Page 1

Τζουκ μποξ

Λ

οιπόν έχω παράπονα απ΄ το Δημιουργό κι αν μου το επιτρέψει θα του πω πως για μηχανικός δεν έλεγε και σπουδαία πράγματα. Είμαστε η μόνη μηχανή που πριν καλά καλά στρώσει κι αρχίσει ν αποδίδει, μαθαίνει ότι μια μέρα, θες από φλάντζα, θες από κεφαλή ή

στρόφαλο ή λάδια ή μπουζί θα πάψει πια να λειτουργεί και τίποτα μα τίποτα δεν

θα μπορεί να την ξαναβάλει μπρος, ούτε καν ο Δημιουργός της, αν υποθέσουμε ότι τραβάει έστω και μια μικρή σκοτούρα για τα δημιουργήματά του. Αλλά δε είναι τώρα το παράπονό μου γι’ αυτή την κορυφαία και καθοριστική του βασανισμού μας ατέλεια, αλλά για μια επί μέρους λειτουργία, τη μνήμη. «Καθόμασταν μπροστά απ΄ τα τραπέζια για να βλέπουμε τα μπούτια της τραγουδίστριας» άκουσα ένα φίλο να λέει σε μια συζήτηση για τα παιδικά μας

χρόνια στο χωριό κι άρχισα αμέσως να σκαλίζω τα τεφτέρια της μνήμης μου για να τα θυμηθώ κι εγώ, γιατί, τι διάβολο, για να μαζευόμαστε μπροστά μπροστά

για να τα βλέπουμε θα ήταν ωραία ή έστω θα φαίνονταν ωραία σε μας. Άλλωστε, τότε, ο εικοστός αιώνας ήθελε ακόμη περισσότερο απ΄ το ένα τρίτο της διάρκειας του για να τα τινάξει και μπούτια γυναικεία δεν έβλεπες κι εύκολα, τουλάχιστον στο χωριό. Τελικά όχι μόνο δεν κατάφερα να θυμηθώ τα μπούτια της

τραγουδίστριας, που είναι το σπουδαίο στην ιστορία, ή τ’ όνομά της, που είναι το ασήμαντο,

αλλά δεν μπόρεσα να θυμηθώ ούτε αν ήταν ο Μαρκάκης ή ο

Μπακάλης κείνος ο Μπάμπης που τραγουδούσε τότε στο καφενείο του Κιτσέα, στην πλατεία των Βασιλικών, στο πανηγύρι μας. Αντί γι αυτό η ελαττωματική λειτουργία για την οποία παραπονιέμαι, η μνήμη, έφερε στο μυαλό μου άλλους,

που ήταν νέοι και μπορεί να τους έλεγαν Μπάμπη, Γιώργο, Γιάννη, Ηλία, Στέλιο

ή Θανάση, να χορεύουν ζεϊμπέκικο κάτω απ’ το πλάτανο, στην άλλη πλατεία,


στα Χάνια, κι όχι με το τραγούδι κάποιου Μπάμπη, που μπορεί να ήταν ο Μπακάλης ή ο Μαρκάκης, αλλά απ΄ 45άρια, που έπαιζε το τζουκ μποξ στο

καφενείο του Αχιλλέα του Δούμπλιου κι όχι με φόντο τα μπούτια μιας τραγουδίστριας, αλλά τα σμάρια των μαθητριών του γυμνασίου, που μαζεύονταν εκεί για να πάρουν τα λεωφορεία του ΚΤΕΛ και να γυρίσουν στα χωριά τους. Κι ήταν πολλοί κι είχαν όλοι μονόχρωμα πουκάμισα, θαλασσιά, κίτρινα, βεραμάν κι

είχαν παντελόνια με καμπάνα, που εξαφάνιζε τα παπούτσια τους κι είχαν, αρκετοί, μακριά μαλλιά και φαρδιές ζώνες στα παντελόνια κι ήταν μεσημέρι που γίνονταν αυτά, εκεί γύρω στις δυο, κι έπιναν ρετσίνα και μπύρα, κι έπεφταν τα φράγκα ή τα δίφραγκα στη σχισμή του τζουκ μποξ, που κείνες τις στιγμές είχε

την ίδια γλύκα με τη σχισμή που επιθυμούσαν και που για χάρη της στροβιλίζονταν, διπλώνονταν κι αναπηδούσαν, με τα πουκάμισα ξεκούμπωτα σχεδόν μέχρι τον αφαλό, και τα χέρια τους διάπλατα ανοιχτά, έτοιμοι ν

αγκαλιάσουν αυτό που λαχταρούσαν ή αλλιώς να το ξορκίσουν κι αν κι αυτό δεν

ήταν μπορετό, να το λειάνουν, να το ημερέψουν για να μπορούν να το κουβαλούν μέσα τους χωρίς να τους γδέρνει τα σωθικά μέχρι την επόμενη, που πάλι το θηρίο θα βρυχιόταν και πάλι την ανάγκη τους για τη σχισμή που λαχταρούν, θα

την εκτόνωναν ρίχνοντας δραχμές στη σχισμή του τζουκ μποξ κι ο Μιχαλόπουλος θα έχει την τιμητική του, τη μια με το διαβολάκο που έβαζε και ξανάβαζε την

ουρά του και την άλλη γιατί βάδιζε και παραμιλούσε με τη συμφορά του και ο

Καζαντζίδης φυσικά με τη θεατρίνα του, φωτογραφία που είμαστε αγκαλιά και τις νυχτερίδες και τις αράχνες κι ο Ρεπάνης με τη διπρόσωπη κι άλλοι πολλοί,

χαμένοι σήμερα στα σκοτάδια της μνήμης, που μόνο ένα σύγχρονο τζουκ μποξ, σαν το γιου τιουμπ, θα κατάφερνε να βρει και ν ανασύρει. Έτσι Δημιουργέ μου ήθελα τη μνήμη, σαν το τζουκ μποξ που συντρόφεψε τις στιγμές της εφηβείας μου, εκεί στο καφενείο του Αχιλλέα με τις μπεζ φορμάικες στα τραπέζια και τις ανάλογες καρέκλες, που μάζευε νέους και

μικρότερους και πρόσφερε τη μουσική και μάλιστα με την τελετουργία της διείσδυσης σε μια σχισμή κι άλλες στιγμές τουλούμπες, ροξ και σοκολατούχο αγνό

σε διάφανο πλαστικό μπουκαλάκι με αλουμίνιο στο στόμιο και στη γωνιά τα ποδοσφαιράκια με τις

φωνές, με τις βρισιές και τους πανηγυρισμούς που τα

συνόδευαν, την κάπνα των τσιγάρων που την έκανε μαγικότερη η διάσταση της

παρανομίας, αφού ο φόβος να σε δουν τα λάθος μάτια ήταν συνεχώς παρόν, και την κατάνυξη του άβατου, αφού το μόνο θηλυκό που έμπαινε εκεί ήταν η ιδιοκτήτρια,

και

την

δοξολογία

των

θηλυκών

που

απουσίαζαν

μα

ήταν

βασανιστικά παρούσες, κάθε άβατο κι η λατρεία του, αφού εκτός από τις ώρες του ποδόσφαιρου, εκεί και μια από τις πρώτες τηλεοράσεις του χωριού, τις υπόλοιπες

όταν γίνονταν συζητήσεις το κυνήγι των θηλυκών κυριαρχούσε και φυσικά το ψέμα κι η υπερβολή έκανε τους δήθεν ή πράγματι γνωρίζοντες να φουσκώνουν σαν κούρκοι και τους μικρότερους να πνίγονται από το ήδη πολύ άγχος τους. Έτσι λοιπόν Δημιουργέ μου ήθελα τη μνήμη, σαν το τζουκ μποξ. Να κάθομαι μπροστά στο γυάλινο θόλο του, να διαβάζω τις στήλες με τις αναμνήσεις,


να ρίχνω το κέρμα στη σχισμή, να διαλέγω αυτή που θέλω πατώντας γράμμα και αριθμό, να παρατηρώ με αδημονία την κυκλική κίνηση του μηχανισμού, ν

ακούω το κρακ του βραχίονα να γραπώνει αυτή που θέλω και να ακουμπάει στο πλατό. Έτσι θα έβρισκα αμέσως αν ο Μπάμπης ήταν ο Μαρκάκης ή ο Μπακάλης

και βέβαια θα έβλεπα κι εγώ τα μπούτια της τραγουδίστριας, για τα οποία αψηφούσαμε φωνές κι απειλές κι αραδιαζόμασταν μπροστά απ΄τα τραπέζια για να

τα βλέπουμε χωρίς εμπόδια και κυρίως θα έβλεπα, χωρίς αμφιβολίες, όλα όσα μ έκαναν αυτό που είμαι. Έτσι θα ήθελα τη μνήμη, σα το τζουκ μποξ!


«Π

ΑΝΤΙ ΕΠΕΤΕΙΑΚΟΥ άμε μια βόλτα στο Τύμβο της Μακεδονίτισσας και στα Φυλακισμένα Μνήματα» μου έλεγε στο τηλέφωνο η φωνή

του

Βαγγέλη.

Φίλος

και

μερικούς

μήνες

παλιότερος από μένα στη Κύπρο, σκέφτηκε ότι η

πρώτη του Οκτώβρη, η μέρα της Ανεξαρτησίας του νησιού από την αγγλική

κυριαρχία, ήταν η καταλληλότερη για μια ξενάγηση σε δυο μνημεία της πιο πρόσφατης ιστορίας του Ελληνισμού. Περιμένοντας να περάσει να με πάρει,

σκάλιζα τη μνήμη μου μήπως και κρατούσε κάτι κρυμμένο για τους δυο

προορισμούς που είπε ο Βαγγέλης. Κάτι λίγα θυμήθηκα για τον Τύμβο κι αυτά από ένα μυθιστόρημα που διάβασα πρόσφατα με τον τίτλο «Κόκκινο στη Πράσινη

Γραμμή» του Γκουρογιάννη, όπου ο συγγραφέας μας θύμιζε ότι το 1974 στην Κύπρο δεν συνέβησαν κάποια γεγονότα, όπως συνήθως τα αναφέρουμε, αλλά ότι

εκεί έγινε πόλεμος κανονικός, όπου οι Έλληνες υπέστησαν ήττα οδυνηρή, όπου έπεσαν κορμιά νέων ανθρώπων, ανθρώπων των οποίων ο θάνατος όχι μόνο

μένει αδικαίωτος, αλλά αποσιωπάται κιόλας από την επίσημη ιστορία και την συνείδηση μας , λες και δεν αφορά εμάς, λες και δεν ήταν οι άνθρωποι της διπλανής πόρτας αυτοί που θυσιάστηκαν, λες και δεν ήταν γονείς τους κάποιοι από εμάς. Όχι γεγονότα λοιπόν αλλά πόλεμος. Πόλεμος με ανθρώπους που χάθηκαν για πάντα και άλλους που κουβαλούν το στίγμα του πολέμου και τη μυρωδιά του αίματος στο πετσί τους σαν τατουάζ ανεξίτηλο. Αυτά θυμήθηκα για τον Τύμβο της Μακεδονίτισσας, αλλά για τα «φυλακισμένα μνήματα» τίποτα. «Και τι είναι αυτά που πάμε να δούμε ρε;» τον ρώτησα από

τη θέση του συνοδηγού έχοντας το νου μου συνεχώς στα εκατοντάδες αυτοκίνητα που κινούνταν ανάποδα στο δρόμο και φαίνονταν σαν να ήταν έτοιμα να πέσουν πάνω μας. «Έλα ρε, στον Τύμβο είναι θαμμένοι όσοι ήταν στο αεροπλάνο που

ρίξαμε μόνοι μας κατά λάθος το καλοκαίρι του ΄74 κι άλλοι που έπεσαν εκεί κοντά, έγιναν λυσσασμένες μάχες σώμα με σώμα, ήταν κοντά το αεροδρόμιο της

Λευκωσίας, θα δεις.» «Και τα φυλακισμένα μνήματα;» επέμενα εγώ. «Είναι μέσα στις φυλακές της Λευκωσίας κι είναι ένα μικρό μέρος όπου οι Άγγλοι έθαψαν τους αγωνιστές της ΕΟΚΑ που απαγχόνισαν. Ούτε εγώ έχω πάει εκεί». Η Μακεδονίτισσα είναι σήμερα ένα ωραίο κι ακριβό προάστιο της Λευκωσίας. Ο Τύμβος είναι σ’ ένα μικρό ύψωμα, στο αριστερό πλάι του δρόμου, που οδηγεί από

τη Λευκωσία. Κοιμητήρια είναι. Κοιμητήρια όπου αναπαύονται για πάντα άνθρωποι που καλά καλά δεν πρόλαβαν καν να ονειρευτούν. Άνθρωποι που

σκοτώθηκαν άδικα, όχι μόνο γιατί βρέθηκαν σ’ ένα πόλεμο, που τον προκάλεσε η αφροσύνη και η ανοησία κάποιων ηλιθίων, αλλά και γιατί σκοτώθηκαν από τα πυρά των φίλων τους, από τα πυρά αυτών που τους περίμεναν πως και πως ως βοήθεια.


Καθώς περπατούσα στους διαδρόμους του κοιμητήριου, διαβάζοντας τα ονόματα και τις ηλικίες των νεκρών, ήρθαν πολλά στο μυαλό μου. Ήρθαν εικόνες του

1974, όταν ο δρόμος μπροστά στο σπίτι μου μέχρι το γυμνάσιο ήταν γιομάτος κόσμο

που

επιστράτευσης,

πηγαινοέρχονταν, κόσμος όταν

με

το

που

δεκατετράχρονο

βρέθηκε μυαλό

εκεί

μου

εξαιτίας

προσπαθούσα

της να

καταλάβω, πως και γιατί θα πρέπει να πάνε όλοι αυτοί να πολεμήσουν, ψίθυρους αλλά και φωνές για τους υπεύθυνους της χούντας που είχαν προκαλέσει

το κακό, ψίθυρους αλλά και φωνές για τον «κόκκινο παπά», τον Μακάριο που

είχε προδώσει τον αγώνα των Κυπρίων για την ένωση με την Ελλάδα και διάφορα άλλα. Μπήκαμε ξανά στο αυτοκίνητο με τη διάθεση μου πιο βαριά κι από μολύβι και «ξέρεις, σαν και μας είχαν έρθει κάποτε εδώ, είτε για το μισθό που είναι καλός,

είτε γιατί ήταν έμπιστοι, είτε γιατί απλά τους έστειλαν και δεν γύρισαν ποτέ και το χειρότερο είναι ότι κανείς δεν τους αναγνώρισε ότι πολέμησαν και μένουν όλοι, δίκαιοι και άδικοι, με το στίγμα της προδοσίας του τελευταίου τμήματος

τους εκτός των κρατικών μας συνόρων ελληνισμού» είπα μεγαλόφωνα στο Βαγγέλη μια από τις σκέψεις μου λίγο πριν βρεθούμε έξω από τη πύλη των φυλακών της Λευκωσίας. Μετά από λίγο στέκομαι μπροστά στο ικρίωμα, τριγύρω οι φωτογραφίες των εννιά απαγχονισμένων και στ’ αυτιά μου η φωνή του 70χρονου αγωνιστή της ΕΟΚΑ, που τότε ήταν φυλακισμένος στον ίδιο χώρο «ήταν τρεις οι αγχόνες. Τη

μία τη βλέπετε εδώ, την άλλη την έχουμε στο μουσείο του Αγώνα και την τρίτη

την πήρε ενθύμιο ο δήμιος». Ανατριχιάζω. Κρέμασε εννιά παιδιά και πήρε για

ενθύμιο το σκοινί της αγχόνης, κι ήταν πολίτης της επαιρόμενης για την δημοκρατία

και

τον

πολιτισμό

της

Αγγλίας!

Αυτό

όμως

δεν

είναι

το

συγκλονιστικότερο εκεί μέσα. Ούτε η ανοιχτή καταπακτή που κατάπινε τα νεανικά κορμιά προκαλώντας θάνατο ακαριαίο. Το συγκλονιστικότερο είναι οι

ηλικίες των αγωνιστών που κρεμάστηκαν για το όνειρο μιας ελεύθερης πατρίδας. Ο μεγαλύτερος είκοσι τεσσάρων χρόνων, ο μικρότερος δέκα εννιά. Οι εφτά άλλοι είκοσι δυο. Διασχίζουμε ένα μικρό ανοιχτό χώρο, θα ΄ναι δε θα ναι 10 μέτρα, και στεκόμαστε μπροστά

σε

μια

μικρή

πόρτα. Ο «ξεναγός» μας

μιλά

αργά,

χαμηλόφωνα,

σταθερά. «Είμαι παντρεμένος με την αδελφή του Παναγίδη» του ενός από τους απαγχονισμένους. «Τους κρεμούσαν μεσάνυχτα. Μόνο ο παπάς που τους διάβαζε

λίγο πριν την εκτέλεση τους έβλεπε. Κανείς άλλος. Ο ίδιος παπάς, εδώ μπροστά σ’ αυτή τη πόρτα, όταν τους κατέβαζαν από την αγχόνη, τους διάβαζα μιαν

ευχή». Ανοίγει τη μικρή πόρτα και βρισκόμαστε μπροστά σε δεκατρείς σταυρούς. «Εδώ τους έθαψαν τους εννιά κι άλλους τέσσερις που σκοτώθηκαν σε μάχες .

Εδώ κι ο τάφος του Γρηγόρη Αυξεντίου. Τον έκαψαν ζωντανό μέσα στη σπηλιά

που ήταν οχυρωμένος και τους πολεμούσε μόνος .» Φυλακισμένα Μνήματα λοιπόν γιατί είναι μέσα στη φυλακή, δίπλα στο τόπο που μαρτύρησαν. «Όχι, δεν ήταν

όπως τα βλέπετε. Όταν έφυγαν οι Άγγλοι, εδώ ήταν ένα χορταριασμένο μέρος. Βρήκαμε όμως ένα σχεδιάγραμμα, που έδειχνε τις θέσεις των νεκρών. Ούτε


σταυροί, υπήρχαν ούτε τάφοι. Εμείς βάλαμε τους σταυρούς με βάση το σχεδιάγραμμα».

Δεν καταφέρνω να μείνω οργισμένος με τους άγγλους, γιατί η οργή για τον εαυτό μου και η ενοχή μου είναι ισχυρότερη. Ενοχή γιατί έπρεπε να με φέρουν οι συγκυρίες στην Κύπρο για να μάθω για τα φυλακισμένα μνήματα, ενοχή γιατί

έχω δυο παιδιά που είναι στην ηλικία αυτών που κρεμάστηκαν για να είναι Έλληνες και ποτέ δεν τους είπα τίποτα, ενοχή γιατί ανέχομαι μια πολιτεία που

ζητάει από εικοσάχρονους να την υπηρετήσουν ως στρατιώτες χωρίς να έχει τον τρόπο να τους μάθει γιατί αξίζει αυτό, ενοχή γιατί ανέχομαι μια παιδεία που κάνει τη σφαγή στη Σμύρνη συνωστισμό, εξαφανίζει ένα πόλεμο και τους

εικοσάχρονους που έχασαν τη ζωή τους γιατί τάχα μου δεν τη συμφέρει πολιτικά και αποσιωπά τον αγώνα και τη θυσία ανθρώπων που σήμερα θα ήταν ακόμη ανάμεσά μας, τον αγώνα και τη θυσία τους για να είναι Έλληνες.

Πριν σκεφτείτε διάφορα του συρμού, που έχουν μετατρέψει σε εθνικισμό, κάθε

αναφορά σε πατρίδα και ιστορία, και μιας και τις σκέψεις τις προκάλεσαν η επέτειος του ΟΧΙ και οι λόγοι που όλοι για μια ακόμη φορά θα ακούσατε, βάλτε το χέρι σας στη καρδιά και αναρωτηθείτε αν ο Τύμβος της Μακεδονίτισσας, τα

Φυλακισμένα Μνήματα, και τα ονόματα, Μιχαήλ Καραολής, Ανδρέας Δημητρίου (απαγχονίστηκαν Χαρίλαος

Μιχαήλ

μαζί

10-5-1956), Ανδρέας Ζάκος,

(απαγχονιστήκαν

μαζί

Ιάκωβος Πατάτσος,

9-8-1956), Κουτσόφτας Μιχαήλ,

Μαυρομάτης Στέλιος, Παναγίδης Ανδρέας (απαγχονίστηκαν μαζί 21-9-1956),

Ευαγόρας Παλληκαρίδης (19 χρόνων απαγχονίστηκε μόνος 14-3-1957), Μάρκος Δράκος, Γρηγόρης Αυξεντίου, Κυριάκος Μάτσης, Στυλιανός Λένας σας λέει κάτι και τι είναι αυτό.


Η

ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ ζέστη σ’ αυτή τη πόλη είναι λευκή, υγρή και πηχτή. Καθώς τη διασχίζεις κολλάει πάνω σου και κρέμεται πίσω σου, όπως η καλοχτυπημένη μαρέγκα κάτω απ’ το πιρούνι. Περπατάς και τη σέρνεις. Και μαζί της κτίρια, αυτοκίνητα κι ανθρώπους. Στα ρεκόρ

Γκίνες θα διέπρεπες αν κατέγραφε κάποιος το βάρος που κουβαλάς. Στ΄αλήθεια εξαντλητικό. Όσο και γυμνασμένος να είσαι, μια ολόκληρη πόλη είναι αυτή. Γι’ αυτό και δε σου κάνει εντύπωση που τόσοι και τόσοι,

νέοι και άλλοι, που

έπαψαν από καιρό να είναι τέτοιοι, βρίσκονται στα καφέ της παραλίας, χυμένοι

σε καρέκλες και πολυθρόνες, όλη τη διάρκεια της μέρας. Βαριεστημένοι,

αποκαμωμένοι, πίνουν το ελληνικής έμπνευσης και πατέντας φραπόγαλο και το εσχάτως ελαύνον φρέντο. Μιλάνε χωρίς να βλέπουν το συνομιλητή τους, χαμηλόφωνα, σα να φοβούνται μη τους ακούσουν, με τα μάτια τους καρφωμένο

απέναντι, στη Περαία και στο Μπαχτσέ, αγαπημένη παραλία όσων Ελλήνων

παλινόστησαν ή μετοίκησαν από τους παράδεισους του ανύπαρκτου πλέον υπαρκτού σοσιαλισμού, όσων επίσης δήλωσαν Έλληνες προσβλέποντας σε μια καλύτερη τύχη, κι όσων απλά ήρθαν ίσαμε εδώ, νόμιμα ή παράνομα,

για το

μεροκάματο. Στην παραλία της πόλης λοιπόν, τη λένε και Νίκης, σε ανάμνηση

εποχών που λένε ότι ήταν αλλιώς, των ανθρώπων το βλέμμα απλανές, λίγο θαμπό ή αποχαυνωμένο. Τους βλέπεις κι αναρωτιέσαι αν είναι σε θέση ακόμη και να καυλώσουν. Καθώς το βάρος, που η μαρέγκα σέρνει πίσω σου, όλο κι

αυξάνεται, ορκίζεσαι πως αποκλείεται να μπορούν, κι ας είναι τα πόδια άφθονα,

καλογυαλισμένα, θαρρείς και οι παλιοί λουστραδόροι άλλαξαν περιοχή, και σφιχτά και ελαστικά, σαν καλοδουλεμένο καουτσούκ και τα στήθια λαμπερά και

αποκεκαλυμμένα να κοιτάζουν ψηλά και να αναρωτιούνται τι άλλο πρέπει να κάνουν για ν’ ασχοληθεί κάποιος μαζί τους. Σέρνεσαι πια κι ας μην έχεις κάνει ούτε διακόσια μέτρα. Απ’ το λιμάνι ξεκίνησες κι ίσα που έφτασες ως τον Τότη,

αλλιώς τον λένε τώρα και τον έκαναν και κόκκινο. Λίγο πιο πέρα ήταν το Κορφού και θυμάσαι το σερβιτόρο, που καθώς, πριν από 30 σχεδόν χρόνια,

κρατούσες στην αγκαλιά σου τη Χ σου ψιθύρισε «πιο σεμνά κύριε». Μεγάλη

απόσταση διάνυσες, αλλά μόλις διακόσια μέτρα απ΄ το λιμάνι είσαι. Και κείνος ο Πύργος. Λευκός κατ’ ευφημισμό πάντα, τόσο κοντά και τόσο μακριά ακόμη. Θα

φτάσεις. Κι ας βαράνε τα ταμπούρλα μέσα σου. Μεγάλο βάρος η μαρέγκα, μεγάλο. Και δεν είναι μόνο τα αντικείμενα αλλά κι όλο αυτό το ασήκωτο βάρος που έχουν οι άνθρωποι. Ο καθένας τους είναι κι ένας ολόκληρος κόσμος. Εδώ έναν τυχαίνει

να κουβαλάς, και μάλιστα όχι στη ζέστη αυτής της πόλης, και είναι αδύνατο να κάνεις περισσότερα από μερικά μέτρα. Πώς να μη γονατίζεις με τους πολλούς


και με τους βαθμούς του θερμόμετρου να φτάνουν σχεδόν την ηλικία σου. Το αυτοκίνητο σου σε περιμένει στο πάρκιν. Πρέπει ν’ ανέβεις. Στη Τσιμισκή.

Τραγωδία. Ο καθένα προσπαθεί να τραβήξει τη μαρέγκα προς τη δική του κατεύθυνση. Κολλάς, σταματάς, κάνεις ελιγμούς, προσπαθείς να αποφύγεις την απίθανη που χαζεύει τη βιτρίνα και κινείται σα να μην υπάρχει άλλος πάνω στη γη, τον κουρασμένο, που το βάρος τον έχει ξεκάνει και μάλλον καταρρέει από

στιγμή σε στιγμή, τους νεαρούς που περπατούν σε παράταξη, σαν να κάνουν τη γενική δοκιμαστική της παρέλασης, μείον ο ρυθμός και ή ένταση, αυτόν που

θυμάται ξαφνικά ότι δεν έχει τσιγάρα ή προφυλακτικά και σε κουτουλάει κάνοντας επιτόπου αναστροφή χωρίς αλάρμ, χωρίς φλας χωρίς τίποτα, τη μαμά

που σταματάει να τακτοποιήσει το καπελάκι του μωρού στο καρότσι του κι άλλους πολλούς, κουρασμένους επίσης, αποχαυνωμένους επίσης, πασαλειμμένους με τη μαρέγκα επίσης. Ο Σαμψών πρέπει να είσαι, πριν του κόψει τα μαλλιά η

Δαλιδά, για να φτάσεις στον προορισμό σου, (και σιγά μην τα έκοβα αν είχα!). Κι η πόλη; Α! αυτή η ρουφιάνα φτιάχνεται. Έχει τα κάλλη της η Δαλιδά και σε θέλει με τα μαλλιά σου μακριά και τη κώμη σου ακέρια για να μπορείς να τη

βοηθάς να ισορροπεί. Καθώς άλλος τη τραβάει προς το Βαρδάρη κι άλλος προς το Πύργο, τραμπαλίζεται ηδονικά και ζαλίζει τους άμοιρους εραστές της, που

μοιάζουν να παιδεύονται να την κρατήσει καθένας για λογαριασμό του μόνο. Βλαστημούν τη κακιά τους μοίρα, βρίζουν τη πουτάνα για τα χάλια της, τη φτύνουν αλλά πιστοί στο ζυγό. Σαν αποχαυνωμένοι αρσενικοί που κρέμονται απ’

το μουνί που τους σκλαβώνει. Και συ στη σειρά, τραβάς το δικό σου φορτίο. Θα περάσει η ζέστη λες, θα περάσεις και θα κόψει η μαρέγκα και θα γίνει νεράκι και θα ξεκολλήσουμε και θα μας δροσίσει πάλι με τα υγρά της η ζωή. Γυρίζεις το διακόπτη, στο φουλ ο κλιματισμός και ξεκινάς…..


Μ

Ζαβαρακατρανέμια ας λείπει το κριθαράκι. Σταματώ στα δεξιά του δρόμου. Η νεότατη Εύα βγαίνει. Απέναντι το παντοπωλείο.

Έτσι το λέω εγώ. Αυτό Ξεραΐλα

τριγύρω.

Κατακαλόκαιρο,

καταραμένη

ζέστη.

επιμένει

πώς

είναι

super

market.

καταμεσήμερο,

Ακινητοποιημένος μέσα στις καυτές λαμαρίνες του αυτοκινήτου καταλαβαίνω τι θα πει «Ζαβαρακατρανέμια»

και γιατί μόνο η επίκληση του ελέους μπορεί να

τα συνοδεύει. Δυο ανάσες απ΄ τη θάλασσα, χωρίς το μπλε και τη μπουκαδούρα, και νιώθω να είμαι στην καρδιά του δραστηριότητα

success story του Σαμαρά, μηδενική

σ έρημο κι άνυδρο τοπίο. Στο μεταίχμιο πραγματικότητας και

παραίσθησης τον βλέπω να πλησιάζει από απέναντι. Θα ναι δέκα χρόνων. Περπατάει μόνος αλλά σα να είναι με παρέα. Όπως δηλαδή μόνο ένα παιδί

μπορεί. Άλλοτε σέρνει τα πόδια, άλλοτε χοροπηδά και κάνει φιγούρες. Ίσως και να μιλάει αλλά δεν μπορώ να τον ακούσω. Σίγουρα εντός του πάντως λύνει

μυστήρια ή κατατροπώνει εχθρούς ή σχεδιάζει αποστολές ή ονειρεύεται νίκες. Και να θέλει αλλιώς στα δέκα δε γίνεται. Πρέπει να καβαντζάρει τα μισά της ζωής

του για να γίνει το περπάτημα απλά ο τρόπος να μετακινείται, με το μυαλό να

βρίσκεται παντού μα πουθενά συγκεκριμένα, και πάντως ανίκανο να λύσει μυστήρια.

Γυρίζει

το

κεφάλι

δεξιά

και

ρίχνει

μια

περιποιημένη

ροχάλα.

αποτέλεσμα της προσπάθειας. Κρυφογελάει ίσως από ικανοποίηση

για το

Παρακολουθεί με ικανοποίηση το βεληνεκές της και μάλλον πανηγυρίζει για το

αποτέλεσμα, ίσως γιατί παραβιάζει τους κανόνες. Δε φτύνουμε, δε βρίζουμε, δε σέρνουμε τα πόδια μας, δε χαζεύουμε, δεν, δεν. Δεν ήρθε ακόμη η ώρα που το

σάλιο θα γίνει συνώνυμο της αγένειας και της χοντροκοπιάς, το σύρσιμο των ποδιών αντικανονικότητα, το βρίσιμο αντικοινωνικότητα. Όταν η μαγεία και τα μυστήρια δεν, τότε οι κανόνες αποκεφαλίζουν

ότι

περισσεύει,

κραδαίνουν σπάθα κοφτερή και δίκοπη κι παρεκκλίνει,

αντιστέκεται,

αρνείται

ή

ονειρεύεται. Τώρα όμως είναι μια μέρα του Αυγούστου, που οι κανόνες γύρω του είναι ζαβλακωμένοι απ΄τη ζέστη

και ημιθανείς, να, σαν αυτόν στην απέναντι

πλευρά του δρόμου, που τον κοιτάζει μέσα απ΄ το αυτοκίνητο, ή κολυμπούν ή κουρνιάζουν σε μέρη απόσκια ή ξεγελιούνται, οι πιο τυχεροί, σε άλλα που κλιματίζονται, κι αυτός είναι μόνος και περπατάει σ ένα χωματόδρομο σέρνοντας τα πόδια του, αδιάφορος εντελώς για τον ήλιο, αν καίει, αν κάνει ζέστη κι αν ο

απέναντι σκέφτεται τα «Ζαβαρκατρανέμια» και το καταραμένο κριθαράκι που τον κρατάει καθηλωμένο μέσα στις λαμαρίνες κάτω από τον ήλιο που τον βρίσκει

ανελέητο, που καταριέται τη τύχη του να πέσει τούτο τον Αύγουστο στα έργα του ΕΣΠΑ

και στο χωματόδρομο, στη σκόνη και στις λακκούβες και βρίζει τα

γαμημένα αμορτισέρ που έφαγαν τα ψωμιά τους από χρόνια κι έγιναν πιο


σκληρά κι από ξυλοπόδαρα και σκέφτεται τον ΤΑΠ τον ΦΑΠ και τον μάπα που τα επιβάλει,

ακόμη και τη στιγμή της ανατριχίλας που χαρίζει στην πρώτη

επαφή μαζί της η θάλασσα. Τώρα είναι μια μέρα του Αυγούστου κι η ροχάλα που

εκτοξεύει το δεκάχρονο στόμα του είναι η περιφρόνηση του κι η αηδία του για

όλα τούτα που θα ρθουν να τον βρουν και χαμογελά όταν, λίγο πριν μπει στο παντοπωλείο χτυπιούνται

που

επιμένει

απεγνωσμένα

να

και

ονομάζεται να

super market,

εξαφανίζονται

μέσα

τα

βλέπει

στην

να

αιφνίδια

θαλασσοταραχή που προκάλεσε το στόμα του. Δεν τον ξέρω κι ούτε θα τον μάθω ποτέ. Μου μοιάζει. Στο χρώμα και στα κιλά. Δηλαδή, σ αυτά που είχα στα δέκα, όχι στα επί 10 πού έχω σήμερα. Μας

χωρίζουν σαράντα τόσα χρόνια. Μας ενώνει ένα παντοπωλείο, ο Αύγουστος και τα σκονισμένα πόδια. Περπατάει σε χωματόδρομο, λόγω έργων, στο χωριό που τον έφεραν για τις διακοπές του αυτός. Περπατούσα σε χωματόδρομους κι εγώ

στο χωριό μου, τότε που διακοπές σήμαινε απλά δεν έχω σχολειό . Με πόδια σκονισμένα κι οι δυο τώρα. Αυτός απ τη χαρά της ελευθερίας, εγώ από την αναζήτηση της. Δεν ξέρω μόνο αν ανατριχιάζει με τις σκόνες, όπως εγώ. Σε

παντοπωλείο που τον βλέπω τώρα, θα μπορούσαμε, αν δε μας χώριζαν τα σχεδόν πενήντα χρόνια, και να συναντηθούμε. Παντοπώλης εγώ, πελάτης αυτός. Ίσως, εκεί στο δρόμο μπροστά στο μαντρότοιχο του σχολείου , στο καταμεσήμερο, μια μέρα του Αυγούστου, που τη ζέστη του σαράντα χρόνια μετά θα την λέγαμε

καταραμένη, να διαγωνιζόμασταν κιόλας ποιου το σάλιο θα πάει μακρύτερα. Γιατί και τότε, σ ένα χωριό σαν και τούτο που βρεθήκαμε σήμερα κι οι δυο, τον Αύγουστο, το καταμεσήμερο, οι κανόνες έψαχναν μια σκιά ή μοχθούσαν, κι εμείς

στα δέκα, μπορούσαμε να γυρίζουμε λεύτεροι στους χωματόδρομους, άλλοτε σέρνοντας τα πόδια μας κι άλλοτε με χοροπηδητά και φιγούρες, κατατροπώνοντας

εχθρούς, σχεδιάζοντας εκστρατείες, οργανώνοντας ταξίδια, και πνίγαμε μέσα στο

σάλιο της περιφρόνησής μας όλα εκείνα τα πεζά κι ανούσια που μας έλεγαν οι κανόνες πως θα ρθουν να μας βρουν. Αυτός μπαίνει στο παντοπωλείο κ η Εύα βγαίνει κρατώντας το κριθαράκι. Ξεκινώ αφήνοντας πίσω μου τις σκέψεις για το τι μπορεί να σημαίνει μια

παιδική ροχάλα, τι τα «Ζαβαρακατρανέμια» του Μαρκόπουλου και γιατί μόνο η επίκληση του ελέους μοιάζει δυνατή. Δε ξέρω αν θα πετύχει το κοτόπουλο με κριθαράκι στην κατσαρόλα, αλλά είμαι σίγουρος πως ο μαριναρισμένος γαύρος που συνοδεύει το τσίπουρο μας τις λίγες αυτές μέρες, που η αγάπη μας προσφέρει τη φιλοξενία

της,

είναι

έξοχος

και

βοηθάει

να

παραμένω

στο

μεταίχμιο

πραγματικότητας και παραίσθησης χωρίς τις ενοχλητικές σκέψεςι που ένας

απρόσκλητος δεκάχρονος μπορεί να προκαλέσει κατακαλόκαιρο, καταμεσήμερο, μια μέρα με καταραμένη ζέστη. Νικήτη Χαλκιδικής 20-8-2013


Θ

Η ΟΡΓΗ ΤΟΥ ΑΝΘΕΜΟΥΝΤΑ α ήταν γύρω στις 20 του Ιούνη στα 1977, αν βέβαια η μνήμη μου δεν παίζει τα γνωστά της παιχνίδια για να διασκεδάζει με τα λάθη μου. Πρώτες απογευματινές ώρες μιας μέρας της εβδομάδας,

που

δεν θυμάμαι ποια ήταν, όχι πάντως του σαββατοκύριακου. Διάβαζα

Κοσμογραφία. Ήταν το τελευταίο μάθημα των αποφοιτηρίων εξετάσεων μου στο εξατάξιο γυμνάσιο των Βασιλικών και θα το έδινα την επόμενη ημέρα.

«Τάκη

έλα γρήγορα να δεις νερά» είπε η δεκάχρονη τότε αδελφή μου, η Κατερίνα, που

έφτασε τρέχοντας κι έστεκε στο άνοιγμα της πόρτας με ύφος ανάμεσα σ έκπληξη, απορία, ενθουσιασμό κι αναστάτωση. Είχε βρέξει νωρίτερα. Δηλαδή δεν είχε βρέξει απλά, είχε γίνει χαλασμός. Καταιγίδα από κείνες τις γνωστές τις καλοκαιρινές, που ξεσπούν απ΄ το πουθενά και ρίχνουν τα νερά τους στη γη με θυμό και λύσσα, όχι για να την δροσίσουν ή να την ανακουφίσουν, αλλά σαν να

θέλουν να την ξεπλύνουν από κάποιο ντροπιαστικό στίγμα ή να εξαφανίσουν τη μορφολογία της, να την ισοπεδώσουν.

«Ωχ, θα γέμισε το παντοπωλείο νερά»

σκέφτηκα και σηκώθηκα. Ένα από τα δυο συνηθισμένα προβλήματα μας στις βροχές, ήταν τα νερά που ξεχείλιζαν απ’

το αυλάκι του τσιμεντένιου δρόμου, έργο του πρώιμου

εκσυγχρονισμού μας στο χωριό, σκόρπισε

ενθουσιασμό

για

την

που σκέπασε το καλντερίμι με μπετόν και πρόοδο

που

έφερνε,

αφού

τα

κάρα

δεν

τραντάζονταν και μπορούσαν να τρέχουν οι τυχεροί που είχαν ποδήλατα, περνώντας κάτω από την μεταλλική πόρτα του παντοπωλείου, κυλούσε στο εσωτερικό

του,

σταματήσουμε

αναγκάζοντας

χρησιμοποιώντας

μας

κάθε

κανάβινα

φορά

να

τσουβάλια,

προσπαθούμε

άφθονα

να

εξαιτίας

το

του

σταριού που αποθηκεύονταν στο σπίτι. Το άλλο το δημιουργούσε η κεραμιδένια στέγη που άφηνε σε διάφορα σημεία το νερό να περνάει κι έτρεχε η μάνα μου να αραδιάσει τεντζερέδια εδώ κι εκεί για να μαζεύει τα νερά.

Τέλος πάντων, δεν είναι του παρόντος αυτά αλλά τα νερά που τρόμαξαν

την Κατερίνα. Κι αυτά δεν ήταν νερά που μπήκαν στο παντοπωλείο, γιατί, όταν διασχίζοντας τα λίγα μέτρα της αυλής, έφτασα εκεί, διαπίστωσα ότι ο χώρος ήταν

στεγνός. «Δες» μου είπε και σήκωσα το κεφάλι κοιτάζοντας πλάι απ΄ το σχολείο, προς τον κήπο του. Εκεί ήταν τα νερά! Ο κήπος είχε γίνει λίμνη! Πήγα προς τα

κει. Υπήρχε ήδη κόσμος μαζεμένος που έβλεπε και σχολίαζε εκστασιασμένος. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που κατέβαζε νερό ο χείμαρρος, που διασχίζοντας όλο

το χωριό το έκοβε στα δυο, όμως ήταν η πρώτη φορά που το νερό ήταν τόσο


πολύ. Είχε ανέβει πάνω από δυο μέτρα ύψος για να ξεχειλίσει μέσα στον κήπο του σχολείου και φυσικά η ορμή του ήταν πολλαπλασιασμένη από τον τεράστιο όγκο.

Είχε πλημμυρίσει το μισό χωριό έλεγαν τα από στόμα σε στόμα νέα.

Μικρός ο τόπος, λίγος ο κόσμος, μικρές οι αποστάσεις, δεν χρειάζονταν οι περίφημοι «επιτόπου» του Χαρυ Κλίν, αυτοί οι σύγχρονοι προωθητές της

μαζικής υστερίας για κάθε φυσικό φαινόμενο, ούτε φυσικά οι καδραρισμένοι προϊστάμενοι

τους,

οι

Χατζηπρετεντεροευαγγελοτράγκηδοτρέμηδες,

με

ατσαλάκωτα μούτρα και κοστούμια, οι υπηρέτες των ΜΜΕ, οι βαρύγδουποι

διαμεσολαβητές της ανθρώπινης επικοινωνίας κι ενημέρωσης, που περιμένουν την καταστροφή όπως τα κοράκια, για να σκυλεύουν στα ερείπια, στο αίμα και

τον πόνο και να πουλούν ακριβότερα τις διαφημίσεις της ευδαιμονίας των σερβιετών με φτερά προστασίας ή για να προσφέρουν άκοπο και τζάμπα τον

οίκτο και την κατανόηση τους πριν αποσυρθούν στην προσωπική τους ασφάλεια και απόλαυση, αυτάρκεις και ενθουσιασμένοι με τον εαυτό τους για την

ευαισθησία τους και την προσφορά τους στους συνανθρώπους τους. Ούτε και τα

σουμουσου (sms), το φατσοβιβλίο (facebook), το τουίτερ (twitter) και τόσοι άλλοι ελαφρείς και σοβαρότεροι τρόποι, της ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης. Στον

μικρόκοσμο του χωριού και της κωμόπολης των τριών χιλιάδων κατοίκων, όπως τα Βασιλικά, η κοινωνική δικτύωση ήταν ο διπλανός σου, το sms ήταν η φωνή του και η βιντεοκλήση ήταν το πρόσωπο του γείτονα ή του φίλου σου, που ήταν μισό μέτρο μπροστά σου και σου μιλούσε. Και δεν ήταν ντε και καλά καλύτερα από τώρα, απλά έτσι ήταν.

Χαζεύοντας το εντυπωσιακό μες στην ορμή του ποτάμι, κινήθηκα προς τα

Χάνια, πλατεία Χανίων νομίζω ότι ονομάζεται σήμερα επίσημα κι αυτή η

επισημότητα μου φέρνει γέλια, εκεί όπου ο ίδιος πρώιμος εκσυγχρονισμός είχε

φροντίσει να εξαφανίσει το λάκκο, έτσι ξέραμε και ξέρουμε ακόμη την κοίτη του Ανθεμούντα στο χωριό, μέσα σε τρία τεράστια λούκια, τρία κανάλια και να δημιουργήσει από πάνω τους πλατεία, εξαφανίζοντας για πάντα απ΄τη ζωή μας

το γεφύρι που ένωνε τις δυο μεριές του χωριού και τις μεταλλικές πολυθρόνες στο καφενείο του Τόκλη, με τους μεγαλύτερους να κάθονται εκεί στη σκιά των δέντρων και να πετούν τις γόπες τους στο ποτάμι, όπου οι

μελλοντικοί

καταναλωτές των τσιγάρων αναζητούσαμε στις βασιλικές απ΄ αυτές, τα πρώτα οχήματα για την μετάβαση στο κόσμο των μεγάλων. Όμως ο Ανθεμούντας φαίνεται πώς δεν ήταν με τον εκσυγχρονισμό και μάλλον τα πήρε άσχημα που του στέρησαν την δυνατότητα να δείχνει στην πιάτσα του χωριού τα λίγα νερά του και φυσικά την ορμή του κάθε φορά που οι βροχές του χάριζαν πλούτο κι όγκο.

Έτσι, εκείνο το μακρινό πια καλοκαίρι,

κατέβασε ό,τι βρήκε στο διάβα του και κατόρθωσε να φράξει με δέντρα και κλαδιά την είσοδο του ενός απ΄τα τούνελ και να περιορίσει τα άλλα και να οδηγήσει τα νερά του ανεξέλεγκτα παντού στους γύρω δρόμους και στα καταστήματα, προκαλώντας δέος και ζημιές μεγάλες.


Προς τα Χάνια περπάτησα, μαζί με άλλους. Όμως σταθήκαμε για ώρα στο «Γεφυράκι των Αναστεναγμών». Δεν υπάρχει πια. Ήταν λίγα μέτρα από τον

σημερινό κόμβο μετά το σχολείο, πλάι σ ένα μικρό παρκάκι με δυο ή τρία παγκάκια μέσα και με πλατάνια μαζί με λεύκες, δεν μπορώ να θυμηθώ καθαρά,

να το σκιάζουν. Ήταν το γεφυράκι του «ξηρόλαγκα», που τώρα έγινε επίσης δρόμος. Στο σημείο εκείνο η κοίτη έκανε μια δεξιά στροφή πριν κατευθυνθεί προς τα τούνελ. Εκεί η ορμή του Ανθεμούντα γινόταν οργή. Τα νερά του έπεφταν

μ όλη τους τη δύναμη στο «νόχτο» και τυφλά καθώς ήταν κατέτρωγαν το χώμα

του. Πλάι στο ποτάμι ήταν ένας μικρός δρόμος, που κοντά στα χάνια γινόταν μονοπάτι κι έβγαζε πλάι στο ψιλικατζίδικο του κυρ Αριστείδη.

Στο σημείο

εκείνο δεν υπήρχαν τα συρμάτινα πλέγματα με τις πέτρες στα πλαϊνά της κοίτης, με τα οποία η βιωματική σοφία των ανθρώπων προστάτευε κι ομόρφαινε την κοίτη του ποταμιού , είτε γιατί δεν υπήρχαν ποτέ, είτε γιατί

κάποιοι τα είχαν βγάλει, και το νερό έτρωγε το χώμα σα να ήταν σιμιγδαλένιος

χαλβάς. Δυο τρία μέτρα απ΄ την όχθη ήταν το σπίτι της συμμαθήτριάς μου της Μαρίας. «Αν δε πέσει το νερό θα φάει και τα σπίτια» έλεγαν οι μεγαλύτεροι

εκεί. Ο Ανθεμούντας όμως μπορεί να είχε οργιστεί αλλά όχι τόσο όσο για να πάρει και τα σπίτια των ανθρώπων που τον συντρόφευαν από την ώρα που άνοιξαν τα μάτια τους σε τούτο τον κόσμο. ‘Ετσι, αφού τους έδειξε τη δύναμη

του, καταλάγιασε πολύ πριν φτάσει κοντά στα θεμέλια των σπιτιών, αφήνοντας πίσω του διδάγματα για τις δυνάμεις και τις ισορροπίες. Τα κανάλια έγιναν τέσσερα, η κοίτη τσιμεντώθηκε απ’ άκρη σ΄ άκρη και στις όχθες ορθώθηκαν τσιμεντένια τείχη. Νικήθηκε η ορμή του κι η οργή του μπήκε σε κανάλι. ομορφιά του Ανθεμούντα χάθηκε. Ναι, θα πείτε,

Η

αλλά ίσως στη θέση της

πρόβαλε άλλη. Δε θα διαφωνήσω. Ο καθείς και η δικιά του όμως.

Τον τελευταίο χρόνο όλο και συχνότερα θυμάμαι την τυφλή οργή του

ποταμιού. Γιατί η οργή υπάρχει μέσα μου, υπάρχει γύρω μου, υπάρχει παντού. Κι είναι τυφλή. Και κανείς δεν ξέρει, κανείς δεν μπορεί να μου πει, αν θα ξεσπάσει και πού, αν θα καβαλικέψει τις όχθες και θ αρχίσει να σαρώνει με την

τυφλή της δύναμη τα πάντα, δίκαια κι άδικα, σωστά και λανθασμένα, χρήσιμα κι

άχρηστα, αναγκαία κι ανώφελα. Κι ακόμη ακόμη κανείς δε μπορεί να με βεβαιώσει ότι είναι καλύτερα να μη ξεσπάσει, αλλά να μπει σε κανάλι, να

τιθασευτεί, να αποκτήσει ρουν προβλέψιμο. Και, δυστυχώς, δεν ξέρω πια τι θα είναι νίκη και τι όχι, για ποιαν ομορφιά να φοβηθώ και ποια να κλάψω.


Ή

ΜΑΣΙΑΛΑ - ΜΑΣΙΑΛΑ ταν πάνω από ογδόντα όταν εγώ ήμουν γύρω στα δέκα. Για το μπάρμπα-Μιλτιάδη

λέω.

Κοντός

κι

αδύνατος,

σχεδόν

αποστεωμένος. Μουστάκι άσπρο, έστεκε περήφανο πάνω από ένα στόμα που είχε σουρώσει κι είχε τραβηχτεί προς τα μέσα, σαν να

ήθελε να ενωθεί με το λάρυγγα ή να κολήσει στον ουρανίσκο. Τα μαγουλά του ρουφηγμένα κι αυτά. Σαν χαρτοσακούλα το πρόσωπό του, που αφού τη φουσκώσεις, τραβάς τον αέρα από μέσα και μαζεύονται τα πλαϊνά της και

κολλούν. Μόνο η φωνή του ήταν δυνατή, νόμιζες πως δεν ήταν δική του. Τον θυμάμαι να κάθεται σε μια πολυθρόνα, του σκηνοθέτη έμαθα να τη λέω πολλά

χρόνια αργότερα. Τότε, ήταν απλά μια πολυθρόνα πτυσσόμενη, που είχε ένα παχύ μαξιλάρι για να κάθεται κι ένα πίσω για ν΄ ακουμπάει τη μέση του και

μπορούσες να τη μαζέψεις και να τη κουβαλήσεις. Συνήθως του την έστηναν μπροστά στο μύλο, εκεί που τώρα είναι το σπίτι των απογόνων του. Στα δέκα μου χρόνια, ο μύλος ήδη δεν λειτουργούσε. Ήταν εκεί, πρόκληση για εξερεύνηση

για μας, απομεινάρι μια έντονης ζωή για κείνον. Για κείνον που κάθονταν με τις ώρες πια εκεί έξω και χάζευε τους ανθρώπους που πηγαινοέρχονταν, αλλάζοντας

λίγα λόγια με όσους σταματούσαν να τον χαιρετήσουν. Ήταν συγγενής μου. Το ήξερα έτσι αόριστα, αργότερα ξεκαθάρισα και τη συγγένεια. Τότε ήταν απλά

συγγενής, ο μπάρμπα-Μιλτιάδης. Είχε πάντα δίπλα του ή ακουμπισμένο στο

μπράτσο της πολυθρόνας του ένα μπαστούνι, αν και δεν του έφτανε πια για να μετακινηθεί. Τις περισσότερες φορές χρειαζόταν και ένα χέρι να τον κρατάει. Δε θυμάμαι αν είχε δόντια ή μασέλα. Δόντια δεν θα είχε μάλλον, αλλά και στο

ρουφηγμένο στόμα του δε ξέρω αν χωρούσε μασέλα. Ίσως και να μην είχε. Ίσως τα ούλα του να έφταναν για τη λίγη τροφή που χρειαζόταν. Όμως εκείνες τις

πράσινες καυτερές καραμελίτσες πως τις έτρωγε; Ήταν οι αγαπημένες του. Πήγαινε να μου φέρεις μέντες, έτσι τις έλεγε, από το περίπτερο στη πλατεία, ή, όταν είχε, πάρε μια μέντα πρόσταζε. Κι έπαιρνα, στα δέκα μου ήμουν κι οι

μέντες έκαιγαν λίγο στο στόμα, αλλά ήταν νόστιμες. Είχα ακούσει στο σπίτι μου ιστορίες για τα μπάρμπα-Μιλτιάδη. Πως είχε πάει στην Αμερική, είχα ακούσει,

πριν το πόλεμο, και μάλλον εννοούσαν τον πρώτο μεγάλο πόλεμο, όταν το χωριό μου δεν ήταν καν Ελλάδα, είχε μείνει μερικά χρόνια κι είχε γυρίσει, πως

δούλεψε εκεί και είχε περιπέτειες, δεν είμαι σίγουρος αν στα λόγια αυτά κρύβονταν θαυμασμός ή αποδοκιμασία, μάλλον θαυμασμός όμως, πως έστησε το μύλο, μεγάλος μύλος, μεγάλη δουλειά, πως έχασε δυο απ’ τα τέσσερα παιδιά του, το ένα, ο καλύτερος απ’ όλους έλεγε ο πατέρας μου, ήταν ξαδέλφια πρώτα και


στενοί φίλοι, από πολιομυελίτιδα ή μηνιγγίτιδα ή από κάτι σε –ίτιδα, δεν ήταν και τόσο ξεκαθαρισμένα τα πράγματα τότε, τον άλλο στο μύλο θαρρώ, από ατύχημα, πώς πήρε πατόζα, απ’ τις πρώτες που σήμαναν την εισβολή των

μηχανών στην καλλιέργεια των δημητριακών, πως η τεχνολογία τον ξεπέρασε

σιγά σιγά και τον βρήκαν τα γεράματα με την πατόζα άχρηστη και το μύλο τελειωμένο. Τον βρήκαν τα γεράματα να κάθεται στην πολυθρόνα, εκεί μπροστά στο μύλο, που βρισκόταν στο ξηρόλαγκα, ένας μικρός χείμαρρος ήταν τότε, τι χείμαρρος δηλαδή, ένας χωματόδρομος ήταν, που μια δυο φορές το χρόνο, κυρίως με τις καλοκαιρινές μπόρες, κατέβαζε νερό κι έκοβε τα νότια του χωριού στα δυο

για μερικές ώρες. Εκεί δυο τρία μέτρα ψηλότερα ήταν ο μύλος. Καλντερίμι μπροστά του, όπως κι όλοι οι δρόμοι, που αγκάλιαζε τις όχθες του ξηρόλαγκα για

να προστατεύει τα σπίτια και τα χώματα, απ’ την ορμή των νερών τις σπάνιες φορές που μας θυμόταν. Λίγο πιο κάτω, πενήντα εκατό μέτρα από το μύλο,

έστεκε ένας τεράστιος πλάτανος, πιστέψτε το, και σήμερα είναι όπως τότε, κι

από κάτω του μια βρύση, που έτρεχε συνεχώς νερό, αυτή δεν υπάρχει πια, του γιατρού η βρύση τη λέγανε, γιατί πολλά χρόνια πριν αποφασίσω να γεννηθώ,

έμενε στο σπίτι πίσω της ο γιατρός του χωριού. Μας έστελναν με τα λαγήνια να κουβαλήσουμε το νερό της οικογένειας, το πόσιμο, δεν πίναμε από τα πηγάδια της αυλής, κι ήταν φορές που εξαιτίας του νερού γίνονταν μάχες στο σπίτι, για το

ποιος θα πήγαινε στη βρύση, γιατί να πάω εγώ πάλι, αυτός πότε πήγε και

τέτοια σημαντικά. Τα μεσημέρια του καλοκαιριού μαζευόμαστε, μικροί και οι λίγο μεγαλυτεροι της γειτονιάς, γύρω στο νερό, για να αποφύγουμε τον ύπνο και πάντα, όταν κάναμε επιδρομές στις συκιές που είχε στ’ αμπέλια ή στις μουριές,

εκεί καταλήγαμε για να καταβροχθίσουμε τη λεία. Είχε δροσιά, νερό κρύο να φύγει η λιγούρα και να πλύνουμε τα χέρια μας που κολλούσαν απ’ τα γάλατα των σύκων. Μαζευόμασταν όμως εκεί συχνά και για να δούμε τις κοπέλες της

γειτονιάς να σκύβουν να πιούν νερό ή να γεμίζουν το λαγήνι τους, με την ελπίδα ότι θα δούμε τα βρακιά τους και αυτό ήταν αφορμή για πολλά τότε, συζητήσεις

και μη, αλλά και τις μεγαλύτερες που έρχονταν εκεί και είτε επειδή δεν μας έδιναν σημασία, είτε για άλλους λόγους έσκυβαν, και αποκάλυπταν λίγο από το

μυστικό τότε κόσμο της κρυμμένης σάρκας, κι εμείς γουρλώναμε τα μάτια και φανταζόμασταν περισσότερα, γιατί, όταν ξυπνήσει η πονηριά, παίρνει πολλούς δρόμους το μυαλό. Κι ανάμεσα σ’ αυτές κι η Καλλιρόη. Ισως να ήταν στα είκοσι

πέντε της τότε, ίσως λίγο πάνω ή λίγο κάτω. Παράδοξα ξανθειά για τα δικά μας

χρώματα, μάτια που δεν ήταν σκούρα σαν τα δικά μας και μια σάρκα που θύμιζε την ζύμη, πριν τη βάλουν στο φούρνο. Ο κώλος της σκλάβωνε τα μάτια μας και

απ΄ τα στόματα των μεγαλύτερων ακούγονταν διάφορα, που για διάφορα μας υποψίαζαν, χωρίς όμως να καλοκαταλαβαίνουμε για ποια. Κάθε φορά που διάβαινε στο δρόμο ή τύχαινε να έρθει στη βρύση επικρατούσε μια ανακατωσούρα

στον αέρα και οι ψίθυροι, τα γελάκια και τα βλέμματα, φύτρωναν εδώ κι εκεί

σαν τσουκνίδες και τσιμπούσαν όσους βρίσκονταν κοντά. Ήταν τα γειτονιάς μας η Καλλιρόη. Μαζί με μας την έβλεπε συχνά κι ο μπάρμπα-Μιλτιάδης. Κάθε φορά που

η

Καλλιρόη

εμφανίζονταν,

το

άδειο

βλέμμα

του

μπάρμπα-Μιλτιάδη

ζωντάνευε και το συρρικνωμένο του σώμα θαρρείς και ψήλωνε πάλι κι έμοιαζε


έτοιμος να σηκωθεί και να βάλει μπρος τις μηχανές. Καθώς με τα νώτα της στραμμένα απομακρυνόταν με τα μάτια του καρφωμένα στο κώλο της, σαν τις χαλκομανίες στα πασχαλινά αυγά, η φωνή του ακουγόταν σταθερή και καθαρή να

λέει «μασιαλά Καλλιρόη, μασιαλά» και γρήγορα - γρήγορα έβαζε μια μέντα στο στόμα του.

Κάπου εκεί κοντά θα πέθανε ο μπάρμπα-Μιλτιάδης, δεν θυμάμαι αν ήμουν στη

κηδεία του ή τι έλεγαν εκεί. Θυμάμαι όμως, σαράντα χρόνια σχεδόν από τότε, τα ζωντανεμένα μάτια του και τη φωνή του σταθερή και καθαρή να λέει «μασιαλά Καλλιρόη, μασιαλά».


«Η

Μεγάλη Παρασκευή ζωή πώς θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς;» οι φωνές του Τάσου, αδελφός μου πρεσβύτερος, και του Τάκη, φίλος απ΄

τα πρώτα πρώτα χρόνια της ζωής, και επαγγελματίας τραγουδιστής τώρα, γεμίζουν τα τρία κλίτη της μικρής

βασιλικής του Αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης των παλαιοημερολογιτών.

Κάθομαι σε μια καρέκλα στο σημείο που άλλοτε ήταν τα καφέ σκούρα στασίδια, που χώριζαν το μεσαίο από το δεξιό κλίτος. Τώρα τα στασίδια έχουν αποσυρθεί

και στη θέση τους υπάρχουν καρέκλες. «Η ζωή εν τάφω κατετέθης Χριστέ» κι είμαστε πολλοί που ψάλλουμε ο Τάσος, ο Τάκης, εγώ, ο Αλέκος, το είδα να

κάθεται στο παγκάρι στα κεριά, καλούν την κλάση μας για επιτρόπους αστειεύτηκα, κι αρκετοί άλλοι, έναν δυο τους είδα να στέκονται

όρθιοι στη

εκκλησιά με μικρά πλάι τους, εγγόνια μάλλον, κι είμαστε οκτώ, εννιά, δέκα,

έντεκα, δώδεκα μέχρι και τα δεκαοχτώ και «η ζωή εν τάφω» όλοι μαζί και με δύναμη, και οι πολλοί σκεπάζουν με ευκολία τα φάλτσα και πρέπει να τα πούμε καλύτερα από τα κορίτσια, πιο γλυκές φωνές μα και πιο τσιριχτές, «Ο ωραίος κάλλει παρά πάντας βροτούς» ακούω τις φωνές τους και έχω τα μάτια μου στο

πάτωμα, μάρμαρα μπεζ και πράσινα και καφέ που κάνουν σχήματα μα εγώ περπατώ πάνω σε πλακάκια κεραμικά, μικρά, που σχηματίζουν ρόμβους με τα

άσπρα και μαύρα τους σχήματα και πάω προς την δεξιά πόρτα του ιερού, σχεδόν όλη τη μεγάλη βδομάδα είμαι εδώ μέσα, ντύνομαι «ξιφτέρ», εξαπτέρυγα τα έλεγαν οι δάσκαλοι κι οι μορφωμένοι μα για τη γιαγιά μου και τη μάνα μου

ήταν «ξιφτέρια», τιμή μεγάλη και μεγαλύτερη ο μεσαίος που θα κρατάει το σταυρό, γίνονται μάχες μέχρι και ψιλές πέφτουν καμιά φορά για το σταυρό και

μετά σχεδόν τρία τέταρτα, όπως τα υπολογίζω τώρα, μπροστά στην ωραία πύλη, όρθιος και έτοιμος να σηκώσω το σταυρό ή ότι άλλο μου ΄λαχε, όταν βγαίνει ο

παπα-Νικόλας με τ’ άχραντα μυστήρια και διασχίζουμε βαδίζοντας το αριστερό

κλίτος και το μεσαίο μπροστά στα σκυμμένα κεφάλια των γυναικών που έχουν κατέβει από τα στασίδια και μετά όταν βγαίνει με το βαγγέλιο μέχρι το «ευχαριστήσωμεν

τω

κυρίω»

που

κάνουμε

υπόκλιση

μπροστά

του

και

φεύγουμε, έχει μάρμαρα τώρα το πάτωμα και τα στασίδια είναι καινούργια κίτρινα απ’ τα λούστρα του ξύλου, έχει και καλοριφέρ και κλιματισμό μα εγώ περπατώ στο δεξί διάδρομο πάνω στα ασπρόμαυρα κεραμικά πλακάκια που χρειάστηκαν μέρες μόχθου από τις γυναίκες της ενορίας, κι η μάνα μου πάντα ανάμεσά τους, για να καθαριστούν όσο περισσότερο γίνεται για να είναι λαμπερά

τη Κυριακή της Λαμπρής, και αριστερά και δεξιά μου, στα καφέ σκούρα σχεδόν μαύρα στενά και άβολα στασίδια με τους μεντεσέδες των ανακλινόμενων καθισμάτων να τρίζουν και καμιά φορά να πέφτουν με πάταγο και να


κοψοχωλιάζουν τους αφοσιωμένους, στέκονται οι μεγάλοι κι οι παππούδες, μερικοί με τα μπενεβρέκια τους, «τα μπινιβρέκιατς» στη λαλιά τους, έχουν ακουμπήσει στα στασίδια τα κασκέτα, όπως κι ο παππούς μου, ο Τάσος, δεν

φοράει «μπινιβρέκ» αλλά φορά πάντα κασκέτο, και βλέπω το περιποιημένο στριφτό μουστάκι του και την πάντα καλοφτιαγμένη χωρίστρα των λευκών

μαλλιών του, στέκεται κάπου στα μισά του κλίτους, κάτω απ΄ το μεγάλο παράθυρο, ενώ στην αρχή αρχή στέκεται ο πατέρα μου, εκεί στέκεται κι απόψε,

στα 82 πια, κι ακούει το η «ζωή εν τάφω» από το στόμα του μεγάλου του γιου, και γυρίζω το κεφάλι μου αριστερά και στο βάθος η γιαγιά μου η Καλλιόπη, στο

αριστερό κλίτος, σχεδόν απέναντι από τον παππού, ενώ η μάνα μου κάθεται σ΄ ένα καρεκλάκι πλάι στην πόρτα που βγάζει στ΄ αριστερό μέρος του προαύλιου, εκεί, που ανάμεσα στις αντριμνιές κατεβαίνουμε κρυφά να πιούμε λίγο νερό το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης απ΄ τη βρύση που έχει πλάι στο ποτάμι, γιατί

«άμα χαιρετίστε το σταυρωμένο δεν θα πιείτε ούτε νερό μέχρι την ώρα που θα τον κατεβάσουν από το σταυρό» είναι η εντολή κι εντολή είναι κάτι που

τηρείται και πάω προς την αριστερή πόρτα του Ιερού, εκεί που από το πρωί

καθόμαστε σ΄ ένα τραπεζάκι και γράφουμε τα ονόματα, «αλλού τα ζωντανά, αλλού τα πεθαμένα» είναι η εντολή και νέες μάχες για το ποιος θα γράφει,

καθένας κρατάει για τον εαυτό του την πίστη ότι αυτός είναι ο καλύτερος και πρέπει οι υπόλοιποι να κάνουν πέρα, κι είναι κι καμπάνα που χτυπάει πένθιμα

όλη μέρα που προκαλεί μάχες γιατί δεν είναι ηλεκτρικές οι καμπάνες αλλά πρέπει να τραβάς το σκοινί για να σημάνει, «σειρά μου τώρα χτυπάς τόση ώρα εσύ» και πώς να συμφωνήσουν τα παιδιά στο τι είναι πολύ και τι λίγο και να τα

σπρωξίματα κι οι βρισιές και το ξύλο μέχρι να βρεθεί κάποιος μεγάλος να βάλει σειρά στα πράγματα ή να υπερισχύσει η δύναμη κάποιου, «έρρανον τον τάφον αι μυροφόραι μύρα» γεμίζουν τη μικρή εκκλησία οι φωνές του Τάσου και του Τάκη

κι ο νεαρός παπάς που στέκεται μπροστά στο στολισμένο επιτάφιο τον ραντίζει μα εγώ στέκομαι με το κεφάλι σκυφτό και περιμένω να με καταβρέξουν τα μύρα

που σκορπίζει σπάταλα ο παπά – Νικόλας, με τη γκριζόλευκη γενειάδα του και τα σχεδόν ακατάληπτα λόγια που βγάζει από το στόμα του, φταίει η εγχείρηση που το μίκρυνε το κάτω χείλος λέει ο παππούς, πάντα γλυκός και ήρεμος ο

παπα-Νικόλας, αμόρφωτος μα καλοκάγαθος, δεν δίστασα ποτέ να του φιλήσω το χέρι όσο ζούσε, κι έφτασε σε βαθια γηρατειά, «να κλείστε τα μάτια σας, τσούζει»

ήταν η συμβουλή κι έχω τα μάτια μου κλειστά καθώς το ευωδιαστό μύρο με

ραντίζει πλάι στον Επιτάφιο αλλά κι αργότερα όταν πια ακούω τους νεότερους να ψάλλουν από κάποιο σημείο της εκκλησιάς, κοριτσάκια με ομοιόμορφες στολές στοιχισμένα

σε

δυο

σειρές

ραίνουν

με

ανθοπέταλα

τον

επιτάφιο

και

η

προσχεδιασμένη θεατρικότητα μου προκαλεί δυσφορία και κλείνω τα μάτια γιατί

παπα-Νικόλας γυρίζει ανάμεσα στους εκκλησιαζόμενους και τους ραντίζει με μύρα «κλείστε τα μάτια σας, τζούζει» είναι η συμβουλή και κρατώ τα μάτια μου

κλειστά, «ω γλυκύ μου Εαρ, γλυκύτατό μου τέκνο, που έδυ σου το κάλλος» δίνουν τα καλύτερα τους ο Τάσος με τον Τάκη και γυρίζω τα μάτια μου προς τη

μάνα μου, ευλαβική και περήφανη για το γιο της, κουρασμένη με τα μαλλιά της αραιωμένα και το πρόσωπο αυλακισμένο ψιθυρίζει μαζί τους καθισμένη σ΄ένα


στασίδι, κοντά στη γιαγιά μου τη Καλλιόπη, πεθαμένη είκοσι χρόνια τώρα, γυρίζω απ΄την άλλη, ο παππούς έφυγε το 1978, τριάντα ολάκερα χρόνια, στο στασίδι του κάθεται κάποιος που τον αναγνωρίζω μα δε ξέρω τ’ όνομά του, στη

θέση του ο πατέρας μου, βλέπω τα’ άσπρα του μαλλιά τις πολλές και βαθιές ρυτίδες του, ξέρω ότι τον δυσκολεύει το δεξί του γόνατο και τον φοβίζει που

άρχισε να θυμάται με κόπο τα ονόματα, μπινιβρικάδες δεν υπάρχουν πια, τα

μπενεβρέκια τους για τα μυαλά των ανοήτων έγιναν πια είδος κατάλληλο για επίδειξη τις απόκριες, η αδελφή μου, άλλη μια ενοχή που κάνει την Παρασκευή

μου μεγάλη, στέκεται εκεί που παλιότερα καθόταν η μάνα, η γυναίκα μου, τριάντα χρόνια τώρα, κατ’ ανάγκη μέτοχος τούτης της Παρασκευής των

παρόντων και των απόντων, τα παιδιά μου δεν είναι γύρω, ο μικρός μου, διαπιστώνω μετά, είναι έξω από την εκκλησία, ο μεγάλος, προτίμησε τον

υπολογιστή του, κι η φωνή του αδελφού μου, ίδια όπως τότε, που τραγουδούσε στην αυλή, πλάι στην ανθισμένη πασχαλιά «νιάτα πικρά μου που τ΄όνειρο χάσατε», χωρίς να ξέρει αυτός, χωρίς να ξέρω εγώ, τι θα μπορούσε να σημαίνει αυτό, να ψάλλει κλείνοντας «αι γενεαί πάσαι ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι, Χριστέ μου» και να ενώνει τις γενεές πάσες, αυτές που υπήρξαν κι αυτές που

υπάρχουν διασώζοντας στη ψυχή μου το κάλλος και ελαφρύνοντας λίγο το βάρος όχι της Μεγάλης Παρασκευής του πιστού, αλλά της μεγάλης Παρασκευής του

ανθρώπου. Και του χρόνου τους ευχήθηκα έξω απ΄την εκκλησιά πριν αρχίζει η περιφορά του Επιταφίου.


Ε

Μεταπαρέλαση ίπα πως δε θα γράψω για το ΟΧΙ. Αλλά και πάλι πώς να το αποφύγω. Πολλές φορές δε διαλέγω το θέμα, μου επιβάλλεται μόνο του. Θα γράψω για την επέτειο του ΟΧΙ λοιπόν. Κι αυτό από χαρά.

Ναι, από χαρά. Όχι γιατί είμαι απόγονος εκείνων που έγιναν

συνώνυμο του ήρωα, που όρθωσαν ανάστημα σε δύναμη πυρός που το μέγεθος της ούτε να τη συλλάβουν με το νου τους δε μπορούσαν. Όχι γιατί απέδειξαν ότι η πατρίδα τους κι η λευτεριά μετρούσε κι απ΄ τη ζωή τους πιο πολύ. Όχι γιατί την ώρα που έπρεπε, όλοι μαζί γινήκαν μια γροθιά. Όχι για όλα αυτά κι άλλα

πολλά που από παιδί ακούω ή διαβάζω. Αλλά γιατί, σήμερα επιτέλους, ξεπεράσαμε πια την άγονη συζήτηση για το αν πρέπει ή όχι να γίνονται παρελάσεις προς τιμήν της.

Τα τελευταία χρόνια ήταν το μείζον θέμα των ημερών. Πρέπει ή όχι;

Είναι απόδοση τιμής ή παρωχημένο στρατοκρατικό και εθνικιστικό κατάλοιπο;

Γιατί όλοι οι προοδευμένοι της γης, να, σαν αυτούς πχ που έσφαξαν όσες πρόλαβαν φορές, τους ανθρώπους σ όλο περίπου τον πλανήτη, δεν κάνουν παρελάσεις κι εμείς οι αναχρονιστικοί κι οι τέτοιοι κι διαφορετικοί κάνουμε; Και

τ΄ άλλο το πιο τρομακτικό! Πρέπει να κρατάνε τη σημαία οι Αλβανοί ή όχι; Τη σημαία, ναι, αυτό το σύμβολο ντε

που οι φουσκωτοί με τους αγκυλωτούς

σταυρούς στα μπράτσα απ΄ τη μεγάλη αγάπη τους γι αυτό, όπλο το κάνουν για ν

ανοίγουν κεφάλια ανθρώπων που για κάποιους λόγους, εθνικούς βεβαίως και

πατριωτικούς, δεν τους είναι αρεστοί και προπαντός γιατί είναι σκουρόχρωμοι σε σύγκριση φυσικά με μας τους εκλεκτούς, τους λαμπερούς λευκούς, με τα κορμιά

τα ευθυτενή, τα λυγερόκορμα, τα υψηλά, που αν τύχει και ξεπερνούμε τα 175 εκατοστά θαρρούμε πως κιάλια χρειάζονται για να διακρίνουμε τι γίνεται στη γη! Κεφάλια

ανθρώπων

περιούσιους, που

που

είναι

παρακατιανοί,

σε

σύγκριση

με

μας

τους

διάλεξε ο Θεός να κτίζουμε τους Παρθενώνες όταν οι άλλοι

ούτε καν τα βαλανίδια είχαν ανακαλύψει για τροφή. Ανθρώπων που είναι ανόητοι, απολίτιστοι, μόλις λίγο πιο έξυπνοι απ τα ζώα, σε σύγκριση με μας τους ευφυείς που βγάλαμε το Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη κι έχουμε κάθε δίκιο, ο ένας μας στους τρεις, να είναι σίγουρος που μας ψεκάζουν Νεφελίμ κι Ελοχίμ κι όλοι του σκοτεινού του σύμπαντος οι εχθροί, γιατί αλλιώς τι σκατά περιούσιοι θα

ήμασταν! Κι οι μαθητές; Μήπως με την παρέλαση εθίζονται σε αντιλήψεις εθνικιστικές; Δεν φτάνει που τους κάνουμε θρησκευτικά, δε φτάνει που, -άκου

τώρα εμμονή!!- τους παιδεύουμε μ αυτή την άχρηστη τη γλώσσα, τη νεκρή, που κανείς

πια

δε

την

μιλάει

με

το

περιπτερά

όταν

τσιγάρα

αγοράζει

η

προφυλακτικά, που είναι στρυφνή και δύστροπη και άχρηστη και βλαβερή; Δεν


φτάνει που τους διδάσκουμε ακόμη ιστορία, όχι όπως τη συζητούν οι ιστορικοί, αλλά με δόλιους μύθους για κρυφά σχολειά, για γενοκτονίες και σφαγές κι άλλα

τέτοια τερατώδη που τους μουρλαίνουν και τους κάνουν βίαιους κι επιθετικούς, κακή μαγιά για υπακοή, ειρήνη διεθνή κλπ κλπ να τους βάζουμε τώρα να κάνουν και παρέλαση;

Αυτά κι άλλα παρόμοια πολλά ήταν τα θέματα των ημερών. Κι όλοι

είχαμε κάτι να προσφέρουμε στη συζήτηση τους, φυσικά πιο σπουδαίο και καταλυτικό απ ότι άλλο είχε γραφεί ή είχε ακουστεί. Φυσικά, πρόπερσι και πέρσι

μας προέκυψαν και τα σχετικά με το ποιος δικαιούται να κάνει παρέλαση και ποιος δικαιούται να την παρακολουθεί ως επίσημος, όταν οι πιο αγανακτισμένοι

από μας αποφάσισαν ότι σ αυτούς ανήκε η τιμή να παρελάσουν κατά πάνω στου «επισήμους». Λύσαμε προς στιγμή το πρόβλημα με την αρχικά ευρηματική λύση της παρέλασης κεκλεισμένων των οδών. Όταν υπάρχει κίνδυνος να διασαλευτεί η κοινωνική ειρήνη τα δικαστήρια δικάζουν με τις πόρτες κλειστές. Τι πιο φυσικό

λοιπόν να παρελαύνουν μαθητές και στρατιώτες με τους δρόμους κλειστούς; Έτσι όλοι είναι κερδισμένοι. Και η πατρίδα που κάνει το χρέος της απέναντι στην ιστορία της και οι πολίτες που απαλλάσσονται από το δίλημμα αν πρέπει να είναι

θεατές ή παρελαύνοντες και οι «επίσημοι» που ήσυχοι και γαλήνιοι εκπέμπουν το μήνυμα της ήρεμης δύναμης και ασφάλειας προς τους υπηκόους τους.

Η ευφυής αυτή λύση, δυστυχώς, δεν έκλεισε τελεσίδικα το θέμα. Έμενε το

οικονομικό αγκάθι. Μια παρέλαση έχει έξοδα. Αυτά τα στρατιωτικά εργαλεία

είναι ενεργοβόρα. Γι αυτό άλλωστε και τα τελευταία χρόνια τα έχουμε σε ανάπαυση. Τα βάλαμε στα παχνιά των όρχων των στρατοπέδων ή στα λιμάνια, έχουμε και τους στρατιώτες να τα νταντεύουν κάθε Παρασκευή, να τα λιπαίνουν

και να τα χαϊδεύουν για να μην τα πιάσει καμιά κατάθλιψη, κι έτσι μένουν καινούργια και δεν ξοδεύουμε και τα λεφτά μας για πτήσεις, πλόες και ασκήσεις,

που έτσι κι αλλιώς άχρηστες είναι σ αυτή την ήρεμη γειτονιά του πλανήτη που βρισκόμαστε με γείτονες που σχεδόν πνίγονται απ΄ την αγάπη τους για μας. Όμως λύθηκε κι αυτό! Και μάλιστα με τρόπο που δείχνει το δρόμο για την

οριστική επίλυση του τρομερού προβλήματος των τελευταίων χρόνων που

λέγεται ΠΑΡΕΛΑΣΗ! Η παρέλαση θα γίνει με χορηγία! Ο επιχειρηματικός όμιλος Βαρδινογιάννη, γνωστός για τα φιλελληνικά του αισθήματα, αποφάσισε να χορηγήσει τα καύσιμα ή το ποσό που χρειάζεται γι αυτά, ώστε να μπορέσουν οι

επίσημοι, οι τηλεθεατές και οι θεατές να απολαύσουν τα μηχανοκίνητα του στρατού να περνούν καμαρωτά και περήφανα.

Από δω αναβλύζει η χαρά μου λοιπόν και για αυτό γράφω για την

επέτειο του ΟΧΙ. Βρέθηκε η Λύση! Και το γράφω με κεφαλαίο –Λ- γιατί δε

είναι μόνο για τη φετινή παρέλαση αλλά για πάντα! Αν οι πανέξυπνοι πολιτικοί ηγέτες μας εκτιμήσουν σωστά, κι είμαι βέβαιος, κρίνοντας από την ιστορία τους

στην πολιτική, ότι θα το κάνουν, θα λύσουν το ζήτημα και θα μας περάσουν στην εποχή της μεταπαρέλασης. Έτσι μπορεί να μην είμαστε οι πρώτοι στο κόσμο που περάσαμε

από

τη

νεωτερικότητα

στην

μετανεωτερικότητα

ή

απ΄τον


μοντερνισμός στον μετά, αλλά θα είμαστε οι πρώτοι, όπως ακριβώς μας αξίζει, που θα περάσουμε απ΄ την παρέλαση στην μεταπαρέλαση, όπου όχι το δαπανηρό

και αυταρχικό κράτος, αλλά η Αγορά θα αναλάβει τις παρελάσεις, ή καλύτερα και τις παρελάσεις. Ελπίζω του χρόνου να έχουμε επιτέλους το δικαίωμα της επιλογής. Όχι μία αλλά πολλές παρελάσεις. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι σ αυτήν

την ανοιχτή κοινωνία που ζούμε κι ονειρευόμαστε δεν θα σπεύσουν η Wind, η Vodafon, η Cosmote, o Ιβαν Σαββίδης, ο Μαρινάκης, ο Σκάι και τόσοι άλλοι, να χρηματοδοτήσουν τη δική τους παρέλαση. Παρέλαση για κάθε γούστο. Και θα ρεύσει και χρήμα άφθονο, γιατί σκεφτείτε τι τιμή θα πιάνει η παραλιακή κι η

Τσιμισκή. Και βέβαια ο ανταγωνισμός θα τραβήξει ψηλά και τις υπόλοιπες τιμές.

Επιτέλους θα λύσουμε ένα πρόβλημα με τρόπο επιτυχή. Και θα τελειώσουμε με τις συγκρούσεις για το αν πρέπει να γίνεται ή όχι παρέλαση και θα βάζουμε χρήμα στον κρατικό κορβανά! Ευτυχείτε και χρόνια πολλά.


Α

Μήτρογλου – Τόκλης 0-1 πό τη στιγμή που ο Ρουμάνος αμυντικός άρχισε να τραβάει τα μαλλιά

του

για

ένα

πράγμα

ήμουν

παραμικρή πιθανότητα να βρεθώ του

σίγουρος˙

δεν

υπήρχε

η

χρόνου το καλοκαίρι στη

Βραζιλία για να πανηγυρίσω τα γκολ του Μήτρογλου στο Μουντιάλ.

Εκτός φυσικά κι αν η Μέρκελ, που τόσο πολύ αγαπάει τον Αντώνη μας, απ ότι

βλέπω όλη μέρα σήμερα στα αντικειμενικά μας κανάλια, αποφασίσει να μοιράσει όλα τα πλεονάσματα της φίλης χώρας Γερμανίας, όχι στους απείθαρχους ομοεθνείς

της αλλά στους πειθήνιους κι ευλαβείς της μεγαλοσύνης της Έλληνες. Επειδή λοιπόν το κόβω για πολύ δύσκολο αυτό, γι αυτό βάλθηκα να το ονειρευτώ. Όχι

στον ύπνο μου, αλλά με κείνα τα όνειρα του ξύπνιου που τα κάνεις ότι θες και

τα τραβάς όσο θες. Μικρός μ αυτά κατάφερνα τα πάντα. Έκλεινα τα μάτια για να μη με χαλάει το ντεκόρ στο κατώι του πατρικού μου κι έφτιαχνα θαύματα. Στη μπάλα πέντε γκολ ήθελα να βάλουμε στον Παοκ, πέντε βάζαμε. Ακόμη και το λεπτό κι ο τρόπος κι ο παίχτης που θα το έβαζε ήταν στο χέρι μου. Κι όχι μόνο

αυτό, αλλά μπορούσε να το βάλω και να το ξαναβάλω ώσπου να πετύχει όπως το ήθελα. Κάτι σαν το ριπλέι που είδα αργότερα στις τηλεοράσεις. Ήθελα να

τραγουδήσω; Έκλεινα τα μάτια μου και τύφλα να χει ο Βοσκόπουλος της προ κουλτούρας εποχή μου. Τις άλλες ώρες βέβαια προτιμούσα ν ακούω τον αδελφό

μου, ίδια όπως και τώρα δηλαδή. Ήθελα να με θαυμάζουν; Παιχνιδάκι. Μ ένα μαγικό τρόπο αποκτούσα μεγάλο σπίτι με κήπους που το μυαλό μου ξεσήκωνε απ το Φαντάζιο κι άλλα ψυχωφελή της εποχής κι χάριζα βόλτες στους φίλους με περίεργα μηχανοκίνητα κι άλλα καλούδια. Αργότερα διατήρησα την

ίδια

συνήθεια για τα άκρως σημαντικά όπως πχ η Κάθλιν Τζέτα Τζόουνς ή η Μπελούτσι. Μισό λεπτό ήταν αρκετό για να είναι γονατισμένες μπροστά μου και να με παρακαλάνε. Έτσι,

λοιπόν,

με

τον

δοκιμασμένο

μηχανισμό

του

ξύπνιου

ονείρου,

προσπάθησα να βρεθώ στην Βραζιλία και να βοηθήσω και το Μήτρογλου. Κάνω

μια παρένθεση για να πω ότι το συμπαθώ πολύ το παλικάρι. Ίσως γιατί κατά το μισό του ονόματός του είναι συνονόματος μου. Ίσως γιατί είναι λίγο παιδί της

αλάνας που έχει δική του μπάλα αλλά ξέρει και τι να την κάνει. Ίσως γιατί είναι

ο τρέξτε εσείς πέρα δώθε για να μετράνε τα μηχανάκια τα χιλιόμετρα που γράφετε κι εγώ θα βάζω τη μπάλα μέσα να γίνεστε σπουδαίοι. Ίσως γιατί στις δηλώσεις του μετά το κι άλλο θαυμάσιο γκολ μπλα μπλα μπλα είναι τόσο πρωτότυπος που με κάνει να αισθάνομαι εντελώς μαλάκας που δεν περιόρισα το λεξιλόγιο μου βαριά βαριά στις τριάντα λέξεις. Ίσως γιατί μ αρέσει η μπάλα κι


αυτό μάλλον οφείλεται στο ότι μπαίνει στα δίχτυα κι αυτός είναι που τη βάζει με πολλούς και θεαματικούς τρόπους. Προσπάθησα λοιπόν αλλά τίποτα. Όσο πίεζα το μυαλό μου να τσουλήσει στην ευκολία της κατηφόρας και να βρεθεί στη Βραζιλία, τόσο τα στύλωνε αυτό και

τραβούσε ανάποδα. Για το καλοκαίρι του 2014 το κούρντιζα εγώ, στο 1974 γύριζε αυτό. Πείσμα αυτό, πείσμα κι εγώ. «Θα πας στη Βραζιλία θες δε θες» του

λεγα άγρια. Μου ΄βγαζε τη γλώσσα κοροϊδευτικά και με γύριζε στο χωριό μου και στο κήπο του σχολείου, κάπου ανάμεσα στη Βραζιλία του Πελέ του 1970 και στη Γερμανία του Μπεκεμπάουερ του 1974. Μου έδειχνε ξαναμμένους πιτσιρικάδες να τρέχουν σ ένα τέταρτο γηπέδου, μπορεί και τριάντα συνολικά, μετά τη λήξη του παιχνιδιού στη τηλεόραση κι να είναι έτοιμοι να σκοτωθούν για αν ήταν δοκάρι και μέσα ή δοκάρι κι έξω το σουτ, την ώρα που ήδη στην ΥΕΝΕΔ άρχιζε

το νυχτερινό δελτίο ειδήσεων. Άφριζα απ την άρνησή του. Βιντεάκια στο youtube λοιπόν για να το δελεάσω. Παραλίες με ξανθιές βραζιλιάνες και γήπεδα, το «Μαρακανά»

και

γκολ

και

φυσικά

και

το

βαρύ

πυροβολικό!

Κώλους

βραζιλιάνικους, σφιχτούς κι ευέλικτους, πιότερο κι απ τις τρίπλες του Μέσι και

του Νεϊμάρ, να κουνιούνται στους ρυθμούς της σάμπας της μάμπας, της ρούμπας και της τούμπας που έλπιζα να το φέρω. Τίποτα αυτό! Μ απαντούσε με κάτι ξεθωριασμένες εικόνες ενός καφενείου που σχεδόν σηκώνεται στον αέρα την ώρα

που ο Νικολούδης, συγχωριανός μας γαρ, καρφώνει τη μπάλα στα δίχτυα για να

μη κακοκαρδίσει το Δεληκάρη που του πάσαρε τη μπάλα, αφού χόρεψε όποιον βρήκε μπροστά του σ ένα παιχνίδι με τους Ρώσους, μάλλον. Σκύλιασα εγώ. Κατέφυγα στα μεγάλα μέσα. Πιάτα! Κάθε λογής και κάθε είδους. Με σεφ

σερβίτσια και κεριά και πάνω απ΄το κεφάλι μου τον μετρ. Τρίχες. Μ’ απάντησε μ ένα καφετζή κι ένα ταψί μπαμπάδες. Κι αυτός, ο καφετζής, πάνω απ΄ τα κεφάλια μας, σαν μετρ στεκόταν. Έβαζε τις καρέκλες στη σειρά, σαν σε

κινηματογράφο. Δεν θυμάμαι τις μέσα, αλλά αυτές που είχε έξω κάτω απ΄ τα πλατάνια, ήταν μεταλλικές, με φαρδύ κάθισμα και πλέξη με φαρδιά πλαστική κορδέλα, πολύχρωμη. Τις κουβαλούσε μέσα και τις έβαζε σε σειρά, κολλητές και

με μικρά διαστήματα ανάμεσα στις σειρές. Τρεις χιλιάδες ψυχές ήμαστε στο χωριό, δεν υπήρχαν περιθώρια για άπλα. Και μετά έστεκε πάνω απ τα κεφάλια μας για την παραγγελία. Δεν ξέφευγες. Δεν έτρωγε ντρίπλα με τίποτα. Τα πόδια του

ήταν σαν αντικριστά γιαταγάνια. Περπατούσε και τραμπαλίζονταν, αλλά από τον Τόκλη δεν ξέφευγες ακόμη κι αν γινόσουν ταπετσαρία στα ντουβάρια του. «Εσύ

τι πήρες;» ήταν η ερώτηση που απευθύνονταν στους επίδοξους τζαμπατζήδες και το θέμα έληγε. Μπαμπάδες, τουλούμπες, παγωτά, αναψυκτικά. Έπρεπε να διαλέξεις. Οι μπαμπάδες του Τόκλη ήταν τεράστιοι. Τεράστιοι και σοροπιασμένοι

τόσο πλούσια που κολλούσες πάνω τους σα μύγα! Στο χρώμα του πορτοκαλιού κι η άσπρη τους κρέμα ξεχείλιζε από μια διαγώνια τομή, λίγο πιο κάτω απ΄τη

κορυφή τους, σαν λευκή λάβα που ξεχύνονταν αποφασισμένη να σκεπάσει με τη

γλύκα της τα πεινασμένα μας μάτια. Και δεν ήταν μόνο οι μπαμπάδες που σε προκαλούσαν, αλλά κι οι τουλούμπες και τα ροξ και φυσικά, αν ήταν Απρίλης και μετά, τα παγωτά. Για ένα απ όλα έφταναν τα λεφτά κι ούτε καν μια φορά την


εβδομάδα. Πώς να μη γονατίζεις μπροστά σε τέτοια διλήμματα; Πώς να μην κερδίζει ο σοροπιασμένος μπαμπάς τα γκολ του Μήτρογλου και Μέσι; Παραδόθηκα! Τελικά ούτε στο όνειρό μου θα πάω στη Βραζιλία. Μήτρογλου – Τόκλης 0-1. Έκατσε διπλό αλλά πως το έπαιξα στο στοίχημα είναι μυστικό.

Τ

Ο λόγος του γονιού είναι νόμος

ι χαζά είναι αυτά που γράφεις στην εφημερίδα μου είπε η μάνα μου τις προάλλες που γυρίζοντας από την Κύπρο πήγα στο πατρικό μου κι επειδή ο λόγος του γονιού είναι νόμος ψάχνω αγωνιωδώς από

τότε να βρω ένα σοβαρό θέμα που και τη μάνα μου θα ικανοποιήσει

αλλά και στη συνείδηση όσων σπαταλάτε λίγο από το χρόνο σας που είναι χρήμα,

που τρέχει, που είναι πανδαμάτωρ, που είναι άτιμος και μύρια άλλα που τον ακολουθούν, να διαβάσετε τα χαζά που γράφω, να αποκατασταθώ, γιατί όπως μ

έμαθαν από μικρό για μια τιμή ζούμε σ’ αυτό τον κόσμο και γι’ αυτό το ορθωμένο κωλοδάχτυλο της Αφροδίτης στο εξώφυλλο του γερμανικού περιοδικού ξεσήκωσε κύματα οργής και εκατομμύρια έλληνες ήταν έτοιμοι ν ανέβουν στα τρένα και να ξεκινήσουν για το νέο έπος προς αποκατάσταση του παραβιασμένου περιεδρικού

δακτυλίου της τιμής μας κι ευτυχώς που δεν υπήρχε πρόχειρη

καμιά τραγουδίστρια της νίκης σα τη Βέμπο και τελικά κέρδισε η Τζούλια με την Ντον Περινιόν της που τη χρησιμοποίησε

λένε γιατί οι άλλες σαμπάνιες ήταν

του κώλου και μας κράτησε ψύχραιμους στους καναπέδες μας μπροστά στις οθόνες

ν ακούμε τον γνωστό για την αγωνιστικότητα του, λόγω και της καλής του φυσικής κατάστασης από τη συστηματική εκγύμναση των σιαγόνων και των μυών το στομάχου του, Πάγκαλου του Νεοτέρου φυσικά κι όχι εκείνου του

παλιού που τον ενοχλούσαν οι κοντές φούστες, να κατατροπώνει τη Μέρκελ και να θυμάται και πάλι τις πολεμικές αποζημιώσεις σαν εκείνο το τύπο στο

ανέκδοτο που δέρνει τον εβραίο γιατί σταυρώσαν το Χριστό πριν 2000 χρόνια μέν αλλά εκείνος τώρα το θυμήθηκε και να βλέπουμε με αγωνία και δέος τον σημερινό πρωθυπουργό, τον Γεώργιο Ανδρέα Παπανδρέου, ελπίζω τελευταίος της γενιάς και στ αλήθεια φοβάμαι να πληροφορηθώ για τους απογόνους του γιατί δεν θα το αντέξω να μάθω ότι έχουν στόφα και φιλοδοξία σωτήρα, να προσπαθεί κι αυτός να αποκατασταθεί στη συνείδηση της Μάργκαρετ

της μάνας του γιατί

μάλλον κι αυτή όπως η δική μου, από Μ κι αυτή αλλά Μερόπη, του είπε τι χαζά είναι αυτά που κάνεις «χάνι», γλυκέ μου δηλαδή κι όχι το χάνι του Δούμπλιου ούτε της Γραβιάς ούτε άλλο ηρωικό που πήγε ο νους σας, θα ξεπεράσεις και τον

πατέρα σου στο τέλος κι επειδή είπαμε ο λόγος του γονιού είναι νόμος βάλθηκε ο καημένος

ο ΓΑΠ να ικανοποιήσει τη μαμά του και να αποκαταστήσει την

υπόληψη του γιατί τι να τα λέμε πάλι για μια τιμή των σπρεντς ζούμε σ’ αυτό

τον κόσμο και δος του να προσπαθούμε να αποκατασταθούμε στον Αλ-Μούνια


που με τέτοιο όνομα η εξ Αραβίας έλκει την καταγωγή του ή κραγμένος είναι και στον άλλο τον στη χώρα του τον λένε Ρεν και στην Ελλάδα Όλι Κλαίν και δε

μας νοιάζει η ευχή σου ρε χλεχλέ για το kalo koragio γιατί εμείς είμαστε όπως ο κρητικός γκέι του ανέκδοτου που όταν τoν ρωτάει ο επιβήτορας αν πονά αυτός περήφανα ρωτώντας απαντά πονάν

τα παλικάρια ρε Σηφάκη κι είτε βάλετε

βαζελίνη είτε τον βάλετε ασιάλωτο κιχ δεν θ ακούσετε απ΄ το στόμα μας κωλόφραγκοι γιατί ο Γιώργος το βάλε αμέτι μουχαμέτη να πείσει τη μαμά του

ότι δε κάνει χαζά και μέχρι και τα ελληνικά του έφτιαξε αφού όλο περηφάνια τον άκουσα να λέει προχθές ξανά και ξανά ένα επίρρημα που κι οι καθηγητάδες

της φιλολογίας το ξέχασαν πια κι εγώ μαζί τους ααα ναι τεχνηέντως τς τς τς τς

τς ο Μπαμπινιώτης είσαι ή ο Κακριδής μεγάλε θαύμαζε η νεαρά δημοσιογράφος της πρωινής εκπομπής του Σαββάτου στη ΝΕΤ που όλο γέλια και χαρές από τις εκλογές και δώθε είναι σα τη καλή γκόμενα που λεει πάντα στο μαλάκα που της

λέει ότι την ερωτεύτηκε δε πειράζει δε φταις εσύ μωρό μου τς τς τς τεχνηέντως άκου τώρα πρόοδο ο Γιώργος για να χαρεί η μαμά του κι εγώ ο άχρηστος ούτε

ένα θεματάκι της προκοπής δεν μπόρεσα να βρω για να χαρεί κι η δικιά μου που

ήταν μες στη περηφάνια για το γιο της μέχρι που της είπα ότι αυτός ο γιαλαντζί ντολμάς και να με συγχωρέσει κι η πεθερά μου που της βρίζω ένα απ τα

καλύτερα πιάτα της ο Καραμανλής τα ‘μαθε τα γράμματα για να λέει από μικρός τεχνηέντως και να ξεγελάει τη μάνα του ότι τάχα δε λεει χαζά αλλά άλλο η μαμά

κι άλλο του Αλ-μούνια τα σκυλιά που μας έχουν πάρει στο κατόπι τεχνηέντως λοιπόν κι όλο θαυμασμό αυτό θα χρησιμοποιήσει κι η άλλη Αννα κι όχι η παιδική

μας φίλη που δεν την είδαμε ξαφνικά για να αξιολογήσει τους εκπαιδευτικούς που ξαφνικά ανακάλυψε ότι δεν αξιολογούνται τα κουμάσια μόνο που δεν κατόρθωσε να βρει ποιος είχε καταργήσει την αξιολόγησή τους με κραυγές κι

αλαλαγμούς σα να είχε κυριεύσει τη Βαστίλη και σιγά τώρα που είναι σοβαρό θέμα ποιος κατήργησε και την αξιολόγηση

κι αλλά πολλά αφού ο Γιώργος το

είπε τόσο καθαρά στους Ευρω-πέους διαφανείς που συνεδρίαζαν προχθές κάπου στην Εσπερία ότι ήταν η κακή ΝΔ που την είδε πελατειακά τη σχέση της με τη

διακυβέρνηση κι όλα ήταν καλά και καλοκουρδισμένα πριν αλλά διαλύθηκαν μ αυτούς τους πελατειακούς τους δεξιούς και τώρα τρέχουν πάλι αυτοί οι καημένοι αριστεροί, και δε φταίω εγώ που οι σοσιαλιστές λένε πως είναι αριστεροί,

να

βγάλουν τα κάστανα απ΄ τη φωτιά κι ευτυχώς είναι ψημένοι αυτοί να τρων τα κάστανα ζεστά και τα κρασιά να πίνουν τα παλιά και τα χαβιάρια μαύρα να μην τους πειράζουν κι αστακοί και ψόφιοι να ναι να τους τρώνε και με κάτι τέτοια

θα πάρει πάλι η μάνα του Γιώργου η Μάργκαρετ τηλέφωνο μα πότε θα σοβαρευτείς «χάνι» θα πει και να και πάλι νέο πακέτο μέτρων για να τη πείσει ότι προσπαθεί να μη λεει χαζά κι όλο και κάτι θα σκεφτεί για τις συντάξεις του

ΟΓΑ, για τα δώρα των Χριστουγέννων και του Πάσχα που είναι πολλά για τα επιδόματα που είναι τρελά έχει και το Δρούτσα

ε ρε και τι μπορεί να κάνει ο

άνθρωπος αν αλλάξει όπως στη ντάμα το Δρ με ένα Π χρυσή εφεδρεία με τα

σκοπιανά και τα κυπριακά ναι σιγά μη λέω για τα χαλούμια πονηρέ και

λαίμαργε εκδότη και για τα τουρκικά έχει έχει θέματα ο Γιωργάκης και θα τα καταφέρει στο τέλος να αποκατασταθεί στης

μάνας του της

Μάργκαρετ τη


συνείδηση αυτός κι εμείς στου Αλ-μουνια την τρανή αγκαλιά να μας δαγκώνουν τα σκυλιά και να μη κλαίν του Όλι του Ρεν οι φίλοι οι κολλητοί κι εγώ ο

καημένος ακόμη θα ψάχνω θέμα σοβαρό να βρω μήπως κι η μάνα μου η από Μ κι αυτή αλλά Μερόπη που όταν λεει χάνι μόνο το χάνι του χωριού μου εννοεί

χαρεί και φτιάξει ένα κοτόπουλο γιαχνί εκείνο που μα άρεσε να τρώω όταν ήμουνα παιδί να πιω κι ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί να θυμηθώ ότι ΛΙΓΟ ΜΟΥ ΔΩΣΑΝ ΤΟ ΚΑΙΡΟ κι ο Ολι Ρεν να πάει να γαμηθεί.

Χ

Μικρά Χριστουγεννιάτικα ριστούγεννα. Πεντηκοστή φορά για μένα.

Δεν τα θυμάμαι όλα

βέβαια. Για την ακρίβεια θυμάμαι λίγα ή ίσως και καθόλου. Σίγουρα θα θυμάμαι τα φετινά, όταν θα έχουν περάσει. Τα λαμπάκια στους

δρόμους και τα στολισμένα δέντρα δεν θα λείψουν και φέτος. Βέβαια,

ελπίζω ότι θα λείψουν οι ξιπασιές του είδους «έχουμε το ψηλότερο δέντρο στην

Ευρώπη» ή το δέντρο του Μπουτάρη πάτησε το δέντρο του Καμίνη και σιγά μη φτουρήσει μπροστά του αυτό του Μιχαλολιάκου. Φυσικά φέτος μπορούμε να

πραγματικά να σαρώσουμε όλα τα ρεκόρ χριστουγεννιάτικων δέντρων, αν κάνουμε έλατο το έλλειμμα και κρεμάσουμε για στολίδια τα μέτρα των τροϊκανών και

για λαμπάκια

τα

φώτα

πως

μας

αλλάζει

καθημερινά

η

κυβέρνηση. Ας το σκεφτεί ο Πεταλωτής κι ας κρεμαστεί σ’ ένα κλαδί για γούρι. Δεν θα λείψει επίσης ούτε κι η γνωστή ενορχηστρωμένη ανοησία ότι είναι παράδοση των ελλήνων τα στολισμένα δέντρα κι ότι τα κάλαντα με τα οποία

μεγάλωσαν οι έλληνες είναι το «τσίγκο μπελ» και το «ω έλατο ω έλατο μ αρέσεις πως μ αρέσεις» καθώς κι αυτός ο χοντρός ντυμένος στα κόκκινα παππούλης, που οι ευρωπαίοι τον λένε σάντα κλάους κι εμείς ντε και καλά Αη Βασίλη, που δήθεν χωράει στα τζάκια και μοιράζει δώρα. Θα λείψουν, ευτυχώς, οι γιορτές των Αγγέλων στις πλατείες για την υποδοχή του νέου χρόνο. Ελπίζω

τουλάχιστον. Θα λείψει δυστυχώς ο δέκατος τρίτος μισθός απ΄ τους υπαλλήλους και, δυστυχέστερα, θα λείψει η δουλειά για όλο και περισσότερους Έλληνες, κι ακόμη χειρότερα, θα λείψει η ελπίδα ότι τούτες οι γιορτές, ότι αυτός ο χρόνος που

έρχεται κάτι καλύτερο θα μας φέρει. Τυχεροί μόνο οι ανάμεσα μας πιστοί, όσοι λίγοι εξακολουθούν ν΄ αντλούν την ελπίδα τους από τον σαρκωμένο θεό και τη

γέννησή του. Για τους υπόλοιπους, τους πολλούς, θα λείψει εκείνο το κρεσέντο της διαρκούς γιορτής, από Χριστούγεννα Πρωτοχρονιά και από κοντά τα Φώτα

για ήπια προσαρμογή. Φοβάμαι πως φέτος τα Χριστούγεννα θα μοιάζουν περισσότερο με μεγάλη βδομάδα και χωρίς καν την προσδοκία της Ανάστασης. **************** Γιατί κλαίνε οι άνθρωποι όταν μεγαλώσουν; Μα κλαίνε θα πείτε. Ε βέβαια κλαίνε. Συχνά κιόλας. Ή ίσως σχεδόν κλαίνε αλλά και τότε τους καταλαβαίνεις, γιατί σφίγγουν τα χείλη κι ανεβάζουν τα φρύδια κι ανοίγουν σχεδόν διάπλατα τα


μάτια τους ενώ γέρνουν το κεφάλι προς τα κάτω και πιέζουν το λαιμό τους για να εμποδίσουν τα δάκρυα να βγουν. Τότε ακριβώς που κι οι γύρω τους δεν τους

μιλούν αλλά κάνουν κάτι άσχετο ή βλέπουν τάχα μου κάτι στην αντίθετη κατεύθυνση προσποιούμενοι ότι τάχα δεν το κατάλαβαν. Κλαίνε λοιπόν ή σχεδόν κλαίνε, που μάλλον είναι το ίδιο. Και πώς να μη κλαίνε θα μου πείτε αν

σκέφτονται ότι τώρα που μεγάλωσαν, κι όταν λέω μεγάλωσαν εννοώ ότι μεγάλωσαν πολύ, έχουν παιδιά που είναι μεγάλα ήδη κι αυτά, τόσο πολύ μεγάλωσαν που μπορεί να ακούν καμιά φορά αυτά τα μεγάλα παιδιά τους

να

λένε στους φίλους τους «οι γέροι μου θέλουν να πάω απ΄ το σπίτι για τα Χριστούγεννα και βαριέμαι ρε γαμώτο» και νιώθουν να πονούν σαν κάτι να τους τσιμπάει , ότι μάλλον πρέπει να πουν τα κάλαντα μήπως καταφέρουν να βάλουν

λίγο χοιρινό στο τραπέζι μιας κι αυλή δεν έχουν πια για να μεγαλώσουν κανένα γουρούνι που θα τους δώσει, σαν τότε που ήταν αυτοί παιδιά, κρέας, λουκάνικο λίγδα και «τζγαρίδες» να τις τρώνε σχεδόν μέχρι το θέρο, πώς να μη κλαίνε που

τα μόνα γουρούνια που ξέρουν τώρα είναι δίποδα με σκληρό κι ακατάλληλο για βρώση κρέας, ιδίως για Χριστούγεννα, που είναι και μέρες αγάπης, καθώς έμαθαν από μικροί, χώρια που αν τα σφάξουν και πλάκα δεν θα έχει και θα

σαπίσουν στη φυλακή τζάμπα και βερεσέ. Αι πώς να μη κλαίνε θα μου πείτε, αν

σκέφτονται ότι μάλλον πρέπει να πάρουν τους δρόμους του χωριού με την ξύλινη σούβλα στα χέρια, να πουν το «κόλντα κόλντα κι Αι Βασίλης, ως που να βαρούν

οι πόρτες και τα μετάξια» μήπως και μαζί με τα «κλικούδια» κονομήσουν και κανένα λουκάνικο,

να μοσχομυρίσει το σπίτι καθώς θα τσιρτσιρίζει πάνω στα

κάρβουνα της σόμπας, της σόμπας ναι, γιατί σε λίγο ο Αι Βασίλης δεν θα φέρνει πια αυτοκινητάκια κούκλες ποδήλατα κλπ αλλά μπιτόνια με πετρέλαιο, καθώς το γαλόνι του θα συναγωνίζεται την ουγκιά του χρυσού σε τιμή και δεν θα ξέρουν, όσοι έχουν λεφτά, αν θα πρέπει να τα κάνουν λίρες για να τα γλιτώσουν ή υπόγειες δεξαμενές για να κρύβουν λίγο

πετρέλαιο, αφού όταν αλλού θα

γίνεται ο πόλεμος για το νερό, εδώ ίσως τους χειμώνες να γίνεται πόλεμος για

μια θέση στη ζέστη. Πώς να μη κλαίνε θα μου πείτε, αν σκέφτονται ότι και τα κάλαντα να πουν, θα πρέπει να βρουν και τον τρόπο να γλιτώσουν απ΄ το ΣΔΟΕ που θα στήνει μπλόκα και θα ζητάει τη Δεκάτη, και δεν θα είναι μέρα αυτό ή

θέση σε άλλου είδους αλληλουχία, αλλά φόρος, στα εκατό κλικούδια τα δέκα

αποδίδονται στον Όλι γιατί όλοι πρέπει να βοηθήσουν τις καλές τράπεζες να περάσουν καλά Χριστούγεννα για να έχουν κι οι υπόλοιποι θα «Στρος όπως Καν». *********** Παρασκευή βράδυ λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Μ΄ ένα φίλο, γυρίζοντας απ΄ το μπαρ, όπου από σφηνάκι σε σφηνάκι, κατά τη γνωστή συνήθεια των Ελλήνων, λύσαμε

μια ποικιλία θεμάτων, κατεβαίνουμε στην τάφρο D’ Αvilla στη Λευκωσία για να πάμε στο αυτοκίνητο. Δεν κάνει πολύ κρύο αν είσαι ντυμένος ή είσαι στο

σπίτι σου. Αν όμως κάθεσαι στα σκαλοπάτια, σ ένα ανοιχτό χώρο στη Λευκωσία,

δεν χρειάζεται πολύ ώρα για να σε τρυπήσει η υγρασία. Δεν κάθομαι φυσικά στα σκαλοπάτια εγώ. Κάθεται όμως μια γυναίκα. Δεν θα είναι πάνω από τριάντα και


δεν είναι κύπρια, αλλά μία απ΄ τις πολλές που ήρθαν στο νησί, όπως και στην Ελλάδα, απ΄ τις χώρες τις Ανατολικής Ευρώπης, ψάχνοντας μια καλύτερη τύχη, μια καλύτερη ζωή. Στο επόμενο σκαλοπάτι κάθεται το μικρό της, πέντε χρόνων

ίσως, κι ακουμπάει στην αγκαλιά της. Είναι ντυμένο Αη Βασίλης. Είναι όμορφο, όπως όλα τα παιδιά στην ηλικία του.

Κρατάει ένα τρίγωνο και καθώς μας

βλέπει να κατεβαίνουμε, στρέφει το μεγάλα μάτια του προς το μέρος μας

και

τραγουδάει «τρίγωνα κάλαντα και χρόνια πολλά» και πάλι και πάλι μέχρι να

κατέβουμε τα τριάντα περίπου σκαλιά. Δεν ξέρει περισσότερο. Κοντοστέκομαι. Ρίχνω ένα νόμισμα στο κυπελάκι που κρατάει. Γυρίζει προς τη μάνα του και

χαμογέλα. Καθώς απομακρύνομαι γυρίζω το κεφάλι μου και το βλέπω να τρίβει το κεφάλι του στην αγκαλιά της μάνας του και να κάνει τις γκριμάτσες των νυσταγμένων παιδιών.

Τι δώρο θα ζητήσει άραγε από τον Άγιο Βασίλη φέτος

αναρωτιέμαι καθώς απομακρύνομαι. Καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά


Σ

Για το φόνο του Παύλου Φύσσα κεφτόμουν να γράψω για το φούρνο. Τον τότε, της γειτονιάς μου στα Βασιλικά, του μπάρμπα Σωκράτη, που έλεγε πολλά, κυρίως για τον ΠΑΟΚ, με μένα και το γιο του, το Γιάννη που ήμαστε Αρειανοί, και λίγα, πλαγίως,

τουλάχιστον με μένα που ήμουν δεξιός, για την

αριστερά, αλλά και τον τωρινό, που δεν περιέχει πια αυτόν και τα πολλά του

λόγια, αλλ’ όμως έχει μιαν υπάλληλο, τη Βαγγελιώ, που το αφράτο, λαμπερό και γελαστό της πρόσωπο επιμένει να θυμίζει σ όλους ότι το χαμόγελο κι η καλή καρδιά κι αν δεν είναι φάρμακο, πάντως δεν έβλαψε ποτέ κανένα.

Σ αυτό το θέμα επέμεινα κι όταν άκουσα για το φόνο. Όχι τον φόνο των

λόγων, αυτόν που χρησιμοποιούν όλοι, δίκαιοι κι άδικοι, χαμένοι και μη,

νηστικοί και χορτασμένοι, καλοπληρωτές και φοροκλέφτες, δημοσιογράφοι κι αναγνώστες, εξουσιαστές και πολίτες, υποταγμένοι και μη για να μιλήσουν για

την τρόικα, την κυβέρνηση, την κατάσταση, την οικονομία, την πολιτική, την

κοινωνία. Αλλά τον άλλο. Τον πραγματικό. Αυτόν που δεν επιδέχεται αναλύσεις, δεν έχει αντίλογο, δεν καταλαβαίνει γρι από ιδεολογίες, δεν παίρνει μυρωδιά από τις ανοησίες του Λαζαρίδη για τα δύο άκρα και τη μέση, που μάλλον πιστεύει ότι

είναι ο ίδιος γιατί έχει πάθει λουμπάγκο απ΄ το πολύ σκύψιμο. Αυτόν, που δεν

δίνει ούτε ένα δράμι για τη συγκίνηση και την ιερή αγανάκτηση του Λαφαζάνη. Αυτόν, που δεν πεταρίζει το βλέφαρό του απ΄ την επαναστατικότητα της θλίψης

του ανεξάρτητου Καμένου, που ονειρεύεται πως είναι Κολοκοτρώνης, και μάλιστα όχι ο στρατηγός του αγώνα της Ανεξαρτησίας αλλά του σύγχρονου, του «εγέρθητω» του εσμού των δολοφόνων, και για να ντοπάρει τους πολεμιστές του

για την άλωση της Τριπολιτσιάς τους τάζει όχι λαγούς με πετραχήλια, αλλά λιντσαρίσματα. Αυτόν που έχει γραμμένο το μειλίχιο πένθος των κουβέληδων και το ξέχειλο των βενιζέλων. Αυτόν το θάνατο που δεν ξέρει λόγια, που είναι απλά

ένα τέλος. Ένα τέλος για πάντα. Όπου το πάντα είναι αυτό το καταραμένο σύμβολο των μαθηματικών, το άπειρο, που ποτέ δεν το καταλαβαίνουμε γιατί

δεν το χωράει στο μυαλό μας. Αυτόν, τον πραγματικό θάνατο, που συνέβη όταν ένα μαχαίρι βυθίστηκε στο στήθος και στη κοιλιά ενός τριαντατετράχρονου, που τον έλεγαν Παύλο Φύσσα, που είχε όνειρα, που είχε επιθυμίες, που είχε απόψεις, που πίστευε, που πάλευε, που τραγουδούσε, που είχε πρόσωπο. Αυτόν


το θάνατο, τον πραγματικό που του πήρε

το Πρόσωπο κι άφησε το κενό. Ένα

κενό που για τους ανθρώπους του δεν θα γεμίσει ακόμη κι αν όλο το σύμπαν βυθιστεί μέσα του. Ακόμη κι αν ο αυτός που τον προκάλεσε τεμαχιστεί σε μικρά

κομμάτια για να χαθεί το στίγμα του απ΄το πρόσωπο της γης. Ακόμη κι αν παίξει ώρες, μέρες, χρόνια στην τηλεόραση κι αλλού. Ακόμη κι αν γίνει σύμβολο, σημαία, οδηγός. Ακόμη κι αν γίνει η αφορμή της επ-ανάστασης. Τίποτα δεν γεμίζει το κενό.

Όμως δεν θέλω να γράψω γι αυτό αλλά για το γελαστό πρόσωπο της

Βαγγελιώς, που σε καλημερίζει και ξεχνάς ότι ο άνθρωπος δεν είναι καλός, που χαμογελά και ξεχνάς ότι άνθρωπος είναι αυτός που κάποιο βράδυ, κοντά στα μεσάνυχτα, που, αφού μίλησε με το γιο του που υπηρετεί τη θητεία του κι είπε

στην δεκαεξάχρονη κόρη του να μην ξενυχτίσει στον υπολογιστή, απάντησε στο κινητό του, πήρε το μαχαίρι του και λίγο μετά το κάρφωνε στο στήθος ενός

ανθρώπου. Ενός ανθρώπου που δεν γνώριζε, δεν είχε διαφορές μαζί του, δεν είχαν συναντηθεί οι δρόμοι τους, δεν τον αφορούσαν τα όνειρα του, δεν τον

άγγιζαν οι επιθυμίες του. Ενός ανθρώπου που λίγο νωρίτερα είχε μιλήσει στον

δικό του πατέρα, είχε πει στη δική του μάνα ότι δεν θα ξενυχτίσει. Τον σκότωσε μόνο γιατί ο Φύσσας πίστευε πως η «ΑΥΓΗ» των ανθρώπων που ντύνονται στα μαύρα, που κρατάνε ρόπαλα και μαχαίρια, που δέρνουν ανυπεράσπιστους στα

σκοτεινά, που εκτελώντας παραγγέλματα παραταγμένοι, ομοιόμορφοι, βλοσυροί και οπλισμένοι,

ψάλλουν τον

Ύμνο στην Ελευθερία, ανυποψίαστοι και μακριά

νυχτωμένοι απ΄ την Ελευθερία κι απ τον ύμνο της,

δεν είναι «ΧΡΥΣΗ», αλλά

ζοφερή σαν τα χειρότερα σκοτάδια της ανθρώπινης ψυχής. Τον σκότωσε στο όνομα

μιας πατρίδας που αν είναι της ΧΡΥΣΗΣ ΑΥΓΗΣ, τότε δεν είναι των υπολοίπων ή μάλλον που επειδή είναι των υπολοίπων, δεν χωράει καμιά ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ.

Όμως δεν θέλω να γράψω γι αυτά, δεν θέλω να γράψω το τι το πώς και

το γιατί, όχι γιατί δεν πρέπει, όχι γιατί δεν θυμώνω με την συμμορία των έκπληκτων, όχι γιατί δεν οργίζομαι με τις ορδές των υποκριτών, όχι γιατί δεν

αγανακτώ με την χυδαιότητα των κερδοσκόπων του ανθρώπινου πόνου, όχι γιατί

δεν

ανακατώνομαι

με

τις

δωρεάν

και

εκ

του

ασφαλούς

εκρήξεις

συναισθηματικής υποστήριξης, όχι γιατί δεν ανησυχώ για την πονηριά ή την ανοησία των ορεγόμενων απαγορεύσεις, όχι γιατί δεν τρομάζω για τα δεινά που προοιωνίζονται

οπλισμένες

ομάδες

φανατικών

αγκιστρωμένων

σε

νοσηρά

ιδεολογήματα ηθικής ανωτερότητας και ιερής αποστολής, αλλά γιατί θλίβομαι να διαπιστώνω ότι «….Το κακό είναι η μοναδική πραγματικότητα, ότι η ευτυχία

και η ευγένεια είναι ένα λεπτό βερνίκι που καλύπτουν μια πραγματικότητα που βασανίζει, τρομοκρατεί και δεν εμπνέει παρά απελπισία: αυτή είναι η μοναδική

οικουμενική αλήθεια. Δεν υπάρχει άλλη. Δεν υπάρχει άλλο νόημα, άλλη σημασία για

τον

κόσμο,

και

γιατί

θλίβομαι

που

δικαιώνεται

ο

Γκάτσος

όταν

καληνυχτίζοντας τον Κεμάλ του γνωστού υπέροχου τραγουδιού του Χατζιδάκι (αυτό που προκάλεσε την αντίδραση της ευαίσθητης εκπαιδευτικού γιατί δεν αναφέρεται σε χριστιανούς) επιμένει πως «Αυτός ο κόσμος δεν θ αλλάξει ποτέ.»


Για το φούρνο ήθελα να γράψω, για τη μυρωδιά του ψωμιού μόλις έβγαινε απ τα σπλάχνα του, για τα ψωμιά που άχνιζαν μόλις μια υγρή βούρτσα περνούσε πάνω απ την καυτή τους κόρα, για την απόλαυση να σπάνεις τη γωνία

του ψωμιού βγαίνοντας απ το φούρνο και να μασουλάς μέχρι να φτάσεις στο σπίτι και για το μεγάλο χαμόγελο της Βαγγελιώς που σε καλωσορίζει και σκέφτεσαι πως ίσως και να υπάρχει ελπίδα.

Ή

Πλούς ανάστροφος μουν καλός μαθητής. Εγώ δεν το θυμάμαι. Δηλαδή δεν θυμάμαι τίποτε απ το σχολείο. Αν διάβαζα, τι διάβαζα, αν με σήκωναν στον πίνακα οι δάσκαλοι, αν έλυνα ασκήσεις αν μ έκοβε και πόσο. Η μάνα

μου λέει ότι τα έπαιρνα τα γράμματα και δεν παίδευα κανέναν, αν

και στις αρχές της πρώτης τάξης, επειδή είχα πάει πρόωρα, η δασκάλα μου, η κυρία Φωτεινή,

σκέφτηκε ότι δεν θα πείραζε να έμενα, αλλά μετά από λίγο

πήρα μπρος και δεν χρειάστηκε να είμαι δυο χρονιές στην ίδια τάξη. Ότι ήμουν

καλός μαθητής πίστευε κι ο δασκαλός μου στην έκτη του Δημοτικού, ο Ασλανίδης, ο θεός να το έχει αναπαυμένο, και μ έκανε σημαιοφόρο. Βέβαια μέχρι

σήμερα έχω την υπόνοια ότι μου χαρίστηκε λίγο γιατί ήταν η μόνη χρονιά που, αντί για έξι, που ήταν ο σταθερός μου βαθμός στην καλλιγραφία, είχα οκτώ, που

νομίζω ότι ήταν σκανδαλώδης εύνοια για τις καλικαντζούρες που σκάλιζε κι εξακολουθεί να σκαλίζει το χέρι μου και που μέχρι σήμερα δυσκολεύομαι να τις

καταλάβω ακόμη κι εγώ που τις γράφω. Τέλος πάντων όμως, αν στέρησα της σημαία από κάποιον αξιότερο συμμαθητή ή κάποια συμμαθήτρια,

ζητώ

συγγνώμη αλλά δεν έφταιγα. Άλλωστε δεν ήθελα τη σημαία γιατί ντρεπόμουν και έκανα ότι μπορούσα στις πρόβες να τον σκάσω το δάσκαλο, «Σινάκο θα σου

τη πάρω τη σημαία» μου είπε μια μέρα μέσα στο κήπο του σχολείου, που τώρα είναι τσιμεντένιος αλλά τότε ήταν ακόμη χωμάτινος και μαλακός κι ήταν το

γήπεδό μας, όπου παίζαμε ολημερίς μπάλα, κι είχε γύρω-γύρω τριανταφυλλιές και ακακίες και απ τη μεριά του Ανθεμούντα είχε και πλατάνια, «μακάρι»

απάντησα εγώ και μάλλον έκανε μεγάλη προσπάθεια για να μη μ αρχίσει στις σφαλιάρες. Δεν θυμάμαι λοιπόν αν ήμουν καλός, μα εκ των υστέρων λέω ότι θα ήμουν, αφού έτσι δείχνουν τα πράγματα. Θυμάμαι όμως ότι, αρκετά πριν με κάνουν σημαιοφόρο, είχα αρχίσει τα ταξίδια. Από το Δέλτα είχα αρχίσει. Όχι του

Νείλου βέβαια, ούτε καν του Νέστου, του Στρυμόνα ή του Πηνειού έστω. Πώς θα μπορούσα άλλωστε αφού ήμουν εννιά χρόνων και το μεγαλύτερο ποτάμι που

είχα αντικρίσει, ήταν ο ταπεινός Ανθεμούντας, που συντρόφευε τα παιδικά μου χρόνια, κυλώντας τα λιγοστά νερά του καμιά εκατοσταριά μέτρα απ το σπίτι μου,

πλάι στο κήπο του σχολείου, προσφέροντας την ευκαιρία σε όλους μας να


ψαρεύουμε, με μηδενικά βέβαια αποτελέσματα, να κυνηγάμε τα βατράχια και να ψάχνουμε μέσα στα σπάρτα, που είχε από τις δυο πλευρές της κοίτης του, για τα αυγά που γεννούσαν οι πάπιες, πανηγυρίζοντας κάθε φορά που η τύχη μας

πρόσφερε τουλάχιστον δυο, όσα δηλαδή μας χρειάζονταν για να αγοράσουμε τα ΑΘΛΗΤΙΚΑ ΝΕΑ από το περίπτερο του Ηρακλή, αλλά και το ιδανικό περιβάλλον για να στήσουμε καλύβες με νάυλον, όπου η σημαντικότερη δραστηριότητα ήταν οι πειραματισμοί με τα αποτσίγαρα των μεγάλων η με ξυλάκια από ακακία.

Όχι λοιπόν, τούτο το Δέλτα για το οποίο σας μιλώ, δεν ήταν κάποιου

μικρού, μεσαίου ή μεγάλου ποταμού, αλλά ήταν το άλλο μισό της Πηνελόπης. Όχι

βέβαια της αρχαίας, της των πολλών μνηστήρων, πλην όμως αφιερωμένης στον Οδυσσέα των πολλών παθημάτων, αλλά της άλλης Πηνελόπης, της νεώτερης, της

παθιασμένης με τους Μακεδόνες των πολλών κατορθωμάτων. Εκείνων που κρύβονταν στο Βάλτο, του καπετάν Άγρα, του καπετάν Νικηφόρου κι άλλων, και τα μυστικά τους έμαθε η Πηνελόπη και τα έκανε βιβλίο. Ήμουν στα εννιά, όταν ο θείος μας ο Κώστας μας τα έφερε δώρο με κάποια ευκαιρία που δε θυμάμαι

πια. Κι έτσι στα μυστικά του βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα έμελλε να ριζώσουν τα μυστικά ταξίδια μου στους κόσμους των βιβλίων και των ονείρων. Κάθε φορά

που ιοί και μικρόβια κατόρθωναν να με κρατήσουν στο κρεβάτι, κι η κατοχή αυτή κείνα τα χρόνια δεν κρατούσε ποτέ λιγότερο από μια βδομάδα, περιδιάβαινα με τις πλάβες τα στενά υδάτινα μονοπάτια ανάμεσα στα καλάμια της λίμνης των Γιαννιτσών, του Βάλτου, κι ήθελα να φωνάξω στο Βασίλη, που είχε γυρίσει απ

την Αλεξάνδρεια να βοηθήσει στον Αγώνα, ότι το ντροπαλό και φοβισμένο βουλγαράκι, ο Γιωβάν, ήταν ο χαμένος του γιος που έψαχνε βρει, και κάθε φορά

έβλεπα το μικρό, χτυπημένο από την κλωτσιά του βούλγαρου κομιτατζή να κατρακυλάει στη πλαγιά και να πεθαίνει. Ίσως και να το φώναζα τελικά, αλλά

που να το θυμάμαι πια. Σίγουρα πάντως όσο και να το φώναζα ο Βασίλης δεν μ

άκουσε, γιατί πολλά χρόνια αργότερα, τριάντα σχεδόν από τότε, όταν ανέβηκα και πάλι στις πλάβες μαζί με τα δυο μου παιδιά και διαβάζοντας τις σελίδες των Μυστικών του Βάλτου, ακολουθήσαμε το Βασίλη που έψαχνε το χαμένο του γιο και πάλι ο Βασίλης δεν είδε ότι ο μικρός Γιωβάν ήταν ο Θοδωράκης του και πάλι

ο Γιωβάν πέθανε τελικά χτυπημένος από την ίδια κλωτσιά. Εκείνο πάντως που δεν πέθανε, ήταν η συγκίνηση που ευωδίαζε όπως τότε στο πατρικό μου, ήταν εκείνη η αίσθηση, πως όπου να ΄ναι, καθώς, θες απ΄ τον πυρετό, θες απ΄ την κούραση, θες γιατί νοιώθεις έτοιμος να κατατροπώσεις μαζί με τον ΄Αγρα και το

Νικηφόρο τους βούλγαρους και να σώσεις το μικρό Γιωβάν, έχεις γείρει στο πλάι και κουλουριάζεσαι για να χωρέσεις στην αγκαλιά του Μορφέα ή προσπαθείς να κρατήσεις μακριά το κρύο που σε ναρκώνει, θα έρθει η μάνα, κλέβοντας μια

στιγμή από κείνο τον αέναα και βασανιστικά επαναλαμβανόμενο μόχθο του ανθρώπου που είναι μάνα τριών παιδιών, τρέχει για τις ανάγκες μιας οικογένειας που έχει εφτά μέλη, πρέπει να είναι κάποιες ώρες στο παντοπωλείο και φυσικά να μετέχει και στις αγροτικές δουλειές της οικογένειας, όσο συχνά

αυτό είναι απαραίτητο, να βάλει δυο ξύλα στη φωτιά, να σε σκεπάσει με μια κουβέρτα, να σε χαϊδέψει και να σε φιλήσει.


Το Δέλτα της Πηνελόπης ήταν τελικά μεγάλο, μεγαλύτερο πολύ κι απ’ αυτό του Νείλου. Ο Χριστός, ενός αυτοκράτορας κι ένας σκύλος, ο Μάγκας, έδωσαν στο μικρό τότε κόσμο μου

μια διάσταση διαφορετική, τον έκαναν μεγάλο κι

αλλιώτικο. Ταξιδεύοντας μέσα από τις σελίδες της Πηνελόπης μια στη λίμνη των

Γιαννιτσών, μια στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μια στην Ιερουσαλήμ και μια στην Κωνσταντινούπολη, έφτασα στην κορυφή του Δέλτα. Μα εκεί ήταν η αρχή

κι όχι το τέλος. Οι δρόμοι για τα μυστικά είχαν ανοίξει, κι οι δρόμοι αυτοί είναι πολλοί και καθώς φαίνεται δεν πρόκειται να κλείσουν όσο θα ζω και παρά τα

πολλά ταξίδια μου, τα μυστικά στη θέση τους θα μείνουν, μυστικά πάντα, αφήνοντας σε μένα και σε κάθε άλλον που απ΄ τον ίδιο ή άλλο δρόμο κίνησε, τη χαρά και τη γλύκα της αναζήτησης.

Α

Σε πρώτο πρόσωπο π τις πρώτες εκλογές το Καραμανλής ή τα τανκς θυμάμαι, απ΄ τις πρόσφατες το

Παπανδρέου ή εκλογές θα μου μείνει και μαζί η

διαπίστωση ότι στα χρόνια που μεσολάβησαν, από τα 14 μου μέχρι τα πενήντα, μπορεί εγώ να μεγαλώνω η πολιτική όμως μένει

πεισματικά νήπια, αφού οι όροι της μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι που αρνείται να εξελιχθεί, αδιαφορώντας για τα χρόνια που φορτώνονται στις πλάτες των

παικτών . Ίσως γι αυτό, πολλοί απ΄ τους εκλογείς, προτιμούν πλέον τα παιχνίδια των υπολογιστών τους εκβιασμών

και

των

παρά τα αναχρονιστικά πολιτικά παιχνίδια των

κουτοπόνηρων

συμψηφισμών,

των

ανυπόστατων

διλημμάτων και των ακατάσχετων φλυαριών. Ίσως ο πρώτος περιφερειάρχης

Κεντρικής Μακεδονίας κάτι ξέρει και γι αυτό επενδύει στους ήρωες των παιδικών μας χρόνων, σαν το τον Ζορό. Δεν θα δίσταζα να τον ψηφίσω, αν είχε εμφανισθεί με την μπέρτα του ν ανεμίζει και τη μάσκα να τονίζει τα αετίσια

μάτια του, γιατί θα ταίριαζε απόλυτα με το κλίμα του παιχνιδιού των παιδικών μου χρόνων, εκεί στο κήπο του δημοτικού σχολείου των Βασιλικών.

Εκεί και οι πρώτες εκλογές που θυμάμαι. Στον παιχνιδότοπο της αυλής

του Δημοτικού σχολείου. Και δεν ήταν όποιος κι όποιος ο παιχνιδότοπος αυτός. Δεν ήταν μια περιφραγμένη αλάνα η αυλή μας, αλλά ένας πολυχώρος, που

φιλοξενούσε κάθε είδους αθλητική δραστηριότητα και κάθε είδους παιχνίδι, πραγματικό φυσικά κι όχι της οθόνης. Διέθετε σκάμμα όπου ξεχώρισε το περίφημο αγώνισμα

«κτσακκ, σκιελ κι μπήδο», εκείνο που αργότερα το

ονόμασαν άλμα εις τριπλούν κι αφαίρεσαν όλη τη μουσικότητα απ΄ τον τίτλο του και τη μαγεία απ΄ την διεξαγωγή του. Φυσικά δεν έμενε παραπονεμένος ούτε ο

απλός «μπήδος» ούτε ο χωρίς φόρα, ούτε ο σε ύψος. Διέθετε επίσης κάτι που χρησιμοποιούνταν

για

ασκήσεις

δίζυγου

αλλά

είχε

και

διαστάσεις

σχεδόν

κανονικής ποδοσφαιρικής εστίας μόνο που στα γκολ ή στα άστοχα σουτ η μπάλα

κατέληγε στις αντριμιές ή στο λάκκο και γι αυτό προτιμούσαμε συνήθως τις δυο ακακίες στη μέση σχεδόν της νοτιοδυτικής πλευράς, διέθετε κούνιες και τραμπάλα, χώρο άφθονο για «τσιλινίκα τσιομάκα», για «γκαζιές», όχι σαν αυτές που «δίνουν» τώρα οι επίδοξοι νικητές της φόρμουλα 1, αλλά για τις άλλες, τις


γυάλινες μπίλιες,

που είχαν «ομάδες», «τζιτζιλόνια» και μπούμπαρους» και

ένα δυο μήνες κάθε χρόνο, που δε μπορώ να θυμηθώ ποιοι ήταν, απλώνονταν σαν επιδημία και κυρίευαν την επιθυμία και τις τσέπες όλων των αρσενικών παιδιών, είχε χώρο άφθονο για «τριόρ», αυτό που όσοι μεγαλώσατε αλλού, θα το

ξέρετε ως κουτσό κι υπήρχε και γι αυτό μια περίοδος όπου τα τουρνουά έδιναν κι έπαιρναν και συμμετείχαν αγόρια και κορίτσια και φυσικά και τα «τσιτσούλιας

μπάρμπα» κι άντε τώρα να εξηγήσουμε τι σημαίνει αυτό και ποιο ήταν το παιχνίδι, που αλλού το συνάντησα με άλλο όνομα . Και φυσικά υπήρχαν εστίες. Μια στην ανατολή και μια στη δύση χωρίς δίχτυα αλλά με δοκάρια. Μια πέτρα

αριστερά μια δεξιά και φυσικά κανείς δεν ανησυχούσε μη τυχόν και βρεθεί

κανένα κεφάλι πάνω της η τις κλωτσήσει κάποιο πόδι αντί για τη μπάλα. Κι υπήρχαν παιχνίδια που διακόπτονταν

γιατί οι αντίπαλοι δεν συμφωνούσαν για

το αν η μπάλα που είχε περάσει πάνω από την πέτρα, το δοκάρι της εστίας δηλαδή, ήταν δοκάρι και μέσα ή δοκάρι κι έξω, κι άλλα επειδή

δεν

συμφωνούσαν αν το σουτ, που περνούσε πάνω από το ύψος του τερματοφύλακα, ήταν γκολ ή άουτ, κι άλλα γιατί με τίποτα δεν συμφωνούσαν οι παίχτες αν η μπάλα βρήκε το χέρι του αμυντικού ή όχι, κι αν προσθέσετε κι αυτά που

διακόπτονταν επειδή ο ιδιοκτήτης της μπάλας έφευγε μαζί της είτε γιατί είχε βαρεθεί είτε γιατί είχε πεινάσει είτε γιατί είχε βραδιάσει και θα μάζευε ξυλιές

απ΄τη μάνα του, μπορείτε εύκολα να καταλάβετε ότι ο κανόνας δεν ήταν να τελειώνουν τα παιχνίδια αλλά να διακόπτονται, αλλά φυσικά δεν χρειάζονταν ποτέ να αναλάβει ο ΣΔΟΕ για να εντοπίσει στημένα παιχνίδια ή τραπεζικούς λογαριασμούς παραγόντων και διαιτητών.

Εκεί, σ’ αυτόν το κήπο λοιπόν κι οι πρώτες εκλογές που ή θα τις κέρδισε

ο Καραμανλής ή θα έρχονταν τα Τανκς,

εκεί οι άνθρωποι να έρχονται δυο δυο,

τρεις τρεις με το εκλογικό του βιβλιάριο στα χέρια και τα ψηφοδέλτια στις

τσέπες, εκεί οι ομάδες των κομματικών να προσπαθούν έστω την ύστατη στιγμή να ψαρέψουν ένα ψήφο ακόμη, εκεί οι γέροι που υποβασταζόμενοι έφταναν είτε γιατί το ήθελαν είτε γιατί δεν έπρεπε να χαθεί η ψήφος τους. Και τις κέρδισε ο

Καραμανλής και δεν ήρθαν τα τανκς, αλλά το κόλπο έμοιαζε καλό κι ο εκβιασμός, τουλάχιστον ως μέσον απόσπασης ψήφων, αποποινικοποιήθηκε και λειτουργεί ακόμη σήμερα αποδοτικά.

Εκεί κι οι εκλογές λοιπόν και για μένα κι όσους

ήμασταν παιδιά παιχνίδι έμοιαζαν κι αυτές. Παιχνίδι καινούργιο κι ελκυστικό, με πάθος κι ένταση, με καυγάδες, νεύρα και φωνές, με συμπλοκές καμιά φορά. Εκεί

και

οι

τωρινές. Έμοιαζαν βουβές. Κάποιο

λίγοι

εξακολουθούσαν

να

περιφέρουν την ασημαντότητά τους, κάνοντας φασαρία αντιστρόφως ανάλογη της σχεδόν ανύπαρκτης αξίας τους. Όμως

πολλοί έλειπαν κι άλλοι έρχονταν βουβοί.

Ίσως και να μου φάνηκε έτσι, γιατί και το σχολειό λείπει κι η αυλή του επίσης. Τσιμέντο απ΄ άκρη σ’ άκρη. Που να παίξεις πιά; μείνουν στο σπίτι τους, αλλά έρχονταν

Τότε, δεν προτιμούσαν να

στο χωριό, όλοι όσοι κατοικούσαν στη

Σαλονίκη ή και αλλού, οι περίφημοι ετεροδημότες, με τον αέρα της πόλης, που

ήξεραν περισσότερα και περισσότερα είχαν να πουν. Και στο σπίτι ήταν σα να είχαμε γιορτή. Είκοσι

μέτρα απ΄το εκλογικό κέντρο ήταν. Κι η μάνα μου όλο


δυσφορούσε τάχα κι όλο καλωσόριζε και κερνούσε. Θα σταματούσαν όλοι, ακόμη κι αν δεν το ήθελαν. Έρχονταν οι θείοι απ τη πόλη και έρχονταν κι άλλοι συγγενείς απ το χωριό και συζητούσαν κι εγώ

τότε άκουγα πολύ και μιλούσα λίγο,

αργότερα μιλούσα πολύ κι άκουγα λίγο και τώρα πια ούτε μιλώ ούτε ακούω. Μόνο θυμώνω.

Θυμώνω με τον εαυτό μου. Θυμώνω γιατί επέτρεψα αυτούς που ψήφιζα

και τους άλλους που ψήφιζαν οι άλλοι, να κάνουν τη ζωή μου παιχνίδι στημένο για να διασκεδάζω λίγο εγώ και να πλουτίζουν πολύ αυτοί. Θυμώνω επειδή πανηγύριζα, όποτε,

μια στις τόσες, μ άφηναν να βάζω ένα γκολ οφσάιντ.

Θυμώνω γιατί ανεχόμουν να διακόπτουν τα παιχνίδια επειδή τάχα η μπάλα

ήταν δίκη τους και μπορούσαν την παίρνουν και να φεύγουν όποτε θέλουν. Θυμώνω γιατί έφτασα να θεωρώ φυσικό και αναγκαίο τον εκβιασμό με τον οποίο έπαιρναν τη ψήφο μου. Θυμώνω που τώρα, σαράντα σχεδόν χρόνια μετά

τις πρώτες εκλογές που θυμάμαι, ήμουν πάλι υποχρεωμένος να αντιμετωπίσω έναν εκβιασμό. Θυμώνω γιατί για τα παιδιά μου οι εκλογές είναι ένα παιχνίδι στημένο που νομίζουν

πως δεν τους αφορά και του γυρίζουν την πλάτη.

Θυμώνω γιατί με καλούν όχι μόνο να ανεχθώ το βιασμό μα και να τον

απολαύσω. Θυμώνω γιατί ακόμη και στο χωριό μου, στο τόπο της ψυχής μου, υποστήριξα

ή

ανέχτηκα

ανύπαρκτους,

ματαιόδοξους,

υπερφίαλους,

οπουρτιουνιστές και επηρμένους δικομανείς να μετατρέπουν την Αγορά των Πολιτών σε αγέλη φανατικών.

Κι αν γράφω συνήθως σ’ αυτή τη στήλη για τότε που ήμουν παιδί, για

τα παιχνίδια, για τον τόπο και το χρόνο όπου απόκτησα συνείδηση του εαυτού μου, δεν είναι γιατί δεν μ ενδιαφέρουν όσα γίνονται γύρω μου τώρα, δεν είναι

γιατί πιστεύω ότι τότε ήταν καλύτερα ούτε γιατί ονειρεύομαι ένα πριν που όλα ήταν μαγικά. Ξέρω ότι το παρελθόν είναι ωραίο επειδή το νοσταλγώ επειδή ήταν ντε και καλά ωραίο. Ήμουν παιδί κι ύστερα νέος

κι όχι

κι όλα ήταν

μπροστά κι έτοιμα να παραδοθούν. Τώρα τα πολλά είναι πίσω κι οι οφειλές μου είναι πολύ περισσότερες απ τις απαιτήσεις μου. Γράφω για όλα αυτά λοιπόν γιατί δεν θέλω ν αφήσω το θυμό να γίνει ποτάμι και να με πνίξει. Γράφω για να θυμάμαι πως ξεκίνησα και για πού τραβούσα και για να βρω πού λάθεψα και

βρέθηκα εδώ που είμαι. Γράφω για όλα αυτά γιατί ήταν και θα μείνουν γλυκιά παραμυθία. Και δεν έγραψα σήμερα για το θυμό μου επειδή έκανα μόνο εγώ όλα αυτά αλλά γιατί ήμουν ένας από μας που ανέχτηκε, παραιτήθηκε, πανηγύρισε, συμβιβάστηκε και νομιμοποίησε. Ο καθένας με τη δική του ευθύνη οφείλει να αναμετρηθεί κι εγώ με τη δική μου. Γι αυτό γράφω σε πρώτο πρόσωπο.


Κ

Στους 40° θα έχω συνηθίσει αι

ξαφνικά

32°

οι

βαθμοί

του

Κελσίου

και

το

μυαλό

στο

παραζαλισμένο μου κεφάλι έγινε σαν τον πολτό του μπλέντερ κι αϊντε να ξεχωρίσω τώρα ποια απ όσα σκέφτομαι είναι το παρόν και

ποια απ΄το παρελθόν βγαλμένα. Καθώς τα πόδια μου ανατριχιάζουν

απ την τριβή τους με τη σκόνη δυσκολεύομαι να ξεχωρίσω αν πρόκειται για τη σκόνη που στα 53 μου χρόνια χρωστώ στις ευφάνταστες δημοτικές αρχές, οι

οποίες, για λόγους ανεξήγητους προσπαθούν να εκδικηθούν όσους διαλέξαμε ή

έτυχε να ζούμε εκτός σχεδίου αντί του εγκλεισμού στα ανήλιαγα πια στενά της άλλοτε ευάερης Θέρμης, και φροντίζουν κάθε τόσο να ανανεώνουν την πρώτη ύλη σκορπίζοντας χαλίκια τάχα μου για να κλείσουν τις τρύπες των δρόμων μας

που δεν είχαν την τύχη να γεννηθούν στο κέντρο του δήμου, ή αν πρόκειται για τη σκόνη των χωματόδρομων της παιδικής μου ηλικίας, τότε που όλο χαρά

τέτοιες μέρες φορούσαμε τα κοντά παντελονάκια και βάζαμε τα πλαστικά πάσης χρήσεως πέδιλα με την αγκράφα του κουμπώματος στο πλάι, καφέ ή άσπρα, και

τρέχαμε για τα παιχνίδια μας στον κήπο του σχολείου και κάθε τόσο βρισκόμουν

στις βρύσες για να ξεπλύνω τα πόδια μου γιατί μ ανατρίχιαζε η σκόνη. Καταμεσήμερο και κρύβομαι στη σκιά των γιασεμιών της πέργκολας για να προφυλαχτώ από ένα ήλιο που από θεραπευτής που ήταν τότε έγινε εχθρός που παραμονεύει να μας τρυπήσει

μ΄ αυτές τις υπεριώδεις ή τις υπέρυθρες ή τις

υπερκάτι του ακτίνες και να μας γεμίσει ζαρώματα, γεράματα, μελανώματα σαν τιμωρία που δεν ακούσαμε τους προφήτες του, τους γιατρούς, τους βιολόγους, τους μοριακούς, τους μωρούς , τους μωρολόγους και όλους τους εις -λόγος που

είναι ταγμένοι για το καλό μας και για ζωή αιώνια και κλείνοντας τα μάτια

βρίσκομαι κάτω απ΄ τον τεράστιο πλάτανο, ιδρωμένος μέχρι το κόκκαλο απ΄το κυνηγητό, τον πόλεμο, το ξυλάκι και κυρίως το ποδόσφαιρο να σκύβω στου Γιατρού τη Βρύση, εκατό μέτρα απ΄το σπίτι μου, για να πιω απ το κρύο νερό που τρέχει διαρκώς και για όλους, και πριν ακουμπήσω τα χείλη μου η μυρωδιά του χλώριου απ το ξεχασμένο πάνω στο τραπέζι ποτήρι μου θυμίζει και πάλι το

Δήμο μας που έχει μεταβάλει το άλλοτε ευλογημένο πρώτο συστατικό της ζωής

μας σε υγρόν πυρ, που τσουρουφλίζει τις τσέπες αντί να ευφραίνει στόματα και ψυχές και έπειτα για φάρμακο απλώνει πάνω στα καψίματα μας τις

θεωρίες

του συρμού περί της δίκαιας κατανομής του κόστους και άλλα τρομερά, που, αφού


μπαγιάτεψαν σ όλο τον κόσμο και βρωμάνε, τα πασάρουν ως φρέσκια πραμάτεια, κυβέρνηση, δήμαρχοι και περιπλανώμενοι πλασιέ ιδεών, για να μένει άφωνο το πόπολο και να τους χειροκροτεί, αυτούς τους πάντα φρέσκους, τους πάντα

ειδικούς, τους πάντα πρόθυμους να κοπιάσουν με αυταπάρνηση και ανιδιοτέλεια για το καλό όλων και για τη δίκαια κατανομή των βαρών και σκέφτομαι πως ζω

σ ένα μικρόκοσμο που αντιγράφει με καρμπόν τον μεγάλο αδελφό, το κεντρικό

μας κράτος, ένα κέντρο, σα μια μικρή Αθήνα, η Θέρμη με το όμορο, σχεδόν ενωμένο μαζί της προάστιο, με στοιβαγμένες υπηρεσίες, στοιβαγμένα σπίτια,

στοιβαγμένους ανθρώπους, που έφυγαν απ τη Σαλονίκη για να ξεφύγουν απ τα κακά της μεγάλης πόλης και την ξαναέστησαν όπως την ήξεραν αλλά σε

μικρότερη κλίμακα, ανθρώπους που αναπτύσσουν τη γνωστή σχέση εμείς σας ψηφίζουμε εσείς μας προσέχετε με τους άρχοντες τους και μια περιφέρεια που όσο πιο μικρή κι απομακρυσμένη απ΄ το κέντρο τόσο πιο παραμελημένη κι

ενοχλητική στη διαμαρτυρία της, μια περιφέρεια που περιμένει τα ψίχουλα που θα περισσέψουν για να συντηρηθεί κι η ευωδιά απ τα γιασεμιά με φέρνει πίσω

στο σχολειό μου να τρέχω πλάι στα παρτέρια που είχαν ακόμη τριανταφυλλιές και δάσκαλους που τα απογεύματα περνούσαν από κει για να τα επιβλέπουν κι μαζί με μέλισσες και διάφορα ζουζούνια που σφυρίζουν γύρω απ΄ τα ρόδα ακούω

φωνές να λένε για κάποιους που θυμήθηκαν να χαιρετίσουνε το Χίτλερ κι άλλους που βρήκαν τα κοινά γονίδια που μας συνδέουν με τους Κινέζους που θα ρθουν λέει σαν μάγοι καλοκαιρινοί

με δώρα φορτωμένοι να σπρώξουν για να βγει το

κάρο από τη λάσπη κι η ώρα είναι πια για να χαμογελάμε γιατί είναι Ανάπτυξη να φτάσει όπου να ναι

και προσπαθώ να θυμηθώ άμα τη ξέρω τη κυρία αυτή

κι από πού και τι με νοιάζει σκέφτομαι ας λύσουν το πρόβλημα οι μεγάλοι κι είναι κι αυτή η σκόνη που τρίβεται στα πόδια μου και μ ανατριχιάζει και δεν

μπορώ να καταλάβω γιατί η γυναίκα μου ρωτά αν θέλω παγωτό, μα μόλις τώρα τέλειωσα το χύμα κύπελλο που πήρα από την ΕΒΓΑ, και πριν προλάβει να μου πει πως τα χω παίξει της λέω για τη ζέστη τη ξαφνική που το μυαλό μου το

κανε πολτό και στους σαράντα βαθμούς τι πρόκειται να γίνει με ρωτά, θα είμαι καλά απαντώ γιατί τότε θα έχω συνηθίσει, ναι θα έχω συνηθίσει τόσο που δεν θα αντιδρώ ακόμη και αν μου δίνουνε μ ένα νερό και δύο μπύρες δώρο.


Η

ΩΤΟΑΣΠΙΔΕΣ soft διασκέδαση, στο Priemier, το μπαρ κάτω στη παραλία της Κρήνης, τέλειωνε μαζί με το τρίτο συνήθως ποτό, μία με δυο ώρες

μετά το μεσάνυχτα και για την παρέα, που όλη μαζί τύχαινε να αθροίζει μέχρι και τριακόσια χρόνια ζωής, άρχιζε η hard core

κατάσταση, για όσους βέβαια είχαν καλό κυκλοφορικό, τύμπανα ανθεκτικά κι ατσάλινο στομάχι. Αν κι από τότε, τίποτα απ΄ τα τρία δεν διαθέτω σε άριστη

κατάσταση, βρέθηκα μπόσικος μια Παρασκευή κι είπα το, όπως αποδείχτηκε, μεγάλο ναι. Είχε κρύο διαβολεμένο, θεσσαλονικιό, που ξύριζε κόντρα όποιον τολμούσε να ξεμυτίσει κι είχε και παγωμένους δρόμους απ΄ το τελευταίο πραγματικό χιόνι που θυμάμαι στην πόλη, κάπου στις αρχές της χιλιετίας, όταν ακόμη του Έλληνος ο τράχηλος κόμπαζε πώς ζυγό δεν υπομένει κι ετοιμάζονταν,

με το ακαταλάβιστικο ευρώ, να ανοίξει τα φτερά για νέες πολιτιστικές κατακτήσεις σε παραλίες και βουνά, θάλασσες και πελάγη και φυσικά σε πίστες όπου τα πιο ωραία λαϊκά έγιναν γαβγάδικά κουλά που τραγουδούσανε ξανθιές,

χρώμα από πάντα ελληνικό, όπως αποδεικνύεται σήμερα, με τα άξια τέκνα του έθνους, που, ομνύοντας στο ξανθό των Αρίων, Χρυσή Αυγή ονομάστηκαν, άλλο που για να μη χτυπούν στο μάτι και τους βασκάνουμε, βάφονται κάθε πρωί με φούμο

και βγαίνουν λίγο στο μαυριδερό κι έτσι σαν να είναι από μας

περνιούνται οι νέοι Καραϊσκάκηδες κι οι λοιποί του κώλου οι κοτρωναίοι. Tώρα όμως το θέμα μας είναι οι ξανθές στις πίστες με φωνές σκατά και με κορμιά φωνάρες. Τέτοιες θα είχε και στο ΧΑΡΑΜΑ έλεγαν. Και πήγαμε. Απέναντι απ΄

το 424 ΓΣΝΕ. Μαζί με τη ζέστη και την κάπνα που μάλλον μ ανακούφιση δέχτηκα, ξυλιασμένος καθώς ήμουν απ΄το Βαρδάρη που θέριζε την Εγνατία κι

ανηφόριζε προς την τρισκατάρατη Τούμπα του ακατονόμαστου σωματείου, που έμελε σήμερα μέχρι κι ο Πούτιν να την θέσει υπό την προστασία του μέσω αυτού του παλιοκαιρίσιου τύπου, του Ιβάν Σαββίδη, άκουσα και τα πρώτα φάλτσα, τα κόκκαλα θα είναι του Τσιτσάνη που τρίζουν σκέφτηκα. Καθίσαμε σε

μια κώχη υπερυψωμένη, μάλλον παραθύρι θα ήταν που είχε κλείσει για τις ανάγκες του κοινού, τρεις στη σειρά και δυο στα πλάγια, σαν στην έδρα τριμελούς.

Αμέσως ήρθαν οι ευγενείς της ιεροτελεστίας, μετρ και σερβιτόροι, που στα χρόνια


της μεγάλης ευμάρειας της προηγούμενης δεκαετίας αντιμετωπίζονταν με το δέος εντονότερο απ΄ όσο ο συγχωρεμένος ο καρδιοχειρουργός, ο εκτός των άλλων και σπουδαίος αρειανός,

Σπύρου την ώρα που επρόκειτο να σ αφήσει χωρίς

καρδιά κι όμως να ξανανοίξεις τα μάτια σου μετά από μερικές ώρες.

Φυσικά

παραγγείλαμε 12άρι! Ποιος εξ ημών των από πάντα εθισμένων στα παλαιωμένα λόγω ένδειας, μπορούσε τώρα πια να συμβιβαστεί με κάτι λιγότερο από 12χρονης παλαίωσης ουίσκι! Ανάμεσά μας περιφέρονταν συνεχώς οι πέρδικες και

οι μαύροι Τζόνηδες. Σε μας ήρθε ένας επιφανής Duar και τον σέρβιρε όλο γέλια ο Πρόεδρος της παρέας. Το βρήκα λίγο γλυκό μα δε μίλησα μη με πάρουν για

άσχετο. Αφοσιώθηκα στα τραγούδια που ανελέητα αποκεφαλίζονταν μπροστά μου υπό την συνοδεία εκστασιασμένων αιμοχαρών θηλυκών οι οποίες, λικνίζοντας

περιπαθώς τα κορμιά τους υπό τους ήχους του απ’ αρχής του κόσμου ελληνικού τσιφτετελίου, μας οδηγούσαν απευθείας από την ιεροτελεστία στο ΧΑΡΑΜΑ στις εκστασιασμένες

ορχούμενες

των

ελευσίνιων

και

λοιπών

μυστηρίων

της

αρχαιότητας, προς απόδειξη βεβαίως της αναμφισβήτητης συνέχειας της φυλής,

για την σωτηρία της οποίας τόσο κόπο και προσπάθεια καταβάλουν οι Κώλο-

κοτρωναίοι της Χρυσής Αυγής, ανηλεώς καταδιώκοντας και δέρνοντας, υπό την βροντώδη επιδοκιμασία ή έστω την σιωπηλή ανοχή των μέχρι πρότινος ευωχούμενων με τα παλιωμένα σκατς και τις φωνές κορμάρες, τους μαυριδερούς

πακιστανούς, τους δούλους δηλαδή του γνωστού μας στρατηλάτη, του πάσχοντος πλέον από βαρεία ορχίτιδα λόγω της μακράς του καθήλωσης, σε άβολη μάλιστα στάση, επί του Βουκεφάλα στην παραλία της Σαλονίκης. Ορχίτιδα όμοια με την

βαριά πνευματική που μας προκάλεσε η μακρά μας καθήλωση σε παλιωμένα σκατς και γκουρμέδες, σε κλικ και νίτρα, brand names, κάρτες και δάνεια για σπίτια κι αυτοκίνητα και σ’ άλλα ων ουκ έστι αριθμός. Αλλά για το ΧΑΡΑΜΑ

μιλάμε τώρα και για τους αρσενικούς που έραιναν μ άνθη τις μακελάρισσες των

τραγουδιών, περήφανοι για το κορμί που συνόδευαν ή για την μυσταγωγία που συμμετείχαν. Τρεις η ώρα

και η πρωθιέρεια

της τελετής, χωρίς συναίσθηση

χωρίς αιδώ, κατακρεουργεί μεθοδικά άσμα γνωστό και λαϊκό και κάπου στη κορύφωση του σιωπή βαθιά, τα όργανα παύουν, οι θεατές βουλιάζουν στις

καρέκλες, όλοι κρατούν την ανάσα τους, μαζεύομαι κι εγώ φοβισμένος για το τι μέλλει να συμβεί και πριν προλάβω να ρωτήσω ξεχύνεται a capella η φωνή της, οξεία, τσιριχτή, διαπεραστικότερη κι από Βαρδάρη που φυσάει καταπάνω σε

γυμνά βρεγμένα σώματα, ακατάληπτη απ΄ τα φάλτσα, σα ουρλιαχτό, και πριν προλάβω να φυλαχτώ αισθάνομαι το κεφάλι μου άδειο και τα μυαλά μου

κολλημένα στον πίσω τοίχο κι ύστερα τα πλήθη ουρλιάζουν στις κερκίδες κι η ιέρεια κατεβαίνει ανάμεσα τους για να προσφερθεί σε λιντσάρισμα προς εξιλέωση

για το κακό που μας έκανε σκέφτομαι καθώς προσπαθώ να κλείσω το

τσακισμένο μου κρανίο, για να την αγγίξουν οι παραληρούντες ευτυχείς θαυμαστές της όμως είναι ο πραγματικός λόγος. Εν μέσω των αλαλαγμών του

πλήθους χάνεται στο βάθος της μικρής, ευτυχώς αίθουσας και σωριάζομαι άπνοος στο καναπεδάκι. «Να σου βάλω ουίσκι» μου λέει ο Δημήτρης, παλιός και συνηθισμένος στις δραματικές αυτές παραστάσεις, βάλε, αν και είναι σα λικέρ του

λέω, «το πίνεις;» ρωτάει έκπληκτος, «ούτε κόκα κόλα πίνουμε» συνεχίζει «κι


αυτές ληγμένες είναι»! Σερβίρει από ψηλά και σκορπίζει παντού ο πολύς 12άρης Duar, σπονδή στα νεκρά μας τύμπανα και στα κατακρεουργημένα τραγούδια την ώρα που πάλι τα τσιφτετέλια ή κάτι σαν τσιφτετέλια, αφού μαζί με όσα

καταφέραμε να κάνουμε πολτό, ήταν κι οι μουσικές που ξαφνικά και στ όνομα του «έτσι τη βρίσκω εγώ κι σ όποιον αρέσει» όλοι οι ρυθμοί γίνανε τσιφτετέλι

για να κουνούν εκτός απ΄ τα κορμιά των θηλυκών και τις κακόγουστες

ξεχειλωμένες κοιλιές των αρσενικών και κάπου εκεί καθώς πλησίαζε η αυγή, η σκέτη, όχι η χρυσή, η σεμνή τελετή έλαβε τέλος. Βγήκα ανακουφισμένος και ζωντανός στο κρύο και με πλησίασε ο ένας της παρέας, ο Γιάννης, κείνο το βράδυ

τον γνώρισα, και χουχούλιαζε τα χέρια του να τα ζεστάνει, ψόφος μου λέει,

καλύτερα ψόφος παρά μέσα στην κόλαση του απαντώ, κι αυτός χαμογελώντας ανοίγει την μία του παλάμη, μου τη δείχνει και λέει «μέσα δεν έχω πρόβλημα, φορώ ωτοασπίδες».

Σκέφτομαι πολλές φορές τις ωτοασπίδες του Γιάννη. Αν τις φορούσαμε στα

μυαλά μας λέω ίσως σήμερα αλλιώς θα ήμαστε εμείς, αλλιώς αυτοί που μας μιλούν, άλλοι αυτοί που κυβερνούν…


Κείμενα  
Advertisement
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you