Issuu on Google+

ΚΑΡΟΛΥ ΜΕΧΕΣ Το βιβλίο του κέικ Από το μυστικό βιβλίο συνταγών μιας γυναίκας από την Τρανσυλβανία Μετ. Χρήστος Χρυσόπουλος

Οι πρωτοχρονιάτικες μαρέγκες του πάθους Χτυπήστε 140 γραμμάρια ζάχαρη άχνη με γεύση βανίλιας με τρία ασπράδια, προσθέστε 140 γραμμάρια καρύδια ολόκληρα. Τοποθετήστε το μπολ σε ένα τηγάνι με βραστό νερό και μαγειρέψτε μέχρι να εξατμιστεί το νερό. Τοποθετήστε μικρές ποσότητες από τη μαρέγκα σε ένα βουτυρωμένο ταψί και αφήστε να στεγνώσουν. Στεγνώνουν πολύ γρήγορα! Kraszna, 7 Νοεμβρίου, 1918 Σήμερα, παρά το διαπεραστικό κρύο, το σύνολο του κόμματος κατέβηκε στην όχθη της λίμνης. Το χιόνι που έπεσε προχθές είχε ως επί το πλείστον λιώσει, αλλά η παγωνιά κρυστάλλωσε όσες χιονονιφάδες απόμειναν. Τα πάντα ήταν εύθραυστα σαν γυαλί, τα κλαδιά που αγγίξαμε, τα φύλλα που έτριζαν σε κάθε βήμα, το λεπτό στρώμα πάγου στις λακκούβες. Όταν φτάσαμε στην όχθη ο Károly είπε ότι εάν αυτός ο κακός καιρός κρατούσε λίγο ακόμη, η λίμνη σύντομα θα πάγωνε και θα μπορούσαμε να βγάλουμε τα έλκηθρα και πάλι! Έριξα μια ματιά προς το μικρό ξύλινο καλύβι όπου εκμισθώνουν παπούτσια του πατινάζ και έλκηθρα. Φυσικά, δεν είχε ανοίξει ακόμα. Την περασμένη χρονιά ο τόπος ήταν γεμάτος ζωή πολύ πριν από την πρωτοχρονιά. Πίσω από την καλύβα, μέσα στο πυκνό και σκοτεινό δάσος, μπορώ να ορκιστώ, ότι διέκρινα το δέντρο στο οποίο με είχε στριμώξει μικρή ο Béla Sándor και με φίλησε, καρφώνοντας τα χέρια μου στον κορμό καθώς προέβαλα πολύ ισχνή άμυνα. Το στόμα του έκαιγε σαν φωτιά. Δεν είχε πει λέξη, μόνο με φίλησε. Τρομαγμένη, είχα προσποιηθεί ότι έπρεπε να πάω στην τουαλέτα, αν και τώρα είμαι σίγουρη ότι θα έπρεπε να είχα μείνει! Και εκείνος ούτε που μίλησε, μόνο έλυσε τα χέρια μου, και με άφησε να γλιστρήσω ανάμεσα στην αγκαλιά του και στον κορμό του δέντρου. Δεν γύρισα καν να τον κοιτάξω αν και μπορούσα να αισθανθώ το βλέμμα του στην πλάτη μου! Πέρασε το υπόλοιπο της ημέρας του πίνοντας και μέθυσε με ζεστό κρασί και πρωτοχρονιάτικες μαρένγκες. Θυμάμαι την χιονισμένη ύπαιθρο να αντηχεί με το τραχύ γέλιο του. Ήταν μόνο αργότερα, όταν είχε πιάσει να σκοτεινιάζει, όταν η Mici πήρε το θάρρος να μου πει αυτό που όλοι οι άλλοι γνώριζαν ήδη. Ότι ο Béla Sándor είχε βάλει ένα στοίχημα με τα αγόρια, κάποια στιγμή πριν από τον πρωτοχρονιάτικο χορό, ότι θα φιλούσε όλα κορίτσια στην Kraszna προτού φτάσει το καρναβάλι. «Ήσουν η τελευταία που απέμενε», είπε η Mici, «αλλά τα κατάφερε, έτσι δεν είναι;» Πράγματι, ήμουν η τελευταία. Από τότε πέρασαν χρόνια αλλά δεν μου έκανε ξανά καρδιά να πάω για πατινάζ. Ούτε κι αυτόν το χειμώνα.


Τούρτα κάστανο εν καιρώ πολέμου Παντεσπάνι: Χτυπήστε έξι κρόκους με 400 γραμμάρια ζάχαρης με γεύση βανίλια. Προσθέστε λίγη τριμμένη φλούδα λεμονιού, 100 γραμμάρια καρύδια αλεσμένα, 500 γραμμάρια πατάτες φούρνου περασμένες από κόσκινο και έξι ασπράδια καλά χτυπημένα. Χωρίστε το μείγμα σε τρεις μερίδες και ψήστε κάθε στρώση χωριστά σε ένα βουτυρωμένο σκεύος. Γέμιση: Αναμείξτε 120 γραμμάρια καρύδια αλεσμένα με μερικές κουταλιές ζεστό γάλα μέχρι να πήξει σε μια μαλακή πάστα. Όταν κρυώσει, προσθέστε 120 γραμμάρια ζάχαρη και 120 γραμμάρια βούτυρο και συνεχίστε την ανάδευση επί μισή ώρα. Στρώστε αυτό το μείγμα πάνω από τα παντεσπάνια και στην κορυφή και στις πλευρές του κέικ. Πασπαλίστε με κοπανισμένα καρύδια και ζάχαρη. Kraszna, 18 του Νοέμβρη 1918

Είχαμε καθίσει στο εστιατόριο, όταν η σερβιτόρα ήρθε τρέχοντας από την πλατεία, κραυγάζοντας ότι οι Ρουμάνοι είχαν ήδη φτάσει! Λοιπόν, αυτό αποδείχθηκε σωστό, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που μέχρι το βράδυ ένας ρουμάνος αξιωματικός κοιμόταν στο κρεβάτι του μπαμπά και της μαμάς, με τις μπότες του ανεβασμένες στο κεφαλάρι, και την ορντινάντσα του να ξεκουράζεται στην κουζίνα - ένα ευγενικό παλικάρι, που έβγαλε μια μικροσκοπική Αγία Γραφή από την τσέπη και άρχισε να διαβάζει μουρμουρίζοντας στον εαυτό του με μια χαμηλή φωνή, στα ρουμάνικα φυσικά, κι έτσι δεν κατάλαβα λέξη. Απλά καθόμασταν γύρω από το τραπέζι, απόλυτα ξαφνιασμένοι, και τον κοιτάζαμε σαν πλάσμα από ξένο πλανήτη. Την επόμενη μέρα η φρίκη συνεχίστηκε. Όταν πήγα να καθαρίσω το πρωινό τραπέζι, αντίκρισα τον αξιωματικό μας με τα πόδια ανεβασμένα επάνω στην πολυθρόνα να γυαλίζει τις μπότες του με τις πολύτιμες μεταξωτές μας κουρτίνες! Αλήθεια το λέω, σχεδόν έκλαψα. Και αυτός, εκμεταλλευόμενος την αδυναμία μου επειδή κρατούσα το φορτωμένο δίσκο με τα δύο χέρια, έπιασε το πηγούνι μου στα δάκτυλα και πλησίασε το πρόσωπό μου. Περίμενα κάτι τρομερό να συμβεί, ότι θα ήθελε να με φιλήσει, ή και χειρότερα, αλλά εκείνος μόνο μου ζήτησε -σε άψογα γερμανικά- να του φτιάξω κάποιο επιδόρπιο για το μεσημεριανό γεύμα, τούρτα κάστανο αν είναι δυνατόν, που ήταν το αγαπημένο του. Θεέ μου, τι είδους τούρτα κάστανο θα μπορούσα φτιάξω εν καιρώ πολέμου; Αδύνατον! Δούλεψα όλη τη ημέρα. Φυσικά, το αποτέλεσμα δεν πλησίαζε σ’ αυτό που θα έπρεπε να ήταν κανονικά, αλλά τι να έκανα; Κάστανα δεν βρίσκονταν με τίποτα εκείνες τις ημέρες, είμαστε τυχεροί αν βρίσκαμε μερικές πατάτες! Λοιπόν, έφαγε σχεδόν όλο το κέικ, στέλνοντας απλά ένα λεπτό κομμάτι στον στρατιώτη στην κουζίνα. Είχε μια οδοντογλυφίδα στα χείλη όταν μπήκα στο δωμάτιο, αλλά την πήρε από το στόμα όταν έσκυψα να καθαρίσω το τραπέζι. Σηκώθηκε, νεύοντας κάμποσες φορές για να δείξει ότι ήταν ικανοποιημένος με την εν καιρώ πολέμου τούρτα μου. Ξαφνικά, ένα αίσθημα ικανοποίησης ζέστανε την καρδιά μου: είχα δώσει χαρά σε αυτόν τον κουρασμένο νεαρό με τα σκούρα μάτια. Τι με νοιάζει εμένα αν συμβαίνει να είναι ο εχθρός; Και τότε, καθώς μου γύρισε την πλάτη για να κοιτάξει έξω από το παράθυρο, είδα τη λαβή της μικρής ασημένιας βούρτσας που χρησιμοποιούμε για να μαζέψουμε τα ψίχουλα από το τραπέζι, να εξέχει από τη μπότα του! Αυτός ο πόλεμος είναι τόσο τρομερή υπόθεση!


Μεγαλοπρεπείς κρέπες! Χτυπήστε έξι κρόκους, 60 γραμμάρια ζάχαρη άχνη και 60 γραμμάρια βούτυρο σε μια κρέμα. Προσθέστε 400 ml γάλακτος, 60 γραμμάρια αλεύρι και τα ασπράδια των έξι αυγών καλά χτυπημένα. Ξεκινήστε αμέσως το τηγάνισμα καθεμιάς κρέπας, αλλά μην τις γυρίσετε και από τις δυο πλευρές. Όταν η μία πλευρά είναι έτοιμη, βγάλτε την κρέπα σε ένα πιάτο με την τηγανισμένη πλευρά προς τα κάτω και πασπαλίστε με κοπανισμένα καρύδια. Συνεχίστε προσθέτοντας κάθε επόμενη κρέπα ωσότου τελειώσει όλη η ζύμη. Τρώγεται ζεστό! Kraszna, 2 Μαρτίου 1919 Σήμερα είμαι πολύ λυπημένη. Λένε ότι κάθε κορίτσι ονειρεύεται να παντρευτεί, και όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο. Λοιπόν, εγώ δεν ονειρεύομαι γάμο. Είμαι μόλις δεκαεννιά χρονών και με τόσες δυσκολίες, η μαμά και ο μπαμπάς με έχουν ανάγκη. Και εγώ αυτούς. Μετά την πρωτοχρονιά, ο Teofil Szapáry έχει γίνει τακτικός επισκέπτης στο σπίτι μας, δήθεν για να παίξει σκάκι με τον μπαμπά. Ας πούμε ότι είναι κι έτσι, αλλά αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω είναι πώς τα καταφέρνει -σε αυτούς τους φοβερούς χρόνους που ζούμε, και μάλιστα μέσα στο καταχείμωνονα φέρνει κάθε φορά είκοσι πέντε λευκά και κόκκινα τριαντάφυλλα. Δεν προορίζονται για τη μαμά, εκείνη αρκείται σε μια βαθιά υπόκλιση και ένα ταπεινό χειροφίλημα. Τα λουλούδια είναι για μένα. Και γιατί άραγε; Και εγώ πρέπει να κάθομαι εκεί, στο μοναδικό δωμάτιο που μας έχει απομείνει μετά την επίταξη, να παρακολουθώ τους κυρίους, οι οποίοι μάλιστα δεν παίζουν κανονικά, γιατί ο Teofil Szapáry κοιτάζει διαρκώς προς το μέρος μου και ο μπαμπάς τρώει με τη σειρά τη βασίλισσα και τους πύργους του και τους αξιωματικούς και κάνει ματ όσες φορές θέλει! Πρέπει να ξέρετε ότι η τύχη δεν χαρίστηκε στον καημένο τον Teofil Szapáry. Όταν ήταν νεαρός τραυματίστηκε σε μια μονομαχία, τον πυροβόλησαν στον αστράγαλο έκτοτε κουτσαίνει από το αριστερό πόδι. Μετά είναι ότι έχει χάσει δυο συζύγους και πέντε παιδιά, που είναι πραγματικά μια απίστευτη τραγωδία. Έχει απολέσει το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του στα ομόλογα του πολέμου, και έχει πλέον συνταξιοδοτηθεί ζώντας σε ένα αρχοντικό που για πολλά χρόνια έμεινε αφρόντιστο και ρήμαξε. Λένε μάλιστα ότι πέρασε τον χειμώνα με επισκέψεις σε φίλους και γνωστούς, καθώς στο αρχοντικό δεν υπήρχε θέρμανση. Είναι τουλάχιστον εξήντα, ρυτιδιασμένος και φαλακρός, με κοιλίτσα. Τα μάτια του είναι θολά, σχεδόν μώβ, όπως όταν βάζετε υπερμαγγανικό άλας σε μια λεκάνη νερό. Και σήμερα μου έκανε πρόταση γάμου τρώγοντας κρέπες. Φυσικά αρνήθηκα. Αυτό που με λύπησε πραγματικά ήταν ότι ο μπαμπάς μου συγκατάνευσε δίχως να με ρωτήσει πρώτα. Όπως πουλάνε ένα άλογο. Τι καλό υπάρχει στο να σε αγαπά κάποιος που δεν θα έπρεπε, ενώ αυτοί που η καρδιά τους θα έπρεπε να τους πει να σε αγαπήσουν δεν το κάνουν;


Απλό κέικ καλαμπόκι Παντεσπάνι: Χτυπάμε μαζί επτά κρόκους, 250 γρ ζάχαρη, το χυμό και το ξύσμα ενός λεμονιού. Ανακατεύουμε τα ασπράδια των αυγών καλά χτυπημένα με 120 γραμμάρια καλαμποκάλευρο κοσκινισμένο μέσα από ένα λεπτό κόσκινο. Χωρίζουμε σε δύο μέρη και τα ψήνουμε χωριστά. Γέμιση: Σε ένα μικρό πιάτο ανακατεύουμε κοπανισμένα καρύδια με μια μεγάλη κουταλιά ζάχαρη άχνη, κατόπιν προσθέτουμε γλυκιά κρέμα γάλακτος και συνεχίζουμε μέχρι να μαλακώσει. Στρώνουμε σε ένα παντεσπάνι και τοποθετούμε το άλλο στην κορυφή! Kraszna, 10 Μαρτίου, 1920

Έθαψαν τον Gyuszika. Δεν πήγα στο νεκροταφείο. Είχα να τον δω πολύ καιρό. Ήταν πάντα λίγο χαζούλης - από παιδί. Δεν μπορούσε ποτέ να μας προλάβει όταν παίζαμε κυνηγητό, και ��ν παίζαμε κρυφτό ήταν σίγουρο ότι εκείνος θα τα φυλούσε ολόκληρη τη μέρα. Λένε ότι υπηρέτησε στο μέτωπο της Γαλικίας, και έχασε την ακοή του από θραύσμα οβίδας. Ήταν στο νοσοκομείο για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τελικά γύρισε και βοηθούσε στο παντοπωλείο του πατέρα του. Ήταν που ήταν αργός στο μυαλό, στο τέλος βουβάθηκε για τα καλά ο καημένος. Δεν μπορούσε να ακούσει σχεδόν καθόλου κι έτσι από ντροπή δεν μιλούσε, αν και σ’ αυτό δεν είχε πρόβλημα. Μόνο στύλωνε εκείνα τα κατάμαυρα μάτια του σ’ ένα βλέμμα τόσο επίμονο που θαρρείς πονούσε. Όποτε με έβλεπε έτρεχε να με εξυπηρετήσει, και ως ένδειξη ειδικής φροντίδας ξεφωνούσε ένα «Παρακαλώ Κυρία!». Του έδινα τη λίστα με τα ψώνια και ο Gyuszika χοροπηδούσε από ράφι σε ράφι συγκεντρώνοντας όλα τα προϊόντα στον πάγκο. Δεν χαμογέλασε ποτέ, καθώς το έκανε αυτό, όπως συνηθίζουν οι έμποροι, αλλά έκανε τη δουλειά του με ένα είδος αποφασιστικότητας και με μια ξαναμμένη έκφραση στο πρόσωπό του, σαν να περιμένει τον τελικό έπαινο. Μια μέρα που πήγα για τα χρειαζούμενα ενός κέικ εκσφενδόνισε ένα κομμάτι σαπούνι στον πάγκο με τόση δύναμη ώστε πέρασε μπροστά μου και έπεσε στο πάτωμα. Ρίχτηκε μετά σαν τρελός να το πιάσει, γέρνοντας επικίνδυνα πάνω από το ταμείο αλλά εγώ, που στεκόμουν στη δεξιά πλευρά του πάγκου, αποδείχθηκα πιο γρήγορη και το σήκωσα πρώτη από το πάτωμα. Μια περίεργη κραυγή ξέφυγε τότε από το λαιμό του, κι εγώ χαμογέλασα και του έδωσα το σαπούνι με μια αργή κίνηση του χεριού. Αλλά ο Gyuszika από την αγωνία αντί για το σαπούνι έπιασε το χέρι μου. Η παλάμη του ήταν σκληρή, όπως μια λάμα μαχαιριού, και κρύα. Κρατούσε το χέρι μου που κρατούσε το σαπούνι και ένιωσα το άγγιγμά του να γίνεται δυνατότερο μέχρι που έγινε αρκετά δυσάρεστο, ακόμη και επώδυνο. Τραβήχτηκα απότομα και ακούμπησα το σαπούνι στον πάγκο. Δεν είχα την καρδιά να θυμώσω μαζί του, αλλά για μια στιγμή σκέφτηκα ότι ίσως δεν είναι τόσο βλάκας, όσο φαίνεται; Την επόμενη ημέρα τα πράγματα εξελίχτηκαν με εντελώς απροσδόκητο τρόπο. Ο Gyuszika έριξε όλα τα ψώνια που είχα στη λίστα μπροστά στα πόδια μου, στο πάτωμα. Τα μάτια του σαν να γυάλισαν για μια στιγμή. Το δύστυχο πλάσμα πίστεψε ότι θα έσκυβα και θα του έδινα με τα χέρια ένα-ένα όλα τα αντικείμενα που είχε αραδιάσει μπροστά μου. Το ότι κάποιος στην πόλη μας θα κρεμιόταν με την αλυσίδα του πηγαδιού όπως έκανε Gyuszika, ήταν απλώς ανήκουστο. Κι όμως, έτσι ακριβώς τον βρήκε ο πατέρας του ένα παγωμένο πρωί. Τώρα όλοι


σιγοψιθυρίζουν ότι το καημένο το παλικάρι είχε κρεμάστηκε από έρωτα εξαιτίας μου. Εγώ που είχα βδομάδες ολόκληρες να πάω στο κατάστημα! Λένε ότι Gyuszika ίσως να ήταν ένας βλάκας, αλλά τελικά είχε κι αυτός καρδιά, και ότι ήταν άδικο να τον περιφρονούμε. Εγώ το μόνο που έκανα ήταν να πιάσω το μοσχοσάπουνο.


Τραγανή τούρτα Παντεσπάνι: Χτυπάμε έξι ασπράδια μαζί με 180 γραμμάρια ζάχαρη μέχρι να δέσουν. Προσθέτουμε τους κρόκους, το χυμό και τη φλούδα από μισό λεμόνι, και 100 γραμμάρια αλεύρι. Χωρίζουμε στα τρία και ψήνουμε χωριστά τα τρία παντεσπάνια. Γέμιση: Χτυπάμε ένα τέταρτο του λίτρου γάλακτος, δυο κουταλιές αλεύρι, 180 γραμμάρια βούτυρο και 180 γραμμάρια ζάχαρη άχνη αρωματισμένη με βανίλια μέχρι να αφρατέψουν. Στρώνουμε το μίγμα σε τρεις στρώσεις και καλύπτουμε τις πλευρές του κέικ. Πασπαλίζουμε την τούρτα με 70 γραμμάρια καστανή ζάχαρη και αμύγδαλα. Kraszna, 15 του Δεκεμβρίου, 1929 Το κρύο ήταν διαπεραστικό, αλλά δεν μπορούσα να μείνω στο σπίτι όλη μέρα. Βγήκα και περπάτησα αργά στο παγωμένο χιόνι προς το νεκροταφείο. Φτάνοντας στο σφυρήλατο σιδερένιο κιγκλίδωμα είχα ήδη εξαντληθεί. Ο μαρμάρινος οβελίσκος πάνω από τον τάφο των παππούδων μου ήταν καλυμμένος με χιόνι, παγωμένος κατά ένα παράξενο τρόπο, έμοιαζε με τον μαύρο θάνατο τυλιγμένο σε λευκό τούλι. Ανατρίχιασα. Προχώρησα προς το ρυάκι, εκεί όπου κάναμε πατινάζ. Πόσο το μετάνιωσα... Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν περίμενα να δω ανθρώπους να κάνουν πατινάρουν. Κορίτσια δέκα χρόνια νεότερα από εμένα, μοντέρνα κορίτσια, μερικά από αυτά με παντελόνια που είναι της μόδας αυτές τις μέρες. Η μικρή ξύλινη καλύβα είναι ακόμα εκεί, η καμινάδα εξακολουθεί να καπνίζει χαρούμενα, και πιθανώς να ζεσταίνουν ακόμη κρασί στη σόμπα όπως τον παλιό καιρό. Δεν πλησίασα. Γύρισα πίσω προς το δάσος, και έφτασα με μεγάλη δυσκολία στο δρόμο μέσα από τεράστια πεσμένα νεκρά κλαδιά, αναχώματα και παγωμένο χιόνι. Εξαιτίας του βασανιστικού πόνου στην πλάτη και μετά από την επιμονή της μαμάς τελικά ταξίδεψα στο Zilah για να με δει ο περίφημος Δόκτωρ Kobrizsa, ο οποίος με έβαλε να στρίψω τους ώμους, και ψαχούλεψε την πλάτη μου, με έβαλε να ξαπλώσω μπρούμυτα και τελικά με συμβούλεψε να πάω για ιαματικά λουτρά στη Szováta ή στο Borszék και μάλιστα όσο νωρίτερα τόσο το καλύτερο. Στεκόμουν στην πόρτα με το παλτό μου, όταν με ρώτησε, κάπως συνεσταλμένα πόσο χρονών ήμουν. Έβγαλα δύο χρόνια από την ηλικία μου, οπότε μονολόγησε κουνώντας το κεφάλι του «μα είστε τόσο νέα». Ήθελα να του απαντήσω «λυπάμαι που σας το λέω, αλλά δεν νιώθω καθόλου έτσι». Γυρνώντας από τη βόλτα μου σήμερα άκουσα τη μαμά και τη νονά της, τη θεία Ilonka, κλεισμένες στην κουζίνα και να ψιθυρίζουν για μένα. «Ο γιατρός μας είπε ότι καμπουριάζει, η μικρή μου αγάπη! Φυσικά δεν της είπε ούτε λέξη, μόνο της σύστησε τα λουτρά, αλλά μου εξομολογήθηκε ότι δεν θα βοηθήσουν πραγματικά. Μόλις αρχί8σει η παραμόρφωση των σπονδύλων δεν μπορεί να γίνει τίποτα». «Γι’ αυτό περπατά έτσι σκυμμένη;» παρατήρησε θεία Ilonka. «Το πρόσεξα ότι η Editke στράβωνε, αλλά σκέφτηκα ότι φταίνε τα μάτια μου». «Ο Θεός να μας βοηθήσει», αναστέναξε η μαμά, «τι θα κάνουμε τώρα;». ’Έμεινα αποσβολωμένη μέχρι που έπεσε η ομπρέλα από το χέρι μου με έναν δυνατό θόρυβο και τότε άκουσα τη θεία Ilonka από την κουζίνα να λέει με προσποιητά σηκωμένη φωνή: «Λοιπόν, εδώ είναι η συνταγή για το τραγανό κέικ μην ξεχάσεις να την δώσεις στην Editke, ξέρεις πόσο της αρέσει να τις αντιγράφει στο βιβλίο συνταγών της».


Νησάκια Βάση: Ζυγίζουμε 250 γραμμάρια ζάχαρη, καραμελώνουμε τη μισή ποσότητα, προσθέτουμε λίγο νερό και αφήνουμε το μίγμα να κρυώσει. Κατόπιν, χτυπάμε την υπόλοιπη ζάχαρη με 5-6 κρόκους και την προσθέτουμε στο μίγμα. Ανακατεύουμε σε χαμηλή φωτιά μέχρι να ενσωματωθούν τα υλικά προσθέτοντας σιγά-σιγά ένα λίτρο γάλακτος, και στο τέλος μια κουταλιά αλεύρι για να δέσει σε παχύρρευστη μορφή. Νησάκια: Χτυπάμε τα ασπράδια των αυγών μέχρι να σφίξουν προσθέτουμε λίγη ζάχαρη και τοποθετούμε μικρές κουταλιές πάνω στην παχύρρευστη σάλτσα βάση σχηματίζοντας τα νησάκια. Kraszna, 9 Οκτωβρίου, 1932 Αυτό που συνέβη ήταν ότι δεν έγινε τίποτα. Κι όμως, είχα κάνει τόσες ετοιμασίες! Ήταν ακόμα καλοκαίρι όταν ήρθε ένα γράμμα από τη Βουδαπέστη και -τι ανέπλπιστη χαρά- ήταν από την παλιά μου συμμαθήτρια από το Zilah, τη μικρή Lili Hetényi. Και γράφω «μικρή» καθώς δεν την έχω δει εδώ και σχεδόν είκοσι χρόνια, αλλά φαίνεται ότι, όπως εγώ έχω διατηρήσει τρυφερές αναμνήσεις από εκείνη, έτσι θα πρέπει να είχε κάνει και εκείνη για μένα, και θέλησε να με δει κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια του ταξιδιού της. Περίεργο πώς παλιές αναμνήσεις αποκτούν σημασία, αν δεν υπάρχουν νεώτερες για να πάρουν τη θέση τους. Η Lili ήταν ένα παιγνιδιάρικο, παχουλό κορίτσι με κόκκινα μαλλιά, και φακίδες. Η πλήρης αντίθεση μ’ εμένα, για να πω την αλήθεια, αλλά ίσως αυτό να ήταν που μας έφερε κοντά στο σχολείο. Της άρεσε να απαγγέλλει, να τραγουδάει, οπότε κανείς δεν εξεπλάγη όταν της δόθηκε ο πρώτος ρόλος στο σχολικό θέατρο (πολλώ μάλλον που ο πατέρας της ήταν ο γραμματέας της πόλης, αλλά βεβαίως ήμαστε παιδιά τότε και κανείς μας δεν γνώριζε ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μετρήσει - όλοι είχαν ένα πατέρα κάποιου είδους). Έπαιζαν τον Μικρό Λόρδο του Φοντλερουά1 και η Lili έπαιξε πολύ καλά. Ήταν χάρμα οφθαλμών στη σκηνή με τα στρογγυλά, ρόδινα μάγουλά της. Ποιος θα φανταζόταν τότε ότι όντως θα γινόταν γίνει ηθοποιός, και μάλιστα από τις ομορφότερες και διασημότερες! Φυσικά, δεν την έχω δει από τότε στη σκηνή, ούτε συναντηθήκαμε μετά το σχολείο. Μόνο ανταλλάξαμε δύο - τρεις επιστολές όλα αυτά τα χρόνια όταν σπούδαζε στο Nagyvárad. Μου έστειλε, λοιπόν, μια καρτ ποστάλ με το κάστρο της Πέστης, ενημερώνοντάς με ότι είχε επιστρέψει στην πατρίδα μαζί με τον σύζυγό της, τον συνθέτη Aurel Acsády (δεν τον είχα ξανακούσει, αλλά αυτό μάλλον ήταν είναι δικό μου φταίξιμο), και ότι θα περνούσε να με δει την Πέμπτη, για να ξαναθυμηθούμε τις παλιές καλές μέρες. Έκλεισα ραντεβού στο κομμωτήριο για την προηγούμενη μέρα, και ήμουν ήταν τόσο χαρούμενη, ώστε βρήκα ευκαιρία να φορέσω το καλό μου κόκκινο φόρεμα, και μάλιστα ζήτησα από τη μοδίστρα να μου διορθώσει το ύψος του ώμου και της μέσης (αν και η σκέψη πέρασε το μυαλό μου: τι προσπαθούσα να κάνω, να ξεπεράσω σε κομψότητα μια διάσημη ηθοποιό;) Την Πέμπτη έφτιαξα στα γρήγορα ένα απλό επιδόρπιο (είχα ξαναδοκιμάσει μία φορά αυτά τα νησάκια στην ονομαστική γιορτή του μπαμπά και είχαν βγει υπέροχα) και κάθισα στο σαλόνι περιμένοντας. Ή μάλλον, δεν κάθισα, αλλά περπατούσα πάνω κάτω, κοιτώντας προς την πόρτα κάθε φορά που άκουγα 1

 Little Lord Fauntleroy παιδικό μυθιστόρημα της αγγλο-αμερικανίδας συγγραφέα Frances Hodgson Burnett. Κυκλοφόρησε το 1886 και δυο χρόνια αργότερα παρουσιάστηκε η θεατρική του διασκευή


κάποιο θόρυβο, αλλά τίποτα. Στις έξι, όταν πια τα μικρά νησάκια από μαρένγκα είχαν ρουφήξει όλο το υγρό και είχαν βυθιστεί στην κρέμα γάλακτος, ήξερα ότι δεν θα έρχονταν. Κάθισα μόνη, σαν ένα βυθισμένο νησάκι, στη μέση το κρύου και σκοτεινού δωματίου. Και δεν ξέρω ούτε να κολυμπήσω!


Μισοφέγγαρα 250 γραμμάρια αλεύρι, 70 γραμμάρια ζάχαρη άχνη, τρεις κρόκους, 200 γραμμάρια βούτυρο, λίγη κρέμα γάλακτος, σόδα, βανίλια. Ζυμώνουμε όλα τα υλικά μαζί σε ένα μπολ, ανοίγουμε φύλλο και κόβουμε σε σχήμα μισοφέγγαρου. Χτυπάμε πολύ καλά τρία ασπράδια με 250 γραμμάρια ζάχαρη άχνη αρωματισμένη με βανίλια. Στρώνουμε πάνω στα μισοφέγγαρα και ψήνουμε σε χαμηλή φωτιά. Kraszna, Εικοστή πρώτη του Μαΐου, 1938 Τα πρώτα μου γενέθλια εντελώς μόνη, τώρα που η μαμά έχει φύγει. Περίεργο πώς, τις τελευταίες μέρες της, σε μια εμπύρετη ζάλη, επαναλάμβανε να μην ξεχάσω στείλω για επισκευή το παλιό ρολόι του τοίχου. Ήταν, έλεγε, μέρος της προίκα της κι έπρεπε να το προσέξω σαν τα μάτια μου. Το ρολόι ωστόσο δεν είχε κανένα πρόβλημα. Αργότερα, την ημέρα του θανάτου της, το θυμάμαι πολύ καλά, μέσα σε όλα τα πράγματα που έπρεπε να γίνουν, εγώ απλά δεν βρήκα τη δύναμη να κουρδίσω το ρολόι, κι αυτό σταμάτησε. Κι έτσι πρόκειται να παραμείνει, το έχω αποφασίσει, στον χρόνο που η μαμά ήταν ακόμη ζωντανή. Κατά πρώτον δεν χρειάζεται πλέον να ξέρω την ώρα. Δεν κάνει καμία διαφορά για μένα. Είμαι ακριβής στο λεπτό σε ό,τι κάνω. Σ’ αυτό το σπίτι εγώ είμαι το μόνο πραγματικό ρολόι. Ο ιερέας της ενορίας μού ζήτησε να κεντήσω ένα νέο κάλυμμα για την Αγία Τράπεζα την Πεντηκοστή. Κάθομαι στη βεράντα, στην πλευρά του κήπου, βολεύομαι άνετα στην ψάθινη καρέκλα με πολλά μαξιλάρια πίσω από την πλάτη μου και ράβω. Κάνει τόση ζέστη που να πιστεύει κανείς ότι το καλοκαίρι θα φτάσει πολύ σύντομα. Αρκεί να δει κανείς όλα τα αστέρια, κι εγώ κρατώ το κέντημα στην αγκαλιά μου. Πώς μπορεί ο ουρανός να σε θαμπώσει τόσο; Και μόνο ένα μοναχικό μικρό φεγγάρι. Γιατί άραγε; Γιατί δεν είναι ο ουρανός γεμάτος μικρά φεγγάρια, σαν ένα γιγάντιο ταψί με γλυκίσματα; Και κάποιος να ψιθυρίσει, «είναι για τα γενέθλιά σου Editke». Δεν υπάρχει κανείς να το πει.


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΕΪΚ