Issuu on Google+

η Ευταξούλα και ο Θανασούλης του Δημήτρη Ντανόπουλου Αδρές, τεράστιες οι μορφές, κάθε πρωί, στο μυαλό της Ευταξίας. Κάθε πρωί που ξεκινάει στις πέντε. Τα χέρια της αρνούνται να ανοίξουν επαρκώς, πρησμένα νομίζει. Τα μάτια της καρφιτσωμένα και μ’ ένα τρόπο κόκκινα, μιαν έκφραση που πάντα αρνείται να μας δώσει την ημέρα. Την ώρα όμως που ξυπνά δεν την ορίζει, όποιος κι αν είναι ο θεατής της. Ο άντρας της πάντως, ο Σούλης, ποτέ. Εκείνος κοιμάται ως τις εφτά, ξυπνά με τα πουλιά και ψάχνει στο κρεβάτι την Ευταξούλα του για να την αγκαλιάσει... Ήταν, μόλις, δεκαπέντε κι είναι τώρα σαρανταδυό. Μάνα δεν αξιώθηκε να γίνει η καημένη η Ταξούλα, όπως λένε στο χωριό της, όπου φτάνουν τα νέα με τον καιρό. Δεκαπέντε χρονώ την έδιωξε η μάνα της από το σπίτι: «Θα πας στην πόλη την καλή, θα ζήσεις καλύτερα από βασίλισσα εκεί». Την πάντρεψε με το Θανάση το μικροπωλητή, που τώρα χωλαίνει απ’ το δεξί. Σε ένα ταξίδι το ’77 του ‘φυγε πάνω στα βουνά το τιμόνι πιο δεξιά. Βγήκε, νύχτα, στο γκρεμό. Εμεινε με το ποδάρι πλακωμένο όλο το βράδυ, μέχρι που μαζεύτηκαν γύρω μαύρα τα πουλιά, είχε πάει η ώρα -πια- εφτά. Κοίταξε κάτω στο γκρεμό ένα νέο τσοπανόπουλο, βλέπει ένα άσπρο αμάξι ανάποδα κι όλο πουλιά. Πολλά πουλιά. Ξεκινάει κουτσό με το δεξί να πάρει φόρα, τρέχει στου παππού το μαντρί. Σώθηκε ο Θανάσης, αλλά του κόψαν το ποδάρι το πλακωμένο και του βάλαν ένα ξύλινο. Από τότε, για συμπόνια, τον φωνάζουνε και Σούλη -σαν να θέλουν να του υπενθυμίζουν συνεχώς πως δεν είναι ο ίδιος, ακέριος, ο Θανάσης πριν από το γκρεμό. Η Ταξούλα στα πέντε πρώτα χρόνια του γάμου ζούσε με καημό. Μάζευε τα μαλλιά της πίσω δυνατά, μπας και πονέσουν τα μυαλά της. Έλεγε την ίδια φταίχτρα που δεν κάνουνε παιδιά. Φόραγε εμπριμέ φουστάνια, για να δείχνει χαρωπή, μη χαλάσει του Θανάση την ημέρα και μόλις εκείνου η σκόνη χάνονταν στη γωνιά, γυρνούσε στο δωμάτιο, έλυνε τα μαλλιά της, φορούσε μαύρο φόρεμα κι άρχιζε να κλαίει και να λέει στα πουλιά: «Πουλιά μου, μαύρα χελιδόνια, τι το ‘χετε το κόκκινο εκεί σας στο λαιμό; Είν’ το αίμα μου και σας έβαψε, τόσο πια πονώ. Κάθε μέρα που περνά και πιότερο λυπάμαι. Τι να την κάνω τη ζωή, αφού τον μαραζώνω; Μου λέει λόγια τρυφερά σαν να ‘μαι παιδί που κλαίει. Καταλαβαίνει πως φταίω εγώ, δε θέλει να με πληγώσει. Κάθε φορά που φεύγει με φιλά και είν’ το φιλί του γράμμα σαν να μου λέει: «Όταν γυρίσω θα σε βρω, άραγε, γκαστρωμένη;» Κι η μάνα μου που μ’ έστειλε εδώ στην καλή την πόλη, τούτα δεν μου τα ‘πε τα κακά, πώς να τα βγάλω πέρα; Τι μάτια να ‘χω για να βγω, να πάω στο μπακάλη; που όλες με ρωτούν «ακόμη, καλέ Ταξούλα;» και «για να δω την κοιλιά σου;», «τι κάνει ο Θανάσαρος ακόμα;» Εγώ είμαι που φταίω, μαύρα μου πουλιά, μαύρα μου χελιδόνια. Πείτε το σ’ όλη τη γειτονιά, να μην κοιτούν τον άντρα μου και λένε λόγια...» Ο Θανάσης όλο αυτό τον καιρό ψέματα δεν ήξερε να φερθεί. Την αγαπούσε τη μικρή, που πήρε για γυναίκα. Ηρέμησε και πόνεσε ακόμα και τον εχθρό του. Φρέσκος και καθαρός, σφύριζε στο δρόμο. Πιο δυνατά ακούγονταν τα λόγια τα


δικά του και τραγουδούσε πιο καλά κι από τον Καζαντζίδη, που βράχνιαζε η φωνή του καμιά φορά σαν έπιανε βροχή και τρύπωνε μες στα χωνιά που είχε πα στ’ αμάξι. Κοίταζε μόνο τη δουλειά, μάζευε λεφταδάκια. «Με μάζεψε, έλεγε, η κυρά». Μόνο για κείνη είχε μάτια. Κι ας λένε πως τη βραδιά που έπεσε στο χαντάκι πως τα ‘χε πιει σ’ ένα καφενέ που τον είχε μια νέα χήρα. Λένε πως όλο το άσπρο της ποδάρι κοιτούσε που ‘βγαινε από τη μαύρη φούστα κι όλο έλεγε στο διπλανό του που πίνανε παρέα τσίπουρο: «Είναι τόσο γαλατερό το πόδι της ή το κάνει η μαύρη φούστα;» Η ζωή μετά το ξύλινο ποδάρι άλλαξε πολύ. Η Ευταξούλα έγινε σκληρή -Ευταξία την ξέρουν όλοι τώρα- δεν έδειχνε τον πόνο. Έγινε ξύλο άσκαφτο, κρατούσε μόνη της το σπίτι. Ξυπνούσε νωρίς για τις δουλειές που έκανε πριν όλη τη μέρα -δυο ώρες τις έφταναν τώρα. Στις εφτά πάντα επέστρεφε δίπλα στο Θανάση, για να τη βρει, να την αγγίξει μες στα νυχτικά, να τη μυρίσει. Παίζανε παρέα τον πρωινό διάλογο του ευτυχισμένου ζευγαριού που βλέπει μ’ ελπίδα τη νέα μέρα. Σαν να μην άλλαξε ποτέ τη ζωή τους ο γκρεμός και το ξύλινο ποδάρι: Φεύγει η Ευταξία για τα χωριά, μικροπωλήτρια με καινούριο αμάξι που ανήκει σ’ εταιρεία. Κι απομένει ο Σούλης να τη χαιρετά, χτυπά το ξύλινο ποδάρι. Κι όλο αυτό να γίνεται, συνέχεια κάθε μέρα. Τα χελιδόνια που πετούν δίπλα στο αυτοκίνητό της μοιάζουν δελφίνια της στεριάς που της κάνουνε παρέα κι είναι σαν να της λένε παραπονεμένα: «Πού ‘ναι τα μαλλιά σου, που τα ξέπλεγες, τα ‘ριχνες να μοιρολογήσεις; Τώρα γιατί δεν κλαις, πού πήγε ο καημό σου; Δεν καταριέσαι πια τη μάνα σου, δεν κακίζεις το ριζικό σου;» Μα η Ευταξία προχωρεί, κλείνει τα τζάμια να μη μπει σκόνη και κρύος αέρας. Είναι πρωί κι έχει δροσιά, δεν είναι άλλος ο λόγος. Κι ο Σούλης χάνει μαλλιά κει πίσω στο σπιτάκι. Κάνει ήχους στο πάτωμα με το ξύλινο ποδάρι. Τώρα πια δεν τραγουδάει Καζαντζίδη. Βραχνιάζει με στιχάκια που μαθαίνει απ’ την τηλεόραση. Κάθε βδομάδα κι άλλο κολλάει και τραγουδάει. Άλλο που είναι σήμα εκπομπής, άλλο που διαφημίζει γάλα παιδικό... Και ζουν αυτοί επαναληπτικά μια μέρα που τη μάθαν. Τη βγάζουνε πιο γρήγορα, τελειώνει και περισσεύει. Βιάζονται να τη συνεχίσουν το πρωί λες και θέλουν από τότε να την τελειώσουν. [Πώς θα ‘θελα να ‘ταν παραμύθι πραγματικό και να το τέλειωνα ωραία, πως «ζήσανε αυτοί καλά…»! Πώς να την αλλάξω τη ζωή της Ευταξίας και του Σούλη; Να τη γυρίσω στην αρχή να γίνουν Ευταξούλα και Θανάσης; Αυτό θα ήταν η χαρά ή μια άλλη μισή ευτυχία;] CE_ Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΔΑ (Καρδίτσα, 1999), ως κυριακάτικο αφήγημα της ενότητας Η Πόλη Τού Πέφτει Μικρή. ………………………………………………………………………………….. Ο Δημήτρης Ντανόπουλος ασχολείται με το δημοσιογραφικό λόγο και τα media ως συντάκτης και ερευνητής. Συνεργάστηκε με τις εφημερίδες ΠΑΤΡΙΔΑ (Καρδίτσας), εμπρός (Ναυπάκτου) καθώς και με το περιοδικό SOUL. Τις σκέψεις του τις δημοσιοποιεί


και στο προσωπικό του ιστολόγιο. email: dimntan@gmail.com twitter: @ce_2 blog: ce-2.blogspot.com facebook: Demetris Ntanopoulos


Onestory ntanopoulos,may12