Issuu on Google+


ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ Μεσοπόλεμος - Κατοχή - Εμφύλιος Χριστιάννα Λούπα Γενική επιμέλεια: Κώστας Κοκκορόγιαννης Σελιδοποίηση: Ζωή Ιωακειμίδου Εποπτεία έκδοσης: Κωνσταντίνος Ι. Κορίδης © Copyright: Εκδόσεις «Ιωλκός» & Χριστιάννα Λούπα Δεκέμβριος 2007 Α΄ Έκδοση ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΙΩΛΚΟΣ»

• Ανδρέου Μεταξά 12 & Ζ. Πηγής, Αθήνα 106 81 Τηλ.: 210-3304111, 210-3618684, Fax: 210-3304211 E-mail: iolkos@otenet.gr www.iolcos.gr ΧΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

E-mail: loupachr@otenet.gr ISBN 978-960-426-453-7


ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ


ΕΡΓΑ ΤΗΣ ΙΔIΑΣ:

— Μετά την Καταστροφή, Σμύρνη - Κατοχή, Μαρτυρία, εκδ. Ιωλκός, 2003


ΧΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

ΣΤΟΥΣ Δ ΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ ΜΕΣΟΠΟΛΕΜΟΣ - ΚΑΤΟΧΗ - ΕΜΦΥΛΙΟΣ

Ιστορικό Μυθιστόρημα

ΙΩΛΚΟΣ


Στους γονείς μου, Βλάση και Ασπασία


Η πρωταγωνίστρια (δεξιά) με την αδελφή της Ασπασία (Θεσσαλονίκη, 1939).


Οι πρωταγωνιστές Φίλιππος και Αθηνά (Λονδίνο, 1948).


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τι είναι αυτό που κάνει τις ζωές των ανθρώπων ξε­

χωριστές; Ποια δύναμη είναι άραγε αυτή που καθορίζει, όχι μονάχα το τέλος και την αρχή μας, αλλά και την πορεία μας ολόκληρη μέσα στο χρόνο; Είναι το πεπρωμένο, το «κισμέτ»; Είναι η ετερότητα των χαρακτήρων και ο γονιδιακός προκαθορισμός; Είναι ο τρόπος σκέψης και λήψης των αποφάσεων; Ή μήπως όλα είναι θέμα συγκυριών και ολότελα τυχαίων γεγονότων; Όπως και να ’χει πάντως το πράγμα, αφού οι ζωές μας διαφέρουν, μοναδικές είναι κι οι ιστορίες που αφήνουμε πίσω μας, μετά το πέρασμά μας. Ιστορίες που μοιάζουν με παραμύθι, με καλούς και με κακούς, με νεράιδες και βασιλόπουλα και μάγισσες κακές. Ιστορίες, όπου η «κάθαρση» αργεί πολύ να ’ρθει ή δεν έρχεται και καθόλου. Ιστορίες ενθύμιο και κληρονομιά σε νεότερους κι αγαπημένους. Απ’ αυτές, άλλες γίνονται θρύλος, βιβλίο ή και κινηματογραφική ταινία ακόμα, άλλες φωλιάζουν στην πιο πολύτιμη γωνιά της μνήμης αυτών που απομέ11


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

νουν κι άλλες τις σκορπίζει ο άνεμος σαν την αστρική σκόνη μέσα στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Όταν, ωστόσο, η ζωή ενός ανθρώπου, από κάποιο παράξενο καπρίτσιο της μοίρας, παγιδεύεται ανάμεσα στις μυλόπετρες της Ιστορίας, τότε για να τη διηγηθείς, αναπόφευκτα θα μπλεχτείς στα πλοκάμια των ιστορικών εξελίξεων, με όλο το κόστος που αυτές συνεπάγονται: Θλίψη, πίκρα, απορία, αγανάκτηση... Η ιστορία που κληροδοτήθηκε σε μένα από πρόσωπο οικείο, την Αθηνά Λαμπρινίδου-Φιλιππακοπούλου, μετέπειτα Μπουζάνη, δεν είναι παρά το απόσταγμα των πολύτιμων εμπειριών τής πολυδαίδαλης ζωής της. Μιας ζωής που, τα τραγικά εκείνα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και του αλληλοσπαραγμού, οι περισσότεροι δεν τολμούσαν καν να ονειρευτούν. Ίσως ούτε η ίδια η Αθηνά να είχε φανταστεί πόσο ευμετάβλητο μπορεί να γίνει το βαρόμετρο της ζωής, όταν –φοιτήτρια ακόμα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης– έδινε πτυχιακές εξετάσεις ανάμεσα σε βομβαρδισμούς και χαλάσματα. Κι ενώ ο μισαρός εμφύλιος χτυπούσε την πόρτα του ίδιου του σπιτιού της, ο Φίλιππος Φιλιππακόπουλος, κορυφαίος οικονομικός παράγοντας κι εφοπλιστής της εποχής, μπήκε στη ζωή της. Κοντά του θα ζήσει μοναδικές στιγμές τόσο στην ετοιμοθάνατη Ελλάδα, όσο και στην ισοπεδωμένη μεταπολεμική Ευρώπη, που ξαναγεννιέται από την τέφρα της. Σύντροφος πιστός, αλλά και συνεργάτης άξιος ταυτόχρονα, θα μοιραστεί μαζί του το όνειρο, μέσα στην απέριττη πολυτέλεια, χωρίς ίχνος νεοπλουτι12


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

σμού και επίδειξης. Τα φαντάσματα του παρελθόντος –η δαμόκλειος σπάθη– ωστόσο, μοιάζουν πανταχού παρόντα. Μολονότι στο πλάι του συζύγου της θα απολαύσει τα δώρα της αγάπης, παράλληλα, θα γευτεί κι εκείνη την καθημερινή αγωνία της δουλειάς του και την πίκρα της αυτοεξορίας του στη Γένοβα. Γυναίκα οργοτόμος, εξάλλου, με ισχυρή προσωπικότητα και θέληση, προπορευόμενη της εποχής της, θα καταφέρει με τη σκληρή δουλειά και το ανοιχτό μυαλό της ν’ αναδειχθεί και η ίδια σε μία καταξιωμένη επιχειρηματία και να συνεχίσει το έργο του Φίλιππου, σαρώνοντας τα εμπόδια και ανατρέποντας τα κοινωνικά δεδομένα. Χρόνια αργότερα, σ’ έναν κόσμο που αλλάζει ραγδαία, σε μια Αθήνα που μεταμορφώνεται μπροστά στα μάτια της, η Αθηνά, περήφανη πυργοδέσποινα, ατενίζει μ’ επιφύλαξη το μέλλον, αναπολεί με νοσταλγία το παρελθόν. Σαν άλλος Διογένης αναζητά με το φανάρι τις χαμένες αξίες και τα ιδανικά του παλιού καιρού. Περιδιαβάζει με αγωνία τους δρόμους της μεταλλαγμένης πρωτεύουσας, ψάχνοντας στα μάτια των περαστικών, στα ψυχρά τσιμεντένια κτίρια, στους πολύβοους δρόμους, απομεινάρια της αλλοτινής ζωής της. Ξεκινώντας από το συνοπτικό ημερολόγιό της, που με τόση φροντίδα μού εμπιστεύθηκε, με αρωγό ιστορικά βιβλία και πηγές της εποχής και σύμβουλο τη φαντασία και το συναίσθημα, ολοκλήρωσα το έργο αυτό, ελπίζοντας πως εκπλήρωσα έτσι το χρέος μου 13


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

απέναντι στον αξιόλογο αυτό άνθρωπο, που τόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στη ζωή μου. Κι εσείς, που τώρα κρατάτε το βιβλίο ετούτο στα χέρια σας, αν τύχει και περάσετε από την οδό Βουκουρεστίου, σταθείτε για λίγο στον αριθμό 19, στρέψτε ψηλά το βλέμμα και γυρίστε πίσω στο χρόνο. Μπείτε με τη φαντασία σας στο διαμέρισμα του τετάρτου ορόφου και ξαναζήστε την ιστορία που έγραψαν οι άνθρωποι που έμεναν κάποτε εδώ. Μια ιστορία συγκινητική και μικρή όσο κι οι ζωές μας. Μια ιστορία μεγάλη και τραγική όσο η ιστορία της πατρίδας μας... Χ.Λ.

14


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤO


ΣTO «ΦΙΛΙΣΙΑ»

Γερμένη στην κουπαστή, με μάτια άπληστα κοίταζα τη

θάλασσα, που είχε κατεβάσει στην αγκαλιά της τον αστερένιο κόσμο τ’ ουρανού και τον νανούριζε απαλά-απαλά. Μονάχα μια τέτοια νύχτα μπορούσε να ξέρει πόσα μπορούσα να της πω, πόσα να της θυμίσω... Ολόιδια ήταν κι εκείνη η βραδιά, ίσως και πιο μαγευτική, σ’ εκείνο το ακρογιάλι... Κι η ίδια θάλασσα φιλούσε στοργικά τις άκρες της δαντέλας ενός πεντάμορφου νησιού. Όχι, όχι! Ούτε ήμουνα ούτε έγινα ρομαντική. Όμως, πάντοτε στεκόμουνα με θαυμασμό μπροστά σε καθετί το ωραίο. Κι αυτή η βραδιά, μιλάει στην καρδιά μου. Μου φέρνει θύμισες παλιές, που θέλω απόψε να τις ξαναζήσω. Κάτσε λίγο κοντά μου, αν θες, να σου μιλήσω κι ίσως με νιώσεις... Μια τέτοια ολόιδια βραδιά, κάμποσο μακριά από δω, σ’ ένα ακρογιάλι, έχασα την καρδιά μου. Ήταν σαν απόψε, όταν έφτασα στη νεραϊδένια εκείνη πολιτεία, όμως κάτι μου ’λεγε μέσα μου, πως δε θα ’πρεπε εκεί ποτέ να φτάσω. Ήταν Μεγάλης Παρασκευής ξημερώματα, που πατήσαμε το πόδι μας στο νησί, γεγονός που έκανε πιο ευαίσθητη του κάθε χριστιανού την ψυχή. Κι ενώ οι άλλοι έπεσαν για 17


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

ύπνο, σε μια καρέκλα καθισμένη εγώ, ρουφούσα από τη βεράντα τη θέα: Ό,τι έπιανε το μάτι μου, μέσα στο σύθαμπο. Όμως λέξη δεν έβγαζα απ’ ό,τι μου μουρμούριζε το αεράκι, που μου χάιδευε το πρόσωπο. Μα καταλάβαινα πως κάτι μου προμηνούσε. Σαν χάθηκε η πρωινή θαμπάδα, μπρος στα μάτια μου ξανοίχτηκε μια μικρούλα, νεραϊδένια, πεντάμορφη πολιτεία. Τότε κατάλαβα: Θα ’μενα σκλάβα της για πάντα, γιατί έκρυβε ξωτικά, που μου ’χαν κάνει κιόλας μάγια. Το άλλο βράδυ στην Ανάσταση, δάκρυσα, σαν θυμήθηκα τα χρόνια τα παλιά, που όλοι μας γύρω από τον πατέρα, που δεν υπάρχει πια, στεκόμασταν αχώριστοι και τρισευτυχισμένοι. Την ώρα της Ανάστασης, μέσα στο χαλασμό των βαρελότων και το αστραφτερό φως των πολυελαίων, είδα δυο μάτια να με κοιτούν παράξενα. Ανταύγεια από τη λάμψη των κεριών, συμπέρανα, χαμογελώντας αδιάφορα. Τα ίδια εκείνα μάτια, όταν την άλλη μέρα με ξανακοίταξαν, μου φάνηκε πως μου μιλούσαν σε κάποια άλλη γλώσσα, ακαταλαβίστικη. Μα σαν το καλοσκέφτηκα, κατάλαβα πως ήταν η γλώσσα η καθημερινή. Η γλώσσα της ηδονής και του πάθους. Και γέλασα στη διαπίστωση πως και σ’ αυτόν ακόμα τον τόπο τον απόμερο, επαναλαμβανόταν η ίδια ιστορία. Η ίδια ιστορία; Μα όχι! Γιατί αυτός ο τόπος ήταν μαγεμένος. Κι ήρθαν τα ξωτικά και στήσαν γύρω μου χορό και μου ’δεσαν το νου. Κι άφησαν μόνη την καρδιά, ελεύθερη να κουμαντάρει... Με θολωμένο έτσι το μυαλό, πώς να μπορούσα να σκεφτώ πού πήγαινα και πού θα μ’ έβγαζε ετούτη η ιστορία! Πώς έγινε και λύθηκαν τα μάγια; Πώς βγήκε ο νους από το λήθαργο; Δεν ξέρω. Κι απόψε, που η βραδιά αυτή μου προκαλεί τις αναμνήσεις, ένα τεράστιο ερωτηματικό ορθώ18


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

νεται μπροστά μου: Μην ήταν όνειρο; Μην ήταν αποκύημα της φαντασίας όλη ετούτη η ιστορία; Μα είναι τόσο αργά! Πήγαινε πια να κοιμηθείς κι άσε με εμένα μόνη να σκεφτώ. Θε’ να τσιγκλίσω την καρδιά μου, να δω τι άλλα έχει να μου πει απόψε... Κι εσύ, λάμπε, ολόγιομο φεγγάρι, αν θες... Φύσα αεράκι, αφού σου κάνει κέφι... Αφού συνωμοτήσατε να μου σκαλίζετε τη μνήμη, να ξεσκεπάζετε αυτά που είχα καταφέρει να καταχωνιάσω. Μα, τι μ’ αυτό! Μπορεί να είναι ολόιδια η αποψινή βραδιά μ’ εκείνη. Μπορεί το φεγγάρι ν’ αστραποβολάει όπως και τότε. Μπορεί να καθρεφτίζονται στη θάλασσα τ’ αστέρια. Όμως, όμως... Εκείνη η βραδιά έμεινε πίσω, έγινε παρελθόν, ξεμάκρυνε. Κι απόμεινε κάποια γλυκιά ανάμνηση, που σιγά-σιγά κι αυτή θα ξεθωριάσει με τα χρόνια. Για δες στον ουρανό! Λες κι έχει φιέστα εκεί ψηλά κι έχουνε βγει όλα τ’ αστέρια. Κι όλα μαζί λαμποκοπούν μέσα στα γιορτινά τους. Μα ξάφνου, ζήλεψε κι η θάλασσα αυτό το μεγαλείο κι αφού τους είπε χίλια ερωτόλογα, πλάνεψε τα πιο λαμπερά και τα ’σφιξε περήφανα μέσα στην αγκαλιά της. Και τότε μέσα στη σκοτεινιά, μέσα στη δυνατή σιωπή της νύχτας, ήρθες και κάθισες κοντά μου και σ’ έσφιξα τρελά μέσα στα χέρια μου, μη λάχει και μου φύγεις πάλι. Και σου είπα, αγάπη μου γλυκιά, πως δεν αντέχω άλλο, γιατί, τόσο που άργησες, πήγε ο νους μου να σαλέψει. Μα... αλίμονο! Σαν άνοιξα τα μάτια κι είδα πως ήμουν μόνη στο απέραντο, παγερό μου σπίτι κι όλα αυτά της φαντασίας μου ήταν παιχνίδι, σφίχτηκε η καρδιά μου, με πήρε το παράπονο και βούρκωσα. 19


ΑΤΑΛΑΝΤΗ ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’20

Το σπίτι

Ένας ψηλός, πέτρινος μαντρότοιχος και μια τεράστια ξύ-

λινη αυλόπορτα έκλειναν στην αγκαλιά τους το πατρικό σπίτι μου στην Αταλάντη. Ή μάλλον, για να ακριβολογώ, το σπίτι αυτό ανήκε στην οικογένεια της μητέρας μου. Δίπλα στην αυλόπορτα, αριστερά, στον τοίχο, υπήρχε μια όμορφη βρύση με γούρνα, που είχε κι αυτή την ιστορία της: Ο προπάππος μου, από την πλευρά της μητέρας μου, Σπύρος Τριχάς, είχε διατελέσει δήμαρχος Αταλάντης από το 1853 ως το 1861 κι από το 1865 ως το 1874. Την περίοδο εκείνη, είχε προκύψει κάποιο θέμα με πρόσφυγες από τη Μακεδονία. Καμιά πόλη δεν τους ήθελε κι από παντού τους έδιωχναν, ώσπου ο προπάππος μου τους άφησε να εγκατασταθούν εκεί, παραχωρώντας τους γη. Γι’ αυτό και η περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν ονομάστηκε Μακεδόνικα. Για να τιμήσουν, λοιπόν, οι άνθρωποι εκείνοι το δήμαρχο, έχτισαν αυτήν τη βρύση ακριβώς έξω από το σπίτι του. Ανοίγοντας τη βαριά αυλόπορτα, ένας ολόδροσος, καταπράσινος κήπος απλωνόταν μπροστά στα μάτια του επισκέπτη. Μια καταπληκτική κορομηλιά δέσποζε στ’ 20


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

αριστερά της εισόδου, ενώ ένας φαρδύς, πλακόστρωτος διάδρομος διέσχιζε το κτήμα και κατέληγε στο σπίτι, έχοντας αριστερά μία πανδαισία λουλουδιών, διαφόρων χρωμάτων και αρωμάτων και δεξιά ένα στρατό από λεμονιές και πορτοκαλιές. Τι ευωδιά ήταν εκείνη σαν ανθίζαν τα ξινά! Πλήθος έντομα γεύονταν το νέκταρ πετώντας, βουίζοντας, από πέταλο σε πέταλο κι από ανθάκι σε ανθάκι. Κι ο ασίγαστος εκείνος βόμβος φανέρωνε πως το περιβολάκι μας είχε μετατραπεί σ’ ένα καλομελετημένο εργοτάξιο της φύσης. Η πόρτα του σπιτιού ήταν κι αυτή ξύλινη, καμαρωτή, μεγάλη. Μπαίνοντας μέσα πατούσες σε λιθόστρωτο με μεγάλες πλάκες κι αντίκριζες ένα μεγάλο χώρο, όπου στο βάθος αριστερά υψωνόταν μια πελώρια ξύλινη σκάλα και δεξιά βρίσκονταν οι χώροι υποδοχής, το γραφείο και η κουζίνα. Η σκάλα, που από τη μια μεριά είχε τοίχο κι από την άλλη κομψά ξύλινα κάγκελα, οδηγούσε –με τα φαρδιά καλοδουλεμένα σκαλοπάτια της– στον επάνω όροφο, ενώ τα κάγκελα συνεχίζονταν σε όλο το μήκος του ορόφου, που φιλοξενούσε τέσσερα ευρύχωρα δωμάτια. Στο παιδικό μου μυαλό, είχε τυπωθεί ανεξίτηλα ένα ψηλοτάβανο σπίτι, με λεπτές γύψινες διακοσμήσεις στην οροφή κι εξαιρετικά ξυλόγλυπτα. Όσο για το κελάρι... Εκεί ήταν χώρος σκανταλιών κι εξερεύνησης για μένα και την αδερφή μου, που, σαν μικρότερη που ήταν, την είχα κάνει μυστικό συνένοχο σε αθώες συνωμοσίες και παιδικές ίντριγκες, στη διάρκεια των καλοκαιρινών επισκέψεών μας στην Αταλάντη. Το κτήμα συνόρευε από την κάτω πλευρά με τον αυλόγυρο της εκκλησίας των Αγίων Θεοδώρων και την πλατεία κι από την άλλη μεριά έβγαινε στο μεγάλο δρόμο, όπου ήταν το Ταμείο, όπως έλεγαν. 21


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

Το σπίτι αυτό, το λατρεμένο, στάθηκε αφορμή για να γίνω αρχαιολόγος. Από μικρή άκουγα τη μαμά να λέει πως μέσα στο περιβόλι, προς τον τοίχο της εκκλησίας, είχε βρεθεί ο Ερμής της Αταλάντης και πως ήταν εύκολο να καταλάβεις το ακριβές σημείο, γιατί σαν χτυπούσες το έδαφος ο ήχος ήταν κούφιος. Κι ενώ το μυστικό αυτό μάς είχαν ξορκίσει να μην το μαρτυρήσουμε ποτέ σε ξένους, εγώ έκανα όνειρα πως θα έκανα ανασκαφές και θ’ ανακάλυπτα το Λοκρικό Πολιτισμό... Θα ’μουνα πέντε-έξι χρονών, γύρω στα 1925, όταν ο πατέρας πήρε μετάθεση για την Αθήνα, για το Φάληρο κι η αδερφή μου ήταν ακόμα νεογέννητη. Έπρεπε, επομένως, να ξεσπιτωθούμε το ταχύτερο. Ο πατέρας, καθηγητής, γυμνασιάρχης είχε γίνει μάλιστα, έπαιρνε τη μία μετάθεση πίσω από την άλλη. Το παρατσούκλι του ήταν «ο αδέκαστος», γιατί δε χαριζόταν σε κανέναν, ούτε και σε μας τα παιδιά του, βέβαια. Άνθρωπος με ακλόνητα αυστηρές αρχές, προσπαθώντας πάντα να υπηρετεί το δίκαιο και την ηθική, δίνοντας πρώτα το δικό του παράδειγμα, δεν καταδεχόταν ποτέ να παρακαλέσει, να ζητήσει χάρη, να παρεκκλίνει από τη γραμμή πλεύσης του. Ψέμα και υποκρισία ήταν λέξεις εντελώς άγνωστες για κείνον, ενώ η μάθηση, η μόρφωση και η αυτοπειθαρχία αποτελούσαν την πεμπτουσία της ζωής του. Παρόλο που απέπνεε σεβασμό στους πάντες, η άτεγκτη αυτή στάση του, όχι μόνον επρόκειτο να ταλαιπωρήσει την οικογένειά μας στους χαλεπούς καιρούς που θ’ ακολουθούσαν, αλλά να βάλει και σε σοβαρό κίνδυνο την ίδια του τη ζωή. Από τότε και μετά, το σπίτι πήρε πια την κατιούσα. Το περιβόλι το έδινε η μαμά σε διάφορους για εκμετάλλευση, 22


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

μέχρι που στο τέλος ρήμαξε. Ο τοίχος από την πλευρά της βρύσης άρχισε να καταρρέει. Όταν ξέσπασε ο πόλεμος του ’40, εμείς βρισκόμασταν στη Θεσσαλονίκη. Η μισή οικογένεια κατέφυγε σ’ αυτό για λίγο, μόλις μπήκαν οι Γερμανοί. Αμέσως μετά το νοικιάσαμε σε κάποιον που αργότερα τον πιάσαν οι Ιταλοί για κομμουνιστή και βάλαν φωτιά και το κάψανε. Σκελετωμένο και μαυρισμένο έχασκε με παράπονο μέσα στο ρημαγμένο περιβόλι, που αντί για μυρωδάτα λουλούδια και ξινά είχε μόνο αγριόχορτα και τσουκνίδες. Το περιβόλι αυτό, άλλωστε, το διεκδικούσε η εκκλησία για να κάνει πλατεία και τελικά το απαλλοτρίωσε. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε, ήταν να πετύχουμε όσο το δυνατό μεγαλύτερη αποζημίωση. Την πάνω μεριά την πήρε ο δρόμος κι έτσι σήμερα δεν έχει απομείνει τίποτα πια από το ωραίο εκείνο αρχοντικό. Μόνο εγώ το ’χω φυλαγμένο στις υπόγειες γαλαρίες του μυαλού μου, συνυφασμένο με τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Μνήμες αμυδρές, αλλά ανεξίτηλες, αδιαπέραστες από το χρόνο, που θ’ αναβιώσουν –είμαι βέβαιη– γλυκιά παρηγοριά, στις ύστατες στιγμές της ζωής μου. Η νονά Καθώς οι μέρες της μετακόμισης πλησίαζαν, το θερμόμετρο ανέβαινε, όχι μόνο λόγω της ζέστης, αφού ήταν καλοκαίρι, αλλά και λόγω των προετοιμασιών, που έμοιαζαν ατελείωτες. Μπορεί κανείς εύκολα να φανταστεί τι μεγάλη φασαρία ήταν μια μετακόμιση τα χρόνια εκείνα. Όλα τα πράγματα έπρεπε να μεταφερθούν με αμάξι στην Τιθορέα κι από κει θα έμπαιναν στο τρένο για την Αθήνα. Δεν υπήρχε άλλη σύνδεση με την πρωτεύουσα, παρά μόνον ο σιδηρόδρομος. 23


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

Έμενε μάλιστα τότε στο σπίτι μας και η νονά μας για να βοηθήσει. Αδερφή της γιαγιάς μας, από την πλευρά της μητέρας μας –μου είχε μάλιστα δώσει και τ’ όνομά της– πετυχημένη δασκάλα, έχοντας αποφοιτήσει από το Αρσάκειο, αλλά ανύπαντρη μετά από έναν άτυχο δεσμό, μην έχοντας δικά της παιδιά, είχε τρομερή αδυναμία στην αδερφή μου και μένα. Μερικοί, μάλιστα, τη χαρακτήριζαν σφιχτοχέρα, δεν ήταν όμως τίποτ’ άλλο παρά μια αξιοπρεπής οικονόμα, που σκοπό της ζωής της είχε ν’ αφήσει την περιουσία της σε μας. Μέσα στο παιδικό μου μυαλό έχει μείνει η εικόνα μιας ψηλής, λαμνάτης, σικάτης γυναίκας. Πάντοτε καλοντυμένη, με το καπέλο, το βέλο της και τα φασαμέν ανά χείρας... Κι εκείνη η κορμοστασιά της... λαμπάδα στητή! Το μόνο άσχημο ήταν το χαρακωμένο δέρμα της κι αυτό γιατί τότε ήταν στην ημερησία διάταξη τα καλλυντικά με υδράργυρο, ο οποίος προσωρινά έκανε θαύματα, μετά, όμως, από λίγα χρόνια το μόνο που απέμενε ήταν χαρακιές. Η κυρα-Αθηνά, με τ’ όνομα! Αίας ο Τελαμώνιος, την αποκαλούσαν. Όλοι τη σέβονταν και την εκτιμούσαν κι όλοι ζητούσαν τη συμβουλή της. Πανέξυπνη, πεπειραμένη, δεν έπεφτε ποτέ έξω. Ετοιμόλογη, με το καυστικό της χιούμορ αλλά κι αυταρχική. Ποιος μπορούσε ή τολμούσε να εναντιωθεί στη γνώμη της! Κι εκείνο το βλέμμα της... Σε διαπερνούσε ολότελα, παρόλο που έβγαινε από δύο ματάκια τόσα δα! Δε θυμάμαι ποτέ να ύψωσε τη φωνή της. Ποτέ δε σήκωσε χέρι επάνω μας. Ποτέ δε μας μάλωσε. Με το σκωπτικό της χαμόγελο και τη συγκατάβαση που της έδινε η τεράστια πείρα της, προσπαθούσε με τη διαλεκτική να μας δώσει να καταλάβουμε το σωστό και το λάθος. Η μαμά έτρεφε απεριόριστο σεβασμό κι αγάπη για τη 24


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

«θειτσούλα» της, αλλά κι εκείνη την είχε σαν παιδί της και λαχταρούσε για μας. Γινόταν δε έξαλλη από θυμό όταν τη ρωτούσαν: «Τι τα μαζεύεις κυρα-Αθηνά τα λεφτά, αφού παιδιά δεν έχεις;». «Δεν έχω;», απαντούσε με κομπασμό και οργή ταυτόχρονα. «Κι η Μαριγώ (η μαμά), τι είναι; Και τα παιδιά;». Ο διάβολος! Θυμάμαι τη μαμά, τη νονά και την Καλλιόπη να ’χουν πέσει με τα μούτρα στο πακετάρισμα. Η Καλλιόπη, μικρή, ορφανή κοπέλα, μπήκε στο σπίτι μας μόλις παντρεύτηκε η μαμά, όπως συνήθιζαν τα χρόνια εκείνα, κι από τότε έγινε αχώριστο μέλος της οικογένειάς μας, μέχρι το τέλος της ζωής της. Την αγαπήσαμε και μας αγάπησε, σαν να είχαμε το ίδιο αίμα, είχε δε μάθει την επινοητικότητα και τη νοικοκυροσύνη από τη μητέρα μας. Μέσα στην ανακατωσούρα της μετακόμισης, δε μου ’δινε κανείς και πολλή σημασία και βαριόμουνα. Όπως ήταν, λοιπόν, το καλό, χειροποίητο χαλί στρωμένο στο σαλόνι κι έτοιμο για δίπλωμα, μου ήρθε η φαεινή ιδέα να το κόψω και να φτιάξω καπέλο της κούκλας μου! Κανείς δε με πήρε είδηση, αφού ήταν όλοι πολύ απασχολημένοι. Έκανα ένα θαυμάσιο καπέλο και μια... αριστοτεχνικότατη τρύπα στο χαλί, όταν όμως αποκαλύφθηκα... ποιος είδε το Θεό και δεν τον φοβήθηκε! Με έκαναν μαύρη στο ξύλο! Τα οπίσθιά μου πονούσαν για πολλές μέρες! Επειδή δε, ήμουνα πολύ ζωηρό και απείθαρχο παιδί, ο πατέρας μου μάζευε λυγαριές και τις φύλαγε πάντα πάνω από τη βιβλιοθήκη, για να τις χρησιμοποιεί σαν σωφρονι25


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

στικό μέσο, όποτε χρειαζόταν! Είχα, όμως, τόσο πείσμα, που δεν έβγαζα κιχ, όσο κι αν πονούσα! Η μέθοδος αυτή, άλλωστε, δε με εμπόδιζε από το να προχωρήσω ακάθεκτη στην επόμενη σκανταλιά μου... Τις μέρες εκείνες ήταν πάλι, θαρρώ, που αναστάτωσα όλη τη γειτονιά με τα καμώματά μου. Επειδή ήμουν μεγάλος διάβολος, η μαμά νόμιζε πως, κουφώνοντας τα πατζούρια της μπαλκονόπορτας που οδηγούσε στον κήπο και πιάνοντάς τα με το μάνταλο, θα με εμπόδιζε από το να ξεπορτίσω. Καθώς, λοιπόν, η μαμά κι η Καλλιόπη αμπαλάρανε τα πράγματα και μπαινοβγαίνανε βιαστικές και φορτωμένες από το ένα δωμάτιο στο άλλο, εγώ βρήκα την ευκαιρία να δράσω ανενόχλητη. Είχα κιόλας βρει το κόλπο: Κούνα-κούνα τα πατζούρια με δύναμη, μπρος-πίσω, πάνω-κάτω, έπεσε το μάνταλο κι άφαντη εγώ! Αφού στριφογύρισα αρκετή ώρα εδώ κι εκεί με την ησυχία μου, αποφάσισα στο τέλος να τους κρυφτώ. Πέρασε αρκετή ώρα και, επικρατώντας πολλή ησυχία στο σπίτι, κατάλαβαν πως η Αθηνά κάτι... μαγειρεύει. Άρχισαν να ψάχνουν παντού κι όσο δε μ’ έβρισκαν πουθενά κόντευαν να τρελαθούν. Στο μεταξύ, εγώ, κρυμμένη με ασφάλεια πίσω από μια συστάδα θάμνων, παρακολουθούσα ξεκαρδισμένη στα γέλια τα τεκταινόμενα. Πολύ σύντομα όλη η γειτονιά βρισκόταν επί ποδός! «Πάει το παιδί μου. Σε κανένα πηγάδι θα έπεσε», κατολοφύρονταν η μάνα μου κι άρχισαν όλοι να κοιτούν μέσα στα πηγάδια, που την εποχή εκείνη υπήρχαν πολλά και μάλιστα ξεσκέπαστα. Είχα αρχίσει πια να βαριέμαι, όταν αποφάσισα να φανερωθώ. Περιττό να περιγράψω το τι επακολούθησε και πόσες μέρες χρειάστηκαν πάλι για να μπορέσω να καθίσω!

26


ΦΑΛΗΡΟ ΜΕΣΑ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’20 - ΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ ’30

Απλή, γλυκιά καθημερινότητα

Ήταν όμορφο το καινούργιο μας σπιτάκι, φωτεινό, χα-

ρούμενο, ηλιόλουστο, πάνω στη θάλασσα. Και τι θάλασσα! Πεντακάθαρη, κρυστάλλινη κι η παραλία αμμουδερή και χρυσαφένια, απλωνόταν λίγα βήματα απ’ την πόρτα μας. Και πώς την κρατούσα την άμμο στη χούφτα μου! Σφιχτά, πολύ σφιχτά! Μα εκείνη πάντα θα έβρισκε μια διέξοδο και θ’ άρχιζε να τρέχει λίγη-λίγη, όπως στην κλεψύδρα. Είχα τη ζωή στα χέρια μου, μα εκείνη ξεγλιστρούσε κι έφευγε. Είχα το χρόνο στη χούφτα μου, μα εκείνος έτρεχε κι έτρεχε, όπως οι στιγμές μας ρέουν σαν τους απειροελάχιστους κόκκους της άμμου. Μα ήμουν παιδί κι ανυπομονούσα να ζήσω. Βιαζόμουν ν’ ανοίξω τα φτερά μου, να γευτώ εμπειρίες παράξενες, να πειραματιστώ με το άγνωστο, ν’ αψηφήσω τον κίνδυνο... Αρκετά κοντά στο σπίτι περνούσε το τραμ, που συνέδεε το Παλαιό με το Νέο Φάληρο, όπου μέναμε εμείς κι έφτανε στ’ αυτιά μας το τσίριγμά του πάνω στις ράγες, όταν έπαιρνε στροφές. Μερικές φορές, μάλιστα, έβγαιναν 27


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

και σπίθες. Κάθε πρωί ο πατέρας έφευγε βιαστικός να το προλάβει, αφού το σχολείο που δίδασκε ήταν το γυμνάσιο Παλαιού Φαλήρου. Οι δρόμοι τότε ήταν χωμάτινοι, ακόμα και στο κέντρο της Αθήνας και πολύ με εντυπωσίαζαν οι καταβρεχτήρες που περνούσαν τακτικά, ιδίως το καλοκαίρι. Βυτία πάνω σε αυτοκίνητα που κατάβρεχαν τους δρόμους, για να πέσει η σκόνη αλλά και για να δροσίσουν τους Αθηναίους. Είχαν δε ένα μηχανισμό που ρύθμιζε την απόσταση που θα εκσφενδονιζόταν το νερό. Φυσικά, η πιτσιρικαρία πήγαινε κοντά για να γίνει μούσκεμα, πράγμα που αποτόλμησα κι εγώ κάποια φορά με αποτέλεσμα το γνωστό φινάλε. Το ξυλοφόρτωμα. Από παντού έμπαινε φως, άπλετο φως κι η μυρωδιά της θάλασσας διαχεόταν σ’ ολόκληρο το σπίτι. Έμπαινε από τ’ ανοιχτά παράθυρα τα καλοκαιρινά βραδάκια, καθώς η αύρα έκανε τις κουρτίνες να θροΐζουν και περνούσε απαλά πάνω από τα κρεβάτια μας, χαϊδεύοντάς μας γλυκά: Βελούδινο άγγιγμα στα παιδικά κορμιά μας. Κι ο παφλασμός των κυμάτων ήταν το ωραιότερο νανούρισμα: Το τραγούδι της θάλασσας. Κι αν είχε και φεγγάρι! Τότε αστραποβολούσε ολόκληρο το δωμάτιο. Κι οι τοίχοι ολόασπροι και φωτεινοί φιλοξενούσαν πελώριες, μακρόστενες σκιές, που δεν είχαν όμως τίποτα το τρομακτικό – όλα τα γλύκαινε το φεγγαρόφωτο. Κι εγώ, μικρό, ανήσυχο ζουζούνι, όταν όλοι είχαν πια αποκοιμηθεί, γλιστρούσα σαν χέλι από το κρεβάτι και στεκόμουν ώρα πολλή μπροστά στο παράθυρο, χαζεύοντας τ’ ολόγιομο φεγγάρι και τα νερά της θάλασσας που στραφταλίζανε ρυθμικά σχηματίζοντας μιαν ασημένια λουρίδα που ξεκινούσε σχεδόν κάτω απ’ το παράθυρο κι έφτανε μέχρι τα βάθη του ορίζοντα. Ως εκεί που έφτανε το μάτι. Και τι 28


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

ήταν τάχα παραπέρα; Τι άρχιζε εκεί που σταματούσε ο ορίζοντας; Άλλες βραδιές πάλι, σκοτεινές, που τ’ αστέρια λάμπανε ασυντρόφευτα στον ουρανό, το μόνο που ξεχώριζα μέσα στα μαύρα νερά, ήταν διάσπαρτα παιχνιδιάρικα φωτάκια – τα πυροφάνια. Βαρκούλες έπλεαν αργά κι αθόρυβα, μην τρομάξουν τα ψάρια κι οι ψαράδες περίμεναν καρτερικά να γεμίσουν τα δίχτυα τους, ενώ εγώ τραγουδούσα από μέσα μου το παιδικό εκείνο τραγουδάκι που μου είχε μάθει η μαμά: Βγαίν’ η βαρκούλα, Βγαίν’ η βαρκούλα του ψαρά από το περιγιάλι βαρκούλα, βαρκούλα, από το περιγιάλι βαρκούλα του ψαρά. Και το πρωί, οι πρώτες ζεστές ακτίνες του ήλιου και κάποια ξεδιάντροπη μύγα που μου γαργαλούσε πότε τα μάγουλα και πότε τ’ ακροδάχτυλα των ποδιών, με προκαλούσαν να τεντωθώ νωχελικά και να χουζουρέψω για λίγο στο κρεβάτι μου. Όμως η αδελφούλα μου δεν είχε όρεξη για χουζούρι. Μόλις ξυπνούσε, τρύπωνε πονηρά στο κρεβάτι μου και κρυμμένη κάτω από το σεντόνι, άρχιζε το αγαπημένο της παιχνίδι: Το γαργάλημα, με σκοπό να παρασύρει και μένα στο πανηγύρι... Άλλο που δεν ήθελα, βέβαια, κι εγώ! Μέσα σε λίγα λεπτά το δωμάτιο είχε μετατραπεί σε αρένα. Φωνές, γέλια, τσιρίγματα, μαξιλάρια που εκσφενδονίζονταν στον αέρα. Οπωσδήποτε, η Καλλιόπη, που θα ξεπρόβαλε κάποια στιγμή στην πόρτα ανήσυχη, θα εισέ29


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

πραττε μερικές αδέσποτες. Δεν μπορούσε, όμως, να μας θυμώσει. Ποτέ δεν κατάφερε να βρει τη δύναμη να μας μαλώσει, να μας πει σκληρά λόγια, παρόλο που μερικές φορές τη σκάγαμε, εξαντλώντας τα όρια της υπομονής της. Η μεγάλη της αγάπη –όπως συνήθως γίνεται– τής έφερνε αδυναμία, καταπραΰνοντας τα νεύρα, οπλίζοντάς την με απεριόριστα αποθέματα υπομονής. Στο μεταξύ, ο ψαράς, ο μανάβης κι οι διάφοροι γυρολόγοι είχαν αρχίσει κιόλας να διαλαλούν την πραμάτεια τους, φορτωμένη σε σούστες που έσερναν γαϊδουράκια. «Καρπούζια με τη μάχαιρα, πεπόνια με τη βούλα», διαλαλούσε κάθε πρωί ο μανάβης με τη μελωδική φωνή του. «Σταφύλια, ροζακιά σταφύλια... Πάρτε σταφύλια ζάχαρη, σταφύλια απ’ τ’ αμπέλι, που η ρόγα τρέχει ζάχαρη και στάζει όλο μέλι». «Πάρτε και σύκα περιβολάρικα, κυράδες μου καλές!». «Βλίτα, φρέσκα βλίτα και κολοκυθοκορφάδες. Από το περιβόλι στο τσουκάλι», ακολουθούσε η χορταρού, τότε που το μανάβικό της ολόκληρο ήταν φορτωμένο στη ράχη του γαϊδουράκου, μέσα σε δύο κοφίνια. Και κατέβαιναν οι νοικοκυρές και ψώνιζαν. Κι οι «έμποροι» εξυπηρετούσαν γεμάτοι ευγένεια και χαμόγελο στα χείλη. Και χάιδευαν συμβολικά το κεφάλι του γαϊδουράκου τους σαν έβλεπαν καμιά όμορφη... Κι έφτιαχναν το ψαθάκι που φορούσαν στο κεφάλι του ζωντανού, για να το προστατέψουν από τον ήλιο... Κατέβαινε η Καλλιόπη και ψώνιζε φρούτα με τις οκάδες. Θυμάμαι τα καλάθια ξέχειλα από ολόδροσα κηπευτικά και φρούτα του καλοκαιριού, που εγώ τα «φορολογούσα» πριν ακόμα τ’ αποθέσει στην κουζίνα. 30


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

Πρωί-πρωί περνούσε με το καροτσάκι του κι ο άνθρωπος που πουλούσε τον πάγο. Καμπάνα αντηχούσε η βαριά φωνή του: «Πάααγος, πάαγος», και κατέβαινε ο κόσμος ν’ αγοράσει αφού τότε δεν υπήρχαν ψυγεία βέβαια. Απλώς τοποθετούσαν το μεγάλο κύβο από πάγο μέσα σ’ ένα ντουλάπι, όπου έμπαιναν τα τρόφιμα που χρειάζονταν ψύξη και κρατούσε για αρκετές ώρες. Τρόφιμα έμπαιναν επίσης και στο «φανάρι», που τοποθετείτο ψηλά και τα προφύλασσε από έντομα και ποντίκια. Έτσι όπως ήταν το σπίτι πάνω στον ανηφορικό δρόμο της Κριεζή, όλοι οι ήχοι και οι φωνές έφταναν μέχρι τα παράθυρά μας: «Νερόοο, του Πόρου νερόοοο», διαλαλούσε ο νερουλάς κι ο γραφικός σκουπιδιάρης ξεσήκωνε τη γειτονιά με το κουδούνι του, τραγουδώντας μάλιστα για την Καλλιόπη μας, «αν δε σου δώσει η μάνα σου σαράντα ομολογίες και δεκαπέντε μετρητά, θα ’χουμε φασαρίες...». Να ’σου κι ο ακονιστής: «Μαχαίρια, ψαλίδια ακονίζωωω...», γύφτος γεμάτος μαγκιά, αλλά και σεβασμό. Το ίδιο κι ο παλιατζής, με το τσουβάλι του στον ώμο, στεκόταν μπροστά σε κάθε σπίτι φωνάζοντας τραγουδιστά: «Ρούχα, παλιά παπούτσια αγοράζωωω... ο παλιατζήηης...». Και δώσ’ του κι έριχνε ματιές σε παράθυρα και μπαλκόνια, έτοιμος να διαπραγματευθεί με την «πελάτισσα». Κι ήταν αετονύχης, ο αθεόφοβος! Τους τα ’παιρνε για πενταροδεκάρες και λέγαν κι «ευχαριστώ»! Οι πιο καλές του πελάτισσες ήταν αυτές που είχαν χάσει στα χαρτιά τα λεφτά για το φαγητό ή είχαν να παίξουν το βράδυ κι έπρεπε να εξοικονομήσουν χαρτζιλίκι! Και τελειωμό δεν είχε η παρέλαση των πραματευτάδων, των ασήμαντων εκείνων απλοϊκών ανθρώπων, των καθημερινών τροβαδούρων του δρόμου, που δίχως να το ξέρουν 31


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

έβαλαν το λιθαράκι τους στο μωσαϊκό της παλιάς εκείνης όμορφης, αρχοντικής εποχής. Παρελθόν, που ο μακρινός του απόηχος ακόμα χαϊδεύει τα γερασμένα αυτιά μου. Πρωινές φωνές, πόσες φορές στ’ αλήθεια, δε σας ακούω μέσα απ’ τη θολή μνήμη μου ν’ αντηχε��τε γλυκά· βάλσαμο στην αχλή της μοναξιάς μου. Πόσα πρωινά, δε θαρρώ, τάχα, πως ανοίγοντας τα παραθυρόφυλλα θ’ αντικρίσω στο δρόμο το γαϊδουράκι με το ψάθινο καπέλο ή θ’ ακούσω το κουδουνάκι του σκουπιδιάρη, καθώς η θάλασσα θα λαμπυρίζει στο βάθος, ευτυχισμένη μέσα στην αγκαλιά του ήλιου... Δίπλα στην κουζίνα υπήρχε ένα δωμάτιο, ζεστό και πρόσφορο για πολλές χρήσεις. Εκεί τρώγαμε, παίζαμε με την αδερφή μου, αλλά και φιλοξενούσαμε τη νονά ή όποιον άλλο συγγενή ερχόταν στην Αθήνα να μας επισκεφτεί. Εδώ τρώγαμε το πρωινό μας και ξεκινούσαμε για το σχολείο. Εδώ ακριβώς γινόταν και το «παζάρεμα» της δραχμής που κατέληγε στο τάλιρο. Πράγματι, η μαμά κι ο μπαμπάς δεν ήθελαν να πιάνουμε λεφτά στα χέρια μας. Ό,τι θέλαμε, έπρεπε να το ζητήσουμε για να μας το πάρουν. Εμένα, όμως, ο μεγάλος καημός μου ήταν –και είναι ακόμα– τα λουλούδια. Τρελαινόμουν ν’ αγοράζω γλάστρες και να τις τοποθετώ στη σκάλα. Κάθε σκαλί και γλάστρα! Πώς όμως να τις έπαιρνα; Έτσι σοφίστικα το εξής κόλπο: Η Ασπασία, η αδερφή μου, ήταν τότε όργανό μου, στεκόταν προσοχή μπροστά μου, που λέει ο λόγος, και με κοίταζε στα μάτια. Είχα βρει, λοιπόν, τη λύση: Θα την έβαζα εκείνη να ζητήσει. Έτσι και γινόταν. Κάθε πρωί, πριν ξεκινήσουμε για το σχολείο, στεκόταν μπροστά στο κρεβάτι της νονάς, όπως την είχα δασκαλέψει, κι έλεγε: «Νονάαα!». 32


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

«Τι είναι παιδάκι μου;», ρωτούσε εκείνη, κάνοντας πως δε βλέπει. Σήκωνε η Ασπασία το ένα της δάχτυλο και της το έδειχνε. «Τι είναι παιδάκι μου, δε βλέπω», συνέχιζε εκείνη, παίζοντας το παιχνίδι μας. «Νονάαα!», ξανάλεγε, σηκώνοντας δύο δάχτυλα αυτήν τη φορά. Πάλι η νονά δεν έβλεπε τάχα και τα δύο γίνονταν τρία και τα τρία τέσσερα και πέντε... Έτσι... άρμεγα εγώ το τάλιρο κι η νονά μας ήταν κατευχαριστημένη, γιατί μας είχε κάνει να πιστεύουμε πως τη ρίχναμε... Αθώες μικρές συνωμοσίες! Το καρναβάλι Τι να πρωτοθυμηθώ, αλήθεια! Στο μυαλό μου, βέβαια, είναι τυπωμένες ανεξίτηλα οι Αποκριές των παιδικών μου χρόνων. Τι γέλιο γινόταν με την καμήλα! Ένα κεφάλι στερεωμένο σ’ ένα παλούκι και τέσσερις μαντραχαλάδες σκεπασμένοι με πανί, που με διάφορες κινήσεις έκαναν το σώμα της καμήλας να φαίνεται φυσικό. Χαζεύαμε εμείς από τα μπαλκόνια! Περνούσε και το γαϊτανάκι: Ένας τεράστιος όρθιος πάσσαλος, που γύρω του κρέμονταν κορδέλες χρωματιστές. Ισόποσα κορίτσια γύριζαν γύρω από τον πάσσαλο χορεύοντας και κρατώντας τις κορδέλες, που τις έμπλεκαν και τις ξέμπλεκαν με ιδιαίτερη τέχνη. Ας μην ξεχνάω και τον αρκουδιάρη, με την αρκούδα και το ντέφι. Τραγουδούσε κι έπαιζε ντέφι και το ταλαίπωρο ζώο, με το χαλκά στη μύτη, ήταν υποχρεωμένο να χορεύει 33


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

στο ρυθμό του. Κι εμείς πετάγαμε τα κέρματα από το μπαλκόνι. Νάσου κι ο γύφτος με τη μαϊμού! Της έπαιζε ντέφι για να χορεύει και μετά, όπως την είχε μάθει, άρχιζε να μιμείται πώς καθρεφτίζεται η γυναίκα, πώς βάφεται και διάφορα άλλα παρόμοια. Να, κρεμόταν απ’ τα παράθυρα και τα μπαλκόνια ο κόσμος και χάζευε! Κι από κάτω μάζευε με το πιατάκι τις δεκάρες ο ...αρμόδιος της παρέας. Όλη η Αθήνα το γλένταγε τρελά. Χοροί, μασκαράδες, ντόμινα. Όλες οι κοινωνικές τάξεις. Ορισμένα αθηναϊκά θέατρα, όπως το «Ολύμπια» στην οδό Ακαδημίας και το «Κεντρικόν» στην οδό Κολοκοτρώνη, έκλειναν για ένα μήνα, προκειμένου να διαθέσουν τις αίθουσές τους για χορούς: «Θέατρον Κεντρικόν. Αύριον 10 μ.μ. Μέγας Αποκριάτικος Χορός. Ατραξιόν, κοτιγιόν, δώρα». Τις Κυριακές, μάλιστα, συχνά υπήρχαν δύο χοροί. Ένας απογευματινός για τα παιδιά κι ένας βραδινός για τους μεγάλους. Θα ήταν παράλειψη, εξάλλου, να μην αναφέρω τη μεγάλη παρέλαση των αρμάτων την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, όπου μικροί, μεγάλοι ξεκαρδιζόμασταν στα γέλια. Όλα ήταν καμωμένα με κέφι και μεράκι, ενώ οι προετοιμασίες άρχιζαν πολύ καιρό πριν. Οι φοιτητές πρωτοστατούσαν και γέμιζαν τους δρόμους με περίφημα σε ιδέες και εκτέλεση άρματα. Το πιο χαρακτηριστικό ήταν ο «Φούρνος», που συμβόλιζε το Πανεπιστήμιο και που από τη μια μεριά έριχναν κούτσουρα κι από την άλλη έβγαιναν τούβλα! Στις ταβέρνες και τα κέντρα, άλλωστε, το γλέντι κρατούσε μέχρι πρωίας, όπου όλοι γίνονταν μια παρέα, τραγουδώντας, πίνοντας ρετσίνα και τρώγοντας εκλεκτούς μεζέδες. Τέτοιους ξέφρενους ρυθμούς οι σημερινοί πολυάσχολοι Αθηναίοι τους έχουν πια ξεχάσει από καιρό. 34


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

Η γιορτή του πατέρα Γλυκά περνούσαν εκείνα τα χρόνια, ανέμελα, ολόδροσα. Καραμελένια έμοιαζε η ζωή μας, πασπαλισμένη με ζάχαρη άχνη, σαν τους χριστουγεννιάτικους κουραμπιέδες που έφτιαχνε η νονά και το γλυκό του κουταλιού της μαμάς που φύλαγε για τους επισκέπτες στο μπουφέ, κρύβοντας σε ασφαλές –όπως πίστευε– μέρος το κλειδί. Κι εγώ, που φυσικά είχα ανακαλύψει την κρυψώνα, έπαιρνα αθόρυβα το κλειδί, «φορολογούσα» τον απαγορευμένο καρπό και ξανάβαζα το κλειδί στη θέση του. Όσο η στάθμη του γλυκού κατέβαινε λίγο-λίγο, το κατ’ εξακολούθηση έγκλημά μου παρέμενε απαρατήρητο, ώσπου μια μέρα που ήρθαν επισκέψεις... το κουτάλι της Καλ­λιόπης έπιασε πάτο! Άδειο μπήκε, άδειο βγήκε! Οι ξένοι έμειναν χωρίς νεραντζάκι γλυκό, η μαμά έγινε ρεζίλι –ν’ ανοίξει η γη να την καταπιεί– και ο συνήθης ύποπτος εισέπραξε το... μπερντάκι του! Άλλη μια φορά πάλι, θυμάμαι, ήταν Πάσχα. Κάθε Μεγάλη Εβδομάδα είχαμε συναγερμό στο σπίτι. Ήταν, βλέπεις, η γιορτή του πατέρα τη Λαμπρή. Το έθιμο τότε απαιτούσε από κάθε νοικοκυρά να φτιάξει κουλούρια, τσουρέκια, να βάψει αυγά. Όταν λέμε αυγά, εννοούμε ντουζίνες. Μονάχα εκείνοι που είχαν πένθος δεν τηρούσαν την πατροπαράδοτη αυτή συνήθεια. Γι’ αυτούς, όπως και για κάποιους μόνους ανθρώπους, εργένηδες, δημοσίους υπαλλήλους που υπηρετούσαν μακριά από τις οικογένειές τους, φρόντιζαν οι νοικοκυράδες. Κανένας δεν έπρεπε να αισθάνεται μόνος και παραμελημένος τις γιορτινές εκείνες μέρες. Έτσι, λοιπόν, οι άσπρες, πεντακάθαρες, κολλαριστές πετσέτες που περιείχαν τις λαμπριάτικες νοστιμιές, πή35


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

γαιναν από σπίτι σε σπίτι κι όποιος ήταν μόνος θα ήταν σίγουρα καλεσμένος σε κάποιο φιλικό, συγγενικό ή ακόμα και γειτονικό πασχαλινό τραπέζι, για να γευτεί το αρνί με συντροφιά και ζεστασιά. Κι όλη η οικογένεια, γιαγιάδες, παππούδες, θείοι, θείες, παιδιά, εγγόνια, ανίψια, γύρω από το τραπέζι, όλοι μαζί, σ’ ένα σπιτικό, να γιορτάσουν τη Λαμπρή. Ήταν απέραντη χαρά για τους μεγάλους να βλέπουν όλη την οικογένεια συγκεντρωμένη κι ενωμένη· κι απόλαυση για τους μικρότερους να γεύονται τα χάδια των παππούδων και των γιαγιάδων. Θαρρώ πως τώρα τα πράγματα έχουν πολύ αλλάξει. Η μοναξιά κι η αδιαφορία των ανθρώπων ολοένα και κερδίζουν έδαφος στο όνομα του προοδευτισμού. Οι αποστάσεις μεγαλώνουν. Ο καθένας συρματοπλέκει την ψυχή του και διαχωρίζει τη θέση του. Κι η αναλγησία σπάει κόκαλα κι ο ωχαδερφισμός μαστιγώνει. Ας είναι, όμως! Το Πάσχα εκείνο του ’32, ένα χρόνο πριν φύγουμε από το Φάληρο, το σπίτι μοσχομύριζε, ως συνήθως, από τα φρεσκοψημένα κουλουράκια και τσουρέκια. Τι μυρωδιά ήταν εκείνη και σε μέρες νηστείας κιόλας! Σου έσπαγε τη μύτη! Τι πειρασμός ήταν εκείνος τη Μεγάλη Παρασκευή, που γουργούριζαν τα στομάχια! Εγώ, πάντως, ήμουν ανίκανη ν’ αντισταθώ. Λες και μ’ είχε βάλει ο διάβολος, μέρες που ήταν! Είχα σκαρφιστεί τώρα άλλο κόλπο, για να κλέβω γλυκίσματα. Παραβίαζα το μπουφέ από το πάνω συρτάρι, που το άνοιγα, έχωνα από μέσα το χέρι μου, έφτανα τις γυάλες με τις λιχουδιές και βούταγα ό,τι μπορούσα. Αραίωνα μάλιστα και τα κάτω, για να μη φαίνεται το κενό. Κάποτε, βέβαια, πάτωναν και κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει πώς είχαν σωθεί τόσο γρήγορα. Υποψιά36


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

ζονταν, ασφαλώς, αλλά δεν ήταν δυνατόν να διανοηθούν τον τρόπο... Η μαμά, λοιπόν, με την Καλλιόπη ανασκουμπώνονταν τις μέρες εκείνες να τα προλάβουν όλα. Κι η εκκλησία, εκκλησία κι η νηστεία, νηστεία. Έπρεπε δε, οπωσδήποτε να μεταλάβουμε. Εμάς τα παιδιά, μάλιστα, πριν κοινωνήσουμε, μας έβαζε ο παπάς κάτω από το πετραχήλι και μας διάβαζε. Η δουλειά που έμενε πάντα τελευταία ήταν το τρίψιμο των ασημικών. Το Μεγάλο Σάββατο, μετά τη μαγειρίτσα και το αρνί, άρχιζε το γυάλισμα. Φώναζε, θυμάμαι, ο πατέρας: «Άντε, βρε παιδί μου, θ’ αναστήσει ο παπάς κι εσείς ακόμα ασημικά θα τρίβετε...». Έπρεπε, όμως, όλα να είναι στην εντέλεια για τη μεγάλη μέρα. Πηγαίναμε όλοι μαζί στην εκκλησία, παίρνοντας μαζί από ένα αυγό κι ένα κουλούρι για να τσουγκρίσουμε μετά το «Χριστός Ανέστη». Έτσι, μέναμε και παρακολουθούσαμε και την υπέροχη λειτουργία μέχρι το τέλος. Πράγματι, η αναστάσιμη λειτουργία είναι τόσο εντυπωσιακή, τόσο χαρμόσυνη και είναι κρίμα που ο πολύς κόσμος τη χάνει. Ήταν τότε στην εκκλησία ένας ιερέας που έλεγε το «Χριστός Ανέστη» σε διάφορες γλώσσες του κόσμου κι αυτό με είχε εντυπωσιάσει πολύ, ανάμεσα στην περίλαμπρη ατμόσφαιρα, με τα εξαπτέρυγα να γυαλίζουν θριαμβευτικά και τα άμφια των ιερέων να χρυσίζουν, αστραποβολώντας κάτω από το άπλετο φως των πολυελαίων. Την επόμενη μέρα, όλοι σε θέση μάχης. Δεχόμασταν τις επισκέψεις με το κλασικό φοντάν και λικεράκι κι όλο το σπίτι έσφυζε από ζωή και χαρά. Κόσμος έμπαινε κι έβγαινε, κι εμείς τα παιδιά, με τα λουστρίνια μας, τα άσπρα σοσονάκια, τα λαμπριάτικα φορέματα και τους άσπρους 37


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

φιόγκους στα μαλλιά, όπως πάντα συμβαίνει, είχαμε διπλή χαρά. Όλα ήταν ήρεμα τότε. Άλλοι σκέφτονταν για μας. Εμείς, το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να απολαμβάνουμε τη θαλπωρή και ασφάλεια της οικογενειακής ζωής. Πόσο θα μου έλειπαν, αλήθεια, στα μετέπειτα χρόνια, που η ζωή θα μου επιφύλασσε τόσα σκαμπανεβάσματα κι αφείδωλα θα μου μοίραζε πίκρες και δάκρυα! Καλοκαιράκι, το αγαπημένο Τα καλοκαίρια κυλούσαν ανέμελα, πανάλαφρα, χωρίς σχολείο, χωρίς έννοιες. Το μεγαλύτερο μέρος τής μεγάλης, ζεστής μέρας το περνούσα στη λατρεμένη μου θάλασσα, εν αντιθέσει προς την αδερφή μου, που μόλις έμπαινε στο νερό μελάνιαζαν τα χείλη της. Μάταια η μαμά, που μας παρακολουθούσε από τη βεράντα, μου φώναζε και μου ξαναφώναζε να βγω. Τα κρυσταλλένια νερά του προπολεμικού Φαλήρου με τραβούσαν σαν μαγνήτης. Λίγο πιο πέρα, ήταν ο σταθμός του ηλεκτρικού. Σαν παιδιά, εντυπωσιαζόμασταν πολύ από το σταθμό με τα αρχοντικά φαγιάνς πλακάκια στους τοίχους και τα τρένα που μούγκριζαν πλησιάζοντας, δημιουργώντας ένα κλίμα μυστηρίου και περιπέτειας, πρόσφορο για ένα πολύ διασκεδαστικό παιχνίδι. Εκεί, στο σταθμό, άλλωστε, όσοι γύριζαν από τα ψώνια τους στην Αθήνα, ήταν αναγκασμένοι να πληρώσουν... διόδια! Πράγματι, σε μία προσπάθειά τους να τονώσουν την περιφερειακή αγορά, του Πειραιά κυρίως, οι αρχές είχαν εφεύρει το εξής: Αρμόδιοι υπάλληλοι ήταν στημένοι στην έξοδο του 38


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

τρένου από Αθήνα και όποιον έβλεπαν να κρατά πακέτα τον σταματούσαν και τον υποχρέωναν να τ’ ανοίξει. Ανάλογα με τις αγορές που είχαν κάνει, πλήρωναν και το φόρο! Αγανακτισμένος ο κόσμος, κατέφευγε σε διάφορα κόλπα για ν’ αποφύγει το χαράτσι. Έτσι, όταν γυρίζαμε από την Αθήνα και είχαμε αγοράσει ρούχα ή παπούτσια, η μαμά μάς έβαζε να τα φοράμε πριν μπούμε στο τρένο, πράγμα, βέβαια, που έκανε η πλειοψηφία των επιβατών. Απέναντι από το σταθμό, προς την πλευρά της θάλασσας, ήταν το παλιό, πέτρινο κτίριο της Ηλεκτρικής Εταιρείας και λίγο παραπέρα ένα πανέμορφο πάρκο, γεμάτο παρτέρια με ευωδιαστά, πολύχρωμα λουλούδια. Το χειμώνα δε, τοποθετούσαν ξύλινα παραπετάσματα μεταξύ πάρκου και θάλασσας, για να μην καταστρέφει το κύμα και η αρμύρα τα λουλούδια! Σ’ εκείνο το ολόδροσο πάρκο, λοιπόν, ερχόταν τα καλοκαίρια όλη η αφρόκρεμα της πρωτεύουσας για να απολαύσει την ορχήστρα του Καλομοίρη, που ανεβασμένη σε μια εξέδρα, χάριζε στους Αθηναίους αξέχαστες μελωδίες. Προχωρώντας προς Καστέλα, συναντούσε κανείς τα περιβόητα BAINS MIXΤES. Πρωτοποριακό για την εποχή: Άντρες και γυναίκες να κάνουν μαζί μπάνιο! Περιττό, βέβαια, να αναφέρω ότι τα μαγιό της εποχής εκείνης, καμία απολύτως σχέση δεν είχαν με τα σημερινά! Τον Αύγουστο –ήταν καθιερωμένο πια– θα πηγαίναμε κατασκήνωση στην Πάρνηθα. Το συνήθιζαν τότε αρκετές καλές οικογένειες να παραθερίζουν στην Πάρνηθα, κάνοντας φυσική ζωή. Ξεκινούσαμε τις διακοπές με άλλες δέκα φιλικές οικογένειες και στήναμε κοντά τις σκηνές μας, για λόγους ασφαλείας. 39


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

Η εκκίνηση γινόταν από το Μενίδι. Εκεί φορτώναμε τα πράγματά μας σε μουλάρια, ανεβαίναμε κι εμείς επάνω κι άρχιζε η ανάβαση ως την τοποθεσία-πηγή «Κανταλίδι». Ερημιά ήταν τότε εκεί πάνω, ούτε δρόμος δεν υπήρχε. Μονάχα λύκοι, τσακάλια και κλέφτες. Ο αέρας, όμως, ήταν τόσο καθαρός, που τα μάγουλά μας κοκκίνιζαν από τις πρώτες κιόλας μέρες! Αφού ολοκληρωνόταν το στήσιμο των σκηνών, οι άντρες ανέβαιναν πιο ψηλά κι έκοβαν κορμούς, που τους κατέβαζαν ως την κατασκήνωση με πολύ χοντρά σκοινιά. Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα είχαμε ξυλεία για μαγείρεμα, αλλά και για ζεστασιά. Πράγματι, τη νύχτα έκανε κρύο. Φορούσαμε χοντρά παλτό, και κοιμόμασταν σκεπασμένοι με ολόμαλλες κουβέρτες. Εκεί πάνω ήταν άλλος Θεός και ήδη μόλις έβγαινε ο Αύγουστος, έπιανε το πολύ κρύο κι ετοιμαζόμασταν για την κάθοδο. Φορώντας χειμωνιάτικα, αγναντεύαμε κάτω την Αθήνα να ψήνεται. Η «πυρά», όμως, όπως τη λέγαμε ήταν η πιο απολαυστική ώρα της ημέρας. Μικροί-μεγάλοι, όλος ο καταυλισμός, συγκεντρωνόμασταν το βράδυ γύρω από τη φωτιά, όπου ψήναμε, τραγουδούσαμε, οι μεγάλοι έλεγαν ιστορίες, οι μικροί σκαρφιζόντουσαν παιχνίδια, ο ένας πείραζε τον άλλον... Τη νύχτα, με βάρδιες, οι άντρες έμεναν ξύπνιοι. Ο πατέρας είχε μαζί το όπλο του. Φρόντιζε, επίσης, να έχει τοποθετήσει μεγάλες πέτρες τη μία δίπλα στην άλλη, γύρωγύρω από τη μέσα μεριά της σκηνής, στερεώνοντας καλά το ύφασμα, ώστε να μην μπορεί να χωθεί χέρι από κάτω και να βουτήξει πράγματα. Μια μέρα, ήρθαν κάποιοι χωρικοί από το Μενίδι και ειδοποίησαν κάποιον πολύ γνωστό τραπεζικό από την πα40


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

ρέα, πως το βράδυ εκείνο, άγνωστοι του είχαν στήσει ενέδρα για να τον σκοτώσουν, δεν ξέρω για ποιο λόγο. Αμέσως τα μάζεψαν οι άνθρωποι και τρομοκρατημένοι κατέβηκαν άρον-άρον από το βουνό. Λίγες μέρες αργότερα, το ’31 θάταν ή το ’32, ξέσπασε η μεγάλη φωτιά στην Πάρνηθα. Ήταν σούρουπο, όταν η όσφρησή μας μάς ειδοποίησε ότι κάπου κοντά κάτι καιγόταν. Δεν έχασε καιρό ο πατέρας και, αφού πήρε τα κιάλια του, ξανοίχτηκε να ερευνήσει την κατάσταση. Αρχικά, πίστεψαν οι μεγάλοι, πως τσοπάνηδες είχαν βάλει τη φωτιά για να δημιουργήσουν κανένα βοσκοτόπι. Αυτές οι μικροεστίες ήταν συνηθισμένες τότε. Όμως, όσο η ώρα περνούσε, η φωτιά αντί να σβήνει, φούντωνε. Κι όσο περνούσε η ώρα, το κακό άρχισε να παίρνει πρωτοφανείς διαστάσεις. Μας παρηγορούσε, όμως, η σκέψη πως εκεί χαμηλά που καιγόταν ήταν το πευκοδάσος, ενώ εμείς είμασταν στα έλατα και ξέραμε ότι τα έλατα δεν πιάνουν εύκολα φωτιά. Πράγματι, η πυρκαγιά είχε ξεκινήσει από το Μενίδι κι εξαπλωνόταν κυκλικά γύρω-γύρω από το βουνό. Ο πατέρας, άγρυπνος φρουρός, μαζί με άλλους άντρες, είχε πάει λίγο παραπέρα στη θέση «Σαμάρι», ένα ύψωμα με καλή ορατότητα, που έβλεπε στην πίσω μεριά, προς την τοποθεσία «Μόλα» και παρακολουθούσαν από ψηλά τα τεκταινόμενα. Μας είχε, όμως, προειδοποιήσει να είμαστε σε επιφυλακή για αναχώρηση, εφόσον το έκρινε απαραίτητο. Έτσι, η μητέρα και η Καλλιόπη άρχισαν να βάζουν στις βαλίτσες το ρουχισμό, να μαζεύουν κουβέρτες, στρωσίδια, να κλείνουν τα κρεβάτια εκστρατείας, τα ράντζα, για να είναι σε ετοιμότητα για κάθε ενδεχόμενο. Όταν οι φλόγες άρχισαν να προχωρούν προς τα έλατα, άρχισε ο πανικός... Πώς θα μπορούσα εγώ να μείνω αμέτο41


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

χη του θεάματος; Πώς γινόταν να μη δω με τα ίδια μου τα μάτια, να μείνω καθυστερημένη; Ήξερα το μέρος δεντράκι-δεντράκι! Το είχα μελετήσει τόσες φορές, όταν έφευγα σκαστή, δήθεν για την ανάγκη μου. Γνωρίζοντας, λοιπόν, τα κατατόπια, είχα ξεγλιστρήσει, χωρίς να με πάρουν χαμπάρι μέσα στη μεγάλη ανακατωσούρα, και πήγα σ’ ένα μέρος απ’ όπου μπορούσα κι εγώ να δω τι γινόταν εκεί κάτω. Αν και ήμουν μικρή, μπόρεσα να συλλάβω το πόσο τρομακτικό ήταν το θέαμα που ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Έμεινα καρφωμένη στη θέση μου, βλέποντας πεύκα να λαμπαδιάζουν και να καίγονται μονομιάς, σαν να ήταν από χαρτί! Μόλις έπιαναν φωτιά, είχαν κιόλας καεί... Έβλεπα τις κουκουνάρες των πεύκων να εκτινάσσονται σαν διάττοντες αστέρες εκατοντάδες μέτρα μακριά κι αμέσως να λαμπαδιάζει ο τόπος όπου είχαν πέσει... Κι η φωτιά ν’ απλώνεται ολοένα και περισσότερο κι ο τόπος να φεγγοβολά απ’ άκρη σ’ άκρη, μέσα στην καρδιά της νύχτας. Ο καπνός έφτανε ως εκεί πάνω που βρισκόμασταν, ενώ αποκαΐδια άρχιζαν να αιωρούνται στην ατμόσφαιρα. Ποτέ δε θα μπορέσω να ξεχάσω το ανατριχιαστικό εκείνο θέαμα που απλώθηκε μπροστά στα παιδικά έκπληκτα μάτια μου εκείνο το βράδυ. Μπορεί να ήταν τρομακτικό, αλλά ήταν συγχρόνως και τρομερά συναρπαστικό και φαντασμαγορικό, που σε καθήλωνε και σε παρέσυρε να στέκεσαι και να το θαυμάζεις. Στο μεταξύ, οι μεγάλοι πηγαινοέρχονταν, ψιθυρίζοντας ανήσυχοι, ενώ εμείς τα παιδιά, ως συνήθως, μοιάζαμε να μην έχουμε και πολλή επίγνωση του κινδύνου και να απολαμβάνουμε τα ξενύχτι μας. Σε μικρό χρονικό διάστημα, είδαμε στρατό να καταφθάνει στο «Κανταλίδι», γεγονός που μας έκανε κάπως ν’ αναθαρρήσουμε. 42


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

Τις πρώτες πρωινές ώρες, η φωτιά είχε τεθεί υπό έλεγχο και τότε μας έβαλαν να κοιμηθούμε με τα ρούχα που φορούσαμε, ενώ οι μεγάλοι, φυσικά, δεν έκλεισαν μάτι. Το πρωί που ξύπνησα, βγήκα από τη σκηνή κι αντίκρισα, αρκετά κοντά μας, τους φαντάρους, ένα σωρό μουλάρια ξεφόρτωτα και διάφορα σύνεργα για την κατάσβεση της φωτιάς. Η έντονη μυρωδιά του καμένου γέμισε τα ρουθούνια μου, ενώ η φωτιά είχε σχεδόν σβήσει. Το φθινόπωρο Σαν έμπαινε το φθινόπωρο κι ανοίγαν τα σχολεία, ζούσαμε με την προσμονή των Χριστουγέννων. Πηγαίναμε και οι δύο στο σχολείο του Μακρή, μαθαίνοντας και κάνοντας πράγματα που λίγα παιδιά είχαν την ευκαιρία την εποχή εκείνη, αφού εκτός από τα μαθήματα, το σχολείο διοργάνωνε και διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις κι επισκέψεις σε μουσεία, αρχαιολογικούς χώρους, αλλά και ορφανοτροφεία και πτωχοκομεία. Όλοι οι χοροί, οι εκθέσεις και τα μπαζάρ του σχολείου γίνονταν στο Ξενοδοχείο «ΑΚΤΑΙΟΝ», ένα πραγματικό στολίδι της εποχής. Ο Νοέμβριος, εξάλλου, ήταν ο μήνας που με γέμιζε χαρά, γιατί πλησίαζαν τα γενέθλιά μου. Ένα χρόνο μεγαλύτερη πια, δεν ήταν και μικρό πράγμα! Χώρια το δώρο από τη μαμά και τη νονά. Εκείνο, όμως, που θα μου μείνει αξέχαστο είναι ο ρυζοχαλβάς των γενεθλίων. Γλύκισμα πολύ παλιό, που δεν ξέρω καν από πού κρατά η σκούφια του, μάλλον άγνωστο στη σύγχρονη μαγειρική, στάθηκε μέχρι τα σαράντα πέντε μου σχεδόν, ο μόνιμος «��υνοδός» των γενεθλίων ευχών για όλους μας. 43


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

Πράγματι, ήταν τόσο εύγευστο, το γλυκό ετούτο και τόσο εμφανίσιμο, όπως το παρουσίαζε η μητέρα. Ήδη, από την προηγούμενη των γενεθλίων, άρχιζε η προετοιμασία... Και τότε αρχίζαμε να ξερογλειφόμαστε, ανυπομονώντας για την απόλαυση που μας περίμενε την επόμενη μέρα. Αποβραδίς, το Καλλιοπάκι έβαζε το ρύζι που χρειαζόταν στο «μούσκιο», όπως έλεγαν, δηλαδή στο νερό. Το επόμενο μεσημέρι, σαν γυρίζαμε από το σχολείο, τη βλέπαμε να το μετατρέπει σε χοντρό σιμιγδάλι, πιέζοντάς το με κάποιο πλαγιασμένο μπουκάλι, που το κρατούσε από τις δύο άκρες και το κυλούσε επάνω του. Μετά, το παραλάμβανε η μαμά. Το έριχνε στην κατσαρόλα, όπου είχε προηγουμένως καβουρντίσει ασπρισμένα αμύγδαλα και το έφερνε πολλές γρήγορες βόλτες. Κατόπιν, έριχνε λίγο-λίγο το καυτό σιρόπι, που το είχε προετοιμάσει σε άλλη κατσαρόλα, ανακατεύοντας ακατάπαυστα, για να μη σβολιάσει. Όταν πια έπηζε όσο έπρεπε, το κατέβαζε από τη φωτιά. Όσο για μας, δεν κάναμε βήμα από την κουζίνα, απολαμβάνοντας τη θεσπέσια μυρωδιά του βουτύρου, την «απολαρδία», ανυπομονώντας να δούμε τα κομμάτια να πέφτουν στην πιατέλα... Όταν ο χαλβάς μισοκρύωνε, η μαμά έπιανε το κουτάλι της σούπας κι αφού το έβρεχε στο ανθόνερο, έπαιρνε μια γεμάτη κουταλιά και την τουμπάριζε στην πιατέλα. Μετά κι άλλη κι άλλη, ώσπου να τη γεμίσει. Τότε έριχνε μπόλικη κανέλλα πάνω σε κάθε κομμάτι και τοποθετούσε κι ένα καβουρντισμένο αμύγδαλο από πάνω. Η πιατέλα έμοιαζε ζωγραφιά. Λες κι έβλεπες αραδιασμένα φθινοπωρινά φύλλα δέντρων! Πώς να μην απλώσεις χέρι και να βουτήξεις όσα μπορούσες από αυτά, τα καλογυαλισμένα από το αγνό βούτυρο, κομμάτια! Και μπο44


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

ρούσες να φας αμέτρητα, χωρίς να το καταλάβεις, έτσι που γλιστρούσαν μια και κάτω! Γι’αυτό κι η μάνα μας τα έκρυβε από μας. Και το κακό ήταν που δεν μπορούσαμε να κλέψουμε ούτε ένα, γιατί έτσι μεγάλα που ήταν θα το καταλάβαινε σίγουρα... Αργότερα, έμαθα κι εγώ να καταφέρνω το ρυζοχαλβά κι η μαμά χαιρόταν τόσο που θα άφηνε πίσω της κάποιον, που θα μπορούσε να διατηρήσει την οικογενειακή αυτή παράδοση των γενεθλίων. Καθώς τα χρόνια περνούν, ωστόσο, αναλογίζομαι πως όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής μου, καθώς και τ’ αγαπημένα πρόσωπα και πράγματα τα έχω συνδέσει μέσα μου με κάποια μυρωδιά. Όλα έχουν τη δική τους οσμή, κρυφή και μυστική, γιατί δεν κοινοποιείται. Είναι από τα λίγα πράγματα που δεν περιγράφονται, δεν αναλύονται. Κλειδιά, για μένα, οι οσμές, που ανοίγουν τα ερμάρια της μνήμης. Οσμές ανεξίτηλες, διεγερτικές που δεν ξεθυμαίνουν με το χρόνο. Απρόσκλητες, ολοζώντανες και προκλητικές εισβάλλουν στα ρουθούνια, καθώς βασανιστικά ξετυλίγονται μπροστά μου οι εικόνες και οι ήχοι της αλλοτινής ζωής μου. Χριστούγεννα Ατελείωτες μας φαίνονταν οι μέρες μέχρι τις διακοπές. Πού να το φανταζόμασταν τότε πως κάποια χρόνια αργότερα –τώρα που το λάδι στο καντηλάκι μας μοιάζει να στερεύει– θα παρακαλούσαμε να κυλούν αργά, όσο πιο αργά γίνεται, τα λεπτά, οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, όσο σκληρά και πικρά κι αν είναι. Και τότε, ανόητα, επιπόλαια νιάτα, ξέχειλα από ζωή που φάνταζε αιώνια, γιατί, 45


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

γιατί δεν τα εκτιμούσαμε τα ρόδινα εκείνα χρόνια; Πώς το τολμούσαμε να ζητάμε από το χρόνο να βιαστεί; Μήπως, έτσι κι αλλιώς, δεν τρέχει σαν νεράκι; Μήπως δε χάνεται σαν πρωινή δροσούλα; Δε σκορπά σαν τον καπνό μ’ ένα φύσημα του αέρα; Στολίζαμε πάντα το δεντράκι μας τα Χριστούγεννα. Βάζαμε βαμβάκι στα κλαδιά να μοιάζει με χιόνι και τραγουδούσαμε χριστουγεννιάτικες γλυκές μελωδίες. Ο πατέρας μάς συνόδευε με το βιολί, που ήξερε τόσο όμορφα να παίζει. Αλλά και η αδερφή μου κι εγώ είχαμε μάθει αρκετά καλά, εκείνη μάλιστα έπαιρνε και μαθήματα πιάνου, που υπεραγαπούσε. Άλλοτε πάλι, παίζαμε βιολί ντουέτο, με τα πολύτιμα στραντιβάριους που μας είχαν δωρίσει οι γονείς μας κι όλοι άνοιγαν τα παράθυρα στη γειτονιά, λένε, ν’ ακούσουν τη γλυκιά μελωδία. Ακόμα τις φυλάω τις μπαλίτσες εκείνες –τις διακοσμημένες στο χέρι– και τα στολίδια που κρεμάγαμε, όσα, βέβαια, άντεξαν στο χρόνο. Τεκμήρια της ανέμελης, παραμυθένιας νιότης μου. Θησαυροί βγαλμένοι από τα απύθμενα βάθη της ζωής μου. Τις μέρες εκείνες τις γιορτινές, μαζί με τη μαμά και τη νονά πηγαίναμε στο κέντρο, προκειμένου να μας ψωνίσουν κάποια πράγματα που χρειαζόμασταν. Χαρά εμείς, χωρίς όρια! Η Αθήνα άλλωστε ήταν πανέμορφη, αρχόντισσα ντυμένη στα γιορτινά της κι ο κόσμος καλοντυμένος, ευγενικός, πρόσχαρος. Τα αυτοκίνητα λίγα. Τραμ περνούσαν συχνά. Τα θυμάμαι από Βουκουρεστίου, από Φιλελλήνων, από Ιπποκράτους για Κολοκυνθού... Σ’ όλους τους κεντρικούς δρόμους υπήρχαν ράγες που διατηρήθηκαν και πολύ καιρό μετά τον πόλεμο. Στην Αιόλου τα καροτσάκια «εις... παράταξιν» κι ο 46


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

κόσμος στριμωχνόταν να χαζέψει ή να ψωνίσει, με αποτέλεσμα να γίνεται το αδιαχώρητο με όλα, φυσικά, τα συνεπακόλουθά του, όπως τα πειράγματα και τα ...τσιμπήματα στις ωραίες κυρίες από τους μάγκες της εποχής. Θυμάμαι μια θεία μου που έλεγε: «Τσιμπάτε όσο θέλετε», γιατί μέσα από τα πουφ της φούστας της είχε –όπως συνηθιζόταν τότε– μαξιλαράκια, που, αν δεν κάνω λάθος, τα έλεγαν τουρνίρ! Λαμπιόνια, λατέρνες, γιρλάντες, παιδάκια που έλεγαν τα κάλαντα, γαργαλιστικές μυρωδιές από τους φούρνους και τα ζαχαροπλαστεία, κόσμος με πακέτα στα χέρια, κομψές κυρίες που κρατούσαν παιδάκια χαμογελαστά με ροδοκόκκινα μάγουλα, σπίτια αρχοντικά –αριστουργήματα αρχιτεκτονικής– που αργότερα καταβρόχθισε ο «δράκος» της ανάπτυξης. Αυτή ήταν η όμορφη, μικρή μας πόλη. Τώρα πια δεν υπάρχει. Η Σταδίου ήταν κατάμεστη από κόσμο. Κι εκεί –σαν να το βλέπω μπροστά μου– στο Μετοχικό Ταμείο, γωνία Αμερικής και Σταδίου, ήταν το περίφημο κατάστημα Σίδνεϋ-Νόελ. Εκεί ακριβώς, δύο κοριτσάκια από το Φάληρο, πιασμένα από το χέρι, έχασκαν με ορθάνοιχτα στόματα, σαν αποσβολωμένα, ανάμεσα στα πλήθη που περνοδιάβαιναν, κοιτώντας ψηλά. Από τα παράθυρα του πρώτου ορόφου ή ημιώροφου φαινόταν ένας τεράστιος κούκλος με μαύρο κουστούμι, καπέλο κι ένα μπαστούνι στο χέρι, που χτυπούσε το τζάμι. Απίστευτο! Αλλόκοτο! Ανεξήγητο, στα παιδικά μυαλουδάκια μας! Και όχι μόνο στα δικά μας... Ανέφελος έμοιαζε ο ορίζοντας κι αίθριο προδιαγραφόταν το μέλλον μέσα απ’ τα μάτια της παιδικής μου ψυχής. Ποιος να μου τόλεγε τότε, πόσο απίστευτα ευμετάβλητο μπορεί να γίνει το βαρόμετρο της ζωής! 47


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

Η ιστορία ενός αδέκαστου Μόλις τελείωσε η σχολική χρονιά ’32-’33, ήρθε μετάθεση του πατέρα για Θεσσαλονίκη. Καινούριο ξεσπίτωμα! Το καλοκαίρι, επομένως, του ’33 πέρασε μέσα στη φούρια της μετακόμισης. Η μαμά κόντευε να σκάσει, ο πατέρας ήταν πιο ψύχραιμος, λιγομίλητος, ως συνήθως, τα κρατούσε όλα μέσα του. Σπάνια εκδηλωνόταν. Η αλήθεια είναι, άλλωστε, πως δεν είχε περάσει και λίγα ως τότε και πάμπολλα έμελε να περάσει ακόμα μέχρι το τέλος της ζωής του. Πράγματι, ο πατέρας καταγόταν από τη Μαγνησία της Μικράς Ασίας κι είχε άλλα έντεκα αδέρφια, χώρια κάποια άλλα που πέθαναν μικρά. Ζούσαν σε κάποιο χωριό κοντά στη Τζομπανισιά, Χατζηλέρι το έλεγαν. Η γιαγιά ήταν απ’ το Φίκιοϊ. Ο παππούς μου ήταν πολύ εύπορος και πρόεδρος της κοινότητας. Οι Τούρκοι, όμως, δεν τον χώνευαν καθόλου· είχε, τότε, πολλούς απ’ αυτούς στη δούλεψή του. Όνειρο του παππού μου ήταν ν’ ασχοληθούν τα παιδιά –τ’ αγόρια βέβαια– με τα κτήματα και τη διαχείριση της περιουσίας του. Ο πατέρας, αντίθετα, λάτρευε τα γράμματα κι είχε σκοπό της ζωής του να σπουδάσει, με αποτέλεσμα πατέρας και γιος να έρθουν σε ρήξη. Όμως η δίψα για μάθηση δε δαμάζεται κι ο πατέρας εγκαταλείπει το σπίτι και φεύγει για τη Σμύρνη, όπου θα περάσει δύσκολα χρόνια, προσπαθώντας να τα βγάλει πέρα μόνος του. Δουλεύει και παράλληλα μελετά για να τελειώσει την Ευαγγελική Σχολή. Κατόπιν μπαίνει στη Γυμναστική Ακαδημία, την οποία τελειώνει με άριστα, ενώ ταυτόχρονα μαθαίνει βιολί και γαλλικά μόνος του. Η περηφάνια του, μάλιστα, τον έκανε να απορρίπτει κάθε είδους οικονομική βοήθεια προσφερόμενη από συγγενείς. Χαρακτηριστικό τής 48


ΣΤΟΥΣ

Δ ΡΟΜΟΥΣ

ΤΟΥ

Π ΕΠΡΩΜΕΝΟΥ

ένδειας την οποία υπέφερε, ήταν –όπως θυμάμαι από τις διηγήσεις του– το ξεροκόμματο, που έτρωγε λίγο-λίγο. Κι όταν πια είχε ξεραθεί εντελώς, αναγκαζόταν να το σπάει με πέτρα, προκειμένου να μπορέσει να το φάει! Τελειώνοντας την Ακαδημία, μπαίνει στη Φιλοσοφική Σχολή, ενώ, ταυτόχρονα, έχει πλέον τη δυνατότητα να δουλεύει ως καθηγητής Σωματικής Αγωγής και να ζει κάπως καλύτερα. Επιπλέον, παίρνοντας το πτυχίο της Φιλοσοφικής έχει κιόλας μάθει ιταλικά και γερμανικά. Τις μέρες εκείνες, ωστόσο, ξεσπά ο Βαλκανικός Πόλεμος και ο πατέρας με το γνωστό πατριωτισμό που τον διακρίνει, αποφασίζει να πολεμήσει σαν εθελοντής για τη μητέρα Ελλάδα. Για τη γενναιότητά του στη μάχη θα πάρει δύο μετάλλια ανδρείας. Πολλά χρόνια αργότερα, το Δεκέμβριο του 1937, ο ίδιος ο Γεώργιος του απένειμε αναδρομικά τον Αργυρούν Σταυρόν του Τάγματος του Φοίνικος, ενώ παλιοί συμπολεμιστές του, που έρχονταν καμιά φορά να τον επισκεφτούν, μας επαινούσαν τη γενναιότητά του στο πεδίο της μάχης και διηγούνταν πώς κατάφερνε να εμψυχώνει και τους άλλους, πολεμώντας πάντα όρθιος και ποτέ καλυμμένος! Στο μεταξύ, η οικογένειά του, στάθηκε πολύ άτυχη γιατί έζησε όλο το μαρτύριο του Ελληνισμού της ιωνικής γης. Το 1917, συγκεκριμένα, όπως μας διηγήθηκε αργότερα ο μικρότερος αδερφός του πατέρα, κάλεσαν τον παππού μου στην τουρκική αστυνομία και τον έβαλαν στη φάλαγγα, για να μαρτυρήσει αν είχε όπλα. Εκείνος δεν είπε τίποτα κι εκείνοι τον έριξαν, σε άθλια κατάσταση καθώς ήταν, πάνω σε μια σούστα και τον έστειλαν σπίτι, όπου τον περιποιήθηκε η γιαγιά και σύντομα έγινε καλά. 49


Χ ΡΙΣΤΙΑΝΝΑ ΛΟΥΠΑ

Σε λίγες μέρες, όμως, καταφθάνουν μέσα στη νύχτα Τούρκοι με τ’ άλογα, μαζί μ’ έναν σπιούνο Τούρκο που δούλευε στον παππού, με σκοπό να τον ληστέψουν. Αναποδογύρισαν το σπίτι, άνοιξαν μπαούλα και καταπακτές και τον έδειραν μέχρι θανάτου για να τους πει πού έχει τα λεφτά. Αλλά εκείνος δεν είχε πολλά χρήματα εκείνες τις μέρες, γιατί προ ολίγου είχε αγοράσει ένα τσιφλίκι τριακόσια στρέμματα στο γειτονικό χωριό. Τα κορίτσια, ευτυχώς, πρόλαβαν και το ’σκασαν και πολλά από τα αγόρια έλειπαν από το σπίτι. Πήραν τις προίκες των κοριτσιών και ό,τι άλλο μπορούσαν να πάρουν. Τον παππού τον βρήκαν μετά σκοτωμένο, μαζί μ’ ένα από τα παιδιά, πάνω σε σωρούς από βαμβάκι στην αποθήκη. «Το ’22», συνεχίζει τη διήγηση ο Λεωνίδας, ο αγαπημένος αδερφός του πατέρα, «ήμουνα στρατιώτης στη Φιλαδέλφεια, για ένα φεγγάρι. Πλησίαζαν οι μέρες οι εφιαλτικές, μα δεν το πιστεύαμε. Είχα κήλη και με βγάλαν βοηθητικό. Μετά πήγαμε στη Σμύρνη και κατόπιν στον Τσεσμέ. Το Μάιο με στείλαν στο Ουσάκ, σαν βοηθητικό νοσοκόμο και ήμασταν πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή. Κατόπιν άρχισε η υποχώρηση και ήρθαν τα πάνω, κάτω». «Γύρισα στο χωριό να δω τη μάνα και τα κορίτσια. Είχαν φορτώσει τα πράγματα σε σούστες κι ήταν έτοιμοι για δρόμο. –Για πού, όμως, άραγε;– Θυμάμαι, μου έδωσαν γιαούρτι και πεπόνι να φάω και ξεκινήσαμε όλοι μαζί το απόγευμα. Εμείς οι άντρες πεζοί και φορτωμένοι πράγματα. Περάσαμε μέσα από τη Μαγνησία. Μας κοίταζαν οι Τούρκοι. Φοβόμασταν εμείς, αλλά φοβόντουσαν κι αυτοί». «Ξημερώματα φτάσαμε στη Σμύρνη και σταθήκαμε στον Μπουρνόβα. Εκεί βρήκαμε το Νικόλα και λίγο πιο κάτω το Γιάννη (δύο από τ’ αδέλφια), με τη γυναίκα του 50


ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΟΥ ΠΕΠΡΩΜΕΝΟΥ