Page 11

Μυρτώ Αλικάκη, ηθοποιός

FAQ χρυσό αγαλματάκι

Το έργο μού άρεσε πάρα πολύ. Είναι μια ταινία, η οποία επέλεξε έναν κώδικα για να πει κάτι και τον ακολούθησε με τον ιδανικότερο τρόπο. Δηλαδή, πιστεύω πως ακόμη και αν είσαι ένας θεατής που δεν είναι το είδος της ταινίας που σε ελκύει, γιατί είναι μια εγκεφαλική ταινία, δεν μπορεί να μην αναγνωρίσεις ότι αυτό που λέει το λέει πάρα πολύ καθαρά και πάρα πολύ ωραία. Τη σκεφτόμουν για πάρα πολλές μέρες και εξακολουθεί να μου έρχεται στο μυαλό συχνά. Θεωρώ ότι ίσως επειδή έχω παιδιά και με απασχολεί πολύ αυτό το θέμα και εμένα προσωπικά, του πώς ανατρέφεις τα παιδιά σου και τι είδους μηνύματα τους περνάς. Γιατί ουσιαστικά τα παιδιά μαθαίνουν τα μηνύματα μέσα από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Για παράδειγμα, η συμβολική παρερμηνεία των λέξεων στην ταινία ότι η λάμπα είναι κάτι τελείως άλλο από ό,τι είναι, αν το μεταφέρει κανείς στην πραγματική ζωή διαπιστώνει ότι όλες αυτές οι έννοιες, όπως αγάπη, πίστη, αλήθεια, όλες οι αξίες, όπως χρήμα, δόξα, όλα αυτά είναι πράγματα που τα μαθαίνουμε μέσα από το σπίτι μας. Ακόμα και με τις καλύτερες προθέσεις, μπορείς να καταστρέψεις τα παιδιά σου. Εγώ αυτήν την αίσθηση είχα από την ταινία. Και το

Νέστορας Πουλάκος, Sevenart.gr Ξέρεις, «μετά Χριστόν προφήτης» μπορώ να γίνω με μεγάλη άνεση, αλλά δεν θα το κάνω. Άλλωστε, περισσεύει γύρω μου. Ξαφνικά στην πατρίδα θυμηθήκαμε πόσο σπουδαία ταινία είναι ο λησμονημένος «Κυνόδοντας» (των 30 χιλιάδων εισιτηρίων, παρεμπιπτόντως). Χαιρόμαστε και θέλουμε διακαώς να σηκώσει ο Γιώργος Λάνθιμος το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας μέσα στο Kodak Theatre, για να βγούμε στην Ομόνοια και να πανηγυρίσουμε. Μετά θα ξαναξεχάσουμε την αξία του, όπως ακριβώς σ’ το λέω. Για παράδειγμα, θυμήσου την περίπτωση του Θόδωρου Αγγελόπουλου με το «Μια αιωνιότητα και μια ημέρα» και τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών. Το σινεμά του Λάνθιμου δεν έχει ταυτότητα εθνική. Είναι παγκόσμιο. Η αισθητική του κινείται στα όρια της αβάν γκαρντ. Οι διάλογοί του σαν να έχουν ξεπεταχτεί από θεατρικό παιχνίδι ανεξάρτητης ομάδας ηθοποιών που πειραματίζονται. Μιλάει για την οικογένεια, αυτό τον στυλοβάτη της κοινωνίας. Την τεμαχίζει, την αποδομεί. Τη βάζει στο τραπέζι για κουβέντα. Και κρατάει για ώρες, μια και έχει ψωμί πολύ και ενδιαφέρον μεγάλο. Στα σκληρά κατευθείαν πέφτεις με τον «Κυνόδοντα», για να προβληματιστείς και να αναδιαμορφωθείς – ποτέ δεν ξέρεις. Παρ’ όλ’ αυτά, θα σου μιλήσω ειλικρινά. Και τότε, που βγήκε η ταινία στις αίθουσες, και τώρα, παραμένω μετέωρος. Το είχα γράψει και στην κριτική μου στην εφημερίδα. Με έχει σαστίσει. Δεν ξέρω αν πρόκειται για σινεμά ολοκληρωμένο ή για άσκηση ύφους. Το σίγουρο είναι ότι έχει εξέλιξη. Όπως και να έχει, είναι σημαντικό επίτευγμα το να είσαι στην πεντάδα των ξενόγλωσσων Όσκαρ και να μη λέγεσαι Γεωργιάδης και Κακογιάννης. Και να διεκδικείς επάξια το αγαλματάκι από τον Ιναρίτου, τον Βιλνέβ και την Μπίερ. Γιατί έτσι αρχίζουν και οι κωλοτούμπες από εκείνους που σε λοιδορούσαν πέρυσι, και σε εξέθεταν ως αντιγραφέα, και σε εγκαλούσαν να μην πας στα Όσκαρ γιατί θα μας ξεφτίλιζες. Μπορεί και να γελάς, πλέον, με όλα αυτά.

Είδα τον «Κυνόδοντα» στην πρεμιέρα στις Κάννες. Είχα καλέσει στην προβολή και τον Bernard, παραγωγό και φίλο από το Λουξεμβούργο. Δεν ήταν σίγουρος αν θα ερχόταν – είχε κι άλλες προβολές εκείνη την ώρα, ήταν και outsider η ταινία, θα το σκεφτόταν. Ήρθε τελικά και όταν η ταινία πήρε το βραβείο, έκανε post στο facebook λέγοντας πόσο χαίρεται που ο «Κυνόδοντας», που του άρεσε πολύ τελικά, βραβεύτηκε. Ενάμιση χρόνο μετά, στο Ρότερνταμ, το πρώτο πράγμα που είπε η Janja, που έχει εταιρεία παραγωγής στη Γαλλία, όταν βρεθήκαμε, ήταν πόσο ενθουσιασμένη είναι που ο «Κυνόδοντας» είναι υποψήφιος για Όσκαρ και ότι ψάχνει κάποιον στο Παρίσι που να είναι συνδρομητής στο καλωδιακό κανάλι που θα δείξει την απονομή. Και στις συναντήσεις στην αγορά του Ρότερνταμ με εκπροσώπους φεστιβάλ, διανομείς και sales agents, τα δύο θέματα με τα οποία ξεκινάς την κουβέντα είναι η ελληνική οικονομική κρίση και το «νέο ελληνικό ρεύμα» (αν μπορούμε να πούμε ότι υπάρχει κάτι τέτοιο), με προεξάρχον παράδειγμα τον «Κυνόδοντα». Στο Κάρλοβι Βάρι κάνουν αφιέρωμα σε πρόσφατες ελληνικές ταινίες, στην Αυστρία, στην Ελβετία, στη Γαλλία συζητάνε το ίδιο. Και πριν από λίγο, σε μια προβολή, όταν αναφέρθηκε το όνομα του Γιώργου Λάνθιμου, το κοινό ανταποκρίθηκε αμέσως, αναγνωρίζοντάς το. Νομίζω την ίδια αίσθηση είχαν όσοι Έλληνες ταξίδεψαν και ήρθαν σε επαφή τον τελευταίο καιρό με κόσμο εκτός Ελλάδας. Εύχομαι καλή επιτυχία στον «Κυνόδοντα» και καλή συνέχεια σε όλους μας.

Boyd van Hoeij, «Variety»

*Η Μαρία Δρανδάκη είναι παραγωγός στην εταιρεία Pan Entertainment. Η φιλμογραφία της περιλαμβάνει την «Ιστορία 52» (Φεστιβάλ Ρότερνταμ 2008), τη «Χώρα προέλευσης» (Φεστιβάλ Βενετίας 2010) και το «Casus belli» (Φεστιβάλ Βενετίας 2010, Φεστιβάλ ClermontFerrand 2011).

Πρωτοσυνάντησα τον «Κυνόδοντα» στις 18 Μαΐου του 2009. Ως ένας από τους κριτικούς της αμερικανικής εξειδικευμένης εφημερίδας «Variety», παρακολούθησα το Φεστιβάλ των Καννών, όπου η ταινία προβλήθηκε στο τμήμα Ένα Κάποιο Βλέμμα, κι όπου όχι πολύ αργότερα, θα κέρδιζε το κορυφαίο βραβείο. Στις εβδομάδες που προηγήθηκαν του φεστιβάλ, δεν υπήρχαν και πολλές πληροφορίες διαθέσιμες για την ταινία, κι αυτό, κοιτώντας πίσω, δεν είναι και ιδιαίτερα απροσδόκητο. Η ταινία δεν είναι απλώς η δεύτερη σκηνοθετική δουλειά ενός δημιουργού, του Γιώργου Λάνθιμου, που μικρή εντύπωση είχε κάνει στα φεστιβαλικά κυκλώματα με το ντεμπούτο του, την «Κινέττα», αλλά από μόνος του o «Κυνόδοντας», με πολλούς τρόπους –και ίσως ακόμη και με τη γλώσσα, η έννοια της οποίας είναι ένα από τα κεντρικά θέματα της ταινίας–, αψηφά την εύκολη περιγραφή. Όπως με όλες τις σπουδαίες ταινίες, αυτό που κάνει τον «Κυνόδοντα» να λειτουργεί δεν είναι τόσο το τι συμβαίνει, αλλά το πώς συμβαίνει, ό,τι είναι αυτό που συμβαίνει. Είναι η βιωσιμότητα του τόνου του. Ξεκάθαρα, η οικογένεια που περιγράφεται στον «Κυνόδοντα» έχει θέματα. Και ξεκάθαρα, δεν τα διαχειρίζεται με τρόπο τέτοιο ώστε το κοινό να συνδέεται άμεσα μαζί τους. Οι μηχανικές σε κάποιο βαθμό ερμηνείες και οι στροφές της πλοκής που προκαλούν τη λογική είναι κομμάτια του στυλ και του μηνύματος της ταινίας, που την κάνουν να μοιάζει περισσότερο με τονικό ποίημα στο οποίο ο θεατής πρέπει να αφεθεί. Είναι μια απ’ αυτές τις ταινίες που θα σου προσφέρουν περισσότερα, όσο περισσότερα τους επενδύσεις όταν τις βλέπεις. Αυτό το συγκεκριμένο «κινηματογραφικό ποίημα» μάγεψε κριτικούς, διανομείς και τώρα ψηφοφόρους των Όσκαρ με την ίδια ευκολία, και παρ’ ότι κανείς δεν ξέρει τη συνταγή για ταινίες που πιάνουν φωτιά όπως αυτή, ελπίζω η δική της επιτυχία, μαζί με αυτήν της συγγενούς δουλειάς του Attenberg καθώς και του «Wasted youth» που άνοιξε το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Ρότερνταμ την προηγούμενη εβδομάδα, θα λειτουργήσουν ως πηγές έμπνευσης και για άλλους νέους έλληνες κινηματογραφιστές. Γιατί ένα πράγμα είναι σίγουρο: ο κόσμος ολόκληρος έχει στρέψει την προσοχή του στην Ελλάδα, για ό,τι έχει σκοπό να μας προσφέρει στη συνέχεια.

20

23/12-12/01/11

* Η Μυρτώ Αλικάκη είναι ηθοποιός με μεγάλη κινηματογραφική πείρα, καθώς έχει παίξει σε ταινίες όπως «Καβάφης» (1996), «Ο αδερφός μου και εγώ» (1998), «Μαύρο γάλα» (1999), «Κλέφτες» (2007) και αρκετές ακόμη.

Μαρία Δρανδάκη, παραγωγός

*Ο Νέστορας Πουλάκος είναι αρχισυντάκτης του Sevenart. gr και μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου.

*Ο Boyd van Hoeij είναι κριτικός του αμερικανικού περιοδικού «Variety» και τακτικός συντάκτης των Cineuropa.org, International Film Guide και Winq. Το βιβλίο του για το σύγχρονο γαλλόφωνο σινεμά του Βελγίου, «10/10», παρουσιάστηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ του Τορόντο το 2010.

πώς βέβαια η καταπίεση και ο ευνουχισμός προκαλεί τρομακτική βία. Η ταινία θεωρώ ότι έχει ένα πάρα πολύ μεγάλο ατού: Δεν έχει τίποτα το φολκλορικά ελληνικό. Θα μπορούσε να είναι γυρισμένη σε οποιαδήποτε χώρα. Αυτό την κάνει και πιο εύκολη για τους θεατές του εξωτερικού. Θεωρώ ότι από τις ταινίες των τελευταίων ετών, σίγουρα θα είναι, αν όχι η σημαντικότερη, από τις σημαντικότερες. Είναι μια ταινία που δεν μπορείς να είσαι έτσι και έτσι. Ή σε ενοχλεί, ή σε αγγίζει. Εμένα προσωπικά με άγγιξε.

Θοδωρής Δημητρόπουλος, blogger

(*κυνόδοντας)

Με το ελληνικό σινεμά πάντα είχα μια χλιαρή σχέση. Στο πέρασμα των χρόνων έβλεπα την τέχνη και την κοινωνία να αλλάζουν, αλλά εκείνο να αρνείται να ακολουθήσει, μένοντας στυλιστικά και θεματικά κολλημένο στις ίδιες εμμονές (εξαιρέσεις σαν τον Γιάνναρη πάντα υπήρχαν, αλλά ήταν απλώς αυτό, εξαιρέσεις). Το αν ο «Κυνόδοντας» κατάφερε να τα αλλάξει όλα είναι ένα ζήτημα για τον ιστορικό αναλυτή του μέλλοντος. Στην παρούσα φάση, μου αρκούσε που παρακολούθησα μια ταινία που μιλούσε ελληνικά –και μάλιστα μια ολόδική της διάλεκτο ελληνικών– και δεν ένιωθα την ανάγκη να την εκτιμήσω σε κλίμακα. Για να το θέσω αλλιώς, ο «Κυνόδοντας», σε συνδυασμό με τη «Στρέλλα», ταινίες που πρωτοείδα σε διάστημα δέκα ημερών, εξαφάνισε μεμιάς από το κριτικό μου λεξιλόγιο τη μιαρή φράση «Για ελληνικό, καλό είναι». Στον «Κυνόδοντα» λάτρεψα το ότι μιλούσε για τους

οικογενειακούς δεσμούς που γίνονται δεσμά, με κατάμαυρο, νοσηρό χιούμορ και ακραία εικονογραφία, με τρόπο που αποχωριζόταν τον ρεαλισμό. Ο Λάνθιμος μπορεί να δημιούργησε ένα διαφορετικό σύμπαν μόνο για την ταινία του, αλλά η προβληματική του αφορά εσένα κι εμένα, αφορά το σήμερα. Και το αύριο. Στο σημείο εκείνο ήμουν απλώς χαρούμενος που έζησα μια τέτοια στιγμή για το ελληνικό σινεμά και ούτε που φανταζόμουν (ούτε και με ένοιαζε, επίσης) ότι θα έφτανε μέχρι τα Όσκαρ. Ναι, είχε πάρει το βραβείο στις Κάννες, αλλά και τι μ’ αυτό; Όμως σιγά-σιγά άρχισα με μεγάλη μου χαρά να παρατηρώ ένα διεθνές κίνημα θαυμασμού για τον «Κυνόδοντα» να δημιουργείται. Στα Όσκαρ δεν τρύπωσε επειδή έχει μεγάλους σταρ ή επειδή έκανε γερό box office, αλλά επειδή στηρίχτηκε από λίγους ανθρώπους, με πολύ παθιασμένο τρόπο.

*Ο Θοδωρής Δημητρόπουλος είναι ο blogger πίσω από το US TV (http://darkustv. blogspot.com/). 23/12-12/01/11

21

FAQ130  

Frequently Asked Questions

FAQ130  

Frequently Asked Questions