Issuu on Google+

ΤΕΥΧΟΣ 5

Έργο Θεόφιλου

ΙΟΥΛΙΟΣ 2013


ŊŒŦŚŤ!Ĥäš

!ŷŞůŨŬŤųŵŲŶŨżŻş ŪŠŲż8ŹňűűŲżŐŵżŶŲŶŷšŰŲż

ųŲŷŵŞųŨŬŷşũůżŤŵŠŤĻűňŰşŽūŷŲ×ŰŨųšŷšűĴŨšųŵňŪŰŤŷŤųŲţŧŞű ŵŰšŽŲżűŧūůąŪŬňŧšŭŤăŭŲżŶŠŤă MųŨŵŠŶŻżŶū ųšŷŲţźŻŸŵŲţźăŮŤŠųŲţ ŧŞűŻŲżűŮŤŰŠŤŶūŰŤŶŠŤŪŬňŷŲţźŻŵŬŶŷŬŤűŲţźą )ųŵŲŶŨżŻşŧŞűųŵŞųŨŬűňŻŨŬųŲůůňůšŪŬŤĻųŵŞųŨŬEŰŹźűňųŬŰŨŠűŲżŰŨ űňŽūŷŲ×ŰŨŷň4ŧŬŤųňűŷŲŷŨąŃŞŮŤŵŷŨŵŠŤűňųŬŰŞűŲżŰŨŪŬňŷňűŤŪŮŤÈŤăű ŮŤŠAĴŨšźŷňŪűŹŵŠŽŨŬąKŰŹźŰŨÈźŸňŻŲżŰŨŷşűXũŞůŨŬŤăųšŷşűųŵŲĄ ŶŨżŻşĻŸňŸżŰūŸŲ×ŰŨŷňŰŤŵŷşŰŤŷňŰŤźăŸňųŨŷţŻŲżŰŨŷşűŷŤųŨŠűŹŶūą G 4ŧŬŲź A łţŵŬŲź ŧŠŧŤŭŨ ŷŲţź ŰŤŸūŷŞź ųäź űň ųŵŲŶŨţŻŲűŷŤŬ ŰŞ ŷşű łżŵŬŤŮşųŵŲŶŨżŻşą ŊŒŦŚŤ!Ĥäš ļLŷšź ųŲţ @űšŰŤŶŨ ŷšű ĴŨš ķŤŷŞŵŤ ŤLŷšŰŤŷŤ AŰŲůšŪūŶŨ EŷŬ ůŤťŨ ŮŤŠŨLŨŵŪŨŶŠŤĻŷşűũŨŶūŷäűŰŤŵŷūŰňŷŹűăŷšűŪŬŤŶŰšăŷşůţŷŵŹŶūăŷşű ż1ŲŸŨŶŠŤŮŤŠŷşűŧŨůũŬŮşŶŻŞŶūŰŞŷšűŏ1šŌŲżŮŤŠŷşűŻňŵūŷŲ× ŪŠŲż ķűŨţŰŤŷŲźą ijŞűůŞŪŨŬōķŤŷŞŵŤŰŲżŎůůň!ŰäűōķŤŷŞŵŤŰŤźŎą)ųŵŲŶŨżŻşųŵŞųŨŬ űňŪŠűŨŷŤŬ ŮŤŠŪŬňŷŲţźůůŲżźă DŻŬŰšűŲŪŬňŷšűŤżŷšŰŤźąKůŲŬŰŤź ŻŲżŰŨŷşű4ŧŬŤŨLŪŨűŬٺٍŷŤŪŹŪşąijŞűŧŬŮŤŬŲůŲŪŨÈŷŤŬ!ŻŸŵŤąľ0ŶňŪŨŷŤŬ ŷŶŬ!ŪňųūăŰūŷŞŵŤEůŹűŷäűŪŤŸäűąijŞűMųňŵŻŨŬųŬňűŹŰŤůŠŤŶŷşű ŮŲŬűŹűŠŤăũŲ×EůŲŬŰŨŷŞŻŲżŰŨŶŷňųŬšŶūŰŤűŷŬŮňą ųšŷşűűŹŶżŪŪŞűŨŬŤ Ũ4ŰŤŶŷŨŧŨŰŞűŲŬŮŤŠŮŤűŨŠźŧŞűŻŨŬŮňŷŬųŨŵŬŶŶšŷŨŵŲųšŷšűůůŲűŲPŷŨ AųůŲţŶŬŲźųšŷšűųŷŹŻšŲPŷŨAŵŻŲűŷŤźųšŷŲţźMųūŮšŲżźăAŶŲũšź ųšŷšűŪŵňŰŰŤŷŲą ļLŷşŮŤŠŰšűŲ!ũŵňŶūŧŬŧňŶŮŨŬŮňŸŨŵŨŷşąGűŸŵŹųŲźųŲţųŲŮňůŨŶŨ ŷšűĴŨšķŤŷŞŵŤŮŲŬűšŪŬňEůŲżźųŵŞųŨŬűňŧŨŠŭŨŬŰŞŷšűŷŵšųŲŷºźŽŹºź ŷŲżEŷŬŨ6űŤŬŭŬŲźŤLŷºźŷºźŨLŪŞűŨŬŤźŮŤŠűňŻŨŬŷšŶūųŵŲŸżŰŠŤăEŶū Ũ6űŤŬ!ŧŹŵŨňųŲţůŤťŨą AšŦţÈƀţLŤŖšţÈƀ ijŞűůŞŪŨŷŤŬŪŬňűňųŨŵŬŲŵŬŶŸŨÈAĴŨšźŶŷŲţźŲLŵŤűŲţźăůůňŪŬň űň ųŲŰŤŮŵżűŸŨÈAųŵŲŶŨżŻšŰŨűŲźųšŷşŪºŮŤŠűňųŵŲŶūůŹŸŨÈŶŷŲţźMŦūůŲţź ŷšųŲżźą 2


ŘŞŖťŝŔŦūŦŬDšţĤŒťţŧú ŻŵŵŬŶŷŬŤűšųŲţŻŨŬŷšűĴŨšķŤŷŞŵŤ ļLŷş!ųŵŲŶŨżŻşŨ6űŤŬŭŬŤŪŬňŷšűŻ ŷŲżăűňŰşŸŞůŨŬŷŠųŲŷŨůůůůŲųŵäŷŲųŤŵňŷşűŧšŭŤŷŲ×ķŤŷŞŵŤĻEůŤŷŘ ůůůůŤŵŻŲűŷŤŬŧŨţŷŨŵŤą Ōš ōŪŬŤŶŸşŷŹŎ ŶūŰŤŠűŨŬ ŧŲŭŤŶŸşŷŹą Ōş ŧšŭŤ ŌŲż ŷşű ŻŨŬ A ĴŨšź ŷŨĄ ůŨŠŤ ŮŤŠ ŰšűŬŰū ůůůůň ŧŬŤŷňŽŨŬ ŷšű ųŵŲŶŨżŻšŰŨűŲ űň Ōšű ŧŲŭňŽŨŬ ŰŞ ŷş ŽŹş ŷŲż ŮŤŠ ŷşű ŮŤŸŤŵšŷūŷŤą ļLŷš Ů ŵŬťäź ůŨŪŨ A 8ūŶŲן ŶŷŲţź ŰŤŸūŷŞź ōąąűňŧŲ×űŷňŮŤůňŶŤźŵŪŤŮŤŠűňŧŲŭňŶŲżűŷšűųŲżŵňűŬŲķŤŷŞŵŤŶŤźŎą ķŵŞųŨŬ A ųŵŲŶŨżŻšŰŨűŲź űň ŽūŷŨÈ ųš ŷšű ĴŨš űň ŷšű ŭŬŴűŨŬ űň Žº ŰŨųŷŤăŪŬňűňŧŲŭňŽŨŷŤŬAijŨŶųšŷūźą ŠŝœŦū!ŗŖťŞŠŚŕŖťţŧú łŤŠŤLŷňŨ6űŤŬůšŪŬŤųŤŬŧŬŲ×ăųŲţűŬŴŸŨŬŨLŪűŹŰŲŶţűūŪŬňŷšűųŤŷŞŵŤą )ŦżŻşųŲţŻŨŬųŤůůůůŤŪŨÈųšŷňųŵňŪŰŤŷŤŷºźŪºźŻŨŬŮŤŸŤŵşŶżűŨŠĄ ŧūŶūŮŤŠųŲťůŞųŨŬŶŷňŰŞůůůůŲűŷŤŶŷşŽŹşŮŲűŷňŶŷšűķŤŷŞŵŤą G űŸŵŹųŲź ă ųŲţ ŻŨŬ űŷŲűū ŷŞŷŲŬŤ ųŬŸżŰŠŤă ŧŞű ųŨŵūũŤűŨţŨŷŤŬ ŪŬň ŷňŮŤůňŷºźŽŹºźŲPŷŨŭŲżŸŨűŴűŨŷŤŬųšŷŠźŧżŶŷżŻŠŨź ăŧŬšŷŬűŬŴŸŨŬŶňű űňŽŨÈŶŷŲţźŲLŵŤűŲţźą ľŚššŜŝŔŦūŦŬŝœŠŜĤŒťţŧYƀšţLŤŖšåşŖŕĥŕŦºƀŘºƀú ŻŵŵŬŶŷŬŤűšźŷşűŲLŵňűŬŤŽŹşŮŤŠųŨŠŪŨŷŤŬ

ųŲŷŨůŨÈŶżűŞŻŨŬŤĻųŬŸżŰŨÈAŻ ŻŵŵŬűňŪŠűŨŬŤLŷšăũŵŲűŷŠŽŨŬűňŻŨŬŮŤŠŧä űňųňŨŬŶŷšűķŤŷŞŵŤůůůůňăŰŞŻ ŷşű 4ŧŬŤ ŽŹşą ijŞű ŰųŲŧŠŽŨŬ ŷŠųŲŷŨ űň ŻŲżŰŨ ŪŪŨůŬŮş ŽŹş ŧä Ŷŷş Ūºą ĸŷšű ŲLŵŤűš Ų1 ŪŪŨůŲŬ MųŤŮŲţŲżű Ŷŷš ŸŞůūŰň ŌŲżYźųŵšźŷňųňűŷŤăŷš4ŧŬŲŽūŷŲ      űňŮňűŲżŰŨŶŷşŪºŰŞŷşŧŬŮşŌŲżŻňŵ  ũŸňűŨŬŰšűŲ!ŧŬٺۍźŵŨŷşą G ŮŤŸŞűŤź EŰŹź ųŵŞųŨŬ űň ųŵŲŶ ŻŨŷŤŬă ]ŶŷŨ ŷš ŸŞůūŰŤ ŷŲ× ķŤĄ ŷŵšźűňũŤŵŰšŽŨŷŤŬDŻŬŰšűŲųš ŷšű 4ŧŬŲ ůůůůň ųš EůŲżź ųŠ ŷºź Ūºźą ŷŶŬ Ÿň ůżŸŨÈ ! ŮŤŮŠŤ ŮŤŠ Ÿ  ųŤűŞůŸŨŬ!ŵŨŷşăŪŬňűňŰşŧŬŤũŞŵŨ   ŪºųšŷšűŲLŵŤűšą  3


στιανούς πού ἀγγωνίζονται, ὅπως οἱ μάρτυρες, ὅτι θά συμμετέχο χουν καί αὐτοί στή θριαμβεύουσα Ἐκκλησία. Μάρτυρες εἶναι ὅλοι ὅσοι ἀγωνίζονται γιά μιά χριστιανική ζωή, τό καθημερινό μαρτύριο τῆς συνειδήσεως καί ὅσοι δείχννουν ὑπομονή στούς πειρασμούς καί τίς δοκιμασίες καί ὁμολογοῦν τήν καλή ὁμολογία ἐνώπιον πάντων καί τῶν ἰσχυυρῶν.. (Λέγεται ὅτι ἡ ἑορτή ἐθεσπίσθη ἐπί Λέοντος τοῦ Σοφοῦῦ, ὅταν ἤθελε νά κτίσει ναόν πρός τιμήν τῆς συζύγου του Θεοφανοῦς, πού εἶχε πεθάνει πρό ὀλίγου. Διακριτικά ἀνετέθη ὁ ναός σέ ὅλους ὅλους τούς ἁγίους, μεταξύ τῶν ὁποίων θά ἦταν καί ἡ Θεοφανώ).

ΠΡΟΣΕΥΧΗ ŊŒŦΗŚΚΥΡΙΑΚΗ Ť  ! Ĥ ä š  ù  !ŷŞůŨŬŤųστ’ ŵŲŶ9Ũż-13 ŻşÿĽƞĀ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ ΟΜΙΛΙΑ

ŪŠŲż8ŹňűűŲżŐŵżŶŲŶŷšŰŲż

Τόν ἄρτον ἡμῶν τόν ἐπιούσιον δός ἡμῖν σήμερον. Ἐπιούσιος εἶναι ὁ ἄρτος τῆς ἡμέρας. Γνωρίζει ὁ Θεός ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκες λόγω τῆς φύσεώς τους καί ἐπιτρέπει νά ζητήσουν τά ἀπαραίτητα γιά τό σῶμα, ὄχι πολυτέλεια τροφῆς καί ἐνδυμάτων. Καί στά ὑλικά ὑπάρχει τό πνευματικό· νά ὑποχωρροῦμε στή φύση ὅσο εἶναι ἀνάγκη, νά εἴμαστε σάν ἄγγελοι. Νά προσευχόμαστε γιά τό ψωμί αὐτῆς τῆς ἡμέρας, προσθέτοντας «δός ἡμῖν σήμερον». Συχνά ἐπανελάμβανε ὁ Ἰησοῦς «Μή μεριμνήσητε εἰς τήν αὔριον». 4


Ἄφες ἡμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν. Δείχνει τήν φιλανθρωπία Του πάλι καί διατάζει νά παρακαλοῦμε τόν Θεό γιά τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν. Μᾶς κρίνει πάλι ἄξιους συγγνώμης μετά ἀπό τή διαγραφή τόσων κακῶν καί τόσες δωρεές. Ἡ προσευχή αὐτή ταιριάζει στούς πιστούς, ὅπως φαίνεται ἀπό τούς νόμους τῆς Ἐκκλησίας καί ἀπό τό προοίμιο τῆς προσευχῆς, διότι ἄλλοι δέν μποροῦν νά ἀποκαλοῦν πατέρα τόν Θεό. Ἔτσι καί μετά τό βάπτισμα δέν χάνεται τό κέρδος τῆς μετανοίας. Μᾶς ὑπενθυμίζει τά λάθη μας, γιά νά μᾶς πείσει νά ἔχουμε μετριοφροσύνη. Μᾶς ἀπαλλάσσει ἀπό τή μνησικακία, ἄν συγχωρήσουμε τούς ἄλλους καί συγχρόνως μᾶς συγχωρεῖ. Ἔτσι μᾶς δίνει ἐλπίδα καί μᾶς διδάσκει γιά τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ. Ἀξίζει νά παρατηρήσουμε ὅτι τό νά μή μνησικακοῦμε εἶναι μέσα στήν ἀρετή πού ἀπαιτεῖται γιά τά προηγούμενα (ἁγιασθήτω τό ὄνομά σου, γεννηθήτω τό θέλημά σου) καί εἶναι ἀπόδειξη συνέπειας καί τελειότητας στή συμπεριφορά μας. Καί τώρα τό ἐπαναλαμβάνει «ἄν συγχωρήσετε τούς ἄλλους, θά σᾶς συγχωρήσει καί ὁ ἐπουράνιος Πατέρας». Ὥστε ἀπό μᾶς ἐξαρτᾶται· ἐμεῖς εἴμαστε ὑπεύθυνοι γιά τήν κρίση πού θά ὑποστοῦμε· ἐμεῖς εἴμαστε κύριοι τῆς ψήφου, τῆς ἀποφάσεως: «Ὅπως ἐσύ ἐδίκασες γιά τόν ἑαυτό σου, ἔτσι δικάζω καί ἐγώ γιά σένα. Ἄν συγχωρήσεις τόν ἄλλον, πού εἶναι δοῦλος μου, ὅπως καί ἐσύ, θά ἐπιτύχεις ἀπό μένα τήν χάρη». Καί ὅμως τό ἕνα δέν εἶναι ἰσοδύναμο μέ τό ἄλλο. Ἐσύ ἔχεις ἀνάγκη καί συγχωρεῖς, ὁ Θεός ὅμως δέν ἔχει. Σύ συγχωρεῖς τόν ὁμόδουλό σου, ἐνῶ ὁ Θεός τόν δοῦλον. Ἐσύ εἶσαι ὑπεύθυνος γιά μύρια κακά καί ὁ Θεός εἶναι ἀναμάρτητος. Ἔτσι θέλει νά εὐεργετηθεῖς καί σοῦ δίνει ἀφορμές νά εἶσαι ἥμερος καί φιλάνθρωπος, χωρίς θυμό καί συνδεδεμένος μέ κάθε τρόπο μέ τόν συνάνθρωπό σου. Τί μπορεῖς νά ἰσχυρισθεῖς; ὅτι ἄδικα ἔπαθες ἀπό τόν ἄλλον; Αὐτό εἶναι ἁμάρτημα· ἄν πάθαινες δίκαια, δέν θά ἦταν. Ἀλλά καί σύ ζητεῖς νά λάβεις ἄφεση πολύ περισσότερων ἁμαρτημάτων. Πῶς θά ἔχουμε τήν ἀξίωση νά εἰσακουσθοῦμε, ἀφοῦ ἐμεῖς δέν θέλουμε νά λυπηθοῦμε τόν ἑαυτό μας, ἐνῶ εἶναι στό χέρι μας καί προδώσαμε τή σωτηρία μας; Καί μή εἰσενέγκῃς ἡμᾶς εἰς πειρασμόν ἀλλά ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τοῦ πονηροῦ. Ἐδῶ μᾶς δείχνει τήν ἀδυναμία μας καί περιορίζει τήν ἀλαζονεία μας διδάσκοντας νά μή βάζουμε τόν ἑαυτό μας σέ κίνδυνο. Ἡ νίκη μας ἔτσι θά εἶναι πιό λαμπρή καί ἡ ἧττα τοῦ διαβόλου καταγέλαστη. Ἄν βρεθοῦμε σέ πειρασμό, πρέπει νά σταθοῦμε γενναῖα. Ἄν ὅμως δέν προκαλούμεθα, ἥσυχα νά περιμένουμε τόν ἀγώνα, γιά νά φανῆ ὅτι δέν εἴμασετε κενόδοξοι ἀλλά γενναῖοι. Τόν διάβολον τόν ὀνομάζει πονηρόν γιά νά τόν θεωροῦμε ἐχθρό. Δέν εἶναι ὅμως πονηρός ἀπό τή φύση του· ἡ πονηρία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς θελήσεως. 5


Δέν εἶπε ὁ Κύριος «ρῦσαι ἡμᾶς ἀπό τῶν πονηρῶν» ἀλλά ἀπό τοῦ πονηροῦ, γιά νά ἔχουμε τήν ἔχθρα πρός τόν διάβολο καί ὄχι πρός τούς ἀνθρώπους, πού μᾶς κάνουν κακό, διότι αὐτός εἶναι ὁ αἴτιος τῶν κακῶν. Σοῦ γάρ ἐστιν ἡ βασιλεία Ἐπειδή μέ τήν παρουσία τοῦ Ἐχθροῦ-διαβόλου, ἡ ψυχή γεμίζει ἀγωνία, γιά νά μᾶς ἐνθαρρύνει, ἐνθυμίζει ὅτι ὁ βασιλεύς πού εἴμαστε ὑπήκοοί του, εἶναι ὁ δυνατώτερος ὅλων. Ἐάν λοιπόν εἶναι δική Του ἡ βασιλεία, κανείς δέν πρέπει νά φοβᾶται, διότι δέν ὑπάρχει κανείς πού νά Τοῦ ἀντιστέκεται ἤ μοιράζεται τήν ἐξουσία Του. Καί ἄν φαίνεται ὅτι ὁ διάβολος μᾶς πολεμᾶ, αὐτό γίνεται, διότι τό ἔχει ἐπιτρέψει ὁ Θεός. Ἄλλωστε ὁ διάβολος εἶναι καί αὐτός ἀπό τούς δούλους Του, πού ἔχουν χάσει ὅμως τά δικαιώματά τους. Δέν θά μποροῦσε νά τά βάλει οὔτε μέ τούς χοίρους, ἄν δέν τοῦ ἐπέτρεπε ὁ Θεός. Καί ἡ δύναμις Λοιπόν καί δέκα χιλιάδες φορές ἄν εἶσαι ἀσθενής, ἔχεις δίκιο νά ἔχεις θάρρος μέ τέτοια βασιλεία, πού εὔκολα ἐπιτυγχάνει τά πάντα καί διά μέσου ἀνθρώπου, ὅπως εἶσαι ἐσύ. Καί ἡ δόξα Ὄχι μόνο σέ ἀπαλλάσσει ἀπό τά δεινά ἀλλά μπορεῖ νά σέ κάνει ἔνδοξο καί λαμπρό. Στήν ἀρχή καί στό τέλος τῆς προσευχῆς μνημονεύει τόν Πατέρα καί τούς οὐρανούς, ὥστε νά παρακινηθεῖ ὁ ἀκροατής, πού ἔχει τέτοιο Πατέρα, νά ἐγκαταλείψει τό γήινο φρόνημα καί νά μή γίνει θηρίο. Πρέπει νά γίνουμε παιδιά Του ὄχι μόνο μέ τή χάρη Του ἀλλά καί μέ τά ἔργα μας. Καί αὐτό πού μᾶς ἐξομοιώνει μέ τόν Θεό εἶναι νά συγχωροῦμε τούς κακούς καί τούς ἄδικους. Γι’ αὐτό καί διατάζει νά κάνουμε κοινή προσευχή καί χρησιμοποιεῖ παντοῦ πληθυντικό (Πάτερ ἡμῶν/Δός ἡμῖν/Ἄφες ἡμῖν/Ρῦσαι ἡμᾶς) γιά νά μή ἔχουμε ἴχνος ὀργῆς πρός τόν πλησίον. Πόση τιμωρία δέν θά ἀξίζουν αὐτοί πού δέν συγχωροῦν; Ὁ Θεός προσπαθεῖ νά μᾶς συγκολλήσει μέ τούς ἄλλους καί νά ἀπομακρύνει ὅ,τι καταστρέφει τήν ἀγάπη, γιατί αὐτή εἶναι ἡ ρίζα ὅλων τῶν ἀγαθῶν.

6










– Γέροντα, πῶς μπορεῖς νά ἀντιμετωπίσης τόν ἄλλον, ὅταν εἶναι νευριασμένος; – Μέ τήν ὑπομονή! – Καί ἄν δέν ἔχης; – Νά πᾶς νά ἀγοράσης! Πουλᾶνε στά σοῦπερμάρκετ!... Κοίταξε, ὅταν ὁ ἄλλος εἶναι μπουρινιασμένος, ὅ,τι καί νά τοῦ πῆς, δέν γίνεται τίποτε. Καλύτερα ἐκείνη τήν στιγμή νά σιωπήσης καί νά λές τήν εὐχή. Μέ τήν εὐχή θά καλμάρη ὁ ἄλλος, θά ἠρεμήση καί θά μπορέσης μετά νά συνεννοηθῆς μαζί του. Βλέπεις, καί οἱ ψαράδες δέν πᾶνε νά ψαρέψουν, ἄν δέν ἔχη μπουνάτσα˙ κάνουν ὑπομονή, ὥσπου νά καλωσυνέψη ὁ καιρός. – Ποῦ ὀφείλεται, Γέροντα, ἡ ἀνυπομονησία τῶν ἀνθρώπων; – Στήν πολλή... ἐσωτερική τους εἰρήνη! Ὁ Θεός τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων τήν κρέμασε στήν ὑπομονή. «Ὁ ὑπομείνας εἰς τέλος, σωθήσεται», λέει τό Εὐαγγέλιο. Γι’ αὐτό δίνει δυσκολίες, διάφορες δοκιμασίες, γιά νά ἀσκηθοῦν στήν ὑπομονή οἱ ἄνθρωποι. Ἡ ὑπομονή ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀγάπη. Γιά νά ὑπομείνης τόν ἄλλον, πρέπει νά τόν πονέσης. Καί βλέπω πῶς μέ τήν ὑπομονή σώζεται ἡ οἰκογένεια. Εἶδα θηρία νά γίνωνται ἀρνιά. 7


ȓǮǓdžǐǍǑljǛǜDŽǘljǑnjǑDŽ

ǻNjǑǗǚƬǙǏNjǤǙǑǗǚƱǍǗǓǤNjǗǚ ƮȠǕljǑǍȶǒǗǓǦǜǍǙǗǕǕDŽǾNjNjǙDŽǠǍǑǒDŽǘǗǑǗǚǾǖǮǙǟʡǚǜdžǕǮǓdžǐǍǑljǛǜdžǕǠǝǟdž ȯǘǡǚ ǛǜǤǒǍǙLJǘǗǥnjDžǕȂǟǍǑǟljǙljǟǐǍʯ ǘljǙDŽǕDŽǘǙǗǛǘljǐdžǛǍǑǕDŽNjǙDŽǠǍǑǮǙNjǤǜǍǙlj NjǑDŽǕDŽ ǖǍǙǑǎǦǛǍǑȯǛljnjǑnjDŽNjǔljǜljǒljLJnjǤNjǔljǜljNjǙDŽǞǜǏǒljǕǘǙˉǜlj njǑǤǜǑNjLJǕǍǜljǑǛǥNjǟǝǛǏ ǒljLJǮǜljǖLJlj ƮȠǕljǑǒljǓǥǜǍǙǗǕDŽǘljǜǍʯǒDŽǘǗǑǗǚǛDžnjǙǤǔǗǓǍʯǗǒljLJȫǔljǓǤ ǘljǙDŽǛDžǮǕǦǔljǓǗ ǒljLJnjǥǛNJljǜǗȄǘLJǛǏǚǕDŽǒljǓǓǑǍǙNjǍʯǟǡǙDŽǞǑǘǗǥǘǗǓǓDžǚǞǗǙDžǚȂǟǍǑǒljǓǓǑǍǙNjǏǐǍʯ ȈǜǛǑǍȠǕljǑǒljǓǥǜǍǙǗǕDŽǾNjNjǙDŽǠǍǑǾǖǮǙǟʡǚǛDžǠǝǟdžǘǗǥnjDžǕǜdžǕǟDŽǙljǖljǕǓǤNjǗǚ ǔǗǟǐǏǙǤǚǒljLJNjǙDŽǔǔljǜljǒljǒLJljǚƭǑǤǜǑȫǍȶǛǍNJdžǚǒljǓǓǑNjǙDŽǞǗǚǐDŽǍȠǟǍǒDŽǕǍǑnjǥǗ ǘǙDŽNjǔljǜljqǕDŽǾǖljǞljǕLJǛǍǑǜDŽǘǙǗǏNjǗǥǔǍǕljNjǙDŽǔǔljǜljǒljLJǔǍǜDŽǕDŽNjǙDŽǠǍǑǜDŽǘǓDžǗǕ njǤǒǑǔljǒljLJǜDŽDzǖǑljǕDŽǔǍLJǕǗǝǕƼDŽǟljǙDŽNjǔljǜljǒljLJǜDŽǛǥǔNJǗǓljǜʡǚǘǗǕǏǙǑʕǚȂǟǗǝǕ ǔǍNjDŽǓǏǛǏǔljǛLJljnjǑǤǜǑǘǙǗǒljǓǗʾǕǘDŽǐǏǒljLJǘǙǗNJǓdžǔljǜljƬǑljȶǜǤǍȠǕljǑǛǘǗǝnjljʯǗǜǤ ȂǙNjǗljȶǜˉǕǘǗǥȂǟǗǝǕǮǕljǓDŽNJǍǑǜdžǕǘljǑnjljNjǡNjLJljǒljLJǜdžǕǘǙǗǛǜljǛLJljǜʡǚǠǝǟʡǚ ǶǘǤǛǘƫƠƴǤNjǗǝ

  ȓ ǾNjNjǙljǞdž ǜʡǚ ǮǓdžǐǍǑljǚ ǛǜdžǕ ǘljǑnjǑǒdž Ǡǝǟdž NjǑDŽ ȯǓlj ǜDŽ ǐDžǔljǜlj ǜʡǚ ǎǡʡǚ ǘǙǗǛǡǘǑǒʡǚ ǒǗǑǕǡǕǑǒʡǚ ǾǐǕǑǒʡǚ ǘǙDžǘǍǑǕDŽǍȠǕljǑǞǙǗǕǜLJnjljȮǟǑǔǤǕǗǜˉǕNjǗǕDžǡǕ  njljǛǒDŽǓǡǕ ǛǝNjNjǙljǞDžǡǕǮǓǓDŽǒljLJǜˉǕƵƵƮ NjǑljǜLJljȶǜDŽǜǦǙljǘǑDŽǔǍNjǍǐǥǕǗǝǕǜDŽ ǘǙǗNJǓdžǔljǜlj ǜDŽǘǙǗNJDŽǓǓǗǝǕǒDŽǐǍȋǔDžǙljǒljLJǜǤǟǍǑǙǤǜǍǙǗǒljǓǗʾǕǕDŽǾǒǞǙDŽǛǗǝǕǜdžǕ DzǘǗǠdžǜǗǝǚȎDzǛǟǍǜǗǑȎǔǍǙǗǓǏǘǜǑǒǗLJȎǮnjǥǕljǔǗǑǕDŽǾǘǑǒǍǕǜǙǡǐǗʾǕǾǘǑǛǜǏǔǗǕǑǒDŽ ǛǜDŽǐDžǔljǜljǮǓǓǾǒǜǙDžǘǗǕǜljǑǛDžǛǟǤǓǑljǮǕǜǑǍǘǑǛǜǏǔǗǕǑǒDŽ ȚnjǍǗǓǗNjǑǒDŽ ǮǕǜǑǍǒǒǓǏ ǛǑljǛǜǑǒDŽȎǒljLJǮǕdžǐǑǒlj ljȶǜǗLJǍȠǕljǑ ljȶǜDŽǘǑǛǜǍǥǗǝǕ  ȓǍȶǐǥǕǏǍȠǕljǑǜʡǚƹǗǓǑǜǍLJljǚǒljǑNjǑDŽǜdžǕƹljǑnjǍLJljǘǗǥǘǙǗǛǞDžǙǍǜljǑǒljLJNjǑDŽǜdžǕ ǒljǜDŽǛǜljǛǏǜˉǕƵƵƮ ǘǗǥȂǟǗǝǕNjLJǕǍǑǛǟǗǓǍʯlj ǗțǕǜljǕǜDŽnjǍǚ  ǜˉǕǘljǑnjǑˉǕ ƵǍǙǑǒǗLJǾǒǜǤǚǮǘǤǜDŽNJǑNJǓLJljǟǙǏǛǑǔǗǘǗǑǗʾǕǒljLJǜDŽƵƵƮNjǑDŽǕDŽnjǑnjDŽǖǗǝǕǒDŽǐǍ ǮǕljǒǙLJNJǍǑlj ǕDŽǘǙǗǛNJDŽǓǓǗǝǕǘǙǤǛǡǘlj ȚnjDžǍǚ ǐǍǛǔǗǥǚ ȊǐǑǒdžƪȶǜǗLJǮǒǗǓǗǝǐǗʾǕ ǒDŽǐǍ ǜǑ ǘǗǥ ǍȠǕljǑ Ȃǖǡ ǮǘǤ ǜLJǚ ǘljǙljnjǤǛǍǑǚ ǔljǚ  ǜǤ ǛǝǔǞDžǙǗǕ ǔljǚ  Ƀǚ ǟǦǙljǚ  ǘǗǥǘǙDžǘǍǑǕDŽȂǟǍǑǜdžǐDžǛǏ ǘǗǥǜʡǚǮǖLJǎǍǑǮǕDŽǔǍǛljǛǜLJǚDzǓǓǍǚƮȠǕljǑǔǗǕljnjǑǒǤ ǘljǙDŽnjǍǑNjǔlj ǛǜǤǕ ǒǤǛǔǗ ǮǕǐǙǦǘǡǕ ǕDŽ ǒljǜǏNjǗǙǗʾǕ ǜdžǕ ǘljǜǙLJnjlj ǔljǚ ǒljLJ ǕDŽ ȷǘǗǛǒDŽǘǜǗǝǕǜDŽǐǍǔDžǓǑDŽǔljǚ ǶǛǞljǓˉǚȯǛǗǑǜǤǒDŽǕǗǝǕnjDžǕȂǟǗǝǕǘljǜDžǙljȎǘljǘǘǗʾǘǗǥǘǗǓDžǔǏǛǍǜǤ  ǜǤ   ǐDŽ ȂǓǍNjǍ ȫ ȄǓǥǜǏǚ  ǗȺǜǍ njǑDŽNJljǛljǕ ǜDŽ ǮǘǗǔǕǏǔǗǕǍǥǔljǜlj ljȶǜˉǕ ǘǗǥ ǾǓǍǝǐDžǙǡǛljǕ ljȶǜǤǕ ǜǤǕ ǜǤǘǗ  ǘǟ ǜǗʾ ƳǗǓǗǒǗǜǙǦǕǏ  ƵljǒǙǝNjǑDŽǕǕǏ  NjǑ ljȶǜǤ ǐDžǓǗǝǕǕDŽǔʕǚnjǍLJǖǗǝǕǜǮǔǘǍǓǗǟǦǙljǞDŽǔljǚ 8


ƬǑljȶǜǤǓDžǔǍǛǜDŽǘljǑnjǑDŽ ƵǗǙǞǡǐǍʯǜǍƳDŽǘǗǝȷǘDŽǙǟǗǝǕǘǙǤǛǡǘljȂǔǘǑǛǜlj NJǑNJǓLJljǾǘǗǑǒǗnjǗǔǏǜǑǒDŽƵdž ǜǗǥǚǘǑǛǜǍǥǍǜǍȯǓǗǝǚƳǙLJǕǍǜDžǜǗǝǚǒljLJǮǘǤǜdžǛǝǔǘǍǙǑǞǗǙDŽ ǜLJǚǘǙDŽǖǍǑǚǜǗǝǚ  ǛǜdžǕǗȚǒǗNjDžǕǍǑDŽǜǗǝǚ ǛǜdžǕǘljǜǙLJnjlj ƻljȶǜdžǕǜdžǕǘljǜǙLJnjljnjDžǕǐDŽǎǗǥǛljǜǍǾǓǍǥǐǍǙlj ǕDŽǛǘǗǝnjDŽǎǍǜǍ ǕDŽnjǑljǛǒǍnjDŽǎǍǜǍ  DzǕǒDŽǘǗǑǗǑnjDžǕǮNjǡǕLJǎǗǕǜljǕ njDžǕǛǒǗǜǦǕǗǕǜljǕǘǙǤǐǝǔlj ƪȶǜDŽǜDŽǘljǓǓǏǒDŽǙǑlj ǘǗǥǜǦǙljǜDŽǮǔǞǑǛNJǏǜǗʾǕȯǛǗǑǘǍǙǕǑǗʾǕǜljǑNjǑDŽǛǘǗǝnjljʯǗǑ ǛǜdžǕ Ƽ7 ǒljLJ ǛǜLJǚ ǖDžǕǍǚ ǟˉǙǍǚ  ǍȠǕljǑ ǐljǔǔDžǕlj Ǜ ljȶǜdž ǜdž Njʡ  Ǜ ȯǓǍǚ ǜLJǚ NjǡǕǑDžǚ ƮȠǕljǑǜDŽǐǍǔDžǓǑDŽǔljǚ ƵdžǮǞLJǕǍǜǍǕDŽǜDŽNjǒǙǍǔLJǎǗǝǕljȶǜǗLJǘǗǥǎǗʾǕǛǜdžǎǍǛǜljǛǑDŽǜǗǝǚȎǾǖǝǘǏǙǍǜǗʾǕ ǒDŽǘǗǑǗǝǚ NjǑljǜLJǛǝǔNJljLJǕǍǑǒljLJljȶǜǤ ƱDŽǘDžǛǍǑǜǤǛǘLJǜǑǔljǚǒljLJǐDŽǔʕǚǐDŽǠǍǑ ȵǛǗNjǑljȶǜǗǥǚǘǗǥǔʕǚǓDžǕǍȯǜǑȂǞǜljǑǖǍȋȅǓǓDŽnjlj  DzǚǔǍǜljǒǗǔLJǛǗǝǕǛǜǗǥǚ ǮnjǑǒǏǔDžǕǗǝǚ  ǮǘǤǜdžǕȅǓǓDŽnjljǜDŽǟǙǤǕǑljǛǒǓljNJǑʕǚ NjǑDŽǕDŽǔdžǕȂǟǗǝǕǜǥǠǍǑǚ ǘǗǥȋǘljǜǙLJnjljǔljǚǾǓǍǝǐǍǙǦǐǏǒǍ

9


›½ÆÍÈĥƼÍÖ²ÏÖÐÍÐѽ‹ÍÖ

UΚριτήρια ΦιλίαςV

R

ἀγάπη εἶναι ὅ,τι πιό πολύτιμο ἔχουμε στή ζωή. Δέν εἶναι ἰδική μας ἰδιότητα. Εἶναι ἀντανάκλαση ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ μέσα μας «Ἐμεῖς ἀγαποῦμε, διότι αὐτός πρῶτος μᾶς ἀγάπησεν» (Ἰωάν. Α΄, δ, 19). Αὐτή τήν ἀγάπη τήν χρεωστοῦμε σέ ὅλους. Ἔχουμε ὅμως ἀνάγκη καί τήν ἰδιαίτερη ἀγάπη τῶν φίλων μας. Φιλία ἀληθινή; Ὅταν πηγάζει ἀπό τήν καρδιά ὡς ἀνταύγεια τῆς θείας ἀγάπης (Μή σᾶς φαίνεται παράξενο, καί πρό Χριστοῦ ὁ Ἀριστοτέλης εἶπε ὅτι φιλία ὑπάρχει μόνο μεταξύ δικαίων). Ὅταν ὑπάρχει θαυμασμός καί ἐκτίμηση στόν ἄλλον (Δέν θαυμάζουμε τούς χειρότερους ἀπό μᾶς). Ὅταν θέλουν νά ἀφιερωθοῦν σέ σπουδαῖο ἔργο (Ἠ χαρά γιά τήν ἐπίτευξη τῆς ἐλευθερίας, τῆς εἰρήνης καί ὁ ἀγώνας ἑνώνει στήν ζωή). Ὅταν ὁ χρόνος, ὁ τόπος, ὁ θάνατος δέν ἐπηρεάζουν τούς φίλους. Ὅταν ὑπάρχει φροντίδα γιά τίς δυσκολίες τοῦ ἄλλου. Ἀλλά κυρίως γιά τήν ἠθική πρόοδό του. Θέλει ὅμως καί ἀνταπόκριση στήν ἀγάπη. Εἶναι ἀνάγκη Ὁ Ἀπ. Παῦλος, πού περιφρόνησε τό σῶμα του καί ὑπέφερε εὔκολα καί φυλακίσεις καί ἁλυσίδες καί μαστιγώσεις, καί περιῆλθε ὅλη τή Μεσόγειο, ταράχθηκε, στενοχωρήθηκε ὅταν ἔφθασε στή Τρωάδα, καί δέν βρῆκε τόν ἀγαπημένο του φίλο καί δέν ἔμεινε νά διδάξει. Ὁ Παῦλος περιφρονοῦσε τήν ξηρά καί τή θάλασσα μέ τούς κινδύνους τους. Ὅταν εἶδε τά δάκρυα τῶν φίλων του εἶπε καθαρά «μοῦ σπαράζετε τήν καρδιά». Γιατί ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης εἶναι μεγάλη. Ὁ ἄνθρωπος σ’ ὅλα ἀντέχει ἐκτός ἀπό τή στέρηση τῆς ἀγάπης. Τόν ἐχθρό οὔτε νά μέ ἐπαινεῖ δέν δέχομαι. 10


›½ÆÍÈĥƼÍÖ²ÏÖÐÍÐѽ‹ÍÖ Ἡ φιλία βελ λτιώνει Τόν φίλο, κι ὅταν μέ ἐλέγχει, τόν θέλω κοντά μου. Καλύτερα νά ζῆ κάποιος στό σκοτάδι παρά νά εἶναι χωρίς φίλους (ὄχι αὐτούς πού βρίσκονται μαζί στά συμπόσια). Οὔτε ὁ πυρετός δέν καίει τό σῶμα, ὅσο τήν ψυχή ὁ χωρισμός ἀπό τούς ἀγαπημένους φίλους. Κι ἄν εἶναι μακριά, ἐμεῖς τούς φανταζόμαστε ὅλη τήν ἡμέρα κοντά μας. Ἐάν ἡ φιλία κάποιου σέ βλάπτει, ἀπομάκρυνέ τον ἀπό κοντά σου. Τίποτε δέν εἶναι τόσο βλαβερό, ὅσον ἡ κακή συναναστροφή.

E. Hopper

Ἐκεῖνος πού ἔχει φιλία μέ τούς ἐχθρούς τοῦ βασιλέως (Θεοῦ), δέν εἶναι φίλος τοῦ βασιλέως.

Ἀνδρέας ΓΓεω εωργιάδης (1892-1981) (Ἀ Ἀνδρέας ὁ Κ Κρρής) «Οἱ Φίλοι» εἶναι ἀπό τά ἀριστουργήμ ατα τ ῆ ς ν ε ο ε λ λη ν ικ ῆ ς π ρ ο σ ω π ο γ ρ α φ ί α ς (1950). Δύο σπουδαστές του, ὁ ἕνας δίπλα στόν ἄλλο. Τ Τόό πρόσ ρ σωποο τοῦ τοοῦ ἑνός φωτίζεται. Στό πρρόσωποο τῶν νέων φαίνεται ἡ νεότητα ἀλλά καί ὁ φόβος μππροσστά στό μέλλον· πεερισσότερο στό πρόσσωποο στή σκιά. Τά χέρια ζωγραφισμένα μέ ἰδιαίτερη πρροσοχή χ ρωματίζουν βαθύτερα τήν παρουσ ουσσία τῆς μορφῆς.

11


Ú

Ñy‘y‹‘†„ „ŠyŠŒƍΏ•‚‘~†‘yŠ‹yŠ…‘{~`‚†„Š~Š†š”Œ‰}»‰Ű” „–‹~zˆ~”‘Œƍ‰~Œƍ Œ}‚ì•~–‹~‹ ‘y‚†ˆ`Œ‘‚‘{ʇŒŠŒ‰Œ„ …‘y†Œ

ey‹Ž‘…~¾‹ʏ„`—‚‘~† nĀ•† `‘‚ŠŒ– ‘~Š`‘…~µx‹ŠŒƚ†`¾‰ ‰Œ‹`ʏ„`—“Š~† nZ~zƚ”—Ű”ԕ‚†”ˆ`Œ†~}‹ ‘~‡† n Ā•†  ŒĆ‘‚ }‹ ‘~‡† Ε“ K‹‚–Š~‘†ˆ{” ‚ì~†  ’~ ‘{ ƚ ‰ ‰` x‹ ’` ‘{ Ű” Œ–’‚‹`¢ ß ʋŒz~ Š~” Έ‘†‚ ϋ~ ‹xŒ ‹~{ [‚„`‰Œ ˆ~z ď~žŒ Ԅ†‹~‹ `~Œ‰ ‰`Ώ„~Šx~‘{‹~{µ‚ì•‚Š‚z‹‚†‘{‘xŠ‰Œ nЄŽº{Š†ˆyˆŒx‰~ û‰…ŠŒ–‘y‹—“y ʏ„~—{ŠŒ–‹~f㍂x‘~gˆ~z Šx‘`•yŠ~‘~Œ}΍~†‹~΃‘†~‡~ϋ~z‘†Ԋ‚‹~sϋ~“Š~‘†`ˆ†ˆ~z ‘`ă{‰Œ†~‘`‹Œzˆ†~—~ˆ~zΑ†—Œƍ~K`“ z ˆ“‘{‹Œ˜‘`Š‚‹Œ‘Œƍ ‹~Œƍ ˆ~z ‘Œƍ ‰x“ fK`‘‚ ŠŒ–  {Œ ’x‰‚† ‹` „z‹… ‘{ ‘xŠ‰Œg [Œƍ ‚썂  ˋ`Š†– ˈ~‘ŒŠŠ}†Œ n ‘Ű” ʍŒ•Ű” ʈ‚z‹…” x~†~ fK`‘‚ ŠŒ–  ¾ˆŒ–‚  ‘Œƍ ‰x“ ԕ“ ϋ~ z‘†µ ‘` †`‹‚† ~Ñ` ‘` •yŠ~‘~  º‰ ‰` º‹~‰~Š`‹‚† ‘{ ʈˆ ‰…†~‘†ˆŒ –ŠŒ}‰†Œ ‹` ŠŒƍ z‹‚† ˋ`Š†– •†‰†`†ˆŒ ‘{ ŠŰ‹~  Œ} ~z‹“º{‘`ʋŒzˆ†~ „†`‹~—ƚāŒ—ƚ[‚‘`x‹’~Ž…‘zŒ‘‚‘Œ–” ˆ ‰…Œ‹{ŠŒ–”ŠŒ–g nfe{º‹~‰~Š`‹‚†ˆ~zŠx‘{~~`‹“ˆ~z‚†{‘‚~g nf‰ ‰` ¾ˆŒ–‚n‘Œƍ‰x“ x‹’~‘{‡x…ˆ~‹‚z”ЄŽˆ~z}g ne{ʈˆ ‰…†~‘†ˆ{–ŠŒ}‰†Œ x‚†‹`‘{Š`’…Kƚ”’``…‘x‘Œ†~ º{ƒ~† n fZ~‰`  ’` ‘Œ}” `…”  ŠŒ‘` ‘y‹ ‚æˆ{‹~ ‘Œƍ k†‘Œƍ ‹` Œƍ ㍌•‚’Œƍ‹û‘†x‹’`‘{Œƍ‹xˆ~‹x‹~ nfЋ‘`‡‚† ~Ñ{‘{ă{•ŒŠ~†g

[Œƍ ‚ì~‹ x‹ ºƒy‹‚†” ‹` `‰Œ–Š‚ ˆ~z ‘s ú‹ŒŠ` Œ– fĀ•†  ú•† n‘Œ}” ‰x“ „†~‘z’~•`“‘{‹Š†‘{¢ ŠŒ– ¿Š~’~ˆ`‹‚‘‚~Ñ{‘{š„Š~g eŽ~ `“ ‘y‹ Јˆ ‰…z~ ˆ~z ‘{ ‰x“ ‘{ ‘xŠ‰Œ ˆ~z ˆ ‰~z“ º{ ‘y‹ •~`ŠŒ–ˆ~z‰x“Ns‚Ă•~†‘ƚ k†‘xŠŒ– †{‘†º‡z“‚”ʊx‹~ Š†`ƒ‘“ •y „–‹~zˆ~  Š†` ㍂x‘~  Œ} x‹ º‡z—“ ‘zŒ‘‚  ϋ~  ˆŒ–z†  ‹` ˆ`‹“ ϋ~ ‘x‘Œ†Œ ď~žŒ š„Š~ ‘{ a~{ NŒ– Z~z ‘{ ‰x“ ˆ~z º„~‰ ‰†`—‚‘~† × €–•yŠŒ–Rê ˆ~z†‘‚}“‹``“‘y~†‰‚z~‘ŒƍH‚Œƍ‹`~Œ–†`“

12


~Ñ{

x‹Ε“‘zŒ‘s¾‰ ‰Œ‘y—“yŠŒ–µ‹`ƚfZ}†xŠŒ– ʄŽ‘Œ}”ˆ{Œ–” ŠŒ–‘Œ}”΁“~‹`ƒ‘†`‡“ϋ~Ώ„Œ‘Œa~{NŒ–µx‹Ε“‘zŒ‘‚¾‰ ‰Œg

ŐůŨŦĨŦţŰħŖŨŪśŢţůŤšŨŝũůĨřŧŕŜŝšśħřřLũºƇũºƇśŪŤřŘŢřƇøĨŦŰŝ6ĨřĆŤ !ħŖŧ© ŇŧŘŨŝŮƇ ĨůŨŦŪƇ Šŕ ŕ ŢŧŘŤş ! śŧšŦŰţř řLũŗ Ĩů ħ«Ƈ ũŦŰƇ ŢţşŧšŢŦŰƇø ĨŦŰ ĨŦţţŖƇ ūŦŧŖƇ ŚŕŞŦŪħŝ ūřŧŜŰ ĭ ĨţřũŰ ũů DŤŦħŕ ħřƇƇ ŢřŘ śŧŕūŦŪħŝ īũů ũŖħĨţŦ$AŊřůƇśŖŤŝ ŤŝũŦĨŘũŕŜŝøĨŘũŕŜŝøĨŘũŕŜŝĬŢřŘĨůŢŕũŮŧŬŘŞŦŪŤ Ŧ1ţŘŨũŝƇũäŤŜŮŧşũäŤúĿLũŗ!ĨţºśŪŤřŘŢřøŬŮŧŘƇŤŕŬşĨŧŦŬŮŧŗŨŝšĨŦţŰ ŨũŕĨŤŝŪħřũšŢŕøŢřŤŝħŘřũŖũŦšřŨŢŖŭšøũŗŤAĨŦŘřŦPũŝħŝÈƇŦ1ũŕŬřĨŧŦşśù ħŖŤŦšĨŤŝŪħřũšŢäƇŜŖŤŢŕŤŦŪħŝúŐŖũŦšŝƇŭŪŬŦ×ţŝƇøŢřŠřŧŖƇŭŪŬŖƇøī_ŤŦLŢ&Ť ťšŦƇAŢůŨħŦƇĬøũŗŤ!ħŖŧřũºƇŇŧŘŨŝŮƇŠŕ ŕħ«ƇŢŧŘŤŦŪŤí {‘{†‰zŒfk†‘ƛ‘ƛH‚ƛ~~’ŽŠ‚’~g ‘Œƍ•†ŠЍ†ƒH‚Œ“ŒŒ}‰Œ–

13


Μ Μοναχός οναχός Κ Κωνσταντῖνος ωνσταντῖνος Καβαρνός Καβαρνός νέος ν έο ς ἅ ἅγιος ἅγ γιος ττῶν ῶν ἑλ ἑλληνικῶν ληνικῶν κα καίί ἀ ἀγ ἀγγλικῶν γγλικῶν γ γραμμάτων ραμμά άτων

Ἀπεβίωσε πρόσφατα σέ ἡλικία 93 ἐτῶν ὁ σπουδαῖος Ἑλληνοαμερικανός Καθηγητής στό Harvard Κωνσταντῖνος Καβαρνός. Αὐτό πού λίγοι γνωρίζουν εἶναι ὅτι ἐκοιμήθη ὡς ἁπλός μοναχός στό μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἀντωνίου στήν Ἀριζόνα, σ’ ἕνα δηλαδή ἀπό τά εἴκοσι (!) μοναστήρια πού ἵδρυσε, μέ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, ὁ γνωστός ἅγιος Γέροντας Ἐφραίμ Φιλοθεΐΐτης στήν Ἀμερική τά τελευταῖα εἴκοσι χρόνια. Ὁ σπουδαῖος κοσμικά Καθηγητής τῆς Φιλοσοφίας ἐγνώριζε ἄπταιστα, ἐκτός ἀπό τήν Ἑλληνική γλῶσσα, τήν Ἀγγλική, Γαλλική, Ἀρχαία Ἑλληνική καί Λατινική καί εἶχε ἐκδώσει πάνω ἀπό ἑκατό βιβλία, πολλά ἀπό τά ὁποῖα μεταφράσθηκαν σέ ἀρκετές ξένες γλῶσσες. Ἄς σημειωθεῖ ὅτι δέν ἔγινε Καθηγητής σέ Πανεπιστήμιο τῆς Ἑλλάδος ἀκριβῶς ἐπειδή ἦταν χριστιανός. Εἶχε συνδεθεῖ μέ φιλία μέ τόν Φώτη Κόντογλου καί ἀλληλογραφοῦσαν γιά πνευμα ατικά θέμα ατα. Ὅταν ἐρχόταν στήν Ἑλλάδα, δέν παρέλειπε νά ἔλθει στήν Ἱ. Ν. τοῦ Ἁγίου Γεωργίου στόν Διόνυσο. Καί ὁ π. Μάρκος πάντοτε τοῦ ζητοῦσε νά μιλήσει στό ἐκκλησίασμα. Αὐτό ὅμως πού ἔχει σημασία εἶναι ὅτι ὁ σοφός Καθηγητής ἦταν ἕνας ἄνθρωπος μέ γνήσια ταπείνωση, ἕνας πραγμα ατικός νέος ἅγιος τῶν γραμμά άτων. Ὁ Ἑλληνοαμερικανός πρωτοπρεσβύτερος Ἀστέριος Γεροστέργιος γράφει γιά τόν μοναχό Κωνσταντῖνο Καβαρνό καί τά ἑξῆς: «Ὁ Θεός ἐνεφύσησε στήν καρδιά τοῦ ἀειμνήστου Κωνσταντίνου Καβαρνοῦ πνεῦμα ἀγάπης, ἀληθείας, εἰρήνης, ὑπομονῆς, διακρίσεως, ἀνδρείας, ταπεινώσεως, ἐπιμονῆς, τιμιότητας, ἐργατικότητας, λιτότητας, ἐγκρατείας, σωφροσύνης, σοβαρότητας, ἀσκητικότητας, ἀνεκτικότητας, ἀνεξικακίας, καταλλαγῆς, προσευχῆς, ἁγιότητας». Αὐτά γιά νά παίρνουμε κουράγιο καί μεῖς μέσα στίς τόσες σημερινές δυσκολίες. 14

    







 



 

 














ĭıǘĴlj NjǏǑ 

Γ. Σεφέρης

ť

ιά φορά κι ἕνα καιρό, καθώς λένε, ἕνας φούρναρης παράγγειλε σ’ ἕνα φτωχό ζωγράφο νά τόνε ζωγραφίσει τήν ὥρα πού φούρνιζε ψωμιά. Ὁ ζωγράφος ἄρχισε νά δουλεύει, καί ὅταν καταπιάστηκε νά εἰκονίσει τό φουρνιστήρι, ἀντί νά τό φτιάξει ὁριζόντιο, σύμφωνα μέ τήν προοπτική, τό ἔφτιαξε κάθετο, δείχνοντας ὅλο του τό πλάτος· ἔπειτα, μέ τόν ἴδιο τρόπο, ζωγράφισε πάνω στό φουρνιστήρι κι ἕνα καρβέλι. Πέρασε ἕνας ἔξυπνος ἄνθρωπος καί τοῦ εἶπε: «Τό ψωμί, ἔτσι πού τό ’βαλες, θά πέσει». Ὁ ζωγράφος ἀποκρίθηκε, χωρίς νά σηκώσει τό κεφάλι: «Ἔννοια σου· μόνο τά ἀληθινά ψωμιά πέφτουν· τά ζωγραφισμένα στέκουνται· ὅλα πρέπει νά φαίνουνται στή ζωγραφιά!». Ὁ ζωγράφος τοῦ παραμυθιοῦ εἶναι ὁ Μυτιληνιός Θεόφιλος Γ. Χατζημι ημμιιχαήλ, «ἄλλοτε ὁπλαρχηγός καί θυροφύλαξ ἐν Σμύρνῃ». Τό πρῶτο ζήτημα δέν εἶναι ποιός εἶναι μεγάλος καί ποιός εἶναι μικρός, ἀλλά ποιός κρατάει τήν τέχνη ζωντανή. Ἕνας ἀπό τούς ἐλάχιστους ἀνθρώπους, πού βλέπω σά μιά πηγή ζωῆς γιά τή σύγχρονη ζωγραφική μας, εἶναι ὁ Θεόφιλος. Τά ψωμιά του δέν ἔπεσαν· στέκουνται, γιά νά μεταχειριστῶ τά δικά του τά λόγια· στέκουνται καί θρέφουν. Ὁ Θεόφι λος ἦταν ἕνας λαϊκός ἄνθρωπος. Τόν ἔβλεπαν νά ροβολᾶ τούς δρόμους ντυμένος Μεγαλέξαντρος μαζί μ’ ἕνα κοπάδι χαμίνια πού εἶχε ντύσει «Μακεδόνους». Τόν περιγελοῦσαν. Ὅμως ὁ περιπλανώμενος αὐτός ζωγράφος καταναλώθηκε ὁλόκληρος, σάν ἕνας αὐθεντικός τεχνίτης, στό δημιούργημά του. Ὁ Θεόφι λος μᾶς ἔδωσε ἕνα καινούργιο μάτι· ἔπλυνε τήν ὅρασή μας ὅπως αὐγά ζει ὁ οὐρανός, καί τά σπίτια, καί τό κόκκινο χῶμα, καί τό παραμικρό φυλλαράκι τῶν θάμνων, ὕστερα ἀπό τήν κάθαρση ἑνός ἀπόβροχου· κάτι ἀπό αὐτόν τόν πα λμό τῆς δροσιᾶς. Μπορεῖ νά μήν εἶναι δεξιοτέχνης, ὅμως, μιά στιγμή χρώματος καί ἀέρα, σταματημένη ἐκεῖ μ’ ὅλη τήν ἐσωτερική ζωντάνια της καί τήν ἀκτινοβολία τῆς κίνησής της· αὐτό τόν ποιητικό ρυθμό –πῶς νά τόν πῶ ἀ λ λιῶς– πού σ υνδέει τά ἀσ ύνδετα, συγκρατεῖ τά σκορπισμένα καί ἀνασταίνει τά φθαρτά· αὐτή τήν ἀνθρώπινη ἀνάσα πού ἔμεινε σ’ ἕνα ρωμαλέο δέντρο, σ’ ἕνα κρυμμένο ἄνθος ἤ στό χορό μιᾶς φορεσιᾶς· αὐτά τά πράγματα πού τ’ ἀποζητούσαμε τόσο πολύ, γιατί μᾶς ἔλειψαν τόσο πολύ· αὐτή τή χάρη μᾶς ἔδωσε ὁ Θεόφιλος. Τά βιβλία του: φυλλάδες τῆς δεκάρας ἤ σχολικά βιβλία, τριμμένα, γιά τή ζωή τῶν ἀρχαίων, βίοι ἁγίων, ἡ Ὀκτώηχος, ὁ Ἐρωτόκριτος, ὁ Παπουτσωμένος Γάτος καί ἡ Κοκκινοσκουφίτσα, ἄσματα ἡρωικά, ἄσματα ἐρωτικά· κοντά στά βιβλία καί ἡ πινακοθήκη του: εἰκονογραφημένα δελτάρια, φτηνές χρωμολιθ ογραφίες, χα λκομανίες, 15


μαζεμένες ἀπό τήν ἐποχή τῆς νιότης του. Μαζί μέ αὐτά τό σημειωματάριό του· ἕνα χοοντρό δεφτέρι ἀπό στρατσόχααρτο, ὅπου ἀντιγράφει, ἀπό βιβλία καί ἐφημερίδες, ἀπόψεις ἀρχααίων πόλεων καί μνημείων, ἀγάλματα θεῶν, μάχες τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου καί ἄπειρες προτομές παλαιῶν καί σύγχρονων ἡρώων. Αὐτά ἦταν τά μουσεῖα πού εἶδε ὁ Θεόφιλος καί ἀπό αὐτά προσπάθησε νά μάθει ὅ,τι ἔμαθε. Ἕνας ἀπό τούς καλύτερους νέους ζωγράφους μοῦ ἔλεγε τό συναίσθημα πού εἶχε, ὅταν πρωτόειδε ἔργα τοῦ Θεόφιλου: «Μά αὐτός μᾶς γυρεύει πάρα πολλά· γυρεύει νά λέμε ὅλη τήν ἀλήθεια» συλλογίστηκε. Κααί ἡ ἀλήθεια πού μᾶς δίνει ὁ Θεόφιλος εἶναι ὁ ὁλοζώντανος κόσμος του, ἕνας ζωγραφικός κόσμος χω ωρίς τεχνά ν σματα καί χωρίς ὑπεκφυγές, ὅπου τά πράγματα δέν πέφτουν, ὅπως πέφτουν τά ἀληθινά ψωμιά. Κυριευμένος ἀπό τό πάθος τῆς ἔκφρασης, ἀπορροφᾶ καί παράγει ζωγραφική ὅπου τή βρεῖ καί ὅπως μπορεῖ.

ὉΠ Πα αῦλος Μ Μεελᾶς καί ἡ Μ Μυυτιλήνη (ἔἔρργο Θεόφιλου).


Δίλεπτον 5