Page 1

`

Δημήτρης Ε. ΢ολδάτος

λήγω απ’ όλα

Αποτύπωμα 2012


Οι ποιητές όπως τ’ αστέρια λάμπουν περισσότερο όταν πέφτουν…


ΑΝ ΘΕΛΕΙ΢ ΝΑ ΓΡΑΧΟΤΜΕ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ Κοίτα Κοίτα Κοίτα Κοίτα Κοίτα Κοίτα

αυτό το χέρι που έγινε κλαδί αυτό το χάδι που έγινε φύλλο αυτήν την αγκαλιά που έγινε κρεμάλα αυτά τα συναισθήματα που έγιναν μυρμήγκια αυτόν τον άνθρωπο που έγινε δέντρο αυτές τις κεραίες που έγιναν δάσος…

Δεν ωφελεί να γράφουμε πια ποιήματα Κραυγές άναρθρες πρέπει να βγάζουμε Γιατί η ζούγκλα έχει την δική της διάλεκτο. Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα Υέρε το πριόνι Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα Άναψε το σπίρτο Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα Κατέβασε την μαϊμού απ’ το δέντρο Και δώσ’ της και πάλι εγκέφαλο Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα Πρέπει να ψάξουμε για λίγο μέλι ΢την κουφάλα ετούτη που λέγεται καρδιά. Αν θέλεις να γράψουμε ένα ποίημα Μην παραδοθείς Μα σήκωσε τα χέρια ψηλά ΢αν ένδειξη αθωότητας Μήπως κι έρθουν Λίγο κοντύτερα τ’ αστέρια – Κι ας έρθει ο κεραυνός!


ΕΚΡΗΞΗ Όταν γράφω Είμαι εκτός εαυτού Για να ζω μέσα σας. Όταν με διαβάζετε Να είστε ο εαυτός σας Για να είμαι εγώ. Αν το ποίημα σκάσει στα χέρια σας Να θυμάστε πως τ’ ακρωτηριασμένα αγάλματα Έχουν πολεμήσει με την φθορά. Αν σκάσει στα φτερά σας Θεωρήστε την ήττα σας άπτερο νίκη. Κι αν σκάσει στην καρδιά σας Μην ξεχάσετε Πως η μέγιστη έκρηξη αδυναμίας Είναι η διάσπαση του ατόμου απ’ το θάρρος του.


ΣΟ ΙΔΕΨΔΕ΢ Σο ιδεώδες γραπτό Μοιάζει με το ιδανικό σπίτι: ΢χεδιάζεται από μέσα προς τα έξω Αν και χτίζεται από έξω προς τα μέσα. Σα λόγια όπως τα έπιπλα: Λίγα και προσεγμένα – Ίσα να μην σε πνίξει ο κενός χώρος. Και το θεμελιώδες: ΢την διαΥθορά Ή δούλα ή ψηλομύτα – Δεν έχεις πολλές επιλογές Όταν διαλέγεις Σην πένα της ζωής σου.


ΚΡΤΥΣΗΚΑ

Κρύφτηκα μέσα στην μήτρα. Με ξετρύπωσαν χέρια γαντοφορεμένα – Οι διαρρήκτες του παραδείσου μου. Κρύφτηκα στα παιδικά μου χρόνια. Με ξετρύπωσε η βέργα του δασκάλου Και με πέταξε στην εφηβεία. Κρύφτηκα στα μαλλιά της Ευτυχίας. Με ξετρύπωσε η παλάμη που τα χάιδεψε. Κρύφτηκα στην σκοπιά. Και με το όπλο κάτω απ’ το σαγόνι Φάζευα τ’ αστέρια – Να χαζεύεις τ’ αστέρια Είναι η πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας. Κάποτε με ξετρύπωσαν κι από δω. Κάποιος είπε πως απολύθηκα Και πως αυτό ήταν καλό… Κρύφτηκα στην δουλειά. Ένα ελλειψοειδές γραφείο Μου επαναλάμβανε εκνευριστικά Πως η Γη είναι στρογγυλή. Χέματα! Αν είναι στρογγυλή γιατί δεν πέφτουν οι άνθρωποι Που βρίσκονται από κάτω Όπως έπεσα κι εγώ – στα τέσσερα – Σην μέρα που με πέταξαν στον δρόμο Κουλουριασμένο σαν μπάλα; Κάποιος είπε πως απολύθηκα Και πως αυτό ήταν κακό…


Κρύφτηκα σε μια σπηλιά με νυχτερίδες. Οι σταλακτίτες έμπηγαν κυνόδοντες πάγου ΢την καρδιά μου. Σότε κατάλαβα: Ήμουν κρυμμένος μέσα στους φόβους μου. Ξάφνου, απ’ το βάθος του σπηλαίου Μελωδίες ακούστηκαν Κι ένα φως που διαρκώς μεγάλωνε ΢αν μανιτάρι, με πλησίασε. Σο κρατούσε μια ωραία κοπέλα Ντυμένη στα λευκά. Έλα, μου είπε. Έφτασε η ώρα… Ποια είσαι; Χέλλισα… Είμαι ο Θάνατος, απάντησε. Μα, ο Θάνατος είναι άντρας, Κοκαλιάρης, με δρεπάνι Κι έρχεται στο σκοτάδι, είπα. Φαμογέλασε με κατανόηση. Έπιασε το χέρι μου Και σε αντίστροφη πορεία Διαβήκαμε απ’ το στόμιο της σπηλιάς Προς τα έξω. Περάσαμε απ’ το γραφείο, Που είχε κλείσει, Γιατί δεν υπήρχαν πια εργαζόμενοι. Απ’ την σκοπιά, Που είχε ερημώσει, Γιατί δεν υπήρχε πλέον στρατός. Απ’ τα μαλλιά της Ευτυχίας, Που δεν είχαν πια χέρι να τα χαϊδέψει, Γιατί κανείς δεν θέλει ν’ αγγίξει ένα κρανίο.


Απ’ το σχολείο, Που το γκρέμισε η βέργα του δασκάλου Και μπήκαμε στο απόλυτο σκοτάδι. Θόρυβοι ακούγονταν απ’ έξω. Σρεχαλητά, σαν κάποιους να κυνηγούσαν, Ουρλιαχτά και κάτι σαν νύχια που σκίζουν σάρκες… Ευτυχώς που έχω πεθάνει, ψέλλισα… Σώρα όμως ήρθε η ώρα να ξαναγεννηθείς, είπε. Μα, μην φοβάσαι! Όλα πλέον ελαχιστοποιήθηκαν τρομακτικά Κι οι άνθρωποι, για συρρίκνωση πόνου, Γεννιούνται κατευθείαν στο φέρετρο! Σότε κατάλαβα, επιτέλους, Γιατί κι ο Θάνατος είχε γίνει τόσο όμορφος!

ΣΙ ΝΑ ΠΨ ΢Ε ΚΑΠΟΙΟΝ ΠΟΤ ΚΑΙΓΕΣΑΙ; Πώς να γίνει περισσότερο καπνός Και λιγότερο στάχτη;


ΥΙΛΟΙ Όπως μετά την βροχή τα σαλιγκάρια Ήρθαν οι φίλοι… ΢αν ψευτοχαρλεάδες Με τις αγρατζούνιστες μηχανές τους. Κι άστραφταν τα χαμόγελα ΢αν ζάντες νικελωμένες. Σα λόγια τους εκκωφαντικά Κομμένες εξατμίσεις Όπως όταν μαρσάρει μια «μαϊμού» αγάπη Που είναι απάτη «απ’ την μάνα της». Όπως μετά την βροχή τα σαλιγκάρια Με τα σαλιαρίσματά τους Ήρθαν οι φίλοι… Λες και μπορεί να συμβαδίσει Σο «μετά» και το «φίλος» Επειδή κι οι δύο είναι λέξεις. Επειδή κι οι δύο είναι λέξεις Κοίταξα στο λεξικό: Υίλος = προσφιλής, αγαπητός… Έκλεισα το βιβλίο Κι ανοίγοντας το συρτάρι Έβαλα μετά λύπης και το «φίλος» Με τις λοιπές άνοστες λέξεις μου.


΢ΤΝΣΑΞΗ ΕΘΝΙΚΗ΢ ΑΝΣΙ΢ΣΑ΢Η΢ Μαζί μ’ εκείνους που πολέμησαν τον κατακτητή ΢υνταξιοδοτήθηκαν και οι άλλοι Που πολέμησαν για το κόμμα. Ποιος θα τους κατηγορήσει Επειδή δεν έκαναν αντίσταση ΢τον φασισμό της ανάγκης; Σους κουκουλοφόρους καταδότες όμως Που συνταξιοδοτήθηκαν Γιατί δήλωσαν αντιστασιακοί Ποιος θα τους καταδώσει; *** ΢το ταμείο δίπλα - δίπλα θα σταθούν Ο καταδότης κι ο πατριώτης. Και όταν ο ένας θ’ απλώσει την παλάμη Να πάρει την ψωροσύνταξη, Ο άλλος θα τον χτυπήσει Υιλικά στον ώμο Με το χέρι που θα λείπει… Αν η εκδίκηση είναι ένα πιάτο που τρώγεται κρύο, Ένα άδειο πιάτο δεν τρώγεται με τίποτα.


΢ΑΥΑΡΙ Σι λιοντάρια και τίγρεις Και κυνήγι άγριων ζώων. Σην καρδιά σου μπορείς να σκοτώσεις Και να την κρεμάσεις τρόπαιο Πάνω απ’ την πλάνη σου; Σι λεοπαρδάλεις και πάνθηρες Και κυνήγι άγριων ζώων. Σην καρδιά σου μπορείς να σκοτώσεις; Δεν υπάρχει τίποτα πιο άγριο Από μια καρδιά που δεν την στόχευσε η αγάπη.


ARS MORIENDI Ο άνθρωπος Γεννιέται σε μια αγκαλιά Και «ψοφάει» (σε εισαγωγικά) για μια αγκαλιά. Ο ποιητής Για μια «αγκαλιά» (σε εισαγωγικά) Χοφάει χωρίς εισαγωγικά.

ΓΛΨ΢΢Ε΢ Σι να μου πεις για την ζωή; Σα παραμύθια που διάβαζες μικρή Εγώ τα ᾿χω γράψει. Αν θέλεις να μου μιλήσεις, αγκάλιασέ με. Σις γλώσσες που δεν ξέρω να μιλάω Σις καταλαβαίνω καλύτερα.

ΠΟΙΗΣΕΩΣ[ΑΠΟΣΠ]ΑΣΛΑΤΑ

ΟΙΓΑΛΠΕΣΤΗΣ ΕΞΕΧΟΥΣΕΣ[ΛΙΓΑΚΙ]ΑΠ ΤΑ[ΣΚΕΠ]ΑΣΛΑΤΑ


ΜΙΚΡΟΣΗ΢ Μικρός βιαζόσουν να μεγαλώσεις Μεγαλώνοντας, βιάστηκες να ξαναμικρύνεις. Εντέλει μίκρυνες τόσο, Που ένας μεγάλος έγινες Μαλάκας!

ΝΑ ΥΟΒΑ΢ΑΙ ΣΟΤ΢ ΑΝΘΡΨΠΟΤ΢ Όταν σου δίνουν απλόχερα την αγάπη τους. Ποιος θα σε τάιζε αν δεν ήθελε να σε φάει;

ΔΤ΢ΠΝΟΙΑ Με τον αέρα πλέον ανασαίνω Που κατά καιρούς Έχουνε πάρει τα μυαλά μου.

ΚΑΝΕΝΑ΢ ΔΕΝ ΕΖΗ΢Ε ΢Σ’ ΑΛΗΘΕΙΑ Μόνον όσοι δεν έζησαν Έζησαν την αλήθεια.


ΜΑΡΑΘΨΝΟΔΡΟΜΟΤ ΠΟΙΗΣΗ ( Μετά το 39ο χλμ. σκέφτομαι το ΢αραντάρη )

Η ποίηση είναι ο Μαραθώνιος που αγωνίζεσαι με τα χέρια. Ο Μαραθώνιος είναι η ποίηση που γράφεται με τα πόδια. Φέρια και πόδια μελανιάζουν σε τέτοιες ακραίες συνθήκες. Η ποίηση κι ο Μαραθώνιος είναι αθλήματα των άκρων. Ο ποιητής έχει μπροστά του 24 γράμματα. Ο Μαραθωνοδρόμος 42 χιλιόμετρα – Απλώς αντιστρέφεις τον αριθμό. Ρυθμό κι αίσθηση του μέτρου Κι οι δύο χρειάζονται Ψς τον τελευταίο στίχο Κι ως το τελευταίο μέτρο του ΢ταδίου ΢τις γραμμές του δρόμου και του τετραδίου. Παροιμιώδης είναι η μοναξιά Σου ποιητή μες στον λαβύρινθο των φράσεων Και του δρομέα μεγάλων αποστάσεων… Η παράδοση θέλει τον αγγελιοφόρο ανώνυμο ΢το άστυ λέγοντας το Νενικήκαμεν να εκπνέει… Τπονοώντας πως το μήνυμα Είναι σημαντικότερο απ’ τον αγγελιοφόρο Όπως το ποίημα πρέπει να είναι ΢ημαντικότερο απ’ τον ποιητή. Ο Μαραθώνιος οφείλει να εμπεριέχει ποίηση Καθώς και η ποίηση οφείλει να είναι μαραθώνια Ειδάλλως ηττηθήκαμεν ομαδικώς.


ΣΡΕΦΟΝΣΑ΢ ΜΕ ΣΟΤ΢ ΘΕΟΤ΢ ( OLYMPUS MARATHON 2006 ) ΢την κορυφή του Ολύμπου σαν ανέβηκα ΢τ’ αληθινά κι όχι όπως λένε οι ποιητές στα ψεύτικα Έριχνε χιόνι μες στον Ιούνιο κι είπα:

Έτσι κι εγώ θέλω τα λόγια μου να αψηφούν τις Εποχές. Σο μονοπάτι ήταν στενό στου Δία τον Θρόνο Να μην χωράει πλάι σου το ψέμα να βαδίσει Κι ήταν εύκολο να πέσεις Και δύσκολο ν’ ανεβείς – Όπως σε κάθε θρόνο. Σο Οροπέδιο των Μουσών μες στην ομίχλη τύλιγε Σων νεκρών ορειβατών τα ονόματα Που «ήθελαν να ζουν αιώνια» Και «πέθαναν στον Όλυμπο» Κι έγιναν χιόνι που έλιωσε ΢τον Ενιπέα και τρέχει… Κι όταν διψάς σκύβεις να πιεις Νερό μέσα στις χούφτες την καρδιά τους. Με την πρώτη αχτίδα κινήσαμε απ’ το Δίον Με πόδια ελαφριά Και βαριά φορτωμένοι την Ιστορία… Έτσι την άνοδο διηγούμαι αντίστροφα γιατί Σην Κορυφή και στο χαρτί ήθελα να διατηρήσω Μα και γιατί το ύψος του ποιήματος Έρχεται πάντα πρώτο Αν και κατακτάται Σελευταίο.


ΔΡΟΜΟ΢ ΚΛΕΙ΢ΣΟ΢ ΓΙΑ ΟΛΑ ΣΑ ΠΟΙΗΜΑΣΑ


Μ 802738 Αρέσουν στους ανθρώπους οι αριθμοί. Νούμερο έχουν κάνει την Σιμή:

Σόσο κοστίζει εκείνο, τόσο ετούτο!

Οι Αξίες πληρωτέες μετρητοίς. Σο βάρος του χρυσού διαφεντευτής – βάρος ελάχιστο ένας ποιητής που έχει ελαφριά καρδιά για πλούτο. Γεννήθηκα το ’69 στις 20 Ιουνίου, την παρθενιά η NASA πριν να πάρει απ’ την ΢ελήνη, γι’ αυτό είμ’ ο μισός ρομαντικός. Κι ο άλλος μισός πεζός και κυνικός, που όλα ξεπέφτουν, πέφτουν γενικώς, και μόνο ο πούτσος μου όρθιος έχει μείνει! Γεννήθηκα το ’69, σαν την ερωτική στάση χρονιά, και πόθησα τον πάγο ν’ αναφλέξω. Σαυτότητά μου 6 αριθμοί, τυχαία ακολουθούν το γράμμα μι; Γεμάτη είν’ η ζωή μου από «Μη!» και μία η αλφάβητος να εμπαίξω το άπειρο των μαθηματικών, στρατιές ανάπηρων μηδενικών, την αριθμολαγνεία του κοσμάκη, την Κρίση, σαν το κραχ του ’29, που του Μεσοπολέμου την γενιά έφερε στο 2009 κι έκανε σίριαλ τον Καρυωτάκη.


ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΕΝίΑ

Σο λεβεντόπαιδο που υπήρξα, το ’χει πάρει εδώ και χρόνια ο κατήφορος, και πάει… ΢την κοινωνία ώρα μηδέν, κάθε τομάρι κλέβει μια ΢τέλλα που ένας άλλος αγαπάει. Οι πόθοι στον καταραμένο βάλτο, πάντα γεμίζουν λάσπη την ψυχή κι ακολασία. Πάω στα κόκκινα φανάρια – στα σαράντα – όμως ποτέ την Κυριακή στην εκκλησία. Ποιον ουρανό τάχα παντρεύτηκε η Αστέρω κι έμεινα σαν νυμφίος ανύμφευτος στην λάβρα; Καμιά Μαρία Πενταγιώτισσα δεν ξέρω κι είναι η ζωή σαν το κορίτσι με τα μαύρα. Σην Γερακίνα πήραν σκλάβα οι λεφτάδες. Κυριαρχούν σαπίλα κι αριστοκρατία. Επανακάμπτει ο νόμος 4.000 και την διαπόμπευση την λεν δημοκρατία. Σαινία παίζει στης Ομόνοιας το σεντόνι η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου – και φοβίζει! Χάχνω ρωμαίικη καρδιά σε μια οθόνη, ενώ το έθνος σαν κωθώνι μαϊμουδίζει. Αν γίνεις τώρα πρώτος μες στους τελευταίους βρίσκεις δουλειά, γιατί παντού ζητείται ψεύτης. Με πιάνει ο ίλιγγος – αλίμονο στους νέους… Όταν οι τίμιοι σιωπούν, φωνάζει ο κλέφτης. ΢αν τον Ξανθόπουλο αντιπάλεψα την μοίρα, μα σαν τον Βέγγο έχω πεθάνει στις σκουντούφλες. Κι αφού κατάντησε η ζωή κάλπικη λίρα, έγινα πλέον ένας ήρωας με παντούφλες.


ΦΟΙΡΨΝ ΕΓΚΨΜΙΟΝ (Η1 Ν1) Πως απ’ του χοίρους μεταδίδεται στον άνθρωπο ένας ιός θανατηφόρος, δεν είν’ άτοπο. Όμως «γουρούνι» ο άνθρωπος, μέχρι τα μπούνια, την γουρουνιά του δ ε ν οφείλει στα γουρούνια. Λιγάκι χιούμορ να διέθετε η φύση! Κι αντί ο κάθε αθώος χοίρος ν’ αρρωστήσει, να ’ταν μια νόσος – σαν ετούτη κοσμογύριστη – που θα ψοφούσαν όχι οι χοίροι, μα οι χείριστοι!

_________ Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Σο Βήμα" στις 21 /5 / 2009


PRINCE PALACE ΢τον Βαγγέλη ΢ολδάτο και στις: Ήρα, Βαλέρια, Λούνα, Μερσέντες…

Η στριπτιζέζ βγάζει τα ρούχα ένα- ένα προκλητικά και τελετουργικά. Αποκαλύπτει, λες, αρχαία μυστικά: της Πυραμίδας τα ιερογλυφικά, την Γραμμική Βήτα στα μέλη τα ιδρωμένα. ΢ατέν εσώρουχα, κολόνια ποτισμένα, βλέμματα ηλεκτρισμένα, θηλυκά χείλη αφρώδη, απ’ την σαμπάνια πιο γλυκά, στήθη στητά, σφιχτοί γλουτοί, κι ονειρικά πόδια πανύψηλα, μαλλιά μακριά, λυμένα… Φέρια απαλά, κόκκινα νύχια ακονισμένα. Καπνοί και φώτα υποτονικά. Σης μουσικής τα χτυποκάρδια ρυθμικά, πόθου λαχάνιασμα, σπασμοί στα σωθικά και μες στα σκέλια της ρουμπίνια πυρωμένα. Με τι ευκολία σαγηνεύει τον καθένα! Μ’ αν έβγαζε τα ρούχα ξαφνικά, όλα θα ήταν τότε τόσο φυσικά, αλλά πολύ-πολύ πιο λίγο ερωτικά – η κορυφαία ηδονή είναι στα κρυμμένα! Και η ζωή μια στριπτιζέζ ήταν για μένα, που την λαχτάρισα μαρτυρικά μέχρι γυμνή μπρος μου να μείνει, τελικά, και γύρω ατάκτως ερριμμένα ιδανικά σαν ρούχα κείτονται στην πίστα πεταμένα…


ΜΑΤΡΟΥΟΡΕ΢ ΢την Ε.

΢τις κηδείες γυναίκες μαυροφόρες με δυο κουμπιά στο στήθος ανοιγμένα, μασχάλες ιδρωμένες, μυροφόρες, μάτια στεγνά, υποκριτικά κλαμένα, χείλη με δίχως πόνο δαγκωμένα κι ανάμεσα στα σκέλια υγραμένες… Αχ! του Μπωντλαίρ αρχοντολυπημένες που πάντα με καυλώνατε κι εμένα! Πάνω στο φέρετρο του μακαρίτη να σας γαμούσα θα ’θελα σκυλίσια ξεστήθωτες και ξεμαντηλωμένες και να μυξορουφούσατε την μύτη κλαίγοντας, απ’ την καύλα ξαναμμένες, καθώς θα σας πασάλειβα με χύσια…


ΠΑΡΑ - ΜΟΡΥΨ΢Η ΢χολειά χτίστε… Κωστής Παλαμάς

Γκρεμίστε τα σχολειά που βγάζουν κάλους, πλίνθους και πλήθη – ω, ήθη ! – αγελαία και φτιάξτε φυλακές, κάγκελα ωραία για τους καθηγητές και τους δασκάλους! Και βάλτε «στην στενή» κι όλους τους άλλους που δεν έχουν στο ανείδωτο μια θέα μα θεά κάθε χυδαία είδαν ιδέα – τις διάνοιες και τους μεγαλοεγκεφάλους! Ας έρθουν οι μουγκοί για να διδάξουν την γλώσσα! Κι οι στραβοί ας δώσουν φώτα! Ας έρθουν οι κουλοί για να τα αρπάξουν! Κι εκείνοι που μυαλό έχουν όσο η κότα, οι αμόρφωτοι, την μόρφωση ας φτιάξουν – δεν θα ’ναι, δα, χειρότερη από πρώτα!


΢ΤΡΡΙΚΝΨ΢Η Άλλοι την λένε μοναξιά κι εγώ μόνη αξία.

Σόσο πολύ έχω τον κόσμο συρρικνώσει που πια χωράει σ’ ένα φύλλο από χαρτί. Κι έχω σε λέξεις τους ανθρώπους συμπυκνώσει ώστε να νιώθω πως μου είναι αγαπητοί. Ύστερα παίρνω και τις λέξεις ζευγαρώνω σε κάτι αταίριαστους, τρελούς συνδυασμούς, που ίσως αντέξουν περισσότερο στον χρόνο απ’ τους κοινότυπους ανθρώπινους δεσμούς. Οι λέξεις φίλοι με καλές πάντα προθέσεις κι οι ανωμαλίες τους θαρρώ δεν ενοχλούν ούτε κι οι σύνδεσμοι λαμβάνουν λάθος θέσεις. Κι αν δίχως πνεύματα, το πνεύμα όμως κρατούν. Σόσο πολύ έχω την γλώσσα μεγεθύνει, που η σιωπή από δω και πέρα είναι χρυσός. Ένας μισάνθρωπος στ’ αλήθεια έχω γίνει – όχι από μίσος, μα ένας άνθρωπος μι-s.o.s.


ΔΤ΢ΜΕΝΗ΢

Αλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω, πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα.

Θεόκριτε, σκαμνί για την κρεμάλα οι στίχοι μου που στοίχειωσαν. Δεν ρέπω προς τέχνη σοβαρά. Μα όπως προβλέπω, ψάχνοντας για νοήματα μεγάλα – στην πένα μου βρισκόμενος καβάλα – δάφνες για το στιφάδο μου θα δρέπω.

Σώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω. Ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος. Πρώτο σκαλί, μαρμάρινο, τον τάφο από την Μούσα να ’χω είμαι ορισμένος. Θεόκριτε, η ζωή μου πήγε στράφι. Δεν είμ’ ούτ’ ο Ευμένης του Καβάφη!


ΑΝΣΙΠΡΟ΢ΨΠΕΤΣΙΚΟ΢ Αντί αντιπροσωπευτικός για την απρόσωπη γενιά σου να θες να γίνεις ποιητής, κάνε μια αρχή και τελικώς λίγο για σένα νοιάσου: μπες σ’ εταιρεία πωλητής. Κι ίσως αν έχεις πελατεία, πάρεις την αντιπροσωπεία!

ΣΟ ΓΕΥΤΡΙ ΢τα Ποιητικά Εργαστήρια

΢αράντα πέντε μάστοροι κι εξήντα μαθητάδες Με λέξεις εγεφύρωναν ποτάμι από μελάνι. Ολημερίς ό,τι έχτιζαν, το βράδυ εγκρεμιζόταν – Αν δεν στοιχειώσει ο άνθρωπος, ο στίχος δεν στεριώνει.


ΠΡΟ΢ΑΝΑΣΟΛΙ΢ΜΟ΢ Δεκαπενταύγουστου γιορτή και ο μικρός βοριάς φυσάει μες σε μια θύμηση γλαυκή, σε μπλε Ιουλίτας ξεψυχάει… Όλα του έρωτα τα ρω πετάξαν δυτικά της λύπης κι όλο ξενέρωτα θω-ρώ. Ήλιε, που χάθηκες, μου λείπεις… Πορεύτηκες στην μακρινή και αρυτίδωτή σου χώρα κι εδώ μιαν Άνοιξη ακριβή πάμφθηνη την πουλάνε τώρα. Φτενίζεται η τρελή ροδιά με του αχινού τα μαύρα χτένια. Μες στην αφρούρητη νυχτιά κλαίει η μικρή Πορτοκαλένια. ΢τα πέλαγα της συννεφιάς ο κήπος με τις αυταπάτες. Υωτόδεντρο της ομορφιάς πού να ’βρω σε καιρούς σακάτες; Πένθιμο άσμα ηρωικό οι ετεροθαλείς μας χρόνοι. ΢την ιδιωτική οδό δεν έχει ούτ’ ένα χελιδόνι. Κόσμος με δίχως όραμα, πού να ’βρεις έναν ποιητή; Όνειρο ανάξιον εστί κι ο θάνατος μονόγραμμα.


Έλυσε ο Αίολος ασκούς! Σι ν’ αγαπήσω, τι, μ’ ακούς; Σα δήθεν και τ’ ασήμαντα σκοτείνιασαν τα σύμπαντα. Μες στο Αιγαίο της ψυχής σε ψάχνω, εξαίσιε δύτη, και στα ρηχά της αντοχής. Πού ’σαι, Οδυσσέα Ελύτη;

Ο ΢ΠΑΘΑΡΗ΢ ΢ΣΟΝ ΚΑΣΨ ΚΟ΢ΜΟ

–Φάρε, ποια χάρη ζήτησε στερνή του ο ΢παθάρης; – Είπε: «Απ’ τις Υιγούρες μου καμιά μαζί μη ν πάρεις». Σ’ άσπρο του νεκροσέντονο μπερντέ έκανε χθες βράδυ κι έφτιαξε Θέατρο ΢κιών με τις ΢κιές του Άδη!

________ Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Σο Βήμα" στις 14 / 5 / 2009


ΠΡΟ ΜΕΛΕΣΗ ΘΑΝΑΣΟΤ Κι η ποίηση τι άλλο μπορεί να είναι παρά ο τρόπος να μελετούμε τις στάχτες μας πριν ακόμα καούμε; Ι. Ν. Κυριαζής

Από την κόλαση γυρνάς που άνθρωπο την λένε μ’ ένα σακί ποιήματα και ξεσκισμένες σάρκες. Σα μουσκεμένα της μαλλιά σαν δάκρυα σε καίνε – γέμισε η μνήμη μνήματα κι η σκέψη σου με νάρκες. Σ’ άσπιλα πέπλα των θεών τα είδες στο παζάρι, των πρωτογόνων τις σπηλιές στις σύγχρονες οικίες. ΢ε πρωτεΐνες πάμφτωχο το βρήκες το φεγγάρι σαν θρυμματίστηκε το φως στις πολυκατοικίες. Σα λόγια μας, από σιωπή παιδιά ορφανεμένα και πικραντίο φιλύδρηλο. Ζωή: σπυρί της άμμου, κούραση του αδοκίμαστου – και τα δοκιμασμένα ένα φυρόμυαλο κερί, κυρτό, σβησμένο χάμου… ΢ιωπή, κλειδί της πόρτας σου, κι ολολυγμός πλοκάμι. Ποια έρημος σε ξεδιψά, ποια λίμνη σε στερεύει; Ποια λέξη-ασημόφυλλο την πήρε το ποτάμι; Πού στέκει ένας ποιητής που για έρωτα θνητεύει; Πώς μαρτυριέται απ’ το πολύ σκοτάδι της η αλήθεια! Αστέρες καρκινώματα φέγγουν απ’ τους αιθέρες. Κι αν έζησες εξόριστος μέσα στα παραμύθια, σε μια στροφή αλλάξανε απότομα οι μέρες…


Σίποτα πια για να γνοιαστείς, τίποτα ν’ αγαπήσεις, ούτε να ζήσεις τίποτα, ούτε να νιώσεις κάτι… Σίποτα πια για να πιαστείς, τίποτα για να φτύσεις, και το μαστίγιο του Θεού στου ονείρου σου την πλάτη. ΢ίγησε το Αρχιπέλαγος που απάγγελνε Ελύτη, ξέβαψε το ανεξίτηλο το τρίτο σου το χέρι και διάλεξε της μοναξιάς τα τρίσβαθα για σκήτη ν’ αναπαυθεί, σαν βούλιαξε, η Κίχλη του ΢εφέρη. Σην θάλασσα του πόνου μας ποιος θα την εξαντλήσει; Πυρπολημένος ο καιρός! Ατμοί! ΢κόνη απ’ την Σροία… ΢αν χώμα που το φέρετρο παιδιού πάει να διαλύσει, πέφτει βαριά - βαριά η βροχή πάνω στην πολιτεία… Κυλά απαλά, πολύ απαλά του Αχέροντα το ρέμα και πνίγεσαι γαλήνια σ’ ονειροκαταρράκτες… Ο κόσμος Δυσαγγέλιο κι Ερωτοκτόνο ψέμα, δίχως φιληδονοφωλιές και Ηλιοφεγγαράτες. Η ποίηση για να σε πιει, σ’ είχε η ζωή σου στείψει. Γεννιέσαι από σύμπτωση, πεθαίνεις από τύχη. ΢αν μακρινοί σου συγγενείς, χωρίς να νιώθουν θλίψη, μες στην βροχή σκορπίσανε κι οι τελευταίοι στίχοι…

___________ ΢υντέθηκε σχεδόν εξ ολοκλήρου ( 2000 – 2009 ) από αποσυντεθειμένους στίχους του Ι. Ν. Κυριαζή. Για την ιστορία της γνωριμίας με τον ποιητή, βλέπε: «τα Νέα της Λευκάδας» 9 / 10 / 2003 , αριθμ. φύλλου 373 , σελ. 4.


ΣΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΟΤ ΔΗΜΗΣΡΗ Ε. ΢ΟΛΔΑΣΟΤ

ΛΗΓΨ ΑΠ’ ΟΛΑ ΚΤΚΛΟΥΟΡΗ΢Ε ΢Ε ΠΕΡΙ

ΟΡΙ΢ΜΕΝΑ ΢ΤΛΛΕΚΣΙΚΑ ΑΝΣΙΣΤΠΑ ΑΠ’ ΣΟ ΑΠΟΣΤΠΨΜΑ - ΗΛΙΑ΢ ΚΟΝΣΟΓΕΨΡΓ Η΢ ( 26450 93293 ΝΤΔΡΙ ΛΕΤΚΑΔΑ΢ ) Κ Α Ι ΢Ε ΗΛΕΚΣΡΟΝΙΚΗ ΜΟΡΥΗ ( P D F ) ΜΕ΢Ψ ΔΙΑΔΙΚΣΤΟ Τ ΣΟΝ ΙΑΝΟΤΑΡΙΟ ΣΟΤ

Αριθμός αντιτύπου :

____

2012


Δημήτρης Ε. Σολδάτος  

Ποίηση του Δημήτρη Ε. Σολδάτου

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you