Page 1


Ο Γιάννης Γιώργου Ραφτέλης, ενεργό μέλος του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Αγια­ σωτών. Φ ωτογραφία Χ ριστόφα Βασιλείου Χατζηπαναγιώτη, 20.3.2016.

Η αείμνηστη συνεργάτρια του περιοδικού «Αγιάσος» οδοντίατρος Μαρίκα Αρχοντή Κοντούλη - Τοκματζίδου (1908 - 21.9.200). Ιδρυτικό μέλος του Φ.Σ.Α. Αλκαζάρ Λάρισας. 12.9.1973. Τη φω τογραφία παραχώρησε η

Η Σταυρούλα Χρυσάφη, σύζυγος του αεί­ μνηστου ιεροψάλτη και λογιστή Παναγιώτη Κωνσταντίνου Χρυσάφη (Αγιάσος 1922 Αθήνα 2009), μέλος του Δ.Σ. του Φ.Σ.Α.

ΠΕΡΙΕΧΟ Μ ΕΝΑ ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Επί τω ν επάλξεων

3

Μια παπαρούνα στα τελειώ ματα το υ Φλεβάρη

5

ΕΛΕΝΗΣ ΣΟΥΣΑΜΛΗ-ΜΠΑΝΤΡΑ, Παραδοσιακά επαγγέλματα που χάνονται 7 ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΜΑΤΣΟΥ, Θύμησες από τη ν Αγιάσο το υ χθες. Το έκθετο και η υιοθεσία από τη ν Ευγενία

11 12 13

ΟΛ ΓΑ Σ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ-ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗ, Με τη ν αγάπη για τα απλά γεννήθηκα 17 ΑΡΗ ΚΥΡΙΑΖΗ, Ιστορική περιήγηση στον Κόλπο Καλλονής

32

ΣΤΑΥΡΟΥ ΑΓΟΡΑΣΤΟΥ, Φιλοπρόοδος Σύλλογος Αγιασωτών. Κοπή τη ς Πρωτοχρονιάτικης πίτας και προγραμματισμός δράσεων

33

ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΟΥΡΝΟΥ Από τα Ημερολόγια το υ 2016

35

Ο Σταύρος έγινε σταφυλοπάτης

37

ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΠΑΠΑΝΗ, Ν οσταλγικές πινελιές τη ς παλιάς Αγιάσου.

ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Η Απελευθέρω ση τη ς Λέσβου το 1912 (Β', τέλος)

Στηρίζω τους πρόσφυγες»

ΕΙΡΗΝΗΣ ΚΑΜΑΤΣΟΥ, Θύμησες από τη ν Αγιάσο το υ χθες.

ΜΙΧΑΛΗ ΧΡΙΣΤΟΦΑΡΗ ( ΚΑΜΠΑ), Τ’ 'Άγια Θΐουφάνϊα στου Sydney. Γρίτ’σα το υ τσ ι δώκα τόπου στα νιά τα

ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΓΟΝΕΩΝ ΚΑΙ ΚΗΔΕΜΟΝΩΝ ΛΥΚΕΙΟΥ ΑΓΙΑΣΟΥ. Το Λύκειο Αγιάσου σε τροχιά δραστηριοτήτων. «Αγαπώ τους ανθρώπους.

ΜΥΡΣΙΝΗΣ ΒΑΜΒΑΚΑ-Χ0ΥΤΖΑΙΟΥ, Αναδρομή στο παρελθόν τη ς Αγιάσου.

18

ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΑΪΣΤΡΕΛΗ, Φ ιλοπρόοδος Σύλλογος Αγιασωτών.

Οι συμμαθητές (Ζ')

38

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΞΑΦΕΛΗ, Εύθυμες ιστορίες το υ χωριού. Ο Βασίλης Κορομηλάς και ο τζαμπατζής Γρηγόρης

39

ΑΝΤΩΝΗ ΜΗΝΑ, Από τις ιστορίες το υ χωριού. Γη μπάλα είνι στρουτζ’λή

40

22

ΠΡΟΚΟΠΗ ΚΟΥΤΣΚΟΥΔΗ, Ιστορία βγαλμένη μέσα από τη ζωή.

23

Τα πθίτκα μας (Στρατής Β. Γυρέλης, Μιχάλης Κ. Χριστοφαρής (Καμπάς),

ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Βιβλιοπαρουσίαση.

24

Προκόπης Κουτσκουδής, Γεώργιος Ξαφέλης, Ερμόλαος Χατζηβασιλείου) 43

Από το Λεύκωμα το υ περιοδικού «Αγιάσος»

25

Ιμ’χάλ’ς Χριστουφαρής (Καμπάς), Κασιάν’. Φουτουγραφικά στουλίσματα

Ξενάγηση στον αρχαιολογικό χώρο το υ Κεραμεικού

Για να κάνω τρ εις λίρες είδα και έπαθα

ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Ευάγγελος Μ. Σούλης. «Ο Θ ουκυδίδης και η εποχή του»

44

ΓΙΑΝΝΗ ΠΑΠΑΝΗ, Γ ράμμα στη θεία Μύρτα, που δε θα το διαβάσει ποτέ... 45

Ο ΣΤΙΧΟΣ: ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΜΒΥΣΕΛΗ, Η κήλη. ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΥ, Οι ένοχοι τη ς Γης. ΔΗΜΗΤΡΗ Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ, Γενέθλιος τόπος. ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΡΑΜΟΥΝΤΖΟΥ, Ελπίδα.

41

26

Αυτοί που φεύγουν

46

Μνημόσυνα. Ευχαριστήριο

47

Συγχαρητήρια. Βάφτιση. Μνήμη προσφιλών προσώπων.

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΣΑΛΤΟΓΙΑΝΝΗ, Της σιγής. ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΜΙΝΕΛΗ - ΠΑΤΣΕΛΗ, Για τη γυναίκα. ΜΑΝΩΛΗ ΤΡΑΓΑΚΗ, Μάνα μου Ελλάς

27

Ενίσχυση Συλλόγου «Αγιάσου» - Π ροεγγραφέντες

48

ΓΙΑΝΝΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Το διήγημά μας. Διαπιστευτήρια ανταρτών

28

ΓΙΑΝΝΗ Δ. ΠΑΠΑΝΗ, Αγιασόλεξο

49

Κοινωνικά. Διορθώσεις - Προσθήκες. Λύση Αγιασόλεξου

50

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ, Μουσικοθεατρικό Εργαστήρι Αναγνωστηρίου. «Η Αγέλαστη Πολιτεία και οι καλικάντζαροι»

31

Κ ω δικός 013980

ΕΞΩΦΥΛΛΟ: Ο δεξιοτέχνης βιολιστής της Αγιάσου Χαρίλαος Ευστρατίου Ρόδανος (1914- 14.5.2003), άνθρωπος με ξεχωριστή προσφορά στην προώθηση και διάσωση της παραδοσιακή μουσική στον τόπο, ποζάρει στο Σταυρί, λίγο πιο πάνω από το Νέο Ξενώνα. Τη φωτογραφία παραχώρησε η θυγατέρα του Σοφία Ρόδανου-Πουδαρά. ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ: Το γραφικό ξωκλήσι του Αγίου Δημητρίου. Φωτογραφία Παναγιώτη - Μπερδούκα Κουλαξιζέλη (Γιαννάκη).


ΛΑΦΥΡΑΓΩΓΟΙ ΣΥΝΕΙΔΗΣΕΩΝ

Η

νηφαλιότητα στους κατ’ επάγγελμα

βουκόληση του λαού, στην εξαπάτησή του. Το

πολιτικούς είναι σωτήρια. Μαρτυρεί

ξεγέλασμα των μαζών, τουτέστιν των ψηφοφό­

βαθιά γνώση των πραγμάτων, εχε­

ρων, των εκλογέων, βρίσκεται σε συνάρτηση με

φροσύνη και αυτοσυγκράτηση. Πηδαλιουχεί

την πειστική επιχειρηματολογία και με την πλε­

με επιτυχία το σκάφος της πολιτείας, δίνει ορ­

ονάζουσα προπαγάνδα. Πολλοί δε διαθέτουν

θές λύσεις σε αναφυόμενα καυτά προβλήματα,

ούτε γνώσεις ούτε μνήμη ούτε κριτική ικανότητα

κατευνάζει τα πάθη και τα μίση και ανοίγει τη

και ως εκ τούτου είναι ευαπάτητοι. Επικίνδυνα

λεωφόρο της ειρήνης, της αγάπης και της αν­

νοσηρά φαινόμενα συστηματικής και μεθοδικής

θρωπιάς.

παραπλάνησης αφελών και εύπιστων πολιτών

Υπάρχουν, βέβαια, πολιτικοί υψηλού και

παρατηρούνται σε όλο τον πλανήτη. Δημοκόποι

αναγνωρισμένου κύρους και πολιτικοί μετριό­

δρουν παντού, αφού η αμάθεια συντηρείται και

τητας και ανεπάρκειας. Οι πρώτοι γνωρίζουν

βασιλεύει.

να δρομολογούν τις εξελίξεις με γνώμονα το

Γόνιμο έδαφος βρίσκουν οι λαφυραγωγοί

κοινό καλό, ενώ οι άλλοι άγονται και φέρονται

των συνειδήσεων σε κοινωνίες με ακραίο θρη­

ως άβουλα όντα και εξυπηρετούν λογής λογής

σκευτικό φανατισμό ή με κίβδηλες εθνικιστικές

συμφέροντα.

τάσεις. Ο φονταμενταλισμός λειτουργεί ανα­

Η εξουσία ήταν και εξακολουθεί να είναι επι­

σταλτικά και παγιδεύει το πνεύμα στο συντη­

θυμητή. Η διατήρησή της είναι πρώτιστο μέλημα

ρητισμό και στη χειραγώγηση. Η υιοθέτηση του

των κομματικών μηχανισμών. Για να επιτευχθεί,

μέτρου σε όλες τις περιπτώσεις είναι ευκταία

τίθενται σ’ εφαρμογή παντοειδείς μεθοδεύσεις,

και περιορίζει στο ελάχιστο τα ολισθήματα, μι­

ποίκιλα τεχνάσματα, που αποβλέπουν στη δια-

κρά ή μεγάλα.

Οι πολιτικοί σε παγκόσμια κλίμακα συχνά πυκνά αποδεικνύονται αλαζόνες, δημαγωγοί, λαοπλάνοι, λαϊκιστές, ανεγκέφα­ λοι ιμπεριαλιστές. Ο πρόεδρος της γείτονος χώρας Recep Tayyip Erdogan κουνάει το δάκτυλο και απειλεί.


Τον τελευταίο καιρό γνωστοί γείτονες ηγε­ μονίσκοι, εν πολλοίς ανιστόρητοι και φαντασιό­

παρ’ όλο που χαρακτηρίστηκε Ataturk, δηλαδή πατέρας των Τούρκων.

πληκτοι, εγείρουν απαιτήσεις, εξάγοντας τεχνη­

Χρέος μας να είμαστε σ’ επιφυλακή, να έχου­

έντως για εσωτερική κατανάλωση προσωπικές

με άγρυπνα τα μάτια μας, γιατί η αρχομανία, η

ή κυβερνητικές αδυναμίες και αποπροσανατο­

έπαρση, η μεγαληγορία, οι εμπρηστικοί λόγοι,

λίζοντας από ουσιαστικά τρέχοντα προβλήμα­

οι εθνικιστικές κορόνες και η σουλτανοπληξία,

τα. Ιδιαίτερα φαιδρός αυτός που βαυκαλίζει και

είναι κακοί σύμβουλοι. Μπορεί το αρχαίο γνω­

φανατίζει τα αλαλάζοντα από τον ενθουσιασμό

μικό «κύων θωυκτήρ ου δάκνει» (το σκυλί που

πλήθη με την ιδέα της ανασύστασης της Οθω­

γαβγίζει δε δαγκώνει) ν’ αποδειχτεί για μια ακό­

μανικής Αυτοκρατορίας, κατά το πρότυπο του

μη φορά πως έχει τις εξαιρέσεις του. Εξάλλου η

Benito Mussolini που ονειρευόταν την ανασύ­

παρατεταμένη οικονομική κρίση ίσως να προκά­

σταση του Romanum Imperium, της Ρωμαϊκής

λεσε ρηγμάτωση και στο εξισορροπητικό αντί­

Αυτοκρατορίας. Το τέλος του ιεροφάντη του

παλο δέος. Ας μην ξεχνούμε ότι οι παραβιάσεις

φασισμού είναι γνωστό. Γνωστή εξάλλου και

και οι παραβάσεις στο Αιγαίο πέλαγος συνεχίζο­

η καταξίωση στη συνείδηση των γειτόνων τού

νται με αμείωτο ρυθμό...

Μουσταφά Κεμάλ, τον οποίο κάποιοι από το βαθύ κράτος προσπαθούν ν’ αποκαθηλώσουν,

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Οι Έλληνες από τους αρχαίους χρόνους αντιμετώπιζαν εχθρούς, αφορμώμενους από την Ανατολή. Αψευδής μάρτυρας, εκτός των άλλων, και ο τύμβος του Μαραθώνα, ο οποίος δημιουργήθηκε μετά την ομώνυμη περιώνυμη μάχη του 490 Π.Χ. HELLAS. MARATHON. Ε. TZAFERIS S.A. Leoforos Lavriou 28. Tavros. Athens, Greece.


ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣΟΥ

Οι τελευταίες παραδοσιακές τέχνες εκλείπουν

Σ

της Αγιάσου τα καλντερίμια και τις ανηφο­ ριές θα ταξιδέψει σήμερα ο νους μου, τότε που στο κοντινό παρελθόν βούιζε το πανέ­

μορφο χωριό μας από τα αλανιάρικα και πανέξυπνα παιδιά, από το πρωί ως το βράδυ. Πολυφαμίλιες και η δύσκολη μεταπολεμική εποχή ανάγκαζε τον κόσμο να τρέχει στα βουνά για το μεροκάματο ή να είναι τε­ χνίτης με τα τσιράκια από κοντά, για να μάθουν ό,τι μπορούν. Τέχνη και παράδοση έφεραν μεγάλη ακμή στην Αγιάσο μετά τα δεινά ενός ανελέητου πολέμου. Η ρα­ πτική, το κέντημα, το πλέξιμο με τις καλτσοβελόνες και οι προγονικές διδαχές, άφησαν σ’ εμάς, που τώρα μεγαλώσαμε, πολύτιμες αξίες και σεβντάδες για δη­ μιουργική απασχόληση. Ο αργαλειός ήταν απαραίτητος και η μερακλού υφάντρα τον χτυπούσε ολημερίς, για να ντύσει το σπίτι και τη φαμίλια της. Με καρπέτες, με κουβέρτες, με σεντόνια, με βαμβακερά και με μεταξωτά, με προι­ κιά και όχι μόνο. Μεγάλη υπόθεση η υφαντική τέχνη, νοικοκυριό και ομορφιά που δε θα ξεχάσουμε ποτέ, όσοι τα ζή­ σαμε. Ο αργαλειός δεν είναι καινούργια εφεύρεση. Στην Οδύσσεια διαβάζουμε πως η πιστή γυναίκα του Οδυσσέα, η Πηνελόπη, ύφαινε την ημέρα στον αργαλειό ένα πανί, που το ξήλωνε τη νύχτα, για να ξεγελάσει τους μνηστήρες που γύρευαν να την πα­

Διακρίνονται, από αριστερά, οι αδελφές Μαριάνθη, σύζυ­ γος Γρηγορίου Πράτσου, και Μαρία, σύζυγος Γρηγορίου Λιγνού, καθώς και η Ερμολογία (Αρμουλουγέλ’), σύζυγος Χρίστου Αλτιπαρμάκη. Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Γρη­ γόριος Στυλιανού Πράτσος.

Ο υφαντής Νικόλαος Γε­ ωργίου Παπουτσής, απο­ βιώσας το 1992, εργάζεται σε σακοποιείο, χειριζόμε­ νος όρθιο αργαλειό. Τη φω τογραφία παρα­ χώρησε η θυγατέρα του Μαρία, σύζυγος Γεωργίου Σαράντου Σαββέλου.


ντρευτούν. Οι αργαλειοί εκείνης της εποχής ήταν δια­ φορετικοί από τους σημερινούς και λέγονταν «ιστοί». Η υφαντική τέχνη ήταν πολύ γνωστή από την αρ­

Από τον Ασώματο έφερναν τα χτένια και τα μυτά­ ρια, για να περάσει μέσα η μπαμπακούλα, το νήμα, και για ν’ αρχίσει να υφαίνει η γιαγιά μου.

χαιότητα. Οι Αιγύπτιοι μάλιστα εδώ και 4.500 χρόνια

Όλα σχεδόν τα απαραίτητα για μια φαμίλια γίνο­

ήξεραν να υφαίνουν και έφτιαχναν εξαιρετικά υφά­

νταν τότε στην «κρεβατή», γιατί η βιομηχανία μόλις

σματα, που ακόμη και σήμερα τα θαυμάζει όλος ο κό­

άρχιζε ν’ αναπτύσσεται, δειλά δειλά στη χώρα μας.

σμος. Στους υπόγειους τάφους των φαραώ βρέθηκαν

Έφτιαχναν πουκάμισα για την εργατιά, ποδιές για τη

πετσέτες και φασκιές, για να τυλίγουν τις μούμιες,

μάνα και για τα παιδιά της, πανιά για τα σαλβάρια των

φτιαγμένες από ίνες λιναριού, πολύ τεχνικά υφασμέ­

γιαγιάδων, κουβέρτες, καρπέτες και ό,τι άλλο.

νες. Αργότερα ύφαιναν και με μπαμπάκι και με μετάξι

Το κάθε υφαντό είχε και το όνομά του π.χ. τέρι­

και με «γρίζα» μάλλινη κλωστή. Στο Λονδίνο εξάλλου

πλι, διουρέλ’, στιφανέλ’, μάλλινα για χράμια, καρπέ­

λειτούργησαν υφαντουργικές μηχανές το 18ο αιώνα.

τες περαστές, σωστά έργα τέχνης, και άλλα. Να μην

Αναφέραμε εν ολίγοις την υφαντική τέχνη και

παραλείψω ν’ αναφέρω και τα γλυκά τραγούδια που

τώρα θα ξαναβρεθούμε στη γενέτειρά μας, την Αγιά­

τραγουδούσαν οι υφάντρες, όταν έριχναν τη σαΐτα

σο. Θα αναπολήσουμε τα ντάκα- ντούκα μέσα στα πε­

συνεχώς:

Τάκου- τάκου ο αργαλειός μου, τάκου κι έρχεται ο καλός μου.

τρόχτιστα σπίτια, καθώς η υφάντρα άρχιζε να υφαίνει από τα χαράματα ως αργά το απόγευμα. Αξέχαστες θα μου μείνουν οι στιγμές, που η

Στα σημερινά χρόνια ο ηλεκτρονικός παράδεισος

γιαγιά μου η Μυρσίνη πήγαινε στις Μούχλαινες, τις

δεν αφήνει τα παιδιά να έχουν ενδιαφέρον για τις πα­

μαστόρισσες, για να «παραματίσουν» και για να τυ­

ραδοσιακές τέχνες, πλέξιμο, κέντημα, ράψιμο και για

λίξουν στο «αντί» το νήμα. Έπρεπε να το «διαστούν»,

τα άλλα.

για να μπει η «μπαμπακούλα» στην κρεβατή και για ν’ αρχίσει να το υφαίνει η τεχνίτρα.

Χρήσιμη η τεχνολογία, αλλά άλλο τόσο χρήσιμη είναι και η παραδοσιακή τέχνη και η δημιουργία. Κρί­

Ακολουθούσα κι εγώ, ένα κοριτσάκι του δημοτι­

μα που στα σχολεία έχουν καταργήσει το μάθημα της

κού, τη γιαγιά μου με την ελπίδα πως θα μου υφάνει

χειροτεχνίας. Σε ένα καλό έντυπο διάβασα ότι οι μετρ

και πανί, για να μου ράψει η μοδίστρα του μαχαλά ένα

της υψηλής ραπτικής, εδώ και στο εξωτερικό, ακριβο­

φουστανάκι στα μέτρα μου. Ακόμη η γραφική «παρα­

πληρώνουν το χειροποίητο κέντημα στα μοντελάκια

ματίστιρια», η Αφροδίτη Γαλέτσα, η Μούχλαινα, με τη

του οίκου τους.

διαπεραστική φωνή της και με τα φαρδιά σαλβάρια

Εδώ θα τελειώσω το μονόλογό μου και θα προ­

της, δεν ήθελε να τη ζαλίζουν, όταν έκανε τη δουλειά

σαρμοστώ στο έτοιμο βιομηχανικό παρόν, γιατί έτσι

της. Γι' αυτό δεν έβγαζα κιχ, όταν πήγαινα με τη για­

το θέλει η βιαστική σημερινή ζωή μας...

γιά μου, για να μας «παραματίσει» το «αντί». ΜΥΡΣΙΝΗ ΒΑΜΒΑΚΑ-ΧΟΥΤΖΑΙΟΥ

Η υφάντρα Ξανθή Ευστρατίου Βα­ σιλά (Βασλά), σύζυγος Ευστρατίου Γεωργίου Τινέλη, στο εργαστήριό της, παρόδιο ισόγειο κατάστημα του Ιερού Ναού Παναγίας Αγιάσου. Φωτογραφία Γιάννη Χατζηβασιλείου, 5.1.2002.


ΤΣΙ Τ’ ΧΡΟΝ’ ΤΑ ΣΝΟΥΠΑΡΤΑ! Λεσβιακές παραθεριστικές συνήθειες

Ο

ι λέξεις σνουπαρτό, σνουπαίρνου και

ξισνουπαίρνου, απαντούν κυρίως στο γλωσσικό ιδίωμα των Γεραγωτών. Από

τα πολύ παλιά χρόνια, σύμφωνα με τις υπάρχου­ σες γραπτές μαρτυρίες αλλά και με τη σωζόμενη προφορική παράδοση, οι κάτοικοι της Γέρας εγκα­ τέλειπαν το καλοκαίρι τα χωριά τους και κατέβαιναν στα περιβόλια τους στον κάμπο, όπου υπήρχαν οι λεγόμενες κατούνες. Η εκκίνηση άρχιζε κατά κανό­ να από τα τέλη του Ιούλη και ολοκληρωνόταν στις αρχές του Αυγούστου. Έπρεπε, βλέπετε, να τελειώ ­ σουν τα τοπικά πανηγύρια. Οι Σκοπελιανοί έφευγαν συνήθως μετά τις 22 του Ιούλη, μετά το πανηγύρι της Αγίας Μαγδαληνής, ενώ οι Παλαιοκηπιανοί μετά τις 26 του Ιούλη, μετά το πανηγύρι του Αγίου Ερμό­ λαου. Άλλοτες σέβονταν και τιμούσαν περισσότερο τους πολιούχους. Πρόσθετοι λόγοι, που καθυστε­ ρούσαν ή έκαναν δισταχτικούς τους χωρικούς, ήταν οι θέρμες, δηλαδή ο πυρετός από ελονοσία, και τα σχολειά που συνέχιζαν τη λειτουργία τους. Στα δικά μου παιδικά χρόνια οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής, με εξαίρεση τους Περαμα­ τιανούς που το χωριό τους ήταν παραθαλάσσιο, βρίσκονταν σε κινητικότητα, ξεσήκωναν τα σπίτια τους. Μάζευαν όλα τα χρειώδη, στρώματα, παπλώ­ ματα, μαξιλάρια, κουβέρτες, καναπελίκια, σεντόνια,

Πύργος κατιόντων συγγενών Βασιλείου Παρασκευά Τσι­ βγούλη και Χριστόφα Μιχαήλ Στεφάνου, στη Φασλάτιρια. Φωτογραφία Παρασκευά Ευστρατίου Λιάκατου, Καλοκαίρι 2005.

Το κάτω μέρος του νταμιού στην «Παλιουκαρυά» ή «Ταγάρα» (Ξυλόκαστρου, Σκοτεινού). Διακρίνονται, από αριστερά, οι ιδιοκτήτες του κτήματος Στρατής και Γιάννης Χατζηβασιλείου. Το ντάμι αυτό το έφτια­ ξαν, στη δεκαετία του ’60, τρεις χτίστες, ο Αθανάσιος Νικολάου Παρασκευαΐδης (Κουλούντζ’), ο αδερφός του Κομνηνός (Κουμής, Κουμέλ’), καθώς και ο Γιάν­ νης Βασιλείου Κολομόνδος (Παντελής). Φωτογραφία Χριστόφορου Γιάννη Χατζη­ βασιλείου, 18.8.2001.


προσόψια, τραπεζομάντηλα, εσώρουχα, φορεσιές.

στράτες χωριό -κάμπος. Κατασάμαρα έβαζαν τους

Άλλα τα δίπλωναν και τα έπιαναν με τσίτες, άλλα

μποξάδες. Κατά την τελευταία στράτα καβαλίκευαν

τα έβαζαν σε μποξάδες και άλλα τα περιτύλιγαν με

οι γυναίκες και τα παιδιά στα καπούλια.

όποιο τρόπο μπορούσαν, δημιουργώντας τα λεγό­ μενα ντέγκια. Εκτός από τα παραπάνω έπρεπε να μεταφέρουν

Στον κάμπο έμεναν συνήθως έως το τέλος του Οκτώβρη. Μάζευαν τα λογής λογής γεννήματα από τα περιβόλια, ρόδια, κυδώνια, σύκα, καλαμπόκι και

και άλλα, πιάτα, πιατέλες, ποτήρια, μαχαιροπίρου­

άλλα, και έφευγαν στα χωριά, γιατί άρχιζαν οι βρο­

να, λάμπες πετρελαίου, φανάρες, κουζινικά, καζά­

χές και τα κρύα.

νια, μικρά ή μεγάλα, κουμάρια, λαγήνες και λαγήνια.

Μετά το '60 τα πράγματα άρχιζαν ν’ αλλάζουν.

Αυτά, όσα ήταν δυνατόν, τα τοποθετούσαν σε «κα­

Τα υποζύγια παραμερίστηκαν και η μεταφορά γινό­

σέλια». Εννοείται πως έπαιρναν μαζί τους και τρόφι­

ταν με τρίκυκλα. Με την ηλεκτροδότηση ο κόσμος

μα, ρύζι, ζάχαρη, όσπρια, μακαρόνια και άλλα. Αυτά

άρχισε να χρησιμοποιεί ψυγεία, ηλεκτρικές κουζίνες

τα έβαζαν σε σακούλια, γιατί άλλοτε δεν υπήρχαν

και άλλα. Οι κατούνες γκρεμίστηκαν και έγιναν σπί­

νάιλον. Απαραίτητος και ο τραχανάς που τον έβα­

τια που έχουν όλα τα απαραίτητα και δε χρειαζόταν

ζαν σε μεγαλύτερα σακούλια. Επίσης μετέφεραν τις

πια να γίνεται μεταφορά.

κότες, που συνήθως τις έβαζαν δεμένες σε σκάφη.

Έτσι σταμάτησε το παραδοσιακό σνουπαρτό

Οι κατσίκες και τα πρόβατα δένονταν με σχοινί στο

στα χωριά της Γέρας. Η εξέλιξη και τα σύγχρονα

σαμάρι και ακολουθούσαν.

μέσα άλλαξαν πολλές από τις συνήθειες του παρελ­

Κάποια από τα παραπάνω, αμπαλαρισμένα σε ντέγκια, τα φόρτωναν στα υποζύγια, στα γαϊδούρια

θόντος. ΑΡΙΑΔΝΗ ΠΑΠΑΖΟΓΛΟΥ

ή στα μουλάρια ή σε αραμπά. Έκαναν δυο τρεις

Στις μέρες μας η ύπαιθρος της Αγιάσου, στην οποία παραθέριζαν ορισμένοι για κάποιο χρονικό διάστημα, έχασε την άλλοτε ηρεμία της, για πολλούς και διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς και τα αγριογούρουνα. Στη φωτογραφία διακρί­ νονται, από αριστερά, ο Χριστόφας Κωνσταντίνου Καρατζάς και ο Κλέαρχος Χαράλαμπου Μακαρώνης. Τη φωτογραφία παραχώρησε ο δικηγόρος Αναστάσιος Γιάννη Χατζηγιάννης, 22.10.2006.


Η επίσκεψή μου στο νησί μας Εντυπώσεις - Αναμνήσεις Έ

χουν περάσει τουλάχιστον δέκα χρόνια από την τελευταία επίσκεψή μου στο νησί μας. Έτσι πήρα τη μεγάλη απόφα­ ση και τον Ιούνιο έκανα τη νέα μου επίσκεψη. Φτάνο­ ντας στη Μυτιλήνη, ξεκίνησα με πολύ καλή διάθεση για την Αγιάσο. Κι εδώ αρχίζουν τα απρόοπτα. Κατ’ αρχήν η κλει­ δαριά δεν άνοιγε, παρ’ όλες τις προσπάθειές μας και παρά το αντισκωριακό, με το οποίο την «ταΐσαμε». Τε­ λικά χρειάστηκε να έρθει ο ειδικός, για να υποκύψει και ν’ ανοίξει. Μετά την εκδίκηση της κλειδαριάς είχα­ με και μια πολύ ψυχρή υποδοχή από το σπίτι. Ύστε­ ρα από εγκατάλειψη δέκα χρόνων δεν ήταν καθόλου φιλικό μαζί μας. Αφού είδα ότι όλα ήταν εναντίον μας, εγκαταστάθηκα στη Μυτιλήνη. Τώρα οι εντυπώσεις μου από το χωριό: Φαμάκα, πολύ όμορφη, αλλά έρημη. Σταυρί, Αγορά, Σταθμός Λεωφορείων, είχαν πέσει σε χειμερία νάρκη. Το μόνο μέρος που... έσφυζε από ζωή ήταν το Καμπούδι. Οι δρόμοι έξω από τα καφενεία είχαν στρωθεί με καρέ­ κλες και αφού είχε και λιακάδα την είχαν αράξει παλι­ καράκια, συνομήλικό μου, της τρίτης ηλικίας. Πάμε τώρα στη Μυτιλήνη. Πρόκειται πραγματικά για μια πολύ όμορφη και ζωντανή πόλη, με πολύ κό­ σμο. Μπορεί πολλοί να έφυγαν για την πρωτεύουσα, αλλά έχει πολλές εφεδρείες από τα χωριά, που ανα­ πληρώνουν αυτούς που φεύγουν. Το μόνο άσχημο είναι ότι, επειδή οι δρόμοι είναι στενοί, έχουν καταρ­ γήσει τα πεζοδρόμια. Τα πολλά αυτοκίνητα και μηχα­ νάκια σε μερικούς δρόμους γίνονται επικίνδυνα και δε σε αφήνουν ν’ απολαύσεις την ομορφιά της. Γυρί­ σαμε όλη τη Μυτιλήνη και τα περίχωρά της. Την είχα αφήσει από τη δεκαετία του ’50. Έχουν αλλάξει από τότε πολλά, αλλά κάθε σημείο της μου έφερνε στο νου και αναμνήσεις από τα παλιά. Περιδιαβαίνοντας τους διάφορους παραλιακούς δρόμους, θυμήθηκα μια ιστορία που μου έλεγε ένας πατριώτης και φίλος μου γιατρός, ο Άγγελος. Ο Άγ­ γελος είχε ανοίξει ιατρείο στην Αθήνα. Ανήκε στο ένα τοις εκατό των γιατρών, που δεν έπαιρνε λεφτά από συγγενείς, φίλους και πατριώτες. Ένα καλοκαίρι ήρθε στο νησί για διακοπές με το γιο του και όταν επέστρεψε και συναντηθήκαμε μου διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία. Μια μέρα έρχεται στο ιατρείο, μια κοπέλα 18 - 2 0 ετών, με προβλήματα στο στομάχι. Την εξέτασα, της έδωσα τη θεραπεία που έπρεπε να κάνει και τη ρώτη­

σα: Εσύ πού με βρήκες και ήρθες εδώ; Κι εκείνη: εγώ είμαι από τη Μυτιλήνη, αλλά σπουδάζω εδώ. Όταν τη­ λεφώνησα στον πατέρα μου και του είπα τα προβλή­ ματα υγείας που έχω, μου έδωσε τη διεύθυνσή σας και μου είπε να έρθω να με εξετάσετε. Πριν φύγει, με ρώτησε: τι χρωστάω, γιατρέ; Κι εγώ: δε χρωστάς τί­ ποτα και αν έχεις και πάλι κάποιο πρόβλημα να έρθεις κι εγώ δεν παίρνω λεφτά από πατριώτες, μέχρι να αρ­ χίσουν να δουλεύουν. Συνεχίζει: Εγκατασταθήκαμε σε ένα ξενοδοχείο και απέναντι στην παραλία υπήρχε παραθαλάσσιο εστιατόριο, όπου τρώγαμε. Μια μέρα ήρθε μια κοπέλα να πάρει παραγγελία. Μόλις με είδε, μου λέει: εσείς δεν είστε ο γιατρός, ο Άγγελος, που ήρθα στο ιατρείο σας και δε μου πήρα­ τε και λεφτά. Ναι, της απάντησα. Τη ρώτησα για την υγεία της και δώσαμε την παραγγελία μας για φαγη­ τό. Σε λίγο έρχονται ο πατέρας της και η μητέρα της και μου λένε: Κύριε Άγγελε, το μαγαζί είναι δικό σας. Ό,τι θέλετε θα μας το ζητάτε, κι αν επιθυμείτε κάτι που δεν το έχουμε, θα το φτιάξουμε μόνο για σας. Υπήρχε στο μαγαζί ένα τραπέζι κυριολεκτικά μέσα στη θάλασσα, με το κατάλληλο σκέπαστρο. Τους είπα ότι το μόνο που ήθελα ήταν να μου κρατάνε ρεζερβέ αυτό το τραπέζι. Πράγμα που έγινε μεσημέρι - βράδυ, όσο έμεινα στη Μυτιλήνη. Αυτή μου λέει είναι η “ηθική ικανοποίηση” , που λίγοι και λίγες φορές νιώθουμε. Οι περισσότεροι περιορίζονται στη ‘‘χρηματική ικανοποίηση". Αυτό ένιωσα κι εγώ, όταν πήγα τη γυναίκα μου για εγχείρηση σ’ ένα νοσοκομείο. Ο γιατρός που θα την εγχείριζε, γνωστός μου περισσότερο από είκοσι χρόνια, ανήκε στο άλλο ενενήντα εννιά τοις εκατό των γιατρών. Μας καλεί στο γραφείο του μαζί με τα παιδιά μου και μας λέει: οι γιατροί που θα κάνουν την εγχείρηση πρέπει να πληρωθούν. Από το νοσοκομείο παίρνουν ψίχουλα. Γι’ αυτό θα μου δώσετε 6.000 ευρώ. Και του τα δώσαμε. Στην παραλία χάζευα τα τεράστια καράβια “Πει­ ραιάς - Μυτιλήνη”, που φεύγανε στις 8 το βράδυ κι ερχόντανε στις 8 το πρωί. Θυμήθηκα το θρυλικό “Σαπφώ” με καπετάνιο το φίλο και συμμαθητή μου Ζαφείρη Βάγια, που το υπη­ ρέτησε μάλλον σε όλη τη διάρκεια των ταξιδιών του. Καθόμασταν στο ίδιο θρανίο, αυτός από το Σίγρι, εγώ από την Αγιάσο, οι ντόπιοι μάς σνόμπαραν κι έτσι κά­ ναμε και τα απογεύματα παρέα και πηγαίναμε και για μπάνιο. Όταν τελειώσαμε την Η' τάξη, ο Ζαφείρης


ακολούθησε το επάγγελμα του πατέρα του, εγώ έφυ­ γα για την Αθήνα και χαθήκαμε. Όταν ανέλαβε καπετάνιος στο “Σαπφώ” , στα ταξίδια μου τον συναντούσα και μιλάγαμε, όσο του επέτρεπε ο πολύτιμος χρόνος του. Πάντα μου έλε­ γε: “Ηρακλή, έχεις κρεβάτι; Αν δεν έχεις, θα σε τα­ κτοποιήσω. Ό,τι χρειαστείς, να έρθεις να με βρεις” . Δε χρειάστηκα όμως τη βοήθεια του κι έτσι δεν τον ενόχλησα. Σ' ένα ταξίδι μου με την οικογένειά μου και το αυ­ τοκινήτο, πήγα σ’ ένα πρακτορείο στην Αθήνα και ζή­ τησα εισιτήρια με επιστροφή. Μου λένε ότι επιστροφή δεν μπορούμε να σου βγάλουμε, αλλά μόλις φτάσεις στη Μυτιλήνη θα βγάλεις την επιστροφή. Μόνο μην το αφήσεις τελευταία στιγμή. Πράγματι, μόλις βγήκα στη Μυτιλήνη, πηγαίνω στο πρακτορείο και ζητώ εισι­ τήρια επιστροφής. Μου λένε, θα σας δώσουμε, αλλά για το αυτοκίνητο δεν έχουμε. Και τι θα γίνει, τους λέω; Μου απαντάνε: το αυτοκίνητο θα το πάρεις το Σεπτέμβριο. Επέμενα και μου λένε: η μόνη λύση είναι να πάρεις το άλλο καράβι, που έχει θέσεις για αυτοκί­ νητα. Θα πας Λήμνο - Καβάλα - Θεσσαλονίκη και από εκεί οδικώς Αθήνα. Και ύστερα τι είναι Θεσσαλονίκη - Αθήνα. Ενός τσιγάρου δρόμος. Είχα σκάσει από τη στενοχώρια μου. Είχα εγκλω­ βιστεί στο νησί. Και τότε μου ήρθαν στο μυαλό τα λό­ για του φίλου μου: “Ό,τι χρειαστείς, να έρθεις να με βρεις”. Ο Βάγιας δεν ήταν μόνο καλός καπετάνιος. Ήταν και ευσυνείδητος. Όταν έφτανε το πλοίο, κατέβαινε κάτω, παρακολουθούσε την αποβίβαση των επιβατών και των αυτοκινήτων και έφευγε τελευταίος. Πάω κατευθείαν, τον συναντώ στην προκυμαία και του λέω τι μου συμβαίνει. Κι εκείνος μου απαντά: Μην ανησυχείς. Εγώ είμαι εδώ δύο ώρες πριν ξεκινήσει το πλοίο και παρακολουθώ τη φόρτωση. Τη μέρα που θα φύγεις έλα νωρίτερα να με βρεις και κάπου θα το στριμώξω το αυτοκίνητό σου. όπως και έγινε. Τότε κατάλαβα ότι μερικοί φίλοι, όσα χρόνια και αν περά­ σουν και όσα σκαλιά της κοινωνικής κλίμακας και αν ανέβουν, σέβονταν τον ιερό δεσμό της φιλίας. Μια μέρα θέλησα να επισκεφτώ το Συνοικισμό, για να δω την περιοχή που έμενα τη δεκαετία του ’50. Το μόνο που αναγνώρισα ήταν το “Ίδρυμα του Δεσπότη” , που όπως μας είπαν, σήμερα λειτουργεί ως Παιδικός Σταθμός. Τίποτα άλλο δεν αναγνώρισα. Όλα έχουν αλλάξει. Για να φτάσουμε στο Συνοικισμό, πε ράσαμε μπροστά από το παλαιό Γυμνάσιο Θηλέων. Οι φρά­ χτες γύρω από τα κάγκελα είχαν αφαιρεθεί και μπο­ ρούσες να δεις την αυλή του σχολείου που στεγάζει

σήμερα Νηπιαγωγείο ή Δημοτικό. Στα χρόνια μας το εσωτερικό του Γυμνασίου Θηλέων ήταν άδυτο. Μά­ λιστα μας είχαν προειδοποιήσει να μην περνάμε έξω από το Θηλέων. Μου ήρθε στο μυαλό όμως και κάτι άλλο. Δε θυ­ μάμαι το λόγο, αλλά έπρεπε να γίνουν δυο χορωδίες, μια από το Αρρένων και μια από το Θηλέων. Ο φι­ λόλογος που θα έκανε τη χορωδία ανακοίνωσε στο Σύλλογο των Καθηγητών ότι δεν υπάρχει προθυμία από τους μαθητές να συμμετάσχουν στη χορωδία. Οι καθηγητές δεν ανησύχησαν, γιατί σκέφτηκαν ότι θα περιοριστούν στη χορωδία του Γυμνασίου Θηλέων. Όταν όμως ο Γυμνασιάρχης Σταύρος Παρασκευαΐ­ δης επικοινώνησε με τον ομόλογό του του Γυμνασί­ ου Θηλέων, πληροφορήθηκε ότι ούτε εκεί υπήρχαν πρόθυμες μαθήτριες για τη χορωδία. Εφιστά λοιπόν την προσοχή των καθηγητών ότι «χωρίς χορωδία θα εκτεθούμε». Τότε ο μουσικός ήρεμος τους λέει: Μην ανησυχεί­ τε, κύριοι συνάδελφοι, θα το αναλάβω εγώ το πρό­ βλημα και θα φτιάξω τη χορωδία. Τα λόγια αυτά κάθε άλλο παρά καθησύχασαν το μαθηματικό: κύριε συ­ νάδελφε, το πρόβλημα είναι αδύνατο. Δεν έχει λύση, πώς θα το λύσεις; Από το φιλόλογο επίσης: κύριε συ­ νάδελφε, έχουμε φτάσει στο γόρδιο δεσμό. Πώς θα λυθεί ο γόρδιος δεσμός; Με το σπαθί του Μεγάλου Αλεξάνδρου; Κι ενώ όλοι ήταν εκτός εαυτού, ο μουσικός υπο­ μειδιώντας τους λέει: θα το λύσω πιο εύκολα από το Μέγα Αλέξανδρο. Ο πάντα ήρεμος συνάδελφος βγά­ ζει από το τσεπάκι του τη λύση, που όταν την ανα­ κοίνωσε τους άφησε όλους εμβρόντητους και με το στόμα ανοιχτό. Κύριοι συνάδελφοι, είπε, θα κάνω μια μεικτή χο­ ρωδία από το Αρρένων και από το Θηλέων. Πράγματι, όταν ανακοινώθηκε στους μαθητές και στις μαθήτρι­ ες ότι η χορωδία θα ήταν μεικτή, δοθήκανε μάχες ή καλύτερα έγινε Τρωικός Πόλεμος, για να εξασφαλίσει κάποιος ή κάποια μια θέση στη χορωδία. Γλυφάδα, 17.6.2016 ΗΡΑΚΛΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΝΟΣ

Σκάφος της Ναυτιλιακής Εταιρείας Λέσβου (NEL LINES) παραπλέει τη νήσο Σύρο. Φωτογραφία Γιάννη Χατζηβασι­ λείου, 25.11.1985.


Ανιραγίδες

Κ

αι τι είναι οι Ανιραγίδες, μαμά; - Ανιραγίδες είναι κάτι πολύ όμορφες κοπέ­ λες, που άμα τη νύχτα βρουν κάποιον έξω

τον εξαντλούν στο να χορεύει μαζί τους. Μόλις όμως λαλήσει ο πρώτος πετεινός, χάνονται. - Και από πού έρχονται αυτές οι κοπέλες; - Βγαίνουν μέσα από τη γη. - Οχ, μαμά! Λες να είναι ασπάλακες; - Αχαχαχά! Όχι, Ρηνούλα μου, είναι κοπέλες όμορ­ φες, είναι ξωτικά. Οι γονείς μου με φώναζαν ο καθένας με διαφορε­ τικό όνομα, με βάση το Ειρήνη, φυσικά. Η μαμά μου με έλεγε Ρηνούλα, ενώ ο μπαμπάς μου αρέσκονταν να με λέει Αρνούλα και εγώ έκλαιγα, γιατί δεν ήθελα να μοιάζει το όνομά μου με του αρνιού. - Βγαίνουν και την ημέρα οι ανιραγίδες, μαμά; - Όχι, μόνο τις νύχτες. - Είναι οι Νεράιδες που διαβάζουμε στα παραμύθια; - Δεν ξέρω, Ρηνούλα μου, εγώ Ανιραγίδες τις ξέρω. Έτσι τις έλεγαν οι γονείς και οι παππούδες μας. Νύχτες και νύχτες έμενα άγρυπνη και περίμενα από το τζάμι του παραθύρου να τις δω να χορεύουν στην αυλή μας, αλλά του κάκου. Τα βράδια μαζεύονταν στο σπίτι μας γειτόνοι και μιλούσαν για χρυσά ποτήρια, με τα οποία έπιναν το κρασί τους τα ξωτικά, και για κάποιον νέο κάποτε, που τον είχαν ξεθεώσει Ανιραγίδες στο χορό και στο πιοτό και πήγε να δείξει το μέρος όπου βρήκαν μόνο νύχια ζώων πεταμένα. Οι παλιοί έλεγαν πως αυτά ήταν τα χρυσά ποτήρια των Ανιραγίδων. Ακόμα και μέχρι την εφηβεία μου ξυπνούσα τη νύχτα και κοιτούσα έξω, μήπως και τις δω να χορεύουν, με τα αέρινα πέπλα τους. Πανέμορφες και μυστηριώδεις. Κάθομαι έξω και χαζεύω με τις γάτες μου. Η Αφά­ σια τσακώνεται με τον Πιγκουί, η Μαντώ, στρογγυλευ­ μένη στον κομμένο κορμό της μυγδαλιάς, κοιμάται σαν ναρκωμένη. Ούτε έφαγε ούτε ήπιε. Θα κυνηγού­ σε και τώρα εξαντλημένη το έριξε στο βαθύ ύπνο. Η Πριγκιπέσα μου καθαρίζει με ζήλο τη φουντωτή ουρά της από κάτι ξεραμένες κολλητσίδες και ο Υψηλάντης παρακολουθεί τάχα μου αδιάφορος, ξαπλωμένος επάνω στο σκέπασμα του πηγαδιού, πανέτοιμος να πεταχτεί, μόλις αντιληφθεί φαγητό. Με παίρνει το βράδυ και σηκώνομαι να μπω στο

σπίτι. Αισθάνομαι μια παράξενη παρουσία. Τρομάζω και κλειδώνω την πόρτα. Βάζω και το σύρτη ασφα­ λείας. Μετά γελώ με τους φόβους μου και κάθομαι να γράψω. Είμαι τόσο απορροφημένη, που δεν παίρνω είδη­ ση ότι η ώρα πέρασε. Είναι μία μετά τα μεσάνυχτα. Σηκώνω κεφάλι και κλείνω τον υπολογιστή και τα φώτα. Η κόχη το ματιού μου αντιλαμβάνεται κάποια εικό­ να. Κοιτάζω προσεκτικά και βλέπω κάτι αχνό λευκό, στην κεραμιδένια σκεπή του παλιού σπιτιού δίπλα. Είναι ακατοίκητο, όπως και όλα τα χαμόσπιτα, στο ερημωμένο χωριουδάκι. Μόνο εγώ ζω εδώ. Κοιτάζω πιο προσεχτικά και τις ... βλέπω! Είναι εφτά! Χορεύ­ ουν επάνω στη στέγη αέρινες, μαγευτικές! Τα πέπλα τους τυλίγονται γύρω τους και μετά αφήνονται, κά­ νοντας υπέροχους κυματισμούς. Δε βλέπω πρόσωπα, μόνο τις κινήσεις τους. Πετώντας με χάρη και άπειρη ομορφιά, κατεβαίνουν στο στενό χωματόδρομο, που ξαφνικά έγινε φαρδύς και σαν να στρώθηκε από το


ΦΩΤΟΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ

πιο ακριβό κρύσταλλο. Γλιστράνε και λικνίζονται φα­ νταστικά. Αιωρούνται, ξαναπατάνε στην κρυστάλλινη πίστα και ξανααιωρούνται με τόση τελειότητα, που εί­ ναι κάτι ασύλληπτα όμορφο. Τις κοιτώ μαρμαρωμένη και ευτυχισμένη συνάμα. Εκείνες εξακολουθούν να χορεύουν έξαλλα και υπέροχα. Μοναδικά! Και μετά δίνουν μια και ανεβαί­ νουν στις κορφές των δέντρων, στις σκεπές, στους φράχτες. Ανεβαίνουν κατακόρυφα στον ουρανό και χάνονται από τα μάτια μου και μετά ξανακατεβαίνουν, πάντα χορεύοντας, και στροβιλίζονται στην πίστα και

Διακρίνονται, από αριστερά, η Ανδρονίκη Δημητρίου Γουγουτά, σύζυγος Παναγιώτη Θεοδώρου Γλεζέλη (Πουπούσα), και η αδερφή της Παναγιώ­ τα, σύζυγος Παναγιώτη Βασιλείου Καραγιάννη (Ατζιλέλ’). Τη φωτογρα φ ία παραχώρησε ο Χρίστος Γλεζέ­ λης (Πουπού­ σας).

ξανααιωρούνται και ξαναπηδάνε στις σκεπές και στα δέντρα και ανεβαίνουν στον ουρανό, κάνοντας κύ­ κλους και φιγούρες χορευτικές και δεν έχει τέλος αυτή η παραμυθένια ομορφιά. Πίνουν από ολόχρυσα τάσια και δείχνουν να βρίσκονται σε μεθυστική κατάσταση. Δε σειέμαι καθόλου. Εκείνες πετούν και στροβιλί­ ζονται ενωμένες και άλλοτε πάλι, αφήνοντας τα χέρια τους, παίρνουν φούρλες γύρω από τον εαυτό τους και πάλι ενώνονται και πάλι ξεμονεύουν η καθεμιά τους και εγώ κοιτάζω αχόρταγα το καθετί. Τα πέπλα και τα αέρινα ρούχα τους, κεντημένα με πολύτιμες πέτρες, στραφταλίζουν στο φως του φεγγαριού και ξαφνικά χάνονται τελείως. Περιμένω να ξανακατεβούν, όπως έκαναν και πριν, αλλά δεν τις βλέπω. Αχνοχαράζει και κάπου μακριά ακούγεται ένας πετεινός. Απελπισμένη κάθομαι στον καναπέ. Αναρωτιέμαι αν το είδα αυτό ή αν ήταν τόση η επιθυμία μου να δω τις Ανιραγίδες και το έπλασα στο μυαλό μου ή μήπως κοιμήθηκα και το ονειρεύτηκα; Δεν ξέρω. Ο ήλιος σηκώθηκε δυο πήχες και βγαίνω να ταΐσω τις γάτες μου. Κοιτάζω στο δρόμο, εκεί που χόρευαν στην κρυ­ στάλλινη πίστα οι Ανιραγίδες μου. Είναι σκέτο χώμα. Πλησιάζω με λαχτάρα να δω και να φέρω στο νου μου ό,τι έζησα, φαντάσθηκα, ονειρεύτηκα, και βλέπω τρία τέσσερα νύχια ζώων πεταμένα σε μια άκρη. ΕΙΡΗΝΗ ΒΑΡΒΑΡΕΣΣΟΥ

Διακρίνο­ νται, από αριστερά, η Βασιλική Ευστρατίου Καραγιάννη (Πιτσούλη), σύζυγος Γεωργίου Μηνά, και η αδερφή της Θεοδώρα, σύζυγος Χριστόφο­ ρου Παυ­ λάτου. Τη φω τογρα φ ία παραχώρησε ο Αντώνης Μηνάς.


ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ Φουβήθ’κα μη μπα τσι πνιγεί!

Δ

εν είναι εύκολο τελικά να εξηγήσεις πώς νιώθει ο πεινασμένος και ως πού αναγκάζεται να φτάσει. Βρεθήκαμε με

ένα φίλο, λίγο μεγαλύτερο μου, σε μια παρέα. Ο μεγαλύτερος ήταν πενηντάρης. Η συζήτηση έφτασε φυσικά και στην κρίση, που δεν είναι βέ­ βαια μόνο οικονομική. Αναφέρθηκαν συχνά στη φτώχεια και στην πείνα. Ο φίλος, λάτρης της δι­ αλεκτικής, βάλθηκε να τους εξηγήσει ότι αληθι­ νή πείνα δεν είναι, όπως καλή ώρα, να επιλέγεις μεζεδάκια χωρίς λιπαρά και να επιλέγεις με ποιο ποτό θα ευχαριστηθείς. Αλλά, κοντά στα άλλα, να μην υπάρχουν καν το ψωμί και τα τρόφιμα, παρά μονάχα στη μαύρη αγορά με τιμές δισε­ κατομμυρίων. Οι όποιες συναλλαγές να γίνονται σε ορισμένα είδη και ευκαιριακά με τράμπα, δηλαδή με ανταλλαγή, αφού έχουν εξαντληθεί τα τιμαλφή. Να πεθαίνουν άνθρωποι στους δρό­ μους με τουμπανιασμένη την κοιλιά και άλλα. Όπως στη Γερμανική Κατοχή του 1941-1944. Ένας μόνο είχε μια κάπως σαφή εικόνα της συμφοράς που έπληξε τη χώρα μας. Οι άλλοι έδειχναν σαν να άκουγαν φανταστικές ιστορίες. Παρέθεσα κι εγώ κάποια προσωπικά μου βιώμα­ τα. Για να καταλάβουν πώς γινόταν η τράμπα, τους είπα ότι πήγαινα σε μια γειτόνισσα μια με­ γάλη πήλινη κούπα, τουρλωτή με παστές ελιές, και τη γέμιζε κοφτή με νταρί, δηλαδή με καλα­ μπόκι. Είχαν, βλέπεις, σπαρτά στη Λίμνο. Το νταρί το αλέθαμε στο χειρόμυλο και το ανακα­ τεύαμε με τα αλεσμένα κάστανα, για να γίνει το καστανόψωμο πιο αφράτο. Όσο όμως θέ ριευε η πείνα, τόσο εξαφανίζονταν τα τρόφιμα. Την επό­ μενη φορά που πήγα, το νταρί ήταν σχεδόν στη μέση. Τόλμησα να ρωτήσω: -Γιατί είνι πιο λίγου, ω θεια; -Γιατί ακρίβ’νι, γιε μ’, του νταρί!

Από τότε άρχισα να καταλαβαίνω τι θα πει ανατίμηση και ισοτιμίες. Την τρίτη φορά έπεσαν μόνο δυο χεριές στον πάτο της κούπας. Δε θυ­ μάμαι να ξαναπήγα. Και το καστανόψωμο, άμα κρύωνε, γινόταν σκληρό σαν πέτρα. Μετά βρέ­ θηκε ο «φρουκαλόσπορος», δηλαδή το κεχρί. Η ελευθερία της αγοράς σε πλήρη εξέλιξη. Όχι, αλλά σήμερα λέμε για κατάρρευση στο χρημα­ τιστήριο, όταν πέφτει η αξία των μετοχών. Θρη­ νούμε δηλαδή για την απώλεια της αξίας των «χαρτιών» και για τη χασούρα στα κέρδη. Τι να πεις; Δεν έδειχναν να καταλαβαίνουν. Συνέχισα όμως. Ανάμεσα στα άλλα τους είπα για ένα παιδί που βρήκε στη λάσπη ένα κάστανο και το έφαγε. Άλλο παιδί, παραγιός σε έναν τσομπάνη, έπαιρ­ νε για αμοιβή το βράδυ μια χεριά ξερά σύκα και αυτά «απόσ’κα», τα αποδιαλόγια δηλαδή. Για να ημερώσει την πείνα του, έτρωγε τους βλαστούς της πιτραμιθιάς και βύζαινε μια κατσίκα. Ένα μουλάρι ψόφησε στην αλάνα με τις αμυ­ γδαλιές κοντά στο σπίτι μας, και το άλλο πρωί


το βρήκαμε φριχτά διαμελισμένο. Είπαμε και

μέσα στα χόρτα ένα κυδώνι. Το σκούπισε όπως

άλλα πολλά. Όμως δεν έδειχναν να τα αποδέχο­

όπως στη φανέλα του, το τσάκισε στον κορμό

νται σαν γεγονότα. Ο νεότερος μάλιστα το είπε

του δέντρου και άρχισε να το τρώει λαίμαργα.

καθαρά: Μήπως τα παραλέτε; Δεν υπερβάλλε­

Ο άλλος, αφού μάταια έψαξε γύρω, μήπως βρει

τε; Τότε πώς ζείτε εσείς ακόμα; Ο άλλος μας

κάποιο άλλο, το λιγουρεύτηκε. Είπε παρακαλε­

ειρωνεύτηκε κιόλας: Δηλαδή εσείς που είχατε

τά: Δώσι μ’, ρε Θουδουρή, να δαγκάσου τσι ’γώ

καστανόψωμο τρώγατε παντεσπάνι; Τι να τους

κουμμάτ'! Ψυχοπονιάρης ο κυδωνοκάτοχος.

πεις τώρα; Τι να τους εξηγήσεις; Τελικά τους δι­

Έσφιξε γερά το κυδώνι με τα δυο του χέρια,

καιολόγησα. Μπορεί ο χορτάτος να καταλάβει

ώστε να είναι εκτεθειμένο όσο γίνεται πιο λίγο

τον πεινασμένο;

και το πρότεινε: Να! Δάγκασι! Φοβήθηκε μήπως

Την επόμενη ιστορία όμως την πίστεψαν.

και δαγκώσει ο άλλος λίγο παραπάνω! Έτυχε

Ίσως γιατί είδαν ποιος ήταν ο δράστης. Και την

τώρα να περνά ο ... ψυχοπονιάρης. Τον φώναξα

επαλήθευσε: Δυο παιδιά βρέθηκαν τότε, μέσα

και του θύμισα το περιστατικό. Το παραδέχτηκε.

στο καταχείμωνο, στον Άγιο Δημήτρη. Μπήκαν

Η απάντησή του; Ε! Μα φουβήθ’κα μη μπα τσι

σε έναν μπαξέ και προσπαθούσαν να ξεγελά­

πνιγεί! Ήταν στ’φό του τσυδών’!

σουν την πείνα τους με τα γουλιά που είχαν ξεμείνει σε κάποιες λαχανίδες. Ο ένας βρήκε

ΣΤΡΑΤΗΣ ΑΠ. ΜΟΥΤΖΟΥΡΕΛΗΣ

Τα κάστανα στα χρόνια της Κατοχής ψήνονταν, αλέθονταν και γίνονταν σωτήριο καστανόψωμο. Φωτογραφία ΠαναγιώτηΜπερδούκα Κουλαξιζέλη (Γιαννάκη). Από τη 12η Γιορτή Κάστανου στην Αγιάσο. Κυριακή, 15.11.2015.


ΜΝΗΜΗ ΑΝΤΩΝΙΟΥ ΣΟΥΛΑΚΕΛΗ ( 1932-2016) Έ

Αγαπούσες πολύ την Αγιάσο και στο πρόσω­ πό σου ο πατέρας μου έβλεπε την πολυτραγου­ δισμένη αδελφή Μαρι­

φυγες πρόσφατα πονεμένος και πικρα­ μένος, μην αντέχοντας το χαμό του παλικαριού σου Θεοφάνη, αυτού του

άξιου νέου. Όταν το έμαθα, διαβάζοντάς το στο πε­ ριοδικό μας «Αγιάσος», δεν μπορούσα να το πιστέ­

γώ, τη γιαγιά σου.

ψω, γιατί είχα και χρόνια να σε δω. Στενοχωρέθηκα, αλλά έπνιξα τα δάκρυά μου, γιατί εσένα δε σου τα ί­ ριαζαν. Θυμάμαι όμως τό τε που πρωτοήλθες και σε γνωρίσαμε. Ήμουν δέκα χρονών. Εσύ ήσουν έφη­

Σα μπόγου στουν Απέοου τσι πιω κρυγιό νιρό, θαρρώ πους κατοπινού τ' ΜπρουοκέΚ του Μαριγώ!

βος, νέος γεμάτος ζωή και χαρά, με απεριόριστη καλοσύνη. Σε τραβούσε η Αγιάσος και ο Απέσος, όπου έζησαν πρόγονοί σου. Ο μακαρίτης ο πατέρας σου Θεοφάνης, πρωτοξάδελφός μου, διετέλεσε πρό­ εδρος του χωριού Βούρκος, κατάφερε και άλλαξε πολύ σωστά το όνομά του και το έκανε Σταυρός. Η αδελφή μου Μύρτα επικοινωνούσε πιο πολύ μαζί σου, μια και ήσασταν και συνάδελφοι. Οι γονείς μου, προπαντός ο μακαρίτης ο πατέρας μου, σε κα­ μάρωνε και χαιρόταν τόσο πολύ, όταν του λέγανε οι συγχωριανοί ότι του έμοιαζες. Ερχόσουνα με τα καλάθια τις ελιές, τις «αρπάδες», τις λαδολιές. Αδυνατώ να τα ξεχάσω αυτά, παρ’ όλο που ήμουν παιδί ακόμα. Ύστερα από παράκληση του πατέρα μου, με προώθησες ένα μήνα καλοκαιριού στις Παιδικές Κατασκηνώσεις που λειτουργούσαν παλαιότερα στην Αγιάσο. Επίσης άλλη χρονιά έβα­ λες και τον αδελφό μου Δημήτρη, γιατί τότε, αν δεν είχες μέσον, τίποτα δε γινόταν, όπως όλοι ξέρουμε. Ανήκες στο προσωπικό υπό τις οδηγίες του πατέρα σου.

Ή ταν οι ρίζες σου κι Ο Αντώνης Θεοφάνη Σουλα­ κέλης. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας γράφει: Χαρι­ σμένη στον κουμπάρο μου Στρατή για να με θυμάται. Βελοχώρι, 20.1.1961. ΦΩΤΟ ΓΡ. ΛΕΟΝΤΙΑΔΗ, Βασιλέως Κωνσταντίνου 34, Ξάνθη. Τη Φωτογραφία παραχώρησε ο Στρατής Μιχαήλ Πανανής.

ένα μικρό ταξίδι πίσω στο χρόνο και στο χώρο. Με το γραφικό εκκλησά­ κι της Αγίας Παρασκευ­ ής, όπου θα την άκου­ γες να σου μιλάει για τα καντηλάκια που της άναβε και θα μοσχοβο­ λούσε από το θυμίαμα

με το μοσχολίβανο και από της φύσης τ ’ αρώματα. Αχ! Αντώνη, γιατί ν’ αφήσεις τη γυναίκα σου και τους άλλους δυο γιους σου; Όμως από την άλλη διάσταση, στην οποία βρίσκεσαι, θα προσεύχεσαι για την προστασία τους. Ας είναι ελαφρύ το χώμα του Σταυρού που σε σκέπασε, κοντά στους γονείς, στους παππούδες και στις γιαγιάδες. ΕΙΡΗΝΗ ΜΑΛΟΥΚΗ

Αναμνηστική φωτογραφία. Αγιάσος, Αύγουστος 1958. Διακρίνονται, από αριστερά: ;, Δημή­ τρης Ιωάννη Οικονόμου (δάσκαλος), Αντώνης Θεοφάνη Σουλακέλης (δά­ σκαλος), Στρατής Μιχαήλ Πανανής (δάσκαλος), Μιχαήλ (Λάκης) Κων­ σταντίνου Μαϊστρέλης (μετέπειτα Τεχνολόγος Πολιτικός Μηχανικός). Τη Φωτογραφία παραχώρησε ο Στρα­ τή ς Μιχαήλ Πανανής.


ΜΙΧΑΗΛ ΓΑΛΕΤΣΕΛΗΣ Ο άνθρωπος, ο φιλόλογος, ο συγγραφέας

Η

φιλοτέχνηση

της

προσωπογραφίας

ενός ανθρώπου παρουσιάζει αρκετές δυσκολίες, υποκειμενικές και αντικειμε­

νικές. Και τούτο, γιατί ο γράφων οφείλει ν’ αποκρυ­ πτογραφήσει ψυχικά δεδομένα, να εκτιμήσει συμπε­ ριφορές, να σταθμίσει ενέργειες και ν’ αξιολογήσει δράσεις. Όλα αυτά απαιτούν γνώση, ευθυκρισία και αντικειμενικότητα. Ο Μιχαήλ Γαλετσέλης ανήκει στη χορεία των ικανών φιλολόγων, των εκλεκτών εκπαιδευτικών, των άξιων συνεχιστών της μακρόχρονης πνευματο­ καλλιτεχνικής παράδοσης του τόπου μας. Είδε το φως της ζωής την 1.9.1925 στην ημιορεινή Αγιά­ σο, στη νυφούλα του λεσβιακού Ολύμπου. Ήταν ο πρωτότοκος γιος του κτηματία Χριστόφα Μιχαήλ Γαλετσέλη (1899-1981), ο οποίος μεταπολεμικά δι­ ετέλεσε και κοινοτάρχης, και της Μαριάνθης Λεω­ νίδα Σαμοθρακή (1902-1941). Αδέρφια του από τον πρώτο γάμο του πατέρα του η Εριφύλη, σύζυγος Βασιλείου Ιωάννη Μαλακέλη, και ο Ευστράτιος, ενώ

Ο Μιχαήλ Χριστόφα Γαλετσέλης (1925 - 14.3.2015).

από το δεύτερο γάμο, συναφθέντα στις 18.6.1944 με την Αργυρώ Σπύρου Ταμβάκη, ο αγαπητός δά­

Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστη­

σκαλος Σπύρος Γαλετσέλης.

μίου Αθηνών και αποφοίτησε με άριστα. Το 1953

Ο Μιχαήλ Γαλετσέλης παρακολούθησε τα μα­

νυμφεύτηκε την πρωτόκη θυγατέρα του ρέκτη Προ­

θήματα της εγκύκλιας εκπαίδευσης στη γενέτειρά

κοπίου Μιχαήλ Χατζηπροκοπίου (Κεφάλα), ο οποίος

του και στη Μυτιλήνη. Σπούδασε στη Φιλοσοφική

διετέλεσε και Πρόεδρος της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών Λέσβου, και της Μαρίας Ευστρατίου Χατζηγεωργίου, καταγόμενης από τη Γέρα, Έλλη Χατζηπροκοπίου και απέκτησαν το 1956 την πολυ­ φίλητη θυγατέρα τους Μαριάνθη (Μαρία), ιατρό σήμερα, σύζυγο του χειρουργού Γεωργίου Κων­ σταντίνου Μακρυγιαννάκη. Ευτύχησε να πάρει στην αγκαλιά του δυο εγγόνια, τον Κωνσταντίνο, ο οποίος εργάζεται ως λογοθεραπευτής στη Γλυφάδα, και το Μιχαήλ, ο οποίος έχει σπουδάσει χημικός στο Πα­ νεπιστήμιο Πατρών και ήδη εκπονεί μεταπτυχιακή

Ο Μιχαήλ Γαλετσέλης με ντόπιους στην περιοχή των πυ­ ραμίδων. Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Αγιάσος» 64 (1991), σ.11.

εργασία στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αρχικά υπηρέτησε για κάποιο χρονικό διάστημα,


κατά το σχολικό έτος 1952-1953, στο Γυμνασιακό Παράρτημα Αγιάσου, το οποίο υπαγόταν στο Α' Γυ­ μνάσιο Αρρένων Μυτιλήνης. Εδώ εργάστηκε, όπως και άλλοι, ως ιδιωτικός καθηγητής, γιατί το δημό­ σιο δε μισθοδοτούσε όλο το προσωπικό. Διορίστη­ κε στο Γυμνάσιο Δομοκού Φθιώτιδας (Φ.Ε.Κ. 65, εν Αθήναις τη 23 Μαρτίου 1953, τεύχος τρίτον, σ. 413). Στη συνέχεια υπηρέτησε στη Χίο (1955), στον Πολι­ χνίτο (1956), στο Μανταμάδο (1957), στο Γυμνάσιο Αρρένων Μυτιλήνης (1958 - 1962). Το 1963 πήρε μετάθεση και υπηρέτησε στο Γυμνάσιο Αγιάσου επί αρκετά χρόνια. Στην ιδιαίτερή του πατρίδα έδειξε υπερβάλλοντα ζήλο και πρόσφερε αόκνως υπηρεσί­ ες, οι οποίες ξεπερνούσαν τα όρια των τυπικών του υποχρεώσεων. Αγαπούσε ιδιαίτερα τους μαθητές του και αμισθί έκανε φροντιστηριακά απογευματι­ νά μαθήματα σε τελειόφοιτους που ήταν υποψήφιοι για τα Ανώτερα ή Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.

Η Έλλη Προκοπίου Χατζηπροκοπίου (1930 - 27.2.2015), σύζυγος Μιχαήλ Χριστόφα Γαλετσέλη.

Ξεχωριστή η φροντίδα του και για τη θεατρική αγω­ γή. Δίδαξε έργα του ελληνικού ρεπερτορίου, όπως του Σπύρου Μελά «Μαντώ Μαυρογένους η καπετά­ νισσα του ’21» (βλ. περ. «Αγιάσος» 212 (2016), σ. 25) και «Παπαφλέσσας ο μπουρλοτιέρης των ψυχών», καθώς και του Δημήτρη Ψαθά «Φωνάζει ο κλέφτης». Οι παραστάσεις αυτές σημείωσαν εξαιρετική επιτυ­ χία και απέσπασαν επαινετικές κριτικές, όπως μαρ­ τυρούν οι επαρχιακές εφημερίδες. Το 1970 ο Μιχαήλ Γαλετσέλης μετατέθηκε στην Αθήνα και υπηρέτησε στο Εσπερινό Λύκειο Καλλι­ θέας. Κατά το χρονικό διάστημα 1972-1974 μετεκ­ παιδεύτηκε στο Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης. Γενόμενος γυμνασιάρχης υπηρέτησε στη Λευκάδα Διακρίνονται, από αριστερά, ο Θεολόγος Γεωργίου Σωσώ­ νης (1892-1986), ο Χριστόφας Μιχαήλ Γαλετσέλης (18991981), πατέρας του Μιχαήλ Γαλετσέλη, και ο Κλέαρχος Σοφοκλή Πολιτάκης (1912-1974). Τη φωτογραφία παραχώ­ ρησε ο Γώργιος Δημητρίου Παπάνης.

(1976-1977). Το 1978 προαχθείς σε λυκειάρχη πα­ ρέμεινε στη Λευκάδα. Το 1979 επέστρεψε στην Αθή­ να και υπηρέτησε στο Λύκειο του Νέου Ηρακλείου


δελφο και ως πρόθυμο συνεργάτη του περιοδικού «Αγιάσος». Ο Μιχαήλ Γαλετσέλης απεβίωσε στην Αθήνα στις 14.3.2015 και κηδεύτηκε στις 16.3.2015 στο Κοιμη­ τήριο Ελληνικού. Λίγο πριν από τη θανή του απεβί­ ωσαν οικεία πεφιλημένα πρόσωπά του, η κουνιάδα του Αικατερίνη Χατζηπροκοπίου - Βλάση (4.1.2015) και η σύζυγός του Έλλη (1930 - 27.2.2015). Εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συλλυπητήρια στους συγγενείς, στη θυγατέρα του, στο γαμπρό του και σε όλους τους άλλους. Αιωνία σου η μνήμη, αγαπητέ συμπατριώτη, συ­ νάδελφε και συνεργάτη. ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Η Αικατερίνη Προκοπίου Χατζηπροκοπίου, σύζυγος του Αρεοπαγίτη Ηλία Βλάση, αποβιώσασα στις 4.1.2015.

Απικής. Από το 1980 - 1985 υπηρέτησε στο 40ό Λύ­ κειο Αθηνών, σχολείο του Συγκροτήματος Γκράβας, από το οποίο και συνταξιοδοτήθηκε το 1986. Ο Μιχαήλ Γαλετσέλης ήταν άνθρωπος με ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων, με πνευματικές ανησυχίες. Ιδιαίτερη η αγάπη του για την κλασική φιλολογία, απότοκα της οποίας είναι δύο βιβλία του «Ο κόσμος των ομηρικών παρομοιώσεων» (1991) και «Επιστο­ λές προς Σενέκα» (1993). Είχε φιλολογική επάρκεια και ήταν γλωσσομαθής. Είχε γνώσεις αγγλικής και γαλλικής και έδειχνε ενδιαφέρον για τα ιταλικά, τα γερμανικά, τα ρωσικά και τα τουρκικά. Ο Μιχαήλ Γαλετσέλης υπήρξε μάχιμος εκπαι­ δευτικός και εργάστηκε ευσυνείδητα και ευδόκιμα. Άφησε ευκρινή σημάδια στο πέρασμά του από τα σχολεία. Αγαπήθηκε από τους μαθητές του. Ένας από δαύτους και ο υποφαινόμενος. Τον είχα καθη­ γητή για κάποιο διάστημα, προτού διοριστεί, στο Γυμνασιακό Παράρτημα Αγιάσου. Αργότερα μου δόθηκε η ευκαιρία να τον γνωρίσω και ως συνά­

Το εξώφυλλο του βιβλίου «Ο κόσμος των ομηρικών πα­ ρομοιώσεων» (Αθήνα 1991), σχ. 21x14 εκ., σ. 94 + VIII (Παράρτημα) + 2 (παροράματα, κολοφώνας).


Ο ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΣΥΚΗΣ Χειροτονήθηκε Επίσκοπος Ερυθρών από τον Πατριάρχη

Σ

τ ις 25.9.2016 τε λ έσ τη κ ε Π ατριαρχική Θ εία Λ ειτο υ ρ γία σ τον Ιερό Ναό Α γίου Βουκόλου Σμύρνης, κα τά τη ν οποία χ ειρ ο το νή θ η κε

από το ν Ο ικουμενικό Π ατριάρχη κ. Β αρθολομαίο Επίσκοπος Ερυθρώ ν ο Α για σ ώ της Π α νο σ ιο λο γιό τα ­ τ ο ς Α ρ χιμ α νδρ ίτης Κ ύρ ιλλος Συκής. Στη Χ ειροτονία αυτή, η οποία δέο ν να σ η μ ειω θ εί ό τι είνα ι η πρώτη που π ρ α γμα τοπ οιείται στη Σμύρνη μ ετά τ ο χαλασμό το υ 1922, π α ρευρ έθ η κα ν π ολλοί λ α ϊκ ο ί από το ν ε λ ­ λα δικό χώρο, από τη ν Τ ουρ κία και ό χι μόνο, α λλά και ιερω μένοι. Α νάμεσα σ ε α υ το ύ ς και α ρ κ ετο ί Λ έσβιοι και Α γιασώ τες. Το π εριοδικό «Αγιάσος» σ υγχ α ίρ ει τ ο νέο Επίσκο­ πο Ερυθρών και το υ εύ χ ετα ι υ γ εία και δύναμη γ ια τη ν επ ιτέλεσ η τω ν καθηκόντω ν το υ , γ ια τη ν τε λ εσ φ ό ρ ο διακονία τ η ς επ αρχίας το υ και γ ια τη φ ω τισ μένη ποί­ μανση τω ν ομοδόξω ν. ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Στιγμιότυπο από τη Χειροτονία του Πανοσιολογιότατου Αρχιμανδρίτη Κύριλλου Συκή σε Επίσκοπο Ερυθρών από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίο. Διαδίκτυο.

Στιγμιότυπο από τη λιτάνευση της εικόνας των Νεομαρτύρων Δημητρίου και Αναστασίου (Αγιάσος, Αύγουστος 1991). Προπορεύεται ο Πρωτοπρεσβύτερος Νικόλαος Παπαγεωργίου, Εφημέριος του Ιερού Ναού της Αγίας Τριάδας. Ακολου­ θούν ο Πανοσιολογιότατος Αρχιμανδρίτης Κύριλλος Συκής, Αρχιερατικός Επίτροπος Αγιάσου, ο αείμνηστος μουσικός Θεοφάνης Αντωνίου Σουλακέλης (+26.9.2015)... Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Κωνσταντίνος Πάνου Παγωτέλης.


ΕΠΙΤΥΧΟΝΤΕΣ-ΕΠΙΤΥΧΟΥΣΕΣ ΣΕ ΑΕΙ ΚΑΙ ΤΕΙ Αξιομακάρου Ευστράτιος Μιλτιάδη Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής Αθήνας ·

Οικονομικού

Πανεπιστημίου

Βαμβουρέλης Ευστράτιος Γρηγορίου

Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών Πανεπιστημίου Αθήνας · Βηλανάκης Στυλιανός, του Μιλτιάδη και της Μαριάνθης, το γένος Κυριάκου Τινέλη, Οπτι­ κών Πανεπιστημίου Αθήνας · Βουρλής Γεώργιος Ευ­ στρατίου Αστυφυλάκων · Δαγγέλη (Δαγέλη) Μαρία - Ολυμπία - Μιχαηλία Κομνηνού Μηχανολόγων και

Γρηγορίου Μαθηματικών Πανεπιστημίου Αιγαίου · Ψυρούκη Βασιλική - Μαρία Αποστόλου Αρχιτεκτόνων Μηχανικών Πανεπιστημίου Θράκης · Ψυρούκης Πα­ ναγιώτης Ηλία Μαιευτικής ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας. Ο πρόεδρος και τα μέλη του Διοικητικού Συμβου­ λίου του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Αγιασωτών, καθώς και ο Διευθυντής του περιοδικού «Αγιάσος», συγχαί­ ρουν θερμά τους επιτυχόντες και τις επιτυχούσες και τους εύχονται καλές σπουδές.

Αεροναυπηγών Μηχανικών Πανεπιστημίου Πατρών ·

Αισθανόμαστε την υποχρέωση να ευχαριστήρου­

Δουγραματζής Παναγιώτης Ευστρατίου Κοινωνικής

με θερμά τον ανταποκριτή μας ΓΕΩΡΓΙΟ ΜΙΧΑΗΛ

Ανθρωπολογίας και Ιστορίας Πανεπιστημίου Αιγαί­

ΞΕΝΕΛΗ, ο οποίος φρόντισε για τη συγκέντρωση των

ου · Ευαγγελινός Ηρακλής Χαριλάου (Απόφοιτος

ονομάτων των επιτυχόντων και των επιτυχουσών και

Ε' Λυκείου Γλυφάδας) Μαθηματικών Πανεπιστημίου

για την αποστολή αυτών στη Διεύθυνση του περιοδι­

Αθήνας · Ιακώβου Χρίστος ■ Ταξιάρχης Παναγιώτη

κού για δημοσίευση.

Διοίκησης Επιχειρήσεων ΤΕΙ Ιονίων Νήσων · Καμι­

νέλη Ευαγγελία Βασιλείου Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεοδομίας και Περιφερειακής Ανάπτυξης Πολυ­

ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ

Θ

ερμά συγχαρητήρια στην πολυαγαπημένη μου εγγονή Ευαγγελία Βασιλείου Καμινέλη, η οποία πέτυχε στο

τεχνείου Βόλου · Καραβατάκη Ευστρατία, του Γε­

Τμήμα Μηχανικών Χωροταξίας, Πολεδομίας και Περιφερεια­

ωργίου και της Ευαγγελίας, το γένος Παναγιώτη Καλέλη, Ιατρικής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης · Κουντουρέλη Χαραλαμπία Ηρακλή Ιστορίας και Αρ­ χαιολογίας Πανεπιστημίου Αθήνας · Κουτσκουδή Μι­ χαέλα-Μαρία Ευστρατίου Ιστορίας και Αρχαιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης · Μυστεγνιώτης Κωνσταντί­ νος Ιωάννη Διοίκησης Επιχειρήσεων ΤΕΙ Κρήτης · Παπαπορφυρίου Ευστρατία - Αργυρώ Αναστασίου

κής Ανάπτυξης ίο υ Πολυτεχνείου Βόλου. Η γιαγιά ΜΑΡΙΑ ΚΑΜΙΝΕΛΗ-ΠΑΤΣΕΛΗ

Λογιστικής και Χρηματοοικονομικής ΤΕΙ Ανατολικής Μακεδονίας · Τζιτζίνα Σταυρούλα Κωνσταντίνου Παιδαγωγικό Προσχολικής Εκπαίδευσης Πανεπιστη­ μίου Θεσσαλίας · Τσίγκος Γεώργιος, του Στεφάνου

και της Μαριάνθης, το γένος Μιχαήλ Στεφανή Νο­ μικής Αθήνας · Τσομπανέλη Ουρανία Αναστασίου Αγροτικής Ανάπτυξης Πανεπιστημίου Θράκης· Τσου­ καρέλη Ανθή Παναγιώτη Ψυχολογίας Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης · Τσουκαρέλης Δημήτριος Παναγιώ­ τη Πληροφορικής και Τηλεπικοινωνιών Πανεπιστημί­ ου Πελοποννήσου · Χάιδου Ευστρατία Παναγιώτη Παιδαγωγικό Δημοτικής Εκπαίδευσης Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας · Χριστοφαρή Αικατερίνη Ευ­

στρατίου Νομικής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης · Χριστοφαρή Ευθυμία Αριστοκλή Δημόσιας Υγείας και Κοινοτικής Υγείας ΤΕΙ Αθήνας · Χρυσής Ιωάννης

Απόκομμα από τη δισεβδομαδιαία εφημερίδα του Sydney «Ο Κόσμος» (Ο Kosmos) (Εκδότης Δ. Γκόγκος).


ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΗ ΣΤΟΥΣ ΟΜΟΓΕΝΕΙΣ

Τ

ην Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016, στις 9 το

ντρου, σε μια εποχή που οι στρόφιγγες των κρατικών

βράδυ, το Τμήμα Παραδοσιακής Μουσικής

ενισχύσεων έχουν σχεδόν στερέψει. Και με αυτές τις

του Αναγνωστηρίου Αγιάσου έδωσε συναυ­

«δωρεές ζωής» δίνουν τη δυνατότητα να συνεχίσει

λία στο Κινηματοθέατρό του, την οποία παρακολού­

να χτυπά η καρδιά του στην ακριτική αυτή γωνιά της

θησε και χειροκρότησε θερμά πολύς κόσμος. Δεκά­

πατρίδας μας, επιτελώντας αδιάλειπτα το πλούσιο

δες παιδιών μας, μαθητές του μουσικοδιδάσκαλου

κοινωνικό, πνευματικό και πολιτιστικό του έργο, και

Κώστα Ευριπίδη Ζαφειρίου και άξιοι σκυταλοδρόμοι

αποθησαυρίζοντας τον ανεκτίμητο λαογραφικό πλού­

της μεγάλης μουσικής μας παράδοσης, παρέλασαν

το, που αποτελεί κοινή κληρονομιά.

από τη σκηνή του θεάτρου, παίζοντας σαντούρια,

Στο τέλος της εκδήλωσης ο πρόεδρος του Ανα­

μπουζούκια, τζουράδες, κιθάρες, τουμπελέκια, και

γνωστηρίου Κλεάνθης Κορομηλάς πρόσφερε στον

ανασταίνοντας παλιούς νοσταλγικούς παραδοσια­

εκπρόσωπο της Φιλοπροόδου Παροικίας Αγιάσου

κούς σκοπούς της Λέσβου και της Μικρασίας, καθώς

του Sydney Θέμη Χατζηνικολάου μια ξυλόγλυπτη ει­

και αγαπημένα νησιώτικα και ρεμπέτικα τραγούδια.

κόνα της Παναγίας, έργο και δωρεά του καλλιτέχνη

Η συναυλία ήταν αφιερωμένη στους Αγιασώτες

Χαράλαμπου Βερυβάκη.

ομογενείς, στα ξενιτεμένα μας αδέρφια, που κάθε χρόνο με την οικονομική τους συνδρομή αποτελούν τους κύριους αιμοδότες του Πνευματικού μας Κέ­

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ

ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΤΗΣ


«ΛΕΣΒΙΟΙ ΣΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ - ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ»

Με τη μνήμη και με την ιστορία νικάμε το φασισμό Απόστολος Κομνηνάκας. Σύντομη πα­ ρέμβαση έκανε και ο συγγραφέας. Είναι βέβαιο ότι οι τραυματικές εμπειρίες της φασιστικής κατοχής της περιόδου 1941-1944 άφησαν ανεξίτη­ λα σημάδια και πληγές, που για πολ­ λούς ακόμα δεν επουλώθηκαν. Παρ’ όλα αυτά, έστω και με σφιχτή την καρ­ διά μας, πρέπει πάντα να ανατρέχουμε στο ιστορικό παρελθόν, για να αντλού­ με τα αναγκαία διδάγματα. Γιατί, λαοί που δε διδάσκονται από το ιστορικό παρελθόν τους είναι καταδικασμένοι

Π

άνω από τριακόσια άτομα,

να το ξαναζήσουν! Σήμερα που η ελ­

συγγενείς των τραγικών

να μην περάσει η διαστρέβλωση της

ληνική κοινωνία βιώνει μια βαθιά, πο­

ιστορικής αλήθειας, για να θανατωθεί

επίσημοι προ­

λύπλευρη, και όχι μόνο οικονομική κρί­

το φασιστικό τέρας, πριν ορθοποδήσει

σκεκλημένοι και ιδιαίτερα εκπρόσωποι

θυμάτων,

ση, που αιματοκυλίζονται οι λαοί για

και γιγαντωθεί. Η λήθη με κανέναν τρό­

της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, άνθρωποι

την εξυπηρέτηση των γεωπολιτικών

πο δεν πρέπει να κερδίσει τη μάχη! Γι'

του πολιτισμού, των γραμμάτων και

τυχοδιωκτισμών των κυρίαρχων του

αυτό γράφτηκε και αυτό το βιβλίο, γ ι’

των τεχνών, νέες και νέοι, τίμησαν στις

κόσμου και τα τύμπανα του πολέμου

αυτό οργανώθηκε και η σημερινή εκδή­

29.6.2016 με την παρουσία τους την

ηχούν στήν πολύπαθη γειτονιά μας,

λωση. Ως ελάχιστος φόρος τιμής στη

πλούσια εκδήλωση τιμής και μνήμης

που το τεράστιο προσφυγικό και μετα­

μνήμη των ηρωικών νεκρών και ως ένα

στα θύματα του ναζισμού και παρου­

ναστευτικό κύμα σαν τσουνάμι σαρώ­

λιθαράκι στο οικοδόμημα της αντιφα­

σίασης του νέου βιβλίου του Γιώργου

νει τα νησιά μας και που όλα αυτά μαζί

σιστικής πάλης. Λένε πως το ρατσισμό

Γαλέτσα «Λέσβιοι στην Εθνική Αντίστα­

εκκολάπτουν το αβγό του εθνικισμού,

τον νικάς με τα ταξίδια και το φασισμό

ση - Πορεία προς το θάνατο» (Εκδό­

του ρατσισμού, της ξενοφοβίας, και

με τη γνώση, με την ακατάλυτη δύναμη

σεις ΑΙΟΛΙΔΑ), που έγινε στα Τσαμά­

ανασταίνουν το φασιστικό θεριό, είναι

της παιδείας. Με τη μνήμη και με την

κια, στο χώρο όπου εκτελέστηκαν από

επιτακτική ανάγκη να ζωντανέψει και

ιστορία νικάμε το φασισμό. Πιστεύου­

τους ναζί 42 πατριώτες κατά τη διάρ­

πάλι η μνήμη, να διαλύσει το πηχτό

με ότι το βιβλίο του Γιώργου Γαλέτσα

κεια της Κατοχής και ο οποίος ονο­

σκοτάδι της λήθης και να αναδείξει την

υπηρετεί αταλάντευτα αυτό το στόχο.

μάστηκε με πρόσφατη απόφαση του

απάνθρωπη και εγκληματική φύση της

Γι' αυτό και πρέπει να κοσμήσει κάθε

Δημοτικού Συμβουλίου Λέσβου «Μαρ­

φασιστικής ιδεολογίας. Μνήμη ενα­

βιβλιοθήκη. Διατίθεται στα βιβλιοπω­

τυρικός Τόπος Ιστορικής Μνήμης», ο

ντίον λήθης. Ένας διαρκής ιδεολογι­

λεία της Μυτιλήνης.

δε δρόμος από το Άγαλμα της Ελευθε­

κός αγώνας, για να μην ξεχαστούν οι

ρίας μέχρι τα Τσαμάκια οδός Εθνικής

εκατόμβες των θυμάτων που έγιναν

ΦΙΛΟΙ ΙΣΤΟ ΡΙΚΗ Σ Μ Ν Η Μ Η Σ ΚΑΙ

Αντιστάσεως. Κεντρικός ομιλητής ο

λίπασμα στο δέντρο της λευτεριάς, για

ΠΟ ΛΙΤΙΣΤΙΚΗ Σ Δ Η Μ ΙΟ ΥΡΓΙΑΣ


ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ Ματιές στην ιστορία των χαμένων πατρίδων

Η

ανήσυχη πνευματικότητα και το αρχαιο­ παράδοτο αίσθημα της φιλοπατρίας, που είναι ριζωμένα στα τρίσβαθα κάθε ελληνι­

κής ψυχής, μας υποχρεώνουν να είμαστε μνήμονες της ιστορίας του έθνους μας. Το ιστορικό παρελθόν αποτελεί το σκαλοπάτι που μας οδηγεί στο παρόν, που μας προετοιμάζει για το άνοιγμα της αυλαίας του μέλλοντος. Οι λαοί μόνο με την ιστορική πυξίδα βρίσκουν αλάθευτα το δρόμο της ζωής και των εθνι­ κών πεπρωμένων. Ο μικρασιατικός ελληνισμός επωμίστηκε το σταυρό του μαρτυρίου, από τό τε που πήρε τον κα­ κοτράχαλο δρόμο της προσφυγιάς . Απόγονοι των απομειναριών της καταστροφής και του χαλασμού ζουν αρμονικά μαζί μας και τροφοδοτούν τον ελληνι­ κό κορμό με το σφριγηλό τους αίμα. Εξακολουθούν και αυτοί εν πολλοίς, παρ’ όλο που κοντεύει να συ­ μπληρωθεί ένας αιώνας, να κατέχονται από νοσταλ­ γίες. Αφήνουν τη φαντασία τους να πλανιέται από τα δαντελωτά ιωνικά ακρογιάλια μέχρι τις ξέμακρες χαμένες πατρίδες τους. Η σκέψη τους πρυτανεύεται από τη μικρασιατική ιδέα, από το πνεύμα του μικρασιατισμού, του οποίου μέτοχοι πρέπει να είμαστε όλοι ανεξαιρέτως οι Έλληνες. Η διατήρηση και η δι­ αιώνισή του προβάλλει σ’ εμάς ως ιστορική ανάγκη. Οι ελληνικές πατρίδες, που έσβησαν σα φευγαλέο

Ο Κλεάνθης Παρασκευά Κουδουνέλης (1902-1980) στο Αφιόν Καραχισάρ Μικράς Ασίας. Τη φωτογραφία παρα­ χώρησε η εγγονή του συμβολαιογράφος Σοφία Χαρίλαου Κουδουνέλη, σύζυγος του δικηγόρου Δημητρίου Παπουτσή.

όνειρο, και τα ξεριζωμένα αδέρφια μας πρέπει να

της δόξας. Σε άλλες νικήθηκε και ταπεινώθηκε από

δόνουν τις ψυχικές χορδές μας και ν’ αφυπνίζουν

ποικιλώνυμους

τα εθνικά μας συναισθήματα. Η νεολαία πρέπει να

οι πνευματικοί ταγοί του έθνους και τα μυριόνεκρα

ενω τιστείτο ρέκβιεμ του μικρασιατικού ελληνισμού,

πεδία των μαχών, όπου εκδηλώθηκε σε όλη της την

όχι για στείρα μοιρολατρία, αλλά για γόνιμη εθνι­

ένταση η αγωνιστική μας διάθεση.

επιδρομείς. Μας μιλούν γ ι’ αυτές

κή διαπαιδαγώγηση. Δεν είναι ντροπή, παράλληλα

Ύπνος αιώνων είχε ναρκώσει το μικρασιατικό

με τους εθνικούς θριάμβους, να γνωρίζει κανένας

ελληνισμό, όταν η ελεύθερη Ελλάδα θέλησε να χα­

με κάθε λεπτομέρεια και τις εθνικές συμφορές. Ο

ρίσει το πολύτιμο δώρο της ελευθερίας στα γνήσια

άγονος σοβινισμός, αποτέλεσμα τις περισσότερες

τέκνα της, που είχαν διαλέξει από τα πανάρχαια

φορές ιστορικών παραποιήσεων, μεταφέρει τους

χρόνια ως κατοικία τους το δυτικό αγκωνάρι της

ανθρώπους σε σφαίρες ονειρικής κατάστασης, σε

απέραντης ασιατικής ηπείρου. Κανένας δεν μπορεί

σφαίρες ψευδαισθήσεων και αυταπάτης.

ν’ αμφισβητήσει την ελληνικότητα του μικρασιατι­

Από τα πανάρχαια χρόνια μέχρι σήμερα η ελ­

κού χώρου, όπου κάποτε λαμπάδισε το φως ενός

ληνική φυλή έχει στο ενεργητικό της αναρίθμητες

ανεπανάληπτου πολιτισμού. Τον διαλαλούν η ιωνική

τιτανομαχίες, αποτέλεσμα του πάθους της για την

δωδεκάπολη και η δωρική εξάπολη. Τον φέρνουν

πολυπόθητη ελευθερία. Σε άλλες αναδείχτηκε νι­

μπροστά στα μάτια μας οι σκαπάνες των αρχαιολό­

κήτρια και στεφανώθηκε με το αμάραντο στεφάνι

γων και τα άροτρα των εργατών της γης. Οι ποικιλώ-


νυμοι επιδρομείς και ο Τούρκος υποδουλωτής δεν

μητα εύσημα αρετής και ανδρείας. Ο αγώνας της

μπόρεσαν να σβήσουν τα χνάρια της ελληνικής αρ­

εθνικής παλιγγενεσίας του 1821, η άτυχη πολεμική

χαιότητας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Είναι

επιχείρηση του 1897, οι ένδοξοι Βαλκανικοί Πόλε­

πολιτιστικά στοιχεία με υπερτοπική και υπερχρονική

μοι του 1912-1913 και η Μικρασιατική Εκστρατεία

σημασία και δε θα μπορέσει να τ' αφανίσει η κατα­

απέβλεπαν στην πραγμάτωση και στην ολοκλήρωση

λυτική δύναμη του χρόνου.

των εθνικών ονείρων, που κάποτε είχε οραματιστεί

Οι Έλληνες πάντοτε στάθηκαν μεγαλοΐδεάτες,

ο βάρδος της ελευθερίας Ρήγας Βελεστινλής. Οι

πάντοτε αναδείχτηκαν μεγαλοφάνταστοι. Ο πόνος

πρωτεργάτες όλων αυτών των αγώνων κατέχονταν

τους για τις συμφορές του έθνους, σε όλο το μά­

από εθνικό ιδεαλισμό, από αγνή φιλοπατρία. Το αρ­

κρος της ιστορίας, μετουσιώθηκε σε δημιουργικό

νητικό αποτέλεσμα, που τους στέρησε το αμάραντο

οίστρο. Ποτέ δεν έμειναν με τα χέρια σταυρωμένα.

στεφάνι της δόξας, δεν μπορεί να τους αφαιρέσει

Μετά την πτώση της βασιλίδας των πόλεων δεν έχα­

και τις τίμιες φιλεθνικές τους διαθέσεις.

σαν το θάρρος και το δυναμισμό τους. Πίστεψαν

Η Μικρασιατική Εκστρατεία είναι η πιο σοβαρή

πως με το πλήρωμα του χρόνου θα ξυπνούσε από

επιχείρηση του στρατού έξω από τα σύνορα του ελ­

το βαθύ του ύπνο ο μαρμαρωμένος βασιλιάς των

ληνικού κράτους. Αποτελεί ορόσημο στην ιστορία

θρύλων και των παραδόσεων, ο πρόμαχος της ελευ­

του νέου ελληνισμού. Άρχισε με τους καλύτερους

θερίας του πολιτισμένου κόσμου, και πως θα κυνη­

οιωνούς το Μάιο του 1919 και τερματίστηκε με

γούσε μέχρι την Κόκκινη μηλιά τους πιστούς του

επαίσχυντο τρόπο το Σεπτέμβριο του 1922.

Μωάμεθ. Με αυτή την πίστη ανέλαβαν ομηρικούς αγώνες και κέρδισαν και στις ήττες ακόμη αναρίθ­

(συνεχίζεται)

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Αναμνηστική φωτογραφία από τη Μικρά Ασία. Τρίτος, από δεξιά, ο Μιχαήλ Ευστρατίου Λίβανος (1889-8.6.1968), γνωστός και με το παρωνύμιο «Στσ’λουψαρέλ’», διατελέσας και πρόεδρος της Κοινότητας Αγιάσου. Αντίγραφο από φωτογραφία που παραχώρησε ο γιος του Στυλιανός. Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας γράφει: CARTE POSTALE (προεκτυπωμένα) Εν Γενή-Σεχήρ τη 1/1/22 (με μελάνι γραμμένα).


Το Αναγνωστήριο «η Ανάπτυξη» Αγιάσου στις 8.1.1972 παρουσίασε στον Παλαιόκηπο, στην αίθουσα Μιτάνη, την ηθογραφία του Παντελή Χορν «Το φιντανάκι» και λίγο αργό­ τερα, στις 19.3.1972, την οπερέτα του Νίκου Χατζηαποστόλου «Πώς περνούν οι παντρεμένοι». Την πρόσκληση έκανε ο Αθλητικός Μορφωτικός Σύλλογος Παλαιοκήπου Γέρας «η Αναγέννηση». Στο πίσω μέρος της φωτογραφίας γράφει: Στον φίλτατο κύριο Αναστασέλλη. Εις ανάμνησιν. 14.5.1972. Εμμανουήλ Περρής. Διακρίνονται, από αριστερά: Ερμόλαος Ευαγγέλου Ζωγράφος, Παναγιώτης Θεοδώρου Παπάζογλου, Στυλιανός Ευαγγέλου Ρούγγος, Ελένη Ευστρατίου Παπάζογλου, Θεόδωρος Προκοπίου Παπάζογλου, Χρυσούλα Γεωργίου Κατσούρη, Ελένη Ευστρατίου Τσεσμελή, Θεόδωρος Νικολάου Παπάζογλου, Ελασίτσα Ηλία Πασπάτη, Ευστράτιος Δημητρίου Κατζουρίδης, Προκόπιος Ερμολάου Κατωτριάτης, Ευστράτιος Παναγιώτη Ματθαίος και Παναγιώτης (Τάκης) Κωνσταντίνου Φαϊδάς. Καθήμενοι: Παναγιώτης Γεωργίου Εμμανουήλ (Μπαρμπαλάς), Πάνος Δημητρίου Πράτσος, πρόεδρος του Αναγνωστηρίου «η Ανάπτυξη» Αγιάσου, Εμμανουήλ Θεοδώρου Περρής, Ευστράτιος Ηρακλέους Αναστασέλης (Τασιός) και Πάνος Μιχαήλ Ευαγγελινός. Τη φωτογραφία παραχώρησε-δώρισε η Ελένη Παναγιώτη Τσιβγούλη, σύζυγος Ευστρατίου Ηρακλέους Αναστασέλη.

Α Π Ο ΤΟ Λ Ε Υ Κ Ω Μ Α Τ Ο Υ Π Ε Ρ Ι Ο Δ Ι Κ Ο Υ « Α Γ Ι Α Σ Ο Σ »


Φως γεννάται στο κάδρο τ ’ ουρανού. Πέραμα Γέρας. Γέλασμα του Ιούλη. Αφροδίτη στα αργυρά. Περιπλάνηση στήν έναστρη γη.

ΧΑΪΚΟΥ Φ εγγαρ όλουσ το κοχύλι σ τ’ α κρογιά λι, ρ ό τα χαράζει. *

Φ άρος σ τον κάβο ελπ ίδας σ τέλνει σήματα. Ό ρ τσ α ί α πανιά.

Ταξίδεμα στον έγχορδο θόλο. Αυγερινός χυμά. Χάραμα. Χαραγματιά μέσα μου, γιατί θέλω να βλέπω τη ζωή εκεί που δε φεγγίζει, προτού ο ήλιος βγει. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΣΑΛΤΟΓΙΑΝΝΗΣ

*

Ν εογέννητο...

*κ ο ντα υ γ ή : κοντά σ την αυγή

το υ κόσμου η ελπίδα. Του ίδιου όμως;

ΤΑ ΔΕΙΝΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

*

«Αλμυρό νερό»! και πώς να το ξεχάσ ουν οι μ ετανά σ τες.

* «Σπεύδε βραδέω ς» και σ το υ ς σ τίβ ους τη ς ζωής σ ίγου ρα θα βγεις.

* Α ηδονολαλιές, φ ω νές που σ τάζουν μέλι και δοξολογούν.

* Χω ρίς «αλφάδι» κι ο δ ρ όμ ος τη ς ζω ής μας ίσ ιος δ ε θα ’ναι. *

Η αίσθηση του ισχυρού, το δίκαιο του ισχυρού, μπορεί ν’ αλλάξει μόνο μ’ αγάπη. Το ίδιον συμφέρον, η τεράστια απληστία, μπορεί ν’ αλλάξει μόνο μ’ αγάπη. Αγάπη βασισμένη όχι στο φόβο για τη μέλλουσα ζωή αλλά για την παρούσα. Τα δεινά του κόσμου: το δίκαιο του ισχυρότερου και το ίδιον συμφέρον.

Βαρύ φ ο ρ τίο ο μ έρ μ η γκα ς σηκώ νει κι α νοίγει δρόμο.

*

Αν απαλλαγούμε απ’ αυτά, θα ζήσουμε ειρηνικά. Τα αυτονόητα είναι και τα δυσκολότερα έως αδύνατα.

Κόκκινα χείλη, το υ έρω τα τ α δ ίχ τυα γ ια καλή ψαριά. ★

Οκτώβρης 2016

Ξωμάχους να δεις! Ψ ήνονται σ το λιοπ ύρι πριν από το ψωμί.

Δ Η Μ Η ΤΡ Η Σ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ

Καρυά, 29.7.2014

ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΟΥΝΟΥ ’ΝΟΥΣ Ξ ΙΝ ΙΤΙΜ Ε Ν Ο Υ ΑΓΙΑΣΩΤ’ ΣΠΥΡΟΣ Κ. ΚΑΡΑΜ ΟΥΝΤΖΟΣ Πουλλές φουρές μι πιάν’ έδγιου του μιλαγχουλικό, που φύγαμι τσ ’ αφήκαμι σν ουρφάνια του χουριό.

ΚΟΝΤΑΥΓΗ Κονταυγή. Κοντάρι με στέλνει. Κύμα ηχεί.

Βαρέθ’κα τνα πλιά τ ’ ξινιτιά τσ ’ άλλου δε θέλ’ να μείνου, μα έχου ρίζις τσ ’ έδγιου πλιά τσι δε μ’ αφήν’ν να φύγου. Θέλου να πάγου στου χουριό, να ’χου καρσί τ ’ Αγλέλ’ ιμ’, καστανουλόγους να μι φ ’σά, να φρουπιτά του π’λέλ' ιμ’.


Ήθιλα νάνι μπόργιουμ να ’ρχουμι πιο συχνά, έχου όμους ένα πρόβλημα, που δε μι φτάν’ν τα ψ’λά.

και μου ’κλείνε το μάτι. Δεν τον κοιτάζω, του ’πιασα του παλαβού κακία,

Να κάτσου σ’ ένα γκαφινέ να πιω ένα ρακέλ’

να μάθει να μη φέρεται με τόση αδικία. Ας έκανε μάτια στραβά, για να τον εκτιμήσω,

τσι μια σιρδέλα μι χταπόδ’ να ’χου για μιζιδέλ’. Να δω τσι τα γιουλντάσια μ' όσ’ ζιουν ακόμα πλιά, πριν τς πάρ’ γιου Άγιους Πέτρους τσι τς φ ’τέψ ’ μες στ’ Πιρασιά. Βαρέθκα τνα πλιά τ ’ ξινιτιά τσι θέλου νά 'ρτου πίσου, έφτου π’ γιννήθ’κα, στ’ Μπουτζαλιά, τσι τ ’ κουπριγιά να μυρίσου. Ν’ άψου τσι μια λαμπάδα στν εικόνα, στ’ Παναγιά, να τς πω πους θέλου να 'ρχουμι έδγιου πιο ταχτικά. Να πάγου τσι στου λιώνα τν άνοιξ’ μι τς απιράθις, να δω τς γ ’ναίτσις π' μαζών’ν ιλιές τσ ’ έχιν ακόμα βράτσις. Να βγω μες στα σουθύρια, να κάτσου κουμματέλ’, να φάγου αξ’νηθρουγούλια, β’τώντας τα στ’ αλατέλ’.

να πάρω τα επάνω μου, μπροστά του να γυρίσω. Όμως αυτό δε γίνεται, τ ’ απάνω να ’ρθουν κάτω, εμείς τον διατάζουμε και πάμε παρακάτω. Κι εσάς παίρνει το σχέδιο, όσοι χαμογελάτε, ακολουθάτε όλοι σας, αυτό μην το ξεχνάτε. Καθρέφτη, καθρεφτάκι μου, συγχώρεση γυρεύω, εσύ δε φταις σε τίποτα, άδικα σε παιδεύω. ΜΑΡΙΑ ΚΑΜΙΝΕΛΗ - ΠΑΤΣΕΛΗ

Μας πλάνιψαν γη ξινιτιά τσι γοι διαφημίσεις, πιο όμουρφα ’πί του χουριό εν έχ’ αλλού να ζήσεις. Μ ’ ΕΧΕΙΣ ΚΟΥΡΑΣΕΙ Μη μι παραξηγήσιτι π’ γρινιάζου κουμματέλ’, είνι ’πί τ ’ σπνουχώρια που πιάν’ τς ξινιτιμέν’. Φαίνιτι πς είνι τς μοίρας μας όπ’ θέλ’ φτή για να ζήγ’ς, θέλ'ς τσι δε θέλ’ς αλιστίρντ’σι του, όπου ζεις τσι πατρίς. ΙΜ ’ΧΑΛ’Σ ΧΡΙΣΤΟΥΦΑΡΗΣ (ΚΑΜΠΑΣ)

ΚΑΘΡΕΦΤΗ, ΚΑΘΡΕΦΤΑΚΙ ΜΟΥ... Στάθηκα στον καθρέφτη μου και λέω ας κοιτάξω, μα, πριν προλάβω, ο τρελός μ’ έκανε να τρομάξω. Ήμουν αν-φάς, γυρίζοντας προφίλ ξανακοιτάζω, αυτός με κοίταζε λοξά κι εγώ ξανατρομάζω. Του γύρισα την πλάτη μου, δεν το ’κανέ αστεία, ακούς εκεί, δεν πίστευα μια τέτοια απιστία. Έπαιζε με τα νεύρα μου, μήπως έβλεπε άλλη; Ποιος του ’δώσε δικαίωμα για μένα ν’ αμφιβάλλει; Μικρή που ήμουν μια χαρά, ωραία και κεφάτη, μαζί μου τρελαινότανε

Μ ’ έχ ε ις κο υρ ά σ ει και πού θα φ τά σ ει α υτή η κα τάσ τα σ η δεν ξέρω να σου πω. Μ ’ α φ ή ν εις μόνο και μετανιώ νω που αποφ άσισα εσ έν α μόνο ν ’ αγαπώ. Σ τιγμή δε χά νεις να με π ικράνεις, δίχω ς α ιτία να μου κ ά νεις και σκηνές. Π ες μου τ ι θ έλεις, γ ια τί με τρ έχ εις , γ ια τί π εισμώ νεις και το λό γο δ ε μου λες. Θ έλ εις να φύγω και λ ίγ ο - λίγο θα κ α τα φ έρ ε ις να με διώ ξεις μακριά. Κι ότα ν με χ ά σ εις τ ό τ ε θα κλάψ εις, γ ια τί θα νιώ σ εις πως σ ’ αγάπησα βαθιά. Από τη ν ποιητική συλλογή «Θ ητεία σ τον ομοιοκατάληκτο» Μ ΑΝΩ ΛΗΣ ΤΡΑΓΑΚΗΣ


ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΦΑΡΜΑΚΕΡΑ ΒΕΛΗ

Οι Αγιασώτες του Sydney στο στόχαστρο

Ο Μιχάλης Χριστοφαρής ή Καμπάς με βλοσυρό ύφος αδειάζει τη φαρέτρα του...

Γεια σας, πατρϊουτέλια, άντρ’, ιγ’ναίτσις τσι μουρά, εύχουμι να ’στι χαρούμιν’, να πιρνάτι τσι καλά. Άργησα λίγου να σας δω τσι θέλου να σας ρουτήσου αθρουπιφτήτσιτι καθόλ’ γή πάτι σα ντου κάβουρα, αντί μπρουστά ούλου πίσου; Ξέρου πους δεν αλλάζιτι τσι στου φιγγάρ’ να πάτι, τ ’ κατσίγια τσι του γουρσουζλούτσ’ μαζί σας τα τραβάτι. Πρέπ’ τώρα να μ’ ακούσιτι, να κάνιτι ησυχία, να μη σας κατουρήσου, γιατί έχου συχνουρία. Μπουρεί να μη ντα θέλιτι τα μούτσ’να μ’ να τα δείτι, τν αλήθεια όμους θα τνι πω τσι ας μη μι συμπαθείτι. Καρνάβαλους τσι φέτου γίν’κα, για να σας σάσου, να πω άστσ’μα, τα στραβά, να σας διασκιδάσου. Τσι όσ’ δε μι χουνέβγιν τσι λέγ’σι μι ζαβό, δώδικα να ’νι γοι ώρις ντουν τσι μια πα στου ατζιό. Δεν ήρτα πέρα’ να σας τα πω

τσι να σας καθουδιέψου, γιατί είχα ιφκοιλιότητα τσι εν ήθιλα α σας χέσου. Αδιαφόριτα σ'ντυχαίνου, σεις παίζιτι του διουλί σας τσι ό,τ’ να πω, καλό κακό, μι γράφτιτι στου π’λί σας. Γιατί δε ξέριτι πινέματα, έχιτι μαύρα χάλια, ακόμα μ’λαρουφέρνιτι, είστι χουντρά τσιφάλια. Γοι μ’σοί είστι μες στου λάκκου, σφίξ’μου όμους του μπαρά, γιου κώλους σας απ’ του νταμάχ’ σα π’χάν’ πλια απουφ’σά. Του σεξ όμους στου νου σας πρέπ’ πάντα να ’χιτι τσι άμα δε μπουρείτι, χαδέβγιτι τη γ ’ναίκα σας έφτου που ξίριτι. Οικουνουμία όχ’ στου σεξ, στν υγεία κάν’ καλά, γιου άθριπους δεν είνι μο φαγί, μαμ τσι νάν’, σκατά πουλλά. Σήμιρα ίβαλα τσι βρατσί όμουρφου τιμημένου, που του φορούσαν γοι παλιές τσι είχαν του πράμα ντουν μέσα καλά σιγουραρμένου. Του χ’μώνα δε κρυγιών’ς καθόλ’, κώλους σ' βγάζ τ ’ ζιστασιά, μι δυο πουρδές άμαν αφήγ’ς ζισταίνισι όμουρφα. Βάρδα μην είσι δίπλα, σα λύσ’ γη βρακουζών’, γη μπόχα π’ βγαίν’ ’πού μέσα τς μύγις τσι τα μικρόβια αμέσους τα σκουτών’. Ακόμα τσι του καλουτσαίρ’, καλό είνι του βρατσί, απουμουνών’ του τσαγκαρ’κό τσ' ε βγάζ’ φουτιά πουλλή. Βλέπιτι πόσου πρακτικό τσι σίγουρου που ήνταν, δεν είνι σα ντα τουρινά, που κώλους τσι του τσαγκαρ’κό ούλα όξου φανήκαν.


Τσινούργια μόδα βγάλιτι, παρέγια μι του χάρου τσι στα νικρουταφεία π’λαλείτι ν’ αγουράσιτι, να πάριτι του τάφου. Θέλιτι να ’νι σι τόπου τσι γοι γ ’τόν’ καλοί τσι να μ’λούν τσι αγιασώτ’κα, να μην είνι άλλ’ φυλή. Δ’λέψιτι έδιου σα ντα μ’λάρια, τώρα είστι πλια στου μπάτου, του μόνου π’ καταφέριτι να πάριτι ένα ντάφου. Για ένα τιτραγουνικό, μια τρύπα μες στην γη, τ ’ ζουγή σας χαραμίσιτι τσι φάγαντα γοι Βριγοί. Μνημόρ’ για ν’ αγουράσιτι, ήρτιτι τσακ ’π’ τν Ιλλάδα, δένι καθούστι στου χουριό, που έγ'τσι είνι τσιάμπα. Τσι ούλ’ τ ’ μέρα πλια καθούστι του μνημόρ’ σας τσ ’ ιπινείτι, να μπείτι μέσα ζουντανοί, να του φχαριστηθείτι. Όσ' αγουράσιτι μνημόρ’ φέριτί του καλά, γιου χάρους όπ’ τσι να 'νι τ ’ πόρτα σας θα χτυπά. Γοι νιοι δεν έχιν δράμ’ μυαλό, γιατί ένι β’ζαστήκαν, γάλα πίναν αγιλαδ’νό, γι’ αυτό βόδια γινήκαν. Δεν έχιν μήδι σέβας καθόλ’ στα γηρατειά, λουγιάζιν πότι θα του τ ’νάξ’ς, να τουν αδειάγ’ς τ ’ γουνιά. Καλό μην απαντέχ’ς ’πί φτοι, μου κάνι τ ’ κουνουμιά σ’, φάγι όσα τούβλα μπουρείς τσι συ τσι γη γριγιά σ’. Μην απαντέχ’ς μηδί απί τς νιες, γέρου, να σι λουγιάξιν, γιατί άμα πιάγ’ς τσι χέζισι, θέλιν πλια να σι θάψιν. Γι’ αυτό λόγιαζι, γέρου, να τνι πιρνάς καλά τσι άμα σ’κώνιτι του π’λίς σ’, βάζι χέρ’ σ’ γριγιά. Γη γ ’ναίκα άμα θα γιράσ’ του πράμα τς ούλου γιλά τσι μοιάζ’ σαν ώρ’μου σύκου

μι Κατσαρό μαλλιά. Τς νιας είνι άγουρου, σφιχτό, τσι κά’τι μουτρουμένου, μόνου άμα φα κουμμάτ' κουλιό, χαίριτι τσι χαμουγιλά τσ’ είνι φχαριοτημένου. Τ’ αντρού όσου τσι να γιράσ’ κάν' για φουτουγραφία, του μόνου που ζαρών’ πουλύ τσι χάν’ πλια τ ’ γουητεία. Όσις ιγ’ναίτσις γι άντρας σας πλια δε γκαυλουμαχεί, βάλιτι τσι ένα μπέιμπι ντολ τσι ένα στρινγκ βρατσί. Μπα τσι τουν κάν’ς τσι ζουντανέψ’ τσι πάρ’ καθόλ’ φουτιά, γαργάλ’ξι τουν τσι κουμματέλ’. βάλ’ χέρ’ τσι στ’ σιρμαγιά. Σα μπαγιατιάν’ του πράμα, τίπουτα πλια δε κάν’, γιατί του τ ’ φέτσ’ είνι παλιό τσι έχ’ στραβώσ’ γη κάνν’. Όσου τσι να του προυσπαθείς, πήρι πλια τ ’ κάτου τ' βόλτα, μήδι μι βιάγκρα δε ντου σ’κών’ς μηδί μι τα σπιρτόξ’λα. Δεν είνι που δε σ’κώνιτι, δεν παίρνιν τα μπαρούτια, ικτός τσι δεις καμιά καλή, που έχ’ όμουρφα μπούτια. Άμα γιράσ’ γιου άθριπους, ούλα γινόντι μούντρα, τα ιργαλεία ντ’ πλια τα έχ’ μουνάχα για κατούρ’μα. Τσι φέτου να πιράσουμι καλά του καλουτσαίρ’, γιατί γη τύχ’ τι θα μας φέρ’ κανένας δε ντου ξέρ’. Τ’ αντέτ τσι φέτου ποίκα του Τς χρουνιάς για του καλό, ίρισι, δε σας ίρισι, έφτη γη έννοια μ’ έφαγι τσι άλλου μια μι τρω. Η παραπάνω αποκριάτικη σάτιρα γράφτηκε και εκ­ φωνήθηκε από τον καρνάβαλο Μιχάλη Χριστοφάρη (Καμπά) στην αίθουσα της Μυτιληναϊκής Αδελφότη­ τας του Sydney το Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016.


ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΜΑΣ

ΕΞΟ ΡΚ ΙΣΜ Ο Σ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ

Ο

ι καιροί ήταν χαλεποί. Τα τύμπανα του πο­

λεγόμενης Γραμμής Μεταξά, η φύλαξη των θαλασ­

λέμου είχαν αρχίσει να ηχούν στη γηραιά

σών, η θωράκιση των μετόπισθεν.

ήπειρο. Προεόρτια για τη χώρα μας το αυ­

Και στην Αγιάσο, στη νυφούλα του λεσβιακού

γουστιάτικο ανοσιούργημα του ιταλικού φασισμού,

Ολύμπου, υπήρξε μεγάλη κινητοποίηση, όπως εξάλ­

που για λόγους σκοπιμότητας άργησαν οι δικοί μας

λου και σε όλο το νησί και σε όλη τη χώρα. Ο φόβος

να το καταγγείλουν. Και τούτο, γιατί ήταν ανέτοιμοι

υπαρκτός και δικαιολογημένος, αλλά δεν μπορούσε

και έπρεπε να γίνουν πολλά ακόμα, για να μην μπορέ­

ν’ αποδυναμώσει τον υπέρμετρο ενθουσιασμό και

σει να πραγματοποιήσει «περίπατο» ο φαντασμένος

το υψηλό εθνικό φρόνημα των κατοίκων, προπαντός

δικτάτορας σε ξέφραγο αμπέλι. Το έθνος γνώριζε, οι

όμως της νεολαίας που το αίμα της έβραζε. Έχοντας

ιθύνοντες εργάζονταν άοκνα, οι φύλακες αγρυπνού­

πρόμαχο την Παναγιά, τη «γριγιά», όπως συχνά πυκνά

σαν.

την αποκαλούσαν, πήραν το δρόμο του υπέρτατου

Φθινοπωριάτικα, στις 28 του Οχτώβρη του ’40,

χρέους προς την κινδυνεύουσα πατρίδα. Οι έφεδροι,

το ιταμό τελεσίγραφο που ζητούσε γην και ύδωρ

προενημερωμένοι από την τοπική επιστρατεύουσα

απορρίφτηκε και η κήρυξη του πολέμου ήταν γεγο­

αρχή, όταν μεταδόθηκε από το ραδιοφωνικό σταθμό

νός αναμφισβήτητο. Σύσσωμος ο λαός ύψωσε το

το συνθηματικό μήνυμα, αποχαιρέτησαν συγγενείς

ανάστημά του, για ν’ αντιμετωπίσει τον εισβολέα, πι­

και φίλους, κατέβηκαν στην πρωτεύουσα, με οποιο­

στεύοντας στη νίκη, στην επικράτηση του δικαίου. Με

δήποτε μέσο μπορούσε ο καθένας, και περίμεναν

γοργό ρυθμό ολοκληρώθηκε η επιστράτευση, η μετα­

να μεταφερθούν στη ζώνη των επιχειρήσεων ή όπου

κίνηση στρατιωτικών τμημάτων, η επίταξη υποζυγίων,

αλλού. Όλοι ήταν αποφασισμένοι να πολεμήσουν τον

η ενίσχυση οχυρών και φυλακίων της μεθορίου, της

εχτρό και ήταν βέβαιοι πως σύντομα θα επέστρεφαν


τροπαιούχοι. Μερικοί από δαύτους δεν είχαν πλήρη συναίσθηση των δυσκολιών και των κινδύνων. Ο χαϊ­ δεμένος μοναχογιός της Φιλομήλας έκρινε πως δε θα ήταν άσχημο εν όψει του χειμώνα να έπαιρνε μαζί του και ένα παπλωματάκι! Ο Κωντής εξάλλου είπε στον Κούρδαλο: Κυρ λουχαγέ, δε πρέπ' να καθυστιρούμι, γιατί πνιγόμαστι απί τς ιδ’λειές. Τα κάστανα φτάξαν τσι πέφτιν! Τσ’ αρχόντι καταπόδ’ γ ’ ιλιές που θέλιν κότσια! Το ψυχομέτρι του χωριού είχε δεχτεί ισχυρό πλήγ­ μα. Στρατεύτηκαν μάχιμοι άντρες, επιτάχτηκαν πολλά μουλάρια, παραχωρώντας τη θέση τους στα λιγοστά άλογα, αλλά και σε φοράδες και σε γαϊδάρους, απο­ δυναμώθηκαν δημόσιες υπηρεσίες, περιορίστηκε το εργατικό δυναμικό, μεγάλωσαν οι δυσκολίες και οι

Ο μη αποσταλείς στο μέτωπο Πάνος Πράτσος (19122002), ο μετέπειτα πρόεδρος του Αναγνωστηρίου «η Ανά­ πτυξη» Αγιάσου, βρέθηκε στις 29 Απριλίου 1941 στα με­ τόπισθεν, στην περιοχή Ασπροποτάμου Μανταμάδου. Τη φωτογραφία παραχώρησε ο εικονιζόμενος.

φόβοι, περίσσεψε η ανασφάλεια. Η βρακούσα Φιλιξώ, γερόντισσα με πέντε παιδιά,

είχε σωθύρια, περβόλια, λιοπράματα. Δούλευε από

τρία σερνικό και δυο θηλυκά, ζούσε έντονα το δράμα

νύχτα σε νύχτα, για να γονιμέψει τη γη, για να βοη­

της ταραγμένης εποχής. Ήταν γυναίκα απλή, λιγο­

θήσει τη φαμίλια του. Είχε ζωντανά, που τ ’ αγαπούσε

γράμματη, καλοσυνάτη. Χήρεψε δυο χρόνια, προτού

σαν μωρά και τα φρόντιζε καθημερνά. Μια βροχερή

ξεσπάσει ο πόλεμος. Ο άντρας της ήταν αγρότης,

όμως μέρα, ανεβασμένος σ’ ένα δέντρο, για να κόψει

Κληρωτοί παλαιότε ρων κλάσεων που έλαβαν μέρος στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο (1940-1941). Θεσσαλονίκη 1927-1928. Με τυφέκια και οπλοπολυβόλο Hotchkiss. Διακρίνεται, από δεξιά, δεύτερος όρθιος ο αγρότης Χριστόφας Ιωάννη Χατζη­ βασιλείου. Διακρίνονται, από δεξιά, καθήμενοι, πρώτος ο αδικοσκοτωμένος αγγειοπλάστης Κωντής Ιωάννη Στεφανής, δεύτερος ο ράφτης Αχιλλέας Αριστείδη Πολυπάθου (Μπούμπας) και τρίτος ο βυρσοδέψης Γεώργιος Ιωάννη Χατζηφώτης, ανάπηρος του πολέμου. Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Αγιάσος» 24 (1984), σ. 2.


κλαδιά, γλίστρησε, έπεσε κάτω από ύψος και χτύπη­ σε στη ράχη και στα πλευρά. Οι γιατροί έκαναν ό,τι επέτρεπε η επιστήμη τους τότε με τα ελάχιστά της μέσα, αλλά δυστυχώς δεν κατάφεραν να τον σώσουν, γιατί οι πληγές ήταν βαθιές και η γάγγραινα είχε προ­ χωρήσει. Από τους γιους της χήρας επιστρατεύτηκαν οι δυο, ο μεσαίος και ο μικρός. Ο μεγάλος ανήκε σε στρατιωτική κλάση που δεν την κάλεσαν. Θεωρήθηκε εξάλλου και προστάτης της απορφανισμένης οικογέ­ νειας. Μεταφέρθηκαν το Νοέμβρη με μεταγωγικό στη Θεσσαλονίκη και από εκεί προωθήθηκαν με άλλους. Αιγαιοπελαγίτες στη Βόρεια Ήπειρο, στην περιοχή του Πόγραδετς, κοντά στην Κοριτσά. Ο Χρίστος που έμεινε αναλφάβητος, μια και δεν αγαπούσε το σκο­ λειό, έγινε ημιονηγός. Ήταν παντρεμένος και είχε δυο παιδιά, ένα κορίτσι δυο χρονώ περίπου και ένα αγόρι που γεννήθηκε ένα μήνα περίπου μετά την κήρυξη του πολέμου. Ο άλλος, ο Στρατής, ήταν ανύπαντρος και υπηρετούσε σε μονάδα η οποία στρατοπέδευσε κοντά στον ποταμό Μοράβα, σε αρκετή απόσταση από τον αδερφό του που διαρκώς βρισκόταν σε κίνη­ ση, όπως απαιτούσαν ο εφοδιασμός και οι μεταφορές στα κακοτράχαλα χιονισμένα βουνά. Οι κάτοικοι του χωριού, άντρες, γυναίκες και παιδιά, ανέβαιναν καθημερνά το δικό τους Γολγο­

Η Φιλιξώ Φωτίου Τρυπκέλη (1875 - 14.1.1955), σύζυγος Γιάννη Παναγιώτη Χατζηβασιλείου (1875-1938), σε φωτο­ γραφία του 1938, όταν χήρεψε. Όπως τόσες άλλες μανά­ δες, έτυχε να έχει δυο παιδιά στο αλβανικό μέτωπο. Από το αρχείο του Γιάννη Χατζηβασιλείου.

από εκεί που είχε ταχθεί. Οι μάχες συνεχίζονταν και οι νίκες διαδέχονταν η μια την άλλη. Τα μηνύματα, κατά κανόνα ευχάριστα λόγω της επιβαλλόμενης λο­ γοκρισίας, τα έπαιρναν από τις εφημερίδες και από

θά. Είχαν επιστρατευθεί όλοι στον τιτάνιο αγώνα

τα ραδιόφωνα που είχαν κάποιοι καφενέδες, αλλά

του έθνους και ο καθένας πρόσφερε ό,τι μπορούσε

και αρχοντόσπιτα. Κάθε φορά που ο στρατός μας

Με πολιτική περι­ βολή και ένστο­ λοι. Διακρίνονται, από αριστερά, Χριστόφας Γιάννη Χατζηβασιλείου (1907-1978), ;, ;, Στρατής Γιάννη Χατζηβασιλείου (1913-2004). Τη φωτογραφία παραχώρησε η Ελένη (Νίτσα) Στρατή Χατζηβασι­ λείου - Δουκάκη.


αναδεικνυόταν νικητής και ο εχτρός είχε σημαντικές απώλειες, γινόταν σωστό πανηγύρι. Κάποτε μάλιστα ηχούσαν οι καμπάνες των εκκλησιών και γίνονταν δο­ ξολογίες. Παρ’ όλα αυτά, μικροί και μεγάλοι πολιορ­ κούνταν από θλιβερές σκέψεις και αγωνιούσαν, γιατί ο πόλεμος συνεχιζόταν και ήταν άγνωστο τι τέξεται η επιούσα. Οι πατεράδες, οι μανάδες, τ ’ αδέρφια, οι σύζυγοι, κάποτε και τα παιδιά, είχαν εφιάλτες, έβλε­ παν τρομαχτικά όνειρα και το άδηλο μέλλον έκανε τη φαντασία τους να οργιάζει. Καθημερνό το καρδιοχτύπι και της κυρα-Λένης που προπολεμικά είχε παντρευτεί το δεύτερο γιο της Φιλιξώς, το Χρίστο, που μαζί με άλλους χωριανούς του βρισκόταν στο μέτωπο. Όταν επιστρατεύτηκε και έφυγε τής άφησε μια δίχρονη κόρη, η οποία ένα μήνα αργότερα απόχτησε έναν αδερφό, στον οποίο η γιαγιά έδωσε τ ’ όνομα του μακαρίτη άντρα της και ένα λιόχτημα ως «ανικριμασίδ’», καταπώς συνήθι­ ζαν τότες οι νουνάδες. Τα γράμματά της ήταν λίγα, του δημοτικού, όπως και των τριών αδερφάδων της.

Ανηφορίζοντας στην Αγριά, στην οδό Ρήγα Φεραίου... Φω­ τογραφία Παναγιώτη-Μπερδούκα Κουλαξιζέλη (Γιαννάκη),

Περηφανευόταν όμως για το θείο της Θεόφιλο, τον

11.1.2015

Ο έντιμος και αξιόλογος έμπορος της παλαιάς Αγιάσου Βασίλειος Βράνη Μαλούκης ή Χατζημαλούκης (1885 - 1982)έλαβε άδεια, τριάντα περίπου ημερών, από τις αρχές Κατοχής να ταξιδέψει προς το Διδυμότειχο του Νομού Έβρου, ως εκπρό­ σωπος της Κοινότητας Αγιάσου, για ν’ αγοράσει τρόφιμα. Το χαρτονένιο ταξιδιω τικό αυτό έγγραφο, διαστάσεων 10,8 x 15,7 εκατοστά, παραχώρησε-δώρισε η Βασιλική (Κική) Ευστρατίου Κουτσαχειλέλη.


αδερφό του πατέρα της, που ήταν καθηγητής από

η προληπτική πεθερά της, την οποία επίσης έζωναν

τους λίγους και δίδαξε σε διάφορα σκολειά.

τα μαύρα φίδια, αφού πληροφορήθηκε πως σκοτώθη­

Οι ειδήσεις για την πορεία των επιχειρήσεων ήταν

καν τα δυο της παιδιά. Έπνιξε και αυτή τον πόνο της,

ικανοποιητικές, επαρκείς, και βοηθούσαν στην έξαρ­

μια και αδυνατούσε ν' αποδεχτεί τα διαδιδόμενα και

ση του εθνικού φρονήματος και στην ενδυνάμωση

να τα γνωστοποιήσει στην ταλαίπωρη νύφη, η οποία

της αγωνιστικότητας. Οι επιμέρους όμως προσω­

έμελλε να μεγαλώσει τα εγγονάκια της. Αρκέστηκε

πικές πληροφορίες ήταν περιορισμένες, ασαφείς,

μόνο να της πει πως κυκλοφορούν πολλές φήμες

συγκεχυμένες και κάποτε αντικρουόμενες. Τα τηλε­

που δεν πρέπει να τις παίρνει στα σοβαρά κανένας.

φωνήματα και τα τηλεγραφήματα ήταν κοστίσιμα και

Αυτή η επιλεκτική σιωπή ήταν ένα είδος εξορκισμού

θεωρούνταν πολυτέλεια. Η στρατιωτική αλληλογρα­

του κακού. Έσπασε αρκετές μέρες αργότερα, όταν

φία έφτανε αραιά και πού και οι παραλήπτες αναμα­

η Λένη έλαβε επιστολή, στο φάκελο της οποίας ήταν

σούσαν και ερμήνευαν, όπως μπορούσαν, τα γραφό­

με κεφαλαία εκτυπωμένο με σφραγίδα το ΕΛΟΓΟΚΡΙ­

μενα, τα οποία συνήθως ήταν κολλυβογράμματα. Από

ΘΗ. Έμαθε πως τόσο ο άντρας της όσο και ο κουνιά­

στόμα σε στόμα το περιεχόμενο των επιστολικών δελ­

δος της ήταν καλά στην υγεία τους και πως σύντομα

ταρίων συχνά πυκνά άλλαζε. Έτσι ήταν επικίνδυνο να

θα τελειώσει ο πόλεμος και θα γυρίσουν στο χωριό.

στηριχτεί κανείς σε φήμες που κυκλοφορούσαν στο

Πλημμυρισμένη από χαρά έτρεξε στους γονιούς της

νησί, στα χωριά. Περισσότερο ευαίσθητες και ευάλω­

και στην πεθερά της και έγινε άγγελος των καλών ει­

τες ήταν οι γυναίκες ως μανάδες, ως σύζυγοι, ως αρ­

δήσεων.

ραβωνιαστικές. Κάθονταν στ’ αγκάθια, τις βασάνιζαν

Τα λόγια σου, κόρη μου, είναι βάλσαμο στην πο­

οι έγνοιες, έτρεχαν παντού, να ρωτήσουν, να μάθουν

νεμένη μου καρδιά. Πριν από πολλές μέρες άκουσα

για τους δικούς των. Δεν παρέλειπαν να επισκεφτούν

πως είχαν σκοτωθεί στο μέτωπο και τα δυο μου παλι­

και τις εκκλησιές, της Παναγιάς και της Αγια-Τριάδας,

κάρια, αλλά δεν ήθελα να πικράνω και σένα. Φύλαξα

ακόμα και ξωκλήσια. Άναβαν κεριά, λαμπάδες και

μέσα μου ως εφτασφράγιστο μυστικό ό,τι με πονούσε

έκαναν τάματα. Επιθυμούσαν να σταματήσει η αιμα­

και δε σου είπα τίποτα, γιατί αποφεύγω να κακομε­

τοχυσία, να συντριφθεί ο φασισμός, να φανεί στο στε­

λετώ, να γουρσουζεύω. Ας ελπίσουμε πως όλα θα

ρέωμα το ουράνιο τόξο της πολυπόθητης ειρήνης και

πάνε καλά και πως θα επιστρέφουν οι άνθρωποί μας,

να επιστρέψουν σώοι και αβλαβείς οι στρατευμένοι.

για να τους πάρουμε στην αγκαλιά μας. Ας σφίξουμε

Λίγους μήνες αργότερα, την επόμενη χρονιά, τό­

όμως προς το παρόν την καρδιά μας, γιατί δεν ξέ­

τες που ο Ντούτσε επιχείρησε την εαρινή επίθεση,

ρουμε ακόμα τι μας περιμένει. Ας έχουμε παράλληλα

για να συντρίψει, όπως ονειρευόταν, τους Έλληνες,

πίστη στο Μεγαλοδύναμο και στην Παναγιά την Αγια­

που τον είχαν ταπεινώσει, πολεμώντας για την τιμή

σώτισσα.

της πατρίδας και για την προάσπιση της ελευθερίας,

Η πάνοπλη Ιταλία νικήθηκε, ταπεινώθηκε, γιατί

τα γεγονότα ήταν ραγδαία και οι φήμες πολλές και δι­

βρήκε σθεναρή αντίσταση. Και όταν έφτασε ο κόμπος

άφορες. Η Μέλπω, που ήταν παντρεμένη και είχε σπί­

στο χτένι ο σύμμαχος ναζισμός μπήκε στο παιχνίδι

τι σε σοκάκι του Απέσου, ζητώντας πληροφορίες για

ασκώντας πίεση από τα βόρεια σύνορα, με αποτέλε­

το δικό της στρατευμένο σύζυγο, τον Πάνο, άκουσε

σμα να καταρρεύσει το ελληνοαλβανικό μέτωπο, να

πως είχε σκοτωθεί ο μικρός γιος της Φιλιξώς. Η Λένη

επακολουθήσει η επάρατη Κατοχή, ν’ ανοίξουν νέες

ταράχτηκε και συγκλονίστηκε από αυτό που της είπε

πληγές και να δρομολογηθούν συνταραχτικά γεγονό­

η αδερφή της, αλλά δεν ήθελε να το πιστέψει. Στα

τα. Στο χωριό γύρισαν, όσοι γύρισαν, σοκαρισμένοι,

γρήγορα βύζαξε το μωρό της, το 'βάλε στην κούνια

τραυματισμένοι, σακάτηδες, άρρωστοι, κρυοπαγημέ­

του, που ήταν κρεμασμένη ψηλά από κρικέλια καρ­

νοι , ψειριασμένοι, πεινασμένοι, ατσίγαροι. Μαζί με

φωμένα στο ταβάνι του μαγερειού, άφησε την κόρη

δαύτους και τα παιδιά της χήρας Φιλιξώς, που ανα­

της στη μάνα της και ανηφόρισε στην Αγριά, όπου

σκουμπώθηκαν, για ν’ αντιμετωπίσουν με σύνεση και

ήταν το σπίτι της πεθεράς της, για να ρωτήσει, για να

με τόλμη τη νέα ζοφερή πραγματικότητα.

εξακριβώσει με τρόπο αν ήταν αλήθεια ό,τι άκουσε. Δεν ήθελε να γίνει άγγελος κακού, μια και δεν μπο­ ρούσε να το πιστέψει. Έπνιξε τα συναισθήματά της, προσποιούμενη την ανήξερη. Το ίδιο όμως έκανε και

ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


ΑΠΟ ΟΣΑ ΜΑΣ ΓΡΑΦΟΥΝ Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Εμπρός» Μυτιλήνης (13.9.2016)


ΙΑΚΩΒΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗ «ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΜΑΣ ΤΣΙΡΚΟ» Λαέ, μη σ φ ίξεις άλλο το ζωνάρι, μην έχ εις πια τη ν πείνα για καμάρι. Οι αγώ νες που ’χ εις κάνει δε φελάνε, το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε. Λαέ, μη σ φ ίξεις άλλο το ζωνάρι, η πείνα το καμάρι είναι το υ κιοτή, το υ σ κλάβου που το υ μέλλει να θαφτεί...

νού από την αρχή ως το τέλος. Το ανέβασμα ενός τέτοιου απαιτητικού και πολύπτυχου έργου, το οποίο έχει συνδεθεί στη συλλογική μνήμη με τις αμίμητες ερμηνείες ιερών τεράτω ν του ελληνικού θεάτρου, ήταν ένα μεγάλο στοίχημα που τέθηκε και κερδήθηκε, τηρουμένων των αναλογιών. Οι ζη­ λευτές ερμηνείες όλων των ερασιτεχνών κέρδισαν πανάξια το ζεστό και παρατεταμένο χειροκρότημα των θεατών. Η Θεατρική Σκηνή του Αναγνωστη­

Ή

ταν παραπάνω από απροσδόκητη η

ρίου έγραψε μια ακόμα χρυσή σελίδα στο βιβλίο

προσέλευση του κόσμου, τόσο από

τη ς μακρόχρονης παράδοσης του ερασιτεχνικού

την Αγιάσο όσο και από τη Μυτιλήνη

θεάτρου στη βρυσομάνα του λεσβιακού λαϊκού

και από άλλα μέρη του νησιού, στις δυο παραστά­

πολιτισμού.

σεις τη ς Θ εατρικής Σκηνής του Αναγνωστηρίου

Θερμά συγχαρητήρια σε όλους τους συντελε­

Αγιάσου, που παρουσίασε στο Κινηματοθέατρό

στές τη ς παράστασης και θερμές ευχαριστίες σε

του το Σαββατοκύριακο, 27 και 28 Αυγούστου

όσους βοήθησαν στο ανέβασμά της. Οι πιο θερ­

2016, το μνημειώδες έργο του Ιάκωβου Καμπανέλ­

μές ευχαριστίες όμως ανήκουν στον κόσμο που

λη «Το μεγάλο μας τσίρκο», το οποίο ανέβασε επί

μας τίμησε με τη μαζική παρουσία του και επιβρά­

Χούντας στην Αθήνα ο θίασος Τζένης Καρέζη-Κώ­

βευσε ποικιλότροπα την αξιέπαινη προσπάθεια

στα Καζάκου. Ένα έργο που διδάσκει και συγκινεί

των ερασιτεχνών.

και με την ακατάλυτη διαχρονικότητα των μηνυμά­

Το έργο θα παιχτεί στην Κάλυμνο την Κυριακή

των του. Μια παράσταση ολοζώντανη, πληθωρική,

23 Οκτωβρίου 2016, κλείνοντας την αυλαία της φ ε­

μεστή περιεχομένου, με μια σάτιρα - αναδρομή

τινής 28ης Συνάντησης της Ομοσπονδίας Ερασιτε­

στην πολύπαθη διαδρομή του ελληνισμού ανά

χνικών Θιάσων Αιγαίου (ΟΕΘΑ), και στο Δημοτικό

τους αιώνες - που τσάκιζε κόκαλα, πλουμισμένη

Θέατρο Μυτιλήνης το Σαββατοκύριακο 5 και 6 Νο­

με πρόζα, μουσική και τραγούδι, που κρατούσε

εμβρίου 2016. Και έπεται συνέχεια...

αμείωτο το ενδιαφέρον του φιλοθεάμονος κοι­

ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΡΙΟ


ΘΥΜΗΣΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΓΙΑΣΟ ΤΟΥ ΧΘΕΣ Ο Σταύρος έγινε και σταφυλοπάτης

Ο

Σταύρος είχε ένα κτήμα στα Πατήμα­ τα, το οποίο εκτός από τα δέντρα είχε μέσα και πολλά κλήματα με ωραία και

αρωματικά σταφύλια. Στον καιρό, όταν ήταν έτο ι­ μα, τα τρυγούσαν και ο Σταύρος τα φόρτωνε στο μουλάρι του και τα κατέβαζε στη Μυτιλήνη, για να τα πουλήσει σε εμπόρους που γνώριζε και με τους οποίους συνεργαζόταν χρόνια. Πολλές φο­ ρές χρειαζόταν να κατέβει στη Μυτιλήνη δυο και τρ εις φορές, για να τα μεταφέρει. Πάντα φόρτωνε το ζωντανό και εκείνος πήγαινε με τα πόδια. Πολλή κούραση και μάλιστα, όταν έχεις και προβλήματα καρδιάς, δεν είναι εύκολο να κάνεις έναν τέτοιο δρόμο δυο και τρ εις φορές τη μέρα, αλλά τι να κά­ νει ο άνθρωπος, είχε τόσα στόματα να ταΐσει. Κάποια μέρα φόρτωσε πάλι το ζωντανό με τα σταφύλια και κατέβηκε στη χώρα. Πήγε στον έμπο­ ρο που γνώριζε, για να τα πουλήσει και εκείνος του ζήτησε να τα πατήσει κιόλας, για τί αλλιώς δε θα τα έπαιρνε. Ο Σταύρος τού εξήγησε ότι αυτό δεν μπορούσε να γίνει, για τί έπρεπε να γυρίσει πίσω γρήγορα, να φορτώσει τα άλλα που θα είχε μαζέ­

Η Δέσποινα Χρυσάφη, σύζυγος Παναγιώτη Ψυρούκη (Μπέρδας), μητέρα του Σταύρου Ψυρούκη, η οποία έφυγε πρόωρα στα 35 της χρόνια.

ψει η οικογένεια, για να ξανακατέβει πάλι. Ο έμπορος όμως ήταν ανένδοτος, δεν τα έπαιρ­ νε, αν δεν τα πάταγε. Τι να κάνει ο Σταύρος; Πού να πάει τώρα να βρει άλλον έμπορο με φορτωμένο το ζωντανό και κείνος κατάκοπος από την κούρα­ ση; Ούτε πίσω να τα γυρίσει ήθελε. Τι να τα έκανε εξάλλου; Θα παραγίνονταν και θα τα πέταγε. Το σκέφτηκε και παρ’ όλη την κούρασή του πέταξε τις κάλτσες του, ξεφόρτωσε το εμπόρευμα εκεί που του έδειξε ο έμπορος και μπήκε μέσα με τα πόδια, όπως ήταν από τον ποδαρόδρομο. Μπορούμε να υποθέσουμε πώς θα ήταν και τα πάτησε. Τώρα το πόσο νόστιμο ή μυρωδάτο έγινε το κρασί δεν ξέρουμε, ξέρουμε όμως ότι ο Σταύρος γύρισε με καθαρά πόδια στο σπίτι! Ο Χρίστος Σταύρου Ψυρούκης (Μπέρδα), που σκοτώθηκε σε ατύχημα στην Αυστραλία. Τη φωτογραφία, καθώς και την επό­ μενη, παραχώρησε η Ειρήνη Καμάτσου - Τσομπλεκτζόγλου.

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΜΑΤΣΟΥ


Νοσταλγικές πινελιές της παλιάς Αγιάσου Οι συμμαθητές Ζ' α και ο τρίτος κοντογείτονας και συμμαθη­ τής ο...προκομμένος. Προκόπης Μαϊστρέ­ λης ή «Μπιτός». Τώρα, αν είχε σχέση το οικογενειακό παρατσούκλι «Μπιτός» με τη σταθερό­ τητα του χαρακτήρα του Προκόπη, δεν είμαι σε θέση να σας πληροφορήσω. Εγώ το μόνο σταθερό, που θυμάμαι από τον Προκόπη, ήταν η αγάπη του για την ύπαιθρο, το κυνήγι των πουλιών και της «ξιμπαμπού­ λας» (τι πρωτότυπο αλήθεια!), μακριά από τη σκλαβιά του σχολείου και από τους κανόνες των μεγάλων. Σε πρώτη ευκαιρία ο Προκόπης την κοπάναγε για τον μπαχτσέ τους στην περιοχή Πόλες. Μια φορά μά­ λιστα με πήρε και μένα μαζί του, χωρίς, ως συνήθως, να ενημερώσουμε κανέναν! Απολαμβάναμε λοιπόν ανέμελοι τη φύση, τα παιχνίδια στο ύπαιθρο και το κυνήγημα της «ξιμπαμπούλας». Για όσους δε γνωρί­ ζουν, οι «ξιμπαμπούλις» είναι το έντομο μηλολόνθη ή χρυσοκάνθαρος, που τις πιάναμε, τις δέναμε με μια κλωστή κατάλληλα από το λαιμό και τις αφήναμε να πετάξουν, ελέγχοντας όμως το πέταγμά τους με την κλωστή. Παράλληλα απολαμβάναμε και τα λοιπά καλούδια της περιοχής, τζάνερα κλεμμένα από κάποιο περιβόλι και ξυνήθρες αδέσποτες από τα γύρω χωράφια. Κάποτε αποφασίσαμε να επιστρέψουμε στο σπί­

Ν

τι, γιατί ήδη είχε αρχίσει το μούχρωμα. Εγώ μάλιστα, πάντα ευγενικιά.,.ψυχή, είχα φτιάξει και ένα μεγάλο μπουκέτο από τριαντάφυλλα και τα προσέφερα στη γιαγιά μου, μόλις φτάσαμε στο σπίτι. Μα τι περίεργες αυτές οι άξεστες γυναίκες-για­ γιάδες! Αντί να εκτιμήσει δεόντως αυτή μου την τρυφερή χειρονομία, μου φέρνει την ανθοδέσμη κα­ τευθείαν στο κεφάλι, συνοδευόμενη και από κάποια επιπλέον κλοτσοπατινάδα, για την ανησυχία που της είχε προκαλέσει η εξαφάνισή μου από τη γειτονιά. Μάλλον όμως ήθελε να με κάνει να νιώσω έμπρακτα τα Πάθη του Χριστού που πλησίαζαν, αφού μου φόρε­ σε κυριολεκτικά «ακάνθινο στεφάνι» την ανθοδέσμη με τα τριαντάφυλλα και τα σχετικά αγκάθια τους! Από τότε δεν προσέφερα ποτέ ξανά τριαντάφυλ­ λα, για να εξευμενίσω μια οργισμένη γυναίκα. Προτι­ μούσα κάποιο κόσμημα, που ήταν βέβαια πιο ακριβό, αλλά συνήθως...ασφαλέστερο και κυρίως αποτελε­ σματικότερο! Τι να κάνουμε, Προκόπη; Μαθαίνουμε από τα παθήματά μας. Ή μήπως «γηράσκομεν μηδέν διδασκόμενοι», κατά τον αείμνηστο Στρατή Αναστα­ σέλη; (συνεχίζεται)

ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΠΑΠΑΝΗΣ

Η ανέμελη ηλικία είναι γεμάτη από παιχνίδια, σκανταλιές, αποκοτιές, σκαρφαλώματα στα δέντρα... Φωτογραφία Γιάννη Χατζηβασιλείου. Πρωτομαγιά 1981. Παια­ νία (Λιόπεσι) Αττικής.


ΕΥΘΥΜΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Ο Βασίλης Κορομηλάς και ο τζαμπατζής Γρηγόρης ταν ο Βασίλης Κορομηλάς άνοιξε το μαγειρείο στο χωριό μας, είχε δουλειά, αλλά παράδες όχι. Θα με ρωτήσετε. Μα πώς γί­ νεται; Εγώ θα σας βγάλω από την απορία. Ο κυρ Βασίλης, όντας άνθρωπος χαμηλών τόνων, όχι δεν έλεγε σε κανέναν. Αυτή ήταν η αιτία που τα χρήματα που μάζευε ήταν ελάχιστα. Γιατί ο ένας έλε­ γε γράψε, ο άλλος τζάμπα, ο άλλος όταν αλέσω... Ένας από αυτούς ήταν ο Γρηγόρης. Ήταν όμως και ο πρώτος που κατάλαβε ότι ο Βασίλης δεν τα βγά­ ζει πέρα. Γι’ αυτό ένα βράδυ του λέγει: Βασίλη, άμα δε βρω παράδες να σε πληρώσω, δε θα ξανάρθω. Πέ­ ρασαν καμιά δεκαριά μέρες τίποτα ο Γρηγόρης. Άφα­ ντος, λες και τον κατάπιε η γη. Ένα μεσημέρι όμως μπαίνει μέσα, πηγαίνει στο Βασίλη και του λέγει: - Βασίλη, πάρε ένα δεκάρικο και τα υπόλοιπα θα σου τα φέρω τον άλλο μήνα. - Κάτσε, του κάνει ο Βασίλης. - Όχι, όχι. - Γιατί; - Γιατί, άμα κάτσω θα ζαλιστώ από τις μυρουδιές. - Βρε, κάτσε, θα κεράσω εγώ. - Μην επιμένεις, Βασίλη. Εξόν αν θέλεις να κάνου­ με μια συμφωνία. -Τι συμφωνία; -Να, θα σου τραγουδήσω ένα τραγούδι και άμα σου αρέσει δε θα πληρώσω. -Έγινε, του κάνει ο Βασίλης, αφού είχε σκοπό να τον κεράσει.

Κάθισε ο Γρηγόρης, έφαγε, κοπάνησε και το κα­ ραφάκι και αρχίζει το τραγούδι. Ο κόσμος που ήταν μέσα ευχαριστήθηκε και άρχισαν να μαζεύονται άν­ θρωποι και απέξω. Δεν υπήρχε καρέκλα να καθίσει πίσω κανένας. Ο Βασίλης το εκμεταλλεύτηκε για πρώτη φορά στη ζωή του.Όταν τελείωσε ο Γρηγό­ ρης, του λέγει: -Καλό, ε Βασίλη, μεγάλη επιτυχία, σου γέμισα το μαγαζί. -Όχι, του κάνει ο Βασίλης. Πες ένα άλλο. Αρχίζει ο Γρηγόρης. Χαμός! Ο κόσμος είχε εν­ θουσιαστεί πολύ, μιας και τραγούδαγε και ωραία. -Καλό, Βασίλη; -Όχι ο Βασίλης. Όχι. Όχι. - Ε, άντε θα σου πω το τελευταίο. Σηκώνεται επάνω, ανεβαίνει στην καρέκλα και αρ­ χίζει: Γρηγόρη, έφαγις καλά

τσι γέμ'σις την κοιλιά σου, πλήρουσι του λουγαριασμό τσι τράβα στη δουλειά σου. - Καλό, Βασίλη; -Πολύ καλό, Γρηγόρη. -Έχασες, Βασίλη. -Χαλάλι σου, Γρηγόρη. (Αφήγηση του π. Ερμόλαου Χατζηαποστόλου) ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΞΑΦΕΛΗΣ

Αναμνηστική φωτογραφία. Δια­ κρίνονται, από αριστερά: Μιχαήλ Προκοπίου Σουσαμλής (Βάσος), Ιωάννης Δημητρίου Κορομηλάς, Χρ υσούλα Παναγιώτη (Βασιλείου) Κορομηλά, σύζυγος μετέπειτα Αντωνίου Ευστρατίου Ζουμπουλή, (πίσω);, Παναγιώτης (Βασίλειος) Ιωάννη Κορομηλάς (μάγειρας), Γεώργιος Κυριάκου Αλτιπαρμάκης (Γεώργιος Παντελή Πατερέλης), Νικόλαος Βασιλείου Ραδίκος και Πηνελόπη Πατερέλη, σύζυγος Παναγιώτη (Βασιλείου) Κορομηλά. Τη φωτογραφία παραχώρησε ο λιγόζωος αξιωματικός Εμπορικού Ναυτικού και φίλος του περιοδικού Αντώνιος Ζουμπουλής (1938 12.2.2005).


ΑΠΟ ΤΙΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ Γη μπάλα είνι στρουτζ’λή ήριψι τσι χάσι του στήριγμά τς του Λιφκό.

αρχόνταν ούλα στου νου τς τσι δε τν ίπιρνι νύπνους.

Απόμ’νι ξ’λάρμιν’ μι μια κ’βάρα υπουχρϊ­

Σκέφ’ντου, άμα καμιά φουρά κάν’ έτσας τσι παγαίν’

ώσεις. Απομείναν ούλα απάνου τς. Τι να

απ’ έγιουτ’ τ ’ ζουγή, τι θα γέν’ του Λιφτιρέλ’. Άλλις

προυτουδεί, τα παρτσάδια που είχαν πα στα β’νά γή

που δεν είχαν στουν ήλιου μοίρα κάναν έτσας τσι πα­

ούλα τ ’ άλλα; Τούλουγια να τα φέρ' βόλτα; Τσι φτάν’

ντριβγόνταν τσι του Λιφτιρέλ’, που είχι του τίπουτά

που απομείναν ούλα πα στου τσιφάλ’ ιτς, είχι τσι του

τς, απόμ’νι στου ράφ’. Αλλά σ’ έγιουτ’ τ ’ παλιουζουγή

πιο σπουδαίου, τ ’ κόρ’ ιτς που μέστουσι τσι απόμ’νι

τα τυχιρά ε ντα ξέρ’ κανείς.

Χ

απάντριφτ’. Μ’ έφτου του γκαμό έφ'γι σχουριμένους.

Ξ'μέρουσι μια μέρα, που ήρταν ούλα βουλ’κά.

Ίλιγι ας τνι δω νύφ’ του Λιφτιρέλ’ τσ ’ ας πιθάνου,

Ήρτι ένας ξένους στου χουριό γυρουλόγους πρα­

αλλά δεν ήνταν, φουρούμι, τυχιρό. Χρόνια πάλινι να

ματιφτής. Πέρασι απ’ τν ιγ’τουνιά τσ’ είδι ντνα του

τς έβ’ γαμπρό, αλλά τίπουτα. Γιατί του Λιφτιρέλ’ δεν

Λιφτιρέλ’ τσι τνι μπιγέντ’σι. Έμαθι πους έχ’ τσι παρ­

έπιανι στουν ιμ’στιρή. Γιατί ήνταν αστσ’μούδα. Τσ’ εν

τσαδέλια. Τσι πήγι τσι γύριψί τνα απί τ ’ μάνα τς, ήρταν

έφτανι μο φτο, αλλ’ ήνταν τσι στραβαλά τα πουδάρια

ούλα βουλ’κά τσι γίν’τσι γάμους. Αλλά τα πράματα

τς. Α γιλαστείς α τ ’ βάλ’ς τέρμα, α χουρτάγ’ς τα γκολ. Του Λιφκό χρόνια λιόντου τσι μ’τζούρουνι τς ακ­

αλλάξαν τσι ταχτέρ’ ταχτέρ', σ’κώσ’τσι γαμπρός τσ’ έφ’γι άναυλα, γιατί, λέγ’, δε τν ίβρι τ ’ νύφ’ ιντάξ’.

κλησιές τσ ’ ίφτι τσιριά τσι προυσύνα τσι παρακάλι να

Τώρα ποιος τν είχι βαλμέν’ τέρμα τσι δώτσι του

βριθεί του τυχιρό τς, αλλά τίπουτα. Τσι τα χρόνια πιρ­

μπέναλτι τσ ’ ίβαλι του γκολ, ποιος ξέρ’! Εμ εν ακούς

νούσαν τσι τα πράματα χειρουτιρέβγαν τσ ’ έτσ’ έκου­

που λέγιν γη μπάλα είνι στρουτζ’λή.

ψι του μουτ ιτς του Λιφκό. Του βράδ’, άμανι ξάπλουνι, ΑΝΤΩΝΗΣ ΜΗΝΑΣ

Αναμνηστική φωτογραφία. Διακρίνονται, από αριστερά: Μιχαήλ Νικολάου Κουμλέλης (1946 - 8.5.2007), Παναγιώτης Γρη­ γορίου Δελόγκος (1944 - 15.1.1999), Ιωάννης Παναγιώτη (Βασιλείου) Κορομηλάς (1947 - 13.10.2012), Αντώνιος Γεωργίου Μηνάς, Γεώργιος Παναγιώτη Παπαπορφυρίου (1947-1.1.2016) και Γεώργιος Νικολάου Βουνάτσος. Τη φω τογραφία παρα­ χώρησε ο Αντώνιος Ζουμπουλής.


ΙΣΤΟΡΙΑ ΒΓΑΛΜΕΝΗ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΖΩΗ Για να κάνω τρεις λίρες, είδα και έπαθα

Κ

άποτε ένας πατέρας ήθελε και προσπα­ θούσε να δώσει τα κατάλληλα ηθικά και οικονομικά εφόδια στο μοναχογιό του,

για να μπορέσει να σταθεί στην κοινωνία, να γίνει ένας σωστός και υπεύθυνος άνθρωπος. Η μάνα του όμως πού να χαλάσει τη ζαχαρένια τού κανακάρη της. Αποτέλεσμα οι τσακωμοί του ζευγαριού να εί­ ναι τακτικοί, Εξαιτίας της μητρικής αδυναμίας που είχε επιδράσει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του αρνητικά. Τέλειωσε με χίλια ζόρια το Λύκειο. Για σπου­ δές ούτε που το σκεφτόταν, δεν υπήρχε όρεξη. Οι γονείς αποφάσισαν, σ’ αυτό συμφώνησαν, να του ανοίξουν μια δουλειά, να μείνει και κοντά τους. Το δέχτηκε και αυτός. - Τι θέλεις να κάνεις; Σε ποια δουλειά πιστεύεις ότι θα τα καταφέρεις; - Θα μου ανοίξετε ένα μπαρ. - Του έστρωσαν ένα μαγαζί που θα το ζήλευαν πολλοί... Το παιδί όμως ήταν κακομαθημένο, δεν ήταν για δουλειά. Όλη τη μέρα δε σηκωνόταν από το τάβλι, τα χαρτιά και το μπιλιάρδο. Το μπαρ έγινε σελφ σέρβις. Χρεοκόπησε. Ο φουκαράς ο γέρος γύρισε και πλήρωσε εδώ και εκεί τα χρέη και δεν έκλαιγε τα λεφτά, όσο σκεφτόταν το τ ι θα απογίνει ο κανα­ κάρης του. Η γριά μάνα άρχισε σιγά - σιγά, ύστερα από καιρό, να καλλιεργεί την ιδέα να ξαναδοκιμά­ σουν. Έδειχνε και αυτός κάποια σημάδια μετάνοιας. Κατάφεραν το γέρο. Του έστησαν ένα μεγάλο πα­ ντοπωλείο. Και τι δεν είχε μέσα του; Και του πουλιού το γάλα, που λέει ο λόγος. Για λίγο καιρό ήταν συνετός. Δεν άργησε όμως

να γυρίσει στις παλιές του συνήθειες. Το μαγαζί ήταν ανοιχτό για όλους... Μπάτε, σκύλοι, αλέστε... Πάει και αυτό κατά διαόλου. Πλήρωσε πάλι ο πατέ­ ρας τα χρέη που ήταν αρκετά και κάθισε και έκλαιγε τη μοίρα του. Η γριά πού να τολμήσει να μιλήσει. Πέρασαν κάμποσα χρόνια, η καρδιά του πατέρα σπάραζε. Τα χρόνια τον βάραιναν. Μέσα του ένιωθε την ανάγκη, για να έχει και τη συνείδησή του ήσυχη, να κάνει άλλη μια προσπάθεια. Μπας και προλάβει, πριν τον πάρει ο Μεγαλοδύναμος, και τον δει τακτο­ ποιημένο και κοινωνικά αποκατεστημένο, γιατί εδώ που τα λέμε είχε χάσει ο γιος του την εμπιστοσύνη που του είχαν οι συγχωριανοί του. Τον φωνάζει λοιπόν μια μέρα και του λέει. Θα σου δώσω λεφτά να κάνεις μια δουλειά, αλλά πρώτα από όλα πρέπει να βρεις, δεν ξέρω πώς, και να μου φέρεις τρεις λίρες, δικές σου... Εύκολη δουλειά, σκέφτηκε ο νεαρός μέσα του. Εντάξει, πατέρα, του απαντά. Το ίδιο βράδυ κιόλας άρχισε να επισκέπτε-


τρεις λίρες και μετά όλα... αλλιώς μην περιμένεις τίποτα από μένα. Είδε και απόειδε, αποφάσισε να πάει στην ξενι­ τιά, στην πόλη, να δουλέψει. Για αρκετούς μήνες ήταν χαμένος. Η γριά τα έβαζε με το γέρο. Άπονο τον ανέβαζε, άπονο τον κατέβαζε. Κάτσε στ’ αβγά σου εσύ και μη μιλάς. Ξέρω εγώ τι κάνω. Δεν την ξαναπαθαίνω. Πιστεύεις πως δε τον αγαπώ και δεν τον νοιάζομαι. Η καρδιά μου το ξέρει... Πράγματι, ύστερα από έξι μήνες γύρισε αδύνα­ μος, σκελετωμένος. Χαρά χαρούμενος πάει στον πατέρα του. Ορίστε, του λέει, και πάει να του δώ­ σει τις τρεις λίρες. Κράτα τες, του απαντά σοβαρά σοβαρά και με ύφος που δε χωρούσε αμφισβήτη­ ση τού λέει. Θα πας στη βάρκα μας και πίσω στην κουπαστή έχει μια μικρή κρύπτη σα θυρίδα. Εκεί μέσα, άμα ψάξεις καλά, θα βρεις ένα πουγκί, που έχει μέσα 100 λίρες. Θα το πάρεις και χωρίς να το ανοίξεις θα αποπλεύσεις με τη βάρκα και χωρίς να δεις πίσω σου θα τις πετάξεις στη θάλασσα. - Τι λες, ρε πατέρα; Τρελός είσαι; Έξι μήνες τρά­ Ο εκλεκτός συνεργάτης του περιοδικού «Αγιάσος» Προ­ κόπης Ευστρατίου Κουτσκουδής ήταν και είναι αξιόλογος ερασιτέχνης του Αναγνωστηρίου «η Ανάπτυξη» Αγιάσου. Στη φωτογραφία εικονίζεται με την αδερφή του Μαρία, σύ­ ζυγο Ευστρατίου Αντωνίου Μακρέλη. Από την παράσταση της ηθογραφίας του Χριστόφα Κανιμά «Τι να τα κάνω τα καλά». Η ηθογραφία παρουσιάστηκε στις 25.7.1954 στην Αγιάσο και στις 21 και 22.8.1954 στη Μυτιλήνη, με την ευ­ καιρία της Γ' Εμποροπανηγύρεως (Έκθεσης), μέσα στον ανοιχτό χώρο του Γυμνασίου. Τη φωτογραφία παραχώρη­ σε ο Προκόπης Κουτσκουδής.

βηξα ούτε εγώ δεν ξέρω πόσες ταλαιπωρίες, πεί­ να, γάζα, σκληρή δουλειά, ξενύχτια, για να κάνω τις τρεις λίρες, και λες να τις πετάξω στη θάλασσα. Δεν είμαστε καλά... - Εγώ ήμουνα «κατάκαλα», εσύ δεν ήσουνα. Εί­ δες πόσο δύσκολα βγαίνουν τα λεφτά; Συ όμως πιο μπροστά τα πέταγες, γιατί δεν ίδρωσες να τ ’ απο­

ται και να χτυπά μια μια τις πόρτες αυτών, οι οποίοι κάθε μέρα ξεφάντωναν μαζί του. Όλοι ξαφνικά είχαν τρομερές οικονομικές ανάγκες. Είχε χάσει, βλέπετε, την εμπιστοσύνη τους, κανείς δεν του έδινε. Ξημέ­ ρωσε η άλλη μέρα και την ίδια αρνητική απάντηση

κτήσεις. Τώρα, ναι, πιστεύω ότι θα κάνεις προκοπή και έτσι θα φύγω και εγώ ήσυχος από αυτόν τον κό­ σμο. Πήγαινε, πάρε τα λεφτά από τη βάρκα και κάνε ό,τι σε φωτίσει ο Θεός. Αγιάσος, 25.5.2005

εισέπραξε. Άρνηση παντού. Ο πατέρας ανένδοτος στα παρακάλια του. Δεν μπορώ να σε καταλάβω, ρε πατέρα, να επιμένεις για τρεις λίρες, ενώ θα βάλεις ένα σωρό άλλες! Ο γέρος δε χαμπάριζε. Πρώτα τις

ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΚΟΥΤΣΚΟΥΔΗΣ


ΣΚΟΥΛΪΟΥΣ’ ΘΑΝ ΕΠΑΘΙ!

Β ANTI ΓΙΑ ΔΙΚΟΥΡΚΑ, ΚΡΟΥΜΜΥΔΙΑ!

Μ

ια παρέγια νιόπαντρ’ Αγιασώτις ρακουπίναν μες στ’

Γράμμ’ του γκαφινέ. Ένας απί φτοι αγόρασι απ' του Γκέγκου δίκουρκα αβγά τσι καφτσιόντου συνέχεια στς άλλ’ ότι θα πα στου σπίτ’ τσι θα πει στ γ ’ναίκα ντ’, που εν ήξιρι τίπουτα άλλου να μαγειρέψ’, να κάν’ μιαν ουμιλέτα, που να γλείφ’ς τα δαχτύλια σ’. Μια μαστόρ’σσα απ’ τ' παρέγια ντ’, μόλις ίκ’σι τς ουρέξεις τ' φίλου ντ’, πήγι τσι πήρι κρουμμύ­ δια, ίβγαλι τ ’ αβγά απ’ τ ’ χαρτουσακούλα, που ήνταν στου μπουφέ, ίβαλι τα κρουμμύδια τσι ξουνούκατσι στ’ παρέγια. Μόλις τιλειώσαν τν ουζουπουσία, γιου «καλουψουν’στής» ανυπουψίαστους πήρι τ ’ χαρτουσακούλα τσι τράβ’ξι για του σπίτ’. Ιβδιάθιτους σα που ’νταν απ’ τα ρατσιά, είπι στη γ ’ναί­ κα ντ’ να κάν’ μιαν ουμιλέτα, για να φαν. Ανοίγ’ τ ’ χαρτουσα­ κούλα γη γ ’ναίκα ντ’ τσι τι να δει μέσα. Κρουμμύδια! Άσι που ίκ’σι τα σκουλιανά ντ’, αλλά έπισι τσι τσ ’μήσ’τσι τσ ’ ιν’σκός. Μι τν αύριγιου, που πήγι στου γκαφινέ, ούλ’ γη παρέ­ για ντ’ έκανι τουν ανήξιρου. Τότις γύρ’σι σ’ ούλ’ μια ματιά τσ ’ είπι: ποιος ιμπ’νές το ’κανι τούτου τσι γίν’κα ριζίλ’ στη γ ’ναίκα μ’; ΣΤΡΑΤΗΣ Β. ΓΥΡΕΛΗΣ

ΑΤΥΧΙΑ ΠΑΛΙ του Ν’κουλέλ’, μιγάλου τζουγαδόρου, αρέσαν πουλύ τα τυχιρά πιχνίδια. Του χαρσλίτσ' ιντ ’ τς βδουμάδας έγ’τσι πάγινι. Τσι έπιζί ντα ούλα, άλουγα, στσύλ’, λαχεία, μηχανές (poker machine) στου κλαμπ τσι ό,τ’ άλλου ίβριστσι. Ίλιγι πού θα πα, θα σπάσ’ του πουδάρ’ ιτς γη ρουφιάνα γη τύχ’ ιμ’, να δω τσι γω μιαν άσπρ’ μέρα. Μια μέρα ένας φίλους ιντ’, του ιδίου φυράματος, τ ’ λέγ’: Νίκο, την Παρασκευή έχει μια κούρσα (dog race), θα τρ έ­ ξουν τα σκυλιά και έχω μάθει εμπιστευτικά από μέσα άν­ θρωπο ότι έχει έναν πολύ καλό σκύλο που θα βγει πρώτος οπωσδήποτε και πρέπει να τον ποντάρεις.

Σ

- Είσι σίγουρους; Σιγουρότατους! Δώσ’ ιμ’ όσου πιο πουλλά μπουρείς να τα πουντάρου τσι για σένα. Έτυχι να ’νι μέρα τς πληρουμής τς σύνταξ’ς τσι του Ν’κουλέλ’ ίβαλι όσου πιο πουλλά μπόργι. Πέρασι γη Παρα­ στσιβγή τσι του Ν’κουλέλ’ απάντιχι τς παράδις. Πήρι τηλέ­ φουνου του φίλου ντ’. - Τι γίν’τσι, πόσα κιρδίσαμι. - Άσ’ τα, Νίκο μου, ο σκύλος ήταν καλός, πήγαινε πρώ­ τος, αλλά στα μισά της κούρσας ξεκατουρήθηκε, είδε ένα στύλο και σήκωσε το πόδι του να κατουρήσει. Οι άλλοι δεν τον περίμεναν και έμεινε τελευταίος! Sydney, 10.3.2016 ΜΙΧΑΛΗΣ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΑΡΗΣ (ΚΑΜΠΑΣ)

ρε, τι σου είναι αυτοί οι Αγιασώτες! Τίποτα δεν τους ξεφεύγει, όλα τα προσέχουν και τα σχολιάζουν με το

καυστικό χιούμορ τους. - Ρε Κόπ’, παρατήρ’σις τ ’ Πρόιδρου τς Βουλής; - Τι να παρατηρήσου, ε Τίν’; - Να, πάντα γη χουρίστρα στου τσιφάλ’ ιτς ζικ-ζακ πα­ γαίν’. Σκουλΐουσ’ θαν έπαθι φαίνιτι μ’... Αγιάσος, 26.7.2015 ΠΡΟΚΟΠΗΣ ΚΟΥΤΣΚΟΥΔΗΣ

ΣΥ ΜΙ ΕΚΑΝΙΣ ΚΛΕΦΤ'! ύρω στα χίλια εννιακόσια εξήντα ήρθε στο μαγαζί, στην Αγιάσο, ένας τσομπάνης από τα επάνω χωριά. Κοίταξε μέσα και μου είπε: - Ε παλ’καρέλ’, συ ’σι έδγιου; - Ναι, γω είμι. - Έχου λίγα κασκαβάλια τυρί. Θέλ’ς α τα πάρ’ς; - Άμα μι συμφέν’, θείου, ναι. - Πόσα δίν’ς; Ζυγίζω το τυρί και του λέω πενήντα τρεις δραχμές.

Γ

- Δηλαδή; - Αυτό που είπα, ούτι δικάρα παραπάνου. - Μη φουνάγ’ς, γιε μ’, γιατί γράμματα ε ξέρου. Γη γ ’ναίκα μ’ όμους που ξέρ’, μ’ είπι τέσσιρα δικάρια τσι ιφτά δραχμές. Αν και μπακαλόγατος, δεν το έπιασα κατευθείαν. Ξανα­ κάνω το λογαριασμό, σωστός. Έλα όμως που το μυαλό μου δούλεψε! - Πράγματι, πουλλά γράμματα ξέρ’ γη γ ’ναίκα σ’... Λουγιάζ’, κ’νείτου τσιφάλ’ ιντ’ τσι μ’ λέγ’: - Είσι ιμ’κρός ακόμα, δε κάν’ να κλέβ’ς! - Γω, μπάρμπα, ε κλεβγου, αλλά συ μι έκανις κλέφτ'! ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΞΑΦΕΛΗΣ

ΣΕΙΣ ΕΧΙΤΙ ΠΙΟ ΠΟΥΛΛΟΙ... υο Γιραγώτις ήρταν τς Παναγιάς στου χουριό τσι κά­ τσαν στ' Καλφαγιάνν’ του γκαφινέ, να πιουν μ’ ένα φί­ λου ντουν Αγιασώτ’ του καφιδέλ’ ντουν. Είπαν πουλλά τσι διάφουρα για του χουριό, για του παναγύρ’, για τς δ’λειές, για τν οικουνουμική κρίσ’, που ξιβράκουσι του γκόσμου, τσι για πουλλά άλλα. Σ’ ούλα συμφουνούσαν γοι κουντουχου­ ριανοί, παγαίναν πάσου. Σ’ ένα όμους σκάλουσι, μπέρδιψι γη δ’λειά. Σαν είπι γιου Παλιουτσ’πιανός, γιου Αλ’γαρου­ πίτ’ς, πους του χουριό έχ’ πουλλοί παλαβοί, γιου Αγιασώτ’ς δάγκάσ’τσι, τα χρειγιάσ’τσι τσ ’ απάντ’σι. Ε λέγου τσι σι μας πλουμίζιν γοι παλαβοί, σάνι ούλα τα χουριά . Σεις όμους έχιτι πιο πουλλοί παλαβοί, αλλά ε τς καλλιιργείτι!

Δ

(Από αφήγηση Αντώνη Μηνά) ΕΡΜΟΛΑΟΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ


ΚΑΣΙΑΝ’ ΦΟΥΤΟΥΓΡΑΦΙΚΑ ΣΤΟΥΛΙΣΜΑΤΑ

Τ

σιρό τ ’ απάντιχουμ ναν έ ρ τ ’ το υ πιρϊουδικό τσ ι σαν ή ρ τι το υ γ ύ ρ ’σα μια ματιά να του δω. Μ όλις πήγα σ τ’ σιλίδα νούμιρου τέσσ ιρα,

έ χ ’ μια φ ο υτο υγρα φ ία, που κουμμ άτ’ γέλασα. Απ’ τα ζιρβά πρους τ α δ ιξιά πάνου σ τ’ φ ο υτο υ γρ α φ ία Είδα τ σ ’ έ χ ’ ένα Π λο υ μαρ ίτ’ μι άσπρ’ ζουρλουμανδύα. Είδα το υ Μπάν’ το υ Μ ακαρώ ν’ μι τ ’ καρδιά ν τ’ να γιλά, φ α ίνιτι πους γιο υ Π λουμαρ ίτ’ς σ’ντύχινι παλαβά. Β ασίλ’ς Λούπους, στιγνό π αλ’κά ρ ’, χαμουγιλά σα πθίτκα, μπα τσ ι έ χ ’ τσ ι φ το ς κα θόλ’ φ λέγα απί τα π λουμα ρίτ’κα; Γιάνν’ς Μ παλώτ’ς κά ’τ ι σαν α φ έν τ’ς τσ ι μι χέρια διμένα, σαν ιν’κο υ τσ ύρ’κους Α γιασώ τ’ς, π’ τα ’χ ’ ούλα πληρουμένα! Γιου Χρίσ το υς γη Πουπούσα πάντα έγ ιτγ ια φ τιά ν ’, π έτα ξι τ ’ τ σ ’λιά ν τ’ σα ντου το υ λ ο ύ μ ’, ιπ ίδειξ’ να τν ι κάν’! Ή θ ιλ α κουμμ ά τ’ νά ’ξιρα πού το υ ’β ρ α ν το υ ρατσί, π λήρουσί ντου γιου Σύλλογους γή το υ πληρώσαν φτοι; Είνι ακόμ ’ δυο πρόσουπα π’ δεν είπα τίπουτα, γ ια τί δ ε ξέρο υ αν γ ο ι αθρώπ’ σ ’κώνιν τα χ ο υ ρ α τά . Αν είπα τίπ ουτα κακό, κα ρ έζ’ να μη μι πιάσιτι, ούλα τα ’πα γ ια χουρατό, μπα τσ ι γιλάσιτι. Sydney, 10.4.2016 ΙΜ’ΧΑΛ’Σ ΧΡΙΣΤΟΥΦΑΡΗΣ (ΚΑΜΠΑΣ)

Γεναριάτικη μάζωξη στα γραφεία του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Αγια­ σωτών (Γ' Σεπτεμβρίου 39), το 1996, με θερμαντικό το ούζο... Διακρί­ νονται, από αριστερά, ο βουλευτής Λέσβου Δημήτριος Βουνάτσος, ο Παναγιώτης Μακαρώνης, ο Παναγιώτης Σταυρακέλης, ο Βασίλειος Λούπος, ο Στρατής Πανανής, ο Γιάννης Χατζηβασιλείου και ο Χρίστος Γλεζέλης (Πουπούσας). Τη φωτογραφία παραχώρησε ο Χρίστος Γλεζέ­ λης (Πουπούσας).


Α υτοί που φεύγουν ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΗ ΘΕΙΑ ΜΥΡΤΑ, ΠΟΥ ΔΕ ΘΑ ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΕΙ ΠΟΤΕ... Αγαπημένη μου θεία

Δ

εν πάνε πολλές μέρες που χτύπησε σκληρά το τηλέφωνο, για να μου αναγγείλει θλιβερές ει­ δήσεις. Πόσο το μισώ μερικές φορές αυτό το διαβολομηχάνημα, που διαλέγει τις πιο άσχημες ώρες, για να σου πει τα κακά νέα. Κάτι ήξεραν οι αρχαίοι, που στη λέξη «νέον» έδιναν πάντα

κακή σημασία. «Γιάννη, πέθανε η μάνα μου, η αγαπημένη σου θεία Μύρτα». Ύστερα από ένα τέτοιο νέο δεν έχω δίκιο να μισώ το ...τηλέφωνο; «Ου στέργει τις άγγελον κακών ειδήσεων» έλεγαν και πάλι οι αγαπημένοι μου αρχαίοι. (Δε συμπαθεί κανείς αυτόν που φέρνει κακές ειδήσεις!) Και ευτυχώς που τώρα οι κακές ειδήσεις έρχονται από το τηλέφωνο και, όσο και να το μισείς, αυτό δεν καταλαβαίνει να σου ανταποδώσει το...μίσος. Ας είναι όμως... Θα μου πεις εντάξει, τα έζησες τα χρονάκια σου.Κόντεψες να φτάξεις τα εκατό! Ε και; Η απώλεια είναι πάντα απώλεια. Και το κενό πάντα δυσαναπλήρωτο και πονά... Και μην ξεχνάς πως ήσουν το τελευταίο πια βλαστάρι της όμορφης φαμίλιας του παππού και της γιαγιάς μου, του Βενέδικτου και της Βίτας Νιγδέλλη, που μαράθηκε εντελώς, καθώς ορίζουν οι νόμοι της μάνας φύσης. Μα γιατί ο Ιούλιος να 'ναι τόσο σκληρός; Αυτός μου στέρησε τη μάνα μου (την αδερφή σου) πριν δυο χρόνια, αυτός πήρε τώρα και σένα, την τελευταία αγαπημένη μου θεία από το σόι της μάνας μου... θαρρώ χθες ακόμα ήταν (κι ας έχουν περάσει καμιά εξηνταριά και βάλε χρόνια), που σε καμάρωνα με το ξανθό σου το μαλλί και το περίεργο χτένισμα της μόδας, που μ’ έκανε να σε πειράζω κοροϊδευτικά και να θυμώνεις, δήθεν, με τα αθώα μου πειράγματα. Κι αλήθεια ήσουν πάντα κούκλα στην εμφάνιση και μαζί με τη μάνα μου ήσαστε στα νιάτα σας (ή μήπως και στα γηρατειά σας;) τα στολίδια του χωριού. Αραγε είναι τυχαίο, που πρωτοπόρες εσείς τολμήσατε, τον Αύγουστο του 1939, να εμφανιστείτε επί της σκηνής του Αναγνωστηρίου, (στο έργο του παπα-Χριστόφα Κανιμά «Τι να τα κάνω τα καλά»), και έκα­ νε πάταγο τότε η αποκοτιά σας αλλά κι η ζήλια για την ομορφιά, τη ζωηράδα και το φυσικό σας παίξιμο; Και πιο ύστερα, σαν ήρθαν τα πέτρινα χρόνια του πολέμου, με πόση αξιοπρέπεια και οι δυο σας, η μάνα μου και συ (κοινή γαρ η τύχη!), αντέξατε τις μαύρες μέρες της «ζωντανής χηρείας», καθώς οι άντρες σας «παραθέριζαν» στα ξερονήσια και στα άλλα κάτεργα, καταδικασμένοι σε θάνατο και σε ισό­ βια δεσμά, γιατί τόλμησαν να... αντισταθούν... Και σαν ήρθε πάλι αργότερα η ώρα της δικαίωσης και τίμησαν οι χωριανοί μας τον άντρα σου (το θείο μου Στρατή Καβαδέλλη) με το αξίωμα του Δημάρχου, του πρώτου πολίτη της Αγιάσου, εσύ η «πρώ­ τη κυρία», με τι καμάρι και με πόση έλλειψη μνησικακίας, ήσουνα πάντα η «πρώτη» σε κάθε εκδήλωση της κοινωνικής ζωής του χωριού μας! Μπροστάρισσα εσύ κι αργότερα και πάντα, μέχρι το τέλος, «το καντέμι» του Αναγνωστηρίου μας, πρώτη στις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις αλλά και πρώτη στο «χαμαλίκι» για να στηθεί μια παράσταση, όποτε σε χρειαζόταν. Έτσι θα σε θυμάμαι πάντα. Πάντα πρώτη και στα καλά και στα άσχημα, αγόγγυστα να σέρνεις το χορό κι ας σε ταλάνιζαν τόσες θλίψεις, τόσοι αγώνες, τόσες δυσκολίες! Έτσι δίδαξες και τη μοναχοκόρη σου, την αγαπημένη μου Ρηνούλα, γι’ αυτό και σου στάθηκε τόσο πρόθυμα οτα τελευταία σου χρόνια και σου απάλυνε, με τι αγάπη και φροντίδα, τους πόνους της καθη­ μερινότητας. θα σε τιμώ και θα σε θυμάμαι πάντα, γιατί με τη στάση σου μας έμαθες να μην περνάμε απαρατή­ ρητοι, αλλά να αφήνουμε το όποιο «στίγμα» μας σ’ αυτή τη χαμοζωή, όπου και όπως μπορεί ο καθένας... Καλό κατευόδιο και καλές...αντάμωσες! Ο ανεψιός σου ΓΙΑΝΝΗΣ Δ. ΠΑΠΑΝΗΣ


Α υτοί που φεύγουν ΕΥΣΤΡΑΤΙΟΣ Δ. ΠΑΠΑΝΗΣ (1931-2016)

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Π. ΒΟΥΡΛΗΣ (1934-2015)

Ο

Χαράλαμπος Βουρλής γεννήθηκε στις 19.3.1934. Γονείς του ήταν ο Παντελής και η Ελένη Βουρλή

Ο

Ευστράτιος Παπάνης γεννήθηκε στην Αγιάσο στις 7.11.1931 και απεβίωσε στην Αθήνα, όπου και διέμενε, στις 3.9.2016. Η ταφή

του έγινε στο Κοιμητήριο των Αγίων Αναργύρων Αττικής.

και αδερφός του ο Γιάννης Βουρλής. Τα νεανικά του χρόνια

Γονείς του ο Δημήτριος Ιωάννη Παπάνης και η Μαριγώ Ιγνατίου

ήταν δύσκολα, καθώς ως παιδί βίωσε τα βάναυσα χρόνια

Ανδριώτου. Ήταν τέταρτος στη σειρά γεννήσεων από τα εφτά αδέρφια

του Β' Παγκόσμιου Πολέμου. Παντρεύτηκε στις 28.10.1959 τη Μαρία Βουκάτου, με την οποία απέκτησε δύο παιδιά, τον Παντελή και την Κατερίνα.

που ήμασταν. Είχε όμως την ατυχία από δεκαοχτώ ετών και μέχρι το θά­ νατό του ν’ αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας. Φοίτησε μέχρι την Γ' Τάξη του Δημοτικού Σχολείου Αγιάσου, γιατί λόγω της Γερμανικής κατοχής τα σχολεία έκλεισαν.

Ήταν ένας ακούραστος εργάτης. Δούλεψε σε πολλούς

Εργάστηκε με τα άλλα του αδέρφια στη βιοτεχνία κατασκευής

εργοδότες και όλοι πάντα επαινούσαν την εργατικότητα και

ελαιόπανων για ελαιοτριβεία, την οποία διατηρούσε ο πατέρας μας

την τιμιότητά του. Όσο για τους συγχωριανούς του, όλοι είχαν να πουν τα καλύτερα λόγια για την προσωπικότητά

στην Αγιάσο. Λόγω όμως του προβλήματος που αντιμετώπιζε στο δεξί του πόδι, ο πατέρας μας αναγκάστηκε να τον στείλει στο Πλωμάρι, στον οδοντίατρο Μενέλαο Κλειδαρά, για να μάθει την οδοντοτεχνική.

του. Δούλεψε σκληρά, για να μη λείψει τίποτα από την οι­

Υπήρξε αυτοδίδακτος σκαλιστής του ξύλου και αρκετά έργα του

κογένεια του και έζησε με πλήρη αυταπάρνηση και αυτο­

κοσμούν διάφορα σπίτια. Έμεινε άγαμος λόγω της αναπηρίας που είχε

θυσία, χωρίς ποτέ να επιθυμήσει κάτι για τον εαυτό του.

και των διαφόρων προβλημάτων υγείας τα οποία συνεχώς αντιμετώπιζε. Στην Αγιάσο ήταν γνωστός με το παρατσούκλι «πρύτανης». Το

Απέκτησε τρία εγγόνια από το γιο του, ένα από τα οποία,

απόχτησε στο καφενείο του Παναγιώτη Παπαπορφυρίου (Γράμμη),

ο Χαράλαμπος, σκοτώθηκε στις 7.2.2010 σε τροχαίο, στην

παίζοντας μαζί με άλλους κάποιο χαρτοπαίγνιο. Κερδίζοντας κάποτε

Αυστραλία. Άφησε την τελευταία του πνοή στις 4.10.2015.

αναφώνησε: Γω είμι πρύτανης. Ο Ευστράτιος ήταν απλός, ετοιμόλογος,

Ο Θεός να τον αναπαύσει και να είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

προσιτός, πρόσχαρος. Ο θεός να σε αναπαύει, ελαφρύ το χώμα που σε σκεπάζει. Καλό ταξίδι, αγαπημένε αδερφέ.


ΕΛΛΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΓΩΤΕΛΗ (1965-2016)

ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ

Σ

τις 31.7.2016, ημέρα Κυριακή, τελέσ τηκε στον Ιερό Ναό Αγίου Θεράποντος Μυτιλήνης το τεσσαρακονθή­

μερο μνημόσυνο τη ς ποιήτριας Ελπίδας Μολυβιάτη, συνερ­ γά τριας του περιοδικού «Αγιάσος».

ΜΝΗΜΟΣΥΝΟ ΓΙΑΝΝΗ ΨΩΜΑ τις 21.8.2016, ημέρα Κυριακή, τελέστηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου Σκοπέλου, το μνημόσυ­ νο του αείμνηστου Γιάννη Παναγιώτη Ψωμά (Σκόπελος Γέρας, 8.7.1938- Sydney, 22.11.2015), δυναμικού πα­ ροικιακού - ομογενειακού παράγοντα, στην Αυστρα­ λία, εγκάρδιου φίλου της Αγιάσου και του περιοδικού «Αγιάσος» Παρευρέθηκαν και τίμησαν τη μνήμη του ο παρεπιδημών μεγάλος γιος του Παναγιώτης, συγγε­ νείς, ομοχώριοι, συμπάροικοι και φίλοι.

Σ

Σ

τις 23.9.2016 άφησε τη στερνή της πνοή η εκλεκτή συμπατριώτισσα Έλλη Παγωτέλη. Η μεταστάσα ήταν

πολυφίλητη θυγατέρα του Κωνσταντίνου (Ντίνου) Πάνου Παγωτέλη, ενεργού μέλους του Φιλοπρόοδου Συλλόγου Αγιασωτών, ο οποίος διετέλεσε και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου, και της καταγόμενης από τα Καλάβρυτα Ελέ­ νης Ιωάννη Συργιαμιώτη. Ήταν το πρώτο παιδί σ την οικο­ γένεια. Αδέρφια της ο Παναγιώτης και η Χαρίκλεια. Είδε το

Από εξόρμηση στο Manly, προάστιο του Sydney. Διακρίνονται, από αριστερά, ο Σίμος Σκλεπάρης, ο Δημήτρης Στρατή Λιάκατος, ο Γιάννης Παναγιώτη Ψωμάς, ο Γιάννης Χριστόφα Χατζηβασιλείου και ο Στρατής Κωνσταντίνου Χατζηχρυσάφης. Από το φω­ τογραφικό αρχείο του Γιάννη Χατζηβασιλείου, Νοέμ­ βρης του 1998.

φως της ζωής στις 18.7.1965 στην Αθήνα, όπου ήταν εγκα­ τεστημένοι από παλαιά οι γονείς της, αλλά και ο παππούς της Πάνος Παγωτέλης, παθιασμένος αναγνωστηριακός της προπολεμικής περιόδου και άνθρωπος με πνευματικά και καλλιτεχνικά ενδιαφέροντα, αποβιώσας στις 15.2.1990. Παντρεύτηκε το Γιάννη Χριστοδούλου και απέκτησε δύο παιδιά, τη Χριστίνα- Ολυμπία και τον Κυριάκο - Παναγιώτη. Από τις 26.9.2016 αναπαύεται στο Γ' Κοιμητήριο Αθηνών. Η

Σ

τις 9.10.2016, ημέρα Κυριακή, τελέσ τηκε στον Ιερό Ναό του Κοιμητηρίου Κηφισιάς, το τεσσαρακονθήμερο

μνημόσυνο του αείμνηστου Γεωργίου Αδαμαντίου Καρούση (1932-2.9.2016), συζύγου τη ς Αγιασώτισσας Αναστασίας Αν­ δρέα Ράπτη. Παρευρέθηκαν και τίμησαν τη μνήμη το υ συγ­ γενείς, συμπατριώτες και φίλοι.

πρόωρη αποδημία και η μετάβασή της στο επέκεινα προ­ κάλεσαν οδύνη στους οικείους αλλά και σε όλους όσοι τη γνώριζαν.

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ

Αιωνία της η μνήμη. ΓΙΑΝΝΗΣ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Α

ισθάνομαι την υποχρέωση να ευχαριστήσω από τα βάθη τη ς καρδιάς μου όλους εκείνους που μας συ­

μπαραστάθηκαν στις δύσκολες στιγμές τη ς απώλειας τη ς αγαπημένης μας μητέρας Μύρτας Ευστρατίου Καβαδέλη. Η θυγατέρα

ΕΙΡΗΝΗ ΚΑΒΑΔΕΛΗ


ΜΝΗΜΗ ΠΡΟΣΦΙΛΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ

ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ

Σ

τ ην

πολυαγαπημένη

μας

Ο Θ εόδω ρος και η Μ αρία Π απάζογλου π ρόσ φ ε­

θυγατέρα και εγγονή ΕΙΡΗ­

ραν 50€ στη μνήμη τω ν γονέω ν, Β ασιλείου και Μ αρίας

ΝΗ-ΜΑΡΙΑ ΜΑΛΟΥΚΗ (IRENE-

Π απάζογλου, Γεω ργίου και Ε λένης Τριχώνα, κα τα γό ­

MARY

μενων από το ν Παλαιόκηπο.

MALOUKIS),

η

οποία

αποφοίτησε από το University of New South Wales (Πανεπιστή­ μιο τη ς Νέας Νότιας Ουαλίας), λαβούσα πτυχίο Οικονομικών, εκφράζουμε τα θερμά μας συγ­ χαρητήρια και τη ς ευχόμαστε κάθε επιτυχία στο μέλλον. Οι γονείς Βασίλειος και Αικατερίνη Μαλούκη Ο παππούς και η γιαγιά από την Αγιάσο Σταύρος και Ειρήνη Μαλούκη Ο παππούς από την Καλαμάτα Ηλίας Χρονόπουλος

Ο Δ η μ ή τρ ιο ς Κ αμαρός π ρ ό σ φ ερ ε 30€ στη μνήμη τ η ς Κ αλιρ ρ ό η ς Π ουδα ρά - Ε υαγγελινού. Ο Χ αράλαμπ ος Δ η μ η τρ ίο υ Κ αμαρός και η Ν εκτα ­ ρία Καμαρού π ρόσ φ εραν 30€ στη μνήμη τη ς Κ αλλιρ­ ρ ό η ς Π ουδα ρά - Ε υαγγελινού. Η Βασιλική Π ουδαρά - Β εγιάζη π ρ ό σ φ ερ ε 50€ στη μνήμη το υ συζύγου τη ς Σ τα ύρ ου Βεγιάζη. Η Σ οφ ία Τσακάλου π ρ ό σ φ ερ ε 20€ στη μνήμη τη ς Κ αλλιρ ρ ό η ς Π ουδαρά - Ε υαγγελινού. Ο Α ντώ νιος Χ ατζηχρ υσ ά φ ης π ρ ό σ φ ερ ε 20€ στη μνήμη τω ν γονέω ν τ ου. Η Ελένη Σ ουσαμλή-Μ π αντρά π ρ ό σ φ ερ ε 30€ στη μνήμη τη ς γ ια γ ιά ς τη ς Κ αλλιόπης Β ασ ιλείου (Βάσου)

Σ

τις 4.9.2016, ημέρα Κυριακή, τελέσ τηκε στον Ιερό Ναό Αγίας Παρασκευής Χαϊδαρίου το μυστήριο τη ς βάπτι­

σης τη ς θυγατέρας του Γρηγορίου Παρασκευά Βουσβούνη και τη ς Δήμητρας Γεωργίου Παπαδημητρίου. Στο νεοφώ τι­ στο δόθηκε το όνομα Παρασκευή. Ανάδοχοι ο Νίκος Δ εμε­

Σουσαμλή και τ ου δασκάλου στη Χ ορω δία το υ Κέ­ ντρ ο υ Α ιγαιακώ ν Λ αογραφ ικώ ν και Μ ουσικολογικώ ν Ερευνών (Κ.Α.Λ.Μ.Ε) Θ εοφ άνη Σουλακέλη. Η Δ όμνα Α καμάτη π ρ ό σ φ ερ ε 30€ στη μνήμη το υ συζύγου τ η ς Μ ιχαήλ Ε υσ τρ α τίου Α καμάτη (1926-

νεόπουλος και η Μυρτώ Σεγρέδου. Ευχόμαστε στους ευτυχείς γονείς, στους παπούδες και στις για γιά δες να το υ ς ζήσει και να το καμαρώσουν. Στους ανάδοχους ευχόμαστε να είναι πάντα άξιοι. ΓΙΑΝΝΗΣ και ΑΡΙΑΔΝΗ ΧΑΤΖΗΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ

29.10.2007). Ο Γεώ ρ γιο ς Δ η μη τρ ίο υ Παπάνης π ρ ό σ φ ερ ε 50€ στη μνήμη το υ α δ ερ φ ο ύ το υ Ε υσ τρατίου Παπάνη. Ο Χ ρ ίσ το ς

Π αναγιώ τη

Γ λεζέλη ς

(Πουπούσας)

π ρ ό σ φ ερ ε 20€ στη μνήμη τη ς Α ιμ ιλία ς Κώστα Β ουλ­ βούλη.

ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΣΥΛΛΟΓΟΥ - «ΑΓΙΑΣΟΥ» Κ υριάκος Γρ η γο ρ ίο υ Κ ο υλα ξιζέλη ς 20€ Β έτα Ο ρφανού - Μ πουντάκη 20€ Β έτα Κ αρακώ στα 20€ Φ ιλίτσα Γεω ργίου Ρ αφ τέλη 20€

ΠΡΟΕΓΓΡΑΦΕΝΤΕΣ «ΑΓΙΑΣΩΤΙΚΟ ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ. ΑΠΟΚΡΙΑΤΙΚΕΣ ΣΑΤΙΡΕΣ» Πάλι ξουνούδα του Κλϊάνθ’ να σ’κών’ ένα μουρό τσ ι να ’χ ’ τ ’ παππού του βλέμμα του χαζουπαλαβό. Φαντάζουμι τ ’ Στρατούλα πς θαν είνι κάτουρ’μέν', για τί μι τ' αγγουνέλια φαίνιτι πς χαζουφέρ’ν. Ή νταν που ήνταν κουμματέλ' ατζ’μέν’ απ’ τα παλιά, να μη κουλλήσ’ τσ ι τα μουρά, βουγήθα Παναγιά. Ιφχόμαστι στς γουνιοί γιροί, για να τα ανιθρέψιν τσ ι τα μουρά να μιγαλύν’ καλά τσ ι να προυδέψιν. Χαρά τσ ι ιφτυχία πάντα να δίν’ γιου Θιος, για να χαρείτι τα μουρά οικουγινειακώς, Θέλου να μι σ’μπαθήγ’ς, Κλϊάνθ’, δεν ήνταν απί μένα, γη αδριφή σ’ μι ίβαλι για ό,τ’ έχου γραμμένα. ΙΜ ’ΧΑΛ’Σ ΧΡΙΣΤΟΥΦΑΡΗΣ (ΚΑΜΠΑΣ)

Π αναγιώ της Σ τυλιανού Σ κο ρ δάς (Αγιάσος) Δ η μ ή τρ ιο ς Ε υσ τρατίου Ιακώβου (Astoria) Α ντώ νιος Ν. Δ ο υ κέλη ς (Αθήνα) Δ ημοσ θένης Γεω ργίου Σκλεπ άρης (Αγιάσος) Π αναγιώ της Μ ιχαήλ Κ ουτσ κούδης (Αγιάσος) Α λέξα νδ ρ ο ς Ε. Κ ιο υ ρ έλη ς (Π αναγιούδα) Θ ερμή π αράκληση οι π ρ ο εγ ρ α φ έν τες να επ ικοι­ νω νήσουν με το ν π ρόεδρο το υ Σ υλλόγου Παναγιώ τη Σ τα υρ α κέλη (τηλ. 6978332526) και ν ’ απ οστείλουν τ ις τα χ υ δ ρ ο μ ικ ές διευθ ύ νσ εις, όπου χ ρ ειά ζετα ι.


ΑΓΙΑΣΟΛΕΞΟ

ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ

ΚΑΘΕΤΑ

1. Μπορεί να είναι κ α ι... μούρη και αλεπού (ανορθό­ γραφα).

1. φτηνό εμπόρευμα, αλλά και άνθρωπος κακής ποι­ ότητας.

2. Απαραίτητο εξάρτημα του αργαλειού.

2. Χτυπώ χαϊδευτικά στην πλάτη.

3. Πρόθεση με απόστροφο - Ο αριθμός 24 στα αρ­ χαία ελληνικά - Έτσι θα πεις από την ... πείνα (αντί­ στροφα).

3. Άρθρο (αντίστροφα) - Απορεί και θαυμάζει, αν δι­ πλασιαστεί - Μην μπαίνεις στον κόπο.

4. Εκεί συνήθως γινόταν η συγκέντρωση γυναικών για κουτσομπολιό. 5. Απάντηση σε κλήση (αγιασωτιστί) - Έτσι αποκα­ λούσαν το παιδί που έμοιαζε στο χαρακτήρα με τον πατέρα του.

4. Θρησκευτική και ...μαγική θεραπεία - ...χαμπάρ = δεν παίρνει είδηση (τουρκ.) 5. Κτητικό (αγιασωτιστί)- Αν συμπροφερθούν σημαί­ νουν όχι φρέσκο - Ασφαλίζει εργαζομένους. 6. Δ ιαφ ήμισ η-Τον έβγαλα στο ... μιγ’ντάν’ = τον εξέ­ θεσα (τουρκ).

6. Αρχαία δίφθογγος - Εκεί διατηρούνται τα παστά Μια άφωνη ... Λέτα.

7. Αυλάκι για φύτεμα λαχανικών - Ξενική άρνηση.

7. Να ’μαι (στη νηπιακή) - Έτσι λέγαμε, όταν βελτιω­ νόταν ο μουντός καιρός της Αγιάσου.

9. Νότα - ... τσ ’ απόδιαβα = είναι πια αργά (αγιασω­ τιστί).

8. Πάντα μετρούσε για τη σύναψη ενός συνοικεσίου (αντίστροφα) - Χειροκίνητο ... μέτρο μήκους.

10. Ωθεί σε φυγή - Χαρακτηρίζει συνήθως παιδιά και ...γυναίκες

9. Περιφέρομαι άσκοπα (αγιασωτιστί) - Με ένα φρού­ το την καταπολεμάς.

11. Τοποθεσία αποκριάτικων γλεντιών στην παλιά Αγιάσο - Ποιοτικά.

8. Άφωνη ... σιγή - Όπως (αγιασωτιστί).

10. Στάσου (αγιασωτιστί). 11. Στην Αγιάσο τη λένε χλιουμίτζα - Άρθρο

ΓΙΑΝ ΝΗ Σ Δ. ΠΑΠΑΝΗΣ

Η λύση στην επόμενη σελίδα


ΚΟΙΝΩΝΙΚΑ ΓΑΜΟΣ • Γ ε ώ ρ γ ιο ς Δ η μ η τρ ίο υ Κ α π ά τσ ο ς Κ αλλιόπ η Ε υ σ τρ α τίο υ Ψ υ ρ ο ύ κ η (θ ρ η σ κ ε υ τικ ό ς , 18.10.2016)

ΘΑΝΑΤΟΙ • Δ η μ ή τ ρ ιο ς Ε υ σ τρ α τίο υ Λ α ζά ρ ο υ . (Μ υ τιλή νη , 3 .9.2015). Τ ο υ π α ρ ε λ θ ό ν το ς έτ ο υ ς . • Γ ε ώ ρ γ ιο ς Α δ α μ α ν τίο υ Κ α ρ ο ύ σ η ς , σ ύ ζ υ γ ο ς Α ν α σ τα σ ία ς Α ν δ ρ έ α Ράπτη. (Α θήνα, 2.9.2016. Γ' Ν ε κ ρ ο τα φ ε ίο Κ η φ ισ ιά ς , 5.9.2016) • Ε υ σ τρ ά τιο ς Δ η μ η τρ ίο υ Π α π ά νη ς (Αθήνα, 3.9.2016. Κ ο ιμ η τή ρ ιο Α γ ίω ν Α ν α ρ γύ ρ ω ν, 5.9.2016) • Κ λ εά ν θ η ς Α ν τω ν ίο υ Π α τρ ά κ η ς . 12.9.2016 • Α ρ γ υ ρ ώ Δ η μ η τρ ίο υ Κ α νά ρ ο υ, τ ο γ έ ν ο ς Ε υ σ τρ α ­ τ ίο υ Χ α τζ η χ ρ υ σ ά φ η . 16.10.2016 • Έ λ λ η Γιάννη Χ ρ ισ το δ ο ύ λ ο υ , τ ο γ έ ν ο ς Κ ω νσ τα ­ ν τίν ο υ Π άνο υ Π α γ ω τέ λ η . (Α θήνα, 23.9.2016. Γ' Κ ο ιμ η τή ρ ιο Α θ ηνώ ν,26.9.2016)

ΛΥΣΗ ΑΓΙΑΣΟΛΕΞΟΥ

ΔΙΟΡΘΩΣΕΙΣ - ΠΡΟΣΘΗΚΕΣ Στη σελίδα 21 του τεύχους 212 (2016) να γράφουν: Πουδαράς Ιωάννης του Ηρακλή α ν τί Πουδαράς Ιωάννης του Περικλή, Κουντουρέλης Χρυσόστομος του Στυλια­ νού α ν τί Κουντουρέλης Χριστόφορος του Στυλιανού. Στη σελίδα 46 ομογενειακός παράγοντας α ν τί οικογενειακός παράγοντας.48 Ρηνιώ Αριστείδη (Άρη) Κυριαζή α ν τί Ρη­ νιώ Άρη Κυριαζή. 49 Κάθετα 6: Το σάλι τη ς γιαγιάς μου

ΟΔΗΓΙΑ ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ

(αντίστροφα)-Αντίστροφη δίφθογγος α ν τί Ποίκα τουν...= Τον πέταξα, τον νίκησα (αγιασωτιστί) = Φωνή πτηνού.50

Θερμή παράκληση τα κείμενα που γράφονται για την

Ευστράτιος Αχιλλέα Βατρικάς α ν τί Ευστράτιος Αχιλλέα

αγαθή μνήμη των κεκοιμημένων συμπατριωτών ή φίλων

Βετρικάς. Στη σελίδα 50 του τεύχους 214 (2016) ΓΑΜΟΙ

μας να είναι περιορισμένα σε έκταση, για να είναι δυνατή

α ν τί ΓΑΜΟΣ.

η έγκαιρη δημοσίευσή τους.


Profile for Dimitris Koromilas

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΑΓΙΑΣΟΣ_215-2016  

Advertisement