Issuu on Google+

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΤΕΛ(Ε)ΙΤΣΑΣ παραμύθι


Τ

ι έχεις , τελίτσα μου, και είσαι τόσο χάλια; Ρώτησε η κυρία Στίξη την κόρη της, όταν το μεσημέρι μαζεύτηκαν όλα τα σημείαπαιδιά της στο σπίτι τους, στη οδό βιβλιοθήκης σχολείου και γραμματικής 1, για να ξεκουραστούν. - Είμαι θυμωμένη, είμαι κατάκοπη, ταλαιπωρημένη, εξουθενωμένη, όλα τα κακά είμαι. Από τότε που μετακομίσαμε στο σχολείο άρχισαν και τα βάσανά μου. Όλοι με μένα έχουν να κάνουν: «βάλτε τελεία», «δεν έβαλες τελεία», «πρέπει να σταματάς πού και πού το λόγο σου βάζοντας τελεία» λένε συνέχεια οι δάσκαλοι, όταν οι μαθητές με ξεχνάνε στα γραπτά τους και δοσ’ του με κοκκινίζουν σαν λάθος-και δεν μου πάει καθόλου το κόκκινο έτσι στρουμπουλή που είμαι- κι οι μαθητές απ’ την άλλη, υπάκουοι και με θέληση να γίνονται καλύτεροι, όταν με βάζουν, με πιέζουν τόσο πολύ με τα μυτερά, φρεσκοξυσμένα μολύβια τους, που είμαι έτοιμη να εκραγώ. Και το άλλο; που με βάζουν σε διάφορες θέσεις κάθε φορά; Άλλες φορές ψηλά, στον αέρα. Μου δώσαν και επίσημο όνομα για να μου χρυσώσουν δήθεν το χάπι: άνω τελεία, λένε, κι εγώ μόνο ξέρω πώς αντέχω ώρες αυτό το άνω και δεν κατρακυλάω να τα παρασύρω όλα. Το μόνο λίγο καλό είναι όταν μπαίνω διπλή ( :πάνω-κάτω) κι αλλάζω καμιά κουβέντα με τη δίδυμη αδερφή μου, αλλά κι αυτό σπάνια συμβαίνει.


Σταματημό δεν έχω. Ούτε μια στιγμή χαλάρωσης. Και να φανταστείς ότι δουλεύω υπερωρίες, αφού δεν έχω να κάνω μόνο με έναν, αλλά με άπειρους μαθητές όλων των τάξεων του δημοτικού παρακαλώ. Τι καλά που μέναμε παλιά στο σπίτι του συγγραφέα! Ένας κουμαντάρεται εύκολα. Συνετός και καλός γνώστης της γλώσσας ήξερε πότε να με χρησιμοποιήσει. Άσε που απ’ το ένα βιβλίο του στο άλλο περνούσε αρκετός καιρός διακοπών μέχρι να πιάσω πάλι δουλειά. Θέλω να φύγω. Δεν αντέχω άλλο. -Μη στενοχωριέσαι, κοριτσάκι μου. Είσαι πολύ σημαντική και γι’ αυτό όλοι, όπως λες, έχουν να κάνουν με σένα. -Και ποια η σπουδαιότητά μου, παρακαλώ; Που τρέχω συνέχεια χωρίς να παίρνω ανάσα; Απ’ όλα τ’ αδέρφια μου είμαι η μόνη που δεν έχω καθόλου χρόνο για να ξεκουραστώ. Ίσα που προλαβαίνω να παίξω λίγο με τον αδερφό μου, το κόμμα (,), γιατί κι αυτός δε δουλεύει συχνά.Τις περισσότερες φορές τον ξεχνάνε, γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν χρόνο για καθυστερήσεις κι έτσι έχει χρόνο για παιχνίδι.


Και τα άλλα αδέρφια μου τι κάνουν παρακαλώ; Κάθονται. -Ποια εννοείς; ρώτησε η κυρία Στίξη, μόλις παρατήρησε τόνο κακίας στα λόγια της τελείας για τ’ αδέρφια της. -Το θαυμαστικό και ερωτηματικό (! ;) εννοώ. Μόνο βαρύγδουπα ονόματα έχουν και τίποτα δεν κάνουν. Και γιατί να λεγονται έτσι, αφού, αν δεν υπήρχα εγώ, δε θα σχηματίζονταν καθόλου; -Δε σε καταλαβαίνω. -Να, το θαυμαστικό σχηματίζεται από μια κάθετη γραμμή κι εμένα και το ερωτηματικό από το κόμμα κι εμένα πάλι. Δεν είναι άδικο να μην αναφέρομαι λίγο κι εγώ στ ονόματά τους; -Πώς να λέγονται δηλαδή; -Να, το θαυμαστικό να λέγεται καθετοτελεία και το ερωτηματικό κομματοτελεία! -Μην είσαι παράλογη, τελίτσα μου, και ν’ αφήσεις ήσυχα τ’ αδέρφια σου. Ιδιαίτερα αυτά τα δύο που ανάφερες κάνουν ένα έργο εξίσου σημαντικό με το δικό σου. Αυτά τα δυο δηλώνουν συναισθήματα των ανθρώπων, όπως το θαυμασμό και τις απορίες τους, οπότε δίκαια τους δόθηκαν ξεχωριστά ονόματα. Αν δεν υπήρχαν αυτά θα δυσκόλευε η επικοινωνία των ανθρώπων.


Τι να πουν τα κακόμοιρα τα αποσιωπητικά(…), που μ’ αυτά τίποτα ολοκληρωμένο δεν αφήνουν οι άνθρωποι; Τα βάζουν στο τέλος μιας μισοτελειωμένης φράσης και τα υπόλοιπα, λένε, εννοούνται, συνεχίζονται. Ψάξε-γύρευε τι. Ό,τι θέλει ο καθένας. Αυτά να μη νιώθουν παραπεταμένα και παρεξηγημένα; Ρώτησε η κυρία Στίξη ελπίζοντας με όλα αυτά να κάμψει το θυμό της τελείας. -Δε θέλω ν’ ακούω γι’ αυτά ούτε λέξη. πότε χρησιμοποιούνται; Σχεδόν ποτέ!!! Κι όλο παίζουν και τα τρία μες στην καλή χαρά! Και είναι κι άδικο πάλι να είναι κι αυτά τρεις φορές εγώ και πάλι να μην αναφέρομαι καθόλου. Να λέγονταν τουλάχιστον τριτέλεια, θ’ άλλαζε κάπως το πράγμα.

Όσο για τα υπόλοιπα αδέρφια μου, μη μιλήσω καλύτερα. Όχι θα μιλήσω. θα τα πω όλα γιατί θα σκάσω. Έχουμε και λέμε, λοιπόν: Η κυρία Παυλίτσα(-), η αρχόντισσα, όλο ξάπλα και ραχάτι, κοιμάται του καλού καιρού. Μόνο σε διαλόγους τη χρησιμοποιούν, αλλά ποιος κάνει διαλόγο στις μέρες μας που όλοι τρέχουν σαν τρελοί; Κανένας.


Κι η Σούλα, η παρένθεση (()) ακόμα πιο τυχερή. Ψηλή (από πού πήρε αυτό το παιδί και βγήκε ψηλό, άλλο θέμα αυτό) και κουτσομπόλα. Μπαίνει, λέει, όταν κάτι το θεωρούν λιγότερο σημαντικό. Χα χα χα!!! Ας γελάσω. Και τι θεωρούν ασήμαντο από τα λόγια τους οι άνθρωποι έτσι εγωιστές που είναι για να το βάλουν σε παράνθεση; Τίποτα. Οπότε αντιλαμβάνεσαι για τι διακοπές μιλάμε. Διαρκείας. Αλλά κι όταν συμπτωματικά και τελείως τυχαία, δουλέψει, ψηλή όπως είναι , ακούει και βλέπει ό,τι συμβαίνει στη σειρά της, αλλά και σ’ όλο το κείμενο. Και ύστερα καυχιέται για τις γνώσεις και το επίπεδό της, η ψωνισμένη!

-Υποψιάζομαι ότι θα πάρει η μπόρα και τα τετράδυμα, πρόσθεσε τρομαγμένη απ’ το θυμό της τελείας η κυρία Στίξη. -Πολύ σωστά υποψιάζεσαι. Ούτε και τα εισαγωγικά («…») δουλεύουν πολύ και το παίζουν και αριστοκράτες , γιατί φυλάνε ανάμεσά τους, λένε, λόγια σοφών ανθρώπων, φιλοσόφων και βάλε. Πότε τα βάζουν; Ποτέ. Αν πλησίαζε κανείς το αυτί του κοντά τους, θα καταλάβαινε ότι διασκεδάζουν και την ώρα της δουλειάς τους. ψου-ψου-ψου και μουμου μου είναι όλη την ώρα, γιατί ,βλέπεις , πάνε δυο-δυο: δυο στην αρχή και δυο στο τέλος της σοφής φράσης. Και δε φτάνει αυτό, αλλάζουν και θέσεις μεταξύ τους, όταν βαριούνται, οπότε μη μου πεις ότι πλήττουν και κουράζονται!


Ουφ! Τα είπα και ξαλάφρωσα λιγάκι. -Τέλειωσες, τελίτσα μου, για να πάρω κι’ εγώ σειρά; ρώτησε η κυρία Στίξη που άκουγε τόση ώρα υπομονετικά τα παράπονα της κόρης της. Είμαι θυμωμένη μαζί σου, γιατί κατηγορείς άδικα τ’ αδέρφια σου χωρίς να φταίνε αυτά σε τίποτα. Κάθε πλάσμα,κορίτσι μου, δημιουργήθηκε και είναι προορισμένο για κάτι μοναδικό και ξεχωριστό. Να είσαι σίγουρη ότι τ’ αδέρφια σου δεν κάνουν τίποτε λιγότερο απ’ αυτό για το οποίο είναι προορισμένα. -Εγώ, για τι είμαι προορισμένη , μαμά; Για να μπαίνω πάντα στο τέλος; Και να μην έφτανε μόνο αυτό, κρυώνω κιόλας έτσι χαμηλά που είμαι κάτω απ’ τη σκιά του πρώτου γράμματος της πρότασης που ακολουθεί που, ανάθεμα σ’ αυτόν που το έβγαλε, πρέπει να είναι, λέει, πάντα κεφαλαίο. -Εσύ κοριτσάκι μου, δημιουργήθηκες για κάτι πολύ σημαντικό. Είσαι η αρχή και το τέλος. -Το τέλος, είπαμε! -Κι η αρχή, τελίτσα μου,αφού αν δεν υπήρχες δε θα μπορούσε να αρχίσει η επόμενη σκέψη. Μ’ εσένα ολοκληρώνονται οι σκέψεις και μ’ εσένα αρχίζουν οι επόμενες, μέχρι κι αυτές να ολοκληρωθούν πάλι μ’ εσένα. Αυτό άλλωστε σημαίνει και τ’ όνομά σου. Τελεία. Δηλαδή ολοκλήρωση, τελειότητα. Ορίζεις την αρχή και το τέλος κι’ αυτός ο αέναος κύκλος οδηγεί στη δημιουργία και την εξέλιξη του κόσμου. -Αχ, μαμά, τι ωραία που τα λες! Ε…ε… τότε, αφού είμαι όλ’ αυτά μπορώ ν’ αλλάξω τ’ όνομά μου; ρώτησε η τελίτσα με απορία και κρυφό ενθουσιασμό. -Άντε πάλι! Και πώς θέλεις να σε λένε δηλαδή; -Θεά!!!!!!!!

ΤΕΛΟΣ


*πουαντιγισμός = ζωγραφική με τελείες



ΠΑΡΑΜΥΘΙ