Issuu on Google+

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ


Λίγα λόγια για το έργο Περίληψη Ο Χρηστάκης Ζαμανός δουλεύει ως υπάλληλος του αγγλικού τυπογραφείου της Ζακύνθου. Εκεί γνωρίζει και ερωτεύεται την κόρη ενός πλούσιου μεγαλέμπορου, την Στέλλα Βιολάντη. Έτσι, αποφασίζει να της στείλει ένα γράμμα για να της εκμυστηρευτεί τα συναισθήματά του. Αυτή απαντά θετικά με τον ίδιο τρόπο. Όταν όμως μαθαίνει ο πατέρας της μαθαίνει τι έγινε, εξαγριώνεται κι οργίζεται, διότι του φαίνεται αδιανόητο η κόρη του να παντρευτεί κάποιον κατώτερης κοινωνικής και οικονομικής τάξης. Αποφασίζει να κλειδώσει την Στέλλα, αφού πρώτα την δείρει. Στην συνέχεια, ενώ ο Χρηστάκης παντρεύεται άλλη γυναίκα, η Στέλλα αρρωσταίνει. Τελικά, πεθαίνει χωρίς να μάθει για την υποκρισία και την ψεύτικη αγάπη του. Οι πρωταγωνιστές ♠ Παναγής Βιολάντης:

-κλασσικό παράδειγμα ανδρός εκείνης της εποχής -σκληρός / υποκριτής -ενδιαφέρεται για το τι θα πει ο κόσμος -αγαπά την οικογένεια του, αλλά την προστατεύει με τον λάθος τρόπο -υποτιμούσε τις γυναίκες και τους οικονομικά και κοινωνικά κατώτερους του

♠ Στέλλα Βιολάντη:

-δυναμική / περήφανη -αποφασιστική / σταθερή. -θαρραλέα, τολμηρή επειδή ορθώνει το ανάστημα της στον πατέρα της -δεν υποτάσσεται στους κανόνες της εποχής της και της οικογένειας της

♠ Μαρία Βιολάντη:

-αφοσιωμένη στην οικογένεια της -υπάκουη στον άντρα της -δεν παίρνει πρωτοβουλίες -αδύναμη / δειλή / άβουλη

♠ Θεία Νιόνια:

-καλόβολη / ήσυχη / αμέτοχη -συμπονετική / καλόκαρδη -νιώθει τον πόνο της ανιψιάς της και θέλει να τη βοηθήσει

♠ Χρηστάκης Ζαμάνος:

-φτωχός -εγωιστής / καυχησιάρης -θέλει να παντρευτεί πλούσια γυναίκα για να ζήσει "καλή" ζωή


(Ανοίγει η αυλαία. Ενώ ξεκινά η μουσική, η οικογένεια δρα βουβά: ο πατέρας κάθεται διαβάζοντας εφημερίδα και πίνοντας καφέ, η μητέρα δίπλα του πλέκει και η Στέλλα διαβάζει ένα βιβλίο. Ο πατέρας κοιτά μετά το ρολόι του, δίνει σινιάλο στη μικρή πως πρέπει να φύγει, αυτή σηκώνεται, φιλάει τη μητέρα της και αποχωρεί χαρούμενη. Η μητέρα κοιτάει για λίγο τον πατέρα και μετά αποχωρεί και αυτή. Ο πατέρας πίνει άλλη μια γουλιά, κλείνει την εφημερίδα, αδειάζει τη σκηνή, σταματά η μουσική και μπαίνει στο χώρο στεναχωρημένη η Θεία Νιόνια)

Θεία Νιόνια: Συμφορά που μας βρήκε! Όλα πήγαιναν τόσο καλά στην οικογένεια Βιολάντη. Για όλα φταίει αυτός ο Καζανόβας, ο τηλεγραφήτης, ο Χρήστος ο Ζαμάνος!!! Παλικάρι όμορφο, ψηλό, μελαχρινό, που με την αγγλική του φορεσιά τρελαίνει μικρές και μεγάλες. Μόνο η ανηψούλα μου, η Στελλίτσα, δεν του έδινε σημασία. Η κόρη του μεγαλέμπορου Παναγή Βιολάντη, όμορφη, μορφωμένη, με προίκα, τι δουλειά να είχε άλλωστε με ένα φτωχό σαν το Χρηστάκη; Αλλά όχι, εκείνος αυτήν ήθελε, επειδή τον περιφρονούσε. Βάλθηκε να την κατακτήσει. Της έγραψε μέχρι και γράμμα και της το ‘δωσε κρυφά. Και κείνη διαβάζοντας το τον ερωτεύτηκε κεραυνοβόλα και του απάντησε. «Ναι, Χρηστάκη μου, σ’ αγαπώ κι εγώ, σ’ αγαπώ όσο δε φαντάζεσαι. Είμαι δική σου. Αγάπα με. Στέλλα». Αυτά ήταν τα λόγια της, αυτό ήταν όλο το έγκλημά της. Μα έλα μου, που ο Χρήστος θέλησε τελικά να ζητήσει με γράμμα το χέρι της από τον πατέρα της… Αχ!!! Συμφορά. (Η Θεία αποχωρεί από τη σκηνή και μπαίνει ο Παναγής. Βρίσκει στο τραπέζι ένα γράμμα, το ανοίγει και το διαβάζει βιαστικά)

Παναγής: Τι λέω, λέει;!!! Ο γιος του Ζαμάνου, ο ψωρίτης του ψωρίτη, ο παλιοτηλεγραφήτης, ο χαϊδεμένος, τόλμησε να μου γυρέψει τη θυγατέρα μου, εμένανε; Και τι εστοχάστηκε; Πως γιατί φορεί γκέτρες και φιόρα θα του δώσω υπόληψη εγώ, ο Βιολάντης, θα τον κάμω γαμπρό; Απίστευτο! Μα δεν με γνοιάζει και τόσο αυτό… Θα του έλεγα γω δυο λόγια φυτευτά και δεμένα και θα τον έβανα στη θέση του αμέσως. Μα εκείνο το άλλο… το άλλο!... «Τολμώ να ελπίσω, ή μάλλον είμαι εις θέσιν να σας διαβεβαιώσω, ότι η θυγατήρ σας δεν θα ειπεί όχι, αν σεις ειπείτε ναι». Μα πώς το ξέρεις του λόγου σου; Την ερώτησες μωρέ; Της το είπες; Σου το είπε; Ω… τι φρικτή υποψία! Μην ελησμόνησε η Στέλλα τίνος είναι θυγατέρα; Μην εκαταδέχτηκε να δώσει ακρόαση σε τέτοιο ρεντίκολο; Μα τον Άγιο και μα το Σταυρωμένο, αν ανακαλύψω τίποτα τέτοιο θα την σκοτώσω! Για να μου γράψει αυτός, πάει να πει πως τα γράμματα τα χει εύκολα και θα της έγραψε. Και για να λέει έτσι, πάναπει πως η Στέλλα του είπε κανένα λόγο, ή… ή του έγραψε. Αν είναι έτσι. Μπογιάς, θα γενώ!!! Χμμμ… πρώτα, όμως έχω μια ιδέα! (ο Παναγής αφού τελειώνει την πρότασή του, ακούει τη γυναίκα του να έρχεται. Γρήγορα κάθεται και το παίζει ανενόχλητος, ενώ η γυναίκα του ξαναπαίρνει τη θέση δίπλα του, και αρχίζει να πλέκει, όταν τον παρατηρεί παραδόξως χαρούμενο και παραξενεύεται)


Μαρία: Πώς το 'παθες σήμερα Παναγή μου; Παναγής: Ποιό; Μαρία: Το ότι είσαι χαρούμενος; Παναγής: Και γιατί να μην είμαι; (μπαίνει η Στέλλα στη σκηνή, ο Βιολάντης σηκώνεται και την αγκαλιάζει) Παναγής: Είμαι χαρούμενος για την κόρη μας! Ε, λοιπόν, Στέλλα μου, τα συχαρίκια μου. Μια που τον θέλεις, να τον πάρεις παιδί μου και να ζήσεις! Μαρία: Μα τι είναι; Τι συνέβη; Παναγής: Πώς; Δεν ξέρεις, λοιπόν τίποτα; Να, ο Χρήστος ο Ζαμάνος, μου έκαμε το όνερό μου να γυρέψει τη Στέλλα, και με βεβαιώνει πως ότι και η Στέλλα, λέει, δε θα πει όχι… Με άλλους λόγους, τα ψήσανε καψογυναίκα και συ αγρόν ηγόραζες! Αλλά δε με γνοιάζει. Χαλάλι τους! Ο Χρηστάκης είναι καλός και άξιος, και όπως εφάνηκε σήμερα, τίμιος νέος… Με την ευχή μου, παιδιά μου! Τι να σου πω! Εγώ πάντα είχα στην καρδιά μου αυτό το παιδί… Μαρία: Και γω Παναγή μου, και γω! Σου το ορκίζομαι… Παναγής: Ήτανε από το Θεό, γυναίκα. Θα μου πεις, είναι φτωχός. Μα τι με τούτο; Εμείς είμαστε πλούσιοι και φτάνει. Καλή φαμίλια, καλός άνθρωπος, αυτό κοιτάζω εγώ. Για τ’ άλλα δε δίνω ένα λεφτό. Τώρα, θα πάω να τον έβρω να τα τελειώνουμε με το καλό. Ε, Στέλλα; Τι λες; Μίλα το λοιπόν! Πρέπει να το ακούσω από το στόμα σου! Στέλλα: Αν είναι το θέλημα σας (είπε από μέσα της) Παναγής: Α, κατεργάρα! Κατεργάρα! Κάνεις τώρα και νάζια εε; Έλα, έλα, άφησε τα αυτά και κόπιασε εδώ να φιλήσεις το χέρι του πατέρα σου. (η Στέλλα πλησιάζει, αλλά ξαφνικά ο Παναγής τραβάει το χέρι του και αλλάζει ύφος)

Παναγής: Μα δε μου λες, Στέλλα, πώς τα φτιάξατε εσείς; Έλα, μη ντρέπεσαι. Τελειωμένα πράγματα τώρα. Θέλω να τα ξέρω σαν πατέρας. Πες μου, σου έγραψε; Στέλλα: Εεεεεε… να… ξέρεις… Παναγής: Μην έχεις ντροπές λέμε! Ρωτάω από ενδιαφέρον. Στέλλα: Ναι, όντως μου έγραψε. Παναγής: Μπα! Μπα! Και θα του έγραψες βέβαια και συ… ή του απάντησες αυτοπροσώπως; Αυτοπροσώπως σίγουρα, εε; Στέλλα: Ναι, του 'γραψα και γω δυο λογάκια. Παναγής: ΑΤΙΜΗΗΗ!!!! (ο Παναγής εξοργίζεται και πλησιάζει γρήγορα και απειλητικά την κόρη του. Την αρπάζει από το μαλλί, την τραβά με δύναμη και σωριάζεται στο πάτωμα. Η θεία Νιόνια ξαναμπαίνει στη σκηνή και μόλις βλέπει τη Στέλλα στο πάτωμα τρέχει μαζί με τη Μαρία να την παρηγορήσουν. Ο Παναγής χτυπάει τα χέρια του στο τραπέζι, πάει να τη χτυπήσει και κείνη την ώρα μπαίνει η γυναίκα του στη μέση να τον καθησυχάσει και του κόβει τη φόρα)

Μαρία: Άσ’ τη!!! Ασ’ τη!!! Μη συγχύζεσαι τώρα Παναγή μου… Μη! Νιόνια: Κοριτσάκι μου, είσαι καλά; Έλα, μη λυπάσαι (παίρνει αγκαλιά τη Στέλλα) Παναγής: Τώρα θα πάω να λογαριαστώ μ’ εκείνον, και ύστερα έχω καιρό να συγυρίσω και σένανε!!! Παλιοψεύτρα!!! Μας ρεζίλεψες!!! (φεύγει νευριασμένος) Μαρία: (γυρνάει προς τη Στέλλα που ήταν πιο πολύ θυμωμένη παρά στεναχωρημένη). Καλά σου έκαμε! Μια και του έδωκες θάρρος να σου γράψει, έπρεπε να δείξεις το γράμμα της μάνας σου. Έτσι πάνε και γράφουνε σ’ ένα ξένο νέο; Καλά σου έκαμε!!! (η Μαρία φεύγει με νεύρα, και η Νιόνια φεύγει με τη Στέλλα παραμάσχαλα)


(ο Παναγής μπαίνει στη σκηνή καταρρακωμένος, κάθεται στο τραπέζι, βγάζει ένα γράμμα από την τσέπη του, και το διαβάζει σκεφτόμενος, κρατώντας το κεφάλι του)

Παναγής: Κοιτά εδώ! Κοίτα τι γράφει! Η ξετσίπωτη… Έπρεπε να ρίξω τα μούτρα μου και να πάω στην τρώγλη του Ζαμάνου για να πάρω αυτό το γράμμα. Μα τη απάθεια! Μου ανοίγει την πόρτα και με υποδέχεται με μια χαρά, λες και είδε συγγενή. Αλλά εγώ του ‘κοψα τα φτερά αμέσως. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ; Ξέρεις πως, αν θέλω, μπορώ να σε βλάψω;» του απάντησα στην καλησπέρα του. «Ξέρεις πώς φτάνει να κουνήσω το λιανό μου δάκτυλο και να καταστρέψω, αν ήθελα, τον πατέρα σου; Ξέρεις πως μπορώ να μην αφήσω κανένα σας σε χλωρό κλαδί; Ξέρεις – οι δυο μας είμαστε τώρα- πώς να βάλω ανθρώπους να σε σακατέψουνε και γω να φουμάρω το τσιγάρο μου στον Πλατύφορο; Ξέρεις πως μπορώ να σε κάνω να το πλερώσεις αυτό που έκαμες;». Εκεί σταμάτησα. Σκέφτηκα πως δε με συνέφερε να τον αποπάρω! Ίσα ίσα… ηρέμησα, του είπα πως δεν θα του κάνω τίποτα. Πως θα τον συγχωρέσω για το γράμμα που 'στειλε στη θυγατέρα μου και το κακό που ‘φερε στο σπίτι μου. Μόνο ένα πράγμα, όμως θέλω, του ξεκαθάρισα! Να μην ξαναπλησιάσει ποτέ την κόρη μου και να δώσει το γράμμα που του ‘στειλε η Στέλλα. Μα τι δειλός! Πφφφ… άντρας να σου πετύχει. Κατέβασε το κεφάλι, μου ‘δωσε το γράμμα και με ξεπροβόδισε. Το καθίκι. Όσο για το γράμμα… Αχ!!! Αχ!!! Δεν θα την περιλάβω; Στέλλαααα!!! Στέλλααα!!! (Μπαίνει η Στέλλα με κατεβασμένο κεφάλι και μαζί της η Μαρία και η Νιόνια φοβισμένες για το τι τη φώναξε και πάνε και κάθονται στο τραπέζι)

Στέλλα: Τι θες; Παναγής: Τ’ είν τούτα που κάνεις μωρή; Τι ντροπές είναι αυτές; «Είμαι δική σου». Στέλλα: Πως το ξέρεις; Παναγής: Πώς το ξέρω; Εσύ πως έγραψες τέτοιο πράγμα; Άκου «είμαι δική σου». Τίνος είσαι μωρή; Ποιόν ερώτησες ν�� σου πει τίνος είσαι; Με ποιο δικαίωμα εδόθηκες σε ξένο άνθρωπο; Πώς σου πέρασε από το νου πως μπορείς να δώσεις έστω και το νύχι σου, χωρίς να θέλω εγώ; (η Στέλλα σιωπή, του γυρνάει την πλάτη) Παναγής: Σκύλα! Απάντησέ μου τώρα. Στέλλα: Μάνα μου! (φωνάζει και τρέχει κοντά στη μάνα της) Μαρία: Παναγή, πώς είσαι σίγουρος ότι το 'γραψε; Παναγής: Να, άνοιξε τα στραβά σου να ιδείς τι θυγατέρα έχουμε. Διάβασε, διάβασε ντε! Μη μου πεις γιατί την έδειρα πριν, γιατί θα σε σκοτώσω και σένανε! Μαρία: Μα ήταν άρρωστη, καημένε μου! (λέει σιγά για να μη την ακούσει η Στέλλα) Παναγής: Και τι με γνοιάζει εμένανε; Ν’ αρρωστήσει και να πεθάνει, αυτό παρακαλάω το θεό. Ναι, ναι, να πεθάνει. Αυτό και μόνο μπορεί να τη σώσει από την ατιμία και τη ντροπή της. Και αν δεν πεθάνει μόνη της, θα την ξεκάμω γω! Μαρία: Σώπα! Θες να σ’ ακούσουν όλοι; Έλα, μη συγχύζεσαι… Στέλλα: Πάει… πάει… δε με χωράει άλλο το σπίτι του πατέρα μου! (αποχωρεί)


(Αφού η Στέλλα αποχωρεί από τη σκηνή, ο Παναγής κάθεται με μετανιωμένος για το πώς μίλησε στην κόρη του να μιλήσει με τη Νιόνια και τη γυναίκα του)

Νιόνια: Εμένα μου φαίνεται πως η Στέλλα μετανόησε για το γράμμα. Για να ιδούμε, γιατί δε μου αρέσει εφτούνη η δουλειά. Φοβάμαι μην υποψιασθεί ο κόσμος τίποτα. Μαρία: Ναι άντρα μου… Μπορεί να μην επιμένει πια για κείνο τον παλιάνθρωπο και αν την καλοπιάσουμε, μπορεί να θελήσει να πάρει κανέναν άλλο –ε, καιρός της είναικι έτσι το πράγμα θα διορθωθεί με ησυχία. Δεν με γνοιάζει για κείνη, με γνοιάζει για μας, για το σπίτι μας. Παναγής: Έχετε μάλλον και οι δυο δίκιο… άντε, τράβα γυναίκα να την ξετάξεις. (Ο Παναγής με τη Νιόνια φεύγουν. Μπαίνει λυπημένη η Στέλλα, κάθεται στο κρεβάτι της και την πλησιάζει η μάνα της και κάθεται κοντά της να την παρηγορήσει)

Μαρία: Ήλθα να σου πω δυο λόγια (η Στέλλα δεν την κοιτά στα μάτια, σιωπή). Ακούς; Στέλλα: Τι είναι; Μαρία: Τρέχα να πέσεις στα πόδια του πατέρα σου και να του γυρέψεις συγχώρεση. Να του πεις πως μετανόησες. Να του υποσχεθείς πως στο εξής δε θα κάνεις τίποτα χωρίς το θέλημα του και πως πια δε συλλογίζεσαι το Χρηστάκη. Είμαι σίγουρη πως ο πατέρας σου θα σε συγχωρήσει και θα φροντίσει να σε παντρέψει με ένα καλό και άξιο νέο, αμή τι; Τι λες λοιπόν; Στέλλα: Όχι! Μαρία: Όχι; Στέλλα: Όχι! Όχι, όχι, όχι, χίλιες φορές όχι! Ό,τι έκαμα ήταν κακό, το ξέρω, μα το έκαμα τώρα. Του έγραψα «είμαι δική σου» και θα είμαι για πάντα. Ναι, να πέσω στα πόδια του πατέρα μου, και να του φιλήσω τα χέρια και να του γυρέψω συγχώρεση για αυτό που έκαμα, έτσι χωρίς να το θέλω, σε μια στιγμή τρέλας… αδυναμίας…Μα να με συγχωρήσει εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη! Μαρία: Τιιι; Στέλλα: Αυτό που άκουσες! Καλώς, κακώς, αυτός είναι τώρα για μένα. Εγώ θα είμαι ευτυχισμένη, εμένα μ’ αρέσει. Το ότι είναι φτωχός; Πφ! Βλέπω τι ευτυχία έχετε οι πλούσιοι στα σπίτια σας. Άλλον εγώ δεν παίρνω. Τέλος! Μαρία: Μα ορίζεις εσύ τον εαυτό σου; Στέλλα: Τον ορίζω! Μαρία: Όχι, ο πατέρας σου τον ορίζει, όπως και μένα και τη Νιόνια και όλους. Στέλλα: Δεν ξέρω για σας, αλλά ΕΓΩ ορίζω τον εαυτό μου. Μπορώ να κόψω το χέρι μου και να το πετάξω απ’ το παράθυρο; Ε, ορίζω τον εαυτό μου. Ο πατέρας μου τι θα κάμει; Θα με δείρει; Θα με κλείσει; Θα με σκοτώσει; Και τι με τούτο; Σας το λέω για να το ξέρετε μια για πάντα, γιατί δεν θα το ξαναπώ: Ή το Χρηστάκη ή κανέναν. Μαρία: Εκατάλαβα… μα δε συλλογίζεσαι, δυστυχισμένη μου, τι θα γίνει αν ακούσει τέτοιο πράγμα ο πατέρας σου;


Στέλλα: Δεν τον φοβάμαι!!! Και να με σκότωνε, εγώ δε γυρεύω να ζήσω, παρά να ζήσω ευτυχισμένη. Αν δεν μπορώ καλύτερα ας πεθάνω. Ναι, έγραψα εκείνο το γράμμα. Τώρα θα μου σώσει την υπόληψη ο γάμος; Θα μου τη σώσει ο θάνατος; Μου είναι αδιάφορο. Μαρία: Άσ’ τα αυτά! Δεν είναι το γράμμα που σε απασχολεί. Εγώ θα σου πω: τον αγαπάς. Αγαπάς το Χρηστάκη. Αυτό δεν είναι; Στέλλα: Ναι, λοιπόν, τον αγαπώ και θα κάνω ότι μπορέσω για να τον πάρω! Μαρία: Βγάλ’ το απ’ το νου σου γιατί ο πατέρας σου ούτε να τ’ ακούσει. Στέλλα: Ποιος ξέρει; Μπορεί στο τέλος να με λυπηθεί και να δει το σωστό. Έχουμε τόσα παραδείγματα. Μαρία: Α! Τέτοιες ελπίδες έχεις; Ω, κακομοίρα, δεν ξέρεις τον πατέρα σου. Στέλλα: Μπορεί. Μα εμένα δε με χωράει άλλο τούτο το σπίτι… Σε κάθε χτύπημα που μου δίνουν, ακούω μέσα μου μια φωνή που μου λέει «Φύγε!... Φύγε!...» Μαρία: Μα το εννοείς παιδί μου; Στέλλα: Ναι, ναι το εννοώ! ΚΑΙ ΘΑ ΤΟ ΚΑΜΩ!!! Μαρία: Εσύ παιδί μου έχεις το διάολο μέσα σου! (Πριν η Μαρία προλάβει να τελειώσει την πρόταση της, η Στέλλα σηκώνεται με νεύρα από το κρεβάτι και φεύγει. Η άμοιρη μάνα μένει να μοιρολογεί για την επιμονή της κόρης της μέχρι που αποχωρεί και αυτή και αδειάζει η σκηνή)


(Αρχίζει να παίζει μουσική. Ο Παναγής, η Μαρία και η Στέλλα ανεβαίνουν στη σκηνή και βουβά απομακρύνουν το σκηνικό. Έπειτα, η Νιόνια αναβαίνει στη σκηνή)

Νιόνια: Ωιμέ! Ο καβγάς ανάμεσα σε μένα και κόρη ήταν επώδυνος και για τις 2. Σύντομα ο πατέρας της έμαθε τα όσα έγιναν. «Για τ’ όνομα του Θεού Παναγή μου, άστηνε», προσπάθησε η Μαρία να τον καθησυχάσει. «Μπορεί να μας κάνει κάνα κίνημα». «Σαν τι, δηλαδή, να σκοτωθεί;». «Όχι, να το σκάσει». Ο Βιολάντης στο άκουσμα αυτών των λέξεων εξαγριώθηκε. «Ακούς εκεί να επιμένει και να λέει πως τον αγαπά και δεν θέλει άλλον. Θα δει». Στις μέρες που πέρασαν, ο Παναγής ήταν παραδόξως γλυκομίλητος, μέχρι που μια μέρα, μπήκε στο δωμάτιο της Στέλλας και με ήπιο ύφος είπε «Έλα μαζί μου στη σοφίτα… μη φοβάσαι… έλα να δεις»… (Η Νιόνια φεύγει από τη σκηνή και ακούγεται ο Παναγής – χωρίς να χει εμφανιστεί πάνω στο σανίδι, να μιλάει με τη Στέλλα) Παναγής: Έλα… πάμε… μην κάνεις έτσι… δεν φοβάσαι και δε θα σου κόψω το κεφάλι… Για μπόγια με πέρασες; Στέλλα: Μα δε θέλω! Παναγής: Έτσι είπαμε; Α, Στέλλα, δεν είσαι παλικάρι! Έλα, δώσε μου το χεράκι σου, και ανέβα! Κουράγιο. (Ο Παναγής κρατώντας στη Στέλλα απ’ το χέρι ανεβαίνει. Περπατούν –η Στέλλα λόγω δισταγμού σέρνεται- έως το κέντρο. Τότε ο Παναγής αλλάζει ύφος και την πετάει στο πάτωμα)

Παναγής: Εδώ! Δω μέσα θα σε κλείσω, ώσπου μετανοήσεις και μου γυρέψεις συγχώρεση… Ψωμί και νερό δεν έχει! Και βγάλ’ απ’ το νου σου πως θα σε βγάλω ποτέ αλλιώτικα, παρά όπως θέλω εγώ. Είσαι η Στέλλα είπες της μάνας σου, μα κι εγώ είμαι ο Παναγής. Πείσμα εσύ, πείσμα εγώ, και όποιος βαρεθεί πρωτύτερα. Και όποτε βαρεθείς τη ζωή σου, να το παρεθύρι που βγαίνει στα κεραμίδια. Έβγα όξω και πέσε. Αν δεν κάνεις αυτό που λέω εγώ, αυτό θα είναι το καλύτερο. Κανείς δε θα τολμήσει να ανεβεί σ’ αυτή τη σοφίτα, αλλιώς θα τον εξαφανίσω με τα ίδια μου τα χέρια». (ο Παναγής φεύγει. Η Στέλλα που είναι πεσμένη στο πάτωμα ξαπλώνει, αρχίζει να παίζει η μουσική. Μόλις τελειώνει, η Στέλλα σηκώνεται σιγά σιγά)

Στέλλα: Δε γνωρίζω πόσες μέρες έχουν περάσει και ακόμα είμαι σ’ αυτή τη σοφίτα. Κάθε μέρα ο πατέρας μου και μόνο ανέβαινε, ξεκλείδωνε και με ένα κρύο χαμόγελο με ρωτούσε «Μετανόησες;». Η μόνη λέξη που έβγαινε απ’ το στόμα μου ήταν «Όχι». Μετά μου πέταγε ένα κομμάτι ψωμί, όπως θα 'κανε και σ’ ένα σκύλο και κατέβαινε. Το ίδιο και το βράδυ: «Μετανόησες;», «Όχι». Όσο φρικτό κι αν είναι το μαρτύριο μου, όχι. Όσο και με καίει η φλόγα της πείνας, όχι. Το μόνο που μου δίνει δύναμη είναι το γράμμα του αγαπημένου μου, το οποίο αναγκάστηκα να πω πως έκαψα για να κρατήσω. Χθες τον είδα και στον ύπνο μου! Αλλά, ωιμέ, στα όνειρα δεν μπορώ να βρω την ευτυχία. Πόση ελπίδα μπορώ πια να έχω; Πόσο ακόμα θα μπαίνει φως στη σκοτεινιά της ψυχής μου;

Αυλαία


Στέλλα Βιολάντη (διασκευή)