Page 1

ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ KINO-EYE συγκεντρωτική έκδοση κριτικής κινηματογράφου Μάρτιος 2014 Χρήστος Σκυλλάκος kinoeye-gr.blogspot.gr  christos.skyllakos@gmail.com ΦΩΣ ΜΕΤΑ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ/POST TENEBRAS LUX Πρεμιέρα στις 6 Μάρτη "Φως μετά το σκοτάδι", ο τίτλος της ταινίας, βραβευμένη με το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Καννών του 2012. Ταινία που πολυσυζητήθηκε, με έντονα τα πειραματικά avant guard στοιχεία, που έκανε το κοινό, όπου και αν προβλήθηκε να διχαστεί, γιατί το αλλόκοτο περιεχόμενο σε κάνει ή να την μισήσεις ή να την ερωτευτείς. Αυτό συνέβη και στην πρώτη προβολή της στην Ελλάδα, στο 26ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, στο μη διαγωνιστικό τμήμα, όπου την πρωτοείδα. Η ταινία, λειτουργεί σαν όνειρο. Όνειρο εφιαλτικό, με μια βαριά ατμόσφαιρα ζοφερότητας και υποβόσκουσας απειλής που όμως δεν ξεσπά. Την περιμένεις αλλά δεν έρχεται. Με την εισαγωγή, τις φωνές του παιδιού να ζητάει την μάνα του σε ένα άδειο παλιό γήπεδο που βρέχει και τα ζώα το περικυκλώνουν, την κάμερα σε μια μόνιμη ευρυγώνια θέση καταλήγοντας σε ένα απίστευτα καλό σκηνοθετικό μοντάζ, μάθημα κινηματογράφου. Η φωτογραφία και ο αβυσσαλέος κόκκινος φωτισμός, η αυθόρμητη και αυτοσχεδιαστική φόρμα των διαλόγων από τα μωρά - που είναι τα παιδιά του σκηνοθέτη και τους σπουδαίους πρωταγωνιστές με τις απαθείς αλλά δυνατές ερμηνείες, δημιουργούν μια βαναυσότητα συναισθημάτων που μας κάνει να βλέπουμε με απάθεια τον θάνατο, τον τρόμο, το τέλος. Μωρά παιδιά παίζουν ανέμελα σε ένα παγωμένο κλίμα - που δεν θυμίζει Μεξικό - που λένε με την παιδιάστικη αφέλεια τους "Έλα να παίξουμε, γιατί ο μπαμπάς πέθανε", σκηνές που στοιχειώνουν σκέψεις ακόμη και αν η ταινία δεν θέλει να είναι τρόμου (παρόμοια ένιωσα βλέποντας το «Η ώρα του λύκου» του

μεγάλου Bergman). Η φύση και η ζωή συνωμοτεί ενάντια στον ίδιο τους τον εαυτό. Μαζί ακολουθεί και ο άνθρωπος. Δεν υπάρχει συγκεκριμένος τόπος, χρόνος, δεν υπάρχει τίποτα το συγκεκριμένο. Απλά μια ατμόσφαιρα ώστε να μας προκαλέσει πλήρη απάθεια μπρος στην βία που ακολουθεί, θεωρώντας την φυσιολογική. Soundtrack επίσης, δεν υπάρχει. Μια στιγμή μόνο, ακούγεται ζωντανά το πιάνο, σε μια θλιμμένα όμορφη μελωδία του Neil Young, αταίριαστο και ταιριαστό συνάμα, που καταλήγει σε θρήνο. Μια ταινία, που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε τον σκηνοθέτη σαν τον Μεξικάνο David Lynch. Η ταινία δεν ακολουθεί κάποιο συγκεκριμένο σενάριο, μια συγκεκριμένη ιδέα. Έχει φιλοσοφικό ύφος, έχει αλλόκοτες και συνειδητά, ίσως, ασύνδετες σκηνές, που σου παράγουν με την σειρά τους, ασύνδετες σκέψεις, αρνητικού, κατά βάση πρόσημου. Είναι πειραματική σε βαθμό που τα νοήματα της δεν ξεχωρίζουν. Αν είναι συνειδητή ή όχι επιλογή του δημιουργού της, δεν το γνωρίζουμε. Πάντως δεν βγαίνεις από την αίθουσα, νιώθοντας ότι κάτι κατάλαβες. Νιώθεις απλά ότι σε συνεπήρε το κλίμα, στην βάση ότι το φως, που φαινομενικά βγαίνει μετά το σκοτάδι, δεν έρχεται ποτέ. Το σκοτάδι, τελικώς, είναι μόνιμο. Οι άνθρωποι, η βαθιά βία των χαρακτήρων, η σκηνή της βαναυσότητας ενάντια σε ένα σκύλο, η υποκρισία της φυσιολογικής ζωής, όταν όμως όλα γύρω είναι αρρωστημένα, είναι ιδέες, μηνύματα, θέματα που ο σκηνοθέτης, ίσως, θέλει να σχολιάσει. Τα κάνει με ιδιαίτερο τρόπο, με σκηνοθετική μαεστρία, αλλά ίσως υπερτονίζει την φορμαλιστική ουσία, που χάνει το επακριβές περιεχόμενο, κάνοντας ακατανόητο το θέμα και την στόχευση του. Πολυσυζητημένη είναι και η σκηνή του μπάνιου. Όπου μέσα σε οργιώδεις καταστάσεις,


αρρωστημένου ερωτισμού, με ένα ιδιόμορφο Salo να αναπτύσσεται, με πλούσιους που στέκουν με τα αδιάφορα, άδεια πρόσωπα τους και βγάζουν κάθε τους φετίχ πάνω στην πρωταγωνίστρια που το ευχαριστιέται. Γιατί η ζωή της είναι άδεια, γιατί το σκοτάδι έχει ήδη βαθύνει, γιατί έτσι ζούνε οι αλλοτριωμένοι ψυχικά αστοί. Η σκηνή είναι υπερβολική, προκλητική, αλλά δεν βγάζει σεξουαλικότητα, μα μια απέχθεια. Και αυτό το πετυχαίνει, πολύ καλά ο Κάρλος Ρειγιάδας. Η ταινία, έχει πολλά στοιχεία που θα την έκαναν αριστούργημα, αλλά σε αφήνει τελικώς ένα κενό, ότι δεν ολοκλήρωσε αυτό που ήθελε να πει, μα σε αφήνει και κάπως να σκέφτεσαι, ή ένα σημάδι στη ψυχή, ότι τελικά όλα σε αυτόν τον κόσμο, είναι μαύρα, σκοτεινά και το φως δεν ξέρουμε ποτέ και αν θα έρθει. Βαθμολογία: ❹/5 Σύνοψη Η ζωή ενός εύπορου ζευγαριού, στη μεξικανική επαρχία, γίνεται αφορμή για ένα μαγευτικό συνδυασμό art house κινηματογράφου, προσωπικών συλλογισμών και μεταφυσικών προεκτάσεων, όπου τα πάντα πεθαίνουν.

Βραβεία Βραβείο σκηνοθεσίας στον Φεστιβάλ Καννών 2012 Προτεινόμενη για Χρυσό Φοίνικα στο ίδιο Φεστιβάλ ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Carlos Reygadas ΣΕΝΑΡΙΟ: Carlos Reygadas ΠΑΙΖΟΥΝ: Rut Reygadas, Mitsy Ferrand, Joakim Chardonnens ΧΩΡΑ: Μεξικό ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 115’ Δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα Diavasinet.gr και στο Cine.gr

300 - RISE OF AN EMPIRE Πρεμιέρα στις 6 Μάρτη Γιατί κάνω κριτική σε ένα κινούμενο θέαμα, ένα χολιγουντιανό εργοστάσιο δολαρίων, μια μηχανή κιμά της ιστορίας, και μια αφορμή, δυστυχώς, στην χώρα μας, εθνικιστικών υπερηφανειών - μια παραγωγή στην λογική άρτος και θεάματα; Η αλήθεια είναι ότι πήγα να το δω, μονάχα για ένα λόγο. Για να δω την συνέχεια μιας ιστορίας, που ανέδειξε την λουμπενοπερήφανη «This is Sparta!» φράση, σαν παραλλαγή «Ελλάς, ελλήνων, χριστιανών», μια

περηφάνια μακριά εντελώς από την ίδια την πραγματική ιστορία του λαού που ανέδειξε την αντίσταση ως «Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει», περηφάνια, μακριά από τις ανάγκες του φτωχού λαού της χώρας που μαθαίνει να ζει, πέφτοντας στον καθημερινό «Καιάδα» της εξαθλίωσης. Πως μπορεί μια ταινία - με την ευρεία έννοιαενός μεγαθηρίου της Αμέρικα, να δει την ελληνική ιστορία με την αντικειμενική της έννοια, να μην την τσαλαπατά, να μην την κάνει κουρέλι, αναλόγως με το τι συμφέρει, στις εκάστοτε δολαριοεποχές; Να το κάνουν για εμάς τους Έλληνες; Μπα! Δεν γνωρίζουν καν που και ποιοι είμαστε. Περισσότερο μοιάζει μια προσπάθεια να τονίσουν μια χουλιγκανική αντίληψη των πραγμάτων και εφάμιλλου επιπέδου αξίες, με ολίγο soft τσόντα (της Game of Thrones αισθητικής), αίμα και 3D φαντεζί εφέ ώστε να γίνει αρεστό, ώστε να συρρέουν οι άμαθοι από ιστορία μα και κινηματογραφική αισθητική νέοι άνθρωποι. Και πρωταρχικά για να γεμίσουν τα ταμεία τους, με πολλά πολλά φράγκα. Δυστυχώς (μόνο!) το θέαμα πουλάει. Το πρώτο «300» έβγαλε πάνω από 210.000.000 δολάρια στην Αμερική, όταν το βραβευμένο και αισθητικά αρτιότατο Nebraska, 17.000.000, καθώς και το Αγγλικό «The Selfish Giant», 10.000! Το «This is Sparta» του πρωτότυπου, 8 χρόνια μετά, μπαγιάτεψε ήδη. Τώρα περάσαμε στην άλλη υπερδύναμη της εποχής, την Αθήνα,(μιας και οι 300 μια φορά πολέμησαν) και στον εξοστρακισμένο Θεμιστοκλή, μένοντας περισσότερο στα στήθη και τους μηρούς της Αρτεμισίας και στον γίγαντα Θεό Ξέρξη, που βαπτίζεται μέσα στο χρυσό(!), και μοιάζει πιο ψεύτικος από ποτέ, καθώς και στους ψηφιακούς κοιλιακούς των Ελλήνων «αγροτών» που μάχονται σαν σούπερμανς, ελληνιστή, και γκαρίζουν ακατανόητα και άναρθρα «ουγκς» σαν τάγματα εφόδου και ιστορικής «εξόδου». Και αφού σαν ιστορική ανάλυση δεν μας λέει κάτι, αφού σαν αξίες και αρχές είναι ένα γελοιώδες μα και φασιστικό συνονθύλευμα, τιμής, δόξας, ανδρείας και λοιπών άστοχων για την πραγματικότητα μονταρισμένων ανιστόρητα λέξεων, πάμε και στο εφετζίδικο


καλούπι, που με τα μαύρα γυαλιά ηλίου 3D, μοιάζεις όχι ότι μπαίνεις σε σινεμά, μα σε τρενάκι του λούνα πάρκ, και βλέπεις κανένα video game εξελιγμένης αλλά και ολόιδιας στην τελική αισθητικής. Οι αρχαίοι λέγανε «Γαίαν και ύδωρ ου δίδομεν» κάτι αντίθετο, από όσους εκστασιάζονται με κάτι τέτοια θεάματα και ηδονίζονται παραδίδοντας όμως τα πάντα με την στάση τους ιδεολογικά και πρακτικά με όργανο την ψωροεθνοπερηφάνειας τους. Οι ιστορικού περιεχομένου ταινίες πάντα είχαν την τιμητική στους στο Hollywood. Αλλά εδώ δεν έχουμε με κάτι τέτοιο. Εδώ έχουμε να κάνουμε με μια υπερβολικού επιπέδου αυτοικανοποίηση, με τα εφέ, τα μαζικές σφαγές, και την αγριάδα, με ολίγο παιδικού τύπου φιλοσοφικές - τρομάρα τους - αναζητήσεις. Όλα αυτά δεν έχουν σχέση με κινηματογράφο, με αφήγηση, με καλλιτεχνική άνοδο και πτώση των χαρακτήρων, με σεναριακό ρυθμό κλιμάκωσης και εισροής της συνείδησης του κοινού σε μια σύγκρουση με τον εαυτό του. Δεν αποτελούν τέχνη, δεν αποτελούν κινηματογράφο. Είναι παραμυθάκια που μας νυστάζουν, αν δεν μας αλλοτριώνουν. Βαθμολογία: ⓿/5 Σύνοψη Βασισμένο στο τελευταίο graphic novel του Φράνκ Μίλερ με τίτλο "Ξέρξης" και εμπνευσμένο από την παγκόσμια επιτυχία "300", το νέο κεφάλαιο της επικής ταινίας εκτυλίσσεται αυτή τη φορά στη θάλασσα. Ο Έλληνας στρατηγός Θεμιστοκλής (Σάλιβαν Στέιπλετον) επιχειρεί να ενώσει όλους του Έλληνες σε μια επική μάχη που καθόρισε την ιστορία του Δυτικού κόσμου. Στη ταινία "300: Η Άνοδος της Αυτοκρατορίας", συναντάμε τον Θεμιστοκλή και τον ελληνικό στόλο ενάντια στις Περσικές δυνάμεις του "Θεού Βασιλιά" Ξέρξη (Ροντρίγκο Σαντόρο) και της Αρτεμισίας (Έβα Γκριν), της πιο εκδικητικής αρχηγού του Περσικού στρατού. ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Noam Murro ΣΕΝΑΡΙΟ: Zack Snyder ΠΑΙΖΟΥΝ: Sullivan Stapleton, Eva Green, Lena Headey ΧΩΡΑ: ΗΠΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 102’ Λογοκριμένο. Δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα Diavasinet.gr

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΛΟΓΙΚΗ/A PERDRE LA RAISON Πρεμιέρα στις 6 Μάρτη Ένα γεγονός αποτρόπαιο, μια πράξη απόγνωσης, μια φρικιαστική δολοφονία, γίνεται ταινία. Έχει γίνει πολλές φορές στον κινηματογράφο, αλλά τούτη η ταινία έχει κάτι το διαφορετικό. Κι αυτό βρίσκεται στον τρόπο που αφηγείται, την σταδιακή εξέλιξη της αποτρόπαιης έκβασης. Με τον τίτλο «Πέρα από την λογική» και την γλυκιά οπτική της κάμερας, με τον Haydn να ακούγεται σαν υπόκρουση ευτυχισμένα και θλιμμένα, τα χαμόγελα των παιδιών στα παιχνίδια τους και των ερωτευμένων νέων στα φιλιά τους, ο σκηνοθέτης Joachim Lafosse, σκηνοθετεί με περίσσεια ευαισθησία, ένα τραγικό δράμα, μια ταινία απολύτως ανθρώπινη, που φτάνει στο απάνθρωπο έγκλημα. Μια ταινία που λειτουργεί κάτω από το κέλυφος των αιτιών και των κινήτρων, μια αληθινή ιστορία σύγχρονης Μήδειας, που όμως βλέπεται μέσα από τον ευαίσθητο φακό, μέσα από την ραγισμένη ψυχολογία της «Μήδειας», χωρίς να την κριτικάρει για την πράξη της που μοιάζει με αιτιολογημένη σύγκρουση, αλλά συμπάσχοντας με την τεράστια πίεση, που η ζωή επιφύλαξε για αυτή. Η Murielle, ενσαρκωμένη, από την Émilie Dequenne, σε μια δυνατή, πανέμορφη και συνταρακτική ερμηνεία που της χάρισε, δικαίως, βραβείο στις Κάννες, παίζει τον ρόλο μιας γυναίκας, που ζει στα απόλυτα ερμητικά όρια μιας ζωής, μη-ζωής, και ο μόνος τρόπος για να τα ξεπεράσει είναι η άγρια, η απάνθρωπη δολοφονία των τεσσάρων της παιδιών. Ο σκηνοθέτης, δεν ποντάρει στη βία, δεν ποντάρει στο αίμα, δεν ποντάρει μονάχα στην πλοκή και την λύτρωση. Με μαεστρία ξεδιπλώνει ένα πλέγμα αντιθέσεων ευτυχίας και δυστυχίας, ανεμελιάς και πίεσης, οικογενειακής βίας που κρατιέται αναμμένη κάτω βαθιά από την επιφάνεια. Η κάμερα κολλημένη στις εκφράσεις και τα συναισθήματα κλιμακώνει ρυθμικά και έντονα στο απόλυτο συναισθηματικό ράγισμα, σπάσιμο, κατάπτωση και έκρηξη μιας γλυκιάς νέας γυναίκας, που η αγάπη για την ζωή, τον άντρα της και τα παιδιά της, εξελίσσεται σε βάρος, σε πόνο, σε δολοφονική απόγνωση. Τα


χρήματα και η ψευδώς δοσμένη «ελευθερία», οι λευκοί γάμοι νομιμοποίησης, - άλλο ένα αστικό κατασκεύασμα εκμετάλλευσης των αυταπατών των φτωχών μεταναστών -, δένουν τους ανθρώπους σε ένα άρμα εξάρτησης, χρέους, τους κάνουν παθητικούς ουραγούς της ζωής.

συναισθηματικά περιβάλλον που ύπουλα οδηγεί την οικογένεια προς μια τραγική κατάληξη.

Από την μία ο νεαρός, και από την άλλη η κοπέλα, με όχημα τον έρωτα, παντρεύονται, κάνουν τέσσερα πανέμορφα παιδιά, αλλά αυτό είναι το όνειρο. Η πραγματικότητα είναι αλλού. Ενίσταται στην ύπαρξη του «σωτήρα» πλούσιου Αντρέ που έχει βγάλει τον Mounir από την φτωχική ζωή, κουνά τα νήματα της ζωής του και παίζει τελικώς τον ρόλο σκλαβιάς και αλλοτρίωσης των συναισθημάτων και του υιοθετημένου Mounir, μα και ολόκληρης της οικογένειας του. Ο ρόλος του είναι καταπιεστικός, εξευτελίζοντας ότι όμορφο μένει στην ανθρώπινη ψυχή, κάνοντας τον νεαρό σκυλάκι του και την κοπέλα, δολοφόνο. Όλα καταρρέουν σιγά σιγά, χαρακτήρες, αξίες, ομορφιά και το όνειρο γίνεται εφιάλτης. Έτσι η γυναίκα χάνει τον ρόλο της μάνας και γίνεται χάρος των παιδιών της.

Βραβεία

Η ταινία, περνά κάθε σκόπελο, μελοδράματος, με πανέμορφο τρόπο χτυπάει στην δική μας συνείδηση, μη δίνοντας κάποια λύση, ούτε «μυθοπλάθοντας» αιτίες, μιας και το γεγονός είναι αληθινό, αλλά θέλει να αγγίξει τα ανθρώπινα συναισθήματα μας, να μας συγκινήσει, να μας κάνει να δούμε το τέλος, όσο παράλογα απάνθρωπο και να είναι, σαν μια φυσιολογική συνέπεια, μιας απάνθρωπης ζωής. Δίχως να βαθαίνει σε ελιτισμούς και ακαδημαϊσμούς, τονίζει αυτό που θέλει να πει, και το λέει άριστα. Βαθμολογία: ❹/5 Σύνοψη Βασισμένη σε ένα αληθινό γεγονός που συγκλόνισε το Βέλγιο το 2007, η ταινία εξιστορεί την πορεία μιας σύγχρονης Μήδειας, εξερευνώντας πολυεπίπεδα τα όρια της οικογενειακής ζωής, αλλά και τις πολιτισμικές και ταξικές συγκρούσεις που την υπονομεύουν. Η Μίριέλ και ο Μουνίρ είναι ερωτευμένοι. Από μικρός, ο νεαρός άνδρας από το Μαρόκο ζει με τον εύπορο γιατρό Πινζέ που του προσφέρει μια άνετη ζωή. Όταν ο Μουνίρ και η Μίριέλ αποφασίζουν να παντρευτούν και να κάνουν παιδιά, η εξάρτηση του ζευγαριού από τον γιατρό γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Όταν είναι ήδη αργά, η Μίριέλ αρχίζει να καταλαβαίνει ότι ζει σε ένα ανθυγιεινό

ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Joachim Lafosse ΣΕΝΑΡΙΟ: Matthieu Reynaert, Thomas Bidegain ΠΑΙΖΟΥΝ: Émilie Dequenne, Claire Bodson, Niels Arestrup ΧΩΡΑ: Γαλλία ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 111’

Βραβείο γυναικείας ερμηνείας - Un Certain Regard Κάννες 2012 Μεγάλο Βραβείο Κριτικής Επιτροπής 14ο Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου της Αθήνας Δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα Diavasinet.gr

ΑΙΣΘΗΣΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ/A TOUCH OF SIN ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ ΤΟΥ ΜΗΝΑ

Πρεμιέρα στις 13 Μάρτη Ο κινέζικος κινηματογράφος, βρίσκεται σε πλήρη άνθηση εδώ και χρόνια. Με ακαδημίες και σχολές υψηλού επιπέδου, εξειδικευμένο τεχνικό προσωπικό, τεράστια στούντιο, που από πολλούς δικαίως, θεωρείτε η δεύτερη «υπερδύναμη» της κινούμενης εικόνας, μετά την Αμερική. Ο κατά κριτικούς «μεγαλύτερος εν ζωή κινηματογραφιστής» Jia Zhangke, αγκαλιά με το βραβείο καλύτερου σεναρίου από τις Κάννες, έρχεται να δώσει στον κόσμο, μια εικόνα, της χώρας του, αφού βασίζεται σε σχηματοποίηση επίκαιρων ζητημάτων και γεγονότων της σύγχρονης κινέζικης κοινωνίας, αλλά όπως κάθε μεγάλο έργο τέχνης, περικλείει μέσα της την παγκοσμιότητα. Και έχει την σημασία του, αυτό, γιατί με κάδρο και όχημα, τις μεγάλες πολιτιστικές παραδόσεις της Κίνας αλλά και τις συνέπειες της δυτικοποίησης της, την ευαίσθητη και ανεξάρτητη αφήγηση που δεν συναντάμε στον ευρωπαϊκό ή αμερικάνικο κινηματογράφο, την οπτική και την κινηματογράφηση μεγάλων (με την έννοια της ουσίας και όχι του χρόνου) και ισχυρών πλάνων, ο δημιουργός, δίνει την δική του θέση, πάνω στο γενικό ζήτημα της βίας, των κοινωνικών αιτιών και των ατομικών συνεπειών, που δεν έχουν καμία μα καμία τοπική «διάλεκτο», μα καθαρά πολιτική.


Όπως και να αναγνώσουμε το φιλμ, είτε με την λογική ότι αποτελεί έργο εν λογοκρισία, κάτι που αρνείται ο ίδιος ο σκηνοθέτης, είτε ότι μιλάει για τα κακώς κείμενα της κερδοφόρας ανάπτυξης της Κίνας με ίσως σχηματικό τρόπο, είτε κοιτώντας την ταινία σαν έργο τέχνης, που λειτουργεί αυτόνομα, ασχέτως από την τοπικότητα της, το «Αίσθηση αμαρτίας» είναι αριστουργηματικά δομημένο. Δεν δίνει ίσως τις απαντήσεις, αλλά βάζει το κοινό, να βρει τι φταίει, τι πρέπει να γίνει. Μια σπονδυλωτή ταινία, ένα σύνολο, τεσσάρων μικρού μήκους ιστοριών, με κοινό συνδετικό κρίκο την αποσύνθεση των αξιών, την σύγκρουση με την ανθρώπινη φύση και την λανθάνουσα ανάγκη για διέξοδο, μέσα από το κάπνισμα των κανών του όπλου, του περιστρόφου, του σουγιά που στάζει ποτάμια αίματος και της απεγνωσμένης αυτοκτονίας. Η ταινία έχει βρει την χρυσή τομή της κινηματογραφικής αφήγησης. Σκηνοθεσία, μοντάζ , ρυθμός, όλα μαθήματα κινηματογράφου. Κάποιοι μπορεί να την βρούνε στιλιζαρισμένη και ακαδημαϊκή. Όμως τίποτα το ακαδημαϊκό δεν εκπέμπει ευαισθησίες, συγκίνηση και άνοδο κοινωνικών προβληματισμών μέσω αυτών των συναισθηματικών λειτουργιών, όπως κάνει η συγκεκριμένη. Σενάριο, γραμμένο, υλοποιημένο και κλιμακωτό, όπου η σύνδεση των τεσσάρων ιστοριών, έχουν την δική τους αρχή, μέση και τέλος, και δεν είναι ξεκομμένες, μα ολοκληρώνουν με απόλυτη αρτιότητα το σύνολο, την ίδια την γενική πλοκή, την αρχική ιδέα, αλλά και τις μικρές πολυεπίπεδες θέσεις του σκηνοθέτη. Τίποτα δεν είναι τυχαίο. Όλα έχουν ένα ρόλο. Η ταινία, υπερισχύει, μέσα στην φορτισμένη εικόνα της, με το σκοτεινό χιούμορ της, την βία τύπου Old boy, αλλά και με την περισσή ανθρώπινη ευαισθησία, που διακρίνεται απόλυτα στα πρόσωπα όλων των πρωταγωνιστών. Ο ρυθμός της δεν κλιμακώνει προοδευτικά, αλλά πλάνο - πλάνο μας βάζει στην ψυχοσύνθεση των ηρώων με συνεπή και σταθερή τροχιά και μας φέρνει τελικώς, αντιμέτωπους με την απότομη κάθαρση, που όταν ξεκινά δεν έχει τελειωμό. Εδώ θα δούμε τους πρόγονους του ταραντινικού

κινηματογράφου - τους κινέζους συναδέλφους του, στην πιο καλή τους στιγμή. Το σύγχρονο με το παλιό, το μοντέρνο με την παράδοση, διαλεκτικά συνδέονται και συγκρούονται, η κινέζικη όπερα με τις βολεμένες συνειδήσεις, τις εκπυρσοκροτήσεις των όπλων και το μαστίγωμα του ανήμπορου ζώου, σπαραχτικές σκηνές γεμάτες αυτόνομα νοήματα και φυσικά παγκόσμια. Η ταινία λοιπόν, βάζει την Κίνα στο προσκήνιο, μα στον στόχο του κυρίου Ζhangke τελικά, είναι ο κόσμος όλος. Στόχος οι αιτίες που κάνουν τους ανθρώπους, δολοφόνους και στην τελική αυτόχειρες πρακτικά ή μη. Όπλα - χρήματα πορνεία, όλες οι γνωστές αξιακές θέσεις κοινωνιών που τρώει ο ένας τον άλλον, που κάνουν τους ανθρώπους να καταφύγουν στους αδιέξοδους δρόμους της ατομικής βίας για να κρατήσουν λίγο την αξιοπρέπεια τους. Σπουδαία ταινία. Βαθμολογία: ❹❺/5 Σύνοψη Ένας θυμωμένος μεταλλωρύχος επαναστατεί ενάντια στη διαφθορά των αρχηγών του χωριού του. Ένας μετανάστης εργάτης που περνάει την Πρωτοχρονιά στο σπίτι του, ανακαλύπτει τις απεριόριστες δυνατότητες που μπορεί να προσφέρει ένα όπλο. Μία όμορφη ρεσεψιονίστ ενός σπα φτάνει στα όρια όταν ένας πλούσιος πελάτης της επιτίθεται. Ένας νεαρός εργάτης εργοστασίου αλλάζει τη μία δουλειά μετά την άλλη προσπαθώντας να κάνει τη ζωή του καλύτερη. Τέσσερις άνθρωποι, τέσσερις επαρχίες.

Βραβεία Βραβείο καλύτερου σεναρίου στις Κάννες 2013 Προτεινόμενη για Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες 2013 Καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας στοToronto International Film Festival ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Zhangke Jia ΣΕΝΑΡΙΟ: Zhangke Jia ΠΑΙΖΟΥΝ: Wu Jiang, Lanshan Luo, Li Meng ΧΩΡΑ: Κίνα ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 133’ Δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα Diavasinet.gr


GRAND CENTRAL Πρεμιέρα στις 20 Μάρτη Στον κινηματογράφο, όταν έχεις μια αδύναμη ιδέα, που μετουσιώνεται σε αδύναμη πλοκή και σενάριο, είναι σχετικά αδύνατο, να έχουμε ένα στιβαρό κινηματογραφικό έργο. Το σενάριο είναι η πρώτη ύλη. Η σκηνοθεσία, το εργαλείο, για το παραγόμενο αποτέλεσμα. Στην περίπτωση του Grand Central, το ένα δυσκολεύει το άλλο και έτσι έχουμε να κάνουμε με ένα χαμηλών τόνων μελόδραμα, που δεν συγκινεί, ούτε προβληματίζει. Πυρηνική ενέργεια και έρωτας. Αυτή είναι η επιφανειακή αντίθεση και δυστυχώς είναι τόσο εμφανής καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας, που δείχνει την αδυναμία της δημιουργού, στην εξεύρεση δικής της άποψης και θέσης. Σαν ιδέα, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι ποιοτικό, με την προϋπόθεση να ξεφεύγει από τα τετριμμένα, η κάμερα να βρίσκει την σωστή οπτική για φιλμική αφήγηση, για εμβάθυνση στους χαρακτήρες και την ψυχοσύνθεση τους. Ελλείπετε στον ρυθμό, στην ισορρόπηση και δίνει λανθασμένες προτεραιότητες στα ζητήματα, γενικά ο τρόπος παρουσίασης και διαχείρισης του όλου δημιουργήματος, έχει αρκετά προβλήματα χρονικά και σκηνοθετικά. Ένα νεαρό ζευγάρι, - που ενσαρκώνει απλά ικανοποιητικά, η νέα γενιά των Γάλλων ηθοποιών, ο freewheelin’ και άφραγκος Tahar Rahim και η πανέμορφη, αδύναμη, θλιμμένη και σέξι Lea Seydoux - ζει ένα τοξικό έρωτα στην σκιά των φουγάρων και των ραδιενεργών απειλών, νεανικά άκριτα, με αφέλεια, με ανεμελιά. Σε τούτη τη φιλμική αντίθεση, σε τούτο το σχετικά απάνθρωπο περίγυρο, βλέπουμε τον «παράνομο», όπως προσπαθεί να τον προσδώσει το έργο, έρωτα τους, ενώ τίποτα το παράνομο δεν υπάρχει, μα το απολύτως φυσιολογικό. Κι αυτό συμβαίνει γιατί η δημιουργός, σκηνοθετεί επιφανειακά τους χαρακτήρες, με αποτέλεσμα να μοιάζουν ίδιοι, δίχως βάθος, χωρίς αντιθέσεις που να ανοίγουν ισχυρούς δραματικούς δρόμους, διόδους και αδιέξοδα. Δεν αρκεί, να βάζουμε ένα όμορφο ζευγάρι ηθοποιών και κατά προέκταση χαρακτήρων για να κάνουμε καλή και πετυχημένη ταινία. Πρέπει να γνωρίζουμε, να

τους εξάγουμε μια δυναμικότητα, που θα μας κάνει να εισέλθουμε στον κόσμο τους. Οι αναίτιες εντάσεις, οι χλιαρές συγκρούσεις, οι εφηβικοί προβληματισμοί που θέτει το έργο της Rebecca Zlotowski, στην δεύτερη μεγάλη μήκους ταινίας της, είναι ασχημάτιστοι, ανολοκλήρωτοι, σχετικά διέπονται από παιδική αφέλεια, από τάσεις για εύκολη συγκίνηση, από γραμμικούς χαρακτήρες βασισμένοι σε γραμμικό σενάριο, που δυσκολεύεται να εξελιχθεί και να κλιμακωθεί, μένοντας σε μια μόνιμη κατάσταση, που τελικά δεν κερδίζει. Είναι μια απλή ιστορία, με μπερδεμένη, σχεδόν αντεκουπάριστη σκηνοθεσία, αναίτια slow motion, μια ταινία έρωτα και λανθάνοντος μελοδράματος, τελικώς μια αδιάφορη, από άποψη συγκρούσεων φιλμική ιδέα που δεν προσθέτει τίποτα στο περιεχόμενο και την μορφή στο χώρο των ταινιών του είδους. Βαθμολογία: ❷/5 Σύνοψη Ο Γκάρυ (Ταχάρ Ραχίμ), 28 χρονών είναι από τους ανθρώπους που δεν περιμένουν τίποτα από κανέναν και ζουν την ζωή τους στα άκρα χωρίς φόβο. Πιάνει δουλειά σε ένα εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας, πεπεισμένος ότι εκεί θα βρει αυτό που ψάχνει: νόημα στη ζωή του, χρήματα, αλλά και μια ομάδα στην οποία μπορεί να ανήκει. Ενθουσιασμένος με το νέες του αρμοδιότητες για πρώτη φορά στη ζωή του νιώθει ότι είναι μέρος μιας σημαντικής αποστολής, για την οποία δεν διστάζει να παίζει τον ρόλο του ήρωα και να εκτίθεται σε υψηλά ποσοστά ραδιενέργειας. Μέλος της ομάδας του είναι και η Κάρολ (Λεά Σεντού), με την οποία ερωτεύονται αμέσως. Μαζί ζουν μια παράνομη ερωτική περιπέτεια, καθώς εκείνη είναι έτοιμη να παντρευτεί έναν άλλον από τους συνεργάτες τους. Όταν ο Γκάρυ αγγίζει τα επιτρεπτά όρια ραδιενέργειας, αποφασίζει να το κρύψει, από φόβο μήπως τον αποδεσμεύσουν από τα καθήκοντά του, χάνοντας όχι απλώς την δουλειά του, αλλά και την γυναίκα που αγαπά.

Βραβεία Υποψήφια για το βραβείο «Ένα κάποιο Βλέμμα» στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Καννών 2013 Βραβείο Καλύτερης Γυναικείας Ερμηνείας για την Λεά Σεντού, Βραβεία Lumières 2014 Ειδικό Βραβείο Κριτικής Επιτροπής, Βραβεία Lumières 2014 ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Rebecca Zlotowski ΣΕΝΑΡΙΟ: Gaëlle Macé, Rebecca Zlotowski ΠΑΙΖΟΥΝ: Tahar Rahim,


Léa Seydoux, Olivier Gourmet ΧΩΡΑ: Γαλλία ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 94’ Δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα Diavasinet.gr

ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΨΑΡΙ/STRATOS Πρεμιέρα στις 27 Μάρτη Και να τη, η τέταρτη μεγάλου μήκους ταινία του Γιάννη Οικονομίδη, χτυπάει τις αίθουσες μετά από την πορεία του στο Φεστιβάλ Βερολίνου και την μεγάλη διαφήμιση από την εταιρία παραγωγής και διανομής, λογικό εν μέρει, λόγω ότι η χώρα μας έχει μια αύξηση της κινηματογραφικής παραγωγής τα τελευταία χρόνια και καλό είναι να την προωθούμε. Και καθώς το «Σπιρτόκουτο» και η «Ψυχή στο στόμα», δημιούργησαν ένα υπόβαθρο για την περαιτέρω καλλιτεχνική πορεία μιας ανερχόμενης εφόδου του δημιουργού και ο «Μαχαιροβγάλτης» έδειξε ότι κάποια πράγματα πρέπει να εξελίσσονται, αλλιώς υπάρχει ο σοβαρός κίνδυνος της επανάληψης, μιας από της βαλτώδεις «ασθένειες» της καλλιτεχνικής δημιουργίας, ο κ. Οικονομίδης, προχωρά στη τέταρτη του ταινία, με μια συμφωνία κρουστών να του ανοίγουν την παρέλαση και με τον τίτλο «Μικρό ψάρι» μας ανέβασε τις προσδοκίες να ακούσουμε για άλλη μια φορά την ιδιόρρυθμη φωνή του φτασμένου πλέον σκηνοθέτη. Μια φωνή που ακολουθεί επακριβώς τα ίδια μονοπάτια της ως τώρα διαδρομής του, που η πλοκή μπαίνει πάντα σε δεύτερο πλάνο, υπάρχει μονάχα ως πλαίσιο, ενδιαφερόμενος μόνο για την ψυχογραφική ανάλυση ανθρώπων στα όρια της απόγνωσης σε μια κοινωνία στα όρια της παρακμής και ακόμη πιο κάτω. Ο Οικονομίδης, με τον μονίμως κινηματογραφικό, σπουδαίο ηθοποιό Βαγγέλη Μουρίκη να υπογράφει και στο σενάριο, αναδεικνύει τις συγκρούσεις, τους ψυχικούς εξευτελισμούς, την μονίμως ισχυρή πίεση που δέχονται τα μικρά ανθρωπάκια μέσα σε μια ιεραρχική κοινωνία γεμάτη ισχυρούς και ανίσχυρους, αφεντικά και δούλους, άρχοντες και πιόνια, μεγάλα και μικρά ψάρια, αντιθέσεις ώρες ώρες υπερβολικά και στυλιζαρισμένα ανεπτυγμένες, τις ανθρωποφαγικές σχέσεις τους, τις ανάγκες για διέξοδο ενώ κυριαρχεί ένα κοινωνικό τέλμα.

Όμως δυστυχώς, η ταινία πάσχει σε πολλούς κινηματογραφικούς τομείς, και από άποψης φόρμας και από άποψης περιεχομένου, με πρώτο και σοβαρότερο «παράπτωμα» την επανάληψη, όπως προείπα. Σαν να μην κάνει βήμα, μπροστά, ο δημιουργός, συνεχίζει να αναλώνεται στο ίδιο ακριβώς μοτίβο, με τις ύβρεις, πλέον να δείχνουν φετιχιστική διάθεση και ενσυνείδητη ανάγκη να γίνεται cult, τους ρηχούς ήρωες που επαναλαμβάνουν συνεχώς τα ίδια, με έλλειψη δραματικότητας, σύνδεσης των συναισθημάτων, αλλά και σύνδεσης της πλοκής, με συγκρούσεις αψυχολόγητες και μετέωρες που προκαλούν γέλιο σε πολύ σοβαρές κατά τα άλλα καταστάσεις - ίσως και συνειδητή αυτοσαρκαστική διάθεση του δημιουργού αλλά ρίχνοντας τελικώς το γενικό επίπεδο της ταινίας, που μόνο η ερμηνεία του Μουρίκη, του Πέτρου Ζερβού και των υπολοίπων ηθοποιών, καθώς και η φωτογραφία σώζει την κατάσταση. Μια ταινία που ξεπερνά τις 2 ώρες, που έχει σοβαρές αδυναμίες στην εξέλιξη της, που όλοι οι λούμπεν εγκληματίες χαρακτήρες είναι σαν να βγήκανε από το ίδιο ακριβώς καλούπι, λέγοντας ακριβώς τα ίδια, έχοντας τις ίδιες ακριβώς αντιδράσεις, με υπόβαθρο αδιάφορο, μη αφηγημένο, σαν να δείχνει ότι μια κοινωνία αποτελείτε από κλώνους ενός άρρωστου μυαλού. Αυτό εξηγείται κατά την γνώμη μου, ως πρόβλημα του φορμαλιστικού και στυλιζαρισμένου σεναρίου, που αναπαράγει σε αργό βαθμό τις ίδιες απόψεις και θέσεις από την αρχή ως το τέλος, ότι το «μικρό ψάρι» είναι αυτό που θα φαγωθεί από το μεγάλο και ίσως αντιδράσει και λίγο. Το καταλαβαίνουμε σχετικά γρήγορα, αλλά ο δημιουργός δεν προσπαθεί να βρει καμιά αιτία που συμβαίνει αυτό, μη αναπτύσσοντας και εξελίσσοντας, επίσης, διόλου τους χαρακτήρες. Το μοντάζ και η σκηνοθεσία είναι ώρες ώρες άρρυθμη με μακροσκελή πλάνα και ανέκφραστους χαρακτήρες, υπερβαίνοντας τον χρόνο ανάγκης που χρειάζεται το κοινό, για να μπει στο κλίμα. Δυστυχώς είναι προβλέψιμη ταινία, και το φιλμ νουαρ στοιχείο που έχει ως κάδρο ανάπτυξης της ψυχολογίας των χαρακτήρων, είναι τόσο κοινότοπο, δίχως σασπένς, στοιχείο αναγκαίο μιας και δεν είναι καθαρά δραματική ταινία, μα ταινία «εγκλημάτων» και ξεκαθαρίσματος λογαριασμών, πράγμα που έχουμε δει


υλοποιημένες πολλάκις στον κινηματογράφο, με καλύτερες στιγμές. Ο Οικονομίδης, επαναλαμβάνεται. Με θολή κοινωνική ανάλυση και κριτική, μη προσθέτοντας κάτι νέο, δείχνοντας ένα τέλμα περιεχομένου και διάθεσης καλλιτεχνικών αλμάτων, ασχέτως με τις όποιες προθέσεις, έχει ως αποτέλεσμα, η ταινία, παρά την όποια διεθνή βράβευση της, και την υψηλή παραγωγή της να είναι σχετικά αδιάφορη, για τον κόσμο, που αγαπά τον κινηματογράφο. Βαθμολογία: ❶/5 Σύνοψη Στα 19 του, ο Στράτος διέπραξε ένα έγκλημα πάθους. Πέρασε τη μισή του ζωή στη φυλακή, κάτω από την προστασία ενός αρχινονού του υποκόσμου, του Λεωνίδα. Μια μέρα, κατά τη διάρκεια μιας συμπλοκής ανάμεσα σε αντίπαλες συμμορίες, ο Λεωνίδας του έσωσε τη ζωή. Ο Στράτος αυτό δεν το ξέχασε ποτέ. Ελεύθερος πια, ο Στρατός δουλεύει τη νύχτα σε ένα αρτοποιείο, ενώ τη μέρα εκτελεί συμβόλαια θανάτου. Όλα του τα χρήματα τα δίνει στον Γιώργο, τον αδελφό του Λεωνίδα, που οργανώνει ένα παράτολμο σχέδιο απόδρασης για να βγάλουν τον Λεωνίδα από την φυλακή. Το μόνο πράγμα που απασχολεί τον Στράτο είναι να εξοφλήσει το χρέος του στον Λεωνίδα. Η μέρα της απόδρασης, η πιο σημαντική μέρα της ζωής του, πλησιάζει... ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Γιάννης Οικονομίδης ΣΕΝΑΡΙΟ: Γιάννης Οικονομίδης, Θάνος Ξηρός, Βαγγέλης Μουρίκης, Χρήστος Β. Κωνσταντακόπουλος, Χάρης Λαγκούσης ΠΑΙΖΟΥΝ: Βαγγέλης Μουρίκης, Πέτρος Ζερβός, Βίκυ Παπαδοπούλου, Γιάννης Τσορτέκης, Γιώργος Γιαννόπουλος, Γιάννης Αναστασάκης, η μικρή Πωλίνα Δελλατόλα, Γιάννης Βουλγαρακης, Μαρία Καλλιμάνη, Αλέκος Πάγκαλος, Γιώργος Μπινιάρης, Όμηρος Πουλάκης, η Σόνια Θεοδωρίδου και η Πόπη Τσαπανίδου ΧΩΡΑ: Ελλάδα ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 137’ Δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα Cine.gr

Ο ΓΕΡΜΑΝΟΣ ΓΙΑΤΡΟΣ/WAKOLDA Πρεμιέρα στις 27 Μάρτη Δραματοποιημένη η βαρβαρότητα, η αρρωστημένη ιστορία του Γ’ Ράιχ, όχι κατά την περίοδο του πολέμου, μα στα χρόνια που ακολούθησαν, πάντα βουτηγμένα στον τρόμο και την αθλιότητα, όταν οι Ναζί εγκληματίες διέφευγαν και κυκλοφορούσαν ελεύθεροι στην Λατινική Αμερική, και ειδικά στην Αργεντινή, που είχε γίνει, με τις ευλογίες της κυβέρνησης,

παράδεισος τους. Στην ταινία, κρίνεται όλη η φασιστική αντίληψη των πραγμάτων, μέσα από τη νοσηρή «ευγένεια» του γιατρού Τζόζεφ Μένγκελε (αληθινό πρόσωπο), ή αλλιώς του «Αγγέλου του Θανάτου», αρχίατρος αρχιδολοφόνος του Άουσβιτς. Λόγω της σοβαρότητας του θέματος, πολιτικά, ηθικά, ιστορικά και ανθρώπινα, η δημιουργός Λουσία Πούεντσο - με την ιδιότητα της auteur, βιβλίο, σενάριο, σκηνοθεσία δικά της - και η ταινία της, διαλέγει μια απλή, λιτή αφηγηματική μορφή, με έντονα τα στοιχεία του θρίλερ και του σασπένς, και δίχως να καταλήγει ανώδυνη. Η ταινία επιβάλλει την θέση της, αυτό που θέλει να πει. Μπορεί να έχει κλασική δομή και μια κάποια επιφανειακή γραμμικότητα, μα δεν μένει εκεί. Αυτό που την βγάζει από τον σωρό είναι πως κάνει μια ψυχογραφική ανάλυση του φασισμού ως ιδεολογία, του τρόπου διείσδυσης στον άνθρωπο και στην κοινωνία, την διαβρωτική του ιδιότητα, την εμφάνιση του ως σωτήρας της. Η κοινωνία, φιλμικά, είναι μια οικογένεια, δίχως κοινωνικές αντιστάσεις, που επιζητά κάποιον που θα την σώσει, από αόρατες ασθένειες και απειλές. Και ποιος είναι αυτός; Ο φασισμός, που ενσαρκώνεται στην ζωή του φυγά ναζιστή «γιατρού». Με σημειολογική ακρίβεια στην αφήγηση, εξειδικεύοντας στο γενικό, δίνοντας μας την δυνατότητα ή καλύτερα σπρώχνοντας μας, να ρίξουμε μια πιο βαθιά ματιά στην «μαζική ψυχολογία» του φασισμού, πετυχαίνει να μας προβληματίσει. Στο που βασίζει την άνοδο του, πέρα από την πολιτική αναγκαιότητα της οικονομικής εξουσίας. Είναι και οι κοινωνική αμάθεια, η απάθεια, η ανοχή, η ματαιοδοξία και η παράδοση των όποιων ανθρώπινων αντιστάσεων. Όπως οι Γερμανοί πίστευαν ότι ο Χίτλερ θα τους σώσει, έτσι και εδώ η οικογένεια, παραδίδεται ολάκερη, στην άρρωστες ορέξεις του Μένγκελε. Σε βαθμό, που να δημιουργείται μια αίσθηση φιλίας, σεβασμού, ανάγκης, και χειρότερα αγάπης, προς τον βασανιστή της. Η μοναδική ανάσα βρίσκεται στον χαρακτήρα της φωτογράφου, η φωτογραφική «αλήθεια» αποτελεί αντίσταση. Η δημιουργός, διαλέγει για το όλο δημιούργημα της, μια ματιά προσωπική, απλή, αληθινή,


γρήγορη μα και έντονα δραματική, με σωστή εμβάθυνση στους χαρακτήρες, με σωστή σύνδεση τους στην αφήγηση και την πλοκή, όπου κανείς δεν είναι περιττός ή μη ολοκληρωμένα ψυχογραφημένος, με σωστά δομημένες συγκρούσεις, με σωστή διαχείριση της αναμονής των φιλμικών γεγονότων από πλευράς του κοινού, με κλίμα μόνιμα απειλητικό και φωτογραφία κρύα για να τονίσει την ερημοποίηση των ανθρώπινων αντοχών. Η ταινία, μπορεί να μην έχει κάτι το πρωτοποριακό στην αφήγηση της ή στην εξέλιξη της μορφής της, αλλά στα πλαίσια της πλοκής και των θέσεων της δημιουργού της, μαστιγώνει πετυχημένα το παρελθόν της χώρας της, το παρελθόν της ανθρωπότητας, δίχως να κάνει πίσω από τους υπεύθυνους, μια προσπάθεια να μην χαριστεί το μέλλον σε μια τέτοια εγκληματική ιδεολογία. Για τον λόγο αυτό, και με την λογική ότι το πετυχαίνει, αξίζει να την δούμε και σίγουρα θα κερδίσουμε κάτι. *Ο original τίτλος Wakolda, είναι το όνομα μιας κούκλας, στην πλοκή της ταινίας, μια σημειολογική ματιά στο ζήτημα των Αρίων, και δίνει πιο ολοκληρωμένα το όραμα της δημιουργού. Βαθμολογία: ❸/5 Σύνοψη Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, έχει τελειώσει. Ο διαβόητος γερμανός γιατρός Γιόζεφ Μένγκελε, έχει καταφύγει την δεκαετία του ’60 στη Παταγονία της Αργεντινής. Εκεί θα συναντήσει μια οικογένεια, που θα τον φιλοξενήσει στην πανσιόν τους. Η Εύα, ο Έντζο και τα τρία τους παιδιά, θα γίνουν το ιδανικό πειραματόζωο, στα χέρια του καταζητούμενου Γερμανού Γιατρού. Όλοι στην οικογένεια, αγνοώντας την πραγματική του ταυτότητα, του συμπεριφέρονται σαν ένα καλό τους φίλο. Γοητευμένοι από αυτόν τον χαρισματικό άνδρα, με τους ευγενικούς τρόπους, την επιστημονική του γνώση και φυσικά τα χρήματά του, ξαφνικά ανακαλύπτουν ότι ζουν με έναν από τους μεγαλύτερους εγκληματίες όλων των εποχών, τον Γιόζεφ Μένγκελε, τον γνωστό από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Άουσβιτς και σαν Άγγελο του Θανάτου.

Βραβεία Υποψήφια για 10 Βραβεία της Ακαδημίας Κινηματογράφου της Αργεντινής

Υποψήφια για το Βραβείο Καλύτερης Ταινίας στο Φεστιβάλ Καννών 2013 «Ένα κάποιο βλέμμα» Πρόταση της Αργεντινής για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας Βραβείο κοινού στο Φεστιβάλ Αγίας Πετρούπολης 4 βραβεία στο Unasur Film Festival ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Lucía Puenzo ΣΕΝΑΡΙΟ: Lucía Puenzo ΠΑΙΖΟΥΝ: Natalia Oreiro, Àlex Brendemühl, Diego Peretti ΧΩΡΑ: Αργεντινή ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 93’ Αδημοσίευτο. Δημοσιευμένο στην προσωπική μου ιστοσελίδα

ΜΙΚΡΑ ΟΜΟΡΦΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ/SHORT TERM 12 ανάλυση και κριτική στην «κριτική»

Πρεμιέρα στις 27 Μάρτη Πολλοί, όσοι ασχολούνται με την κριτική, ή και γενικότερα με την «κριτικολογία», θεωρούν ότι όταν καταπιανόμαστε με την κριτική, πρέπει να μένουμε μόνο σε αυτό που βλέπουμε, να είμαστε κάπως ανοιχτοί και δεκτικοί με το όραμα του δημιουργού, ειδικά στα λάθη του, να μένουμε στο καλούπι που ο ίδιος και το έργο του μας βάζει, να μένουμε μόνο στην τεχνική και νοηματική ανάλυση του τι είδαμε, δίχως να εκφέρουμε άποψη, θετική ή αρνητική, δίχως να προχωράμε την συζήτηση, πάνω στο ίδιο το θέμα και τις θέσεις που εκφέρει, δικαιολογώντας αυτή τους την θέση, πώς οτιδήποτε άλλο δεν είναι κριτική, αλλά προσωπική άποψη του «κριτικού κινηματογράφου» - σε εισαγωγικά για ευνόητους λόγους -, που δεν αφορά και κανένα. Διαφωνώ. Τα έργα τέχνης είναι πεδία, εξ ορισμού, για ανάλυση, γιατί στόχο έχουν να βαθύνουν στην συνείδηση των όσων τα λαμβάνουν, να προβληματίσουν, να εξεγείρουν, να οργίσουν, να ευχαριστήσουν, να ευθυμήσουν κ.ο.κ. Άρα όσο δεν πετυχαίνουν να δώσουν σαφή περιεχόμενο εν μέσω αυτών των αισθητήριων αντιλήψεων, τόσο χρέος των κριτικών, είναι να ορίσουν τι είναι σαφές και τι σωστό, με την έννοια της τέχνης μέσα στην αντικειμενικότητα της ιστορίας και του ρόλου της. Μπορεί αυτά να μοιάζουν άσχετα, αλλά είναι μια εισαγωγή που πρέπει να γίνει. Και καιρός είναι κάποια πράγματα να συζητιούνται από όλους όσους βρίσκονται υπό οποιαδήποτε θέση στον κινηματογραφικό τομέα (παραγωγοί - σκηνοθέτες - δημιουργοί - ηθοποιοί - κριτικοί),


για όσους ενδιαφέρονται να βλέπουν τον κινηματογράφο ως τέχνη και όχι ως πεδίο εμπορικό ή κάθε λογής αυτοεπιβεβαίωσης. Η καλλιτεχνική ελευθερία δεν σημαίνει νεωτεριστική μπουρδολογία. Αφορμή για τα παραπάνω έπαιξε ετούτη η ταινία. Αιτία ότι πήζουμε στα reviews και όχι στις κριτικές, που θα μπορούσαν, σε ένα βαθμό να βοηθήσουν την κινηματογραφική και αισθητική ανύψωση του μέσου, που αγαπάμε. Η σκλήρυνση, η ρουτινιάρικη αντιμετώπιση του κινηματογράφου και η επαγγελματική διαστροφή δεν κάνει καλό. Μερικές ταινίες σε παραπλανούν και νομίζεις με την έντεχνα δυνατή πρώτη σκηνή, ότι εισέρχεσαι σε μια ποιοτική σκέψη ενός μεγάλου καλλιτεχνικού μυαλού, πως η γνώση των τεχνικών και φορμαλιστικών στοιχείων του κινηματογράφου, αθωώνει τις όποιες βαθύτερες αδυναμίες. Έπεσα κι εγώ, σε τούτη την παγίδα του κυρίου Ντέστι Ντάνιελ Κρέτον, αλλά και των βραβείων που είδα πως μάζεψε, και άρχισα να την βλέπω με μεγάλη προσοχή. Πέρα από την πρώτη σκηνή, με οφθαλμαπατικά σωστή είσοδο των χαρακτήρων, έντονο διάλογο, έντονη αρχική σύγκρουση - αντίθεση [ανάμεσα στο χιούμορ και το δράμα], και την όμορφη λιτή φωτογραφία, κι ενώ νομίζεις ότι έχεις να κάνεις με ένα indie αριστούργημα του αμερικάνικου σινεμά, όσο περνάει ο φιλμικός χρόνος, τόσο οι αρνητικές εντυπώσεις καλύπτουν ότι καλό υπάρχει, τόσο δείχνει όχι απλά τις αδυναμίες της, μα την αδυναμία της να σταθεί σαν κινηματογραφική ταινία, πόσο μάλλον σαν έργο τέχνης, όπως και διαφημίζεται. Καλή η πρόθεση - είμαι εξ’ αρχής υπέρ των προσπαθειών των νέων δημιουργών -, αλλά νέος δημιουργός δεν σημαίνει απλά κάνω μια ταινία δεδηλωμένη, μα επιφανειακά, auteur, κάμερα στο χέρι, ρεαλιστική φωτογράφιση, αντεκουπάριστο σενάριο και τα λοιπά. Ταινία σημαίνει και περιεχόμενο. Δυστυχώς το σενάριο και η πλοκή, καταρρίπτει αμέσως κάθε άλλη προσπάθεια, γιατί ξεμένει σε μια απόλυτη ανωριμότητα. Είναι μια ιστορία, για ένα ίδρυμα με παιδιά ειδικών αναγκών, ειδικών προβλημάτων και βλέπουμε το δράμα τους. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα, σε λίγες γραμμές. Η κάμερα, ως μάτι, δημιουργεί τον χώρο, τον

χρόνο, δίπλα σε όλα τα γεγονότα, χωρίς να παίρνει αποστάσεις, δημιουργώντας κατά αυτόν τον τρόπο, ένα φιλμικό σύμπαν όπου εκεί μέσα μπαίνουν τα όποια συναισθήματα, σκέψεις, εντάσεις, σχέσεις κτλ, ένα παράλληλο κόσμο που λόγω σεναρίου, μας θυμίζει το αριστούργημα «Στη Φωλιά του Κούκου», δυστυχώς. Κι εδώ είναι που όλα μπαίνουν σε μια σύγκρουση - εξ’ ου και το δυστυχώς που προείπα. Το πόνημα του Milos Forman, που μεγάλωσε γενιές σκηνοθετών και συγκρούστηκε με τα όρια της αφήγησης, του ισχυρού ρυθμού, των μεγάλων ερμηνειών, απογειώνεται λόγω της μεγάλης θέσης που κρατά. Κι αυτό είναι το ζήτημα της εξουσίας. Μέσα από τον μικρόκοσμο ενός ψυχιατρικού ιδρύματος, μαστιγώνεται όλη η υποκρισία, όλη η ψευτιά, όλο το εξουσιαστικό μοντέλο της εκμεταλλευτικής κοινωνίας. Το μικρό wanna be αδελφάκι του, όμως, με τον ψαγμένο τίτλο «Short Term 12» (που ας με συγχωρέσουν οι πολυμαθείς, δεν κατανοώ) έχει χάσει τα χνάρια του προγόνου του. Με μια αισθητική νέας γενιάς emo, hipster, ή όπως αλλιώς θέλετε πείτε το, μακριά από κάθε αίσθηση κοινωνικού προβληματισμού, βλέπουμε μια ανάλωση, μια ανακύκλωση αυταπατών, θλίψεων και άνευ λόγου και αιτίας δράματος, για κάποια ψυχολογικά αδύναμα πλουσιόπαιδα ή μικροαστικής παράδοσης «απελευθερωμένα - εναλλακτικά» που είναι απογοητευμένα από την ζωή. Γιατί συμβαίνει το ένα, γιατί συμβαίνει το άλλο, γιατί είναι σε ίδρυμα, γιατί είναι στην φυλακή, γιατί κάποιος είναι αλήτης δεν απασχολούν τον δημιουργό, άρα κατά συνέπεια ούτε εμάς. Να όμως, που δίχως αυτά τα «γιατί», δεν μπορεί να δημιουργηθεί φιλμικός χώρος ικανός να δημιουργήσει συναισθήματα και προβληματισμούς στο κοινό. Δεν είναι ζήτημα βουλησιαρχίας, να θέλω αυτά τα «γιατί», μα ζήτημα ουσίας. Πως αλλιώς θα μπούμε στο πετσί των χαρακτήρων - όπως μοιάζει να θέλει ο σκηνοθέτης - να μην μένουν μετέωροι μπρος στα φιλμικά γεγονότα που δεν ορίζουν την αιτία για τα οποία συμβαίνουν; Με λίγα λόγια δεν θίγει κανένα θέμα, λόγω αδύναμου και ανώριμου σεναρίου και λάθος διαχείρισης του. Λόγω κολλήματος σε μια αισθητική νέας γενιάς, που όμως δεν αντιπροσωπεύει καμία.


Το όλο δημιούργημα δημιουργεί προβλήματα και στο cast. Μοιάζει άπειρο, ανώριμο το ίδιο, σαν ένα συνονθύλευμα teen ανησυχιών και προβληματισμών, που εκφράζεται στα πρόσωπα των ηθοποιών, - καλογυαλισμένα πλουσιόπαιδα μέλη ΜΚΟ ή μεταμοντέρνα και επιτηδευμένα μποέμικα κολεγιόπαιδα ή emo της Εκάλης, να τρέχουν σε slow motion πίσω από μια αμερικάνικη σημαία - σημάδι απελευθέρωσης με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσδώσει δύναμη στο δράμα της ιστορίας, με χαρακτήρες απόλυτα προβλέψιμους και ολόιδιους συναισθηματικά και με παρόμοιες προσδοκίες από τη ζωή, όπου όλα τα προβλήματα (οικονομικά πρωτίστως) είναι λυμένα, πλην του ρομάντζου και έτσι μένει καιρός για αγαθοεργίες. Με άλλα λόγια κενοί χαρακτήρες, ανέγγιχτοι από την πραγματική κοινωνία, τους προβληματισμούς και τα δράματα της, νεαροί που τους αφορούν μόνο κάποια επουσιώδη ζητήματα, που δεν καταλαβαίνω ποιους θεατές μπορούν να αγγίξουν. Ποιον πραγματικά ενδιαφέρει, μια ιστορία κάποιων νεαρών μικροαστών, που θέλουν να βοηθήσουν άλλους νεαρούς μικροαστούς διότι οι τελευταίοι (και οι πρώτοι) έχουν μικροαστικές λανθάνουσες αναζητήσεις; Κι όμως ο δημιουργός, μας τους βάζει να ψευδοεπαναστατούν στα εκ των ιδίων δημιουργημένα ψευδοαδιέξοδα - με κάποια στοιχεία οικογενειακής βίας- βρίσκοντας διέξοδο σε συντηρητικές και αστείες για σκεπτόμενους ανθρώπους, αξίες. «Επαναστατούν» σαν σε δωμάτιο εκτόνωσης θυμού. Να ποια είναι τα όρια της σκέψης του δημιουργού, που μας δείχνει στο τέλος της ταινίας. Η κινηματογραφική τέχνη θέλει δύναμη, ισχυρή πρωτοβουλία, ισχυρές θέσεις, πρωτοποριακές προοδευτικές απόψεις, ψυχογράφημα ανθρώπων και πρόθεση σύγκρουσης με τα κοινωνικά στάνταρς και όχι απλά μια εκ των πραγμάτων αφελής ευαισθησία δημοτικού σχολείου. Είναι τόσο χλιαρή, κακή, ανώδυνη ταινία, που μου έκανε εντύπωση που βραβεύτηκε στις Νύχτες Πρεμιέρας της Αθήνας, με το βραβείο κοινού. Τους ρωτώ; Η ταινία πιάνει τον σφυγμό της ελληνικής νεολαίας και της ελληνικής κοινωνίας ή οποιασδήποτε κοινωνίας; Αμφιβάλλω. Βαθμολογία: ❶/5

Σύνοψη Η Γκρέις εργάζεται σε ένα ίδρυμα για εφήβους με ανάρμοστη κοινωνική συμπεριφορά. Είναι παθιασμένη και πολύ ερωτευμένη με το συνεργάτη της, Μέισον, ενώ δείχνει ιδιαίτερη φροντίδα στα παιδιά που έχει αναλάβει. Το δύσκολο παρελθόν της Γκρέις μαζί με το αναπάντεχο μέλλον της, θα πάρουν μορφή στο πρόσωπο της χαρισματικής Τζέιντεν, μιας νέας κοπέλας που θα ενταχθεί στο ίδρυμα, με την οποία μοιράζεται μια περίεργη σύνδεση.

Βραβεία ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΟΙΝΟΥ ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΕΜΙΕΡΑΣ 2013 ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ SXSW ΒΡΑΒΕΙΟ ΚΟΙΝΟΥ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝ/ΦΟΥ Λ. ΑΝΤΖΕΛΕΣ ΒΡΑΒΕΙΑ ΚΑΛΥΤΕΡΗΣ ΗΘΟΠΟΙΟΥ, ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ & ΕΙΔΙΚΗ ΜΝΕΙΑ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝ/ΦΟΥ ΛΟΚΑΡΝΟ 2013 ΣΚΗΝΟΘΕΣΙΑ: Destin Cretton ΣΕΝΑΡΙΟ: Destin Cretton ΠΑΙΖΟΥΝ: Brie Larson, Frantz Turner, John Gallagher Jr. ΧΩΡΑ: ΗΠΑ ΔΙΑΡΚΕΙΑ: 96’ Αδημοσίευτο. Δημοσιευμένο στην προσωπική μου ιστοσελίδα *Το περιεχόμενο του παρόντος δελτίου είναι προϊόν πνευματικής ιδιοκτησίας και προστατεύεται από τον νόμο. Η οποιαδήποτε τύπου χρήση επιτρέπεται μονάχα με την άδεια του συγγραφέα και μονάχα αν αναφέρεται η πηγή. Το παρόν δελτίο είναι μηνιαία έκδοση της ιστοσελίδας KINOEYE kinoeye-gr.blogspot.gr **Παρέχεται δωρεάν Περι ιστοσελίδας KINO-EYE

Το παρόν ιστολόγιο με την ονομασία KinoEye είναι συλλογή όλων των άρθρων που έχω δημοσιεύσει ή μη σε διάφορα ηλεκτρονικά και έντυπα περιοδικά που αφορά την κριτική κινηματογράφου, φωτογραφικό portfolio και άλλες καταθέσεις γραπτού λόγου, δημοσιευμένα και όχι.


Me tin matia toy kino eye martios 2014  

ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΤΙΑ ΤΟΥ KINO-EYE συγκεντρωτική έκδοση κριτικής κινηματογράφου Μάρτιος 2014 Χρήστος Σκυλλάκος kinoeye-gr.blogspot.gr

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you