Page 1

Μαρίνα Βελησιώτη

Marina Velisioti

Ζωή Γιαμπουλντάκη

Zoe Giabouldaki

Γιώργος Γυπαράκης

Giorgos Gyparakis

Δημήτρης Εφέογλου

Dimitris Efeoglou

Λουίζα Ζαχαρέα

Louisa Zahareas

Μαίρη Θηβαίου

Mary Thivaiou

Μαρία Κριαρά

Maria Kriara

Κυριακή Κώστα

Kyriaki Costa

Μίλτος Μανέτας

Miltos Manetas

Σοφία Παπακώστα

Sophia Papacosta

Κώστας Τσώλης

Kostas Tsolis

Κώστας Χριστόπουλος

Kostas Christopoulos

Michel Lamoller

Michel Lamoller

Basel Abbas &

Basel Abbas &

Ruanne Abou-Rahme

Ruanne Abou-Rahme

1


Αιόλου & Βύσσης 1, Αθήνα

Aiolou & Vissis 1, Athens

Εγκαίνια:

Opening:

Διάρκεια Έκθεσης: 29 Σεπτεμβρίου - 21 Οκτωβρίου Ώρες λειτουργίας: Τρίτη-Παρασκευή: 16:00-20:00, Σάββατο: 12:00-17:00

Duration: 29th September – 21st October 2017 Opening hours: Tuesday-Friday 16:00-20:00, Saturday 12:00-17:00

28 Σεπτεμβρίου 2017

2

28th September 20:00


Transcending Time


Η έκθεση Transcending Time εξετάζει την αντίληψη της υπέρβασης του χρόνου ως συνθήκη και ως αποτέλεσμα των σημερινών τεχνολογικών εξελίξεων. Η ταχύτητα και η ευρεία διάχυση της τεχνολογίας συχνά δημιουργούν την αίσθηση πως οι τεχνολογικές διαστάσεις της καθημερινότητας συμβαίνουν σε ένα διάφανο πλέγμα παράλληλο με τον υλικό χώρο συνθέτοντας μια υλική και άυλη κανονικότητα. Ο βιωμένος χώρος και ο χρόνος της εμπειρίας μεταβάλλονται και επαυξάνονται διαρκώς δημιουργώντας νέες δυνατότητες σύνδεσης και, ταυτόχρονα, τροφοδοτώντας την ψευδαίσθηση της ανεμπόδιστης αμεσότητας που αυτές προσφέρουν. Τα ερωτήματα που προκύπτουν μέσα από τη φυσικότητα, αλλά και την παραδοξότητα των τεχνολογικών διαστάσεων της καθημερινότητας απασχολούν την παρούσα έκθεση και συμβάλλουν σε μια ευρύτερη διερεύνηση γύρω από τις δυναμικές της τέχνης και της τεχνολογίας που σήμερα συναντώνται. Το 1989, ο Tim Berners Lee δημιούργησε τον Παγκόσμιο Ιστό (World Wide Web), σε μια χρονιά που έχει χαρακτηριστεί ως μία από τις πλέον καθοριστικές για τη διαμόρφωση της μοντέρνας ιστορίας και του σύγχρονου τρόπου ζωής των δυτικών κοινωνιών (Times Magazine, 2009). Την ίδια χρονική και ιστορική στιγμή που η πτώση του Τείχους του Βερολίνου άλλαξε την παγκόσμια πολιτική και την ευρωπαϊκή γεωγραφία συνδέοντας την Ανατολή με τη Δύση, ο παγκόσμιος ιστός –ή αλλιώς το διαδίκτυο - επαναπροσδιόρισε την έννοια της συνδεσιμότητας εν γένει. Αυτό που με τoν Berners Lee ξεκίνησε ως ένα σύστημα διασύνδεσης, είναι πλέον μια δεδομένη συνθήκη, ένας τρόπος να γνωρίζουμε και να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, καθώς και ένας τρόπος να συμμετέχουμε σε αυτόν. Η σημερινή κατάσταση διασύνδεσης βιώνεται και πραγματώνεται σε φυσικά και ψηφιακά περιβάλλοντα: η καθημερινότητά μας καθίσταται μοιρασμένη αλλά και επαυξημένη μέσα από τις δραστηριότητές μας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στα κινητά τηλέφωνα και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι έννοιες του χρόνου και του χώρου είναι ρευστές και εξαρτώνται από καινούργιες μεταβλητές που εκτελούνται μέσα σε συσκευές, οθόνες και διαδικτυακές πλατφόρμες. Ο Jonathan Crary, στο βιβλίο του «24/7: Late capitalism and the end of sleep» (2013), περιγράφει πως η σύγχρονη ζωή χαρακτηρίζεται από αδιάλειπτες χρονικότητες. Ο Crary συζητάει, μεταξύ άλλων, πως η διαρκής κινητικότητα από φυσικούς χώρους σε διαδικτυακά πλαίσια και αντιστρόφως, καθώς και η εξάρτηση από αυτοματοποιημένες διαδικασίες και μοτίβα κατανάλωσης μας καθιστούν -εμάς και τις συσκευές μας- εν ενεργεία 24 ώρες το 24ωρο και 7 ημέρες την εβδομάδα. (Crary, 2013: 8-10). Στα περισσότερα μέρη του κόσμου, οποιαδήποτε στιγμή της ημέρας με μόνο ένα κλικ μπορεί κανείς να έρθει σε επαφή με την οικογένεια και τους φίλους, να κάνει αγορές, να διαβάσει τα νέα, να παρακολουθήσει βίντεο, είτε σε αρχείο είτε ζωντανά. Ταυτόχρονα, αλγόριθμοι και cookies παρακολουθούν τη δραστηριότητά μας στο δίκτυο έτσι ώστε οι προσεχείς επισκέψεις μας να είναι πιο εξατομικευμένες και συντονισμένες με τις προτιμήσεις μας. Φαίνεται, λοιπόν, σαν να είμαστε συνεχώς συνδεδεμένοι όχι μόνο με άλλους ανθρώπους αλλά και με ένα τεχνολογικό υποσυνείδητο το οποίο ανιχνεύει και εκπληρώνει τις επιθυμίες μας (Lovink, 2014). Σε μια προσπάθεια, λοιπόν, να αντιληφθούμε πώς η σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή αποδίδει και πλαισιώνει τη σχέση μας με την τεχνολογία, είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη μας τις τεχνολογικές συνθήκες και τις κοινωνικές μεταβολές που αυτές επιφέρουν στον τρόπο ζωής και στις αισθητικές και καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις αυτού. Οι καλλιτέχνες της παρούσας έκθεσης διερευνούν τα όρια και τις δυνατότητες που γεννά η τεχνολογία είτε με τη μορφή σύμπλευσης είτε αποστασιοποίησης και αντίθεσης με αυτή. Σε αυτή την εποχή της επιτάχυνσης και της διαρκούς μεταβολής οι άνθρωποι συχνά υιοθετούν αντιφατικές δυναμικές γύρω από τις μεσοποιημένες εμπειρίες, είτε αυτές είναι ψηφιακής φύσης, είτε αναλογικής, είτε μηχανικής. Οι προσεγγίσεις ποικίλλουν, όπως συμβαίνει με ένα καλειδοσκόπιο και με το υπό εξέταση τοπίο, επίσης. Από τη μία, για παράδειγμα, παρατηρείται μια ηδονική προσήλωση στην καινοτομία και στην τεχνολογική πρόοδο ως επικοινωνιακό αγαθό, ως gadget αλλά και ως τρόπος ζωής στα σύγχρονα αστικά περιβάλλοντα. Από την άλλη, συχνά εμφανίζεται και κυριαρχεί ένα αίσθημα νοσταλγίας για το αναλογικό παρελθόν και τις παραδοσιακές δομές που καλλιέργησαν τις ιδέες και τις αναπαραστάσεις του μοντέρνου κόσμου. Πιο συγκεκριμένα, εξετάζοντας εδώ την επαναφορά της νοσταλγίας ως έναν παράγοντα δημιουργίας αυτή μπορεί να προσληφθεί άλλοτε ως μια αντίσταση στη φρενήρη παραγωγή και κατανάλωση εμπειριών και εικόνων και άλλοτε ως μια επιθυμία επιστροφής σε μια εξιδανικευμένη κατάσταση του παρελθόντος. Ενδέχεται να εκφράζει επίσης μια ανάγκη επιβράδυνσης και απόδρασης από τον πολυεπίπεδο χρόνο (Crary, 2013: 84), καθώς και μια επιθυμία δέσμευσης στον πιο ακέραιο χρόνο της περισυλλογής, της ανάμνησης ή της ονειροπόλησης. Είτε ως περιπέτειες που ανθίζουν μέσα στην ίδια τους τη βραδύτητα, παραφράζοντας εδώ τον συγγραφέα Μίλαν Κούντερα, είτε ως απάντηση στην ταχύτητα και στην υπερδραστηριότητα της τεχνολογίας, τα έργα της έκθεσης λειτουργούν ως διαμεσολαβητικές πράξεις ανάμεσα στη ρευστότητα των ψηφιακών, διαδικτυακών περιβαλλόντων και στην παγιωμένη αναλογική εμπειρία. Ραλλου Αβραμίδου | Ιωάννα Ζούλη Crary, J. (2013) 24/7: Late capitalism and the end of sleep, London: Verso. Kundera, M. (1997) Slowness, London: Faber and Faber. Lovink, G. (2014) Hermes on the Hudson: Media Theory after Snowden, eflux journal,54 (April). Available from: http://worker01.e-flux.com/pdf/article_8979320.pdf. Times Magazine (2009) Time’s Annual Journey: 1989. Available from: http://content.time.com/time/specials/packages/article/0,28804,1902809_1902810,00.htm

4


The exhibition Transcending Time speculates on the idea of exceeding time as a result of the contemporary technological developments. The speed and permeation of technology often create the impression that the technological dimensions of contemporary everyday life happen in a transparent space, which exists in parallel to the actual world, constructing in that way a normality that is both material and immaterial. Under these circumstances, the experiences of space and time are in a state of constant change and augmentation fabricating new possibilities of connectivity yet also nurturing the illusion of an unobstructed access that these possibilities offer. The present exhibition therefore explores the questions that emerge from the natural and paradoxical character of technology in the level of the everyday as well as of the artistic practice and hence participate in a wider debate around the dynamics that surface in the encounter of art and technology today. 1989 has been characterised as the year that tranformed modern history and our planet, forever. (Times Magazine, 2009) The same year that the Berlin Wall fell, (re-)connecting East and West Germany and fundamentaly affecting the world politics and European geographies, Tim Berner Lee’s invention of the World Wide Web determined the notion and perception of connectivity for the years to come. What started then as a web connecting the wider world is now a given condition, a state of being and of experiencing the world. This networked condition of existing manifests itself through actions and routines mediated across devices, screens and platforms. Beyond Facebook or social media, beyond our phones and tablets we are experiencing a rather constant condition of digitality as well as connectivity. But how do these conditions affect our everyday life? Jonathan Crary, in his book ‘24/7: Late capitalism and the end of sleep’ (2013), describes how contemporary life is characterised by 24/7 temporalities: continuous functioning, perpetual movement across online and offline spaces, dedication to machinic performances as well as patterns of consumption. (Crary: 8-10) In most parts of the world, at anytime of the day with just one click you can connect to your family and friends, make purchases, read the news, watch videos while algorithms and cookies are following your actions in order to offer you an enhanced and more personalised experience next time you connect. We are therefore constantly connected not only to other people but also to a technological sub-conscious which fulfills but also tracks our desires. (Lovink, 2014) In the face of today’s social and technological changes it is important to consider how contemporary artists contextualise their present life conditions in relation to the technological presence. The artists of the present exhibition explore the spaces of possibility and creation that the technological generates either through a symplefsis (being in line) or an antithesis. In such times of accelerated change and permanent flux people often find themselves embracing contrasting dynamics around the digital, the mechanical and the mediated experiences: conceptions can vary from faithfully following the mantra of innovation and connectivity to a nostalgia for the analogue past. Specifically, this recurrence to nostalgia could be understood as a resistance to the frenetic production and consumption of images and experiences and equally a need to return to an idealised condition of the past. But it might also be expressing a need to slow down, to escape the constant layering of time (Crary, 2013: 84) and engage oneself into the solid time of reflecting, remembering or daydreaming. Either as adventures that bloom in their splendid slowness, to paraphrase the author Milan Kundera here, or as responsestothe velocity and hyperactivity of technology, the artworks of this exhibition function as an act of intervention between the fluidity of the digital and networked ecologies and the fixity of the analogue experience. Rallou Avramidou | Ioanna Zouli

Crary, J. (2013) 24/7: Late capitalism and the end of sleep, London: Verso. Kundera, M. (1997) Slowness, London: Faber and Faber. Lovink, G. (2014) Hermes on the Hudson: Media Theory after Snowden, eflux journal,54 (April). Available from: http://worker01.e-flux.com/pdf/article_8979320.pdf. Times Magazine (2009) Time’s Annual Journey: 1989. Available from: http://content.time.com/time/specials/packages/article/0,28804,1902809_1902810,00.html.

5


Τα πλήκτρα κινούνται στο απειροστικό σύμπαν των σημειακών στοιχείων, στη σφαίρα του απείρως μικρού, εκεί όπου ο χρόνος αναφλέγεται αστραπιαία.’ Vilem Flusser

Το κείμενο που ακολουθεί είναι προϊόν (μιας) ψηφιακής αποτύπωσης του λόγου και (άρα) ‘’ψηφιοποίησης των σκέψεων’’. Κάθε γράμμά του και ένα πάτημα στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή. Η εξ αποστάσεως γραφή του χρήζει το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο κοινωνό της απόστασης. Η εκτύπωσή του έγινε ψηφιακά για να καταλήξει στη φυσική του μορφή. Κάθε στάδιο του κειμένου μέχρι την απτή του εμφάνιση προς ανάγνωση εξαρτάται πλήρως από τα τεχνολογικά μέσα. Υπόγεια και “αιωρούμενα” δίκτυα μεταφέρουν πληροφορίες· δορυφόροι στρατολογούνται να μας ακολουθούν για να διευκολύνουν κάθε μας κίνηση. Το “υπολογιστικό νέφος” μεγαλώνει συνεχώς και καλύπτει ακόμα και την πιο ηλιόλουστη μέρα. «Σε ποιο τόπο εκτυλίσσεται μια τηλεφωνική επικοινωνία;», αναρωτιέται ο Levy. Το αχανές πλέγμα αόρατων (δια)δικτύων απλώνεται σε έναν απροσδιόριστο χώρο πάνω, κάτω ή έξω από το “εδώ” και το “τώρα”. Με μια εντολή το πλέγμα αυτό λύνεται. Εντολέας (επίκτητων επιθυμιών) είναι ο άνθρωπος και εντολοδόχος (αυτών) το διαδίκτυο. Αυτή η συνήθεια είναι τόσο ελκυστική που μεγάλο μέρος της σύγχρονης ζωής αφιερώνεται μπροστά από μια οθόνη, καθιστώντάς την ένα αρκετά μοναχικό μέσο. Κοινωνικές ταυτότητες διαμορφώνονται μέσω του διαδικτύου, όπου ένα κλικ στην επιλογή “μου αρέσει” αντιστοιχεί στη μονάδα μέτρησης της αξίας και τότε το πραγματικό συγχέεται με το ψηφιακό, με την αλήθεια να αιωρείται μεταξύ των δύο. Η εμπειρία της κάθε μέρας διαμεσολαβείται και μοιάζει με την αναζήτηση στο διαδίκτυο· πολλές και διαφορετικές γνώμες μοιράζονται, πολλαπλές καρτέλες ανοίγονται, δημιουργώντας έναν διάλογο με τον ψηφιακό εγκέφαλο που έχει την απάντηση σε κάθε ερώτηση. Κομβικοί αριθμοί της υπολογιστικής - τεχνητής νοημοσύνης το μηδέν (0) και το ένα (1) και οι (σχεδόν) άπειροι συνδυασμοί αυτών. Κάθε αρχείο, κάθε κείμενο, κάθε χάρτης, κάθε μελωδία και, εν γένει, κάθε πληροφορία μεταφράζεται σε 0 και 1. Ο κόσμος συμπυκνώνεται σε αριθμούς και εικόνες· η πραγματικότητα βρίσκεται πίσω από τα πλήκτρα και η μνήμη, είτε συλλογική είτε ατομική, προγραμματίζεται πλέον από τα τεχνολογικά μέσα. Με ένα κλικ ο χρόνος άλλοτε μπορεί να μειωθεί, να βελτιωθεί, να επιταχυνθεί, να διορθωθεί και άλλοτε να παγώσει. Σε αυτήν την πολλαπλή διάσπαση των εκδοχών της έννοιας του χρόνου παρεισφρέει η τέχνη, η οποία οφείλει να καταστήσει οικεία την τεχνολογική ροή, διασφαλίζοντας τη βίωση των στιγμών. Οι αναμνήσεις, ωστόσο, μοιάζουν με συμπιεσμένο αρχείο, κρυμμένο σε κάποιο φάκελο στην επιφάνεια εργασίας· το ενδεχόμενο της απώλειας είναι πάντα υπαρκτό. Πάντα, όμως, θα υπάρχουν τα κύτταρα να θυμούνται, όσο οι υπολογιστές θα προγραμματίζονται, προκειμένου να μιμηθούν την ανθρώπινη κρίση και συμπεριφορά και να αποθηκεύουν - επεξεργάζονται αναμνήσεις. Η τέχνη, ακόμα ένας μηχανισμός ενθύμησις, λειτουργεί σαν “ειδοποίηση” στη διατήρηση της μνήμης. Καλλιτέχνης και θεατής δημιουργούν ένα “κλειστό κύκλωμα” αισθήσεων και σκέψεων, όπου οι σύγχρονες εξελίξεις αποτελούν τους πόλους του. Η νοσταλγία του αναλογικού, η ειρωνεία της εποχής της επιτάχυνσης, η έννοια του χρόνου, τα όρια της τεχνολογίας, η χρήση, αλλά και η άρνηση αυτής είναι μερικά από τα ζητήματα που θέτουν οι καλλιτέχνες της έκθεσης “Transcending Time”· σε μια προσπάθεια αποσυμπίεσης της ανάμνησης του χρόνου από τη φρενήρη διαδοχή πληροφοριών, εφαρμογών και γεγονότων της καθημερινότητας.

Εμμανουέλα Ανδριανάκη

1. Vilem Flusser, “Προς το σύμπαν των τεχνικών εικόνων”, μετ.: Γιώργος Ηλιόπουλος, εκδ.: Σμίλη, Αθήνα: 2008, σ. 37 2. ‘Τεμαχίζω τις σκέψεις μου σε λέξεις, τις λέξεις σε γράμματα και ύστερα επιλέγω τα πλήκτρα που αντιστοιχούν στα γράμματα. “Ψηφιοποιώ” τις σκέψεις μου.’ Vilem Flusser, “Προς το σύμπαν των τεχνικών εικόνων”, μετ.: Γιώργος Ηλιόπουλος, εκδ.: Σμίλη, Αθήνα: 2008, σ. 36 3. Υπολογιστικό νέφος (Cloud Computing) : η πρακτική της χρήσης ενός δικτύου απομακρυσμένων servers (διακομιστών) ο οποίοι «φιλοξενούν» δεδομένα με σκοπό την διαχείριση, επεξεργασία και αποθήκευσή τους, αντί για έναν τοπικό υπολογιστή. 4. Pierre Levy, “Δυνητική πραγματικότητα, Η φιλοσοφία του πολιτισμού και του κυβερνοχώρου”, μετ.: Μιχάλης Καραχάλιος, εκδ.: Κριτική, 1η ανατύπωση Ιούνιος 2001

6


“Keys travel the infinitesimal universe of non dimensional elements, in the sphere of the infinitely miniscule, where time spontaneously combusts” Vilem Flusser

The text that follows, is a product of digital imprinting of the spoken word and, thus, a “digitalisation of thoughts”. Every letter, equals a tap on the keyboard. Being written from a distance, the electronic mail service becomes a partaker of said distance. It was digitally printed, so as, to take up its physical form. Every stage of this text, until its tangible appearance before you, depends entirely on technological means. Underground and “suspended” networks transport information; satellites recruited to follow us around and enable us. “Cloud computing” continuously grows and darkens even the sunniest of days. “On which locus do telephone conversations take place?”, Levy wonders. The vast tangle of invisible (inter)nets stretches out to an undefined space above, under or outside of the “now” and “here”. With a single command the tangle untangles. Man is initiator (of acquired desires) and the internet is his receiver. This pattern is so attractive, that a large part of modern life is spent in front of a monitor, rendering it, thus, quite the lonesome mean. Social identities are formed through the internet, where every click on the “like” option corresponds, to value units and the real becomes confused with the digital and truth wavers between the two. Your day’s lived experience is mediated and it feels like browsing on the internet; many and varied opinions are spoken, multiple tabs open, creating a dialogue between you and the digital brain that has an answer to every question. Nodal numbers of computerised - artificial intelligence; zeros (0) and ones (1) and their infinite combinations. Every file, every text, every map, every melody and in general every single information is translated into 0 and 1. The world becomes a synopsis of numbers and images; reality can be found behind a keyboard; and memory, either collective or personal, is technologically programmed. With a single click, time can either become shorter, better, faster, corrected or freeze. Art infiltrates this variance of versions of the concept of time and duly attempts to deem technological flux, relevant by securing lived-experience sustainability. Memories, however, seem like a compressed file, hidden away in some folder on your desktop; the possibility of loss is always real. Our cells will always be there to remember, while computers are being programmed to mimic human judgement and behavior and to store - process memories. Art, being another reminder mechanism, functions like an “alarm’s notice” reminding us to safeguard memory. Artist and viewer create a “closed circuit” of perceptions and thoughts, with the current technological advancements at its polles. The nostalgia of the analog, the irony of the age of acceleration, the concept of time, the boundaries of technology, the use but also the negation of use, are some of the issues which the artists, in this show entitled “Transcending Time”, pose; in an effort to decompress memory of experienced time from the maddening succession of information, of applications and of everyday life’s events.

Emmanouela Andrianaki

1. Villem Flusser, “Ins Universum der technischen Bilder”, translation to Greek: Giorgos Iliopoulos, Smili Publιcations, Athens: 2008, p.37 2. ‘I dissect my thoughts to words, my words to letters and then I choose the keys that correspond to the letters. I “digitalize” my thoughts.’ Vilem Flusser, “Ins Universum der technischen Bilder”, translation to Greek: Giorgos Iliopoulos, Smili Publιcations, Athens: 2008, p.36 3. Cloud Computing: the practice of using a network of remote servers which “host” data to be handled, processed and stored, instead of using a local computer. 4. Pierre Levy, “Qu’est-ce que le virtuel?”, translation to Greek: Michalis Karachalios, Kritiki Publishing S.A, Athens: 2001

7


Μαρίνα Βελησιώτη | Marina Velisioti Θεσσαλονίκη, 1982. Zει και εργάζεται στην Αθήνα.

Thessaloniki, 1982. Lives and works in Athens.

Η Μαρίνα Βελησιώτη στα έργα της “Pray for us in the valley Ι & ΙΙ” απεικονίζει στιγμιότυπα υπαρκτών ερημικών τοπίων. Μια αποστασιοποιημένη εκδοχή του φυσικού τοπίου, σαν μια γρήγορη και χαμηλής ανάλυσης περιήγηση στο Google Maps, η οποία, με την πρακτική της Βελησιώτη, καταλήγει να μοιάζει απόκοσμη. Η φωτογραφία του τοπίου συνθέτεται αρχικά σε ψηφιακό κολάζ και έπειτα γίνεται ένα ανατρεπτικό υφαντό. Στο σύμπαν της Βελησιώτη αναμετριέται το παλιό έναντι του καινούργιου· η ύφανση σε αργαλειό έναντι του ψηφιακού κολάζ. Ο αργαλειός αντικαθιστά τον υπολογιστή και καλείται να αποδώσει το αναδομημένο τοπίο όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται. Η καλλιτέχνης παρατείνει τον χρόνο της ψηφιακής πληροφορίας μεταφέροντας τα ψηφιακά χρώματα (των pixels) σε νήματα.

Marina Velissioti’s works, “Pray for us in the valley Ι & ΙΙ”, are snapshots of existing desolate landscapes. Detached versions of the natural scenery, like quick and low resolution browsing on Google Maps, which, through the artist’s practice, appear otherworldly. The original landscape photograph is firstly digitally processed into a collaged synthetic image and it is, then, woven into a subversive tapestry. In Velissiotis’ universe, the old competes with the new; loom weaving versus digital collage. The loom takes up the part of the digital printer and it is called upon to deliver a rendition of the digitally reconstructed landscape, as faithfully as possible. The artist prolongs the time span of digital information by conveying digital colours (of pixels), into threads.

Pray for us, in the valley I,ΙΙ, 2017, Μαλλί και βαμβάκι, 38 x 50 εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη Pray for us, in the valley I,ΙΙ, 2017, Wool and cotton, 38 x 50 cm, Courtesy of the artist

8


Ζωή Γιαμπουλντάκη | Zoe Giabouldaki Αλεξανδρούπολη, 1982. Ζει και εργάζεται μεταξύ Αθήνας και Θεσσαλονίκης.

Alexandroupoli. 1982. Lives and works between Athens and Thessaloniki.

Η Ζωή Γιαμπουλντάκη στο έργο της “Basic sauce for life” εξετάζει τις δυνατότητες και τα όρια της ύλης υπό το πρίσμα της τεχνολογίας. Ο πνευματικός χαρακτήρας της έννοιας της θεραπείας και της επούλωσης φανερώνει τη διττή υπόσταση της ύλης. Σπασμένες – τραυματισμένες οθόνες κινητών τηλεφώνων αναμένουν σε μια επιφάνεια (σαν άλλο ντιβάνι) την επούλωσή τους από τη θεραπευτική δύναμη των κρυστάλλων. Η τετριμμένη τεχνολογική παρουσία σε άμεση σχέση με το παρωχημένο μέσο θεραπείας· η υλικότητα σε άμεση σχέση με το άυλο. Η Γιαμπουλντάκη δημιουργεί με αυτόν τον τρόπο έναν βωμό του τραύματος των αντικειμένων, παρατηρώντας, ταυτόχρονα, την ίδια την πραγματικότητα να δημιουργεί τα τραύματα· φυσικά, αφήνοντας τον χρόνο να τα διαπεράσει, ή τεχνητά, παγώνοντάς τον, επέρχεται η φθορά.

Zoe Giabouldaki, in her work, “Basic sauce for life”, examines the possibilities and boundaries of matter through the prism of technology. The spiritual aspect of the process of healing, reveals the duality of matter. Broken - injured cell phone screens in the waiting - on a surface (much like a hospital bed) - waiting to be healed through the healing power of crystals. The mundane technological presence in direct correlation to the outdated means of therapy; the material in direct correlation to the nonmaterial. Giabouldaki, in her work, creates an altar dedicated to the trauma of objects, simultaneously observing as reality itself inflicts trauma; decay occurs inevitably, either naturally with the passing of time or artificially by forcing time to a halt.

basic sauce for life, 2014, Εγκατάσταση 100 x 151 x 30 εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της Elika Gallery basic sauce for life, 2014, Installation, 100 x 151 x 30 cm, Courtesy of the artist and Elika Gallery

9


Γιώργος Γυπαράκης | Giorgos Gyparakis Αθήνα, 1962. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Athens, 1962. Lives and works in Athens.

Σαν τραμπάλα μοιάζει το γλυπτό του Γιώργου Γυπαράκη. Αποπνέει τη σταθερότητα και το βάρος του πιο στιβαρού στοιχείου της φύσης, αυτό της πέτρας. Στηρίζεται στο πιο διαπερατό, τον αέρα, που όμως εγκλωβίζεται και ανάλογα με τη στάση του σώματος παράγει ηχότοπους. Αν το σώμα μείνει σε όρθια θέση διατηρείται η ηρεμία-η ησυχία-η σιωπή. Το βραχώδες, αυτό, κάθισμα φιλοδοξεί να γραμμώσει το πνεύμα του καθήμενου σε αυτό και να φανερώσει την απόλαυση που κρύβεται στην απραξία του να κάθεσαι, σε αντίθεση με τη διαρκή κινητικότητα που επιτάσσει η σύγχρονη καθημερινότητα. Η πνευματική απόδραση βρίσκεται συσσωρευμένη σε ένα αλληγορικό βραχώδες timelapse, προκαλώντας τον θεατή να διαπραγματευτεί τη, συχνά, μεσοποιημένη, πλέον, απόδρασή του από την καθημερινότητα.

Giorgos Gyparakis’s sculpture looks like a seesaw. It exudes the stability and weight of the most robust feature in nature, that of the rock and it is weighed upon the most light element, that of air; air that is however contained. Depending on the posture, of whoever sits on it, the contained air produces various soundscapes. If one’s body is kept upright, peace, quiet and silence are preserved. This rocky seat, aims at molding the seated person’s spirit and at revealing the delight of inaction while one is seated; contrasting, thus, the constant mobility that modern day life commands. Spiritual escape can be found on an allegorical rocky timelapse, daring the viewer to rethink his/her often mundane escape from his/her everyday life.

Self Phone , 2012, Εποξειδική ρητίνη, μαρμαρένια θραύσματα και δοχεία νερού, 140 x 45 x 45 εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα Self Phone , 2012, Epoxy resin, marble chips, and water containers, 140 x 45x 45 cm, Courtesy of the artist and Zoumboulakis Galleries, Athens

10


Δημήτρης Εφέογλου | Dimitris Efeoglou Δράμα, 1986. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Drama, 1986. Lives and works in Athens.

Ο Δημήτρης Εφέογλου στο έργο του “Study for the Sonance Series” ερευνά τα όρια του χαρτιού. Η διαδικασία παραγωγής αποκαλύπτει τους μετασχηματισμούς που διέπουν το εικαστικό του μέσο. Αχρονικό μαύρο χρώμα καλύπτει το χαρτί. Αιχμηρό αντικείμενο τρυπά με επαναληπτικές και επίμονες κινήσεις την επιφάνειά του. Οι δυνάμεις που ασκούνται εμφανίζονται οπτικά και ταυτόχρονα το έργο γίνεται πεδίο απτικής διερεύνησης. Ο παραγόμενος ήχος κατά την επέμβαση στο χαρτί συμπληρώνει την υλικότητά του και τότε η ενέργεια του έργου μεταβάλλεται από το πεδίο της ύλης στο πεδίο του ήχου. Η πολυαισθητηριακή αυτή, χειρωνακτική πρακτική του Εφέογλου κρύβει μέσα της συμπιεσμένο χρόνο. Το έργο του σαν ένας ρυθμός εξαρτημένος εξολοκλήρου από την κίνηση του χεριού· σαν ένα ψηφιακό κείμενο που κάθε του γράμμα είναι απόρροια του ήχου ενός πλήκτρου, πλήρως εξαρτημένου από τα ακροδάχτυλα.

Dimitris Efeoglou, in his work “Study of the Sonance Series”, examines the bounds of paper. His process of creation reveals the transformations that govern his artistic medium. Intemporal black covers the paper. A blunt instrument punctures its surface with repetitive and insistent movements. The powers that compel it are, then, visually revealed and the work becomes a field open to tactual exploration. The sound produced during the process, complements the materiality of the paper but also transforms the paper’s energy into sound. This multisensory handwork of the artist encapsulates the notion of time compressed. His work, like rhythm depending entirely on hand movement, like a digital text whose every letter is a result of the sound of a single key, completely depended on the tips of one’s fingers.

Study for the Sonances Series , 2016, Ακρυλικό, μελάνι και χαρτί, 36.5 x 28.5 εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα Study for the Sonances Series , 2016, Acrylic, ink and paper, 36.5 x 28.5 cm, Courtesy of the artist and Zoumboulakis Galleries, Athens

11


Λουίζα Ζαχαρέα | Louisa Zahareas Αθήνα, 1987. Ζει και εργάζεται στο Εϊντχόφεν, Ολλανδία

Athens, 1987. Lives and works in Eindhoven, Netherlands.

Πώς “βλέπει” ο υπολογιστής και πώς το ανθρώπινο μάτι μια κούπα, μια τσαγιέρα ή ένα μπωλ; Μέσα από αυτά τα καθημερινά χρηστικά αντικείμενα, η Louisa Zahareas διευρευνά τη σχέση τεχνητής νοημοσύνης και ανθρώπινης προοπτικής στον χώρο και στο φυσικό περιβάλλον. Η καθημερινότητα καθίσταται εικονική και αναδιαμορφώνεται με άξονα το πρίσμα της οθόνης, ενώ οι βιωματικές εμπειρίες εγκλωβίζονται σε δισδιάστατα πλαίσια στρεβλώνοντας την αλήθεια. Η καλλιτέχνης, με σχεδιαστικό της μέσο την οπτική της κάμερας του υπολογιστή, κατασκευάζει καθημερινά οικιακά σκεύη. Όταν τα αντικείμενα, όμως, εξέλθουν του υπολογιστικού συστήματος, σε μορφή δισδιάστατου γλυπτού, η αλήθεια μοιάζει αλλόκοτη και διαστρεβλωμένη. Τα οικιακά σκεύη που σχεδιάζει η Zahareas προσεγγίζουν τις πραγματικές και ανθρώπινες διαστάσεις αντεστραμμένες: σχεδιασμένα με ένα ψηφιακό υποσυνείδητο που επιτάσσει τι είναι ορθό και τι ανάποδο, τι σταθερό και τι ρευστό, με αποτέλεσμα η υλικότητά τους να μοιάζει σουρεαλιστική και η χρησιμότητά τους να αναιρείται.

How does a computer “see” a cup, a teapot or a bowl and how does that differ from how the human eye sees? Through these everyday utilitarian objects, Louisa Zahareas, investigates the rapport between artificial intelligence and human spatial perspective in the natural environment. Everyday life is made virtual and is remodeled through the screen; while lived experiences become entrapped, in two-dimensional space, skewing the truth. The artist, by using her computer’s camera lense perspective as her designing tool, creates household items anew. When the objects exit the computer system, in the form of 2d sculptures, the truth appears odd and distorted. The household items, that Zahareas designs, approach the pragmatic and human dimensions in reverse: designed by a digital subconscious that dictates what is upside and what is upside-down, what is concrete and what is fluid, renders, thus, their materiality surreal and refutes their utility.

Screen Mutations, 2015, Τσαγιέρα: Πορσελάνη, 30 x 20 x 10 εκ. , Καφετιέρα: Νάιλον, 25 x 25 x 25 εκ., Φλιτζάνι: Πορσελάνη, 14 x 9 x 4 εκ., Μαχαιροπίρουνα: ανοξείδωτο ατσάλι, Ποικίλα μεγέθη, Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη Screen Mutations, 2015, Teapot: Porcelain, 30 x 20 x 10 cm , Moka Pot: Nylon,, 25 x 25 x 25 cm, Cup: Porcelain, 14 x 9 x 4 cm, Cutlery: Stainless steel, Various sizes, Courtesy of the artist

12


Μαίρη Θηβαίου | Mary Thivaiou Αθήνα, 1983. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα

Athens, 1983. Lives and works in Athens.

Η Μαίρη Θηβαίου μέσα από το έργο με τίτλο“Edge of desire quotes” παρατηρεί και σχολιάζει τη ροή της πληροφορίας στην εποχή της οθόνης. Στη μονοκάναλη βιντεοεγκατάστασή της παρουσιάζονται θραύσματα τηλεοπτικών εικόνων και ήχων· η πληροφορία μένει μετέωρη. Η κάμερα, σαν οφθαλμός, καταγράφει· παράλληλα ελέγχει και “αφηγείται” την πληροφορία για να δημιουργήσει, τελικά, νέες μορφές ήχου και εικόνας. Η πρακτική της Θηβαίου, που αρχικά καταγράφει ένα στιγμιότυπο από την οθόνη στην κάμερα και έπειτα το προβάλει στον χώρο, φανερώνει τη δυνατότητα διάχυσης της πληροφορίας. Ο χρόνος της πληροφορίας, ενώ ο ρυθμός των πλάνων είναι συνεχής, διαταράσσεται, αφήνοντας πίσω του κενά, που ενδέχεται να μπερδέψουν τον θεατή, ταυτόχρονα, όμως, του επιτρέπουν να τα ενώσει, ώστε να αποκρυπτογραφήσει την πληροφορία που προβάλλεται.

Mary Thivaiou, through her work entitled “Edge of desire quotes”, observes, and comments on, the flow of information during the electronic-monitor era. In her single-channel video installation, fragments of television images and sounds are presented while information is left pending. The camera, like an all-seeing eye, records and simultaneously controls the “narration” of information, so as, to create in its turn new forms of sound and image. Thivaiou’s artistic practice, through which she initially records a still from the monitor to the camera and then on projects it, reveals the possibility of information dispersion. The time within which the information is presented is disrupted, while the rhythm of the footage is continual, leaving thus gaps that possibly confuse the viewers while simultaneously allowing them to decipher the projected information.

Edge of desire quotes, 2017, Βίντεο προβολή, 10’ 20’’, Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη Edge of desire quotes, 2017, Video projection, 10’ 20’’, Courtesy of the artist

13


Μαρία Κριαρά | Maria Kriara Ηράκλειο Κρήτης, 1982. Ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη.

Heraklion, Crete, 1982. Lives and works in Thessaloniki.

Άνθρωποι που ερευνούν αστερισμούς και άνθρωποι που τους (δια) μεσολαβούν με τον λόγο τους παρατίθενται στο ασπρόμαυρο έργο της Μαρίας Κριαρά με τίτλο “Per aspera ad astra”. Ένα ομαδικό πορτραίτο αστροναυτών της NASA και κληρικών της ελληνικής ορθόδοξης εκκλησίας επί χούντας σαν μια αναμνηστική φωτογραφία αντι-ηρώων, με φόντο έναν άλλο πλανήτη. Μια “νοσταλγική” διάθεση της δεκαετίας του 1970 συντίθεται από θραυσματικές εικόνες προσώπων και τόπων που συλλέγονται από την Κριαρά, άλλοτε διαδικτυακά και άλλοτε από αρχεία, εγκυκλοπαίδειες και περιοδικά. Οι πληροφορίες που αφηγείται η εικόνα αφορούν και σχολιάζουν τη σύγχρονη συλλογική μνήμη, ενώ τα στοιχεία που συνθέτουν την οπτική αφήγηση απογυμνώνονται από την αρχική και κυρίαρχη τους βαρύτητα για να νοηματοδοτηθούν εκ νέου. Ο χρόνος στο έργο φανερώνεται καλειδοσκοπικά, διαπερνώντας και τις τρεις του διαστάσεις: παρελθόν, παρόν και μέλλον.

In Maria Kriara’s black and white work, entitled “Per aspera ad astra”, people who study constellations and people who (inter) mediate on the constellations’ behalf by their holy word appose one another. A group portrait of NASA astronauts and members of the Greek Orthodox clergy, during the Greek Junta regime, like a souvenir photo of anti-heroes with the view of another planet for a backdrop. The “nostalgic” mood of the 1970s is composed of fragmented images of faces and places collected by the artist either through the internet or from official archives, encyclopedias and magazines. The information narrated, refers to and comments on contemporary collective memory, while the elements comprising the visual narration are refused their original importance in order to be reassessed. Time is kaleidoscopically revealed, overrunning all three of its dimensions: past, present and future.

Από Τις Κακουχίες Στ’Αστέρια / Per Aspera Ad Astra, 2017, Μεταξοτυπία σε χαρτί εκτύπωσης, 224 γρ. (2/10 ed.), 50x65εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της CAN Christina Androulidaki gallery Through Hardships To The Stars / Per Aspera Ad Astra, 2017, Silkscreen print on Olin paper 224 gr (2/10 ed.), 50x65cm , Courtesy of the artist and CAN Christina Androulidaki gallery

14


Κυριακή Κώστα | Kyriaki Costa Λευκωσία, Κύπρος, 1971. Ζει και εργάζεται στην Λευκωσία.

Nicosia, Cyprus, 1971. Lives and works in Nicosia.

Το τουρκοκυπριακό χωριό “Φοίνικας” έχει εγκαταλειφθεί από το 1960 και βρίσκεται στην επαρχία της Πάφου. Η Κυριακή Κώστα μέσα από το ομώνυμο έργο της κάνει μια διαδρομή προς το τέλος της φθοράς και μια προσπάθεια διάσωσης της ανάμνησης. Ίχνη του παρελθόντος αποτελούν τις πρώτες ύλες για το έργο της. Τα απομεινάρια του οικισμού του Φοίνικα και δεδομένα του τόπου, όπως τοποθεσία, κλιματικές συνθήκες, διαστάσεις, βάρος, επεξεργάζονται από υπολογιστή, ώστε να πάρουν μια μορφή σχήματος. Η Κώστα με τη χρήση σύγχρονων μέσων ανασυνθέτει και ανα-γεννά την ετεροτοπία του Φοίνικα καθιστώντας τον προσπελάσιμο μέσω της τέχνης αλλά και της τεχνολογίας. Ο βιωμένος χρόνος του χωριού μετατρέπεται σε αρχειακό υλικό σχημάτων και υφασμάτων. Η Κώστα δημιουργεί έναν “φάκελο” με συμπιεσμένα αρχεία τόπου και χρόνου, προκειμένου να τα διατηρήσει και να τα καταστήσει σημείο αναφοράς της συλλογικής μνήμης και ανάμνησης.

The Turkish-Cypriot village “Foinikas”, has been abandoned since 1960 and is situated in the province of Pafos. Kiriaki Kosta, through her work entitled “Foinikas”, after the said village, ventures the distance towards the end of its blight and attempts to salvage its memory. Traces of the past comprise her work’s materials. The remnants of the “Foinikas” settlement and the location’s data, such as coordinates, climatic conditions, measurements, weight; are processed by a computer and are respectively computed into a shape. Kosta, through the use of current means, recomposes and rebirths the heterotopia of “Fοinikas”, making it traversable through art and technology. The village’s time of existence is translated into archives of shapes and fabrics. Kosta creates a “folder” of compressed “files” of space and time, so as to “save” them and to enable them to become a point of reference for collective memory.

Φοίνικας, 2017, Εγκατάσταση, 1.50 x1.50 εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη Foinikas, 2017, Installation, 1.50 x 1.50 cm, Courtesy of the artist

15


Μίλτος Μανέτας | Miltos Manetas Αθήνα, 1964. Ζει και εργάζεται μεταξύ Ρώμης, Νέας Υόρκης και Μπογκοτά.

Athens, 1964. Lives and works between Rome, New York and Bogota.

Μία πτώση από βράχο 117 μέτρων επεφύλασσε την ακινησία ενός μήνα για τον Μίλτο Μανέτα. Τότε κατάλαβε τη δυνατότητα να ζωγραφίζει με καμβά του την πραγματικότητα. Η ζωγραφική χρησιμοποιείται ανατρεπτικά από τον Μανέτα· χρώμα και καμβάς απουσιάζουν. Με ένα άδειο πινέλο στο ένα χέρι και ένα κινητό BlackBerry στο άλλο κινηματογραφεί την κίνηση του χεριού του να “ζωγραφίζει” στον αέρα, πάνω από το τοπίο, δημιουργώντας έτσι έναν άυλο και αόρατο πίνακα. Επαναληπτικές πινελιές πάνω σε ένα βροχερό τοπίο· λούπα του βίντεο πάνω σε οθόνη κινητού. Ο χρόνος μοιάζει να παγώνει και ταυτόχρονα να μη σταματάει ποτέ. Το τελικό αποτέλεσμα του κάδρου δεν θα φανεί, καθώς το χέρι του καλλιτέχνη θα είναι εκεί να “ζωγραφίζει” πάνω στην πραγματικότητα αδιάκοπα. Ο “πίνακας”, με τίτλο “Painting Rain” προβάλλεται στην οθόνη του μέσου δημιουργίας του, γεφυρώνοντας το βλέμμα του καλλιτέχνη με τον πραγματικό χρόνο της έκθεσης.

A fall from a rock cliff, of 117 meters, rendered Miltos Manetas immovable for a month. It was then that he realised the possibility to paint on real life’s canvas. Painting is used subversively by Manetas; colour and canvas are absent. With a dry brush on the one hand and a BlackBerry cell phone on the other - he films his own hand movement as he “paints” on air, over the landscape; creating thus an ethereal and invisible painting. Repetitive brush strokes onto a rainy landscape; a video loop on a cell phone’s monitor. Time seems to freeze and at same time never cease. The end result of the painted picture will never appear, as the painter’s hand will always be there “painting” over life, incessantly. The “painting” entitled “Painting Rain” is projected onto the screen of its very medium of creation, linking thus the artist’s gaze with the real time of its viewing.

Painting Rain, 2011, Blackberry Βίντεο, 3’, Βίντεο σε επανάληψη χωρίς ήχο, Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη Painting Rain, 2011, Blackberry Video, 3’, Video in loop, mute, Courtesy of the artist

16


Σοφία Παπακώστα | Sophia Papacosta Λευκωσία, Κύπρος, 1985. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Nicosia, Cyprus, 1985. Lives and works in Athens.

Μια σχεδιογραφία τοπίου, το έργο της Σοφίας Παπακώστα. Η επαναλαμβανόμενη κίνηση του χεριού με το μολύβι διακόπτεται, εν μέσω του χαρτιού, από ένα κενό και συνεχίζει σαν να μη διεκόπη ποτέ. Η έλλειψη αυτή δεν διασπά την ενότητα της εικόνας· δημιουργεί μόνο μια παύση στη χρονικότητά του. Η σιωπηλή σχεδιαστική διαδικασία που ακολουθεί η Παπακώστα εκφράζεται άμεσα από το τελικό, οπτικό αποτέλεσμα του έργου περιγράφοντας, αναλογικά, ένα “σφάλμα” στην επικοινωνία, μια σιωπή. Η έννοια της απουσίας, της παύσης και του κενού, αντί να διασπούν το έργο, το ολοκληρώνουν, παροτρύνοντας τον θεατή να οικειοποιηθεί τόσο το εικονιζόμενο τοπίο όσο και την απουσία αυτού. Το έργο, “I only knew it was there”, λειτουργεί σαν σχόλιο στην ανάγκη παύσης της καταιγιστικής ροής εικόνων και πληροφοριών της καθημερινότητας και σαν μια ανάμνηση που, ενώ διακόπτεται, αν είναι αρκετά δυνατή, θα διατηρηθεί.

Sophia Papacostas’s work is a landscape draftsmanship. The hand’s repetitive pencil movement is interrupted by a divide and then proceeds as if never interrupted. This lapse does not disrupt the image’s unity; it only serves as a hiatus in its temporality. Papacostas’s inaudible drawing process, is evident through the visual effect created by her work which depicts an “error” in communication, a silence. The concepts of absence, of stasis and of discontinuity instead of disrupting the work, they complete it; urging the viewer to familiarise with the portrayed landscape, as well as, with its portrayed absence. Papacostas’s work, entitled “I only knew it was there”, comments on the cataclysmic influx of information in everyday life and very much like a memory that, although discontinued, if it is powerful enough it will remain.

I only knew it was there, 2016, Μολύβι σε χαρτί, 70 x 100 εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα I only knew it was there, 2016, Pencil on paper, 70 x 100 cm, Courtesy of the artist and Zoumboulakis Galleries, Athens

17


Κώστας Τσώλης | Kostas Tsolis Αθήνα,1964. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα

Athens, 1964. Lives and works in Athens.

Το 1963 κατασκευάζεται ο υπολογιστής “Β200” από την Burroughs Corporation· προκειμένου να διαφημιστεί αυτό το τεχνολογικό κατόρθωμα, προδίδεται η “συναισθηματική του φύση”, καθώς αυτό “θυμώνει” όταν το καταναλωτικό κοινό επιλέγει να αγοράσει υπολογιστή άλλης εταιρείας, γιατί “ξέρει” ότι μπορεί να είναι πιο αποδοτικό για λιγότερα χρήματα. Η διαφήμιση αυτή αποτελεί και αφορμή για το έργο “Angry young computer” του Κώστα Τσώλη . Η ζωγραφική και η διαγραφή της, πρώτο και δεύτερο στάδιο αντίστοιχα, της τέχνης του. Ο μύθος της εικόνας άλλοτε προστατεύεται και άλλοτε καταστρέφεται. Η θέαση της εικόνας αλλάζει. Τα οριζόντια σβησίματα σαν γραφήματα, σαν σβησμένος χρόνος, φανερώνουν τις μεταβολές, τόσο στο τεχνολογικό όσο και στο κοινωνικό επίπεδο, 54 χρόνια μετά.

In 1963, the computer “B200” is created by Burroughs Corporation. In order to advertise this new technological exploit, B200’s “emotional constitution” was exposed, since “it felt anger” when the consuming audience chose to buy another company’s computer, because, “it knew” that it was more efficient than its competitors’ computers for lesser money. This advertising stunt has inspired Kostas Tsolis’s work “Angry young computer”. Painting and its subsequent erasing, the first and the second stage respectively of his art. The myth of the “image” is at times preserved and at other times destroyed. The viewing of the image changes. The horizontal erasings - like graphings, like erased time - reveal the changes to both the technological and the social spectrum, 54 years later.

Angry young computer (Angry Burroughs), 2012-13, Ακρυλικό σε καμβά, 180 x 165 εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη Angry young computer (Angry Burroughs), 2012-13, Acrylic on canvas, 180 x 165 cm, Courtesy of the artist

18


Κώστας Χριστόπουλος | Kostas Christopoulos Αθήνα, 1976. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα

Athens, 1976. Lives and works in Athens

Το πολύπτυχο του Κώστα Χριστόπουλου με τίτλο “Πάρνηθα” αποτελείται από μια σύνθεση φωτογραφιών τραβηγμένων από τον πατέρα του το 1974. Οι φωτογραφίες απεικονίζουν το εσωτερικό της ορεινής, εξοχικής βίλας του δικτάτορα Παπαδόπουλου, η οποία εγκαταλείφθηκε αμέσως μετά την πτώση της χούντας. Οι αρχειακές αυτές φωτογραφίες φέρουν την ανάμνηση ενός τόπου που βιώθηκε· βαριά, ψυχρά έπιπλα κοσμούν τον υπέργειο φωτογραφημένο χώρο, ενώ υπόγεια κρύβονται διαβάσεις με διαφυγές. Το αναλογικό φωτογραφικό μέσο παγώνει τον χρόνο και η έκθεση του αποτελέσματος λειτουργεί σαν αναμνηστική καρτ ποστάλ μιας μελανής στιγμής, με μόνη θερμή της πηγή, τους λαμπτήρες που ανάβουν.

Kostas Christopoulos’s multiptych entitled “Parnitha”, is a synthesis of photographs taken by his father in 1974. The photographs depict the interior of a mountain villa, a vacation home owned by the Greek dictator Papadopoulos, which was abandoned following the fall of the Greek junta. These archival photographs bare the memory of a lived-in space; heavy furniture decorate the ground floor while secret passes and escapes are hidden below. The medium of analog photography freezes time and during the process of exposure, one feels like, creating a souvenir postcard with instant inc; with the light bulbs that flicker as the only source of warmth.

Πάρνηθα, 2016, Φωτογραφία, 8.5 x 12.2 εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της γκαλερί Ζουμπουλάκη, Αθήνα Parnitha, 2016, Photography, 8.5 x 12.2 cm, Courtesy of the artist and Zoumboulakis Galleries, Athens

19


Michel Lamoller | Michel Lamoller Μαύρο Δάσος, Γερμανία, 1984. Ζει και εργάζεται στο Βερολίνο

Black Forest, Germany, 1984. Lives and works in Berlin.

Ο Michael Lamoller στο έργο του “Layerscape (Acity #4)” διαπραγματεύεται την έννοια και την αίσθηση του χώρου. Η αίσθηση του βάθους προκύπτει χειρωνακτικά μέσω της συρραφής των εκτυπωμένων φωτογραφικών στρώσεων ενός χώρου. Εκτυπώνει, κόβει και συνθέτει τις στρώσεις δημιουργώντας την τελική φωτογραφία με τη μορφή ενός τρισδιάστατου κολλάζ. Τα χάρτινα pixels του Lamoller, σαν ψηφίδες αναλογικού χαρακτήρα, καλούν τον θεατή να αφιερώσει χρόνο στην αντίληψη της σύνθεσης μιας εικόνας. Το τελικό αποτέλεσμα, σε αντίθεση με την ταχύτητα της ψηφιακής οπτικής πληροφορίας και των εκατομμυρίων pixels που συνθέτουν τις οθόνες, αποδεικνύει ότι η τεχνολογία,μάλλον, δεν είναι απαραίτητη για να επεξεργαστεί κανείς την πληροφορία μιας εικόνας.

Micheal Lamoller in his work, “Layerscape (Acity #4)”, debates the concept, as well as, the understanding of space. A sense of depth comes forth through the tactility of the printed photographs’ montage. Lamoller prints, cuts and makes up layers creating the final image in the form of a three-dimensional collage. The paper pixels, like mosaic tiles, call upon the viewer to pause and comprehend the image’s composition. The end result, contrasting the speed of digital information and the millions of pixels that comprise the monitors, proves that technology is perhaps not a necessity when processing the information of an image.

Layerscape (Acity #4) , 2015 , 18 στρώσεις c-type εκτυπώσεων, 30 x 34 x 20 εκ., Ευγενική παραχώρηση του καλλιτέχνη και της Nitra Gallery Αθήνα/Θεσσαλονίκη Layerscape (Acity #4) , 2015 , 18 layers of c-type prints, 30 x 34 x 20 cm, Courtesy of the artist and Nitra Gallery Athens/Thessaloniki

20


Basel Abbas & Ruanne Abou-Rahme 1983, Λευκωσία, Κύπρος και Βοστώνη, ΗΠΑ. Ζουν και εργάζονται μεταξύ Ραμάλλα και Νέας Υόρκης.

Born 1983, Nicosia, Cyprus and Boston, USA. They live and work between Ramallah and New York.

Το βίντεο “Only the beloved keep our secrets” των Basel Abbas και Ruanne Abou-Rahme δομείται από πλάνα μιας κάμερας παρακολούθησης του Ισραηλινού στρατού. Η πρώτη στιγμή που απεικονίζεται δείχνει τον Yusuf, ένα 14χρονο αγόρι, να περνάει τον φράχτη της Χεβρώνας, για να κόψει ένα βρώσιμο φυτό και λιχουδιά για την παλαιστινιακή κουζίνα. Ο στρατός στήνει ενέδρα και τον σκοτώνει. Γύρω από αυτό το περιστατικό υφαίνεται το βίντεο, με την πολλαπλή παράθεση εικόνων-χρονικών στιγμών της παλαιστινιακής κουλτούρας να αποτελεί την πλέξη του. Ηχογραφήσεις καθημερινών τελετών, τραγούδια, χοροί, φυτά, συντρίμμια και διφορούμενα τοπία· αλληλεπικαλυπτόμενα αρχεία εγκατάλειψης και απόκρυψης του εαυτού τους. Η θραυσματική τους προβολή μοιάζει με τη σταδιακή αλλά και απειλητική εισβολή ενός ιού στον υπολογιστή. Οι καλλιτέχνες προειδοποιούν για την αποκατάσταση της συλλογικής μνήμης. Η ανάκτηση των δεδομένων καθίσταται επιτακτική. Το πλέγμα εικόνων των συμβάντων που παρατίθεται στο βίντεο συσσωρεύει ερείπια που αφήνει ο χρόνος. Μια στιγμιαία ματιά, όμως, αρκεί για να περισώσει τα ερείπια.

Basel Abbas’ and Ruanne Abou-Rahme’s video “Only the beloved keep our secrets” is comprised of footage taken from Israeli army cameras. The very first scene shows Yusuf, a 14-year-old boy, as he crosses the Hebron fence to collect an herb, a delicacy to local Palestinian cuisine. The Israeli army sets up an ambush and kills him. It is around this very incident that the video is woven, with the apposition of a multitude of images-moments - of the Palestinian culture- as its threads. Sound recordings of everyday rituals, songs, dances, plants, wreckages and ambiguous scapes: overlapping records of abandonment and self-concealment. Their fragmented video projection, brings to mind a systematic yet aggressive computer virus invasion. The artists are warning against the loss of collective memory. Data recovery is deemed crucial. The images of events presented in the video are like ruins piled up and left behind by time. To salvage the ruins, from perishing, all that is needed is a fleeting glance.

Only The Beloved keeps our secrets, 2016, Βίντεο προβολή, 10’ 9’’, Ευγενική παραχώρηση των καλλιτεχνών και της Carroll/Fletcher gallery, Λονδίνο Only The Beloved keeps our secrets, 2016, Video projection, 10’ 9”, Courtesy of the artists and Carroll/Fletcher gallery, London

21


Η Connectiva είναι μια νεοσύστατη, συνεργατική πλατφόρμα, ατόμων που ασχολούνται ανεξάρτητα με τους τομείς της τέχνης και της τεχνολογίας. Κοινός τόπος της ομάδας είναι η διερεύνηση των ορίων, των δυνατοτήτων και των κοινωνικών μεταβολών που επιφέρει η τεχνολογία στον τρόπο ζωής και τις καλλιτεχνικές αναπαραστάσεις αυτού. H ομάδα έχει ως σκοπό να δραστηριοποιηθεί στο πεδίο της εικαστικής επιμέλειας, της διοργάνωσης εκθέσεων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων και της διαχείρισης ατομικών και συλλογικών εικαστικών projects, με κεντρικό άξονα την έναρξη ενός γόνιμου διαλόγου μεταξύ τεχνολογίας, κοινωνίας και τέχνης, έτσι ώστε να παρέχεται η δυνατότητα συμμετοχής σε αυτά όλο και περισσότερων αποδεκτών σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Το όραμα μας είναι να δημιουργήσουμε ένα ανοιχτό δίκτυο επικοινωνίας αναφορικά με το σύγχρονο δίπολο τέχνης - τεχνολογίας.

Ραλλού Αβραμίδου | Ιωάννα Ζούλη | Σοφία Παπακώστα | Βάλια Παπαστάμου | Έλλη Σκρέτα | Νίκη Παπακωσταντινοπούλου | Τζένη Μπόλλα | Κατερίνα Δερβένη | Αντωνία Χουβαρδά Ευχαριστούμε την Εμμανουέλα Ανδριανάκη για την συγγραφή κειμένων των καλλιτεχνών και την Μαρία Μάρκου για τις μεταφράσεις.

22

.


Connectiva is an exchange platform that has been launched by a group of people who are involved with the fields of art and technology. We share a growing feeling of exploring what technology has brought in the way we work, communicate and interact with each other within the cultural domain. What are the challenges that institutions and artists have to face in today’s technosocial conditions and how do audiences engage with them? We aim to create a venue that would enable constant interaction with a more diverse audience through a range of processes across spaces and practices. In Connectiva’s cultural projects we aim to discover and consider a variety of ways to communicate with our audiences in both physical and online environments.

Rallou Avramidou | Ioanna Zouli | Sophia Papacosta | Valia Papastamou | Elli Skreta | Niki Papaconstantinopoulou | Jennie Bolla | Katerina Derveni | Antonia Chouvarda Special thanks to Emmanouela Andrianaki for writing the artists’ texts and Maria Markou for the translations.

23


στηρίζουμε τη Δημιουργία | Supporting Creativity

υπο την αιγιδα | Under the Auspices

χορηγοι | Sponsors

χορηγοι επικοινωνιασ | Media Sponsors


Ευχαριστούμε θερμά όλους όσοι βοήθησαν να πραγματοποιηθεί αυτή η έκθεση. Our sincere thanks to all those who helped to make this exhibition possible. 25


connectiva.info@gmail.com https://www.facebook.com/connectiva


27


28

Transcending Time

Transcending time  

28 September - 21 October 2017 Connectiva