Page 1

Diasporic

Literature Issue 4, Vol. 1, March 2013


Diasporic Literature

An annual magazine published by Diasporic Literature Spot writers in electronic format. Diasporic Literature Spot is an electronic internet page started in June 2009 as a means of collective expression by writers who belong to the Diaspora.

Diasporic Literature Spot

Electronic address: www.diasporic.org Contact address: P.O. Box 2343, Caulfield Junction, Vic 3161, Australia Phone: (614) 13057426, mail to: lilterature@diasporic.org

Issue 4 - March 2013 © Diasporic Literature 2013 ISSN 1838-9449 These works constitute the property of the individual writers and may not be copied, transferred in any format, electronic or otherwise without the written consent of the creators. If one wishes to get into contact with any of these writers please write to the Diasporic’s electronic address as above.

Iakovos Garivaldis

Founder & Administrator of Diasporic Literature Spot

Editorial Committee

Iakovos Garivaldis Evangelia Aggeliki Pechlivanidou Aris Adanis Dr Christina Tsiardikos George Nikolopoulos

English Editor:

Gabrielle Morgan (Melbourne, Australia)


Greek Editor:

Evangelia-Aggeliki Pechlivanidou (Thessaloniki, Greece)


Spanish Editor:

Dr Christina Tsiardikos (Buenos Aires, Argentina)

Design

Mavrogenis S.A. Thessaloniki, Greece Tel.: +30 2310 700770 - Fax: +30 2310 700767 e-mail: mavrogenis@hol.gr www.mavrogenis.com.gr

Cover: Νίκη Βλάχου


Περιεχόμενα Contents Contenido 6 - Εισαγωγή Τα Σημεία των Καιρών, Iάκωβος Γαριβάλδης 7- Ιntroduction Signs of Times, Iakovos Garivaldis

Ποίηση Poetry PoesÍa 10 - Ψάχνοντας για Ουράνια Τόξα, Άντρια Γαριβάλδη 12- Παράλληλοι, Εύα Σερέτη 13 - Μυθοπλασίες, Δημήτρης Τρωαδίτης 14 - Εσωτερική προσφυγιά, Δημήτρης Τρωαδίτης 15 - Ταραγμένες ώρες, Δημήτρης Τρωαδίτης 16 - Ανορθόγραφη ζωή, Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 17 - Στον ιστό, Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 18 - Ελλειπτική τροχιά, Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 19 - Κατάπαυση πυρός, Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 20 - Εκκωφαντική σιωπή, Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 21 - Καλπασμός, Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 22 - Επιστρέφω, Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου 23 - Εμείς οι παλιάτσοι, Ευάγγελος Κατεβάτης 24 - To μήνυμα του ναυτικού, Ευάγγελος Κατεβάτης 27 - Το αγκάθινο στεφάνι, Ευάγγελος Κατεβάτης 28 - Ποίηση-Πίεση, Γιώργος Αναγνώστου 29 - Η Διασπορά σαν Μετανάστης στην Ελλάδα, Γιώργος Αναγνώστου 30 - Τουλάχιστον Αυτό, Γιώργος Αναγνώστου 31 - Σημεία των καιρών, Χρυσούλα Μαστοροδήμου 32 - Κραυγή εν ερήμω, Τάκης Χατζηαναγνώστου 35 - Απελπισία, Νίκος Μπατσικανής 36 - Αφύπνιση, Νίκος Μπατσικανής 37 - Ελλάδα, 2012, Νίκος Μπατσικανής 38 - Απώλεια, Ειρήνη Ντούρα-Καββαδία


39 - Loss II, Irene Doura-Kavvadia 40 - Το στερνό καμάρι, Θοδωρής Βοριάς 41 - Ελλάδα του ονείρου, Θοδωρής Βοριάς 42 - Παπούτσια, Θοδωρής Βοριάς 43 - Σαν πέφτει το δείλι, Γιώργος Νικολόπουλος 44 - Αρχινάει πάλι, Γιώργος Νικολόπουλος 45 - Σημεία των καιρών Ι, Ιάκωβος Γαριβάλδης 46 - Σημεία των καιρών ΙI, Ιάκωβος Γαριβάλδης 47 - Ποίηση Χαϊκού - Ρένγκα - Τερτσίνες 47 - 9 Χαϊκού - Bραβευμένα από τη ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ''ΤΕΧΝΗ'', Χάρης Μελιτάς 48 - Αξιών κρίση (Χαϊκάι), Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου 49 - Θα’ ρθει ξανά λιακάδα (Ρένγκα), Νίκη Βλάχου 50 - Προσεύχομαι ν’ αναστηθείς Πατρίδα (Τερτσίνες), Νίκη Βλάχου 51 - ‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’, Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης 62 - Όταν ο Θεός Έβρεχε Μυαλό, Παύλος Πολυχρονάκης 63 - Μπρος Γκρεμός και Πίσω Μαύρο Ρέμα, Παύλος Πολυχρονάκης 64 - Κωλοφωτιές (κοινή ονομασία της Πυγολαμπίδας), Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου 65 - Λουκέτο, Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου 66 - Éxodo 3:14, Jorge Anagnostopulos 67 - Éxodo, Jorge Anagnostopulos 68 - Logos Jorge Anagnostopulos 69 - La Victoria Del Tiempo, Ruth Sancho-Huerga 71 - Niño Diamante, Niño De Barro, Cristina Tsardikos

Πεζογραφία Prose Prosa 75 - Βήματα, Άρις Αντάνης 83 - Νυχτερινή Επίσκεψη, Κατερίνα Αξούγκα 84 - Η φάρσα του ράφτη, Λάσκαρης Ζαράρης 87 - Runaway Engine, Manolis Aligizakis 89 - The Literary Expression of Hellenism in New Zealand, Dr George Kanarakis


Άρθρα - Δοκίμια Articles - Essays Artículos - Ensayos 96 - Το παιδί μας και εμείς Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Αφιερώματα Tributes Homenaje 100 - Kυριάκος Ι. Βαλαβάνης - Συγγραφέας - Δημοσιογράφος - Κριτικός Λογοτεχνίας και Θεάτρου 104 - Nάνσυ Χόρτον - Λογοτέχνης 106 - Παναγιώτης Κυρούσης - Εκπαιδευτικός, συγγραφέας, τ. πρόεδρος της Π.Ε.Λ. 111 - William Butler Yeats - Poet 114 - “Nelly” Elli Souyoultzoglou-Seraidari - Photographer 117 - Michalis Kkashialos - Painter


Eλληνική Γλώσσα

Εισαγωγή Τεύχος 4

Τα Σημεία των Καιρών Ορμώμενοι από τα Σημεία των Καιρών, τα κάκιστα σημεία των καιρών τουλάχιστον για την Πατρίδα μας και το μέλλον της, ορμώμενοι από την ανάγκη για εξιλέωση και τη δίψα να επιζήσει το Ελληνικό Έθνος, την απερίφραστα μεγάλη θέληση να αποδείξουμε ότι έχουμε κάτι μάθει από τους Αρχαίους Έλληνες και δεν τα έχουμε όλα χαρίσει στους ξένους, ανοίξαμε αυτό το θέμα στη Διασπορική Λογτεχνική Στοά και θέσαμε εαυτούς «ενώπιος ενωπίω» προς αυτογνωσία και αυτοέλεγχο. Έναν αυτοέλεγχο και μια αυτογνωσία που πηγάζει από την τέχνη και μάλιστα την τέχνη που μπορεί να μας εκφράσει, ως γνώστες των μειονεκτημάτων και των σφαλμάτων μας. Όλα σε μια εποχή με τόσο ραγδαίες εξελίξεις σε παγκόσμια κλίμακα, με τόσες αδικίες σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, μια εποχή που η καλοσύνη και το χαμόγελο θεωρούνται αδυναμία και με σθένος διώκονται. Αυτή την εποχή εμείς και σ’ αυτή την προσπάθεια συνεργαζόμαστε βάζοντας τα δυνατά μας ν’ αποδείξουμε ότι οι σημαντικές καλλιτεχνικές αξίες ποτέ δεν έχουν αρνητικές επιπτώσεις και δεν πρόκειται να λήξουν. Ταυτόχρονα θελήσαμε να αποδείξουμε στο ευρύτερο κοινό πρώτα της πατρίδας μας και κατόπιν του υπόλοιπου κόσμου ότι υπάρχει ελπίδα, γιατί δεν είμαστε οι άθλιοι των αθλίων, όπως μας χαρακτηρίζουν, παρά μόνον εκτρεπόμενοι σε λανθασμένες τακτικές και υποτιθέμενες ανάγκες που εμείς οι ίδιοι δημιουργήσαμε ή μας παρέσυραν να δημιουργήσουμε. Θέλουμε να πιστεύουμε πως έχουμε τη δύναμη, έχουμε τη θέληση, έχουμε την αποφασιστικότητα να προσπεράσουμε τα λάθη του παρελθόντος, να βρούμε τη χρυσή τομή της σωστής στρατηγικής και τη χρυσή συνεργασία μεταξύ μας που θα μας οδηγήσουν σε καιρούς βέλτιστους, τουλάχιστον για τα παιδιά μας. Τα παιδιά και τα εγγόνια μας στα οποία φορτώσαμε τόσες ευθύνες και δεν τα μάθαμε πώς να τις αντιμετωπίσουν. Στους απογόνους μας που φορτώνουμε τόση ιστορία και δεν τους μαθαίνουμε πώς να την εκμεταλλεύονται σωστά. Όταν ο Ηράκλειτος προσεγγίστηκε από τους Εφεσίους για να θεσπίσει νόμους στην πόλη τους, με το περιφρονητικό και υπεροπτικό ύφος που τον χαρακτήριζε και παίζοντας το παιχνίδι ‘κότσια’ με τους νέους τους απάντησε με τη φημισμένη φράση: "τί, ὦ κάκιστοι, θαυμάζετε; ἢ οὐ κρεῖττον τοῦτο ποιεῖν ἢ μεθ' ὑμῶν πολιτεύεσθαι;" (Διογένης Λαέρτιος βιβλίο Θ’). Εμείς όμως που ακόμη χρησιμοποιούμε το αλφάβητο των αρχαίων Ελλήνων, εμείς που ζούμε στη γη που έζησαν και πατάμε τα ιερά χώματα όπου πρωτοστάθηκαν και πρωτοδίδαξαν, έχουμε και μια υποχρέωση παραπάνω που μας βαραίνει… Να συνειδητοποιήσουμε πως όσον αφορά τη σωτηρία της Γλώσσας και της Ιστορίας μας, εναπόκειται σ’ εμάς τους ίδιους να την αφήσουμε αναλλοίωτη και να δώσουμε την ευκαιρία στις ερχόμενες γενεές να κατανοήσουν τη σπουδαιότητά της. Τη σωτηρία ενός Έθνους που δρομολογείται αρχικά από την αναγνώριση της αδυναμίας μας και κατακτάται με τη δίψα μας για βελτίωση. Η δίψα όμως για καλύτερες εποχές και η κακουχία αποτελούν εύφορο έδαφος για τέχνη. Ίσως αν μπορούμε να παράγουμε τέχνη θα μπορέσουμε και να προγραμματίσουμε και να εδραιώσουμε τη διαιώνιση του πολιτισμού μας στη χώρα που τον γέννησε. Το επιζητούμε μέσα από αυτές τις σελίδες ευχόμενοι να τις απολαύσετε κι εσείς, όπως κι εμείς.

Iάκωβος Γαριβάλδης Ιδρυτής, Συντονιστής Διασπορικής Στοάς

6

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


English Language

Ιntroduction Issue 4

Signs of Times They say that thought refers to a mental or intellectual activity involving an individual's subjective consciousness; also that thought has no boundaries, no limits, and possibly that collective thought can never be controlled. We also understand that thought can only survive as long as one’s mind survives; unless of course it is fully transmitted to a different mindset which will live longer and continue to spread. All this is one type of thought within the part that belongs to creative thinking (for more information visit the website by Robert Harris titled “Virtual Salt”). But there’s another type of creative thought mainly residing on the right side of the brain, which can be defined as ‘generative creative thought’. This type of thought may not have been analysed enough in the past. To my way of thinking ‘generative creative thought’ is the only type that can also become timeless; live for ever. Every invention that we use today is the product of generative creative thought. A positive thought the way I would like to define it if I may. Why is it timeless? Well it will be easier to explain if I use an example and here we will consider the invention of airoplane aviation, firstly discovered by Orville and Wilbur Wright in 1903. Today we are still making use of this invention and their idea that started from a simple thought more than a century ago is still extensively used today benefiting mankind enormously. Will this initial thought ever die? Are we ever going to stop flying and forget all about aerodynamics of aviation? Most probably not. That idea will be keep benefiting the world for ever. Presenting here and now a collection of positive generative creative thoughts together in this fourth issue of the magazine “Diasporic Literature” and using as a motive at the “Signs of Times” we live in, where justice plays a smaller and smaller role at every level of our society with time and in the scope of finding the right solution to every one of the world’s difficulties, we want to move forward and prove to those that doubt the ability of creative thought and art to improve our standard of living that it can. With it we dearly want to prove to ourselves that we also can be an integral part of this positive generative creative thought. You will be the judge.

Iakovos Garivaldis Founder, Co-ordinator Diasporic Literature Spot

7

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Ψηφιακός πίνακας του Ιάκωβου Γαριβάλδη με τίτλο "Eucalyptus"

8

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Ποίηση

Poetry PoesÍa


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Ψάχνοντας για Ουράνια Τόξα Άντρια Γαριβάλδη Μελβούρνη, Αυστραλία

Μέσα στη ζοφερότητα του Φθινοπώρου, στη γκρίζα λεωφόρο του δειλινού, μες στη στενή λωρίδα της υδρόσφαιρας και στον αχό τον μακρινό του κεραυνού μιλάει η ώρα των νεκρών κυττάρων που φτάνει απ' το ρεύμα των ρυακιών, -μετά από μια νεροποντή που ξέσπασε ανύποπτακαι καταστάλαξε στην άκρη του γιαλού, γυρεύοντας τους σπόρους κάποιου εργάτη που γλίστρησαν στην άγρια βουνοπλαγιά, πίσω απ' τη σκιά της λεύκας που ταλαντεύεται στην αύρα του καιρού. Ψάχνοντας για το λίγο φως π' απόμεινε της μέρας, κάθισα στην απόμερη γωνιά του πέτρινου δάσους κι είπα πως... δεν υπάρχει αύριο, έτσι... για να ζητήσω τη ζωή στο σήμερα. Η πράσινη βαφή των φύλλων άδραξε τη συνείδηση γεμίζοντας το μάτι με τη γλύκα της ζωντανής αιμοσφαιρίνης, κείνο το αίμα που ρέει στις φλέβες του σύμπαντος και τις γεμίζει με υπάρξεις που δεν έχουν γεννηθεί, μα περιμένουν στην κυοφορούσα φλούδα της γης, και στη σκουρόχρωμη κορδέλα που φοράει ο άνθρωπος στο κρανίο για να ξεχωρίζει από τ' άλλα πράγματα της φύσης.

10

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Ψάχνοντας για Ουράνια Τόξα Άντρια Γαριβάλδη

Μα, τα ρυάκια στέρεψαν, τα μονοπάτια χάθηκαν κι ο δρόμος της επιστροφής σβήστηκε κάτω απ' τη σκόνη της σκουριασμένης ατμόσφαιρας και διέλυσε τις όσες ελπίδες πρόλαβα να οργώσω στο καβουρδισμένο χώμα των αισθήσεων. Το χρυσαφί του ήλιου που γυάλισε στην άκρη της Εδέμ ζωήρεψε τον τόνο της σιωπής και γέννησε τον άτακτο σκοπό τ' ονείρου που όλο ψάχνει την άλλη όψη της δημιουργίας, την άλλη ερμηνεία της μετάνοιας για τη δολοφονία μιας χούφτας αστεριών που είχαν ριζώσει στις ζωές μιας μάζας ανθρώπων που έζησαν κάποτε... Ναι, που έζησαν κάποτε... στο χρυσαφί ενός ήλιου, μες στο χώμα των αισθήσεων, στη σκόνη της ατμόσφαιρας, στης γης τη φλούδα που κυοφορεί, στην πράσινη βαφή των φύλλων, πίσω απ' της λεύκας τη σκιά στην άγρια βουνοπλαγιά, στην άκρη του γιαλού, μετά από μια νεροποντή που ξέσπασε ανύποπτα, μέσ' απ΄ το ρεύμα των ρυακιών και στον αχό το μακρινό του κεραυνού, μες στη στενή λωρίδα της υδρόσφαιρας, στη γκρίζα λεωφόρο του δειλινού, μέσα στη ζοφερότητα του Φθινοπώρου μιας ατέρμονης πορείας ψάχνοντας... για ουράνια τόξα.

11

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Παράλληλοι Εύα Σερέτη Αθήνα, Ελλάδα

Στη γη που με κάλεσαν ήρθα από ένα παράλληλο σύμπαν· να τραγουδώ στους ανέμους ακούραστα, και να φυσώ τον αυλό που μου χάρισαν, σ’ έναν ήλιο καινούριο, γενναίο που ανθίζει από τούτο το χώμα. Μυστικά περπατούν οι θεοί κι οι σοφοί που αγκαλιάζουν το σύμπαν μου· έλα, εσύ που ξεχνάς τη θωριά σου, να υψώσουμε τούτο τον ήλιο ταπεινά, θαρρετά και με δύναμη, που η γνώση του κόσμου δε φτάνει.

Ευαγγελία Σερέτη

12

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Μυθοπλασίες Δημήτρης Τρωαδίτης Μελβούρνη, Αυστραλία

Μυθοπλασίες στη δυστοπία τέχνη για επιβίωση και τα μυαλά στα κάγκελα του ανορθολογισμού πόσο θ΄ αντέξεις κρεμασμένος στα παρακλάδια της μοντέρνας προϊστορίας ξεγλυστρούν τα δευτερόλεπτα λαιμητόμοι στα υγρά πεζοδρόμια της ξετρελαμένης έπαρσης στα πλακόστρωτα κείτονται οι αυλακιές σαν αυτές που μας παιδεύουν αιώνες τώρα λαξεύοντας τις διαδρομές μας χαράσσοντας τις βραγιές στ’ ατελείωτο χωράφι των σφυγμών μας

13

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Εσωτερική προσφυγιά Δημήτρης Τρωαδίτης Μελβούρνη, Αυστραλία

Γεωμετρικά σχήματα

απόπειρα περιπλάνησης

εφαπτόμενες επιστροφές

σε νεκροπόλεις

νόστιμον ήμαρ

που σφύζουν από ζωή

στα αφυδατωμένα κορμιά μας

κατάδυση σε τάφους

έρωτες αλήστου μνήμης

με αρκετή φασαρία ύπνος ίδιος με λιτανεία

εκεί και η ανησυχία

μύχιων σκέψεων

για τον καταποντισμό μας

εξορισμένων ονείρων

λέξεις ίδιες

στιλέτα στην καρδιά μας

διαφορετικές έννοιες

ανάπλαση

υποδύονται τα νάματα

αναβάθμιση

μιας πρότερης ζωής

ερήμωση εξορία εσωτερική

σεργιανάμε

ίδια με τη μετανάστευση του '50

σε κατακερματισμένες ώρες νυν υπέρ πάντων ο αγών

έτσι οι γραμματικοί κανόνες

οι πληγές ακόμα ανοιχτές

μας συνοδεύουν παντού

απόπειρα ταξιδιού

αμπαρωμένοι στα αιμοσφαίριά μας

σε τόπους υπό αίρεση

εμπόδια ανυπέρβλητα όταν βάζουμε καθήκον να διαβούμε πεζή τα ρευστά σύνορα της εσωτερικής προσφυγιάς μας

14

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Ταραγμένες ώρες Δημήτρης Τρωαδίτης Μελβούρνη, Αυστραλία

Στις ταραγμένες τούτες ώρες το κακό μας ξαναβρήκε όπως δυό μακρινοί εχθροί που συναντιούνται μετά από χρόνια

15

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Ανορθόγραφη ζωή Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου Λεμεσός, Κύπρος

Πόσο καιρό κρατάει μια ανάγκη; ΄Αραγε πόσες μέρες θα μετρώ τις ώρες Μέχρι που θα ματώσουνε τα χείλη Τις λέξεις χαρακώνοντας με τόσο πόνο; Μπαίνουν σαν φίδια οι έγνοιες μες στη σκέψη μας Να κατατρώνε μιας χλωμής λιακάδας απολήξεις Πόσο καιρό κρατάει ένας φόβος; Και περπατάμε δίχως να βαδίζουμε Και ακουμπάμε δίχως να αισθανόμαστε Με εισπνοές χωρίς του οξυγόνου τη ροή Στους πνεύμονες του ονείρου μας Πιο κόκκινα τα μάτια από το αίμα μας Αγρυπνία! Τις νύχτες μελετάμε επιμελώς τις μέρες Και συλλαβίζουμε κανόνες ανορθόγραφης ζωής

16

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Στον ιστό

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου Λεμεσός, Κύπρος

Στον ιστό ανέβηκε δειλά Σεμνά η ύπαρξή μας Υπό τους ήχους παραινέσεων Εμβατηρίων και σκοπών Να κυματίσει κάτω από ήλιους και φεγγάρια Μέσα σε νέφη που τις μέρες εγκλωβίζουν Στα γκρίζα και στα μαύρα του χαμού Μα έχει το πένθος Το κάθε πένθος Μια ώρα π΄αγαπάει τη ζωή Όπως η μάνα αγαπά το βρέφος Και με συνέχεια το θρέφει στην αγκάλη της

17

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Ελλειπτική τροχιά Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου Λεμεσός, Κύπρος

Mια φυλακή οι σκέψεις που προσμένω Οι πράξεις που επιθυμώ Τα λόγια που θα ήθελα ν ΄ακούσω Από στόματα που δε μυρίσανε την άνοιξη Μονάχα κάθισαν σ΄ένα στερνό του ανέμου πέρασμα Κρατώντας μια νιφάδα από χιόνι αμετανόητο Πόρτα κλειστή όσα δε μου΄δωσαν Όσα δε ζήτησα Όσα δε γύρεψα από τα δυο μου χέρια Από τα δυο μου χείλη όλα εκείνα που δε φύγανε Και μου κρατήσανε τον κόσμο μου Σε μια μικρή κλωστή επάνω Ευαίσθητη και εύθραυστη σαν το ταξίδι που δεν έγινε Με δυο μονάχα μες στα μάτια αποσκευές Πριν από πόδια να κινάνε Και πριν το Ναι χαράξει μες στη μέρα Προτού κεντήσουνε οι νύχτες τα δίκτυα τα γκριζωπά Κι εκεί να μένουνε να σπαρταρούν Ψάρια οι λέξεις που δεν είπα και δεν άκουσα Χέλια τα λόγια που δεν πιάσανε οι ανάσες μου Να΄χουν να συνεχίζουνε το δρόμο της αγάπης Τώρα βουβός καιρός Σωπαίνει μες στις καταιγίδες Κοιμάται μες στις θύμησες Αργά τα βήματά του επάνω σε ένα όνειρο που τρέχει Λειψά τα σύμφωνά του επάνω σε μια πρόταση ζωής

18

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Κατάπαυση πυρός Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου Λεμεσός, Κύπρος

Νύχτωσε Και βγήκε το φεγγάρι μας θολό Πίσω από σύννεφα να κρύβει την ορφάνια του Κανένα άστρο ως συμπλήρωμα Της επιβράδυνσης φωτός Οι ίδιες μόνο μισοσκότεινες λέξεις Και μια κατάπαυση πυρός Που πιότερο τις μάχες μας φουντώνει

19

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Εκκωφαντική σιωπή Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου Λεμεσός, Κύπρος

Κουρασμένος ένας ήλιος Περιφέρεται αργά στους δρόμους του μεσημεριού Σταματά για λίγο στη γωνία Εκεί μπροστά σ’ ένα χαρακωμένο χέρι Σε μια ρακένδυτη ζωή Σκύβει, ακουμπά τις ενοχές του Με εκκωφαντική σιωπή εκείνες Πέφτουν στο τσίγκινο πιατάκι της ανέχειας

20

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Καλπασμός

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου Λεμεσός, Κύπρος

Με χαίτη αλόγου, χλιμίντρισμα ανθρώπου Που αμολιέται μέσα στα λιβάδια της βροχής Πρασινισμένα απ΄ τις υγρές της νύχτας δωρεές Ένα όνειρο καλπάζει μες στη σκέψη Πάνω από γκρίζες λεωφόρους Απαγορευτικές πινακίδες διακίνησης Δίχως σύνορα χωρίς σταθμούς Με το ρυθμό μονάχα Απ΄ το τύμπανο ανάκαμψης

21

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Επιστρέφω

Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου Λεμεσός, Κύπρος

Σαν Οδυσσέας επιστρέφω Την Ιθάκη ψάχνοντας Λογής λογής μνηστήρων Και το μακρύ, παρθενικό της Πηνελόπης πέπλο Μες στη φαρέτρα μου όλα τα πέλαγα Που με ταξίδεψε του Αίολου η οργή Κι όλα τα βότανα που με κρατήσαν εραστή Της γης που ψιθυρίζει καημούς Ανάμεσα στα σάπια φύλλα Μα είμαι δω Με τις χιλιάδες χρόνια στα μακριά Στα μαύρα, νεανικά μου τα μαλλιά Με χέρια που έχουνε βουτήξει Στο υλικό της αφθαρσίας Να χτίσω θέλω τους καινούριους μου βωμούς Για τους καινούριους μου Θεούς Κι ευλαβικά θυσίες να προσφέρω Στης χώρας μου τη δύναμη και αίγλη

22

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Εμείς οι παλιάτσοι Ευάγγελος Κατεβάτης Βανκούβερ, Βρετανική Κολομβία, Καναδάς

Εμείς οι παλιάτσοι Της χώρας τ’ ουρανού της θάλασσας και του φωτός Εμείς οι παλιάτσοι Τα παιδιά με τα πλατιά χαμόγελα και τα μεγάλα μάτια Εμείς οι παλιάτσοι της ζωής Παιδιά νικητών, παιδιά ηττημένων Εμείς οι παλιάτσοι της ζωής Της χώρας τ’ ουρανού, της θάλασσας και του φωτός Τα παιδιά με τα πλατιά χαμόγελα και τα μεγάλα μάτια. Εμείς που δεν πάθαμε Εμείς που δεν είδαμε Εμείς που δεν κάναμε Νίκες, ήττες, μάχες Εμείς, που στον αγώνα μπήκαμε Κρατώντας τις βαριές σκυτάλες. Βαριές απ’ αγώνες Βαριές από ήττες και νίκες Βαριές από δόξες Βαριές από λάθη Εμείς τα παιδιά των μεγάλων Εμείς τα παιδιά των μικρών Εμείς τα παιδιά των γενναίων Εμείς τα παιδιά των ασήμαντων Εμείς οι παλιάτσοι Της χώρας τ’ ουρανού της θάλασσας και του φωτός Τα παιδιά με τα πλατιά χαμόγελα και τα μεγάλα μάτια Παιδιά νικητών, παιδιά ηττημένων Σε Σας, εδώ σ’ αυτή την εκκλησιά Τη δίχως λιβάνι, τη δίχως παπά, τη δίχως καμπάνα εκκλησιά, θα πούμε… Δεν είναι ύμνος αυτό που θ’ακούσετε Δεν είναι θούριο ή θρήνος Δεν είναι καν τραγούδι Είναι ένα ξέσπασμα ψυχών, νέων ψυχών Ανθρώπων, δεμένων με το χθες Δεμένων με το σήμερα, δεμένων με το αύριο Της χώρας τ’ ουρανού της θάλασσας και του φωτός

23

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Εμείς οι παλιάτσοι Ευάγγελος Κατεβάτης

Είναι ένα ξέσπασμα ψυχών, των παιδιών Με τα πλατιά χαμόγελα και τα μεγάλα μάτια Παιδιών νικητών, παιδιών ηττημένων. Πρωτόδαμε το φως του ήλιου Μέσα στα συντρίμμια, τις στάχτες Και τους καπνούς του πολέμου. Με το φόβο αδελφό και το μίσος πατέρα, ανδρωθήκαμε Και πιστέψαμε, ελπίσαμε και πλάσαμε Κι’ αναστήσαμε Ό,τι κατεστραμμένο και ρημαγμένο Ό,τι πατημένο και νεκρό. Δώσαμε στη ζωή τη ζωή μας Δώσαμε την πνοή της πνοής μας Δώσαμε στην ψυχή την ψυχή μας Κι’ αναστήσαμε Τη χώρα τ’ ουρανού της θάλασσας και του φωτός Μας είδαν οι ξένοι και μας φθόνησαν Μας είδαν οι ξένοι και μας μίσησαν Μας είδαν οι ξένοι και μας φοβήθηκαν Και μας στείλαν κατάρα Για να πάθουμε Για να υποφέρουμε Για να γονατίσουμε Για να ικετέψουμε Και μείς, πάθαμε, υποφέραμε, γονατίσαμε, ικετέψαμε. Και μάθαμε ότι, εμείς οι παλιάτσοι Τα παιδιά με τα πλατιά χαμόγελα και τα μεγάλα μάτια Τη χώρα τ’ ουρανού της θάλασσας και του φωτός Πρέπει να κυβερνάμε.

24

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

To μήνυμα του ναυτικού Ευάγγελος Κατεβάτης Καναδάς. Το ποίημα αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στις 22 Σεπτεμβρίου 1977 στην Ελληνοκαναδική εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ του Βανκούβερ, Βρετανική Κολομβία, Καναδά.

Αν τύχει, φίλε, και διαβείς απ’ το στενό σοκάκι Της γειτονιάς που τα παιδιά χορεύουνε συρτάκι Όταν γυρνούν απ’ την δουλειά τ’ απόβραδο Κι οι κοπελιές βγαίνουν στα παραθύρια Το βλέμμα σήκωσε ψηλά κι ατένισε την κοπελιά Που δε φορά στολίδια, κι έχει το βλέμμα στο κενό Ίσα ριχτό, χαμένο Κι όταν γελά, χαμογελά με πρόσωπο θλιμμένο Σαν όνειρο που χάνεται στο διάβα και πεθαίνει. Αν τύχει, φίλε, και διαβείς απ το στενό σοκάκι Της γειτονιάς που έζησα χορεύοντας συρτάκι Τ’ απόβραδα Και δεις την άνοιξη ψηλά στο παραθύρι μόνη, Σαν κάποιο που κουράστηκε άμοιρο χελιδόνι Να ξαποσταίνει, φύγε. Πάρε το δρόμο το στενό που βγάνει στο λιμάνι Κι έλα στην θάλασσα κοντά, κάθισε στο μουράγιο Να δω μέσα στα μάτια σου τα μάτια τα δικά της Μήπως ξανάβρω την ψυχή που μούκλεψε το κύμα Όντας το πλοίο έρμαιο μέσα στην καταιγίδα Παράδερνε σαν το πουλί που τούστησαν καρτέρι Σε μακρινό περίπατο η μπόρα και τ’ αγέρι. Ελα να πάρεις μήνυμα απ’ τ’ αφρισμένο κύμα Που σπά στο τσιμεντόχτιστο μουράγιο να το πάς Στην κόρη που μαραίνεται πάνω στο παραθύρι Και καρτερεί τα βήματα ν’ ακούσει τα χαμένα Επάνω στο πλακόστρωτο, που άκουγε παλιά Όντας κάθε απόβραδο γυρνούσα απ’ την δουλειά. Αν τύχει κι έχουνε φτερά τα πόδια σου μην στέκεις Ο φτεροπόδης άγγελος γίνε για την αγάπη Και τρέξε στο σοκάκι της να πεις το μήνυμά μου. Πες της πώς είν’ ανώφελο να καρτερεί ακόμα Πες της πώς είν’ ο θάνατος που με κρατά δω κάτω Πες της πώς είναι ο Θεός που … αγαπά τον κόσμο Πες της ακόμα πώς εγώ της δίνω την ευχή μου Από της θάλασσας τ’ απύθμενα σκοτάδια Να ευτυχίσει στη ζωή Ν’ αρχίσει να χαμογελά, ν’ αρχίσει να χορεύει

25

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

To μήνυμα του ναυτικού Ευάγγελος Κατεβάτης

Να τραγουδά και ν’ αγαπά καθώς και πρώτα. Δεν ήταν φτεροπόδαρος ο άγγελος που ήρθε Ήταν αυτός ο κουζουλός ο γιος της Καλλιρρόης Που όλοι τον πειράζανε στις γειτονιές του κόσμου. Ήταν κοντός κι αδύνατος, είχε μεγάλη μύτη Κι ένα πλατύ χαμόγελο, σα θάλασσα μεγάλο. Ένα καπέλο φόραγε μικρό και ξεφτισμένο “Σαν την ζωή σας είν’ αυτό”, εφώναζε στον κόσμο. Ήρθε λοιπόν και στάθηκε, εσήκωσε το βλέμμα Κι ατένισε την κοπελιά μα τίποτε δεν είπε. Ειδ’ ένα πρόσωπο χλωμό, αγγελοκαμωμένο Να ‘χει το βλέμμα στο κενό, ίσα ριχτό, χαμένο Είδε και τον βασιλικό γυρτό και μαραμένο Και γιασεμιά απότιστα και κρίνα και ζουμπούλια Είδε και παραμέσα της τον πόθο τον μεγάλο Να ξαναδεί το ταίρι της, να ξαναβρεί τον άντρα. Ήταν να πει το μήνυμα, μα μήνυμα δεν είπε Σκύβει τους ώμους ο τρελός, την ανηφόρα παίρνει Στρίβει στο δρόμο του ζερβά που βγάνει στο λιμάνι Κι εκεί στο τσιμεντόχτιστο μουράγιο ανακαθίζει Ρίχνει το βλέμμα στο κενό, ψάχνει να βρει το βλέμμα Που του ‘δωσε το μήνυμα πίσω να του το δώσει. Όλο νερό, μόνο νερό το βλέμμα συναντάει Ούτ’ ένα κύμα δεν μπορεί να σπάσει στο μουράγιο Μήπως ακούσει τη φωνή του πεθαμένου ναύτη. Γαλήνεψε η θάλασσα, γαλήνη και αστέρια Κάνουν απόψε συντροφιά στον κουζουλό του κόσμου.

26

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Το αγκάθινο στεφάνι Ευάγγελος Κατεβάτης Βανκούβερ, Βρετανική Κολομβία, Καναδάς

Ευλαβικά θα σκύψουμε κι εφέτος το κεφάλι Πάλι να προσκυνήσουμε τα Πάθη σου Χριστέ μου. Λιβάνι θε να κάψουμε σε εκκλησιές γεμάτες Από μορφές λυπητερές και μετανοημένες Μορφές που σε κοιτάζουνε με φόβο κι αγωνία Και με κατάνυξη υμνούν τα Άγιά σου Πάθη Νοιώθουνε δε πως είν’ αυτοί επάνω στο σταυρό σου Και πως φορούν ολημερίς τ’ αγκάθινο στεφάνι Αυτό που φόραγες εσύ και τό ‘χεις αφημένο Κληρονομιά στους δύστυχους όλου του κόσμου ετούτου. Δάκρυα θε να χύσουμε σε όλη την Ελλάδα Άντρες, γυναίκες και παιδιά, νέοι, γριές και γέροι Για να ξεπλύνουμε καρδιές και παραπτώματά μας Ξεφύγαμε απ’ το δρόμο μας τα τελευταία χρόνια Και φέτος μας φορέσανε αγκάθινο στεφάνι Να υποφέρουμε μαζί με το Θεάνθρωπό μας Να νοιώσουμε τον πόνο σου, και την οργή σου ακόμα Γι αυτούς που μας σταυρώνουνε τα τελευταία χρόνια Και προσπαθούν καταστροφή να φέρουνε στη χώρα. Χωρίς να ξεχωρίζουμε και τους πολιτικούς μας Όπου Πιλάτοι γίνανε το Έθνος να σταυρώσουν Κι αιτίες δώσαν άφθονες στους κακολογητές μας “Νίπτω τας χείρας” είπανε, δεν είμαστε οι φταίχτες Και μου θυμίζουν Βάρναλη, τους στοίχους των μοιραίων “ποιός φταίει, ποιός φταίει κανένα στόμα, δεν το ‘βρε και δεν το ‘πε ακόμα” Κι αν είν’ να πιεί η χώρα μας και το ποτήρι ετούτο Σηκώστε τα κεφάλια σας, ανοίχτε τις καρδιές σας Και προσευχή υψώσετε στον Παντοδύναμό μας Να στείλει τον σωτήρα μας, να πάρει το σταυρό μας Να καταστρέψει για καλά τ’ αγκάθινο στεφάνι Να μη ματώνει του λαού τ’ αθώο πρόσωπό του Για να γιορτάσουμε μαζί σ’ όλη την οικουμένη Τα Άγια τα Πάθη του και την Ανάστασή μας.

27

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Ποίηση-Πίεση Γιώργος Αναγνώστου Οχάιο, Αμερική

Αργά το απόγευμα σχεδόν βραδάκι. Πατητήρι μεροκάματου πάνω-κάτω πάνω-κάτω σφραγίζει μάρκα πήγαινε-έλα πήγαινε-έλα μονόχνωτο μεθύσι στράγγιξε τη μέρα. Απόσταγμα καθημερινότητας τρικλίζει τικ-τακ τικ-τακ ρέστα ψιλικατζίδικου σε χαραμάδες σόφα στης εξάντλησης τη ράχη στου ονείρου το χαγιάτι γητευτής θέματος λεπτού σσσσσ σσσσσσσ μονόφθαλμος όφις κλείνει μάτι στου χρόνου το γινάτι παραμύθι επιμένει πατητήρι πατητήρι παρατηρητήριο ποτήρι δώσ' του πόθο να ραντίσει ραντεβού κλωστή να ντύσει με συμφώνου παφλασμό τλικ-τλακ τλικ-τλακ στου καντράν τον καλπασμό υπόσχεση office τσιγάρο προσφέρει σπιθαμή σπίθας παζαρεύει πάρε-δώσε πάρε-δώσε στο ζόρισμα της σχέσης ένα ποίημα τουλάχιστον να σκαρφιστεί.

28

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Η Διασπορά σαν Μετανάστης στην Ελλάδα Γιώργος Αναγνώστου Οχάιο, Αμερική

Η μαύρικη ελληνική διασπορά αυτή η παντρεμένη έξω από την ομογένεια Η σκούρα ελληνική διασπορά αυτή που βλέπουν έξω σαν κατώτερη σκούρα Η καφέ ελληνική διασπορά αυτή που βιώνει τον αποκλεισμό του μεικτού Η πορτοκαλί ελληνική διασπορά αυτή που δεν επαναπαύεται στη λευκότητά της Η έγχρωμη ελληνική διασπορά αυτή που θα μαχαιρωθεί τα μεσάνυχτα σε σταθμούς μετρό «ελλάς» Η rainbow ελληνική διασπορά αυτή που θα προπηλακιστεί στην Ομόνοια Η ελληνική διασπορά με τις μνήμες του Αμερικάνικου του Αυστραλέζικου του Ευρωπαϊκού νατιβισμού Αυτή η διασπορά αυτές τις μέρες δεν είναι σίγουρο καν αν η οργή πνίγει τη φωνή της ή αν η σιγή αναβάλλει επ΄αόριστον οποιαδήποτε υποψία καλοκαιρινής «επιστροφής»

29

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Τουλάχιστον Αυτό Γιώργος Αναγνώστου Οχάιο, Αμερική

Για τον εργάτη
 που η μέση κοκκάλωσε
 Για την καθαρίστρια
 που τα γόνατα πνίγηκαν Για το μετανάστη
 πού ασβεστώθηκε με ιδρώτα 
Για το σερβιτόρο
 που η κούραση νανουρίζει αυπνίες
 Για το μεταλλωρύχο
 που καμπούριασε από πύον στα δάχτυλα 
Για την ταμία
 που χαμογέλασε και της ράγισαν τα χείλη
 Για το μετανάστη 
που μάζεψε φράουλες και πάγωσε 
Για την κοπέλα 
που περιποιήθηκε πόδια και αγκυλώθηκε 
Για τον υπηρέτη
 που έσταξε απελπισία και απολιθώθηκε 
Για την οικοδόμο 
που σύρθηκε στο γιαπί σπιθαμή σπιθαμή 
Για την κουβερνάντα
 που κουβάλησε υπέρβαρους μπέμπηδες Για τα σώματα που έκτισαν το Ολυμπιακό χωριό και τώρα αγνοούνται
 Για το Γιάννη,, τη Μυρτώ, την Αλία, τη Μαρίνα, την Ελέπ, την Αθηνά, τη Φωτεινή, τoν Αλέξανδρο, τον Ακίμ, το Νίκο
 που τους σουβλίζει ορθοστασία 
που τους στίβει ανεργία
 Για την Κωνσταντίνα που κατάκαψαν κατακρεούργησαν, παραμόρφωσαν
 Για όλα τα σώματα που καταρακώνονται στην υποπληρωμή… Πιο σκληρά κι εμείς οι γραφιάδες
 να σκύψουμε
 στα κιτάπια, στα γραπτά μας
 τανάλιες στο μυαλό να βασανίζονται οι ερωτήσεις μας

30

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Σημεία των καιρών Χρυσούλα Μαστοροδήμου Λάρισα, Ελλάδα

Δυσωδία καμένου σκουπίδια στην πόρτα σημεία των καιρών Οι υπάλληλοι απεργούν και πάλι κινδυνεύουν να απολυθούν Κάποιος αυτοκτόνησε και τούτη τη βδομάδα νομίζω απαγχονίστηκε μάθαμε και φέτος όλους τους δυνατούς τρόπους για να αυτοκτονήσει κανείς Μια ακόμη πορεία, μια διαμαρτυρία που δεν της δίνει πια κανείς σημασία και παιδικά μάτια που κοιτούν το κενό κάποιος έκλεψε τα παιδικά τους όνειρα το γιατί, μένει πάντα γιατί και οι κυβερνώντες, οι υποταχτικοί γραβατωμένοι και σοβαροί λένε τη δική τους γνώμη μα δε θα ζητήσουν ποτέ από την ιστορία έστω: συγνώμη

31

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Κραυγή εν ερήμω Τάκης Χατζηαναγνώστου Μυτιλήνη, Ελλάδα

1. Κύριε, Ταξίδεψα στο διάστημα ανάμεσα στ’ άστρα σου με την αλαζονεία μιας ανθρώπινης νίκης στο μέτωπο με τη σημαία του κατακτητή στην καρδιά μου είδα τη γη ν’ ανατέλλει πίσω απ’ το σκοτεινό ορίζοντα του φεγγαριού είπα πως είμαι ισχυρός ότι μπορώ να σε παραμερίσω. Μα περνούσε ο χρόνος που έταξες να μετρά τη ζωή μου κι άρχισα να νιώθω βαριά πάνω μου τη μάζα της μοναξιάς που με κύκλωνε ολούθε ενώ μέσα μου έσπερνε και θέριζε ο φόβος και γίνονταν ολοένα και πιο δυνατές οι έλξεις απ’ τις ρίζες μου πίσω, απ’ τη γη των πατέρων μου, κι επέστρεψα κι ησύχασα κι ασφαλισμένος σήκωσα το κεφάλι ψηλά να μετρήσω το δρόμο που διέτρεξα κι είδα πως δεν έκανα τίποτ’ άλλο πάρεξ να μεγαλώσω μέσα μου τα όρια του σύμπαντός σου να μεγαλώσω την έκτασή σου και το νόημά σου και να μικρύνω έτσι ακόμα πιότερο την ασημαντότητά μου. 2. Σκάβω βαθιά μέσα μου μέσα στο χώμα στον πηλό και στη λάσπη ψάχνω να βρω τις πηγές σου αυτές τις πηγές που ξεδίψασαν τους προφήτες σου και πότισαν το άνθος της ισορροπίας μέσα στο σύμπαν πρέπει να βρω αυτό το νόημα της ισορροπίας για να μπορέσω να σταθώ όρθιος πάνω στην έρημη πέτρα χωρίς φόβο και χωρίς πάθος με το λόγο της σιωπής στα χείλη μου ήρεμος ταπεινός και περήφανος που υπάρχεις που υπάρχω που υπάρχει ο κόσμος.

32

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Κραυγή εν ερήμω Τάκης Χατζηαναγνώστου

3. Ο κόσμος η νύχτα κι εσύ κι εκείνο το μεγάλο κόκκινο τριαντάφυλλο καρφωμένο στο στήθος σου να φεγγαροπερπατεί σ’ έναν απελπισμένο ουρανό με το χρώμα του αίματος και της προδοσίας και της ντροπής και της συμφοράς στα κέρινά του πέταλα και να στάζει φωτιά πάνω στην καρδιά μου σαν τιμωρία για τη μοναξιά της νύχτας που ωστόσο εσύ ο ίδιος έσπειρες γύρω μου ανερώτητα. 4. Νά-την λοιπόν πάλι η φθορά της αμφιβολίας ντυμένη την τυφλή αναζήτηση του σκουληκιού ντυμένη την ανάγκη μιας στερεότητας που την γυρεύει τόσο η σάρκα μου. Φώναξα ότι υπάρχεις και νόμισα ότι ηρέμησα. Αλλά δεν ηρεμώ. Πρέπει να μου πεις πού είσαι να ρθω να εγγίσω την πλευρά σου να ξεκουράσω πάνω στο απτό σχήμα σου τα χέρια μου ν’ ακουμπήσω πάνω στο απέραντο βλέμμα σου την καρδιά μου ο περιπατών επί πτερύγων ανέμων είναι μια περιπέτεια άπιαστη κι εγώ σε θέλω εδώ μια ζωντανή συνείδηση για τις χούφτες μου μια βεβαιότητα για τις διαμαρτυρίες μου ένα παρόν δικό μου για πάντα μη μου το αρνιέσαι οι πόλεμοι είναι πολλοί πάνω στη γη ο θάνατος μας νίκησε κοίτα: πρόσφυγες, σκοτωμένα παιδιά, τυφλοί γέροντες, κουφάρια κάθε λογής στους δρόμους και τα μονοπάτια και βόμβες, και αεροπλάνα, και φωτιές,

33

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Κραυγή εν ερήμω Τάκης Χατζηαναγνώστου

κι άγρια πρόσωπα που στάζουν μόνο αίμα! Πού είσαι, πού είσαι εσύ γιατί μας άφησες μόνους κι αβοήθητους γιατί μας εγκατέλειψες στο έλεος της απουσίας σου άμαχος πληθυσμός είμαστε όλη η γη αδέρφια είπες πως είμαστε κι εσύ ο πατέρας όλων που είναι λοιπόν η πατρική σου προστασία ; δεν είσαι πια ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται άλλοι σου έκλεψαν την τέχνη και τους ανέχεσαι να κομπορρημονούν αδιάντροπα μπροστά σου και μπροστά μας και δεν αρπάζεις το φραγγέλιο να τους πετάξεις στις μαύρες θάλασσες ξορίζοντάς τους στις πίσσες, στα σκοτάδια και στα τάρταρα. Δε μιλάς καν. Πού είσαι, πού είσαι δε σε βλέπω όσο κι αν μαντεύω τις διαστάσεις σου δε σ’ ακούω όσο κι αν βουίζει μέσα μου η ηχώ απ’ την πανάρχαια φωνή σου. Ω, αυτή η ασύλληπτη προαιώνια φωνή! Πότε επιτέλους θα ξαναγίνει φλόγα πύρινη να κατέβει απ’ τον μακρινό ουρανό σου και να ’ρθει να τιθασέψει πάνω μας την απαίσια ματαιότητά μας!

34

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Απελπισία Νίκος Μπατσικανής Αθήνα, Ελλάδα

Τι ενοχλητικό ζωύφιο. Όλο το διώχνω κι αυτό, εκεί να με φάει. Δεν το’ χεις ξαναδεί; Απελπισία το λένε.

35

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Αφύπνιση Νίκος Μπατσικανής Αθήνα, Ελλάδα

Το σύνθημα στον τοίχο «κοιμάστε ακόμα;» κι εν’ άλλο πιο πέρα «πάλι εδώ θα σκοτώσεις τη μέρα σου;» Εκεί που αραχτός πίνω καφέ μετά τη μεσημεριάτικη σιέστα. Έτρεξα γρήγορα σπίτι κι από ’κείνη τη στιγμή άρχισα να γράφω ποιήματα ποιήματα - κραυγές και συνθήματα.

36

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Ελλάδα, 2012 Νίκος Μπατσικανής Αθήνα, Ελλάδα

Να ’σαι, τώρα ωραία κοιμωμένη του πάλαι ποτέ ένδοξου παρελθόντος· μακρινή ανάμνηση των εραστών της λήθης. «Σώμα ωραίο που δεν εγέρασε και το ’κλεισαν σε μαυσωλείο λαμπρό». Απομεινάρι άλλης εποχής μοσχοβολιά περασμένων αιώνων. Εκμαγείο αρχαίου κάλλους κι ανάθημα μνημείο χαμένης αθωότητας ειμαρμένης ένοχη καταδίκη στο βωμό της παγκοσμιοποίησης. Θραύσμα, κι εσύ, ανάμεσα σε τόσα που συνθέτουν την εντύπωση πως όλα - δήθεν - τυχαία ήσαν εκεί που κάποτε πήγαζε φως.

37

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Απώλεια

Ειρήνη Ντούρα-Καββαδία Αθήνα, Ελλάδα Το ποίημα “L O S S” (I) βασισμένο στο ομώνυμο ελληνικό ποίημα “Απώλεια” συμπεριελήφθη στη Διεθνή Ανθολογία ποίησης Poets for World Peace (Vol. 2 - Cornwall, Ontario, Canada), που εκδόθηκε στα πλαίσια της διεθνούς καμπάνιας με τον τίτλο “SG World Peace Academy Campaign”, η οποία είχε ως σκοπό να προωθήσει παγκοσμίως την έννοια και τη σπουδαιότητα της ειρήνης. Αποτέλεσε τη μία εκ των δύο συμμετοχών που εκπροσώπησαν επαξίως την Ελλάδα στο εξωτερικό και προσέδωσε στην ποιήτρια τον τιμητικό τίτλο High Rank Executive Member της εν λόγω εκστρατείας.

Σπαραχτικές κραυγές-μαστίγια με βία έσκισαν, Την αβάσταχτη σιωπή

Οι αισθήσεις αίφνης νέκρωσαν

Κι όλων οι καρδιές ράγισαν

Θρύψαλα φριχτά ενός απαίσιου παρελθόντος Στην αναίτια ριπή.

Οι σειρήνες της θλίψης ανέλαβαν τα ηνία

κι οι γλυκές φωνές σίγησαν

στις σχολικές αυλές, νεκρική ησυχία..

Πέσαν κι απ’ τα δέντρα οι καρποί Τα κλαδιά ωσάν νεκρά ρίγησαν Κι απλώθηκε παντού οργή.

Τα δάκρυα κι αυτά πέτρωσαν

Τα μάτια όταν σφάλισαν

Παντοτινά ψυχρά, αιώνια μοναχά

Καθώς τα σκέπασε η άγια Γη, “Χους εις χουν”, και στάχτες απέβησαν.

Τα λούλουδα στερνά πρόσδωσαν

Την πολύτιμη ευωδιά τους στην πηγή της ζωής

Υποσχόμενα ποτέ ξανά μη νιώσουν ζωντανά Σαν την αγνή αγάπη τους πρόδωσαν Και χάραξε εβένινη αυγή, φέροντας αίμα και οδύνη.

Ολόγυρα στα ασημένια νέφη και το δρολάπι

Ο ήλιος έλαμψε σκληρός, κρύος κι άηχος

και ξάφνου πρόβαλε αβάσταχτη αμαρτία

Οσάκις παιδί μάταια αναζήτησε αγάπη Χτυπήθηκε με μίσος και με βία Ή - απείρως πιο διαστροφικά Απωλέσθη αδιάφορα, με απαξία...

38

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Loss II

Irene Doura-Kavvadia Athens, Greece

Heart-breaking cries violently tore The unbearable silence The senses suddenly deadened And everyone’s heart broke Into jigsaw pieces of a hideous past At the unprovoked blast Sirens of sorrow took control The sweet voices stopped echoing In the schoolyards - no noise at all And from the trees all fruits fell The branches bent down dead As rage suddenly reared its ugly head. Even teardrops turned to stone When finally the eyes shut Forever cold, eternally alone As holy soil covered them up Ashes to ashes, dust to dust. For the last time flowers exuded Their precious scent into the source of life Promising never again to feel alive Since their pure love had been betrayed And a black day dawned bearing blood and pain All over scarlet clouds and weeping rain, the sun shone stiff, cold and still suddenly it all seemed an unbearable shame Whenever a child searched for love in vain Whenever a kid got abused and whipped Or utterly worse – even wretchedly – got lost or indifferently killed…

39

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Το στερνό καμάρι Θοδωρής Βοριάς Θεσσαλονίκη, Ελλάδα Από την ποιητική συλλογή «Το τρύπιο ταβάνι» (2005)

Ο ήλιος χαμηλώνει, οι σκιές μεγαλώνουν στο πλακόστρωτο της παραλίας κι έρχονται κάποιοι που ξέμειναν από καμάρι, να ευφρανθούν, και να κομπάσουν για τη μεγάλη τους σκιά. Νάνοι με τη σκιά γιγάντων, με το σουρούπωμα θ’ αλλάξουν ρότα για ολόφωτες πλατείες προτού ξεπέσει το καμάρι τους.

40

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Ελλάδα του ονείρου Θοδωρής Βοριάς Θεσσαλονίκη, Ελλάδα Από την ποιητική συλλογή «Το τρύπιο ταβάνι» (2005)

Πήρα την πέτρα, πήρες το αγέρι της αυγής. Πήρα το ξερόκλαδο, πήρες τη φλόγα του μεσημεριού. Πήρα την ξεραμένη λάσπη, πήρες το κοκκίνισμα του δειλινού, κάθισα εγώ στην παραλία της Σκοτίνας κι εσύ στην κορυφή του Ολύμπου, να ονειρευτούμε, να φτιάξουμε καινούργια Ελλάδα! Κι ονειρευτήκαμε όλη τη νύχτα… Κι ονειρευτήκαμε στην ξαστεριά… Ακόμα εκείνη την Ελλάδα ονειρευόμαστε!

41

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Παπούτσια Θοδωρής Βοριάς Θεσσαλονίκη, Ελλάδα Από την ποιητική συλλογή «Το τρύπιο ταβάνι» (2005)

Ποιος εξαφάνισε τους ανθρώπους απ’ το δρόμο; Στα πεζοδρόμια απόμειναν παπούτσια. Από συνήθεια αντιγράφουν την κίνηση, περπατάνε… Οδηγούνται στις διαβάσεις, σταματούν στο φανάρι κι ύστερα συνεχίζουν… Ολόκληρη πόλη χραπ – χρουπ, χραπ - χρουπ… κατάπιε την γλώσσα της βουής. Κανείς δεν είχε τίποτε να πει προηγουμένως.

42

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Σαν πέφτει το δείλι Γιώργος Νικολόπουλος Αθήνα, Ελλάδα

Κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι, οκνοί στρατοκόποι στη μέση του δρόμου. Στεκόμαστ’ εδώ, με σφιγμένα τα χείλη, εκπρόσωποι σάπιοι ασήμαντου νόμου. Οκνοί στρατοκόποι, στη μέση του δρόμου... Κι’ οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι (εκπρόσωποι - σάπιοι - ασήμαντου νόμου)· μα είμαστε ίδιοι κι’ εμείς και οι άλλοι. Κι’ οι άλλοι περνούν με γερμένο κεφάλι, διαβάτες σκυφτοί σε στρυφνό μονοπάτι μα είμαστε ίδιοι κι’ εμείς και οι άλλοι: χαμένες ψυχές σ’ αχυρένιο παλάτι. Διαβάτες σκυφτοί, σε στρυφνό μονοπάτι, και βήμα στο βήμα ένας ένας τραβάμε· χαμένες ψυχές, σ’ αχυρένιο παλάτι που φοβόμαστε τόσο: γι’ αυτό προχωράμε. Και βήμα στο βήμα ένας ένας τραβάμε - άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας που φοβόμαστε, τόσο, γι’ αυτό προχωράμε τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας. Άσωτοι γιοι της Μεγάλης Μητέρας, σκιαγμένοι απ’ τα δώρα που η νύχτα θα στείλει, τη δειλή μας πορεία στο φέγγος της μέρας, κρυφά σταματάμε σαν πέφτει το δείλι...

43

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Αρχινάει πάλι Γιώργος Νικολόπουλος Αθήνα, Ελλάδα

Αρχινάει πάλι μια θύελλα από πεινασμένα στόματα και πρησμένες κοιλιές παιδιά των δακρύων και μάτια στο χρώμα της μέντας στο σχήμα του σαπουνόνερου και στον ήχο των καρφιών που καρφώνουν για τελευταία φορά και βρέχει ο ουρανός επί δικαίων και αδίκων

44

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Σημεία των καιρών Ι Ιάκωβος Γαριβάλδης Μελβούρνη, Αυστραλία

Σ’ ένα τασάκι βρώμικο απ’ τον καιρό σβήνουνε ρυθμικά φρούδες ελπίδες κι από το σπίτι μας το πάλε φωτεινό βάρβαροι κλέβουνε αλκυονίδες. Χάθηκαν όνειρα στης νύχτας τη σιγή και της ημέρας τα ερείπια χωλαίνουν οι τόσες χάριτες κλεισμένες στη στενή προδότες που ποτέ τους δε χορταίνουν. Πέσαν τα πρεζόνια στη λάσπη του εγώ το χώμα δεν μπορεί να τα σηκώσει στο αίμα των προγόνων μας νωπό σέρνονται καλεσμέν’ από μοβόρους. Σύλησαν τη χώρα με τέτοιο ριζικό ξέβρασε το κύμα τους λιμοκοντόρους.

45

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Σημεία των καιρών ΙI Ιάκωβος Γαριβάλδης Μελβούρνη, Αυστραλία

Η Άνοιξη ‘ναι ακόμη μακριά βαρύς χειμώνας έχει καλοκάτσει οι σπίνοι δε βγάζουν ούτε μια λαλιά τα καναρίνια έχουνε κοπάσει. Ο μόχθος και η τόσων εποχών σοδιά χαθήκαν τραγικά σε μαύρη τρύπα, έμειναν απροστάτευτα τόσα παιδιά, πριν γεννηθούν εκτίθενται στη λίμπα. Κι εγώ κλεισμένος στο δικό μου εαυτό τα χέρια κρύβουνε το πρόσωπο κλαμμένο κι από τα βάθη της ψυχής το βογγητό βγαίνει σαν ξένο σώμα σαπισμένο ως χάνεται στης θλίψης το βωμό της χώρας τ’ άμοιρο το πεπρωμένο.

46

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Ποίηση Χαϊκού – Ρένγκα – Τερτσίνες Τα χαϊκού είναι είδος ποίησης που πρωτοεμφανίστηκε στην Ιαπωνία το δέκατο έκτο αιώνα και υιοθετήθηκε στην Ευρώπη στις αρχές του εικοστού. Στην αυθεντική στιχουργική μορφή τους, τα χαϊκού είναι μικρά ποιήματα από 17 συλλαβές σε ένα ενιαίο στίχο. Συμπυκνώνουν ευφυΐα και σοφία, που εκφράζονται με λυρική, ή άλλοτε, χιουμοριστική διάθεση, ενώ συχνά υπάρχει το στοιχείο της έκπληξης. Στα χαϊκού σημαντική θέση έχουν η φύση, οι εποχές και τα χρώματα, η ομορφιά των λέξεων και των αντιθέσεων, ενώ το νόημα κάποιες φορές αποκτά δευτερεύουσα σημασία. Το ρένγκα είναι αλυσιδωτή μορφή ποίησης, γραφόταν στην διάρκεια ποιητικών συναντήσεων από διάφορους ποιητές μαζί. Μπορεί να διαβαστεί ανά στίχο ή και να αντιμετωπιστεί σαν στιχουργικό σύνολο. Αποτέλεσε πρόδρομο του χαϊκού. Τερτσίνα: (λογοτ.) τρίστιχη στροφή ιταλικής προέλευσης που οργανώνεται με την εξής ομοιοκαταληξία: ο πρώτος στίχος της πρώτης στροφής ομοιοκαταληκτεί με τον τρίτο, ενώ ο δεύτερος της πρώτης στροφής με τον πρώτο και τρίτο της δεύτερης κ.ο.κ, εμφανίζοντας τον παρακάτω τύπο: αβα-βγβ-γδγ-δεδ.

9 Χαϊκού - Bραβευμένα από τη ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ''ΤΕΧΝΗ'' Χάρης Μελιτάς Αθήνα, Ελλάδα

ΧΡΩΜΑ ΣΤΟ ΣΤΗΘΟΣ

ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ

ΕΝΕΔΡΑ

Σε σαϊτεύω

Είπαν: Στα όπλα.

Με συλλαμβάνουν

με ουράνιο τόξο.

Πατήρ πάντων ο πόλεμος.

τα παιδικά μου χρόνια

Παραδίνεσαι;

Είπα: Ορφανός.

μπροστά στη σκάλα.

ΟΛΕΘΡΙΑ ΣΧΕΣΗ

ΠΡΩΤΗ ΓΕΝΑΡΗ

ΜΑΓΙΚΟ ΦΙΛΤΡΟ

Έδεσα κόμπο

Μη με ρωτάτε

Μέσα στους στίχους

τις παλιές σου αγκαλιές

αν είμαι κερδισμένος.

δυο σταγόνες κόκκινο.

και κρεμάστηκα.

Έχασα χρόνο.

Σπάει το μαύρο.

ΤΩΝ ΦΡΟΝΙΜΩΝ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ

ΚΑΡΜΠΟΝ

ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΚΛΗΣΕΙΣ

Ζαχαρωμένοι

Πόσο μου μοιάζει

Εδώ Αβραάμ.

κουραμπιέδες βουτύρου.

το ποίημα στο τζάκι.

Μ’ ακούς Αγαμέμνονα;

Δοκιμάστε μας.

Καμένο χαρτί.

Τα παιδιά καλά;

47

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Αξιών κρίση (Χαϊκάι) Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου Θεσσαλονίκη, Ελλάδα (Από το 2ο Τόμο Χαϊκού με τίτλο «180…κραυγές Χαϊκού» που είναι υπό έκδοση.

Αξιών κρίση

Φυλακισμένοι

μας έστησε παγανιά·

μ’ ένα αύριο κενό·

Τους ναρκωμένους!

στα παλάτια μας.

Θαμπωθήκαμε

Κοφτερά σπαθιά.

από τις λάμψεις φωτιάς.

Χάσαμε τις ασπίδες.

Ήτανε λάβα.

Καληνύχτα μας!

Στην κοινωνία

Σ’ ένα μπαλ μασκέ

αντισηπτικός ορός.

έχασα τα μάτια σου.

S.O.S.! Ασελγούμε.

Την παρουσία!

Θυρίδα κλειστή.

Το στέμμα βαρύ

Οι κλέφτες καραδοκούν.

σκέπασε τα μάτια μου…

Απροκάλυπτα.

Κι έμεινα δούλος.

Άδειασμα ψυχών·

Αποκλείστηκες

συσκότιση εστιών·

στης ψυχής μου το μυχό.

Θνητά τα ήθη.

Σαν καρχαρίας.

Καίσαρ εκδημών.

Έχασ’ ο Άρης

Ζήτωσαν πλήθος Βρούτοι.

τις ιαχές στη μάχη.

Ταχιά νυχτώνει.

Νικούν τα πλήκτρα.

Της Παράδοσης

Τ’ άμοιρα νιάτα

γίναμε χοηφόροι.

σ’ επιδοτήσεις κούφιες

Δάσκαλοι βουβοί!

εγκλωβίστηκαν

Σφαγιάσαμε

Πώς κατέληξε

το χαμόγελο παιδιών.

τέτοιος κορμός ολόρθος·

Αύριο θανή.

σε πριονίδια!!!

Μας ξανάρχονται

Θα στη χαρίσω

εποχές παγετώνων.

τη στολή του πολέμου.

Τα τζάκια σβηστά.

Αχ! Να ξεχνούσα!

48

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Θα’ ρθει ξανά λιακάδα (Ρένγκα) Νίκη Βλάχου Αθήνα, Ελλάδα

49

Μια μόνο χώρα,

Τα σαρκοβόρα

εδώ και πέντε χρόνια,

φοράνε παντελόνια (;)

γυρνούσε λιώμα.

στις τσέπες βρόμα.

Λικνίζονταν σ’ αιώρα,

Ζωή κομπιναδόρα,

λιμπίζονταν σαλόνια.

Θύτες, αλήτες, ‘’ψώνια’’.

Μέσα στην μπόρα,

Στην κατηφόρα,

στον ήλιο και στα χιόνια,

ψέματα και καψόνια,

άπλωνε στρώμα.

φωνές με πώμα.

Της έκοψαν τη φόρα,

Παλάμη οπλοφόρα

της λύσαν τα κορδόνια.

ληστεύει τα κουπόνια.

Φτώχεια, πληθώρα,

Οπωροφόρα,

της έμπηξαν βελόνια,

ναοί από κολόνια,

γεμάτα σκώμμα.

πουλιούνται ακόμα.

Της άρπαξαν τα δώρα,

Ένοχη η Πανδώρα,

τα πρόσφεραν στα ‘’τσόνια’’.

η κούτα η αιώνια.

Νερό και κόρα,

Μπρος ανηφόρα,

και οι πολίτες πιόνια,

ψυχή μας τα μπαλόνια,

μ’ άλυχνο γιόμα.

ν’ αφήνουν χώμα.

Μυαλά ηλεκτροφόρα

Μ’ αφουγκραστείτε τώρα

πηδούν από μπαλκόνια.

σάλπιγγες και τρομπόνια…

Βουλή με ψώρα,

Έφτασ’ η ώρα,

κοπρίτες και κλεφτρόνια,

κοντεύουν τ’ αηδόνια,

σε σάπιο σώμα.

λεν μ’ ένα στόμα:

Μια μυστική Καμόρα,

«ΘΑ’ ΡΘΕΙ ΞΑΝΑ ΛΙΑΚΑΔΑ,

στους δρόμους με καδρόνια.

ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ, ΕΛΛΑΔΑ!»

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Προσεύχομαι ν’ αναστηθείς Πατρίδα (Τερτσίνες) Νίκη Βλάχου Αθήνα, Ελλάδα

Ποτίσαμε της γνώσης τα παρτέρια, σπείραμε, θερίσαμε τον ουρανό, μαζέψαμε στις χούφτες μας τ’ αστέρια, παραδώσαμ’ ένα θόλο ορφανό. Ξάφνου φυτρώσανε νέοι ‘’πλανήτες’’, τ’ όνειρό μας συγκρατήσαν ζωντανό, πέσαν περιπλανώμενοι ‘’κομήτες’’, κάψαν και το τελευταίο οχυρό. Αυτούς τους προβιβάσαμε σε θύτες και υπόσχονται ένα μέλλον… ανθηρό! Υπόδουλος λαός δίχως ικμάδα, διακονιάρηδες με μάτι βλοσυρό, στο στόμα μας μια μόνιμη στυφάδα, μα στην καρδιά μας ήλιος και ελπίδα. Του πνεύματος είσαι το φως Ελλάδα, προσεύχομαι ν’ αναστηθείς Πατρίδα…

50

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Σάτιρα-επιθεώρηση για την κρίση των καιρών μας

Α. Εισαγωγή

Συγγραφέας: Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης Κύπρος, Ελλάδα, Ην.Βασίλειο, Νοέμβρης 2012

στην κρίση ο Ζήνων έρχεται με τα σοφά του δώρα.

Κυρίες μου και κύριοι, ήρθε η μεγάλη ώρα, Ηγέτη θέλει συνετό, γενναία να περπατά και σώφρονα και δίκαιο, να μην παραπατά, Κι ο Αίσωπός μας είναι εδώ, και σας καλωσορίζει, διδάσκει μύθους κι ο καθείς ανέξοδα κερδίζει. Αλήθεια! Αλλάζουν οι καιροί – ναι, είναι φως φανάρι – μα του Αισώπου οι μύθοι του σκορπούν δροσιά και χάρη. Του Διογένη η συνταγή, όπως και προ αιώνων, σου ξαναφτιάχνει άνθρωπο ανώτερο των…όνων. Χαιρόμαστε που ήρθατε, μεγάλη μας τιμή, φτωχοί και πλούσιοι, μέτριοι, επίσημοι και μη. Κοπιάστε ν’ απολαύσουμε στον ήχο των εγχόρδων, το μάθημα απ’ το πάθημα των ζώων και των Λόρδων. Σαν δεις τί πάθαν άμυαλοι, άτομα, ζώα μύρια, θα σκέφτεσαι δύο φορές, ορθά, πρώτα και κύρια, και θα γυρίσεις πλάτη πια σε υποκριτές κυρίους, σε κίβδηλους και κόλακες και σφουγγοκολαρίους, σ’ ανθρώπους παραδόπιστους, σημερινούς Ιούδες ή σ’ άλλους που για αξίωμα γίνονται μαϊμούδες. Κόπιασε ν’ ακούσεις μύθους, να σαρκάσεις και να τέρπεις, μάθε ο Αίσωπος δε θέλει σαν σαλίγκαρος να έρπεις. Παρά μέση να λυγίζεις, να σκουπίζεις πισινούς, τίμα μόνο τις αξίες στους καιρούς μας τους δεινούς. Κι αν θα έρπεις για ν’ ανέβεις πέντε σκάλες πιο ψηλά η τιμή σου ίσως πέσει σε σακούλα με ψιλά. Κι αν μου πεις ο κόσμος είναι μια χαρά και μία φίνα κοίτα κόστος για τα όπλα, και πώς άπλωσε η πείνα !! Β. Βασιλεύει η υποκρισία, στα βασίλεια του κόσμου, για ν’ αντέξω Θεέ μου, του όνου την υπομονή του δώσ’ μου. Η Ευρώπη με Οδηγία όποιον τρώει αμπελοπούλια θα του βγάζει δέκα δόντια, θα του δίνει δέκα αγγούρια. Κι όλοι άρχισαν να βάλλουν εναντίον των Κυπρίων που όλο τρων αμπελοπούλια, αντί είδη των οσπρίων.

51

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

-Καλά, λένε οι Ευρωπαίοι, λαίμαργοι συμπατριώτες! Τι σας φταίνε τα πουλάκια; Γίνατε χοντροί σαν λόττες*! * λόττα = γουρούνι Χίλιους κίνδυνους προσέχει, μας ξορκίζει, μας βαφτίζει μα μας πνίγει η Ευρώπη και πνιγμένους μας ‘ξαφρίζει’. -Άστα, λέει η Ευρώπη, αντί πια για αμπελοπούλια, τρώτε ρέγγες και φασόλια, ρύζι και κκοκινογούλια. Κι οι φιλόζωοι οι Άγγλοι, οι ψυχροί κι οι πονηροί, που θηρεύουν αλεπούδες κι αναρτούνε με σφυρί, ας γιορτάζουν και ό,τι θέλουν ας το τρων ωμό ή ψημένο, μια που η Ευρώπη τους χωνεύει, ενώ εμάς μας θέλει ξένο που να υφίσταται στερήσεις και να έχει καταστεί σιλουέτα που ’ναι ίδια η σαρδέλα η παστή, ενώ εκείνοι τρων και πίνουν σε περιοχή ευώδη και πορδίζουν και οργιάζουν και παχαίνουν σαν το βόδι. Η αλώπηξ η Ευρώπη, νύχτα τρώει, νύχτα πίνει, μέρα δείχνει άδεια πιάτα, δίαιτα σε μας συστήνει. Ας ταΐζουν την Τουρκία ώσπου τα έντερα να σκάσουνμια εκτέλεση χωρίς να χρειαστεί να τη δικάσουν. Ο πλανήτης για να θρέψει τόσο μύρια στόματα οι χορτάτοι ας συνδράμουν, που ’χουν δέκα δώματα, ή αλλιώς η επιστήμη ας μας τάξει χάπια νέα για φαί, για σεξ, για ύπνο, ένα ευρώ τα εξηνταεννέα. Γ. Σαν μπαρκάρεις για Ιθάκη φεύγοντας από την Τροία κι αν βουλιάξεις και μπροστά σου δεις τεράστιο καρχαρία, μην σκιαστείς και μην τρομάξεις: και χειρότερα συμβαίνουν, οι Μνηστήρες θα στ’ αρπάξουν κι όλ’ ανάποδα σου βγαίνουν. Στη στεριά οι καρχαρίες τη γεμίζουν, είναι στίφη, τραπεζίτες, παπατζήδες, γδάρτες μάτσο οι τοκογλύφοι, που σου πίνουνε το αίμα και σου κόβουν τα νερά, σου αρπάζουν την καρέκλα, καλή ώρα η πεθερά. Στη στεριά σαν φτάσεις σώος, θα δει το δικό σου μάτι καρχαρίες που έχουν μπόι, δύο μέτρα παρά κάτι να βαδίζουν με δυο πόδια, και καπέλο να φοράνε, ευγενείς, μα χίλιους τόνους οι κοιλιές τους να χωράνε. Χειραψία αν προτείνουν, κρύψτ’ τα δάκτυλα στην τσέπη, μα αν την κάνεις, μέτρησέ τα και θα δεις πως κάποιο λείπει.

52

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Σ’ αυτήν την κοινωνία μας την τόσο αναπτυγμένη η προθεσμία να ευτυχείς είναι παλιά ληγμένη κι αν κήτη δεν σε καταπιούν και πια δεν έχεις λύπες τον κίνδυνο δεν γλύτωσες από ανθρώπους-γύπες. Σου λένε: ο κόσμος κυριλέ παντού ψυχαγωγείται, για την οικονομία μας να μην ανησυχείτε. Μην τους πιστεύεις φίλε μου, το χρέος όλο βάλλει και εγώ και συ πληρώνουμε αυτά που τρώνε άλλοι. Σοφά ο Ζήνων, φίλε μου, θα σου πει την αλήθεια, κι ας σκάζουν όλοι οι φλύαροι που λένε κολοκύθια. «Για κίνα», λέει, «το πόδι σου, το νου σου και το χέρι, τη βαρκα πριν σ’ αρπάξουνε και κύμα πια σε φέρει.» Δ. Θα μου πεις ‘χαρά στο πράμα’ αν το άχυρο ακριβαίνει, μα η έλλειψη του στήνει, κάποιων η ζωή δεν βγαίνει, το στερούνται και για τούτο έβαλα να μου μετράνε για να ξέρω ποιοι και πόσοι, άχυρο ήδη μασάνε. Μα όπου να ’ναι πια θα λέμε, «πατατίτσα» την πατάτα, η τιμή της σκαρφαλώνει στέγες ύψιστες, σαν γάτα, και καθώς ο γιος μου λέει φταίνε οι πολιτικοί, που ανάπτυξη προκρίνουν όπου δείχνουν οι «δικοί». Μα στου Ζήνωνα τη χώρα, δεν ταιριάζει, δεν της πρέπει, να μιλάμε για πατάτες, αντί κτίρια και σκέπη. Ούτε πρέπει να πιστώνεις τους πολιτικούς του ‘θα’. Δίνουν άχυρα με ψείρες, όχι αξίες και αγαθά. Η ουσία είναι άλλη, όχι η επίδειξη τιτάνων, που ίσως κάποτε να μοιάσουν κάποιων άθλιων τσαρλατάνων. Θα μας μικράνουν και τα σορτ και εύκολα θα μπάζουν, φαντάσου, ούτε βελονιού την τρύπα θα σκεπάζουν. Χαίρε χώρα που σε νοιάζει η σκιά για τη δροσιά της, παρά φως σοφών ή, έστω, της Ελένης τα βυζιά της. Εύχομαι να μην σε νοιάζει η σκιά του γαϊδάρου μα το Φως του φιλοσόφου, του αιώνιού σου φάρου.

53

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Όραμα ζητά ο πολίτης θέμα ουσίας και διαλόγου. όχι φύκια για κορδέλες, λογοπαίγνια παραλόγου. Το μυαλό σας αν στεγνώσει, πάει σβήνει η φαντασία, έρημος που δεν φυτρώνει, κι αν ξοδέψεις περιουσία. Ε. Στα ολόδροσά μας δάση που έχουν μύρια είδη φύλλα, κάθε που πηγαίνω νιώθω μια λεπτή ανατριχίλα. Κι ο καθείς ακούει με δέος, των πουλιών την κάθε νότα, μακρυά από τοξίνες, της πολιτικής τα χνώτα. Ηρεμούμε, και σκασίλα τι συμβαίνει σ’ άλλες χώρες, πόσο αξίζει η βενζίνη, πόσο αγρίεψαν οι μπόρες. Οξυγόνο στην καρδιά μας, χυμοί φρούτων στην κοιλιά μας∙ και ο Ζήνωνας το είπε, Φύση είναι η μιλιά μας. Καθημερνά ο Τύπος μας μας φρίττει σα θα γράψει πως κάπου και απότομα φωτιά έχει ανάψει. Οι αρμόδιοι μετράνε, γράφουν και στατιστικές, τις συγκρίνουν με τις ξένες : λένε είναι φυσικές και το άγχος κατευνάζουν, δίνουν λόγο στην κυρά, κι επιστρέφουν, συνεχίζουν στου ταβλιού τους τη χαρά. Μα είναι αδικαιολόγητες, τα δάση εξανεμίζουν, μπορεί να φταίνε οι καπνιστές, παιδιά που πυρπολίζουν. Εκτός κι αν είναι έμποροι που βγάζουν παραδάκια και τα καμένα φτιάχνουνε κομψά οικοπεδάκια ! Ας έρθουν επιστήμονες να πειραματιστούν δάση καμένα από φωτιά ευθύς ν’ αναβλαστούν και χόρτα, θάμνοι σ’ όλες μας τις άδειες τις εκτάσεις, να γίνει ο τόπος χλοερός με απέραντες οάσεις. Και με την ευκαιρία αυτή οι ειδικοί ας δούνε οι τρίχες στη φαλάκρα μας πώς τώρα αναβλαστούνε. Στη Φύση και μ’ αυτή θα ζω, ο Ζήνων μας ομολογεί, ο τύραννος την κατουρεί, μόνο τον κήπο του ευλογεί. Το άγριο κλίμα βιάζει γη σε όργιο θερμοκήπιο, κυκλών σηκώνεται ψηλά…η στύση κάτω…ερείπιο. Η Φύση χήνα που γεννά χρυσά αυγά, ρε φίλοι, αν μας χαθεί, η ζωή μας πια κρασί χωρίς σταφύλι.

54

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

ΣΤ. Το θέμα είναι να το βρεις το ελάττωμά σου μόνος και μην το θάβεις στο χαλί, ας είσαι Λόρδου γόνος. Κλειδί είναι τα Συνέδρια να επιμορφωθείς. ‘Συνέδριο Χιούμορ’ πήγαινε πριν παραμορφωθείς. Συστήνω το ‘Συνέδριο περί Βλακείας Κόσμου’, αν έντερα θέλεις γερά, ‘Συνέδριο του Δυόσμου’ αν σε στραβώσαν Τροϊκανοί «Συνέδριο, Ώ Φως μου» κι αν σου χρωστούν, έ τότε πια «Συνέδριο, Ρε δώσμου». Ως αιμοδότης έπαψα, τώρα είμαι μυαλοδότης, και μην αράζεις ξαπλωτός, θα καταλήξεις πότης. Σου εμφυτεύω εγκέφαλο με ηλεκτρικό αδένα, να λύνει τα προβλήματα, για σένα ένα-ένα. Με αυτόν θα έχεις δέσει άνετο πολύ τον βίο, θα σκουπίζει, θα ψωνίσει, πάτα απλώς ένα κομβίο, θα σου γράφει, θα σου στρώνει, άπλωνε εσύ αρίδα θα διαβάζει το φλυτζάνι κι όλη την εφημερίδα. Αλλιώς θα γίνεις άχρηστος σε όλους τους τομείς τον πρώην σου εγκέφαλο θα τον καρατομείς. Πλανάσαι ότι κέρδισες, αν μόνο θα κλωτσάς∙ τέτοια μυαλά θα είναι, λεν, ο τέλειος πατσάς. Ο Τούρκος, που τον δέρνουνε οι κρίσεις διαρκείας με συμφωνίες κολοσφογγά αντί με χάρτη υγείας. Αντί για χαρτομάντηλο θα ’χω Τουρκίας λίρα, σήριαλ με χανούμισσες αντί Πινδάρου λύρα. Πίσω ψάχνω, ψάχνω εμπρός μου, μα το πρόβλημα αλλού, ούτε πάνω, ούτε κάτω, μα στα βάθη του μυαλού. Όμως, της Ελλάδας όταν υβριστές θα συναντήσω θα κρατάω πλούσια σάλια και ευχαρίστως θα τους φτύσω. Ζ. Οι δάσκαλοί του οι Κυνικοί τον Ζήνωνα τον είχαν να σέρνει ρέγγα στο στρατί, του κόβανε τον βήχα. Όλοι στο γέλιο σκάγανε, κι έμαθε τι σημαίνει να ζεις λιτά, με αντοχές κι έτσι η ζωή σου βγαίνει.

55

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Κρασί και μέλι, λάχανα που ’ναι πολύ σπουδαία, και μην γελάτε όλοι σας, δεν έχετε ιδέα. Ήρθανε επιστήμονες, βγάλαν ανακοινώσεις, τώρα το λεν διδάκτορες με πλούσιες τις γνώσεις. Γι’ αυτό μασάτε λάχανα, φίλοι συμπατριώτες και μες στους λαχανόκηπους ορμάτε με τις μπότες με λάχανα μπουκώνετε, σε γεύμα, δείπνο πάλι, πετάξτε το κουτόχορτο που σας σερβίρουν άλλοι. Φυτεύετε στον κήπο σας ντομάτες και αγγούρια, αλλού αέρας ξεψυχά, για σας θα πνέει ούρια. Και βεβαίως το κρεμμύδι, είδος θείο θεωρείται, μόνο που η τιμή του ανήλθε, σε ύψη θεία αιωρείται, κι ο φτωχός με τόσα χρέη να στιβάζουν στο καλύβι, το κρεμμύδι δεν το βλέπει και τα μάτια του όλο τρίβει. Κι όχι σπατάλη στο νερό, γιατί αν λείψει τώρα θα βγουν βουνά από άπλυτα, των ηγετών, στη φόρα. Το ρεύμα οικονομήστε το, και δεν θα στραβωθούμε κι αν σ’ αγαπώ κι αν μ’ αγαπάς, στο σκότος θα…ιδωθούμε. Ο Αίσωπος τα έτρωγε μα κι άλλοι σαν εκείνον και στον καιρό τους μα κανείς δεν έπαθε καρκίνο. Ας ήμουν των αρχαίων μας τέκνον πολυμηχάνων κι ας ήμουν έμπορος φθαρτών, κρομμύων και λαχάνων. Μια κοινωνία ας φτιάξουμε με ύψιστο καθήκον, που δεν θα γίνει αλαλούμ ή χώρα των πιθήκων. Κι οι μύθοι φτιάχνουν άνθρωπο στα δυο να περπατά, μην είμαστε πια τέρατα και σαύρες κι ερπετά. Η. Το φταίξιμο ποιου να ’ναι λες; Ποιος φταίει για τα χάλια; Όλα ακριβά, και τρέχουνε της εργατιάς τα σάλια! Πολλά προβλήματα άλυτα, σε κολοβή πατρίδα, οι πλούσιοι να τρων κουκιά, ποτέ μου δεν τους είδα. Κατσίκας γάλα ή αρνιού δεν βάζουν στα μεγάλα τα μέγαρά τους, αφού ζουν με του πουλιού το γάλα.

56

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Κι όμως ουρλιάζουν κάθε που το ρεύμα ακριβώνει κι ας παρασφίγγει ο φτωχός της μέσης του τη ζώνη. Τον ήλιο θα καλέσουμε, το μόνο χουβαρντά μας, να δώσει ρεύμα δωρεάν στα φωτοβολταϊκά μας, στο κράτος, πριν πτωχεύσει, ναι, να δώσει ρεύμα άρα θα λιγοστεύει πια κι εδώ η τόση στραβομάρα. Το φταίξιμο ποιανού ’ναι λες; Ποια είναι η γνώμη άλλων; Το μόνο πάμφθηνο παντού, είναι το πνεύμα μάλλον !! Απάντησε, Δαρβίνε μου, και πες: ποιον να μουντζώσω; Tον πίθηκο; Τον άνθρωπο με ηγεσίας νόσο; Το μέλλον μας στα χέρια τους. Κάθονται στα βραστά τους οι κύριοι υπεύθυνοι. Το χάος πια μπροστά τους. Τη μια φταίει ο καύσωνας, την άλλη το χαλάζι, τουρίστες μόνο να ’χουμε, στον καφενέ μας χάζι. Μια μέρα θα ’ρθουν οι εχθροί με ανοιχτά σαγόνια και οπλισμένοι όλοι εμείς θα ορμάμε για… τρυγόνια !! Ποιος φταίει, Δικαιοσύνη, βρες. Ποιος είναι, πες, ο φταίχτης. Ο κλέφτης ή ο ψεύτης; Ο ‘εντός τειχών’ θεομπαίκτης; Παίδεψέ τον, αν τον πιάσεις, και τον πισινό του κλείσε, με όσα έφαγε να σκάσει, και τον οφαλό του λύσε. Την Ελλάδα πρόσεχέ την, στήσε γίγαντες ακρίτες, να σουβλίζουν μιζαδόρους, τοκογλύφους και κοπρίτες. Θ. Όλα γύρω πια αλλάζουν, μέγα χάος επί γης, και το φύλο είναι θέμα κλινικής μιας αλλαγής. Ψάχνω με φανάρι να βρω άνθρωπο με ανθρωπιά μα τιμή και αγάπη λείπουν, όλα ’γιναν ζούγκλα πια. Οι παπάδες όλο ψάλλουν ‘εν ανθρώποις ευδοκία’ και στο εμπόριο όλοι παίζουν ζάρι ή δωροδοκία. Μα τουλάχιστον ας ψάλλουν την ειρήνη επί γης για τα κόμματα, τον κόσμο, μιας καλής συναλλαγής που αντί να υποσκάπτουν εαυτούς μαζί κι αλλήλους, πια ας ζουν βίους ωραίους, κύριοι με υπαλλήλους. Ειδαλλιώς, τη μάχαιρά του ο καθείς αν την εκτείνει δεν διαφέρει, α! φρίκη μου, απ’ της Αφρικής τα κτήνη;

57

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Ευδοκία δεν υπάρχει, ούτε μέσα, ούτε έξω, κι αν δεν βλέπετε τα χάλια, με φανό να σας τα φέξω. Και ας πούμε πως οι μύθοι είναι της καρδιάς ενότης μη τρελλάνει της Ευρώπης η ρωμαίικη κοινότης. Το ψαράκι μας βρωμάει στην ουρά και στο κεφάλι παραλείπω άλλα ψεγάδια, που ο νους μπορεί να βάλει. Φταίμε όλοι μας, συλλήβδην, και οι κάτω και οι πάνω, Ναι, μαχόμαστε με πάθος!! Μα για φούτμπολ παραπάνω. Αν ζούσε ο Παπαφλέσας μας κι ανέμιζε τα ράσα γλυτώναμε καρδιακές, θα παίρναμε μια ανάσα. Τιμούν οι χώρες σήμερα τις δόξες με παντιέρα και ευλογούν τα γένια τους και λεν λόγια τ’ αέρα. Αγωνιστές και ποιητές που η χώρα εξευτελίζει τους σώζει η Ιστορία που…τη χώρα αυτήν πορδίζει. Μα τ’ άνθος το ρωμαίικο όσο πολύ ζουλίζεις τόσο πολύ μυροβολεί, του λες ‘διαμάντι αξίζεις’. Τέτοια μου ’πε ο Διογένης και ο Ζήνων να σας λέω, ίδια ο Αίσωπος αγγέλλει και δεν σας τα παραλέω. Ι. Αν ήσουν, ανθρωπάκο μου, με μια γερή μασέλα, με τίτλους κι ’ένα φύλακα να σου κρατάει ομπρέλα, αν ήσουν γλύφτης και φτωχούς εμπαίζεις και τους χέζεις κι αν είχες βίλλες, κότερα και μετοχές Τραπέζης, αν ντύνεσαι-στολίζεσαι μες στης χλιδής τους χώρους, μα εμφανίζεσαι γυμνός για ν΄ αποφύγεις…φόρους, κι αν φυγαδεύεις τα λεφτά, έξω να σου γεννήσουν, και σαν τον ταύρο κουτουλάς όταν σε ερεθίσουν, αν κυβερνάς Τιτανικό για να τους σώσεις όλους και την πετάς την πεθερά με τους χοντρούς τούς κώλους, αν είσαι ανθρωπάκο μου κλέφτης, να κλέβεις κλέφτη, να μην σε νοιάζει αν θα ανεβεί το κόστος ή αν πέφτει. Ακόμα και ανδρεία πια αν είχες υπερμάχου δεν ξέρω αν θα γέμιζες τον χώρο του στομάχου. Μονάχα αν βρεις μια ευρετή, εκεί που κάνεις ούρα θα πεις ‘θα τρώω σαν Λούκουλος και θα φουμάρω πούρα’.

58

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Την πίκρα σου ποιος γλύκανε μες στη ζωή την άχαρη; Πώς θα μπορείς, που έμεινες με ένα κουτάλι ζάχαρη; Έτσι που καταντήσαμε όλοι μαλλιά κουβάρι θα κάμψουνε τη ράχη σου να σου φορτώνουν βάρη. Σκέψου τα, ανθρωπάκο μου, κι άσε τα καλαμπούρια, αλλιώς σε βλέπω να πουλάς στο δρόμο φρέσκα…αγγούρια. Σαν παπατζής θησαύριζε, με πονηρή νοθεία, αλλιώς τα ράσα φόρεσε να λειτουργείς τα θεία. Τα όσα λέω αν δεν τ’ ακούς, μπες τώρα μες στο φέρετρο. Ζωή και κότα θε να ζουν - όσοι μ’ ακούν - σε θέρετρο. Ευχές σου δίνω αν θα μ’ ακούς, αυτές δεν είναι οι μόνες, να τρως καλά μέχρι σκασμού, μέ ή χωρίς ορμόνες. Με τη μασέλα κοφτερή να τρως όπως οι κόντες, αλλιώς η Τρόικα αφαιρεί τους άχρηστους οδόντες!! Και έτσι δικαίως θα ’παιρνες - πατώντας και με πείσμα επί πτωμάτων νηστικών - της Τρόικας το χρίσμα. Και μην πιστεύεις τη φωνή εξ Ουρανίου Θόλου που σε πλακώνει και λαλεί ‘ρε, πας κατά διαόλου’. ΙΑ. Ηγέτης, λέει ο Ζήνωνας, ο σώφρων, ο γενναίος, ο δίκαιος και συνετός, λιτός, σε ιδέες νέος. Μα αν ήμουνα πρωθυπουργός όλα θα ’ταν ωραία γεμάτα όλα τα πιάτα σας κι η πίτα ακεραία. Την κρίση θα την έλυνα ή έτσι ή αλλιώς, στις κλίνες σας δεν θα ’στεκε πολιτικός κοριός. Στη θάλασσα θα έριχνα την Τρόικα αγίων και Ιστορία θα ’γραφα, κι ας είναι ναυαγίων. Αν ήμουνα πρωθυπουργός με κόμμα ζερβοδέξιο θα κοίταζα ζερβά-δεξιά, έστω με βλέμμα αδέξιο, μα θα ’βλεπα όλα γύρω μου, τη λίστα εντολών με εδέσματα δυσκοίλια, Δυσμών και Ανατολών. Ελάτε όλοι γύρω μου, άνθρωποι γνωστικοί, σεισμόπληκτοι, τροϊκόπληκτοι, κωθώνια, νηστικοί, νεόπλουτοι, νεόπτωχοι, πεντάρφανοι, μεσαίοι… οι Γραμματείς μου είναι εδώ, μαζί και οι Φαρισαίοι !!

59

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Αν ήμουνα πρωθυπουργός θα προόδευε η χώρα, θα μεταμόσχευα καρδιές από ατσάλι τώρα, ν’ αντέχουνε κάθε κακό, να μοιάζουν όπως όλες, να πάλλουν, να ζεσταίνουνε, όπως οι κατσαρόλες. Προσφέρω και γυμνόστηθες, να δεις χωρίς δασμό, και ένα ηρεμιστικό για τέτοιο πειρασμό. Αν ήμουνα πρωθυπουργός, απόδειξη που μένει κρατώ, πως προερχόμαστε από πιθήκων γένη. Ας ντρέπονται που έμειναν να κρέμονται σε δέντρα, φροντίζω εγώ να κρέμεστε σε συσσιτίου κέντρα. Κι αν κλέψουν τα Ταμεία μου, Τρόικες κεφαλαίου μην κλαίτε, σας αγόρασα μια σόμπα πετρελαίου. Όλα σας τα υπόσχομαι και κρέατα και λίπη, σχοινί, σαπούνι να ’χετε, στο κρέμασμα μην λείπει. Αν ήμουνα πρωθυπουργός, ω φίλοι εν Ελλάδι, σας στέλλω, για την ψήφο σας, πεντέξι οκάδες λάδι. Κι αν δε σωθούν τα σπίτια σας, οι μόχθοι οι δικοί σας, τη μόνη περιουσία σας θα σώσω…το βρακί σας! Κι αν δεν το σώσω το βρακί, το πέπλο της λατρείας, σε όλους θα αγοράσω εγώ τους δίσκους επαιτείας. ΙΒ. Επίλογος Τυφλός ο κόσμος, φίλοι μου, η κρίση μας τυφλώνει, -που μυρωδιά την παίρνουμε ο κώλος σαν ιδρώνειτυφλοί από τα πάθη μας, τυφλοί από μεθύσι, από την πείνα ή έρωτα, τυφλοί κι από τη στύση. Φταιν’ οι καρεκλοκένταυροι - δεν το ’χουν μυστικό τους απ’ το στομάχι μου αφαιρούν, προσθέτουν στο δικό τους. Να κάνω, λέω, ανάλυση πριν πάρω την κουμπούρα, μην έχω πέτρες στα νεφρά ή άλατα στα…ούρα. Αν εμέ το Διογένη, μ’ εξορίζετε Αθηναίοι ζήστε, σας καταδικάζω, στην Αθήνα να σας καίει. Ντύθηκε ο Αίσωπός μας, ανθρωπάκι: ‘’ωιμένα, κι ας δουλέψω…στον λιμένα. Θα με θυμηθούν εμένα;’ Μα αυτός δεν είν’ άλλος παρά εσύ, την άλλη εγώ, που για να επιβιώσω, θέλω πόστο να εκλεγώ. Γιατί κλαίω όπως οι άλλοι; Γιατί μαύρα τα έχω βάψει; Για τ’ αδύναμο παιδάκι, ποιος θα σκύψει να το κλάψει;

60

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

‘Λύση για την κρίση με σοφού μάτι, Ρωμιού αλάτι και γινάτι’ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

Το αδύναμο παιδάκι είν’ το μέλλον σε μια στάνη. Μία στάμνα η Ρωμιοσύνη ραγισμένη που όλο χάνει, αλλά κι έτσι στάλα-στάλα το δρομάκι θα ποτίσει, πλούσια άνθη θα μαζέψει, σ’ όλους πάλι θα δωρίσει. Στάμνα αν είσαι ραγισμένη, το νερό σα διαρρέει ζωογόνο σαν Αγάπη, στάλα-στάλα θα εκκρέει. Και τα άμοιρα δίνουν χαρά, ο κάκτος άνθη αίσια. Βγάλε τη μέσα δύναμη του αδύναμου, είν’ εξαίσια. Δράχτε όλοι ευκαιρίες, οι σοφοί υπαγορεύουν, το να κλαίτε επί ερειπίων, ναι, σαφώς το απαγορεύουν. Τον ‘ζωή εν τάφω’ θρήνο τέρμα πια, δεν ξαναλέω, ας μην κάθομαι γκρινιάρης και τη μοίρα μου να κλαίω. Με σταυρώνουν, με κηδεύουν, την ψυχή μου μη λυπάσαι, μην οδύρεσαι για μένα, ούτε και αι Γενεαί Πάσαι. Γνώριζε κι ο μέγας Ζήνων, άπορος να ζει ή πλούσιος, ξέχασα χαβιάρι μάννα, μα πού είν’ ο…επιούσιοοοςςς;;;

61

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Όταν ο Θεός Έβρεχε Μυαλό Παύλος Πολυχρονάκης Κρήτη, Ελλάδα Εμπνευστής - Δημιουργός του παγκόσμιου διαγωνισμού Σατυρικής Ποίησης στα Χανιά Κρήτης

Όταν ο παντοδύναμος Θεός, τους πρωτοπλάστους, έδιωξ’ απ’ τον Παράδεισο με κλότσους και με χάστους είπε, με τον ιδρώτα τους να βγάζουν το ψωμί τους και με τους πόνους να γεννούν, να βράζουν στο ζουμί τους.. να αυξηθούν, να πληθυνθούν ως άμμος της θαλάσσης και να γενούν κυρίαρχοι της οικουμένης πάσης. Σαν υπερπληθυνθήκανε, διέγνωσε με θλίψη ότι το λίγο τους μυαλό τους έχ’ εγκαταλείψει. Γι’ αυτό και έφτιαξε μυαλό «Τέλειο!» να τους βάλει κι άρχισε και τους κάλιενε μ’ έναν καλό τελάλη! Αμέσως μπήκαν στις ουρές οι «άμυαλοι…» ανθρώποι, από τα Ιμαλάϊα μέχρι και την Ευρώπη κι ο Ύψιστος τους έβαζε μέσα εις το κεφάλι «το άριστο!» αυτό μυαλό μ’ ένα μικρό κουτάλι. Όταν «το τέλειο» μυαλό κόντευε να τελειώσει, ογδόντα εις τους εκατό δεν είχαν πάρει δόση.. Γι’ αυτό χωρίς να το σκεφτεί μία νοθεία κάνει και στο υπόλοιπο μυαλό άχυρα μέσα βάνει. φτιάχνοντας έτσι ένα μυαλό κατηγορίας «βήτα» που όσοι το πήραν γίνανε πιο ξύπνιοι απ’ τα βλίτα… Όμως και τούτο το μυαλό κάποτε του τελειώνει και παίρνει σκέτα άχυρα και τους λοιπούς «μυαλώνει…». Αυτοί βγήκαν τεμπέληδες, τρελοί και φοβισμένοι και τα ’βαλαν με το Θεό…(δικαίως οι καημένοι…). Και ο Θεός ο δίκαιος, που εισαγωγή είχε κάνει μυαλού καλής ποιότητας, ετώρα δεν το βάνει στου καθενός την κεφαλή, μα σαν βροχή το ρίχνει από τον Ουρανό ψηλά κι Ουράνιο τόξο δείχνει πως έπρεπε να μπει αυτό, σε κείνα τα κεφάλια που είχαν μέσα άχυρα κι είχανε «μαύρα χάλια». Όμως, δεν τα κατάφερε, γιατ’ όσοι είχαν τρέλα, σαν έβρεχε ο Θεός μυαλό, άνοιξαν την ομπρέλα…

62

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Μπρος Γκρεμός και Πίσω Μαύρο Ρέμα Παύλος Πολυχρονάκης Χανιά Κρήτης

Έλληνες είμαστ’ Έλληνες και για εκλογές ψοφούμε ασχέτως αν δεν ξέρουμε ποτέ μας τι ψηφούμε γιατί αυτούς που βάζουμε να μα σε κυβερνούνε, (αν εξαιρέσεις, ένα – δυο), όλοι μας ξεπουλούνε. Και πέρσι που ψηφίσαμε, «καιρό μας τον κακό μας…» «της μιας πεντάρας άρχοντα» βάλαμ’ αφεντικό μας, γιατ’ αναλογιστήκαμε στον δεύτερο τον γύρον: Πως ήταν όλοι τους, φελλοί… και τούτος ο μη χείρων… Μα επειδή ‘ταν αχαμνός πήρε άλλους δυο παρέα κι έτσι με τρεις Προκρούστηδες βρεθήκαμε μοιραία. Κι αυτοί σαν να μην φτάνανε, πήρε και τον Στουρνάρι(η) απού βαρά την μπαλνταδιά, κι ο Χάρος όποιον πάρει!... Και τότε μες τις φλέβες μας επάγωσε το αίμα γιατ’ είδαμε, μπροστά γκρεμό! και πίσω «μαύρο ρέμα!», καθότι οι Προκρούστηδες από τα πιο παλιά τους «κατουρημένη» είχανε όλοι τους «τη φωλιά τους». Κι αφού λοιπόν από παλιά τα ‘χαν θαλασσωμένα, «τα λερωμένα – τ’ άπλυτα – τα μιζοκερδισμένα, τις μάσες τους - τις μπάζες τους και τ’ Άκη τα κλεμμένα» να τα πληρώσει ο λαός θέλουν και τοκισμένα!. Και για να ξελασπώσουνε, με φοροκαταιγίδα θαρρούσαν πως θα σώσουνε τη δύστυχη πατρίδα. Κι όσοι γλυτώσαμε απ’ αυτήν αλλιώς μας ξεζουμίζουν. Με κούρεμα στα ομόλογα, που τώρα τα ξυρίζουν… Και τέλος, τους εφτάψυχους που μπόρεσαν να ζήσουν, τους κάνουνε, την τύχη τους να τηνε βλαστημήσουν, διότι, σαν προκράστηδες! «κάστανα δεν χαρίζουν…» κι αυτούς τους «τυχεράτυχους…» δείτε πως τους… φροντίζουν. Σε κρεβατάρες ο χοντρός, τρίμετρες τους ξεντώνει. Ο αλληφέγγης, στα μικρά κρεβάτια… τους καρφώνει. «Νίπτει τας χείρας του…» ο Δημάρ και δήθεν …βαλαντώνει... Και ο Στουρνάρις(ης) με μπαλντά τους αποτελειώνει.

63

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Κωλοφωτιές (κοινή ονομασία της Πυγολαμπίδας) Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου Θεσσαλονίκη, Ελλάδα

Ομορφύναμε τις λέξεις και τις πράξεις και τις σκέψεις και αντί κωλοφωτιά λέμε η «πυγολαμπίδα»! Ίδιες λέξεις γενικά που μας ρίχνουν στην παγίδα. Πεταχτές με αρχαία χάρη και ποιητικό καμάρι. Γέμισαν πυγολαμπίδες οι ζωές μας κι οι νυχτιές. Τάχα μου πως μας φωτίζουν μα είν’ απλώς κωλοφωτιές.

Υποσημείωση και για …της ετυμολογικής ιστορίας το αληθές, η αρχαία λέξη πυγή σήμαινε τα οπίσθια έτσι - έχουμε τη λέξη καλλίπυγος η οποία είναι μάλλον σπάνια: δέκα περίπου φορές εμφανίζεται στο σύνολο της σωζόμενης Αρχαίας Γραμματείας, κι απ' αυτές οι εφτά στον Αθήναιο, ο οποίος αφηγείται το επεισόδιο με τις δυο αδελφές από τις Συρακούσες που τσακώνονταν ποια έχει τα ομορφότερα οπίσθια και έβγαιναν στη λεωφόρο και τα επιδείκνυαν. Μετά ίδρυσαν και ναό στην καλλίπυγο Αφροδίτη. - Στα Αγγλικά συναντούμε την επίσης ελληνικότατη λέξη callipygian (having shapely beautiful buttocks) - Μελάμπυγος ονομάζεται ο Ηρακλής επειδή έχει τα οπίσθια μελανά (τριχωτά) και κατ’ επέκταση ο ανδρείος (τοὺς γὰρ δασεῖς τὰς πυγὰς ἀνδρείους ἐνόμιζον) (Ar. Lys. 802) - σεισοπυγίς (σείω+πυγή) ονομάζεται το πουλί σουσουράδα ή αρχικά σεισουράδα. Τη σουσουράδα, επειδή το «σήμα κατατεθέν» της είναι η ουρά της, που την κουνά συνεχώς , την παρομοίασαν με τη γυναίκα που λικνίζεται πέραν του κανονικού. Γι αυτό συχνά οι άνθρωποι όταν βλέπουν στο δρόμο κάποιες γυναίκες να περπατούν πολύ έντονα κουνιστά τις αποκαλούν «σουσουράδες».

64

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΣΑΤΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ Ελληνική Γλώσσα

Λουκέτο

Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου Θεσσαλονίκη, Ελλάδα

Μας κλείσαν σε στάνη

«Δεν έχουμε», λένε

κι αυτοί στη Βουλή,

«περίσσια λεφτά»

καφές και σεργιάνι

Και «όλοι» πως «φταίμε»

κι η μύτη στητή.

στα χάλια αυτά.

Στα “sales” πουλάνε

Στο χέρι μας βάζουν

ψυχή, λεβεντιά.

σαν Κώτσους σωστούς.

Ελάτε να πάμε,

Φωνάζουν, αλλάζουν

σαν άγρια θεριά…

μας τάζουν λαγούς…

Μας δίνουν λουκέτα

Γινήκαμε επαίτες

πολλά, δωρεάν.

στο Γιούρο – Ευρώ.

Προσφέρουν πακέτα

Κουνάμε τις χαίτες

και μας ξεπουλάν.

για λίγο σανό.

Στο χρήμα λουκέτο

Το μπούσουλα χάσαν

σε κάθε μισθό

τα “pet” της Βουλής

και κόβουν με βέτο

Ε! κι αν μας “αδειάσαν”,

Ταμεία σωρό.

χρωστάν πάλι δις.

Λουκέτο στο… στόμα,

Κι από τη …χαρά τους,

«παχύναμε», λεν

σκυλάκια θαρρείς,

Μας βάλανε… πώμα

κουνάν την… ουρά τους,

και κάνουν πως κλαιν.

σκυλάκια… κανίς!

Λουκέτο στο… μάτι …μυαλό και…φαί Λουκέτο κι απάτη και άδεια η ψυχή.

65

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


POESÍA Idioma Español

Éxodo 3:14 Jorge Anagnostopulos Argentina

La primera noche del mundo. La tierra era roja y negra. Oro la luna. El hombre aún no era humano. Sino errante muchedumbre librado a su aventura. Descubrió la cota de las rocas. Las herramientas, el fuego y las estrellas. Instante de la incógnita. ¿Quien soy? Se preguntó. En la caverna toca la piedra buscando la respuesta. Al fuego soberano pide de los dioses el poder. En los albores del siglo Veintiuno, quien sueña, Ensaya una magia menor, escribir el poema. Tiene la certeza de ser amigo del tiempo y de ejercer una magia mayor. El Conocimiento de los Conocimientos. Ser uno con Dios. Siente en su interior el primer nombre: “Yo Soy El Que Soy”.

66

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


POESÍA Idioma Español

Éxodo

Jorge Anagnostopulos Argentina

Si has de entrar en la bruma de las sombras, lleva contigo las Cartas. En ellas hallarás el signo y un talismán en cada palabra. Dirígete al oasis. Sólo hay uno. Calma alli la sed. Donde la solitaria columna jónica anhela ser acanto y rosas. Examina en la brújula del Norte. Suelta tu pasado, como el pasado ya te soltó. Invierte la clepsidra e inicia el viaje. Verás las huellas que precedieron tus huellas y no temerás Recuerda, has sembrado la semilla. La flor que nace y muere, crecerá. Porque su destino no es dudar. Reposa tumbado sobre el mundo. Duerme y, dormido sueña con la vida.

67

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


POESÍA Idioma Español

Logos

Jorge Anagnostopulos Autor grecoargentino, nacido en la localidad de Berisso, Argentina. Es arquitecto y ha editado los libros: Cartas griegas ( 2009) y El viaje de los dias ( 2012) Su obra ha sido declarada de interés por la secretaria de gobierno de la ciudad de Berisso y obtuvo la faja de Honor de la Sociedad de Escritores de la Prov. de Buenos Aires. El texto “Lo inevitable” de su libro Cartas griegas, participó en la exposición Trilogía de la Privacidad en Barcelona, España (2010) y en Catania, Italia (2012)

Transité extensos territorios. Cada amanecer me entregó momentos de infinitos resplandores. Los pájaros cantan en las populosas ciudades; el hombre, alienado corre detrás de la mente que tiende redes. Pagué con mi cuerpo los cuerpos poseídos; con los labios concedí mil besos agotados; y, mientras me entregaba al placer, vi muchedumbres persiguiendo soledades. Mendigos implorando a mendigos en una larga hilera de suplicantes. El poder de la palabra, que disipa oscuridades, se manifestó en mí. ¿Cómo expresar el amor a quien nunca amó? ¿Como mostrar la paz a quien nunca sintió paz? Las multitudes se reunían para escuchar el mensaje. Comencé a hablar. La voz, clara y poderosa, despertaba el murmullo de los corazones. Muchos eran llamados y pocos los elegidos. Los que podían oír, oían. Aquellos que no podían caminar danzaban en libertad la danza de la vida. Los ciegos inauguraban la visión y los muertos resucitaban. Nacían los evangelios y la sonrisa interior que aparta el invierno del rostro. No será largo el tiempo de mi ausencia. Estoy en vos como vos estás en mí, aunque la duda intente negarme.

68

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


POESÍA Idioma Español

La Victoria Del Tiempo Ruth Sancho-Huerga Melbourne, Australia

Una vez se toparon Amor y Libertad en el camino Quiso el Tiempo saber Si entre Amor y Libertad habría futuro. Libertad lo miraba Traslúcida en su pecho Con los ojos de un niño, Mientras Amor domaba Con caricias y besos Los caballos alados blanquecinos Que en batallón venían cabalgando A desplomarse en su orilla enamorada. Nunca quiso el Amor Arrastrarla en sus sueños, Ni encerrarla en la dicha de ilusiones conjuntas, Mas Libertad sentía, que en cada nuevo paso Se perdía a si misma, Y así empezó a sufrir, Al echarlo de menos. Su nombre pronunciaba sin sentido, Y sin venir a cuento sollozaba, Y Amor entre sus brazos la apretaba Pues no entendía aquel su nuevo estado. Ya Libertad confusa y abatida Sin saber el porque no alzaba el vuelo. Y Amor se fue alejando para poner distancia a tanto duelo, Y Libertad, del desafío huyendo, Por la puerta trasera del olvido Se deslizó sin compromiso alguno. Nunca supo de Amor más Libertad, Ni se vió al Amor Libre más de nuevo Y se creó entre ambos un abismo profundo e infinito, perdiéndose en el Tiempo de los Tiempos.

69

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


POESÍA Idioma Español

La Victoria Del Tiempo Ruth Sancho-Huerga

Mil cien siglos después, Una mañana, como tantas otras, Se vieron otra vez, Por coincidencia. Libertad cojeando de horizontes, Amor hinchado por un millón de miedos. Se dijeron un “Hola”, “Tú, Como estás?”, Y esas cosas de humanos Que todos nos sabemos. Pero antes de alejarse, Se pararon de frente, Se escucharon sinceros Y abrazados lloraron: Todas las estructuras Que el Tiempo erosionaba tan certero; Todas las constricciones, Que ellos, y nadie más que ellos, habían construido con tanto ahínco; Todas las convenciones y argumentos Que se habían impuesto y aprendido; Todas las cárceles y todas las mentiras Que habían habitado sin saberlo. Después de varios días, meses y años, Con abrazos, con besos y sonrisas, Los dos se despidieron y se fueron. Ninguno miro a atrás, Ni firmaron promesas de futuros encuentros. Y el Tiempo fue testigo De su enorme victoria, Fue testigo del todo y del entero, Y calzándose el paso, de una nueva vida, prosiguió su viaje sin recuerdos.

70

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


POESÍA Idioma Español

Niño Diamante, Niño De Barro Cristina Tsardikos Argentina (Dedicado a los niñosángeles que pueblan las calles desde la tierna infancia, verdaderas víctimas de una sociedad despiadada)

Mi niño pequeño de ojos rasgados, De piel aceituna, y piecitos descalzos. Tus negros cabellos aunque despeinados Parecen los rayos de un sol apagado. Mi niño pequeño de intensa mirada, Esconde tu risa, la pena del alma. y tu rostro sucio que no conoce el agua irradia en belleza tu pureza blanca. Mi niño pequeño de frágil figura, Mil blancas palomas volando hacia el cielo Llevan en sus alas, tus tiernos anhelos De un mundo mas digno, de un mundo mas bueno. Mi niño pequeño, mi niño ternura Caricia ausente en la noche fría, Serán las estrellas tu casa vacía, Y cuando amanezca, otro nuevo día entre la basura de lo que otros tiran, buscarás comida. En las estaciones, abrirás las puertas, Lavaras los vidrios de los autos caros, Por unas monedas en tus manecitas que entibien tu hambre,..tu hambre de vida. Ay! Niño pequeño de ojos rasgados, De piel aceituna y piecitos descalzos. Tus negros cabellos aunque despeinados Son gélidos rayos de un sol apagado. Ay! Niño pequeño de intensa mirada, Llora con tristeza, la pena de tu alma. En tu rostro sucio que no conoce al agua se perdió la infancia y la pureza blanca. Ay! Niño pequeño de frágil figura, Mil blancas palomas volaron al cielo Llevando en su vuelo, tus tiernos anhelos, de un mundo mas digno, de un mundo mas bueno.

71

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


POESÍA Idioma Español

Niño Diamante, Niño De Barro Cristina Tsardikos

Por volar tan alto buscando ese puerto: Sus alas quebraron. Cayeron al suelo. Sobre el negro asfalto murieron tus sueños Mil hombres trajeados, pasaron sin verlos. Ay! Niño pequeño, mi niño adorado Diamante en el barro, alhaja de trapo Tu tierna inocencia se entierra en el fango. Ay! Niño pequeño, Diamante en el barro. Mi niño diamante, Mi niño de barro.

72

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Digitised image by Iakovos Garivaldis titled "Forest Tangle"

73

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Πεζογραφία

Prose Prosa


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Βήματα Άρις Αντάνης Αθήνα, Ελλάδα

Μόλις μια παράταξη σε χαρακτηρίσει δικό της, να αρχίσεις να αναρωτιέσαι… γιατί! (Ντανίλο Κις) Ένα σούρουπο είναι. Δεκέμβρης ο μήνας που μιλάω. Και βρέχει. Δεν μπορώ να πω ότι κάνει κρύο, αλλά χρειάζεσαι κάτι ζεστό πάνω σου, πώς να το κάνουμε. Χρειάζεσαι ένα αδιάβροχο ή μιαν ομπρέλα. Κι εγώ δεν έχω μαζί μου. Βρίσκομαι στην οδό Θεωρίας, κάτω από την Ακρόπολη και ακριβώς πάνω από την Παλιά Αγορά. Πιο παλιά μπορούσα να κάτσω σε μια καρέκλα και με ένα καφέ η μια μπίρα να κουβεντιάσω με κάποιο φίλο, ατενίζοντας από δω πάνω ό,τι έχει απομείνει από την Παλιά Αγορά και τη… νέα Πλάκα. Τώρα έχουν μπει σύρματα και έχουν βγει οι καρέκλες. Εδώ δεν μπορείς πια να πιεις καφέ ή μπίρα. Αυτό είναι και καλό και κακό. Κακό γιατί ήταν ωραία κάποτε. Καλό γιατί για ένα καφέ ή μια μπίρα σήμερα θα δαπανούσες σχεδόν 5 ευρώ. Η Αθήνα είναι η πιο ακριβή πρωτεύουσα στον κόσμο. Και νιώθω να με εμπαίζουν όταν με χρεώνουν 5 ευρώ για κάτι που τους κοστίζει 5 λεπτά. Δεν τολμάω να το μετατρέψω σε ποσοστό κέρδους. (Δεν τολμάω, δηλαδή). Γι’ αυτό κάθομαι πάνω σε μια πέτρα και ψάχνω να βρω θέμα για να γράψω κάτι σχετικό με τα σημεία των καιρών, αν θέλω να είμαι συνεπής με τον εαυτό μου, κυρίως. Συνεπώς, συνεπής και με τους άλλους. Έχω βρει θέματα, για να πω την αλήθεια, αλλά δεν μου αρκούν. Εγώ θέλω να έχουν κάποιον χαρακτήρα τα κείμενά μου. Λες και χρειάζονται πάντα οι χαρακτήρες ή χρειάζονται τα θέματα ή χρειάζονται και τα κείμενα, ή τουλάχιστον αυτού του είδους τα κείμενα ή, τέλος πάντων, αυτού του είδους… «συγγραφέων»- σαν κι εμένα- τα κείμενα. Τι χαρακτήρα να βρεις, όμως; Και πώς να τον ντύσεις; Δεν εννοώ το μπουφάν ή το αδιάβροχο που θα πρέπει να φοράει, λόγω καιρού, αλλά εννοώ το επάγγελμα: εφοριακός, περιπτεράς, οδηγός λεωφορείου , τραπεζοϋπάλληλος, τέτοια πράγματα. Πρέπει όμως να βρω και το χαρακτήρα τού… χαρακτήρα του θέματός μου. Και, θεωρητικά, σε μια χώρα όπου η ανεργία έχει «χτυπήσει» το 25 %, βρίσκεις ένα εικονικό επάγγελμα για το θέμα σου. Χαρακτήρα όμως; Υπάρχει άραγε χαρακτήρας; Ξαφνικά εκεί που κοιτούσα τα αρχαία, άστραψε μια ιδέα. Το … Μουσείο. Το νέο μας Μουσείο, για το οποίο είμαστε όλοι περήφανοι. Και δεν πρέπει να υπάρξει ούτε ένας Έλληνας που να μην το επισκεφτεί. Είναι ό,τι καλύτερο έχουν φτειάξει οι νεοέλληνες σε αυτόν τον τόπο. Το Μουσείο μας. Τα άλλα… βράστα! Χμ! κάτι πάει να γίνει. Ο ήρωας που ψάχνω να βρω, ο χαρακτήρας δηλαδή, είναι… Αλλά καλύτερα να τον βάλω να μιλάει ο ίδιος. Σε πρώτο πρόσωπο. Σαν να είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο. Αληθινό. Ενδιάμεσα θα παρεμβαίνω κι εγώ, βέβαια. Δικαιωματικά… ................................................ Είμαι φύλακας στο Μουσείο. Πριν λίγο καιρό δεν είχα δουλειά. Είχα ψάξει από δω και από κει και πουθενά να βρω δουλειά. Θα είχα βρει δουλειά αμέσως μόλις τέλειωσα το Πανεπιστήμιο, αλλά δεν μου το επέτρεψε ο χαρακτήρας μου. Έχω, βλέπεις, ευθύ χαρακτήρα. Κι έχω δίπλωμα καθηγητή. Είμαι φυσικομαθηματικός. Και γι’ αυτό είμαι φύλακας

75

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Βήματα Άρις Αντάνης

στο Μουσείο. Γιατί αυτά που θέλω να διδάξω, δεν θα μπορώ να τα διδάξω, αν δεν τα τηρώ ο ίδιος. Πώς να πω στα παιδιά να μη χρησιμοποιούν πλάγια μέσα, αν τα χρησιμοποιώ εγώ; Ένα απόγευμα, εκεί που καθόμουνα στο ειδικό κάθισμα, ακριβώς πλάι στην είσοδο της αίθουσας κλασικών, μπήκε μέσα ένας τύπος με μούσι. Δεν είχε πολύ κίνηση εκείνη την ώρα και επειδή ήταν μόνος τον πρόσεξα. Μου φάνηκε γνωστός. Κάποια στιγμή με πρόσεξε κι αυτός που τον κοιτούσα. Αλληλοκοιταχτήκαμε. Με πλησίασε… ................................................ Τον πλησίασε. Μιλήσανε. Ήτανε ο γλύπτης , ο Πάνος ο Μπακαλάκος, από τη Μάνη. Είχε ακούσει για αυτόν. Τον είχε δει και στα κανάλια πολλές φορές. Έργα του υπήρχαν όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό. Σε πολλές πόλεις. Σε διάφορες συζητήσεις μάλιστα καμάρωνε που τον ήξερε. « Εγώ τον ξέρω αυτόνε» Κοκορευόταν. Καταγόταν , βλέπεις, από το χωριό του. Ήταν συμμαθητές. Αυτός είναι ο χαρακτήρας που έχω βρει για το σημερινό θέμα μου. Σημεία των καιρών. Δεν εννοώ τον Μπακαλάκο το γλύπτη, αλλά το φύλακα του μουσείου. Τους βάζω να συναντιούνται μετά από είκοσι ολόκληρα χρόνια. Και ο ένας είναι φύλακας μουσείου και ο άλλος ονομαστός γλύπτης. Ο ένας παίρνει 580 ευρώ το μήνα και ο άλλος δεν ξέρει τι έχει. Ειλικρινά, αν ρωτήσεις τον ίδιο δεν ξέρει τι έχει. Μόνο ο λογιστής του ξέρει. ................................................ -Κάπου σε ξέρω, μου είπε. -Κι εγώ. Σε έχω δει στην τηλεόραση, νομίζω, αλλά τώρα δεν πάει το μυαλό μου… -Μπακαλάκος. Γλύπτης. -Ωωωωωωω! Το καμάρι του χωριού μας. -Από πού’σαι, ρε; -Από τον Κάμπο της Αβίας. Μεσσηνιακή Μάνη. Από κει που σαι κι εσύ. Εσύ κι εγώ καθόμαστε στο ίδιο θρανίο. -Είσαι ο… -Ναι. -Μα εσύ ήσουν άριστος στα μαθηματικά, και όχι μόνο. Αν θυμάμαι σπούδασες να γίνεις καθηγητής. -Έγινα. -Και πώς;… -Δεν εύρισκα δουλειά… ................................................ Αυτά είπανε και λίγα ακόμα. Και δες που εγώ έψαχνα για ένα χαρακτήρα και βρήκα δύο. Και μάλιστα τη στιγμή που αναρωτιόμουν αν υπάρχουν χαρακτήρες. Υπάρχουν άραγε χαρακτήρες; Είχα αναρωτηθεί. Να μια απόδειξη ότι δεν υπάρχουν τέτοια… όντα. Μιλάω για τους ανθρώπινους χαρακτήρες, πραγματικούς ή φανταστικούς. Το ξαναλέω και το υπογραμμίζω: Δεν υπάρχουν. Αυτά που υπάρχουν είναι οι επιλογές μας. Ή οι φαντασίες μας. Ή, για να το πω ακόμα καλύτερα, ζούμε ζωές βασισμένες πάνω σε επιλεγμένες φαντασίες. Η θέα της πραγματικότητας εξαρτάται από τη θέση μας μέσα

76

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Βήματα Άρις Αντάνης

στο χώρο και το χρόνο. Δεν εξαρτάται από την προσωπικότητά μας, όπως εμείς θέλουμε να πιστεύουμε. Κι έτσι κάθε ερμηνεία της πραγματικότητας βασίζεται πάνω σε μια συγκεκριμένη θέση. Δυο βήματα πιο αριστερά ή δεξιά, ανατολικά ή δυτικά και η όλη εικόνα αλλάζει. Κι εγώ ο ίδιος - για μένα το … «συγγραφέα» του παρόντος κειμένου μιλάωήθελα να γίνω πραγματικός συγγραφέας και κατέληξα να δουλεύω σε Τράπεζα. Κι αυτός εδώ, ο χαρακτήρας που περιγράφω, ήθελε να εργαστεί ως καθηγητής, αλλά μέχρι τώρα ήτανε φύλακας στο Μουσείο. Τώρα όμως δώσε βάση, παρακάτω. Όπως τα λέει ο ίδιος… ................................................ Το ίδιο βράδυ βρεθήκαμε με το Μπακαλάκο στο πεντάστερο ξενοδοχείο που με είχε καλέσει. Είχα βάλει το μοναδικό μου κουστούμι, τη γραβάτα μου να ταιριάζει. Ναι, μην απορεί κανείς. Είχα φορέσει και γραβάτα , παρά το γεγονός ότι τη σιχαίνομαι, επειδή τη φοράω όλη μέρα στο Μουσείο. Ο Μπακαλάκος φόραγε ένα τριμμένο και ελαφρά- και σκόπιμα- σκισμένο στα γόνατα μπλου- τζιν. Γι’ αυτόν δεν έχει σημασία τι φοράει. Και ξεβράκωτος να ‘ρχόταν θα γινόταν αποδεκτός. Όπως κι εγώ έγινα αμέσως αποδεκτός από την παρέα, επειδή ήμουν καλεσμένος του. Γύρω στα είκοσι άτομα, λογοτέχνες, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, ένας ζωγράφος, δυο γιατροί, όλοι γνωστά ονόματα. Αλλά και κάτι γυναίκες ! Να τις πιεις στο ποτήρι. Τέτοια παρέα… Στην αρχή κομπλάρισα κάπως. «Τι δουλειά έχω εγώ, εδώ με δαύτους!», είπα μέσα μου και άρχισα να ψάχνω τι δικαιολογία θα έλεγα στο Μπακαλάκο, για να την κοπανήσω. Αλλά και σε αυτό είχαν μπλοκάρει οι σκέψεις μου. Ήπια λίγο να… ξεθολώσω. Και μετά πάλι, λίγο ακόμα. Και ξανά, αλλά και με κάποια ρέγουλα. Μη ξαναθολώσω απ’ την ανάποδη… Και ξαφνικά ξέχασα ποιος είμαι και νόμισα πως ήμουν ένας από αυτούς. Ίσος προς ίσον. Απόψε ξαφνικά δεν ήμουν φύλακας μουσείου. Ήμουν ένας καθηγητής. Φυσικομαθηματικός. Και ήταν αλήθεια. Δεν ήταν φούμαρα. Σε λίγο μάλιστα πέταξα και τη γραβάτα. Κοντά στον Μπακαλάκο ένιωσα φοβερή άνεση. Και στη συζήτηση που ακολούθησε εγώ άρχισα να … διαπρέπω. Το θέμα μού ήταν οικείο. Αργότερα βέβαια κατάλαβα ότι σκόπιμα το είχε ‘ανοίξει’ ο Μπακαλάκος. Πανέξυπνος ο άτιμος. Αλεπού. Τον θυμάμαι στο σχολείο που δεν έλεγε να πάρει μπρος το μυαλό του. Με τίποτα. Χαζοπαναγιώτη, τον φωνάζαμε. Και τώρα είναι… ξουράφι. Αλλά κι εγώ όμως! Δεν πήγαινα πίσω. Με έπιασε μια λογοδιάρροια, άνευ προηγουμένου. Και με βαθύ νόημα. Σκέτη διάλεξη. Απόρησα και ο ίδιος: «Ζούμε ζωές βασισμένες πάνω σε επιλεγμένες φαντασίες. Η θέα της πραγματικότητας εξαρτάται από τη θέση μας μέσα στο χώρο και στο χρόνο και όχι από την προσωπικότητά μας…. δυο βήματα πιο δω ή πιο κει, και... Ανθρώπινοι χαρακτήρες; Δεν υπάρχουν τέτοια όντα…. Κάθε ψυχή στην ουσία είναι μια μυρμηγκοφωλιά από αντίθετες διαθέσεις. Η προσωπικότητα, σαν μια ιδέα με συγκεκριμένες τάσεις , είναι πράγματι μια ψευδαίσθηση». ................................................ Κελαηδάει ο… δικός μας. Τον ακούτε; Πού τα βρήκε όλα αυτά ο διαολεμένος και τα τσαμπουνάει με τόση άνεση στους εκπρόσωπους του … ‘λάιφ – στάιλ’; Διαπρέπει.

77

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Βήματα Άρις Αντάνης

Απορεί και ο ίδιος, μας είπε. Στον ουρανό τον γύρευα και στη γη τον βρήκα. Αλλά, αν και αποκύημα της δικής μου φαντασίας, δεν μπορώ να τον αφήσω κι έτσι: «Ποιος είσαι, ρε»; Θα του έλεγα, του ήρωά μου αν ήμουν εκεί. «Ένας φύλακας στο Μουσείο είσαι. Άντε, κι ένας καθηγητάκος χωρίς δουλειά». Μετά μου λένε εμένα για χαρακτήρες και για προσωπικότητες. Κουραφέξαλα!... Μπορώ άραγε να τον ξεχάσω, καθισμένο στην καρέκλα και μισοκοιμισμένο, στην από μέσα μεριά της εισόδου για την αίθουσα κλασικών, να αγωνίζεται να κρατήσει τα βλέφαρά του ανοιχτά από την ανία, ενώ θα έπρεπε να τα έχει δεκατέσσερα, ανάμεσα σε τόσα έργα απροσδιόριστης αξίας; Αλλά όλα αυτά τα κειμήλια προφανώς τον… κοιμίζουν. Ή μήπως θα ξεχάσω που η μόνη του κουβέντα ήταν το ποδόσφαιρο και τα… πολιτικά; Όχι ότι δεν είχε δίκιο ο χριστιανός, αφού, και τα δύο αυτά θέματα, την ίδια βαρύτητα έχουν και για αυτόν και για παρα πολλούς άλλους. Σημεία των καιρών, βλέπεις! Αλλά όχι μόνο τωρινών καιρών. Πολλών… καιρών πριν. Και τώρα τον αναγνωρίζεις; Είναι το ίδιο πρόσωπο; Ο ίδιος χαρακτήρας; Αυτή τη στιγμή όχι. Δεν είναι. Θα ξαναγίνει ο ίδιος χαρακτήρας μόλις θα ξαναγυρίσει στη φτωχική του γκαρσονιέρα, μετά από λίγες ώρες. Αλλά μη βιάζεσαι. Ας τον να συνεχίσει να μιλάει. Μπορεί να εκπλαγείς τελικά. (Ποιος είσαι, ρε; Ο γιος του «πάρτα όλα» είσαι;) ................................................ «Στα όνειρά μας, κύριοι. Στις ελπίδες μας. Στη φαντασία μας. Εκεί τοποθετούμε τη ζωή μας. Μα η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Είναι ανεξάρτητη από ό,τι κρύβεται στο μυαλό μας. Ονειρεύομαι να γίνω καθηγητής και καταλήγω να δουλεύω φύλακας σε μουσείο και είμαι και ευχαριστημένος, σε σύγκριση με άλλους που δεν έχουν καθόλου δουλειά. Πάνε τα πιστεύω μου περί αξιοκρατίας, περί δικαιοσύνης, περί ισονομίας και ισοπολιτείας, περί αξιών και αρχών, περί ηθικής και αξιοπρέπειας, περί τιμιότητας και ακεραιότητας. Αρχικά κάνω φοβερές προσπάθειες να φτάσω κάπου βασιζόμενος στις δικές μου ικανότητες και στην αξία μου. Τίποτα δεν γίνεται. Μηδέν από μηδέν, μηδέν. Γιατί δεν έχει σημασία τι πιστεύεις εσύ. Σημασία έχει τι πιστεύουν οι άλλοι για σένα. Τι λένε οι άλλοι; Έχει ικανότητες, λένε. Έχει αξία. Μάλιστα. Και τι μ’ αυτό; Αφού πρέπει να επιλεγεί κάποιος άλλος , ας τονε. ‘Γιατί ρε παιδιά δεν διαλέγετε εμένα; Δεν βλέπετε την αξία μου’; ρωτάς. ‘Δεν έχεις, φίλε μου, αξία’, σου λένε. Και στο λένε συνεχώς, όσο επιμένεις. Μέχρι που στο τέλος το πιστεύεις κι εσύ. ‘Για να το λένε τόσοι άνθρωποι’, λες, ‘μάλλον δίκιο θα έχουν. Με απορρίπτουν διότι δεν έχω. Ούτε αξία, ούτε προσωπικότητα, ούτε ικανότητες, άρα δεν τους κάνω’. Και στο τέλος το αποδέχομαι. ‘Ρε, δεν πάτε να….’, λέω μέσα μου και κλείνω τα μάτια μου στην καρέκλα της αίθουσας κλασικών. Και εκεί μπορεί να με πάρει και ο ύπνος και να ονειρευτώ πως είμαι ένας άνθρωπος με χαρακτήρα και με προσωπικότητα. Και όταν ξυπνήσω θα δω την… ‘κλασική’ πραγματικότητα, τη νεκρή πραγματικότητα, την τόσο όμορφη αλλά και τόσο άπιαστη. Απαγορεύεται το ‘πιάσιμο’ μέσα στην αίθουσα των κλασικών ακόμα και για το φύλακα. Και βέβαια έρχεται ο άλλος. Ποιος άλλος; Εκείνος που μια μέρα βρέθηκε στο σωστό χώρο και χρόνο και έγινε… προσωπικότητα. Κι ας μη το σκέφτηκε ποτέ. Έτσι κι εγώ. Αν μια μέρα βρισκόμουν στο σωστό χώρο-πες τε μου ένα χώρο, σε ένα μουσείο να πούμε- και το σωστό χρόνο- πες μου κι ένα χρόνο, μια Πέμπτη απόγευμα , να πούμε που δεν έχει κίνηση- μπορεί να άλλαζε ολόκληρη η ζωή μου. Μπορεί από τη μια

78

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Βήματα Άρις Αντάνης

στιγμή στην άλλη, να γινόμουνα μια προσωπικότητα με χαρακτήρα, όπως εσείς εδώ.» ................................................ Ρε, τον κερατά! Πού το πάει; Το όπως εσείς, πού αναφέρεται; Στο ότι η αποψινή παρέα είναι προσωπικότητες; Ή στο πώς έγιναν προσωπικότητες; Άκου θράσος. Έκανε κι η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο. Για να δούμε τι άλλο θα ξεστομίσει ο αθεόφοβος… Και όλοι τον παρακολουθούν αμίλητοι. Καλά είναι φοβερός! Άλλο πράμα σου λέω. Ακούστε… ................................................ «Και τώρα σας ρωτάω, κύριοι, τι πρέπει να γίνει; Να τα αφήσουμε όλα στην τύχη, μπας και βρεθούμε ξαφνικά σε κάποιο σωστό χώρο και χρόνο; Μπας και κάνουμε κάποιο βήμα; Μπορεί κάποιος από σας να πει: ‘Όχι. Δεν είναι του χαρακτήρα μας’. Αλλά τότε προκύπτουν αυθόρμητα οι απορίες: Ποιου χαρακτήρα μας; Του πραγματικού ή του φανταστικού; Και ποιος είναι ο πραγματικός χαρακτήρας μας; Είναι αυτός που βλέπουμε εμείς ή αυτός που βλέπουν οι άλλοι; Ή μήπως είναι αυτός που εμείς θέλουμε να βλέπουν οι άλλοι; Άρα υπάρχει πράγματι χαρακτήρας; Εγώ λέω πως δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η ψυχή που μοιάζει με μυρμηγκοφωλιά. Και οι διαθέσεις της ψυχής μοιάζουν σαν τα μυρμήγκια, που τα βλέπεις να κινούνται συνεχώς σε αντίθετες κατευθύνσεις, γραμμές ολόκληρες από «μυρμήγκια-διαθέσεις», που συγκρούονται, παρεκκλίνουν λίγο και συνεχίζουν την πορεία τους, ξανασυγκρούονται, ξαναπαρεκκλίνουν και συνεχίζουν ασταμάτητα, χωρίς τελειωμό, χωρίς σκοπό, θα’ λεγε κανείς, μέσα στο χώρο και στο χρόνο. Αυτές είναι οι διαθέσεις μας. Όλα τα άλλα είναι ψευδαισθήσεις. Και η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας δεν είναι παρά ψευδαισθήσεις. Και εγώ βρέθηκα εδώ εντελώς τυχαία και τώρα έχω την ευκαιρία να μάθω από σας, να πληροφορηθώ, να διδαχθώ από ανθρώπους με κύρος και με φήμη. Και αυτό το οφείλω στον παλιό συμμαθητή μου τον Πάνο Μπακαλάκο, που δεν ξέρω ποια δύναμη έφερε τα βήματά του σήμερα στο μουσείο και τα δικά μου βήματα εδώ μαζί σας. Αν λοιπόν η προσωπικότητα και ο χαρακτήρας δεν είναι παρά ψευδαισθήσεις, εμείς πρέπει να τρέφουμε αυτές τις ψευδαισθήσεις; Για μένα η αποψινή βραδιά επιβεβαιώνει ακόμα μια φορά την άποψη που δεν απαγορεύει σε κανένα να τρέφει ψευδαισθήσεις, αρκεί να μπορεί ο οργανισμός του να ανεχθεί και η.. «τσέπη» του να αντέχει αυτή την πολυτέλεια. Γιατί για τους περισσότερους ανθρώπους, αν όχι για όλους, η ψευδαίσθηση είναι μια πολυτέλεια. Μια πολυτέλεια πολύ ακριβή, που την πληρώνουνε πανάκριβα, όχι μόνο αυτοί που την τρέφουν αλλά και όλοι γύρω τους. Δες τι γίνεται σήμερα σε αυτή τη χώρα. Μόνο οι λίγοι που διέπονται από κοινή λογική κρίνουν ότι η πολυτέλεια είναι ψευδαίσθηση- και όχι η ψευδαίσθηση πολυτέλεια- και επειδή το γνωρίζουν την αποφεύγουν. Παρόλα αυτά δεν αποφεύγουν τις συνέπειες των ψευδαισθήσεων των άλλων. Και πάντα την πληρώνουν οι ίδιοι, οι λίγοι, που διαθέτουν την κοινή λογική. Κι εγώ δεν ξέρω πόσο ακριβά θα πληρώσω τη σημερινή πολυτέλεια να βρίσκομαι εδώ μαζί σας , αμέσως μόλις ξαναγυρίσω στη φτωχική γκαρσονιέρα όπου μένω και ξανακάτσω στην καρέκλα του Μουσείου όπου εργάζομαι. Γιατί ανήκω στους λίγους με κοινή λογική. Ειδικά απόψε όμως ρισκάρω να πω κι εγώ ότι έχω προσωπικότητα, ακόμα κι αν ξέρω πως δεν υπάρχει. Αυτή είναι η δική μου ψευδαίσθηση. Και τη δέχομαι με έναν ειδικό όρο

79

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Βήματα Άρις Αντάνης

που βάζω στον εαυτό μου. Να έχουμε ψευδαισθήσεις όταν πρόκειται να … αγαπάμε. Να αφήσουμε ελεύθερη την καρδιά μας να αγαπάει. Τα πάντα. Και βέβαια τον άνθρωπο. Και εγώ αγαπάω όλους ανεξαιρέτως. Δε φθονώ, δε μισώ. Αγαπάω κι εσάς, κι ας μη σας γνωρίζω. Λυπάμαι για όσα συμβαίνουν γύρω μου, στον κόσμο, στην πατρίδα μου, στο χωριό μου, στη γειτονιά μου, στην πολυκατοικία μου. Πιστεύω ότι οι άνθρωποι πρέπει να ζουν με αγάπη και με ομόνοια. Όχι να μισούνται και να αλληλοτρώγονται. Τους θέλω τους ανθρώπους, με όλες τι αντικρουόμενες διαθέσεις τους, να κάνουν τα βήματά τους σαν τα μυρμήγκια, άλλοι αριστερά, άλλοι δεξιά, άλλοι ανατολικά, άλλοι δυτικά, αλλά με ένα κοινό στόχο: την αγάπη. Βήματα αγάπης να κάνουν οι άνθρωποι. Θα αλλάξει η εικόνα. Και θα μείνει η ιδέα. Και θα είναι η μόνη σταθερή. Εκεί πρέπει να στηρίζονται οι στόχοι των ανθρώπων. Να βασίζουν τη ζωή τους σε αυτή τη φαντασία. Της αγάπης. Θα είναι η πιο σωστή επιλογή. Και τότε θα δημιουργηθεί ένας χώρος που θα καθρεφτίζει μια πραγματικότητα και μια προσωπικότητα χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Αυτά άλλωστε δεν υπάρχουν. Μια προσωπικότητα ανθρώπινη. Πανανθρώπινη. Όσο για την πατρίδα μας, τα σημεία των καιρών απαιτούν από μας τους ίδιους μια νέα πορεία που περικλείεται στις έννοιες τριών λέξεων: Αλληλεγγύη, Συνειδητότητα, Αυτοοργάνωση. Είναι τρεις κύκλοι «υπάλληλοι» που εμπεριέχονται μέσα στο μεγάλο κύκλο της αγάπης.» ................................................ Λοιπόν αυτός με έχει αφήσει άναυδο! Αυτός παιδί μου δεν πιάνεται! Με τίποτα. Αλλά… τι κάνω εγώ τώρα; Για ποιον μιλάω; Έχω πέσει στην ίδια μου την παγίδα. Μιλάω για το φύλακα του Μουσείου σαν να πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο. Αφού εγώ τον έφτειαξα, εγώ τον δημιούργησα, εγώ τον … έπλασα με τη φαντασία μου. Και έχω παρασυρθεί τόσο, ώστε τον λογαριάζω σαν να πρόκειται για έναν άνθρωπο με σάρκα και οστά. Δηλαδή αν του είχα βρει και ένα όνομα, μπορεί να περίμενα από στιγμή σε στιγμή να τον συναντήσω κιόλας. Αν του είχα δώσει και διεύθυνση, μπορεί, τα βήματά μου, να με οδηγούσαν στο σπίτι του, να ψάξω να τον βρω στη φτωχική γκαρσονιέρα του. Αλλά… είπα γκαρσονιέρα και θυμήθηκα ότι έχω ξεχάσει κάτι πολύ σπουδαίο: Το τέλος. Το τέλος της ιστορίας δεν το ανέφερα. Έχω μείνει στη μέση. Και αν ήταν να γράψω ένα απλό δοκίμιο με φιλοσοφήματα και διδάγματα και απλή καταγραφή των σημείων των καιρών, τότε δεν θα χρειαζόταν να έχω βρει και κάποιον χαρακτήρα, δηλαδή κάποιον ήρωα. Όμως εδώ πρόκειται για μια ιστορία. Και κάθε ιστορία πρέπει να έχει και ένα τέλος. Για ποια γκαρσονιέρα μιλάμε λοιπόν; Ποια από όλες ; Αν αφήσουμε το κυρίως σπίτι του, το εξοχικό του, το αναστηλωμένο πατρικό του στον Κάμπο της Αβίας. Αν αφήσουμε και τα λοιπά περιουσιακά του στοιχεία, αλλά ας τον αφήσουμε κι αυτό το χριστιανό να τελειώσει τη μικρή του… διάλεξη. Για να τελειώνουμε, δηλαδή… ................................................ Και πέρασε ο καιρός. Εγώ πιο παλιά ήμουν ένας φύλακας στο Μουσείο, αλλά αυτό το είπαμε. Τι δεν είπαμε; Ότι από εκείνη την ημέρα που ήρθε ο Πάνος Μπακαλάκος στην αίθουσα «κλασικών» και βρεθήκαμε συμμαθητές από τη Μάνη, η ζωή μου άλλαξε. Δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες. Δεν έχουν σημασία. Αντίθετα μάλιστα οι λεπτομέρειες μπορεί να επιφέρουν και κάποια αναστάτωση στην τωρινή ζωή μου, ανεξάρτητα αν θα είναι καλή ή κακή ή και τα δύο. Μπορεί να μαθευτεί και το όνομά μου, που μέχρι στιγμής,

80

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Βήματα Άρις Αντάνης

σκόπιμα απέφυγα να αναφέρω. Αυτό που μπορώ να πω είναι ότι είμαι πια ένας «φτασμένος» άνθρωπος, όπως αρέσει στους ανθρώπους να αποκαλούν τους πλούσιους. Μπορεί τελικά να μην έγινα καθηγητής, αλλά μέσα από τις γνωριμίες του Μπακαλάκου έκανα καριέρα υψηλής στάθμης σε μεγάλη επιχείρηση, που αξιοποίησε την επιστήμη μου. Έχω αποκτήσει ένα τριώροφο σπίτι στη Κηφισιά με ένα στρέμμα οικόπεδο, έχω μια πολυκατοικία στο Κολωνάκι, ένα εξοχικό στο Δήλεσι, ένα στην Ακράτα, και αναστήλωσα και το πατρικό μου στη Μάνη. Διαθέτω μια μερσεντές που δεν χρειάζομαι, γιατί κινούμαι με τα υπηρεσιακά αυτοκίνητα, και δεν οδηγώ διότι έχω τους οδηγούς μου να κάνουν αυτή τη δουλειά για μένα. Ακόμα έχω κι ένα γιοτ για να γυρίζω τα νησιά όποτε έχω λίγο χρόνο και να ξεκουράζομαι κάπως. Και βέβαια- αυτό το τονίζω και το κοκορεύομαι- πληρώνω κανονικά τους φόρους που μου αναλογούν, διότι οι δηλώσεις μου στην Εφορία είναι εκατό τοις εκατό ειλικρινείς. Η αλήθεια είναι ότι κουράζομαι, γιατί είμαι πολύ απασχολημένος και δεν έχω πολύ χρόνο για τον εαυτό μου. Όμως μια φορά το εξάμηνο πάω και την αράζω στο Μουσείο, όλο το απόγευμα. Πιάνω κουβέντα με τους φύλακες, τους πάω και τα δωράκια τους και πολύ το απολαμβάνω. Είναι η πιο ωραία μου διασκέδαση. Περνάω υπέροχα. Τώρα μάλιστα θα πω κι ένα μυστικό. Μόνο αυτό, όμως. Δυο από τους φύλακες, παλιούς συναδέλφους, τους έχω προσλάβει στη δουλειά μου. Τον ένα τον έχω οδηγό και τον άλλο κλητήρα. Τους αμείβω καλά. Και αν είχαν προσόντα θα τους έδινα πιο υπεύθυνες αρμοδιότητες και ευκαιρίες για εξέλιξη. Αλλά δεν έχουν. Του δημοτικού σχολείου είναι. Είπαμε να βοηθάμε, αλλά όχι και να το παρακάνουμε. Να βοηθάμε κάποιον που έχει ικανότητες και αξία και να τον βάζουμε στη θέση που του αρμόζει, αλλά όχι να τους κάνουμε όλους διευθυντές μόνο και μόνο επειδή είναι φίλοι μας. Ο καθένας εκεί που του ταιριάζει. Και ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση. Αν ποτέ συναντήσω κάποιον που να έχει ικανότητες και αξία , θα τον προωθήσω. Το ορκίζομαι. Αν ποτέ σε συναντήσω… Για όλους τους άλλους και για την Αλληλεγγύη που λέγαμε, εγώ τώρα κρατάω το στόμα μου ερμητικά κλειστό, θεόκλειστο, για να είμαι πιο σωστός, ακριβώς γι αυτό το λόγο: επειδή θέλω να είμαι σωστός. Και το μόνο που αναμένω εγώ από τους συνανθρώπους μου είναι να τους βλέπω να συμπληρώνουν τουλάχιστον τους άλλους δύο κύκλους, σε αυτά τα σημεία των καιρών: της Συνειδητότητας και της Αυτο-οργάνωσης… ................................................ Είναι ένα σούρουπο. Δεκέμβρης ο μήνας που μιλάω και τώρα βρέχει για καλά και πρέπει να του δίνω για το σπίτι. Γιατί πρέπει και να γράψω όλα όσα σκεφτόμουν τόση ώρα. Άμα δεν τα γράψεις αμέσως, τα ξεχνάς. Τώρα ρίχνω μια τελευταία ματιά στην παλιά Αγορά και τη Νέα Πλάκα και κατηφορίζω την οδό Θεωρίας προς τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Είμαι ήδη μούσκεμα από τη βροχή που έχω …φάει και να και το πρώτο φτάρνισμα. Εύχομαι μέσα μου να μην έχω ήδη αρπάξει κάποιο κρύωμα και το φτάρνισμα να προκλήθηκε απλά, επειδή κάποιος με… μελετάει. Πάντως πρέπει να ταχύνω το βήμα μου. Όμως τώρα που είπα τη λέξη βήμα, έκανα και εγώ μια σκέψη για τον εαυτό μου. Να μ’ έφερναν, λέει, τα βήματά μου μπροστά σε κάποιον μεγαλοεκδότη και να διάβαζε, λέει, αυτό το κείμενο που τώρα θα πάω σπίτι μου να γράψω, και να του άρεσε, λέει, και να εύρισκε πως έχω ικανότητες στο γράψιμο και αξία , λέει, και να με προωθούσε κι εμένα

81

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Βήματα Άρις Αντάνης

και να γινόμουνα, λέει, διάσημος συγγραφέας. Μετά, να βιβλία απανωτά, να τηλεόραση, να βραβεία, συνεντεύξεις, φήμη, να αγαθοεργίες και… αλληλεγγύες κι εγώ, σαν τον ήρωα της ιστορίας μου. Μετά ποιος με πιάνει! Μετά; Πότε μετά; Και μετά τι έγινε; Μετά τίποτα. (Ε! όχι και τίποτα. Τόσα γραπτά, τόσες ιδέες, τόσα μηνύματα. Όχι και τίποτα…) Ωχ! «Βαδίζω και παραμιλώ», που λέει και το λαϊκό άσμα. Βρέχομαι κι ονειρεύομαι και τρέφω ψευδαισθήσεις και να και το δεύτερο φτάρνισμα, κι εγώ τα ξέρω αυτά τα φταρνίσματα. Σιγά που θα με μελετάγανε! Ποιος να με μελετήσει εμένανε! Να δεις που οσονούπω θα’ ρθει και το τρίτο. Και στο τρίτο φτάρνισμα είμαι σίγουρος πως έχω αρπάξει κρυολόγημα. Και θα με ρίξει με κανένα πυρετό στο κρεβάτι. Και άμα έχεις πυρετό ξέρεις τι περίεργα όνειρα βλέπεις; Μια φορά είχα δει πως ήμουνα ο… Έρνεστ Χέμινγκουέι. Μιλάμε για … πολύ πυρετό, δηλαδή!...

82

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Νυχτερινή Επίσκεψη Κατερίνα Αξούγκα Λάρισα, Ελλάδα

Το κουδούνι της εξωτερικής εισόδου άφησε ένα χαμηλόφωνο συνθηματικό «μπιπ» στη νεόχτιστη οικοδομή. Το ριγέ πουκάμισο έμοιαζε κολλημένο στο κορμί του καθώς ανέβαινε το τελευταίο σκαλοπάτι του πρώτου ορόφου. Σαν χθες αναγνώρισε το βλέμμα της στην αντανάκλαση του τζαμιού στο καφενεδάκι της πλατείας. Χρόνια ονειρευόταν τη φιγούρα της να απομακρύνεται πίσω από το γιαπί της χαμένης δεκαετίας. Αμήχανοι, μέσα σ’ ένα στροβιλισμό από κίτρινα, κόκκινα, καφέ φύλλα του Φθινοπώρου, αντάλλαξαν χειραψία. Με τη συνδρομή ενόχου μειδιάματος εκείνη άφησε τις πιέτες του φουστανιού της να σηκωθούν στο ελαφρύ αεράκι, ενώ μια ατίθαση τούφα έβρισκε τη θέση της πίσω από το αυτί της με τρεμάμενα δάχτυλα. Έδωσαν ραντεβού στις 12 νυχτερινή. Για ’κείνον άναψε το φαναράκι που της είχε αγοράσει παλιά από ένα ταξίδι του στην Πράγα δίπλα στα ισχνόφωτα κεριά της. Έστησε με μαεστρία τους τεχνητούς θόλους των ψευδαισθήσεων και περίμενε μέσα στη λεπτή νυχτικιά της την επίσκεψη. Στο δόχι ξεπρόβαλε ακόμη πιο λεπτή η αέρινη φιγούρα της καθώς με φωνή τρυφερή του είπε: «πέρασε μέσα». Την πήρε αγκαλιά, όπως τότε…. Το στήθος της τόξευε ακόμη του πόθου του το στερέωμα. Στο αυλάκι του χαραγμένος ανεξίτηλα ο λυγμός της ματαιότητας. Στην εύθραυστη σιγή άκουσε ξανά τον ψιθυρισμό από το κλείσιμο των βλεφάρων της ως απόδειξη ενθάρρυνσης γι’ αυτό που του επέβαλε η στιγμή να κάνει. Παραδομένη ολικά στη γλυκύτητα της λιποθυμίας άφησε χαλαρό πάνω στα χέρια του το άψογο σώμα. Ζαλισμένοι αφέθηκαν στην έκσταση της ερωτικής αποκάλυψης…… Το ρολόι του τοίχου, ασάλευτα, μαθηματικά, όπως πάντα, μετρούσε τις στιγμές του χρόνου. Ανάλαφρος κοιτούσε στο σύφεγγο των χλωμών κεριών τις λεπτές ρυτίδες γύρω από τα αγαπημένα πολύ σε ’κείνον βλέφαρα. Ίσως έπρεπε ν’ αντισταθεί, ίσως έπρεπε να ενδώσει, ίσως και να μην είχε τίποτα για να δώσει.. Χρόνια πριν, έστηναν πρωταγωνιστές το δικό τους θέατρο παραλόγου, ντυμένοι το ρόλο του εαυτού τους, αυτός ένα ψέμα και ’κείνη ένα άλλο, όταν ακόμη φρέσκες οι μορφές υπέκυπταν στο ωραίο ανθρώπινο λάθος. Τώρα μόνοι τους, ήταν ο καθένας τους ηγεμόνας στης ουτοπίας του το βασίλειο. Εκείνος βυθισμένος στα αποφθέγματα του αδιάκοπου στοχασμού του, εκείνη στη μήτρα του βυθού της, να ενσταλάζουν καρτερικά το σπέρμα τους οι χειμώνες.. Ήρθε το χάραμα. Σηκώθηκε. Κινήσεις άχαρες. Άρχισε να μαζεύει τα πράγματά του, τα προσωπικά του αντικείμενα, τα ασήμαντα καθημερινά του βιώματα. Ένα πακέτο τσιγάρα, το κινητό, το στυλό που του ’πεσε από τη μέσα τσέπη του σακακιού. - Ξέχασες κάτι; ψιθύρισε - Ναι! Ξέχασα ότι πρέπει να φύγω. Σήκωσε τα πέτα στο πανωφόρι και σταυρώνοντας τα μπράτσα μπροστά του έκρυψε το ρίγος της ψυχής του. Οι πλάκες απορροφούσαν τον κραδασμό από τις βαρειές του σόλες. Τάχυνε το βήμα. Οι χθεσινές περιπολίες στον ουρανό από πουλιά που άντεχαν στην τσιμενταρισμένη πόλη διατηρούσαν αμείωτη την απειλή της βροχής. Άδειασε η πλατεία από τα νοήματα… Πινελιές απλές πάνω στα χρώματα, κίτρινο, γκρίζο και καφετί. Και ένα αναμνήσεως κόκκινο, απ’ το φιλί….

83

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Η φάρσα του ράφτη Λάσκαρης Ζαράρης Νέα Αγχίαλος Βόλου

Καθόταν στο κρεβάτι με γερμένους τους ώμους του κι η ανάσα του ήταν αργόσυρτη και βαριά. Το βλέμμα του τρυπούσε -θα έλεγες- τον τοίχο τού δωματίου. Ακίνητο σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο έβγαινε μέσα από δύο μεγάλα μάτια που έμοιαζαν με σκοτεινές και βαθιές λίμνες, όπου στην επιφάνειά τους καθρεφτιζόταν ο χειμώνας της ψυχής. Η καρδιά του ήθελε να φτερουγίσει σε όνειρα, σε τοπία υπέροχα αλλά η ζωή –αποδείχτηκε- πως είχε θρέψει μάταιες προσδοκίες μες το νου τού παιδιού. Την εποχή που ετοιμαζόταν να κάνει το μεγάλο άλμα και να βαδίσει περήφανος στους δρόμους της πόλης, στους δρόμους όλης της Ελλάδας, να που ήρθε η ξαφνική «κατραπακιά» - ένα δυνατό χαστούκι - κι έπεσε απ’ την κορυφή, κάτω στα «βράχια», για να γίνουν χίλια κομμάτια η ψυχή, τα όνειρα κι οι ελπίδες του! Ο Κωνσταντίνος Κοσμόπουλος, έξαλλος από αγανάκτηση, είπε λόγια τσουχτερά, επιθετικά, γυαλιά που έκοβαν επικίνδυνα το προσποιητά λυπημένο πρόσωπο του αφεντικού του όταν του ανακοίνωνε την απόλυσή του απ’ την εργασία. Ο μορφασμός εκείνου του αρπαχτικού και άδικου τέρατος –έτσι τον παρομοίαζε- έσταζε δηλητήριο στον εσωτερικό κόσμο του νέου ανθρώπου, ο οποίος έβγαλε όλη την επιθετικότητά του για ν’ αντιμετωπίσει την οφθαλμοφανή υποκρισία, παραμερίζοντας τους καλούς τρόπους συμπεριφοράς! «Είστε αχάριστος και ανελέητος! Παρ’ όλη την αφοσίωση που επέδειξα όσα χρόνια εργάστηκα στη βιοτεχνία σας, με μεγάλη ευκολία με απολύετε… λες και δικαιούστε να κάνετε κάτι τέτοιο! Αλήθεια, σας έχει μείνει κάποιο ίχνος συνείδησης ώστε να υποστείτε τις συνέπειες της απόφασής σας; Σας πληροφορώ ότι πριν με διώξετε εσείς, σας έχω εξορίσει προηγουμένως απ’ το είδος των ανθρώπων, ανήκετε στο είδος των ανδραπόδων!». Στην ουσία ο εργοδότης του Κωνσταντίνου ήθελε ν’ απαλλαγεί από το βάρος και την υποχρέωση να πληρώνει μισθούς στους υπαλλήλους του. Πρώτα άρχισε να μειώνει σταδιακά τις χρηματικές απολαβές τους και ύστερα αφού είδε πως αυτή η τακτική δεν απέδιδε, αποφάσισε να κρατήσει μονάχα μερικούς από τους εργαζόμενούς του, εφόσον η κατανάλωση των προϊόντων που παρήγαγε είχε περιοριστεί σημαντικά, λόγω της οικονομικής κρίσης. Χωρίς να ζυγιάζει όμως τις ικανότητες των υπαλλήλων του, χωρίς καμία ένδειξη συναισθηματικότητας, ανακοίνωνε σκληρά την απόλυση στον ένα μετά τον άλλον, εξηγώντας ότι θεωρούσε τον εαυτό του θύμα της γενικότερης οικονομικής κατάστασης και πως δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς. Ο Κωνσταντίνος Κοσμόπουλος έφερνε διαρκώς στο μυαλό του εκείνη τη στιγμή και τα πόδια του κόβονταν στο άκουσμα της λέξης «απολύεσαι» και το πρόσωπό του χλώμιαζε και πάγωνε. Η τραγωδία έπληξε αδικαιολόγητα τη μέχρι τότε εύρυθμη ζωή του, γιατί η παραγωγικότητά του υπήρξε αξιοθαύμαστη, η εντιμότητά του χαρακτηριστική και η ευσυνειδησία του μεγαλειώδης! Η κομψότητα τού ντυσίματός του αποδείκνυε με τον καλύτερο τρόπο του λόγου το αληθές, ότι αυτός ο λεπτεπίλεπτος άντρας δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά μονάχα ένας αξιόλογος κατασκευαστής ρούχων. Όλα τα φερσίματά του είχαν μία ξεχωριστή προσωπική σφραγίδα. Τα δάχτυλά του ήταν μακριά και λεπτά, σαν δάχτυλα ζωγράφου που έπιαναν τα πινέλα και χόρευαν με τα χρώματα πάνω στην παλέτα. Όμως εκείνος πάλευε με τα σχέδια, τις κλωστές, τα υφάσματα και τις ραφές, προσπαθώντας να ταιριάξει ανόμοια κομμάτια, ώστε ένα σακάκι και ένα παντελόνι να πάρει την τελική μορφή του στα προκαθορισμένα μέτρα, στις συνηθισμένες διαστάσεις ενός ανθρώπου και σύμφωνα με τις επιταγές της μόδας! Τις περισσότερες φορές ο νεαρός ράφτης θαύμαζε τα ολοκληρωμένα δημιουργήματά του και καλοτύχιζε τους ανθρώπους που θα ευπρέπιζαν την εξωτερική τους εμφάνιση μ’ αυτά.

84

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Η φάρσα του ράφτη Λάσκαρης Ζαράρης

Συχνά σκεφτόταν πως η δουλειά του πρόσφερε το τέλειο άλλοθι, κάλυπτε ψεγάδια και τεράστια ελαττώματα ανθρώπων που δεν είχαν τίποτα μέσα τους, ούτε καρδιά και αισθήματα, βάλτος τα πάντα γύρω τους, να βουλιάζει ο καθένας που σχετίζεται μαζί τους! Βρωμίζουν οι συνειδήσεις όταν οι άνθρωποι με τα κουστούμια και τις γραβάτες είναι ικανοί για τις μεγαλύτερες κομπίνες στον κόσμο! «Δηλαδή όλα αυτά τα χρόνια σκέπαζα την ηλιθιότητα μικρών και μεγάλων, την ασχήμια τους, τις βρωμιές τους. Έκρυβα το αρπαχτικό τους βλέμμα και τα δόλια σχέδια μέσα τους», σκέφτηκε περίλυπος ο Κοσμόπουλος και συνέχισε: «Με τη δική μου συγκατάθεση και την ιδιαίτερη αισθητική μου άφηνα τους «ψαλιδόκωλους» της σύγχρονης εποχής, κάθε λογής τιποτένιους και διεφθαρμένους πολιτικούς, αχόρταγους βιομηχάνους και τραπεζίτες να χρεώνουν καθημερινά τα όνειρα των λαών». «Τι κατάντια Θεέ μου!» έλεγε και ξανάλεγε στην Ερασμία που τον κοιτούσε αποσβολωμένη, νιώθοντας πως μέσα στο στήθος του κόχλαζε ένα καυτό μίσος. Η κοπέλα προσπαθούσε καθημερινά να του μετριάζει τα ανυπόφορα αισθήματα που του μαδούσαν σα μαργαρίτα την ψυχή. Εκείνος ξεκινούσε πάλι το γνωστό κατεβατό των λέξεων: «Να πολεμάς με διάφορα «στοιχειά» μέρα-νύχτα, να γκρεμίζεις συνεχώς εμπόδια ορθώνοντας το παράστημά σου, διεκδικώντας μία σημαντική θέση στη ζωή και κάποιοι να σε «πετάνε» σα σκουπίδι στον κάδο, χωρίς να σκέφτονται τι μεγάλο κακό προκαλούν σε σένα και σε όλη την κοινωνία. Μόχθησες αρκετά και αντί να δεις απέναντί σου έναν ήλιο, όπως το αξίζεις, βλέπεις μόνο σκοτάδι και την ελπίδα σαν μία μικρή φευγαλέα λάμψη που φεύγει και δεν προλαβαίνεις να την πιάσεις». Ο ράφτης μετατράπηκε από ευγενικό και καλόβολο άνθρωπο σε δύστροπο και γκρινιάρη. «Αυτά λοιπόν έχω να πω, αγαπητή Ερασμία για την υποκρισία της κοινωνίας μας… Βλέπω απέναντι στο πάρκο τα δέντρα και ζηλεύω την καλή τους μοίρα· δεν λυγίζουν με τίποτα και δεν πέφτουν κάτω ό,τι και αν συμβεί! Μέσα στην απέραντη μοναξιά τους διατηρούν την περηφάνια τους». Εκείνη τον ρωτούσε με αγωνία: «Τι θα γίνει τελικά με μας Κωνσταντίνε; Μια ζωή έτσι αρραβωνιασμένοι θα είμαστε; Πότε θα φτάσουμε επιτέλους στον πολυπόθητο γάμο;». Η απάντηση ερχόταν απότομα και ήταν εκρηκτική: «Από μικρό παιδί οι γονείς μου, μου έμαθαν ότι οι γοργόνες και οι νεράιδες παντρεύονται όσους έχουν τα υλικά εφόδια για να τις στηρίξουν. Γιατί λοιπόν εσύ να παρεκκλίνεις απ’ αυτόν τον κανόνα;». Τέτοια προσβλητική «σφαλιάρα» είχε πολύ καιρό να «φάει» η Ερασμία που τον αγαπούσε και όμως καταλάβαινε ότι εκείνος έκανε ένα βήμα πίσω πριν τη μεγάλη απόφαση. Κι έτσι οι πληγές τους αυξάνονταν με δαιμονιώδη ρυθμό, όπως ακριβώς και τα χρέη τους. Δεν πλήρωναν το ενοίκιο και κάποια μέρα δεν «θα είχαν κεραμίδι πάνω απ’ τα κεφάλια τους» για να μπορούν να ονειρεύονται ακόμη… Μέσα στο γενικό γκρέμισμα όλων των πνευματικών και των ηθικών αξιών, των αρχών ολόκληρης της κοινωνίας, ο Κωνσταντίνος Κοσμόπουλος τόλμησε και έκανε κάτι εντελώς αντίθετο απ’ τον χαρακτήρα του για να εκτονώσει τα απωθημένα του: Κατάφερε να παραβιάσει την κεντρική πόρτα της βιοτεχνίας που δούλευε απενεργοποιώντας μ’ επιτυχία το συναγερμό. Μπήκε τη νύχτα κρυφά στους χώρους όπου εργαζόταν κάποτε, χωρίς να τον πάρει κανείς είδηση. Για μια στιγμή βούλιαξε στη θλίψη και στη νοσταλγία. Ο

85

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ - ΔΙΗΓΗΜΑ Ελληνική Γλώσσα

Η φάρσα του ράφτη Λάσκαρης Ζαράρης

φακός στα χέρια του τρεμόπαιζε κι εκείνος τρόμαζε από το σκοτάδι που έμοιαζε να παίρνει ανθρώπινες μορφές, έτοιμες να του επιτεθούν. Χάιδεψε με στοργή την καρέκλα όπου κάθονταν σκυμμένος και προσηλωμένος τόσα χρόνια. Δάκρυσε όταν κοίταξε μια παλιά ραπτομηχανή «Singer». Αφού συνήλθε απ’ το κλάμα, κατευθύνθηκε προς τον μεγάλο πάγκο και τα ράφια με τα χρωματιστά υφάσματα. Ένιωσε πως αντίκρυζε μπροστά του ένα υπέροχο ουράνιο τόξο! Εδώ και καιρό απέφευγε να πάρει την απόφαση, μα μελετούσε προσεχτικά τις λεπτομέρειες του τολμήματός του. Πήρε τη χοντρή μεζούρα και άρχισε να μετράει με μάτια που έριχναν σπίθες γύρω του και μέτωπο που ίδρωνε σε κάθε ανεπαίσθητη κίνηση. Ο άνθρωπός του δεν θα έπρεπε να περνάει από μία συνηθισμένη πόρτα σπιτιού, χωρίς να σκύψει το κεφάλι του! Καθόρισε το ύψος του στα 3 μέτρα και 15 πόντους! Τελικά έκανε φίλο και σύμμαχο το σκοτάδι δουλεύοντας με περισσό πάθος και ακόρεστη διάθεση. Πριν το χάραμα έπρεπε να έχει τελειώσει το φιλόδοξο έργο του. Και να επιτέλους, μετά από μερικούς μετεωρισμούς στην επιλογή κάποιων σύγχρονων γραμμών, κατάφερε ν’ αναστήσει από τα σπλάχνα του και τους πόθους του την τέχνη του, αντιπροσωπευτικό δείγμα της οποίας ήταν το γιγαντιαίο αυτό κουστούμι που κατασκεύασε! Στάθηκε άπραγος αρκετά λεπτά για να θαυμάσει το δημιούργημά του, ζηλεύοντας το γίγαντα που θα το φορούσε. Είχε χρησιμοποιήσει το καλύτερης ποιότητας ύφασμα που διέθετε η βιοτεχνία, πανάκριβα μανικετόκουμπα αλλά και ενισχυμένα φερμουάρ και ραφές, που θα επέτρεπαν στον γίγαντα να καθίσει άνετα σε μία καρέκλα και να περπατήσει μ’ ευελιξία. Σίγουρα προοριζόταν για κάποιον μεγιστάνα του πλούτου ή για έναν που βρισκόταν στην κορυφή των πολιτικών αξιωμάτων. Η επόμενη κίνησή του ήταν ν’ ανέβει στο γραφείο του πρώην αφεντικού του και ν’ απλώσει το γιγαντιαίο κουστούμι πάνω στο έπιπλο, εκεί όπου έβαζε καθημερινά τις υπογραφές του, στα χαρτιά που του παρέδιδαν οι παραγγελιοδόχοι. Ύστερα κάθισε και έγραψε ένα σημείωμα με καλλιγραφικούς χαρακτήρες γραμμάτων, αλλά με πίκρα και πόνο ψυχής: «Όσο χρόνο εργαζόμουν ευσυνειδήτως και εντίμως στην εργασία μου, δεν είχα τον απαραίτητο στη διάθεσή μου χρόνο για να καταλάβω ότι κάθε μέρα και κάθε στιγμή συναινούσα στις επικίνδυνες ενέργειες κάποιων ανέντιμων ανθρώπων κατά της συνοχής της κοινωνίας. Στόλιζα το ψέμα και τη σαπίλα όλου του κατασκευάσματος με τα ωραία μου, εντυπωσιακά κουστούμια. Αν μπορέσετε, αγαπητέ κύριε, και βρείτε τον κατάλληλο άνθρωπο για να ταιριάξετε πάνω στο σώμα του αυτό το κουστούμι, τότε πράγματι θα με κάνετε να πιστέψω στην αγνότητα των προθέσεών σας, στην καλοσύνη σας, στην καρδιά και στην ψυχή σας. Ειδάλλως, εκλάβετέ το ως ειρωνεία της μοίρας, σαν μια γενναία προσπάθεια αντίστασης στους δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Αφού σπανίζουν οι κύριοι, ποιος στ’ αλήθεια θα μπορούσε να φορέσει κουστούμι σήμερα; Αφού σπανίζουν οι «γίγαντες», με ποιο ακριβώς τρόπο θα μπορούσε ν’ αλλάξει η κοινωνία που καταρρέει;». Μετά τιμής Κωνσταντίνος Κοσμόπουλος, ένας μετανοών ράφτης.

86

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


PROSE English Language

Runaway Engine Manolis Aligizakis Ontario, Canada

I work at the north end of Granville Street where CP Rail has a maintenance yard for the engines. An engineer and I service them. We fill them with diesel fuel, check all the pressures, clean the cabins and top their tanks with sand which they use for traction on upward inclines or whenever the rain makes their wheels spin in the air without giving them the pull they’re supposed to. The afternoon shift is usually quieter than the morning and after we take care of a few engines there’s nothing more to do but sit around until the time comes to go home. While we wait for engines to arrive the engineer asks me to go to the Sand House and dry some sand. This small shack is like my kingdom for the day and, in my isolation, I mentally compose various verses and images for my new book. Usually, later in the day, I get the chance to sit down and write them on paper. I regularly carry paper in my coverall pocket. It’s paper from the roll we use to wipe our hands, but paper is always paper and what’s written on it, is what counts; am I right? I fill the drier tank with sand and sit down on my stool. The sand takes some ten minutes before it is dry. Then I have to open the air valve that blows the sand up inside the big tank outside of the Sand House. I have time to spare, so I write. “We never faced the same sea, one being the dark blue Aegean and the other being the gray white of the Pacific, yet we bleed the same color and we feel the same oneness when disease and hunger strike. We never walked in the same shoes or by the same lakeside, yet we follow the same path to the mountaintop. I search for the asphodels where the blessed ones walk and you look for the purpose of your teardrop at the sight of the orphan or the destitute. Yes, we guide our steps through the same passages trying to reach the wind’s footsteps and the eagles’ plumes fluttering before a flight. Powered by the same heartbeats we struggle to climb up to the stars and try to embrace the lonely man. We love the same faint light that flickers in the dark like a candle before the wind blows it out. We long to meet beloved faces that shine because of the absence of sorrow.” My reverie is interrupted by the sound of yard engines coming closer. I peek through the window and see the lead engine close to the fuel pump so I put my paper away and, after I shut off the Sand House air valve and the drier fuel supply line, I step outside to find Brian, the young engineer, running my way while calling frantically, “The engines are here. The engines are here.” I detect his agony, a result of inexperience. Brian is fresh from the apprentice school, a young engineer in his early twenties, who wants to prove to the company and to himself that he knows what to do. We, the laborers, are not suppose to know much other than just to do our monotonous work according to the engineers’ requirements needs and never to argue with them. They’re the knowledgeable ones and we’re the stagnant waters of the bog. We walk to the first engine and climb up into the cabin where Brian does his mechanical inspection while I clean the floor, the windows and the walls of the cabin. Like good brothers we share the work and climb from one engine to the other, each of us doing his part to service these six babies. When finished he sits at the control of the last engine while I run down to the fuel supply line and signal to him to align the fuel tank intake valve to the proper spot, so I can fill the tank with approximately 800 gallons of diesel fuel. As soon as I finish the first

87

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


PROSE English Language

Runaway Engine Manolis Aligizakis

engine, I give him the signal to push the second one my way. Then, as it reaches the proper spot, I wave to him to put the breaks on. I expect he will do this, but lo and behold, the first engine gets uncoupled from the others and starts a slow free run on the rail line…I’m stunned to see the engine slowly running on its own volition and turn to see Brian who looks flabbergasted as he jumps from the cabin yelling, “Run after it Mike. Run.” I realize he wants me to run, catch up with the engine, climb up into the cabin and apply the brakes, no problem. However, the rail line is only about 100 yards long until it runs to the line behind the Sand House, where a few other cars and empty tanks are parked. Brian wants me to do all this while the engine is running and he hopes I’ll manage to do it in time before (no comma) she reaches the end of the line. If I cannot reach and climb onto this engine in time, she’ll be on a collision course with the parked empty chemical tanks with big signs on them reading: ‘Dangerous when Empty.” I’m almost there with Brian not much further behind, when I realize I’m too close to a disaster. I turn away and run toward Brian who also realizes we should be far away before the two vehicles come together. As we run, we hear the big bang and turn to see that our engine has pushed the empty chemicals tank half way into the air, almost to the point of turning it upside down, while the side of the engine cabin is totally demolished. ‘It stopped after all, someone applied her breaks, I think,’ and without any reason I smile at the spectacle of the accident knowing all too well that the company brass will soon appear and give us a piece of their minds. On the other hand, it isn’t my responsibility but that of the engineer. You see, should he have left the last engine and should he have walked back to the first one, as he was supposed to do, he would have pulled the engines to the fueling spot one by one without the danger of any of them uncoupling. Instead, he sat on his ass in the last engine and pushed the others toward the fuel pump, against company regulation and against the common sense of laborers such as myself. Then again, we are considered “know-nothings” while the engineers young or old, inexperienced or mature, know everything. Brian got a bit lazy. He never thought this one wasn’t 100 per cent coupled. The locking pin was probably halfway down or something. In any case, this wouldn’t have happened had he had the wisdom of being in the first engine pulling rather than in the last one pushing the others. Regularly these engines are coupled and tied with chains and brake lines and steam lines and you name them, but here in the yard, they usually just get pushed against each other and are kept together via the simple coupling mechanism. In this case, the thing wasn’t done properly and the engineer’s laziness added fuel to the fire, resulting in what happened. At least there weren’t any fatalities, injuries, or explosions. Truly, it only takes about half an hour before the company brass arrive - foremen, engineers, mechanics and the guys in the suits and ties and their shiny shoes - to trample over gravel, sand and mud. They make their inspection, they notice what is important to be noticed - definitely not us two - and they leave without a word being spoken. Brian and I keep on doing what we have to: servicing the other four engines. When everything returns to normal and the work is done, I walk back to my Sand House and once more start the drier.

88

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


PROSE English Language

The Literary Expression of Hellenism in New Zealand Dr George Kanarakis Bathurst, Australia In E. Close, M. Tsianikas and G. Frazis (Eds.) “Greek Research in Australia: Proceedings of the Fourth Biennial Conference of Greek Studies, Flinders University, September 2001”. Flinders University Department of Languages – Modern Greek: Adelaide, 1324.

In today’s population of New Zealand of 3,800,000 people1, the Greeks (first generation immigrants and their children) constitute a very small minority. Their numbers lie somewhere between a minimum of 3,147 (according to the census of 1996) and a maximum of five and a half thousand to six thousand (according to Greek diplomatic authorities in Wellington, New Zealand), with the most realistic estimate being about four thousand2. For the first century and a half after the arrival of the first Greek on New Zealand’s soil3 the growth of the Greek element in New Zealand was small and extremely slow. Even in later years the number of Greeks in New Zealand was very low. In 1950 there were still only three hundred Greeks in the entire country. However, this situation changed dramatically in 1951 with an immigration wave which in one year more than quadrupled their number to 1,320, mainly with people coming as refugees4, especially from Romania, Bulgaria, the former Yugoslavia and the Crimea (Ukraine)5. It was from this group of people that the first literary endeavours would arise. The arrival on 1 May 1951 of the Goya, the first ship to bring Greek refugee groups to New Zealand, permanently altered the face of Greek cultural life in that country. On board this ship, among other Greeks, were three young men (Panayis Pappafloratos, Eleftherios Barzoukas and Christophoros Zoyias) who had already tried their hand at creative writing before setting foot on New Zealand’s soil, and who together would now launch the literary creation of the Greeks in New Zealand. In fact, to wile away the time on board the ship these three Greeks from Romania had produced a small humorous handwritten newspaper for their fellow Greek passengers. Most of their contributions were spontaneously written humorous poems, originally drafted on whatever scraps of paper they could find! On landing in New Zealand, at least one of the three, Barzoukas, continued composing verses from his first days in the new land, so it is he who, unknowingly, launched the literary activity of the Greeks in that country. Soon Pappafloratos and Zoyias would follow, the first with prose and the second with poetry, both publishing their work in Pappafloratos’ magazine Hellenic Trumpet6.6 Pappafloratos had started this publication on 12 December 1952, and until its demise in 1988 it was the only forum for the publication of Greek-language literary pieces in the whole of New Zealand. Half a century has passed since the first literary endeavours in New Zealand, and in this time the Greek community in that country has given us eighteen people who have 1

At the time of writing, this was the most recent (1 December 1998) official population estimate. (Information provided by the High Commission of New Zealand, Canberra).

2

For a detailed discussion on this matter, see Kanarakis, 2000:149–50.

3

The first Greek in New Zealand is reputed to be the shipwrecked merchant navy officer Captain Costas in 1798 who came ashore on the South Island at what is today the city of Dunedin (Fragiadakis, 1990:49).

4

The number of Greek refugees who arrived in New Zealand only in 1951 reached 1,026, constituting the largest ethnic group (22.38 per cent) of the 4,584 refugees which New Zealand accepted from various countries through the International Refugee Organisation. See Burnley, 1973:115.

89

5

According to Burnley (1966: 24) Greek refugees had already started arriving in New Zealand from 1949.

6

For the press of the Greeks in New Zealand, see Kanarakis, 2000.

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


PROSE English Language

The Literary Expression of Hellenism in New Zealand Dr George Kanarakis

produced oral and/or written literature. At first glance this may seem a small number, but it must be borne in mind that the Greek community there with about four thousand members is extremely small, and in the same way the life span of this literature is comparatively short. Of these eighteen people involved with literary writing in New Zealand over the past fifty years (fourteen men and four women), eleven are still living in that country, while two repatriated in the 1970s, three have died and two have emigrated to Australia. The demographic picture these eighteen people give us is interesting since almost all of them (fifteen) live, or lived, in Wellington, with only two in Auckland and one in Christchurch. However, while this pattern does not reflect the comparative size of these three cities, it does reflect the far greater size of the Greek community in Wellington. Regarding country of birth, of the eighteen, seven were from Romania, six from Greece, one from the United States of America and one from Egypt, while the remaining three are second generation GreekNew Zealanders. These figures reveal that the immigrants from Romania not only founded Greek literature in New Zealand and provided a stimulus to its growth, but also gave us a significant proportion (39 per cent) of the actual writers in this literary body. From the viewpoint of the linguistic medium of expression of this particular literature, Greek is the medium of eight, English of eight, and both languages (though predominantly Greek) of two. The first literary endeavours were in Greek, and these are the unpublished rhyming verses of Eleftherios Barzoukas in 1951, while the first published works are also in Greek: a short story by Panayis Pappafloratos and a poem by Christophoros Zoyias, both published in the February 1953 issue of the Hellenic Trumpet. The first evidence of literary writing in English came only a short time later, in 1957 or 1958, with a few unpublished short stories by the Romanianborn Antigone Kefala7, who also gave us the first published work in English: a short story published in July 1959 in the magazine Experiment, produced by the Literary Society of The Victoria University of Wellington. In fact, this story had been awarded the second prize in the competition organised by the Literary Society that same year. This literary piece, together with another short story published in the Auckland literary magazine Image just a month later (August 1959), are the only examples of published literary writing Kefala gave us when she was in New Zealand. The following year, after nine years in New Zealand, she emigrated again, this time to Sydney8. In Australia she has become established and well respected both as a poet and as a prose writer, with five poetry collections and five books of prose (novellas and children’s stories) to her credit, published by well-known Australian publishing companies. Since the first Greek-language publications in 1953, twenty-two books in all have been published: two books of poetry and two of short stories in the Greek language, and three books of short stories, three novels, one biography, one book comprising a literary essay, nine 7

According to Kefala, in New Zealand she began writing during her third year at university (Nickas, 1992: 226).

8

Born in Braila, Romania, Antigone Kefala arrived in New Zealand in 1951 where she completed High School and University, receiving her B.A. in 1958 and her M.A. in French literature in 1960 (Letter to the writer, 12 October 1980). See also Kanarakis, 1985:567.

90

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


PROSE English Language

The Literary Expression of Hellenism in New Zealand Dr George Kanarakis

poetry collections, and one book of prose–poetry in the English language. However, two points should be made here. First, the writer who produced the Greeklanguage book of short stories Chrysanthi, Spiros Karavias, has also given us an Englishlanguage book of short stories entitled Gina. Second, the biography The Real Muldoon was written by Spiro Zavos when he was living in New Zealand, but published by Fourth Estate in Wellington a year after he emigrated to Australia. Born in Wellington of Greek parents, Zavos had had several short stories published in journals9 before leaving New Zealand in 1977, and he continued with his literary writing in Australia. Apart from the literary works which have appeared in book form, unquestionably there is another body of works (mainly poetry but also short stories) published in the press (newspapers, magazines and journals). All the Greek-language writers have been published in the Wellington Greek community press: Panayis Pappafloratos’ Hellenic Trumpet, Panayis Mikelatos’ Hellenic Press (1982 – ) and Koinotika Chronika (1952 – ), the organ of the Greek Community of Wellington. In addition, Nikos Petousis was also published in The Hellenic Voice of Auckland, a community publication which ran from 1994 to 1997, while Eleftherios Barzoukas and Christophoros Zoyias were published in the thirtieth anniversary commemorative album (1952–1982) of the Association of Greeks from Romania Apollon. Three of the Greek-language writers have also had poems published beyond the borders of New Zealand – Nikos Petousis in the Athenian journal Apolloneion Phos (Apollonian Light), Eleftherios Barzoukas in the Athenian newspaper I Vradyni (The Evening Press), and Dimitris Papadopoulos in the Sydney magazine O Kyklos (The Circle). Similarly, the majority of English-language writers have had works published in a number of magazines and journals of New Zealand, and in some cases of Australia or the United States of America. Regarding literary output, there have been two periods of higher activity, the first in the mid1970s and then a higher peak from 1996 until today (2001). During the first peak eight people were writing, four of them in Greek and four in English. In contrast, the second peak, 1996 until today, has given us five people writing in Greek, and this time six writing exclusively in English, showing a trend away from Greek towards English. This trend is intensified by the fact that two of the five Greek-language writers, Spiros Karavias of Wellington and Nikos Petousis of Auckland, use that language predominantly but also write in English, increasing the number of those who write in English to eight. Turning to literary forms, despite the small number of writers the variety of forms used is quite broad and includes poetry, prose of various types and, to a lesser extent, literary essays and translations. Comparatively, poetry has attracted the largest number of those who write in Greek, with only a few writing prose. In contrast, the majority of the English-language writers are strongly turned towards prose, while fewer – but very productive individuals – compose poetry. Those writers who compose poetry in Greek demonstrate Greek traditional literary patterns, 9

See, for example “The Request” in Landfall (No.119 (1976):261–66), “The Shilling” in Mate (Vol.27 (1977):62–68), “Tales Out of School” in Post Primary Teachers’ Journal (November 1977: 24–26). See also Kanarakis, 1987:502.

91

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


PROSE English Language

The Literary Expression of Hellenism in New Zealand Dr George Kanarakis

including the skill and aptitude for spontaneous improvisation widespread in Greek culture, especially in the past. All of them use the rhyming pattern, with one exception, Nikos Petousis who, apart from writing rhyming poetry, has also written some seven, eight, twelve and fifteen-syllable line free verse poems. Moreover, using cultivated demotic language and frequently exploring various poetic forms, he has also written sonnets as well as gnomic poetry, sometimes in distichs and sometimes in a four or six-line stanza. As in many bodies of literature we also come across spontaneous rhymes. The most representative oral improviser has been Dimitris Moutos (generally known as “Mitros”) from the village of Kandila in Acarnania, one of the earliest places of chain migration from Greece to New Zealand. As well as Moutos, in the Greek community of Wellington there have been a further two figures who, apart from writing poetry, also had the knack of oral improvisation – Eleftherios Barzoukas and Christophoros Zoyias, both from Galatsi in Romania. Barzoukas, in particular, was one of the most prolific Greek poets in New Zealand, but most of his work remains unpublished. While poetry is the main medium for creative writing for those who write in Greek, only three of those who compose their works in the English language have turned to the poetic form. Nevertheless, these three do so with considerable talent and two of them, Moisa (Moisas)10 and Harlow (Haralambopoulos),11 each has several books to his credit: Moisa six and Harlow four, one of which is prose–poetry, and was the first such book to be published in New Zealand.12 At the present time Harlow is working on a collection of poems and prose pieces tentatively entitled “Field Notes”. The third poetry writer, Athena Gavriel (Gavrili),13 has one poetry collection, Golden Threads, ready for publication. This collection was written as part of her M.A. course work (1995) on nursing and mental health. She is quite productive and has a body of poems to her name on topics such as motherhood, love, the natural world and mental health. A converging characteristic of these three English-language poets is that structurally and stylistically they all compose their poems using very contemporary – sometimes even experimental – poetic forms and patterns to express their artistic sensitivities and feelings. Despite their commonalities, though, they all demonstrate through their work an original and idiosyncratic approach towards the art of poetry. Moisa, apart from writing shorter poems, has also taken up and developed the long poem, with three (the 19page “Elegy”, the 24page “Recoil” and the 24page “Rotlands”) each having been published as an independent book by One Eyed Press of Christchurch in 1987. In addition, despite his generally contemporary approach to writing, he has also given 10

Moisa, born in Lower Hutt, New Zealand, is of Cypriot extraction. At the age of six, Moisa went to Cyprus with his parents, where he spent six years. Since returning to New Zealand he has visited Cyprus several times. 11 Harlow was born in Thomastown, Connecticut, United States of America of a Greek father and an AmericanUkrainian mother. 12 Harlow’s four poetry books are: Nothing but Switzerland and Lemonade (Wellington: Hawk Press, 1981); Today is the Piano’s Birthday (Auckland: Auckland University Press/Oxford University Press, 1981); Vlaminck’s Tie (Auckland: Auckland University Press/Oxford University Press, 1985) and Giotto’s Elephant (Dunedin: John McIndoe, 1991). 13 Gavriel was born in Lower Hutt, New Zealand of a Cypriot father and a New Zealandborn Greek mother, whose parents came from the island of Lesbos.

92

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


PROSE English Language

The Literary Expression of Hellenism in New Zealand Dr George Kanarakis

us a collection of sonnets. From the structural perspective, Harlow is quite frequently experimental, sometimes bordering on the iconoclastic. Another intensely personal characteristic which differentiates his work from that of the others is the incorporation of graphics into the body of some poems to expand their semantic content. Gavriel’s poetry is in free verse and sometimes leans towards the experimental, yet is not as experimental as that of Harlow. In addition, from time to time she incorporates some Maori, and to a lesser extent Greek, words and phrases in her poems, as in her poem “Kia Kaha Kypro Mou” (Be Strong My Cyprus).14 Turning to prose, in terms of quantity the English-language writers have used this form of literature more than their Greek-language counterparts, with short stories, novels, children’s literature and biography. Specifically, two writers, Theodore Anastasiou and Tina Needham (both from Romania) have written novels – the former the long novel Ariadne’s String (Wellington: Julia Stuart Media, 2001), the complex plot of which is set in wartime Romania , and the latter Just Plain George (London: Janus Publishing Company, 1996) and Life is a River (Wellington, 1999), this second novel in particular having an element of mystery, and ending with an unexpected twist.. On the other hand, the short story has been served by four individuals, two born in Romania (Needham and Kefala) and two in New Zealand (Moisa and Zavos). The novelist Needham has also published one book of short stories, Brief Tales from Down Under (London: Temple Publishing Company, 1995). Kefala’s short story writing career in New Zealand on the other hand was brief but very promising. Moisa is primarily a poet, but nevertheless he has also written a few but successful short stories. Zavos, in turn, is also the author of the only biography with his book The Real Muldoon on the life and career of the former Prime Minister of New Zealand, Sir Robert Muldoon. Finally, children’s literature has an exponent in Dina Viatos (Konstantina Kakaviatos), with her Greek-influenced stories which help to bridge the cultural gap between Greek and New Zealand children. In contrast, those who write prose in Greek have concentrated their attention exclusively on short story writing. In the field of literary essay writing, this is represented by only two people, Harlow and Moisa, both English-language writers. Harlow has written an extended essay of literary criticism, Take a Risk, Trust Your Language, Make a Poem (Christchurch College of Education, 1986), which in 1986 won the First Prize in the P.E.N. Best First Book of Prose competition. Similarly, Moisa is also a successful exponent of the literary essay, and won second prize in the 1989 Lillian Ida Smith Essay Awards with his essay “From Knuckle-Bones to Haiku”. Regarding literary translation, three writers have translated works of their own: Viatos, Karavias and Petousis. Viatos has translated her short story.

14

93

Kia Kaha = Be Strong (Maori), Kypro Mou = My Cyprus (Greek).

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Ψηφιακός πίνακας Ιάκωβου Γαριβάλδη με τίτλο "Camino al cielo"

94

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Άρθρα - Δοκίμια

Articles - Essays Artículos - Ensayos


ΑΡΘΡΟ Ελληνική Γλώσσα

Το παιδί μας και εμείς Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου Θεσσαλονίκη, Ελλάδα

96

Το παιδί μας! Οι Κινέζοι λένε: «Αν έχεις παιδιά να τα χαίρεσαι, αν δεν έχεις να χαίρεσαι». Τα παιδιά είναι χαρά και ευθύνη. Χαρά μεγάλη αλλά μεγαλύτερη είναι η ευθύνη για να διατηρηθεί αυτή η χαρά. Στη Σοφία Σειράχ15.3 διαβάζουμε: είναι προτιμότερο να πεθάνει κανείς παρά να έχει παιδιά ασεβή. Αλήθεια! η ασέβεια είναι το ποτάμι που σκάβει τα θεμέλια του σπιτιού, το παράσιτο που καταστρέφει τα φυτά δίπλα του. Είναι το μπουρίνι που πνίγει την ισορροπία των σχέσεων. Και εμείς σαν γονείς, σαν παππούδες, σαν δάσκαλοι, σαν άνθρωποι, σαν κοινωνία, τι κάνουμε; Σαν κοινωνία την καλλιεργούμε δίνοντας πρότυπα μέσα από σήριαλς, ριάλιτις, διαφημίσεις. Την ανεχόμαστε σαν ανώνυμοι αυτόπτες μάρτυρες στο λεωφορείο, στο δρόμο, στο σχολείο, στην εκκλησία επειδή δεν μας αφορά, νομίζουμε, ξεχνώντας ότι οι ρίζες μπορεί να μην είναι δικές μας αλλά σύντομα θα ενσκήψουν στο φυτώριο των δικών μας παιδιών, γιατί θα γίνει τρόπος ζωής, κατεστημένο. Τα όπλα που ύπουλα χρησιμοποιούνται για να καταστρέψουν τις ρίζες μας είναι ελαφρά, αθέατα, παραπλανητικά ευχάριστα και διασκεδαστικά ύπουλα. Είναι σαν τον ιό που εισχωρεί στον οργανισμό και περιμένει να εκδηλωθεί. Και μείς όλοι, γονείς και δάσκαλοι καθόμαστε άπραγοι θεατές, καταθέτοντας τα όπλα μπρος στον επερχόμενο τυφώνα. Γιατί μια ασεβής κοινωνία χωρίς φραγμούς και άρα χωρίς ωραίους στόχους και ιδανικά, είναι ένας τυφώνας. Και όλοι εμείς που λέγαμε: «Τι ωραία! Εμείς κατοικούμε σε μια γεωγραφική ζώνη στην Ελλάδα, όπου δε μας πιάνουν οι τυφώνες», ήρθαν πανεύκολα εκείνοι σε μας. Και σαν όντα μιμητικά για να μη φανούμε δα και καθυστερημένοι, τους καλοδεχτήκαμε, τους τρατάραμε αγνότητα, τους χαρίσαμε άγνοια, αφήσαμε την παράδοσή μας αφρούρητη, γεμίσαμε την ψυχή μας με καθρέφτες για να βλέπουν όλοι τον ευάλωτο στόχο και επιτρέψαμε την Άλωση , απιθώνοντας τα σπαθιά μας στις βιτρίνες της Παγκοσμιοποίησης, της ξενοποίησης, της «mediaποίησης», της μαζοποίησης, της κερδοποίησης. Κι η αυτοκρατόρισσα Ευσέβειά μας έπεσε ούτε καν αγωνιζόμενη ηρωϊκώς, κάτω από το λάγνο βλέμμα της αλλοτρίωσης, των χρωματιστών μπαλονιών και των ιριδιστικών σχέσεων. Θέλουμε ελληνική συνείδηση, ελληνικά ιδανικά, ελληνικές διδασκαλίες, ελληνικά παραδείγματα, ελληνικές εκπομπές, ελληνικές βιτρίνες. Θέλουμε αέρα, ήλιο, ακρογιαλιές ελληνικές. Θέλουμε οι κορφές μας να ’ ναι ελληνικές, η ιστορία μας να παραμείνει ελληνική , τα παιδιά μας να μεγαλώσουν ελληνικά. Καιρός είναι να αντιδράσουμε! Οι νέοι σιγά-σιγά παύουν να ’ναι ελληνόπαιδες, η λεβεντιά κι η αρχοντιά θάβονται κάτω απ’ τα emo-ζελέ και τα σελοφάν της ενδυση-γύμνωσης.. Η καμπάνα της εκκλησιάς βουβάθηκε και αφήσαμε το κάλεσμά της να ξεψυχά μπρος στο βωμό του internet, της καφετέριας, του φαγάδικου και του ξενυχτάδικου.

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


PROSE English Language

Το παιδί μας και εμείς Ευαγγελία – Αγγελική Πεχλιβανίδου

Η καληνύχτα έσβησε μαζί με την ηρεμία. Κι η καλημέρα μπέρδεψε το λιόγερμα με την αυγή. Αγώνας για περισσότερα χρήματα και λιγότερη δουλειά. Αγώνας να αποκτήσουμε περισσότερα αντικείμενα και λιγότερο χώρο-αναπνοή. Αγώνας για περισσότερες υλικές απολαύσεις και λιγότερη επαφή. Αγώνας για περισσότερα θεάματα και λιγότερη επικοινωνία. Αγώνας για μόδα, μάρκες, μάσα και μαζοχιστική μαζοποίηση του μυαλού. Τι περιμένουμε! Είμαστε γονείς, ας παρέμβουμε. Είμαστε δάσκαλοι, ας διδάξουμε. Είμαστε κοινωνία, ας αποτρέψουμε. Είμαστε φορείς, ας εργασθούμε. Είμαστε οι κυβερνήσεις, ας επιβάλλουμε. Είμαστε τα ΜΜΕ, ας μη δολοφονούμε κερδοσκοπώντας. Είσαστε παιδιά! Ταμπουρωθείτε. Γίνετε ανώτεροι ημών.

97

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Ψηφιακός πίνακας Ιάκωβου Γαριβάλδη με τίτλο "Purple flower"

98

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Αφιερώματα

Tributes Homenaje


Kυριάκος Ι. Βαλαβάνης

Συγγραφέας - Δημοσιογράφος - Κριτικός Λογοτεχνίας και Θεάτρου O Κυριάκος Ι. Βαλαβάνης, συγγραφέας, δημοσιογράφος, τεχνοκρίτης, γεννήθηκε στη Ν. Ιωνία Αττικής το 1931. Είναι έγγαμος και έχει δύο παιδιά. Τελείωσε την Εμπορική, το Κέντρο Κοινωνικών Σπουδών της Ανωτάτης Σχολής Βιομηχανικών Σπουδών Α.Σ.Β.Σ., το Ινστιτούτο Στελεχών Τραπεζικής Επιμορφώσεως τριετούς φοιτήσεως, ως και ένα σεμινάριο αυτού Χρηματοδοτική Λειτουργία, εξίσου επιστημονικού επιπέδου. Συνταξιοδοτήθηκε ως ανώτερος υπάλληλος τραπέζης. Ασχολείται 45 χρόνια με τη λογοτεχνία. Εξέδωσε 39 βιβλία: 11 ποιητικές συλλογές, 3 παιδαγωγικά δοκίμια, μία συλλογή διηγημάτων, 4 κριτικές, απόψεις και αφιερώματα από το χώρο του πνεύματος και της τέχνης, έναν τόμο χρονογραφήματα, 2 μελέτες, 15 εργοβιογραφικά δοκίμια κ.α. Οι δημοσιευμένες στον Τύπο κριτικές στο χώρο του πνεύματος και της τέχνης ανέρχονται σε 26 τόμους των 500 σελίδων περίπου. Έχει πολλή ανέκδοτη εργασία κάθε μορφής λόγου, θέατρο, διήγημα, ποίηση, δοκίμιο και μελέτη. Ως θεολογών ασχολείται με θεολογικά θέματα και έγραψε διάφορα άρθρα και μελέτες περί αιρέσεων κ.λ.π. Έδωσε πολλές διαλέξεις στην Αθήνα και στην επαρχία ηθικοθρησκευτικό-κοινωνικού περιεχομένου. Παρουσίασε και παρουσιάζει το λογοτεχνικό και εικαστικό έργο συγγραφέων και ζωγράφων και συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά και εφημερίδες ως μόνιμος συνεργάτης με ειδική στήλη Κριτική Λόγου και Τέχνης ή Γράμματα και Τέχνες ή Μια σελίδα 7 Τέχνες. Είναι τακτικό μέλος του Ομίλου για τη διεθνοποίηση της Ελληνικής γλώσσας, μέλος κριτικής επιτροπής διαφόρων λογοτεχνικών διαγωνισμών, επίτιμος Αντιπρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Επαρχιακού Τύπου, επίτιμος Πρόεδρος της Πανελληνίου Ενώσεως Λογοτεχνών Π.Ε.Λ., Σύμβουλος του Ελληνικού Συνδέσμου Ηνωμένων Εθνών, της Οργανώσεως «Εθνικής Μνημοσύνης», σύμβουλος διαφόρων σωματείων, τ. Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών του Πειραιά, της Φιλολογικής Στέγης Πειραιώς, τακτικό μέλος του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός», της Διεθνούς Εταιρείας Κριτικών Λογοτεχνίας, επίτιμος Πρόεδρος και Ιδρυτής της Πανελληνίου Εταιρείας Λόγου και Τέχνης Π.Ε.Λ.Τ., Ιδρυτικό μέλος της Κοινωφελούς Επιστημονικής Εταιρείας Μελέτης του Πολιτισμού του Ελληνορθόδοξου Βυζαντίου «ΕΛ. ΒΥ. ΠΟ.», τ. Αντιπρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών, με Δίπλωμα τιμής, Μέλος της Ακαδημίας Ελληνικής Γλώσσας και Πολιτισμού, Σύμβουλος Ακαδημίας Κοινωνικών, Εθνικών και Πολιτιστικών Σχεδιασμών, Μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και από το 2006 εκδίδει το περιοδικό Κριτική Λόγου και Τέχνης Θέσεων και Απόψεων.

100

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Λίγα λόγια για τον Κυριάκο Βαλαβάνη και το έργο του: "ΤΙΜΩΡΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΑΤΑΚΤΟΥΣ ΙΝΑ ΜΗ ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ ΓΙΓΝΕΣΘΕ" Ὁ Κυριάκος Βαλαβάνης μέσα ἀπό τά ἄρθρα του ἀναζητᾶ ἀπελπισμένα διαφυγή ἀπό τά σκοτεινά καί δαιδάλια τοῦνελς τῶν καιρῶν. Ὑψώνει τήν πένα του γιά νά τιμωρήσει τούς «ἀτάκτους» πού πληθαίνουν ὁλοένα ἀντί νά λιγοστεύουν. Μέ τήν ἐμπειρία τῶν 80 χρόνων του καί ἔχοντας ζήσει πολέμους, ἀπορφανισμούς, φτώχειες, ἀρνεῖται νά δεχθεῖ νά ὑποστέλλεται ἡ σημαία τῆς Παράδοσης, τῆς Ἑλλάδας, τῆς Ἀγάπης, τῆς Ἀξιοπρέπειας. Στηλιτεύει τούς βιαστές καί ἐκβιαστές τῆς ψυχῆς μας καί τῆς ἠρεμίας μας. Βλέπει νά ἐξασθενοῦν καί νά χάνονται οἱ ρίζες καί νά διψοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἐνδεεῖς προσφορᾶς καί συναισθημάτων καί σάν συνοδοιπόρος τῆς ἐλευθερίας τοῦ πνεύματος, ἀδειάζει κυριολεκτικά τήν ψυχή του καί πασχίζει μέ κάθε λέξη καί φράση νά …ταρακουνήσει τόν Ἄνθρωπο, νά ἀφυπνίσει τήν λεβεντιά του, νά γεμίσει ξανά τίς φλέβες του μέ αἷμα ἀληθινό καί ὄχι πλαστικό καί πολύχρωμο. Ἀφήνει ὡστόσο τόν μῖτο του πίσω ἀπό τούς προβληματισμούς καί τίς ἀγωνίες του, καθώς μᾶς κάνει κοινωνούς αὐτῶν, γιά νά μή χαθοῦμε ὁλοσχερῶς στήν ἀπελπισία καί τά ἀδιέξοδα. Ἕνας ὡραῖος Δόν Κιχώτης, ὁ Κυριάκος Βαλαβάνης, πού μᾶς καθίζει ἐπάνω στά χιλιάδες καπούλια ἀλόγων καί μᾶς μπάζει στόν ἀγῶνα γιά τό κυνῆγι τῶν κακῶν. Κι εἶναι τόσο ὡραία ἡ πορεία μέσα ἀπό τά δάση τῶν καθημερινῶν στιγμῶν μας καί τῆς ἀξιοπρέπειας τῆς ψυχῆς μας τά ὁποῖα ὀφείλουμε νά διαφυλάξουμε!

Ἔχει ἕνα ἀτέλειωτο «γνοιάσιμο» γιά τόν «κουρασμένο ἄνθρωπο» Τόν τρομάζει ἡ «σιωπή μας», ἡ «σιωπῶσα παρουσία μας», οἱ σιωποῦσες σκοπιμότητες, τίς ὁποῖες ἐνοχοποιεῖ ἐξ ἴσου μέ τούς αὐτουργούς καί ἀγωνίζεται νά ἀφυπνίσει τίς συνειδήσεις μας, διαβλέποντας τούς κινδύνους πού καραδοκοῦν γιά νά ἀφανίσουν τήν ὀντότητά μας. «-Ἐγώ εἶμαι ἕνας ἥσυχος ἄνθρωπος πού δέν ἐνοχλῶ κανέναν (λένε κάποιοι). Νομίζετε ὅτι ἀρκεῖ αὐτό ὅταν καί οἱ νεκροί τό αὑτό ποιοῦν;» ἀναρωτιέται συμπερασματικά. Ὁ ἀξιόλογος αὐτός Ἄνθρωπος, ὁ Συγγραφεάς, ὁ Ποιητής, ὁ Ἀγωνιστής, ὁ Δότης πνεύματος καί Κληροδότης ἀξιῶν, ὁ γεμάτος αἰσιοδοξία μέσα ἀπό τήν πεσσιμιστική αὔρα τῶν καιρῶν, δέν κλείνεται μέσα στά τείχη τῆς ὑποταγῆς καί τῆς ἔνταξης στά κακῶς κείμενα, ἀλλά ἁπλώνει θαρραλέα τίς σκέψεις του ἐπάνω στίς φτωχικές μά πάμπλουτες ἀπό λέξεις πού μαστιγώνουν σελίδες τοῦ ἐντύπου του «Χαῖρε καί Ἀγάλλου». Καί μέσα ἀπό τούς μονολόγους του, «μονολόγους ὀδύνης», ἀναφέρει ὁ ἴδιος, σέ παίρνει ἀπό τό χέρι, σέ ἀπομακρύνει ἀπό τό «παροπλισμένο κοιμητήριο τῶν ἀξιῶν» καί σέ ὁδηγεῖ σέ ἕνα πλούσιο πεδίο-γήπεδο συναισθημάτων, σέ κάνει ὁπαδό καί δέ σέ ἀφήνει νά χαθεῖς. Μένεις ἐκεῖ καί ἀγωνίζεσαι. Καί κερδίζεις πάντα. Κάθε φορά κερδίζεις καί ἕνα τρόπαιο γιά τήν ψυχή σου!

Ἕνας νοσταλγός τοῦ καλοῦ καί τοῦ καλοῦ ὡραίου, τρέμει καί χτυπᾶ τόν κώδωνα τοῦ κινδύνου μπρός στήν «ἀπουσία μιᾶς κοσμιότητος στήν ἀκοσμία μας…»

101

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Εὐαγγελία - Ἀγγελικὴ Πεχλιβανίδου Συγγραφέας - Ποιήτρια - Ἔκπ/κός

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Κυριάκος Ι. Βαλαβάνης

Ένα άρθρο από το βιβλίο "ΤΙΜΩΡΕΙΤΕ ΤΟΥΣ ΑΤΑΚΤΟΥΣ ΙΝΑ ΜΗ ΣΥΝΕΝΟΧΟΙ ΓΙΓΝΕΣΘΕ" Γιατί παρέµεινα ὁ Νοσταλγός τοῦ χθές; (περιθώρια ἐπιλογῆς…) Δέν µᾶς ἄφησαν περιθώρια ἐπιλογῆς γιά νά µετουσιώσουµε σέ πράξη κάθε ἰδέα µας ἔστω καί ἄν ὑπάρχει ἐνδυναµωµένο τό φρόνηµα σέ ἕνα πνεῦµα τοῦ χθές, πού τά πράγµατα καί οἱ σχέσεις εἶχαν µίαν ἄλλην ἠθικήν ὁλοκλήρωση, πού σέ κάποιους οἱ περισσότεροι µετουσίωναν σέ πράξη κάθε ἰδέα, ἤ ὁριοθετοῦσαν ἔντιµα τίς ὑποχρεώσεις τους. Σήµερα κινούµεθα σέ ἕνα κλῖμα καχυποψίας, ἐπιφανειακῆς εὐθύνης, γνώµης καί γνώσης, ἀπογυµνωµένοι ἀπό κάθε ἀξία, ἰδανικό καί «παρατηµένο» φιλότιµο. Μέσα σέ αὐτές τίς τραγικές ἀνακατατάξεις καί κοσµογονικές ἀλλαγές, ἀπογυµνώσαµε τό ἐνδιαφέρον, τήν ἔγνοια, τήν ἀγάπη, τήν ποιότητα τῆς ζωῆς καί ἀνθρωπιᾶς της. Στό βωµό τοῦ ἐκσυγχρονισµοῦ καί τῆς µοντερνοποιήσεως ἐνδώσαµε, καί στήν ὁλοκληρωτική διάβρωσή τους πειθαρχήσαµε καί καταδυναστεύσαµε τή λογική, χωρίς καµµίαν ἠθικήν ἀντίσταση, σεβασµό, ἀξιοπρέπεια καί ὑπερηφάνεια. Καί τώρα, ζοῦµε καί κινούµεθα σέ ἕναν κόσµο (ἠθεληµένα) ἐρτζιανῆς ἀναρχίας, ἔντυπης παρανοµίας, τηλεοπτικῆς ἀσχήµιας καί ἠθεληµένης ἐνδοτικότητας, ὅπου δεσπόζει τό «πρόστυχο» (ὑπάρχουν εὐτυχῶς οἱ ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις), ἡ ἀχαλίνωτη γλωσσική ἀναρχία, τά ἀλλοιωµένα ἰδεώδη, ἡ ροµποτοποίηση τῶν σχέσεων, οἱ νοηµατικές ἀσάφειες, ἡ προλογική ἀνευθυνότητα µέ τήν πνευµατική νοσηρότητα καί ἡ ἀπαξίωση ὅλων τῶν ἰδανικῶν καί ἀξιῶν µας, ὁ ἀγώνας γιά γνώση καί ἐσωτερική ἐλευθερία. Ζοῦµε σέ ἕναν κόσµο ἐν µέσω ταγῶν ἐφιαλτικῆς φεουδαρχίας ἐσωτερικῶν, καί τῶν διεθνῶν δικτύων πού συνωµοτοῦν εἰς βάρος µας καί µᾶς στοιχειώνουν τή ζωή καί τίς ἀξίες τῆς ὑποστασιακῆς ἀλήθειας. Σέ αὐτό τό ἀνεξερεύνητο µυστήριο τῆς ὁριστικῆς ἀπωλείας τοῦ ἑαυτοῦ µας, τῆς ψυχοταραχῆς καί ἀνασφαλείας, πληρώνουµε τῆς ἀλαζονείας µας τό τίµηµα πού ἔφτιαξε ἡ ψυχική µας αἰχµαλωσία, τό πνευµατικό µας ἦθος, ἡ ἀπάθεια, καί ἀδιαφορία µας, ἡ ἠθική ἀναισθησία, ἡ ἀσυνέπεια λόγου καί ἔργου, ἡ ἀδυσώπητη τῶν αἰσθηµάτων συναλλαγή, καί ὁ ἔλεγχος τῆς ψυχῆς, ἡ ὁλοκληρωτική µας ἀποχαύνωση καί ἀσυνέπεια. Μέσα σέ αὐτούς τούς ἀσυνεπεῖς µήν πεῖς καί πάλι ἄλλοι ἔφταιξαν, ἀλλά ἐγώ, ἐσύ, αὐτός, ἐµεῖς καί ὁ καθένας ξεχωριστά. Ντρέποµαι γιατί εἶµαι πολίτης αὐτοῦ τοῦ βρώµικου κόσµου καί µέ νοσταλγία ἀναζητῶ τοῦ παρελθόντος τίς θεόπνευστες ἰδέες καί παραµένω Νοσταλγός τῶν ἀξιῶν ἐκείνων τῶν ἡµερῶν καί καιρῶν.

102

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Κυριάκος Ι. Βαλαβάνης

Δύο ποιήματα από το βιβλίο "Αφίμωσε τη φωνή σου. Αυτός είμαι, φτύστε με…" ΦΘΟΡΑΣ ΚΑΙ ΠΟΤΑΠΟΤΗΤΟΣ ΙΔΕΕΣ

ΤΕΛΜΑΤΩΜΕΝ’ Η ΕΝΟΧΗ

Άφησα τον αλανιάρη νου να σεργιανίσει

Αδύναμος κι επιρρεπής μεσ’ στην ομαδοποίηση

στου χθες την ηθική τελείωση σα θυροκράτης

η υψοποιός ταπείνωση ψυχρή και δαιδαλώδης

να ζήσω ήθελα στιγμές μυχίων και κρυφίων

τελματωμενη η ενοχή και η εγρήγορση

σαν του παλιού καλού καιρού αριστοκράτης.

κι η γνώση άγνωμη στυγνή, σκαιά και νεφελώδης

Στης νύχτας την αλήθεια μου στην αναζήτησή μου

Στο κλίμα το νεφεσκιωτό, πού χρόνος για ευθύνη;

συνάντησα φθοράς και ποταπότητος ιδέες

το “τί με νοιάζει” επικρατεί και “ό,τι θέλει ας μείνει”.

φιλαύτων και τομαριστών φόβο κι αναλγησία

Τα όρια υπερέβησαν μ’ απατηλές προσκλήσεις

κάποια κυκλώματα ντροπής στην περιδίνησή μου.

κακομοιριά κι αναλγησιά με νέες αποκλίσεις.

Παιδιά να εμπορεύονται στην αθωότητά τους,

Υποταγή βεβήλωση, κεκοσμημένο πνεύμα,

να στηλιτεύονται ψυχές πάνω στην εφηβεία

μ’ αμβλυμένο το ήθος κι η νομοέπειά μας

και μεσ’ στα σκλαβοπάζαρα να σβήνουν τα όνειρά τους

ο κόσμος αφιλάνθρωπος και μ’ ειρωνείας νεύμα

σ’ αυτό το συνονθύλευμα της άγριας αγυρτείας.

χαμένες οι αξίες μας μαζί κι η ανθρωπιά μας.

Σ’ αυτήν την ισοπέδωση είπα να αντιδράσω

Δε φτάνει η διαπίστωση της καταρρεύσεως,

στον πόρνο ετσιθελισμό της σωματεμπορίας

η άγνοια κι αθλιότης μας φέρουν κόστος βαρύ

είδαν τα μάτια μου ταγούς με μια σωρεία μπράβους

δεν είναι τρόποι αγωγής αλλά ωμής νοθεύσεως

να μ’ απειλούνε οι αισχροί να φύγω, να σωπάσω.

κάνε το “Θέλω” προσευχή, ν΄ ανθίσει το “Μπορεί” !

Εγώ κι εσύ σιγήσαμε, να το κατάντημά μας ! «πυρί μειχθήτω εις την γην» εμένα τι με νοιάζει…;

10/05/2011

το πρόβλημά τους έγινε τώρα και πρόβλημά μας και πάλι εφιμώσαμε τη γλώσσα…στο μαράζι. 05/05/2011

103

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Nάνσυ Χόρτον - Λογοτέχνης Λίγα λόγια για τη Νάνσυ Χόρτον (εόρτασε τα 100 της γενέθλια στις 28 Ιουλίου 2012) Κατάγεται από την Washington των ΗΠΑ. Είναι κόρη του Πρόξενου των ΗΠΑ στη Σμύρνη, Συγγραφέα, Ποιητή και φιλέλληνα George Horton (1859-1942) και της Ελληνίδας Κατερίνας Σακοπούλου. Εδώ και πολλά χρόνια η Νάνσυ ζει στην Ελλάδα, την οποία πραγματικά υπεραγαπά. Ασχολείται με τη λογοτεχνία και βέβαια με την ποίηση. Πολλά από τα ποιήματά της είναι εμπνευσμένα από την πατρίδα μας. Ποιήματά της έχουν συμπεριληφθεί στην Anthology of Best College Poetry, στο Saturday Review of Literature και σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά. Προσκλήθηκε από την Folger Shakespeare Library in Washington και έκανε φιλολογικές εκπομπές σε ραδιοφωνικούς σταθμούς , καθώς στο BBC.Είναι μέλος και πρώην Πρόεδρος Ομοσπονδίας Ποιητών. Χειρίζεται με μεγάλη ευχέρεια αρκετές γλώσσες και έχει μεταφράσει Ελληνική Ποίηση, για να δημοσιευτεί σε Αμερικανικά φιλολογικά έντυπα και εφημερίδες. Η Νάνσυ έχει δημοσιεύσει και παρουσιάσει τα ποιήματά της σε πολλές αξιόλογες εκδηλώσεις, που έχουν οργανωθεί προς τιμήν της.

104

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Nάνσυ Χόρτον - Λογοτέχνης

my poem

Το ποίημά μου…

My poem has written me today. It has plucked my flesh and left me to lie on the sand like the spine of a fish.

Το ποίημά μου, σήμερα με έγραψε. Μάδησε τη σάρκα μου και μ’ άφησε ξαπλωμένη πάνω στην άμμο, σαν ψαροκόκαλο.

It has drawn my fluid to replenish the growth that nets the hemispheres. Today my poem has written me

Ρούφηξε όλο το χυμό μου για ν’ ανανεώσει τον όγκο που δικτυώνει τα ημισφαίρια. Σήμερα, το ποίημά μου με έγραψε

into the greater alphabet of its theme. My most fleeting thoughts have acquired

στο μεγαλύτερο αλφάβητο του θέματός του. Οι πιο φευγαλέες σκέψεις μου έχουν ανακτήσει μια νέα υπεροχή, διαχέονται μέσα απ’ τα καλώδια

a new eminence, they are diffused over the telegraph wires above the earth, humming an urgent message that adds

του τηλέγραφου πάνω απ’ τη γη και βουίζουν κατεπείγον μήνυμα, να πάει να συμπληρώσει την πληρότητα της ζωής ολόκληρης.

to the fullness of all of life. It has written me into the vowels at the confluence of rivers

Το ποίημά μου μ’ έγραψε μες τα φωνήεντα, στις συμβολές των ποταμιών και στου αγκάβατου* τους έλικες, που στροβιλίζονται στον άνεμο.

and the swift helix of a blown thistle. I have nourished my poem till my bones mark the white sand,

Όμως κι εγώ το ποίημά μου τροφοδοτούσα πάντα, ώσπου τα οστά μου να αφήσουν τα σημάδια τους στην άσπρη άμμο, σαν την καθάρια αλμύρα

like the clear salt at September’s crest! Let a loop of the tide’s arm reach down and carry me off.[]

πάνω στο αφρισμένο κύμα του Σεπτέμβρη. Και τότε ας με φτάσει το χέρι της παλίρροιας, να με αγκαλιάσει και να με πάρει μακριά. []

Nancy Horton

Νάνση Χόρτον

* αγκαθόβατος (Μετάφραση: Άρις Αντάνης)

105

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Παναγιώτης Κυρούσης

Εκπαιδευτικός, συγγραφέας, τ. πρόεδρος της Π.Ε.Λ. Ο Παναγιώτης Γρ. Κυρούσης γεννήθηκε στην Πάργα την όμορφη, μαγευτική και ιστορική πόλη της Ηπείρου. Ο πατέρας του Γρηγόριος από την Πωγωνιανή Ιωαννίνων και η μητέρα του Σοφία από την Κερασούντα του Πόντου. Με την Μικρασιατική καταστροφή ήρθε στην Ελλάδα κουβαλώντας ματωμένες μνήμες από την σφαγή των γονιών της και επτά αδελφών της από τους Τσέτες αντάρτες του Κεμάλ. Ο Κυρούσης σπούδασε Θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και εργάστηκε ως εκπαιδευτικός σε πολλά σχολεία της χώρας. Συνταξιοδοτήθηκε με τον βαθμό του Λυκειάρχη. Στα γράμματα εμφανίζεται από το 1962 με το βιβλίο του ''Προς τα ύψη'', αποσπώντας ευμενέστατες κριτικές από τον Πνευματικό χώρο. Έχει γράψει 16 βιβλία ιστορικού, παιδαγωγικού, θεολογικού και λογοτεχνικού περιεχομένου. Αναφέρουμε ενδεικτικά τα ''Πνευματικά και Εθνικά ορόσημα'', έκδοση 1966, την ''Απαγωγή'', έκδοση 1977 την ''Διαταγή για εκτέλεση'', έκδοση 1993, την ''Ματωμένη πορεία των Ποντίων'', έκδοση 2002 και το θαυμάσιο μυθιστόρημα ''Οι αναζητήσεις μιας Μοναχής'', έκδοση 2008, όπου περιγράφεται με γλαφυρότητα η φωτεινή και η σκοτεινή πλευρά του Μοναχισμού. Ο Παναγιώτης Κυρούσης έχει λάβει σημαντικά βραβεία και επαίνους για το έργο του. Έχει επίσης δημοσιεύσει μελέτες και άρθρα του σε εφημερίδες και περιοδικά, όπως στο Βήμα, την Καθημερινή, τα Νέα, την Εστία, την Ελευθεροτυπία, την Κοινωνία κ.λ.π. Από το 1993 ήταν τακτικό μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, της οποίας διετέλεσε Πρόεδρος μέχρι το 2009 που ταξίδεψε για την χώρα των Αγγέλων. Υπήρξε άξιος συνεχιστής των Δελφικών Αγώνων που διοργανώνει κάθε χρόνο η Π.Ε.Λ. Όσοι τον γνώρισαν δεν πρόκειται ποτέ να τον ξεχάσουν.

Στην Αγία Παρασκευή Θέλησα να επισκεφθώ μια ανοιξιάτικη μέρα τ’ Απρίλη το γραφικό Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής που βρίσκεται γαντζωμένο σε μια καταπράσινη πλαγιά του Ελικώνα στο δρόμο προς τη Λειβαδιά, λίγα χιλιόμετρα μετά την Ασκραία, σημερινή Αλίαρτο. Ξεκινήσαμε και σε δυο ώρες φτάσαμε στο Σωληνάρι. Αφήσαμε τ’ αυτοκίνητο σε μια απόμερη γωνιά της πλατείας και μαζί με άλλες δυο-τρεις παρέες ξεκινήσαμε περπατώντας για το Μοναστήρι με γρήγορο βάδισμα και απότομες δρασκελιές. Σε κάθε περπατησιά δεν χόρταινα να ρουφάω λαίμαργα την πρασινάδα που γυάλιζε στον ήλιο και σκορπούσε τριγύρω ασημένιο πρασινωπό φως. Σε λίγα λεπτά και σε μια απότομη στροφή του δρόμου, μέσα από μια καταπράσινη θάλασσα, αναδύεται μπροστά μας, μ’ όλη τη φαντασμαγορική του μεγαλοπρέπεια το κατανυκτικό Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής. Μια μεγάλη σιδερένια πόρτα, που λες και χώριζε τον Παράδεισο απ’ την Κόλαση, οδηγούσε τους επισκέπτες στο εσωτερικό της Μονής. Απ’ έξω έγραφε: Επισκέψεις από 8 μέχρι 5 μ.μ. Κτυπάω ανυπόμονα το καμπανάκι με νευρικές κινήσεις και σε λίγο ακούω το εσωτερικό κλειδί να τρίζει στην κλειδαριά της πόρτας και ν’ ανοίγει μ’ ένα δυνατό θριαμβευτικό κρότο.

106

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Παναγιώτης Κυρούσης

Εκπαιδευτικό, συγγραφέα, τ. πρόεδρο της Π.Ε.Λ. Μια Μοναχή, πρόβαλε σαν τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, στη μέση της πόρτας, γεμάτη περίσκεψη. Ήταν τυλιγμένη με το κατάμαυρο πέπλο της και μόλις φαίνονταν τα μικροσκοπικά μάτια της, που ‘μοιαζαν με μικρά καντηλάκια, χωμένα στις κόγχες με μια αδύνατη ωχρή ανταύγεια. Μικρόσωμη, ξερακιανή με σκελετωμένο πρόσωπο από τις αγρύπνιες και τις νηστείες, μας κοίταξε προσεκτικά να δει αν έχουμε ένδυμα γάμου, για να περάσουμε μέσα. Μας χαιρέτησε με μια ευγενική υπόκλιση. «Ευλογείτε» της λέω: Ο Κύριος… μου απαντά. Ήρθαμε να προσκυνήσουμε τη χάρη της. Η Αγία να σας ευλογεί… Περάστε… Περάστε να προσκυνήσετε και μας έδειξε το Ναό. Στην αυλή ένας υψίκορμος πρίνος σε υποδέχεται κουνώντας ελαφριά τα κλαδιά του σε κάθε πνοή τ’ ανέμου που κατηφορίζει απ’ τις κορφές του Ελικώνα. Πιο πέρα μια μικρή ακακία, ευγενικός αρχοντάρης, σε συντροφεύει κάτω απ’ τη δροσερή σκιά της. Στην αυλή της Μονής υπάρχουν πρασιές με πυρόξανθες πικροδάφνες, ντάλιες, τριανταφυλλιές, κοράλλια, ορτανσίες με μωβ-ροζ χρώμα, βαθυπράσινα κακτοειδή, βεγόνιες, ιβίσκοι με αποχρώσεις κόκκινου-κίτρινου, καμέλιες, πανσέδες που ξεχύνουν το πολύτιμο άρωμα από τους γεμάτους κάλυκές τους και το σκορπίζουν λιβανωτό στο φυσικό θρόνο του Θεού. Ανατολικά βρίσκονται οι δυο εκκλησιές της Αγίας Παρασκευής, η μικρότερη και παλαιότερη που κτίστηκε πιθανόν το 1050 και η νεώτερη που κτίστηκε το 1927. Ένας σεισμός, όμως, την έκανε ετοιμόρροπη και η δραστήρια ηγουμένη Αδελφή Αγάπη με την ακολουθία της, με υπεράνθρωπες προσπάθειες και με τη βοήθεια των πιστών την ξαναέκτισε μεγαλόπρεπη, βυζαντινή, με πελεκητή πέτρα, πλούσιες εικονογραφίες, διαμάντι πνευματικό, στην πνευματική αυτή όαση. Ανάμεσα και μπροστά από τις δυο εκκλησιές μια πανύψηλη αγριοβελανιδιά, με απλωμένα τα κλαδιά της προς τον ουρανό σαν σε ικεσία. Ο μυρωμένος αέρας που κατηφορίζει από τις κορφές του Ελικώνα, ψέλνει ανάμεσα στα κλαδιά της ύμνους προς το Μεγαλοδύναμο. Πιο πέρα δυο καρυδιές με βαθύ πράσινο χρώμα στα φύλλα και κάνα δυο ισχνές ακακίες με γερμένα τα λεπτά και στενόμακρα φύλλα τους προς τη γη όλο ταπείνωση, στέκονται σαν αρχαγγελικές μορφές, φτερουγίζοντας τα κλαδιά τους σε μυστικό ύμνο προς το Θεό. Πίσω απ’ το Μοναστήρι πανύψηλα κυπαρίσσια, σα θεόρατες ασκητικές μορφές Αγίων με σκελετωμένα χέρια, περιφρουρούν τις νύμφες του Χριστού που μέρα-νύχτα δοξολογούν τον Ύψιστο. Ανατολικά του μοναστηριού βρίσκεται ακόμη καρφωμένος στην κορφή ενός φαλακρού βράχου ένας πελώριος Σταυρός 5 μ. ύψος και 3 μ. πλάτος. Είναι το σύμβολο της θυσίας. Πρώτο μας καθήκον… ήταν να μπούμε στην Εκκλησιά και να προσκυνήσουμε. Μπαίνουμε πρώτα στην παλιά Εκκλησιά γεμάτοι κατάνυξη και μυστικοπάθεια. Στο επάνω μέρος της οροφής σώζονται Βυζαντινές τοιχογραφίες, θαμπές και φαγωμένες από το χρόνο. Είναι η φιλοξενία του Αβραάμ στα δεξιά και η αποκεφάλιση του Προδρόμου στ’ αριστερά. Οι άλλες εικόνες είναι της αναγέννησης. Το εκκλησάκι πτωχό σε διακόσμηση αλλά σε γεμίζει έξαρση και συγκίνηση. Αφήσαμε για λίγα λεπτά τη σκέψη να διασχίσει το μικρό θόλο και να φτερουγίσει στους κόσμους του μυστηρίου.

107

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Παναγιώτης Κυρούσης

Εκπαιδευτικό, συγγραφέα, τ. πρόεδρο της Π.Ε.Λ. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε την καινούργια Εκκλησία. Εδώ όλα φωτεινά. Στον πρόναο, σκηνές από την Παλαιά Διαθήκη. Από τη ζωή των Πρωτόπλαστων στον Παράδεισο, την παρακοή τους και την έξοδο από τον κήπο της Εδέμ. Ακολουθούν οι προφήτες και το όραμα της επιστροφής του ανθρώπου στο Θεό με τη γέννηση του Θεανθρώπου. Στον κεντρικό Ναό σκηνές από την Καινή Διαθήκη. Ψηλά στο θόλο ο Παντοκράτορας με μάτι αυστηρό και διαπεραστικό παρακολουθεί την κάθε κίνησή σου. Ξέχειλη η αγάπη στο πρόσωπό του. Ακτινοβολεί τρυφερότητα, στοργή, πόνο με φωτοστέφανο που πλαισιώνει το κεφάλι του και το απλωμένο χέρι του που ευλογεί. Στο βάθος του Αγίου Βήματος, η Πλατυτέρα με ανοιγμένα τα χέρια της, όλο στοργή και μητρική αγάπη, έτοιμη ν’ αγκαλιάσει κάθε κουρασμένο οδοιπόρο της ζωής. Το τέμπλο και όλοι οι τοίχοι ντυμένοι με πλούσιες εικονογραφίες που εικονίζουν συγκινητικές σκηνές από τη ζωή της Εκκλησίας κυρίως από το μαρτύριο των Αγίων που με τη θελημένη θυσία τους στόλισαν το θρόνο του Αμνού. Μείναμε αρκετή ώρα με ξέχειλο το συναίσθημα της ικεσίας και μετά η σεβαστή Γερόντισσα μας οδήγησε στο Αρχονταρίκι για να μας προσφέρει καφέ και λουκούμι. Η φιλοξενία είναι το κυριότερο διακόνημα στο Μοναστήρι. Εκφράζεται η αγάπη προς τον άνθρωπο. Μετά στράφηκα στη Γερόντισσα και τη ρώτησα: Αγία Ηγουμένη τι νόημα έχουν τα Μοναστήρια στη σημερινή εποχή; Ο Θεός δεν βιώνεται σε κάθε γωνιά της γης; Ένας Ελβετός ποιητής λέγει ότι: «το πουλάκι που πετάει στον γαλάζιο αιθέρα ακουμπάει στην παλάμη του Θεού». Η Γερόντισσα, που είναι μετεκπαιδευμένη δασκάλα, με ύφος απλό και πειστικό μου λέγει: Το Μοναστήρι είναι γήινος Ουρανός λέγει ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος. Είναι φάρος που φωτίζει στο απέραντο σκοτεινό πέλαγος το πλοίο της ζωής, είναι όαση πνευματικής ανάτασης σε κάθε στρατοκόπο που αναζητάει πυρετικά τον ήρεμο τόπο της ψυχικής γαλήνης. Στο Μοναστήρι – συνέχιζε να λέει – έχουμε την αίσθηση του όρους, όπου ο Θεός φανερώνεται πιο αισθητά μ’ όλη τη μυστική του λαμπρότητα και που στην καθαρή του ατμόσφαιρα συλλαμβάνουμε την υπερβατικότητα του Θεού και αποκτούμε την πιο εσώτερη εμπειρία της εγγύτητάς του. Γι’ αυτό είναι κτισμένα τα Μοναστήρια στις κορφές των βουνών, στην καθάρια και μυρωμένη ατμόσφαιρα και στο πλούσιο φως του ήλιου, μακριά από κάθε κοσμική κίνηση και εγκόσμια δέσμευση. Στη συνέχεια μας οδήγησε στα κελιά των Μοναχών. Βρίσκονται δυτικά του Μοναστηριού. Μικρά, νεόκτιστα, νοικοκυρεμένα, γεμάτα απλότητα, περίσκεψη και βαθιά στόχαση. Στον ανατολικό τοίχο του κάθε κελιού, κρέμονται μικρές εικόνες, εσταυρωμένοι και μαρτυρολόγια Αγίων. Το φως του καντηλιού, ξεχύνεται τα βράδυα όταν ο ήλιος κρύβεται στο σκοτεινό άντρο του, ιλαρό, απαλό, γαλήνιο από τα εικονίσματα των κελιών και ενώνεται με το μελιχρό φως της σελήνης, που ακουμπάει ανάλαφρα στα τζάμια των παραθύρων και φωτίζουν μαζί την περιοχή και κάνουν να χρυσίζουν τα φύλλα των δέντρων και να λαμποκοπούν τα σμαραγδένια χρώματα των λουλουδιών. Ο Μοναχός – λέγει η Γερόντισσα – είναι επίγειος Άγγελος και αγωνίζεται σκληρά για να πετύχει την πνευματική του ολοκλήρωση. Είπαμε πολλά μέχρι το μεσημέρι που απολαύσαμε το λιτό μοναστηρίσιο φαγητό, φακές

108

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Παναγιώτης Κυρούσης

Εκπαιδευτικός, συγγραφέας, τ. πρόεδρος της Π.Ε.Λ. με φρέσκο σκόρδο, αγουρωπές ελιές, βαρελίσιο κοκκινέλι και σταρένιο ψωμί ψημένο με ξύλα στο φούρνο από τις μοναχές. Το απόγευμα, όταν ο ήλιος χρυσώνει ακόμη τις κορφές του Ελικώνα, το μικρό καμπανάκι καλεί τους επισκέπτες στον εσπερινό αίνο. «Κατευθυνθήτω η προσευχή μου, ως θυμίαμα Ενώπιόν Σου, έπαρσις των χειρών μου θυσία εσπερινή…» Τα άγρια φύλλα του πρίνου, τα πέταλα και οι κάλυκες των λουλουδιών, όλα ανοίγουν τα άπειρα μικροσκοπικά στόματά τους σε ικεσία. Η φύση ημερώνει και αφουγκράζεται τις ψαλμωδίες, παίρνει μυστηριακή όψη, μετατάρσια, κατανυκτική. Τα κυπαρίσσια λυγίζουν τις κορφές τους σε μετάνοια. Ο αέρας φτερουγίζει απαλά, αθόρυβα. Ο ήλιος καίει τ’ απογευματινό φως του στο μεγάλο καντήλι της φύσης. Το φως των καντηλιών ξεχύνει τις μυστικές του ανταύγειες στις ωχρές όψεις των Αγίων και κάνει το φωτοστέφανο να λάμπει εκτυφλωτικά. Τα μάτια των αρχαγγέλων στα Βημόθυρα μεγάλα, αστραφτερά, ορθάνοιχτα, ανοίγουν την είσοδο στο Βασιλέα των όλων, που κατεβαίνει ανάμεσα στα πλάσματά του σε κοινό αίνο. Άνθρωποι, Άγιοι, Άγγελοι και φύση σ’ ένα κοινό ύμνο γύρω απ’ τον αόρατο θρόνο του «Αμνού». Όλα εδώ μετουσιώνονται σε ικεσία… … Κύριε, εκέκραξα προς Σε, εισάκουσόν μου… εισάκουσόν μου, Κύριε… ψέλνει με την κρυστάλλινη φωνή της η ηγουμένη. Ο αντίλαλός της φτάνει στον ουρανό. Πύρινα βέλη οι λέξεις διασχίζουν την οροφή και βιάζονται να φτάσουν στα ώρα, Κυρίου Σαβαώθ. Πυρετική δίψα Θεού. Ο ήλιος σέρνει τις ακτίνες του με το θυμίαμα της προσευχής στον ουράνιο θρόνο του Θεού και βυθίζεται καταπόρφυρος στον ιριδισμένο ορίζοντα. Η φύση νυσταγμένη από την ικεσία παραδίδεται στο βαθύ ύπνο της. Οι επισκέπτες φεύγουν με αναμμένα τα κάρβουνα στο βωμό της καρδιάς τους. «Νυν απολύεις τον Δούλο σου Δέσποτα εν ειρήνη.» Οι Μοναχές γεμίζουν τα λυχνάρια τους λάδι για να συνεχίσουν την ικεσία. Την ώρα που πυκνό σκοτάδι θα ζώνει με τα κατάμαυρα πέπλα του ολάκερη τη φύση, αυτές θ’ ανάβουν τα κεριά και θα πλημμυρίζει το φως της ικεσίας με τα λαμπερά κύματα στην εικόνα του Χριστού που στέκεται μεγαλόπρεπη, επιβλητική γεμάτη δέος και εσωτερική ακτινοβολία, στην εικόνα της Μεγαλόχαρης με τη γλυκύτατη λάμψη χυμένη στα καταγάλανα μάτια της, στις ασκητικές μορφές των αγίων με τα βαθουλωμένα μάτια μέσα στις κόγχες και την ωχράδα στο πρόσωπο, ώσπου να ροδοχαράξει η αυγή και σπαθωτές οι ακτίνες του ήλιου να σημάνουν το τέλος της νυχτερινής ακολουθίας.

Παναγιώτης Κυρούσης

109

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Παναγιώτης Κυρούσης

Εκπαιδευτικό, συγγραφέα, τ. πρόεδρο της Π.Ε.Λ. Αφιερώνεται στον αείμνηστο Πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών Παναγιώτη Κυρούση, ακούραστο συνεχιστή των Δελφικών Ποιητικών Αγώνων, που έφυγε από κοντά μας πριν τρία χρόνια.

Αθήνα, Ελλάδα

Το Διπλανό Δωμάτιο Άραγε θα ξανάρθεις στους Δελφούς; Στο διπλανό δωμάτιο θ' ακούσω να γυρνά στην πόρτα όπως τότε το κλειδί σου; Θα ροβολήσεις σαν παιδί τα πέτρινα σκαλιά θα στρώσεις ζεστασιά τα καλντερίμια κι όπως θα μπαίνεις στην πλατεία γιορτινός στο πέρασμά σου ο κατσούφης ουρανός σαν περιβόλι θαλασσί, τάχα θ' ανοίξει πάλι; Θα κάτσεις πλάι μας να πιούμε ένα κρασί με θέα των θεών τη φαντασία κι αυτό το γέλιο σου το ξάστερο θα βγει να γαληνέψει της ψυχής το ξεροβόρι; Θα ορμηνέψεις πατρικά τους ποιητές να χαμηλώσουνε το βλέμμα γιατί πιότερο από τιμές και φωτοστέφανα μετρούν τα πάθη και τα όνειρα του κόσμου; Τι σκέψεις άλογες λεκιάζουνε το νου δεμένες οπισθάγκωνα στο μύθο του θανάτου; Αφού το ξέρω, στην παρέα μας θα' ρθείς στο διπλανό δωμάτιο του καθενός θα μείνεις. Κι αν δεν γυρίσεις το κλειδί στην κλειδαριά του παραδείσου θα γυρέψεις τα κλειδιά θα φτερουγίσεις ως της γης τον ομφαλό κι απ΄ τα νησιά του φεγγαριού, τη νύχτα θα μας γνέφεις.

Χάρης Μελιτάς

110

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


William Butler Yeats Από την Άντρια Γαριβάλδη

Ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς γεννήθηκε στο προάστιο του Σάντιμαουντ στο Νότιο Δουβλίνο. Είχε άλλα τρία μικρότερα αδέρφια, τον Τζακ (1871-1957), την Ελίζαμπεθ (1868-1940) και τη Σούζαν (1866-1949): όλοι τους ακολούθησαν κατά κάποιον τρόπο καλλιτεχνική πορεία. Όταν ήταν δυο ετών, η οικογένειά του μετακόμισε από το Δουβλίνο στο Σλίγκο κι έπειτα στο Λονδίνο λόγω της καλλιτεχνικής δραστηριότητας του πατέρα, Τζον Μπάτλερ Γέιτς, που ήταν ζωγράφος. Τα παιδιά της οικογένειας έλαβαν μόρφωση κατ' οίκον, ενώ η μητέρα τους, που νοσταλγούσε την Ιρλανδία, τους αφηγούνταν παραδοσιακές ιστορίες και παραμύθια από την πατρίδα τους. Τα πρώτα του ποιητικά δείγματα βρίθουν από σύμβολα παρμένα από διαφορετικούς πολιτισμούς και παραδόσεις (κελτική μυθολογία, καθολικισμός, ελληνικοί και ρωμαϊκοί μύθοι, καββάλα), ενώ αργότερα στρέφεται προς το ρεαλισμό. Κάποια από τα σημαντικότερα και πιο γνωστά έργα του είναι τα: • 1889 — The Wanderings of Oisin and Other Poems • 1902 — Cathleen ni Houlihan • 1919 — The Wild Swans at Coole • 1920 — The Second Coming • 1926 — A Vision A (dated 1925) • 1927 — Sailing to Byzantium • 1928 — The Tower • 1929 — The Winding Stair • 1939 — Last Poems and Two Plays (μεταθανάτια έκδοση) Τον Οκτώβριο του 2008, μια σπάνια έκδοση (μία από τις 3 σωζόμενες εκδόσεις παγκοσμίως) του «Πάσχα του 1916», μιας από τις πιο πολιτικοποιημένες συλλογές ποιημάτων του Γέιτς, δημοπρατήθηκε στο Δουβλίνο για 9.600 δολάρια, διπλασιάζοντας τις αρχικές προβλέψεις. Τα άλλα δυο αντίτυπα, από τα αρχικά 25 που εξέδωσε ο ποιητής, βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη του Δουβλίνου και στη Βρετανική Βιβλιοθήκη του Λονδίνου (πηγή Βικιπαιδεία).

111

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


William Butler Yeats

Lines Written In Dejection WHEN have I last looked on The round green eyes and the long wavering bodies Of the dark leopards of the moon? All the wild witches, those most noble ladies, For all their broom-sticks and their tears, Their angry tears, are gone. The holy centaurs of the hills are vanished; I have nothing but the embittered sun; Banished heroic mother moon and vanished, And now that I have come to fifty years I must endure the timid sun. William Butler Yeats

Στίχοι γραμμένοι σε απόγνωση Πότε έχω τελευταία δει Τα στρογγυλά πράσινα μάτια και τα μακριά ταλαντευόμενα κορμιά Των σκούρων λεοπαρδάλεων του φεγγαριού; Όλες τις άγριες μάγισσες, κείνες τις τόσο αριστοκράτισσες κυρίες, Γιατί όλα τα σκουπόξυλα και δάκρυά τους, Τα θυμωμένα δάκρυά τους, έχουνε χαθεί. Οι ιεροί κένταυροι στους λόφους έχουν εξαφανιστεί· Δεν έχω τίποτα παρά μόνο τον πικραμένο ήλιο· Διωγμένη ηρωική μάνα σελήνη και χαμένη, Και τώρα που ‘χω φτάσει τα πενήντα χρόνια Πρέπει να τον αντέξω τον δειλό τον ήλιο. © Άντρια Γαριβάλδη Μετάφραση από το αγγλικό

112

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


William Butler Yeats

The Coming Of Wisdom With Time THOUGH leaves are many, the root is one; Through all the lying days of my youth I swayed my leaves and flowers in the sun; Now I may wither into the truth. William Butler Yeats

Ωριμάζοντας με το χρόνο Αν και τα φύλλα είναι πολλά, η ρίζα είναι μία· Σ’ όλες τις μέρες τις ψευδείς της νιότης μου Έσεια τα φύλλα και τα άνθη μου στον ήλιο· Τώρα μπορώ να σβήσω μέσα στην αλήθεια. © Άντρια Γαριβάλδη Μετάφραση από το αγγλικό

μετάφραση Άντρια Γαριβάλδη, Μελβούρνη

113

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


“Nelly” Elli Souyoultzoglou-Seraidari - Photographer Sofia Kontogeorge Kostos (New York)

“NELLY” ELLI SOUYOULTZOGLOU-SERAIDARI (1899-1998) “Nelly” survived the entire burning of her predominately Greek home town of Aidini, Asia Minor by Turkish forces. Through her photography, she later went on to become an internationally acclaimed photographerwhose works were much sought after.

Photograph by Nelly LIFE Magazine - December 16, 1940

The Turks shouted, “THEIR WIVES WILL BE WIDOWS AND THEIR CHILDREN ORPHANS!” A refugee herself, Nelly empathized with the sufferings of the refugees from Asia Minor. In 1926, the Near East Relief Foundation commissioned Nelly to photograph the plight of the refugees in a series she named “refugee sorrows.” Through her camera lens she conveyed, “their tragic wretchedness and the heart-breaking depths to which they had sunk.”

“REFUGEE SORROWS”

In time for her 100th birthday, a retrospective of her work, “From Athens to New York The Work of Elli Seraïdari” was exhibited at New York City’s International Center of Photography [ICP]. The exhibition was curated by Katerina Koskina, the J.F. Costopoulos Foundation. Nelly’s works were drawn from the Benaki Museum’s Photographic Archives, and from Nelly’s collection as well. The book Nelly’s from Athens to New York: A Retrospective Exhibition of the work of Eli Seraidari contains fine examples of Nelly’s memorable photographs. It was published by Bastas-Plessas Editions, 1997. ISBN 9607418-27-1. (Out-of-print).

114

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


“Nelly” Elli Souyoultzoglou-Seraidari

Sofia Kontogeorge Kostos (New York)

In 1995, Nelly was awarded the “Order of the Phoenix” the highest honor a civilian can receive from the Greek Government. The following two obituaries of her life were in The New York Times and in The Athens News: The New York Times, Obituary - August 19, 1998 Photographer Nelly died at 99 [on August 17, 1998] A legend in photography, Nelly Souyoutzoglou- Seraidari died peacefully in her sleep at the age of 99 years. The pioneering photographer, who was born in Aidini [common use] [Aydin, International use] [Idnion, Greek use] in Asia Minor, and whose work spans almost a century, captured many famous political and artistic figures with her lens. Nelly was born in 1899 in the Greek city of Aidini on the coast of Asia Minor. At the age of 21 she went to Dresden in Germany to study painting and piano. She soon turned to photography, which had the added bonus of being more lucrative. She embarked on her photographic career in 1922 when the Turks were decimating Smyrni and other Greek cities on the Asia Minor coast. The Turks had burnt Nelly's birthplace in 1920. Nelly's photos capture the pain of refugees, but also cover various subjects such as famous figures like Eleftherios Venizelos and Kostis Palamas, and many depict Athens in years gone by. “REFUGEE SORROWS” The photographer shook public opinion with her picture showing dancer Mona Paeiva dancing nude amongst the Parthenon pillars in 1927. In 1939 Nelly moved to New York with her husband where they lived for 27 years before returning to Athens. Souyoutzoglou's funeral will be held with state honours on Thursday at the Nea Smyrni cemetery in Athens.

115

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


“Nelly” Elli Souyoultzoglou-Seraidari

Sofia Kontogeorge Kostos (New York)

Athens News Agency Pioneering photographer `Nelly` dies at 99 [on August 17, 1998] Athens, 19/8/1998 (ANA) One of Greece's most well-known and pioneering photographers, Elli Souyioultzoglou-Seraidari, better known as "Nelly" died yesterday at her home in the Athens suburb of Nea Smyrni at the age of 99. Born in Aidini, [common use] [Aydin, International use] [Idnion, Greek use] Asia Minor in 1899, Nelly survived the destruction of the predominately ethnic Greek town by Turkish forces in 1919 before moving to Smyrna and then to Dresden, Germany, where she studied music, art and photography. She first arrived in mainland Greece in 1924. Throughout her illustrious career, Nelly worked with various themes, photographing events in Greece, Germany and the United States. In 1929 Nelly raised moral hackles in Athens' conservative establishment by photographing Mona Paeva, - then the prima ballerina of the Opera Comique, nude on the Acropolis. At the time, several critics decried the act as a “desecration.” In 1939 she traveled to the United States, where she decorated the Greek pavilion at the New York International Expo with giant posters. With the outbreak of World War II, what was supposed to have been a 30-day visit turned into a 27-year stay. In 1985, Nelly donated her photo archives and cameras to the Benaki Museum in Athens, while in 1987 she was presented with an honorary diploma and medal by the Hellenic Centre of Photography and the [Greek] Government. Eight years later, she was awarded the Order of the Phoenix by the president of the republic [of Greece]. In 1996, the Athens Academy presented her with its Arts and Letters Award. Nelly will be buried tomorrow afternoon at public expense following a decision by the culture ministry. On behalf of the [Greek] Government, Culture Minister Evangelos Venizelos described her as a “mythical figure with a prominent position in the cultural panorama of our century.”

Note: Nea Smyrni (New Smyrna) is a neighborhood of Athens. Many of the refugees from Smyrna, Asia Minor settled there, thus its name. The ESTIA MUSEUM in Nea Smyrni operates as a cultural museum and houses the Asia Minor heritage. On the grounds of The Estia Museum stands a bust of the beloved George Horton the United States Consul General in the Near East and Smyrna. Horton authored many books including The Blight of Asia and Report on Turkey. (SKK)

116

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Michalis Kkashialos - Painter Researched and Presented by Sofia Kontogeorge Kostos MICHALIS CHR. KKASHIALOS (Kashalos) 1885 – 1974, was born and educated in Ashia, Cyprus. After completing his elementary school education, he worked as a shoemaker. Between 1940 to 1960 he devoted his interests to the arts. Self taught, he went on to become an Internationally acclaimed primitive (naïve) artist-whose art was inspired by his beloved Island of Cyprus and its history: from the Greeks to the Assyrians, and from the Byzantines to the Venetians. It’s been said, “Old Kashalos’ paint brush with a youthful freshness and a teenage sense of observation-renders this complicated Cypriot character better then anyone else…” In 1960, his first one-man show of his work was held at the prestigious Apofasi Art Gallery in Cyprus. After that time, his work was exhibited in individual and group exhibitions in Cyprus, Athens, London, Zurich and Monaco. In 1969 he was honored for his work at the Second Triennale of Naïve Art in Bratislava, in Slovakia. In 1969 he was honored for his work at the Second Triennale of Naïve Art in Bratislava, in Slovakia. In 1974, at almost age 90-Michalis Chr. Kkashialos lost his home, became a refugee, and was beaten to death by the Turkish invaders of his beloved Greek Island of Cyprus. He was posthumously honored by the Academy of Athens in 1995.

117

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Ψηφιακός πίνακας Ιάκωβου Γαριβάλδη με τίτλο "Stream"

118

Diasporic Literature/Διασπορική Λογοτεχνία/Literatura de Diasporic - http://diasporic.org

Issue 4 Vol. 1, March 2013


Issue 1 March 2011

Diasporic

Literature Issue 1, March 2011

Issue 2 September 2011

Diasporic

Literature Issue 2, Vol. 1, September 2011

Diasporic

Literature

Issue 4 Vol. 1 Š Diasporic Literature 2013 http://diasporic.org


Issue 3 February 2012

Diasporic

Literature

Issue 4 Vol. 1 Š Diasporic Literature 2013 http://diasporic.org


Σχεδιασμός - Σελιδοποίηση - Εκτύπωση - Βιβλιοδεσία Λογοτεχνικών και Επιστημονικών Συγγραμμάτων

Ολύμπου 3 • Τ.Κ. 57009 Καλοχώρι Θεσσαλονίκης • Τηλ.: 2310 700770, 2310 789755, 2310 789756 • Fax: 2310 700767 e-mail: mavrogenis@hol.gr • www.mavrogenis.com.gr

www.mavrogenis.com.gr

Diasporic Literature - issue 4  

Literary magazine in three languages published by Diasporic Literature Spot

Advertisement