Issuu on Google+

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ

ΠΕΡΙΟΔΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ | ΤΕΥΧΟΣ 21 | ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011 | ΤΙΜΉ 5€ ■■ Πλατεία Ντελ Σολ, Μαδρίτη

■■ Φοιτητική διαδήλωση, Λονδίνο

■■ Πλατεία Ταχρίρ, Κάιρο ■■ Παρίσι, γενική απεργία

■■ Πλατεία Συντάγματος

‣ απο τη λιτοτητα στισ αντιστασεισ: μια ξεχωριστη χρονια ‣ η πλατεια ηταν γεματη... ‣ ΠΑΓΙΔΕΥΜΕΝΟΙ ΣΤΟ ΧΡΕΟΣ ‣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ, ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ

ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΕΥΧΟΣ 21 ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

.01 Της σύνταξης .03 Από τη λιτότητα στις αντιστάσεις: Μια ξεχωριστή χρονιά .09 Αφιέρωμα στο «κίνημα των πλατειών» .17 Παγιδευμένοι στο χρέος .27 Μετανάστευση, ρατσισμός και Αριστερά .35 Κρίση και συνδικάτα .41 Το ζήτημα της δημοκρατίας και η Αριστερά .47 Αίγυπτος: Τα προβλήματα μιας μεγάλης επανάστασης που συνεχίζεται... .57 Η λιβυκή επανάσταση, η ιμπεριαλιστική επέμβαση και η Αριστερά .65 Λέον Τρότσκι: Η ζωή ενός επαναστάτη .78 Βιβλιοκριτική

1.Χιλιάδες κόσμου στην πλατεία Ντελ Σολ της Μαδρίτης, 15 Μάη 2011 2.Φοιτητική διαδήλωση στο Λονδίνο, 10 Νοέμβρη 2010 3.Διαδηλώτρια στην πλατεία Ταχρίρ, Φλεβάρης 2011 4.Γενική απεργία στη Γαλλία, Οκτώβρης 2010 5.Πλατεία Συντάγματος, 48ωρη γενική απεργία, 28-29 Ιούνη εξώφυλλο


της σύνταξης... Δεν ζούμε σε συνηθισμένους καιρούς, αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Όταν οι «από κάτω» δεν θέλουν να ζήσουν όπως παλιά και οι «από πάνω» δεν μπορούν να κυβερνήσουν όπως παλιά, τότε έχουμε δυο πολύ σημαντικά χαρακτηριστικά μιας κατάστασης που αντικειμενικά τείνει να γίνει επαναστατική, σύμφωνα με τον ορισμό που έχει δώσει ο Λένιν. Και τέτοια χαρακτηριστικά συναντάμε όλο και πιο συχνά στο σημερινό κόσμο. Από τη μια βλέπουμε τις εκρήξεις της οργής πλατιών μαζών με μορφές και τρόπους πρωτοφανείς και από την άλλη βλέπουμε τις άρχουσες τάξεις

να αδυνατούν να ελέγξουν την οικονομική κρίση και να εξαπολύουν στις περισσότερες χώρες του κόσμου επιθέσεις λιτότητας πρωτοφανούς αγριότητας για το μεταπολεμικό κόσμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επανάσταση έχει ξεκινήσει –άλλωστε μια επαναστατική κατάσταση δεν οδηγεί ούτε πάντα ούτε αυτόματα σε επανάσταση. Σημαίνει όμως ότι είμαστε υποχρεωμένοι να κατανοήσουμε τη μεταβατικότητα της εποχής και να απαντήσουμε σε κρίσιμες πολιτικές διαμάχες, ώστε να μπορέσουμε να συμβάλλουμε στην αλλαγή του κόσμου.

Η «Διεθνιστική Αριστερά» εκδίδεται από αστική μη κερδοσκοπική εταιρεία

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗΑΡΙΣΤΕΡΑ

Για να γραφτείτε συνδρομητές επικοινωνήστε μαζί μας στο

Υπεύθυνος Σύνταξης: Πέτρος Τσάγκαρης

τηλέφωνο 210-3306286 ή μέσω ταχυδρομείου στη διεύθυνση Κλαζομενών 3, Αθήνα. Τ.Κ 104 40

Συντακτική Επιτροπή:

Επίσης μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο email:

Βασίλης Γιαννούλης, Μήτσος Γκορίτσας, Παναγιώτης Λίλλης,

sidaxi@dea.org.gr

Θάνος Λυκουργιάς, Σωτήρης Μάρταλης, Πάνος Πέτρου Ηλ. σελιδοποίηση - Εξώφυλλο:

επισκεφτείτε μας στο www.dea.org.gr

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

Βασίλης Γιαννούλης, Πάνος Πέτρου

1


Στο συγκεκριμένο τεύχος του περιοδικού γίνεται αναφορά στη διεθνή αντίσταση, που μας δίνει τη δυνατότητα να χαρακτηρίσουμε το χρόνο που πέρασε ως μια ξεχωριστή χρονιά. Από την Ευρώπη μέχρι τις ΗΠΑ και από τις αραβικές χώρες μέχρι την Ασία, οι κοινωνικοί αγώνες και οι εξεγέρσεις που ξεσπάνε, δείχνουν σημάδια μιας νέας κατάστασης και μια κλιμάκωση της ταξικής πάλης διεθνώς. Μια κατάσταση που δίνει πολλές υποσχέσεις για ακόμα μεγαλύτερες κοινωνικές εκρήξεις στο μέλλον. Αυτά τα νέα στοιχεία στην κοινωνική αντίσταση και στην Ελλάδα, κυρίως με βάση το αναπάντεχο ξέσπασμα του κινήματος των «αγανακτισμένων», αναλύονται σε ένα μικρό αφιέρωμα, με το γενικό τίτλο «Η πλατεία ήταν γεμάτη». Το άρθρο «Παγιδευμένοι στο χρέος» επιχειρεί μια συνοπτική περιγραφή της ανασφάλειας που επικρατεί στο διεθνή καπιταλισμό με αφορμή την κρίση στην Ελλάδα, εξηγεί ότι η αδυναμία των κυρίαρχων τάξεων να βρουν μια διέξοδο από τη γενική κρίση οφείλεται στην εγγενή παρακμή του συστήματος και υποστηρίζει ότι η μόνη ρεαλιστική διέξοδος για τους εργαζόμενους πρέπει να αναζητηθεί στη σύγκρουση με τον καπιταλισμό και όχι στην καλύτερη διαχείρισή του. Ένα κρίσιμο ζήτημα της ταξικής αντιπαράθεσης είναι η ενότητα των καταπιεσμένων ενάντια στις ρατσιστικές διαιρέσεις. Το άρθρο «Μετανάστευση, ρατσισμός και Αριστερά» κάνει κριτική σε απόψεις που υπάρχουν μέσα στην Αριστερά και είτε υποτιμάνε την πάλη ενάντια στο ρατσισμό, είτε υποκύπτουν στους μύθους της ρατσιστικής προπαγάνδας και τονίζει ότι αυτό που χρειαζόμαστε είναι την ένταση του αντιρατσιστικού αγώνα από την Αριστερά. Στο ζήτημα της τακτικής στα συνδικάτα αναφέρεται το άρθρο «Κρίση και συνδικάτα». Εξηγεί ότι το εμπόδιο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί παρακάμπτοντας τα συνδικάτα, αλλά αντίθετα ενεργοποιώντας τη

2

βάση τους και επιβάλλοντας τη δημοκρατία από τα κάτω στις αποφάσεις τους. Με το ζήτημα της τακτικής υπεράσπισης των δημοκρατικών δικαιωμάτων καταπιάνεται το άρθρο «Το ζήτημα της δημοκρατίας και η Αριστερά». Εξηγεί ότι ο καπιταλισμός στην κρίση του γίνεται όλο και πιο καταπιεστικός, παραβιάζοντας ακόμα και τους κανόνες της ψεύτικης αστικής δημοκρατίας. Το άρθρο τονίζει επίσης ότι η πάλη για να υπερασπίσουμε τα δημοκρατικά δικαιώματα γίνεται όλο και πιο αναγκαία, αλλά αυτό δεν συμβαδίζει με αυταπάτες για «εκδημοκρατισμό» του συστήματος. Το άρθρο «Αίγυπτος: Τα προβλήματα μιας μεγάλης επανάστασης που συνεχίζεται» παρουσιάζει τις πολιτικές εξελίξεις στην Αίγυπτο, οι οποίες εξακολουθούν να έχουν μεγάλη και διεθνή σημασία. Αρκετούς μήνες μετά την ανατροπή του Μουμπάρακ, η επανάσταση βρίσκεται σε σταυροδρόμι: από τη μια η πάλη των μαζών για το βάθεμα της κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής και από την άλλη οι προσπάθειες του κατεστημένου να ξαναεπιβάλει την «κοινωνική ειρήνη» και την «τάξη». Το άρθρο «Η λιβυκή επανάσταση, η ιμπεριαλιστική επέμβαση και η Αριστερά» ασχολείται με τις τελευταίες εξελίξεις στη Λιβύη, εξηγώντας ότι είναι εφικτός και αναγκαίος ο συνδυασμός της πάλης ενάντια στην επέμβαση των ιμπεριαλιστών στην περιοχή με την πάλη για την ανατροπή του δικτάτορα Καντάφι. Στις σημερινές κρίσιμες στιγμές που ζούμε, αποτελούν πολύτιμο όπλο οι επαναστατικές παραδόσεις της Αριστεράς. Με αφορμή τη δολοφονία του πριν από 71 χρόνια, το άρθρο «Η ζωή ενός επαναστάτη» παρουσιάζει τις πολιτικές μάχες που έδωσε ο Τρότσκι στη διάρκεια της ζωής του. Τέλος, η βιβλιοκριτική για την «Μπροσούρα του Γιούνιους» μας παρουσιάζει το τελευταίο βιβλίο της Ρόζας Λούξεμπουργκ.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


■■ Ποτάμια αγώνων σε όλο τον κόσμο

Από τη λιτότητα στις αντιστάσεις: Μια ξεχωριστή χρονιά Του Πάνου Πέτρου ✉panos0@gmail.com ✉

Τους μήνες που πέρασαν, ζήσαμε τις μεγάλες αραβικές εξεγέρσεις, την επιστροφή του αμερικάνικου εργατικού κινήματος στο Ουισκόνσιν, την κλιμάκωση της εργατικής αντίστασης και τα οργισμένα ξεσπάσματα της νεολαίας στην Ευρώπη, το κίνημα των «πλατειών» στην Ελλάδα και την Ισπανία. Όλες αυτές οι αντιστάσεις είναι κομμάτια ενός παγκόσμιου αγώνα ενάντια στην προσπάθεια των καπιταλιστών να φορτώσουν την κρίση στους εργαζόμενους και τη νεολαία. Το ιστορικό μέγεθος αυτών των κινητοποιήσεων και η νέα μαχητικότητα που τις χαρακτήρισε, δείχνουν πως ζούμε ένα σημείο καμπής στην κλιμάκωση της αντίστασης.

Το φθινόπωρο του 2008, η παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού μόλις είχε ξεσπάσει. Ταυτόχρονα ξεσπούσε στην Ιταλία το φοιτητικό κίνημα που έμεινε γνωστό ως «Ανώμαλο Κύμα». Αν και είχε ως αφορμή την επίθεση της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι στα δημόσια πανεπιστήμια, η συγκυρία της κρίσης και η παραδοσιακή «πολιτικοποίηση» του ιταλικού φοιτητικού κινήματος, το οδήγησε στο να κάνει λάβαρό του ένα σύνθημα πολύ πιο γενικευμένο από την υπεράσπιση της δημόσιας παιδείας: «Δεν θα πληρώσουμε εμείς την κρίση τους». Ήταν μια πρώτη, αντανακλαστική φωνή απέναντι σε αυτό που οι Ιταλοί φοιτητές έβλεπαν ενστικτωδώς τότε: Ότι οι κυρίαρχες τάξεις θα επιχειρούσαν

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

να φορτώσουν τα βάρη της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων και της νεολαίας. Αυτή η φωνή έγινε άμεσα πολεμική κραυγή της Αριστεράς σε όλη την Ευρώπη. Ακόμα και όταν δεν φωναζόταν με τον καθαρό και μαζικό τρόπο της Ιταλίας, ήταν «παρόν» στα επόμενα μεγάλα κινηματικά γεγονότα. Στην εξέγερση της νεολαίας στην Ελλάδα (με το σύνθημα «Στις τράπεζες λεφτά, στη νεολαία σφαίρες»…) και στις μεγάλες κινητοποιήσεις των Γάλλων μαθητών που εμπνεύστηκαν από τον ελληνικό Δεκέμβρη. Αυτά τα κινήματα έγιναν σωστά αντιληπτά ως εικόνες από το μέλλον. Ο διεθνισμός τους (από το ιταλικό σύνθημα που έγινε πανευρωπαϊκό, ως το

3


Από το εργατικό ξέσπασμα του φθινοπώρου στη Γαλλία.

πέρασμα της σκυτάλης από την ελληνική νεολαία στη γαλλική) και η μαχητικότητά τους ήταν τα πρώτα δείγματα ενός κινήματος αντίστασης που γεννιόταν εν μέσω κρίσης. Τα πρώτα αυτά αυθόρμητα ξεσπάσματα δικαιώθηκαν από μία ακόμη άποψη: Πρόβαλλαν το επιχείρημα πως, αν δεν αντισταθούμε, οι νέοι και οι εργάτες θα κληθούμε από τις κυβερνήσεις να πληρώσουμε τα δισεκατομμύρια που κόστισε το «ξελάσπωμα» των τραπεζών και των επιχειρήσεων. Αυτή η αυθόρμητη «πρόβλεψη» δικαιώθηκε τους μήνες που ακολούθησαν. Αλλά αποδείχθηκε πως τόσο η πλειοψηφία του κόσμου των από κάτω, όσο και το συνδικαλιστικό κίνημα δεν είχαν συνειδητοποιήσει τις προκλή��εις. Στην Ιταλία, τη Γαλλία, την Ελλάδα τα συνδικάτα επιχείρησαν να αποκρούσουν τις πρώτες επιθέσεις με τις παραδοσιακές 24ωρες απεργίες, ενώ κλαδικοί αγώνες έγιναν και στη Βρετανία, την Ισπανία, την Πορτογαλία. Στις ΗΠΑ, η διάθεση για αλλαγή εκφράστηκε με την εκλογή του Ομπάμα στο Λευκό Οίκο. Ακόμα, υπήρχε μια συναίνεση για «κάποιες λογικές» θυσίες και η ελπίδα για μια επιστροφή στον κεϊνσιανισμό, είτε εκλογικά με τη νίκη Ομπάμα και με εντολή για ένα

4

«νέο Νιου Ντιλ», είτε με την ελπίδα των συνδικαλιστικών ηγεσιών να ασκήσουν αποτελεσματικές πιέσεις με τις απεργιακές κινητοποιήσεις τους. Οι αγώνες αυτού του διαστήματος ήταν πολύτιμοι, καθώς κράτησαν ζεστή την αντίσταση. Αλλά φάνηκε από την εμπειρία πως ήμασταν πια σε «άλλη φάση». Αυτή η συνειδητοποίηση γεννήθηκε στη βάση του εργατικού κινήματος, το οποίο –στην περίπτωση της Ελλάδας– μαζικοποίησε τις απεργίες και τις διαδηλώσεις στις 5 και 20 Μάη του 2010 και αποτύπωσε στα πανό και τα συνθήματά του τη διάθεση για γενίκευση και κλιμάκωση της αντίστασης. Ανάλογες διαθέσεις εκφράστηκαν στις γενικές απεργίες της Γαλλίας και στις μάχες του FIOM στην Ιταλία. Οι χρονιές 2010, 2011 είναι σημείο καμπής. Η κρίση όχι μόνο δεν έχει περάσει, αλλά βαθαίνει, χτυπώντας τα PIGS, απειλώντας να τινάξει στον αέρα όλη την ευρωζώνη και αγγίζοντας άμεσα πλέον τις ίδιες τις ΗΠΑ. Μαζί με το βάθεμα της κρίσης, βαθαίνει και γενικεύεται η επίθεση των αρχουσών τάξεων διεθνώς. Από τις ΗΠΑ ως την Ελλάδα και από την Αγγλία ως την Ισπανία, οι άρχουσες τάξεις χρησιμοποιούν την ίδια προπαγάνδα –«κατα-

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


ναλώνατε περισσότερα από όσα παράγετε»– για να φορτώσουν την κρίση στις πλάτες μας. Πέρα από όλα τα σύνορα και σε όλες τις γλώσσες, οι κυβερνήσεις και οι καπιταλιστές στέλνουν το ίδιο μήνυμα προς τους εργαζόμενους όλου του κόσμου: Θα πρέπει να ζήσετε με πολύ λιγότερα, για πολύ καιρό. Αλλά είναι σημείο καμπής για έναν ακόμη λόγο. Στα εργοστάσια της Γαλλίας, στις σχολές και τα σχολεία του Λονδίνου, στους δρόμους της Λισσαβόνας, στις πλατείες στο Κάιρο, τη Μαδρίτη και την Αθήνα, στο Καπιτώλιο του Ουισκόνσιν δόθηκε μια κοινή απάντηση από τους εργαζόμενους και τη νεολαία όλου του κόσμου: Όχι! Ο καθένας από αυτούς τους αγώνες πέρασε από σημεία κορύφωσης και σημεία ύφεσης, από επιτυχίες και από υποχωρήσεις. Οι Γάλλοι εργάτες έδωσαν πρώτοι το σύνθημα το φθινόπωρο, όταν στην Ελλάδα επικρατούσε νηνεμία. Όταν το κίνημα στην Ελλάδα βρέθηκε στην πρώτη γραμμή διεθνώς, στη Γαλλία επικρατούσε σιωπή. Καθώς το ισπανικό κίνημα, που έφερε τις «πλατείες» στην Ευρώπη, υποχωρούσε, η «ήσυχη» Βρετανία έζησε μια από τις μεγαλύτερες απεργίες στην ιστορία της. Εκατομμύρια Αιγύπτιοι ανέτρεψαν τον Μουμπάρακ το Φλεβάρη και αποχώρησαν από το προσκήνιο, ενώ η σκυτάλη περνούσε στο Ουισκόνσιν και την Ευρώπη. Καθώς οι αγώνες στη Δύση περνάνε την «κάμψη» του καλοκαιριού, οι Αιγύπτιοι ξαναπλημμυρίζουν την Ταχρίρ… Αν δει κανείς αυτούς τους αγώνες αποσπασματικά σε κάθε χώρα, θα μείνει με την εικόνα στιγμιαίων ξεσπασμάτων. Αλλά αν τους δούμε όλους μαζί, ως «ρυάκια» ενός διεθνούς ποταμού αντίστασης στην κρίση, καταλαβαίνουμε ότι ζούμε την εποχή μιας παγκόσμιας κλιμάκωσης των αγώνων, ζούμε τη γέννηση ενός νέου διεθνούς κινήματος αντίστασης. Τα γεγονότα, που ζήσαμε όλους αυτούς τους μήνες, είναι ιστορικά. Στην περιγραφή της μαζικότη-

τας των αγώνων που ξέσπασαν, αμέτρητες φορές χρησιμοποιήθηκε ο όρος «για πρώτη φορά από…». Η Πορτογαλία έζησε τη μεγαλύτερη γενική απεργία και τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις από την επανάσταση των Γαρυφάλλων το 1974. Το Νοέμβρη του 2010 στο Λονδίνο, οι μεγάλες φοιτητικές διαδηλώσεις (που μία από αυτές κατέλαβε τα γραφεία του κυβερνητικού κόμματος των Τόρηδων) χαρακτηρίστηκαν δίκαια από τα βρετανικά ΜΜΕ σαν η μαζικότερη και μαχητικότερη κινητοποίηση της νεολαίας από το 1968. Το Φλεβάρη-Μάρτη του 2011, οι διαδηλώσεις και η κατάληψη του Καπιτωλίου στο Ουισκόνσιν ήταν μια από τις μεγαλύτερες κινητοποιήσεις στην πρόσφατη αμερικανική ιστορία και μια δράση με επίκεντρο τα συνδικάτα που θύμισε έντονα τη δεκαετία του ’30. Η διαδήλωση στις 26 Μάρτη στη Βρετανία ήταν η μεγαλύτερη εργατική διαδήλωση από το 1968, ενώ η επιτυχία της συντονισμένης απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων στις 30 Ιούνη μπορεί να συγκριθεί μόνο με την ιστορική γενική απεργία του 1926. Στην Ισπανία οι διαδηλώσεις των Indignados ξαναζωντάνεψαν στη χώρα ένα κλίμα γενικευμένης αμφισβήτησης, που είχε να φανεί από τον ξεσηκωμό ενάντια στον Φράνκο στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η Ελλάδα με τη γενική απεργία στις 5 Μάη και τις μεγάλες διαδηλώσεις του Συντάγματος έζησε τις μαζικότερες λαϊκές κινητοποιήσεις από τη μεταπολίτευση, ενώ η 28-29 Ιούνη καταγράφηκε σαν η πρώτη 48ωρη γενική απεργία μετά 20 χρόνια. Το απεργιακό φθινόπωρο της Γαλλίας, με τις διαδοχικές γενικές απεργίες, τις διαδηλώσεις της νεολαίας και τις κλαδικές απεργίες διαρκείας ενδιάμεσα, έφεραν στην Ευρώπη μυρωδιά «Μάη 1968». Όλα αυτά, στο φόντο των αραβικών εξεγέρσεων που σημάδεψαν το 2011 και επανέφεραν τη λέξη «επανάσταση» στα χείλη εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτοί οι αγώνες συνηγορούν στο ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική ανάκαμψη της αντίστα-

Αν δούμε αυτούς τους αγώνες όλους μαζί, ως «ρυάκια» ενός διεθνούς ποταμού αντίστασης στην κρίση, καταλαβαίνουμε ότι ζούμε την εποχή μιας παγκόσμιας κλιμάκωσης των αγώνων, ζούμε τη γέννηση ενός νέου διεθνούς κινήματος αντίστασης.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

5


σης, καθώς στη μία χώρα με την άλλη ισοφαρίζονται ή σπάνε τα «ρεκόρ» του παγκόσμιου «Μάη του 1968» και άλλων ιστορικών στιγμών, όπως το απεργιακό κίνημα στη Βρετανία και τις ΗΠΑ τη δεκαετία του ’30. Αυτοί οι ιστορικής σημασίας αγώνες δεν κατάφεραν να ανακόψουν την επίθεση των από πάνω. Είναι ένα στοιχείο που με την πρώτη ματιά δείχνει αποθαρρυντικό. Με κορυφαία παραδείγματα την Ελλάδα του καλοκαιριού του 2011 και την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου και τη Γαλλία του φθινοπώρου του 2010 και την ψήφιση της αύξησης των ορίων συνταξιοδότησης, είναι εύκολο κάποιοι αγωνιστές να σκεφτούν πως «δοκιμάσαμε τα πάντα, δεν καταλαβαίνουν τίποτα». Αυτές οι μάχες δείχνουν πόσο αποφασισμένη είναι η καπιταλιστική τάξη να περάσει το πρόγραμμά της. Το «θα ανοίξουμε όλα τα μέτωπα κι ας μας ρίξουν», που είπε ο ΓΑΠ στο υπουργικό του συμβούλιο, συμπυκνώνει τις προκλήσεις και τα καθήκοντα διεθνώς. Έχουμε απέναντί μας το διεθνές κεφάλαιο: στην Ευρώπη με τη συνεργασία μη-εκλεγμένων ευρωγραφειοκρατών και κυβερνήσεων, στις ΗΠΑ με τη διακομματική συναίνεση Δημοκρατικών-Ρεπουμπλικάνων, πάντα υπό τη σκιά των «οίκων» και της «αγοράς». Έχουμε απέναντί μας κυβερνήσεις

–είτε δεξιές είτε σοσιαλδημοκρατικές– αποφασισμένες να πέσουν μαχόμενες υπέρ του κεφαλαίου. Αυτή η νέα κατάσταση απαιτεί νέα καθήκοντα για το εργατικό κίνημα και την Αριστερά. Το ευχάριστο είναι πως το κίνημα «ωριμάζει» διαρκώς προς αυτή τη συνειδητοποίηση και κλιμακώνει τη δράση του σε αυτή την κατεύθυνση. Από τις «εθιμοτυπικές» αντιστάσεις των πρώτων χρόνων της κρίσης, περάσαμε, κάτω από τις πιέσεις της εργατικής βάσης και του μεγέθους της επίθεσης, σε ποιοτικά ανώτερες μορφές δράσης. Αυτός ο γύρος αφήνει πίσω του πολύτιμες παρακαταθήκες. Μία είναι ο νέος διεθνισμός: Οι «αγανακτισμένοι» εμπνεύστηκαν από τις κατασκηνώσεις στις πλατείες της Ισπανίας, που οργάνωσαν οι νεαροί Indignados. Οι ίδιες οι ισπανικές πλατείες εμπνεύστηκαν από το μοντέλο της κατάληψης της Ταχρίρ στο Κάιρο. Ο εργατικός ξεσηκωμός στη Βρετανία έχει την πρόθεση να διαψεύσει τις «ρεαλιστικές» φωνές που λέγανε «δεν είμαστε Γάλλοι ή Έλληνες». Μία άλλη παρακαταθήκη είναι η ανάγκη συντονισμένης, ενωτικής απάντησης. Η απεργία στο δημόσιο στη Βρετανία, όσο συνηθισμένη κι αν φαίνεται στην Ελλάδα, είναι πρωτάκουστο πράγμα σε ένα κατεξοχήν «συντεχνιακό» τα τελευταία χρόνια εργατικό κίνημα που μέχρι πρότινος μετρούσε τις

Χιλιάδες Βρετανοί φοιτητές εισβάλλουν στα γραφεία του κυβερνητικού κόμματος στο Λονδίνο.

6

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Η κατάληψη του Καπιτωλίου του Μάντισον από τα συνδικάτα στο Ουισκόνσιν.

πληγές του από την εποχή Θάτσερ. Ανάλογο μήνυμα έστειλε η κοινή δράση των αμερικανικών συνδικάτων στο Ουισκόνσιν (με αποκορύφωμα τη δράση των πυροσβεστών, που δεν θίγονταν από τα μέτρα του κυβερνήτη Γουόκερ, αλλά πρωτοστάστησαν στις κινητοποιήσεις). Στη Γαλλία, πέρα από τις γενικές απεργίες, η συνύπαρξη νοσοκόμων, δασκάλων, φοιτητών, εργατών, στις απεργιακές φρουρές στα διυλιστήρια και ο συντονισμός των συνελεύσεων διαφορετικών κλάδων έδειξε την ίδια κατεύθυνση. Στην Πορτογαλία, για πρώτη φορά στην ιστορία οι δύο συνομοσπονδίες (σοσιαλδημοκρατική και κομουνιστική) απέργησαν από κοινού. Ένα άλλο ζήτημα που ανέδειξαν αυτοί οι αγώνες ήταν η εισβολή στο προσκήνιο της «γενιάς της κρίσης», των άνεργων πτυχιούχων, των ασυνδικάλιστων, των επισφαλώς εργαζόμενων. Ένα εύφλεκτο υλικό (με διαφορετικούς όρους ένα δυναμικό ανάλογο με αυτό που πρωτοστάτησε το Μάη του ’68) που μέχρι πρότινος κινούνταν στις παρυφές των απεργιών ή των φοιτητικών κινητοποιήσεων, βγήκε μπροστα με τις «πλατείες»: Πρώτα στον αραβικό κόσμο, αλλά στη συνέχεια στην Ισπανία της ανεργίας-ρεκόρ και των πιο ελαστικών σχέσεων εργασίας διεθνώς και στην Ελλάδα όπου διαμορφώνο��ται ανάλογες συνθήκες.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

Και στο δικό τους αίτημα για «δημοκρατία», προστίθεται σταδιακά το ίδιο αίτημα στη βάση των συνδικάτων. Η επιρροή των ισπανικών πλατειών στα εργοστάσια της Βαρκελώνης, η εργατική εξέγερση στην Αίγυπτο, όπου τα συνδικάτα ήταν καθεστωτικά, οι προσπάθειες συνδικαλισμού σε «αδύναμους» χώρους στην Ελλάδα και οι «από τα κάτω» διαδικασίες, όπως οι συνελεύσεις στην απεργία στα ΜΜΜ, είναι δείγματα αυτής της δυναμικής. Στο γαλλικό φθινόπωρο αυτή η διαθεσιμότητα εκφράστηκε με τον πιο δυναμικό τρόπο: Οι συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς και οι απεργιακές φρουρές έδωσαν στη βάση των σωματείων λόγο και ρόλο και αυτή η εργατική αυτενέργεια ήταν η ατμομηχανή που κράτησε το κίνημα ζωντανό. Στην Ελλάδα, η προκήρυξη 48ωρης απεργίας, πέρα από τις αδυναμίες που φάνηκαν στην υλοποίησή της, ήταν ένα τεράστιο ποιοτικά βήμα μπροστά για το πώς αντιλαμβάνεται το εργατικό κίνημα τη μάχη. Αυτά τα νέα χαρακτηριστικά πρέπει και μπορούν να οξυνθούν στις μάχες που έρχονται. Παρά την αδιαλλαξία των κυβερνήσεων, μία φορά το ελληνικό και μία το γαλλικό κίνημα «άγγιξαν» το στόχο της ανατροπής μιας κυβέρνησης. Αυτή η εμπειρία δεν πρέπει να γίνει απογοήτευση (καθώς τελικά

7


δεν κατάφεραν το στόχο τους) αλλά να τροφοδοτήσει με αυτοπεποίθηση τους νέους αγώνες. Η κοινή δράση όλων, η κλιμάκωση των μορφών πάλης, η δημοκρατία και η αυτενέργεια στη βάση του εργατικού κινήματος, η εμπλοκή στον αγώνα των «παραγκωνισμένων» τμημάτων της εργατικής τάξης είναι κρατούμενα για τον επόμενο γύρο. Όμως για τους καπιταλιστές το στοίχημα είναι μεγάλο, είναι ζήτημα ζωής ή θανάτου. Ως τέτοιο πρέπει να το αντιμωπίσει και η δικιά μας τάξη. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες οι «γραμμές» χαράσσονται τόσο καθαρά. Γι’ αυτό το λόγο είναι αναγκαίο η επαναστατική Αριστερά να οργανώσει και να εμπνεύσει το «από εδώ» στρατόπεδο με την ίδια αποφασιστικότητα που δείχνουν οι αντίπαλοι. Στους καθημερινούς αγώνες ενάντια στα μέτρα λιτότητας, χρειάζεται να αναζωογονηθούν τα συνδικάτα ως οργανώσεις μάχης και γι’ αυτό χρειάζονται δίκτυα οργανωμένων αγωνιστών, που θα δουλεύουν στη βάση. Αλλά και στη «μεγάλη εικόνα», καθώς οι κυρίαρ-

χες πολιτικές προσφέρουν επιλογές μόνο για το τι είδους περικοπές θα δεχτεί ο κόσμος της δουλειάς και καθώς το σύστημα βυθίζεται στην κρίση, χρειάζεται μια εναλλακτική λύση. Πρώτα απέναντι στους σημερινούς εκβιασμούς του χρέους και της πειθαρχίας στο ευρώ, αποφεύγοντας ταυτόχρονα ανέφικτες θεωρίες «αυτοδύναμης ανάπτυξης» του ελληνικού καπιταλισμού που θα ωφελήσουν τάχα και τους εργάτες. Και σε δεύτερο επίπεδο, απέναντι στα σημερινά αδιέξοδα του συστήματος, χρειάζεται μια Αριστερά που θα προβάλει την εναλλακτική μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας, βασισμένης στην εργατική δημοκρατία και στην ικανοποίηση των αναγκών των ανθρώπων. Αυτό το όραμα μπορεί να βρει όλο και μεγαλύτερα ακροατήρια μέσα σε όσους συμμετέχουν σε αυτή τη νέα αντίσταση. Μια τέτοια Αριστερα, ικανή να αντιμετωπίσει ξεκάθαρα τις μεγάλες προκλήσεις του αύριο, έχουμε να χτίσουμε στους αγώνες του σήμερα.

Συνέλευση στην πλατεία Ντελ Σολ στη Μαδρίτη.

8

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


■■ Αφιέρωμα στο «κίνημα των πλατειών»

Η πλατεία ήταν γεμάτη... ΅΅Συλλογή άρθρων που δημοσιεύτηκαν σε διαδοχικά φύλλα της εφημερίδας «Εργατική Αριστερά».

H αγανάκτηση να γίνει δύναμη Των Γρηγόρη Δεμέστιχα, Κατερίνας Σεργίδου ΅΅Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Εργατική Αριστερά» Νο 245, 1/6/2011

Η πλατεία ήταν γεμάτη... και συνεχίζει να είναι γεμάτη από την Τετάρτη 25 Μάη. Οι idignados, που κατέλαβαν τις πλατείες και τους δρόμους της Ισπανίας, έγιναν οι «αγανακτισμένοι» στην Ελλάδα, πλημμυρίζοντας καθημερινά το Σύνταγμα, αλλά και άλλες πόλεις της χώρας. Οι εικόνες από τις πρωτοφανείς αυτές κινητοποιήσεις έχουν κάνει το γύρο του κόσμου και είναι πραγματικά εντυπωσιακές. Γι’ αυτές τις συγκεντρώσεις πολλά και κυρίως διαφορετικά έχουν ειπωθεί και γραφτεί. Ξεκινώντας από την Αριστερά, οι αντιδράσεις κινούνται από την απόλυτη «υπόκλιση» σε κάθε έκφραση του κινήματος και κορώνες του τύπου «εμείς το είχαμε προβλέψει», μέχρι την υποτίμηση και τα φοβικά

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

σύνδρομα απέναντι στο αυθόρμητο κίνημα. Στην άλλη όχθη, το σύστημα και τα ΜΜΕ, φοβούμενοι το ανεξέλεγκτο κίνημα, επιμένουν να λένε στον κόσμο ότι το κίνημα αυτό είναι απολίτικο, ειρηνικό, ακομμάτιστο και αχρωμάτιστο.

Πώς γεννήθηκε αυτό το κίνημα Τα ΜΜΕ, μέρος της Αριστεράς, αλλά και ο ίδιος ο κόσμος θεωρεί ότι αυτό το κίνημα δημιουργήθηκε αυθόρμητα, μέσα από το διαδίκτυο και κυρίως μέσα από το facebook. Είναι αλήθεια ότι τον τελευταίο καιρό οι άνθρωποι έχουν ανακαλύψει καινούριες μορφές επικοινωνίας, θέλοντας, και σωστά, να ξεφύγουν από τον «κατευθυνόμενο λόγο»

9


Οι «αγανακτισμένοι» ξεχείλισαν την πλατεία Συντάγματος.

της τηλεόρασης. Ακόμα και αν η πλειοψηφία της κοινωνίας δεν θα πει ποτέ τη φράση «τα ΜΜΕ είναι μηχανισμός προπαγάνδας του αστικού κράτους», ξέρει πως, όταν ο Πρετεντέρης διαφημίζει το κίνημα του Συντάγματος, κάτι δεν πάει καλά. Το facebook βοήθησε αρκετά στο να διαδοθεί το γεγονός. Όμως δεν έφτανε από μόνο του. Τα ΜΜΕ όλες τις μέρες, αλλά ιδιαίτερα την προηγούμενη της Τετάρτης καλούσαν τον κόσμο να κατέβει μαζικά στο δρόμο, θέλοντας να προλάβουν την Αριστερά. Χρειάζεται να θυμόμαστε και να θυμίζουμε ότι αυτοί οι ίδιοι που τώρα χαϊδεύουν το κίνημα, είναι αυτοί που ρίχνουν λάσπη στις απεργίες και τις καταλήψεις, αυτοί που δικαιολογούν την αστυνομική βία και καλλιεργούν τον κοινωνικό αυτοματισμό. Το Σύνταγμα επίσης δεν οφείλεται σε μια καλή ιδέα που μπορεί να είχαν κάποιοι. Όσο και αν πολλοί έλεγαν από καιρό «να καταλάβουμε την πλατεία του Συντάγματος», αν δεν είχε προηγηθεί το εντυπωσιακό κίνημα των Ισπανών, το πιο πιθανόν είναι ότι αυτή η κατάληψη θα αργούσε περισσότερο. Γιατί τα κινήματα δεν βγαίνουν ποτέ κατά παραγγελία. Και αν βγουν, τότε δεν είναι κινήματα.

Ποιοι είναι οι υποκινητές της δράσης στο Σύνταγμα; Προσπερνώντας όμως την εύκολη εξήγηση περί facebook, χρειάζεται να ψάξουμε πιο βαθιά. Οι πραγματικές αιτίες, που θα έβγαζαν τον κόσμο

10

στο δρόμο αργά ή γρήγορα, είναι προφανώς η πρωτοφανής επίθεση που βιώνει. Η κοινωνία εδώ και καιρό είναι ένα καζάνι που βράζει, έτοιμο να εκραγεί. Όσο και αν θέλουν να το κρύβουν οι Πρετεντέρηδες, στοιχεία αυτής της δυναμικής είδαμε πολλές φορές στο πρόσφατο παρελθόν. Στις μεγάλες απεργιακές συγκεντρώσεις, όπως ήταν η περσινή στις 5 Μάη, αλλά και πιο πρόσφατα στις 23 Φλεβάρη, στα οργισμένα μπλοκ των εργαζομένων της ΔΕΗ, των συμβασιούχων, των συγκοινωνιών, των γιατρών κ.λπ., αλλά και στη μεγάλη αποδοχή που είχαν τα κινήματα ανυπακοής όπως το «Δεν πληρώνω». Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η χώρα το Δεκέμβρη του 2008 συνταράχτηκε από τη μεγαλειώδη εξέγερση εκατοντάδων χιλιάδων νεολαίων. Αυτή είναι η δύναμη που έχει οδηγήσει σε πολιτική κρίση το σύστημα, που δεν αφήνει την κυβέρνηση να ολοκληρώσει τις «μεταρρυθμίσεις» της, που αναγκάζει το πολιτικό σύστημα να αναζητεί λύσεις συναίνεσης.

Γιατί αυτή η μορφή; Γιατί ο κόσμος δεν επέλεξε και αυτή τη φορά τις κλασικές μορφές πάλης και διαμαρτυρίας; Επειδή τα συνδικάτα και η Αριστερά δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. Οι γραφειοκράτες εδώ και χρόνια οργανώνουν τυπικά τις απεργιακές συγκεντρώσεις. Ακόμα χειρότερα δεν καλύπτουν τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Γιατί ο κόσμος δεν επέλεξε και αυτή τη φορά τις κλασικές μορφές πάλης και διαμαρτυρίας; Επειδή τα συνδικάτα και η Αριστερά δεν στέκονται στο ύψος των περιστάσεων. και υπογράφουν συμβάσεις ντροπής. Δεν οργανώνουν αγώνες, αλλά επαναπαύονται πάνω στα προνόμιά τους, προσπαθώντας να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα. Με λίγα λόγια έχουν γίνει κομμάτι του προβλήματος. Από την άλλη ένα μέρος της Αριστεράς διακατέχεται από το άγχος των «ρεαλιστικών προτάσεων» εντός της αντοχής του συστήματος, ενώ άλλα της κομμάτια, αν και αγωνιστικά, κρύβονται πίσω από καθαρούτσικα -τάχα- αντικαπιταλιστικά «πλαίσια», αρνούμενοι πεισματικά (παρά τις αντίθετες διαθέσεις του κόσμου) την αναγκαιότητα δράσης μέσα στο κίνημα. Έτσι καταλήγουμε (άλλοτε σωστά και άλλοτε λανθασμένα) ο κόσμος να μην εμπιστεύεται κανένα και να θεωρεί την Αριστερά και τα συνδικάτα κομμάτι του πολιτικού συστήματος.Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι πολλοί εργαζόμενοι (ενοικιασμένοι, συμβασιούχοι, μερικής απασχόλησης) ούτως ή άλλως δεν μπορούν να απεργήσουν, τους οδηγεί στο να αναζητούν άλλους τρόπους, που φαίνονται πιο εύκολοι, πιο δημιουργικοί, πιο καινούριοι.

Καλοδεχούμενα προβλήματα ζητούν λύσεις Πολλά «αρνητικά» μπορεί να βρει κανείς στο Σύνταγμα. Απολίτικα και σεξιστικά συνθήματα, αρκετές ελληνικές σημαίες και απόψεις περί ενότητας όλων των Ελλήνων. Πρόκειται για χαρακτηριστικά που εύκολα μπορεί να εκμεταλλευτεί η δεξιά και η ακροδεξιά. Πλάι σε αυτά όμως υπάρχει και μια μαζική δήλωση: «Ξυπνήσαμε». Όποιος δεν πιστεύει ότι είναι καλό νέο το γεγονός ότι χιλιάδες άνθρωποι πιστεύουν ότι ξύπνησαν, τότε μάλλον κοιμάται και συνεχίζει να ονειρεύεται «καθαρά» κινήματα. Όλα τα προβλήματα που κουβαλάει το νέο αυτό κίνημα, ανεξάρτητα από το πόσο θα κρατήσει, είναι καλοδεχούμενα. Το ζητούμενο είναι να τα λύσουμε. Ας αρχίσο��με, μεταφέροντας το κλίμα της πλατείας Συντάγματος στους εργασιακούς χώρους, στα πανεπιστήμια, στις γειτονιές. Τώρα είναι η ώρα η Αριστερά, τα σωματεία, οι επιτροπές αγώνα να οργανώσουν συνελεύσεις και συζητήσεις που θα δίνουν χώρο και λόγο στον καθένα. Ταυτόχρονα να

Η ψήφιση του μεσοπρόθεσμου έγινε κάτω από την προστασία πάνοπλων αστυνομικών και με τη χρήση τόνων χημικών.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

11


βρούμε τρόπους να συνδεθούμε με τον κόσμο του Συντάγματος. Όλη αυτή η διάθεση μπορεί να γίνει δύναμη σε κάθε χώρο. Οι άνθρωποι έχουν ξεχάσει ή δεν ξέρουν ότι «παίρνω την κατάσταση στα χέρια μου» σημαίνει απεργώ, αποφασίζω, συμμετέχω εκεί που σπουδάζω, εκεί που δουλεύω, εκεί που ζω. Να μεταφέρουμε παντού το αίτημα για γενική απεργία. Κυρίως όμως, αν κάτι έχει να προσφέρει η Αριστερά είναι ιδέες, στόχους και όνομα στα πράγματα. Είμαστε αγανακτισμένοι όχι γενικά, αλλά πολύ συγκεκριμένα με τα αφεντικά. Αυτοί είναι οι πραγματικοί κλέφτες και έχουν όνομα. Δεν λέγονται γενικά πολιτικοί.

Λέγονται τραπεζίτες, εφοπλιστές και βιομήχανοι. Ποιος είναι ο στόχος μας; Η ανατροπή. Να διώξουμε την κυβέρνηση, το μνημόνιο και όσους συναινούν σε αυτή την πολιτική, αλλά και αυτούς που κερδίζουν από αυτή. Ποιοι είμαστε; Οι εργαζόμενοι που παράγουν τον πλούτο. Αυτοί που έχουν τη δύναμη να αλλάξουν την κοινωνία. Αν βρούμε τον τρόπο να ακούσουμε και να μας ακούσουν, τότε θα δούμε και τις κόκκινες σημαίες στις πλατείες. Τότε, πέρα από αγανακτισμένοι, θα γίνουμε και πολύ πιο επικίνδυνοι.

Το κίνημα των πλατειών βάζει στόχο την ανατροπή του μεσοπρόθεσμου Των Κατερίνας Σεργίδου, Σπύρου Αντωνίου ΅΅Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Εργατική Αριστερά» Νο 248, 13/7/2011

Τις μέρες μετά τις 28 και 29 Ιούνη το ερώτημα, που πλανιέται πάνω από τις πλατείες της χώρας, είναι το πώς συνεχίζουμε. Δικαιολογημένα το καλοκαίρι οι ρυθμοί πέφτουν και η αγωνία πολλών αγωνιστών είναι αν θα κρατήσουμε ζωντανές τις πλατείες μας, όρθια τη σημαία του αγώνα. Αυτή η αγωνία δείχνει την αποφασιστικότητά τους να μείνουν στο δρόμο. Το ζητούμενο σε αυτές τις συνθήκες είναι να δούμε ποιος είναι ο καλύτερος τρόπος να δώσουμε το στίγμα της συνέχειας, προστατεύοντας ταυτόχρονα το κίνημα μας από τον εκφυλισμό. Στις 29 Ιούνη έκλεισε ο πρώτος κύκλος αγώνα. Αν δεν το παραδεχτούμε, δεν θα μπορέσουμε να μαζέψουμε δυνάμεις για τον επόμενο γύρο, που θα είναι ακόμα πιο δύσκολος και πιο κρίσιμος. Και ο επόμενος γύρος είναι η μάχη για την ανατροπή του μνημονίου στην πράξη. Παρ’ όλα αυτά,

12

οι εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, που βγήκαν στο δρόμο και πίστεψαν ότι μπορούν να διώξουν την κυβέρνηση, αγωνιούν ακόμα και έχουν τα μάτια τους στραμμένα στην πλατεία Συντάγματος. Γι’ αυτό και το μήνυμα που θα σταλεί σε όλες τις λαϊκές συνελεύσεις είναι πολύ κρίσιμο. Το πρώτο και βασικό πρόβλημα που έχουμε να λύσουμε είναι να αποδεσμευτούμε από τη συζήτηση ότι συνέχεια σημαίνει κρατάμε την πλατεία όλο το καλοκαίρι, ενώ αντίστροφα, αν δεν κρατηθεί η πλατεία ή οι πλατείες, σημαίνει ότι χάσαμε. Η μάχη με την κυβέρνηση δεν θα κριθεί από το αν θα κρατήσουμε το «οδόφραγμα» του Συντάγματος όλο τον Αύγουστο. Για συμβολικούς λόγους προφανώς μπορούν και πρέπει να οργανωθούν μέσα στο καλοκαίρι κάποιες συνελεύσεις, κάποια χάπενινγκ, πιθανά και κάποιες εβδομαδιαίες συνελεύσεις αντί για τις καθημερινές. Από την άλλη χρειάζεται

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Οι επόμενες μάχες θα κριθούν στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ), στο χώρο των πανεπιστημίων (νόμος πλαίσιο), αλλά και στην επίθεση στο δημόσιο τομέα. Τα συμπεράσματα από τον προηγούμενο γύρο έχουν μεγάλη σημασία για τη συνέχεια. να περιφρουρήσουμε τις μαζικές διαδικασίες που κατακτήθηκαν κατά τη διάρκεια των 40 ημερών, να προφυλάξουμε το κίνημά μας από τους διάφορους καλοθελητές που θα παρουσιάζουν τους 150 και 300, που θα μαζεύονται στην πλατεία, σαν ήττα, αλλά και από κατασταλτικές και παρακρατικές δυνάμεις που πιθανά να βρουν ευκαιρία να χτυπήσουν μέσα στο καλοκαίρι την πλατεία. Σε κάθε «πόλεμο» υπάρχουν οι στιγμές της κλιμάκωσης και της σύγκρουσης (τέτοιες ήταν η 15 Ιούνη και το 48ωρο της απεργίας 28-29 Ιούνη), αλλά υπάρχουν και οι στιγμές του απολογισμού, της συσπείρωσης δυνάμεων και της προετοιμασίας. Σε τέτοια φάση βρίσκεται τώρα το κίνημά μας.

Μήνυμα Η πλατεία Συντάγματος χρειάζεται να μεταφέρει σε όλες τις πλατείες της χώρας με αφίσες, ανακοινώσεις κ.λπ. τα μηνύματα: α) Η ψήφιση του με-

σοπρόθεσμου ήταν απλώς μια προσωρινή ανάσα για την κυβέρνηση και όχι νίκη. β) Το κίνημα κέρδισε πολλά, όπως το γεγονός ότι εκατομμύρια άνθρωποι «ξύπνησαν», άντεξαν την τρομοκρατία των ΜΜΕ και την καταστολή και τρόμαξαν την κυβέρνηση και ολόκληρο το κατεστημένο. γ) Συνεχίζουμε. Το μήνυμα αυτό φυσικά θα το μεταφέρει κυρίως η Αριστερά της πλατείας. Με προτάσεις, με συνθήματα όπως «Δεν χρωστάμε-Δεν πουλάμε-Δεν πληρώνουμε», αλλά και με το δίχτυο κατοίκων και συνδικαλιστών στους χώρους μπόρεσε σε μεγάλο βαθμό να καθορίσει και να δώσει πολιτικά χαρακτηριστικά στο κίνημα, καταφέρνοντας έτσι να σηκώσει και την κόκκινη σημαία που έλειπε.

Προετοιμασία Οι επόμενες μάχες θα κριθούν στο μέτωπο των ιδιωτικοποιήσεων (ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ), στο χώρο των

Η διαδήλωση της ΓΕΝΟΠ-ΔΕΗ καταλήγει στο Σύνταγμα και ενώνεται με τη συγκέντρωση των «αγανακτισμένων».

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

13


πανεπιστημίων (νόμος πλαίσιο), αλλά και στην επίθεση στο δημόσιο τομέα. Τα συμπεράσματα από τον προηγούμενο γύρο έχουν μεγάλη σημασία για τη συνέχεια. Το γεγονός δηλαδή ότι η συνάντηση του εργατικού κινήματος με το κίνημα των πλατειών δεν έγινε στο βαθμό που θα μπορούσε, ήταν κάτι που μας κόστισε και σε μαζικότητα και σε αποτελεσματικότητα στις 28-29/6. Αυτό δεν σημαίνει ότι η 48ωρη απεργία ήταν υπερβολική και «υπερέβαινε τις δυνατότητές μας». Χρειάζεται από τώρα όλες οι δυνάμεις να προσανατολιστούν προς τη σύνδεση και την απεύθυνση σε ομοσπονδίες και σωματεία, να εμπνεύσουμε τον εργαζόμενο κόσμο των πλατειών να πιέσει για την οργάνωση συνελεύσεων, που να θυμίζουν Σύνταγμα στους χώρους δουλειάς. Το επόμενο διάστημα θα χρειαστούμε την οργανωμένη δύναμη της εργατικής τάξης για να νικήσουμε. Αυτή τη δύναμη θα τη χρειαστούμε

επίσης για την περιφρούρηση και την αυτοάμυνα του κινήματος, για την οποία γίνεται πολύς λόγος.Σε αυτό το νέο γύρο οι λαϊκές συνελεύσεις και όσες συλλογικότητες και επιτροπές δρουν στις γειτονιές, έχουν να παίξουν πολύ χρήσιμο ρόλο. Στο να ενημερώνουν τον κόσμο και κυρίως στο να λειτουργούν ως ο συνδετικός κρίκος όλων των τοπικών αντιστάσεων. Ως η δύναμη που θα καλλιεργεί κλίμα ενότητας και αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργαζόμενους του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα, ανάμεσα στους φοιτητές και την κοινωνία. Η εποχή που διανύουμε, είναι εξαιρετικά κρίσιμη. Ο αγώνας που δίνουμε, είναι μαραθώνιος και περιλαμβάνει πολλούς γύρους. Η μεταφορά της εμπειρίας και των συμπερασμάτων από τον ένα γύρο στον άλλο με τέτοιο τρόπο ώστε να μην απογοητεύονται, αλλά να στρατεύονται περισσότεροι άνθρωποι στον πόλεμο, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την τελική νίκη.

Οι πλατείες, η σημαία και η Αριστερά Του Αντώνη Νταβανέλλου ΅΅Αναδημοσίευση από την εφημερίδα «Εργατική Αριστερά», Νο 247, 29/6/2011

Όσο στις πλατείες των «αγανακτισμένων» κυματίζουν οι γαλανόλευκες, δήλωναν στις εφημερίδες βασικοί μυστικοσύμβουλοι του Σαμαρά, τόσο ο αρχηγός της ΝΔ διατηρεί ακέραιες τις ελπίδες να είναι τελικά αυτός ο πολιτικά κερδισμένος από το μαζικό ξέσπασμα των τελευταίων εβδομάδων. Ο ισχυρισμός αυτός ασφαλώς δεν είναι ακριβής. Σε όλα τα μαζικά κινήματα η διαμόρφωση της πολιτικής συνείδησης καθορίζεται από στάδια, έχοντας ένα χαρακτήρα μεταβατικό. Αυτό ίσχυσε και σε μεγάλα μαζικά κινήματα που τελικά καθορίστηκαν από την Αριστερά. Για παράδειγμα, το μεγάλο αντιδικτατορικό κίνημα, που κατέληξε να διαμορφώσει την «κόκκινη» γενιά της Μετα-

14

πολίτευσης, στις πρώιμες μαζικές εκδηλώσεις του (π.χ. στην κηδεία του Γ. Παπανδρέου ή στην κηδεία του Γ. Σεφέρη) «κράτησε» και αυτό γαλανόλευκες σημαίες ή φώναξε με πάθος αστικοδημοκρατικά συνθήματα (π.χ. 1-1-4). Όμως με την πρόοδο των αγώνων και των εμπειριών, ένας πλατύς κόσμος συνέδεσε το μίσος ενάντια στη χούντα με την απόρριψη του συστήματος που την έφερε στο προσκήνιο και τη στήριξε. Τα «σύμβολα» στις διαδηλώσεις άλλαξαν, η κόκκινη σημαία έγινε πλειοψηφική, ο κόσμος των αγώνων εντάχθηκε στην Αριστερά, ουσιαστικά έχτισε από την αρχή το ΚΚΕ, το ΚΚΕ εσ., τις οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς, που συνολικά ως

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Κόκκινη σημαία στην «πάνω» πλατεία.

«χώρος» βρισκόταν στο ναδίρ, μετά τις ήττες του 1967 και τη διάσπαση του 1968… Με το ιστορικό παράδειγμα θέλουμε να πούμε το εξής: Η πολιτικοποίηση θέλει το χρόνο της, θέλει τα στάδια εμπειρίας μεγάλου αριθμού ανθρώπων. Ασφαλώς θα ήταν λάθος μια βίαια αντιπαράθεση με όσους στις πλατείες επιλέγουν να κρατούν τις γαλανόλευκες. Όπως και στην περίοδο της δικτατορίας, έτσι και σήμερα, μιλώντας για τη μεγάλη κλίμακα μαζικότητας, το κίνημα των «αγανακτισμένων» ξεκινά από ένα σημείο ιδεολογικής και πολιτικής ήττας της Αριστεράς. Ιδεολογικής ήττας, μετά την ανικανότητα της Αριστεράς να διαφοροποιηθεί από τα ανατολικά καθεστώτα και την κατάρρευσή τους το 1989. Και κυρίως πολιτικής ήττας, μετά την ανικανότητα της Αριστεράς να οργανώσει και να εκφράσει πολιτικά τις αντιστάσεις του κόσμου στη νεοφιλελεύθερη πολιτική είτε των δεξιών είτε των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων. Όμως το ένα λάθος –το λάθος του σεχταρισμού– δεν νομιμοποιεί το αντίστροφό του, το λάθος της

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

υποταγής. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τίποτα δεν υπάρχει ως απολύτως αυθόρμητο. Για παράδειγμα, τις σημαίες τις «σπρώχνουν» οργανωμένα στις πλατείες οι κύκλοι της Δεξιάς, της ακροδεξιάς και της εκκλησίας, τις αβαντάρουν συστηματικά όλα τα ΜΜΕ, μετρώντας τες μάλιστα ως σημάδι «υγείας» και ανεξαρτησίας αυτού του νέου κινήματος από τα κόμματα γενικώς, έστω και αν όλοι γνωρίζουν ότι αυτό ευνοεί κάποια συγκεκριμένα κόμματα, όπως τη ΝΔ του Σαμαρά ή το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη… Όλες οι δυνάμεις της Αριστεράς οφείλουν με τρόπο, αλλά συστηματικά και επίμονα, να δώσουν και να κερδίσουν τη μάχη των «συμβόλων». Γιατί η γαλανόλευκη κουβαλά ιδέες και υποστηρίζει στρατηγικές. Τις ιδέες της εθνικής και όχι της ταξικής ενότητας. Τις στρατηγικές που λένε ότι υπάρχουν τρόποι αντίστασης στο μνημόνιο και στο μεσοπρόθεσμο που θα αυτοπεριορίζονται στη μάχη «κατά της διαφθοράς» ή στην πίεση για ένα «άλλο μίγμα πολιτικής». Και οι ιδέες αυτές καταλήγουν στην ήττα ακόμα και του κόσμου που τις κουβαλά. Κα-

15


ταλήγουν στην εναλλαγή στην κυβερνητική εξουσία του διαχειριστή του συστήματος. Το διακύβευμα της μάχης των «συμβόλων» είναι μεγάλο: Είναι να πειστεί ένας πλατύς κόσμος – μέσα από την πείρα των αγώνων του– ότι ο μόνος δρόμος για να υπερασπίσει τα δικαιώματά του είναι ο δρόμος της πάλης για τη συνολική αλλαγή του κόσμου, ο δρόμος της σύγκρουσης με την ΕΕ και το ΔΝΤ, αλλά και με ένα συγκεκριμένο τμήμα του «έθνους»: τους ντόπιους βιομήχανους, τραπεζίτες, εφοπλιστές… Το τμήμα της Αριστεράς που υποτιμά αυτό το καθήκον διαπράττει σοβαρό πολιτικό λάθος. Ακόμα σοβαρότερο λάθος κάνουν όσοι μετατρέπουν την αδυναμία σε αρετή. Οι μεταμοντέρνες

16

«αναλύσεις» ότι η παρουσία της γαλανόλευκης αποδεικνύει το πέρασμα σε μια μετα-αριστερή εποχή, όπου ο λαός –τάχα– σφυρηλατεί από τα κάτω μια «νέα εθνική-λαϊκή-ταξική ενότητα» ενάντια στο μνημόνιο, την τρόικα και τους δανειστές, πρέπει να εγκαταλειφθούν, γιατί στρώνουν το δρόμο στην πολιτική ήττα είτε από τη «Σπίθα» του Μ. Θεοδωράκη και του επικίνδυνου επιτελείου του, είτε από νέες πολιτικές δυνάμεις τύπου Μαρκεζίνη, είτε –το πιθανότερο– από τις αυταπάτες για αλλαγή μέσω μιας εκλογικής νίκης της Δεξιάς πολυκατοικίας. Και θα είναι κυριολεκτικά κρίμα για ένα κίνημα που γέννησε τόσες ελπίδες και άνοιξε τόσες νέες δυνατότητες.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Παγιδευμένοι στο χρέος Του Μήτσου Γκορίτσα ✉dgoritsas@dea.org.gr ✉

Η γαλλική εφημερίδα «Le Monde» έγραψε απαξιωτικά για τους πολιτικούς ηγέτες της Ε.Ε. και των ΗΠΑ, χαρακτηρίζοντάς τους «τα παιδάκια που μας κυβερνούν». Γιατί η διεθνής οικονομία, με αιχμή την κρίση χρέους, δείχνει ολοένα και περισσότερο εκτός ελέγχου; Η όξυνση της κρίσης είναι θέμα ανικανότητας και κακής διαχείρισης ή υπάρχουν βαθύτεροι λόγοι που επιτείνουν το αδιέξοδο; Και τι συνέπειες έχει αυτό για μια αριστερή απάντηση στην κρίση, με βάση τα εργατικά συμφέροντα;

Στην αρχή το ΔΝΤ αρνήθηκε να χορηγήσει την 5η δόση του δανείου των 110 δισ., αν η Ε.Ε. δεν αποφάσιζε πρώτα και νέο πακέτο δανειοδότησης προς την Ελλάδα για τα επόμενα χρόνια. Η Ε.Ε. από τη μια ανέβαλλε την απόφαση και ήταν διχασμένη για το νέο δάνειο και από την άλλη, ακόμα και αν το αποφάσιζε, έθετε όρο όχι μόνο την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου, αλλά και τη συναίνεση κυβέρνησης και αντιπολίτευσης στα νέα μέτρα. Κάτω από αυτές τις πιέσεις, αλλά και κάτω από την πίεση της ογκούμενης λαϊκής αποδοκιμασίας

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

και του κινήματος των «αγανακτισμένων», η κυβερνητική πλειοψηφία άρχισε να αποσυντίθενται, η κυβέρνηση Παπανδρέου έφτασε στα όρια της παραίτησης και μόνες πιθανές «διέξοδοι» εμφανίζονταν ο σχηματισμός κυβέρνησης «εθνικής σωτηρίας» ή οι άμεσες εκλογές. Διεθνώς τα περιβόητα σπρεντ των ομολόγων πήραν την ανηφόρα όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά και για άλλες χώρες της ευρωζώνης, η χρεοκοπία της Ελλάδας έδειχνε βέβαιη και η απειλή ενός φαινομένου ντόμινο –που θα έπληττε ακόμα και την οικονο-

17


Αν πιστέψουμε την επίσημη προπαγάνδα, τότε το συμπέρασμα είναι ότι οι υποτιθέμενοι υπεύθυνοι της κρίσης «τεμπέληδες» Έλληνες δημόσιοι υπάλληλοι είναι ικανοί να συμπαρασύρουν στην κατάρρευση τον ...παγκόσμιο καπιταλισμό! (σκίτσο του Ingram Pinn, στους Financial Times, 10.2.2010)

μία των ΗΠΑ– άρχισε να διαμορφώνεται στον ορίζοντα και να σπέρνει τον πανικό στις λεγόμενες «αγορές». Η ανησυχία ήταν τέτοια, που όχι μόνο αναλυτές και πολιτικοί εκπρόσωποι, αλλά και οι ίδιοι οι καπιταλιστές παρενέβησαν ευθέως –50 γαλλικές και γερμανικές επιχειρήσεις κολοσσοί δημοσίευσαν κείμενο με το οποίο καλούσαν σε σωτηρία του ευρώ με κάθε θυσία. Ως εκ θαύματος, την τελευταία στιγμή ΔΝΤ και Ε.Ε. εξασφάλισαν τα χρήματα της 5ης δόσης, η θέση του προέδρου της Ευρωπαϊκης Κεντρικής Τράπεζας, Τρισέ, για εθελοντική και μόνο συμμετοχή των ιδιωτών κυριάρχησε προσωρινά, το νέο δάνειο ύψους πάνω από 100 δισ. στην Ελλάδα δρομολογήθηκε και η Μέρκελ συναντήθηκε με τον Ομπάμα, όπου η «σωτηρία» της Ελλάδας επαναβεβαιώθηκε ως ζήτημα καίριας σημασίας όχι μόνο για την οικονομία της ευρωζώνης, αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας. Ακόμα και η μακρινή Κίνα έστερξε να δηλώσει διαθέσιμη για αγορά ευ-

18

ρωπαϊκού χρέους, για να στηρίξει την οικονομική σταθερότητα διεθνώς. Το Μάη και τον Ιούνη του 2011, η παγκόσμια οικονομία έφτασε στα πρόθυρα μιας νέας τεράστιας κρίσης, όπως και το φθινόπωρο του 2008 όταν κατέρρευσε η Λίμαν Μπράδερς, αυτή τη φορά με πιθανό εναρκτήριο κρίκο του νέου ντόμινο την Ελλάδα. Υποτίθεται ότι ο κίνδυνος αυτός πέρασε με την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου στην ελληνική βουλή και με τη χορήγηση της 5ης δόσης. Και πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις, νέος πανικός άρχισε να εξαπλώνεται στην ευρωζώνη και διεθνώς: Καταρχήν επειδή το σήριαλ της λεγόμενης «συμμετοχής των ιδιωτών» ξανάρχισε και το νέο δάνειο προς την Ελλάδα ξαναμπήκε σε αμφιβολία και δεύτερον και κυριότερο επειδή η κρίση χρέους άρχισε να χτυπάει οικονομίες-κολοσσούς της ευρωζώνης όπως η Ιταλία και η Ισπανία. Ο κίνδυνος για «φαινόμενο του ντόμινο» σε όλη την ευρωζώνη και στην παγκόσμια οικονομία εί-

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


ναι η προβαλλόμενη εξήγηση του πρόσφατου πανικού και των πίσω-μπρος στην διεθνή πολιτική αντιμετώπιση της κρίσης. Όμως δεν είναι επαρκής εξήγηση, όσο παραμένει αδιευκρίνιστο γιατί εμφανίζεται τώρα και πώς σχετίζεται αυτός ο κίνδυνος με την οικονομική κρίση στην Ελλάδα και διεθνώς. Καταρχήν και μόνο η πιθανότητα του ντόμινο δείχνει πόσο επιφανειακές και προπαγανδιστικές είναι οι ελληνοκεντρικές εξηγήσεις της κρίσης με βάση τις ελληνικές ιδιαιτερότητες περί δήθεν «σπάταλου κράτους», «έλλειψη ανταγωνιστικότητας», «καταναλώνουμε περισσότερα από όσα παράγουμε» και άλλα παρόμοια «επιχειρήματα». Ακόμα και ο πιο θρασύς προπαγανδιστής της καπιταλιστικής λογικής θα δυσκολευτεί να υποστηρίξει ότι κινδυνεύει να καταρρεύσει η παγκόσμια οικονομία, επειδή σε μια γωνιά του κόσμου, που λέγεται Ελλάδα, ο κυρ-Μήτσος λουφάρει στη δουλειά του και η κυρά-Κατίνα αγόρασε ακριβό αυτοκίνητο με δανεικά. Προφανώς η αλληλεξάρτηση της ελληνικής κρίσης με τη διεθνή οικονομία έχει άλλες αιτίες. Για να προχωρήσουμε περαιτέρω σε αυτές, είναι απαραίτητο να διευκρινίσουμε καταρχήν σε τι συνίσταται ο κίνδυνος του ντόμινο. Είναι φανερό πια ότι σε περίπτωση αδυναμίας της Ελλάδας ή κάποιας άλλης χώρας να πληρώσει τους δανειστές της, θα ακολουθήσει μια αλυσίδα γεγονότων, όπου τα ομόλογα της μιας χώρας μετά την άλλη θα πάψουν να είναι αξιόπιστα και θα μετατραπούν σε σκουπιδόχαρτα, για τα οποία οι τράπεζες, που τα κατέχουν, θα χάσουν τεράστια ποσά. Ουσιαστικά υπάρχει ο κίνδυνος το σύνολο του χρηματοπιστωτικού συστήματος της Ευρώπης να βρεθεί στα πρόθυρα της χρεωκοπίας και αυτό θα παρασύρει στην κρίση ακόμα και τις πιο ισχυρές χώρες της Ευρώπης, ενδεχομένως και την ίδια τη Γερμανία, με έναν μηχανισμό παρόμοιο με αυτόν που οδήγησε την Ιρλανδία στην κρίση

(η Ιρλανδία είχε γύρω στο 25% του ΑΕΠ χρέος και ξεπέρασε το 100% μέσα σε ελάχιστο χρόνο, επειδή διέσωσε τις χρεοκοπημένες τράπεζες της χώρας, οι οποίες με τη σειρά τους είχαν πρακτικά χρεοκοπήσει, επειδή δεν μπορούσαν να εισπράξουν τα δανεικά που είχαν διοχετεύσει σε οικονομικές φούσκες που κατέρρευσαν.) Το ευρώ είναι απίθανο να αντέξει μια τέτοια αναταραχή, η ευρωζώνη θα διαλυθεί, αφού κάθε χώρα θα κινηθεί με τη λογική ο σώζων εαυτόν σωθήτω και η κρίση θα πλήξει και τις ΗΠΑ και τον υπόλοιπο κόσμο μέσα από την έντονη αλληλεξάρτηση της διεθνούς οικονομίας και ακόμα πιο έντονα του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως έγινε και το 2008 με την κατάρρευση της Λίμαν Μπράδερς. Όμως όχι μόνο σε περίπτωση πτώχευσης, αλλά και στην περίπτωση της λεγόμενης «επιλεκτικής χρεοκοπίας», ο κίνδυνος επέκτασης της κρίσης παραμένει. Αυτό γίνεται φανερό, αν δούμε τι κρύβεται πίσω από το σήριαλ για τη συμμετοχή των ιδιωτών στα νέα δάνεια προς την Ελλάδα και την πιθανότητα «αναδιάρθρωσης» του ελληνικού χρέους, ένα σήριαλ που όλα δείχνουν ότι θα συνε��ιστεί και μέσα στο καλοκαίρι. Η κυβέρνηση της Γερμανίας και άλλων χωρών φλερτάρουν με την ιδέα να χάσουν οι ιδιώτες δανειστές του ελληνικού κράτους ένα μέρος των χρημάτων από το χρέος που κατέχουν, καταρχήν «για τα μάτια του κόσμου» –για να μπορούν οι κυβερνήσεις να ισχυρίζονται ότι κάποιο βάρος σηκώνουν και οι τράπεζες– και κατά δεύτερο, και ίσως κυριότερο, γιατί οι βόρειες χώρες δεν θέλουν να αυξήσουν τα δικά τους χρέη, εξαγοράζοντας αδιάκοπα τα χρέη άλλων χωρών. Ο λόγος που οι ευρωπαίοι ηγέτες ταλαντεύονται, δεν είναι απλά οι πιέσεις των τραπεζών, του Τρισέ και των λεγόμενων «οίκων αξιολόγησης». Ο κύριος λόγος είναι ότι υπάρχει όντως πραγματικό ρίσκο και φόβος για το ποιες θα είναι οι συνέπειες, αν οι τράπεζες και οι άλλοι ιδιώτες δανειστές της

Όμως όχι μόνο σε περίπτωση πτώχευσης, αλλά και στην περίπτωση της λεγόμενης «επιλεκτικής χρεοκοπίας», ο κίνδυνος επέκτασης της κρίσης παραμένει. Αυτό γίνεται φανερό, αν δούμε τι κρύβεται πίσω από το σήριαλ για τη συμμετοχή των ιδιωτών στα νέα δάνεια προς την Ελλάδα.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

19


Ελλάδας χάσουν έστω και ένα ευρώ από μια συμφωνία «αναδιάρθρωσης». Με μια αναδιάρθρωση οι τράπεζες θα χάσουν σήμερα ένα μέρος της αξίας των ομολόγων που κατέχουν από το ελληνικό χρέος. Όμως το ρίσκο και ο φόβος είναι ότι το πράγμα δεν θα περιοριστεί σε μια μικρή χασούρα στο παρόν. Αν αυτό γίνει για μια φορά, αυτομάτως ο κίνδυνος να χάσουν ακόμα περισσότερα και δεύτερη και τρίτη φορά στο μέλλον θα γίνει σχεδόν βεβαιότητα. Το ίδιο βεβαιότητα θα γίνει και το γεγονός ότι το «κούρεμα» των ομολόγων θα επεκταθεί αργά ή γρήγορα και στην Πορτογαλία και την Ιρλανδία, που βρίσκονται ήδη στη διαδικασία των μνημονίων, αλλά και σε εκείνες που ενδέχεται να αναγκαστούν να μπουν στο μέλλον. Αυτό θα είχε σαν σίγουρη συνέπεια την άνοδο των σπρεντ στο χρέος και άλλων «επικίνδυνων» χωρών της ευρωζώνης (κάτι που ήδη συμβαίνει εν μέρει) και μια διαρκή άνοδο του κινδύνου χρεοκοπιών και των

προς την Ελλάδα, για να αποπληρώνονται τα παλιότερα δάνεια των τραπεζών. Ούτε είναι υποχρεωτικό ένα φαινόμενο ντόμινο να ξεκινήσει μόνο από την Ελλάδα. Αν η κρίση χρέους χτυπήσει καθοριστικά την Ισπανία ή την Ιταλία με ανεβασμένα σπρεντ, τότε μια χρεοκοπία αυτών των χωρών είναι πιθανή, αφού είναι μάλλον απίθανο για την υπόλοιπη Ε.Ε. να μπορέσει να καλύψει αυτές τις οικονομίες με τα πολλαπλάσια κεφάλαια που απαιτούνται (π.χ. το ιταλικό χρέος είναι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα του χρέους Ελλάδας, Πορτογαλίας και Ιρλανδίας μαζί). Περιγράψαμε σύντομα πώς είναι πιθανόν να εξελιχτεί το φαινόμενο ντόμινο με αφορμή το χρέος στην ευρωζώνη. Όμως μόνο η περιγραφή δεν είναι αρκετή για να κατανοήσουμε το μέγεθος και τις αιτίες της κρίσης. Χρειάζεται να πάμε βαθύτερα. Καταρχήν χρειάζεται να απαντήσουμε αν το φαινόμενο ντόμινο είναι κάτι φυσικό και αναπόφευκτο στη διεθνή οικονομία. Σε αυτό πολύ λίγο

Το φαινόμενο ντόμινο δεν είναι φυσικός νόμος. Έχουν συμβεί και παλιότερα χρεοκοπίες, και μεγάλων επιχειρήσεων και κρατών, χωρίς αυτό να έχει τις αλυσιδωτές συνέπειες που είχε η χρεοκοπία της Λίμαν Μπράδερς ή η απειλή χρεοκοπίας της Ελλάδας σήμερα. Η διαφορά με σήμερα είναι η οξύτητα της διεθνούς κρίσης του καπιταλισμού, που απειλεί να μετατρέψει κάθε τοπική επιδημία σε παγκόσμια πανδημία. προβλημάτων ρευστότητας των τραπεζών. Έτσι μια «ελεγχόμενη» αναδιάρθρωση (ή «επιλεκτική χρεοκοπία») είναι πιθανό τελικά να αποδειχτεί όχι και τόσο ελεγχόμενη. Μια αλυσιδωτή αντίδραση, όπου οι τράπεζες θα κατέγραφαν ολοένα και περισσότερες ζημιές, ήταν (και εξακολουθεί να είναι) πιθανόν να ξεκινήσει, αν το «πουλόβερ» του χρέους άρχιζε να ξηλώνεται στην Ελλάδα, έστω και σε ένα μικρό ποσοστό «αναδιάρθρωσης» αρχικά. Το φαινόμενο ντόμινο μπορεί να είναι μικρό στην αρχή, αλλά στη συνέχεια να καταλήξει το ίδιο εκκωφαντικό και επικίνδυνο για το σύστημα όσο και μια άμεση χρεοκοπία της Ελλάδας. Χρειάζεται μια παρένθεση, για να σημειώσουμε ότι ο κίνδυνος για μια τέτοια επίδραση ντόμινο δεν εξαφανίζεται από τη συνέχεια των δανείων

20

διαφωτιστικές είναι οι αναλύσεις του αστικού τύπου και των αστών οικονομολόγων. Η απάντηση είναι ότι το φαινόμενο ντόμινο δεν είναι ούτε φυσικό ούτε αναπόφευκτο. Ο καπιταλισμός είναι ένα διεθνές σύστημα και οι λεγόμενες «εθνικές» οικονομίες είναι αλληλεξαρτημένες σε παγκόσμιο επίπεδο πιο πολύ από ποτέ στην ιστορία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι μια χρεοκοπία ή μια οικονομική κρίση σε ένα σημείο θα βάλει φωτιά αυτομάτως σε όλο τον πλανήτη. Έχουν συμβεί και παλιότερα χρεοκοπίες, και μεγάλων επιχειρήσεων και κρατών, χωρίς αυτό να έχει τις αλυσιδωτές συνέπειες που είχε η χρεοκοπία της Λίμαν Μπράδερς ή η απειλή χρεοκοπίας της Ελλάδας σήμερα. Το 1998 χρεοκόπησε, δηλαδή κήρυξε στάση πληρωμών στο χρέος της η Ρωσία και λίγα χρόνια

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Πηγή: McKinsey, Economist.

μετά ακολούθησε και η Αργεντινή και στη συνέχεια και οι δυο «κούρεψαν» τα χρέη τους στο μεγαλύτερο ποσοστό. Αυτές οι χρεοκοπίες επηρέασαν τη διεθνή οικονομία, αλλά με σχετικά ήπιο τρόπο και σίγουρα δεν οδήγησαν σε δραματική αλυσιδωτή επέκταση της κρίσης παγκόσμια. Ο λόγος μπορεί να γίνει κατανοητός με ένα παράδειγμα. Ας υποθέσουμε ότι μια τράπεζα έχει δανείσει σε δέκα πελάτες χρήματα και χρεοκοπεί ο ένας από αυτούς. Τότε αυτή η ζημιά μπορεί να απορροφηθεί πολύ εύκολα (για την ακρίβεια αυτό το ρίσκο έχει προϋπολογιστεί και έχει ενσωματωθεί στα επιτόκια δανεισμού προκαταβολικά) και η τράπεζα να συνεχίσει να είναι κερδοφόρα. Τι θα γινόταν όμως, αν χρεοκοπούσαν και οι δέκα ταυτόχρονα, ή αν (πράγμα που είναι το ίδιο) η χρεοκοπία

του ενός σήμαινε ότι ο δεύτερος έχανε τα λεφτά που του χρώσταγε ο πρώτος και οδηγούνταν και αυτός σε χρεοκοπία και έτσι με αυτόν τον τρόπο οδηγούνταν στη χρεοκοπία ο ένας μετά τον άλλον όλοι οι πελάτες της τράπεζας; Σε ακριβώς μια τέτοια κατάσταση βρίσκεται ο διεθνής καπιταλισμός τα τελευταία χρόνια, μια κατάσταση που απειλεί να μετατρέψει κάθε τοπική επιδημία σε μια παγκόσμια πανδημία. Με άλλα λόγια το πρόβλημα δεν είναι ότι κινδυνεύουν να χαθούν τα λεφτά που χρωστάει η Ελλάδα, αλλά ότι κινδυνεύουν να χαθούν (με αφορμή την Ελλάδα ή κάποια άλλη χώρα) τα τεράστια ποσά που αποτελούν το παγκόσμιο χρέος. Το κρατικό χρέος των χωρών του πάλαι ποτέ ανεπτυγμένου καπιταλισμού είναι κοντά στο 90% του ΑΕΠ τους κατά μέσο όρο και το ποσοστό αυτό συνεχίζει να αυξάνει. Όχι μόνο γιατί τα προγράμματα λιτότητας είναι αδιέξοδα σε περιβάλλον ασθενικής ανάπτυξης ή και ύφεσης, αλλά και γιατί η κύρια πηγή που τροφοδοτεί αυτά τα χρέη είναι το βουνό των ιδιωτικών χρεών, τα οποία είναι διπλάσια και τριπλάσια από ό,τι τα κρατικά χρέη. Ενδεικτικά σε μερικές από τις μεγαλύτερες οικονομίες του πλανήτη, το συνολικό χρέος φτάνει το 471% του ΑΕΠ στην Ιαπωνία, το 466% στη Μεγάλη Βρετανία, το 366% στην Ισπανία, το 322% στη Γαλλία, το 315% στην Ιταλία, το 296% στις ΗΠΑ και το 286% στη Γερμανία.[1] Η σωτηρία των τραπεζών το 2008 απαίτησε τεράστια ποσά από τα κράτη (με αποτέλεσμα την εκτίναξη των χρεών τους). Όμως τα «τοξικά» χρέη, που εξακολουθούν να κατέχουν τράπεζες και μεγάλες επιχειρήσεις, παραμένουν τεράστια και αργά ή γρήγορα είναι αναπόφευκτα νέα πακέτα διάσωσης από τα κράτη προς τον ιδιωτικό τομέα, που θα εκτινάξουν ξανά τα κρατικά χρέη και θα αυξήσουν τις πιθανότητες χρεοκοπίας κρατών. Για παράδειγμα, ο μεγάλος φόβος για την Ισπανία

Όλη η διεθνής οικονομία βρίσκεται υπό τον κίνδυνο της «ελλαδοποίησης», της πιθανότητας δηλαδή να χάσει τον έλεγχο και να οδηγηθεί σε μια αλματώδη άνοδο των ελλειμμάτων και του χρέους. Το βουνό του χρέους έχει αναδειχτεί σε ένα τεράστιο βάρος για τη διεθνή οικονομία και είναι η κύρια μορφή με την οποία εκφράζεται η καπιταλιστική κρίση. Δεν πρόκειται για μια τυχαία εξέλιξη ούτε για ατύχημα.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

21


δεν είναι το σημερινό κρατικό χρέος, που είναι μικρό, αλλά η πιθανή μελλοντική εκτίναξή του, αν οι τράπεζες κινδυνεύσουν με χρεοκοπία και το ισπανικό κράτος ακολουθήσει το δρόμο της Ιρλανδίας και αναλάβει τα χρέη τους. Συνοψίζοντας, όλη η διεθνής οικονομία βρίσκεται υπό τον κίνδυνο της «ελλαδοποίησης», της πιθανότητας δηλαδή να χάσει τον έλεγχο και να οδηγηθεί σε μια αλματώδη άνοδο των ελλειμμάτων και του χρέους, που έχει στο τέλος του δρόμου τη χρεοκοπία, και αυτό είναι που κάνει το φαινόμενο του ντόμινο πιθανό κίνδυνο. Το βουνό του χρέους έχει αναδειχτεί σε ένα τεράστιο βάρος για τη διεθνή οικονομία και είναι η κύρια μορφή με την οποία εκφράζεται η καπιταλιστική κρίση. Δεν πρόκειται για μια τυχαία εξέλιξη ούτε για ατύχημα. Όπως ομολογεί και ο «Economist»: «Ο δανεισμός ήταν η απάντηση σε όλα τα οικονομικά προβλήματα τα τελευταία 25 χρόνια. Τώρα το ίδιο το χρέος έχει γίνει το πρόβλημα».[2] Ο λεγόμενος «θρίαμβος της ελεύθερης αγοράς» στηρίχτηκε σε όλο και μεγαλύτερες δόσεις του «αναβολικού» του χρέους τις τελευταίες δεκαετίες, μια πολιτική ντοπαρίσματος που ακολούθησαν συνειδητά και συστηματικά οι κεντρικές τρά-

πεζες στις ΗΠΑ, στην Ε.Ε. και την Ιαπωνία. Ήταν ο μόνος τρόπος να παραμείνει ψηλά η κερδοφορία και η συνεπακόλουθη επέκταση του συστήματος, μια κερδοφορία που άρχισε να υποχωρεί μετά τη δεκαετία του ’70, με την επανεμφάνιση των οικονομικών κρίσεων στο καπιταλιστικό σύστημα μεταπολεμικά. Ο «Economist» αποκαλεί το χρέος «ναρκωτικό», δείχνοντας ότι, με την πάροδο του χρόνου, οι «δόσεις» είχαν πολύ μικρότερα αποτελέσματα: η πρόσθεση νέου χρέους στην οικονομία οδηγούσε σε όλο και μικρότερη ποσοστιαία αύξηση του ΑΕΠ. Πράγματι έτσι συνέβαινε αλλά όχι μόνο με το χρέος: είτε με δανεικά, είτε με ίδια κεφάλαια, η απόδοση των επενδύσεων στην πραγματική οικονομία, δηλαδή το ποσοστό κέρδους, έπεσε σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, επιβεβαιώνοντας την εγγενή τάση της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους στον καπιταλισμό, όπως το έχει περιγράψει ο Μαρξ. Με άλλα λόγια, το «ναρκωτικό» του συνεχώς ογκούμενου χρέους χορηγήθηκε σε ένα ήδη άρρωστο και γερασμένο σύστημα, γι’ αυτό και η «απεξάρτηση» δεν είναι καθόλου εύκολη: δεν υπάρχει επιστροφή σε μια υγιή προτεραία κατάσταση, γιατί αυτή η «υγιής» κατάσταση για το σύστημα πέρασε προ πολλού.

Η εξέλιξη του δημόσιου χρέους των ΗΠΑ ως ποσοστού του ΑΕΠ από το 1930 ως σήμερα. Η μεταπολεμική οικονομική άνθηση εξαφάνισε ένα τεράστιο χρέος, ενώ η επανεμφάνιση των οικονομικών κρίσεων από τη δεκαετία του '70 και μετά το εκτίναξε και πάλι.

22

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Ο καπιταλισμός σήμερα είναι σε παρακμή και δεν είναι σε θέση να οδηγήσει την οικονομία διεθνώς σε μια οικονομική ανάπτυξη ικανή να εξαφανίσει το χρέος. Το χρέος των τελευταίων δεκαετιών –ιδιωτικό και δημόσιο– δεν είχε σαν εγγύηση μια ραγδαία αναπτυσσόμενη πραγματική οικονομία, αλλά μια ραγδαία αναπτυσσόμενη φούσκα των λεγόμενων assets (περιουσιακών στοιχείων). Το χρέος καθεαυτό δεν οδηγεί υποχρεωτικά σε επώδυνη λιτότητα την κοινωνία, ούτε σε υποχρεωτική κρίση τον καπιταλισμό. Για παράδειγμα, αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οι ΗΠΑ βρέθηκαν με ένα τεράστιο χρέος που προσέγγιζε το 130% του ΑΕΠ. Και σαν να μην έφτανε το παλιό χρέος, οι ΗΠΑ προχώρησαν μεταπολεμικά σε διάφορα σχέδια Μάρσαλ προς τις χώρες της Ευρώπης και την Ιαπωνία, που θεωρητικά θα οδηγούσαν σε ακόμα μεγαλύτερο χρέος το κράτος. Και όμως όλο αυτό το τεράστιο χρέος «εξαφανίστηκε» μέσα στην τεράστια μεταπολεμική ανάπτυξη του συστήματος, για να αρχίσει να ανεβαίνει και πάλι στην αρχή της νέας κρίσης και παρακμής του συστήματος μετά τη δεκαετία του ’70, παρόλο που θεωρητικά η κυριαρχία του Ρηγκανισμού εξασφάλιζε «λιγότερο κράτος».[3] Η ίδια οικονομική ανάπτυξη χαρακτήριζε και τις άλλες χώρες μεταπολεμικά, γι’ αυτό άλλωστε και τα δάνεια εκείνης της εποχής δεν οδήγησαν σε υπερχρέωση ούτε τις επιχειρήσεις που γιγαντώνονταν είτε γενικότερα τις χώρες που ανασυγκροτούνταν από τα ερείπια του πολέμου. Με λίγα λόγια τα κέρδη από την αλματώδη ανάπτυξη της εποχής ήταν υπεραρκετά για να αποσβένουν το χρέος. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να συμβεί σήμερα, γιατί ο καπιταλισμός είναι σε παρακμή και δεν είναι σε θέση να οδηγήσει την οικονομία διεθνώς σε μια οικονομική ανάπτυξη ικανή να εξαφανίσει το χρέος. Το χρέος των τελευταίων δεκαετιών –ιδιωτικό και δημόσιο– δεν είχε σαν εγγύηση μια ραγδαία αναπτυσσόμενη πραγματική οικονομία, αλλά μια ραγδαία αναπτυσσόμενη φούσκα των λεγόμενων assets (περιουσιακών στοιχείων) σε μετοχές, σε εμπορεύματα, σε ακίνητα κ.λπ. Όσο οι μετοχές και οι τιμές των ακινήτων ανέβαιναν, το χρέος έδειχνε εγγυημένο. Τώρα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

που η φούσκα έσκασε, δεν υπάρχει κανένας τρόπος να αποσβεστεί το χρέος. Θεωρητικά, εκτός από την οικονομική ανάπτυξη το χρέος θα μπορούσε να ελεγχθεί και με ένα γενναίο «κούρεμα» (είτε μέσα από την αύξηση του πληθωρισμού και την απαξίωσή του είτε μέσα από πολιτικές αποφάσεις των κρατών για διαγραφή μέρους του χρέους). Κάτι τέτοιο προσκρούει στην τεράστια ισχύ των συμφερόντων του χρηματοπιστωτικού τομέα, που θα χάσει πάρα πολλά από μια τέτοια εξέλιξη. Προσκρούει επίσης στην ανταγωνιστική και ιμπεριαλιστική φύση του συστήματος, που κάνει ανέφικτη μια διεθνή συμφωνία στηριγμένη στον «αλτρουισμό». Ούτε οι μεμονωμένοι καπιταλιστές ούτε τα μεμονωμένα καπιταλιστικά κράτη δεν συνηθίζουν να «θυσιάζονται για το καλό του συνόλου» και ήδη βρίσκονται σε οξείς ανταγωνισμούς για το ποιος θα πληρώσει περισσότερο την κρίση (με τους νομισματικούς πολέμους, με τις αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό της Ε.Ε. κ.λπ.). Όμως, για χάρη της συζήτησης, ας υποθέσουμε ότι οι καπιταλιστές πήγαιναν κόντρα στη φύση τους και κόντρα σε κάθε ιστορική εμπειρία και «ενώνονταν μπροστά στον κίνδυνο» τουλάχιστον σε επίπεδο Ε.Ε. (αν όχι σε παγκόσμιο επίπεδο) και κατέληγαν σε μια συμφωνία αμοιβαίας απομείωσης του χρέους, μεταφοράς βαρών στις πιο πλούσιες χώρες, μετατροπής της ευρωζώνης σε ενωμένες πολιτείες της Ευρώπης και σε άλλες τέτοιες… αγγελικές και ηθικές αποφάσεις. Ακόμα και αυτό να συνέβαινε, και πάλι η κρίση της πραγματικής οικονομίας θα τους περίμενε στη γωνία με την πεσμένη κερδοφορία του κεφαλαίου (χωρίς πια το αναβολικό του άφθονου και φτηνού δανεισμού) και την απροθυμία των καπιταλιστών να κάνουν επενδύσεις. Το ίδιο ακριβώς θα συνέβαινε, αν το κάθε κράτος επιχειρούσε να βγει από την κρίση χρέους μεμο-

23


νωμένα. Ακόμα κι αν απαλλασσόταν από το βάρος του χρέους προσωρινά, θα είχε να αντιμετωπίσει και πάλι μια θάλασσα διεθνούς οικονομικής κρίσης –καμιά χώρα δεν μπορεί, ειδικά σήμερα, να αναπτύσσεται απροβλημάτιστα, αν το διεθνές περιβάλλον είναι βυθισμένο στην κρίση. Με άλλα λόγια, ακόμα κι αν με ένα μαγικό τρόπο η διεθνής οικονομία απαλλασσόταν από το τεράστιο χρέος και το γιγαντισμό του χρηματοπιστωτικού τομέα, απλά θα επέστρεφε στο στασιμοπληθωρισμό του ’70 και του ’80. Ο καπιταλισμός, για να ξεπεράσει την κρίση και να μπει σε φάση ανάπτυξης, πρέπει να μπει ταυτόχρονα σε φάση ανοδικής κερδοφορίας, γιατί η φύση του συστήματος είναι να έχει κινητήρα του το κέρδος. Και η ανοδική κερδοφορία δεν μπορεί να γίνει ούτε με κεϊνσιανά ούτε με νεοφιλελεύθερα γιατροσόφια πια. Μπορεί να γίνει μόνο με τεράστια καταστροφή κεφαλαίου, όπως αυτή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου που επέτρεψε στον καπιταλισμό τότε να

που να μπορεί να ξεπεράσει το πρόβλημα του χρέους. Το χρέος σήμερα αποτελεί μια μη αντιστρεπτή ζημιά, που πρέπει κάποιος να το πληρώσει με βαρύ τίμημα (δεν είναι καθόλου αναπόφευκτο να το πληρώνουν οι εργάτες βέβαια). Ακριβώς εξαιτίας αυτής της οικονομικής πραγματικότητας, οι όποιες «λύσεις» είναι προσωρινές και αβέβαιες. Αυτό σημαίνει ότι οι εναλλαγές πολιτικών, οι λύσεις της τελευταίας στιγμής, η προσωρινότητα της κάθε προσπάθειας σταθεροποίησης δεν οφείλονται σε ανεπάρκειες των πολιτικών ηγετών στην Ελλάδα, στην Ευρώπη και διεθνώς, αλλά έχουν συστημικά αίτια και θα είναι μόνιμο φαινόμενο και για το επόμενο διάστημα. Και ταυτόχρονα, τα όποια μπαλώματα της κρίσης δεν εξασφαλίζουν καμιά βεβαιότητα για τη σταθερότητά τους. Αντίθετα στηρίζονται σε ακροβασίες στην κόψη του ξυραφιού και μπορούν ανά πάσα στιγμή να οδηγήσουν σε κατάρρευση των διεθνών προσπαθειών αντιμετώπισης της κρίσης

Δεν υπάρχει λύση που να ωφελεί τους εργάτες και ταυτόχρονα να βγάζει τον καπιταλισμό από την κρίση και να οδηγεί την καπιταλιστική οικονομία στην κερδοφορία και την ανάπτυξη. Υπάρχει μόνο μια διέξοδος από την κρίση προς όφελος των εργατών και αυτή δεν είναι η αλλαγή πολιτικής εντός του καπιταλισμού, αλλά η αλλαγή κοινωνίας. Είναι η ανατροπή του καπιταλισμού και ο σοσιαλισμός. ξεπεράσει την κρίση του ’30. Συνοψίζοντας τα παραπάνω, θα λέγαμε καταρχήν ότι η κρίση δεν περιορίζεται σε κάποιες «τοπικές» αδυναμίες κάποιων χωρών, αλλά είναι κρίση του διεθνούς συστήματος, που εξακολουθεί να υποβόσκει, και «τοπικά» σε κάποιες χώρες εκδηλώνεται με πιο έντονα συμπτώματα. Πρόκειται για μια συστημική διεθνή κρίση που μπορεί να μπαλώνεται και να αντιμετωπίζονται κάπως τα συμπτώματα που είναι πιο έντονα σε κάποιες χώρες και λιγότερο σε κάποιες άλλες, αλλά που δεν μπορεί να λυθεί εντός του καπιταλιστικού συστήματος, τουλάχιστον όχι με βάση τα δεδομένα της στιγμής. Η αντιμετώπιση του μεγαλύτερου συμπτώματος της κρίσης, που είναι το χρέος, ισοδυναμεί με προσπάθεια τετραγωνισμού του κύκλου. Δεν υπάρχει καμία «συνταγή» οικονομικής πολιτικής

24

και σε λογικές ο σώζων εαυτόν σωθήτω για τον κάθε εθνικό καπιταλισμό. Συνεπώς, το εργατικό κίνημα και η Αριστερά δεν μπορούν να στηρίζονται στην αντικειμενική κατεύθυνση των πραγμάτων, ούτε να ελπίζουν σε εύκολες διεξόδους από την κρίση. Αντιλήψεις όπως των «ευρωπαϊστών» του ΣΥΝ ότι ο ελληνική οικονομία –δηλαδή ο ελληνικός καπιταλισμός– θα ξαναγυρίσει στην ανάπτυξη «αν διαπραγματευτούμε σκληρά εντός του ευρώ» ή των αντιευρωπαϊστών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ότι αυτό θα συμβεί με τη δραχμή, είναι κεϊνσιανές αυταπάτες εκτός πραγματικότητας. Τέτοιες αντιλήψεις απλά αναπαράγουν τις αποτυχημένες συνταγές του Ανδρέα Παπανδρέου (μια πολιτική διεκδίκησης εντός της ΕΟΚ παραπλήσια των μεσογειακών προγραμμάτων οι ευρωπαϊστές, την πολιτική των υποτιμήσεων του νομίσματος των Αρσένη και Ση-

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


«Ο καπιταλισμός δε δουλεύει. Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός».

μίτη το 1983-1985 οι αντιευρωπαϊστές), όταν προσπαθούσε να βγάλει τον ελληνικό καπιταλισμό από την κρίση του ’80. Ούτε η ελληνική, ούτε η παγκόσμια οικονομία μπορεί να γυρίσει σε βιώσιμη και σταθερή ανάπτυξη, συγκρίσιμη με το παρελθόν, όσο διατηρείται ένας όλο και πιο γερασμένος καπιταλισμός πο�� παρακμάζει και γεννάει από τη φύση του την κρίση. Δεν υπάρχει λύση που να ωφελεί τους εργάτες και ταυτόχρονα να βγάζει τον καπιταλισμό από την κρίση και να οδηγεί την καπιταλιστική οικονομία στην κερδοφορία και την ανάπτυξη. Υπάρχει μόνο μια διέξοδος από την κρίση προς όφελος των εργατών και αυτή δεν είναι η αλλαγή πολιτικής εντός του καπιταλισμού, αλλά η αλλαγή κοινωνίας. Είναι η ανατροπή του καπιταλισμού και ο σοσιαλισμός. Μια τέτοια προοπτική δεν οδηγεί σε καμία περίπτωση στην πολιτική αδράνειας του ΚΚΕ, που καταγγέλλει απλά το σύστημα και μαζεύει ψήφους, λες και ο σοσιαλισμός θα έρθει με ψηφοφορί-

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

ες. Η προοπτική του σοσιαλισμού υπηρετείται μόνο με την πολιτική της σκληρότερης δυνατής σύγκρουσης με τον καπιταλισμό σήμερα, που κατεβάζει τις μάζες στον αγώνα κάτω από συγκεκριμένες διεκδικήσεις και με κλιμακούμενες μορφές πάλης, ώστε να εμποδίσουμε το σύστημα να διαχειρίζεται την κρίση, θυσιάζοντας τις ζωές και τις ανάγκες των εργατών. Η πολιτική αυτή σύγκρουσης εδώ και τώρα με το σύστημα πρέπει να είναι ταξική και όχι πατριωτική, να στηρίζει τα εργατικά συμφέροντα, έχοντας πλήρη συνείδηση ότι αυτό μπορεί να γίνει μόνο βλάπτοντας άλλες τάξεις της «πατρίδας» και κυρίως τους τραπεζίτες και γενικότερα τους καπιταλιστές. Να είναι διεθνιστική, να έχει χαρακτήρα συνεργασίας και παραδειγματισμού για τους εργάτες όλων των χωρών και όχι να ελπίζει ότι οι εργάτες της Ελλάδας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας μπορούν να σωθούν μόνοι τους ή ότι η ταξική πολιτική είναι διαφορετική στην κάθε χώρα. Να είναι ρεαλιστική, δηλαδή να απαντάει στα διλήμματα και τα διακυβεύματα της συγκυρίας και

25


Σε όλες τις χώρες έχουμε από τη μια πλευρά τις λεγόμενες «αγορές», δηλαδή μια χούφτα ραντιέρηδες που κερδίζουν από τους τόκους και που έχουν συσσωρεύσει ένα βουνό χρεόχαρτα στην κατοχή τους και από την άλλη την παραγωγική δύναμη και τις ανάγκες της κοινωνίας. Η απάντηση σ’ αυτό το δίλημμα πρέπει να είναι σαφής: να ζήσουν οι άνθρωποι και να καταστραφούν τα χρέη. όχι να κρύβει το κεφάλι στην άμμο. Τέλος, μια τέτοια πολιτική έχει αναγκαστικά μεταβατικό χαρακτήρα: υπερασπίζει τους εργάτες προσωρινά, χωρίς να λύνει την κρίση του καπιταλισμού, αλλά αντίθετα στοχεύει στη συσπείρωση δυνάμεων για την ανατροπή του συστήματος. Αντί για διαχειριστικές προτάσεις «παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας» και ψευτοδιλήμματα του τύπου «ευρώ ή δραχμή», βασικό στοιχείο που οφείλει να διαπερνά μια αριστερή πολιτική είναι η μαχητική διεκδίκηση να πληρώσουν αυτοί που δημιούργησαν την κρίση, να πληρώσουν οι καπιταλιστές και να πληρώσουν όσο σκληρά είναι αναγκαίο, όχι μόνο με φορολογία, αλλά και με δήμευση του κοινωνικού πλούτου που κατέχουν. Στο ζήτημα του χρέους, αυτό σημαίνει πρακτικά την ανάγκη διεκδίκησης της διαγραφής του χρέους. Σε όλες τις χώρες έχουμε από τη μια πλευρά τις λεγόμενες «αγορές», δηλαδή μια χούφτα ραντιέρηδες που κερδίζουν από τους τόκους και που έχουν συσσωρεύσει ένα βουνό χρεόχαρτα στην κατοχή τους και από την άλλη την παραγωγική δύναμη και τις ανάγκες της κοινωνίας. Η απάντηση σ’ αυτό το δίλημμα πρέπει να είναι σαφής: να ζήσουν οι άνθρωποι και να καταστραφούν τα χρέη. Δεν θα πάθει τίποτα η κοινωνία, αν χρεοκοπήσουν οι τράπεζες ή ακόμα και κάποια ασφαλιστικά ταμεία που τζογάρουν στα ομόλογα, αρκεί να κρατικοποιηθεί πλήρως το τραπεζικό σύστημα και οι κοινωνικές παροχές των ταμείων να εξασφαλιστούν από το κράτος. Είναι προφανές ότι η σύγκρουση αυτή με τους ραντιέρηδες πρέπει να ξεκινήσει άμεσα και σε κάθε χώρα εδώ και τώρα. «Δεν θα μας δανείζουν οι αγορές, αν δεν κάνουμε λιτότητα», αυτό λέει ο Παπανδρέου, αυτό είπε και ο Μπερλουσκόνι,

26

ανακοινώνοντας πακέτο λιτότητας 80 δισ. στις αρχές Ιουλίου, αυτό λέει ο Ομπάμα στους εργάτες του Ουισκόνσιν και των ΗΠΑ, αυτό λένε οι κυβερνήσεις όλου του κόσμου. Ακόμα και οι χώρες που δεν έχουν υπογράψει μνημόνια τυπικά, έχουν δεσμευτεί με άτυπα μνημόνια με τις «αγορές», τα οποία διαιωνίζουν τη λιτότητα. Είναι προφανές ότι η κοινωνική ανάγκη επιβάλλει να σπάσει αυτή η διελκυστίνδα, όπου τα κράτη παίρνουν νέα δάνεια για να αποπληρώνουν τα παλιά: Η λιτότητα πρέπει να ανατραπεί και η πληρωμή των χρεών πρέπει να παγώσει, ώστε να μην μπορούν οι δανειστές να εκβιάζουν είτε άμεσα με μνημόνια είτε έμμεσα με άνοδο των σπρεντ κ.λπ. Προφανώς οι παραπάνω πολιτικές κατευθύνσεις είναι ενδεικτικές. Προφανώς η χάραξη μιας πολιτικής μεταβατικών διεκδικήσεων, με στόχο την υπεράσπιση των εργαζομένων και της κοινωνίας απέναντι στην κρίση και με απώτερο στόχο το σοσιαλισμό, είναι μια επίπονη προσπάθεια και φυσικά δεν περιορίζεται μόνο στο ζήτημα του χρέους. Προϋποθέτει τη συγκρότηση μιας Αριστεράς μαζικής και ικανής να ηγείται των πλατιών μαζών στη σύγκρουση με τον καπιταλισμό. Αλλά αυτό ξεφεύγει από το θέμα αυτού του άρθρου.

Σημειώσεις 1. h t t p : / / w w w . e c o n o m i s t . c o m / b l o g s / buttonwood/2010/06/indebtedness_after_ financial_crisis 2.http://www.economist.com/ node/16397110?story_id=16397110 3. http://www.usgovernmentspending.com/charts

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Μετανάστευση, ρατσισμός και Αριστερά Του Θανάση Κούρκουλα ✉koua.thanasis@mycosmos.gr ✉

Η δολοφονία του 44χρονου Μανώλη Καντάρη και τα πογκρόμ των νεοναζί της Χρυσής Αυγής, με την κάλυψη των ΜΑΤ, ξανάφεραν στη δημόσια συζήτηση το «μεταναστευτικό». Οι ομοβροντίες ΜΜΕ, κυβέρνησης, δεξιάς και ΛΑΟΣ κατά των εγκληματιών «λαθρο»-μεταναστών θα περίμενε κανείς να απαντηθούν θαρραλέα σε επίπεδο κινήματος και κεντρικά πολιτικά από την Αριστερά. Αντ’ αυτού είδαμε ατολμία και υποβάθμιση του θέματος από πολλές αριστερές οργανώσεις και κόμματα. Ταυτόχρονα, ήρθαν στο φως της δημοσιότητας αναλύσεις στελεχών της Αριστεράς, που αντιλαμβάνονται τη μετανάστευση ως «πρόβλημα» και τους μετανάστες ως φορείς εγκληματικότητας.

Η εγκληματικότητα είναι μεταναστευτικό πρόβλημα; Σε άρθρο του στην εφημερίδα «δρόμος» στις 14/5, με τίτλο «Να σταματήσουμε τα πογκρόμ, αλλά πώς;», ο σύντροφος Ρούντι Ρινάλντι διαπιστώνει μεταξύ άλλων: «Δεν είναι ρατσισμός, για παράδειγμα, να μη θέλουν οι κάτοικοι μιας περιοχής να κερδίζουν το χώρο τους νταβατζήδες και συμμορίες κι όχι τυχαία αυτά πολλαπλασιάζονται με την άφιξη και την εγκατάσταση στις περιοχές αυτές χιλιάδων μεταναστών.[…] Η Χρυσή

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

Αυγή, που λειτούργησε με επάρκεια, εστιάζοντας στο πρόβλημα του κέντρου της Αθήνας και της εγκληματικότητας, βρίσκοντας δηλαδή ευνοϊκό πεδίο για παρέμβαση, κατόρθωσε να γειωθεί με τον κόσμο και τα προβλήματά του.[…] Η επιτυχία του πολιτικού χώρου της ακροδεξιάς οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους: α) Τόνισαν ότι υπάρχει πρόβλημα. β) Πρότειναν καθαρή λύση: να φύγουν όλοι, να μην κυκλοφορούν τα βράδια, να έρθει η αστυνομία να επιβάλλει την τάξη.[…] Δεν φθάνουν ούτε οι γενικές διακηρύξεις, ούτε

27


τα συνθήματα όπως «οι μετανάστες δεν είναι πρόβλημα, έχουν προβλήματα», «σύνορα ανοικτά για την εργατιά», «νομιμοποίηση όλων χωρίς προϋποθέσεις» κ.λπ. Αυτά όλα φανερώνουν πως δεν αναγνωρίζεται το μεταναστευτικό πρόβλημα. […] Ακόμα λείπουν οι οποιεσδήποτε παρεμβάσεις στο πρωτογενές επίπεδο, εκεί που υπάρχουν τα προβλήματα και (η αριστερά) δεν έχει να επιδείξει καμιά παρέμβαση σε τοπικό επίπεδο». Ο Ρ. Ρ. έχει δίκιο σε ένα πράγμα: την ανυπαρξία παρέμβασης της Αριστεράς για πολλά χρόνια σε υποβαθμισμένες γειτονιές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας. Αυτή είναι η αιτία για το πρόσφορο έδαφος που βρήκε η ακροδεξιά. Όμως στα υπόλοιπα υιοθετεί ατόφια τη ρατσιστική προπαγάνδα: Από τη μία οι αθώοι Έλληνες κάτοικοι (πλούσιοι και φτωχοί, εργάτες άνεργοι και μικροαστοί, ρατσιστές και αλληλέγγυοι στους μετανάστες) και από την άλλη οι ένοχοι μετανάστες του κέντρου (που ως συλλογικό υποκείμενο πολλαπλασιάζουν την εγκληματικότητα, τους νταβατζήδες και τις συμμορίες). Δεν υπάρχει εγκληματικότητα Ελλήνων εναντίον Ελλήνων, Ελλήνων εναντίον μεταναστών, μεταναστών εναντίον μεταναστών; Δεν υπάρχει ταξική φύση στην εγκληματικότητα;

Η εξαθλίωση των ανθρώπων δεν παίζει κάποιο ρόλο; Τελικά ο αρθρογράφος δεν απαντά στο ερώτημα που θέτει ο ίδιος στον τίτλο: «Πώς να σταματήσουμε τα πογκρόμ». Εκτός –ίσως– από τη διαπίστωση πως η μετανάστευση συνιστά πρόβλημα, με κύριο «αποδεικτικό στοιχείο» την «εγκληματικότητα των μεταναστών». Επιχειρούμε λοιπόν να προεκτείνουμε τη σκέψη του Ρ.Ρ. με λογικούς συνειρμούς: Αφού η «μετανάστευση» δημιουργεί το πρόβλημα, ΛΑΟΣ και Χρυσή Αυγή έχουν δίκιο. Για να μην κερδίζουν αυτοί, η Αριστερά πρέπει να αξιώσει να φύγουν οι μετανάστες και να μην έρχονται άλλοι. Αλλά όχι με πογκρόμ. Ίσως με περισσότερες «σκούπες» της ΕΛ.ΑΣ; Μήπως να περιφρουρήσουμε την πλατεία Βικτωρίας από τους μελαψούς, για να μην το κάνουν οι Χρυσαυγίτες; Να διεκδικήσουμε τείχος του Έβρου χωρίς συρματοπλέγματα και αιχμηρές γωνίες, για να μη χτυπάνε οι μετανάστες που θα διώχνουμε; Να το επεκτείνουμε στα 200 χιλιόμετρα του Έβρου, γιατί τα 12,5 δεν αρκούν; Αντί για όλα αυτά, η Αριστερά οφείλει να επισημάνει πως η εγκληματικότητα (των μεταναστών και των ντόπιων) αυξήθηκε τα τρία τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης, της φτώχειας Πογκρόμ φασιστών εναντίον μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας.

28

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


και της ανεργίας. Τις ίδιες χρονιές, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., ο αριθμός των νεοεισερχόμενων μεταναστών και προσφύγων παρέμεινε περίπου σταθερός. Δεν πρόκειται λοιπόν για νεοεισερχόμενους εγκληματίες, αλλά για περισσότερο παραβατική συμπεριφορά ανθρώπων που προηγουμένως δεν «εγκληματούσαν». Σε όλα τα είδη παραβατικών συμπεριφορών, σύμφωνα με την ΕΛ.ΑΣ., η παραβατικότητα των αλλοδαπών (συμπεριλαμβάνονται και κοινοτικοί υπήκοοι) είναι μικρότερη σε απόλυτα νούμερα από των ημεδαπών, εκτός από την επαιτεία και την πλαστογραφία (βλέπε άστεγοι-άποροι και άδειες παραμονής).[1] Όμως είναι σαφώς αναλογικά μεγαλύτερη από τον πληθυσμό τους. Εντούτοις, το ποσοστό συμμετοχής των αλλοδαπών μειώνεται δραστικά, αν μετρηθεί η εγκληματικότητα στην ηλικιακή κατηγορία των νέων 20-35 ετών, που είναι δράστες του 90% των παραβάσεων. Οι νέοι αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία των μεταναστών που ζουν στην Ελλάδα, αντίθετα με την αναλογία νέων στο γενικό σύνολο του ντόπιου πληθυσμού. Επιπρόσθετα, η συμμετοχή μεταναστών 2ης γενιάς σε βαρύτερα εγκλήματα είναι μεγαλύτερη από εκείνη της 1ης γενιάς, καθώς ο κοινωνικός αποκλεισμός δημιουργεί στη 2η γενιά περισσότερη οργή και άρνηση ένταξης, παρά φόβο. Επίσης οι δικαστές καταδικάζουν πολύ ευκολότερα και με πολύ βαρύτερες ποινές αλλοδαπούς παρά ημεδαπούς.[2] Τέλος, αν απομονώσει κανείς τα πολύ φτωχά λαϊκά στρώματα (άνεργοι, άποροι, χαμηλόμισθοι), στα οποία ανήκει μεγάλο ποσοστό των μεταναστών, θα διαπιστώσει πως τα ποσοστά συμμετοχής ντόπιων και μεταναστών είναι ευθέως αντίστοιχα με τον πληθυσμό τους. Συμπέρασμα; Η εγκληματικότητα είναι ταξική και οφείλεται στον κοινωνικό αποκλεισμό των φτωχών ανεξαρτήτως προέλευσης. Δεν οφείλεται στα γονίδια ή τις «αντικοινωνικές συμπεριφορές» των μεταναστών. Επομένως αντίδοτο στην εγκληματικότητα είναι η καταπολέμηση της φτώχειας και της ανεργίας και όχι η δαιμονοποίηση της μετανάστευσης.

Υπέρ των μεταναστών, αλλά κατά της μετανάστευσης; Πιο εμπεριστατωμένος από τον Ρ. Ρινάλντι επιχειρεί να είναι ο Γ. Λαουτάρης από την εφη-

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

μερίδα του ΝΑΡ «Πριν». Κεντρικό επιχείρημα της ανάλυσής του είναι πως πρέπει να είμαστε «υπέρ των μεταναστών, αλλά κατά της μετανάστευσης». Για να αιτιολογήσει τον «αντιδραστικό χαρακτήρα» της σημερινής μετανάστευσης και να αποφύγει την αντιπαράθεση με το «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» των Μαρξ και Λένιν, ο αρθρογράφος ισχυρίζεται πως «Τα μεταναστευτικά κύματα των δύο προηγούμενων αιώνων συνδεδεμένα με την αποικιοκρατία και το βιομηχανικό καπιταλισμό είχαν άλλη κλίμακα. Σήμερα εξελίσσεται ένα εκρηκτικό φαινόμενο, παράγωγο της σύγχρονης εποχής, συνδεδεμένο με την παγκοσμιοποίηση και την παγκόσμια οικονομική κρίση. Είμαστε μάρτυρες του μεγαλύτερου μεταναστευτικού ρεύματος στην ιστορία, με νέα χαρακτηριστικά...» Καταρχήν όσον αφορά το μέγεθος της μετανάστευσης, η αύξηση των μεταναστευτικών ρευμάτων είναι ευθέως αντίστοιχη της αύξησης του παγκόσμιου πληθυσμού. Σύμφωνα με έκθεση του Προγράμματος των Ηνωμένων Εθνών για την Ανάπτυξη (United Nations Development Programme – UNDP),[3] στο διάστημα 19752005 διπλασιάσθηκε ο αριθμός των διεθνών μεταναστών, φθάνοντας το 2005 τον αριθμό των 200.000.000. Όμως ως ποσοστό είναι το 3-3,5% του συνολικού πληθυσμού της γης και παραμένει σταθερό, αφού στο ίδιο διάστημα σχεδόν διπλασιάσθηκε και ο πληθυσμός της γης. Και μάλιστα παρά το γεγονός πως το 1975 το κατά κεφαλή εισόδημα των πλουσίων χωρών ήταν 41 φορές μεγαλύτερο από το κατά κεφαλή εισόδημα των φτωχών χωρών, ενώ το 2005 ήταν 66 φορές μεγαλύτερο. Τα μαζικά μεταναστευτικά ρεύματα είναι παράγωγα των ιστορικών φάσεων του καπιταλισμού από την εποχή της συγκρότησης των εθνικών κρατών του 19ου αιώνα μέχρι τις πρόσφατες μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών, και όχι νέο φαινόμενο με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Οι ίδιες οι ΗΠΑ χτίστηκαν από εκατομμύρια Ευρωπαίους και Ασιάτες μετανάστες σε μια άνευ προηγουμένου μετακίνηση πληθυσμών στην ιστορία της ανθρωπότητας. Με τους πολέμους και τις εθνικές εκκαθαρίσεις, υπήρξαν μετακινήσεις εκατομμυρίων ανθρώπων στον 20ο αιώνα, με εγχώρια παραδείγματα τους

29


Βαλκανικούς πολέμους ή τη Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή. Πιο πρόσφατα ο καπιταλισμός έφερε σε μια σειρά από χώρες την ερήμωση της υπαίθρου, την εξαθλίωση των χωρικών και τη βίαιη ενσωμάτωσή τους στις πόλεις. Στην Ελλάδα με μαζικούς όρους αυτό έγινε τη δεκαετία του ’50, αλλά σε πάρα πολλές χώρες συνεχίζεται. Στην Κίνα π.χ. ή στον Ισημερινό υπάρχουν βίαιες καταναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών για ορυχεία, εργοστάσια ή «Ολυμπιακές εγκαταστάσεις». Υπήρχαν και άλλα «μικρότερα» μεγέθη μετανάστευσης όπως αυτά της δεκαετίας του ’20, ο ξεριζωμός των Εβραίων από την Ευρώπη, ο αποικισμός του Ισραήλ και ο διωγμός των Παλαιστινίων, τα μεταπολεμικά μεταναστευτικά ρεύματα του ’50, οι πόλεμοι στην Αφρική και τα καραβάνια των προσφύγων.[4] Δυστυχώς, πέραν της αριθμητικής αύξησης της μετανάστευσης, όσο κι αν ψάξαμε στο κείμενο του Γ.Λ. δεν βρήκαμε επίσης κάποια «νέα χαρακτηρι-

ήταν «εγκληματίες» και «αντικοινωνικά στοιχεία», η Κου Κλουξ Κλαν τους κρεμούσε από τα δέντρα με τα πόδια ανάποδα. Παράλληλα υπογραμμίζεται από τον Γ.Λ. πως, στις χώρες προέλευσης μεταναστών, η φυγή «αδυνατίζει τα κινήματα που ζητούν κοινωνική αλλαγή ή μεταρρυθμίσεις». Αντί άλλης απάντησης αρκεί να αναλογιστούμε το Παλαιστινιακό κίνημα που, παρά τα εκατομμύρια προσφύγων, γέννησε Ιντιφάντες και οργανώσεις όπως οι PLO και Χαμάς. Το ελληνικό εργατικό κίνημα που, παρά τη μαζική μετανάστευση σε περιόδους κρίσης, έφτιαξε κόμματα σαν το ΣΕΚΕ ή το ΚΚΕ και γέννησε το Μάη του ’36 στη Θεσσαλονίκη και τα Ιουλιανά του ’65! Αλλά και σήμερα, στις μέρες του «κινήματος των πλατειών» και των γενικών απεργιών, δεν έχει ξεκινήσει ένα κύμα μετανάστευσης νέων ανθρώπων από την Ελλάδα προς το εξωτερικό; Πρόκειται για «ταξικά κωθώνια» ή είναι αδέλφια των εργατών στις χώρες προορισμού τους, τμή-

Πάντα υπήρξε ρατσιστική προσπάθεια των κυβερνήσεων και της ακροδεξιάς να στραφεί η ντόπια εργατική τάξη εναντίον των εξαθλιωμένων νεοεισερχόμενων. Οι Μικρασιάτες πρόσφυγες ήταν οι «τουρκόσποροι» και οι γυναίκες τους «παστρικές», οι Έλληνες μετανάστες στην Αμερική ήταν «εγκληματίες» και «αντικοινωνικά στοιχεία», η Κου Κλουξ Κλαν τους κρεμούσε από τα δέντρα με τα πόδια ανάποδα. στικά» της μετανάστευσης. Αντίθετα υπάρχουν παλιά χαρακτηριστικά όλων των μεταναστευτικών κυμάτων: αναφορές στην τραγική κατάσταση των μεταναστών, εξαθλίωση και ανεργία που τους πλήττει και οδηγεί σε υπερεκμετάλλευσή τους από το κεφάλαιο, σύγκρουση και ανταγωνισμό με τμήματα ντόπιων που τους θεωρούν αιτία προβλημάτων. Η αλήθεια είναι πως πάντοτε οι μετανάστες και οι πρόσφυγες αντιμετωπίστηκαν, στις χώρες όπου κατέφθαναν, ως εργατικό δυναμικό ιδανικό για υπερεκμετάλλευση από τα αφεντικά. Πάντα υπήρξε ρατσιστική προσπάθεια των κυβερνήσεων και της ακροδεξιάς να στραφεί η ντόπια εργατική τάξη εναντίον των εξαθλιωμένων νεοεισερχόμενων. Οι Μικρασιάτες Πρόσφυγες ήταν οι «τουρκόσποροι» και οι γυναίκες τους «παστρικές», οι Έλληνες μετανάστες στην Αμερική

30

μα της παγκόσμιας εργατικής τάξης όπως και οι Άραβες, οι Αλβανοί ή οι Πακιστανοί που έρχονται στην Ελλάδα, ψάχνοντας για δουλειά, ψωμί και ένα καλύτερο αύριο; Όμως ας ασχοληθούμε ειδικότερα με τους μετανάστες που έρχονται στην Ελλάδα. Αν συνιστούν πρόβλημα, επειδή προκαλούν «ανταγωνισμό» με τους ντόπιους εργαζόμενους, τότε γιατί δεν είναι πρόβλημα οι νέοι Έλληνες εργαζόμενοι που δουλεύουν ανασφάλιστοι για ένα κομμάτι ψωμί στις καφετέριες και τα μπαράκια; Οι Ελληνίδες που αμείβονται χαμηλότερα από τους άνδρες συναδέλφους τους; Οι παππούδες που συμπληρώνουν την πενιχρή τους σύνταξη με «μαύρη» εργασία; Οι συμβασιούχοι που δεν παίρνουν δώρα κι επιδόματα όπως οι μόνιμοι; Οι άνεργοι που κάνουν κακοπληρωμένες δουλειές για να επιβι-

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Το πανό του ΚΣΜ στην Πλατεία Συντάγματος για το οποίο λύσσαξε το ΛΑΟΣ.

ώσουν, χρυσώνοντας τα αφεντικά τους; Όλους αυτούς τους κατανοούμε, επειδή είναι Έλληνες; Δεν τους υπερασπίζουμε ως τμήμα της εργατικής τάξης απέναντι στα αφεντικά και τις κυβερνήσεις; Μήπως οι ντόπιοι εργαζόμενοι διεκδικούν τα δικαιώματά τους, ενώ οι μετανάστες όχι; Σύμφωνα με τη ΓΣΕΕ οι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι το 2011 ήταν μόλις 30%. Παρά τις επιπλέον αντιξοότητες που αντιμετωπίζουν και παρά την ανεπάρκεια των συνδικάτων στους χώρους τους, δεκάδες χιλιάδες είναι οι συνδικαλισμένοι μετανάστες σε κλάδους όπως η οικοδομή, η μεταποίηση, οι υπηρεσίες. Αν δεν είναι περισσότεροι οι συνδικαλισμένοι μετανάστες ή οι συνδικαλισμένοι γενικότερα, αν δεν είναι πιο πολλοί όσοι απεργούν, διαδηλώνουν, συμμετέχουν στο κίνημα, αυτό αποτελεί πρόβλημα των συνδικάτων και της Αριστεράς, που δεν αποδεικνύουν επαρκώς τη χρησιμότητά τους. Όχι των μεταναστών ή των ντόπιων εργατών που «δεν καταλαβαίνουν». Παρ’ όλα αυτά, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει ηρωικούς αγώνες μεταναστών εργατών: στα φραουλοχώραφα της Μανωλάδας το 2008 ή στα συνεργεία καθαρισμού που ήρθαν στο προσκήνιο με το συγκλονιστικό κίνημα αλληλεγγύης στην Κούνεβα. Από τους Αιγύπτιους αλιεργάτες της

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

Μηχανιώνας το 2010 και Μαγκρεμπίνους μετανάστες στην πρόσφατη απεργία πείνας των 300 το 2011. Νέα σωματεία εργαζομένων στήνονται και κάποια από αυτά συμπεριλαμβάνουν στις τάξεις τους πολλούς μετανάστες. Αυτό που χρειάζεται λοιπόν είναι συστηματικότερη απεύθυνση των συνδικάτων και της Αριστεράς στους μετανάστες συντρόφους μας για κοινούς αγώνες. Το έλλειμμα που υπάρχει στα συνδικάτα, έχει –μεταξύ άλλων– σαν αιτία τη θεώρηση των αλλοδαπών εργατών από οργανωμένες δυνάμεις του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς ως «μεταναστευτικό πληθυσμό» αντί για συντρόφους της ίδιας τάξης, με τους οποίους οι ντόπιοι εργαζόμενοι έχουν κοινά συμφέροντα.

Αντιρατσισμός και Αριστερά Ορισμένες οργανώσεις και κόμματα της Αριστεράς, στην περίοδο κρίσης που διανύουμε, ισχυρίζονται πως η Αριστερά παρα-ασχολείται με τα προβλήματα των μεταναστών, ενώ υποτιμά τα προβλήματα των ντόπιων που δημιουργούνται από τη μετανάστευση. Ανήκουν κατά βάση στο φάσμα της «πατριωτικής», σταλινογενούς Αριστεράς, που τα προηγούμενα χρόνια δεν συμμετείχε στο μεταναστευτικό και αντιρατσιστικό

31


Από την απεργία των μεταναστών εργατών στη Μανωλάδα.

κίνημα, καθώς τα ζητήματα αυτά θεωρούνταν δευτερεύοντα από τους συντρόφους αυτούς. Η πραγματικότητα είναι αντίστροφη. Οι διεθνιστικές οργανώσεις που έχουν σηκώσει το βάρος του αντιρατσιστικού και αντιφασιστικού κινήματος, μεταξύ των οποίων η ΔΕΑ, έχουν συμβάλει καθοριστικά, ώστε σοβαρά τμήματα των ντόπιων εργατών και η πλειοψηφία των συνδικάτων να αναγνωρίζουν στους μετανάστες συμμάχους αντί για εχθρούς. Έχουμε περιορίσει τη δράση των φασιστών στους δρόμους για πάρα πολλά χρόνια, ενώ σήμερα αυτή η μάχη έχει προσλάβει πιο γενικευμένα πολιτικά χαρακτηριστικά και απαιτεί συσπείρωση ευρύτερων δυνάμεων, αντί για εφησυχασμό και χάϊδεμα των ξενοφοβικών τμημάτων του πληθυσμού. Η αντιμεταναστευτική προπαγάνδα του συστήματος έχει υιοθετηθεί από μεγάλα ακροατήρια, ακριβώς γιατί η αντιρατσιστική πάλη ΔΕΝ αποτελεί προτεραιότητα της πλειοψηφίας της Αριστεράς και ιδιαίτερα των μεγάλων κομμάτων της και όχι το ανάποδο. Ας θυμηθούμε πως πήρε περίπου 10 χρόνια στο ΚΚΕ να υποστηρίξει ανοιχτά και καθαρά τους μετανάστες ως τμήμα της εργατικής τάξης της χώρας και να τους εντάξει στα

32

σωματεία που ήλεγχε. Πιο πριν, τη δεκαετία του ’90, υπήρχαν αντιδραστικές αντιμετωπίσεις π.χ. του σωματείου οικοδόμων απέναντι στους «απεργοσπάστες Αλβανούς» ή των ναυτεργατικών ενώσεων απέναντι στους μετανάστες συναδέλφους τους που «τους έπαιρναν τις δουλειές». Τη δεκαετία του ’90 το συνδικάτο οικοδόμων είχε κάνει πορεία στην Αθήνα, κρατώντας πανό που έλεγε: «Έξω οι Ασιάτες από τα έργα»! Το πρόβλημα σε σχέση με το «μεταναστευτικό» είναι ο ρατσισμός, όχι η μετανάστευση. Ο ρατσισμός του συστήματος υποχωρεί, όταν υπάρχουν συλλογικοί αγώνες, ενώ ενισχύεται, όταν οι εργαζόμενοι ψάχνουν για ατομικές λύσεις. Δεν είναι τυχαίο πως σε όλη τη διάρκεια του κινήματος των «πλατειών» και των εργατικών αντιστάσεων η ρατσιστική προπαγάνδα των ΜΜΕ έχει υποχωρήσει. Ο κόσμος, που αγωνίζεται σε μεγάλους αριθμούς, θεωρεί εχθρό την κυβέρνηση και τα μνημόνια, όχι τους μετανάστες. Στο Σύνταγμα, παρόλο που κυματίζουν αρκετές ελληνικές σημαίες, πολλοί μετανάστες και πρόσφυγες συμμετέχουν στο κίνημα και οι νεοναζί δεν τολμούν να εμφανιστούν οργανωμένα. Το ΛΑΟΣ λύσσαξε με την παρουσία του «Κυριακά-

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


τικου Σχολείου Μεταναστών» στην πλατεία και ζήτησε στη βουλή από τον Παπουτσή να το εκδιώξει. Δυστυχώς γι’ αυτούς, η Λαϊκή Συνέλευση υιοθέτησε αντιρατσιστικά ψηφίσματα που προτάθηκαν από το ΚΣΜ, αποδέχτηκε τους μετανάστες και τους πρόσφυγες στην πλατεία και αποκήρυξε τους ρατσιστές και τους φασίστες. Όλα αυτά έγιναν με συστηματική αντιρατσιστική παρέμβαση και δράση που οργανώθηκε από την Κίνηση «Απελάστε το Ρατσισμό» και άλλες δυνάμεις που θεωρούν τη μάχη ενάντια στην κυβέρνηση και τα μνημόνια κοινή υπόθεση ντόπιων και μεταναστών και τον αντιρατσισμό ζήτημα πρώτου μεγέθους. Αυτή η μάχη θα είχε ακόμα καλύτερα αποτελέσματα, αν δινόταν συντονισμένα από περισσότερες δυνάμεις της Αριστεράς, όχι μόνο στο Σύνταγμα, αλλά παντού.

Θα «πλημμυρίσουμε»; Η μετανάστευση δεν είναι προοδευτική ή αντιδραστική. Είναι αποτέλεσμα της ανισόμερης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Μέχρι να ανατραπεί ο καπιταλισμός και να αντικατασταθεί από ένα σύστημα συνεργασίας των εργατών του κόσμου, θα υπάρχουν μετακινήσεις από ανάγκη και όχι από επιλογή. Πολλοί εργάτες θα φεύγουν από όπου υπάρχει φτώχεια, πόλεμος και χούντες και θα ταξιδεύουν ακολουθώντας το κεφάλαιο, εκεί που υπάρχουν δουλειές. Η αναζήτηση εργασίας ήταν η βασική αιτία εσωτερικής μετανάστευσης που οδήγησε σε ερήμωση της υπαίθρου και πολλαπλασιασμό του πληθυσμού της Αθήνας στην Ελλάδα του ’50. Τότε δεν βούλιαξε η Αθήνα. Δεν «πλημμυρίσαμε» με το μαζικό κύμα Αλβανών μεταναστών της δεκαετίας του ’90, παρόλη την κινδυνολογία. Όταν χώρες της πρώην ανατολικής Ευρώπης, όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία, εντάχθηκαν στην ΕΕ και οι εργάτες από αυτές τις χώρες εξασφάλισαν ελευθερία μετακίνησης στην ΕΕ ως «κοινοτικοί», πάλι δεν «πλημμυρίσαμε».[5]

Σήμερα έρχονται στην Ευρώπη αρκετοί Αφρικανοί και Ασιάτες μετανάστες. Λόγω οικονομικής κρίσης είναι λιγότεροι από ότι πριν 5 χρόνια, καθώς η ανεργία τους πλήττει περισσότερο από τους ντόπιους εργαζόμενους.[6] Όμως εξακολουθούν να ταξιδεύουν προς τη Δύση, καθώς συνεχίζουν να υπάρχουν προορισμοί που εξασφαλίζουν δουλειά στην ξενιτιά για τους ίδιους και ψωμί για την οικογένεια στην πατρίδα. Ο λόγος που δεν θα «πλημμυρίσουμε» και πάλι είναι απλός: Κανένας δεν παραμένει άνεργος και εξαθλιωμένος σε τόπους όπου δεν μπορεί να βρει δουλειά. Αρκεί να μη στοιβάζονται οι άνθρωποι σε στρατόπεδα συγκέντρωσης και κρατητήρια, να μην εμποδίζονται να μετακινηθούν σε άλλους προορισμούς. Αυτή είναι η μόνη αιτία για να πλημμυρίσουμε πραγματικά. Η Ελλάδα του μεσοπρόθεσμου και του 20% ανεργίας δεν αποτελεί όνειρο ζωής κανενός νεοεισερχόμενου μετανάστη, εκτός όσων οι οικογένειες και οι γνωστοί βρίσκονται ήδη εδώ. Γι’ αυτό η πλειοψηφία των μεταναστών, που έρχονται στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, έχει ήδη αναχωρήσει για άλλους προορισμούς. Το ίδιο θα κάνουν δεκάδες χιλιάδες άλλοι μετανάστες, όταν εξασφαλίσουν τα χρήματα για το παράνομο ταξίδι. Αν υπήρχε ελευθερία μετακίνησης στα εξωτερικά και τα εσωτερικά σύνορα της Ευρώπης (αντί για FRONTEX, στρατόπεδα, φράχτες και συμφωνίες όπως η «Δουβλίνο ΙΙ»), οι άνθρωποι δεν θα πέθαιναν στα σαπιοκάραβα και τα φορτηγά, δεν θα πλήρωναν περιουσίες στα κυκλώματα διακίνησης. Δεν θα στοιβάζονταν σε τρώγλες και καταυλισμούς στο κέντρο της Αθήνας, την Ιταλική Λαμπεντούζα, τη Μάγχη, την Πάτρα και την Ηγουμενίτσα, μέχρι να βρουν τρόπο και χρήματα να φύγουν. Επίσης, αν όλοι οι μετανάστες, που ζουν εδώ, είχαν χαρτιά και οι πρόσφυγες άσυλο, κανένα αφεντικό δεν θα μπορούσε να καλέσει την αστυνομία

Η μετανάστευση δεν είναι προοδευτική ή αντιδραστική. Είναι αποτέλεσμα της ανισόμερης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Μέχρι να ανατραπεί ο καπιταλισμός και να αντικατασταθεί από ένα σύστημα συνεργασίας των εργατών του κόσμου, θα υπάρχουν μετακινήσεις από ανάγκη και όχι από επιλογή.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

33


να τους συλλάβει, αντί ο ίδιος να τους πληρώσει τα δεδουλευμένα. Τα ασφαλιστικά ταμεία θα είχαν περισσότερα έσοδα και μικρότερες μαύρες τρύπες. Τα παράνομα κυκλώματα μικρότερους τζίρους και λιγότερα υποψήφια θύματα. Τα συνδικάτα περισσότερους συνδικαλισμένους εργάτες. Το κίνημα αντίστασης περισσότερους μετανάστες αγωνιστές. Οι Χρυσαυγίτες λιγότερα θύματα, η ακροδεξιά μικρότερο ακροατήριο και η ΕΛ.ΑΣ. λιγότερους συλληφθέντες. Οι ντόπιοι εργαζόμενοι και οι μετανάστες με χαρτιά που απασχολούνται σε παρεμφερείς δουλειές με τους μετανάστες χωρίς χαρτιά, θα είχαν ψηλότερα μεροκάματα και μικρότερη πίεση από τα αφεντικά τους. Για όλους αυτούς τους λόγους αξίζει τον κόπο να αγωνιστούμε για ανοιχτά σύνορα στους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Για χαρτιά και ίσα δικαιώματα όπου οι ίδιοι επιλέγουν να ζήσουν. Για ξενώνες αστέγων, αντί για στρατόπεδα συγκέντρωσης, φράχτες και απελάσεις. Θα υπερασπιστούμε τα ταξικά μας αδέλφια ό,τι χρώμα δέρματος και αν έχουν, ό,τι ρούχα κι αν φοράνε, όποια γλώσσα κι αν μιλάνε, σε όποια θρησκεία και αν πιστεύουν. Όσο κι αν κατηγορούνται από το σύστημα για την εγκληματικότητα και την ανεργία που παράγει η κρίση. Αν χρειαστεί, θα βρεθούμε σε αντιπαράθεση με τμήματα της Αριστεράς που υποκύπτουν στην αντιμετα-

ναστευτική προπαγάνδα. Πιστεύουμε όμως πως κάποια στιγμή θα κάνουν κι αυτοί οι σύντροφοι τα δειλά βήματα που έκανε το ΚΚΕ πριν από αρκετά χρόνια, αναγκασμένο από την εργατική του βάση και τη συνδικαλιστική του δράση.

Βιβλιογραφία 1. Στατιστικά στοιχεία ΕΛ.ΑΣ. http://www. hellenicpolice.gr/index.php?option=ozo_content &perform=view&id=81&Itemid=73&lang= 2. Έρευνα του εγκληματολόγου Β. Καρύδη, που παρουσιάζεται σε συνέντευξή του στο kathimerini.gr (17-2-2009). http:// portal.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ kathextra_1_17/02/2009_267751 3. Ηνωμένα Έθνη http://www.un.org/en/index. shtml 4. Άρθρο στην ιστοσελίδα http://gatouleas. wordpress.com/ ( 30/4/2011). 5. Άρθρο στο περιοδικό «Διεθνιστική Αριστερά», Νο 17, του Μήτσου Γκορίτσα (Ιούλιος 2009). http://www.dea.org.gr/index.php?option=com_ content&task=view&id=2139&Itemid=46 6. Έκθεση 2010 του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης http://publications. iom.int/bookstore/index.php?main_ page=product_info&cPath=37&products_ id=653&language=en

Πανό του ΚΣΜ και της ΚΑΡ στη συγκέντρωση στην πλατεία Συντάγματος για να μην ψηφιστεί το μεσοπρόθεσμο.

34

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Κρίση και Συνδικάτα Του Αντώνη Καραβά ✉karavasant@yahoo.gr ✉

Ένα και πλέον χρόνο μετά την ψήφιση του μνημονίου, τη μεγάλη απεργία της 5ης Μάη και μια σειρά από γενικές απεργίες και κλαδικές κινητοποιήσεις, ο απολογισμός για την αποτελεσματικότητα της αντίστασης είναι αντιφατικός: Τα συνδικάτα αποδείχτηκαν κατώτερα των περιστάσεων και δεν οργάνωσαν τους αγώνες για την ανατροπή των μέτρων. Η πραγματικότητα αυτή, μετά το τέλος της 48ωρης απεργίας στις 28-29 Ιούνη, την ψήφιση του μεσοπρόθεσμου προγράμματος και μπροστά στο νέο γύρο αναμέτρησης του εργατικού κινήματος με την κυβέρνηση, έχει ανοίξει μια έντονη συζήτηση για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί αυτή η κατάσταση.

Η ανεπάρκεια των συνδικάτων να απαντήσουν στην κυβερνητική επίθεση έχει σαν αποτέλεσμα είτε να τρέφονται απομονωτικές τακτικές τύπου ΠΑΜΕ, είτε να (επαν)εμφανίζονται απόψεις περί ιστορικής αδυναμίας των συνδικάτων να απαντήσουν στην παρούσα φάση και να δίνουν, επομένως, προτεραιότητα σε άλλες μορφές πολιτικής κινητοποίησης.

Πάλη μέσα στα συνδικάτα Πρόκειται για εντελώς λάθος αντιμετωπίσεις. Τα συνδικάτα είναι οι συλλογικές εργατικές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν από την αυγή του καπιταλισμού μέχρι σήμερα, σε όλα τα μήκη και

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

τα πλάτη της γης, επειδή εξυπηρετούν μια αυθεντική ανάγκη: την υπεράσπιση και την προώθηση των εργατικών συμφερόντων στην αναπόφευκτη οικονομική και ταξική πάλη που διεξάγεται μέσα στον καπιταλισμό. Επομένως, αποτελούν μια μόνιμη δύναμη οργάνωσης των εργατικών συμφερόντων και αντίθεσης στην αυτορύθμιση της αγοράς στον καπιταλισμό, που είναι πάντοτε αναγκαία από την πλευρά των εργατικών συμφερόντων. Αυτή είναι θέση αρχής που δεν αφορά μόνο το ένδοξο παρελθόν των συνδικάτων, αλλά την πιο πρόσφατη ιστορία τους στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, όποιες κι αν είναι οι ιστορικές τους αδυναμίες.

35


Ο απεργιακός ξεσηκωμός του Γαλλικού Δεκέμβρη το 1995 ήταν ο σταθμός για την αναζωογόνηση του εργατικού κινήματος και για τη συγκρότηση του διεθνούς κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση. Στην Ευρώπη, η νεοφιλελεύθερη επέλαση της δεκαετίας του ’80 δεν κατάφερε να βάλει ταφόπλακα στο εργατικό κίνημα, καθώς σήμερα αναβιώνουν εργατικοί αγώνες και μαζικές διαδηλώσεις ακόμα και σε «δύσκολες» χώρες όπως η Βρετανία. Αλλά και στις αραβικές επαναστάσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, ο ρόλος των συνδικάτων αποδείχτηκε καθοριστικός. Στην Τυνησία και την Αίγυπτο τα ανεξάρτητα συνδικάτα διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο στην ανατροπή του Μουμπάρακ. Οι απεργίες των εργατών στη Μαχάλα και την Αλεξάνδρεια λύγισαν το καθεστώς, καθώς δεν μπόρεσε να απομονώσει τη νεολαία και τον κόσμο της πλατείας Ταχρίρ. Σε αντιδιαστολή με την εικόνα αυτή, η απουσία του οργανωμένου εργατικού κινήματος στην εξέγερση της Συρίας δίνει μεγαλύτερη δυνατότητα στο καθεστώς για θηριώδη καταστολή των κινητοποιήσεων. Στο Ουισκόνσιν των ΗΠΑ δόθηκε μια χωρίς προηγούμενο μάχη ενάντια στην προσπάθεια κατάργησης του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης: Οι δημόσιοι υπάλληλοι κατέλαβαν το τοπικό κοινοβούλιο της πρωτεύουσας Μάντισον, οι 14 βουλευτές των Δημοκρατικών κατέφυγαν στο γειτονικό Ιλινόις, προκειμένου να αποφευχθεί η ψηφοφορία, ενώ οι διαδηλώσεις παρέλυσαν την πόλη και τα σχολεία. Από τα τέλη του Μάη 2010, η Κίνα συγκλονίζεται από απεργίες σε θυγατρικές μεγάλων πολυεθνικών επιχειρήσεων, όπως οι ιαπωνικές αυτοκινητοβιομηχανίες Toyota και Honda. Σε δέκα βιομηχανικές κινεζικές επαρχίες και πόλεις η διοίκηση των επιχειρήσεων υποχρεώθηκε σε αύξηση του κατώτατου μισθού έως και 33%. Η Ελλάδα δεν αποτελεί εξαίρεση. Τα συνδικάτα ήταν η ραχοκοκαλιά της αντίστασης στη νεοφιλελεύθερη επίθεση τις δύο τελευταίες δεκαετίες, κατορθώνοντας να ανασχέσουν την καπιταλιστική αναδιάρθρωση, που επεδίωκαν να επιβάλουν οι κυβερνήσεις από τη δεκαετία του ’90, και να διασώσουν από την απόλυτη υποβάθμιση μισθούς, συντάξεις, κοινωνική προστασία, εκπαίδευση και υγεία.

36

Από τη δεκαήμερη κατάληψη του υπουργείου Υγείας από τους γιατρούς.

Αλλά και στη σημερινή συγκυρία υπάρχουν παραδείγματα αντίστασης, με όποιες ανεπάρκειες τα χαρακτήρισαν: * Οι τεράστιες γενικές απεργίες. * Οι πρώτες απεργίες με διάρκεια που είδαμε στην ΕΘΕΛ, στους ναυτεργάτες και στα ΜΜΕ. * Η δεκαήμερη κατάληψη του υπουργείου Υγείας από τους γιατρούς και οι επισχέσεις εργασίας των υγειονομικών. * Η συγκρότηση του συντονισμού πρωτοβουλιών ομοσπονδιών, σωματείων στην Αθήνα και σε πολλές πόλεις, ο συντονισμός των επιτροπών αγώνα στις γειτονιές με τα σωματεία ενάντια στα κλεισίματα και τις συγχωνεύσεις σχολείων και νοσοκομείων, η ανάπτυξη σωματείων και επιτροπών στους δύσκολους χώρους του ιδιωτικού τομέα και της επισφάλειας, όπως στην Εθνοντάτα, και οι μαχητικές μορφές πάλης με αποκλεισμούς των επιχειρήσεων, όπως στις Ταχυμεταφορές. * Οι αγώνες των συμβασιούχων… Πρόκειται για πολύτιμες παρακαταθήκες της εργατικής δράσης που μπορούν με καλύτερους όρους και με την αγωνιστική εφεδρεία του κινήματος των πλατειών να επιβάλουν στα συνδικάτα την κλιμάκωση των αγώνων με ακόμα πιο αποφασιστικά και συντονισμένα απεργιακά βήματα. Αυτά τα παραδείγματα δείχνουν όχι μόνο ότι τα συνδικάτα είναι μια υπαρκτή δύναμη αντίστασης,

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


αλλά και ότι μπορούν να καθορίσουν, υπό προϋποθέσεις, τις πολιτικές εξελίξεις. Άρα, οι αγωνιστές της Αριστεράς πρέπει να δρουν μέσα στις υπαρκτές μαζικές εργατικές οργανώσεις, μέσα στα συνδικάτα. Όμως πρέπει να δρουν με ειδικό τρόπο.

Ενάντια στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία Δεν υπάρχει κανένα περιθώριο αυταπάτης για το ρόλο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, για τις συνεχείς υποχωρήσεις της τα τελευταία 20 χρόνια, για τα εμπόδια που ορθώνει στην ανάπτυξη, το συντονισμό και τη ριζοσπαστικοποίηση των αγώνων. Έτσι μπροστά στη μεγάλη και ξαφνική κλιμάκωση της κυβερνητικής επίθεσης, οι ηγεσίες της ΓΣΕΕ, της ΑΔΕΔΥ και των κλαδικών ομοσπονδιών αποδείχθηκε περίτρανα ότι είναι ανίκανες και ανήμπορες να αντισταθούν στη λαίλαπα των μνημονίων. Αυτό φάνηκε στη γενική απεργία της 5ης Μάη του 2010, στην οποία εκδηλώθηκε ξεκάθαρα το δυναμικό ανατροπής του μνημονίου 1, όταν η εργατική διαδήλωση μετατράπηκε σε ένα τεράστιο παλλαϊκό συλλαλητήριο που έφτασε να πολιορκεί επί ώρες τη Βουλή, με μπροστάρη τον κόσμο των συνδικάτων. Όμως, κάτω και από την πίεση των γεγονότων στη Μαρφίν, οι γραφειοκρατικές ηγεσίες της ΓΣΕΕ και της ΑΔΕΔΥ αρνήθηκαν να δώσουν συνέχεια με μια δυναμική κλιμάκωση. Επόμενος σταθμός ήταν οι απεργίες στις συγκοινωνίες με χαρακτηριστικά μαχητικού συνδιΓενική συνέλευση των εργαζομένων της ΕΘΕΛ.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

καλισμού βάσης: Μαζικές γενικές συνελεύσεις που πολλές φορές πήγαν κόντρα στη διοίκηση του σωματείου και στην ουσία την έσυραν σε αγωνιστικές αποφάσεις, κάτι που οδήγησε στη διαγραφή του προέδρου της ΕΘΕΛ, Ν. Κουλουμπαρίτση, από την ΠΑΣΚΕ σαν ενδοτικού στις πιέσεις της βάσης. Πρωτοβουλίες συντονισμού συνελεύσεων και απεργιών όλων των εργαζομένων στις συγκοινωνίες της Αθήνας, που διαρκώς υπονόμευαν η ΠΑΣΚΕ και η ΔΑΚΕ. Συντονισμός με άλλους αγωνιζόμενους εργαζόμενους, καθώς δύο φορές η πορεία των εργαζομένων της ΕΘΕΛ συναντήθηκε με τους καταληψίες του υπουργείου Υγείας με το κοινό σύνθημα «Υγεία-ΠαιδείαΣυγκοινωνία». Κοινές δράσεις με το μέτωπο αλληλεγγύης, που δημιουργήθηκε με τις Επιτροπές «Δεν Πληρώνω», ενάντια στην αύξηση του εισιτηρίου. Οι γραφειοκράτες των συνδικάτων στις συγκοινωνίες και στη ΓΣΕΕ –που δεν κάλεσε ούτε μια στάση εργασίας για τα μάτια του κόσμου– αντί να στηρίξουν τον αγώνα αυτό, που συγκέντρωνε πραγματικές προϋποθέσεις νίκης, με τα στοιχειώδη μέτρα της αγωνιστικής παράδοσης των συνδικάτων (συντονισμένη απεργία διαρκείας σε όλες τις συγκοινωνίες, κάλεσμα για γενικές απεργίες, καμπάνια αλληλεγγύης στην κοινωνία, απεργιακό ταμείο κ.λπ.), υπέσκαψαν συστηματικά κάθε βήμα κλιμάκωσης του αγώνα. Ανάλογα παραδείγματα είχαμε και σε άλλες ομοσπονδίες. Οι συμβασιούχοι του δημοσίου έκαναν δύο μεγάλες μαχητικές συγκεντρώσεις στον Άρειο Πάγο και οι συμβασιούχοι του Δήμου Αθηναίων έκαναν κατάληψη στο Δημαρχείο ενάντια στις απολύσεις, αλλά η ηγεσία της ΑΔΕΔΥ και των κλαδικών ομοσπονδιών δεν έκαναν τίποτα για να υπάρξει ένα κοινό αγωνιστικό-απεργιακό μέτωπο με τους μόνιμους υπαλλήλους. Στα νοσοκομεία η προκλητικά φιλοκυβερνητική ηγεσία της ΠΟΕΔΗΝ δεν έκανε τίποτα για να ενωθεί η απεργία και η δεκαήμερη κατάληψη του υπουργείου Υγείας με όλους τους εργαζόμενους στο ΕΣΥ ενάντια στο νόμο Λοβέρδου, όπως δεν έκανε και πάλι τίποτα για να συντονιστεί –και να διευρυνθεί το πλαίσιο αιτημάτων– το κίνημα των επισχέσεων εργασίας και των καθημερινών συνελεύσεων σε μια σειρά νοσοκομεία για την καταβολή των δεδουλευμένων.

37


Ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων στην 48ωρη γενική απεργία.

Στην πρόσφατη μάχη ενάντια στο μεσοπρόθεσμο και ενώ είχαν την ευκαιρία με μαζικές κινητοποιήσεις να βοηθήσουν να συνδεθεί η οργή των εργαζομένων με τους «αγανακτισμένους» των πλατειών, το απέφυγαν. Οι συνδικαλιστές της ΠΑΣΚΕ σαμποτάρισαν ανοιχτά τη 48ωρη γενική απεργία που είχαν αναγκαστεί να καλέσουν από την πίεση του κόσμου και της Αριστεράς. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα μόνα εργατικά μπλοκ στη διαδήλωση της πρώτης μέρας της γενικής απεργίας στην Αθήνα ήταν της ΔΕΗ, της ΕΑΒ και της ΕΥΔΑΠ. Και αυτά με συμμετοχή κατώτερη των περιστάσεων. Τη δεύτερη μέρα της απεργίας ήξεραν ότι η μάχη του Μεσοπρόθεσμου θα κριθεί από τη μαζική παρουσία κόσμου γύρω από τη Βουλή. Κι όμως δεν κάλεσαν στη συγκέντρωση στο Σύνταγμα, αλλά στην πλατεία Κλαυθμώνος στις 7 το απόγευμα, 5 ώρες δηλαδή μετά την προγραμματισμένη ώρα ψηφοφορίας. Τα ποσοστά συμμετοχής στην απεργία τη δεύτερη μέρα, στις ομοσπονδίες που ελέγχουν το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ, δεν ξεπέρασαν το 20%... Για την επιτυχή έκβαση της αντίστασης και των αγώνων είναι απαραίτητο το ξεπέρασμα της αδράνειας και των συμβιβασμών από τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Όμως αυτό το ξεπέρασμα δεν μπορεί να γίνει με άλματα, γιατί οι συνδικαλιστές δεν είναι απλά ένα ξεκομμένο σώμα γραφειοκρατών, «ένα τσιμπούρι που έχει

38

κάτσει στο σβέρκο της εργατικής τάξης», αλλά ένα ιδιαίτερο στρώμα διαμεσολαβητών ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία που διατηρεί επί σειρά ετών πλειοψηφικούς και στενούς δεσμούς με την εργατική βάση και δεν βασίζεται απλά είτε σε κάποιες μικροπαραχωρήσεις που πετυχαίνει, είτε στη σχέση της με τους εργοδότες, αλλά σε κάτι πολύ βαθύτερο και ανθεκτικό: εκπροσωπεί το μέσο όρο της εργατικής συνείδησης στις ομαλές συνθήκες της κυριαρχίας του καπιταλισμού. Ο τρόπος για να ξεπεραστεί η αδράνεια των συνδικαλιστικών ηγεσιών είναι η κινητοποίηση της εργατικής βάσης, με την ενθάρρυνση και την οργάνωση διαδικασιών «από τα κάτω». Με τη στήριξη της κάθε μορφής εργατικής μαχητικότητας, όπως οι συνελεύσεις, οι επιτροπές, οι απεργιακές φρουρές κ.λπ. Με τον οριζόντιο συντονισμό συνελεύσεων, σωματείων και ομοσπονδιών. Με την προσπάθεια ανάδειξης νέων φυσικών ηγεσιών από τη βάση, σε σύγκρουση με τη σοσιαλδημοκρατία. Όλα αυτά τα στοιχεία έχουν αρχίσει να αναδεικνύονται μέσα στη φάση της κρίσης της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας από τη μια και την ανάπτυξη της εργατικής μαχητικότητας από την άλλη. Ο σπόρος έχει ήδη πέσει.

Κίνδυνοι και ευκαιρίες στην κρίση Από κανένα δεν αμφισβητείται ότι η κρίση λειτουργεί εξαιρετικά πιεστικά πάνω στον κόσμο

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


της εργασίας και στα συνδικάτα, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά: 1. Η απειλή και ο φόβος για τους εργαζόμενους ότι θα χάσουν τη δουλειά τους, ο εκβιασμός που τους αναγκάζει να δουλεύουν πολύ περισσότερο για να κρατήσουν ένα βασικό επίπεδο ζωής. 2. Η μάχη ενάντια στις επιθέσεις στο μισθό, τις απολύσεις κ.λπ. ξεφεύγει από τις επιμέρους κλαδικές και επιχειρησιακές διεκδικήσεις. Είναι μεγάλη, συνολική, πολιτική μάχη για την ανατροπή της κυβέρνησης και του μνημονίου. 3. Η αδυναμία της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας στην ηγεσία των συνδικάτων να υπερασπίσει τις εργατικές κατακτήσεις με τις παραδοσιακές μορφές διαμεσολάβησης και τις σχέσεις με τα κόμματα εξουσίας και άρα τίθεται το ζήτημα της αποτελεσματικότητας και της εμπιστοσύνης στα συνδικάτα συνολικά.

Σύνδεση των εργατικών αγώνων με τα κινήματα ανυπακοής και τα κινήματα διαμαρτυρίας, σύνδεση των κινημάτων με τους χώρους δουλειάς, π.χ. εισιτήρια και απεργία ΜΜΜ, χαράτσι στα νοσοκομεία και σύνδεση με τους αγώνες ενάντια στις συγχωνεύσεις και για τα δεδουλευμένα. Σημαντικός είναι ο ρόλος και οι πρωτοβουλίες που μπορεί να πάρει η επιτροπή «Δεν χρωστάμε – Δεν πουλάμε – Δεν πληρώνουμε». Τα σωματεία και οι εργατικές παρατάξεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ και του ΑΝΤΑΡΣΥΑ, μαζί με τους αγωνιστές από χώρους και γειτονιές που δημιούργησαν την επιτροπή, χρειάζεται να δημιουργήσουν και να συντονίσουν αντίστοιχες πλατιές επιτροπές αγώνα στους χώρους δουλειάς. Έχει προχωρήσει παρά πέρα η συζήτηση και η πολιτικοποίηση του εργατικού κινήματος που συμπυκνώθηκε πολύ πετυχημένα στο σύνθημα

Σύνδεση των εργατικών αγώνων με τα κινήματα ανυπακοής και τα κινήματα διαμαρτυρίας, σύνδεση των κινημάτων με τους χώρους δουλειάς, π.χ. εισιτήρια και απεργία ΜΜΜ, χαράτσι στα νοσοκομεία.

Όμως, για το επόμενο κρίσιμο διάστημα έχουν ήδη τεθεί οι βάσεις για την ανάπτυξη ενός πιο δυνατού εργατικού κινήματος, με νέα ποιοτικά στοιχεία. Η εμπειρία της εργατικής τάξης για την οργάνωση της αντιπαράθεσης με την κυβέρνηση και το ξεπέρασμα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας έχει προχωρήσει από τις επιμέρους μάχες στους εργασιακούς χώρους, αλλά κυρίως από τις κεντρικές μάχες με τις εννέα μαζικές και μαχητικές γενικές απεργίες, την κλιμάκωση με τη 48ωρη, την τροφοδότηση και τη σύνδεση με το ριζοσπαστισμό της πλατείας και τις απόπειρες για την περικύκλωση της Βουλής και την παραμονή στο χώρο παρά τη βάρβαρη αστυνομική καταστολή. Όλοι αυτοί οι εργαζόμενοι που έδωσαν τη μάχη μαζί με τους χιλιάδες κόσμου που πέρασαν για σαράντα και πλέον μέρες από τις πλατείες, μπορούν ενωμένοι να οργανώσουν άμεσα τη συνέχεια και την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων για τη μη εφαρμογή του μεσοπρόθεσμου στους χώρους δουλειάς.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

της επιτροπής σωματείων, κινήσεων και συνελεύσεων «Δεν χρωστάμε – Δεν πουλάμε – Δεν πληρώνουμε»: Από το να φύγει το μνημόνιο, στην άρνηση νομιμοποίησης και πληρωμής του χρέους. Από το να φύγει η κυβέρνηση και το σάπιο πολιτικό σύστημα, στην αναζήτηση εναλλακτικής λύσης. Έχει προχωρήσει δηλαδή η συζήτηση σε μαζικά ακροατήρια για πιο στρατηγικές λύσεις απέναντι στην κρίση. Άρα χρειάζεται να ξεκινάμε από τα άμεσα αιτήματα υπεράσπισης των κατακτήσεων και να γίνεται η σύνδεση των επιμέρους με τα συνολικά εργατικά αιτήματα, να προβάλλονται πιο ξεκάθαρα και τολμηρά αιτήματα για την εναλλακτική λύση απέναντι στην κρίση του καπιταλισμού και του κοινοβουλευτισμού: * Ανατροπή του μνημονίου, παύση πληρωμών στους πιστωτές (να χρηματοδοτηθούν οι επείγουσες εργατικές ανάγκες και όχι οι τοκογλύφοι), διαγραφή του χρέους.

39


* Κρατικοποίηση των τραπεζών και των κοινωφελών οργανισμών με εργατικό έλεγχο. * Αναδιανομή του πλούτου με τη φορολογία του κεφαλαίου, της εκκλησίας κ.λπ. Να πληρώσουν οι πλούσιοι. * Κατάργηση των εξοπλισμών. * Όχι στο ευρωσύμφωνο, καμιά θυσία για το ευρώ. * Ανατροπή της κυβέρνησης και κάθε μνημονιακής πολιτικής. Οφείλουμε να θέσουμε πιο τολμηρά δύο επιπλέον σημεία: την πάλη ενάντια στο ρατσισμό και το φασισμό μέσα στους εργατικούς χώρους. Τη διεκδίκηση για νομιμοποίηση των μεταναστών και ελεύθερη είσοδο-παραμονή-έξοδο από τη χώρα, καθώς και τη λήψη σχετικών πρωτοβουλιών από τα συνδικάτα. Ο καπιταλισμός δεν δουλεύει, η σοσιαλδημοκρατία δεν δίνει διέξοδο. Η προοπτική της εργατικής δημοκρατίας με βάση τον προγραμματισμό των αναγκών είναι η μόνη «ρεαλιστική απάντηση». Η Αριστερά όχι μόνο δεν πρέπει να διστάσει να ταυτιστεί με τέτοια αιτήματα, αλλά είναι επιτακτική ανάγκη να αρχίσει να προβάλλει με αποφασιστικό και συστηματικό τρόπο αιτήματα που συγκροτούν ένα πολιτικό εργατικό πρόγραμμα διεξόδου από την κρίση και τη χρεοκοπία. Οι δυνατότητες συμμαχιών, πρωτοβουλιών και της ενωτικής πολιτικής γίνονται μεγαλύτερες μετά το ρήγμα στην ΠΑΣΚΕ (αποχώρηση ΠΑΣΚΕ σε ΔΕΗ, ΟΤΕ, ΟΤΑ, ένταξη της ΠΟΕ-ΟΤΑ στο συντονισμό πρωτοβάθμιων). Οι ηγεσίες των συνδικάτων γίνονται πιο ευάλωτες σε αγωνιστικές προτάσεις και πρωτοβουλίες σύγκρουσης με το μεσοπρόθεσμο και την κυβέρνηση. Δεν πρόκειται για ελιγμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, αλλά για προσπάθεια διάσωσης από την ίδια της την καταστροφή σαν στρώμα διαμεσολαβητών και την απόπειρα στοιχειώδους αντιστοίχησής της με τις εργατικές διαθέσεις και άρα οι δυνατότητες της εργατικής αντίστασης και συγκρότησης μετώπου γίνονται μεγαλύτερες. Η μετατόπιση της ΠΑΣΚΕ ΠΟΕ-ΟΤΑ οδήγησε την Ομοσπονδία των εργαζομένων στους δήμους να δώσει κάποια δείγματα για το πώς μπορούν να οργανωθούν τόσο κρίσιμες μάχες. Ξεκίνησε με καταλήψεις των ΧΥΤΑ μια μέρα πριν την έναρξη της 48ωρης και συνέχισε με την παρουσία της τη δεύτερη μέρα της γενικής απεργίας στα μπλόκα των αγανακτισμέ-

40

νων γύρω από τη Βουλή. Αντιμετώπισε την καταστολή της αστυνομίας, που τους χτύπησε τόσο στο ΧΥΤΑ Φυλής όσο και στο μπλόκο του Ευαγγελισμού, όπου βρίσκονταν μαζί με εργαζόμενους στα νοσοκομεία. Το σωματείο εργαζομένων στο Μετρό είναι ένα δεύτερο παράδειγμα. Δεν ακολούθησαν την απεργία της ΠΑΣΚΕ στα ΜΜΜ κατά τη διάρκεια της 48ωρης και μετέφεραν τον κόσμο στο Σύνταγμα. Οι εργαζόμενοι του Μετρό έδωσαν τον καλύτερό τους εαυτό στην αντιμετώπιση όλων των έκτακτων περιστατικών (εκατοντάδες τραυματίες με ανοιγμένα κεφάλια, αναπνευστικά προβλήματα ευπαθών ομάδων κ.ά.), όταν τα ΜΑΤ μετέτρεψαν το σταθμό του Συντάγματος σε θάλαμο αερίων. Αυτά τα ρήγματα στην ηγεσία των συνδικάτων πρέπει να αξιοποιηθούν από τους αγωνιστές και τη ριζοσπαστική Αριστερά για συμμαχίες και διεύρυνση του μετώπου αντίστασης στο Μεσοπρόθεσμο και την κυβέρνηση. Οι δυνατότητες ριζοσπαστικής ενωτικής δράσης με καλύτερους όρους φάνηκαν και στη στάση του ΠΑΜΕ, καθώς το Σύνταγμα και η 48ωρη αποδείχτηκαν σοβαρή δοκιμασία για την απομονωτική τακτική του. Όπως και στις 15 Ιούνη, έτσι και τώρα διάλεξε να μην εμπλακεί ο κόσμος που βαδίζει μαζί του στις πορείες, με τους αγανακτισμένους. Τηρεί λίγο καλύτερη στάση από το Δεκέμβρη του 2008 και δεν κατηγορεί ως προβοκάτορες τους αγανακτισμένους. Αυτό δίνει δυνατότητες στη ριζοσπαστική Αριστερά να συνδέσει τους «αγανακτισμένους» των χώρων εργασίας και των γειτονιών με τους αγανακτισμένους των πλατειών και να επιμείνει στην επιδίωξη κοινής δράσης με τους συνδικαλιστές και τους εργαζόμενους που ακολουθούν το ΠΑΜΕ. Το στοίχημα που έχουμε να κερδίσουμε το επόμενο διάστημα θα είναι διπλό: Η διάχυτη κοινωνική οργή και τα κινήματα κοινωνικής διαμαρτυρίας να καταφέρουν να συγκροτηθούν σε δύναμη κοινωνικής ανατροπής με βάση στους χώρους εργασίας. Διεκδικώντας συνελεύσεις, οργανώνοντας δράσεις αντίστασης και διεκδίκησης, απεργίες, καταλήψεις και διαδηλώσεις με οργανωτή Επιτροπές Αγώνα. Παράλληλα και ίσως ακόμα πιο σημαντικό είναι ένα δεύτερο καθήκον: Η επαναστατική Αριστερά –και η ΔΕΑ σαν τμήμα της– οφείλει να στηρίξει, να ενθαρρύνει, να συζητήσει και να κερδίσει πολιτικά τις νέες εργατικές πρωτοπορίες στις γραμμές της.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Το ζήτημα της δημοκρατίας και η Αριστερά Του Παναγιώτη Λίλλη ✉pl20032009@gmail.com ✉

«Κινδυνεύει η δημοκρατία;» ήταν ένα από τα ερωτήματα που κυριάρχησαν στον πλατύ κόσμο της Αριστεράς και των «Αγανακτισμένων» τις τελευταίες μέρες. Είχε προηγηθεί το όργιο της αστυνομικής βίας και καταστολής στο κέντρο της Αθήνας (28 και 29 Ιούνη, ημέρες που ψηφιζόταν στη βουλή το Μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα και είχαμε ταυτόχρονα την 48ωρη γενική απεργία). Αυτό το άρθρο είναι μια μικρή συμβολή στη συζήτηση που άνοιξε.

Η «δημοκρατία της Μεταπολίτευσης», που εγκαθιδρύθηκε στη χώρα το 1974 μετά την πτώση της χούντας, στο επίπεδο των θεσμών και του συντάγματος αντανακλούσε την πραγματικότητα των ταξικών συσχετισμών. Από τη μια το κίνημα δεν μπορούσε να ξεπεράσει το φιλελεύθερο πλαίσιο και να δώσει μια αντικαπιταλιστική δυναμική στην αντιδικτατορική πάλη και από την άλλη η άρχουσα τάξη έπρεπε να κάνει πολλές παραχωρήσεις στο κίνημα στο επίπεδο των δη-

ΑΝΟΙΞΗ 2011

μοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Αυτή η δημοκρατία λειτούργησε σταθερά, έχοντας ένα δικομματικό πολιτικό σύστημα, με την Αριστερά στο περιθώριο σαν δύναμη διαμαρτυρίας και τα συνδικάτα, είτε με αγώνες είτε με διαπραγματεύσεις, να εξασφαλίζουν μεγάλες κατακτήσεις.

Η κρίση Η γενική οικονομική ανάπτυξη και πρόοδος ήταν το θεμέλιο της ταξικής συνεργασίας και

41


Σκληρή καταστολή τη μέρα ψήφισης του μεσοπρόθεσμου.

της πολιτικής ηγεμονίας του ΠΑΣΟΚ όλα αυτά τα χρόνια. Όμως το ξέσπασμα της κρίσης το 2009 άλλαξε όλα τα παλιά δεδομένα. Η κρίση όχι μόνο έφερε στην επιφάνεια τις κοινωνικές αντιθέσεις, αλλά και όξυνε κατακόρυφα τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς. Γύρω απ’ το ζήτημα της διεξόδου από την κρίση συγκροτήθηκαν δύο κοινωνικά και πολιτικά στρατόπεδα. Απ’ τη μια οι δυνάμεις της άρχουσας τάξης με το διεθνές τοκογλυφικό κεφάλαιο και απ’ την άλλη, στην κυριολεξία, η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Για την άρχουσα τάξη, η διέξοδος από την κρίση ήταν και είναι το Μνημόνιο. Σ’ αυτό το σχέδιο συσπειρώθηκε και προσπαθεί να το περάσει με ολομέτωπη επίθεση. Σε μια πρώτη φάση γι’ αυτό το σκοπό επιστράτευσε το λεγόμενο «νέο πατριωτισμό» μαζί με τα ΜΜΕ, απαιτώντας θυσίες απ’ όλους για τη σωτηρία της πατρίδας από τη χρεοκοπία και στη συνέχεια εκμεταλλεύτηκε την αδυναμία της Αριστεράς να παρουσιάσει μια συνολική εναλλακτική πολιτική πρόταση. Όμως η κοινωνική αδικία και η παταγώδης αναποτελεσματικότητα των κυβερνητικών μέτρων, τα ψέματα και η έλλειψη έστω μιας στοιχειώδους ελπίδας για το μέλλον όχι μόνο δεν

42

έπεισαν την κοινή γνώμη, αλλά οδήγησαν και σ’ ένα απίστευτο φιάσκο. Αυτή η πρωτοφανής «κρίση πειθούς», αυτό που πολλοί αναλυτές χαρακτηρίζουν σαν «κενό δημοκρατικής νομιμοποίησης», σηματοδότησε το πέρασμα από την οικονομική στην πολιτική κρίση.

Η αντιδραστική επίθεση Το κίνημα των «Αγανακτισμένων» ήταν το πιο χειροπιαστό αποτέλεσμα αυτής της αδυναμίας της κυρίαρχης ελίτ. Έτσι προσπάθησε να απαντήσει, σε «δεύτερο χρόνο», εντείνοντας το μαζικό ψυχολογικό εκβιασμό για τους κάθε είδους κινδύνους, που παραμονεύουν, αν δεν πειθαρχήσει ο λαός στο Μνημόνιο. Εδώ εντάσσονται οι περιβόητες δηλώσεις του Θ.Πάγκαλου για τα τανκς που θα βγουν στους δρόμους να προστατεύσουν τις τράπεζες[1] και οι ανοικτές απειλές του αστικού τύπου («Καθημερινή», «Βήμα») για τα… «αναχώματα στη βία», την… «πολιτική ζούγκλα και τις συνέπειες», το… «θετικό παράδειγμα της Χιλής» κ.λπ. Η κυρίαρχη τάξη όμως πέρασε γρήγορα και σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για την αντιμετώπιση του «εσωτερικού εχθρού». Στο επίπεδο των κρατικών μηχανισμών καταστολής,

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


ο στρατός εμφανίζεται για πρώτη φορά μετά 35 χρόνια να ενδιαφέρεται πιο έντονα για την «εσωτερική ασφάλεια των πολιτών» παρά για την υπεράσπιση και την άμυνα των συνόρων. Έτσι προέκυψαν οι ασκήσεις ελέγχου του πλήθους από την 71η Αερομεταφερόμενη Ταξιαρχία (ελίτ του ελληνικού στρατού) στο Κιλκίς…[2] Έτσι προωθείται η πλατιά ζύμωση στα στελέχη των ενόπλων δυνάμεων για τη διεύρυνση της έννοιας της «εθνικής ασφάλειας» με τις σύγχρονες απειλές των λαθρομεταναστών, τρομοκρατών κ.λπ.[3], ανοίγοντας το δρόμο για εμπλοκή του στρατού στις πολιτικές υποθέσεις. Την ίδια ώρα ο ρόλος της αστυνομίας αναβαθμίστηκε κάθετα. Μπορεί να απέτυχε και να διασύρθηκε στη μάχη της Κερατέας, αλλά προετοίμασε και δοκίμασε με επιτυχία την ισχύ της στις επιχειρήσεις σκούπα στο κέντρο της Αθήνας και στο ρατσιστικό πογκρόμ τον περασμένο Μάιο. Και ξανακέρδισε την αξιοπιστία της στους κύκλους της καλής κοινωνίας με το χημικό πόλεμο που εξαπέλυσε κατά των διαδηλώσεων στο Σύνταγμα. Παράλληλα και σε εντελώς αντίθετη κατεύθυνση ξετυλίγονται τα πράγματα στο κοινοβούλιο, που από κορώνα της δημοκρατίας κατέπεσε σαν κύρος στο χειρότερο σημείο της ιστορίας του. Μόνο η μια πλευρά αυτής της κατάπτωσης είναι το απερίγραπτα άθλιο ηθικό και πολιτικό επίπεδο των βουλευτών που το απαρτίζουν. Η άλλη πλευρά είναι η οργανική και συστηματική τάση υποβάθμισης της λειτουργίας του. Τα κοινοβούλια ανήκουν στους ελάχιστους αστικούς κρατικούς θεσμούς που εκλέγονται από τους πολίτες και ελέγχονται έστω και με λειψό τρόπο. Με τη συγκρότηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών, που συμμετέχουν, έχουν παραχωρήσει εθελοντικά μεγάλο κομμάτι των εξουσιών τους στο υπερεθνικό οργανισμό που η ηγεσία του (Ευρωπαϊκή Επιτροπή και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) είναι εκτός εκλογής και ελέγχου από τους Ευρωπαίους πολίτες. Πιο ιδιαίτερα όμως, το Μνημόνιο έχει επιτείνει τη μείωση της εθνικής κυριαρχίας του ελληνικού κοινοβουλίου.[4] Αυτό το λεγόμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» διευρύνεται ακόμη περισσότερο από την υποταγή της καθαυτής λειτουργίας της

ΑΝΟΙΞΗ 2011

βουλής (συζήτηση και ψήφιση νομοσχεδίων) στις υπουργικές αποφάσεις και τα προεδρικά διατάγματα που απλά ανακοινώνονται. Όλες αυτές οι τάσεις και οι εξελίξεις βρήκαν σημείο σύγκλισης και καταγραφής τα γεγονότα των ημερών 28 και 29 Ιούνη. Πρωτοπορία του μπλοκ του Μνημονίου στη μάχη ενάντια στην Αριστερά δεν ήταν το πολιτικό προσωπικό (υπουργοί, βουλευτές κ.λπ.), που με πειστικό λόγο θα συσπείρωνε τη λαϊκή πλειοψηφία στο σχέδιό του, αλλά το αστυνομικό δυναμικό που επιχείρησε να τσακίσει και να διαλύσει τις μαζικές συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα.

Η απάντηση της Αριστεράς Ότι και να πούμε, η Αριστερά και τα συνδικάτα βρέθηκαν κατώτεροι των περιστάσεων όλη αυτή την περίοδο. Οι «Αγανακτισμένοι» ήταν αποτέλεσμα και της δικής τους κρίσης. Οι μαζικές κινητοποιήσεις τους, πολλές φορές των δεκάδων χιλιάδων, ξεχείλισαν απ’ τα φράγματα της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Δεν τα έσπασαν, αλλά ξεχείλισαν. Και αν μέχρι τώρα δεν κατόρθωσαν να οικοδομήσουν μια μαζική εναλλακτική ηγεσία, κατοχύρωσαν όμως το ρόλο τους σαν αυτόνομος παράγοντας στις εξελίξεις. Αυτή η επικίνδυνη δυναμική δεν πέρασε απαρατήρητη από τα αστικά επιτελεία…[5] Το κρίσιμο διήμερο 28 και 29 Ιούνη, η Αριστερά ξαναδοκίμασε τις δυνάμεις της. Ό όγκος των διαδηλώσεων και η απεργιακή κινητοποίηση δεν μπόρεσαν να μπλοκάρουν την ψήφιση του Μεσοπρόθεσμου. Ξαναδοκίμασε όμως και τις εκτιμήσεις της. Το ΚΚΕ είδε στα γεγονότα ένα προβοκατόρικο σχέδιο της κυβέρνησης. Αυτό ήταν αναμφίβολα σωστό, αλλά έμεινε μόνο σ’ αυτό, χάνοντας από μπροστά του όλο τον ορίζοντα της πολιτικής κρίσης και της αντιδραστικής επίθεσης. Η οπτική του ΣΥΝ δεν ξέφυγε από τα θεσμικά όρια της «αντιδημοκρατικής εκτροπής» και της «παραβίασης της νομιμότητας». Όμως μόνο αυτά σηματοδοτούσαν τα γεγονότα του διημέρου ή κάτι πολύ περισσότερο; Η ριζοσπαστική Αριστερά, που έφερε και το κύριο βάρος της αντίστασης στην αστυνομική βία και τους προβοκάτορες, κατήγγηλλε τη «χούντα» και τον

43


«κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό». Παρότι με αυτή τη ρητορική ανέδειξε τις αυταρχικές τάσεις που όλο και δυναμώνουν στο στρατόπεδο του Μνημονίου, έκανε και κάνει ένα σοβαρό λάθος. Προδικάζει την ήττα του κινήματος στο τέλος της μάχης, ενώ η μάχη βρίσκεται ακόμη στην αρχή της.

Δημοκρατία και στρατηγική Η δημοκρατία ήταν πάντα για την Αριστερά ένα από τα πιο κομβικά ζητήματα διαμάχης. Μια πλειοψηφούσα άποψη, με βασικό φορέα τη σοσιαλδημοκρατία, θεωρεί τη δημοκρατία ένα πολιτικό σύστημα άδειο από ταξικό περιεχόμενο, «καθαρή δημοκρατία», με κέντρο το κοινοβούλιο και τις βουλευτικές εκλογές και ουδέτερα εργαλεία τους κρατικούς μηχανισμούς. Αυτή η περιγραφή όμως είναι μια «ιδεολογική ψευδαίσθηση». Γιατί η δημοκρατία που υπάρχει, είναι ταξική και όχι «καθαρή». Γιατί η δημοκρατία θα είναι είτε των πλουσίων και των ισχυρών (όπως και η δημοκρατία της μεταπολίτευσης που όμως αποτέλεσε μια τεράστια πρόοδο για τις λαϊκές μάζες σε σχέση με το πολιτικό παρελθόν της χώρας). Είτε η δημοκρατία θα είναι των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων,

2) Από την άποψη της μορφής είναι το πολιτικό σύστημα που ευνοεί περισσότερο την οργάνωση και την ανάπτυξη της ταξικής πάλης. Μέσα στο πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας συγκροτούνται και αναπτύσσονται καλύτερα και με μαζικούς όρους τα κόμματα της Αριστεράς και τα συνδικάτα, αυτά που ονόμαζε ο Τρότσκι «στοιχεία της εργατικής δημοκρατίας». 3) Από την άποψη των πολιτικών καθηκόντων δηλώνουμε απερίφραστα, παρότι το όραμα μας

Η δημοκρατία που υπάρχει, είναι ταξική και όχι «καθαρή». Γιατί η δημοκρατία είναι είτε των πλουσίων και των ισχυρών, είτε των εργαζόμενων και λαϊκών τάξεων, όπως η Κομούνα το 1871 και τα Σοβιέτ το 1917. όπως η Κομούνα το 1871 και τα Σοβιέτ το 1917. Γιατί, επίσης, οι κρατικοί μηχανισμοί όπως η αστυνομία, ο στρατός, τα δικαστήρια κ.λπ. δεν είναι ουδέτεροι, αλλά όπλα της κυρίαρχης καπιταλιστικής τάξης ενάντια στην αντίσταση των εκμεταλλευομένων. Κατά τη γνώμη μας, τα κεκτημένα των κλασικών του μαρξισμού[6] εξασφαλίζουν την πιο κριτική και ρεαλιστική προσέγγιση της πραγματικότητας. Τρία είναι τα μαρξιστικά κλειδιά για τη στάση μας, αυτή τη στιγμή, απέναντι στην αστική κοινοβουλευτική δημοκρατία. 1) Από την άποψη του περιεχομένου είναι ένα πολιτικό καθεστώς που εξυπηρετεί τα προνόμια της αριστοκρατίας του πλούτου.

44

είναι η δημοκρατία των εργατικών συμβουλίων, ότι θα υπερασπίσουμε κάθε αστικό δημοκρατικό δικαίωμα από την επίθεση της αντίδρασης. Μια τέτοια στρατηγική απαιτεί κάποια ξεκαθαρίσματα σε ιδέες και προτάσεις που είχαν μια ιδιαίτερη έξαρση τον τελευταίο καιρό. «Ο ρόλος της αστυνομίας είναι να προστατεύει τους πολίτες από την εγκληματικότητα». Είναι λάθος, γιατί η πραγματικότητα είναι εντελώς ανάποδα: η δράση της αστυνομίας ενάντια στην εγκληματικότητα είναι δευτερεύουσας σημασίας και συμπληρωματική. Με τη δράση της ενάντια στην εγκληματικότητα εξασφαλίζει κύρος στην κοινή γνώμη, για να τσακίζει πιο ανώδυνα για την κρατική εξουσία κάθε είδους αντιστάσεις.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Ο αγώνας για τις δημοκρατικές ελευθερίες πρέπει να έχει σημείο εκκίνησης το χώρο της καθημερινής ύπαρξης και δράσης των «από κάτω». Γι’ αυτό πρώτο στις διεκδικήσεις είναι η δημοκρατία στους χώρους δουλειάς. Επίσης η δήλωση του Τσίπρα, όταν κατέθετε τη μήνυση κατά της αστυνομικής βίας, ότι «θα τους ταράξουμε στη νομιμότητα», είναι και αυτή πολιτικό λάθος. Είναι λάθος, γιατί το πρόβλημα της κυβέρνησης δεν είναι η τήρηση της νομιμότητας (νόμοι, διατάξεις και κανονισμοί). Έτσι και αλλιώς οι νόμοι έχουν δεκάδες παραθυράκια για να δέχονται πολλές ερμηνείες, πού όλες όμως λογοδοτούν στους συσχετισμούς των τάξεων και των κομμάτων. Αντίθετα η κυβέρνηση έχει πρόβλημα νομιμοποίησης της πολιτικής της. Γι’ αυτό, την ώρα που κατέθετε τη μήνυση, θα έπρεπε να δηλώσει ότι «θα τους ταράξουμε στην ενωτική μαζική πάλη, που μέσα από τη μαχητική της δύναμη θα επιβάλλει στο τέλος μια νέα δημοκρατική νομιμότητα». Και τέτοια παραδείγματα έχουμε την Κερατέα και τους «Αγανακτισμένους».

Για ένα δημοκρατικό πρόγραμμα πάλης Ο αγώνας για τις δημοκρατικές ελευθερίες (κομμάτι της πάλης του αντιμνημονιακού κινήματος) πρέπει να έχει σημείο εκκίνησης το χώρο της καθημερινής ύπαρξης και δράσης

των «από κάτω». Γι’ αυτό πρώτο στις διεκδικήσεις είναι η δημοκρατία στους χώρους δουλειάς. Είναι γεγονός ότι η πολιτική βία και αντίδραση είναι η ηχώ της άμεσης οικονομικής βίας στη δουλειά, εκεί που απαγορεύονται οι απεργίες με την απειλή της απόλυσης και της ανεργίας και ο συνδικαλισμός δρα σε συνθήκες παρανομίας. Δεύτερο στον κατάλογο των διεκδικήσεων είναι τα δικαιώματα των μεταναστών, το πιο κολασμένο κομμάτι της εργατικής τάξης. Η νομιμοποίηση και τα ίσα δικαιώματα είναι η απάντησή μας στην περιορισμένη δημοκρατία (μόνο για κάποιους και όχι για όλους) των «από πάνω», που διασπά τους εργαζόμενους σε πολίτες και σε ανθρώπους χωρίς δικαιώματα. Τρίτο, τέταρτο, πέμπτο κ.λπ. είναι η απαίτηση για διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία, η απαγόρευση της συγκέντρωσης των ΜΜΕ στα χέρια των μονοπωλίων για την ελευθερία του Τύπου, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και των φυλακισμένων. Τελευταίο στη σειρά, αλλά όχι στη σημασία, είναι η πολιτική απομόνωση της αστυνομίας και ο αφοπλισμός της.

Η συμμετοχή χιλιάδων στις λαϊκές συνελεύσεις του Συντάγματος δείχνει τη δίψα για πραγματική δημοκρατία.

ΑΝΟΙΞΗ 2011

45


Όπως έλεγε και ο Λένιν, οι συσχετισμοί των δυνάμεων και η ταξική πάλη καθορίζουν τις μορφές των καθεστώτων.

Η φερεγγυότητα αυτού του προγράμματος είναι η δύναμη του κινήματος από τα κάτω και τίποτε άλλο. Η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ σχεδιάζει να κλείσει το κεφάλαιο της «δημοκρατίας της μεταπολίτευσης» (1974-2011), την οποία θεωρεί πια υπερβολικά δημοκρατική και κοινωνική. Και γι’ αυτό σχεδιάζει ένα δημοψήφισμα για το πολιτικό σύστημα, για να εγκαινιάσει τη «δεύτερη μεταπολίτευση» που θα είναι αυστηρών ηθών και πειθαρχημένη στις επιταγές του Μνημονίου. Αυτά είναι επί των προθέσεων, αλλά, όπως έλεγε και ο Λένιν, οι συσχετισμοί των δυνάμεων και η ταξική πάλη καθορίζουν τις μορφές των καθεστώτων. Από μας εξαρτάται αν η «δεύτερη

μεταπολίτευση» θα βαδίσει πιο αριστερά από την πρώτη…

Σημειώσεις 1. Δηλώσεις Θ.Πάγκαλου στις 27 Ιούνη, στην «EL MUNDO». 2. Ημερήσιος Τύπος στις 13 Φλεβάρη. 3. Άρθρο Στ.Κασιμάτη, «Καθημερινή», 15 Απρίλη. 4. Δηλώσεις Γιούνκερ (πρόεδρος Γιούρογκρουπ) για την απώλεια μέρους της εθνικής κυριαρχίας της χώρας, 6 Ιούλη, στον ημερήσιο Τύπο. 5. Άρθρο του Στ.Λυγερού, «Καθημερινή», 27 Μάη. 6. Έργα κυρίως του Μαρξ και του Λένιν όπως: «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία» 1871 και «Κράτος

Συνέλευση σοβιέτ στην Πετρούπολη. Η επαναστατική Ρωσία υπήρξε η κορυφαία έκφραση της δημοκρατίας των εργαζομένων.

46

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Αίγυπτος: Τα προβλήματα μιας μεγάλης επανάστασης που συνεχίζεται… Του Πέτρου Τσάγκαρη ✉tsangaris2004@yahoo.gr ✉

Εφτά μήνες μετά το ξέσπασμα της επανάστασης στην Τυνησία και πέντε μήνες μετά την πτώση του Μουμπάρακ, οι επαναστάσεις έχουν πια επεκταθεί σχεδόν σε όλες τις αραβικές χώρες. Στην Υεμένη, τη Συρία και το Μπαχρέιν, παρά την άγρια καταστολή και τις χιλιάδες σφαγές, οι διαδηλώσεις συνεχίζονται. Διαδηλώσεις γίνονται και στην Τυνησία, ενώ ο εμφύλιος πόλεμος εξακολουθεί να μαίνεται στη Λιβύη. Όμως, όπως υποστηρίζει ο Μουσταφά Ομάρ –ο οποίος βρέθηκε τις μέρες της εξέγερσης στο Κάιρο και στα κείμενα του οποίου βασίζεται εν πολλοίς και αυτό το άρθρο– η Αίγυπτος αξίζει τη μεγαλύτερη προσοχή, καθώς «η διαδικασία που βρίσκεται υπό εξέλιξη στη χώρα αυτή είναι μία από τις μεγαλύτερες λαϊκές επαναστάσεις στη σύγχρονη ιστορία».

Ο Ομάρ επιχειρηματολογεί θυμίζοντας ότι μεταξύ της 25ης Γενάρη και της 11ης Φλεβάρη, υπολογίζεται ότι πάνω από 15 εκατομμύρια άνθρωποι –περισσότερο από το 20% του πληθυσμού– συμμετείχαν στις διαδηλώσεις που οδήγησαν στην πτώση του Μουμπάρακ. Συγκριτικά, τα 15 εκατομμύρια ξεπερνούν το σύνολο των διαδηλωτών που έριξαν τα καθεστώτα της Αν. Ευρώπης το 1989. Είδαμε δηλαδή στην πράξη αυτό που οι κλασικοί

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

του μαρξισμού περιέγραφαν ως ορμητική είσοδο των μαζών στο προσκήνιο της ιστορίας.

Μάζες Παρότι στην αιχμή του δόρατος της εξέγερσης ήταν η νεολαία, στις πλατείες βρέθηκαν, από την πρώτη μέρα, εργάτες, δημόσιοι υπάλληλοι, φτωχοί αγρότες, νοικοκυρές, συνταξιούχοι, άνθρωποι με ειδικές ανάγκες σε καροτσάκια, άνδρες

47


Τα κεντρικά γραφεία του Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος του Μουμπάρακ κατεατραμμένα από τις επιθέσεις των διαδηλωτών.

και γυναίκες, μουσουλμάνοι και χριστιανοί. Ήταν όλοι εκεί γιατί είχαν λόγους να αντιταχθούν στο καθεστώς. Ενώ, όμως, η πλατεία Ταχρίρ τράβηξε τα φώτα της παγκόσμιας δημοσιότητας, δεν ήταν μόνον εκεί όπου γράφτηκε ιστορία. Στην Αλεξάνδρεια το ποσοστό των κατοίκων που βρέθηκαν στους δρόμους ήταν πολύ μεγαλύτερο και οι εξεγερμένοι ακολούθησαν μια διαφορετική τακτική: Δεν περίμεναν την αστυνομία να έρθει εναντίον τους, αλλά έβγαιναν κάθε μέρα κατά εκατοντάδες χιλιάδες από κάθε γειτονιά για να αντιμετωπίσουν τις δυνάμεις καταστολής. Ο Ομάρ παραθέτει (socialistworker.org, 31/5/2011) ένα διάλογο ασυρμάτου της αστυνομίας της Αλεξάνδρειας, λίγες μόλις στιγμές πριν πέσει η πόλη στα χέρια των επαναστατημένων. Στην ηχογραφημένη συνομιλία οι αξιωματικοί που βρίσκονταν στην πρώτη γραμμή ικετεύουν το αρχηγείο να στείλει ενισχύσεις προκειμένου να αντιμετωπίσουν, όπως το έλεγαν επί λέξει, μαζικά επικίνδυνα πλήθη δέκα, είκοσι και τριάντα χιλιάδων ανθρώπων που τους πλησίαζαν από παντού μέσα στην πόλη. Το αρχηγείο δηλώνει αδυναμία γιατί όλοι ανεξαιρέτως οι επικεφαλής που βρίσκονταν στα σημεία των συγκρούσεων, ζητούσαν ενισχύσεις. Τελικά, το αρχηγείο συμβουλεύει τους επικεφαλής να

48

διατάξουν υποχώρηση στα αστυνομικά τμήματα. Όπως γράφει ο Ομάρ, οι αξιωματικοί απαντούσαν: «Κύριε, τα αστυνομικά τμήματα καίγονται από τους διαδηλωτές». Η ηχογράφηση τελειώνει με δραματικό τόνο καθώς ο διοικητής στο αρχηγείο απαιτεί εξηγήσεις από ένα κατώτερο αξιωματικό σχετικά με την υποχώρηση των αστυνομικών δυνάμεων. Ο αξιωματικός ακούγεται απλώς να λέει: «Κύριε, όλα τέλειωσαν. Ο λαός είναι πια καβάλα». Η ιστορία της Αλεξάνδρειας επαναλήφθηκε στο Σουέζ και σε πληθώρα άλλων πόλεων: Οι διαδηλωτές βάδισαν ενάντια στους αστυνομικούς σταθμούς, ενάντια στα γραφεία του κόμματος του Μουμπάρακ (του Εθνικού Δημοκρατικού Κόμματος), ενάντια στα δημαρχεία και στα κυβερνεία κ.ο.κ. Η επανάσταση άλλαξε την εικόνα της Αιγύπτου, αλλά άρχισε να αλλάζει και τους ίδιους τους ανθρώπους. Εκατοντάδες χιλιάδες νεολαίοι στις πόλεις και τα χωριά της Αιγύπτου σχημάτισαν επιτροπές που ανέλαβαν τη φύλαξη της κάθε γειτονιάς από τους παρακρατικούς, τη μυστική αστυνομία και τους ποινικούς. Στη συνέχεια οι επιτροπές αυτές πρωτοστάτησαν σε καμπάνιες για τη δίωξη διεφθαρμένων αξιωματούχων, για βελτίωση των κοινωνικών υπηρεσιών, ενώ ανέλαβαν ακόμη και καθήκοντα τροχαίας και καθαρισμού.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Δεκάδες χιλιάδες έγιναν δωρητές αίματος για τους τραυματίες της εξέγερσης. Νεαροί καλλιτέχνες άρχισαν να ζωγραφίζουν γκράφιτι παντού στους τοίχους καταγγέλλοντας τη διαφθορά και εξυμνώντας την ισότητα μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών. Οι Αιγύπτιοι άρχισαν να περιμένουν στην ουρά στα μαγαζιά και στις δημόσιες υπηρεσίες από σεβασμό προς τους συμπολίτες τους, κάτι που κανονικά δεν μπορείς να δεις στο Κάιρο, όπως λέει ο Ομάρ.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Μετά την ανατροπή του Μουμπάρακ, η εξουσία πέρασε στα χέρια του Ανώτατου Συμβουλίου των Ενόπλων Δυνάμεων. Ένα ένα τα μέλη το Συμβουλίου αυτού είχε επιλεγεί και διοριστεί από τον ίδιο τον δικτάτορα. Το καθεστώς τούς εξασφάλιζε παχυλούς μισθούς, σπίτια, διακοπές στο εξωτερικό, ειδικά σχολεία για τα παιδιά τους και γενικά ό,τι απαιτείται για να εξασφαλιστεί η αφοσίωση σε μια δικτατορία. Χωρίς καμία εξαίρεση τα μέλη του Συμβουλίου έχουν περάσει από σώματα αξιωματικών που εκπαιδεύτηκαν στις ΗΠΑ. Συμμετείχαν στις παράνομες απαγωγές «τρομοκρατών» που οργάνωναν οι αμερικανικές υπηρεσίες ασφαλείας και έχουν δεχθεί στο έδαφος της Αιγύπτου τέτοιους απαχθέντες «τρομοκράτες» προκειμένου να τους βασανίσουν. Το Φλεβάρη αυτοί οι στρατηγοί αναγκάστηκαν, κάτω από την αφόρητη λαϊκή πίεση, να απομακρύνουν τον Μουμπάρακ και να παραχωρήσουν μερικώς κάποιες ελευθερίες. Το Συμβούλιο προχώρησε πολύ γρήγορα σε ένα δημοψήφισμα σχετικά με τη συνταγματική μεταρρύθμιση, προκειμένου να εξασφαλίσει ότι οι αλλαγές στο εκλογικό σύστημα θα παρέμεναν περιορισμένες και απόλυτα ελεγχόμενες. Το Ανώτατο Συμβούλιο προσπαθεί ακόμη και τώρα να επιβάλει την καταστολή των απεργιών και των διαδηλώσεων, προκειμένου, ως συλλογικός εκφραστής του καπιταλιστικού συστήματος, να εμποδίσει την επέκταση της αμφισβήτησης αυτού του συστήματος, η οποία προκύπτει από την ίδια τη δράση των μαζών όταν αυτή εξελίσσεται ανεμπόδιστα. Έτσι έχει εισάγει διάταξη με την οποία απαγορεύει διάφορες απεργιακές κινητοποιήσεις. Ο πρωθυπουργός έχει τονίσει ότι

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

η κυβέρνηση θα εφαρμόσει άρθρα του ποινικού κώδικα (όπως τα άρθρα 86 και 88) που θεωρούν κακούργημα τις απεργίες και την παρεμπόδιση της παραγωγικής διαδικασίας. Τα άρθρα αυτά προβλέπουν για τους παραβάτες ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται μεταξύ 5 και 25 ετών. Ο πολιτικός αυταρχισμός είναι πανταχού παρών: Η κυβέρνηση έχει ήδη συλλάβει πολλούς αγωνιστές του κινήματος, έχει προσπαθήσει να παρακάμψει το παλλαϊκό αίτημα για νέο σύνταγμα στη χώρα, έχει περιορίσει την ελευθερία δημιουργίας κομμάτων, ενώ δεν είχε πρόβλημα να δείξει τη σιδερένια πυγμή της και σε οποιονδήποτε εναντιώνεται στην πολιτική της, ακόμη και στους δικαστές και τους αστούς φιλελεύθερους.

Οι εργάτες και οι αγρότες Οι εργατικοί αγώνες έχουν γνωρίσει φυσιολογικές διακυμάνσεις σε όλη τη διάρκεια της επανάστασης. Το Φεβρουάριο, μόνο στο Κάιρο, υπήρχαν 500 διαφορετικές εργατικές κινητοποιήσεις, ενώ το Μάρτιο το νούμερο αυτό έπεσε στο 200. Όμως τον Απρίλιο και το Μάιο υπήρξε νέα άνοδος των αγώνων, περιλαμβανομένης και της πρώτης πανεθνικής απεργίας των γιατρών στα δημόσια νοσοκομεία. Το συνδικάτο των γιατρών, που παλιότερα ήταν μια συντηρητική επαγγελματική συντεχνία, επηρεάστηκε βαθύτατα από τις λαϊκές κινητοποιήσεις και αυτό βρήκε αντανάκλαση στα αιτήματα της απεργίας: οι απεργοί ζητούσαν μισθολογικές αυξήσεις αλλά και την αύξηση των δημόσιων δαπανών για την υγεία από το 3,5% που είναι σήμερα, στο 15%, προκειμένου να υπάρξει ένα σύστημα υγείας που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες ενός πληθυσμού που μαστίζεται από καρδιακά νοσήματα και ηπατίτιδα C. Η κυβέρνηση τελικά αποδέχθηκε τα βασικά αιτήματα των γιατρών. Οι απεργίες στην τσιμεντοβιομηχανία Μπενί Σουέφ, οι διαρκείς διαδηλώσεις των εκπαιδευτικών μπροστά από το υπουργείο Παιδείας είναι επίσης μερικοί από τους δείκτες των ταξικών αγώνων και της κοινωνικής παρακαταθήκης που έχει αφήσει η εξέγερση. Οι πρώην εργαζόμενοι στην αλυσίδα πολυκαταστημάτων Omar Effendi, που είχε ιδιωτικοποιηθεί πριν από μερικά χρόνια (είχε πουληθεί κοψοχρονιά σε ξένο επενδυτή ο οποίος έκλεισε τελικά την

49


επιχείρηση), κέρδισαν μια σημαντική δικαστική απόφαση με την οποία η εταιρεία επανεθνικοποιείται και οι ίδιοι ξαναπιάνουν δουλειά. Με αίτημα την επανεθνικοποίηση κινητοποιήθηκαν και οι εργαζόμενοι άλλων εταιρειών, όπως στον κλάδο της υφαντουργίας. Σε κινητοποιήσεις προχώρησαν και οι εργαζόμενοι των εταιριών του Καναλιού του Σουέζ. Σε συνδικαλιστικό επίπεδο οι εργαζόμενοι έχουν πετύχει να στήσουν μια σειρά από ανεξάρτητα συνδικάτα (ανεξάρτητα από τη διαβόητη Αιγυπτιακή Ομοσπονδία των Συνδικάτων που ελεγχόταν από το καθεστώς Μουμπάρακ). Πηγή έμπνευσης είναι οι αγώνες των εργατών στη μεγάλη υφα-

ανάδειξη των αρχηγών. Οι οπαδοί μποϊκοτάρουν ή και γιουχάρουν τους κάποτε αγαπημένους τους ηθοποιούς, τραγουδιστές και ποδοσφαιριστές που υποστήριξαν τον Μουμπάρακ. Οι κινητοποιήσεις των αγροτών και η συμμετοχή τους στις διαδηλώσεις αποτελούν επίσης μια άλλη σοβαρή παράμετρο. Από τότε που ξεκίνησε η επανάσταση έχουν αναφερθεί πάνω από 100.000 «καταπατήσεις» ιδιωτικής περιουσίας στην ύπαιθρο. Πρόκειται για δράσεις ακτημόνων αγροτών που προσπαθούν να ξαναπάρουν τη γη που τους άρπαξαν το 1997 οι κληρονόμοι των γαιοκτημόνων της εποχής της αποικιοκρατίας χάρη σε νόμο του Μουμπάρακ. Με τη βοήθεια

Σε συνδικαλιστικό επίπεδο οι εργαζόμενοι έχουν πετύχει να στήσουν μια σειρά από ανεξάρτητα συνδικάτα (ανεξάρτητα από τη διαβόητη Αιγυπτιακή Ομοσπονδία των Συνδικάτων που ελεγχόταν από το καθεστώς Μουμπάρακ). ντουργίας Μαχάλα. Οι ταχυδρομικοί, οι εργαζόμενοι στις συγκοινωνίες, οι εργαζόμενοι στην υφαντουργία Megatex στο Sadat City, οι εργαζόμενοι σε συγκεκριμένα νοσοκομεία, όπως το «Μανσιάτ Αλ Μπάκρι» στο Κάιρο, και άλλοι εργαζόμενοι έχουν συστήσει τουλάχιστον 14 ανεξάρτητα συνδικάτα, ενώ περισσότερα είναι υπό δημιουργία. Τα συνδικάτα αυτά ίδρυσαν την Αιγυπτιακή Ομοσπονδία των Ανεξάρτητων Συνδικάτων. Στην Πρωτομαγιά, η Ομοσπονδία αυτή ήταν ο βασικός οργανωτής της συγκέντρωσης που έγινε στην πλατεία Ταχρίρ. Ήταν η πρώτη φορά έπειτα από 60 χρόνια που το εργατικό κίνημα οργάνωσε μια πανεθνική δημόσια διαδήλωση όπου η αστυνομία δεν παρενέβη! Εκτός από τους αγώνες του σκληρού πυρήνα της εργατικής τάξης, ένα ολόκληρο κύμα εξέγερσης και αμφισβήτησης έχει σαρώσει κάθε γωνιά και κάθε τομέα της κοινωνίας: Οι δημοσιογράφοι διώχνουν τους εκδότες που υποστήριζαν τον Μουμπάρακ. Οι ηθοποιοί και οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στην κινηματογραφική βιομηχανία στασίασαν ενάντια στον διεφθαρμένο και αυταρχικό πρόεδρο της ομοσπονδίας τους. Οι διαιτητές ποδοσφαίρου απείλησαν να απεργήσουν ζητώντας αυξήσεις. Οι πρόσκοποι απαιτούν εκλογές για την

50

της αστυνομίας αυτοί οι γόνοι των γαιοκτημόνων είχαν ξεσπιτώσει τουλάχιστον ένα εκατομμύριο αγρότες και τις οικογένειές τους. Το Μάιο πραγματοποιήθηκε συνέδριο των αγροτών στο χωρίο Καμσίς, ιστορικό κέντρο αγροτικών αγώνων, όπου αποφασίστηκε η ίδρυση μιας νέας ανεξάρτητης Ένωσης Αιγυπτίων Καλλιεργητών, με βασικό στόχο τη δημιουργία ενός πανεθνικού συνεταιριστικού κινήματος το οποίο θα διευθύνεται από τη βάση.

Οι νέες διαδηλώσεις στην Ταχρίρ Μια σημαντική στιγμή της από τα κάτω αμφισβήτησης του Συμβουλίου ήταν οι συγκεντρώσεις που έγιναν στις 27 Μαΐου στην πλατεία Ταχρίρ και σε άλλες πλατείες στις μεγάλες πόλεις της χώρας, στις οποίες έλαβαν μέρος πάνω από ένα εκατομμύριο άνθρωποι. Οι διαδηλώσεις διοργανώθηκαν κυρίως από αριστερές οργανώσεις σε αντιπαράθεση με τους στρατιωτικούς ηγέτες της χώρας. Παρά τον πόλεμο που γνώρισαν οι διαδηλώσεις από τα κρατικά αλλά και από πολλά «δημοκρατικά» μέσα ενημέρωσης, η συμμετοχή ήταν πέρα από κάθε προσδοκία, ειδικά στην Αλεξάνδρεια όπου συγκεντρώθηκαν πάνω από 500.000 άνθρωποι. Η πολεμική των ΜΜΕ και του κράτους

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


ενάντια στην εξαγγελθείσα συγκέντρωση εστίαζε κυρίως στον δήθεν κίνδυνο για εκτεταμένα επεισόδια, για βανδαλισμούς και καταστροφές, ενώ ��ι τράπεζες ασφάλισαν τα ΑΤΜ τους και γνωστή αμερικανική αλυσίδα φαστ φουντ έκλεισε τα κατά τόπους καταστήματά της (σας θυμίζει τίποτε όλο αυτό το σκηνικό;). Από την άλλη οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, το πιο μεγάλο και το πιο οργανωμένο κόμμα της αντιπολίτευσης (του οποίου τα μέλη συμμετείχαν στις μεγάλες διαδηλώσεις που έριξαν τον Μουμπάρακ), εξέφρασε την αντίθεσή του με τη συγκέντρωση. Έδωσε μάλιστα στη δημοσιότητα μια διακήρυξη υπεράσπισης του Ανώτατου Συμβουλίου, στην οποία κατήγγειλε τους οργανωτές της διαδήλωσης της 27ης Μαΐου ως «αντεπαναστάτες» (σας θυμίζει κάποιο άλλο κόμμα στην Ελλάδα;), κατηγορώντας τους μάλιστα ότι συνωμοτούν ενάντια στο στρατό. Στην Αλεξάνδρεια, η τοπική οργάνωση της Αδελφότητας μοίρασε χιλιάδες προκηρύξεις οι οποίες κατηγορούσαν οποιονδήποτε επρόκειτο να συμμετάσχει στη διαδήλωση ενάντια στο Ανώτατα Συμβούλιο ως «κομουνιστές και κοσμικούς». Τα αιτήματα των οργανωτών της διαδήλωσης απέναντι στο Ανώτατο Συμβούλιο ήταν τέσσερα: 1) Να δικαστεί ο Μουμπάρακ για μαζικές δολοφονίες

(και όχι μόνον για οικονομικές ατασθαλίες όπως σχεδίαζε ο στρατός). 2) Να σταματήσουν τα στρατοδικεία να δικάζουν ακτιβιστές και επαναστάτες. 3) Να εγκαταλείψει το Συμβούλιο το αυταρχικό μονοπώλιο όσον αφορά βασικά ζητήματα μετάβασης σε ένα δημοκρατικό σύστημα. 4) Να ξεκινήσει μια διαδικασία αναδιανομής του πλούτου της χώρας υπέρ των φτωχών θεσμοθετώντας έναν βασικό μισθό που θα εξασφαλίζει τη διαβίωση. Οι συγκεντρώσεις ήταν εξαιρετικά ογκώδεις, όπως προείπαμε, και αποτέλεσαν μια τεράστια επίδειξη δύναμης από την Αριστερά και άλλες δημοκρατικές δυνάμεις που υποστηρίζουν τη συνέχιση του αγώνα για αληθινή δημοκρατία και κοινωνική δικαιοσύνη. Οι ομιλητές στην πλατεία Ταχρίρ εστίασαν στην άρνηση των στρατιωτικών να υλοποιήσουν τα αιτήματα της επανάστασης, υπενθύμισαν τα εγκλήματα του καθεστώτος Μουμπάρακ ειδικά τις τελευταίες ημέρες πριν από την κατάρρευσή του, και καταδίκασαν το γεγονός ότι το νέο καθεστώς αντιμετώπιζε με το γάντι τον πρώην δικτάτορα και τους συνεργάτες του. Από την άλλη το πλήθος καταδίκαζε με τα συνθήματά του την προδοσία των Αδελφών Μουσουλμάνων. Οι διαδηλώσεις τελείωσαν ειρηνικά με χιλιάδες ανθρώπους να

Πλατεία Ταχρίρ: Πανό του συνδικάτου εργαζομένων στη Διώρυγα του Σουέζ.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

51


Το πανό γράφει «Μουσουλμάνοι και χριστιανοί ενωμένοι» δίπλα στην ημισέληνο του Ισλάμ και το χριστιανικό σταυρό.

δεσμεύονται ότι θα ξανάρχονταν στις πλατείες αν αυτό ήταν αναγκαίο. Πράγματι, οι διαδηλώσεις επαναλήφθηκαν και στα τέλη Ιούνη, αλλά και στις 8 Ιούλη, όταν και πάλι μια εξαιρετικά ογκώδης συγκέντρωση απαίτησε από τους στρατιωτικούς να επισπεύσουν την προσαγωγή στη Δικαιοσύνη αξιωματούχων του καθεστώτος Μουμπάρακ. Λίγες ημέρες πριν από τη συγκέντρωση είχαν προηγηθεί συγκρούσεις εξαιτίας δικαστικής απόφασης για την αποφυλάκιση αστυνομικών που κατηγορήθηκαν ότι είχαν σκοτώσει διαδηλωτές κατά τη διάρκεια της αντικαθεστωτικής εξέγερσης. Αυτή τη φορά ακόμη και οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι δήλωσαν την πρόθεσή τους να συμμετάσχουν στη συγκέντρωση της 8/7.

Ποιοι ηγούνται της αντεπανάστασης Οι σαλαφιστές (αυτό που ο δυτικός Τύπος περιγράφει γενικά ως «ισλαμιστές») είναι η πλέον αντεπαναστατική δύναμη. Προσπαθούν όλο το διάστημα μετά την πτώση του Μουμπάρακ να διοχετεύσουν όλη την κοινωνική δυσαρέσκεια που υπάρχει, ενάντια στους χριστιανούς, με παρόμοια ψέματα και στερεότυπα που χρησιμοποιούν οι ρατσιστές στη Δύση ενάντια σε εβραίους και μουσουλμάνους (θυμίζει κάποιους αντίστοιχους στην Ελλάδα;).

52

Οι σαλαφιστές, σε αγαστή σύμπνοια με τα υπολείμματα του κόμματος του Μουμπάρακ και της μυστικής αστυνομίας -που τώρα δρουν προβοκατόρικα στη σκιά-, έχουν προχωρήσει σε μια σειρά εμπρησμούς χριστιανικών εκκλησιών, έχοντας ως στόχο να προκαλέσουν χάος και να διασπάσουν το λαό. Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν ο εμπρησμός ενός ναού στο Χελουάν και η δολοφονία εννέα χριστιανών που διαδήλωναν σε προάστιο του Καΐρου ενάντια στον εμπρησμό αυτό. Ευτυχώς η δημόσια κατακραυγή, εκ μέρους της πλειονότητας των μουσουλμάνων και των χριστιανών, ενάντια στις επιθέσεις στους ναούς είχε θετικές συνέπειες. Για παράδειγμα, στις 13 Μαΐου έγιναν σε όλη τη χώρα μαζικές διαδηλώσεις ενάντια στη βία που χρησιμοποιεί ως πρόσχημα τη θρησκεία –πράγμα που ανάγκασε τις εν λόγω αντιδραστικές δυνάμεις να σταματήσουν τις επιθέσεις. Αν αυτές είναι οι δυνάμεις κρούσης της αντεπανάστασης, οι επίσημες πολιτικές δυνάμεις της αντεπανάστασης είναι οι παλιοί φιλελεύθεροι που ήταν ενάντια στο καθεστώς Μουμπάρακ (αλλά που τώρα στηρίζουν το στρατιωτικό καθεστώς) και οι λεγόμενοι «πολύχρωμοι», δηλαδή αυτοί που πριν ήταν υποστηρικτές ή ακόμη και στελέχη του καθεστώτος Μουμπάρακ και τώρα

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


άλλαξαν χρώματα σαν τον χαμαιλέοντα. Οι δύο αυτές πολιτικές πτέρυγες κατευθύνουν τα βέλη τους ενάντια στους διαδηλωτές που ζητούν δημοκρατία και τους «εγωιστές» εργάτες που τολμούν να απεργούν, κατηγορώντας τους ότι θέλουν να βουλιάξουν την οικονομία και να καταστρέψουν την επανάσταση. Οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι όλο και περισσότερο παίζουν επίσης έναν αντεπαναστατικό ρόλο, καθώς αντιστρατεύονται τις εργατικές απεργίες και τις διαδηλώσεις που στρέφονται ενάντια στο Ανώτατο Συμβούλιο. Υποστηρίζουν τους πρώην δεσμοφύλακές τους και προσανατολίζονται στο να μετατρέψουν το κόμμα τους σε ένα καθωσπρέπει κόμμα του συστήματος στα πρότυπα του τουρκικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν. Ωστόσο ο κύριος εχθρός της επανάστασης είναι αυτός του οποίου τα οικονομικά συμφέροντα κινδυνεύουν άμεσα εξαιτίας της: η αιγυπτιακή καπιταλιστική τάξη. Αυτή η τάξη, γνωστή σε πολλούς Αιγυπτίους με τον όρο «η τάξη των επιχειρηματιών», συγκέντρωσε απίστευτο πλούτο μέσα από ένα σύστημα που βασίστηκε σε πολύ υψηλά επίπεδα εκμετάλλευσης των Αιγύπτιων εργατών και αγροτών και που είχε την υποστήριξη μιας βάρβαρης κατασταλτικής κρατικής μηχανής του

Μουμπάρακ. Έτσι μια μικρή μειονότητα πάμπλουτων αιγυπτιακών οικογενειών ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του πλούτου της χώρας, την ίδια στιγμή που εκατομμύρια Αιγύπτιοι βρίσκονται στα όρια της επιβίωσης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η γενική εξαθλίωση την οποία υπέφεραν οι περισσότεροι Αιγύπτιοι τα τελευταία 30 χρόνια ήταν ο κύριος παράγοντας-υπόβαθρο για το ξέσπασμα της επανάστασης του Γενάρη.

Διπρόσωποι Οι στρατηγοί αυτή τη στιγμή δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα ενεργούμενα των καπιταλιστών και, σε συνεργασία με τους «πολύχρωμους» και τους φιλελεύθερους, προσπαθούν να καταστείλουν το κύριο εχθρό του συστήματος. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να γυρίσει η Αίγυπτος στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εξέγερση του Γενάρη. Η απάντηση είναι αρνητική και το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο το γνωρίζει: η εξέγερση που ανέτρεψε τον Μουμπάρακ άλλαξε για πάντα τη χώρα από πολλές πλευρές. Οι στρατηγοί γνωρίζουν ότι οι διαθέσεις των φτωχών, της τεράστιας πλειοψηφίας του λαού, δεν επιτρέπουν απόπειρες επιστροφής στον παλιό τρόπο κυριαρχίας της άρχουσας τάξης. Ο στόχος του Συμβουλίου είναι να επιτευχθεί ένα νέο καθεστώς Σύνθημα σε τοίχο της πλατείας Ταχρίρ: «Χαρείτε την επανάσταση».

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

53


Το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο διέλυσε το κόμμα του Μουμπάρακ, αλλά ταυτόχρονα επέτρεψε σε χιλιάδες διεφθαρμένα στελέχη του να συνεχίσουν να ελέγχουν δήμους και κοινότητες. που θα εξασφαλίζει μόνιμα τα συμφέροντα των επιχειρηματιών. Με δημοκρατικό πλέον προσωπείο θα θελήσουν να οργανώσουν την κοινωνία έτσι ώστε να εξυπηρετείται η τάξη του κέρδους. Αυτό φαίνεται ότι γίνεται με την υλοποίηση κάποιων δημοκρατικών αιτημάτων ταυτόχρονα με τη χρήση στοιχείων από το προηγούμενο καθεστώς στο βαθμό που αυτό γίνεται ανεκτό από το λαό. Π.χ. το καθεστώς αναγκάστηκε κάτω από την πίεση των λαϊκών διαδηλώσεων να διαλύσει τη μυστική αστυνομία στα μέσα του Μάρτη, όμως αμέσως μετά ξαναπροσέλαβε τους ίδιους σκληροπυρηνικούς αξιωματικούς στη νέα Διοίκηση Εθνικής Ασφάλειας. Αντίστοιχα, το Ανώτατο Στρατιωτικό Συμβούλιο διέλυσε το κόμμα του Μουμπάρακ, αλλά ταυτόχρονα επέτρεψε σε χιλιάδες διεφθαρμένα στελέχη του να συνεχίσουν να ελέγχουν δήμους και κοινότητες. Όπως προείπαμε την ίδια στιγμή που οι στρατηγοί διακήρυτταν, στη θεωρία, την προσήλωσή τους στα Φαντάροι που συμμετείχαν σε διαδηλώσεις μετά την ανατροπή του Μουμπάρακ, διώκονται από στρατοδικεία.

54

ανθρώπινα και στα πολιτικά δικαιώματα, στην πράξη συνέχιζαν να συλλαμβάνουν και να παραπέμπουν σε στρατοδικεία μια σειρά αγωνιστές, ενώ ποτέ δεν σταμάτησαν και τα βασανιστήρια κρατουμένων. Η ίδια διπρόσωπη πολιτική συνεχίζεται και στο παλαιστινιακό: Κάτω από την πίεση των μεγάλων διαδηλώσεων του Μαΐου που ζητούσαν να πάψει ο αποκλεισμός της Γάζας, το Συμβούλιο ξανάνοιξε το πέρασμα της Ράφα. Ωστόσο, το αιγυπτιακό καθεστώς συνεχίζει να προμηθεύει το Ισραήλ με φυσικό αέριο και να υποδέχεται υψηλόβαθμους Ισραηλινούς στο Κάιρο. Μάλιστα στις 15 Μάη ο στρατός χρησιμοποίησε πραγματικά πυρά ενάντια σε ειρηνική διαδήλωση που γινόταν έξω από την ισραηλινή πρεσβεία στην επέτειο του παλαιστινιακού Ολοκαυτώματος – τρεις άνθρωποι σκοτώθηκαν εκεί. Η ίδια εικόνα υπάρχει και στην οικονομία: οι στρατηγοί και οι επιχειρηματίες παραχώρησαν μισθολογικές αυξήσεις κάτω από την πίεση των απεργιών. Αλλά δεν έχουν σκοπό να αλλάξουν την οικονομική πολιτική και τις προτεραιότητες που επικρατούσαν στην εποχή Μουμπάρακ. Αντίθετα, το Συμβούλιο έχει δεσμευθεί να συνεχίσει τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές ιδιωτικοποιήσεων που ακολουθούσε ο έκπτωτος δικτάτορας –δηλαδή ακριβώς αυτές τις πολιτικές που οδήγησαν στη φτωχοποίηση τεράστιων τμημάτων του λαού. Ο πιο πλούσιος άνθρωπος της Αιγύπτου, ο Ναγκίμπ Σαουίρις, διακήρυξε δημόσια την αντίθεσή του ακόμη και να υπάρξει συζήτηση –πόσο μάλλον επιβολή– ενός προοδευτικού φορολογικού συστήματος που θα μπορούσε να αυξήσει τα κρατικά έξοδα επιβαρύνοντας κυρίως τους πλούσιους. Παράλληλα ο πρωθυπουργός Εσάμ Σαράφ ζήτησε από το ΔΝΤ νέο δάνειο ύψους 12 δισ. δολ., που θα βαθύνει την κρίση χρέους την οποία αντιμετωπίζει η χώρα. Την ίδια ώρα τα βασικά είδη διατροφής όπως το ρύζι και τα φασόλια έχουν ακριβύνει κατά 30%-100%.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Από το «δεύτερο γύρο» κατάληψης της πλατείας Ταχρίρ που ξεκίνησε στις 8 Ιούλη.

Οι προσπάθειες για συγκρότηση Αριστεράς Λίγες μόνον ημέρες μετά την πτώση του Μουμπάρακ, αντιπρόσωποι της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας και διάφορων διεθνών συνδικαλιστικών ομοσπονδιών εμφανίστηκαν στο Κάιρο προκειμένου να συναντήσουν τους ηγέτες των νεότευκτων ανεξάρτητων αιγυπτιακών σωματείων. Έκτοτε έχουν γίνει περαιτέρω προσεγγίσεις ώστε τα νέα σωματεία να εμπλακούν με αυτές τις διεθνείς συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και τις συντηρητικές τους ατζέντες. Όμως είναι άλλο πράγμα η γνήσια αλληλεγγύη και υποστήριξη από τα κάτω κι άλλο η εξαγορά με ταξίδια και η ένταξη στα λούσα της διεθνούς συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. Εξάλλου, όπως και σε άλλες χώρες, η άρχουσα τάξη της Αιγύπτου ελπίζει σε μια πειθήνια συνδικαλιστική ηγεσία, κατά τα πρότυπα των συνδικαλιστικών ηγεσιών της Δύσης, που θα φρενάρει την ενέργεια του εργατικού κινήματος. Γι’ αυτούς τους δύο λόγους οι νεαροί επαναστάτες που έχουν βρεθεί στις ηγεσίες μια σειράς εργατικών χώρων πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί. Είναι δε ανάγκη να φτιάξουν ή να ενισχύσουν οργανώσεις που θα διατηρούν τη φλόγα της επανάστασης ζωντανή και θα υποστηρίζουν τη σοσιαλιστική εναλλακτική λύση μέσα στο εργατικό κίνημα.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

Αυτή η αναγκαιότητα είναι πια ξεκάθαρη σε μια σειρά αγωνιστές. Το Φλεβάρη, οι οργάνωση Επαναστάτες Σοσιαλιστές δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Το Ανώτατο Συμβούλιο ηγείται της αντεπανάστασης». Το άρθρο εστίαζε στο γεγονός ότι οι στρατηγοί ελέγχουν ευθέως το 25% της οικονομίας και έχουν συμφέροντα αντιτιθέμενα με αυτά των εργαζόμενων μαζών. Τότε, οι περισσότεροι άνθρωποι που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις θεώρησαν το άρθρο υπερβολικό ή ακόμη και εντελώς λανθασμένο. Μόνο μια μικρή μειοψηφία σοσιαλιστών και άλλων επαναστατών επέμενε ότι, εξαιτίας της ταξικής τους θέσης, οι στρατηγοί δεν αποτελούσαν επαναστατική δύναμη. Οι εξελίξεις που ακολούθησαν και η προδοσία ακόμη και των πιο άμεσων στόχων της επανάστασης εκ μέρους του Συμβουλίου, οδήγησαν χιλιάδες νέους και εργαζόμενους να επαναθεωρήσουν τις απόψεις τους για τους στρατιωτικούς και σιγά σιγά έπαψε να θεωρείται ταμπού η κριτική προς το Ανώτατο Συμβούλιο. Αυτό δίνει δυνατότητες στις οργανώσεις της επαναστατικής Αριστεράς. Και είναι ευχάριστο ότι ήδη όλες οι δυνάμεις αυτής της Αριστεράς κατανοούν την ανάγκη μεγαλύτερων σχηματισμών προκειμένου να μπορέσουν να συνδεθούν με τους σημερινούς αλλά και τους αυριανούς αγώνες, ώστε να

55


αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τους στρατηγούς και τις άλλες δυνάμεις της αντίδρασης. Σε πολιτικό επίπεδο, περισσότεροι από 2.000 αγωνιστές εργάτες, σοσιαλιστές και άλλοι ριζοσπάστες, κυρίως από την περιοχή του Καΐρου και του Δέλτα του Νείλου, εντάχθηκαν στο νέο Εργατικό Δημοκρατικό Κόμμα, που χαρακτηρίζεται από μια ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική πλατφόρμα. Επίσης, περισσότεροι από 3.000 αριστεροί, σοσιαλιστές και άλλοι αγωνιστές δημιούργησαν το Κόμμα Σοσιαλιστικής Λαϊκής Συμμαχίας με ένα επίσης ριζοσπαστικό εργατικό πρόγραμμα. Επίσης στα τέλη Μάη, τέσσερις επαναστατικές οργανώσεις ενώθηκαν δημιουργώντας το Σοσιαλιστικό Μέτωπο.

56

Καθώς οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι και οι σαλαφιστές εξακολουθούν να εκθέτουν τους εαυτούς του στηρίζοντας την εξουσία του Ανώτατου Συμβουλίου και τις μεγάλες επιχειρήσεις, η Αριστερά θα έχει το χώρο να αναπτυχθεί περαιτέρω – στο βαθμό που θα καταφέρει να βελτιώσει τις τακτικές της και να επεκτείνει την επιρροή της. Στη διαδήλωση της πλατείας Ταχρίρ στις 27 Μάη χιλιάδες άνθρωποι αγόρασαν για πρώτη φορά σοσιαλιστικές εφημερίδες και άλλο υλικό επαναστατικών οργανώσεων. Αυτό είναι ένα από τα στοιχεία που δείχνει το χώρο που υπάρχει για να αναπτυχθούν οι επαναστατικές σοσιαλιστικές ιδέες –παρά την αρνητική κληρονομιά του νασερισμού που διεκδικούσε επίσης ότι ήταν «σοσιαλισμός».

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Η λιβυκή επανάσταση, η ιμπεριαλιστική επέμβαση και η Αριστερά ΅΅Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «International Socialist Review»

Εισαγωγή, μετάφραση, επιμέλεια: Πάνος Πέτρου

Εισαγωγή Η επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Λιβύη προκάλεσε μια πρωτοφανή διάσταση απόψεων μέσα στην Αριστερά. Μια ιμπεριαλιστική επέμβαση που εμφανιζόταν να βοηθά ένα απελευθερωτικό κίνημα ήταν λογικό να δημιουργήσει σύγχυση. Στο ένα άκρο του φάσματος υπήρξαν δυνάμεις που, ξεκινώντας από την ανάγκη να υποστηριχθεί η εξέγερση, στήριξαν την επέμβαση, κλείνοντας τα μάτια στα κίνητρα των νατοϊκών, αλλά και τις συνέπειες που θα είχε η παρέμβασή τους στην περιοχή. Στο άλλο άκρο βρέθηκαν δυνάμεις που σωστά κατήγγειλαν την επέμβαση ως ιμπεριαλιστική, αλλά καταδικάζοντας τη λιβυκή εξέγερση ως δυτική συνωμοσία και στηρίζοντας, είτε σιωπηλά είτε ανοιχτά, το δικτατορικό καθεστώς του Καντάφι. Ανάμεσα στα δύο άκρα, μια σειρά οργανώσεις διεθνώς (ανάμεσά τους και η ΔΕΑ) υπερασπίστηκαν μια «δύσκολη», αλλά απολύτως αναγκαία θέση: Που καταδίκαζε την επέμβαση, αλλά δεν έτρεφε καμία αυταπάτη για το καθεστώς Κα-

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

ντάφι. Που αναδείκνυε πως η παρέμβαση του ΝΑΤΟ μπορεί να στρέφεται στρατιωτικά ενάντια στον Καντάφι, αλλά πολιτικά στο στόχαστρο έχει τις αραβικές εξεγέρσεις και της λιβυκής συμπεριλαμβανομένης. Αυτή η συζήτηση πήρε διεθνή χαρακτηριστικά. Εδώ αναδημοσιεύουμε –σε συμπτυγμένη μορφή– άρθρο του Lance Selfa, που δημοσιεύτηκε στο «International Socialism Review», περιοδικό της ISO, αδελφής οργάνωσης της ΔΕΑ στις ΗΠΑ. Αν και γραμμένο στις ΗΠΑ, συμβάλλει στην εδώ συζήτηση, καθώς τα ζητήματα που προέκυψαν και η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από όλες τις μεριές ήταν όμοια και στην ευρωπαϊκή και την ελληνική Αριστερά. Μια μεγάλη μερίδα της ευρωπαϊκής Αριστεράς υποστήριξε το ψήφισμα του ΟΗΕ. Ανάμεσά τους ο πρόεδρος της Ευρωομάδας GUE, Λόταρ Μπίσκι, στέλεχος του Die Linke, ο Μελανσόν, βασικός εταίρος του ΚΚ Γαλλίας στο «Μέτωπο της Αριστε-

57


ράς» και δύο ευρωβουλευτές από το πορτογαλικό Μπλόκο. Στην Ελλάδα, τα κόμματα και οι οργανώσεις της Αριστεράς ομόφωνα καταδίκασαν την επέμβαση. Άλλες αναγνωρίζοντας πως το ΝΑΤΟ μόνο ζημιά θα προκαλέσει στην προοπτική μιας ανεξάρτητης Λιβύης, άλλες από έναν πατριωτικό «αντιαμερικανισμό» και μια φιλικότητα προς τον Καντάφι. Όμως η μικρή έκταση των αντιπολεμικών κινητοποιήσεων και οι συζητήσεις στο ίντερνετ έδειξαν πως για πολύ κόσμο του κινήματος και της «κοινωνικής» Αριστεράς η αντι-επεμβατική στάση δεν ήταν καθόλου δεδομένη.

Ο Selfa συγκεντρώνει μεγάλο μέρος της κριτικής του στην υποστήριξη του ψηφίσματος του ΟΗΕ. Ήταν η βασική διαμάχη στις ΗΠΑ, όπου η «φιλελεύθερη» Αριστερά αναμενόμενα στήριξε την επέμβαση, αλλά υπήρξαν και πολύ σοβαροί αντι-ιμπεριαλιστές, όπως ο Gilbert Achcar, που υποστήριξαν το ψήφισμα του ΟΗΕ. Παράλληλα, γραμμένο από μια πολιτική σκοπιά στήριξης στην ειλικρινή επιθυμία των Λίβυων να απαλλαγούν από το καθεστώς Καντάφι, διαφοροποιείται ξεκάθαρα από όσους έσπευσαν να μετατρέψουν σε μια νύχτα το δικτάτορα σε «επικεφαλής αντι-ιμπεριαλιστικού πολέμου».

Του Lance Selfa

Τ 

ις τελευταίες μέρες του Φλεβάρη, καθώς η κυβέρνηση του Μουαμάρ Καντάφι έτριζε, η αραβική επανάσταση έδειχνε έτοιμη να ανατρέψει έναν τρίτο δικτάτορα. Η λιβυκή επανάσταση ξέσπασε με την ίδια ενέργεια και μαχητικότητα που έδειξαν οι επαναστάσεις στην Αίγυπτο και την Τυνησία. Η νεολαία μπήκε μπροστά στην εξέγερση, ενθαρρύνοντας πλατύτερα στρώματα του πληθυσμού να κινητοποιηθούν. Για διάφορους ιστορικούς λόγους, η εναντίωση στον Καντάφι ήταν ισχυρότερη στις ανατολικές περιοχές της χώρας, όπου βρίσκονται τα πετρελαϊκά κοιτάσματα. Αν και οι διαδηλώσεις ξέσπασαν σε όλη τη χώρα, απέκτησαν μεγαλύτερη ένταση και μαζικότητα στις ανατολικές πόλεις, τη Βεγγάζη και το Τομπρούκ. Η κινητοποίηση έδιωξε την αστυνομία από τους δρόμους και έδωσε τον έλεγχο πολλών πόλεων σε λαϊκές επιτροπές. Αλλά ο Καντάφι ήταν αποφασισμένος να μην ακολουθήσει τα βήματα του Μπεν Άλι και του Μουμπάρακ. Η κυβέρνηση Καντάφι, μέσα από τις πιστές σε αυτόν δυνάμεις ασφαλείας, εξαπέλυσε μια θηριώδη καταστολή ενάντια στο κίνημα. Κανταφικές δυνάμεις πυροβόλησαν τα πλήθη και σκότωσαν εκατοντάδες ανθρώπους, στην προσπάθειά τους να ανακαταλάβουν τον έλεγ��ο των δρόμων της πρωτεύουσας και των άλλων μεγάλων πόλεων. Η καταστολή (ή ο φόβος για το ίδιο τους το τομάρι, αν η επανάσταση θριάμβευε και βρίσκονταν στην ηττημένη πλευρά) οδήγησε δεκάδες Λίβυους αξιωματούχους να αυτομολήσουν προς τη μεριά της αντικανταφικής

58

αντιπολίτευσης. Στα ανατολικά της χώρας, ολόκληρες στρατιωτικές μονάδες πέρασαν στο πλευρό της αντιπολίτευσης. Η λιβυκή εξέγερση μετατράπηκε σε έναν εμφύλιο πόλεμο ανάμεσα σε μονάδες του λιβυκού στρατού και μισθοφόρους πιστούς στον Καντάφι από τη μία και έναν αντάρτικο στρατό αποτελούμενο από στασιαστές φαντάρους και εθελοντές από την άλλη. Ως τις αρχές Μάρτη, δύο βασικοί πόλοι άρχισαν να αναδεικνύονται στο εσωτερικό της ετερογενούς λιβυκής αντιπολίτευσης: Ο ένας, με άξονα τους Νέους της 17 Φλεβάρη, τις λαϊκές επιτροπές και άλλες δυνάμεις που είχαν σχηματίσει τον πυρήνα των αρχικών μαζικών διαδηλώσεων. Και ένας δεύτερος, που περιλάμβανε στρατηγούς, πρώην μέλη της κυβέρνησης Καντάφι και άλλες προσωπικότητες της ντόπιας ελίτ που παραδοσιακά αντιπολιτεύονταν τον Καντάφι. Αυτή η δεύτερη ομάδα σχημάτισε τον πυρήνα του Εθνικού Μεταβατικού Συμβουλίου (NTC). Από την ίδρυσή του, το Συμβούλιο ζήτησε τη στήριξη των δυτικών ενάντια στον Καντάφι. Αρχικά συνάντησαν σκεπτικισμό. Ο υπουργός Εξωτερικών της Ιταλίας κατηγόρησε την αντιπολίτευση πως ενισχύει στοιχεία της Αλ Κάιντα. Από τη μεριά τους, οι ΗΠΑ παρακολουθούσαν διακριτικά. Μια εσωτερική συζήτηση ξέσπασε μέσα στην κυβέρνηση Ομπάμα, καθώς επιχειρούσε να διακρίνει την κατεύθυνση της επανάστασης. Αν ο Καντάφι κατόρθωνε να συντρίψει την επανάσταση, οι ΗΠΑ θα τον κατήγγειλαν στα λόγια, ενώ θα τον συνέχαιραν μυστικά που έφραξε το δρόμο στην αραβική επανάσταση προτού αυτή εξαπλωθεί.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Αλλά, καθώς η έκβαση στη Λιβύη έδειχνε όλο και πιο αβέβαιη και η πιθανότητα ενός παρατεταμένου εμφυλίου πολέμου γινόταν όλο και πιο πιθανή, οι δυτικές χώρες αποφάσισαν να δράσουν. Μπροστάρης ήταν η Γαλλία, που αναγνώρισε τους αντάρτες ως νόμιμη κυβέρνηση της Λιβύης. Ο ισλαμόφοβος πρόεδρος της Γαλλίας Σαρκοζί ξεκίνησε στηρίζοντας τα καλέσματα του Συμβουλίου για μια επικυρωμένη από τον ΟΗΕ «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» πάνω από τη Λιβύη. Οι φιλελεύθεροι και από τις δυο μεριές του Ατλαντικού άρχισαν να χτυπάνε τα τύμπανα της «ανθρωπιστικής» στρατιωτικής επέμβασης. Σύντομα και άλλοι παλιοί αποικιοκράτες της Αφρικής, ανάμεσά τους η Βρετανία και η Ιταλία, άρχισαν να στηρίζουν την επέμβαση. Αν και καθυστερημένη, η απόφαση των ΗΠΑ να στηρίξουν τελικά τη «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» του ΟΗΕ έγειρε την πλάστιγγα. Ο Πέπε Εσκομπάρ, ανταποκριτής των «Asia Times», μας παρείχε μια αξιόπιστη εξήγηση της απόφασης, βασισμένη στο ρεπορτάζ του από τον ΟΗΕ: «Εισβάλετε στο Μπαχρέιν. Καθαρίζουμε τον Μουαμάρ Καντάφι στη Λιβύη. Αυτή, εν συντομία, είναι η ουσία της συμφωνίας που επιτεύχθηκε ανάμεσα στην κυβέρνηση Ομπάμα και τον Οίκο των Σαούντ. Δύο διπλωματικές πηγές στα Ηνωμένα Έθνη, ανεξάρτητες μεταξύ τους, επιβεβαίωσαν πως η Ουάσινγκτον, μέσω της υπ.Εξ. Χίλαρι Κλίντον, άναψε το πράσινο φως στη Σαουδική Αραβία να εισβάλει στο Μπαχρέιν και να συντρίψει το δημοκρατικό κίνημα στη γειτονιά της, με αντάλλαγμα τη θετική ψήφο του Αραβικού Συνδέσμου για την επιβολή ζώνης απαγόρευσης πτήσεων στη Λιβύη». Η συνάντηση της Κλίντον με εκπροσώπους του Συμβουλίου στα τέλη Μάρτη μπορεί επίσης να βοήθησε στο να κερδηθεί η αμερικάνικη υποστήριξη στην επέμβαση. Το Συμβούλιο έχει ήδη ανακοινώσει δημόσια πως θα σεβαστεί όλα τα πετρελαϊκά συμβόλαια που έχει συνάψει ο Καντάφι. Μπορούμε μόνο να φανταστούμε τι άλλες εγγυήσεις κατόρθωσε να αποσπάσει η Κλίντον από το Συμβούλιο. Οι υποστηρικτικές της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων πίεζαν για μια άμεση δράση, προκειμένου να αποτραπεί μια -προβλεπόμενη από τους ίδιους- σφαγή στη Βεγγάζη. Μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα μπορούσε να συμβεί στη Βεγγάζη. Αλλά ο Phyllis Bennis, σε ένα άρθρο στις 29 Μάρτη, που δημοσιεύτηκε στο ZNet ενάντια στη φιλο-επεμβατική θέση του ειδικού

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

σε θέματα Μέσης Ανατολής Cole, παρουσίασε μια πολύ λογική απάντηση στα υστερικά σχόλια που αποτέλεσαν τον πυρήνα της επιχειρηματολογίας υπέρ της επέμβασης: «Τα τανκς του Καντάφι έχουν ήδη επιτεθεί στη Βεγγάζη και έχουν ήδη πεταχτεί έξω από τις ένοπλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης –γι’ αυτό ακριβώς τα τανκς ήταν έξω από την πόλη, όταν καταστράφηκαν από τα γαλλικά μαχητικά. Υπήρχε κίνδυνος στη Βεγγάζη και άλλα σημεία της χώρας; Φυσικά. Αλλά δεν είναι καθόλου βέβαιο πως η αντιπολίτευση, αν και χειρότερα εξοπλισμένη από τους κυβερνητικούς, δεν έχει τη δύναμη να αντεπιτεθεί. Έχουμε ήδη μάθει πολλά για στρατιωτικές δυνάμεις που αυτομόλησαν μαζί με τον οπλισμό τους –στην ανατολή προφανώς ο Καντάφι έχασε τη δυνατότητα να αξιοποιήσει το στρατό του από πολύ νωρίς». Αν αναρωτιόταν κανείς πώς είναι η «ανθρωπιστική επέμβαση» στην πραγματική ζωή, το ΝΑΤΟ δεν τον άφησε να περιμένει πολύ για να μάθει: Οι αρχικοί του βομβαρδισμοί από την πρώτη βδομάδα της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων ξεπέρασαν κατά πολύ τον υποτιθέμενο στόχο της προστασίας των Λίβυων αμάχων. Το ΝΑΤΟ χτύπησε στόχους σε όλη τη Λιβύη, αρκετούς μέσα στην πυκνοκατοικημένη Τρίπολη. Κατάφερε ακόμα και να σκοτώσει αποσπάσματα ανταρτών. Πίσω από τη ρητορική της ανθρωπιστικής επέμβασης, το ΝΑΤΟ διεξάγει έναν πόλεμο αλλαγής καθεστώτος. Και αν δεν κατορθώσει την έξοδο του δικτάτορα από την Τρίπολη, μπορεί και να ικανοποιηθεί με ένα φιλοδυτικό κρατίδιο στην ανατολή, όπου βρίσκονται τα πετρελαϊκά κοιτάσματα της Λιβύης. Από τη μεριά του, το Μεταβατικό Συμβούλιο συνεχίζει να αποζητά τη στήριξη της Δύσης. Οι αντάρτες, τώρα υπό την καθοδήγηση του πρώην υπουργού Εσωτερικών του Καντάφι, στρατηγού Αμπντούλ Φατάχ Γιουνίς, συνεχίζουν να πιέζουν το ΝΑΤΟ να διεξάγει αεροπορικές επιχειρήσεις εκ μέρους τους. Η «McClatchy Newspapers» ανέφερε πως ένας ακόμη πρώην αξιωματικός του στρατού, ο Καλιφά Χιφτέρ, έφυγε από τη Βιρτζίνια για να αναλάβει καθήκοντα ως νούμερο δύο του Γιουνίς στο στρατό της αντιπολίτευσης. Ο Χιφτέρ, που διοικούσε το λιβυκό στρατό στην επέμβαση στο Τσαντ τη δεκαετία του ’80 προτού έρθει σε ρήξη με τον Καντάφι, έχει ζήσει για δεκαετίες στις ΗΠΑ, δημιουργώντας βάσιμες υποψίες πως είναι άνθρωπος της CIA. Όποιες κι αν είναι οι διασυνδέσεις

59


του Χιφτέρ με τη CIA, ξέρουμε πως η CIA έχει μεταβεί στη Λιβύη. Ενώ γραφόταν αυτό το άρθρο, ο πόλεμος ανάμεσα στον Καντάφι και την αντιπολίτευση φαινόταν να βυθίζεται σε μια αδιέξοδη ισορροπία. Στις αρχές Απρίλη, ο υπουργός Εξωτερικών της Λιβύης αυτομόλησε στη Βρετανία. Με κάθε Λίβυο αξιωματούχο που περνά στην αντιπολίτευση, η Δύση προσθέτει στη λίστα της έναν ακόμη άνθρωπο «με τον οποίο μπορεί να συνεννοηθεί».

Η Αριστερά και η Λιβύη Προφανώς, το μαζικό κίνημα αντίστασης στον Καντάφι εμπνεύστηκε αρχικά από τις επαναστάσεις που ανέτρεψαν τυράννους στην Τυνησία και την Αίγυπτο. Καθώς ξεδιπλωνόταν ως η επόμενη φάση της αραβικής επανάστασης, έδειξε ξεκάθαρα πως το καθεστώς του Καντάφι δεν είχε απολύτως τίποτα που να αξίζει να το υπερασπιστεί κανείς. Η πρόκληση για την Αριστερά στη Δύση είναι να παρέχει υποστήριξη και αλληλεγγύη στο λαϊκό κίνημα ενάντια στη δικτατορία του Καντάφι, ενώ ταυτόχρονα θα αντιτίθεται στις προσπάθειες του δυτικού ιμπεριαλισμού να το εκτρέψει από τους στόχους του ή και να το συντρίψει, προσποιούμενος ότι παρεμβαίνει για να το στηρίξει. Δυστυχώς, μια μικρή μερίδα σχολιαστών στην Αριστερά στις ΗΠΑ, όπως οι εκδότες του «MRZine», το Κόμμα για το Σοσιαλισμό και την Ελευθερία και ο Γκλεν Φορντ του Black Agenda Report έχουν πάρει θέσεις που παρουσιάζουν διάφορους βαθμούς συμπάθειας προς τον Καντάφι (όπως έχουν κάνει και οι κρατικοί ηγέτες Ούγκο Τσάβες και Φιντέλ Κάστρο). Αυτή η τάση συνηθίζει να είναι επιφυλακτική, αν όχι ευθέως εχθρική, απέναντι στη λαϊκή αντίσταση στο καθεστώς του Καντάφι. Κάποιοι αριστεροί στη Δύση ίσως έχουν μπερδέψει την παλιά αντι-ιμπεριαλιστική και μισο-σοσιαλιστική ρητορεία του Καντάφι με μια πραγματική πιστοποίηση των προοδευτικών του προθέσεων. Αλλά τα θύματα των θαλάμων βασανιστηρίων του Καντάφι ξέρουν καλύτερα.

Το καθεστώς του ξεκίνησε να εφαρμόζει νεοφιλελεύθερα οικονομικά μέτρα στα τέλη της δεκαετίας του ’80, τα οποία σταμάτησαν προσωρινά τη δεκαετία του ’90, για να συνεχιστούν την τελευταία δεκαετία. Οι ξένες επενδύσεις στην πετρελαϊκή βιομηχανία από την Ιταλία, τη Βρετανία, τη Γαλλία και την Κίνα ενθαρρύνθηκαν. Επιπλέον, οι αντι-ιμπεριαλιστικές περγαμηνές του Καντάφι εξαφανίστηκαν χρόνια πριν, καθώς υπήρξε βασικός (έστω και ασταθής) σύμμαχος της Δύσης στον «πόλεμο κατά της τρομοκρατίας». Όπως σημειώνει ο Vijay Prashad σε μια ανάλυσή του, στις 22 Φλεβάρη στο «CounterPunch»: «Μετά την 11η Σεπτέμβρη, ο Καντάφι πρόθυμα πρόσφερε την υποστήριξή του στις ΗΠΑ. Τον Οκτώβρη του 2002, ο υπουργός Εξωτερικών Μοχάμεντ Αμπντεραχμάν Τσαλγκάμ παραδέχτηκε πως η κυβέρνησή του συνεργαζόταν στενά με τις ΗΠΑ στις αντιτρομοκρατικές μεθόδους και λίγους μήνες αργότερα, ο διάδοχος του Καντάφι, Σαΐφ Αλ Ισλάμ Καντάφι μίλησε ένθερμα για τον πόλεμο του Μπους ενάντια στην τρομοκρατία. Ο Καντάφι θεωρούνταν ένας σύμμαχος αρκετά καλός, ώστε οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις Γαλλία, Βρετανία και ΗΠΑ να πουλάνε όπλα στην κυβέρνησή του μέχρι και λίγες βδομάδες πριν επιβάλλουν τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων». Πολύ μεγαλύτερο βάρος από τη μικρή φιλο-κανταφική πτέρυγα έχουν αυτοί που υποστήριξαν την επέμβαση των ΟΗΕ-ΝΑΤΟ. Η υποστήριξη για τη μία ή την άλλη μορφή δυτικής στρατιωτικής επέμβασης εξαπλώνεται σε σημαντικές προσωπικότητες της Αριστεράς και του αντιπολεμικού κινήματος. Ο Gilbert Achcar, ο βετεράνος σοσιαλιστής και αξιοσέβαστος ακαδημαϊκός –που έχει δημοσιεύσει αναρίθμητα άρθρα, συνεντεύξεις και βιβλία για τους αγώνες στη Μέση Ανατολή και σε αυτό το περιοδικό– κατέληξε σε μια συνέντευξη και ακολούθως σε ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο «ZNet»: «Μπορεί οποιοσδήποτε ισχυρίζεται πως ανήκει στην Αριστερά να αγνοήσει την έκκληση του λιβυκού λαϊκού κινήματος για προστασία, έστω και με τα μέσα των ιμπεριαλιστών κλεφτών-μπάτσων, όταν το είδος της

Η πρόκληση για την Αριστερά στη Δύση είναι να παρέχει στήριξη και αλληλεγγύη στο λαϊκό κίνημα ενάντια στη δικτατορία του Καντάφι, ενώ ταυτόχρονα θα αντιτίθεται στις προσπάθειες του ιμπεριαλισμού να το εκτρέψει από τους στόχους του ή να το συντρίψει, προσποιούμενος ότι παρεμβαίνει για να το στηρίξει. 60

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


προστασίας που ζητάνε δεν είναι τέτοιο που θα επέτρεπε να χάσουν τον έλεγχο της χώρας τους; Φυσικά όχι, όπως καταλαβαίνω εγώ την Αριστερά». Ανάλογα, ο Juan Cole πρόσθεσε τη φωνή του στα καλέσματα για υποστήριξη της επιβολής ζώνης απαγόρευσης πτήσεων από τον ΟΗΕ στη Λιβύη με ένα «Ανοιχτό Γράμμα στην Αριστερά για τη Λιβύη» στις 27 Μάρτη, στο οποίο κατήγγειλε τους ενάντιους στην επέμβαση ως αδιάφορους για την έκβαση του λιβυκού αγώνα. Ο Cole έφτασε στο σημείο να γράψει: «Χωρίς ντροπή υποστηρίζω το απελευθερωτικό κίνημα και χαίρομαι που η έγκριση της επέμβασης από το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ τους έσωσε από τη συντριβή». Ο Achcar και ο Cole υποστήριξαν τη δυτική επέμβαση στη Λιβύη, έστω και περιορισμένη, για ανθρωπιστικούς λόγους και ασκούν κριτική σε όσους στην Αριστερά αντιτίθενται σε αυτή. Αλλά τα επιχειρήματά τους αγνοούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο συμβαίνει η επίθεση στις δυνάμεις του Καντάφι –όπως και το μακρύ απολογισμό τέτοιων στρατιωτικών επεμβάσεων στο παρελθόν. Οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι ξεκίνησαν τη χρονιά με το καθεστώς του Καντάφι ως σύμμαχο στον «πόλεμο ενάντια στον τρομοκρατία» και τη Λιβύη ως εύφορο έδαφος για δυτικές επενδύσεις. Μέχρι πρόσφατα, ήταν πρόθυμοι να αποδεχτούν την εξουσία του Καντάφι στη Λιβύη, αδιαφορώντας για τη συντριβή της εξέγερσης εναντίον του. Μόνο όταν έγινε ορατή η απειλή για την περιφερειακή σταθερότητα και τη ροή πετρελαίου, η Δύση επενέβη. Η δικαιολογία για την επέμβαση ήταν η έκκληση των αντιπάλων του Καντάφι για μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων και άλλων στρατιωτικών δράσεων. Φυσικά, η δυτική επέμβαση έχει πολλά άλλα κίνητρα πέρα από τους ανθρωπιστικούς ισχυρισμούς της Απόφασης 1973: να διασφαλίσει τη ροή λιβυκού πετρελαίου, να αποτρέψει τη μαζική μετανάστευση Λίβυων στην Ευρώπη, να απαλλαγεί από ένα «αποτυχημένο κράτος» στη Λιβύη και να σταματήσει την αραβική επανάσταση, προτού αυτή ανατρέψει άλλον ένα δικτάτορα από μόνη της. Αλλά ακόμα και αν η επέμβαση παίξει κάποιο ρόλο στην πτώση του Καντάφι –που δεν είναι σε καμία περίπτωση σίγουρο– όποιο καθεστώς έρθει στην εξουσία στη Λιβύη θα είναι συμβιβασμένο από την αρχή με την εξάρτησή του από τις δυτικές δυνάμεις, που δεν νοιά-

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

Μέχρι πριν λίγους μήνες ο Καντάφι ήταν αγαπημένο παιδί των ιμπεριαλιστών.

ζονται για τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, αλλά για τη διατήρηση της σταθερότητας και της κυριαρχίας τους. Η ιστορία των αμερικάνικων και ευρωπαϊκών «ανθρωπιστικών» επεμβάσεων έχει γεννήσει μόνο μεγαλύτερη βία και περισσότερη αδικία –στη Σομαλία, την Αϊτή, την πρώην Γιουγκοσλαβία και το Κόσσοβο, στο Ιράκ. Το φαινομενικά προοδευτικό κάλυμμα της εναντίωσης σε δικτάτορες (όλους τους οποίους η Δύση κάποτε υποστήριζε) δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός πως αυτές οι επιχειρήσεις προκάλεσαν καταστροφές.

Πώς πρέπει να απαντήσουν οι σοσιαλιστές; Όπως υποστηρίχθηκε παραπάνω, οι σοσιαλιστές υποστηρίζουμε το λαϊκό ξεσηκωμό ενάντια στη δικτατορία του Καντάφι και δεν έχουμε καμία σχέση με τους υπερασπιστές του Καντάφι. Αλλά επίσης εναντιωνόμαστε στην επιβολή της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων και άλλων μορφών δυτικής επέμβασης, γιατί, ενισχύοντας το ρόλο της ιμπεριαλιστικής επέμβασης στη λιβυκή επανάσταση, υποσκάπτουν τις προοπτικές πραγματικής ελευθερίας και ανεξαρτησίας. Αναλογιστείτε τη μοίρα που είχε το Κόσσοβο, για το οποίο το ΝΑΤΟ διεξήγαγε έναν «ανθρωπιστικό» πόλεμο το 1999. Στη διάρκεια των βαλκανικών πολέμων στα μέσα της δεκαετίας του ’90, το ΝΑΤΟ επέβαλλε μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων πάνω από τη βοσνιακή πόλη Σρεμπέ-

61


Αν η επέμβαση παίξει κάποιο ρόλο στην πτώση του Καντάφι, όποιο καθεστώς έρθει στην εξουσία στη Λιβύη θα είναι συμβιβασμένο με την εξάρτησή του από τις δυτικές δυνάμεις, που δε νοιάζονται για τη δημοκρατία και τη δικαιοσύνη, αλλά για τη διατήρηση της σταθερότητας και της κυριαρχίας τους.

νιτσα. Αυτό δεν εμπόδισε τη σφαγή χιλιάδων πολιτών από το σερβικό στρατό και τις φασιστικές συμμορίες που συνεργάζονταν μαζί του. Το ΝΑΤΟ χρησιμοποίησε την τραγωδία της Σρεμπένιτσα ως δικαιολογία για να ξεκινήσει την εκστρατεία βομβαρδισμών ενάντια στη Σερβία για 78 μέρες το 1999. Επίσημα, ο πόλεμος του ΝΑΤΟ επεδίωκε να προστατέψει Κοσσοβάρους πολίτες, που αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο σφαγής από τις δυνάμεις του Μιλόσεβιτς. Όμως οι βομβαρδισμοί στην πραγματικότητα ώθησαν τις σερβικές δυνάμεις να επιταχύνουν τις σφαγές. Χωρίς να αναφέρουμε τις εκατοντάδες –ή χιλιάδες, ίσως δε μάθουμε ποτέ– Σέρβων και Κοσσοβάρων αμάχων, που σκοτώθηκαν από νατοϊκές βόμβες. Πάνω από μια δεκαετία μετά, το Κόσσοβο υπάρχει ως προτεκτοράτο του ΝΑΤΟ και φιλοξενεί το Camp Bondsteel, μια θηριώδη αμερικανική βάση με 7.000 στρατιώτες. Αν και το Κόσσοβο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του το 2008, η πραγματική του κυβέρνηση είναι ένα μίγμα των καταλοίπων της Μεταβατικής Διοίκησης της Αποστολής του ΟΗΕ στο Κόσσοβο και της Αποστολής Επιβολής του Νόμου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Κόσσοβο. Αυτές οι δυνάμεις επέβλεψαν μια μαζική εκστρατεία ιδιωτικοποιήσεων, που ξεπούλησε πρώην κρατικές εταιρείες σε ευρωπαίους επενδυτές. Στο μεταξύ, η ανεργία βρίσκεται στο 40%, ενώ το ΔΝΤ και η Παγκόσμια Τράπεζα εισπράττουν το μερίδιο του χρέους που είχε το Κόσσοβο ως μέλος της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Ο Achcar, ο Cole και άλλοι, που υποστηρίζουν την επέμβαση στη Λιβύη, κάνουν λάθος, όταν αγνοούν αυτή την ιστορία, ισχυριζόμενοι πως μια καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ στρατιωτική επέμβαση στη Λιβύη θα φέρει διαφορετικό αποτέλεσμα αυτή τη φορά. Οι υποστηρικτές της δυτικής επέμβασης ξεκινούν από την υπόθεση πως μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων από τη Δύση ήταν η μόνη διαθέσιμη επιλογή για τη λιβυκή αντιπολίτευση. Αλλά πρέπει να παραδεχτούν πως η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό και

62

την αραβική επανάσταση περιορίζει τις επιλογές που προσφέρονται. Είναι γνωστό πως οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν επιλέξει να αρνηθούν τις περισσότερες από τις αρχικές απαιτήσεις του Συμβουλίου. Αλλά αποδέχτηκαν την πρότασή του για μια ζώνη απαγόρευσης πτήσεων. Με άλλα λόγια, η επισήμανση πως «δεν υπήρχε άλλη επιλογή» εκτός από τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων αποτελεί από μόνη της ένα συμβιβασμό για την ανεξαρτησία του λιβυκού κινήματος. Στο σύντομο διάστημα μερικών βδομάδων, φαίνεται πως η λιβυκή αντιπολίτευση –ή τουλάχιστον τα μέλη του Συμβουλίου που η Δύση έχει αναδείξει ως συνομιλητές της– όλο και περισσότερο λειτουργεί ως κάλυμμα στην προσπάθεια της Δύσης να σταματήσει την αραβική επανάσταση και να διατηρήσει τη ροή του λιβυκού πετρελαίου. Η Δύση περιθωριοποιεί τις άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, από τη νεολαία ως τις κοινωνικές και τοπικές οργανώσεις. Υπάρχει μια μακρά παράδοση αντι-ιμπεριαλιστικών κινημάτων που κάνουν προσωρινές συμμαχίες με διάφορες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η επέμβαση του γαλλικού ναυτικού επέβαλε την παράδοση των βρετανικών δυνάμεων στο Γιόρκταουν στην τελική μάχη για την αμερικανική ανεξαρτησία. Πράκτορες του Κάιζερ παρείχαν όπλα στο ιρλανδικό απελευθερωτικό κίνημα στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Διάφορα αντιιμπεριαλιστικά κινήματα στη Λατινική Αμερική, την Αφρική, την Ασία έπαιρναν στρατιωτική και πολιτική βοήθεια από τη Σοβιετική Ένωση στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Το κλειδί σε καθεμιά από αυτές τις περιπτώσεις ήταν πως τα απελευθερωτικά κινήματα: 1) Έδιναν έναν ιστορικά προοδευτικό και δίκαιο αγώνα για ελευθερία και 2) κατάφερναν να διατηρούν την ανεξάρτητη ταυτότητά τους που τους έκανε αυθεντικούς εκπροσώπους των καταπιεσμένων και όχι υποτακτικούς των σχεδίων των χορηγών τους. Πράγματι, στην εποχή μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το κίνημα των αδέσμευτων, των πρόσφατα ανεξαρτητοποιημένων κρα-

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


τών, συχνά εκμεταλλευόταν τη διαμάχη των δύο μεγάλων αντιπάλων του Ψυχρού Πολέμου, των ΗΠΑ και της ΕΣΣΔ, στρέφοντας τον έναν ενάντια στον άλλο. Όμως, υπάρχουν περιπτώσεις στην ιστορία που οι εκπρόσωποι ενός δίκαιου αγώνα όντως αλλάζουν τη σχέση τους με τον ιμπεριαλισμό σε σχέση εξάρτησης κ��ι πολιτικής υποταγής. Μια τέτοια διαδικασία συνέβη στο Κόσσοβο, όπου η αντάρτικη δύναμη των Κοσσοβάρων Αλβανών, ο Απελευθερωτικός Στρατός του Κόσσοβου, μεταμορφώθηκε από την αντάρτικη ομάδα που κάποτε η αμερικανική κυβέρνηση καταδίκαζε ως «τρομοκρατική» σε ανιχνευτές για τα βομβαρδιστικά του ΝΑΤΟ. Μια παρόμοια εξέλιξη συνέβη με την αντισοβιετική αντιπολίτευση στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’80. Αυτό που ξεκίνησε ως μια μαζική λαϊκή εξέγερση ενάντια στη σοβιετική κατοχή μετατράπηκε σε έναν «πληρεξούσιο» στρατό των ΗΠΑ ενάντια στην ΕΣΣΔ. Η συμμαχία CIA-Σαουδικής Αραβίας-Πακιστάν αρνούνταν να δώσουν όπλα και στήριξη σε οποιονδήποτε εκτός από τους πιο αντιδραστικούς ενόπλους, πολλοί από τους οποίους σήμερα είναι στην ηγεσία της Αλ Κάιντα. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι αυθεντικοί αντι-ιμπεριαλιστές, που θέλουν να υποστηρίξουν τους δίκαιους αγώνες ενάντια στην καταπίεση, έπρεπε να αποκαλύψουν τη διαφθορά των ηγετών της αντιπολίτευσης στα χέρια των ιμπεριαλιστών. Αν η επίσημη λιβυκή αντιπολίτευση έχει πάρει οριστικά το δρόμο της κοσσοβάρικης και της αφγανικής αντίστασης μένει να φανεί. Αλλά, όπως υποστηρίζει ο Βρετανός σοσιαλιστής Mike Marqusee στο άρθρο του «Σκέψεις για τη Λιβύη και τον φιλελεύθερο επεμβατισμό», αν η σημερινή επέμβαση πετύχει τους στόχους της, θα διασφαλίσει ότι «αν πέσει ο Καντάφι, οι αντικαταστάτες του θα επιλεγούν από τη Δύση. Το νέο καθεστώς θα γεννηθεί εξαρτημένο από τις δυτικές δυνάμεις, που θα καθοδηγούν τις οικονομικές και εξωτερικές πολιτικές του ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Οι φιλελεύθεροι υποστηρικτές της επέμβασης θα πουν πως δεν ήθελαν αυτή την εξέλιξη, αλλά η πολιτική τους την κάνει αναπόφευκτη».

Η Λιβύη στο πλαίσιο της ευρύτερης περιοχής Τα περισσότερα επιχειρήματα υπέρ της δυτικής επέμβασης συνοδεύονται από την ερώτηση σε όσους

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2011

εναντιώνονται: «Τι θα κάνατε εσείς;». Αλλά το να απαντήσει κανείς σε αυτή την ερώτηση μέσα στα στενά όρια στα οποία τίθεται –ως μια απάντηση σε μια άμεση κατάσταση όπως μια ενδεχόμενη επίθεση του λιβυκού στρατού στη Βεγγάζη– είναι ο λάθος τρόπος να αντιμετωπιστεί το ζήτημα. Η αφετηρία μας είναι πως η λιβυκή επανάσταση είναι κομμάτι του επαναστατικού κύματος που σαρώνει τον αραβικό και βορειοαφρικανικό κόσμο. Η επέμβαση των δυτικών δυνάμεων σε αυτή τη διαδικασία ισοδυναμεί με την εμφάνιση της αντεπανάστασης στην περιοχή. Αυτό δεν ισχύει μόνο γεωγραφικά (η Λιβύη βρίσκεται ανάμεσα στην Τυνησία και την Αίγυπτο), αλλά και πολιτικά. Οι υποστηρικτές της επέμβασης μας ζητάνε να πιστέψουμε πως η λιβυκή επανάσταση μπορεί να προχωρήσει με τη βοήθεια του βασικού υποστηρικτή και χρηματοδότη της αντεπανάστασης στην περιοχή! Όπως σημείωσε ο Bennis σε ένα άρθρο του στις 24 Μάρτη στο Al-Jazeera online: «Είναι ειρωνεία, ένας από τους λόγους που πολλοί άνθρωποι υποστήριξαν τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων ήταν ο φόβος πως, αν ο Καντάφι κατάφερνε να συντρίψει την εξέγερση του λιβυκού λαού και να διατηρηθεί στην εξουσία, θα έστελνε ένα καταστροφικό μήνυμα στους άλλους Άραβες δικτάτορες: Χρησιμοποιήστε στρατιωτική δύναμη και θα διατηρήσετε τη θέση σας. Αντίθετα, φαίνεται πως το αποτέλεσμα είναι ακριβώς το αντίθετο: Ήταν μετά την επιβολή της ζώνης απαγόρευσης πτήσεων και την απόφαση χρήσης στρατιωτικών μέσων, ήταν καθώς αμερικανικά, βρετανικά, γαλλικά και άλλα αεροπλάνα και πλοία επιτίθονταν στη Λιβύη, που τα άλλα αραβικά καθεστώτα κλιμάκωσαν την καταστολή στα δικά τους δημοκρατικά κινήματα». Η αμερικανική και δυτική υποκρισία είναι εμφανής. Ενώ οι επιθέσεις σε άμαχους πολίτες στη Λιβύη ήταν «αιτία πολέμου», οι ΗΠΑ ενέκριναν τη σαουδική εισβολή στο Μπαχρέιν για να υποστηρίξει τις επιθέσεις της εκεί μοναρχίας ενάντια στην αντιπολίτευση. Η αντεπανάσταση λειτουργεί με μυστήριους τρόπους. Στην αρχή, η Δύση περίμενε, πιστεύοντας πως ο Καντάφι μπορούσε να συντρίψει την επανάσταση μόνος του. Αργότερα, δεν ήταν τόσο σίγουροι. Στην αρχή, δεν ήταν τόσο σίγουροι για τους αντάρτες. Τώρα οι δυτικές κυβερνήσεις προσπαθούν να τους εναγγαλιστούν. Μια ανακοίνωση των Επαναστατών Σοσιαλιστών της Αιγύπτου στις 20 Μάρτη το θέτει σωστά:

63


Η σημαία της λιβυκής εξέγερσης κυματίζει στην πλατεία Ταχρίρ της Αιγύπτου.

«Ο σύγχρονος ιμπεριαλισμός χρησιμοποιεί διάφορους μηχανισμούς για να πετύχει το μοναδικό του στόχο, ο οποίος είναι να εξασφαλίσει πως τα αραβικά καθεστώτα θα παραμείνουν πιστά στην υποταγή στα μονοπώλια του παγκόσμιου καπιταλισμού και τις πολιτικές των αποικιοκρατών. Αυτό γίνεται εφικτό με τη συμμαχία των τάξεων που επωφελούνται από τη διατήρηση του παλιού καθεστώτος και που φοβούνται το άπλωμα της λαϊκής επανάστασης. Η επέμβαση παίρνει πολλές μορφές: Μέσα από την προπαγάνδα και τη χρήση αμφιλεγόμενων πηγών χρηματοδότησης που συνδέονται με την αμερικανική κυβέρνηση και εταιρείες που υποστηρίζουν τον αμερικανικό και σιωνιστικό ιμπεριαλισμό, όπως και μέσα από στρατιωτικές επιχειρήσεις. Η εισβολή της Ασπίδας της Χερσονήσου στο Μπαχρέιν, η ανακοίνωση της στρατιωτικής επέμβασης στη Λιβύη, η επίσκεψη της Χίλαρι Κλίντον, οι βαλίτσες με δολάρια που εμφανίζονται κάτω από την πρόφαση της “υποστήριξης της δημοκρατίας” και της εξάπλωσης “δημοκρατικών ανησυχιών” είναι όλα κομμάτια του ίδιου σχεδίου. Αυτό δεν σημαίνει πως πρόκειται για “συνωμοσία”, αλλά υπάρχει φυσιολογικά μια στενή αλληλεξάρτηση συμφερόντων ανάμεσα σε συστήματα και κυβερνήσεις και τα διεθνή καπιταλιστικά μονοπώλια». Οπότε, πρέπει να γυρίσουμε την ερώτηση «Τι θα κάνατε;» ανάποδα: Απέναντι σε αυτή την προσπάθεια του ιμπεριαλισμού να «βραχυκυκλώσει» την επανάσταση,

64

θα έπρεπε να μείνουμε στην άκρη και να μην κάνουμε τίποτα; Ή, ακόμα χειρότερα, να χειροκροτήσουμε την παρέμβαση της Αυτοκρατορίας; Όχι, απαιτούμε τον τερματισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων του ΝΑΤΟ. Απαιτούμε τη διακοπή της βοήθειας στη Σαουδική Αραβία, την Υεμένη και το Μπαχρέιν και υποστηρίζουμε το βάθεμα των επαναστάσεων στην Αίγυπτο και την Τυνησία. Και προς τις δυτικές δυνάμεις που χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για τους Λίβυους αμάχους, που αντιμετωπίζουν μια βίαιη δικτατορία, λέμε: «Καταργήστε τους αντιμεταναστευτικούς σας νόμους και δώστε άσυλο σε όποιον Λίβυο το θέλει!». Αναγνωρίζουμε πως η μοίρα της λιβυκής επανάστασης είναι δεμένη με τη μοίρα της αραβικής επανάστασης. Μια πρόοδος των εξεγέρσεων στην Τυνησία, την Αίγυπτο, το Μπαχρέιν ή τη Συρία μπορεί να βοηθήσει το προχώρημα του αγώνα στη Λιβύη. Και η αναζωογόνηση της μαζικής δράσης στη Λιβύη μπορεί να γείρει την πλάστιγγα μέσα στην αντιπολίτευση ενάντια σε αυτούς που κάνουν συμφωνίες με τη Δύση και υπέρ αυτών που θέλουν πραγματική ελευθερία και ανεξαρτησία. Το μέλλον της αραβικής επανάστασης, στη Λιβύη και την υπόλοιπη περιοχή, δεν έχει γραφτεί ακόμα. Ενώνουμε τη φωνή μας με τους σοσιαλιστές στην Αίγυπτο που φωνάζουν: Όχι στην ξένη επέμβαση. Όχι στην αντεπανάσταση. Ζήτω η επανάσταση των λαών.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Λέον Τρότσκι : Η ζωή ενός επαναστάτη Του Duncan Hallas Μετάφραση: Μαίρη Λημόνη ΅΅Ο Duncan Hallas ήταν ηγετικό στέλεχος του Βρετανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος και μεταξύ άλλων έχει γράψει τα βιβλία «Ο Μαρξισμός του Τρότσκι» (Haymarket, 2006) και «Η Κομιντέρν» (Haymarket, 2010). Αρχικά αυτό το άρθρο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο «Socialist Worker» του SWP και ξανατυπώθηκε σε μπροσούρα το 1970.

Στις σημερινές κρίσιμες στιγμές που ζούμε, αποτελούν πολύτιμο όπλο οι επαναστατικές παραδόσεις της Αριστεράς. Με αφορμή τη δολοφονία του Τρότσκι πριν από 71 χρόνια από έναν σταλινικό πράκτορα, αναδημοσιεύουμε άρθρο του Βρετανού μαρξιστή Duncan Hallas για τη ζωή και την επαναστατική κληρονομιά του Ρώσου επαναστάτη.

Το Μάιο του 1940, ο Λέον Τρότσκι έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Ο Στάλιν επιθυμεί το θάνατό μου». Ήταν μια σωστή πρόβλεψη. Τρεις μήνες αργότερα, στο Κογιοακάν του Μεξικού, στις 20 Αυγούστου, ο σταλινικός πράκτορας Ραμόν Μερκαντέρ, αλλιώς Φρανκ Τζάκσον, κάρφωσε ένα σκεπάρνι στο κεφάλι του Τρότσκι. Η δολοφονία ήταν η τελευταία των μαζικών εκτελέσεων με τις οποίες η σταλινική γραφειοκρατία εξόντωσε την παλιά φρουρά των Μπολσεβίκων. Ο Ρίκοφ, ο αντικαταστάτης του

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010

Λένιν ως Γραμματέας του Συμβουλίου Λαϊκών Επιτρόπων, τουφεκίστηκε. O Ζινόβιεφ, πρόεδρος της Κομουνιστικής Διεθνούς την περίοδο του Λένιν, τουφεκίστηκε. Οι Μπουχάριν και Πιατακόφ –«οι πιο ικανοί από τα νεότερα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής» σύμφωνα με τη «Διαθήκη» του Λένιν– εκτελέστηκαν. Ο Ρακόφσκι και ο Ράντεκ εξοντώθηκαν επίσης. Δεκάδες χιλιάδες παλιά μέλη του κόμματος εξαφανίστηκαν για πάντα στα «στρατόπεδα συγκέντρωσης» της Αρκτικής. Οι αγωνιστές που έκαναν την Οκτωβριανή

65


Επανάσταση κυριολεκτικά εξολοθρεύτηκαν. Μόνο ένας από τους πρωταγωνιστές της περιόδου της επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου επιβίωσε. Ο Ιωσήφ Στάλιν, ο άνθρωπος για τον οποίο ο Λένιν είχε προτείνει να απομακρυνθεί από τη θέση του Γενικού Γραμματέα, κυβερνούσε τώρα τη Ρωσία πιο αυταρχικά και από τον Ιβάν τον Τρομερό. Η τελευταία αποτίμηση του Τρότσκι για τα γεγονότα αυτά γράφτηκε λίγο πριν τη δολοφονία του. Ο σταλινισμός έπρεπε να εξοντώσει, πρώτα πολιτικά και μετά φυσικά, τα ηγετικά στελέχη των Μπολσεβίκων, ώστε να γίνει αυτό που είναι τώρα: εργαλείο των προνομι��ύχων, τροχοπέδη της ιστορικής εξέλιξης, παράγοντας του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού. Οι ελπίδες της Οκτωβριανής Επανάστασης θάφτηκαν από τη σταλινική τρομοκρατία. Δεν έγινε μια απλή αντεπανάσταση. Οι γαιοκτήμονες, οι καπιταλιστές και οι αριστοκράτες της τσαρικής εποχής δεν ανέκτησαν τις περιουσίες τους. Ο σταλινισμός δεν ίδρυσε κάποια δυναστεία και τα εξέχοντα μέλη της γραφειοκρατίας δεν απέκτησαν νόμιμους τίτλους στη «δημόσια» περιουσία. Κι όμως, η εργατική τάξη, που είχε επίσημα ανακηρυχθεί ως η «κυρίαρχη τάξη», στερήθηκε όλα τα πολιτικά της δικαιώματα, ακόμη και τα ελάχιστα δικαιώματα που είχαν κερδηθεί στη διάρκεια του τσαρισμού. Τα συνδικάτα έγιναν μηχανισμός πειθαρχίας των εργατών. Και τι πειθαρχία. Στις 28 Δεκεμβρίου 1938, ο Στάλιν υπέγραψε ένα διάταγμα, το οποίο όριζε ότι «εργάτες ή υπάλληλοι που απουσιάζουν από τη δουλειά τους χωρίς άδεια ή διαπράξουν σοβαρές παραβάσεις των κανονισμών που διασφαλίζουν την εργασιακή πειθαρχία, θα υπόκεινται σε έξωση από την κατοικία τους μέσα σε δέκα μέρες και δεν θα τους παρέχεται καμία στέγη». Στους εργάτες του «εργατικού κράτους» επιβλήθηκαν συνθήκες που ίσχυαν το 19ο αιώνα, όταν αυτοί εξαρτιόνταν άμεσα από τα αφεντικά ακόμα και στο ζήτημα της στέγης! Το ίδιο διάταγμα κατάργησε το δικαίωμα της πληρωμένης άδειας μετά από πεντέμισι μήνες εργασίας και αντιμετώπιζε τη μη τήρηση του ωραρίου ως εξής: «Ο εργάτης ή υπάλληλος που

66

καθυστερεί να προσέλθει στην εργασία του, που διακόπτει για το μεσημεριανό διάλειμμα νωρίτερα ή γυρίζει αργότερα ή τεμπελιάζει στη διάρκεια του ωραρίου, υπόκειται σε διοικητικές κυρώσεις». Οι διευθυντές που δεν θα επέβαλλαν κυρώσεις «θεωρούνται οι ίδιοι υπόλογοι και θα απολύονται ή θα διώκονται». Όλα αυτά, βεβαίως, αφορούσαν τους «ελεύθερους» εργάτες. Για τους κατ’ εξακολούθηση παραβάτες υπήρχαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Καθιερώθηκαν και μεγάλες ανισότητες στους μισθούς. Φυσικά δεν έμπαινε θέμα διαπραγμάτευσης. Ίσχυσε γενικώς η πληρωμή με βάση την απόδοση. Οι προνομιούχοι γραφειοκράτες και διευθυντές έπαιρναν όλο και μεγαλύτερους μισθούς συν τα γνωστά οφέλη –αυτοκίνητα, εξοχικά σπίτια, δωρεάν διακοπές στην Κριμαία κ.ά. Όπως είπε και ο Στάλιν: «Δεν πρέπει να παίζουμε με φράσεις περί ισότητας. Είναι σαν να παίζουμε με τη φωτιά». Από την πρώτη νικηφόρα εργατική επανάσταση αναπτύχθηκε μια κοινωνία που αναπαρήγαγε τις ανισότητες και την καταπίεση του καπιταλισμού και κυβερνιόταν από μια σκληρή δικτατορία, μια δικτατορία όχι του προλεταριάτου, αλλά σε βάρος του προλεταριάτου. Ο Τρότσκι πέρασε τα τελευταία χρόνια της πολιτικής του ζωής πολεμώντας αυτή τη συντηρητική αναδίπλωση, την ανέλυσε, ερμήνευσε τις αιτίες της και πάλεψε να κρατήσει ζωντανή την επαναστατική σοσιαλιστική παράδοση απέναντι στην εξοντωτική πίεση του σταλινισμού στη Ρωσία και διεθνώς. Ο Τρότσκι γεννήθηκε στην Ουκρανία το 1879 και ήταν γιος ενός εβραίου αγρότη. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχε εργατικό κίνημα στην τσαρική αυτοκρατορία. Στην πραγματικότητα η εργατική τάξη ήταν σχεδόν ανύπαρκτη. Υπήρχε η υψηλή αριστοκρατία, αρκετοί χαμηλόβαθμοι αριστοκράτες που διηύθυναν το στρατό και την κρατική μηχανή, μια μεσαία τάξη εμπόρων, δικηγόρων, γιατρών κ.ά. και ένα τεράστιο πλήθος χωρικών. Αυτή ήταν η σύνθεση της ρωσικής αυτοκρατορίας εκείνη την εποχή και ο Τσάρος ασκούσε την εξουσία του το ίδιο απολυταρχικά όπως ο Λουδοβίκος ΙΔ΄ είχε κυβερνήσει τη Γαλλία. Δεν υπήρχαν κοινοβούλιο, ελευθερία του Τύπου,

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


πολιτικές ελευθερίες, ισονομία. Μέχρι το 1861 η μεγάλη μάζα του ρωσικού λαού, οι χωρικοί, νομικά ήταν δουλοπάροικοι. Δεν μπορούσαν να φύγουν από το αγρόκτημα στο οποίο είχαν γεννηθεί και τα αφεντικά τους τους αγόραζαν και τους πούλαγαν μαζί με τη γη. Η Ρωσία ήταν καθυστερημένη και μεσαιωνική. Τόσο καθυστερημένη, που έμοιαζε πολύ περισσότερο με τη Γαλλία πριν από τη μεγάλη επανάσταση του 1789 παρά με τις καπιταλιστικές χώρες της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης. Αλλά η μεγάλη αλλαγή ερχόταν. Στα χρόνια της παιδικής και εφηβικής ηλικίας του Τρότσκι, η βιομηχανία αναπτυσσόταν γρήγορα στη Ρωσία, τροφοδοτούμενη από δάνεια και τεχνικούς από το εξωτερικό. Αναπτυσσόταν επίσης μια νέα καπιταλιστική τάξη, πιο αδύνατη απ’ αυτή στη Δύση, αλλά και μια αμιγώς βιομηχανική εργατική τάξη. Μακροπρόθεσμα, η ανάπτυξη αυτών των τάξεων θα σήμαινε και το τέλος του τσαρικού καθεστώτος. Το 1895 ο τσαρικός υπουργός Οικονομικών έγραφε: «Ευτυχώς η Ρωσία δεν έχει μια εργατική τάξη όμοια μ’ αυτήν της Δύσης. Συνεπώς, δεν έχουμε εργατικό πρόβλημα». Ήταν ήδη ξεπερασμένος. Το 1887 υπήρχαν 103.000 μεταλλωρύχοι στη Ρωσία, ενώ δέκα χρόνια αργότερα, το 1897, ήταν 642.000. Μέχρι το 1914 υπήρχαν 5.000.000 εργάτες σε έναν πληθυσμό 160.000.000. Αυτή η νέα εργατική τάξη ανέπτυξε μια μαχητικότητα και κατέγραψε μαζικούς αγώνες που μπορούσαν να συγκριθούν μόνο με την ηρωική περίοδο της βρετανικής εργατικής τάξης στις δεκαετίες του 1830 και 1840. Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, ένα κύμα μαζικών απεργιών ταρακούνησε τα θεμέλια του τσαρισμού και οδήγησε στην έκρηξη του 1905. Μια νέα μορφή αυτοκυβέρνησης της εργατικής τάξης, το «σοβιέτ» ή εργατικό συμβούλιο,

επινοήθηκε από απλούς Ρώσους εργάτες. Για ένα διάστημα υπήρξε «δυαδική εξουσία», η εξουσία των οργανωμένων εργατών στα σοβιέτ αντιμέτωπη με την πανικόβλητη κυβέρνηση του Τσάρου. Ολόκληρο το καθεστώς κλονιζόταν. Αλλά στο τέλος κατάφερε να επανακτήσει τον έλεγχο. Οι επαναστατημένοι εργάτες έπρεπε να αντιμετωπίσουν τους χωρικούς, που συγκροτούσαν το στρατό και ήταν ακόμα πιστοί στον Τσάρο. Ακολούθησε αιματηρή καταστολή. Ο Τρότσκι μεγάλωσε μαζί με το κίνημα. Όσο ήταν ακόμη στην εφηβεία έγινε μέλος του επαναστατικού Εργατικού Συνδικάτου της Νότιας Ρωσίας στο Νικολάγιεφ. Συνελήφθη το 1898 και κρατήθηκε σε διάφορες φυλακές μέχρι το 1900, οπότε και εξορίστηκε στη Σιβηρία. Το καλοκαίρι του 1902 δραπέτευσε και το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου βρέθηκε με τον Λένιν στο Λονδίνο. Μέχρι τότε ο Τρότσκι είχε γίνει μαρξιστής και αρκετά διάσημος συγγραφέας. Ο Λένιν τον καλοδέχτηκε και του πρότεινε να μπει στη συντακτική επιτροπή της εφημερίδας «΄Ισκρα», έντυπο του σοσιαλιστικού κόμματος που τυπωνόταν στο Λονδίνο και μεταφερόταν παράνομα στη Ρωσία. Ο Πλεχάνοφ, το παλαιότερο μέλος της συντακτικής επιτροπής, ιδρυτικό μέλος του κόμματος και μελλοντικός Μενσεβίκος, άσκησε βέτο στην πρόταση του Λένιν. Η διάσπαση του ρωσικού σοσιαλιστικού κόμματος ήταν μόλις μερικούς μήνες μακριά και οι σχέσεις του Λένιν με μερικούς από τους συντάκτες ήταν ήδη τεταμένες. Εκείνη την εποχή το κόμμα αποτελούσαν μια χούφτα εμιγκρέδες στο Λονδίνο, στη Ζυρίχη και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις, αρκετές παράνομες ομάδες εργατών και φοιτητών σε μερικά από τα βιομηχανικά κέντρα της Ρωσίας και εξόριστοι στη Σιβηρία. Η διάσπαση έγινε στο Δεύτερο Συνέδριο που συγκλήθηκε το 1903 στις Βρυξέλλες και μετά στο

Στα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα, ένα κύμα μαζικών απεργιών ταρακούνησε τα θεμέλια του τσαρισμού και οδήγησε στην έκρηξη του 1905.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010

67


Λονδίνο. Φαινομενικά, η αφορμή δόθηκε από ένα σχετικά ασήμαντο οργανωτικό ζήτημα, αλλά στην ουσία οι υποβόσκουσες διαφορές ήταν ζωτικής σημασίας. Ο Λένιν και η ομάδα του (Μπολσεβίκοι, δηλαδή «η πλειοψηφία») υποστήριζαν ένα σφιχτά οργανωμένο επαναστατικό κόμμα, ικανό να επιβιώσει σε συνθήκες παρανομίας και καταστολής. Πίστευαν ότι μόνο η εργατική τάξη σε συμμαχία με τους χωρικούς μπορούσαν να ανατρέψουν τον τσαρισμό και «να τον αντικαταστήσουν με μια δημοκρατία στη βάση ενός δημοκρατικού συντάγματος, που θα εξασφαλίσει τη λαϊκή κυριαρχία, δηλαδή την άσκηση της κρατικής εξουσίας από μια νομοθετική συνέλευση που θα απαρτίζεται από εκπροσώπους του λαού». («Σχέδιο Προγράμματος του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Ρωσίας», Λένιν, 1902.)

Το 1905 οι εξόριστοι επαναστάτες μπόρεσαν να γυρίσουν. Ο Τρότσκι, που τώρα ήταν Μενσεβίκος, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επανάσταση του 1905. Προς το τέλος του χρόνου έγινε πρόεδρος του Σοβιέτ των Εργατικών Αντιπροσώπων της Πετρούπολης, που εκείνη την εποχή ήταν η πιο σημαντική εργατική οργάνωση της Ρωσίας. Η διάλυσή της από τον ανασυγκροτημένο στρατιωτικό και αστυνομικό μηχανισμό του Τσάρου ήταν το σημείο καμπής για την επανάσταση. Ο Τρότσκι φυλακίστηκε ξανά. Αντιμέτωπος με την ποινή του θανάτου, στη δίκη προκάλεσε τον τσαρισμό, λέγοντας: «Η κυβέρνηση έχει αποκοπεί από το λαό εδώ και πολύ καιρό... Δεν έχουμε μια εθνική κυβέρνηση, αλλά έναν αυτόματο μηχανισμό μαζικών δολοφονιών». Το επαναστατικό κίνημα, που ακόμα σιγόκαιγε,

Ο Λένιν και η ομάδα του (Μπολσεβίκοι, δηλαδή «η πλειοψηφία») υποστήριζαν ένα σφιχτά οργανωμένο επαναστατικό κόμμα, ικανό να επιβιώσει σε συνθήκες παρανομίας και καταστολής. Η μειοψηφία (Μενσεβίκοι) μετατοπίζονταν προς την άποψη ότι η ρωσική αστική τάξη μπορούσε να ηγηθεί αυτού του αγώνα και συνεπώς έκλινε προς μια πιο χαλαρή οργάνωση με νόμιμη και παράνομη δράση. Καμία πλευρά δεν πίστευε ότι η σοσιαλιστική επανάσταση ήταν εφικτή σε μια χώρα τόσο καθυστερημένη και υπανάπτυκτη όσο η Ρωσία. Η επανάσταση θα γινόταν αργότερα, μετά την καπιταλιστική οικονομική ανάπτυξη σε μια αστική δημοκρατία. Το 1903 οι διαφορές δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες όσο έγιναν αργότερα. Δεν καταλάβαιναν όλοι τις επιπτώσεις των επιλογών τους. Ο Πλεχάνοφ, που αργότερα ηγήθηκε της πιο δεξιάς τάσης των Μενσεβίκων, υποστήριξε τον Λένιν. Ο Τρότσκι εναντιώθηκε. Ήταν μια απόφαση που αργότερα αποκάλεσε «το μεγαλύτερο σφάλμα της ζωής μου».

68

έκανε την κυβέρνηση πολύ προσεχτική. Έτσι απαλλάχτηκε από τη βασική κατηγορία για υποκίνηση σε στάση. Όμως ο Τρότσκι και δεκατέσσερις συγκατηγορούμενοί του εξορίστηκαν στη Σιβηρία με ισόβια κάθειρξη και έχασαν όλα τα πολιτικά τους δικαιώματα. Στα χρόνια της αντεπανάστασης μετά το 1906, οι επαναστατικές οργανώσεις, κάτω από την ανελέητη καταδίωξη και καταστολή που ακολούθησε, συρρικνώθηκαν και διαλύθηκαν. Οι οργανώσεις των Μενσεβίκων στη Ρωσία κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν. Ακόμη και η μπολσεβίκικη ομάδα του Λένιν, που τώρα είχε διασπαστεί σε δύο τάσεις (με τον Λένιν στη δεξιά τάση), έμεινε η σκιά της αρχικής της δύναμης. Στους κύκλους των πολιτικών προσφύγων αναπτύχθηκαν σκληρές αντιπαραθέσεις. Ο

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Ο Λένιν με τον Τρότσκι.

Τρότσκι δραπέτευσε πάλι από τη Σιβηρία το 1907 και πολύ γρήγορα βρέθηκε σχεδόν απομονωμένος, αποθαρρημένος από τη δεξιά στροφή των Μενσεβίκων και ανήμπορος να ξεπεράσει την αντίθεσή του με τους Μπολσεβίκους. Η μόνη θετική προσφορά του αυτά τα χρόνια ήταν η επεξεργασία της θεωρίας του για τη «διαρκή επανάσταση». Η κεντρική της ιδέα ήταν ότι η επερχόμενη επανάσταση στη Ρωσία δεν μπορούσε να σταματήσει στο στάδιο της «αστικής δημοκρατίας», αλλά θα εξελισσόταν σε προλεταριακή επανάσταση για την εργατική εξουσία και ή θα συνενωνόταν με εργατικές επαναστάσεις στις πιο αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες ή θα χανόταν. Δεν διέφερε πολύ από την κατοπινή άποψη του Λένιν, αλλά η δυσπιστία και η αντιπάθεια του Τρότσκι για τον Λένιν τον εμπόδισαν να προσχωρήσει στους Μπολσεβίκους, τη μόνη πραγματικά επαναστατική οργάνωση. Στις 4 Αυγούστου 1914, ο κόσμος άλλαξε. Ξέσπασε ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος που

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010

αναμενόταν από καιρό και οι ηγέτες των μεγάλων σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων ξέχασαν το μαρξισμό και το διεθνισμό τους και παραδόθηκαν στις «εθνικές τους» κυβερνήσεις. Η Σοσιαλιστική Διεθνής διαλύθηκε. Σε όλες τις εμπόλεμες χώρες το κίνημα διχάστηκε ανάμεσα σε αποστάτες και διεθνιστές. Το Σεπτέμβρη του 1915, τριάντα οχτώ εκπρόσωποι από έντεκα χώρες συναντήθηκαν στο Τσίμερβαλντ της Ελβετίας για να επαναβεβαιώσουν τις αρχές του διεθνούς σοσιαλισμού. Ο Τρότσκι έγραψε το διεθνιστικό μανιφέστο που εγκρίθηκε στο συνέδριο. Στο Τσίμερβαλντ υπήρχαν επαναστάτες και ειρηνιστές. Σύντομα διασπάστηκαν. Ο πυρήνας των επαναστατών έγινε ο προπομπός της Τρίτης (Κομουνιστικής) Διεθνούς. Το επαναστατικό κίνημα μεγάλωνε σε όλα τα εμπόλεμα κράτη, αλλά η επανάσταση ξέσπασε τελικά στη Ρωσία. Το Φεβρουάριο του 1917 μαζικές απεργίες και διαδηλώσεις έριξαν τον Τσάρο. Οι επαναστατημένοι εργάτες της

69


Όμως, όταν γύρισε ο Λένιν τον Απρίλιο, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό. «Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση», «Ειρήνη, Γη και Ψωμί» ήταν τα συνθήματά του.

Πετρούπολης –πολλοί απ’ αυτούς Μπολσεβίκοι– ηγήθηκαν του κινήματος. Από την αρχή, οι ηγέτες των Σοβιέτ των εργατών, των χωρικών και των αντιπροσώπων των στρατιωτών ήταν σε θέση να ανατρέψουν την παραπαίουσα «Προσωρινή Κυβέρνηση» και να πάρουν την εξουσία. Αλλά δεν το έκαναν, γιατί στην πλειοψηφία τους ήταν Μενσεβίκοι και Σοσιαλεπαναστάτες (το κόμμα των χωρικών), οι οποίοι πίστευαν ότι η «αστική δημοκρατία» ήταν απαραίτητη για να αναπτυχθεί ο καπιταλισμός και έτσι να τεθεί η βάση για το σοσιαλισμό στο απώτερο μέλλον. Αυτό σήμαινε τη συνέχιση του πολέμου και την «πειθαρχία» των εργατών και των χωρικών. Ακόμη και μερικοί Μπολσεβίκοι ταλαντεύτηκαν, όπως ο Κάμενεφ και ο Στάλιν, τα δύο μέλη της

κεντρικής επιτροπής που είχαν δραπετεύσει από τη Σιβηρία για να αναλάβουν το κόμμα στην Πετρούπολη. Όμως, όταν γύρισε ο Λένιν τον Απρίλιο, δεν είχε κανέναν ενδοιασμό. «Κάτω η Προσωρινή Κυβέρνηση», «Ειρήνη, Γη και Ψωμί» ήταν τα συνθήματά του. Αν και αρχικά ήταν μειοψηφία στο ίδιο του το κόμμα, ο Λένιν κέρδισε πρώτα το κόμμα και στη συνέχεια τα περισσότερα Σοβιέτ με τις επαναστατικές του θέσεις. Στην ουσία ήταν ίδιες μ’ αυτές της «διαρκούς επανάστασης» του Τρότσκι και τον Ιούλιο, μαζί με μια ομάδα πρώην αριστερών Μενσεβίκων, ο Τρότσκι προσχώρησε στο κόμμα των Μπολσεβίκων. Μέχρι το φθινόπωρο, η πλειοψηφία των εργατών υποστήριζε τους Μπολσεβίκους. Με το σύνθημα

Ο Τρότσκι σε συνέδριο της Κομουνιστικής Διεθνούς.

70

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


«Όλη η εξουσία στα Σοβιέτ», η Προσωρινή Κυβέρνηση ανετράπη. Στην Πετρούπολη δεν υπήρξε σχεδόν καμία αντίσταση. Τα επόμενα χρόνια ήταν η περίοδος της μεγαλύτερης αναγνώρισης και καταξίωσης για τον Τρότσκι. Πρώτα ως Λαϊκός Επίτροπος Εξωτερικών Υποθέσεων και μετά ως Λαϊκός Επίτροπος Πολέμου, ήταν ο δεύτερος μετά τον Λένιν ηγέτης και εμψυχωτής της επανάστασης. Αυτά ήταν τα χρόνια της επαναστατικής αισιοδοξίας. Όλα φαίνονταν εφικτά. Αν και η κυβέρνηση των Σοβιέτ έπρεπε να δώσει σκληρή μάχη απέναντι στην κολοσσιαία εξωτερική επίθεση –οι στρατοί 14 ξένων δυνάμεων πολεμούσαν ενάντια στην επανάσταση– αλλά και ενάντια στο στρατό των Λευκών, που είχε εξωτερική στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη, ολόκληρη η Ευρώπη έδειχνε να βρίσκεται στο χείλος της επανάστασης. Επαναστατική εξουσία των Σοβιέτ εγκαθιδρύθηκε στην Ουγγαρία, τη Βαυαρία, τη Φιλανδία και τη Λετονία. Ο Γερμανός κάιζερ, ο Αυστριακός αυτοκράτορας, ο Τούρκος σουλτάνος ανατράπηκαν. Ολόκληρη η Γερμανία έμοιαζε να είναι στο χείλος της κόκκινης επανάστασης. Στην Ιταλία, μαζικές απεργίες και σφοδρές διαδηλώσεις παρέλυσαν το καπιταλιστικό κράτος. Ακόμη και ο συγκρατημένος Λένιν έγραφε το 1918: «Η ιστορία έχει δώσει σ’ εμάς, τον ταλαιπωρημένο και εκμεταλλευόμενο ρωσικό λαό, τον τιμητικό ρόλο της πρωτοπορίας της διεθνούς σοσιαλιστικής επανάστασης. Και σήμερα μπορούμε να δούμε καθαρά πόσο μακριά θα πάει αυτή η επανάσταση. Οι Ρώσοι την ξεκίνησαν. Οι Γερμανοί, οι Γάλλοι και οι Άγγλοι θα την ολοκληρώσουν και ο σοσιαλισμός θα θριαμβεύσει». Για τον Τρότσκι δεν υπήρχε καμία αμφιβολία. Η «τελική αναμέτρηση» θα γινόταν τώρα. Όταν το 1919 ιδρύθηκε η Τρίτη Διεθνής, έγραψε στο πρώτο του μανιφέστο: «Οι οπορτουνιστές, που πριν από τον παγκόσμιο πόλεμο καλούσαν τους εργάτες να επιδεικνύουν μετριοπάθεια χάριν της σταδιακής μετάβασης προς το σοσιαλισμό… ζητάνε για μία ακόμη φορά την παραίτηση του προλεταριάτου… Αν αυτά τα κηρύγματα γίνονταν αποδεκτά από τις

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010

εργατικές μάζες, η καπιταλιστική ανάπτυξη σε νέες, πιο συγκεντρωτικές και τερατώδεις μορφές θα αποκαθιστούσε την εξουσία της πάνω στα κόκαλα πολλών γενιών –με την προοπτική ενός νέου και αναπόφευκτου παγκόσμιου πολέμου. Ευτυχώς για την ανθρωπότητα, αυτό δεν είναι δυνατό». Στην πραγματικότητα, η επιτυχής έκβαση της γερμανικής επανάστασης παιζόταν. Οι αντιμαχόμενες δυνάμεις ήταν σχεδόν ισοδύναμες. Η επιτυχία της θα είχε αλλάξει το ρου της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας ιστορίας. Η ήττα της σήμαινε ενδεχόμενο θρίαμβο της αντίδρασης, όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στη Ρωσία. Γιατί ο εμφύλιος πόλεμος κατέστρεψε την ούτως ή άλλως καθυστερημένη ρωσική οικονομία και διέλυσε τη ρωσική εργατική τάξη. Η αντεπανάσταση των Λευκών ηττήθηκε γιατί η πλειοψηφία του ρώσικου λαού –οι χωρικοί– ήξεραν ότι η επανάσταση τους είχε δώσει τη γη τους και ότι η επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς θα τους την έπαιρνε πίσω. Όμως, με το τέλος του εμφυλίου, οι εργάτες έχασαν τη δύναμή τους γιατί, σαν τάξη, αποδεκατίστηκαν. Μέχρι το 1921, ο αριθμός των εργατών στη Ρωσία μειώθηκε στους 1.240.000. Η Πετρούπολη είχε χάσει το 57,5% του πληθυσμού της. Η παραγωγή είχε πέσει στο 13% του επιπέδου του 1913, που ήταν ήδη μικρό. Η χώρα ήταν κατεστραμμένη, πεινασμένη και κρατιόταν όρθια μόνο χάρη στο κόμμα και τους μηχανισμούς του κράτους που αναπτύχθηκαν στη διάρκεια του εμφυλίου. Ήταν μια κατάσταση που δεν είχε προβλεφθεί. Όταν το 1918 υπογραφόταν ειρήνη με τη Γερμανία στο Μπρεστ Λιτόφσκ, ο Λένιν έγραψε: «Αυτό είναι ένα μάθημα για μας, γιατί η αλήθεια είναι ότι χωρίς μια επανάσταση στη Γερμανία θα αφανιστούμε». Γιατί, βέβαια, δεν υπήρχε καμία περίπτωση η ρωσική εργατική τάξη, μια μικρή μειοψηφία με ισχνή οικονομική βάση, να διατηρήσει ένα εργατικό κράτος για μεγάλο χρονικό διάστημα, αν προηγουμένως δεν ενωνόταν η ρωσική οικονομία με εκείνη ενός ανεπτυγμένου σοσιαλιστικού κράτους. Αργότερα, στο Τρίτο Συνέδριο της Τρίτης Διεθνούς το 1921, ο Λένιν αναφέρθηκε πάλι στο ίδιο θέμα:

71


«Ήταν καθαρό για μας ότι χωρίς βοήθεια από τη διεθνή παγκόσμια επανάσταση, η νίκη της προλεταριακής επανάστασης είναι αδύνατη. Τόσο πριν την επανάσταση, όσο και μετά, θεωρούσαμε ότι η επανάσταση θα γινόταν άμεσα, ή τουλάχιστον πολύ σύντομα, σε άλλες υπανάπτυκτες χώρες και σε πιο ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, αλλιώς θα καταστρεφόμασταν. Παρ’ ότι το πιστεύαμε αυτό, κάναμε το παν για να διατηρήσουμε το σοβιετικό κράτος, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες και με οποιοδήποτε κόστος, γιατί ξέρουμε ότι παλεύουμε όχι μόνο για μας, αλλά και για την παγκόσμια επανάσταση». Μέχρι το 1921, η παγκόσμια επανάσταση οπισθοχώρησε και το κομουνιστικό καθεστώς στη Ρωσία βρέθηκε αντιμέτωπο με ακόμη μια απελπιστική κρίση. Οι μάζες των χωρικών, απελευθερωμένες από την απειλή των τσιφλικάδων, οργάνωσαν σφοδρή αντεπίθεση.

που αναπτύχθηκε από τις τάξεις των χωρικών. Στα μέσα της δεκαετίας του 1920, η παραγωγή είχε φτάσει, και σε κάποιες περιπτώσεις είχε ξεπεράσει, τα επίπεδα του 1913. Τότε πια η ισορροπία των κοινωνικών δυνάμεων άλλαξε ριζικά. Τι είδους κοινωνία ήταν αυτή που αναδυόταν; Από το 1920, ο Λένιν ισχυριζόταν: «Ο σύντροφος Τρότσκι μιλάει για το “εργατικό κράτος”. Συγχωρέστε με, αλλά αυτό είναι μια αυθαιρεσία. Ήταν φυσικό να γράφουμε για το εργατικό κράτος το 1917, αλλά αυτοί που τώρα ρωτάνε “Γιατί να προστατέψεις, από ποιους να προστατέψεις την εργατική τάξη, δεν υπάρχουν μεγαλοαστοί τώρα, το κράτος είναι εργατικό κράτος τώρα” κάνουν ένα εμφανές λάθος… Καταρχήν, το κράτος δεν είναι στην ουσία εργατικό κράτος, αλλά ένα κράτος εργατών και χωρικών… Αλλά πέρα απ’ αυτό. Είναι φανερό από

«Το κράτος δεν είναι στην ουσία εργατικό κράτος, αλλά ένα κράτος εργατών και χωρικών… Αλλά πέρα απ’ αυτό. Είναι φανερό από το πρόγραμμα του κόμματός μας ότι… το κράτος είναι ένα εργατικό κράτος με γραφειοκρατικές παραμορφώσεις».

Διαδηλώσεις χωρικών στην Ταμπόφ, η εξέγερση της Κροστάνδης και οι απεργίες υποστήριξής της, έδειχναν ότι η κυβέρνηση δεν είχε πια τη λαϊκή υποστήριξη. Εξελισσόταν σε μια δικτατορία σε βάρος των χωρικών και με ό,τι είχε απομείνει από την εργατική τάξη. Μια υπαναχώρηση ήταν επιβεβλημένη. Η Νέα Οικονομική Πολιτική, από το 1921 και μετά, δημιούργησε ξανά μια εσωτερική αγορά και έδωσε στους χωρικούς τη δυνατότητα να παράγουν για το κέρδος, να αγοράζουν και να πουλάνε όπως ήθελαν. Επιτράπηκε επίσης η ιδιωτική παραγωγή καταναλωτικών αγαθών με κέρδος και δόθηκαν οδηγίες στις μεγάλες δημόσιες βιομηχανίες να λειτουργήσουν με εμπορικά κριτήρια. Το αποτέλεσμα ήταν μια αργή, αλλά ουσιαστική ανάκαμψη της οικονομίας, μαζί με μαζική ανεργία –ποτέ κάτω από το 20% του εργατικού δυναμικού, που πολύ αργά ανακτούσε τις δυνάμεις του– και με μια νέα τάξη μεγαλοαγροτών, των κουλάκων,

72

το πρόγραμμα του κόμματός μας ότι… το κράτος είναι ένα εργατικό κράτος με γραφειοκρατικές παραμορφώσεις». Από τότε οι «γραφειοκρατικές παραμορφώσεις» είχαν πάρει τεράστιες διαστάσεις, καθώς το ίδιο το κυβερνών κόμμα είχε τεράστια ανάπτυξη και είχε γίνει γραφειοκρατικό. Με την έλλειψη μιας εργατικής τάξης με τη δύναμη, τη συνοχή και τη θέληση να κυβερνήσει, το κόμμα έπρεπε να αντικαταστήσει την τάξη και ο κομματικός μηχανισμός αντικαθιστούσε όλο και περισσότερο τα μέλη του. Μια νέα ομάδα «απαράτσικ» (άνθρωποι του μηχανισμού) αναπτύχθηκε μαζί με τους κουλάκους και τους «νέπμεν» (μικροεπιχειρηματίες). Ο Τρότσκι, σε μια από τις πιο εντυπωσιακές του φράσεις, περιέγραψε την πολιτική σαν «την πάλη για το πλεόνασμα του κοινωνικού προϊόντος». Ανάμεσα σ’ αυτές τις τρεις ομάδες αναπτύχθηκε μια έντονη διαμάχη πάνω στην

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


πλάτη της μεγάλης μάζας των φτωχότερων χωρικών και ενάντια στην εργατική τάξη. Αυτή η σύγκρουση εκφράστηκε και στους κόλπους του γραφειοκρατικού μηχανισμού του κόμματος, ιδιαίτερα ανάμεσα στα ηγετικά στελέχη. Ο Τρότσκι, που τώρα πια είχε θορυβηθεί από τη δεξιά στροφή, έγινε ο κύριος εκφραστής μιας τάσης που συνέχισε τον αγώνα που είχε ξεκινήσει ο Λένιν τους τελευταίους μήνες της ζωής του, για τον εκδημοκρατισμό του κόμματος και την αναβίωση των Σοβιέτ, ως πραγματικών εργαλείων των εργατών και των χωρικών. Ένα ουσιαστικό μέρος του προγράμματος της Αριστερής Αντιπολίτευσης (όπως ονομαζόταν η ομάδα του Τρότσκι) αφορούσε στην πιο γρήγορη και πιο οργανωμένη ανάπτυξη της ρώσικης βιομηχανίας. Για τους μαρξιστές, ο εκδημοκρατισμός δεν θα πετύχαινε, αν δεν μεγάλωναν ο αριθμός, η αυτοπεποίθηση και το ειδικό βάρος της εργατικής τάξης. Η δεξιά αντιπολίτευση, της οποίας βασικός εκφραστής ήταν ο Μπουχάριν, υποστήριζε τη σταθερότητα, τη συσσώρευση με αργούς ρυθμούς και το να δοθεί προτεραιότητα στην ικανοποίηση των χωρικών, συμπεριλαμβανομένων και των κουλάκων. Υπήρχε και μια τρίτη τάση, το «κέντρο», που εκπροσωπούσε τους απαράτσικ, τους γραφειοκράτες. Εκείνη την περίοδο συμμαχούσε με τη δεξιά. Ηγέτης αυτής της τάσης ήταν ο Ι. Β. Στάλιν, παλιός Μπολσεβίκος, ικανός οργανωτής και άνθρωπος με απεριόριστη φιλοδοξία και ατσάλινη θέληση. Ο Στάλιν συγκροτούσε τη γραφειοκρατία σε τάξη, με συνείδηση των συμφερόντων της και με δική της ιδεολογία –«σοσιαλισμός σε μία μόνο χώρα». Η προοπτική της αντιπολίτευσης ήταν η ειρηνική μεταρρύθμιση. Θεωρούσε ότι η πίεση των γεγονότων και της αντιπολίτευσης μπορούσε να αλλάξει το κόμμα και τη χώρα. Η έκταση του εκφυλισμού του κόμματος φάνηκε στην πορεία από την ευκολία με την οποία ηττήθηκε η αντιπολίτευση. Παρ’ ότι συμπεριλάμβανε μερικά

από τα πιο διακεκριμένα μέλη του κόμματος και προσχώρησαν σ’ αυτή, μετά το 1926, η ομάδα του Ζινόβιεφ, του πιο στενού συνεργάτη του Λένιν στην εξορία, η Κρούπσκαγια, η χήρα του Λένιν, καθώς και η «αριστερίστικη» δημοκρατική κεντριστική ομάδα, έχανε με μεγάλη διαφορά τις ψηφοφορίες στις κομματικές συνελεύσεις από τα τσιράκια του Στάλιν. Τον Οκτώβριο του 1927, ο Τρότσκι και ο Ζινόβιεφ διαγράφηκαν από το κόμμα. Πολύ σύντομα αυτοί, μαζί με χιλιάδες άλλους αντιφρονούντες, οδηγήθηκαν στην εξορία. Η αντιπολίτευση συντρίφτηκε και από την εξορία οι ηγέτες της προέβλεπαν μεγάλη απειλή από τη δεξιά. Το Σοβιετικό «Θερμιδώρ”, η ανατροπή του κόμματος από τους εκπροσώπους των κουλάκων και των νέπμεν, ήταν θέμα χρόνου. Πράγματι, το καθεστώς βρισκόταν αντιμέτωπο με τον κίνδυνο από τη δεξιά. Το 1928 οι κουλάκοι, εμψυχωμένοι από τη διάλυση της αριστεράς, μηχανεύτηκαν την «απεργία των σιτηρών», αποθηκεύοντας και αποκρύπτοντας τη συγκομιδή, που έφερε τις πόλεις αντιμέτωπες με τη λιμοκτονία. Η συνέχεια απέδειξε πόσο λάθος είχαν υπολογίσει –αυτοί αλλά και η αντιπολίτευση– την αντοχή των αντίπαλων δυνάμεων. Οι γραφειοκράτες έκαναν στροφή 180 μοιρών. Αφού επί χρόνια καλόπιαναν τους πλούσιους αγρότες, κατέληξαν στη βίαιη επιβολή της κολεκτίβας και στη «διάλυση των κουλάκων σαν τάξη». Κάτω από το μανδύα της μονοκομματικής εξουσίας, μια μικρή κλίκα γραφειοκρατών κυβερνούσε τη Ρωσία. Και θα γίνονταν σύντομα οι μαριονέτες ενός ανθρώπου. Έως το 1930, ο Στάλιν ήταν στην ουσία ο νέος τσάρος. Με την υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση ήρθε και το ξέφρενο πρόγραμμα βίαιης εκβιομηχάνισης. Τέθηκαν σε εφαρμογή σχέδια που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα πιο φιλόδοξα προγράμματα των πιο αισιόδοξων μελών της αντιπολίτευσης, μόνο για να τα διαδεχθούν άλλα, ακόμη πιο μεγαλεπήβολα. «Ολοκλήρωσε το πενταετές

Η έκταση του εκφυλισμού του κόμματος φάνηκε στην πορεία από την ευκολία με την οποία ηττήθηκε η αντιπολίτευση.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010

73


πρόγραμμα σε τέσσερα χρόνια» ήταν το σύνθημα που κυριάρχησε. Ο άνθρωπος που μέχρι χθες χλεύαζε ως ουτοπικά τα μετριοπαθή σχέδια της αντιπολίτευσης, τώρα ήθελε να «φτάσει και να ξεπεράσει» τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες σε λίγα μόνο χρόνια. Το πρώτο πενταετές πρόγραμμα κατάφερε να θέσει τις βάσεις για μια βιομηχανική κοινωνία. Τα κατάφερε χάρη στην πιο σκληρή εκμετάλλευση των εργατών και των χωρικών. Οι πραγματικοί μισθοί μειώθηκαν δραστικά. Στους αυστηρά πειθαρχημένους «ελεύθερους» εργάτες προστέθηκε ένας στρατός υπόδουλων εργατών, που δούλευαν στα μεγάλα κατασκευαστικά έργα με απάνθρωπες συνθήκες. Εξαφανίστηκε κάθε ίχνος δημοκρατικού δικαιώματος. Εμφανίστηκε ένα ώριμο ολοκληρωτικό καθεστώς. Τα γεγονότα αυτά δίχασαν την εξόριστη αντιπολίτευση. Πολλά διακεκριμένα μέλη της συμβιβάστηκαν με τον Στάλιν. Στην άλλη άκρη, πολλά χαμηλόβαθμα στελέχη της και απλοί αγωνιστές συμφώνησαν με τους «κεντρώους δημοκράτες» ότι χρειαζόταν μια νέα επανάσταση. Ο Βίκτορ Σμιρνόφ, από τους ηγέτες των κεντρώων δημοκρατών, έγραψε: «Το κόμμα είναι ένα βρομερό λείψανο». Κατά τη γνώμη του, το εργατικό κράτος είχε κατεδαφιστεί πριν από χρόνια και ο καπιταλισμός είχε παλινορθωθεί. Ο Τρότσκι δεν αποδέχτηκε καμία από τις δύο αυτές θέσεις. Απέναντι σ’ αυτούς που είχαν συμβιβαστεί με τη νέα κατάσταση υποστήριζε επίμονα την ανάγκη για δημοκρατία των Σοβιέτ. Απέναντι στους αριστερούς επέμενε για τις δυνατότητες ειρηνικών μεταρρυθμίσεων. Ήταν μια αυθαίρετη εκτίμηση και ο Τρότσκι θα την εγκατέλειπε μετά από 18 μήνες. Η αφορμή δόθηκε από τα γεγονότα στη Γερμανία. Η Αριστερή Αντιπολίτευση ενδιαφερόταν για τη Διεθνή τουλάχιστον τόσο όσο και για τη Ρωσία. Τα πρώτα χρόνια η Τρίτη Διεθνής κάθε άλλο παρά υποτασσόταν στη Μόσχα. Αλλά με την υποχώρηση του επαναστατικού κλίματος στην Ευρώπη, τα κόμματα δέθηκαν περισσότερο με το μοναδικό πλέον «σοβιετικό» καθεστώς και έγιναν πιο εξαρτημένα από αυτό. Οι συμβουλές της Μόσχας έγιναν η πιο σημαντική πηγή των

74

πολιτικών τους απόψεων. Όλο και περισσότερο, η εκτελεστική επιτροπή της Διεθνούς, στην οποία κυριαρχούσαν οι Ρώσοι –και άρα οι απαράτσικ– άρχισε να παρεμβαίνει στα εσωτερικά των κομμάτων. Ο μύθος της «Μαμάς Ρωσίας» έγινε όλο και πιο σημαντικός για τους Ευρωπαίους και Ασιάτες κομουνιστές. Σταδιακά, τα πιο ανεξάρτητα πνεύματα και οι πιο σοβαροί μαρξιστές αντικαταστάθηκαν στις ηγεσίες. Χρειάστηκαν δέκα χρόνια για να υποβαθμιστεί το παγκόσμιο κίνημα σε λεγεώνα της Μόσχας. Μέχρι το 1929 η διαδικασία είχε ολοκληρωθεί. Όσο το κεντροδεξιό μπλοκ κυβερνούσε τη Ρωσία, η πολιτική της Διεθνούς πιεζόταν προς τα δεξιά. Προωθήθηκαν μεταρρυθμιστικές πολιτικές που οδήγησαν σε μια σειρά από ήττες που θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί. Η αντιπολίτευση άσκησε αυστηρή κριτική στην πολιτική της Κομιντέρν και επεδίωξε την ανάπτυξη σχέσεων με διαφωνούντες από τα κόμματα του εξωτερικού. Αλλά ο Στάλιν, αφού είχε εξαφανίσει τους πρώην «δεξιούς» συμμάχους του στη Ρωσία, έστρεψε την Κομιντέρν απότομα αριστερά και μάλιστα με εξωφρενικό τρόπο. Μία περίοδος «γενικής επαναστατικής επίθεσης», ή «τρίτη περίοδος», διακηρύχτηκε. Εφευρέθηκε η θεωρία του «σοσιαλφασισμού». Τα σοσιαλδημοκρατικά και τα εργατικά κόμματα ήταν «σοσιαλφασιστικά», ενώ οργανώσεις στα αριστερά αυτών των κομμάτων, όπως το Ανεξάρτητο Εργατικό Κόμμα της Βρετανίας, ήταν «αριστεροί σοσιαλφασίστες». Στη Γερμανία, όπου η απειλή του φασισμού ήταν πραγματική, αυτή η θεωρία οδήγησε στην απόρριψη οποιασδήποτε κοινής αντιφασιστικής αντίστασης με τους σοσιαλδημοκράτες και τα συνδικάτα που επηρέαζαν. Αφού ήταν φασίστες οι ίδιοι! Στην ουσία, όποιος δεν ήταν πιστός στο Στάλιν ήταν φασίστας: «Η Γερμανία έχει ήδη φασιστικό καθεστώς», έλεγε η καθημερινή εφημερίδα των Γερμανών κομουνιστών. «Ο Χίτλερ δεν μπορεί να κάνει τα πράγματα χειρότερα απ’ ό,τι είναι». Ο Τρότσκι, που από το 1929 ήταν αυτοεξόριστος στην Τουρκία, έγραψε μερικές από τις πιο λαμπρές του πολεμικές ενάντια σ’ αυτή την παράλογη

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Παρέλαση τάγματος περιφρούρησης του ΚΚ Γερμανίας. Αν η σταλινική ηγεσία του Γερμανικού ΚΚ είχε στοιχειώδη λογική, ο Χίτλερ θα είχε ηττηθεί. Αυτή η τραγική ήττα οδήγησε τον Τρότσκι σε ρήξη με τη Διεθνή.

πολιτική. Αν η σταλινική ηγεσία του Γερμανικού Κομουνιστικού Κόμματος είχε στοιχειώδη λογική, ο Χίτλερ θα είχε ηττηθεί, γιατί η ευκαιρία υπήρχε. Ένα νικηφόρο ενιαίο μέτωπο ήταν εφικτό. Αλλά αυτοί ήταν πέραν κάθε λογικής. Η μόνη φωνή που άκουγαν ήταν αυτή του Στάλιν, που τόνιζε: «Η σοσιαλδημοκρατία και ο φασισμός δεν είναι αντίθετες έννοιες –είναι δίδυμες». Το εργατικό κίνημα της Γερμανίας συντρίφτηκε. Το Κομουνιστικό Κόμμα παραδόθηκε χωρίς καμία αντίσταση. Ο Χίτλερ πήρε την εξουσία και άρχισαν οι προετοιμασίες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Αυτή η τραγική ήττα οδήγησε τον Τρότσκι σε ρήξη με τη Διεθνή. «Ένας οργανισμός που δεν έχει αφυπνιστεί από την καταιγίδα του φασισμού… είναι νεκρός και δεν μπορεί να αναστηθεί». Μετά από αυτό εγκατέλειψε τη ρεφορμιστική του θέση για τη Ρωσία. Χρειαζόταν μια νέα επανάσταση για να ανατρέψει τη γραφειοκρατική δικτατορία. Εν τούτοις δεν άλλαξε την άποψή του ότι η Ρωσία ήταν ένα «εκφυλισμένο εργατικό κράτος». Τα λίγα χρόνια που έμελε να ζήσει, έμεινε προσκολλημένος σ’ αυτή την αφαίρεση –ένα

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010

«εργατικό κράτος» όπου οι εργάτες όχι μόνο δεν είχαν την εξουσία, αλλά στερούνταν και των στοιχειωδών πολιτικών τους δικαιωμάτων. Ήταν ένα λάθος που θα είχε διαρκή και καταστρεπτική επιρροή στην επαναστατική αριστερά. Ο Τρότσκι ήταν πια σχεδόν μόνος. Λίγο μετά τη γερμανική καταστροφή άρχισαν οι μεγάλες εκκαθαρίσεις στη Ρωσία. Ο Στάλιν σταθεροποίησε την εξουσία του με τις μαζικές δολοφονίες αυτών που είχαν συμβιβαστεί μαζί του, των πρώην δεξιών και των παλαιών υποστηρικτών του. Τους κατήγγειλε όλους ανεξαιρέτως, μαζί με τον Τρότσκι, ως πράκτορες του Χίτλερ, αντεπαναστάτες, κατασκόπους και σαμποτέρ. Σε μια σειρά από τραγελαφικές δίκες, διακεκριμένοι ηγέτες της επανάστασης της εποχής του Λένιν αναγκάστηκαν να ομολογήσουν την ενοχή τους –και την ενοχή του τερατώδους Τρότσκι. Στην αλλαγή του κλίματος που δημιουργήθηκε, ήταν αδύνατο για τον Τρότσκι να επηρεάσει αριστερούς εργάτες. «Η σταλινική γραφειοκρατία είχε πράγματι καταφέρει να ταυτιστεί με το μαρξισμό… Τόσο οι μαχητικοί Γάλλοι λιμενεργάτες

75


όσο και οι Πολωνοί ανθρακωρύχοι ή οι Κινέζοι αντάρτες έβλεπαν τους κυβερνώντες στη Μόσχα ως τους καλύτερους κριτές των συμφερόντων της Σοβιετικής Ένωσης και αξιόπιστους συμβούλους για τον παγκόσμιο κομουνισμό». Στο μεταξύ η Κομιντέρν είχε στρίψει και πάλι δεξιά. Η εξωτερική πολιτική του Στάλιν απαιτούσε συμμαχίες με τις «δυτικές δημοκρατίες». Το «λαϊκό μέτωπο» –η υποταγή των εργατικών κομμάτων σε φιλελεύθερα ή κεντροδεξιά κόμματα– ήταν η καινούργια γραμμή. Αυτή η νέα γραμμή διευκόλυνε τον Στάλιν να στραγγαλίσει άλλη μια επανάσταση –την ισπανική. Ο Τρότσκι χαρακτήρισε την ισπανική ήττα ως «την τελευταία προειδοποίηση». Όλες του οι προσπάθειες στα τελευταία χρόνια της εξορίας του στη Γαλλία, τη Νορβηγία και μετά στο Μεξικό επικεντρώθηκαν στη δημιουργία του πυρήνα μιας νέας Διεθνούς, της Τέταρτης. Το ιδρυτικό της συνέδριο έγινε το 1938, κάτω από τη σκιά

76

πολλαπλών ηττών για την εργατική τάξη. Στον Τρότσκι απέμεναν λιγότερα από δύο χρόνια ζωής. Το ακατάλυτο επίτευγμά του ήταν να κρατήσει ζωντανή την παράδοση του επαναστατικού μαρξισμού στις δεκαετίες κατά τις οποίες σχεδόν είχε εξαλειφθεί από τους δήθεν μαρξιστές. Ο Τρότσκι δεν ήταν αλάνθαστος. Ο Λένιν είχε γράψει στη διαθήκη του ότι ο Τρότσκι είχε «υπέρμετρη αυτοπεποίθηση», και επίσης είχε την ατυχία, τα τελευταία χρόνια της ζωής του, λίγοι από τους υποστηρικτές του να έχουν ανεξάρτητη σκέψη. Το ότι υπερτερούσε των συνεργατών του ήταν ταυτόχρονα η δύναμή του, αλλά και η τραγωδία του. Ίσως κανένας άλλος άνθρωπος δεν θα άντεχε την απομόνωση και τις επιθέσεις όπως αυτός. Η προσφορά του στον επαναστατικό σοσιαλισμό και στο εργατικό κίνημα ήταν ανυπέρβλητη. Ήταν μία από τις πραγματικά μεγάλες μορφές που έβγαλε το κίνημα.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Η διαθήκη του Τρότσκι Η ψηλή (και συνεχώς αυξανόμενη) πίεσή μου ξεγελάει όσους είναι κοντά μου για τη φυσική μου κατάσταση. Είμαι ενεργός και παραγωγικός, αλλά προφανώς το τέλος πλησιάζει. Αυτές οι γραμμές θα κοινοποιηθούν μετά το θάνατό μου. Δε χρειάζομαι να αντικρούσω εδώ για άλλη μία φορά τις ηλίθιες και απεχθείς συκοφαντίες του Στάλιν και των πρακτόρων του: δεν υπάρχει ούτε μία κηλίδα στην επαναστατική μου τιμή. Ποτέ δεν έχω συνάψει, είτε άμεσα είτε έμμεσα, κρυφές συμφωνίες, ούτε καν διαπραγματεύσεις, με τους εχθρούς της εργατικής τάξης. Χιλιάδες αντιφρονούντες του Στάλιν έχουν πέσει θύματα παρόμοιων αναληθών κατηγοριών. Οι νέες επαναστατικές γενιές θα αποκαταστήσουν την πολιτική τους τιμή και θα αντιμετωπίσουν τους εκτελεστές του Κρεμλίνου όπως τους αξίζει. Ευχαριστώ θερμά τους φίλους που παρέμειναν πιστοί στις πιο δύσκολες ώρες της ζωής μου. Δεν κάνω ιδιαίτερη μνεία κανενός, γιατί δεν μπορώ να τους κατονομάσω όλους. Όμως θεωρώ ότι δικαιούμαι να κάνω μία εξαίρεση στην περίπτωση της συντρόφου μου, της Ναταλία Ιβάνοβνα Σέντοβα. Πέρα από την ευτυχία που είχα ως μαχητής για το σκοπό του σοσιαλισμού, η μοίρα μου έδωσε την ευτυχία να είμαι σύζυγός της. Σε όλα τα σχεδόν σαράντα χρόνια της κοινής μας ζωής, παρέμεινε μια ανεξάντλητη

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2010

πηγή αγάπης, μεγαλοψυχίας και τρυφερότητας. Υπέστη μεγάλες δοκιμασίες, ιδιαίτερα στην τελευταία φάση της ζωής μας. Αλλά βρίσκω κάποια παρηγοριά στο γεγονός ότι γνώρισε και ευτυχισμένες μέρες. Επί σαράντα τρία χρόνια της ενσυνείδητης ζωής μου παρέμεινα επαναστάτης: τα σαράντα δύο από αυτά αγωνιζόμουν κάτω από τη σημαία του μαρξισμού. Αν έπρεπε να ξαναρχίσω από την αρχή, θα προσπαθούσα βέβαια να αποφύγω αυτό ή το άλλο λάθος, αλλά η κύρια πορεία της ζωής μου θα παρέμενε αναλλοίωτη. Θα πεθάνω ένας επαναστάτης προλετάριος, μαρξιστής, διαλεκτικός υλιστής και, συνεπώς, ένας ασυμβίβαστος αθεϊστής. Η πίστη μου ότι ο κομουνισμός είναι το μέλλον της ανθρωπότητας δεν είναι λιγότερο δυνατή, μάλιστα είναι πιο στερεή σήμερα απ’ ό,τι ήταν στα νιάτα μου. Η Νατάσα μόλις ήρθε στο παράθυρο από την αυλή και το άνοιξε διάπλατα, ώστε ο αέρας να μπαίνει ανεμπόδιστα στο δωμάτιό μου. Βλέπω την καταπράσινη λωρίδα χλόης κάτω από τον τοίχο, τον καταγάλανο ουρανό πάνω από τον τοίχο και το φως του ήλιου παντού. Η ζωή είναι ωραία. Οι επόμενες γενιές ας την καθαρίσουν από όλα τα κακά, την καταπίεση και τη βία, και ας την απολαύσουν στο έπακρο.

Κογιοακάν, Μεξικό 27 Φεβρουαρίου 1940

77


β

ιβλιοκριτική

Μπροσούρα του Γιούνιους Της Ρόζα Λούξεμπουργκ Εκδόσεις : Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη, σελίδες : 286, τιμή : 13,5€ Παρουσίαση: Παναγιώτης Βασιλειάδης

Ένα από τα σημαντικότερα βιβλία της πασίγνωστης ηγέτιδας των εργατικών αγώνων στη Γερμανία και την Πολωνία, στις αρχές του 20ού αιώνα, εκδόθηκε στην ελληνική γλώσσα πριν από λίγους μήνες. Γραμμένο στη φυλακή 8 μήνες μετά την έναρξη του πολέμου (εκδόθηκε 8 μήνες αργότερα, με το ψευδώνυμο Γιούνιους), το βιβλίο δίνει τη δυνατότητα στη συγγραφέα του να εξηγήσει λεπτομερειακά τις αιτίες που οδήγησαν τους λαούς της Ευρώπης στο σφαγείο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και τη Β΄Διεθνή Ένωση των Εργατών στη μεγαλύτερη προδοσία του ευρωπαϊκού εργατικού κινήματος στην παγκόσμια ιστορία και τη συνεπαγόμενη χρεοκοπία και διάλυσή της. Κεντρικός άξονας στην τακτική της Β Διεθνούς (ιδρυτικό συνέδριο Ιούλιος 1889) ήταν η επίτευξη και διατήρηση της

78

νομιμότητας των Εργατικών Κομμάτων στην Ευρώπη και η μετατόπιση του βάρους της προάσπισης εργατικών συμφερόντων στην αύξηση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των κομμάτων τους, αντί της τακτικής της οργάνωσης ένοπλων εξεγέρσεων και μαχών των οδοφραγμάτων της προηγούμενης περιόδου, που έληξε με την αιματηρή καταστολή της Παρισινής Κομμούνας, το 1871. Η ήττα της Κομούνας έφερε τη διάλυση της Α΄ Διεθνούς και την αλλαγή της πολιτικής γραμμής των Ευρωπαϊκών Εργατικών Κομμάτων, με κυριότερο εκφραστή τους το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (ιδρύθηκε το 1875). Το κόμμα αυτό, αυξάνοντας συνεχώς τα μέλη και τους ψηφοφόρους του στις δεκαετίες που ακολούθησαν, έφτασε στο σημείο να συγκεντρώνει τους περισσότε-

ρους ψηφοφόρους (όχι όμως και την πλειοψηφία στο Ράιχσταγκ, το Γερμανικό Κοινοβούλιο) από όλα τα υπόλοιπα κόμματα στην Γερμανία στις αρχές του 20ού αιώνα (παράδειγμα οι εκλογές του 1907). Την εποχή της δράσης της Β΄ Διεθνούς, ο καπιταλισμός επεκτεινόταν σε παγκόσμιο επίπεδο, περνώντας στη φάση της ιμπεριαλιστικής του ανάπτυξης (διόγκωση ρόλου του χρηματιστηριακού κεφαλαίου, δημιουργία τεράστιων τραστ και μονοπωλίων, παγκοσμιοποίηση της αγοράς, νέα αποικιοκρατία και χωρισμός του κόσμου σε σφαίρες επιρροής), γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την όξυνση των αντιφάσεών του. Ο ακραία έντονος ανταγωνισμός, που γέννησε η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα των ισχυρότερων καπιταλιστικά κρατών, είχε ως συνέπεια την έκρηξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου τον Αύ-

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


γουστο του 1914 και έκλεισε με τη λήξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου τον Αύγουστο του 1945. Σε αυτές τις συνθήκες η οπορτουνιστική πολιτική της Β΄ Διεθνούς σ’ όλο το προηγούμενο διάστημα δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλη πρόταση απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο από μια έκκληση προς τους Ευρωπαίους εργάτες για υπεράσπιση του εθνικού πολιτισμού, της πατρογονικής γης και της ελευθερίας των λαών

1870 η γερμανική σοσιαλδημοκρατία είχε ήδη ξεκαθαρίσει τις διεθνιστικές αρχές της, προπαγανδίζοντας την ταύτιση των εθνικών ζωτικών συμφερόντων με το ταξικό συμφέρον του προλεταριάτου. Η προδοσία, από τη Β΄ Διεθνή, των συμφερόντων της εργατικής τάξης και η εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων είχε ως αποτέλεσμα την εκμηδένιση της εργατικής αντίστασης στην πραγματοποίηση του

γή του επόμενου παγκόσμιου πολέμου, εφόσον αυτός δεν ανατραπεί από την εργατική τάξη. Αναπτύσσει διεξοδικά τους λόγους για τους οποίους η στήριξη από τη Β΄ Διεθνή του ιμπεριαλιστικού πολέμου, ως εθνικού, αποτελεί προδοσία για την ευρωπαϊκή εργατική τάξη. Εξηγούνται οι επιπτώσεις του πολέμου στην ταξική πάλη στην Ευρώπη, η αδυναμία επίλυσης

Η συγγραφέας μας παραδίδει μια εξαιρετική και ολοκληρωμένη μαρξιστική ανάλυση των παραπάνω γεγονότων και των αιτιών τους, με παράθεση δεκάδων άρθρων εφημερίδων, ψηφισμάτων της Διεθνούς και κυβερνητικών δηλώσεων στο Ράιχσταγκ της εποχής. σε κάθε χώρα, αντίθετα με τις διακηρύξεις και τις αποφάσεις της, μόλις μια εβδομάδα πριν την κήρυξη του πολέμου. Θεωρούσε μάλιστα ότι ακολουθεί τις αρχές του Διεθνισμού, αφού προάσπιζε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης των λαών και της εθνικής ανεξαρτησίας, προτείνοντας στους Ευρωπαίους εργάτες να πολεμήσουν μεταξύ τους, ώστε να προστατέψουν τα συμφέροντα των εθνών τους! Έθετε με αυτό τον τρόπο την οριστική θανατική καταδίκη της Εργατικής Διεθνούς, αφού για πρώτη φορά έμπαινε σε αντιπαράθεση η διεθνιστική αλληλεγγύη του παγκόσμιου προλεταριάτου με τα συμφέροντα της εθνικής υπόστασης των λαών. Δημιουργούσε έτσι το δίλημμα: «Εθνική Ελευθερία ή Διεθνής Σοσιαλισμός», όταν ήδη από το Γαλλοπρωσικό πόλεμο του

ΑΝΟΙΞΗ 2011

πολέμου, καθώς και την απονέκρωση και διάλυση του ισχυρότερου εργατικού κινήματος. Από την εποχή της Λούξεμπουργκ και μετά, η ρεφορμιστική και οπορτουνιστική Αριστερά είχε δεκάδες ευκαιρίες παγκοσμίως να παίξει τον ίδιο ρόλο επιτυχημένα, παραδίδοντας την οργανωμένη εργατική αντίσταση στα χέρια της εξουσίας, ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης του συστήματος. Η συγγραφέας μας παραδίδει μια εξαιρετική και ολοκληρωμένη μαρξιστική ανάλυση των παραπάνω γεγονότων και των αιτιών τους, με παράθεση δεκάδων άρθρων εφημερίδων, ψηφισμάτων της Διεθνούς και κυβερνητικών δηλώσεων στο Ράιχσταγκ. Επιπλέον εκτιμά, με πειστικότατα επιχειρήματα, την εξέλιξη και την κατάληξη της πολιτικής κατάστασης και εξηγεί την αναπόφευκτη διεξαγω-

των προβλημάτων του ιμπεριαλιστικού ανταγωνισμού με τον πόλεμο αυτό, η ανάγκη των καπιταλιστών για τη διεξαγωγή νέου παγκόσμιου πολέμου και η αναγκαιότητα τερματισμού των πολέμων αυτών από την εργατική τάξη, για την εξυπηρέτηση των ταξικών της συμφερόντων. Ο πρόλογος των επιμελητών του βιβλίου, η παράθεση της κριτικής του Λένιν στο βιβλίο, του οποίου τον συγγραφέα δεν γνώριζε, τα άρθρα της Κλάρα Τσέτκιν για τις συνθήκες συγγραφής του βιβλίου, του Λέον Τρότσκι για την υπεράσπιση της Ρόζας απέναντι στις σταλινικές επιθέσεις για προδοσία, του Ερνέστ Μαντέλ για την ενότητα της μαρξιστικής σκέψης και πράξης σε όλη την πολιτική της πορεία, η πολύ καλή μετάφραση και η ποιότητα της έκδοσης βοηθούν, σε μέγιστο βαθμό,

79


β

ιβλιοκριτική

Τη μετατροπή, τέλος, του πιο αιματηρού πολέμου σε ταξικό πόλεμο που θα ανατρέψει την παγκόσμια ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση.

στην κατανόηση του αξιολογότατου αυτού έργου. Στην έκδοση βρίσκονται επίσης τα απαραίτητα συμπεράσματα του βιβλίου και οι προτάσεις για δημιουργία νέων εργατικών κομμάτων στην Ευρώπή και συντονισμού τους από μια νέα Διεθνή, με σκοπό τη μετατροπή του πιο αιματηρού πολέμου στην ιστορία σε ταξικό πόλεμο που θα ανατρέψει την παγκό-

80

σμια ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση, καθώς και η τακτική που πρέπει να ακολουθηθεί για το σκοπό αυτό, στο «Προσχέδιο των θέσεων του Γιούνιους» της «Ομάδας Διεθνούς», τον Ιανουάριο του 1916. Το τελευταίο ιστορικά έργο της Λούξεμπουργκ, «Τάξη επικρατεί στο Βερολίνο…», που περιγράφει τις συνθήκες της τραγικής ήττας της εργατικής επανάστα-

σης στις 24 Δεκεμβρίου 1918, αποτελεί ένα ιδανικό παράδειγμα της προλεταριακής τακτικής στην ανάλυση των πολιτικών γεγονότων –ιδιαίτερα μετά από μια οδυνηρή και μεγάλη ήττα– αλλά και των μεθόδων και των μέσων που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να οργανώσουν τον επόμενο ταξικό αγώνα με νικηφόρο τρόπο, όσα χρόνια και αν αυτό χρειαστεί.

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗ ΑΡΙΣΤΕΡΑ


Γραφτείτε συνδρομητές στη

ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗΑΡΙΣΤΕΡΑ

ετήσια

) χη

σ υ ν δ ρ ομ

20€ τ ή (4 εύ


Το Κυπριακό

Η πάλη ενάντια στο ρατσισμό

Πολλοί ισχυρίζονται ότι η ρίζα του κυπριακού προβλήματος βρίσκεται στην «προαιώνια εθνοτική» σύγκρουση ανάμεσα σε Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους. Ωστόσο η ιστορική εμπειρία δεν επιβεβαιώνει αυτή την άποψη. Τα μικτά χωριά το 1891 ήταν 346, ακόμα και το 1931 ήσαν 252 αλλά έκτοτε μειώθηκαν με αυξανόμενο ρυθμό. Το 1960 ήσαν 114 και μόνο 48 το 1970. Ο εθνικισμός ήταν πλέον το κυρίαρχο πρόβλημα και σε αυτό καλείται ακόμη να απαντήσει η Αριστερά.

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις της ΔΕΑ, μια μπροσούρα με τίτλο «Η πάλη ενάντια στο ρατσισμό». Το μικρό μέγεθος (88 σελίδες) του βιβλίου το κάνει ευκολοδιάβαστο. Όμως ταυτόχρονα το μέγεθος είναι αντιστρόφως ανάλογο με την χρησιμότητά του, η οποία είναι καίριας σημασίας στην σημερινή εποχή. Το βιβλίο αυτό αποτελείται από μια συλλογή κειμένων και δίνει τις απολύτως απαραίτητες απαντήσεις για το φαινόμενο του ρατσισμού και τον τρόπο να τον παλέψουμε.

του Άγγελου Καλοδούκα

Παγκοσμιοποίηση & Νεοφιλελευθερισμός. Οι εξελίξεις στην Ε.Ε. του Άγγελου Καλοδούκα

Παλαιστίνη, Σιωνισμός, Αντίσταση

Φιλελευθεροποίηση της παγκόσμιας οικονομίας; Ξεπέρασμα των ανταγωνισμών μεταξύ των κρατών; Ένας κόσμος διαρκούς ειρήνης; Η παγκοσμιοποίηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά η συνέχεια και η μετεξέλιξη του ιμπεριαλισμού των αρχών του 20ού αιώνα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχει αλλάξει τίποτε από τότε. Όμως οι αλλαγές αυτές σε τίποτε δεν αναιρούν, αλλά αντίθετα επιβεβαιώνουν, τα συμπεράσματα που έβγαλαν οι επαναστάτες του τότε.

Συλλογή κειμένων για τη διαφορά αντισημιτισμού-αντισιωνισμού, για τη φύση του κράτους του Ισραήλ, αλλά και τη στάση της Αριστεράς απέναντι στην ισλαμική αντίσταση ενάντια στους σιωνιστές. Γράφουν οι Χρήστος Πετράκος, Lance Selfa μέλος της συντακτικής επιτροπής του «Socialist Worker» και οι αντιιμπεριαλιστές ακτιβιστές Moshe Machover, Akira Orr και Mostafa Omar.

του Χρήστου Πετράκου

Νοέμβρης 1973. Η Εξέγερση του Πολυτεχνείου

του Αντώνη Νταβανέλλου Σε μια περίοδο διαμόρφωσης μιας νέας γενιάς αγωνιστών ενάντια στην εκμετάλλευση και την καταπίεση, η αναφορά στις μεγάλες μάχες του παρελθόντος είναι σημαντική. Η μπροσούρα αυτή ελπίζουμε να βοηθήσει νέους συντρόφους να λύσουν τα προβλήματα προσανατολισμού του κινήματος, παίρνοντας υπόψη την πείρα από τον προηγούμενο γύρο γενικευμένου ξεσηκωμού.

Κλαζομενών 3, Αθήνα τηλέφωνο επικοινωνίας: 210-3306286

www.dea.org.gr


BinderDA21