Page 1

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ

ΤΑ ΧΙΩΤΙΚΑ

1 ΑΘΗΝΑ 2013


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ           

Αιματοβαμμένη Πασχαλιά Ελεγεία για την γυναίκα της Αμανής Παιδική (και ισόβια) απορία Ένας παππούς προϊστορικών χρόνων Περιπέτεια στα Χάλανδρα Η καμένη Λαμπρή Χρωστώ σου; Το χοιροσφάισμα Και το όνομα αυτής Η απελευθέρωση της Χίου Χιώτες πολιτικοί

σελ. 3 σελ. 8 σελ. 10 σελ. 13 σελ. 18 σελ. 22 σελ. 28 σελ. 31 σελ. 38 σελ. 43 σελ. 48

2


Αιματοβαμμένη Πασχαλιά Είναι περίεργο το πόσο ο άνθρωπος βαριέται όταν βιώνει πράγματα προορισμένα να τα νοσταλγεί στην κατοπινή ζωή του. Δεκαοχτάχρονο παλικάρι, τότε, είχα βαρεθεί κάθε χρόνο να κάνω Πάσχα στο χωριό μου. Στενός ο κύκλος, μεγάλα τα όνειρα, έτοιμα τα φτερά ν ανοίξουν για τους μεγάλους ορίζοντες, τις πλατειές θάλασσες, τις μακρινές, μαγικές πολιτείες. Πώς να σε κρατήσει το χωριό και πώς να γεμίσει η ψυχή σου από την ταπεινή Πασχαλιά του; Βαριέσαι, κάθε χρόνο να μαζεύεις λουλούδια για τον Επιτάφιο, να βοηθάς τους χωριανούς στο καθάρισμα της εκκλησίας, να ψάλλεις παράφωνα το «Ω γλυκύ μου έαρ», να κλέβεις ξύλα για να έχει η γειτονιά σου την πιο μεγάλη φωτιά, όταν γίνεται η περιφορά του Επιταφίου και «να σηκώνεις την Ανάσταση» στον αυλόγυρο της χωριοκκλησιάς. Στα δεκαοχτώ σου χρόνια νοιώθεις να σε σφίγγει όλος τούτος ο περίγυρος και θέλεις να τον σπάσεις, να ελευθερωθείς, να φύγεις. Για να τον κουβαλάς μετά, νοσταλγικά, στον υπόλοιπο βίο σου. Ήταν το πρώτο πέταγμά μου. Η πρώτη Πασχαλιά που θα έκανα μακριά από την φαμίλια μου, η πρώτη επαφή μου με την άγνωστη, ως τότε έννοια της νοσταλγίας. Το αποφασίσαμε μόνοι μας, οι τρείς φίλοι. Ο Βαγγέλης, ο Έκτορας και ο Γιάννης. Φέτος θα κάναμε Πάσχα μαζί, μόνοι μας, χωρίς τις προστατευτικές και απαγορευτικές οικογενειακές φτερούγες, σαν ελεύθεροι, ακαδημαϊκοί πολίτες, που σε λίγους μήνες θα γινόμαστε, όταν θα τέλειωνε η σχολική χρονιά. Η τελευταία για εμάς. Ο πατέρας, τι να πει; Όταν του γράφεις πως έχεις πολλά μαθήματα, πρέπει να μελετήσεις για τις απολυτήριες εξετάσεις, σου στέλλει ένα εκατοντάδραχμο, ένα καλάθι αυγά, τυρί, μιαν σφαγμένη όρνιθα, ένα κατσικίσιο μπούτι για τη Λαμπρή και τις συμβουλές της μητέρας. «Να φας καλά, να ντυθείς, να πας στην εκκλησιά, να μεταλάβεις, πρόσεχε παιδί μου, πρόσεχε». Κι εμείς, εργένηδες και οι τρείς, από διαφορετικά χωριά, γελάμε με τα γραφτά του πατέρα και της μάνας τις συμβουλές, τρώμε τα κόκκινα αυγά από την Μεγάλη Παρασκευή, να δείξομε πως ξεπεράσαμε τις λαϊκές και χωριάτικες αντιλήψεις. Είμαστε η νέα γενιά εμείς, γκρεμίζομε έναν κόσμο υποκρισίας για να χτίσομε έναν άλλο σωστότερο, αρχίζοντας από την άρνηση και το φάγωμα των κόκκινων λαμπριάτικων αυγών. Μα σαν πήραμε τη λευτεριά μας, τα τρία δεκαοκτάχρονα παλικαράκια, δε ξέραμε πώς να την ξοδιάσουμε. Πήγαμε στην εκκλησία των Καθολικών. Θέλαμε να διασκεδάσουμε με τον διαφορετικό τρόπο λατρείας, με το «Άβε Μαρία» και το «Βιτό το σταυρωμένο» τα μόνα λόγια που παραφθαρμένα έφταναν μέχρι τα αυτιά μας. Δεν τα καταφέραμε. Η σοβαρότητα και η ευλάβεια των πιστών, μας έκοψε κάθε περιπαιχτική διάθεση. Στην Αγία Άννα την Καπέλα, που πήγαμε μετά, πρώτη φορά πρόσεξα πόσο αρμονικά έδενε η φωνή του ψάλτη, του Σφήκα με του Παπά Αντώνη Στρουμπή, πόση συγκίνηση κουβαλούσε το «σήμερον κρεμάται επί ξύλου». Κάθε ψυχή του κόσμου τούτου, αιώνες τώρα σηκώνει τον προσωπικό της σταυρό και πορεύεται 3


τον ατομικό της Γολγοθά, υπομένει τα καρφιά, τις ύβρεις τη χολή και το όξος και προσδοκά μιαν ανάσταση που δεν έρχεται. Εκείνη τη χρονιά, τελευταία Πασχαλιά που κάναμε στο νησί, δεν πήγαμε στην Ανάσταση. Μεθυσμένοι από γλυκό κρασί, χορτασμένοι από κρέας κατσικίσιο που μόνοι μας μαγειρέψαμε και φάγαμε, πέσαμε από νωρίς σε ύπνο βαθύ. Την άλλη μέρα, πήραμε τους δρόμους να σπάσουμε την πλήξη μας. Έρημοι. Οι άνθρωποι ήταν μαζεμένοι στα σπίτια τους και σπίτια συγγενών και φίλων, η Πασχαλιά είναι γιορτή οικογενειακή. Τραβήξαμε κατά την αγαπημένη μας παραλία, τη Μπέλα Βίστα. ‘Έρημη τότε. Με λίγα αρχοντικά και πολύ μυστήριο για τη ζωή που μας περιμένει μετά από λίγους μήνες, όταν καβάλα στον Πήγασό μας θα περνούσαμε τούτο το μπουγάζι, θα δρασκελούσαμε το νησάκι, το Βενέτικο, θα αποχαιρετούσαμε τον τόπο μας κυνηγώντας το όνειρο της προσωπικής προκοπής και καταξίωσης. Το νησί μας έχει μιάν ιδιαίτερη ομορφιά την Άνοιξη. Οι μαργαρίτες τα Μαρτοπούλουδα όπως τα λέγαμε στο χωριό μου, τα χαμομήλια, οι λεμονανθοί, μα περισσότερο οι κατακόκκινες λαλάδες σε κάνουν να χάνεις το νου σου, σε τραβούν όλο και πιο μακριά από την πόλη, ξυπνούν τη ρομαντική σου διάθεση, ακόμη και αν είσαι 18 χρονών και προτιμάς για τον εαυτό σου τον τίτλο του κοινωνικού επαναστάτη. Η θάλασσα από την άλλη μεριά, με τη μουρμούρα των κυμάτων και την ημεράδα της μας τραβά όλο και πιο μακριά. Μέχρι που χωρίς να το καλοκαταλάβομε βρεθήκαμε μπροστά στο μοναστήρι του Αγίου Μηνά. Η «Δεύτερη Ανάσταση» μόλις είχε τελειώσει, οι λιγοστές καλόγριες είχαν μαζευτεί στην άκρη της μεγάλης αυλής, λιάζονταν κάτω από τον ανοιξιάτικο ήλιο, μετρούσαν στα κομποσκοίνια τους «κύριε ελέησον» και μουρμούριζαν προσευχές για τη σωτηρία των ψυχών τους. Η παρουσία μας τις ξάφνιασε. Ένας γέροντα ιερέας, σηκώνεται και έρχεται προς το μέρος μας. «Ο Θεός μεθ υμών» μας υποδέχεται. «Χριστός Ανέστη». Νοιώθουμε αμηχανία. «Καλώς ήρθατε στον οίκο του Κυρίου» συνεχίζει ο γέροντας. «Ποιός καλός άνεμος σας έφερε μέχρι εδώ»; Δε ξέρομε τι να απαντήσομε. Ο Έκτορας που έχει ξαναμπεί σε μοναστήρι και είναι πιο εξοικειωμένος με το περιβάλλον παίρνει πιο γρήγορα θάρρος. «Αληθώς ανέστη» γέροντα, αποκρίνεται και του φιλά το χέρι. «Πασχαλιά σήμερα, βγήκαμε μια βόλτα έξω από τη Χώρα, μας συνεπήρε η ομορφιά της φύσης και χωρίς να το καταλάβομε φτάσαμε μέχρι εδώ. Ευκαιρία να δούμε και το μοναστήρι». Ο γέροντας χαμογελά. «Η φύση παιδιά μου, είναι το σπίτι του θεού. Καθίστε να ξαποστάσετε, κάνατε πολύ δρόμο μέχρι εδώ». Μια καλόγρια φέρνει χαμηλά σκαμνιά, στρώνει άσπρο μαντήλι πάνω στο πεζούλι, αποθέτει με προσοχή ποτήρια με κρύο νερό, τρία λουκούμια και ένα πιάτο με ξερά σύκα και αμύγδαλα. «Πάρτε μιάν ανάσα και μια μπουκιά», μας λέει ο ιερέας, «και μετά πάμε να σας δείξω το μοναστήρι. Από πού είσαστε; Τι δουλειά κάνετε; Α! μαθητές. Και τελειώνετε το Γυμνάσιο και θα σπουδάσετε κι όλας, ε; Μπράβο, μπράβο. Εσύ δε θα σπουδάσεις είπες; Δεν πειράζει, δε θα γίνουν όλοι επιστήμονες, ο κόσμος είναι μεγάλος και έχει ανάγκη από όλα τα δημιουργήματα του Κυρίου». Μια άλλη καλόγρια φέρνει μια μποτίλια ρακί ο ιερέας γεμίζει τα ποτήρια. 4


«Λαμπρή σήμερα, ένα ποτηράκι δε βλάπτει, θα ξεκουράσει τη ψυχή σας. Και αφού τελειώνετε πια το σχολείο, θα βγείτε στην κοινωνία, θα πρέπει να συνηθίσετε στη χρησιμοποίηση των αγαθών της γης. Με μέτρο πάντα». Η συζήτηση-ανάκριση συνεχίστηκε σε τόνο ήρεμο, φιλικό. Όλη η διάθεση περιγελάσματος μας πέρασε. Τα ρυτιδωμένα πρόσωπα, τα σκαμμένα από τη ξαγρύπνια, τον ήλιο και το αλάτι της θάλασσας, τα ροζιασμένα χέρια από τη δούλεψη της γης και του αργαλειού, τα τριμμένα ράσα και τα λευκά μαλλιά μας επέβαλαν τον σεβασμό. Κάποια ώρα, ο ιερέας σηκώθηκε. «Ελάτε να σας δείξω τώρα το μοναστήρι», λέει και συνεχίζει: «Από θεού άρξετε». Μας οδηγεί στη μεγάλη μισοσκότεινη εκκλησία, με την έντονη μυρωδιά λιβανιού και τις αυστηρές μορφές των Αγίων που μας παρακολουθούν στο τρεμουλιαστό φως των καντηλιών. Σταματά μπροστά σ ένα μικρό χαλάκι που σκεπάζει τις πλάκες, στη μέση του ναού. «Προσέξτε, παιδιά μου, μην πατήσετε το ιερό χαλάκι». Σκύβει και ξεσκεπάζει κάτι λερωμένα πλακάκια στο πάτωμα της εκκλησίας. Στέκεται μπροστά τους, μ ευλάβεια, γονατίζει και τα ευλογά. «Τι είναι πάτερ»; Τον ρωτούμε. «Δεν ξέρετε»; «Δεν θυμόμαστε». «Είναι τα σημάδια των καμένων αδελφών μας, που καθαγίασαν τον τόπο με τη θυσία τους». «Στη μεγάλη σφαγή»; «Στη μεγάλη σφαγή. Θα τα μάθατε στο σχολείο βέβαια». «Τα μάθαμε, μα πρώτη φορά βλέπομε τα σημάδια». Ο γέροντας σηκώνεται με δυσκολία, μας τραβάει στην άκρη, στα στασίδια. Κλείνει τα μάτια του, αφήνει τη φαντασία του να γυρίσει 178 χρόνια πίσω. «Ας γίνομε λοιπόν για λίγο, ξανά μαθητές. Κλείστε τα μάτια σας κι ελάτε να κάνουμε ένα ταξίδι πίσω στο χρόνο. Πάσχα του 1822. Η Χίος με τους Σαμιώτες του Λυκούργου Λογοθέτη και τον ντόπιο αγωνιστή Χατζηαντώνη Μπουρνιά σηκώνει το φλάμπουρο της λευτεριάς. Παρά την αντίδραση που οι αγωνιστές συνάντησαν από τους ιδεολόγους της ήρεμης παντόφλας, γρήγορα έκλεισαν τους Τούρκους στο Κάστρο. Μα είναι λίγοι, άπραγοι, άοπλοι. Πέρα, στην πατρίδα, μόλις λευτερώθηκαν λίγα μέτρα γης, άρχισαν τα αλληλοφαγώματα, για το ποιος θα διαφεντέψει τον τόπο. Τα μεγάλα φαναριώτικα τζάκια ή η κλεφτουριά που ήξερε από όπλα αλλά είχε μεσάνυχτα από πολιτική; Μεγάλη Πέμπτη έφτασαν τα Ταγκαλάκια από την απέναντι ακτή, εκεί που κάποτε ανθούσε ο ιωνικός πολιτισμός. Στρατός και άτακτοι, έσπασαν την πολιορκία του Κάστρου και ξεχύθηκαν στην πόλη και τα χωριά, να κάψουν, να κλέψουν να ρημάξουν. Ο κόσμος πήρε τα βουνά. Άλλοι στο Αίπος, άλλοι στον Προβατά και τη Νέα Μονή, οι πιο κοντινοί, θυμιανούσοι, νεοχωρίτες, καμπούσοι, εδώ στον Άγιο Μηνά. Οίκος θεού βλέπετε λογάριαζαν πως οι Αγαρινοί θα τον σεβαστούν. Άλλωστε η θέση του σε ύψωμα και τα χοντρά τοιχία της μάντρας θα ήταν αποτρεπτικά για τους βάρβαρους. Τρείς χιλιάδες νοματαίοι, γυναίκες, παιδιά, γέροντες και γερόντισσες, λίγα ψυχωμένα παλικάρι με λιανοντούφεκα και λίγοι αρματωμένοι Σαμιώτες 5


οργάνωσαν την άμυνά τους. Στο μεταξύ οι Τούρκοι έσφαζαν. Μέχρι εδώ έφταναν οι κραυγές των θυμάτων, οι θρήνοι των σκλαβωμένων, οι ιαχές των μακελλάρηδων. Μέγα Σάββατο έφτασε ο Ντελίμπασης Σουλεϊμάν Αγάς με τα ασκέρι του στα Θυμιανά, έκαψαν, έκλεψαν βίασαν, ρήμαξαν τον τόπο και τους ανθρώπους. Ύστερα τράβηξαν στο Νεχώρι. Τα ίδια κι εκεί. Δεν χόρτασαν όμως αίμα και χρυσαφικά. Μέγα Σάββατο βράδυ πολιόρκησαν το μοναστήρι. Χίλιοι νοματαίοι πρόλαβαν και βγήκαν, πήραν το δρόμο των απελπισμένων, κατά τον Άγιο Γιώργη το Συκούση, το λιμάνι των Μεστών όπου ήλπιζαν να βρουν σωτηρία. Ποιος ξέρει; Γλίτωσαν από το μαχαίρι; Το μοναστήρι δεν έπεσε αμαχητί., συνεχίζει ο ιερέας. Ο Γιάννης Φατούρος από τα Θυμιανά κι ο Κωσταντής Μονογιός από το Νεχώρι οργάνωσαν άμυνα, έριξαν όσες μπαταριές είχαν, πήραν εκδίκηση για το χριστιανικό αίμα. Οι Τούρκοι στρατιώτες κατάλαβαν πως δεν παίρνεται εύκολα το μοναστήρι. Είναι ο Άγιος που το προστατεύει όσο του είναι μπορετό, είναι η απελπισία του μελλοθάνατου που αντριώνει. Υποχρεώθηκαν οι Τούρκοι να πάνε να φέρουν κανόνια από τη ναυαρχίδα του Καπουδάν Πασά. Κι ενώ τα κανόνια ετοιμάζονταν για τη μεγάλη πασχαλιάτικη σφαγή, μέσα στην εκκλησία ο ηγούμενος Θεοδόσιος τελούσε την ακολουθία της Ανάστασης. Φαντάζεστε Ανάσταση με δυό χιλιάδες ρημαγμένους ετοιμοθάνατους»; Ο γέροντας τρέμει. Φέρνει τα χέρια του σε στάση ικεσίας. «Άγιε πατέρα Θεοδόσιε» λέει, «η ψυχή σου πήρε εκείνες τις τραγικές ώρες, τις τελευταίες της ζωής σου, της τελευταίας λειτουργίας σου, όλα τα κρίματα του κόσμου. Άγιε ηγούμενε Θεοδόσιε, καρδιά λιονταριού θα χες για ν αντέξεις τέτοια λαμπριάτικη λειτουργία. Την άλλη μέρα, Κυριακή Λαμπρής 2 Απρίλη, τα δύο κανόνια που είχαν στηθεί αντίκρυ, άρχισαν να χτυπούν τη μάντρα του μοναστηριού. Κάπου άνοιξε μια τρύπα, άρχισαν να μπαίνουν μέσα οι άπιστοι. Κρυμμένοι οι δικοί μας, με γιαταγάνια και ψωμομάχαιρα έσφαζαν, για να σωθούν. Πενήντα τούρκικα κορμιά ξάπλωσαν κάτω, χωρίς μπαρουτόβολα, με όπλο την απελπισία του μελλοθάνατου. Μα το κανόνι άνοιξε και δεύτερη και τρίτη τρύπα, οι εχθροί μπήκαν στο μοναστήρι. Έσφαξαν τους γερόντους και τους πολεμιστές, κράτησαν τα κορίτσια και τα αγόρια για τα σκλαβοπάζαρα. Ο ηγούμενος Θεοδόσιος Λουφάκης,, στην άκρη της αυλής, κάτω από την εικόνα του Κυρίου που μόλις είχε αναστηθεί ζητούσε με τη δύναμη της προσευχής κουράγιο. Οι Τούρκοι τον εντόπισαν, τον τράβηξαν στη μέση της αυλής, έριξαν δίπλα του την εικόνα της Ανάστασης, την ποδοπάτησαν έσπασαν το κοντάρι της και μ αυτό ανασκολόπισαν τον Άγιο γέροντα. Ύστερα μπήκαν στα κελιά, σκότωσαν τους μοναχούς, έφεραν τα αχυρένια στρώματά τους έξω, τους έβαλαν φωτιά, τα πέταξαν μέσα στη φουντάνα που είχε γεμίσει με κορμιά χριστιανών που εκεί μέσα ζήτησαν τη σωτηρία τους. Αφού καθάρισαν την αυλή, προσπάθησαν ν ανοίξουν το ναό. Φρακαρισμένες οι πόρτες του από τις ψυχές που είχαν ζητήσει σωτηρία, δεν άνοιγαν. Ούτε έσπαζαν. Έβαλαν φωτιά, δεν φούντωσε. Βιάζονταν οι φονιάδες, είχαν πολλούς ακόμη για να σφάξουν. ΄Εβαλαν φωτιά στη σκεπή. Οι καπνοί έπνιξαν τους άτυχους, μετά ολόκληρη η σκεπή έπεσε, αναμμένα δοκάρια, ξυλωσιές και κεραμίδες έπεσαν πάνω τους, τους αποτέλειωσαν. Το αίμα τους πότισε τις 6


πλάκες, τα σημάδια φαίνονται ακόμη. Μαζί με τα οστά που πολύ αργότερα συγκεντρώθηκαν, μένουν για να ιστορούν τη φρίκη του πολέμου, να ιστορούν την ανθρώπινη αγριότητα. Και οι ευλαβικές γερόντισσες σκεπάζουν τα σημάδια από τα καμένα κορμιά να μην τα πατούν πόδια που χρωστούν τη λευτεριά τους σ αυτά τα μαρτυρικά σώματα». «Δε σώθηκε κανένας, γέροντα»; Τον ρωτούμε. «Πώς. Σώθηκε μια λεχώνα που την ώρα της καταστροφής έφερε στον κόσμο μια νέα ψυχή. Τη λυπήθηκαν, δεν την έσφαξαν. Σώθηκαν και δύο χωριανοί που τους έπνιξε η καπνιά της καμένης φουντάνας. Μόλις καταλάγιασε το κακό βγήκαν από την κρυψώνα τους, βοήθησαν τη λεχώνα, ο Κύριος γνωρίζει τι απέγιναν. Σώθηκε ακόμη ένα λιανοπαίδι, Θεοδόση Κουμάκη τον έλεγαν. Πήγε πέρα, στην κατοικία των αρχαίων θεών, τον Όλυμπο. Όταν ησύχασε ο τόπος επέστρεψε εδώ, έγινε μοναχός, «εκοιμήθη» ως ηγούμενος του μοναστηριού αυτού που τότε ήταν ανδρικό. Εκείνος ιστόρησε όλα τούτα στους κατοπινούς, εκείνοι σε άλλους και έτσι έφτασαν μέχρι την ταπεινότητά μου. Τα έγραψε όμως και ένα ακόμη λιανοπαίδι που σώθηκε από τη σφαγή, ο Γρηγόριος Φωτεινός που έγινε επίσκοπος Μυριοφύτου». Τα κεριά τρεμοσβήνουν οι άγιοι μας συντροφεύουν και μας τρομάζουν με τις αυστηρές ασκητικές μορφές τους, νοιώθουμε την ανάγκη λίγου καθαρού αέρα. Ο γέροντας το κατάλαβε, βγαίνει πρώτος από το ναό. Ο ανοιξιάτικος αγέρας μας δροσίζει τα πρόσωπα, οι γερόντισσες έχουν αποτραβηχτεί στα κελιά τους, η αυλή είναι έρημη. «Τέτοια ώρα, τέτοια μέρα» μονολογεί ο γέροντας «ο Χριστός αναστήθηκε πάνω στο κορμί ενός σφαγμένου λαού, ενός κατεστραμμένου νησιού. Μια ζωή προσπαθώ να λύσω τούτο το μυστήριο, μα δε μπορώ. Έρχομαι εδώ, ευλογώ τα κόκκαλα των μαρτύρων, ρωτώ το γιατί μα απόκριση δεν παίρνω. Άγνωστες οι βουλές του Κυρίου». Μας πηγαίνει προς το οστεοφυλάκιο. Πίσω από γυάλινες προθήκες χιλιάδες οστά από τη μεγάλη σφαγή, αφήνουν αναπάντητα τα ερωτήματά μας. Νοιώθουμε κρύο ιδρώτα να διαπερνά τη ραχοκοκαλιά μας. «Εμείς να πηγαίνουμε γέροντα». «Στο καλό. Καλή πρόοδο να έχετε. Και όπου πάτε, μη ξεχάσετε τον τόπο μας». Δρασκελούμε το κατώφλι του μοναστηριού αμίλητοι. Πρώτος σπάει τη σιωπή ο Έκτορας. «Σε μισή ώρα» λέει και κοιτάζει το ρολόι του, περνάει απ εδώ το λεωφορείο για το χωριό μου. Λέω να το περιμένω, να περάσω τις υπόλοιπες μέρες με τη μητέρα μου. Ποιος ξέρει που θα βρίσκομαι του χρόνου»; «Κι εγώ» λέει ο Γιάννης, «θα πάω στο δικό μου χωριό. Το Νιότριτο θα περιφέρουμε τις εικόνες στα σπαρμένα χωράφια, θα κάνουμε το πανηγύρι του Αϊ Γιώργη στο ξωκλήσι μας, θα λειτουργήσουμε την Κάτω Παναγιά κι αν είναι καλός ο καιρός θα κάνομε και το πρώτο μπάνιο μας στη θάλασσα». Έμεινε ο Βαγγέλης να περιμένει το λεωφορείο για τη Χώρα. «Στο καλό ρε» μας κούνησε το χέρι, καθώς χωρίζαμε. Θα σας περιμένω τη Δευτέρα του Θωμά που θ αρχίσουν τα μαθήματα». Νέα Υόρκη 1980

7


Ελεγεία για την γυναίκα της Αμανής Τυραννισμένη η ζωή των ανθρώπων που κατοικούσαν στις πλαγιές της Αμανής. Λίγο το χώμα, λίγο το νερό, πολλές οι πέτρες. Ξερό το ψωμί, πικρό και αλμυρό από τον ιδρώτα που έπρεπε να χυθεί από τα κορμιά των ανθρώπων που δυσκολεύονταν να θρέψει. Μα αν ήταν μια φορά τυραννισμένη η ζωή των ανδρών, διπλά και τριπλά ήταν των γυναικών. Εκείνες έπρεπε να στέκονται δίπλα και μερικές φορές πίσω από τους άνδρες για να βοηθούν στις δουλειές των χωραφιών κι ύστερα να φροντίζουν να γεμίζουν τα οικογενειακά τσουκάλια, να ζυμώνουν το ψωμί, να κουβαλήσουν στον ποταμό τα ρούχα για να τα πλύνουν και το βράδυ, να ξαπλώσουν δίπλα στους άντρες τους, να τους ευχαριστήσουν να γεννήσουν παιδιά και να τ αναστήσουν. Πολλές φορές όμως, όλη τούτη η προσφορά, δεν κρίνονταν αρκετή. Και έπαιρναν τις στράτες του μεροκάματου. Για να βοηθήσουν ακόμη περισσότερο τις οικογένειές τους. Σαν υπηρέτριες, σαν παραμάνες, ακόμη και σαν τροφοί ξένων παιδιών. Γιατί, εκτός από τις γυναίκες της φτωχολογιάς, υπήρχαν και οι κυράδες της άρχουσας αριστοκρατίας. Που δεν θυσίαζαν την αισθητική του μπούστου τους για να θηλάσουν τα μωρά τους. Ήταν προτιμότερο να νοικιάσουν τους μαστούς και το γάλα των ξένων γυναικών. Πόσες γυναίκες χωριών της Αμανής δεν φόρεσαν άσπρες ποδιές παραμάνων και υπηρετριών στα πλουσιόσπιτα της Χώρας, της Σμύρνης της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου; Και πόσα τρυφερά κορμάκια κοριτσιών πριν καν τελειώσουν το Δημοτικό Σχολείο δεν στάλθηκαν δουλάκια, χωρίς μισθό, μόνο για το φαΐ τους και κανένα διορθωμένο αποφόρι; Αρνείται να φύγει από τη μνήμη μου η τύχη της Μερούλας, που μια στάλα παιδάκι, εννέα μόλις χρονών κακοθρεμμένο και αδύνατο σαν φθινοπωρινό φύλλο, μπήκε υπηρέτρια σε καπετανόσπιτο της Χώρας. Και πώς στο χωριό μας, ανάλγητα σχολίαζαν πως κάποιος την είδε να κουβαλάει ένα δίχτυ με ψώνια «πιο μεγάλο κι από το μπόι της». Γεμάτη ήταν η μεταπολεμική Αθήνα από «δουλάκια» που ονειρεύονταν ένα «κεραμίδι», που θα σκέπαζε το δικό τους κεφάλι και θ αποτελούσε κίνητρο για κάποιο παλικάρι που θ αποφάσιζε να τ «αποκαταστήσει» και να συνεχίσει τον κύκλου της ζωής μαζί τους. Πόσα όμορφα, ανυπεράσπιστα κοριτσάκια δεν έχασαν «ο,τι πολυτιμότερο» είχαν από αναιδείς «κυρίους» και κακομαθημένα αγόρια, που θεωρούσαν τα πλάσματα αυτά ως προσφερόμενα για ποικίλες χρήσεις και εκμεταλλεύσεις; Μερικές φορές και κτήμα τους. Όπως ο θρασύς εκείνος Χωραΐτης που πήρε στη δούλεψή του τη μικρή Κουρουνιωτοπούλα, τσιγκουνευόταν όμως και το φαΐ της. Και το κοριτσάκι, μαθημένο να ζει στους ανοιχτούς ορίζοντες του χωριού άρχισε να μαραζώνει. Και μόλις βρήκε ευκαιρία ειδοποίησε τον πατέρα της να πάει και να την φέρει πίσω στο χωριό. ΄Ενας λόγος για τα χρόνια εκείνα, που η διαδρομή γινόταν με μουλάρια και διαρκούσε δώδεκα ώρες. Αφού πήγαινε στη Χώρα λοιπόν ο Δημήτρης ο Νοτάρος, τον παρακάλεσε ο 8


πατέρας του παιδιού να περάσει από το πλουσιόσπιτο να πάρει το κορίτσι και να το φέρει στο χωριό. Όμως «το αφεντικό» που έχανε έναν τζάμπα εργάτη αντέδρασε. Ήθελε να πάει ο ίδιος ο πατέρας της κοπελίτσας, δεν εμπιστευόταν τον άγνωστο, παρά το γεγονός ότι ήταν γνωστός του γιού του του δικηγόρου και βεβαίωνε για την ταυτότητά του και η ενδιαφερομένη που τον έβλεπε σαν απελευθερωτή της. Επέμενε ο χωραΐτης επέμενε όμως και ο γέρο Νοτάρος. Μέχρι που ο πρώτος του πέταξε τη ύβρη. «Άντε αποδώ βρε χωριάτη»! Στάθηκε πιο γερά στα πόδια του ο γερονοτάρος τον κοίταξε στα μάτια και του αποκρίθηκε: «Χωριάτης εισαι εσύ με τη συμπεριφορά σου. Εγώ είμαι χωρικός. Μάθε να ξεχωρίζεις». Ύστερα πήρε τη μικρή από το χέρι και δρασκέλησαν το αφιλόξενο σπίτι. Δεν έλειψαν όμως και οι περιπτώσεις των σκληρών πατεράδων που καρπώθηκαν τα λίγα χρήματα πολλαπλών κόπων και πικριών των παιδιών τους. Ένα τέτοιο κοριτσάκι, παρακάλεσε τον εργοδότη του να κρατάει «τα μιστά της» και να της τα δώσει όλα μαζί, όταν θα έφευγε. «Τι θα τα κάνεις»; «Θα πάω ν αγοράσω ρούχα και παπούτσια για μένα και τ αδέρφια μου». «Κι ο πατέρας σου; Δε θα σου τις βρέξει που δε θα του πας λεφτά»; «Θα μου τις βρέξει, αλλά εγώ θα τάχω πάρει τα ρούχα»…… Κάθε φορά που γίνεται λόγος για τα δύσκολα χρόνια που πέρασαν οι πριν απ εμάς άνθρωποι που κατοίκησαν τα χωριά της Αμανής η μνήμη μου γυρίζει στο φλογισμένο από την πυρά του φούρνου πρόσωπο της μητέρας μου, τον ιδρώτα που έσταζε όταν δρομόνιζε το σιτάρι για να το πάει καθαρό, ο πατέρας στο μύλο, τον κάματο που παρέλυε το σώμα της όταν γύριζε τα ζώα στο αλώνι ή ασβέστωνε το σπίτι μας, μέσα και έξω, παραμονή του πανηγυριού και τέλος τα παρακάλια της, στον αδερφό μου πρώτα, σ εμένα αργότερα, να φιλοτιμηθούμε να της γεμίσομε τη στάμνα με νερό από την κοινή βρύση του χωριού. Και πέρασαν τα χρόνια και οι άνθρωποι «πήραν των ομματιών τους» να βρουν αλλού πιο γλυκό ψωμί και καλύτερη μοίρα για τα παιδιά τους. Και κλείστηκαν σε ανήλιαγα υπόγεια ή μετέτρεψαν τα πλυσταριά των πολυκατοικιών σε κατοικίες. Και έκαναν υποκλίσεις σε ανθρώπους που δεν τις άξιζαν, έντυσαν την πίκρα τους με χαμόγελα, πήραν στα χέρια σκούπες και σφουγγαρίστρες, καθάρισαν σκάλες και τουαλέτες. Πρωτοπόρες οι γυναίκες της Αμανής και στον αγώνα αυτό. Χωρίς να ξεχνούν να χαμογελούν. Τα πολύ παλιά χρόνια, λέει ο μύθος, οι γυναίκες των χωριών της Αμανής, όταν πειρατές πάτησαν τα χωριά τους, πήραν στα χέρια ο,τι βρήκαν πιο πρόσφορο σαν όπλο και κυνήγησαν τους εισβολείς. Κι οι άντρες, σε αναγνώριση του ηρωισμού τους έφτιαξαν ένα ειδικό σκουλαρίκι, να το φορούν και να θυμίζουν στους άντρες τους πώς δεν υπολείπονταν σε θάρρος, ηρωισμό και διάθεση προσφοράς. Τι αλήθεια δακτυλίδι θα φτιάξουμε εμείς για τις μανάδες, τις αδερφές και τις γυναίκες μας, για όσα μέχρι σήμερα μας έχουν προσφέρει;

9


ΠΑΙΔΙΚΗ (και ισόβια) ΑΠΟΡΙΑ Πολλές απορίες θα μου μείνουν άλυτες σ αυτή τη ζωή και θα διαβώ –φοβάμαι- τον Αχέροντα να έχω πάρει απαντήσεις. Μιά απ αυτές είναι και τούτη. Άραγε, αν δεν είχα φύγει από το χωριό μας στα δώδεκα μου χρόνια για να πάω στη Χώρα να «σπουδάσω» και έμενα εκεί όπως όλα τα παιδιά της ηλικίας μου θα είχα εξελιχθεί όπως εκείνα ή θα είχα γίνει ο χαζός του χωριού, κάτι σαν τον πρόγονό μου τον Γιάννη τον Σπανό, τον επιλεγόμενο «Σουλούκο»; Στην Κρήτη λένε ότι χωριό που δεν έχει κουζουλό τον φτιάχνει. Και είναι αλήθεια ότι εμένα πολλοί χωριανοί προσπάθησαν να με «κουζουλέψουν». Αιτία ήταν, μια δυσκολία στην εκφορά του ρο που έχω από γεννησιμιού μου. Μεγάλο κουσούρι για την αισθητική των χωριανών μας και πηγή έμπνευσης για τα κάθε είδους παρατσούκλια που μου φόρτωσαν. Πέρα από το φυσικό αυτό μειονέκτημα είχα και βεβαρημένη κληρονομικότητα. Όπως ήδη σας προϊδέασα, ο αδελφός της γιαγιάς μου της Λεμονιάς, ο «Σουλούκος», υπήρξε στόχος όχι πάντα καλόγουστων «αστείων» και «ήρωας» πολλών ανεκδότων, που για πολλά χρόνια διασκέδαζαν τους όπου γης συγχωριανούς μας. Παρά την εισβολή στη ζωή των σύγχρονων ανθρώπων της τηλεόρασης, του ίντερνετ, του θεάτρου, του κινηματογράφου και ένα σωρό άλλων οδών διαφυγής από τη μονοτονία της καθημερινότητας, δεν είναι λίγες οι φορές που ο Σουλούκος, ο Κατσαρόγιαννος, ο Νικόλας του Χριστόφορου και άλλοι «τύποι» του χωριού μας ξαναζωντανεύουν αφηγηματικά. Παρά το γεγονός ότι οι ιστορίες αυτές διασκεδάζουν πια μόνο τους ανθρώπου της κάποιας ηλικίας. Να κάνω εδώ μια διευκρίνιση. Τα παρατσούκλια δεν ήταν δικό μου ξεχωριστό «προνόμιο». Το αντίθετο. Ουδείς χωριανός μας ήταν γνωστός με το πραγματικό όνομά του, από λίγο ως πολύ όλοι είχαν το παρατσούκλι τους. Το θέμα είναι πόσο επώδυνο και προσβλητικό ήταν και πόσο ευαίσθητος ήταν ο ακούσιος φορέας του. Μερικές φορές μάλιστα δεν σου φόρτωναν ένα παρατσούκλι αλλά όσα η φαντασία τους γεννούσε. Εμένα για παράδειγμα, δύσκολα θα μ εύρισκε κανείς στο χωριό αν δεν με αναζητούσε ως «Γιάννη του Γιώργη του Νοτάρο», ή «Γιάννη του Γιώργη πέρα κεί», όπου πέρα κεί είναι η γειτονιά που βρίσκεται το πατρικό μου σπίτι. Το «επίσημο» οικογενειακό μας παρατσούκλι είναι «Νοτάροι» και το κληρονομήσαμε από τον παππού μας Δημήτρη, ο οποίος ήταν συμβολαιογράφος του χωριού τα χρόνια της τουρκοκρατίας. Όταν είμαστε μικρά παιδιά θυμώναμε, παρά το γεγονός ότι οι γονείς μας μας εξηγούσαν ότι δεν είναι προσβλητικό. Αυτό όμως πέρασαν μερικά χρόνια για να το καταλάβομε. Η δική μου προσωπική εμπλοκή έγινε ένα βράδυ που στο σπίτι μας φιλοξενούσαμε έναν χωραΐτη υπάλληλο και πριν το δείπνο, ο πατέρας μου ζήτησε να πω το «πάτερ ημών». Ντροπαλό χωριατόπαιδο εγώ, τα έχασα από την παρουσία του ξένου και προφανώς κάποιο λάθος έκανα. Και τότε, η αδερφή μου η Μαρία σχολίασε: «ίντα πατερημώ ειν ευτό το χλιν χλιν χλιν βρε». Οι υπόλοιποι δεν έδωσαν συνέχεια και το θέμα θα μπορούσε να τελειώσει εκεί. Αμ δε! Σε λίγες μέρες το όνομά μου ξεχάστηκε και τη θέση του πήρε το: «χλιχλίκος». 10


Το πρόβλημα δε σταμάτησε εκεί. Επί πολλά χρόνια όταν έπρεπε να περάσω από το κέντρο του χωριού πήγαινα από τον πάνω δρόμο ώστε να μην περνώ από το δρόμο που βρίσκεται ανάμεσα στα σπίτια του Γιάννη του Τσούβαλου και του Γιάννη του Μίχαλου. Οι αιτίες πολλές. Πρώτη ήταν, η πρώτη γυναίκα του Γιάννη του Μίχαλου η οποία επέμενε ότι φώναζα τον γιό της Βίχλωλα! Κι εγώ ο κακόμοιρος, αμφιβάλλω αν γνώριζα τότε, την ύπαρξη του Βίκτωρα. Και με το τσουβαλέικο όμως, δεν τα πήγαινα καλύτερα. Κατ αρχήν ήταν η γριά Κοτσατοκαλλιόπη η οποία ήταν αδύνατο να περάσω και να μη μου πετάξει μια φράση που εγώ ερμήνευα ως προσβλητική. Μετά ήταν «η χαχλασμένη τσανάκα». Μια φορά που ο Γιάννης Τσούβαλος πήγε στη Χώρα, η μητέρα μου του ζήτησε να της φέρει μιαν αλουμινιένα τσανάκα. Και όταν επέστρεψε, μ έστειλε να την πάρω. Ο Τσούβαλος όμως μου είπε ότι στο δρόμο είχε χαλάσει. Η μητέρα μου επέμενε: «Να πας και να του πεις να σου δώσει τη τσανάκα κι ας είναι και χαλασμένη». Πήγα. Και δε θυμάμαι βέβαια τι και πως το είπα. Από την άλλη μέρα όμως, η «χαχλασμένη τσανάκα» έκανε το γύρο του χωριού. Αναμφίβολα ο πλέον μαϊταψής της οικογένειας Ζαννή είναι ο Νικόλας. Μια μέρα βρισκόμουν στη Λότζα μαζί με τον Σπύρο Κατσαρό. Μας λέει λοιπόν ο Νικόλας: «Βρε παλικάρια, δεν ερχόσαστε να με βοηθήσετε να κουβαλήσω κάτι κεραμίδια από το σπίτι του μπάρμπα μου του Δημήτριου»; Και επειδή εμείς δεν απαντήσαμε αμέσως, μας πέταξε το δόλωμα. «Αν έρθετε θα χαρίσω στον καθένα σας από μιάν αλυσιδίτσα». Τα χρόνια εκείνα οι αλυσίδες ήταν απαραίτητο εξάρτημα κάθε παλικαριού και παρά το νεαρό της ηλικίας μας, πολύ θα θέλαμε να εντυπωσιάσομε τους άλλους και τις άλλες με μιάν αλυσίδα. Πήγαμε λοιπόν. Και κουβαλήσαμε τα κεραμίδια. Αλυσίδες όμως δεν είδαμε. Τις είχε-λέει- μέσα σ ένα παντελόνι που είχε δώσει στο Νικολό να του επιδιορθώσει. Και μείναμε εμείς με το όνειρο της αλυσίδας και την πίκρα της κοροϊδίας. Το… σύνδρομο της αλυσίδας με καταδίωκε για αρκετά χρόνια. Και το ξεπέρασα μεγάλος πιά, στην Αθήνα, όταν η εξαδέλφη μου Άννα Αντωνίου κατάφερε να με πείσει ότι το να κρατώ στο χέρι μου και να παίζω μιάν αλυσίδα δεν ήταν στοιχείο θετικό για την προσωπικότητά μου. Επιστροφή στη Χίο. Όταν αργότερα πήγα στο Γυμνάσιο, για λόγους που δεν είναι της παρούσης, έπαθα ένα σοκ, με συνέπεια να αδιαφορήσω για τα μαθήματά μου και να «εισπράττω» τους ανάλογους βαθμούς. Αντιθέτως η Αργυρώ του Τσούβαλου ήταν αστέρι και οι γονείς μου την πρόβαλλαν σαν πρότυπο. «Είδες η Αργυρώ; Μπράβο της Αργυρώς! Αυτοί είναι βαθμοί, όχι οι δικοί σου»! Μιά, δυό, τρείς, στο τέλος μου έγινε εφιάλτης η Αργυρώ και οι βαθμοί της. Και ως λύση πρόκρινα να της κόψω την καλημέρα. Μέχρι που συμπεθερέψαμε και οι σχέσεις μας αποκαταστάθηκαν. Το επόμενο παρατσούκλι μου γεννήθηκε μέσα στο τσαγκαράδικο του Γιάννη του Μοσχούρη. Ένα μεσημέρι, συνάντησα εκεί το Νικόλα του Χριστόφορου. Από τη μητέρα μου είχα ακούσει ότι μια φορά, τα χρόνια της Κατοχής, που είχαμε τον Νικόλα εργάτη, στο δείπνο εμφανίστηκε μια γαβάθα σούπα. Μόλις την είδε ο Νικόλας εξεμάνη. «Ιντα φαΐ ειν ευτό Καλλιόπη», της είπε. «Ευτό είναι για τους άρρωστους. Δεν έβαζες στο τσικάλι κανένα κουκί να με πιάσει»; Την ιστορία αυτή ανέσυρα από τη μνήμη μου και κάπως άγαρμπα του είπα: «Θυμάσαι Νικόλα το Σαρανταένα»; Δεν ξέρω αν κατάλαβε και αν προσεβλήθη, η απάντησή του όμως ήταν: «Βρε ίντα Σαρταντώνη μου λές»; Από την άλλη κιόλας 11


μέρα είχα αποκτήσει το παρατσούκλι του «Σαρταντένα». Προφανώς άρεσε περισσότερο στο… νονό μου από το «Σαρταντώνη» του Χριστοφονίκολα. Το τελευταίο παρατσούκλι το απόκτησα στην εφηβεία, όταν δηλαδή προσπαθούσα να «σκοτώσω» μέσα μου το παιδί και να προβάλω το παλικαράκι που νοιάζεται για χορούς, πανηγύρια και φυσικά κοριτσάκια. Ένα κυριακάτικο πρωινό λοιπόν, μετά την εκκλησία, πλησιάζω δύο μεγαλύτερους απ εμένα νεαρούς χωριανούς και με χαρούμενη διάθεση τους ρωτώ: «Τι έγινε ρε παιδιά; Θα πάμε στον άι Χριστό»; Δεν έκαναν τον κόπο να μου απαντήσουν. Αντιθέτως έτρεξαν στους υπόλοιπους φωνάζοντας: «Ρε σεις, ξέρετε τι μας είπε ο μικρός; Αν θα πάμε στον άι Χλιστό». Το παρατσούκλι είχε κατοχυρωθεί. Επειδή όμως βρισκόμουνα σε ευαίσθητη ηλικία, με πίκρανε περισσότερο από τα άλλα. Και παρά το γεγονός ότι έχουν περάσει εξήντα τόσα χρόνια δεν τους συγχώρησα όπως τους άλλους. Γι αυτό και δεν αναφέρω τα ονόματά τους. Ο ένας έχει πεθάνει. Ο άλλος ενδέχεται να αναρωτιέται όλα αυτά τα χρόνια γιατί αποφεύγω να του μιλώ, τις ελάχιστες φορές που συναντιόμαστε και γιατί αν το κάνω, περιορίζομαι σ έναν ξερό και ξινό χαιρετισμό. Βέβαια όταν μεγάλωσα λίγο, η αυθάδεια και αναίδεια ως στοιχεία αυτοπροστασίας δεν μου έλειψαν. Παράδειγμα πρώτο. Κατάκοπος ανέβαινα την ανηφόρα της Περασιάς όταν ένας χωριανός μας, με πρόφτασε και κάτι μου είπε. Δεν θυμάμαι πια τι, εγώ όμως το θεώρησα προσβλητικό. Γυρίζω λοιπόν και του λέω: «Εσύ, να πληρώσεις πρώτα τα ραφτικά που χρωστάς στην αδελφή μου και μετά να μιλάς» Κόκκαλο ο άνθρωπος. Τι να πει άλλωστε, αφού είχα δίκιο. Η αδελφή μου η Βαρβάρα ήταν μοδίστρα, είχε ράψει ένα φόρεμα στη γυναίκα του χωριανού μας αυτού και την είχα ακούσει να διαμαρτύρεται επειδή δεν την είχε πληρώσει έγκαιρα. Παράδειγμα δεύτερο. Είχα ξεκινήσει τη δημοσιογραφική μου σταδιοδρομία στην τοπική εφημερίδα «Χιακόν Βήμα» που εξέδιδε στην Αθήνα ο φίλος μου Νίκος Χαλλούς. Είχα σχολιάσει λοιπόν αρνητικά τη συμπεριφορά μερικών συγχωριανών μας απέναντι στους δασκάλους που υπηρετούσαν τότε στο σχολείο μας. Αν για κάποιο λόγο δεν τους άρεσε ο δάσκαλος, μάζευαν υπογραφές, του έψελναν τα εξ αμάξης και ζητούσαν από τον επιθεωρητή να τον αλλάξει. Είχε επαναληφθεί τόσες φορές η τακτική αυτή, ώστε ο επιθεωρητής, όταν ήθελε να απειλήσει έναν δάσκαλο, του έλεγε: «Κάτσε καλά, διαφορετικά θα σε στείλω στα Κουρούνια». Όταν λοιπόν πήγα στο χωριό, από την Αθήνα που έμενα τότε, έμαθα ότι ένας χωριανός, εξάδελφος του πατέρα μου με είχε αποκαλέσει «ψευτοδημοσιογράφο». Το κράτησα. Και όταν συναντηθήκαμε, του είπα: «Άκου να σου πω, βαθμολογία για το αν είμαι καλός η κακός δημοσιογράφος δέχομαι από εκείνους που ξέρουν περισσότερα απ εμένα. Τη δική σου τη γνώμη την έχω γραμμένη στα παλιά μου τα παπούτσια» Τα χρόνια πέρασαν, πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι της ζωής, αλλά η απορία συνεχίζει να με κατέχει. Άραγε, το ότι έφυγα μικρός, στέρησε τους χωριανούς από έναν κουζουλό διασκεδαστή τους;

12


ΕΝΑΣ ΠΑΠΠΟΥΣ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ Από το χωράφι μας στη «Βίγλα», το μάτι του ανθρώπου μπορεί ν’ αγκαλιάσει μιαν τεράστια έκταση στεριάς και θάλασσας που αρχίζει από την κορυφογραμμή του βουνού μας, της Αμανής και φτάνει μέχρι πέρα, τη Μυτιλήνη. Για το λόγο αυτό, πριν από άγνωστα χρόνια, οι άνθρωποι που κατοικούσαν τότε στα χώματα εκείνα, επέλεξαν το χωράφι μας για να χτίσουν τη βίγλα. Ένα σπιτάκι δηλαδή, στο οποίο έμενε ο βιγλάτορας. Έργο του ήταν να παρατηρεί τη θάλασσα. Κι αν έβλεπε κουρσάρικο καράβι, ν’ ανάβει φωτιά κινδύνου. Να παίρνει το μήνυμα η αντικρινή βίγλα, να το μεταδίνει στην επόμενη κι εκείνη στους χωριανούς που προετοίμαζαν την αντίστασή τους ή εγκατέλειπαν το χωριό και ανέβαιναν στο βουνό. Μέχρι να τελειώσει το διαγούμισμα του φτωχικού βιού τους και να γυρίσουν στα κουρσεμένα σπίτια τους. Ένας μορφωμένος άνθρωπος που είχε περάσει κάποτε από το χωριό, είπε στους χωριανούς ότι όπως έγραφαν τα βιβλία, η βίγλα αυτή ήταν πολύ πιο παλιά από τα χρόνια των κουρσάρων. Ήταν από τα αρχαία και αν έψαχναν κάτω από τα χώματα του χωραφιού μας, μπορεί να βρίσκανε και κομμάτια από τα πιάτα, τα κανάτια και τα λυχνάρια που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι εκείνοι, ή πέτρες με γράμματα. Τότε όμως που έγινε η ιστορία αυτή, ούτε αρχαίοι υπήρχαν, ούτε πειρατές, ο πατέρας μου το έσπερνε πότε σιτάρι, πότε κουκιά και πότε φακές για να ζήσουν οι σύγχρονοι, οι δικοί του άνθρωποι, λίγο τον ενδιέφεραν ποιοί ήταν εκείνοι που είχαν περάσει πριν και τι απομεινάρια άφησαν στο πέρασμά τους. Το ότι το χωράφι μας είχε κάτι το ξεχωριστό από τα άλλα ήταν φανερό από το ντουβάρι που συγκρατούσε τα χώματα στο κάτω μέρος. Δεν ήταν ένας συνηθισμένος «ξεροτρόχαλος» όπως όλα τα ντουβάρια των χωραφιών. Μεγάλες τετράγωνες πελεκημένες πέτρες είχαν μεταφερθεί εκεί από άλλους τόπους, είχαν χτιστεί μαστορικά, πολλές φορές οι χωριανοί όταν προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν την ύπαρξή τους, φαντάζονταν υπερφυσικούς σε ύψος και δύναμη άντρες – γίγαντες να είχαν κατοικήσει κάποτε τον τόπο μας. Στην άκρη του χωραφιού είχε μείνει ένα «κουμαχάκι», ένα μικρό κοίλωμα της γης, μια φυσική σπηλιά που δεν έπαιρνε παραπάνω από τρεις- τέσσερις ανθρώπους. Ο πατέρας μου καθάριζε την είσοδο της σπηλιάς από τις αστυφίδες και τους άλλους άγριους θάμνους που την έκλειναν και συχνά έκαιγε μέσα λάστιχα γιατί η μυρωδιά τους διώχνει τα φίδια. Όταν πηγαίναμε στο χωράφι για να το σπείρουμε, να το θερίσουμε, να μαζέψουμε τις ελιές, τ’ αμύγδαλα ή τα σύκα, ο πατέρας ξεφόρτωνε το γάιδαρο και μου έδινε τον τουρβά μέσα στον οποίο η μητέρα είχε βάλει το μεσημεριανό φαγητό και το παγούρι με νερό να τον πάω στη σπηλιά. Το καλοκαίρι που ο ήλιος έκαιγε πολύ και το χειμώνα που έβρεχε και ο κρύος αέρας «ξύριζε» τα μάγουλά μας, εκεί εναποθέταμε το φαί και το νερό μας κι εκεί καταφεύγαμε το μεσημέρι για να προφυλάξουμε τα κορμιά μας από τα στοιχεία της φύσης και να φαμε το φτωχικό φαί μας. Όμως τα όρια της σπηλιάς δεν ήταν καθορισμένα. Κατά έναν περίεργο τρόπο, 13


ξεπερνούσαν τα σύνορα του χωραφιού μας και έμπαινε στον υπόγειο χώρο του διπλανού. Έτσι με τον γείτονα που ήταν μακρινός συγγενείς μας υπήρχε μια έντονη διαφωνία για την ιδιοκτησία και τη χρήση της. Εκείνος υποστήριζε ότι είχε τη μισή ιδιοκτησία και όλα τα φυσικά συνακόλουθα, ενώ ο πατέρας μου απαντούσε ότι η σπηλιά ανήκε στην οικογένειά μας «πάππου προσπάππου» και αυτό το γνώριζε όλο το χωριό. Αν βρισκόταν σε ανάγκη μπορούσε να τη χρησιμοποιήσει όπως και ο κάθε χωριανός, αυτό όμως δεν του έδινε δικαίωμα ιδιοκτησίας. Εκείνο το καλοκαίρι είχα μεγαλώσει πια. Είχα μπει στα 13 μου χρόνια και πήγαινα στο Γυμνάσιο, να μάθω γράμματα, όπως έλεγε η μητέρα μου να μη μείνω «ξύλο απελέκητο» και να φαω κανένα κομμάτι ψωμί πιο γλυκό και λιγότερο ιδροποτισμένο από εκείνο του χωριού μας. Όπως όλα τα χωριατόπαιδα της εποχής εκείνης, το καλοκαίρι που έκλειναν τα σχολεία και άρχιζαν οι διακοπές έπρεπε να βοηθήσω την οικογένειά μου. Στο θέρος και στο αλώνισμα του σιταριού και των οσπρίων, στον τρύγο των σταφυλιών και στο καθάρισμα των ελαιόδεντρων. Οι διακοπές με τη σημερινή μορφή τους, ήταν άγνωστη τότε. Και στους μικρούς και στους μεγάλους. Είχαμε τελειώσει το αλώνισμα του σιταριού, την αγελάδα μας τη «μελισσή», την είχαμε αφήσει ελεύθερη στην Αμανή μαζί με τις αγελάδες των άλλων χωριανών να ξεκουραστεί και να πάρει δύναμη για τη σπορά. Για τον τρύγο είχαμε καιρό ακόμη. Τα άλλα παιδιά του χωριού έβρισκαν ευκαιρία να ξεφεύγουν από την προσοχή των γονιών τους, κατέβαιναν μέχρι τα Γαλάτου, την παραλία του χωριού, τσιτσιδώνονταν και χαίρονταν τη θάλασσα. Εγώ δεν είχα το θάρρος να τους ακολουθήσω. Άλλωστε εκείνοι δούλευαν στα χωράφια ολοχρονίς, είχαν το δικαίωμα να ξεφεύγουν. Αντίθετα, εγώ είχα την ηθική υποχρέωση να δουλεύω για να ξεπληρώνω μέρος του κόπου που τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας κατέβαλλαν για χάρη μου, όταν πήγαινα σχολείο. Ένα πρωινό, ο πατέρας μου είπε ότι θα έπρεπε να παω στη Βίγλα, να καθαρίσω το έδαφος κάτω από τις ελιές ώστε να είναι εύκολο το μάζεμα του καρπού όταν θ’ άρχιζε να πέφτει. Φόρτωσα στον γάιδαρό μας που τον λέγαμε «κουντούρη» γιατί ήταν κομμένη η ουρά του τα σύνεργά μου, μια τσουγκράνα, ένα φτυάρι, ένα πριόνι και μια τσάπα, κρέμασα στο σκαρβέλι του σαμαριού τον τουρβά μέσα στον οποίο η μητέρα είχε βάλει μια «καστανιά» με κοπανιστή, δυο ντομάτες και μερικά παξιμάδια και έφυγα για το χωράφι. Όταν έφτασα, έδεσα το ζωντανό σ’ ένα δέντρο για να μη φύγει, κρέμασα τον τουρβά με το φαί στη σπηλιά και πριν αρχίσω «τη μάχη» με τα αγκάθια, έριξα μια ματιά γύρω μου, έκλεισα στη ψυχή μου τη ομορφιά του τοπίου. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, η ατμόσφαιρα καθαρή, το μάτι μου ξεπερνούσε τη γραμμή που έκανε το μικρό νησάκι που βρίσκεται απέναντι, τα Ψαρά, χάνονταν στην άπλα του Αιγαίου. Από τη άλλη μεριά, οι δυο πλαγιές του βουνού μας, της Αμανής, ιδροποτισμένες από τους χωριανούς που δεν είχαν πάρει ακόμη τις στράτες τις ξενιτιάς, αλλού πρασίνιζαν από τις αμυγδαλιές και τις συκιές, αλλού γκριζάριζαν από τις ελιές, παντού η γη καρτερούσε τα πρωτοβρόχια για να δεχτεί το σπόρο και να τον φυτρώσει, τ’ αμπέλια ωρίμαζαν τα σταφύλια που χιλιάδες χρόνια τώρα έδιναν το ξακουστό από την αρχαιότητα κουρουνιώτικο κρασί που το έλεγαν Αριούσιο. 14


Έφτυσα στις δυο μου χούφτες, όπως έβλεπα τους μεγάλους να κάνουν και άρπαξα τη τσουγκράνα. Όταν ο ήλιος έφτασε πάνω από το κεφάλι μου (με την κίνηση του ήλιου υπολογίζαμε τη διάρκεια της μέρας τότε που δεν είχαμε ρολόγια) πήγα στη σπηλιά, ξεκρέμασα τον τουρβά μου, έβρεξα με το νερό του παγουριού τα παξιμάδια και άρχισα να τα τρώγω μαζί με την κοπανιστή και τη ντομάτα, ενώ η κούραση βάραινε στις κλειδώσεις των χεριών και των ποδιών μου και ο ήλιος τα παιδικά μου βλέφαρα. Δεν είχα προλάβει να κλείσω τα μάτια μου, όταν ένα ον μου προκάλεσε τρόμο κλείνοντας σχεδόν με το σώμα του την είσοδο της σπηλιάς. Ήταν άνθρωπος; Ήταν πίθηκος; Δύσκολο ν’ απαντήσω. Στεκόταν μισο όρθιος στα δυο του πόδια, τα χέρια του πολύ μακριά έφταναν ως τη γη επίσης. Δεν φόραγε ρούχα και το κυρτωμένο σώμα του σκεπαζόταν από πυκνό τρίχωμα όπως ακριβώς των τράγων. Έβγαλα μια κραυγή τρόμου. «Μη φοβάσαι», μου είπε το ον, «δε θα σου κάνω κακό». «Ποιος είσαι»; κατάφερα να τραυλίσω, ενώ τα δόντια μου χτυπούσαν από τρόμο. «Είμαι ο παππούς σου»! «Ψέματα», τόλμησα να αντιμιλήσω. «Ο παππούς φορούσε ρούχα, είχε κομμένα νύχια, το πρόσωπό του ήταν ξυρισμένο, και φορούσε γυαλιά. Εσύ δεν είσαι άνθρωπος». «Είμαι», επανέλαβε το ον.» Είμαι εσύ. Είμαι ο παππούς σου όπως ήταν πριν από εκατομμύρια χρόνια». «Ψέματα», ξανατόλμησα να αντιμιλήσω. «Οι άνθρωποι ζουν το πολύ ενενήντα, άντε εκατό χρόνια. Εσύ πώς έζησες εκατομμύρια»; «Κοιμόμουν. Και τώρα που σε είδα να κοιμάσαι εδώ, στο σπίτι μου, ήρθα να σε γνωρίσω, να κουβεντιάσουμε λίγο, να μάθω τι έγινε όλα αυτά τα χρόνια που εγώ δεν υπήρχα». «Έμενες εδώ»; «Φυσικά. Γι αυτό σου λεω ότι είμαι παππούς σου. Αν τα χωράφια μεταβιβάζονταν όλα αυτά τα χρόνια από πάππου προσπάππου δεν είναι φυσικό να είσαι απόγονός μου»; «Είχατε και στα δικά σας χρόνια ιδιοκτησίες»; Ρώτησα από περιέργεια αφού είχα πειστεί πια για τις φιλικές διαθέσεις του «παππού». «Όχι», αποκρίθηκε και προσπάθησε να χαράξει στο χωρίς δόντια στόμα του ένα χαμόγελο. «Αυτά είναι δικά σας τερτίπια», συνέχισε.’’ Στα δικά μου χρόνια είμαστε λίγοι, η γη πολλή, κυνηγούσαμε λαγούς και πέρδικες με τις πέτρες, βγάζαμε ρίζες από τη γη, κόβαμε βελανίδια και άλλους καρπούς. Μ αυτά γεμίζαμε το στομάχι μας. Και αν σκοτώναμε κανένα μεγάλο ζώο, τυλίγαμε με το τομάρι του το κορμί μας τις κρύες νύχτες». « Μα αυτά τα τρώνε τα γουρούνια». «Και λοιπόν; Επειδή τα τρώνε τα γουρούνια δεν πρέπει να τα τρώμε εμείς; Γιατί; Επειδή σταθήκαμε όρθιοι και ντύσαμε τα κορμιά μας με τομάρια ζώων που σκοτώνουμε; Βλέπεις εσύ άλλη διαφορά μεταξύ μας»; «Μα εμείς είμαστε άνθρωποι. Αρθρώσαμε λόγο, ανακαλύψαμε τη γραφή, τον τροχό, τα σπίτια, τον ηλεκτρισμό, τα αεροπλάνα, το ίντερνετ». «Και τον πόλεμο. Ξέχασες τον πόλεμο. Ξέχασες ότι τρωγόσαστε μεταξύ σας ως άτομα και ως λαοί για ένα κομμάτι γης». 15


«Εσείς δεν είχατε ο καθένας το δικό του κομμάτι γης»; «Τι να το κάνουμε; Ο καθένας έπαιρνε ότι του χρειαζόταν απ’ όπου το έβρισκε». «Ήταν λοιπόν τόσο πλούσιος ο τόπο»; «Δεν ήταν ο τόπος πλούσιος, οι ανάγκες μας ήταν περιορισμένες. Μας έφτανε λίγο φαγάκι, μια σπηλιά ή μια κουφάλα δέντρου για να προφυλαχτούμε από τα στοιχεία της φύσης και φυσικά πολλής έρωτας». «Δεν είχατε σπίτια»; «Όχι. Αυτά τα ανακάλυψαν αργότερα, οι άνθρωποι που έμαθαν να πελεκούν την πέτρα και να χτίζουν σπίτια». «Δεν ξέρεις δηλαδή ποιος έκτισε αυτή τη βίγλα»; «Όχι, αυτό έγινε εκατομμύρια χρόνια μετά από εμένα. Μπορεί να την έχτισαν οι Πελασγοί, μπορεί όμως να είναι και των χρόνων του Μεσαίωνα». «Και που τα ξέρεις όλα αυτά», γέλασα χαιρέκακα, «αφού είσαι της παλαιολιθικής εποχής και δεν είχαν γίνει όταν ζούσες εσύ»; Τα μάτια του παππού – προγόνου γέλασαν. «Ξεχνάς ανόητε απόγονε», μου είπε, «ότι είμαι δημιούργημα της φαντασίας σου και έχω το δικαίωμα αλλά και την υποχρέωση να απαντώ στις ερωτήσεις σου. Ακόμη και στις πιο αφελείς. Είσαι παιδί και πρέπει να μάθεις». Είχα πάρει θάρρος σιγά-σιγά. Η πρώτη τρομάρα είχε μετατραπεί σε περιέργεια και παιδική αυθάδεια. «Λοιπόν παππού», τον ρώτησα, «τι λες; Ποια είναι η καλύτερη εποχή; Η δική σου ή η δική μου»; Τα μάτια του παππού συνέχιζαν να είναι γελαστά. «Μη νομίζεις ότι τα ξέρω όλα», αποκρίθηκε. «Εγώ τη σύντομη ζωή μου και την πολύχρονη θανή μου εδώ τις έχω περάσει. Από τούτα τα χώματα είδα να περνούν άνθρωποι και άλλοι άνθρωποι. Στην αρχή γυμνοί και περπατώντας στα τέσσερα, αργότερα να στέκονται στα πισινά άκρα και να ντύνονται με προβιές. Πολύ αργότερα ανακάλυψαν τη φωτιά, άρχισαν να μαγειρεύουν τις ρίζες της γης και τους καρπούς των δέντρων και τα ζώα που σκότωναν. Τούτο το απέραντο «λιβάδι» από νερό, εμείς το είχαμε για να δροσιζόμαστε το καλοκαίρι, να πιάνομε κανένα ψάρι, να μαζεύομε αχινούς και πεταλίδες ανάμεσα στα βράχια. Μετά, άλλοι άνθρωποι από άλλα μέρη έφτασαν στο ακρογιάλι μας, καβάλα σε κορμούς δέντρων, έμαθαν τους ντόπιους να καλλιεργούν τη γη, να χτίζουν σπίτια, να υφαίνουν ρούχα. Πολιτισμό τα είπαν όλ’ αυτά». «Πώς τους έλεγαν τους ανθρώπους εκείνους»; «Πού να ξέρω»; αποκρίθηκε ο παππούς και ακούμπησε το δάχτυλο του δεξιού χεριού στον κρόταφο, στη θέση του μυαλού του. «Πελασγούς; Κάρες; Άβαντες; Λέλεγες; Ίωνες; Μινωικούς; Μακεδόνες; Αθηναίους; Μήδους; Που να θυμάμαι πια; Όμως οι άνθρωποι αυτοί που στην αρχή ήρθαν πάνω σε σχεδίες και αργότερα πάνω σε πλοία περίτεχνα, μας άλλαξαν τις συνήθειες. Χώρισαν τη γη σε κομμάτια, καθιέρωσαν τις λέξεις «δικά μου» και «δικά σου», κυρίως όμως, κάθε καινούριος που ερχόταν σκότωνε, αιχμαλώτιζε και σκλάβωνε τους προηγούμενους. Έπαιρναν τα σπίτια και τα χωράφια τους και όταν γίνονταν κυρίαρχοι του τόπου άρχισαν να τρώγονται μεταξύ τους για την ιδιοκτησία των πετρών και του χώματος. «Είναι κακό αυτό»; «Χαζό είναι. Η γης καρπίζει χωρίς να νοιάζεται ποιος θα θερίσει. Όλους αυτούς τους αιώνες που σου ιστορώ, ξέρεις πόσοι άνθρωποι πέρασαν απ’ αυτή τη σπηλιά κι απ’ 16


αυτό το χωράφι; Ξέρεις πόσοι είπαν «είναι δικό μου» και τσακώθηκαν με τον γείτονά τους γι αυτό; Η γης όμως δεκαράκι δεν δίνει. Όλα αυτά τα χρόνια, κάθε άνοιξη λουλουδίζει, κάθε καλοκαίρι καρπίζει, κάθε φθινόπωρο ωριμάζει τους καρπούς, κάθε χειμώνα δέχεται στα σπλάχνα της τους νέους σπόρους. Χωρίς να νοιάζεται ποιος θα κόψει, αν θα τους κόψει και αν θα γευτεί τους καρπούς ή θα επιστρέψουν σ’ αυτή για γίνουν τροφή των νέων λουλουδιών και χόρτων να επιβεβαιώσει αυτό που αργότερα εσείς οι μορφωμένοι άνθρωποι θα ονομάσετε αθανασία της ύλης. Αν είχαν στόμα και λαλιά τούτα τα χώματα και τούτες οι πέτρες, ξέρεις τι γέλια θα κάνανε: Κορόιδα, ε κορόιδα. Νομίζετε ότι είσαστε καλύτεροι και εξυπνότεροι απ’ εμάς τους παλαιολιθικούς προγόνους σας. Αναρωτήθηκες όμως τι θα είσαι σε μερικά χρόνια κακόμοιρε απόγονέ μου; Ένα σακούλι κόκαλα και μια χούφτα σκόνη θα είσαι. Και πρόγονος μερικών απογόνων. Αν τους αφήσουν οι πόλεμοι ν’ ανθίσουν και να καρπίσουν». Ο παππούς άνοιξε το στόμα του που έχασκε σαν σπηλιά έτσι φαφούτικο που ήταν. Ένα γέλιο δυνατό και πρωτόγονο έφτασε μέχρι τ’ αυτιά μου. Τόσο δυνατό ήταν ώστε άνοιξα τα μάτια μου. Ο ήλιος είχε δύσει, η μέρα είχε τελειώσει. Φόρτωσα τα πράγματα στον γάιδαρο και πήρα το δρόμο της επιστροφής. Η μητέρα είχε ανησυχήσει επειδή είχα αργήσει. Ο πατέρας με κοίταξε εξεταστικά. «Ήταν πολλή η δουλειά», μου είπε, «ή μήπως πήγες στη θάλασσα να κολυμπήσεις και γι αυτό άργησες»; «Ήταν πολλή η δουλειά», αποκρίθηκα και βγήκα από την κάμαρα τάχα για να ξεφορτώσω τον «κουντούρη». Για τη συζήτηση με τον μακρινό παππού μου, ούτε κουβέντα. Δεν είχα όρεξη να με τραβολογούν σε ψυχίατρους και ψυχαναλυτές… Αθήνα 1999.

17


Περιπέτεια στα Χάλανδρα Η δεκαετία του ΄50 ήταν από τις πιο σημαντικές για την περιοχή της Αμανής και κατ επέκταση για το χωριό μας. Ένα όνειρο πολλών χρονών γινόταν πραγματικότητα. Ο αυτοκινητόδρομος συνεχιζόταν πέρα από τη Βολισσό που τερμάτιζε μέχρι τότε, προς τα χωριά της Αμανής που θα σταματούσαν πια να ζουν «μακριά από το θεό». Ξεχωριστή σπουδαιότητα είχε το έργο αυτό για τα λιγοστά παιδιά που πήγαιναν τότε στα Γυμνάσια της Χώρας και του Βροντάδου. Της Βολισσού, η κινούμενη με ρυθμό χελώνας γραφειοκρατία το άνοιξε και το ξαναλειτούργησε όταν δεν υπήρχαν πια παιδιά για να γεμίσουν τις αίθουσες του, είχαν πάρει, μαζί με τους γονείς τους δρόμους της εσωτερικής και εξωτερικής μετανάστευσης. Τα προηγούμενα χρόνια έπρεπε να διασχίζουμε την Αμανή από την μια άκρη στην άλλη, τρείς ώρες δρόμο περίπου μέχρι να φτάσουμε στη Βολισσό όπου τερμάτιζε ο «πολιτισμός». Τα λεωφορεία που έκαναν τη γραμμή ήταν δύο. Του Μιχάλη Κοινούση (Καράβολα) και του Τσικαλά. Πάλι καλά. Οι πριν απ εμάς, οι προπολεμικοί σπουδαστές, έπρεπε να πηγαίνουν με τα πόδια στη Χώρα, δώδεκα ώρες δρόμο. Κάθε Σεπτέμβρη τα Γυμνασιόπαιδα παίρναμε το δρόμο της μοίρας μας για να επιστρέψομε τις παραμονές των Χριστουγέννων. Μαζί με τις διακοπές του Πάσχα και του καλοκαιριού κάναμε έξι συνολικά ταξίδια. Όσοι αντικρίζουν σήμερα την βουνοκορφή της Αμανής μέσα από την άνεση του αυτοκινήτου, ή του απογευματινού περιπάτου στον ασφαλτοστρωμένο αμαξωτό δρόμο, δύσκολα μπορούν να υποπτευθούν τις δυσκολίες πρόσβασης που είχαμε εμείς. Ιδιαίτερα όταν οι ταξιδιώτες ήταν παιδιά δώδεκα και κάτι χρονών, υποσιτισμένα από την πείνα της κατοχής, μισόγυμνα και ανυπόδητα. Κάθε φορά που η μνήμη μου γυρίζει στα δύσκολα εκείνα χρόνια, θυμάμαι την επιμονή της μητέρας μου να τυλίξω «τα λαιμά» μου με ένα ζέρσεϊ κασκόλ που μας είχε έρθει μέσα σε αμερικάνικο δέμα. Μόλις το είδε στο λαιμό μου όμως μια Κυριακή ο Βασίλης ο Κοτσάτος σχολίασε: «Βρε που τόβρες το ύστερο της αγελάδας και το κρέμασες στο λαιμό σου»; Ύστερο, για τους μη γνωρίζοντες, λέγαμε στο χωριό, τον πλακούντα που συνδέει κάθε έμβρυο με τη μητέρα του. Μετά από τόση χλεύη και χάχανα που ακολούθησαν το σχόλιο του Βασίλη πώς ήταν δυνατόν να το ξαναφορέσω; Κι ας φώναζε όσο ήθελε η μητέρα μου. Η Αμανή ήταν και παραμένει άδεντρο βουνό. Τα μόνα είδη που φυτρώνουν είναι οι αστυφίδες και τα γαϊδουράγκαθα. Όσοι ταξιδεύαμε λοιπόν, θα έπρεπε να είμαστε ολιγαρκείς και αποφασισμένοι να υποστούμε την ανυπόφορη ζέστη του καλοκαιριού και το μεγάλο κρύο και τους αέρηδες που μας «ξύριζαν» τον χειμώνα. Επειδή δεν υπήρχαν δέντρα να μας προστατέψουν, καταφεύγαμε στις ουρές των γαϊδουριών και των μουλαριών τις οποίες κρατούσαμε για να μη μας πάρει ο αέρας και να μη χάσουμε το δρόμο τη νύχτα. Μια μοναχική αχλάδα υπήρχε στα μισά περίπου της διαδρομής που είχε μάλιστα δώσει το όνομά της στην περιοχή. Όποιος μαθητής σταματούσε τις γυμνασιακές του σπουδές, σ αυτή την αχλάδα κρεμούσε «τα γράμματα», σύμφωνα με την περιπαιχτική διάθεση των χωριανών. Λίγα μέτρα πιο πέρα, υπήρχε μια μικρή πηγή νερού, που είχε δημιουργήσει μια μικρή λακκούβα. Συνήθως, πριν από τους ανθρώπους, πρόφταιναν τα σκυλιά που 18


επίσης είχαν «γαϊνιάσει» και μαγάριζαν την πηγή. Κι αυτό όμως να μη συνέβαινε, μέσα στο νερό υπήρχαν πολλές και πεινασμένες βδέλλες. Μοναδική ελπίδα να μας επαρκέσει το νερό του παγουριού που κουβαλούσαμε μαζί μας μέχρι να φτάσουμε στην Πειραμά όπου υπήρχε βρύση με άφθονο και καθαρό νερό. Πολλές φορές είχα αναρωτηθεί, γιατί ανάμεσα στους πολλούς ανθρώπους που καθημερινά περνούσαν απ εκεί, δεν βρέθηκε ένας να φέρει μια τσάπα κι ένα φτυάρι και ν ανοίξει έναν βαθύτερο λάκκο. Δεν πήρα όμως, μέχρι τώρα απάντηση. Τον χειμώνα η Αμανή γινόταν επικίνδυνη. Ιδιαίτερα όταν το χιόνι σκέπαζε και εξαφάνιζε τον κατσικόδρομο και τις νύχτες που δεν υπήρχε φεγγάρι να φωτίζει τον δρόμο των ταξιδιωτών. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που έχασαν το δρόμο, «ξούριασαν», περιπλανήθηκαν στις πλαγιές της και βγήκαν οι χωριανοί με φανάρια και δαυλούς να τους γυρεύουν. Σκηνές θρίλερ, από το παρελθόν. Αρκετές οι μνήμες από το πέρασμα της Αμανής. Και οι περισσότερες, αν όχι όλες δυσάρεστες. Συνοδευμένες με κούραση κρύο, δίψα, φόβο και την αίσθηση ότι αποτελούμε τη σάρκωση κάποιων αμαρτωλών και καταραμένων ψυχών που ήρθαν στη γη για να τιμωρηθούν άγνωστο για ποιες αμαρτίες τους. Όταν μετά τον πόλεμο αποφασίστηκε η διάνοιξη του αμαξωτού δρόμου πέρα από τη Βολισσό, δεν έλειψαν εκείνοι που αντέδρασαν, με το επιχείρημα ότι ο δρόμος θα έφερνε τους χωριανούς και περισσότερο τους νέους και τις νέες στη… διαφθορά του πολιτισμού. Και οι έμποροι της Βολισσού αντέδρασαν, γιατί πρόβλεψαν αυτό που συνέβη. Το τέλος της οικονομικής κυριαρχίας τους πάνω στους χωρικούς της Βορειοδυτικής Χίου, που τώρα θα μπορούσαν να μεταφέρουν τα λίγα προϊόντα τους στην αγορά της Χώρας και ν αγοράζουν απ εκεί τα πράγματα που τους χρειάζονταν. Μέχρι τότε, η Βολισσός ήταν το κέντρο της περιοχής. Εκεί πήγαιναν τα αμύγδαλα, το λάδι, το κρασί τα σύκα και τα άλλα προϊόντα τους, για να πάρουν λίγα χρήματα, απαραίτητα για το κυριακάτικο κερί που άναβαν στην εκκλησία. Περιορισμένες οι καταναλωτικές απαιτήσεις τα χρόνια εκείνα. Λίγο ύφασμα για κανένα φουστανάκι και εσώρουχα που ράβονταν στο χέρι, κομμάτια από λάστιχα αυτοκινήτων που χρησιμοποιούσαν για σόλες στα χοντροπάπουτσά τους, πετρέλαιο και λαμπόγιαλα για τις λάμπες πετρελαίου που φώτιζαν τις νύχτες τους και αν περίσσευε καμιά δραχμούλα κανένα ξερολούκουμο ή καραμέλα για τα παιδιά. Θυμάμαι τον πατέρα μου μια φορά να παρακαλεί τον κουμπάρο του έμπορο της Βολισσού ν αγοράσει τα δύο τσουβάλια αμύγδαλα που του είχε πάει, χωρίς να τον υποχρεώσει να ξεχωρίσει μερικά «σιδερήτικα» που υπήρχαν μέσα, γιατί θα νύχτωνε και δε θα προφταίναμε να περάσουμε με το φως της μέρας την Αμανή. Κι εκείνος να υποχωρεί «φιλικά» αφού κατέβασε σημαντικά την τιμή τους. Όταν αργότερα τον ρώτησα γιατί δεν πήγε τα αμύγδαλά μας σε άλλον έμπορο, ο πατέρας μου κούνησε στωικά το κεφάλι του και μου αποκρίθηκε. «Έχεις την εντύπωση ότι οι άλλοι ήταν καλύτεροι»; Μια παρόμοια σκηνή, διάβασα τα χρόνια της προσωπικής μου επανάστασης, βίωσε ο Μάο Τσε Τουγκ, όταν διαπίστωσε ότι ο τοπικός έμπορος έκλεβε τον αγράμματο πατέρα του. Και έμαθε γράμματα για να μην τον κλέβουν οι έμποροι. Από τότε αγάπησα τον Μάο. Είναι απορίας άξιον, πώς μέσα σε τόσους Βολισσιανούς επιχειρηματίες, δεν βρέθηκε ένας να καλύψει την ανάγκη των βορειοχωριτών για ύπνο. Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που για διάφορους λόγους ήταν υποχρεωμένοι να διανυκτερεύσουν στη Βολισσό. Ξενοδοχείο όμως δεν υπήρχε. ‘Έτσι ήταν 19


υποχρεωμένοι να χτυπούν πόρτες γνωστών τους προκειμένου να εξασφαλίσουν μια γωνιά για να περάσουν τη νύχτα τους. Υπήρχαν μερικοί Βολισσιανοί έμποροι οι οποίοι γύριζαν τα χωριά της Αμανής για να πουλήσουν εμπορεύματά τους ή ν αγοράσουν τοπικά προϊόντα και οι οποίοι φιλοξενούνταν σε σπίτια χωρικών. Όταν χρειαζόταν όμως να ανταποδώσουν τη φιλοξενία, συνήθως είχαν «ξεχάσει το κλειδί στον κάμπο». Μία φορά υποχρεώθηκα να διανυκτερεύσω κι εγώ στη Βολισσό επειδή το λεωφορείο χάλασε και άργησε να φτάσει στον προορισμό του. Ευτυχώς συνταξίδευα με την Καλλιόπη Μιχαλάκη, την Δημητρίαινα, η οποία με καθησύχασε. «Μη φοβάσαι» μου είπε, «θα πάμε να κοιμηθούμε στου Πατούνα που τον ξέρω και τον έχω κοιμίσει στο σπίτι μου και είναι και καλός άνθρωπος». Και πράγματι ήταν. Θυμάμαι πάντα τη ζεστή βελέντζα που με σκέπασε και την ανθρώπινη ματιά του. Ο Πατούνας, (Δροσινός ήταν το επίθετό του) ήταν πρόσφυγας της Μικράς Ασίας και για πολλά χρόνια είχε μαγέρικο στον κεντρικό δρόμο της Βολισσού. Στο σπίτι του, όπως και στο σπίτι του άλλου Μικρασιάτη πρόσφυγα, του Δημήτρη Μουτάφη εύρισκαν καταφύγιο και προσκέφαλο διανυκτέρευσης οι περισσότεροι Βορειοχωρίτες ταξιδιώτες. Έχοντας αυτές τις σκληρές ταξιδιωτικές εμπειρίες, δεν είναι περίεργο το ότι μόλις δόθηκε το έναυσμα για το άνοιγμα του αυτοκινητόδρομου, πολλοί χωριανοί μας έσπευσαν να εργαστούν. Το καλοκαίρι έμεναν σε πρόχειρα καταλύματα που είχαν φτιάξει, καθώς η απόσταση από τα σπίτια τους ήταν τρείς ώρες. Τα πρώτα μεροκάματα ήταν μόλις….11 δραχμές. Αργότερα καθιέρωσαν τις εργολαβίες με τις οποίες το μεροκάματο γινόταν περισσότερο ελκυστικό.  Θα πρέπει να ήταν το 1953 ή το 1954. Ο δρόμος είχε φτάσει στα Χάλανδρα. Εκεί θα πηγαίναμε πια για να πάρουμε τα λεωφορεία, βλέποντας την Αμανή από μακριά. Τη φορά εκείνη πρέπει να επιστρέφαμε από τις χριστουγεννιάτικες διακοπές μας. Τη συντροφιά την αποτελούσαν η Αργυρώ και ο Βασίλης Ζαννής, ο Βασίλης Βουρνούς και η αφεντιά μου. Την υποχρέωση να μας πάει μέχρι τα Χάλανδρα την είχε αναλάβει ο Γιάννης Ζαννής, ο Τσούβαλος, ο οποίος είχε φορτώσει στο γαϊδούρι του τα μπογαλάκια μας με τα καθαρά ρούχα, τα καλάθια και τους τουρβάδες με τις ελιές το τυρί, τα αυγά και τα παξιμάδια που αποτελούσαν τη βασική τροφή μας. Δεν προλάβαμε όμως ν ανεβούμε την ανηφόρα στου «Κόμπου τη ράχη» και μια δυνατή και επίμονη βροχή, άρχισε να πέφτει. Μέχρι να φτάσουμε στα Χάλανδρα, είχαμε γίνει μουσκίδι. Η πραγματική καταστροφή όμως ήρθε, όταν διαπιστώσαμε ότι το λεωφορείο δεν ήταν εκεί. Όταν έβρεχε πολύ ο δρόμος γινόταν μια μεγάλη λασπουριά στην οποία το λεωφορείο κολλούσε, δεν μπορούσε να έρθει στα χωριά μας. Και τώρα, τι κάνουμε; Συνεχίζουμε προς τη Βολισσό, όπου όμως θα φτάναμε κατόπιν εορτής αφού το λεωφορείο θα είχε φύγει για τη Χώρα, ή επιστρέφουμε στο χωριό; Την ώρα του μεγάλου διλήμματος και της απελπισίας, ένα χαμογελαστό πρόσωπο εμφανίστηκε μπροστά μας. Ήταν η Μαρία του Χριστοφή του Χριστοφάκη που είχε παντρευτεί τον Βασίλη Καλόγερο και έμενε στα Χάλανδρα. «Καλέ γιάντα στέκεστε μες στη βροχή» μας είπε και μας έμπασε στο σπίτι της. Κι όταν άκουσε τον προβληματισμό του Τσούβαλου να επιστρέψουμε στο χωριό, μας 20


μάλλωσε. «Ίντα λόγια ειν αυτά που λέτε καλέ; Εδώ, στο σπίτι μου θα μείνετε». «Μα είμαστε πολλοί». «Ας είστε. Όλοι οι καλοί χωρούν». Αν και έχει περάσει μισός περίπου αιώνας από τότε, θυμάμαι την ανέμελη παιδική συντροφιά μας να διασκεδάζει με την περιπέτεια, να φλυαρεί ακατάσχετα, ενώ τα ρούχα μας στέγνωναν στο αναμμένο τζάκι. Εκεί, μέσα στη ζεστασιά του σπιτιού και με το φωτεινό χαμόγελο της Μαρίας, συνειδητοποιήσαμε πόσο θείο είναι το δώρο της φιλοξενίας. Κοιμηθήκαμε εκεί. Και την επομένη, χωρίς βροχή, συνεχίσαμε προς τη Βολισσό όπου μας περίμενε νέα δυσάρεστη έκπληξη. Εξ αιτίας της βροχής τα νερά του ποταμού είχαν ανέβει πάνω από τη γέφυρα και το λεωφορείο δεν είχε μπορέσει να περάσει. Φτάσαμε κατάκοποι, ευχαριστημένοι όμως που, επί τέλους, πετύχαμε το αυτοκίνητο. Δεν ήταν ακριβώς λεωφορείο με τη σημερινή έννοια, αλλά ένα παλιό φορτηγό σκεπασμένο με μουσαμά. Είχε πάνω στην καρότσα, τρείς ξύλινους πάγκους. Έναν δεξιά, έναν αριστερά και έναν στη μέση. Εκεί πάνω στοιβαζόμαστε, άνθρωποι και πράγματα για το υπόλοιπο ταξίδι προς τη Χώρα που διαρκούσε τρείς ώρες! Πριν απ εμάς είχε φτάσει ο Γιώργος Τσιαδής, γιός του παπά Τσιαδή από την Κέραμο που επίσης πήγαινε στο Γυμνάσιο. Χάρηκε που μας είδε. Τα βορειοχωριτάκια είχαμε κάμει μιαν άτυπη συμμαχία αλληλοϋποστήριξης. Χάρηκε λοιπόν ο Γιώργος και προσπάθησε να τραβήξει τον μπόγο που είχε μπροστά του για να μπορέσουμε να καθίσουμε. Το πανί του μπόγου όμως δεν άντεξε και τα ασπρόρουχα σκορπίστηκαν. Ο Γιώργος ήταν ένα χαρούμενο, γελαστό παλικάρι. Και πρώτος έδωσε το σύνθημα για ένα ομαδικό χαχανητό πάνω στον ξεκοιλιασμένο μπόγο. Κάθε φορά που συναντούσα έκτοτε την Μαρία, της θύμιζα την φιλοξενία της. Κι εκείνη, όπως αρμόζει στους ανθρώπους που την φιλοξενία την βλέπουν ως υποχρέωση προς τον ταξιδιώτη, αποκρινόταν: «Καλέ χαράς το σπουδαίο πράγμα που έκαμα πια και το θυμάσαι τόσα χρόνια τώρα».

21


Η καμένη Λαμπρή Εκείνα τα χρόνια, η Λαμπρή αργούσε να ρθει στα χωριά μας. Για όλους τους χωριανούς, μα πιο πολύ για τα παιδιά, που όλο μπλέκαμε μέσα στις φούστες των μανάδων μας και τις ρωτούσαμε: «Πού να ναι τώρα η Λαμπρή»; «Στη Βολισσό» μου αποκρίνονταν η μάνα μου». «Και πότε θα φτάσει στο χωριό»; Η απάντηση συνήθως δεν μας ικανοποιούσε. Στραβώναμε τη μούρη μας λοιπόν και συνεχίζαμε τις ερωτήσεις. «Γιατί αργεί τόσο πολύ; Γιατί δεν τρέχει γρηγορότερα»; Γιατί είναι κουτσή. Δεν πρόσεξες ότι έχει ένα μόνο πουδάρι»; Και πράγματι, η στρογγυλή εικόνα της Ανάστασης με το λουλουδένιο στεφάνι γύρω γύρω, είχε ένα «πόδι» μόνο, από το οποίο την κρατούσαμε. Όσο περνούσαν οι μέρες, τόσο η Λαμπρή έφτανε κοντύτερα στο χωριό μας και τόσο αύξανε η αγωνία, κυρίως όμως η λαιμαργία μας. Γεννημένοι και μεγαλωμένοι μέσα στην πείνα και την ανέχεια της κατοχής, τα παιδιά της ηλικίας μου, αχόρταστα ακόμη από ψωμί, περιμέναμε τη Λαμπρή «να πασχάσουμε» με κόκκινα αυγά, κουλουράκια και προπάντων μ εκείνη την αξέχαστη πασχαλινή σούπα αυγολέμονο. Η μητέρα μου, ως θρησκευόμενη, αλλά και επειδή «νηστεύει ο δούλος του θεού που δεν έχει να φάει», κρατούσε γερά την παράδοση, επέμενε πως έπρεπε κι εμείς τα παιδιά να νηστεύουμε το ίδιο αυστηρά με τους μεγάλους. «Η νηστεία» μας έλεγε, ανοίγει με το τελευταίο αυγό που τρώμε τη Κυριακή της Τυροφάγου, και κλείνει το Πάσχα με το κόκκινο αυγό που επιτρέπεται να φάμε, αφού τελειώσει η αναστάσιμη ακολουθία και μεταλάβομε Σώμα Χριστού. Τα ενδεχόμενα ενδιάμεσα μουρδαρέματα είναι για τους κοιλιόδουλους που θα τιμωρηθούν μετά θάνατον». Κι εμείς που δεν είχαμε στον ήλιο μοίρα και αρκετό ψωμί για να χορτάσουμε στη γη, θα έπρεπε να φροντίζουμε για τη σωτηρία της ψυχής μας και για την άλλη, τη χωρίς ανάγκες υλικών αγαθών ζωή μας. Πρόκληση αληθινή για την αχόρταστη παιδική βουλιμία μας οι μέρες της Μεγάλης Εβδομάδας. Σ όποιο σπίτι του χωριού και να έμπαινες, όποιο στενό και να διάβαινες, η μύτη σου «έσπαγε» από μυρωδιές φρεσκοψημένων ψωμιών και γλυκών. Οι φούρνοι του χωριού δούλευαν συνεχώς, βγάζοντας λαχταριστές πίτες, «κολίκια» και «κούτσες» με το κόκκινο αυγό στην μέση, σαν τεράστιο μάτι, που προκαλούσε και κορόιδευε την πείνα μας. Η πιο όμορφη μέρα της Μεγαλοβδομάδας ήταν για τα παιδιά η Μεγάλη Πέμπτη. Ελεύθερα από τη σκοτούρα του σχολείου, ελεύθερα από τα «χουσμέτια» του σπιτιού, πηγαίναμε να βοηθήσουμε στη γενική καθαριότητα της χωριοκκλησιάς μας. Όλα τα παλικάρια και οι κοπέλες του χωριού μαζεύονταν από πολύ πρωί και άρχιζαν την ομαδική δουλειά, ανάμεσα σε πειράγματα και αστεία. Έβγαζαν στον αυλόγυρο τις εικόνες και τα άλλα σκεύη, σφουγγάριζαν το πάτωμα και τα στασίδια, τρίβανε με «μπράσο» τα μανουάλια και τα άλλα μπρούτζινα σκεύη, κατέβαζαν ακόμη και τον μεγάλο κρυστάλλινο πολυέλαιο που στόλιζε το κέντρο της εκκλησίας, για να τον πλύνουν. 22


Καμιά φορά, ένα μικρό κρυσταλλάκι έφευγε από τη θέση του κι έπεφτε στο πάτωμα. Και τότε γινόταν μια αληθινή μάχη του παιδόκοσμου, ποιος θα το πρωτοπάρει και ποιος θα πρωτοθαυμάσει τους ιριδισμούς του ανοιξιάτικου ήλιου που δημιουργούσαν τα θαυμαστά εκείνα γυαλάκια. Μετά, έπρεπε να τρέξουμε να βρούμε λουλούδια. Μαρτοπούλουδα, όπως λέγαμε τις μαργαρίτες, να κόψουμε τα κεφάλια τους να τα περάσουμε σε «ρέστες» να φτιάξουν τα κορίτσια στεφάνια, να στολίσουν τον Επιτάφιο. Αξέχαστες στιγμές, αξέχαστων χρόνων! Κατάκοποι το βράδυ, μετρούσαμε τα δώδεκα κεριά που ο παπά Βασίλης είχε ανάψει στο αναλόγιο που ακουμπούσε το Ευαγγέλιο. Μόλις τέλειωνε την ανάγνωση ενός, έσβηνε και ένα κερί. Αγωνία πότε θα φτάσει στη μέση, να βγει ο Εσταυρωμένος και να ψάλλουμε μαζί με τους ψαλτάδες το «Σήμερον κρεμάται επί ξύλου». Την άλλη μέρα, Μεγάλη Παρασκευή, νηστεύαμε ακόμη και το ψωμί. Ωστόσο δε χάναμε το κέφι μας. Μαζί με τους άλλους χωριανούς κάναμε μικρές ομάδες από 3-4 άτομα, στεκόμαστε γύρω από τον Επιτάφιο και ψάλλαμε τα Εγκώμια, παραβγαίνοντας ποιος θα φωνάξει πιο δυνατά. Κι όταν τέλειωνε η Τρίτη στάση, παρατούσαμε τον Επιτάφιο και τρέχαμε στις γειτονιές μας να φροντίσουμε τις φωτιές. Από νωρίς είχαμε φροντίσει να έχουμε μαζέψει «γομάρια» από ξερούς σπάρτους και άλλα φτενόξυλα, να τα σωριάσουμε και όταν η πομπή του Επιταφίου πλησίαζε να τους βάλουμε φωτιά. Κάθε γειτονιά φιλοδοξούσε να παρουσιάσει την πιο μεγάλη και εντυπωσιακή φωτιά σε βάρος βέβαια των οικογενειακών «σελλίδων». Η γειτονιά μας ήταν προνομιακή στον τομέα αυτό. Η λιτανεία του Επιταφίου γινόταν κοντά στο σπίτι του θείου Γιάννη του Κατσαρού, που ήταν μόνο του, δεν υπήρχε κίνδυνος να πιάσει φωτιά κάποιο σπίτι, μπορούσαμε να βάλουμε όσα «γομάρια» είχαμε καταφέρει να πάρουμε. Πρωταγωνιστής στον τομέα αυτό, ο Ανδρέας του Μανώλη και μοναδική «σελλίδα» από την οποία δεν αφαιρούσαμε ξύλα του Δημήτρη του Αυγερινού. Τις «επικίνδυνες» ώρες, καθόταν εκεί και την προστάτευε παρέα με το κυνηγετικό του όπλο…. Μια ακόμη μεγαλοβδομαδιάτικη ατραξιόν ήταν το σφάξιμο των ζώων. Οι ευκαιριακοί χασάπηδες του χωριού μας, ο Μανώλης ο Χριστοφάκης, ο Γιάννης ο Τσούβαλος και ο Βασίλης ο Κατσαρός, είχαν φροντίσει να έχουν από μία κατσίκα ο καθένας τις οποίες έσφαζαν το Μέγα Σάββατο. Τα παιδιά όλο μέσα στα πόδια τους μπλέκαμε. Παρακολουθούσαμε με σαδιστικό ενδιαφέρον τη σφαγή, το φούσκωμα και κυρίως το άνοιγμα της κοιλιάς. Ένας άγνωστος κόσμος, ο κόσμος του κορμιού μας πρόβαλε μπροστά στα έκπληκτα μάτια μας. Έτσι μαθαίναμε πως η καρδιά δεν είχε το σχήμα που της έδιναν ευφάνταστοι σκιτσογράφοι και παραφυλάγαμε πότε θα φύγει για λίγο ο χασάπης, για να φυσήξουμε στο λάρυγγα και να δούμε το θαύμα της αναπνοής. Πέρα από τον παιδαγωγικό χαρακτήρα, το χασαπιό, είχε και τη ρεαλιστική του πλευρά. Μετά από 40 μέρες νηστείας, το πασχαλινό τραπέζι ετοιμαζόταν πλουσιοπάροχο. Οι πατεράδες είχαν δώσει τις παραγγελίες τους στους χασάπηδες, κι εμείς περιμέναμε να μας κόψουν το οικογενειακό κομμάτι, να το τυλίξουν στο χοντρό στρατσόχαρτο και περιχαρείς να το μεταφέρουμε στα οικογενειακά ντουλάπια.  23


Εκείνη τη χρονιά η Λαμπρή αργούσε να ρθει στο χωριό μας, ακόμη περισσότερο, αυξάνοντας την προσωπική μου αγωνία. Και όχι άδικα. Ο ξενιτεμένος στην Αμερική θείος Μιχάλης, έστελλε δώρο στην εκκλησία του χωριού μας μια καινούργια Ανάσταση. Εκείνη που μέχρι τότε είχαμε είχε παλιώσει πια και με πρόταση του πατέρα μου ο ανοιχτοχέρης μπάρμπας έστελλε καινούρια, κατευθείαν από την Αμερική. Μεγάλη χαρά και τιμή για μένα, που όλο το χωριό εκείνη τη χρονιά θα καμάρωνε το οικογενειακό δώρο. Και κρυφή επιθυμία να παρουσιάσω εγώ το δώρο του ξενιτεμένου θείου, κλέβοντας λίγη από τη «δόξα» του. Μέγα Σάββατο, λίγες ώρες πριν από την Ανάσταση, το δώρο έφτασε στο σπίτι μας. Είχε αργήσει να γίνει ο εκτελωνισμός, αλλά και γιατί ο Ηλίας, ο εξάδελφός μου που την κουβάλησε από τη Χώρα, δώδεκα ολόκληρες ώρες, μαζί με τον Δημήτρη τον Κοτσάτο, τον λεγόμενο «Κοπανιά» έπρεπε να περιμένουν μέχρι ο μητροπολίτης Χίου να λάβει εξ ουρανού, το «Άγιο φως». Ο Φωστίνης Παντελεήμων που άφησε εποχή για τα δακρύβρεκτα θεολογικά αντικομμουνιστικά κηρύγματά του, είχε ξεκινήσει μιαν ερανική εκστρατεία με σκοπό να χτίσει φυματιολογική κλινική. Όταν όμως συγκεντρώθηκε το χρηματικό ποσόν είχε ανακαλυφθεί και το φάρμακο κατά της φυματίωσης. Έτσι, ο καλός δεσπότης χρησιμοποίησε τα χρήματα του εράνου για να κάνει… αναπαράσταση των Αγίων Τόπων, μέσα στο τεράστιο οικόπεδο, που ήταν και είναι γνωστό ως «Τάγμα του δεσπότη». ‘Όταν τελείωσαν οι εκκλησίες και τα εκκλησάκια που αντιπροσώπευαν τόπους του «θείου μαρτυρίου» ο Παντελεήμων σκέφτηκε και πέτυχε να καταργήσει την αποκλειστικότητα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων ως προς την ιδιοκτησία και διανομή του «Αγίου Φωτός». Νωρίς το Μέγα Σάββατο, ο δεσπότης κλεινόταν στο ναΐδριο που αντιπροσώπευε τον Πανάγιο Τάφο και όπου ο πανάγαθος του έστελλε το «Άγιο Φως». Και σαν καλός επιχειρηματίας που ήταν φρόντισε το δικό του «Άγιο Φως» να φτάνει σ όλους τους ναούς του νησιού, με το αζημίωτο βέβαια, για ν ανάψουν απ αυτό οι πιστοί τις λαμπάδες τους όταν οι ιερείς καλούσαν για το «Δεύτε λάβετε φως». «Το άγιο φως του Παντελεήμονα» όπως το λέγαμε στο νησί, δεν με πολυενδιέφερε. Άλλωστε ο εξάδελφός μου το πήγε κατ ευθείαν στο σπίτι του παπά Βασίλη. Στο δικό μας σπίτι έφερε την Ανάσταση, τυλιγμένη σε πολλά χαρτιά, με πολλά γραμματόσημα. Ο πατέρας και η μητέρα την έβγαλαν από το κουτί της. Τι χρώματα! Τι άρωμα ήταν αυτό που γέμισε την κάμαρά μας. Και τι όμορφα λουλούδια που ήρθαν από την Αμερική, χωρίς να μαραθούν και να χάσουν το άρωμά τους. Πλαστικά ήταν, αλλά το πλαστικό δεν το ξέραμε δεν είχε εισβάλει ακόμη στη ζωή μας. Την σκούπισαν, την φίλησαν με ευλάβεια, την έδωσαν και σ εμάς να την φιλήσουμε και μετά την τύλιξαν σε καθαρό άσπρο σεντόνι. Στα μικράτα μου ήμουν αρρωστιάρης, καχεκτικός και ντροπαλός. Μεταξύ ζωής και θανάτου. Δεν είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, ποτέ δεν τόλμησα να παλέψω με τα άλλα παιδιά του χωριού και δεν απαιτούσα να πάρω «με το σπαθί μου» ο΄τι οι άλλοι συνομήλικοι μου. Στην εκκλησία, κάποτε τόλμησα να πάω στο ψαλτήρι. Μα δεν τόλμησα ν ανοίξω το στόμα μου. Και όταν ο ψάλτης με μάλωσε γιατί το κερί που κρατούσα έταξε πάνω σε κάποιο βιβλίο, έφυγα και δεν ξαναγύρισα. Προσπάθησα να μπω μαζί με τα άλλα τα παιδιά στο «ιερό», όπου ξοδιάζαμε την 24


παιδική σκανταλιάρικη διάθεσή μας. Τι παιχνίδια, τι τσακωμοί, τι πνιχτές φωνές τις ώρες που ο παπά Βασίλης διάβαζε το Ευαγγέλιο, ή για κάποιο λόγο απουσίαζε από το ιερό! Ο Δημήτρης ο Κατσαρός, ο νεωκόρος, κάθε λίγο και λιγάκι έμπαινε μέσα και μας μάλωνε. Μα σαν έφευγε, βάζαμε τα γέλια και σχολιάζαμε πόσο βαρύτερο από το κανονικό ήταν το κουλό χέρι του. Η δωρεά του θείου μου του Αμερικάνου λοιπόν ήταν μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για να αναγνωριστώ ως ισότιμος με τα άλλα παιδιά. Η μητέρα μ έβαλε να γονατίσω μπροστά στη σκάφη, μου σαπούνισε το κεφάλι και μ έβαλε να πλύνω το κορμί μου, να μαι καθαρός για να μεταλάβω, μου δωσε καθαρά μοσχομυρωδάτα εσώρουχα για ν αλλάξω και με διέταξε να κοιμηθώ. Μα πού να βρεθεί ύπνος! Τόση ήταν η αγωνία μου που δεν είχα καν νοιαστεί να εφοδιαστώ με το κυρίαρχο βεγγαλικό της εποχής. Ένα θηλυκό κλειδί μέσα στο οποίο βάζαμε το φωσφόρο των σπίρτων και το «πυροδοτούσαμε» με μία πρόκα!  Στο πρώτο χτύπημα της καμπάνας βρέθηκα όρθιος, ντυμένος, έτοιμος. Η μάνα μου σταυροκοπήθηκε. Κάτω από άλλες συνθήκες, για να με ξυπνήσει έπρεπε να μου φωνάξει πολλές φορές, να τραβήξει τα στρωσίδια και να με προειδοποιήσει ο πατέρας ότι «θα βάλει τις μεγάλες φωνές», σημείο ότι η υπομονή του είχε εξαντληθεί και σειρά είχε ο «Άγιος Παντελέμονας». Μπήκα μπροστάρης στην οικογενειακή πομπή που ξεκίνησε για την εκκλησία. Αν και βαριά, για τα παιδικά μου μπράτσα η Ανάσταση, δεν δέχτηκα βοήθεια. Μπήκα καμαρωτός στην εκκλησία, τράβηξα κατ ευθείαν για το ιερό, την ακούμπησα στην ψάθινη πολυθρόνα που συνήθως ξεκουραζόταν ο παπά Βασίλης και σε επίσημο ύφος του είπα: «Η Ανάσταση που έστειλε από την Αμερική ο θείος μου ο Μιχάλης». Ο παπά Βασίλης την κοίταξε, κούνησε το κεφάλι του και συνέχισε τις προετοιμασίες του για τη μεγάλη λειτουργία της Ανάστασης. Βγήκα για λίγο έξω, ίσα για ν ανάψω το κερί μου από το «Άγιο φως του Παντελεήμονα» και ξαναμπήκα στο ιερό του ναού. Σήμερα ήμουν μόνος μου μέσα, τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου ήταν έξω, στον αυλόγυρο όπου προετοίμαζαν τις τρακατρούκες τους που θα πυροδοτούσαν με το άκουσμα του «Χριστός Ανέστη». Και η μεγάλη στιγμή, ήρθε. Ο παπά Βασίλης ξεσκέπασε την Ανάσταση, την πήρε στα χέρια του, προσπάθησε να πάρει το Ευαγγέλιο και το κερί με το «άγιο φως». Η Ανάσταση έγειρε, φοβήθηκα ότι θα έπεφτε από τα χέρια του ιερέα και έσπευσα σε βοήθεια του. Οποία κακοτυχία όμως. Το κερί με το «Άγιο Φως» ακούμπησε σε κάποιο πλαστικό λουλούδι που πήρε φωτιά. Στη σαστιμάρα μου να την σβήσω φύσηξα, με συνέπεια η φωτιά να φουντώσει και η Ανάσταση να λαμπαδιάσει μέσα στα τρεμάμενα χέρια μου, μπροστά στα έντρομα μάτια μου, στο ανίκανο να αντιδράσει μυαλό μου. Άκουσα μια φωνή: «Άστην κάτω βρέ»! Υπάκουσα. Νομίζω ήταν ο Γιάννης ο Τακτικός, ο Τσάρος, που πρώτος από το εκκλησίασμα κατάλαβε ότι κάτι συνέβαινε και μπήκε στο ιερό. Υπάκουσα. Ο Τσάρος τράβηξε ένα τραπεζομάντηλο από ένα τραπεζάκι, την σκέπασε, η φωτιά έσβησε. Κάπου εδώ έσβησε και η μνήμη μου. Ξαναβρίσκω τον εαυτό μου λίγα λεπτά αργότερα, στο χωράφι που ήταν πάνω από την εκκλησία και τώρα έχει χτιστεί το νέο σχολείο. Με το μυαλό άδειο. Με τ αφτιά στημένα να πιάσουν ενδεχόμενα σχόλια από τους χωριανούς που ανάσταιναν τον Χριστό στον αυλόγυρο και μοναδική επιθυμία ν ανοίξει η γη και να με καταπιεί. 25


Δε φοβόμουν την τιμωρία. Αντιθέτως την περίμενα καθώς συναισθανόμουν ότι είμαι ο αίτιος μιας μεγάλης καταστροφής και αξίζω την πιο σκληρή τιμωρία, ώστε να εξιλεωθώ. Τι όμορφα αν μπορούσα να πεθάνω! Να μην αντικρύσω τους γονείς μου και την αδερφή μου, να μην ακούσω τα σχόλια των συγχωριανών, ούτε να μάθω την αντίδραση του δωρητή όταν θα μάθαινε την τύχη που επεφύλαξα στο δώρο του. Μα δεν βρήκα τη δύναμη να κάμω κάτι. Έκατσα εκεί άβουλος, αδύνατος, συντριμμένος. Και μόνο όταν οι πρώτοι χωριανοί άρχισαν να βγαίνουν από την εκκλησία σημάδι ότι η λειτουργία τελείωσε, η μέρα ξημέρωνε και η ζωή συνεχιζόταν, πήγα να κρυφτώ κάπου ασφαλέστερα. Στο κρεβάτι μου. Λίγη ώρα αργότερα, η μπετούγια της πόρτας άνοιξε. Καμιά φωνή. Καμιά τιμωρία. Μόνο το περπάτημα της μητέρας, βαρύ, κουρασμένο. Ένα φως, το φυτίλι της λάμπας πετρελαίου που ανέβασε, ένα αναφιλητό και ένας πνιγμένος λυγμός. Κάποια στιγμή ένοιωσα τα βήματά της να πλησιάζουν το κρεβάτι μου και το χέρι της ν ακουμπά τα σκεπάσματα. Δεν ήταν χτύπημα. Ούτε και χάδι. Μπορεί να ήθελε να βεβαιωθεί ότι αναπνέω ότι είμαι ζωντανός. Δεν ξέρω, ποτέ δεν βρήκα το κουράγιο να την ρωτήσω τη αντιπροσώπευε εκείνο το άγγιγμα. Ήρθα ο πατέρας και η αδερφή μου. Η ίδια σιωπή. Μόνο που τώρα τα ρουφήγματα στις μύτες ήταν τριπλά, οι αναστεναγμοί έβγαιναν από τρία στήθια. Η πόρτα άνοιξε πάλι. Ήταν ο θείος Γιάννης Κατσαρός που ήρθε για να συμπαρασταθεί στην οικογένειά μας, τη δύσκολη ώρα. Καταλάβαινα ότι το στρογγυλό, συνήθως γελαστό πρόσωπό του σήμερα θα ήταν συννεφιασμένο και αγέλαστο. «Πώς να του το γράψω», άκουσα τη φωνή του πατέρα μου, που προφανώς αναφερόταν στο δωρητή αδερφό του. Εδώ, ξανασταματά η μνήμη. Τα διέγραψε όλα, τα πέταξε στο καλάθι της αμνημοσύνης. Σίγουρα οι μέρες που ακολούθησαν δεν ήταν οι ευκολότερες για μένα. Η περιπαιχτική διάθεση των συγχωριανών μου κυκλοφόρησε το παρατσούκλι «πυρπολητής», για λίγο όμως. Σε λίγες μέρες έφυγα για τη Χώρα, για να συνεχίσω τη φοίτησή μου στο Γυμνάσιο και ξεχάστηκε. Άλλωστε είχα αρκετά άλλα παρατσούκλια, ένα παραπάνω δε θα άλλαζε κάτι. Η ιστορία όμως, ιστορία πραγματική, δε σταμάτησε εδώ. Ο εξάδερφός μου ο Ηλίας που είχε φέρει την Ανάσταση και το «Άγιο Φως» στο χωριό, όταν επέστρεψε στη Χώρα πλήρωσε τα δικά μου «σπασμένα». Η ιστορία είχε κοινολογηθεί, εγώ ήμουν μικρός και άγνωστος το βάρος το πήρε ο Ηλίας. Μια μέρα, την ώρα των Νέων Ελληνικών, ο καθηγητής Αλέκος Καλούδης, την ώρα που έμπαινε στην αίθουσα διδασκαλίας είδε όλους τους μαθητές μαζεμένους πάνω από τον μαθητή Νομικό ο οποίος κάτι διάβαζε και οι υπόλοιποι χαχάνιζαν. Πλησίασε χωρίς να τον πάρουν είδηση και άρπαξε το κείμενο από τα χέρια του μαθητή. «Τι είναι αυτό»; Ρώτησε. «Το κατά Νομικόν Ευαγγέλιο» του αποκρίθηκαν. Ο καθηγητής το άνοιξε και άρχισε να διαβάζει: « Τω καιρώ εκείνω ευφροσύνης γενομένης εν Κουρουνίοις, ήγγιζον γαρ αι εορταί του Πάσχα, πέμπουσιν εξ Αμερικής Ανάστασιν εκ νάυλον γενομένη. Τα δε δαιμόνια ουδαμώς εκλείποντα, πέμπουσιν αντιπρόσωπον των διαβολικών ταγμάτων Ηλίαν ονομαζόμενον. Ούτος, κρατών κηρίον αναμένον εκ Παντελεημονίων Ιεροσολύμων έθεσεν πυρ και κατέκαυσεν αυτήν 26


κρατών αυτήν εν είδη σκουποξύλου». Το χαχανητό των μαθητών συνεχίστηκε αλλά ο Καλούδης έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. «Ευαγγελιστές και ευαγγελιζόμενοι» τους είπε. «προσέχετε γιατί θα σας χειροτονήσω». Σημείωση: Ευχαριστώ τον Νίκο Γ. Μιχαλάκη ο οποίος συγκράτησε το κείμενο του «κατά Νομικόν Ευαγγελίου» κάπου μισόν αιώνα και ευγενικά μου το παραχώρησε.

27


Χρωστώ σου; Τις δυσκολίες της ζωής, τις συνειδητοποιούσαμε στα χωριά μας, «εξ απαλών ονύχων». Δυκολοθόρητο το χρήμα για τους μεγάλους και πιο δυσκολοθόρητο για εμάς που περνούσαμε τα χρόνια της παιδικής μας αθωότητας. Περιμέναμε να γίνει βάφτιση στο χωριό, να είναι χουβαρντάς ο παϊρής, να πετάξει μερικές δεκάρες για μαρτυριάτικα και να ορμήσουμε τα παιδιά ανάμεσα στα πόδια των μεγάλων για να τις μαζέψουμε. Μια δεύτερη πηγή παιδικού χαρτζιλικώματος ήταν τα «απομαζώματα». Περιμέναμε να τελειώσει το μάζεμα των αμύγδαλων και των καρυδιών παίρναμε σβάρνα τα χωράφια μας και ψάχναμε να βρούμε τους καρπούς που είχαν μείνει πάνω στα δέντρα και δεν τα είχαν δει οι μεγάλοι. Τα μαζεύαμε, τα ξεφλουδίζαμε, τα λιάζαμε και μετά τα πηγαίναμε στους τοπικούς εμπόρους που τα έπαιρναν έναντι κάποιων λουκουμιών και σπανιότερα σοκολάτων. Ένας ακόμη τρόπος προσπορισμού χρημάτων ήταν «το Ευχέλαιο», αλλά όχι για τα παιδιά. Οι μεγαλύτεροι απ εμάς που είχαν αρχίσει να καπνίζουν και χρειάζονταν χρήματα για ν αγοράζουν τσιγάρα, να «κολλούν» στα όργανα όταν χόρευαν και ν αγοράζουν ωραία ρούχα και παπούτσια, περίμεναν πότε θα κοιμηθούν οι γονείς τους. Μετά, πήγαιναν στα σοδιαστήρια και ανάλογα με την εποχή «απαλλοτρίωναν» λάδι, κρασί, αμύγδαλα και ότι άλλο είχε αξία, τα πουλούσαν και πορεύονταν. Μεγάλη χαρά παίρναμε τα παιδιά, αν τύχαινε και γεννούσε η αγελάδα μας. Όταν το νταναδάκι μεγάλωνε και το πουλούσαμε, ο «τσαμπάφτης» που τα αγόραζε, εθιμικά έπρεπε να δώσει λίγα χρήματα στο παιδί που έβοσκε την αγελάδα, ως «βουκολιάτικα». Εκείνη τη χρονιά είχα μεγάλη αγωνία, πότε θα μεγαλώσει το νταναδάκι μας. Διχασμένα τα αισθήματά μου. Από τη μία το αγαπούσα και το καμάρωνα, από την άλλη όμως βιαζόμουν πότε θα το πουλήσει ο πατέρας μου για να εισπράξω τα βουκολιάτικα. Κανονικά ανήκαν στην αδερφή μου τη Μαρία που το βουκόλευε όλον αυτό τον καιρό. Εκείνη όμως είχε δεθεί συναισθηματικά μαζί του και κάθε φορά που γινόταν λόγος για πούλημα του, έβαζε τα γούργιαλα και έπεφτε «όξω από την πόρτα», να μην ακούει. Όταν μια μέρα έξω από το σπίτι μας σταμάτησε ο τσαμπάφτης ο Κόπανος και ρώτησε αν πουλάμε το νταναδάκι μας, η Μαρία του απάντησε απότομα όχι. Ο πατέρας όμως που άκουσε την ερώτηση, φώναξε τον ζωέμπορο πίσω και άρχισε το παζάρι για την τιμή του. Δύο πάνω, δύο κάτω, συμφώνησαν και έδωσαν τα χέρια. Για ένα μικρό ποσόν που έμεινε διαφιλονικούμενο, ο τσαμπάφτης είπε στον πατέρα μου: «Καλά βρε Γιώργη, αφού επιμένεις, θα το δόκω του μικρού, μαζί με τα βουκολιάτικα». Η φαντασία μου άρχισε να οργιάζει. Σε λίγες μέρες ήταν το πανηγύρι του Αι Γιάννη και τα μάτια μας θα θαμπώνονταν από τον πλούτο της τάβλας του Σάββα του Λαγκαδούση. Παστέλι «όλο ζάχαρη και μέλι», σουγιάδες, ασγαβάδες, σβανάδες, σφυρίχτρες, λουκούμια, μέντες όλα τα πλούτη του κόσμου μας έφερνε ο ευλογημένης μνήμης εκείνος γέροντας. Όταν ήρθε η ώρα ν αποχωρίσουμε τη μάνα αγελάδα από το ανήλικο νταναδάκι της η προσπάθεια απέτυχε. Το μοσχαράκι είχε «πουντελώσει» τα πόδια του και παρά 28


το τράβηγμα που του έκανε το νέο του αφεντικό με το σκοινί που του είχε περάσει στο λαιμό, εκείνο αρνιόταν να κάμει έστω και ένα βήμα. Μοναδική λύση πρόκρινε ο πατέρας μου ήταν να συνοδεύσω το νταναδάκι με την αγελάδα μέχρι τον Καβαλάρη. Όταν θα φτάναμε στην πλαγιά που ήταν προς τα Νενητούρια θα μπορούσα να πάρω την αγελάδα και το «ορφανό» να υποταχτεί στη μοίρα του. Αμ δε! Το μοσχαράκι δεν μας άφηνε καν να το πλησιάσομε. Ο ζωέμπορας με καλόπιασε: «Έλα βρε Γιαννάκι που είσαι και καλό παιδί, πάμε λιγάκι παρακάτω και έννοια σου». Ατό το «έννοια σου» υπέκρυπτε μιάν υπόσχεση αυξημένων βουκολιάτικων. Λίγο παρακάτω, λίγο παρακάτω, φτάσαμε στα Νενητούρια. Βάλαμε τα ζωντανά στο σταύλο του Μιχάλη του Κεφαλονίκα, τα χωρίσαμε και περίμενα τα βουκολιάτικα. Ο ζωέμπορας όμως εξαφανίστηκε. Και επειδή ήδη είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, πήρα την αγελάδα και έφυγα. Ευτυχώς η νύχτα είχε ένα ολόγιομο φεγγάρι που φώτιζε το δρόμο μου. Στο χωριό όμως είχα ακούσει πολλές ιστορίες για σφαντάματα και νεραΐες και ξωτικά που βγαίνουν τις νύχτες και αλίμονο σ όποιον πέσει στα χέρια τους. Όταν φτάσαμε στο λαγκάδι του «Κουμαριά» που τότε σκεπάζονταν από πλατύφυλλα πλατάνια και το σκοτάδι ήταν αδιαπέραστο, τα χρειάστηκα. Και μέσα στην απελπισία μου αγκάλιασα την μελισσή αγελάδα μας από το λαιμό και μαζί περάσαμε το ποτάμι που φημίζονταν για τα πολλά σφαντάματά του. Ευτυχώς τη νύχτα εκείνη οι νεραΐες του δεν είχαν κέφι για νυχτερινό χορό. Με τη ψυχή στο στόμα, έφτασα στον Καβαλάρη. Απ εκεί φαίνονταν τα φώτα του Φτανάδου, λίγο πιο κάτω ήταν το αμπέλι μας με τους «Αγιαννήτες» βρισκόμουν σε γνωστά «χωρικά ύδατα», ένοιωσα την ασφάλεια του χωριού και την προστατευτική ανάσα των χωριανών. Στη γηστέρνα του Γαλανά άκουσα να φωνάζουν το όνομά μου. Ήταν η μητέρα μου που είχε ανησυχήσει. Έκανα τα χέρια μου χωνί και με τρεμάμενη φωνή της αποκρίθηκα. «Πού είσαι βρέ»; Με ρώτησε. «Στου Γαλανά», της αποκρίθηκα. «Καλά, έρχομαι να σου φέξω». Στην Κοκκίστρια, λίγο πριν φτάσουμε στον δικό μας ποταμό που επίσης ήταν άντρο ξωτικών και φαντασμάτων, έφτασε η μητέρα μου με ένα φανάρι στο χέρι και έναν εξάψαλμο στα χείλη, εξ αιτίας της τρομάρας που είχε πάρει από την πολύωρη καθυστέρηση μου. Περίμενα μεγαλύτερο εξάψαλμο από τον πατέρα μου, ίσως και καμιά «αξανάστροφη». Εκείνος όμως περιορίστηκε να με ρωτήσει: «Σούδωκε τουλάιστον βουκολιάτικα»; «Όχι». Ο πατέρας κοιτάχτηκε με την μητέρα και είπε μια κουβέντα που την έκαμε να δαγκώσει τα χείλια της, γιατί ήταν από τις κουβέντες που τα χρόνια εκείνα δεν ξεστομίζονταν μπροστά σε παιδιά.  Τα χρόνια που ακολούθησαν έφεραν νέα και ενδιαφέροντα συμβάντα στη ζωή μου, τα βουκολιάτικα καταχωνιάστηκαν σε κάποια γωνιά της μνήμης μου. 29


Το 1965 εργαζόμουν στο ιδιαίτερο γραφείο του τότε υπουργού Κοινωνικής Πρόνοιας Νίκου Ζορμπά. Ανάμεσα στους ανθρώπους που απευθύνθηκαν στο υπουργό για λύση κάποιου προβλήματός τους, ήταν και ο παλιό τσαμπάφτης. Το πρόσωπό του, κυρίως όμως η εκφορά του λόγου του, ανέσυραν από τη μνήμη μου τη ξεχασμένη εκείνη ιστορία. Μετά από τρείς ή τέσσερις επισκέψεις το γραφείο, τον φώναξα και τον έβαλα να κάτσει δίπλα μου. «Άκου» του είπα, «η δουλειά που θέλεις χρειάζεται καιρό για να γίνει, δεν εξαρτάται από τον Ζορμπά, αλλά από άλλον υπουργό. Αντί να κάθεσαι λοιπόν στην Αθήνα και να ξοδεύεσαι, πήγαινε στο χωριό σου. Την υπόθεσή σου θα την παρακολουθώ εγώ και όταν έχομε εξέλιξη, θα σε ειδοποιήσω». Με κοίταξε παραξενεμένος. «΄Ιντα λες βρε παιί μου! Α μου κάμεις τέτοια χάρη; Και πως θα σου την ξεπλερώσω»; «Δεν πειράζει» του είπα, «θα μου την ξεπληρώσεις μαζί με τα βουκολιάτικα». Με κοίταξε ερευνητικά. «Χρωστώ σου»; με ρώτησε. «Χρωστείς μου» του αποκρίθηκα και του αφηγήθηκα την ιστορία του νταναδιού. Εκείνος συνέχισε να με κοιτάζει, χαμογέλασε πονηρά και αποφεύγοντας να μιλήσει επί της ουσίας, σχολίασε. «Εσύ είσαι, βρε Γιαννάκι; Βρε φτου σου να μη σε ματιάσω, κοτζά μου άντρας έγινες και έβαλες και γρεβάντα»….

30


Το χοιροσφάισμα Το Μαρικάκι όλο επερατζάριζε το στεναδάκι που εχώριζε το σπίτι της από το σπίτι του Βασίλη της Βασιλικώς και όλο έκαμνε, πότε πως εσκουντούφλησε, πότε πως της ήμπε άγκαθας στο δάχτυλο του ποδαριού της που έβγαινε όξω από τα γεμενιά χοντροπάπουτσα με τις λαστιχένιες σιόλες, πότε πως εξηλώθηκε το φηκάρι του φουστανιού της. Κι όλο έσκυβε να το διορτώσει κι όλο άφηνε να φαίνεται ένα παρτσαδάκι από τη γάμπα της, Γιατί, η διαόλου κόρη, ήξερε πως μέσα από το κατώι του, καρτσί από το δικό της, ο Βασίλης κρυμμένος πίσω αφ το λαμπά του παραθύρου εκάνταν κι εκρυφοκοίταζε και λιγουρεύονταν τα δεκαοχτάρικα κάλλη της. Βλέπεις, τώρα πια ούτε το Μαρικάκι ζει, ούτε ο Βασίλης, να δουν τα μίνια και τα σιθρού και τα καυτά σορτσάκια, και προ πάντων τα μπανιερά που δεν κρύβουν τίποτα και γιάδευτο θα πέσει πυρ εξ ουρανού και θα μας κατακαύσει που λέει και ο έγγονάς των, καμιά ογδονταριά γέροντας, που πηαίνει στ Αγιάσματα να κάμει μπάνια για τους ρεματισμούς του και κολάζεται, ήμαρτον σου Κύριε τι έχουν να δουν ακόμη τα μάτια μας. Τα χρόνια εκείνα ο πιο τυχερός άντρας του χωριού ήταν ο Βαγγέλης ο τσαγκάρης, που έπαιρνε τον άξαμο για να φτιάξει τα παπούτσια των κοριτσιών κι έβλεπε και λιγάκι τον αστράγαλό τους. Χριστουεννόσκολα ήρχουνταν και οι γυναίκες ήταν όλο φούρια. Έπρεπε να βγάλουν όλα τα καμώματα του σπιτιού στις αυλές, και τα δώματα, ν ασβεστώσουν τις κάμαρες, να κόψουν εφημερίδες με δοντάκια γύρου γύρου για να στολίσουν τα ράφια του φουκλάρου και της πιατοθήκης, να ταχτοποιήσουν τα πράματα σε νέες θέσεις για να βλαστημά ο πατέρας του Βασίλη, ο Γιάννης που είναι νευρόσπαστο και να αποφαίνεται ότι «νοικοκυριό είναι να μπουτσώνουν τα πράματα και να σταυροκαντηλίζεις μέχρι να τάβρεις. Άμα ετελειώναν με τις κάμαρες, αρχίζαν τις αυλές, τα ξάτα και τα δώματα. Με ασβέστη και με μέλαγγα τα έκαμναν ν αστράφτουν και να μοσκοβολούν πάστρα και αρχοντιά κι ας ήταν φτωχόσπιτα. Το Μαρικάκι που είναι απάνω στο φαντινιό του και πρέπει να βγάλει όνομα καλής νοικοκιουράς όπως και η μητέρα της, δεν αφήνει πέτρα για πέτρα χωρίς να την ασβεστώσει. Κι αν πα καμιά όρνιθα να κουτσουλίσει, την παίρνει του κυνήγου με τις κρεμαριές και τους κόβει τη ζαφράνα τος με τις αγριοφωνάρες της. «Ξι, ξι, ξι, που κακοχρονονάχετε. Κακατωμένες είστε να πάτε παρακάτω να ξεπατωθείτε που μου θέτενε κι ασβεστωμένα»; Τα προχτές, το Μαρικάκι ανηβασμένο απάνω στη ξύλινη σκάλα, επολέμα ν ασβεστώσει τον όξω τοίχο του σπιτιού με μια βρούτσα από κολιτζάνες πούχενε δέσει στην άκρια ενού σκάλεθρου, μα ήταν βαρύ σα σκύλος και εν το δύνουνταν η καμένη. Ετρέχαν κι οι ασβέστες και είχε γίνει σύχρηστη. Ο Βασίλης επολέμα να σομαρώσει το μουλάρι για να πα να φέρει ξύλα, μα το μάτι του εν εξεκόλλα από την όμορφη γειτονοπούλα του που αναψοκοκκινισμένη σα μπου ήταν, Χριστός κι Απόστολος μέρες πούναι και θέλομε να μεταλάβομε, μα γιάντα ήταν. «Καλημέρα Μαρικάκι» της λε, «έκεινά μεριά θε λιγάκι ασβέστη παραπάνω, θα σου ξέφυγε το σφούγγιο». 31


«Με υποχρέωσες», γυρίζει και του απαντά θυμωμένο το Μαρικάκι, σα να το γκρίφωσε σφίκα. «Κι έκεινα μεριά θέλει παραπάνω κι έκεινα μεριά κάτω, μα δε με ρωτάς, βαστούν τα χέρια μου; Για θαρρείς πως έχομεν το μπόι σου και τα μπράτσα σου»; « Ε, να σε βοηθήσω λοιπόν λιγάκι». «Άφερου σου, τώρα μιλείς σωστά. Ορίστε». Και χωρίς να περιμένει δεύτερη κουβέντα, εξαπόλικε το σκάλεθρο. Τα χέρια του Βασίλη επετούσαν σπίθες. Το μυαλό του όμως έπαθε ξαφνική αποβλάκωση και δεν εμίλιε. Μα η γυναίκα άμα θέλει κάτι το παίρνει κι ας είναι και άπραγο χωριατοκόριτσο. «Γλωσσοδέτην έπαθες βρε Βασίλη»; «Και συ που το κατάλαβες»; «Πώς εν μιλείς»; «Κι ίντα να πω»; «Εν θες κάτι να μου πεις»; «Θέλω, μα δε μπορώ». «Καλέ ηγού καμός! Καλέ εχτές με γνώρισες και με ντρέπεσαι»; « Ε σε γνώρισα εχτές και μέσα στο σπίτι σας, που λέει ο λόγος εμεγάλωσα, μα τότε ήσουν μωράκι, σ έπαιρνα στην αγκαλιά μου και στα λίγγια μου και σε πήαινα τις Κυριακάδες στην εκκλησιά, μα τώρα μπορώ να σε πάρω λίγγια και αγκαλιά; Δε μπορώ». «Ήμαρτον σου Κύριε! Βρε έδευτο θες; Να με πάρεις στα λίγγια σου»; «Όχι, στην αγκαλιά μου. Μα μόλις σε δω τα χάνω κι εσύ αντί να με βοηθήσεις με παίρνεις στο μαϊτάπι». Της καλόρτε η κουβέντα, μα δεν ήταν της ώρας και την εγύρισε. «Δε μου λες βρε Βασίλη, θα χοιροσφαΐσετε εφέτος»; «Ναι αμέ! Πώς το θρέφομε τόσους μήνες το χοίρο. Θέλεις τίποτα»; «Θέλω μια χάρη. Επέρτσι έβγαλα κάτι χιονίστριες στα δάχτυλα των πουδαριών μου που με λολάναν αφ τους πόνους. Η Καλλιόπη η μαμή που ξέρει και από γιατρικά μου πε πως το καλύτερο φάρμακο είναι να τα βάλω μέσα στο ζεστό αίμα του χοίρου, την ώρα που τον σφάζουν». «Και να δουν τόσοι αθρώποι τα πουδάρια σου»; «Γιατί, πόσοι θάναι στο χοιροσφάισμα»; «Μα θάναι ο κύρης μου, ο Μιχάλης ο χασάπης, ο γιός του Νικόλας, μπορεί και τίποτα περίεργοι». «Τόσοι αθρώποι, για ένα χοίρο»; «Ναι αμέ! Ξέρεις τι άτιμο ζω είναι η σκρόφα μας; Προχτές ακόμα εκόντεψε να σκοτώσει τη μάνα μου που επήγε να την ταΐσει με μια γαβάθα τσίρο. Μαρτέζικο σόι». «Εγώ μια φορά έκουσα πως άμα είναι καλός μάστορας ο χασάπης, του σβουρνά μια τσακ στο λαιμό, του κόβει το σκούλικα και νάταν κι άλλος». «Λες»; «Εν ηξέρω, έτσι έκουσα πως κάμνουν κάτι Βρονταδούσοι χασάπηδες που είναι καλοί μαστόροι». Ο Βασίλης όταν άκουσε για Βρονταδούσους, εντεροδιαλίστη. «Ποιός; Ο Κηρυκός ο τσαμπάφτης που σε γλυκοκοιτάζει, πιο πολύ όμως νοιάζεται για τις σφίδες του κυρού σου πούναι γεμάτες λάδι και κρασί»; 32


«Εφτός γιατί»; «Γιατί όλο ουριαμάδες λε και σου κάμνει τον καμπόσο. Ίντα ξέρει εφτός από χοιροσφαΐσματα; Εφτός βαρκάρης είναι. Και δε φτάνει που έρχεται εδώ και ξελουρδίζει, μας κάμνει και το μάστορη των πάντων». «Έλα βρε ξίκη», είπε το Μαρικάκι που στο μεταξύ έβλεπε τον τοίχο να τελειώνει, «μιάν κουβέντα είπεν ο άθρωπος». «Να μη λε κουβέντες. Και να ξέρεις πως εγώ, άμα θέλω, μπορώ να τον σφάξω μονάχος μου το χοίρο. Και θα τον σφάξω και θα δεις»! «Εγώ, για εσύ, που θα δεις τη γάμπα μου»; «Όχι, δεν το κάμνω επιτούτου. Κι αν δε με πιστεύγεις, θα κάτσω να μου κλείσεις τα μάτια μου». «Αστεία τόπα βρε ούριε. Πρόπερσι ακόμη μέπαιρνες στα λίγγια, τα ίδια θα λέμε τώρα»; «Άφερού σου, τώρα μιλείς σωστά. Πάω τώρα να κάμω κανένα χουσμέτι, άντε κι εσύ να πλύνεις τη μούρη σου που είναι όλο ασβέστες να μη σου κάμουν τσαπράδες». «Νάσαι καλά», είπε το Μαρικάκι «θα τελειώσω τούτα τα χαμηλά και θα πάω. Ευχαριστώ. Και την Πέφτη, φώναξέ μου να κόψωμε τον χοίρο». Την Πέφτη, ο μπάρμπα Γιάννης, ο πατέρας του Βασίλη έφυγε πρωί να πα να κάμει τα χουσμέτια του κι άφηκενε παραγγελιές στο Βασίλη. «Ν ανάψεις φωτιά στην όξω παροστιά, να βάλεις απάνω το μεγάλο χαρανί γεμάτο νερό για να κάψει και να ζουματίσωμε τον χοίρο, να βάλεις την παλιόπορτα του κατωγιού απάνω σε τέσσερεις κρεμαριές και να προσέξεις να μην κουνιέται για να τον καθαρίσομε, κόψε και πεντέξι λεμόνια να περάσωμεν το πετσί του μετά το καθάρισμα για ν ασπρίσει, πέρασε και τα δυό μαχαίρια απάνω στην ακονόπετρα, να βοηθήσωμε κι εμείς στο καθάρισμα και όπου νάναι, έρχομαι κι ελόγου μου. «Καλά», είπεν ο Βασίλης, μα από μέσα του άλλα ελογάριαζε. Δυό μέρες Τώρα, έσπα το κεφάλι του, ίντα λογιώς θα κατάφερνε να σφάξει το χοίρο μονάχος του για να βάλει το Μαρικάκι τα πουδάρια της στο ζεστό αίμα του και να μην πάθει χιονίστριες τον χειμώνα, να καμαρώσει κι εκείνος λιγάκι γάμπα. Σαν που γύριζενε μέσα στα κατώγια η λύση ήρθε να τον έβρει μοναχή της. Ήταν μια παλιά σκουριασμένη ξιφολόγχη, μπουτσωμένη σ έναν ξεροτρόχαλο, απόμαχη, ποιός ξέρει από ποιόν πόλεμο. Ο Βασίλης την πήρε, την έτριψε καλά απάνω στην ακονόπετρα την έκαμε «ξουράφι». «Μωρέ μόλις θα του σβουρνίσω εγώ μια με τούτο το γιαταγάνι, ούτε κιχ δε θα προλάβει να πει ο κακόμοιρος» μονολόγησε. Κι εφαντάζουνταν πια τον εαυτό του σαν τον Ταξιάρχη Μιχαήλ που έβλεπε στην εικόνα του τέμπλου του άι Γιάννη. Και σα μπου θα βγάλει – λέει- τη μαχαίρα, να πιτσιλίσει το αίμα, να τρομάξει το Μαρικάκι να μη λερώσει το φουστάνι της και να το σηκώνει όλο και πιο απάνω, μπορεί και μέχρι το γόνατο, και να κοκκινίζουν τα πουδαράκια της απέ το αίμα και τα μαγουλάκια της από ντροπαλοσύνη, να γίνουνται σαν εκατοντάφυλλα τριαντάφυλλα, Παναγιά μου α λωλαθώ . Έκαμε τις προετοιμασίες που του παράγγειλε ο κύρης του κι ύστερα έγνεψε στο Μαρικάκι που εστέκουνταν στο παράθυρο και τον παρακολουθούσε. «Έλα». «Ώρα είναι»; «Ώρα είναι». 33


Επρόβαλε στην πόρτα φρεσκοπλυμένη, καλοχτενισμένη, χωρίς τη μαντήλα που εφόριε τις καθημερινές για να προφυλάει το μουτράκι της από τον ήλιο και τις σκόνες το καλοκαίρι από την παγωνιά τον χειμώνα, του Βασίλη του μοιασένε με Παναγιά, ήμαρτον σου Κύριε, σωστός λωλαμός. Κατεβήκανε στο στάβλο. Δίπλα στην γέρικη συκαμνιά, ο Βασίλης είχε κρύψει την παλιά ξιφολόγχη. Την έπιασε με προσοχή να μην κοπεί και την έφερε μπροστά στα ψευτοτρομαγμένα μάτια της Μαρίκας. «Την βλέπεις; Τσακ μία και τετέλεσται ο καμένος ο χοίρος. «Άχουτα, εγώ φοβούμαι βρε Βασίλη». «Έλα καμένη. Αφού είμαι εγώ εδώ, ίντα φοβάσαι»; Ύστερα επήρε την καινούργια ζευγιά από το σωμάρι του γαδάρου, έδεσε το γουρούνι και τόφερε στον τόπο της θυσίας. Εκείνο, σα να καταλάβαινε τι το περιμένει, άρχισε να τραβά το σκοινί και να σκληρίζει. Μα ο Βασίλης με γρήγορες κινήσεις του διπούζωσε τα τέσσερα πουδάρια, το ζωντανό έχασε την ισορροπία του κι εσβούρνησεν κάτω. Εγονάτισε απάνω στα λαγγόνια και το στήθος του με ανοιχτά τα σκέλια του, ο αυτοσχέδιος χασάπης και μόλις το ζωντανό εσταμάτησε λιγάκι να σπουρδά, είπε στο Μαρικάκι που εκοίταζε όλο θαυμασμό: «Δως μου το μαχαίρι». Το πιασεν εκείνη δεχά δεχά, σαν που πρέπει σε κορίτσια, του τόδωσε και ύστερα επήγε μπροστά στο σύμπλεγμα σφαγέα και θύματος, εκεί που θα έπρεπε να τσιτίσει το αίμα, έπιασε με το αριστερό της χεράκι τη φούστα της την τράβηξε λιγάκι προς τα πάνω και με το δεξί έκλεισε τα μάτια της να μη δει το μακελειό. Ο Βασίλης, εζαλίστηκε. Τι να πρωτοκοιτάξει. Το χοίρο ή τις άσπρες σαν το γάλα γάμπες που τον ελωλογγρίσαν; Συγκεντρώθηκε όμως, σήκωσε τη μάχαιρα και με δύναμη την έχωσε στο προγούλι του γουρουνιού. Εκείνο, σαν ένοιωσε το κρύο κοφτερό λεπίδι να του κόβει το λαιμό, πήρε το κουράγιο του απελπισμένου, έδωσε μια, πέταξε τον σφαγέα από πάνω του κι ύστερα άρχισε να τρέχει βάφοντας τον δρόμο με το πολύτιμο για τις χιονίστριες της Μαρίκας αίμα του. Έδεκεινη την ώρα, ο μπαρμπαγιάννης έβγαινε από το κατώι που είχε πάει για την ανάγκη του, στάθηκε στη μέση του δρόμου με ανοιχτά τα σκέλια και πολεμούσε να δέσει τη σέλλα του. Ο χοίρος ούτε που τον ελογάριασε. Εμούνταρε ανάμεσα στα ανοιχτά πουδάρια του, η ματωμένη μούρη του έμπλεξε στη μακριά βράκα του, τον εμπάταρε, ευτυχώς έπεσε στα μαλακά, πάνω στη ράχη του. Απελπισμένος έψαξε κάτι να πιάσει, το μόνο που βρήκαν όμως τα χέρια του, καθώς πασπάτευαν, ήταν η οριά του ζωντανού. Στην αρχή τάχασε, όταν κατάλαβε όμως τη θέση του, άρχισε να φωνάζει: «Κούτσι κούτσι παλιοσκρόφα, α με σκοτώσεις χριστουεννιάτικα και δεν επρόλαβα και να μεταλάβω». Μα ο χοίρος είχε τον δικό του πόνο και πανικό. Κι όπως εσάρταρε ένα μικρό πεζουλάκι που βρέθηκε στο δρόμο του, εκοπάνησε κάτω τον ανεπιθύμητο καβαλάρη του. Ο γέρο Γιάννης έκατσε κατάχαμα κι έξυνε το κεφάλι του προσπαθώντας να καταλάβει τι του είχε συμβεί. Ύστερα σηκώθηκε σιγά σιγά και πήρε το δρόμο προς το στάβλο. Ο Βασίλης έτριβε ακόμη το κεφάλι του που είχε χτυπήσει πάνω στο ντουβάρι, ενώ το Μαρικάκι έβρεχεν το μαντηλάκι της με νερό και τοβαζε στο κεφάλι του για να μη σηκώσει μπρούλο και είναι κουτουλάτος μέρες πούρχουνταν. 34


Σαν είδε τον πατέρα του νάρχεται καταματωμένος, βαστώντας τη σέλλα του, γιατί μέσα σ όλα τούσπασε και η βρακοζώνα, εσκέπασεν τη μούρη του να μη φαίνονται τα νευρικά γέλια που τον πιάσανε ανακατεμένα με κλιάματα. «Βρε»! φώναξε ο γέρος και το βρε εκείνο έκλεινε όλη την οργή και την αγανάκτησή του. «Μούφυενε». Απάντησε μονολεκτικά ο δράστης. «Το μαχαίρι. Δώτε μου το μαχαίρι να τον σφάξω στα γόνατά μου τον ξεμυαλισμένο». «Το πήρε μαζί του ο χοίρος», είπε ο Βασίλης κι επήρε δρόμο. Να μην ακούσει περισσότερα από τον γέρο και το γουρούνι να ψάξει να βρει. Κάτω στον ποταμό, γύρω από ένα βότσωνα τρείς χωριανοί αβιτζήδες Καθισμένοι σε πέτρες κάπνιζαν αμέριμνοι, με τα ντουφέκια τους ακουμπισμένα δίπλα τους γεμάτα, έτοιμα για μελλοθάνατους λαγούς και πέρδικες. Σαν είδαν το χοίρο να κουτρουβαλά τις πεζούλες, τα χάσανε. Μονάχα ο Γιώργης σαν κάτι να ψυλλιάστηκε βούτηξε το τουφέκι του αξαμώνει μια και πάρτον κάτω. Απάνω στην ώρα, να κι ο Βασίλης. «Έπεσενε», σχολίασε καθώς είδε το ακίνητο γουρούνι. Και σίγουρα περισσότερο είχε λυπηθεί για το αίμα που διαομίστηκε παρά για το γουρούνι. «Ίντα έγινε βρε Βασίλη»; Τον ρώτησαν ξαφνιασμένοι οι χωριανοί. «Μην τα συζητάτε. Κοιτάξετε τώρα ίντα θα κάμομε να τον κουβαλήσουμε στο στάβλο κι άλλη ώρα τα λέμε. Ο Νικολής έλεγε να φέρουν το καζάνι με το καυτό νερό στον ποταμό και να τον καθαρίσουν εκεί, ο Δημήτρης όμως προτιμούσε να τον φορτώσουν κατασώμαρα στο μουλάρι. Στο τέλος εκόψαν ένα μεγάλο πλατανόκλαδο, έδεσαν τα πουδάρια του σφαχτού, πέρασαν το πλατανόξυλο στη μέση και σιγά σιγά το μετέφεραν και το ακούμπησαν πάνω στην παλιά πόρτα για τα υπόλοιπα. Λίγο πριν φτάσουν, ο Βασίλης σταμάτησε. «Πηγαίνετε εσείς», είπε στους άλλους, «εγώ δεν αντέχω τη γρίνα του γέρο μου, που έχει και δίκιο» κι έφυγε. Μέχρι τα Χριστούγεννα εκοιμούνταν στον αχερώνα. Ο θυμός του πατέρα του εξεθύμανε μα δεν τόδειχνε. Μονάχα το βράδυ της παραμονής, τάχα μουτρωμένος ρώτησε τη γριά του. «Τουλάιστον του πήες καμιάν κουρελού του προκομμένου να μην πλευριτώσει»; «Εσένα επερίμενα να μου το πεις», αποκρίθηκε εκείνη και σαν να περίμενε την ευκαιρία την κατάλληλη, άρχισε να μουρμουρίζει: «Αγριάθρωπε, που πρόσβαλες το παιδί μπροστά στο κορίτσι. Σα να τόθελε, να τόκαμε εξεπίτιδες. Για να μην κουραστείς εσύ τόκαμε το παιδί και τουφυένε το μουχτερό μισοσφαγμένο. Α τον σφάξωμεν τώρα κι εκείνον»; «Να τα μας, τώρα θάβρω και τον εμπελά μου. Σάμπως με παραμπουρούρησες Βασιλικώ, εκατάλαβές το; Για θαρείς πως δεν το κατάλαβα πως είχε βάλει την οριά της η λωλομπέρτα η Μαρίκα»; «Τα δικά σου εξέχασές τα»; Αντεπετέθηκε η γυναίκα. «Εξέχασες που πήγες και κουβάλησες ολόκληρο καβάσι μονάχος σου από τις Κερασιές για να καλοπιάσεις τον μακαρίτη τον κύρη μου»; «Τώρα μου φαίνεται πως επολωλάθης. Ίντα θυμάσαι ιστορίες τριάντα χρονών; Για να με καλοπιάσεις; Ας έρτει τα Χριστούεννα να μου ζητήσει συχώρεση πριν να μεταλάβει και βλέπομεν πια. 35


Η Βασιλικώ γέλασε κάτω από το τσεμπέρι της, έτσι ήταν πάντα ο Γιάννης. Φωνακλάς και αγριάνης σαν το σκύλο που γαβγίζει μα δεν δαγκάνει. Τα Χριστούγεννα, το χωριό δεν είχε άλλο θέμα να κουτσομπολέψει, από το χοιροσφάισμα του Βασίλη. Την ώρα που γυρίζαν από την εκκλησιά, άφεχτα ακόμη, ο Βασίλης επαραφύλαξε και σ ένα στεναδάκι κι εγράπωσε αφ το χέρι το Μαρικάκι. «Θέλω να σου ζητήσω συγνώμη», της είπε «που τάκαμα σαλάτα και θα βγάλεις τον χειμώνα χιονίστριες. Μα αν θέλεις ξέρω ένα άλλο φάρμακο πιο καλό από το αίμα του χοίρου». Το Μαρικάκι δεν εμίλησε μα σα μπου ήταν ακουμπισμένη στον τοίχο με το λιγοστό φως του φεγγαριού να φωτίζει το φρεσκοπλυμένο μουτράκι της, ήταν ίδια η αμαρτία. «Ίντα φάρμακο ξέρεις Βασίλη»; Και το στήθος της ανεβοκατέβηκε. «Να. Σαν θάρχεσαι με βρεμένα πουδάρια, θα σου βγάζω τα παπούτσια, θα τα σκουπίζω και μετά θα τα χουχουλιάζω με το χνώτο μου». «Καλέ ίντα λόγια είναι αυτά; Γυναίκα σου είμαι εγώ, ή γιαβουκλού σου να κάμνωμεν τέτοια πράματα; «Άμα θες εσύ, γίνεσαι γυναίκα μου και τσάκα τσάκα κι όλας. Θες όμως; Ε μωρή Μαρίκα θες»; «Πως ε θέλω βρε ούριε που είδα κι έπαθα μέχρι να σου δώκω να καταλάβεις πως εμεγάλωσα δεν είμαι πια το κοριτσάκι που έπαιρνες στα λίγγια σου, μα γυναίκα για την αγκαλιά σου». Ο Βασίλης ελωλάθηκε αφ τη χαρά του. Δεν ήξερε τι να κάμει, ούτε ο κινηματογράφος είχε βγει εκείνα τα χρόνια για να ξέρει τρόπους ερωτικής συμπεριφοράς. Πρωτόγονος και αυθόρμητος εκείνος, βούτηξε την κοπέλα τη σήκωσε ψηλά και τόβαλε στα πόδια. «Βρε πάμενε. Πάμενε γρήγορα πριν πιάσει κανένας χιονιάς και ξεπαγιάσουν τα πουδαράκια σου και πού θάβρω άλλον χοίρο να σφάξω»; Νέα Υόρκη, Ιανουάριος 1978. Γλωσσάρι Επερατζάριζε =Περνοδιάβαινε. Γεμενιά = Πρόχειρα παπούτσια. Φηκάρι = Στρίφωμα. Παρτσαδάκι = Κομματάκι. Καρτσί = Απέναντι. Λαμπάς= Ξύλινη κολώνα πόρτας. Άξαμος = Μέτρο παπουτσιού. Φουκλάρο = Καπνοδόχος τζακιού. Μπουτσώνω = Χώνω, κρύβω. Μέλαγγας = Κοκκινόχωμα. Φαντινιό = Ηλικία κατάλληλη για γάμο. Ζαφράνα =Ίκτερος. Κακατωμένος = Άρρωστος. Κολιτζάνες = Αγριόχορτα. Σφούγγιο = Αυτοσχέδιο δεμάτι από χόρτα. Γκρίφωσε = Δάγκωσε. Άφερου σου = Μπράβο σου. Λίγγια = Ώμος. Μαϊτάπι = Κοροϊδία. Μαρτέζικο = Μαλτέζικο. Σκούλικας = Λάρυγγας. Εντεροδιαλίστη = Ανακατεύτηκαν τα έντερά του. Τσαμπάφτης = Ζωέμπορος. Σφίδες = Κιούπια. Ξελουρδίζει = Ξενοτρώει. Ξίκης = Ανόητος. Επιτούτου = Επίτηδες. Άφερού σου = Μπράβο σου. Χουσμέτι = Δουλειά. Τσαπράδες = φακίδες. Χαρανί = Λεκάνη. Ξεροτρόχαλος = Ξερολιθιά. Ζευγιά = Κομμάτι σκοινιού. Διπούζα = Δέσιμο ποδιών ζώου. Σβούρνισε = Πέταξε. Δεχά δεχά= Απαλά. Τσιτίσει = Πετάξει. Ελωλογκρίσαν = Τρελάθηκαν. 36


Σέλλα = Βράκα. Εμούνταρε = Όρμησε. Εμπάταρε = Έγυρε. Βότσωνας = Λάκος με νερό ποταμού. Αβιτζήδες = Κυνηγοί. Αξαμώνει = Σημαδεύει. Διαομίστηκε = Χαραμίστηκε. Μουχτερό = Χοίρος. Παραμπουρούρησες = Παραζάλισες. Λωλομπέρτα = Τρελοκόριτσο. Καβάσι = Λεύκα. Αγριάνης = Αγριάνθρωπος. Γιαβουκλού = Ερωμένη.

37


Και το όνομα αυτής… Το Λευτεριό ήταν μια μπίρμπα πρώτης τάξεως. Δεν γινόταν ζεύκι στο χωριό και να μην είναι από τους πρώτους. Πρώτος στο πιοτί, πρώτος στο χορό, πρώτος στους αμανέδες και τις ματινάδες, αν ελάχενε «να πονεί το δόντι» κανενός παλικαριού της παρέας. Μόνο με τις εκκλησιές και τους άγιους δεν τάχε καλά το Λευτεριό. Σπάνια επέρνα τις πόρτες τους και όταν τόκανε για κανένα γάμο ή καμιά βάφτιση, πρόσεχε να μη στέκεται κάτω από πολυέλαιο ή καντήλι, από φόβο μην του πέσει στο κεφάλι. Τώρα, το πώς αποφάσισε να γίνει παϊρής της κόρης του Νικόλα του Κάλαρη, είναι άλλη ιστορία. Ο Νικόλας είχε φτιάξει μια μάντρα παιδιά και δεν έβρισκε πια άνθρωπο να κουμπαρέψει. Οι χωριανοί μετά τα βραδυνά χουσμέτια τους, συνήθιζαν να πίνουν και ένα ποτηράκι σούμα, άντε δύο, μα ο Νικόλας έχανε το μέτρο. Και μετά, σα μπου ταν τύφλα στο μεθύσι, «φύτευε» κι από ένα παιδί. Ένα βαφτίδι έχει τις σκοτούρες του. Θέλει βαφτιστικά ρούχα του μωρού, θέλει λαμπάδες, θέλει λάδι κι ένα σωρό άλλα πράματα. Τα χρόνια που έγινε η ιστορία αυτή, δεν υπήρχαν μαγαζιά να πάς να τα αγοράσεις έτοιμα, όλα επερνούσαν από τα χέρια των γυναικών. Και ήταν ας πούμε ένας διαγωνισμός νοικοκυροσύνης για την πιο ομορφοδούλα χωριανή. Μα πού να την εύρη το Λευτεριό τη γυναίκα; Μια φορά, λέει, είχε παντρευτεί μια, Μαρία την λέγανε, μα ή εκείνος έφυγε και ξέχασε να γυρίσει στο σπίτι, ή εκείνην την έκοψε λόρδα και γύρισε στα γονικά της, πάνε πολλά χρόνια τώρα, πού να θυμάται κανείς. Το Λευτεριό δεν ήταν χωριανός μας. Ξενόφερτος ήταν περιπλανώμενος τσαγκάρης. Ήρτε στο χωριό μας φορτωμένος μ έναν τουρβά, γεμάτον σουβλιά, ντανάλιες, ξηλόμπροκες σπάγγους, κερί και άλλα εργαλεία, διόρθωσε τα παπούτσια των χωριανών, του άρεσε όμως και έμεινε. Στο τσαγκαράδικο, σαν εκουβέντιαζαν τις λεπτομέρειες της βάφτισης, οι χωριανοί τον παίρνανε στο μαϊτάπι. «Κι ίντα μαρτυριάτικα θα μοιράσεις βρέ Λευτέρη»; τον ρωτούσε ένας. «Ξυλόμπροκες» συμπλήρωνε ο άλλος και χα χα χα, χου χου χου, εξεγκαρδίζουνταν στα γέλια. «Εγώ λέω τη βάφτιση να την κάμουνε στον αυλόγερο». «Και γιάντα»; «Γιατί εν έχει καντήλια. Να μη γκρεμίσωμε και την εκκλησιά». Το Λευτεριό ήκουένε, μα δεν εμίλιε. Είχε συνηθίσει πια τους χωριανούς που ήξερε πως είναι μαϊταψήδες μα κατά βάθος τον αγαπούσαν και τον συμπονούσαν. Ωστόσο, ένα φιδάκι που μέρα με τη μέρα μεγάλωνε, πότε γινόταν σα λαφιάτης και πότε σαν όχεντρα του τρωγε τα σωθικά. Πρώτη ανησυχία του ήταν η τελετή. Μέχρι τώρα δεν τούχε ξαναλάχει για να ξέρει τσάτρα πάτρα ίντα κάμνουνε. Δεύτερη ανησυχία ήταν το όνομα της νεοφώτιστης. Τα δύο σόγια διαφωνούσαν. Ο πατέρας του το είχε ξεκαθαρίσει: «Άκου εδώ κουμπάρε, το όνομα του παιδιού είναι βέβαια στην προαίρεσή σου. Μα εσύ δε θάχεις δικό σου όνομα να δώκεις, γι αυτό παίρνω το θάρρος και σου το λέω. Εγώ προτιμώ το Παρασκευγού. 38


Είχα βλέπεις μιάν αδερφή που πέθανε η κακομοίρα μικρή – το μουλάρι την εκλώτσεψε – κι έχω δώκει υπόσχεση στη μακαρίτισσα τη μάνα μου να την ανεστήσω. Πάλι δεν επιμένω, μα πρόσεξε κουμπάρε, Αγγερού να μην τη βγάλεις. Γιατί, δεν ηξέρεις ίντα διαβολάθρωπος ήταν η σκατόφεδη η πεθερά μου». Να σκεφτείς ότι με ξεγέλασε στο προυκιό κι ακόμα μου χρωστά την κατσίκα την τσούμπα με την άσπρη βούλα στο κούτελο. Έβαλεν τον Μανώλη τον χασάπη και την έσφαξε νύχτα, γιατί είχε μείνει στείρα μια χρονιά κι ύστερα είπενε πως εφουρκίστη και μ επόβγαλε με διακόσια δράμια κριάς. Κι εμουτσόκλαιγε κι όλας πως: «εζούμιωσα καμένε μου, εζούμιωσα». Το Λευτεριό εν εμίλιε. Κι ίντα να πει που τα ίδια πράματα του είχε ζητήσει, μα αξανάστροφα, η κουμπάρα; «Παρασκευγού να μην το βγάλεις κουμπάρε και ότι θέλεις απ εμένα. Κι ούτε που θα πω πουθενά πως τα βαφτιστικά α τα κάμω ελόγου μου, και σούμα α σου φέρνω πότε πότε και το σουρέλο σου α σου σιδερώσω για το βαφτίδι. Και μην ακούς λόγια. Ξέρεις ίντα όξω απ εδώ ήταν ευτή; Που την εκλώτσεψε λέει το μουλάρι! Κουκουγιάβλες. Γκαστρωμένη ήταν! Ευτό που σου λέω εγώ και μη μου γριαλλώνεις τα μάτια σου. Κι εσάρτα τις πεζούλες για ν απορίξει κι έφαε το κεφάλι της. Γιάδευτο σου λέω κουμπάρε, Παρασκευγού μην τη βγάλεις, ήμπα και της μοιάσει. Εγώ βέβαια προτιμώ να το βγάλεις Αγγερού. Τρείς κόρες έκαμα και δεν ενέστησα την κακομοίρα μάνα μου ν ανεγαλιάσει η ψηχή της, μ έναν χοντροκέφαλο άθρωπο πούχω. Είναι δουλειές ευτές, μωρέ κουμπάρε, είκοσι χρόνια τώρα, να της βαστά κακία, πεθαμένη γυναίκα, γιατί εφουρκίστη η κατσίκα που την είχε για προυκιό μου; Την αγωνία που είχε το Λευτεριό την Κυριακή που ειν να γίνει η βάφτιση δεν την είχε ούτε στην καταστροφή της Μικράς Ασίας που ήταν στρατιώτης κι εκόντεψε να τον σφάξει ένας Τσέτης μα εκατάφερε και του ξέφυγενε. Σηκώθηκε πρωί πρωί, εξυρίστηκε-πράμα σπάνιο-έβαλε το φρεσκοσιδερωμένο από την κουμπάρα παντελόνι και μπήκε στην εκκλησιά φοβισμένα. Οι χωριανοί, άμα τον επήραν χαμπάρι, εκρυφογελάσαν κάτω από τα μουστάκια τους. Ο κουμπάρος του ο Νικολής επήγε και τον πήρε από τη μέση της εκκλησιάς που είχε σταθεί σαν αποξυλιασμένος και τον έβαλε να κάτσει στο στασίδι του. Το Λευτεριό όμως εκάθουνταν στα κάρβουνα και σε μια στιγμή σκύβει και ψιθυρίζει στ αυτί του Νικόλα: «Δεν τα αφήνουμε λέω κουμπάρε, για άλλη φορά»; «Ποιό»; «Το βαφτίδι». «Ελωλάθης κουμπάρε; Τώρα που όλα είναι έτοιμα»; «Ε, να πάω εγω μια στιγμή και ξανάρχομαι». «Όχι εν κάμνει. Παϊρής α γίνεις πρέπει να λειτουργηθείς». «Μα είναι ανάγκη. Ίντα θες; Να τσουνηθώ απάνω μου»; «Αν είναι πια για σωματική σου ανάγκη πήαινε. Μα ομπρός πίσω». «Έννοια σου». Βγήκε από την εκκλησία ο Λευτέρης, κι όπως τον φύσηξε το αεράκι σα νάνοιωσε καλύτερα. Τράβηξε κατά το κονάκι του, έσυρε κάτω από το κρεβάτι του το μπουσεδάκι με το πρόωρο που είχε για ώρα ανάγκης, τόφερε στο στόμα του, τράβηξε μια γερή ρουφηξιά, μετά άλλη, πιο γερή. Ένοιωσε το κορμί του να ζεσταίνεται, τα πουδάρια του να ντουράρουν. 39


«Να μωρέ το φάρμακο» εμουρμούρησε, κι εσήκωσε το μπουσεδάκι για τρίτη φορά. Μετά το βούλωσε, τόβαλε στην άκρη της κάμαρας, κίνησε κατά την πόρτα. Κοντοστάθηκε σαν μετανοιωμένος κι αναρωτήθηκε: «Άραέ μου το βούλωσα καλά ή θα μου ξεθυμάνει»; Και για να είναι σίγουρος, το ξεβούλωσε, τράβηξε μιάν ακόμη ρουφηξιά και μετά κίνησε για την εκκλησιά όλο σιγουριά για τον εαυτό του. «Κακά ψυχρά» σκέφτηκε. «Στο κάτω κάτω της γραφής, η μισή ντροπή δικιά τους κι η μισή δικιά μου». Όταν απόλυκε η λειτριά, ο κόσμος αντί να φύγει για τα σπίτια του, μαζεύτηκε στη μέση της εκκλησιάς. Κάτω από τον μεγάλο πολυέλαιο, ο καντηλανάφτης έφερε την κολυμπήθρα, τη γέμισε με χλιαρό νερό, το δοκίμασε με το χέρι του νάναι κατάλληλο για τη βάφτιση. Ήρθε και ο παπά Γιάννης με το πετραχήλι του και το θυμιατό, το μυστήριο άρχισε. Γύρισε προς το Λευτεριό που είχε πλησιάσει τον ανθρώπινο κύκλο γεμάτος περιέργεια. «Έχεις ξαναβαφτίσει παιδί»; «Όχι παπά μου». «Καλά, ό,τι σου λέω εγώ, θα λες κι εσύ». «Σύφωνοι παπά μου». Όσο έψαλλαν ο παπάς και οι ψαλτάδες, καλά ήταν. Κάποια στιγμή όμως ο παπάς ρώτησε τον νονό: «Απετάξω τω σατανά»; «Αμέ»! απάντησε καμαρωτά ο Λευτέρης. «Απεταξάμην να λες». «Ότι πεις παπά μου». «Και έμπτυσεν αυτόν. Φτύσε». «Μέσα στο νερό παπά μου, για στο πάτωμα»; «Σταυρικά. Να, έτσι να». Το Λευτεριό υπάκουσε, ο ιερέας συνέχισε: «Και εμφύσησον αυτόν. Φύσα». Τραβάει ένα φύσημα το Λευτεριό σβήνει τα κεριά. Σιγά αλούτερε! Οι χωριανοί εκρυφογελούσαν, το μωρό έκλαιγε, ο παπάς συνέχισε: «Συνετάξω τω Χριστώ»; «Ναι να σε χαρώ»! «Συνεταξάμην να λες». «Καλά την άλλη φορά». «Και πιστεύεις αυτώ»; «Μα παιδάκια είμαστένε παπά Γιάννη; Άκου πιστεύω! Πως εν πιστεύω; Τούρκος είμαι; Ο παπά Γιάννης άγριεψε: «Είπα να λες ό,τι σου λέω». «Το λέω παπά μου, μα όλο με μαλώνεις. Μπας κι έχεις προηγούμενα μαζί μου»; «Πίσω μου σ έχω σατανά» μουρμούρησε ο παπάς, «σάμπως με παραμπουρούρησες. Πες τουλάιστον το Πιστεύω». «Πιστεύω». «Ολο το Πιστεύω». «Ολο το Πιστεύω». Ο ψάρτης που εκατάλαβε το αδιέξοδο, άρχισε να λέει το «Πιστεύω εις ένα θεό…» ενώ οι χωριανοί εβαστούσαν τις κοιλιές τους αφ τα γέλια. 40


Και έφτασε το μυστήριο στο πιο επικίνδυνο σημείο του. Έπιασε το παιδί ο παπάς με τα δυό του χέρια, το σήκωσε πάνω από την κολυμπήθρα και με επίσημο ύφος είπε: «Βαφτίζεται η δούλη του θεού, όνομα». «Όνομα», επανέλαβε ο ψάλτης. «Όνομα», είπεν κι ο Νικολής κι έκλεισε με νόημα το μάτι στο Λευτεριό. «Όνομα» είπεν κι η κουμπάρα, «όνομα κουμπάρε Λευτέρη» κι εσούρωσε τα χείλια της καθώς του θύμιζε: «Αγγερού». «Και το όνομα αυτής», επανέλαβε ο ιερέας, ενώ η νεοφώτιστη σπάραζε στο κλάμα, μετέωρη πάνω από την κολυμπήθρα. «Πουλουδιά»! εφώναξεν ο Λευτέρης. «Ίντα είπες»; Ρώτησε παραξενεμένος ο ιερέας. «Πουλουδιά» επανέλαβε ο Λευτέρης. «Εν σας αρέσει; Έτσινά ελέγαν τη μακαρίτισσα τη μάνα μου». «Βαφτίζεται η δούλη του θεού Πουλουδιά» επανελαβε ο παπάς που είχε κουραστεί τόση ώρα να κρατά το μωρό. «Και κακά ψυχρά, με τούτον τον μεθύστακα πούβρετε για νονό και έκαμε το μυστήριο καραγκιοζηλίκι». Το νέο έκαμε φτερά, μεταδόθηκε σ όλο το χωριό. «Καλέ ίντα όνομα εβγάλαν το κορίτσι»; «Πουλουδιά». «Κι ίντα α πεί Πουλουδιά»; «Είναι ευτή που κάμνει τα πούλουδα, τα λουλούδια. Κάτω στη Χώρα, το συνηθίζουν». Του Νικολή οι μουστάκες εκρεμμάσαν του κατήφορου, έπαιζεν τον κουφό στα μαϊτάπια των χωριανών. Η κουμπάρα όμως εν το νταγιάντησε και την ώρα που εντύσαν το παιδί και της τόδωκε ο κουμπάρος όπως το έθιμο όριζε λέγοντάς της: «σου παραδίνω κουμπάρα το παιδί, βαφτισμένο, μυρωμένο, στο θεό παραδομένο να το φυλάεις δώδεκα χρόνια από κάθε κακό», αντί να του φιλήσει το χέρι, σαμ που είχε υποχρέωση, του πάτησε δυό δακκανιές που εκόντεψε να του φύγει κρέας. Ύστερα, εγύρισε στις γυναίκες που παρακολουθούσαν και είπε δυνατά για να τ ακούσουν όλες: «Μωρέ κουμπάρος να σου πετύχει! Ούτε ένα πράσινο φύλλο δεν του πήρε του μωρού. Εγώ τάφτιαξα όλα. Και του σιδέρωσα και το σουρέλο του. Μια χάρη του γύρεψα κι εν μου την έκαμε ο χρουσούζης, ο μεθύστακας, ο ανεπρόκοπος. Άλειωτη θα μείνει η μανούλα μου που δεν την ενέστησα. Σαν άκουσε τα λόγια της ο Νικολής, σα να του ξέφυγε ένα χαμόγελο κάτω από τη μουστάκα του. Μπορεί το Λευτεριό να μην τούκαμε τη χάρη να βγάλει το κορίτσι Παρασκευγού, δεν τόβγαλε όμως και Αγγερού. Στον αυλόγερο, οι δυό κουμπάροι πιαστήκανε αλά μπρατσέτα, πήγαν στην κάμαρά του Λευτέρη κι επιάσανε να πίνουν από το μπουσεδάκι με το πρόωρο, αμίλητοι. Και μονάχα όταν τα αδειάσανε κοιτάχτηκαν στα μάτια κι εβάλανε τα γέλια. Κι όταν τους πέρασε κι αυτό, γυρίζει ο Νικολής και λέει του Λευτέρη: «Τουλάιστον κουμπάρε, έν μου γράφεις σ ένα χαρτάκι το όνομα του παιδιού γιατί δεν εθυμούμαι ίντα διάβολο τόβγαλες»; Νέα Υόρκη Σεπτέμβριος 1977. Γλωσσάρι 41


Μπίρμπα = γλεντζές. Ζεύκι = γλέντι. Μαντινάδες = Καντάδες. Παϊρής = νονός. Χουσμέτια = δουλειές του σπιτιού. Τουρβάς ή τουβράς = σακούλι. Μαϊτάπι = κοροϊδία. Λαφιάτης= φίδι. Σκατόφεδη = σκατόψυχη. Τσούμπα = χωρίς κέρατα. Εφουρκίστη = πνίγηκε. Αξανάστροφη = ανάποδη. Σουρέλο = παντελόνι. Γριαλώνεις = γυαλίζουν τα μάτια σου. Απορίξει = αποβάλει. Τσουνηθώ = κατουρηθώ. Ντουράρω = γίνομαι ντούρος. Λειτριά = λειτουργία. Αλούτερος = Άκομψος. Παραμπουρούρησες = παραζάλισες. Νταγιαντώ = αντέχω. Πρόωρο = το πρώτο ρακί κατά την απόσταξη, πολύ δυνατό.

42


Η απελευθέρωση της Χίου το 1912 όπως την αφηγήθηκε ένας τουρκοαρμένης Το Νοέμβριο του 1964 είχα μιάν εξαιρετική ευκαιρία. Με υπόδειξη του Χιώτη συμβολαιογράφου του Πειραιά Τσιγκριμάνη και του επίσης Χιώτη πολιτικού Νίκου Ζορμπά γνώρισα τον Αρμένη Μπεντρός Μπογός Παπατζιάν που είχε πάρει μέρος στις μάχες για την απελευθέρωση της Χίου το 1912. Το γεγονός δεν θα ήταν τόσο σημαντικό ίσως, αν ο Μπεντρός δεν είχε πολεμήσει με την πλευρά των Τούρκων. Πώς συνέβη αυτό; Είναι γνωστό ότι μετά την επανάσταση των Νεοτούρκων, είχαν υποχρέωση στράτευσης όλοι όσοι ζούσαν στην Τουρκία, των Ελλήνων και των Αρμενίων μη εξαιρουμένων. Η απόφαση αυτή έγινε αιτία χιλιάδες ραγιάδες να ξενιτευτούν, κυρίως στην Αμερική. Το χειμωνιάτικο εκείνο απόβραδο του 1964, όταν έφτασα στη φτωχογειτονιά του Πειραιά μαζί με τον συμπατριώτη συμβολαιογράφο και τον εξάδελφο Σιδερή Βορριά ο οποίος κουβαλούσε ένα τεράστιο μαγνητόφωνο, βρέθηκα μπροστά σε μια κλασική περίπτωση προσφυγικής ανέχειας. Το σπιτάκι ήταν μικρό και άβολο. Τα έπιπλα ελάχιστα, η θέρμανση ανύπαρκτη. Δεν είχαμε πού να κάτσουμε ο ίδιος ήταν τυλιγμένος στο χοντρό παλτό του. Ζούσε εκεί με την αδελφή του. Ούτε εκείνος ούτε η αδελφή του είχαν παντρευτεί. Ήταν τότε, 78 χρονών. Αν και ζούσε στην Ελλάδα από το 1922 τα ελληνικά του ήταν λίγα και με έντονη της αρμένικη προφορά. Η αφήγηση ήταν δύσκολη, με τη βία του αποσπούσα τις πληροφορίες. Μια απομαγνητοφώνηση της συνέντευξης, μάλλον ακατάληπτη θα ήταν για τον αναγνώστη. Όσα γράφω εδώ λοιπόν, είναι όσα οι σημειώσεις και η μνήμη μου συγκράτησαν και κατέγραψα τότε στο «Χιακόν Βήμα» που εξέδιδε ο Νίκος Χαλλούς, στο φύλλο του Δεκεμβρίου του 1964. Η τουρκική επιστράτευση βρήκε τον Μπεντρός Μπογός Παπατζιάν 26 χρονών, ράφτη, στο Λεμίσι του Αϊδινίου. Εκπαιδεύτηκε επί 40 μέρες και μετά έφυγε για τη Σάμο. Στη Χίο πήγε 5-6 μήνες πριν από τον ιστορικό Νοέμβριο του 1912. Στρατοπέδευσαν στο Βουνάκι και συνέχισαν την εκπαίδευσή τους. Όταν έγινε η απόβαση του Ελληνικού Στρατού, ο Μπεντρός βρέθηκε στο Πιτυός, όπου οι Τούρκοι είχαν συγκεντρώσει ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις. Δυό χιλιάδες, θυμάται. Κι ανάμεσά τους 15 χριστιανοί 70 ΄Ελληνες με τουρκική υπηκοότητα και 800 Αρμένιοι. Πολλοί απ αυτούς αυτομόλησαν στους Έλληνες. Όσοι έμειναν, το έκαναν από φόβο μη συλληφθούν και εκτελεστούν. Σαράντα μέρες έμειναν οι Τούρκοι στρατιώτες στο Πιτυός. Ο Μπέντρος θυμόταν ότι δίνονταν μάχες, όχι μεγάλες όμως, τις χαρακτήριζε ως κλεφτοπόλεμο. Οι ελπίδες των τούρκων για νίκη ήταν ελάχιστες. Μερικοί στρατιώτες είχαν αρχίσει να ψιθυρίζουν μεταξύ τους ότι έπρεπε να παραδοθούν, για να σώσουν τη ζωή τους. Οι Τούρκοι αξιωματικοί όμως και ιδιαίτερα ο Ζιχνή Βέης πίστευαν ότι θα έρχονταν τουρκικές ενισχύσεις, όπως του είχαν υποσχεθεί από την αντίπερα όχθη. Πώς πολέμησαν οι Χριστιανοί του τουρκικού στρατού στο Πιτυός; 43


«Ψευτοπολέμησαν» αποκρίνεται ο Μπεντρός. Οι Τούρκοι όμως πολέμησαν γενναία, με λύσσα, περιμένοντας πάντα τον στόλο τους. «Σκότωσες κανέναν»; Τον ρωτώ. «Ξέρω γω»; Απαντά και χαμογελά. «Στο πόλεμος», συνεχίζει «πρώτα εαυτό σου κοιτάζει μη σκοτώσουν, μετά άλλους εσύ σκοτώσεις. Ντουφέκι έβγαζα, μπαμ μπαμ ντουφέκαγα πού να ξέρω γιαβρούμ»; Παραμονές Χριστουγέννων έγινε η επίθεση του ελληνικού στρατού στο Πιτυός. Ο Μπεντρός θυμόταν: «Μόλις στρατό ελληνικό είδαμε, ντουφέκια πετάξαμε, δύο Αρμένηδες είμαστε, σηκώσαμε χέρια ψηλά, αμάν μπρε παιντιά είπαμε μη μας σκοτώνετε χριστιανοί είμαστε. Όχι, λένε εκείνοι, Τούρκοι είσαστε να σας σκοτώνουμε». «Χριστιανοί είμαστε μπρέ». «Κάμετε σταυρό σας. Κάναμε. Να δούμε και σουνέτι σας. Κατεβάσαμε τα παντελόνια, είδαν σουνέτι, πίστεψαν, σωθήκαμε». Οι Έλληνες στρατιώτες, ούτε τους Τούρκους αιχμαλώτους σκότωσαν βέβαια. Τους μετέφεραν στα Καρδάμυλα και απ εκεί στη Χώρα. Πώς τους συμπεριφέρθηκαν οι Χιώτες, μέσα στη χαρά της νίκης και της ελευθερίας; Ο Μπεντρός θυμόταν: «Γυναίκες γιούχα μας φώναζαν. Παλικάρια εστέ; Γιατί ντεν νικήσατε μπρε ζευζέκηδες»; Τους έβαλαν σε καράβια, τους τάισαν, τους έδωσαν στεγνά ρούχα και τους μετέφεραν στη Ναύπακτο. Ο Μπεντρός δε γύρισε στην Τουρκία ως αιχμάλωτος πολέμου. Έμεινε στη Ναύπακτο όπου άσκησε το επάγγελμά του, παίρνοντας δύο δραχμές μεροκάματο. Όταν αργότερα επέστρεψε στο Αϊδίνι, είχε κάμει παράδες. Επέστρεψε στην Ελλάδα, μετά την καταστροφή του 1922 και εγκαταστάθηκε μαζί με την αδερφή του σε προσφυγικό σπίτι, στην Αγία Σοφία του Πειραιά, όπου πέρασε φτωχικά τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του. Από την απελευθέρωση της Χίου του είχε μείνει η παρακάτω ανάμνηση. «Εκεί Πιτυός, φτωχό χωριό είναι, ένα πηγάδι νερό είχε. Από εκεί εμείς νερό παίρναμε, απ εκεί και άνθρωποι. Εκεί μια χωριανή, άμα εμένα έβλεπε έκλαιγε, πολύ έκλαιγε. Ρώτησα, γιατί τούτο το γυναίκα κλαίει, με λένε άντρα της πέθανε, άμα εσύ, άντρα της μοιάζεις. Και χωριανή όλο έκλαιγε και άμα εγώ πέρναγα να ψωμί, να ελιές να σύκα μέσα σε τσέπη μου έβαζε, κι όλο έκλαιγε άμα εγώ άντρα της έμοιαζα». Την ιστορία της παρουσίας του Μπεντρός στο Πιτυός, την επιβεβαίωσα μετά από 17 χρόνια. Ο συμπατριώτης μας Κώστας Καλούδης από τα Καμπιά ο οποίος ζούσε στην Αμερική, διαβάζοντας την ιστορία αυτή, μου έστειλε δύο γράμματα στα οποία μου εξιστορούσε τα γεγονότα όπως ο ίδιος τα είχε ζήσει. Στο δεύτερο γράμμα του ο Κώστας Καλούδης, μεταξύ άλλων μου έγραφε: «Όταν στο Πιτυός παραδίνονταν οι Τούρκοι, ένας απ αυτούς ήταν Αρμένης και έλεγε στον αξιωματικό να μην τον στείλει με τους Τούρκους αιχμαλώτους. «Είμαι Χριστιανός» τους έλεγε, και για να γίνει πιστευτός κατέβασε τα βρακιά του και έδειξε ότι δεν είχε σουνέτι (περιτομή) και έτσι τον άφησαν ελεύθερο».

44


Ο Μπεντρός Μπογός Παπατζιάν (στη μέση) το 1964 ανάμεσα στον Γιάννη Μιχαλάκη (αριστερά) και τον συμβολαιογράφο Τσιγκριμάνη.

45


Χιώτες πολιτικοί και πολιτική ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ Η ανάμειξή μου με την πολιτική και τους πολιτικούς του νησιού μας, δεν έγινε από προσωπική έφεση προς το επάγγελμα αυτό, αλλά από ανάγκη. Όταν τέλειωσα το Γυμνάσιο της Χίου και ήρθα στην Αθήνα, έναν και μόνο στόχο είχα. Να επιβιώσω. Για ανώτερες σπουδές ούτε λόγος να γίνεται. Οι επιδόσεις μου στο Γυμνάσιο ήταν απελπιστικού βαθμολογικού επιπέδου και τα οικονομικά της οικογένειάς μου απελπιστικότερου. Οι συγγενείς μου στην Αθήνα δε μπορούσαν να μου προσφέρουν τίποτα περισσότερο από μισό μεροκάματο εργάτη ξυλουργικού εργοστασίου. Μοναδικό «αποκούμπι» μου λοιπόν, το πολιτικό γραφείο του Νίκου Ζορμπά και αργότερα του Ανδρέα Λαιμού και του Αυγουστίνου Πασσάδη, από τα οποία απεκόμισα εμπειρίες ή άκουσα τις ιστορίες που στο κείμενο αυτό καταγράφω. Τα πολιτικά πράγματα στη Χίο μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο τα καθόριζαν οι δύο «μεγάλοι» Νίκος Ζορμπάς και Λεωνίδας Μπουρνιάς. Υπήρχαν βέβαια και οι λεγόμενοι «νεροκουβαλητές» των οποίων η εκλογή δεν ήταν πάντα σίγουρη. Στο πολιτικό προσκήνιο εμφανίστηκαν τα χρόνια εκείνα, οι: Ανδρέας Λαιμός, Διαμαντής Πατέρας, Σιδερής Μαυριδόγλου, Αυγουστίνος Πασσάδης , Π. Ροζάκης, Θεόδωρος Καρακατσάνης , ακόμη και ο λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς, ο οποίος όμως δεν εξελέγη βουλευτής. Η οικογένειά μου είχε παράδοση βενιζελική και στον Νίκο Ζορμπά ακούμπησα τις ελπίδες μου για να μπορέσω να βρω μια δουλειά. Δεν είναι δυνατό να θυμηθώ πόσες φορές πήγα στο γραφείο του στην οδό Πατησίων 4. Ήταν ένα στενόμακρο δωμάτιο, στο βάθος του οποίου βρισκόταν το γραφείο του, ένα τηλέφωνο μια γραφομηχανή και ένα μπλόκ. Δεξιά και αριστερά είχε δύο πάγκους και μερικές καρέκλες που συνήθως ήταν γεμάτες από «πελάτες». Δεν ήταν σπάνιες οι φορές που υπήρχαν και όρθιοι, που υπομονετικά περίμεναν να του πουν το πρόβλημά τους με την ελπίδα ότι θα τους βοηθούσε να το λύσουν. Εκείνος που ζητούσε εξυπηρέτηση θα έπρεπε να πλησιάσει το γραφείο, να σκύψει και να πει τον πόνο του, προσέχοντας να μην τον ακούσουν οι υπόλοιποι «πελάτες» και γίνει το αίτημά του βούκινο. Η τύχη μου, δεν ήταν διαφορετική από των υπολοίπων. Δύσκολο να βρεθεί δουλειά πολύ περισσότερο, αφού μιλάμε για τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, της απόλυτης κυριαρχίας της Δεξιάς. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι ακόμη και για θέση… νεκροθάφτη ήταν απαραίτητη η προσκόμιση πιστοποιητικού Κοινωνικών Φρονημάτων. Το σύστημα του Νίκου Ζορμπά ήταν να μην λέει όχι. Ακόμη και παράλογα πράγματα να του ζητούσαν έβαζε ένα χαρτί από το μπλόκ του στη γραφομηχανή έγραφε ένα σημείωμα προς κάποιο αρμόδιο και στο έδινε. Τέτοια μπιλιετάκια δεν κουραζόταν να δίνει. Έτσι πολλοί ήταν εκείνοι που το φιλοσοφούσαν. «Μπορεί να μην πέτυχε αυτό που ήθελα» έλεγαν, «αλλά τουλάχιστον προσπάθησε». Διαπιστώνοντας το αδιέξοδο, πήρα την ηρωική απόφαση να μπαρκάρω σε εμπορικό καράβι, φιλοδοξώντας να «πηδήξω» στο πρώτο αμερικανικό λιμάνι και να γίνω ένας ακόμη Έλληνας λαθρομετανάστης. Κι εδώ ατυχία όμως. Τα χρόνια εκείνα υπήρχε μεγάλη ναυτιλιακή κρίση. 46


Επαγγελματίες ναυτικοί περιφέρονταν στα ναυτιλιακά γραφεία και φιλούσαν «κατουρημένες ποδιές» ενώ η ταρίφα για μπαρκάρισμα με πλάγια μέσα είχε φτάσει τις δέκα χρυσές λίρες. Ο ασφαλέστερος τρόπος ήταν να έχεις μητέρα ή αδελφή υπηρέτρια σε σπίτι καπετάνιου. Μετά από ένα χρονικό διάστημα της έκανε την μεγάλη παραχώρηση να μπαρκάρει έναν δικό της, με ελάχιστο μισθό ή και εντελών τζάμπα για ένα χρονικό διάστημα. Κάποια μέρα ωστόσο, ο Νίκος Ζορμπάς με ειδοποίησε να ετοιμαστώ γιατί θα έφευγα με ψαριανό καπετάνιο. Φουρτούνα στη ψυχή μου. Τη θάλασσα περισσότερο τη φοβάμαι και λιγότερο την αγαπώ. Πώς θα ζούσα μέσα στο πέλαγος μέρες και μήνες, εγώ που για να ταξιδέψω στη Χίο, έτσι και είχε λίγο κύμα «έβγαζα τα άντερά μου»; Οι φόβοι μου όμως κράτησαν λίγες μέρες. Όταν ξαναπήγα στο γραφείο του μου είπε ότι το ταξίδι ματαιώνεται, χωρίς βέβαια να νοιώσει την υποχρέωση να μου πει το λόγο. Αργότερα έμαθα ότι στη θέση μου έστειλε χωριανό και φίλο μου ο οποίος προσπαθούσε να μπαρκάρει μέσω των δεξιών πολιτικών Λεωνίδα Μπουρνιά και Ανδρέα Λαιμού. Τη «φαεινή» αυτή ιδέα την είχε εξάδελφος του πατέρα μου ο οποίος περνούσε τις ελεύθερες ώρες του στο γραφείο του και στηριζόταν στην παρακάτω λογική: «Τον ψήφο του Μιχαλάκη τον έχομε, γιατί είναι ιδεολόγος. Αν εξυπηρετήσομε τον αντίπαλο αν δεν μας ψηφίσει στις εκλογές, τουλάχιστον δε θα μας πολεμήσει». Όταν το έμαθα, έγινα έξω φρενών. Πήγα στο γραφείο του, περίμενα να φύγει και ο τελευταίος «πελάτης» και σε ύφος οργισμένο του είπα: «ώστε έτσι. Τον Μιχαλάκη τον έχεις σίγουρο κορόιδο, όπως τον γάιδαρο στο παλούκι. Στις εκλογές θα τα πούμε». Και τα είπαμε. Δεν εμφανίστηκα στη Χίο να βοηθήσω στον προεκλογικό αγώνα και ο πατέρας μου του ξέκοψε το ενδεχόμενο να τον ψηφίσει. Ο ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΑΣΣΑΔΗΣ Δεν περιορίστηκα βέβαια στον Ζορμπά. Πήγα και στο γραφείο του Αυγουστίνου Πασσάδη, στην οδό Παναπιστημίου 45. Φοβάμαι ότι ο Πασσάδης έχει ξεχαστεί ή είναι άγνωστος στους σύγχρονους Χιώτες. Ήταν ένας γλυκύτατος άνθρωπος από τα Μεστά ο οποίος δεν κατάφερε να σταδιοδρομήσει, με την στενή έννοια της λέξης, ούτε ως πολιτικός, ούτε ως δικηγόρος. Άφησε όμως μνήμη αγαθή ανθρώπου έντιμου και ειλικρινή. Τον ήξερα από τη Χίο όταν ακόμη πήγαινα στο σχολείο. Ένα Αυγουστιάτικο μεσημέρι, ακούσαμε φωνές στην αυλή του σπιτιού μας. Ο πατέρας πρόβαλε στην πόρτα και τον ακούσαμε να φωνάζει: «Καλώς τον κύριο Πασσάδη. Πώς έτσι στο χωριό μας»; Σε λίγο ένας εύσωμος άντρας μπήκε στο σπίτι μας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα χρόνια εκείνα δεν είχε ανοιχτεί ο αυτοκινητόδρομος και ή επικοινωνία με τη Βολισσό και τα άλλα χωριά της βόρειας Χίου γινόταν με μουλάρια . Το τραπέζι μας ήταν στρωμένο για το φτωχικό καθημερινό. Η μητέρα τα έχασε. «Και τώρα ίντα να κάμω»; Ρώτησε. Και συμπλήρωσε: «Καλέ κύριε Πασσάδη κάμε λιγάκι υπομονή να καθαρίσω δυό πατάτες να σου σπάσω και δυό αυγά θα είσαι 47


πεινασμένος». «Γιατί η ιδιαίτερη περιποίηση κυρά Καλλιόπη»; της αποκρίθηκε. «Εσείς, αν δεν είμαι αδιάκριτος, τι τρώτε»; «Φακές». «Νηστεύει ο δούλος του θεού, που δεν έχει να φάει» συμπλήρωσε θυμοσοφικά ο πατέρας. Ο Αυγουστίνος σήκωσε το χέρι του. «Κάτσε κυρά Καλλιόπη, θα φάω ότι κι εσείς, φακές κι ελίτσες. Γιατί, καλύτερος είμαι εγώ απ εσάς για να φάω αυγά»; Δεν ξέρω αν ο Αυγουστίνος συνειδητοποίησε τη στιγμή εκείνη ότι κέρδισε μιάν ισόβια θαυμάστρια και ψηφοφόρο του. Στην Αθήνα, όταν του είπα το πρόβλημά μου πήρα την ειλικρινέστατη απάντηση: «αγαπητέ μου σε καταλαβαίνω απόλυτα, θέλω, δυστυχώς όμως δε μπορώ να σε βοηθήσω». Αυτή η ειλικρίνεια ήταν και η καταστροφή του. Αντί να δίνει σημειώματα και ελπίδες, να κάνει τηλεφωνήματα και να σου λέει: «έλα πάλι την άλλη εβδομάδα», έλεγε την αλήθεια. Με αποτέλεσμα να μη ξαναεκλεγεί βουλευτής. Ωστόσο μείναμε φίλοι, και πότε πότε περνούσα από το γραφείο του για κουβεντούλα. Μη έχοντας τι να κάμει με καλοδεχόταν και μου έλεγε ιστορίες και ανέκδοτα από τη ζωή του με τα οποία περισσότερο από όλους γελούσε ο ίδιος. Ένα χαριτωμένο στιγμιότυπο μου αφηγήθηκε από μιάν επίσκεψή του στην Κέραμο. Όταν έφευγε από το χωριό, μετά από προεκλογική επίσκεψη, άρχισε να ρίχνει χιόνι. «Πού θα πας μέσα στο χιονιά» του είπαν οι Κεραμούσοι φίλοι του. «Κάτσε μέχρι να φτιάξει ο καιρός». Και ο Αυγουστίνος: «δεν πειράζει, ευκαιρία να βγω από το χωριό σας μια φορά χωρίς να μ έχετε μαυρίσει»… ΑΝΔΡΕΑΣ ΛΑΙΜΟΣ Εκείνος όμως που ήταν ασυναγώνιστος σε ιστορίες, ήταν ο Ανδρέας Λαιμός. Τι δουλειά είχε, θα μου πείτε, ένα χωριατόπαιδο, όπως ήμουν εγώ με έναν εφοπλιστή και λόγιο; Τον γνώρισα με την δική μου ιδιότητα του δημοσιογράφου (έγραφα τότε στο «Χιακό Βήμα» του Ν. Χαλλού) και τη δική του ως συγγραφέα. Την πρώτη μάλιστα επαγγελματική δημοσιογραφική δουλειά μου στην εφημερίδα «ΝαυτιλιακήΝαυτεργατική» την είχα εξασφαλίσει χάρις σ εκείνον. Είναι αλήθεια, ποτέ δεν κατάλαβα πώς ένας άνθρωπος όπως ο Ανδρέας Λαιμός έλεγε μπροστά μου πράγματα τα οποία μάλλον θα έπρεπε να κρατάει κρυφά και αφορούσαν κυρίως πολιτικούς του αντιπάλους. Όσοι τον έζησαν από κοντά θα θυμούνται ότι «γιό του οπωροπώλη» αποκαλούσε Χιώτη πολιτικό που ένα φεγγάρι μάλιστα έγινε και υπουργός. Περισσότερο καυστικός ήταν για άλλον πολιτικό που τον είχε βλάψει. Με την έντονη Αιγνουσιώτικη προφορά του σχολίαζε: «αφού ειν μπούστης, ίντα περιμένεις απ έναν μπούστη». Ο Ανδρέας Λαιμός ήταν βενιζελικός, πολιτεύτηκε όμως με την ΕΡΕ. Από τον ίδιο άκουσα: «η ψυχή μου το ξέρει», για την επιλογή του αυτή. Μία φήμη της εποχής έλεγε ότι ο Κ. Καραμανλής τον είχε πιέσει να είναι υποψήφιος με το κόμμα του και 48


του είχε υποσχεθεί μετά τις εκλογές να του δώσει το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Όταν όμως το κόμμα νίκησε, ο Καραμανλής, αντί για τον Λαιμό, υπουργοποίησε τον Λεωνίδα Μπουρνιά. Ο Λαιμός θύμωσε και όπως έλεγαν τότε τα κουτσομπολιά πήγε στον Καραμανλή και του είπε: «Μισό παπόρι έδωκα για τις εκλογές, τον Λεωνίδα έκαμες υπουργό. Δε θα με ξαναδείς». Και πράγματι δεν ξαναπολιτεύτηκε. Ο ίδιος όμως μου έδωσε μιάν άλλη ερμηνεία για την απόφασή του να τερματίσει την πολιτική του καριέρα. Ήταν βουλευτής και με μεγάλη παρέα είχε πάει σε πανηγύρι, στο χωριό Καμπιά. Εκεί, ένας νεαρός μεθυσμένος τον πλησίασε και με απότομο ύφος του είπε: «Εσύ εμένα μου χρωστάς». Ο Λαιμός θύμωσε. «Ποιός είσαι εσύ, βρε ψωριάρη, που θα μου πεις εμένα ότι σου χρωστώ; Εξήντα χρονών άνθρωπος και δε βρέθηκε κανένας να μου πει ότι του χρωστώ, Ίντα σου χρωστώ βρε»; «Μου υποσχέθηκες ότι θα με μπαρκάρεις και δεν το έκαμες». «Και ίντα ήθελες να κάμω βρε; Όλον τον εμπορικό στόλο της Ελλάδας νάχα, πάλι δε θα μπορούσα να σας μπαρκάρω όλους». «Ύστερα», διηγιόταν, «έδωκα μια δεκατιά, ήμπα στο αυτοκίνητο και δεν ξανανεκατεύτικα». Μια παρόμοια ιστορία μου είχε αφηγηθεί και ένας φίλος μου. Επί μήνες πήγαινε στο πολιτικό του γραφείο στη Χίο, και του ζητούσε να τον μπαρκάρει. Μια μέρα θύμωσε και του είπε ότι τον κοροϊδεύει. Ο Λαιμός, χωρίς να χάσει καιρό άρπαξε το μπαστούνι του και το πέταξε εναντίον του αναιδούς ψηφοφόρου. Ο φίλος κατέφυγε στο Ζορμπά, ο οποίος τον μπάρκαρε στη θέση μου, όπως και παραπάνω έγραψα. Σίγουρα ο Ανδρέας Λαιμός δεν είχε τη στόφα του πολιτικού που απαιτεί ιώβια υπομονή και ικανότητα στα ψέματα. Έκαναν προεκλογική περιοδεία στα Βορειόχωρα, όλοι οι υποψήφιοι της ΕΡΕ, με μουλάρια βέβαια. Το μεσημέρι σταμάτησαν για φαγητό στ Αφροδίσια. Οι τοπικοί κομματικοί παράγοντες είχαν φροντίσει να υπάρχει πλουσιοπάροχο τραπέζι στην αυλή της εκκλησίας. Ενώ οι πολιτευόμενοι έτρωγαν, οι ντόπιοι κάθονταν στα πεζούλια της εκκλησίας και τους παρακολουθούσαν. Γυρίζει λοιπόν ο Λαιμός και τους λέει: «Ιντα βλέπετε πως τρώμε τώρα; Όταν πάρομε την εξουσία να δείτε που θα τρώμε με διπλές μασέλες». Με τόση ειλικρίνεια, άντε να φτουρήσει ως πολιτικός... ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΠΡΟΝΟΙΑΣ Ας επιστρέψομε όμως στον Νίκο Ζορμπά. Όταν επιτέλους υπουργοποιήθηκε από τον Γεώργιο Παπανδρέου, ο μακαρίτης ο Νίκος Χαλλούς, με πήρε με το ζόρι και πήγαμε να τον συγχαρούμε. Όταν φτάσαμε μπροστά του και ανταλλάξαμε τα σχετικά τυπικά, μας είπε: «εσάς τους δυό, σας θέλω». Μείναμε στην άκρη και περιμέναμε. Όταν η μακρά ουρά των ψηφοφόρων τέλειωσε, μας φώναξε και μας είπε: «Εσύ αναλαμβάνεις διευθυντής του ιδιαιτέρου γραφείου μου κι εσύ (αυτός ήμουν εγώ) υποδιευθυντής». Οποία ευτυχία! Από άνεργος υποδιευθυντής ιδιαιτέρου γραφείου υπουργού. Επειδή όμως δεν ήξερα τι ακριβώς έπρεπε να κάνω, λίγες μέρες μετά, πήγα και τον 49


ρώτησα. «Να έρχεσαι και να με ρωτάς», μου αποκρίθηκε. «Μα έχομε πάνω από εκατό ανθρώπους κάθε μέρα». «Αυτό που σου είπα εγώ». Όχι μόνο εγώ αλλά και όλοι οι υπόλοιποι, νεαροί τότε, που πλαισιώσαμε το ιδιαίτερο γραφείο του, είμαστε άσχετοι και δεν ξέραμε πώς να ενεργήσουμε. Μέχρι να μάθουμε τα στοιχειώδη, ήρθε η αποστασία, έπεσε η κυβέρνηση και πήγαμε όλοι στα σπίτια μας. Από την περίοδο εκείνη θυμάμαι την εργατικότητα, αλλά και τα νεύρα του Νίκου Ζορμπά. Πήγαινε από τις επτά το πρωί στο γραφείο του και έφευγε μετά τις εννέα το βράδυ. Να τον βρεις μόνο του, ήταν εντελώς αδύνατο. Όταν κάποτε απαίτησα να τον δω μόνο του για ένα σοβαρό θέμα, μου ζήτησε να πάω στο σπίτι του, στις έξι το πρωί. Όταν έφτασα, προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα ότι ήδη στο σαλόνι του υπήρχαν 3-4 κομματάρχες του. Οκτώ μήνες κράτησε η παρουσία μας στο υπουργείο Κοινωνικής Πρόνοιας, τους έξι πληρώθηκα. Τους δύο πρώτους μου του «έφαγε» ο τότε υπουργός Συντονισμού Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, ο οποίος δεν υπέγραφε τη σχετική πίστωση. Και ούτε την υπέγραψε ποτέ. Ευτυχώς ο υφυπουργός του Αθανάσιος Κανελλόπουλος ήταν λιγότερο τσιγκούνης. Και υπέγραψε για να εισπράξω τον μισθό των 3.200 δραχμών μηνιαίως. Και από ρουσφετάκια πώς πήγαμε; Άθλια. Μόνο ο Ιωάννης Ζίγδης ο οποίος ήταν υπουργός Βιομηχανίας, προς μεγάλη μας έκπληξη απάντησε σε ένα από τις χιλιάδες σημειωματάκια που στείλαμε και διόρισε μιαν παλιά συμμαθήτριά μου στη ΔΕΗ. Ο πλέον προσιτός ήταν ο υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας, Σταύρος Μπίρης. Οι νεαροί Χιώτες τότε, όταν επρόκειτο να πάνε στρατιώτες, το πρώτο που ζητούσαν ήταν να καταταγούν στο Πολεμικό Ναυτικό. Όταν αυτό γινόταν, ζητούσαν να πάνε στο Λιμενικό. Και όταν το πετύχαιναν κι αυτό, να μετατεθούν στο Λιμεναρχείο Χίου! Τόσο είχαν μπερδευτεί στο ΥΕΝ από τις απαιτήσεις των Χιωτών ώστε ο υπουργός σήκωσε τα χέρια ψηλά και μας είπε: «Τόσες θέσει υπάρχουν στη Χίο, κάνετε ότι θέλετε. Διώξετε όποιον δεν σας κάνει και στη θέση του βάλετε όποιον γουστάρετε». Στα πλαίσια της … κομματικής σκοπιμότητας λοιπόν, όταν διαπίστωσα ότι ο γιός ενός καραμπινάτου καραμανλικού υπηρετούσε στη Χίο, ζήτησα την αντικατάσταση του με «δικό» μας. Έγιναν όμως τα σχετικά τηλεφωνήματα και ο Ζορμπάς, όταν το έμαθε, έγινε «μπαρούτι». «Ποιός βλάκας τον μετάθεσε»; Φώναζε. «Εγώ», του αποκρίθηκα. «Γιατί»; «Γιατί είναι καραμανλικός». «Εσένα να μη σε νοιάζει. Και να μην κάνεις του κεφαλιού σου». Μεγάλο μάθημα πήρα για τις πολιτικές σκοπιμότητες και όσα μπορούν να συμβαίνουν στα πολιτικά παρασκήνια. Όταν όμως κι εγώ ενήργησα υπερκομματικά, πάλι βρήκα το μπελά μου. Μια υπηρεσία του υπουργείου μας, ζήτησε έναν πολιτικό μηχανικό. Τα χρόνια εκείνοι οι πολιτικοί μηχανικοί ήταν «στα πάνω τους», δεν αναζητούσαν δουλειά στο δημόσιο. Και φυσικά δεν είχαμε κάποια αίτηση για διορισμό. 50


Τηλεφώνησα σ έναν φίλο μου που μόλις είχε απολυθεί από το στρατό και τον ρώτησα αν ενδιαφέρεται για τη θέση. Δέχτηκε. Σε λίγες μέρες «έπεσε καρφί» και ο Ζορμπάς, έξω φρενών με ρώτησε γιατί διόρισα «έναν δεξιό». Του επανέλαβα το δικό του επιχείρημα, όταν αντί για μένα προτίμησε να μπαρκάρει έναν πολιτικό αντίπαλο, με το επιχείρημα ότι δεν θα μας πολεμούσε στις εκλογές. «Άλλωστε», συμπλήρωσα, «ο γαμπρός αυτού που στο κάρφωσε, δεν είναι πολιτικός μηχανικός, αλλά υπομηχανικός». Δεν το σχολίασε. Το ωράριο εργασίας του Νίκου Ζορμπά ήταν εξοντωτικό και οι απαιτήσεις της «πελατείας» του απίθανες. Άρχιζαν από το διορισμό σε δημόσια θέση και έφταναν μέχρι μεταφορά καλαθιών από το καράβι στα σπίτια τους και από εισαγωγή σε νοσοκομείο μέχρι μετάθεση ναυτών και φαντάρων κοντά στο σπίτι τους . Οι πολιτικοί έλεγαν και συνεχίζουν να λένε πολλά ψέματα στους ψηφοφόρους τους. Και υπεύθυνοι δεν είναι πάντα οι πολιτικοί. Υπάρχουν και πολίτες που την κοροϊδία την τραβάει ο οργανισμός τους. Είχε έρθει κάποτε μια κυρία η οποία μου είπε ότι ο γαμπρός της υπηρετούσε νεοσύλλεκτος στην Κόρινθο και ζητούσε να μετατεθεί στην Αθήνα γιατί είχε ανοίξει ένα μανάβικο και έπρεπε να δουλέψει για να ζήσει τη γυναίκα του και το παιδί του. «Κυρία μου» της είπα ευγενικά, «ο νόμος λέει ότι ο γαμπρός σου πρέπει να τελειώσει τη βασική του εκπαίδευση στην Κόρινθο, να υπηρετήσει έξι μήνες σε μονάδα της παραμεθορίου και μετά δικαιούται να ζητήσει μετάθεση». Εγώ το είπα, εγώ το άκουσα: «μα ξέρετε εμείς πόσους ψήφους δώσαμε στον κύριο Νίκο»; Της επανέλαβα το νόμο. «Μα ξέρετε τι έχομε κάνει εμείς για τον κύριο Νίκο», συνέχιζε το βιολί της. Κατάλαβα. Την παρέπεμψα στη δακτυλογράφο η οποία της δακτυλογράφησε το τυπικό σημειωματάκι: «Αγαπητέ μου Πέτρο (Πέτρος ήταν ο τότε υπουργός Εθνικής Άμυνας Π. Γαρουφαλιάς) η κυρία…… έχει ένα πρόβλημα της αρμοδιότητάς σου το οποίο σε παρακαλώ να επιλύσεις. Ενδιαφέρομαι προσωπικώς, φιλικά» (υπογραφή). Το πήρε και ευτυχής έφυγε για να προφτάσει ανοιχτό το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Και μέχρι που έπεσε η κυβέρνηση ερχόταν έπαιρνε το σημείωμα και μας ευχαριστούσε κι από πάνω. Από τότε, δεν αρνήθηκα ρουσφετολογικό αίτημα. Και δεσπότης να μου ζητούσε κάποιος να τον κάνουμε, θα τον παρέπεμπα στην Ιερά Σύνοδο. Για να έχει μετά να λέει ότι μπορεί να μην έγινε το επιθυμητό, ο κύριο Νίκος όμως προσπάθησε. Παρόμοια σημειώματα άλλων υπουργών παίρναμε κι εμείς. Ήταν το σύστημα της εποχής εκείνης για να είναι όλοι ευχαριστημένοι. Δυστυχώς δεν έλειψαν όμως και περιπτώσεις εμπαιγμού όπως η παρακάτω. Φίλος αξιωματικός ζήτησε να μετατεθεί στην Αθήνα. Δεν του δώσαμε «ραβασάκι» αλλά πήγα ο ίδιος στην αρμόδια υπηρεσία του υπουργείου. Λίγες μέρες αργότερα μας ήρθε η απάντηση ότι «σύμφωνα με την επιθυμία μας ο υπολοχαγός Ν.Ρ. μετατίθεται. Πριν προλάβω να ειδοποιήσω τον φίλο μου για την αίσια έκβαση της υπόθεσής του εισέβαλε αυτοπροσώπως στο γραφείο μου. «Έλα Νίκο» του φώναξα, «ήρθε η μετάθεσή σου». Εκείνος με κοίταξε ειρωνικά και μου είπε: «με δουλεύεις ρε; Ήρθε η μετάθεση αλλά για πού»; Και μου βάζει μπρος στη μούρη μου το Φύλλο Πορείας, που ήταν για τα ….. Χανιά της Κρήτης! Καλός ο τίτλος του υποδιευθυντή, αλλά η θέση ήταν μετακλητή. Μόλις «έπεφτε» ο 51


υπουργός δηλαδή, έφευγα κι εγώ μαζί του. Το ενδεχόμενο αυτό με απασχολούσε και πολλές φορές ζήτησα από τον Ζορμπά να διοριστώ κάπου μόνιμα. Η επαναλαμβανόμενη απάντησή του ήταν: «έχουμε καιρό». Δεν είχαμε όμως. Και το βράδυ της 24ης Ιουλίου 1965 έξω από τα τότε ανάκτορα, πληροφορήθηκα την παραίτηση του Γεωργίου Παπανδρέου και τη δική μου επιστροφή στις τάξεις των ανέργων. Το ερώτημα που απασχολούσε, τότε τους Χιώτες της Αττικής ήταν πώς θα συμπεριφερθεί ο Σιδερής Μαυριδόγλου που είχε εκλεγεί βουλευτής με την Ένωση Κέντρου. Όταν ρωτούσαμε τον Ζορμπά, παίρναμε την ίδια πάντα απάντηση: «Μη φοβάστε, ο Σιδερής είναι πιστός στο κόμμα». Τα γεγονότα όμως τον διέψευσαν. Ο Σιδερής Μαυριδόγλου προσχώρησε στους «αποστάτες», ήταν ο 151ος βουλευτής που επέτρεψε στην κυβέρνηση Στεφανόπουλου να εξασφαλίσει πλειοψηφία, ενώ ο ίδιος έγινε υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας. Ανάμεσα στους ανθρώπους που προσφέρθηκαν να με βοηθήσουν τότε, ήταν και η Χιώτισσα ποιήτρια Ουράνα Διοματάρη η οποία είχε διατελέσει και ιδιαιτέρα του Γιώργη Αθανασιάδη-Νόβα, του αποκαλούμενου «γαργάλατα». Τον Σιδερή τον γνώριζε καλά. Εγώ βρισκόμουν σε δίλημμα. Από τη μία ήταν η ανεργία και από την άλλη η προσβολή που έγινε στη Δημοκρατία από τους αποστάτες και τον νεαρό Γλίξμπουργκ που θεωρούσε την Ελλάδα τσιφλίκι του. Πήγα στο γραφείο του Ν. Ζορμπά και όταν έφυγαν οι «πελάτες» και μείναμε μόνοι, του είπα: «κοίταξε, εγώ έμεινα χωρίς δουλειά, και έχω οικογένεια να θρέψω. Θα πάω στο Σιδερή λοιπόν αλλά να ξέρεις ότι είμαι αντίθετος και στις εκλογές θα τον μαυρίσω». «Να κάμεις ότι θέλεις», απάντησε μάλλον νευριασμένος και έφυγε. Τη σκηνή παρακολουθούσε ο καλότατος εκείνος άνθρωπος, ο Νίκος Μαδιανός ο οποίος ήταν ιδιαίτερος γραμματέας του. «Γιατί είσαι χαζός»; μου είπε «και του δίνεις αναφορά; Εκείνος νοιάστηκε για το πώς ζεις εσύ την οικογένειά σου; Κάμε ό,τι σε φωτίσει ο θεός». Την επόμενη μέρα, παρέα με την Ουράνα πήγαμε στο υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας. Ο κύριος υπουργός, όρθιος μπροστά στο γραφείο του, καθάριζε τα γυαλιά του στο εσωτερικό της γραβάτας του. Του μίλησε η Ουράνα. Εκείνος φόρεσε τα γυαλιά του με κοίταξε και σχολίασε: «Μα για δες, πώς να σε βοηθήσω που είσαι και άνθρωπος του Ζορμπά». Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι μου. «Κι εσύ Σιδερή», του φώναξα, «ποιανού άνθρωπος ήσουν μέχρι χθες»; Και έκαμα μεταβολή προς την έξοδο. Η Ουράνα από πίσω με κυνηγούσε. Με πρόλαβε στην κεντρική είσοδο, όπου συνέχιζα να βρίζω και να απειλώ για την εκδίκηση που θα έπαιρνα, όταν θα γίνονταν οι εκλογές. Οι εκλογές που δεν έγιναν ποτέ. Ακολούθησε το βαθύ σκοτάδι της δικτατορίας και η ενασχόλησή μου με την τυπογραφία. Τον Νοέμβριο του 1969 μιας και δεν είχαμε δουλειά, αποφάσισα να εκδώσω την δεκαπενθήμερη τοπική εφημερίδα «Χιακοί Αντίλαλοι». Μια μέρα, έπεσα μούρη με μούρη με το Νίκο Ζορμπά στην οδό Σταδίου. Τον καλημέρησα, εκείνος όμως προσπάθησε να με αποφύγει και μετά βίας μου 52


ψιθύρισε: «μη μου μιλάς με παρακολουθούν». «Και λοιπόν, δεν το ξέρουν ότι δούλεψα στο γραφείο σου»; Ανταλλάξαμε λίγα τυπικά λόγια και σε λίγες μέρες ήρθε στο γραφείο του Πέτρου Μαρτάκη στην οδό Χαβρίου 9 που στεγαζόμουν κι εγώ. Αναδημοσίευσα μάλιστα στους «Χιακούς Αντίλαλους ένα βιβλιαράκι που είχε βγάλει για τη γενέτειρά του Βολισσό. Για τα χρόνια εκείνα ήταν μια μικρή αντιστασιακή πράξη. Για τελευταία φορά τον είδα λίγο πριν φύγω για την Αμερική. Με συμβούλευσε να μη φύγω αφού είχε πέσει η δικτατορία ή να φύγω μετά τις εκλογές. «Μα και να μείνω, δε θα σε ψηφίσω», του είπα. «Γιατί»; εξεπλάγη. «Γιατί θα ψηφίσω τον Ανδρέα». Θύμωσε. «Τι λες μωρέ; Η Ελλάδα έχει ανάγκη από νοικοκύρηδες, όχι από τον Ανδρέα». «Ναι, καλά την νοικοκυρέψατε τόσα χρόνια», σχολίασε δηκτικά ο Πέτρος Μαρτάκης. Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Χιόνη» αρ. τεύχους 20-21, ΟκτώβριοςΝοέμβριος 1993. Η παρούσα ηλεκτρονική διόρθωση έγινε τον Ιούνιο του 2013.

53


Ο Νίκος Ζορμπάς

54


55

Τα χιωτικα  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you