν όλο και πιο δυνατή. Θα έβαζε όμως τα δυνατά της και θα την ξερίζωνε. Θυμήσου ότι είναι παλιάνθρωπος, είπε στον εαυτό της. Ο Φρανσίσκο ήταν σκληρός και ανυπόφορος. Η προσβλητική υπεροψία του ήταν αποτυπωμένη στα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Και διέθετε μια άγρια σεξουαλικότητα που είχε τη δύναμη να σαγηνεύει... Η Σάρα έβαλε αποφασιστικά φρένο στις σκέψεις της, που είχαν αρχίσει να ξεστρατίζουν και αποφεύγοντας να κοιτάξει προς το μέρος του για να μην παρασυρθεί από το αφοπλιστικό του χαμόγελο, κάθισε στον καναπέ. «Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε καθαρά εμείς οι δυο», είπε στρώνοντας τη φούστα της. «Το να με κρατάς εδώ δεν είναι καθόλου αστείο, ξέρεις». «Εγώ δεν είπα ότι είναι αστείο». Τα αισθησιακά χείλη του χαμογελούσαν ακόμα καθώς καθόταν δίπλα της στον καναπέ. «Από την πρώτη στιγμή που σε είδα, ήξερα ότι είχα να κάνω με μια γυναίκα με ατσάλινο χαρακτήρα. Θα ήμουν, λοιπόν, ηλίθιος αν έκανα αστεία μαζί σου». Το μπράτσο του απλώθηκε πίσω της στην πλάτη του καναπέ. «Στην πραγματικότητα τρέφω απέραντο σεβασμό στις πολλές και... ποικίλες αρετές σου». Τι σήμαινε πάλι αυτό; Δεν το βρήκε φρόνιμο να τον ρωτήσει, επειδή καθόταν υπερβολικά κοντά της. Ωστόσο, αν και κάθε ίνα του κορμιού της είχε τεντωθεί, δεν ήθελε να τραβηχτεί μακριά του γιατί θα ήταν σαν να του έλεγε πόσο την είχε επηρεάσει το άγγιγμά του. Και τότε ο κίνδυνος θα έπαιρνε άλλη μορφή, θα ήταν πιο χειροπιαστός. Έπρεπε να δείξει απόλυτη αδιαφορία. Δεν ήξερε πώς, αλλά θα το κατάφερνε. 80


«Τότε θα σεβαστείς και αυτό που έχω να σου πω», μουρμούρισε, πνίγοντας την παρόρμησή της να καταφύγει σε έναν άλλο καναπέ. «Μπορεί να περάσουν βδομάδες ώσπου να πάρει το μήνυμά σου ο Πιρς. Και δεν είναι σίγουρο ότι θα ανταποκριθεί θετικά στο αίτημά σου». «Θα αρνηθεί ποτέ ένας πατέρας να βοηθήσει την κόρη του που βρίσκεται σε δύσκολη θέση; Πώς γίνεται αυτό;» Ο Φρανσίσκο δεν την έπαιρνε στα σοβαρά. Η Σάρα διέκρινε τον εύθυμο τόνο που χρωμάτιζε τη φωνή του, αυτή τη φωνή που χάιδευε τ’ αυτιά της, την πλάνευε και έφτανε ως τα βάθη της ψυχής της. Δεν ήταν όμως μόνο η φωνή του το χέρι του απλώθηκε αργά στα μαλλιά της και τα μακριά του δάχτυλα έπιασαν μια μπούκλα και άρχισαν να τη χαϊδεύουν. Ο Φρανσίσκο ήταν ένας υπερβολικά αισθησιακός άντρας. «Ο πατέρας μου ούτε καν με συμπαθεί», μουρμούρισε εκείνη με ύφος εχθρικό. «Και τα αισθήματά μας είναι αμοιβαία. Είμαστε καμωμένοι από την ίδια πάστα. Όταν πέθανε η μητέρα μου, με ξεφορτώθηκε και με έστειλε εσωτερική στο σχολείο. Εγώ όμως, κάθε φορά που τον έβλεπα, έκανα ό,τι μπορούσα για να του βάλω λίγο μυαλό, αλλά ποτέ δεν τα κατάφερα. Η ζωή του ήταν κρασί, γυναίκες και δουλειά. Ποτέ δεν έδωσε σημασία στο γεγονός ότι η συμπεριφορά του με έφερνε σε δύσκολη θέση...» Η φωνή της έσβησε. «Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία». Ας έπαυε επιτέλους να παίζει με τα μαλλιά της! Αυτό ήταν... ήταν... «Το γεγονός είναι», συνέχισε εκνευρισμένη, «ότι ζει και με τις πέντε του αισθήσεις και μπορώ να πω ότι και οι πέντε είναι σε άριστη κατάσταση. Εγώ, αντίθετα, προτιμώ να χρησιμοποιώ το μυαλό μου και να κάνω μια όσο γίνεται πιο ήσυχη και επαγγελματικά αποδοτική ζωή. Εκείνο που προσπαθώ να σου δώσω να καταλάβεις είναι ότι ο πατέρας μου δε θα απαρνηθεί την ευχαρίστηση της στιγμής για το χατίρι μου». «Όχι, το μήνυμα που θέλεις να μου μεταβιβάσεις είναι άλλο», παρατήρησε ο Φρανσίσκο με ύφος σκοτεινό, συνεχίζοντας να παίζει πάντα με τα μαλλιά της. «Προσπαθείς να μου πεις ότι δεν έχεις αισθήματα, ότι δε διαθέτεις καθόλου αισθησιασμό κι ότι είσαι ένα σωστά προγραμματισμένο ρομπότ που δεν έχει φύλο. Αυτό δε θέλεις να μου πεις;» Γλίστρησε λίγο πιο κοντά της και γυρίζοντας με το χέρι του το κεφάλι της προς το μέρος της, την ανάγκασε να βρεθεί αντιμέτωπη με την ανόσια λάμψη που σπίθιζε στο βάθος των κατάμαυρων ματιών του. «Μπορείς να διαμαρτυρηθείς όσο θέλεις, Σαλώμη, αλλά εγώ 81


ξέρω καλύτερα. Ξέρω τι θα πει πάθος και γι' αυτό μπορώ να το αναγνωρίσω εύκολα. Το είδα να κοχλάζει μέσα σου, στη δεύτερη κιόλας συνάντησή μας, και να παλεύει να ελευθερωθεί από αυτό το ψυχρό εξωτερικό περίβλημα στο οποίο το έχεις περιορίσει». Η Σάρα ένιωσε τα δάχτυλά του που έκαιγαν να χαϊδεύουν τα μαλλιά της και τίναξε το κεφάλι της μακριά, ενώ το πρόσωπό της είχε γίνει κατακόκκινο. «Μη με λες Σαλώμη!» φώναξε. «Δεν είναι αυτό το όνομά μου. Λέγομαι...» «Σαλώμη», την έκοψε εκείνος, διασκεδάζοντας με την αντίδρασή της. Και αφού αιχμαλώτισε το κορμί της που έτρεμε στην αγκαλιά του, έδεσε τα χέρια του γύρω από τη γυμνή της μέση. «Σου πάει περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι. Θέλεις να σου το αποδείξω;» Όχι! Το μυαλό της έλεγε όχι, αλλά το στόμα της έμενε κλειστό. Και πώς θα μπορούσε να μιλήσει, όταν τα δάχτυλά του είχαν γλιστρήσει κάτω από την μπλούζα της και, ξεπερνώ-ντας το εμπόδιο του δαντελένιου σουτιέν της, εξερευνούσαν επίμονα τις καμπύλες του στήθους της; Ο Φρανσίσκο κόλλησε πάνω της και η Σάρα ένιωσε την αναπνοή της να κόβεται. Μια γλυκιά ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί της, που έγινε έκρηξη αισθησιασμού όταν τα δάχτυλά του βρήκαν τις ερεθισμένες θηλές της και άρχισαν να τις χαϊδεύουν. Το αίμα έτρεχε καυτό στις φλέβες της και μια αχαλίνωτη ηδονή πλημμύρισε τις αισθήσεις της. Ο ιδρώτας μούσκεψε το κορμί της και με ένα βογκητό ολοκληρωτικής εγκατάλειψης έγειρε επάνω του, τυλίγοντας τα χέρια της στο λαιμό του. Με το στόμα του κοντά στο δικό της και την ανάσα του να την καίει, η Σάρα ήξερε ότι είχε έρθει πια η ώρα να γευτεί τα φιλιά του. Ξαφνικά ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα και το σοκ που ένιωσε τη συνέφερε και την έκανε να ντραπεί για την ελεεινή συμπεριφορά της. Ο Φρανσίσκο ίσιωσε αργά το κορμί του και, με ένα συνωμοτικό και νωχελικό χαμόγελο, ακούμπησε το χέρι του στο γόνατό της. «Έντρε», φώναξε. Ποτέ στη ζωή της η Σάρα δεν είχε νιώσει τόση ευχαρίστηση αντικρίζοντας κάποιον, όση τώρα που έβλεπε τη Ροζαλία και τον νεαρό που τη συνόδευε -προφανώς το γιο της, τον Μάρκος. Μπορούσε πάλι να αναπνεύσει ελεύθερα, έστω και ασθμαίνοντας ελαφρά, καθώς έστρωναν το τραπέζι μπροστά σε ένα παράθυρο. Η Σάρα τραβήχτηκε όσο πιο μακριά μπορούσε από τον Φρανσίσκο και έσπρωξε το χέρι του από το γόνατό της. Είχε την ελπίδα ότι δε θα φαινόταν τόσο ξαναμμένη όσο αισθανόταν, αλλά το παράξενο βλέμμα που της έριξε ο Μάρκος, όταν ο Φρανσίσκο σηκώθηκε όρθιος 82


και πήγε στο τραπέζι για να ανοίξει το κρασί, διέψευσε τις ελπίδες της. Ο Μάρκος δε θα ήταν πάνω από δεκαοχτώ χρόνων. Ήταν μικροκαμωμένος, πολύ μελαχρινός και σχεδόν με κοριτσίστικα χαρακτηριστικά. Ωστόσο, το βλέμμα που της έριξε ήταν μια αρσενική αποτίμηση, ένα περίπλοκο μείγμα έγκρισης και αποδοκιμασίας. Και η Σάρα κατάλαβε τι είχε στο μυαλό του. Η Ροζαλία είχε προφανώς κουτσομπολέψει την καινούρια ερωμένη του αφεντικού τους, που ήταν κλεισμένη στο πολυτελές διαμέρισμά του. Η ματιά του Μάρκος σήμαινε ότι, αν και δεν επιδοκίμαζε το ρόλο της ως ερωμένης του αφεντικού του, θαύμαζε τη φανταχτερή, θηλυκή της εμφάνιση. Ω! Αυτό πήγαινε πολύ! Τώρα καταλάβαινε η Σάρα γιατί ο παλιάνθρωπος την είχε διεγείρει με τα χάδια του! Για να κάνει πιο πιστευτή τη δικαιολογία που είχε δώσει στο προσωπικό του για την παρουσία της εδώ. Αν η Ροζαλία και ο Μάρκος την έβρισκαν να κάθεται σεμνά στην άλλη άκρη του δωματίου, μακριά από εκείνον, η ιστορία του θα τιναζόταν στον αέρα! Την επόμενη φορά που θα επιχειρούσε κάτι τέτοιο, η Σάρα θα ήταν έτοιμη να τον αντιμετωπίσει κόβοντάς του το βήχα μια και καλή! «Έλα να φάμε και να πιούμε». Η φωνή του ήταν σαν γροθιά στο στομάχι της και η Σάρα ένιωσε το κεφάλι της να γυρίζει. «Δε θα μας ενοχλήσουν άλλο απόψε», πρόσθεσε με ύφος λάγνο και πονηρό. Η Σάρα ξαναβρήκε απότομα την αυτοκυριαρχία της και θύμισε στον εαυτό της τι παθαίνουν τα μικρά κορίτσια όταν βρεθούν μπροστά στο μεγάλο κακό λύκο. Και ήταν απόλυτα σίγουρη ότι κάτι τέτοιο δε θα συνέβαινε στην ίδια, γιατί ήξερε πώς να παγώσει το ψεύτικο πάθος του και να τον κάνει να ξεχάσει την επιπόλαιη επιθυμία του να το ρίξει για λίγο έξω, εκμεταλλευόμενος την ανόητη Σάρα Σκοτ. Αρκετά ψύχραιμη τώρα, η Σάρα τον ακολούθησε αμίλητη στο τραπέζι και τον άφησε να της σερβίρει τα διάφορα εδέσματα, αν και η όρεξή της είχε κοπεί εντελώς. Και ύστερα, όταν κάθισε κι εκείνος, άρχισε ήρεμα την επίθεσή της. «Επειδή σου φάνηκε απίστευτο αυτό που σου είπα, ότι ο Πιρς δεν πρόκειται να έρθει να με σώσει έχοντας κρεμασμένη στο μπράτσο του τη μετανιωμένη αδερφή σου πνιγμένη στα δάκρυα, θα μου επιτρέψεις να κάνω την πρόβλεψη ότι το πιθανότερο είναι πως η Ενκαρνασιόν θα αρνηθεί να ξαναπατήσει το πόδι της σ’ αυτό εδώ το μέρος». Με το πρόσωπο παγερό και το βλέμμα της καρφωμένο στο κολονάτο ποτήρι με το οποίο έπαιζε συνέχεια, η Σάρα δεν επέτρεψε στον εαυτό της να επηρεαστεί έστω και στο ελάχιστο από την απειλητική 83


σιωπή που βάρυνε ξαφνικά στο δωμάτιο. Στο κάτω κάτω, εκείνος πήγαινε γυρεύοντας. «Άλλωστε», συνέχισε, «σχεδόν δεν υπάρχει πια αμφιβολία ότι η Ενκαρνασιόν και ο Πιρς είναι ζευγάρι. Και προφανώς, η αδερφή σου απολαμβάνει την ελευθερία μιας κανονικής γυναίκας, αντί να παριστάνει την ψευτοπριγκίπισσα με τα φανταχτερά φορέματα, απομονωμένη από τον κακό, διεφθαρμένο κόσμο σε μια χαριτωμένη, μοναχική φυλακή. Γιατί να γυρίσει πίσω, αφού δεν υπάρχει τίποτα γι' αυτή εδώ; Αφού έχει κάποιον που τη μαθαίνει πώς να ζει;» «Δίνεις, λοιπόν, άφεση αμαρτιών στο γέρο γι' αυτό που της έκανε;» Ο Φρανσίσκο χτύπησε τόσο δυνατά το πιρούνι στο πιάτο του ώστε την έκανε να αναπηδήσει. Του έριξε μια ματιά και, διαβάζοντας στο πρόσωπό του την παγερή οργή του, πάγωσε κι εκείνη ολόκληρη. Τουλάχιστον όμως η οργή του είχε φρενάρει τα σεξουαλικά του ανοίγματα και, για τη δική της ψυχική ηρεμία και αξιοπρέπεια, αυτό ήταν το σπουδαιότερο. «Όχι», αποκρίθηκε αψηφώντας τον. «Δεν μπορώ να πω κάτι τέτοιο. Οι ερωτικές του περιπέτειες -το είπες κι εσύ κάποτε είναι θρυλικές. Ωστόσο, ως τώρα και απ’ όσα ξέρω, πήγαινε πάντα με μεγαλύτερες και πιο ώριμες γυναίκες κυρίως χήρες». «Χήρες;» αναφώνησε με σαρκασμό ο Φρανσίσκο. «Ξεχνάς τη Λίμπερτι Τόρενς; Ο τρίτος άντρας της -ή μήπως ήταν ο τέταρτος; την πέταξε έξω από το σπίτι όταν η σχέση της με τον πατέρα σου έγινε πρωτοσέλιδο στις εφημερίδες». Να ξεχάσει; Πώς μπορούσε ποτέ να ξεχάσει η Σάρα αυτή τη δημόσια ταπείνωση; Ήταν κάπου δώδεκα μήνες μετά το θάνατο της μητέρας της όταν οι φωτογραφίες του πατέρα της και της διάσημης ηθοποιού, σε στάσεις κάθε άλλο παρά αθώες, είχαν γεμίσει τις πρώτες σελίδες των σκανδαλοθηρικών εφημερίδων. Η Σάρα είχε τότε μόλις ονομαστεί επιμελήτρια του σχολικού κοιτώνα για την αγωγή της, την ευγένειά της και την αφοσίωσή της στα καθήκοντά της, που είχαν εντυπωσιάσει τους καθηγητές της. Ωστόσο, ακόμα και τώρα ηχούσαν στ’ αυτιά της τα χάχανα και τα πικάντικα σχόλια των συμμαθητριών της πίσω από την πλάτη της και έβλεπε ακόμα μπροστά της τις προκλητικές φωτογραφίες των εφημερίδων, που οι άλλες είχαν καρφώσει πάνω από το κρεβάτι της. Αυτή η ιστορία, αλλά και η άστατη ζωή που η ίδια και η Πέισενς έκαναν θυσιάζοντας τις δικές τους επιθυμίες στη μεγαλοφυΐα του Πιρς την είχαν κάνει να αποφασίσει ότι δε θα άφηνε ποτέ τα συναισθήματά της να παίξουν τον παραμικρό ρόλο στη ζωή της. Και δεν ήταν πρόθυμη να αλλάξει τώρα αυτό τον κανόνα. 84


Κοίταξε τον Φρανσίσκο κατάματα, αγνοώντας τα λόγια του. «Ανησυχείς για την αδερφή σου, το καταλαβαίνω. Και συμφωνώ ότι ήταν ατυχία της να βρεθεί στο δρόμο της ο Πιρς. Αλλά μέρος της ευθύνης πρέπει να αναλάβετε εσύ και οι γονείς σου. Αν δεν την προστατεύατε τόσο πολύ -το έχεις παραδεχτεί-ποτέ δε θα συνέβαινε αυτό». «Πολλές εικασίες κάνεις, σενιορίτα!» Χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι, κάνοντας τα ποτήρια να αναπηδήσουν. «Η Ενκαρνασιόν κι εγώ δεν έχουμε γονείς. Τα τελευταία πέντε χρόνια, ύστερα από το θάνατο της μητέρας μας, η ευθύνη για την αδερφή μου ήταν αποκλειστικά δική μου. Τη μεγάλωσα όπως θα ήθελε η μητέρα μας. Κληρονόμησα τα γονίδια του πατέρα μου και είμαι περήφανος γι’ αυτό. Στην Ενκαρναοιόν όμως δεν έπρεπε να περάσουν αυτή ήταν η επιθυμία της μητέρας μας. Δεν έπρεπε να κληρονομήσει το καυτό, τσιγγάνικο αίμα του πατέρα μας. Και γι’ αυτό έπρεπε να προσέχουμε να μη μολυνθεί. Κι εσύ κάθεσαι τώρα και μας κρίνεις, ρίχνοντας στη μητέρα μου το σφάλμα. Ε, λοιπόν, το σφάλμα ήταν δικό μου!» Το βλέμμα του ήταν γεμάτο οργή. Τη Σάρα όμως δεν τη φόβιζε. Χαμήλωσε το κεφάλι της σκεφτική. Ώστε ο πατέρας του ήταν Τσιγγάνος! Αυτό ήταν πολύ ενδιαφέρον. Μήπως σ’ αυτό οφειλόταν η άστατη ιδιοσυγκρασία του; Σίγουρα. Θα τον ρωτούσε γι’ αυτό, αλλά κάποια άλλη φορά, όταν δε θα είχε τη διάθεση... να της κόψει το κεφάλι. Τη στιγμή που προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι το ενδιαφέρον της για οτιδύποτε τον αφορούσε ήταν καθαρά ακαδημαϊκό, η Σάρα ένιωσε το αίμα της να παγώνει. Ο Φραν-σίσκο είχε πεταχτεί από το τραπέζι και της έλεγε με ύφος βλοσυρό: «Αρκετά για σήμερα! Πάω στο κρεβάτι μου». Ύστερα την άρπαξε από το μπράτσο και την ανάγκασε να σηκωθεί όρθια. «Κι εσύ το ίδιο. Σε προστάζω και δε θέλω ν’ ακούσω ούτε λέξη. Αν ανοίξεις το στόμα σου, σου υπόσχομαι ότι οι συνέπειες δε θα είναι καθόλου ευχάριστες για σένα!»

85


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Αρκετά για σήμερα, είχε πει ο Φρανσίσκο! Μήπως όμως και για την ίδια δεν ίσχυε το ίδιο; Τι νόμιζε ο κύριος αυτός; Ότι ήταν ο μόνος που είχε το δικαίωμα να κατέχεται από εκρηκτικά συναισθήματα; Αν κάποιος είχε λόγους να αφήσει την οργή του να ξεσπάσει, αυτός ήταν η ίδια! Και αυτό είχε στο νου της να κάνει η Σάρα. Θα έχει ενδιαφέρον, σκέφτηκε πεισμωμένη, καθώς ο Φρανσίσκο την έσπρωχνε για να μπει στην κρεβατοκάμαρα. Αν νόμιζε ότι μπορούσε να εκτοξεύει τις απειλές του κι εκείνη να κρατάει το στόμα της κλειστό, έκανε μεγάλο λάθος. Με μάτια που σπίθιζαν προκλητικά, η Σάρα ελευθερώθηκε από το σφίξιμο του χεριού του και άνοιξε το στόμα της για να του πει ορθά κοφτά ότι δε θα μοιραζόταν ξανά το κρεβάτι μαζί του. Ωστόσο, το σκοτεινό, ατσάλινο βλέμμα του την έκανε να τον κοιτάξει καλύτερα. Τόσο πολύ λοιπόν τον είχε θυμώσει που είχε τολμήσει να του υποδείξει ότι η υπερπροστατευτική και σοβινιστική συμπεριφορά του απέναντι στην αδερφή του ήταν κατά βάθος η αιτία της φυγής της; Το άγριο ύφος του ωστόσο δεν την τρόμαζε και τα γαλαζοπράσινα μάτια της συνάντησαν αγέρωχα το βλέμμα του. Κι όμως, ποτέ ο Φρανσίσκο δεν της είχε φανεί τόσο ευάλωτος όσο εκείνη τη στιγμή. Η Σάρα ένιωσε την καρδιά της να λιώνει και κρατήθηκε για να μην του πει αγκαλιάζοντάς τον ή ακόμα και φιλώντας τον ότι όλα θα πήγαιναν καλά. Ξαφνιασμένη από τα αισθήματά της, πήρε από το κρεβάτι ένα μαξιλάρι και είπε με φωνή απαλή: «Θα κοιμηθώ στον καναπέ. Θα είμαι πολύ άνετα εκεί. Μπορώ να πάω τώρα στο μπάνιο ή θα πας εσύ πρώτος;» Ο Φρανσίσκο ξεφύσηξε αγανακτισμένος, δείχνοντάς της ότι δεν του άρεσε καθόλου η ιδέα της. «Σε προειδοποίησα, δε θέλω ούτε λέξη και δε δέχομαι αντιρρήσεις», μούγκρισε και, αρπάζοντας το μαξιλάρι από το χέρι της, το πέταξε στο κρεβάτι. «Αλλά...» «Σιωπή!» Και πριν από μια στιγμή ήθελε να τον φιλήσει! Αστείο δεν ήταν; 86


Πώς μπορούσε να είναι τόσο ηλίθια; Τώρα ήθελε να τον χτυπήσει μέχρι να τον αναγκάσει να της ζητήσει έλεος. Με τα χέρια της στη μέση και το πιγούνι ψηλά, η Σάρα του ανταπέδωσε το άγριο βλέμμα. «Είσαι ψηλότερος από μένα και πιο δυνατός», είπε με φωνή παγερή, «αλλά αυτό δε σου δίνει το δικαίωμα να με αναγκάζεις να κάνω κάτι που δε θέλω». Τα χείλη του Φρανσίσκο σφίχτηκαν σε μια σκληρή, ίσια γραμμή και τα ρουθούνια του... έβγαλαν καπνούς, αλλά η Σάρα διαισθάνθηκε ότι, παρά το θυμό του, δεν είχε σκοπό να πειράξει ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά της. Και συνέχισε: «Καταλαβαίνω γιατί επέμεινες να... να κοιμηθώ μαζί σου χτες τη νύχτα. Η ανησυχία σου όμως για μένα οφειλόταν σε μια παρεξήγηση. Πήγα στην ταράτσα για να πάρω λίγο αέρα και δεν είχα καμιά πρόθεση να πέσω στο κενό. Δεν είμαι δα και τόσο αδύναμη». Δάγκωσε τα χείλη της και αναρωτήθηκε αν θα ήταν φρόνιμο, στην κατάσταση που ήταν ο Φρανσίσκο, να του πει καθαρά και ξάστερα ότι τον είχε κοροϊδέψει. Ωστόσο, παρατηρώντας την απάθειά του αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα. «Παρεξήγησες τις προθέσεις μου κι εγώ επωφελήθηκα, με την ελπίδα ότι θα με λυπόσουν και θα με άφηνες να φύγω. Όλα δείχνουν όμως ότι είχα κάνει λάθος. Και σε διαβεβαιώνω ότι δεν πρόκειται να κάνω καμιά ανοησία. Δε χρειάζεται λοιπόν να με βάζεις να κοιμάμαι δίπλα σου». «Μιλάς σαν να παπαγαλίζεις», παρατήρησε ο Φρανσίσκο ανυπόμονα, σταυρώνοντας τα μπράτσα του στο στήθος του. «Πώς θέλεις να ξέρω ότι δε λες ξανά ψέματα; Γκρίνιαξες για τις κλειδωμένες πόρτες κι εγώ τις ξεκλείδωσα όλες. Σου έκανα το χατίρι. Η σειρά σου τώρα να κάνεις κι εσύ το δικό μου χατίρι». Δεν ήταν παράκληση, ήταν διαταγή. «Δεν μπορώ να σου έχω εμπιστοσύνη ότι δε θα κάνεις καμιά βλακεία». «Ωστόσο, με άφησες μόνη μου όλη μέρα σχεδόν», αντιγύρισε η Σάρα, νευριάζοντας με τον παραπονιάρικο τόνο της φωνής της. «Ζήτησα από τη Ροζαλία να σε προσέχει», απάντησε εκείνος με ύφος αδιάφορο. «Της εξήγησα ότι ήταν πολύ πιθανό να βαρεθείς χωρίς εμένα και την παρακάλεσα να με ειδοποιήσει αμέσως στην περίπτωση που θα έδειχνες σημάδια νευρικότητας. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα παρατούσα τη δουλειά μου και θα γύριζα να σου κάνω παρέα. Αργότερα μου ανέφερε ότι είχες φάει καλά για μεσημέρι κι ότι κοιμόσουν ήσυχα στο δωμάτιό μας». «Διάβολε!» έβρισε μέσα από τα δόντια της η Σάρα. Τι θα σκεφτόταν άραγε η Ροζαλία για όλα αυτά; Θα τη θεωρούσε μια άμυαλη κούκλα που δεν έκανε στιγμή μονάχη, χωρίς αντρική συντροφιά; 87


«Ναι, είμαι διάβολος! Και τώρα που ξέρεις με ποιον έχεις να κάνεις, ίσως σταματήσεις να με ενοχλείς και συμμορφωθείς επιτέλους μ’ αυτό που σου λέω. Ως τώρα σου φέρθηκα πολύ ευγενικά, αλλά εσύ το παράκανες. Καιρός λοιπόν να θυμηθείς ποια είναι η θέση σου εδώ». Έκανε μια κίνηση ανυπομονησίας. «Πήγαινε στο μπάνιο και ύστερα πέσε στο κρεβάτι. Δε θέλω να χρησιμοποιήσω βία και να σε δέσω στις κολόνες του, αλλά να είσαι σίγουρη ότι, αν χρειαστεί, θα το κάνω κι αυτό». Το σκοτεινό του βλέμμα την έπεισε ότι θα πραγματοποιούσε την απειλή του, πράγμα που την κατατρόμαξε. Με την ψυχή στο στόμα, σαν να έκανε το γύρο του θανάτου με το τρενάκι του λούνα παρκ, μπήκε στο μπάνιο βρίζοντας χαμηλόφωνα. Ο Φρανσίσκο πάντως δε θα έμενε ξύπνιος όλη τη νύχτα, προσπάθησε να παρηγορήσει τον εαυτό της καθώς έπλενε με μανία τα δόντια της. Μπορεί να την ανάγκαζε να πέσει μαζί του στο κρεβάτι, αλλά μόλις τον έπαιρνε ο ύπνος, εκείνη θα γλιστρούσε αθόρυβα και θα έφευγε από κοντά του. Δεν ένιωσε καθόλου ευχάριστα φορώντας το σκισμένο νυχτικό της. Ως υπαίτιος για το χάλι του, ο Φρανσίσκο θα μπορούσε να είχε την ευγένεια να της φέρει ένα από τα νυχτικά της Ενκαρνασιόν. Σφίγγοντας επάνω της το κουρελιασμένο ύφασμα, γύρισε στο δωμάτιο με σφιγμένη καρδιά. Χαλάρωσε κάπως μόνο όταν εκείνος την προσπέρασε και μπήκε στο μπάνιο κλείνοντας την πόρτα, χωρίς να της απευθύνει ούτε μια λέξη, χωρίς να της ρίξει ούτε μια ματιά. Η σύντομη απουσία του ήταν μια ευκαιρία για να οργανώσει την άμυνά της. Έτρεξε βιαστικά στο σαλόνι, άρπαξε από τους καναπέδες όσα μαξιλάρια μπορούσε να πάρει στην αγκαλιά της και ξαναγύρισε τρέχοντας στην κρεβατοκάμαρα. Ύστερα, τα έστησε στη σειρά στη μέση του κρεβατιού, δημιουργώντας μια διαχωριστική γραμμή. Μπορεί το φράγμα της να μην ήταν απόρθητο, αλλά έτσι και ο Φρανσίσκο σκεφτόταν να το γκρεμίσει, με την πρώτη του κίνηση θα της έδινε όλο το χρόνο να πεταχτεί από το κρεβάτι και να το βάλει στα πόδια. Χωμένη κάτω από τα σκεπάσματα, η Σάρα έκλεισε τα μάτια και περίμενε την επιστροφή του στο δωμάτιο. Αν μπορούσε, θα σκότωνε τον Πιρς με τα ίδια της τα χέρια -απαλλάσσοντας από τον κόπο τον Φρανσίσκο-γιατί αυτός ήταν η αιτία για τα βάσανά της. Αναρωτήθηκε πού είχε πάει η περίφημη αυτοκυριαρχία της. Πόσο εύκολα ορισμένες περιστάσεις της προκαλούσαν ισχυρές συγκινήσεις που ήταν όλο και πιο δύσκολο να τις ελέγξει! Ορισμένες περιστάσεις! επανέλαβε σαρκαστικά μέσα της δίνοντας μια γροθιά στο μαξιλάρι. Ποιον κορόιδευε; Ποτέ ως τώρα δεν 88


είχε χάσει ούτε για μια στιγμή την ψυχραιμία και τον έλεγχο των πράξεών της, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες που είχε αντιμετωπίσει, είτε με τον ανυπόφορο πατέρα της είτε με τους απαιτητικούς πελάτες της ή τους σχολαστικούς τραπεζίτες. Αυτό ωστόσο έγινε όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τον Ισπανό σατανά! Το γεγονός ότι την κρατούσε όμηρο δεν είχε καμιά σχέση με την αλλαγή του χαρακτήρα της και τον μισούσε ακόμα περισσότερο γι’ αυτή την πικρή αλήθεια. Αυτό που την ενοχλούσε ήταν η αντίδρασή της όταν την κοίταζε. Κι όταν την άγγιζε, τότε ήταν που έλιωνε κυριολεκτικά. Ποτέ δεν είχε αισθανθεί έτσι με κανέναν άντρα. Είναι μια χημική αντίδραση για την οποία δεν μπορώ να κάνω απολύτως τίποτα, παραδέχτηκε, τελειώνοντας την οδυνηρή αυτοανάλυσή της. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να συνεχίσει τη σκληρή προσπάθειά της ώστε να κρύβει τα αισθήματά της. Και καθώς η σκληρή δουλειά ποτέ δεν την είχε τρομάξει, ήθελε να πιστεύει ότι κιαυτή τη φορά θα κατάφερνε να αντιμετωπίσει το πρόβλημά της. Αυτό που είχε συμβεί νωρίτερα δεν έπρεπε να επαναληφθεί. Ο Φρανσίσκο την είχε ακρνιδιάσει, αλλά από δω και πέρα θα βρισκόταν πάντα σε επιφυλακή. Και, είτε ο Πιρς συμμορφωνόταν με το μήνυμα είτε αδιαφορούσε, ο Φρανσίσκο δεν μπορούσε να την κρατάει εκεί για πάντα. Όλα είχαν κάποτε ένα τέλος. Με αυτή την αισιόδοξη σκέψη, η Σάρα χαλάρωσε. Σε λίγο όμως ο θόρυβος της πόρτας του μπάνιου που έκλεισε και τα βήματα του Φρανσίσκο που τριγύριζε στο δωμάτιο έκαναν τα νεύρα της να τεντωθούν. Και ένιωσε μέσα της να χτυπάει συναγερμός, καθώς περίμενε το αναπόφευκτο. Ακουσε τα βήματά του στην άλλη μεριά του κρεβατιού και τον ειρωνικό ήχο που βγήκε από το λαρύγγι του τη στιγμή που τραβούσε τα σκεπάσματα. Ήταν άραγε η εκδήλωση της περιφρόνησης του για το γελοίο φράγμα που είχε βάλει ανάμεσά τους; Παριστάνοντας την κοιμισμένη, η Σάρα αισθάνθηκε το στρώμα να βουλιάζει καθώς ο Φρανσίσκο ξάπλωνε στο κρεβάτι και, αφήνοντας τα μαξιλάρια στη θέση τους, γυρνούσε από το άλλο πλευρό κι έσβηνε το φως στο κομοδίνο. Και μόνο όταν άκουσε την αναπνοή του να γίνεται βαθιά και ρυθμική, αποκοιμήθηκε στη στιγμή. *** Η Σάρα, μισοκοιμισμένη ακόμα, γύρισε μπρούμυτα και, τεντώνοντας το χέρι της, συνάντησε το φράγμα με τα μαξιλάρια. Για μια στιγμή, πριν ακόμα ανοίξει τα μάτια της στο χρυσό φως του πρωινού, 89


δοκίμασε μια πικρή απογοήτευση που ο Φρανσίσκο είχε αφήσει ανέπαφη τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους. Συνειδητοποιώντας την αντίδρασή της, ξύπνησε για τα καλά. Και η πρώτη της δουλειά ήταν να ανακαθίσει και να ψάξει με αγωνία να βρει τον Φρανσίσκο δίπλα της στο κρεβάτι. Εκείνος όμως δεν ήταν πουθενά' ούτε στο κρεβάτι ούτε στο δωμάτιο. Τραβώντας το σεντόνι ως το πιγούνι της, η Σάρα ανάγκασε τον εαυτό της να αντικρίσει τα γεγονότα κατάματα. Η απογοήτευση την είχε κυριεύσει προτού καλά-καλά ξυπνήσει. Επομένως, ήταν κάτι ανεξέλεγκτο. Ήταν η γυμνή αλήθεια. Υποσυνείδητα, ήθελε ο Φρανσίσκο να την είχε πάρει στην αγκαλιά του, όπως την προηγούμενη νύχτα. Μήπως λαχταρούσε και κάτι περισσότερο; Κάτι πολύ περισσότερο; Όχι, δεν ήταν δυνατό... Έχεις μπλέξει πολύ άσχημα, κυρά μου, προειδοποίησε αυστηρά τον εαυτό της. Όταν ο Φρανσίσκο εμφανίστηκε στην πόρτα, η Σάρα, νιώθοντας αμηχανία γι’ αυτό που μόλις είχε συνειδητοποιήσει, έγινε κατακόκκινη, ενώ η καρδιά της φτερούγιζε. Ντυμένος στα μαύρα, ήταν εκθαμβωτικός. Και το χαμόγελό του, που δεν υστερούσε καθόλου σε λάμψη, προκάλεσε ένα γλυκό, ηδονικό ρίγος στη ραχοκοκαλιά της. Είναι η ατυχής σωματική εκδήλωση μιας φυσικής αδυναμίας που δεν ξέρω πώς να τη γιατρέψω, σκέφτηκε η Σάρα αμήχανη. Και ο Φρανσίσκο δε βοήθησε καθόλου σ’ αυτό, γιατί η φωνή του ήταν ζεστή και αφοπλιστική καθώς πλησίασε στο κρεβάτι και, δίνοντάς της ένα ποτήρι με παγωμένη πορτοκαλάδα, είπε: «Σήμερα το πρωί θα πάμε να περπατήσουμε πριν ο ήλιος ανέβει ψηλά. Χρειαζόμαστε και οι δυο λίγη άσκηση». Έγειρε λίγο το κεφάλι του στο πλάι και περιεργάστηκε με το βλέμμα του το ξαναμμένο πρόσωπό της. «Θα πάρουμε μαζί μας το πρωινό. Έχω ήδη δώσει οδηγίες στη Ροζαλία να μας το ετοιμάσει. Εμπρός, πιες την πορτοκαλάδα σου». Το χαμόγελό του της έφερε ίλιγγο και έσφιξε το ποτήρι με τα δυο της χέρια, ενώ τον παρατηρούσε σαν μαγεμένη καθώς πήγαινε στην ντουλάπα και ψαχούλευε τα ρούχα που είχε κρίνει ότι ήταν περιττά για την αδερφή του. Η κακή του διάθεση της περασμένης νύχτας είχε εξαφανιστεί σαν να μην υπήρξε ποτέ. Ήταν ένας ανυπόφορος, απρόβλεπτος δαίμονας που άλλαζε συμπεριφορά απέναντι της από τη μια στιγμή στην άλλη. Η Σάρα τον είδε να διαλέγει ένα ζωηρόχρωμο μπλε φόρεμα από λεπτό βαμβακερό ύφασμα και να το φέρνει στο κρεβάτι. «Φόρεσε 90


αυτό», της είπε με ένα πονηρό χαμόγελο στις άκρες των ωραίων, αμαρτωλών χειλιών του. «Είναι ό,τι πρέπει για να προφυλάξει την όμορφη, απαλή σου επιδερμίδα, που χρειάζεται προστασία. Εσύ δεν είσαι Τσιγγάνα όπως εγώ, για να περπατάς ακάλυπτη στον ήλιο. Και όχι πια άλλοι τσακωμοί μεταξύ μας, έτσι, Σαλώμη; Σήμερα θα είμαστε φίλοι». Α, ήταν ένας πραγματικός διάβολος! Την προηγούμενη νύχτα την είχε κάνει να παγώσει με το θυμό του και τώρα ένιωθε σαν να την έλουζαν οι αχτίδες του ήλιου, έτσι όπως την παρατηρούσε με τα μαύρα μάτια του, ενώ τα χέρια του με τα μακριά δάχτυλα είχαν ακουμπήσει στους λεπτούς, αισθησιακούς γοφούς του. Θα έδινε πολλά για να βρει τη δύναμη να του πει να φύγει, να πάει μόνος του βόλτα και να ξεχάσει να γυρίσει. Ποια γυναίκα όμως θα μπορούσε να αντισταθεί στη γοητεία του; Θα ακολουθούσε τα σχέδιά του, όποια και να ’ταν αυτά. Δεν εναντιώθηκα ούτε καν όταν τον άκουσα να με φωνάζει με το πραγματικό μου όνομα, σκέφτηκε περισσότερο με λύπη παρά με θυμό. Και τον είδε να παίρνει το άδειο ποτήρι από τα παραλυμένα της δάχτυλα και να φεύγει από το δωμάτιο με εκείνο το πονηρό χαμόγελο που της έλεγε ότι ήξερε πως στο τέλος θα γινόταν αυτό που ήθελε εκείνος, παρά τις αντιρρήσεις της. Με τη διαφορά ότι δεν έχω αντίρρηση, έτσι δεν είναι; παραδέχτηκε μέσα της η Σάρα καθώς σηκωνόταν από το κρεβάτι και πήγαινε στο μπάνιο. Και δικαιολόγησε την υποταγή της με τη σκέψη ότι δεν είχε νόημα να του πάει κόντρα. Με τον περίπατο θα περνούσε η ώρα. Άλλωστε, η άσκηση θα της έκανε καλό. Χώρια που μπορεί, ώσπου να γύριζαν, να είχε δώσει σημεία ζωής ο πατέρας της. Αν και αυτό το τελευταίο δεν το έβλεπε πιθανό. Ωστόσο, αρνήθηκε να βασανίσει άλλο το μυαλό της. Φόρεσε το απαλό, βαμβακερό φόρεμα και, βλέποντας στον καθρέφτη μια γυναίκα με έντονη θηλυκότητα, όχι μόνο δε συνοφρυώθηκε, αλλά αισθάνθηκε άνετα. Της πήγαινε το χρώμα, που σκούραινε τα πρασινογάλαζα μάτια της κι έκανε τα μαλλιά της να δείχνουν πιο ανοιχτά και πιο λαμπερά. Επιστρέφοντας στην κρεβατοκάμαρα, είδε τον Φρανσίσκο να έρχεται από το σαλόνι. Και το επιδοκιμαστικό του βλέμμα έκανε πιο γρήγορη την αναπνοή της. Τα συναισθήματα που της προκαλούσε με ένα του βλέμμα έπρεπε κανονικά να απαγορεύονται, τουλάχιστον σε μια πολιτισμένη κοινωνία. Αλλά ο Φρανσίσκο μόνο πολιτισμένος δεν ήταν. Γιατί, κάτω από το περιποιημένο παρουσιαστικό του και τη γοητεία του, που την επιστράτευε κατά βούληση, παραμόνευε ένα πλήθος από πρωτόγονα 91


πάθη που μπορούσαν να εκραγούν απροειδοποίητα, καθώς και μια πραγματικά αλαζονική πίστη στην παντοδυναμία του, μια ανεξάντλητη ζωτικότητα, που έκανε οποιονδήποτε άλλον άντρα να φαίνεται αναιμικός, και μια άγρια σεξουαλικότητα. Κρατούσε στο χέρι του ένα πλατύγυρο ψάθινο καπέλο και, καθώς προχωρούσε προς το μέρος της, η Σάρα ένιωσε το κορμί της να λιώνει. «Είναι για μένα αυτό;» ρώτησε με φωνή που μόλις ακούστηκε. «Έτσι φαίνεται», απάντησε ο Φρανσίσκο. «Εμένα δε μου πάει το στυλ του και, άλλωστε, δεν είναι στα μέτρα μου». Την πλησίασε και, αφού της φόρεσε το καπέλο, έστρωσε τα μαλλιά της. Στεκόταν υπερβολικά κοντά της και η Σάρα με κόπο αντιστάθηκε στη λαχτάρα της να χωθεί στην αγκαλιά του, για να νιώσει το υπέροχο κορμί του να αγγίζει το δικό της. Ένα κύμα απελπισίας την πλημμύρισε και έκλεισε τα μάτια της. Ο πόλεμος είχε ανάψει για τα καλά -ο πόλεμος με τον ίδιο της τον εαυτό. Αυτό που ένιωθε ήταν πραγματική λαγνεία. Οι ορμόνες της, που τις αγνοούσε τόσον καιρό, είχαν αναστατωθεί. Ωστόσο, εκείνη δε θα παραδινόταν. Δε θα ακολουθούσε τα ηδονιστικά βήματα του πατέρα της. Δε θα έχανε τον αυτοέλεγχό της ούτε για μια στιγμή! «Θέλεις να φύγουμε;» τη ρώτησε ο Φρανσίσκο. Η Σάρα γύρισε το κεφάλι της από την άλλη μεριά παίρνοντας το πιο παγερό της ύφος, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να τον διασκεδάσει. Τον είδε να κρυφογελάει καθώς σήκωνε από το πάτωμα έναν πάνινο σάκο και περνούσε το λουρί στον ώμο του. «Το πρωινό μας», εξήγησε με ύφος αυτάρεσκο, δείχνοντας το σάκο. «Ζήτησα από τη Ροζαλία να μας ετοιμάσει κάτι για να κάνουμε πικνίκ». Ήταν τόσο προκλητικός, τόσο όμορφος, που η Σάρα θα ήθελε πάρα πολύ να του δώσει μια... κλοτσιά και να τον εκδικηθεί για τα αισθήματα που της προκαλούσε. Υποσχέθηκα να μη χάσω τον αυτοέλεγχό μου, μάλωσε τον εαυτό της. «Είσαι πολύ προνοητικός», του είπε σαρκαστικά. «Αλλά αυτό είναι εύκολο όταν έχεις κάποιον που πληρώνεται για να σου κάνει τα θελήματα». «Είπαμε ότι θα είμαστε φίλοι, το ξέχασες;» της υπενθύμισε εκείνος και η φωνή του ακούστηκε βαθιά και βελούδινη. Έβαλε το χέρι του στον ώμο της και την οδήγησε στην πόρτα. Διέσχισαν το επιβλητικό πέτρινο κτίριο και κατέληξαν στην ταράτσα με τις γλυτσίνες, εκεί όπου την είχε αφήσει την προηγούμενη μέρα, ενώ η καρδιά της Σάρας ήταν βαριά και ένιωθε να τη βασανίζει μια αόριστη αγωνία. Φίλοι! Μακάρι να ήταν φίλος μου, σκέφτηκε μελαγχολικά. Στο μεταξύ εκείνος κατέβηκε σαν αίλουρος μερικά πέτρινα σκαλοπάτια 92


στην άκρη της ταράτσας και άνοιξε μια στενή πόρτα στο εξωτερικό τείχος του κάστρου προς την πλαγιά του βουνού. Και καθώς την κρατούσε ανοιχτή κάνοντάς της νόημα να περάσει, η Σάρα σκέφτηκε ότι λαχταρούσε απεγνωσμένα τη φιλία του. Πώς μπορούσαν όμως να είναι φίλοι ύστερα από ό,τι της είχε κάνει; Την είχε παραπλανήσει παρασύροντάς την ως το κάστρο και την κρατούσε αιχμάλωτη ώσπου να πετύχει αυτό που ήθελε -να στρίψει το λαιμό του Πιρς με τα δυνατά του χέρια. Και σαν να μην έφτανε αυτό, την είχε προσβάλει και την είχε ταπεινώσει, κουρελιάζοντας την αξιοπρέπειά της. Όχι, δεν μπορούμε να είμαστε φίλοι, κατέληξε η Σάρα και αναρωτήθηκε πώς ήταν δυνατό να λαχταράει τη φιλία του. Ξαφνικά ένιωσε ένα σφίξιμο στο λαιμό και δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της. Κάτι δεν πήγαινε καλά μέσα της και μακάρι να ήξερε τι ήταν αυτό. Αποφάσισε όμως να μην το ερευνήσει και πήρε το χέρι που της άπλωσε για να τη βοηθήσει να περπατήσει στο κακοτράχαλο μονοπάτι. Μόνο για σήμερα θα παίξω θέατρο, είπε μέσα της καθώς τα δάχτυλά του έσφιξαν το χέρι της. Δεν ήθελε πόλεμο, σήμερα ειδικά που ο θερμός άνεμος της Ανδαλουσίας έκανε το φόρεμά της να κολλάει στην ευαισθητοποιημένη σάρκα της, σήμερα που το άρωμα των αγριολούλουδων νάρκωνε τις αισθήσεις της και που η θέα των βουνών έκανε την ψυχή της να αγαλλιάζει, καθώς εκείνος της έδειχνε τη γη του. «Αυτά όλα ανήκαν πάντα στην οικογένειά σου;» ρώτησε η Σάρα σαστισμένη, καθώς ο Φρανσίσκο καθόταν στο ξερό χορτάρι, δίπλα σ’ ένα βράχο, παρασύροντάς τη να καθίσει μαζί του. Σήμερα είχε την ψευδαίσθηση ότι ήταν φίλος της και ίσως αυτή ήταν η εξήγηση για τη λαχτάρα που ένιωθε να μάθει τα πάντα γι’ αυτόν. «Περίπου», απάντησε εκείνος, ανασηκώνοντας ελαφρά τους ώμους του. «Ανήκαν στη μητέρα μου, η οποία, κατά την άποψη της οικογένειάς της, κηλίδωσε το όνομά της με το γάμο που έκανε. Και τα κληρονόμησα εγώ, που θεωρήθηκα παραφυάδα του οικογενειακού δέντρου, απλά και μόνο επειδή δεν υπήρχε άλλος κληρονόμος. Το κάστρο όμως που κληρονόμησα ήταν ερειπωμένο και τα κτήματα σε κακή κατάσταση και ανεκμετάλλευτα». Όση ώρα μιλούσε, ο Φρανσίσκο σκάλιζε μέσα στο σάκο, απ’ όπου τελικά έβγαλε ένα λιτό γεύμα: ψωμί, χοιρομέρι, ελιές και ένα φλασκί με ζεστό καφέ. «Τίποτα δεν είναι ερειπωμένο τώρα», παρατήρησε η Σάρα και πήρε από το χέρι του μια φέτα χοιρομέρι. «Χάρη στις προσπάθειές μου», απάντησε εκείνος με φωνή ουδέτερη, χαμηλώνοντας τα βλέφαρά του για να κρύψει τα εκφραστικά μάτια του. «Φροντίζω την περιουσία μου όσο καλύτερα μπορώ». 93


Όπως φρόντιζε και την αδερφή του; αναρωτήθηκε η Σάρα. Αναγκάζοντάς τη με τη ζηλότυπη και αποπνικτική συμπεριφορά του να καταλήξει στην αγκαλιά του πιο ακατάλληλου ανθρώπου του Πιρς; Διακόπτοντας τον ειρμό των σκέψεών της, ο Φρανσίσκο συνέχισε: «Παράτησα όλες τις δοσοληψίες μου στα διεθνή χρηματιστήρια και αφιερώθηκα στην αναγέννηση αυτού εδώ του τόπου. Και νομίζω ότι τα κατάφερα. Τι λες κι εσύ, Σαλώμη;» Το γλυκό του χαμόγελο την τύλιξε ακόμα περισσότερο στα δίχτυα της γοητείας του και χαμήλωσε το κεφάλι της για να κρύψει μια πρωτόγνωρη αίσθηση δειλίας που την πλημμύρισε και που έγινε ρίγος όταν της είπε με φωνή απαλή: «Ως τώρα αποφύγαμε να ανοίξουμε την καρδιά μας ο ένας στον άλλον. Ήταν ίσως δικαιολογημένο εξαιτίας των περιστάσεων, αλλά θα ήθελα να σταματήσει πια αυτό. Επιθυμώ να γνωριστούμε καλύτερα και πιστεύω ότι το θέλεις κι εσύ. Μίλησέ μου λοιπόν για τον εαυτό σου, με όλη σου την άνεση. Έχουμε όλη τη μέρα μπροστά μας». Ο Φρανσίσκο ήθελε να τη γνωρίσει καλύτερα και όλη η μέρα ήταν δική τους! Η έξοδός τους, λοιπόν, δεν ήταν ένα σύντομο πικνίκ και μετά επιστροφή στο κάστρο, όπου θα την άφηνε στη μοναξιά της κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της Ροζαλίας! Στη σκέψη αυτή, η Σάρα αισθάνθηκε τα σωθικά της να λιώνουν. «Τι θέλεις να σου πω;» ρώτησε με φωνή βραχνή. «Δεν είμαι παρά ένας συνηθισμένος άνθρωπος». «'Οχι δα!» αναφώνησε ο Φρανσίσκο και ξάπλωσε ανάσκελα στη σκιά, με τα χέρια πίσω από τον αυχένα και τα μάτια κλειστά. «Είσαι η πιο αινιγματική γυναίκα που έχω γνωρίσει. Έχεις περιχαρακωθεί πίσω από στιβάδες μυστικοπάθειας και κρύβεις με πείσμα τα συναισθήματά σου. Ήσουν δύσκολο παιδί;» Εκείνη χαμογέλασε και κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. Συνειδητοποιώντας όμως ότι ο Φρανσίσκο είχε τα μάτια του κλειστά, είπε: «Ήμουν πολύ υπάκουο παιδί. Έπρεπε να είμαι. Ο μόνος στην οικογένεια που επιτρεπόταν να είναι δύσκολος ήταν ο Πιρς. Η Πέισενς -η μητέρα μου- κι εγώ ζούσαμε κάτω από τη σκιά του και κάναμε ό,τι μπορούσαμε για να βάλουιιε κάποια τάξη στη ζωή του. Τον κυνηγούσαμε για να φάει και να κοιμηθεί και μερικές φορές για ν’ αλλάξει ρούχα». Ο Φρανσίσκο ήταν καλός ακροατής. Ίσως επειδή δεν την κοίταζε ή επειδή έδειχνε έτοιμος να αποκοιμηθεί. Η Σάρα γύρισε το κεφάλι της για να παρακολουθήσει με το βλέμμα έναν αετό που έκανε κύκλους στον αέρα, πάνω από το γραφικό χωριό στο βάθος της κοιλάδας. Δεν ήθελε να κοιτάξει τον Φρανσίσκο, επειδή ξαφνικά ένας αφόρητος πόνος έσφιγγε την καρδιά της. 94


Ο τραχύς τόνος της φωνής του την έκανε να τιναχτεί. «Έκανε απιστίες στη μητέρα σου; Μήπως γι’ αυτό κι εσύ προσπάθησες να γίνεις ψυχρή;» Ψυχρή; Έτσι την έβλεπε λοιπόν; «Ποτέ δεν προσπάθησα συνειδητά να γίνω οτιδήποτε άλλο εκτός από λογική», του απάντησε πληγωμένη. «Ήταν απαραίτητο αυτό, αν σκεφτεί κανείς πώς ζούσε ο πατέρας μου. Είχε γίνει διάσημος με τη ζωγραφική του, αλλά μεγαλύτερη φήμη είχε αποκτήσει με τις εκκεντρικότητές του. Έβλεπα τη μητέρα να πασχίζει να τον κάνει να λογικευτεί και, ύστερα από το θάνατό της, προσπάθησα να κάνω κι εγώ το ίδιο. Δεν ήμουν όμως παρά ένα παιδί και δεν υπήρχε περίπτωση να πετύχω εκεί που η μητέρα μου είχε αποτύχει. Δεν ξέρω αν της ήταν πιστός ή όχι. Αν την απατούσε, η Πέισενς φρόντιζε να το κρατάει κρυφό. Ο Πιρς έφευγε συχνά, ιδίως όταν τέλειωνε έναν πίνακα για τον οποίο είχε δουλέψει εξαντλητικά. Και όπως έλεγε η μητέρα μου, το έκανε για να ξεδώσει. Μόνο ύστερα από το θάνατό της έγιναν γνωστές οι σχέσεις του με άλλες γυναίκες. Ίσως», πρόσθεσε αργά, «να του έλειπε εκείνη και να αναπλήρωνε το κενό με άλλες γυναίκες. Καμιά, ωστόσο, δε στάθηκε ικανή να την αντικαταστήσει στην καρδιά του και γι' αυτό όλες του οι σχέσεις ήταν εφήμερες». Δάγκωσε με αμφιβολία το κάτω χείλι της. «Δεν ξέρω. Δε νομίζω ότι ο μπαμπάς κι εγώ κάναμε ποτέ μια σοβαρή κουβέντα. Αυτό που ξέρω όμως είναι ότι όλες αυτές οι γυναίκες είχαν περίπου την ηλικία του κι ότι στο πρόσωπό τους έβρισκε τη στοργή και το πάθος που του είχε προσφέρει η Πέισενς όσον καιρό ήταν παντρεμένοι». Γι’ αυτό και στην αρχή δεν πίστευε ότι ο Πιρς είχε μπλέξει με ένα κορίτσι νεότερο κι από την ίδια του την κόρη. «Κι εσύ, από αντίδραση στο χάος που προφανώς πίστευες ότι ήταν η αιτία για τον πρόωρο θάνατο της μητέρας σου, αποφάσισες να ζήσεις μια ζωή τακτική και νοικοκυρεμένη. Ήταν μια εντελώς φυσιολογική αντίδραση ενός ευαίσθητου κοριτσιού στην εφηβεία του». Πέρασε το μπράτσο του στο λαιμό της και την παρέσυρε στο χορτάρι δίπλα του. «Η καταπίεση πάντως δεν πήγε πολύ βαθιά ώστε να σου προκαλέσει μόνιμη βλάβη, έτσι δεν είναι, Σαλώμη;» ψιθύρισε με φωνή αισθησιακή. Το άλλο του χέρι είχε ακουμπήσει απαλά στο στήθος της. Κι ενώ το αίμα κυλούσε καυτό στις φλέβες της Σάρας, τα χείλη του πλησίασαν αργά τα δικά της και τα χάιδεψαν αισθησιακά. «Αφησέ με να επανορθώσω τη μικρή ζημιά», μουρμούρισε. «Άφησέ με να σου δείξω τι θα πει πάθος».

95


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 «Δε νομίζω ότι...» Η Σάρα προσπάθησε απεγνωσμένα να καταπνίξει την αίσθηση που άρχισε να την κυριεύει ότι έλιωνε στην αγκαλιά του. Τα μισόλογα διαμαρτυρίας όμως πνίγηκαν στο λαιμό της όταν ο Φρανσίσκο σκέπασε τα χείλη της με τα δικά του. «Μπουένο», μουρμούρισε. «Δε θέλω να σκέφτεσαι και να νομίζεις... θέλω μόνο να αισθάνεσαι Παραδώσου ελεύθερα στο πάθος σου». Η Σάρα, νιώθοντας τα χείλη της να καίνε, έκανε μια τελευταία απελπισμένη προσπάθεια και ύστερα από μια στιγμή αναποφασιστικότητας έκλεισε τα μάτια της και παραδόθηκε. Ύστερα από αυτό, περίμενε, απελευθερωμένη πια, το αναπόφευκτο. Μια άγρια πείνα της έκαιγε τα σωθικά. Ένιωθε την ανάγκη να δοθεί για πάντα σ’ αυτό τον άντρα, με το σώμα, την ψυχή και την καρδιά της. Με το προπατορικό της ένστικτο για οδηγό, ήξερε ότι αυτό που έκανε ήταν το σωστό και ότι τίποτ’ άλλο δε μετρούσε στον κόσμο πέρα από την αβάσταχτα γλυκιά εκείνη στιγμή. Τα χάδια του στο στήθος της, πάνω από το δανεικό της φόρεμα, έγιναν σιγά σιγά βασανιστικά και η Σάρα, κυρτώνοντας το κορμί της μέσα σε ένα ξέσπασμα τρελού πόθου, τον άκουσε να ψιθυρίζει πνιχτά διάφορες λέξεις στη γλώσσα του, ενώ το κορμί του σκλήραινε και τα φιλιά του, από γλυκά και απαλά, γίνονταν αχόρταγα και παθιασμένα. Ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού και με τα χείλη, τη γλώσσα και το σκληρό αντρικό του κορμί απαιτούσε ολοκληρωτική υποταγή. Και η Σάρα του την πρόσφερε πρόθυμα, περιφρονώντας κάθε λογική σκέψη. Έδεσε τα χέρια της στο λαιμό του και, χαμένη μέσα στην άβυσσο του πιο άγριου αισθησιασμού, τύλιξε τα μακριά της πόδια γύρω από το κορμί του και κόλλησε επάνω του. Ο Φρανσίσκο άρχισε τότε να χαϊδεύει το κορμί της, ηλεκτρίζοντας τις αισθήσεις της, ενώ η Σάρα με πνιχτές κραυγές φώναζε το όνομά του και ζητούσε απεγνωσμένα ικανοποίηση. Κι όταν το χέρι του γλίστρησε κάτω από το ανασηκωμένο της φόρεμα και χάιδεψε τους μηρούς της, η Σάρα, με την ανάσα κομμένη, τρίφτηκε επάνω του, συγκλονισμένη από ένα κύμα ηδονής που δεν 96


είχε νιώσει ως τότε ούτε στα πιο τολμηρά όνειρά της. «Ντιος!» Για μια στιγμή, το κορμί του μαρμάρωσε και η Σάρα άκουσε τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς του. Ύστερα ο Φρανσίσκο, ελευθερώνοντάς την από το ασφυκτικό του αγκάλιασμα, γλίστρησε από πάνω της. Τα μάγουλά του ήταν φλογισμένα από πόθο. Η Σάρα ανοιγόκλεισε ξαφνιασμένη τα μάτια της και σταύρωσε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της, εκεί που ένιωθε το οδυνηρό κενό που είχε αντικαταστήσει τη γλυκιά της προσμονή, ενώ ένας αυθόρμητος πνιχτός λυγμός βγήκε από τα βάθη της ψυχής της. Ο Φρανσίσκο της έριξε ένα ερευνητικό βλέμμα και, παίρνοντας το χέρι της στο δικό του, το έφερε στα χείλη του. «Όχι, όχι, κερίδα», μουρμούρισε με φωνή υπόκωφη. «Δε σε αποδιώχνω. Καίγομαι ολόκληρος για σένα». Φίλησε απαλά τα δάχτυλά της και, αιχμαλωτίζοντάς τη με το φλογερό του βλέμμα, συνέχισε: «Αν ήξερες πόσο σκληρά πολέμησα για να μην πάρω αυτό που λαχταρώ τόσο απελπισμένα... Είσαι ωραία, θερμή και αξιολάτρευτη και σε θέλω όσο δε θέλησα ποτέ άλλη γυναίκα. Δεν είναι σωστό όμως να γίνει τώρα δεν ήρθε ακόμα η ώρα». Έσκυψε και απέθεσε ένα φιλί στην παλάμη της. «Κάποτε όμως θα έρθει και τότε όλα θα είναι τέλεια, σου το υπόσχομαι». Η Σάρα πήρε μια βαθιά ανάσα και, καθώς ο αισθησιασμός της υποχωρούσε, στάθηκε με κόπο στα πόδια της. Δεν αμφισβητούσε ούτε στο ελάχιστο τα λόγια του η σεξουαλική τους ένωση θα ήταν κάτι το υπέροχο, κάτι το εκρηκτικό. Ωστόσο, η ψυχρή λογική άρχισε να παγώνει το αίμα της και να καθαρίζει το μυαλό της. Τον ποθούσε με όλη τη δύναμη της ψυχής της και είχε ανακαλύψει ότι ήταν το κέντρο της ύπαρξής της. Αν αυτό ήταν αγάπη, τότε η αγάπη την τρόμαζε γιατί την εκμηδένιζε, έσβηνε την προσωπικότητά της και την έκανε ένα άβουλο πλάσμα που δεν είχε δική του θέση στον κόσμο, που δε ζούσε παρά μόνο για εκείνον. Με τα φιλιά του, ο Φρανσίσκο την είχε παρασύρει στον ίλιγγο της παραφροσύνης, στην τρέλα του έρωτα, στον ασυγκράτητο πόθο να γαντζωθεί επάνω του για όλη της τη ζωή. Και μόνο η δική του αυτοκυριαρχία την είχε βοηθήσει να διασώσει την αξιοπρέπειά της. Η Σάρα έβλεπε τώρα τα πράγματα καθαρά, με μια διαύγεια που την έκανε να πονάει. Θα της έκανε έρωτα όταν ερχόταν η σωστή στιγμή. Ωστόσο, το μυαλό και η λογική της, που είχαν ξαναγυρίσει, έκαναν την υπόσχεσή του να μοιάζει σαν απειλή. Και πώς θα γινόταν αυτό; Ποια θα ήταν η σωστή ώρα και ποιος ο σωστός τόπος; Με παγωμένη σαμπάνια, στο μεγάλο μαλακό κρεβάτι μια ισπανική νύχτα με εξωτικά αρώματα; Και ύστερα; Τι θα γινόταν όταν θα τη βαριόταν ή όταν θα εμφανιζόταν ο 97


πατέρας της; Θα της έδινε μια κλοτσιά και θα την έδιωχνε; Δε θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της τέτοιον εξευτελισμό. Ήδη ένιωθε την καρδιά της να ματώνει. Δεν είχε χάσει ακόμα εντελώς το μυαλό της. «Θα γυρίσω μόνη μου», του είπε ήρεμα, αποφεύγοντας να τον κοιτάξει. «Εσύ, αν θέλεις, μπορείς να συνεχίσεις το δρόμο σου. Δεν πρόκειται να χαθώ. Άλλωστε, δεν είμαστε και τόσο μακριά από το κάστρο». Και όμως, βρισκόταν χιλιάδες μίλια μακριά από την αφελή εκείνη γυναίκα που, ξεκινώντας χαρούμενη το πρωί, δεν αποζητούσε δήθεν παρά τη φιλία αυτού του σατανά. Ο Φρανσίσκο άφησε ένα μικρό γέλιο. «Τώρα είσαι μαζί μου και δε σε αφήνω να φύγεις, αυτό να το θυμάσαι». Πέρασε το δάχτυλό του στο περίγραμμα των χειλιών της και η Σάρα έκλεισε τα μάτια της ριγώντας από ηδονή. Τον αγαπούσε και τον ποθούσε τόσο απελπισμένα, που στο τέλος δε θα άντεχε πια! Το απαλό του άγγιγμα δεν ήταν παρά ένα είδος μαγείας, μια εισαγωγή στα μυστήρια του ανθρώπινου πόθου. Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν και τα γόνατά της να λυγίζουν. Πώς θα έβρισκε ξανά την αυτοκυριαρχία της; Τότε τον άκουσε να αναστενάζει βαθιά και τον ένιωσε να φεύγει από κοντά της. Σηκώνοντας τα βαριά της βλέφαρα, τον είδε να μαζεύει το καπέλο της, που είχε πέσει στο χορτάρι. «Να ’μαστέ, λοιπόν!» της είπε βάζοντάς της το καπέλο στο κεφάλι. «Τώρα θα περπατήσουμε μαζί κι εγώ θα σκεφτώ μερικά πράγματα. Έλα!» Έτσι απλά, σκέφτηκε η Σάρα παρατηρώντας τον να σηκώνει το σάκο από το χώμα και να περνάει το λουρί στον ώμο του. Η ισπανική αλαζονεία ξαναγύριζε σε όλο της το μεγαλείο. Παρ’ όλα αυτά και παρά τα συμπεράσματα στα οποία είχε καταλήξει με την κοινή λογική, η Σάρα χαμογέλασε και, ευτυχισμένη, σχεδόν ξέγνοιαστη, έτρεξε πίσω του για να τον προλάβει. Αν αυτό που ο Φρανσίσκο είχε τώρα στο μυαλό του ήταν να κάνει τον περίπατό του και να σκεφτεί, η Σάρα μπορούσε να το αντιμετωπίσει. Θα απολάμβανε τουλάχιστον την αίσθηση της ελευθερίας που φαινομενικά ήταν απεριόριστη. Θα την απολάμβανε με όλη της την ψυχή γιατί ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό της, χωρίς να κινδυνεύει να φθαρεί ανεπανόρθωτα. Έτσι κι αλλιώς, ήταν υποχρεωμένη να θωρακίσει τον εαυτό της για να δαμάσει τον πρωτόγονο αισθησιασμό που μόνο εκείνος μπορούσε να ξυπνήσει μέσα της. 98


Απορροφημένη από τις σκέψεις της, σχεδόν δεν είχε προσέξει τη σιωπή του καθώς συνέχιζαν το κοπιαστικό περπάτημα στα κακοτράχαλα μονοπάτια. Κάτω από τις αδυσώπητες αχτίδες του ήλιου, το προφίλ του διαγραφόταν σκληρό και αυστηρό, ενώ οι σκέψεις του τον είχαν πάρει μακριά της. Ίσως είχε ξεχάσει ότι εκείνη περπατούσε δίπλα του. Αυτό όμως δεν είχε καμιά σημασία. Η Σάρα ποτέ δε θα ένιωθε μόνη όταν εκείνος ήταν κοντά της. Συνειδητοποιώντας πόσο επικίνδυνη ήταν η σκέψη της αυτή, την έσβησε απότομα από το μυαλό της και προσπάθησε να υπολογίσει την απόσταση που είχαν διανύσει. Ήταν μίλια ολόκληρα. Φυσικά, είχαν να κάνουν και το δρόμο της επιστροφής, πράγμα που σήμαινε ότι κάποια στιγμή θα έπεφτε κάτω εξαντλημένη από τη ζέστη και την κούραση. Αν τον ρωτούσε μήπως είχε περισσέψει λίγος καφές, θα έκανε άραγε τον κόπο να της απαντήσει; Αν κατάφερνε να αισθανθεί μνησικακία για τη στάση του, θα εξουδετέρωνε σίγουρα όλες εκείνες τις σκέψεις που την οδηγούσαν σε αδιέξοδο. Όταν όμως εκείνος μπήκε σ’ ένα απότομο μονοπάτι που οδηγούσε σε μια βαθιά χαράδρα και γύρισε απλώνοντας τα χέρια του για να τη βοηθήσει, η Σάρα δέχτηκε με εμπιστοσύνη τη βοήθειά του, συνειδητοποιώντας ακόμα μια φορά ότι τίποτα στον κόσμο δεν μπορούσε να τη θωρακίσει ενάντια στα αισθήματα που ξυπνούσε μέσα της. Της ήρθε να βάλει τα κλάματα με τη βλακεία της. Την πέρασε χωρίς προσπάθεια από το πιο απόκρημνο σημείο του μονοπατιού και την άφησε από τα χέρια του. Η Σάρα αναστέναξε από ανακούφιση. Δεν ήταν από αυτές που εγκαταλείπουν τον αγώνα έπρεπε να προσπαθήσει πιο σκληρά για να τον βγάλει από το μυαλό της. Και θα το κατάφερνε με τον καιρό. Ξαφνικά τον ένιωσε να την τραβάει απότομα κοντά του και να την παρασύρει στην άκρη του μονοπατιού για να αποφύγουν τα αγκάθια μιας φραγκοσυκιάς. «Δεν έχουμε πολύ δρόμο ακόμα», της είπε παραμερίζοντας τα μαλλιά από το ιδρωμένο της μέτωπο. «Σε λίγο θα μπορέσεις να πάρεις μια ανάσα. Δεν έχω πρόθεση να σε εξαντλήσω». Η Σάρα τραβήχτηκε μακριά του, προσπαθώντας να παραστήσει ότι δεν την ενδιέφεραν καθόλου οι προθέσεις του. Το μυαλό της όμως άρχισε να δουλεύει τρελά. Τι σήμαιναν τα λόγια του; Ότι ήταν μόνο ευγενικός μαζί της; Ότι ένιωθε τύψεις επειδή ήταν ασυνήθιστη στις πορείες κι εκείνος είχε ξεχάσει την ύπαρξή της; Ή μήπως δεν ήθελε να την εξαντλήσει επειδή δεν ήθελε μια κουρασμένη γυναίκα στο κρεβάτι του απόψε; Δεν ήταν σε θέση να δώσει απάντηση στα ερωτήματά της. «Δεν 99


έχουμε πολύ δρόμο για πού;» ρώτησε. Ο Φρανσίσκο της έδειξε με το χέρι ένα σημείο στην πλαγιά του βουνού όπου κοπάδια από κατσίκια έβοσκαν στα χαμόκλαδα και, ακόμα πιο πέρα, μια πέτρινη καλύβα, κάτω από τη σκιά μιας συστάδας από ελαιόδεντρα. Μια λεπτή στήλη γαλάζιου καπνού έβγαινε από μια καμινάδα και, καθώς η Σάρα εστίαζε περισσότερο την προσοχή της, είδε να διαγράφεται στη σκιά η φιγούρα ενός ηλικιωμένου ανθρώπου. «Ελ πάστορ», είπε ο Φρανσίσκο απαλά, ενώ το αυστηρό ύφος που η Σάρα είχε διακρίνει νωρίτερα στα χαρακτηριστικά του δεν υπήρχε πια. «Θα μας καλωσορίσει στο σπίτι του κι εκεί θα μπορέσεις να ξεκουραστείς και να πιεις από την πηγή το πιο ωραίο νερό που έχεις δοκιμάσει στη ζωή σου». «Ζει εκεί πέρα;» Η Σάρα δεν μπορούσε να το πιστέψει. Μίλια ολόκληρα δεν υπήρχε τίποτα εκτός από το άγριο ορεινό τοπίο. «Δεν αισθάνεται μοναξιά; Το χειμώνα, φαντάζομαι, θα μένει στο χωριό». «Όχι. Προτιμάει τη μοναξιά». Ο Φρανσίσκο κατηφόρισε στο απόκρημνο, στενό μονοπάτι κρατώντας τη γερά από το χέρι. «Γενικά, δεν του αρέσει ο κόσμος. Ποτέ του δεν παντρεύτηκε και όταν πέθανε η μητέρα του, πριν από είκοσι χρόνια, ήρθε και εγκαταστάθηκε εδώ πάνω. Φυλάει τα κατσίκια των χωρικών και για αντάλλαγμα του φέρνουν ζαρζαβατικά, τυρί και κάνα πουλερικό πού και πού. Έρχομαι να δω τι κάνει τουλάχιστον μια φορά το μήνα και πιο συχνά το χειμώνα». Τώρα κατηφόριζαν δίπλα από έναν πέτρινο φράχτη και ο Φρανσίσκο, γελώντας με τη δυσκολία της στο περπάτημα, την άρπαξε στα μπράτσα του και δεν την άφησε παρά μόνο όταν έφτασαν σε ομαλό έδαφος. Ο ηλικιωμένος άντρας τους παρακολουθούσε αγέλαστος ώσπου έφτασαν κοντά του και ο Φρανσίσκο άπλωσε το χέρι του για να τον χαιρετήσει. Αν και έδειχνε από τους ανθρώπους που σπάνια χαμογελούν, ένα χαμόγελο γεμάτο σεβασμό φάνηκε στο πρόσωπό του γέρου, αλλά και γεμάτο ευγνωμοσύνη, όταν ένα πακέτο με καπνό βγήκε από το σάκο, μαζί με το υπόλοιπο χοιρομέρι, με ένα μεγάλο κομμάτι τυρί και κάμποσα φρούτα. Όλα αυτά ήταν αρκετά για να τον θρέψουν μια ολόκληρη βδομάδα. Ό,τι απέμεινε από το πικνίκ, σκέφτηκε η Σάρα. Είχαν φάει πολύ λίγο επειδή είχαν το μυαλό τους αλλού! Συνοφρυωμένη, απώθησε την ανάμνηση από το μυαλό της και εκείνη τη στιγμή διάλεξε το στομάχι της για να γουργουρίσει ενοχλητικά. Πώς θα έβγαζε το δρόμο της επιστροφής με άδειο στομάχι; Κάνει καλό στη σιλουέτα, παρηγόρησε τον εαυτό της. Στο μεταξύ, οι δυο άντρες είχαν πιάσει μια ατέλειωτη κουβέντα στα ισπανικά και

100


η φωνή του ηλικιωμένου ακουγόταν σαν σκουριασμένη. Όταν τα είπαν πια, ο Φρανσίσκο την πήγε να καθίσει στον ξύλινο πάγκο κάτω από τη σκιά των δέντρων, ενώ ο γιδοβοσκός μπήκε στην καλύβα, για να εμφανιστεί λίγο αργότερα με δυο ποτήρια από το πιο δροσερό και το πιο εύγευστο νερό που είχε πιει ποτέ της η Σάρα. Ο ξεραμένος λαιμός της δροσίστηκε και ρουφούσε ακόμα το νερό της απολαυστικά όταν ένα σκυλί με γυαλιστερό μαύρο τρίχωμα βγήκε από την καλύβα και άρχισε να τρώει με μεγάλη όρεξη το τυρί και το χοιρομέρι. «Να, λοιπόν, που έχει και ένα φίλο. Χαίρομαι πολύ γι’ αυτό», μουρμούρισε η Σάρα. «Έχει πολλούς φίλους κι ας μην το ξέρει ανθρώπους από το χωριό, εργάτες από τα κτήματά μου... Σχεδόν δεν περνάει μέρα χωρίς να έρθει κάποιος για να δει αν είναι καλά», είπε ο Φρανσίσκο. «Πρέπει όμως να πηγαίνουμε τώρα. Δε χρειάζεται να κάνουμε κατάχρηση της φιλοξενίας του. Μπορεί από ευγένεια να μη λέει ποτέ σε κάποιον να φύγει, αλλά μόνος του είναι πολύ πιο ευτυχισμένος». Μετά τις τυπικές ευχαριστίες και φιλοφρονήσεις, ο Φρανσίσκο οδήγησε τη Σάρα σε μια μικρή αυλή, όπου ένα σχεδόν καινούριο αυτοκίνητο με κίνηση στους τέσσερις τροχούς γυάλιζε κάτω από τον ήλιο. Όταν άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού και της έκανε νόημα να μπει μέσα, η Σάρα απόρησε. «Τι κάνεις εκεί;» ρώτησε. «Δικό του είναι;» «Εγώ του το παραχώρησα πριν από ένα χρόνο, για να κάνει τις δουλειές του και το χρησιμοποίησε μόνο μια φορά, όταν ο σκύλος του έκοψε το πόδι του και χρειάστηκε να τον πάει στον κτηνίατρο», απάντησε εκείνος και κάθισε στο τιμόνι. «Τον ρώτησα αν μπορώ να το δανειστώ και να του το επιστρέψω αύριο. Αρκετά περπάτησες για σήμερα». Της χάρισε το πιο γοητευτικό του χαμόγελο. «Ας ελπίσουμε ότι στο μεταξύ ο σκύλος δε θα πάθει τίποτα». Η Σάρα του ανταπέδωσε το χαμόγελο κάπως αχνά. Ένιωθε έναν κόμπο στο λαιμό. Εκτιμούσε, φυσικά, τη χειρονομία του να δανειστεί το αυτοκίνητο για χάρη της, αλλά, παρά την κούρασή της και το άδειο της στομάχι, θα προτιμούσε να κάνει το δρόμο της επιστροφής με τα πόδια, μαζί του. Ήθελε η έξοδός τους να κρατήσει όσο γινόταν πιο πολύ. Όταν επέστρεφε στο κάστρο, η αιχμαλωσία της θα τη βάραινε περισσότερο και θα άρχιζε ξανά τους διαξιφισμούς μαζί του. Με τη μηχανή του αυτοκινήτου να αγκομαχάει στο κακοτράχαλο μονοπάτι και σύννεφα σκόνης να σηκώνονται πίσω τους, έφτασαν σε ένα σταυροδρόμι. «Αριστερά ο δρόμος οδηγεί στα κτήματά μου, ίσια κατεβαίνει στο

101


χωριό και δεξιά μάς βγάζει στο σπίτι μου», την ενημέρωσε ο Φρανσίσκο και την κοίταξε με ύφος ερωτηματικό. «Θα ήθελες να δεις το χωριό;» Και χωρίς να περιμένει την απάντησή της, πήρε αυτή την κατεύθυνση. Η αναπάντεχη πρότασή του την ενθουσίασε και ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της, που όμως φρόντισε να το κρύψει αμέσως. Όσο κι αν την έκανε ευτυχισμένη η παράταση της εκδρομής με τον άντρα που τόσο ανόητα είχε ερωτευτεί, ο Φρανσίσκο δεν έπαυε να είναι ο δεσμοφύλακάς της. Το πολύ σε μια ώρα θα επέστρεφαν στο κάστρο κι εκεί ο καθένας θα ξαναγύριζε στο δικό του ρόλο: εκείνος θα γινόταν ξανά ο δεσμοφύλακάς της κι αυτή θα ήταν η αιχμάλωτή του. Προς τι λοιπόν όλη αυτή η ευτυχία; Ο Φρανσίσκο ήταν ένας επικίνδυνος άντρας που είχε κλονίσει την ψυχική της ισορροπία, ύστερα μάλιστα από όσα είχε περάσει από τη στιγμή που είχε φύγει από το Λονδίνο. Και δεν ήταν καθόλου περίεργο να φαντάζεται ότι ήταν ερωτευμένη μαζί του. Μήπως δεν ήταν κοινό μυστικό ότι οι φυλακισμένοι δένονταν ψυχολογικά με τους δεσμοφύλακές τους; Αν μάλιστα ο δεσμοφύλακας ήταν τόσο εκθαμβωτικά ωραίος, τόσο δυναμικός και τόσο σεξουαλικά ελκυστικός όσο ο Φρανσίσκο, τότε η Σάρα ήταν δικαιολογημένη για την εφήμερη τρέλα της και τις φαντασιώσεις της ότι όλα αυτά που αισθανόταν ήταν έρωτας. Μόλις πατούσε το πόδι της στο αεροπλάνο για το Λονδίνο, ο Φρανσίσκο δε θα ήταν παρά η ενοχλητική ανάμνηση ενός ξιπασμένου, βίαιου άντρα με αρρωστημένο μυαλό, ο οποίος είχε κλέψει πολύτιμο χρόνο από την πολυάσχολη, αποδοτική και πετυχημένη ζωή της. Έχοντας καταλήξει στο βολικό αυτό συμπέρασμα, η Σάρα ξαναβρήκε την ηρεμία της και παρατήρησε ότι το τοπίο είχε αρχίσει να γίνεται λιγότερο άγριο. Και ευχαρίστως άκουγε τα σχόλια του Φρανσίσκο για καθετί που έβλεπαν κατά μήκος του στενού δρόμου που κατηφόριζε προς την εύφορη κοιλάδα με το ποτάμι. Τα πλούσια χωράφια με τα δημητριακά, οι συστάδες με τις ροδακινιές, οι ελαιώνες και τα εσπεριδοειδή σχημάτιζαν γεωμετρικά σχήματα στη γόνιμη γη, ενώ οι βελανιδιές και οι φτελιές με τα πλούσια φυλλώματα έριχναν τη σκιά τους στις όχθες του ποταμού. Ο Φρανσίσκο πάρκαρε το τζιπ κάτω από ένα δέντρο και η Σάρα, κοιτάζοντας το δροσερό νερό που στραφτάλιζε, είπε: «Είναι πολύ ωραίο μέρος». «Το βρίσκεις πιο ωραίο από τα βουνά και το σπίτι μου;» Με τα χέρια του στο τιμόνι, έδειχνε να περιμένει με αγωνία την απάντησή της. 102


«Όχι. Είναι απλώς διαφορετικό», είπε η Σάρα χαμογελώντας. «Σου αρέσει η πατρίδα μου; Αν οι περιστάσεις ήταν διαφορετικές, θα ήσουν ευτυχισμένη εδώ;» «Και ποιος δε θα ήταν;» είπε η Σάρα, αποφεύγοντας να δώσει άμεση απάντηση. Γιατί άραγε τη ρωτούσε; Δεν ήθελε να παραδεχτεί ούτε στον εαυτό της ότι θα ήταν ευτυχισμένη οπουδήποτε, αρκεί να ήταν μαζί του. Ευτυχώς, ο Φρανσίσκο φάνηκε ικανοποιημένος με την απάντησή της. Κατέβηκε από το τζιπ και, αφού τη βοήθησε να κατέβει κι εκείνη, την πήρε από το χέρι και περπάτησαν ως την άκρη του δρόμου. Σε λίγο έμπαιναν στο χωριό, που ήταν ένας πραγματικός λαβύρινθος από στενά δρομάκια. Τα πεντακάθαρα σπίτια ήταν πνιγμένα στις ζαρντινιέρες που ξεχείλιζαν από γεράνια, οι μικροί κήποι ήταν πλημμυρισμένοι στα τριαντάφυλλα, το αγιόκλημα και τα κρίνα, ενώ στους τοίχους έπεφταν σαν χείμαρροι μοβ και κόκκινες μπουκαμβίλιες. Φτάνοντας στη μικρή πλακόστρωτη πλατεία, η Σάρα δοκίμασε να ελευθερώσει το χέρι της, αλλά το μόνο που πέτυχε ήταν να της το σφίξει περισσότερο ο Φρανσίσκο. Έτσι κι εκείνη προσπάθησε να αγνοήσει τη γλυκιά ανατριχίλα που διαπερνούσε το κορμί της και που της προξενούσε την επιθυμία να κολλήσει επάνω του και να τον κρατήσει για πάντα στην αγκαλιά της. Οι άνθρωποι λοξοδρομούσαν για να τον χαιρετήσουν. Γέροι, καθισμένοι στους πάγκους μπροστά στο πέτρινο σιντριβάνι, σηκώνονταν για να ανταλλάξουν μερικές λέξεις μαζί του. Νεαρές μητέρες, που έσπρωχναν τα καροτσάκια με τα παιδιά τους και μαυροφορεμένες νοικοκυρές, που πρόβαλλαν στο κατώφλι τους, τον αποκαλούσαν πατρόν. Πλατιά χαμόγελα έσκαζαν στα χείλη τους, χαμόγελα που απευθύνονταν και στη Σάρα, ενώ τη ζύγιζαν ρίχνοντάς της πλάγια βλέμματα για να διαπιστώσουν αν η καινούρια φιλενάδα του πατρόν ήταν κατάλληλη γι’ αυτόν. Η Σάρα, χωρίς να καταδικάζει την περιέργειά τους, θα προτιμούσε να αποφύγει αυτή τη δοκιμασία. Δεν ήταν φιλενάδα του, έστω κι αν εκείνος είχε περάσει τώρα το μπράτσο του κατακτητικά στους ώμους της, δίνοντας την εντύπωση ότι οι δυο τους ήταν ζευγάρι. Αυτό ήταν ψέμα, ήταν καθαρή υποκρισία. Και όμως, εκεί πάνω στα βουνά είχε γίνει σχεδόν δική του! Ανίκανη να ελέγξει τον εαυτό της, η Σάρα αναψοκοκκίνισε ανατριχιάζοντας από πόθο έναν πόθο που ήταν καταδικασμένος να μην ικανοποιηθεί ποτέ. Ο Φρανσίσκο της έριξε ένα ανήσυχο βλέμμα. «Θα φάμε», ανήγγειλε. «Θα είσαι πεινασμένη και με συγχωρείς που δεν το σκέφτηκα ως τώρα. Ούτε που δοκιμάσαμε το πλούσιο πικνίκ που μας ετοίμασε η Ροζαλία». 103


Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο ξαναμμένο της μάγουλο και, γυρίζοντας στους χωρικούς που είχαν μαζευτεί γύρω τους, είπε στα ισπανικά κάτι που προκάλεσε εκρήξεις γέλιου. Και το αποκορύφωμα της αισχρής συμπεριφοράς του ήταν όταν της είπε: «Είχαμε άλλα πράγματα στο νου μας, έτσι δεν είναι, κερίδα;» Η Σάρα τον κοίταξε αγανακτισμένη. Το φίδι! Δε χρειαζόταν να της θυμίσει έτσι πρόστυχα τι είχε συμβεί πώς είχε ανταποκριθεί στα φιλιά του χάνοντας τον έλεγχό της και πώς εκείνος είχε κόψει απότομα το ερωτικό της παραλήρημα. Και τι είδους αστείο ήταν αυτό που είχε πει στους χωρικούς, κάνοντάς τους να ξεκαρδιστούν στα γέλια; Ένα πράγμα ήταν βέβαιο: μπορεί ο Φρανσίσκο να ήταν ο άρχοντας της περιοχής, μπορεί να ήταν πάμπλουτος, αλλά τζέντλεμαν δεν ήταν! Η οργή της, τροφοδοτημένη από τη δύσκολη θέση στην οποία την είχε φέρει μπροστά στους άλλους, τη βοήθησε να σπρώξει το μπράτσο του από τους ώμους της. «Μπορώ να περιμένω ώσπου να γυρίσω πάλι στη φυλακή μου. Μην ανησυχείς, δεν πρόκειται να πεθάνω από την πείνα», του είπε με ύφος παγερό και ένιωσε ξαφνικά πολύ καλύτερα. Ήταν πια καιρός να θυμηθεί πρώτα πώς είχε φτάσει ως εκεί και ύστερα να ξεριζώσει μια και καλή από το μυαλό της τις ψεύτικες φαντασιώσεις της ότι αυτή η μέρα ήταν αλλιώτικη από τις άλλες. Ο Φρανσίσκο έγειρε το μελαχρινό κεφάλι του κοντά στο αυτί της. «Καλά θα κάνεις να μαζέψεις λίγο τα νύχια σου, γατούλα μου. Δε σου χρειάζονται άλλο», μουρμούρισε και, παίρνοντας ξανά το χέρι της στο δικό του, την πήγε σ’ ένα καφενείο και την έβαλε να καθίσει σ’ ένα τραπέζι κάτω από τη σκιά μιας πορτοκαλιάς. Αφού έδωσε παραγγελία στο γκαρσόνι, άρχισε να της εξηγεί πόσο σωστά είχε αξιοποιήσει την περιουσία που είχε αποκτήσει στο χρηματιστήριο, παρέχοντας στους χωρικούς τα μέσα για να πάψουν να ζουν πρωτόγονα όταν φρόντισε να κάνει ξανά παραγωγικά τα κτήματα και πόσο ικανοποιημένοι ήταν βλέποντας τις συνθήκες της ζωής τους να βελτιώνονται αισθητά. «Μπορεί να πιστεύεις ότι η στάση μου ήταν στάση φεουδάρχη, αλλά κάνεις λάθος», της είπε γεμίζοντας ξανά τα ποτήρια τους με ντόπιο κρασί. «Όλα ήταν παραμελημένα εδώ πέρα. Πόσιμο νερό κουβαλούσαν με βυτίο πού και πού, τα σπίτια ερειπώνονταν, στα κτήματα δε δούλευε σχεδόν κανένας, μια και η συγκομιδή δε μαζευόταν τη σωστή εποχή και δεν πουλιόταν τον κατάλληλο καιρό ούτε στη σωστή τιμή. Κι όλα αυτά από έλλειψη ενδιαφέροντος του προηγούμενου ιδιοκτήτη των κτημάτων, του προγόνου μου. Είμαστε μια πολύ απομονωμένη κοινότητα και είμαστε υποχρεωμένοι να συνεργαζόμαστε

104


δουλεύοντας σκληρά όλοι μαζί για να επιβιώσουμε και να αποτρέψουμε την εγκατάλειψη του χωριού, για να εμποδίσουμε τη γη να χάσει τη γονιμότητά της, αλλά και για να κρατήσουμε τους νέους που ήθελαν να φύγουν για να βρουν αλλού καλύτερες συνθήκες ζωής». Ο Φρανσίσκο είχε παρασυρθεί από τον ενθουσιασμό του. «Μήπως σε κάνω να βαριέσαι με όλα αυτά;» τη ρώτησε ρίχνοντάς της ένα καχύποπτο βλέμμα. «Κάθε άλλο», τον διαβεβαίωσε εκείνη. Ωστόσο, θα ήθελε να είχε βαρεθεί. Θα ήταν προτιμότερο. Η διήγησή του όμως είχε αιχμαλωτίσει το ενδιαφέρον της και ήξερε τώρα γιατί όλοι σχεδόν οι κάτοικοι του χωριού είχαν τρέξει να τον χαιρετήσουν με σεβασμό και αγάπη. Αν και δεν έδειχνε να καυχιέται για τις επιτυχίες του, η Σάρα είχε διακρίνει την περηφάνια στη φωνή του και είχε δει στα μάτια του την αγάπη που έτρεφε για τη γη του. Ήταν περήφανος για τους εργάτες που τον είχαν βοηθήσει να πραγματοποιήσει τα όνειρά του. Όλα αυτά όμως την παρέσυραν σε επικίνδυνα μονοπάτια και ήταν έτοιμη να παραδεχτεί ότι τα αισθήματά της για τον Φρανσίσκο δεν ήταν πόθος ή ερωτική επιθυμία ήταν πραγματικός, αιώνιος έρωτας που έκανε την καρδιά της να πονάει αφάνταστα. «Χαίρομαι γι’ αυτό», είπε εκείνος απλά και, αφού άφησε στο τραπέζι μερικά ισπανικά νομίσματα για το λογαριασμό, σηκώθηκε και της άπλωσε το χέρι. «Πάμε να φύγουμε;» τη ρώτησε. Η Σάρα αγνόησε σκόπιμα το χέρι του και κούνησε το κεφάλι της καταφατικά. Το απομεσήμερο είχε προχωρήσει. Περπατώντας μέσα στην ανυπόφορη ζέστη, ο Φρανσίσκο μίλησε ελάχιστα και η Σάρα, βυθισμένη στις σκέψεις της, δεν άνοιξε καθόλου το στόμα της. Αισθανόταν στενάχωρα καθώς περπατούσε δίπλα του. Κάθε φορά που πήγαινε να συγχαρεί τον εαυτό της για το λογικό συμπέρασμα στο οποίο είχε καταλήξει, ότι δηλαδή οι περιστάσεις ήταν υπεύθυνες για τις ερωτικές φαντασιώσεις της, εκείνος έλεγε ή έκανε κάτι που ανέτρεπε τους συλλογισμούς της. Και τότε συνειδητοποιούσε ότι ήταν βαθιά ερωτευμένη μαζί του. «Θα καθίσουμε λίγο στη σκιά και θα ξεκουραστούμε», της είπε απαλά διακόπτοντας το σφυροκόπημα του μυαλού της, καθώς η Σάρα πάσχιζε να πείσει τον εαυτό της ότι ήταν σκέτη παραφροσύνη να αισθάνεται οτιδήποτε για ένα βάναυσο άντρα που της είχε κάνει τόσα πολλά. «Θα ξεκινήσουμε όταν δροσίσει. Άλλωστε, θα πρέπει να νυστάζεις». Ναι, νυστάζω, παραδέχτηκε μέσα της. Ο αραιός αέρας του βουνού και η άσκηση την είχαν κουράσει -χώρια το κρασί που είχε πιει 105


στο γεύμα. Και τι γεύμα! «Πόλο α λα ανταλούσα», της είχε εξηγήσει ο Φρανσίσκο, καθώς της σέρβιρε από ένα πήλινο τσουκάλι το υπέροχο κοτόπουλο με σάλτσα από σέρι, ζαφορά, αμύγδαλα και σκόρδα, με γαρνιτούρα από φρέσκια σαλάτα και τηγανητές γλυκές πιπεριές. Η Σάρα δε θυμόταν να είχε φάει ποτέ τόση ποσότητα σε ένα γεύμα και με τόση βουλιμία. Άλλωστε, η σκιά στην όχθη του ποταμού ήταν ένας πειρασμός και η ιδέα ότι θα έπρεπε να υπομείνει τα τραντάγματα του τζιπ με γεμάτο στομάχι δεν ήταν ιδιαίτερα ελκυστική. Αν ο Φρανσίσκο δεν καθόταν πολύ κοντά της, δεν πείραζε να δροσιστούν λίγο στη σκιά, απολαμβάνοντας το αεράκι που ερχόταν από το ποτάμι. Αφού είχε θεωρήσει ακατάλληλη τη στιγμή επάνω στα βουνά, όπου δεν υπήρχε ψυχή, τότε είναι μάλλον απίθανο να θεωρήσει κατάλληλο μέρος για έρωτα την όχθη του ποταμού, απ’ όπου περνούν όλη την ώρα εργάτες που πάνε κι έρχονται στα χωράφια, σκέφτηκε λογικά η Σάρα και το ριψοκινδύνευσε. «Θα μείνουμε όμως μόνο για λίγα λεπτά», συμφώνησε με ύφος σκόπιμα ουδέτερο και, αφού πλησίασε στην όχθη, κάθισε με ανακούφιση στο καταπράσινο γρασίδι. Αλλά αμέσως σφίχτηκε ακούγοντας ένα θρόισμα, που κατάλαβε ότι προερχόταν από ρούχο και γύρισε καχύποπτη για να δει τι συνέβαινε. Ο Φρανσίσκο είχε βγάλει το πουκάμισό του. Το στόμα της στέγνωσε στη θέα του σκληρού, αρρενωπού κορμιού του με τη σταράτη επιδερμίδα, τους φαρδιούς ώμους και τους δυνατούς μυς στο επίπεδο στομάχι του. Η Σάρα έκανε να γυρίσει αλλού το κεφάλι της, αλλά τα μάτια της είχαν καρφωθεί επάνω του σαν μαγνήτες. Πάσχισε να σηκωθεί για να γυρίσει στο τζιπ, αλλά αισθάνθηκε ότι δε θα μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Τον είδε να έρχεται προς το μέρος της με το πουκάμισο στο χέρι, ενώ ένα χαμόγελο γλυκό σαν μέλι φώτιζε το πρόσωπό του. Η Σάρα έγλειψε τα στεγνά της χείλη, βρίζοντας σιωπηλά γιατί το κορμί της, που είχε αρχίσει να τρέμει, αρνιόταν να υπακούσει στο μυαλό της. «Ηρέμησε», της είπε εκείνος με ελαφρά κοροϊδευτικό ύφος. «Είναι ώρα ξεκούρασης. Χρησιμοποίησε το πουκάμισό μου για μαξιλάρι». Της πέταξε το πουκάμισο και απομακρύνθηκε με την αγέρωχη αυτοπεποίθηση που ανάβλυζε, θαρρείς, από κάθε ίνα του κορμιού του. Έχει την ικανότητα να με γελοιοποιεί κάθε φορά, σκέφτηκε επιτιμώντας τον εαυτό της η Σάρα. Τον είδε να κάθεται στο γρασίδι λίγα μέτρα μακριά της, με τους αγκώνες στα γόνατα και τα χέρια στο σαγόνι, βυθισμένος σε σκέψεις. 106


Ο τρόπος δράσης του ήταν μακιαβελικός. Δεν μπορεί παρά να είχε παρατηρήσει πόσο την είχε μαγνητίσει το μισόγυμνο κορμί του. Και νωρίτερα θα είχε γελάσει μέσα του με το βασανιστήριο στο οποίο την είχε υποβάλει, όταν είχε αποτραβηχτεί τη στιγμή που κόντευε να ολοκληρώσει το ερωτικό του πείραμα, παρά τη δική της «γενναιόδωρη» και γεμάτη πάθος ανταπόκριση! Η Σάρα έσφιξε τα δόντια της. Τον μισούσε και τον σιχαινόταν! Κι αυτό το προτιμούσε από το να φαντάζεται ότι ήταν ερωτευμένη με αυτό τον παλιάνθρωπο! Με ένα περιφρονητικό επιφώνημα, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το πουκάμισό του και, γυρίζοντάς του αποφασιστικά την πλάτη, το δίπλωσε και το έβαλε κάτω από το κεφάλι της. Ακούγοντας το κελάρυσμα του νερού και το θρόισμα των φύλλων, αποκοιμήθηκε με τα δάχτυλά της γαντζωμένα στο αυτοσχέδιο μαξιλάρι της. *** Ξύπνησε μη ξέροντας πού βρισκόταν και τον είδε να κάθεται δίπλα της και να την κοιτάζει με μια έκφραση μυστηριώδη. Ο καιρός είχε δροσίσει και το φως της μέρας ήταν πιο αχνό. «Κοιμήθηκες τρεις ολόκληρες ώρες», της είπε και το χέρι του παραμέρισε απαλά τα μαλλιά που είχαν πέσει στο πρόσωπό της. Η Σάρα πετάχτηκε ορθή. «Έπρεπε να με είχες ξυπνήσει προ πολλού. Με συγχωρείς που σε καθυστέρησα». «Δεν πειράζει. Δε βιαζόμουν. Και βρήκα την ευκαιρία να σκεφτώ. Θέλω να σε ρωτήσω κάτι, Σαλώμη». Πράγμα παράξενο, η Σάρα δεν αντέδρασε αρνητικά ακούγοντας το όνομα που κάποτε μισούσε. Μη αντέχοντας όμως να τον βλέπει μισόγυμνο, του έδωσε το πουκάμισό του και, με τα μάτια της στραμμένα αλλού όση ώρα εκείνος το φορούσε, προσπάθησε να δώσει στο πρόσωπό της μια έκφραση αρκετά φιλική αλλά ήρεμη. «Ρώτησέ με ό,τι θέλεις», είπε. Με τα πρώτα του λόγια, η αναπνοή της κόπηκε. «Το εννοούσες όταν μου είπες ότι ήμουν υπεύθυνος για τη φυγή της Ενκαρνασιόν και για την απόρριψη των αξιών με τις οποίες ανατράφηκε; Αυτή η ιδέα με βασανίζει και δεν μπορώ να σκεφτώ τίποτ’ άλλο». Τι να του έλεγε; Η υπερέντασή του ήταν φανερή και την έκανε να πονάει. Φαίνεται ότι είχε βάλει βαθιά μέσα στην καρδιά του τα λόγια της. Και ενώ θα ήθελε να τον καθησυχάσει και να τον κάνει να πάψει να κατηγορεί τον εαυτό του για τη συμπεριφορά της Ενκαρνασιόν, ήξερε ότι δε θα μπορούσε να του πει ψέματα. 107


«Νομίζω ότι είναι πολύ πιθανό», απάντησε ήρεμα. «Δεν την έχω γνωρίσει, βέβαια, ούτε ξέρω τι είδους ζωή ζούσε εδώ, αλλά οι νέοι γενικά διαθέτουν μια αχόρταγη περιέργεια και διάθεση για περιπέτειες. Αν τους αρνηθεί κανείς τη δυνατότητα να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους, αργά ή γρήγορα επαναστατούν. Δε λέω ότι αυτό συνέβη και στην περίπτωση της αδερφής σου, αλλά είναι πιθανό να πρόκειται για κάτι τέτοιο». «Είναι περισσότερο από πιθανό», μουρμούρισε εκείνος με φωνή βαριά. «Τα λόγια σου με έκαναν να σκεφτώ και να ψάξω μέσα μου. Την κρατούσα φυλακισμένη σε ένα χρυσό κλουβί και όταν έδωσε δείγματα εκνευρισμού, νόμιζα ότι θα συνερχόταν αν την πήγαινα στη Σεβίλη και τη γέμιζα με λεφτά για να ικανοποιήσει το πάθος της για τα ωραία ρούχα». Ο Φρανσίσκο πήρε το χέρι της στο δικό του κι εκείνη δε βρήκε τη δύναμη να το τραβήξει και να στερηθεί τη μαγεία του αγγίγματος του. Εκείνος είχε ανάγκη να βγάλει από μέσα του όσα τον βασάνιζαν κι αυτή να τον ακούσει, για να τον βοηθήσει, αν μπορούσε. «Είμαι σίγουρη ότι έκανες πάντα ό,τι πίστευες πως ήταν καλύτερο για εκείνη», τον παρηγόρησε. «Είναι δύσκολο να κουμαντάρεις τους νέους». «Με την Ενκαρνασιόν δεν ήταν καθόλου δύσκολο», απάντησε εκείνος μελαγχολικά. «Ήταν πάντα υπάκουη, ακόμα κι όταν ήταν μωρό. Υπερβολικά υπάκουη, ίσως. Ακόμα κι όταν μου είπε ότι ήθελε να σπουδάσει καλές τέχνες και να κάνει καριέρα, έσκυψε μόνο το κεφάλι της όταν της απάντησα ότι δεν το θεωρούσα σωστό και ότι, με την κοινωνική θέση που είχε, δεν ήταν ανάγκη να κάνει καριέρα. Βλέπεις, φοβόμουν να την αφήσω να φύγει μακριά από το σπίτι και να πάει στο κολέγιο, όπου θα έμπλεκε με φοιτητές που μπορεί να έπαιρναν ναρκωτικά και να ζούσαν μια ελεύθερη σεξουαλική ζωή. Της πρότεινα να της πάρω καθηγητή στο σπίτι, αλλά εκείνη αρνήθηκε». Ο Φρανσίσκο άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό. «Ήταν από τη φύση της ευγενική και γλυκιά και δε βρήκαμε δυσκολία, πρώτα η μητέρα μας και ύστερα εγώ, να την πλάσουμε όπως κρίναμε εμείς ότι ήταν ορθό. Θα έπρεπε να της είχα μεγαλύτερη εμπιστοσύνη και να την άφηνα να πάρει μερικές αποφάσεις για τη ζωή της». «Μπορείς να το κάνεις αυτό όταν τη δεις», είπε η Σάρα. «Στο κάτω κάτω, η Ισπανία ξεκόλλησε από την εποχή που οι κόρες και οι αδερφές ζούσαν πίσω από σιδερένιες γρίλιες». «Θα με περνάς για τύραννο προσκολλημένο στο παρελθόν». Τα δόντια του γυάλιζαν στο λυκόφως και το χαμόγελό του ήταν θλιμμένο. «Οι περιστάσεις όμως υπαγόρευαν τη στάση μου. Η μητέρα

108


μας καταγόταν από την Αραγονία, από μια μεγάλη και παλιά οικογένεια στρατιωτικών με άκαμπτη περηφάνια. Ένα καλοκαίρι, χρόνια πριν, για να αναρρώσει από κάποια αρρώστια, ήρθε στο νότο για να μείνει στα ξαδέρφια της. Εκεί γνώρισε τον πατέρα μου και τον ερωτεύτηκε, όπως την ερωτεύτηκε κι εκείνος. Κλέφτηκαν, λοιπόν, και η οικογένειά της την αποκήρυξε. Βλέπεις, ο πατέρας μου ήταν Τσιγγάνος. Αν και είχε ξεφύγει από τη συνοικία με τις σπηλιές και τα κανάλια πάνω από τη Γρανάδα, όπου τα παιδιά μεγαλώνουν σαν αγέλες νεαρών λύκων κλέβοντας τους περαστικούς και μη έχοντας καμιά ελπίδα να προοδεύσουν, εξακολουθούσε να είναι άγριος και ατίθασος. Και ξέφυγε γιατί ήταν ωραίος και είχε καλή φωνή. Ως τραγουδιστής του κάντε χόντο είχε σπουδαία φήμη και ήταν περιζήτητος στα πάρτι που έδιναν οι πλούσιοι. Σε ένα από αυτά τον γνώρισε η μητέρα μου». Τα χέρια του έσφιξαν τα δικά της και τα δάχτυλά του χάιδεψαν απαλά την επιδερμίδα της. «Όταν παντρεύτηκαν, νοίκιασαν ένα μικρό σπίτι στην Κάντιθ και ζούσαν με τα λεφτά που κέρδιζε ο πατέρας μου -όσα δε σπαταλούσε, δηλαδή. Κι όταν εγώ έγινα πέντε χρόνων, ο πατέρας μου εξαφανίστηκε. Ήταν άγριος και ατίθασος και δεν άντεξε στους περιορισμούς που επιβάλλουν μια σύζυγος, ένα παιδί και ένα οργανωμένο σπιτικό. Μου έλειψε αφάνταστα. Ήταν ο ήρωάς μου - ωραίος, περήφανος, γενναιόδωρος μέχρι αηδίας όταν είχε χρήματα και επιπόλαια αισιόδοξος όταν δεν είχε. Τραβούσε κοντά του τους άλλους σαν μαγνήτης. Κι εγώ αισθανόμουν περήφανος που ήμουν μισός Τσιγγάνος». «Δεν τον ξανασυνάντησες ποτέ;» ρώτησε η Σάρα απαλά, πονώντας μέσα της για το μικρό αγόρι που είχε αποκαλυφθεί στα μάτια της και που είχε χάσει τον πατέρα του, το είδωλό του. «Τον είδα πολλά χρόνια αργότερα, όταν ήμουν δεκαεφτά χρόνων. Στο μεταξύ, η οικογένεια της μητέρας μου, πιστεύοντας ότι ο άγριος Τσιγγάνος είχε βγει οριστικά από τη ζωή μας, μαλάκωσε αρκετά ώστε να της δώσει ένα επίδομα που έφτανε ίσα ίσα για να πάρω μια καλή μόρφωση και να νοικιάσουμε ένα καλύτερο σπίτι σε μια αξιοπρεπή συνοικία. Κι όταν επέστρεψε ο πατέρας μου, εγώ, με τον απερίσκεπτο εγωισμό της νιότης, του είπα ότι δεν ήταν ευπρόσδεκτος στο σπίτι μας και ότι τα καταφέρναμε και χωρίς εκείνον. Ύστερα από αυτό έφυγε και μετά από εννιά μήνες γεννήθηκε η Ενκαρνασιόν. Τον μίσησα γι’ αυτό με όλη την ένταση και το πάθος της νεανικής ψυχής μου. Μπορείς να δείξεις κατανόηση γι’ αυτό;» Εκείνη κούνησε καταφατικά το κεφάλι της συναισθανόμενη το μαρτύριό του, αλλά εκείνος ξέσπασε βίαια: «Όχι, εγώ δεν μπορώ. Δεν

109


μπορώ να το κατανοήσω τώρα πια. Με την αλαζονεία που είχα, ανέλαβα το ρόλο του προστάτη της μητέρας μου και έδιωξα τον πατέρα μου. Αν δεν ήμουν εγώ, θα μπορούσαν να ζήσουν ευτυχισμένοι για πολλά χρόνια. Είχε μεγαλώσει, είχε γίνει πιο ώριμος και αγαπούσαν ο ένας τον άλλον. Τότε όμως δεν ήξερα τίποτα για το τυφλό πάθος που ενώνει δυο ανθρώπους ενάντια σε κάθε λογική». Κούνησε το κεφάλι του. «Αυτό ήταν το πρώτο μου λάθος», συνέχισε κατόπιν θλιβερά. «Το δεύτερο ήταν ότι συμφώνησα με τη μητέρα μου όταν μου είπε ότι πρέπει να προστατέψουμε τη μικρή αδερφή μου και να την εμποδίσουμε να καταστρέψει τη ζωή της, όπως την είχε καταστρέψει η ίδια. Εκείνη την εποχή, οι δυο γριές θείες, που ήταν οι μόνες που είχαν απομείνει από την οικογένεια της μητέρας μου, της έκοψαν το μικρό επίδομα που της έδιναν. Το γεγονός ότι είχε δεχτεί τον άγριο Τσιγγάνο ξανά στο κρεβάτι της -έστω και για λίγες νύχτες- τις είχε εξοργίσει. Κι έτσι αναγκάστηκα να δουλέψω σκληρά ριψοκινδυνεύοντας στα διεθνή χρηματιστήρια και έγινα ένας σκληρός και ανελέητος επιχειρηματίας, σε σημείο που δε θέλω ούτε να θυμάμαι την περίοδο εκείνη. Το αποτέλεσμα όμως ήταν η μικρή μου οικογένεια να μπορεί να ζει άνετα και να κρατάει ψηλά το κεφάλι της στην κοινωνία. Και ύστερα κληρονόμησα τα κτήματα. Τα υπόλοιπα τα ξέρεις... Το μεγαλύτερο όμως λάθος μου ήταν όταν, ύστερα από το θάνατο της μητέρας μας, συνέχισα να προστατεύω την Ενκαρνασιόν, απομονώνοντάς την από τον υπόλοιπο κόσμο για να μη... μολυνθεί. Μου είχε γίνει συνήθεια. Ωστόσο, αυτό δεν είναι δικαιολογία και δεν αλλάζει το γεγονός ότι φταίω εγώ που με τη στάση μου την οδήγησα ποιος ξέρει σε τι δυστυχία!» Άφησε το χέρι της και πετάχτηκε όρθιος σαν να τον έπνιγαν οι τύψεις και ο πόνος. Η Σάρα σηκώθηκε κι αυτή. Δεν άντεχε να τον βλέπει να υποφέρει έτσι, αλλά ένιωθε έναν απεριόριστο σεβασμό για την τιμιότητα αυτού του περήφανου άντρα, ο οποίος είχε το κουράγιο να εξερευνήσει την ψυχή του και να αντιμετωπίσει την κατάσταση με ρεαλισμό. «Μη!» ψιθύρισε και σκέπασε το μάγουλό του με το χέρι της. Ήξερε ότι τον αγαπούσε κι ότι πάντα θα τον αγαπούσε. Όπως ήξερε και ότι θα έβρισκε τη δύναμη να αντιμετωπίσει το γεγονός ότι εκείνος δε θα την αγαπούσε ποτέ. «Όλοι μας κάνουμε λάθη», του είπε τρυφερά, με τα αισθήματά της γραμμένα στα μάτια της. «Δε θα ήμαστε άνθρωποι, αν δεν κάναμε. Εσύ, τουλάχιστον, είχες το κουράγιο να παραδεχτείς τα δικα σου. Και στην περίπτωση της αδερφής σου, μπορείς να επανορθώσεις». Ο Φρανσίσκο πέρασε το μπράτσο του γύρω από τη μέση της και 110


η Σάρα είδε τη λάμψη στο χαμόγελό του κάτω από τον ουρανό του δειλινού. Ήξερε ότι, αν ήθελε να της κάνει έρωτα εκείνη τη στιγμή, θα του παραδινόταν χωρίς καμία αντίσταση. Ήθελε απεγνωσμένα να του προσφέρει παρηγοριά. «Θα επανορθώσω μόλις τη δω», της υποσχέθηκε. «Πριν σκοτώσεις τον πατέρα μου ή μετά;» Δεν άντεξε στον πειρασμό να μην τον πειράξει, ενώ εκείνος την έπαιρνε στην αγκαλιά του και την έσφιγγε κατακτητικά, σαν να μην ήθελε να την αφήσει να του φύγει ποτέ. Αλλά η Σάρα είχε πέσει έξω σε λίγο την άφησε ελεύθερη και κράτησε μια απόσταση ασφαλείας ανάμεσά τους. «Έχω να σου πω ένα ακόμα πράγμα πριν σε γυρίσω πίσω», δήλωσε. «Είσαι ελεύθερη να φύγεις. Είχες δίκιο: είμαι τόσο ανήθικος όσο είναι και ο πατέρας σου. Θα χρειαστεί να παλέψω σκληρά με τον εαυτό μου για να πάψω να είμαι. Και θα αρχίσω παίρνοντας την απόφαση να μην πειράξω ούτε μια τρίχα από τα μαλλιά του γερο-κολασμένου. Φταίω κι εγώ όσο κι εκείνος για ό,τι έγινε. Θα σου εξομολογηθώ ακόμα ότι σε κράτησα στο κρεβάτι μου χρησιμοποιώντας ψεύτικα προσχήματα. Ήξερα ότι έχεις υπερβολικά δυνατό χαρακτήρα για να σκεφτείς να πηδήξεις στο κενό. Σε ακολούθησα στη στέγη επειδή ήμουν περίεργος να δω τι πήγαινες να κάνεις, ύστερα από τους αναστεναγμούς και τα ξεφυσήματα που άκουγα να βγάζεις από το μπάνιο ώρες ολόκληρες -όπως μου φάνηκε. Οφείλω να παραδεχτώ ότι, όταν σε είδα κρεμασμένη σε μια από τις επάλξεις, φοβήθηκα κάπως και έτρεξα να σε πιάσω για να μην πέσεις κατά λάθος. Ωστόσο, όταν προσπάθησες να με πείσεις ότι είχες αδύνατο χαρακτήρα... Α, Σαλώμη, τότε δεν μπόρεσα να αντισταθώ στον πειρασμό να παραστήσω ότι πίστευα πως θα προτιμούσες να αυτοκτονήσεις παρά να ανεχτείς εμένα και το σπίτι μου, έστω κι ένα λεπτό ακόμα». Το γέλιο χρωμάτιζε τη φωνή του, αλλά ο μέχρι παραφροσύνης έρωτάς της γι' αυτόν δεν την άφησε ούτε να ενοχληθεί που εκείνος είχε αντιληφθεί τις σκευωρίες της και τις είχε εκμεταλλευτεί για να διασκεδάσει μαζί της. Άλλωστε, της είχε πει ότι ήταν ελεύθερη να φύγει και η σκέψη ότι δε θα τον έβλεπε ποτέ ξανά στη ζωή της της προκαλούσε αφόρητη δυστυχία. Πήγαν μαζί ως το τζιπ, τη βοήθησε να μπει μέσα και, καθώς τον περίμενε να μπει κι εκείνος, διάφορες σκέψεις κατέκλυσαν το μυαλό της. Ώστε αυτό ήταν, ε; Όλα τέλειωναν καλά. Αν οι αλήθειες που του είχε πετάξει την προηγούμενη νύχτα -και που του είχαν χαλάσει τη διάθεση- τον είχαν βοηθήσει να βελτιώσει τη σχέση του με την αδερφή του στο μέλλον και είχαν βγάλει τη θηλιά από το λαιμό του Πιρς, τότε 111


όλα είχαν πάει καλά και έπρεπε να είναι ευχαριστημένη. Πού όμως οδηγούσε την ίδια αυτή η καινούρια προοπτική; Στην ελευθερία, υπέθεσε μέσα της. Στην ελευθερία για την οποία είχε παλέψει και είχε κάνει ένα σωρό μηχανορραφίες από τη στιγμή που εκείνος την είχε κλειδώσει στο δωμάτιό του. Ωστόσο, το Λονδίνο, η δουλειά της, καθώς και το περιποιημένο και άνετο διαμέρισμά της, όλα έμοιαζαν με φυλακή σε σχέση με την τωρινή της κατάσταση. Δεν ήθελε τίποτα από αυτά. Ήθελε εκείνον! Και η επιθυμία της έγινε πραγματικότητα όταν εκείνος κάθισε δίπλα της, άναψε τη μηχανή του τζιπ, αλλά δεν ξεκίνησε. «Είσαι ελεύθερη να φύγεις το πρωί», της είπε χωρίς ίχνος κοροϊδίας στη βελούδινη, βαθιά φωνή του. «Ωστόσο, σε θέλω να μείνεις κοντά μου όσον καιρό μπορείς. Σε χρειάζομαι όσο δε χρειάστηκα ποτέ κανέναν και τίποτα. Στείλε ένα φαξ στην Τζένη αύριο ότι παρατείνεις τις διακοπές σου. Γίνε η κοπέλα μου. Θα κοιμηθώ σε ένα από τα δωμάτια των ξένων απόψε για να σου δώσω καιρό να αποφασίσεις. Όταν θα μοιραστείς ξανά το κρεβάτι μου, θα το κάνεις επειδή το θέλεις κι εσύ».

112


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 Ώσπου να φτάσουν στο κάστρο, η Σάρα είχε πάρει την απόφασή της. Το έβρισκε περιττό να καθυστερήσει κι άλλο. Ο Φρανσίσκο δεν της είχε μιλήσει καθόλου για έρωτα, αλλά την είχε ανάγκη. Και η Σάρα τον αγαπούσε παράφορα, με έναν έρωτα που έφτανε ως τον πόνο. Θα έμενε, λοιπόν, όχι μόνο γιατί τη χρειαζόταν, αλλά και γιατί τον χρειαζόταν η ίδια-έστω κι αν εκείνος δε θα το μάθαινε ποτέ. Τα αισθήματά της γι’ αυτόν ήταν πολύ βαθιά και δεν τα αρνιόταν πια. Ήταν όμως αρκετά προσγειωμένη και ήξερε ότι όταν έφευγε για την Αγγλία θα τον έχανε. Δε βαυκαλιζόταν με άλλου είδους σενάρια, όπως το να της εξομολογηθεί ο Φρανσίσκο την αιώνια αγάπη του και να την ικετεύσει να γίνει γυναίκα του. Αυτό δε θα γινόταν ποτέ. Ο Φρανσίσκο θα διάλεγε για σύζυγο μια συμπατριώτισσά του, μια γοητευτική καλλονή της υψηλής κοινωνίας και όχι μια ασήμαντη ξένη, που ήταν υποχρεωμένη να δουλεύει σκληρά για να κερδίσει το ψωμί της και που ο μόνος της συγγενής ήταν ένας διεφθαρμένος γέρος που τα σκάνδαλά του έφερναν σε αμηχανία την κόρη του. Για την ώρα, ο Φρανσίσκο την ποθούσε. Και ο τρόπος που της είχε ανοίξει την καρδιά του, εξιστορώντας της όσα είχε περάσει στο παρελθόν, καθώς και η παραδοχή των σφαλμάτων του σε ό,τι αφορούσε την Ενκαρνασιόν σήμαιναν ότι για κάποιο διάστημα θα υπήρχε ανάμεσά τους ψυχική επαφή. Ωστόσο, αργά ή γρήγορα, ο Φρανσίσκο θα ξεπερνούσε τα προβλήματά του και τότε μπορεί ακόμα και να αισθανόταν ενοχλημένος που η Σάρα είχε μάθει για τις τύψεις που τον βασάνιζαν επειδή είχε διώξει τον πατέρα του εκείνη τη δεύτερη φορά και επειδή ήταν η μόνη που ήξερε το ρόλο που χωρίς να το θέλει είχε παίξει στην επανάσταση της αδερφής του. Ήταν ένας άντρας περήφανος και αλαζονικός και το γεγονός ότι την είχε αφήσει να δει πόσο ευάλωτος ήταν θα του προκαλούσε ασφαλώς μεγάλη αμηχανία. Και ίσως, ως τότε, θα είχε έρθει ο κορεσμός στον πόθο του γι’ αυτή και θα την είχε βαρεθεί. Η Σάρα αποφάσισε να μείνει για λίγο, για μια βδομάδα και να 113


φύγει πριν εκείνος κουραστεί από την παρουσία της και αρχίσει να μετανιώνει που είχε ξεγυμνώσει την ψυχή του μπροστά της. Έτσι θα της έμεναν οι ωραίες αναμνήσεις που θα γλύκαιναν τη θλίψη της γιατί ήξερε ότι δε θα έπαυε να τον αγαπάει ως το τέλος της ζωής της. Δεν είχε καμιά ψευδαίσθηση. Όταν έφευγε, θα τον έχανε για πάντα και ο πόνος της για το χαμό του θα την ακολουθούσε για πολύ καιρό. Κάποτε όμως, αυτός ο πόνος θα γινόταν λιγότερο οδυνηρός και θα της έμενε η ανάμνηση από τις υπέροχες μέρες και νύχτες που θα είχε περάσει μαζί του. Δεν υπήρχε λόγος να χάσει πολύτιμο χρόνο παριστάνοντας ότι σκέφτεται την πρότασή του. Είχε πάρει την απόφασή της και θα του την ανακοίνωνε αμέσως. Τον ευγνωμονούσε γιατί δεν την είχε πιέσει καθόλου ώσπου να γυρίσουν στο κάστρο-είχε μείνει σιωπηλός, αφήνοντάς τη στις σκέψεις της. Μέσα στο σκοτάδι, της άπλωσε το χέρι και περπάτησαν αργά, διασχίζοντας την τεράστια αυλή ως το κάστρο που, στα ερωτευμένα μάτια της Σάρας, έμοιαζε σαν να είχε ξεπροβάλει από ένα παραμύθι, σαν το μέρος που θα το θυμόταν πάντα με αγάπη και νοσταλγία. Δεν έπρεπε, ωστόσο, να σπαταλάει το λίγο χρόνο που τους έμενε με τις σκέψεις που θα τη βασάνιζαν στο μέλλον. Ο Φρανσίσκο της είχε πει να μείνει μια δυο βδομάδες κι αυτή είχε αποφασίσει να μείνει μόνο μία. Τα δάχτυλά του έσφιξαν τα δικά της και κόντεψε να λιποθυμήσει από έρωτα. Ωστόσο, δεν έπρεπε να τον αφήσει να καταλάβει ποια ήταν τα πραγματικά της αισθήματα. Δεν ήθελε να κουβαλάει μέσα του ο Φρανσίσκο κι άλλο φορτίο τύψεων, όταν χώριζαν. Όσο δύσκολο κι αν ήταν, θα κατάφερνε να του κρύψει τον έρωτά της. Δίνοντας στη φωνή της έναν τόνο ήρεμο και ελαφρό, σαν να μιλούσε για κάτι απλό, του είπε: «Όσο για την πρόσκλησή σου να μείνω λίγο ακόμα... δε χρειάζεται να σκεφτώ άλλο, θα...» Ξαφνικά, λες και άνοιξαν οι πύλες της κόλασης. Η βαριά μπροστινή πόρτα άνοιξε με θόρυβο και ένας σίφουνας με... μακριά πόδια όρμησε πάνω στον Φρανσίσκο. Η Ενκαρνασιόν! Δεν μπορεί να είναι καμιά άλλη, σκέφτηκε η Σάρα κάνοντας βιαστικά μερικά βήματα πίσω, καθώς ο Φρανσίσκο έσφιγγε την κοπέλα στην αγκαλιά του. Τα στιλπνά μαύρα μαλλιά της ήταν πλεγμένα σε μια χοντρή κοτσίδα που έφτανε ως τη μέση της και το λυγερό κορμί της με τις πλούσιες καμπύλες ήταν ντυμένο με... -αν ήταν δυνατό!- με το απαράδεκτο τζιν και ένα απλό μπλουζάκι. Και οι ισπανικές λέξεις έβγαιναν σαν χείμαρρος από το στόμα της, σαν να μην μπορούσε να τις συγκροτήσει. Του έδινε εξηγήσεις, άραγε; 114


«Μίλησε αγγλικά», είπε με ύφος απαιτητικό ο Φρανσίσκο, ενώ η χαρά και η ανακούφιση έκαναν πιο βαθιά τη φωνή του. «Έχουμε μια επισκέπτρια». Έβγαλε το μπράτσο της από το λαιμό του. «Κοντεύεις να με πνίξεις!» «Α, βέβαια!» Η κοπέλα γύρισε και ατένισε τη Σάρα με μάτια που σπίθιζαν από ευθυμία. Είναι πολύ χαριτωμένη, σκέφτηκε εκείνη. Δεν απορούσε που ο Πιρς είχε αλλάξει συνήθειες και είχε φύγει με ένα κορίτσι νεότερο από την ίδια του την κόρη. «Είσαι αυτή που απήγαγε ο αδερφός μου, ε;» Η Ενκαρνασιόν ρίχτηκε πάλι στην αγκαλιά του Φρανσίσκο. «Είσαι παλιάνθρωπος! Την έκλεισες στο μπουντρούμι; Την έτρεφες με ψωμί και νερό;» Περιγράφοντάς την, ο Φρανσίσκο είχε δώσει στη Σάρα την εντύπωση ότι η αδερφή του ήταν γλυκιά σαν ζεστή σοκολάτα. Τώρα όμως κελάρυζε σαν αφρισμένη σαμπάνια. Φαίνεται ότι η περιπέτειά της δεν της είχε προκαλέσει κανένα ανεπανόρθωτο κακό. Και είχε γυρίσει πίσω, κατά τα φαινόμενα σώα και αβλαβής. Κρίνοντας δε από την ανακούφιση και την ευτυχία που έδειχνε ο Φρανσίσκο, η Σάρα κατάλαβε ότι την είχε συγχωρήσει και ότι θα αναθεωρούσε τους απαρχαιωμένους κανόνες που είχε επιβάλει στη ζωή της. Γιατί, λοιπόν, αντί να αισθάνεται ανακούφιση που όλα είχαν πάει καλά, αισθανόταν ένα οδυνηρό κενό μέσα της; «Δείξε καλή διαγωγή!» πρόσταξε ο Φρανσίσκο την Ενκαρνασιόν, κάνοντας προσπάθεια να παραστήσει τον αυστηρό μεγάλο αδερφό. «Όταν έφυγες ήσουν ένα άτολμο αγγελούδι και γύρισες ένα διαβολοθήλυκο. Επειδή, από την ανακούφιση που σε είδα να γυρίζεις, αυτή τη φορά γλίτωσες την τιμωρία, μη νομίζεις ότι μπορείς να με κάνεις να περάσω την ίδια αγωνία ξανά». «Με συγχωρείς», μουρμούρισε η Ενκαρνασιόν. «Δε φαντάστηκα ότι θα ανησυχούσες. Το μόνο που σκεφτόμουν ήταν να κάνω αυτό που επιθυμούσα και εκείνος...» «Είναι εδώ ο Μπούβερι-Σκοτ;» Η αιφνίδια ψυχρότητα στη φωνή του έδειξε στη Σάρα ότι μπορεί να είχε συγχωρήσει την αδερφή του και να κατηγορούσε τον εαυτό του για τη φυγή της, αλλά δε θα συγχωρούσε τόσο εύκολα τον Πιρς για το γεγονός ότι είχε επωφεληθεί από τη φυσιολογική επιθυμία μιας νεαρής κοπέλας να πετάξει με τα δικά της φτερά. «Α, ναι!» απάντησε η Ενκαρνασιόν και τα τεράστια μάτια της έλαμψαν. «Πήρε το μήνυμά σου. Μου είπε ότι ήσουν τόσο έξαλλος, ώστε απήγαγες την κόρη του και ότι έπρεπε να γυρίσουμε για να αντιμετωπίσουμε μαζί τη θύελλα!» Η Σάρα ρίγησε. Μόλις πριν από δύο ώρες ο Φρανσίσκο της είχε 115


δώσει το λόγο του ότι δε θα έκανε κακό στον Πιρς. Και δεν αμφέβαλλε ότι θα κρατούσε το λόγο του. Αυτό όμως δε σήμαινε ότι η επικείμενη αντιπαράθεση των δύο αντρών δε θα ήταν υπερβολικά δυσάρεστη. «Πού είναι;» Μίλησε για πρώτη φορά, ξέροντας ότι ο πανικός που ένιωθε μέσα της την έκανε σχεδόν επιθετική, λες και κατηγορούσε την κοπέλα για ό,τι είχε συμβεί. Το ίδιο θα σκέφτηκε και ο Φρανσίσκο, γιατί της έριξε ένα σκληρό, διαπεραστικό βλέμμα. «Περιμένει στη μικρή σάλα», απάντησε η Ενκαρνασιόν με ύφος χαρούμενο. «Δεν ξέραμε πόσο θα αργούσατε κι έτσι η Ροζαλία μας έβαλε να φάμε και τώρα εκείνη και ο Πιρς κουβεντιάζουν σαν παλιοί φίλοι, παρέα με ένα μπουκάλι μπράντι!» Επέστρεψε στις παλιές του συνήθειες, σκέφτηκε η Σάρα μελαγχολικά, ακολουθώντας τους. Η Ροζαλία ήταν ο μητρικός, πρόσχαρος τύπος που άρεσε στον Πιρς. Γιατί λοιπόν είχε παρατήσει τις εύθυμες χήρες και είχε ριχτεί στις ωραίες παρθένες; Αν όμως ο Πιρς είχε συνεχίσει την τακτική που ακολουθούσε τα τελευταία δέκα χρόνια, η Σάρα δε θα είχε γνωρίσει τον Φρανσίσκο και δε θα τον είχε ερωτευτεί τρελά και χωρίς ελπίδα σε διάστημα λίγων ημερών, γεμάτων με τραυματικές εμπειρίες. Εκείνη τη στιγμή, θα ευχόταν να μην είχαν πράγματι συμβεί όλα αυτά, επειδή ο Ισπανός σατανάς και η άσωτη αδερφή του έδειχναν να αγνοούν την παρουσία της και αυτό την πλήγωνε αφάνταστα. Εκείνος φερόταν σαν να μην υπήρχε, σαν να μην της είχε ανοίξει ποτέ την καρδιά του, σαν να μην της είχε πει ότι την ήθελε κι ότι την είχε ανάγκη σαν να μην την είχε παρακαλέσει να μείνει... Η Σάρα ένιωθε σαν το πιστό γέρικο σκυλί που το έδιωξε ο αφέντης του και αυτό τον είχε πάρει από πίσω. Όταν μπήκαν στο σαλόνι, η Ροζαλία, ακτινοβολώντας ολόκληρη, πετάχτηκε όρθια, ενώ ο Πιρς σηκώθηκε αργά από την πολυθρόνα του, αφήνοντας το ποτήρι με το μπράντι σ’ ένα τραπεζάκι πλάι του. Δεν έδειχνε να ντρέπεται καθόλου για όσα είχε κάνει. Αλλά και πότε είχε ντραπεί για τη σκανδαλώδη ζωή του; Ήταν κάπως αργά για να αρχίσει τώρα! Τουλάχιστον, φορούσε καθαρό σκούρο κίτρινο παντελόνι και το μπλε του πουκάμισο, αν και παλιό και ξεθωριασμένο, δεν ήταν λεκιασμένο με μπογιές. Τα μακριά γκρίζα μαλλιά του ήταν ακόμα πυκνά και τα είχε δέσει πίσω στο λαιμό με ένα πέτσινο κορδόνι, ενώ οι λιγοστές ρυτίδες του δε φαίνονταν τόσο έντονες, χάρη στην ηλιοκαμένη επιδερμίδα του, που έκανε το γαλάζιο χρώμα των ματιών του πιο ζωηρό και πιο λαμπερό. 116


Το βλέμμα που έριξε στη Σάρα ήταν ανήσυχο. Φαίνεται όμως ότι μόλις βεβαιώθηκε πως δεν κρατούσε κανένα... μαστίγιο στο χέρι της, ησύχασε και, πηγαίνοντας κοντά στον Φρανσίσκο, άρχισε να του λέει κάτι σε σπασμένα ισπανικά. Η Σάρα ήταν έξαλλη από θυμό. Δεν το ανεχόταν να την αγνοούν όλοι! Αρνιόταν να παραστήσει το βουβό πρόσωπο σ’ αυτό το παιχνίδι. «Μιλήστε αγγλικά!» φώναξε. «Έχω δικαίωμα να μάθω κι εγώ τι γίνεται εδώ πέρα. Μην προσπαθείτε λοιπόν να με παραμερίσετε σαν να μην υπάρχω!» Αυτό το τελευταίο απευθυνόταν αποκλειστικά στον Φρανσίσκο, αλλά ο Πιρς το πήρε προσωπικά και γύρισε προς το μέρος της με τα χέρια απλωμένα. «Σάρα, με συγχωρείς. Είσαι όμως καλά, έτσι δεν είναι;» Πήρε τα χέρια της και τα έσφιξε, ενώ εκείνη ανοιγόκλεινε τα μάτια της και δάγκωνε τα χείλη της προσπαθώντας να μην κλάψει. Ακούγοντας τον Πιρς να της ζητάει συγνώμη, είχε συγκινηθεί. Ως τώρα, γλεντοκοπούσε κι έκανε ό,τι του κατέβαινε στο κεφάλι, αδιαφορώντας αν της άρεσαν τα καμώματά του ή όχι. «Ο πατέρας σου μου εξηγούσε -με πολύ γραφικό τρόπο- τι θα έκανε στους άντρες που απάγουν νεαρές γυναίκες για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς», είπε με ύφος σκοτεινό ο Φρανσίσκο. «Πολύ υποκριτική η στάση του κάτω από τις γνωστές συνθήκες, δε νομίζεις;» «Για άκου να σου πω!» γρύλισε ο Πιρς, αλλά ο Φρανσίσκο τον καθήλωσε με ένα παγωμένο βλέμμα. Η Σάρα δεν τον είχε δει ποτέ να δείχνει τέτοια έχθρα σε άνθρωπο και σκέφτηκε ριγώντας ότι ο πατέρας της θα πάθαινε τέτοιον εξευτελισμό, ώστε θα έκανε χρόνια να συνέλθει. Πλησίασε αυθόρμητα τον ηλικιωμένο άντρα και απόρησε όταν εκείνος την αγκάλιασε από τους ώμους, σαν να αισθανόταν κάποιο ενδιαφέρον και κάποια στοργή απέναντι της. Όταν η Σάρα ήταν σχεδόν παιδί ακόμα, είχε αποπειραθεί να συνεχίσει τις προσπάθειες της μητέρας της και να κατευθύνει τη ζωή του Πιρς. Και τότε εκείνος, τρομοκρατημένος, την είχε βάλει άρον άρον εσωτερική στο σχολείο. Και χρόνια αργότερα, όταν αποφάσισε ότι θα ακολουθούσε το δικό της δρόμο, εκείνος είχε δείξει μεγάλη ανακούφιση. Από τότε, στις λίγες περιπτώσεις που τον συναντούσε, ο Πιρς ήταν επιφυλακτικός απέναντι της και βιαζόταν πάντα να την ξεφορτωθεί. Σήκωσε τα μάτια της επάνω του, αλλά ο Πιρς δεν την κοίταζε, πασχίζοντας να συναγωνιστεί τον Φρανσίσκο στην αγριότητα του βλέμματός του, που τώρα είχε καρφωθεί περιφρονητικό και στη 117


Σάρα. Η Ενκαρνασιόν διέλυσε την ένταση. «Σταματήστε αμέσως και οι δυο σας! Φρανσίσκο, αν δεν ήταν ο Πιρς, δε θα είχα γυρίσει πίσω. Εκείνος με έκανε να καταλάβω πόσο ανησυχούσες για μένα και με έπεισε να γυρίσω στο σπίτι, αν και δεν ήθελα, επειδή διασκέδαζα πολύ και μου δίδασκε πράγματα...» «Σου δίδασκε!» ξέσπασε ο Φρανσίσκο με το πρόσωπο άσπρο από οργή. «Έτσι το λένε αυτό;» Αν και ο Πιρς άξιζε να πάθει αυτό που τον περίμενε, η Σάρα ρίγησε για λογαριασμό του. «Ντιος!» Τα μαύρα μάτια του Φρανσίσκο κατακεραύνωσαν την αδερφή του. «Τι σου δίδαξε ακριβώς;» «Πώς να ζωγραφίζει!» του πέταξε ο Πιρς. «Τι νόμιζες; Αν και, από το μήνυμα που μου άφησες και από τη συμπεριφορά που έδειξες κρατώντας όμηρο την κόρη μου, μαντεύω τι σου είχε περάσει από το μυαλό». Ύστερα από μερικές στιγμές απειλητικής σιωπής, ο Φρανσίσκο γύρισε στην αδερφή του. «Είναι αλήθεια αυτό;» «Και βέβαια είναι αλήθεια», μουρμούρισε η Ενκαρνασιόν έτοιμη να ξεσπαθώσει. «Δεν ενδιαφερόσουν για το τι επιθυμούσα εγώ και το μόνο που σε ένοιαζε ήταν να μένω σπίτι και να είμαι φρόνιμη. Δεν ήθελες ούτε να ακούσεις ότι η επιθυμία μου ήταν να σπουδάσω καλές τέχνες και να κάνω καριέρα». Έσφιξε τα χείλη της. «Κι έτσι, όταν ο Πιρς μου πρόσφερε μια θέση στα θερινά μαθήματα που έκανε, δέχτηκα. Μη ρίχνεις το άδικο σ' εκείνον, γιατί δεν ήξερε ότι το είχα σκάσει από το σπίτι μου». Ο Φρανσίσκο γύρισε στον Πιρς με τα χαρακτηριστικά του τεντωμένα. «Για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, δεν επιδίδομαι στην αποπλάνηση νεαρών κοριτσιών», δήλωσε εκείνος. «Καθόμουν έξω από ένα καφενείο στη Σεβίλη και ζωγράφιζα, όταν...» «Όταν πήγα κοντά του για να τον παρακολουθήσω», μπήκε στη μέση η Ενκαρνασιόν. «Δεν προσπάθησε να με παρασύρει, αν νομίζεις κάτι τέτοιο. Εσύ είχες ένα επαγγελματικό ραντεβού κι εγώ είχα βαρεθεί τα ψώνια. Όταν συνειδητοποίησα ότι κουβέντιαζα με τον Πιρς Μπούβερι-Σκοτ, δεν μπορούσα να πιστέψω στην τύχη μου. Κι όταν μου πρόσφερε μια θέση στο θερινό του τμήμα -με σπουδαστές από την Αγγλία και την Ισπανία- άρπαξα την ευκαιρία. Αν σε είχα ρωτήσει, δε θα με άφηνες να πάω. Σου είχα γράψει σ’ εκείνο το σημείωμα με ποιον ήμουν ήξερες ότι ήθελα να σπουδάσω ζωγραφική. Έπρεπε, λοιπόν, να τα συνδυάσεις αυτά τα δυο», κατέληξε με ύφος κατσούφικο. 118


«Δεν κατάλαβες ότι δεν ήταν ελεύθερη να δεχτεί την προσφορά σου;» ρώτησε ο Φρανσίσκο τον Πιρς. Εκείνος απόρησε. «Ελεύθερη; Ποια σχέση έχει η ελευθερία με τις σπουδές; Ο καθένας θα έπρεπε να μπορεί να ακολουθήσει την κλίση του. Δεν ήξερα όμως ότι το είχε σκάσει από το σπίτι της και το κατάλαβα όταν πήρα το τρελό μήνυμά σου». Ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. «Αν και, τώρα που το σκέφτομαι, δεν ήταν τόσο τρελό, με τη φήμη που έχω αποκτήσει ως... καρδιοκατακτητής». Ο Φρανσίσκο του έριξε ένα σκεφτικό βλέμμα και ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Σας ζητώ ειλικρινά συγνώμη, σενιόρ. Και από σας ζητώ συγνώμη, σενιορίτα». Η ψυχρή, περήφανη έκφρασή του έκανε τη Σάρα να παγώσει. «Επειδή είναι πολύ αργά για να φύγετε απόψε», πρόσθεσε κοιτάζοντας τον Πιρς με ύφος τυπικό και με αλαζονική αξιοπρέπεια, σαν γνήσιος Ισπανός που ήταν, «θα πω στη Ροζαλία να ετοιμάσει τον ξενώνα. Και τώρα παρακαλώ να με συγχωρήσετε. Η αδερφή μου κι εγώ έχουμε να συζητήσουμε διάφορα πράγματα». Παρακολουθώντας τον να βγαίνει από το δωμάτιο μαζί με την Ενκαρνασιόν, η Σάρα ένιωσε ξαφνικά άρρωστη. Ήταν τόσο καθωσπρέπει, τόσο τυπικός... Την είχε απωθήσει με τόση ευγένεια! Εκείνο το επίσημο «σενιορίτα» τα έλεγε όλα. Πού πήγε το Σαλώμη; αναρωτήθηκε με απόγνωση. Ήξερε ότι ο Φρανσίσκο είχε να ξεκαθαρίσει πολλά πράγματα με την αδερφή του. Έπρεπε να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσά τους, να της προσφέρει ένα πιο ελεύθερο μέλλον... Ωστόσο, δε θα μπορούσε να δείξει και στη Σάρα -με μια λέξη ή ένα του βλέμμα ότι η πρόσκληση που της είχε απευθύνει ίσχυε ακόμα, ότι είχε ακόμα την ανάγκη της; Ίσως όμως δεν τη χρειαζόταν πια, τώρα που είχε γυρίσει η αδερφή του σώα και αβλαβής και που θα είχε τη δυνατότητα να επανορθώσει τα σφάλματά του. Ίσως δε χρειαζόταν πια το κορμί της στο κρεβάτι του για να τον αποσπάσει από τις τύψεις και να τονώσει το εγώ του. Μήπως όμως την ήθελε ακόμα; Μήπως, ύστερα από τις αμοιβαίες εξομολογήσεις που θα έκαναν με την αδερφή του, γύριζε ξανά σ’ εκείνη και την παρακαλούσε να μείνει μαζί του; «Δεν μπορώ να σου πω πόσο λυπάμαι που μπλέχτηκες σ’ αυτή την υπόθεση», της είπε ο πατέρας της. «Ομολογώ όμως ότι δεν ανησυχούσα πολύ για σένα. Ο Μάιλς ερεύνησε αμέσως και έμαθε ποιος ήταν ο απαγωγέας σου. Είναι υπερβολικά πλούσιος και σοβαρός ώστε να κάνει κάτι που θα κατέστρεφε τη ζωή του. Ήξερα ότι δε θα σου

119


έκανε κακό. Σε κάποια φάση, μάλιστα, τον λυπόμουν». Γέλασε πλατιά. «Όπως είπα στον Μάιλς, ‘η κόρη μου έχει περισσότερα αγκάθια από ένα σκαντζόχοιρο και μια γλώσσα σαν ξυράφι. Ο Ισπανός θα τη βάλει στο επόμενο αεροπλάνο και θα τη στείλει πίσω στην Αγγλία για να βρει την ησυχία του!’» Ο Πιρς πήρε στο χέρι του το ποτήρι με το μπράντι του. «Όλη αυτή η υπόθεση ήταν κάπως εφιαλτική. Όπως έλεγα, όταν μου τηλεφώνησε ο Μάιλς και...» «Ήξερε πού να σε βρει;» ρώτησε η Σάρα σμίγοντας τα φρύδια της. «Εμένα μου είπε ότι δεν ήξερε πού ήσουν και μου πέταξε κάτι για Ισπανία». Ο Πιρς ήπιε μια γουλιά από το μπράντι του, δείχνοντας κάπως αμήχανος, πράγμα που δεν ταίριαζε με το χαρακτήρα του. «Του απαγόρευσα να αποκαλύψει το κρησφύγετό μου σε οποιονδήποτε. Είχα ιδρύσει αυτή τη θερινή σχολή σε ένα παλιό αγρόκτημα με καταπληκτικούς αμπελώνες, έξω από τη και παρέδιδα δωρεάν μαθήματα σε μη προνομιούχα παιδιά. Ξέρεις, εκείνα τα παιδιά που, αν τα αφήσεις άεργα, κλέβουν τσάντες ηλικιωμένων γυναικών ή αυτοκίνητα. Τα περισσότερα από αυτά δεν είχαν κρατήσει ποτέ πινέλο ζωγραφικής. Και όμως, θα έμενες κατάπληκτη αν ήξερες τι θαύματα μπορεί να κάνει μια κλοτσιά στα πισινά -μεταφορικά μιλάω- και κάποιο κίνητρο. Με το να χρησιμοποιούν το δημιουργικό τους ταλέντο, που δεν είχαν υποπτευθεί ποτέ ότι διέθεταν, αποσπούν το μυαλό τους από τα προβλήματά τους. Ένα μάλιστα από αυτά τα παιδιά θα φτάσει ψηλά. Προσπαθώ να τον πείσω να με αφήσει να αναλάβω τα έξοδα των σπουδών του ώσπου να τελειώσει το κολέγιο, αλλά δε θέλει. Νομίζει ότι δε θα τα καταφέρει επειδή προέρχεται από μια φτωχογειτονιά του Λίβερπουλ και μόλις και μετά βίας ξέρει να διαβάζει και να γράφει. Στο τέλος όμως θα τον στείλω με το ζόρι στο...» «Μπαμπά!» Η Σάρα χαμογελούσε, αλλά είχε συγκινηθεί κατάβαθα. Πάντα ήταν περήφανη για τη μεγαλοφυΐα του πατέρα της, αλλά τώρα αισθανόταν ακόμα πιο περήφανη ακούγοντας ότι είχε αφιερώσει το πολύτιμο ταλέντο του και το χρόνο του για να βοηθήσει αυτούς που είχε απορρίψει η κοινωνία. Τι θα έλεγε άραγε ο Φρανσίσκο αν ανακάλυπτε ποτέ με ποιους έκανε παρέα η «πριγκίπισσά» του; «Γιατί απαγορευόταν να έρθω σε επαφή μαζί σου;» ρώτησε. «Ηταν κάτι που δεν έπρεπε να διαρρεύσει στα μέσα ενημέρωσης», είπε σεμνά ο Πιρς. «Αν το πείραμα πετύχαινε -και πέτυχε- θα το επαναλάμβανα κάθε καλοκαίρι. Αν όμως γινόταν γνωστό αυτό, θα έβγαζα φήμη φιλάνθρωπου και αυτό δεν ταιριάζει με την ιδέα που έχει ο κόσμος για μένα!»

120


«Δεν μπορεί να σου αρέσει η εικόνα που παρουσιάζεις στον κόσμο, μπαμπά!» αναφώνησε η Σάρα γελώντας. «Αν μου αρέσει; Είμαι περήφανος γι' αυτή! Φυλάω όλα τα αποκόμματα που γράφουν για μένα. Και όσο πιο εκκεντρικό με παρουσιάζουν, τόσο το καλύτερο. Θα έχω κάτι για να διασκεδάζω όταν γίνω ενενήντα χρόνων!» Αποτελείωσε το μπράντι του και ύστερα της είπε με ύφος σοβαρό: «Αν σού πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι... τσιλημπούρδισα ποτέ όταν ζούσε η μητέρα σου, ξέχασέ το. Δε λέω ότι ήμουν άγιος αργότερα, αλλά ως τώρα δε βρήκα καμιά γυναίκα σαν την Πέισένς μου. Το ξέρω ότι δε με εγκρίνεις, αλλά...» Η ανακούφιση ήταν φανερή στο πρόσωπό του όταν εμφανίστηκε η Ροζαλία και έκοψε στη μέση την κουβέντα τους. «Το δωμάτιό μου είναι έτοιμο», ανήγγειλε στη Σάρα όταν η οικονόμος του είπε κάτι στα ισπανικά. «Θα πάω για ύπνο. Θέλω να φύγω νωρίς το πρωί για να μη χάσουν κι άλλο μάθημα τα νεαρά χαμίνια μου. Μπορώ, αν θέλεις, να σε πάω στο αεροδρόμιο -εκτός κι αν προτιμάς να έρθεις για μια δυο μέρες μαζί μου στο αγρόκτημα», πρότεινε διστακτικά, σαν να της ζητούσε πολλά. «Θα το σκεφτώ», απάντησε εκείνη, μη ξέροντας ακόμα αν ο Φρανσίσκο θα την κρατούσε ή όχι στο κάστρο. Πήγε στο διαμέρισμά του για να τον περιμένει εκεί. Τα νεύρα της βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Έμεινε ώρα μέσα στην μπανιέρα και, επειδή δεν άντεχε να φορέσει ξανά το σκισμένο της νυχτικό, φόρεσε μια μεταξωτή ρόμπα του Φρανσίσκο και έγειρε στο κρεβάτι περιμένοντας... και περιμένοντας... ενώ η μυρωδιά της κολόνιας που είχε διαποτίσει το ύφασμα της ρόμπας την ερέθιζε και τη βασάνιζε. Μακάρι να μην τον αγαπούσε τόσο πολύ, να μην πονούσε τόσο η καρδιά της και να μη λαχταρούσε με το κορμί και την ψυχή της να μείνει για πάντα κοντά του! Γιατί εκείνος δεν άκουγε τη φωνή του έρωτα που τον καλούσε; Στις τρεις το πρωί, η Σάρα κατάλαβε ότι η αναμονή της έπρεπε να τελειώσει. Δεν ήταν δυνατόν ο Φρανσίσκο να κουβέντιαζε με την Ενκαρνασιόν τόσες ώρες. Δε θα ερχόταν πια για να της πει πώς είχε πάει η κουβέντα ανάμεσά τους και τι είχαν συμφωνήσει ούτε για να τη ρωτήσει ποια ήταν η απάντησή της στην πρόσκλησή του. Του είχε ήδη ανακοινώσει ότι είχε πάρει την απόφασή της κι ότι δε χρειαζόταν να αναβάλει ως την επόμενη μέρα την απάντησή της. Η σιωπή του μόνο ένα πράγμα μπορούσε να σημαίνει: ότι δεν ενδιαφερόταν πια γι’ αυτή. Προσπάθησε να κοιμηθεί, αλλά ο ύπνος δεν ερχόταν να της κλεί-

121


σει τα βλέφαρα. Και σηκώθηκε με το χάραμα. Φόρεσε το γκρι παντελόνι και το πουκάμισο που είχε πλύνει η Ροζαλία, πήρε το σακάκι της από την ντουλάπα και, αφού έχωσε στο σάκο της το σκισμένο νυχτικό και τα εσώρουχά της, βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα πίσω της. Θα περίμενε στην εσωτερική αυλή ώσπου να εμφανιστεί ο Πιρς για να φύγει μαζί του. Αυτό είναι το καλύτερο, διαβεβαίωσε μελαγχολικά τον εαυτό της. Δεν άξιζε τον κόπο να δεθεί ακόμα περισσότερο με τον Φρανσίσκο περνώντας μερικές ευτυχισμένες μέρες και νύχτες μαζί του... Με την αδερφή του ξανά κάτω από τα φτερά του, όλα είχαν τακτοποιηθεί. Και το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε εκείνος ήταν να μπλέκεται η Σάρα ανάμεσά τους και να του θυμίζει το χτες, να του θυμίζει πράγματα που τώρα πια θα επιθυμούσε να μην είχε ξεστομίσει ή να είχε κάνει. Άλλωστε, μπορεί να μην ήθελε να δώσει το κακό παράδειγμα στη μικρή του αδερφή... σπιτώνοντας μια γυναίκα που, ύστερα από ένα σύντομο δεσμό, θα τη βαριόταν και θα την έστελνε από εκεί που είχε έρθει χωρίς τύψεις. Έτσι λοιπόν, η Σάρα θα έφευγε με το κεφάλι ψηλά και κανένας δε θα μάθαινε ποτέ ότι η καρδιά της είχε ραγίσει. Περίμενε στην αυλή με τα μάτια κατεβασμένα για να μη βλέπει γύρω της. Αυτό ήταν το μέρος των ονείρων της μ' αυτό το μέρος θα ήταν δεμένη για πάντα. Δεν ήθελε να φορτώσει την ψυχή της με περισσότερες οδυνηρές αναμνήσεις. «Ώστε φεύγεις λοιπόν!» Η Σάρα πάγωσε ολόκληρη. Γιατί αυτή η φωνή έδειχνε μια απόλυτη έλλειψη ενδιαφέροντος για το αν θα έμενε ή θα έφευγε. Γύρισε προς το μέρος του και αυτό που είδε τη συγκλόνισε, αλλά κατάφερε να διώξει από μέσα της κάθε συναίσθημα. Από δω και πέρα, η παραμικρή συγκίνηση θα ήταν η καταστροφή της. Ο Φρανσίσκο ήταν ντυμένος με τα ίδια ρούχα που φορούσε και χτες και έδειχνε σαν να μην είχε κοιμηθεί καθόλου. Το πρόσωπό του ήταν γκρίζο από την κούραση και χρειαζόταν ξύρισμα, ενώ τα μαύρα του μαλλιά ήταν αναστατωμένα. Ωστόσο, τα μάτια του ήταν σκληρά σαν ατσάλι και το βλέμμα που της έριξε ήταν γεμάτο αποδοκιμασία. Εκείνη κατέβασε τα μάτια της, ανίκανη να αντέξει την ψυχρότητά του. Αν της είχε χαρίσει έστω και μια υποψία χαμόγελου, αν της έδειχνε με το βλέμμα του ότι την έβρισκε επιθυμητή, η Σάρα θα τον ρωτούσε στα ίσια αν την ήθελε ακόμα εκεί. Η έκφρασή του όμως ήταν άδεια -και αυτό μπορεί να ήταν για το καλό της στο τέλος. Ο πόνος 122


την πλημμύρισε ολόκληρη καθώς ο Πιρς έκανε την εμφάνισή του. Η φαντασίωσή της -γιατί μόνο φαντασίωση ήταν από την αρχή είχε πάρει τέλος. «Είσαι έτοιμη, Σάρα;» ρώτησε ο Πιρς, χωρίς να παρατηρήσει τίποτα και εκείνη κατάφερε να χαμογελάσει αχνά. «Έτοιμη». «Τότε φεύγουμε. Το μικρό λεωφορείο είναι παρκαρισμένο μπροστά στο κάστρο. Δεν είναι σπουδαίο, αλλά είναι χρήσιμο για τη μεταφορά των μαθητών». Πλησίασε και ακούμπησε το χέρι του στο μπράτσο της. «Δε θα μείνουμε για πρωινό», ανήγγειλε, λες και τον είχε ρωτήσει κανείς. Και αφού έριξε στο σκυθρωπό Ισπανό ένα προκλητικό βλέμμα, γύρισε στη Σάρα. «Τι λες, θα κάνουμε μήνυση σ’ αυτό τον παράφρονα;» Το ύφος του έδειχνε ότι ήταν ικανοποιημένος από το αστείο του και η Σάρα ένιωσε την ανάγκη να του βάλει τις φωνές, να του πει ότι αυτή η ιστορία δε σήκωνε αστεία κι ότι η ίδια ήταν συντριμμένη. Ήθελε να τον διώξει για να μείνει δυο λεπτά μόνη και να αποχαιρετήσει τον αλαζονικό σατανά που είχε κλέψει την καρδιά της. Δεν έκανε βέβαια τίποτ’ από αυτά. Με τα μάτια της καρφωμένα στον πατέρα της, είπε με φωνή αχνή: «Δε θα έμπαινα στον κόπο να του κάνω μήνυση. Μου πρόσφερε ένα είδος δωρεάν διακοπών, με καταπληκτικά φαγητά και εξαιρετικό κρασί χώρια που μου πρόσφερε και κάποιες διασκεδάσεις, όταν είχε κέφι. Δεν πάμε να φύγουμε, λέω εγώ;» *** «Εδώ είναι πάλι!» Η φωνή της Τζένης ήταν σαν να τραγουδούσε καθώς έφτανε στα αυτιά της Σάρας από το εσωτερικό τηλέφωνο. «Μου είχες πει ότι ήταν μια αδιάφορη ερωτική περιπέτεια για να περάσεις ευχάριστα τις διακοπές σου. Εμένα δε μου φάνηκε καθόλου αδιάφορος! Είναι σκυθρωπός, μελαγχολικός και... να τον πιεις στο ποτήρι! Του είπα να περάσει στο γραφείο σου». Η γραμμή έκλεισε και η πόρτα άνοιξε απότομα. Απέναντι της στεκόταν τώρα εκείνος και η Σάρα κατάλαβε ότι οι δυο βδομάδες που είχαν περάσει δεν ήταν αρκετές για να μένει ασυγκίνητη στη θέα του. Ο Φρανσίσκο φορούσε ένα κρεμ πέτσινο τζάκετ πάνω από μαύρο πουκάμισο και μαύρο παντελόνι και η εμφάνισή του τάραξε επικίνδυνα τις αισθήσεις της. Γιατί άραγε είχε έρθει; Για να τη βασανίσει; Ήταν τόσο άσπλαχνος; 123


«Πες κάτι!» την πρόσταξε με βλέμμα απειλητικό. «Ξέχασες να μιλάς, όπως ξέχασες όλα εκείνα που σου έμαθα; Σε έμαθα να είσαι πραγματική γυναίκα κι εσύ...» Την πλησίασε με δυο δρασκελιές και, αρπάζοντάς την από τα χέρια, τη σήκωσε όρθια. «Μάζεψες πίσω στο κεφάλι τα υπέροχα μαλλιά σου, σαν να ντρεπόσουν γι’ αυτά. Το ταγέρ που φοράς σε κάνει να μοιάζεις με γυναίκα δεσμοφύλακα! Έφτασα πάνω στην ώρα. Αν αργούσα άλλη μια μέρα, θα γινόσουν μια μάζα από τσιμέντο και θα έμενες μια ψυχρή, νευρασθενική γεροντοκόρη ως το τέλος της ανιαρής ζωής σου!» Είχε έρθει μόνο και μόνο για να την προσβάλει και αυτό δε θα το ανεχόταν η Σάρα. Δεν ήθελε να θυμάται ότι την είχε κάνει να νιώσει για πρώτη φορά στη ζωή της σαν υπέροχο, φιλήδονο θηλυκό. Έσπρωξε τα χέρια του από πάνω της, έκανε δυο βήματα πίσω και, αποφεύγοντας το ανυπόμονο βλέμμα του, του πέταξε με ύφος ψυχρό: «Τι θέλεις από μένα;» «Μια σύζυγο». Ο Πιρς είχε δίκιο: ο Φρανσίσκο ήταν τρελός. «Δε διατηρώ γραφείο συνοικεσίων, σενιόρ Κασάλς», του είπε. «Προτείνω να ψάξετε για σύζυγο πίσω από τις γρίλιες των αριστοκρατικών μεγάρων της Ισπανίας». «Δε θέλω να ψάξω πουθενά αλλού, παρά μόνο πίσω από την απαίσια μεταμφίεσή σου», δήλωσε εκείνος με πάθος. «Και ξέρω φυσικά ότι δεν έχεις γραφείο συνοικεσίων. Δεν είσαι αρκετά ρομαντική για να κάνεις τέτοιου είδους δουλειά!» Η Σάρα χλόμιασε. Πασχίζοντας να κατασιγάσει τη συναισθηματική φουρτούνα που είχε ξεσπάσει μέσα της, γύρισε και πιάστηκε από το περβάζι του παραθύρου. Καρφώνοντας όμως το βλέμμα της έξω, δεν έβλεπε τίποτ’ άλλο εκτός από την εικόνα του υπέροχου προσώπου του. Πώς τολμούσε να της λέει ότι δεν ήταν ρομαντική, όταν ο έρωτάς της για εκείνον είχε κυριεύσει την ψυχή και την καρδιά της και δεν την άφηνε να σκεφτεί τίποτε άλλο τις δύο τελευταίες βδομάδες; Όταν κάθε φορά που έκλεινε τα μάτια της, έβλεπε το πρόσωπό του; Όταν στα ανήσυχα όνειρά της άκουγε τη φωνή του; Είχε ακόμα καλλιεργήσει μέσα της την ιδέα να πουλήσει την εταιρεία της, για να απαλλαγεί από το ζυγό της καθημερινής ρουτίνας και να ψάξει να βρει κάτι πιο ενδιαφέρον στη ζωή της κάτι που θα την απορροφούσε και θα την έκανε να τον βγάλει από το μυαλό της. Η επιχείρησή της, που κάποτε αποτελούσε τον πυρήνα της ύπαρξής της, δε σήμαινε τίποτα πια γι’ αυτή. Τα χέρια της σφίχτηκαν σε γροθιές. Εξαιτίας του είχε πάθει αυτό 124


που είχε ορκιστεί ότι δε θα άφηνε ποτέ να συμβεί στον εαυτό της είχε επιτρέψει στα αισθήματά της να αναστατώσουν τη ζωή της. Κι εκείνος είχε το θράσος να έρχεται στο γραφείο της, να κριτικάρει το ντύσιμό της και να την προκαλεί λέγοντάς της ότι είχε αποφασίσει πως είχε φτάσει ο καιρός να βρει μια σύζυγο! Τι περίμενε από αυτή; Να τον χειροκροτήσει; «Σπαταλάς το χρόνο μου», του είπε με φωνή αδύναμη. Το μόνο θετικό που είχε προκόψει από εκείνες τις λίγες μέρες στην Ισπανία ήταν η καινούρια, πιο στενή σχέση της με τον Πιρς. Οι οργιώδεις φαντασιώσεις της και όλα τα άλλα είχαν αρνητικό αποτέλεσμα έπρεπε να το θυμάται αυτό. Δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της όταν τον άκουσε να βρίζει με μανία στα ισπανικά. Όχι, δε θα τον άφηνε να δει πόσο εύκολα μπορούσε να την κάνει να κλάψει. Βλέποντάς τον την πλησιάζει, γύρισε το κεφάλι της από την άλλη μεριά. «Όταν έρθεις να μείνεις μαζί μου, δε θα βλέπεις έξω από το παράθυρο τοίχους από τούβλα και σκουπιδοντενεκέδες», της είπε σαρκαστικά. «Θα αντικρίζεις τα βουνά και τις κοιλάδες της πιο ωραίας χώρας του κόσμου». Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο της και τα δάχτυλά του άναψαν φωτιές μέσα της. Μη μπορώντας να συγκροτήσει άλλο τα δάκρυά της, η Σάρα τα άφησε να κυλήσουν στα μάγουλά της. Τότε εκείνος της γύρισε επιτακτικά το πρόσωπο προς το μέρος του και είδε τα αισθήματά της γραμμένα στο βλέμμα της. Η Σάρα ρούφηξε τη μύτη της και ευχήθηκε μέσα της να την κατάπινε η γη. Ντρεπόταν για την αδυναμία της. Τα δάκρυα που δεν είχε μπορέσει να συγκροτήσει την είχαν προδώσει. Ο Φρανσίσκο της είχε πει καθαρά ότι την ήθελε στο κρεβάτι του για μια δυο βδομάδες, όπως είχε προτείνει με ελαφριά καρδιά, βάζοντας ένα όριο στο χρόνο που θα τραβούσε το ενδιαφέρον του. Φαίνεται ότι η Ενκαρνασιόν δεν ήταν στο κάστρο για να μολυνθεί από το ανήθικο παράδειγμα του μεγάλου αδερφού! Όχι, δε θα του έκανε το χατίρι! Υπήρξε τρελή για να πιστέψει ότι, για να της απομείνουν οι αναμνήσεις, θα άξιζε τον κόπο να μείνει μαζί του για λίγο. Τότε που σκεφτόταν έτσι, δεν ήξερε πόσο αφόρητος ήταν ο πόνος του χωρισμού. Τώρα πια δε θα το άντεχε, ξέροντας ότι, αφού θα είχε ικανοποιήσει τον πόθο του, θα πήγαινε να ψάξει για την κατάλληλη σύζυγο. «Ώστε έχεις καρδιά και αυτή η καρδιά μπορεί να ραγίσει», παρατήρησε εκείνος άσπλαχνα. «Χαίρομαι γι’ αυτό. Τότε που μου είπες με την καθωσπρέπει φωνούλα σου ότι είχες πάρει την απόφασή σου, η 125


γρήγορη απάντησή σου, ο τόνος της φωνής σου και η αγωνία της καρδιάς μου με προειδοποίησαν ότι ήσουν υπερβολικά λογική για να δεχτείς να μείνεις μαζί μου προτού το σκεφτείς πρώτα καλά. Τότε νόμιζα ότι δεν είχες καρδιά και ότι στη θέση της είχες βάλει μερικούς απαράβατους κανόνες». Η Σάρα ακούμπησε αδύναμα το κεφάλι της στον ώμο του. Ο Φρανσίσκο είχε ερμηνεύσει λάθος την απάντησή της και είχε βγάλει τα ανάλογα συμπεράσματα. Ωστόσο, αποφάσισε να τον αφήσει στην πλάνη του. Και δεν ήξερε γιατί είχε σφιχτεί επάνω του και του επέτρεπε να της λύνει τα μαλλιά, αντί να τον πετάξει έξω από το γραφείο της και να τον απειλήσει ότι θα καλούσε την αστυνομία αν αρνιόταν να φύγει. «Ωστόσο, εγώ δεν είχα χάσει ακόμα τις ελπίδες μου», συνέχισε ο Φρανσίσκο με φωνή γεμάτη πόνο. «Σου είχα υποσχεθεί ότι θα σε άφηνα μόνη και ήσυχη τη νύχτα για να πάρεις την απόφασή σου. Και μου αξίζει κάθε έπαινος γι’ αυτό. Θα μπορούσα πολύ εύκολα να πείσω το σώμα σου, αλλά ήθελα να πείσω και το μυαλό σου. Πάλεψα σκληρά για να μην έρθω κοντά σου. Περίμενα ξύπνιος ολόκληρη τη νύχτα και προσευχόμουν στο Θεό να αλλάξεις την απόφασή σου και να μη φύγεις. Και αντί γι’ αυτό, σε βρήκα το πρωί ντυμένη σαν τον... Μάο Τσε Τουνγκ και τόσο ανυπόμονη να φύγεις, ώστε μόλις και μου απηύθυνες το λόγο κι αυτό για να με προσβάλεις, υπονοώντας ότι δεν ήμουν τίποτα παραπάνω για σένα από ένα διασκεδαστικό διάλειμμα. Ω, πόσο με πλήγωσες τότε!» Η Σάρα δάγκωσε τα χείλη της. Πώς ήταν δυνατό να θέλει να γελάσει υστερικά με τα λόγια του, όταν σχεδόν ακούγονταν τα ραγίσματα της καρδιάς της; Στο μεταξύ της είχε βγάλει όλες τις φουρκέτες, αφήνοντας τα ανοιχτόξανθα μαλλιά της να πέσουν σαν χείμαρρος στους ώμους της. Και παίρνοντας το πρόσωπό της ανάμεσα στις παλάμες του, την ανάγκασε να τον κοιτάξει. «Με κάνεις να φέρομαι σαν τρελός», της είπε έπειτα. «Δεν είχα σκοπό να σε πάρω... όμηρο. Και το αποφάσισα όταν η καθωσπρέπει εξοχότητά σου με κατακεραύνωσε με το βλέμμα της σ’ αυτό εδώ το γραφείο. Ήσουν μια φίνα καλλονή ντυμένη σαν αυστηρή γεροντοκόρη και φερόσουν σαν να ήσουν ρομπότ. Λαχταρούσα να πετάξω από πάνω σου αυτή την ψυχρή μάσκα και να ανακαλύψω την πραγματική γυναίκα. Έκανα λοιπόν τρελά και απερίσκεπτα πράγματα...» «Έκανες αμαρτωλά πράγματα», τον διόρθωσε εκείνη με ύφος αυστηρό, μη θέλοντας να παραδεχτεί ούτε να τον αφήσει να καταλάβει ότι έλιωνε από έρωτα, ότι ήταν έτοιμη να του παραδοθεί κι ότι τον 126


λαχταρούσε όσο τίποτε άλλο στον κόσμο. «Φυσικά», απάντησε εκείνος και τα μαύρα του μάτια σπίθισαν. «Μ’ εσένα κάνω πάντα αμαρτωλά πράγματα. Εσύ φταις γι’ αυτό. Ο τρόπος που πάλευες για να βγάλεις από μέσα μου τον καλύτερο εαυτό μου με διασκέδαζε και με προκαλούσε να κάνω ένα βήμα μπροστά από σένα και ύστερα να περιμένω να δω τι θα έκανες για να με προσπεράσεις. Και κάθε λεπτό που περνούσε, με σαγήνευες όλο και περισσότερο, με έκανες να μην μπορώ να πάρω τα χέρια μου από πάνω σου, ενώ ο θαυμασμός μου για το κορμί και το μυαλό σου ήταν απεριόριστος. Αυτά που μου είπες με έκαναν να ψάξω βαθιά μέσα μου, κάτι που κανένας άλλος δεν είχε καταφέρει μέχρι τότε. Κι έτσι έκανα αυτό που έπρεπε: σου έδωσα την ελευθερία σου», κατέληξε με αξιοπρέπεια. «Επειδή όμως ξαφνικά ανακάλυψα ότι δεν άντεχα να σε αφήσω να φύγεις, σε παρακάλεσα να μείνεις. Αυτό ήταν λάθος μου». Το δάχτυλό του χάιδεψε τα υγρά της βλέφαρα. «Τα δάκρυά σου μου δίνουν ελπίδες», ψιθύρισε. Η Σάρα έσμιξε τα φρύδια της απορημένη. Δεν μπορούσε να παρακολουθήσει τον ειρμό των σκέψεών του. «Τι εννοείς;» ρώτησε. «Θα έπρεπε να έχω καταλάβει ότι δε θα παραδινόσουν τόσο εύκολα στις φλόγες του πάθους. Είχες περάσει όλη σου τη ζωή προσπαθώντας να υποκριθείς ότι ήσουν ψυχρή. Θα έπρεπε, μαζί με την πρόσκλησή μου, να σε εφοδιάσω με ένα βιβλιαράκι γεμάτο από κανόνες, καταληκτικές προθεσμίες και συμφωνητικά υπογραμμένα με αίμα. Όταν όμως σε είδα να φεύγεις, συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα να υπάρχουν προθεσμίες και όρια, ότι σε ήθελα κοντά μου ως το τέλος της ζωής μου ότι σε είχα ερωτευτεί, με λίγα λόγια». «Πες το ξανά αυτό», τον παρακάλεσε η Σάρα με φωνή τρεμάμενη και γαντζώθηκε επάνω του. «Να τα πω όλα από την αρχή;» Η φωνή του ακούστηκε γελαστή. «Ή να σου πω μόνο ότι σ’ αγαπώ περισσότερο από την ίδια τη ζωή μου, ότι σε θέλω γυναίκα μου και μητέρα των παιδιών μου;» «Αχ, Φρανσίσκο», ψιθύρισε εκείνη παραληρώντας από χαρά. Δεν μπόρεσε όμως να συνεχίσει, γιατί τα μπράτσα του την έσφιξαν πάνω του, ενώ το στόμα του σκέπασε το δικό της. Εκείνη ανταποκρίθηκε με πάθος, νιώθοντας ίλιγγο καθώς συνειδητοποιούσε ότι οι φαντασιώσεις της είχαν γίνει πραγματικότητα, λιώνοντας από πόθο και έκσταση καθώς τα χέρια του έβγαζαν ανυπόμονα τη σκούρα μπλε ζακέτα της και άρχιζαν να ξεκουμπώνουν τα κουμπιά της σεμνής άσπρης μπλούζας της. Ξαφνικά όμως, η κοινή λογική έβαλε φρένο στη φλογερή ανταπόκρισή της. Ακινητοποίησε τα χέρια του και με φωνή που έπαλλε από 127


πάθος του θύμισε: «Εδώ είναι το γραφείο μου. Από στιγμή σε στιγμή μπορεί να μπει μέσα κάποιος από τους υπαλλήλους μου». «Αυτό αποκλείεται. Μπαίνοντας, κλείδωσα την πόρτα και είπα στην Τζένη ότι κινδυνεύει η ζωή της αν σου περάσει έστω κι ένα τηλεφώνημα. Και δεν είναι το γραφείο σου αυτό», πρόσθεσε καθώς η Σάρα έμπλεκε τα δάχτυλά της τρυφερά μέσα στα μαλλιά του, «είναι η φυλακή σου». Έριξε ένα περιφρονητικό βλέμμα γύρω του. «Και δεν έχει ούτε έναν καναπέ». Κούμπωσε βιαστικά την μπλούζα της. «Δεν κάνω έρωτα στη μέλλουσα σύζυγό μου στο πάτωμα ενός γραφείου». Η Σάρα δάγκωσε τα χείλη της τρέμοντας ανάμεσα στο γέλιο και τον πόθο. «Θα φύγεις αμέσως από αυτή τη φυλακή και θα βαδίσουμε μαζί στην υπέροχη ελευθερία του μέλλοντος μας», την πρόσταζε. «Θα ξεφορτωθείς αμέσως την εταιρεία. Έκανα έρευνες και ξέρω ότι πάει πολύ καλά. Κι έτσι δε θα βρεις δυσκολίες να την πουλήσεις, ούτε οι υπάλληλοί σου κινδυνεύουν να μείνουν χωρίς δουλειά. Ες βερδάδ;» «Σου έχει πει ποτέ κανένας πόσο σοβινιστής τύραννος είσαι;» ψιθύρισε η Σάρα σαν ονειροπαρμένη. Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους του με τη χαρακτηριστική αλαζονεία του. «Κι αν μου το έλεγαν, δε θα έδινα σημασία, κερίδα. Πώς μπορεί να είμαι τύραννος όταν θέλω να κάνω ευτυχισμένη τη γυναίκα που αγαπώ;» Την κοίταξε για μια στιγμή. «Θέλεις, φαντάζομαι, να σε κάνω ευτυχισμένη. Θέλεις να γίνεις γυναίκα μου, να ζήσεις στη χώρα μου και να μοιραστείς μαζί μου το σπίτι μου και τα κτήματά μου. Μ’ αγαπάς, έτσι δεν είναι;» «Και βέβαια σ’ αγαπώ, Φρανσίσκο! Σ’ αγαπώ βαθιά και για πάντα». Τύλιξε με τα μπράτσα της το λαιμό του κι εκείνος χαμογέλασε πλατιά, τρίβοντας τη μύτη του στα μαλλιά της, ψιθυρίζοντάς της πονηρά πράγματα και κάνοντάς τη να ριγήσει από ηδονή. «Τι καθόμαστε;» γκρίνιαξε έπειτα. «Μας περιμένει η κοινή μας ζωή. Έλα». Της έδωσε την τσάντα της και την έβγαλε σηκωτή σχεδόν από το γραφείο της. Με το μπράτσο του στη μέση της, σταμάτησε και κοίταξε την Τζένη που χαμογελούσε πονηρά. «Εσύ είσαι υπεύθυνη για το γραφείο τώρα. Η μέλλουσα γυναίκα μου...» Έλαμπε από περηφάνια καθώς το βλέμμα του χάιδευε το εκστατικό πρόσωπο της Σάρας «... θα πουλήσει την επιχείρηση. Αλλά πριν γίνει αυτό, Θα σου αυξήσει το μισθό, αφού σου αναθέτει πρόσθετες ευθύνες». Βγήκαν από το γραφείο και πήραν ταξί. Ο Φρανσίσκο έδωσε στον οδηγό τη διεύθυνση της Σάρας κι έπειτα την πήρε στην αγκαλιά του και τη γέμισε φιλιά. «Αύριο θα φύγουμε για την Ισπανία, κερίδα, κι εκεί θα παντρευτούμε», ψιθύρισε. «Η Ενκαρνασιόν ανυπομονεί να φτάσουμε και ζήτησα από τον Πιρς να είναι έτοιμος να σε συνοδεύσει 128


στην εκκλησία. Η αδερφή μου θα φύγει για την Καλιφόρνια αμέσως μετά την τελετή του γάμου. Θέλω να μείνουμε οι δυο μας μόνοι ώσπου να γεννηθούν τα παιδιά μας». «Φρανσίσκο!» Η Σάρα σήκωσε το κεφάλι της προσπαθώντας χωρίς να τα καταφέρει- να δείξει θυμωμένη. Ωστόσο, τα λόγια του την είχαν στενοχωρήσει. «Δηλαδή, στέλνεις μακριά το καημένο το κορίτσι; Πώς μπορείς;» «Δεν είμαι τόσο παλιάνθρωπος, αυτό το ξέρεις. Εκείνη το θέλει. Όταν ο Πιρς την έπεισε ότι το ταλέντο της στη ζωγραφική ήταν μηδαμινό, η Ενκαρνασιόν αποφάσισε να γίνει ιπτάμενη γιατρός στην Αυστραλία! Της υπέδειξα όμως ότι αυτή η δουλειά ήταν κάπως δύσκολη και υποσχέθηκε να το ξανασκεφτεί. Και τότε η τύχη επενέβη με τη μορφή της Άννας, της καλύτερης φίλης της από το σχολείο, που την είχαν καλέσει τα ξαδέρφια της να περάσει ένα χρόνο στο σπίτι τους στην Καλιφόρνια. Η Άννα πρότεινε στην Ενκαρνασιόν να πάει μαζί της. Όπως ήταν φυσικό, η αδερφούλα μου ξετρελάθηκε με την ιδέα κι εγώ συμφώνησα. Το ταξίδι θα αποτελέσει μια καλή εμπειρία γι’ αυτή και -ποιος ξέρει;- ίσως τη βοηθήσει να βρει κάτι λογικό να κάνει στη ζωή της. Χρειάστηκαν πολλές προετοιμασίες για το ταξίδι και γι’ αυτό δεν ήρθα να σε πάρω νωρίτερα». Έκανε μια παύση και την κοίταξε με λατρεία. «Ίσως», πρότεινε έπειτα με κάποιο δισταγμό, «θα ήθελες να σε βοηθήσει η Ενκαρνασιόν στα ψώνια του γάμου. Θα μπορούσατε να ψωνίσετε από τη Μαδρίτη, τη Σεβίλη, ακόμα και από το Παρίσι ή τη Ρώμη, αν θέλεις». Η Σάρα κούνησε αρνητικά το κεφάλι της απολαμβάνοντας το χάδι του στα μαλλιά της. «Λίγα πράγματα θα χρειαστώ», είπε, «αλλά θέλω να τα διαλέξεις εσύ για μένα. Σε θέλω μαζί μου». Ευχαρίστως υπέκυψε στην ιδέα ότι στο μέλλον θα ντυνόταν στα μετάξια, στα σατέν και στις δαντέλες και τα μάτια της ξεχείλισαν από αγάπη βλέποντάς τον να λάμπει από ικανοποίηση. «Χαίρομαι για την απόφασή σου. Καθετί θα το κάνουμε μαζί, σαν να είμαστε ένας άνθρωπος. Η καρδιά μου πεθαίνει όταν δεν είσαι κοντά μου». «Τότε δε θα χωρίσουμε ποτέ πια, ούτε για μια στιγμή, αγάπη μου», του υποσχέθηκε εκείνη και φώλιασε στην αγκαλιά του. Η λατρεία της για τον υπέροχο, αλαζονικό, ανυπόφορο Ισπανό έκανε το αίμα να τρέχει καυτό στις φλέβες της. «Ποτέ πια!» ψιθύρισε εκείνος με το στόμα του πάνω στο δικό της. ΤΕΛΟΣ

129


Η ΑΝΑΜΝΗΣΗ ΜΙΑΣ ΝΥΧΤΑΣ Anne Weak

Μετάφραση: Γιάννης Βραδέλης

130


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1 Έφτασαν κάποια ήσυχη στιγμή της ημέρας, όταν όλοι οι ένοικοι του ξενοδοχείου βρίσκονταν στις πίστες του σκι της Σιέρα Νεβάδα ή έλειπαν σε κάποια εκδρομή για να θαυμάσουν το τοπίο και τη θέα. Πίσω από το γκισέ της ρεσεψιόν καθόταν η Κάσια. Φορούσε ένα κομψό, μαύρο φουστάνι και τ’ ανοιχτόχρωμα καστανά μαλλιά της ήταν χτενισμένα προς τα πίσω, στερεωμένα με τσιμπιδάκια και μ’ ένα μαύρο φιόγκο-χτενάκι στο πίσω μέρος. Διάβαζε ένα γαλλικό μυθιστόρημα που είχε ξεχάσει κάποιος ένοικος και της το είχε παραδώσει η καμαριέρα, η οποία το είχε περιμαζέψει από το καλάθι των αχρήστων. Είχε το βιβλίο της ακουμπισμένο στο ράφι κάτω από τον πάγκο κι έτσι, μόλις άκουσε το αυτοκίνητο να σταματάει στην είσοδο, ανασήκωσε το κεφάλι της κι επέστρεψε στην πραγματικότητα. Το αυτοκίνητο ήταν μια Μερσέντες σπορ, κουπέ. Ο οδηγός της, που φαινόταν πίσω από τις γυάλινες, αυτόματες πόρτες του ξενοδοχείου, ήταν ένας ψηλός και μελαχρινός άντρας, ντυμένος απλά μ’ ένα πουλόβερ κι ένα τζιν παντελόνι. Η Κάσια τον παρακολούθησε να κάνει το γύρο του αυτοκινήτου και ν’ ανοίγει την πόρτα στο συνοδηγό, που ήταν μια κοπέλα με μακριά καλλίγραμμα πόδια και μια πολύ κοντή φούστα. Η φούστα της ανέβηκε ακόμα πιο ψηλά όταν εκείνη έσκυψε στο πίσω κάθισμα για να πάρει το γούνινο πανωφόρι της. Ήταν σχεδόν το ίδιο ψηλή με τον άντρα, όταν επιτέλους στάθηκε όρθια δίπλα του και έριξε το πανωφόρι στους ώμους της, πάνω από το κόκκινο κασμιρένιο πουλόβερ που τόνιζε τα αισθησιακά στήθη της. Ήταν πραγματικά ένα εντυπωσιακό ζευγάρι. Η εμφάνισή τους μαρτυρούσε ότι θα μπορούσαν να είναι προσωπικότητες από το χώρο του θεάματος. Πάντως, το σίγουρο ήταν ότι δε θα πρόσθεταν τα ονόματά τους στον κατάλογο των σταρ και των σκηνοθετών που έμεναν στο ακριβότερο ξενοδοχείο της Γρανάδας. Απόψε, το «Καστίγιο ντελ Σουλτάν» ήταν γεμάτο. Μόνο μια σουίτα ήταν άδεια, αλλά κι αυτή ήταν κλεισμένη για το μαρκήσιο Ντε Μοντραγκόν, ο οποίος θα ερχόταν οδικώς από τη Μαδρίτη και δεν 131


τον περίμεναν νωρίτερα από την ώρα του δείπνου. Θα τον υποδεχόταν ο ίδιος ο διευθυντής του ξενοδοχείου, ο σενιόρ Αλβαρες, και θα τον συνόδευε στη σουίτα του με όλες τις τιμές που αρμόζουν σ’ έναν Ισπανό ευγενή. Ο τίτλος είχε απονεμηθεί σ’ έναν πρόγονό του από τη βασίλισσα Ισαβέλλα Α’, το άγαλμα της οποίας ήταν ένα από τα πιο φωτογραφημένα μνημεία στην πόλη της Γρανάδας. Καθώς το ζευγάρι μπήκε στο φουαγιέ, το βλέμμα της κοπέλας εστιάστηκε πάνω στη βιτρίνα του καταστήματος, το οποίο θα παρέμενε κλειστό μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα. Η κοπέλα έμεινε να θαυμάζει τα πανάκριβα σουβενίρ και τα είδη δώρων, αφήνοντας τον άντρα να πλησιάσει μόνος του στο γκισέ της ρεσεψιόν. «Καλησπέρα σας, κύριε», είπε η Κάσια σε άπταιστα ισπανικά, χωρίς ν’ αφήσει να φανεί ούτε ίχνος της μητρικής γλώσσας της. «Καλησπέρα», είπε εκείνος. Η φωνή του ήταν βαθιά και ήρεμη. Πριν του πει ότι το ξενοδοχείο ήταν πλήρες και ότι ήταν πρόθυμη να τηλεφωνήσει σε κάποιο άλλο για να τους τακτοποιήσει, εκείνος την πρόφτασε. «Η γραμματέας μου έκλεισε το Μιραδόρ για μας δυο ή τρεις εβδομάδες πριν». Τα ισπανικά του ήταν καθαρά καστιλιάνικα, σαν αυτά που είχε διδάξει στην Κάσια ένας ηλικιωμένος καθηγητής που της έκανε μαθήματα για να συμπληρώνει τη σύνταξή του. Έλειπε το χαρακτηριστικό λαρυγγικό αξάν της Γρανάδας. «Δε μας περιμένατε τόσο νωρίς», συνέχισε εκείνος, «όμως, άλλαξα τα σχέδιά μου κι έφυγα από τη Μαδρίτη σήμερα το πρωί». Μιραδόρ ήταν το όνομα της πιο όμορφης σουίτας του ξενοδοχείου. Σπάνια όμως την κατοικούσαν όμορφοι άνθρωποι. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς που είχαν να πληρώσουν για μια τέτοια σουίτα ήταν μεσήλικες, αν όχι ηλικιωμένοι. Η Κάσια είχε υποθέσει ότι ο μαρκήσιος θα ήταν πολύ πιο ηλικιωμένος απ’ αυτό τον άντρα, ο οποίος έμοιαζε να είναι γύρω στα τριάντα με τριάντα πέντε, είχε πυκνά μαύρα μαλλιά και μια αύρα υγείας και δύναμης γύρω του. Εξέπεμπε ένα ζωώδη μαγνητισμό. Η Κάσια δεν αναστατωνόταν εύκολα. Η ζωή της είχε πολλά σκαμπανεβάσματα και εναλλαγές μέχρι σήμερα κι αυτό της έδινε έναν αέρα αυτοκυριαρχίας. Όμως, κάτι στον τρόπο που την κοιτούσε εκείνος ο άντρας της προκαλούσε σύγχυση. Παρ’ όλα αυτά, προσπάθησε να μην το δείξει. «Θα μπορούσατε να υπογράψετε εδώ, σας παρακαλώ;» του είπε ευγενικά και του έδωσε μια χρυσή πένα με μαύρο μελάνι -δείγμα του ύφους που είχε

132


προσδώσει στο «Καστίγιο ντελ Σουλτάν» τη φήμη ενός από τα καλύτερα ξενοδοχεία της Ισπανίας. Ακόμη κι αν η Κάσια είχε την ευκαιρία να ζήσει στο χώρο όπου ζούσαν και οι πελάτες του «Καστίγιο», η ίδια θα επέλεγε να ζήσει σ’ ένα πιο μικρό και ήσυχο μέρος, όπως ήταν το πανδοχείο «Σαν Φρανσίσκο» -μοναστήρι κάποτε και κρατική επιχείρηση σήμερα. Όμως το πανδοχείο ήταν σχεδόν πάντα πλήρες, αφού οι τιμές του ήταν πολύ πιο προσιτές σε σύγκριση με τις εξωφρενικές τιμές του «Καστίγιο ντελ Σουλτάν». Παρ’ όλο που το κόστος ζωής στην Ισπανία δεν ήταν πια τόσο χαμηλό όσο την εποχή που είχε έρθει να ζήσει εδώ μαζί με τον πατέρα της, εκείνη, με το ποσό που θα πλήρωνε αυτός ο άντρας για να μείνει μια εβδομάδα εδώ, θα ζούσε για μήνες ολόκληρους. Ο μαρκήσιος πήρε την πένα στα μακριά δάχτυλά του και έγραψε το όνομά του -ή μέρος του μόνο- κάτω από την προηγούμενη υπογραφή, στο δερματόδετο βιβλίο με τη χρυσοτυπία στη ράχη του. Αν το έγραφε ολόκληρο, σκέφτηκε η Κάσια, θα έπιανε τρεις γραμμές ολόκληρες. Οι τίτλοι που είχε συγκεντρώσει η οικογένειά του μέσα στα χρόνια ήταν τόσο πολλοί που συναγωνίζονταν σε αριθμό εκείνους της πλέον γνωστής ευγενούς της Ισπανίας, της δούκισσας της Άλμπα. Εκείνος είχε γράψει μόνο τη λέξη «Μοντραγκόν». Όπως το «Άλμπα», έτσι και το «Μοντραγκόν» ήταν αρκετό για να τον αναγνωρίσει ακόμη και κάποιος που δεν είχε ιδέα από ισπανική ιστορία. Όσο εκείνος υπέγραφε, η Κάσια χτύπησε δυο κουδούνια. Το ένα για να καλέσει κάποιον γκρουμ και το άλλο για να ειδοποιήσει κάποιον αρμόδιο του πάρκινγκ που θα έβαζε το αυτοκίνητο στο υπόγειο γκαράζ του ξενοδοχείου. Παρ’ όλο που η ώρα ήταν κάπως χαλαρή για το προσωπικό και το ξενοδοχείο φαινόταν άδειο, πέρασε ελάχιστος χρόνος ώσπου να εμφανιστούν και οι δυο άντρες, από την είσοδο του προσωπικού, κάτω από την επιβλητική μαρμάρινη σκάλα. Οι στολές τους ήταν άψογες και χαμογελούσαν φιλικά, αλλά με σεβασμό. Η Κάσια ήξερε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν εδώ ο μαρκήσιος, όμως, ξαφνιάστηκε όταν τον άκουσε ν’ απευθύνεται στον Χοσέ, τον αρχαιότερο παρκαδόρο, με τ’ όνομά του. Τον χαιρέτησε μάλιστα διά χειραψίας, πριν του δώσει τα κλειδιά της Μερσέντες. Ο Μανόλο, ο γηραιότερος των γκρουμ του ξενοδοχείου, κατευθύνθηκε στον πάγκο του, στην απέναντι πλευρά του φουαγιέ. Είχε δουλέψει πολλά χρόνια εδώ και είχε να διηγηθεί πολλές ιστορίες για κοσμικές συγκεντρώσεις, για σκάνδαλα που αποσιωπήθηκαν διακριτικά και για την απαράδεκτη συμπεριφορά κάποιων ανθρώπων. 133


Ο μαρκήσιος τον χαιρέτησε το ίδιο ζεστά και τον ρώτησε για τη γυναίκα του και για την οικογένειά του, αλλά δεν τον σύστησε στη συνοδό του, όπως παρατήρησε η Κάσια. Όποια κι αν ήταν, δεν ήταν σίγουρα η μαρκησία. Ίσως να μην είχε παντρευτεί ακόμη. Σ’ αυτή την περίπτωση, ήταν απόλυτα δικαιολογημένος να διασκεδάζει με όποια επιθυμούσε να τον συντροφεύσει σε προσωρινή βάση. Παρ’ όλο που στο χώρο όπου εργαζόταν η Κάσια αυτές οι σχέσεις ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, η ίδια υπάκουγε σε άλλους νόμους. Ήταν ρομαντική, με υψηλά ιδεώδη και, πιθανόν, μάταιες προσδοκίες. Ο άντρας που θα κέρδιζε την καρδιά της δε θα μπορούσε να είναι κάποιος που βλέπει τις γυναίκες σαν αντικείμενα. Περίμενε λίγο ώσπου οι δυο άντρες να τελειώσουν τη συνομιλία τους και ύστερα πλησίασε. «Δυστυχώς, ο σενιόρ Άλβαρες δεν είναι εδώ αυτή τη στιγμή. Θα μου επιτρέψετε να σας συνοδεύσω εγώ στη σουίτα σας, εξοχότατε;» «Σας ευχαριστώ, αλλά δεν είναι αναγκαίο, σενιορίτα. Έρχομαι εδώ από τότε που ήμουν τόσος δα», είπε ο μαρκήσιος. Ενώ μιλούσε, έριξε μια σύντομη, διερευνητική ματιά στην Κάσια. Αν και η Κάσια δεν ήταν τόσο ψηλή όσο η φιλενάδα του, τα πόδια της, σε σχέση με το υπόλοιπο σώμα της, έδειχναν το ίδιο μακριά και λεπτά. Μπορεί μερικές από τις καμαριέρες να φορούσαν κοντές φούστες κάτω από τις ποδιές τους, αλλά ο σενιόρ Άλβαρες δε θα επέτρεπε ποτέ σε μια από τις ρεσεψιονίστ του να φορέσει φούστα πάνω από το γόνατο. Η Κάσια ήταν πρόθυμη να συμβιβαστεί με τα κάπως συντηρητικά στάνταρ του εργοδότη της. Αυτό και η άνεσή της σε αρκετές ξένες γλώσσες την είχαν προωθήσει στη θέση που ήταν τώρα, από τη θέση της πρωινής καθαρίστριας. Ο μαρκήσιος πήρε το κλειδί της σουίτας και, κοιτώντας πάνω απ’ τον ώμο του, είπε: «Πάμε, Ίζα». Η Ίζα σταμάτησε την επιθεώρηση της βιτρίνας και άρχισε να πλησιάζει. «Να σας στείλω έναν υπηρέτη και μια καμαριέρα να σας βοηθήσουν να τακτοποιηθείτε;» τον ρώτησε η Κάσια. «Υπηρέτη όχι. Αλλά η σενιορίτα Σάντσες έχει περισσότερες αποσκευές από μένα. Θα ήθελες να σου τακτοποιήσουν τα πράγματα, Ίζα;» τη ρώτησε. «Φυσικά... έχω και μερικά ρούχα για σιδέρωμα», είπε η Ίζα, που είχε έρθει δίπλα του στο μεταξύ. Το χέρι της γλίστρησε κάτω από το δικό του και του χαμογέλασε συνωμοτικά. Το χαμόγελο που της χάρισε εκείνος πρόδιδε αρπακτικές διαθέσεις. Σύντομα, η Ίζα θα καλούνταν να δικαιολογήσει την ύπαρξή της στη δική του θεώρηση των πραγμάτων. 134


Ίσως να έχουν γνωριστεί πολύ πρόσφατα κι αυτή να είναι η πρώτη ευκαιρία που τους δίνεται να κοιμηθούν μαζί, σκέφτηκε η Κάσια. Η ιδέα και μόνο να κάνεις σεξ με κάποιον για τον οποίο δεν τρέφεις τρυφερά αισθήματα της προξενούσε αηδία. Μπορεί να το κάνουν πολλοί, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι είναι σωστό, συλλογίστηκε. Πριν ακόμη η Ίζα προλάβει να θαυμάσει την πανοραμική θέα της Γρανάδας από τα παράθυρα του Μιραδόρ, θα βρεθεί να κοιτάζει το ταβάνι, πάνω από το μεγάλο διπλό κρεβάτι... σκέφτηκε η Κάσια κι αυτή η σκέψη την έκανε να κοκκινίσει. Της προξένησε αμηχανία ότι εκείνος το πρόσεξε. Πρώτα εκείνη είχε διαβάσει τη σκέψη του και τώρα τη διάβαζε εκείνος. Ένιωθε απόλυτα σίγουρη γι’ αυτό. «Ελπίζω ν’ απολαύσετε την παραμονή σας κοντά μας», είπε με επιτηδευμένο ύφος η Κάσια. Συνήθως, όταν έλεγε κάτι τέτοιο στους επισκέπτες, το εννοούσε ειλικρινά. Αυτή τη φορά, οι λέξεις βγήκαν μηχανικά από τα χείλη της και δε συνοδεύτηκαν από το συνηθισμένο ζεστό χαμόγελο. Υπήρχε κάτι γύρω απ’ αυτό το ζευγάρι που την έκανε να μη νιώθει άνετα. «Σ’ ευχαριστούμε. Είμαι βέβαιος ότι θα περάσουμε καλά. Η σενιορίτα Σάντσες θα σας ειδοποιήσει, όταν θα είναι έτοιμη να δεχτεί την καμαριέρα». Ο μαρκήσιος, αφού επιβεβαίωσε την υποψία της Κάσια ότι κάπου μεταξύ της άφιξης των αποσκευών τους και της τακτοποίησης του περιεχομένου τους θα παρεμβάλλονταν άλλες προτεραιότητες, οδήγησε τη φιλεναδίτσα του προς το ασανσέρ. *** «Άι, άι... αυτό θα πει να είσαι νέος και όμορφος», είπε στην Κάσια ο Μανόλο, μόλις το ασανσέρ πήρε τους επιβάτες του για το τελευταίο πάτωμα όπου βρίσκονταν οι καλύτερες σουίτες. «Κάθε φορά που έρχεται εδώ, έχει και διαφορετικό κορίτσι... το ένα ομορφότερο από τ’ άλλο». «Μόνο που ενδιαφέρονται για την περιουσία του», είπε καυστικά η Κάσια και κοίταξε την υπογραφή του στο βιβλίο. «Όχι, όχι. Εδώ κάνεις λάθος. Μπορεί αυτό να ισχύει σε τριάντα χρόνια από σήμερα, όταν θα είναι κι αυτός χούφταλο, σαν τον παππού του. Ήμουν εδώ όταν ο γέρος μαρκήσιος έφερε την τελευταία ερωμένη του για να μείνουν μαζί μας. Ήταν ένα αξιαγάπητο πλασματάκι, αλλά διέφεραν όσο ο Μάιος από το Δεκέμβριο. Το τρίτο τους βράδυ 135


εδώ, εκείνη τον σκότωσε». «Δεν εκπλήσσομαι», είπε η Κάσια. Ήταν έτοιμη να προσθέσει ότι δεν μπορούσε να φανταστεί κάτι πιο φρικτό από το να κοιμηθεί μ’ έναν άντρα εξήντα ετών, αλλά συνειδητοποίησε γρήγορα ότι κάτι τέτοιο θα πρόσβαλλε τον Μανόλο, ο οποίος πλησίαζε την ηλικία συνταξιοδότησης. «Τον μαχαίρωσε ή τον πυροβόλησε;» Το πρόσωπο του Μανόλο ράγισε θαρρείς, σχηματίζοντας εκατοντάδες ρυτίδες καθώς γελούσε. «Τον σκότωσε με καλοσύνη, τσίκα! Δεν είναι κι άσχημος τρόπος για να πεθάνει κανείς... στην αγκαλιά ενός πανέμορφου κοριτσιού. Μακάρι να είχα κι εγώ την ίδια τύχη!» Το γέλιο του ήταν μεταδοτικό και η Κάσια δεν μπόρεσε ν’ αντισταθεί και να μη χαμογελάσει. Άλλωστε, ο Μανόλο αστειευόταν μόνο. Η Κάσια είχε γνωρίσει τη στρουμπουλή και αξιαγάπητη σύζυγό του και ήξερε ότι ήταν αφοσιωμένοι ο ένας στον άλλον καθώς επίσης και στα πέντε παιδιά τους και στα πολυάριθμα εγγόνια τους. «Γνώριζες και τον πατέρα του μαρκήσιου;» τον ρώτησε. Ο Μανόλο ένευσε αρνητικά. «Δεν ήρθε ποτέ στη Γρανάδα. Η οικογένεια έχει πολλά κτήματα σ’ όλη την Ισπανία, αλλά δεν έχουν καμιά ιδιοκτησία εδώ. Ο πατέρας του τωρινού μαρκήσιου έπεσε από ένα άλογο αμέσως μετά τη γέννηση του μικρού. Χτύπησε το κεφάλι του σ’ ένα βράχο και το μυαλό του έπαθε ζημιά. Λένε ότι η σύζυγός του τον απέσυρε σε κάποιο από τα μικρότερα αρχοντικά τους με δυο νοσοκόμες για να τον φροντίζουν. Ύστερα ρίχτηκε μ’ ενθουσιασμό στην ανατροφή του παιδιού της. Όταν ο γιος της μεγάλωσε αρκετά, εκείνη πήρε διαζύγιο από τον πατέρα του και παντρεύτηκε έναν πλούσιο Αμερικανό». Εκείνη τη στιγμή, μπήκε στο φουαγιέ ένας διανομέας από το ανθοπωλείο μ’ ένα πλούσιο καλάθι από λουλούδια για κάποια Γερμανίδα πελάτισσα. Ύστερα χτύπησε το τηλέφωνο της ρεσεψιόν κι έτσι ο Μανόλο και η Κάσια διέκοψαν τη συζήτησή τους. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων μηνών της ζωής του πατέρα της, η Κάσια, μόλις τελείωνε τη βάρδια της, γυρνούσε βιαστικά στο διαμέρισμά τους, στο Αλμπαϊθίν -στην παλιά αραβική συνοικία- και περνούσε μαζί του όλο τον ελεύθερο χρόνο της. Τώρα που είχε μείνει μόνη της, έκανε διαρκώς υπερωρίες. Εν μέρει, επειδή το διαμέρισμά της ήταν γεμάτο με οδυνηρές αναμνήσεις και εν μέρει επειδή ήθελε να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για να επιστρέφει στη χώρα όπου γεννήθηκε και της οποίας ήταν πολίτης, παρ’ όλο που δεν είχε ζήσει ποτέ εκεί. Ο πατέρας της ήταν Αγγλος και η μητέρα της Γαλλίδα. Χωρίς να προσπαθήσει καθόλου, η Κάσια έμαθε να χρησιμοποιεί και τις δυο 136


γλώσσες μέχρι τα εφτά της χρόνια. Έπειτα οι γονείς της είχαν χωρίσει. Η μητέρα της είχε φύγει με κάποιον εραστή, ο οποίος δεν ήθελε να φορτωθεί το παιδί ενός άλλου άντρα. Η Κάσια λάτρευε τον πατέρα της κι έτσι δεν της στοίχισε τόσο πολύ. Η μητέρα της συχνά γινόταν ενοχλητικά άστατη. Πότε ήταν υπερβολικά τρυφερή και άλλοτε, χωρίς κανένα λόγο ή προειδοποίηση, γινόταν ανυπόμονη και σκληρή. Σήμερα, δεκαπέντε χρόνια μετά, μπορούσε να καταλάβει τη σοφία που έκρυβε ένα παλιό γαλλικό ρητό: «Να καταλαβαίνεις τα πάντα και να συγχωρείς». Πράγματι, η κατανόηση είχε φέρει τη συγχώρηση. Μερικές φορές, ο πατέρας της είχε υπομονή αγίου. Τώρα που το ξανασκεφτόταν, δεν ήταν περίεργο που η πολύ νεότερη και κυκλοθυμική σύζυγός του αποφάσισε να τον αφήσει. Το μόνο περίεργο ήταν ότι η Κάσια δεν έμοιαζε σε κανέναν από τους δυο στο χαρακτήρα. Είχε φτάσει αναγκαστικά στο συμπέρασμα ότι η δική της φλεγματική και πρακτική φύση θα πρέπει να ήταν κληρονομιά από τους παππούδες της. Όμως, δεν ήξερε πού ζούσαν ούτε αν ήταν ακόμη ζωντανοί. Έτσι, δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει τις υποψίες της. Προκειμένου λοιπόν να αυξήσει τις οικονομίες της, η Κάσια εργαζόταν ακόμη όταν η Ίζα Σάντσες κατέβηκε στο γεμάτο κόσμο φουαγιέ, στις εννιά το ίδιο βράδυ. Βγαίνοντας από το ασανσέρ, τα βλέμματα όλων των αντρών στράφηκαν πάνω στο υπέροχο κορμί της, που το κάλυπτε ελάχιστα ένα κομμάτι βελούδινο ύφασμα, που ήταν ζωγραφισμένο στο χέρι στα χρώματα πολύτιμων λίθων. Φορούσε κάλτσες στα θαυμάσια, πραγματικά, πόδια της, ενώ τα μαύρα μαλλιά της, που νωρίτερα ήταν κρυμμένα κάτω από ένα πανάκριβο μεταξωτό μαντίλι, τώρα ήταν σαν ένα σύννεφο από μεταξένιες μπούκλες γύρω από ένα έξοχα μακιγιαρισμένο πρόσωπο. Δεν ήταν καθόλου περίεργο που την κοιτούσαν όλοι μ' ανοιχτό το στόμα. Εμφανισιακά, είναι μια θεά, σκέφτηκε η Κάσια. Τώρα, αν έχει καθόλου μυαλό μέσα σ’ αυτό το πανέμορφο κεφάλι... ποιος ξέρει; Όμως... με τέτοια εμφάνιση, τι σημασία έχει; Το μόνο πρόβλημα είναι ότι δε θα κρατήσει για πάντα. Η ομορφιά ξεθωριάζει. Η εξυπνάδα κρατάει. Το ασανσέρ ήταν γεμάτο. Μετά την 'Ιζα βγήκαν άλλες δυο γυναίκες και ύστερα ο συνοδός της. Τραβούσε κι αυτός την προσοχή του κόσμου, όχι μόνο επειδή ήταν ντυμένος άψογα, αλλά λόγω του ύψους του και της κορμοστασιάς του. Σχεδόν όλοι οι νέοι άντρες στην Ισπανία ήταν ψηλότεροι και καλύτερα ανεπτυγμένοι από τους πατεράδες και τους παππούδες τους, οι οποίοι είχαν υποφέρει από την έλλειψη και την ακαταλληλότητα 137


της τροφής κατά τη διάρκεια των δεκαετιών όπου η Ισπανία ήταν μια φτωχή χώρα. Ακόμη και τώρα, το μέσο ύψος των Ισπανών ήταν χαμηλότερο από κείνο των πιο ανεπτυγμένων χωρών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας. Σε ό,τι αφορούσε το ύψος του, ο μαρκήσιος έμοιαζε περισσότερο στους ψηλούς Σκανδιναβούς παρά στους συμπατριώτες του. Απόψε, όπως και νωρίτερα άλλωστε, ο μαρκήσιος ήταν ντυμένος απλά. Φορούσε τζιν παντελόνι κι ένα μπλέιζερ, πάνω από ένα σκούρο μπλε πουκάμισο, που ήταν ξεκούμπωτο στο λαιμό του. Από το λαιμό μέχρι τα πόδια, η εμφάνισή του θα μπορούσε ν’ ανήκει σ’ ένα μέλος κάποιας ελίτ από οποιοδήποτε μέρος του κόσμου. Το κεφάλι του, όμως, δεν μπορούσε παρά να ανήκει σε Ισπανό. Τα φλογερά μαύρα μάτια του, η αετίσια γαμψή μύτη και τα ψηλά ζυγωματικά είχαν τη ρίζα τους στην εποχή όπου το μεγάλο φρούριο με τα κόκκινα τείχη, που δέσποζε στη Γρανάδα, είχε φιλοξενήσει τον πιο προηγμένο πολιτισμό του κόσμου. Οι Μαυριτανοί, οι οποίοι είχαν χτίσει την Αλάμπρα και την παλιά πόλη, στην οποία ζούσε η Κάσια, είχαν εκδιωχθεί. Είχαν όμως αφήσει στους Ισπανούς όχι μόνο τις επιστήμες, την τέχνη και τη φιλοσοφία τους, αλλά και την εξωτική, μελαψή όψη τους. Ήταν σαφέστατο ότι στο αίμα του ψηλού άντρα που διέσχιζε τώρα το φουαγιέ με κατεύθυνση το μπαρ υπήρχαν τα γονίδια των Μαυριτανών, οι οποίοι κυριάρχησαν στην Ισπανία για εκατοντάδες χρόνια. Μισή ώρα αργότερα, ο μαρκήσιος και η Ίζα βγήκαν από το μπαρ. Εκείνη πήγε στην τουαλέτα για να φρεσκαριστεί, διασχίζοντας το φουαγιέ αεράτη και κουνώντας τους γοφούς της, αντιγράφοντας το περήφανο βάδισμα πολλών τοπ μόντελ. Ο Ιανουάριος βρισκόταν ακόμη στην αρχή του και παρ’ όλο που η μέρα ήταν ηλιόλουστη και σχετικά ζεστή, το βράδυ έκανε κρύο. Ο μαρκήσιος κρατούσε το γούνινο πανωφόρι της Ίζα. Η Κάσια παρατήρησε ότι ήταν από γούνα λύκου, φτιαγμένη πιθανότατα από τα τομάρια ζώων που ζούσαν κάποτε ελεύθερα. Η σκέψη της παγίδευσης ενός άγριου ζώου και του μαρτυρίου που θα ακολουθούσε για να του πάρουν τη γούνα ήταν αρκετή για να αποτρέψει την Κάσια από την αγορά ενός τέτοιου ρούχου, αν υποθέσουμε ότι είχε τα χρήματα. Όμως, στην Ισπανία οι γούνες συνηθίζονταν τους χειμερινούς μήνες, ιδιαίτερα στις περιοχές όπου χιόνιζε κι όπου ο άνεμος κατέβαινε παγωμένος από τις ψηλές οροσειρές. Η Κάσια περίμενε την επανεμφάνιση της Ίζα Σάντσες, όταν ο μαρκήσιος έκανε απότομα μεταβολή και άρχισε να την πλησιάζει. «Ακόμη εδώ, σενιορίτα; Εργάζεστε πολλές ώρες. Μένετε στο ξενοδοχείο;» 138


Ξαφνιασμένη από το γεγονός ότι εκείνος μπήκε στον κόπο να της μιλήσει, εκείνη ένευσε αρνητικά. «Πάντως, το σπίτι μου δεν είναι μακριά από το ξενοδοχείο, σενιόρ». Τότε ο μαρκήσιος άρχισε να μιλάει αγγλικά. «Νομίζω πως είστε Αγγλίδα, έτσι δεν είναι;» Πριν εκείνη προλάβει ν’ απαντήσει, εκείνος συνέχισε: «Είναι το υπέροχο δέρμα σας και τα μάτια σας που το προδίδουν. Τα ισπανικά σας είναι σχεδόν τέλεια. Προφέρετε το ρο όπως και οι ντόπιοι. Σπουδαίο επίτευγμα για Βρετανό». Ύστερα της χαμογέλασε. «Αν δε σας ενοχλεί που θα το πω... οι περισσότεροι συμπατριώτες σας δεν τα πάνε καλά με τις ξένες γλώσσες». «Πολύ φοβάμαι πως είναι αλήθεια», συμφώνησε η Κάσια. Προσπάθησε να μη δείξει την αμηχανία της για τις φιλοφρονήσεις του και το θαυμασμό της για τον τρόπο που χειριζόταν την αγγλική γλώσσα. Αν τα ισπανικά της ήταν σχεδόν τέλεια, για τα αγγλικά του δε χρειαζόταν το «σχεδόν». Είχε ακούσει ότι στο Χερέθ ντε λα Φροντέρα -στην πατρίδα του σέρι- τα παιδιά των οικογενειών που ο πλούτος τους προερχόταν από τα κρασιά είχαν πάντοτε Αγγλίδες νταντάδες. Όμως, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι μια γκουβερνάντα θα μπορούσε να του διδάξει τα άψογα και ιδιωματικά αγγλικά που μιλούσε. Ίσως, ανάμεσα στις κατακτήσεις του να υπήρχε και κάποια Αγγλίδα. «Πόσο καιρό ζείτε στην Ισπανία;» τη ρώτησε. Η Ίζα εμφανίστηκε στο πλευρό του. «Έλα, Σιμόν... πεινάω», είπε. Εκείνος γύρισε προς το μέρος της και της έδωσε τη γούνινη ζακέτα. Η Ίζα ακούμπησε το τσαντάκι της στον πάγκο και πήρε τη ζακέτα. Καθώς τη φορούσε, πρόσφερε και στους δυο μια άποψη του θαυμάσιου στήθους της. Σ’ αυτό τη βοήθησε το βαθύ ντεκολτέ της και η παντελής έλλειψη στηθόδεσμου. Για το μαρκήσιο, το θέαμα θα πρέπει να ήταν ακόμη πιο αποκαλυπτικό, αφού ήταν ψηλότερος. Καθώς η Ίζα έπαιρνε την τσάντα της από τον πάγκο, έριξε μια αλαζονική ματιά στην Κάσια. «Πάμε, λοιπόν!» είπε στο μαρκήσιο και του χάρισε ένα αστραφτερό χαμόγελο. «Θέλω να φάω και να χορέψω». «Αρκεί να θυμάσαι ότι αύριο πρωί πρωί, στις οκτώ και όχι αργότερα, θα πάμε για σκι. Αν δεν έχεις ξυπνήσει, θα σε αφήσουμε εδώ». Παρ’ όλο που ο τόνος του ήταν ανάλαφρος, δεν υπήρχε αμφιβολία ότι το εννοούσε. «Γιατί πρέπει να ξεκινήσουμε τόσο νωρίς;» τον ρώτησε με αυθάδεια η Ίζα. «Επειδή γι' αυτό ήρθαμε εδώ. Για να κάνουμε σκι. Δεν ήρθαμε 139


για τις ντίσκο». Έπειτα γύρισε στην Κάσια. «Καλή σας νύχτα, σενιορίτα». Η Κάσια τους παρακολουθούσε ν’ απομακρύνονται και άκουσε την Ίζα να τον ρωτάει: «Για ποιο θέμα μιλούσες μαζί της;» Ό,τι κι αν απάντησε ο μαρκήσιος πνίγηκε από τις κουβέντες μιας παρέας που κατέβαινε εκείνη τη στιγμή τις σκάλες. *** Πολλοί από τους ξένους που έρχονταν στη Γρανάδα φοβούνταν να κυκλοφορήσουν μόνοι τους στη συνοικία του Αλμπαϊθίν. Ένιωθαν μεγαλύτερη ασφάλεια όταν πήγαιναν εκεί με κάποιο γκρουπ τουριστών και επισκέπτονταν επιλεγμένα σημεία, χωρίς να διακινδυνεύσουν να χάσουν τα πορτοφόλια και τις τσάντες τους από τους πορτοφολάδες. Στην πραγματικότητα, η καινούρια πόλη της Γρανάδας δεν ήταν πιο επικίνδυνη από οποιοδήποτε μεγάλη πόλη και το Αλμπαϊθίν ήταν αρκετά ασφαλές την ημέρα. Τις νύχτες ήταν επικίνδυνο για τους μοναχικούς τουρίστες. Όταν εργαζόταν μέχρι αργά, ακόμη και η Κάσια γυρνούσε με ταξί κι όχι με τα πόδια. Έτρωγε τα κύρια γεύματά της στο ξενοδοχείο κι έτσι χρησιμοποιούσε το διαμέρισμα μόνο για ύπνο και για πρωινό. Το επόμενο πρωί, τυλιγμένη σε μια ζεστή, μάλλινη ρόμπα, έφαγε το πρωινό της στη μικρή ταράτσα, από την οποία ο πατέρας της, ο Τζον Μπράουνινγκ, είχε ζωγραφίσει δεκάδες πίνακες των πύργων της Αλάμπρα και των τειχών που διαγράφονταν πεντακάθαρα με φόντο τις χιονισμένες κορυφές της Σιέρα Νεβάδα. Η θέα ήταν μαγευτική, ιδιαίτερα κατά την ανατολή και τη δύση του ήλιου ή τις ζεστές καλοκαιρινές νύχτες με την πανσέληνο να μεσουρανεί. Μερικές φορές, η Κάσια ένιωθε τρελή που σκόπευε ν’ αφήσει αυτό το πανέμορφο μέρος για να βρεθεί κάτω από το συννεφιασμένο ουρανό της Βόρειας Ευρώπης. Το συμβόλαιο που είχε ο πατέρας της με τον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος θα έληγε σύντομα και ο τελευταίος δεν είχε σκοπό να της το ανανεώσει. Ούτε μπορούσε να βρει κάποιο άλλο διαμέρισμα εκεί γύρω. Από την άλλη πλευρά, η προοπτική τού να ζήσει μέσα στο θόρυβο και την ατμοσφαιρική ρύπανση της σύγχρονης πόλης δεν της φαινόταν καθόλου ελκυστική. Η μόνη εναλλακτική λύση ήταν να πάει στην Αγγλία, για να μάθει αν τελικά ανήκε εκεί. Μετά το πρωινό, έκανε ένα γρήγορο ντους. Έπειτα φόρεσε το τούρκικο μπουρνούζι του πατέρα της και άρχισε να μακιγιάρεται. Δεν 140


της πήρε πολλή ώρα. Σε πέντε λεπτά ήταν έτοιμη. Δεν είχε ανάγκη το επιτηδευμένο μακιγιάζ της 'Ιζα Σάντσες για να γίνει όμορφη. Τα μάτια της ήταν δυο έργα τέχνης. Τα χείλη της ήταν κόκκινα και προτεταμένα. Έμοιαζαν με τα πέταλα κάποιας σπάνιας και πανέμορφης ορχιδέας. Καθώς έβαζε μια υδατική, αντιηλιακή κρέμα στο πρόσωπό της, θυμήθηκε τη φιλοφρόνηση που της είχε κάνει ο μαρκήσιος. Αναρωτήθηκε αν το δέρμα της άξιζε πράγματι ένα τέτοιο κομπλιμέντο. Όσο για τα γκρίζα μάτια της, ήταν ένα μάλλον κοινό χαρακτηριστικό σ’ όλες τις δυτικές χώρες. Συμπέρανε ότι το κομπλιμέντο του Ισπανού ευγενή είχε τόση βαρύτητα όσο και ο χαρακτηρισμός γκουάπα -μια λέξη που χρησιμοποιούσαν για να περιγράφουν τα μωρά, ανεξάρτητα από το αν ήταν πραγματικά όμορφα. Η βάρδια της ξεκινούσε στις οκτώ, αλλά εκείνη έφτασε δεκαπέντε λεπτά νωρίτερα. Το φουαγιέ ήταν γεμάτο ανθρώπους με πολύχρωμα κοστούμια του σκι. Ίσως ο μαρκήσιος και η Ίζα να είχαν ήδη αναχωρήσει για το Πραντολάνο, όπου βρίσκονταν οι εγκαταστάσεις που εξυπηρετούσαν τις πίστες του σκι. Η Κάσια ένιωσε άσχημα καθώς συνειδητοποίησε ότι ο λόγος για τον οποίο είχε έρθει στη δουλειά νωρίτερα ήταν για να τους δει πριν αναχωρήσουν. Ήταν στο τηλέφωνο κι έπαιρνε τα στοιχεία κάποιου που ήθελε να κλείσει δωμάτιο για τον επόμενο μήνα όταν είδε το μαρκήσιο να κατεβαίνει τη σκάλα. Φορούσε μια μαύρη εφαρμοστή φόρμα του σκι και κρατούσε ένα απλό και καθόλου φανταχτερό γκριζόμαυρο μπουφάν. Κάτω από τη φόρμα, φορούσε ένα βαμβακερό μπλουζάκι στο χρώμα του κοραλλιού κι ένα φουλάρι του ίδιου χρώματος στο λαιμό. Τα μανίκια του ήταν κοντά και οι δυνατοί μύες του φούσκωναν κάτω από το λεπτό μπλουζάκι. Διέσχισε το φουαγιέ χωρίς να κοιτάξει καθόλου προς τη ρεσεψιόν και κατευθύνθηκε στο περίπτερο με τις εφημερίδες. Δευτερόλεπτα αργότερα, η Ίζα εμφανίστηκε στη σκάλα. Χασμουριόταν. Φορούσε μια φωσφορίζουσα κίτρινη ολόσωμη φόρμα, ένα σκούφο σ’ ένα πιο βαθύ κίτρινο χρώμα και χρυσούς κρίκους στ’ αυτιά της. Ο μαρκήσιος την πλησίασε με αρκετά γυναικεία περιοδικά στα χέρια του και της τα έδωσε. Προφανώς για να τα ξεφυλλίσει καθ’ οδόν για το Πραντολάνο. Ίσως οι ικανότητές της στη συζήτηση να μην είναι ανάλογες των άλλων ταλέντων της, σκέφτηκε η Κάσια. Τους παρακολούθησε να βγαίνουν από το ξενοδοχείο κι έπνιξε

141


έναν αναστεναγμό που ανέβηκε ως τα χείλη της. Πάντα ήθελε να δοκιμάσει να κάνει σκι. Όμως, παρ’ όλο που ζούσε μόλις μια ώρα με το λεωφορείο από τις χιονισμένες πλαγιές, δεν το είχε επιχειρήσει ποτέ, αφού ακόμη και η ενοικίαση του απαραίτητου εξοπλισμού για το σκι ήταν μακριά από τις οικονομικές της δυνατότητες. Από την άλλη πλευρά, ο πατέρας της δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτή τη δραστηριότητα και δε θα της επέτρεπε ποτέ να δοκιμάσει μόνη της. *** Το απόγευμα, η υπεύθυνη του τηλεφωνικού κέντρου κάλεσε τη ρεσεψιόν. «Κάσια, ο μαρκήσιος Ντε Μοντραγκόν είναι στη γραμμή. Θέλει τον σενιόρ Άλβαρες, αλλά εκείνος είναι στο σπίτι του και δίνει μια δεξίωση για τα γενέθλια της γυναίκας του. Δε θέλω να τον ενοχλήσω, εκτός αν είναι αναγκαίο. Να σε συνδέσω με το μαρκήσιο;» «Φυσικά». Καθώς περίμενε τη σύνδεση, η Κάσια αισθάνθηκε ένα ρίγος να τη διαπερνά. «Έχετε κάποιο πρόβλημα, εξοχότατε;» «Η σενιορίτα Σάντσες τραυματίστηκε», της είπε η βαθιά φωνή του. «Τίποτα το σοβαρό. Ένας άλλος πρωτάρης έπεσε επάνω της. Έπεσαν και οι δυο κάτω και μπέρδεψαν τα πέδιλά τους. Η γνώμη μου είναι ότι πρόκειται για μια εξάρθρωση, στη χειρότερη περίπτωση. Όμως, αντί να την πάω εδώ, στο σταθμό πρώτων βοηθειών, θα προτιμούσα να την εξετάσει ο γιατρός του ξενοδοχείου. Μπορείτε να κανονίσετε ώστε να βρίσκεται εκεί μόλις φτάσουμε στο ξενοδοχείο, δηλαδή... σε σαράντα πέντε λεπτά;» «Φυσικά, σενιόρ. Έχουμε έναν πολύ καλό γιατρό με μεγάλη πείρα στους τραυματισμούς από σκι». «Ωραία. Είστε η κοπέλα με την οποία μιλούσα χτες το βράδυ. Πώς λέγεστε;» «Κάσια Μπράουνινγκ, σενιόρ». «Καμιά σχέση με τον Ρόμπερτ Μπράουνινγκ, τον ποιητή;» «Δε θα το έλεγα». «Γνωρίζετε όμως τη δουλειά του;» «Φυσικά». «Ασυνήθιστο! Τα περισσότερα κορίτσια στην ηλικία σας γνωρίζουν μόνο τους ποπ σταρ», είπε ο μαρκήσιος και ύστερα έκλεισε. Η Κάσια, αφού ειδοποίησε το γιατρό του ξενοδοχείου, συνέχισε να διαβάζει το μυθιστόρημα που είχε αρχίσει την προηγούμενη μέρα. Όμως, δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στο βιβλίο. 142


Μικροατυχήματα σαν αυτό της Ίζα Σάντσες ήταν πολύ συνηθισμένα στις μικρές πίστες όπου οι αρχάριοι έκαναν τα πρώτα τους βήματα με τα πέδιλα. Ο σενιόρ Αλβαρες ισχυριζόταν ότι τώρα που το σκι είχε γίνει πια ένα δημοφιλές σπορ, τα χιονοδρομικά κέντρα είχαν υπερβολικά πολύ κόσμο για να είναι και ασφαλή. Συμβούλευε πάντα τους επισκέπτες του «Καστίγιο» να μην πηγαίνουν για σκι τα Σάββατα και τις Κυριακές, όταν οι κάτοικοι της Γρανάδας έβγαιναν μαζικά από την πόλη τους. Μερικά χρόνια πριν, ακόμη και ο βασιλιάς, ο δον Χουάν Κάρλος, ο οποίος ήταν δεινός σκιέρ, είχε συ-γκρουστεί μ' ένα παιδί. Την προηγουμένη εβδομάδα, μια Σουηδέζα είχε πάθει ένα κάταγμα στον ώμο και αναγκάστηκε να συνεχίσει τις διακοπές της με το χέρι σε νάρθηκα. Ίσως να είχε τεθεί εκτός μάχης και η Ίζα. Αν όντως είναι έτσι, άραγε ο μαρκήσιος θα αλλάξει τα σχέδιά του για να της κρατάει συντροφιά ή θα συνεχίσει να πηγαίνει για σκι στο βουνό, αφήνοντας την Ίζα στο ξενοδοχείο; αναρωτήθηκε η Κάσια. Αν η Ίζα ήταν αρχάρια κι εκείνος ήταν έμπειρος σκιέρ, δε θα έβλεπαν και πολύ ο ένας τον άλλον, έτσι κι αλλιώς. Οι περισσότερες από τις δύσκολες, κόκκινες και μαύρες πίστες που χρησιμοποιούσαν οι έμπειροι σκιέρ βρίσκονταν αρκετά μακριά από τις πίστες για αρχάριους. Ο γιατρός περίμενε στο φουαγιέ, όταν το αυτοκίνητο με τις πινακίδες από τη Μαδρίτη σταμάτησε στην είσοδο. Ένας αχθοφόρος πλησίασε με μια αναπηρική πολυθρόνα. Έβαλαν επάνω την Ίζα και την έσπρωξαν μέσα στο φουαγιέ. Τα μάτια της ήταν μουντζουρωμένα με μάσκαρα, προφανώς από το κλάμα. Η Κάσια αναρωτήθηκε αν η Ίζα είχε κλάψει από τον πόνο ή αν ο μαρκήσιος είχε χάσει την υπομονή του μαζί της. Δεκαπέντε λεπτά αργότερα, ο γιατρός γύρισε στο φουαγιέ. Εφόσον ο σενιόρ Άλβαρες δεν ήταν εκεί και ο υποδιευθυντής έλειπε στο γαμήλιο ταξίδι του, ο γιατρός απευθύνθηκε στην Κάσια. «Η κοπέλα έχει πάθει θλάση του προσαγωγού στο μηρό της. Η θεραπεία που απαιτείται είναι λίγες μέρες ξεκούρασης. Θα την ξαναδώ αύριο». Η Κάσια έγραψε μια σύντομη αναφορά του ατυχήματος για να τη δώσει στην επόμενη ρεσεψιονίστ, η οποία θα ερχόταν στις τέσσερις. Ο διευθυντής, παρ’ όλο που απούσιαζε, θα μπορούσε να τηλεφωνήσει κάποια στιγμή ώστε να ενημερωθεί για τυχόν απρόοπτα συμβάντα. Λίγο πριν σχολάσει, την κάλεσε η διαχειρίστρια. «Αφού αύριο το πρωί δε δουλεύεις, σκέφτηκα ότι θα ήθελες να πας αυτά τα λουλούδια στο νεκροταφείο», είπε ευγενικά η σενιόρα Ορτίς και της έδειξε ένα καλάθι με λουλούδια πάνω στο γραφείο της. 143


«Τα έφεραν μόλις χτες, αλλά η κυρία στην οποία τα έστειλαν δε θέλησε να τα πάρει μαζί της». «Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας, σενιόρα. Είναι υπέροχα». «Νυχτώνει νωρίς αυτή την εποχή. Γιατί δεν τα παίρνεις μαζί σου να τ’ απολαύσεις απόψε και τα πας στον πατέρα σου το πρωί;» *** Ο πιο γρήγορος δρόμος από το ξενοδοχείο στο Αλμπαϊθίν ήταν από το δασάκι που περιέβαλλε το κάστρο της Αλάμπρα. Το καλοκαίρι τα δέντρα πρόσφεραν τη δροσιά τους στους διαβάτες, αλλά απόψε οι σκιές των ψηλών δέντρων ήταν σκοτεινές και αφιλόξενες. Ένας ηλικιωμένος αλήτης που σύχναζε στην περιοχή και μιλούσε μόνος του την κοίταξε βλοσυρά καθώς η Κάσια τον προσπέρασε με τα λουλούδια στο χέρι. Βρισκόταν στα μισά του δρόμου όταν άκουσε ένα σφύριγμα που τράβηξε την προσοχή της. Σάστισε, όταν γυρίζοντας είδε το μαρκήσιο να την πλησιάζει τροχάδην. «Το κατάλαβα ότι ήσαστε εσείς από το φιόγκο στα μαλλιά σας», της είπε όταν την έφτασε. «Κατεβαίνω στην πόλη για να βρω ένα φαρμακείο. Ο γιατρός σύστησε μια αλοιφή για τη θλάση της φίλης μου». «Θα μπορούσαμε να στείλουμε κάποιον να σας τη φέρει», είπε η Κάσια. «Χρειαζόμουν λίγο αέρα και λίγη σωματική άσκηση. Μου επιτρέπετε να σας βοηθήσω μ’ αυτό;» είπε ο μαρκήσιος και της πήρε το καλάθι με τα λουλούδια. «Μου είπατε ότι δε μένετε μακριά, όμως δεν υπάρχει κάποιο λεωφορείο που θα μπορούσατε να πάρετε; Η διαδρομή είναι κάπως μελαγχολική και συνάντησα κι έναν μεθυσμένο που μου έσυρε τα εξ αμάξης». «Συνήθως δε βρίζει, αν τον καλησπερίσεις. Πρέπει να είναι πολύ δυστυχισμένος ο κακομοίρης ο γέρος». «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα προβλήματά του τα έχει δημιουργήσει μόνος του», είπε ξερά ο μαρκήσιος. Η Κάσια βρήκε την απάντησή του άκρως εκνευριστική, ιδιαίτερα επειδή προερχόταν από κάποιον που γεννήθηκε πλούσιος. «Όχι απαραίτητα. Η ζωή μπορεί να είναι σκληρή για τους δυνατούς... αλλά για τους αδύναμους μπορεί να γίνει ανυπόφορη. Δεν μπορείτε να ξέρετε τι έφερε αυτό τον άντρα στη σημερινή του κατάσταση... και, απ’ ό,τι φαίνεται, ούτε σας ενδιαφέρει», πρόσθεσε αυθόρμητα. Ο μαρκήσιος επιβράδυνε το βήμα του για να ταιριάξει με το δικό 144


της και την κοίταξε ερευνητικά. Ξαφνικά, άρχισε να της μιλάει στ’ αγγλικά, όπως είχε κάνει την προηγούμενη μέρα. «Εσείς ενδιαφέρεστε, δεσποινίς Μπράουνινγκ;» «Ναι. Ενδιαφέρομαι. Τους συμπονώ αυτούς τους ανθρώπους. Ίσως, μερικές φορές το λάθος να ήταν δικό τους που έπιασαν πάτο, αλλά όχι πάντα». «Και τι κάνετε γι’ αυτό, αν υποθέσουμε ότι κάνετε κάτι;» «Όχι και πολλά. Τουλάχιστον δεν τους βλέπω σαν σκουπίδια». «Αυτό νομίζετε ότι κάνω;» Η ειλικρινής απάντηση θα ήταν καταφατική, αλλά ο θυμός της Κάσια είχε σβήσει κι εκείνη είχε αρχίσει να καταλαβαίνει ότι δεν έπρεπε καν να το αναφέρει. Ο μαρκήσιος ήταν συνηθισμένος να τον σέβονται. Δε θα του άρεσε η κριτική, ακόμη κι αν προερχόταν από κάποιον όμοιο του -πόσω μάλλον από κάποιον κατώτερο. «Δεν μπορώ να ξέρω. Μπορεί και να είστε υπερβολικά γενναιόδωρος στους φτωχούς και τους δυστυχισμένους», του είπε ήρεμα. «Πώς είναι η δεσποινίς Σάντσες; Μεγάλη ατυχία να τραυματιστεί την πρώτη μέρα που ήρθατε». «Θα τα κατάφερνε καλύτερα, αν είχε περάσει τη μέρα της κάνοντας ψώνια», είπε εκείνος. «Αλλά ανυπομονούσε να μάθει... ή τουλάχιστον, έψαχνε μια ευκαιρία για να ντυθεί με την τελευταία λέξη της μόδας σε ό,τι αφορά τις φόρμες του σκι. Την άφησα στις φροντίδες κάποιου δασκάλου και γύρισα το μεσημέρι για να τη βρω τραυματία. Εσείς κάνετε σκι, δεσποινίς Μπράουνινγκ;» «Οχι, δεν κάνω». Εκείνος δε ζήτησε να μάθει για ποιο λόγο, αλλά επανέλαβε την εριότηση που της είχε κάνει το προηγούμενο βράδυ και η οποία είχε μείνει αναπάντητη. «Πόσο καιρό ζείτε εδώ;» «Στη Γρανάδα... τέσσερα χρόνια. Στην Ισπανία... από τα δεκαπέντε μου». «Πριν από πόσα χρόνια, δηλαδή;» «Τώρα είμαι είκοσι δυο. Πριν έρθουμε εδώ, ζούσαμε στην παράκτια πλευρά της Σιέρα Νεβάδα. Έπειτα ο πατέρας μου αρρώστησε και είχε ανάγκη από ειδική θεραπεία. Έτσι μετακομίσαμε εδώ. Δυστυχώς, πέθανε. Θα φύγω σύντομα από την Ισπανία και θα μου λείψουν πολλά πράγματα. Εσείς ποιο μέρος της Ισπανίας προτιμάτε;» «Εξαρτάται από τη διάθεσή μου. Μερικές φορές μ’ αρέσει η Μαδρίτη. Άλλοτε μ’ αρέσει η Γαλικία... αν και βρέχει πολύ εκεί. Ακόμη και η Εστρεμαδούρα, που είναι τόσο άγονη και ζεστή το καλοκαίρι, μπορεί να είναι πανέμορφη την άνοιξη. Μου αρέσουν οι περισσότερες τοποθεσίες της πατρίδας μου... όμως, μερικές φορές, θέλω να 145


φεύγω και να επισκέπτομαι άλλα μέρη. Πού θα πάτε όταν φύγετε από εδώ;» «Στην Αγγλία». «Σε συγγενείς σας;» «Όχι. Και οι δυο γονείς μου ήταν μοναχοπαίδια. Είμαι μόνη μου τώρα». «Αυτό ίσως και να είναι πλεονέκτημα. Οι οικογένειες δεν αποτελούν πάντα στήριγμα. Εγώ δεν έχω αδέρφια, αλλά έχω πολυάριθμους μακρινούς συγγενείς, οι οποίοι είναι... μπελάς, ως επί το πλείστον». Στο μεταξύ είχαν ήδη προσπεράσει τα καταστήματα που πουλούσαν σουβενίρ στους πρόποδες του λόφου και είχαν φτάσει στην Πλάσα Νουέβα, όχι πολύ μακριά από το φαρμακείο. Η Κάσια του το έδειξε και ετοιμάστηκε να πάρει το καλάθι με τα λουλούδια για να φύγει. Αλλά ο μαρκήσιος είχε άλλα στο μυαλό του. «Αν δε σας πειράζει να με περιμένετε λίγο, όση ώρα θ’ αγοράζω την αλοιφή για την 'Ιζα, θα σας πάω μέχρι το σπίτι». Ο λόγος για τον οποίο εκείνος επιθυμούσε να κάνει κάτι τέτοιο ήταν εντελώς άγνωστος στην Κάσια. Και τότε, μια εξωφρενική πιθανότητα πέρασε από το μυαλό της κι έκανε την καρδιά της ν’ αναπηδήσει.

146


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2 Ήταν άραγε δυνατόν, τώρα που η Ίζα είχε βγει εκτός μάχης εξαιτίας του τραυματισμένου μηρού της, ο μαρκήσιος να είχε στο νου του να φλερτάρει την Κάσια; Η Κάσια είχε διαβάσει σε κάποιο άρθρο σχετικά με τους άντρες που είχαν ακόρεστες σεξουαλικές ορμές. Αν ο παππούς του Σιμόν ντε Μοντραγκόν είχε πεθάνει εξαιτίας αυτής του της αδυναμίας, τότε ίσως και να ήταν οικογενειακό το φαινόμενο. Το φαρμακείο ήταν παλιό. Στους τοίχους του υπήρχαν ντουλάπια από μαόνι, στην κορυφή των οποίων βρίσκονταν κεραμικά βάζα με ζωγραφισμένα τα ονόματα των υλικών που κάποτε περιείχαν. Το κατάστημα ήταν γεμάτο κόσμο, κυρίως ηλικιωμένους, οι οποίοι γνώριζαν το φαρμακοποιό και το βοηθό του και τους άρεσε να κουτσομπολεύουν όση ώρα έκαναν τα ψώνια τους. Η Κάσια στάθηκε έξω από το μαγαζί και περίμενε να δει σημάδια ανυπομονησίας στο πρόσωπο του μαρκήσιου όσο περίμενε τη σειρά του. Απεναντίας, εκείνος έδειχνε να ενδιαφέρεται για τις κουβέντες που ανταλλάσσονταν μπροστά στον πάγκο. Χαμογέλασε μάλιστα, πάνω από μια φορά, καθώς άκουγε σχόλια και γνώμες για την κυβέρνηση και για τους πατέρες του έθνους, από ανθρώπους που η κοινωνική θέση τους ήταν πολύ χαμηλότερη της δικής του. Οι πιο ηλικιωμένοι από τους γείτονες της Κάσια, στο Αλμπαϊθίν, είχαν μνήμες από τον εμφύλιο πόλεμο, τη δεκαετία του τριάντα. Το πιθανότερο ήταν ότι η οικογένεια του μαρκήσιου, όντας ευγενής, θα είχε υποστηρίξει τους Εθνικιστές του στρατηγού Φράνκο. Ηρωικές πράξεις, αλλά και πρωτοφανείς αγριότητες είχαν λάβει χώρα και από τις δυο πλευρές. Στο δημοτικό νεκροταφείο, κοντά στο κάστρο της Αλάμπρα όπου η Κάσια είχε θάψει τον πατέρα της, κάποτε είχαν εκτελεστεί δυο χιλιάδες πολίτες της Γρανάδας. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς ήταν ξεχασμένοι από καιρό. Το μόνο έγκλημα που θυμούνταν ακόμη ευρέως ήταν η εκτέλεση ενός νεαρού, αλλά ήδη διάσημου ποιητή, του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, από τους Εθνικιστές αντάρτες της Γρανάδας. 147


Η Κάσια σκεφτόταν το νεαρό ποιητή κι έτσι δεν κατάλαβε πότε τελείωσε ο μαρκήσιος. «Λυπάμαι που περιμένατε τόση ώρα», είπε εκείνος. Εκείνη προσγειώθηκε σαστισμένη στην πραγματικότητα. «Δεν πειράζει», αποκρίθηκε τελικά. «Φαινόσαστε πολύ θλιμμένη προηγουμένως. Θυμηθήκατε τον πατέρα σας μήπως; Μιλήστε μου γι’ αυτόν». «Ηταν καλλιτέχνης. Όχι πολύ επιτυχημένος, όμως. Αυτά που του άρεσε να ζωγραφίζει δεν πουλιόνταν. Έτσι, για να μας εξασφαλίσει στέγη και φαγητό, αναγκαζόταν να ζωγραφίζει γραφικές απόψεις του κάστρου και των κήπων. Εμένα μου άρεσαν, αλλά εκείνος τ’ απεχθανόταν, όπως και τους ανθρώπους που τα αγόραζαν. Είναι δύσκολη η ζωή του καλλιτέχνη. Χαίρομαι που δεν κληρονόμησα το ταλέντο του. Δε θα μπορούσα να ζωγραφίζω για ψίχουλα». «Ούτε κι εγώ, αλλά μ’ ενδιαφέρει η τέχνη. Έχω κληρονομήσει μερικούς υπέροχους πίνακες και προσπαθώ να εμπλουτίσω τη συλλογή μου. Έχετε κανέναν από τους πίνακες που ζωγράφιζε ο πατέρας σας για το κέφι του;» «Αρκετούς». «Θα ήθελα να τους δω, αν μου επιτρέπετε». «Δεν είναι προς πώληση», είπε η Κάσια. Ίσως ο μαρκήσιος να ήλπιζε ν’ αγοράσει τα έργα μιας άγνωστης μεγαλοφυΐας σε τιμή ευκαιρίας. «Δε θα τους αποχωριστώ ποτέ». «Και πάλι, θα ήθελα να τους δω». Μια γυναίκα από τη γειτονιά των Τσιγγάνων στις σπηλιές του Σακρομόντε, του λόφου που βρισκόταν πάνω από το Αλμπαϊθίν, τους πλησίασε και τους πρόσφερε ένα κλωνάρι από ρείκι. «Θα φέρει τύχη σ’ εσάς και στην όμορφη κοπελιά σας, σενιόρ», είπε η Τσιγγάνα. Η Κάσια περίμενε πως εκείνος θα την αγνοούσε ή θα την έδιωχνε με μια χειρονομία. Αντίθετα, ο μαρκήσιος έβγαλε μερικά κέρματα από την τσέπη του. «Οι άνθρωποι φτιάχνουν μόνοι τους τη μοίρα τους, σενιόρα», απάντησε και της έβαλε τα κέρματα στη χούφτα. Ύστερα πήρε το ήδη μαραμένο ρείκι. «Ναι, αλλά δε γεννιούνται όλοι σαν εσένα, όμορφε», του αντιγύρισε η Τσιγγάνα και χαμογέλασε, αποκαλύπτοντας μερικά χρυσά δόντια. Έπειτα στράφηκε στην Κάσια. «Διάλεξες ωραίο άντρα, σενιορίτα. Όμως, όταν κάποιος είναι τόσο όμορφος όσο αυτός εδώ, έχει πολλές ευκαιρίες. Μην του δώσεις ό,τι σου ζητήσει. Να τον αφήσεις ν’ αμφιβάλλει. Θυμήσου, το φρούτο του δέντρου που βρίσκεται κλειδωμένο πίσω από την κλειστή αυλή φαντάζει πάντα πιο νόστιμο από 148


τα πορτοκάλια στα δέντρα που φυτρώνουν στην άκρη του δρόμου, απ’ όπου μπορεί να τα κόψει ο καθένας». «Εσύ θα έπρεπε να γράφεις ποίηση, όχι να πουλάς ρείκια», είπε εκείνος. Ύστερα υποκλίθηκε στην Τσιγγάνα και της έδωσε ένα λουλούδι που τράβηξε από το καλάθι που κουβαλούσε. «Θα χρειαστεί πολύ δυνατή θέληση για να σου αντισταθεί!» παρατήρησε η Τσιγγάνα και γέλασε. Έπειτα ακούμπησε το τριαντάφυλλο στο μάγουλο του μαρκήσιου, έκανε μεταβολή κι άρχισε ν’ απομακρύνεται. «Ελπίζω να μη σας πείραξε που έδωσα ένα από τα λουλούδια σας», είπε εκείνος στ’ αγγλικά. «Πάντοτε συμπαθούσα τους Τσιγγάνους. Αποτελούν ένα κομμάτι της Ισπανίας των παιδικών μου χρόνων, η οποία εξαφανίζεται με ραγδαίους ρυθμούς. Κάθε χρόνος που περνάει, μας φέρνει πιο κοντά στην υπόλοιπη Ευρώπη. Ένας ομοιογενής κόσμος μπορεί να έχει κάποια πλεονεκτήματα, αλλά δεν έχει ούτε χρώμα ούτε ενδιαφέρον». Έπειτα της έδωσε το ρείκι. «Πιστεύετε στη μοίρα, στη χειρομαντεία και γενικώς σ’ αυτά που εμπορεύονται οι Τσιγγάνοι;» Η Κάσια ένευσε αρνητικά. Παρ’ όλα αυτά, πίστευε πως οι Τσιγγάνοι ήταν ικανότατοι κριτές του ανθρώπινου χαρακτήρα. Μπορούσαν με μια ματιά να καταλάβουν πολλά πράγματα για το πρόσωπο που επέλεγαν να πλησιάσουν. Ήταν ολοφάνερο ότι η συγκεκριμένη Τσιγγάνα είχε αναγνωρίσει στο πρόσωπο του μαρκήσιου έναν έμπειρο γόη και στο πρόσωπο της Κάσια την έλλειψη της πείρας για να τον αντιμετωπίσει. Βρίσκονταν τώρα στο σημείο όπου η Πλάσα Νουέβα ενωνόταν με την παλιά πλατεία της Σάντα Άννα. Λίγο πιο κάτω, η Κάσια θα έμπαινε σ’ ένα λαβύρινθο από στενά δρομάκια και καλντερίμια όπου οι εκκλησίες ήταν κάποτε τζαμιά, ενώ σε πολλές από τις μικρές πλατείες υπήρχαν ακόμη τα μαυριτανικά δημοτικά πηγάδια που ήταν γνωστά με το όνομα ολχίμπες. «Είναι κουραστικός ο δρόμος μέχρι το σπίτι μου. Αμφιβάλλω αν οι πίνακες του πατέρα μου αξίζουν να κάνετε τον κόπο... και η σενιορίτα Σάντσες χρειάζεται την αλοιφή για το πόδι της, δε νομίζετε;» «Η πείρα μου γύρω από ατυχήματα του σκι μου λέει ότι τα γιατρεύει η ξεκούραση κι όχι οι αλοιφές. Επίσης, νομίζω πως είναι η προειδοποίηση της Τσιγγάνας κι όχι το ενδιαφέρον σας για την 'Ιζα αυτό που σας κάνει να προσπαθείτε να με αποτρέψετε, δεσποινίς Μπράουνινγκ. Επιτρέψτε μου να σας καθησυχάσω. Σ’ αυτή τη φάση της γνωριμίας μας, δεν έχω καμιά πρόθεση να... παραβιάσω την κλειδωμένη αυλή», της είπε και τα μάτια του γελούσαν. 149


«Ποτέ δεν πέρασε από το μυαλό μου», αποκρίθηκε η Κάσια και τα μάγουλά της κοκκίνισαν κάτω από το ειρωνικό βλέμμα του. «Κι όμως, πέρασε. Γιατί το αρνείστε; Υπάρχει μια έκφραση αποδοκιμασίας στο ύφος σας από τότε που ήρθαμε. Μου έχει κινήσει το ενδιαφέρον. Πίστευα πως, με το επάγγελμα που κάνετε, θα είχατε συνηθίσει να βλέπετε ανύπαντρα ζευγάρια να κάνουν μαζί διακοπές. Δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Απ’ ό,τι φαίνεται όμως, μου έχετε ήδη κολλήσει την ετικέτα του αδιόρθωτου επιβήτορα, ο οποίος ενδέχεται μάλιστα να φλερτάρει κι εσάς, αν του δοθεί η παραμικρή ευκαιρία». Είχε πλησιάσει ανησυχητικά σ’ αυτό που σκεφτόταν η Κάσια πριν από λίγο. «Οι ρεσεψιονίστ των ξενοδοχείων -όπως και οι αεροσυνοδοί υπομένουν πολλές προσεγγίσεις. Δεν κολακεύω τον εαυτό μου και ξέρω ότι δεν είμαι ο τύπος που θα τραβούσε ποτέ την προσοχή σας. Μπορεί, όμως, εσείς να πιστεύετε ότι -όντας μαρκήσιος, αλλά και όμορφος άντρας- είναι αρκετό να κουνήσετε το δαχτυλάκι σας και...» Δεν ολοκλήρωσε τη φράση της. Εκείνος γέλασε. «Ειλικρινά, σας δίνω τέτοια εντύπωση; Του αλαζονικού κόκορα που φτάνει μόνο να λαλήσει κι όλες οι κότες... Κοιτάξτε, εφόσον τα κοτόπουλα που τρώτε τα παίρνετε από το σούπερ μάρκετ -και φτάνουν εκεί σφαγμένα- δε θα είστε σε θέση να ξέρετε τι κάνουν οι κότες, όταν ο κόκορας φουσκώνει το στήθος του για να δηλώσει απερίφραστα το φύλο του». Η Κάσια είχε ζήσει σε μέρη όπου οι κότες ήταν κατοικίδια ζώα και σκάλιζαν το χώμα για να βρουν τροφή, έκαναν τ' αβγά τους όπου τους άρεσε και έδειχναν την προθυμία τους μέχρι εξευτελισμού κάθε φορά που ο κόκορας ήθελε να ζευγαρώσει. Βέβαια, δεν ήταν ένα παράδειγμα που θα περίμενε ποτέ ν’ ακούσει σε μια συζήτηση μ ένα σχεδόν άγνωστο άντρα. Και εντελώς αυθόρμητα, χωρίς να σκεφτεί ότι δεν έπρεπε να αναφέρει τα κουτσομπολιά που αφορούσαν τους πελάτες, είπε: «Έχω ακούσει ότι η σενιορίτα Σάντσες δεν είναι η πρώτη φιλενάδα που φέρνετε μαζί σας στο ‘Καστίγιο’. Υπάρχει πλήθος από πίσω... κι ο παππούς σας έκανε το ίδιο». «Ναι, αλλά εκείνος είχε μια σύζυγο, ενώ εγώ όχι. Αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά. Ή μήπως ασπάζεστε εκείνο το δόγμα που λέει ότι όλες οι σεξουαλικές σχέσεις είναι αμαρτία εκτός αν ο σκοπός τους είναι η τεκνοποίηση;» «Όχι, δεν το πιστεύω αυτό... αλλά δεν πιστεύω και στην πολυγαμία. Όπως κι αν έχει, η συμπεριφορά σας δεν είναι δική μου δουλειά.

150


Συγχωρήστε με αν ήμουν αυθάδης, αλλά εσείς ανοίξατε αυτή τη συζήτηση». «Για να είμαι ειλικρινής, η Τσιγγάνα το ανέφερε. Είναι σπουδαίοι κριτές του ανθρώπινου χαρακτήρα. Σας είδε σαν το αρνάκι που κάνει συντροφιά με το λύκο. Ο πατέρας σας ήταν ο μόνος άντρας στη ζωή σας;» Εκείνος είχε μαντέψει σωστά, αλλά η Κάσια δεν ήθελε να το παραδεχτεί κιόλας. Μπροστά στη μεγάλη πείρα του μαρκήσιου, η δική της ήταν αμελητέα. Ο πατέρας της τρόμαζε τους άντρες που την πλησίαζαν. Υπήρξε ζηλιάρης και καχύποπτος σύζυγος -όχι χωρίς λόγο, όπως αποδείχτηκε- και στη συνέχεια έγινε ένας υπερπροστατευτικός πατέρας. Στα δικά του μάτια, η Κάσια ήταν πάντα το κοριτσάκι του. Έβλεπε όλους τους νεαρούς σαν απειλή για την αγνότητα του παιδιού του. Και μόνο όταν έμαθε ότι η ασθένεια του ήταν ανίατη είχε αφήσει την Κάσια να παρακολουθήσει μια σχολή για γραμματείς, την οποία πλήρωνε μόνη της από το μισθό της τής καθαρίστριας. Η Κάσια δε γνώριζε τι θα πει ελευθερία ως την ημέρα που πέθανε ο Τζον Μπράουνινγκ. «Η ζωή μου ήταν μάλλον παράξενη. Όμως μου άρεσε έτσι όπως ήταν. Αυτά που βλέπω στη ζωή των άλλων ανθρώπων δε με κάνουν να νιώθω πως έχασα κάτι. Πιθανόν να μην έχετε χρόνο για διάβασμα, αλλά για μένα, τα βιβλία είναι καλύτεροι σύντροφοι από τους ανθρώπους». «Ως ένα σημείο, θα συμφωνήσω μαζί σας. Όμως, δεν είναι σωστό να ξοδεύει κανείς όλο το χρόνο του σε φανταστικούς κόσμους ή σε κόσμους που κάποτε ήταν πραγματικοί, αλλά τώρα αποτελούν ιστορία. Τα βιβλία είναι μια από τις απολαύσεις σ’ αυτή τη ζωή. Υπάρχουν κι άλλες. Το σκι, για παράδειγμα. Είναι κρίμα που δεν το δοκιμάσατε ποτέ, παρ' όλο που ζείτε τόσο κοντά στο χιονοδρομικό κέντρο. Ήταν οικονομικό το θέμα ή μήπως ο πατέρας σας δεν ήταν ποτέ αρκετά υγιής για να το κάνει;» «Δεν ήταν πάντα ανάπηρος, αλλά δεν τον ενδιέφεραν τα σπορ. Μόνο η τέχνη. Έχετε ξαναέρθει στο Αλμπαϊθίν;» «Μόνο μια φορά, αλλά τότε ήταν νύχτα και ήμουν μέσα σε ταξί. Μας είχαν συστήσει κάποιο εστιατόριο. Έρχομαι στη Γρανάδα μόνο για σκι». «Πάντως, θα έχετε μπει μέσα στην Αλάμπρα...» «Ναι, και ζήλεψα τον πρόγονό μου που είδε το παλάτι όπως ήταν όταν το παρέδωσε ο τελευταίος σουλτάνος στην Ισαβέλλα και στον Φερδινάνδο, πεντακόσια χρόνια πριν. Αυτό που βλέπουν σήμερα οι 151


τουρίστες δεν είναι παρά μια ξεθωριασμένη σκιά αυτού που υπήρξε κάποτε». «Είναι ακόμη μαγικό, όμως. Ιδίως τη νύχτα, όταν το φωτίζουν οι προβολείς. Έχετε ακούσει που λένε ότι ο παράδεισος είναι σαν να τρως πατέ ντε φουά γκρα ακούγοντας τρομπέτες; Για μένα, θα ήταν να μείνω για μια μέρα μόνη μου στην Αλάμπρα, νωρίς το Μάιο». Το πρόσωπό της έλαμπε ενώ μιλούσε. Κάποια στιγμή, γέλασε. «Οι πιθανότητες, όμως, που υπάρχουν να συμβεί κάτι τέτοιο είναι λιγότερες απ’ αυτές που έχω να κερδίσω το λαχείο. Τουλάχιστον, πληρώνω χαμηλότερο εισιτήριο για να μπω μέσα απ’ αυτό που πληρώνουν οι τουρίστες, επειδή ζω στη Γρανάδα». Η Κάσια άρχισε ν’ ανεβαίνει τα ανώμαλα σκαλοπάτια της παλιάς γειτονιάς και ο μαρκήσιος την ακολουθούσε με την άνεση ενός γυμνασμένου ανθρώπου. Το κτίριο στο οποίο έμενε δεν είχε τίποτα στην πρόσοψή του που να υποδηλώνει τι έκρυβαν από πίσω τους η ψηλή και βαριά ξύλινη πόρτα και τα κλειστά παντζούρια. Η Κάσια ξεκλείδωσε την πόρτα μ’ ένα μεγάλο, παλιό κλειδί που ζύγιζε μισό κιλό. Μπροστά τους υπήρχε ένα σκοτεινό χολ με μια φαρδιά, πέτρινη σκάλα που γινόταν στενότερη στην επόμενη στροφή και ακόμη πιο στενή στην αμέσως επόμενη. «Ποιος άλλος ζει εδώ;» ρώτησε ο μαρκήσιος. «Κανένας, αυτή την εποχή. Το καλοκαίρι έρχεται ο ιδιοκτήτης με την οικογένειά του από το διαμέρισμά του στο κέντρο της πόλης. Όταν εκεί η θερμοκρασία φτάσει τους τριάντα βαθμούς, εδώ είναι ακόμη πιο δροσερά και πιο ήσυχα». «Ναι, αλλά είναι κρύο σαν τάφος τον Ιανουάριο». «Στη σκάλα, ναι. Όμως έχω μια σόμπα γκαζιού και φοράω μάλλινη φόρμα το βράδυ. Μπορεί να δυσκολεύεστε να το πιστέψετε, αλλά είναι αλήθεια. Μπορεί κανείς να επιβιώσει και χωρίς κεντρική θέρμανση», του είπε. «Αυτό δε χρειαζόταν να μου το πείτε. Το σπίτι στο οποίο πέρασα το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής μου ηλικίας ζεσταινόταν από μπρασέρος που τα βάζαμε κάτω από τα τραπέζια. Το πόδια μας καίγονταν και η πλάτη μας ήταν παγωμένη». Η Κάσια είχε δει παρόμοια μαγκάλια στα μαγαζιά που πουλούσαν αντίκες, τα οποία σήμερα τα χρησιμοποιούσαν σαν διακοσμητικά, όμως δεν περίμενε πως ο μαρκήσιος θα είχε προλάβει να γνωρίσει τη χρήση τους. «Πώς ανεβάζετε επάνω τις φιάλες του υγραερίου;»

152


«Το φορτηγό τις αφήνει στο τέλος του δρόμου κι έχω ένα καροτσάκι», είπε η Κάσια καθώς ξεκλείδωνε την πόρτα του στούντιο. «Δε θα μπορούσα ποτέ ν’ ανεβάσω μια γεμάτη φιάλη. Αλλά δεν είναι δύσκολο να την τραβήξεις με το καρότσι». «Δεν είναι δύσκολο για έναν άντρα ή για μια γεροδεμένη γυναίκα. Αλλά εσείς δεν ανήκετε σ’ αυτές τις κατηγορίες», παρατήρησε εκείνος καθώς η Κάσια έβγαζε το παλτό της. Το βλέμμα του της θύμισε ένα περιστατικό που συνέβη λίγο μετά το θάνατο του πατέρα της. Είχε έρθει στο σπίτι ένας υδραυλικός, περίπου στην ηλικία του μαρκήσιου. Αφού επισκεύασε το πλυντήριο, συνέχισε να της μιλάει και να την κοιτάζει μ’ έναν τρόπο που την έκανε πολύ νευρική. Είχε αισθανθεί τότε ότι κινδύνεψε και, παρ' όλο που τίποτα δεν είχε συμβεί, ορκίστηκε ότι ποτέ δε θα έμενε ξανά μόνη με κάποιον άγνωστο. Τώρα βρισκόταν πάλι στην ίδια θέση. Μόνη της, σ' ένα άδειο κτίριο, μ’ έναν άντρα που είχε επιμείνει να τη συνοδεύσει στο σπίτι με μοναδικό πρόσχημα το καλάθι με τα λουλούδια - το οποίο δε ζύγιζε τίποτα- και για να ρίξει μια ματιά στους πίνακες -οι οποίοι ήξερε ότι δεν ήταν για πούλημα. «Βλέπω πως έχετε βεράντα... και μια υπέροχη θέα», είπε εκείνος και κατευθύνθηκε προς την τζαμαρία που είχε τοποθετηθεί εκ των υστέρων με την άδεια του ιδιοκτήτη, από έναν προηγούμενο ένοικο που ήταν κι αυτός καλλιτέχνης. «Ναι, η θέα είναι που το κάνει όμορφο. Αν έβλεπε στον απέναντι τοίχο, δε θα ήταν τίποτα το ιδιαίτερο». Η Κάσια άνοιξε την πόρτα που οδηγούσε στην ταράτσα και του έκανε νόημα να περάσει. Το διαμέρισμα είχε μια επιβλητική θέα της Αλάμπρα και των χιονισμένων βουνοκορφών και από κάτω ακριβώς είχε μια εξίσου πανοραμική θέα των κλειστών κήπων για τους οποίους ήταν πασίγνωστο το Αλμπαϊθίν και που ήταν γνωστοί με το όνομα κάρμενες. Αφού θαύμασε τη θέα, ο επισκέπτης της έστρεψε την προσοχή του στην ίδια την ταράτσα. «Όλα αυτά τα φυτά ήταν εδώ όταν ήρθατε;» «Όχι, είναι δικά μας... δικά μου. Προσπάθησα να φτιάξω κάτι που να μοιάζει με κήπο». «Απ’ ό,τι φαίνεται, τα δάχτυλά σας είναι μαγικά. Είναι σπουδαίο κατόρθωμα να διατηρείτε τόσα πολλά λουλούδια στην καρδιά του χειμώνα». «Μερικά έχουν γίνει ολόκληροι θάμνοι. Αυτό το αναρριχητικό με τα κίτρινα λουλουδάκια δεν το φυτεύουν στους περισσότερους κήπους, αλλά μου αρέσει και μεγαλώνει παντού... όπως κι αυτό». Άγγιξε 153


με τα δάχτυλά της τα παχιά, σκουροπράσινα φύλλα ενός κισσού που απλωνόταν πάνω στον τοίχο του διπλανού κηρίου, το οποίο, επειδή βρισκόταν σε διαφορετικό επίπεδο, είχε την ταράτσα του πιο ψηλά από το σημείο όπου στέκονταν εκείνοι. «Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι στην κατεύθυνση που πετάει εκείνο το περιστέρι, λίγο πιο κάτω, βρίσκεται η κεντρική οδός, η Γκραν Βία, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε. Ο μαρκήσιος ένευσε καταφατικά. «Αν ήμουν ο ιδιοκτήτης σας, θα έμενα εδώ όλο το χρόνο». «Ναι, αλλά πού θα βάζατε το αυτοκίνητό σας; Κανένα από τα σπίτια σ’ αυτόν το δρόμο δεν έχει γκαράζ ή έστω ένα μέρος για στάθμευση». «Θα περπατούσα, όπως κι εσείς», είπε. Ύστερα ξαναμπήκε στο διαμέρισμα και άρχισε να εξετάζει τους πίνακες που ήταν κρεμασμένοι στους τοίχους. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του, ο Τζον Μπράουνινγκ είχε καταστρέψει τα περισσότερα έργα του, αφήνοντας μόνο εκείνα που θεωρούσε καλύτερα. Επίσης, είχε καταστρέψει πολλά από τα σκίτσα του. Ένας άλλος ζωγράφος είχε αγοράσει τα καβαλέτα του και τον υπόλοιπο εξοπλισμό του. «Σας αρέσει η δουλειά του πατέρα σας;» ρώτησε ο μαρκήσιος ξαφνικά. Η αλήθεια ήταν ότι δεν της άρεσε, αλλά δεν το είχε πει πουθενά και δε θα το έκανε ούτε τώρα. Της άρεσε η παραστατική ζωγραφική και όχι αυτοί οι παράτολμοι αφηρημένοι πίνακες με τα δυνατά και, συχνά, ασυμβίβαστα χρώματα που είχαν περαστεί με σπάτουλα ή με τον αντίχειρα του πατέρα της. Της άφηναν μια αίσθηση βίας και θυμού. «Δεν είμαι σε θέση να κρίνω, πάντως, ο χρόνος είναι ο κριτής της αξίας ενός καλλιτέχνη. Έτσι έχω διαβάσει». Στο βλέμμα του, η Κάσια είδε πως εκείνος είχε καταλάβει ότι προσπαθούσε να παρακάμψει το θέμα, αλλά δεν την πίεσε για μια πιο σαφή απάντηση. Ούτε εξέφρασε τη δική του γνώμη. «Χρειάζεται τύχη για ν’ αναγνωριστεί ένας καλλιτέχνης ενώ ζει ακόμη. Πού ζούσατε με τον πατέρα σας πριν έρθετε στην Ισπανία;» «Σε πολλά μέρη. Γαλλία... Ιταλία... Ελλάδα... Μαρόκο. Στην Ελλάδα μου άρεσε περισσότερο γιατί ζούσαμε σ’ ένα νησί και κολυμπούσα συνέχεια. Τα καλοκαίρια, ο σενιόρ Άλβαρες μ’ αφήνει να χρησιμοποιώ την πισίνα του ξενοδοχείου, πολύ νωρίς το πρωί, πριν ξυπνήσουν οι ένοικοι. Αλλά δεν είναι σαν τη θάλασσα». «Μάθατε και ελληνικά όπως μιλάτε τα ισπανικά;» «Όχι. Δε μείναμε αρκετά εκεί. Πώς και τ’ αγγλικά σας είναι τόσο 154


ιδιωματικά;» «Η μητέρα μου μεγάλωσε στην Αγγλία. Έχει φίλους εκεί και τα παιδιά τους είναι και δικοί μου φίλοι. Είχα τις ευκαιρίες να διατηρήσω την ευφράδειά μου». Καθώς μιλούσε, το βλέμμα του περιπλανήθηκε στο χώρο. «Δεν έχετε τηλεόραση ή τηλέφωνο;» «Κάποτε είχαμε μια νοικιασμένη. Την έδωσα πίσω, όμως. Κρατούσε συντροφιά στον πατέρα μου, όταν δεν είχε ενέργεια για να ζωγραφίσει, αλλά δεν είχε τίποτα που να θέλω πραγματικά να παρακολουθήσω. Το τηλέφωνο δε μας χρειαζόταν». «Κάθε πότε έχετε ρεπό;» «Αυτή την περίοδο δεν είναι σταθερά τα ρεπό μου. Αν χρειαστώ μια άδεια, μπορώ να πάρω, αλλά μου αρέσει η δουλειά μου και προτιμώ να εργάζομαι από το να μην εργάζομαι». «Δεν έχετε φίλους;» «Μόνο μεταξύ των συναδέλφων του ξενοδοχείου. Ο πατέρας μου δεν ήταν πολύ κοινωνικός. Οι δημιουργικοί άνθρωποι συχνά προτιμούν τη μοναξιά». «Δικαίωμά τους, αλλά τα παιδιά τους έχουν ανάγκη από φίλους». «Η δική σας φίλη θ’ αναρωτιέται πού μπλέξατε», σχολίασε η Κάσια. «Αντίθετα μ’ εσάς, η Ίζα ζει με την τηλεόραση. Αν παρακολουθεί την τελευταία κρίση σε κάποια από τις σαπουνόπερες που της αρέσουν, δε θα έχει αντιληφθεί καν την απουσία μου. Όμως, μπορώ ν’ αντέξω το υπονοούμενο. Θα προτιμούσατε να σας άδειαζα τη γωνιά». Η Κάσια δεν είπε το αντίθετο. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και η σκάλα ήταν θεοσκότεινη. Άναψε τα φώτα, αν και δεν ήταν αρκετά για να φωτίσουν όλη τη σκάλα. Ο μαρκήσιος προχώρησε πρώτος και η Κάσια μαγεύτηκε πάλι από τη χάρη των κινήσεών του. Καθώς περνούσε κάτω από μια λάμπα που κρεμόταν από ένα μακρύ καλώδιο, παρατήρησε την υγιή λάμψη των πυκνών μαλλιών του. Ποτέ άλλοτε δεν είχε δώσει τόση προσοχή στα χαρακτηριστικά κάποιου άντρα. Φτάνοντας στην εξώπορτα, εκείνος έκανε μεταβολή για μια χειραψία. Ήταν μια ευγενική χειρονομία που συνηθιζόταν σ’ όλη την ισπανική κοινωνία και την οποία ο πατέρας της κορόιδευε συχνά. Ποτέ δεν του άρεσαν τα φιλιά, οι αγκαλιές και οι χειραψίες των Ισπανών. «Καληνύχτα, Κάσια». Εκείνη μπορούσε να αισθανθεί τη δύναμη που είχαν τα δάχτυλά του καθώς άγγιζαν τα δικά της. 155


«Καληνύχτα, σενιόρ. Σας ευχαριστώ που μεταφέρατε τα λουλούδια για μένα». «Ευχαρίστησή μου. Στο επανιδείν...» *** Το άλλο πρωί, αφού πήγε τα λουλούδια στο κοιμητήριο, η Κάσια μπήκε στον πειρασμό να τηλεφωνήσει στο ξενοδοχείο καθώς επέστρεφε. Ήταν περίεργη να μάθει αν ο μαρκήσιος είχε πάει για σκι ή αν είχε μείνει για να κάνει παρέα στην Ίζα. Αντιστάθηκε στην παρόρμηση και πέρασε τον υπόλοιπο ελεύθερο χρόνο της χαζεύοντας τις βιτρίνες. Της άρεσε να κοιτάζει τα κομψά ρούχα και τα παπούτσια κι ας μην μπορούσε να τ’ αγοράσει. Σήμερα, όμως, έπεσε στην αντίληψή της ότι οι περισσότερες γυναίκες που έκαναν το ίδιο πράγμα ήταν ανά ζεύγη. Ήταν μανάδες με τις θυγατέρες τους, αδελφές ή φιλενάδες, που περπατούσαν συνήθως πιασμένες αγκαζέ. Ξαφνικά, ένιωσε μοναξιά και ανησυχία. Όταν γύρισε στο «Καστίγιο» για ν’ αναλάβει τη βάρδια της, ανακάλυψε ότι κάποιο δράμα είχε παιχτεί κατά την απουσία της. Ο Σιμόν ντε Μοντραγκόν περίμενε μέχρι τη δεύτερη επίσκεψη του γιατρού, στις εννιά η ώρα. Λίγο μετά την αναχώρηση του γιατρού, ο μαρκήσιος κατέβηκε στη ρεσεψιόν και ζήτησε να στείλουν μια καμαριέρα για να βοηθήσει τη σενιορίτα Σάντσες να μαζέψει τα πράγματά της. Επίσης, κανόνισε να έρθει ένα αυτοκίνητο για να την πάει στο σταθμό εγκαίρως, ώστε να προλάβει το μεσημεριανό τρένο για τη Μαδρίτη. «Εκείνη ήταν έξω φρενών όταν έφυγε», είπε στην Κάσια η Ροζίτα. «Τώρα, αν έσπασε τον καθρέφτη όταν ο μαρκήσιος ήταν ακόμα μαζί της ή αν το έκανε για να ξεσπάσει, αφού εκείνος είχε φύγει, δεν μπορούμε να το ξέρουμε με βεβαιότητα. Μπορεί να την έδιωξε, επειδή του πέταξε ένα τασάκι από όνυχα, που εκείνος απέφυγε επειδή ήταν γρήγορος. Μπορεί όμως και να το πέταξε στον καθρέφτη κατόπιν εορτής, επειδή έγινε έξαλλη που την άφησε μόνη της. Ευτυχώς γι’ αυτόν, ο καθρέφτης ήταν ασφαλισμένος. Ήταν μια πολύτιμη αντίκα και είχε ακόμη το αυθεντικό τζάμι του. Ο σενιόρ Αλβαρες ενοχλήθηκε πολύ. Δε θα πει τίποτα, φυσικά. Ξέρεις τώρα πώς γυρνάει αλλού το βλέμμα του όταν πρόκειται για κάποιον σπουδαίο. Μίλησε χωρίς περιστροφές όμως για τη σενιορίτα Σάντσες, όταν του τηλεφώνησε η γυναίκα του. Εγώ πραγματικά απόρησα από τον τρόπο που την περιέγραφε. Θα χάναμε κι άλλο τασάκι, αν τον άκουγε εκείνη».

156


«Προφανώς, κάποιος την κακόμαθε όταν ήταν μικρή... και δεν ξέρουμε τι της είπε ο μαρκήσιος που την έκανε να πετάξει το τασάκι», σχολίασε η Κάσια. «Εγώ βάζω στοίχημα ότι το πέταξε σ’ εκείνον κι όχι στον καθρέφτη. Πάντως, ήταν ταιριαστό ζευγάρι, κατά τη γνώμη μου. Εκείνη ενδιαφερόταν μόνο να περνάει καλά με δικά του έξοδα κι εκείνος την ήθελε μόνο για σεξ. Όχι και πολύ εντάξει και οι δυο τους». Όμως, ακόμη και τώρα που μιλούσε, ήξερε ότι υποκρινόταν. Βαθιά μέσα της, ένα μικρό κομμάτι της φθονούσε την Ίζα Σάντσες. Τη ζήλευε για την άνεσή της και για τον άντρα που τη συνόδευε. Από την εποχή που η Κάσια είχε μείνει μόνη της, είχε ξυπνήσει πολλές φορές τη νύχτα από κάποιους παράξενους θορύβους μέσα στο παλιό οικοδόμημα θορύβους που δεν την είχαν ενοχλήσει ξανά, όσο ήταν εκεί κι ο πατέρας της. Το προηγούμενο βράδυ, ξύπνησε από ένα δυνατό θόρυβο κι έπειτα, ανίκανη να ξανακοιμηθεί, φαντάστηκε τον εαυτό της στη θέση της 'Ιζα. Φαντάστηκε ότι ο μαρκήσιος είχε έρθει μόνος του στη Γρανάδα και ότι τον είδε για πρώτη φορά στο ράπιδο -ένα είδος γρήγορης γόνδολας που σε πηγαίνει από το Πραντολάνο μέχρι το Μπορεγκίγιες, όπου βρίσκονται τα τελεφερίκ που ανεβάζουν τους σκιέρ και τον εξοπλισμό τους στις διάφορες πίστες. Στη φαντασίωσή της, η Κάσια έκανε σκι κάθε Σαββατοκύριακο, από τότε που ήρθε στη Γρανάδα. Η ίδια και ο μαρκήσιος ήταν οι μοναδικοί δύο άνθρωποι που έφταναν σχεδόν μέχρι την κορυφή Βελέτα, η οποία, στα τρεις χιλιάδες τετρακόσια εβδομήντα μέτρα, ήταν λίγο πιο χαμηλά από την ψηλότερη κορυφή της Σιέρα Νεβάδα. Είχαν κατεβεί μαζί την πίστα Ολίμπικα, μια πολύ δύσκολη κούρσα, μ’ ένα επικίνδυνο στενό που οδηγούσε μέχρι πίσω στο Μπορεγκίγιες. Κατόπιν, ο μαρκήσιος είχε εκθειάσει την επιδεξιότητά της, είχε προσφερθεί να τη γυρίσει στην πόλη με το αυτοκίνητό του και την είχε προσκαλέσει σε δείπνο. Σ’ εκείνο το σημείο, την είχε πάρει ο ύπνος. Επηρεασμένο από τις σκέψεις της, το υποσυνείδητό της δημιούργησε ένα μεγάλο και ολοζώντανο όνειρο. Και όπως θυμόταν πολύ καθαρά τώρα, μετά από ένα δείπνο κάτω από το φως των κεριών στη σουίτα του, ο μαρκήσιος της είχε ζητήσει να γίνει ερωμένη του. Κι εκείνη είχε δεχτεί. Στο τέλος, εκείνος την είχε στην αγκαλιά του και ήταν έτοιμος να τη φιλήσει και να την πάει στο κρεβάτι. Το φιλί κόπηκε από το κουδούνισμα του τηλεφώνου -πιθανότατα ήταν το ξυπνητήρι της- και ξύπνησε απογοητευμένη, αφού δε θα μάθαινε ποτέ τη γεύση των χειλιών του. 157


Η Ροζίτα έβλεπε τα πράγματα με πιο ανοιχτό μυαλό. «Δε βλέπω τίποτα κακό στο να κοιμούνται μαζί δυο άνθρωποι, αρκεί να μη γίνεται πίσω από την πλάτη κάποιου άλλου. Αν εκείνος είχε μια σύζυγο κι εκείνη ένα σύζυγο, θα άλλαζε το πράγμα. Αλλά ο Μανόλο λέει ότι ο μαρκήσιος είναι ακόμη ανύπαντρος και θα μου προξενούσε κατάπληξη αν μάθαινα ότι η σενιορίτα Σάντσες ανέβηκε τα σκαλιά της εκκλησίας και ορκίστηκε ότι θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής της κάνοντας παιδιά και πλένοντας πιάτα. Μπορείς να είσαι σίγουρη ότι κοιτούσε το συμφέρον της από τη στιγμή που άρχισε να μας μοστράρει εκείνο το εκπληκτικό ντεκολτέ. Αν εγώ ήμουν έτσι, δε θα έκανα αυτή τη δουλειά. Θα ήμουν μαζί με το μαρκήσιο... αλλά δε θα του πετούσα τασάκια. Μια φορά ζούμε μόνο. Αν διαθέτεις αυτό που χρειάζεται για να τραβήξεις την προσοχή ενός τέτοιου άντρα, καλά θα κάνεις να το εκμεταλλευτείς». «Το λες, αλλά δε νομίζω ότι το εννοείς, Ροζίτα. Αν ο μαρκήσιος ερχόταν σήμερα το απόγευμα και σου ζητούσε να δειπνήσεις μαζί του στο Μιραδόρ, δε θα πουλούσες τον Τομάς. Το ξέρω ότι δε θα το έκανες». Η Κάσια είχε γνωρίσει το φίλο της Ροζίτα. Εργαζόταν σε κάποια τράπεζα και σχεδίαζαν να παντρευτούν, όταν θα έπαιρνε την επόμενη αύξηση στο μισθό του. «Μερικές φορές σκέφτομαι πως πρέπει να χωρίσω με τον Τομάς», είπε η άλλη ρεσεψιονίστ. «Ήμουν ερωτευμένη μαζί του ή νόμιζα πως ήμουν, στην αρχή. Αλλά τώρα... έχω αρχίσει και βαριέμαι, Κάσια. Μόνο για αθλητικά μιλάει και δεν είναι και κανένας σπουδαίος εραστής». Ύστερα η Ροζίτα χαμήλωσε τη φωνή της και είπε μ’ εμπιστευτικό ύφος: «Ποτέ δε με κάνει να αισθάνομαι, ξέρεις πώς. Δε μ’ ανάβει καθόλου! Στην αρχή ίσως, πριν τον αφήσω να τα κάνει όλα. Τώρα όμως, εκείνος δεν ασχολείται μ αυτά που μου άρεσαν. Κάνει μόνο ό,τι αρέσει σ’ εκείνον». Οι αναπάντεχες αποκαλύψεις σταμάτησαν απότομα, προς μεγάλη ανακούφιση της Κάσια, όταν η Ροζίτα συνειδητοποίησε ότι η ώρα είχε περάσει κι έπρεπε να τρέξει για να προλάβει το λεωφορείο. Αίγα λεπτά μετά την αναχώρησή της, μπήκαν μέσα τέσσερις Αμερικανοί. Είχαν πάει στη Σεβίλη και στην Κόρντοβα και τώρα επιθυμούσαν να καθίσουν για μια δυο βραδιές στη Γρανάδα. *** Όταν επέστρεψαν όλοι αυτοί που έκαναν σκι στις χιονισμένες 158


πλαγιές της Βελέτα, με μοναδική εξαίρεση το μαρκήσιο Ντε Μοντραγκόν, η Κάσια άρχισε ν’ αναρωτιέται μήπως του συνέβη κάποιο ατύχημα. Σύμφωνα με τη Ροζίτα, εκείνος δε φαινόταν θυμωμένος όταν έφυγε από το ξενοδοχείο, αλλά μπορεί να έβραζε από μέσα του. Όταν οι άνθρωποι θυμώνουν, χάνουν την ικανότητά τους να αυτοσυγκεντρώνονται, σκέφτηκε η Κάσια. Το σκι σε διαδρομές που έχουν χαρακτηριστεί δύσκολες, όπως και η οδήγηση ενός σπορ αυτοκινήτου σ’ έναν πολυσύχναστο δρόμο του βουνού, είναι δραστηριότητα που απαιτεί αυτοσυγκέντρωση και προσοχή. Ήταν έτοιμη να μιλήσει στο διευθυντή και να του προτείνει να τηλεφωνήσει στην κλινική, στο Μπορεγκίγιες, όταν ο μαρκήσιος μπήκε βιαστικά μέσα, πήρε το κλειδί του από το αρμόδιο γκισέ και κατευθύνθηκε στο ασανσέρ. Στο δείκτη φαινόταν ότι το ένα ασανσέρ ανέβαινε, ενώ το άλλο βρισκόταν στο τελευταίο πάτωμα. Ο μαρκήσιος προτίμησε τις σκάλες και άρχισε ν’ ανεβαίνει δυο δυο τα σκαλοπάτια, μ’ ένα μακρύ διασκελισμό που πρόδιδε ότι δεν ήταν κουρασμένος όπως οι άλλοι σκιέρ μέσα στην αίθουσα. Η Κάσια βρισκόταν ακόμη εκεί όταν, δυο ώρες αργότερα, ο μαρκήσιος βγήκε από το ασανσέρ και κατευθύνθηκε προς την τραπεζαρία. Κρατούσε ένα βιβλίο, αλλά εκείνη δεν μπόρεσε να διακρίνει τον τίτλο του. Δεν κοίταξε προς το μέρος της. Προφανώς, είχε ξεχάσει την ύπαρξή της. *** Το άλλο πρωί, η Κάσια είχε την πρώτη βάρδια και ήταν εκεί όταν ο μαρκήσιος κατέβηκε τη σκάλα με τη μαύρη φόρμα του σκι κι ένα βερικοκί βαμβακερό μπλουζάκι, που τόνιζε το ηλιοκαμένο του δέρμα και τα μαύρα του μαλλιά. «Καλημέρα, Κάσια», της είπε και χαμογέλασε φιλικά καθώς έβγαινε. Χωρίς λογική εξήγηση, το γεγονός ότι της μίλησε της έφτιαξε το κέφι. Η βάρδια της τελείωσε πριν επιστρέψει εκείνος κι έτσι η Κάσια πήγε στο σπίτι της, έλουσε τα μαλλιά της, περιποιήθηκε τα νύχια της και σιδέρωσε δυο λευκές μπλούζες που ήταν απλωμένες στην ταράτσα. Καθώς μαντάριζε ένα μαύρο κολάν, αναρωτιόταν αν ο μαρκήσιος θα δειπνούσε μόνος του και αν θα ήταν μόνος του μέχρι το τέλος της παραμονής του στο ξενοδοχείο ή αν θα έβρισκε αντικαταστάτρια στη θέση της 'Ιζα Σάντσες. 159


Υπήρχαν πολλά όμορφα κορίτσια στη Γρανάδα που θα του κρατούσαν μετά χαράς συντροφιά-και όχι μόνο οι ακριβοπληρωμένες συνοδοί, αλλά και κοπέλες σοβαρών και συντηρητικών οικογενειών. Στις εννιά η ώρα, το άλλο πρωί, η Κάσια έγραφε τις τιμές πάνω στις κομψές μπροσούρες του ξενοδοχείου. Μόλις τελείωσε, τις έβαλε ξανά πάνω στο αναλόγιο από πλεξιγκλάς και γύρισε στο γραφείο της. «Καλημέρα, Κάσια. Πώς είσαι σήμερα;» «Μια χαρά, σας ευχαριστώ. Κι εσείς, σενιόρ; Περάσατε καλά χτες;» «Πολύ καλά. Καλύτερα το πρωί παρά το απόγευμα. Ο ήλιος μετατρέπει το χιόνι σε λασπόνερα. Αν είστε ελεύθερη σήμερα το βράδυ, θα θέλατε να φάτε μαζί μου;» Η Κάσια δεν πίστευε στ’ αυτιά της. Γιατί να διαλέξει εμένα απ’ όλο τον κόσμο; αναρωτήθηκε. Δεν είμαι όμορφη. Το κορμί μου δεν είναι και τίποτα το εξαιρετικό. Δεν είμαι πνευματώδης ούτε διασκεδαστική. Και σίγουρα δεν ήταν διαθέσιμη. «Είπατε ότι μπορείτε να πάρετε άδεια αν το θελήσετε. Έχω να σας κάνω μια πρόταση», είπε εκείνος. «Η τραπεζαρία έχει συνήθως φασαρία όταν το ξενοδοχείο είναι γεμάτο. Ας φάμε στη σουίτα μου, όπου θα μπορέσουμε να κουβεντιάσουμε με την ησυχία μας. Θα σας περιμένω στις εφτά και μισή. Δεν υπάρχει λόγος ν’ αλλάξετε. Ελάτε όπως είστε». Πριν η Κάσια προλάβει να ’ρθει στα συγκαλά της και να ξαναβρεί τη φωνή της, κάποιος άλλος πλησίασε στη ρεσεψιόν. Ο μαρκήσιος παραμέρισε ευγενικά. Λαμβάνοντας τη σιωπή της ως θετική απάντηση, της χαμογέλασε. «Αντιός», είπε τελικά και πήγε ν’ αφήσει το κλειδί του στον Μανόλο.

160


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3 Όλο το υπόλοιπο πρωινό, η Κάσια με δυσκολία παρέμενε συγκεντρωμένη στη δουλειά της. Προσπαθούσε μάταια να μαντέψει τι εννοούσε ο μαρκήσιος, όταν είπε πως είχε να της κάνει μια πρόταση. Όταν έκανε διάλειμμα για φαγητό, αντί να γευματίσει στην τραπεζαρία του προσωπικού μαζί με τους υπόλοιπους, ζήτησε από τον σεφ να της ετοιμάσει κάτι απλό για να το πάρει μαζί της στο λόφο με τους κήπους. Πλήρωσε ένα μικρό εισιτήριο στην πύλη και ανέβηκε το δρόμο με τα κυπαρίσσια που οδηγούσε στο υπαίθριο θέατρο. Ένας νεαρός, μ’ έναν ορειβατικό σάκο δίπλα του, καθόταν ήδη εκεί κι έγραφε μερικές καρτ ποστάλ. Σήκωσε τα μάτια του και της χαμογέλασε. «Όλα!» είπε η Κάσια και του ανταπέδωσε το χαμόγελο. Ύστερα βρήκε μια απομονωμένη θέση με καλύτερη θέα προς τους πύργους της Αλάμπρα και κάθισε. Ήταν ένα ήσυχο μέρος, στο οποίο μπορούσε να σκεφτεί με την ησυχία της το λόγο για τον οποίο ο Σιμόν ντε Μοντραγκόν ήθελε να μιλήσουν ιδιαιτέρως. Ξετύλιξε το φαγητό της -μια τραγανή μπαγκέτα, κομμένη κατά μήκος και γεμισμένη με φύλλα από καρδιά μαρουλιού, σπαράγγια και χοιρομέρι χωριάτικο- και άρχισε να τρώει. Ήξερε τι θα της έλεγε η Ροζίτα αν η Κάσια είχε ρωτήσει τη γνώμη της. Θα της έλεγε ότι ένας άντρας σαν το μαρκήσιο μόνο ενός είδους πρόταση είχε για τα κορίτσια της δικής τους κοινωνικής τάξης. Όμως, η Ροζίτα, με τα μεγάλα στήθη της και τα χαρούμενα μαύρα μάτια της, είχε περισσότερες πιθανότητες από την Κάσια να δεχτεί μια τέτοια πρόταση. Τουλάχιστον, έτσι σκεφτόταν η ίδια η Κάσια. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο μαρκήσιος είχε πέσει τόσο έξω στην κρίση του, ώστε να νομίσει ότι εκείνη θα ενέδιδε στις κολακείες του. Από την άλλη πλευρά όμως, δεν αισθανόταν ότι ήταν ο τύπος του άντρα που θα προσπαθούσε ν’ αποπλανήσει ένα άπειρο κορίτσι. Κι αν ήταν αδίστακτος; Αν τελικά αποφάσιζε να της ριχτεί; Ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να το χειριστώ; αναρωτήθηκε. «Μιλάτε αγγλικά;» 161


Η Κάσια σήκωσε το κεφάλι της και είδε το νεαρό με τον ορειβατικό σάκο να στέκεται δίπλα της. Της συστήθηκε. Ήταν Αμερικανός, από μια μικρή πόλη στη Νέα Αγγλία κι έκανε το γύρο της Ισπανίας μ' ένα νοικιασμένο ποδήλατο, το οποίο αυτή τη στιγμή βρισκόταν αλυσοδεμένο στην πύλη. *** Η Κάσια γύρισε στο «Καστίγιο» χωρίς να έχει βρει μια απάντηση στο δίλημμα που τη βασάνιζε. Ακόμη κι αν δεν την είχε διακόψει ο Αμερικανός, δε θα ήταν σε θέση να σκεφτεί πώς θα μπορούσε να αντιδράσει. Μπορούσε μόνο να ελπίζει και να προσεύχεται ότι τα πράγματα δε θα έφταναν ως εκεί. Τα περισσότερα κορίτσια στην ηλικία της θα ήξεραν πώς να χειριστούν μια τέτοια κατάσταση, αφού είχαν παρόμοιες εμπειρίες. Όμως, η αυστηρή παρακολούθηση από τον πατέρα της στα εφηβικά της χρόνια και η μετέπειτα εξάρτησή του απ’ αυτήν, την περίοδο της αρρώστιας του, είχαν σαν αποτέλεσμα όλες οι γνώσεις της γύρω από το συγκεκριμένο θέμα να είναι θεωρητικές και μαζεμένες από βιβλία. Ο Τζον Μπράουνινγκ-στην αρχή από επιλογή και αργότερα λόγω συγκυρίας- είχε κρατήσει την Κάσια απομονωμένη σαν καλόγρια. Μόνο αν έφευγε από κοντά του, θα μπορούσε ν’ απελευθερωθεί από την καταπιεστική επιρροή του. Πού θα μπορούσε να πάει, όμως; Εξάλλου, τον αγαπούσε. Κι από την αγάπη δεν ξεφεύγει κανείς εύκολα. Είναι σαν τον ιστό της αράχνης που τυλίγεται γύρω από μια αιχμάλωτη μύγα. Όταν αγαπάς κάποιον, δε γίνεται να τον πληγώνεις σκόπιμα -ακόμη κι όταν ο τρόπος του σε πληγώνει. Όλο το απόγευμα, η Κάσια ήταν βυθισμένη στις σκέψεις της, οι οποίες, όμως, κλωθογύριζαν διαρκώς γύρω από το ίδιο σημείο, χωρίς να φτάνουν σε κάποιο συμπέρασμα. Όταν οι σκιέρ άρχισαν να επιστρέφουν, η Κάσια ένιωσε την ανησυχία της να μεγαλώνει. Αυτοί που βρίσκονταν στο ξενοδοχείο εδώ και αρκετές μέρες είχαν αποκτήσει ήδη χρυσαφένια επιδερμίδα, ενώ μερικοί άλλοι, που δεν είχαν λάβει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας από τον ήλιο, ήταν τώρα κόκκινοι σαν αστακοί και ξεφλουδισμένοι. Ο τύπος δέρματος του μαρκήσιου ήταν απ’ αυτούς που δεν καίγονται, εκτός κι αν χανόταν για μέρες στην έρημο. Ως το τέλος της εβδομάδας θα είχε αποκτήσει ένα βαθύ μαύρισμα και θα έμοιαζε ακόμη πιο πολύ στους Μαυριτανούς κατακτητές μιας άλλης εποχής. Ήταν τόσο... εξωτικός και τρομακτικός -όπως ακριβώς θα φαίνονταν και οι Μαυριτανοί στους αυτόχθονες Ισπανούς. 162


Όταν τον είδε να μπαίνει στο φουαγιέ με τις μπότες στο χέρι και τα μαλλιά ανακατεμένα, η καρδιά της άρχισε να χτυπάει πιο γρήγορα. Εκείνος πήρε το κλειδί του κι ένα φάκελο από το κιόσκι του θυρωρού. Η Κάσια ήξερε ότι ο φάκελος περιείχε ένα πολυσέλιδο φαξ που είχε σταλεί στο γραφείο του σενιόρ Άλβαρες. Μιλούσε με τη γραμματέα του σενιόρ Άλβαρες όταν ήρθε το φαξ και την είδε να πιάνει τις σελίδες μ’ ένα συνδετήρα. Προφανώς, ήταν κάτι που περίμενε ο μαρκήσιος. Εκείνος έβαλε το κλειδί στην τσέπη του, έριξε τις μπότες στον ώμο του και άνοιξε το φάκελο για να διαβάσει το περιεχόμενο. Η Κάσια τον είδε να διασχίζει την αίθουσα συνοφρυωμένος. Ήταν πολύ απασχολημένος για να θυμηθεί την πρόσκλησή του και να επιβεβαιώσει το ραντεβού τους. Ύστερα μπήκε στο ασανσέρ, χωρίς να σταματήσει να διαβάζει. Η Κάσια θύμωσε με τον εαυτό της που είχε περάσει την ημέρα της κάνοντας υποθέσεις, ενώ εκείνος την είχε σβήσει από το μυαλό του μόλις έφυγε. Και τώρα που γύρισε, ήταν απορροφημένος τόσο πολύ από το φαξ, που δε γύρισε ούτε να την κοιτάξει. Το ασανσέρ δεν πήγε στον τελευταίο όροφο. Σταμάτησε στο πρώτο πάτωμα. Δευτερόλεπτα αργότερα, ο μαρκήσιος εμφανίστηκε στο κεφαλόσκαλο. Άρχισε να κατεβαίνει τις σκάλες χαμογελώντας στην Κάσια. Φτάνοντας στο γραφείο της, είπε: «Κάτι νέα από τη Μαδρίτη μ’ έκαναν να ξεχάσω προς στιγμήν ότι σας έχω προσκαλέσει σε δείπνο. Η ώρα που σας πρότεινα είναι εντάξει για σας; Τι ώρα τελειώνει η βάρδια σας;» «Τελειώνω στις εφτά». «Τότε, γιατί να μην έρθετε αμέσως μόλις σχολάσετε; Στις εφτά, λοιπόν». *** Η ώρα ήταν εφτά και τέταρτο, όταν η Κάσια έφτασε μπροστά στην πόρτα της σουίτας Μιραδόρ. Είχε περάσει δέκα λεπτά στις γυναικείες τουαλέτες για να φτιάξει τα μαλλιά της και να φρεσκάρει λίγο το μεϊκάπ της. Σήμερα φορούσε μια μαύρη φούστα και μια φτηνή άσπρη μπλούζα, που την είχε βρει στα ράφια ενός πολυκαταστήματος. Η μπλούζα ήταν εισαγωγής από την Ινδία και της είχε κοστίσει λιγότερο απ’ όσο θα κόστιζαν οι κάλτσες της Ίζα Σάντσες. Όμως, δεν είχε χρόνο να επιστρέφει στο Αλμπαϊθίν, για να φορέσει κάτι πιο κατάλληλο για ένα δείπνο στην ακριβότερη σουίτα του «Καστίγιο». 163


Πάντως, δεν είχε κάποιο ρούχο που να πλησιάζει, έστω ελάχιστα, την κομψότητα και την πολυτέλεια της σουίτας. Ενώ περίμενε το μαρκήσιο να της ανοίξει την πόρτα, αναρωτήθηκε τι θα σκέφτονταν οι συνάδελφοί της και ο σενιόρ Άλβαρες για το γεγονός ότι δειπνούσε με τον Σιμόν ντε Μοντραγκόν. Σύντομα θα το μάθαιναν. Ο σερβιτόρος που θα τους περιποιούνταν θα φρόντιζε να δώσει αμέσως αναφορά και το νέο θα κυκλοφορούσε από στόμα σε στόμα. Η πόρτα άνοιξε. Ο μαρκιίσιος στεκόταν απέναντι της και την κοιτούσε. Τα μαλλιά του ήταν φρεσκολουσμένα και καλοχτενισμένα. Φορούσε ένα σκούρο καφέ, λινό πουκάμισο, ανοιχτό στο λαιμό κι ένα παντελόνι σε μια απαλή απόχρωση του γκρι με μια ζώνη από σκούρο καφέ δέρμα. Δε φορούσε κοσμήματα και δε μύριζε τη βαριά κολόνια που προτιμούσαν οι περισσότεροι Ισπανοί. Τα μάγουλα και το σαγόνι του έδειχναν πιο φωτεινά τώρα -πράγμα που σήμαινε ότι είχε ξυριστεί. Εκείνος παραμέρισε και η Κάσια προχώρησε προς το ευρύχωρο καθιστικό. Ήταν η πρώτη φορά που έμπαινε σε σουίτα του τελευταίου ορόφου, αλλά είχε ακούσει περιγραφές από τις καμαριέρες που ήταν υπεύθυνες να τις διατηρούν σε άψογη κατάσταση. Παρ’ όλα αυτά, ήταν απροετοίμαστη για την πολυτέλεια που αντίκρισε. Τρεις ογκώδεις καναπέδες ήταν τοποθετημένοι γύρω από ένα τεράστιο χαμηλό τραπέζι, φτιαγμένο από ένα ροδόχρωμο μάρμαρο με πιο σκούρες φλέβες. Πάνω στο τραπέζι, ήταν στοιβαγμένα παλιά και καινούρια βιβλία σχετικά με την ιστορία της Ισπανίας και με τις διαλέκτους της ισπανικής γλώσσας. «Τι θα θέλατε να πιείτε;» τη ρώτησε ο μαρκήσιος. «Θέλετε να μοιραστούμε αυτή τη σαμπάνια; Ή μήπως προτιμάτε ένα αναψυκτικό;» Αν ο στόχος του είναι να με αποπλανήσει, γιατί μου προσφέρει την εναλλακτική λύση; αναρωτήθηκε η Κάσια. «Η σαμπάνια θα είναι θαυμάσια», του είπε. «Τι όμορφος χώρος. Δεν έχω έρθει ποτέ εδώ μέσα». «Είναι χώρος με προσωπικότητα σε σχέση με τα δωμάτια των άλλων ξενοδοχείων. Οι περισσότεροι φίλοι μου που κάνουν σκι εδώ προτιμούν το ‘Παραδόρ’ στη Σιέρα Νεβάδα, για να μην είναι αναγκασμένοι ν’ ανεβοκατεβαίνουν κάθε μέρα με τ’ αυτοκίνητα. Αλλά, αν έμενα εκεί πάνω, δε θα σας είχα γνωρίσει. Και η συνάντησή μας μπορεί ν’ αποβεί συμφέρουσα και στους δυο μας». Η Κάσια αναρωτήθηκε τι να εννοούσε. Συνέχισε να θαυμάζει το χώρο, όσο εκείνος σέρβιρε τη σαμπάνια. Σε μια γωνιά, πάνω από ένα

164


σκαλιστό, καλογυαλισμένο τραπεζάκι, ήταν κρεμασμένος ένας πίνακας τον οποίο είχε δείνα μεταφέρουν μπροστά από τη ρεσεψιόν, το μεσημέρι. Ήταν μια προσωρινή λύση -ένα δάνειο από την τοπική πινακοθήκη- ώσπου ν’ αντικατασταθεί ο καθρέφτης που είχε σπάσει η Ίζα Σάντσες. «Ήταν καλό το σκι σήμερα;» τον ρώτησε, ελπίζοντας να μη φαίνεται ο εκνευρισμός της. «Ήταν τέλεια σήμερα το πρωί. Ως συνήθως, δεν ήταν το ίδιο τ’ απόγευμα. Σήμερα κατέβηκα τη μεγαλύτερη πίστα, την Ανγκίλα. Ορίστε». Την πλησίασε και της έδωσε το ποτήρι της. «Σαλούδ». «Σαλούδ», είπε αδύναμα και η Κάσια. «Ας τα πάρουμε ένα-ένα με τη σειρά. Καθίστε για να αποφασίσετε τι θα φάτε», πρότεινε εκείνος και την παρότρυνε να διαλέξει έναν από τους τρεις τεράστιους καναπέδες με τα βελούδινα κεντητά μαξιλάρια. Ήταν πολύ σφιγμένη για να φάει οτιδήποτε, αλλά ήλπιζε η σαμπάνια να λειτουργήσει χαλαρωτικά. Κάθισε στη μια άκρη του καναπέ, ο οποίος ήταν απέναντι από το πελώριο τζάκι, όπου μια έξυπνη απομίμηση αληθινής φωτιάς δημιουργούσε την ψευδαίσθηση της φλόγας που γλείφει την επιφάνεια του ξύλου. Εκείνος της έδωσε το μενού και κάθισε στη μέση του διπλανού καναπέ. Στις γωνιές που σχηματίζονταν από τα μπράτσα των καναπέδων υπήρχαν τραπεζάκια και πάνω τους λάμπες με μεταξωτά αμπαζούρ και ανθοδοχεία με λουλούδια. Μπροστά σε κάθε καναπέ υπήρχε ένα περίτεχνο ανατολίτικο χαλί. Το πάτωμα ήταν στρωμένο με μεγάλα κεραμικά πλακάκια στο χρώμα του πηλού. Το δωμάτιο ζεσταινόταν από ηλεκτρικούς θερμοσυσσωρευτές που ήταν ενσωματωμένοι στο πάτωμα και έμπαιναν σε λειτουργία τους χειμερινούς μήνες. Το μενού είχε όλα τα πιθανά πιάτα σε τέσσερις γλώσσες και στο τέλος έγραφε ότι αν η επιθυμία του πελάτη δε συμπεριλαμβανόταν στο μενού, ο σεφ θα έβαζε τα δυνατά του για να τον ικανοποιήσει. Η Κάσια, στην προσπάθειά της να μάθει τα πάντα γύρω από το ξενοδοχείο, γνώριζε ήδη σχεδόν όλο το μενού. Μερικά πιάτα τα είχε δοκιμάσει η ίδια, κάποια άλλα της τα είχαν εξηγήσει. «Θα πρέπει να πεινάτε πολύ ύστερα από πέντε, έξι ώρες σκληρής άσκησης, αλλά εγώ τρώω συνήθως ένα καλό γεύμα το μεσημέρι και κάτι ελαφρύ το βράδυ. Αν δε σας πειράζει, θα πάρω μόνο λίγη σούπα και σαλάτα». «Όπως επιθυμείτε», είπε εκείνος. Ύστερα παρήγγειλε το γεύμα για τις οκτώ και άρχισε να μιλάει με επαγγελματικό ύφος. «Πριν δειπνήσουμε, θα ήθελα να σας εξηγήσω την πρόταση που σας ανέφερα. 165


Είστε αποφασισμένη να επιστρέψετε στην Αγγλία; Ή μήπως θα σας ενδιέφερε να δείτε κάποιο άλλο μέρος της Ισπανίας;» «Ίσως. Εξαρτάται...» απάντησε επιφυλακτικά εκείνη. Εκείνος σηκώθηκε για να της γεμίσει το ποτήρι. Η Κάσια αναρωτήθηκε αν θα καθόταν δίπλα της. Ανακουφίστηκε όταν εκείνος γύρισε στη θέση του. «Πριν από πολλά χρόνια, όταν η Μαρμπέλα και το Μπενιδόρμ ήταν ακόμη ξεχασμένα ψαροχώρια και όχι τουριστικά θέρετρα, μια θεία μου παντρεύτηκε έναν άντρα του οποίου η οικογένεια είχε ένα παραλιακό σπίτι, κοντά σ’ ένα μικρό λιμανάκι με το όνομα Χαβέα. Βρίσκεται ανάμεσα στη Βαλένθια και στο Αλικάντε. Από τότε που η περιοχή αξιοποιήθηκε τουριστικά, λέγεται Κόστα Μπλάνκα. Όταν ήμουν μικρός, έμενα αρκετά συχνά εκεί με τα ξαδέρφια μου. Επίσης, υπήρχε κι ένα άλλο σπίτι που ανήκε στην οικογένειά μου, αλλά βρισκόταν στα βουνά, πίσω από την ακτή. Έμεινε αχρησιμοποίητο για χρόνια, αλλά κατοικούσε εκεί ένας αιωνόβιος υπηρέτης ο οποίος το φρόντιζε. Μερικές φορές, πηγαίναμε για πικνίκ στον κήπο του». Σταμάτησε με μια αφηρημένη έκφραση στο πρόσωπο. Η Κάσια αναρωτήθηκε πώς να ήταν σαν παιδί. Ψηλός για την ηλικία του καμιά αμφιβολία γι’ αυτό- και μάλλον λεπτός και νευρώδης, όπως είναι συνήθως οι μεγαλόσωμοι άντρες νεαροί, σκέφτηκε. «Ξαναπήγα εκεί πρόσφατα», συνέχισε εκείνος. «Η ακτή δεν είναι πια αναγνωρίσιμη. Έχει γίνει αποικία συνταξιούχων που έχουν έρθει από τη Βόρεια Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική. Ακόμη και η ενδοχώρα έχει αλλάξει. Τα μουλάρια αντικαταστάθηκαν από τρακτέρ και μηχανήματα. Στα χωριά, μερικές γριές μόνο χρησιμοποιούν ακόμη τα δημοτικά πλυντήρια για να κουτσομπολεύουν. Οι νεότερες έχουν όλες ηλεκτρικά πλυντήρια. Μόνο το δικό μου σπίτι και ο κήπος του βρίσκονται ακόμη σε μια άλλη εποχή. Ο γέρος που το φρόντιζε αντικαταστάθηκε από το γιο του, αλλά κι αυτός θέλει να το εγκαταλείψει, για να πάει να ζήσει με την κόρη του στην Καλόσα ντε Ενσαρία. Πρέπει ν’ αποφασίσω τι θα κάνω μ’ αυτό το σπίτι». «Πόσο μεγάλο είναι το σπίτι;» ρώτησε η Κάσια. Δεν μπορεί να με θέλει για να φροντίζω το σπίτι, σκέφτηκε. Ήταν τόσο μακριά απ’ αυτό που είχε σκεφτεί η ίδια. Μόλις και μετά βίας συγκρότησε ένα υστερικό γελάκι. «Έχει οκτώ υπνοδωμάτια, αλλά μόνο ένα μπάνιο κι αυτό πρωτόγονο. Χρειάζεται ριζική ανακαίνιση για να γίνει κατοικήσιμο και άνετο, αλλά δε σκέφτομαι να ζήσω ποτέ εκεί. Είναι όμως ιδανικό για κάτι άλλο που σχεδιάζω. Τι γνωρίζετε για τα λεγάμενα μοζαραβικά μονοπάτια;» 166


«Όχι πολλά. Μόνο ότι πρόκειται για ένα δίκτυο από μονοπάτια που χρησιμοποιούσαν τα καραβάνια των μουλαριών σε προηγούμενους αιώνες». «Δεν είναι γνωστά και πολύ περισσότερα πράγματα», είπε ο μαρκήσιος. «Οι ρίζες τους χάνονται στο παρελθόν. Τώρα που δεν αποτελούν πια τις κύριες αρτηρίες επικοινωνίας με τα απομακρυσμένα ορεινά χωριά, τα μονοπάτια κινδυνεύουν να καταστραφούν από αμέλεια και αδιαφορία. Ένας Αμερικανός καθηγητής μού κέντρισε το ενδιαφέρον. Αυτός και η σύζυγός του είναι εμπειρικοί βοτανολόγοι, που κάνουν τις διακοπές τους διασχίζοντας τα βουνά με τα πόδια. Ενώ έμεναν στον αδερφό του, έναν πρώην αξιωματικό του Ναυτικού που επέλεξε την Κόστα Μπλάνκα σαν βάση για τα ταξίδια του στη Μεσόγειο, ανακάλυψαν και περπάτησαν μερικά απ’ αυτά τα μονοπάτια. Ανησύχησαν που τα είδαν να εξαφανίζονται». «Αν δε χρησιμοποιούνται πια, πώς είναι δυνατόν να διατηρηθούν; Παλιότερα, οι άνθρωποι που τα χρησιμοποιούσαν έκαναν και τις αναγκαίες επισκευές», είπε η Κάσια. «Κι εγώ το ίδιο φαντάζομαι. Οι καιροί όμως έχουν αλλάξει και δεν μπορούν να διατηρηθούν όλα σε καλή κατάσταση. Αν διατηρηθούν μερικά όμως, θα είναι καλύτερα από το να χαθεί εντελώς ένα κομμάτι της εθνικής μας κληρονομιάς. Ένα από τα προβλήματα της Ισπανίας είναι ότι κάποια βήματα προόδου που χρειάστηκαν αιώνες για να γίνουν στην υπόλοιπη ανθρωπότητα εδώ έγιναν μέσα σε μερικές δεκαετίες. Τριάντα χρόνια πριν, μεγάλες εκτάσεις αυτής της χώρας βρίσκονταν ακόμη στο μεσαίωνα. Κάποια μέρη είναι ακόμη αρκετά υποανάπτυκτα». «Ακόμα και η Γρανάδα βρίσκεται πίσω, κατά κάποιον τρόπο», είπε η Κάσια. «Μόλις προχτές, άκουσα δυο Αμερικανούς να σχολιάζουν το γεγονός ότι οι οδοκαθαριστές χρησιμοποιούν ακόμη σκούπες από ρείκια και ότι ένας γέρος με τρεις φορτωμένους γαϊδάρους διέσχισε την Γκραν Βία, διακόπτοντας την κυκλοφορία». «Αυτά αποτελούν τη γοητεία της Ισπανίας... το γεγονός ότι δεν είναι όλα ίδια. Δε νομίζω πως οι επόμενες γενιές θα βλέπουν γαϊδούρια στους δρόμους της πόλης. Μπορούμε όμως να συντηρήσουμε μερικά μονοπάτια και να τα χρησιμοποιήσουμε σε μια διάσωση». Η έκφρασή του ήταν πιο σοβαρή από ποτέ. «Η νεολαία είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχει αυτή η χώρα. Αυτή τη στιγμή, χιλιάδες νέοι είναι άνεργοι. Ακόμη κι αυτοί που έχουν δουλειά, διατρέχουν κινδύνους, κυρίως από τα ναρκωτικά. Θέλω να οργανώσω ένα πανδοχείο όπου αγόρια και κορίτσια από τις πόλεις θα μπορούν να περνούν μερικές εβδομάδες σ’ ένα τελείως διαφορετικό περιβάλλον από αυτό των 167


φτωχογειτονιών, των μπάριος, απ’ όπου προέρχονται. Δε θα κάνουν διακοπές. Θα πρέπει να εργάζονται... και μιλάω για σκληρή δουλειά». «Θα καθαρίζουν τα μονοπάτια;» «Ακριβώς. Κάνοντας κάτι χρήσιμο για την κοινότητα, ίσως αποκτήσουν -ελπίζω- την αυτοεκτίμηση που τους λείπει». Αυτά που της έλεγε ήταν τόσο διαφορετικά απ’ αυτά που εκείνη περίμενε κι έριχναν ένα τελείως διαφορετικό φως πάνω στην προσωπικότητα του Σιμόν ντε Μοντραγκόν. Η Κάσια δεν ήξερε τι να πει. «Κατά τύχη, την τελευταία φορά που ήμουν στην Αγγλία, άκουσα για κάποιον άντρα που φαίνεται ότι είναι το ιδανικό πρόσωπο για να γίνει εκπαιδευτής και επόπτης αυτού του έργου», συνέχισε εκείνος. «Όπως κι εσείς, έχει γεννηθεί στη Βρετανία, αλλά έχει ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο και έχει μάθει πολλές ξένες γλώσσες, καθώς επίσης και τα ισπανικά. ‘Πεισματάρης’ και ‘αυστηρός’ είναι δυο λέξεις που θα μπορούσαν να περιγράφουν τον Τζακ Λοκ. Μεγάλωσε κάτω από συνθήκες εξίσου σκληρές και απάνθρωπες μ’ αυτές που μεγάλωσαν και τα παιδιά με τα οποία θα δουλέψει. Υποψιάζομαι ότι παρά τρίχα δεν κατέληξε κι αυτός στο έγκλημα. Έτσι, θα επικοινωνούν στο ίδιο μήκος κύματος. Αμφιβάλλω αν θα σας αρέσει, αλλά δε θα χρειαστεί να έχετε και πολλές επαφές μαζί του. Ο ρόλος σας, αν δεχτείτε τη δουλειά, θα είναι αυτός της διαχειρίστριας». «Μα, δεν έχω καμιά εμπειρία σ’ αυτά τα πράγματα». «Αυτό μπορεί να είναι πλεονέκτημα. Οποιοδήποτε ευφυές άτομο, αν του δοθεί ένα σχέδιο, γρήγορα θ’ αποκτήσει τις απαραίτητες γνώσεις. Όλη αυτή η ιστορία είναι ένα πείραμα που μπορεί να πετύχει, μπορεί και όχι. Θα ξεκινήσουμε σιγά σιγά και ελπίζω να προχωρήσουμε. Πιείτε ακόμη λίγη σαμπάνια. Αν μου επιτρέπετε, πρέπει να κάνω μερικά τηλεφωνήματα. Στο μεταξύ, σκεφτείτε το... και σημειώστε τυχόν ερωτήσεις». Της γέμισε το ποτήρι και της έδωσε ένα τετράδιο κι ένα μολύβι. Ύστερα άνοιξε το ντουλάπι με τη μαρκετερί και αποκάλυψε μια μεγάλη τηλεόραση κι ένα μαγνητόφωνο. Αμέσως, ακούστηκε ορχηστρική μουσική. Ο μαρκήσιος έκλεισε το ντουλάπι κι εξαφανίστηκε στο διπλανό δωμάτιο. Έλειψε για περίπου είκοσι λεπτά. Κατά τη διάρκεια της απουσίας του, η Κάσια κατόρθωσε να χαλαρώσει για πρώτη φορά από τη στιγμή που είχε μπει μέσα. Η πρότασή του είχε διασκεδάσει τους φόβους της κι ένιωθε ανακουφισμένη. Τώρα, της φαινόταν κουτό και υπερβολικό το ότι φαντάστηκε πως εκείνος την ποθούσε. 168


Ένιωσε, όμως, μια μικρή απογοήτευση. Όταν εκείνος επέστρεψε, έκλεισε τη μουσική. «Φαντάζομαι ότι η πρώτη σας ερώτηση έχει να κάνει με το μισθό που προσφέρω. Πόσα κερδίζετε προς το παρόν;» Η Κάσια του μίλησε για το κανονικό της ωράριο που κάλυπτε ο βασικός μισθός, καθώς επίσης και για την αποζημίωση από τις υπερωρίες. «Εντάξει. Θα σας κάνω αύξηση της τάξης του πενήντα τοις εκατό με στέγη και φαγητό πληρωμένα και θα το ξανασυζητήσουμε σε έξι μήνες. Αυτή τη στιγμή, μου είναι δύσκολο να σας πω ποιο θα είναι το ωράριό σας. Θα είναι αρκετά μακρύ, αλλά όχι ιδιαίτερα κουραστικό, φαντάζομαι. Στην επόμενη ερώτηση». «Αναφερθήκατε στη διαχείριση. Μπορείτε να γίνετε πιο σαφής;» «Θα είστε υπεύθυνη για την πληρωμή των λογαριασμών, θα οργανώνετε και θα επιβλέπετε την καθαριότητα, θα έχετε τον έλεγχο όλων των προμηθειών του σπιτιού και θα έρχεστε σ’ επαφή με τους προμηθευτές. Οτιδήποτε δεν έχει να κάνει με τη δουλειά του εκπαιδευτή και του μάγειρα θα είναι δική σας ευθύνη». «Πότε σκοπεύετε ν’ αρχίσετε αυτό το εγχείρημα; Δεν μπορώ να φύγω χωρίς να προειδοποιήσω έγκαιρα τον σενιόρ Άλβαρες». «Θα έρθω πάλι στη Γρανάδα για σκι, τον άλλο μήνα. Αν δεχτείτε τη δουλειά και έχετε τακτοποιήσει τις υποθέσεις σας εδώ, θα σας πάω με τ’ αυτοκίνητό μου στο χωριό. Λέγεται Καστέλ ντε λος Τόρες. Αν τα υπάρχοντά σας είναι πολλά, θα πρέπει να τα στείλουμε με φορτωτική. Το αυτοκίνητό μου έχει περιορισμένο χώρο αποσκευών». «Ίσως είναι καλύτερα να πάω εκεί κάτω με το λεωφορείο. Πόσο μακριά είναι το Καστέλ ντε λος Τόρες από τον κοντινότερο σταθμό;» «Είκοσι χιλιόμετρα περίπου. Το ταξίδι με το λεωφορείο θα σας πάρει μια ολόκληρη μέρα. Ενώ μαζί μου θα φτάσετε σε λίγες ώρες. Πρώτα, όμως, θα πρέπει ν’ αποφασίσετε αν θέλετε τη δουλειά. Δε θα έχετε να κάνετε με πρόσωπα της υψηλής κοινωνίας. Μόνο με χωριάτες και άξεστους εφήβους». «Μερικά πρόσωπα της υψηλής κοινωνίας μπορούν να γίνουν πραγματικά άξεστα», είπε η Κάσια. «Αναμφίβολα. Όμως, ξέρετε τι θέλω να πω. Η ζωή σ’ ένα ορεινό χωριό τετρακοσίων κατοίκων είναι πολύ διαφορετική από τη ζωή σ’ ένα ξενοδοχείο πέντε αστέρων. Εκεί, όταν έρχεται το φορτηγάκι του ψαρά, θεωρείται σπουδαίο γεγονός». «Αναρωτιέμαι αν οι χωριάτες σας θα δεχτούν τους αστούς εφήβους που θα επιβληθούν στην κοινωνία τους από έναν απόντα αριστοκράτη». 169


Εκείνος την κοίταξε ειρωνικά. «Δε σας αρέσει που τους αποκαλώ χωριάτες;» «Είναι πιθανόν να μην αρέσει σ’ αυτούς». «Δεν είναι υποτιμητικό. Χωριάτης είναι αυτός που κερδίζει τη ζωή του δουλεύοντας τη γη. Τους σέβομαι αυτούς τους ανθρώπους. Οι κάτοικοι του Καστέλ ντε λος Τόρες δεν είναι οι χωριάτες μου. Αν κάποτε τους εκμεταλλευόταν κάποιος φεουδάρχης, αυτό συνέβη πολύ καιρό πριν και δεν ήταν δικός μου πρόγονος. Εγώ κληρονόμησα απλώς το σπίτι και τον κήπο του. Τίποτα περισσότερο. Τα γύρω αμπέλια και τα περιβόλια με τις αμυγδαλιές ανήκουν σε μικρούς ιδιοκτήτες. Όμως, έχετε δίκιο. Στην αρχή θα είναι επιφυλακτικοί και ανήσυχοι. Τότε είναι που θα χρειαστούν αυτά που μάθατε εδώ μέσα. Αντί να καλοπιάνετε τους επισκέπτες του ξενοδοχείου, θα καθησυχάζετε τους χωρικούς». «Δε βλέπουν όλους τους ξένους κάπως καχύποπτα;» «Δεν είμαστε στενόμυαλη ράτσα όπως οι Βρετανοί», είπε με σκωπτική διάθεση εκείνος. «Οι Ισπανοί είναι φιλόξενοι εκ φύσεως. Έχετε καιρό μέχρι την ημέρα που θα φύγω για ν’ αποφασίσετε. Στο μεταξύ, αν υπάρχει κάτι που επιθυμείτε να μάθετε, απλώς ρωτήστε με». Μόλις τελείωσαν το δείπνο τους, εκείνος την πήγε στο σπίτι της με το αυτοκίνητο, το οποίο άφησε στην αρχή του σοκακιού, για να τη συνοδεύσει ως την πόρτα της. Ήδη, η Κάσια είχε αποφασίσει ότι θα δεχόταν. Τα χρήματα ήταν πολύ καλά. Θα είχε περισσότερες υπευθυνότητες και την ευκαιρία να γνωρίσει κι ένα άλλο κομμάτι της Ισπανίας. Μπορούσε να πάει στην Αγγλία τον επόμενο χρόνο. Μια συστατική επιστολή από ένα μαρκήσιο θα έκανε εντυπωσιακό το βιογραφικό της. *** Όπως το περίμενε η Κάσια, την επόμενη μέρα, ο διευθυντής του ξενοδοχείου την κάλεσε στο γραφείο του μετά την καθιερωμένη του επιθεώρηση και της ζήτησε να κλείσει την πόρτα. «Τι είναι αυτά που ακούω, Κάσια; Χτες το βράδυ δείπνησες στη σουίτα Μιραδόρ;» «Ο μαρκήσιος μου πρόσφερε μια δουλειά, σενιόρ Αλβαρες». Έπειτα του εξήγησε περί τίνος επρόκειτο. Ο διευθυντής της έκανε νόημα να καθίσει. «Επειδή δεν έχεις οικογένεια για να σε καθοδηγήσει, θα σου μιλήσω σαν να ήμουν πατέρας σου. Αυτά που θα σου πω είναι άκρως εμπιστευτικά. Δεν είμαστε σε θέση να κρίνουμε τους τρόπους και την ηθική των επισκεπτών, 170


αλλά νομίζω ότι και μόνη σου θα παρατήρησες ότι ο μαρκήσιος δεν είναι -πώς να το πω;- ο στυλοβάτης των χρηστών ηθών». «Το γνωρίζω, αλλά είμαι απολύτως βέβαιη ότι δεν κάνει τέτοιες σκέψεις για μένα. Όταν το σχέδιό του μπει σε εφαρμογή, δε θα τον βλέπω και πολύ συχνά». Αφού την ανέκρινε για λίγο ακόμη, ο σενιόρ Άλβαρες είπε: «Η γνώμη μου είναι ότι είσαι πολύ μικρή γι’ αυτή τη δουλειά. Χρειάζεται κάποιος πιο ώριμος. Είσαι ένα λογικό και φιλότιμο κορίτσι, αλλά δεν είσαι αρκετά μεγάλη για να επιβάλλεις πειθαρχία σε εφήβους που δεν έχουν κανένα σεβασμό προς οποιαδήποτε αρχή, γενικώς». «Την πειθαρχία θα την αναλάβει ο Εγγλέζος. Είναι σκληρό καρύδι και δεν ανέχεται ανοησίες». «Δεν είναι ο τέλειος συνεργάτης για κάποιον με τη δική σου ευαισθησία. Σε συμβουλεύω να μείνεις εδώ. Αν νιώθεις αμηχανία να μιλήσεις στο μαρκήσιο, θα του μιλήσω εγώ. Θα ήθελες;» «Μου έδωσε προθεσμία μέχρι την αναχώρησή του για ν' αποφασίσω. Δεν έχω καταλήξει ακόμη. Εκτιμώ ειλικρινά τη συμβουλή σας και την προσφορά σας, αλλά δε θα φοβηθώ να του το πω, αν αποφασίσω ν’ αρνηθώ τελικά», είπε η Κάσια ευγενικά, αλλά αποφασιστικά. *** Στο υπόλοιπο της διαμονής του στο «Καστίγιο», ο μαρκήσιος τη χαιρετούσε φιλικά και ευγενικά όποτε τη συναντούσε στο φουαγιέ. Δε συζήτησαν όμως άλλη φορά και ο θόρυβος από την επίσκεψή της στη σουίτα του κόπασε πολύ σύντομα, αφού ο μαρκήσιος περνούσε τα βράδια μόνος του ή συντροφιά με άλλους σκιέρ. Το βράδυ πριν από την αναχώρηση του Σιμόν ντε Μοντραγκόν, η Κάσια πήγε να ενημερώσει τον σενιόρ Άλβαρες. Όπως φοβόταν, εκείνος το πήρε άσχημα. «Θα πρέπει να σε αντικαταστήσω. Μην περιμένεις να γυρίσεις εδώ, αν τα πράγματα πάνε άσχημα», την προειδοποίησε. «Καταλαβαίνω. Αν τα πράγματα πάνε άσχημα, θα γυρίσω στην Αγγλία», του είπε. «Πανέμορφη χώρα, αλλά με ανυπόφορο κλίμα. Όταν ήμουν νέος, έζησα για ένα χρόνο στο Λονδίνο. Δεν έβλεπα την ώρα να επιστρέψω στη λιακάδα μας. Πετάς μια καριέρα που υπόσχεται πολλά εδώ στο ‘Καστίγιο’, Κάσια. Όμως, οι νέοι σήμερα δε δέχονται πια συμβουλές. Νομίζουν ότι τα ξέρουν όλα». Η Κάσια πέρασε μια ανήσυχη νύχτα. Αναρωτιόταν αν ο σενιόρ Άλβαρες είχε δίκιο. Ο καθοριστικός παράγοντας στην απόφασή της 171


ήταν η επικείμενη λήξη του συμβολαίου για την ενοικίαση του στούντιο. Θα μπορούσε, φυσικά, να μη ριψοκινδυνεύσει και να νοικιάσει ένα άλλο διαμέρισμα στην πόλη. Όμως, αν είναι να φύγω από το Αλμπαϊθίν, σκέφτηκε, ας φύγω και από την πόλη. Ο μαρκήσιος θα αναχωρούσε νωρίτερα από τους άλλους επισκέπτες που θα έφευγαν εκείνο το πρωί. Η Κάσια είχε ελέγξει εξονυχιστικά το λογαριασμό του για να βεβαιωθεί ότι όλα ήταν εντάξει. Εκείνος κατέβηκε, αφού είχε πάρει πρωινό στη σουίτα του. Οι αποσκευές του και τα πέδιλα του σκι θα πήγαιναν απευθείας στο γκαράζ και θα του παραδίδονταν μαζί με το αυτοκίνητο, στην είσοδο του ξενοδοχείου. «Καλημέρα, Κάσια». «Καλημέρα, σενιόρ. Ελπίζω να απολαύσατε τη διαμονή σας μαζί μας». «Πάρα πολύ, σας ευχαριστώ». Έβγαλε το πορτοφόλι του από την πίσω τσέπη του παντελονιού του, διάλεξε μια κάρτα και την ακούμπησε στον πάγκο, ενώ ταυτόχρονα έριχνε μια ματιά στο λογαριασμό. Η Κάσια πήρε την κάρτα και την πέρασε στο μηχάνημα. «Τι αποφασίσατε;» τη ρώτησε. Εκείνη σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Ύστερα πήρε μια βαθιά ανάσα. «Θα ήθελα να λάβω μέρος στο εγχείρημά σας». «Ωραία. Σ’ αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να είστε έτοιμη να φύγετε στο τέλος της επόμενης επίσκεψής μου. Στο μεταξύ, αν έχετε κάποιες απορίες μπορείτε να μου στείλετε φαξ σ' αυτό το νούμερο», είπε ο μαρκήσιος και της έδωσε την κάρτα του. Μόνο αφού εκείνος είχε φύγει πια, η Κάσια κοίταξε την κάρτα και είδε ότι δεν ήταν δική του, αλλά της γραμματέως του. *** Ο επόμενος μήνας δεν ήταν καθόλου εύκολος. Ο διευθυντής του ξενοδοχείου δεν ήταν το μόνο πρόσωπο που πίστευε ότι ήταν τρελή που πετούσε μια καλή δουλειά με προοπτικές για μια αβέβαιη θέση, κάπου μέσα στα δάση της ενδοχώρας της Βαλένθια. Οι συνάδελφοί της που ήταν από τη Γρανάδα έλεγαν πως το Καστέλ ντε λος Τόρες ήταν ένα απομακρυσμένο χωριό, κατάλληλο μόνο για καμπεσίνος -ένας όρος που χρησιμοποιούσαν με μεγαλύτερη υποτιμητική διάθεση από το μαρκήσιο, όταν της μιλούσαν για τους χωριάτες. Δεν ήταν η πρώτη φορά που η Κάσια γινόταν μάρτυρας της απέχθειας των Ισπανών για άλλους συμπατριώτες τους. Όλοι ζητούσαν 172


την αυτονομία τους. Όμως, η συμπεριφορά τους, αντί να κλονίσει την πίστη της, την έκανε πιο αποφασιστική. Είχε επιτρέψει στον πατέρα της να της ορίζει τη ζωή, αλλά από εδώ κι εμπρός, οι αποφάσεις ήταν δικές της. Ήταν μια ανεξάρτητη γυναίκα.

173


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4 Στις εννιά παρά πέντε ακριβώς, ένα ηλιόλουστο πρωινό του Φλεβάρη, η Κάσια μετέφερε τη βαλίτσα της στο δρόμο για να περιμένει εκεί την άφιξη του μαρκήσιου, στο σημείο όπου την είχε αφήσει με το αυτοκίνητό του, ένα μήνα πριν. Είχε σταματήσει τη δουλειά στο ξενοδοχείο πριν από δυο μέρες και είχε περάσει την τελευταία μέρα της καθαρίζοντας το στούντιο. Το είχε αφήσει πιο καθαρό απ’ όσο το βρήκε όταν μετακόμισε εκεί με τον πατέρα της. Οι πίνακές του κι ένα μπαούλο με διάφορα αντικείμενα που είχαν συγκεντρώσει με τα χρόνια βρίσκονταν τώρα σε αποθήκη. Είχε πάρει μαζί μόνο τα ρούχα της και μερικούς προσωπικούς θησαυρούς, που θα την έκαναν να αισθάνεται σαν στο σπίτι της στο Κάσα Μοντραγκόν, στο Καστέλ ντε λος Τόρες. Αντίθετα με την πεποίθηση των ξένων ότι οι Ισπανοί δεν αγαπούν ιδιαίτερα την ακρίβεια, ο μαρκήσιος έφτασε τη στιγμή που τα ρολόγια των παραπλήσιων εκκλησιών χτυπούσαν εννιά ακριβώς. Τον είχε δει πολύ λίγο τις τελευταίες μέρες. Αυτή τη φορά, είχε έρθει στη Γρανάδα μόνος του. «Καλημέρα», της είπε από τ’ ανοιχτό παράθυρο καθώς σταμάτησε δίπλα της. «Είστε έτοιμη για περιπέτεια;» «Καλημέρα. Ναι, δε βλέπω την ώρα να ξεκινήσουμε». Εκείνος πάτησε ένα κουμπί μέσα στο αυτοκίνητο και άνοιξε το πορτ μπαγκάζ. Πριν η Κάσια προλάβει να κουνηθεί, εκείνος έσκυβε κιόλας από πάνω της. Σήκωσε τη βαλίτσα της με χαρακτηριστική ευκολία, σαν να ήταν άδεια. Την έβαλε πάνω από τη δική του πανάκριβη βαλίτσα κι έπειτα της άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Με εξαίρεση τη βραδιά που την είχε φέρει στο σπίτι, η Κάσια δεν είχε ξαναμπεί σ’ ένα τόσο πολυτελές αυτοκίνητο. Επίσης, δεν ήξερε να οδηγεί. Έσκυψε και κάθισε στη θέση του συνοδηγού. «Μόλις συνειδητοποίησα ότι ίσως να υποθέσατε πως ξέρω να οδηγώ. Θα χρειαστεί; Μήπως το γεγονός ότι δεν ξέρω με καθιστά ακατάλληλη;» «Είναι ένα μειονέκτημα, αλλά ξεπερνιέται. Θα πρέπει να πάρετε μαθήματα οδήγησης. Αν ήξερα ότι δεν οδηγείτε, θα σας πρότεινα να ξεκινήσετε αμέσως μαθήματα. Πάντως, δεν είναι τόσο σημαντικό». 174


Το Αλμπαϊθίν βρισκόταν στη βόρεια πλευρά της πόλης. Ο δρόμος για τη Μούρθια -την επόμενη πόλη στην κατεύθυνσή τους περνούσε από εκεί κοντά. Μέσα στα επόμενα πέντε λεπτά, κατά τη διάρκεια των οποίων η Κάσια έσφιγγε διαρκώς τη ζώνη του καθίσματος της, η Γρανάδα χάθηκε από τα μάτια τους. Γλιστρούσαν απαλά στο φιδίσιο δρόμο πάνω στους λόφους, αφήνοντας πίσω τους καθετί γνωστό. Αίγα χιλιόμετρα πιο κάτω, ο μαρκήσιος σταμάτησε για να βάλουν βενζίνη. Αντάλλαξε μερικές κουβέντες με τον υπάλληλο του βενζινάδικου, με το γνώριμο πια, άνετο τρόπο του. Η Κάσια αναρωτήθηκε αν θα της μιλούσε καθόλου στη διαδρομή ή αν θα άκουγε απλώς κάποια από τις κασέτες που ήταν τακτοποιημένες στην ειδική θέση, κάτω από το ταμπλό. Καθώς έφευγαν από το βενζινάδικο της είπε: «Το προηγούμενο αφεντικό σας είναι δυσάρεστημένο μαζί μου, επειδή σας πήρα από εκείνον. Σήμερα το πρωί, καθώς έφευγα, άφησε κατά μέρος τις ευγένειες για να μου πει -σχεδόν με αυστηρότητα- ότι είστε ένα κορίτσι πολύ ηθικό και αξίζετε να σας φερθούν με καλοσύνη και μεγάλη φροντίδα». «Είναι πολύ ευγενικός άνθρωπος. Εκδηλώσει ένα πατρικό σχεδόν ενδιαφέρον για όλους τους υπαλλήλους του». «Εγώ δεν είμαι ευγενικός», είπε ο μαρκιίσιος. «Ούτε είχα ποτέ πατρικά συναισθήματα. Πάντως ο Άλβαρες φάνηκε ν’ ανακουφίζεται όταν του είπα πως θα υπάρχει και μια μεσόκοπη μαγείρισσα στο προσωπικό. Χωρίς αμφιβολία, αυτό θα καθησυχάσει κι εσάς», πρόσθεσε μ’ ένα χαμόγελο. «Δεν είχα ανησυχήσει. Η μαγείρισσα είναι ντόπια;» «Όχι. Ο άντρας της ήταν Γάλλος κι έζησε στη Γαλλία είκοσι χρόνια. Τώρα είναι χήρα και θέλει να επιστρέφει στην I σπανία. Τ’ όνομά της είναι Λάουρα Μπουασόν. Θα έρθει σε λίγες μέρες κι έτσι θα χρειαστεί να βολευτούμε όπως μπορούμε έως τότε». Η Κάσια αναρωτήθηκε για ποιο λόγο ο μαρκήσιος χρησιμοποιούσε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο, αλλά δεν τόλμησε να τον ρωτήσει. «Πότε υπολογίζετε ότι θα είμαστε έτοιμοι να λειτουργήσουμε;» «Αν η κατάσταση εξελιχτεί σύμφωνα με το σχέδιο -πράγμα που θα ήταν μάλλον απίθανο για οποιοδήποτε χωριουδάκι σαν αυτό- θα είμαστε έτοιμοι σε έξι εβδομάδες». Ύστερα διάλεξε μια κασέτα και την έβαλε στο κασετόφωνο. «Ελπίζω να σας αρέσει αυτό. Το γούστο μου στη μουσική είναι αποτέλεσμα μιας πλύσης εγκεφάλου που μου έγινε σε τρυφερή ηλικία από τη μητέρα μου, η οποία θα μπορούσε να γίνει επαγγελματίας πιανίστρια, αν δεν είχε παντρευτεί τόσο νωρίς».

175


«Μου άρεσε η μουσική που είχα ακούσει το βράδυ που δειπνήσαμε μαζί». «Δε θυμάμαι τι ήταν. Αυτό εδώ είναι Ραχμάνινοφ». *** Έξι ώρες αργότερα, το ταξίδι τους πλησίαζε στο τέλος του. Έφτασαν στην κορυφή ενός λόφου και αφού ο δρόμος ήταν εντελώς άδειος, ο μαρκήσιος σταμάτησε το αυτοκίνητο για να θαυμάσουν τη θέα μπροστά τους -μια εκτεταμένη, επίπεδη κοιλάδα, που την προφύλασσαν βουνά στις τρεις πλευρές της. Υπήρχαν επίσης, αρκετά μικρά χωριά. Το πιο μακρινό απ’ αυτά ήταν ο προορισμός τους. Κάτω από το απογευματινό φως μιας ζεστής ημέρας, η κοιλάδα παρουσίαζε μια ευχάριστη εικόνα από αμπέλια που εναλλάσσονταν με αμυγδαλιές και πορτοκαλιές. Το μόνο σημάδι του σύγχρονου πολιτισμού σε όλη την κοιλάδα ήταν ένα μεγάλο πρατήριο καυσίμων που βρισκόταν στην περιφέρεια ενός χωριού. Η περιοχή είχε γλιτώσει από τη λαίλαπα του τουρισμού. Εδώ, αντί για τις αποικίες με τις βίλες που συνήθιζε κάνεις να βλέπει στην υπόλοιπη ακτή, οι χαμηλότερες πλαγιές των βουνών ήταν γυμνές και διάσπαρτες με ξερολιθιές, πολλές από τις οποίες είχαν καταρρεύσει από την αδιαφορία, ενώ άλλες συγκρατούσαν ακόμη λίγη καλλιεργήσιμη γη. Προσπέρασαν μια πινακίδα που έγραφε «Καστέλ ντε λος Τόρες». Άλλη μια προσθήκη στο μακρύ κατάλογο των σταθμών στη ζωή της Κάσια. Είχε αλλάξει τόσες φορές τόπο κατοικίας που είχε χάσει πια το λογαριασμό. Αναρωτήθηκε πόσο καιρό θα κατόρθωνε να μείνει εδώ και ευχήθηκε η εμπειρία της να ήταν καλή, ώστε να μη βρεθεί στην άσχημη θέση να το μετανιώσει που ήρθε. Είδαν ελάχιστους ανθρώπους κι αυτοί κοιτούσαν με περιέργεια το αυτοκίνητο. Μόνο ένας γέροντας σήκωσε το χέρι του και τους χαιρέτησε -πιο πολύ από συνήθεια κι όχι επειδή αναγνώρισε κάτι. Βέβαια, μπορεί το αυτοκίνητο να είχε πινακίδες της Μαδρίτης, αλλά ο οδηγός του δεν ήταν τελείως άγνωστος σ’ αυτά τα μέρη. «Αυτή είναι η Πλάσα Μαγιόρ -το κέντρο της δραστηριότητας εδώ στο χωριό», είπε ο μαρκήσιος και της έδειξε την πλατεία. Μια ισπανική σημαία κυμάτιζε στο μπαλκόνι ενός κτιρίου κοντά σε δυο μικρά, σκοτεινά καφενεία. Ακόμη κι εδώ, υπήρχαν ελάχιστα σημάδια ζωής. Το Κάσα Μοντραγκόν βρισκόταν σε μια μικρότερη πλατεία κι έπιανε όλη τη μία πλευρά της, ενώ ήταν ψηλότερο από τα διπλανά κτίρια. Τα σπίτια ήταν όλα διατηρημένα καλά και περιποιημένα, εκτός 176


από το μεγαλύτερο που ήταν εγκαταλειμμένο. «Μην απογοητεύεστε. Σύντομα, δε θα είναι πια έτσι», είπε ο μαρκήσιος και πάρκαρε το αυτοκίνητο. «Ευτυχώς, δεν είναι αυτή η μοναδική είσοδος. Υπάρχει δρόμος κι από πίσω, απ’ όπου μπαίνουν οι εργάτες». Η Κάσια είχε ζήσει στην Ισπανία για αρκετό καιρό, ώστε να ξέρει ότι μερικές φαινομενικά μέτριες προσόψεις σπιτιών έκρυβαν απίθανους χώρους πίσω τους. Τη στιγμή που πάτησε το πόδι της στο εσωτερικό του Κάσα Μοντραγκόν, κατάλαβε ότι αυτό το σπίτι ήταν πολύ πιο αρχοντικό απ’ όσο άφηνε να εννοηθεί το εξωτερικό του. Πίσω από τη φαρδιά σκάλα στο χολ, υπήρχε μια μεγάλη τζαμαρία που έβλεπε σε μια ευρύχωρη εσωτερική αυλή. Ακολούθησε το μαρκήσιο στο σπίτι για να δει τις εργασίες που είχαν κάνει οι εργάτες. «Δε θα μείνουμε το βράδυ εδώ», είπε ο μαρκήσιος. «Για σας, έχω κανονίσει να μείνετε στο σπίτι του φαρμακοποιού κι εγώ θα μείνω σ' ένα πανδοχείο που χρησιμοποιούν οι βοτανολόγοι και οι πεζοπόροι, μερικά χιλιόμετρα πιο κάτω. Τα ήθη και τα έθιμα στο Καστέλ ντε λος Τόρες έχουν μείνει λίγο πίσω. Δε θέλω να προκαλέσω κουτσομπολιά με το να κοιμηθούμε μόνοι σ’ αυτό το σπίτι. Όταν θα έρθει η Λάουρα, θα είναι πιο αξιοπρεπές». Αυτή η ανακοίνωση την ανακούφισε. Οι χοντροί τοίχοι και τα κλειστά παράθυρα έκαναν το σπίτι να μοιάζει ψυχρό και τρομακτικό τώρα -πόσο μάλλον τη νύχτα... Δε θα ήθελε να κοιμηθεί μόνη της εδώ, αλλά ούτε και μαζί του. Όχι επειδή φοβόταν ότι εκείνος θα προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την κατάσταση, αλλά επειδή ήξερε πώς θα το έβλεπαν οι ντόπιοι. Ήταν προς τιμήν του μαρκήσιου το ότι σεβόταν πάντα τις αντιλήψεις των άλλων, παρ’ όλο που ο ίδιος ήταν ασυμβίβαστος άνθρωπος. *** Η μαντάμ Μπουασόν επέστρεψε στην Ισπανία συντροφιά με μια Γαλλίδα φίλη της που είχε ένα διαμέρισμα στο Μπενιδόρμ. Το Μπενιδόρμ ήταν κάποτε ένα ήσυχο ψαροχώρι, αλλά τώρα είχε γίνει μια πολυσύχναστη λουτρόπολη. Η Κάσια είχε πάρει μια ιδέα του εκσυγχρονισμού που είχε υποστεί το χωριό, όταν, την ημέρα που έφτασαν, είδε από τον αυτοκινητόδρομο τα πανύψηλα κτίρια. Ο Σιμόν είχε κανονίσει να πάει στο Μπενιδόρμ για να φέρει τη μαγείρισσα, που είχε μείνει εκεί δυο μέρες με τη φίλη της για να τη βοηθήσει να οργανώσει το διαμέρισμά της για τις χειμερινές της διακοπές. 177


Παρ’ όλο που υπήρχε συγκοινωνία, ο Σιμόν είχε επιμείνει να τη φέρει ο ίδιος. «Αυτό είναι το Κοντινέντε, ένα από τα μεγαλύτερα σούπερ μάρκετ, απ’ όπου θα ψωνίζετε κάποιες προμήθειες», είπε ο μαρκήσιος στην Κάσια και της έδειξε ένα μεγάλο, μοντέρνο κτίριο έξω από το οποίο κυμάτιζαν οι σημαίες πολλών κρατών. «Πράγμα που μου θυμίζει... πρέπει να κανονίσουμε μαθήματα οδήγησης. Ίσως σας δείξω εγώ τα βασικά». «Ω, όχι... σας παρακαλώ, μη», αποκρίθηκε βιαστικά η Κάσια. «Είναι πολύ ευγενικό εκ μέρους σας που το προτείνατε. αλλά θα ένιωθα νευρική μέσα σ’ ένα τέτοιο αυτοκίνητο. Δε θα ήθελα να του κάνω ζημιά». «Δε θα σας άφηνα», είπε χαμογελώντας εκείνος. «Όμως, ίσως έχετε δίκιο... Οι γυναίκες μαθαίνουν δύσκολα να οδηγούν. Χρειάζονται ειδικευμένο εκπαιδευτή. Ίσως να μπορούν να διδάξουν η μία την άλλη, αλλά όταν επιχειρήσει να τους διδάξει κάτι ένας άντρας, συνήθως καταλήγει να τους προκαλέσει υπέρταση και δάκρυα στα μάτια». Η Κάσια κατάλαβε ότι εκείνος την πείραζε. «Έτσι λένε. Εγώ, πάντως, θα ένιωθα πολύ καλύτερα, αν μάθαινα να οδηγώ σ’ ένα μικρό αυτοκίνητο που θ’ ανήκε σε μια σχολή οδηγών». Τα περίχωρα του Μπενιδόρμ της πρόσφεραν αρκετές ευκαιρίες για ν’ αλλάξει θέμα. «Είδατε ποτέ αυτό το μέρος πριν χτιστούν αυτά τα πολυώροφα ξενοδοχεία;» «Όχι. Δεν ερχόμασταν ποτέ εδώ. Αλλά τούτοι είναι ουρανοξύστες-μωρά σε σύγκριση μ’ αυτούς της Νέας Υόρκης, του Χονγκ Κονγκ και του Ρίο». Για να βρει τη διεύθυνση που του είχε δώσει η μαντάμ Μπουασόν, ζήτησε οδηγίες από έναν αστυνομικό. Η πόλη ήταν γεμάτη ξένους. Οι περισσότεροι είχαν γκρίζα μαλλιά και ήταν ηλιοκαμένοι και χαρούμενοι. «Αναρωτιέμαι αν ξέρει κανείς τους πόσο πιο όμορφα είναι λίγα χιλιόμετρα πιο μέσα», είπε η Κάσια καθώς περνούσαν από μια φαρδιά λεωφόρο, γεμάτη ξενοδοχεία, καφετερίες και καταστήματα με σουβενίρ για τους τουρίστες. «Οι περισσότεροι δε θα συμφωνούσαν μαζί σας. Η ζωή στο Καστέλ δε θα άρεσε σε οποιονδήποτε. Μπορεί να το βαρεθείτε κι εσείς, αν μείνετε λίγο ακόμη». *** Δυο μέρες μετά την άφιξη της Λάουρας, ο Σιμόν επέστρεψε στη 178


Μαδρίτη, αφού είπε πως θα πηγαινοερχόταν όποτε θα του το επέτρεπαν οι ασχολίες του. Χωρίς αμφιβολία, θα πλήττει μαζί μας, σκέφτηκε η Κάσια, μετά την αναχώρησή του. Παρά τον εμφανή ενθουσιασμό του για το εγχείρημά του, το Καστέλ ήταν πολύ διαφορετικό από το περιβάλλον όπου ήταν συνηθισμένος. Και η Λάουρα με την Κάσια, ασφαλώς, δεν ήταν οι γυναίκες με τις οποίες θα έκανε συντροφιά σε κανονικές συνθήκες. Μικρό καμωμένη, υπέρβαρη και ζωηρή, η Λάουρα μιλούσε αδιάκοπα. Τους είχε διηγηθεί την ιστορία της ζωής της την ημέρα που την παρέλαβαν από το Μπενιδόρμ και από τότε, κάθε μέρα πρόσθετε λεπτομέρειες σε κάθε γεύμα. Την Κάσια δεν την ενοχλούσε. Την ενδιέφερε η ζωή των άλλων ανθρώπων. Αυτό που την κούραζε ήταν η συχνή κριτική της Λάουρας σχετικά με τον τρόπο που γίνονταν τα πράγματα στην Ισπανία, σε σύγκριση με τις ανώτερες μεθόδους που είχαν υιοθετήσει οι πολίτες της πατρίδας της. Ίσως αυτή η συμπεριφορά της σιγά σιγά να άλλαζε, μετά την εγκατάστασή της. *** Ένα πρωί, καθώς η Κάσια γύριζε από την Πλάσα Μαγιόρ όπου είχε πάει για να ταχυδρομήσει μερικά γράμματα στη Γρανάδα, σταμάτησε δίπλα της ένα όχημα και ο οδηγός τής μίλησε. «Ψάχνω για το σπίτι του Μοντραγκόν», είπε στα ισπανικά. Το όχημα ήταν ένα σκονισμένο και πολυταξιδεμένο Ρέιντζ Ρόβερ, με το τιμόνι δεξιά. Αυτό και η προφορά του την έπεισαν ότι ήταν ο άντρας που περίμεναν. Η Κάσια διέσχισε το δρόμο και του μίλησε στ’ αγγλικά. «Θα πρέπει να είστε ο Τζακ Λοκ». Εκείνος δε φάνηκε να εκπλήσσεται. «Ακριβώς. Εσύ ποια είσαι;» «Κάσια Μπράουνινγκ... άλλο ένα μέλος της ομάδας. Είμαι το παραπαίδι», του είπε εκείνη χαμογελώντας. Εκείνος δεν της ανταπέδωσε το χαμόγελο. Παρ’ όλα αυτά, πήρε το χέρι της στη δική του τεράστια παλάμη. Τα νύχια του ήταν κατράμι και είχε κάλους. Δεν είχε μάθει να σφίγγει λιγότερο το χέρι του όταν χαιρετούσε διά χειραψίας τις γυναίκες, αλλά η Κάσια κατόρθωσε να συγκρατηθεί και να μη μορφάσει όταν της έλιωσε τα δάχτυλα στη χούφτα του. «Καλύτερα να μπεις μέσα», της πρότεινε και της άνοιξε την πόρτα. «Στρίψε αριστερά στο τέλος του δρόμου κι έπειτα, δεξιά στο

179


πρώτο και αριστερά στο δεύτερο στενό», είπε η Κάσια και κάθισε δίπλα του. «Πώς ήταν το ταξίδι σου;» «Καλό. Εσύ πότε ήρθες εδώ;» «Πριν από δυο εβδομάδες. Όταν με στρατολόγησε ο μαρκήσιος, εργαζόμουν σ’ ένα ξενοδοχείο στη Γρανάδα. Δε γνωρίζω καλά αυτή την περιοχή της Ισπανίας, αλλά έχει αρχίσει ήδη να μ’ αρέσει. Πού έμεινες χτες το βράδυ;» «Κοιμήθηκα εδώ πίσω», είπε ο Τζακ, δείχνοντας με τον αντίχειρα το πίσω μέρος του τζιπ. «Θα έχεις ανάγκη από ένα μπάνιο κι από ξεκούραση». Εκείνος δεν έκανε κανένα σχόλιο, ίσως επειδή προσπαθούσε να περάσει το ογκώδες αυτοκίνητό του ανάμεσα σ’ ένα άλλο που ήταν σταθμευμένο στο στενό δρόμο και σ’ ένα μοτοποδήλατο που περνούσε εκείνη τη στιγμή. Όση ώρα είχε στραμμένη αλλού την προσοχή του, η Κάσια τον εξέτασε στα γρήγορα. Είχε δει με την πρώτη ματιά ότι τα μαλλιά του ήταν κομμένα τόσο κοντά, που έμοιαζε με τρόφιμο φυλακών της βικτοριανής εποχής. Μ’ αυτό το κούρεμα θα περίμενε να δει κανείς και σκουλαρίκια ή ακόμα και κρίκους στη μύτη, αλλά ο άντρας που ήταν δίπλα της δε φορούσε κοσμήματα ούτε είχε τατουάζ στα μπράτσα του. Παρ’ όλα αυτά, φαινόταν αρκετά σκληρός για να περάσει τη νύχτα σε κάποιο πάρκινγκ για φορτηγά, δίπλα στον αυτοκινητόδρομο, χωρίς να φοβάται ότι θα τον ενοχλήσουν οι «πειρατές της ασφάλτου», οι οποίοι έκαναν την κατασκήνωση αδύνατη για τους πιο ευάλωτους ταξιδιώτες. Βρόμικος δεν ήταν, πάντως. Το τετράγωνο σαγόνι του φαινόταν πρόσφατα ξυρισμένο και τα ρούχα του, παρ’ όλο που ήταν φτηνά και παλιά, ήταν καθαρά. Ακόμη και οι βαριές αρβύλες που φορούσε ήταν φρεσκογυαλισμένες. Η Κάσια δεν μπορούσε να πει ακόμη τι χρώμα είχαν τα μάτια του, γιατί ήταν καλυμμένα από σκούρα γυαλιά με πλαϊνά προστατευτικά. «Αριστερά, δεξιά και στο δεύτερο αριστερά... σωστά;» ρώτησε εκείνος. «Σωστά», απάντησε η Κάσια το ίδιο λακωνικά. Άραγε είναι πάντα τόσο λιγομίλητος; αναρωτήθηκε. Πώς θα τα βγάλει πέρα με τη φλύαρη Λάουρα; «Είναι εδώ ο χέφε;» Χέφε ήταν ένας όρος με πολλές σημασίες, ξεκινώντας απ’ αυτή του αφεντικού και καταλήγοντας σ’ αυτή του στρατιωτικού διοικητή. Η Κάσια κατάλαβε ότι εννοούσε το μαρκήσιο. «Πήγε στη Μαδρίτη για λίγες μέρες. Τον περιμένουμε απόψε ή 180


αύριο». «Πού ήταν η βάση σου στην Αγγλία;» τη ρώτησε ο Τζακ Λοκ. «Δεν έζησα ποτέ στην Αγγλία. Ο πατέρας μου ήταν ένας περιπλανώμενος καλλιτέχνης. Γυρνούσαμε στη Μεσόγειο, ανάλογα με τα κέφια του. Εσύ από πού είσαι;» «Λονδίνο... Ιστ Εντ. Η λάθος πλευρά της πόλης», είπε εκείνος. Μήπως είναι λίγο εύθικτος; αναρωτήθηκε η Κάσια. Οι εύθικτοι άνθρωποι είναι πολύ βαρετοί. Ο Τζακ πάρκαρε το τζιπ σε μια γωνία στην πίσω αυλή, η οποία τώρα έμοιαζε με εργοτάξιο. Η Κάσια του μίλησε για τη Λάουρα. «Έλα να τη γνωρίσεις. Μετά θα σου δείξω το δωμάτιό σου και θα σ’ αφήσω ήσυχο να φρεσκαριστείς πριν από το φαγητό». Η Λάουρα τσίριξε όταν ο Τζακ της έσφιξε το παχουλό της χεράκι. «Τι αγροίκος!» είπε στην Κάσια όταν εκείνη επέστρεψε, αφού τον είχε συνοδεύσει στο δωμάτιό του. «Ελπίζω να μη μας κόψει την όρεξη στο τραπέζι με τους τρόπους του». Ο Τζακ δεν τους τράβηξε την καρέκλα για να καθίσουν, ούτε περίμενε να τακτοποιηθούν όλα για να καθίσουν να φάνε. Αν μη τι άλλο, πάντως, δεν έκανε θόρυβο όταν μασούσε και δεν έτρωγε με το στόμα ανοιχτό. Αφού απάντησε στις ερωτήσεις της τέσσερις πέντε φορές μονολεκτικά, η Λάουρα παραιτήθηκε από την προσπάθεια ν’ ανοίξει συζήτηση μαζί του και τον αγνόησε. Στο τέλος του γεύματος την αιφνιδίασε και τη μαλάκωσε με τα συγχαρητήρια που της έδωσε για τη μαγειρική της, αν και η γλώσσα που χρησιμοποίησε δεν είχε τη χάρη της καστιλιάνικης προφοράς του μαρκήσιου. Ο Τζακ μιλούσε ισπανικά σαν Αγγλος, με αρκετή ευφράδεια βέβαια, αλλά δεν έπαυαν να είναι η γλώσσα των κακόφημων δρόμων και όχι οι κουβέντες κάποιου καλλιεργημένου ευγενούς. Όταν εκείνος έφυγε για να ξεφορτώσει τον εξοπλισμό του από το αυτοκίνητο, η Λάουρα είπε: «Αν μη τι άλλο, δε θα έχει πρόβλημα να κρατάει τους νεαρούς σε τάξη. Κάτι είναι κι αυτό. Σαν συντροφιά για μας, όμως...» Τελείωσε τη φράση της με μια αρνητική χειρονομία. Λίγο αργότερα, καθώς οι δυο γυναίκες έπλεναν τα πιάτα, είδαν από το παράθυρο της κουζίνας τον Τζακ να ξεφορτώνει το τζιπ. Κάποια στιγμή, γδύθηκε από τη μέση κι επάνω και χώθηκε κάτω από το τζιπ. «Τι μούσκουλα!» αναφώνησε η Λάουρα. «Είναι σαν εκείνο το πλάσμα, τον Ράμπο». Ακουγόταν αηδιασμένη, αλλά και ενθουσιασμένη μπροστά στη

181


θέα του γυμνού κορμιού του Τζακ. Παρ’ όλο που ήταν αρκετά κοντότερος από τον Σιμόν, οι ώμοι του ήταν το ίδιο φαρδιοί και στητοί. «Θα πρέπει να τον προσέχεις αυτόν εκεί», την προειδοποίησε η Λάουρα. «Είδες πώς καταβρόχθισε το φαγητό του. Έτσι θα κάνει και με τις γυναίκες. Να κλειδώσεις την πόρτα σου απόψε». Η Κάσια γέλασε. «Δε φαντάζομαι να μου ριχτεί χωρίς να τον προκαλέσω, Λάουρα». «Δεν ξέρεις όσα ξέρω εγώ για τους άντρες. Φαίνεται ότι δεν έχεις την πείρα που έχουν άλλες στην ηλικία σου. Οι άντρες δεν είναι σαν εμάς, αγαπητή μου. Έχουν ορέξεις που πρέπει να ικανοποιήσουν. Όταν τους πιάσει, ξεχνάνε τις λεπτότητες και τα συναισθήματα. Δεν είναι όλο δικό τους το σφάλμα. Έτσι τους έπλασε η φύση». «Φαντάζομαι ότι όταν ο Τζακ βρεθεί σ’ αυτή την κατάσταση, θα πάει στην παραλία και θα βρει καμιά τουρίστρια που ψάχνει για καλοκαιρινές περιπέτειες. Είμαι βέβαιη ότι θα υπάρχουν αρκετές». «Πολύ πιθανόν... Αλλά και πάλι, δεν το θεωρώ αδύνατο να προσπαθήσει και μαζί σου. Είσαι πολύ ελκυστική και μερικοί άντρες βλέπουν μια πρόκληση σε κάθε γυναίκα που συναντούν». «Ο Τζακ δεν εκδήλωσε κάποιο ενδιαφέρον για μένα ως τώρα», είπε η Κάσια. «Από τον τρόπο που φέρεται στο Ρέιντζ Ρόβερ, μπορώ να υποθέσω ότι σημαίνει γι’ αυτόν περισσότερα απ' όσα θα σήμαινε οποιοδήποτε γυναίκα. Δε θα με εξέπληττε αν ήταν μισογύνης». «Ακόμα κι αυτοί έχουν σάρκα και ορμές», σχολίασε η Λάουρα. «Μερικές φορές, αυτές οι ορμές είναι πολύ ισχυρές για να καταπιεστούν», πρόσθεσε με το βλέμμα καρφωμένο στην αυλή. *** Η Κάσια βρισκόταν στην ταράτσα και απολάμβανε ένα πανέμορφο ηλιοβασίλεμα, πέρα στα βουνά, όταν άκουσε ένα κορνάρισμα. Σηκώθηκε όρθια και είδε το αυτοκίνητο του Σιμόν να μπαίνει στην πίσω αυλή. Εκείνος κατέβηκε, τεντώθηκε και πήγε να κλείσει τις ψηλές καγκελόπορτες. Ο Τζακ βγήκε από το σπίτι. Καθώς έσφιγγαν τα χέρια τους, η Κάσια ξαφνιάστηκε από την αντίθεσή τους. Από τη μια μεριά ο ψηλός, κομψός και σίγουρος για τον εαυτό του Ισπανός αριστοκράτης και από την άλλη ο πιο χοντροκομμένος πληβείος Εγγλέζος, ο οποίος είχε μεν τη δική του αυτοπεποίθηση αλλά του έλειπε η κοινωνική θέση. Ο Τζακ ήταν αυτός που κατάλαβε πρώτος ότι κάποιος τους παρακολουθούσε. Σήκωσε το βλέμμα του και την είδε πάνω στην ταράτσα. 182


Η Κάσια είχε προσέξει στο φαγητό ότι τα μάτια του είχαν ένα γλυκό γκρίζο χρώμα. Όσο για τα μαλλιά του, της ήταν δύσκολο να καταλάβει τι χρώμα είχαν αν δεν τ’ άφηνε να μεγαλώσουν. Πάντως, γύρω από τ’ αυτιά του ασήμιζαν. Όταν την κοίταξε και ο Σιμόν, τους χαιρέτησε και αποτραβήχτηκε. Είχε ανέβει στην ταράτσα για να μαζέψει μερικά απλωμένα εσώρουχα από το σκοινί που ήταν δεμένο ανάμεσα στις δυο καπνοδόχους. Πάνω στην ταράτσα υπήρχε και μια ταλαιπωρημένη από τον καιρό ψάθινη καρέκλα, πράγμα που σήμαινε ότι και ο προηγούμενος ένοικος του σπιτιού περνούσε κάποιες ώρες εκεί πάνω. Με μια ενίσχυση στις κολόνες, για ν’ αντέχουν το βάρος από το χώμα και τις γλάστρες, πάνω στην ταράτσα μπορεί να φτιαχτεί ένας κήπος, σκέφτηκε η Κάσια. 'Ενας κήπος όπου δε θα σε βλέπει κανείς, όπως και στην εσωτερική αυλή. Υπήρχαν κι άλλα σπίτια στην περιοχή, αλλά κανένα δεν ήταν τόσο ψηλό. Ακόμη και το καμπαναριό της εκκλησίας δεν έφτανε ψηλότερα από το Κάσα Μοντραγκόν. *** Στο δείπνο, το ίδιο βράδυ, ο Τζακ απέδειξε ότι ήταν ομιλητικότατος σε θέματα που τον ενδιέφεραν. Μπορεί οι ζωές τους να ήταν διαφορετικές και να προέρχονταν από εντελώς διαφορετικό περιβάλλον, αλλά ο Σιμόν και ο Τζακ φαίνεται ότι έβρισκαν περισσότερα κοινά σημεία απ’ αυτά που περίμενε η Κάσια. Έμαθε ότι ο μαρκήσιος δεν έκανε μόνο σκι, αλλά και καταδύσεις. Επίσης είχε πέσει και με αλεξίπτωτο -ένα σπορ που η ιδέα του και μόνο προξενούσε τρόμο στη Λάουρα. Ο Τζακ είπε όχι στον καφέ, αφού δεν έπινε ποτέ, τεντώθηκε στην καρέκλα του και χασμουρήθηκε σαν ιπποπόταμος. Μόνο όταν είδε ότι η Λάουρα τον κοιτούσε με αποδοκιμασία, έβαλε το χέρι του μπροστά στο στόμα του κι έκρυψε τη λευκή οδοντοστοιχία του. «Γιατί δεν πας για ύπνο, φίλε μου;» είπε στα ισπανικά ο μαρκήσιος. Αυτή τη γλώσσα χρησιμοποιούσαν στο δείπνο. «Αύριο θα σου δείξω λίγο την περιοχή εδώ γύρω. Θα πάρουμε φαγητό μαζί μας και θα περάσουμε την ημέρα μας στο βουνό». Η Κάσια είχε αρχίσει να διαισθάνεται ότι ο Τζακ δεν ήταν λιγομίλητος εκ φύσεως. Ίσως να ήταν ένα προσωπείο που φορούσε κάθε φορά που βρισκόταν ανάμεσα σε ανθρώπους με τους οποίους δεν ένιωθε άνετα. «Σύμφωνοι», είπε ο Τζακ. Τα πόδια της καρέκλας του έτριξαν 183


πάνω στα πλακάκια καθώς σηκώθηκε. «Καληνύχτα σε όλους σας». «Λάουρα, θα είχες την ευγενή καλοσύνη να μας ετοιμάσεις κάτι πρόχειρο να πάρουμε μαζί μας για φαγητό αύριο;» ρώτησε ο μαρκήσιος καθώς ο Τζακ έβγαινε από το δωμάτιο. «Ο φούρνος του χωριού φτιάχνει εξαίσιο μαύρο ψωμί. Το προτιμώ από το άσπρο, ιδιαίτερα αν πρόκειται για πικνίκ». «Θα σου το φέρω εγώ, Λάουρα», προσφέρθηκε η Κάσια. «Λατρεύω τη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού, τη στιγμή που το βγάζουν από το φούρνο». Έπειτα στράφηκε στο μαρκήσιο. «Αλλά είναι πολύ απογοητευτικό ν’ ακούω τους ανθρώπους να μιλούν μέσα στα καταστήματα και να μην καταλαβαίνω τι λένε. Σ’ εμένα απευθύνονται στα καστιλιάνικα, αλλά μεταξύ τους μιλάνε τη διάλεκτο της Βαλένθια. Νιώθω σαν να βρίσκομαι σε άλλη χώρα». «Είμαι σίγουρος ότι θα τη μάθετε γρήγορα. Αμφιβάλλω, όμως, για το αν θα βρείτε το περιεχόμενο των συζητήσεών τους αξιόλογο. Οι περισσότεροι ντόπιοι έχουν πολύ στενούς ορίζοντες. Η τηλεόραση ίσως να τους άνοιγε τα μυαλά λιγάκι... αν είχε κάποιο καλό πρόγραμμα. Κυρίως, παρακολουθούν τις σαπουνόπερες εισαγόμενες και εγχώριες». Αυτό το σχόλιο θύμισε στη Λάουρα ότι της έλειπαν οι γαλλικές σαπουνόπερες κι έτσι τον ρώτησε αν μπορούσαν να τοποθετήσουν μια κεραία για να βάλει μια τηλεόραση στο δωμάτιό της. «Αρκεί να μην επιτρέπετε στους καλεσμένους μας να παρακολουθούν κι αυτοί. Όσο θα βρίσκονται εδώ, θα δοθεί έμφαση στις ενεργητικές και όχι στις παθητικές διασκεδάσεις». «Θα έχω το δωμάτιό μου κλειδωμένο όταν έρθουν», τον διαβεβαίωσε. Αφού ήπιε τον καφέ του, ο Σιμόν κοίταξε την Κάσια. «Θα περπατήσω μέχρι το μιραδόρ1, δίπλα στο νεκροταφείο. Θέλετε να έρθετε μαζί μου, Κάσια;» *** Παρ’ όλο που εκφράστηκε σαν πρόταση, η Κάσια είχε την αίσθηση ότι η ερώτησή του ήταν διαταγή. «Θα πάρω το μπουφάν μου», είπε εκείνη. Ο καιρός ήταν καλός από την ημέρα που είχε έρθει εδώ και τα μεσημέρια έκανε ζέστη κάτω από τον ήλιο. Όταν σκοτείνιαζε όμως, η θερμοκρασία έπεφτε απότομα. 1

Σημείο απ ’ όπου μπορεί κανείς να θαυμάσει ένα τοπίο. (Στ.Μ.) 184


Βγήκαν από το σπίτι από την επιβλητική μπροστινή πόρτα. Ο Σιμόν φορούσε ένα καπιτονέ γιλέκο πάνω από το πουλόβερ του κι ένα καναρίνι κασκόλ γύρω από το λαιμό του. Η Κάσια φορούσε ένα παλιό αδιάβροχο. Περπάτησαν σιωπηλοί μέχρι την πλατεία της εκκλησίας. Ύστερα άρχισαν ν’ ανεβαίνουν το απότομο μονοπάτι που οδηγούσε στο κοιμητήριο, ανάμεσα στα ψηλά κυπαρίσσια. «Θέλετε να έρθετε μαζί μας, αύριο; Δε θα κάνουμε καμιά δύσκολη αναρρίχηση. Είμαι σίγουρος ότι θα μπορέσετε ν’ ακολουθήσετε». Παρ’ όλο που η Κάσια υποπτευόταν ότι ο Τζακ δε θα χαιρόταν καθόλου, ένευσε καταφατικά. «Θα ήθελα να έρθω», είπε. «Τώρα που τον γνωρίσατε, τι γνώμη έχετε για τον Τζακ Λοκ;» «Είναι πολύ νωρίς ακόμη για να βγάλει κανείς συμπεράσματα. Το μεσημέρι ήταν λιγότερο ομιλητικός απ’ ό,τι στο δείπνο. Δε νομίζω πως συμπαθεί ιδιαίτερα τη Λάουρα κι εκείνη το ίδιο, βέβαια». «Είναι αντιδιαμετρικά αντίθετοι», είπε ο Σιμόν. «Εσείς πώς τα πάτε με τη Λάουρα;» «Εγώ, μια χαρά. Ελπίζω να το βλέπει έτσι κι εκείνη». «Θα μπορούσε να είναι περισσότερο ανεκτική. Ελπίζω να τα πάει καλά με τα παιδιά. Απ’ ό,τι διάβασα, οι περισσότεροι από τους εφήβους που θα έρθουν εδώ έχουν πολύ χαμηλή αυτοεκτίμηση. Δε θ’ ανταποκριθούν θετικά στην απόρριψη και στις κριτικές. Αυτό που χρειάζονται είναι ενθάρρυνση για ν’ αναπτύξουν τις δυνατότητές τους... και επιβράβευση όταν θα το πετύχουν». «Είμαι σίγουρη ότι μόλις η Λάουρα τους γνωρίσει, θα ξυπνήσουν τα μητρικά της ένστικτα. Μαζί μου ήταν πολύ καλή», είπε η Κάσια. «Δεν είναι δύσκολο να είναι κανείς καλός μαζί σας. Είστε αρκετά ζεστή;» Την αιφνιδίασε, πιάνοντάς της το χέρι. «Όχι, δεν είστε. Ορίστε, πάρτε αυτό. Δεν το έχω ανάγκη». Έβγαλε το κασκόλ του και τύλιξε μ' αυτό τα χέρια της. Ήταν πολύ μαλακό, πιθανότατα από κασμίρ, και ήταν ζεστό ακόμη από την επαφή με το λαιμό του. Όταν έφτασαν στην κορυφή της πλαγιάς, στάθηκαν μπροστά στη σιδερένια πύλη, πίσω από την οποία αναπαύονταν οι νεκροί του χωριού. Τα μνήματα ήταν στη σειρά και είχαν μαρμάρινες πλάκες που έγραφαν το όνομα του νεκρού, ενώ στα περισσότερα υπήρχε και μια φωτογραφία. «Ίσως να μην έπρεπε να σας φέρω εδώ. Θα πρέπει να σας θυμίζει τον πατέρα σας», είπε ήρεμα ο Σιμόν.

185


«Ναι, αλλά μ’ αρέσει το μέρος. Έχω ξανάρθει. Δεν το βρίσκω καταθλιπτικό ή θλιβερό. Μοιάζει σαν ένα κομμάτι του φυσικού κύκλου... γέννηση, ζωή, θάνατος. Πιστεύω ότι έτσι θα έπρεπε να ζουν οι άνθρωποι: σε μικρές κοινότητες όπου όλοι θα γνωρίζονται μεταξύ τους και το χώμα που θα τους σκεπάσει κάποτε να είναι εκεί κοντά». «Δε θα το βλέπατε έτσι, αν είχατε ζήσει εδώ όλη σας τη ζωή. Δε θα βλέπατε την ώρα ν’ ανοίξετε τα φτερά σας και να δραπετεύσετε από τ’ αδιάκριτα βλέμματα και τις κακές γλώσσες. Είναι επειδή δεν είχατε ποτέ ένα μόνιμο σπίτι. Γι’ αυτό ζηλεύετε αυτούς τους ανθρώπους και τον περιορισμό τους. Όλοι τείνουμε να ζητάμε κάτι διαφορετικό απ’ αυτό που μας έδωσε η ζωή». Στέκονταν τώρα δίπλα στο χαμηλό τοιχάκι που περιέβαλλε το μιραδόρ και κοιτούσαν τη φεγγαρόλουστη κοιλάδα και τα βουνά, των οποίων τα ονόματα έπρεπε ακόμη να μάθει η Κάσια. «Δε θα έλεγα ότι κι εσείς ζητάτε κάτι διαφορετικό. Κάνω λάθος;» τον ρώτησε. Πίσω του, ο ασπρισμένος τοίχος του νεκροταφείου έκανε τα μαλλιά του να φαντάζουν ακόμη πιο σκούρα. Το φως της σελήνης τόνιζε τα σκληρά χαρακτηριστικά του προσώπου του. «Κάποτε κι εγώ ζητούσα κάτι άλλο. Όταν ήμουν στην ηλικία σας. Ήθελα να είμαι ελεύθερος, να πηγαίνω όπου μου άρεσε και να κάνω αυτό που επιθυμούσα». «Μα είστε ελεύθερος... πολύ περισσότερο από άλλους ανθρώπους. Είστε πλούσιος, μορφωμένος, είστε ένας Ισπανός ευγενής, είστε...» Θα έλεγε, πολύ όμορφος, αλλά συγκρατήθηκε. «Τα έχετε όλα, όπως λένε». «Μπορεί να μην το αντιλαμβάνεστε», της είπε ξερά, «αλλά το να είμαι μαρκήσιος είχε και την άσχημη πλευρά του. Όταν ήμουν είκοσι χρόνων, αυτός ο τίτλος μού έμοιαζε με ζουρλομανδύα. Το τίμημα που έπρεπε να πληρώσω γι’ αυτό το προνόμιο ήταν η υπευθυνότητα. Στους νέους δεν αρέσει να τους φορτώνουν με βάρη που ανήκουν στους προγόνους τους. Η κληρονομιά μου ήταν ένα πραγματικό βάρος. Πέντ’ έξι σπίτια, μερικά από τα οποία είχαν αρχίσει να καταρρέουν, αρκετοί άνθρωποι που εξαρτώνται από μένα και άλλοι τόσοι υπηρέτες και ακόλουθοι...» Ο μαρκήσιος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του και χαμογέλασε ειρωνικά. «Ήθελα να πάρω ένα σάκο και να φύγω μακριά απ’ όλα αυτά. Μερικές φορές το έκανα... και το κάνω ακόμη. Μόνο για 186


λίγο, όμως... όπως οι επισκέψεις μου στη Γρανάδα...» Εκείνη τη στιγμή κάτι έσπρωξε την Κάσια να του κάνει τη συγκεκριμένη ερώτηση: «Πώς είναι η σενιορίτα Σάντσες; Έχει αναρρώσει πλήρως, ελπίζω». «Έτσι φαντάζομαι. Την περασμένη εβδομάδα την είδα να χορεύει σε κάποιο πάρτι, στη Μαδρίτη. Δεν είμαστε πια μαζί. Βρήκε άλλη πορτοκαλιά που κάνει πορτοκάλια». «Μόνο επειδή εσείς την εγκαταλείψατε, φαντάζομαι». Η Κάσια μετάνιωσε την ίδια στιγμή που είπε τη σκέψη της φωναχτά. Με το βλέμμα καρφωμένο στις φωτισμένες από το φεγγάρι στέγες των σπιτιών, περίμενε σφιγμένη την αντίδρασή του.

187


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5 «Θα πρέπει να συμπεράνω από τη δήλωσή σας ότι νομίζετε πως συμπεριφέρομαι άσχημα στις γυναίκες;» ρώτησε ο Σιμόν. «Μίλησα χωρίς να σκεφτώ», απάντησε η Κάσια. «Οι σχέσεις σας με τους άλλους ανθρώπους δεν είναι δική μου δουλειά. Με συγχωρείτε. Ήμουν αυθάδης». «Το είπατε και δεν μπορείτε να το πάρετε πίσω. Θα ήθελα ν’ ακούσω το σκεπτικό σας. Βασίζεται μήπως σε κάτι που ακούσατε από τους συναδέλφους σας;» «Αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αίσθηση ήταν η ζημιά στον παλιό καθρέφτη. Όπως ήταν φυσικό, όλοι πίστεψαν ότι εσείς και η σενιορίτα Σάντσες καβγαδίσατε άσχημα, πριν εκείνη φύγει ή πριν τη διώξετε. Τι άλλο συμπέρασμα θα μπορούσαν να βγάλουν; Το προσωπικό του Καστίγιο είναι πολύ διακριτικό. Θα απολύονταν, αν δεν ήταν. Όμως, δεν είναι δυνατόν να περιμένετε ότι δε θα συζητήσουν μεταξύ τους κάποιο ασυνήθιστο συμβάν». «Πού καταλήξατε;» «Δεν καταλήξαμε κάπου. Ο καθένας το έβλεπε διαφορετικά». «Εσείς υποστηρίξατε την 'Ιζα;» «Δεν υποστηρίζω αυτούς που καταστρέφουν ξένες περιουσίες ιδιαίτερα όταν πρόκειται για πράγματα αναντικατάστατα- σε μια έκρηξη οργής. Όμως, μερικοί άνθρωποι δεν έχουν μάθει να ελέγχουν τα συναισθήματά τους και δεν ξέρω τι ήταν αυτό που την προκάλεσε να σας πετάξει κάτι. Μπορεί να τη φέρατε εσείς σ’ αυτό το σημείο. Πιστεύω πως θα μπορούσατε, αν το θέλατε», πρόσθεσε με ειλικρίνεια. Ακούστηκαν μερικά σκυλιά που γάβγιζαν σε μια αυλή, λίγο παρακάτω. Ο Σιμόν περίμενε να σταματήσουν και μετά μίλησε. «Θα μπορούσα να σας προκαλέσω μέχρι του σημείου να αφήσετε ελεύθερα τα συναισθήματά σας; Ή μήπως τα ελέγχετε τόσο καλά, ώστε να μη χάνετε ποτέ την ψυχραιμία σας;» «Δεν ξέρω. Δεν την έχω χάσει μέχρι τώρα. Όλοι όμως έχουμε ένα οριακό σημείο. Φαντάζομαι πως θα εξοργιζόμουν, αν έβλεπα κάποιον να κακομεταχειρίζεται μπροστά μου ένα παιδί ή ένα ζώο». 188


«Τι θα κάνατε αν κάποιος σας φιλούσε; Κάποιος που δεν εγκρίνετε;» Η Κάσια ένιωσε σαν να βρισκόταν μέσα σ’ ένα αεροπλάνο που είχε πέσει σε κενό αέρος στα τριάντα εννιά χιλιάδες πόδια ύψος. Περίμενε ότι από στιγμή σε στιγμή θα τη φιλούσε. Όμως, ο Σιμόν, αντί να κάνει αυτό που εκείνη περίμενε, απάντησε στη θέση της. «Όχι, δε νομίζω πως αυτό θα ήταν αρκετά προκλητικό», είπε σκεφτικός. «Πιστεύω πως θ’ αντιμετωπίζατε την κατάσταση με φαινομενική ψυχραιμία, αλλά θα βράζατε από μέσα σας... ακόμη κι αν σας άρεσε». Παρ’ όλο που η καρδιά της χοροπηδούσε, η Κάσια κατόρθωσε να συγκρατηθεί. «Νομίζω πως θα τα καταφέρω ν’ αντεπεξέλθω, αν κάποιο από τ’ αγόρια που θα έρθουν χάσει τον έλεγχο. Όμως, για ποιο λόγο ν’ ασχοληθούν μαζί μου, από τη στιγμή που θα έχουν και κορίτσια της ηλικίας τους μαζί τους;» «Κάτω από τη φαινομενικά σκληρή στάση τους, τα ανάρια στην εφηβεία είναι λιγότερο σίγουρα για τον εαυτό τους απ’ όσο μπορεί να φαίνεται. Όσο για τις έφηβες, μπορούν να γίνουν πραγματικά σκληρές όταν αρνούνται. Οι ικανότητές σας κι αυτά που μάθατε στο ξενοδοχείο θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν βάλσαμο για τον εύθραυστο εγωισμό αυτών των αγοριών -ένα αφροδισιακό βάλσαμο. Αν δεν έχετε ζήσει ποτέ κοντά σε εφήβους, σας προειδοποιώ ότι βρίσκονται σε μια μόνιμη κατάσταση ερεθισμού. Δε χρειάζονται και πολλά για ν’ αρχίσουν να ρουθουνίζουν σαν νεαροί ταύροι». Η Κάσια άδραξε την ευκαιρία που της δινόταν για ν’ αλλάξει θέμα. «Σας αρέσουν οι ταυρομαχίες;» «Θαυμάζω το θάρρος των ματαντόρ. Δεν πηγαίνω στην αρένα. Γενικά δε μου αρέσουν τα σπορ που γίνονται θέαμα. Έχετε πάει ποτέ σε ταυρομαχία;» Εκείνη ένευσε αρνητικά. «Ξέρω πως δε θα μου άρεσε. Έχω δει αποσπάσματα στην τηλεόραση του ξενοδοχείου. Δε με συγκινεί η θέα ενός άντρα που βάζει τη ζωή του σε κίνδυνο. Επίσης, τ’ άλογα που λαμβάνουν μέρος θα πρέπει να τρομοκρατούνται κι ας φορούν πανοπλία». Το ρολόι της εκκλησίας χτύπησε στο ημίωρο. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να επιστρέφουμε». «Όπως επιθυμείτε». Φτάνοντας κοντά στο σπίτι, η Κάσια του επέστρεψε το κασκόλ. «Σας ευχαριστώ», είπε.

189


«Ευχαρίστησή μου. Δεν έχω συνηθίσει ακόμη τα ωράρια της υπαίθρου κι έτσι λέω να πάω για έναν περίπατο. Θα σας δω το πρωί. Καλό ύπνο». Ξαφνιάζοντάς την, πήρε το χέρι της και το φίλησε τρυφερά, πριν κάνει μεταβολή και εξαφανιστεί πίσω από τη γωνία. Η Κάσια έφτασε έξω από το δωμάτιό της κι έπειτα άλλαξε γνώμη και ανέβηκε στην ταράτσα. Ο Σιμόν είχε στρίψει με κατεύθυνση προς τ’ αμπέλια. Λίγα λεπτά αργότερα, ενώ καθόταν κάτω από τη σκιά της καμινάδας, τον είδε να περπατάει. Θα τον αναγνώριζε οπουδήποτε, ακόμη κι αν δεν περίμενε να τον δει. Οι σκέψεις και τα συναισθήματά της ήταν συγκεχυμένα υστέρα από την κουβέντα τους στο νεκροταφείο και το απροσδόκητο φιλί του στο χέρι της. Το χειροφίλημα ήταν κάποτε μια αρκετά διαδεδομένη φιλοφρόνηση και απευθυνόταν στις παντρεμένες γυναίκες. Οι νέοι Ισπανοί δε φιλούσαν πια τα χέρια των γυναικών τους, ακόμη κι όταν ήταν ερωτευμένοι. Η Κάσια δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που είχε ωθήσει τον Σιμόν σ’ αυτή την κίνηση. Εκτός κι αν, μη έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει, διασκέδαζε με τον τρόπο που αντιδρούσε εκείνη στο φλερτ του. Τον παρακολούθησε ώσπου χάθηκε από το οπτικό της πεδίο. Ζήλευε την ελευθερία που είχε εκείνος να πηγαίνει όπου του άρεσε μέσα στη νύχτα. Φυσικά, τα αμπέλια δεν έκρυβαν τους κινδύνους της πόλης, αλλά η Κάσια δε θα σκεφτόταν ποτέ να βγει και να περπατήσει τέτοια ώρα. *** Ο Τζακ δυσαρεστήθηκε όταν, το άλλο πρωί, έμαθε ότι η Κάσια θα πήγαινε μαζί τους. «Δεν έχεις αρβύλες;» τη ρώτησε. Εκείνη ένευσε αρνητικά. «Τ’ αθλητικά δεν κάνουν;» «Όχι στα βουνά». «Μπορεί ν’ αγοράσει αρβύλες καθ’ οδόν», είπε ο μαρκήσιος. «Όχι τόσο καλές σαν τις δικές μου ή τις δικές σου -κατάλληλες πάντως για την περιοχή που θα καλύψουμε». Και οι δυο άντρες είχαν κατέβει για πρωινό με φούτερ, σορτσάκια και μάλλινες κάλτσες. Μόνο που τα μακριά πόδια του μαρκήσιου ήταν μαυρισμένα, ενώ τα πόδια του Τζακ ήταν κατάλευκα και καλύπτονταν από ένα σγουρό τρίχωμα. 190


Η Κάσια φορούσε τζιν, ένα πουκάμισο του πατέρα της κι ένα πανωφόρι πάτσγουορκ, που το είχε αγοράσει στο Αλμπαϊθίν από ένα κατάστημα ειδών χειροτεχνίας. «Θα χρειαστείς ένα φούτερ κι ένα αδιάβροχο», είπε ο Τζακ. «Μα, αφού θα κάνει ζέστη. Δεν υπάρχει ούτε ένα σύννεφο στον ουρανό». «Δεν έχει τώρα. Μπορεί να μαζευτούν αργότερα. Κανένας δεν πηγαίνει για περίπατο στο βουνό χωρίς τον απαραίτητο εξοπλισμό για τυχόν αλλαγή του καιρού». Ο Σιμόν της δάνεισε ένα μικρό σακίδιο για να βάλει μέσα το φαγητό της κι ένα λίτρο νερό. «Θα νομίσει κανείς ότι ξεκινάτε για το γύρο της Ισπανίας. Τι κουβαλάτε εκεί μέσα;» ρώτησε η Λάουρα, κοιτάζοντας το πολύ μεγαλύτερο σακίδιο του Τζακ. «Τα απαραίτητα για πρώτες βοήθειες, φωτοβολίδες, εφεδρικές προμήθειες... Είναι ένα σακίδιο επιβίωσης. Αυτοί που βγαίνουν από το μονοπάτι μπορεί να χαθούν ή να πάθουν κάποιο ατύχημα και ν’ αναγκαστούν να διανυκτερεύσουν. Δε λέω ότι θα γίνει κάτι τέτοιο σήμερα, αλλά δε διακινδυνεύω ποτέ. Αν είσαι προετοιμασμένος, δεν μπορεί να σου συμβεί κάτι κακό». Ο μαρκήσιος είχε κι αυτός ένα σακίδιο, αλλά όχι τόσο μεγάλο όσο του Τζακ. Όταν τα πράγματά τους μπήκαν στο πίσω μέρος του Ρέιντζ Ρόβερ, άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού κι έκανε νόημα στην Κάσια να περάσει για να καθίσει δίπλα στον οδηγό. «Αυτή ας πάει πίσω. Θα σε χρειαστώ μπροστά για να με καθοδηγείς», είπε απότομα ο Τζακ. Ο Σιμόν ανασήκωσε ελαφρά τα φρύδια του και άνοιξε την πίσω πόρτα στην Κάσια. Σταμάτησαν σε μια μικρή πόλη όπου υπήρχε ένα κατάστημα που πουλούσε είδη κυνηγιού, όπλα και φυσίγγια. Ο καταστηματάρχης της έδωσε ένα ζευγάρι αρβύλες σε παιδικό νούμερο. Η Κάσια τις βρήκε πολύ άνετες και ο Τζακ είπε ότι ήταν κατάλληλες, αν όχι ιδανικές. Δεν ήταν ακριβές και η Κάσια είχε πάρει λίγα χρήματα μαζί της, αλλά ο μαρκήσιος επέμενε να τις πληρώσει εκείνος. «Δε θα τις αγοράζατε, αν δεν ερχόσασταν να δουλέψετε για μένα. Θα καλύψω όλα τα έξοδα που έχουν σχέση με τη δουλειά». «Δεν ήξερα ότι μιλούσατε τη διάλεκτο της Βαλένθια», είπε η Κάσια καθώς έβγαιναν από το κατάστημα. «Στην οικογένειά μου έχουμε μεγάλη έφεση στις ξένες γλώσσες. Ένας θείος μου υπήρξε διπλωμάτης κι εγώ έχω κάνει δυο χρόνια στο υπουργείο Εξωτερικών». 191


«Πόσες γλώσσες μιλάτε;» «Μισή ντουζίνα», είπε ο Σιμόν αδιάφορα. «Αν οι αρβύλες αρχίσουν να σας χτυπάνε, πρέπει να μας το πείτε. Κανονικά, θα πρέπει να φορεθούν πρώτα σε κοντινούς περιπάτους, για να στρώσουν σταδιακά και ύστερα να φορεθούν σε μεγάλη εκδρομή». «Προς το παρόν, είναι πολύ άνετες». «Είναι πολύ ελαφρές για σοβαρό περπάτημα», είπε ο Τζακ. Η Κάσια ένιωσε ότι ήταν ακόμη ενοχλημένος από την παρουσία της. *** Το χωριό όπου άφησαν το Ρέιντζ Ρόβερ για να συνεχίσουν με τα πόδια ήταν μικρότερο από το Καστέλ ντε λος Τόρες. Συνάντησαν μόνο μια μαυροντυμένη γριά, η οποία τους χαιρέτησε καθώς περνούσαν. Ο μαρκήσιος προχωρούσε μπροστά, ο Τζακ ήταν από πίσω του και η Κάσια τελευταία. Το ελικοειδές μονοπάτι κατέβαινε τη βουνοπλαγιά, ανάμεσα σε λαχανόκηπους και σε μικρά περιβόλια οπωροφόρων που περίμεναν την περίοδο της ανθοφορίας τους. Ο μαρκήσιος είχε ελαφρύ περπάτημα, ακόμη και μ’ αυτές τις βαριές αρβύλες. Ο Τζακ πατούσε πιο βαριά. Το βάδισμά του θα έδιωχνε τυχόν φίδια που θα λιάζονταν στο μονοπάτι τους καλοκαιρινούς μήνες. Ο Τζακ είχε χαμογελάσει στη γιαγιά που τους χαιρέτησε πριν από λίγο. Αυτό ήταν και το πρώτο σημάδι ότι μπορούσε να χαμογελάσει. Για μια στιγμή, είχε φανεί τελείως διαφορετικός από τον άντρα ο οποίος είχε επιδείξει ως τώρα κάθε άλλο παρά φιλικά συναισθήματα. Κάποια στιγμή, ο Σιμόν σταμάτησε και τους έδειξε μια τεθλασμένη γραμμή στην απέναντι βουνοπλαγιά της ρεματιάς, λίγο πιο χαμηλά. «Αυτό είναι ένα από τ’ αρχαία μονοπάτια». Ο Σιμόν είχε ένα ζευγάρι μικρά κιάλια κρεμασμένα στο λαιμό του. Τα ξεκρέμασε και τα έδωσε στην Κάσια. Καθώς τα δάχτυλά του άγγιξαν τα δικά της, εκείνη ένιωσε να την κυριεύει η ίδια έξαψη που είχε νιώσει το προηγούμενο βράδυ όταν της φίλησε το χέρι. Ήταν σαν μια ηλεκτρική εκκένωση μικρής ισχύος. Περπάτησαν για καμιά ώρα κι έπειτα έκαναν ένα πεντάλεπτο διάλειμμα για νερό και ξεκούραση. «Τον Απρίλιο, εδώ θα είναι ο παράδεισος του βοτανολόγου», είπε ο Σιμόν κι έδειξε την πυκνή βλάστηση γύρω του. Η Κάσια βρήκε την ευκαιρία να βάλει λίγη αντιηλιακή κρέμα στη 192


μύτη της. Σκέφτηκε να δώσει το σωληνάριο στον Τζακ, αλλά το μετάνιωσε. Πιθανόν να είχε ήδη βάλει κάτι για προστασία, πριν φύγουν. Όταν ξεκίνησαν πάλι, ο Τζακ μπήκε μπροστά και άρχισε να περπατάει σε πιο γρήγορο ρυθμό. Ο Σιμόν σταμάτησε και κοίταξε την Κάσια. «Είστε εντάξει μ’ αυτόν το ρυθμό;» «Είμαι μια χαρά, ευχαριστώ». Η θερμοκρασία ανέβαινε σταθερά όλο το πρωί. Και ήταν χειμώνας. Δεν ήταν παράξενο που εδώ επιβίωναν μόνο τα πιο ανθεκτικά φυτά. Ο δυνατός ήλιος του καλοκαιριού θα έκαιγε τα πάντα πάνω σ’ αυτές τις γυμνές βουνοπλαγιές. Κάθισαν να φάνε κάτω από τη σκιά ενός βράχου. Οι πλάτες των δυο αντρών ήταν μούσκεμα στον ιδρώτα στα σημεία που ακουμπούσαν τα σακίδια. Γδύθηκαν και οι δυο από τη μέση κι επάνω κι άπλωσαν τα ρούχα τους στον ήλιο για να στεγνώσουν. Η Κάσια είχε ήδη βγάλει το αδιάβροχο της και είχε μετανιώσει που δεν είχε φορέσει το μαγιό της αντί για στηθόδεσμο. «Πώς απέκτησες αυτό το μαύρισμα;» ρώτησε ο Τζακ τον Σιμόν, καθώς ξετύλιγαν το φαγητό τους. Το δικό του στήθος ήταν λευκό όπως και τα πόδια του. Το στήθος του Σιμόν, όμως, ήταν ηλιοκαμένο όπως το πρόσωπο και τα πόδια του. «Τα Χριστούγεννα ήμουν στις Σεϋχέλλες. Ένας φίλος μου ζει εκεί Το νησί του -το Πράσλιν- είναι ό,τι πρέπει για ιστιοπλοΐα και για ψάρεμα. Μόνο που δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα να κάνεις, εκτός κι αν είσαι ζωγράφος, όπως ο φίλος μου». «Δε μ’ αρέσουν τα τροπικά μέρη. Δεν μπορώ την υγρασία», είπε ο Τζακ. «Τα Χριστούγεννα ήμουν στον Καναδά. Με κάλεσε ένας φιλαράκος από τη Λεγεώνα. Τώρα δουλεύει σαν φύλακας... Παντρεύτηκε, έκανε οικογένεια. Ήταν ζεστά και όμορφα μέσα στο σπίτι του. Έξω όμως, έκανε τόσο κρύο που πάγωνε το...» «Ο Τζακ υπηρέτησε στη Γαλλική Λεγεώνα των Ξένων», τον διέκοψε ο Σιμόν. «Για πόσο καιρό; Πέντε χρόνια δεν ήταν;» «Δέκα», απάντησε ο Τζακ. «Έχει και η Ισπανία μια Λεγεώνα, αλλά δε στρατολογεί ξένους πια», συνέχισε ήρεμα ο Σιμόν. «Ποτέ δεν υπήρχαν πολλοί ξένοι στη Λεχιόν Εστρανχέρα». Η Κάσια αναρωτήθηκε αν ο Σιμόν επενέβη για το χατίρι της ή για να σταματήσει τον Τζακ πριν πει κάτι για το οποίο θα μετάνιωνε. Ο Τζακ ήταν πολύ χοντροκομμένος για να αντιληφθεί ότι η γλώσσα του ήταν κατάλληλη για στρατώνα και όχι για γυναίκες όπως η Κάσια και η Λάουρα. «Ο φίλος σου είναι Γαλλοκαναδός;» 193


Ο Τζακ ένευσε αρνητικά. «Μίλησε τη γλώσσα από την πρώτη κιόλας μέρα. Εγώ χρειάστηκα περισσότερο. Βάζω στοίχημα ότι τώρα μιλάω καλύτερα από τους καθηγητές μου, που νόμιζαν ότι δε μου έκοβε στο σχολείο». Μετά το φαγητό, ξεκίνησαν πάλι και σε λίγο η Κάσια αντιλήφθηκε ότι η δεξιά αρβύλα της τη χτυπούσε στη φτέρνα. Ήθελε να ρωτήσει τον Τζακ αν στις πρώτες βοήθειες είχε κάποιο τσιρότο για να το βάλει πάνω στο πονεμένο σημείο, όταν ξαφνικά ο Σιμόν φώναξε: «Στάσου, Τζακ!» Ο Τζακ κοντοστάθηκε κι έκανε μεταβολή. «Τι τρέχει;» «Μου φάνηκε ότι άκουσα κουδούνια». Αφουγκράστηκαν για μια στιγμή και διέκριναν ένα πνιχτό κουδούνισμα από κάπου εκεί κοντά. «Θα πρέπει να βόσκουν πρόβατα εδώ γύρω», είπε ο Τζακ. «Αμφιβάλλω. Όχι σ’ αυτό το υψόμετρο. Οι βοσκοί κάθονται πιο χαμηλά. Νομίζω πως θα συναντήσουμε μερικά μεγαλύτερα ζώα». «Εννοείτε ταύρους;» ρώτησε η Κάσια, μάλλον ανήσυχη. «Είτε ταύρους ή τις μαμάδες και τις αδερφές τους... οι οποίες είναι επίσης αξιοσέβαστα ζώα. Μη φοβάστε, θα είναι κι ο βοσκός μαζί τους. Θα πάω μπροστά να του πω δυο κουβέντες». Ο Σιμόν προσπέρασε τον Τζακ και πέρασε ανάμεσα από δυο απόκρημνους βράχους που έφτιαχναν κάτι σαν πύλη για τη διπλανή κοιλάδα. «Καλύτερα αυτός παρά εγώ», είπε ο Τζακ μόλις πλησίασε η Κάσια. «Οι αγελάδες μπορούν να γίνουν πιο επικίνδυνες από τους ταύρους, απ’ ό,τι έχω ακούσει». Κι εγώ το ξέρω, αλλά αν ήμουν στη θέση σου, δε θα μιλούσα, μονολόγησε σιωπηλά η Κάσια. Είχε την αίσθηση ότι ο ίδιος δε φοβόταν, αλλά υπέθετε ότι εκείνη είχε τρομοκρατηθεί και δοκίμαζε τα νεύρα της. «Δεν έτυχε ν’ ακούσω ποτέ για ισπανικά βοοειδή που επιτέθηκαν σε οδοιπόρους», του είπε ήρεμα. «Δε θα το άκουγες, έτσι κι αλλιώς. Αυτά τα νέα δε φτάνουν στις εφημερίδες. Δεν κάνουν καλό στον τουρισμό», απάντησε εκείνος και χαμογέλασε με κακία. Ήταν προφανές ότι προσπαθούσε να την πανικοβάλει. Η Κάσια αισθάνθηκε ότι ο καλύτερος τρόπος για να τον αντιμετωπίσει ήταν ένα καυστικό σχόλιο που χρησιμοποιούσε συνήθως ο πατέρας της για να χαρακτηρίσει μια ανοησία. Αφού το είπε, δεν περίμενε να δει την αντίδρασή του. Τον προσπέρασε και ακολούθησε τον Σιμόν, ανάμεσα στους δυο βράχους. Η 194


κοιλάδα που απλωνόταν μπροστά της παρουσίαζε μια γαλήνια εικόνα. Μόνο που τα ζώα που βοσκούσαν σ’ αυτή, δεν ήταν απλά βοοειδή, αλλά ταύροι -απ’ αυτούς που κυνηγούν και τραυματίζουν τον κόσμο στα πανηγύρια, απ' αυτούς που βλέπει κανείς στην αρένα. Μόνο ένα από τα ζώα είχε κρεμασμένο κουδούνι. Ήταν μια μεγάλη αγελάδα που στεκόταν μακριά από τ’ άλλα ζώα, όχι μόνο επειδή οι κινήσεις της έκαναν το κουδούνι που είχε κρεμασμένο στο λαιμό της να χτυπάει, αλλά και επειδή ήταν μια παρδαλή αγελάδα με λευκές και καφέ κηλίδες μέσα σ’ ένα κοπάδι όπου, εκτός από δυο καφέ αγελάδες με τα μοσχαράκια τους, όλα τα υπόλοιπα κεφάλια ήταν μαύρα. Τα ζώα ήταν σκορπισμένα σε όλο το μήκος της κοιλάδας. Δεν υπήρχε τρόπος να τ’ αποφύγουν. Ανάμεσά τους ξεχώριζε ένας πολύ μεγάλος ταύρος - αναμφίβολα ο αρχηγός του κοπαδιού- ο οποίος έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την Κάσια. Η σκέψη και μόνο ότι έπρεπε να περάσει δίπλα του της έφερε ένα σφίξιμο στο στομάχι. Όμως, ο Σιμόν είχε δίκιο. Υπήρχε ένας βοσκός ο οποίος είχε δει τον Σιμόν να πλησιάζει και σηκώθηκε για να τον προϋπαντήσει. Αφού αντάλλαξαν μερικές κουβέντες, οι δυο άντρες πλησίασαν την Κάσια και τον Τζακ. Ο Σιμόν τους σύστησε το βοσκό. «Θα μας συνοδεύσει για να περάσουμε», είπε. «Τα ζωντανά δεν είναι άγρια συνήθως όταν βόσκουν, αλλά εδώ πάνω δε βλέπουν άλλο άνθρωπο εκτός από το βοσκό». Η Κάσια διέσχισε το κοπάδι με το βοσκό επικεφαλής και μ’ ένα στιβαρό άντρα στο κάθε πλευρό της. Παρ’ όλα αυτά, ήταν μια εμπειρία που δε θα ήθελε να επαναλάβει. Σε κάθε της βήμα, ένιωθε πάνω της το βλέμμα του μεγάλου ταύρου που παρακολουθούσε τις κινήσεις τους. Αυτό την έκανε να σεβαστεί περισσότερο από κάθε άλλη φορά τους άντρες που είχαν το θάρρος να μονομαχήσουν μ’ ένα τόσο τρομερό ζώο. Ο βοσκός φαινόταν χαρούμενος που είχε βρει κάποιον για να μιλήσει κι έτσι καθυστέρησαν λίγο, για να τελειώσει ο Σιμόν την κουβέντα τους. Ύστερα, τον ευχαρίστησαν, αντάλλαξαν και πάλι χειραψίες και τράβηξαν το δρόμο τους. Οκτακόσια μέτρα πιο κάτω, το κάψιμο στο πόδι της Κάσια από την άρβυλα είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορο. Σκέφτηκε όμως ότι, όπου να ’ταν, θα σταματούσαν για νερό και τότε θα έβρισκε την ευκαιρία να μπει πίσω από ένα θάμνο για να ρίξει μια ματιά στη φτέρνα της. Ίσως ένα κομμάτι ύφασμα να ήταν καλύτερη λύση από το τσιρότο. Δεν ήθελε να αποκαλύψει ότι είχε πρόβλημα. Δυστυχώς, κανείς από τους δυο άντρες δεν έδειχνε πρόθυμος να κάνει στάση. Ο Σιμόν δεν την κοιτούσε πια όπως το πρωί. Υπέθετε, 195


προφανώς, ότι σ’ αυτό το έδαφος μπορούσε κι εκείνη να παρακολουθήσει τους ρυθμούς τους. Ο Τζακ περπατούσε μπροστά και ο Σιμόν ακριβώς πίσω του. Μιλούσαν γι’ αυτοκίνητα και, στα κατηφορικά σημεία της διαδρομής, πήγαιναν πολύ γρήγορα. Οι σόλες των παπουτσιών τους ήταν σχεδιασμένες για τέτοια βραχώδη εδάφη. Η Κάσια ανακάλυψε ότι έπρεπε να συγκεντρωθεί αν δεν ήθελε να χάσει την ισορροπία της ή να γλιστρήσει πάνω σε κανένα βράχο. Μαζί με τη φτέρνα της, άρχισαν να την πονούν και οι μηροί της ύστερα από αρκετές ώρες καταπόνησης στην οποία δεν ήταν συνηθισμένη. Έσφιξε τα δόντια της και συνέχισε, αποφασισμένη να τους το κρύψει. Ώσπου να επιστρέψουν στο χωριό, ο πόνος είχε γίνει αβάσταχτος. Μέχρι τώρα είχε καταφέρει να περπατάει, χωρίς να κουτσαίνει ή να μορφάζει. Όταν όμως ο Τζακ πρότεινε να πιουν καφέ στο καφενείο του χωρίου, η Κάσια παραλίγο να βογκήξει. Δεν είχε καμιά διάθεση να βγει από το Ρέιντζ Ρόβερ και να πάει σε κάποιο καφενέ, γεμάτο καπνούς από τσιγάρα, άντρες με αγριοφωνάρες και μια τηλεόραση να παίζει στη διαπασών. «Νομίζω πως η Κάσια προτιμάει να πιει κάτι παγωμένο στην αυλή του σπιτιού», είπε ο Σιμόν. «Φαίνεστε κουρασμένη». «Μου άρεσε πολύ», είπε εκείνη, «αλλά δε βλέπω την ώρα να κάνω ένα ντους και να βγάλω αυτές τις αρβύλες. Είναι πολύ πιο βαριές από τ’ αθλητικά και τα πέδιλα που φοράω συνήθως». «Εγώ φοράω αρβύλες σχεδόν πάντα. Νιώθω πιο άνετα μ’ αυτές», είπε ο Τζακ και ξεκλείδωσε το αυτοκίνητο. «Καθίστε εσείς μπροστά στο γυρισμό, Κάσια», είπε ο Σιμόν. Ένιωσε απέραντη ανακούφιση όταν κάθισε. Η φουσκάλα στη φτέρνα της την πονούσε ακόμη, αλλά όχι τόσο όσο πριν που περπατούσε. *** Μια ώρα αργότερα, η Κάσια βρέθηκε μόνη στο δωμάτιό της. Έβγαλε πρώτα την αριστερή αρβύλα και ύστερα, με σφιγμένα δόντια, τη δεξιά. Μετά από συμβουλή του Τζακ, είχε φορέσει δυο ζευγάρια κάλτσες. Ένα ζευγάρι άσπρες βαμβακερές από μέσα και μάλλινες καφέ από πάνω. Και οι δυο κολλούσαν στο πίσω μέρος της φτέρνας της. Αυτό που είδε όταν τράβηξε προσεκτικά την άσπρη κάλτσα την έκανε να μορφάσει από αηδία. Είχε ξαναβγάλει μικρές φουσκάλες στο παρελθόν, αλλά αυτή ήταν τεράστια. Είχε σπάσει μάλιστα και 196


τώρα αιμορραγούσε. Αφού σκέφτηκε μερικά λεπτά, αποφάσισε ότι το πρώτο που της χρειαζόταν ήταν ένα αναζωογονητικό ντους. Ύστερα, θα φορούσε τ’ ανοιχτά σανδάλια της και θα πεταγόταν ως το φαρμακείο για ν’ αγοράσει γάζες. Δεν ήθελε ούτε να βλέπει την πληγή ώσπου να γιατρευτεί. Από τότε που θυμόταν τον πατέρα της, ζητούσε πάντα συμβουλές από φαρμακοποιούς και όχι από γιατρούς. Κατά τη γνώμη του, οι φαρμακοποιοί γνώριζαν σχεδόν όσα και οι γιατροί, ενώ οι συμβουλές τους ήταν δωρεάν. Ένιωσε νοσταλγία για τον πατέρα της και αναστέναξε. Ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος, αλλά υπήρχαν φορές που της έλειπε και βίωνε ένα σχεδόν πραγματικό πόνο. Αυτή ήταν μια απ' αυτές τις φορές. Το οδυνηρό τραύμα στη φτέρνα της τής θύμιζε όλες εκείνες τις φορές που είχε τραυματιστεί όταν ήταν παιδί και την είχε φροντίσει ο πατέρας της. Βγήκε από το μπάνιο του πρώτου ορόφου και αφού δεν είδε κανέναν, άρχισε να κουτσαίνει προς το δωμάτιό της. Ο Σιμόν και ο Τζακ είχαν δωμάτια στο δεύτερο όροφο και η κύρια σκάλα βρισκόταν στην άλλη πλευρά του κτιρίου. Έτσι, δεν είχαν κανένα λόγο να περάσουν έξω από το δωμάτιό της καθ’ οδόν για -ή προς το δικό τους. Τρόμαξε όταν άκουσε τη φωνή πίσω της. «Τι στο διάβολο έκανες στη φτέρνα σου, κοπέλα μου;» Η Κάσια έβγαλε μια άναρθρη κραυγή κι έκανε μεταβολή. «Τι κάνεις; Με παρακολουθείς;» φώναξε. «Ερχόμουν να πάρω τις αρβύλες σου. Οι καινούριες αρβύλες χρειάζονται λίπος». Ο Τζακ φορούσε ένα καθαρό, άσπρο μπλουζάκι και μαύρο τζιν παντελόνι. Δεν τον είχε ακούσει να έρχεται γιατί ήταν ξυπόλυτος. «Τι λίπος;» «Λίπος για δερμάτινα αντικείμενα και ρούχα. Αδιαβροχοποιεί τα παπούτσια και τα μαλακώνει. Πόση ώρα περπατούσες μ’ αυτή τη ματωμένη φουσκάλα στη φτέρνα σου;» «Φαίνεται χειρότερο απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Δεν υπάρχει λόγος να γίνει θέμα». «Αστειεύεσαι; Είναι σαν ωμή μπριζόλα. Αν δεν το περιποιηθείς κατάλληλα, μπορεί να μολυνθεί. Καλύτερα να έρθεις στο δωμάτιό μου για να σου το φτιάξω λίγο». «Αν μου δανείσεις το κουτί με τις πρώτες βοήθειες, θα το κάνω μόνη μου». «Εγώ θα το κάνω καλύτερα. Έχω κάποια εμπειρία στις πρώτες βοήθειες. Εσύ έχεις;» 197


«Όχι, αλλά δε χρειάζεται παρά κοινή λογική». «Αν είχες έστω και ελάχιστη απ’ αυτή, δε θα είχες καταντήσει έτσι το πόδι σου. Πάντως, έχεις κότσια. Αυτό σου το αναγνωρίζω. Οι περισσότερες γυναίκες θα είχαν βάλει τα κλάματα πολύ πριν φτάσει σ’ αυτό το σημείο». Αιφνιδιάζοντάς τη για άλλη μια φορά, την πήρε στα χέρια και τη σήκωσε από το έδαφος. «Δε χρειάζεται να με μεταφέρεις!» διαμαρτυρήθηκε εκείνη. «Έτσι όπως περπατούσες, μάλλον το αντίθετο έδειχνες». Την ακούμπησε στο στήθος του. «Βάλε το μπράτσο σου γύρω από το λαιμό μου». Φορούσε ένα καθαρό σλιπάκι κάτω από τη λεπτή βαμβακερή ρόμπα της, αλλά ο στηθόδεσμος είχε μείνει στο δωμάτιό της. Ευτυχώς, το νεσεσέρ της είχε ένα γαντζάκι για να το περνάς στον καρπό. Έτσι κατόρθωσε να πιαστεί με το ένα χέρι από το λαιμό του Τζακ, ενώ με το άλλο κρατούσε σφιχτά τη ρόμπα της για να μην ανοίξει. «Αν ήσουν στο λόχο μου, στη Λεγεώνα, θα έπρεπε να σε αντικαταστήσω τώρα», είπε ο Τζακ. «Έχουν γυναίκες στρατιώτες και στη Γαλλική Λεγεώνα τώρα;» τον ρώτησε με δυσπιστία. «Νόμιζα πως ήταν το τελευταίο προπύργιο της αρσενικής αλληλεγγύης». «Είναι... και θα είναι πάντα», δήλωσε ο Τζακ με ικανοποίηση. «Οι γυναίκες είναι άχρηστες σαν στρατιώτες. Ο στρατός είναι ένας κόσμος για άντρες». «Υπάρχουν αρκετοί στρατοί που στρατολογούν και γυναίκες», σχολίασε εκείνη. «Δε θα υπηρετούσα ποτέ σ’ έναν τέτοιο στρατό. Η μάχη είναι αντρική υπόθεση. Οι γυναίκες θα έπρεπε να κάνουν τις νοσοκόμες και άλλες τέτοιες δουλειές». Η Κάσια κατέληξε ότι ανάμεσα στους άντρες φαλλοκράτες ο Τζακ κατείχε περίοπτη θέση. Ήταν ιδρυτικό στέλεχος. Εκείνη δεν είχε σκοπό να προσπαθήσει να του βάλει στο μυαλό μερικές λιγότερο απαρχαιωμένες ιδέες. Ίσως να το έκαναν τα κορίτσια που θα έρχονταν στο σπίτι. Ίσως ανάμεσά τους να βρίσκονταν και μερικές φεμινίστριες, που θα κατόρθωναν να τον αλλάξουν, αν και αμφέβαλλε πολύ ότι θα το πετύχαιναν. Άνθρωποι σαν αυτόν δεν έπαιρναν από λόγια. Είχαν μια στατική αντίληψη των πραγμάτων και κανένα επιχείρημα δεν μπορούσε να κλονίσει τις πεποιθήσεις τους. «Νόμιζα πως στη Λεγεώνα ο στρατιώτης μαθαίνει ν’ αγνοεί τους μικροτραυματισμούς», του είπε καθώς έφτασαν στις σκάλες. «Εξαρ-

198


τάται από τις συνθήκες. Σε ώρα μάχης, μπορεί να είναι αναγκασμένος, αλλά αυτό που έκανες εσύ ήταν απλώς ηλίθιο». Εκείνη του απάντησε στα γαλλικά. «Πρόσεχε τη γλώσσα σου, σε παρακαλώ, λοχία. Δεν είμαι στρατιώτης σου. Δεν μπορεί να τα έχεις όλα δικά σου. Αν μας θέλετε κυρίες, θα πρέπει να θυμόσαστε να μας συμπεριφέρεστε σαν τζέντλεμαν». Εκείνος δέχτηκε καλοπροαίρετα την επίπληξη. «Δεν ήξερα ότι μιλάς γαλλικά. Πού τα έμαθες... στο σχολείο;» «Όπως κι εσύ, αναγκάστηκα να τα μάθω. Ο πατέρας μου ήταν καλλιτέχνης. Ζήσαμε μερικά χρόνια στη Γαλλία, κυρίως κοντά στα σύνορα με την Ισπανία». Ανεβαίνοντας τα σκαλιά δυο δυο, ο Τζακ έφτασε στην κορυφή της σκάλας χωρίς εμφανή προσπάθεια. Δε θα μπορούσε να το κάνει οποιοσδήποτε άντρας. Η Κάσια αναρωτήθηκε ποιος θα νικούσε, αν για κάποιο λόγο αναγκάζονταν να παλέψουν ο Σιμόν και ο Τζακ. Ο Τζακ ήταν πιο γεροδεμένος και γνώριζε προφανώς όλα τα κόλπα για μάχη σώμα με σώμα. Όμως ο Σιμόν ήταν ένας πολύ δυνατός άντρας με πανούργο μυαλό. Τουλάχιστον, αυτή την εντύπωση έδινε. Θα σκεφτόταν πιο γρήγορα από τον Τζακ κι έτσι θα τον νικούσε. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα του, ο Τζακ είπε: «Άνοιξε τη, σε παρακαλώ». Η Κάσια άφησε τη ρόμπα της και γύρισε το πόμολο. Εκείνος την ακούμπησε δίπλα στο κρεβάτι. «Ξάπλωσε μπρούμυτα για να μπορώ να βλέπω τη φτέρνα σου». Εκείνη δίστασε για μια στιγμή και ύστερα έβγαλε τις σαγιονάρες της και έκανε αυτό που της είπε. Στηρίχτηκε στους αγκώνες της και γύρισε το κεφάλι της για να τον παρακολουθεί, καθώς έφερνε ένα μεγάλο πλαστικό κουτί, σαν αυτά που βάζουν μέσα τα εργαλεία. Το ακούμπησε δίπλα στο πόδι του κρεβατιού κι έπειτα κατευθύνθηκε στο νεροχύτη. Περνώντας δίπλα από την πόρτα, την έκλεισε μ’ ένα σπρώξιμο. Αυτή η κίνηση προκάλεσε στην Κάσια μια σχετική ανησυχία. Γιατί να κλείσει την πόρτα, αν το μόνο που έχει στο μυαλό του είναι να περιποιηθεί το τραύμα μου; αναρωτήθηκε.

199


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6 Η Κάσια προσπάθησε να διατηρήσει την ηρεμία της. Την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι οι άλλοι δυο κάτοικοι του σπιτιού βρίσκονταν αρκετά μακριά και οι εργάτες είχαν ήδη σχολάσει. Παρατήρησε επίσης ότι το δωμάτιο του Τζακ ήταν σχεδόν ίδιο με το δικό της. Ενώ όμως εκείνη είχε επιχειρήσει να δώσει ένα προσωπικό ύφος στο δικό της, βάζοντας μια σπανιόλικη εσάρπα πάνω στο κρεβάτι και μερικές φωτογραφίες στην κορνίζα του καθρέφτη, αυτό το δωμάτιο δεν είχε καμιά προσωπικότητα. Τα μόνα αντικείμενα που πρόδιδαν ότι κάποιος κοιμόταν εδώ ήταν η οδοντόβουρτσα και τα ξυριστικά του πάνω στο γυάλινο ραφάκι του νιπτήρα, καθώς κι ένα περιοδικό, ένα βιβλίο κι ένας λαστιχένιος φακός πάνω στο κομοδίνο. Όλα τα υπόλοιπα βρίσκονταν τακτοποιημένα στα ντουλάπια και στα συρτάρια. Η Κάσια κοίταξε τον τίτλο του βιβλίου: Αναρρίχηση στην Παταγονία. Το περιοδικό είχε τίτλο Ψηλά και υπότιτλο Σπορ του Βουνού. Ο Τζακ έπλυνε τα χέρια του, που θα πρέπει να ήταν ήδη καθαρά. Καθώς τη μετέφερε, η Κάσια είχε μυρίσει το φρέσκο άρωμα του σαπουνιού του. Αν τα μαλλιά του ήταν μακρύτερα, θα ήταν υγρά όπως και τα δικά της. Ο Τζακ έπιασε μια καρέκλα και την ακούμπησε δίπλα στο κρεβάτι. «Κατέβα πιο κάτω, σε παρακαλώ. Τόσο όσο χρειάζεται για να εξέχει το πόδι σου από το κρεβάτι». Εκείνη υπάκουσε, αφού σφήνωσε τη ρόμπα της κάτω απ’ τα γόνατά της. Ήταν σαν να φορούσε μια κοντή φούστα, αλλά κάτω από αυτές τις συνθήκες, ένιωθε εκτεθειμένη. Κατεβάζοντας τη ρόμπα της, όμως, μόνο την προσοχή του μπορούσε να τραβήξει. «Θα σου βάλω αντισηπτικό», της είπε. «Εντάξει. Ό,τι πεις εσύ». Παρ’ όλο που τα χέρια του ήταν τεράστια, το άγγιγμά του ήταν επιδέξιο και απαλό. «Θα πρέπει να φοράς τσόκαρα ώσπου να επουλωθεί. Ξέρεις ποια λέω; Εκείνα με τις χοντρές σόλες, ανοιχτά από πίσω». «Σαμπό», είπε η Κάσια. «Αυτά που φοράνε οι νοσοκόμες στα νοσοκομεία. Δεν ξέρω αν μπορώ να βρω εδώ γύρω. Έτσι κι αλλιώς, δεν 200


αξίζει τον κόπο. Θα γιατρευτεί πολύ γρήγορα». «Από ηλιθιότητα έφτασες σ’ αυτή την κατάσταση... αλλά πρέπει ν’ αναγνωρίσω το θάρρος και την αντοχή σου. Τα κατάφερες καλύτερα απ’ ό,τι περίμενα. Δε φαίνεσαι δυνατή και γενναία, αλλά μάλλον είσαι». Για πρώτη φορά ακουγόταν φιλικός. «Μα την αλήθεια, αυτό ήταν φιλοφρόνηση», είπε με σκωπτικό ύφος η Κάσια, ενώ τον κοιτούσε πάνω απ’ τον ώμο της. Ο Τζακ την αντάμειψε μ’ ένα από τα σπάνια χαμόγελά του. «Μην πάρουν τα μυαλά σου αέρα, πιτσιρίκα». Ξαφνικά, αισθάνθηκε βέβαιη ότι ο Τζακ δε θα έκανε τίποτα απρόσκλητος. Εκείνη τη στιγμή, κάποιος χτύπησε την πόρτα. «Εμπρός», είπε ο Τζακ. Η πόρτα άνοιξε και ο Σιμόν εμφανίστηκε στο κατώφλι. Το ένα φρύδι του ανασηκώθηκε όταν είδε την Κάσια στο κρεβάτι. «Θέλεις να δεις τι έκανε αυτή η ανόητη μικρή στο πόδι της;» τον ρώτησε ο Τζακ. Η Κάσια δεν αντιλήφθηκε καμιά αλλαγή στην ατμόσφαιρα, αλλά κατάλαβε αμέσως ότι ο εργοδότης τους είχε δυσαρεστηθεί πολύ που τη βρήκε εκεί, μολονότι δεν το έδειχνε. Τα παγωμένα κύματα που της έστελνε ήταν σχεδόν απτά. Ο Σιμόν πλησίασε για να εξετάσει την πληγή. «Δεν αποκτάς τέτοια φουσκάλα σε πέντε λεπτά, Κάσια. Γιατί δεν είπατε ότι είχατε πρόβλημα;» «Δεν είχα αντιληφθεί ότι ήταν τόσο σοβαρό». «Κουφιοκέφαλη, αλλά παίρνει δέκα στην τόλμη», είπε ο Τζακ. «Όχι από μένα», αντέδρασε ο Σιμόν. «Δε μ’ αρέσουν καθόλου οι αυτοτραυματισμοί. Θα χρειαστεί τουλάχιστον μια εβδομάδα για να επουλωθεί». Ύστερα, ξεχνώντας τι είχε έρθει να κάνει στο δωμάτιο του Τζακ, έφυγε και άφησε την πόρτα ανοιχτή. Ο Τζακ παρέμεινε σιωπηλός για λίγο και η Κάσια το ίδιο. Μετά, εκείνος τη χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Μπορείς να σηκωθείς τώρα. Θα το ξανακοιτάξω αύριο». «Σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ», είπε εκείνη. Ύστερα γύρισε προσεκτικά, ανακάθισε στο κρεβάτι και ακούμπησε τα πόδια της στο πάτωμα. Όλη η δεξιά φτέρνα της ήταν δεμένη με μια μεγάλη γάζα. «Στη διάθεσή σου», αποκρίθηκε ο Τζακ, ενώ είχε αρχίσει να τακτοποιεί τα πράγματα που χρησιμοποίησε στο κουτί. «Πρέπει να μάθουμε τι είδους υπηρεσίες υπάρχουν εδώ γύρω. Μπορεί κάποιο από

201


τα παιδιά να χρειαστεί επαγγελματική ιατρική φροντίδα. Θα το ελέγξω το πρωί». Η Κάσια επέστρεψε στο δωμάτιό της. Πριν ντυθεί, στέγνωσε τα μαλλιά της με το πιστολάκι. Είχε ένα προαίσθημα ότι ο Σιμόν δεν είχε πει την τελευταία του λέξη πάνω στο θέμα. Κατέβηκε για να βοηθήσει τη Λάουρα με το δείπνο, αλλά εκείνη της είπε ότι το δείπνο είχε αναβληθεί για μια ώρα, διότι η «εξοχότης του» είχε βγει έξω. Προτιμούσε ν’ αναφέρεται στον Σιμόν με τους τύπους. Δεν της άρεσε να χρησιμοποιούν οι άλλοι το μικρό του όνομα και η ίδια τον αποκαλούσε πάντα δον Σιμόν. Η Λάουρα είχε εξηγήσει στην Κάσια ότι, ενώ οι δούκες στην Ισπανία ήταν όλοι ευγενείς, δεν ίσχυε το ίδιο και για τους μαρκήσιους. Και μια και ήταν τόσο απλός ο Σιμόν, ήταν πολύ εύκολο να ξεχάσει κανείς ότι ο τίτλος της «εξοχότητας» ήταν πολύ παλιός και ένδοξος, είχε προσθέσει η Λάουρα και είχε στραβοκοιτάξει τον Τζακ, του οποίου οι τρόποι δεν είχαν τον απαραίτητο σεβασμό, κατά τη γνώμη της. Τα πρώτα που ανακαινίστηκαν ήταν η κουζίνα και η διπλανή τραπεζαρία. Δεν είχαν τοποθετηθεί ακόμη τα τραπέζια και οι πάγκοι στην τραπεζαρία, αλλά υπήρχαν μερικές πολυθρόνες, συγκεντρωμένες γύρω από το γωνιακό τζάκι. Ο Τζακ είχε φέρει μερικά κούτσουρα ελιάς από τ’ αποθέματα που είχε αφήσει ο προηγούμενος διαχειριστής κι έτσι, τη στιγμή που μπήκε ο Σιμόν, μια χαρούμενη λάμψη ξεπηδούσε από τις φλόγες. Κάθονταν γύρω από το τζάκι κι έπιναν κρασί, ενώ πάνω στο μάτι της κουζίνας υπήρχε ένα μεγάλο τηγάνι που έβγαζε γαργαλιστικές μυρωδιές. «Μια χαρά βολευτήκατε», είπε ο Σιμόν. «Κάνει πολύ κρύο έξω. Μου είπαν μάλιστα ότι υπάρχει και μια κατάρα -αυτή την εποχή έχει πάντα άσχημο καιρό. Το καλό είναι ότι συνήθως δεν κρατάει πάνω από τρεις τέσσερις μέρες». «Θα πιεις ένα ποτηράκι κρασί, χέφε;» τον ρώτησε ο Τζακ. «Η μήπως κάτι δυνατότερο;» «Το κρασί είναι ό,τι πρέπει». Ο Σιμόν άνοιξε το δερμάτινο σακάκι του και έβγαλε ένα πακέτο που έμοιαζε με κουτί από παπούτσια. Ύστερα το έδωσε στην Κάσια. «Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε απορημένη. «Αν το ανοίξετε, θα δείτε». Υπήρχε κάτι αιχμηρό στο ύφος του. Μπορεί στους άλλους να μη γινόταν αντιληπτό, αλλά σ’ εκείνη ήταν. Καταλάβαινε ότι εκείνος ήταν ακόμη ενοχλημένος μαζί της. Η Κάσια άνοιξε το κουτί, σήκωσε ένα χαρτί και ανακάλυψε ένα 202


ζευγάρι σαμπό, σε σκούρο μπλε χρώμα, κατάλληλα ακόμη και για έξοδο. «Δεν μπορείτε να περιφέρεστε μ’ αυτά τα λαστιχένια πραγ-ματάκια αυτή την εποχή», είπε εκείνος. Προφανώς, θα είχε προσέξει τις σαγιονάρες της στο δωμάτιο του Τζακ. «Δε βγήκατε ειδικά για να μου πάρετε αυτά, έτσι δεν είναι;» τον ρώτησε. Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Πέρασα κι από το βενζινάδικο. Είπατε στο μαγαζί που αγοράσαμε τις αρβύλες ότι φοράτε συνήθως το τριάντα εφτά νούμερο. Λογικά, θα πρέπει να σας κάνουν. Δοκιμάστε τα». Η Κάσια έβγαλε τις ροζ παντόφλες που φορούσε κι έβαλε τα σαμπό με τη σόλα από φελλό. «Ταιριάζουν τέλεια. Ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους σας». Δεν τον ρώτησε πόσο έκαναν. Η τιμή θα υπήρχε πάνω στο κουτί. Θα έβαζε λοιπόν τα χρήματα σ’ ένα φάκελο και θα τον έριχνε κάτω από την πόρτα του. «Ντε νάδα», απάντησε εκείνος και άρχισε να μιλάει με τον Τζακ. Η Λάουρα είχε αγοράσει κόκας από το φούρνο. Έμοιαζαν με μικρές πίτσες και είχαν συνήθως φέτες ντομάτας και κόκκινο πιπέρι από πάνω. Καμιά φορά είχαν και μικρά κομματάκια αντσούγιας ή ό,τι άλλο βρισκόταν στο φούρναρη. Η Λάουρα είχε βάλει και μερικά δικά της υλικά και τα είχε σερβίρει σε δίσκους σαν ορεκτικά. Μετά τα ορεκτικά, ακολούθησε ένα γαλλικό πιάτο με χοιρινό, πατάτες και μανιτάρια με άσπρη σάλτσα από σκόρδο. Κατά τη διάρκεια του φαγητού, ο Σιμόν συζητούσε με τους άλλους δυο, αλλά όχι και με την Κάσια. Η συμπεριφορά του της δημιουργούσε σύγχυση. Ήταν τουλάχιστον παράξενη. Νωρίτερα το απόγευμα, είχαν φέρει τα δυο πλυντήρια πιάτων και τα είχαν εγκαταστήσει ήδη. Όταν το δείπνο τελείωσε, ο Σιμόν είπε: «Αν θέλεις, βοήθησε τη Λάουρα να βάλει τα πιάτα στα πλυντήρια, Τζακ. Πρέπει να μιλήσω ιδιαιτέρως με την Κάσια. Θα τα πούμε στο γραφείο, Κάσια». Εκείνη τον ακολούθησε. Πρέπει να πάψω να αισθάνομαι σαν κοριτσάκι που πάει στο γυμνασιάρχη για τιμωρία, σκέφτηκε. Δεν έκανα τίποτα κακό. Έκανε κρύο στο υπόλοιπο σπίτι. Στο γραφείο, ο Σιμόν έβαλε σε λειτουργία ένα ηλεκτρικό καλοριφέρ και ύστερα της έκανε νόημα να καθίσει. Έπειτα μισοκάθισε στο γραφείο με το ένα του πόδι κρεμασμένο. Ήταν μια χαρακτηριστική στάση. Η Κάσια είχε παρατηρήσει ότι, 203


όταν μιλούσε στους εργάτες, καθόταν συχνά με τα δάχτυλα χωμένα στις πίσω τσέπες του. Αντίθετα με τους περισσότερους Ισπανούς, δεν έκανε χειρονομίες όταν μιλούσε. Τώρα καθόταν με το ένα χέρι στην τσέπη και το άλλο πάνω στο μηρό του. «Την ημέρα που σας πήρα από τη Γρανάδα, σας είπα ότι ο σενιόρ Αλβαρες με κατέστησε υπεύθυνο για σας», άρχισε να της λέει. «Μου είπε πως είστε περισσότερο συνεσταλμένη από τους συνομήλικούς σας και ότι είστε άπειρη σε ό,τι αφορά τους άντρες και τις διασκεδάσεις. Ό,τι γνωρίζατε για ίο σεξ, μου είπε, ήταν θεωρητικό και προερχόταν από βιβλία και από συζητήσεις με τις συναδέλφους σας. Δεν πίστευε ότι είχατε κάποια προσωπική εμπειρία. Αφότου σας βρήκα στην κρεβατοκάμαρα του Τζακ, αναρωτιέμαι αν κατέχετε πραγματικά τη θεωρία γύρω απ’ αυτό το θέμα». I I Κάσια στεκόταν απέναντι του με ανασηκωμένο το πιγούνι. «Ο Τζακ με πήγε στο δωμάτιο του για να περιποιηθεί τη φτέρνα μου. Ίσως εσείς να ρίχνεστε σε όλες τις γυναίκες που μπαίνουν στο δωμάτιό σας, αλλά δε νομίζω πως πέρασε από το μυαλό του Τζακ κάτι τέτοιο». «Να είστε σίγουρη ότι πέρασε. Το ότι δεν έκανε τίποτα δείχνει απλώς ότι έχει περισσότερο μυαλό από σας. Αν δεν είχα έρθει, ίσως και να είχε κάνει κάτι γι’ αυτό. Ένα κορίτσι ξαπλωμένο σ’ ένα κρεβάτι, με μια λεπτή ρόμπα και τίποτ’ άλλο, αποτελεί μεγάλη δοκιμασία για έναν άντρα. Ιδιαίτερα για κάποιον άντρα σαν τον Τζακ, ο οποίος βρίσκεται στην ακμή του και που, ίσως, να μην έχει κυλιστεί στο χορτάρι εδώ και πολύ καιρό». Η Κάσια πετάχτηκε όρθια. «Αυτή την εικόνα έχετε για μας, λοιπόν; Νομίζετε πως κυλιόμαστε στο χορτάρι με την ίδια άνεση που θα τρώγαμε ή θα πίναμε; Αν ο κόσμος ήταν φτιαγμένος στα μέτρα σας, θα ήμαστε όλοι σκλάβοι και παλλακίδες». «Χάνετε την ψυχραιμία σας για το τίποτα. Δεν είχα καμιά πρόθεση ν’ ακούσω τον εξάψαλμο σχετικά με την ισότητα των ανθρώπων κι όλες αυτές τις αηδίες. Προσπαθούσα απλώς να σας εξηγήσω ότι οι περισσότεροι άντρες που μένουν μόνοι είναι συνήθως πεινασμένοι για σεξ. Γι' αυτό, λοιπόν, δεν είναι δίκαιο ούτε και λογικό το να ξυπνάτε ανάγκες που δεν πρόκειται να τις ικανοποιήσετε. Η μητέρα σας ίσως να σας τα εξηγούσε αυτά τα πράγματα. Αλλά ο πατέρας σας μάλλον δε σας μιλούσε γι’ αυτά». «Ο πατέρας μου ήταν ένα φωτεινό παράδειγμα για το πώς συμπεριφέρονται οι αξιοπρεπείς άντρες σε μια γυναίκα... με σεβασμό και μ’ ενδιαφέρον... δεν τις βλέπουν σαν παιχνίδια». «Σε γενικές γραμμές, οι άντρες προσφέρουν στις γυναίκες τη με-

204


ταχείριση που εκείνες προκαλούν με τη συμπεριφορά τους. Αν περπατήσετε στο δρόμο κουνιστή, με μια μίνι φούστα και με βαθύ ντεκολτέ, θα κερδίσετε τα σφυρίγματά τους και μερικά χυδαία σχόλια. Αν ντυθείτε με περισσότερη ευπρέπεια, αλλά είστε όμορφη, τότε θα ξανακούσετε τα σφυρίγματα, χωρίς σχόλια, όμως. Το γεγονός ότι πήγατε στο δωμάτιο του Τζακ με τη ρόμπα σας ήταν παρεξηγήσιμο. Θα έπρεπε να είχατε ντυθεί πρώτα». «Δεν πήγα στο δωμάτιό του. Ήθελα να πάω στο φαρμακείο για τις πρώτες βοήθειες. Ο Τζακ με πέτυχε την ώρα που έβγαινα από το μπάνιο. Κούτσαινα και επέμεινε να με μεταφέρει. Δεν είχα και πολλές επιλογές». Ο Σιμόν την κοίταξε επίμονα. «Ήταν τόσο συναρπαστικό;» «Με γλίτωσε από πολύ πόνο, αφού δε χρειάστηκε ν' ανεβώ μόνη μου τις σκάλες». «Δεν απαντήσατε στην ερώτησή μου. Ήταν συναρπαστικό;» «Δεν καταλαβαίνω την ερώτησή σας. Πώς είναι δυνατόν να είναι συναρπαστικό ένα τραυματισμένο πόδι;» «Δεν ήταν και σπασμένο. Δε νομίζω πως η φτέρνα σας πονούσε τόσο πολύ, ώστε να αγνοήσετε το γεγονός ότι ο Τζακ σας φόρτωσε στον ώμο του σαν άνθρωπος των σπηλαίων». «Ήταν απλώς ευγενικός... όπως άλλωστε κι εσείς όταν πήγατε στο χωριό για να μου αγοράσετε τα σαμπό». «Καθίστε κι ακούστε με», είπε ήρεμα ο Σιμόν. «Ο Τζακ έχει αλλάξει γνώμη για σας. Σήμερα το πρωί, ήσαστε απλώς ένα εμπόδιο γι’ αυτόν, θα προτιμούσε να σας αφήναμε πίσω. Ίσως να το είχατε καταλάβει». Εκείνη ένευσε καταφατικά. «Σήμερα, λοιπόν, παρ’ όλο που συμπεριφερθήκατε σαν ‘κουφιοκέφαλη’, όπως σας χαρακτήρισε, δείξατε επίσης ότι έχετε θάρρος μια αρετή που ο Τζακ θαυμάζει περισσότερο απ’ όλες. Αυτό θα μπορούσε να δημιουργήσει προβλήματα». «Δεν είναι προτιμότερο να έχουν καλές σχέσεις οι υπάλληλοί σας;» «Καλές σχέσεις, ναι. Όχι όμως και στενές. Γνωρίζω περισσότερα για τον Τζακ απ’ όσα εσείς. Τίποτα που να μην τον τιμά, αλλά... μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και η ζωή του ως τώρα ήταν σκληρή και μοναχική. Σας το λέω αυτό για να καταλάβετε ότι, κάτω από το τραχύ παρουσιαστικό του, μπορεί να είναι πολύ ευάλωτος. Δε θέλω να σας ερωτευτεί, πράγμα που πολύ εύκολα μπορεί να συμβεί». Η Κάσια ξαφνιάστηκε. Έμεινε σιωπηλή για λίγο πριν μιλήσει. «Δε νομίζω πως είναι πιθανό. Δεν είμαι ο τύπος του». 205


«Ποιος είναι ο τύπος του;» «Δεν το ξέρω, πάντως, σίγουρα δεν είμαι εγώ». «Συμφωνώ μαζί σας, αλλά... αυτό δε θα το εμποδίσει να συμβεί. Πολύ συχνά, οι άντρες ερωτεύονται γυναίκες που δεν είναι κατάλληλες γι’ αυτούς. Και οι γυναίκες το ίδιο κάνουν. Αν δεν τον έχετε γνωρίσει ακόμη, σας λέω ότι ο έρωτας είναι σαν μπουρίνι μέσα στη θάλασσα. Βγάζει τους ανθρώπους από το δρόμο τους και μπορεί να τους κάνει μεγάλη ζημιά». «Μιλάτε από προσωπική εμπειρία;» «Όχι. Από παρατήρηση και μόνο. Έχω φίλους οι οποίοι είναι παντρεμένοι κι ευτυχισμένοι, αλλά έχω κι άλλους που σέρνουν πίσω τους μια σειρά από καταστροφές. Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά ανάμεσά τους. Οι μεν...» Εκείνη τη στιγμή, χτύπησε το τηλέφωνο. «Με συγχωρείτε ένα λεπτό», είπε. Ύστερα σήκωσε το ακουστικό. «Λέγετε!» Ύστερα από μια μικρή παύση, ζήτησε από το συνομιλητή του να περιμένει και γύρισε στην Κάσια. «Αυτό το τηλεφώνημα θα μου πάρει λίγη ώρα. Θα συνεχίσουμε αύριο την κουβέντα μας. Είχατε μια δύσκολη και κουραστική ημέρα. Πηγαίνετε να ξαπλώσετε. Καληνύχτα». Καθώς η Κάσια έβγαινε από το γραφείο του, τον άκουσε να μιλάει στα ιταλικά. Η γλώσσα είχε πολλές ομοιότητες με τα ισπανικά κι έτσι η Κάσια νόμισε ότι άκουσε τα εξής: «Όχι, δε διακόπτεις κάτι σημαντικό. Το ξέρεις ότι πάντα χαίρομαι ν’ ακούω τη φωνή σου». *** «Τι ήθελε να σου πει ο δον Σιμόν χτες το βράδυ;» τη ρώτησε η Λάουρα στο πρωινό, την επόμενη μέρα. «Με κατσάδιασε, επειδή δεν είπα νωρίτερα ότι με είχε χτυπήσει το παπούτσι», είπε η Κάσια. «Ηταν πολύ ανόητο εκ μέρους σου. Στο τέλος, όμως, απέκτησες ένα ωραίο ζευγάρι καινούρια παπούτσια». «Δε μου τα έκανε δώρο. Τα πλήρωσα». «Σου ζήτησε εκείνος να τα πληρώσεις;» «Όχι. Έβαλα τα χρήματα σ' ένα φάκελο και τον έριξα κάτω από την πόρτα του, πριν πέσω για ύπνο». «Προσωπικά, αν δε μου έλεγε τίποτα, θα τα δεχόμουν σαν δώρο. Έχει μεγαλύτερη οικονομική άνεση από μας», είπε η Λάουρα. «Κολυμπάει στο χρήμα. Αν θέλεις τη γνώμη μου, αυτό που κάνουμε εδώ θα τον γλιτώσει από αρκετούς φόρους. Πιστεύεις πραγματικά ότι

206


ενδιαφέρεται για νεαρούς απόβλητους και για τους ανήλικους εγκληματίες; Εγώ, όχι. Γιατί να ενδιαφερθεί; Αν είχα γεννηθεί πλούσια, δε θ’ ανησυχούσα για τον υπόλοιπο κόσμο. Θα συγκεντρωνόμουν στην καλοπέρασή μου». «Γιατί δέχτηκες αυτή τη θέση, αφού το εγχείρημα αυτό δε σ’ ενδιαφέρει;» «Δεν είπα ότι δε μ’ ενδιαφέρει. Αυτόν τον ενδιαφέρει, όμως; Ίσως, στην αρχή. Αργότερα θα βαρεθεί. Όταν οι πλούσιοι ενδιαφέρονται για το κοινό καλό, το κάνουν για το συμφέρον τους. Υπάρχει μεγάλη διαφθορά στους υψηλά ιστάμενους σ’ αυτή τη χώρα», πρόσθεσε η Λάουρα. Αργότερα, όταν η Κάσια σκεφτόταν αυτές τις παρατηρήσεις, αναγκάστηκε να παραδεχτεί ότι η πρώτη της εντύπωση για τον Σιμόν αυτή του πλεϊμπόι και του γυναικά- δε συμβάδιζε καθόλου με το ρόλο του φιλάνθρωπου. Αν όμως εκείνος δεν είχε εμφανιστεί στο ξενοδοχείο με την Ίζα Σάντσες, η Κάσια δε θα είχε αυτή την εντύπωση. Οι σκέψεις της γι’ αυτό τον άντρα ήταν αντιφατικές και παράξενες. Ανυπομονούσε να συνεχίσουν την κουβέντα που είχαν αφήσει στη μέση το προηγούμενο βράδυ. Ήθελε να μάθει για τη διαφορά ανάμεσα στους ευτυχισμένους και τους δυστυχισμένους γάμους των φίλων του. Την κατάλληλη στιγμή, θα του το υπενθύμιζε. Μόνο που η κατάλληλη στιγμή δεν εμφανίστηκε εκείνη την ημέρα ούτε την επόμενη, καθώς ο μαρκήσιος ανακοίνωσε ότι θα γύριζε στη Μαδρίτη. Πριν φύγει, αντάλλαξαν δυο κουβέντες. «Θυμηθείτε αυτό που σας είπα. Μην είστε πολύ διαχυτική με τον Τζακ. Μην επιτρέψετε στην περιέργεια να σας οδηγήσει σε λάθος δρόμο. Διότι εκεί θα καταλήξει το πράγμα, αν τον αφήσετε να προχωρήσει. Συμβαίνει στα περισσότερα κορίτσια την πρώτη τους φορά. Δεν το κάνουν επειδή έχουν ανάγκη να κάνουν σεξ. Ούτε επειδή είναι ερωτευμένες. Το κάνουν επειδή ανυπομονούν να μάθουν περί τίνος πρόκειται». Ο Σιμόν είχε γράψει έναν κατάλογο με πράγματα που έπρεπε να γίνουν κατά την απουσία του. Αλλά η Κάσια δεν περίμενε ότι θα της έδινε και συμβουλές για τη συμπεριφορά της. «Συνήθως καταλήγει σε μια μεγάλη απογοήτευση», συνέχισε εκείνος. «Γι’ αυτό, μην αφήσετε τον Τζακ να σας μυήσει». «Δεν έχω ανάγκη από τέτοιου είδους παρατηρήσεις... εξοχότατε. Δε βγήκα μόλις από το μοναστήρι, παρ’ όλο που φαίνεται να το πιστεύετε. Σε σύγκριση με τους περισσότερους ανθρώπους στην ηλικία μου, είμαι αρκετά περπατημένη». «Αν το εννοείτε γεωγραφικά, θα συμφωνήσω μαζί σας. Όχι όμως 207


και συναισθηματικά. Δε θα ξαφνιαζόμουν, αν μάθαινα πως δε σας έχει φιλήσει κανείς ως τώρα», πρόσθεσε και χαμογέλασε. «Και βέβαια μ’ έχουν φιλήσει!» είπε με περιφρόνηση η Κάσια. «Έτσι;» Πήρε το πρόσωπο της στη ζεστή του παλάμη ναι της ανασήκωσε το κεφάλι. Έπειτα, ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Για μια στιγμή, παρέμεινε ακίνητος και η καρδιά της κόντεψε να σπάσει. Ύστερα, τα χείλη του κινήθηκαν τόσο απαλά και αργά, αλλά και τόσο ερεθιστικά που η αντίδρασή της τη σάστισε και την τρομοκράτησε παράλληλα. Ο Σιμόν ανασήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Γνώριζε φαινόταν στα μάτια του- ακριβώς αυτό που ένιωθε η Κάσια εκείνη τη στιγμή. Της το είχε προκαλέσει εκείνος, άλλωστε. «Όχι. Όχι έτσι», της είπε με σκωπτική διάθεση. «Αντιός, τσίκα». *** Οι συνέπειες του φιλιού του την ακολουθούσαν συνεχώς, αφότου εκείνος έφυγε. Η Κάσια το σκεφτόταν όταν έπεσε για ύπνο. Ύστερα τον είδε στο όνειρό της και όταν ξύπνησε, το άλλο πρωί, αναρωτιόταν αν εκείνος θα επέστρεφε την ίδια μέρα. Κατάλαβε ότι τον είχε ερωτευτεί. Ήταν βαθύ, τρελό και ανόητο αυτό που ένιωθε. Τελείως ανόητο. Οι πιθανότητες που είχε μαζί του ήταν αμελητέες. Κατά την απουσία του, η φτέρνα της επουλώθηκε αρκετά. Κάθε πρωί, στο πρόγευμα, ο Τζακ έφερνε μαζί του το κουτί με τις πρώτες βοήθειες και της άλλαζε τη γάζα. Μέσα σε μια εβδομάδα, δε χρειαζόταν πια τη γάζα, παρ’ όλο που το σημείο ήταν ακόμη ευαίσθητο κι εκτεθειμένο σε μολύνσεις. Το επόμενο σαββατόβραδο, ο Τζακ βγήκε έξω. Πριν φύγει, είπε ότι την επόμενη μέρα, αν ο καιρός ήταν καλός, θα πήγαινε για μπάνιο στη θάλασσα. «Αυτή την εποχή! Θα πρέπει να είσαι τρελός», αναφώνησε η Λάουρα. «Γνώρισα έναν παππού στο χωριό σήμερα το πρωί -ένα Γερμανό ο οποίος κολυμπάει όλο το χρόνο. Είναι εβδομήντα τόσων ετών. Αφού μπορεί εκείνος, μπορώ κι εγώ. Θα ήθελες να έρθεις, Κας;» Η ιδέα μιας εκδρομής στη θάλασσα ήταν πολύ δελεαστική. Είχε πολύ καιρό να πάει στη θάλασσα. «Ναι, σ’ ευχαριστώ. Αλλά δεν υπόσχομαι ότι θα κολυμπήσω αν το νερό είναι κρύο». «Νομίζω ότι είναι ανώφελο να προσκαλέσω κι εσένα», είπε ο Τζακ στη Λάουρα. «Θα έρθει η φίλη μου από το Μπενιδόρμ και θα περάσουμε τη 208


μέρα εδώ. Νοικιάζει ένα μικρό αυτοκίνητο όταν έρχεται για διακοπές. Έτσι, μπορεί να πάμε καμιά βόλτα. Θέλετε να πάρετε φαγητό μαζί σας ή θα φάτε έξω;» «Κάπου θα βρούμε να φάμε», είπε ο Τζακ. «Συμφωνείς, Κάσια;» «Πολύ καλά», απάντησε εκείνη. *** Ξεκίνησαν γύρω στις εννιά το άλλο πρωί. Ως εκείνη την ώρα, η πρωινή ομίχλη είχε διαλυθεί πάνω από τ’ αμπέλια και όλα έδειχναν ότι θ’ ακολουθούσε μια ζεστή μέρα. «Πήρες το μαγιό σου;» ρώτησε ο Τζακ καθώς άφηναν πίσω τους το χωριό. «Ναι, αλλά έχει αρχίσει και διαλύεται. Θα πρέπει ν’ αγοράσω καινούριο για το καλοκαίρι. Μου άρεσε πάρα πολύ το κολύμπι όταν ζούσαμε στο σκάφος. Αλλά αυτό ήταν πολύ καιρό πριν. Μεγάλωσες κοντά στη θάλασσα;» Εκείνος ένευσε αρνητικά. «Δεν την είδα ποτέ όσο ήμουν παιδί. Έμαθα να κολυμπάω σε μια κλειστή πισίνα όπου το νερό βρομούσε χλώριο κι έκανε τα μάτια να τσούζουν. Όμως, μ όλους εμάς καθημερινά εκεί μέσα, φαντάζομαι πως θα βρομούσε χειρότερα χωρίς τα χημικά...» Η Κάσια γέλασε. «Έχω δει αρκετούς ενήλικες να σηκώνονται από την πετσέτα τους στην παραλία, να μπαίνουν στο νερό για δυο λεπτά και ύστερα να ξαναβγαίνουν. Είναι ολοφάνερο τι κάνουν». «Αυτό δε μ’ ενοχλεί. Άλλη είναι η ρύπανση που μ’ ανησυχεί. Πάντως, ο γέρος που μου σύστησε την παραλία κολυμπάει εκεί εδώ και χρόνια και είναι ακμαιότατος». Ο δρόμος περνούσε μέσα από τη γειτονική ρεματιά και κατά μήκος ενός ξεροπόταμου. Ολόγυρα υπήρχαν αμυγδαλιές φορτωμένες με άνθη. Μερικά ήταν ροζ, ενώ άλλα ήταν άσπρα. Η Κάσια ήξερε ότι σύντομα η εφήμερη ομορφιά των λουλουδιών θα έδινε τη θέση της στα πράσινα φύλλα και στους χνουδωτούς καρπούς, που σύντομα θα γίνονταν κανονικά αμύγδαλα. Σήμερα όμως, όπως και για τις επόμενες δυο εβδομάδες περίπου, το άγονο αυτό τοπίο είχε τις ομορφιές του. Αργότερα, την άνοιξη, θα έμοιαζε περισσότερο με Βόρεια Ευρώπη. «Πού έμαθες κολύμπι;» ρώτησε ο Τζακ. «Δεν μπορώ να θυμηθώ. Πιθανότατα, κάπου στην Ελλάδα, Ο πατέρας μου έλεγε ότι κολυμπούσα πριν αρχίσω να περπατάω. Τα μωρά που ζουν σε βάρκα πρέπει να μαθαίνουν να επιπλέουν από πολύ νωρίς». 209


«Τώρα είσαι μόνη σου, έτσι δεν είναι;» «Μπορεί να ζουν οι παππούδες μου, αλλά δεν ξέρω πού είναι». «Υποθέτω ότι κι εγώ θα έχω παππούδες σε κάποιο μέρος. Δεν μπορεί να είναι όλοι πεθαμένοι. Πάντως, εγώ δεν ξέρω ούτε ποιοι ήταν οι γονείς μου». Ακολούθησε μια σύντομη παύση. «Όταν ήμουν παιδί, μου στοίχιζε που δεν είχα οικογένεια. Τώρα δε με απασχολεί πια. Οι οικογένειες δεν είναι πάντα ό,τι καλύτερο μπορεί να σου τύχει. Μερικές φορές, τα μέλη τους μπορεί να μισιούνται». «Οι οικογένειες στην Ισπανία είναι πιο δεμένες απ’ ό,τι αλλού», είπε η Κάσια. «Πάντα ζηλεύω όταν τους βλέπω σε πικνίκ τις Κυριακές. Οι γιαγιάδες να κανακεύουν τα μωρά και οι άντρες να ετοιμάζουν την παέγια, ενώ οι γυναίκες τους φλυαρούν στη σκιά και τα μεγαλύτερα παιδιά τρέχουν ολόγυρα». Ο Τζακ δεν απάντησε. Ύστερα από μερικές κλειστές στροφές, ο ορίζοντας άνοιξε. Ο δρόμος τους διασταυρωνόταν με το μεγάλο αυτοκινητόδρομο της ανατολικής ακτής. Αυτό θύμισε στην Κάσια το ταξίδι της από τη Γρανάδα ως εδώ. Αναρωτήθηκε αν ο Σιμόν θα ενέκρινε το ότι εκείνη δέχτηκε την πρόσκληση του Τζακ. Αν δε δεχόταν όμως, θα ήταν αναγκασμένη να περάσει την ημέρα της με τη Λάουρα και τη φίλη της. Η παραλία για την οποία είχε ακούσει ο Τζακ ήταν ένας μικρός, βραχώδης όρμος, στη ρίζα δυο πελώριων, κόκκινων βράχων. Βρισκόταν στο τέρμα μιας μεγάλης ακτής, κοντά στην πόλη Χαβέα. Η πόλη ήταν ένα χιλιόμετρο πιο μέσα, αλλά είχε επεκταθεί προς την ακτή και είχε γίνει ένα ακόμα τουριστικό θέρετρο, πιο ήσυχο από το Μπενιδόρμ. Στο πίσω μέρος του όρμου, υπήρχε μια βεράντα η οποία ανήκε σε μια καφετερία. Προς το παρόν, όμως, ήταν κλειστή κι έτσι η παραλία ήταν όλη δική τους. «Φαντάζομαι ότι οι περισσότεροι κοιμούνται ακόμη. Είναι νωρίς. Σε καμιά ώρα... Η θάλασσα δείχνει πανέμορφη, τι λες κι εσύ;» «Προκλητική, θα έλεγα», αποκρίθηκε η Κάσια, ενώ θαύμαζε τ’ αστραφτερά, γαλαζοπράσινα νερά. «Θα την ελέγξω», είπε ο Τζακ. Αντί για αρβύλες, σήμερα φορούσε ένα ζευγάρι σανδάλια με λαστιχένιες σόλες. Περπάτησε μέχρι εκεί που έσκαγε το κύμα και σήκωσε τα μπατζάκια του πριν αφήσει τη θάλασσα να του βρέξει τα πόδια. «Δεν είναι πολύ άσχημα τα πράγματα», είπε. «Δε λέω πως είναι ζεστή, αλλά δε θα κρυώνεις... αφού πέσεις μέσα». «Μπορεί να μπω αργότερα. Θα μείνουμε όλο το πρωί, έτσι δεν είναι;» 210


«Έλεγα να τρώγαμε μεσημεριανό εδώ. Τα καλοκαίρια, μου είπε ο γέρος, σερβίρουν παέγια εδώ πιο πέρα, κάτω από ένα κιόσκι από καλάμια. Αυτή την εποχή, όμως, δεν είναι ανοιχτό». Ενώ μιλούσε, κατέβασε το φερμουάρ του παντελονιού του. Φορούσε ήδη ένα μαύρο μαγιό. Σε δευτερόλεπτα ήταν έτοιμος να μπει μέσα. «Ορίστε... εμπρός λοιπόν!» Με τα σανδάλια στα πόδια, άρχισε να μπαίνει περπατώντας στο νερό. Όταν η θάλασσα είχε φτάσει ως τους μηρούς του, σήκωσε τα χέρια του στον αέρα και βούτηξε κάτω από το νερό. Έμεινε από κάτω για αρκετά δευτερόλεπτα και βγήκε στην επιφάνεια μ’ ένα χαρακτηριστικό τίναγμα του κεφαλιού. Ίσως να ήταν συνήθεια, σκέφτηκε η Κάσια, από τότε που είχε μακριά μαλλιά. Το κεφάλι του, που έμοιαζε σχεδόν φαλακρό όταν τον συνάντησε την πρώτη φορά, τώρα έδειχνε λιγότερο ερημωμένο. Ο Τζακ άρχισε να κολυμπάει ενεργητικά προς την κατεύθυνση ενός κόκκινου αντικειμένου που επέπλεε στην επιφάνεια, τριακόσια μέτρα πιο μέσα. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο Τζακ ήταν πολύ καλός κολυμβητής, αλλά κολυμπούσε κάπως άτσαλα. Η Κάσια διαισθανόταν ότι ο Σιμόν θα είχε περισσότερο στυλ στην κίνησή του. Άνοιξε την τσάντα της κι έβγαλε από μέσα μια πετσέτα κι ένα ολόσωμο μαύρο μαγιό, από την εποχή που ήταν ακόμη δεκαπέντε ετών. Από την τελευταία φορά που το είχε φορέσει, οι αναλογίες της είχαν αλλάξει. Η μέση της ήταν πιο λεπτή τώρα και οι καμπύλες της περισσότερο... στρογγυλές. Φορούσε ένα άσπρο βαμβακερό μπλουζάκι και μια φαρδιά μπλε φόρμα. Εφόσον δεν υπήρχε ακόμη κανένας τριγύρω, έβγαλε τη φόρμα της και φόρεσε το μαγιό της ως τη μέση. Ενώ ξεκούμπωνε το σουτιέν της, ο Τζακ σταμάτησε να κολυμπάει και γύρισε προς το μέρος της. Την ίδια στιγμή, η Κάσια ένιωσε τον ήλιο να χαϊδεύει τα γυμνά στήθη της. Ο Τζακ σήκωσε τα χέρια και τη χαιρέτησε. Η Κάσια δεν είχε γδυθεί ποτέ σε δημόσιο χώρο -ούτε καν στην παραλία- αλλά ο Τζακ ήταν πολύ μακριά για να διακρίνει κάτι κι έτσι δεν ένιωσε αμηχανία. Τον χαιρέτησε κι εκείνη κι έπειτα φόρεσε το μαγιό και έβαλε λίγη αντιηλιακή κρέμα στους ώμους της και στην πλάτη. Στο πρόσωπο και στα χέρια είχε βάλει πριν ξεκινήσουν. Δεν είχε μαζί της πλαστικά παπούτσια κι έτσι άρχισε να περπατάει ξυπόλυτη. Οι πέτρες της ακτής έκαναν το βάδισμα πολύ δύσκολο και οδυνηρό. Ανίκανη να τρέξει και να βουτήξει απευθείας στη θάλασσα, άρχισε να προχωράει σιγά σιγά προς τα μέσα, πατώντας πάνω 211


σε κοφτερές, γλιστερές πέτρες. Όταν επιτέλους μπόρεσε να βουτήξει ολόκληρη στο παγωμένο νερό, έβγαλε μια κραυγή αγωνίας. «Είναι πολύ ωραία... αφού μπεις μέσα. Έτσι δεν είναι;» τη ρώτησε ο Τζακ όταν συναντήθηκαν εκατό μέτρα πιο μέσα. «Πρέπει να υπάρχει μια όμορφη μικρή παραλία εκεί κάτω», πρόσθεσε και της έδειξε με τον αντίχειρα στο τέλος του όρμου. «Πάμε να την εξερευνήσουμε, τι λες;» Η κρυμμένη παραλία είχε αμμουδιά. «Ο γερο-Φριτς-ή όπως αλλιώς λέγεται- έρχεται εδώ για να βγάλει το μαγιό του και να κάνει ηλιοθεραπεία στον πισινό του. Μην ανησυχείς. Δεν πρόκειται να κάνω το ίδιο», είπε ο Τζακ και χαμογέλασε πλατιά. Ύστερα ξάπλωσε μπρούμυτα πάνω στην άμμο και ακούμπησε στους αγκώνες του. Η Κάσια κάθισε δίπλα του και κοίταξε τη θέα από αυτή τη διαφορετική οπτική γωνία. Στη μέση της ακτής, πάνω σ’ ένα χαμηλό λόφο, υπήρχε ένα δασάκι με φοινικόδεντρα. «Αναρωτιέμαι τι θέλουν αυτά εκεί κάτω», είπε κι έδειξε το δασάκι. «Είναι μάλλον αστείο μέρος για φοινικόδεντρα». «Εκεί είναι η κύρια παραλία. Οι φοίνικες μπήκαν για να φτιαχτεί ο κήπος σ’ ένα μοντέρνο περίπτερο. Ο Φριτς είπε ότι μπορούμε να γυρίσουμε από το δρόμο που περνάει πίσω από κείνους τους χαμηλούς λόφους», αποκρίθηκε ο Τζακ και της έδειξε μια δασώδη περιοχή διάσπαρτη με άσπρες βίλες. «Δεν κρυώνεις τώρα, έτσι δεν είναι;» Ύστερα ανακάθισε πάνω στην άμμο και ακούμπησε το χέρι του στην πλάτη της. Η Κάσια είχε την αίσθηση ότι ο Τζακ ήθελε να τη φιλήσει.

212


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7 Είτε το ένστικτο της Κάσια έκανε λάθος ή ο Τζακ επέλεξε να μη λειτουργήσει απερίσκεπτα. Έτσι, απάντησε μόνος του στην ερώτηση. «Μπα... είσαι ζεστή σαν να βγήκες από το φούρνο». Ύστερα τράβηξε το χέρι του και ξάπλωσε πάλι στην άμμο με τα δυο του χέρια πίσω από το κεφάλι του. «Έπρεπε να φέρω μαζί μια μάσκα και βατραχοπέδιλα. Έχεις χαζέψει ποτέ το βυθό;» Η Κάσια ένιωσε ανακούφιση. «Σαν παιδί, ναι. Αλλά δεν το έχω κάνει εδώ και πολύ καιρό». Ξαφνικά, μια σκέψη την ανησύχησε. «Νομίζεις πως κάναμε καλά που αφήσαμε τα πράγματά μας; Όταν σε ακολούθησα, δεν πίστευα ότι δε θα τα βλέπαμε. Ίσως είναι καλύτερα να γυρίσω. Μπορεί να μας τα κλέψουν». «Ω Θεέ μου... έχεις δίκιο!» αναφώνησε ο Τζακ και πετάχτηκε όρθιος. «Η πιστωτική μου κάρτα είναι στο πορτοφόλι μου. Αν μου την κλέψουν, θα πρέπει να τηλεφωνήσω στην Αγγλία για να την μπλοκάρω, αλλά δεν έχω τον αριθμό μαζί μου. Θα πρέπει να γυρίσουμε στο σπίτι πρώτα». Σχεδόν αμέσως, βούτηξε στο νερό και άρχισε να κολυμπάει σαν μανιασμένος προς τα πίσω. Η Κάσια τον ακολουθούσε με κόπο, όχι πολύ μακριά του όμως, όταν μια φωνή την έκανε να σταματήσει. «Πανικός τέλος», φώναξε ο Τζακ. Εκείνη είδε ότι η καφετερία είχε ανοίξει κι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι καθόταν σ’ ένα τραπεζάκι στη βεράντα. Η παραλία ήταν ακόμη άδεια. Κολύμπησαν το υπόλοιπο της απόστασης χαλαρά, ο ένας δίπλα στον άλλον. Όταν το νερό έφτασε στο στήθος του, ο Τζακ πάτησε τα πόδια του στο βυθό. «Φοράω λαστιχένια παπούτσια ενώ εσύ όχι. Θα σε σηκώσω στα χέρια για να περάσεις από τις πέτρες». Αυτή τη φορά δεν ξαφνιάστηκε όταν ο Τζακ τη σήκωσε στα χέρια του, αλλά μάλλον ανησύχησε. Ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν σ’ επαφή μ’ ένα γυμνό αντρικό σώμα. Εκείνος την ακούμπησε δίπλα στα πράγματά τους. 213


«Ευχαριστώ», του είπε κι έσκυψε για να πάρει την πετσέτα της. Άθελά της, παρατήρησε ότι η επαφή τους είχε επηρεάσει και τον Τζακ. Εκείνος τύλιξε την πετσέτα του γύρω από τη μέση του και κάθισε κάτω. «Έχεις καπνίσει ποτέ;» τη ρώτησε. Η Κάσια σκούπιζε τα μαλλιά της. «Δοκίμασα μια φορά. Δε μου άρεσε». «Γενικώς, δεν αρέσει στον κόσμο. Τουλάχιστον, στην αρχή. Ύστερα το συνηθίζουν. Εγώ το έκοψα πριν από πέντε χρόνια. Μερικές φορές -όπως μετά το κολύμπι- νιώθω την επιθυμία ν’ ανάψω ένα. Αλλά δε θα το κάνω. Τώρα σέβομαι το σώμα μου περισσότερο απ’ ό,τι παλιά. Οι πιο πολλοί στρατιώτες πίνουν και καπνίζουν. Θα βρεις κάνα δυο που δεν το κάνουν, όχι όμως περισσότερους». «Μίλησέ μου για τον καιρό που ήσουν στη Λεγεώνα των Ξένων». «Λεζιόν Ετρανζέρ», τη διόρθωσε ο Τζακ. «Λοιπόν, υπηρέτησα για δυο πενταετίες. Δεν ήταν και λίγο. Όταν κατατάχτηκα, ήμουν ένα φαντασμένο παιδί που πετούσε τη σκούφια του για καβγά κι αυτοί μ’ έκαναν άντρα». «Αφού σου άρεσε, γιατί έφυγες;» «Μου άρεσε και μου λείπει», της είπε και κοίταξε τον ορίζοντα. «Στη ζωή όμως υπάρχουν κι άλλα πράγματα εκτός από το να είσαι πολεμιστής. Στη Λεγεώνα θα βρεις πραγματικά τους καλύτερους πολεμιστές, αλλά η ζωή είναι σαν σε μοναστήρι. Το μόνο που διαφέρει από τη ζωή του μοναχού είναι ότι ο λεγεωνάριος δεν ορκίζεται ν’ απέχει από τις γυναίκες», πρόσθεσε μ’ ένα φευγαλέο χαμόγελο. «Επιτρέπεται να παντρευτούν;» ρώτησε η Κάσια. «Επιτρέπεται. Μερικοί το κάνουν. Μπορεί, όμως, να λείπουν από τα σπίτια τους για μήνες. Είναι καλύτερα για το λεγεωνάριο να παραμείνει ανύπαντρος. Δεν είναι λίγες οι γυναίκες που θα ήταν πρόθυμες να πάνε με κάποιον που έχει τα διακριτικά της Λεγεώνας». Ύστερα γύρισε και την κοίταξε στα μάτια. «Όλα αυτά είναι ωραία όταν είσαι είκοσι ετών, αλλά ύστερα από λίγο δεν είναι πια αυτό που ζητάς. Θέλεις μια γυναίκα δική σου. Θέλεις κάποιον που θ’ αγαπάς και θα σ’ αγαπάει». Η δήλωση αυτή, από το στόμα ενός τόσο σκληρού άντρα, τη συγκίνησε. «Όλοι αυτό θέλουμε. Πόσων ετών κατατάχτηκες στη Λεγεώνα, Τζακ;» «Δεκαεφτά, αλλά έδειχνα μεγαλύτερος. Απολύθηκα πριν από τέσσερα χρόνια. Είμαι τριάντα ενός. Εσύ πόσο είσαι;» «Είκοσι δύο». 214


«Μερικές φορές φαίνεσαι μικρότερη... άλλες, πάλι, μεγαλύτερη», είπε εκείνος. «Ίσως επειδή είσαι ήσυχη. Οι περισσότερες κοπέλες κάνουν φασαρία. Δε μ’ αρέσουν όλα εκείνα τα κουτσομπολιά και τα χάχανα. Πάμε να πιούμε έναν καφέ;» *** Ήταν αργά το απόγευμα όταν επέστρεψαν στο χωριό. Η Λάουρα και η φίλη της ήταν ακόμη έξω. «Θα ήθελες μια κούπα τσάι;» ρώτησε η Κάσια. «Καλή σκέψη. Όση ώρα θα το ετοιμάζεις, εγώ θα ξεπλύνω τα πράγματά μας από τ’ αλάτι και θα τ’ απλώσω για να στεγνώσουν». «Το μαγιό μου δε θ’ αντέξει πολύ τρίψιμο», είπε η Κάσια. Έπιναν το τσάι τους και ο Τζακ έτρωγε ένα κομμάτι τυρί και ψωμί για να κρατηθεί μέχρι το δείπνο. «Θέλεις να δεις τις φωτογραφίες μου από τότε που ήμουν στους Αετούς;» τη ρώτησε. Η Κάσια νόμισε ότι θα έφερνε κάτω κάποιο άλμπουμ. «Ναι, φυσικά», απάντησε. «Τις έχω καρφιτσωμένες στην ντουλάπα, στο δωμάτιό μου. Ας βάλουμε λίγο συμπλήρωμα», είπε και έπιασε την τσαγιέρα. Η Κάσια θυμήθηκε την προειδοποίηση του Σιμόν και προσπάθησε να σκεφτεί μια ευγενική δικαιολογία για να τ’ αποφύγει. Όμως, δε βρήκε καμία. Ούτως ή άλλως, ο Τζακ δεν έχει τέτοια κίνητρα, σκέφτηκε. Ή μήπως είμαι αφελής; Δεν υπήρχε κανένας άλλος στο σπίτι. «Τι είναι οι Αετοί;» τον ρώτησε καθώς ανέβαιναν τις σκάλες. «Έχει να κάνει με τ’ αλεξίπτωτα;» «Είναι μια ειδική μονάδα. Είναι κάτι σαν την S.A.S. στην Αγγλία. Στο τέλος της βασικής εκπαίδευσής μου, έμαθα να πέφτω και με αλεξίπτωτα». Στο δωμάτιό του, άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας. Και στα δυο φύλλα της υπήρχαν κολλημένες φωτογραφίες από τη στρατιωτική του ζωή. «Σ’ αυτή τη φωτογραφία είναι το ξύλινο χέρι του καπιτέν Ντανζού. Είναι το πιο αξιοσέβαστο λείψανο της Λεγεώνας». Ενώ η Κάσια κοιτούσε το εξαίσια σκαλισμένο και γυαλισμένο αντικείμενο, ο Τζακ της έφερε μια καρέκλα για να καθίσει. Ύστερα άρχισε να της περιγράφει έναν-έναν τους συμπολεμιστές του. Ενώ της μιλούσε, η Κάσια άρχισε να καταλαβαίνει πόσο δεμένοι ήταν μεταξύ τους και πόσο του έλειπαν οι σύντροφοί του. Ήταν έτοιμη να τον ρωτήσει αν μπορούσε να καταταγεί και πάλι, όταν άκουσαν ένα θόρυβο από κάτω. 215


«Πρέπει να είναι η Λάουρα που επέστρεψε», είπε ο Τζακ. «Αυτό το φορούσες καθημερινά στο κεφάλι σου;» ρώτησε η Κάσια και του έδειξε τον πράσινο μπερέ που κρεμόταν στην πόρτα. Εκείνος τον ξεκρέμασε. «Ναι. Το κεπί μπλαν είναι για τις εξόδους και για τις παρελάσεις. Το φοράμε ελαφρά γερμένο προς τ’ αριστερά και όχι προς τα δεξιά όπως οι Βρετανοί». Ύστερα τον φόρεσε και ο μπερές έγινε ένα με το κεφάλι του. Η έκφρασή του έγινε απόμακρη, σάμπως η αίσθηση που του άφηνε να τον γυρνούσε πίσω, στον κόσμο εκείνο που είχε αφήσει και που του έλειπε. «Κολυμπούσατε, βλέπω», είπε μια φωνή από την πόρτα. Η Κάσια τινάχτηκε από το φόβο της. Δεν ήταν η Λάουρα. Ήταν ο Σιμόν. Ο Τζακ έβγαλε αμέσως τον μπερέ, σαν να ντράπηκε που τον είχαν συλλάβει να τον φοράει. Η Κάσια σηκώθηκε όρθια. Ένιωθε αμηχανία. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ ηλεκτρισμένη. «Α! Το περίφημο χέρι του καπιτέν Ντανζού», είπε ο Σιμόν ενώ κοιτούσε τη φωτογραφία. «Τον γνωρίζεις;» ρώτησε ξαφνιασμένος ο Τζακ. «Φυσικά», είπε ο Σιμόν. «Η μάχη του Καμερόνε είναι από τις πιο γνωστές στη σύγχρονη στρατιωτική ιστορία. Εξήντα άντρες, αντιμέτωποι με δυο χιλιάδες... και όταν στο τέλος ο Μεξικανός διοικητής ζήτησε από τους τελευταίους τρεις λεγεωνάριους να του παραδοθούν, εκείνος παρ’ όλο που ήταν τραυματισμένος δεν παραδίνονταν παρά μόνο αν τους επέτρεπαν να κρατήσουν τα όπλα τους και να φροντίσουν τους συντρόφους τους που ήταν σε χειρότερη κατάσταση από τους ίδιους. Τότε, ο Μεξικανός τους είπε: ‘Κανείς δεν μπορεί ν’ αρνηθεί οτιδήποτε σε τέτοιους άντρες’». Ενώ μιλούσε, η Κάσια κατάλαβε γιατί δεν τον είχαν ακούσει ν’ ανεβαίνει. Φορούσε ρούχα του τένις και λαστιχένια παπούτσια, πράγμα που σήμαινε ότι είχε αποφασίσει παρορμητικά να έρθει σήμερα στο Καστέλ. «Δε σας περιμέναμε», του είπε. «Η Λάουρα είναι ακόμη έξω με τη φίλη της. Όλοι φάγαμε έξω σήμερα. Έτσι θα πρέπει να φάτε κάτι κρύο για δείπνο... σας πειράζει;» «Κανένα πρόβλημα», απάντησε εκείνος και της έριξε μια φευγαλέα ματιά πριν ξαναστρέψει την προσοχή του στα ενθύμια του Τζακ. «Ο ιδρυτής και ήρωας της Ισπανικής Λεγεώνας των Ξένων ήταν ο στρατηγός Χοσέ Μιλάν Αστράι», είπε στον Τζακ. «Τραυματίστηκε πέντε φορές στη μάχη κι έχασε ένα πόδι κι ένα μάτι. Η πολεμική ιαχή του ήταν ‘βίβα λαμουερτε!' που θα πει ‘ζήτω ο θάνατος’. Δανείστηκε πολλές ιδέες από τη Γαλλική Λεγεώνα». 216


Η Κάσια κατάλαβε ότι ο Σιμόν ήταν θυμωμένος μαζί της. Ο Τζακ δεν ήταν σε θέση να το αντιληφθεί, αλλά εκείνη ήταν σίγουρη. Κάποια στιγμή που οι άντρες διέκοψαν την κουβέντα τους, άδραξε την ευκαιρία, ζήτησε συγνώμη και γλίστρησε έξω από το δωμάτιο. Δεν ήταν αναγκαία η επιστροφή του Σιμόν, για να θυμηθεί το φιλί που της είχε δώσει πριν φύγει. Το είχε συνεχώς στο μυαλό της από τη στιγμή που συνέβη. Για ποιο λόγο την είχε φιλήσει, δεν ήξερε. Η πιο λογική εξήγηση που μπορούσε να δώσει ήταν για να την πειράξει. Στο δωμάτιό της, ενώ άλλαζε ρούχα για το βράδυ, θυμήθηκε την αίσθηση του χεριού του πάνω στο πρόσωπό της και ύστερα τα χείλη του πάνω στα δικά της. Δεν ήταν το πρώτο της φιλί. Όταν ήταν δεκατεσσάρων ετών, ένας δεκαπεντάχρονος την είχε αιφνιδιάσει και την είχε φιλήσει, ενώ μάζευαν μαζί κοχύλια στην αμμουδιά. Από τότε, είχαν υπάρξει μια δυο φορές ακόμη. Το φιλί του Σιμόν, όμως, ήταν το πρώτο που την είχε κάνει ν’ ανυπομονεί για την επανάληψη. Είχε φορέσει μια κρεμ βαμβακερή μπλούζα, την μπλε φόρμα της και είχε προσθέσει κι ένα φουλάρι στο λαιμό της. Τότε ακούστηκε ένα χτύπημα στην πόρτα. Πλησίασε στην πόρτα και την άνοιξε. Ο Σιμόν φορούσε ακόμη τα ρούχα του τένις. Την κοιτούσε ανέκφραστος. «Πώς πήγαν τα πράγματα αυτές τις μέρες;» «Μια χαρά», απάντησε και έκανε ένα βήμα πίσω. «Περάστε». Εκείνος μπήκε στο δωμάτιο κι έριξε μια ματιά τριγύρω. Είδε τις αλλαγές που είχε κάνει η Κάσια. Είδε το σάλι πάνω στο κρεβάτι, τα μαξιλάρια, τα βιβλία και τα άλλα προσωπικά της αντικείμενα. «Δε θα καθίσετε;» τον ρώτησε, ενώ η ίδια είχε ήδη καθίσει σε μια καρέκλα. «Νομίζω πως ξέρω τι πρόκειται να μου πείτε». Η άλλη καρέκλα έτριξε καθώς εκείνος κάθισε πάνω της. Έβαλε το ένα του πόδι πάνω στ' άλλο και την κοίταξε. «Τι πρόκειται να πω;» «Νομίζω πως θα επαναλάβετε αυτά που μου είπατε και πριν... σχετικά με το ότι ήμουν στο δωμάτιο του Τζακ». «Για να είμαι ειλικρινής, όχι. Θα σπαταλούσα τα λόγια μου. Σας είπα τις σκέψεις μου. Εσείς επιλέξατε να τις αγνοήσετε. Αυτό είναι όλο». «Δεν αγνόησα αυτά που μου είπατε. Τα έλαβα υπόψη μου. Όταν ο Τζακ προσφέρθηκε να μου δείξει τις φωτογραφίες του από τη Λεγεώνα, δεν ήξερα πού τις είχε. Νόμιζα πως θα τις είχε κρατήσει σε κάποιο άλμπουμ που θα έφερνε μαζί του στην κουζίνα. Όταν έμαθα

217


πού ήταν, πώς μπορούσα ν’ αρνηθώ να πάω μαζί του; Θα ήταν προσβλητικό και θα τον πλήγωνε». «Αν ο Τζακ γνώριζε τα πρόσφατα αποτελέσματα της μάχης ανάμεσα στα δύο φύλα, θα το ξανασκεφτόταν να σας ξανακαλέσει στο δωμάτιό του», είπε ψυχρά εκείνος. «Στις μέρες μας, αρκεί μια γυναίκα να ισχυριστεί ότι την παρενοχλούν σεξουαλικά, για να βρεθείς σε πολύ δύσκολη θέση». «Ο Τζακ ξέρει ότι δε θα έκανα ποτέ κάτι τέτοιο». «Μπορεί και να το κάνατε, αν γινόταν κάτι που δε θα ξέρατε πώς ν’ αντιμετωπίσετε. Σύμφωνα με τη μητέρα μου, πολλά απ’ αυτά που θεωρούνται σήμερα σεξουαλική παρενόχληση, στις μέρες της, δεν ήταν παρά ένας φυσιολογικότατος κίνδυνος που διέτρεχαν όλες οι όμορφες γυναίκες». «Νόμιζα πως οι Ισπανίδες της γενιάς της μητέρας σας είχαν πάντα μια γκουβερνάντα για να τις προσέχει». «Οι περισσότερες είχαν. Αλλά η μητέρα μου τυγχάνει να είναι Αγγλίδα. Έπρεπε να τα βγάζει πέρα μόνη της και... κρίνοντας απ’ αυτά που μου έχει διηγηθεί, τα κατάφερνε με μεγάλη ψυχραιμία». «Μου είχατε αναφέρει ότι η μητέρα σας μεγάλωσε στην Αγγλία, αλλά δεν κατάλαβα ότι είναι Αγγλίδα», είπε η Κάσια. «Εσείς μοιάζετε με Ισπανό εκατό τοις εκατό». «Οι Ντε Μοντραγκόν προέρχονται από ποικίλες διασταυρώσεις. Στο αίμα μας έχουμε γονίδια Μαυριτανών, γενοβέζικα γονίδια, ό,τι γονίδια θέλετε. Πενήντα εφτά ποικιλίες. Όντας, κυρίως, διπλωμάτες ή στρατιωτικοί, οι περισσότεροι προγονοί μου παντρεύονταν με γυναίκες εκτός των συνόρων. Παρ' όλα αυτά, ο παππούς μου παντρεύτηκε ένα κορίτσι που έκανε στην οικογένεια μια μετάγγιση αυθεντικού και ανόθευτου ισπανικού αίματος». Το βλέμμα του έπεσε στις φωτογραφίες, πάνω στον καθρέφτη της. «Αυτοί είναι οι γονείς σας;» «Ναι». Ο Σιμόν σηκώθηκε, διέσχισε το δωμάτιο και σήκωσε τη φωτογραφία του πατέρα της. Ήταν μια φωτογραφία που είχε τραβήξει η ίδια, ενώ ο πατέρας της ζωγράφιζε. «Πολύ ξεχωριστή φιγούρα», είπε και την ξανάβαλε στη θέση της. Η φωτογραφία της μητέρας της ήταν βγαλμένη σε στούντιο και η Κάσια την είχε βρει μέσα σ' ένα βιβλίο. Από φόβο μήπως ο πατέρας της της ζητήσει να την καταστρέψει, δεν είχε πει τίποτα και δεν την είχε κορνιζάρει μέχρι το θάνατό του. «Πολύ όμορφη», παρατήρησε ο Σιμόν, ενώ μελετούσε το οβάλ πρόσωπό της και το σύγκρινε με το πρόσωπο της Κάσια. «Πολύ πιο 218


όμορφη από την κόρη της. Όμως εσείς -όπως θα μπορούσε να σας πει κι ο πατέρας σας, αλλά δεν το έκανε-έχετε την πάστα της καλλονής». «Εγώ... μια καλλονή;» ψέλλισε σαστισμένη η Κάσια. «Βέβαια... σε μερικά χρόνια. Ακόμη και τώρα είστε... πολύ ελκυστική». Ακούμπησε τη φωτογραφία δίπλα απ’ αυτή του πατέρα της και κοίταξε τα υπόλοιπα αντικείμενα πάνω στο έπιπλο, το οποίο, ευτυχώς, η Κάσια είχε ξεσκονίσει και τακτοποιήσει εκείνο το πρωί. Ανάμεσα στα υπόλοιπα, υπήρχε κι ένα ζευγάρι ασημένιων κρίκων που ετοιμαζόταν να φορέσει στ’ αυτιά της, όταν εκείνος της χτύπησε την πόρτα. Τους πήρε στο χέρι του. «Θα φορέσετε αυτά απόψε;» Εκείνη ένευσε καταφατικά, αναστατωμένη από την παρουσία του. Ανακάλυψε ότι την αναστάτωνε περισσότερο η παρουσία του Σιμόν μέσα σ’ ένα δωμάτιο, παρά το γυμνό στήθος του Τζακ πάνω στο κορμί της. Ο Σιμόν έβγαλε το κούμπωμα από τον έναν κρίκο, έβαλε πίσω από το αυτί της το δάχτυλό του και πέρασε την καρφίτσα από την τρύπα που είχε στο λοβό της. Έπειτα ασφάλισε το σκουλαρίκι. Το άγγιγμα της παλάμης του πάνω στο μάγουλό της έκανε την καρδιά της να χτυπάει ακανόνιστα και δυνατά. Εκείνος επανέλαβε τη διαδικασία και στο άλλο αυτί. «Στην Ισπανία τρυπάνε τ’ αυτιά των κοριτσιών όταν είναι ακόμη βρέφη. Εσείς πότε τα τρυπήσατε;» «Όταν ήμουν δεκαέξι». «Πονέσατε πολύ;» «Για μερικά δευτερόλεπτα μόνο», απάντησε η Κάσια. Το βλέμμα της ήταν καθηλωμένο πάνω στο μπλουζάκι του. Ένιωθε ανήμπορη να τον κοιτάξει στα μάτια από τόσο κοντά. «Ο κοσμηματοπώλης μου έβαλε κάτι για τον πόνο. Ήταν πολύ γρήγορος κι επιδέξιος». «Φροντίστε να επιλέξετε κάποιον εξίσου επιδέξιο για να επιχειρήσει εκείνο το άλλου είδους τρύπημα που κάνουν οι γυναίκες στη ζωή τους», της είπε και ακούμπησε τα χέρια του στους ώμους της. Όταν κατάλαβε τι της είχε πει, του έριξε μια γρήγορη ματιά και είδε τα μαύρα μάτια του να γυαλίζουν με ικανοποίηση. Η αναπνοή της είχε γίνει ακανόνιστη. «Τι σας κάνει να πιστεύετε ότι κάποιος δεν το έχει ήδη κάνει;» «Διότι, αν είχε γίνει κάτι τέτοιο, δε θα κοκκινίζατε τόσο χαριτωμένα. Μπορεί να σας έχουν ξαναφιλήσει, αλλά δεν είχατε ποτέ εραστή, έτσι δεν είναι;» «Όχι, δεν είχα. Φαντάζομαι ότι στον κύκλο σας αυτό με καθιστά τέρας». 219


«Σας καθιστά σπάνια», είπε εκείνος. «Γνωρίζετε τι σημαίνει η αγγλική λέξη σπορτ στη βοτανολογία;» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι της. «Μου το είπε η μητέρα μου, μια μανιακή κηπουρός. Το σπορτ είναι ένα φυτό που διαφέρει από άλλα του είδους του μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο, ο οποίος το κάνει ιδιαίτερα επιθυμητό». Τα χέρια του κινήθηκαν ανεπαίσθητα. Τα δάχτυλά του χάιδευαν απαλά το λαιμό της. Εκείνη καταλάβαινε τις προθέσεις του, αλλά δεν ήξερε πώς να τον αντιμετωπίσει κι έτσι δεν έκανε τίποτα. Παραδόθηκε στο άγγιγμά του και στη ματιά του, μέσα σε μια σιωπή που ανέβαζε διαρκώς τους σφυγμούς της. Η επόμενη κίνησή του θα ήταν να την ξαναφιλήσει. Γι' αυτό ένιωθε σίγουρη. Ήταν μια από εκείνες τις στιγμές στη ζωή που ο χρόνος μοιάζει να σταματά. «Κάσια... Κάσια... τηλέφωνο...» Η αγχωμένη φωνή της Λάουρας ακουγόταν από κάπου στο ισόγειο. Αυτό έδωσε μια ώθηση στις ακινητοποιημένες αισθήσεις της. Ο Σιμόν κατέβασε τα χέρια του από τους ώμους της και τότε η Κάσια συνήλθε. «Δεν μπορεί να είναι για μένα. Δε γνωρίζω κανέναν που θα μπορούσε να μου τηλεφωνήσει. Θα πρέπει να είναι για σας». «Μπορεί να είναι ο Άλβαρες και να θέλει να μάθει πώς τα πηγαίνετε». «Του έγραψα την περασμένη εβδομάδα, αλλά δε θα μου τηλεφωνούσε ποτέ την Κυριακή. Τώρα θα είναι στο σπίτι, με την οικογένειά του», του απάντησε κι άρχισε να κατεβαίνει βιαστικά τις σκάλες, ενώ ο Σιμόν την ακολουθούσε με το πάσο του. «Α, εδώ είστε!» αναφώνησε η Λάουρα μόλις τους είδε. «Ποιος είναι, Λάουρα; Σου είπαν;» «Ένα κορίτσι... δεν είπε όνομα. Μόλις είχα μπει, όταν άρχισε να χτυπάει το τηλέφωνο. Πότε επιστρέψατε, δον Σιμόν; Δεν είδα το αυτοκίνητό σας απέξω». Καθώς η Κάσια έτρεχε προς την κουζίνα, τον άκουσε να λέει: «Ήρθα με το ιδιωτικό αεροπλάνο κάποιου φίλου και μ' έφερε ως εδώ με το αυτοκίνητό του». Το τηλεφώνημα ήταν από τη Ροζίτα, που ήθελε να μάθει νέα της. «Ο σενιόρ Άλβαρες είπε ότι πήρε γράμμα σου, αλλά δεν μπήκε σε λεπτομέρειες. Πώς τα πας;» «Πολύ καλά, μέχρι τώρα. Δεν έχουμε ξεκινήσει ακόμη βέβαια. Εσύ τι κάνεις;» «Τα ίδια που έκανα και πριν φύγεις. Η ζωή μου χρειάζεται λίγο

220


χρώμα», είπε η Ροζίτα και αναστέναξε βαθιά. «Πώς τα πας με το καινούριο αφεντικό σου; Δε σου ρίχτηκε ακόμη;» «Και βέβαια όχι! Αμπσολουταμέντε!» Εκείνη τη στιγμή που μιλούσε, αναρωτήθηκε τι να ήταν όλο αυτό που είχε συμβεί πριν από λίγο. Από τι άραγε την είχε σώσει το τηλεφώνημα της Ροζίτα; *** Η Κάσια βοηθούσε τη Λάουρα να ετοιμάσει μερικά ορεκτικά και την άκουγε να φλυαρεί γύρω από το γεύμα με τη φίλη της. Η σκέψη της όμως ήταν αλλού. Αναρωτιόταν αν ο Σιμόν θα ολοκλήρωνε αργότερα αυτό που είχε αρχίσει μαζί της. Όταν ο Τζακ και ο Σιμόν κατέβηκαν στην τραπεζαρία, άρχισαν να συζητούν περί ανέμων και υδάτων. Ο Τζακ είχε ακούσει ότι ο βασιλιάς της Ισπανίας, Χουάν Κάρλος, είχε στην κατοχή του μια μοτοσικλέτα Χάρλεϊ Ντάβιντσον. Κρύβοντας μάλιστα την ταυτότητά του κάτω από το κράνος, εξυπηρετούσε συχνά πυκνά κάποιους υπηκόους του. Ο Σιμόν επιβεβαίωσε το γεγονός. Ύστερα η Λάουρα τον ρώτησε αν ο ίδιος είχε συναντήσει προσωπικά το βασιλιά και τη δόνια Σοφία, τη δημοφιλή βασίλισσα της Ισπανίας. «Μόνο σε επίσημες συγκεντρώσεις... δεξιώσεις και τα σχετικά», είπε ο Σιμόν. Προφανώς, δε συμμεριζόταν το ενδιαφέρον της Λάουρας για τη βασιλική οικογένεια. Η Κάσια προσπαθούσε ακόμη να χωνέψει το γεγονός ότι η μητέρα του ήταν Αγγλίδα. Μετά το δείπνο, ο Τζακ είπε ότι θα κατέβαινε μέχρι το μπαρ του χωριού για μια μπίρα. Ο Σιμόν προσφέρθηκε να πάει μαζί του. «Τελικά, δεν είναι ψηλομύτης», είπε η Λάουρα όταν έφυγαν. «Γνωρίζω πολλούς ανθρώπους, χαμηλότερης κοινωνικής τάξης από το μαρκήσιο, οι οποίοι θα ξίνιζαν τα μούτρα τους αν έπρεπε να μπουν σ’ αυτό το ελεεινό μπαράκι». Οι δυο άντρες δεν είχαν επιστρέφει ακόμη όταν η Κάσια και η Λάουρα αποσύρθηκαν στα δωμάτιά τους. Η Κάσια καθυστέρησε λίγο πριν να κοιμηθεί, για να ράψει δυο κουμπιά στο πουκάμισο που θα φορούσε την άλλη μέρα. Αναρωτήθηκε για άλλη μια φορά τι θα γινόταν αν η Ροζίτα δεν είχε τηλεφωνήσει. Άραγε ο Σιμόν είχε αρχίσει πραγματικά να επεξεργάζεται την ιδέα να δώσει ζωή στη μέχρι τώρα ανύπαρκτη ερωτική

221


της ζωή; Κατείχε σίγουρα τα προσόντα, αν μπορεί να θεωρηθεί προσόν ο μακρύς κατάλογος των πεπειραμένων φιλενάδων του. Η Κάσια ήλπιζε πάντα να ικανοποιήσει αυτή τη μεγάλη περιέργεια με κάποιον τον οποίο θ’ αγαπούσε και που θα την αγαπούσε κι εκείνος. Αν δεν είχε γνωρίσει τον Σιμόν, ίσως και να είχε ερωτευτεί τον Τζακ. Είχε πολλά κοινά μαζί του, ενώ με τον Σιμόν το μόνο που φαινόταν να μοιράζεται ήταν η ερωτική επιθυμία και η αμοιβαία έλξη. *** Την επόμενη μέρα, η Κάσια ακολούθησε τους άντρες σε μία ακόμη εκδρομή στο βουνό. Η φτέρνα της είχε γιατρευτεί πλήρως. Έψαχναν για κάποιο μέρος όπου ο Τζακ θα μπορούσε να διδάξει στα παιδιά αναρρίχηση πάνω σε συμπαγή βράχο. Υπήρχαν αρκετοί εντυπωσιακοί γκρεμοί σε ακτίνα λίγων χιλιομέτρων από το χωριό, αλλά οι βράχοι δεν ήταν σταθεροί παντού. Σ’ έναν απ’ αυτούς τους γκρεμούς ήταν ολοφάνερη η κατολίσθηση που είχε γίνει. Τεράστιοι ογκόλιθοι, που ο καθένας τους ζύγιζε αρκετούς τόνους, είχαν ξεκολλήσει από το κύριο τμήμα και είχαν κυλήσει στη ρεματιά, ενώ άλλοι έμοιαζαν έτοιμοι να τους ακολουθήσουν. Ύστερα από αρκετή εξερεύνηση, έφτασαν σ’ ένα βράχο που φαινόταν πιο κατάλληλος. Αφήσαν την Κάσια να ξεκουραστεί και ετοιμάστηκαν να τον ανεβούν κι έπειτα -αν το κατόρθωναν- να τον κατεβούν με σχοινιά. Η Κάσια το έβλεπε μάλλον αδύνατον. Οι δυο άντρες ξεκίνησαν από διαφορετικά σημεία και ο καθένας βρήκε το δικό του δρόμο προς τα πάνω. Εκείνη δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί ότι υπήρχε ανταγωνιστική διάθεση ανάμεσά τους για το ποιος θα φτάσει πρώτος στην κορυφή. Μπορεί και όχι, σκέφτηκε, γιατί, μολονότι οι σχέσεις του με το γυναικείο φύλο υποδεικνύουν το αντίθετο, δε θεωρώ τον Σιμόν ανεύθυνο στους άλλους τομείς της ζωής του. Δεν οδηγούσε απρόσεκτα και δε θα διακινδύνευε ποτέ, μόνο και μόνο για να νικήσει τον Τζακ. Σκίασε με το χέρι της τα μάτια της και άρχισε να παρακολουθεί την αργή, αλλά σταθερή άνοδό τους. Αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να το κάνει κι εκείνη. Ίσως να ζητούσε από τον Τζακ να της κάνει ένα μάθημα, όταν ο Σιμόν θα επέστρεφε στη Μαδρίτη. Θυμήθηκε ένα άρθρο που είχε διαβάσει σ’ ένα γαλλικό περιοδικό που είχε αφήσει κάποιος επισκέπτης στο «Καστίγιο». Έγραφε ότι οι γυναίκες μπορούν να σκαρφαλώσουν πολύ καλά και μιλούσε για μια

222


Γαλλίδα που θεωρούνταν μια από τις πιο επιδέξιες γυναίκες στην αναρρίχηση. Η Κάσια δε φιλοδοξούσε να φτάσει σ’ αυτό το επίπεδο, αλλά καθώς κοιτούσε τους δυο άντρες ν’ ανεβαίνουν, πολύ θα 'θελε να ήταν κι εκείνη μαζί τους, αντί να τους περιμένει από κάτω. Όμως δεν ήθελε να είναι κι ο Σιμόν κοντά, όταν θα δοκίμαζε για πρώτη φορά. Δεν ήθελε να τη δει εκείνος να δειλιάζει. Όχι μήπως την απεχθανόταν κατόπιν ή μήπως την κορόιδευε -δεν ήταν άλλωστε τέτοιος τύπος- αλλά επειδή μέσα της επιθυμούσε να κερδίσει το σεβασμό και το θαυμασμό του. Ήθελε να τον κάνει να τη δει πιο σοβαρά απ’ όσο έβλεπε τις άλλες γυναίκες του. Εκείνη, φυσικά, δεν ανήκε σ’ αυτή την κατηγορία και δεν είχε καμιά πρόθεση να το αλλάξει αυτό. Βέβαια, ήταν εύκολο να σκέφτεται έτσι, καθώς πατούσε σταθερά τα πόδια της στο έδαφος ενώ εκείνος βρισκόταν πάνω στο βράχο, με το μυαλό του συγκεντρωμένο στην απόκρημνη επιφάνεια. Αργότερα όμως, ίσως ο Σιμόν να έβρισκε την ευκαιρία να στρέψει την προσοχή του πάνω της. Και όταν αυτό θα γινόταν -αν γινόταν τότε η Κάσια θα δυσκολευόταν πολύ να παραμείνει πιστή στις αποφάσεις της και να μην ενδώσει στον πανίσχυρο μαγνητισμό που ασκούσε πάνω της εκείνος. Δεν είχε ξεχάσει την αίσθηση που είχαν αφήσει τα χέρια του πάνω στους ώμους της τα δάχτυλά του πάνω στην τρυφερή επιδερμίδα του λαιμού της. Δεν είχε αυταπάτες σχετικά με την αδυναμία της, αν εκείνος αποφάσιζε τελικά να την κάνει δική του.

223


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8 Αφού πέρασαν λίγη ώρα αθέατοι, πιθανότατα θαυμάζοντας το τοπίο από την πλεονεκτική θέση που βρίσκονταν, οι δυο άντρες κατέβηκαν το βράχο σε ελάχιστο χρόνο, συγκριτικά με αυτόν που είχαν χρειαστεί για ν’ αναρριχηθούν με τόσο κόπο. Η κάθοδος ήταν αρκετά διασκεδαστική. Η Κάσια παρακολουθούσε τον Τζακ να κατεβαίνει με συνεχείς κάθετες εφορμήσεις. Είχε ένα σχοινί περασμένο σ’ έναν ιμάντα στη μέση του και χρησιμοποιούσε τα πόδια του για να κρατηθεί μακριά από την επιφάνεια του βράχου. Κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού φαγητού, οι δυο άντρες συζητούσαν για τις αναρριχήσεις που είχαν κάνει σε άλλα μέρη. Η ορολογία που χρησιμοποιούσαν ήταν δυσνόητη στην Κάσια. Αισθανόταν ότι με κάποιο τρόπο αυτή η αναρρίχηση είχε βάλει σε νέες βάσεις τη σχέση τους. Ο κοινός ενθουσιασμός τους για το άθλημα έκανε τις άλλες διαφορές τους να μοιάζουν ασήμαντες. «Η Κάσια θα πρέπει να βαριέται», είπε ξαφνικά ο Σιμόν και την κοίταξε. «Ίσως να θέλει να προσπαθήσει και η ίδια», είπε ο Τζακ. «Έχω γνωρίσει αρκετές γυναίκες που είναι πρώτης τάξεως αναρριχητές». «Αλήθεια;» ρώτησε μ’ ενθουσιασμό η Κάσια. «Πού τις γνώρισες;» Ο Σιμόν παρενέβη. «Μερικές γυναίκες αναρριχώνται πολύ καλά, αλλά αυτές που γνώρισα εγώ είναι πολύ σκληρές και καθόλου θηλυκές. Συμφωνείς μαζί μου, Τζακ; Δε λέω πως ήταν επιθετικές ή αρρενωπές -μολονότι οι μύες τους δεν ήταν καθόλου θηλυκοί αλλά σκέφτονταν πολύ διαφορετικά απ’ τις άλλες γυναίκες». «Δεν έχω γνώμη. Τις είδα να σκαρφαλώνουν, αλλά δεν είχα άμεση επαφή μαζί τους», είπε ο Τζακ. Έπειτα στράφηκε στην Κάσια. «Αναρριχήσεις γίνονται σε πολλά μέρη, αλλά το κοινό δε βλέπει πολλές, γιατί συνήθως γίνονται σε απομακρυσμένα σημεία. Δεν τις βλέπεις συχνά στην τηλεόραση, εξαιτίας των τεχνικών προβλημάτων που υπάρχουν, αλλά και επειδή είναι ένα μοναχικό άθλημα. Ακόμη κι όταν είναι συλλογικό, δεν είναι καθόλου ανταγωνιστικό. Έχω αναρρι224


χηθεί στη Γαλλία και στην Κορσική, όταν υπηρετούσα στους αλεξιπτωτιστές. Επίσης...» Σταμάτησε και κοίταξε με τα κιάλια στην απέναντι κορυφογραμμή. «Φαίνεται πως κάποιος έχει πρόβλημα», είπε σε λίγο. Ο Σιμόν άφησε κάτω το σάντουιτς και πήρε τα κιάλια. Με γυμνό μάτι, η Κάσια μπόρεσε να διακρίνει μόνο μερικές φιγούρες ανθρώπων που κατέβαιναν την πλαγιά. «Είναι μια παρέα πεζοπόρων... ο ένας τους φαίνεται τραυματισμένος. Καλύτερα να κατεβούμε για να δούμε μήπως χρειάζονται βοήθεια», είπε ο Σιμόν. Ύστερα σηκώθηκε κι άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του. Ο Τζακ τον μιμήθηκε. «Με το ρυθμό που πηγαίνουν, θα τους πάρει μήνες ώσπου να βγουν στο ομαλό μονοπάτι στην άλλη πλευρά της κοιλάδας... αν υποθέσουμε ότι ξεκίνησαν από το ίδιο σημείο μ’ εμάς». «Δεν υπάρχει άλλο σημείο απ’ όπου θα μπορούσαν να ξεκινήσουν σ’ όλη την περιοχή», διευκρίνισε ο Σιμόν. «Έτοιμη, Κάσια; Ωραία... ας πηγαίνουμε, λοιπόν». Χρειάστηκαν περίπου είκοσι λεπτά για να φτάσουν κοντά στους τέσσερις ηλικιωμένους, που είχαν σταματήσει να ξεκουραστούν. Ήταν Βέλγοι. Η μία από τις δύο γυναίκες είχε σκοντάψει και είχε πέσει σ’ ένα χαντάκι βάθους ενός μέτρου περίπου, κοντά στο μονοπάτι. Ήταν τρομοκρατημένη, είχε ένα γδάρσιμο στο μέτωπο και δεν μπορούσε να πατήσει το δεξί της πόδι. Από τους δύο άντρες, ο ένας ήταν ψηλός, αλλά υπέρβαρος και κατακόκκινος από την προσπάθεια. Ο άλλος ήταν πολύ κοντύτερος. Μετέφεραν την τραυματισμένη γυναίκα με πολύ κόπο. Εκείνη έκλαιγε και την παρηγορούσε η άλλη γυναίκα. «Κοίτα τα παπούτσια τους... για όνομα του Θεού!» μουρμούρισε ο Τζακ στο αυτί της Κάσια. «Αυτοί εδώ ανήκουν στις παραλίες και στην άπλα του Μπενιδόρμ. Τι στην ευχή θέλουν εδώ πάνω;» Εκείνη συμφώνησε μ’ ένα νεύμα. Ήταν μια πράξη τρέλας γι’ αυτές τις δυο γυναίκες, ν’ ανεβούν εδώ πάνω με ανοιχτά πεδιλάκια και κολλάν. Κοίταξε τους δυο άντρες που ήταν κάθιδροι κάτω από το μεσημεριάτικο ήλιο. Δε θ’ αργούσαν πολύ να πάθουν αφυδάτωση. Ο Σιμόν και ο Τζακ περιποιήθηκαν τα τραύματα και τις μεγαλύτερες γρατσουνιές της γυναίκας και της έδωσαν ένα παυσίπονο. Ύστερα ξεκίνησαν, μεταφέροντας εναλλάξ τη γυναίκα στην πλάτη τους. Αυτός που δεν είχε τη γυναίκα μετέφερε και το σάκο του άλλου. Η Κάσια οδηγούσε τους άλλους τρεις προς την κορυφή -μια ευθύνη που αποδείχτηκε αρκετά αγχωτική. Καθώς ανέβαιναν, έμαθε ότι βρέθηκαν εκεί για να περπατήσουν λίγο, αφού έφαγαν πρώτα ένα αρνίσιο 225


μπουτάκι, σε μια ταβέρνα στο χωριό. Η Κάσια, καθώς βοηθούσε τη γυναίκα να σκαρφαλώσει στα πιο δύσκολα σημεία, φοβήθηκε πως ο ένας από τους δυο άντρες δε θα τα κατάφερνε να φτάσει ως την κορυφή. Ο Σιμόν εμφανίστηκε και πάλι δίπλα της. «Νόμισα πως είχαν έρθει με αυτοκίνητο», της είπε. «Δυστυχώς, έκανα λάθος. Ήρθαν με ταξί, το οποίο θα έρθει να τους παραλάβει, αλλά όχι πριν από τις τέσσερις». «Δεν μπορούν να περιμένουν ως τότε. Δε γίνεται να ειδοποιήσουμε με κάποιο τρόπο τον ταξιτζή για να έρθει αμέσως;» «Ο Τζακ είχε μια καλύτερη ιδέα. Θα τους στριμώξει και τους τέσσερις μέσα στο Ρέιντζ Ρόβερ και θα τους πάει στο πλησιέστερο νοσοκομείο για να βγάλουν ακτινογραφίες στο πόδι της κυρίας. Εγώ κι εσείς μπορούμε είτε να περιμένουμε το ταξί ή να κάνουμε οτοστόπ». «Πριν πάνε οπουδήποτε, αυτοί οι τρεις πρέπει να πιουν κάτι δροσιστικό, διαφορετικά θα πάθουν θερμοπληξία». «Πράγματι, είναι σε κακή κατάσταση. Πατάτες του καναπέ που αποφάσισαν σε μια στιγμή τρέλας να κάνουν τ’ αγριοκάτσικα». Το χαμογελαστό βλέμμα του σταμάτησε για μια στιγμή πάνω στη λεπτή σιλουέτα της. Η ματιά του την έφερε ξανά στο προηγούμενο βράδυ, στην κρεβατοκάμαρά της. *** Μισή ώρα αργότερα, αφού δροσίστηκαν στην ταβέρνα του χωριού και πήραν μερικά σάντουιτς για το δρόμο, ο Τζακ με τους Βέλγους «αλπινιστές» πήραν το δρόμο για την ακτή. Η τραυματίας καθόταν στη θέση του συνοδηγού και οι άλλοι τρεις ήταν στριμωγμένοι στο πίσω μέρος. «Δεν ξέρω πότε θα είμαι πίσω», είπε ο Τζακ καθώς έσκυβε έξω από το παράθυρο. «Εφόσον δεν ξέρουν ούτε λέξη ισπανικά, δεν μπορώ να τους παρατήσω μόνους. Θα πρέπει να μείνω κοντά τους. Ντιος!» Ύστερα τους χαιρέτησε και ξεκίνησε. «Ας πιούμε έναν καφέ. Τι λέτε;» είπε ο Σιμόν καθώς το όχημα εξαφανιζόταν μετά τη στροφή στο στενό δρόμο του χωριού. «Θα τους φέρω έξω», πρόσθεσε και μπήκε μέσα στην ταβέρνα. Η Κάσια κάθισε ανακουφισμένη σε μια καρέκλα, σ’ ένα από τα δυο μεταλλικά τραπεζάκια που βρίσκονταν στο πεζοδρόμιο απέξω. Ο Σιμόν επέστρεψε με τους καφέδες. «Μου είπαν ότι υπάρχει ένα 226


μονοπάτι που κόβει δρόμο και συνδέει το χωριό με το δρόμο που οδηγεί στο Καστέλ. Αν νιώθετε ότι μπορείτε να περπατήσετε ακόμη μερικά χιλιόμετρα, ίσως από εκεί να έχουμε περισσότερες ευκαιρίες να μας πάρει κάποιο περαστικό αυτοκίνητο». «Φαίνεται καλύτερο από το να περιμένουμε το ταξί των Βέλγων να επιστρέφει». «Έτσι νομίζω κι εγώ. Ο ταξιτζής δε θα χαρεί καθόλου όταν δει ότι ανέβηκε ως εδώ για το τίποτα». «Είναι πολύς ο δρόμος για να έρθει κανείς με ταξί. Είναι παράξενο που δεν έχουν δικά τους αυτοκίνητα». «Μπορεί να μη φεύγουν συχνά από το ξενοδοχείο τους. Ο χοντρός μάς είπε ότι υπάρχει κοντά σούπερ μάρκετ και εμπορικό κέντρο. Τα περισσότερα μπανγκαλόου έχουν τη δική τους πισίνα κι έτσι δε χρειάζεται να μετακινηθούν ούτε μέχρι την παραλία. Είναι ένας αυτόνομος κόσμος. Στην Ισπανία, αλλά και μακριά απ’ αυτή». «Πάντως, κάνατε την καλή σας πράξη για σήμερα. Αν δεν ήσαστε εσείς και ο Τζακ, θα βρίσκονταν ακόμη εκεί που τους βρήκαμε». «Θα προτιμούσα να μετέφερα εσάς την ημέρα που αποκτήσατε εκείνη τη φουσκάλα στο πόδι σας. Σίγουρα δεν πονάει σήμερα;» «Όχι, όχι... είναι μια χαρά», τον διαβεβαίωσε η Κάσια. Φεύγοντας από την ταβέρνα, βρέθηκαν μπροστά σ’ ένα λαβαδέρο. «Θα ήθελα να πλύνω τα χέρια και το πρόσωπό μου», είπε η Κάσια. «Καλή ιδέα. Θα σας μιμηθώ κι εγώ». Την ώρα που εκείνη πλενόταν μ’ ένα σαπουνάκι που έβγαλε από το σάκο της, ο Σιμόν έβγαλε το πουκάμισό του κι έπλυνε το στήθος και τα μπράτσα του εκτός από το λαιμό και το πρόσωπό του. Ύστερα σκουπίστηκε με το πουκάμισο και φόρεσε ένα καθαρό, άσπρο μπλουζάκι. «Τώρα νιώθω καλύτερα», είπε. Ίσιωσε τα βρεγμένα μαλλιά του με τα χέρια του. Δε χρειάζονταν χτένισμα για να γίνουν ευπαρουσίαστα. Αρχισαν να περπατούν, πιο χαλαρά απ’ ό,τι την υπόλοιπη μέρα. Στα σημεία όπου το μονοπάτι ήταν πολύ στενό για να περπατούν δίπλα δίπλα, ο Σιμόν παραμέριζε και την άφηνε να περνάει μπροστά του. Κουβεντιάζοντας περί ανέμων και υδάτων, έφτασαν στο δρόμο πιο σύντομα απ' όσο φαντάζονταν. Η Κάσια σχεδόν στενοχωρήθηκε που η όμορφη βόλτα τους τέλειωσε τόσο γρήγορα. Το μονοπάτι δεν ήταν δύσβατο, η θέα ήταν γαλήνια και μαγευτική και η κουβέντα τους 227


γενική και ανώδυνη. «Θα περιμένουμε ή θέλετε να συνεχίσουμε να περπατάμε ώσπου να εμφανιστεί κάτι;» ρώτησε ο Σιμόν. «Εσείς τι προτιμάτε;» Εκείνος κοίταξε πάνω κάτω στο δρόμο. «Εφόσον δεν υπάρχει κάποιο μέρος για να καθίσουμε, προτείνω να συνεχίσουμε. Εκτός κι αν βαρεθήκατε το αμάξι του Αγίου Φερδινάνδου. Έτσι αποκαλούσε η γκουβερνάντα μου τον ποδαρόδρομο». «Όχι, δε με πειράζει να περπατήσω κι άλλο», είπε η Κάσια. «Βλέπατε συχνά τους γονείς σας όταν ήσαστε μικρός; Ή ήσαστε συνεχώς με την γκουβερνάντα;» «Δυστυχώς, ο πατέρας μου ήταν ανάπηρος. Έπεσε κάποτε από τ’ άλογο και το μυαλό του υπέστη μόνιμη βλάβη. Ήταν πολύ σκληρό για τη μητέρα μου. Πάντως, λέει πολλά για το χαρακτήρα της το γεγονός ότι δεν τον εγκατέλειψε και δεν έγινε υπερπροστατευτική απέναντι μου. Τώρα έχει ξαναπαντρευτεί και ζει στην Αμερική, αλλά βλεπόμαστε συχνά. Είναι ένας εξαιρετικά δυνατός και καλός άνθρωπος». Η Κάσια θα ήθελε ν’ ακούσει κι άλλα για τη μητέρα του, αλλά ο Σιμόν άλλαξε θέμα. Ίσως να διαισθάνθηκε ότι η συζήτηση είχε γίνει προσωπική υπέρ το δέον. Το πρώτο αυτοκίνητο που πέρασε ήταν μια μεγάλη Μερσέντες. Παρ’ όλο που το πίσω κάθισμα ήταν άδειο, τους προσπέρασε με ταχύτητα. «Έτσι όπως θα είναι γεμάτοι από χρυσά κοσμήματα, ακριβά ρολόγια και χρήματα, ίσως κάνουν καλά που δεν παίρνουν ξένους», σχολίασε ο Σιμόν, ενώ κοιτούσε το αυτοκίνητο να χάνεται στη στροφή. «Έρχεται κι άλλο», είπε η Κάσια ύστερα από μερικά λεπτά. Αυτή τη φορά, ήταν ένα μικρό μπλε σεντάν. Καθώς σταματούσε στο σινιάλο τους, πρόσεξαν ότι είχε μόνο μια κενή θέση. Στο τιμόνι καθόταν ένας εύσωμος Ισπανός και δίπλα του η στρουμπουλή σύζυγός του. Στο πίσω κάθισμα, καθόταν μια ηλικιωμένη γυναίκα. «Πού πηγαίνεις, φίλε μου;» ρώτησε ο οδηγός. «Στο Καστέλ ντε λος Τόρες. Αλλά δεν έχετε χώρο και για τους δυο μας. Ήταν πολύ ευγενικό που σταματήσατε», είπε ο Σιμόν. «Πηγαίνουμε κοντά στο Καστέλ. Μπορούμε να σας βολέψουμε, αν δε σας πειράζει λίγο στρίμωγμα. Εσύ είσαι σωματώδης, αλλά η κοπέλα δεν είναι. Μπορεί να καθίσει ανάμεσα σ’ εσένα και στη μητέρα μου». Η πρόσκλησή του ενισχύθηκε από τα χαμόγελα της γυναίκας και της μητέρας του. Δεδομένου του ύψους του Σιμόν, θα ήταν πιο λογικό να καθίσει 228


εκείνος μπροστά και οι τρεις γυναίκες στο πίσω κάθισμα. Αφού όμως δεν το πρότεινε κανείς, κάθισε κι αυτός δίπλα στην Κάσια, ευχαριστώντας τους για την καλοσύνη τους. Ύστερα από υπόδειξη του συζύγου της, η στρουμπουλή κυρία τράβηξε μπροστά το κάθισμα της για να δώσει λίγο περισσότερο χώρο στον Σιμόν ώστε να βολέψει τα μακριά πόδια του. Αφού όμως η πεθερά της κυρίας ζύγιζε πολύ περισσότερο από την ίδια, η Κάσια είχε ελάχιστο χώρο και είχε εγκλωβιστεί ανάμεσα σ’ αυτήν και στον Σιμόν. Εκείνος γύρισε κάπως στο πλάι κι έβαλε το χέρι του κατά μήκος της ράχης του καθίσματος. Αυτή η κίνηση απελευθέρωσε κάποιο χώρο, αλλά έφερε την Κάσια σε μια πιο στενή επαφή μαζί του. Οι ευεργέτες τους ήταν περίεργοι να μάθουν ποιοι ήταν οι επιβάτες τους, από πού έρχονταν και τι πήγαιναν να κάνουν στο Καστέλ. Η Κάσια άφησε τον Σιμόν να απαντήσει στις ερωτήσεις τους. Ύστερα άρχισε να τους ρωτάει αυτός και σύντομα του έλεγαν την ιστορία της ζωής τους, χωρίς να του ζητήσουν παρά τα βασικά. Σε λίγο, βρέθηκαν σ’ ένα κομμάτι του δρόμου με απανωτές κλειστές στροφές. Η μητέρα του κυρίου πιάστηκε από τη χειρολαβή πάνω από την πόρτα. Η Κάσια, μη έχοντας πού να κρατηθεί, άρχισε να πέφτει πότε από τη μια μεριά και πότε από την άλλη, ώσπου ο Σιμόν την έπιασε από τον ώμο και την κράτησε πάνω του. Εκείνη γύρισε το κεφάλι της από την άλλη μεριά για να μη δει εκείνος ότι είχε κοκκινίσει, αλλά συνάντησε το λαμπερό βλέμμα της γιαγιάς. «Είστε νιόπαντροι... ναι;» τη ρώτησε. Η Κάσια ένευσε αρνητικά. «Ήταν αλλιώς στις μέρες μου. Δε θα μου επέτρεπαν ποτέ να πάω στην εξοχή μ’ έναν άντρα κι ας ήμουν αρραβωνιασμένη». «Αυτά γίνονταν πριν από πενήντα χρόνια, μάδμε. Ο κόσμος έχει αλλάξει από τότε», παρενέβη ο οδηγός. «Εμένα μου λες! Όχι προς το καλύτερο, πάντως», αντέδρασε η γιαγιά. Ύστερα ακούμπησε το χέρι της στο μπράτσο της Κάσια. «Ήμουν νεότερη από σένα όταν παντρεύτηκα τον πατέρα του και παραμείναμε μαζί ώσπου έπαθε καρδιακή προσβολή, πριν από δυο χρόνια. Η ζωή δεν ήταν ποτέ εύκολη για μας, αλλά τα καταφέραμε. Ακόμη μου λείπει. Ήταν ένας καλός σύζυγος και πατέρας». Με το άλλο της χέρι, έψαξε την τσέπη του γκριζόμαυρου φορέματος που φορούσε. Έβγαλε ένα χαρτομάντιλο και σκούπισε τα μάτια της. Η Κάσια της έσφιξε το χέρι. «Είμαι σίγουρη ότι κι εσείς υπήρξατε μια πολύ καλή σύζυγος για κείνον, σενιόρα».

229


«Από ποιο μέρος είσαι; Δεν είσαι από εδώ, αν κρίνω από την προφορά». «Είμαι ξένη». «Δεν είσαι Αμερικάνα ή μήπως είσαι; Ο μεγαλύτερος αδερφός μου, ο Αλφόνσο, έφυγε για την Αμερική. Του άρεσε εκεί και τα πήγε καλά». Οι στροφές είχαν τελειώσει, αλλά ο Σιμόν δεν τράβηξε το χέρι του. Όλη την ώρα που η γιαγιά μιλούσε για την απόφαση του αδερφού της να δοκιμάσει την τύχη του στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, τα δάχτυλα του Σιμόν χάιδευαν απαλά το μπράτσο της Κάσια, κάτω από το μανίκι της. Προσπάθησε να συγκεντρώσει την προσοχή της στις περιπέτειες του Αλφόνσο και ν’ αγνοήσει τις αισθήσεις που ξυπνούσε μέσα της η επαφή της με το στήθος του Σιμόν. Η γυναίκα του οδηγού κατέβασε λίγο ακόμη το τζάμι της και το ρεύμα του αέρα ανακάτεψε τα μαλλιά της Κάσια. Μια μπούκλα της βρέθηκε πάνω στο πρόσωπο του Σιμόν. Εκείνος την τράβηξε και την έβαλε απαλά πίσω από τ’ αυτί της. Το χέρι του καθυστέρησε λίγο ακόμη στο λαιμό της. Η Κάσια αναρωτήθηκε ως πού ήταν διατεθειμένος να φτάσει. Δεν μπορούσε να κάνει και περισσότερα χωρίς να γίνει αντιληπτός από τη γιαγιά. Αυτό που έκανε όμως ήταν αρκετό για να της ξυπνήσει επικίνδυνες ορέξεις. *** Όταν έφτασαν στο γνώριμο τοπίο του Καστέλ ντε λος Τόρες, η Κάσια ρώτησε τον Σιμόν στ’ αγγλικά: «Νομίζετε πως θα ήθελαν να έρθουν μέσα για ένα ποτό ή έναν καφέ;» Δεν μπορούσε να δει την έκφραση του από τη θέση που βρισκόταν, εκτός κι αν γύριζε προς το μέρος του. Η παύση που ακολούθησε πριν εκείνος της απαντήσει την έβαλε σε σκέψεις. Μήπως είχε καταλάβει το πραγματικό της κίνητρο; Δηλαδή ότι δεν ήθελε να μείνει μόνη μαζί του; Ήταν αμφίβολο αν ο Τζακ θα είχε επιστρέφει, ενώ η Λάουρα είχε ραντεβού με την κομμώτρια, στο διπλανό χωριό, μετά το μεσημέρι. Εκείνος ρώτησε τον οδηγό αν επιθυμούσε να περάσει μαζί με τις κυρίες για ένα αναψυκτικό, πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους. Το αποτέλεσμα ήταν η οικογένεια Λόπες να βρίσκεται ακόμη στο Κάσα Μοντραγκόν όταν επέστρεψε η Λάουρα. Τα μαλλιά της ήταν

230


χτενισμένα σ’ ένα στυλ που δεν της άρεσε καθόλου, όπως εκμυστηρεύτηκε αργότερα στην Κάσια. «Την επόμενη φορά, θα πάω στην κομμώτρια της Μπαμπέτ στο Μπενιδόρμ. Η κοπέλα που με κούρεψε σήμερα είναι άχρηστη», είπε εκνευρισμένη. Η Κάσια είχε τη γνώμη ότι τα μαλλιά της ήταν καλύτερα από πριν, αλλά δεν της το είπε. «Η φαρμακοποιός έχει ωραίο κούρεμα. Αναρωτιέμαι σε ποιο κομμωτήριο να πηγαίνει. Γιατί δεν τη ρωτάς; Θα είναι πιο βολικό να χτενίζεσαι εδώ, παρά να τρέχεις ως το Μπενιδόρμ». Είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για το δείπνο, όταν επέστρεψε ο Τζακ. Αναγκάστηκε να περιμένει πολλές ώρες στο νοσοκομείο. Μετά την ακτινογραφία στο πόδι της κυρίας, διαπιστώθηκε ότι χρειαζόταν γύψο. «Φαντάζομαι πως θα σου χρειάζεται ένα δυνατό ποτό», είπε ο Σιμόν όταν ο Τζακ τους εξήγησε τους λόγους της καθυστέρησής του. «Και δύο και τρία!» αποκρίθηκε μ’ ενθουσιασμό ο Τζακ. «Πάντως ήταν χρήσιμο που εντόπισα το νοσοκομείο. Μπορεί να χρειαστεί αργότερα. Εσείς πώς τα πήγατε εκεί πάνω;» «Χωρίς προβλήματα... αν εξαιρέσει κανείς ότι οι άνθρωποι που μας έφεραν ως εδώ ξέχασαν να φύγουν, αφού τους καλέσαμε για έναν καφέ», είπε ο Σιμόν. Ύστερα στραβοκοίταξε την Κάσια. «Παρ’ όλο που δεν έμαθαν ότι ο οικοδεσπότης τους ήταν μαρκήσιος, εντυπωσιάστηκαν πολύ από το κτίριο. Ποτέ τους δεν είχαν μπει σε τόσο μεγάλο σπίτι», εξήγησε η Κάσια. «Τότε ποιος νόμισαν ότι ήταν;» ρώτησε ο Τζακ δυο λεπτά αργότερα, όταν ο Σιμόν μιλούσε στο τηλέφωνο. «Δεν ξέρω. Τους είπε το μικρό του όνομα, αλλά δεν αποκάλυψε την ταυτότητά του. Φαντάζομαι πως θα υπέθεσαν ότι είναι κι αυτός ένας υπάλληλος όπως κι εγώ. Είπες στους Βέλγους ποιος ήταν;» «Αυτοί οι τέσσερις δεν ενδιαφέρονταν για κανέναν εκτός από τις τηλεοπτικές προσωπικότητες». Όταν ο Σιμόν έκλεισε το τηλέφωνο, τους ενημέρωσε ότι θα αναχωρούσε την επόμενη μέρα για τη Μαδρίτη και όχι το Σαββατοκύριακο, όπως είχε υπολογίσει. Ο φίλος του, που τον είχε φέρει, έπρεπε να φύγει απροσδόκητα. «Πρέπει να γυρίσω μαζί του. Θα μπορούσες να με πετάξεις μέχρι τον αεροδιάδρομο αύριο, Τζακ;» «Φυσικά. Τι ώρα πετάς;» «Θέλει να ξεκινήσουμε στις εννιά, άρα, πρέπει να ξεκινήσουμε 231


από εδώ στις οκτώ». Η Κάσια ένιωσε απογοήτευση. Μετά το δείπνο, ο Τζακ πρότεινε να πάνε στο μπαρ για ένα ποτό. Έτσι, οι δυο άντρες έφυγαν. Η Λάουρα παραπονέθηκε ότι είχε πονοκέφαλο από την υπερβολική ζέστη του σεσουάρ του κομμωτηρίου και αποσύρθηκε στο δωμάτιό της. Όταν έμεινε η Κάσια μόνη, φόρεσε μια ζακέτα και ανέβηκε στην ταράτσα. Ήταν μια γλυκιά, καθαρή νύχτα. Ακούμπησε τους αγκώνες της στο παραπέτο και κοίταξε τον έναστρο ουρανό. Ήταν κάτι που έκανε πολύ συχνά από τη βεράντα της στο Αλμπαϊθίν. Μερικές φορές νοσταλγούσε την παλιά γειτονιά της και την ήρεμη δουλειά της στο ξενοδοχείο... τότε που δεν υπήρχε ο μαρκήσιος για να την αναστατώνει κάθε τόσο. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα, όταν άκουσε τη σκάλα που οδηγούσε στην ταράτσα να τρίζει. Γύρισε και είδε τον Σιμόν ν’ ανεβαίνει. «Γυρίσατε γρήγορα», είπε σφιγμένα. «Δεν άντεξα τη φασαρία, τελικά», απάντησε εκείνος και την πλησίασε. Ήταν δύσκολο να διακρίνει την έκφρασή του στο χλομό φως της σελήνης και των αστεριών. «Σε σκεφτόμουν διαρκώς. Σκεφτόμουν τη στιγμή που ακουμπούσες πάνω μου μέσα στο αυτοκίνητο... το άρωμα των μαλλιών σου... τα στήθη σου...» Την τράβηξε στην αγκαλιά του με τα δυο του χέρια και τη φίλησε. Το φιλί του κράτησε αρκετή ώρα κι όταν τελείωσε, η Κάσια ένιωσε σαν να βγήκε στην επιφάνεια ύστερα από την πρώτη της κατάδυση στο θαυμαστό κόσμο της θάλασσας. Ήταν μια αποκάλυψη γι’ αυτήν. Ένιωθε πράγματα για τα οποία είχε διαβάσει, τα είχε δει στον κινηματογράφο ή και αλλού, αλλά δεν τα είχε κατανοήσει ποτέ πλήρως. Όπως και οι καταδύσεις, έτσι και το φιλί ήταν κάτι που έπρεπε να βιώσει κανείς για να το περιγράφει. Η ανάγνωση ή η παρατήρηση των άλλων ανθρώπων δεν είχε τίποτα να κάνει με τη δύναμη των χεριών του και με τη ζεστασιά του φιλιού του. «Είναι πολύ ενοχλητικό που θα φύγω αύριο», της ψιθύρισε στο αυτί. «Έτσι κι αλλιώς, χρειάζομαι το αυτοκίνητό μου, όμως. Θα γυρίσω πολύ γρήγορα. Στο μεταξύ...» Την ξαναφίλησε και η Κάσια ένιωσε ένα ρίγος να διαπερνά όλο της το κορμί. Κόλλησε επάνω του, ενώ τα χέρια της γλίστρησαν γύρω από το λαιμό του και τα δάχτυλά της έπαιξαν με τα πυκνά μαύρα μαλλιά του. Όταν της φίλησε τα βλέφαρα, αισθάνθηκε το τραχύ σαγόνι του πάνω στο μάγουλό της. Όμως τα χείλη του ήταν τρυφερά πάνω στο ντελικάτο δέρμα της. 232


Τη σήκωσε στα χέρια και κάθισε στην παλιά πολυθρόνα, έχοντάς τη στην αγκαλιά του. Τη φίλησε ξανά, με περισσότερη ορμή αυτή τη φορά. Η γεύση του πάθους, αν και καθυστερημένα, της προξένησε κάτι σαν μέθη. Άρχισε ν’ ανταποκρίνεται στα φιλιά του με όλη εκείνη την καταπιεσμένη λαχτάρα των είκοσι δύο χρόνων της. Κάθε φιλί του, κάθε άγγιγμά του ξυπνούσε μέσα της μια καινούρια γνώση. Ένιωθε ζωντανή για πρώτη φορά, μ’ έναν εντελώς καινούριο τρόπο. Οι κινήσεις της ήταν ενστικτώδεις... κάτι σαν το γέλιο ή τον κόμπο που ανεβαίνει καμιά φορά στο λαιμό μας. Δε γνώριζε άλλο τρόπο αντίδρασης, παρά μόνο αυτή τη σιωπηλή έκφραση αγάπης και τρυφερότητας. Το χέρι του γλίστρησε κάτω από τη ζακέτα της και άρχισε να της ξεκουμπώνει το πουκάμισο. Ο πόθος την κυρίευσε ολοκληρωτικά. Ένιωθε σαν να την είχε σηκώσει ένα τεράστιο κύμα σε μια ζεστή, καλοκαιρινή θάλασσα. Γι' αυτό δεν ένιωθε φόβο. Είχε μόνο την επιθυμία να παραδοθεί οικειοθελώς σε μια ανώτερη δύναμη. Το χέρι του κινήθηκε τρυφερά κι επιδέξια. Μόλις που αντιλήφθηκε ότι της είχε κατεβάσει την τιράντα του στηθόδεσμου και η παλάμη του ήταν τώρα εκεί που θα έπρεπε κανονικά να βρίσκεται το σουτιέν της. Ξαφνικά, όλα αυτά που περίμενε να αισθανθεί κάποτε στη ζωή της είχαν γίνει πραγματικότητα με τον άντρα που πάντα ονειρευόταν και που πίστευε ότι μια μέρα θα έπαιρνε, επιτέλους, σάρκα και οστά -ο μόνος άντρας που θα ήθελε ποτέ για εραστή της. «Είσαι απαλή σαν πούπουλο», της ψιθύρισε καθώς τη χάιδευε. Ύστερα τη φίλησε στο λαιμό κι εκείνη έβγαλε μια ηδονική κραυγή. Αν ένιωθε έτσι από τώρα... «Ο αέρας κρύωσε. Ας πάμε κάτω», είπε εκείνος. Της ξαναφόρεσε το στηθόδεσμο, της έκλεισε το πουκάμισο και τη σήκωσε όρθια. Την πήρε από το χέρι και κατέβηκαν μαζί τη σκάλα. Κατευθύνονταν στο δωμάτιό του, όταν, από κάτω, ακούστηκε ο εκκωφαντικός θόρυβος της πόρτας της εισόδου. Ήταν ο Τζακ που γυρνούσε από το μπαρ. Ο θόρυβος δε σταμάτησε τον Σιμόν. Πέρασαν γρήγορα μπροστά από την τζαμαρία της σκάλας. Ο Σιμόν ήταν ατάραχος. Για την Κάσια, όμως, αυτός ο ήχος ήταν κάτι περισσότερο. Την έβγαλε απότομα από την αισθησιακή ομίχλη που είχαν δημιουργήσει τα χάδια του. Τι πάω να κάνω; αναρωτήθηκε. Πώς θα αισθάνομαι το πρωί γι’ αυτό;

233


Ο Σιμόν παρεξήγησε τη στάση της. «Πήγε στην κουζίνα», είπε χαμηλόφωνα. «Δε θα έρθει ως εδώ». «Το ξέρω, αλλά...» Τράβηξε το χέρι της απ’ το δικό του. Το μυαλό της βρισκόταν σε πλήρη σύγχυση. Ήταν άλλο ένα ξεχασμένο ένστικτο αυτό που την έσπρωξε να μιλήσει. «Λυπάμαι... το ξέρω ότι σας προκάλεσα να συνεχίσετε... αλλά... δεν είναι αυτό που θέλω». Περίμενε ότι εκείνος θα θύμωνε. Ξαφνιάστηκε όταν τον είδε να χαμογελάει. Πήρε στα χέρια του το πρόσωπό της και την κοίταξε. «Νομίζω ότι εγώ είχα την πρωτοβουλία, γλυκό μου κορίτσι. Μην ανησυχείς, θα σε προσέχω». Το φιλί που άφησε στα χείλη της ήταν πολύ τρυφερό και ερεθιστικό, αλλά η Κάσια βρήκε τη δύναμη και τον έσπρωξε μακριά της. «Λυπάμαι, Σιμόν... ειλικρινά λυπάμαι... αλλά δεν μπορώ να ξαπλώσω μαζί σου», είπε. Και ύστερα, επειδή δεν μπορούσε να εμπιστευτεί τον εαυτό της ότι θα συνέχιζε να του αντιστέκεται, έκανε μεταβολή κι έφυγε. *** Το άλλο πρωί η Κάσια μπήκε στον πειρασμό να παραμείνει στο δωμάτιό της ώσπου να φύγουν ο Σιμόν και ο Τζακ για τον αεροδιάδρομο. Όμως, αφ’ ενός η Λάουρα θα ερχόταν να της χτυπήσει την πόρτα για να την ξυπνήσει και αφ’ ετέρου θα ήταν δειλία εκ μέρους της. Επίσης, δε θα μάθαινε πώς θα αντιδρούσε ο Σιμόν στα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας. Ο Σιμόν ήταν ένας άντρας που δεν είχε συνηθίσει να τον απορρίπτουν. Μήπως αυτό τον είχε εξοργίσει; Ποιος άντρας δε θα θύμωνε; Κοιτάζοντας το είδωλό της στον καθρέφτη καθώς έπλενε τα δόντια της, αναρωτήθηκε αν οι άλλοι θα πρόσεχαν τα σημάδια της αϋπνίας της. Αναρωτήθηκε, επίσης, αν ήταν μόνο οι άντρες αυτοί που θα θεωρούσαν τον πανικό της απίστευτα ηλίθιο ή αν σκεφτόταν το ίδιο και το μεγαλύτερο μέρος του ασθενούς φύλου. Δεν είχε φοβηθεί μήπως μείνει έγκυος. Ούτε είχε καμιά αμφιβολία ότι μια νύχτα στο κρεβάτι του Σιμόν θα ήταν μια αξέχαστη αισθησιακή εμπειρία. Αλλά δε θα ήταν η καλύτερη εμπειρία. Κι εκείνη ήθελε το καλύτερο δυνατόν. Μόνο που, για να γίνει αυτό, χρειαζόταν έρωτας... κι από τις δυο πλευρές. Ό,τι άλλο κι αν συνέβαινε ανάμεσά τους, θα το μετάνιωνε το πρωί που θα ξυπνούσε στο δικό του δωμάτιο κι όχι στο δικό της. Οι άντρες κάθονταν ήδη στο τραπέζι όταν η Κάσια μπήκε στην 234


κουζίνα.'Οπως πάντα, ο Σιμόν μισοσηκώθηκε από την καρέκλα του. Ο Τζακ παρέμεινε στη θέση του. Και οι δυο είπαν, «Καλημέρα». «Καλημέρα», απάντησε η Κάσια. Ρίχνοντας μια φευγαλέα ματιά προς το μέρος τους, πήγε να βάλει μια κούπα καφέ. Ύστερα εμφανίστηκε η Λάουρα μ’ ένα πακέτο ζάχαρη στα χέρια. «Πώς πάει ο πονοκέφαλος;» τη ρώτησε η Κάσια. «Πολύ καλύτερα, σ’ ευχαριστώ, αγάπη μου. Όμως, τα δικά σου βλέφαρα είναι βαριά. Φαντάζομαι πως θα διάβαζες πάλι μέχρι αργά. Καταστρέφεις τα μάτια σου όταν διαβάζεις στο κρεβάτι». Η Κάσια δεν είπε τίποτα. Πολλές από τις ιδέες που είχε η Λάουρα δεν είχαν καμιά πραγματική βάση, αλλά δεν είχε νόημα να διαφωνήσει μαζί της. Εκείνη τις πίστευε και δεν άλλαζε ποτέ γνώμη. «Λοιπόν, πότε λες να επιστρέφεις;» ρώτησε ο Τζακ καθώς άλειφε με βούτυρο μια μεγάλη φέτα ψωμί. Έτρωγαν γαλλικές ομελέτες και ψητές ντομάτες. «Δεν είμαι σίγουρος. Έχω κι άλλες υποχρεώσεις εκτός από αυτή. Αν, για κάποιο λόγο, χρειαστεί να λείψω για αρκετές εβδομάδες, θα πρέπει να τα καταφέρετε μόνοι σας», είπε ο Σιμόν. «Όλα τα βασικά έχουν διευθετηθεί. Από εδώ και στο εξής, εξαρτάται από σας». Ενώ μιλούσε, κοιτούσε την Κάσια στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Ήταν τελείως ανέκφραστος. Εκείνη ένιωσε να βουλιάζει μπροστά στην πιθανότητα μιας μακρόχρονης απουσίας του. Πώς μπορούσε να ζήσει χωρίς να γνωρίζει τι σκεφτόταν εκείνος γι’ αυτήν -αν την είχε ξεγράψει σαν αδιόρθωτη πουριτανή με την οποία δεν είχε σκοπό να ξοδέψει περισσότερο χρόνο; Αναρωτήθηκε αν είχε σκοπό να της μιλήσει, πριν φύγει από το σπίτι ή αν θα έφευγε χωρίς καν να της σφίξει το χέρι.

235


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9 Ο Τζακ κοίταξε το ρολόι του. «Αν δεν έχεις τίποτα πιο επείγον για σήμερα το πρωί, Κάσια, γιατί δεν έρχεσαι μαζί μας στο αεροδρόμιο; Στο γυρισμό, θα κάνουμε κι ένα μάθημα οδήγησης». «Εντάξει», αποκρίθηκε η Κάσια. «Αν δεν ενοχλεί τον Σιμόν». «Όπως σας βολεύει», είπε ο Σιμόν, χωρίς να πάρει τα μάτια του από το πρωινό του. Λίγα λεπτά αργότερα και οι δυο άντρες σηκώθηκαν από το τραπέζι. Η Κάσια έμεινε ν’ αποτελειώσει τον καφέ της. Είχε μαζί της τα γυαλιά ηλίου και ήταν καθ’ όλα έτοιμη. Δε χρειαζόταν ν’ ανεβεί πάλι στο δωμάτιό της. «Δεν είναι στις καλές του σήμερα το πρωί», μουρμούρισε με περίσκεψη η Λάουρα. «Ποιος; Ο Τζακ ή ο Σιμόν;» «Ο δον Σιμόν. Εγώ τα πιάνω αυτά. Κατάλαβα ότι ήταν δυσάρεστη μένος με κάτι από τη στιγμή που μου είπε Καλημέρα. Ίσως επειδή πρέπει να επιστρέψει νωρίτερα απ’ ό,τι υπολόγιζε. Είναι ένας άντρας με πρόγραμμα και δεν του αρέσει οι άλλοι να του το χαλούν. Είναι πολύ σημαντικό γι’ αυτόν να έχει πάντα τον έλεγχο στα χέρια του. Εγώ είμαι γνώστης της ανθρώπινης φύσης. Μπορώ να σου σκιαγραφήσω πολύ γρήγορα ένα χαρακτήρα». Η Κάσια ήταν της γνώμης ότι η κρίση της Λάουρας δεν ήταν τίποτα μπροστά στις διορατικές εκτιμήσεις του σενιόρ Άλβαρες. Όμως, ακόμη κι αυτός δε θα ήταν σε θέση να διακρίνει την πραγματική αιτία της κακοκεφιάς του μαρκήσιου -που δεν ήταν άλλη, από μια αποτυχημένη απόπειρα αποπλάνησης. Μια αποπλάνηση που φαινόταν ευκολότερη από οποιαδήποτε άλλη. Η Κάσια περίμενε δίπλα στο Ρέιντζ Ρόβερ όταν κατέβηκαν οι δυο άντρες. Ο Σιμόν άνοιξε την πίσω πόρτα και ύστερα, ευγενικός όπως πάντα, άνοιξε και την πόρτα του συνοδηγού γι’ αυτήν. «Όχι, όχι... καθίστε εσείς με τον Τζακ. Θα πάω εγώ πίσω», είπε η Κάσια. Καθώς κινήθηκε προς την πίσω πόρτα, έκανε κι εκείνος το ίδιο. 236


Τα χέρια τους έπιασαν το χερούλι σχεδόν ταυτόχρονα. Εκείνη τινάχτηκε σαν ν’ ακούμπησε κατά λάθος τη λεπίδα ενός ξυραφιού. Ο Σιμόν ανασήκωσε τα φρύδια του και χαμογέλασε κοροϊδευτικά. «Δεν υπάρχει λόγος να είστε νευρική», είπε χαμηλόφωνα για να μην τους ακούσει ο Τζακ. «Ξεκαθαρίσατε τη θέση σας χτες το βράδυ. Θα γυρίσουμε λοιπόν στο μηδέν... και θα μείνουμε εκεί». Στη μισή ώρα που πέρασε ώσπου να φτάσουν στο αεροδρόμιο, οι άντρες συζητούσαν για το αυτοκίνητο του Τζακ και για τα διάφορα αυτοκίνητα που είχε ο Σιμόν και η οικογένειά του. Ο Τζακ είχε αγοράσει το δικό του από τρίτο χέρι. Το όνειρό του ήταν ν’ αγοράσει κάποτε ένα καινούριο. Η Κάσια προτιμούσε τα μικρά αυτοκίνητα των σχολών οδήγησης για να μάθει, αλλά ύστερα από μια σύντομη έρευνα, ανακάλυψε μεγάλες λίστες αναμονής. Μπορεί οι παππούδες να μην είχαν ενδοιασμούς να περπατήσουν από το ένα χωριό στο άλλο, αλλά η νέα γενιά προτιμούσε τα αυτοκίνητα. Ενώ οι άντρες συζητούσαν για συστήματα διεύθυνσης και αυτόματες αεροτουρμπίνες, εκείνη σκεφτόταν την τελευταία κουβέντα του Σιμόν. Πώς ήταν δυνατόν να ξαναγυρίσουν στο μηδέν, ύστερα από εκείνο το παθιασμένο αγκάλιασμα, στην ταράτσα. Το ρολόι δε γυρίζει πίσω, συλλογίστηκε. Ίσως εκείνος, μια και έχει κοιμηθεί με πολλές γυναίκες, να μπορεί να ξεχάσει αυτό που συνέβη. Εκείνη, όμως, δε θα το ξεχνούσε ποτέ. Κοιτάζοντας τους φαρδιούς ώμους του στην μπροστινή θέση, θυμήθηκε πόσο δυνατοί και γεροδεμένοι της είχαν φανεί όταν τον άγγιζε. Καταλάβαινε ότι θα θυμόταν με κάθε λεπτομέρεια τις στιγμές που είχε ζήσει στην αγκαλιά του για όλη της τη ζωή. Και πάντα θα την έτρωγαν οι αμφιβολίες σχετικά με την απόφαση εκείνης της στιγμής. «Μην ανησυχείς, θα σε προσέχω», της είχε πει. Αν είχε προσθέσει «για πάντα...» Αλλά εκείνος δεν είχε πει τίποτα. Εννοούσε μόνο ότι δε θα την άφηνε έγκυο. Με τις άλλες φιλενάδες του, δεν υπήρχε αυτός ο κίνδυνος. Ήταν πολύ πεπειραμένες και κοσμογυρισμένες ώστε να έχουν προνοήσει για ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Τα κορίτσια σαν την 'Ιζα δε συλλαμβάνουν τυχαία. Κορίτσια σαν εμένα την πατάνε συνήθως, σκέφτηκε η Κάσια. Ανόητες παρθένες, συνήθως πολύ νεότερες από μένα, που αφήνονται σε μια θάλασσα αισθήσεων για να βρεθούν στο τέλος εγκαταλειμμένες από τους εραστές τους, που δεν είναι διατεθειμένοι να υποστούν τις συνέπειες. Τουλάχιστον, η ίδια δε θα βρισκόταν σ’ αυτή τη θέση. Η πιο όμορφη ερωτική νύχτα του κόσμου δεν αντισταθμίζει το μαρτύριο μιας 237


ανεπιθύμητης εγκυμοσύνης κι ενός παιδιού που μεγαλώνει χωρίς πατέρα. Πόσο μάλλον για κείνη, που δεν είχε και οικογένεια για να τη βοηθήσει. Ακόμη κι αν είχε όμως, δεν είναι εύκολο να μεγαλώσεις μόνος σου ένα παιδί. Χρειάζονται και οι δυο γονείς. Και η Κάσια το γνώριζε πολύ καλά αυτό. Αναρωτήθηκε τι θα έκανε ο Σιμόν στην απίθανη περίπτωση που κάποια από τις φιλενάδες του έμενε έγκυος. Για κάποιο ακαθόριστο λόγο, δεν μπορούσε να τον φανταστεί να αποφεύγει τις ευθύνες του. Αν ήταν τέτοιος άνθρωπος, δε θα είχε μπει στον κόπο να φτιάξει αυτή τη στέγη για τους εφήβους. Θα τον ενδιέφεραν μόνο οι απολαύσεις και όλα τ’ άλλα... στο διάβολο! Από την άλλη πλευρά, δε θα ήταν δείγμα υπευθυνότητας από μέρους του, αν έκανε έρωτα σ' ένα νεαρό κορίτσι που δεν είχε σεξουαλικές εμπειρίες και που εύκολα θα έπαιρνε στα σοβαρά μια τέτοια κατάσταση. Στο μεταξύ, είχαν φτάσει στο αεροδρόμιο. «Αν προκύψει κάποιο πρόβλημα, η γραμματέας μου ξέρει πάντα πού θα με βρει. Ό,τι κι αν προκύψει, ενημερώστε με. Θα ήθελα μια αναφορά της κατάστασης δυο φορές την εβδομάδα». Τον άφησαν δίπλα στο κτίριο με το μικρό πύργο ελέγχου στην οροφή του. Ο Τζακ βγήκε έξω για να ξεκλειδώσει την πίσω πόρτα και αφού ο Σιμόν πήρε τα πράγματά του, αντάλλαξαν θερμή χειραψία. Η Κάσια είχε γυρίσει στο πλάι για να τον χαιρετήσει. Οι καλοί τρόποι του Σιμόν ήταν πολύ βαθιά χαραγμένοι μέσα του για να την αγνοήσει κι ας ένιωθε έτσι. Για μια στιγμή, την κοίταξε κατάματα. Η έκφρασή του ήταν ανεξιχνίαστη. Το μόνο που μπόρεσε να διακρίνει η Κάσια ήταν ότι το σαγόνι του ήταν σφιγμένο. Η φωνή του βέβαια, όταν μίλησε, δεν επιβεβαίωσε τη δυσαρέσκειά του. «Αντίο, Κάσια. Την επόμενη φορά που θα έρθω, μπορεί να έχετε μάθει να οδηγείτε αυτό το πράγμα», είπε. Έπειτα γύρισε στον Τζακ. «Αν κάνει κάποιο λάθος, θυμήσου ότι είναι κορίτσι κι όχι αλεξιπτωτιστής της Λεγεώνας». Ο Τζακ χαμογέλασε πλατιά. «Θα είμαι προσεκτικός μαζί της». Ο Σιμόν τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. «Άστα λουέγο*». Έπειτα άρχισε ν’ απομακρύνεται. Ο Τζακ έκλεισε την πόρτα και η Κάσια γύρισε μπροστά κι ανοιγόκλεισε τα μάτια της για να σταματήσει μερικά ηλίθια δάκρυα. ***

238


«Μαθαίνεις πιο γρήγορα απ’ όσο περίμενα. Πρέπει να δούμε πότε μπορείς να δώσεις εξετάσεις για το δίπλωμα», είπε ο Τζακ στο τέλος του τρίτου μαθήματος οδήγησης. Είχαν βρει έναν καινούριο, φαρδύ δρόμο μέσα στα βουνά, ο οποίος ενδεχομένως, όταν θα τελείωνε, θα διευκόλυνε πάρα πολύ την επικοινωνία ανάμεσα στις ακτές και στ’ απομακρυσμένα χωριά της ενδοχώρας. Προς το παρόν πάντως, ήταν έρημος και ήταν το ιδανικό μέρος για να εξοικειωθεί η Κάσια με τις αλλαγές ταχυτήτων και τις στροφές, πριν επιχειρήσει να οδηγήσει μέσα σε κίνηση. Ο νόμος όριζε ότι οι νέοι οδηγοί έπρεπε όχι μόνο να μπορούν ν’ αποδείξουν τις ικανότητές τους στο τιμόνι, αλλά να έχουν επί στις κάποιες γνώσεις γύρω από τη λειτουργία του αυτοκινήτου. Ο Τζακ της έδειξε μερικά πράγματα πάνω στο Ρέιντζ Ρόβερ, στην πίσω αυλή. Η πίσω αυλή ήταν ένας μεγάλος κήπος, κλεισμένος με μια ψηλή μάντρα γύρω γύρω, όπου ο Σιμόν σκεφτόταν να εγκαταστήσει μια πισίνα τον επόμενο χρόνο. «Είσαι πολύ καλός δάσκαλος, Τζακ», είπε εκείνη μετά το τελευταίο μάθημα μηχανικής. «Πίστευα ότι θα έχανες την υπομονή σου μαζί μου». «Μ’ αρέσει να δείχνω στους άλλους πώς να κάνουν πράγματα... αν ενδιαφέρονται. Οι ατίθασοι χωρίς λόγο και οι αδιάφοροι μου δίνουν στα νεύρα. Μπορεί να τύχει ν' ακούσεις μερικές εκρήξεις σε γλώσσα στρατώνα, αν συναντήσω τέτοια σημάδια μέσα στο συρφετό που θα μας έρθει», διευκρίνισε ο Τζακ με σοβαρό ύφος. Ο Τζακ αναφερόταν πάντα με τις λέξεις «συρφετός» και «πλέμπα» όταν μιλούσε για τους νεαρούς που περίμεναν. Η Κάσια υποπτευόταν ότι, πολλές φορές, το έκανε επίτηδες για να πειράξει τη Λάουρα. Η Λάουρα, με τις βαθιά ριζωμένες μικροαστικές αντιλήψεις της, έβλεπε αυτούς τους εφήβους με καχυποψία και δυσπιστία, ενώ ο Τζακ, παρ’ όλο που φαινομενικά ήταν τραχύς και αυταρχικός, τους καταλάβαινε και νοιαζόταν πραγματικά γι’ αυτούς. «Νομίζω πως ήρθε η ώρα να κουρευτώ», είπε ο Τζακ και χάιδεψε το κεφάλι του. Κάθονταν σ’ ένα παλιό, πέτρινο παγκάκι. Εκείνος έπινε μια μπίρα και η Κάσια έτρωγε ένα μανταρίνι. «Είσαι υποχρεωμένος; Είσαι πολύ καλύτερος έτσι όπως είναι τώρα». Από την ημέρα που τον είδε για πρώτη φορά, τα μαλλιά του είχαν μεγαλώσει και είχε πάψει να μοιάζει με βαρυποινίτη. Τώρα, το κούρεμά του έμοιαζε απλώς στρατιωτικό. Είχε αρχίσει μάλιστα να φαίνεται ότι, αν τ’ άφηνε να μεγαλώσουν, θα γίνονταν πολύ-πολύ σγουρά. Ακόμη και σ’ αυτό το μήκος όμως, τον έκαναν να μοιάζει λιγότερο 239


άξεστος απ’ όσο της είχε φανεί αρχικά. Δε θα γινόταν ποτέ ένας όμορφος άντρας, αλλά δεν ήταν και τόσο άσχημος. Η Κάσια είχε αρχίσει να τον συμπαθεί ιδιαίτερα, αλλά η συμπάθειά της ήταν αδερφική. «Γιατί δεν τ’ αφήνεις να μεγαλώσουν λίγο ακόμη;» τον ρώτησε. «Κάποια μέρα, μπορεί να μείνεις φαλακρός και τότε θα εύχεσαι να είχες απολαύσει τα μαλλιά σου όσο τα είχες» «Ίσως θα έπρεπε να κάνω περμανάντ όπως ο Μανουέλ», σχολίασε ειρωνικά εκείνος. Οι εργάτες είχαν σχεδόν τελειώσει. Τους είχαν μείνει μερικά μερεμέτια μόνο. Ο Μανουέλ ήταν ο νεότερος και ο λιγότερο ικανός απ’ όλους. Είχε βάλει στόχο στη ζωή του να γίνει ένας δημοφιλής σταρ της μουσικής σαν αυτόν του οποίου το κούρεμα είχε αντιγράψει. Σε λίγες μέρες, οι εργάτες θα έφευγαν και το σπίτι δε θ’ αντηχούσε πια από τις φωνές τους στη βαλενθιάνικη διάλεκτο ούτε θα έτριζε ολόκληρο από τη χέβι μέταλ μουσική που ακουγόταν στη διαπασών από το πελώριο κασετόφωνο του Μανουέλ. Η Κάσια γέλασε. «Δεν μπορώ να σε φανταστώ με περμανάντ ή με κοτσίδα, αλλά το ξυρισμένο κεφάλι είναι επίσης υπερβολικό με τον τρόπο του. Φαίνεσαι, τουλάχιστον, απειλητικός». «Είναι καλό να φαίνομαι απειλητικός όταν θα φτάσει εδώ η πλέμπα. Πράγμα που μου θυμίζει ότι πρέπει να στείλουμε με φαξ την αναφορά μας απόψε. Από τη Δευτέρα έχουμε να επικοινωνήσουμε και ο χέφε θα θυμώσει αν δεν τον κρατάμε ενήμερο. Μην αφήνεις να σε ξεγελάει το φιλικό ύφος του. Μπορεί να μην κολλάει στα τυπικά, αλλά όταν αυτός ο τύπος λέει κάτι, το εννοεί πραγματικά. Είχα αξιωματικούς που του έμοιαζαν αρκετά, όταν ήμουν στη Λεγεώνα. Αυτοί οι τύποι είναι αυστηροί, πρώτα απ’ όλους με τον εαυτό τους, αλλά γίνονται ακόμη πιο σκληροί απέναντι σ’ αυτούς που δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους». «Δε θα έλεγα πως ο μαρκήσιος είναι σκληρός με τον εαυτό του», είπε η Κάσια. Μετά την τελευταία αναχώρησή του, η Κάσια αναφερόταν στον Σιμόν με τον τίτλο του και όχι με το μικρό του όνομα. Πιθανόν να υπήρχε κάποιος εξεζητημένος επιστημονικός όρος γι' αυτό το σύνδρομο, αλλά προς το παρόν δεν είχε διάθεση για ψυχανάλυση. Ένιωθε πως η θεραπεία για την κατάστασή της -αν υποθέσουμε ότι υπήρχε θεραπεία- ήταν να κρατάει τον εαυτό της απασχολημένο για να μη σκέφτεται. «Αρκετοί άνθρωποι θα έλεγαν ότι ο τρόπος ζωής του είναι η πεμπτουσία της ευδαιμονίας και της αυτοϊκανοποίησης». Ο Τζακ ένευσε αρνητικά. «Με τίποτα. Εντάξει, συμφωνώ ότι έχει 240


πολύ παραδάκι κι έναν τίτλο μακρύ σαν το χέρι σου. Όμως, αν ξεχάσεις ό,τι ξέρεις γι’ αυτόν και τον κοιτάξεις γι’ αυτό που είναι πραγματικά, τι βλέπεις;» Πολλές εικόνες πέρασαν από το μυαλό της Κάσια. Είδε το μαρκήσιο να κατεβαίνει τις σκάλες του ξενοδοχείου στη Γρανάδα με τη μαύρη φόρμα του σκι και τα μπράτσα του μελαψά σαν Τσιγγάνου. Τον είδε στο τιμόνι της Μερσέντες. Τον είδε να πλένεται στο λαβαδέρο, λίγες μόνο ώρες πριν αλλάξει τη ζωή της με μια του κίνηση. «Δεν ξέρω», απάντησε τελικά. «Τι βλέπεις;» «Κάποιον που, στις δύσκολες ώρες, θα προτιμούσα να έχω στο πλευρό μου και όχι εναντίον μου», είπε ο Τζακ. Ύστερα άδειασε την μπίρα του. «Μπορεί να συχνάζει σε φανταχτερές κοινωνικές συγκεντρώσεις και να γνωρίζει πολλά σημαίνοντα πρόσωπα, αλλά δε θα ήταν σε τόσο καλή κατάσταση αν η ζωή του ήταν όλο διασκέδαση και γυναίκες. Έλα, πάμε να στείλουμε εκείνο το φαξ. Από την ερχόμενη εβδομάδα δε θα έχουμε την πολυτέλεια να καθυστερούμε. Θα έρθει το πρώτο μπουλούκι εδώ πέρα». *** Το πρώτο γκρουπ των εφήβων έφτασε οδικώς από τη Μαδρίτη. Η Κάσια, καθώς τους παρακολουθούσε να κατεβαίνουν, ένιωσε κάτι μεταξύ συμπάθειας και οίκτου. Μερικοί φαίνονταν ταραχοποιό στοιχεία, ενώ άλλοι ήταν φοβισμένοι. Όμως, η Κάσια ήξερε, από προσωπική πείρα, ότι ακόμη και οι πιο χοντροκομμένοι από αυτούς, ενδόμυχα, θα είχαν κάποια νευρικότητα. Στο κάτω κάτω, τους είχαν πάρει από το ελεεινό, πλην όμως γνώριμο περιβάλλον των μπάριος και τους είχαν ξεφορτώσει σ’ ένα χώρο άγνωστο. «Γκράσιας α Ντιος πορ Χουανίτο! Θεέ και Κύριε! Ευτυχώς που είσαι εδώ», είπε η Λάουρα στον Τζακ όταν είδε ένα νεαρό με τατουάζ και στα δυο μπράτσα και μια παραμάνα στ’ αυτί. Παρ' όλο που ο Τζακ δεν είχε ξυρίσει ακόμη το κεφάλι του, εκείνο το απόγευμα φορούσε μια πράσινη στρατιωτική φόρμα μ’ ένα αυτοκόλλητο καρτελάκι πάνω από τη δεξιά τσέπη στο στήθος του. Φαινόταν ακόμη, αν και λίγο ξεθωριασμένο, το όνομά του από την εποχή που ήταν στη Λεγεώνα. Καθώς έλεγχε τις ταυτότητες των πιτσιρικάδων, έριχνε στον καθένα τους από μια άγρια ματιά. Φαινόταν παραπάνω από ικανός να τηρήσει την τάξη ανάμεσά τους. Μπορεί ο Τζακ να είχε κάνει στο παρελθόν αρκετά καυστικά σχόλια για τους κοινωνικούς λειτουργούς γενικώς, όμως, το ζευγάρι 241


που είχε συνοδεύσει τα παιδιά με το πούλμαν φαινόταν αρκετά ευαισθητοποιημένο. Ο άντρας συστήθηκε με το όνομα Ρομπέρτο και η συνάδελφός του λεγόταν Μαρία-Χοσέ. Εκείνος ήταν γύρω στα σαράντα κι εκείνη κοντά στα τριάντα πέντε της. Η συμπεριφορά τους απέναντι στους νεαρούς ήταν φιλική, αλλά και σοβαρή. Ενώ ο Τζακ και ο Ρομπέρτο πήραν τ’ αγόρια για να τα οδηγήσουν στον κοιτώνα τους, η Κάσια έδειξε στη Μαρία-Χοσέ και στα κορίτσια το δικό τους κοιτώνα. Τα κορίτσια θα κοιμούνταν στον κοιτώνα τους και η συνοδός τους σ’ ένα διπλανό δωμάτιο. «Είναι πολύ όμορφο», είπε η Μαρία-Χοσέ, βλέποντας το δωμάτιό της. Συγκριτικά με το «Καστίγιο ντελ Σουλτάν», οι ανέσεις που παρείχε το δωμάτιο ήταν στοιχειώδεις. Σε σύγκριση όμως με πολλά άλλα ξενοδοχεία, το κρεβάτι ήταν πολύ πιο άνετο και η επίπλωση ήταν σαφώς πιο καλόγουστη. Το μόνο που έλειπε ήταν μερικές προσωπικές πινελιές. Η Κάσια είχε κάνει ό,τι μπορούσε γι’ αυτό, κρεμώντας στον τοίχο ένα χάρτη που ταξινομούσε τα αγριολούλουδα της Ισπανίας και τοποθετώντας μερικά χρησιμοποιημένα βιβλία πάνω στο κομοδίνο κι ένα κεραμικό βάζο, που το είχε αγοράσει από έναν πλανόδιο πωλητή, πάνω στο περβάζι. Το βάζο ήταν γεμάτο με κίτρινα γαρίφαλα και στη βάση του υπήρχε μια χειρόγραφη κάρτα που έγραφε: Καλώς ήρθατε στο Κάσα Μοντραγκόν. Ελπίζουμε ν’ απολαύσετε τη διαμονή σας εδώ. «Οι ώρες των γευμάτων, ο πυροσβεστήρας και όλα τα σχετικά είναι κρεμασμένα πίσω από την πόρτα της ντουλάπας», είπε η Κάσια. «Αν δεν έχετε αρκετές κρεμάστρες ή αν χρειαστείτε οτιδήποτε άλλο, ενημερώστε με». «Ευχαριστώ. Είμαι σίγουρη ότι θα περάσουμε όλοι πολύ καλά. Δεν έχω ξανάρθει σ’ αυτό το μέρος. Είναι μια πανέμορφη κοιλάδα», αποκρίθηκε η Μαρία, κοιτάζοντας τα βουνά από το παράθυρό της. «Κι εγώ είμαι καινούρια εδώ. Έρχομαι από τη Γρανάδα». Αφού αντάλλαξαν τις βασικές πληροφορίες για τη ζωή τους, η Κάσια είπε: «Θα σ’ αφήσω να τακτοποιηθείς». Κατέβαινε τις σκάλες και σάστισε όταν άκουσε μια χαρακτηριστική αντρική φωνή από το ισόγειο. Η καρδιά της σκίρτησε. Ο Σιμόν είχε επιστρέψει. *** Είχε τελειώσει την κουβέντα του και άρχισε ν’ ανεβαίνει τις σκάλες όταν συναντήθηκαν. 242


«Δε... σας περιμέναμε σήμερα», είπε η Κάσια με τρεμάμενη φωνή. «Είμαι ευχάριστη έκπληξη;» «Φυσικά». Και για να πει κάτι, πρόσθεσε: «Μόλις μιλούσα με τη Μαρία-Χοσέ -τη σενιορίτα Μορένο. Είναι η συνοδός των κοριτσιών. Την έχετε συναντήσει ποτέ;» «Πολλές φορές. Κάποτε έκανε κοσμική ζωή. Κάποια στιγμή, ο αρραβωνιαστικός της σκοτώθηκε σε δυστύχημα. Αυτό την έκανε να αναθεωρήσει τη ζωή της. Τώρα έχει ορκιστεί να βοηθάει τους συνανθρώπους της. Γνωρίζοντας το παρελθόν της, μπορώ να πω ότι έχει εξαιρετική σχέση με τα κορίτσια που έρχονται από τις πιο υποβαθμισμένες γειτονιές της πόλης... και η Μαδρίτη έχει μερικές γειτονιές που είναι πραγματικά άσχημες. Εκεί τα κορίτσια βλέπουν την πορνεία σαν μοναδική διέξοδο». Ο Σιμόν συνέχισε ν’ ανεβαίνει τη σκάλα, ενώ η Κάσια κατέβηκε. Αναρωτήθηκε τι θα της έλεγε η Μαρία-Χοσέ αν τη ρωτούσε για τον Σιμόν. Θα ήταν ενδιαφέρον να μάθει πώς τον έβλεπε κάποια που κάποτε ανήκε στον κύκλο του, αλλά που τώρα είχε αφιερώσει τη ζωή της στους αναξιοπαθούντες. Φυσικά, η Μαρία-Χοσέ θα τον έβλεπε σαν ευεργέτη. Αλλά πώς μπορούσε να συμβιβάσει αυτή την πλευρά του χαρακτήρα του με την άλλη; Αν εκείνη έκανε κοσμική ζωή στα σαλόνια της υψηλής κοινωνίας της Μαδρίτης, θα είχε ακούσει για τη φήμη του Σιμόν. Ίσως, μάλιστα, να είχε τραβήξει κάποτε την προσοχή του. Δέκα χρόνια πριν, καλοντυμένη και χτενισμένη ανάλογα, θα ήταν εντυπωσιακά ελκυστική. Τώρα φορούσε ένα φούτερ κι ένα τζιν παντελόνι, τα μαλλιά της ήταν κομμένα πολύ κοντά και δε φορούσε καθόλου μεϊκάπ. Παρ’ όλα αυτά, μπορεί να μη γύριζαν κεφάλια στο πέρασμά της, αλλά δεν μπορούσες να την αγνοήσεις. Η Μαρία-Χοσέ κάθισε δίπλα στον Σιμόν στο βραδινό γεύμα. Στο άλλο πλευρό του καθόταν ένα κορίτσι του οποίου τα ρούχα και το υπερβολικό βάψιμο υπονοούσαν ότι ίσως και να είχε ήδη επιλέξει την εναλλακτική λύση που ανέφερε προηγουμένως ο Σιμόν. Κανένα από τα κορίτσια δεν ήταν πάνω από δεκαέξι ετών, αλλά η συγκεκριμένη έδειχνε τουλάχιστον δεκαοκτώ ή δεκαεννιά, αν δεν την κοιτούσες από πολύ κοντά. Αργότερα το ίδιο βράδυ, οι έξι ενήλικες συγκεντρώθηκαν για ποτό και κουβέντα σ’ ένα δωμάτιο που είχε φτιαχτεί ειδικά γι’ αυτή τη δουλειά. Τα περισσότερα από τα κορίτσια είχαν ήδη αποσυρθεί στον κοιτώνα τους, αφού τις είχαν ενημερώσει ότι το πρωί θα τις ξυπνούσαν 243


πολύ νωρίς. Τ’ αγόρια βρίσκονταν ακόμη στην αίθουσα παιχνιδιών κι έπαιζαν μπιλιάρδο και πινγκ πονγκ. Οι περισσότεροι ήταν συνηθισμένοι να μένουν ξύπνιοι μέχρι αργά, παρακολουθώντας τηλεόραση ή γυρίζοντας στα σοκάκια της πόλης. «Αύριο, την ίδια ώρα, θα τους έχω εξαντλήσει τόσο, που θα ξεραθούν κανονικά μόλις φάνε το βραδινό τους», δήλωσε ο Τζακ και χαμογέλασε. «Πετάξαμε πολλά φαγητά απόψε», είπε εκνευρισμένη η Λάουρα. «Οι περισσότεροι ούτε που άγγιξαν τη σαλάτα τους». «Αυτά τα παιδιά δεν είναι συνηθισμένα στο καλό φαγητό, σενιόρα», εξήγησε η Μαρία-Χοσέ. «Σε γενικές γραμμές, η διατροφή των Ισπανών είναι αρκετά υγιεινή. Στις πόλεις, όμως, η κουλτούρα του φαστφουντάδικου που ισχύει σε άλλες χώρες έχει αρχίσει να επιβάλλεται ραγδαία. Είμαι σίγουρη ότι σε μερικές μέρες, με τον καθαρό αέρα και με την κατάλληλη σωματική άσκηση, θα τρώνε το φαγητό τους με την ίδια απόλαυση που το φάγαμε εγώ και ο Ρομπέρτο σήμερα». Ο Σιμόν την κοίταξε επιδοκιμαστικά για το τακτ που επέδειξε, όπως παρατήρησε η Κάσια. Η Μαρία-Χοσέ είχε φορέσει ένα άσπρο πουκάμισο και μια μαύρη φούστα για το δείπνο. Τα πόδια της ήταν πολύ όμορφα, αλλά το ντύσιμό της την έκανε να μοιάζει με οπαδό κάποιας θρησκευτικής αίρεσης. Η Κάσια αναρωτήθηκε αν ήταν η παρουσία της Μαρία-Χοσέ αυτή που έκανε τον Σιμόν να επιστρέψει σήμερα. Ίσιος το αυστηρό παρουσιαστικό της ν’ αποτελούσε πρόκληση για κείνον. *** Την επομένη το πρωί, όλος εκτός από τη Λάουρα, ξεκίνησαν για την πρώτη μέρα δουλειάς στο καθάρισμα των μονοπαπών. Η Κάσια κατάλαβε γρήγορα ότι ο μαρκήσιος θα έχανε το χρόνο του, αν προσπαθούσε να κάνει κάπ με τη Μαρία-Χοσέ. Εκείνη έδειχνε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τον Ρομπέρτο και ο Ρομπέρτο γι’ αυτήν. Τα συναισθήματα που έτρεφαν ο ένας για τον άλλον μπορεί να μην ήταν εμφανή σε όλους, αλλά η Κάσια όντας ερωτευμένη και η ίδια- ήταν περισσότερο ευαισθητοποιημένη. Γρήγορα συνέλαβε τα σημάδια μιας σχέσης, κάθε άλλο παρά αυστηρά επαγγελμαπκής, ανάμεσα στους δυο συνοδούς. Το απόγευμα, τα περισσότερα από τα παιδιά ήταν όσο εξαντλημένα είχε υποσχεθεί ο Τζακ όπ θα ήταν. Η μέρα τους είχε ξεκινήσει

244


με μια μικρή διαδρομή, πριν από το πρόγευμα, στα δρομάκια που χώριζαν τ’ αμπέλια. Ο Τζακ δεν ήταν διατεθειμένος ν’ ανεχτεί καθυστερήσεις στο δρόμο του γυρισμού στο χωριό, μετά την πρώτη μέρα στη δουλειά. Τους είχε μάθει ένα απλό τραγουδάκι για να κρατάνε το ρυθμό στο βάδισμα κι εκείνος πήγαινε διαρκώς πάνω κάτω στη φάλαγγα κατά δυάδες που είχαν σχηματίσει, κάνοντας παρατηρήσεις. Τους ανάγκαζε να σηκώνουν τα πόδια ψηλά, να κρατούν το κορμί ίσιο και να κουνάνε τα χέρια τους. Κανείς τους δε διαμαρτυρήθηκε. Με τη στολή που φορούσε, ο Τζακ φαινόταν πραγματικά τρομακτικός. Ούτε καν ο πιτσιρικάς με την παραμάνα στο αυτί δεν τόλμησε να τον αμφισβητήσει. Λίγο πριν φτάσουν στο χωριό, ο Σιμόν πλησίασε την Κάσια. «Κουρασμένη;» τη ρώτησε στ’ αγγλικά. «Έτσι φαίνομαι;» «Όχι, αλλά είστε πολύ καλή στο να κρύβετε αυτό που αισθάνεστε. Άλλωστε, μπορεί να το θεωρείτε υποχρέωσή σας να δώσετε το καλό παράδειγμα στα κορίτσια. Η Μαρία-Χοσέ μου είπε ότι υπήρχαν λουλούδια κι ένα σημείωμα με ευχές στο δωμάτιό της και στο δωμάτιο των κοριτσιών. Ήταν δική σας ιδέα ή της Λάουρας;» «Δική μου, αλλά φαντάζομαι ότι θα το πρότεινε εκείνη αν δεν είχα προλάβει εγώ». «Αμφιβάλλω. Δεν είμαι σίγουρος ότι η Λάουρα ταιριάζει εδώ τόσο καλά όσο ήλπιζα. Εσείς τι νομίζετε;» Την ξάφνιασε το γεγονός ότι ζητούσε τη γνώμη της για τη μαγείρισσα. «Εμένα μου φαίνεται ικανότατη και τα πάει καλά με τα παιδιά». «Ναι, αλλά δεν τα εγκρίνει κατά κάποιο τρόπο. Της προκαλούν νευρικότητα. Αν φερθούν με θράσος, δε νομίζω πως θα ξέρει πώς να τ’ αντιμετωπίσει». «Ούτε εγώ είμαι σίγουρη πως θα καταφέρω ν’ ανταπεξέλθω». «Είναι λιγότερο πιθανόν να δοκιμάσουν μ’ εσάς. Η Λάουρα είναι πιο εύκολος στόχος για πειράγματα. Εσάς θα σας βλέπουν σαν αγία». «Αγία; Εγώ; Θα αστειεύεστε!» «Απεναντίας. Είστε λίγα μόνο χρόνια μεγαλύτερή τους και, κατά τα φαινόμενα, τα έχετε ήδη καταφέρει στη ζωή σας». Έκανε μια μικρή παύση και ύστερα συνέχισε: «Αν το ήξεραν, θα ζήλευαν ακόμη και το ότι είστε παρθένα. Βάζω στοίχημα ότι καμιά τους δεν είναι. Η σεξουαλική δραστηριότητα ξεκινάει πολύ νωρίς στις φτωχογειτονιές απ’ όπου προέρχονται. Σύμφωνα με τα λεγάμενα της Μαρία-Χοσέ, αυτός είναι ένας από τους παράγοντες που καταστρέφουν αυτά τα κορίτσια.

245


Αίγες μόνο θα κατορθώσουν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Οι υπόλοιπες, αν δεν τις βοηθήσει κανείς, θα καταντήσουν τσακισμένα καράβια, όπως οι μανάδες και οι γιαγιάδες τους». Εκείνη τη στιγμή, ένα κορίτσι που περπατούσε μπροστά τους γύρισε ξαφνικά κι έριξε ένα σκαμπίλι στο αγόρι που ερχόταν πίσω της. Όταν το αγόρι επιχείρησε ν’ ανταποδώσει το χτύπημα, ένα άλλο κορίτσι βγήκε μπροστά για να υπερασπίσει τη φίλη της. Ο επικείμενος καβγάς τέθηκε υπό έλεγχο στη γέννησή του. Ο Σιμόν άρπαξε το νεαρό από το σβέρκο και απομάκρυνε τα δυο οργισμένα κορίτσια. Γρήγορα και οι τρεις υποτάχθηκαν όχι τόσο στη σωματική δύναμή του, όσο στην έμφυτη υπεροχή που απέπνεε. Ο Σιμόν δεν επέστρεψε κοντά της, αλλά περπάτησε το υπόλοιπο της διαδρομής δίπλα στα συμφιλιωμένα παιδιά, αφήνοντας την Κάσια μόνη με τις σκέψεις της. Αυτό που είχε συμβεί ανάμεσά τους το βράδυ πριν από την αναχώρησή του παρέμενε ανεξιχνίαστο. Όταν η Κάσια γύρισε στο δωμάτιό της, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και αναρωτήθηκε αν εκείνος σοβαρολογούσε όταν της είπε ότι μοιάζει με αγία. *** Ήταν πραγματικά μια ανταμοιβή το γεγονός ότι τα περισσότερα παιδιά είχαν εγκλιματιστεί γρήγορα και είχαν αντιδράσει θετικά στο καινούριο περιβάλλον. Αν έμεναν περισσότερο, σύντομα θα γίνονταν το ίδιο υγιή με τα παιδιά που είχαν γεννηθεί και είχαν μεγαλώσει στην κοιλάδα, σκέφτηκε η Κάσια. Ένα πρωί, ο Τζακ ανακοίνωσε ότι δε θα πήγαιναν για δουλειά στα μονοπάτια, αλλά θα τους μάθαινε πώς ν’ αναρριχώνται στους βράχους. Αν κάποιος φοβόταν τα ύψη, δεν ήταν υποχρεωμένος ν’ ακολουθήσει, αλλά εκείνος ήλπιζε ότι όλοι θα έκαναν μια προσπάθεια. Η Κάσια έτρωγε ακόμη το πρωινό της όταν ο Σιμόν στάθηκε δίπλα της. «Θα ήθελα να έρθετε μαζί μου σήμερα το πρωί, αν θέλετε κι εσείς». Η Κάσια επιχείρησε να σηκωθεί, αλλά εκείνος τη σταμάτησε, βάζοντας το χέρι του πάνω στον ώμο της. «Όχι ακόμη. Σε μισή ώρα. Θα με βρείτε στο γραφείο». Η Κάσια πήγε στην τουαλέτα του ισογείου για να φρεσκαριστεί. Ο Σιμόν καθόταν στο γραφείο του με την πόρτα ανοιχτή όταν εκείνη ανέβηκε να τον συναντήσει. Της έκανε νόημα να καθίσει και συνέχισε να πληκτρολογεί κάτι στο φορητό υπολογιστή του. «Δε θα πάρει πολλή ώρα», της είπε.

246


Μολονότι εκείνος ήταν απορροφημένος στην οθόνη του υπολογιστή, η Κάσια δε διακινδύνευσε να τον κοιτάξει, από φόβο μήπως εκείνος το καταλάβει. Δεν ήθελε να προδοθεί. Προς το παρόν, ο Σιμόν δεν μπορούσε να ξέρει τι ένιωθε γι’ αυτόν. Είχε αφήσει την πόρτα ανοιχτή όπως τη βρήκε. Ακούγονταν νεανικές φωνές, γέλια και ποδοβολητά. Σε λίγο, θα ξεκινούσαν με τον Τζακ δίπλα τους να φωνάζει καλοπροαίρετα τις διαταγές του. Πράγματι, τη στιγμή που ο Σιμόν έκλεισε τον υπολογιστή, οι χαρούμενες φωνές τους είχαν αρχίσει να χάνονται. «Ο Τζακ με ενημέρωσε ότι σύντομα θα είστε έτοιμη να δώσετε εξετάσεις για το δίπλωμα οδήγησης», της είπε. «Όμως, οι εξεταστές είναι περισσότερο απασχολημένοι κι από τους δασκάλους. Ίσως μπορέσω να σας βοηθήσω με πλάγιο τρόπο. Πριν το κάνω, όμως, θέλω να δω πώς τα πάτε. Μπορείτε να δοκιμάσετε με το δικό μου αυτοκίνητο. Έχω φέρει μαζί μου μια πινακίδα εκπαιδευτικού αυτοκινήτου». «Νομίζετε πως είναι καλή ιδέα; Θέλω να πω, το αυτοκίνητό σας είναι πολύ ακριβό. Δε θα ήθελα να του κάνω ζημιά». «Δεν υπάρχει τέτοιος φόβος. Θα οδηγήσω εγώ μέχρι το σημείο που κάνατε μαθήματα με τον Τζακ. Εκεί θα το πάρετε εσείς». Η Κάσια δε χάρηκε καθόλου που θα οδηγούσε το αυτοκίνητό του, ακόμη και σ’ έναν έρημο δρόμο. Εκείνος διέκρινε την αβεβαιότητά της. «Σας διαβεβαιώ ότι δε σχεδιάζω να σας τραβήξω σε κάποιο απομονωμένο σημείο για να σας επιβάλω τις ορέξεις μου». Η Κάσια έγινε κατακόκκινη. «Δε φαντάστηκα κάτι τέτοιο!» Εκείνος την κοίταξε δύσπιστα. «Σφίγγεστε κάθε φορά που σας πλησιάζω, Κάσια. Μπορεί να μην το καταλαβαίνουν οι άλλοι, όμως, εγώ το καταλαβαίνω». Εκείνη δεν ήξερε τι να του πει. Δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Τα νεύρα της ήταν τεντωμένα από τη στιγμή που άκουσε τη φωνή του στο χολ. Και μόνο το ότι εκείνος ήταν στο σπίτι ήταν αρκετό για να νιώθει ανήσυχη. Πόσο μάλλον όταν βρισκόταν μόνη μαζί του. Όταν τον κοιτούσε, δεν μπορούσε παρά να θυμάται πώς είχε νιώσει στην αγκαλιά του. Από τη μια, είχε μετανιώσει γι’ αυτό που είχε χάσει κι από την άλλη, φοβόταν ότι εκείνος θα ξαναδοκίμαζε να την πλησιάσει ερωτικά. Κι αυτή τη φορά, δε θα ήταν σε θέση να του αντισταθεί. Ο μαρκήσιος σηκώθηκε από την καρέκλα του. «Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν εκνευρισμό στις εξετάσεις. Αν οδηγήσετε μαζί μου, θα είναι μια χρήσιμη εμπειρία για σας. Πώς να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας, ενώ από μέσα είστε μούι νερβιόσα», πρόσθεσε ο Σιμόν και τα μάτια του άστραψαν επικίνδυνα. Η Κάσια είχε την αίσθηση ότι δε θα έμενε ατιμώρητη για το ότι 247


ήταν η μοναδική, σ’ ένα μακρύ κατάλογο κατακτήσεων, που του είχε αντισταθεί. *** Μέσα στο αυτοκίνητο, επικέντρωσε την προσοχή της στο να απομνημονεύσει τις κινήσεις του. Δεν ήταν εύκολο. Οδηγούσε προφανώς όπως θα έκανε και έρωτα. Απαλά αλλά σίγουρα. Ακόμα κι ο Τζακ, που μιλούσε στο αυτοκίνητό του σαν να ήταν γυναίκα και έδινε σ' αυτό περισσότερη σημασία απ’ όση δίνουν πολλοί άντρες στις γυναίκες τους, δεν άλλαζε τις ταχύτητες όπως ο Σιμόν. Ήταν ένα χρυσαφένιο πρωινό, χαρακτηριστικά ισπανικό. Τα βουνά ξεχώριζαν πολύ καθαρά στο γαλανό ουρανό. Κάθε βράχος και κάθε ρωγμή φαίνονταν με τρομερή διαύγεια σε μεγάλη απόσταση. Ο Σιμόν της έδειξε ένα γεράκι που παρέμενε μετέωρο στον ουρανό, πάνω από ένα αμπέλι, παραμονεύοντας προφανώς κάποια μικρή λεία. Μερικές εβδομάδες πριν, τα αμπέλια είχαν κλαδευτεί και το κόκκινο χώμα ήταν φρεσκοσκαμμένο. Τώρα είχαν αρχίσει να φυτρώνουν τα πρώτα βλαστάρια με τα μικροσκοπικά πράσινα φυλλαράκια. Στη Γρανάδα, η Κάσια είχε δει πολλές φορές άντρες που οδηγούσαν πολύ επιθετικά και χτυπούσαν την κόρνα τους στην παραμικρή καθυστέρηση. Η γνώριμη συμπεριφορά του μαρκήσιου δεν άλλαζε όταν οδηγούσε. Όταν πέρασαν μέσα από το διπλανό χωριό, ελάττωσε ταχύτητα και χαμογελώντας χαιρέτησε τις νοικοκυρές που κουτσομπόλευαν στα δρομάκια και έκαναν στην άκρη για να περάσει το αυτοκίνητο. Η Κάσια είδε στα πρόσωπά τους τον ενθουσιασμό τους που τις χαιρετούσε ένας όμορφος άντρας, από ένα πανάκριβο αυτοκίνητο, με πινακίδες της Μαδρίτης. Ίσως και να τη ζήλευαν που ήταν νέα κι ελεύθερη και τη συνόδευε ένας τέτοιος άντρας με ένα τέτοιο αυτοκίνητο. «Επί τη ευκαιρία, σχετικά μ’ αυτό που συζητήσαμε χτες», είπε ο Σιμόν, όταν βγήκαν από το χωριό. «Αν και έχω τις αμφιβολίες μου για τη Λάουρα, δεν έχω καμία σχετικά με τον Τζακ... σε ό,τι αφορά τις σχέσεις του με τα παιδιά. Είναι ο κατάλληλος άνθρωπος γι’ αυτή τη δουλειά. Δε χωράει κουβέντα σ’ αυτό». «Τελικά ο Ρομπέρτο αποδείχτηκε ότι υπηρέτησε τη στρατιωτική θητεία του στη Λεγεώνα. Κι έτσι έχουν πολλά κοινά με τον Τζακ. Εσείς υπηρετήσατε στο στρατό;» «Φυσικά. Όλοι υπηρετούν... υπηρετούσαν τουλάχιστον, την εποχή 248


που με κάλεσαν. Ήμουν στο Ναυτικό». «Σας άρεσε;» «Πάρα πολύ. Η βάση μου ήταν στο Μαχόν των Βαλεαριδών Νήσων. Η Μινόρκα είναι πολύ ενδιαφέρον νησί. Για ένα διάστημα ανήκε στους Βρετανούς κι ένας από τους προγόνους της μητέρας μου διοικούσε τη φρουρά, την εποχή που ζούσε ο ναύαρχος Νέλσον. Κι έτσι ένιωθα κατά κάποιο τρόπο δεμένος με το περιβάλλον». Η Κάσια δεν είχε πάει ποτέ στις Βαλεαρίδες, αλλά ο πατέρας της είχε ζήσει στη Μαγιόρκα πριν εκείνη γεννηθεί. Σχημάτισε στο μυαλό της μια εικόνα του Σιμόν με τη στολή του Ναυτικού. Δε θα ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του όσο ήταν τώρα, αλλά θα ήταν το ίδιο ελκυστικός και όμορφος. Αναρωτήθηκε πόσες καρδιές να ράγισαν γι’ αυτόν στη Μινόρκα και αν τα κορίτσια αυτά είχαν ακόμη οδυνηρές αναμνήσεις, σαν αυτές που θα είχε και η ίδια, ύστερα από δέκα χρόνια. «Γιατί είστε συνοφρυωμένη; Τι σκέφτεστε;» ρώτησε ο Σιμόν. «Εγώ... εεε... σκεφτόμουν τον πατέρα μου». «Λυπάμαι... έπρεπε να το καταλάβω». Κατέβασε το ένα του χέρι από το τιμόνι κι έσφιξε το δικό της. «Θα πρέπει να σας λείπει». Το συμπονετικό του ύφος και η χειρονομία του της ζέσταναν την καρδιά. Ήθελε να πάρει το χέρι του και να το ακουμπήσει στο μάγουλό της. Ήθελε τόσο έντονα ν’ αγαπήσει και ν’ αποκαλύψει τον έρωτά της. Όμως, εκείνος ήθελε κάτι άλλο. Αν αγκυροβολήσει ποτέ σε κάποια σταθερή σχέση, σκέφτηκε η Κάσια, δε θα είναι με κάποια σαν εμένα. Εγώ δεν είμαι από την πάστα που φτιάχνονται οι μαρκησίες. Μπορεί να φαίνομαι σημαντική στα κορίτσια από τις φτωχογειτονιές της Μαδρίτης, αλλά μπροστά στη μητέρα του είμαι ένα τίποτα. Ο Σιμόν τράβηξε το χέρι του. Εκείνη τον κοίταξε. Ένας μυς συσπάστηκε στο σαγόνι του -σημάδι ανυπομονησίας ή ενόχλησης. Έπειτα, όταν η κυκλοφορία αραίωσε κάπως, άρχισε να της εξηγεί τα κουμπιά που υπήρχαν πάνω στο ταμπλό. Δεν υπήρχε εκνευρισμός στη φωνή του. Η Κάσια υπέθεσε ότι ήταν η φαντασία της προηγουμένως που της φάνηκε δυσάρεστη μένος. Όταν η Κάσια κάθισε στο τιμόνι, συγκέντρωσε την προσοχή της για να του αποδείξει ότι ο Τζακ ήταν καλός δάσκαλος κι εκείνη καλή μαθήτρια. Μισή ώρα αργότερα, ο Σιμόν την οδήγησε σε μια μικρή πόλη, που οι δρόμοι της δεν ήταν ιδιαίτερα στενοί και υπήρχε κι ένας τροχονόμος σε μια κεντρική διασταύρωση. Η Κάσια δεν τα έχασε και ανάγκασε τον Σιμόν να της πει λίγο 249


αργότερα: «Έχετε καταπληκτική αίσθηση του δρόμου. Έχω εντυπωσιαστεί και θα φροντίσω να δώσετε σύντομα εξετάσεις. Εγώ, προσωπικά, δεν έχω καμιά επιρροή. Έχουν όμως οι φίλοι μου. Εκτός, βέβαια, αν έχετε ηθικές αναστολές να περάσετε εκτός σειράς». Η Κάσια συνέχισε να παραμένει συγκεντρωμένη στο δρόμο, αλλά κατάλαβε από τον τόνο της φωνής του ότι την πείραζε. «Θα είχα... κάτω από άλλες συνθήκες. Δε θα ένιωθα καλά αν έπαιρνα τη σειρά κάποιου άλλου που περιμένει περίθαλψη. Όμως, η ζωή του Τζακ θα γινόταν πολύ πιο εύκολη αν δεν ήταν αναγκασμένος να οδηγεί όλη την ώρα». «Η επιθυμία σας είναι διαταγή, σενιορίτα». Μακάρι να ήταν έτσι, σκέφτηκε η Κάσια. Αργότερα, άλλαξαν θέσεις και η Κάσια θεώρησε πολύ λογικό ότι θα γυρνούσαν στο Καστέλ ντε λος Τόρες. Ώσπου συνειδητοποίησε, κοιτάζοντας την άγνωστη ύπαιθρο που διέσχιζαν, ότι κατευθύνονταν προς τη δύση, δηλαδή, όλο και πιο βαθιά στην ενδοχώρα.

250


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10 «Πού πηγαίνουμε;» «Σκέφτηκα να φάμε έξω», είπε αδιάφορα ο Σιμόν. «Υπάρχει ένα εστιατόριο στο δρόμο για το Αλμπαθέτε. Μου το σύστησε ο φίλος μου που έχει το αεροπλάνο. Τηλεφώνησα σήμερα το πρωί για να βεβαιωθώ ότι θα είναι ανοιχτό σήμερα. Δε βιάζεστε να επιστρέφετε στο σπίτι, έτσι δεν είναι;» «Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να κάνω, αλλά μπορούν να περιμένουν, υποθέτω», απάντησε η Κάσια. «Είπατε στη Λάουρα ότι θα τρώγαμε έξω;» «Φυσικά. Αν δε γυρνούσαμε στην ώρα μας, θα πίστευε ότι πάθαμε κάποιο ατύχημα». Ήταν ακόμη νωρίς και το εστιατόριο δε θα σέρβιρε αυτή την ώρα. Έτσι, ο Σιμόν σταμάτησε στο καφενείο κάποιου χωριού για να πιουν καφέ. Εκεί, η Κάσια ανακάλυψε ότι ο προορισμός τους ήταν κοντά σε μια λίμνη, την οποία ο Σιμόν είχε σκοπό να την περπατήσουν γύρω γύρω. «Δε θα χρειαστούμε αρβύλες. Υπάρχει δρόμος. Υποθέτω ότι τα Σαββατοκύριακα εδώ γίνονται γιορτές και πικνίκ». Αργότερα κι ενώ περπατούσαν σ’ ένα δρομάκι δίπλα στο νερό, η Κάσια αναρωτήθηκε για ποιο λόγο την είχε φέρει εκεί. Δεν μπορούσε να καταλάβει το κίνητρό του, εκτός κι αν εκείνος είχε σκοπό να ξαναπροσπαθήσει μαζί της, μετά το φαγητό. Όμως, της το είχε τονίσει απερίφραστα ότι δεν ήταν αυτή η πρόθεσή του. Εξάλλου, η συμπεριφορά του ήταν εντελώς φυσιολογική. Σήμερα, η κουβέντα τους είχε στόχο το μυαλό και όχι το κορμί της. Μίλησαν για τους αγαπημένους της ζωγράφους, τους συγγραφείς... ακόμη και για τις πολιτικές πεποιθήσεις της. Εκείνος έδειχνε να την ακούει με σοβαρότητα κι αυτό αποδείχτηκε εξίσου σαγηνευτικό με το φλερτ. Η Κάσια ενθουσιαζόταν και χαιρόταν κάθε φορά που ανακάλυπτε ότι είχαν μια κοινή συμπάθεια ή αντιπάθεια. Τους σέρβιραν το φαγητό σ’ ένα γωνιακό τραπέζι σε μια βεράντα. Οι υπόλοιποι πελάτες, που έμοιαζαν όλοι με εμπορικούς αντιπροσώπους, κάθονταν στο εσωτερικό του εστιατορίου και έτρωγαν στη μεγάλη τραπεζαρία που σύντομα έγινε πολύ θορυβώδης. 251


«Δεν έχει σπουδαία ποικιλία, αλλά είναι καλομαγειρεμένα, δε νομίζετε;» είπε ο Σιμόν ενώ καθάριζε ένα αχλάδι. «Απόλαυσα και την τελευταία μπουκιά. Σας ευχαριστώ που με φέρατε εδώ». «Θα ερχόσασταν, αν σας είχα αφήσει επιλογή;» «Δεν ξέρω. Πιθανόν όχι». «Γιατί όχι;» Εκείνη δεν είπε τίποτα κι έτσι απάντησε ο Σιμόν στη θέση της. «Εξαιτίας αυτού που συνέβη ανάμεσά μας, την τελευταία φορά που ήμουν εδώ». Η Κάσια ένιωσε την ευφορία της να εξατμίζεται. «Είναι ανάγκη να το φέρουμε στην επιφάνεια;» τον ρώτησε, κοιτάζοντας τη λίμνη. «Προτιμάτε να το αγνοήσουμε;» «Νόμιζα... πως ήμαστε σε άλλη βάση τώρα. Φίλοί». Ακολούθησε μια παρατεταμένη σιωπή. Η Κάσια του έριξε μια κλεφτή ματιά και είδε ότι εκείνος ατένιζε τα βουνά, πέρα από τη λίμνη. Η έκφρασή του δεν πρόδιδε τίποτα. Κάποια στιγμή, αποφάσισε να μιλήσει. «Πολύ καλά. Αφού έτσι το θέλετε. Καφέ;» *** Στο δρόμο του γυρισμού άκουσαν μια κασέτα μ’ αυτό που ο Σιμόν αποκαλούσε «μουσική του βουνού» -κλασικά ορχηστρικά κομμάτια. Η Κάσια, καθισμένη δίπλα του, συλλογιζόταν ότι κάπου είχε γίνει κάποιο λάθος και η μαγεία είχε χαθεί Δεν ήταν φίλοι. Ποτέ δε θα μπορούσαν να είναι φίλοι. Η υπόθεσή τους ήταν απλή. Ένας άντρας που ήθελε ένα μόνο πράγμα από μια γυναίκα, η οποία ήθελε το ίδιο πράγμα αλλά με διαφορετικούς όρους. Όταν έφτασαν στο σπίτι, η Λάουρα ενημέρωσε το μαρκήσιο ότι τηλεφώνησε κάποια κυρία από τη Μαδρίτη, ονόματι Αντόνια Μπρετάνο, η οποία σκόπευε να τους επισκεφτεί το ίδιο απόγευμα. Η Λάουρα της είχε ήδη ετοιμάσει ένα δωμάτιο. Μια ώρα αργότερα, ένα δυνατό κορνάρισμα τράβηξε την Κάσια κοντά στο παράθυρο που έβλεπε στην πλατεία. Είδε τον Σιμόν να βγαίνει από την μπροστινή πόρτα και ν’ ανοίγει τα χέρια του για ν’ αγκαλιάσει τον οδηγό ενός ασημί σπορ αυτοκινήτου. Όταν σταμάτησαν ν’ αγκαλιάζονται, ο επισκέπτης έκανε ένα βήμα πίσω και τότε η Κάσια την είδε. Ήταν μια ψηλή, λεπτή κοκκινομάλλα, γύρω στα τριάντα και φαινόταν πολύ δεμένη με τον Σιμόν. 252


Προφανώς, ήταν καλλιτέχνης. Η Κάσια την είδε να ξεκλειδώνει το πορτ μπαγκάζ και να βγάζει από μέσα ένα αλουμινένιο καβαλέτο, μερικούς μουσαμάδες και μια ετερόκλητη ποικιλία αποσκευών. Η Κάσια κατέβηκε για να βάλει ένα χεράκι και για να ικανοποιήσει την περιέργειά της. Ώσπου να βγει από το σπίτι, ο Σιμόν είχε πάρει όλα τα πράγματα της φίλης του και ήταν φορτωμένος από την κορφή ως τα νύχια. Η Κάσια ξαφνιάστηκε όταν τους σύστησε στα αγγλικά. «Τόνι, να σου συστήσω την Κάσια Μπράουνινγκ. Ο πατέρας της ήταν καλλιτέχνης. Η Τόνι είναι επίσης επαγγελματίας ζωγράφος». «Χαίρω πολύ. Μπορώ να βοηθήσω με τα πράγματα;» είπε η Κάσια. «Είσαι πολύ ευγενική. Γκράσιας. Αποφάσισα να έρθω εντελώς ξαφνικά και ετοίμασα τα πράγματά μου κάπως βιαστικά», είπε η κοκκινομάλλα. Τ’ αγγλικά της είχαν αμερικανική προφορά. Δεν ήταν καμιά καλλονή, αλλά είχε δυο υπέροχα μάτια στο χρώμα του μελιού. «Πες μου για τον πατέρα σου. Τι είδους ζωγράφος ήταν;» ρώτησε την Κάσια. Της έδωσε να μεταφέρει ένα τυλιγμένο χαλί από τούρκικο μοχέρ, μια κρεμαστή τσάντα από λινάτσα και μια πλαστική τσάντα γεμάτη παπούτσια. Όταν η Κάσια της εξήγησε, η Τόνι είπε: «Εγώ ζωγραφίζω παράθυρα... παλιά παράθυρα. Έχω μανία με τα παράθυρα. Μη με ρωτήσεις γιατί». Ύστερα κοντοστάθηκε και κοίταξε την πρόσοψη του σπιτιού. «Φαντάζομαι πως θα κάνω μερικά απ' αυτά... αν δεν μπαίνω στα πόδια σας». «Ποτέ δεν ενοχλείς», είπε ο μαρκήσιος. Η φωνή του ήταν ζεστή και το βλέμμα του τρυφερό. Η Τόνι του χαμογέλασε. Αν και δεν είχε κανένα από τα «προσόντα» της Ίζα Σάντσες, ήταν πολύ ελκυστική. Ύστερα μίλησε στα ισπανικά. «Σ’ ευχαριστώ. Μακάρι να ένιωθαν όλοι το ίδιο. Πάντα απολαμβάνω τη διαμονή μου κοντά σου. Μαζί σου είμαι ο εαυτός μου... όχι όπως με τις θείες». Ύστερα γύρισε στην Κάσια. «Με μεγάλωσαν δυο αυταρχικές θείες. Ήθελαν να με κάνουν να μπω στη λέσχη τους, αλλά τα ψώνια και οι κοινωνικές συγκεντρώσεις με κάνουν και πλήττω. Εσύ;» «Στη ζωή της Κάσια κυριαρχούσε ο πατέρας της», απάντησε ο Σιμόν στη θέση της. «Ίσως και να της άρεσαν αυτά που εσύ απέρριψες». «Αφήνεις και σε εκφοβίζει αυτό το σεξιστικό κτήνος;» ρώτησε η Τόνι και χαμογέλασε. «Η στάση του Σιμόν απέναντι στις γυναίκες θα έκανε τις πρώτες φεμινίστριες να τον λιντσάρουν ευχαρίστως. Πάντως, δεν είναι τελείως κακός». 253


Η Κάσια περίμενε ότι ο Σιμόν θα πειραζόταν από το υποτιμητικό σχόλιο, δεδομένου ότι η Τόνι απευθυνόταν σε μια υπάλληλό του. Απεναντίας, εκείνος χαμογέλασε. «Η Τόνι μού είναι μόνιμος μπελάς από την εποχή που μπουσουλούσε ακόμη. Τη θυμάμαι να καταστρέφει έναν πυρηνικό αντιδραστήρα που είχα κατασκευάσει στην παραλία της Αρενάλ στη Χαβέα, όπου κάναμε διακοπές». *** Εκείνο το βράδυ, η Αντόνια Μπρετάνο κατέβηκε για το δείπνο ντυμένη μ’ ένα δερμάτινο παντελόνι σουέτ, μια ζώνη διακοσμημένη με ασημένια καρφιά, ένα χρωματιστό πουκάμισο κι ένα ινδικό γιλέκο με καθρεφτάκια. Η εμφάνισή της προκάλεσε αίσθηση ανάμεσα στους εφήβους. Εκτός από τα ρούχα της, εντυπωσιακά ήταν και τα αξεσουάρ. Φορούσε τεράστια σκουλαρίκια με πολλά σχέδια, αρκετά δαχτυλίδια και άλλα τόσα βραχιόλια, όλα τους ασυνήθιστα και παράξενα. Στο κεφάλι, φορούσε ένα βελούδινο σκούφο, πιασμένο με μια πόρπη στα μαλλιά της. Ανεξάρτητα από το αν η ζωγραφική της ήταν καλή, γρήγορα έγινε αντιληπτό ότι ήταν μια πραγματική αυθεντία στις κοινωνικές σχέσεις της. Έπιανε εύκολα φιλίες με τους ανθρώπους, ανεξάρτητα από ηλικία ή καταγωγή. Μετά το φαγητό, η Λάουρα πλησίασε την Κάσια. «Το ήξερα ότι το πρόσωπό της ήταν γνωστό. Θυμήθηκα που την έχω ξαναδεί». «Που;» «Στο περιοδικό ‘Όλα! . Εκεί την είδα. Η φίλη μου έχει ένα σωρό τεύχη στο διαμέρισμά της. Ξεφύλλιζα μερικά παλιά τεύχη πριν τα πετάξει και ποιον είδα; Την Αντόνια Μπρετάνο». «Είσαι σίγουρη; Νόμιζα πως το Όλα!’ ασχολείται μόνο με σταρ και με αριστοκράτες». «Κυρίως, ναι. Η Αντόνια είναι κόρη κάποιου κόμη», είπε η Λάουρα. «Τώρα το θυμήθηκα. Οι γονείς της παντρεύτηκαν περίπου την εποχή που παντρεύτηκα κι εγώ. Ο πατέρας της, ο κόμης Ντε Μπρετάνο, ήταν από τους πλουσιότερους άντρες στην Ισπανία, όταν κληρονόμησε τον τίτλο. Μόνο που ήταν παθιασμένος χαρτοπαίκτης. Η γυναίκα του πέθανε στη γέννα του παιδιού τους κι εκείνος έπαιξε τα πάντα στα χαρτιά. Ύστερα το έριξε στο ποτό, ώσπου το συκώτι του δεν άντεξε άλλο». «Τι φριχτή ιστορία. Είσαι σίγουρη;» «Απολύτως. Ρώτα τον δον Σιμόν». «Θα μου έλεγε να κοιτάζω τη δουλειά μου. Ξέρω ότι η σενιορίτα 254


Μπρετάνο κι εκείνος είναι φίλοι από μικρά παιδιά». «Κοντέσα Ντε Μπρετάνο», τη διόρθωσε η Λάουρα. «Κληρονόμησε τον τίτλο». «Στη θέση σου δε θα το ανέφερα σε κανέναν άλλον, Λάουρα. Αν η Τόνι έδινε σημασία σ’ αυτά, ο Σιμόν θα μας την είχε συστήσει με περισσότερη τυπικότητα. Πάνω απ’ όλα, είναι μια καλλιτέχνης». «Είδα κι έναν πίνακα της στο Όλα!’ Εγώ πάντως δε θα τον αγόραζα. Ήταν ένα άθλιο, παλιό παντζούρι που κρεμόταν από ένα μπαλκόνι μισοσπασμένο. Ποιος θα ήθελε έναν τέτοιο πίνακα στο σπίτι του;» Στην Κάσια άρεσαν τα βενετσιάνικα παντζούρια που έβλεπε συχνά στα παλιά σπίτια. Υπήρχε κάτι το χαρακτηριστικά ισπανικό γύρω από ένα φθαρμένο παντζούρι. Δεν μπορούσε να πει το ίδιο και για τα καινούρια αλουμινένια κουφώματα που συναντούσε στις καινούριες κατασκευές. «Αυτά τα παλιά παράθυρα θα εξαφανιστούν πολύ γρήγορα». «Καιρός ήταν», είπε η Λάουρα. «Μπορεί να φαίνονται γραφικά, αλλά για δοκίμασε να τα καθαρίσεις!» *** Την επόμενη μέρα ο Σιμόν πήρε την Τόνι για να επισκεφτούν μαζί την παραλία όπου έπαιζαν σαν παιδιά. Η Κάσια συνόδευσε τους άλλους στα μονοπάτια. Ο τόπος είχε γεμίσει αγριολούλουδα και ο Ρομπέρτο, δεινός βοτανολόγος, ήταν κατενθουσιασμένος. Αν και ήταν αδύνατον να μην απολαμβάνει κανείς αυτή τη λιακάδα και την άγρια ομορφιά του τοπίου, οι σκέψεις της Κάσια ήταν αλλού. Είχε την αίσθηση ότι η επίσκεψη της Τόνι δεν είχε να κάνει απλώς με μια ξαφνική επιθυμία της να ξαναβρεί την ατμόσφαιρα των παιδικών της χρόνων στην παραλία όπου έκανε διακοπές. Είχε έρθει με κάποιο σκοπό. Ίσως ο στόχος της να ήταν ο Σιμόν. Φαινόταν πιθανός ένας γάμος ανάμεσά τους. Οι άνθρωποι αυτής της κοινωνικής τάξης επέλεγαν τους συντρόφους τους με εντελώς διαφορετικά κριτήρια απ’ αυτά των απλών ανθρώπων, η ιστορία των οποίων δεν προχωρούσε πάνω από δύο ή το πολύ τρεις γενιές προς τα πίσω. Όπως τα καθαρόαιμα άλογα, το γενεαλογικό δέντρο των Ισπανών ευγενών χανόταν στα βάθη των αιώνων. Στην περίπτωση του Σιμόν,

255


τουλάχιστον πέντε αιώνες. Οι άντρες καμιά φορά παντρεύονταν γυναίκες χαμηλότερης κοινωνικής τάξης, όταν δεν υπήρχε κάποια ευγενής διαθέσιμη. Συνήθως, όμως, παντρεύονταν με κάποια από το σινάφι τους. Η Τόνι και ο Σιμόν γνωρίζονταν πάρα πολλά χρόνια και είχαν μια καλή σχέση, πράγμα που διευκόλυνε ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Περισσότερο, ίσως, από ένα τρελό ερωτικό πάθος. *** Το απόγευμα, ένα από τα αγόρια που έπαιζαν σε κάτι βράχους έχασε την ισορροπία του και, πέφτοντας, χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Για μερικά δευτερόλεπτα, έμεινε ακίνητος κι όταν σηκώθηκε, αιμορραγούσε ακατάσχετα. Ο Τζακ και ο Ρομπέρτο ασχολήθηκαν μαζί του, ενώ η Μαρία-Χοσέ και η Κάσια προσπαθούσαν να ηρεμήσουν μερικά κορίτσια που είχαν πάθει υστερία στη θέα του αίματος. Η Κάσια ήξερε ότι οι τραυματισμοί στο κεφάλι προκαλούν ανησυχητική αιμορραγία και ότι, αν το θύμα χάσει τις αισθήσεις του, έστω και για λίγο, μπορεί να έχει πάθει σοβαρή εγκεφαλική διάσειση. Δεν ξαφνιάστηκε όταν άκουσε τον Ρομπέρτο να προτείνει να πάνε το αγόρι στο πλησιέστερο χωριό και να καλέσουν κάποιο ταξί, για να το μεταφέρουν στο νοσοκομείο. Ο Τζακ την τράβηξε παράμερα. «Θα ήταν καλή ιδέα να πας μαζί τους... αν δε σε πειράζει». «Όχι βέβαια. Θα σε δω αργότερα». Αλλά ο Τζακ άλλαξε γνώμη. «Όχι, περίμενε. Μπορούμε να ξεκινήσουμε όλοι μαζί. Είναι μισή ώρα δρόμος μέχρι το χωριό. Αν το παιδί αρχίσει να ζαλίζεται, θα χρειαστεί να το μεταφέρουμε. Μπορώ να ετοιμάσω ένα φορείο. Ο Ρομπέρτο δε θα ξέρει τι να κάνει. Αν έκανε τη δουλειά του σωστά, αυτό δε θα είχε συμβεί. Αντί να προσέχει τα παιδιά, κουβέντιαζε με τη Μαρία-Χοσέ». «Δεν είναι δυνατόν να τους προσέχει όλους συνεχώς», είπε η Κάσια. Τη στιγμή του ατυχήματος, ο Τζακ δεν ήταν εκεί. Είχε εξαφανιστεί για μερικά λεπτά. Αν ήταν παρών στην επίδειξη αναρρίχησης των παιδιών, θα τη σταματούσε, αν έκρινε πως ήταν επικίνδυνη. Ο Τζακ και ο Σιμόν είχαν κύρος ανάμεσα στα παιδιά και μπορούσαν να τα συνετίσουν πολύ γρήγορα. Ο Ρομπέρτο ήταν πολύ καλός άνθρωπος, αλλά του έλειπε το κύρος των άλλων δυο. Φτάνοντας στο χωριό, κάλεσαν ένα ταξί και ο Τζακ αποφάσισε να συνοδεύσει εκείνος το αγόρι μαζί με την Κάσια στο νοσοκομείο, 256


ενώ οι υπόλοιποι θα γυρνούσαν με τα πόδια στη βάση. *** «Μπορούμε να πάμε και για καφέ τώρα», είπε ο Τζακ, όταν πήραν το παιδί για να του βγάλουν ακτινογραφίες στο νοσοκομείο. Ευτυχώς που είχε έρθει ο Τζακ αντί για τον Ρομπέρτο. Είχαν βρει μεγάλο συνωστισμό στις πρώτες βοήθειες. Υπήρχε αρκετός κόσμος με μικροτραυματισμούς. Ο Τζακ γνώριζε ήδη τη διαδικασία εισαγωγής, αφού είχε ξαναπεράσει από εκεί με τους Βέλγους. Παρ' όλα αυτά, χρειάστηκε να διαπληκτιστεί άσχημα με κάποιο γραφειοκράτη στην υποδοχή για να εξεταστεί το παιδί αμέσως. «Αμφιβάλλω αν ο Ρομπέρτο θα είχε αντιμετωπίσει την κατάσταση με τόση πυγμή», είπε η Κάσια, ενώ κατευθύνονταν στο κυλικείο του νοσοκομείου. «Εγώ είμαι σίγουρος ότι δε θα το έκανε», απάντησε ο Τζακ. «Όμως, δεν μπορείς να χρονοτριβείς όταν υπάρχει κίνδυνος εσωτερικής αιμορραγίας». «Μακάρι να είχαν επιτρέψει σ’ έναν από τους δυο μας να πάει μαζί του. Ο πιτσιρικάς ήταν αντιπαθητικός, αλλά τώρα είναι τρομοκρατημένος. Τον λυπήθηκα». Ο Τζακ έβαλε το χέρι του στον ώμο της. «Είσαι πολύ μαλακή, αγάπη μου. Ο πιτσιρικάς είναι ένα κακό σπυρί. Τα ακριβά αθλητικά παπούτσια που φοράει μπορεί να τα έχει πληρώσει κλέβοντας γριούλες». «Τα λυπάμαι όλα τους», είπε εκείνη. «Αν ο πατέρας μου είχε πεθάνει όταν ήμουν δεκατριών ή δεκατεσσάρων, μπορεί να ήμουν κι εγώ κλέφτρα ή και χειρότερα». «Αποκλείεται! Δεν ανήκεις σ’ αυτό το είδος. Έχεις πολύ μυαλό για να μπλέξεις έτσι. Όποιος έχει λίγο μυαλό στο κεφάλι του, δεν τον παίρνει η κατηφόρα. Αν αυτά τα κορίτσια που είναι μαζί μας καταντήσουν πόρνες, δε θα το κάνουν επειδή είναι υποχρεωμένες. Κανείς δεν είναι υποχρεωμένος να καταστρέψει τη ζωή του. Όχι σήμερα, τέλος πάντων». Η Κάσια σκέφτηκε ότι ο Τζακ είχε πολύ δυνατό χαρακτήρα και αυτό τον έκανε να μη βλέπει πόσο αδύναμοι ήταν οι περισσότεροι άνθρωποι. Αλλά δεν του το είπε. Ο Τζακ πήρε δυο καφέδες και δυο πακέτα με μπισκότα και κάθισαν σε μια γωνία, όπου τα περισσότερα τραπέζια ήταν άδεια. «Θα χρειαστούν τουλάχιστον μισή ώρα για τις ακτινογραφίες και για να του ράψουν το κεφάλι. Μπορεί και περισσότερο. Εγώ δεν έχω 257


πρόβλημα. Είναι μια αλλαγή να σ’ έχω ολόκληρη για τον εαυτό μου», της είπε, ενώ άνοιγε και τα δυο πακέτα με τα μπισκότα. Της έδωσε το ένα. «Σ’ ευχαριστώ». Η ανησυχία της για το τραυματισμένο παιδί έδωσε τη θέση της σε μια καινούρια αγωνία. Γιατί ο Τζακ με θέλει ιδιαιτέρως; αναρωτήθηκε. «Σου αρέσει η δουλειά, τελικά; Σκοπεύεις να παραμείνεις;» τη ρώτησε. «Έχω ανάγκη τη δουλειά, Τζακ. Μου άρεσε η προηγούμενη δουλειά μου, αλλά το ξενοδοχείο δεν είχε δωμάτια για το προσωπικό και ο σπιτονοικοκύρης μου ήθελε το σπίτι. Πάντως, ναι, μου αρέσει η δουλειά εδώ. Εσένα δε σ’ αρέσει;» «Φυσικά. Μου ταιριάζει μια χαρά. Θα μπορούσα να ζήσω και χωρίς τη Λάουρα, όμως... Κι εκείνη δε με συμπαθεί ιδιαίτερα. Δε φαντάζομαι να μείνει για πολύ, έτσι κι αλλιώς. Γυναίκες σαν αυτήν προτιμούν να ζουν στην πόλη να γυρίζουν όλη μέρα στα μαγαζιά και να επιδεικνύουν τα καινούρια τους ρούχα στο βραδινό νυφοπάζαρο». Έπειτα ανακάτεψε τον καφέ του. «Μου φαίνεσαι λίγο δυστυχισμένη τελευταία. Όχι τόσο που να το βλέπουν όλοι, αλλά εγώ σε παρακολουθούσα». Η ανησυχία της μεγάλωσε. «Θα σκεφτόμουν τον πατέρα μου», είπε τελικά. Εκείνος την κοίταξε επίμονα στα μάτια. «Δεν πιστεύω ότι είχες αυτόν στο μυαλό σου. Είσαι ερωτευμένη με τον χέφε, έτσι δεν είναι;» Η Κάσια έπαθε σοκ. Είχε προσπαθήσει σκληρά να μη δείξει τα συναισθήματά της και νόμιζε ότι τα είχε καταφέρει. Ο Τζακ συνέχισε πριν εκείνη αποφασίσει αν θα το παραδεχόταν ή αν θα το αρνιόταν: «Μπορείς να μου πεις να κοιτάζω τη δουλειά μου... αλλά δεν μπορώ να το κάνω. Είσαι η πρώτη γυναίκα στη ζωή μου που έχει σημασία για μένα, Κας. Δεν ξέρω αν αυτό που νιώθω για σένα είναι αυτό που λένε έρωτα». Άπλωσε το χέρι του και κάλυψε το δικό της. «Το μόνο που ξέρω είναι ότι θέλω να σε φροντίσω και να σου κάνω τη ζωή εύκολη». «Ω Τζακ...» ψέλλισε απελπισμένα η Κάσια. Το ένστικτό της την είχε προειδοποιήσει γι' αυτό που ερχόταν, αλλά δεν ήξερε πώς να το αντιμετωπίσει. «Άκουσέ με», είπε με θέρμη ο Τζακ. «Πριν μου πεις ότι δε γίνεται, άφησέ με να σου πω πώς το βλέπω». «Εντάξει... πώς το βλέπεις;» Ο Τζακ κοίταξε το δυνατό χέρι του πάνω στο λεπτεπίλεπτο καρπό της. Τη χάιδεψε απαλά με τον αντίχειρα κι έπειτα την κοίταξε πάλι. 258


«Δε βλέπω κάποιο μέλλον ανάμεσα σ’ εσένα και στον Σιμόν και νομίζω πως ούτε κι εσύ βλέπεις. Αυτό είναι που σε κάνει δυστυχισμένη. Είσαι ένα αξιαγάπητο κορίτσι. 'Έξυπνη. Καλλιεργημένη. Μια γλύκα. Όμως, δεν είσαι Ισπανίδα και δεν έχεις τις κατάλληλες διασυνδέσεις». «Η μητέρα του είναι Αγγλίδα», είπε η Κάσια. Δεν μπορούσε πια να αρνηθεί ότι ήταν ερωτευμένη με τον Σιμόν. Και να το έκανε, δε θα την πίστευε. «Αλήθεια; Με εκπλήσσεις. Φαίνεται καθαρόαιμος Ισπανός. Εντάξει, λοιπόν, η μητέρα του είναι ξένη. Όμως, βάζω στοίχημα ότι θα είχε πίσω της πολλά λεφτά κι έναν τίτλο, ίσως». «Δεν το ξέρω αυτό. Μπορεί και να έχεις δίκιο». «Είμαι απόλυτα σίγουρος. Αυτοί οι άνθρωποι παντρεύονται μεταξύ τους. Είναι κάτι σαν ιδιωτική λέσχη. Τα μη μέλη αποκλείονται. Αν ονειρεύεσαι ότι ο Σιμόν θα σε κάνει μαρκησία, ξέχασέ το, Κας. Του αρέσεις, αυτό είναι αλήθεια. Είναι οφθαλμοφανές. Όμως, δεν υπάρχει κανένα μέλλον σ’ αυτό, εκτός κι αν θέλεις να γίνεις η αμιγκίτα του». «Δε χρειάζεται να μου το λες. Το ξέρω. Για να είμαι ειλικρινής, πιστεύω ότι η Τόνι έχει πολλές πιθανότητες να γίνει μαρκησία. Είναι προφανές ότι συμπαθούν ιδιαίτερα ο ένας τον άλλον. Θα είναι ταιριαστό ζευγάρι». «Καλή είναι... λίγο αδύνατη για τα γούστα μου. Μπροστά σου δε μετράει καθόλου. Εσύ είσαι... μαγεία. Συγκινούμαι κάθε φορά που σε βλέπω». Άπλωσε και το άλλο του χέρι. «Είσαι πανέμορφη, Κας... απλώς πανέμορφη». Ήταν η πρώτη φορά που μάθαινε ότι κάποιος την αγαπούσε. 11 μητέρα της την είχε εγκαταλείψει. Τα συναισθήματα του πατέρα της ποτέ δεν ήταν βαθιά. Τώρα έβλεπε στα μάτια του Τζακ και άκουγε στη φωνή του την αγάπη που λαχταρούσε πάντα. Όμως δεν μπορούσε ν’ ανταποκριθεί. Μπορούσε να του δώσει στοργή και σεβασμό, αλλά αυτά δε θα ήταν αρκετά. Αποφάσισε να σπάσει πρώτη τη σιωπή. «Είναι αστείο... την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε, δε συμπαθήσαμε ο ένας τον άλλον. Μπορούσα να καταλάβω ότι σου ήμουν αδιάφορη κι εσύ ήσουν τρομακτικός για μένα». «Είχα μερικές άσχημες εμπειρίες με γυναίκες όταν ήμουν στην Αγγλία. Ύστερα, στη Λεγεώνα, τα καλά κορίτσια δε σε πλησίαζαν αν δεν ήσουν αξιωματικός. Οι μόνες που έδειχναν ενδιαφέρον ήταν οι πόρνες. Έπειτα, όταν γύρισα στην Αγγλία μετά από δέκα χρόνια... Τι αλλαγή, Θεέ μου!» 259


«Δεν έχω πάει ποτέ στην Αγγλία. Τι άλλαξε;» «Οι γυναίκες άλλαξαν. Ξαφνικά ο άντρας βρέθηκε περιορισμένος στο σκυλόσπιτο. Δε λέω ότι δε μας άξιζε ένα μάθημα. Όχι κι έτσι, όμως. Νόμιζα ότι κι εσύ θα ήσουν έτσι. Επιθετική. Εχθρική. Έχω χορτάσει απ’ αυτά». «Κι εγώ είχα παρεξηγήσει μερικά πράγματα πάνω σου. Τώρα όμως, σε συμπαθώ πάρα πολύ, Τζακ. Μόνο, όχι με τον τρόπο που μου ζητάς. Λυπάμαι... Μακάρι να μπορούσα. Έχουμε πολλά κοινά». «Μπορεί να μην αισθάνεσαι έτσι για πάντα, σε ό,τι αφορά τον Σιμόν», είπε ο Τζακ. «Είναι ωραίος άντρας... είναι μαρκήσιος... έχει πάνω του την ομορφιά και τη χάρη όλου του κόσμου, αλλά δεν είναι διαθέσιμος. Όχι όπως τον θέλεις εσύ. Θα τον ξεπεράσεις, Κας. Θα αναγκαστείς. Δεν μπορείς να χαραμίσεις τη ζωή σου για μια οπτασία». «Το ξέρω. Αλλά μπορεί να μου πάρει χρόνια. Τον αγαπώ ειλικρινά. Δεν είναι παιδιάστικο. Είναι ένας υπέροχος άνθρωπος... αξιαγάπητος». «Ναι... το ξέρω ότι είναι, που να πάρει! Κι εμένα μου αρέσει. Αν δεν ήταν αυτός που είναι, θα γινόταν πολύ καλός αξιωματικός... απ’ αυτούς που μπορείς να στηριχτείς πάνω τους στις δύσκολες ώρες». Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε ένα χτύπημα στη διπλανή τζαμαρία. Γυρίζοντας, είδαν τον Σιμόν και την Τόνι που τους χαιρετούσε και χαμογελούσε. «Τι στο διάβολο θέλουν αυτοί εδώ πέρα;» μουρμούρισε ο Τζακ. Παρ’ όλα αυτά τους έκανε νόημα να έρθουν μέσα. Η Τόνι ήταν αυτή που μίλησε πρώτη. «Τηλεφωνήσαμε στη Λάουρα για να της πούμε ότι θα φάμε έξω το βράδυ και μας το είπε. Έτσι ήρθαμε στο νοσοκομείο. Πώς είναι το αγόρι; Κανένα νέο;» ρώτησε στα ισπανικά. Τα αγγλικά της δεν ήταν τόσο καλά όσο του Σιμόν. «Όχι ακόμη. Θέλετε να σας φέρω κάτι;» προσφέρθηκε ο Τζακ. Η Τόνι ζήτησε καφέ μόνο. Το ίδιο και ο Σιμόν. Ο Τζακ πήγε στο κυλικείο. Η Τόνι κάθισε δίπλα στην Κάσια και ο Σιμόν διαγώνια απέναντι της. «Φοβάμαι ότι ήρθαμε σε ακατάλληλη στιγμή. Μου φάνηκε πως διακόψαμε ένα πολύ σημαντικό τετ α τετ», είπε ο Σιμόν ειρωνικά. «Καθόλου», απάντησε αμήχανα η Κάσια. «Αν μου επιτρέπετε, θα πάω μέχρι το γραφείο για να μάθω τι γίνεται», πρόσθεσε. Νόμιζε πως τα είχε καταφέρει να κερδίσει λίγες στιγμές απομόνωσης για να συνέλθει από το διπλό σοκ που υπέστη, ύστερα από την εξομολόγηση του Τζακ και την άφιξη του Σιμόν. Όμως, στο μακρύ 260


διάδρομο που οδηγούσε από την καφετερία στους άλλους χώρους του νοσοκομείου, άκουσε βήματα πίσω της και κοίταξε πάνω από τον ώμο της. «Θα έρθω μαζί σου», είπε ο Σιμόν καθώς πλησίαζε. «Κι ο καφές;» Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους του. «Γιατί ο Τζακ σου κρατούσε το χέρι;» «Δε νομίζω ότι σας αφορά». Απόμεναν ακόμη λίγα μέτρα ως τη γωνία. Μόλις έστριψαν και δε φαίνονταν πια από το κυλικείο, έβαλε το ένα του χέρι στον ώμο της και την ανάγκασε να σταματήσει. «Τρέχει τίποτα ανάμεσά σας; Από πότε;» «Είστε τρελός;» αναφώνησε η Κάσια. «Δεν έχετε δικαίωμα να με ανακρίνετε έτσι». «Εσύ μου έδωσες το δικαίωμα», είπε απότομα εκείνος. «Στην ταράτσα. Την τελευταία φορά που ήμουν εδώ». «Δεν καταλαβαίνω τι εννοείτε». «Θα σου φρεσκάρω τη μνήμη». Τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της και τη στρίμωξε στην αγκαλιά του. Το κεφάλι του βούτηξε με μεγάλη ταχύτητα προς το πρόσωπό της -σαν γεράκι που επιτίθεται στην πανικόβλητη λεία του. Κανένα από τα προηγούμενα φιλιά του δεν την είχε προετοιμάσει γι’ αυτή την ανελέητη επίθεση.

261


ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11 «Κατάλαβες τώρα;» είπε ο Σιμόν όταν τράβηξε τα χείλη του από τα δικά της. Η φωνή του είχε βραχνιάσει. Την κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του. «Είσαι δική μου. Μου ανήκεις. Γι' αυτό σ’ έφερα στο Καστέλ. Γι’ αυτό ήρθες κι εσύ». Η καρδιά της δεν μπορούσε να το αρνηθεί. Ήταν δική του. Και θα ήταν για πάντα. Ο εγωισμός της, όμως, δεν ήθελε να υποχωρήσει. Η άγρια λάμψη χάθηκε από το βλέμμα του και χαλάρωσε τη λαβή του. «Η μητέρα μου, η οποία με γνωρίζει πολύ καλά, φαίνεται ότι μάντεψε τι μου συμβαίνει. Ζήτησε από την Τόνι να έρθει ως εδώ για να βολιδοσκοπήσει την κατάσταση. Και η Τόνι με γνωρίζει πολύ καλά. Κατάλαβε αμέσως ότι έχω συναντήσει το Βατερλό μου, αλλά δεν μπόρεσε να καταλάβει τι αισθάνεσαι εσύ. Όλη την ημέρα της έβγαζα τα εσώψυχα μου κι εκείνη προσπαθούσε να με πείσει ότι ήταν καλύτερα να σου εξομολογηθώ τα συναισθήματά μου. Χτες, όμως, μ’ έκανες ν’ αμφιβάλλω για το αν αυτά τα αισθήματα είναι αμοιβαία». Τράβηξε το ένα του χέρι από τη μέση της και άγγιξε τα χείλη που είχε μόλις φιλήσει. «Σου ζητώ να με παντρευτείς, Κάσια. Είχα σκοπό να περιμένω... να σου δώσω περισσότερο χρόνο... αλλά πρέπει να μάθω τώρα. Σ’ αγαπώ. Σε χρειάζομαι. Δεν μπορώ να ζήσω τη ζωή μου χωρίς εσένα». «Ω Σιμόν... αν ήξερες μόνο! Ζω μέσα στην αγωνία τόσο καιρό. Σ’ αγαπώ τόσο πολύ που με σκοτώνει». Τα λόγια του την έκαναν να ξεσπάσει σε δάκρυα. Μια ομάδα από καθαρίστριες του νοσοκομείου βγήκαν από μια πόρτα, παραδίπλα, αλλά δεν έδωσαν σημασία στον ψηλό άντρα που παρηγορούσε σε μια ξένη γλώσσα το κορίτσι που έκλαιγε στην αγκαλιά του. Η θλίψη είναι σύνηθες φαινόμενο στα νοσοκομεία. Σιγά σιγά, η Κάσια άρχισε να συνέρχεται. Ο κόσμος της είχε μεταμορφωθεί εντελώς από την αναπάντεχη αποκάλυψη ότι ο Σιμόν την αγαπούσε. «Νομίζω πως πρέπει να πάμε να δούμε τι κάνει ο καημένος ο Πάκο», είπε ενώ σκούπιζε τα μάτια της μ’ ένα χαρτομάντιλο. 262


«Αφού σε φιλήσω», αποκρίθηκε εκείνος. Ύστερα έσκυψε και τη φίλησε με την ίδια τρυφερότητα που χαρακτήριζε τα φιλιά που είχαν νικήσει τις άμυνές της πριν από μέρες, στην ταράτσα. «Όταν είδα τον Τζακ να σου κρατάει το χέρι, είχα ένα φριχτό προαίσθημα ότι σου έλεγε πως σ’ αγαπούσε. Ένιωσα έτοιμος να τον δολοφονήσω. Αυτό σου έλεγε;» «Ναι... αλλά είχε καταλάβει τα αισθήματά μου για σένα. Δε θέλω να τον πληγώσω. Έχει τόση ανάγκη από αγάπη». «Όχι από σένα πάντως, κορίτσι μου. Κάποια θα βρεθεί και για τον Τζακ. Ίσως η Τόνι να του μαλακώσει τον πόνο, προσωρινά τουλάχιστον». «Η Τόνι με τον Τζακ; Πίστευα πως ήταν ταγμένη σ' εσένα». «Η Τόνι είναι σαν αδελφή μου. Δε θα έλεγε όχι για μια σύντομη περιπέτεια μαζί του. Μου το είπε σήμερα το απόγευμα. Της αρέσουν οι σκληροί άντρες, γαλαζοαίματοι και μη. Δεν πιστεύω, όμως, ότι θα δεθεί ποτέ μόνιμα με κάποιον. Κερδίζει αρκετά ώστε να συντηρεί τον εαυτό της και εκτιμά πολύ την ανεξαρτησία της. Το μόνο πράγμα που θα μπορούσε να την εξημερώσει είναι το μητρικό ένστικτο. Ίσως, σε μερικά χρόνια να αισθανθεί την ανάγκη να κάνει ένα παιδί πριν είναι πολύ αργά. Δε νομίζω πως θα της αρκεί να κάνει τη νονά στα δικά μας παιδιά. Θέλω να κάνω μεγάλη οικογένεια, αν αυτό δε σε πειράζει». «Φυσικά και θέλω μεγάλη οικογένεια. Όμως, τι θα γίνει αν δε με εγκρίνει η μητέρα σου; Δεν είμαι το κορίτσι που θα ονειρευόταν για σένα». «Η μητέρα μου θα σε λατρέψει. Είσαι ακριβώς αυτό που ονειρευόταν για μένα. Είχε αρχίσει να πιστεύει ότι δε θα σε έβρισκα ποτέ», είπε ο Σιμόν και χαμογέλασε. *** Παρά τις αλλεπάλληλες διαβεβαιώσεις του Σιμόν ότι η μαρκησία θα δεχόταν την επιλογή του γιου της με ενθουσιασμό, η Κάσια ένιωθε μεγάλο εκνευρισμό την ημέρα που πήγαν στη Μαδρίτη για να τη γνωρίσει. Ήξερε ότι ήταν πολύ σημαντικό να κάνει μια καλή πρώτη εντύπωση στη γυναίκα που μέχρι τώρα κρατούσε την πρώτη θέση στην καρδιά του Σιμόν. Αν ήταν αλήθεια τα μισά απ' όσα της έλεγε ο Σιμόν, η μαρκησία θα έβαζε τα δυνατά της για να κρύψει τις τυχόν επιφυλάξεις της για τη μέλλουσα νύφη της. Έτσι κι αλλιώς, όμως, θα ήταν μια τρομακτική 263


συνάντηση και η Κάσια είχε μείνει άγρυπνη πολλές νύχτες. Δεν κοιμόταν μαζί με τον Σιμόν τις δυο εβδομάδες που είχαν περάσει από την πρότασή του. Πίστευε πως εκείνος θα ερχόταν στο δωμάτιό της ή θα την έπαιρνε στο δικό του, εφόσον ήταν αρραβωνιασμένοι ανεπίσημα. Ο επίσημος αρραβώνας θα γινόταν μετά τη συνάντηση με τη μητέρα του. Ο Σιμόν υπολόγιζε να την παντρευτεί αμέσως μετά, χωρίς καθυστέρηση. Στο μεταξύ δεν έδειχνε καθόλου βιαστικός να διεκδικήσει τα προνόμια που του πρόσφερε εκείνη. Ήταν ακόμη λίγο ντροπαλή μαζί του και δεν μπορούσε να τον ρωτήσει στα ίσα για ποιο λόγο σταματούσε πάντα τις τρυφερές περιπτύξεις τους λίγο πριν από το σημείο που δεν έχει επιστροφή. Τώρα που η Κάσια είχε καταλάβει ότι την αγαπούσε, ανυπομονούσε να γνωρίσει όλες τις συγκινήσεις που είχε να της προσφέρει ο έρωτας. Ήξερε ότι κι εκείνος την ποθούσε. Δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο ανέβαλλε διαρκώς τη στιγμή της ένωσής τους, ενώ θα μπορούσαν να είναι ήδη εραστές με όλη τη σημασία της λέξης. Η Βίλα ντε Μοντραγκόν στη Μαδρίτη έκανε το σπίτι στο Καστέλ ντε λος Τόρες να μοιάζει με αγροικία. Βρισκόταν στο κέντρο της πόλης. Ο Σιμόν έκοψε ταχύτητα και η Κάσια, βλέποντας το μακρύ κατάλογο των τίτλων που ήταν σκαλισμένοι πάνω στην πέτρινη αψίδα της εισόδου που χωρούσε άμαξες τις οποίες έσερναν, κάποτε, τέσσερα ή και περισσότερα άλογα, συνειδητοποίησε για πρώτη φορά το πραγματικό μέγεθος της δύναμης και του πλούτου της οικογένειάς του κι αυτό την έκανε ακόμη πιο νευρική. Κάποιος θα πρέπει να τους παρακολουθούσε. Δυο υπηρέτες με λιβρέες άνοιξαν τη μεγάλη πύλη, αποκαλύπτοντας την εσωτερική αυλή -πολύ πιο μεγάλη από όσες είχε τύχει να δει στη Γρανάδα. «Μην πανικοβάλλεσαι», είπε ο Σιμόν. «Ένα μεγάλο μέρος του σπιτιού είναι το διαχειριστικό κέντρο όλης της περιουσίας μου. Οι μεγαλύτερες αίθουσες είναι στην ουσία μουσειακοί χώροι. Είναι ανοιχτό σε εμπειρογνώμονες τέχνης, με ραντεβού φυσικά. Το ιδιαίτερο διαμέρισμά μου εί