Page 1

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ∆ΕΛΤΙΟ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑΣ Τ Η Σ Α ∆ Ε Λ Φ Ο Τ Η ΤΑ Σ ∆ Ο Λ Ι Α Ν Ι Τ Ω Ν Η Π Ε Ι Ρ Ο Υ

ΕΤΟΣ 44ον - ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 148 - ΙΟΥΛΙΟΣ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ, ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009 - ΤΙΜΗ 30 ΛΕΠΤΑ ∆ΙΕΥΘΥΝΣΗ: ΑΓ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ 57, 5ος ΟΡΟΦΟΣ - ΤΚ 104 37 ΑΘΗΝΑ - ΤΗΛ./FAX: 210 5248006

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΕΝΝΑ∆ΙΟΣ (1786 - 1854)

Η Α∆ΙΟΡΑΤΗ ΚΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΤΡΟΜΑΖΕΙ

«Θα περάσουν από πάνω µας όλοι οι τροχοί στο τέλος τα ίδια τα όνειρά µας θα µας σώσουν» Νίκος Καρούζος

Τ

ον τελευταίο καιρό τα ΜΜΕ µας βοµβαρδίζουν µε µια λέξη, κρίση, κρίση, κρίση και µεγάλοι οικονοµολόγοι και οικονοµικοί αναλυτές µας λένε τα κακά που ήρθαν και προαναγγέλλουν τα ακόµη χειρότερα κακά που θάρθουν. Οι δε δηµοσιογράφοι της τηλεόρασης τα µεταδίδουν µε τρόµο, σαν να ήρθε η συντέλεια του κόσµου. Σίγουρα υπάρχει κρίση, αφού το λένε τόσοι σοφοί µαζί και σίγουρα κάποια στιγµή θα περάσει, όπως πέρασαν κι άλλες. Το βέβαιο είναι ότι κάποιοι πλούσιοι θα γίνουν πλουσιότεροι και κάποιες χιλιάδες φτωχών θα γίνουν φτωχότεροι. Κάποια άλλη κρίση, όµως, που δεν φαίνεται να δίνει κανένας σηµασία και ούτε θα περάσει, είναι η κρίση της κοινωνίας, η κρίση των ανθρώπων, η οποία έγινε αισθητή ακόµη και στα µικρά χωριά µας, που οι σχέσεις των ανθρώπων ήταν πάντα πιο στενές, πιο άµεσες και αλληλοεξαρτώµενες. Πιστεύω πως αυτή η κρίση στην κοινωνία και στις σχέσεις των ανθρώπων µεταξύ τους είναι σηµαντικότερη. Η απόσταση από το συνάν-

ΡΑΚΟΚΑΖΑΝΑ 2009

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος του χωριού µας “Ο ΓΕΝΝΑ∆ΙΟΣ” διοργανώνει και φέτος στις 24 Οκτωβρίου 2009, στις 7.30 το απόγευµα, στο χωριό µας, τα “Ρακοκάζανα 2009”. Ντόπιοι, απόδηµοι και συνδηµότες είναι προσκεκληµένοι σε αυτή τη γιορτή!

Εικόνες που φαντάζουν παλιές κι όµως εκατοµµύρια άνθρωποι στον πλανήτη υποσιτίζονται και ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες. Κάτι µας θυµίζουν...Ας ευχηθούµε να µην το ξαναζήσουν τα παιδιά και τα εγγόνια µας...

θρωπο µεγάλωσε, αποµονωθήκαµε, αποµακρυνθήκαµε από το γείτονα, το συγγενή, το φίλο. Ο καθένας µας ασχολείται µε τα καθηµερινά του προβλήµατα της επιβίωσης και της αγωνίας για το αύριο. Τα οικονοµικά προβλήµατα δεν αφήνουν περιθώρια για αγαθές σχέσεις. Ο συγγενής, ο φίλος, ο γείτονας, είναι ο πιθανός ανταγωνιστής. Θυµάµαι τα παιδικά µας χρόνια στο χωριό, που τα καθηµερινά αγαθά και οι ανέσεις έλειπαν, µας έλειπαν πολλά, σχεδόν όλοι περνούσαµε µε δυσκολία. Είχαµε, όµως, κοντά το γείτονα,

Σβησµένα κεριά που η µνήµη ανάβει...

το συγγενή, τον οικογενειακό φίλο κολώνα και συµπαραστάτη σε χαρές και λύπες. ∆εν σκεφτόσουν τι ώρα θα πας στο σπίτι του, αν ήταν πρωί, µεσηµέρι ή βράδυ, πάντα ήσουν καλοδεχούµενος, όπως και αυτός στο δικό σου σπίτι. Σήµερα οι σχέσεις και οι φιλίες µας ρυθµίζονται ανάλογα µε το πόσο µεγάλο είναι το συµφέρον µας. Χρήσιµος και καλός είναι αυτός απ’ τον οποίο έχουµε να κερδίσουµε κάτι, οι άλλοι µας είναι αδιάφοροι ή και εχθροί, αν τα συµφέροντά µας συγκρούονται. Πολλές φορές η οικονοµική

Όποια γωνιά του χωριού µας και ν’ αντικρίσεις αναβλύζει δέος. Το µεγαλύτερο χωριό της περιοχής σκορπούσε φως µες στο σκοτάδι του καιρού, µέσα στην καταχνιά. Και τώρα ο χρόνος και οι σκοπιµότητες το ‘χτισαν µέσα στον πόνο. Ακουµπάει µέσα στη σιωπή των πραγµάτων. Υπήρχαν υπηρεσίες, καταστήµατα, σχολεία, κόσµος, ζωή. Τώρα ψηλώνεις σαν έρηµο δέντρο σε βοριάδες πικρούς. Μετέφεραν σχολεία, υπηρεσίες, ειρηνοδικεία και έµεινε µόνο το ταχυδροµείο. Μετράς τα σηµάδια και τις πληγές σου και περιµένεις το επόµενο εκδικητικό χτύπηµα. Πότε θα το µεταφέρουν αλλού; Πόσο θ’ αντέξουν τα σχολεία; Θ’ αφήσουν το ΕΚΑΒ να στεριώσει; Τώρα που ταξιδεύεις σε άλλους καιρούς, σε δρόµους

πίεση, η λανθασµένη εκτίµηση των πραγµάτων και των καταστάσεων, κάποια πρόσκαιρα οφέλη, µας οδηγούν σε λάθος επιλογές και κάνουν πιο δύσκολες τις σχέσεις µε τους συνανθρώπους µας. Στην εποχή µας κυριαρχεί το συµφέρον, ο εγωισµός, η ζήλεια, η κακεντρέχεια και τα συναντούµε ακόµη και εδώ στη µικρή κοινωνία του χωριού µας. Το εµείς των παιδικών µας χρόνων έγινε αυτός ο άνθρωπος της απέναντι πόρτας, του απέναντι µαγαζιού κ.λπ. Κάθοµαι και αναρωτιέµαι πώς φθάσαµε εκεί, γιατί κυριαρχεί η αδιαφορία, η αντιπαλότητα, ο εγωισµός, γιατί πήραµε τόση απόσταση µεταξύ µας. Τι είναι τελικά αυτό που µας έκανε να αποµονωθούµε, να ταµπουρωθούµε πίσω από τον τοίχο που έφτιαξε ο καθένας για τον εαυτό του, η επιβίωση, το συµφέρον, το εγώ µας; Μήπως είναι φαινόµενα της εποχής µας, του καιρού µας; Ας γίνουµε και πάλι άνθρωποι µε την έννοια της συλλογικότητας και της αλληλοϋποστήριξης, τουλάχιστον εδώ στη µικρή κοινωνία του χωριού µας. Πολλά πράγµατα θα άλλαζαν, οι σχέσεις µας θα έπαιρναν άλλη διάσταση και µορφή, όλα θα ήταν πιο υποφερτά, θα κερδίζαµε όλοι και η ζωή µας θα γινόταν καλύτερη. ∆εν έχουµε παρά να δοκιµάσουµε και να το τολµήσουµε. Α. Θ. Τ. Το θρυλικό Ταχυδροµείο: Πόσο θ’ αντέξει σ’ αυτόν τον άγριο καιρό, που ο θρίαµβος της ανοησίας θηλάζει το µέλλον; Απ’ τα παράθυρα της νύχτας αναβλύζει η ανάµνηση µιας λησµονηµένης οµορφιάς.

άλλους, πυκνώνουν τα αδιόρατα δίχτυα. Χωριό µας, γυµνώσου απ’ τα ενδύµατα της αυταπάτης σου να δεις του µαχαιριού την προέλευση.

Η ΠΑΡΑ∆ΟΣΗ ΜΑΣ ∆ΕΝ ΕΙΝΑΙ ΝΕΚΡΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ. ΜΑΣ ΕΜΠΝΕΕΙ ΣΤΟ ΣΗΜΕΡΑ!


2

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΑΥ Τ Ο Ι Π ΟΥ Φ Ε Υ Γ ΟΥ Ν Α Π Ο ΚΟ Ν ΤΑ Μ Α Σ

ΑΧΙΛΛΕΑΣ ΜΠΕΝΕΚΟΣ

Αποτέλεσε εξαιρετική τιµή για το χωριό µας η παρουσία του Αχιλλέα. Ήρθε ως γαµπρός και µε την αξιόλογη και όµορφη Μαρία Τασινού, κόρη του αείµνηστου Ανδρέα και της Θοδώρας, δηµιούργησαν µια υπέροχη οικογένεια. Η δραστηριότητά του υπήρξε αθόρυβη και ουσιαστική. Εργάστηκε σκληρά και τίµια όλα τα χρόνια και κατάφερε µε τον ιδρώτα του να δηµιουργήσει τις καλύτερες προϋποθέσεις για τη ζωή της οικογένειας του και την αποκατάσταση των παιδιών του. Η ευγένειά του, η σεµνότητα και η σοβαρότητά του, συνέθεταν το ειδικό βάρος της προσωπικότητάς του, που εκτιµήθηκε ιδιαίτερα από τους συγχωριανούς του. Συµµετείχε σε όλες τις κοινωνικές εκδηλώσεις. Αγαπούσε τις παρέες και ήταν ιδιαίτερα αποδεκτός απ’ όλους. ∆εν υπάρχει άνθρωπος που να δυσαρέστησε ο Αχιλλέας. Γι’ αυτό και µόνο τα καλά λόγια περισσεύουν. Ευαίσθητος άνθρωπος ο Αχιλλέας. Ήξερε µόνο να σέβεται τον διπλανό του. Απέφευγε τις εντάσεις και τις αντιπαραθέσεις. ∆εν υπάρχουν σκιές στις σχέσεις του µε τους ανθρώπους της τοπικής κοινωνίας. Λατρευτός σύζυγος και πατέρας. Υποδειγµατικός οικογενειάρχης. Το κενό του το υπογραµµίζουν ο βαθύς πόνος και οι νοσταλγικές οικογενειακές στιγµές. ∆εν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα σχέδια του για την ανακαίνιση και ανακατασκευή του σπιτιού του. Είναι βέβαιο όµως ότι τα παιδιά του, που ακολουθούν τον ίδιο δρόµο που χάραξε ο ίδιος, θα συνεχίσουν το έργο της ολοκλήρωσης των σχεδίων του. Περνώντας έξω από το σπίτι του και βλέποντας όσα έχει κάνει και όσα µένουν ακόµα να γίνουν, βγαίνει ένα παράπονο: «Γιατί βρε Αχιλλέα, βιάστηκες να φύγεις;» Μέσα µας θα µείνει για πάντα αποτυπωµένη η γλυκιά φυσιογνωµία, µε τα εκφραστικά µάτια, το πλατύ χαµόγελο και τη µεγάλη καρδιά, τη γεµάτη αγάπη και ευαισθησία. Τον είχε ανάγκη η οικογένειά του, οι συγχωριανοί του και όλοι όσοι των γνώρισαν. Το κενό που αφήνει είναι δυσαναπλήρωτο. Εκεί ακριβώς φαίνεται και η αξία όλης της διαδροµής ενός ανθρώπου.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ∆ΗΣ

Ένας άνθρωπος αγνός, ντόµπρος και γεµάτος καλοσύνη δε θα είναι πια κοντά µας. Αγάπησε το χωριό και τους ανθρώπους του όσο λίγοι συγχωριανοί µας. Ναζί µε την άξια σύντροφο της ζωής του, τη Χρυσάνθη Καλέτσιου, απόκτησαν παιδιά και χάρηκαν εγγόνια και δισέγγονα. Στρατιωτικός στο επάγγελµα, ανέβηκε στα ανώτερα κλιµάκια της στρατιωτικής ιεραρχίας. Έτυχε πολλών διακρίσεων στη στρατιωτική του διαδροµή. Σεµνός άνθρωπος και αγαπητός από όλους. Ιδιαίτερα στην πλατεία του χωριού απολάµβανε το τάβλι και τα πειράγµατα µε τους συµπαίκτες του. ∆εχόταν και ανταπέδιδε τα αστεία µε το δικό του χαρακτηριστικό χιούµορ. Χωρίς να παρεξηγείτε ποτέ. ∆ε θα τον άκουγες να σχολιάζει αρνητικά κανέναν. Άκουγε συνήθως περισσότερο και λιγότερο µιλούσε. Ενέπνεε σεβασµό και εµπιστοσύνη. Έδειχνε ιδιαίτερη ευαισθησία και σεβασµό στους συγγενείς και φίλους του. Εξαιρετικός οικογενειάρχης. Αγαπούσε ιδιαίτερα τα παιδιά και τα εγγόνια του. Αισθανόταν ιδιαίτερη χαρά όταν τους είχε όλους κοντά του. Είχε την φροντίδα και την έννοια όλων. ∆εν ήθελε να στεναχωριέται κανένας. Σε κάποια φάση της ζωής του ασχολήθηκε και µε τα κοινά στο χωριό µας και άφησε τη σφραγίδα του τίµιου και ηθικού ανθρώπου. Ο Βασίλης θα λείψει πολύ απ’ όλους µας. Πρώτα από την οικογένειά του. Μετά από όλους τους συγγενείς και φίλους. Αισθητή θα είναι η απουσία του και δυσαναπλήρωτο το κενό του. Όλοι θα θυµούνται τον άνθρωπο µε θετική προσφορά σε όλους τους τοµείς της ζωής του. Ωφέλησε και δεν έβλαψε κανέναν. Έζησε φυσιολογικά και ανθρώπινα σ’ έναν κόσµο παράλογο και σε πολλές περιπτώσεις απάνθρωπο.

ΑΛΕΞΑΝ∆ΡΑ ΛΑΜΠΡΙ∆Η

Έφυγε η δασκάλα µε τα µεγάλα εκφραστικά µάτια, τα γεµάτα ανθρωπιά και καλοσύνη, µε την απόχρωση της ανοιχτής θάλασσας, που φώτιζαν το νου και την ψυχή των µαθητών της. Στοργική µητέρα, εξαιρετική σύζυγος, ευαίσθητη δασκάλα, δυναµική και δραστήρια, άξια σύντροφος του υπερευαίσθητου Τηλέµαχου, του δικού µας Λέµα. ∆ηµιούργησαν µια υποδειγµατική οικογένεια. Ανέθρεψαν και σπούδασαν τις κόρες τους και τις αποκατέστησαν µε τον καλύτερο τρόπο. Είχαν την τύχη να χαρούν και τα εγγόνια τους. Στο εκπαιδευτικό της λειτούργηµα έδινε τον εαυτό της ολόκληρο. Μοίραζε µε τη χούφτα της την αγάπη στα παιδιά και φρόντιζε να διευρύνει τους πνευµατικούς της ορίζοντες. Ήταν πεποίθηση της ότι τα παιδιά έχουν δικαίωµα στο όνειρο. Χρόνια και χρόνια σµίλευε µε υποµονή και επιµονή τις ψυχές τους. Άφησε ανεξίτηλα τα σηµάδια της στη διαδροµή της. Είχε την άποψη ότι αυτό που αξίζει στη ζωή είναι ν’ αφήνεις λίγες νησίδες ανθρωπιάς στης ερηµιάς το χάρτη. Γι’ αυτό και δεν έκανε διακρίσεις στους ανθρώπους µικρούς και µεγάλους. Η πορεία της ήταν σταθερά προσανατολισµένη στην επιτυχία των στόχων της σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης δραστηριότητας. Γνώριζε ότι το τρένο της ζωής αργεί αλλά φτάνει στον προορισµό του, όταν κινείται σε σταθερή τροχιά πάνω στις ράγες του. Ο χρόνος όµως όλα τα αγγίζει και όλα τα αλλάζει. Πώς να αντιπαλέψει κάποιος τη φθορά; Τι είναι αυτό που µπορεί να αντισταθεί στη φθορά και το χρόνο; Μόνον η δηµιουργία είναι η µόνη πειστική απάντηση. Και η αείµνηστη Αλεξάνδρα δηµιούργησε. Έβαλε στο κέντρο των ενδιαφερόντων της τον άνθρωπο. Τα παιδιά της και τα παιδιά όλου του κόσµου αξεχώριστα. ∆ηµιούργησε «αγάλµατα» µέσα τους. Πάντρεψε τα όνειρά της µε πράξεις που καταξιώνουν τον άνθρωπο και πληµµυρίζει η ζωή µέσα στο σκοτάδι. Το ακοίµητο καντήλι της θύµησής της θα καίει πάντα πάνω στην «Αγία Τράπεζα» της προσφοράς και της ανθρωπιάς.

ΣΟΦΙΑ ΖΩΓΡΑΦΟΥ

Με βήµα αργό και σταθερό διάβηκε το µακρινό µονοπάτι της ζωής της η κυρά Σοφία. Ευγενική και γλυκιά φυσιογνωµία, άπλωσε τη µεγάλη της καρδιά για να βρουν αποκούµπι η οικογένεια της, ο αείµνηστος µερακλής Βασίλης Ζωγράφος, τα δύο παιδιά τους Τάκης και Φόρος. Χαρακτηριστική φιγούρα µιας κλασικής γυναίκας, συζύγου, µάνας, νοικοκυράς. Καλοχτενισµένη, µειλίχια, ευγενική, υποµονετική, µε σπάνιες αρχές, δυσεύρετες στην εποχή µας. Γυναίκα ταγµένη στο χρέος της, όπως το ένιωθε η ίδια. Ένα αντιπροσωπευτικό δείγµα των γυναικών µιας άλλης εποχής, που οι συνθήκες τις προίκισαν µε όλες τις αρετές για να έχουν αντοχές στο χρόνο και να κρατούν στο κεφάλι τους, όπως οι Καρυάτιδες, το ναό της προσφοράς και της θυσίας για τους άλλους. Πως κατάφερναν να κάνουν όλες τις σκληρές δουλειές που απαιτούσε µια οικογένεια, να περιποιούνται τον εαυτό τους , να έχουν υποµονή για την οικογένεια και διάθεση προσφοράς και προς τους άλλους; Ευτύχησε να δει και εγγόνια από τα παιδιά της. Έζησε όλα σχεδόν τα χρόνια στο χωριό και γνώρισε τις χαρές και τις πίκρες της µικρής κοινωνίας. ∆εν αρκούν λόγια παρηγοριάς σε µια τέτοια απώλεια, αν και γνωρίζεις ότι ήταν πλήρης ηµερών. Η κραυγή του πόνου συµπυκνώνει τη συνείδηση της µοναδικότητας και του ανεπανάληπτου. Ο χρόνος σε οδηγεί να προσπεράσεις την απώλεια και όχι να την ξεπεράσεις. Ιδιαίτερα για τα παιδιά και τα εγγόνια της . Όλη η διαδροµή της, σε σχέση µε τους άλλους, µοιάζει µε την ασάλευτη φλόγα ενός κεριού µπροστά στο εικονοστάσι. Γι’ αυτό παιδιά και εγγόνια, συγγενείς και συγχωριανοί νιώθουν ένα γλυκό πόνο στην ανάµνηση της ανθρώπινης και ήρεµης παρουσίας της.

ΛΙΤΣΑ ΡΟΥΝΤΑ

Έφυγε πρόσφατα και η Λίτσα Ρούντα, σύζυγος του ανεπανάληπτου ανθρώπου και καλλιτέχνη Φίλιππα Ρούντα, του δικού µας Φίλπα. Το κλαρίνο του ηχεί ακόµη και για πάντα στις πλατείες του χωριού, στα καφενεία στα σπίτια και στις καρδίες των ανθρώπων και όχι µόνο του δικού µας χωριού.

Απόκτησαν έναν γιο, τον Κώστα, που ακολούθησε τα χνάρια του πατέρα του στο κλαρίνο και µια κόρη που την αποκατέστησαν. Η Λίτσα υπήρξε άξια σύντροφος, ενός σπάνιου ανθρώπου. Στοργική και ευαίσθητη µητέρα. Ευγενική και καλοσυνάτη συγχωριανή. Τα χρόνια που έζησε στο χωριό άφησε τα ίχνη µιας χαµογελαστής γυναίκας, ανοιχτόκαρδης και ευχάριστης στις παρέες. Πλαισίωνε τις προσπάθειες του συζύγου της στο εξωτερικό (Αµερική) και στην Αθήνα όπου έζησε. ∆εν ξέχασε ποτέ το χωριό, τους συγγενείς και τους συγχωριανούς της. Είχε πάντα µια νοσταλγική διάθεση για το χωριό. Οι συνθήκες όµως δεν της επέτρεπαν να έρχεται συχνά στο χωριό. Επειδή έζησε στη σκιά ενός «θρύλου» του κλαρίνου και πολύ ευαίσθητου ανθρώπου, όπως ήταν ο Φίλπας όλων µας, ταυτίστηκε µαζί του. Τώρα που έφυγε, έρχεται µπροστά µας η εικόνα του Φίλπα. Είναι σαν να τους βλέπουµε και τους δυο µαζί στην πλατεία. Οι άνθρωποι να κρέµονται από τους ήχους του κλαρίνου του Φίλπα κι αυτή να χαίρεται και να καµαρώνει «τα κατορθώµατα» του συζύγου της. ΄Ετσι θα τη θυµόµαστε τη Λίτσα. ∆ίπλα στο Φίλπα. Ποτέ χώρια και πάντα χαµογελαστή, καθώς όλοι µαζί θ’ ακούµε εκείνο το παλιό Ζαγορίσιο $

∆ΗΜΗΤΡΗΣ ΖΕΡΒΑΣ

Κοντεύουν δυο χρόνια από τότε που έφυγε από κοντά µας ο αγαπηµένος µας ∆ηµήτρης (Τάκης) Ζέρβας αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό για όλους εµάς που τον ζήσαµε και τον αγαπήσαµε. Άνθρωπος χαµηλών τόνων αλλά µε πολλή θέληση και πείσµα άφησε πολύ νέος το χωριό του Κ. Ραβένια και µετοίκησε στην Πάτρα όπου και έζησε το υπόλοιπο της ζωής του αγαπώντας την σα δεύτερη πατρίδα. Παλεύοντας µε αντίξοες συνθήκες κατάφερε να καταξιωθεί στον εργασιακό και κοινωνικό του χώρο σαν ένας άνθρωπος πολύ εργατικός, τίµιος, ευαίσθητος ,φιλότιµος και καλοσυνάτος και να αποκτήσει πολλούς φίλους. Αγωνιστής στις δύσκολες ώρες που έζησε η πατρίδα µας και αγωνιστής στο δύσκολο στίβο της ζωής κατάφερε µαζί µε την άξια σύντροφο του Ευθυµία (Νούλα) Τζαβέλλα να δηµιουργήσουν ένα ανοικτό και φιλόξενο σπίτι και µια σωστή οικογένεια. Κάτω από πραγµατικά δύσκολες καταστάσεις κατάφερε να µορφώσει τα παιδιά του και να τα αποκαταστήσει µε τον καλύτερο τρόπο. Ευτύχησε να δει εγγόνια τα οποία υπεραγαπούσε, εισπράττοντας τα ίδια συναισθήµατα και από αυτά. Στις διακοπές πάντα αναζητούσε την ηρεµία του πατρικού του σπιτιού στο χωριό του Κ.Ραβένια για να χαλαρώσει και να συναντήσει παιδικούς του φίλους και µαζί να αναµοχλεύσουν µνήµες ευχάριστες και δυσάρεστες από τα παιδικά και νεανικά τους χρόνια. Όµως δεν παρέλειπε να επισκέπτεται πολύ τακτικά και τα ∆ολιανά χωριό της συζύγου του και τόπο των γυµνασιακών χρόνων του, για χάρη κυρίως των παιδιών του. Έτσι συµµετείχε σε πολλές εκδηλώσεις της τοπικής κοινωνίας αποκτώντας παντού φίλους. Η καρδιά του σταµάτησε να χτυπά στις 12 Οκτώβρη το 2007. Για εµάς όµως τους δικούς του ανθρώπους είναι σα να βρίσκεται δίπλα µας, να µας χαιρετά και να µας δίνει κουράγιο, πιστός συνοδοιπόρος στις χαρές και τις λύπες µας. Και κάποιες φορές θαρρούµε πως τον βλέπουµε µέσα από τα σύννεφα να µας κλείνει πονηρά το µάτι λέγοντας µας «Είστε να παίξουµε καµιά πρέφα» ή τον ακούµε να σιγοτραγουδά το «Χαλασιά µου»

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ Ευχαριστούµε θερµά όλους όσους µας συµπαραστάθηκαν στο βαρύ πένθος µας για το θάνατο της αγαπηµένης συζύγου Αλεξάνδρας. Τηλέµαχος Λαµπρίδης


∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

3

ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΑΣ

Συνεχίζουµε την προσπάθεια παρουσίασης του βιβλίου του κ. Πάνου Τζιόβα “Τα ∆ολιανά της Ηπείρου”, µε τρόπο περιληπτικό.

∆ΕΥΤΕΡΗ ΠΕΡΙΟ∆ΟΣ 1920 – 1930

Η δεκαετία 1920 – 1930 µπορεί, χωρίς καµιά επιφύλαξη, να χαρακτηριστεί, σαν ο θεµέλιος λίθος, που πάνω του στηρίχτηκε η εξέλιξη των ∆ολιανών προτού από τον πόλεµο του 1940. ΄Ετσι µέσα σ΄ αυτή τη δεκαετία αναµορφώθηκε η παιδεία µε βάση τα νέα δεδοµένα και άρχισε ο αγώνας του Συνεταιρισµού, της Κοινότητας και του εκκλησιαστικού Συµβουλίου ∆ολιανών για τη διαφύλαξη και την αύξηση της συνεταιρεστικής περιουσίας και για τις γειτονικές κοινότητες . Ταυτόχρονα η ιδιωτική πρωτοβουλία εκδηλώθηκε δυναµικά, λίγο µετά από τη Μικρασιατική Καταστροφή µε την ίδρυση της εµπορικής Εταιρείας των ∆ολιανών, που µε ταχύτατους ρυθµούς απλώθηκε σ’ όλη την περιοχή του σηµερινού Πωγωνίου και σ’ αυτά ακόµα τα Γιάννινα. Στον τοµέα της Παιδείας, το κράτος µε νόµο είχε καταργήσει τις εισιτήριες εξετάσεις από το Ελληνικό Σχολείο στο Γυµνάσιο από το σχολικό έτος 1921-22 και αυτό το γεγονός επηρέασε αρνητικά το Ελληνικό Σχολείο ∆ολιανών, που παύει να έχει την ισχύ των χρόνων της Τουρκοκρατίας. Στα 1922 και πάλι µε νόµο το ελληνικό κράτος µετονόµασε τη ΙΒ΄ εκπαιδευτική περιφέρεια της µέσης εκπαίδευσης της Ηπείρου σε Ε΄ και µε τη νέα αναδιάρθρωση που είχε γίνει από το αρµόδιο Υπουργείο της Παιδείας, στη νέα περιφέρεια προσαρτήθηκαν εκτός από τα σχολεία της Ηπείρου και αυτά της Κέρκυρας, της ΄Αρτας και της Αιτωλίας και Ακαρνανίας, µε έδρα τα Γιάννινα. Τα ∆ολιανά σαν εκπαιδευτικό κέντρο του Πωγωνίου δεν είχαν αφήσει αδιάφορη την

ΓΝΩΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

Λάβαµε µια ανώνυµη επιστολή, µε την επιθυµία να δηµοσιευτεί στην εφηµερίδα. Το ∆.Σ. της Αδελφότητας, µε ένα σκεπτικό, είχε πάρει απόφαση να µη δηµοσιεύει ανώνυµες επιστολές. Η συγκεκριµένη επιστολή, παρ’ ότι δεν προσβάλλει κανέναν, αναφέρεται στην καθαριότητα του χωριού µας και πιο συγκεκριµένα στους κάδους απορριµµάτων και στα περιττώµατα σκύλων που υπάρχουν στο οδόστρωµα. Η ανωνυµία της όµως προσκρούει στην απόφαση του ∆Σ της Αδελφότητας και δεν µπορεί να δηµοσιευτεί. Ζητάµε την κατανόησή σας.

παλιά εκπαιδευτική περιφέρεια ΙΒ΄ της Ηπείρου, η οποία έχοντας σαν στόχο την προσαρµογή των εκπαιδευτηρίων τους στα νέα δεδοµένα, έστειλε τον Απρίλη του 1921 σχολάρχη των ∆ολιανών τον καθηγητή Αλκιβιάδη Κοντοπάνο, ποντάροντας τόσο στις αναγνωρισµένες ικανότητές του, όσο και στην εντοπιότητά του. Κατά το σχολικό έτος 1923-1924 τα κτίρια που στέγαζαν τα εκπαιδευτήρια ήταν σε κακή κατάσταση, γιατί είχαν χρόνια να συντηρηθούν και αυτή ακριβώς η αιτία προκάλεσε την παρακάτω απόφαση της γενικής συνέλευσης του Συνεταιρισµού που έγινε στις 22-7-1923: «Επειδή τα σχολεία της ηµετέρας Κοινότητας ευρίσκονται εις αθλίαν κατάστασιν και έχουσι ανάγκην επιδιορθωσης ψηφίζει κονδύλιον 3κ (2.000) δυο χιλιάδων δραχµών το οποίον θα δοθεί εις ορισθησοµένην επιτροπήν ήτις θα αναλάβη την επιδιόρθωσιν των εν λόγω σχολείων». Κατά το σχολικό έτος 1923-24 τα δυο ∆ηµοτικά Σχολεία ∆ολιανών συγχωνεύτηκαν σε ένα µεικτό µε τέσσερις τάξεις. Τον πρώτο χρόνο λειτουργίας του, το µεικτό ∆ηµοτικό Σχολείο είχε συνολικά 105 µαθητές. Ο πρώτος ∆ιευθυντής του µεικτού ∆ηµοτικού Σχολείου των ∆ολιανών ήταν ο Νικόλαος Σακελλάριος. Το δεύτερο χρόνο της λειτουργίας του µεικτού ∆ηµοτικού Σχολείου και στις δυο πρώτες τάξεις του είχαν κοπεί από τη διδασκαλία τα µαθήµατα της Ιστορίας, της Γεωγραφίας και της Φυσικής Ιστορίας, τα οποία διδάσκονταν µόνον στη Γ΄ και ∆΄ τάξη. Τον αµέσως επόµενο χρόνο καταργήθηκε και το µάθηµα της Γεωγραφίας και τη θέση του πήρε το αντίστοιχο της Πατριδογνωσίας, το οποίο διδασκόταν σε όλες τις τάξεις του σχολείου. Από την πρώτη µέρα λειτουργίας του το νέο δηµοτικό σχολείο είχε την απόλυτη συµπα-

ράσταση του συνεταιρισµού, ο οποίος κάλυπτε απόλυτα τις ελλείψεις του. ΄Ετσι στη Γενική Συνέλευση του Απρίλη του 1924, αποφασίστηκε να δοθούν 3.000 δρχ. για την κατασκευή των απαραίτητων θρανίων, ενώ στη γενική συνέλευση του Οκτώβρη του 1926 αποφασίστηκε η χρονιάτικη επιχορήγηση του σχολείου µε 4.000 δρχ. οι οποίες θα δίνονταν στην αρµόδια επιτροπή. Τα µέλη του συνεταιρισµού στην προσπάθειά τους να αξιοποιήσουν όσο το δυνατόν πιο καλά την παιδεία του χωριού, έφεραν στη Γενική Συνέλευση του Ιούλη του 1927 την πρόταση για ίδρυση Γυµνασίου, αλλά ο πρόεδρός του Πέτρος Οικονοµίδης διέψευσε τις ελπίδες τους µε την αρνητική του εισήγηση, η οποία στηρίχτηκε στο σκεπτικό ότι δεν υπήρχε καµία πιθανότητα να µεταφερθεί στα ∆ολιανά το Γυµνάσιο της Βοστίνας (νυν Πωγωνιανή). Η εισήγηση αυτή του Προέδρου Οικονοµίδη προκάλεσε την παρακάτω απόφαση της συνέλευσης: «Η δε Γενική Συνέλευσις εθεώρησε περιττό να κατατρίβηται εις συζητήσεις και υποθέσεις ανυπάρκτους και ως εκ τούτου παρακάλεσε τους υποβάλλοντας την αίτησιν να αποσύρωσιν ταύτην οίτινες και εκδήλωσαν ότι παραιτούνται πάσης αξιώσεώς των». Στα τέλη του Ιούνη του 1927, ο τότε διευθυντής του µεικτού ∆ηµοτικού Σχολείου ∆ολιανών είχε ζητήσει από το διοικητικό συµβούλιο του συνεταιρισµού τη συντήρηση της δεντροφυτείας, την οποία είχε χρηµατοδοτήσει ο ίδιος. Στο αίτηµα αυτό του διευθυντή ο συνεταιρισµός «ενέκρινε να δαπανηθώσι χρήµατα δια την συντήρησιν απάσης της δεντροφυτείας εις «Λυκοσκούφι» και «΄Αγιον ∆ηµήτριον» και ανατίθεται εις τον ταµίαν του Συνεταιρισµού όστις εν συνεννοήσει µετά του διευθυντού κ.. Σταύρου Σακελλαρίου να προβή εις την εξεύρεσιν των κατάλληλων εργατών». Συνεχίζεται

ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ: Από τον ιερέα του χωριού µας λάβαµε µια επιστολή, µε την οποία ζητά την οικονοµική ενίσχυση όλων µας, για να αγοράσει ένα µεγάλο απορροφητικό µανουάλι, αξίας 3.500 ευρώ. Παρακαλούνται όσοι συγχωριανοί µας το επιθυµούν, να ενισχύσουν αυτή την προσπάθεια του ιερέα.

Ο Γιάννης Ντίνος (γιος της

συγχωριανής µας Θοδώρας

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ Τριµηνιαία Έκδοση της Αδελφότητας ∆ολιανιτών Ηπείρου “Ο Γεννάδιος” ΥΠΕΥΘΥΝΟΣ ΕΚ∆ΟΣΗΣ: ΤΑΣΟΣ ΧΑΤΖΗΣ ∆εινοκράτους 21, 106 75 Αθήνα Τηλ.: 210 7241252

ΣΥΝ∆ΡΟΜΕΣ Πολυζώης Εξάρχου Ταµίας Αδελφότητας Ζησιµοπούλου 6-8, 115 24 Ν. Φιλοθέη Τηλ.: 6977 996979 ΕΤΗΣΙΑ ΣΥΝ∆ΡΟΜΗ 10 ευρώ

ΕΚ∆ΟΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ Ηπειρωτικές Εκδόσεις “Πέτρα” Οικονόµου 32, 106 83 Αθήνα Τηλ.: 210 8233830 - Fax: 210 8238468 e-mail: ekdoseispetra@hotmail.com

Καραντάνη) ΜΑΝΩΛΗΣ ΚΟΝΤΟΓΙΑΝΝΗΣ - ΓΙΑΝΝΕΝΑ

νοικιάζει στην Καλαµάτα

γκαρσονιέρες

σε φοιτητές, αλλά και για θερινή διαµονή. Επίσης διαθέτει και

µεσιτικό γραφείο.

Τηλ.: 6936621020, 2722022047.


4

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΑΠΟ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΕΣ ΕΚ∆ΗΛΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ∆ΗΜΟΥ ΣΤΑ ∆ΟΛΙΑΝΑ

Ο

∆ήµος Καλπακίου, στο πλαίσιο των πολιτιστικών εκδηλώσεων, διοργάνωσε στα ∆ολιανά, στις 8 Αυγούστου 2009, συναυλία αφιερωµένη στον ευαίσθητο καλλιτέχνη και σπάνιο άνθρωπο, Μάνο Λοΐζο.

Η εξαιρετική επιτυχία της συναυλίας αποτέλεσε τη συνέχεια της περσινής εκδήλωσης που ήταν αφιερωµένη στον κορυφαίο Μίκη Θεοδωράκη. Η εµπνευσµένη οµιλία του Κώστα Νέου, νοµικού – ποιητή – εκπαιδευτικού, άγγιξε το νου και τις ευαίσθητες χορδές των παρευρισκοµένων και ήταν πάρα πολλοί. Από το πλήθος των συνθέσεων του Μάνου Λοΐζου ακούστηκαν τραγούδια που αποτέλεσαν σταθµούς στην όλη µουσική πορεία του συνθέτη. Η ευαισθησία του συνθέτη αποτυπώθηκε και αποδόθηκε µε τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο από τους τραγουδιστές: Χριστίνα Ντάρα, Λευτέρη Κράνο, ∆ηµήτρη Σιούτη και Γιώργο Σάµπαλη. Απέκτησε εκρηκτικές διαστάσεις µε τον αρµονικό συνδυασµό της µουσικής των καλλιτεχνών: Χρήστου Αθανασίου, Χρήστου Καλαµπόκη, Θανάση Βόλα στο µπουζούκι. Της Κωνσταντίνας Μήλια στα πλήκτρα, του Νίκου Γύρα στην κιθάρα, του Περικλή Μπουλοχτσή στο µπάσο, του Γιώργου Γκόντεβα στα κρουστά. Ο χώρος του ∆ηµοτικού Σχολείου των ∆ολιανών αποτέλεσε το ιδανικό πνευµατικό φόντο για µια τέτοιου είδους υψηλού επιπέδου εκδήλωση. Ο κόσµος που κατέκλυσε το χώρο ήρθε και από

Τ

Συναυλία αφιερωµένη στο Μάνο Λοΐζο

τα άλλα χωριά του ∆ήµου και όχι µόνο. Ένιωσε µια εσωτερική ανάταση σπάνια. Τέτοιου είδους εκδηλώσεις που συντρίβουν την πεζή καθηµερινότητα, τις έχουν µεγάλη ανάγκη οι άνθρωποι.

Αξίζουν θερµά συγχαρητήρια στο ∆ήµαρχο κ. Κώστα Καψάλη, στο ∆.Σ του ∆ήµου Καλπακίου και στον υπεύθυνο των πολιτιστικών εκδηλώσεων, Αντιδήµαρχο κ. Γιάννη Ντάλλα, που δηµιούργησαν και εξασφάλισαν τις απαραίτητες και αναγκαίες προϋποθέσεις για την πραγµατοποίηση αυτής της συναυλίας. Ας έχουν υπόψη τους ότι η µέγιστη αυτή προσφορά τους, αποτελεί ταυτόχρονα και δέσµευση, ώστε να υπάρξει ανάλογη συνέχεια$

Η ΒΡΑΒΕΥΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ ΤΟΥ ∆ΗΜΟΥ ΣΤΟ ΚΑΛΠΑΚΙ

ο επίπεδο των πολιτιστικών εκδηλώσεων του ∆ήµου, φέτος, ανέδειξε την ανοδική τους πορεία. Η ποικιλοµορφία και η οργάνωσή τους συνοδεύτηκαν από τα ποιοτικά στοιχεία, που εξασφαλίζουν την επιτυχία και την αναγνώριση απ’ όλους που συµµετείχαν. Στις 12 Αυγούστου, το απόγευµα, στο Καλπάκι, έγινε η παρουσίαση των συγγραφέων του ∆ήµου: Βλεσσίδη Ανδρέα, Γραµµόζη - Σωπίκη Σοφίας, Οικονόµου Σωκράτη, Πλόσκα Βασίλη, Τουφίδη Σωτήρη. Εκδήλωση πρωτόγνωρη για τα δεδοµένα του ∆ήµου. Όµως και τόσο αναγκαία για την αναγνώριση του έργου κάποιον ανθρώπων, που αποτύπωσαν την ευαισθησία τους, τους προβληµατισµούς τους και τις δηµιουργικές ικανότητές τους σε συγκεκριµένη µορφή όπως είναι το βιβλίο. Συγκεντρώθηκε πολύς κόσµος και γενικά πρέπει να αναγνωρίσουµε την αξιοσηµείωτη επιτυχία της εκδήλωσης. Αξίζουν θερµά συγχαρητήρια στο ∆ήµαρχο Κώστα Καψάλη, στο Πολιτιστικό Τµήµα του ∆ήµου και στον Αντιδήµαρχο κ. Γιάννη Ντάλλα που ήταν επιφορτισµένος µε ειδικά καθήκοντα. Η εκδήλωση αυτή θα µείνει βαθιά χαραγµένη στο νου και στην καρδιά όσων την παρακολούθησαν. Από την πλευρά µας συγχαίρουµε τους συγγραφείς και τους παρουσιαστές τους.

Ο Αντιδήµαρχος Γιάννης Ντάλλας παρουσιάζει τους συγγραφείς και τους παρουσιαστές αυτών.

Ο ∆ήµαρχος Καλπακίου Κώστας Καψάλης στον χαιρετισµό του στην εκδήλωση για τους συγγραφείς.

Μ’ ανοιχτό το νου και την καρδιά οι παρευρισκόµενοι ακούνε τους παρουσιαστές των συγγραφέων.


ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

5

Τ Ο Π Α Ν Η Γ Υ Ρ Ι Τ Ο Υ ∆ Ε Κ Α Π Ε Ν ΤΑΥ Γ Ο Υ Σ Τ Ο Υ

Τ

ο πανηγύρι φέτος είχε κάποια ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσµατα: Το καφενείο στην κεντρική πλατεία του χωριού λειτούργησε µε νέα διεύθυνση. Μια οικογένεια νέων ανθρώπων, του ∆ηµήτρη Οικονοµίδη και της αδερφής του Μαρίας, εγκαταστάθηκε µόνιµα στο χωριό. Έτσι αποτέλεσε έναν κρίκο στην αλυσίδα των νέων ανθρώπων που ζουν µόνιµα στο χωριό και διατηρούν καφενεία, ταβέρνες, ξενώνες. Πιο κάτω είναι της οικογένειας Τζιούµα και στην είσοδο του χωριού του Κώστα Στεργίου.

Στο πανηγύρι η πλατεία πληµµύρισε από κόσµο. Παρουσίαζε δύο όψεις. Από τη µια έµοιαζε µ’ ένα τεράστιο πρόσφορο, που είχε µπηγµένο στο σώµα του αντί για κερί, το «Ηρώον» µε τα ονόµατα όλων αυτών

Κ

Ο

ΓΕΝΝΗΣΗ

Ι

Ν

Ο Μάνος Κοντογιάννης και η Λένα Παπασπύρου απέκτησαν ένα υγιέστατο αγοράκι. Να τους ζήσει!

ΒΑΠΤΙΣΕΙΣ

Ο Κωνσταντίνος (γιος της Λίτσας Αντωνοπούλου) και η Κωνσταντίνα Κόρακα βάπτισαν το κοριτσάκι τους και του έδωσαν τα ονόµατα Θεοφανώ – Ελευθερία. Να τους ζήσει!

ΠΡΟΣΦΟΡΕΣ ΕΙΣ ΜΝΗΜΗ

-Ο Θανάσης Μουκοβίνας 20 ευρώ στη µνήµη του φίλου του Αχιλλέα Μπενέκου. - Η Μαρία Τασινού – Μπενέκου 50 ευρώ στη µνήµη του συζύγου της Αχιλλέα Μπενέκου. - Ο Σούλης και η Σοφία Φωτίου 50 ευρώ στη µνήµη της Αλεξάνδρας Λαµπρίδη. - Ο Τηλέµαχος Λαµπρίδης 1.000 ευρώ στη µνήµη της συζύγου του Αλεξάνδρας Λαµπρίδη. - Ο Βαγγέλης Μπακάλης 50 ευρώ στη µνήµη του Μίλτου Μέτσιου. - Η Μαργαρίτα Μπακάλη 50 ευρώ στη µνήµη των Κοσµά και ∆ηµήτρη Σώτου και 50 ευρώ στη µνήµη του Αχιλλέα Μπενέκου. - Ο Χριστόφορος Ζωγράφος 200 ευρώ στη µνήµη της µητέρας του Σοφίας Ζωγράφου. - Η Ευθυµία (Νούλα) Τζαβέλλα –

Ν

των συγχωριανών µας που έφυγαν, αλλά το βράδυ εκείνο ήταν όλοι παρόντες. Από την άλλη έµοιαζε µε µια τεράστια αγκαλιά, όπου χώρεσαν όλοι και πήραν το µερτικό τους από το πλούσιο συναίσθηµα της ανάµνησης. Ξεκίνησε το γλέντι µε το µοιρολόι, αφιερωµένο στους νεκρούς οργανοπαίχτες, στους νεκρούς της κάθε οικογένειας, στους ξενιτεµένους και σε όλους τους παρευρισκοµένους, που έχουν τη δυνατότητα και την ευαισθησία να βιώνουν και ν’ απολαµβάνουν τέτοιες ανεπανάληπτες στιγµές συγκίνησης. Στη συνέχεια, ο συγχωριανός µας Χρήστος Μάνθος, παρουσίασε χορευτικό συγκρότηµα µε Ζαγορίσιες στολές οι γυναίκες. Ήταν µια ξεχωριστή πινελιά στο γλέντι αυτό. Μας έχει καταπλήξει ο Χρήστος µε την υπο-

Ι

Κ

Α

Ζέρβα, η Ευγενία και η Μαρία Ζέρβα 150 ευρώ στη µνήµη του συζύγου και πατέρα ∆ηµήτρη (Τάκη) Ζέρβα.

ΕΠΙΤΥΧΙΕΣ

-Ο Γιώργος Αναστασόπουλος, γιος της Κατερίνας Ζωγράφου, πέτυχε στο ΤΕΙ Αθηνών. - Η ∆ήµητρα Σταµούλη (κόρη του Στέφανου Σταµούλη) πέτυχε στο Παιδαγωγικό Τµήµα του Πανεπιστηµίου Ιωαννίνων. Τους συγχαίρουµε και τους ευχόµαστε καλές σπουδές και καλό πτυχίο!

ΝΕΟΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΕΣ

- Η Βικτωρία Πάλλα, κόρη του Κώστα Πάλλα, αποφοίτησε µε άριστα από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστηµίου Αθηνών. - Ο Αθανάσιος Μήλιος (γιος του Κώστα Μήλιου) αποφοίτησε από τη Γεωπονική Σχολή του Πανεπιστηµίου Παλέρµο. Τους συγχαίρουµε και τους ευχόµαστε καλή σταδιοδροµία!

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΕΝΙΣΧΥΣΕΙΣ

∆όκου Ρένα ..................... 20 ευρώ Οικονοµίδης Βάσος......... 50 ευρώ Παπαγεωργίου Γιαννούλα 20 ευρώ Κόρακας Μήτσιος ............20 ευρώ Καµάρας Τάκης .............100 ευρώ Μουκοβίνας Σπύρος .......20 ευρώ Ζέρβα Εύη ......................20 ευρώ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΠΩΛΗΤΗΡΙΟ

Πωλούνται δυο οικόπεδα 771 m² και 836 m². Επίσης ένα οικόπεδο 1.611 m², µε διώροφη οικοδοµή 130 m² συνολικά, µε ολοκληρωµένο σκελετό µπετόν-αρµέ, σε κεντρικό σηµείο των ∆ολιανών.

Πληροφορίες: Νίκο Ζούπα, τηλ.: 6937427391

µονή του, την επιµονή του και την καλή του διάθεση για να αναδειχτούν κάποια θετικά στοιχεία του παρελθόντος, να συνδεθούν δηµιουργικά µε το παρόν, ώστε να υπάρχει ελπίδα και για το µέλλον. Το χορό ξεκίνησε ο παπάς του χωριού, ο Παπά-Φίλιππας. Ακολούθησαν οι µεγαλοκοπέλες των 90 και άνω και οι αιώνιοι έφηβοι πάνω από 80 ετών. Αυτό που ήταν το άρωµα της βραδιάς ήταν η συµµετοχή στη διασκέδαση των νέων ανθρώπων ώς το πρωί. Το γλέντι στρωτό και ήσυχο µε την κοµπανία του Τάκη Λούκα να τα δίνει όλα. Η εξυπηρέτηση του κόσµου ήταν πολύ καλή. Το γλέντι έκλεισε µε το χορό της οικογένειας του Τάκη Οικονοµίδη και της αδερφής του Μαρίας. Και του χρόνου να’ µαστε πάλι όλοι µαζί για τα καλύτερα$

Από το πρόσφορο της πλατείας θα πάρουν όλοι το αντίδωρο του ανταµώµατος, από τον κατάλογο των απόντων συγγενών, φίλων και συγχωριανών, το µερίδιο της συγκίνησης και από τη φλόγα του κεριού το φως για τη συνέχιση της πορείας...


6

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ

Σ

Οι προεστοί και8 οι χελώνες

την κατοχή οι Γερµανοί είχαν εγκαταστήσει φυλάκιο κάτω από το χωριό µου Μαυροβούνι, στη γέφυρα που ήταν στην εθνικό οδό (41 χλµ. Γιάννινα – Κόνιτσα). Τακτικά ανηφόριζαν στο χωριό οι Γερµαναράδες και µε το πρόσχηµα να πληροφορηθούν αν είχαν περάσει παρτιζάνοι, εύρισκαν την ευκαιρία να επισκεφτούν κανένα κοτέτσι ή σπίτι των χωριανών που την «ανάγκη φιλοτιµία ποιούµενοι», οι φουκαράδες, τους φίλευαν κάνα µπουκάλι τσίπουρο και ό,τι άλλο είχαν σ’ εκείνη τη δύσκολη εποχή. Μ’ αυτές τις επισκέψεις ήρθαν σ’ επαφή µε τους «Μουχταροδηµογέροντες» του χωριού τους οποίους και κάλεσαν σε γεύµα για ν’ ανταποδώσουν τη φιλοξενία.. Έτσι, λοιπόν, µια µέρα κατέβηκαν τρεις άνδρες στο φυλάκιο, ήταν ο Θανάσης Μαλάµης, ο Αριστοκλής Ζήµος και ο Κώστας Τσουµάνης. Ο ένας απ’ αυτούς γνώριζε γαλλικά κι έτσι µπορούσαν να συνεννοούνται µε τους Γερµανούς. ΄Εστρωσαν το τραπέζι οι Γερµανοί µε βριλίτικο ψωµί και γιαχνί που µοσχοµύριζε κι έκανε τους µουσαφιραίους να «τρέχουν τα σάλια τους» που λένε.

Ρ

ούφηξαν τα ρακιά τους, που ήταν πεσκέτσια των χωριανών και µε βουλιµία άρχισαν να τρώνε. Το φαϊ ήταν νοστιµότατο και γρήγορα το ζουµί λιγόστεψε στις καραβάνες. Τότε άρχισαν να διακρίνονται κάτι παράξενα κοψίδια. Κουνάει ένα µε το κουτάλι ο Αριστοκλής και το περιεργάζεται. Σκουντάει τον Κώστα και δείχνοντάς το του λέει: - Ορε Κώστα, σα χελωνοπόδαρο µου φαίνεται. Κοιτάει και ο άλλος και επιβεβαιώνει: - Ναι, χελώνα τρώµε! Λοξοκοιτάνε το Θανάση. Εκείνος καταβρόχθιζε µε µεγάλη αγαλλίαση απανωτές µπουκιές. ΄Ηξερε τις έτρωγε, γιατί όλη την κατοχή την πέρασε ξεκοκαλίζοντας χελώνες και δεν κατάλαβε πείνα, όπως οι άλλοι χωριανοί που δεν ήθελαν ούτε ν’ ακούσουν γι’ αυτό το έδεσµα κι ας τους θέριζε η πείνα. Τώρα είχε βρει την ευκαιρία να γεµίσει την κοιλάρα του µε νόστιµο καλοµαγειρεµένο φαϊ κι έτρωγε $ του καλού καιρού! Μούδιασαν οι δυο πρώτοι, και µοναχά η ιδέα ότι έτρωγαν χελώνα, τους έκοψε την όρεξη.

Ο

Γερµανοί που επίτηδες είχαν µαγειρέψει τέτοιο φαγητό, παρακολουθούσαν µ’ ευχαρίστηση χαµογελώντας για το πάθηµα των χωριανών. Σε µια στιγµή ο επικεφαλής τους λέει ότι ήταν καλεσµένοι και δεν έπρεπε να υποτιµούν τη µαγειρική τους, συνεπώς για λόγους καλής συµπεριφοράς έπρεπε να τιµήσουν το γεύµα. Θέλοντας και µη, λοιπόν, αναγκάστηκαν να «πιούν ως τον πάτο το ποτήρι»µ’ άλλα λόγια να καταβροχθίσουν όλο το χελωνογιαχνί και να πουν κι ευχαριστώ$ Όταν το βράδυ άρχισαν τα πειράγµατα από τους άλλους άντρες του χωριού για το πάθηµά τους, αυτοί απαντούσαν, πως νοστιµότερο φαϊ δεν είχαν φάει ποτέ στη ζωή τους. Σωτ. Τουφίδης

Π ε ρ ι µ έ ν ο υ µ ε α π ’ ό λο υ ς

το υ ς ∆ ο λ ι α ν ί τ ε ς ν α σ υ µ β ά λ λο υ ν σ τ η ν έ κδ ο σ η τ η ς ε φ η µ ε ρ ί δ α ς , µ ε φ ωτο γ ρ α φ ι κό υ λ ι κό ,

κ ε ί µ ε ν α , µ α ρτ υ ρ ί ε ς , α ν α µ ν ή σ ε ι ς , ε ξ ι σ το ρ ή σ ε ι ς , ή θ η κα ι έ θ ι µ α .

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΓΙΑΤΙ ΖΩ ΜΕ ΤΥΨΕΙΣ

Π

λησίαζαν τα Χριστούγεννα του 1947. ΄Ηταν σχεδόν κανόνας: εδώ στα σύνορα, σε αυτό το ξεχασµένο χωριό, ο χειµώνας ερχόταν πολύ νωρίς. Του Αϊ-Νικόλα έπεφτε το πρώτο χιόνι κι ως τα Χριστούγεννα δυοτρεις φορές που θα χιόνιζε θα έφτανε το ένα µέτρο. Τον πατέρα τον είχαµε χάσει δυο µήνες πριν από την απελευθέρωση. Ο πατέρας ήταν λοχίας, από τους πρώτους στην Εθνική Αντίσταση, µε µεγάλη πείρα στον ανταρτοπόλεµο. Θυµόµουν ζωντανά εκείνο το βράδυ που κατέβηκε από το βουνό. ∆εν τον είχα γνωρίσει, βρώµικος, αξύριστος, κουρελής. Το πρωί λίγο προτού φύγει ξανά µε πήρε έξω και µου είπε: «Ο πόλεµος που κάνουµε εναντίον των Γερµανών είναι για να φύγουν και να γυρίσουµε στα σπίτια µας ελεύθεροι. Αν είναι της µοίρας γραφτό να σκοτωθώ σε κάποια µάχη, εσύ θα είσαι ο προστάτης αυτής της οικογένειας». Και ας ήµουν τότε µόλις επτά χρόνων. Σαν να το προαισθάνθηκε. Σκοτώθηκε σε µια µάχη µε τους Γερµανούς. ΄Ηταν µόλις 30 χρόνων. Και το πεντάχρονο αδελφάκι µου, τον Κωστάκη, τον χάσαµε από την πείνα και τις αρρώστιες. Πέθανε φωνάζοντας «πεινάω». Η απελευθέρωση µας βρήκε στο χωριό µας, µια χήρα 27 ετών – µε µαύρο φουστάνι µέχρι που πέθανε – και δυο ορφανά.

Π

αραµονές Χριστουγέννων του ’47 λοιπόν. Σήµερα δεν είχαµε ούτε τη µάνα µαζί µας. Την έστειλε εξορία το ελληνικό κράτος διότι ο άνδρας της είχε σκοτωθεί αντάρτης. ΄Ηµασταν πια εντελώς µόνοι. Πεινασµένοι και ρακένδυτοι.. Από νωρίς την παραµονή άρχιζε να χιονίζει. Η Σόφη, η αδελφή µου, έξι χρόνων, και εγώ τρια χρόνια µεγαλύτερος, αρχίσαµε να λέµε τα κάλαντα, όπως όλα τα παιδάκια: «Παιδάκια που έχετε γονείς, να ‘χαµε σαν και εσάς και εµείς, δώρα θα σας χαρίσουν, και θα σας καλοκαρδίσουν». Μετά την απελευθέρωση κάθε σπίτι είχε το δικό του Γολγοθά και τη δική του φτώχεια, έτσι σ’ εµάς τα παιδάκια που λέγαµε τα κάλαντα ένα ξερό σύκο ή ένα ξυλοκέρατο (χαρούπι) το πολύ πολύ ένα µανταρίνι, αυτή ήταν η αµοιβή µας. ΄Αρχισε να νυχτώνει. Το χιόνι να πέφτει πιο πυκνό και η Σόφη να µε παρακαλά: «Πάµε στο σπίτι, Στάθη, πάγωσα». Η αλήθεια είναι ότι αντί για παπούτσια φορούσαµε τα τσαρούχια µας – µας τα είχε ράψει η µάνα µας από γουρουνίσιο δέρµα – και είχαν πάρει χιόνια µέσα και µας πάγωναν τα πόδια.

Β

ρεγµένος ως το κόκαλο, που λένε, και ο Θεός να χιονίζει, να χιονίζει, χωρίς σταµατηµό. Τα παιδάκια του χωριού που έλεγαν τα κάλαντα µαζεύτηκαν στις οικογένειές τους. Εµείς σε ποιο σπίτι; Ούτε µάνα, ούτε θέρµανση και τότε σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερα να µπαίναµε σε µια αχυρωσιά. Μες τα άχυρα θα ήταν πιο ζεστά. Στην πρώτη που βρήκαµε µπροστά µας µπήκαµε µέσα. Ανοίγοντας µια µεγάλη τρύπα στ’ άχυρα, µπήκαµε µέσα η Σόφη κι εγώ. «Στάθη, να πάρω ένα σύκο από το σακούλι µας;» µε ρώτησε η Σόφη. ΄Υστερα από λίγο µου είπε: «Κρυώνω , στάθη». :Αγκάλιασα το αδύνατο κορµάκι της να ζεσταθεί και της έδωσα ακόµη ένα σύκο. ΄Ετσι κάπως µε πήρε ο ύπνος. Το πρωί, όταν ξύπνησα, είδα τη Σ¨οφη µε µισοφαγωµένο το σύκο στο στόµα. Όταν προσπάθησα να την ξυπνήσω δεν κουνήθηκε. Ηταν πια πολύ αργά. Πόσο ένοχα νιώθω από τότε. Για τον άδικο χαµό της Σόφης ποιος έφταιξε; Εγώ; Από το περιοδικό ΒΗΜΑgazino, 14-12-2008

21 Σεπτεµβρίου: Φθινοπωρινή ισηµερία. Η νύχτα ογκώνεται για να ραγίσει το φως και να ξεγυµνώσει τα πράγµατα. Να τινάξει της ψυχής σου τον πόνο και ν’ ανοίξει τα φτερά σου στο φως.


∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

Α! Πόλεµος-Κατοχή

εκατρία ολόκληρα χρόνια, τα πιο τρυφερά της ζωής µου, πέρασα στον τόπο που γεννήθηκα! Χρόνια ήρεµα και χρόνια ταραγµένα, που δεν ξεχνιούνταν εύκολα, και ακόµα δυσκολότερα περνάνε στο χαρτί. Οι αναµνήσεις µου απ’ τη Μεταξική περίοδο είναι πολύ θολές, σηµαιοστολισµοί και αψίδες και ακόµα κάτι «παράτες» έρχονται στο µυαλό µου και ο δάσκαλος µου ο Σταύρος Σακελλαρίου «τσιτωµένος» στη στολή της ΕΟΝ, µε το χαρακτηριστικό της δίκοχο στο κεφάλι και το πολύ δύσκολα κουµπωµένο παντελόνι του- την είχε την κοιλίτσα του ο αείµνηστος! Κι ακόµα τα περιοδικά της νεολαίας, στοιβαγµένα το ένα πάνω στο άλλο,"στο περβάζι µέσα απ' το παράθυρο του καθιστικού του παππού µου του Παπαχριστόδουλου, που για πολλά χρόνια στο ίδιο µέρος βρίσκονταν. Τα ξεφύλλιζα κάθε φορά που πήγαινα να τον επισκεφτώ και δεν είχα να κάνω τίποτα άλλο. Για να πω την αλήθεια δεν καταλάβαινα και πολλά πράγµατα από την προπαγάνδα τους σ' αυτή την ηλικία. Πλούτισα όµως το λεξιλόγιό µου και τις γνώσεις µου, κάτι που µε βοήθησε αργότερα πολύ. «Ουδέν κακόν αµιγές καλού». Η πολιτική κατάσταση δεν παραάγγιζε τους πολλούς την εποχή εκείνη. Η καθηµερινότητα ήταν εκείνη που κυριαρχούσε όπως πάντα άλλωστε, «µεροδούλι µεροφάι», που λέει και ο λαός µας. Ο αγώνας για την επιβίωση είχε την πρώτη θέση. Ένα όµως από τα δείγµατα γραφής του απολυταρχικού καθεστώτος είχαµε και στο χωριό µας, τη δυσµενή µετάθεση του σοφού και καθόλα έντιµου καθηγητή Σταµατελάτου, στο Αστικό Σχολειό µας. Ο συντοπίτης του και κυβερνήτης µας, τον έστειλε στην άλλη άκρη να διδάξει, γιατί προφανώς «δεν συνεµορφώθη προς τας υποδείξεις». Μια µέρα ο Μπαρµπαγιάννης, συµπατριώτης του κι αυτός για να τον τιµήσει, µε έστειλε µε ένα µικρό καλάθι µε καλοδιαλεγµένα σταφύλια, από το αµπέλι µας, στο δωµάτιο που έµενε, στου Μπαρµπαµήτρου και της Μακωσίµως, χτύπησα την πόρτα, του το έδωσα, κι εκείνος πήρε ένα «τσαµπί» και γύρισε πίσω το καλάθι µε τα υπόλοιπα σταφύλια, ευχαριστώντας θερµά τον Μπαρµπαγιάννη για την τόσο ευγενική χειρονοµία του. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη...! Ήταν αρκετά ήρεµα τα χρόνια εκείνα και µόνο οι στρατιώτες που ήταν συγκεντρωµένοι στο Καλπάκι και που πηγαινοέρχονταν πολύ συχνά και στο χωριό µας να ψωνίσουν, αλλά και τα οχυρωµατικά έργα που προχωρούσαν ασταµάτητα µας έβαζαν σε σκέψεις. Για την κήρυξη του πολέµου και τη φυγή µας στο κεντρικό Ζαγόρι έγραψα παλαιότερα. Εκείνο όµως που µένει ανεξίτηλο στη µνήµη µου είναι η άτακτη και πανικόβλητη φυγή των Ιταλών, που µες στη σύγχυση τους άφησαν πίσω τους ότι είχαν και δεν είχαν, «όλα τους τα συµπράγκαλα». Στο πεδίο της µάχης και στον κάµπο γύρω α' τα χαρακώµατα τους βρίσκονταν σκορπισµένα εκτός απ' τον εξοπλισµό τους και τα ατοµικά τους είδη-χλαίνες, κουβέρτες, µέχρι και οι αλουµινένιες καραβάνες τους µε τα πτυσσόµενα κουταλοπήρουνα τους και ό,τι άλλο µπορεί να φανταστεί ο νους.Μεγάλη εντύπωση µου έκαναν οι χρωµατιστές ροµβοειδείς χειροβοµβίδες τους, που οι µεγαλύτεροι στην ηλικία αφού τις αφόπλιζαν, τις άδειαζαν κι έβαζαν µέσα τα τσιγάρα τους ή στόλιζαν µ' αυτές την κόγχη του τζακιού τους. Θυµάµαι ακόµα το λεηλατηµένο από τους «πλιατσικολόγους» σπίτι µας και την κεφαλή από την ποδοκίνητη ραπτοµηχανή Singer της γιαγιάς µου, παραπεταµένη στην αυλή, κοντά στη στέρνα. Βαριά όπως ήταν φαίνεται ότι δεν µπόρεσαν µαζί τους να την κουβαλήσουν.

Ο

στρατός µας φυσικά είχε πάρει τα' απάνω του, το ηθικό του µετά τις επιτυχίες µας και στο Αλβανικό µέτωπο ήταν πολύ ψηλά ανεβασµένο. Σαράντα πίτες έφτιαξαν οι συγχωριανές µας, µε προεξάρχουσα, όπως πάντα, τη γιαγιά µου την Κωνστάντω, για να γιορτάσουν τα Χριστούγεννα τα στρατευµένα παλικάρια µας. Όλα τα υλικά τους τα προµήθευσε αφειδώς η επιµελητεία του Στρατού µας. Μόνο τα φρέσκα αυγά και το γάλα έβαλαν οι δικοί µας. Εδώ ήταν που η γιαγιά µου άδραξε την ευκαιρία να βγάλει όλα τα απωθηµένα της, απ' τη «σφιχτή» τη µάνα της, τη ζόρικη και λιτοδίαιτη ΜακοΚατσάρω, που µια ζωή, µε το αριστοτελικό της µέτρο, να την κανοναρχήσει προσπαθούσε. «Όχι µε το µπρίκι, µε το φλιτζάνι Κωνστάντω ρίχνουνε το λάδι στο φαί», ήταν η µόνιµη επωδός και η παρότρυνση της. Η πιο κατάλληλη στιγµή και εκ του ασφαλούς να εξαντλήσει η κορούλα της όλη τη φαντασία της και την

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

«Τι να θυµηθώ, τι να ξεχάσω; Απ όσα πέρασα» Γράφει ο ΑΛΕΚΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

απλοχεριά της. Έτρωγαν τα φανταράκια µας και έγλειφαν και τα δάχτυλα τους. «Αυτή δεν είναι πίτα σιγοψιθύριζαν, γαλακτοµπούρεκο είναι» και δόστου τα θερµά συγχαρητήρια στις νοικοκυρές µας που καµάρωναν σα «γύφτικα σκερπάνια». Αντιστράφηκε όµως τελείως η εικόνα των δικών µας, µετά τη Γερµανική εισβολή και την κατάρρευση στο µέτωπο της Αλβανίας. Σφίγγονταν η ψυχή µας όταν βλέπαµε τα παλικάρια µας να επιστρέφουν καταταλαιπωρηµένα, αξύριστα µε κάτι γένια να! Και το χειρότερο απ' όλα γεµάτα ψείρες, σαν κριθάρι, που κόλλησαν κι εµάς. Μόνιµα στη φωτιά έβραζε το καζάνι µε την αλισίβα και µε τη χτένα, «τη λανάρα», µε µανία προσπαθούσαµε να τις ξεφορτωθούµε. Γέµιζε η εφηµερίδα που βάζαµε κάτω από το κεφάλι µας µε τα τόσο ενοχλητικά και επικίνδυνα παράσιτα, που περπατούσαν ολοζώντανα, τις τσακίζαµε µε τα νύχια των µεγάλων δακτύλων των χεριών µας το ένα πάνω στο άλλο και νιώθαµε αφάνταστη αγαλλίαση κάθε φορά που ακούγαµε το χαρακτηριστικό «χρατς». Παίρναµε έτσι την εκδίκηση µας για την ταλαιπωρία και την αφόρητη φαγούρα που µας προκαλούσαν, προσωρινή ικανοποίηση γιατί αυτές πριν εξαφανιστούν είχαν φροντίσει να αφήσουν τα αµέτρητα αυγά τους «τις κόνιδες», να συνεχίσουν τη δουλειά τους και φτου κι από την αρχή.

Α

κολούθησε το άνοιγµα στις στρατιωτικές αποθήκες και το µεγάλο «ντου» και τι δεν άρπαξαν οι καπάτσοι του χωριού µας, που πρώτοι το µεθόδευσαν. Τενεκέδες µε το λάδι, βαρέλια το βούτυρο γάλακτος, κούτες τα µακαρόνια, τσουβάλια το ρύζι και η ζάχαρη κι αµέτρητες οι κονσέρβες, κουτιά το µαυροπίπερο, «να ρίξεις και στα λάχανα» που λένε. Το τελευταίο κυκλοφορούσε µε το αζηµίωτο φυσικά όλη την κατοχή. Ένα µεγάλο σούπερ µάρκετ ήταν οι αποθήκες του στρατού µας «όποιος πρόλαβε τον κύριο είδε». Εµείς που από τους τελευταίους το πληροφορηθήκαµε, ένα τσουβάλι αρβύλες πήραµε που κι αυτές µας βγήκαν όλες αριστερές «είναι να το 'χει η κούτρα σου». Στα χέρια µου βρέθηκε µια αρµαθιά από µακριά κορδόνια και µερικά κουτιά µε φάρµακα µέσα σε σωληνάρια, χωρίς καµιά αξία, αφού τα περισσότερα ήταν για προστασία από το ενδεχόµενο χηµικού πολέµου. Μεγάλη εντύπωση µου 'καναν οι αντιασφυξιογόνε µάσκες που τις φορούσαµε σαν να ήτανε απόκριες. Ακολούθησε η «θριαµβευτική» επιστροφή των Ιταλών, αµέσως µετά την γερµανική εισβολή. Θυµάµαι τις φάλαγγες µε τα ανοιχτά στρατιωτικά καµιόνια, που περνώντας από τα σύνορα στην Κακαβιά και το γεφύρι στους Αγιούς, έφταναν στο δερβένι µας-αµαξωτός δρόµος στρωµένος µε χαλίκι. Μεσογειακός λαός και οι Ιταλιάνοι µας γρήγορα ξέχασαν το «φιάσκο» στο Καλπάκι και µε τις «πλάτες» των Γερµανών επέστρεφαν πανηγυρικά µε χαρές και τραγούδια, και τα απαραίτητα συνοδευτικά τους όργανα, τις κιθάρες και τις φυσαρµόνικες «πίκολο», σα να µην είχε προηγηθεί τίποτα το σπουδαίο. Στις άκρες του δρόµου µε µεγάλη περιέργεια συµπαραταχθήκαµε κι εµείς τα πιτσιρίκιασιγά µη χάναµε το θέαµα- κι εκείνοι χαµογελαστοί κι αυθόρµητοι µας έριχναν σοκολάτες και γαλέτες.

Μ

όνιµη βάση, λόγω θέσης, έγινε το χωριό µας για τους Ιταλούς, που έκαναν κατάληψη στο παλιό σχολειό και γύρω από αυτό, περιφράζοντας αργότερα µε συρµατόπλεγµα το χώρο, για ευνόητους λόγους. Κάποιες µονάδες τους στρατοπέδευαν και έξω από το χωριό στο δάσος κοντά στα τρία πηγάδια του «Φωτάκη», για να είναι καλυµµένοι από τα αεροπλάνα. Ολόκληρη πολιτεία, µε «ρυµοτοµικό σχέδιο», στήθηκε στο δάσος για τη διαµονή τους. Οι αψίδες µε φρεσκοκοµµένα κλαδιά, από τα γύρω δέντρα, στις εισόδους και τα' ασπρισµένα βότσαλα που χάραζαν τους δρόµους, µου έκαναν εντύπωση. Μας καλοδέχονταν εµάς τα πιτσιρίκια «τα πίκολο ραγάτσι», όπως µας προσφωνούσαν, φιλεύοντας µας τα πολύ µικρά και καλοψηµένα τους ψωµάκια-τις πανιότες- που τα τιµούσαµε δεόντως. Οι Ιταλοί και ιδιαίτερα οι Σισιλιάνοι, αξιοποιούσαν όλα τα αγαθά της φύσης, φίδια, χελώνες, µπακακάκια και ότι άλλο έπιαναν. ∆εινοί κυνηγοί και καλά εξοπλισµένοι δεν άφηναν να τους ξεφύγει τίποτε. Στο φτερό σηµάδευαν και µε µεγάλη ευκολία «κατέβαζαν» τις πολυάριθµες αγριόχηνες στη Γράµµοστη, που ήταν τότε λίµνη µε βούρλα καλαµιές και βδέλλες. Όταν κάποια

7

στιγµή άδειαζε το στρατόπεδο, άφηναν πίσω τους τις ξεραµένες αψίδες και τα βότσαλα, µαζί µε καύκαλα από χελώνες και άδεια κονσερβοκούτια, που για πολλές µέρες θύµιζαν το πέρασµα τους από το χώρο τούτο. Ανθρώπινες οι σχέσεις µας µαζί τους, εκτός από τους καραµπινιέρους, που κυκλοφορούσαν «συνάµενοι-κουνάµενοι», καµαρωτοί και απρόσιτοι, σαν κάθε εξουσία. Καµιά σχέση µε τις σιδερόφρακτες µηχανοκίνητες µονάδες των Γερµανών που ακολούθησαν αργότερα, µετά την αποχώρηση των Ιταλών από τον άξονα. Στο Καλπάκι δηµιουργήθηκε γερµανική βάση µε βαριά αντιαεροπορική κάλυψη που όµως καθόλου δεν εµπόδιζε τις αγγλικές «ντακότες» να κατεβαίνουν µε σβησµένες µηχανές απ' την «Γκραµπάλα» και να αιφνιδιάζουν την καλά οργανωµένη άµυνα τους, στοχεύοντας µε τα µυδράλιά τους τις µηχανές απ' τα καµιόνια των εφοδιοποµπών που κινούνταν σε φάλαγγες επάνω στο «ντερβένι» µας, όπως επίσης και τις αποθήκες που σε προηγούµενες επιδροµές είχαν φωτογραφήσει.

Σ

ε µια από τις εφόδους τα γερµανικά αντιαεροπορικά κατέρριψαν µια αγγλική ντακότα, που έπεσε ανώµαλα µε τη µούρη στου Καλαµά το βάλτο. Εκεί κοντά σκοτώθηκε κι ο συγχωριανός µας ο Γκιούσκας απ' τα γερµανικά πυρά που προσπαθούσαν να εγκλωβίσουν και να συλλάβουν τους πιλότους. Θυµάµαι τις τεράστιες φούσκες από καπνό που άφηναν, µόλις έσκαγαν πολύ ψηλά τα βλήµατα από τα βαριά αντιαεροπορικά τους πυροβόλα. Οι Γερµανοί εγκαταστάθηκαν και στο χωριό µας, αµέσως µετά την συνθηκολόγηση των Ιταλών. Οι αξιωµατικοί τους έµεναν σε δωµάτια επιταγµένα. Εµάς µας είχαν επιτάξει το «Ματζάτο», ένα µικρό και ανεξάρτητο δωµάτιο µέσα στο «Κατσαρέϊκο», ο αξιωµατικός τους όµως δεν αρκέστηκε σ' αυτό αλλά εγκατέστησε κι ένα κρεβάτι στην ταράτσα µας µε κουνουπιέρα κι ένα ζευγάρι κιάλια να εποπτεύει στο Καλπάκι. Το οπτικό πεδίο ήταν τότε ολοκάθαρο, µε το «Μαράτσιο» εντελώς ελεύθερο. Περιεργαζόµουν τα κιάλια του κι εγώ µε µεγάλη περιέργεια κάθε φορά που έλειπε εκείνος. Οι σχέσεις µας µαζί του ήταν τυπικές, χωρίς πολλά πάρε δώσε και από τις δύο πλευρές. Θυµάµαι ακόµα τα µηχανοκίνητα γερµανικά µαγειρεία και µες τις χύτρες τους να βράζουν µικρά κοµµάτια από µοσχαρίσιο κρέας-ακόµα ψάχνουµε το δαµάλι που µας βούτηξαν στον τόπο της βοσκής του- µε λαχανικά και ζυµαρικά ή ρύζι. Έλειπε κάθε φαντασία στη µαγειρική τους. Το µόνο που τους ενδιέφερε ήταν να είναι ισορροπηµένο το σιτηρέσιο τους. Χαρακτηριστικές ήταν οι συκαλένιες ορθογώνιες φορµίτσες του ψωµιού τους και η υπόξινη του γεύση. Καµιά σχέση µε τις σταρένιες κουραµάνες µας ή τις Ιταλικές «πανιότες». Στρατοπέδευαν κι αυτοί κάποιες φορές έξω από το χωριό για να είναι σε ετοιµότητα. Τα στρατόπεδά τους όµως ήταν τέλεια φυλαγµένα και απρόσιτα σε εµάς, ούτε από µακριά να τα πλησιάσεις δεν µπορούσες. ∆εν άφηναν τίποτε να θυµίζει το πέρασµα τους, φεύγοντας, εκτός απ' τα σπασµένα κλαδιά και τα πατηµένα χόρτα. Εδώ πρέπει να πούµε ότι το χωριό µας το σεβάστηκαν οι Ιταλογερµανοι κατακτητές, προφανώς γιατί λόγω θέσεως τους χρησίµευε σα βάση και για ανεφοδιασµό. ∆υο τρία σπίτια µόνο έκαψαν οι Ιταλοί, κάποιων παλικαριών που βγήκαν στην αντίσταση, για να τροµοκρατήσουν τους υπόλοιπους.

Τ

ο έχω πει και άλλοτε, ότι αυτά που γράφω και που προσπαθώ να αποτυπώσω στο χαρτί, δεν είναι ιστορία, είναι η «σκόνη» που έµεινε στη µνήµη µου στο πέρασµα του χρόνου, είναι βιωµατικές µαρτυρίες, ένα φωτογραφικό «ενσταντανέ», είναι ότι εισέπραξε σαν «σφουγγάρι» το παιδικό µυαλό µου, µέσα στη δίνη του πολέµου και που βαθιά µε άγγιξε. Την ηρωική εποχή, και το αποκαλούµενο «έπος της Αλβανίας» ακολούθησε, όπως είναι γνωστό, η κατάρρευση και η Γερµανό- Ιταλική κατοχή, µε όλες τις συνέπειές της, το φόβο, την ανασφάλεια και την αγωνία για το τι θα ακολουθήσει, αλλά και η στέρηση και το τραγικότερο η ενδεχόµενη απώλεια δικών µας. Μια εποχή που όλους, µικρούς και µεγάλους, µας σηµάδεψε και που άφησε µέσα µας βαθιά τα τραύµατά της ανάλογα µε την ευαισθησία µας. Κι όλα αυτά φυσικά µε την απόσταση του χρόνου που τα εξωραΐζει και µε την κριτική σκέψη και τη γνώση, που τα φωτίζει ακόµη περισσότερο. Ευχή όλων όσων επιζήσαµε από τα χρόνια εκείνα είναι τα παιδιά µας και τα εγγόνια µας να µη βρεθούν ποτέ στη θέση τη δική µας.


8

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

ΠΟΡΤΡΕΤΑ ΣΥΓΧΩΡΙΑΝΩΝ ΜΑΣ

Ο µπάρµπα Νικόλα-Ζωγράφος, ο µάστορας κι ο Λιάµο-Τούφας ο µαραγκός

Τ

ο σπίτι της γιαγιάς µου ήταν πολύ παλιό, διακοσίων ετών ίσως. Ο παππούς σχεδόν γέρος, στα 63 χρόνια πέθανε στην Αίγυπτο. ∆εν πρόλαβε να γυρίσει για γεράµατα στο χωριό (είχε φύγει από µικρός) για να φτιάξει το σπίτι, όπως έταζε της γιαγιάς, στα γράµµατα που της έστελνε. - Τι; Μπαλώµατα θα φτιάξοµε; Εγώ θα κάνω δωµάτια, θα κάνω λουτρό $ Κι εκείνη έµεινε µε την απαντοχή $ Τίποτε δεν έγινε $ Έµεινε χωρίς ευκολίες. Το σπίτι παλιό ήθελε ολοένα επισκευές. Πότε έτριζε το σκαλί να σπάσει, πότε έσταζε το κεραµίδι. Με τις πρώτες βροχές φώναζε το Νικόλα-Ζωγράφο να γυρίσει τα κεραµίδια. Έτσι, µια µέρα φθινοπωρινή, ήρθε ο µπάρµπα Νικόλας για µεροκάµατο. Λίγο πριν νυχτώσει, κατέβηκε από τη σκεπή. Τότε ήταν η ώρα να ετοιµαστεί το δείπνο του µάστορα – ένα πιάτο φαΐ να το πάρει σπίτι του, να το µοιραστούν όλοι εκεί. Αλλά είχε νυχτώσει κι ο µπάρµπα-Νικόλας δε φαινόταν. Τότε, εγώ τυχαία, ανεβαίνοντας τη σκάλα για το επάνω δωµάτιο, τον Οντά, άκουσα κάτι παράξενες µελωδίες. Ανοίγοντας τη βαριά πόρτα, αντιλήφτηκα, µέσα στο σκοτάδι του δωµατίου, ότι ο µπάρµπα-Νικόλας ήταν εκεί, ξαπλωµένος στο µπάσι µας και έψαλε την προσευχή του, ύµνο προς το Θεό του τον Ιαχωβά: «∆οξάζω τον Θεό µου τον Πλαστουργό µου τον Ιαχωβά που µου χαρίζει όλα τα καλά $» Παρ’ όλη τη µικρή µου ηλικία, εντυπωσιάστηκα από την παραξενιά του να µεταχειριστεί ξένο δωµάτιο, να ξαπλώσει απρόσκλητος σε ξένο κρεβάτι ο γέρο παράξενος!... Ύστερα ήρθε η σειρά του µαραγκού να επιδιορθώσει το σκαλί της ξύλινης σκάλας που έτριζε. Ήρθε λοιπόν µια βροχερή µέρα ο µπάρµπα Λιάµο-Τούφας. Αλλά εκείνη τη µέρα και τα τέσσερα αδερφάκια, τα ορφανά (η µάνα µας πέθανε νέα στα χρόνια της Κατοχής και µας άφησε στα χέρια της γιαγιάς) πέσαµε άρρωστα στο κρεβάτι από γρίπη. Ο βήχας πήγαινε σωρό.

Γράφει Η ΑΦΡΟ∆ΙΤΗ ΠΑΠΠΑ του ΦΩΤΙΟΥ

Τότε ο µπάρµπα-Λιάµος, γύρισε στη γιαγιά και της λέει την εξής φράση, που έµεινε να τη λέµε ολοένα, χάριν αστειότητας: «Ρίξτς αναπ’ κι ας γουριούνται» Το σινάπι ήταν τότε το µόνο φάρµακο για τα κρυολογήµατα. Αλλά έκαιγε ανυπόφορα το τρυφερό παιδικό κορµάκι. Ας είναι $

Η Μάκω Σίµω, η Μεγγολίτω και η «δοντάγρια»

Η

Μάκω-Σίµω, η Μεγγολίτω, ζούσε τον καιρό του ’40 σ’ ένα µικρό σπιτάκι στην είσοδο του χωριού, µε το γέρο της, το Μεγγουλίτη. Το σπιτάκι φτωχικό µε τσίγκινη σκεπή, µε δυο πολύ µικρές καµαρούλες. ∆εν ήταν καν µε πέτρες χτισµένο, παρά µε τσατσάδες, δηλαδή µε ξύλα λεπτά αλειµµένα µε λάσπη, σαν παράγκα. Θυµούµαι τον πονόδοντο που µε ξενύχτησε και τη γιαγιά να µου λέει: - Σώπα και σα θα φέξει, θα σε πάω στη Μεγγολίτω, που είναι «οδοντογιατρός». Σα µπήκαµε το πρωί στο σπίτι της, ο ήλιος ο πρωινός, φώτιζε την κατάσταση, που επικρατούσε εκεί µέσα πρωτόγονη κατάσταση. Το δάπεδο χωµάτινο και στρωσίδι πουθενά. «Παλιούρι νάσερνες δε θα σκάλωνε πουθενά» αφού ρούχα δεν υπήρχαν. Η γιαγιά συνεννοήθηκε µε τη µάκω-Σίµω. Κι εκείνη πήγε στο άλλο δωµάτιο και γύρισε µ’ ένα σακουλάκι κρεµασµένο στο λαιµό της, µε τα σύ-

Ευεργέτες: ∆ιόνυσος – ∆ήµητρα

Ο

∆ιόνυσος µαζί µε τη ∆ήµητρα ήταν, σύµφωνα µε τους αρχαίους, οι µεγαλύτεροι ευεργέτες του ανθρώπινου γένους. Κατάφεραν να σταµατήσουν τις µετακινήσεις των πληθυσµών, οδηγώντας τους έτσι στη δηµιουργία του πολιτισµού. Στον κόσµο την πρώτη θέση δύο την έχουν. Πρώτον η ∆ήµητρα, θεά της στέρεης γης και δεύτερον ο ∆ιόνυσος, που ήρθε αργότερα στους ανθρώπους και τους έδωσε το ποτό του σταφυλιού, ενέργεια αντίστοιχη αυτή της θεάς. Ο ∆ιόνυσος σκορπάει τη λύπη των θνητών, σαν γεµίσουν χυµό τα αµπέλια και δίνει την υπνολησµοσύνη των βασάνων της κάθε µέρας και άλλα για τις πίκρες γιατρικό. Τέτοιο δεν γίνεται από τους άλλους θεούς. Σπονδή προσφέρεται. Και είναι ο ίδιος θεός και µε τη βοήθειά του οι άνθρωποι αποκτούν τα αγαθά. Όλοι οι άνθρωποι γνωρίζουν ότι το κρασί µπορεί να κάνει το άτοµο να αισθάνεται ελεύθερο και απαλλαγµένο από τον ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΟΣ ΖΕΡΒΑ 11 φόβο της αλήθειας. Του ΤΗΛ.: 26510 34774 - FAX: 26510 37779 προκαλεί τέρψη και ευφορία, που διεγείρει νου ΙΩΑΝΝΙΝΑ

PA M V O T I S T R AV E L

ΓΡΑΦΕΙΟ ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥ Ρ Ι Σ Μ ΟΥ

Μ Α Ν Ω Λ Η Σ Κ . Σ ΤΑΥ Ρ Ο Σ

Κ Ο Υ Σ Ι Α Σ - ΕΙ∆Η ΚΑΠΝΙΣΤΟΥ - ΕΙ∆Η ∆ΩΡΩΝ-ΜΠΙΖΟΥ - ΚΑΛΤΣΟΝ, ΚΑΛΤΣΕΣ (Ανδρικές - Παιδικές) Π. ΤΣΑΛ∆ΑΡΗ 81 & ∆ΙΚΑΙΑΡΧΟΥ ΓΩΝΙΑ ΒΥΡΩΝΑΣ - ΤΗΛ.: 210 7623537

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

νεργα της δουλειάς της. -Τώρα περίµενε και θα δεις! Να, εδώ µέσα έχω τη «δονταγριά» (δοντάγρα τη λεν, η λέξη βγαίνει από τη λέξη άγρα = κυνήγι και δόντι, δηλαδή κυνήγι του δοντιού). - Τώρα άνοιξε το στόµα, µου λέει. Το δόντι βέβαια βγήκε εύκολα. ΄Ηταν γαλατόδοντο, δεν είχε ρίζα. Η γιαγιά της έδινε το νόµισµα. Εκείνη έκανε πως δεν ήθελε. Τότε η γιαγιά τόριξε στο σακουλάκι, που σκοπίµως το κρατούσε ανοιχτό. Τάχα µου, τάχα µου! Η Μάκω-Σίµω έζησε πολλά χρόνια. Τυφλή έφτασε τα 100 χρόνια. Κάθε µέρα τη βλέπαµε να περπατάει τοίχ0τοίχο και να φτάνει ως το καφενείο του Κυρίτση. Κάτω το χιόνι στρώµα. Εκείνη στεκόταν, ακουµπούσε στη γωνία του τοίχου για λίγο και γύριζε πίσω στην κατοικία της. Ο κόσµος απορούσε: Ακόµα ζει αυτή; Ήταν φαινόµενο αντοχής στις κακουχίες. Είχε χάσει τη µικρή µονάκριβη κόρη της, τη Βαγγελίτσα, από την κακιά αρρώστια, τη µηνιγγίτιδα. Κι ο γέρος της έφυγε νωρίς κι έµεινε µόνη, να παλεύει µε τις στερήσεις και τα γεράµατα. Κι η αντοχή της «βουνό» ∆εν είναι εύκολο, άλλωστε να βγάζεις δόντια. Το δόντι είναι πολύ σκληρό και σου αντιστέκεται. Το ίδιο αντιστάθηκε κι αυτή στη ζωή της, που της στάθηκε πολύ σκληρή. Παλιά κόκαλα όµως αυτά! Τέτοια που είναι η ζωή

Τέτοια κι εγώ της κάνω $

και σώµα, που φέρνει γλυκό ύπνο και παρηγοριά, αλλά συγχρόνως µπορεί να τον κρατά σε υπερδιέγερση, που οδηγεί σε κατάσταση αλλοφροσύνης ή του προκαλεί κλάµα ή ακόµη τον ωθεί στην ακολασία. Έτσι το κρασί αντιπροσωπεύει καλύτερα από κάθε τι την ουσία της ίδιας µας της ζωής, που είναι συγχρόνως ελκυστική, αλλά και απάνθρωπη, όπως το κρασί. Ακόµη και σ’ αυτή δεν υπάρχει ηδονή χάρη στη θλίψη. Όνειρο και πραγµατικότητα, δηµιουργία και καταστροφή, άλογο και παράλογο. Έρχονται όλα αυτά και συγχρόνως το δέος, που αισθάνονται οι πιστοί, καθώς βλέπουν τη µυστηριώδη ενέργεια, η οποία µε ανεξήγητο τρόπο, µε τον οποίο ο µούστος µετατρέπεται σε κρασί. Κατανοούµε καλύτερα, γιατί η νέα θρησκεία του Ναζωραίου θέλησε να οικειοποιηθεί το θείο αυτό δώρο του ∆ιονύσου, όσο και ένα από τα βασικά σύµβολά του, την κληµαταριά. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τις αντιδράσεις των οπαδών της παλιάς θρησκείας, οι οποίοι κατηγόρησαν τους χριστιανούς ότι υφαρπάζουν τα ιερά και τα όσιά τους. «Εγώ ειµί η άµπελος η αληθινή», διακηρύττει ο ιδρυτής της νέας θρησκείας, ο οποίος το πρώτο θαύµα που κάνει είναι η µετατροπή του νερού σε κρασί στον εν Κανά γάµο.

ΟΙΚΟ∆ΟΜΙΚΑ ΥΛ ΙΚΑ Υ∆ΡΑΥΛΙΚΑ - ΜΟΝΩΤΙΚΑ ΣΙ∆ΕΡΑ - ΕΡΓΑ ΛΕΙΑ ΧΑΡΙΣ ΙΑ∆ΗΣ Β. & ΣΙΑ Ο.Ε. ∆ΟΛΙΑΝΑ ΤΗΛ.: 26 530 42044 6946 948889

Τηλέµαχος Λαµπρίδης

ΦΑΝΟΠΟΙΪΑ - ΒΑΦΕΣ ΦΟΥΡΝΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΑΦΟΙ ΖΥΓΟΥΝΑ Ο.Ε. Μωραϊτη 80 & Βρανά 27 - Αθήνα Τηλ.: 210 6711799 210 6742790


ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΘΥΜΗΣΕΣ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ...

Θύµησες από το καλοκαίρι του 2009 και του 1968

Ι

ούνιος 2009. Έφτασε το καλοκαίρι και η καρδιά των ∆ολιανών άρχισε να ξανακτυπά. Λες και ξύπνησε από τη χειµερία νάρκη του. Άρχισαν να βγαίνουν οι πρώτοι χωριανοί, για να ξεκαλοκαιριάσουν, πρώτα οι συνταξιούχοι κι αργότερα θα γεµίσουν τα σοκάκια µε τα παιδιά. Ανοίγουν οι ασφαλισµένες πόρτες, καθαρίζουν οι χορταριασµένες αυλές, σπίτια ανακαινίζονται, ξανακτυπά η καρδιά του τόπου. Επιστρέφουν σχεδόν όλοι οι ξενιτεµένοι, λες πως όσοι αναγκάστηκαν να φύγουν από το χωριό, έδωσαν όρκο και τον κρατούν, φοβούµενοι την κατάρα των προγόνων. Οι µόνιµοι κάτοικοι ξαναβρίσκουν τον εαυτό τους. Είχαν βαρεθεί την ερηµιά του χειµώνα, την χωρίς όνειρα αναπόληση. Οι µάγοι εδώ έρχονται κατακαλόκαιρα. Και µαζί µε τους ετεροδηµότες και πολλοί από άλλες περιοχές, που κάτι άκουσαν, κάτι διάβασαν, κάτι πληροφορήθηκαν κι έρχονται να ανακαλύψουν τις οµορφιές του χωριού µας. Συναντιούνται, λοιπόν, στο καφενείο της πλατείας (φέτος ήρθαν καινούργιοι χωριανοί επαγγελµατίες, οι οποίοι απαρνήθηκαν την Αθήνα και ήρθαν στο χωριό να δώσουν µια καινούργια πνοή και µπράβο τους. Εύχοµαι στο ∆ηµήτρη και τη Μαρία καλή διαµονή στο χωριό) καθώς και στον πλάτανο στον Αϊ-∆ηµήτρη, που χάρις στην περιποίηση και το µεράκι του Κώστα Στεργίου, οι κλώνοι του έγιναν µεγάλοι και δασοί, οι ντόπιοι µε τους φερτούς, για να µάθουν πώς καλοπόρεψαν τη διάρκεια του χειµώνα, ν’ αναπολήσουν τα παλιά, να αστειευτούν µεταξύ τους, να παίξουν τάβλι και πρέφα. Κι έρχεται το ∆εκαπενταύγουστο. Στα παλιά τα χρόνια το πανηγύρι γινόταν στο µοναστήρι. Σ’ αυτό το πανηγύρι πήγαινε όλο το χωριό. Αµέτρητοι έφθαναν εκεί οι προσκυνητές µε τα ζώα τους, αλλά και πεζοί από το δικό µας χωριό, αλλά και από τα γύρω χωριά. Ακόµη και ξυπόλητοι πήγαιναν στο µοναστήρι στην Παναγιά, γιατί ήταν ταγµένοι να έρθουν έτσι. Πολλοί πήγαιναν στο µοναστήρι από το βράδυ της παραµονής και κοιµόντουσαν εκεί. Και ζώνανε την εκκλησιά οι προσκυνητές µε κέρινες κουλούρες και προσκυνούσαν την Παναγιά, τάζοντας στη χάρη Της διάφορα. Και το γιόµα παρέες-παρέες, παλιότερα στα χωράφια γύρω από το µοναστήρι, αργότερα στη Λούπη, τρώγανε ψητά και χόρευαν και γλεντούσαν οληµερίς. Τρικούβερτο γινότανε το γλέντι όλη µέρα µε τα βιολιά. Και σαν έγερνε ο ήλιος, κινούσαν για το χωριό, άλλοι πεζοί και άλλοι καβάλα στα ζωντανά. Έτσι και φέτος πάρα πολλοί προσκυνητές πήγαµε στο µοναστήρι, συνεχίζοντας την παράδοση. Όπως το µοναστήρι, έτσι και όλα τα ξωκλήσια µας λειτουργούν µια φορά το χρόνο. Ξεκινάµε από τον Αγιώργη, Αγιάννη, Αϊ-Λιά, Αγία Παρασκευή. Όλα γύρω από το χωριό µας, πάνω στους πράσινους λόφους, λες και χτίστηκαν εκεί για να το προστατεύουν. Απέριττα, λιτά, απλά, δεν µαρτυρούν παρά την αγνή πίστη των προγόνων µας που τα έκτισαν, αλλά και τη δική µας, που από παράδοση τα συντηρούµε. Αλειτούργητα όλο το χρόνο, καρτερούν µια φορά να λειτουργηθούν την ηµέρα της µνήµης του Αγίου τους. Και τέλος το πανηγύρι της Παλιουρής, στις 8 Σεπτέµβρη, θα ξαναχορέψουµε, θα γλεντήσουµε και αφού τραγουδήσουµε και χορέψουµε τα «ξεχωρίσµατα», θα φιληθούµε και θα ευχηθούµε του χρόνου νάµαστε καλά να ξαναγλεντήσουµε, να καλανταµωθούµε και νάµαστε στο µέτρο. Αχ! Αυτός ο Σεπτέµβρης. Ο µήνας της αναχώρησης,

ΜΟΥΣΙΚΟ ΜΕΖΕ∆ΟΠΩΛΕΙΟ Ε Ν Α Σ Τ Ρ Ο Ν ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ 132 & ΑΝ. ΡΩΜΥΛΙΑΣ, ΠΕΤΡΟΥΠΟΛΗ ΤΗΛ.: 210 5019999 - 5061112

Γράφει η Αργυρώ του Θοδωρή και της Τερψιχόρης

της θλίψης και της µελαγχολίας. Έτσι ήταν από πάντα. Με µια διαφορά. Στα χρόνια τα παλιά αυτοί που φεύγανε ήταν οι λιγότεροι κι ήταν οι πιο πολλοί αυτοί που έµεναν στο χωριό, αυτοί που καρτερούσαν. Στον καιρό µας, αυτοί που αναχωρούν µε το έµπα στου Σεπτέµβρη, αυτοί που γυρίζουν στην καθηµερινή βιοπάλη, στο καθηµερινό άγχος, για να ικανοποιήσουν τα ανικανοποίητα, είναι οι περισσότεροι. Κι έχουν µόνο απαντοχή, να περάσει γρήγορα ο χρόνος, για να ξαναγυρίσουν µουσαφίρηδες στις ρίζες τους. Τι κι αν καλυτερέψαµε τη ζωή µας; Πικραινόµαστε και πληγωνόµαστε για τη χαµένη ταυτότητά µας.

Λίγο από την αγάπη µας

Α. Θ. Τ.

Π

ηγαίνοντας βόλτα στο Μώλο στα Γιάννενα, έµαθα από έναν γνωστό µου για ένα σκυλί Χάσκι, το Μαξ, το οποίο αγαπούσαµε όλοι, γιατί πάντα ήταν φιλικό και αγαπητό σε όλους όσους το γνωρίζαµε. Μου είπε ότι ο ιδιοκτήτης του το εγκατέλειψε στο βουνό, αφού προηγουµένως το χτύπησε µε ξύλα και φτυάρι. Ξέρει, άραγε, αυτός ο άνθρωπος ότι τα σκυλιά αισθάνονται τα πάντα, ότι νιώθουν τα πάντα, αλλά δεν έχουν φωνή να µιλήσουν; Ένα σκυλάκι που µεγάλωσε σε σπίτι, πιστό στον ιδιοκτήτη του, περιµένει κάθε πρωί µια βουβή καληµέρα, να κουνήσει την ουρά του και να πει ευχαριστώ. Και αντί αυτού, εισπράττει µίσος. Ο πιο πιστός, ο πιο γλυκός και ο πιο υπάκουος φίλος του ανθρώπου. Έχω ακούσει πολλές φορές ότι σκυλί µετά τον θάνατο του αφεντικού του πέθανε κι αυτό. Είναι απόλυτα σεβαστή η απέχθεια µερικών ανθρώπων για τα σκυλιά. Είναι, όµως, απαράδεκτο να τα κακοµεταχειρίζονται και είναι τουλάχιστον τραγικό να µην αισθάνονται το παραµικρό, όταν ανοίγουν την πόρτα του αυτοκινήτου, το σπρώχνουν έξω, ακούν το κλάµα του και απλά συνεχίζουν τον δρόµο τους. Τα σκυλιά κλαίνε, όταν πονάνε, κλαίνε όταν φοβούνται, κλαίνε από τρόµο όταν τα χτυπάνε και το κλάµα τους δεν έχει καµιά διαφορά από το κλάµα ενός µικρού παιδιού. Οι ιδιοκτήτες σκυλιών έχουν όλοι να διηγηθούν µια συµπεριφορά που τους έχει συγκλονίσει ή έστω τους έχει συγκινήσει. Και τέλος πάντων, δεν µπορεί κανείς να µε πείσει ότι όποιος δεν αγαπά τα ζώα, αγαπά τους ανθρώπους. Όπως, επίσης, δεν µπορώ να δεχτώ τα φτηνά επιχειρήµατα µερικών περί ασθενειών των ζώων. Είναι τουλάχιστον γελοίο. ∆εν θα συνεχίσω να γράφω περισσότερα. Ένα µόνο ότι η καθαρότητα της καρδιάς των ανθρώπων φαίνεται από το πώς συµπεριφέρεται στα ζώα. Και ποιος µπορεί, τέλος πάντων, να αντέχει τον ήχο από ένα κλάµα, είτε αυτό προέρχεται από άνθρωπο, είτε από ζώο; Αντίο Μαξ! Α. Θ. Τ.

Ο Φέζο Ντερβέναγας

Ε

πειδή χορεύω τον Φέζο Ντερβέναγα, ήθελα να µάθω για τη ζωή του. Έψαξα και βρήκα κάτι σχετικό µε τη δράση του και το κάνω γνωστό και σε σας (όποιους τους ενδιαφέρει). ΄Όταν η υπόλοιπη Ελλάδα είχε ελευθερωθεί από τους Τούρκους στα µέσα του 19ου αιώνα, η Ήπειρος ήταν ακόµη υπόδουλη. Την περίοδο αυτή ο λήσταρχος Νταβέλης και άλλοι λήσταρχοι αναστάτωναν µε τις λεηλασίες τους τα χωριά του Ζαγορίου και ο κόσµος υπέφερε πολύ από αυτούς. Τότε Τούρκος διοικητής των Ιωαννίνων ήταν ο Αλάϊ

9

Μπέης, ο οποίος στην αδυναµία του να αντιµετωπίσει τις ληστρικές επιδροµές του Νταβέλη και της παρέας του στα ορεινά του Νοµού, ανέθεσε την καταδίωξή τους στον Ντερβέναγα της Άρτας τον Φέζο. Ο Φέζος ήταν περιβόητος για τη σκληρότητά του και ήταν αυτός που αποτελεσµατικά έθεσε σε διωγµό τους ληστές αντάρτες του Ραδοβιζίου της Άρτας. Ο Φέζος το καλοκαίρι του 1880 ξεκίνησε από την Άρτα µε ισχυρή δύναµη και κατευθύνθηκε στο Ζαγόρι. Είχε πληροφορηθεί από τις τουρκικές αρχές ότι ήταν πολύ δύσκολη η αποστολή τους γιατί οι ληστές είχαν διασυνδέσεις µε τους τσελιγκάδες της περιοχής, οι οποίοι εκόντες, άκοντες, τροφοδοτούσαν και υπέθαλπαν τους ληστές. Ο Φέζος έφθασε στα βουνά, αλλά ο φόβος των ορεινών κατοίκων είχε φθάσει γρηγορότερα από τα στρατεύµατά του, γιατί έµαθαν ότι ο Ντερβέναγας και αποτελεσµατικός αλλά πολύ σκληρός ήταν. Έπιασε πολλούς τσελιγκάδες τους έδεσε, τους έδειρε και τους τροµοκράτησε. Εκείνη την εποχή στα βουνά του Ζαγορίου και ιδίως της Βοβούσας, δρούσε ο αρχιληστής, Γιώργος Νταβέλης, που παρακολουθούσε την πορεία του Φέζου. Όταν τα στρατεύµατα του Φέζου φτάσανε στη Βοβούσα, η ληστοσυµµορία του Νταβέλη επιτέθηκε αιφνιδιαστικά. Έγινε σκληρή µάχη όλη την ηµέρα και σκοτώθηκαν 33 άντρες του Φέζο Ντερβέναγα και πολλοί τραυµατίστηκαν. Ανάµεσα στους σκοτωµένους ήταν και ο Φέζος. Τότε καταστράφηκε και η Βοβούσα γιατί οι τουρκικές αρχές θεώρησαν ότι οι Βοβουσιώτες ήταν υπαίτιοι για το θάνατο του Φέζο Ντερβέναγα και εγκατέλειψαν αυτούς τους ληστοσυµµορίτες. Τα σχετικά τραγούδια του Φέζου Ντερβέναγα.

Α. ∆ε σ’ άρεσαν τα Γιάννενα Φέζο Ντερβέναγα, ∆ε σ’ άρεσε κι η Άρτα. Τι χάλευες, τι γύρευες στο έρηµο Ζαγόρι Στης Σαµαρίνας, Φέζο µ’ το χωριό, στην έρηµη Βοβούσα. Πιάνεις τους βάλους, Φέζο µ’ τυραγνάς τους τσελιγκάδες δέρνεις. Β. ∆ε σ’ άρεσε η Αρβανιτιά, Φέζο Ντερβέ Ντερβέναγα, ουδέ τα καµποχώρια µόν΄ βγήκες ντέρβι στα βουνά, ψηλά στα κορφοβούνια, κι’ απ’ το τσερνέσι πέρασες σ’ ενού παπά το σπίτι . Όλοι οι βλάχου σούλεγαν κι όλοι οι τσελιγκάδες απ’ τη Βοβούσα µη διαβείς, κονάκι να µην κάνεις γιατί είν’ οι κλέφτες οι πολλοί, είναι οι Νταβελαίοι Είναι κι ο Κούσια γέροντας µε τα τρανά τα γένια Το καραούλι ορµήνεψε το Φέζο να βαρέσουν Το λόγο δεν απόσωσε, το λόγο δεν απόειπε Ο Φέζος εξαγνάντησε πέρα στην κρύα βρύση Τρίγια ντουφέκια τάδωσαν τα τριγ’ αράδα-αράδα Ψιλή φωνήν εσήκωσε, κλαίει κι αναστενάζει. Γ. ∆ε σ’ άρεσαν τα Γιάννενα, δε σ’ άρεσε κι η ΄Αρτα Μόν΄πήρες δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια Και στο Ξερνέσ’ ξηµέρωσες στα βλάχικα κονάκια. Τους τσελιγκάδες σύναξες και τους προβαταραίους Παιδιά µ’ πουν’ η κλεφτουριά το πού κρατούν οι κλέφτες; Απ’ τον Μπιστρίτσου πέρασαν αντύκρ’ απ’ τη Βοβούσα Εκεί είν’ οι κλέφτες οι πολλοί κατά τη Σαµαρίνα Τρια ντουφέκια τ’σ έριξε στην τάβλα όπου τρώγαν Και τα σκυλιά αγρίεψαν της σκύλας τα κουτάβια Κι όλοι πετάχτηκαν ορθοί κι’ επιάσαν µετερίζι Τρία ντουφέκια τόριξαν τα τρία στην αράδα Τόνα τον πήρε ξόδερµα και τ’ άλλα στο κεφάλι Το τρίτο το φαρµακερό τον πήρε στην καρδιά του.

Α.Θ.Τ.

Η ανακύκλωση αποτελεί βασικό εργαλείο προστασίας του περιβάλλοντος και όχι µόνο.


ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ ΠΙΝΕΛΙΕΣ

10

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

Παγίδες

Κράτα της νιότης την δροσιά, Στο νου και στο κορµί σου, Νιώσε τη δύναµη αυτή, Που έχει η Ψυχή σου.

Παγίδες έχει η Ζωή, Για κοίταξε πώς τρέχεις, Έχει πηγάδια απύθµενα Και πρέπει να προσέχεις.

Πηγάδια δω, πηγάδια κει, Πηγάδια και πιο πέρα, Και σαν βρεθείς µέσα βαθιά, ∆εν βλέπεις άσπρη µέρα. Κοίταξε βιαστικό παιδί, Πρόσεξε και στοχάσου, Όσα η Ζωή σου χάρισε, Κράτα τα στην ποδιά σου. Σου ‘δωσε Νιάτα και Χαρά! ∆ύναµη και Υγεία, Μην τα σκορπάς αλόγιστα, Σε χρήµα, µεγαλεία.

ΝΤΟΠΙΟΛΑΛΙΕΣ

ΕΝΑΣ ∆ΕΥΤΕΡΟΣ ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΠΟΥ ∆ΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ ΣΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΦΥΛΛΟ ΤΗΣ ΕΦΗΜΕΡΙ∆ΑΣ ΜΑΣ. 130) ΠΡΟΥΤΣΑΛ = ΠΟΠ ΚΟΡΝ 131) ΛΑΛΑΓΚΙΤΕΣ = ∆ΙΠΛΕΣ 132) ΜΠΑΤΣΑΡΟΠΤΑ = ΛΑΧΑΝΟΠΙΤΤΑ ΜΕ ΧΥΛΟ 133) ΜΠΑΖΙΝΑ = ΚΟΥΡΚΟΥΤΙ ΣΤΟ ΤΑΨΙ 134) ΣΙΑΚΑΣ = ΑΣΤΕΙΟ 135) ΤΑΝΤΕΤ = ΕΘΙΜΟ 136) ΜΑΝΟΥΣΑΚΙΑ = ΛΟΥΛΟΥ∆ΙΑ 137) ΠΛΙΑΓΚΑΡΟ = ΑΤΣΑΛΟ 138) ΝΤΕΡΛΙΚΩΝΩ = ΤΡΩΩ 139) ΤΑΝΙΕΜΑΙ = ΤΕΝΤΩΝΟΜΑΙ 140) ΚΑΝΙΣΚΙ = ΚΑΝΙΣΡΙ ΜΕ ΨΩΜΙ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ 141) ΒΑΤΣΙΝΑ = ΕΝΕΣΗ 142) ΛΕΤΣΙΟΣ = ΑΤΙΜΕΛΗΤΟΣ 143) ΣΚΑΠΕΤΑΩ = ΠΕΤΑΩ 144) ΣΙΑ∆Ι = ΚΑΤΑΓΗΣ 145) ΖΑΛΙΚΩΝΩ = ΦΟΡΤΩΝΩ 146) ΣΙΑΠΕΡΑ = ΙΣΙΑ ΠΕΡΑ 147) ΟΥΙ = ΕΠΙΦΩΝΗΜΑ 148)ΝΤΕΡΒΕΝΙ = ΜΑΞΩΤΟΣ ∆ΡΟΜΟΣ 149) ΦΣΚΙ = ΦΟΥΣΚΙ 150) ΜΠΛΕΝΤΡΙΟ = ΛΑΣΚΟ 151) ΦΡΟ = ΜΙΣΑΝΟΙΧΤΟ 152) ΟΡΙΟ = ΣΥΓΚΡΙΟ 153) ΤΟΡΟΣ = ΑΧΝΑΡΙΑ 154) ΤΣΙΑΟΥΛΙΑ = ΠΗΓΟΥΝΙ 155) ΣΑΜΑΤΑΣ = ΦΑΣΑΡΙΑ 156) ΝΕΡΟΠΑΠΑΛΗ = ΧΙΝΙ ΛΥΩΜΕΝΟ 157) ΣΚΑΖΜΙΣΕ = ΦΑΕ 158) ΜΑΤΖΑΤΟ = ΜΙΚΡΟ ∆ΩΜΑΤΙΟ 159) ΠΡΑΖ = ΠΕΙΡΑΖΕΙ 160) ΤΡΑΩ = ΚΟΙΤΑΩ 161) ΥΠΙΤΟΡΕ = ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ 162) ΓΚΙΖΕΡΑΩ = ΠΕΡΙΠΑΤΑΩ 163) ΜΠΙΖΕΡΙΣΑ = ΒΑΡΕΘΗΚΑ

Σ ΑΤ Ι Ρ Ι Κ Α

Πώς χορεύουν οι γαµπροί, σα κατσίκια στο µαντρί, σα γοµάρια στην αυλή. Πώς χορεύουν οι νυφάδες, σαν οι κόκκινες φοράδες. Πώς χορεύουν τα κορίτσια σαν αρνάκια, σαν κατσίκια. Πώς χορεύουν τα παιδιά, σαν αρνιά την Πασχαλιά. Πώς χορεύουν τα γερόντια, σαν παλιάλογα στ’ αλώνια. Πώς χορεύουν οι γριές, σαν τοµάρια, σαν προβιές. Πώς το τρίβουν τοπιπέρι, Οι διαβόλοι καλογέροι,

Τότε, ναι, σίγουρα θα δεις, Πως κάθε Ευτυχία, Έχει το χρώµα τα’ ουρανού, Την ευωδιά του δάσους, Έχει το γέλιο του Θεού, Την δύναµη του πάθους.

Έχει στοιχεία αληθινά, Αιώνια και πηγαία, Που θα καλύψουν σθεναρά, Το σώµα, την Ψυχή σου, Και θα ζεστάνουν τρυφερά Όλη την ύπαρξή σου! ΚΑΙΤΗ ΜΗΛΙΟΥ - ΜΠΕΡ∆ΕΚΑ 164) ΧΝΕΡ = ΚΟΛΠΟ 165) ΠΟΥΡΝΟ = ΠΡΩΙ 166) ΝΤΙΠ = ΚΑΘΟΛΟΥ 167) ΝΟΝΤΑΣ = ∆ΩΜΑΤΙΟ 168) ΛΙΜΠΙΖΟΜΑΙ = ΟΡΕΓΟΜΑΙ 169) ΚΡΕΝΩ = ΜΙΛΑΩ 170) ΙΤΣ = ΚΑΘΟΛΟΥ 171) ΚΑΙΠΟΝΟΜΑΙ = ΕΞΑΦΑΝΙΖΟΜΑΙ 172) ΦΙ∆ΟΡΟΥΤ = ∆ΕΡΜΑ ΦΙ∆ΙΟΥ 173) ΜΑΡΤΙΤΣΙΑ = ΠΟΛΥΧΡΩΜΕΣ ΚΛΩΣΤΕΣ 174) ΜΠΟΥΣΛΙΓΚΕΣ = ΠΑΙ∆ΙΚΟ ΠΑΙΧΝΙ∆Ι 175) ΓΚΡΕΝΤΕΣ = ∆ΟΚΑΡΙΑ 176) ΜΠΕΤΟΛΙΑΝΑ = ΓΥΦΤΙΣΑ 177) ΒΑΙΖ = ΓΕΡΝΕΙ 178) ΒΑΕΝ = ΒΑΡΕΛΙ 179) ΚΑΤΣΚΑΡ = ΧΑΛΙΚΙ 180) ΓΛΙΤΣΙΑΣΜΑ = ΚΟΚΑΛΩΜΑ ΣΤΑ ∆ΑΚΤΥΛΑ 181) ΤΣΙΟΚΑΛΟ = ΤΟ ΣΩΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ 182) ΦΟΚΙΑ = ΤΟ ΠΕΡΙΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΛΑΜΠΟΚΙΟΥ 183) ΖΛΟΥΜΚΙΑΡΙΚΟ = ΖΗΜΙΑΡΙΚΟ 184) ΜΟΥΛΟΥΧΤΟ = ΣΙΓΑΝΟΠΑΠΑ∆ΙΑ 185) ΤΖΑΡΟΜΑΘΜΕΝΟ = ΚΑΚΟΜΑΘΗΜΕΝΟ 186) ΓΟΥΡΓΙΑΖΩ = ΚΛΑΙΩ-ΣΚΟΥΖΩ 187) ΤΣΙΑΜΠΑ = ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ 188) ΣΚΑΜΝΙΕΣ = ΜΟΥΡΑ 189) ΧΟΥΣΜΕΤΙ = ΕΚ∆ΟΥΛΕΥΣΗ 190) ΑΝΑΤΣΙΡΙΑΖΩ = ΜΕ ΠΙΑΝΕΙ ΣΥΓΚΡΙΟ 191) ΑΡΕΝΤΕΒΩ = ΤΡΕΧΩ 192) ΑΜΠΟΧΝΩ = ΣΠΡΩΧΝΩ 193) ΠΕΤΟΥΡΑ = ΖΥΜΑΡΙΚΑ 194) ΑΝΑΣΚΥΡΙΖΩ = ΤΑΚΤΟΠΟΙΩ 195) ΓΚΥΡΛΩΘΗΚΕ = ΠΝΙΓΗΚΕ 196) ΠΕΤΟΣ = ΚΟΚΟΡΑΣ 197) ΠΟΒΙΑΖΩ = ΜΟΛΥΝΩ ΛΕΑΝ∆ΡΟΣ ΣΤΕΦΑΝΟΥ

Τ ΡΑ Γ Ο Υ∆ Ι Α

Να σας δείξω εγώ κορίτσια, πώς το τρίβουν το πιπέρι, οι διαόλοι καλογέροι: Κι αρχίζουν «µε τη µύτη, µε το στόµα, µε τον κ » κι όλοι γελούν και η επωδός: «σηκωθείτε παλικάρια, µε σπαθιά και µε χαντζάρια». Κι όταν οι επισκέπτες κάνανε αρµένικη βίζιτα και η κατανάλωση κρασιού και ρακιού έπαιρνε ανησυχητικές διαστάσεις, ο νοικοκύρης τραγουδούσε: «Και στη µάνα σας πάτε εις τα σπίτια σας να φάτε» (Από το αρχείο του Βαγγέλη Θάνου)

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

Ο ΑΠΟΜΑΧΟΣ

Ήταν εκείνες οι εποχές που η υποµονή καθόταν σταυροπόδι µέσα στο λιοπύρι και πελεκούσε µε το καλέµι το διάβα των πέτρινων χρόνων.

Κι εσύ, σύντροφε Γιάννη, µε τ’ αργασµένα σου χέρια ενσάρκωνες ακατάπαυστα τους πόθους και τα όνειρα των ξενιτεµένων ανακατεύοντας το νερό, το χαλίκι και το τσιµέντο µέσα απ’ την κυκλώπεια θωριά της µπετονιέρας. Θεµέλιωνες τις ελπίδες τους σε µια όαση των γηρατειών τους µετά από µια βασανιστική πορεία στην έρηµο της νιότης τους.

Έλυνες τη σταυρωτή πετσέτα των δικών σου λυγµών και ξεγελούσες την πείνα σου µε κάνα δυο ελιές και λίγο σταρένιο ψωµί απ’ το µερτικό της ντόπιας αδικίας.

Το βλέµµα σου γινόταν απλανές καθώς η σκέψη σου ανασκάλιζε το «πώς» και το «γιατί» της κοινωνικής ανισότητας κι ύστερα σφούγγιζες το στόµα σου µ’ ένα πλατύφυλλο αποφασιστικότητας και το ‘κρυβες στην παλάµη σου στο σχήµα της γροθιάς.

Ήταν τότε που το σκολειό και το χαρτί δεν περίσσευε για όλους και υποχρέωσες τον ήλιο να σηµειώσει σχολαστικά τα µεροκάµατά στου στο γείσο του καπέλου σου. Κι όταν απόκαµες απ’ την πολλή δουλειά άφηνες µε το δείκτη του χεριού σου το αποτύπωµα – αντί για υπογραφή – στις καταστάσεις των οφειλών της Πολιτείας. Τώρα περιµένεις στη σειρά να βρεις το δίκιο σου.

Τα µόνα αποδεικτικά σου στοιχεία είναι: Τ’ άσπρα γένια σου στην κόντρα µε το χρόνο ένα καρβέλι φως απ’ τον ήλιο στις δυο ανοιχτές σου παλάµες Μια σταγόνα λάδι για το καντήλι Κι ένα φλασκί κρασί για τ’ αναπάψωµο «Θα προφθάσεις να δικαιωθείς;»

Ίσως, αν η δίκη σου γίνει Πριν από τη δύση του ήλιου.

∆ΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΤΟΥΛΙ∆ΗΣ

Η φετινή χρονιά είναι αφιερωµένη στον ποιητή της Ρωµιοσύνης Γιάννη Ρίτσο, για τα 100 χρόνια από τη γέννησή του. Η Ελλάδα τιµά και υποκλίνεται στην προσφορά του µεγάλου µας ποιητή.


∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

11

Από την πεζοπορία στον Αϊ –Λιά

Ο

λο και περισσότερο κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι το χωριό µας προσφέρεται για πορείες και περιπάτους στη γύρω περιοχή. Μετά µάλιστα τις βραδινές καταχρήσεις σε φαγητά και ποτά την άλλη µέρα αρχίζουν οι τύψεις. Φέτος δοκιµάστηκαν οι πορείες προς τις ρίζες, από το παλιό ντερβένι και προς τον Αϊ-Λια από τον καινούργιο δρόµο προς τη Λούτσα. Του χρόνου δώσαµε µια υπόσχεση να δοκιµάσουµε µια ανάβαση στο Πάπιγκο (καταφύγιο).΄Οσοι θέλουν να πάρουν µέρος ας αρχίσουν τη σχετική προπόνηση. Ως τις αρχές Αυγούστου υπάρχει το σχετικό χρονικό περιθώριο. Ας περάσουµε καλό χειµώνα και το ξανασυζητάµε $

Φωτο: Από την πορεία στον Αϊ-Λια ∆ιακρίνονται από αριστερά προς τα δεξιά: Χρήστος Αποστολίδης, Αρετή Αποστολίδη, Γιώργος Μήλιος, ∆ηµήτρης Κουτουλίδης, Αρετή Οικονόµου, Σπύρος Οικονόµου.

΄Ερµαιο της βροχής

Τ

ον Αύγουστο µήνα οι δουλειές στο θέρο και στ’ αλώνια είχαν τελειώσει. Το νέο σιτάρι πήγαινε στο αµπάρι κι εκεί φυλάγονταν για όλο το χρόνο. Κάθε µήνα πήγαινε ένα φόρτωµα στο µύλο για αλεύρι. Κρατούσαν και για σπόρο το πιο ψωµωµένο σπειρί. Τα άχυρα τα σπρώχναµε στις καλύβες, τροφή για τα ζώα το χειµώνα. Ετοιµάζαµε και το πανηγύρι της Παναγίας το ∆εκαπενταύγουστο. Καιρός για λίγη ξεκούραση. Η µόνη έννοια ήταν: τι θα φαν τα ζώα του σπιτιού; Τα µικρά µοσχάρια, τα κατσίκια που έµεναν στην αυλή και δεν πήγαιναν στη βοσκή. ΄Ηταν τα βυζανιάρικα. Γι’ αυτά πηγαίναµε στα χωράφια µε τα καλαµπόκια και κόβαµε χλωρά χορτάρια να ταϊσουµε τα µοσχάρια. Κόβαµε και κλαδιά βελανιδιάς για τα κατσίκια. Κάθε αποµεσήµερο πηγαίναµε στα δάση, διαλέγαµε ένα δέντρο ευκολοανέβαστο και µε το τσιλικόπι κόβαµε και ρίχναµε κάτω όλες τις κλάρες. Το δέντρο έµενε γυµνό. Μόνο την κορυφή αφήναµε για να µην καταστραφεί το δέντρο. Τα πλαϊνά κλαδιά σε τρια χρόνια γινόταν πάλι. Ετοιµάζαµε το φόρτωµα, µε τρόπο πλάγιο. ΄Ετσι σέρνονταν τα κλαδιά στο χώµα, αλλά δεµένα µε την τριχιά γερά στο σαµάρι. Το φορτίο βαρύ ο δρόµος ανηφορικός.

Μ

ια απ’ τις πολλές φορές, κατά το γυρισµό, στη στροφή του Αϊ-∆ηµήτρη «άνοιξαν οι ουρανοί». Μας βρήκε ξαφνική µπόρα. Νερό-ποτάµι έτρεχε στους δρόµους. Πόσο κράτησε; Μισή ώρα; Το ζώο αγκοµαχούσε µε το νερό της βροχής να βαραίνει το φορτίο. Τα ρούχα µας να στάζουν κολληµένα στο σώµα µας. Η µόνη έννοια να φτάσουµε στο σπίτι για ν’ αλλάξουµε. Περπατώντας, έτσι σ’ αυτό το χάλι, που µε βρήκε, έφτασα στον κεντρικό δρόµο που περνούσε µπροστά στο καφενείο Τσιαντή Κολιοδόση. Εκεί επάνω στο πεζοδρόµιο, κάτω από το υπόστεγο, είχαν καταφύγει απ’ τη βροχή ένα τσούρµο άντρες, φαντάροι και ό,τι να πεις. Και εγώ περνούσα βρεγµένη ως το κόκαλο, νέο κορίτσι, στα δεκάξι µε τα ρούχα κολληµένα στο εφηβικό κορµί. Τι θέαµα παρουσίαζα τάχα! Και ξέσπασαν όλοι αυτοί σε µια καζούρα, σε ένα γιουχάισµα απερίγραπτο. «Μούπεσαν τα µάγουλα» από τη ντροπή. ΄Ηταν φαινόµενο του καιρού εκείνου. Σήµερα η θέα ενός κορµιού µε τέτοια εικόνα δεν θα συγκινούσε κανέναν. Τότε µέσα σ’ όλες τις πείνες που µάστιζαν τον κόσµο ήταν και η σεξουαλική. ΠΑΠΠΑ ΑΦΡΟ∆ΙΤΗ ΤΟΥ ΦΩΤΙΟΥ

Η ζωή στο χωριό τα παµπάλαια χρόνια. Οι αλλιώτικες κοινωνίες – ο ξενιτεµός

Ποια ήταν η ζωή στο χωριό µας πριν από 100-150 χρόνια και παλαιότερα; Οι νέοι άντρες στα ταξίδια εφ’ όρου ζωής και στα σπίτια οι γέροι γονείς, οι νύφες µε τα παιδιά. Το βάρος έπεφτε στις νέες γυναίκες, στις νυφάδες: το µεγάλωµα των παιδιών, η συντήρηση των πεθερικών και τα προσχήµατα της κοινωνίας (να µη µας γελάει ο κόσµος). Την ηµέρα στα χωράφια, στον ήλιο, στον ιδρώτα, στη βροχή, στον κάµατο, στον αγώνα, να δαµάσουν το σκληρό χώµα, ν’ αποδώσει καρπούς. Τη νύχτα στις δουλειές του σπιτιού: ζύµωµα, φούρνισµα του ψωµιού, µαγείρεµα, πλύσιµο ρούχων (και το νερό λειψό) ντροµπόλισµα το γάλα να βγει βούτυρο και ξινόγαλο και γκίζα. Τάισµα των ζώων που έπρεπε όλη νύχτα να µασούν χόρτα, για να είναι δυνατά να δουλεύουν όλη µέρα. ∆εν περίσσευε ώρα για ύπνο και ξεκούραση. Ο σύζυγος από τόσο µακριά τι να βοηθούσε; Ερχόταν κάθε5 χρόνια για να περάσει έξι µήνες µε την οικογένεια του κι ώσπου να µείνει έγκυος η γυναίκα του και πριν γεννηθεί το νέο παιδί, γύριζε στη δουλειά του στον ξένο τόπο. Και η ζωή κυλούσε έτσι για γενεές γενεών µε τον καηµό της ξενιτιάς που διέλυε τις οικογένειες. Ο νέος άντρας, ο µετανάστης αφιέρωνε τη ζωή του όλη, τα νιάτα του, την ικµάδα του στην πρόοδο του ξένου τόπου. Στερούσε έτσι τη γη που τον γέννησε από την πρόοδο. Έτσι η Ήπειρος έµεινε υπανάπτυκτη. Ενώ οι Ηπειρώτες προόδευαν στο εξωτερικό, στα Βαλκάνια, στην Αίγυπτο, στην Τουρκία. Ασκούσαν το εµπόριο, τέχνες και επαγγέλµατα και πλούτιζαν. Πολλοί Ηπειρώτες έγιναν ευεργέτες της µεγάλης Πατρίδας της Ελλάδας, µε µεγάλα έργα και δόξασαν το όνοµά τους εις τους αιώνες. Ο καηµός της ξενιτιάς Ξενιτεµένο µου πουλί Και παραπονεµένο. Η ξενιτιά σε χαίρεται Κι εγώ ‘χω τον καηµό σου. Τι να σου στείλω ξένε µου; Τι να σου προβοδίσω; Σου στέλνω µήλο σέπεται Κυδώνι µαραγκιάζει Σου στέλνω και το δάκρυ µου Σ’ ένα φτενό µαντήλι Μα και το δάκρυ ήταν θολό Κι έβαψε το µαντήλι. Πέντε ποτάµια το ‘πλεναν κι έβαψαν και τα πέντε. Και καβαλάρης διάβηκε κι έβαψε τα’ άλογό του.

Η ξενιτιά Ξένε, που µόνος κι έρηµος Σε ξένους τόπους τρέχεις Πες µου, ποιος είν’ ο τόπος σου Και ποια πατρίδα έχεις; Στ’ αγαπηµένο µου χωριό πάντα χαρές και γέλια! Στ’ αλώνια τραγουδούν φωνές, ξεφάντωµα στ’ αµπέλια. Στη µακρινή πατρίδα µου έχει οµορφιά και χάρη το ταπεινότερο δεντρί το πιο φτωχό χορτάρι. Κι όταν χορεύει η λεβεντιά της Πασχαλιάς τη µέρα, βροντοχτυπάει το τύµπανο και κελαηδεί η φλογέρα. Φτάνει! Τη χώρα που µου λες τη γνώρισα, την είδα, τη µακρινή πατρίδα σου έχω κι εγώ πατρίδα! (Από τα ανέκδοτα)

Και στο θάνατο των γερόντων πεθερικών η νύφη για να δείξει καλή διαγωγή, έπρεπε να κλαίει πολύ, να µοιρολογάει και να βγάζει συγκίνηση, για να φαίνεται αρεστή στην κοινωνία του χωριού. Και έπρεπε να είναι έξυπνα τα λόγια και τα στιχάκια που θα σκάρωνε στα µοιρολόγια της. Μια φουκαριάρα νύφη του καιρού εκείνου, δεν τα κατάφερε στην ποίηση κι έµεινε να µολογιέται σαν παράδειγµα το τι έλεγε στις κηδείες των πεθερικών της. Πρώτος πέθανε ο πεθερός. Καθώς λοιπόν, βάδιζε η κηδεία προς τον Αϊ-∆ηµήτρη, έφτασε στο σηµείο που ήταν το µεγάλο λιθάρι, όπου ο γέροντας καθόταν να ξεκουραστεί, καθώς γύριζε αποσταµένος από τα χωράφια. Εκεί λοιπόν, ιδρωµένος όπως ήταν φύσηξε αέρας κι ο γέρος κρυολόγησε και αρρώστησε. Αυτό ήταν και το τέλος του. Και καθώς η νύφη του το θυµήθηκε αυτό, εκείνη τη στιγµή της κηδείας είπε το εξής αµίµητο µοιρολόι: Εδώ τον πήρες τον κώλο, Αφέντη –ή –ή –ή µ’». Επίσης στην κηδεία της πεθεράς της είπε: «Το µαυροµάλλι σ’ Μάλλε µου, ποιος θα το γνέσει-ει-ειει$». Από τότε στο πέρασµα των αιώνων οι κοινωνίες προόδευσαν. Οι άνθρωποι είναι ειλικρινείς µε τον εαυτό τους. Αυτό γίνεται σεβαστό από την κοινωνία των ανθρώπων. Η ζωή κυλάει πιο εύκολα µε το σύνθηµα:»Τόπο στα νιάτα!» Χάρος χαρά που µούφερε και λύπη που µου πήρε Πέθανε η πεθερούλα µου Και άδειασε η γωνούλα µου. Λεξιλόγιο: µοιριολόι = µοιρολόι, κλάψιµο της µοίρας. Μάλλε = γιαγιά. ΠΑΠΠΑ ΑΦΡΟ∆ΙΤΗ ΤΟΥ ΦΩΤΙΟΥ

Περιµένουµε τη συµµετοχή σας στην έκδοση της εφηµερίδας. Ενηµερώστε µας για κοινωνικά γεγονότα. Είναι απαραίτητο και το φωτογραφικό υλικό. Μια φωτογραφία αξίζει όσο χίλιες λέξεις. Ό,τι είναι προς δηµοσίευση να το στέλνετε στη διεύθυνση: ∆ηµήτρης Κουτουλίδης, Άρεως 67, Κηφισιά, 145 61.


12

Έ

ΙΟΥΛΙΟΣ - ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ - ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΣ 2009

ΕΓΚΑΙΝΙΑΣΤΗΚΕ ΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΤΕΧΝΗΣ «ΘΕΟ∆ΩΡΟΣ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΗΣ» ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΑΤΣΑΝΟΧΩΡΙΩΝ, ΝΟΜΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

γιναν στις 7 Σεπτεµβρίου 2009, το απόγευµα, στο Ελληνικό Ιωαννίνων, παραµονή της γιορτής της Ι.Μ. Τσούκας, τα εγκαίνια του µουσείου σύγχρονης τέχνης «Θεόδωρος Παπαγιάννης». Το µουσείο που φιλοξενεί 300 και πλέον έργα και «εγκαταστάσεις» του Γιαννιώτη γλύπτη, αλλά και δηµιουργήµατα, στον υπαίθριο χώρο, των µαθητών του από την Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στεγάζεται στους χώρους του δηµοτικού σχολείου στο Ελληνικό, εκεί που ο δηµιουργός ήταν µαθητής και ο ίδιος. Στα εγκαίνια παραβρέθηκαν: Ο µητροπολίτης Ιωαννίνων Θεόκλητος, ο υφυπουργός Εθν. Άµυνας Κώστας Τασιούλας, οι βουλευτές Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ Μιχάλης Παντούλας και Βαγγέλης Αργύρης, ο βουλευτής του ΚΚΕ Κωνσταντίνος Αλυσσανδράκης, ο νοµάρχης Αλέκος Καχριµάνης, οι πρυτανικές αρχές του Πανεπιστηµίου Ιωαννίνων, ο πρύτανης Γιάννης Γεροθανάσης και ο αντιπρύτανης Γιώργος Παπαγεωργίου, ο πρύτανης της ΑΣΚΤ Αθήνας Τριαντάφυλλος Πατρασκίδης και ο πρώην αντιπρύτανης, καθηγητής της ΑΣΚΤ Αθήνας Γιώργος Χουλιαράς, ο αναπληρωτής πρέσβης της Γερµανίας στην Ελλάδα Γκι Ντελακρουά, η διευθύντρια της Εθνικής Πινακοθήκης και ιστορικός τέχνης Μαρίνα Λαµπράκη, ο πρόεδρος της Πανηπειρωτικής Συνοµοσπονδίας Κώστας Αλεξίου και ο πρόεδρος της Οµοσπονδίας Τζουµερκιωτών Χρήστος Λαναράς. Το διοικητικό συµβούλιο του ΝΠΠ∆ του µουσείου σύσσωµο, η προσωρινή πενταµελής διοικούσα επιτροπή του «ΟΜΙΛΟΥ ΦΙΛΩΝ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ» και φυσικά οι οικοδεσπότες: ο δήµαρχος Κατσανοχωρίων Βασίλης Χήτας – επικεφαλής του δηµοτικού συµβουλίου, ο καθηγητής του Πανεπιστηµίου Ιωαννίνων Παναγιώτης Νούτσος και ο γλύπτης και καθηγητής της ΑΣΚΤ Αθήνας Θεόδωρος Παπαγιάννης. Τον δήµο Ιωαννίνων εκπροσώπησε ο αντιδήµαρχος ∆ηµήτρης Ζώης. Επίσης παραβρέθηκαν ο δήµαρχος Παµβώτιδας Βαγγέλης Πήχας, ο δήµαρχος Ελληνικού Αθήνας Χρήστος Κορτζίδης, οι τέως δήµαρχοι Ιωαννίνων Αλέκος Σόφης, Φίλιππος Φίλιος, Λευτέρης Γκλίναβος και Τάσος Παπασταύρος, οι υπεύθυνοι των κληροδοτηµάτων της πόλης των Ιωαννίνων, ο πρόεδρος του συλλόγου αποφοίτων Ζωσιµαίας Σχολής Σταύρος ∆ερµατάς, το ιστορικό στέλεχος του ΣΥΝ Λαοκράτης Βάσης, ο σύµβουλος του πρωθυπουργού, καθηγητής Πανεπιστηµίου Αθηνών Αντώνης Μακρυδηµήτρης, ο πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστηµίου Γιώργος Κοντογιώργης, ο Ελευθέριος Γείτονας, των οµώνυµων ιδιωτικών εκπαιδευτηρίων της Αθήνας, πρόεδροι αδελφοτήτων, πρόεδροι συλλόγων και τέλος πλήθος καλλιτεχνών.

Οι οµιλίες

Ο

∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ

ι οµιλίες κράτησαν αρκετά και οι οµιλητές αναφέρθηκαν κυρίως σε καλλιτεχνικά θέµατα αλλά και σε πολιτικά. Ο δήµαρχος Κατσανοχωρίων Βασίλης Χήτας, αναφερόµενος στο θέµα χωροθέτησης του ΧΥΤΑ δίπλα στο Ελληνικό είπε « εδώ ό,τι µας προσφέρουν το αξιολογούµε, όταν µας αδικούν αγωνιζόµαστε». Επόµενος οµιλητής, ο Παναγιώτης Νούτσος µε το οικείο ύφος του και µε αριθµητική αναφορά είπε ότι το µουσείο είναι αποκλειστικά έργο «Θόδωρου Παπαγιάννη» , από τη σύλληψη ώς την ολοκλήρωση του, είπε ακόµη ότι η τοπική αυτοδιοίκηση αγκάλιασε το έργο. «Είναι µια µορφή ευεργεσίας» συνέχισε ο κ. Νούτσος και κατέληξε λέγοντας ότι «εξυπηρετεί την ανάγκη γείωσης και

Ιστορικό

Τ

ο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης «Θόδωρος Παπαγιάννης» έχει κοινωνικό χαρακτήρα είναι ΝΠ∆∆ και ανήκει στον ∆ήµο Κατσανοχωρίων του Νοµού Ιωαννίνων. Τη δαπάνη για την ανακατασκευή του κτιρίου του Μουσείου και την υποδοµή του διέθεσε η Νοµαρχία Ιωαννίνων και ο ∆ήµος Κατσανοχωρίων. Όλα τα υπόλοιπα έξοδα συγκρότησης του Μουσείου και φυσικά τα ζωγραφικά και τα γλυπτά έργα τέχνης χορηγήθηκαν από τον δωρητή. Είναι ένα έργο που έχει πολιτιστικό και εκπαιδευτικό χαρακτήρα και φυσικά είναι κατ’ εξοχήν αναπτυξιακό για τα Κατσανοχώρια, τον ∆ήµο Ιωαννιτών και την Ήπειρο γενικότερα. Πρόκειται για ένα θεµατικό Μουσείο Τέχνης, το οποίο περιλαµβάνει ενότητες για το ψωµί, την ευεργεσία, τη µάθηση, την οικολογία, το γνέσιµο, το χτίσιµο, την αποδηµία, το όργωµα, το αλώνισµα κ.λπ και προσπαθεί να δώσει στον επισκέπτη την πλήρη εικόνα του τρόπου ζωής των συµπατριωτών µας κατά τον περασµένο αιώνα. Το ΝΠ∆∆ του Μουσείου διοικείται από 11µελές Συµβούλιο και ο κύριος κορµός των µελών του είναι εκλεγµένοι ∆ηµοτικοί Σύµβουλοι. Τέσσερα (4) µέλη του προέρχονται από τον κοινωνικό χώρο του πολιτισµού και της τέχνης. Πρόεδρος του ∆Σ είναι ο δωρητής, γλύπτης Θόδωρος Παπαγιάννης και αντιπρόεδρος ο καθηγητής του Πανεπιστηµίου Ιωαννίνων Παναγιώτης Νούτσος.

Όµιλος Φίλων Μουσείου

Γ απογείωσης από την πραγµατικότητα». Στη συνέχεια το λόγο πήρε η Μαρίνα Λαµπράκη και µίλησε για την αποστολή της γλυπτικής ως τέχνης «του δήµου, της πολιτείας, που εκφράζει καλύτερα από κάθε άλλη τους δηµοκρατικούς θεσµούς». Η κ. Λαµπράκη µιλώντας για τον καλλιτέχνη είπε πως έχει πάθος και έκανε µια εκτενή αναφορά σε µια σειρά έργων του, καµωµένα από «ιδιαίτερα» υλικά, όπως για παράδειγµα τα ξύλα της στέγης από το καµένο κτίριο της πρυτανείας του ΕΜΠ στην Πατησίων. Μίλησε επίσης για την εκτός Ελλάδας υπόσταση του έργου του Θ. Παπαγιάννη, ο αναπληρωτής πρέσβης της Γερµανίας στην Ελλάδα Γκι Ντελακρουά, τονίζοντας, µεταξύ άλλων, ότι η φήµη του ξεπερνάει τα όρια της πατρίδας του, αλλά τώρα που τη βλέπει αυτός από κοντά, διαπιστώνει από που αντλεί ο Θόδωρος τη δύναµη του. Ο κ. Ντελακρουά παραλλήλισε τη δηµιουργία του γλύπτη µε το µύθο της γέννησης των Τιτάνων, µε τη σπορά των βράχων και κατέληξε «είναι τιµή µου να αποκαλώ αυτόν τον άνθρωπο φίλο µου». Για το έργο του ως γλύπτη αλλά και για την τριάντα εννιάχρονη θητεία του στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, ως εκπαιδευτικού και καθηγητή, µίλησε ο καθηγητής της Ζωγραφικής και πρύτανης της ΑΣΚΤ κ. Τριαντάφυλλος Πατρασκίδης. Τελευταίος στη σειρά, µίλησε ο ίδιος ο δηµιουργός, φανερά συγκινηµένος: «Το µουσείο είναι για τον κόσµο και δεν υπάρχει αν δεν το δει ο κόσµος. Ευχαριστώ όσους βοήθησαν. Είναι το µουσείο των ταπεινών, των βοσκών, των χωριανών µου...».

ια την υποβοήθηση του έργου του Μουσείου και µε πρωτοβουλία Αποδήµων Ηπειρωτών, δηµιουργήθηκε ο Όµιλος Φίλων του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης «Θόδωρος Παπαγιάννης», ο οποίος έχει 46 ιδρυτικά µέλη και διοικείται από πενταµελή Προσωρινή Επιτροπή, µέλη της οποίας είναι οι Λευτέρης Γείτονας, Παναγιώτης Νούτσος, Λαοκράτης Βάσης, Τάσος Χατζής και Βασίλης Παπαϊωάννου. Νέα µέλη του Οµίλου µπορούν να εγγραφούν µετά από την έγκριση του καταστατικού από το Πρωτοδικείο, περί τα τέλη Νοεµβρίου 2009. Το Μουσείο είναι ανοικτό καθηµερινά, πλην ∆ευτέρας, από τις 10.00 π.µ. µέχρι 4.00µ.µ., η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό και τα έσοδά του προέρχονται από τη διάθεση του καταλόγου των εκθεµάτων, τη διάθεση αφισών και την πώληση µικρογλυπτών του δωρητή γλύπτη. Ας ευχηθούµε όλοι το Μουσείο να είναι καλοτάξιδο$ Βασίλης Παπαϊωάννου

∆είτε την ιστοσελίδα του

χωριού µας στο Internet, στη διεύθυνση: www.doliana.net Εκεί µπορείτε να διαβάσετε

πλέον και την εφηµερίδα µας “∆ΟΛΙΑΝΙΤΙΚΑ ΝΕΑ” και σε ηλεκτρονική µορφή, την οποία επιµελήθηκε ο Γιώργος Σάµπαλης.

Δολιανίτικα Νέα Ιούλιος ,Αύγουστος, Σεπτέμβριος 2009  

Η εφημερίδα "Δολιανίτικα Νέα" Εκδοση ούλιος ,Αύγουστος, Σεπτέμβριος 2009

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you