Page 8

Strange thoughts

www.

en.wikipedia.org/wiki/Turiya Μπες εδώ για να μάθεις τα πάντα για την κατάσταση turiya

Κάνε κλικ: facebook.com/pages/FAQ/343127795396

Secret diary

Του πόθου το αγρίµι

apapanikola@yahoo.gr Της Άννας Παπανικόλα

Μια face to face εξομολόγηση με τον διάδρομο 7 της πισίνας πάντα ηρεμεί τα πράγματα (και τις σκέψεις μου)

Μ

όλις αρχίζει να νυχτώνει. Τα περισσότερα αυτοκίνητα έχουν ανάψει ήδη τα φώτα. Παρκάρω ανάµεσα στα δέντρα έξω από τον Iππικό Όµιλο στο Γουδή και φτάνω σχεδόν τρέµοντας από το κρύο στο δηµοτικό κολυµβητήριο. Στο µυαλό µου αντηχεί ένα τραγούδι που έγραψαν οι Χαΐνηδες και τραγουδάει ο Κατσαντώνης: «Έχω µια τίγρη µέσα µου, άγρια λιµασµένη, και όλο µε περιµένει και όλο την καρτερώ, τηνε µισώ και µε µισεί, θέλει να µε σκοτώσει, µα ελπίζω να φιλιώσει καιρό µε τον καιρό». Χτυπάω την κάρτα µου, στην οποία έχουν αποµείνει δύο πληρωµένες επισκέψεις από τον Οκτώβριο, φοράω τα ασηµένια γυαλιά, τον κόκκινο σκούφο και σχεδόν χωρίς αναπνοή πηδώ στο χλιαρό νερό και η µυρωδιά µε απορρυθµίζει εντελώς. Σε αυτήν εδώ την πισίνα πάλευα πριν από δυο χρόνια µε την κατάθλιψη σαν να έδινα τη µεγαλύτερη µάχη της ζωής µου. Ό,τι παθαίνουν ενίοτε οι άνθρωποι που είναι γεµάτοι στη δουλειά τους και όχι στο σπίτι τους. Όταν άρχισα να βλέπω σκοτάδια και ζήτησα τη βοήθεια ειδικού, ο άνθρωπος έπαθε σοκ. ∆εν είχε ξαναδεί ποτέ στη ζωή του άνθρωπο να παλεύει τόσο σκληρά µε τον εαυτό του. Η συµβουλή του ωστόσο ήταν επιτακτική και ξεκάθαρη. Να στηριχτώ στο «δίκτυο συµπαράστασης», παίρνοντας απεριόριστη αγάπη από την οικογένεια και τους φίλους µου, αλλά να πηγαίνω και στο κολυµβητήριο. Οµολογώ πως είχε δίκιο. Το νερό δρούσε στον πόνο µου σαν αναλγητικό. Από τότε, όποτε νοµίζω ότι θα λιποθυµήσω ή θα δαγκώσω κανέναν από τη λύσσα µου, έρχοµαι πάντα εδώ, στη λωρίδα 7, που είναι και το αγαπηµένο µου νούµερο. Και αναρωτιέµαι προς τι όλη

Πάντα κάνω εξεγέρσεις. Χάνω την ψυχραιμία μου. Περνάνε μέρες και δεν μιλάω σε ανθρώπους που αγαπώ. Ορμάω σε αυτούς που με πλησιάζουν. Θα ήθελα πολύ το προφίλ μου να είναι τόσο ήρεμο που να μη μάντευες τίποτα. Να είμαι ταυτόχρονα μεγαλεπήβολη και εκλεπτυσμένη

Chica Loca

Το κουτσοµπολιό Τι είπες τώρα...

Της Ελίζας Συναδινού

14

03/02-09/02/11

αυτή η αγριότητα; Στην πραγµατικότητα δεν µου αρέσει καθόλου να είµαι έρµαιο των συναισθηµάτων. Θέλω να τα χρησιµοποιώ, να τα απολαµβάνω και να τα εξουσιάζω. Αλλά ποτέ δεν τα καταφέρνω. Επειδή έχω περίεργο ψυχισµό. Επειδή τρίζω τα δόντια στο ύπνο µου, επειδή είµαι εγωίστρια, επειδή έτυχε, χιλιάδες επειδή. Ποτέ δεν τα καταφέρνω. Πάντα κάνω εξεγέρσεις. Χάνω την ψυχραιµία µου. Περνάνε µέρες και δεν µιλάω σε ανθρώπους που αγαπώ. Ορµάω σε αυτούς που µε πλησιάζουν. Θα ήθελα πολύ το προφίλ µου να είναι τόσο ήρεµο που να µη µάντευες τίποτα. Να είµαι ταυτόχρονα µεγαλεπήβολη και εκλεπτυσµένη. Αλλά το νοσταλγικό και άγριο κοµµάτι του εαυτού µου δεν µε αφήνει. Έρχεται µε τέτοια ορµή που δεν προλαβαίνω καν να το συνειδητοποιήσω. ∆εν είµαι γόνος ευγενών του 19ου αιώνα, δεν µεγάλωσα µε πληθυντικό και υποκλίσεις. Η µητέρα µου, όταν θύµωνε, έσπαγε ό,τι υπήρχε σε εύθραυστο. Αγαπούσε τη ζωή από πολλές προσωπικές αντιφάσεις. Την πλήξη όµως δεν την άντεχε. Και εγώ, πιστό κακό αντίγραφο από τότε, ένιωθα µια παράξενη

Όταν ο Ντίνος Χριστιανόπουλος λέει στον κόσμο που έχει μαζευτεί να τον ακούσει ότι ο Οδυσσέας Ελύτης ήταν ένας τεμπέλης που τα έπαιρνε από τον μπαμπά του για να γράφει ποιήματα, όσο χαριτωμένο κι αν ακούγεται, γιατί ο συγκεκριμένος ποιητής είναι μεγάλη μορφή, η κουβέντα αυτή καθεαυτή δεν παύει να είναι κουτσομπολιό. Αυτό συνέβη τη Δευτέρα το βράδυ σε μια ομιλία όπου είχα την τύχη να ακούσω μερικές ατάκες, στην αίθουσα που είχε γεμίσει ασφυκτικά από κόσμο. Μια καθηγήτρια στη σχολή μάς είχε διδάξει ότι το κουτσομπολιό φέρνει τους ανθρώπους πιο κοντά. Δεν θυμάμαι καθόλου να το αναλύσω επιστημονικά, αλλά δεν νομίζω ότι χρειάζεται κιόλας. Το κουτσομπολιό, ο κοινωνικός σχολιασμός, καλύπτει μεγάλο μέρος της καθημερινής μας επικοινωνίας και τα όριά του είναι δυσδιάκριτα. Αν πούμε, δε, ότι κουτσομπολιό είναι η συζήτηση για άλλους ανθρώπους, ε, τότε μάλλον η ζωή μας είναι ένα γιγαντιαίο κουτσομπολιό. Με τη μάνα μας για τα αδέρφια μας («αυτή η μικρή πότε θα σοβαρευτεί, πάλι ξημερώματα γύρισε χτες»), με τον γκόμενό μας για τους φίλους μας («χώρισαν ο Τάκης με τη Σούλα, τον έδιωξε απ’ το σπίτι, της είχε κάνει τη ζωή κόλαση») και τα λοιπά. Παρ’ όλα αυτά, όμως, υπάρχει κι ένα είδος κουτσομπολιού που εγώ, αν γινόταν δημοψήφι-

ηδονή όταν έλεγα πράγµατα που µετά θα µετάνιωνα. Κάνω τα ίδια λάθη και συνεχίζω µάλιστα να τα κάνω ακάθεκτη. Σαν να µου αρέσουν τα λάθη. Σαν να δίνουν νόηµα, επειδή φέρνουν έναν αστερισµό από γεγονότα. Έτσι όµως συµβαίνει µε τους ανθρώπους, δεν υπάρχει καµία οµάδα ελέγχου, κανένας τρόπος να µάθουµε τι θα είχε απογίνει αν είχε αλλάξει κάποια παράµετρος. Κάθε Φεβρουάριο ή Μάρτιο αναδύοµαι ξανά στην επιφάνεια του νερού και του κόσµου και προσπαθώ να βελτιώσω τα λάθη µου. Βγαίνω από τη χειµερία νάρκη. Θέλω να ζήσω σε κατάσταση turiya. «Να µη φοβάµαι τις αλλαγές διάθεσης του µυαλού, να µη φοβάµαι τον χρόνο και να υποφέρω τις απώλειες. Να είµαι αγνή, καθαρή, κενή, ήρεµη, γαλήνια, ανιδιοτελής, απέραντη, άφθαρτη, ακλόνητη». Έτσι λένε οι επικριτές µας, οι σοβαροί άνθρωποι έχουν ευθύνες, όχι επιθυµίες. Τέρµα οι αγριότητες και οι ενθουσιασµοί. Μετά από 30 γύρους ύπτιο και 30 ελεύθερο σε 50άρα πισίνα, γύρισα στο σπίτι βρεγµένη και ήµερη σαν αρνάκι. Τουλάχιστον γι’ απόψε τα κατάφερα.

σμα, θα ψήφιζα να τιμωρείται με πολλά χαστούκια. Το πικρόχολο, το γεμάτο δηλητήριο, αυτό που σκοπό έχει να πληγώσει. Αυτό που βγαίνει από τα στόματα ανθρώπων που, δυστυχισμένοι με τη ζωή τους, θέλουν να ποτίσουν μιζέρια και τη ζωή του γείτονα, και φροντίζουν να φτάσει στ’ αφτιά του ότι η γυναίκα του γλυκοκοιτάζει τον μανάβη. Εδώ θα προσπεράσω το σημείο όπου αναρωτιέμαι πώς στον διάολο πέφτουν για ύπνο το βράδυ αυτά τα μίζερα ανθρωπάκια, και θα περάσω στο δεύτερο χειρότερο, κατά τη γνώμη μου, είδος κουτσομπολιού. Έβλεπα τις προάλλες ένα μεσημεριανάδικο. Επί ώρα, ένας κλώνος του Τάκη Ζαχαράτου σχολίαζε τον δεύτερο, για να καταλήξει ότι έχει μεγάλο ταλέντο αλλά μικρή καρδιά ή κάτι τέτοιο. Σκεφτείτε την Αθήνα από ψηλά, γεμάτη διαμερίσματα με ανθρώπους που μπροστά στην τηλεόρασή τους παρακολουθούν με ενδιαφέρον τη μικρή καρδιά του Τάκη Ζαχαράτου. Προσπαθώ, αλλά, ρε γαμώτο, δεν μπορώ να βρω ούτε μισό λόγο για τον οποίο κάποιος να χαλάει τον χρόνο του για να γεμίζει το κεφάλι του με αυτά τα σκουπίδια. Προφανώς, και ας με συγχωρήσουν οι fans της Λαμπίρη που διαβάζουν FAQ, είναι η στάση μιας υφέρπουσας κατινιάς, να έχεις κάτι να ξέρεις για όλους αυτούς που δεν ενδιαφέρουν παρά για να γεμίζουν κενά φλυαρίας. 03/02-09/02/1

15

FAQ130  

Frequently Asked Questions

FAQ130  

Frequently Asked Questions