Issuu on Google+

«Δεν είναι κακό να φοβάσαι. Αλλά μην σταματήσεις ούτε στιγμή να βάζεις κόντρα…» Μια έκδοση μνήμης για τον γιατρό Θανάση Τριαρίδη (1966-2013) [1]


[2]


Η έκδοση αυτή έγινε την άνοιξη του 2014 για τον Κώστα και την Όλγα και για όλους τους ανθρώπους που μοιράστηκαν με τον Θανάση ζωή, όνειρα, δάκρυα και προσδοκίες.

[3]


[4]


Γιώργος Τούλας

Ο φύλακας-άγγελος των ασθενών και των φίλων δεν μένει πια εδώ. Ο Θανάσης Τριαρίδης, ένας υπερήρωας των ελληνικών ιατρικών χρονικών, δεν μένει πια μαζί μας. Το 1981 ήρθε στο λύκειό μας ένας καινούργιος μαθητής. Παράξενο φρούτο. Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα από την αρχή, ήταν αυτό που λέμε ο άνθρωπος που σε κερδίζει. Άρχισε να μας λέει ιστορίες για το πανκ. Μας μύησε. Θα σου γράψω ένα σύνθημα στο πρόχειρο, μου λέει μια μέρα. Πήρε ένα μαρκαδόρο και έγραψε Punk's not dead. Εκείνη ήταν η πιο ενδιαφέρουσα σχολική περίοδος της ζωής μου. Το σπίτι του στα Κωνσταντινουπολίτικα ήταν αληθινό σχολείο για μένα. Εκεί έμαθα πολλά πράγματα, και κυρίως την πολιτική σκέψη εκείνου του καιρού. Ο πατέρας του ήταν ένας θρύλος. Ο πατέρας του ήταν ένας θρύλος. Μαζί πήγαμε στη συναυλία του Σαββόπουλου με τα τραπεζάκια έξω στο Παλέ που παρουσίασε η μητέρα του. Ρουφούσα κάθε μέρα εκείνων των χρόνων. Το καλοκαίρι του '82 αποφασίσαμε να πάμε οι τρεις μας, εκείνος, εγώ και ο επιστήθιος παιδικός μου φίλος, Νίκος Σαρρόπουλος, που τον χάσαμε πριν δέκα χρόνια, στο σπίτι τους στην Ποτίδαια. Το λέμε Μακραφού, μου έλεγε, από τις δυο εξορίες που πήγε ο πατέρας μου, το Φουρνά και τη Μακρακώμη. Ήμασταν σαν ήρωες σε ταινία, εκείνο το καλοκαίρι δεν το ξέχασα ποτέ. Κάθε φορά που φοβόμασταν να κάνουμε κάτι ακραίο, έλεγε «έχω τα ειδικά χάπια εναντίον του φόβου» και έδειχνε ένα μπουκαλάκι με άγνωστα χάπια που είχε πάρει κρυφά από το φαρμακείο του πατέρα του, επίσης γιατρού. Θες να σου δώσω ένα; [5]


Μετά ψιλοχαθήκαμε. Ο Θανάσης έφυγε στο Βελιγράδι, εγώ στην Αθήνα. Επικοινωνούσαμε αραιά και πού. Τον ξαναβρήκα χρόνια πολλά αργότερα. Έγινε ο γιατρός μου, συναντιόμασταν στο Θεαγένειο καμιά φορά που χρειαζόμουν καμιά συμβουλή. Στο μεταξύ αρρώστησε. Τα χρόνια της αρρώστιας του, τα δύσκολα χρόνια ο γιατρός που ήταν μαζί και ασθενής και φύλακας άγγελος για άλλους αρρώστους ήταν τα χρόνια εκείνα που μερικοί άνθρωποι γίνονται άγγελοι και διδάσκουν το κουράγιο και τη δύναμη. Οι καρκίνοι που τον βρήκαν ήταν απανωτοί, αλλά εκείνος αεικίνητος ανεβοκατέβαινε τους ορόφους του Θεαγενείου εμψυχώνοντας άλλους καρκινοπαθείς. Απίστευτη δύναμη και κουράγιο. Τα χέρια του κατακίτρινα από το κάπνισμα, που δεν το σταμάτησε λεπτό. «Τι δεν το ελαττώνεις λίγο;», του είπα μια φορά. «Γιατί, τι θα μου κάνει;» μου απαντούσε. «Το πνευμόνι μου τού το έδωσα, λες να ζητήσει και κάτι άλλο;» Για όσους τον γνώρισαν από την Ιατρική, ο Θανάσης ήταν η ουσία του όρκου του Ιπποκράτη. Για όσους τον ξέραμε από παιδιά, ήταν η πεμπτουσία του σπινθηροβόλου πνεύματος, του ιδανικού φίλου των παιδικών χρόνων για να ανακαλύψεις τον κόσμο. Ο Θανάσης Τριαρίδης δεν μένει πια εδώ. Δεκαοχτώ μήνες μετά τον πατέρα του, Ντίνο, ανέβηκε στους ουρανούς. (Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο parallaximag.gr στις 12-12-2013.)

[6]


[7]


[8]


Αγγελική Τριαρίδου

[12.12.2013]

Σήμερα ο θάνατος χτύπησε και πάλι την πόρτα της οικογένειας, για να πάρει μαζί του ένα κομμάτι της καρδιάς μας, της ψυχής μας, των αναμνήσεων των παιδικών και των εφηβικών μας χρόνων, της απέναντι πόρτας του σπιτιού μας επί 45 χρόνια, του μυαλού μας, της ζωής μας. Ο ξάδελφός μου, ο πρώτος μου ξάδελφος, ο Θανάσης Τριαρίδης, ο μεγάλος γιος του Ντίνου και της Όλγας, έχασε σήμερα μετά από δεκαετή παλικαρίσιο αγώνα τη μάχη με τον καρκίνο. Το παιδί με το σπινθηροβόλο πνεύμα, ο γοητευτικός «Λούης» των νεανικών μας χρόνων, ο αγωνιστής γιατρός του Θεαγενείου (ο «καλύτερος γιατρός του κόσμου», όπως έλεγαν όλοι οι ασθενείς του) που έβγαινε από τη χημειοθεραπεία που έκανε και έμπαινε κατευθείαν στο χειρουργείο για να χειρουργήσει και για να βοηθήσει τους άλλους καρκινοπαθείς, το πιο καλό και πιο αγαπητό παιδί του κόσμου, έφυγε σήμερα από κοντά μας. Πολύ νωρίς, πολύ άδικα, πολύ βασανιστικά. Για τους εκατοντάδες ανθρώπους που τον γνώρισαν και τον αγάπησαν, η στάση του απέναντι στη μοίρα και ο αγώνας του απέναντι στην αρρώστια έγιναν φωτεινό παράδειγμα θάρρους και ελπίδας. Όπως και ο πατέρας του, έτσι κι αυτός μας έμαθε ότι ο αγώνας δεν τελειώνει ποτέ και ότι κανείς δεν μπορεί να μας κλάψει, να μας θρηνήσει, να μας θάψει πριν πεθάνουμε, αν δεν του το επιτρέψουμε εμείς... Για μένα, που μεγάλωσα μαζί του, που μοιράστηκα τις σκέψεις και τις ανησυχίες μου σε βραδιές ατέλειωτων εξομολογήσεων ψαρεύοντας στη Μακραφού ή συζητώντας στο σπίτι του παππού Φρεσκάκη, [9]


ο ξάδελφος θα είναι πάντα ένα κομμάτι του εαυτού μου, του καλύτερου εαυτού μου, που θα φυλάω μέσα μου. Για τα δύο υπέροχα παιδιά του που αφήνει πίσω τόσο νωρίς, ελπίζω να αποτελέσει παράδειγμα ήθους και δύναμης. Γι' αυτόν, ελπίζω να ταξιδεύει πλέον ελεύθερος στις έναστρες νύχτες, πάνω από τη βαθιά μπλε θάλασσα με τις καλές ψαριές που τόσο αγαπούσε... (Δημοσιεύτηκε στον διαδικτυακό τόπο parallaximag.gr στις 12-12-2013.)

[10]


[11]


[12]


Σ

[13]


[14]


Νίκος Θεοδωρίδης

Περπατώντας με τον Θανάση στο χιόνι Προσπαθώ να γράψω για τον Θανάση. Ο λόγος ιερός, το έργο δύσκολο: Πώς να χωρέσεις σε λέξεις έναν άνθρωπο σαν τον Θανάση; Πώς να τον χαρακτηρίσεις; Πολυδιάστατο, πολυπράγμονα, χαρισματικό, ιδιαίτερο – αλλά ταυτόχρονα τόσο απλό, σεμνό και προσηνή. Έναν άνθρωπο γεμάτο αντιθέσεις, ιδέες, πάθος: με ό,τι ασχολήθηκε (και ήταν πολλά αυτά) το έκανε και το έζησε με πάθος: έδινε και δινόταν ολοκληρωτικά. Ορμητικός, παράτολμος πολλές φορές, δεν κρατούσε «πισινές», δεν τσιγκουνευόταν τα συναισθήματά του, δοτικός και ανεξάντλητος. Τριάντα χρόνια περίπου φιλίας, με πέντε από αυτά να είμαστε συγκάτοικοι. Ατελείωτες ώρες συζητήσεων, μουσικών ακροάσεων, ξενύχτια, γέλια, και πάντα με ένα μπουκάλι μπίρα και τσιγάρα, πολλά τσιγάρα.... Το πρωινό του Δεκέμβρη που έμαθα αυτό που φοβόμουν εδώ και καιρό, δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα, άδειασα – σαν να είχα μπει στον αυτόματο. Το βράδυ αργά, όταν έμεινα μόνος, ξαναέκανα μαζί του για άλλη μια φορά τη διαδρομή που μας έδεσε, τη διαδρομή που είχαμε κάνει εκατοντάδες φορές. Βελιγράδι, χρόνια πριν... Ούτε εγώ ούτε ο Θανάσης ανήκαμε στην κατηγορία «των φρονίμων τα παιδιά, πριν πεινάσουν μαγειρεύουν», κι έτσι 12 με 1 τα ξημερώματα μάς έκοβε η πείνα. Για φαγητό στο σπίτι, ούτε λόγος. Το μόνο ανοικτό φαγάδικο εκείνη την ώρα ένα μαγαζί περίπου ένα χιλιόμετρο μακριά από το σπίτι μας, και ξεκινούσαμε… Η πόλη έρημη και παγωμένη, ψυχή στους δρόμους, χιόνι παντού... Σε αυτές τις διαδρομές έγιναν οι πιο σημαντικές και σοβαρές συζητήσεις, ανοίγαμε τις ψυχές μας, ονειρευόμασταν, βάζαμε στόχους, σχεδιάζαμε όμορφα, αγνά, σαν το απάτητο χιόνι που μας περιέβαλλε... Ξανάκουσα την τόσο χαρακτηριστική φωνή του να μου περιγράφει τι ήθελε να κάνει, πώς έβλεπε τον κόσμο, πώς ήθελε να ζήσει... Να ζήσει, ναι, γιατί ο Θανάσης ήταν [15]


ζωή. Το μόνο παρήγορο είναι ότι τα περισσότερα όνειρά του τα πραγματοποίησε, έγινε πολύ καλός γιατρός, αγάπησε πολύ και αγαπήθηκε πολύ, και η ψυχή του έμεινε αγνή και λευκή σαν αυτό το χιόνι, γιατί δεν έχασε ποτέ την παιδικότητά του, τον αυθορμητισμό και τον ενθουσιασμό του. Έχει δύο αξιαγάπητα παιδιά και έχω τη χαρά και την τύχη να έχω βαφτίσει το ένα από αυτά. Όταν μεγαλώσει ο Κώστας, θέλω να πάμε για μπίρες και εκεί να του πω τι ήταν ο πατέρας του για μένα, τι περάσαμε μαζί, τι ονειρευόταν, πόσο τυχερός ήμουν που είχα έναν τέτοιο άνθρωπο για φίλο και πόσο περήφανος πρέπει να είναι για αυτόν... Την Όλγα μου θα προσπαθήσω να την κάνω να νιώσει ότι υπάρχει ένας άνθρωπος εδώ και μια οικογένεια που θα είναι πάντα κοντά της, σε κάθε της βήμα, σε κάθε ωραία ή δύσκολη στιγμή, πάντα παρών όπου και όποτε χρειαστεί. Ο Θανάσης είναι για μένα σημείο αναφοράς. Αν θυμηθώ τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μου, σχεδόν σε όλες ήταν παρών, αλλά τον θέλω και σε αυτές που θα έρθουν. Μπορεί να λείπει σαν φυσική παρουσία, αλλά με έναν παράξενο, μεταφυσικό τρόπο θα είναι πάντα εκεί.... Ήταν ο πυρήνας μιας παρέας τόσο διαφορετικών ανθρώπων. Ο συνδετικός κρίκος. Βρεθήκαμε μερικές φορές οι υπόλοιποι, θυμόμαστε, λέμε μια ιστορία και γελάμε. Βρεθήκαμε μερικές φορές οι υπόλοιποι, θυμόμαστε, λέμε μια ιστορία και γελάμε. Τελειώνει η ιστορία και δεν μιλάμε, κοιταζόμαστε, σκύβουμε το κεφάλι, εναλλαγή συναισθημάτων και διάθεσης μέσα σε δευτερόλεπτα. Προσπαθώ να είμαι ρεαλιστής και να αποδεχτώ ότι έτσι έχει το σενάριο και δεν αλλάζει, ούτε διασκευάζεται. Κάπου διάβασα ότι υπάρχει κάτι που είναι ακόμη πιο πικρό και από τον θάνατο: είναι η λήθη. Ο θάνατος μπορεί να είναι το τέλος της ζωής, η λήθη όμως είναι το τέλος της ύπαρξης: για να αντιμετωπίσεις τον θάνατο, υπάρχει η μνήμη – ενώ μέσα στη λήθη δεν υπάρχει τίποτα πια. Μα όσοι γνωρίσαμε και ζήσαμε τον Θανάση είναι αδύνατον να τον ξεχάσουμε, γιατί είναι από εκείνους τους λίγους που έχουν το χάρισμα να σημαδεύουν ανεξίτηλα τις ζωές των ανθρώπων που θα βρεθούν κοντά τους. [16]


[17]


[18]


Λευτέρης Μαυρίκος

Ο Θανάσης ο γιατρός…

Το τηλέφωνο που δέχθηκα την Πέμπτη το πρωί, ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα γίνει. Μετά από 10 χρόνια αγώνα με τον καρκίνο, ο Θανάσης κέρδισε άπειρες μάχες, αλλά έχασε την τελευταία και έφυγε από κοντά μας. Η κυρία Όλγα, η μητέρα του, μας έλεγε πως με όλα αυτά που γράφτηκαν για τον Θανάση θα τον αγιοποιήσουμε και θα θυμόμαστε μόνο τα καλά του. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος που γράφω αυτό το κείμενο, για να μιλήσω για τον άνθρωπο. Επιπλέον, ο Θανασάκης (ο μικρός συνονόματος ξάδερφος, εξού και το Θανασάκης) μου είπε ότι θα συγκεντρώσει διάφορα κείμενα για τον Θανάση και θα επιμεληθεί ένα βιβλίο για να το δώσει στα παιδιά του, στον Κώστα και τη μικρή Όλγα… Θέλω λοιπόν να μιλήσω για τον Θανάση τον άνθρωπο, με τα καλά και τα κακά του. Ώρες-ώρες ήταν αφόρητος, ισχυρογνώμων και ξεροκέφαλος, μερικές φορές σε έφερνε στα όριά σου και ήθελες να του ορμήσεις – και άλλες φορές απλά έλεγες «Αμάν, ρε γιατρέ, δεν τρώγεσαι με τίποτα»! Αλλά ταυτόχρονα ήταν ευθύς, δεν ήταν δήθεν, δεν ξεχώριζε τους ανθρώπους ανάλογα με τα λεφτά, την κοινωνική θέση ή τη «μόρφωση», ήταν πραγματικός φίλος, εξαιρετικός συζητητής, με ευρύτητα πνεύματος και γνώσεων, αρκετά τρελός ώστε να εξερευνούμε τον κόσμο που ανοιγότανε μπροστά μας με τον δικό μας μοναδικό τουμπιώτικο τρόπο και να έχουμε απίστευτες ιστορίες να διηγούμαστε. Αν ήταν άγιος, θα ήταν πολύ κακή παρέα. Επίσης, δεν θα είχε τίποτα να μας [19]


αφήσει πίσω, γιατί τα θαύματα κρατάνε μόνο τρεις μέρες, ενώ τα έργα του Θανάση κρατάνε και θα κρατήσουν πολύ περισσότερο. Ποιες είναι οι πρώτες λέξεις που μου έρχονται στο μυαλό όταν κλείνω τα μάτια μου και σκέφτομαι τον Θανάση; Γιατρός, χειρουργείο, ΩΡΛ, τσιγάρα, πολλά τσιγάρα, καφέδες, Heineken, υπερβολή, γέλιο μέχρι δακρύων, αυτοσαρκασμός και πλάκα ο ένας στον άλλο, ψάρεμα, βάρκες, παραγάδια και καλάμια (ποτέ δεν είναι αρκετά), γκάτζετ κάθε είδους, ο πρώτος Η/Υ που έπιασα στα χέρια μου και ηλεκτρονικές μυγοσκοτώστρες, ατέλειωτες συζητήσεις, διαφωνίες για το ρόλο της αριστεράς και την επανάσταση, άπειρα περιοδικά για βάρκες, ψάρεμα, όπλα και αμυντικά θέματα, ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Το πιο άθλιο πλύσιμο πιάτων και ποτηριών στην ιστορία του 20ού αιώνα. Ο γιατρός μου στα δύσκολα. Ο γιατρός όλων μας. Όταν μιλάμε για τον Θανάση, μιλάμε για το γιατρό: Πριν ακόμα τελειώσουμε το σχολείο, έλεγε ότι θα γίνει ΩΡΛ και θα δουλεύει σε δημόσιο νοσοκομείο, γιατί εκεί ασκείται η πραγματική ιατρική. Το έκανε μέχρι το τέλος. Χειρουργούσε όσο άντεχαν τα χέρια του. Έκανε χημειοθεραπεία και έμπαινε κατευθείαν στο χειρουργείο. Έβριζε τους διάφορους υπουργούς που ξεκίνησαν την αποψίλωση των νοσοκομείων και έβαζε από μόνος του εξωτερικά ιατρεία με 50, 60, ακόμα και 70 περιστατικά σε κάθε βάρδια. Σκηνή απείρου κάλλους: 80άρης παππούς διαμαρτύρεται συνεχώς έξω από τα εξωτερικά ιατρεία στο Θεαγένειο. Όταν ήρθε η ώρα να εξετασθεί για κάποιο όχι και τόσο σοβαρό πρόβλημα στη μύτη, άρχισε να λέει ότι έχει καρκίνο και τον ταλαιπωρούν, τότε ο Θανάσης του λέει: «Αυτό που έχεις εσύ δεν είναι καρκίνος, αυτό είναι καρκίνος» και σηκώνει την μπλούζα και του δείχνει την ουλή από την πρόσφατη εγχείρηση στον πνεύμονα. Επίσης, όταν μιλάμε για τον Θανάση, μιλάμε για έναν άνθρωπο που έδινε: Μοίραζε απλόχερα. Δεν υπήρχε περίπτωση να μπορεί να κάνει κάτι για να βοηθήσει κάποιον (τον οποιονδήποτε) και να μην το κάνει. Κι άλλη σκηνή απείρου κάλους: 1985, διακοπές στη Σαντορίνη. Η παρέα μας έχει γνωρίσει μια άλλη παρέα από τη Θεσσα[20]


λονίκη και περνάμε ωραία. Κάποια όμως από τα παιδιά ξεμένουν από λεφτά και αποφασίζουμε να κάτσουν άλλες δύο ημέρες στη Σαντορίνη και να καλύψουμε οι υπόλοιποι ό,τι μπορούμε από τα έξοδά τους (μπίρες δηλαδή), ώστε να επιστρέψουμε όλοι μαζί στη Θεσσαλονίκη. Αλλά επειδή δεν έφταναν τα λεφτά για δωμάτιο, τα παιδιά θα κοιμούνταν στην πλατεία του Καρτεράδου. Ο Θανάσης πήγε και τους έκανε παρέα, και για συμπαράσταση κοιμόταν και αυτός μαζί τους με το sleeping bag στην πλατεία. Υπερβολικός σε όλα του. Ποιος; Ο γιατρός; Όχι δα!... Φοιτητής κυκλοφορούσε με 2 πακέτα τσιγάρα, ένα άσσο φίλτρο μαλακό και ένα camel. Επειδή τα camel ήταν ακριβά, τα κάπνιζε εναλλάξ με άσσους. Τρεις άσσους, ένα camel. Τυπική παραγγελία του πρώτου καφέ της ημέρας: «Δύο φραπέ γλυκούς με γάλα.» «Γιατί δύο φραπέδες, ρε γιατρέ;» «Έναν για να ξυπνήσω και έναν για να τον ευχαριστηθώ.» Κάποια στιγμή τον έπιασε μια μανία με το τηλεμάρκετινγκ. Παράγγελνε ό,τι απίθανο υπάρχει και δεν υπάρχει. «Ρε συ γιατρέ, τι τη μαζεύεις όλη τη σαβούρα εδώ μέσα;» τον ρωτούσα. «Αν γίνει καμιά έκρηξη ηφαιστείου, όπως στην Πομπηία, ο αρχαιολόγος του μέλλοντος δεν θα μπορεί να καταλάβει τι είναι αυτό το μέρος, από όλα αυτά που θα βρει εδώ μέσα!» Μες στην τρελή χαρά ο Θανάσης μού εκθείαζε τη χρησιμότητα της συσκευής που παράγει υπέρηχους για να απομακρύνει τις γάτες και του super εργαλείου γυμναστικής που του χρειάζεται για να έχει δυνατά χέρια. Παθιαζόταν με το σχεδιασμό ηλεκτρονικών εργαλείων για χειρουργικές επεμβάσεις και την εφαρμογή νέων μεθόδων καταπολέμησης του καρκίνου. Κάποιες από αυτές τις ιδέες του ήδη έχουν ξεκινήσει πειραματική εφαρμογή στη Ρωσία. Όπως παθιαζόταν για την παραγωγή βιοαιθανόλης, την εκμετάλλευση τουριστικών σκαφών αναψυχής κ.ά. Το πιο σημαντικό του όμως χαρακτηριστικό ήταν το χιούμορ του, ο αυτοσαρκασμός και η μόνιμη διάθεση να κάνει πλάκα και να δεχτεί την πλάκα. Έχουμε περάσει ατέλειωτες ώρες διάφοροι φίλοι να πειράζουμε ο ένας τον άλλον με πειράγματα που άλλοι θα τα θεωρού[21]


σαν χοντράδες. Ειδικά τα χρόνια της αρρώστιας, είχαμε φτιάξει την «πλάκα φάρμακο». Στις καφετέριες της Τούμπας, γιατί δεν μπορούσε να πάει πιο μακριά, ανάμεσα σε ποτά στην αρχή και σόδες αργότερα, αντιμετωπίζαμε με αστεία την αρρώστια. Στον πρώτο καρκίνο στους λεμφαδένες, του έλεγα ότι έβγαλε γυναικείο καρκίνο στα βυζιά. Στον δεύτερο στον πνεύμονα, του έλεγα «Πόσο απατεώνας είσαι, ρε γιατρέ; Πήγες και έβγαλες καρκίνο άλλοθι για τα τσιγάρα». «Επιτέλους», έλεγε αυτός, «τώρα θα σταματήσουν να με πρήζουν για το κάπνισμα». Στον καρκίνο στον εγκέφαλο, όταν έκανε τις ακτινοβολίες, του έλεγα ότι θα τον παίρνω μαζί μου στο κάμπινγκ για φακό και αυτός έλεγε ότι τώρα θα κάνει το καλύτερο πυροφάνι της καριέρας του σαν ψαράς, επειδή το κεφάλι του θα λαμπυρίζει από την ακτινοβολία. «Άσε που θα γίνεις πανέξυπνος και θα γράψεις και κανένα βιβλίο σαν τον Θανασάκη», του έλεγα εγώ. «Λες, ρε συ», μου έλεγε, «να γίνω κι εγώ συγγραφέας; Θα γίνω φίρμα. Τώρα, όταν χτυπάω Θανάσης Τριαρίδης στο google, βγάζει δέκα σελίδες για τον μικρό και μία για μένα.» Αυτό συνεχίστηκε μέχρι την ύστατη ώρα. Λίγες μέρες πριν φύγει, όντας νοσηλευόμενος στο Θεαγένειο, τον είδα σε μια πολύ άβολη και άχαρη στάση και άρχισα τα γνωστά: «Τι στάση είναι αυτή, ρε, τουμπιώτης άνθρωπος; Θα σε βγάλω φωτογραφία και θα σε εκβιάζω, για να κερνάς μπίρες σε όλη σου τη ζωή.» Χαμογέλασε με εκείνο το χαρακτηριστικό χαμόγελο του τελευταίου καιρού, πιο πολύ με τα μάτια, και μου είπε: «Χε χε, σιγά μην πάρεις μπίρες από μένα!»... Ήταν σκληρό και μερικές φορές επώδυνο όλο αυτό το πράγμα, αλλά έμαθα ότι πρέπει να βγάζεις τη γλώσσα στο φόβο. Δεν πρέπει ούτε στιγμή να δείξεις ότι φοβάσαι, γιατί τότε θα σταματήσεις να αγωνίζεσαι. Δεν ξέρω αν φοβόταν (ο μόνος ίσως άνθρωπος που το ξέρει είναι η γυναίκα του, η Ναταλία) αλλά δεν έχει και ιδιαίτερη σημασία εν τέλει, γιατί ούτε μια στιγμή δεν έδειξε κάτι τέτοιο, ούτε μια στιγμή δεν σταμάτησε να αγωνίζεται. Αγωνίστηκε όσο κανένας άλλος. Ίσως να μην υπάρχει άλλος άνθρωπος στα χρονικά που να άντεξε σχεδόν έξι χρόνια συνεχούς χημειοθεραπείας. Ο Θανάσης, ο Μιχάλης, ο Γιάννης και κάποιοι λίγοι ακόμα είναι φίλοι πολύτιμοι – φίλοι για μια ζωή. Ζήσαμε, συζητήσαμε, ονειρευ[22]


τήκαμε, πραγματοποιήσαμε κάποια από τα σχέδιά μας, ενώ κάποια άλλα τα αφήσαμε και μείνανε σχέδια… Η όποια ποιότητα έχω σαν άνθρωπος είναι η ποιότητα των ονείρων, των συζητήσεων, των μικρών και μεγάλων στιγμών που ζήσαμε κλεισμένοι στο ασανσέρ στο σπίτι του Θανάση, σε μια παραλία να μιλάμε για τον Μπρεχτ, στο κρεβάτι του Θεαγενείου, πρώτα εγώ και μετά ο Θανάσης, οι μουσικές στο σπίτι του Γιάννη, η ωδή στην ξεχασμένη ένα απόγευμα στη Σαντορίνη… Τώρα, που ο πρώτος από εμάς έφυγε, θέλω να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου σε αυτή τη φιλία για όσα μου έδωσε… Από τον Θανάση διαλέγω να κρατήσω μία φράση, όπως την κατέγραψε ο συνονόματός του Θανάσ(ακ)ης Τριαρίδης. Τη χρειάζομαι για τα δύσκολα χρόνια που έρχονται. «…..δεν είναι κακό να φοβάσαι. Αλλά μην σταματήσεις ούτε στιγμή να βάζεις κόντρα…»

[23]


[24]


Για τον Θανάση… Μια ενδεικτική επιλογή από τα όσα γράφτηκαν για αυτόν στο Facebook τον Δεκέμβριο του 2013

Δεν μπορώ να το πιστέψω… Εγχείρησε την κόρη μου μόλις είχε βγει από τη χημειοθεραπεία. Στους διαδρόμους του Θεαγενείου όλοι λέγανε πως είναι άγιος… Δεν θα σε ξεχάσουμε ποτέ, Θανάση.

Μαρίνα Φ.

Τα παιδικά μου πάρτι στην Τούμπα, στο τέλος, αντί για μπλουζ είχανε εξομολόγηση, μέθη, οσμές ιδρώτα και αλήθειες από καπνό. Τον είδαμε μετά να «μεγαλώνει» και κοκορευόμασταν που κάναμε παρέα μικροί. Αυτός ΕΖΗΣΕ, σας λέω. Κόπηκαν τα γόνατά μου το πρωί. Καλό δρόμο....

Thanasis Th.

Δεν μπορώ να το πιστέψω ακόμη. Έχουμε και φωτογραφίες μαζί και στο Σαντέ και στον Ερωδιό και σε πολλά άλλα. Χρόνια είχα να τον δω. Μάθαινα όμως και για τον αγώνα του και για τις φάσεις του. Θα σε αγαπάω πάντα, ρε Σάκη.

Άγγελος Γρ.

Τον θυμάμαι στο στρατό. Πάντοτε εμψύχωνε όσους λιγοψυχούσαν. Όλοι τον θαυμάζαμε και αυτός ποτέ δεν σνομπάρισε κανέναν. Δεν έχω ξαναγνωρίσει τέτοιον άνθρωπο. Θυμάμαι, μια μέρα έκλαιγα γιατί είχαν καθυστερήσει τα χρήματα από το σπίτι. Ήρθε αφήνοντας όλους τους υπολοίπους που σπρώχνονταν για την παρέα του, με κέρασε καφέ [25]


και, χωρίς να μου πει τίποτε, κατάλαβε τι είχε γίνει και στα κλεφτά μού έδωσε χρήματα. Και επειδή δεν ήθελα να τα πάρω, «δανεικά είναι, θα μου τα δώσεις…» Δεν θα τον ξεχάσω ποτέ μου… Δεν υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι…

Μιχ. Στ. Χειριστής Βαρέων Όπλων, Πετροχώρι Ξάνθης.

Ό,τι κι αν πει κανείς για τον Θανάση, θα είναι λίγο. Ήταν ο άνθρωπος που ως γιατρός όχι μόνο μου έσωσε τη ζωή, αλλά την άλλαξε κιόλας με τον τρόπο που έβλεπε τα πράγματα. Ο Θανάσης έδινε νόημα στη ζωή.

Σταυρούλα, Κως

Πόσες και πόσες ερωτεύτηκαν τον Θανάση. Κι εγώ ανάμεσά τους. Αλλά αυτό δεν είναι τίποτε μπροστά σε αυτό που νιώθαμε όταν μαθαίναμε πως βάζει εξωτερικά ιατρεία πρωί και απόγευμα για να εξυπηρετήσει όλους τους ασθενείς, ενώ ο ίδιος ήταν καρκινοπαθής. Ήταν τιμή που αγγίξαμε έστω για λίγο την αύρα αυτού του σπάνιου ανθρώπου…

Δέσποινα Πρ.

Υπήρξε συνάδελφος και συνοδοιπόρος. Η ιατρική του μπλούζα πρέπει να κρεμαστεί στην οροφή του Θεαγενείου...

Χαράλαμπος Μ.

Μόνο από το Θεαγένειο; Από όπου πέρασε ο Θανάσης, άφησε το στίγμα του!

Jack B.

Είμαι συντετριμμένη.... Πραγματικά, αυτός ο Άνθρωπος και Ιατρός ήταν φύλακας-άγγελος όλων των καρκινοπαθών.... Προσπαθούσε να βρει λύση για όλους όσοι τον πλησίαζαν..... Δεν γνώριζα ότι είχε και ο ίδιος – ήξερα μόνο για τον πατέρα του... Τι να πω… Καλό του ταξίδι… και άπονο πλέον...

Δέσποινα

[26]


ΣΤΟΝ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟ ΦΙΛΟ ΘΑΝΑΣΗ ΤΡΙΑΡΙΔΗ. ΑΥΤΟ ΤΟ ΜΗΝΥΜΑ ΔΕΝ ΘΑ... ΔΙΑΒΑΣΤΕΙ ΠΟΤΕ. ΤΟ ΟΦΕΙΛΑ ΟΜΩΣ ΣΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΟΥ, ΝΑ ΜΗΝ ΕΙΜΑΙ ΑΓΝΩΜΩΝ ΣΕ ΕΝΑΝ ΑΝΘΡΩΠΟ ΠΟΥ ΜΕ ΒΟΗΘΗΣΕ ΣΤΙΣ ΠΙΟ ΤΡΑΓΙΚΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ, ΣΕ ΜΙΑ ΑΘΛΙΑ ΠΟΛΗ ΟΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΕΡΡΕΣ... ΚΑΙ ΠΟΥ ΣΤΑ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ ΙΑΤΡΟΥ ΜΑΣ ΦΑΙΝΟΤΑΝ Η ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ… ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ, ΟΤΑΝ ΣΕ ΕΒΛΕΠΑ ΝΑ ΔΙΝΕΙΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗ «ΜΙΑ ΚΑΙ ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΕΡΩΜΕΝΗ», ΟΠΩΣ ΕΛΕΓΕΣ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ, ΑΝΑΡΩΤΙΟΜΟΥΝ ΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΝΑ ΑΓΑΠΗΣΕΙ ΤΟΣΟ ΠΟΛΥ ΚΑΤΙ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ... ΝΙΩΘΩ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΥΧΕΡΟΥΣ ΠΟΥ ΣΕ ΓΝΩΡΙΣΑ... ΤΙΠΟΤΑ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΝΕΙ ΕΔΩ... ΠΑΝΤΑ ΘΑ ΘΥΜΑΜΑΙ ΤΟΝ ΘΑΝΑΣΗ ΤΟΝ ΙΑΤΡΟ-ΦΙΛΟ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΕΔΙΝΕ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΖΗΤΑ, ΓΙΑΤΙ ΕΤΣΙ ΗΘΕΛΕ... ΚΑΛΗ ΑΝΤΑΜΩΣΗ, ΦΙΛΕ!...

Μαρία Ι.

Θανάση, έβαλες πολλά λιθάρια στην ανάπτυξη και προβολή του προνοσοκομειακού τομέα (αγάπη, συναδελφικότητα, παιδεία, αλτρουισμό), η γενιά μας σιγά σιγά μπαίνει στο περιθώριο, ελπίζω η νέα γενιά να το πάει ακόμη πιο ψηλά. Καλό ταξίδι, φίλε...

Vassilis St.

Σε γνώρισα για λίγο, αλλά σημάδεψες τη ζωή μου. Είσαι ένα φως που τυλίγει τους ανθρώπους. Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ, Σάκη…

Μαρία Παπ.

Κανένας δεν θα μπορέσει να ξεχάσει τον Σάκη. Ακόμη και όσοι τον συνάντησαν για λίγο, έχουν να λένε για αυτόν. Σαν να είχαν συναντηθεί με έναν άγγελο…

Πέτρος Σ.

[27]


Είμαι συγκλονισμένη... Τον είχα γνωρίσει στο Βελιγράδι, σε μια παρέα φοιτητών. Δεν με εκπλήσσει καθόλου η πορεία του – φαινόταν από τότε.... Έκανε πράξη τα όνειρα της νιότης του, χωρίς εκπτώσεις και συμβιβασμούς. Είχε μια απίστευτη γοητεία, που δεν σου επέτρεπε τον ξεχάσεις. Είναι από τους λίγους ανθρώπους που, σε πείσμα των καιρών, οι ιδέες τους συμβαδίζουν με τη ζωή τους..

Lina S.

Έψαχνε ανθρώπους για να βοηθήσει. Δεν το έχω ξαναδεί αυτό στη ζωή μου. Η λέξη «δοτικότητα» άλλαζε μετά από τη συνάντηση μαζί του.

Alex Ch.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΓΓΙΞΕ ΟΛΟΥΣ ΕΜΑΣ, ΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥ ΘΕΑΓΕΝΕΙΟΥ. ΑΚΟΜΗ ΚΑΙ ΟΣΟΙ ΔΕΝ ΤΟΝ ΓΝΩΡΙΖΑΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΕΧΟΥΜΕ ΑΚΟΥΣΤΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΟΥ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΣΑΝ ΓΙΑΤΡΟΣ.

Vassiliki Gr.

Ένας ΑΝΘΡΩΠΟΣ και ΓΙΑΤΡΟΣ που πράγματι υπηρέτησε πιστά τον όρκο του Ιπποκράτη. Υπηρέτησε στην Κω το 2005-2006 και μας σημάδεψε όλους με το ήθος του.

Ιωάννης K.

Ένα γενναίο παλικάρι, αγωνίστηκε και βοήθησε τόσους πολλούς… Όλη η Θεσσαλονίκη μιλάει για αυτόν…

Anthi S.

ΤΟΝ ΟΡΚΟ ΤΟΥ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗ ΚΑΝΕΙΣ ΔΕΝ ΤΟΝ ΤΗΡΗΣΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ!... ΚΑΛΗ ΑΝΤΑΜΩΣΗ…

Evelina Kamp.

[28]


Καλό παράδεισο, ΓΙΑΤΡΕ. Δεν θα σε ξεχάσει κανένας από όλους όσους βοήθησες…

Viki K.

Όσο και να προσπαθούν να κάνουν τον άνθρωπο κερδοφόρο εργαλείο, δεν θα το κατορθώσουν, γιατί θα υπάρχει πάντα κάποιος Θανάσης Τριαρίδης... Γιάννης Σκλ. KALO TAJIDI, GIATRE MOY! PALIKARI HSOYN KAI PALIKARISIA EFYGES!

Evi Ath. - Kos

Μεγαλείο ψυχής, θάρρους και αγωνιστικότητας, προσφοράς και συμπαράστασης. Οι πραγματικοί ήρωες της ζωής είναι αφανείς, αλλά το έργο τους σπουδαίο. Ας αποτελέσει παράδειγμα προς μίμηση, με πολλούς αποδέκτες. Καλό σου ταξίδι, ΑΝΘΡΩΠΕ... Τίμησες την έννοια της λέξης αυτής..

Fenny Ec.

Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος κι ένας γιατρός από τους λίγους!... Φαίνεται πως ήρθε η ώρα να πάει να βοηθήσει κι αυτούς που τον χρειάζονται ΕΚΕΙ ΠΑΝΩ... Καλόν παράδεισο, Θανάση!...

Olga Kan.

ΘΑΝΑΣΗ, ΣΟΥ ΥΠΟΣΧΟΜΑΙ ΝΑ ΒΑΖΩ ΚΟΝΤΡΑ ΟΤΑΝ ΦΟΒΑΜΑΙ.

Anna Ts.

[29]


[30]


Μιχάλης Τραΐτσης

Η πλατφόρμα των ονείρων μας

Μου είναι αδύνατο να εξοικειωθώ με την απώλεια του Θανάση. Ο Θανάσης ήταν ο καλύτερος φίλος μου. Γνωριστήκαμε όταν ήρθε στην Τούμπα και βρεθήκαμε συμμαθητές στην ίδια τάξη. Μια μέρα γυρίσαμε μαζί από το σχολείο, και αυτό ήταν: μέχρι να το τελειώσουμε, μαζί πηγαίναμε, μαζί γυρνούσαμε. Μαζί στο σχολείο, μαζί στις βόλτες, στις πορείες, στις συναυλίες, στα πάρτι, στις εφηβικές και νεανικές περιπέτειες, στις πολιτικές ανησυχίες, στο πρώτο ταξίδι στα νησιά, μαζί παντού. Συνοδοιπόροι και ονειροπόλοι σε μια υπεροχή εποχή, με τον Θανάση ασυγκράτητο: με μια μοναδική ορμή παρέσυρε οποιονδήποτε και στις πιο απίθανες περιπέτειες, με έναν τρόπο ρομαντικό και παθιασμένο συνάμα. Πάντα με έντονο και ασυγκράτητο πάθος. Πάθος για ζωή, που γενναιόδωρα το μετέδιδε σε οποιονδήποτε ήταν γύρω του. Και είχε πάντα πολύ κόσμο γύρω του ο Θανάσης. Πολύ και καλό, όπως του άρμοζε. Και δε διστάζω να πω πως ήταν ο συνομήλικος παιδαγωγός μας. Έχω άπειρες όμορφες εικόνες από εκείνη την περίοδο, που διατηρώ με ζήλο στη μνήμη μου, αλλά μια από αυτές πολύ έντονα περιφέρεται στις σκόρπιες σκέψεις μου αυτές τις άγρυπνες μέρες. Είναι από εκείνο το καταπληκτικό καλοκαίρι που βρισκόμασταν στο υπέροχο καταφύγιο των νεανικών μας αναζητήσεων, στο οικογενειακό του εξοχικό στη Μακραφού, που τότε ήταν για εμάς ένας κόσμος απόμακρος και φανταστικός. Είναι σαν να ήμασταν χθες στην υπέροχη πλατφόρμα του σπιτιού του με θέα τη θάλασσα, όπου περάσαμε ατέλειωτες καλοκαιρινές νύχτες αγναντεύοντας το πέλαγος, ακούγοντας ραδιόφωνο και κάνοντας τα πιο απίστευτα και τρελά σχέδια για το μέλλον μας. Και ήμασταν έτοιμοι να σκίσουμε τον κόσμο ολόκληρο. [31]


Έμενε μόνο να διαλέξουμε προς ποια κατεύθυνση θα πηγαίναμε – ή μάλλον τι θα πρωτοκάναμε από όσα ονειρευόμασταν. Ο Θανάσης είχε ήδη διαλέξει την Ιατρική, αλλά από ό,τι φαίνεται μάλλον το αντίθετο έγινε. Με τα γνωστά αποτελέσματα και τον Θανάση μετά τις σπουδές να τρέχει πάντα, για τους πάντες, με αυταπάρνηση και ένα αλησμόνητο πάθος μέχρι το τέλος... Μια νύχτα στη Μακραφού, σε εκείνη την πλατφόρμα των ονείρων μας, ακούγοντας από το ραδιοφωνάκι τη Ρόζα Μπαλιστρέρι, του είπα: «Θανάση, εγώ σκέφτομαι να πάω στην Ιταλία», και περίμενα με περιέργεια και ενδιαφέρον τη γνώμη του. «Να πας, αλλά να γυρίσεις γρήγορα», μου είπε τότε. Και για να μου το επιβεβαιώσει, κάναμε και μια συμφωνία την τελευταία νύχτα πριν από την αναχώρησή μου, στην ταβέρνα του Βλάχου στα Κάστρα: «Ραντεβού πάλι εδώ όταν θα γυρίσεις.» Κι εγώ δεν πρόλαβα να γυρίσω... Αχ βρε Θανάση, τι αδικία…

[32]


[33]


[34]


Χαρούλα Δολμά

Θα μου λείπεις…

Ο Θανάσης ήταν ο φίλος, ήταν ο μέντορας, ήταν ο άνθρωπος που είδε κάτι διαφορετικό και πίστεψε σε εμένα, ήταν ο άνθρωπος που δεν πρόκειται να ξεχάσω ποτέ και που σίγουρα θα φροντίσω όσο μπορώ να τον «γνωρίσει» μέσα από τα μάτια μου μια ζωή που ετοιμάζεται σε λίγο να έρθει στον κόσμο. Μια ζωή που χωρίς τον Θανάση σίγουρα δεν θα υπήρχε, καθώς ένα από τα κύρια μελήματά του ήταν και το να βρει κάποιον «σωστό» να με αποκαταστήσει, γιατί, όπως έλεγε χαρακτηριστικά, όλες τις φίλες του τις πάντρευε. Έτσι λοιπόν έγινε και στην περίπτωσή μου. Τώρα, αν μου ζητήσεις να γράψω το πρώτο πράγμα που μου έρχεται στο μυαλό από τον Θανάση, είναι μια φράση που μου έλεγε πάντα στα δύσκολα: «Δεν πειράζει, κοριτσάρα μου, εσύ να είσαι καλά.» Αυτό έλεγε και τελείωνε τη συζήτηση χωρίς να υπεραναλύει τους λόγους και τα γιατί. Αυτό. Και ήταν αρκετό! Αυτό, λοιπόν, θα το θυμάμαι και θα το ακούω όπως και τώρα στα αφτιά μου, σε κάθε εμπόδιο που θα συναντήσω στη ζωή μου. Μέχρι λοιπόν να ξανασυναντηθούμε, φίλε μου, θα μου λείπεις…

[35]


[36]


Μιχάλης Πασόγλου

"Ναύτη παλιέ… Νομίζω ότι ήμασταν με τον Θανάση πάνω στη βάρκα για ψάρεμα, όπου συνηθίζαμε να κάνουμε πολλές και διάφορες συζητήσεις: για τη θάλασσα και το ψάρεμα που τόσο μας άρεσε, για την πολιτική, για διάφορα σημαντικά γεγονότα των ημερών και, φυσικά, για τα ωραία κορίτσια που υπήρχαν γύρω μας. Υπήρχαν όμως και μεγάλα διαστήματα σιωπής: συγκέντρωσης για να τσιμπήσει το ψάρι ή και ανάπαυσης για να πάρουμε δυνάμεις για την επόμενη κουβέντα μας – δεν ξέρω… Σε μια τέτοια φάση, λοιπόν, τον ακούω ξαφνικά να απαγγέλλει: «Ναύτη παλιέ, ναύτη σκληρέ, με τόσα που ’χεις πάθει, θα ’πρεπε τώρα από καιρό πολλά να έχεις μάθει. Πως την βοήθεια που ζητάς στους χάρτες σου και μόνο μέσα σου ψάξε να την βρεις στην πίστη σου και μόνο. Έτσι είναι, ναύτη· η στεριά σε αυτούς μονάχα ανήκει… Μέσα σου ψάξε να την βρεις με πίστη για την νίκη.»

[37]


«Σιγά σιγά θα μας πεις ότι είναι και δικοί σου αυτοί οι στίχοι», του λέω. «Φυσικά και είναι δικοί μου», μου λέει με ύφος απόλυτα σοβαρό και κάπως θυμωμένο που τον αμφισβήτησα. «Και μάλιστα να τους γράψεις, να μην τους ξεχάσω… Και μιας και παίζεις και κιθάρα, να βρεις μια ωραία μουσική να τους μελοποιήσεις…» Μόλις βγήκαμε στη στεριά, πράγματι τον έβαλα να μου το ξαναπεί και το έγραψα σε ένα χαρτί. Και μετά από λίγες μέρες τού το έπαιξα στην κιθάρα. «Το ’χεις κάνει μπαλάντα», μου λέει, «το ήθελα λίγο πιο ροκιά , αλλά τέλος πάντων καλό είναι…» Κάπως έτσι έμειναν αυτοί οι στίχοι στο μυαλό μου, και ποτέ δεν έμαθα αν ήταν στ’ αλήθεια δικοί του – ή αν προέρχονταν από κάποιο τραγούδι που είχε μάθει απέξω. Πάντως, όσο κι αν έψαξα στο Διαδίκτυο, δεν βρήκα κάτι σχετικό – και τώρα τους γράφω σε αυτό το σημείωμα για μην ξεχαστούν ποτέ. Αντίο, Θανάση μου…

[38]


[39]


[40]


Αγγελική Τριαρίδου

Ο ξάδελφος κι εγώ…

Γεννηθήκαμε την ίδια χρονιά, με λίγους μήνες διαφορά. Ήμασταν τα πρωτότοκα των οικογενειών. Η πρώτη μας κοινή φωτογραφία είναι δυο μωρά φασκιωμένα και ξαπλωμένα μπρούμυτα, να κοιτάζονται πρόσωπο με πρόσωπο στον καναπέ του σπιτιού μας, στην Αγ. Δημητρίου. Ζυγισμένη φωτογραφία, ωραία, σχεδόν καλλιτεχνική, αναρωτιέμαι ποιος να την έβγαλε: ο θείος Ντίνος ή ο μπαμπάς; Το ένα από τα δύο μωρά σηκώνει το χέρι του, σαν να θέλει να αγγίξει το κεφαλάκι του άλλου. Δεν θυμάμαι πια ποιος από τους δυο μας είναι, ο Θανάσης ή εγώ; Ακαθόριστα έρχονται στο μυαλό μου σκόρπιες αναμνήσεις των πρώτων παιδικών μας χρόνων. Ο ξάδελφος κι εγώ στο σπίτι της θείας Όλγας στην Αγ. Τριάδα, μετά ο ξάδελφος, εγώ και ο Στέφανος (που ήταν όμως ακόμη μωρό, γιατί σε αυτές τις πρώτες ηλικίες του ανθρώπου ακόμη κι ένας χρόνος φαντάζει μεγάλη διαφορά…), ο ξάδελφος, εγώ και ο Άκης (ο άλλος μου ξάδελφος από την πλευρά της μαμάς, που όμως ήταν μεγαλύτερος έναν ολόκληρο χρόνο και μας πουλούσε και λίγο τσαμπουκά). Από τα 7 αγόρια πρώτα ξαδέλφια μου, και φυσικά και από τα δεύτερα, για έναν ανεξήγητο λόγο μόνο ο Θανάσης αποκαλούνταν «Ο ξάδελφος». Απλά, χωρίς ονοματικό χαρακτηρισμό. Ίσως ήταν το γεγονός ότι ήταν ο πιο κοντινός μου ηλικιακά, ίσως πάλι το γεγονός ότι ήταν ο εύκολος τρόπος να διαχωρίζεται από τον συνονόματο αδελφό μου, πάντως ο ξάδελφος ήταν Ο ξάδελφος – τελεία και παύλα. Η ξεχωριστή αυτή ονοματοδοσία πέρασε σταδιακά και σ’ όλη την οικογένεια. Όχι μόνο εγώ και ο αδελφός μου, αλλά και όλη η οικο[41]


γένεια, ο μπαμπάς, η μαμά, η γιαγιά, ενίοτε και μέλη της δικής του οικογένειας, αναφέρονταν στον Θανάση όταν μιλούσαν μεταξύ τους και με μας ως «Ο ξάδελφος». Ο οποίος από μωρό ακόμα έκανε ό,τι μπορούσε για να μας καταπλήξει. Με το μορφωτικό, κοινωνικό και πνευματικό back up του Ντίνου, της Όλγας και του παππού Φρεσκάκη, και το δικό του ανήσυχο και εξερευνητικό πνεύμα, ο ξάδελφος εξελίχτηκε γρήγορα σε ένα μικρό παιδί-θαύμα, με απίστευτες εγκυκλοπαιδικές και άλλες γνώσεις για την ηλικία του, με μια λαμπερή και χαρισματική προσωπικότητα, και κυρίως με μια τρομακτική διάθεση μοιράσματος και προσφοράς, κάτι που στα παιδιά σπανίζει. Και μπορεί τους χειμώνες να ζούσαμε κλεισμένοι στα διαμερίσματα, τα καλοκαίρια όμως μετά το '70 είχαμε τη Μακραφού, όπου επί τρεις μήνες άκουγα εμβρόντητη και εντυπωσιασμένη τις θεωρίες του ξαδέλφου για τον ουρανό, τη γη, τον ήλιο, το φεγγάρι και τα αστέρια, για τα έντομα, τα ζώα, τα πτηνά και τα ψάρια, για τις διάφορες ανακαλύψεις και περιπέτειες των παιδικών (και όχι μόνο) μυθιστορημάτων. Βιβλία με εξωτικά κείμενα και φωτογραφίες πήγαιναν και έρχονταν στις αυλές των δύο σπιτιών, η ζούγκλα του Αμαζονίου, τα ζώα της στέπας, το μυστήριο των Πυραμίδων και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Και μετά όλη η παιδική λογοτεχνία, από τον Ιούλιο Βερν μέχρι τον Λουντέμη και βάλε… Και μαζί μ' αυτά, μικρά φορητά κασετοφωνάκια με κασέτες με τραγούδια, συλλογές Σαββόπουλο, Pink Floyd, κόμικς, αλλά πάντα περιπετειώδη, Asterix και Ovelix, και ταυτόχρονα βιβλία με πειράματα Φυσικής, Χημείας και Βιολογίας, που όλα βέβαια τα δοκιμάζαμε και τα κάναμε στην πράξη. Ούτε ως παιδί αλλά ούτε και ως καθηγήτρια αργότερα, δεν γνώρισα στη ζωή μου παιδί στη σχολική ηλικία του δημοτικού με τόσες γνώσεις και τέτοια αντίληψη. Και κάπως έτσι πέρασαν τα χρόνια… Στα χρόνια που ακολούθησαν, ο ξάδελφος ήταν πάντα αυτός που θα ρωτούσα αν είχα την οποιαδήποτε απορία γύρω από τον φυσικό κόσμο και τα έμβια όντα. Που στα χρόνια της εφηβείας, βέβαια, αυτό σήμαινε ότι ήταν ο προσωπικός μου σύμβουλος γύρω από θέματα ερωτικών σχέσεων, έτοιμος να μου λύσει οποιαδήποτε απορία συναισθηματικής, ψυχολογικής ή σεξουαλικής φύσεως. Γιατί ο ξάδελφος δεν είχε απλώς γνώσεις, αλλά πάντα τις μετουσίωνε σε θεωρίες. Είχε [42]


πάντοτε μια «επιστημονικά» τεκμηριωμένη θεωρία για τα πάντα. Το δημιουργικό μυαλό που είχε και η αντιληπτικότητά του στην παρατήρηση των έμβιων όντων τον οδηγούσαν στο να μετουσιώνει τις γνώσεις που έπαιρνε σε θεωρίες Ιατρικής, Ψυχολογίας, Βιολογίας, Φυσικής, κοινωνικοπολιτικής ερμηνείας ενίοτε, και φυσικά να τις μετατρέπει εξίσου εύκολα σε τακτικές και μεθόδους αντιμετώπισης, με την ίδια ευκολία και επιτυχία πάντα, είτε επρόκειτο για το ψάρεμα του χταποδιού με τα τούβλα, είτε επρόκειτο για την αντιμετώπιση ενός σπυριού στο πρόσωπο, είτε επρόκειτο για καμάκι σε κάποια γκόμενα. Ναι, ο ξάδελφος είχε πάντα μια σωστή θεωρία για όλα. Και ήταν πάντα έτοιμος και διατεθειμένος να σε βοηθήσει σε οτιδήποτε χρειαζόταν. Όχι μόνο εγώ, αλλά και όλες οι φίλες μου τον λάτρευαν, γιατί πάντα ήταν πρόθυμος να ακούσει, να ενδιαφερθεί, να βοηθήσει να βρεθεί μια λύση. Επί παντός θέματος και προβλήματος… Η μετακόμιση στην Τούμπα μάς βρήκε στην εφηβεία. Τα τρία χρόνια του λυκείου που ζήσαμε εκεί, ο ξάδελφος έκανε κατάληψη στο διπλανό διαμέρισμα, το «παππουδόσπιτο» όπως χαϊδευτικά το ονομάζαμε μεταξύ μας, κάνοντας έτσι την επανάστασή του στο οικογενειακό κατεστημένο του πάνω ορόφου. Κρυφά τσιγάρα, μουσικές rock, punk και αργότερα heavy metal, πολύ διάβασμα και ακόμη περισσότερες συζητήσεις. Κυρίως περί αισθηματικών ζητημάτων, μιας και ο ξάδελφος εξελισσόταν σε μέγα καρδιοκατακτητή των κοριτσίστικων καρδιών. Και δεν ήταν να απορεί κανείς: Όμορφο παιδί, με γραμμωμένο σώμα χωρίς να καταβάλει καμιά ιδιαίτερη προσπάθεια, με το πιο όμορφο πρόσωπο, με λαμπερό βλέμμα και χαμόγελο, δυνατός και εύθραυστος μαζί, ό,τι τρελαίνει τις γυναίκες. Και μαζί μ’ αυτά ευγενής, έξυπνος, διαβασμένος, μάγκας όπου έπρεπε και διανοούμενος όπου ταίριαζε. Με οξυδερκές χιούμορ που συνδυαζόταν με μια ανείπωτη τρυφερότητα. Ο γοητευτικός «Λούης» του μυθιστορήματος, έτσι τον φωνάζαμε με τον αδελφό μου, πειράζοντάς τον. «Εγώ, ξαδέλφη, τηρώ τις ισορροπίες», μου απαντούσε με μια χαρακτηριστική κίνηση των δύο χεριών του, χαμογελώντας πονηρά. Με καμάρι τον περιέφερα, όποτε μας καταδεχόταν, στις παρέες και στους φίλους μου. Με όλους γινόταν αμέσως φίλος, όλα τα κορίτσια ρωτούσαν και ξαναρωτούσαν γι' αυτόν. Ο ξάδελφος ήταν η μεγαλύ[43]


τερη επιτυχία σε μια παρέα, αμέσως προσαρμοζόταν, μπορούσε να μιλήσει και να ακούσει για τα πάντα. Τέτοιο παιδί ήταν. Η συγκατοίκηση στο διπλανό σπίτι είχε και μία ακόμη παράμετρο: Όχι μόνο εγώ, αλλά και η μάνα μου, τον είχαμε πρόχειρο για να μας λύνει όλες τις απορίες περί των ιατρικών θεμάτων. Πριν ακόμη μπει στην Ιατρική, ο ξάδελφος ήξερε να διαγνώσει την όποια ίωση, πιάσιμο, πονόδοντο, πονοκέφαλο, στραμπούληγμα, χτύπημα ή ό,τι άλλο σε βασάνιζε και με δυο απλά λόγια να σε καθοδηγήσει στο πώς να το αντιμετωπίσεις χωρίς πανικό. Και είχε κάτι, ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο χάρισμα που τον ακολούθησε και σε όλη την ενήλικη ζωή του και στον τρόπο που άσκησε την ιατρική του. Το χάρισμα να καταλαβαίνει τον άρρωστο (ίσως με την υψηλή αντιληπτικότητα και παρατηρητικότητα που τον χαρακτήριζε) και να του δίνει να καταλάβει με απλό τρόπο το τι έπρεπε να κάνει χωρίς να δημιουργεί πανικό. Ήταν κατά κάποιον τρόπο ο mentalist της οικογένειας. «Ο ξάδελφος θα γίνει ο καλύτερος γιατρός», έλεγε η μάνα μου που – καθώς ήταν η έξυπνη της οικογένειας – είχε σε μεγάλη εκτίμηση τις θεωρίες του. Και ήταν αλήθεια. Μετά ήρθαν, βέβαια, τα χρόνια του πανεπιστημίου. Εγώ πέρασα στα Γιάννενα, ο ξάδελφος έφυγε στο εξωτερικό, από όπου μου έστελνε κάρτες και γράμματα, ακόμη τότε δεν υπήρχαν το Internet και τα κινητά. Επιστρέφοντας βρεθήκαμε για λίγο και πάλι έφυγε για να πάει στρατό και μετά ειδικότητα, αγροτικό κτλ. Εν τω μεταξύ παντρευτήκαμε, ο ξάδελφος έγινε πατέρας, οι ζωές προχώρησαν δίχως να κοιτάζουν πίσω. Μαθαίναμε ο ένας τα νέα του άλλου, εγώ τηλεόραση και περιοδικά, εκείνος γιατρός στα νοσοκομεία πλέον, με υποχρεώσεις και ασθενείς που πίνανε νερό στο όνομά του. Βρισκόμασταν ενδιάμεσα σε καμιά μάζωξη του θείου Ντίνου, τυχαία στο ασανσέρ του σπιτιού της Τούμπας, πάντα με το ίδιο λαμπερό βλέμμα, πάντα με την ίδια διάθεση να ακούσει πώς είμαι και τι κάνω. Όταν χρειαζόταν ή για μένα ή για τον Κώστα, ή για όποιον άλλο από το φιλικό μας περιβάλλον, τηλεφωνούσα στον ξάδελφο για άμεσες και δωρεάν ιατρικές γνωματεύσεις και συμβουλές. Πάντα πρόθυμος, πάντα με

[44]


πραγματικό ενδιαφέρον, ποτέ διεκπεραιωτικός, ποτέ αδιάφορος. Τα χρόνια περνούσαν, αλλά ο ξάδελφος ήταν πάντα εκεί. Σταθερή αξία. Και μετά ήρθαν τα χρόνια της αρρώστιας. Που συνέπεσε χρονικά με την καλύτερη περίοδο της ζωής του, την πιο δημιουργική ηλικιακά, την πιο αποδοτική σαν γιατρού, την πιο δυναμική από την πλευρά της προσφοράς. Μόλις είχε τελειώσει με την επέμβαση του πρώτου καρκίνου στο στήθος και τον συνάντησα στο ασανσέρ της Τούμπας. «Όλα καλά, ξαδέλφη», μου είπε, «το προλάβαμε στην αρχή, δεν μασάω τίποτα, εδώ όλη μέρα στο νοσοκομείο αντιμετωπίζουμε τόσα, θα το παλέψω κι αυτό». Και στη συνέχεια, όσο τα πράγματα με τον καρκίνο δυσκόλευαν, τόσο περισσότερη διάθεση για αγώνα ξεχείλιζε από μέσα του. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να αφιερώσει όσο περισσότερο δημιουργικό χρόνο μπορούσε για τα παιδιά του: γιατί ο ξάδελφος, εκτός από όλα όσα ξέραμε, ότι ήταν λαμπερός, έξυπνος, γοητευτικός, γιατρός κτλ., ήταν πλέον και πατέρας. Η ζωή του ήταν τα παιδιά του…. Τα γράφω όλα αυτά γιατί δεν θέλω να ξεχαστούν. Γιατί τα γραπτά μένουν, τα λόγια πετούν. Ο αγώνας ενάντια στην αρρώστια έγινε κι αυτός μια θεωρία για τον ξάδελφο: «Δεν θα παραδοθώ άνευ όρων, θα το παλέψω όσο μπορώ.» Η μόνη χαμένη μάχη είναι αυτή που δεν δόθηκε ποτέ. Και μέσα από την απίστευτη δύναμη έβγαινε και μια απίστευτη τρυφερότητα. Υποστήριξη για τον κάθε ασθενή του προσωπικά στο νοσοκομείο, αλλά και εκτός αυτού, αγώνας για το σύστημα υγείας και τα στραβά του ειδικά στα θέματα των καρκινοπαθών, ενδιαφέρον και αγάπη για τον καθένα ξεχωριστά σ’ όλους τους ανθρώπους που είχε στη ζωή του. Τον τελευταίο χρόνο, που είχε σπάσει πια κάθε ιατρικό ρεκόρ για το πώς κρατιόταν ακόμα στη ζωή, ανέβαινε όποτε μπορούσε πάνω στον μπαμπά μου, στον «θείο Νικόδημο» όπως έλεγε, για να δει τι κάνει. Ναι, ο σαρανταεπτάχρονος, καρκινοπαθής στο τελευταίο στάδιο, ξάδελφός μου, ανέβαινε στον ογδοντάχρονο πατέρα μου για να μάθει πως πάει με το ζάχαρό του, να δει αν έχει καταθλιπτικές τάσεις και τι χάπια πρέπει να πάρει, και να κάνουν μαζί κανένα τσιγάρο και να τον υποστηρίξει ψυχολογικά. Ναι, τέτοιο παιδί ήταν ο ξάδελφος… [45]


Αντί επιλόγου: Thanasis Triaridis - 31 Δεκεμβρίου 2012 (από την αρχική σελίδα του fb) ΑΠΟ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΣΤΟ ΣΤΕΝΟ ΩΡΛ ΔΩΜΑΤΙΟ, ΟΣΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΘΕΛΟΥΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΙ ΟΣΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΗ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ, ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ ΣΤΟ 8909177 Ή ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ 2... (ΔΩΡΕΑΝ ΒΕΒΑΙΑ – ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ)

Thanasis Triaridis - 7 Φεβρουαρίου 2013 (από την αρχική σελίδα του fb) ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ, Ή ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΑΣΘΕΝΩΝ. ΟΣΟΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΣΤΕ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΑΣ ΒΟΗΘΟΥΝ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΣΑΣ, ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕΤΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ (ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ) ΣΤΟ 6946 898589 (ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΤΟ ΠΡΩΙ ΚΑΙΓΟΜΑΙ) ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΕΞΗΓΗΣΩ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΥΧΟΝ ΑΠΟΡΙΕΣ. ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΝΟΥΜΕΡΟ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΝΙΣΟΥΜΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΝΘ, ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΜΟΝΗ, ΣΕ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΑ.

[46]


[47]


[48]


Ναταλία Μπανιά

Ήταν σαν να ζήσαμε πέντε ζωές…

ήθελα να μιλήσω και εγώ, αν και μου είναι πολύ δύσκολο, για να ευχαριστήσω όλους τους διαδικτυακούς φίλους του Θανάση που τους βοηθούσε και τον γέμιζαν με την αγάπη τους όλα αυτά τα χρόνια. Το Διαδίκτυο το θεωρούσε μέσο ενημέρωσης και στήριξης όλων όσων το χρειάζονταν, και με αυτόν τον τρόπο καταπολεμούσε και τη δική του νόσο. Η λέξη-κλειδί για την επιβίωση μέσα στον καρκίνο είναι: πολλή αγάπη, ψυχική και σωματική υποστήριξη από το οικογενειακό περιβάλλον, και ο στόχος να συνεχίζεις να παλεύεις. Ο Θανάσης τα είχε όλα. Έζησε πραγματικά γεμάτη ζωή σε όλα τα επίπεδα, επαγγελματικά και προσωπικά. Προσπάθησε να υλοποιήσει πολλά από τα σχέδια και τις ιδέες που γεννιόντουσαν συνεχώς στο μυαλό του μέχρι την τελευταία στιγμή, αν και συχνά έβρισκε εμπόδια σε ό,τι αφορά το επιστημονικό μέρος. Γι’ αυτό προσπαθούσε τουλάχιστον με τις πράξεις και με το παράδειγμά του να βοηθήσει τον κόσμο με κάθε τρόπο. Και αυτό του έδινε ζωή. Εγώ, από τη δική μου πλευρά, τον στήριζα και τον ακολουθούσα μέχρι την τελευταία στιγμή σε αυτόν τον δύσκολο αγώνα, που είχε ευτυχισμένες και χαρούμενες στιγμές. Αν και ζήσαμε λίγα χρόνια μαζί, ήταν σαν να ζήσαμε πέντε ζωές με πολλή αγάπη, έρωτα και πόνο! Θα ήθελα να ευχαριστήσω ιδιαίτερα τους φίλους του, που ήταν πάντα δίπλα του σε όλες τις φάσεις της ζωής του.

[49]


Τέλος, όσον αφορά το πώς αντιμετώπιζε τον θάνατο, υπάρχουν δυο χαρακτηριστικές φράσεις που έλεγε: «Πεθαίνει αυτός που κάνει τον πεθαμένο» και «Σ' όποιον μέλλει να πνιγεί, ποτέ του δεν πεθαίνει». Με αγάπη, η σύζυγος και φίλη του, Ναταλία.

[50]


[51]


[52]


Θανάσης Τριαρίδης

Η κατισχύουσα αγάπη 1. Σήμερα, Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2013, πέθανε ο γιατρός Θανάσης Τριαρίδης, στα 47 του χρόνια. Ο Θανάσης είναι ο ξάδελφός μου: έχουμε το ίδιο όνομα και το ίδιο επίθετο. Από το 2004 ζούσε με τον καρκίνο, ξεπερνώντας διαρκώς τα όρια επιβίωσης που του έδιναν οι συνάδελφοί του γιατροί: για δέκα χρόνια, ζούσε, ερωτεύονταν, ασκούσε την Ιατρική, χειρουργούσε, εκπαίδευε τους νεότερους γιατρούς, υποστήριζε τους χιλιάδες ασθενείς του, τους φίλους του, την οικογένειά του, έφτιαχνε εθελοντικά εξωτερικά ιατρεία τα απογεύματα, αλλά και ιστοσελίδες ενημέρωσης για θέματα καρκίνου, συμπίεζε διαρκώς το χρόνο κάνοντάς τον μια ανεξάντλητη αγάπη για τον άλλον. Για τον κάθε άλλον. Ακόμη και τον τελευταίο καιρό, με το μηχάνημα της γαστροστομίας στο χέρι, γυρνούσε ανήσυχος στο νοσοκομείο, στη γειτονιά ή στην πολυκατοικία, προκειμένου να βρει ανθρώπους που θα είχαν την οποιαδήποτε ανάγκη, να παρηγορήσει, να βοηθήσει, να παρασταθεί – κι ας είχε το μεγαλύτερο πρόβλημα από τον καθένα. Για τον Θανάση της τελευταίας δεκαετίας υπάρχει στη Θεσσαλονίκη ένας ιδιότυπος αστικός θρύλος – ο οποίος όμως είναι απόλυτα πραγματικός. Είναι ο καρκινοπαθής γιατρός του Θεαγενείου που το πρωί έκανε τις πιο βαριές χημειοθεραπείες και αμέσως μετά έμπαινε στα χειρουργεία να χειρουργήσει τους ασθενείς του. Και στη συνέχεια, στα εξωτερικά ιατρεία έβλεπε τους εκατοντάδες αρρώστους που τον περίμεναν, ειδικά αυτόν. Και για να μην αφήσει κανέναν χωρίς εξέτα[53]


ση, έβαζε εθελοντικά εξωτερικά ιατρεία το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ. Ενώ, λόγω της αρρώστιας του, μπορούσε να πάρει ατέλειωτες άδειες, αυτός πολλαπλασίασε τις ώρες της δουλειάς του. Όσοι ακούγανε τη φήμη υπέθεταν πως είναι ψέματα, πως είναι μια υπερβολή: δεν μπορεί, έλεγαν, να υπάρχει κάποιος άνθρωπος που αντέχει αυτό το πρόγραμμα μετά από μια χημειοθεραπεία. Κι έπειτα μια δεύτερη πληροφορία διασταύρωνε την πρώτη φήμη και μια τρίτη την επικύρωνε. Ο Θανάσης αναποδογύριζε τους νόμους της λογικής, δίνοντας σε όλους μας, στους καιρούς της παροντικής μικροψυχίας, ένα σπάνιο υπόδειγμα δοτικότητας, αλληλεγγύης και προσφοράς. Και όλα αυτά δίχως να διανοηθεί ποτέ να ζητήσει οποιοδήποτε αντάλλαγμα ή να το εξαργυρώσει με άλλον τρόπο (Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά; Ήταν ο γιος του Ντίνου Τριαρίδη, του μοναδικού ίσως έλληνα καθηγητή Ιατρικής που, για λόγους ιδεολογικούς, αρνήθηκε το καθηγητικό προνόμιο τού να έχει ιδιωτικό ιατρείο…). Ακόμη και όταν του φέρνανε διάφορα δώρα ευγνωμοσύνης (τρόφιμα ή κρασιά), εκείνος τα μοίραζε γελώντας στις νοσηλεύτριες ή τα έδινε σε άλλους ασθενείς που είχαν ανάγκη. Ο Σατομπριάν γράφει πως πεθαίνεις όταν πεθαίνει ο τελευταίος μάρτυρας. Με άλλα λόγια: οι άνθρωποι θυμούνται – αυτή είναι η ζωτική πολιτισμική συνθήκη μας. Ορίζουμε την ύπαρξη, τη ζωή, την ιστορία μας και τη μεγάλη Ιστορία, επειδή θυμόμαστε. Ο πολιτισμός μας είναι η διαχείριση μιας μνήμης ατομικής που πασχίζει να εκκαθολικεύσει την εγχάραξή της. Μπορούμε να το σκεφτούμε: πεθαίνεις όταν πεθαίνει ο τελευταίος μάρτυρας. Για τον Θανάση οι μάρτυρες είναι πολλοί. Και διαρκώς πολλαπλασιάζονταν – ιδίως τα τελευταία χρόνια και ενώ κάμπτονταν οι βιολογικές του δυνατότητες. Οι συνάδελφοί του στο Θεαγένειο θα μιλούνε για την απίστευτη διαδρομή του θάρρους, της δοτικότητας και της προσφοράς που περιέγραψα παραπάνω – «ένας υπερ-ήρωας της ιατρικής», έγραψε χθες ο Γιώργος Τούλας. Οι ασθενείς του δεν θα ξεχάσουνε ποτέ το γιατρό που όχι απλά υποστήριξε, αλλά μοιράστηκε τον πόνο τους, που γινόταν κατά έναν μαγικό τρόπο κομμάτι της ζωής τους. Οι φίλοι του, όλοι όσοι συνδέθηκαν μαζί του μέσα στις [54]


δεκαετίες, από τα πρώτα χρόνια του σχολείου μέχρι τον τελευταίο καιρό του νοσοκομείου, θα νιώθουν πάντοτε δίπλα τους, μέσα τους, γύρω τους, αυτόν τον ατέλειωτο στρόβιλο ιδεών, ενέργειας, πληροφοριών, επικοινωνίας, αυτόν τον άνθρωπο με την απίστευτη γοητεία, που κολλούσες πάνω του σχεδόν μεταφυσικά. Όλη αυτή η ανθρώπινη δωρεά άνθισε σε μια οικογένεια: ο Θανάσης είναι ο γιος του Ντίνου και της Όλγας, ανθρώπων που έδωσαν το μέτρο της προσφοράς, του ήθους και της αξιοπρέπειας σε μια ολόκληρη γενιά. Είναι ο αδελφός του Στέφανου και του Νικόδημου. Και είναι ο πατέρας του Κώστα και της Όλγας. Αυτά τα παιδιά, μεγαλώνοντας χωρίς τη βιολογική παρουσία του Θανάση, θα τον νιώθουν με τρόπο παράδοξο όλο και πιο κοντά τους: σε αυτά θα απολήγουν σπαράγματα διηγήσεων, άκριες δεσμών, νεύματα και χειρονομίες ευγνωμοσύνης για να συγκροτήσουν την πατρική αφήγηση, την κληρονομιά της ζωής του και της δικής τους ζωής. Το δεσμό τους. Ο Θανάσης υπήρξε ευλογημένος – όχι από ουράνιες δυνάμεις, αλλά από τους χυμούς της πιο βαθιάς ζωής: είχε το χάρισμα να σκλαβώνει τους ανθρώπους με την ακατάβλητη ικανότητά του να αγαπά ��ον άλλον δίχως να περιμένει οποιοδήποτε αντάλλαγμα, με την εμμονική ανιδιοτέλειά του. Απίστευτα ερωτικός, απαζάρευτα διονυσιακός, ασταμάτητα ενεργητικός, αγάπησε και αγαπήθηκε με πάθος από τις γυναίκες, από τους φίλους του, από τα παιδιά του, από τους συγγενείς του, από τον καθένα άνθρωπο που συναντούσε στη ζωή του. Πρόλαβε να μοιραστεί αυτή την αγάπη, να πάρει και να δώσει, να την κάνει σχέση και δεσμό. Και στα χρόνια της αρρώστιας του είχε την τύχη να ζήσει τον έρωτά του με τη Ναταλία. Οι δυο τους μας έδωσαν ένα σπάνιο δώρο: την πίστη πως, μέσα στο περιορισμένο κάδρο της ζωής, μέσα στις λογής προδιαγραφές της αλλόκοτης βιολογίας μας, μέσα στη ματαιότητά μας, υπάρχει η δυνατότητα για την αγάπη, υπάρχει η δυνατότητα για το σήμα της αγάπης που θα κατισχύσει. Και τώρα εδώ στεκόμαστε για να μιλήσουμε με λόγια για αυτήν την κατισχύουσα αγάπη. Δεν είναι μπορετό· οι λέξεις μας δεν φτάνουν. Μα είμαστε και θα είμαστε οι μάρτυρες αυτού του δώρου που σήμαι[55]


νε για όλους μας η ζωή του Θανάση. Ο καθένας μας θα κρατήσει μέσα του ως φυλαχτό το δεσμό του μαζί του, θα τον ποτίσει με αναστοχασμό και θα περιμένει το άνθισμα. Και ίσως κάποτε, σε χρόνο διαφορετικό για τον καθένα μας, η ανθοφορία της μνήμης του Θανάση να έρθει και να συγκροτήσει έναν υπαρκτικό ιστό, δικό μας και δικό του. Αυτό θα είναι το τελευταίο μα εξακολουθητικό του δώρο για εμάς.

[56]


[57]


[58]


2. Για μένα ο Θανάσης είναι ο αγαπημένος μου ξάδελφος. Ξέρω πως η χρήση του ενεστώτα για κάποιον που πεθαίνει είναι απελπιστικά κοινότοπη – μα δεν αντέχω να την αποφύγω: είναι. Ναι, ο Θανάσης είναι ο πιο αγαπημένος. Είναι η παιδική μου ηλικία, η εφηβεία, η ενηλικίωση. Είναι η Μακραφού, τα βράδια που ξημερώναμε ξαπλωμένοι στην άμμο, το ψάρεμα, οι ατέλειωτες συζητήσεις για τη ζωή και τον θάνατο, οι πρώτες σεξουαλικές ανησυχίες, τα ψηλαφητά αινίγματα του μέλλοντος. Είναι οι περιπετειώδεις διηγήσεις, τα μεθύσια, το σπίτι του όπου πήγαινα για τα κλεφτά τσιγάρα, οι βόλτες στην πόλη, οι έρωτες, οι ατέλειωτες συζητήσεις, ο φόβος του μεγαλώματος, οι μουσικές, τα βιβλία, οι ταινίες, οι φοβίες, τα ταξίδια, οι ελπίδες, τα όνειρα. Είναι όλα αυτά για τα οποία δεν φτάνουν οι λέξεις, για τα οποία γίνονται φτωχές και άκυρες. Ο Θανάσης είναι ο πρώτος μου φίλος. Και πάλι ξανά: ο πιο αγαπημένος. Καθώς μεγαλώσαμε, κι επειδή είχαμε το ίδιο ονοματεπώνυμο, ζήσαμε συχνά παρεξηγήσεις, άλλοτε γοητευτικές, άλλοτε στενάχωρες. Πολλές φορές βρέθηκε να υπερασπίζεται τα γραπτά μου (του επιτίθονταν επειδή τον περνούσαν για μένα και του χρέωναν τις ακραίες πολιτικές απόψεις μου). Ωστόσο, κάποτε στην Κω έκανε έναν απίστευτο διάλογο με αποσπάσματα από την Κουπέλα με μια όμορφη εργαλειοδότρια την ώρα του χειρουργείου – μου τον μετέφερε η ίδια η κοπέλα χρόνια αργότερα, σε μια εκδήλωση, μαγεμένη από το γιατρό του νησιού που, όταν χειρουργούσε, μιλούσε ταυτόχρονα για τον ρομαντισμό του 19ου αιώνα, για τους Joy Division, και για το πού έχει καλές ξέρες για πυροφάνι στη Χαλκιδική. Φυσικά, εγώ ήμουν πολύ πιο ευνοημένος από τη συνωνυμία μας: εδώ και είκοσι χρόνια δεκάδες επαγγελματίες (ταξιτζήδες, μεταφορείς, εστιάτορες, υδραυλικοί) αρνούνταν να μου πάρουν λεφτά επειδή οι ίδιοι ή τα παιδιά τους ή οι γονείς τους είχαν χειρουργηθεί από αυτόν. «Μα δεν είμαι εγώ», τους έλεγα, «είναι ο ξάδελφός μου». Μάταιος κόπος: αυτοί εξακολουθούσαν να αρνούνται να πληρωθούν, με απειλή μεγάλου καυγά. Το καλοκαίρι του 1995, στα Πομακοχώρια, οι Πομάκοι του Κίδαρι [59]


έστησαν ένα ολόκληρο γλέντι για μένα και όλη τη συντροφιά μου, μόνο και μόνο επειδή είχα το ίδιο όνομα με αυτόν. Άρχισα να πίνω τα βαριά κόκκινα πομάκικα κρασιά χωρίς να ξέρω γιατί με κερνούσαν. Ώσπου κάποια στιγμή, κι ενώ το γλέντι είχε φουντώσει, έμαθα τι είχε συμβεί: ως στρατιωτικός (τότε) γιατρός είχε σώσει τη ζωή ενός δικού τους παιδιού που είχε πάθει καρδιακή ανακοπή. Κι ακόμη ήμουν ο πρώτος μαθητής του και ο παντοτινός βοηθός του σε όλα: σε εξερευνήσεις, σε αυτοσχέδια χημικά πειράματα, σε κατόπτευση χώρων για ορειβασία – αργότερα σε νυχτερινές περιπλανήσεις και ταξίδια. Μα κυρίως ήμουν ο μόνιμος ακόλουθός του στο ψάρεμα. Για την ακρίβεια, αυτός ψάρευε και εγώ του έκανα παρέα. Κάποτε –πρέπει να ήταν το 1983 ή το 1984– βγήκαμε με τη βάρκα ανοιχτά να απλώσουμε παραγάδι. Αυτός ήταν στα 17 κι εγώ στα 13. Έξαφνα ο καιρός άλλαξε απότομα, σκοτείνιασε, πήγαινε για μπουρίνι. Όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, η μηχανή χάλασε, έσπασε το κορδόνι της. Ο Θανάσης έπιασε τα κουπιά – ήταν η μόνη μας πιθανότητα για να βγούμε έξω σε μια ακτή που σχεδόν δεν βλέπαμε κι ενώ ο άνεμος ήταν ανάποδος. Μου ζήτησε να κάνω το μόνο που μπορούσα: να κάτσω κουβαριασμένος έτσι ώστε με τα γόνατά μου να δημιουργώ κόντρα στα δικά του πόδια και να κωπηλατεί πιο καλά. Πράγματι, άρχισε να κωπηλατεί σαν μανιασμένος, κόντρα στον αέρα, κόντρα στη θάλασσα, στον ουρανό που έσφιγγε απειλητικός. Ένιωθα πως είχε αγχωθεί πάρα πολύ, όχι για τον ίδιο αλλά για μένα, επειδή ήμουν μικρότερος και είχε την ευθύνη μου. Κάπου στο βάθος είδαμε μια αστραπή. «Φοβάσαι;» με ρώτησε κάποια στιγμή. Του απάντησα τρέμοντας από το φόβο την ελαφρώς ασύντακτη φράση «Όχι-πάρα-πολύ». Με κοίταξε χαμογελώντας. Ήταν γυμνός από τη μέση και πάνω, και πετάγονταν οι μύες του κορμιού του. Έλαμπε σαν ήλιος μέσα στη σκοτεινιά του ουρανού. «Κοίτα», μου είπε, «δεν είναι κακό να φοβάσαι. Αλλά μην σταματήσεις ούτε στιγμή να βάζεις κόντρα…» Δυο ώρες αργότερα, όταν βγήκαμε έξω ακριβώς την ώρα που άρχιζε η καταιγίδα –δεν ξέρω πώς τα κατάφερε, αλλά βγήκαμε–, το συμφωνήσαμε: δεν θα λέγαμε σε κανέναν που είχαμε πάρει τη βάρκα στα [60]


ανοιχτά, θα μας φώναζαν πάρα πολύ οι γονείς μας. Ήταν ένα ακόμη από τα δικά μας μυστικά, τις «συνωμοσίες» μας, όπως τις λέγαμε, που δεν έπρεπε να μάθει κανείς. Και ήταν αυτές οι «συνωμοσίες» για μένα ένα προσωπικός χώρος ιερός, ένα αλλόκοτο άβατο. Ή μια μικρή κρυφή πατρίδα μέσα στη μόνη πατρίδα της παιδικής ηλικίας. Ωστόσο, από όλες μας τις «συνωμοσίες» μας, η πιο μεγάλη ήταν η υπόθεση της Σπηλιάς. Υπήρχε μια υποβρύχια σπηλιά ανάμεσα στις πέτρες, κάπου έξι μέτρα βάθος, δίπλα στο κανάλι της Ποτίδαιας: στην πραγματικότητα ήτανε ένα φυσικό τούνελ μήκους τεσσάρων ή πέντε μέτρων, με μια τρύπα στη μια και στην άλλη άκρη του. Στην κάθε τρύπα ίσα που χωρούσε το σώμα ενός ανθρώπου. Τη βλέπαμε όταν βγαίναμε για να κάνουμε ψαροντούφεκο (για την ακρίβεια, αυτός έκανε ψαροντούφεκο και εγώ τον ακολουθούσα στα δέκα μέτρα), την ονομάσαμε Σπηλιά, τη χρησιμοποιούσαμε για σημάδι. Κάποτε ο ξάδελφος είπε πως αποφάσισε να μπει μέσα της: θα έμπαινε από τη μια τρύπα και θα έβγαινε από την άλλη. Όσο για μένα, είπε, θα καθόμουνα στην επιφάνεια και θα τον κοιτούσα με τη μάσκα και τον αναπνευστήρα – κι αν έβλεπα να μην βγαίνει, θα βουτούσα να τον τραβήξω. Τον κοίταξα με τρόμο: εγώ δεν μπορούσα να βουτήξω στα έξι μέτρα που βρισκόταν η Σπηλιά. Τι θα γινόταν αν σκάλωνε κάπου; Α, μην ανησυχείς, με καθησύχασε, αν υπάρξει πραγματική ανάγκη, θα τα καταφέρεις… Πράγματι βούτηξε στη Σπηλιά, μπήκε από τη μία τρύπα, χάθηκε ολόκληρος μέσα της. Και πέντε ή έξι δευτερόλεπτα αργότερα φάνηκε στην άλλη. Ανέβηκε πάνω. «Είναι απίστευτο», είπε, «σαν ταινία επιστημονικής φαντασίας». Τον ρώτησα γιατί βούτηξε, γιατί πήρε ένα τέτοιο ρίσκο. «Μα για να δω τι έχει μέσα», μου είπε. Με είδε που δεν ικανοποιήθηκα από την απάντησή του. Λίγο αργότερα συμπλήρωσε: «Όταν υπάρχει κάπου μια σπηλιά, σημαίνει πως μας καλεί… Σημαίνει πως πρέπει να μπούμε μέσα…» Έκτοτε, κάθε φορά που βγαίναμε για ψαροντούφεκο, περνούσαμε από τη Σπηλιά. Φυσικά, αυτός πλέον βουτούσε συνέχεια: έμπαινε [61]


από τη μία τρύπα και, λίγο μετά, έβγαινε από την άλλη. Κι εγώ έμενα στην επιφάνεια, να τον κοιτάζω στο βυθό, με το σώμα μου να μουδιάζει από το φόβο, με τη μάσκα μου να γεμίζει δάκρυα, έμενα να κοιτάζω την άλλη τρύπα της Σπηλιάς, να μετράω τα πέντε ή έξι δευτερόλεπτα, να περιμένω αυτόν, τον ωραιότερο άνθρωπο που γνώρισα στη ζωή μου, να φανεί, να βγει, να ανεβεί πάνω. θ. τ. - 12-12-2013

[62]


[63]


Thanasis Triaridis - 31 Δεκεμβρίου 2012

ΑΠΟ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΠΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΩ ΣΤΟ ΣΤΕΝΟ ΩΡΛ ΔΩΜΑΤΙΟ, ΟΣΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΘΕΛΟΥΝ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΚΙ ΟΣΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΗ ΟΓΚΟΛΟΓΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ, ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΟΥΝ ΣΤΟ 8909177 Ή ΣΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ 2... (ΔΩΡΕΑΝ ΒΕΒΑΙΑ - ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ) Thanasis Triaridis - 7 Φεβρουαρίου 2013

ΑΓΑΠΗΤΟΙ ΑΣΘΕΝΕΙΣ, Ή ΣΥΓΓΕΝΕΙΣ ΑΣΘΕΝΩΝ. ΟΣΟΙ ΕΝΔΙΑΦΕΡΕΣΤΕ ΓΙΑ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΔΗΜΟΣΙΕΥΩ ΚΑΙ ΔΕΝ ΣΑΣ ΒΟΗΘΟΥΝ ΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΣΑΣ, ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΗΣΕΤΕ ΜΑΖΙ ΜΟΥ (ΤΡΙΑΡΙΔΗΣ ΘΑΝΑΣΗΣ) ΣΤΟ 6946 898589 (ΒΡΑΔΥΝΕΣ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΤΟ ΠΡΩΙ ΚΑΙΓΟΜΑΙ) ΩΣΤΕ ΝΑ ΣΑΣ ΕΞΗΓΗΣΩ ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΤΥΧΟΝ ΑΠΟΡΙΕΣ. ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΝΟΥΜΕΡΟ, ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΚΑΝΟΝΙΣΟΥΜΕ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΑΝΘ, ΧΩΡΙΣ ΑΝΑΜΟΝΗ, ΣΕ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΩ ΧΕΙΡΟΥΡΓΕΙΑ.

[64]


Thanasis triaridis giatros