Page 1

BEST SELLER


ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ Κ Α Λ Ώ ς Η Ρ Θ Ε ς ΣΤΟΝ Κ Ο ς Μ Ο , ΤΖΙΜΙ ΤΟΚ


1

Τ

η νύχτα που γεννήθηκα, ο παππούς μου από την πλευρά του πατέρα μου, ο Τζόζεφ Τοκ, έκανε δέκα προβλέψεις που άλλαξαν τη ζωή μου. Στη συνέχεια, ακριβώς τη στιγμή που εγώ έβλεπα το φως, ξεψύχησε. Ο Τζόζεφ ποτέ στο παρελθόν δεν είχε δείξει μαντικές ικανότητες. Ζαχαροπλάστης ήταν. Με εκλέρ και με λέμον πάι καταπιανόταν, όχι με προφητείες. Η ζωή ορισμένων ατόμων κυλά με χάρη, αποτελούμενη από όμορφα τόξα που οδηγούν από τούτον εδώ τον κόσμο στην αιωνιότητα. Εγώ είμαι τριάντα ετών και η πορεία της ζωής μου μόνο χαριτωμένο τόξο δεν είναι -είναι μια ανώμαλη γραμμή, ένα πέρασμα απ' τη μια κρίση στην άλλη. Είμαι ολίγον τι μπουνταλάς· δεν εννοώ ότι είμαι βλαξ, όχι, αλλά ότι απλώς είμαι κάπως ογκώδης για τα κυβικά μου και ότι, καμιά φορά, φέρομαι κάπως ατσούμπαλα. Αυτά δεν τα λέω για να υποτιμήσω τον εαυτό μου, ούτε από ταπεινότητα. Προφανώς, η αδεξιότητα αποτελεί μέρος της γοητείας μου, είναι ένα χαρακτηριστικό σχεδόν χαριτωμένο, όπως θα δείτε. Αναμφίβολα τώρα θ' αναρωτιέστε τι εννοώ όταν λέω «κάπως ογκώδης για τα κυβικά μου». Η αυτοβιογραφία αποδεικνύεται στην πορεία δυσκολότερη απ' όσο είχα φανταστεί... Δεν είμαι τόσο ψηλός όσο πιστεύει ο κόσμος -για την ακρίβεια, δεν είμαι καθόλου ψηλός σε σχέση με τ& πρότυπα ενός επαγγελματία μπασκετμπολίστα, φέρ' ειπείν, ή έστω ενός μπα-


14

DEAN KOONTZ

σκετμπολίστα που παίζει στο σχολικό πρωτάθλημα. Δεν είμαι ούτε παχύς ούτε κανένας φουσκωτός, σαν κι αυτούς που χτυπιούνται ολημερίς κι ολονυχτίς στα γυμναστήρια. Το πολύ πολύ να θεωρηθώ γεροδεμένος. Εντούτοις, άντρες ψηλότεροι και πιο γεμάτοι από μένα συχνά με αποκαλούν Ψηλέα. Στο σχολείο το παρατσούκλι μου ήταν Ψηλολέλεκας. Από τα παιδικά μου χρόνια, άκουγα τους άλλους ν' αστειεύονται για τα αστρονομικά ποσά που θα πρέπει να ξοδεύαμε στον μπακάλη. Η διάσταση ανάμεσα στο πραγματικό μου μέγεθος και στην αντίληψη των άλλων για τον όγκο μου πάντα μου προκαλούσε αμηχανία. Η γυναίκα μου, που είναι ο σημαντικότερος άνθρωπος της ζωής μου, ισχυρίζεται ότι το παρουσιαστικό μου είναι εξόχως επιβλητικό, γι' αυτό και δημιουργεί εντύπωση ανθρώπου με πολύ πιο ανεπτυγμένη σωματική διάπλαση. Λέει ότι οι άνθρωποι με υπολογίζουν με βάση ακριβώς αυτή την πρώτη τους εντύπωση. Η εν λόγω ιδέα εμένα μου φαίνεται γελοία. Όταν αγαπάς, τα λες κάτι τέτοια. Αν καμιά φορά δίνω την εντύπωση μεγαλόσωμου στους άλλους, αυτό συμβαίνει μάλλον επειδή κατάφερα να μην πέσω πάνω τους. Ή να μην τους πατήσω. Στην Αριζόνα υπάρχει ένα μέρος όπου, αν αφήσεις μια μπάλα να πέσει, μοιάζει σαν να κυλάει προς τα πάνω λόγω έλλειψης βαρύτητας. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για ένα παιχνίδι προοπτικής. Οι επιμέρους λεπτομέρειες ενός άκρως ασυνήθιστου τοπίου συμβάλλουν στην οφθαλμαπάτη. Υποψιάζομαι ότι θα μπορούσες να με πεις και τέρας της φύσης. Ίσως το φως, όπως πέφτει επάνω μου, να δημιουργεί μια αλλόκοτη εντύπωση και να με κάνει να μοιάζω σαν να διαθέτω μεγαλύτερο όγκο από τον πραγματικό. Τη νύχτα, τέλος πάντων, της γέννησής μου, στο Νοσοκομείο της Κομητείας Σνόου, στην κοινότητα του Σνόου Βίλατζ του Κολοράντο, ο παππούς μου είπε στη νοσοκόμα ότι θα είχα ύψος πενήντα εκατοστά και θα ζύγιζα τρία κιλά και οχτακόσια γραμμάρια.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

15

Η νοσοκόμα αιφνιδιάστηκε από την πρόβλεψη, όχι επειδή τα τρία κιλά και οχτακόσια γραμμάρια είναι υπερβολή για ένα νεογέννητο -πολλά γεννιούνται ακόμη πιο μεγαλόσωμα-, ούτε επειδή ο παππούς μου ήταν ένας ζαχαροπλάστης που ξαφνικά άρχισε να μιλάει σαν μάντης με κρυστάλλινη σφαίρα. Αιφνιδιάστηκε γιατί πριν από τέσσερις μέρες ο παππούς είχε υποστεί ένα σφοδρό εγκεφαλικό επεισόδιο που τον είχε αφήσει παράλυτο από τη δεξιά πλευρά και του είχε στερήσει τη μιλιά· κι όμως, από το κρεβάτι του στην εντατική μονάδα του νοσοκομείου, άρχισε να αναγγέλλει τις προφητείες του με καθαρή φωνή, δίχως να τραυλίζει ή να κομπιάζει. Της είπε επίσης ότι θα γεννιόμουν στις δέκα και σαράντα έξι λεπτά το βράδυ, και ότι θα έπασχα από συνδακτυλία. Είναι μια λέξη δύσκολη στην προφορά της, ακόμα κι αν δεν έχεις υποστεί εγκεφαλικό, πόσο μάλλον μετά από ένα τέτοιο επεισόδιο. Η συνδακτυλία -όπως εξήγησε στον πατέρα μου η νοσοκόμα της βάρδιας- είναι μια συγγενής ανωμαλία κατά την οποία δύο ή περισσότερα δάχτυλα του χεριού ή του ποδιού συνδέονται μεταξύ τους. Στις σοβαρές περιπτώσεις, τα οστά των ενωμένων δαχτύλων είναι σε τέτοιο βαθμό κολλημένα, ώστε μοιράζονται το ίδιο νύχι. Για να διορθωθεί μια τέτοια κατάσταση απαιτούνται πολλαπλές εγχειρήσεις -χειρουργικές επεμβάσεις που θα εξασφαλίσουν στο παιδί τη δυνατότητα να είναι σε θέση, στην ενήλικη ζωή του, να κάνει άσεμνες χειρονομίες σε όποιον τον ενοχλεί Στην περίπτωσή μου, το πρόβλημα εντοπιζόταν στα δάχτυλα των ποδιών. Τα τρία τελευταία δάχτυλα του δεξιού ποδιού ήταν ενωμένα. Η μητέρα μου, η Μάντλιν -που ο πατέρας μου αποκαλεί τρυφερά Μάντι και μερικές φορές Μαντάρα-, επιμένει ότι σκέφτηκαν ν' αποφύγουν την επέμβαση και να με βαφτίσουν Φλίπερ. Φλίπερ ήταν το όνομα ενός δελφινιού που κάποτε πρωταγωνιστούσε σ' ένα επιτυχημένο τηλεοπτικό σίριαλ -με το διόλου απροσδόκητο τίτλο Φλίπερ- στα τέλη της δεκαετίας του 1960. Η μητέρα μου περιγράφει την εκπομπή ως «υπέροχα, καταπλη-


16

D E A N KOONTZ

κτικά, φαιδρά ανόητη». Σταμάτησε να προβάλλεται λίγα χρόνια πριν από τη γέννησή μου. Τον Φλίπερ τον έπαιζε ένα θηλυκό δελφίνι, η Σούζι. Πιθανώς ήταν η πρώτη εμφάνιση τραβεστί στην τηλεόραση. Όχι, δε χρησιμοποιώ την κατάλληλη λέξη: τραβεστί είναι οι άντρες που ντύνονται γυναίκες για λόγους σεξουαλικής ευχαρίστησης. Εξάλλου, η Σούζι -δηλαδή ο Φλίπερ- δε φορούσε ρούχα. Επομένως ήταν μια εκπομπή στην οποία η πρωταγωνίστρια εμφανιζόταν πάντα γυμνή και ήταν αρκετά ανδροπρεπής ώστε να περνά για αρσενικό. Δεν πάνε δυο νύχτες που, καθώς δειπνούσαμε με μια από τις περιβόητες μπροκολοτυρόπιτες της μητέρας μου, εκείνη δήλωσε ότι δεν είναι ν' απορεί κανείς με το γεγονός ότι η τρομερή πτώση της ποιότητας των εκπομπών, που ξεκίνησε με τον Φλίπερ, οδήγησε στα ανιαρά προγράμματα της σημερινής τηλεόρασης, απ' όπου παρελαύνουν κάθε λογής τέρατα. Συνηγορώντας, ο πατέρας μου πρόσθεσε: «Νομίζω ότι η κατρακύλα ξεκίνησε με τη Λάσι. Κι αυτή παρουσιαζόταν γυμνή σε κάθε εκπομπή». «Τη Λάσι την έπαιζαν πάντα αρσενικά σκυλιά», αποκρίθηκε η μητέρα μου. «Έρχεσαι στα λόγια μου», δήλωσε ο μπαμπάς. Γλίτωσα το όνομα Φλίπερ, όταν μία σειρά από επιτυχείς επεμβάσεις επανέφεραν τα δάχτυλά μου στην κανονική τους μορφή. Στην περίπτωσή μου, η ένωση ήταν στο δέρμα, όχι στα κόκαλα. Ο διαχωρισμός ήταν μια διαδικασία σχετικά απλή. Παρ' όλ' αυτά, εκείνη τη νύχτα με την ασυνήθιστη καταιγίδα, η προφητεία του παππού μου για τη συνδακτυλία βγήκε αληθινή. Αν είχα γεννηθεί μια νύχτα με συνηθισμένο καιρό, ο μύθος της οικογένειας θα τη μεταμόρφωνε σε μια γαλήνια, απόκοσμη νύχτα, μια νύχτα όπου δεν κουνιόταν φύλλο και τα πουλιά βαστούσαν τη λαλιά τους περιμένοντας. Η οικογένεια Τοκ ρέπει προς το μελοδραματισμό. Παρά τις υπερβολές τους, πάντως, η καταιγίδα θα πρέπει όντως να ήταν πολύ βίαιη, ικανή να τραντάξει συθέμελα τα όλο


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

17

βράχους βουνά του Κολοράντο. Τ' αστροπελέκια έσκιζαν τα ουράνια, θαρρείς κι εκεί ψηλά πολεμούσαν δυο εχθρικά στρατεύματα. Εγώ, μες στην κοιλιά της μάνας μου, ούτε που κατάλαβα τα αστραπόβροντα. Και, μόλις γεννήθηκα, η προσοχή μου στράφηκε μάλλον στα παράξενα πόδια μου. Ήταν 9 Αυγούστου του 1974: η μέρα που ο Ρίτσαρντ Νίξον παραιτήθηκε από το αξίωμα του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών. Η πτώση του Νίξον δε συνδέεται μαζί μου περισσότερο από το γεγονός ότι το «Annie's Song» του Τζον Ντένβερ ήταν εκείνη την περίοδο ο νούμερο ένα δίσκος στη χώρα. Το αναφέρω μόνο για να δώσω το στίγμα της ιστορικής περιόδου. Με ή χωρίς τον Νίξον πάντως, το πιο σημαντικό γεγονός της ενάτης Αυγούστου του 1974 ήταν για μένα η γέννησή μου -και οι προβλέψεις του παππού μου. Το ενδιαφέρον μου για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο έχει καθαρά εγωκεντρικό χαρακτήρα. Χάρη στις ζωηρές περιγραφές αναρίθμητων οικογενειακών ιστοριών σχετικά μ' εκείνη τη νύχτα, μπορώ να δω, ίσως καθαρότερα απ' όσο αν ήμουν αυτόπτης μάρτυρας, τον πατέρα μου, τον Ρούντι Τοκ, να πηγαινοέρχεται από τη μια άκρη του νοσοκομείου στην άλλη, ανάμεσα στη μαιευτική κλινική και την εντατική μονάδα, χαρούμενος για την επικείμενη άφιξη του γιου του και θλιμμένος εξαιτίας της επιδείνωσης της υγείας του πατέρα του, που βάδιζε ολοταχώς προς το θάνατο. Η αίθουσα αναμονής των υποψήφιων πατεράδων απέπνεε αρνητική ενέργεια, εξαιτίας της πληθώρας των χρωμάτων της: το πάτωμα ήταν στρωμένο με μπλε πλακάκια λινόλεουμ, η ξύλινη επένδυση είχε ανοιχτοπράσινη απόχρωση, οι τοίχοι ήταν βαμμένοι ροζ, το ταβάνι κίτρινο και οι κουρτίνες είχαν πορτοκαλιά και άσπρα σχέδια με πελαργούς. Θα αποτελούσε θαυμάσιο σκηνικό εφιάλτη με ήρωα κάποιον παρουσιαστή παιδικής εκπομπής που ζούσε την κρυφή του ζωή ως ο Δολοφόνος με το Τσεκούρι.


18

D E A N KOONTZ

Ο κλόουν που κάπνιζε το 'να τσιγάρο μετά το άλλο δε συντελούσε στη βελτίωση της ατμόσφαιρας εκεί μέσα. Ο Ρούντι περίμενε τη γέννηση του παιδιού του μαζί με έναν ακόμα άντρα. Αυτός ο άλλος δεν ήταν ντόπιος· δούλευε κλόουν στο τσίρκο που έδινε παραστάσεις για μια βδομάδα σ' ένα λιβάδι του Χάλογουεϊ Φαρμ. Τον έλεγαν Μπίζο. Παραδόξως, αυτό ήταν το κανονικό του όνομα, όχι παρατσούκλι παλιάτσου: Κόνραντ Μπίζο. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως δεν υπάρχει πεπρωμένο, πως ό,τι συμβαίνει συμβαίνει τυχαία, δίχως σκοπό και δίχως νόημα. Ωστόσο το επώνυμο του Κόνραντ άλλα φανέρωνε. Ο Μπίζο ήταν παντρεμένος με τη Νάταλι, μια σχοινοβάτισσα, μέλος ξακουστής οικογένειας ακροβατών, με επική παράδοση στους κύκλους των τσίρκων. Ούτε οι γονείς της Νάταλι ούτε τα αδέρφια ούτε τα ιπτάμενα ξαδέρφια της συνόδεψαν τον Μπίζο στο νοσοκομείο. Είχαν παράσταση και, ως γνωστόν, τίποτα δε σταματάει την παράσταση. Φαίνεται ότι οι ακροβάτες κρατούσαν έτσι κι αλλιώς τον Μπίζο σε απόσταση, μη εγκρίνοντας το γάμο μιας δικής τους με έναν κλόουν. Η στενομυαλιά και ο φανατισμός επικρατούν σε κάθε ομάδα, σε κάθε επιμέρους κουλτούρα. Ενόσω ο Μπίζο περίμενε όλο νευρικότητα τη γέννηση του παιδιού του, γκρίνιαζε για τα πεθερικά του. Τους αποκαλούσε «αυτάρεσκους» και «ύπουλους». Τα διαρκή κακόβουλα σχόλια, η οργή και η αγριοφωνάρα του προκαλούσαν αμηχανία στον Ρούντι. Σύννεφα καπνού έβγαιναν από το στόμα του παλιάτσου μαζί με τα θυμωμένα του λόγια. «Είναι διπρόσωποι», έλεγε, «ραδιούργοι», για να καταλήξει στο ποιητικότερο: «Ανάλαφρα πνεύματα στον αέρα, προδότες στο έδαφος»· Ο Μπίζο δε φορούσε πλήρη στολή κλόουν. Η αμφίεσή του ακολουθούσε περισσότερο την παράδοση του Έμετ Κέλι, με το θλιμμένο πρόσωπο, και λιγότερο τα λαμπερά ρούχα με τις πούλιες της κλοουνίστικης παράδοσης των αδερφών Ρίνγκλινγκ. Παρ' όλ' αυτά, το παρουσιαστικό του ήταν αλλόκοτο. Το φαρδύ καφέ κοστούμι του είχε ένα πλεχτό μπάλωμα στα


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

19

οπίσθια. Τα μανίκια της ζακέτας του ήταν κωμικά κοντά. Στο πέτο ήταν στερεωμένο ένα ψεύτικο λουλούδι σε μέγεθος μικρού πιάτου. Προτού τρέξει στο νοσοκομείο με τη γυναίκα του, είχε αντικαταστήσει τα παπούτσια του κλόουν με ένα ζευγάρι αθλητικά. Είχε επίσης αφαιρέσει τη μεγάλη κόκκινη και στρογγυλή λαστιχένια μύτη. Εντούτοις, γύρω από τα μάτια είχε ακόμα λευκή μπογιά, και τα μάγουλά του ήταν κατακόκκινα, ενώ στο κεφάλι φορούσε ένα τσαλακωμένο πάνινο καπελάκι. Τα κοκκινισμένα του μάπα γυάλιζαν σαν τα μάγουλά του από τις τολύπες του καπνού που τύλιγε το κεφάλι του, αν και ο Ρούντι υποψιαζόταν ότι ενδεχομένως ήταν αποτέλεσμα κατανάλωσης δυνατού ποτού. Εκείνο τον καιρό, το κάπνισμα επιτρεπόταν παντού, ακόμα και στις αίθουσες αναμονής των νοσοκομείων. Οι μέλλοντες μπαμπάδες κατά παράδοση μοίραζαν πούρα για να το γιορτάσουν. Όταν δε βρισκόταν στο πλευρό του ετοιμοθάνατου πατέρα του, ο δύστυχος Ρούντι θα έπρεπε να βρίσκει καταφύγιο στην αίθουσα αναμονής της μαιευτικής κλινικής. Η θλίψη του θα έπρεπε να μετριάζεται από τη χαρά της επικείμενης πατρότητας. Δυστυχώς, η Μάντι και η Νάταλι αργούσαν να γεννήσουν. Όποτε ο Ρούντι επέστρεφε από την εντατική, έβρισκε στην αίθουσα τον οργισμένο κλόουν με τα κοκκινισμένα μάτια, που ολοένα μουρμούριζε και κατανάλωνε το ένα πακέτο άφιλτρα Λάκι Στράικ μετά το άλλο. Κάτω από τον ήχο των βροντών που έσειαν τα ουράνια και το φως των αστραπών στα παράθυρα, ο Μπίζο είχε μετατρέψει την αίθουσα αναμονής σε παλκοσένικο. Έκοβε βόλτες πάνω στα μπλε πλαστικά πλακάκια, πηγαινοερχόταν από τον ένα ροζ τοίχο στον άλλο, κάπνιζε κι έβγαζε καπνούς. «Το ήξερες ότι τα φίδια μπορούν να πετάξουν, Ρούντι Τοκ; Αλλά πού να το ξέρεις εσύ. Κι όμως, τα φίδια μπορούν να πετάξουν. Τα 'χω δει ψηλά, πάνω από το κέντρο της πίστας. Πληρώνονται καλά και εισπράττουν χειροκροτήματα -αυτές οι κόμπρες, αυτοί οι κροταλίες, αυτά τα φίδια τα κολοβά, αυτές οι σιχαμερές οχιές».


20

D E A N KOONTZ

Ο φουκαράς ο Ρούντι απαντούσε στο ασυνάρτητο υβρεολόγιο μουρμουρίζοντας λόγια παρηγοριάς, πλαταγίζοντας τη γλώσσα και κουνώντας το κεφάλι με κατανόηση. Δεν ήθελε να δώσει θάρρος στον Μπίζο, αλλά διαισθανόταν ότι, έτσι και δεν του συμπαραστεκόταν, θα γινόταν στόχος της οργής του. Ο Μπίζο έσκυψε κοντά στο παράθυρο, που εκείνη τη στιγμή φωτιζόταν από μια αστραπή. Στο μπογιατισμένο του πρόσωπο καθρεφτίστηκαν τα ρυάκια της βροχής που κυλούσαν στο τζάμι. «Τι πρόκειται να αποκτήσεις, Ρούντι Τοκ; Γιο ή κόρη;» Ο Μπίζο απευθυνόταν διαρκώς στον Ρούντι με το ονοματεπώνυμο του, προφέροντάς τα σαν να ήταν ένα: Ρουντιτόκ. «Έχουν φέρει ένα νέο μηχάνημα με υπέρηχους, οπότε θα μπορούσαν να μας πουν αν είναι αγόρι ή κορίτσι, όμως εμείς δε θέλαμε να ξέρουμε. Εμάς μας ενδιαφέρει απλώς να είναι γερό το μωρό, και είναι», αποκρίθηκε ο Ρούντι. Ο Μπίζο ίσιωσε το σώμα, σήκωσε το κεφάλι κι έστρεψε απότομα το πρόσωπο προς το παράθυρο, σαν να απολάμβανε το παλλόμενο φως της καταιγίδας. «Εγώ δε χρειάζομαι υπέρηχους για να μου πουν αυτό που γνωρίζω. Η Νάταλι θα μου χαρίσει γιο. Τώρα πια, το όνομα Μπίζο δε θα χαθεί όταν λείψω εγώ. Θα τον βαφτίσω Πουντσινέλο, όπως λεγόταν ο πρώτος, ο σπουδαιότερος κλόουν». Πουντσινέλο Μπίζο, συλλογίστηκε ο Ρούντι. Ωχ, το έρμο το παιδί. «Θα είναι ο καλύτερος του σιναφιού μας», είπε ο Μπίζο, «ο καλύτερος γελωτοποιός, ο καλύτερος αρλεκίνος, ο καλύτερος μίμος. Θα γίνει διάσημος σ' όλη τη χώρα, σ' όλες τις ηπείρους». Μολονότι ο Ρούντι είχε μόλις επιστρέψει στη μαιευτική κλινική από τη μονάδα εντατικής παρακολούθησης, ένιωθε αιχμάλωτος ετούτου του κλόουν, που απέπνεε ακόμα mo σκοτεινή ενέργεια κάθε φορά που οι αστραπές έκαναν τα πυρετώδη μάτια του να γυαλίζουν. «Δε θα γίνει μονάχα διάσημος, θα γίνει αθάνατος». Ο Ρούντι διψούσε να μάθει νέα της Μάντι και της πορείας του τοκετού. Εκείνα τα χρόνια, σπάνια επέτρεπαν στον πατέρα


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

21

να επισκεφτεί το θάλαμο τοκετού και να παραστεί μάρτυρας της γέννησης του παιδιού του. «Θα γίνει αστέρας του τσίρκου, Ρούντι Τοκ, ο αστέρας, και όποιος βλέπει τις παραστάσεις του θα ξέρει ότι ο Κόνραντ Μπίζο είναι ο πατέρας του -ο πατριάρχης των κλόουν». Οι νοσοκόμες της μαιευτικής, που κανονικά θα έπρεπε να ενημερώνουν σε τακτά διαστήματα τους συζύγους, είχαν γίνει άφαντες. Σίγουρα θα ένιωθαν άβολα από την παρουσία αυτού του οργισμένου τύπου. «Ορκίζομαι στον τάφο του πατέρα μου ότι ο Πουντσινέλο μου δε θα γίνει ποτέ ακροβάτης», δήλωσε ο Μπίζο. Μια εκκωφαντική βροντή υπογράμμισε τον όρκο του. Ήταν η πρώτη από τις δύο πολύ δυνατές που έκαναν τα τζάμια να τρανταχτούν σαν τύμπανα και τα φώτα να τρεμοπαίξουν επικίνδυνα. «Τι σχέση έχουν οι ακροβάτες με την αλήθεια της ανθρώπινης συνθήκης;» ρώτησε ο Μπίζο. «Καμιά», απάντησε αμέσως ο Ρούντι, καθώς δεν ήταν επιθετικός άνθρωπος. Απεναντίας, ήταν τρυφερός και ταπεινός. Δεν είχε γίνει ακόμα σεφ ζαχαροπλαστικής σαν τον πατέρα του· ένας απλός φούρναρης ήταν, που περίμενε να γίνει πατέρας και συγχρόνως προσπαθούσε ν' αποφύγει να πέσει θύμα ξυλοδαρμού από ένα μεγαλόσωμο παλιάτσο. «Κωμωδία και τραγωδία, τα εργαλεία της τέχνης του κλόουν -αυτό είναι η ουσία της ζωής», δήλωσε ο Μπίζο. «Η κωμωδία, η τραγωδία και η ανάγκη για καλό ψωμί», είπε ο Ρούντι χωρατεύοντας, θέλοντας να συμπεριλάβει το επάγγελμά του στα ουσιώδη. Εξαιτίας της μικρής ελαφρότητάς του, εισέπραξε μια άγρια ματιά, ένα βλέμμα ικανό όχι μόνο να σταματήσει τα ρολόγια αλλά και τον ίδιο το χρόνο. «Η κωμωδία, η τραγωδία και η ανάγκη για καλό ψωμί», επανέλαβε ο Μπίζο, περιμένοντας ίσως να παραδεχτεί ο μπαμπάς ότι ο σαρκασμός του ήταν ανόητος. «Μα, για στάσου, μιλάς ακριβώς όπως εγώ», είπε ο πατέρας μου, καθώς ο κλόουν είχε μιλήσει με φωνή ίδια μ' εκείνη του πατέρα μου.


22

D E A N KOONTZ

«Μα, για στάσου, μιλάς ακριβώς όπως εγώ», κορόιδεψε ο Μπίζο μιμούμενος τη φωνή του μπαμπά. Και ύστερα συνέχισε με το δικό του αγριεμένο τόνο: «Σου είπα ότι έχω ταλέντο, Ρούντι Τοκ. Σε περισσότερους τομείς απ' όσους φαντάζεσαι». Επηρεασμένος από κείνη την αποθαρρυντική ματιά, ο Ρούντι ένιωσε την καρδιά του να παγώνει και να χτυπάει πιο αργά. «Ο γιος μου δε θα γίνει ποτέ ακροβάτης. Τα απεχθή φίδια θα σφυρίζουν απ' το κακό τους. Θα σφυρίζουν, θα χτυπιούνται, αλλά ο Πουντσινέλο δε θα γίνει ποτέ ακροβάτης!» Ακόμα μια ομοβροντία τράνταξε τους τοίχους του νοσοκομείου και τα φώτα σχεδόν έσβησαν στιγμιαία. Ο Ρούντι θα έπαιρνε όρκο ότι η καύτρα του τσιγάρου του Μπίζο έγινε πιο ζωηρή, πιο κόκκινη, μόλο που είχε κατεβασμένο στο πλευρό το δεξί χέρι με το οποίο το κρατούσε. Ήταν λες και κάποια σκιώδης παρουσία να τραβούσε ρουφηξιές με λαίμαργα χείλη. Του Ρούντι του φάνηκε, αλλά βέβαια δε θα έπαιρνε όρκο, ότι τα μάτια του Μπίζο έλαμψαν φευγαλέα, ότι έγιναν εξίσου ζωηρά και κόκκινα όσο και η καύτρα του τσιγάρου του. Φυσικά, η λάμψη δε θα μπορούσε ποτέ να προέρχεται από μια εσωτερική πηγή. Ήταν η αντανάκλαση του... ω, ένας Θεός ξέρει τίνος πράγματος. Όταν κόπασε ο κρότος της βροντής, το ρεύμα επανήλθε. Την ίδια στιγμή, ο Ρούντι σηκώθηκε από το κάθισμά του. Είχαν περάσει μόλις λίγα λεπτά που βρισκόταν στην αίθουσα και, παρ' ότι δεν είχε νεότερα από τη γυναίκα του, προτιμούσε να επιστρέψει στο θλιβερό σκηνικό της εντατικής μονάδας, παρά να ζήσει μια τρίτη δαιμονισμένη βροντή και μια ακόμα πτώση της τάσης του ρεύματος συντροφιά με τον Κόνραντ Μπίζο. Όταν έφτασε στην εντατική και βρήκε δύο νοσοκόμες στο πλευρό του πατέρα του, ο Ρούντι φοβήθηκε το χειρότερο. Ήξερε ότι ο Τζόζεφ θα πέθαινε, ωστόσο, στη σκέψη ότι το τέλος πλησίαζε, ένιωσε ένα σφίξιμο στο λαιμό και βούρκωσε. Προς μεγάλη του έκπληξη, διαπίστωσε ότι ο Τζόζεφ ήταν μισοσηκωμένος στο κρεβάτι σφίγγοντας τα κάγκελα με τις παλάμες του κι επαναλαμβάνοντας με έξαψη τις προβλέψεις που είχε


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

23

ήδη αναγγείλει στις νοσοκόμες: «Πενήντα εκατοστά... τρία κιλά και οχτακόσια γραμμάρια... απόψε... συνδακτυλία...» Όταν αντίκρισε το γιο του, ο Τζόζεφ βρέθηκε μονομιάς σε καθιστή θέση και η αδελφή σήκωσε την πλάτη του κρεβατιού, ώστε να τον στηρίζει καλύτερα. Δεν είχε επανέλθει μόνο η ομιλία του, αλλά έμοιαζε να 'χει ξεπεράσει ακόμα και τη μερική παράλυση που του 'χε αφήσει το εγκεφαλικό. Όταν άδραξε το δεξί χέρι του Ρούντι, η λαβή του αποδείχτηκε δυνατή, για να μην πούμε οδυνηρή. Έκπληκτος από τις εξελίξεις, ο Ρούντι υπέθεσε αρχικά πως ο πατέρας του συνήλθε ως διά μαγείας. Ύστερα, εντούτοις, κατάλαβε ότι ο ετοιμοθάνατος άντρας πάσχιζε απεγνωσμένα να μεταφέρει ένα σημαντικό μήνυμα. Το πρόσωπο του Τζόζεφ ήταν τραβηγμένο, σχεδόν συρρικνωμένο, θαρρείς και ο Χάρος, θέλοντας να παίξει μαζί του, του έκλεβε, εδώ και μέρες, στάλα τη στάλα την ουσία της ύπαρξής του. Αντίθετα, τα μάτια του φάνταζαν πελώρια. Όταν καρφώθηκαν στο γιο του, ο φόβος είχε κάνει τη ματιά του ακόμα πιο διεισδυτική. «Πέντε μέρες», είπε ο Τζόζεφ με φωνή βραχνή, τυραννισμένη. Ο λαιμός του είχε στεγνώσει, μια και έπαιρνε υγρά μόνο με ενδοφλέβιο τρόπο. «Πέντε μέρες φοβερές». «Ησύχασε, μπαμπά. Μην ταράζεσαι», τον συμβούλεψε ο Ρούντι, προσέχοντας ότι το μόνιτορ που κατέγραψε τους καρδιακούς παλμούς του πατέρα του παρουσίαζε χτύπους γρήγορους μεν αλλά με κανονικότητα. Η μία αδελφή βγήκε για να ειδοποιήσει ένα γιατρό. Η άλλη απομακρύνθηκε από το κρεβάτι και στάθηκε παράμερα, έτοιμη να βοηθήσει σε περίπτωση που ο ασθενής υποτροπίαζε. Εκείνος σάλιωσε τα σκασμένα του χείλη για να ψιθυρίσει την πέμπτη προφητεία του: «Τζέιμς. Το όνομά του θα είναι Τζέιμς, αλλά κανένας δε θα τον φωνάζει Τζέιμς... ούτε Τζιμ. Όλοι θα τον φωνάζουν Τζίμι». Αυτό αιφνιδίασε τον Ρούντι. Είχαν διαλέξει με τη Μάντι το όνομα Τζέιμς αν το μωρό ήταν αγόρι -και Τζένιφερ αν ήταν κο-


24

D E A N KOONTZ

ρίτσι-, όμως δεν είχαν κοινοποιήσει σε κανέναν άλλο την απόφαση τους. Ο Τζόζεφ δεν είχε τρόπο να το γνωρίζει. Μα να που το γνώριζε. «Πέντε μέρες», επανέλαβε με αυξανόμενη ένταση. «Πρέπει να τον προειδοποιήσεις. Πέντε μέρες φοβερές»· «Ηρέμησε, μπαμπά», είπε ξανά ο Ρούντι. «Όλα θα πάνε καλά». Το πρόσωπο του πατέρα του ήταν χλομό σαν την ψίχα του ψωμιού, κι έγινε ακόμα χλομότερο, πιο άσπρο κι απ' τ' αλεύρι. «Δε θα πάνε καλά. Πεθαίνω». «Δεν πεθαίνεις. Φαίνεσαι πολύ καλύτερα. Μιλάς. Έφυγε η παράλυση. Είσαι...» «Ετοιμοθάνατος,», επέμεινε ο Τζόζεφ, υψώνοντας την τραχιά φωνή του. Οι φλέβες στους κροτάφους του είχαν φουσκώσει και πάλλονταν, και οι παλμοί στο μόνιτορ έδειχναν πιο γρήγοροι, καθώς πάσχιζε να πείσει το γιο του ν' αφήσει τις παρηγοριές και ν' ακούσει τι του έλεγε. «Πέντε ημερομηνίες. Γράψ' τες. Γράψ' τες τώρα. ΤΩΡΑ!» Σαστισμένος και φοβούμενος μήπως η επιμονή του Τζόζεφ προκαλέσει νέο εγκεφαλικό επεισόδιο, ο Ρούντι υπάκουσε για να τον κατευνάσει. Δανείστηκε από τη νοσοκόμα ένα στυλό. Χαρτί δεν είχε να του δώσει και δεν τον άφησε να μεταχειριστεί τον πίνακα με την πορεία του ασθενούς που κρεμόταν στα πόδια του κρεβατιού. Ο Ρούντι τράβηξε από το πορτοφόλι του το πρώτο χαρτί που είχε καθαρή επιφάνεια για γράψιμο: μια δωρεάν πρόσκληση για το τσίρκο όπου έδινε παραστάσεις ο Μπίζο. Την πρόσκληση του την είχε χαρίσει πριν από μια βδομάδα ο Χιούι Φόστερ, ένας αστυνομικός του Σνόου Βίλατζ. Ήταν φίλοι από παιδιά οι δυο τους. Ο Χιούι ήθελε να γίνει ζαχαροπλάστης όπως ο Ρούντι, μα δεν είχε ταλέντο. Τα μάφιν του έσπαγαν δόντια. Οι λέμον πάι του πλήγωναν τη γλώσσα. Όποτε ο Χιούι, λόγω της φύσης του επαγγέλματος του, λάμβανε δωρεάν διάφορα καλούδια -προσκλήσεις για το τσίρκο,


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

25

εισιτήρια για τ' αλογάκια του λούνα παρκ στα πανηγύρια, κουτιά με σφαίρες από διάφορους κατασκευαστές πυρομαχικών-, τα μοιραζόταν με τον Ρούντι. Σε αντάλλαγμα, ο Ρούντι έδινε στον Χιούι γλυκά που δε χαλούσαν την όρεξη, κέικ που δε δυσαρεστούσαν τη μύτη, πίτες και στρούντελ που δεν προκαλούσαν δυσπεψία. Η καλή όψη της πρόσκλησης ήταν γραμμένη με κόκκινα και μαύρα γράμματα και διακοσμημένη με ελέφαντες και λιοντάρια. Η πίσω όψη ήταν λευκή. Ξεδιπλωμένη είχε οχτώ εκατοστά μήκος και πλάτος δώδεκα, μέγεθος μιας κάρτας αποδελτίωσης. Καθώς η βροχή που χτυπούσε σ' ένα διπλανό τζάμι θύμιζε ποδοβολητό όχλου, ο Τζόζεφ άδραξε ξανά τα κάγκελα, σαν να 'θελε να κρατηθεί για να μην τον παρασύρουν τα νερά. «Χίλια εννιακόσια ενενήντα τέσσερα. Δεκαπέντε Σεπτεμβρίου. Ημέρα Πέμπτη. Γράψ' το». Όρθιος πλάι στο κρεβάτι, ο Ρούντι σημείωνε, με τον ίδιο τρόπο που έγραφε τα δελτία με τις συνταγές: «15 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1994, ΠΕΜΠΤΗ». Με μάτια γουρλωμένα και αγριεμένα, σαν του λαγού που πέφτει στα νύχια του κογιότ, ο Τζόζεφ κάρφωσε το βλέμμα ψηλά στον τοίχο απέναντι από το κρεβάτι του. Έμοιαζε να βλέπει κάτι πίσω από τον τοίχο. Ίσως το μέλλον. «Να τον προειδοποιήσεις», είπε ο ετοιμοθάνατος άντρας. «Για όνομα του Θεού, να τον προειδοποιήσεις». «Ποιον να προειδοποιήσω;» ρώτησε μπερδεμένος ο Ρούντι. «Τον Τζίμι. Το γιο σου, τον Τζίμι τον εγγονό μου». «Δε γεννήθηκε ακόμα». «Κοντεύει. Σε δύο λεπτά. Να τον προειδοποιήσεις. Χίλια εννιακόσια ενενήντα οχτώ. Δεκαεννιά Ιανουαρίου. Ημέρα Δευτέρα». Μαρμαρωμένος από την εφιαλτική έκφραση του προσώπου του πατέρα του, ο Ρούντι κρατούσε το στιλό πάνω από το χαρτί. «ΓΡΑΦΕ!» βρυχήθηκε ο Τζόζεφ. Το στόμα του συσπάστηκε τόσο έντονα, που άνοιξε το ξεραμένο και ξεφλουδισμένο κάτω χείλος του. Μια άλικη γραμμή σχηματίστηκε αργά στο πιγούνι του. «Χίλια εννιακόσια ενενήντα οχτώ», μουρμούρισε ο Ρούντι γράφοντας.


26

D E A N KOONTZ

«Δεκαεννιά Ιανουαρίου», επανέλαβε ο Τζόζεφ σαν να έκρωζε. Ο στεγνός λαιμός του είχε γδαρθεί από την κραυγή. «Δευτέρα. Μέρα φοβερή». «Γιατί;» «Φοβερή, φοβερή». «Γιατί θα είναι φοβερή;» επέμεινε ο Ρούντι. «Δύο χιλιάδες δύο. Είκοσι τρεις Δεκεμβρίου. Πάλι Δευτέρα». «Μπαμπά, όλα αυτά είναι αλλόκοτα. Δεν καταλαβαίνω», είπε ο Ρούντι, σημειώνοντας παρά ταύτα την τρίτη ημερομηνία. Ο Τζόζεφ εξακολουθούσε να κρατάει γερά τα μεταλλικά κάγκελα του κρεβατιού. Ξάφνου, τα τράνταξε βίαια, με μια δύναμη απρόσμενη και παράξενη, σάμπως να 'θελε να τα ξεχαρβαλώσει, προκαλώντας τέτοιο σαματά που σε μια άλλη πτέρυγα του νοσοκομείου ίσως ακουγόταν δυνατά, μα που στη συνήθως σιωπηλή εντατική μονάδα αντήχησε σαν έκρηξη. Στην αρχή, η παριστάμενη νοσοκόμα έκανε να τρέξει κοντά του για να τον ηρεμήσει, αλλά ο γεμάτος ένταση συνδυασμός οργής και τρόμου στο ωχρό πρόσωπο του την έκανε να διστάσει. Όταν η βροντή τράνταξε το κτίριο σε σημείο ώστε να πέσει σκόνη από τα ηχομονωτικά πλακάκια της οροφής, η αδελφή πισωπάτησε, λες και πίστευε ότι ο ίδιος ο Τζόζεφ είχε προκαλέσει τη βροντή. «ΓΡΑΦΕ!» πρόσταξε. «Το έγραψα, το έγραψα», τον διαβεβαίωσε ο Ρούντι. «Είκοσι τρεις Δεκεμβρίου δύο χιλιάδες δύο, πάλι Δευτέρα». «Δύο χιλιάδες τρία», είπε βιαστικά ο Τζόζεφ. «Είκοσι έξι Νοεμβρίου. Τετάρτη. Παραμονή της Ημέρας των Ευχαριστιών». Αφού κατέγραψε την τέταρτη ημερομηνία στο πίσω μέρος της πρόσκλησης του τσίρκου, τη στιγμή που ο πατέρας του έπαυε να τραντάζει τα κάγκελα, ο Ρούντι σήκωσε το βλέμμα και διέκρινε μια καινούρια έκφραση στο πρόσωπο και στα μάτια του Τζόζεφ. Η οργή είχε υποχωρήσει, όπως και ο τρόμος. «Καημένε Τζίμι, καημένε Ρούντι», ψέλλισε ο Τζόζεφ, ενώ δάκρυα ανάβλυζαν από τα μάτια του. «Μπαμπά;...» «Καημένε, καημένε Ρούντι. Καημένε Τζίμι. Πού 'ναι ο Ρούντι;»


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

27

«Εγώ είμαι ο Ρούντι, μπαμπά. Εδώ είμαι». Ο Τζόζεφ ανοιγόκλεισε τα μάτια του για να διώξει τα δάκρυα, υπό την επήρεια ενός άλλου συναισθήματος, πιο ακαθόριστου. Κάποιοι θα το χαρακτήριζαν κατάπληξη. Άλλοι θα έλεγαν ότι ήταν γνήσια απορία, σαν αυτή που εκφράζει ένα μωρό στη θέα οποιουδήποτε ζωηρόχρωμου αντικειμένου. Την επόμενη στιγμή, ο Ρούντι το ερμήνευσε ως κάτι βαθύτερο από απλή απορία. Ήταν δέος: η απόλυτη υποχώρηση του μυαλού μπροστά σε κάτι μεγαλειώδες και τρομακτικό. Τα μάτια του πατέρα του έλαμψαν από κατάπληξη. Στο πρόσωπο του η έκφραση της χαράς και του φόβου συναγωνίζονταν μεταξύ τους. Η όλο και πιο τραχιά φωνή του Τζόζεφ έγινε ψίθυρος: «Δύο χιλιάδες πέντε». Η ματιά του παρέμεινε καρφωμένη σε μια άλλη πραγματικότητα, προφανώς πειστικότερη απ' όσο ο κόσμος στον οποίο έζησε επί πενήντα εφτά χρόνια. Με χέρι τρεμάμενο πλέον, αλλά ικανό ακόμα να σημειώνει, ο Ρούντι κατέγραψε την πέμπτη ημερομηνία -και περίμενε. «Αχ», αναφώνησε ο Τζόζεφ, σαν να του αποκαλύφθηκε ένα μυστικό που τον φόβισε. «Μπαμπά;» «Όχι αυτό, όχι αυτό», θρήνησε ο Τζόζεφ. «Μπαμπά, τι συμβαίνει;» Καθώς η περιέργεια νίκησε την ανησυχία, η τρομαγμένη νοσοκόμα πλησίασε το κρεβάτι. Ένας γιατρός μπήκε στο θάλαμο. «Τι συμβαίνει εδώ πέρα;» «Μην εμπιστεύεσαι τον κλόουν», είπε ο Τζόζεφ. Ο γιατρός φάνηκε ελαφρώς θιγμένος, υποθέτοντας πως ο ασθενής αμφισβητούσε την επιστημονική του επάρκεια. Ο Ρούντι έσκυψε πάνω από το κρεβάτι και προσπάθησε να αποσπάσει την προσοχή του πατέρα του από το υπερκόσμιο όραμά του. «Μπαμπά, πώς ξέρεις εσύ για τον κλόουν;» «Στις δεκαέξι Απριλίου», είπε ο Τζόζεφ. «Πώς ξέρεις για τον κλόουν;»


28

D E A N KOONTZ

«ΓΡΑΦ' ΤΟ!» βροντοφώναξε ο Τζόζεφ, ενώ τα ουράνια συγκρούονταν ξανά με τη γη. Ο γιατρός πήγε από την άλλη πλευρά του κρεβατιού και ο Ρούντι πρόσθεσε την ημερομηνία 16 ΑΠΡΙΛΙΟΥ μετά το 2005 στην πέμπτη σειρά, στην πίσω όψη της πρόσκλησης για το τσίρκο. Έγραψε επίσης τη λέξη ΣΑΒΒΑΤΟ, μόλις την άκουσε από τον πατέρα του. Ο γιατρός έπιασε τον Τζόζεφ από το πιγούνι και γύρισε το κεφάλι του για να δει τα μάτια του. «Δεν είν' αυτός που νομίζεις ότι είναι», είπε ο Τζόζεφ απευθυνόμενος στο γιο του, όχι στο γιατρό. «Ποιος;» ρώτησε ο Ρούντι. «Λεν είναι». «Για ποιον λες;» «Έλα τώρα, Τζόζεφ», τον μάλωσε μαλακά ο γιατρός, «με γνωρίζεις πολύ καλά. Ο δόκτωρ Πίκετ είμαι». «Ω, τι τρομερή τραγωδία», μουρμούρισε ο Τζόζεφ με φωνή πλημμυρισμένη οίκτο, σαν να μην ήταν ζαχαροπλάστης αλλά ηθοποιός σε έργο του Σαίξπηρ. «Ποια τραγωδία;» ρώτησε ανήσυχος ο Ρούντι. Βγάζοντας το οφθαλμοσκόπιο από την τσέπη της άσπρης ποδιάς του, ο δόκτωρ Πίκετ διαφώνησε: «Δε βλέπω καμιά τραγωδία εδώ. Βλέπω θεαματική βελτίωση». Ο Τζόζεφ απελευθερώθηκε από το χέρι του γιατρού μ' ένα απότομο τίναγμα. Η ταραχή του ολοένα δυνάμωνε. «Νεφρά!» φώναξε. «Νεφρά;» ρώτησε σαστισμένος ο Ρούντι. «Γιατί είναι τόσο σημαντικά τα νεφρά, διάβολε;» ρώτησε ο Τζόζεφ. «Είναι παράλογο, όλα είναι παράλογα!» Ο Ρούντι ένιωσε βαθιά θλίψη, καταλαβαίνοντας ότι η πρόσκαιρη πνευματική διαύγεια του πατέρα του είχε αρχίσει να χάνεται. Ξαναπιάνοντας τον ασθενή του από το πιγούνι, ο δόκτωρ Πίκετ άναψε το φως του οφθαλμοσκόπιου κι έστρεψε τις ακτίνες προς το δεξί μάτι του Τζόζεφ. Και τότε ο Τζόζεφ Τοκ ξεφύσησε δυνατά κι έπεσε νεκρός πί-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

29

σω στο μαξιλάρι, θαρρείς κι εκείνη η λεπτή δέσμη φωτός ήταν βελόνα και η ζωή του ένα φουσκωμένο μπαλόνι. Παρ' όλες τις τεχνικές και τα μηχανήματα ενός καλά εξοπλισμένου νοσοκομείου, οι προσπάθειες να τον επαναφέρουν στη ζωή πήγαν στο βρόντο. Ο Τζόζεφ είχε αναχωρήσει για το ταξίδι χωρίς επιστροφή. Και κατέφθασα εγώ, ο Τζέιμς Χένρι Τοκ. Η ώρα στο πιστοποιητικό θανάτου του παππού μου συμπίπτει με την ώρα στο δικό μου πιστοποιητικό γέννησης: 22:46'. Απαρηγόρητος, ο Ρούντι έμεινε για μερικές στιγμές στο προσκέφαλο του Τζόζεφ. Δεν είχε ξεχάσει τη γυναίκα του, αλλά είχε παραλύσει από τη θλίψη. Πέντε λεπτά αργότερα, μια νοσοκόμα έφερε το μήνυμα ότι η Μάντι πέρασε μια κρίση και ότι έπρεπε να σπεύσει στο πλευρό της. Τρομοκρατημένος από την προοπτική να χάσει και πατέρα και σύζυγο, ο μπαμπάς έφυγε τρέχοντας από την εντατική. Όπως τα διηγείται, οι διάδρομοι του ταπεινού επαρχιακού νοσοκομείου μας του φάνηκαν ξαφνικά σαν λαβύρινθος και, σε τουλάχιστον δύο περιπτώσεις, έστριψε σε λάθος σημείο. Η ανυπομονησία του δεν του επέτρεψε να πάρει το ασανσέρ. Κατέβηκε με τη σκάλα από τον τρίτο στο ισόγειο -και τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι η μαιευτική κλινική βρισκόταν στο δεύτερο όροφο. Ο μπαμπάς έφτασε στην αίθουσα αναμονής του μαιευτηρίου τη στιγμή που ο Κόνραντ Μπίζο πυροβολούσε το γιατρό της γυναίκας του. Προς στιγμήν, ο μπαμπάς νόμισε ότι ο Μπίζο μεταχειρίστηκε πιστόλι κλόουν, κάποιο πιστολάκι-παιχνίδι που εκτοξεύει κόκκινη μπογιά. Όμως ο σωριασμένος στο πάτωμα γιατρός δεν είχε τίποτα κωμικό επάνω του και η μυρωδιά του αίματος ήταν βαριά και πολύ αληθινή. Ο Μπίζο στράφηκε προς τον πατέρα μου και σήκωσε το πιστόλι.


30

D E A N KOONTZ

Παρά το ζαρωμένο καπελάκι, τα κοντά μανίκια και το φανταχτερό μπάλωμα στα οπίσθια, παρά την άσπρη μπογιά που κάλυπτε το πρόσωπο του και τα ζωηρά κόκκινα μάγουλα, εκείνη τη στιγμή ο Κόνραντ Μπίζο μόνο παλιάτσο δε θύμιζε. Τα μάτια του γυάλιζαν σαν της τίγρης και δεν ήταν δύσκολο να τον φανταστεί κανείς να γυμνώνει αγριεμένα τα δόντια. Έτσι όπως δέσποζε στο δωμάτιο, με ύφος δαιμονικό, ήταν η προσωποποίηση της τρέλας. Ο μπαμπάς σκέφτηκε ότι θα τον έπαιρνε κι αυτόν η μπάλα, αλλά ο Μπίζο είπε: «Κάνε πέρα, Ρούντι Τοκ. Δεν έχω τίποτα μαζί σου. Δεν είσαι ακροβάτης». Ο Μπίζο έσπρωξε με τον ώμο την πόρτα που οδηγούσε από την αίθουσα αναμονής στους θαλάμους τοκετού και την κοπάνησε δυνατά πίσω του. Ο μπαμπάς γονάτισε πλάι στο γιατρό και διαπίστωσε ότι ανέπνεε ακόμα. Ο λαβωμένος άντρας προσπάθησε να μιλήσει, αλλά ήταν αδύνατον. Το αίμα τού έφραζε το λαιμό και τον έπνιγε. Ανασηκώνοντας μαλακά το κεφάλι του γιατρού και στηρίζοντάς το με περιοδικά ώστε να μπορεί να ανασαίνει, ο μπαμπάς φώναξε βοήθεια. Μια δυνατή βροντή συντάραξε για μια ακόμα φορά τη νύχτα. Ο δόκτωρ Φέρις Μακντόναλντ ήταν ο γιατρός της Μάνα. Ανέλαβε επίσης τη φροντίδα της Νάταλι Μπίζο, όταν τη μετέφεραν εκτάκτως στο νοσοκομείο για να γεννήσει. Βαριά τραυματισμένος, έμοιαζε περισσότερο σαστισμένος παρά φοβισμένος. Τώρα που καθάρισε ο λαιμός του και ανάσαινε ευκολότερα, προσπάθησε να μιλήσει στον πατέρα μου: «Πέθανε την ώρα της γέννας, αλλά δεν έφταιγα εγώ». Έντρομος, ο μπαμπάς νόμισε ότι αυτή που πέθανε ήταν η Μάντι. Ο δόκτωρ Μακντόναλντ το κατάλαβε, γιατί τα τελευταία λόγια του ήταν: «Όχι η Μάνη. Η γυναίκα του κλόουν. Η Μάντι... ζει. Λυπάμαι, Ρούντι». Ο Φέρις Μακντόναλντ πέθανε με το χέρι του πατέρα μου στην καρδιά του. Καθώς ο ήχος της βροντής απομακρυνόταν, ο μπαμπάς ά-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

31

κουσε ακόμα έναν πυροβολισμό πίσω από την πόρτα από όπου είχε εξαφανιστεί ο Κόνραντ Μπίζο. Κάπου εκεί βρισκόταν η Μάντι, αβοήθητη, ύστερα από μια επίπονη γέννα. Ήμουν κι εγώ εκεί, ένα βρέφος που δεν ήταν ακόμα αρκετά μπουνταλάς για να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Ο πατέρας μου, φούρναρης εκείνη την εποχή, δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος της δράσης· ούτε έγινε ποτέ, όταν μερικά χρόνια αργότερα αποφοίτησε από τη σχολή ζαχαροπλαστικής. Είναι ένας άντρας μετρίων διαστάσεων, ούτε πολύ αδύναμος αλλά ούτε και γεννημένος μποξέρ. Μέχρι τότε ζούσε μια ήσυχη ζωή, χωρίς σοβαρές απαιτήσεις, χωρίς συγκρούσεις. Και, παρ' ότι ο φόβος για τη γυναίκα και το παιδί του του προκάλεσε έναν παράξενο, παγερό πανικό, ενήργησε περισσότερο με νηφαλιότητα και υπολογισμό παρά με υστερία. Χωρίς να διαθέτει ούτε όπλο ούτε σχέδιο, αλλά αποκτώντας ξαφνικά καρδιά λιονταριού, άνοιξε την πόρτα και κυνήγησε τον Μπίζο. Μολονότι έπλασε με τη φαντασία του χίλια φρικιαστικά σενάρια μέσα σε δευτερόλεπτα, ισχυρίζεται πως δεν προμάντεψε αυτό που ακολούθησε και φυσικά δεν μπορούσε να προβλέψει ότι τα γεγονότα εκείνης της νύχτας θα είχαν αντίκτυπο στην επόμενη τριακονταετία -και μάλιστα με τόσο τρομερές και απίστευτες συνέπειες στη ζωή του και στη δική μου.


2

Σ

το Νοσοκομείο της Κομητείας Σνόου, η εσωτερική πόρτα της αίθουσας αναμονής του μαιευτηρίου οδηγεί σ' ένα μικρό διάδρομο. Αριστερά βρίσκεται μια αποθήκη και δεξιά η τουαλέτα. Οι λάμπες φθορισμού στην οροφή, οι λευκοί τοίχοι και τα λευκά κεραμικά πλακάκια στο δάπεδο δείχνουν περιβάλλον καλά αποστειρωμένο. Γνωρίζω το χώρο, καθώς στην ίδια μαιευτική κλινική γεννήθηκε το παιδί μου, μια άλλη αλησμόνητη νύχτα απαράμιλλου χάους. Εκείνη τη νύχτα με την καταιγίδα, στα 1974, με τον Νίξον να έχει επιστρέψει στο σπίτι του στην Καλιφόρνια και τον Μπίζο σε κρίση, ο πατέρας μου βρήκε μια νοσοκόμα ξαπλωμένη στο διάδρομο, σκοτωμένη από σφαίρα. Θυμάται ότι τα γόνατά του λύγισαν από οίκτο και απόγνωση. Η απώλεια του δόκτορα Μακντόναλντ, καίτοι τρομερή, δεν είχε καταγραφεί πλήρως στη συνείδηση του μπαμπά, γιατί υπήρξε πολύ ξαφνική, σχεδόν σαν όνειρο. Μερικές στιγμές αργότερα, το θέαμα της νεκρής νοσοκόμας -μιας νεαρής, όμορφης κοπέλας που έμοιαζε με αγγελάκι ντυμένο στα λευκά, καθώς τα ξανθά μαλλιά της πλαισίωναν σαν φωτοστέφανο το απόκοσμα γαλήνιο πρόσωπό της- εγγράφηκε για τα καλά στο μυαλό του -και τότε συνειδητοποίησε την αλήθεια, τότε κατάλαβε τι σήμαιναν αυτοί οι δύο θάνατοι. Όρμησε στην πόρτα της αποθήκης, την άνοιξε με φόρα κι αναζήτησε κάτι που θα του χρησίμευε για όπλο. Βρήκε μονάχα


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

33

σεντόνια, μπουκάλια με αντισηπτικό, ένα κλειδωμένο ντουλάπι με φάρμακα... Μόλο που εκ των υστέρων του φαινόταν μακάβρια κωμικό, εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε σοβαρά, με τη λογική της απόγνωσης, ότι σαν αρτοποιός είχε ζυμώσει τόνους ψωμιού στη ζωή του, οπότε τα χέρια του ήταν επικίνδυνα δυνατά. Αν κατόρθωνε να αφοπλίσει τον Μπίζο, σίγουρα θα είχε τη δύναμη να τον στραγγαλίσει. Κανένα αυτοσχέδιο όπλο δεν είναι τόσο φονικό όσο τα ευλύγιστα χέρια ενός θυμωμένου αρτοποιού. Αυτή η παρανοϊκή σκέψη γεννήθηκε από τον τρόμο του. Παραδόξως, ο ίδιος τρόμος τον όπλισε με θάρρος. Ο μικρός διάδρομος διασταυρωνόταν μ' ένα μακρύτερο που οδηγούσε και δεξιά και αριστερά. Αυτός ο δεύτερος διάδρομος είχε τρεις πόρτες. Οι δύο έβγαζαν σε θαλάμους τοκετού και η τρίτη στο θάλαμο νεογνών, όπου τα φασκιωμένα μωρά, το καθένα στην κούνια του, μελετούσαν την καινούρια τους κατάσταση, ζυγιάζοντας το φως, τη σκιά, την πείνα, τη δυσφορία και τους φόρους. Ο μπαμπάς αναζήτησε τη μητέρα μου κι εμένα, αλλά βρήκε μόνο την πρώτη. Ήταν ξαπλωμένη σ' έναν από τους θαλάμους τοκετού, μόνη και αναίσθητη στο κρεβάτι. Στην αρχή, του φάνηκε πεθαμένη. Του ήρθε σκοτοδίνη, αλλά προτού λιγοθυμήσει πρόσεξε ότι η αγαπημένη του Μάντι ανέπνεε. Αρπάχτηκε από την άκρη του κρεβατιού μέχρι να καθαρίσει η όρασή του. Λουσμένη στον ιδρώτα, με πρόσωπο σταχτί, η Μάντι δε θύμιζε τη δραστήρια γυναίκα που ήταν κάποτε. Έμοιαζε αδύναμη, ευάλωτη... Τα ματωμένα σεντόνια φανέρωναν ότι είχε γεννήσει, αλλά ο Ρούντι δεν είδε πουθενά κανένα στριγκλιάρικο μωρό. «Πού είστε, καθάρματα;» φώναξε από κάπου πέρα ο Μπίζο. Όσο κι αν δεν ήθελε ν' αφήσει τη μητέρα μου, ο μπαμπάς βγήκε για να τον αντιμετωπίσει -όπως θα έκανε κάθε φούρναρης (έτσι μας έλεγε πάντα). Στο δεύτερο θάλαμο τοκετού, βρήκε ξαπλωμένη στο κρεβάτι


34

D E A N KOONTZ

τη Νάταλι Μπίζο. Η λεπτή ακροβάτισσα είχε ελάχιστη μόνο ώρα που πέθανε, από επιπλοκή. Τα δάκρυα δεν είχαν στεγνώσει ακόμα στα μάγουλά της. Σύμφωνα με τον μπαμπά, ακόμα και μετά από τόση αγωνία, ακόμα και νεκρή, διέθετε μια αιθέρια ομορφιά. Είχε άψογο καστανόχρυσο δέρμα. Κορακάτα μαλλιά. Τα φωτεινά πράσινα μάτια της ήταν ανοιχτά κι έμοιαζαν με παράθυρο στους λειμώνες του Παραδείσου. Για τον Κόνραντ Μπίζο -που ακόμα και χωρίς βαμμένο πρόσωπο σίγουρα δεν ήταν όμορφος, ούτε πλούσιος, και που ακόμα και σε φυσιολογικές συνθήκες δε θα πρέπει να ήταν ευχάριστος άνθρωπος-, τούτη η γυναίκα ήταν ένα απρόσμενο δώρο, μια ευλογία πέρα από κάθε λογική. Έτσι λοιπόν, μπορούσες να καταλάβεις -αλλά όχι να δικαιολογήσεις- τη βίαιη αντίδρασή του στην απώλειά της. Βγαίνοντας από το θάλαμο, ο μπαμπάς βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με το δολοφόνο κλόουν. Εκείνη τη στιγμή ο Μπίζο άνοιγε την πόρτα του θαλάμου νεογνών κι ορμούσε στο χολ μ' ένα φασκιωμένο μωρό στην αγκαλιά. Από τόσο κοντινή απόσταση, το πιστόλι που κρατούσε στο δεξί του χέρι έμοιαζε διπλάσιο απ' όσο προηγουμένως, στην αίθουσα αναμονής, θαρρείς και οι δυο τους βρίσκονταν στη Χώρα των Θαυμάτων της Αλίκης, όπου τα αντικείμενα μεγάλωναν ή μίκραιναν παράλογα, αψηφώντας τους νόμους της φυσικής. Ο μπαμπάς θα μπορούσε ν' αρπάξει τον Μπίζο από τον καρπό με το στιβαρό του χέρι και να τον αφοπλίσει, αλλά δεν τόλμησε, από φόβο μήπως κινδυνέψει το μωρό. Το μωρό είχε κόκκινο προσωπάκι με ζαρωμένο μέτωπο. Φαινόταν ενοχλημένο, πειραγμένο. Είχε ανοίξει διάπλατα το στόμα, σαν να 'ταν έτοιμο να ξεφωνίσει και να βουβάθηκε επειδή κατάλαβε ότι ο πατέρας του ήταν ένας τρελός κλόουν. Ας είναι καλά το μωρό, έλεγε συχνά ο μπαμπάς. Ειδάλλως, θα είχα σκοτωθεί. Θα είχες μεγαλώσει ορφανός από πατέρα και δε θα μάθαινες ποτέ να φτιάχνεις κρεμ μπριλέ πρώτης ποιότητας. Με το μωρό στην αγκαλιά, λοιπόν, και κραδαίνοντας το πιστόλι, ο Μπίζο ρώτησε τον πατέρα μου: «Πού 'ν' τοι, Ρούντι Τοκ;»


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

35

«Ποιοι;» ρώτησε ο μπαμπάς. Ο κλόουν με τα κόκκινα μάτια πάλευε με τη λύπη και την οργή του. Το μακιγιάζ του είχε μουντζουρωθεί από τα δάκρυα. Τα χείλη του έτρεμαν, λες κι ήταν έτοιμος να ξεσπάσει σε ανεξέλεγκτους λυγμούς, αλλά αμέσως μετά έδειξε τα δόντια του με ύφος αγριεμένο. Του πατέρα μου του πάγωσαν τα σωθικά. «Μην παριστάνεις τον κουτό», τον προειδοποίησε ο Μπίζο. «Ασφαλώς υπάρχουν κι άλλες νοσοκόμες, ίσως και δεύτερος γιατρός. Θέλω να τα σκοτώσω τα καθάρματα που την άφησαν να πεθάνει». «Το έσκασαν», είπε ο πατέρας μου, πιστεύοντας πως ήταν ασφαλέστερο να πει ότι είδε τάχα το προσωπικό να το σκάει, παρά να επιμείνει ότι δεν είδε κανέναν. «Δραπέτευσαν πίσω από την πλάτη σου. Όταν έμπαινες, αυτοί βγήκαν από την αίθουσα αναμονής. Είναι φευγάτοι από ώρα». Γεμάτος λύσσα, ο Κόνραντ Μπίζο φάνηκε να θεριεύει κι άλλο... λες και η οργή τρέφει τους γίγαντες... Το πρόσωπο του δεν είχε τίποτε από την ιλαρότητα ενός παλιάτσου. Τα μάτια του έσταζαν μίσος φαρμακερό, σαν δηλητήριο κόμπρας. Φοβούμενος μήπως γίνει στόχος του Μπίζο, μια και το ιατρικό προσωπικό δεν ήταν διαθέσιμο, ο μπαμπάς έσπευσε να προσθέσει εξυπηρετικά, δίχως ίχνος απειλής στη φωνή: «Έρχεται η αστυνομία. Θα θελήσουν να σου πάρουν το μωρό». «Δε δίνω το γιο μου σε κανέναν», δήλωσε ο Μπίζο με παραφορά. Η μπαγιάτικη μυρωδιά του καπνού που ανέδιδαν τα ρούχα του θα μπορούσε να εκληφθεί ως συνέπεια των βίαιων συναισθημάτων του. «Θα κάνω τα πάντα προκειμένου να μην τον αναθρέψουν οι ακροβάτες». Για λόγους αυτοσυντήρησης, ο πατέρας μου περπατούσε στη λεπτή γραμμή ανάμεσα στην έξυπνη χειραγώγηση και τη γαλιφιά. «Το αγόρι σου θα γίνει ο καλύτερος του είδους του -κλόουν, γελωτοποιός, αρλεκίνος, μιμητής». «Μίμος», τον διόρθωσε ο φονιάς, δίχως θυμό. «Ναι, θα γίνει ο καλύτερος. Θα γίνει. Δε θα επιτρέψω σε κανέναν να καταστρέψει το πεπρωμένο του γιου μου». Με το πιστόλι και το μωρό στην αγκαλιά, ο Μπίζο προσπέ-


36

D E A N KOONTZ

ρασε τον μπαμπά μου και όρμησε στο μικρότερο διάδρομο, δρασκελίζοντας το πτώμα της νοσοκόμας με την ίδια αδιαφορία που θα επιδείκνυε αν περνούσε πάνω από έναν κουβά και μια σφουγγαρίστρα. Ο μπαμπάς κοιτούσε με απόγνωση, αδυνατώντας να σκεφτεί έναν τρόπο για να σταματήσει αυτό το κτήνος δίχως να βλάψει το βρέφος. Όταν ο Μπίζο έφτασε στο κατώφλι της αίθουσας αναμονής, κοντοστάθηκε κι έριξε μια ματιά πάνω απ' τον ώμο του. «Δε θα σε ξεχάσω ποτέ, Ρούντι Τοκ. Ποτέ». Ο πατέρας μου δεν κατάλαβε αν επρόκειτο για εκδήλωση τρυφερότητας ή απειλή. Ο Μπίζο έσπρωξε την πόρτα κι εξαφανίστηκε. Αμέσως ο μπαμπάς γύρισε τρέχοντας στο θάλαμο τοκετού, γιατί το πρώτο του μέλημα ήταν, εννοείται, η γυναίκα του κι εγώ. Δίχως καμία φροντίδα, η μητέρα μου ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι όπου την είχε ανακαλύψει πριν από λίγα λεπτά. Παρ' ότι κάτωχρη και καταϊδρωμένη, είχε ανακτήσει τις αισθήσεις της. Βογκώντας από τον πόνο, ανοιγόκλεισε τα μάτια σαστισμένη. Το κατά πόσο ήταν απλώς μπερδεμένη ή βρισκόταν σε παραλήρημα παραμένει ανοιχτό θέμα συζήτησης ανάμεσα στους γονείς μου, όμως ο πατέρας μου επιμένει ότι του κόπηκαν τα ήπατα όταν εκείνη του είπε: «Αν θέλεις σάντουιτς Ρούμπεν* για το δείπνο, πρέπει ν' αγοράσουμε τυρί απ' τον μπακάλη». Η μαμά επιμένει ότι είπε: «Μη διανοηθείς να μ' ξαναγγίξεις ύστερα από όσα τράβηξα, παλιομασκαρά». Η αγάπη τους είναι βαθύτερη από τον πόθο, τη στοργή και το σεβασμό. Βασική πηγή της είναι το χιούμορ. Το χιούμορ είναι πέταλο στο λουλούδι της ελπίδας και η ελπίδα είναι μπουμπούκι στα κλαδιά της πίστης. Πιστεύουν ο ένας στον άλλον· πιστεύουν επίσης ότι η ζωή έχει νόημα, και από τούτη την πίστη πηγάζει η ανεξάντλητη ευδιαθεσία τους, μια ευδιαθεσία που αποτελεί το μεγαλύτερο δώρο του ενός προς τον άλλον -και προς εμένα. Μεγάλωσα σ' ένα σπίτι γεμάτο γέλιο. Ανεξάρτητα από το τι •Σάντουιτς με κορνμπίφ, ελβετικό τυρί και ξινολάχανο. (Σ.τ.Μ.)


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

37

θα μου συμβεί στο μέλλον, θα έχω ζήσει μια ζωή γεμάτη γέλιο -και γεμάτη υπέροχα γλυκά. Στην παρούσα ανιστόρηση της ζωής μου, θα καταφεύγω συχνά στο χιούμορ, καθόσον το γέλιο είναι το ιδανικό γιατρικό για τη βασανισμένη καρδιά και βάλσαμο για τη δυστυχία· ωστόσο δε θα σας κοροϊδέψω. Δε θα μεταχειριστώ το γέλιο σαν παραπέτασμα προκειμένου να σας προστατέψω από τη φρίκη και την απελπισία. Θα γελάσουμε μαζί, αλλά μερικές φορές το γέλιο θα πληγώνει. Λοιπόν... Μπορεί οι δυο τους να μη συμφωνούν στο κατά πόσο η μητέρα μου παραληρούσε ή διατηρούσε απολύτως τη νηφαλιότητά της, στο κατά πόσο κατηγορούσε τον πατέρα μου για τους πόνους της γέννας ή συζητούσε την ανάγκη να ψωνίσουν τυρί, πάντως λίγο ως πολύ η άποψή τους ταυτίζεται όσον αφορά τα όσα επακολούθησαν. Ο πατέρας μου βρήκε ένα εντοιχισμένο τηλέφωνο κοντά στην πόρτα και κάλεσε βοήθεια. Η εν λόγω συσκευή εξυπηρετούσε την ενδοεπικοινωνία, γι' αυτό δεν είχε κανονικό πληκτρολόγιο. Είχε μονάχα τέσσερα κουμπιά με τις ενδείξεις: ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ, ΦΑΡΜΑΚΕΙΟ, ΚΑΘΑΡΙΟΤΗΤΑ, ΑΣΦΑΛΕΙΑ. Ο μπαμπάς πάτησε το πλήκτρο με την ένδειξη ΑΣΦΑΛΕΙΑ και πληροφόρησε τον υπάλληλο ότι υπήρχαν σκοτωμένοι, ότι ο δράστης, ντυμένος με ρούχα κλόουν, εγκατέλειπε εκείνη τη στιγμή το κτίριο και ότι η Μάντι χρειαζόταν άμεσα ιατρική βοήθεια. «Πού 'ναι το μωρό μου;» φώναξε η μητέρα μου από το κρεβάτι, με καθαρό πλέον μυαλό, αν υποθέσουμε ότι προηγουμένως τα είχε κομματάκι χαμένα. Με το ακουστικό στο αυτί, ο πατέρας μου γύρισε προς το μέρος της έκπληκτος, τρομοκρατημένος. «Δεν ξέρεις πού είναι;» «Πού θες να ξέρω;» ρώτησε εκείνη, πασχίζοντας μάταια να ανακαθίσει και μορφάζοντας από τον πόνο. «Εγώ λιποθύμησα. Ποιος σκοτώθηκε; Για όνομα του Θεού, ποιος σκοτώθηκε; Τι τρέχει; Πού 'ναι το μωρό μου;» Ο θάλαμος τοκετού δε διέθετε παράθυρα και ήταν περιτριγυρισμένος από διαδρόμους και άλλα δωμάτια, εντελώς απομονω-


38

D E A N KOONTZ

μένος από τον έξω κόσμο. Παρ' όλ' αυτά, οι γονείς μου άκουσαν αμυδρά σειρήνες να έρχονται από μακριά. Στη θύμηση του μπαμπά ξεπήδησε ξαφνικά η εφιαλτική εικόνα του Μπίζο στο διάδρομο, με το πιστόλι στο δεξί χέρι και το μωρό του αγκαλιασμένο με το αριστερό. Μια ξινή γεύση τού ανέβηκε στο λαιμό, ενώ την ίδια στιγμή η καρδιά του χτύπησε γοργά. Ίσως ο Μπίζο έχασε στη γέννα και τη γυναίκα του και το παιδί του. Ίσως το νεογέννητο στην αγκαλιά του να μην ήταν το δικό του, αλλά ο μικρός Τζέιμς -ή η μικρή Τζένιφερ- Τοκ. Ο νους μου ττήγε αμέσως στην απαγωγή, λέει ο μπαμπάς όποτε θυμάται εκείνες τις στιγμές. Θυμήθηκα το παιδί των Λίντμπεργκ και του Φρανκ Σινάτρα που τα απήγαγαν για λύτρα, τον Κουτσοκαλιγέρη* και τον Ταρζάν που τον μεγάλωσαν οι πίθηκοι, και μολονότι όλ' αυτά φάνταζαν παράλογα, εμένα φώλιασαν γερά στο μυαλό μου. Ήθελα να φωνάξω, μα φωνή δεν έβγαινε, κι ένιωσα ακριβώς σαν το μωρό με το κοκκινισμένο μουτράκι και τ' ορθάνοιχτο στόμα απ' όπου δεν έβγαινε κανένας ήχος. Μόλις σκέφτηκα το μωρό, μου καρφώθηκε η ιδέα ότι ήσουν εσύ, ότι δεν ήταν το δικό του, αλλά εσύ, εσύ -ο Τζίμι μου. Γεμάτος απελπισία, ο μπαμπάς άφησε το τηλέφωνο να πέσει κι όρμησε απ' την ανοιχτή πόρτα στο διάδρομο για να βρει τον Μπίζο και να τον σταματήσει -και σχεδόν συγκρούστηκε με τη Σαρλίν Κόουλμαν, μια νοσοκόμα που ερχόταν κουβαλώντας ένα μωρό στην αγκαλιά. Τούτο δω το βρέφος είχε πλατύτερο πρόσωπο από το μωρό που ο Μπίζο πήρε μαζί του μες στο σκοτάδι και τη θύελλα. Το χρώμα του ήταν ροδαλό κι έμοιαζε υγιέστερο από το άλλο μωρό με το κοκκινισμένο και γεμάτο κηλίδες μουτράκι. Σύμφωνα με τον μπαμπά, τα μάτια του ήταν γαλανά και λαμπερά, και το προσωπάκι του μες στην απορία. «Κρύφτηκα με το μωρό σας»» εξήγησε η Σαρλίν Κόουλμαν. «Κρύφτηκα για να μη με βρει αυτός ο απαίσιος άνθρωπος. Από την πρώτη στιγμή που πάτησε εδώ το πόδι του συνοδεύοντας τη *Ή Ρουμπελστίλσκιν: παραμύθι των Αδελφών Γκριμ. (Σ.τ.Μ.)


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

39

γυναίκα του, κατάλαβα ότι θα μας δημιουργούσε προβλήματα. Να σκεφτείτε ότι φορούσε το καπέλο του μέσα στην κλινική, χωρίς καν να ζητήσει συγνώμη». Μακάρι να ήμουν σε θέση να διαβεβαιώσω από προσωπική εμπειρία ότι πράγματι αυτό που τρομοκράτησε τη Σαρλίν ευθύς εξαρχής δεν ήταν το μεϊκάπ του κλόουν Μπίζο, ούτε τα φαρμακερά του λόγια εναντίον των ακροβατών πεθερικών του, ούτε το τρελό του βλέμμα που στριφογύριζε αδιάκοπα, αλλά απλώς και μόνο το καπέλο του. Δυστυχώς, έχοντας έρθει στον κόσμο λιγότερο από μία ώρα νωρίτερα, δεν ήξερα ακόμα αγγλικά, ούτε είχα ξεδιαλύνει ποια ήταν όλα αυτά τα άτομα.


31

Τ

ρέμοντας από ανακούφιση, ο μπαμπάς με πήρε από τη Σαρλίν Κόουλμαν και με οδήγησε στη μητέρα μου. Η νοσοκόμα σήκωσε την πλάτη του κρεβατιού, πρόσθεσε μαξιλάρια και η μαμά μπόρεσε να με κρατήσει στην αγκαλιά της. Ο μπαμπάς ορκίζεται ότι τα πρώτα της λόγια σ' εμένα ήταν τα εξής: «Ελπίζω να άξιζες τόσο πόνο, μικρέ Γαλανομάτη, γιατί άμα μου γίνεις κανένα αχάριστο παιδί θα σου κάνω τη ζωή Κόλαση». Κλαίγοντας, φανερά ταραγμένη από όσα συνέβησαν, η Σαρλίν διηγήθηκε τα καθέκαστα κι εξήγησε με ποιο τρόπο κατάφερε να με κρύψει όταν ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί. Ειδοποιημένος να φροντίσει συγχρόνως δύο γυναίκες με δύσκολο, μη προγραμματισμένο τοκετό, ο δόκτωρ Μακντόναλντ δεν κατάφερε να βρει άλλο γιατρό για βοήθεια. Έτσι λοιπόν, μοίρασε το χρόνο του ανάμεσα στις δύο ασθενείς, τρέχοντας από τον ένα θάλαμο στον άλλο, βασισμένος στις νοσοκόμες για υποστήριξη. Το έργο του γινόταν ακόμα δυσκολότερο λόγω της συχνής πτώσης της τάσης του ηλεκτρικού. Ανησυχούσε μήπως η γεννήτρια του νοσοκομείου δεν ανταποκρινόταν, σε περίπτωση διακοπής ρεύματος, στις απαιτούμενες ανάγκες. Η εγκυμοσύνη της Νάταλι Μπίζο εξελίχτηκε δίχως να την παρακολουθεί γιατρός. Η ίδια αγνοούσε ότι έπασχε από προεκλαμψία. Την ώρα του τοκετού παρουσιάστηκε πλήρης εκλαμψία με δυνατούς σπασμούς που έθεταν σε κίνδυνο όχι μόνο τη δική της ζωή αλλά και τη ζωή του αγέννητου παιδιού της. Όσο κι αν πάσχιζε ο γιατρός να τη συνεφέρει, η ασθενής δεν ανταποκρινόταν.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

41

Από την άλλη πλευρά, ο τοκετός της μητέρας μου ήταν βασανιστικός επειδή δε γινόταν διαστολή του τραχήλου. Ο ενδοφλέβιος ορός με τη συνθετική ωκυτοκίνη δεν προκάλεσε άμεσα αρκετές συσπάσεις της μήτρας ώστε να μπορέσει να με φέρει στον κόσμο. Πρώτη γέννησε η Νάταλι. Ο δόκτωρ Μακντόναλντ έκανε ό,τι μπορούσε για να τη σώσει -με ενδοτραχειακό σωλήνα για την αναπνοή και με ενέσεις για να σταματήσουν οι σπασμοί-, αλλά η υψηλή αρτηριακή πίεση και οι σπασμοί προκάλεσαν έντονη εγκεφαλική αιμορραγία που την οδήγησε στο θάνατο. Όταν κοβόταν ο ομφάλιος λώρος που ένωνε το μωρό των Μπίζο με τη μητέρα του, η δική μου μητέρα, εξαντλημένη πια από τις μάταιες προσπάθειες να σπρώξει, παρουσίασε, επιτέλους, ξαφνική διαστολή του τραχήλου. Η παράσταση του Τζίμι Τοκ είχε αρχίσει. Προτού μεταφέρει στον Κόνραντ Μπίζο τη θλιβερή είδηση ότι απέκτησε γιο αλλά έχασε τη γυναίκα του, ο δόκτωρ Μακντόναλντ ξεγέννησε τη μάνα μου και, σύμφωνα με τη Σαρλίν Κόουλμαν, ανήγγειλε ότι τούτος ο μικρός συμπαγής μπόγος θα γινόταν αναμφίβολα αστέρας του ράγκμπι. Αμέσως μόλις με οδήγησε με επιτυχία από τη μήτρα στον ευρύτερο κόσμο, η μητέρα μου έχασε τις αισθήσεις της. Δεν άκουσε τις προβλέψεις του γιατρού, ούτε είδε το πλατύ, ροζ, όλο απορία πρόσωπο μου. Με πρωταντίκρισε όταν η προστάτιδά μου, η Σαρλίν, επέστρεψε και με παρουσίασε στον πατέρα μου. Αφού ο δόκτωρ Μακντόναλντ με παρέδωσε στην αδελφή Κόουλμαν για να με καθαρίσει και να με τυλίξει μ' ένα λευκό βαμβακερό πανί, κι αφού σιγουρεύτηκε ότι η μητέρα μου ήταν απλώς λιπόθυμη και ότι θα συνερχόταν μέσα σε λίγες στιγμές, με ή χωρίς άλατα, έβγαλε τα ελαστικά γάντια του, κατέβασε τη χειρουργική του μάσκα και πήγε στην αίθουσα αναμονής για να παρηγορήσει όσο μπορούσε τον Κόνραντ Μπίζο. Σχεδόν αμέσως ακούστηκαν αγριοφωνάρες: πικρά λόγια, ειπωμένα με την πιο βάναυση φωνή που μπορεί να φανταστεί άνθρωπος, παρανοϊκές κατηγόριες, γλώσσα σκληρή και υβριστική. Ο σαματάς έφτασε ακόμα και στο συνήθως γαλήνιο, ηχομο-


42

D E A N KOONTZ

νωμένο θάλαμο τοκετού όπου βρισκόταν η αδελφή Κόουλμαν. Και, μολονότι δεν άκουγε λεπτομέρειες, σίγουρα καταλάβαινε το είδος της αντίδρασης με την οποία υποδέχτηκε ο Κόνραντ Μπίζο την είδηση της απώλειας της συζύγου του. Όταν βγήκε από το θάλαμο στο διάδρομο για ν' ακούσει καθαρότερα τα λόγια του Μπίζο, ενστικτωδώς πήρε μαζί της κι εμένα, τυλιγμένο με το λεπτό κουβερτάκι. Στο διάδρομο συνάντησε τη Λόις Χάνσον, μια συνάδελφο της νοσοκόμα, που κρατούσε το μωρό των Μπίζο. Η Λόις είχε επίσης βγει στο διάδρομο για ν' ακούσει το ασυγκράτητο ξέσπασμα του κλόουν. Η Λόις διέπραξε ένα μοιραίο λάθος. Παρά τη συμβουλή της Σαρλίν, προχώρησε προς την κλειστή πόρτα της αίθουσας αναμονής, πιστεύοντας ότι, στη θέα του παιδιού του, η οργή του Μπίζο θα υποχωρούσε και ότι η τρομερή θλίψη που τροφοδοτούσε εκείνον το θυμό θα μαλάκωνε. Όντας η ίδια θύμα ενός βάναυσου συζύγου, η Σαρλίν δεν πολυπίστευε ότι η ευλογία της πατρότητας θα καταπράυνε την οργή ενός άντρα που, ακόμα και σε στιγμές βαθύτατου πένθους, αντιδρούσε με ξεσπάσματα θυμού και άγριες απειλές, και όχι με δάκρυα, ή με σοκ, ή με άρνηση να δεχτεί το θλιβερό γεγονός. Επιπλέον, θυμόταν την αγένειά του να φοράει καπέλο σε εσωτερικό χώρο. Η Σαρλίν διαισθάνθηκε ότι τα πράγματα θα έπαιρναν πολύ άσχημη τροπή. Διασχίζοντας την αίθουσα τοκετού, με οδήγησε στο θάλαμο νεογνών. Τη στιγμή που η πόρτα έκλεινε πίσω μας, άκουσε τον πυροβολισμό που σκότωσε το δόκτορα Μακντόναλντ. Τούτο το δωμάτιο φιλοξενούσε σειρές με κρεβατάκια όπου ήταν τοποθετημένα τα νεογέννητα. Τα περισσότερα έβλεπαν όνειρα και μερικά γουργούριζαν· προς το παρόν, κανένα δεν έκλαιγε. Στον έναν τοίχο υπήρχε μια πελώρια τζαμαρία, αλλά εκείνη τη στιγμή δεν έστεκε πίσω της κανένας περήφανος πατέρας, ούτε παππούδες και γιαγιάδες. Μαζί με τα νεογνά βρίσκονταν δυο νοσοκόμες. Είχαν ακούσει τις φωνές και τον πυροβολισμό, με αποτέλεσμα να φανούν πιο δεκτικές στη συμβουλή της Σαρλίν απ' όσο η Λόις.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

43

Η σοφή αδελφή Κόουλμαν τις διαβεβαίωσε ότι ο ένοπλος δε θα πείραζε τα μωρά, αλλά σίγουρα θα σκότωνε όποιο μέλος του προσωπικού του νοσοκομείου συναντούσε μπροστά του. Παρά ταύτα, προτού το βάλουν στα πόδια, κάθε νοσοκόμα βούτηξε κι από ένα μωρό -τρέμοντας για την τύχη όσων αναγκάστηκαν ν' αφήσουν πίσω αβοήθητα. Τρομοκρατημένες από ένα δεύτερο πυροβολισμό, ακολούθησαν τη Σαρλίν και βγήκαν από την αίθουσα των νεογνών στον κεντρικό διάδρομο, πίσω από την τζαμαρία. Οι τρεις γυναίκες κατέφυγαν με το φορτίο τους σ' ένα δωμάτιο όπου ένας ηλικιωμένος άντρας κοιμόταν του καλού καιρού. Το χαμηλό φωτάκι νυκτός δεν ήταν ικανό να διαλύσει το σκοτάδι, και τ' αστροπελέκια που φώτιζαν από το παράθυρο έκαναν τους ίσκιους να τρεμουλιάζουν με μια σπαστική κίνηση εντόμου. Σιωπηλές, μη τολμώντας σχεδόν να αναπνέουν, οι τρεις αδελφές στριμώχτηκαν κοντά κοντά, έως ότου η Σαρλίν άκουσε στο βάθος σειρήνες. Ο ευπρόσδεκτος ήχος τους την έφερε κοντά στο παράθυρο, που είχε θέα στον μπροστινό χώρο στάθμευσης του νοσοκομείου· ήλπιζε ότι θα έβλεπε περιπολικά. Αντ' αυτών, είδε από το δωμάτιο του δεύτερου ορόφου τον Μπίζο με το μωρό του να διασχίζουν τη βρεγμένη άσφαλτο. Έμοιαζε, είπε, με μορφή φριχτού εφιάλτη, με πλάσμα αλλοπαρμένο που απομακρυνόταν τρέχοντας, από κείνα που θα περίμενες να δεις τη νύχτα της Δευτέρας Παρουσίας, όταν από τις ρωγμές στα θεμέλια της γης θα ξεπροβάλουν οι οργισμένες λεγεώνες των κολασμένων. Η Σαρλίν κατάγεται από το Μισισιπή και είναι μια Βαπτίστρια ποτισμένη από την ποίηση του Νότου. Ο Μπίζο είχε παρκάρει αρκετά μακριά. Πίσω από την κουρτίνα της βροχής, τα κίτρινα φώτα φθορισμού δε βοηθούσαν τη Σαρλίν να ξεχωρίσει τη μάρκα, το μοντέλο και το χρώμα του αυτοκινήτου του. Τον είδε να φεύγει με το αμάξι και ήλπιζε ότι θα συναντιόταν με τους αστυνομικούς προτού φτάσει στον κεντρικό δρόμο -όμως τα πίσω φώτα του χάθηκαν στο σκοτάδι και στη νεροποντή...


44

DEAN KOONTZ

Τώρα που η απειλή είχε περάσει, επέστρεψε στο θάλαμο τοκετού τη στιγμή που η σκέψη του μπαμπά μου πετούσε από την τραγωδία του μωρού των Λίντμπεργκ στον Ταρζάν που τον μεγάλωσαν οι πίθηκοι. Μπόρεσε, λοιπόν, να τον διαβεβαιώσει ότι δε με είχε απαγάγει ο δολοφόνος παλιάτσος. Λίγο αργότερα, ο πατέρας μου επιβεβαίωνε ότι το ύψος και το βάρος μου τη στιγμή της γέννησης μου συνέπιπταν επακριβέστατα με τις προβλέψεις του ετοιμοθάνατου παππού μου. Η πρώτη απόδειξη, εντούτοις, ότι το περιστατικό της εντατικής μονάδας δεν ήταν απλώς παράξενο αλλά ότι άγγιζε τα όρια του υπερφυσικού ήρθε όταν, σύμφωνα με τα λεγόμενα της μητέρας μου, ο πατέρας μου ξετύλιξε την κουβερτούλα και, αποκαλύπτοντας τα πόδια μου, διαπίστωσε ότι τα δάχτυλά μου ήταν ενωμένα -όπως ακριβώς είχε προφητέψει ο Τζόζεφ. «Συνδακτυλία», ανακοίνωσε ο μπαμπάς. «Διορθώνεται», τον καθησύχασε η Σαρλίν. Ύστερα γούρλωσε έκπληκτη τα μάτια. «Πώς γνωρίζετε έναν όρο καθαρά ιατρικό;» «Συνδακτυλία», επανέλαβε μόνο ο πατέρας μου, ψηλαφώντας απαλά, στοργικά, τα δάχτυλα του ποδιού μου, γεμάτος απορία.


36

Η

συνδακτυλία δεν είναι απλώς το όνομα της πάθησης με την οποία γεννήθηκα· είναι επίσης το θέμα της ζωής μου εδώ και τριάντα χρόνια. Πολλές φορές, τα πράγματα συνδέονται μεταξύ τους με τρόπους απρόβλεπτους. Στιγμές που τις χωρίζουν πολλά χρόνια ενώνονται αναπάντεχα, θαρρείς και η ακολουθία του χρόνου διαταράσσεται από κάποια δύναμη που είτε διαθέτει αλλόκοτο χιούμορ είτε κάποιο σχέδιο -αξιόλογο αναμφίβολα, πλην όμως τόσο σύνθετο ώστε να φαντάζει ακατανόητο. Άνθρωποι άγνωστοι μεταξύ τους ανακαλύπτουν ότι είναι συνδεδεμένοι από τη μοίρα τόσο γερά όσο δυο δάχτυλα ενωμένα σε ένα. Πέρασαν πάρα πολλά χρόνια αφότου οι χειρουργοί διόρθωσαν τα πόδια μου και δε θυμάμαι πλέον τίποτα από τη διαδικασία. Περπατώ, τρέχω, αν χρειαστεί, και χορεύω -μολονότι στο χορό δεν είμαι και κάνας άσος. Με όλο το σεβασμό στη μνήμη του δόκτορα Φέρις Μακντόναλντ, δεν έγινα αστέρας του ράγκμπι, ούτε το επεδίωξα ποτέ. Η οικογένειά μου δεν ενδιαφερόταν για τον αθλητισμό. Αντίθετα, λατρεύουμε τα σου, τα εκλέρ, τις τάρτες, τις τούρτες, τα κέικ, τη μαρέγκα με σαντιγί, καθώς και τις διαβόητες μπροκολοτυρόπιτες και τα σάντουιτς Ρούμπεν και όλα τα θεσπέσια εδέσματα που αραδιάζει η μητέρα μου στο τρεμάμενο από το βάρος τους τραπέζι μας. Κανένας αγώνας, καμιά ένδοξη νίκη, κανένας θρίαμβος σε πρωτάθλημα δε θα μπορέσει ποτέ να αντικαταστήσει ένα οικογενειακό γεύμα στο σπίτι μας, με τα γέλια του και τις συζητήσεις που δεν τελειώνουν παρά με το ξεδίπλωμα της πετσέτας μετά την τελευταία γουλιά του καφέ.


46

D E A N KOONTZ

Με τα χρόνια, το ύψος μου από τα πενήντα εκατοστά έφτασε το ένα ενενήντα οχτώ. Το βάρος μου αυξήθηκε επίσης, και από τρία κιλά και οχτακόσια γραμμάρια έγινα ενενήντα δύο κιλά, πράγμα που με χαροποιεί επειδή, στην καλύτερη περίπτωση, είμαι γεροδεμένος και όχι τόσο μεγαλόσωμος όσο με θεωρούν οι περισσότεροι. Ω, και η πέμπτη από τις δέκα προβλέψεις του παππού μου -το ότι όλοι θα με φωνάζουν Τζίμι- αποδείχτηκε επίσης αληθινή. Από την πρώτη κιόλας συνάντησή τους μαζί μου, οι άνθρωποι σκέφτονται ότι το Τζέιμς παραείναι επίσημο για μένα, όπως άλλωστε και το Τζιμ -τα βρίσκουν σοβαρά κι εντελώς αταίριαστα. Ακόμα και όταν συστήνομαι ως Τζέιμς, και μάλιστα με έμφαση, αυτοί αμέσως με φωνάζουν Τζίμι, με απόλυτη άνεση και οικειότητα, λες και γνωριζόμαστε από τον καιρό που το πρόσωπό μου ήταν ακόμα ροζ και τα δάχτυλά μου ενωμένα. Καθώς ετοιμάζω αυτές τις μαγνητοφωνήσεις με την ελπίδα ότι θα επιζήσω και ότι θα τις μεταφέρω στο χαρτί για να τις επιμεληθώ, έχω επιβιώσει μετά τις τέσσερις εκ των πέντε φοβερών ημερών για τις οποίες προειδοποίησε ο παππούς Τζόζεφ τον πατέρα μου. Ήταν όλες απαίσιες, η καθεμιά με τον τρόπο της, αλλά συνδέονταν και με κοινά στοιχεία. Η καθεμιά ήταν αναπάντεχη, γεμάτη φρίκη, και ορισμένες σημαδεύτηκαν από την τραγωδία· όμως ήταν συγχρόνως μέρες γεμάτες και με πολλά άλλα πράγματα επίσης. Πολλά άλλα... Και τώρα... απομένει μία ακόμα. Ο μπαμπάς, η μαμά κι εγώ περάσαμε είκοσι χρόνια προσποιούμενοι πως η ακρίβεια των πέντε πρώτων προβλέψεων του Τζόζεφ δε σήμαινε, κατ' ανάγκη, ότι θα πραγματοποιούνταν και οι επόμενες πέντε. Τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια κύλησαν ανέμελα, χωρίς καμία ένδειξη ότι η ζωή μου ήταν ένα γιογιό κρεμασμένο στο σχοινί της μοίρας. Παρ' όλ' αυτά, καθώς πλησίαζε ανέκκλητα η πρώτη από τις πέντε αυτές ημέρες -η 15η Σεπτεμβρίου του 1994, ημέρα Πέμπτη-, εμείς ανησυχούσαμε.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

47

Τα φλιτζάνια του καφέ που κατανάλωνε η μαμά αυξήθηκαν από τα δέκα στα είκοσι την ημέρα. Έχει μια παράξενη σχέση με την καφεΐνη. Αντί ο καφές να τεντώνει τα νεύρα της, τα χαλαρώνει. Αν δεν πιει τα συνηθισμένα τρία φλιτζάνια της το πρωί, κατά τό μεσημέρι διακατέχεται από ανησυχία και βολοδέρνει όλο εκνευρισμό, σαν μύγα που χτυπιέται στο τζάμι του παραθύρου. Αν δεν έχει αδειάσει οχτώ κούπες μέχρι την ώρα του ύπνου, μένει άγρυπνη, με μυαλό τόσο ξάστερο, ώστε να είναι σε θέση όχι μόνο να μετρήσει χιλιάδες προβατάκια, αλλά και να τα βαφτίσει και να φτιάξει και μια ιστορία για το καθένα. Ο μπαμπάς πιστεύει ότι ο εντελώς ανάποδος μεταβολισμός της Μάντι είναι άμεσο αποτέλεσμα του γεγονότος ότι ο πατέρας της ήταν φορτηγατζής και ότι στα μεγάλα ταξίδια του κατάπινε τις ταμπλέτες καφεΐνης σαν να 'ταν καραμέλες. Ίσως να 'ναι κι έτσι, απαντά η μαμά στον πατέρα μου καμιά φορά, αλλά γιατί γκρινιάζεις; Όταν βγαίναμε ραντεβού δεν είχες παρά να με κεράσεις πέντ' έξι φτηνούς καφέδες κι εγώ γινόμουν υπάκουη σαν αρνάκι. Καθώς πλησίαζε η 15η Σεπτεμβρίου του 1994, η ανησυχία του πατέρα μου εκδηλωνόταν μέσα από τα πατικωμένα κέικ, τα ζαχαρωμένα σιρόπια, τις λασπωμένες πίτες και τις κρεμ μπριλέ με υφή σαν σκόνη. Του ήταν αδύνατον να συγκεντρωθεί στις συνταγές και στους φούρνους του. Πιστεύω ότι αντιμετώπισα σχετικά καλά την αναμονή. Βέβαια, κατά τις τελευταίες δύο ημέρες πριν την πρώτη από τις πέντε δυσοίωνες ημερομηνίες, έπεσα πάνω σε κάμποσες κλειστές πόρτες και σκόνταψα στη σκάλα πιο πολλές φορές απ' όσες συνήθως· και, ομολογουμένως, μου έπεσε το σφυρί στο πόδι της γιαγιάς Ρογουίνα, την ώρα που τη βοηθούσα να κρεμάσει ένα κάδρο· όμως έπεσε στο πόδι, όχι στο κεφάλι της, και όταν, τελικά, κουτρουβάλησα στη σκάλα, έπεσα μόνο από τα μισά σκαλιά και δεν έσπασα τίποτα. Την ανησυχία μας μετρίαζε το γεγονός ότι ο παππούς Τζόζεφ είχε μιλήσει στον μπαμπά για πέντε «μέρες φοβερές» της ζωής


48

DEAN KOONTZ

μου, όχι απλώς για μία. Προφανώς, όσο φριχτή κι αν ήταν η 15η Σεπτεμβρίου, δε θα πέθαινα εκείνη την ημέρα. «Ναι, αλλά υπάρχει πάντα πιθανότητα σοβαρού τραυματισμού και ακρωτηριασμού», αντέτεινε η γιαγιά Ρογουίνα. «Και πιθανότητα παράλυσης και εγκεφαλικής βλάβης». Η γιαγιά μου από την πλευρά της μητέρας μου είναι ένας γλυκύτατος άνθρωπος -ωστόσο παραείναι ευαίσθητη στο θέμα της ρευστότητας της ζωής. Ως παιδί, έτρεμα όποτε επέμενε να μου διαβάσει παραμύθια στο κρεβάτι. Ακόμα κι όταν δεν άλλαζε τις κλασικές ιστορίες, κάτι που το συνήθιζε, ακόμα και όταν ο Κακός Λύκος πέθαινε, ως όφειλε, η γιαγιά σταματούσε σε κομβικά σημεία της αφήγησης για να αναλογιστεί μεγαλόφωνα τα ανατριχιαστικά πράγματα που θα μπορούσαν να είχαν συμβεί στα τρία γουρουνάκια αν η άμυνά τους έσπαγε ή αν η στρατηγική τους αποδεικνυόταν λανθασμένη. Το να αλεστούν για να γίνουν λουκάνικα ήταν η λιγότερο θλιβερή εκδοχή. Έτσι λοιπόν, λιγότερο από έξι εβδομάδες μετά τα εικοστά μου γενέθλια, έλαβε χώρα η πρώτη από τις πέντε δοκιμασίες μου...


ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΏ ΝΑ ΠΕΤΆΞΩ, ΚΑΛΥΤΕΡΑ ΝΑ ΤΑ ΤΙΝΑΞΩ


5

Σ

τις εννέα το βράδυ της Τετάρτης 14 Σεπτεμβρίου, οι γονείς μου κι εγώ συναντηθήκαμε στην τραπεζαρία τους για να απολαύσουμε ένα δείπνο τόσο βαρύ, ώστε μετά να μη μας κρατούν τα πόδια μας. Μαζευτήκαμε επίσης για να κουβεντιάσουμε για μια ακόμα φορά ποια στρατηγική θα ακολουθούσα για να περάσω όσο το δυνατόν πιο ανώδυνα τη μοιραία μέρα που θα ξεκινούσε σε τρεις μόλις ώρες. Ελπίζαμε ότι, αν ήμουν ψυχολογικά προετοιμασμένος και προσεκτικός, ίσως η 16η Σεπτεμβρίου να μ' έβρισκε εξίσου αλώβητο όσο τα τρία γουρουνάκια μετά το συναπάντημά τους με το λύκο. Η γιαγιά Ρογουίνα μας συντρόφεψε και μίλησε από την πλευρά του λύκου. Με λίγα λόγια, θα έπαιζε το δικηγόρο του διαβόλου και θα εντόπιζε τα αδύνατα σημεία των προφυλάξεών μας. Όπως πάντα, χρησιμοποιήσαμε τα πορσελάνινα πιάτα Ρενό Λιμόζ με τη χρυσή μπορντούρα και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα Μπουτσελάτι. Αντίθετα από την εντύπωση που δημιουργούν τα σερβίτσια μας, οι γονείς μου δεν είναι πλούσιοι, απλώς απολαμβάνουν την ασφάλεια της μεσαίας τάξης. Μπορεί ο πατέρας μου να κερδίζει ένα αξιοπρεπές εισόδημα ως ζαχαροπλάστης, όμως δεν έχει μετοχές, ούτε πετάει με εταιρικά τζετ. Η μητέρα μου κερδίζει ένα μετρημένο εισόδημα, ημιαπασχολούμενη στο σπίτι, ζωγραφίζοντας πορτραίτα κατοικίδιων κατόπιν παραγγελίας: φιλοτεχνεί προπάντων γάτες και σκύλους, αλ-


52

D E A N KOONTZ

λά και κουνέλια και παπαγάλους, ενώ μια φορά μας έφεραν ένα φίδι για να ποζάρει κι αυτό δεν ήθελε μετά να φύγει. Το μικρό βικτωριανό τους σπίτι θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω ταπεινό, αν δεν ήταν τόσο συμπαθητικό που να με κάνει να αισθάνομαι ότι ζω μες στην πολυτέλεια. Οι τοίχοι δεν είναι ιδιαίτερα ψηλοί, οι χώροι είναι μεν σχετικά μικροί αλλά επιπλωμένοι με μεγάλη φροντίδα, και μέσα τους νιώθει άνετα κανείς. Δε φταίει ο Ερλ που βρήκε καταφύγιο στον καναπέ του σαλονιού, κάτω από την μπανιέρα με τα ποδαράκια του επάνω ορόφου, μέσα στο καλάθι με τα άπλυτα ή μέσα στο καλάθι με τις πατάτες κάτω στο κελάρι, καθώς και σε διάφορα άλλα σημεία, στην περίοδο των τριών γεμάτων και συναρπαστικών εβδομάδων που μας υιοθέτησε. Ο Ερλ ήταν το φίδι που λέγαμε, και το σπίτι απ' όπου προερχόταν ήταν ένα αποστειρωμένο μέρος με μεταλλικά και μαυροντυμένα δερμάτινα έπιπλα, με έργα αφηρημένης τέχνης και με γλάστρες με κάκτους. Από όλες τις γοητευτικές γωνιές του μικρού σπιτιού όπου μπορείς να διαβάσεις ένα βιβλίο, ν' ακούσεις μουσική ή να κοιτάξεις έξω από τα καφασωτά παράθυρα μια έξοχη χειμωνιάτικη μέρα, καμία δεν είναι τόσο φιλόξενη όσο η τραπεζαρία. Αυτό συμβαίνει επειδή για την οικογένεια Τοκ το φαγητό -και η χαρούμενη ατμόσφαιρα που σφραγίζει το κάθε μας γεύμα- είναι ο άξονας γύρω από τον οποίο περιστρέφεται ο τροχός της ζωής. Εξ ου και η πολυτέλεια των Λιμόζ και των Μπουτσελάτι. Αν σκεφτεί κανείς ότι δεν υπάρχει περίπτωση να σηκωθούμε από το τραπέζι έτσι και δεν τελειώσουμε τα πέντε μας πιάτα -από τα οποία τα τέσσερα πρώτα τα τιμούμε μεν δεόντως, αλλά τα θεωρούμε απλή προετοιμασία για το πέμπτο-, είναι απορίας άξιο το ότι κανένας μας δεν είναι παχύσαρκος. Κάποτε ο μπαμπάς διαπίστωσε ότι το καλύτερο μάλλινο κοστούμι του του στένεψε στη μέση. Παρέλειψε το μεσημεριανό γεύμα για τρεις μέρες και το παντελόνι ήρθε και πάλι στα μέτρα του. Η αντοχή της μαμάς στην καφεΐνη δεν είναι το πιο αξιοπερίεργο πράγμα όσον αφορά την ασυνήθιστη σχέση μας με το φαγητό. Και οι δύο κλάδοι της οικογένειας, οι Τοκ και οι Γκρίνου-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

53

ντς (Γκρίνουιτς είναι το πατρικό της μητέρας μου), έχουν μεταβολισμό εξίσου αποτελεσματικό όσο ένα κολιμπρί, ένα πλάσμα που, μολονότι τρώει τρεις φορές περισσότερη ποσότητα από το βάρος του σώματος του, παραμένει ελαφρύ και ικανό να πετάει. Η μαμά είπε κάποτε ότι η αμοιβαία έλξη που αισθάνθηκαν αυτομάτως ο ένας για τον άλλον εκείνη και ο πατέρας μου οφειλόταν εν μέρει στο γεγονός ότι διαισθάνθηκαν πως ανήκαν στην προνομιούχο τάξη των ανθρώπων με άριστο μεταβολισμό. Η τραπεζαρία διαθέτει ξύλινο ταβάνι, χωρισμένο σε τετράγωνα, ξυλεπένδυση στους τοίχους και παρκέ -όλα από μαόνι. Τους τοίχους κοσμούν μεταξωτά μουαρέ και το δάπεδο ένα περσικό χαλί. Υπάρχει ένας πολυέλαιος από φυσητό γυαλί, με κρυστάλλινα στολίδια, αλλά το δείπνο σερβίρεται πάντα υπό το φως των κεριών. Τούτη την ξεχωριστή σεπτεμβριάτικη νύχτα του 1994, τα κεριά ήταν πολυάριθμα και χοντρά, τοποθετημένα σε μικρά αλλά βαθιά κρυστάλλινα μπολ, διάφανα και πορφυρά, που διαθλούσαν το φως σχηματίζοντας απαλά πρισματικά σχέδια στο λινό τραπεζομάντιλο, στους τοίχους και στα πρόσωπά μας. Τα κεριά δεν ήταν τοποθετημένα μόνο στο τραπέζι, αλλά και στους μπουφέδες. Αν μας έβλεπε κανείς από το παράθυρο, θα πίστευε ότι δεν επρόκειτο για γεύμα αλλά για πνευματιστική συγκέντρωση και ότι το φαγητό υπήρχε εκεί μόνο και μόνο για να μας διασκεδάσει έως ότου εμφανιστούν τα φαντάσματα. Οι γονείς μου είχαν ετοιμάσει τα αγαπημένα μου πιάτα, μα εγώ προσπαθούσα να μην το σκέφτομαι σαν το τελευταίο δείπνο ενός καταδικασμένου ανθρώπου. Πέντε σωστά παρουσιασμένα πιάτα δεν μπορείς να τα καταβροχθίσεις μαζεμένα όπως το παιδικό γεύμα στα Μακντόναλντ'ς, ιδίως όταν συνοδεύονται από καλά διαλεγμένα κρασιά. Είχαμε προετοιμαστεί για ένα δείπνο διαρκείας. Ο μπαμπάς είναι αρχιζαχαροπλάστης του διεθνώς φημισμένου Σνόου Βίλατζ Ριζόρτ, θέση στην οποία διαδέχτηκε τον πατέρα του, τον Τζόζεφ. Λόγω του ότι όλα τα ψωμιά και τα γλυκά πρέπει να είναι φρέσκα, ημέρας, πηγαίνει στη δουλειά στη μία το πρωί, πέντε και συχνά έξι ημέρες την εβδομάδα. Στις οχτώ,


54

DEAN KOONTZ

όταν πια έχει ολοκληρωθεί το ψήσιμο της ημέρας, επιστρέφει στο σπίτι για να προγευματίσει με τη μαμά και κατόπιν κοιμάται μέχρι τις τρεις το απόγευμα. Εκείνον το Σεπτέμβριο δούλευα κι εγώ τις ίδιες ώρες, επειδή ήμουν, για μια διετία, μαθητευόμενος φούρναρης στο ίδιο παραθεριστικό κέντρο. Η οικογένεια Τοκ πιστεύει στο νεποτισμό. Ο μπαμπάς λέει ότι δεν πρόκειται στ' αλήθεια για νεποτισμό, αν διαθέτεις αληθινό ταλέντο. Δώσ' μου έναν καλό φούρνο και μεταμορφώνομαι σε απαίσιο ανταγωνιστή. Το παράδοξο είναι ότι στην κουζίνα δεν είμαι διόλου αδέξιος. Όταν ζυμώνω και ψήνω το ψωμί, είμαι ο Τζιν Κέλι, ο Φρεντ Αστέρ -είμαι η προσωποποίηση της χάρης. Ο μπαμπάς θα πήγαινε κατευθείαν στη δουλειά μετά το δείπνο· εγώ όχι. Θέλοντας να 'μαι σε ετοιμότητα για την πρώτη από τις πέντε μέρες της προφητείας του παππού Τζόζεφ, είχα πάρει άδεια για μια εβδομάδα. Το πρώτο μας πιάτο ήταν ένα σου μπουρέκ, ένα αρμένικο έδεσμα. Λεπτές στρώσεις ζυμαρικών με ενδιάμεσες, εξίσου λεπτές, στρώσεις βουτύρου και τυριού, κι από πάνω μια χρυσαφένια κρούστα. Εκείνη την εποχή, ζούσα ακόμα με τους γονείς μου. «Καλύτερα να μείνεις σπίτι από τα μεσάνυχτα ίσαμε τα επόμενα μεσάνυχτα. Κρύψου. Κοιμήσου, διάβασε, δες λίγη τηλεόραση». «Σ' αυτή την περίπτωση, να δεις που θα γκρεμοτσακιστεί στη σκάλα και θα σπάσει κάνα κεφάλι», προέβλεψε η γιαγιά Ρογουίνα. «Απόφυγε να ανεβοκατέβεις τη σκάλα», συμβούλεψε η μαμά. «Μείνε στην κάμαρά σου, καλέ μου. Θα σου φέρω εγώ το φαγητό». «Τότε θα καεί το σπίτι», είπε η Ρογουίνα. «Έλα τώρα, Γουίνα, δεν πρόκειται να καεί το σπίτυ>, τη διαβεβαίωσε ο μπαμπάς. «Η ηλεκτρική εγκατάσταση είναι γερή, ο καυστήρας ολοκαίνουριος, οι καμινάδες και των δύο τζακιών καθαρίστηκαν πρόσφατα, στη σκεπή έχουμε αλεξικέραυνο και ο Τζίμι δεν παίζει με σπίρτα». Το 1994, η Ρογουίνα ήταν εβδομήντα εφτά ετών. Είχε χηρέ-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

55

ψει πριν από είκοσι τέσσερα χρόνια και, έχοντας ξεπεράσει το πένθος της, ήταν μια ευτυχισμένη γυναίκα -αλλά ξεροκέφαλη. Της ζητήθηκε ν' αναλάβει το ρόλο του δικηγόρου του διαβόλου και δε θα κατέθετε εύκολα τα όπλα. «Αν δεν είναι φωτιά, θα είναι έκρηξη από το γκάζι», δήλωσε. «Πω, πω, δε θέλω να ευθύνομαι για την καταστροφή του σπιτιού», είπα. «Γουίνα», μπήκε στη μέση ο μπαμπάς προσπαθώντας να τη λογικέψει, «σ' ολόκληρη την ιστορία του Σνόου Βίλατζ δεν υπάρχει προηγούμενο καταστροφής σπιτιού από έκρηξη γκαζιού». «Τότε θα πέσει στο σπίτι κανένα αεροπλάνο». «Α, ναι, είναι κάτι που συμβαίνει βδομάδα παρά βδομάδα στα μέρη μας», αστειεύτηκε ο πατέρας μου. «Για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά», δήλωσε με σιγουριά η Ρογουίνα. «Αν υπάρχει μια πρώτη φορά στο να πέσει αεροπλάνο στο σπίτι μας, τότε υπάρχει μια πρώτη φορά και στο να μετακομίσουν βαμπίρ στο διπλανό σπίτι, ωστόσο εγώ δε σκοπεύω να κρεμάσω σκόρδα στο λαιμό μου». «Μπορεί να μην είναι κανονικό αεροπλάνο, αλλά κάποιο από τα αεροσκάφη της FedEx γεμάτο δέματα», είπε η Ρογουίνα. Ο μπαμπάς την κοίταξε μ' ανοιχτό το στόμα και κουνώντας το κεφάλι. «Της FedEx...» επανέλαβε. «Η μητέρα εννοεί», παρενέβη η μαμά, «ότι, αν η μοίρα επιφυλάσσει κάτι για τον Τζίμι μας, σίγουρα δεν μπορεί να το αποφύγει. Πεπρωμένον φυγείν αδύνατον. Θα τον βρει». «Ίσως ένα αεροσκάφος της UPS*», είπε η Ρογουίνα. Σκυμμένοι πάνω από τα αχνιστά μπολ με τη χυλωμένη σούπα κουνουπιδιού με φασόλια και αψιθιά, συμφωνήσαμε ότι το σοφότερο θα ήταν να περάσω τη μέρα μου όπως μια οποιαδήποτε ημέρα χωρίς δουλειά -αλλά πάντα με προσοχή. «Από την άλλη πλευρά», σχολίασε η γιαγιά Ρογουίνα, «η προσοχή μπορεί να τον σκοτώσει». •Federal Express, United Parcel Service: εταιρείες ταχυμεταφορών. (Σ.τ.Μ.)


56

D E A N KOONTZ

«Έλα τώρα, Γουίνα, πώς γίνεται να σκοτώσει κάποιον η προσοχής διερωτήθηκε ο πατέρας μου. Η γιαγιά κατάπιε μια κουταλιά σούπα και πλατάγισε τα χείλη της, κάτι που απέφευγε προτού κλείσει τα εβδομήντα πέντε, πριν από δύο χρόνια. Τα πλατάγισε με απόλαυση, πολλές φορές. Ανάμεσα στα εβδομήντα και τα ογδόντα της χρόνια, είχε αποφασίσει ότι η μακροζωία τής εξασφάλισε το δικαίωμα να απολαμβάνει ορισμένες μικροχαρές που παλιότερα αρνιόταν στον εαυτό της. Αυτές οι μικροχαρές περιορίζονταν στο πλατάγισμα των χειλιών, στο φύσημα της μύτης όσο δυνατά της έκανε κέφι (αλλά ποτέ στο τραπέζι) και στο ν' αφήνει το κουτάλι και το πιρούνι της ανάποδα μέσα στο πιάτο στο τέλος κάθε εδέσματος, αντί της σωστής θέσης που φανέρωνε ότι είχε τελειώσει, όπως της είχε μάθει η μητέρα της, μια αληθινή βικτωριανή γυναίκα, λάτρις του πρωτόκολλου. Πλατάγισε ξανά τα χείλη κι εξήγησε για ποιο λόγο η προσοχή θα μπορούσε να αποβεί επικίνδυνη: «Ας υποθέσουμε ότι ο Τζίμι διασχίζει το δρόμο, αλλά ανησυχεί μήπως τον πατήσει λεωφορείο...» «Ή απορριμματοφόρο», αντιπρότεινε η μαμά. «Απ' αυτά τα ογκώδη φορτηγά που διασχίζουν τους ανηφορικούς δρόμους... Άπαξ και δεν πιάσουν τα φρένα, τι θα τα σταματήσει; Θα πέσουν πάνω στα σπίτια». «Λεωφορείο, απορριμματοφόρο, ακόμα και μια νεκροφόρα που τρέχει», συμπλήρωσε η γιαγιά με την καλπάζουσα φαντασία της. «Για ποιο λόγο θα έτρεχε μια νεκροφόρα;» ρώτησε ο μπαμπάς. «Τρέχει δεν τρέχει, αν ήταν νεκροφόρα, δε θα το θεωρούσες ειρωνεία της τύχης να σε πατήσει;» είπε η γιαγιά. «Πίστεψέ με, η ζωή είναι πολλές φορές πιο ειρωνική απ' όσο μας δείχνει η τηλεόραση». «Το τηλεοπτικό κοινό δε θα μπορούσε να το δεχτεί», παρατήρησε η μαμά. «Η ικανότητά του να κατανοεί την αυθεντική ειρωνεία εξαντλείται στα αστυνομικά σίριαλ».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

57

«Αυτό που θεωρείται στις μέρες μας ειρωνεία στην τηλεόραση δεν είναι παρά σενάρια συνωμοσίας κακής ποιότητας»· «Εμένα δε με τρομάζουν τόσο τα απορριμματοφόρα όσο οι τεράστιες μπετονιέρες που μεταφέρουν τσιμέντο στις οικοδομές. Πάντα έχω την αίσθηση ότι ο περιστρεφόμενος κάδος θα αποκοπεί ξαφνικά από το φορτηγό, θα κυλήσει στο δρόμο και θα με ισοπεδώσει», είπα εγώ. «Εντάξει, ο Τζίμι μας λοιπόν φοβάται ότι θα τον σκοτώσει μια μπετονιέρα», συμπέρανε η γιαγιά Ρογουίνα. «Δε λέω ακριβώς ότι φοβάμαι», διαμαρτυρήθηκα. «Απλώς... απλώς δεν τις εμπιστεύομαι». «Περιμένει λοιπόν στο πεζοδρόμιο, κοιτάζει αριστερά, έπειτα δεξιά, έπειτα ξανά αριστερά, προσέχοντας, χωρίς να βιάζεται -κι επειδή στέκεται στο πεζοδρόμιο κι αργεί να περάσει, πέφτει από ψηλά ένα χρηματοκιβώτιο και τον σκοτώνει». Προκειμένου να αποκτήσει ενδιαφέρον η συζήτηση, ο πατέρας μου ήταν πρόθυμος να δεχτεί ορισμένες εξωφρενικές υποθέσεις, όμως αυτό είχε ξεπεράσει τα όρια της υπομονής του. «Ένα χρηματοκιβώτιο που πέφτει από ψηλά; Από πού δηλαδή;» «Από ένα ψηλό κτίριο, φυσικά», απάντησε η γιαγιά. «Δεν υπάρχουν ψηλά κτίρια στο Σνόου Βίλατζ», διαμαρτυρήθηκε ευγενικά ο μπαμπάς. «Ρούντι, καλέ μου», είπε η μαμά, «ξεχνάς το ξενοδοχείο Άλπαϊν». «Αυτό είναι τετραώροφο». «Αν ένα χρηματοκιβώτιο πέσει από τον τέταρτο όροφο, θα συνθλίψει τον Τζίμι μας», επέμεινε η γιαγιά και, γυρίζοντας σ' εμένα, πρόσθεσε: «Με συγχωρείς, γλυκό μου παιδί. Μήπως σε αναστατώνουν όλα αυτά;» «Όχι, καθόλου, γιαγιά». «Δυστυχώς, είναι η ωμή αλήθεια». «Το ξέρω, γιαγιά». «Θα σε συνέθλιβε». «Εντελώς», συμφώνησα. «Όμως είναι μια λέξη πολύ τελεσίδικη, δεν είναι; Συνθλίβω». «Δε χωράει συζήτηση».


58

DEAN KOONTZ

<(Επρεπε να σκεφτώ προτού μιλήσω. Έπρεπε να πω ότι θα σε τσάκιζε». Υπό το θαμπό φως των κηρίων, η Γουίνα είχε το χαμόγελο της Τζοκόντα. Άπλωσα το χέρι μου και χάιδεψα την παλάμη της. Ο πατέρας μου, που ως ζαχαροπλάστης οφείλει να αναμειγνύει με ακρίβεια τα συστατικά, τρέφει για τα μαθηματικά μεγαλύτερο σεβασμό σε σχέση με τη μητέρα και τη γιαγιά μου, οι οποίες έχουν περισσότερο καλλιτεχνική ιδιοσυγκρασία και δεν υπακούουν τυφλά στις προσταγές της λογικής. «Γιατί ν' ανεβάσουν ένα χρηματοκιβώτιο στον τελευταίο όροφο του ξενοδοχείου Άλπαϊν;» ρώτησε. «Μα, φυσικά, για να φυλάξουν τα τιμαλφή τους», απάντησε η γιαγιά. «Τα τιμαλφή τίνος;» «Τα τιμαλφή του ξενοδοχείου». Μολονότι ο μπαμπάς δε βγαίνει ποτέ νικητής σε τέτοιας λογής διαφωνίες, ελπίζει πάντα ότι, με την επιμονή, θα θριαμβεύσει η λογική. «Γιατί να μην εγκαταστήσουν ένα ογκώδες, βαρύ χρηματοκιβώτιο στο ισόγειο; Γιατί να μπουν στον κόπο να το ανεβάσουν με γερανό στην ταράτσα;» «Γιατί ασφαλώς τα τιμαλφή βρίσκονται στον τελευταίο όροφο», είπε η μητέρα μου. Κάτι τέτοιες στιγμές, δεν είμαι σίγουρος αν η μαμά συμμερίζεται τη στρεβλή αντίληψη της Γουίνα για τον κόσμο ή αν δουλεύει ψιλό γαζί τον πατέρα μου. Το πρόσωπο της δεν προδίδει το παραμικρό. Το βλέμμα της είναι ξάστερο, σε κοιτάζει πάντα ευθέως. Είναι από τη φύση της ειλικρινής άνθρωπος. Δείχνει καθαρά τα αισθήματά της και οι προθέσεις της δεν είναι ποτέ διφορούμενες. Εντούτοις, όπως ισχυρίζεται ο μπαμπάς, ενώ είναι εκ φύσεως αξιοθαύμαστα ντόμπρος χαρακτήρας, όταν το αποφασίσει μπορεί να γίνει μυστηριώδης, από τη μια στιγμή στην άλλη, σαν να πάτησε το διακόπτη. Είναι ένα από τα πράγματα που λατρεύει σ' αυτήν. Η συζήτησή μας συνεχίστηκε ενόσω τρώγαμε αντίδια με αχλάδι, καρύδι και τριμμένο ροκφόρ, που τα ακολούθησε ένα φι-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

59

λέ μινιόν σερβιρισμένο πάνω σε τηγανίτες από πατάτα και κρεμμύδι με γαρνιτούρα σπαράγγια. Προτού σηκωθεί ο μπαμπάς για να φέρει από την κουζίνα το τρόλεϊ με το επιδόρπιο, είχαμε μείνει σύμφωνοι ότι, μια τόσο βαρυσήμαντη μέρα, θα έπρεπε να τηρήσω τη συνηθισμένη ρουτίνα μιας ημέρας διακοπών. Με προσοχή. Αλλά όχι υπερβολικά μεγάλη προσοχή. Έφτασαν τα μεσάνυχτα. Ξεκίνησε η 15η Σεπτεμβρίου. Στην αρχή δε συνέβη τίποτα. <Ασως να μη συμβεί τίποτα», είπε η μαμά. «Κάτι θα συμβεί», διαφώνησε η γιαγιά πλαταγίζοντας τα χείλη. «Κάτι θα συμβεί». Αν δεν είχα συνθλίβει κι αν δε με πατούσε κάτι στο δρόμο μέχρι τις εννιά το βράδυ, θα συναντιόμασταν ξανά εδώ για το δείπνο. Θα τρώγαμε όλοι μαζί, έχοντας το νου μας μήπως υπάρξει καμιά διαρροή γκαζιού ή μήπως ακουστεί απροσδόκητος ήχος αεροπλάνου. Μετά το προκαταρκτικό επιδόρπιο, το οποίο ακολούθησαν το πλήρες επιδόρπιο, τα πτιφούρ και τόνοι καφέ, ο μπαμπάς έφυγε για τη δουλειά κι εγώ βοήθησα στο πλύσιμο των πιάτων. Στη μιάμιση τα ξημερώματα, αποσύρθηκα στο σαλόνι για να διαβάσω ένα καινούριο βιβλίο από το οποίο περίμενα πολλά. Έχω αδυναμία στα αστυνομικά μυθιστορήματα. Στην πρώτη σελίδα, το θύμα βρέθηκε τεμαχισμένο και κλεισμένο σε μπαούλο. Το όνομά του ήταν Τζιμ. Άφησα στην άκρη το βιβλίο, διάλεξα ένα άλλο από τη στοίβα πάνω στο τραπεζάκι κι επέστρεψα στην πολυθρόνα μου. Μια όμορφη νεκρή ξανθιά κοίταζε από το εξώφυλλο, στραγγαλισμένη μ' ένα παλιό γιαπωνέζικο πολύχρωμο κιμονό που ήταν τυλιγμένο γύρω από το λαιμό της. Το πρώτο θύμα ονομαζόταν Ντελόρες. Αναστενάζοντας με ικανοποίηση, βολεύτηκα στο κάθισμά μου. Η γιαγιά κάθισε στον καναπέ, κεντώντας ένα μαξιλάρι. Από έφηβη ήταν μαστόρισσα στο κέντημα. Αφότου εγκαταστάθηκε στο σπίτι της μαμάς και του μπαμπά,


60

D E A N KOONTZ

πριν από δύο δεκαετίες περίπου, τηρούσε φουρνάρικα ωράρια κι όλη τη νύχτα κεντούσε περίτεχνα σχέδια. Η μητέρα μου κι εγώ τηρούσαμε επίσης τα ίδια ωράρια. Η μαμά ανέλαβε την κατ' οίκον διδασκαλία μου, μια και η οικογένειά μου ήταν νυκτόβια. Πρόσφατα, η γιαγιά άρχισε να κεντάει αποκλειστικά έντομα. Έγιναν το αγαπημένο της μοτίβο. Το κέντημα με την πεταλούδα στον τοίχο και τα μαξιλαράκια με τις πασχαλίτσες ήταν γοητευτικά, όμως δε μου άρεσαν διόλου οι μπρατσέτες με τις αράχνες στην πολυθρόνα μου, ούτε το μαξιλάρι με την κατσαρίδα. Σε ένα συνεχόμενο δωμάτιο το οποίο είχε μετατρέψει σε ατελιέ, η μαμά ζωγράφιζε χαρούμενη το πορτραίτο ενός κατοικίδιου. Το μοντέλο ήταν μια δηλητηριώδης σαύρα με γυαλιστερά μάτια, ονόματι Φονιάς. Επειδή ο Φονιάς δεν ήταν εξημερωμένος και ριχνόταν στους ξένους, οι περήφανοι ιδιοκτήτες του είχαν δώσει στη μαμά μια σειρά από φωτογραφίες για να δουλέψει. Μια επικίνδυνη, επιθετική δηλητηριώδης σαύρα μπορεί να χαλάσει ένα κατά τα άλλα ευχάριστο βράδυ. Το σαλόνι είναι μικρό και χωρίζεται από το στενό ατελιέ μόνο με τις μεταξωτές κουρτίνες που κρέμονται στο φαρδύ τοξωτό άνοιγμα. Οι κουρτίνες ήταν ανοιχτές, για να μπορεί η μαμά να με παρακολουθεί και να είναι έτοιμη να ενεργήσει άμεσα σε περίπτωση που θα διέκρινε, φέρ' ειπείν, επάνω μου σημάδια επικείμενης αυτανάφλεξης. Για μια ώρα περίπου καθόμασταν σιωπηλοί, βυθισμένοι στις ποικίλες δραστηριότητές μας, όταν κάποια στιγμή η μαμά είπε: «Ώρες ώρες ανησυχώ μήπως γινόμαστε σαν την οικογένεια Άνταμς». Οι αρχικές οχτώ ώρες της πρώτης φοβερής μου ημέρας πέρασαν χωρίς να συμβεί κάποιο ανησυχητικό επεισόδιο. Στις οχτώ και τέταρτο, ο μπαμπάς επέστρεψε από τη δουλειά με τα φρύδια ασπρισμένα από το αλεύρι. «Στάθηκε αδύνατο να ετοιμάσω μια σωστή κρεμ πλομπιερ. Άντε, να τελειώσει η σημερινή μέρα και να μπορέσω να συγκεντρωθώ στα γλυκά μου».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

61

Πήραμε μαζί το πρόγευμα στο τραπέζι της κουζίνας. Στις εννιά, φιληθήκαμε με κάπως μεγαλύτερη θέρμη από τη συνηθισμένη και αποσυρθήκαμε στα δωμάτιά μας για να κρυφτούμε κάτω από τα σεντόνια. Ίσως τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας να μην κρύβονταν, πάντως εγώ αυτό έκανα. Πίστευα στις προφητείες του παππού περισσότερο απ' όσο ήθελα να παραδεχτώ μπροστά στους άλλους, και τα νεύρα μου τεντώνονταν όλο και περισσότερο στιγμή με τη στιγμή. Όταν κανείς πηγαίνει για ύπνο την ώρα που οι περισσότεροι άνθρωποι ξεκινούν τη μέρα τους, χρειάζεται βαριές κουρτίνες που ν' απορροφούν τόσο το φως όσο και το θόρυβο. Στην κάμαρά μου επικρατούσε απόλυτη σιγή και πηχτό σκοτάδι. Ύστερα από λίγα λεπτά, ένιωσα επιτακτική την ανάγκη ν' ανάψω το πορτατίφ του κομοδίνου. Από παιδί είχε να μ' ενοχλήσει τόσο πολύ το σκοτάδι. Από το συρτάρι του κομοδίνου έβγαλα τον πλαστικό φάκελο όπου φυλούσα τη δωρεάν πρόσκληση για το τσίρκο που είχε δώσει στον πατέρα μου ο αστυνομικός Χιούι Φόστερ πριν από είκοσι χρόνια και βάλε. Η κάρτα, διαστάσεων οχτώ επί δώδεκα, έμοιαζε φρεσκοτυπωμένη. Είχε μονάχα μια ζάρα στη μέση, εκεί όπου ο μπαμπάς την είχε διπλωμένη ώστε να χωράει στο πορτοφόλι του. Στην πίσω της όψη, ο μπαμπάς είχε σημειώσει όσα του υπαγόρευσε ο ετοιμοθάνατος Τζόζεφ. Τις πέντε ημερομηνίες. Η μπροστινή όψη είχε πάνω της λιοντάρια και ελέφαντες. ΑΤΟΜΑ ΔΥΟ, έλεγαν τα μαύρα στοιχεία, ενώ με κόκκινα ήταν τυπωμένη η λέξη ΔΩΡΕΑΝ. Προς το κάτω μέρος ήταν τυπωμένες οι δυο λέξεις που είχα διαβάσει αναρίθμητες φορές στο παρελθόν: ΘΑ ΜΑΓΕΥΤΕΙΤΕ. Ανάλογα με τη διάθεσή μου, η εν λόγω φράση άλλοτε έμοιαζε να υπόσχεται περιπέτεια και εκπλήξεις κι άλλοτε έπαιρνε μια πιο απειλητική χροιά: ΘΑ ΠΑΘΕΤΕ ΤΗΝ ΠΛΑΚΑ ΣΑΣ. Άφησα την πρόσκληση ξανά στο συρτάρι κι έμεινα ξύπνιος για κάμποση ώρα. Πίστευα ότι δε θα κοιμόμουν. Ύστερα κοιμήθηκα.


62

DEAN KOONTZ

Τρεις ώρες αργότερα, πετάχτηκα τρομαγμένος κι ανακάθισα στο κρεβάτι. Έτρεμα από το φόβο. Απ' όσο ήξερα, δε με ξύπνησε κάποιος εφιάλτης. Δε θυμόμουν να είδα άσχημο όνειρο. Παρ' όλ' αυτά, ξύπνησα έχοντας στο νου μια απολύτως καθαρή και τρομακτική σκέψη, μια σκέψη τόσο πιεστική που 'νιωθα την καρδιά μου να σφίγγεται κι ανέπνεα με δυσκολία. Αν επρόκειτο να ζήσω πέντε φοβερές μέρες, δε θα πέθαινα σήμερα. Με τον αμίμητο τρόπο της, η Γουίνα είχε υποδείξει ότι, ακόμα κι αν γλίτωνα το θάνατο αυτόν το Σεπτέμβρη, μπορεί να τραυματιζόμουν, να ακρωτηριαζόμουν, να έμενα παράλυτος ή να πάθαινα εγκεφαλική βλάβη. Επίσης, δεν μπορούσα να αποκλείσω την πιθανότητα να πεθάνει κάποιος άλλος. Κάποιο αγαπητό μου πρόσωπο. Ο πατέρας, η μητέρα, η γιαγιά μου... Αν η μέρα προμηνυόταν φοβερή επειδή κάποιος δικός μου θα έβρισκε οδυνηρό και βίαιο τέλος, η σκέψη θα με κυνηγούσε σ' όλη μου τη ζωή -οπότε καλύτερα να πέθαινα εγώ. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού, ευχαριστημένος επειδή είχα αποκοιμηθεί με το φως ανοιχτό. Τα χέρια μου κολλούσαν απ' τον ιδρώτα κι έτρεμαν τόσο που δε θα κατάφερνα να βρω το διακόπτη, ούτε να τον πιέσω. Είναι ευλογία να έχει κανείς μια αγαπημένη και στενά δεμένη οικογένεια. Μα, όσο περισσότερους ανθρώπους αγαπάμε κι όσο βαθύτερα τους αγαπάμε, τόσο πιο ευάλωτοι είμαστε στην απώλεια, τη θλίψη και τη μοναξιά. Είπα αντίο στον ύπνο. Το ρολόι του κομοδίνου έδειχνε μιάμιση το μεσημέρι. Έμενε λιγότερο από μισή μέρα· έμεναν μόνο δεκάμισι ώρες ίσαμε τα μεσάνυχτα. Σ' αυτό το χρονικό διάστημα, ωστόσο, θα μπορούσε να χαθεί μια ζωή, ένας κόσμος... και η ελπίδα.


53

Ε

κατομμύρια χρόνια προτού υπάρξει το Τράβελ Τσάνελγια να ανακοινώσει την αλλαγή, θύελλες στο εσωτερικό της Γης αυλάκωσαν την επιφάνειά της, σχηματίζοντας ένα σκηνικό που θύμιζε θαλασσινό τοπίο μετά από μουσώνα, με αποτέλεσμα οι ταξιδιώτες σ' αυτή την περιοχή να κινούνται σε ανηφοριές και κατηφοριές, και σχεδόν ποτέ σε ίσιωμα. Δάση αειθαλή -έλατα και πεύκα- απλώνονται στα χωμάτινα και βραχώδη κυματιστά εδάφη γύρω από το Σνόου Βίλατζ, αλλά τα συναντά κανείς και μέσα στα όρια της πόλης. Εδώ ζουν δεκατέσσερις χιλιάδες κάτοικοι. Οι περισσότεροι κερδίζουν τον επιούσιο άμεσα ή έμμεσα από τη φύση, όπως ακριβώς οι άνθρωποι που κατοικούν σε ψαροχώρια, σε χαμηλότερο υψόμετρο, σε τόπους με πιο ήπιο τοπίο. Το Σνόου Βίλατζ Ριζόρτ & Σπα και οι παγκοσμίως φημισμένες πλαγιές για σκι, καθώς και τα υπόλοιπα τοπικά ξενοδοχεία και κέντρα χειμερινών σπορ προσελκύουν πολλούς επισκέπτες. Από τα μέσα Οκτωβρίου μέχρι το Μάρτιο, ο πληθυσμός της πόλης αυξάνεται κατά εξήντα τοις εκατό. Τους υπόλοιπους μήνες του χρόνου, περίπου ισάριθμοι παραθεριστές έρχονται για κάμπινγκ, πεζοπορία, βαρκάδα και ράφτινγκ. Το φθινόπωρο πιάνει νωρίς στο Ρόκι Μάουντεν· όμως εκείνη την ημέρα του Σεπτεμβρίου ο καιρός ήταν μαλακός. Ο απογευματινός αέρας ήταν ευχάριστα ζεστός, ακύμαντος σαν τα βάθη του ωκεανού, κι ένας χρυσαφένιος ήλιος χυνόταν πάνω από το Σνόου Βίλατζ δημιουργώντας την εντύπωση ότι η μικρή κωμόπολη είχε απολιθωθεί μέσα σε κεχριμπάρι.


64

D E A N KOONTZ

To σπίτι των γονιών μου βρίσκεται σε μια γειτονιά λίγο παραέξω, γι' αυτό αναγκάστηκα να πάρω αυτοκίνητο ίσαμε το κέντρο της πόλης, όπου είχα κάτι δουλειές. Εκείνη την περίοδο είχα μια Ντοτζ Ντεϊτόνα Σέλμπι Ζ, εφτά ετών. Αν εξαιρέσουμε τη μητέρα και τη γιαγιά μου, δεν είχα γνωρίσει ακόμα μια γυναίκα που να την αγαπώ περισσότερο από εκείνο το σπορ κουπέ. Μου λείπουν οι τεχνικές γνώσεις, όπως άλλωστε και η έφεση για να τις αποκτήσω. Η λειτουργία μιας μηχανής μού είναι εξίσου μυστήρια όσο και η διαρκής αγάπη των καλοφαγάδων για τον τόνο γιουβέτσι. Λάτρευα εκείνη τη χαρούμενη μικρή Ντοτζ μόνο και μόνο για την αισθητική της· μου άρεσε η φίνα της γραμμή, το μαύρο χρώμα, οι τοξωτές κίτρινες αγωνιστικές λωρίδες. Ήταν ένα αμάξι της νύχτας, ένα αμάξι που κατέβηκε από τον ουρανό, με τα σημάδια από τη σύγκρουσή του με το φεγγάρι χαραγμένα στα πλάγια. Σε γενικές γραμμές, δε συνηθίζω να περιγράφω με ρομαντικό τρόπο τα άψυχα αντικείμενα, εκτός κι αν τρώγονται. Η Ντοτζ αποτελούσε σπάνια εξαίρεση. Φτάνοντας στο κέντρο της πόλης, χωρίς να τρακάρω μετωπικά με κανένα ραλίστα με νεκροφόρα, αναζήτησα για κάμποσα λεπτά μια ιδανική θέση για να παρκάρω. Η λεωφόρος Άλπαϊν, ο κεντρικός μας δρόμος, σου δίνει τη δυνατότητα να παρκάρεις κάθετα στο πεζοδρόμιο, όμως εγώ το απέφευγα. Αν από κάποιο διπλανό αμάξι άνοιγαν απρόσεχτα την πόρτα, μπορεί να χτυπούσαν τη Σέλμπι Ζ και να 'γδερναν την μπογιά της. Κάθε γρατσουνιά της την εισέπραττα σαν προσωπικό τραυματισμό. Προτιμούσα να σταθμεύω στους παράλληλους δρόμους, κι έτσι βρήκα κατάλληλη θέση απέναντι από το Σέντερ Σκουέαρ Παρκ, που ουσιαστικά είναι τετράγωνο και βρίσκεται στο κέντρο της πόλης. Μπορεί εμείς, οι κάτοικοι του Ρόκι Μάουντεν, να ζούμε σε εντυπωσιακό και περίκομψο περιβάλλον, αλλά η γλώσσα μας είναι λιτή. Πάρκαρα την Ντοτζ πίσω από ένα κίτρινο φορτηγό, δίπλα σε


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

65

μια έπαυλη, το Σνόου Μάνσιον, ένα μνημείο ανοιχτό στο κοινό επί έντεκα μήνες το χρόνο, που ωστόσο κλείνει το Σεπτέμβρη, τον ενδιάμεσο μήνα μεταξύ των δύο τουριστικών εποχών. Κανονικά θα έπρεπε, εννοείται, να κατεβώ από την πλευρά του οδηγού. Καθώς ετοιμαζόμουν να βγω, ένα φορτηγό πέρασε ξυστά από την πόρτα μου, τρέχοντας με διπλάσια από το αναγραφόμενο όριο ταχύτητα. Έτσι και είχα ανοίξει την πόρτα μερικά δευτερόλεπτα νωρίτερα κι έκανα να κατεβώ, θα περνούσα το φθινόπωρο στο νοσοκομείο, και ο χειμώνας θα μ' έβρισκε με μερικά πλευρά λιγότερα. Μια οποιαδήποτε άλλη μέρα, θα βλαστημούσα από μέσα μου τον απρόσεχτο οδηγό κι ύστερα θ' άνοιγα την πόρτα για να κατέβω. Μα όχι αυτή τη φορά. Με προσοχή -αλλά όχι υπερβολική προσοχή, όπως ήλπιζαπέρασα στο κάθισμα του συνοδηγού και βγήκα από την πλευρά του πεζοδρομίου. Αμέσως σήκωσα το βλέμμα ψηλά. Δεν έπεφτε κανένα χρηματοκιβώτιο. Προς το παρόν, όλα καλά. Το Σνόου Βίλατζ ιδρύθηκε το 1872 με χρήματα που προήλθαν από τα χρυσωρυχεία και το σιδηρόδρομο. Το μεγαλύτερο μέρος του αποτελεί υπαίθριο μουσείο βικτωριανής αρχιτεκτονικής, προπάντων γύρω από την πλατεία, όπου ο δραστήριος σύλλογος της πόλης έχει αναπτύξει σημαντικό έργο. Τα οικοδομήματα στους δρόμους που πλαισιώνουν την πλατεία έχουν ως κύριο δομικό υλικό τα τούβλα και τον ασβεστόλιθο, ενώ οι πόρτες και τα παράθυρά τους φέρουν σκαλιστά ή ανάγλυφα αετώματα και περιβάλλονται από περίτεχνα σιδερένια κιγκλιδώματα. Στα πεζοδρόμια υψώνονται γέρικες κωνικές λάρικες. Φορούσαν ακόμα το πράσινο καλοκαιρινό τους ένδυμα, όχι το χρυσαφένιο του φθινοπώρου. Είχα να πάω στο καθαριστήριο, στην τράπεζα και στη βιβλιοθήκη. Και τα τρία απείχαν κάμποσο από την πλευρά όπου είχα παρκάρει. Από τα τρία, αυτό που με προβλημάτιζε περισσότερο ήταν η τράπεζα. Κατά καιρούς, όλο και κάποιο κρούσμα ληστείας τράπε-


66

DEAN KOONTZ

ζας σκάει μύτη, ενώ όλο και κάποιος πελάτης ενδέχεται να πέσει θύμα πυροβολισμού. Η σύνεση υπαγόρευε να αναβάλω τη δουλειά μου στην τράπεζα για την επομένη. Από την άλλη, μολονότι κανένα καθαριστήριο δε θεωρήθηκε ποτέ υπεύθυνο για πρόκληση ολέθριας καταστροφής κατά τη διαδικασία καθαρισμού ενός μάλλινου κοστουμιού, ήμουν σίγουρος ότι εκεί μεταχειρίζονταν καυστικά, τοξικά και, ενδεχομένως, εκρηκτικά χημικά. Ομοίως, λόγω των στενών διαδρόμων ανάμεσα σε ξύλινα ράφια γεμάτα άκρως εύφλεκτα βιβλία, μια βιβλιοθήκη είναι εξαιρετικά εύκολο να αποτελέσει εστία πυρκαγιάς. Στάθηκα στο πεζοδρόμιο αναποφάσιστος, κάτω από το φως του ήλιου και τον ίσκιο των δέντρων. Επειδή οι προβλέψεις του παππού Τζόζεφ για τις πέντε φοβερές μέρες δεν πρόσφεραν καμιά συγκεκριμένη πληροφορία, δεν ήμουν σε θέση να καταστρώσω ένα σχέδιο άμυνας. Εντούτοις, σ' όλη μου τη ζωή προετοιμαζόμουν ψυχολογικά για την αντιμετώπιση τους. Παρ' όλη την προετοιμασία όμως, δεν αισθανόμουν διόλου άνετα. Η φαντασία μου οργίαζε και ο τρόμος έκανε τα μέλη μου να παραλύουν. Όσο βρισκόμουν στο σπίτι, η ασπίδα του σπιτικού περιβάλλοντος και το κουράγιο που μου 'διναν οι δικοί μου με θωράκιζαν απέναντι στο φόβο. Τώρα ένιωθα εκτεθειμένος, ευάλωτος, ένιωθα ότι αποτελούσα στόχο. Μπορεί η παράνοια να αποτελεί καθημερινότητα για τους κατασκόπους, τους πολιτικούς, τους εμπόρους ναρκωτικών και τους μπάτσους των μεγαλουπόλεων, όμως σπανίως προσβάλλει τους αρτοποιούς. Όταν το αλεύρι πιάνει ψείρες ή όταν μας τελειώνει η σοκολάτα κουβερτούρα, ο νους μας δεν πάει αμέσως σε ραδιουργίες των εχθρών μας και σε συνωμοσίες εναντίον μας. Έχοντας την τύχη να απολαύσω μια ευχάριστη, χωρίς προβλήματα και -μετά τη νύχτα της γέννησής μου- ήρεμη ζωή, δεν είχα αποκτήσει εχθρούς, τουλάχιστον απ' όσο γνώριζα. Παρ'


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

67

όλ' αυτά, τώρα επιθεωρούσα τα παράθυρα των δευτέρων και των τρίτων ορόφων των κτιρίων γύρω από την πλατεία, πεπεισμένος ότι εκείνη τη στιγμή με σημάδευε κάποιος ελεύθερος σκοπευτής. Μέχρι τότε, πίστευα ότι η συμφορά που θα μ* έβρισκε εκείνες τις πέντε ημέρες θα ήταν απρόσωπη, ότι θα προερχόταν από τη φύση: αστροπελέκι, δάγκωμα φιδιού, εγκεφαλική θρόμβωση, μετεωρίτης. Ή ότι μπορεί να ήταν ένα ατύχημα που θα οφειλόταν σε ανθρώπινο λάθος: μπετονιέρα χωρίς φρένα, ξέφρενη κούρσα τρένου, διαρροή δεξαμενής προπανίου. Ακόμα και το να βρεθώ συμπτωματικά στην τράπεζα την ώρα μιας ληστείας και να με πυροβολήσουν το θεωρούσα ατύχημα, δεδομένου ότι η άφιξή μου εκεί θα μπορούσε να είχε καθυστερήσει αν έκανα πρώτα μια βόλτα στο πάρκο για να ταίσω τους σκίουρους· άσε που μπορεί να με δάγκωναν οι σκίουροι και να πάθαινα λύσσα. Αυτό που μ' έκανε τώρα να παραλύω ήταν το ενδεχόμενο να γίνω στόχος από πρόθεση· ήταν η διαπίστωση ότι κάποιος άγνωστος μπορεί να είχε επιλέξει συνειδητά να με τραυματίσει, να με βλάψει. Δε θα ήταν υποχρεωτικά κάποιος γνωστός μου. Πιθανώς θα ήταν κανένας μοναχικός παράφρονας. Κάποιος άγνωστος με δολοφονικές τάσεις, δυσαρεστημένος από τη ζωή του, εφοδιασμένος με τουφέκι, άφθονες σφαίρες κοίλης αιχμής και αρκετές προμήθειες σε πρωτεϊνούχες ράβδους δημητριακών που θα του έδιναν δυνάμεις κατά τη διάρκεια της μακριάς αναμέτρησής του με την αστυνομία. Πολλά τζάμια αντανακλούσαν τις πορτοκαλιές ανταύγειες του απογευματινού ήλιου. Άλλα πάλι, λόγω θέσης, παρέμεναν σκοτεινά, μια και δεν καθρεφτιζόταν πάνω τους ο ηλιακός δίσκος. Οποιοδήποτε απ' αυτά θα μπορούσε να ήταν ανοιχτό, με τον οπλοφόρο να παραμονεύει στα σκοτάδια πίσω του. Μισοπαράλυτος, σκέφτηκα ότι διέθετα τις προφητικές ικανότητες που ο παππούς Τζόζεφ επέδειξε στο κρεβάτι της εντατικής, λίγο πριν από το θάνατο του. Ο ελεύθερος σκοπευτής δεν ήταν απλώς μια πιθανότητα: ήταν εκεί, με το δάχτυλο στη σκαν-


68

DEAN KOONTZ

δάλη. Δεν τον είχα φανταστεί, είχα διαισθανθεί την παρουσία του χάρη στις μαντικές μου ικανότητες, και μαζί μ' αυτόν έβλεπα και το διάτρητο από σφαίρες μέλλον μου. Δοκίμασα να συνεχίσω το δρόμο μου ή να οπισθοχωρήσω, μα ήταν αδύνατο να κουνηθώ. Αισθανόμουν πως ένα βήμα προς τη λανθασμένη κατεύθυνση θα με οδηγούσε ίσια επάνω στην τροχιά μιας σφαίρας. Και, παρ' ότι όσο στεκόμουν ασάλευτος έδινα τέλειο στόχο, η λογική δεν μπορούσε να με απαλλάξει από την παράλυση. Το βλέμμα μου ταξίδεψε από τα παράθυρα στις στέγες των σπιτιών, που προσφέρονταν ακόμα περισσότερο για παρατηρητήρια ενός σκοπευτή. Ήμουν τόσο απορροφημένος από τις σκέψεις μου, ώστε δεν άκουσα την ερώτηση παρά μονάχα όταν μου την επανέλαβε: «Ρώτησα... είσαι καλά;» Χαμηλώνοντας το βλέμμα, αντίκρισα έναν νεαρό που στεκόταν μπροστά μου στο πεζοδρόμιο. Ήταν μελαχρινός, με πράσινα μάτια, ωραιότατος, σαν σταρ του σινεμά. Προς στιγμήν σάστισα, σαν να 'χα βγει προσωρινά από τη ροή του χρόνου και, τώρα που ξανάμπαινα, να δυσκολευόμουν να προσαρμοστώ στο ρυθμό της ζωής. Ο νεαρός άντρας κοίταξε προς τις στέγες των σπιτιών που είχαν μονοπωλήσει το ενδιαφέρον μου και κατόπιν με κάρφωσε με τα εντυπωσιακά του μάτια. «Δε φαίνεσαι καλά». Η γλώσσα μου κόλλησε στο στόμα. «Ω... απλώς... μου φάνηκε ότι είδα κάτι εκεί πάνω». Τα λόγια μου ήταν αρκετά αλλόκοτα κι ο τύπος χαμογέλασε αβέβαια. «Εννοείς ότι είδες κάτι στον ουρανό;» Δε γινόταν να του εξηγήσω πως η προσοχή μου εστιαζόταν στις στέγες, καθότι αυτό θα οδηγούσε αναμφίβολα στην παραδοχή ότι φοβόμουν την ύπαρξη κάποιου ελεύθερου σκοπευτή. «Ναι, δηλαδή, ναι, στον ουρανό, κάτι... παράξενο», είπα λοιπόν και αμέσως κατάλαβα ότι τα λόγια μου ηχούσαν εξίσου αλλόκοτα με το αν του είχα πει για το σκοπευτή. «Εννοείς κάποιο UFO;» ρώτησε μ' ένα λοξό αφοπλιστικό χαμόγελο, ίδιο με του Τομ Κρουζ στην πιο αμέριμνη εκδοχή του.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

69

Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι γνωστός ηθοποιός, ή ένας ανερχόμενος αστέρας. Πολλές φυσιογνωμίες του καλλιτεχνικού στερεώματος έρχονταν για διακοπές στο Σνόου Βίλατζ. Μα, ακόμα κι αν ήταν διάσημος, εγώ δε θα τον αναγνώριζα. Ο κινηματογράφος δε με πολυενδιέφερε, κι άλλωστε ήμουν πολύ απασχολημένος με τη δουλειά του φούρναρη, με την οικογένειά μου, με τη ζωή μου. Η μοναδική ταινία που είχα δει εκείνη τη χρονιά ήταν το Φόρεστ Γκαμπ. Υποθέτω ότι εκείνη τη στιγμή έδινα την εντύπωση ατόμου που συναγωνιζόταν σε δείκτη ευφυΐας τον πρωταγωνιστή του φιλμ. Το πρόσωπο μου βάφτηκε κόκκινο. «Μπορεί να ήταν UFO. Αλλά μάλλον όχι. Δεν ξέρω. Πάντως τώρα έφυγε», είπα αμήχανα. «Είσαι καλά;» επανέλαβε εκείνος. «Ναι, βέβαια, μια χαρά, απλώς είδα κάτι στον ουρανό, μα... μα τώρα έφυγε», είπα και ντράπηκα με τις ανόητες φλυαρίες μου. Με επιθεώρησε μειδιώντας, πράγμα που συνετέλεσε στο να συνέλθω από την παράλυσή μου. Του ευχήθηκα καλημέρα κι απομακρύνθηκα. Σκόνταψα σε μια προεξοχή του πεζοδρομίου και λίγο έλειψε να σωριαστώ. Όταν ανέκτησα την ισορροπία μου, δεν κοίταξα πίσω. Ήξερα ότι θα με παρακολουθούσε μ' εκείνο το φωτεινό χαμόγελο της επιτυχίας. Αδυνατούσα να καταλάβω πώς έγινε και παραδόθηκα έτσι ολοκληρωτικά στον παράλογο φόβο. Όσο πιθανό ήταν να με απαγάγουν εξωγήινοι, άλλο τόσο ήταν και να με πυροβολήσει ελεύθερος σκοπευτής. Δυσαρεστημένος από τη στάση μου, αποφάσισα να συνέλθω και κατευθύνθηκα προς την τράπεζα. Ό,τι ήταν να γίνει θα γινόταν. Αν μια απάνθρωπη συμμορία ληστών τράπεζας με πυροβολούσε στη ραχοκοκαλιά αφήνοντάς με ανάπηρο, μάλλον θα το προτιμούσα από τη φριχτή παραμόρφωση που θα μου άφηνε μια πυρκαγιά στη βιβλιοθήκη ή από το να αναπνέω με μηχανική υποστήριξη για όλη την υπόλοιπη ζωή


70

D E A N KOONTZ

μου έχοντας εισπνεύσει τοξικά αέρια σ' ένα ολέθριο ατύχημα σε καθαριστήριο. Η τράπεζα όπου να 'ταν έκλεινε· ως εκ τούτου, οι πελάτες ήταν λιγοστοί -όμως όλοι γύρισαν και με κοίταξαν καχύποπτα. Προσπάθησα να μην τους έχω γυρισμένη την πλάτη. Δεν εμπιστευόμουν ούτε την ογδοντάχρονη γριούλα που το κεφάλι της τρεμούλιαζε πηγαίνοντας πάνω κάτω. Υπάρχουν επαγγελματίες ληστές αριστοτέχνες στο μασκάρεμα· το τρέμουλο μπορεί να ήταν αποτέλεσμα άριστης ηθοποιίας. Όμως η κρεατοελιά στο πιγούνι της έμοιαζε αληθινή. Το δέκατο ένατο αιώνα, τα κτίρια των τραπεζών ήταν εντυπωσιακά. Το δάπεδο των αιθουσών ήταν από γρανίτη, όπως άλλωστε και οι τοίχοι, ενώ τις στόλιζαν αυλακωτές κολόνες και άφθονα μπρούντζινα κομψοτεχνήματα. Όταν έπεσε ένα λογιστικό τετράδιο από τα χέρια ενός υπαλλήλου που διέσχιζε την αίθουσα, ο κρότος αντήχησε σαν πυροβολισμός. Τινάχτηκα τρομαγμένος, αλλά ευτυχώς δε λέρωσα το παντελόνι μου. Αφού κατέθεσα μια επιταγή και εισέπραξα λίγα μετρητά, αναχώρησα χωρίς απρόοπτα. Η περιστρεφόμενη πόρτα που μ' έκανε να ασφυκτιώ με οδήγησε με ασφάλεια έξω στο ζεστό απόγευμα. Μια και από το καθαριστήριο έπρεπε να πάρω αρκετά ρούχα, το άφησα για το τέλος και τράβηξα για τη βιβλιοθήκη. Η Βιβλιοθήκη του Κορνίλιους Ράδερφορντ Σνόου είναι πολύ μεγαλύτερη απ' αυτήν που θα περίμενε να συναντήσει κανείς σε μια μικρή κωμόπολη σαν τη δική μας. Στεγάζεται σ' ένα όμορφο πέτρινο οικοδόμημα. Δεξιά και αριστερά της κεντρικής εισόδου πέτρινα λιοντάρια στέκουν πάνω σε βιβλιόσχημες βάσεις. Τα λιοντάρια δεν έχουν άγρια πόζα βρυχώμενου ζώου. Ούτε στέκουν με ανασηκωμένο κεφάλι, σε στάση επαγρύπνησης. Παραδόξως, είναι κοιμισμένα, σαν να τα νάρκωσε η ανάγνωση της αυτοβιογραφίας ενός πολιτικού. Ο Κορνίλιους Ράδερφορντ Σνόου, με τα χρήματα του οποίου χτίστηκε η βιβλιοθήκη, δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για τα βιβλία, αν και πίστευε ότι όφειλε να ενδιαφέρεται. Σύμφωνα με τη


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

71

λογική του, το να κατασκευάσει μια όμορφη βιβλιοθήκη ήταν εξίσου ψυχωφελές και εποικοδομητικό όσο και η μελέτη εκατοντάδων τόμων. Όταν ολοκληρώθηκε το κτίριο, θεώρησε τον εαυτό του άνθρωπο πολύ μορφωμένο. Η πόλη μας δεν πήρε το όνομά της λόγω της μορφής με την οποία πέφτει το μεγαλύτερο μέρος των ετήσιων ατμοσφαιρικών κατακρημνίσεων στην περιοχή. Ονομάστηκε προς τιμήν του μεγιστάνα του σιδηροδρόμου και των ορυχείων, με την αφορολόγητη περιουσία του οποίου ιδρύθηκε: του Κορνίλιους Ράδερφορντ Σνόου. Μόλις περάσεις την κεντρική είσοδο της βιβλιοθήκης, βλέπεις το πορτραίτο του Κορνίλιους Ράδερφορντ Σνόου. Κοιτάζει καμαρωτός καμαρωτός, έχει μάτια παγερά, μουστάκι και μακριές φαβορίτες. Όταν μπήκα, κανείς δεν καθόταν στα τραπεζάκια του αναγνωστηρίου. Ο μοναδικός ορατός αναγνώστης στεκόταν μπροστά στη θέση του βιβλιοθηκάριου, ακουμπώντας ανέμελα στον ψηλό πάγκο και κουβεντιάζοντας ψιθυριστά με τον Λάιονελ Ντέιβις, το διευθυντή της βιβλιοθήκης. Πλησιάζοντας προς τον πάγκο, τον αναγνώρισα. Τα πράσινα μάτια του έλαμψαν σαν με είδε και το πλατύ του χαμόγελο ήταν φιλικό, διόλου κοροϊδευτικό, μόλο που σχολίασε: «Νομίζω ότι ο κύριος θέλει κάποιο βιβλίο σχετικά με ιπτάμενους δίσκους». Γνώριζα τον Λάιονελ Ντέιβις όλη μου τη ζωή. Ήταν αφοσιωμένος στα βιβλία όπως εγώ στο ζύμωμα και στο ψήσιμο. Είχε καλή καρδιά, ήταν ευγενικός και λάτρευε να διαβάζει τα πάντα -από αιγυπτιακή ιστορία μέχρι σκληρά αστυνομικά μυθιστορήματα. Η κουρασμένη αν και μονίμως παιδική όψη του θύμιζε καλοσυνάτο σιδηρουργό ή αγνό εφημέριο έργου του Ντίκενς. Γνώριζα καλά το πρόσωπο του, μα δεν είχα ξαναδεί την έκφραση που είχε εκείνη τη στιγμή. Χαμογελούσε, ωστόσο τα μάτια του ήταν μισόκλειστα. Ένας μυϊκός σπασμός στην αριστερή γωνία του στόματος του φανέρωνε ότι η αληθινή ψυχική του κατάσταση αποτυπωνόταν στα μάτια, όχι στο χαμόγελο.


72

DEAN

KOONTZ

Ακόμα κι αν διέβλεπα την προειδοποίηση στην έκφρασή του, δε θα είχα τρόπο να γλιτώσω ούτε αυτόν ούτε εμένα. Ο ωραίος νεαρός με τα πορσελάνινα κατάλευκα δόντια είχε ήδη αποφασίσει πώς θα ενεργούσε όταν με είδε να μπαίνω. Πρώτα, πυροβόλησε στο κεφάλι τον Λάιονελ Ντέιβις.


63

Τ

ο πιστόλι του έκανε ένα σκληρό επίπεδο κρότο, πολύ πιο σιγανό απ' όσο θα περίμενα. Έκανα την τρελή σκέψη ότι στις ταινίες δε χρησιμοποιούν αληθινές σφαίρες, χρησιμοποιούν άσφαιρα πυρά, οπότε ο κρότος παράγεται εκ των υστέρων, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του ήχου. Λίγο έλειψε να κοιτάξω γύρω μου αναζητώντας τις κάμερες και το κινηματογραφικό συνεργείο. Ο ένοπλος ήταν κούκλος, σαν σταρ του σινεμά, ο πυροβολισμός ακούστηκε σαν ψεύτικος και, άλλωστε, κανένας δε θα είχε λόγο να σκοτώσει ένα γλυκύτατο άνθρωπο σαν τον Λάιονελ Ντέιβις, πράγμα που σήμαινε ότι όλα αυτά ήταν γραμμένα σε σενάριο κι ότι η ταινία θα προβαλλόταν στους κινηματογράφους το επόμενο καλοκαίρι. «Πόσες μύγες την ημέρα χάφτεις, έτσι όπως στέκεσαι μ' ανοιχτό το στόμα;» ρώτησε ο δολοφόνος. «Το έχεις πάντα ανοιχτό ή μπας και το κλείνεις καμιά φορά;» Έμοιαζε να διασκεδάζει με την περίπτωση μου, έχοντας ξεχάσει ήδη τον Λάιονελ, θαρρείς και η δολοφονία του βιβλιοθηκάριου ήταν μια πράξη εξίσου ασήμαντη και αδιάφορη με το να πατήσεις ένα μυρμήγκι. Η φωνή μου έφτασε στ' αυτιά μου γεμάτη έκπληξη και σύγχυση, ενώ συγχρόνως έτρεμε από θυμό: «Τι σου έκανε ο άνθρωπος;» «Ποιος;» Μπορεί να φαντάζεστε ότι η απορία του ήταν προσποιητή, ότι επρόκειτο για πόζα και επίδειξη ψευτοπαλικαριάς για να μ' εντυπωσιάσει, όμως σας βεβαιώνω ότι δεν ήταν έτσι. Κατάλαβα


74

DEAN KOONTZ

αμέσως ότι δε συνέδεσε την ερώτησή μου με τον άντρα που μόλις είχε δολοφονήσει. Η λέξη παράφρονας δεν τον περιέγραφε απόλυτα, αλλά ήταν ένας καλός χαρακτηρισμός για αρχή. «Τον Λάιονελ. Ήταν καλός άνθρωπος, πράος», είπα, κατάπληκτος με τον εαυτό μου, μια και η φωνή μου φανέρωνε περισσότερο θυμό και λιγότερο φόβο. «Α, αυτόν λες». «Τον έλεγαν Λάιονελ Ντέιβις. Είχε όνομα. Είχε τη ζωή του, τους φίλους του, ήταν κάποιος». «Δεν ήταν απλώς ένας βιβλιοθηκάριος;» ρώτησε εκείνος με ειλικρινή απορία. Το χαμογελαστό πρόσωπο του έδειχνε τώρα κάπως στενοχωρημένο. «Είσαι εντελώς αρρωστημένος, ανάθεμα τη μάνα σου». Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του, το πρόσωπό του χλόμιασε, η έκφρασή του σκλήρυνε, θαρρείς και η σάρκα του μεταμορφώθηκε σε γύψινο εκμαγείο ενός προσώπου νεκρού. Σηκώνοντας το πιστόλι, σημάδεψε το στήθος μου λέγοντας με απόλυτη σοβαρότητα: «Μην τολμήσεις να βρίσεις ξανά τη μητέρα μου». Η ιδέα ότι προσβλήθηκε από τα λόγια μου ενώ έδειχνε τόσο αδιάφορος για το έγκλημα που μόλις είχε διαπράξει μου φάνηκε μακάβρια κωμική. Αν γελούσα εκείνη τη στιγμή από το σοκ και την έκπληξη, είμαι βέβαιος ότι θα με σκότωνε. Αντιμέτωπος με την κάννη του όπλου, κυριεύτηκα από φόβο, αλλά ευτυχώς κράτησα την ψυχραιμία μου. Λίγο νωρίτερα, στο δρόμο, η προοπτική ενός ελεύθερου σκοπευτή με έκανε να παραλύω από τρόμο. Τώρα αντιλαμβανόμουν ότι δε με είχε τρομάξει η ιδέα ενός κρυμμένου σκοπευτή κάπου ψηλά, αλλά το γεγονός ότι δεν ήξερα αν ο σκοπευτής ήταν πρόσωπο υπαρκτό ή αν τυχόν κινδύνευα από κάτι άλλο, κάτι που αδυνατούσα να προσδιορίσω. Όταν διαισθανόμαστε τον κίνδυνο, χωρίς ωστόσο να είμαστε σε θέση να τον αναγνωρίσουμε, μας φοβίζουν οι πάντες και τα πάντα. Ο κόσμος γύρω μας, απ' άκρη σ' άκρη, φαντάζει εχθρικός. Ο φόβος για το άγνωστο είναι ο πιο ανόθευτος και ισχυρός φόβος.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

75

Τώρα είχα εντοπίσει τον εχθρό μου. Μολονότι μπορεί να ήταν ένας ψυχοπαθής ικανός για οποιαδήποτε θηριωδία, αισθάνθηκα ανακούφιση επειδή το πρόσωπο του μου είχε γίνει γνωστό. Οι αμέτρητες απειλές που ζωντάνευαν στη φαντασία μου είχαν εξανεμιστεί και αντικατασταθεί από τούτον εδώ τον αληθινό κίνδυνο. Η σκληρή του έκφραση μαλάκωσε. Χαμήλωσε το πιστόλι. Μας χώριζαν γύρω στα τέσσερα μέτρα, οπότε δεν τολμούσα να του ριχτώ. «Τι σου έφταιξε;» επανέλαβα μόνο. Εκείνος χαμογέλασε ανασηκώνοντας ανέμελα τους ώμους. «Αν δεν έμπαινες, δε θα τον πυροβολούσα». Ο πόνος για το θάνατο του Λάιονελ τρύπησε τα σωθικά μου σαν αργόστροφο τρυπάνι. Το τρεμούλιασμα της φωνής μου οφειλόταν στη λύπη, όχι στο φόβο. «Τι είν' αυτά που λες;» «Δεν μπορώ να κουμαντάρω μόνος μου δύο ομήρους. Ήταν μόνος. Ο βοηθός του λείπει, είναι άρρωστος. Προς το παρόν δεν υπάρχουν άλλα άτομα στη βιβλιοθήκη. Ετοιμαζόταν να κλειδώσει τις πόρτες, όταν μπήκες εσύ». «Μη μου πεις ότι φταίω εγώ». «Ω, όχι, όχι, καθόλου», με διαβεβαίωσε δείχνοντας πραγματικό ενδιαφέρον για τα αισθήματά μου. «Δε φταις εσύ. Αυτά συμβαίνουν». «Αυτά συμβαίνουν», επανέλαβα έκπληκτος, αδυνατώντας να καταλάβω ένα μυαλό που μιλούσε τόσο αδιάφορα για ένα έγκλημα. «Θα μπορούσα να είχα σκοτώσει εσένα», εξήγησε, «αλλά, μια και σε είχα συναντήσει νωρίτερα στο δρόμο, σκέφτηκα ότι θα ήσουν καλύτερη παρέα από ένα βαρετό γέρο βιβλιοθηκάριο». «Τι τον θέλεις τον όμηρο;» «Τον χρειάζομαι για την περίπτωση που κάτι πάει στραβά». «Τι δηλαδή;» «Θα δεις». Φορούσε κομψό αθλητικό σακάκι. Από τη βαθιά τσέπη του ψάρεψε ένα ζευγάρι χειροπέδες. «Θα σου τις πετάξω». «Δεν τις θέλω». Χαμογέλασε. «Είσαι στ' αλήθεια διασκεδαστικός. Πιάσε. Πέρασε τη μία στο δεξιό καρπό σου. Ύστερα ξάπλωσε στο πά-


76

D E A N KOONTZ

τωμα με τα δυο χέρια πίσω από την πλάτη, ώστε να σου περάσω και τη δεύτερη». Κρατούσε το πιστόλι κρεμασμένο στο πλάι. Με σημάδεψε ξανά. Μόλο που είχα ξαναδεί προηγουμένως την κάννη στραμμένη καταπάνω μου, δεν μπορώ να πω ότι έμεινα απτόητος αυτή τη δεύτερη φορά. Ποτέ δεν είχα πιάσει όπλο στα χέρια μου, πόσο μάλλον να έχω πυροβολήσει. Στη δουλειά μου, αυτό που θα θεωρούσα ότι μοιάζει περισσότερο με όπλο είναι το μαχαίρι που κόβουμε τις τούρτες. Ίσως και ο πλάστης. Εντούτοις, εμείς οι φουρνάρηδες δε συνηθίζουμε να κυκλοφορούμε με τους πλάστες κρεμασμένους από τον ώμο, και ως εκ τούτου είμαστε ανυπεράσπιστοι σε ανάλογες καταστάσεις. «Έλα, πιάσε, ψηλέα». Ψηλέα. Είχαμε λίγο πολύ την ίδια σωματική διάπλαση. «Πιάσ' τες, ειδάλλως θα σε στείλω να κάνεις παρέα στον Λάιονελ και θα περιμένω να μπει άλλος για όμηρος». Η θλίψη και η οργή μου για το θάνατο του Λάιονελ με είχαν βοηθήσει ως εκείνη τη στιγμή να καταπνίξω τον τρόμο μου. Ο φόβος θα μπορούσε να με καταστήσει ανίσχυρο, αλλά, καθώς διαπίστωνα τώρα, η έλλειψη φόβου θα μπορούσε να με σκοτώσει. Αναγνωρίζοντας λοιπόν, και πολύ σοφά, τη δειλία μου, έσκυψα, πήρα τις χειροπέδες και πέρασα το μεταλλικό κρίκο στο δεξιό μου καρπό. «Μην ξαπλώνεις ακόμα», μου είπε βουτώντας ένα σετ κλειδιών από το γραφείο του βιβλιοθηκάριου. «Μείνε όρθιος για να μπορώ να σε βλέπω όσο θα κλειδώνω την πόρτα». Τη στιγμή που βρισκόταν στα μισά της απόστασης που χώριζε το γραφείο από το πορτραίτο του Κορνίλιους Ράδερφορντ Σνόου, η πόρτα άνοιξε. Μια νεαρή κοπέλα, άγνωστη σ' εμένα, μπήκε κουβαλώντας ένα πάκο βιβλία. Ήταν ωραιότερη από ένα γκατό α λ 'οράνζ με γλάσο σοκολάτα, γαρνιρισμένο με ζαχαρωμένες φλούδες πορτοκαλιού και κερασάκια. Δε θα άντεχα να δω να τη σκοτώνει -όχι, όχι εκείνη.


10

Η

ταν πιο όμορφη από σουφλέ σοκολάτας με κρεμ ανγκλέζ με γεύση βερίκοκο, σερβιρισμένο σε μπολάκι και πιάτο Λιμόζ, πάνω σε ασημένιο δίσκο, στο φως των κεριών. Η πόρτα έκλεισε πίσω της, κι εκείνη προχώρησε μερικά βήματα μέχρι να αντιληφθεί ότι το σκηνικό δεν ήταν το τυπικό σκηνικό μιας βιβλιοθήκης. Δεν έβλεπε το νεκρό άντρα δίπλα στο γραφείο, όμως πρόσεξε τις χειροπέδες που κρέμονταν από το δεξιό καρπό μου. Η φωνή της είχε μια υπέροχη βραχνάδα που τονίστηκε ακόμα περισσότερο από το γεγονός ότι μίλησε στο δολοφόνο ψιθυριστά: «Όπλο είναι αυτό που κρατάς;» «Εσένα με τι σου μοιάζει;» «Θα μπορούσε να είναι παιχνίδυ>, του απάντησε. «Θέλω να πω, είναι αληθινό όπλο;» «Θες να με δεις να τον πυροβολώ;» ρώτησε εκείνος στρέφοντας το όπλο καταπάνω μου. Διαισθάνθηκα ότι τώρα πια ήμουν ο λιγότερο ελκυστικός από τους διαθέσιμους ομήρους. «Όχι, καλέ, το βρίσκω λίγο υπερβολικό», είπε η κοπέλα. «Χρειάζομαι μόνο έναν όμηρο». «Πάντως», συνέχισε εκείνη με μια αυτοπεποίθηση που με παραξένεψε, «θα μπορούσες να ρίξεις μία βολή στο ταβάνι». Ο δολοφόνος τής χαμογέλασε επιδεικνύοντας όλη την καλή διάθεση που είχε επιδείξει νωρίτερα και μαζί μου, στο δρόμο. Για την ακρίβεια, το χαμόγελό του ήταν τώρα πιο ζεστό και πιο αξιολάτρευτο από εκείνο που εισέπραξα εγώ.


78

DEAN KOONTZ

«Γιατί ψιθυρίζεις;» τη ρώτησε. «Σε βιβλιοθήκη είμαστε», του απάντησε -ψιθυριστά. «Οι συνηθισμένοι κανονισμοί έχουν ανασταλεί». «Βιβλιοθηκάριος είσαι;» τον ρώτησε. «Ποιος, εγώ; Βιβλιοθηκάριος; Όχι. Ο...» «Τότε δεν έχεις το δικαίωμα να αναστείλεις τους κανονισμούς», είπε μαλακά η κοπέλα, δίχως ωστόσο να ψιθυρίζει πια. «Αυτό εδώ μου δίνει το δικαίωμα», δήλωσε εκείνος πυροβολώντας στο ταβάνι. Η κοπέλα κοίταξε τα παράθυρα της πρόσοψης. Πίσω από τις μισόκλειστες περσίδες διακρινόταν ο δρόμος. Όταν έστρεψε ξανά το βλέμμα της σ' εμένα, μου φάνηκε απογοητευμένη -όπως ήμουν κι εγώ άλλωστε. Ο κρότος δεν ήταν δυνατός. Τα βιβλία που κάλυπταν τους τοίχους απορρόφησαν τον ήχο. Έξω στο δρόμο, θα ακούστηκε απλώς σαν πνιχτό βήξιμο. «Μπορώ ν' ακουμπήσω κάπου τα βιβλία; Είναι λίγο βαριά», του είπε, δίχως να δείχνει ταραγμένη από τον πυροβολισμό. Της έδειξε με το πιστόλι ένα τραπέζι του αναγνωστηρίου. «Εκεί». Ενόσω εκείνη ακουμπούσε τα βιβλία στο τραπέζι, ο δολοφόνος κλείδωσε την πόρτα, χωρίς να μας αφήνει από τα μάτια του. «Δε θέλω να σε κριτικάρω», του είπε, «και, ασφαλώς, ξέρεις τη δουλειά σου καλύτερα από μένα, όμως δεν έχεις δίκιο όταν λες ότι χρειάζεσαι μονάχα έναν όμηρο». Ήταν τόσο επικίνδυνα σαγηνευτική, που, κάτω από διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσε να αφοπλίσει έναν άντρα καθιστώντας τον άβουλο, έρμαιο του πόθου του. Παρ' όλ' αυτά, εγώ ήδη άρχιζα να ενδιαφέρομαι για τα λεγόμενά της περισσότερο από όσο ενδιαφερόμουν για τη σιλουέτα της. Το θράσος της με γοήτευσε περισσότερο κι από το ακτινοβόλο προσωπάκι της. Φαίνεται ότι ο μανιακός συμμεριζόταν την άποψή μου. Από την έκφρασή του και μόνο καταλάβαινες ότι τον είχε μαγέψει. Το δολοφονικό του χαμόγελο έγινε λαμπρότερο. Όταν της μίλησε, η φωνή του ήταν γλυκιά, δίχως ίχνος σαρκασμού: «Έχεις καμιά θεωρία, ξέρεις από ομήρους;» Εκείνη κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, δεν πρόκειται για


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

79

θεωρία. Είναι απλώς μια πρακτική παρατήρηση. Αν χρειαστεί να αναμετρηθείς με την αστυνομία και κρατάς μόνο έναν όμηρο, πώς θα τους πείσεις ότι σκοπεύεις όντως να τον σκοτώσεις, ότι δεν μπλοφάρεις;» «Πώς;» ρωτήσαμε κι εγώ κι εκείνος ταυτόχρονα. «Αε θα είχες τρόπο να τους πείσεις», του εξήγησε. «Δε θα μπορούσες να διαλύσεις τις αμφιβολίες τους. Θα επιχειρούσαν λοιπόν να κάνουν έφοδο, οπότε θα σκοτωνόσαστε και εσύ και ο όμηρος». «Ξέρω να γίνομαι πειστικός», τη διαβεβαίωσε με ακόμα πιο μελιστάλαχτη φωνή, σαν να ετοιμαζόταν να της ζητήσει να βγουν ραντεβού. «Αν ήμουν μπάτσος, δε θα σε πίστευα ούτε στιγμή. Παραείσαι νόστιμος για φονιάς». Στράφηκε προς τη μεριά μου. «Δεν είναι πολύ νόστιμος;» Κόντεψα να απαντήσω ότι δεν τον έβρισκα νόστιμο -για να δείτε τι εννοώ όταν λέω ότι ήταν ικανή να καταστήσει έναν άντρα άβουλο, έρμαιο του πόθου του. «Αν όμως είχες δύο ομήρους», συνέχισε, «θα σκότωνες τον ένα για να τους πείσεις για τη σοβαρότητα των απειλών σου, οπότε ο δεύτερος θα γινόταν ισχυρή ασπίδα προστασίας. Κανένας αστυνομικός δε θα τολμούσε να σε δοκιμάσει για δεύτερη φορά». Την κοίταξε για κάμποσες στιγμές αμίλητος. «Είσαι το κάτι άλλο», είπε τέλος, με σαφή πρόθεση να την κολακέψει. «Μου αρέσει να διαβάζω και να σκέφτομαι, αυτό είναι όλο», είπε εκείνη, δείχνοντας τα βιβλία που μόλις είχε επιστρέψει. «Πώς σε λένε;» τη ρώτησε. «Λόρι». «Αόρι τι;» «Λόρι Λιν Χικς», του είπε. «Εσύ είσαι ο;...» Άνοιξε το στόμα του, έτοιμος να ξεστομίσει το όνομά του. Ύστερα χαμογέλασε. «Ο μυστηριώδης άντρας». «Ο μυστηριώδης άντρας σε δράση, από όσο βλέπω». «Σκότωσα ήδη το βιβλιοθηκάριο», την πληροφόρησε, λες και ο φόνος ήταν στοιχείο του βιογραφικού του. «Πολύ το φοβόμουν», σχολίασε εκείνη.


80

DEAN

KOONTZ

Ξερόβηξα. «Εμένα με λένε Τζέιμς». «Γεια σου, Τζίμι», είπε η Λόρι, και, μολονότι χαμογελούσε, διάβασα στα μάτια της μια απίστευτη θλίψη. Εκείνη τη στιγμή, μου φάνηκε ότι έκανε απεγνωσμένους υπολογισμούς. «Πήγαινε να σταθείς δίπλα του», πρόσταξε ο μανιακός. Η Λόρι με πλησίασε. Η ευωδιά της συμπλήρωνε την ομορφιά της· μοσχοβολούσε φρεσκάδα, καθαριότητα, λεμόνι. «Δέσου με τις χειροπέδες μαζί του». Καθώς εκείνη περνούσε τον κρίκο στον αριστερό καρπό της, συνδέοντας τις τύχες μας, σκέφτηκα ότι έπρεπε να της πω κάτι παρήγορο, κάτι που θα ανταποκρινόταν σ' εκείνη την απόγνωση μέσα στο βλέμμα της. Το μυαλό μου είχε σταματήσει. «Μυρίζεις σαν λεμόνι», είπα μονάχα. «Όλη μέρα έφτιαχνα μαρμελάδα λεμόνι. Σκόπευα να τη δοκιμάσω απόψε το βράδυ, με φρυγανιστά αγγλικά μάφιν». «Θα ετοιμάσω ζεστή σοκολάτα με λίγη κανέλα», της είπα. «Πάει γάντι στα μάφιν με μαρμελάδα, οπότε θα το γιορτάσουμε». Εκτίμησε σαφώς τη βεβαιότητά μου για τη σωτηρία μας, όμως τα μάτια της παρέμειναν ανήσυχα. «Φάγαμε πολλή ώρα», παρατήρησε ο μανιακός κοιτάζοντας το ρολόι του. «Έχω να μελετήσω πολλά μέχρι να αρχίσουν οι εκρήξεις».


10

Τ

ο παρελθόν μας είναι τακτοποιημένο κατά χρονολογική σειρά σε συρτάρια: οι ειδήσεις κιτρινίζουν και θρυμματίζονται στα υπόγεια της βιβλιοθήκης, μέσα σε κατακόμβες χαρτιού. Ο δολοφόνος είχε μάθει ότι η Σνόου Κάουντι Γκαζέτ, εδώ και έναν αιώνα, αποθήκευε τα παλιά της φύλλα στο δεύτερο υπόγειο κάτω από την πλατεία της πόλης. Τα θεωρούσαν «πολύτιμα αρχεία της τοπικής ιστορίας». Φυλαγμένα για τους επόμενους αιώνες στο αρχείο της Γκαζέτ, τα φύλλα περιλάμβαναν λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τα μπαζάρ των Προσκόπων, τις εκλογές για το σχολικό συμβούλιο και τις διαμάχες όσον αφορά τις οικιστικές ζώνες που προκάλεσε η πρόθεση της επιχείρησης Σούγκαρ Τάιμ Ντόνατς να επεκτείνει τις δραστηριότητές της. Κάθε φύλλο από το 1950 και εξής ήταν διαθέσιμο σε μορφή μικροφίς. Για τα παλιότερα φύλλα έπρεπε να συμπληρώσεις ένα έντυπο ώστε να αποκτήσεις πρόσβαση στους δεμένους τόμους της Γκαζέτ· και ένα μέλος του προσωπικού επέβλεπε πάντα το ξεφύλλισμα της εφημερίδας. Αν ήσουν κάποιος που σκοτώνει δίχως λόγο βιβλιοθηκάριους, η τυπική διαδικασία ασφαλώς δε σε αφορούσε. Ο μανιακός έψαξε στα αρχεία και κουβάλησε τον τόμο που ήθελε σε ένα τραπέζι. Βάλθηκε να γυρίζει απρόσεκτα τις κίτρινες σελίδες, λες και είχε μπροστά του το σημερινό φύλλο της Γιου-Ες-Έι Τουντέι. Είχε αφήσει τη Λόρι Λιν Χικς κι εμένα σε δυο καρέκλες στην άλλη άκρη της πελώριας αίθουσας όπου μελετούσε. Δε βρισκόμασταν αρκετά κοντά ώστε να δούμε ποια άρθρα της Γκαζέτ τον ενδιέφεραν.


82

D E A N KOONTZ

Καθόμασταν κάτω από το κυλινδρικό ταβάνι, στο αμυδρό φως μιας διπλής σειράς από λάμπες δαπέδου. Τέτοιου είδους φωτισμό θα ανέχονταν μόνο μελετητές που είχαν προλάβει την εποχή πριν από τον ηλεκτρισμό και δεν είχαν ξεχάσει τις λάμπες πετρελαίου των παιδικών τους χρόνων. Με ένα δεύτερο ζευγάρι χειροπέδες, ο δεσμοφύλακάς μας μας είχε δέσει σε μια από τις καρέκλες όπου καθόμασταν. Επειδή δε βρίσκονταν στην ίδια αίθουσα όλα τα αρχεία, πήγαινε κάθε τόσο στο διπλανό δωμάτιο, αφήνοντάς μας μόνους. Οι απουσίες του δε μας έδωσαν την ευκαιρία να το σκάσουμε. Όταν δυο άνθρωποι είναι δεμένοι μεταξύ τους και σέρνουν ξοπίσω τους και μια καρέκλα, δύσκολα θα κουνηθούν γρήγορα και αθόρυβα. «Έχω μια λίμα νυχιών στην τσάντα μου», ψιθύρισε η Λόρι. Κοίταξα το δεμένο χέρι της δίπλα στο δικό μου. Δυνατή παλάμη και συγχρόνως χαριτωμένη. Κομψά δάχτυλα. «Μια χαρά είναι τα νύχια σου», τη διαβεβαίωσα. «Σοβαρολογείς;» «Απολύτως. Μου αρέσει το χρώμα του βερνικιού που χρησιμοποιείς. Θυμίζει ζαχαρωμένα κεράσια». «Ονομάζεται Γκλασάζ ντε Φραμπουάζ». «Λάθος ονομασία. Δεν έχω χρησιμοποιήσει ποτέ βατόμουρο με τέτοια απόχρωση». «Πού τα χρησιμοποιείς τα βατόμουρα;» «Είμαι φούρναρης και σκοπεύω να γίνω σεφ ζαχαροπλαστικής». «Δείχνεις πιο επικίνδυνος, δε μοιάζεις με ζαχαροπλάστη», σχολίασε εκείνη ελαφρώς απογοητευμένη. «Δε λέω, είμαι κάπως μεγαλόσωμος». «Αυτό νομίζεις ότι είναι;» «Και οι φουρνάρηδες έχουν συνήθως δυνατά χέρια». «Όχι», είπε εκείνη, «είναι τα μάτια σου. Τα μάτια σου έχουν κάτι... επικίνδυνο». Ήταν η πιο ξεκάθαρη εκπλήρωση ενός εφηβικού ονείρου: να ακούς από τα χείλη μιας όμορφης γυναίκας ότι τα μάτια σου είναι επικίνδυνα.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

83

«Κοιτάζουν με ευθύτητα κι έχουν μια όμορφη γαλάζια απόχρωση... αλλά, πάλι, θυμίζουν μάτια ψυχασθενούς». Ο ψυχασθενής έχει αναμφίβολα επικίνδυνο βλέμμα, αλλά όχι ρομαντικά επικίνδυνο. Ο Τζέιμς Μποντ έχει επικίνδυνο βλέμμα. Ο Τσαρλς Μάνσον έχει βλέμμα ψυχασθενούς. Ο Τσαρλς Μάνσον, ο Οσάμα μπιν Λάντεν, το κογιότ των καρτούν. Οι γυναίκες κάνουν ουρά για να δουν τον Τζέιμς Μποντ, αλλά καμιά δε θα έβγαινε ραντεβού με το κογιότ. «Μίλησα για τη λίμα που έχω στην τσάντα μου επειδή είναι μεταλλική και αρκετά μυτερή ώστε να χρησιμεύσει σαν όπλο», μου είπε. «Α». Αισθάνθηκα ανόητος, αν και δεν μπορώ να ρίξω το φταίξιμο στη σαστιμάρα που μου προκαλούσε η ομορφιά της. «Την τσάντα σού την πήρε», παρατήρησα. «Ίσως καταφέρω να την πάρω πίσω». Η τσάντα της ήταν ακουμπισμένη στο τραπέζι, δίπλα στο μανιακό που διάβαζε παλιά φύλλα της Σνόου Κάουντι Γκαζέτ. Όταν θα ξανάβγαινε από το δωμάτιο, θα σηκωνόμασταν όσο μας επέτρεπε η καρέκλα όπου ήμασταν δεμένοι και θα προχωρούσαμε παρεΐτσα, κούτσα κούτσα, προς την τσάντα της, όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Το πιθανότερο ήταν ο τύπος ν' ακούσει τη φασαρία και να επιστρέψει προτού φτάσουμε στον προορισμό μας. Εκτός κι αν κινιόμασταν λαθραία, αργά και αθόρυβα, προχωρώντας σαν σιαμαίοι δίδυμοι μέσα σε ναρκοπέδιο. Αν κρίνουμε από το χρονικό διάστημα της απουσίας του όποτε χρειαζόταν να φέρει καινούρια φύλλα από τα αρχεία της διπλανής αίθουσας, δε θα προφταίναμε να φτάσουμε την τσάντα προτού επιστρέψει. Εκτός από την τρέλα που διάβασε στα μάτια μου, η Λόρι φαίνεται ότι διάβασε και τις σκέψεις μου. «Δεν είχα αυτό κατά νου», μου εξήγησε. «Σκέφτομαι να προφασιστώ μια γυναικεία ανάγκη, ώστε να μου δώσει την τσάντα». Γυναικεία ανάγκη. Δεν ξέρω αν έφταιγε το γεγονός ότι ήμουν σοκαρισμένος από την πραγματοποίηση της προφητείας του παππού μου ή από τη δολοφονία του βιβλιοθηκάριου, που δεν έφευγε από το μυαλό


84

DEAN KOONTZ

μου, ωστόσο στάθηκε αδύνατον να κατανοήσω το νόημα των δύο αυτών λέξεων. Αντιλαμβανόμενη τη σύγχυσή μου, όπως φαινόταν να αντιλαμβάνεται τις διεργασίες των νεύρων του εγκεφάλου μου, η Λόρι έσπευσε να μου εξηγήσει: «Αν του πω ότι έχω περίοδο και ότι χρειάζομαι απαραιτήτως ένα ταμπόν, είμαι βέβαιη ότι θα φερθεί σαν κύριος και θα μου δώσει την τσάντα». «Είναι δολοφόνος», της υπενθύμισα. «Αυτό δε σημαίνει κατ' ανάγκην ότι είναι και άξεστος». «Πυροβόλησε τον Λάιονελ Ντέιβις στο κεφάλι». «Αυτό δε σημαίνει ότι δεν έχει ευγενικούς τρόπους». «Δε θα πόνταρα την περιουσία μου πάνω σ' αυτό», είπα. Ξίνισε τα μούτρα ενοχλημένη, αλλά και πάλι έδειχνε πανέμορφη. «Ωχ, ελπίζω να μην είσαι γεννημένος πεσιμιστής. Δε θα το άντεχα... Φαντάσου να με κρατάει όμηρο ένας άνθρωπος που σκοτώνει βιβλιοθηκάριους και να είμαι και δεμένη μ' ένα γεννημένο πεσιμιστή!» Δεν ήθελα να γίνω δυσάρεστος. Ήθελα να της αρέσω. Κάθε άντρας θέλει να αρέσει σε μια ωραία γυναίκα. Παρ' όλ' αυτά, δεν ήταν δυνατόν να δεχτώ το χαρακτηρισμό. «Δεν είμαι πεσιμιστής. Είμαι ρεαλιστής», δήλωσα. Εκείνη αναστέναξε. «Αυτό λέει κάθε πεσιμιστής». «Θα δεις», της είπα ξεψυχισμένα. «Δεν είμαι πεσιμιστής». «Είμαι μια άοκνη οπτιμίστρια», με πληροφόρησε. «Ξέρεις τι πάει να πει άοκνη;» «Οι λέξεις φούρναρης και αμόρφωτος δεν είναι συνώνυμες, ξέρεις», τη διαβεβαίωσα. «Δεν είσαι η μόνη που διαβάζει και σκέφτεται στο Σνόου Βίλατζ». «Τι πάει να πει λοιπόν "άοκνη";» «Ότι δεν κουράζεσαι. Ότι είσαι επίμονη». «Ακούραστη», είπε με έμφαση. «Είμαι ακούραστη οπτιμίστρια». «Τα όρια ανάμεσα σε μια οπτιμίστρια και στην Πολυάννα είναι πολύ ασαφή». Ο δολοφόνος, που είχε βγει νωρίτερα από την αίθουσα, πρόβαλε στο άνοιγμα, καμιά δεκαπενταριά μέτρα μακριά μας, και


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

85

επέστρεψε στο τραπέζι του φορτωμένος με κιτρινισμένες εφημερίδες. Η Λόρι τον κοίταξε με βλέμμα αρπακτικού, κάνοντας τους υπολογισμούς της. «Όταν παρουσιαστεί η κατάλληλη στιγμή, θα του πω ότι παρουσιάστηκε γυναικεία ανάγκη και ότι χρειάζομαι την τσάντα μου», μου ψιθύρισε. «Όσο μυτερή κι αν είναι η λίμα, δεν εξουδετερώνει ένα πιστόλι», διαμαρτυρήθηκα. «Αντε πάλι! Είσαι πράγματι γεννημένος πεσιμιστής. Το θεωρώ κακό ακόμα και για ένα φούρναρη. Αν περιμένεις ότι όλα σου τα κέικ θα ξεφουσκώσουν, θα δεις πως όντως θα ξεφουσκώσουν». «Τα κέικ μου εμένα δεν ξεφουσκώνουν ποτέ». Ανασήκωσε το ένα της φρύδι. «Αυτό το λες εσύ». «Νομίζεις ότι μπορείς να τον μαχαιρώσεις στην καρδιά και να τη σταματήσεις;» τη ρώτησα με κάμποση περιφρόνηση, προκειμένου να την πείσω, αλλά δίχως στάλα σαρκασμό -ώστε να μην αποκλείσω το ενδεχόμενο να δειπνήσουμε παρέα, σε περίπτωση που επιβιώναμε. «Να σταματήσω την καρδιά του; Ασφαλώς όχι. Η δεύτερη επιλογή μου είναι να τον καρφώσω στο λαιμό, να τραυματίσω την καρωτίδα. Η πρώτη είναι να του βγάλω το μάτι». Μιλούσε σαν εφιάλτης, κι ας έμοιαζε με όνειρο. Μάλλον υπέπεσα ξανά στο σφάλμα ν' αφήσω το στόμα μου ανοιχτό. «Να του βγάλεις το μάτι;» τραύλισα. «Αν χωθεί αρκετά βαθιά, μπορεί να τραυματιστεί ο εγκέφαλος», είπε εκείνη γνέφοντας καταφατικά με ύφος σκοτεινό, σαν να συμφωνούσε με τον εαυτό της. «Θα προκληθεί αυτομάτως σπασμός και θα του πέσει το όπλο. Ακόμα κι αν δεν του πέσει, θα είναι σε τέτοιο χάλι που εύκολα θα τον αφοπλίσουμε». «Ω Θεέ μου, θα σκοτωθούμε». «Άντε πάλι τα ίδια!» «Άκουσέ με», είπα προσπαθώντας να τη λογικέψω, «όταν παρουσιαστεί η ευκαιρία, δε θα έχεις το κουράγιο να κάνεις κάτι τέτοιο». «Και βέβαια θα το έχω, για να σώσω τη ζωή μου».


86

DEAN KOONTZ

«Την τελευταία στιγμή θα δειλιάσεις», επέμεινα, τρομοκρατημένος από την ήρεμη σιγουριά της. «Ποτέ δεν έχω δειλιάσει». «Έχεις ξαναμαχαιρώσει άνθρωπο στο μάτι;» «Όχι. Αλλά μπορώ σαφώς να με φανταστώ να το κάνω». Στάθηκε αδύνατο να συγκρατήσω άλλο το σαρκασμό μου. «Μπας και είσαι καμιά επαγγελματίας δολοφόνος;» Το πρόσωπο της συνοφρυώθηκε. «Μη φωνάζεις δυνατά. Είμαι δασκάλα του χορού». «Και το μπαλέτο σε βοηθάει για να βγάλεις το μάτι ενός ανθρώπου;» «Όχι βέβαια, χαζέ. Δε διδάσκω μπαλέτο. Παραδίδω μαθήματα φοξ τροτ, βαλς, ρούμπας, ταγκό, τσατσά, σουίνγκ κι ό,τι άλλο βάλει ο νους σου». Τύχη να σου πετύχει: ένας μπουνταλάς σαν εμένα να είναι αλυσοδεμένος με μια όμορφη δασκάλα χορού. «Θα δειλιάσεις», επέμεινα, «δε θα πετύχεις το μάτι του και θα μας καθαρίσει». «Ακόμα κι αν αποτύχω, που δε θα αποτύχω, αλλά λέμε τώρα, αν αποτύχω, δεν πρόκειται να μας σκοτώσει. Δεν άκουσες τι είπα προηγουμένως; Χρειάζεται ομήρους». Εγώ διαφώνησα. «Δε χρειάζεται ομήρους που επιχειρούν να τον μαχαιρώσουν στο μάτι». Σήκωσε τα μάτια της προς την οροφή, σάμπως να παρακαλούσε τους ουρανούς πάνωθέ της: «Σε παρακαλώ, πες μου ότι δεν είμαι δεμένη με έναν πεσιμιστή και δειλό άντρα». «Δεν είμαι δειλός. Είμαι απλώς προσεκτικός και υπεύθυνος». «Έτσι λένε όλοι οι δειλοί». «Έτσι λένε και όλοι οι προσεκτικοί και υπεύθυνοι άνθρωποι», αποκρίθηκα, αν και καταλάβαινα ότι ακολουθούσα αμυντική τακτική. Στο βάθος της αίθουσας, ο μανιακός άρχισε να κοπανάει τη γροθιά του στην εφημερίδα που διάβαζε. Ύστερα βάλθηκε να κοπανάει και τις δυο του γροθιές. Κοπανούσε, κοπανούσε, σαν υστερικό μωρό. Το πρόσωπο του είχε παραμορφωθεί τρομακτικά κι έβγαζε


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

87

άναρθρες κραυγές οργής. Οι μνήμες του ανθρώπου του Νεάντερταλ που είχαν απομείνει στα γονίδιά του φαίνεται ότι απελευθερώθηκαν από τις αλυσίδες του χρόνου και του DNA. Τις θυμωμένες κραυγές του διαδέχτηκαν κραυγές απογοήτευσης και έπειτα άγριας λύπης, για να φουντώσει στη συνέχεια ξανά η οργή του. Θύμιζε ζώο που ουρλιάζει για μια απώλεια, με την οργή του να πηγάζει από τα μαύρα σκοτάδια της δυστυχίας. Έσπρωξε πίσω την καρέκλα του κι έπιασε το πιστόλι. Άδειασε τις οχτώ σφαίρες που απέμεναν πάνω στην εφημερίδα που διάβαζε. Ο κρότος της κάθε εκπυρσοκρότησης χτύπησε στο θολωτό ταβάνι, μετά στις μπρούντζινες λάμπες κι από εκεί στις μεταλλικές αρχειοθήκες. Ήταν τόσο δυνατός αυτός ο αντίλαλος, που ένιωσα τα δόντια μου να χτυπούν. Καθώς όμως βρισκόμασταν δύο πατώματα κάτω από το έδαφος, ο καταιγισμός θα έφτανε στο δρόμο σαν αμυδρό τρίξιμο. Θραύσματα από το παλιό δρύινο τραπέζι τινάχτηκαν ολόγυρα μαζί με κομμάτια χαρτιού, ενώ δύο σφαίρες εξοστρακίστηκαν και φάνηκαν ψήγματα καπνού. Η μυρωδιά των παλιών εφημερίδων διανθίστηκε με την αψάδα του μπαρουτιού και με το άρωμα του ξύλου που ελευθερώθηκε από τις τρύπες στο τραπέζι. Για μια στιγμή, καθώς συνέχιζε να πατάει τη σκανδάλη δίχως αποτέλεσμα, ήλπισα ότι ξέμεινε από πυρομαχικά. Μα, φυσικά, διέθετε έξτρα γεμιστήρα -ενδεχομένως πολλούς. Καθώς ξαναγέμιζε το όπλο, φαινόταν αποφασισμένος να ρίξει άλλες δέκα σφαίρες στην απεχθή εφημερίδα. Εντούτοις, μόλις εγκατέστησε τον καινούριο γεμιστήρα, η οργή του κόπασε απότομα. Κι άρχισε να κλαίει, με αναφιλητά. Σωριάστηκε ξανά στο κάθισμά του κι άφησε κάτω το όπλο. Σκύβοντας πάνω από το τραπέζι, έμοιαζε να θέλει να κολλήσει τις σελίδες που έσκισε και διέλυσε με τους πυροβολισμούς, σάμπως η ιστορία που περιείχαν να του ήταν πολύτιμη. Μοσχοβολώντας πάντα λεμόνι, σε βαθμό που να σκεπάζει την αψιά μυρωδιά του μπαρουτιού, η Λόρι Λιν Χικς έγειρε το κεφάλι της προς το μέρος μου. «Τα βλέπεις; Είναι ευάλωτος», μου ψιθύρισε.


88

DEAN KOONTZ

Αναρωτήθηκα αν η υπερβολική αισιοδοξία μπορούσε να θεωρηθεί μια μορφή τρέλας. Κοιτάζοντας τη στα μάτια, είδα, όπως και προηγουμένως, το φόβο που αρνιόταν πεισματικά να εκφράσει. Δεν άντεξε να μη χαμηλώσει το βλέμμα. Η ξεροκέφαλη αντίστασή της στο φόβο με τρόμαζε επειδή έμοιαζε εντελώς παράτολμη, εντελώς παράλογη -ωστόσο την αγαπούσα γι' αυτό. Σιγά σιγά, σαν το πνεύμα του μαύρου αλόγου του Χάρου, γλίστρησε μέσα μου το προαίσθημα ότι θα τη σκότωνε. Τη σκοτεινή αυτή αναλαμπή ακολούθησαν η απόγνωση και η απελπισμένη επιθυμία να την προστατέψω. Αργότερα, το προαίσθημά μου θα επαληθευόταν· και, ό,τι κι αν έκανα, δε θα μπορούσα ν' αλλάξω την πορεία της σφαίρας.


10

Τ

α μάγουλά του είχαν μουσκέψει από τα πικρά δάκρυα, όμως τώρα ο πόνος, αλλά και η αμφιβολία είχαν χαθεί από τα πράσινα μάτια του και ο μανιακός μάς κοίταζε με ύφος προσκυνητή που έφτασε στην κορυφή του βουνού και γνωρίζει πλέον το πεπρωμένο του, το σκοπό του. Μας έλυσε από την καρέκλα, αλλά μας άφησε δεμένους μεταξύ μας. «Είστε κι οι δυο από εδώ;» ρώτησε την ώρα που σηκωνόμασταν όρθιοι. Μετά τη βίαιη έκρηξη και το υπερβολικό συναισθηματικό του ξέσπασμα, δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι ήθελε τώρα να κουβεντιάσουμε περί ανέμων και υδάτων. Η ερώτηση αποσκοπούσε κάπου, ήταν σοβαρότερη απ* όσο φαινόταν, πράγμα που σήμαινε ότι οι απαντήσεις μας μπορεί να προκαλούσαν απρόβλεπτες συνέπειες. Δίσταζα να απαντήσω. Την ίδια επιφυλακτική στάση κράτησε και η Λόρι, παραμένοντας επίσης σιωπηλή. Εκείνος επέμεινε: «Λοιπόν, Τζίμι; Η βιβλιοθήκη καλύπτει την ευρύτερη περιοχή της Κομητείας, οπότε προσελκύει αναγνώστες από πολλά μέρη. Εσύ μένεις στην πόλη ή έρχεσαι από πιο μακριά;» Μολονότι δεν ήξερα ποια ήταν η απάντηση που προτιμούσε ν' ακούσει, διαισθάνθηκα ότι, αν δεν άνοιγα το στόμα μου, θα με φίλευε με καμιά σφαίρα. Τον Λάιονελ Ντέιβις τον πυροβόλησε χωρίς σοβαρό λόγο -χωρίς κανένα λόγο. «Μένω στο Σνόου Βίλατζ», είπα.


90

D E A N KOONTZ

«Πόσο καιρό;» «Όλη μου τη ζωή». «Σου αρέσει εδώ;» «Δε μου αρέσει που είμαι δεμένος με χειροπέδες στο δεύτερο υπόγειο της βιβλιοθήκης, αλλά σε γενικές γραμμές, ναι, μου αρέσει η πόλη». Το χαμόγελό του ήταν αφελές και γοητευτικό. Μου ήταν αδύνατο να καταλάβω πώς μπορούσαν τα μάτια ενός ανθρώπου να λάμπουν διαρκώς -εκτός κι αν είχε τοποθετήσει ενδοφθάλμια πρίσματα που αντανακλούσαν ασταμάτητα το φως του περιβάλλοντος χώρου. Αναμφίβολα, κανένας άλλος μανιακός δολοφόνος δεν έδειχνε τόσο συμπαθητικός όσο ο δικός μας, καθώς έγερνε στο πλάι το κεφάλι του και σου χαμογελούσε με το στραβό του χαμόγελο. «Είσαι αστείος τύπος, Τζίμι», παρατήρησε. «Δεν το κάνω σκόπιμα», είπα απολογητικά, σέρνοντας τα πόδια μου στο πέτρινο δάπεδο. «Εκτός, βέβαια, κι αν είναι αυτό που θέλεις από εμένα». «Παρά τα όσα έχω περάσει, διαθέτω χιούμορ», είπε. «Φαίνεται». «Εσύ;» ρώτησε τη Aopu «Κι εγώ έχω χιούμορ», απάντησε εκείνη. «Ω, ασφαλώς. Είσαι πολύ πιο αστεία από τον Τζίμι». «Ούτε λόγος», συμφώνησε εκείνη. «Αλλά εννοούσα αν ζεις κι εσύ σε τούτη την πόλη», διευκρίνισε ο μανιακός. Μια και εγώ είχα απαντήσει καταφατικά στην ερώτηση και δε με πυροβόλησε, τόλμησε να πει κάτι ανάλογο κι εκείνη: «Ναι. Μένω δυο τετράγωνα μακριά από δω». «Έζησες εδώ σ' όλη σου τη ζωή;» «Όχι. Μόνο ένα χρόνο». Γι' αυτό δεν έτυχε να τη συναντήσω μέσα σε μια εικοσαετία... Σε μια κοινότητα των δεκατεσσάρων χιλιάδων κατοίκων, μπορεί να περάσουν κάμποσα χρόνια και να μην έχεις μιλήσει ποτέ με το ενενήντα τοις εκατό του πληθυσμού. Πάντως, αν την είχε πάρει το μάτι μου έστω και μία φορά να στρίβει σε καμιά


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

91

γωνία, δε θα ξεχνούσα ποτέ το πρόσωπό της. Θα περνούσα ατέλειωτες νύχτες ξάγρυπνος, αγωνιώντας, διερωτώμενος ποια ήταν, πού πήγαινε, πώς θα την ξανασυναντούσα. «Μεγάλωσα στο Λος Αντζελες», είπε εκείνη. «Έζησα δεκαεννιά χρόνια στο Λος Άντζελες. Έχοντας γλιτώσει μέχρι τότε από την παράνοια της πόλης, αποφάσισα να φύγω όσο ήταν καιρός». «Σου αρέσει εδώ στο Σνόου Βίλατζ;» τη ρώτησε. «Προς το παρόν, ναι. Καλά είναι». Εκείνος εξακολουθούσε να χαμογελάει. Τα μάτια του έλαμπαν όλο γοητεία και η φωνή του ήταν ήρεμη όταν μίλησε. «Το Σνόου Βίλατζ είναι απαίσιος τόπος», είπε παρ' όλ' αυτά. «Ορισμένα μέρη του, ναι, είναι απαίσια, αλλά υπάρχουν και όμορφες γωνιές», απάντησε η Λόρι. «Όπως το Ρεστοράν Μορέλι», παρατήρησα. «Κάνουν εξαιρετικό κοτόπουλο αλ' Αλμπα», είπε η Λόρι. «Και το Μπιζού είναι καταπληκτικό μέρος». «Ένας κινηματογράφος με το όνομα Μπιζού! Δεν είναι καταπληκτικό;» είπα ενθουσιασμένος που αγαπούσαμε τα ίδια μέρη. «Έχει υπέροχο διάκοσμο Αρ Ντεκό», πρόσθεσε η Λόρι. «Και χρησιμοποιούν αληθινό βούτυρο στα ποπκόρν». «Εμένα μου αρέσει το Σέντερ Σκουέαρ Παρκ», είπα. Ο μανιακός διαφώνησε: «Όχι, είναι απαίσιο μέρος. Καθόμουν εκεί, λίγο νωρίτερα, κοιτάζοντας τα πουλιά να χέζουν το άγαλμα του Κορνίλιους Ράδερφορντ Σνόου». «Τι το κακό βρίσκεις σ' αυτό;» αναρωτήθηκε η Λόρι. «Αν διέθετε έστω και το μισό από το αλαζονικό ύφος που έχει το άγαλμα, καλά του κάνουν τα πουλιά». «Δεν εννοώ ότι τα πουλιά είναι κακά», εξήγησε καλοδιάθετα ο μανιακός. «Αν και μπορεί και να 'ναι. Εννοώ ότι το πάρκο είναι κακό, το έδαφος, όλο το έδαφος πάνω στο οποίο είναι χτισμένη η πόλη». Ήθελα να κουβεντιάσω με τη Λόρι για τα πράγματα που μας άρεσαν, για τις απόψεις μας -που ενδεχομένως ταυτίζονταν-, και ήμουν σχεδόν βέβαιος ότι κι εκείνη το ήθελε, μα νιώθαμε υποχρεωμένοι ν' ακούμε το χαμογελαστό τύπο, επειδή κρατούσε όπλο.


92

D E A N KOONTZ

«Δηλαδή... η πόλη είναι χτισμένη πάνω σε ινδιάνικο νεκροταφείο; Κάτι τέτοιο;» διερωτήθηκε η Λόρι. Εκείνος κούνησε αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, όχι. Κάποτε το χώμα ήταν μια χαρά, αλλά χάλασε από τα κακά πράγματα που έκαναν οι κακοί άνθρωποι εδώ». «Ευτυχώς που δεν έχω δικό μου σπίτι. Με νοίκι είμαι», είπε η Λόρι. «Εγώ ζω με τους δικούς μου», του είπα, ελπίζοντας ότι έτσι δε θα με θεωρούσε συνένοχο στα κακά πράγματα που έκαναν οι άλλοι. «Ήρθε η ώρα της τιμωρίας», δήλωσε εκείνος. Σαν να ήθελε να υπογραμμίσει την απειλή του, μια αράχνη εμφανίστηκε ξαφνικά κι άρχισε να αργοκατεβαίνει στη μεταξένια κλωστή που κρεμόταν από το σκέπαστρο μιας λάμπας. Έτσι όπως φωτιζόταν, η τερατώδης σκιά με τα οχτώ πόδια έπεσε στο πάτωμα ανάμεσα σ' εμάς και στο μανιακό. Είχε μέγεθος πιάτου του φαγητού και συστρεφόταν ακατάπαυτα. «Όταν ανταποδίδουμε το κακό, όλοι χάνουν στο τέλος», παρατήρησε η Λόρι. «Δεν ανταποδίδω το κακό», απάντησε εκείνος χωρίς να θυμώσει, αν και με κάποιο εκνευρισμό. «Αντιμετωπίζω το κακό με δικαιοσύνη». «Α, τότε το πράγμα αλλάζευ>, είπε η Λόρι. «Στη θέση σου», είπα στο μανιακό, «δε θα ήμουν σίγουρος αν όντως αποδίδω δικαιοσύνη ή αν απλώς σκοπεύω να προξενήσω κι άλλο κακό. Καταλαβαίνεις, αυτή η ιστορία με το κακό είναι λιγάκι ρευστή. Η μαμά μου λέει ότι ο διάβολος ξέρει να μας παραπλανά, ώστε να νομίζουμε ότι κάνουμε το σωστό όταν στην πραγματικότητα εξυπηρετούμε τα σχέδιά του». «Η μαμά σου θα πρέπει να είναι στοργικός άνθρωπος», μου είπε. Βλέποντας ότι η κουβέντα μου τον άγγιξε, αποφάσισα να επωφεληθώ: «Πράγματι. Όταν ήμουν μικρός, μου σιδέρωνε ακόμα και τις κάλτσες». Η συγκεκριμένη αποκάλυψη έκανε τη Λόρι να γυρίσει να με κοιτάξει καχύποπτα, με ανησυχία.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

93

Φοβούμενος μήπως με περάσει για ιδιόρρυθμο ή, το χειρότερο, για μαμμόθρεφτο, έσπευσα να προσθέσω: «Από τα δεκαεφτά μου χρόνια, σιδερώνω μόνος τα ρούχα μου. Αλλά ποτέ τις κάλτσες». Η έκφραση της Λόρι δεν άλλαξε. «Δεν εννοώ ότι εξακολουθεί να τις σιδερώνει η μητέρα μου», βιάστηκα να τη διαβεβαιώσω. «Κανένας δε μου σιδερώνει πια τις κάλτσες. Μόνο ένας ηλίθιος θα σιδέρωνε κάλτσες». Η Λόρι συνοφρυώθηκε. «Δεν εννοώ ότι η μητέρα μου είναι ηλίθια», διευκρίνισα. «Είναι καταπληκτική γυναίκα. Δεν είναι ηλίθια, είναι απλώς στοργική. Εννοώ ότι οι άλλοι άνθρωποι που σιδερώνουν τις κάλτσες τους είναι ηλίθιοι». Αμέσως κατάλαβα ότι η αδέξια φλυαρία μου με οδήγησε σε αδιέξοδο. «Αν κάποιος από σας σιδερώνει τις κάλτσες του», είπα, «δεν πάει να πει ότι είναι ηλίθιος. Είμαι σίγουρος ότι είστε κι εσείς στοργικοί άνθρωποι σαν τη μαμά μου». Η Λόρι και ο μανιακός με παρατηρούσαν με ανησυχητικά πανομοιότυπες εκφράσεις στα πρόσωπά τους. Με κοίταζαν λες και είχα μόλις κατεβεί από ιπτάμενο δίσκο. Σκέφτηκα ότι η Λόρι έφριττε τώρα στην ιδέα ότι ήταν δεμένη μαζί μου και ότι ο μανιακός θα αποφάσιζε πως, τελικά, του έφτανε ένας όμηρος. Η αράχνη εξακολουθούσε να κρέμεται πάνω απ' τα κεφάλια μας, αλλά η σκιά στο δάπεδο είχε μικρύνει. Τώρα είχε μέγεθος πιάτου του γλυκού και ήταν πιο ακαθόριστη. Έκπληκτος, είδα τα μάτια του φονιά να παίρνουν έκφραση ονειροπόλα. «Αχ, τι συγκινητικό αυτό με τις κάλτσες... Το βρίσκω πολύ γλυκό». Η ιστορία μου με τις κάλτσες δε φάνηκε να συγκίνησε ιδιαίτερα τη Λόρι. Με κοίταζε επίμονα, έτοιμη ν' αλληθωρίσει. «Είσαι πολύ τυχερός άνθρωπος, Τζίμι», είπε ο μανιακός. «Είμαι», συμφώνησα, αν και το μοναδικό καλό πράγμα που μου συνέβαινε -το να είμαι δεμένος με τη Λόρι Λιν Χικς κι όχι μ' έναν άρρωστο μεθύστακα- άρχιζε να μου βγαίνει ξινό.


94

D E A N KOONTZ

«Πώς να 'ναι άραγε να 'χεις μια τρυφερή και στοργική μητέρα;» είπε ρεμβαστικά ο μανιακός. «Καλό», είπα, «είναι καλό». Μα δεν τόλμησα να πω περισσότερα. Υφαίνοντας τον ιστό της, η αράχνη κατέβηκε χαμηλότερα, ώσπου κρεμάστηκε μπροστά στη μούρη μας. «Να 'χεις μια στοργική μητέρα που σου ετοιμάζει κάθε βράδυ ζεστή σοκολάτα, που σε βάζει στο κρεβάτι, σε φιλάει στο μάγουλο, σου διαβάζει για να κοιμηθείς...» είπε ο δολοφόνος ρεμβαστικά. Προτού αρχίσω να διαβάζω μόνος μου, πάντα μου διάβαζαν προτού κοιμηθώ: στην οικογένειά μου είμαστε βιβλιοφάγοι. Τις περισσότερες φορές, ωστόσο, μου διάβαζε η γιαγιά Ρογουίνα. Μερικές φορές η ιστορία αφορούσε τη Χιονάτη, οι εφτά νάνοι φίλοι της οποίας πάθαιναν διάφορα ατυχήματα και αρρώστιες και η Χιονάτη έμενε μόνη για ν' αντιμετωπίσει την κακιά βασίλισσα. Τώρα που το σκέφτομαι, τον Καλόκαρδο τον πλάκωσε ένα χρηματοκιβώτιο δύο τόνων. Μα ήταν πολύ πιο καθαρό σε σχέση μ' αυτό που έπαθε ο Συναχωμένος. Άλλες φορές, πάλι, η Ρογουίνα μου διάβαζε την ιστορία με τη Σταχτοπούτα και τότε τα θραύσματα από τα γυάλινα γοβάκια έμπαιναν στα πόδια της ηρωίδας του παραμυθιού και η κολοκυθάμαξα ξέφευγε απ' το δρόμο της κι έπεφτε σε χαράδρα. Ήμουν μεγάλος πια όταν ανακάλυψα ότι τα γοητευτικά βιβλία του Άρνολντ Λόμπελ με τους βατράχους δεν περιείχαν πάντα σκηνές στις οποίες άλλα πλάσματα του βάλτου τούς έκοβαν τα πόδια. «Εγώ δεν είχα μια στοργική μητέρα», είπε ο μανιακός, με ανησυχητικά θλιμμένο ύφος. «Τα παιδικά μου χρόνια ήταν σκληρά, ψυχρά, χωρίς αγάπη». Τα συναισθήματά μου μεταβλήθηκαν αναπάντεχα: Ο φόβος μήπως με πυροβολήσει υποχώρησε μπροστά στην αγωνία μήπως ο τύπος μάς βασάνιζε με διηγήσεις της κακοποίησής του όταν ήταν παιδί. Μπορεί να άρχιζε να μας λέει ότι τον έδερναν με συρμάτινες κρεμάστρες- ότι τον υποχρέωναν να φοράει φουστά-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

95

νια ίσαμε τα έξι του χρόνια· ότι τον έστελναν για ύπνο χωρίς το πόριτζ του. Αν ήθελα να λυπηθώ, δεν ήταν ανάγκη να πέσω θύμα απαγωγής, να με δέσουν με χειροπέδες και να με σημαδεύουν με όπλο. Θα μπορούσα να καθίσω σπίτι και να παρακολουθήσω ένα πρωινάδικο στην τηλεόραση. Για καλή μου τύχη, ο τύπος δαγκώθηκε, ίσιωσε την πλάτη και είπε: «Δεν έχει νόημα να σκέφτομαι τα περασμένα. Ό,τι έγινε έγινε». Για κακή μου τύχη, στα βουρκωμένα μάτια του δεν εμφανίστηκε η προηγούμενη γοητευτική λάμψη, αλλά μια επικίνδυνη γυαλάδα. Η χοντρή αράχνη είχε σταματήσει την κάθοδό της. Κρεμόταν μπροστά από τα πρόσωπά μας, τρομαγμένη, μαρμαρωμένη ίσως από τη θέα μας. Ο μανιακός την τσίμπησε με το δείκτη και τον αντίχειρα του αριστερού του χεριού, σαν να 'κοβε μια ρώγα σταφυλιού από κληματαριά. Την έλιωσε και πλησίασε την άμορφη μάζα στη μύτη του για ν' απολαύσει την ευωδιά. Ήλπιζα ότι δε θα μου την έδινε να τη μυρίσω κι εγώ. Η μύτη μου είναι άκρως εκλεπτυσμένη -η μύτη είναι το άλφα και το ωμέγα της επιτυχίας ενός φούρναρη. Ευτυχώς, δεν είχε την πρόθεση να μοιραστούμε το μεθυστικό άρωμα. Λυστυχώς, έφερε το λιωμένο έντομο στο στόμα του κι έγλειψε απολαυστικά τον αραχνοειδή πολτό. Δοκίμασε τον παράξενο καρπό και, κρίνοντας ότι δεν ήταν αρκετά ώριμος, σκούπισε τα δάχτυλα στο μανίκι του. Ιδού ένας απόφοιτος της Σχολής του Χάνιμπαλ Λέκτερ, έτοιμος να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο Μοτέλ Μπέιτς. Το κόλπο με την αράχνη δεν έγινε σκόπιμα για να το δούμε εμείς. Επρόκειτο για μια ασυνείδητη κίνηση, ενστικτώδη -σαν να 'διώχνε μια μύγα, λόγου χάρη. «Εν πάση περιπτώσει, δεν έχω πια καιρό για συζητήσεις. Είναι ώρα για δράση, για δικαιοσύνη». «Και πώς θα αποδοθεί η δικαιοσύνη;» αναρωτήθηκε η Λόρι.


96

D E A N KOONTZ

Προς το παρόν, πάντως, ο τόνος της φωνής της ήταν εύθυμος, για να μην πω απρόσεκτος και επιπόλαιος. Παρά τη βαριά φωνή του, ο τύπος ακούστηκε σαν θυμωμένο αγοράκι: «Θα ανατινάξω πολλά κτίρια, θα σκοτώσω κάμποσους και θα κάνω τούτη την πόλη να το μετανιώσει». «Πολύ φιλόδοξο ακούγεται το σχέδιο σου», παρατήρησε εκείνη. «Το σχεδιάζω σ' όλη μου τη ζωή». «Τελικά, θα προτιμούσα να μιλήσουμε για κρεμάστρες», είπα, έχοντας αλλάξει γνώμη στο μεταξύ. «Για ποιες κρεμάστρες;» με ρώτησε. Προτού αραδιάσω τις ανοησίες μου και βρεθώ με μια σφαίρα ανάμεσα στα μάτια, η Λόρι πετάχτηκε και πήρε την κατάσταση στα χέρια της: «Θα μπορούσα να έχω την τσάντα μου;» Εκείνος σκυθρώπιασε. «Γιατί;» «Γυναικεία ανάγκη». Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι θα το επιχειρούσε. Ήξερα ότι δεν την είχα πείσει, αλλά νόμιζα ότι τα λόγια μου είχαν κλονίσει κάπως τη σιγουριά της. «Γυναικεία ανάγκη;» ρώτησε ο μανιακός. «Τι σημαίνει αυτό;» «Ξέρεις», είπε εκείνη ντροπαλά. Αν αναλογιστούμε ότι έτσι ελκυστικός που ήταν θα πρέπει να τραβούσε τις γυναίκες σαν μαγνήτης, φάνταζε ανεξήγητο το γεγονός ότι δεν καταλάβαινε τι του έλεγε. «Από πού κι ως πού να ξέρω δηλαδή;» «Είναι οι συγκεκριμένες μέρες του μήνα», του εξήγησε. Ο τύπος σάστισε ακόμα περισσότερο. «Η μέση του μήνα;» Η σαστιμάρα του μεταδόθηκε και στη Λόρι. «Η μέση;» είπε κι εκείνη. «Είμαστε στη μέση του μήνα», της υπενθύμισε. «Δεκαπέντε Σεπτεμβρίου. Και λοιπόν;» «Είναι οι μέρες μου», δήλωσε η Λόρι ανυπόμονα. Το σουφρωμένο μέτωπο του χαλάρωσε, καθώς κατάλαβε. «Α. Γυναικεία ανάγκη». «Ακριβώς. Δόξα σοι ο Θεός. Μπορώ τώρα να έχω την τσάντα μου;»


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

97

«Γιατί;» Αν κατάφερνε ποτέ να πιάσει στα χέρια της τη λίμα, ευχαρίστως θα του την κάρφωνε στο μάτι. «Χρειάζομαι ένα ταμπόν», του εξήγησε. «Εννοείς ότι έχεις ταμπόν στην τσάντα σου;» «Ναι». «Και το χρειάζεσαι τώρα; Δεν μπορείς να περιμένεις;» «Όχι, αποκλείεται να περιμένω», τον διαβεβαίωσε. Ύστερα προσπάθησε να κάνει έκκληση στον ανθρωπισμό του, αυτόν που ο τύπος δεν επέδειξε στην περίπτωση του βιβλιοθηκάριου. Το γεγονός ότι δεν της μίλησε με αγένεια της έδινε ελπίδες. «Λυπάμαι, αλλά... να... αισθάνομαι πολύ αμήχανα». Μπορεί στα γυναικεία ζητήματα ο τύπος να ήταν αργόστροφος, αλλά όσον αφορά τις μακιαβελικές ραδιουργίες ήταν απολύτως υποψιασμένος. «Τι έχεις στ' αλήθεια στην τσάντα σου; Όπλο;» Η Λόρι ανασήκωσε τους ώμους, παριστάνοντας ότι δήθεν την έπιασε στα πράσα. «Οχι, δεν είναι όπλο. Είναι απλώς μια μυτερή λίμα νυχιών». «Τι θα μου έκανες; Θα με κάρφωνες στην καρωτίδα;» «Μόνο αν δεν κατάφερνα να σε πετύχω στο μάτι», του απάντησε. Ο τύπος σήκωσε το πιστόλι του και, μολονότι σημάδευε τη Λόρι, σκέφτηκα ότι έτσι κι άρχιζε να πυροβολεί, θα έπαιρνε η μπάλα κι εμένα. Την είχα δει την τύχη της εφημερίδας προηγουμένως. «Θα έπρεπε να σε σκοτώσω επιτόπου», της είπε χωρίς θυμό. «Πράγματι», συμφώνησε εκείνη. «Εγώ στη θέση σου έτσι θα αντιδρούσα». Της χαμογέλασε κουνώντας το κεφάλι. «Είσαι το κάτι άλλο». «Παρομοίως», του είπε ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο. Χαμογελούσα κι εγώ διάπλατα, αν και τόσο σφιγμένα που πονούσαν οι μύες του προσώπου μου. «Όλα αυτά τα χρόνια που σχεδίαζα τούτη τη μέρα», είπε ο μανιακός, «φανταζόμουν ότι θα μου πρόσφερε μια άγρια ικανό-


98

D E A N KOONTZ

ποίηση, ότι θα ήταν ακόμα και συναρπαστική... όμως ποτέ δεν περίμενα ότι θα ήταν επίσης τόσο διασκεδαστική». «Η επιτυχία ενός πάρτι εξαρτάται πάντα από τους καλεσμένους σου». Ο παράφρων δολοφόνος συλλογίστηκε τη φράση της Λόρι, θαρρείς και επρόκειτο για πολύπλοκο φιλοσοφικό απόφθεγμα του Σοπενχάουερ. Έγνεψε καταφατικά και πέρασε τη γλώσσα πάνω από τα δόντια του, και τα πάνω και τα κάτω, σαν να γευόταν την εξυπνάδα της πρότασης. «Πόσο αληθινό είναι αυτό που λες. Πόσο αληθινό». Κατάλαβα ότι είχα μείνει βουβός για πολλή ώρα. Δεν ήθελα να σκεφτεί ότι ένα πάρτι για δύο ίσως ήταν διασκεδαστικότερο από ένα πάρτι για τρεις. Όταν άνοιξα το στόμα μου -αναμφίβολα για να ξεστομίσω κάτι ακόμα πιο ακατάλληλο από όσο η ηλίθια φράση μου για τις κρεμάστρες, κάτι που θα μου εξασφάλιζε χίλια τα εκατό μια σφαίρα στην κοιλιά-, ένας μουντός χτύπος αντήχησε στο δεύτερο υπόγειο με τη θολωτή οροφή. Ο Κινγκ Κονγκ χτύπησε τη δυνατή γροθιά του μια, δυο, τρεις φορές στη γιγάντια πόρτα που χώριζε το κομμάτι του στο νησί από το κομμάτι όπου ζούσαν οι φοβισμένοι ιθαγενείς. Το πρόσωπο του μανιακού φωτίστηκε μόλις άκουσε τον ήχο. «Θα είναι ο Χόνκερ και ο Κρινκλς. Θα τους συμπαθήσετε. Έχουν τα εκρηκτικά».


10

Ο

πως αποδείχτηκε, ο ΚορνίλιουςΡάδερφορντ Σνόου δεν εκτιμούσε μόνο τη βικτωριανή αρχιτεκτονική αλλά και τις βικτωριανές μυστικές διόδους, του είδους που ανθούσε στα μελοδράματα της περιόδου και που ο σερ Αρθουρ Κόναν Ντόιλ μεταχειριζόταν με αποτελεσματικότητα στις αθάνατες ιστορίες του Σέρλοκ Χολμς: κρυφές πόρτες, μυστικές κάμαρες, τυφλές σκάλες, καμουφλαρισμένα περάσματα... Κρατημένοι χέρι χέρι -αλλά μόνο επειδή υπήρχαν οι χειροπέδες-, περπατώντας γρήγορα -αλλά μόνο επειδή το όπλο μάς σημάδευε στην πλάτη-, η Λόρι κι εγώ διασχίσαμε την αίθουσα μέχρι το σημείο όπου ο μανιακός είχε πυροβολήσει βάναυσα την παλιά εφημερίδα. Ο τοίχος εκεί ήταν καλυμμένος με ράφια, από το δάπεδο ως την οροφή. Τα ράφια φιλοξενούσαν περιοδικά μέσα σε χαρτοφύλακες με ετικέτες. Ο μανιακός επιθεώρησε μερικά ράφια από πάνω ως κάτω και από δεξιά προς τα αριστερά -γυρεύοντας ίσως τα τεύχη του περιοδικού Λάιφ από το 1952 και δώθε ή αναζητώντας μια πιο ζουμερή αράχνη. Όχι, δε γύρευε τίποτε από τα δύο. Έψαχνε έναν κρυφό διακόπτη. Μόλις τον εντόπισε, ένα τμήμα των ραφιών στράφηκε γύρω από έναν άξονα, αποκαλύπτοντας ένα χώρο πίσω τους. Στο βάθος εκείνου του χώρου, υπήρχε ένας πέτρινος τοίχος με μια δρύινη πόρτα με σιδερένιες μπάρες. Σε μια εποχή κατά την οποία οι ποινές ήταν αυστηρότερες για όσους αναγνώστες αργούσαν να επιστρέψουν τα δανεισμένα βιβλία τους, ίσως φυ-


100

D E A N KOONTZ

λάκιζαν εκεί τους λάτρεις της Τζέιν Όστιν, έως ότου η απομόνωση και ο λιγοστός χυλός τούς αναγκάσουν να μεταμεληθούν για την πράξη τους. Ο μανιακός κοπάνησε τη γροθιά του στην πόρτα τρεις φορές -περιμένοντας προφανώς ανταπάντηση. Από την πίσω πλευρά ακούστηκαν δύο χτυπήματα: ένα σιγανό κι ένα δυνατό. Ο μανιακός απάντησε με δύο δικά του, και ακολούθησε ένα χτύπημα από την πίσω πλευρά. Ο δικός μας απάντησε με επίσης έναν ηχηρό χτύπο. Παρ' ότι όλη αυτή η συνωμοτικότητα φάνταζε περιττή, ο μανιακός απολάμβανε τη διαδικασία. Μας κοίταξε ακτινοβολώντας. Το αστραφτερό του χαμόγελο δεν ήταν πια τόσο συμπαθητικό. Ήταν όμορφος, δε λέω, μα, όσο κι αν ήθελες να αφεθείς στη γοητεία του, δεν έπαυες να ψάχνεις τριχωτά υπολείμματα της αράχνης στα χείλη και στη γλώσσα του. Αμέσως μετά το τελευταίο χτύπημα, από την πίσω πλευρά της πόρτας ακούστηκε το βουητό ενός μηχανήματος. Ύστερα έφτασε στ' αυτιά μας ο οξύς ήχος που παράγεται όταν δύο μέταλλά τρίβονται μεταξύ τους. Στην κλειδαρότρυπα φάνηκε ένα ατσάλινο πριόνι με διαμαντένια δόντια. Ο περιστρεφόμενος άξονας διέλυσε το μηχανισμό της κλειδαριάς· στο δάπεδο τινάχτηκαν ρινίσματα μετάλλου. Ο οικοδεσπότης μας μας ανήγγειλε με δυνατή φωνή και νεανικό ενθουσιασμό: «Βασανίσαμε ένα μέλος του Ιστορικού Συλλόγου του Σνόου Βίλατζ, αλλά δεν καταφέραμε να βρούμε τα κλειδιά. Αν ήξερε πού είναι, είμαι βέβαιος ότι θα μας τα έδινε, αλλά σταθήκαμε άτυχοι -κι εμείς κι αυτός- επειδή διαλέξαμε λάθος άτομο για να βασανίσουμε. Αναγκαστήκαμε λοιπόν να καταφύγουμε σ' αυτό το μέσο». Η παλάμη της Λόρι αναζήτησε τη δική μου ανάμεσα από τις χειροπέδες και με κράτησε σφιχτά. Μακάρι να είχαμε συναντηθεί κάτω από διαφορετικές συνθήκες... Σε ένα πικνίκ ή, έστω, σε μια τεϊοεσπερίδα. Το τρυπάνι τραβήχτηκε από την κλειδαριά και σίγησε. Ο σπα-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

101

σμένος μηχανισμός τραντάχτηκε με κρότο, ταλαντεύτηκε και υποχώρησε, καθώς η πόρτα άνοιγε. Πίσω της είδα φευγαλέα κάτι που έμοιαζε με αλλόκοτα φωτισμένο τούνελ. Ένας σκυθρωπός άντρας πέρασε στο χώρο πίσω από τον τοίχο με τα ράφια κι ύστερα εμφανίστηκε στην υπόγεια αίθουσα της βιβλιοθήκης. Τον ακολούθησε ένα πλάσμα του ιδίου φυράματος, τσουλώντας ένα χειραμάξι. Ο πρώτος νεοφερμένος ήταν καμιά πενηνταριά χρονών, εντελώς φαλακρός, με μαύρα φρύδια τόσο πυκνά που θα μπορούσες να τα χρησιμοποιήσεις για να πλέξεις παιδικό πουλόβερ. Φορούσε χακί παντελόνι, πράσινο Μπαν Δον πουκάμισο και στον ώμο του κρεμόταν μια θήκη μ' ένα πιστόλι. «Θαυμάσια, θαυμάσια. Ήρθες στην ώρα σου, Χόνκερ», είπε ο μανιακός. Δεν ήξερα αν ο νεοφερμένος λεγόταν, ξέρω γω, Μπομπ Χόνκερ ή αν επρόκειτο για παρατσούκλι εμπνευσμένο από το μέγεθος της μύτης του -που ήταν στ' αλήθεια πελώρια*. Κάποτε θα πρέπει να ήταν ίσια και περήφανη, αλλά με τα χρόνια κατάντησε ένα σπογγώδες εξόγκωμα με κόκκινα σκασμένα τριχοειδή αγγεία -η μύτη ενός γερού πότη. Ο Χόνκερ φαινόταν νηφάλιος τώρα, αλλά ήταν μουτρωμένος και καχύποπτος. Έστειλε ένα άγριο βλέμμα πρώτα σ' εμένα και μετά στη Λόρι. «Ποιοι είν' αυτοί; Το πουτανάκι κι ο πίθηκος;» ρώτησε απότομα. «Όμηροι», εξήγησε ο μανιακός. «Τι σκατά τους θέλουμε τους ομήρους;» «Για την περίπτωση που κάτι στραβώσει». «Πιστεύεις ότι κάτι θα στραβώσει;» «Όχι», απάντησε ο μανιακός, «αλλά με διασκεδάζουν». Ο δεύτερος νεοφερμένος άφησε το καροτσάκι του και πλησίασε για να πάρει μέρος στη συζήτηση. Έμοιαζε με τον Αρτ Γκαρφάνκελ, τον τραγουδιστή: φάτσα αγοριού παρακμιακής εκ*Honker: από το honk, που σημαίνει «καραμούζα». (Σ.τ.Μ.)


102

DEAN KOONTZ

κλησιαστικής χορωδίας, μαλλιά ορθωμένα, σαν να είχε πάθει ηλεκτροπληξία/ Φορούσε μακό μπλούζα και νάιλον αντιανεμικό μπουφάν, κάτω από το οποίο φούσκωνε ένα όπλο. «Είτε στραβώσει είτε δε στραβώσει, θα χρειαστεί να τους φάμε», είπε. «Φυσικά», συμφώνησε ο μανιακός. «Πάντως, θα 'ταν κρίμα να ξεκάνουμε αυτό το κομμάτι χωρίς να την περάσουμε ένα χεράια», είπε το αγόρι της χορωδίας. Το «κομμάτι» ήταν η Λόρι, κι αυτό με τρόμαξε περισσότερο κι από τα σχέδιά τους να μας σκοτώσουν. Η Λόρι μου έσφιξε το χέρι τόσο δυνατά, που πόνεσαν οι αρθρώσεις μου. «Βγάλ' την απ' το μυαλό σου, Κρινκλς. Αυτό δεν πρόκειται να συμβεί», του είπε ο μανιακός. Δεν ξέρω αν αυτό ήταν το κανονικό του όνομα ή παρατσούκλι, αλλά θα περίμενε κανείς ότι κάποιος που λεγόταν Κρινκλς* θα 'χε ζαρωμένο πρόσωπο ή θα ήταν υπέροχα διασκεδαστικός. Το πρόσωπο του συγκεκριμένου κυρίου ήταν τεντωμένο σαν σφιχτό αβγό -και ήταν διασκεδαστικός όσο μια στρεπτοκοκκίαση που αντιστέκεται στα αντιβιοτικά. «Γιατί αυτή η απαγόρευση;» ρώτησε ο Κρινκλς το μανιακό. «Δικιά σου είναι;» «Δεν είναι κανενός», αποκρίθηκε με δυσφορία ο οικοδεσπότης μας. «Δεν ήρθαμε ίσαμε δω για να ρίξουμε μια γκόμενα. Αν δε συγκεντρωθούμε στην αποστολή μας, η επιχείρηση θα πάει στράφι». Αντιλαμβανόμουν ότι όφειλα να πω κάτι κι εγώ, να τους εξηγήσω ότι, αν ήθελαν τη Λόρι, θα περνούσαν πρώτα πάνω από το πτώμα μου. Μα η αλήθεια ήταν ότι, έτσι οπλισμένοι και σαλεμένοι καθώς ήταν, δε θα το 'χαν σε τίποτα να με κάνουν κιμά. Δε με στενοχωρούσε τόσο η ιδέα ότι θα πέθαινα, όσο η διαπίστωση ότι ήμουν ανίκανος να προστατέψω εκείνη. Μπορεί να μην είχα γίνει ακόμα σεφ ζαχαροπλαστικής, αλλά *Ζάρες. (Σ.τ.Μ.)


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

103

θεωρούσα πάντα τον εαυτό μου ήρωα -ή τουλάχιστον ότι θα συμπεριφερόμουν σαν ήρωας όταν θα παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Σαν παιδί, συχνά έπλαθα φανταστικές ιστορίες με πρωταγωνιστή τον εαυτό μου. Έβλεπα νοερά ότι χτυπούσα στο μίξερ ένα βασιλικό σουφλέ ο σοκολά, ενώ συγχρόνως πολεμούσα τους τρελούς του Νταρθ Βέιντερ. Τώρα είχα να αντιμετωπίσω την πραγματικότητα. Αυτοί οι παράφρονες και βίαιοι άνθρωποι θα έτρωγαν τον Νταρθ Βέιντερ τυλιγμένο σε αραβική πίτα και θα σκάλιζαν τα δόντια τους με το φωτόσπαθό του. «Είτε το πράγμα στραβώσει είτε δε στραβώσει, θα χρειαστεί να τους κάψουμε», επανέλαβε ο Κρινκλς. «Τα 'παμε αυτά...» μουρμούρισε αγανακτισμένος ο μανιακός. «Έχουν δει τα πρόσωπά μας, οπότε πρέπει να τους εξολοθρεύσουμε», επέμεινε ο Κρινκλς. «Το ξέρω», τον διαβεβαίωσε ο μανιακός. Τα μάτια του Κρινκλς είχαν το χρώμα του κονιάκ. Τώρα πήραν μια γκρίζα απόχρωση. «Όταν έρθει η ώρα, θέλω να ξεπαστρέψω εγώ τη σκρόφα». Εξολοθρεύω, καίω, τρώω, ξεπαστρεύω. Ο τύπος ήταν ζωντανό λεξικό όσον αφορά τα συνώνυμα του ρήματος σκοτώνω. Ίσως αυτό σήμαινε ότι είχε σκοτώσει τόσο πολλούς, που η συζήτηση περί φόνων τού προκαλούσε πλήξη και, επομένως, χρειαζόταν πλουσιότερο λεξιλόγιο για να διατηρήσει το ενδιαφέρον του. Ή, αντίθετα, μπορεί να ήταν επίδοξος εκτελεστής, από αυτούς που κοκορεύονται και φλυαρούν άσκοπα, αλλά δεν έχουν τα κότσια να κάνουν τη βρόμικη δουλειά. Δεδομένου ότι ο Κρινκλς έκανε παρέα με έναν παράφρονα, έναν τύπο που πυροβολούσε βιβλιοθηκάριους άνευ λόγου και αιτίας και που δεν έβρισκε διαφορά ανάμεσα στις αράχνες και τις καραμέλες, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι θα ήταν ασφαλέστερο να μην αμφιβάλλω για την ειλικρίνεια των προθέσεών του. «Θα την καθαρίσεις όταν δε θα χρειαζόμαστε άλλο τους ομήρους», του υποσχέθηκε ο μανιακός. «Δεν έχω πρόβλημα». «Διάβολε, μπορείς να τους καθαρίσεις και τους δυο», είπε ο Χόνκερ. «Χάρισμά σου».


104

DEAN KOONTZ

«Ευχαριστώ. Ευχαριστώ. Με υποχρεώνεις», είπε ο Κρινκλς. «Ντε νάδα», απάντησε ο Χόνκερ. Ο μανιακός μάς οδήγησε σε δυο άλλες ξύλινες καρέκλες. Μόλο που τώρα είχε ενισχύσεις, έδεσε ξανά τις χειροπέδες μας στα κάγκελα της πλάτης της μιας καρέκλας, όπως και προηγουμένως. Οι δυο καινούριοι άρχισαν να ξεφορτώνουν το φορτίο που κουβαλούσαν στο καρότσι. Υπήρχαν καμιά εκατοστή μονόκιλα γκρίζα τούβλα τυλιγμένα με κάτι σαν διαφανές χαρτί, πασαλειμμένο με γράσο. Δεν είμαι ειδικός στις κατεδαφίσεις -για την ακρίβεια, είμαι εντελώς άσχετος-, αλλά υπέθεσα ότι ήταν τα εκρηκτικά για τα οποία είχε κάνει λόγο ο μανιακός. Ο Χόνκερ και ο Κρινκλς είχαν περίπου την ίδια σωματική διάπλαση: ήταν σωματώδεις, με χοντρό λαιμό, αλλά σβέλτοι. Μου θύμιζαν τη συμμορία των Λύκων. Στα κόμιξ, στις περιπέτειες με τον Σκρουτζ Μακ Ντακ που αγαπούσα μικρός, υπήρχε μια ομάδα ληστών, αδέρφια μεταξύ τους, που διαρκώς οργάνωναν σχέδια για να εισβάλουν στο χρηματοκιβώτιο του θείου Σκρουτζ, ένα τεράστιο χρηματοκιβώτιο, όπου εκείνος κολυμπούσε στα λεφτά του σαν να βουτούσε σε πισίνα, ενώ κατά καιρούς ανακάτευε τα χρυσά του νομίσματα με μια μπουλντόζα. Αυτοί οι κακοποιοί, οι Λύκοι, είχαν ανόητες φάτσες, στρογγυλούς ώμους και χοντρό κορμό σαν βαρέλι. Είχαν μεν χαρακτηριστικά σκύλων, αλλά έστεκαν όρθιοι σαν άνθρωποι, με κανονικά χέρια, και φορούσαν τις ριγέ στολές της φυλακής. Μπορεί ο Χόνκερ και ο Κρινκλς να μη διαφήμιζαν την εγκληματική τους ιδιότητα με την γκαρνταρόμπα τους, αλλά ήταν σωσίες των κακοποιών στα Μίκι Μάους. Οι Λύκοι ωστόσο ήταν πιο όμορφοι από τον Χόνκερ και πολύ λιγότερο επίφοβοι από τον Κρινκλς. Οι δυο τους δούλευαν γρήγορα, αγόγγυστα. Έδειχναν ολοφάνερα ευχαριστημένοι που ασχολούνταν με μια χρήσιμη εγκληματική δραστηριότητα. Όση ώρα οι συνεργάτες του τοποθετούσαν τούβλα με πλαστικά εκρηκτικά σε διάφορα σημεία του δεύτερου υπογείου,


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

105

στην κύρια αίθουσα και σε παρακείμενους χώρους, ο μανιακός είχε στρωθεί σ' ένα τραπέζι. Συγχρόνιζε με προσοχή τα ρολόγια καμιάς ντουζίνας πυροκροτητών. Έσκυβε πάνω από τη δουλειά του, απολύτως συγκεντρωμένος, δαγκώνοντας τη γλώσσα του. Κάθε τόσο έσπρωχνε πίσω τα μελαχρινά τσουλούφια που έπεφταν στο μέτωπο του. Αν μισόκλεινες τα μάτια, έτσι ώστε να μη διακρίνονται καθαρά οι λεπτομέρειες, θύμιζε δωδεκάχρονο αγόρι που συναρμολογεί ένα πλαστικό μοντέλο καταδιωκτικού αεροσκάφους. Βρισκόμασταν με τη Λόρι αρκετά μακριά του, σε απόσταση που μας επέτρεπε να σιγοκουβεντιάζουμε με ασφάλεια. Εκείνη έγειρε συνωμοτικά προς το μέρος μου. «Αν μείνουμε μόνοι με τον Κρινκλς, θα του πω ότι μου παρουσιάστηκε μια γυναικεία ανάγκη». Το γεγονός ότι ήμασταν αιχμάλωτοι όχι ενός αλλά τριών ψυχωσικών, ότι την αποκάλεσαν «κομμάτι», ότι τους άκουσε να συζητούν για την εκτέλεσή μας με την ίδια αδιαφορία που θα επιδείκνυαν αν μιλούσαν για το ποιος θα βγάλει έξω τα σκουπίδια πίστευα ότι θα την είχε συνετίσει και ότι δε θα σκεφτόταν να ενεργήσει απερίσκεπτα, παρασυρμένη από την αισιοδοξία της. Όμως για τη Λόρι Λιν τρεις ψυχωσικοί σήμαινε απλώς δύο επιπλέον ευκαιρίες για να σερβίρει την ιστορία της περί γυναικείας ανάγκης, να πάρει τη λίμα των νυχιών και να ελευθερωθεί μαχαιρώνοντάς τους. «Θα μας σκοτώσεις», την προειδοποίησα ξανά. «Σοβαρό επιχείρημα! Αφού θα μας σκοτώσουν ούτως ή άλλως. Δεν άκουσες τι είπαν;» «Ναι, αλλά εσύ θα τους αναγκάσεις να μας σκοτώσουν νωρίτερα», είπα ψιθυριστά. Η φωνή μου ακούστηκε εκπληκτικά διαπεραστική και τότε συνειδητοποίησα πόσο φοβίτσιάρης θα πρέπει να έδειχνα. Τι έγινε ο πιτσιρικάς που ονειρευόταν να συμμετάσχει στο διαγαλαξιακό πόλεμο; Δεν απέμεινε τίποτα απ' αυτόν; Η Λόρι τράβηξε το χέρι της όσο της το επέτρεπαν οι χειροπέδες. Είχε ένα ύφος σάμπως να 'θελε να το πλύνει. Με φαινικό οξύ.


106

DEAN KOONTZ

Στα ερωτικά ζητήματα είχα μια κάποια επιτυχία, χωρίς να είμαι, βέβαια, η μετενσάρκωση του Ροδόλφο Βαλεντίνο. Για να είμαι ακριβής, δε χρειαζόμουν κατάλογο για να χωρέσει τα τηλέφωνα όλων των κατακτήσεών μου. Δε χρειαζόμουν καν μια σελίδα από τον κατάλογο. Αρκούσε ένα Ποστ-Ιτ. Ένα από τα μικρά Ποστ-Ιτ, απ' αυτά που κολλάμε στο ψυγείο για να χωρέσουν ίσα ίσα τη φράση: ΝΑ ΑΓΟΡΑΣΩ ΚΑΡΟΤΑ ΓΙΑ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟ.

Μου παρουσιαζόταν τώρα δα η καλύτερη ευκαιρία που θα μου έδινε ποτέ ο θεός του Έρωτα -ήμουν δεμένος με την ωραιότερη γυναίκα που αντίκρισα ποτέ- κι εγώ δεν μπορούσα να επωφεληθώ από τη στιγμή, δεν μπορούσα να τη φλερτάρω και να την κερδίσω, για τον απλούστατο λόγο ότι ήθελα τη ζωή μου. «Θα μας δοθεί η ευκαιρία», της είπα, «και τότε θα την εκμεταλλευτούμε. Αλλά θα πρέπει να είναι κάτι πολύ καλύτερο από το κόλπο με τη γυναικεία ανάγκη». «Σαν τι δηλαδή;» «Κάτι που θα... που θα μας δώσει μια άκρη». «Όπως;» «Κάτι. Δεν ξέρω. Κάτι». «Δε γίνεται να περιμένουμε», μου είπε. «Γίνεται». «Περιμένουμε να πεθάνουμε». «Όχυ>, είπα, υποκρινόμενος ότι σκεφτόμουν την κατάσταση, ότι αναζητούσα ευκαιρίες, ενώ στην πραγματικότητα ήλπιζα μόνο σε κάποιο θαύμα. «Περιμένω την κατάλληλη ευκαιρία». «Εσύ θα μας σκοτώσεις», προέβλεψε. Δοκίμασα να την αντιμετωπίσω με χλεύη. «Τι απέγινε η άοκνη οπτιμίστρια;» «Την πνίγεις». Μου επέστρεψε τη χλεύη τόσο γρήγορα, που το πρόσωπο μου έγινε κατακόκκινο, προτού ακόμα αντιληφθώ καλά καλά ότι την είχα πατήσει.


10

Κ

αθισμένοι δύο πατώματα κάτω από τους κακούς δρόμους και περιτριγυρισμένοι από το κακό έδαφος του Σνόου Βίλατζ, παρακολουθούσαμε τον Χόνκερ, τον Κρινκλς και τον ανώνυμο μανιακό να φυτεύουν εκρηκτικά σε στρατηγικά σημεία και να τα συνδέουν με ωρολογιακούς μηχανισμούς. Θα πίστευε κανείς ότι ο τρόμος μας αυξανόταν λεπτό με το λεπτό. Η πείρα με δίδαξε ότι δεν είναι δυνατόν να βρίσκεται κάποιος υπό το κράτος ακραίου τρόμου για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αν παραλληλίσουμε με αρρώστια μια τερατώδη κακοτυχία, τότε ο τρόμος αποτελεί σύμπτωμά της. Όπως όλα τα συμπτώματα, δεν εκδηλώνεται διαρκώς στον ίδιο βαθμό, αλλά παρουσιάζει διακυμάνσεις. Όταν έχεις γρίπη, δεν κάνεις εμετό κάθε στιγμή της ημέρας, ούτε υποφέρεις από διάρροια απ' τα χαράματα ίσαμε το σούρουπο. Μπορεί η αναλογία να ακούγεται κάπως αηδιαστική, αλλά είναι πρόσφορη και γλαφυρή. Χαίρομαι που δεν τη σκέφτηκα ενόσω ήμουν δεμένος στις καρέκλες με τη Λόρι, γιατί, στην προθυμία μου να συμφιλιωθώ μαζί της και να σπάσω την ψυχρή σιωπή ανάμεσά μας, πιθανότατα θα την ξεφούρνιζα μόνο και μόνο για να πω κάτι. Γρήγορα ανακάλυψα ότι η Λόρι δεν ήταν απ' αυτούς που κρατάνε μούτρα ή που δεν ξεχνούν το θυμό τους. Σε δυο λεπτά περίπου, διέκοψε τη σιωπή και ξανάγινε η πιστή σύντροφος και συνωμότισσα. «Ο Κρινκλς είναι ο αδύναμος κρίκος», παρατήρησε σιγανά.


108

D E A N KOONTZ

Μου άρεσε η βραχνή φωνή της, αλλά θα προτιμούσα να λέει πράγματα λογικά... Εκείνη τη στιγμή, ο Κρινκλς τοποθετούσε πλαστική εκρηκτική ύλη στη βάση της κολόνας που στήριζε το ταβάνι. Μεταχειριζόταν το υλικό του με την προχειρότητα παιδιού που παίζει με πλαστελίνες. «Δε μοιάζει με αδύναμο κρίκο, αλλά μπορεί και να έχεις δίκιο», είπα επιδιώκοντας τη συμφιλίωση. «Έχε μου εμπιστοσύνη, ξέρω τι λέω». Τα δυο χέρια του Κρινκλς ήταν απασχολημένα με τα εκρηκτικά, ενώ στα δόντια κρατούσε έναν πυροκροτητή. «Ξέρεις γιατί είναι ο αδύναμος κρίκος;» ρώτησε η Λόρι. «Ανυπομονώ να το μάθω». «Του αρέσω». Μέτρησα μέχρι το πέντε προτού απαντήσω, θέλοντας να σιγουρευτώ ότι η φωνή μου δεν είχε τόνο εριστικό: «Θέλει να σε σκοτώσει». «Πριν απ' αυτό». «Πριν από ποιο;» «Προτού ζητήσει από τον χαμογελαστό βλαμμένο την άδεια να με σκοτώσει, εξέφρασε με πολύ διακριτικό τρόπο το ενδιαφέρον του για μένα». Αυτή τη φορά μέτρησα ίσαμε το εφτά. «Απ' όσο θυμάμαι», είπα ανέμελα, ελπίζοντας να εκλάβει τον τόνο μου ως κεφάτη υπενθύμιση, «ήθελε να σε βιάσει». «Δε βιάζεις κάποιον που δε θεωρείς ελκυστικό». «Αστειεύεσαι; Τον βιάζεις και τον παραβιάζεις». «Μπορεί εσύ να το έκανες, αλλά δεν ισχύει για τους περισσότερους άντρες», είπε. «Ο βιασμός δεν έχει σχέση με το σεξ», της εξήγησα. «Έχει σχέση με την επιβολή της δύναμης»· Με κοίταξε συνοφρυωμένη. «Γιατί σου φαίνεται τόσο δύσκολο να πιστέψεις ότι ο Κρινκλς με θεωρεί νόστιμη;» «Είσαι νόστιμη», είπα, μετρώντας πρώτα μέχρι το δέκα. «Είσαι κάτι παραπάνω από νόστιμη. Είσαι κούκλα. Όμως ο Κρινκλς δεν είναι από τους τύπους που ερωτεύονται».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

109

«Το εννοείς;» «Απολύτως. Ο Κρινκλς είναι από τους τύπους που μισούν». «Όχι, εννοώ το άλλο που είπες». «Ποιο άλλο;» «Ότι είμαι κούκλα». «Είσαι η πιο όμορφη κοπέλα που είδα ποτέ μου. Αλλά πρέπει να...» «Είναι πολύ γλυκό εκ μέρους σου», σχολίασε. «Ωστόσο η ομορφιά μου δε με απασχολεί ιδιαίτερα και, μόλο που μου αρέσουν τα κομπλιμέντα, όπως σ' όλα τα κορίτσια, προτιμώ την ειλικρίνεια. Ξέρω πώς είναι η μύτη μου, για παράδειγμα». Ο Χόνκερ μπήκε από την παρακείμενη αίθουσα, σκυμμένος πάνω από το καρότσι με τα εκρηκτικά. Θύμιζε σκυθρωπό γίγαντα που αναρωτιέται αν έβαλε αρκετό φασκόμηλο και βούτυρο στο παιδί που μαγειρεύει στην κατσαρόλα του. Εξακολουθώντας να κρατάει τον πυροκροτητή με τα δόντια, ο Κρινκλς φύσηξε τη μύτη με το χέρι του και το σκούπισε στο μανίκι του μπουφάν του. Ο μανιακός ετοίμασε τον τελευταίο πυροκροτητή. Όταν πρόσεξε ότι τον παρατηρούσα, μου κούνησε το χέρι. «Η μύτη μου είναι πλακουτσωτή», είπε η Λόρι. «Δεν είναι πλακουτσωτή», τη διαβεβαίωσα, επειδή στην πραγματικότητα δεν ήταν πιο πλακουτσωτή από τη μύτη μιας θεάς. «Είναι πλακουτσωτή», επέμεινε. «Εντάξει, ίσως είναι», συμφώνησα για να μην την κακοκαρδίσω, «αλλά είναι πλακουτσωτή με υπέροχο τρόπο». «Έπειτα, τα δόντια μου έχουν πρόβλημα». Μπήκα στον πειρασμό να πιάσω τα θεσπέσια σαρκώδη χείλη της, να τα ανοίξω, να επιθεωρήσω τους κοπτήρες της, όπως ο κτηνίατρος που εξετάζει ένα άλογο κούρσας, και να αποφανθώ ότι τα έβρισκα τέλεια. Αντ' αυτού, χαμογέλασα και κράτησα ήρεμη τη φωνή μου: «Τα δόντια σου είναι μια χαρά. Είναι λευκά, ίσια και αψεγάδιαστα σαν μαργαριτάρια». «Ακριβώς», είπε εκείνη. «Μοιάζουν σαν ψεύτικα. Ο κόσμος θα νομίζει ότι έχω ψεύτικα δόντια».


110

D E A N KOONTZ

«Κανένας δε θα πιστέψει ότι μια τόσο νέα γυναίκα έχει ψεύτικα δόντια». «Και η Τσίλσον Στρόμπερι;» Όσο κι αν προσπάθησα να πάρει στροφές το μυαλό μου, η πρόταση της δε μου έλεγε τίποτα. «Τι είναι η Τσίλσον Στρόμπερι;» «Μια φίλη μου, ακριβώς στην ηλικία μου. Οργανώνει εκδρομές για μπάντζι τζάμπινγκ». «Ποτέ δε θα φανταζόμουν ότι μπορεί κανείς να κερδίσει το ψωμί του οργανώνοντας εκδρομές για μπάντζι τζάμπινγκ». «Τα πάει πολύ καλά», με διαβεβαίωσε η Λόρι. «Αν και δε θέλω να σκέφτομαι πώς θα καταντήσει το στήθος της σε δέκα χρόνια, έτσι όπως αψηφά τη βαρύτητα». Δεν ήξερα τι να πω. Πάλι καλά που είχα κατορθώσει να ψελλίσω έστω και κάτι σ' όλη αυτή την ακατανόητη συζήτηση. Σκέφτηκα ότι είχα κερδίσει με το σπαθί μου ένα τάιμ άουτ. «Η Τσίλσον έχασε όλα της τα δόντια», ανακοίνωσε η Λόρι, σχεδόν χωρίς να πάρει ανάσα. Άθελά μου, μου κεντρίστηκε η περιέργεια. «Πώς έγινε; Έσπασαν από καμιά βουτιά στο κενό;» «Όχι, δεν είχε σχέση με τη δουλειά. Είχε ένα ατύχημα με το μηχανάκι της. Έπεσε, κύλησε στο οδόστρωμα και χτύπησε τα δόντια της στο στηθαίο μιας γέφυρας». Ένιωσα να συμπάσχω με την άτυχη κοπέλα. Ο πόνος που αισθάνθηκα στα δόντια με εμπόδισε να μιλήσω προς στιγμήν. «Όταν της έφτιαξαν ξανά το σαγόνι, της αφαίρεσαν όσα δόντια δεν είχαν σπάσει με το ατύχημα», μου εξήγησε. «Αργότερα έκανε εμφύτευση δοντιών. Μπορεί να σπάσει καρύδια με τα ψεύτικα». «Αν σκεφτούμε ότι είναι φιλενάδα σου», είπα με απόλυτη ειλικρίνεια, «αναρωτιέμαι τι ζημιά προκλήθηκε στο στηθαίο της γέφυρας». «Όχι τόσο μεγάλη όσο νομίζεις. Χρειάστηκε να καθαρίσουν τα αίματα με τη μάνικα. Η βάση έπαθε μερικά γδαρσίματα και μια μικρή ρωγμή».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

111

Με κοίταζε με αθωότητα. Το καθάριο βλέμμα της ήταν ειλικρινές. Δεν έμοιαζε να με δουλεύει. «Πρέπει να γνωρίσεις την οικογένειά μου», μουρμούρισα. «Ωχ. Κάτι τρέχει», είπε η Λόρι. Ανοιγόκλεισα τα μάτια, λίγο σαστισμένος, και κοίταξα γύρω μου σαν να ξυπνούσα από λήθαργο. Είχα ξεχάσει τελείως τον Χόνκερ, τον Κρινκλς και τον χαμογελαστό βλαμμένο. Μολονότι στο καρότσι είχαν μείνει τα μισά περίπου τούβλα με τα εκρηκτικά, ο Χόνκερ το πήρε από την αίθουσα και το έσπρωξε στο τούνελ απ' όπου είχε έρθει. Στο μεταξύ, ο ανώνυμος μανιακός είχε ρυθμίσει τον τελευταίο πυροκροτητή. Τον έδωσε στον Κρινκλς μαζί με το κλειδί από τις χειροπέδες. «Όταν τελειώσεις εδώ, φέρε το κορίτσι και το βόδι μαζί σου». Βόδι. Είχαμε τις ίδιες διαστάσεις με τον βλαμμένο και είμαι βέβαιος ότι δε θεωρούσε τον εαυτό του βόδι. Ακολούθησε τον Χόνκερ στο τούνελ. Μείναμε μόνοι με τον Κρινκλς· σαν να λέμε, δηλαδή, ότι μείναμε μόνοι με το Σατανά στη σαδομαζοχιστική πτέρυγα της Κόλασης. Η Λόρι περίμενε πρώτα να απομακρυνθούν αρκετά μέσα στο τούνελ. «Γιούχου, κύριε Κρινκλς;» «Μην το κάνεις», την ικέτεψα. Ο Κρινκλς είχε πάει στο βάθος της αίθουσας για να συνδέσει τον τελευταίο πυροκροτητή με τα εκρηκτικά που είχε τοποθετήσει σε μια κολόνα. Μάλλον δεν άκουσε τη Λόρι. «Ακόμα κι αν σε βρίσκει νόστιμη», είπα, «είναι από τους τύπους που ευχαρίστως θα σε βίαζαν, αφού πρώτα σε σκότωναν. Σε τι θα μας εξυπηρετούσε αυτό, μου λες;» «Νεκροφιλία; Είναι τρομερό να λες τέτοια πράγματα για έναν άνθρωπο». «Δεν είναι άνθρωπος. Είναι Μόρλοκ». Το πρόσωπο της ξαστέρωσε. «Χ.Τζ. Ουέλς. Η μηχανή του χρόνου. Είσαι στ' αλήθεια διαβασμένος. Εκτός κι αν έχεις δει την ταινία». «Ο Κρινκλς δεν είναι άνθρωπος. Είναι Γκρέντελ».


112

D E A N KOONTZ

«Μπέογουλφ», παρατήρησε εκείνη, ονομάζοντας το έπος στο οποίο παρουσιάζεται το τέρας Γκρέντελ. «Είναι ο Τομ Ρίπλεΐ». «Ο ψυχοπαθής ήρωας των βιβλίων της Πατρίσια Χάισμιθ». «Τον συναντάμε σε πέντε βιβλία», είπα. «Ο Τομ Ρίπλεϊ είναι η ενσάρκωση του Χάνιμπαλ Λέκτερ, τριάντα χρόνια προτού ακουστεί το όνομα του Χάνιμπαλ». Ο Κρινκλς τελείωσε τη δουλειά του στην άλλη άκρη της μακριάς αίθουσας και γύρισε κοντά μας. Καθώς ο Γκρέντελ μας πλησίαζε, περίμενα ότι η Λόρι θα του μιλούσε για τη γυναικεία της ανάγκη. Του χαμογέλασε, τρεμόπαιξε τα βλέφαρα, αλλά δίστασε να μιλήσει. Τα χείλη του Κρινκλς σούφρωναν παράξενα. Την ώρα που έλυνε τις δεύτερες χειροπέδες που μας έδεναν στην καρέκλα, κάτι πιπίλιζε στο στόμα. Μόλις σηκωθήκαμε, δεμένοι πάντα μεταξύ μας, η Λόρι τίναξε το κεφάλι, για να φουντώσουν τα μαλλιά της. Με το ελεύθερο χέρι, ξεκούμπωσε το πάνω κουμπί της μπλούζας της, για να φαίνεται καλύτερα ο υπέροχος λαιμός της. Κακό σημάδι. Ήθελε να δείχνει πιο γοητευτική όταν θα αναφερόταν στη γυναικεία ανάγκη. Το να φλερτάρει κανείς με τον Κρινκλς φάνταζε εξίσου παράλογο με το να προσπαθεί να ξεδιπλώσει έναν κουλουριασμένο κροταλία φιλώντας τον. Ο τύπος θα μάντευε το κόλπο της πιο γρήγορα κι απ' το μανιακό, και θα τσαντιζόταν τόσο, που θα έχωνε αυτός τη λίμα στο μάτι της. Φαίνεται ότι τα διαπιστευτήριά μου ως αναγνώστη και οι αναλογίες που πρόβαλα ανάμεσα στον Κρινκλς και σε διάφορους τερατώδεις λογοτεχνικούς χαρακτήρες γέννησαν κάποιες αναστολές μέσα της. Με κοίταξε διστακτικά. Προτού ανοίξει το στόμα της, ο Κρινκλς έφτυσε μες στην παλάμη του αυτό που πιπίλιζε. Ήταν ένα γκρίζο στρογγυλό πράγμα, σε μέγεθος τσιχλόφουσκας, που γυάλιζε από το σάλιο. Μπορεί αυτό το στρογγυλό σαλιωμένο μαραφέτι να μην ή-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

113

ταν κομμάτι πλαστικής εκρηκτικής ύλης, όμως αναμφίβολα έμοιαζε με τέτοιο. Μπορεί να του άρεσε να παίζει με τον κίνδυνο, πιπιλίζοντας λίγα γραμμάρια συμπυκνωμένου θανατηφόρου υλικού, τόσο ισχυρού που, αν έσκαγε, θα του πολτοποιούσε το κεφάλι. Ή, πάλι, μπορεί να το 'χε για γούρι, όπως αυτοί στο μπαρμπούτι που φιλάνε τα ζάρια προτού τα ρίξουν. Ή μπορεί απλώς να του άρεσε η γεύση. Στο κάτω κάτω, υπάρχουν άνθρωποι που τους αρέσει το ζαμπονάκι κονσέρβα με κρέμα γάλακτος. Σκέψου πόσο θεσπέσια γεύση θα πετύχαινε αν πανάριζε τη στρογγυλή λιχουδιά με λιωμένες αράχνες. Ακούμπησε σιωπηλός τον γκρίζο σβόλο στην καρέκλα όπου καθόμασταν προηγουμένως. «Ας του δίνουμε. Εμπρός, κουνηθείτε». Καθώς προχωρούσαμε προς το χώρο πίσω από το μυστικό πέρασμα με τα ράφια, περάσαμε δίπλα από το τραπέζι όπου ήταν απιθωμένη η τσάντα της Λόρι. Κι εκείνη άπλωσε θαρρετά το χέρι και την ψάρεψε. Πίσω μας, ο Κρινκλς δεν έφερε αντιρρήσεις.


10

Τ

ο πέτρινο τούνελ είχε γύρω στα δυόμισι μέτρα πλάτος, χαμηλό θολωτό ταβάνι και ίσια τοιχώματα. Στο δάπεδο, οι ορθογώνιες πλάκες ήταν στρωμένες σε σχήμα ψαροκόκαλου. Χοντρά κίτρινα κεριά στερεωμένα σε μπρούντζινες απλίκες σκόρπιζαν το τρεμουλιαστό φέγγος τους στους τοίχους, σχηματίζοντας παράξενους και αέναα μεταβαλλόμενους ίσκιους στην καμπυλωτή οροφή. Τούτος ο τρομακτικός διάδρομος έμοιαζε μακρύς. Η εναλλαγή φωτός και σκιάς δεν επέτρεπε να δεις πού τελείωνε. Δε θα το θεωρούσα απίθανο να συναντήσω εκεί τονΈντγκαρ Άλαν Πόε, αλλά προς το παρόν δε διέκρινα πουθενά ούτε τον Πόε, ούτε τον Χόνκερ, ούτε τον ανώνυμο μανιακό. Μολονότι ο δροσερός -αλλά όχι υγρός- αέρας ήταν παραδόξως καθαρός, απαλλαγμένος από τη δυσάρεστη μυρωδιά της μούχλας, και μύριζε πέτρα και ζεσταμένο κερί, προσωπικά περίμενα να συναντήσω νυχτερίδες, ποντίκια, κατσαρίδες και διάφορα άλλα μυστηριώδη πλάσματα που θα το έσκαγαν στο πέρασμά μας. Για την ώρα ωστόσο είχαμε μονάχα τον Κρινκλς. Είχαμε προχωρήσει διστακτικά γύρω στα τρία με τέσσερα μέτρα, όταν μας είπε: «Σταματήστε μια στιγμή». Περιμέναμε, κι αυτός έκλεισε τη μυστική πόρτα με τα ράφια και στη συνέχεια τη δρύινη πόρτα με τη σιδερένια ενίσχυση. Ίσως ήθελε να ελαχιστοποιήσει τις συνέπειες της έκρηξης μέσα στο τούνελ αν τυχόν η βιβλιοθήκη ανατιναζόταν πρόωρα, προτού βρεθούμε σε ασφαλή απόσταση. Όση ώρα ο Κρινκλς έκλεινε πίσω μας τις πόρτες, η Λόρι ά-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

115

νοιξε το φερμουάρ της τσάντας της κι έψαξε να βρει τη μεταλλική της λίμα. Αιφνιδιάζοντάς την, άπλωσα το ελεύθερο χέρι μου και της την άρπαξα. Περίμενε ότι θα πετούσα το μεταλλικό πραγματάκι μακριά. «Δώσ' τη μου πίσω», μουρμούρισε, βλέποντας ότι δεν είχα τέτοια πρόθεση. «Εγώ τράβηξα το Εξκάλιμπερ από την πέτρα και μονάχα εγώ έχω τη δύναμη να το χρησιμοποιήσω», ψιθύρισα, βομβαρδίζοντάς τη με λογοτεχνικές αναφορές με την ελπίδα ότι αυτή τη φορά θα την έπειθα να παραιτηθεί από τα σχέδιά της. Είχε ένα ύφος σαν να 'θελε να μου σπάσει το κεφάλι. Υποψιαζόμουν ότι η γροθιά της ήταν και με το παραπάνω ικανή να το κάνει. Ο Κρινκλς γύρισε κοντά μας και μας προσπέρασε. Ήταν τόσο σίγουρος για τον εαυτό του και τόσο βέβαιος για τη δειλία μας, ώστε στην ουσία μάς γύρισε την τάάτη και προχώρησε πρώτος. «Ελάτε, ελάτε, και μη θαρρείτε ότι δεν έχω μάτια και στην πλάτη». Πολύ πιθανό. Ασφαλώς όλοι οι κάτοικοι του πλανήτη του διέθεταν μάτια στην πλάτη. «Πού είμαστε;» ρώτησα καθώς τον ακολουθούσαμε. Ήταν σε τέτοιο βαθμό ψυχοπαθής, που δεν μπορούσε να δώσει μια απλή και άμεση απάντηση δίχως ν' ακούγεται έξαλλος από θυμό. «Τώρα θα πρέπει να βρισκόμαστε κάτω από το Σέντερ Σκουέαρ Παρκ». «Λέω για το τούνελ. Τι είναι;» «Τι διάβολο πάει να πει "τι είναι"; Τούνελ είναι, βρε κωθώνι». «Ποιος το έφτιαξε; Πότε;» ρώτησα χωρίς να προσβληθώ. «Στα χίλια οχτακόσια, πριν απ' όλα τα υπόλοιπα. Το έφτιαξε ο Κορνίλιους Ράδερφορντ Σνόου, αυτός ο άρπαγας, αυτό το άπληστο κάθαρμα». «Γιατί;» «Για να κυκλοφορεί κρυφά στην πόλη». «Μπας και ήταν κανένας βικτωριανός Μπάτμαν;» «Το τούνελ συνδέει τέσσερις από τις μεγαλύτερες ιδιοκτη-


116

D E A N KOONTZ

σίες του γύρω από την πλατεία. Ήταν ένα σιχαμένο γουρούνι, ένας βρομοκαπιταλιστής». Καθ' όλη τη διάρκεια της συνομιλίας, η Λόρι μου έριχνε εύγλωττα βλέμματα, ζητώντας μου να επιτεθώ πάραυτα στον Κρινκλς με το Εξκάλιμπερ. Όπως συμβαίνει με όλα τα μαγεμένα σπαθιά, η λίμα δε μου γέμιζε το μάτι. Την είχα κρυμμένη μες στην παλάμη μου και η μεταλλική λαβή της δεν ήταν τόσο σκληρή όσο ένα μαχαίρι. Όσο για την αιχμηρή της μύτη, ούτε τον αντίχειρά μου δεν μπορούσε να τρυπήσει. Αν η Λόρι φορούσε γόβες στιλέτο αντί για λευκά παπούτσια του τένις, θα προτιμούσα να επιτεθώ στον Κρινκλς με ένα τακούνι. Απάντησα στις όλο και πιο αγανακτισμένες ματιές της με τους έντονους μορφασμούς ενός κακού μίμου, λέγοντάς της να μην είναι ανυπόμονη, να μη βιάζεται και να μου δώσει χρόνο να βρω την κατάλληλη ευκαιρία για να τον σφάξω με τη λίμα. «Και ποιες είναι οι τέσσερις ιδιοκτησίες που συνδέονται με το τούνελ;» ρώτησα τον Κρινκλς, καθώς προχωρούσαμε υπό το τρεμάμενο φως των κεριών και το χορό των σκιών. Τις απαρίθμησε με ολοένα πιο άγριο μίσος: «Το μέγαρο του, αυτό το φανταχτερό πολυτελές έκτρωμα. Η βιβλιοθήκη του, που δεν είναι άλλο παρά ένας ναός της παρακμιακής δυτικής υποτιθέμενης λογοτεχνίας. Το δικαστήριο του, μια φωλιά φαρμακερών δικαστών που καταπίεζαν τις μάζες προς όφελος του. Και η τράπεζά του, που έκλεβε τους φτωχούς κι έπαιρνε τα σπίτια από τις χήρες». «Είχε δική του τράπεζα;» ρώτησα. «Καλόοο». «Δικά του ήταν τα περισσότερα, για να μην πω όλα. Δεν ήταν παρά ένα λυσσασμένο σκυλί που ρουφούσε το αίμα των άλλων», δήλωσε ο Κρινκλς. «Αν μοιραζόταν η περιουσία του σε εκατό άτομα, θα περνούσαν όλοι τη ζωή τους μέσα στον πλούτο και τη χλιδή. Μακάρι να ζούσα εκείνη την εποχή! Θα του 'κοβα το κεφάλι, του αχρείου ιμπεριαλιστή, και θα 'παιζα μπάλα με δαύτο». Ακόμα και στο ασταθές φως των κεριών, διέκρινα το πρόσωπο της Λόρι που είχε κοκκινίσει και σφιγγόταν από απελπισία και


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

117

αγανάκτηση. Κόντευε να πάθει υστερία. Δε χρειαζόμουν κανέναν ειδήμονα στα της γλώσσας του προσώπου για να μου εξηγήσει τι έλεγε η έκφρασή της: Τώρα, Τζίμι, τώρα, εμπρός, εμπρός, εμπρός! Μαχαίρωσε το το κάθαρμα! Τώρα, εμπρός, εμπρός! Εγώ προτίμησα να κερδίσω χρόνο. Πιθανότατα κι εκείνη να ευχόταν να 'χε φορέσει ψηλοτάκουνα, για να μου τα καρφώσει στο κεφάλι. Την επόμενη στιγμή, διασταυρωθήκαμε με ένα δεύτερο τούνελ. Εδώ το ρεύμα του αέρα ήταν λίγο mo δυνατό, αλλά πάντα ήπιο. Δεξιά και αριστερά, οι απλίκες με τα χοντρά κίτρινα κεριά έριχναν αναδευόμενες κουρτίνες φωτός στο βαθύ σκοτάδι. Έπρεπε να είχα καταλάβει ότι κάτω από την πλατεία της πόλης διασταυρώνονταν διάφορες σήραγγες, γιατί τα τέσσερα κτίρια που ανέφερε πικρόχολα ο Κρινκλς βρίσκονταν σε διαφορετικά σημεία του ορίζοντα: βόρεια, νότια, ανατολικά και δυτικά του πάρκου. Παρ' όλ' αυτά, εντυπωσιάστηκα από τον υπόγειο λαβύρινθο που μου αποκαλύφθηκε αναπάντεχα. Κοιτάζοντας αριστερά, δεξιά, πίσω και μπρος, σκέφτηκα τους πέτρινους διαδρόμους και τους φωτισμένους με δάδες θαλάμους στις παλιές ταινίες με τάφους και μούμιες. Παρά τον κίνδυνο που διατρέχαμε, με κυρίεψε η έξαψη της προοπτικής μιας περιπέτειας. «Από δω», είπε ο Κρινκλς στρίβοντας αριστερά. Προτού τον ακολουθήσουμε, η Λόρι ακούμπησε την τσάντα της στο πάτωμα σπρώχνοντάς την κοντά στον τοίχο, στη σκιά, κατά μήκος του διαδρόμου που ερχόταν από τη βιβλιοθήκη. Αν ο ανώνυμος χαμογελαστός βλαμμένος την έβλεπε με την τσάντα, το στρατήγημά μας θα ξεσκεπαζόταν -αν μπορεί, βέβαια, να θεωρηθεί στρατήγημα το αξιοθρήνητο κόλπο με τη λίμα. Μου φάνηκε απρόθυμη να αποχωριστεί την τσάντα της. Σίγουρα τη θεωρούσε σωστό οπλοστάσιο. Μπορεί να κατορθώναμε να πνίξουμε τον Κρινκλς με το σφουγγαράκι της πούδρας. Αν η τσάντα περιείχε μια βούρτσα για τα μαλλιά, θα μπορούσαμε να του τις βρέξουμε άσχημα. «Γιατί τόσα κεριά;» ρώτησα ακολουθώντας τον οδηγό μας.


118

DEAN KOONTZ

Ο Κρινκλς έχανε σιγά σιγά την υπομονή του μαζί μου. «Για να μπορούμε να βλέπουμε στο σκοτάδι, ηλίθιο πλάσμα». «Μα δεν είναι αποτελεσματικά». «Αυτά είχαν τότε, στα 1870, ρε κωθώνι. Κεριά και λάμπες πετρελαίου». Για μια ακόμα φορά, η Λόρι άρχισε να κάνει γκριμάτσες και να στριφογυρίζει τα μάτια σαν τρελή, σημάδι ότι είχε έρθει επιτέλους η ώρα να τον μαχαιρώσω. Ο Κρινκλς με είχε νευριάσει τόσο πολύ, που ήμουν έτοιμος να φερθώ απερίσκεπτα και ν' αρχίσω να τον χαράζω με τη λίμα. «Ναι, όμως δεν είμαστε στα 1870», αντέτεινα. «Θα μπορούσατε να μεταχειριστείτε φακούς, λάμπες με μπαταρία ή σωλήνες χημικού φωτισμού». «Λες να μην το ξέρουμε, χοντροκέφαλε; Το ξέρουμε. Αλλά θέλαμε να δημιουργήσουμε αυθεντική ατμόσφαιρα». Προχωρήσαμε για λίγο σωπαίνοντας. «Γιατί πρέπει να είναι αυθεντική η ατμόσφαιρα;» ρώτησα ύστερα από κάμποσες στιγμές, αδυνατώντας να συγκρατήσω την περιέργειά μου. «Έτσι θέλει το αφεντικό». Υπέθεσα ότι το αφεντικό ήταν ο ανώνυμος μανιακός, εκτός κι αν υπήρχε κάποιος ιθύνων νους, κάποιος που δεν τον είχαμε συναντήσει ακόμα. Κάποια χρονική περίοδο, μετά την αρχική κατασκευή, τα τρία τελευταία μέτρα του διαδρόμου είχαν φραχτεί με τσιμεντόλιθους ενισχυμένους με ατσαλόβεργες. Πρόσφατα, οι μισοί τσιμεντόλιθοι είχαν γκρεμιστεί. Οι ατσαλόβεργες είχαν κοπεί με ασετιλίνη. Στη μια πλευρά του διαδρόμου ήταν στοιβαγμένα τα συντρίμμια. Ακολουθήσαμε τον Κρινκλς στην τρύπα του τοίχου και βγήκαμε στο τελευταίο κομμάτι του διαδρόμου. Στο τέρμα του βρισκόταν άλλη μια βαριά δρύινη πόρτα. Πίσω της, αποκαλύφθηκε μια ευρύχωρη αίθουσα με πέτρινους τοίχους, τεράστιες κολόνες και δάπεδο ψαροκόκαλο. Φωτιζόταν από ηλεκτρικές λάμπες οροφής -προφανώς μεταγενέστερη προσθήκη. Δεξιά κι αριστερά, δυο πέτρινες σκάλες με περί-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

119

τεχνα κιγκλιδώματα οδηγούσαν σε αντικριστές πόρτες από ανοξείδωτο ατσάλι. Αν έλειπε το ανοξείδωτο ατσάλι, θα είχες την εντύπωση ότι βρισκόσουν στα άδυτα μυστικού ναού. Ο μισός χώρος ήταν άδειος. Ο άλλος μισός περιείχε σειρές από πράσινες αρχειοθήκες, χωρισμένες μεταξύ τους με διαδρόμους. Ο Χόνκερ και ο δολοφόνος του βιβλιοθηκάριου έστεκαν πίσω από το χειραμάξι με τα εκρηκτικά, συζητώντας χαμηλόφωνα. Φοβούμενος μήπως στο δυνατό φως γινόταν αντιληπτή η λίμα, την έχωσα κρυφά στην τσέπη του παντελονιού μου. Ο χαμογελαστός μας οικοδεσπότης υποδέχτηκε ευδιάθετα τη Λόρι κι εμένα, σαν παλιούς φίλους που κατέφτασαν για το κοκτέιλ πάρτι. Έδειξε το χώρο γύρω μας με μια χαριτωμένη κίνηση του μπράτσου. «Ωραίο κτίριο, ε; Σ' αυτό τον υπόγειο όροφο στεγάζονται τα ιστορικά αρχεία του καταστήματος». «Ποιου καταστήματος;» ρώτησα. «Βρισκόμαστε κάτω από την τράπεζα». «Δεν είμαστε καλά!» αναφώνησε η Λόρι. «Λογαριάζετε να ληστέψετε την τράπεζα;» Εκείνος ανασήκωσε αδιάφορα τους ώμους. «Γι' αυτό δεν υπάρχουν οι τράπεζες;» Η συμμορία των Λύκων είχε ήδη αρχίσει να τοποθετεί τα εκρηκτικά στη βάση των δύο στύλων.


10

Ι

κανοποιημένος από τον εαυτό του, ο μανιακός έδειξε ένα ογκώδες εξάρτημα στη γωνία της αίθουσας. «Ξέρετε τι είναι αυτό;» «Μια μηχανή του χρόνου;» πέταξε η Λόρι. Το γεγονός ότι προέρχομαι από μια οικογένεια στην οποία η έλλειψη λογικής ακολουθίας στη συζήτηση είναι εξίσου συχνή όσο και τα επιρρήματα με είχε βοηθήσει να προσαρμοστώ με ευκολία στον τρόπο σκέψης της δεσποινίδας Χικς. Μολονότι ο μανιακός έδειχνε εντυπωσιασμένος από την παρουσία της, δεν κατάφερνε πάντα να παρακολουθεί την πορεία των συλλογισμών της όπως εγώ. Τα πράσινα μάτια του γυάλισαν και το χαμογελαστό του πρόσωπο φάνηκε προβληματισμένο. «Πώς θα μπορούσε να είναι μια μηχανή του χρόνου;» ρώτησε. «Με την ταχύτητα που προχωρά η επιστήμη», απάντησε εκείνη, «με όλα αυτά τα διαστημόπλοια, τους αξονικούς τομογράφους, τις μεταμοσχεύσεις καρδιάς και τους ηλεκτρονικά ελεγχόμενους φούρνους, τα κινητά τηλέφωνα που παίρνεις μαζί σου παντού και τα κραγιόν που δεν ξεβάφουν... Θέλω να πω ότι, έτσι όπως πάει το πράγμα, αργά ή γρήγορα θα κατασκευαστεί και μια μηχανή του χρόνου, οπότε, αφού θα γίνει που θα γίνει, γιατί να μην είναι αυτή που έχουμε εδώ μπροστά μας;» Εκείνος την κοίταξε προς στιγμήν, κι ύστερα κοίταξε ξανά το εξάρτημα στη γωνία, σαν να αναρωτιόταν μήπως το παρεξήγησε, μήπως ήταν πράγματι μια μηχανή του χρόνου. Αν έλεγα εγώ αυτά τα πράγματα, θα με περνούσε ή για παλαβό ή για εξυπνάκια που επιδιώκει να τον δουλέψει. Και τότε


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

121

θα δυσανασχετούσε ή θα ένιωθε προσβεβλημένος, οπότε θα με πυροβολούσε. Αντιθέτως, μια όμορφη γυναίκα μπορεί να πει όποια κοτσάνα τής κατέβει, και οι άντρες θα το σκεφτούν σοβαρά. Η αθώα της έκφραση, το καθάριο βλέμμα και το άδολο χαμόγελο δε μου επέτρεπαν να καταλάβω κατά πόσο το σχόλιο για τη μηχανή του χρόνου -ή οποιαδήποτε άλλη εξωφρενική παρατήρησή της- ειπώθηκε με απόλυτη ειλικρίνεια ή με διάθεση να αστειευτεί. Οι περισσότεροι άνθρωποι που πιάνονται όμηροι και κινδυνεύουν να τους σκοτώσει κάποιος σαν τον Κρινκλς δε νομίζω ότι το διασκεδάζουν. Παρ' όλ' αυτά, υποψιαζόμουν ότι η Λόρι Λιν Χικς ήταν ικανή να το απολαύσει. Δεν έβλεπα την ώρα να τη γνωρίσω στους δικούς μου. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι άνθρωποι δε διασκεδάζουν καν σε ένα πάρτι, που υποτίθεται ότι είναι διασκεδαστικό πράγμα. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν έχουν χιούμορ. Όλοι ισχυρίζονται ότι διαθέτουν χιούμορ, αλλά πολλοί λένε ψέματα, ενώ ακόμα περισσότεροι εξαπατούν τον εαυτό τους. Έτσι εξηγείται η επιτυχία των κωμικών εκπομπών και των κωμωδιών στην τηλεόραση. Αυτές οι εκπομπές μπορεί να είναι φτιαγμένες δίχως ίχνος χιούμορ, ωστόσο ένα σωρό άνθρωποι ξεκαρδίζονται στα γέλια επειδή χαρακτηρίζονται αστείες. Το κοινό -που επίσης δεν έχει χιούμορ- ξέρει ότι είναι ασφαλές να γελάσει, ότι επιβάλλεται να γελάει μ' αυτές τις εκπομπές. Αυτά τα ψυχαγωγικά σόου αποτελούν για την κοινωνία των άνευ χιούμορ ανθρώπων ό,τι ο κατασκευαστής τεχνητών μελών για τους ανάπηρους που έχουν χάσει ένα χέρι ή ένα πόδι. Επιτελούν έργο θεάρεστο, πιο σημαντικό ίσως κι από το να δίνεις φαγητό στους φτωχούς. Η οικογένειά μου επιμένει να καταφεύγει στο χιούμορ όχι μόνο σε περιόδους γαλήνης αλλά και σε περιόδους κρίσης, ακόμα και όταν βιώνει μια απώλεια ή μια τραγωδία (αν και οι δικοί μου θα πρέπει να είχαν ήδη αρρωστήσει από ανησυχία για μένα). Ίσως να υπάρχει στα γονίδιά μας μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο να αντιλαμβανόμαστε την αστεία πλευρά των πραγμάτων.


122

D E A N KOONTZ

Ή, πάλι, ίσως είμαστε διαρκώς «φτιαγμένοι» από τη ζάχαρη, λόγω της υπερβολικής κατανάλωσης γλυκών. «Όχι», είπε ο ανώνυμος μανιακός, «δεν είναι μηχανή του χρόνου. Είναι ο συναγερμός της τράπεζας». «Κρίμα», παραπονέθηκε η Λόρι. «Θα προτιμούσα να ήταν μια χρονομηχανή». Κοιτάζοντας συλλογισμένος το συναγερμό, ο μανιακός αναστέναξε. «Ναι. Καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις». «Επομένως, έχεις απενεργοποιήσει το συναγερμό της τράπεζας», παρατήρησα. Η φράση μου διέκοψε απότομα τις σκέψεις του για ένα φανταστικό ταξίδι στο χρόνο. «Πώς το ξέρεις;» Έδειξα με το χέρι μου. «Είδα τα κομμάτια κάτω στο πάτωμα». «Είσαι γρήγορος», είπε με θαυμασμό. «Το απαιτεί το επάγγελμά μου». Δε ρώτησε τι δουλειά έκανα. Όπως έμαθα μέσα στα τελευταία δέκα χρόνια, οι ψυχοπαθείς κατά κανόνα είναι άτομα εγωκεντρικά. «Η τράπεζα έκλεισε πριν από μία ώρα», είπε καμαρώνοντας ολοφάνερα για το περίτεχνο σχέδιο του, ευχαριστημένος που είχε την ευκαιρία να το μοιραστεί με κάποιον. «Οι ταμίες τακτοποίησαν τα συρτάρια τους και γύρισαν στα σπίτια τους. Το χρηματοκιβώτιο έκλεισε πριν από δέκα λεπτά. Όπως πάντα, ο διευθυντής και οι δυο σεκιουριτάδες έφυγαν τελευταίοι». «Ασφαλώς θα προκάλεσες βλάβη σε κάποιο μετασχηματιστή της εταιρείας ηλεκτρισμού, κόβοντας την παροχή ρεύματος στην περιοχή γύρω από την πλατεία», υπέθεσε η Λόρι. «Χωρίς ρεύμα», είπα, «η γεννήτρια δε θα μπορέσει να λειτουργήσει, και έτσι το χρηματοκιβώτιο θα είναι ευάλωτο». «Είστε και οι δύο πολύ γρήγοροι», μας επαίνεσε εκείνος. «Πώς έτσι; Μπας και είχατε οργανώσει καμιά ληστεία στο παρελθόν;» «Όχι σε τούτη τη ζωή», αποκρίθηκε η Λόρι. «Όμως αυτό είναι μια άλλη ιστορία». Ο τύπος έδειξε στο βάθος. «Αυτή η σκάλα οδηγεί στο πρώτο υπόγειο της τράπεζας, όπου γίνεται η καταμέτρηση κερμάτων


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

123

και χαρτονομισμάτων και ο έλεγχος εισερχόμενων και εξερχόμενων χρηματαποστολών. Εκεί βρίσκεται επίσης η μπροστινή πόρτα του θησαυροφυλακίου». «Δηλαδή το θησαυροφυλάκιο έχει και πίσω πόρτα;» ρώτησα παραξενεμένος, πράγμα που τον διασκέδασε. Χαμογέλασε, συγκατένευσε και έδειξε την πιο κοντινή σκάλα. «Η πόρτα εκεί πάνω οδηγεί απευθείας στο θησαυροφυλάκιο». Η εν λόγω λεπτομέρεια έμοιαζε να ανήκει εξ ολοκλήρου στην παραμορφωμένη άποψη του μανιακού για την πραγματικότητα και όχι στον αληθινό κόσμο όπου ζούσα. «Ο Κορνίλιους Σνόου ήταν ο μοναδικός μέτοχος της τράπεζας όταν την έχτισε. Τα έφτιαξε όλα όπως τον βόλευαν», εξήγησε ικανοποιημένος από την κατάπληξή μου. «Έκανε μπαγαποντιά, δηλαδή;» αναρωτήθηκε η Λόρι. Το ενδεχόμενο μιας τέτοιας απάτης τής έφτιαξε τη διάθεση. «Όχι, καθόλου», τη διαβεβαίωσε εκείνος. «Όλα δείχνουν ότι ο Κορνίλιους Σνόου ήταν ένας τίμιος, ευσυνείδητος άνθρωπος». «Ήταν ένα άπληστο, σιχαμερό γουρούνι», αντέτεινε χολωμένος ο Κρινκλς, τοποθετώντας εκρηκτικά. «Δεν είχε ανάγκη να καταχραστεί τα χρήματα των καταθέσεων, αφού, κατ' αρχάς, το ογδόντα τοις εκατό των καταθέσεων ήταν δικό του». Ο Κρινκλς αδιαφορούσε για τα λογιστικά ζητήματα. Προτιμούσε να εκδηλώνει ελεύθερα τα αισθήματά του. «Εγώ θα τον τηγάνιζα σε σάλιο και θα τον τάιζα στα σκυλιά». «Στα 1870», είπε ο μανιακός, «δεν υπήρχε ούτε κατά διάνοια το σύνθετο πλέγμα των κανονισμών και των ελέγχων βάσει των οποίων δουλεύουν οι σημερινές τράπεζες». «Με τη διαφορά ότι τα σκυλιά δε θα καταδέχονταν να φάνε ένα φαρμακερό κάθαρμα», πρόσθεσε ο Κρινκλς ξερνώντας χολή. «Λίγο μετά την αλλαγή του αιώνα, εκείνος ο απλός κόσμος άρχισε να χάνεται». «Ούτε οι λιμασμένοι αρουραίοι των υπονόμων δε θα 'τρωγαν αυτόν το λεχρίτη, τον αρχιτσιγκούνη, ακόμα κι αν τον πασάλειβες με λίπος από μπέικον», συνέχισε ο Κρινκλς. «Μετά το θάνατο του Κορνίλιους Σνόου, όταν την περιουσία


124

D E A N KOONTZ

ανέλαβε το κληροδότημα, το κομμάτι του τούνελ που οδηγούσε στην υπόγεια είσοδο της τράπεζας φράχτηκε με τοίχο». Θυμήθηκα το γκρεμισμένο ντουβάρι που συναντήσαμε ερχόμενοι εδώ. Η συμμορία των Λύκων δεν είχε κάτσει με σταυρωμένα τα χέρια. «Η ατσάλινη πόρτα του θησαυροφυλακίου στην κορυφή της σκάλας βρίσκεται σε αχρηστία», συνέχισε ο ανώνυμος μανιακός. «Στη δεκαετία του 1930, αντικατέστησαν την παλιά δρύινη πόρτα με ατσάλι και την αχρήστεψαν. Από την πίσω πλευρά υπάρχει ένας τσιμέντινος τοίχος με οπλισμό. Εξουδετερώνοντας το συναγερμό, εμείς πλέον, μέσα σε δύο ωρίτσες, θα είμαστε σε θέση να τα παρακάμψουμε όλα αυτά». «Απορώ πώς δεν είναι συνδεδεμένη με συναγερμό αυτή εδώ η αίθουσα», είπε η Λόρι. «Αν και φαντάζομαι πως, αν επρόκειτο στ' αλήθεια για χρονομηχανή, σίγουρα θα είχαν εγκαταστήσει ένα συναγερμό». «Δεν το θεώρησαν απαραίτητο. Φαινομενικά, είναι μια μικρή τράπεζα που δεν αξίζει να τη ληστέψει κανείς. Εξάλλου, μετά το 1902, αφού σφράγισαν την υπόγεια δίοδο, έπαψε πλέον να υφίσταται η πίσω είσοδος. Και, για λόγους ασφαλείας της τράπεζας, το κληροδότημα στο οποίο ανήκει το Σνόου Μάνσιον συμφώνησε να μη φανερωθούν οι σήραγγες του Κορνίλιους Σνόου. Ελάχιστα από τα μέλη του Ιστορικού Συλλόγου τις έχουν δει, αλλά κι αυτά μόνο αφού δεσμεύτηκαν ενυπόγραφα να μην αποκαλύψουν το μυστικό». Νωρίτερα μας είχε πει ότι βασάνισαν ένα μέλος του Ιστορικού Συλλόγου, το οποίο αναμφίβολα στη συνέχεια θα είχε την τύχη του βιβλιοθηκάριου. Όσο προσεκτικοί κι αν είναι οι δικηγόροι στη σύνταξη ενός συμφωνητικού τήρησης μυστικότητας, πάντα θα βρεθεί τρόπος για να το παρακάμψει κανείς. Δε θα υποστηρίξω ότι οι αποκαλύψεις με άφησαν εμβρόντητο, αλλά ασφαλώς ένιωσα μια ελαφριά έκπληξη. Παρ' ότι ήμουν γέννημα θρέμμα του Σνόου Βίλατζ, και παρ' ότι αγαπούσα τη γραφική ιδιαίτερη πατρίδα μου και γνώριζα την ιστορία της, ποτέ δεν άκουσα κάτι -ούτε καν αόριστες φήμες- σχετικό με την ύπαρξη μυστικών διόδων κάτω από την κεντρική πλατεία.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

125

Όταν εξέφρασα την έκπληξη μου, η ζεστή λάμψη των ματιών του μανιακού αντικαταστάθηκε από μια πιο ψυχρή γυαλάδα, μια γυαλάδα που μου θύμισε τα μάτια της σαύρας, ή τα μάτια του Ερλ, του φιδιού. «Αν αγαπάς μια πόλη, δεν μπορείς να τη γνωρίσεις πραγματικά», παρατήρησε. «Οταν την αγαπάς, γοητεύεσαι από επιφανειακά πράγματα. Για να γνωρίσεις σε βάθος έναν τόπο, πρέπει να τον απεχθάνεσαι, να τον μισείς, να τον μισείς με ασίγαστο πάθος. Πρέπει να φλέγεσαι από την ανάγκη να μάθεις όλα τα σάπια και επαίσχυντα μυστικά του και να τα χρησιμοποιήσεις εναντίον του, να ανακαλύψεις τα κρυμμένα καρκινώματα και να τα καλλιεργήσεις ώσπου να μεταλλαχτούν σε αδυσώπητους όγκους. Πρέπει να έχεις θέσει στόχο της ζωής σου την ημέρα που η κάθε του πέτρα θα χαθεί διά παντός από προσώπου γης»· Υπέθεσα ότι μια φορά κι έναν καιρό θα πρέπει να του συνέβη κάτι κακό στη μικρή τουριστική μας Μέκκα. Κάτι πιο τραυματικό από το να του έδωσαν στο ξενοδοχείο άσχημο δωμάτιο κι όχι τη σουίτα που του άξιζε ή από το να μην μπόρεσε να βρει θέση στο αναβατόριο των σκιέρ κάποια χειμωνιάτικη μέρα με πολυκοσμία. «Όμως, αν το καλοσκεφτείς», είπε η Λόρι (ελαφρώς ριψοκίνδυνα, κατά τη γνώμη μου), «το εγχείρημά σας δεν έχει σχέση με το μίσος ούτε με τη δικαιοσύνη, όπως υποστήριξες προηγουμένως. Έχει σχέση με το χρήμα. Είναι μια ξεκάθαρη ληστεία τράπεζας». Ο μανιακός άλλαξε χρώμα και το πρόσωπο του, από τις ρίζες των μαλλιών στο μέτωπο μέχρι το πιγούνι κι από το 'να αυτί ως το άλλο, έμοιαζε σαν μωλωπισμένο. Το χαμόγελο πάγωσε στα χείλη του. «Τα λεφτά δε με ενδιαφέρουν», είπε με σφιγμένα δόντια, σχεδόν χωρίς να κουνάει τα χείλη. «Μα δε σκοπεύεις να μπουκάρεις σε μανάβικο για να κλέψεις καρότα και μπιζέλια», παρατήρησε η Λόρι. «Θέλεις να ληστέψεις μια τράπεζα». «Θέλω να καταστρέψω την τράπεζα για να σβήσω από το χάρτη αυτή την πόλη». «Λεφτά, λεφτά, λεφτά», επέμεινε εκείνη.


126

DEAN KOONTZ

«Δεν το κάνω για τα λεφτά. Το κάνω για εκδίκηση. Τους αξίζει. Έπρεπε να είχαν τιμωρηθεί εδώ και καιρό. Για μένα, η πράξη μου ισοδυναμεί με απονομή δικαιοσύνης». «Για μένα πάλι, όχι», πετάχτηκε ο Κρινκλς, εγκαταλείποντας την τοποθέτηση των εκρηκτικών για να συμμετάσχει αμεσότερα στη συζήτηση. «Το ζήτημα είναι τα λεφτά, γιατί ο πλούτος δεν είναι απλώς πλούτος, είναι επίσης η ρίζα και ο κορμός και ο καρπός της δύναμης -και η δύναμη απελευθερώνει τον δυνατό ενώ καταπιέζει τον αδύναμο. Επομένως, για να συντρίψουν αυτόν που συντρίβει, οι καταπιεσμένοι πρέπει να συντρίψουν τους καταπιεστές». Δεν επιχείρησα να ανακαλέσω στη μνήμη τη φράση του. Φοβήθηκα ότι, στην προσπάθειά μου να την ξεδιαλύνω, θα βραχυκύκλωνε ο εγκέφαλος μου. Ήταν σαν να άκουγα τον Καρλ Μαρξ μέσα από το πρίσμα των Άμποτ και Κοστέλο. Αντιλαμβανόμενος από τις εκφράσεις μας ότι δεν πιάσαμε το νόημα, ο Κρινκλς επανέλαβε πιο περιληπτικά τη φιλοσοφία του: «Ορισμένα από τα χρήματα αυτού του αισχρού γουρουνιού ανήκουν σ' εμένα και σε άλλους, σε ανθρώπους τους οποίους εκμεταλλεύτηκε για να τα αποκτήσει». «Άντε να πάρεις λίγο αέρα να καθαρίσει το μυαλό σου από τη βλακεία», είπε η Λόρι στον Κρινκλς. «Ο Κορνίλιους Σνόου ποτέ δε σε εκμεταλλεύτηκε. Πέθανε προτού γεννηθείς». Είχε πάρει φόρα και πρόσβαλλε αυτούς που είχαν τη δύναμη και το κίνητρο για να μας καθαρίσουν. Κούνησα το δεμένο με χειροπέδες χέρι μου, ταρακουνώντας κατά συνέπεια και το δικό της, για να της υπενθυμίσω ότι, αν τους προκαλούσε κι άλλο, οι σφαίρες τους θα παρέσερναν κι εμένα μαζί της στο θάνατο. Τα φουντωμένα κατσαρά μαλλιά του Κρινκλς φάνηκε να κοκαλώνουν. Τώρα έμοιαζε λιγότερο με τον Αρτ Γκαρφάνκελ και περισσότερο με τη νύφη του Φρανκενστάιν. «Με την πράξη μας θα στείλουμε ένα πολιτικό μήνυμα», επέμεινε. Ο μέχρι τώρα πιο φλεγματικός από τους τρεις της παρέας, ο Χόνκερ, ήρθε κοντά τους εκνευρισμένος απ' όλη αυτή τη συζή-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

127

τηση περί εκδίκησης και πολιτικής. Τα φουντωτά φρύδια του έτρεμαν νευρικά σάμπως να τους έδινε κίνηση ηλεκτρικό ρεύμα. «Τα λεφτά», είπε. «Για μένα, αυτό μετράει. Τα λεφτά, νέτα σκέτα. Ήρθα για να βουτήξω το παραδάκι και να γίνω καπνός. Αν δεν υπήρχε τράπεζα, δε θα συμμετείχα στο κόλπο. Όλα τα υπόλοιπα μου είναι αδιάφορα -κι αν δεν το βουλώσετε για να γίνει η δουλειά, την κοπανάω και βγάλτε τα πέρα μόνοι». Ο Χόνκερ θα πρέπει να ήταν βασικός συντελεστής της ληστείας, γιατί η απειλή του τους έκανε να το βουλώσουν. Παρ' όλ' αυτά, η οργή τους δεν κατευνάστηκε. Θύμιζαν επιθετικά μπουλντόγκ που τα συγκρατεί κανείς με αλυσίδα, ενώ τα πρόσωπά τους μελανιάζουν από τη λύσσα και τα μάτια τους πετούν σπίθες, και δεν πρόκειται να ησυχάσουν αν δεν αφεθούν ελεύθερα να δαγκώσουν. Μακάρι να είχα να τους δώσω μερικά κουλουράκια, ίσως κανένα γερμανικό λέμπκουχεν ή μερικά τραγανιστά σκοτσέζικα μπισκότα βουτύρου. Ή τάρτα σοκολάτα πασπαλισμένη με καρύδι. «Η μουσική εξημερώνει τις άγριες καρδιές», έγραψε ο ποιητής Γουίλιαμ Κόνγκριβ, όμως θέλω να πιστεύω ότι ένα καλό μάφιν είναι πιο αποτελεσματικό. Βλέποντας ότι η υποχώρηση των συνεργατών του μπροστά στη φοβέρα δεν ευνοούσε τη συλλογική προσπάθεια, ο Χόνκερ πέταξε από ένα κόκαλο στη λύσσα του καθενός, αρχίζοντας από τον Κρινκλς: «Τα λεπτά κυλούν κι έχουμε πολλή δουλειά μπροστά μας. Αυτό μόνο έχω να πω. Κι αν γίνει η δουλειά, το πολιτικό σου μήνυμα θα φτάσει μια χαρά στ' αυτιά του κόσμου». Ο Κρινκλς δάγκωσε το κάτω χείλος του θυμίζοντας το νεαρό μας πρόεδρο. Συγκατένευσε απρόθυμα. «Οργάνωσες το κόλπο για να τιμωρήσεις τους υπεύθυνους για το θάνατο της μητέρας σου», είπε ο Χόνκερ στο μανιακό πρασινομάτη. «Έλα λοιπόν να κάνουμε τη δουλειά ώστε να αποδοθεί η δικαιοσύνη». Τα μάτια του δολοφόνου του βιβλιοθηκάριου πήραν ύφος ονειροπόλο, όπως λίγο νωρίτερα, όταν άγγιξα την ευαισθησία του λέγοντας πως η μητέρα μου μου σιδέρωνε τις κάλτσες. «Βρήκα


128

DEAN KOONTZ

τα φύλλα της εφημερίδας που δημοσίευσαν την υπόθεση», είπε στον Χόνκερ. «Φαντάζομαι ότι θα σου ήταν δύσκολο να τα διαβάσεις», είπε με συμπόνια ο Χόνκερ. «Ήταν σαν να μου ξερίζωνες την καρδιά. Δεν άντεχα να τα διαβάσω». Η φωνή του πνίγηκε από τη συγκίνηση. «Αλλά μετά μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι». «Με το δίκιο σου», μουρμούρισε ο Χόνκερ συμπάσχοντας. «Μάνα είναι μόνο μία». «Δεν είναι απλώς που τη δολοφόνησαν. Θύμωσα με τα ψέματα, Χόνκερ. Σχεδόν όλα όσα έγραφε η εφημερίδα ήταν ψέματα». Ο Χόνκερ κοίταξε το ρολόι του κι ανασήκωσε τους ώμους. «Τι περιμένεις από τις βρομοφυλλάδες;» «Είναι φερέφωνα των καπιταλιστών», παρατήρησε ο Κρινκλς. «Γράφουν ότι η μητέρα μου πέθανε στη γέννα και ότι, πάνω στο θυμό του, ο μπαμπάς σκότωσε το γιατρό. Άκου σαχλαμάρα». Ο ανώνυμος μανιακός θα μπορούσε να είναι συνομήλικός μου. Να γεννηθήκαμε άραγε την ίδια μέρα; Την ίδια ώρα; Σχεδόν το ίδιο λεπτό; Αν πήρε την ομορφιά και τα πράσινα μάτια από τη μητέρα του... Κατάπληκτος, χωρίς να το σκεφτώ, ψέλλισα: «Πουντσινέλο;...» Ο Χόνκερ ζάρωσε το μέτωπο και, κάτω από τα ανυψωμένα φρύδια του, τα μάτια του σκοτείνιασαν γεμάτα καχυποψία. Ο Κρινκλς έχωσε το δεξί χέρι κάτω από το μπουφάν, αγγίζοντας τη λαβή του όπλου του. Ο τύπος που αρεσκόταν στο να πυροβολεί εφημερίδες πισωπάτησε αναστατωμένος μόλις αντιλήφθηκε ότι ήξερα το όνομά του. «Πουντσινέλο Μπίζο;» είπα.


10

Ο

ι τρεις κλόουν τοποθέτησαν τα τελευταία εκρηκτικά και τα συνέδεσαν με συγχρονισμένους πυροκροτητές. Ήταν όντως κλόουν, χωρίς το κουστούμι της δουλειάς. Χόνκερ, Κρινκλς: ονόματα του επαγγέλματος, απολύτως προσφυή όταν οι κάτοχοι τους φορούν παπούτσια νούμερο 58, φαρδιά παντελόνια με βούλες και φανταχτερές πορτοκαλιές περούκες. Ίσως ο Πουντσινέλο χρησιμοποιούσε στη δουλειά το αληθινό του όνομα, εκτός κι αν στο τσίρκο κυκλοφορούσε με το όνομα Σκουίγκλς ή Σλάπι. Πάντως, είτε στη σκηνή είτε εδώ στον άξεστο κόσμο μας, το όνομα Νάτσι* θα του ταίριαζε γάντι. Καθίσαμε με τη Λόρι στο πέτρινο δάπεδο, ακουμπώντας την πλάτη σε μια σειρά με πράσινες αρχειοθήκες με τα ιστορικά αρχεία των εκατό πρώτων χρόνων της τράπεζας. Αν κρίναμε από τις ετοιμασίες γύρω μας, το κτίριο θα καταστρεφόταν εβδομήντα οχτώ χρόνια προτού κλείσει το δεύτερο αιώνα ζωής. Είχα τις κακές μου. Ακόμα κι αν δε με είχε ακόμα κυριέψει ο τρόμος που εξουδετερώνει τη θέλησή σου και σε παραλύει, αντιλαμβανόμουν ότι τα πράγματα ήταν δυσοίωνα. Σαν να μη μου έφτανε η αγωνία, αισθανόμουν ότι η μοίρα μού έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Ήταν άδικο, μια οικογένεια καλών, φιλήσυχων αρτοποιών να κατατρύχεται από δυο γενιές Μπίζο. Σαν να λέμε ότι, μια βδομάδα μετά τη λήξη του πολέμου, μετα•Τρελάρας. (Σ.τ.Μ.)


130

D E A N KOONTZ

κομίζει δίπλα στο σπίτι του νικητή Τσόρτσιλ, μαζί με τις είκοσι έξι γάτες της, η μισότρελη αδερφή του Χίτλερ. Καλά, καλά, το ξέρω ότι η αναλογία δεν είναι τόσο πετυχημένη, ότι ίσως και να είναι ακατανόητη, αλλά αντιπροσωπεύει τα αισθήματά μου. Ένιωθα καταδυναστευμένος. Βάναυσα κακοποιημένος. Ήμουν ένα αθώο θύμα, ο αποδιοπομπαίος τράγος ενός σύμπαντος που τρελάθηκε. Εκτός από την αγωνία και το αίσθημα αδικίας, βασανιζόμουν επίσης από μια ακαθόριστη αποφασιστικότητα. Ακαθόριστη, επειδή η αποφασιστικότητα απαιτεί όρια εντός των οποίων πρέπει να δράσει κανείς, απαιτεί χρονοδιάγραμμα και σχέδιο δράσης. Μου 'ρχόταν να ρίξω πίσω το κεφάλι και να ουρλιάξω από φούρκα και απόγνωση. Το μόνο που με συγκρατούσε ήταν ο φόβος μήπως, σε περίπτωση που ούρλιαζα, ο Χόνκερ, ο Κρινκλς και ο Πουντσινέλο τσίριζαν ξέφρενα μαζί μου, πατώντας κόρνες, σφυρίζοντας με σφυρίχτρες και ζουλώντας πλαστικές φούσκες που ακούγονται σαν πορδές. Ίσαμε εκείνη τη στιγμή, ποτέ μου δεν είχα νιώσει αρλεκινοφοβία, δηλαδή φόβο για τους κλόουν. Είχα ακούσει αναρίθμητες φορές την ιστορία για τη νύχτα της γέννησής μου. Ήξερα για τον εξαγριωμένο φυγά του τσίρκου που κάπνιζε μανιωδώς, αλλά οι δολοφονικές πράξεις του Κόνραντ Μπίζο δε μου είχαν δημιουργήσει αποστροφή για όλους τους κλόουν. Σε λιγότερο από δύο ώρες, ο σχιζοφρενής γιος είχε πετύχει όσα δεν κατάφερε ο πατέρας του. Τον παρακολουθούσα να τοποθετεί τα εκρηκτικά, μαζί με τους δύο γελωτοποιούς, τα τσιράκια του, και μου έμοιαζαν όλοι τους σαν εξωγήινοι -σαν εκείνους στην ταινία Μακάβρια Εισβολή που παριστάνουν τους γήινους αλλά έχουν σκοτεινούς και αλλόκοτους σκοπούς, τους οποίους η ανθρώπινη αντίληψη αδυνατεί να συλλάβει. Σας είπα, είχα τις κακές μου. Το εξαιρετικά ευαίσθητο γονίδιο της οικογένειας Τοκ που ανιχνεύει αστείες καταστάσεις εξακολουθούσε να λειτουργεί. Αντιλαμβανόμουν πλήρως το γελοίο της υπόθεσης, αλλά δε διασκέδαζα ούτε στο ελάχιστο.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

131

Ο παραλογισμός δεν είναι από τη φύση του φαύλος, αλλά η φαυλότητα είναι παράλογη. Το κακό από μόνο του δεν είναι ποτέ αστείο, αλλά μερικές φορές η παράνοια μπορεί να φαντάζει κωμική. Έχουμε ανάγκη να γελάσουμε με τον παραλογισμό του κακού, γιατί έτσι αρνούμαστε τη δύναμη που έχει το κακό πάνω μας, μειώνουμε την επιρροή του στον κόσμο και αμαυρώνουμε τη γοητεία που ασκεί σε ορισμένους ανθρώπους. Εκεί κάτω, στο δεύτερο υπόγειο της τράπεζας, απέτυχα να πράξω το καθήκον μου αρνούμενος, μειώνοντας και αμαυρώνοντας τη γοητεία του. Ένιωθα αδικημένος από τη μοίρα, αγωνιούσα, ήμουν θυμωμένος, και ακόμα και η Λόρι Λιν Χικς, με όλη της τη σαγήνη, δεν μπορούσε να μου φτιάξει τη διάθεση. Όπως φαντάζεστε, είχε να μου υποβάλει πολλές ερωτήσεις. Συνήθως μου άρεσε να διηγούμαι την ιστορία της νύχτας της γέννησής μου, αλλά τούτη τη φορά όχι. Παρ' όλ' αυτά, μου απέσπασε τις πληροφορίες σχετικά με τον Κόνραντ Μπίζο. Ήταν άοκνη. Δεν αναφέρθηκα στις προφητείες του παππού μου. Αν έκανα λόγο γι' αυτές, θα της έλεγα αναπόφευκτα πως, όταν ήμασταν στα αρχεία, στο υπόγειο της βιβλιοθήκης, βίωσα κι εγώ μια στιγμή φευγαλέας ενόρασης, είχα ένα δυνατό προαίσθημα -πιο έντονο από μια απλή υποψία, αλλά θολό ως προς τις λεπτομέρειες- ότι θα την πυροβολούσαν. Δε θα κέρδιζα τίποτε αν την τρομοκρατούσα, ιδιαίτερα εφόσον η αιφνίδια έκτη αίσθηση μου μπορεί να μην ήταν παρά μια σαχλαμάρα, η απλή αναλαμπή μιας αχαλίνωτης φαντασίας. Όταν τελείωσαν με την ετοιμασία των εκρηκτικών, οι παλιάτσοι με την πολιτική ενδυμασία άναψαν μια σειρά από λάμπες γκαζιού που θα φώτιζαν το χώρο όταν θα έπεφτε το ρεύμα. Οι λάμπες που είχαν στη διάθεση τους ήταν λιγοστές, οπότε δε θα φωτιζόταν ολόκληρη η ευρύχωρη αίθουσα, αλλά μόνο η πλευρά του θησαυροφυλακίου. Μας άφησαν με τη Λόρι καθισμένους σε κάποια απόσταση απ' αυτούς. Όταν θα έσβηναν τα φώτα, θα μέναμε στο σκοτάδι. Η Λόρι σκέφτηκε για λίγο την ιστορία μου. «Όλοι οι παλιάτσοι είναι έτσι οργισμένοι;» ρώτησε τέλος.


132

DEAN KOONTZ

«Δεν ξέρω πολλά για τους κλόουν». «Γνωρίζεις αυτούς τους τρεις. Και τον Κόνραντ Μπίζο». «Δε γνώρισα ποτέ τον Κόνραντ Μπίζο. Όταν οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν, εγώ ήμουν πέντε λεπτών μωρό». «Εγώ θεωρώ ότι γνωριστήκατε. Έτσι λοιπόν, όσον αφορά τους κλόουν και την οργή, έχουμε τέσσερις στις τέσσερις περιπτώσεις. Τα 'χω χαμένα. Είναι σαν να συναντάς τον Άγιο Βασίλη και να διαπιστώνεις ότι είναι αλκοολικός. Έχεις ακόμα το σιδερικό;» «Το ποιο;» ρώτησα. «Το σιδερικό». «Εννοείς τη λίμα;» «Πες το όπως θέλεις». «Αυτό είναι. Μια λίμα». «Ό,τι πεις. Πότε σκοπεύεις να κινηθείς;» «Όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή», είπα υπομονετικά. «Ας ελπίσουμε ότι θα έρθει προτού γίνουμε κομματάκια». Οι τρεις κλόουν είχαν τελειώσει με τις πέντε λάμπες γκαζιού. Είχαν τοποθετήσει μία στη βάση της σκάλας, μία στη μέση της και μία τρίτη στο κεφαλόσκαλο, έξω από την πίσω πόρτα του θησαυροφυλακίου. Ο Πουντσινέλο έβγαλε από δυο μεγάλες βαλίτσες εργαλεία, μια μάσκα οξυγονοκολλητή και διάφορα άλλα αντικείμενα που δεν μπορούσα να τα δω από μακριά. Ο Χόνκερ και ο Κρινκλς ανέβασαν ένα δοχείο ασετιλίνης στο κεφαλόσκαλο. «Το σόι όνομα είναι το Πουντσινέλο;» ρώτησε η Λόρι. «Ο πατέρας του διάλεξε το όνομα ενός διάσημου κλόουν. Ξέρεις, κάτι σαν τον Παντς και την Τζούντι». «Ο Παντς και η Τζούντι είναι μαριονέτες». «Ναι, αλλά ο Παντς είναι επίσης κλόουν». «Δεν το είχα καταλάβευ>. «Φοράει καπέλο κλόουν». «Νόμιζα ότι ο Παντς ήταν πωλητής αυτοκινήτων», παρατήρησε η Λόρι. «Πώς σου ήρθε αυτή η ιδέα;»


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

133

«Πάντα είχα αυτή την εντύπωση». «Ο Παντς και η Τζούντι προέρχονται από το δέκατο ένατο, ίσως και από το δέκατο όγδοο αιώνα», διευκρίνισα. «Τότε δεν υπήρχαν αυτοκίνητα». «Ποιος θα ήθελε να κάνει την ίδια δουλειά για δύο αιώνες; Εκείνη την εποχή, προτού εφευρεθούν τα αυτοκίνητα, ίσως ήταν κηροπλάστης ή σιδεράς». Είναι μια γητεύτρα. Με τα μάγια της, σε κάνει να θέλεις να δεις τον κόσμο μέσα από τα δικά της μάτια. Γι' αυτό άκουσα τον εαυτό μου να απαντάει σάμπως ο Παντς να ήταν αληθινό πρόσωπο, σαν εμάς: «Δεν είναι ο τύπος του κηροπλάστη, ούτε του σιδερά. Αυτές οι δουλειές δε θα του ταίριαζαν, δε θα τον ικανοποιούσαν. Εξάλλου, φοράει καπέλο κλόουν». «Το καπέλο δεν αποδεικνύει τίποτα. Θα μπορούσε να ήταν ιδιόρρυθμος σιδεράς με φανταχτερό γούστο». Η Λόρι συνοφρυώθηκε. «Αυτός δεν είναι που όλο θυμώνει και δέρνει την Τζούντι; Επομένως, έγιναν πέντε». «Τι πέντε;» «Πέντε κλόουν θυμωμένοι και διόλου χαρούμενου). «Για να είμαστε δίκαιοι, και η Τζούντι μονίμως τον σαπίζει στο ξύλο», αντέτεινα. «Είναι κι αυτή κλόουν;» «Δεν ξέρω. Ίσως». «Ο Παντς είναι άντρας της, επομένως η Τζούντι είναι τουλάχιστον κλόουν από το γάμο της. Έχουμε λοιπόν έξι θυμωμένους κλόουν. Σωστή αποκάλυψη!» Σε κάποιο άλλο σημείο της πόλης, ο μετασχηματιστής έσκασε. Θα πρέπει να στεγαζόταν σε κάποιον υπόγειο χώρο, γιατί ο πνιχτός κρότος της έκρηξης μεταφέρθηκε οριζόντια μέσω των τοίχων του υπογείου της τράπεζας. Μονομιάς, οι ηλεκτρικές λάμπες έσβησαν. Ο χώρος στο βάθος του δωματίου παρέμεινε φωτισμένος χάρη στις φορητές λάμπες, ενώ η Λόρι κι εγώ μείναμε στο σκοτάδι.


10

Ο

Χόνκερ και ο Κρινκλς έστεκαν με τις μάσκες του οξυγονοκολλητή, με ολόσωμες προστατευτικές ποδιές και γάντια αμιάντου στο φαρδύ διάδρομο στο τέλος της σκάλας. Ο Χόνκερ έκοψε περιμετρικά την ατσάλινη πόρτα με το πιστόλι ασετιλίνης. Ο Πουντσινέλο γονάτισε μπροστά μας χαμογελώντας και κουνώντας το κεφάλι. «Είσαι στ' αλήθεια ο Τζίμι Τοκ;» «Τζέιμς», τον διόρθωσα. «Ο γιος του Ρούντι Τοκ». «Σωστά». «Ο πατέρας μου λέει ότι ο Ρούντι Τοκ του έσωσε τη ζωή». «Ο μπαμπάς θα πέσει απ' τα σύννεφα αν το μάθει», είπα. «Ο Ρούντι Τοκ, εκτός από θαρραλέος, είναι και μετριόφρονας», δήλωσε ο Πουντσινέλο. «Όμως, αν ο πατέρας σου δε σκότωνε εκείνη την ψευτονοσοκόμα που γλίστρησε πίσω από την πλάτη του μεγάλου Κόνραντ Μπίζο κρατώντας δηλητηριώδες μαχαίρι, ο πατέρας μου θα ήταν μακαρίτης». «Αυτό δε μου το διηγήθηκες», είπε η Λόρι, καθώς εγώ είχα μείνει μ' ανοιχτό το στόμα. «Δεν της το είπες;» με ρώτησε ο Πουντσινέλο. «Είναι κι αυτός σεμνός σαν τον πατέρα του», σχολίασε η Λόρι, ενόσω η μυρωδιά του πυρακτωμένου μετάλλου και του λιωμένου μείγματος απλωνόταν στο δωμάτιο. «Ποια ήταν η ψευτονοσοκόμα;» ρώτησε. Ο Πουντσινέλο θρονιάστηκε μπροστά μας οκλαδόν στο πά-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

135

τωμα. «Την είχαν στείλει στο νοσοκομείο για να δολοφονήσει τον μεγάλο Κόνραντ Μπίζο, τη μητέρα μου κι εμένα». «Ποιος την έστειλε;» αναρωτήθηκε η Λόρι. Ακόμα και μες στο σκοτάδι, διέκρινα τη σπίθα του μίσους στα φλογισμένα, αλλόκοτα μάτια του. «Ο Βιρτζίλιο Βιβατσεμέντε», μουρμούρισε με σφιγμένα δόντια. Μέσα στη σύγχυσή μου, τα σφυριχτά του λόγια έφτασαν στ' αυτιά μου σαν μια σειρά από εύηχες, πλην όμως ακατάληπτες συλλαβές. Φαίνεται πως ούτε η Λόρι κατάλαβε τη φράση του. «Γείτσες», του είπε. «Οι σιχαμένοι ακροβάτες», είπε ο Πουντσινέλο στάζοντας χολή. «Οι διεθνούς φήμης Ιπτάμενοι Βιβατσεμέντε. Σχοινοβάτες, ακροβάτες, χρυσοπληρωμένες πριμαντόνες. Ο πιο ξιπασμένος, ο πιο φαντασμένος, ο πιο υπερφίαλος, ο πιο υπερεκτιμημένος απ' όλους είναι ο Βιρτζίλιο, ο πάτερ φαμίλιας, ο πατέρας της μητέρας μου. Ο Βιρτζίλιο Βιβατσεμέντε, ο πιο άτιμος των άτιμων». «Έλα τώρα», αναφώνησε η Λόρι, «δεν είναι ωραίο να λες τέτοια πράγματα για τον παππού σου». Η φιλική της σύσταση προκάλεσε τη σφοδρή αντίδραση του Πουντσινέλο: «Του αρνούμαι το δικαίωμα να είναι παππούς μου, τον απορρίπτω, τον αποκηρύσσω, δε θέλω καμία σχέση μ' αυτόν το φαμφαρόνο μασκαρά!» «Σε βρίσκω πολύ απόλυτο», σχολίασε η Λόρι. «Προσωπικά, θα έδινα σε έναν παππού μια δεύτερη ευκαιρία». Ο Πουντσινέλο έγειρε προς το μέρος της, επιθυμώντας διακαώς να της εξηγήσει: «Όταν η μητέρα μου παντρεύτηκε τον πατέρα μου, οι δικοί της έμειναν εμβρόντητοι, έγιναν έξω φρενών. Μια Ιπτάμενη Βιβατσεμέντε να πάρει έναν κλόουν! Ντροπή! Όνειδος! Κατά τη γνώμη τους, οι ακροβάτες δεν είναι μόνο οι βασιλιάδες του τσίρκου, είναι και κάτι σαν ημίθεοι -ενώ οι κλόουν είναι πλάσματα ανάξια, το κατακάθι της κοινωνίας του τσίρκου». «Αν οι κλόουν είχαν λιγότερη οργή μέσα τους, ίσως οι συνάδελφοι τους να τους εκτιμούσαν περισσότερο», σχολίασε η Λόρι. Εκείνος ήταν τόσο πολύ παρασυρμένος από το μένος του ε-


136

D E A N KOONTZ

ναντίον της οικογένειας της μητέρας του, ώστε δεν την άκουσε. «Όταν η μητέρα παντρεύτηκε τον μεγάλο Κόνραντ Μπίζο», είπε, «οι σχοινοβάτες πρώτα την απέπεμψαν, μετά την περιφρόνησαν και μετά την αποκλήρωσαν. Δεν τη θεωρούσαν πλέον κόρη τους, επειδή παντρεύτηκε από έρωτα έναν άντρα που αυτοί θεωρούσαν κατώτερο τους. Την έβλεπαν πλέον σαν σκουτήδύ» «Στάσου μια στιγμή να καταλάβω κάτι», είπε η Λόρι. «Ζούσαν όλοι στο ίδιο τσίρκο, η μαμά σου με τον πατέρα σου στη μια άκρη του καταυλισμού μαζί με τους κλόουν, και οι Βιβατσεμέντε στην αριστοκρατική πλευρά. Ταξίδευαν μαζί, αλλά ζούσαν χωριστά. Η ένταση ανάμεσά τους θα πρέπει να ήταν αφόρητη». «Δε φαντάζεσαι πόσο! Σε κάθε παράσταση, οι Βιβατσεμέντε προσεύχονταν στον Ιησού να σπάσει ο μεγάλος Μπίζο τη ραχοκοκαλιά του, στο νούμερο που εκτοξευόταν από το κανόνι, και να μείνει παράλυτος εφ' όρου ζωής. Σε κάθε παράσταση, πάλι, ο πατέρας μου προσευχόταν στον Ιησού να πέσει ολόκληρη η φαμίλια τους απ' τα σχοινιά και να βρει φριχτό θάνατο στο κέντρο της πίστας». «Φαντάζεσαι το πρόσωπο του Ιησού όταν διάβασε τα e-mail τους;» μουρμούρισε η Λόρι κοιτάζοντάς με. Ο Πουντσινέλο είχε πάρει φόρα και δε σταματούσε: «Τη νύχτα που γεννήθηκα στο Σνόου Βίλατζ, ο Βιρτζίλιο πλήρωσε ένα δολοφόνο που μπήκε στο νοσοκομείο μεταμφιεσμένος σε νοσοκόμα». «Πού βρήκε έναν εκτελεστή τελευταία στιγμή;» ρώτησε η Λόρι. Η φωνή του Πουντσινέλο έτρεμε από άγριο μίσος και φόβο: «Ο Βιρτζίλιο Βιβατσεμέντε... αυτό το βδέλυγμα που αποκαλεί τον εαυτό του άνθρωπο... έχει διασυνδέσεις, βρίσκεται στο κέντρο ενός σατανικού δικτύου. Κινεί τα νήματα και οι εγκληματίες που βρίσκονται στην άλλη άκρη του κόσμου αισθάνονται τις δονήσεις και αμέσως παρουσιάζονται. Είναι ένας φαντασμένος τσαρλατάνος, ένας ανόητος... αλλά είναι επίσης μια φαρμακερή σαρανταποδαρούσα, γρήγορη και μοχθηρή, εξαιρετικά επικίνδυνη. Κανόνισε να μας δολοφονήσουν, ενόσω αυτός και η ύπουλη οικογένειά του έδιναν παράσταση -το τέλειο άλλοθι».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

137

Η ιστορία της νύχτας της γέννησής μου, ιδωμένη από τη σκοπιά ενός μεθυσμένου σχιζοφρενούς. Αντί να τραφεί με το γάλα της μητέρας του, ο Πουντσινέλο μεγάλωσε μ' αυτή την ιστορία. Και, καθώς την είχε ακούσει πάνω από χίλιες φορές μεγαλώνοντας μέσα σε μια ατμόσφαιρα παρανοϊκών φαντασιώσεων και μίσους, είχε πιστέψει σ' αυτή την ιστορία, όπως οι ειδωλολάτρες που λάτρευαν κάποτε τα χρυσά και τα πέτρινα μοσχάρια. «Και στο σαλόνι όπου περίμεναν οι υποψήφιοι πατεράδες, τη στιγμή ακριβώς που ο εκτελεστής πλησίαζε ύπουλα τον πατέρα μου από πίσω, μπήκε ο Ρούντι Τοκ, είδε τον εγκληματία, τράβηξε το πιστόλι του και τον πυροβόλησε προτού εκείνος εκτελέσει τις εντολές του Βιρτζίλιο», πρόσθεσε ο Πουντσινέλο. Η δύστυχη Λόις Χάνσον, η νεαρή και ευσυνείδητη νοσοκόμα που δολοφονήθηκε από έναν ψυχωσικό κλόουν, είχε μεταμορφωθεί από τον ίδιο αυτό κλόουν σε κάτι ανάμεσα σε δολοφόνο νίντζα και βρεφοκτόνο πράκτορα του βασιλιά Ηρώδη. Η Λόρι μου χτύπησε μαλακά το γόνατο για να συνέλθω από το σάστισμα. «Ώστε ο μπαμπάς σου οπλοφορούσε, ε; Νόμιζα ότι ήταν ένας απλός ζαχαροπλάστης». «Εκείνη την εποχή ήταν μόνο φούρναρης», είπα. «Μωρέ μπράβο. Δηλαδή τώρα που έγινε σεφ ζαχαροπλαστικής τι κουβαλάει μαζί του -οπλοπολυβόλο;» Αποφασισμένος να διηγηθεί τη δακρύβρεχτη ιστορία του, ο Πουντσινέλο συνέχισε με ανυπομονησία: «Όταν γλίτωσε, χάρη στην παρέμβαση του Ρούντι Τοκ, ο πατέρας μου κατάλαβε ότι η μητέρα μου κι εγώ αντιμετωπίζαμε μεγάλο κίνδυνο. Έτρεξε στη μαιευτική πτέρυγα, εντόπισε το θάλαμο τοκετού και μπήκε τη στιγμή που ο γιατρός ετοιμαζόταν να πνίξει εμένα -ένα αθώο νεογέννητο πλάσμα!» «Ήταν και ο γιατρός βαλτός;» ρώτησε η Λόρι. «Όχι. Ο Μακντόναλντ ήταν αληθινός γιατρός, αλλά τον πλήρωσε ο Βιρτζίλιο -αυτό το αηδιαστικό σκουλήκι που βγήκε από τα σπλάχνα μιας συφιλιδικής νυφίτσας». «Κολλάνε σύφιλη και οι νυφίτσες;» αναρωτήθηκε η Λόρι. Εκείνος προτίμησε να θεωρήσει την ερώτηση ρητορική. «Ο


138

DEAN KOONTZ

δόκτωρ Μακντόναλντ εισέπραξε ένα υπέρογκο ποσό, μια περιουσία, για να υπογράψει ότι η μητέρα μου πέθανε στη γέννα κι ότι εγώ γεννήθηκα νεκρός. Ο Βιρτζίλιο -εύχομαι να ψηθεί απόψε στην Κόλαση- πίστευε ότι το τόσο πολύτιμο αίμα των Βιβα- » τσεμέντε είχε βρομιστεί από τον μεγάλο Κόνραντ Μπίζο, και ότι η μητέρα μου κι εγώ, μια και είχαμε πλέον μολυνθεί, έπρεπε να εξαλειφθούμε». «Τι φριχτός άνθρωπος», σχολίασε η Λόρι, θαρρείς και τα πίστευε όλα αυτά. «Σου είπα!» αναφώνησε ο Πουντσινέλο. «Είναι χειρότερος κι από πυώδη πληγή στον κώλο του Σατανά». «Πράγματι, δεν μπορώ να φανταστώ χειρότερο πράγμα», συμφώνησε η Λόρι. «Ο Κόνραντ Μπίζο σκότωσε το δόκτορα Μακντόναλντ την ώρα που αυτός επιχειρούσε να με πνίξει. Η μητέρα μου, η όμορφη μητέρα μου... ήταν ήδη νεκρή...» «Τρομερή ιστορία», παρατήρησα, φοβούμενος μήπως θεωρηθώ τσιράκι του Βιρτζίλιο αν επισήμαινα κάποια από τις αναρίθμητες ανακρίβειες της παρανοϊκής εκδοχής των γεγονότων που συνέβησαν πριν από τόσα χρόνια. «Όμως ο Βιρτζίλιο Βιβατσεμέντε, αυτό το μικρόβιο του καμπινέ μιας μάγισσας...» «Ω, αυτό μου άρεσε», τον διέκοψε η Λόρι. «...αυτό το ξέρασμα σκυλιού, ήξερε πόσο διεφθαρμένη ήταν τούτη δω η πόλη, πόσο εύκολα θα μπορούσε να κρύψει την αλήθεια. Λάδωσε την αστυνομία και τους τοπικούς δημοσιογράφους. Η επίσημη εκδοχή ήταν ένα εξωφρενικό ανακάτεμα από ψέματα σερβιρισμένα από την Γκαζέτ». «Εγώ βρίσκω το ανακάτεμα κραυγαλέο, από τη στιγμή που ξέρει κάποιος την αλήθεια», ψέλλισα, προσπαθώντας να δείξω ότι συμμεριζόμουν τις απόψεις του. Ο Πουντσινέλο ένευσε καταφατικά, κουνώντας με ζέση το κεφάλι. «Θα πρέπει να ήταν δύσκολο για τον Ρούντι Τοκ να ανέχεται τη σιωπή που του επέβαλλαν όλα αυτά τα χρόνια». «Ο μπαμπάς δεν πήρε χρήματα από τον Βιρτζίλιο», έσπευσα να τον διαβεβαιώσω, επειδή φοβήθηκα μήπως αργότερα πεταγό-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

139

ταν ως την άλλη άκρη της πόλης για να σκοτώσει τον μπαμπά, τη μαμά και τη Γουίνα. «Δεν πήρε δεκάρα τσακιστή». «Μα όχι, όχι, ασφαλώς όχι», είπε ο Πουντσινέλο, ζητώντας συγνώμη αν άθελά του με έκανε να πιστέψω ότι υπονοούσε κάτι τέτοιο. «Ο Κόνραντ Μπίζο, ο πατέρας μου, μου έχει πει πόσο γενναίος άνθρωπος, πόσο ακέραιος χαρακτήρας είναι ο Ρούντι Τοκ. Είμαι βέβαιος ότι τον ανάγκασαν να σωπάσει με βάναυσο τρόπο». Είχα αρχίσει να καταλαβαίνω αρκετά καλά την ψυχοσυναισθηματική κατάσταση του Πουντσινέλο. Διαπίστωνα ότι μόνο οι τρελές υπερβολές και τα κραυγαλέα ψεύδη φάνταζαν αληθινά στ' αυτιά του. «Έδερναν τον μπαμπά μια φορά την εβδομάδα για χρόνια ολόκληρα». «Δε σας τα 'λεγα; Είναι απαίσια αυτή η πόλη». «Αλλά αυτό από μόνο του δε θα ήταν αρκετό για να τον υποχρεώσει να κρατήσει το στόμα του κλειστό», πρόσθεσα. «Απείλησαν ότι θα σκότωναν τη γιαγιά μου, τη Ρογουίνα, έτσι και μιλούσε». «Την έδειραν κι αυτή», είπε η Λόρι. Δεν ήξερα αν ήθελε να βοηθήσει ή αν με δούλευε. «Αλλά μόνο μία φορά», συμπλήρωσα. «Της έσπασαν τα δόντια», πρόσθεσε εκείνη με αγανάκτηση. Το ύφος της ήταν πολύ πειστικό. «Μόνο δύο δόντια», έσπευσα να διορθώσω, ανησυχώντας μήπως το παρακάναμε στα ψέματα. «Της έκοψαν το ένα αυτί». «Όχι, όχι, όχι το αυτί», είπα βιαστικά. «Το καπέλο, της χάλασαν το καπέλο». «Νόμιζα ότι ήταν το αυτί», είπε η Λόρι. «Ήταν το καπέλο», επέμεινα κι ο τόνος της φωνής μου ήταν επιτακτικός. «Της πήραν το καπέλο και το ποδοπάτησαν». Ο Πουντσινέλο Μπίζο έχωσε το πρόσωπο μέσα στις παλάμες, πνίγοντας τη φωνή του. «Ποδοπάτησαν το καπέλο μιας γριούλας. Το καπέλο μιας -γριούλας. Όλοι μας έχουμε υποφέρει στα χέρια αυτών των τεράτων». «Πού ήταν ο πατέρας σου όλα αυτά τα είκοσι χρόνια;» βιά-


140

DEAN KOONTZ

στηκα να ρωτήσω, προτού η Λόρι ισχυριστεί ότι τα πρωτοπαλίκαρα του Βιρτζίλιο έκοψαν τους αντίχειρες της γιαγιάς Ρογουίνα. «Κρυβόταν, αλλάζοντας διαρκώς τόπο διαμονής», απάντησε ο Πουντσινέλο, κατεβάζοντας τα χέρια. «Τα λαγωνικά της αστυνομίας έχαναν διαρκώς τα ίχνη του, αλλά οι ιδιωτικοί ντετέκτιβ του Βιβατσεμέντε τον καταδίωκαν ανελέητα. Με μεγάλωσε σε δεκάδες διαφορετικούς τόπους. Αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη λαμπρή καριέρα του. Ο μεγάλος Κόνραντ.Μπίζο... ο μεγάλος Κόνραντ Μπίζο κατάντησε να κάνει τον κλόουν σε ασήμαντες παραστάσεις, σε παιδικά πάρτι, σε πλυντήρια αυτοκινήτων -έκανε ακόμα και το γελωτοποιό σε πανηγύρια. Έπαιρνε ψεύτικα ονόματα: Τσίζο, Γκιγκλς, Κλάπι, Σόσι». «Σόσι;» ρώτησε η Λόρι. «Ένα φεγγάρι δούλεψε κλόουν σε στριπτιζάδικο*. Ήταν τρομερά εξευτελιστικό. Οι άντρες που συχνάζουν σ' αυτά τα κέντρα δεν εκτιμούν την ιδιοφυΐα. Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι τα βυζιά και τα κωλαράκια». «Βάρβαροι άνθρωπου), είπα με κατανόηση. «Ήταν θλιμμένος, απελπισμένος, μονίμως οργισμένος. Έτρεμε στην ιδέα ότι οι Βιβατσεμέντε μπορεί να τον ξετρύπωναν από στιγμή σε στιγμή. Στάθηκε καλός πατέρας για μένα, όσο του επέτρεπαν φυσικά οι συνθήκες, αν και, μετά την απώλεια της μητέρας μου, ο Κόνραντ Μπίζο έχασε την ικανότητα να αγαπάευ>. «Το Χόλιγουντ θα μπορούσε να γυρίσει ένα καταπληκτικό δράμα από ένα τέτοιο σενάριο», σχολίασε η Λόρι. Ο Πουντσινέλο συμφώνησε. «Ο πατέρας μου πιστεύει ότι ο Τσαρλς Μπρόνσον θα ήταν άριστος στο ρόλο του». «Ο βασιλιάς των δραματικών μελό», επικρότησε η Λόρι. «Τα παιδικά μου χρόνια ήταν ψυχρά, δίχως αγάπη, όμως υπήρξαν και κάποια οφέλη. Στα δέκα μου χρόνια, λόγου χάρη, θέλοντας να είμαι προετοιμασμένος για την ημέρα που ίσως χρειαζόταν να καταδιώξω και να καταστρέψω τον Βιρτζίλιο Βιβατσεμέντε, γνώριζα ήδη πάρα πολλά πράγματα για όπλα, μαχαίρια και δηλητήρια». *Σόσι (saucy): σκανταλιάρης. (Σ.τ.Μ.)


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

141

«Τα άλλα δεκάχρονα γεμίζουν το μυαλό τους με άχρηστα πράγματα. Ξέρουν μονάχα από μπέιζμπολ, παίζουν βιντεοπαιχνίδια και μαζεύουν κάρτες Πόκεμον», είπε η Λόρι. «Μπορεί να μεγάλωσα χωρίς αγάπη, όμως ο πατέρας μου με προστάτεψε από τον μοχθηρό Βιρτζίλιο... κι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μου διδάξει την τέχνη και την τεχνική του, όλα αυτά που τον κατέστησαν θρύλο στο επάγγελμά του». Ένας δυνατός μεταλλικός κρότος, σαν να σήμανε μια παράφωνη καμπάνα, ήχησε στο δωμάτιο. Στην κορυφή της σκάλας, ο Χόνκερ και ο Κρινκλς είχαν παραβιάσει την ατσάλινη πόρτα και, τραβώντας την από την κάσα της, την είχαν πετάξει στο διάδρομο. «Μα τώρα ήρθε η σειρά μου», είπε ο Πουντσινέλο. Ο θυμός και το μίσος του μαλάκωσαν, σαν να γύρισε το κουμπί ενός ρεοστάτη, ενώ το πρόσωπο του φωτίστηκε από μια ζεστή έκφραση που έμοιαζε με στοργή. «Όμως μην ανησυχείς. Όταν ολοκληρωθεί τούτη η αποστολή, Τζίμι, θα σε προστατέψω. Σου έχω εμπιστοσύνη, ξέρω ότι δε θα μας καρφώσεις. Ο γιος του Ρούντι Τοκ δεν πρόκειται να πάθει τίποτα». «Εγώ;» ρώτησε η Λόρι. «Εσένα θα πρέπει να σε σκοτώσουμε», είπε χωρίς ενδοιασμό. Το χαμόγελο του έσβησε και πήρε ένα ευγενικό ρομποτικό ύφος, ενώ τα μάτια του έχασαν μονομιάς τη θέρμη τους. Μπορεί το κακό να είναι παράλογο και μπορεί ο παραλογισμός να φαντάζει αστείος όταν τον εξετάζει κανείς εκ του ασφαλούς, όμως ελάχιστοι παρανοϊκοί άνθρωποι διαθέτουν χιούμορ. Ο Πουντσινέλο δε διέθετε τέτοιο πράγμα, αλλά, ακόμα κι αν είχε χιούμορ, δε θα ήταν τόσο διεστραμμένο, ώστε στην προκειμένη περίπτωση να αστειεύεται. Κατάλαβα αμέσως ότι μιλούσε σοβαρά. Εμένα θα με ελευθέρωνε, αλλά θα σκότωνε τη Λόρι. Καθώς σηκωνόταν για να φύγει, έμεινα και τον κοίταζα βουβός από το σοκ. «Στάσου, Πουντς!» φώναξα τελικά αμέσως μετά. «Έχω να σου αποκαλύψω ένα μυστικό». Γύρισε προς το μέρος μου. Τα σκοτεινά του συναισθήματα έγιναν ανάλαφρα στο άψε σβήσε, σαν σμήνος πουλιών που αλλάζει απότομα κατεύθυνση για να εκμεταλλευτεί μια ξαφνική αλ-


142

DEAN KOONTZ

λαγή του ανέμου. Το ρομπότ είχε εξαφανιστεί, το ίδιο και το παγερό βλέμμα. Είχε μεταμορφωθεί ξανά στο γοητευτικό πλάσμα με τα συντροφικά αισθήματα: όμορφα χαρακτηριστικά, υπέροχα μαλλιά, μάτια φιλικά και λαμπερά. «Η Λόρι είναι αρραβωνιαστικιά μου», του είπα. Μου χάρισε ένα από τα αστραφτερά χολιγουντιανά του χαμόγελα. «Καταπληκτικό! Είστε ένα τέλειο ζευγάρι». Δεν ήμουν βέβαιος ότι μπήκε στο νόημα. «Πρόκειται να παντρευτούμε το Νοέμβριο», πρόσθεσα. «Θα θέλαμε να έρθεις στο γάμο μας, αν είναι δυνατό. Όμως, αν τη σκοτώσεις, δε θα υπάρξει γάμος». Χαμογελώντας και συγκατανεύοντας, βάλθηκε να το σκέφτεται. Εγώ στο μεταξύ κρατούσα την ανάσα μου. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει, και στο τέλος γύρισε και αποφάνθηκε τα εξής: «Θέλω να είναι ευτυχισμένος ο γιος του Ρούντι Τοκ, ο σωτήρας του πατέρα μου, και σωτήρας δικός μου. Θα δυσκολευτώ λίγο με τον Χόνκερ και τον Κρινκλς, αλλά θα βρούμε μια λύση». Το «ευχαριστώ» μου σκεπάστηκε από το εκκωφαντικό του ξεφύσημα. Μας άφησε και κατευθύνθηκε προς τη σκάλα. Όσο κι αν ήθελε να παραστήσει τη γενναία, η Λόρι δεν μπόρεσε να συγκρατήσει ένα ρίγος ανακούφισης, που έκανε τα δόντια της να χτυπήσουν. «Θέλω να ξεκαθαρίσουμε ένα πράγμα, φουρναράκο μου», είπε όταν ο Πουντσινέλο είχε απομακρυνθεί αρκετά. «Το πρώτο παιδί δε θα το βαφτίσουμε ούτε Κόνραντ ούτε Μπίζο».


17

Ο

Πουντσινέλο σήκωσε τη βαριοπούλα κι έσπασε τον τσιμέντινο τοίχο. Ο Χόνκερ έκοψε το χαλύβδινο οπλισμό που αποκαλύφθηκε. Ο Κρινκλς μετέφερε τα χαλάσματα στη βάση της σκάλας για να μην τους εμποδίζουν. Συνεργάζονταν αποτελεσματικότατα μεταξύ τους -και να σκεφτεί κανείς ότι δεν ήταν παρά τρεις κλόουν. Κάθε φορά που ο Πουντσινέλο σταματούσε για ανάπαυλα, έδινε στον Χόνκερ το πιστόλι ασετιλίνης και απομακρυνόταν αρκετά από τους συντρόφους του για ν' αποφεύγει τις σπίθες που έπεφταν από το ατσάλι. Κάθε φορά, επίσης, συμβουλευόταν το ρολόι του. Προφανώς είχαν υπολογίσει το χρόνο που θα χρειαζόταν η εταιρεία ηλεκτρισμού για να επιδιορθώσει το μετασχηματιστή και πίστευαν ότι θα προλάβαιναν. Δεν έδειχναν καμιά νευρικότητα. Μπορεί να φάνταζαν τρελοί, αλλά όχι και ανήσυχοι. Φοράω το ρολόι μου στον αριστερό καρπό, οπότε μπορούσα να το κοιτάζω δίχως να ενοχλώ τη Λόρι, που ήταν δεμένη στο δεξιό μου χέρι. Μη φανταστείτε ότι πήρε κανέναν υπνάκο όταν γείραμε πίσω στις αναπαυτικές μεταλλικές αρχειοθήκες. Ήταν εντελώς ξύπνια και -είμαι βέβαιος πως δε θα εκπλαγείτε- μου μιλούσε. «Μακάρι να ήταν κλόουν ο πατέρας μου», είπε ονειροπόλα. «Για ποιο λόγο θα ήθελες να ζεις κάθε μέρα μέσα σε οργισμένη ατμόσφαιρα;» «Ο πατέρας μου δε θα ήταν οργισμένος κλόουν. Είναι ήπιος άνθρωπος -αλλά και ανεύθυνος συγχρόνως».


144

DEAN KOONTZ

«Από ό,τι αντιλαμβάνομαι, δεν τον πολυέβλεπες όσο ήσουν μικρή». «Έλειπε πάντα, κυνηγώντας ανεμοστρόβιλους», μου απάντησε. «Γιατί;» ρώτησα έπειτα από ένα μικρό δισταγμό. «Ειδικεύεται στην αναζήτηση καταιγίδων. Έτσι κερδίζει το ψωμί του. Ταξιδεύει στις Μεσοδυτικές Πολιτείες με το πουσαρισμένο του Σαμπέρμπαν». Βρισκόμασταν στα 1994. Η ταινία Τονίστερ προβλήθηκε το 1996. Δε φαντάστηκα ποτέ ότι το να κυνηγάς ανεμοστρόβιλους είναι επάγγελμα. Υποθέτοντας ότι με δούλευε, αποφάσισα να πάω με τα νερά της: «Τσάκωσε ποτέ κανέναν;» «Ω, δεκάδες». «Kat τις τους κάνει;» «Τους πουλάει, βέβαια». «Δηλαδή, μόλις τσακώσει έναν ανεμοστρόβιλο, γίνεται δικός του; Έχει το δικαίωμα να τον πουλήσει;» «Ε, φυσικά. Αφού έχει το κοπιράιτ». «Βλέπει, λοιπόν, έναν ανεμοστρόβιλο, τον κυνηγάει, κι όταν πλησιάσει αρκετά...» «Αυτοί οι άνθρωποι είναι ατρόμητοι», μου εξήγησε, «μπαίνουν κατευθείαν μέσα του». «Ώστε μπαίνει μέσα του, ε; Και μετά τι κάνει; Δεν μπορείς να πιάσεις έναν ανεμοστρόβιλο σαν να ήταν λιοντάρι στη Νότια Αφρική». «Και βέβαια μπορείς. Είναι περίπου το ίδιο πράγμα». Αρχιζα να πιστεύω ότι δεν επρόκειτο για πλάκα, αλλά για μια τρέλα ανάλογη μ' αυτήν που βασάνιζε τον Πουντσινέλο. «Ο πατέρας σου θα μου τον πουλούσε;» «Αν είχες τα απαιτούμενα χρήματα». «Φαντάζομαι ότι δεν έχω τόσα ώστε να αγοράσω έναν ανεμοστρόβιλο. Θα πρέπει να είναι ακριβοί». «Εξαρτάται για ποια χρήση τον θέλεις». «Έλεγα να απειλήσω μ' έναν ανεμοστρόβιλο το Σικάγο, και να ζητήσω δέκα, ίσως είκοσι εκατομμύρια δολάρια, ή κάτι άλλο».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

145

Με κοίταξε χάνοντας την υπομονή της, ίσως και με κάποιο οίκτο. «Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούω αυτό το κρύο αστειάκι». Άρχιζα να υποψιάζομαι ότι κάτι δεν είχα καταλάβει καλά. «Με συγχωρείς. Θέλω να ξέρω. Ειλικρινά το θέλω». «Βασικά, σε χρεώνει ανάλογα με το πόσα λεπτά από το βίντεο θέλεις να αγοράσεις -ένα, δύο, δέκα λεπτά». Βίντεο. Φιλμ. Μα βέβαια. Ο άνθρωπος δεν πήγαινε να πιάσει με το λάσο του ανεμοστρόβιλους. Είχα προσαρμοστεί τόσο πολύ στις μισοαλλόκοτες ιδέες της, ώστε, όταν είπε ότι ο πατέρας της κυνηγούσε ανεμοστρόβιλους, δεν πίστεψα ότι εννοούσε ακριβώς αυτό που έλεγε. «Αν είσαι επιστήμονας», συνέχισε εκείνη, «σε χρεώνει με χαμηλότερη τιμή απ' ό,τι αν είσαι τηλεοπτικό δίκτυο ή κινηματογραφικό στούντιο». «Πω, πω, θα πρέπει να είναι πολύ επικίνδυνη δουλειά». «Ναι, αλλά τώρα καταλαβαίνω πως ούτε το επάγγελμα του κλόουν είναι ιδιαίτερα εύκολο». Η Λόρι αναστέναξε. «Μακάρι να τον είχα περισσότερο κοντά μου όταν ήμουν παιδί...» «Η περίοδος των ανεμοστρόβιλων δε διαρκεί ολόκληρο το χρόνο». «Όχι. Αλλά κυνηγάει και τυφώνες». «Θα σκέφτεται, φαντάζομαι, ότι διαθέτει ήδη τον απαραίτητο εξοπλισμό». «Ακριβώς αυτό σκέφτεται. Όταν τελειώνει η μία περίοδος, αρχίζει η άλλη -οπότε παρακολουθεί το μετεωρολογικό δελτίο του Κόλπου του Μεξικού και των ακτών του Ατλαντικού». Στην κορυφή της σκάλας, οι τρεις παλιάτσοι κακοποιοί είχαν ανοίξει μια τρύπα αρκετά μεγάλη ώστε να χωρούν να περάσουν στο θησαυροφυλάκιο. Ο Πουντσινέλο με τον Κρινκλς, κρατώντας φακούς, χώθηκαν πίσω από τα χαλάσματα. Ο Χόνκερ έμεινε πίσω για να μας επιτηρεί από το κεφαλόσκαλο. «Από τη στιγμή που η γεννήτρια δε λειτούργησε με τη διακοπή της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος», είπε η Λόρι, «ίσως κάποιος αυτόματος συναγερμός ενεργοποιήθηκε μέσω τηλεφωνικής γραμμής. Ίσως η αστυνομία να βρίκεται ήδη στην τράπεζα».


146

DEAN KOONTZ

«Αυτοί οι τύποι θα το έχουν προβλέψει», είπα, παρ' ότι ήλπιζα η ακλόνητη αισιοδοξία της να αποδεικνυόταν δικαιολογημένη. «Μοιάζει να έχουν σκεφτεί τα πάντα». Η Λόρι σώπασε. Το ίδιο κι εγώ. Υποψιαζόμουν ότι μας ταλάνιζε η ίδια αγωνία: Ο Πουντσινέλο θα κρατούσε άραγε την υπόσχεσή του να μας ελευθερώσει; Το πρόβλημα θα ήταν οι σύντροφοι του. Κανένας τους δε φαινόταν λογικός, αλλά η τρέλα τους διέφερε από εκείνη του γιου του μεγάλου Κόνραντ Μπίζο. Τα πόδια τους πατούσαν πιο στέρεα στη γη απ' όσο τα δικά του. Ο Χόνκερ είχε στο μάτι τα λεφτά και ο Κρινκλς ενεργούσε τόσο από αγάπη για τα λεφτά όσο και από φθόνο. Δεν έτρεφαν κανένα αίσθημα συμπάθειας για το γιο του Ρούντι Τοκ. Η σιωπή δε βοηθούσε. Αντίθετα, επέτεινε την αγωνία μας. Αισθανόμουν καλύτερα όταν άκουγα τη Λόρι να μιλάει, γι' αυτό προσπάθησα να την κεντρίσω: «Απορώ που η μητέρα σου δε συνόδευε τον πατέρα σου στα ταξίδια του. Αν ήμουν παντρεμένος με μια κυνηγό καταιγίδων που έλειπε διαρκώς από το σπίτι, θα ήθελα να είμαι μαζί της». «Η μαμά έχει δική της πετυχημένη δουλειά. Την αγαπάει και, αν εγκατέλειπε το Λος Άντζελες, θα ήταν υποχρεωμένη να την παρατήσει». «Τι δουλειά κάνει;» ρώτησα. «Είναι εκπαιδεύτρια φιδιών». Η υπόθεση είχε ψωμί. «Μη φανταστείς ότι είναι διασκεδαστικό η μαμά σου να εκπαιδεύει φίδια», διευκρίνισε η Λόρι. «Αλήθεια; Νόμιζα ότι θα ήταν απολαυστικό». «Μερικές φορές, ναι. Όμως δούλευε εκτός σπιτιού. Τα φίδια... τα φίδια δεν είναι τόσο υπάκουα όσο τα κουτάβια». «Μπορείς να εκπαιδεύσεις φίδι για να ζει σε σπίτι;» «Δεν εννοώ να του μάθεις να μη λερώνει. Εννοώ να του μάθεις κόλπα. Τα σκυλιά χαίρονται να μαθαίνουν διάφορα, αλλά τα φίδια βαριούνται εύκολα. Όταν βαριούνται, προσπαθούν να ξεγλιστρήσουν και να το σκάσουν -και μερικές φορές μπορούν να κινούνται γρήγορα».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

147

Ο Πουντσινέλο και ο Κρινκλς βγήκαν από το θησαυροφυλάκιο και έσμιξαν με τον Χόνκερ στο κεφαλόσκαλο. Κουβαλούσαν κάτι κουτιά που τα ακούμπησαν κάτω ανοίγοντάς τους αμέσως μετά τα καπάκια. Αντικρίζοντας το περιεχόμενο, ο Χόνκερ έβγαλε μια θριαμβευτική κραυγή. Οι τρεις άντρες γέλασαν και κόλλησαν τις παλάμες τους. Υπέθεσα ότι τα κουτιά θα περιείχαν κάτι πιο συναρπαστικό από φίδια ή γλυκά.


17

Μ

ετέφεραν δεκαέξι κιβώτια έξω από το θησαυροφυλάκιο, τα κουβάλησαν ως κάτω στη σκάλα και τα φόρτωσαν στο καροτσάκι που προηγουμένως είχε τα εκρηκτικά. Ήταν κάτι μεγάλα χαρτόκουτα, σαν αυτά που συσκευάζουμε τα βιβλία στις μετακομίσεις. «Πάνω από τρία εκατομμύρια δολάρια σε μετρητά», ανακοίνωσε ο Πουντσινέλο όταν μας σήκωσε με τη Λόρι και μας έβαλε να περπατήσουμε μέχρι τα λάφυρα. Θυμήθηκα κάτι που είχε πει νωρίτερα: Φαινομενικά, είναι μια μικρή τράπεζα που δεν αξίζει να τη ληστέψει κανείς. «Τέτοια ποσά δε βρίσκει κανείς ούτε στις μεγαλύτερες τράπεζες των μεγαλουπόλεων», παρατήρησε. «Αυτά εδώ είναι τα "χαρτονομίσματα για απόσυρση" που συγκεντρώνει το υπουργείο Οικονομικών. Όλες οι τράπεζες αποσύρουν τα φθαρμένα χρήματα από την κυκλοφορία. Κάθε βδομάδα, στέλνονται εδώ τα φθαρμένα χρήματα δώδεκα Κομητειών και αντικαθίστανται με φρεσκοτυπωμένα χαρτονομίσματα». «Τα δύο τρίτα από τούτα δω είναι χαρτονομίσματα για απόσυρση και το υπόλοιπο ένα εκατομμύριο είναι καινούριο και κολλαριστό. Δεν πειράζει. Θα ξοδευτούν όλα με τον ίδιο τρόπο», είπε ο Χόνκερ. «Μόλις απομυζήσαμε μια καπιταλιστική βδέλλα», σχολίασε ο Κρινκλς, αλλά η αδύναμη μεταφορά του αντανακλούσε τη σωματική του εξάντληση. Τα ατίθασα κατσαρά μαλλιά του είχαν ισιώσει και κρεμάσει από τον ιδρώτα.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

149

«Άντε κουνηθείτε, μη μας προλάβουν τα πυροτεχνήματα», είπε ο Πουντσινέλο. Ο Κρινκλς και ο Χόνκερ βγήκαν πρώτοι από το δεύτερο υπόγειο της τράπεζας, ο ένας τραβώντας κι ο άλλος σπρώχνοντας το καρότσι. Ακολουθήσαμε η Λόρι κι εγώ, με τον Πουντσινέλο σε μικρή απόσταση πίσω μας. Στους μυστικούς υπόγειους διαδρόμους του Κορνίλιους Σνόου, τα μισά από τα χοντρά κίτρινα κεριά είχαν λιώσει μες στις απλίκες τους. Οι τρεμουλιαστές φλόγες φώτιζαν τη δίοδο λιγότερο κι από πριν. Μπερδεμένες φωτεινές φιγούρες πάλευαν με σουβλερές σκιές πάνω στα πέτρινα ντουβάρια και στο ταβάνι, σαν πνεύματα ενός πολέμου ανάμεσα στο καλό και το κακό. Σ' ένα τέτοιο μέρος, δε θα αιφνιδιαζόσουν αν ξάφνου εμφανιζόταν στη γωνία ο Λέδερφεϊς, από την ταινία Ο Σχιζοφρενής Δολοφόνος με το Πριόνι, κι άρχιζε να πετσοκόβει με το γνωστό του στυλ. Αν και μπορεί οι κλόουν-δολοφόνοι να του 'βαζαν τα γυαλιά. «Απόψε», είπε ο Πουντσινέλο καθώς ζυγώναμε τη διασταύρωση που, προς τα δεξιά, οδηγούσε στη βιβλιοθήκη, «θα κάνω επιτέλους περήφανο τον πατέρα μου για μένα. Μέχρι σήμερα, τον έχω απογοητεύσει σε όλα τα άλλα». «Αχ, χρυσέ μου, μην είσαι τόσο σκληρός με τον εαυτό σου», τον παρηγόρησε η Λόρι. «Θα πρέπει να είσαι ξεφτέρι σε ζητήματα όπλων, μαχαιριών και δηλητηρίων». «Αυτά δε μετρούσαν για κείνον. Το μόνο που ζητούσε από μένα ήταν να γίνω κλόουν -ο καλύτερος κλόουν όλων των εποχών. Μα δεν έχω ταλέντο». «Είσαι ακόμα νέος. Έχεις καιρό να μάθεις», τον διαβεβαίωσε η Λόρι. «Όχι, έχει δίκιο», είπε ο Χόνκερ με προφανή ειλικρίνεια. «Ο μικρός δεν έχει ταλέντο. Είναι σκέτη τραγωδία. Ο πατέρας του είναι ο Κόνραντ Μπίζο, επομένως έμαθε από τον καλύτερο, αλλά αυτός δεν μπορεί να κάνει καν ένα καλό πέσιμο με τον κώλο. Σ' αγαπάω, Πουντς, αλλά είναι αλήθεια». «Κανένα πρόβλημα, Χόνκερ. Πάει καιρός τώρα που το έχω πάρει απόφαση».

1


150

D E A N KOONTZ

Στη διασταύρωση, δε στρίψαμε ούτε αριστερά ούτε δεξιά. Είχα βρει πλέον τον προσανατολισμό μου. Ευθεία μπροστά θα πρέπει να βρισκόταν το Σνόου Μάνσιον, έξω από το οποίο είχα παρκάρει τη Σέλμπι Ζ μου, ακριβώς απέναντι από την τράπεζα, στην άλλη πλευρά της πλατείας. «Έχω δουλέψει στην πίστα με τον Πουντς», εξήγησε ο Κρινκλς, «έχω παρουσιάσει μαζί του το κλασικό νούμερο με το αυτοκίνητο του κλόουν που εκρήγνυται, το κόλπο με το πόδι που κολλάει μέσα στον κουβά, το σκετς με τη βροχή κάτω από την ομπρέλα, ακόμα κι εκείνο με το ποντίκι στο παντελόνι, στο οποίο κανένας δεν μπορεί να τα θαλασσώσει...» «Αλλά εγώ τα θαλάσσωσα σε όλα», είπε ανόρεχτα ο Πουντσινέλο. «Το κοινό γελάει μαζί του», αποκάλυψε ο Χόνκερ. «Μα γι' αυτό δεν είναι οι κλόουν;» ρώτησε η Λόρι. «Δε μιλάμε για καλό γέλιο», είπε ο Πουντσινέλο. «Στ' αλήθεια, δεσποινίς, είναι κακό γέλιο», της εξήγησε ο Χόνκερ. «Γελάνε εις βάρος του». «Πώς μπορείς να καταλάβεις τη διαφορά;» αναρωτήθηκε εκείνη. «Ω κυρία, ένας κλόουν αυτά τα καταλαβαίνει». Καθώς προχωρούσαμε κάτω από το Σέντερ Σκουέαρ Παρκ, η αλλαγή της συμπεριφοράς των δύο αντρών με είχε εντυπωσιάσει. Φαίνονταν λιγότερο εχθρικοί απέναντι μας και κουβέντιαζαν φιλικά μαζί μας. Η Λόρι δεν ήταν πια κομμάτι, είχε γίνει δεσποινίς και κυρία. Ίσως τα τρία εκατομμύρια δολάρια να τους είχαν φτιάξει το κέφι. Ίσως τους μίλησε ο Πουντσινέλο, ίσως τους εξήγησε ποιος ήμουν. Μπορεί τώρα να μη μας αντιμετώπιζαν σαν ομήρους, αλλά σαν επίτιμους κλόουν. Ίσως, πάλι, σκόπευαν να μας καθαρίσουν ύστερα από λίγα λεπτά και προτιμούσαν να πυροβολούν τα θύματά τους αφού πρώτα γνωριστούν μαζί τους. Προσπάθησα να σκεφτώ σαν ψυχοπαθής, οπότε διερωτήθηκα: Άραγε έχει καθόλου πλάκα να πυροβολείς έναν άνθρωπο εντελώς άγνωστο;


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

151

«Μια φορά, αντί να σφηνώσει το πόδι μου στον κουβά, σφήνωσε το κεφάλι μου». «Εμένα αυτό μου φαίνεται αστείο», παρατήρησε η Λόρι. «Έτσι όπως έγινε, δεν ήταν αστείο», τη διαβεβαίωσε ο Χόνκερ. «Με γιούχαραν», είπε ο Πουντσινέλο. «Εκείνη τη νύχτα με γιούχαραν και μ' έδιωξαν από τη σκηνή». «Είσαι καλό παιδί, Πουντς», είπε λαχανιασμένος ο Κρινκλς που τραβούσε το καρότσι από μπροστά, ενόσω ο Χόνκερ το έσπρωχνε από πίσω. «Αυτό έχει σημασία. Αν ήσουν γιος μου, θα αισθανόμουν περήφανος για σένα». «Σ' ευχαριστώ, Κρινκλς. Είσαι πολύ γλυκός». «Στο κάτω κάτω, τι το σπουδαίο έχει να είσαι κλόουν; Ακόμα κι όταν οι άξεστοι γελάνε μαζί σου, συγχρόνως γελάνε και εις βάρος σου -κι όσο για την ασφάλιση και το εφάπαξ, τα θεωρώ άθλια», γκρίνιαξε ο Χόνκερ. Στο τέλος του διαδρόμου συναντήσαμε μια ακόμα βαριά δρύινη πόρτα με σιδερένιες μπάρες. Ήταν η πόρτα του υπογείου του Σνόου Μάνσιον. Οι τρεις άντρες άναψαν δυνατούς φακούς φωτίζοντας το χώρο. Το βλέμμα μας προσέλκυσε αμέσως το θέαμα των εκρηκτικών που ήταν τοποθετημένα σε στρατηγικά σημεία του πελώριου δωματίου, στις κολόνες στήριξης, με τους πυροκροτητές έτοιμους να τεθούν σε λειτουργία. Υπέθεσα ότι το τέταρτο βασικό οικοδόμημα της πλατείας -το δικαστήριο- ήταν επίσης παγιδευμένο με εκρηκτικά. Το γαλήνιο και μαζεμένο Σνόου Βίλατζ θα γινόταν πρώτη είδηση. Οι φουρνάρηδες είναι φιλοπερίεργοι άνθρωποι, προπάντων όταν κάτι δεν τους φαίνεται σωστό σε μια συνταγή. «Γιατί εδώ μεταχειρίζεστε φακούς, ενώ στα τούνελ είχατε τοποθετήσει κεριά;» ρώτησα τον Πουντσινέλο. «Τα κεριά έδιναν μια νότα αυθεντικότητας εκεί έξω», εξήγησε. «Ξέρω να αναγνωρίζω το αυθεντικό όταν το δω, πράγμα που συμβαίνει όλο και σπανιότερα σε έναν κόσμο πνιγμένο στο πλαστικό και τον πολυεστέρα». «Δεν καταλαβαίνω».


152

D E A N KOONTZ

Με κοίταξε με οίκτο. «Δεν καταλαβαίνεις, γιατί δεν είσαι καλλιτέχνης». Αυτό δε με διαφώτισε, αλλά είχαμε ήδη προχωρήσει σε έναν ευρύχωρο αναβατήρα του δέκατου ένατου αιώνα, με πτυσσόμενη μπρούντζινη πόρτα. Κινιόταν με τροχαλίες και αντίβαρα, και μπορούσε άνετα να μεταφέρει το καρότσι και τις κούτες με τα χαρτονομίσματα. Ανεβήκαμε από τη σκάλα στην κουζίνα, στο πίσω μέρος του σπιτιού, στο ισόγειο. Οι φακοί φώτισαν τους λευκούς κεραμικούς πάγκους, τα γυαλισμένα χάλκινα σκεύη και τα μπιζουταρισμένα τζάμια στα πορτάκια των ντουλαπιών. Εντόπισα μια μεγάλη επιφάνεια από γρανίτη ενσωματωμένη στα πλακάκια ενός πάγκου, ιδανική για το άνοιγμα ζύμης για πίτες και για τάρτες. Ακόμα κι αν ο Κορνίλιους Σνόου ήταν όπως τον περιέγραφε ο Κρινκλς, ένας άπληστος εκμεταλλευτής, ένα σκουλήκι, ένα λυσσασμένο σκυλί, ένα σιχαμερό γουρούνι που καταβρόχθιζε μωρά, εφόσον αγαπούσε τα γλυκά δε θα πρέπει να ήταν τόσο κακός. «Κοιτάξτε αυτό τον τεράστιο παλιό σιδερένιο φούρνο», είπε ο Χόνκερ. «Τα ψημένα μωρά θα ήταν μπουκιά και συχώριο», σχολίασε ο Κρινκλς. «Επειδή ήταν αυθεντικός φούρνος», είπε ο Πουντσινέλο. Ο Χόνκερ ακούμπησε σ' έναν πάγκο το φακό του και γύρισε την τροχαλία για ν' ανεβάσει τον αναβατήρα με το καροτσάκι και τα λεφτά της τράπεζας. Ο Κρινκλς άφησε επίσης το φακό του, άνοιξε την πτυσσόμενη πόρτα και έσυρε το καρότσι στην κουζίνα. Ο Πουντσινέλο πυροβόλησε τον Χόνκερ στο στήθος, τον Κρινκλς στην πλάτη, κι ύστερα έριξε από δυο ακόμα σφαίρες στον καθένα, καθώς εκείνοι σφάδαζαν στο δάπεδο, ουρλιάζοντας.


17

Η

Λόρι βουβάθηκε, τρομαγμένη από την αγριάδα των ξαφνικών εκτελέσεων- εγώ ωστόσο νομίζω ότι ξεφώνισα. Δεν είμαι σίγουρος, γιατί τα ουρλιαχτά των θυμάτων, μολονότι σύντομα, ήταν φριχτά και πολύ πιο δυνατά από τη μισοπνιγμένη κραυγή που μου ξέφυγε ή δε μου ξέφυγε. Αυτό που ξέρω είναι ότι κόντεψα να κάνω εμετό. Ένιωσα ναυτία και το στόμα μου γέμισε πικρό σάλιο, καθώς τα οξέα του στομάχου ανέβηκαν ορμητικά προς το λαρύγγι μου. Έσφιξα τα δόντια, πήρα γρήγορες ανάσες, κατάπια με δύναμη και κατάφερα να συγκρατήσω τη ναυτία, αφήνοντας την οργή να με κυριέψει. Αυτοί οι φόνοι με τάραξαν, με φόβισαν και με εξόργισαν περισσότερο από τη δολοφονία του Λάιονελ Ντέιβις, του βιβλιοθηκάριου μας. Δεν είμαι σίγουρος για ποιο λόγο συνέβη αυτό· μόνο υποθέσεις μπορώ να κάνω. Βρισκόμουν mo κοντά σ' αυτά τα θύματα, αφού τον Λάιονελ μου τον έκρυβε το γραφείο, πίσω από το οποίο σωριάστηκε αμέσως μόλις δέχτηκε τον πυροβολισμό. Ίσως αυτή να ήταν η αιτία: Στην προκειμένη περίπτωση ήμουν τόσο κοντά στα θύματα, που έφτανε στα ρουθούνια μου η μυρωδιά του θανάτου, η ανεπαίσθητη οσμή του αίματος, αλλά και η μπόχα από το περιεχόμενο των εντέρων που άδειασαν κατά τους ύστατους σπασμούς αγωνίας του ενός. Δεν αποκλείεται να επηρεάστηκα τόσο πολύ και επειδή, μό-


154

DEAN KOONTZ

λις προ ολίγου, ο δολοφόνος και οι συνεργοί του αντάλλασσαν τρυφερότητες μεταξύ τους. Μπορεί, αναμφίβολα, τα θύματα να ήταν αποβράσματα, αλλά το ίδιο ήταν και ο Πουντσινέλο. Σε όποια ομάδα και αν ανήκει η άθλια, χαμένη ψυχή σου, σου αξίζει τουλάχιστον να αισθάνεσαι ασφαλής δίπλα στους ομοίους σου. Οι λύκοι δε σκοτώνουν λύκους. Οι οχιές δεν επιτίθενται σε οχιές. Μόνο στις ανθρώπινες κοινότητες ο αδερφός πρέπει να φυλάγεται από τον αδερφό. Δεν υπήρχε πιο ζωντανός τρόπος για να μάθω το μάθημά μου. Οι έξι σφαίρες σφράγισαν αυτή την ψυχρή αλήθεια. Κι ενώ το σοκ μού έκοψε την ανάσα, το μυαλό μου σταμάτησε -δεν μπορούσα να σκεφτώ. Ο Πουντσινέλο αφαίρεσε από το πιστόλι το γεμιστήρα, που τώρα περιείχε μόνο τέσσερις σφαίρες, και πέρασε έναν καινούριο. Φαίνεται ότι είχε παρεξηγήσει τις αντιδράσεις μας, γιατί μας χαμογελούσε αυτάρεσκα, υποθέτοντας ότι ήμασταν ευχαριστημένοι μαζί του. «Σας αιφνιδίασα, ε; Σίγουρα θα πιστεύατε ότι θα τους καθάριζα όταν θα είχαν φορτώσει τα λεφτά στο φορτηγό και θα βρισκόμασταν έξω από την πόλη. Κι όμως, σας πληροφορώ ότι τώρα ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή». Πιθανότατα, ακόμα κι αν η Λόρι κι εγώ δεν είχαμε μπλεχτεί στα σχέδιά του, θα δολοφονούσε τους συντρόφους του σ' αυτό ακριβώς το σημείο. Τρία εκατομμύρια δολάρια είναι ισχυρό κίνητρο. Ωστόσο, αν μπορούσε να σκοτώσει έτσι εν ψυχρώ τους δυο τύπους που ήταν σχεδόν σαν θείοι του, το να αθετήσει την υπόσχεσή του σ' εμάς θα ήταν παιχνιδάκι γι' αυτόν. «Είναι το γαμήλιο δώρο μου σ' εσάς», ανακοίνωσε, σαν να μας χάριζε μια τοστιέρα ή ένα σερβίτσιο τσαγιού, περιμένοντας, εν ευθέτω χρόνω, ένα ευχαριστήριο μπιλιέτο από την πλευρά μας. Αν τον αποκαλούσα τρελό ή σατανικό, αν εξέφραζα αποστροφή ή οργή για την αναλγησία του, ίσως προκαλούσα την άμεση εκτέλεσή μου. Όταν ισορροπείς ένα δοχείο με νιτρογλυκε-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

155

ρίνη στη μύτη ενός ξίφους, μην επιχειρήσεις ποτέ να χορέψεις κλακέτες. Εντούτοις, μόλο που αντιλαμβανόμουν ότι ενδεχομένως διάβαζε τα αληθινά μας αισθήματα στη σιωπή μας, στάθηκε αδύνατον να βρω τη φωνή μου για να πω κάτι. Δεν ήταν η πρώτη φορά, ούτε ασφαλώς η τελευταία, που η Λόρι έσωσε το τομάρι μας. «Άραγε θα αποτελούσε έστω και ελάχιστο δείγμα της ευγνωμοσύνης μας, αν βαφτίζαμε Κόνραντ τον πρώτο μας γιο;» είπε. Σκέφτηκα ότι η πρότασή της φώναζε από μακριά ότι ήταν σκέτη ψευτοκολακεία και ότι εκείνος θα νευρίαζε με την εξόφθαλμη απόπειρά της να τον χειραγωγήσει. Έκανα λάθος. Η Λόρι είχε αγγίξει την ευαίσθητη χορδή του. Στο θαμπό φως του φακού, τα μάτια του Πουντσινέλο βούρκωσαν από τη συγκίνηση. Δάγκωσε το κάτω χείλος του. «Αχ, μα το βρίσκω τόσο γλυκό αυτό!... Τόσο ευγενικό. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι που θα ευχαριστούσε περισσότερο τον πατέρα μου, τον μεγάλο Κόνραντ Μπίζο, από το να πάρει το όνομά του ο εγγονός του Ρούντι Τοκ». Η Λόρι δέχτηκε την απάντησή του με ένα ακτινοβόλο χαμόγελο. Ο Λεονάρντο ντα Βίντσι θα έδινε το αριστερό του πόδι για να ζωγραφίσει αυτό το χαμόγελο. «Τότε, για να ολοκληρωθεί η ευτυχία μας, δε μένει παρά να δεχτείς να γίνεις ο νονός του μωρού μας». Όταν έχεις να κάνεις με το βασιλιά της τρέλας, για να είσαι ασφαλής - α ν υποθέσουμε ότι υφίσταται τέτοιο ενδεχόμενο-, καλό είναι να παρουσιάζεσαι σαν μέλος της ίδιας βασιλικής οικογένειας. Κι άλλη συγκίνηση, κι άλλο δάγκωμα του χειλιού. «Αντιλαμβάνομαι την υποχρέωση που μου ζητάτε να αναλάβω. Θα είμαι ο προστάτης του μικρού Κόνραντ. Όποιος τολμήσει να τον βλάψει θα έχει να κάνει μαζί μου». «Δε φαντάζεσαι πόση ανακούφιση είναι αυτό για μια μητέρα», του είπε η Λόρι. Μας ζήτησε να τον βοηθήσουμε να σύρει το καρότσι ίσαμε την μπροστινή είσοδο της έπαυλης. Δεν επρόκειτο για εντολή,


156

DEAN KOONTZ

αλλά για φιλική παράκληση για βοήθεια. Εγώ ανέλαβα να σπρώξω το καρότσι και η Λόρι μου φώτιζε το πέρασμα με το φακό. Ο Πουντσινέλο μας ακολουθούσε με το φακό στο ένα χέρι και το πιστόλι στο άλλο. Δεν τον ήθελα πίσω από την πλάτη μου, αλλά δεν υπήρχαν και περιθώρια επιλογής. Αν κοντοστεκόμουν, μπορεί να πάθαινε ξανά καμιά από κείνες τις απότομες μεταστροφές της διάθεσής του. «Και να σας πω ποια είναι η ειρωνεία του πράγματος;» ρώτησε ξαφνικά. «Ξέρω -ότι φοβόμουν να πάω στο καθαριστήριο». Αδιαφόρησε πλήρως για το σχόλιο μου. «Η ειρωνεία είναι πως, όσο άσχημα τα καταφέρνω ως κλόουν, τόσο καλός είμαι στη σχοινοβασία και στα ακροβατικά». «Κληρονόμησες το ταλέντο της μητέρας σου», είπε η Λόρι. «Και πήρα, μυστικά, και μερικά μαθήματα», ομολόγησε εκείνος καθώς βγαίναμε από την κουζίνα και, μέσω του θαλάμου του μπάτλερ, περνούσαμε σε μια επιβλητική τραπεζαρία. «Αν είχα αφιερώσει σ' αυτά τα μαθήματα το μισό χρόνο απ' όσον αφιέρωσα για να μάθω την τέχνη του παλιάτσου, θα είχα γίνει αστέρας». «Είσαι ακόμα νέος. Δεν είναι αργά», είπε η Λόρι. «Όχι. Ακόμα κι αν πουλούσα την ψυχή μου για να εκμεταλλευτώ την ευκαιρία, δε θα μπορούσα να γίνω ένας απ' αυτούς -δε θα γινόμουν ποτέ ακροβάτης. Ο Βιρτζίλιο Βιβατσεμέντε είναι ο θεός των ακροβατών και ξέρει τους πάντες. Αν έδινα παράσταση, θα μάθαινε για μένα. Θα ερχόταν να με δει. Θα αναγνώριζε στο πρόσωπο μου το πρόσωπο της μητέρας μου -και θα με σκότωνε». «Μπορεί να σ' αγκάλιαζε», αντέτεινε η Λόρι. «Ποτέ. Γι' αυτόν, το αίμα μου έχει μολυνθεί. Θα με σκότωνε, θα με διαμέλιζε, θα βουτούσε τα κομμάτια μου σε βενζίνη, θα τα έκαιγε, θα κατουρούσε στις στάχτες, θα έβαζε τις βρεγμένες στάχτες σ' έναν κουβά, θα τις μετέφερε σε μια φάρμα και θα τις ανακάτευε με το βούρκο του χοιροστάσιου». «Ίσως υπερεκτιμάς την αχρειότητά του», πρότεινα εγώ, κα-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

157

θώς ακολουθούσαμε ένα στενό διάδρομο που οδηγούσε σε έναν πιο φαρδύ. «Το έχει κάνει και παλιότερα, μην ανησυχείς», με διαβεβαίωσε ο Πουντσινέλο. «Είναι ένα υπερφίαλο κτήνος. Ισχυρίζεται ότι κατάγεται από τον Καλιγούλα, τον τρελό αυτοκράτορα της αρχαίας Ρώμης». Έχοντας δει τον Πουντσινέλο σε δράση, δεν μπορούσα να αποκλείσω ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Ο κλόουν αναστέναξε. «Γι' αυτό αποφάσισα ν' αφιερώσω τη ζωή μου στην εκδίκηση. Αν δεν μπορώ να πετάξω, καλύτερα να τα τινάξω». Από το πολυτελές φουαγιέ, μια σκάλα χανόταν ψηλά στα σκοτάδια. Στο μαύρο δάπεδο από γρανίτη και τερακότα ήταν ζωγραφισμένες μορφές με τηβέννους και μυθολογικά πλάσματα που θύμιζαν εικόνες από αρχαίες ελληνικές υδρίες. Καθώς περπατούσαμε και το φως μετατοπιζόταν, είχες την ψευδαίσθηση ότι οι σκηνές στα πόδια μας ζωντάνευαν, λες και όλες αυτές οι φιγούρες ζούσαν σε έναν κόσμο εξίσου αληθινό με τον δικό μας, με τη διαφορά ότι ήταν δύο διαστάσεων. Ένιωσα μια ελαφριά ζαλάδα, που μάλλον δεν είχε σχέση τόσο με το ζωγραφισμένο δάπεδο όσο με μια καθυστερημένη αντίδραση στους φόνους των δύο αντρών στην κουζίνα. Συν τοις άλλοις, με τυραννούσε το προαίσθημα ότι η Λόρι θα σκοτωνόταν -κι αναρωτιόμουν αν ο τύπος θα διάλεγε τούτο εδώ το μέρος για να την πυροβολήσει. Το στόμα μου ήταν στεγνό. Οι παλάμες μου κολλούσαν. Ήθελα ένα ωραίο εκλέρ. Η Λόρι μου έσφιξε το δεξί μου χέρι. Τα κομψά της δάχτυλα ήταν παγωμένα. Πλησιάζοντας ένα από τα παράθυρα που υπήρχαν εκατέρωθεν της ψηλής κεντρικής εισόδου, ο Πουντσινέλο έσβησε το φακό του και ανασήκωσε τη βαριά κουρτίνα για να κοιτάξει έξω. «Δε βλέπω φώτα πουθενά γύρω από την πλατεία», δήλωσε. Οι ωρολογιακοί μηχανισμοί στο υπόγειο της έπαυλης μετρούσαν τα λεπτά που απέμεναν μέχρι την έκρηξη. Αναρωτιό-


158

D E A N KOONTZ

μουν σε πόση ώρα το έδαφος κάτω από τα πόδια μας θα τιναζόταν στον αέρα και όλα θα παραδίδονταν στις φλόγες. Ο Πουντσινέλο άφησε το παράθυρο και στράφηκε προς το μέρος μου, θαρρείς και διάβασε τη σκέψη μου. «Έχουμε εφτά λεπτά στη διάθεσή μας, οπότε ας βιαστούμε». Άναψε το φακό του, τον άφησε στο δάπεδο, ψάρεψε από την τσέπη του σακακιού του το κλειδί για τις χειροπέδες και με πλησίασε. «Θέλω να κατεβάσεις το καρότσι από την μπροστινή σκάλα και να κατευθυνθείς προς το πίσω μέρος ενός κίτρινου βαν που είναι παρκαρισμένο στην άκρη του δρόμου». «Κανένα πρόβλημα», είπα, δυσανασχετώντας βουβά με τον πειθήνιο τόνο της φωνής μου. Εννοείται ότι δε σκόπευα να του πω: Κάν' το μόνος σου, ρε σαλτιμπάγκο. Τη στιγμή που έλυνε τις χειροπέδες μου, σκέφτηκα να επιχειρήσω να του πάρω το πιστόλι. Από τη στάση του σώματος του κατάλαβα ότι το περίμενε και ότι είχε την πρόθεση να αντιμετωπίσει την ενέργειά μου βάναυσα και αποτελεσματικά. Μπορεί μια απερίσκεπτη ενέργειά μου να είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο της Λόρι. Προτίμησα να ακολουθήσω την οδό της σύνεσης και δεν άρπαξα το όπλο. Περίμενα ότι θα έλυνε και τις δικές της χειροπέδες, αλλά με μια γοργή, ταχυδακτυλουργική κίνηση, εκείνος δέθηκε μαζί της και πέρασε το πιστόλι από το δεξί του χέρι στο αριστερό. Κράτησε το όπλο με σιγουριά, σαν να ήταν αμφιδέξιος.


17

Δ

έθηκε με τη Λόρι.

Το είδα με τα μάτια μου να συμβαίνει, ωστόσο χρειάστηκα μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να το χωνέψω. Δεν ήθελα να πιστέψω ότι οι ελπίδες μας για επιβίωση μειώθηκαν τόσο απότομα και τόσο δραστικά. Όσο ήμασταν δεμένοι μεταξύ μας η Λόρι κι εγώ, υπήρχε η ελπίδα να επιχειρήσουμε να το σκάσουμε όταν θα βγαίναμε σε ανοιχτό χώρο. Τώρα την κρατούσε αιχμάλωτη, όχι μόνο για να αποτρέψει τους αστυνομικούς να επέμβουν, σε περίπτωση που έπεφταν πάνω μας, αλλά και για να έχει εμένα του χεριού του. Όσο για μένα... ο Πουντσινέλο είχε αποφασίσει πως, αν κάτι πήγαινε στραβά, θα με ξεφορτωνόταν. Αν τον ρωτούσα γιατί δέθηκε με τη Λόρι, θα ήταν σαν να αμφισβητούσα την υπόσχεσή του να μας ελευθερώσει. Και τότε τα πράγματα θα έπαιρναν άσχημη τροπή, και μάλιστα γρήγορα, όχι αργά. Κατά συνέπεια, ούτε η Λόρι ούτε η αφεντιά μου δείξαμε ότι η πράξη του μας ξένισε. Έπρεπε να φαινόμαστε αθώοι και αφελείς σαν νεογέννητα. Χαμογελούσαμε λες και... τι να πω, λες και περνούσαμε ζωή χαρισάμενη. Η Λόρι είχε ένα μαρμαρωμένο χαμόγελο στα χείλη, σαν το χαμόγελο των υποψήφιων Μις Αμερική κατά τη διάρκεια της προσωπικής συνέντευξης, όταν ο παρουσιαστής κάνει μια εξόχως δύσκολη και πονηρή ερώτηση: Μις Οχάιο, αν βλέπατε ένα σκυλάκι κι ένα γατάκι να παίζουν σης σιδηροδρομικές γραμμές

\


160

D E A N KOONTZ

την ώρα που πλησίαζε ένα τρένο, κι αν είχατε το χρόνο να σώσετε μόνο ένα από τα δύο, ποιο θα αφήνατε να πεθάνει με φριχτό θάνατο -το σκυλάκι ή το γατάκι; Το πρόσωπο μου το ένιωθα σαν αγκυλωμένο, τα χείλη μου σαν να τα 'χα πιάσει με μανταλάκια στο σχοινί της μπουγάδας. Ήταν κι αυτό σαν το τυπικό χαμόγελο της Μις Οχάιο. Άνοιξα τη μία από τις δύο εξώπορτες κι έσπρωξα το καρότσι στον εξώστη. Ο δροσερός, μυρωμένος από τα δέντρα αέρας πάγωσε τον ιδρώτα στο σβέρκο μου. Το φεγγάρι δεν είχε ακόμα ανατείλει. Μια ελαφριά νέφωση θάμπωνε πού και πού το φως των αστεριών. Κανένα φως δεν υπήρχε στο πάρκο και οι λάμπες του δρόμου είχαν σβήσει. Γύρω από την πλατεία, τα κτίρια ορθώνονταν σκοτεινά και σιωπηλά. Οι πελώριες λάρικες του πεζοδρομίου μού έκρυβαν τη θέα στην πόλη. Παρ' όλ' αυτά, ανάμεσα από τα κλαδιά τους διέκρινα τα περιστρεφόμενα κίτρινα φώτα των φορτηγών της εταιρείας ηλεκτρισμού στη λεωφόρο Άλπαίν, μισό τετράγωνο βόρεια της πλατείας. Εκείνη τη στιγμή, δεν περνούσε κανένα αμάξι. Από όσο μου επέτρεπαν τα δέντρα να δω, ούτε στο πεζοδρόμιο κυκλοφορούσαν διαβάτες. Ο Πουντσινέλο και η Λόρι με ακολούθησαν στον εξώστη. Το φακό τον είχε αφήσει μέσα. Το σκοτάδι δε μου επέτρεπε να διακρίνω καθαρά το πρόσωπό του. Αυτό ήταν μάλλον θετικό. Αν τον έβλεπα καλύτερα, όλο και κάποια τρελή πρόθεση θα διάβαζα στο πρόσωπό του -και χωρίς καν να ξέρω πώς να αντιδράσω. Μακάρι να μπορούσα να δω καλύτερα τη Λόρι... Μάντευα ότι το χαμόγελό της είχε σβήσει. Όπως και το δικό μου. Δεξιά κι αριστερά της σκάλας υπήρχε ένα πέτρινο τοιχίο. Τα δέκα σκαλοπάτια που με χώριζαν από το πεζοδρόμιο φάνταζαν απότομα. «Θα χρειαστεί να μεταφέρω τα κουτιά ένα ένα ή δύο δύο μέχρι το βαν. Το καρότσι θα βρει στα σκαλιά και θα σκαλώσει».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

161

«Μη σκας, δε θα σκαλώσει», με διαβεβαίωσε. «Γι' αυτό αγοράσαμε αυτό με τις μεγάλες ρόδες. Θα τσουλήσει εύκολα και μαλακά». «Μα...» «Έχουμε λιγότερα από έξι λεπτά», με προειδοποίησε. «Κοίτα μη σου ξεφύγει το καρότσι και χυθούν τα λεφτά. Κάτι τέτοιο θα ήταν... ανόητο». Η προειδοποίησή του προκάλεσε τον μπουνταλά μέσα μου· ήταν κάτι σαν εγγύηση ότι θα κατέληγα ανάσκελα στο πεζοδρόμιο με τρία εκατομμύρια δολάρια από πάνω μου. Μπήκα μπροστά από το καροτσάκι και το τράβηξα στα σκαλιά, αφήνοντας τη βαρύτητα να το μετακινεί και χρησιμοποιώντας το σώμα μου για να το εμποδίσω να πάρει φόρα. Ως εκ θαύματος, έφτασα στο πεζοδρόμιο χωρίς απρόοπτα. Ο Πουντσινέλο και η Λόρι κατέβηκαν μετά από μένα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να εύχομαι να συναντήσουμε κάποιον περαστικό ή να είμαστε μόνοι. Η ισορροπία της ψυχικής του διάθεσης ήταν τόσο ασταθής, που ακόμα και μία αθώα συνάντηση θα μπορούσε να οδηγήσει και σ' άλλους σκοτωμούς. Πού είναι τα χρηματοκιβώτια που πέφτουν από ψηλά όταν πραγματικά τα χρειάζεσαι; Έσπρωξα το καρότσι μέχρι την πίσω πόρτα του βαν. Τρία μέτρα παρακάτω βρισκόταν η Ντοτζ Ντεϊτόνα Σέλμπι Ζ, το όμορφο, ευαίσθητο αμάξι μου. «Οι πόρτες του βαν είναι ξεκλείδωτες», είπε, ακολουθώντας με μέχρι την άκρη του δρόμου. «Φόρτωσε τα κουτιά στο πίσω μέρος. Και βιάσου». Μολονότι ήξερα τα πάντα για τα συστατικά της ζύμης και για τη χημική διαδικασία με την οποία τα αβγά συντελούν στο φούσκωμα του σουφλέ, δεν ήμουν διαβασμένος στο μάθημα περί εκρηκτικών. Δεν ήξερα τι ακριβώς θα συνέβαινε όταν θα ανατινάζονταν οι βόμβες. Ανοίγοντας τις πίσω πόρτες του βαν, σκέφτηκα ότι θα μας πλάκωνε η πρόσοψη του Σνόου Μάνσιον, ότι θα θαβόμασταν κάτω από τόνους τούβλων και πέτρας. Καθώς μετέφερα τα κουτιά από το καρότσι στην καρότσα του

1


162

D E A N KOONTZ

βαν, σκεφτόμουν επίσης ότι η δύναμη της έκρηξης θα μας έκανε κομματάκια στο άψε σβήσε. Έξι κουτιά, οχτώ κουτιά, δέκα κουτιά... Είδα νοερά τον εαυτό μου χτυπημένο και πληγωμένο και φλεγόμενο, κυνηγημένο από τα συντρίμμια που εκτοξεύονταν ολόγυρα, τυφλωμένο και ματωμένο, να τρέχει στους δρόμους με τα μαλλιά πυρπολημένα. Ας είναι καλά η γιαγιά Ρογουίνα. «Άσε τις πόρτες ανοιχτές για την ώρα», μου είπε ο Πουντσινέλο όταν έχωσα την τελευταία κούτα στο βαν. «Εμείς θα καθίσουμε πίσω με τα λεφτά. Οδήγα εσύ». Όταν θα φτάναμε στον προορισμό μας και θα πάρκαρα το αμάξι, αυτός θα ήταν πίσω μου, έτοιμος να με πυροβολήσει στο κεφάλι. Ήξερα ότι αυτό θα έκανε. Η γαϊδουρινή συμπεριφορά του θα μας υποχρέωνε να βρούμε άλλο νονό για τον μικρό Κόνραντ. «Πιάσε», είπε. Όταν συνειδητοποίησα ότι σκόπευε να μου πετάξει τα κλειδιά, έμπηξα τις φωνές: «Μη! Στάσου. Αν μου ξεφύγουν, μπορεί να πέσουν στον υπόνομο και τότε τη βάψαμε». Ανάμεσά μας υπήρχε μια σχάρα υπονόμου ένα είκοσι επί ένα, με κενά πλάτους τριών εκατοστών. Καθώς περνούσα από πάνω της, μου ήρθε η αμυδρή μυρωδιά του λερού νερού που κυλούσε εκεί στο βάθος. Εκείνος έτεινε τα κλειδιά και, μόλο που δε με σημάδευε με το πιστόλι, είχα την αίσθηση ότι θα με πυροβολούσε μόλις θ' άπλωνα το χέρι για να τα πάρω. Το πιθανότερο είναι ότι ο φόβος μου προερχόταν από τις αμφιβολίες μου ως προς τις προθέσεις μου. Την ώρα που έπιανα τα κλειδιά με το αριστερό μου χέρι, του κατάφερα ένα δυνατό χτύπημα στον καβάλο, μπήγοντας τη λίμα βαθιά στη σάρκα του και καρφώνοντας τα γεννητικά του όργανα σε μια ανορθόδοξη θέση. Μπορεί να μην μπόρεσα να δω στο σκοτάδι το χρώμα του να φεύγει από το πρόσωπο του, μα ήταν σχεδόν σαν να το άκουσα. Εκπλήσσοντας τον εαυτό μου με μια σκληρότητα που δεν εί-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

163

χα επιδείξει ποτέ -δε χρειαζόταν, άλλωστε- στην κουζίνα του αρτοποιού, άρχισα να στρίβω τη λίμα στην πληγή. Θυμόμουν αόριστα ότι ο Τζακ είχε κάνει κάτι ανάλογο στο γίγαντα δίπλα στη φασολιά -με τη διαφορά ότι ο Τζακ χρησιμοποίησε δίκρανο. Αφήνοντας το «σιδερικό», άρπαξα αμέσως το πιστόλι. Όταν τον χτύπησα με τη λίμα, εκείνος ξεφύσησε και συγχρόνως τσίριξε -ήταν κάτι σαν αγκομαχητό και γρύλισμα μαζί. Η λίμα έμεινε μέσα του, ο αέρας άδειασε από τα πνευμόνια του, και, καθώς πάσχιζε ν' ανασάνει, έβγαζε άναρθρους ήχους. Περίμενα ότι θ' άφηνε το όπλο να του πέσει ή ότι θα το κρατούσε 7ΐιο χαλαρά λόγω του σοκ, όμως αυτός το έσφιγγε πεισματικά. Η Λόρι αγωνιζόταν να μετατοπιστεί τινάζοντας το σώμα της με άχαρες κινήσεις, προκειμένου να βρεθεί έξω από τη γραμμή του πυρός. Την ίδια στιγμή, με το ελεύθερο χέρι της άρχισε να κοπανάει απανωτά τον Πουντσινέλο στο πρόσωπο, με μια επαναλαμβανόμενη κίνηση, σαν τις φιγούρες στα ελβετικά ρολόγια που χτυπούν με ένα σφυράκι μια καμπάνα. Παλέψαμε για το πιστόλι, εγώ με δυο χέρια, αυτός με ένα. Στο στόμιο της κάννης φάνηκε μια λάμψη, ακούστηκε ένας πυροβολισμός και μια σφαίρα χτύπησε το πεζοδρόμιο τινάζοντας κομμάτια τσιμέντου στο πρόσωπο μου και σε κάτι μεταλλικό -μπορεί στο βαν, μπορεί στην ωραία μου Σέλμπι Ζ. Κόντευα σχεδόν να του το πάρω, αλλά αυτός κατάφερε να πατήσει ξανά τη σκανδάλη και, παρ' όλα όσα ο πατέρας μου έκανε για τον πατέρα του, ο αχάριστος με πυροβόλησε. Δύο φορές.


17

Α

κόμα κι αν είχα χτυπήσει το πόδι μ' ένα τσεκούρι, ο πόνος δε θα 'ταν χειρότερος. Στις ταινίες, ο ήρωας δέχεται τη σφαίρα και συνεχίζει τη δράση του απτόητος, για την αγάπη του Θεού, για το καλό της πατρίδας του, για το χατίρι της καλής του. Μπορεί να μορφάσει από πόνο, αλλά πολλές φορές ο τραυματισμός του τον εξοργίζει και τον ωθεί να επιδείξει ακόμα μεγαλύτερο ηρωισμό. Όπως είπα και προηγουμένως, από μικρό παιδί πίστευα ότι είχα τα φόντα να γίνω ήρωας αν παρουσιαζόταν η ανάγκη. Τώρα διαπίστωνα ότι μου έλειπε ένα τουλάχιστον βασικό προσόν γι' αυτή τη δουλειά: η αντοχή στον πόνο. Έπεσα ουρλιάζοντας στο δρόμο, ανάμεσα στο βαν και τη Σέλμπι Ζ. Το κεφάλι μου κοπάνησε τη σχάρα της αποχέτευσης -εκτός κι αν η σχάρα κοπάνησε το κεφάλι μου. Φοβόμουν ότι θα με πυροβολούσε στο πρόσωπο, μέχρι που... μέχρι που διαπίστωσα ότι εγώ κρατούσα το πιστόλι. Φέρνοντας τα χέρια ανάμεσα στα πόδια του, ο Πουντσινέλο προσπάθησε να τραβήξει τη λίμα από τον καβάλο του· αλλά και μόνο που την άγγιξε σκλήρισε πιο αξιοθρήνητα κι από γουρούνι που αντικρίζει το λεπίδι του χασάπη. Έπεσε στα γόνατα μέσα σε φριχτούς πόνους. Ύστερα σωριάστηκε κάτω, στο πλάι, παρασύροντας στο έδαφος και τη Λόρι. Βρεθήκαμε ξαπλωμένοι εκεί πέρα, ο Πουντσινέλο κι εγώ, ξεφωνίζοντας σαν κοριτσόπουλα που μόλις ανακάλυψαν ένα κομμένο κεφάλι σε παλιά ταινία της Τζέιμι Λη Κέρτις.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

165

Άκουσα τη Λόρι να φωνάζει το όνομά μου, καθώς και κάτι για το χρόνο. Αδυνατώντας να συγκεντρώσω τη σκέψη μου εξαιτίας του πόνου και βυθισμένος σε ένα είδος παραληρήματος, προσπαθούσα να φανταστώ τι μου έλεγε: Ο χρόνος δεν περιμένει. Ο χρόνος και ο ποταμός, ω, πόσο γρήγορα κυλούν! Ο χρόνος τα παρασέρνει όλα στο διάβα του. Ακόμα και στην κατάστασή μου, γρήγορα κατάλαβα ότι δεν ήταν δυνατόν να τσαμπουνάει φιλοσοφήματα μια τέτοια στιγμή. Ακούγοντας τον επιτακτικό τόνο της φωνής της, μάντεψα το νόημα των λεγομένων της: Ο χρόνος περνάει. Οι βόμβες! Ένιωθα ένα αφόρητο κάψιμο στο αριστερό μου πόδι, αλλά με έκπληξη διαπίστωσα ότι δε φλεγόταν. Αισθανόμουν επίσης κάτι σκληρό να ζουλάει τη σάρκα μου -ενδεχομένως σπασμένα κόκαλα. Πάντως, μου ήταν αδύνατο να το μετακινήσω. Είναι παράξενο να νιώθεις τρομοκρατημένος και την ίδια στιγμή τόσο κουρασμένος που να θέλεις να κοιμηθείς. Να σε βασανίζει ο πόνος κι ωστόσο να σκέφτεσαι να πάρεις έναν υπνάκο. Μαξιλάρι μου είχα το οδόστρωμα. Τα στρωσίδια μου μύριζαν, ανεπαίσθητα, πίσσα. Αυτός ο δελεαστικός λήθαργος ήταν, φυσικά, ο ύπνος του θανάτου -τον οποίο αναγνώρισα και, έτσι, αντιστάθηκα. Χωρίς να επιχειρήσω να σηκωθώ, έσυρα το άχρηστο πόδι μου, σαν να ήμουν ο Σίσυφος κι αυτό ο βράχος μου, και σκαρφάλωσα στο πεζοδρόμιο. Ύστερα σύρθηκα ίσαμε τη Λόρι. Πεσμένος στο πλευρό του, με το ένα μπράτσο πλακωμένο, ο Πουντσινέλο παρέμενε δεμένος μαζί της. Με το ελεύθερο χέρι του τράβηξε τη λίμα από τον καβάλο του κι αμέσως έκανε εμετό πάνω του. Χάρηκα όταν είδα ότι αισθανόταν χειρότερα από εμένα. Μέσα στις τελευταίες ώρες είχα αρχίσει να πιστεύω στην ύπαρξη του Κακού, για πρώτη φορά στα είκοσι χρόνια της ζωής μου. Ξάφνου δεν το έβλεπα μόνο ως απαραίτητο στοιχείο για τη δράση στις ταινίες και στα βιβλία -όπως γίνεται με τους κακούς ή με τον μπαμπούλα- ούτε απλώς ως συνέπεια της γονικής α-


166

D E A N KOONTZ

πόρριψης ή της υπέρμετρης γονικής επιείκειας ή της κοινωνικής αδικίας. Πίστεψα ότι το Κακό υφίσταται ως ζωντανή παρουσία στον κόσμο. Είναι μια παρουσία που γοητεύει και εξαπατά ακούραστα, όμως δεν μπορεί να ολοκληρώσει μια σχέση παρά μόνο αν κληθεί να το κάνει. Μπορεί ο Πουντσινέλο να ανατράφηκε από ένα φαύλο άνθρωπο, μπορεί ακόμα και να διδάχτηκε τις βασικές αρχές της φαυλότητας, αλλά η τελική επιλογή τού πώς θα ζήσει ήταν αποκλειστικά δική του. Η ικανοποίηση που ένιωσα βλέποντάς τον να υποφέρει θα μπορούσε να θεωρηθεί νοσηρή, διεφθαρμένη· όμως δεν πιστεύω ότι συνιστούσε από μόνη της ένα είδος κακίας. Εκείνη τη στιγμή -αλλά ακόμα και τώρα- μου φαινόταν σαν μια δίκαιη ικανοποίηση, σαν μια απόδειξη πως όσοι ενστερνίζονται το κακό πληρώνουν ένα τίμημα και ότι η αντίσταση απέναντι του έχει, μεν, κάποιο κόστος, αλλά πολύ μικρότερο απ' αυτό που πληρώνει κανείς όταν αφήνεται στη γοητεία του. Είναι αστείο το τι αμπελοφιλοσοφίες μού ενέπνευσε η θέα λίγου εμετού. Μπορεί ο εμετός ενός ανθρώπου να προκαλεί λίγες τύψεις, αλλά δε σταματάει έναν ωρολογιακό μηχανισμό. Θα πρέπει να έμεναν ένα, άντε δύο λεπτά μέχρι να τιναχτούν στον αέρα τα οικοδομήματα του Κορνίλιους Σνόου και να ισοπεδωθούν ολοσχερώς όπως η αυτοκρατορία του Οζυμανδία*. «Φέρ' το δω», είπε η Λόρι. «Ποιο;» «Το όπλο». Δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι κρατούσα το πιστόλι. «Γιατί;» ρώτησα. «Δεν ξέρω σε ποια τσέπη φυλάει το κλειδί». Δεν προλαβαίναμε να ψάξουμε τις τσέπες του παντελονιού, του σακακιού και του πουκαμίσου του. Αν σκεφτούμε και τον εμετό, δεν είχαμε καν τη διάθεση να το κάνουμε. Δεν καταλάβαινα όμως τι σχέση είχε το όπλο με το κλειδί •Από το ομώνυμο ποίημα του Πέρσι Μπις Σέλεϊ (1817), που αναφέρεται στον Ούσερ-μα-Ρα, τον Βασιλέα των Βασιλέων Ραμσή. (Σ.τ.Μ.)


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

167

για τις χειροπέδες. Ανησυχούσα μήπως τραυματιστεί, γι' αυτό αποφάσισα να μην της δώσω το πιστόλι. Τότε κατάλαβα ότι μου το είχε ήδη πάρει. «Μου το πήρες απ' τα χέρια», τραύλισα και η φωνή μου ακούστηκε αργή, τα λόγια μου μασημένα. «Καλύτερα να γυρίσεις το πρόσωπο από την άλλη πλευρά, γιατί μπορεί να πεταχτούν σράπνελ», με προειδοποίησε. «Νομίζω ότι μου αρέσει το σράπνελ», μουρμούρισα, αδυνατώντας να θυμηθώ τη σημασία της λέξης. Η Λόρι ψηλάφησε το πιστόλι, προσπαθώντας να διακρίνει μες στο σκοτάδι. «Νομίζω ότι δεν πονάω όσο πριν. Τώρα κρυώνω κυρίως», είπα. «Κακό αυτό», μου είπε ανήσυχη. «Κι άλλες φορές έχω αισθανθεί κρύο», τη διαβεβαίωσα. Ο Πουντσινέλο βόγκηξε, ρίγησε κι άρχισε ξανά να κάνει εμετό πάνω του. «Μήπως ήπιαμε;» αναρωτήθηκα. «Γύρνα αλλού το πρόσωπο», επανέλαβε η Λόρι, αυτή τη φορά με φωνή επιτακτική. «Μη μου μιλάς άσχημα. Εγώ σ' αγαπώ». «Ναι, ναι, πάντα πληγώνουμε αυτούς που αγαπάμε», είπε εκείνη και, αρπάζοντάς με απ' τα μαλλιά, τράβηξε το πρόσωπό μου μακριά από τις χειροπέδες. «Είναι θλιβερό», είπα, αναφερόμενος στο ότι πάντα πληγώνουμε αυτούς που αγαπάμε, κι ύστερα ανακάλυψα ότι ήμουν ξαπλωμένος στο πεζοδρόμιο κι ότι προφανέστατα έπεσα. «Μπουνταλάς». Ακούστηκε μια πιστολιά. Αργότερα κατάλαβα ότι είχε κολλήσει την κάννη του όπλου στην αλυσίδα που ένωνε τη μια χειροπέδη με την άλλη και ότι, μ' εκείνο τον πυροβολισμό, είχε ελευθερωθεί από το μανιακό. «Σήκω», με προέτρεψε. «Εμπρός, σήκω». «Θα μείνω ξαπλωμένος ώσπου να ξεμεθύσω». «Θα μείνεις ξαπλωμένος ώσπου να πεθάνεις». «Όχι, παραείναι πολύς καιρός».


168

DEAN KOONTZ

Με καλόπιασε, με έβρισε, με πρόσταξε, κι ύστερα βάλθηκε να με σπρώχνει και να με τραβολογάει, ώσπου κάποια στιγμή κατάλαβα ότι στεκόμουν όρθιος, γέρνοντας πάνω της, και ότι, περνώντας ανάμεσα από το βαν και τη Σέλμπι Ζ, βγήκαμε στο δρόμο κι αρχίσαμε να απομακρυνόμαστε από την έπαυλη. «Πώς είναι το πόδι σου;» «Ποιο πόδι;» «Ρωτάω για τον πόνο». «Νομίζω ότι τον άφησα εκεί, στο πεζοδρόμιο». «Θεέ μου, είσαι ασήκωτος», παρατήρησε η Λόρι. «Είμαι απλώς κομματάκι γεροδεμένος». «Εντάξει, δεν πειράζει. Στηρίξου πάνω μου. Έλα». «Πηγαίνουμε στο πάρκο;» ρώτησα με φωνή πιο βαριά κι από αγγλική γαλατόπιτα. «Ναι, ναι». «Για πικνίκ;» «Ακριβώς. Κι έχουμε αργήσει, οπότε ας βιαστούμε». Κοίταξα πάνω από τον ώμο της, προς τη μεριά από όπου ακουγόταν τώρα ένα αυτοκίνητο να πλησιάζει. Είδα απέναντι μας τα φώτα του. Τα μπλε και κίτρινα περιστρεφόμενα φώτα της οροφής φανέρωναν ότι επρόκειτο είτε για περιπολικό της αστυνομίας είτε για διαγαλαξιακό όχημα. Το αυτοκίνητο σταμάτησε κάπου πέντε μέτρα μακριά μας, οι πόρτες άνοιξαν διάπλατα και δυο άντρες κατέβηκαν. «Τι συμβαίνει εδώ πέρα;» ρώτησε ο ένας. «Αυτός ο άνθρωπος έχει τραυματιστεί από σφαίρα», τους πληροφόρησε η Λόρι. Αναρωτήθηκα ποιον εννοούσε. Προτού προλάβω να τη ρωτήσω, εκείνη πρόσθεσε: «Χρειαζόμαστε ασθενοφόρο». Οι αστυνομικοί ζύγωσαν με επιφύλαξη. «Πού είναι ο δράστης;» «Εκεί, στο πεζοδρόμιο. Είναι πληγωμένος, δεν έχει πια όπλο». Όταν οι αστυνομικοί ετοιμάστηκαν να κατευθυνθούν προς τον Πουντσινέλο, η Λόρι φώναξε: «Μη! Μην πλησιάζετε. Το κτίριο πρόκειται να ανατιναχτεί». Στην κατάστασή μου, η προειδοποίησή της ακουγόταν ακα-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

169

τανόητη· το ίδιο ακατανόητη όμως φάνηκε και στους αστυνομικούς. Έτρεξαν προς τον Πουντσινέλο. Ο μισός φωτιζόταν τώρα από τους φάρους του περιπολικού. Η Λόρι συνέχισε να με σπρώχνει πεισματικά προς το πάρκο. «Κάνει πολύ κρύο για πικνίκ», είπα. «Ψόφο». «Θ' ανάψουμε φωτιά. Κουνήσου». Τα δόντια μου χτυπούσαν και οι λέξεις έβγαιναν τρεμουλιαστές απ' το στόμα μου: «Θα έχουμε και π-π-πατατοσαλάτα;» «Ναι. Πιατέλες ολόκληρες»· «Α-α-απ' αυτή με τις π-π-πίκλες;» «Ναι, ακριβώς, μη σταματάς». «Δε μου αρέσουν οι π-π-πίκλες». «Θα έχουμε και χωρίς πίκλες». Μετά το επόμενο σκαλοπάτι που χρειάστηκε να ανεβώ, ένιωσα αποκαμωμένος. Το πεζοδρόμιο φάνταζε μαλακό και ελκυστικό. «Κάνει πολύ κ-κ-κρύο για πικνίκ», είπα, «και είναι πολύ σ-σσκοτεινά». Την επόμενη στιγμή είχε και πάρα πολύ θόρυβο.


17

Ο

ι τέσσερις ταυτόχρονες εκρήξεις -έπαυλη, τράπεζα, δικαστήριο, βιβλιοθήκη- καθάρισαν το μυαλό μου από τη σύγχυση. Για μια στιγμή μπόρεσα να σκεφτώ με υπερβολική διαύγεια. Καθώς το έδαφος σειόταν, καθώς τα δέντρα του πάρκου λύγιζαν και τίναζαν τις ξεραμένες τους βελόνες, καθώς η αρχική έκρηξη συνοδευόταν από τον τρομερό σαματά των πέτρινων κτιρίων που κατέρρεαν, θυμήθηκα ότι δέχτηκα δύο πυροβολισμούς και ότι δεν το απόλαυσα ούτε την πρώτη ούτε τη δεύτερη φορά. Ο πόνος δεν επέστρεψε μαζί με την ανάμνηση, ωστόσο, τώρα που σκεφτόμουν καθαρά, διαπίστωνα πως ήμουν ανίκανος να κουνήσω το πόδι μου και πως αυτό ήταν χειρότερο από το μαρτυρικό αρχικό πόνο. Το γεγονός ότι δεν το ένιωθα καθόλου συνεπαγόταν ότι το πόδι είχε τραυματιστεί ανεπανόρθωτα, ότι ήταν ήδη νεκρό, ακρωτηριασμένο, χαμένο. Όντας αποκαμωμένος, παραπάτησα όταν το έδαφος σείστηκε. Η Λόρι με βοήθησε να καθίσω ανάμεσα στα χορτάρια και ν' ακουμπήσω την πλάτη μου στον κορμό ενός σφενταμιού, ενόσω οι τελευταίες εκρήξεις ταρακουνούσαν το έδαφος της πλατείας. Μαζί με την ανάμνηση του τραυματισμού μου, ξαναείδα νοερά, μέσα από ένα εφιαλτικό μοντάζ, τους τρεις φόνους που διέπραξε μπροστά μου ο Πουντσινέλο. Οι αιματηρές εικόνες φάνταζαν τώρα πιο ζωηρές απ' όσο την ίδια τη στιγμή των φόνων, ίσως επειδή τότε με απασχολούσε το πώς θα γλιτώσουμε, εγώ και η Λόρι, και επειδή δεν ήθελα να σκέφτομαι τις αποτρόπαιες λεπτομέρειες μη τυχόν και παραλύσω από τρόμο. Ένιωσα άρρωστος. Προσπάθησα να αναχαιτίσω τις αναμνή-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

171

σεις, αλλά αυτές επέμεναν να με βασανίζουν. Σ' όλη μου τη ζωή τα είχα όλα τακτοποιημένα μέσα στο κεφάλι μου, μα τώρα εκείνο το εσωτερικό τοπίο ήταν ματωμένο και σκοτεινό, σκιασμένο από μια δυσοίωνη έκλειψη. Ευχήθηκα να επέστρεφε πάλι η παρήγορη λήθη στην οποία είχα παραδοθεί προηγουμένως -και πράγματι επέστρεψε. Ένα μεγάλο γκρίζο κύμα με σκέπασε μονομιάς, κουκουλώνοντας τα φώτα του περιπολικού στο δρόμο κι ύστερα τα δέντρα ως κάτω στο έδαφος, σαν πυκνή ομίχλη που την παρασέρνει ο άνεμος, πράγμα περίεργο για μια νύχτα με άπνοια. Σκόνη. Το περιδινούμενο κύμα αποδείχτηκε ότι δεν ήταν ούτε ομίχλη ούτε θολούρα του μυαλού -αλλά τα πυκνά σύννεφα μιας λεπτής σκόνης που προερχόταν από την έπαυλη του Κορνίλιους Σνόου, καθώς από επιβλητικό οικοδόμημα μετατρεπόταν σε ερείπια. Κονιορτοποιημένη πέτρα και τούβλα, διαλυμένοι σοβάδες: Η σκόνη μάς κουκούλωσε μέσα σε ένα όργιο από χιλιάδες μυρωδιές και γεύσεις. Από μακριά φάνταζε αχνό, αλλά μαζί με το σύννεφο πλάκωσε και το σκοτάδι -ένα σκοτάδι βαθύτερο από την αφώτιστη νύχτα. Ξεκόλλησα από το σφεντάμι και κύλησα στο δεξί πλευρό μου, κλείνοντας τα μάτια και σηκώνοντας το πουκάμισο για να καλύψω τη μύτη και το στόμα μου από την πνιγηρή σκόνη. Άπλωσα το χέρι για ν' ακουμπήσω το μουδιασμένο αριστερό μου πόδι, για να βεβαιωθώ ότι βρισκόταν ακόμα εκεί. Η παλάμη μου πασαλείφτηκε με ζεστό αίμα. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, η σκόνη κάλυψε το αίμα και σχημάτισε μια φρικώδη κρούστα γύρω από το χέρι μου. Στην αρχή φαντάστηκα ότι η Λόρι είχε πέσει στο χορτάρι δίπλα μου, σκεπάζοντας το πρόσωπό της για να μην πνιγεί από το σάβανο που μας τύλιξε ασφυκτικά. Ύστερα άκουσα τη φωνή της από πάνω μου και κατάλαβα ότι είχε μείνει όρθια. Καλούσε ασθενοφόρο, βήχοντας, ασθμαίνοντας, καλούσε σε βοήθεια λέγοντας και ξαναλέγοντας πως υπήρχε ένας τραυματίας. Ήθελα ν' απλώσω το χέρι να την αγγίξω, να την τραβήξω κά-


172

DEAN KOONTZ

τω, μα δεν έβρισκα τις δυνάμεις για να σηκώσω το μπράτσο μου. Με είχε κυριέψει μια φοβερή αδυναμία. Η παρήγορη πνευματική σύγχυση που είχα επιθυμήσει επέστρεψε. Αγωνιώντας για τη Λόρι, δεν την ήθελα πια αυτή την απόδραση -ωστόσο ήταν αδύνατο να αντισταθώ. Ο νους μου έπλεξε μια ασυνάρτητη ιστορία με κρυφές πόρτες, σήραγγες φωτισμένες με κεριά, νεκρά πρόσωπα, πυροβολισμούς, εκπαιδευτές φιδιών, ανεμοστρόβιλους, κλόουν... Πολύ σύντομα θα πρέπει να έχασα τις αισθήσεις μου και να ονειρευόμουν, γιατί είχα γίνει ακροβάτης, περπατούσα ψηλά σ' ένα σχοινί, κρατώντας ένα κοντάρι για ισορροπία, προχωρώντας διστακτικά και αβέβαια προς μια εξέδρα όπου με περίμενε η Λόρι. Όταν κοίταξα πίσω για να δω πόση απόσταση είχα διανύσει, ανακάλυψα ότι με καταδίωκε ο Πουντσινέλο Μπίζο. Κρατούσε κι αυτός κοντάρι, αλλά οι απολήξεις του ήταν δυο επικίνδυνες κοφτερές λεπίδες. Ο Πουντσινέλο χαμογελούσε, γεμάτος αυτοπεποίθηση, και κινιόταν ταχύτερα από μένα. «Θα μπορούσα να είχα γίνει αστέρας, Τζίμι Τοκ. Θα μπορούσα να είχα γίνει αστέρας». Κάπου κάπου έβγαινα από τα όνειρα του τσίρκου κι από τα μυστικά περάσματα της ψυχής μου και καταλάβαινα ότι με μετακινούσαν. Με κουβαλούσαν με φορείο. Ύστερα βρέθηκα δεμένος σε φορείο με ρόδες, μέσα σε ένα ασθενοφόρο. Όταν προσπάθησα ανώφελα ν' ανοίξω τα μάτια, είπα μέσα μου ότι είχαν απλώς κολλήσει από τη σκόνη και τα δάκρυα. Παρ' ότι ήξερα ότι ήταν ψέμα, η ιδέα με παρηγόρησε. «Δεν μπορούμε να σώσουμε το πόδι», είπε στο τέλος κάποιος. Δεν ήξερα αν ήταν πρόσωπο του ονείρου ή αληθινός γιατρός, αλλά απάντησα με φωνή που στ' αυτιά μου ήχησε σαν τη φωνή του πρίγκιπα-βάτραχου: «Χρειάζομαι και τα δυο μου πόδια. Είμαι κυνηγός καταιγίδων». Από κει και πέρα, βυθίστηκα σε μια απύθμενη άβυσσο, όπου τα όνειρα παραήταν αληθινά για όνειρα, όπου μυστηριώδη τέρατα έστεκαν δίπλα μου, σε ένα σημείο όπου μπορούσα να τα βλέπω με την άκρη του ματιού, και με φυλούσαν, ενώ ο αέρας μύριζε τάρτα κεράσι φλαμπέ.


17

Ε

ξι εβδομάδες αργότερα, η Λόρι Λιν Χικς ήρθε στο σπίτι μας για φαγητό. Ήταν πιο όμορφη κι από πομ αλά Σεβιλάν. Πρώτη φορά σε γεύμα δεν άφησα το βλέμμα μου να ταξιδέψει με θαυμασμό για κάμποσες στιγμές στο φαγητό που είχα στο πιάτο μου. Τοποθετημένα σε κρυστάλλινα ρουμπινί κηροπήγια, τα κεριά σχημάτιζαν απαλά τρεμάμενα γεωμετρικά σχήματα στο μεταξωτό μουαρέ των τοίχων και αχνούς κεχριμπαρένιους κύκλους στα μαονένια φατνώματα της οροφής. Το φέγγος τους θάμπωνε μπροστά στη λάμψη της. «Πρώτη φορά γνωρίζω κάποια της οποίας η μητέρα είναι εκπαιδεύτρια φιδιών», είπε ο πατέρας μου καθώς τρώγαμε τα ορεκτικά -καβούρι ψημένο με σουσάμι. «Πολλές γυναίκες ασχολούνται μ' αυτό το επάγγελμα επειδή το θεωρούν διασκεδαστικό», εξήγησε η Λόρι. «Ωστόσο, στην πράξη αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολο απ' όσο φαντάζονται και στο τέλος τα παρατάνε». «Πάντως ακούγεται διασκεδαστικό», παρατήρησε η μητέρα μου. «Ω, ναι! Τα φίδια είναι τέλεια. Δε γαβγίζουν, δε ροκανίζουν τα έπιπλα και σε απαλλάσσουν μια και καλή από τα τρωκτικά». «Και δεν είσαι υποχρεωμένος να τα βγάζεις και βόλτα», πρόσθεσε η μαμά. «Αν το θέλεις, μπορείς, αλλά παθαίνουν πλάκα οι γείτονες. Μάντι, το καβούρι είναι εξαιρετικό».


174

D E A N KOONTZ

«Πώς κερδίζει χρήματα ένας εκπαιδευτής φιδιών;» αναρωτήθηκε ο πατέρας μου. «Η μαμά έχει τρεις βασικές πηγές εσόδων. Προμηθεύει φίδια σε τηλεοπτικές και κινηματογραφικές παραγωγές. Κάποια περίοδο, σχεδόν σε όλα τα βιντεοκλίπ χρησιμοποιούσαν φίδια». «Επομένως τα νοικιάζει», είπε ενθουσιασμένη η μητέρα μου. «Με την ώρα, την ημέρα, την εβδομάδα;» ρώτησε ο πατέρας μου. «Συνήθως με τη μέρα. Οι ταινίες που ζητούν φίδια τα χρειάζονται το πολύ τέσσερις πέντε μέρες». «Όλες οι ταινίες στις μέρες μας θα είχαν να ωφεληθούν από μερικά ζωηρά φιδάκια», δήλωσε η γιαγιά Ρογουίνα. «Προπάντων η τελευταία με τον Ντάστιν Χόφμαν». «Οι άνθρωποι που νοικιάζουν φίδια με την ώρα κατά κανόνα δεν είναι ευυπόληπτοι», είπε μελαγχολικά η Λόρι. Η πληροφορία με κέντρισε. «Δεν έχω ακούσει για καμιά ανυπόληπτη εταιρεία ενοικίασης φιδιών». «Κι όμως υπάρχουν». Η Λόρι ξίνισε τα μούτρα. «Πρόκειται για φτηνές και άθλιες επιχειρήσεις. Νοικιάζουν σε άτομα με την ώρα, χωρίς να υποβάλλουν ερωτήσεις»· Ο μπαμπάς, η μαμά κι εγώ κοιταχτήκαμε απορημένοι, αλλά η Γουίνα ήταν ενημερωμένη: «Για ερωτικούς σκοπούς». Ο μπαμπάς έβγαλε ένα επιφώνημα αηδίας, η μαμά το χαρακτήρισε «ανατριχιαστικό» κι εγώ δήλωσα: «Γιαγιά, ώρες ώρες με τρομάζεις». Η Λόρι θέλησε να ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα: «Η μητέρα μου δε νοικιάζει ποτέ φίδια σε μεμονωμένα άτομα». «Όταν ήμουν παιδί, ένα φίδι δάγκωσε τον μικρό Νεντ Γιάρνελ, το γειτονόπουλό μας», είπε η Γουίνα. «Ήταν αδέσποτο το φίδι ή νοικιασμένο;» ρώτησε ο μπαμπάς. «Αδέσποτο. Ο μικρός Νεντ δεν πέθανε, αλλά έπαθε γάγγραινα. Χρειάστηκε να τον ακρωτηριάσουν -πρώτα τον αντίχειρα και το ένα δάχτυλο και μετά όλο το χέρι μέχρι τον καρπό». «Τζίμι, καλέ μου, είμαι τόσο χαρούμενη που δε χρειάστηκε να σου κόψουν το πόδι», είπε η μαμά. «Κι εγώ το ίδιο».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

175

Ο μπαμπάς ύψωσε το ποτήρι του κρασιού. «Ας πιούμε στην υγειά του Τζίμι μας, που δεν του έκοψαν το πόδι». «Όταν ο μικρός Νεντ μεγάλωσε, έγινε ο μοναδικός μονόχειρας πρωταθλητής τοξοβολίας που έλαβε μέρος σε Ολυμπιακούς Αγώνες», είπε μετά την πρόποση η Γουίνα. «Είναι δυνατόν;» ρώτησε σαστισμένη η Λόρι. «Αγαπητό μου κορίτσι, αν πιστεύεις ότι υπήρχαν πολλοί μονόχειρες πρωταθλητές στην τοξοβολία, τότε δεν έχεις ιδέα για το άθλημα», αποκρίθηκε η Γουίνα. «Βέβαια, δεν κέρδισε το χρυσό», διευκρίνισε ο μπαμπάς. «Κέρδισε το ασημένιο», παραδέχτηκε η γιαγιά. «Αλλά θα είχε πάρει το χρυσό, αν είχε δύο μάτια». Η Λόρι ακούμπησε στο πιάτο το πιρούνι για να τονίσει την κατάπληξή της. «Ήταν κύκλωπας;» «Όχι, είχε δύο μάτια», εξήγησε η μαμά. «Απλώς το ένα δεν έβλεπε». «Μα δεν απαιτείται αντίληψη του βάθους για να είσαι καλός στην τοξοβολία;» αναρωτήθηκε η Λόρι. «Ο μικρός Νεντ διέθετε κάτι καλύτερο από αντίληψη του βάθους», δήλωσε η Γουίνα, περήφανη για τον παιδικό της φίλο. «Είχε τσαγανό. Τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τον μικρό Νεντ». Η Λόρι έπιασε ξανά το πιρούνι για να φάει την τελευταία μπουκιά από το καβούρι που είχε στο πιάτο της. «Πολύ θα μου άρεσε αν μου λέγατε ότι ο μικρός Νεντ ήταν επίσης νάνος». «Πόσο αλλόκοτη αλλά και πόσο γοητευτική ιδέα», σχολίασε η μητέρα μου. «Εγώ τη βρίσκω σκέτα αλλόκοτη», διαφώνησε η γιαγιά. «Ο μικρός Νεντ ήταν ήδη πάνω από ένα ογδόντα στα έντεκά του χρόνια κι έφτασε το ένα ενενήντα -ήταν κι αυτός άχαρος σαν τον Τζίμι μας». Δεν ξέρω τι πιστεύει η γιαγιά μου, αλλά είμαι αρκετά εκατοστά κοντύτερος από τον μικρό Νεντ. Πιθανότατα ζυγίζω και πολύ λιγότερο -εκτός κι αν η σύγκριση περιορίζεται στο βάρος του χεριού, οπότε θα είχα το προβάδισμα. Αν συγκρίνω τα δύο μου πόδια, το αριστερό ζυγίζει περισσό-


176

D E A N KOONTZ

τερο από το δεξί, λόγω των δύο μεταλλικών ελασμάτων και των αναρίθμητων καρφιών που συγκρατούν το μηριαίο οστό, καθώς και λόγω της μίας και μοναδικής μεταλλικής λάμας στο οστό της κνήμης. Υποβλήθηκα επίσης σε σοβαρή αγγειακή επέμβαση στο πόδι, αλλά αυτό δεν του πρόσθεσε βάρος. Εκείνο το βράδυ που δειπνούσαμε στο σπίτι μου, στις αρχές Νοεμβρίου του 1994, τα σωληνάκια παροχέτευσης είχαν αφαιρεθεί -άρα δε μύριζα πια τόσο άσχημα-, όμως εξακολουθούσα να φοράω το νάρθηκα από φάιμπεργκλας. Καθόμουν στο τέλος του τραπεζιού, με το δεμένο πόδι στο πλάι, σαν να 'θελα να βάλω τρικλοποδιά στη γιαγιά. Η Γουίνα τελείωσε το καβούρι της και πλατάγισε τα χείλη με τον κραυγαλέο τρόπο που κατά τη γνώμη της είναι δικαίωμα του καθενός στην ηλικία της. «Είπες ότι η μαμά σου κερδίζει χρήματα από τα φίδια με τρεις τρόπους». Η Λόρι πίεσε απαλά την πετσέτα της στα σαρκώδη της χείλη. «Αρμέγει επίσης κροταλίες». Ο μπαμπάς έφριξε. «Ποιο σατανικό σούπερ μάρκετ θα πουλούσε τέτοιο πράγμα;» «Για ένα διάστημα φιλοξενήσαμε ένα χαριτωμένο μικρό φιδάκι, ένα μιλκ σνέικ», πληροφόρησε η μαμά τη Λόρι. «Το έλεγαν Ερλ, αλλά πάντα πίστευα ότι το Μπερνάρ θα του ταίριαζε περισσότερο». «Εμένα μου έμοιαζε με Ραλφ», διαφώνησε η γιαγιά Ρογουίνα. «Ο Ερλ ήταν αρσενικό φίδυ>, εξήγησε η μαμά, «ή τουλάχιστον έτσι υποθέταμε. Αν ήταν θηλυκό, μήπως θα έπρεπε να το αρμέξουμε; Στο κάτω κάτω, αν δεν αρμέξεις μια αγελάδα, μπορεί να βρει οδυνηρό θάνατο». Η βραδιά ξεκίνησε περίφημα. Σχεδόν δε χρειαζόταν να μιλάω. Κοίταξα τον μπαμπά. Μου χαμογέλασε. Καταλάβαινα ότι περνούσε υπέροχα. «Στην πραγματικότητα, ένα μιλκ σνέικ δεν έχει γάλα», είπε η Λόρι. «Ούτε οι κροταλίες έχουν γάλα. Η μαμά αρμέγει το δηλητήριο. Πιάνει το φίδι από το κεφάλι και τρίβει τους σιελογόνους αδένες με το δηλητήριο. Το δηλητήριο στάζει από τα δόντια, που στους κροταλίες είναι υποδόρια, και συλλέγεται σε κύπελλο».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

177

Ο μπαμπάς, που θεωρεί ιερό ναό την τραπεζαρία, σπάνια ακουμπάει τους αγκώνες στο τραπέζι. Αυτή τη φορά ακούμπησε τον έναν του αγκώνα στο τραπέζι και στήριξε το πιγούνι στο χέρι, έτοιμος ν' ακούσει με ενδιαφέρον. «Ώστε η μητέρα σου έχει ράντσο με κροταλίες». «Δε θα έλεγα ράντσο, Ρούντι, μια και είναι κάτι ιδιαίτερα μεγάλο. Ούτε και φάρμα θα το χαρακτήριζα. Είναι περισσότερο ένας κήπος όπου καλλιεργείται ένα μονάχα είδος». Η γιαγιά ρεύτηκε με ικανοποίηση. «Σε ποιον πουλάει το δηλητήριο; Σε δολοφόνους ή μήπως σ' εκείνους τους πυγμαίους με τα φυσοκάλαμα;» «Οι φαρμακευτικές εταιρείες το χρειάζονται για να παρασκευάζουν αντίδοτα. Χρησιμοποιείται επίσης και για άλλους ιατρικούς σκοπούς». «Ανέφερες και μια τρίτη πηγή εσόδων», της υπενθύμισε ο πατέρας μου. «Αυτή είναι η πραγματική αγάπη της μητέρας μου», είπε η Λόρι με τρυφερότητα. «Διοργανώνει παραστάσεις για πάρτι. Έχει ένα καταπληκτικό νούμερο με φίδια». «Ποιος θα έκλεινε μια τέτοια παράσταση;» αναρωτήθηκε ο πατέρας μου. «Ποιος δε θα έκλεινε, να λες», είπε η μητέρα μου, πιθανώς σκεπτόμενη το ερχόμενο πάρτι για την επέτειο των γάμων τους και τα γενέθλια της Γουίνα. «Ακριβώς», είπε η Λόρι. «Τη ζητούν σε διάφορες εκδηλώσεις εταιρειών, όπως σε πάρτι συνταξιοδότησης ή σε χριστουγεννιάτικες γιορτές. Για να μην αναφερθώ στα εβραϊκά μπαρ μιτζβά, στις συγκεντρώσεις της Αμερικανικής Ένωσης Βιβλιοθηκών, και πολλά πολλά άλλα». Η μαμά και ο μπαμπάς μάζεψαν τα πιάτα των ορεκτικών. Σέρβιραν κοτόσουπα με καλαμπόκι και ξεροψημένα ψωμάκια με τσένταρ. «Λατρεύω το καλαμπόκι», είπε η γιαγιά, «αλλά μου προκαλεί φούσκωμα. Κάποτε με ένοιαζε, αλλά τώρα πια δε σκοτίζομαι για τέτοια πράγματα. Διάγω τη χρυσή μου περίοδο». Αυτή τη φορά ο μπαμπάς σήκωσε την πρώτη κουταλιά της


178

DEAN KOONTZ

σούπας αντί για το ποτήρι με το κρασί. «Εύχομαι αυτός ο κατεργάρης να μη γλιτώσει τη δίκη. Εύχομαι να τιμωρηθεί παραδειγματικά». Ο κατεργάρης ήταν, φυσικά, ο Πουντσινέλο Μπίζο. Το επόμενο πρωί ήταν προγραμματισμένη η προκαταρκτική ακρόαση, που θα έκρινε αν ήταν ψυχικά υγιής ώστε να παραπεμφθεί σε δίκη. Είχε σκοτώσει τον Λάιονελ Ντέιβις, τον Χόνκερ, τον Κρινκλς και τον Μπάιρον Μέτκαφ, χρόνια πρόεδρο του Ιστορικού Συλλόγου του Σνόου Βίλατζ, τον οποίο βασάνισε για να πάρει πληροφορίες σχετικά με την πρόσβαση στις διόδους κάτω από την πλατεία. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, από τις εκρήξεις σκοτώθηκαν δύο μέλη ενός συνεργείου καθαρισμού που δούλευαν στο δικαστήριο και ένας άστεγος που περισυνέλεγε τους θησαυρούς του σκουπιδοτενεκέ πίσω από τη βιβλιοθήκη. Σκοτώθηκε επίσης η Μάρθα Φέι Τζίτερ, μια ηλικιωμένη χήρα που ζούσε σε ένα διαμέρισμα του κτιρίου που βρισκόταν δίπλα στο δικαστήριο. Δεν είναι λίγο πράγμα το να χαθούν οχτώ ζωές, αλλά, λαμβανομένης υπόψη της έκτασης της καταστροφής, θα περίμενε κανείς ο αριθμός των θυμάτων να ήταν πολύ μεγαλύτερος. Ο λόγος που σώθηκαν τόσοι και τόσοι άνθρωποι ήταν ότι οι εκρήξεις έγιναν υπόγεια, σε μεγάλο βάθος, και ένα μέρος της δύναμης διοχετεύτηκε στις υπόγειες σήραγγες. Η βιβλιοθήκη, η έπαυλη και η τράπεζα κατέρρευσαν προς τα μέσα, βυθίστηκαν στα υπόγειά τους, θαρρείς και την κατεδάφισή τους είχαν αναλάβει ειδικευμένα συνεργεία. Το δικαστήριο κατέρρευσε επίσης προς τα μέσα, σε μεγάλο βαθμό, όμως ο πυργίσκος του έπεσε πάνω στο διπλανό οικοδόμημα, προκαλώντας αιφνίδια αναστάτωση στην ήρεμη ζωή της χήρας Τζίτερ. Οι δυο γάτες της πολτοποιήθηκαν επίσης. Ορισμένοι από τους πολίτες του Σνόου Βίλατζ φάνηκαν να εξαγριώνονται περισσότερο από την απώλεια των γατιών παρά των ανθρώπων και των μνημειακών κτιρίων. Ο Πουντσινέλο εξέφρασε τη λύπη του επειδή δε σκοτώθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι. Είπε στην αστυνομία ότι, αν μπορούσε


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

179

να τα κάνει όλα από την αρχή, θα πρόσθετε βόμβες ναπάλμ, για να σιγουρευτεί ότι η φωτιά θα κατέστρεφε πολλά οικοδομικά τετράγωνα. Τμήματα του δρόμου και της πλατείας βούλιαξαν στις μυστικές σήραγγες του Κορνίλιους Σνόου. Το ωραίο μαύρο σπορ κουπέ μου με τις κίτρινες αγωνιστικές ταινίες το κατάπιε μια απ' αυτές τις καταβόθρες. Θυμάστε που είχα πει ότι δεν είχα γνωρίσει μια κοπέλα που ν' αγαπάω όσο αγαπούσα την εφτάχρονη Ντοτζ Ντεϊτόνα Σέλμπι Ζ μου; Παραδόξως, δεν πένθησα ούτε στιγμή την απώλειά της. Μολονότι της Λόρι θα της ταίριαζε η Σέλμπι Ζ, θα της πήγαινε ακόμα περισσότερο μια Πόντιακ Τρανς Αμ του 1986, όχι μαύρη, μάλλον κόκκινη ή ασημιά, ένα χρώμα, τέλος πάντων, ταιριαστό με την πληθωρική προσωπικότητά της. Ή μια Σεβρολέτ Καμάρο IROC-Z καμπριολέ του 1988. Το πρόβλημά μου, εντούτοις, ήταν αυτό που θα αντιμετώπιζε οποιοσδήποτε φούρναρης κερδίζει τον επιούσιο απ' το ψωμί και τα γλυκά. Υπήρχαν στον κόσμο άντρες που με την πρώτη τους ματιά στη Λόρι θα της αγόραζαν μια Ρολς Ρόις για τις καθημερινές της δουλειές στην πόλη· και κανείς τους δε θα 'μοιάζε με ξωτικό. «Λέτε να τον στείλουν σε κανένα άσυλο και να τη γλιτώσει;» ρώτησε ο μπαμπάς. «Ο ίδιος δεν το θέλει αυτό», διευκρίνισα. «Ισχυρίζεται ότι ήξερε ακριβώς τι έκανε και ότι στόχος του ήταν η εκδίκηση». «Είναι τρελός με τον τρόπο του», παρατήρησε η Λόρι. «Αλλά ξέρει να ξεχωρίζει το καλό από το κακό εξίσου καλά μ' εμένα. Μάντι, Ρούντι, αυτή η σούπα είναι θεσπέσια, έστω κι αν προκαλεί φούσκωμα». Η γιαγιά Ρογουίνα είχε να διηγηθεί μια σχετική ιστορία. «Ο Έκτορ Σάντσες, που έμενε κοντά στο Μπράιτ Φολς, σκοτώθηκε εξαιτίας μιας πορδής». Ο ρασιοναλιστής πατέρας μου αντέδρασε στα λόγια της γιαγιάς: «Γουίνα, αυτό δεν είναι δυνατόν». «Ο Έκτορ δούλευε σε βιομηχανία ελαίων για τα μαλλιά», συνέχισε η γιαγιά. «Είχε όμορφα μαλλιά, αλλά του έλειπε η κοινή


180

D E A N KOONTZ

λογική. Αυτά που σας λέω συνέβαιναν πριν από πενήντα έξι χρόνια, το '38, πριν από τον πόλεμο». «Ακόμα και τότε, δεν ήταν δυνατόν», δήλωσε ο μπαμπάς. «Εσύ δεν είχες γεννηθεί ακόμα, ούτε και η Μάντι, επομένως μη μου λες τι ήταν και τι δεν ήταν δυνατόν. Το είδα με τα ίδια μου τα μάτια». «Δε μας το έχεις ξαναπεί», παρατήρησε ο μπαμπάς, που υποπτευόταν ότι το έβγαλε από το μυαλό της· αλλά δεν ήταν έτοιμος να την κατηγορήσει. «Τζίμι, το έχει ξαναπεί;» «Όχι», επιβεβαίωσα. «Θυμάμαι την ιστορία που μας διηγήθηκε η γιαγιά για τον Χάρι Ραμίρες που έβρασε μέχρι θανάτου, αλλά όχι γι' αυτόν τονΈκτορ Σάντσες». «Μάντι, εσύ θυμάσαι να το έχεις ξανακούσει;» «Όχι, καλέ μου», ομολόγησε η μητέρα μου, «αλλά αυτό δεν αποδεικνύει τίποτα. Σίγουρα η μητέρα θα το είχε λησμονήσει και θα το θυμήθηκε μόλις τώρα». «Αν έχεις δει άνθρωπο να πεθαίνει από πορδή, δεν το ξεχνάς εύκολα», είπε ο μπαμπάς κι ύστερα στράφηκε στη Λόρι: «Με συγχωρείς, αγαπητή μου. Συνήθως η συζήτηση στο τραπέζι δεν είναι τόσο χαμηλού επιπέδου». «Δεν ξέρετε τι πάει να πει χαμηλό επίπεδο, αν δεν έχετε φάει ραβιόλια κονσέρβα ακούγοντας ιστορίες για μολυσματικές πληγές φιδιών και για τη μυρωδιά ενός ανεμοστρόβιλου που πήρε και σήκωσε μια μονάδα βιολογικού καθαρισμού». Η γιαγιά έχασε την υπομονή της: «Δεν ξέχασα ποτέ τον Έκτορ Σάντσες. Απλώς δεν είχε τύχει μέχρι τώρα να το φέρει η συζήτηση». «Ποια ήταν η δουλειά του Έκτορ στο εργοστάσιο των λαδιών για τα μαλλιά;» ρώτησε η μαμά. «Αν τινάχτηκε στον αέρα από μια πορδή πριν από πενήντα έξι χρόνια, ποιος νοιάζεται με τι ασχολιόταν;» είπε ο μπαμπάς. «Η οικογένειά του σίγουρα νοιαζόταν», απάντησε η Γουίνα. «Η δουλειά του έβαζε φαγητό στο τσουκάλι. Εν πάση περιπτώσει, δεν τινάχτηκε στον αέρα. Αυτό δε γίνεται». «Δε σας τα 'λεγα εγώ;» δήλωσε θριαμβολογώντας ο πατέρας μου.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

181

«Όταν έκλεισα τα είκοσι ένα, την ημέρα των γενεθλίων μου, ο άντρας μου, ο Σαμ, με πήγε για πρώτη φορά σε μπαρ. Εμείς είχαμε τραπέζι. Ο Έκτορ καθόταν στο μπαρ, σε σκαμνί. Παρήγγειλα ένα Πινκ Σκουίρλ*. Σου αρέσουν τα Πινκ Σκουίρλ, Λόρι;» Η Λόρι απάντησε καταφατικά. Ύστερα μπήκε στη μέση ο μπαμπάς: «Θα με τρελάνεις μ' αυτά που λες. Αρχίζω να βλέπω ροζ σκίουρους να σκαρφαλώνουν στο ταβάνι». «Ο Έκτορ έπινε μπίρα με λάιμ», συνέχισε η Γουίνα. «Στο διπλανό σκαμνί καθόταν ένας μποντιμπιλντεράς. Οι δικέφαλοι του ήταν τεράστιοι σαν χοιρομέρια και στο μπράτσο του είχε για τατουάζ ένα μπουλντόγκ που μοστράριζε τα δόντια του». «Ο Έκτορ ή ο μποντιμπιλντεράς;» ρώτησε η μητέρα μου. «Ο Έκτορ δεν είχε τατουάζ -τουλάχιστον όχι σε ορατά σημεία του σώματος του. Όμως είχε για κατοικίδιο ένα μαϊμουδάκι που το έλεγαν Πάντσο». «Έπινε μπίρα και ο Πάντσο;» ρώτησε η μητέρα μου. «Το μαϊμουδάκι δεν ήταν εκεί». «Πού ήταν;» «Στο σπίτι, με την οικογένεια. Δεν ήταν απ' τις μαϊμούδες που τους αρέσει να τρέχουν στα μπαρ. Ο Πάντσο ήταν σπιτόγατος». Η μαμά χάιδεψε τον μπαμπά στον ώμο. «Αυτά τα μαϊμουδάκια μού αρέσουν εμένα». «Εκεί που καθόταν λοιπόν ο Έκτορ στο σκαμνί του μπαρ, αμολάει μία...» «Επιτέλους», αναφώνησε ο πατέρας μου. «...και ο μποντιμπιλντεράς ενοχλείται από τη μυρωδιά. Ο Έκτορ του λέει, "Άντε πνίξου", αν και δε μεταχειρίστηκε τη λέξη πνίξου». «Πόσο μεγαλόσωμος ήταν αυτός ο Έκτορ;» αναρωτήθηκε η Λόρι. «Θα έλεγα γύρω στο ένα και ογδόντα. Και ζύγιζε εξήντα πέντε κιλά». •Ροζ Σκίουρος: κοκτέιλ. (Σ.τ.Μ.)


182

D E A N KOONTZ

«Δε θα έβλαπτε να είχε μαζί του τη μαϊμού για βοήθεια», είπε η Λόρι. «Του ρίχνει λοιπόν ο μποντιμπιλντεράς δυο απανωτές γροθιές, τον αρπάζει απ' τα μαλλιά και του κοπανάει το πρόσωπο στον πάγκο τρεις φορές. Ο Έκτορ πέφτει από το σκαμνί, νεκρός, και ο μποντιμπιλντεράς παραγγέλνει άλλο ένα ουίσκι με μπίρα, χτυπημένο με δυο φρέσκα αβγά για τις πρωτεΐνες»· Ο πατέρας μου ακτινοβολούσε δικαιωμένος. «Επομένως είχα δίκιο. Δεν τον σκότωσαν τα αέρια των εντέρων. Τον σκότωσε ο μεθυσμένος μποντιμπιλντεράς». «Αν δεν είχε αμολήσει την πορδή, δε θα είχε σκοτωθεί», επέμεινε η γιαγιά. «Πώς έβρασε λοιπόν μέχρι θανάτου ο Χάρι Ραμίρες;» ρώτησε η Λόρι τελειώνοντας τη σούπα. Ακολούθησε το κυρίως πιάτο -ψητό κοτόπουλο με γέμιση κάστανα και λουκάνικα, πολέντα και αρακάς-, συνοδευόμενο από σαλάτα σέλερι. Όταν, περασμένα μεσάνυχτα, ο μπαμπάς έφερε το τρόλεϊ με τα γλυκά από την κουζίνα, η Λόρι δεν μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα σε μια τάρτα κρέμα μανταρίνι και ένα κομμάτι ζενουάζ· πήρε και από τα δύο. Δοκίμασε την κερ αλά κρεμ, το μπουντίνο ντι ρικότα και το Μον Μΐΐλαν ο μαρόν, κι ύστερα διάλεξε τέσσερα κομμάτια από ένα δίσκο με τρεις στρώσεις κουλουράκια. Καθώς έτρωγε με προσήλωση ένα κουλουράκι, διαπίστωσε πως όλοι στο τραπέζι είχαμε σωπάσει. Όταν ανασήκωσε το βλέμμα, όλοι της χαμογελούσαμε. «Υπέροχο», είπε. Συνεχίσαμε να χαμογελάμε. «Τι είναι;» ρώτησε. «Τίποτα, καλή μου», είπε η μητέρα μου. «Απλώς έχουμε την αίσθηση ότι όλη μας τη ζωή τρώγαμε μαζί σου». Η Λόρι έφυγε στη μία το πρωί, που ήταν νωρίς για την οικογένεια Τοκ αλλά αργά για κείνη. Στις εννέα το πρωί, είχε να διδάξει χορό σε δυο οργισμένους Ούγγρους. Η ιστορία με τους οργισμένους Ούγγρους έχει ενδιαφέρον. Θα την αφήσω για κάποιο άλλο βιβλίο, αν ζήσω για να το γράψω.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

183

Όταν στάθηκα με τη βοήθεια ενός πι στην είσοδο για να ξεπροβοδίσω τη Λόρι, εκείνη με φίλησε. Θα ήταν η ιδανική κατάληξη της βραδιάς... αν δε με είχε φιλήσει μονάχα στο μάγουλο κι αν δεν ήταν παρούσα ολόκληρη η φαμίλια μου, που μας κοιτούσε χαμογελώντας και, σε μια περίπτωση, χτυπώντας δυνατά τα χείλη. Ύστερα φίλησε επίσης τη γιαγιά μου, τη μητέρα μου και τον πατέρα μου, οπότε εγώ έπαψα να αισθάνομαι τόσο ξεχωριστός. Κατέληξε πάλι σ' εμένα, με ξαναφίλησε στο μάγουλο, οπότε ένιωσα λίγο καλύτερα. Όταν βγήκε ανάλαφρα έξω στη νύχτα, μου φάνηκε σαν να λιγόστεψε ο αέρας που ανέπνεα. Η απουσία της έκανε την αναπνοή επώδυνη. Ο μπαμπάς είχε αργήσει για τη δουλειά στο ξενοδοχείο. Καθυστέρησε προκειμένου να ξεπροβοδίσει τη Λόρι. «Γιε μου», είπε προτού φύγει, «κανένας φούρναρης που σέβεται τον εαυτό του δε θα άφηνε να του ξεφύγει μια τέτοια κοπέλα». Όσο η μαμά και η γιαγιά μάζευαν τα πιάτα και τα έβαζαν στα δύο πλυντήρια, εγώ βολεύτηκα σε μια πολυθρόνα του σαλονιού κι έγειρα το κεφάλι στο προστατευτικό κάλυμμα με τις κεντημένες αράχνες. Με το στομάχι ευχάριστα γεμάτο και με το πόδι ακουμπισμένο ψηλά σε σκαμνάκι, αισθανόμουν βασιλικά. Προσπάθησα να διαβάσω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, μιας σειράς με έναν ιδιωτικό ντετέκτιβ με νευροϊνωμάτωση, την ασθένεια που έγινε διάσημη χάρη στον Ανθρωπο Ελέφαντα. Ταξίδευε από τη μια άκρη του Σαν Φρανσίσκο ως την άλλη για τις έρευνές του, φορώντας πάντα πανωφόρι με κουκούλα για να κρύβει τα παραμορφωμένα χαρακτηριστικά του. Μου ήταν δύσκολο να συγκεντρωθώ στο διάβασμα. Όταν τελείωσε το συμμάζεμα της κουζίνας, η γιαγιά επέστρεψε στον καναπέ και στο εργόχειρο της. Είχε αρχίσει ένα μαξιλάρι σαρανταποδαρούσα. Η μαμά κάθισε μπροστά από το καβαλέτο στο ατελιέ της και δούλεψε το πορτραίτο ενός κόλεϊ. Το αφεντικό του είχε ζητήσει


184

D E A N KOONTZ

να του το ζωγραφίσει με καρό φουλάρι στο λαιμό και καουμπόικο καπέλο. Αν σκεφτούμε τη ζωή μου και το δείπνο που μόλις είχα απολαύσει, είναι φυσικό να θεωρηθώ κάπως εκκεντρικός. Όπως τα περιγράφω, τα μέλη της οικογένειας Τοκ μοιάζουν παράξενοι και ιδιόμορφοι άνθρωποι. Πράγμα που είναι. Και γι' αυτό τους αγαπάω. Ωστόσο, κάθε οικογένεια έχει τις δικές της εκκεντρικότητες, όπως άλλωστε και κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Όλοι έχουν τις ιδιορρυθμίες τους, ακριβώς όπως οι Τοκ. Εκκεντρικός σημαίνει έξω ή σε απόσταση από ό,τι θεωρείται φυσιολογικό. Σαν πολιτισμένοι άνθρωποι, μέσω της συναίνεσης, συμφωνούμε για το τι είναι φυσιολογικό· αλλά αυτή η συναίνεση έχει μεγάλο εύρος, δεν είναι περιορισμένη σαν το σχοινί του ακροβάτη στο τσίρκο. Ακόμα κι έτσι, κανείς μας δε ζει μια ζωή απολύτως νορμάλ ως προς όλους τους τομείς. Στο κάτω κάτω, είμαστε άνθρωποι, ο καθένας μας είναι μοναδικός -στο βαθμό βέβαια που κανένα μέλος ενός είδους δε διαφέρει από τα όμοιά του. Διαθέτουμε ένστικτο, αλλά δε μας εξουσιάζει. Νιώθουμε την έλξη της μη σκεπτόμενης αγέλης, τη σαγήνη του κοπαδιού, αλλά αντιστεκόμαστε στις ακραίες συνέπειες αυτής της επιρροής -κι όταν παρασυρόμαστε, παρασέρνουμε τις κοινωνίες μας στα ματωμένα συντρίμμια των αποτυχημένων ουτοπιών μας, οδηγούμενοι από έναν Χίτλερ ή έναν Λένιν ή έναν Μάο Τσετούνγκ. Και τα συντρίμμια μάς θυμίζουν ότι ο Θεός μάς έδωσε την ατομικότητά μας και πως, όταν την εγκαταλείπουμε, ακολουθούμε ένα σκοτεινό μονοπάτι. Όταν δεν καταφέρνουμε να αντιληφθούμε την εκκεντρικότητά μας και να τη διακωμωδήσουμε, γινόμαστε τέρατα ιδιοτέλειας. Κάθε οικογένεια είναι εξίσου εκκεντρική με τη δική μου, η καθεμιά με τον τρόπο της. Το εγγυώμαι. Αν ανοίξεις τα μάτια κι αντικρίσεις αυτή την αλήθεια, ανοίγεις την καρδιά σου στην ανθρωπότητα. Διάβασε Ντίκενς· αυτός ήξερε. Οι δικοί μου δε θέλουν να είναι κάποιος άλλος- θέλουν να εί-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

185

ναι αυτοί που είναι. Δεν πρόκειται ν' αλλάξουν για να εντυπωσιάσουν τους άλλους. Βρίσκουν νόημα στην ήρεμη πίστη του ενός προς τον άλλο και στα μικρά θαύματα της καθημερινής τους ζωής. Δε χρειάζονται ιδεολογίες, ούτε φιλοσοφίες για να αυτοπροσδιοριστούν. Τους ορίζει η ζωή τους, που την απολαμβάνουν με όλες τους τις αισθήσεις· τους ορίζει η ελπίδα· τους ορίζει η διάθεσή τους να γελούν. Από την πρώτη σχεδόν στιγμή που τη συνάντησα στη βιβλιοθήκη, είχα καταλάβει ότι η Λόρι Λιν Χικς ήξερε όσα ήξερε και ο Ντίκενς, άσχετα αν τον είχε διαβάσει ή όχι. Η ομορφιά της δεν οφειλόταν τόσο στην εξωτερική της εμφάνιση όσο στο γεγονός ότι δεν ήταν ένα φροϋδικό στερεότυπο και δε θα επέτρεπε ποτέ να την προσδιορίσουν με τέτοιους όρους· δεν ήταν θύμα κανενός, δεν ήταν το κορόιδο κανενός. Η ζωή της δεν καθοριζόταν από το τι της είχαν κάνει οι άλλοι. Δεν καθοριζόταν από το φθόνο ή από τη σιγουριά της ηθικής της ανωτερότητας, αλλά από τις δυνατότητες της ζωής. Παράτησα το μυθιστόρημα με τον ντετέκτιβ που έφερνε στον Ανθρωπο Ελέφαντα και, στηρίζοντας το βάρος του σώματος μου στα χέρια, στάθηκα όρθιος με το πι. Τα ροδάκια έτριξαν σιγανά. Κλείστηκα στην κουζίνα και πλησίασα το τηλέφωνο τοίχου. Στάθηκα εκεί για λίγο, σκουπίζοντας τις υγρές μου παλάμες στο πουκάμισό μου. Έτρεμα. Η νευρικότητά μου ήταν λιγότερο έντονη, αλλά πολύ πιο βαθιά από εκείνη που ένιωσα μπροστά στο όπλο του Πουντσινέλο. Ήταν η αγωνία του ορειβάτη που λαχταρά ν' ανέβει στο ψηλότερο βουνό του κόσμου σε χρόνο ρεκόρ, που ξέρει ότι σε κάποια στιγμή της ζωής του θα έχει τα προσόντα και τις σωματικές ικανότητες για να υλοποιήσει το όνειρο του, αλλά που φοβάται ότι γραφειοκράτες ή θύελλες, ή και η μοίρα ακόμα, θα τον εμποδίζουν ώσπου να χαθεί για πάντα η ευκαιρία. Και τότε ποιος θα είναι, τι θ' απογίνει; Στο διάστημα των έξι εβδομάδων από τη νύχτα των κλόουν, είχαμε μιλήσει πολλές φορές στο τηλέφωνο. Είχα απομνημονεύσει τον αριθμό της. Πάτησα τρία πλήκτρα. Το έκλεισα.


186

D E A N KOONTZ

To στόμα μου είχε στεγνώσει. Πλησίασα τρίζοντας ένα ντουλάπι, έπιασα ένα ποτήρι, πλησίασα τρίζοντας το νεροχύτη. Έβαλα δροσερό και φιλτραρισμένο νερό από την ειδική βρύση. Διακόσια πενήντα γραμμάρια πιο βαρύς και με το στόμα ακόμα θεόστεγνο, επέστρεψα στο τηλέφωνο. Πάτησα πέντε πλήκτρα. Το έκλεισα. Δεν εμπιστευόμουν τη φωνή μου. Έκανα δοκιμές: «Γεια, είμαι ο Τζίμι». Ακόμα κι εγώ είχα πάψει πλέον να αποκαλώ τον εαυτό μου Τζέιμς. Όταν διαπιστώνεις ότι πας ενάντια σε ένα θεμελιώδη νόμο του σύμπαντος, είναι προτιμότερο να υποκύψεις. «Γεια, είμαι ο Τζίμι. Με συγχωρείς αν σε ξύπνησα». Η φωνή μου έτρεμε και είχε ανεβεί κατά δύο οκτάβες. Είχα ν' ακουστώ έτσι από δεκατριών ετών. Καθάρισα το λαιμό μου, δοκίμασα ξανά και ακούστηκα σαν δεκαπεντάχρονος. Αφού πληκτρολόγησα έξι αριθμούς, ετοιμάστηκα να το κλείσω. Και τότε, με μια απερίσκεπτη ανεμελιά, πάτησα και τον έβδομο. Η Λόρι απάντησε με το πρώτο χτύπημα, λες και καθόταν πάνω από το τηλέφωνο. «Γεια, είμαι ο Τζίμι», είπα. «Με συγχωρείς αν σε ξύπνησα». «Έφτασα σπίτι μόλις πριν από ένα τέταρτο. Δεν έχω ξαπλώσει ακόμα». «Πέρασα πολύ ωραία απόψε». «Κι εγώ το ίδιο», μου είπε. «Μου αρέσει η οικογένειά σου». «Ξέρεις, είναι κάτι που δε θα έπρεπε να γίνει μέσω τηλεφώνου, αλλά αν δεν το κάνω δε θα κοιμηθώ. Θα μείνω ξαπλωμένος αγωνιώντας μήπως χαθεί η ευκαιρία μου και δεν μπορέσω ν' ανέβω στο βουνό». «Εντάξει», μου είπε, «μα αν είναι να συνεχίσεις να μιλάς με γρίφους, καλύτερα να κρατήσω σημειώσεις, ώστε αργότερα να μπορέσω να καταλάβω για ποιο πράγμα μού μιλούσες. Οκέι, πήρα χαρτί και στυλό». «Πρώτα πρώτα, η εξωτερική μου εμφάνιση δεν είναι σπουδαία».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

187

«Ποιος το λέει;» «Έχεις ακούσει το "καθρέφτη-καθρεφτάκο"; Άσε που είμαι και μπουνταλάς». «Έτσι λες διαρκώς, αλλά εγώ δεν είδα τέτοια δείγματα -εκτός από κάτι στιγμές σαν κι αυτή». «Ήμουν ανίκανος να χορέψω ακόμα και προτού βάλω αυτές τις σιδερένιες λάμες στο πόδι. Τώρα η χάρη μου στο χορό θα συγκρίνεται με τη χάρη του πρώτου τέρατος του δόκτορα Φράνκενσταϊν». «Σου χρειάζεται απλώς ο κατάλληλος δάσκαλος. Κάποτε δίδαξα χορό σε ένα ζευγάρι τυφλών». «Και, επιπλέον, είμαι φούρναρης, κι ίσως κάποια μέρα γίνω σεφ ζαχαροπλαστικής, πράγμα που σημαίνει ότι δεν πρόκειται να γίνω εκατομμυριούχος». «Θέλεις να γίνεις εκατομμυριούχος;» με ρώτησε. «Όχι ιδιαίτερα. Θ' ανησυχούσα διαρκώς πώς θα βρω τρόπους να μη χάσω τα χρήματα. Υποθέτω ότι θα έπρεπε να θέλω να γίνω εκατομμυριούχος. Ορισμένοι λένε ότι δεν έχω αρκετή φιλοδοξία». «Ποιοι;» «Ποιοι τι;» «Ποιοι λένε ότι δεν έχεις αρκετή φιλοδοξία;» «Πιθανώς οι πάντες. Και κάτι ακόμα· δε με πολυενδιαφέρουν τα ταξίδια. Οι περισσότεροι άνθρωποι θέλουν να γνωρίσουν τον κόσμο, αλλά εγώ είμαι σπιτόγατος. Πιστεύω ότι μπορείς να γνωρίσεις ολόκληρο τον κόσμο μέσα σε ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο, αν ξέρεις πώς να κοιτάξεις. Ποτέ δεν πρόκειται να γνωρίσω τη μεγάλη περιπέτεια στην Κίνα ή στη Δημοκρατία της Τόνγκα». «Πού είναι η Δημοκρατία της Τόνγκα;» «Ιδέα δεν έχω. Δε θα δω ποτέ την Τόνγκα. Πιθανώς ούτε το Παρίσι και το Λονδίνο. Ορισμένοι αυτό θα το θεωρούσαν τραγικό». «Ποιοι;» «Και δεν έχω καθόλου φινέτσα», έσπευσα να πω τώρα που 'χα πάρει φόρα και κατηγορούσα τον εαυτό μου. «Ε, όχι και καθόλου».


188

D E A N KOONTZ

«Ορισμένοι αυτό πιστεύουν». «Άντε πάλι αυτοί», είπε η Λόρι. «Ποιοι αυτοί;» «Οι ορισμένοι». «Ζούμε σε ένα από τα διασημότερα κέντρα χειμερινών σπορ του κόσμου», συνέχισα ακάθεκτος, «κι εγώ δεν ξέρω σκι. Δε θέλησα ποτέ να μάθω». «Κι αυτό είναι έγκλημα;» «Φανερώνει έλλειψη περιπετειώδους πνεύματος». «Ορισμένοι άνθρωποι τη θέλουν υποχρεωτικά την περιπέτεια», παρατήρησε εκείνη. «Εγώ πάντως όχι. Και οι πάντες ασχολούνται επίσης με την ορειβασία, τρέχουν σε μαραθώνιους, σηκώνουν βάρη. Εγώ δεν τα μπορώ αυτά με τίποτε. Εμένα μου αρέσουν τα βιβλία, τα παρατεταμένα δείπνα με πολλή κουβέντα, οι μακρινοί περίπατοι -επίσης με πολλή κουβέντα Δε γίνεται να συζητάς όταν τρέχεις με τα σκι στην πλαγιά, με ενενήντα χιλιόμετρα την ώρα. Δε γίνεται να συζητάς όταν τρέχεις σε μαραθώνιο. Ορισμένοι λένε ότι μιλάω υπερβολικά». «Είναι πολύ δογματικοί όλοι αυτοί, δε βρίσκεις;» «Ποιοι όλοι;» «Οι "ορισμένοι άνθρωποι". Σ' ενδιαφέρει η γνώμη των άλλων, αν εξαιρέσουμε τα μέλη της οικογένειάς σου;» «Όχι ιδιαίτερα. Κι αυτό είναι κάπως παράξενο, ε; Μόνο οι ψυχοπαθείς δεν ενδιαφέρονται για τη γνώμη των άλλων». «Πιστεύεις ότι είσαι ψυχοπαθής;» με ρώτησε. «Θα μπορούσα και να είμαυ>. «Δεν το νομίζω», διαφώνησε εκείνη. «Πιθανότατα έχεις δίκιο. Ένας ψυχοπαθής πρέπει ν' αγαπάει την περιπέτεια. Πρέπει να του αρέσει ο κίνδυνος, οι αλλαγές, το ρίσκο, κι εγώ δε συμπαθώ τίποτε από όλα αυτά. Είμαι πληκτικός. Είμαι βαρετός». «Κι αυτό πήρες να μου πεις; Ότι είσαι ένας πληκτικός, βαρετός, φλύαρος, συντηρητικός, αποτυχημένος ψυχοπαθής;» «Ναι, μα όλ' αυτά είναι η εισαγωγή». «Σε τι πράγμα;»


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

189

«Σε κάτι που δε θα έπρεπε να σου το ζητήσω από τηλεφώνου, κάτι που όφειλα να σου το πω πρόσωπο με πρόσωπο, κάτι που κατά πάσα πιθανότητα είναι τρομερά νωρίς για να σου το ζητήσω, αλλά μου κόλλησε η αλλόκοτη ιδέα ότι, αν δε σου μιλήσω απόψε, αργότερα δε θα μου το επιτρέψουν η μοίρα και οι θύελλες, και η ευκαιρία θα έχει χαθεί, οπότε η ερώτηση είναι... Λόρι Λιν Χικς, θέλεις να με παντρευτείς;» Νόμιζα ότι η σιωπή της σήμαινε ότι έμεινε άναυδη από κατάπληξη, ύστερα σκέφτηκα ότι ήθελε να παίξει μαζί μου και στο τέλος υποψιάστηκα ότι επρόκειτο για κάτι πιο δυσάρεστο, ώσπου μου είπε: «Είμαι ερωτευμένη με κάποιον άλλον».


ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ Κ Α Λ Ώ ς ΗΡΘΕς ΣΤΟΝ ΚΟςΜΟ, Α Ν Ν Ι ΤΟΚ

\


17

Τ

α γεγονότα της 15ης Σεπτεμβρίου του 1994 -όταν σημαντικό κομμάτι της πλατείας της πόλης τινάχτηκε στον αέραμε ώθησαν να πάρω στα σοβαρά τις υπόλοιπες προβλέψεις του παππού Τζόζεφ. Την πρώτη από τις πέντε «φοβερές μέρες» γλίτωσα και βγήκα ζωντανός. Όμως η επιβίωσή μου είχε το τίμημά της. Όταν είσαι είκοσι χρονών και κουτσαίνεις ελαφρά επειδή το πόδι σου είναι γεμάτο σιδερένιες λάμες, δε σε θεωρούν ήρωα, παρά μόνο αν απέκτησες τα τραύματά σου εν ώρα υπηρεσίας στους Πεζοναύτες. Το να σε πυροβολήσει ένας κλόουν καθώς προσπαθείς να τον αφοπλίσεις δε σου προσθέτει κανέναν ηρωισμό. Ακόμα κι αν πρόκειται για έναν αποτυχημένο κλόουν και ληστή τράπεζας. Δεν παύει να σε τραυμάτισε ένας κλόουν, πράγμα που θεωρείται γελοίο. Ο κόσμος πετάει σχόλια του τύπου, Ωραία λοιπόν, του το πήρες το όιάο, αλλά κατάφερε να κρατήσει το μπουκάλι με τη σόδα; Τρία χρόνια και κάτι μετά την πρώτη, ήρθε η δεύτερη ημερομηνία που ήταν γραμμένη στον κατάλογο: 19 Ιανουαρίου 1998, ημέρα Δευτέρα. Στο διάστημα των οχτώ με δέκα μηνών που προηγήθηκαν, εμείς σκεφτόμασταν και καταστρώναμε σχέδια. Στο πλαίσιο των προετοιμασιών μου, είχα αγοράσει ένα πιστόλι των εννέα χιλιοστών. Δεν πολυσυμπαθώ τα όπλα, αλλά δε μου αρέσει και να νιώθω ανυπεράσπιστος. Προσπάθησα ν' αποθαρρύνω τους δικούς μου να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους συνδέοντας τη μοίρα τους με τη δική μου.


194

DEAN KOONTZ

Παρά ταύτα, η μαμά, ο μπαμπάς και η γιαγιά ήθελαν σώνει και καλά να περάσουν μαζί μου όλο το εικοσιτετράωρο της μοιραίας μέρας. Το βασικό τους επιχείρημα ήταν ότι ο Πουντσινέλο Μπίζο δε θα με είχε πιάσει όμηρο στη βιβλιοθήκη, αν ήταν επίσης αναγκασμένος να αιχμαλωτίσει και τους τρεις τους. Όταν δεν είσαι μόνος, είσαι πιο ασφαλής. Η απάντησή μου ήταν ότι θα τους σκότωνε και τους τρεις και μετά θα με έπιανε όμηρο. Τα αντεπιχειρήματά τους ήταν ανάξια λόγου, αλλά πάντα πίστευαν ότι εκείνοι έβγαιναν νικητές στη διαμάχη, ξεμπερδεύοντας με ένα: «Κουταμάρες! Βλακείες! Κουραφέξαλα! Τρίχες! Μπούρδες! Ανοησίες! Χα, χα! Χαζομάρες! Μη λες σάχλες! Ωχ, το μάτι μου! Στον ύπνο σου! Κολοκύθια με τη ρίγανη/» Είναι αδύνατο να λογομαχήσεις με τους δικούς μου. Είναι σαν τον ποταμό Μισισιπή: Τα νερά του συνεχίζουν να αργοκυλούν και να σε παρασέρνουν, και πολύ γρήγορα βρίσκεσαι στο Δέλτα, μισοζαλισμένος από τη λιακάδα κι απ' τη νωθρή κίνησή τους. Κάναμε χιλιάδες συζητήσεις, τρώγοντας και αδειάζοντας αναρίθμητες κανάτες με καφέ, για να δούμε κατά πόσο θα ήταν συνετό να καθίσω στ' αβγά μου, μέσα στο σπίτι, κλειδώνοντας πόρτες και παράθυρα και κρατώντας απ' έξω όλους τους κλόουν και τους πράκτορες του χάους που θα επιχειρούσαν να με συναντήσουν. Η μαμά πίστευε πως έπρεπε να περάσουμε τη μέρα σε δημόσιο χώρο με πολύ κόσμο. Μια και στο Σνόου Βίλατζ δεν υπάρχει μέρος που να συγκεντρώνει ολημερίς μεγάλα πλήθη, πρότεινε να ταξιδέψουμε αεροπορικώς στο Λας Βέγκας και να εγκατασταθούμε σε ένα καζίνο για είκοσι τέσσερις ώρες. Ο μπαμπάς προτιμούσε να βρισκόμαστε καταμεσής ενός τεράστιου ξέφωτου με θέα προς πάσα κατεύθυνση. Η γιαγιά προειδοποίησε ότι ένας μετεωρίτης που πέφτει από τον ουρανό είναι εξίσου επικίνδυνος και στον ανοιχτό χώρο, και στο κλειδαμπαρωμένο σπίτι, και στο Βέγκας. «Στο Βέγκας δεν μπορεί να συμβεί τίποτε απ' όλα αυτά», επέμεινε η μαμά, αντλώντας την πεποίθησή της από μια κούπα καφέ


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

195

που ήταν όσο το μισό της κεφάλι. «Μην ξεχνάτε ότι κουμάντο στην πόλη κάνει η μαφία. Ελέγχουν πλήρως την κατάσταση». «Η μαφία!» αναφώνησε ο πατέρας μου αγανακτισμένος. «Μάντι, η μαφία δεν μπορεί να ελέγξει τους μετεωρίτες». «Είμαι βέβαιη ότι μπορεί. Είναι άνθρωποι αποφασισμένοι, αδίστακτοι και ξύπνιου), είπε η μητέρα μου. «Το δίχως άλλο», συμφώνησε η γιαγιά μου. «Διάβασα σε ένα περιοδικό ότι πριν από δύο χιλιάδες χρόνια ένα διαστημόπλοιο προσγειώθηκε στη Σικελία. Οι εξωγήινοι ανακατεύτηκαν με τους Σικελούς -γι' αυτό είναι τόσο σκληροτράχηλου). «Ποιο ηλίθιο περιοδικό θα δημοσίευε τέτοιες σάχλες;» ρώτησε ο μπαμπάς. «Το Νιούζγουικ», αποκρίθηκε η γιαγιά. «Δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο να δημοσίευσε το Νιούζγουικ μια τέτοια πατάτα!» «Κι όμως εγώ το διάβασα», τον διαβεβαίωσε η γιαγιά. «Το διάβασες σε κάποια από τις παρανοϊκές φυλλάδες σου». «Στο Νιούζγουικ». Άκουγα χαμογελώντας, αφήνοντας τα νερά του Δέλτα να με ταξιδεύουν. Πέρασαν οι μέρες, οι εβδομάδες, οι μήνες, και παρέμεινε σαφές, όπως πάντα, ότι δεν μπορείς να τα βάλεις με το πεπρωμένο. Την κατάσταση περιέπλεξε το γεγονός ότι ήμασταν έγκυοι. Ναι, αντιλαμβάνομαι ότι μπορεί ορισμένοι να θεωρήσουν αλαζονικό αυτό το «ήμασταν», όταν μάλιστα προέρχεται από τα χείλη ενός άντρα, δεδομένου ότι ο άντρας μοιράζεται βέβαια τη χαρά της σύλληψης και της πατρότητας, αλλά καθόλου τον ενδιάμεσο πόνο. Την περασμένη άνοιξη, η γυναίκα μου, που είναι το φως της ζωής μου, είχε αναγγείλει στην οικογένεια πανευτυχής: «Είμαστε έγκυοι». Αφ' ης στιγμής μου έδωσε την άδεια να μεταχειρίζομαι το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, εγώ το υιοθέτησα. Επειδή δεν μπορούσαμε να προσδιορίσουμε την ημέρα της σύλληψης, ο οικογενειακός γιατρός μάς είχε πει ότι η πιθανότερη ημερομηνία τοκετού θα ήταν το διάστημα μεταξύ 18ης και 19ης Ιανουαρίου.


196

DEAN KOONTZ

Αμέσως σκεφτήκαμε ότι το πρώτο μας παιδί θα ερχόταν στον κόσμο την ημέρα για την οποία ο παππούς Τζόζεφ είχε προειδοποιήσει τον πατέρα μου πριν από πολλά χρόνια: τη Δευτέρα στις 19 του μηνός. Το ρίσκο ήταν ξάφνου τόσο μεγάλο, που θέλαμε ν' αποσυρθούμε από το παιχνίδι. Εντούτοις, όταν παίζεις πόκερ με το διάβολο, δεν εγκαταλείπεις το τραπέζι πριν απ' αυτόν. Μολονότι προσπαθούσαμε όλοι να μην το δείχνουμε, ήμασταν τόσο φοβισμένοι που δεν είχαμε ανάγκη από καθαρτικά. Καθώς ο χρόνος μάς οδηγούσε προς το ραντεβού με το άγνωστο, η ελπίδα και η δύναμη που η Λόρι κι εγώ αντλούσαμε από την οικογένεια μετρούσε περισσότερο από κάθε άλλη φορά.


17

Μ

ια και η πολυαγαπημένη μου σύζυγος αρέσκεται στο να με παιδεύει -«Είμαι ερωτευμένη με κάποιον άλλον»-, παιδεύω κι εγώ εσάς. Θυμηθείτε: Έχω διδαχτεί τη δομή της αφήγησης μιας ιστορίας από μια οικογένεια που της αρέσει να αφηγείται και που αντιλαμβάνεται ίσαμε το μεδούλι το μαγικό ρεαλισμό της ζωής. Ξέρω τους κανόνες, ξέρω τα κόλπα· κι αν σε άλλους τομείς είμαι αδέξιος, τώρα που γράφω για τη ζωή μου θα καταβάλω κάθε δυνατή προσπάθεια να μη σφηνώσει το κεφάλι μου στον κουβά· κι αν προκύψει το νούμερο με το ποντίκι στο παντελόνι, είμαι βέβαιος ότι δε θα με γιουχάρουν. Με άλλα λόγια, περιμένετε. Αυτό που μοιάζει τραγικό μπορεί να είναι κωμικό, αν το καλοσκεφτείς, κι αυτό που είναι κωμικό μπορεί σε λίγο να προκαλέσει δάκρυα. Όπως η ζωή. Κάνοντας λοιπόν μια σύντομη αναδρομή, ας θυμηθούμε εκείνη τη νύχτα του Νοέμβρη του 1994, όταν στεκόμουν στην κουζίνα των γονιών μου, γέρνοντας στον πάγκο για να μην πέφτει το βάρος στο δεμένο πόδι μου, και εξηγούσα στη Λόρι πως, μολονότι δεν ήμουν ιδιαίτερα όμορφος, μολονότι ήμουν πληκτικός και βαρετός και φλύαρος και εχθρός της περιπέτειας, ήλπιζα ότι θα ενθουσιαζόταν στην ιδέα να με παντρευτεί. Κι εκείνη είπε: «Είμαι ερωτευμένη με κάποιον άλλον». Θα μπορούσα να της ευχηθώ κάθε ευτυχία. Θα μπορούσα να φύγω τρίζοντας από την κουζίνα με το πι μου, ν' ανέβω κούτσα κούτσα τα σκαλιά, να κρυφτώ στην κρεβατοκάμαρά μου και να πνιγώ φράζοντας το στόμα μου με το μαξιλάρι.


198

D E A N KOONTZ

Αυτό θα σήμαινε ότι δε θα την ξανάβλεπα ποτέ σε τούτη τη ζωή ή στην επόμενη. Η προοπτική μού φαινόταν αφόρητη. Εξάλλου, δεν είχα φάει ακόμα αρκετά γλυκά ώστε να είμαι έτοιμος να εγκαταλείψω τούτο τον κόσμο για κάποιον στον οποίο η ύπαρξη της ζάχαρης δεν είναι εξασφαλισμένη. Τουλάχιστον οι θεολόγοι δεν έχουν πει κάτι τέτοιο. Διατήρησα τη σταθερότητα της φωνής μου αποφασισμένος να παραστήσω το στωικό ηττημένο που δε θα σκεφτόταν ποτέ να αυτοκτονήσει με το μαξιλάρι του. «Κάποιον άλλον;» «Είναι φούρναρης», μου απάντησε. «Πώς σου φαίνεται, ε;» Το Σνόου Βίλατζ είναι αισθητά μικρότερο από τη Νέα Υόρκη. Αν αγαπούσε άλλο φούρναρη, σίγουρα θα τον γνώριζα. «Θα πρέπει να τον ξέρω», είπα. «Τον ξέρεις. Είναι εξαιρετικά προικισμένος. Στην κουζίνα του δημιουργεί θεσπέσια πράγματα. Είναι ο καλύτερος». Μου ήταν αδύνατο να χάσω τη μεγάλη αγάπη της ζωής μου και τα πρωτεία στην ιεραρχία των αρτοποιών της Κομητείας Σνόου. «Δεν αμφιβάλλω ότι θα είναι συμπαθητικός τύπος, αλλά, ξέρεις, στα μέρη μας μόνο ο μπαμπάς μου είναι καλύτερος από μένα, και πολύ σύντομα θα τον φτάσω». «Να τος», είπε εκείνη. «Ποιος;» «Αυτός με τον οποίο είμαι ερωτευμένη». «Είναι εκεί τώρα; Δώσ' μου τον να του μιλήσω». «Γιατί;» «Θέλω να διαπιστώσω αν ξέρει να φτιάξει ένα υποφερτό πάτε σαμπλέ». «Τι είν' αυτό;» «Αν είναι τόσο σπουδαίος, θα ξέρει τι είναι. Λόρι, άκου με. Ο κόσμος είναι γεμάτος από τύπους που ισχυρίζονται ότι έχουν τα προσόντα να γίνουν οι βασιλιάδες των αρτοποιών, αλλά είναι μονάχα λόγια. Φέρ' τον στο τηλέφωνο, να δούμε πόσα απίδια βάζει ο σάκος». «Είναι ήδη στη γραμμή», μου είπε. «Εκείνος ο αλλόκοτος άλλος Τζίμι -αυτός που υποτιμούσε διαρκώς τον εαυτό του, αυτός


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

199

που μου 'λεγε πόσο συνηθισμένος και βαρετός και ασήμαντος είναι- ελπίζω να έφυγε για πάντα». Όπα; Τι έγινε, ρε παιδιά; «Ο δικός μου Τζίμι», συνέχισε εκείνη, «δεν είναι καυχησιάρης, αλλά ξέρει την αξία του. Και ο δικός μου Τζίμι δε θα σταματήσει ποτέ τις προσπάθειες αν δεν αποκτήσει αυτό που θέλει». «Επομένως», ρώτησα, μη μπορώντας πλέον να συγκρατήσω το τρέμουλο της φωνής μου, «θ-θα παντρευτείς τ-τον Τζίμι σου;» «Δε μου έσωσες τη ζωή;» «Ναι, αλλά κι εσύ έσωσες τη δική μου». «Γιατί να μπούμε σε τόσο κόπο αν ήταν να μην παντρευτούμε;» ρώτησε. Παντρευτήκαμε δύο Σάββατα πριν από τα Χριστούγεννα. Ο πατέρας μου ήταν ο κουμπάρος μου. Η Τσίλσον Στρόμπερι ήρθε αεροπορικώς από τη Νέα Ζηλανδία, όπου μάθαινε μπάντζι τζάμπινγκ σε κάτι τύπους εκεί, για να γίνει παράνυμφος. Αν την παρατηρούσες, δε θα πήγαινε ποτέ ο νους σου ότι κάποτε έσκασε με το πρόσωπο πάνω στο στηθαίο μιας γέφυρας. Ο μπαμπάς της Λόρι, ο Μπέιλι, έκανε ένα διάλειμμα από το κυνήγι των καταιγίδων για να συνοδεύσει τη νύφη στο ιερό. Κατέφτασε ανεμοδαρμένος, κι ακόμα και με το νοικιασμένο σμόκιν που φόρεσε, πάλι ανεμοδαρμένος έμοιαζε, σημαδεμένος από το επάγγελμά του. Η Αλίζα Χικς, η μητέρα της Λόρι, αποδείχτηκε μια γυναίκα χαριτωμένη και γοητευτικότατη. Ωστόσο μας απογοήτευσε, γιατί δεν έφερε μαζί της κανένα φίδι. Στα τρία χρόνια που ακολούθησαν μετά το γάμο, έγινα σεφ ζαχαροπλαστικής. Η Λόρι άλλαξε επάγγελμα και, από δασκάλα του χορού, έγινε ντιζάινερ ιστοσελίδων, ώστε να μπορεί ν' ακολουθεί τα ωράρια ενός φούρναρη. Αγοράσαμε σπίτι. Τίποτε εξωφρενικό. Δύο πατώματα, δύο κρεβατοκάμαρες, δύο μπάνια. Ένα σπίτι για να ξεκινήσουμε την κοινή μας ζωή. Στο μεταξύ, κρυολογούσαμε, αναρρώναμε, κάναμε σχέδια,


200

D E A N KOONTZ

κάναμε έρωτα, αντιμετωπίζαμε προβλήματα με τα ρακούν και παίζαμε πινάκλ με τη μαμά και τον μπαμπά. Και μείναμε έγκυοι. Το μεσημέρι της 12ης Ιανουαρίου, ημέρα Δευτέρα, ύστερα από τρεις ώρες ύπνο, η Λόρι ξύπνησε από έναν πόνο χαμηλά στην κοιλιά και στη βουβωνική χώρα. Έμεινε ξαπλωμένη για κάμποσο, μετρώντας τις συσπάσεις. Ήταν ακανόνιστες και αραιές. Επειδή ήταν ακριβώς μια εβδομάδα νωρίτερα από την ημερομηνία τοκετού που είχε δώσει ο γιατρός, υπέθεσε ότι επρόκειτο για λάθος συναγερμό. Της είχε τύχει ένα παρόμοιο επεισόδιο πριν από τρεις ημέρες. Είχαμε πάει στο νοσοκομείο -και επιστρέψαμε με το μωρό στο φούρνο ακόμα. Οι συσπάσεις ήταν αρκετά επώδυνες και δεν την άφησαν να ξανακοιμηθεί. Προσέχοντας να μη με ξυπνήσει, σηκώθηκε από το κρεβάτι, έκανε ένα μπάνιο, ντύθηκε και πήγε στην κουζίνα. Παρά τον περιοδικό πόνο στην κοιλιά, πεινούσε. Κάθισε στο τραπέζι της κουζίνας και, διαβάζοντας το αστυνομικό που της είχα συστήσει, έφαγε ένα κομμάτι τούρτα σοκολάτα-κεράσι και δύο κομμάτια κούγκελχοπφ με αγριοκύμινο. Για μερικές ώρες οι συσπάσεις συνεχίστηκαν στην ίδια ένταση και σε εξίσου αραιά διαστήματα. Έξω από το παράθυρο, τα λευκά πούπουλα του ουρανού μαδούσαν κι έπεφταν. Το χιόνι κατέβαινε σιωπηλά και σκέπαζε απαλά τα δέντρα και την αυλή. Αρχικά η Λόρι δεν πολυέδωσε σημασία στο χιόνι. Κατά κανόνα, Ιανουάριο μήνα χιονίζει τις περισσότερες μέρες. Ξύπνησα λίγο μετά τις τέσσερις το απόγευμα, έκανα ντους, ξυρίστηκα και πήγα στην κουζίνα, καθώς άρχιζε σιγά σιγά να πέφτει το φως. Καθισμένη ακόμα στο τραπέζι, βυθισμένη στο τελευταίο Κεφάλαιο του αστυνομικού, η Λόρι ανταπέδωσε το φιλί μου σηκώνοντας τα μάτια από τη σελίδα της για μια στιγμή μονάχα. «Δε μου λες, θεέ της ζαχαροπλαστικής, θα μου δώσεις ένα κομμάτι στρόιζελ;» Κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της είχε αποκτήσει διά-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

201

φορές μανίες με τα φαγητά, αλλά το αγαπημένο της γλυκό ήταν τα κέικ στρόιζελ, καθώς και διάφορα είδη κούγκελχοπφ. «Αυτό το μωρό θα γεννηθεί και θα μιλάει γερμανικά», προφήτεψα. Προτού της φέρω το κέικ, έριξα μια ματιά έξω από το παράθυρο της πίσω πόρτας και είδα τα σκαλοπάτια του εξώστη σκεπασμένα με δεκαπέντε εκατοστά φρέσκο χιόνι. «Φαίνεται ότι η μετεωρολογική έπεσε πάλι έξω», σχολίασα. «Αυτό δεν είναι αραιή χιονόπτωση». Απορροφημένη από το βιβλίο, η Λόρι δεν είχε παρατηρήσει ότι η αραιή χιονόπτωση είχε μετατραπεί σε δυνατή, αν και χωρίς αέρα. «Υπέροχα», είπε απολαμβάνοντας τη θέα των φρέσκων και απαλών νιφάδων. Αμέσως μετά σφίχτηκε στην καρέκλα της. «Όπα». Εγώ εκείνη την ώρα πήγαινα να κόψω το στρόιζελ και φαντάστηκα ότι το επιφώνημα αναφερόταν στην ιστορία που διάβαζε. Άκουσα τη σφυριχτή εισπνοή της κι ύστερα ένα βογκητό. Το βιβλίο ξέφυγε απ' τα χέρια της κι έπεσε στο τραπέζι. Γυρίζοντας να κοιτάξω, την είδα ξάφνου κάτασπρη σαν τη χιονισμένη πλάση έξω από το παράθυρο μας. «Τι έχεις;» «Νόμιζα ότι ήταν πάλι λάθος συναγερμός». Πλησίασα το τραπέζι. «Πότε άρχισε;» «Γύρω στις δώδεκα το μεσημέρι». «Πριν από πέντε ώρες; Και δε με ξύπνησες;» «Ο πόνος ήταν μονάχα χαμηλά στην κοιλιά και στο βουβώνα, όπως την άλλη φορά», μου απάντησε. «Μα τώρα...» «...απλώθηκε σε όλη την κοιλιά;» «Ναι». «Μέχρι πίσω στην πλάτη;» «Ναι, ναι, ναι». Η συγκεκριμένη περιγραφή ανταποκρινόταν στα συμπτώματα του αληθινού τοκετού. Ζάρωσα φοβισμένος, αλλά μόνο για μια στιγμή. Αμέσως με-


202

DEAN

KOONTZ

τά, ο φόβος έδωσε τη θέση του στην έξαψη, καθώς σκεφτόμουν ότι σύντομα θα γινόμουν πατέρας. Ο φόβος θα φώλιαζε μέσα μου για τα καλά αν ήξερα ότι το σπίτι μας ήταν υπό παρακολούθηση κι ότι ένας υπερευαίσθητος κοριός, εγκατεστημένος στην κουζίνα μας, είχε μόλις μεταδώσει τη συζήτησή μας σε έναν ακροατή που δεν απείχε παρά καμιά διακοσαριά μέτρα από το σπίτι μας.


26

Σ

ε μια γυναίκα που περιμένει το πρώτο της μωρό, το αρχικό στάδιο του τοκετού διαρκεί κατά μέσο όρο δώδεκα ώρες. Είχαμε άφθονο καιρό μπροστά μας. Το νοσοκομείο απείχε δεν απείχε δέκα χιλιόμετρα. «Θα ετοιμάσω το αμάξι», είπα. «Εσύ τελείωσε το βιβλίο σου». «Δώσ' μου το στρόιζελ». «Επιτρέπεται να τρως στην πρώτη φάση του τοκετού;» «Μα τι λες τώρα; Πεθαίνω της πείνας. Σκοπεύω να τρώω σε όλη τη διάρκεια της γέννας». Της έδωσα το κομμάτι του στρόιζελ που μόλις είχα κόψει κι ανέβηκα να φέρω το σάκο που είχαμε ήδη έτοιμο. Ανέβηκα τη σκάλα με προσοχή και κατέβηκα με σχεδόν παρανοϊκή βραδύτητα. Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να πέσω και να σπάσω κάνα πόδι. Στα τρία χρόνια του γάμου μας, είχα χάσει μεγάλο μέρος της αδεξιότητάς μου. Ήταν σαν να απορρόφησα ορισμένη από τη χάρη της Λόρι, μέσω ώσμωσης. Πάντως, απέφυγα να το ρισκάρω και μετέφερα προσεκτικά τη βαλίτσα στο γκαράζ για να τη φορτώσω στο πίσω μέρος του Φορντ Εξπλόρερ. Διαθέταμε επίσης μία Πόντιακ Τρανς Αμ του 1986. Κατακόκκινη καρότσα, μαύρο σαλόνι. Η Λόρι έδειχνε κούκλα εκεί μέσα. Σήκωσα την αυτόματη πόρτα κατά μερικά εκατοστά ώστε να αερίζεται ο χώρος, έβαλα μπροστά το Εξπλόρερ κι άφησα αναμ-


204

D E A N KOONTZ

μένη τη μηχανή. Ήθελα να ζεσταθεί η καμπίνα μέχρι να κατεβεί η Λόρι. Λόγω μιας ήπιας χιονόπτωσης πριν από τέσσερις ημέρες, είχα φορέσει τις αλυσίδες στα λάστιχα και προτίμησα να μην τις αφαιρέσω. Ικανοποιημένος τώρα από την προνοητικότητά μου, ένιωθα σίγουρος για τον εαυτό μου και κύριος της κατάστασης. Είχα προβλέψει τα πάντα, οπότε όλα θα πήγαιναν μια χαρά. Χάρη στην κατευναστική επίδραση της Λόρι, είχα γίνει άοκνος οπτιμιστής. Προτού τελειώσει η νύχτα, θα πλήρωνα ακριβά αυτή μου την αισιοδοξία... Στο δωματιάκι που συνέδεε το γκαράζ με την κουζίνα, έβγαλα τα παπούτσια μου και φόρεσα τις μπότες του σκι. Ξεκρέμασα το χοντρό μπουφάν Γκορ-Τεξ/Θερμολάιτ από το γάντζο του τοίχου και το φόρεσα. Πιάνοντας ένα παρόμοιο μπουφάν, πήγα στην κουζίνα να το δώσω στη Λόρι. Τη βρήκα να βογκάει όρθια πλάι στο ψυγείο. «Ο πόνος χειροτερεύει όταν κινούμαι. Όταν στέκω ακίνητη κι όταν κάθομαι, είναι καλύτερα», είπε. «Τότε θα δυσκολευτείς μονάχα μέχρι να μπεις στο Εξπλόρερ. Στο νοσοκομείο θα σε καθίσουμε σε πολυθρόνα με ροδάκια». Τη βοήθησα να κάτσει στη θέση του συνοδηγού και να φορέσει τη ζώνη ασφαλείας κι ύστερα γύρισα στο ενδιάμεσο δωμάτιο. Έσβησα τα φώτα του σπιτιού, έκλεισα την πόρτα, κλείδωσα. Δεν είχα ξεχάσει το πιστόλι των εννέα χιλιοστών. Αν και βέβαια δε φανταζόμουν ότι θα μου χρειαζόταν. Η δεύτερη από τις πέντε φοβερές μέρες της ζωής μου θα ερχόταν σε μια εβδομάδα. Δεδομένου ότι όσα είχε προβλέψει ο παππούς Τζόζεφ είχαν αποδειχτεί μέχρι τώρα ακριβή, δε σκέφτηκα ότι μπορεί να είχε πέσει έξω στη δεύτερη ημερομηνία -ούτε ότι μπορεί να προέβλεψε πέντε αντί για έξι μέρες φοβερές. «Σ' αγαπώ πιο πολύ κι απ' όλα τα στρόιζελ και τα κούγκελχοπφ του κόσμου», είπε η Λόρι όταν κάθισα στο τιμόνι του Εξπλόρερ. «Σ' αγαπώ πιο πολύ κι από την κρεμ μπριλέ και την ταρτ ο λιμέτ».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

205

«Μ* αγαπάς πιο πολύ από την κρέμα με φασολοβλάσταρα;» με ρώτησε. «Δυο φορές πιο πολύ». «Είμαι τυχερή γυναίκα». Καθώς η πόρτα άνοιγε προς τα πάνω μουγκρίζοντας, η Λόρι μόρφασε από μια σύσπαση. «Νομίζω ότι είναι αγόρυ>. Είχε κάνει υπερηχογράφημα για να βεβαιωθεί ότι το μωρό ήταν υγιές, αλλά δε θελήσαμε να μάθουμε το φύλο. Είμαι σαφώς υπέρμαχος της σύγχρονης τεχνολογίας, αλλά όχι όταν σου στερεί μια από τις γλυκύτερες απολαύσεις. Βγήκα από το γκαράζ και διαπίστωσα ότι είχε σηκωθεί λίγος άνεμος. Δεν ήταν δυνατός, μα έκανε τις νιφάδες να χορεύουν καθώς έπεφταν πυκνές μπροστά στα φώτα του αυτοκινήτου, θαμπώνοντας την ορατότητα κατά κύματα. Το σπίτι μας βρισκόταν στη Χόκσμπιλ Ρόουντ, έναν ασφαλτοστρωμένο δρόμο με δύο λωρίδες που συνέδεε το Σνόου Βίλατζ με το ομώνυμο τουριστικό θέρετρο. Το ξενοδοχείο όπου εργαζόμαστε ο μπαμπάς κι εγώ απέχει δύο χιλιόμετρα βόρεια και τα περίχωρα της πόλης εκτείνονται οχτώ χιλιόμετρα νότια. Εκείνη τη στιγμή, ο δρόμος ήταν έρημος και προς τις δύο κατευθύνσεις. Μόνο οι περίπολοι των αυτοκινητοδρόμων, οι απερίσκεπτοι και οι ετοιμόγεννες θα έβγαιναν έξω με τέτοιο καιρό. Η Χόκσμπιλ Ρόουντ δεν έχει πολλά σπίτια. Στο μεγαλύτερο μέρος της εκτείνεται σε ένα πετρώδες, ανώμαλο έδαφος που σίγουρα δε συντελεί στην κατασκευή ενός καλού οδοστρώματος. Το σπίτι μας βρίσκεται στο πιο φιλόξενο κομμάτι του δρόμου, μαζί με άλλα πέντε: τρία από τη δική μας πλευρά και δύο από την ανατολική πλευρά του δρόμου. Γνωρίζουμε και διατηρούμε.φιλικές σχέσεις με τους γείτονες των τεσσάρων από αυτά τα σπίτια. Στο πέμπτο, ακριβώς απέναντι μας, ζούσε επί δεκαετίες η Νέντρα Λαμ, μια ιδιόρρυθμη γυναίκα της περιοχής. Στο μπροστινό κομμάτι του κήπου της ήταν τοποθετημένα μισή ντουζίνα τοτέμ ύψους δυόμισι μέτρων, σκαλισμένα από την ίδια και στολισμένα με κέρατα ελαφιού. Αυτές οι γκροτέσκες φιγούρες έβλεπαν προς τον αυτοκινητόδρομο, απειλώντας τους ανεπιθύμητους επισκέπτες με την αγριάδα τους.


206

DEAN KOONTZ

Η Νέντρα Λαμ ήταν μια ερημίτισσα προικισμένη με χιούμορ. Το χαλάκι της εξώπορτας δεν έγραφε ΚΑΛΩΣ ΟΡΙΣΕΣ αλλά ΠΑΡΕ ΔΡΟΜΟ. Το σπίτι της τώρα διακρινόταν με δυσκολία πίσω από την κουρτίνα του χιονιού. Ήταν ένας αχνός άσπρος όγκος σε ένα ακόμα πιο λευκό τοπίο. Καθώς έβγαινα από το δρομάκι του σπιτιού μας στον αυτοκινητόδρομο, πρόσεξα κίνηση στο σπίτι της Λαμ. Από τη σκοτεινή τρύπα του ανοιχτού γκαράζ της βγήκε ένα ογκώδες όχημα που από μακριά μού φάνηκε σαν μεγάλο φορτηγό με σβησμένα φώτα. Εδώ και τριάντα οχτώ χρόνια, η Νέντρα οδηγούσε ένα Πλίμουθ Βάλιαντ του 1960, το ασχημότερο, ομολογουμένως, αμάξι που έβγαλε ποτέ το Ντιτρόιτ, που το διατηρούσε σε άριστη κατάσταση, σαν να επρόκειτο για πρότυπο αυτοκινητικού ντιζάιν. Καθώς το επερχόμενο όχημα, ανάμεσα από τα πέπλα του χιονιού, έφτανε στο τέλος του δρόμου της Νέντρα κι έβγαινε με φόρα στη Χόκσμπιλ Ρόουντ, είδα ότι ήταν ένα μαύρο Χάμερ, η πολιτική εκδοχή του στρατιωτικού Χάμβι. Μεγάλο, γρήγορο, με κίνηση στους τέσσερις τροχούς, ανεπηρέαστο από το χιόνι και τον πάγο, το Χάμερ δεν έστριψε ούτε αριστερά ούτε δεξιά, αλλά πέρασε το δρόμο και, με τα φώτα σβηστά, ερχόταν καταπάνω μας. «Τι κάνει αυτός;» αναρωτήθηκε η Λόρι. Φοβούμενος ενδεχόμενη σύγκρουση, πάτησα φρένο και σταμάτησα. Το Χάμερ σταμάτησε έξω από το δρόμο του σπιτιού μας, φράζοντάς μας τη δίοδο. Η πόρτα του οδηγού άνοιξε. Κατέβηκε ένας άντρας. Κρατούσε τουφέκι.


26

Ο

τύπος ήταν ψηλός, με φαρδιούς ώμους, που φούσκωναν ακόμα περισσότερο λόγω του δερμάτινου μπουφάν με τη γούνινη επένδυση που του 'φτάνε ίσαμε το μηρό. Φορούσε σκούφο με αυτιά, κατεβασμένο χαμηλά στο μέτωπο. Δεν πρόσεξα περισσότερες λεπτομέρειες της γκαρνταρόμπας του, γιατί τα μάτια μου καρφώθηκαν στο τουφέκι, που έμοιαζε λιγότερο με όπλο κυνηγού και περισσότερο με στρατιωτικό εργαλείο, με ογκώδη γεμιστήρα. Στάθηκε μπροστά από το Χάμερ, σε απόσταση πέντε μόνο μέτρων από το Εξπλόρερ, και σήκωσε το όπλο του για να μας τρομοκρατήσει ή για να μας σκοτώσει. Ο μέσος φούρναρης μπορεί να σάστιζε και να παρέλυε μπροστά σ' αυτές τις εξελίξεις, όμως εγώ ήμουν πανέτοιμος για δράση. Καθώς σήκωνε το όπλο, πάτησα δυνατά το δεξί μου πόδι στο γκάζι. Αυτός το ξεκίνησε, όχι εγώ, οπότε δεν είχα ενδοιασμό να αντιδράσω δυναμικά. Σκόπευα να τον λιώσω ανάμεσα στα δύο οχήματα. Καταλαβαίνοντας μονομιάς ότι αν μου κάρφωνε μια σφαίρα στο σταυρό δε θα μπορούσε να αναχαιτίσει την πορεία του Εξπλόρερ, πέταξε το όπλο και πήδηξε στο καπό του Χάμερ, με μια ευλυγισία που φανέρωνε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι είχε καταβολές από μαϊμού. Καθώς πιάστηκε από τις μπάρες οροφής πάνω από το παρμπρίζ, με την πρόθεση να σκαρφαλώσει ενδεχομένως στην οροφή, εγώ έκοψα απότομα δεξιά για ν' αποφύγω μια άσκοπη πλέον σύγκρουση. Ο προφυλακτήρας μου άγγιξε το Χάμερ, κι ακού-


208

DEAN KOONTZ

στηκε το τρίξιμο της λαμαρίνας, ενώ πετάγονταν φευγαλέα σπίθες ανάμεσα από τις νιφάδες. Απομακρυνθήκαμε με ταχύτητα. Οδήγησα το Εξπλόρερ στην μπροστινή αυλή, ευγνωμονώντας το γεγονός ότι το έδαφος είχε παγώσει κάτω από το χιόνι πριν από εβδομάδες και ήταν τώρα σκληρό σαν την άσφαλτο. Έτσι δεν κινδυνεύαμε να κολλήσουμε στη λάσπη. «Τι ήταν αυτό;» ρώτησε η Λόρι. «Μακάρι να 'ξερα». «Τον γνωρίζεις;» «Δε νομίζω. Αλλά δεν καλοείδα το πρόσωπό του». «Εγώ δε θέλω να καλοδώ το πρόσωπό του». Τα γερμένα κλαδιά των τεράστιων κέδρων ήταν φορτωμένα με χιόνι και μας έκρυβαν την ορατότητα. Έτσι κι αλλιώς, το λευκό τοπίο και το πυκνό χιόνι που έπεφτε δε μας επέτρεπαν να βλέπουμε και πολλά. Χωρίς να χάσω καιρό, έστριψα απότομα αριστερά, αποφεύγοντας την τελευταία στιγμή τη σύγκρουση με τον κορμό ενός δέντρου. Προς στιγμήν, σκέφτηκα ότι το Χάμερ θα μας ακολουθούσε· αλλά δεν το έκανε. Περάσαμε ξυστά από τον κορμό του κέδρου. Τα κλαδιά τρίφτηκαν στην οροφή και στην πλευρά του συνοδηγού, ενώ καταρράκτες χιονιού τινάχτηκαν στο παρμπρίζ, τυφλώνοντάς με. Το πιθανότερο ήταν ότι, την ώρα που εμείς τον προσπερνούσαμε ορμητικά, ο τύπος κατέβηκε από την οροφή του Χάμερ για να μαζέψει το όπλο του. Αν μια σφαίρα έσπαγε το πίσω τζάμι μας, διαπερνούσε το μαξιλάρι της πλάτης του καθίσματος και καρφωνόταν στο κρανίο μου, ή στο κρανίο της Λόρι, εμείς ούτε καν θα το πέρναμε μυρωδιά. Η καρδιά μου είχε ανεβεί στο λαρύγγι μου και χτυπούσε τόσο γρήγορα που δυσκολευόμουν να καταπιώ. Έθεσα σε λειτουργία τους καθαριστήρες, μπρος και πίσω, και τα τζάμια καθάρισαν από το χιόνι. Καθώς βγαίναμε στον αυτοκινητόδρομο, βλέπαμε και πάλι το νυχτερινό τοπίο μπροστά μας. Περάσαμε το ρείθρο με ένα ταρακούνημα και βγήκαμε στο δρόμο, με κατεύθυνση προς Νότο. «Είσαι καλά;» ρώτησα.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

209

«Εσύ κοίτα το δρόμο. Εγώ είμαι καλά». «Το μωρό;» «Τσαντίστηκε επειδή κάποιος προσπαθεί να πυροβολήσει τη μαμά του». Έτσι όπως ήταν καθισμένη στη θέση του συνοδηγού, η Λόρι γύρισε, όσο της το επέτρεπαν η ζώνη και η κατάστασή της, και κοίταξε προς το σπίτι, μισοκλείνοντας τα μάτια. Από τους καθρέφτες δεν έβλεπα τίποτε άλλο πέρα από τον άδειο αυτοκινητόδρομο πίσω μας και τους φωτισμένους από τα πίσω φώτα στροβίλους του χιονιού που αφήναμε στο πέρασμά μας. «Βλέπεις τίποτα;» ρώτησα. «Έρχεται». «Θα τρέξουμε περισσότερο και δε θα μας φτάσει». «Μπορούμε;» Το Χάμερ είχε δυνατότερη μηχανή από το Εξπλόρερ. Μη έχοντας μια έγκυο γυναίκα στο αμάξι του, ο ένοπλος θα ήταν ταχύτερος, θα ρίσκαρε περισσότερο, θα έφτανε το τζιπ στα όριά του. «Κάλεσε την Άμεση Δράση», είπα. Το κινητό τηλέφωνο ήταν συνδεδεμένο με τον αναπτήρα, φωλιασμένο στην κονσόλα, στη θήκη για το ποτήρι. Το πήρε, το άνοιξε, μούγκρισε με αδημονία ενόσω περίμενε να σβήσουν το λογότυπο της τηλεφωνικής εταιρείας και τα εισαγωγικά στοιχεία της οθόνης. Φώτα φάνηκαν στον καθρέφτη μου. Φώτιζαν ψηλότερα από τα φώτα των συνηθισμένων τζιπ. Ήταν το Χάμερ. Η Λόρι πληκτρολόγησε το 911. Περίμενε, άκουσε, πάτησε λήξη και ξαναπληκτρολόγησε τα τρία ψηφία. Το 1998, σε ορισμένες περιοχές, οι εταιρείες κινητής τηλεφωνίας δεν είχαν τόσο καλό σήμα όσο σήμερα. Και η χιονοθύελλα δυσκόλευε ακόμα περισσότερο την κατάσταση. Το Χάμερ είχε μειώσει την απόσταση που μας χώριζε· απείχε το πολύ είκοσι μέτρα από μας. Ήταν ένα όχημα με προσωπικότητα· η μούρη του θύμιζε εχθρικό σκαθάρι. Έπρεπε να τα ζυγιάσω και ν' αποφασίσω τι θα ήταν λιγότερο επικίνδυνο για τη


210

DEAN KOONTZ

φήσω το Εξπλόρερ να τρέξει κι άλλο με τέτοιο καιρό... ή να περιμένω να δω αν θα μας έφτανε το Χάμερ;... Είχαμε ήδη πιάσει τα εβδομήντα -μεγάλη ταχύτητα για τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες. Το χιόνι έκρυβε τα σημάδια του δρόμου. Δεν ξεχώριζα εύκολα πού τελείωνε το χαντάκι και πού άρχιζε ο δρόμος. Έχοντας ταξιδέψει μυριάδες φορές σ' αυτό τον αυτοκινητόδρομο, ήξερα ότι σε ορισμένα σημεία η δυτική πλευρά αλλού φάρδαινε και αλλού στένευε. Στα απόκρημνα σημεία υπήρχαν προστατευτικά κιγκλιδώματα, αλλά ορισμένες από τις δίχως περίφραξη πλαγιές ήταν αρκετά απότομες και θα γλιστρούσαμε, έτσι και ξέφευγα πάνω από μισό μέτρο απ' το οδόστρωμα. Έπιασα τα ενενήντα χιλιόμετρα την ώρα, και το Χάμερ χάθηκε μέσα στο ολοένα και πυκνότερο χιόνι, σαν πλοίο-φάντασμα μες στην ομίχλη. «Αναθεματισμένο τηλέφωνο», είπε η Λόρι. «Μην τα παρατάς». Ο αέρας δυνάμωσε απότομα μέσα στη νύχτα. Ανατολικά της Χόκσμπιλ Ρόουντ το τοπίο αλλάζει. Σε ορισμένες θύελλες, ο αέρας κατεβαίνει ορμητικά από τις απότομες πλαγιές που δεσπόζουν στην περιοχή και, αναπτύσσοντας ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα στον κάμπο, μαστιγώνει ανελέητα τη δημοσιά. Μερικές φορές, ακόμα και βαριά οχήματα -μεγάλα φορτηγά και αυτοκινούμενα τροχόσπιτα- παρασύρονται και βγαίνουν από το δρόμο, όταν οι οδηγοί τους αψηφούν τις συστάσεις της Πολιτειακής Αστυνομίας που περιπολεί στους αυτοκινητόδρομους. Δεχτήκαμε ισχυρές ριπές ανέμου και χρειάστηκε να βάλω τα δυνατά μου για να κρατήσω το Εξπλόρερ εκεί όπου πίστευα ότι βρισκόταν η λωρίδα προς Νότο. Αναζήτησα πυρετωδώς μια καλύτερη στρατηγική από τούτη την αλλόφρονα φυγή. Άδικος κόπος. Η Λόρι βόγκηξε πιο δυνατά απ' όσο προηγουμένως και εισέπνευσε σφυριχτά, σφίγγοντας τα δόντια. «Έλα, μωρό μου», είπε στο αγέννητο παιδί μας, «σε παρακαλώ, μη βιάζεσαι. Σιγά σιγά, μωρό μου, με την ησυχία σου». Το Χάμερ εμφανίστηκε πίσω μας, μες στο στραφταλιστό λευ-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

211

κό μούχρωμα: μαύρο, μεγάλο, γυαλιστερό, σαν δαιμονισμένο όχημα σε κακή ταινία τρόμου. Είχαμε διανύσει κάτι λιγότερο από δύο χιλιόμετρα. Τα περίχωρα του Σνόου Βίλατζ απείχαν ακόμα πάνω από έξι χιλιόμετρα. Οι αλυσίδες ηχούσαν σαν καμπάνες στη γυμνή άσφαλτο, ενώ στον πάγο ο ήχος άλλαζε, γινόταν πιο κριτσανιστός και τριζάτος. Όμως, παρά τις αλυσίδες και την κίνηση στους τέσσερις τροχούς, θα ήταν ολέθριο να τρέξει κανείς με περισσότερο από εβδομήντα χιλιόμετρα την ώρα. Στον καθρέφτη, οι προβολείς του Χάμερ με τύφλωσαν. Η Λόρι δεν κατάφερνε να συνδεθεί. Βλαστήμησε άγρια την τηλεφωνική εταιρεία και, ομολογώ, δεν είχε άδικο. Για πρώτη φορά από την ώρα που ξεκίνησε η καταδίωξη, άκουσα το μουγκρητό του Χάμερ και το ξεχώρισα από το μουγκρητό του Εξπλόρερ. Μολονότι δεν ήταν παρά ο θόρυβος μιας άβουλης μηχανής, η οποία δεν μπορεί να έχει ούτε καλές ούτε κακές προθέσεις, εμένα μου φάνηκε απειλητικός. Όσο κι αν ρίσκαρα αναπτύσσοντας ταχύτητα, δεν ήταν δυνατό ν' αφήσω τον ένοπλο να πέσει επάνω μας. Το οδόστρωμα γλιστρούσε, οπότε εύκολα θα έχανα τον έλεγχο του τιμονιού και το αμάξι θα έφευγε από το δρόμο. Πάτησα γκάζι. Το Φορντ έπιασε τα ογδόντα πέντε... Τα εκατό... Όταν φτάσαμε στην επόμενη κατηφοριά του δρόμου, αισθάνθηκα σαν να έπεφτα με έλκηθρο σε απότομη πλαγιά. Το Χάμερ έμεινε λίγο πίσω μας, αλλά αμέσως μετά μας ξαναπλησίασε. Όταν επικρατούν τέτοιες συνθήκες, όταν έχει τόσο δυνατή χιονοθύελλα, η Πολιτειακή Αστυνομία περιπολεί τη Χόκσμπιλ Ρόουντ με Σαμπέρμπαν εφοδιασμένα με εκχιονιστικό εξοπλισμό, βαρούλκα και θερμός με ζεστό καφέ, για να βοηθήσουν αυτοκινητιστές που ενδεχομένως αντιμετωπίζουν προβλήματα. Με λίγη τύχη, δε θ' αναγκαζόμασταν να φτάσουμε στην πόλη για να γυρέψουμε βοήθεια. Προσευχήθηκα να συναντούσαμε άμεσα μια περίπολο. Πίσω μας, τα φώτα της οροφής του Χάμερ άστραψαν ξαφνι-


212

DEAN KOONTZ

κά, πλημμυρίζοντας το εσωτερικό του Εξπλόρερ με λαμπρή φωτοχυσία, λες και ήμασταν ηθοποιοί στο παλκοσένικο. Δεν ήταν δυνατό να οδηγεί και συγχρόνως να χρησιμοποιεί την καραμπίνα του. Παρά ταύτα, ένιωσα να μου ορθώνονται οι τρίχες στο σβέρκο. Κατά μήκος της δυτικής πλευράς του δρόμου, μια σειρά βραχωδών σχηματισμών λειασμένων από το χρόνο σχημάτιζαν ένα αποτελεσματικό φράγμα στον άνεμο που κατέβαινε σφυρίζοντας από τα ανατολικά. Στη βάση των βράχων είχε σχηματιστεί ένα βουναλάκι από χιόνι, που αποτελούσε πια ένα είδος προστατευτικού· μολονότι χαμήλωνε από τα δυτικά προς τα ανατολικά, σε τρόμαζε με το ύψος του. Η χιονοθύελλα μπορούσε να σε ξεγελάσει μ' ένα σωρό τεχνάσματα. Το πυκνό χιόνι που έπεφτε, εκτός του ότι σε τύφλωνε, σου δημιουργούσε την ψευδαίσθηση ότι το τοπίο είχε κλίση. Λευκό πάνω σε λευκό, μέσα σε λευκό περιβάλλον. Το στοιβαγμένο χιόνι έμοιαζε σαν να το διαμόρφωσε ένας μάστορας στην τέχνη του καμουφλάζ, και δημιουργούσε την εντύπωση μιας ελαφριάς ανύψωσης του οδοστρώματος. Προτού προλάβω να φρενάρω, πέσαμε σε ένα μαλακό τοίχο ύψους ενός μέτρου, χάνοντας μονομιάς το ένα τρίτο της ταχύτητάς μας. Η Λόρι έβγαλε μια κραυγή καθώς τιναχτήκαμε μπροστά. Μας συγκράτησαν οι ζώνες μας, και ευχήθηκα να δέχτηκε την πίεση ο ώμος της κι όχι η κοιλιά της. Μόλις βρεθήκαμε μέσα στο βουναλάκι του χιονιού, οι μπροστινές ρόδες προσπάθησαν να σκαρφαλώσουν επάνω του. Το συμπαγές χιόνι έξυσε το κάτω μέρος του οχήματος. Μόλο που χάναμε με ταχύ ρυθμό κι άλλη ταχύτητα, το αμάξι αγωνιζόταν να προχωρήσει. Η μια ρόδα σπινάρισε, ενώ οι άλλες τρεις πατούσαν γερά στο έδαφος. Σκέφτηκα ότι θα τα καταφέρουμε -αλλά τότε το αυτοκίνητο ακινητοποιήθηκε.


26

Η

μηχανή δε σταματάει ποτέ όταν απολαμβάνεις μια βόλτα στην εξοχή και έχεις στη διάθεσή σου όλο το χρόνο που απαιτείται για να λυθεί το πρόβλημα. Όχι, η μηχανή σταματάει όταν βιάζεσαι να μεταφέρεις την έγκυο γυναίκα σου στο νοσοκομείο μέσα σε χιονοθύελλα, ενώ σε καταδιώκει ένας ένοπλος με ένα SUV μεγέθους θωρηκτού. Αυτό κάτι αποδεικνύει. Ίσως ότι η ζωή έχει ένα σχέδιο, που ωστόσο είναι δύσκολο να το εννοήσεις. Ίσως ότι υπάρχει αυτό που λέμε μοίρα. Ίσως ότι, αν τυχόν η γυναίκα σου κυοφορεί, καλύτερα να ζεις δίπλα σε νοσοκομείο. Μερικές φορές, καθώς γράφω για τη ζωή μου, έχω την αλλόκοτη αίσθηση ότι κάποιος γράφει τη ζωή μου ενόσω εγώ γράφω γι' αυτήν. Αν ο Θεός είναι συγγραφέας και το σύμπαν το μεγαλύτερο μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ, μπορεί εγώ να νιώθω ότι είμαι ο κύριος χαρακτήρας στην ιστορία, αλλά, όπως κάθε άντρας και κάθε γυναίκα πάνω στη Γη, δεν είμαι παρά συμπρωταγωνιστής σε μια από τα δισεκατομμύρια των δευτερευουσών ιστοριών του βιβλίου. Ξέρετε τι παθαίνουν οι συμπρωταγωνιστές. Πολλοί συχνά σκοτώνονται στο 3ο ή στο 10ο ή στο 35ο Κεφάλαιο. Ένας συμπρωταγωνιστής πρέπει πάντα να κοιτάζει πάνω απ' τον ώμο του. Όταν κοίταξα εγώ πάνω από τον ώμο μου εκεί πέρα, στη Χόκσμπιλ Ρόουντ, είδα το Χάμερ σταματημένο καμιά δεκαπενταριά μέτρα πίσω μας. Ο οδηγός του δεν κατέβηκε αμέσως. «Αν βγούμε από το Εξπλόρερ, θα μας ρίξει», είπε η Λόρι.


214

DEAN KOONTZ

«Πιθανότατα». Γύρισα το κλειδί στο τιμόνι, πάτησα το γκάζι. Ο μονότονος ήχος της μίζας και ο θόρυβος της μηχανής δεν ενέπνεαν και πολλές ελπίδες. «Αν μείνουμε εδώ, θα μας ρίξει», είπε η Αόρι. «Πιθανότατα». «Σκατά». «Κι απόσκατα», συμφώνησα. Το Χάμερ πλησίασε περισσότερο. Οι προβολείς της οροφής φώτιζαν τώρα ολόκληρο το Εξπλόρερ, λούζοντας τον αυτοκινητόδρομο ευθεία μπροστά στο φως και συγχρόνως βυθίζοντάς τον στο σκοτάδι. Σταμάτησα να πατάω γκάζι, από φόβο μήπως μπουκώσει η μηχανή. «Ξέχασα την τσάντα μου», είπε η Λόρι. «Δε γυρίζουμε να την πάρουμε». «Απλώς ήθελα να πω ότι... ότι αυτή τη φορά δεν έχω καν μια λίμα». Το Χάμερ λοξοδρόμησε κι άρχισε να σχηματίζει τόξο γύρω μας μπαίνοντας στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Συγκέντρωσα την προσοχή μου στο χέρι με το οποίο κρατούσα το κλειδί και προσπάθησα να βάλω ξανά μπροστά. Δεν τολμούσα να σηκώσω το βλέμμα, όχι επειδή φοβόμουν το Χάμερ, αλλά επειδή η θέα των νιφάδων που εξακολουθούσαν να πέφτουν κατά εκατομμύρια μου προκαλούσε ταραχή. Αισθανόμουν στο έλεος του ανέμου, όπως ακριβώς κι αυτές, έρμαιο κάθε αλλαγής στην κατεύθυνσή του, ανήμπορος να χαράξω μόνος την πορεία μου. «Μα τι κάνει;» ρώτησε η Λόρι. Δεν ήξερα, γι' αυτό έμεινα συγκεντρωμένος στο κλειδί· η μηχανή κόντεψε να πάρει μπρος. «Τζίμι, βγάλε μας από δω», μου είπε επιτακτικά. Μην το μπουκώσεις, είπα μέσα μου. Μην το ζορίζεις. Άσ' το να πάρει μπροστά ομαλά. «Τζίμι!» Η μηχανή πήρε μπρος, μούγκρισε.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

215

Το Χάμερ είχε σταματήσει δίπλα μας, όχι παράλληλα αλλά υπό γωνία σαράντα πέντε μοιρών. Ο μπροστινός του προφυλακτήρας γυάλιζε τώρα μερικά εκατοστά μακριά από την πόρτα μου, φτάνοντας στο ύψος του παραθύρου μου και εμποδίζοντάς με να βγω. Από τόσο κοντά φάνταζε τεράστιο, εν μέρει επειδή είχε θεόρατες ρόδες που του πρόσθεταν τριάντα εκατοστά ακόμα, λες και ο οδηγός του σκόπευε να λάβει μέρος σε αγώνες με φορτηγά-τέρατα. Το Εξπλόρερ όρμησε μπροστά, όχι πολύ γρήγορα αλλά πεισμωμένα, σκάβοντας το χιονισμένο βουναλάκι και σκαρφαλώνοντας πάνω του -ωστόσο το Χάμερ πλησίασε κι άλλο και μας χτύπησε στο πλάι. Ο μεταλλικός κρότος της σύγκρουσης συνοδεύτηκε από το τρίξιμο της λαμαρίνας. Πλεονεκτώντας τόσο λόγω μεγέθους όσο και λόγω ιπποδύναμης, το Χάμερ άρχισε να σπρώχνει το Εξπλόρερ από τα πλάγια προς τους βράχους κατά μήκος της δυτικής άκρης του δρόμου, ενόσω τα δύο οχήματα συνέχιζαν την αργή πορεία τους. Κοίταξα από το πλαϊνό τζάμι το Χάμερ, πασχίζοντας να διακρίνω πίσω από το παρμπρίζ το πρόσωπο του τρελού καθάρματος, σάμπως η έκφρασή του να έδινε απάντηση στο γιατί που με απασχολούσε. Παρά τα δυνατά μπροστινά του φώτα και τους προβολείς της οροφής, δεν κατάφερα να τον δω. Η μια αλυσίδα μας έσπασε, αλλά συνέχισε να κρέμεται από τη ρόδα και να χτυπιέται με θόρυβο στους θόλους των φτερών και στο κάτω μέρος του αυτοκινήτου -ο ήχος θύμιζε πιστολιές. Μου ήταν αδύνατο να προσπαθώ να αποφύγω το τείχος του χιονιού και συγχρόνως να επιταχύνω για να απαλλαγώ από το Χάμερ. Εκεί που νόμιζα ότι δε θα κατάφερνα να του ξεφύγω, η ξαφνική μείωση της αντίστασης ήταν ένδειξη ότι σκαρφαλώσαμε επιτέλους στο βουναλάκι του χιονιού. Οι ελπίδες μας φούντωσαν απρόσμενα. Καθώς βρισκόταν ψηλότερα από μας, ο διώκτης μας θα πρέπει να είχε δει τι επρόκειτο να συμβεί και θα πρέπει να πάτησε γκάζι


216

D E A N KOONTZ

την ύστατη στιγμή. Μονομιάς, την ώρα που ορμούσαμε μπροστά, το Χάμερ μάς μιμήθηκε σπρώχνοντάς μας ακόμη πιο δυνατά. Στα δυτικά, ο ανώμαλος βραχώδης σχηματισμός είχε εξαφανιστεί και στη θέση του εμφανίστηκαν τα δέντρα μιας δασώδους περιοχής. Η Λόρι είχε δυσάρεστα νέα: «Δεν υπάρχει προστατευτικό κιγκλίδωμα». Το Εξπλόρερ γλίστρησε πλάγια για κάμποσα μέτρα, οπότε θα πρέπει ασφαλώς να είχε ξεφύγει από την άσφαλτο και να βρισκόταν εκτός δρόμου. Στην προσπάθειά μου να το προσπεράσω και να ξαναβγώ στη δημοσιά, οι πίσω μου ρόδες γλίστρησαν και βρεθήκαμε με τη μούρη στραμμένη προς το δρόμο. Αν στρίβαμε κι άλλο, θα καταλήγαμε να κατρακυλήσουμε στην πλαγιά με την όπισθεν -προοπτική εξαιρετικά δυσοίωνη. Η Λόρι έπνιξε κάτι ανάμεσα σε κραυγή και λυγμό, είτε λόγω μιας σύσπασης είτε επειδή η προοπτική της πτώσης σε άγνωστο έδαφος με το πίσω μέρος του αυτοκινήτου δεν την ενθουσίαζε τόσο όσο μια βόλτα με το τρενάκι του τρόμου στο λούνα παρκ. Πάτησα γκάζι, πράγμα που άλλαξε την όλη ισορροπία του οχήματος. Το Εξπλόρερ διέγραψε ένα ημικύκλιο με τη φορά των δεικτών του ρολογιού και η πορεία του διορθώθηκε. Πολύ αργά. Η εμπρός δεξιά πλευρά έγειρε απότομα και κατάλαβα ότι είχαμε περάσει την εξωτερική άκρη του αυτοκινητόδρομου. Καθώς το Χάμερ μάς έσπρωχνε αδιάλειπτα, το Εξπλόρερ θα κατρακυλούσε και θα έπεφτε σε ό,τι βρισκόταν από κάτω. Πηγαίνοντας κόντρα στο ένστικτο, έστριψα το τιμόνι απότομα δεξιά, προς το κενό, πράγμα που η Λόρι ασφαλώς θεώρησε καθαρή απόπειρα αυτοκτονίας -αλλά εγώ ήλπιζα να χρησιμοποιήσω το Χάμερ, αντί να συνεχίζω να το πολεμάω. Κάναμε στροφή ενενήντα μοιρών και βρεθήκαμε κρεμασμένοι πάνω από το κενό, μακριά από το διώκτη μας. Είδαμε μια μακριά χιονισμένη πλαγιά -η κλίση της δεν ήταν ούτε ήπια ούτε επικίνδυνα απότομη- με πεύκα βυθισμένα σε ένα αποθαρρυντικό πηχτό σκοτάδι που τα φώτα του αυτοκινήτου μας αδυνατούσαν να διαλύσουν. Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε, κι αμέσως πάτησα φρένο, συγκρατώντας το αμάξι στην κορυφή του κεκλιμένου εδάφους. Τώ-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

217

ρα πια βλέπαμε προς τα πού κατευθυνόμασταν, αλλά εγώ εξακολουθούσα να μη θέλω να τραβήξω κατά κει. Το Χάμερ έβαλε όπισθεν κι απομακρύνθηκε λίγο, προφανώς με την πρόθεση να πάρει φόρα και να μας σπρώξει από πίσω. Με την απότομη κλίση που είχαμε προς τα μπρος, εύκολα θα μας αναποδογύριζε και θα παίρναμε τούμπες στον γκρεμό τραβώντας κατά το δάσος. Δεν είχα επιλογή. Προτού μας κουτουλήσει, άφησα το φρένο. «Κρατήσου», είπα στη Λόρι. Με τη μηχανή στο ρελαντί και τη βαρύτητα να μας παρασέρνει, αρχίσαμε να κατηφορίζουμε την πλαγιά.


26

Ο

μόνος τρόπος για να ξεφύγουμε από τον ένοπλο διώκτη μας ήταν να κατηφορίσουμε προς τη βάση της πλαγιάς. Πάτησα μαλακά τα φρένα, με σύνεση, προσπαθώντας να διατηρήσω τον έλεγχο της καθόδου μας. Η σπασμένη αλυσίδα ξέφυγε από τη ρόδα. Αν εξαιρέσουμε το θόρυβο της μηχανής και το αμυδρό κροτάλισμα των υπόλοιπων αλυσίδων, δεν ακουγόταν πια παρά το θρόισμα του χιονιού. Στο συγκεκριμένο τμήμα του δάσους τα δέντρα ήταν παλιά και θεόρατα, με πυκνά ψηλά κλαδιά τόσο σφιχτοπλεγμένα μεταξύ τους που σχημάτιζαν ένα είδος προστατευτικής τέντας. Το χιόνι στο έδαφος έφτανε δεν έφτανε το ένα μέτρο, κατά τόπους μάλιστα ήταν ακόμα λιγότερο. Επιπλέον, λόγω του ότι οι ακτίνες του ήλιου δύσκολα εισχωρούσαν κάτω από εκείνα τα δέντρα, το έδαφος ήταν σχεδόν απαλλαγμένο από θάμνους και τα χαμηλότερα κλαδιά βρίσκονταν πολύ ψηλότερα από εμάς. Η βλάστηση εδώ δεν ήταν τόσο πυκνή όσο σε ένα πιο νέο δάσος αειθαλών. Τα τεράστια γέρικα δέντρα, που άπλωναν κτητικά τα κλαδιά τους διψώντας για φως, είχαν πνίξει τα νεότερα, που μαράζωσαν και χάθηκαν. Κατά συνέπεια, τα πεύκα -και τα παρεμβαλλόμενα έλαταήταν πιο αραιά από αλλού. Οι εντυπωσιακοί κορμοί τους -ευθείς, με ανώμαλο φλοιό- μου θύμιζαν τις κολόνες που στηρίζουν την οροφή ενός καθεδρικού ναού με πολλούς θόλους, αν και τούτος εδώ ο ναός δεν πρόσφερε ζεστασιά ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή, και είχε μια κλίση σαν πλοίο που βουλιάζει. Όσο μπορούσα να ελέγχω την ταχύτητά μας, θα κατόρθωνα


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

219

να ελίσσομαι ανάμεσα στα δέντρα. Κάποια στιγμή θα φτάναμε στο τέλος της πλαγιάς, σε μια κοιλάδα ή έστω σ' ένα στενό μονοπάτι. Θα μπορούσα να τραβήξω βόρεια ή νότια, με την ελπίδα να συναντήσω ένα δρόμο της υπηρεσίας δασών που θα μας έβγαζε από την ερημιά. Δε θα μπορούσαμε να σκαρφαλώσουμε στην πλαγιά που τώρα δα κατεβαίναμε. Ένα όχημα με κίνηση στους τέσσερις τροχούς μπορεί να αντιμετωπίσει το χιόνι και το ανώμαλο έδαφος, αλλά η απότομη κλίση αργά ή γρήγορα θα το νικούσε, εν μέρει επειδή θα εξαντλούνταν τα καύσιμα. Η ελπίδα μας για σωτηρία εξαρτιόταν εξ ολοκλήρου από το αν θα φτάναμε σώοι και αβλαβείς στη βάση της πλαγιάς. Όσο το Εξπλόρερ δούλευε, θα είχαμε μια ευκαιρία να γλιτώσουμε. Μολονότι δεν έμαθα ποτέ μου σκι, αναγκάστηκα να σκεφτώ σαν σκιέρ σε σλάλομ καθώς οδηγούσα το Εξπλόρερ με ελιγμούς ανάμεσα από τα δέντρα. Δεν τολμούσα να στρίψω τόσο απότομα όσο ένας σκιέρ που σχεδόν αγγίζει τα σημαιάκια, επειδή αναμφίβολα το Εξπλόρερ θα τούμπαρε. Το κόλπο ήταν να παίρνω επιδέξια ανοιχτές στροφές, πράγμα που απαιτούσε γρήγορες αποφάσεις μπροστά σε κάθε καινούριο εμπόδιο, αλλά και μια γενική θεώρηση της έκτασης και της μορφής του κομματιού του δάσους που θα επακολουθούσε, προκειμένου να σκέφτομαι την επόμενη μανούβρα ενόσω ακόμα εκτελούσα την τρέχουσα. Το εγχείρημα αποδείχτηκε εξόχως δυσκολότερο από το να πετύχεις τη σωστή υφή μιας κρέμας. «Τζίμι, βράχοι!» «Τους βλέπω». «Πεσμένος κορμός!» «Στρίβω αριστερά». «Δέντρα!» «Ναι». «Το πέρασμα είναι πολύ στενό!» «Θα τα καταφέρουμε». Τα καταφέραμε. «Ωραίος ελιγμός», σχολίασε η Λόρι. «Μόνο που έβρεξα τα βρακιά μου».


220

D E A N KOONTZ

«Πού έμαθες να οδηγείς;» «Στις παλιές ταινίες του Στιβ Μακ Κουίν». Δεν μπορούσα να αποφύγω την ελεγχόμενη βουτιά μας στρίβοντας απλώς το τιμόνι δεξιά κι αριστερά στην πλαγιά, επειδή εδώ κι εκεί η κλίση του εδάφους παραήταν απότομη και δεν επέτρεπε στο Εξπλόρερ να παραμένει όρθιο ενόσω κινιόταν. Έτσι λοιπόν, άντλησα όση παρηγοριά μπορούσα από τη λέξη ελεγχόμενη. Αν το όχημα πάθαινε ζημιά και υποχρεωνόμασταν να το εγκαταλείψουμε, η κατάστασή μας θα γινόταν απελπιστική -θα βρισκόμασταν σε αδιέξοδο. Στην κατάστασή της, η Λόρι δε θα μπορούσε να διανύσει τα απαιτούμενα χιλιόμετρα, ακόμα κι αν ήμασταν σε φίλιο έδαφος. Επιπλέον, δε φορούσε μπότες, φορούσε αθλητικά παπούτσια. Τα μπουφάν μάς εξασφάλιζαν σημαντική προστασία, αλλά κανείς μας δε φορούσε ισοθερμικά εσώρουχα. Στην τσέπη του μπουφάν μου είχα ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια χωρίς εσωτερική επένδυση· η Λόρι είχε έρθει χωρίς γάντια. Η θερμοκρασία ήταν στην καλύτερη περίπτωση εφτά βαθμοί υπό το μηδέν. Όταν θα μας έβρισκαν οι διασώστες -αν μας έβρισκαν πριν από την άνοιξη-, θα ήμασταν παγωμένοι σαν μαστόδοντα σε πολικό πάγο. «Τζίμι, βράχος!» «Αν είμαι λέει!» Παρέκαμψα επιδέξια τη βραχώδη προεξοχή. «Λακκούβα!» με προειδοποίησε. Δεν ήταν συνήθως απ' αυτούς που λένε στον οδηγό πώς να οδηγήσει. Ίσως η παρόρμησή της να με καθοδηγήσει να προερχόταν από την εποχή που δίδασκε χορό, τότε που φώναζε τα βήματα του φοξ τροτ στους μαθητές της. Το χαντάκι -το χάσμα- είχε πλάτος γύρω στα εφτά μέτρα και βάθος δύο. Το διασχίσαμε, γδάραμε το κάτω μέρος του Εξπλόρερ στην έξοδο και την τελευταία στιγμή αποφύγαμε τη μετωπική σύγκρουση με τον κορμό ενός έλατου. Ο καθρέφτης του συνοδηγού ξεριζώθηκε. Καθώς το όχημά μας χτυπιόταν πάνω στο ανώμαλο έδαφος,


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

221

οι ίσκιοι γύρω από τους προβολείς του χοροπηδούσαν και στροβιλίζονταν αδιάκοπα σαν περιστρεφόμενοι δερβίσηδες. Κινδύνευα να τους περάσω για αληθινούς δερβίσηδες, πράγμα που θα αποσπούσε την προσοχή μου. «Ελάφια!» αναφώνησε η Λόρι. Εφτά ελάφια με άσπρη ουρά μας έκλειναν το δρόμο. Ήταν όλα μεγάλα ζώα -τέτοια εποχή δεν υπάρχουν ελαφάκια. Ο αρχηγός της αγέλης, ένα επιβλητικό αρσενικό με υπέροχα κέρατα, μόλις μας άκουσε έμεινε μαρμαρωμένος, με το κεφάλι ανασηκωμένο, και μας κοιτούσε με μάτια κίτρινα και λαμπερά σαν τα ανακλαστικά πλαστικά «μάτια της γάτας» που χωρίζουν τις λωρίδες των αυτοκινητοδρόμων. Σκέφτηκα να στρίψω αριστερά και να τα παρακάμψω, και εντόπισα ένα πέρασμα ανάμεσα από τα δέντρα, πίσω από το κοπάδι. Δε γινόταν να στρίψω απότομα όσο έπρεπε δεξιά ώστε να το αποφύγω. Μόλις πάτησα το φρένο -ενδεχομένως πολύ δυνατάοι τροχοί του Εξπλόρερ καρφώθηκαν στο έδαφος κι ύστερα γλίστρησαν στο στρώμα από πεσμένες πευκοβελόνες και κουκουνάρια που κείτονταν ακριβώς κάτω από το χιόνι. Προς στιγμήν η ταχύτητά μας ανακόπηκε, αλλά μετά συναντήσαμε πάγο. Οι τροχοί μπλόκαραν καθώς γλιστρούσαμε προς το κοπάδι. Τα ελάφια ήταν πανέμορφα, όλο χάρη και σβελτάδα. Έμοιαζε να προχωρούν δίχως οι οπλές τους ν' αγγίζουν το έδαφος, λες κι ήταν πλάσματα ονειρικά. Επιθυμούσα διακαώς να τα αποφύγω, όχι μόνο επειδή αρρώσταινα στη σκέψη να τα σκοτώσω, αλλά επίσης επειδή ζύγιζαν πάνω από εκατό κιλά έκαστο. Αν το Εξπλόρερ έπεφτε πάνω σε οποιοδήποτε απ' αυτά, θα ήταν σαν να συγκρουόμασταν με τοίχο. Τελικά, η σύγκρουση αποσοβήθηκε· τα ελάφια σκόρπισαν ως διά μαγείας, θαρρείς και ανήκαν σ' ένα διαφορετικό σύμπαν, θαρρείς και οι δυο πραγματικότητες συναντήθηκαν μονάχα για μια στιγμή, μέσα από ένα μαγικό παράθυρο. Και, καθώς η κάθε πραγματικότητα είχε υπόσταση μόνο στο δικό της βασίλειο, το Εξπλόρερ γλίστρησε απρόσκοπτα ανάμεσα στο κοπάδι και τα


222

DEAN KOONTZ

φοβισμένα ελάφια σκόρπισαν κι απομακρύνθηκαν χωρίς να τ' αγγίξουμε -αν και θα πρέπει να περάσαμε ξυστά από κάνα δυο. Μολονότι τα ελάφια εξαφανίστηκαν, οι τροχοί μας παρέμειναν μπλοκαρισμένοι. Δεν μπορούσα ούτε να τους κατευθύνω ούτε να τους φρενάρω. Η ανεξέλεγκτη κάθοδος συνεχίστηκε. Γλιστρούσαμε πάνω στο χιόνι, σε ένα συμπαγές, βρόμικο στρώμα πάγου που ράγιζε κι έσκαγε κάτω από τις ρόδες μας. Η ταχύτητά μας ολοένα αυξανόταν. Είδα στο διάβα μας κι άλλα ξερά κούτσουρα. Κι ένα πεσμένο δέντρο. Θα πρέπει να ήταν καιρό στο έδαφος, γιατί είχε χάσει όλο του το φύλλωμα και τα μικρότερα κλαδιά του, και τώρα δεν απέμενε παρά ένα κούτσουρο πάχους ενάμισι μέτρου που κατά τους πιο ζεστούς μήνες θα καλυπτόταν από λειχήνες και μανιτάρια, αλλά τώρα κειτόταν γυμνό πάνω στο υγρό χώμα του δάσους. Θα πρέπει να το είδε και η Λόρι* αντί όμως να ξεφωνίσει, ετοιμάστηκε για τη σύγκρουση. Πέσαμε πάνω στον ξερό κορμό. Το χτύπημα ήταν δυνατό, αλλά το Εξπλόρερ δεν έπαθε τη ζημιά που φανταζόμουν. Τιναχτήκαμε από τα καθίσματά μας -δοκιμάζοντας την αντοχή των ζωνών ασφαλείας-, αλλά λιγότερο βίαια απ' όσο προηγουμένως, όταν είχαμε πέσει στο βουναλάκι με το χιόνι, στον αυτοκινητόδρομο. Τα σκουλήκια και τα σκαθάρια είχαν φάει σιγά σιγά το εσωτερικό του πεσμένου δέντρου, συντελώντας στην αποσύνθεσή του. Έμενε μονάχα ο φλοιός· όλο το εσωτερικό ήταν σάπιο. Μετά τη σύγκρουση, το Εξπλόρερ δε μετατράπηκε σε παλιοσίδερα· απλώς μειώθηκε η φόρα του. Κομμάτια του φλοιού και του καμβίου τυλίχτηκαν στον μπροστινό άξονα κάτω από το αυτοκίνητο, ανακόπτοντας κι άλλο την ταχύτητά μας. Καθώς κατεβαίναμε, αρχίσαμε να στρίβουμε. Το τιμόνι περιστρεφόταν ανεξέλεγκτο μέσα στα χέρια μου. Βρεθήκαμε να κατηφορίζουμε με την όπισθεν, με τα φώτα μας στραμμένα προς τα πάνω. Γλιστρούσαμε στα τυφλά κατά τη ρεματιά. Μας συνέβαινε ακριβώς αυτό που μας τρόμαζε τότε που το Χάμερ μάς έσπρωχνε προς την άκρη του γκρεμού.


26

Ε

υτυχώς, η ολίσθηση δεν κράτησε τόσο ώστε να ξαναποκτήσουμε μεγάλη ταχύτητα. Η αριστερή μεριά του πίσω προφυλακτήρα χτύπησε σ' ένα δέντρο. Το όχημα έστριψε λοξά, χτύπησε στην άκρη ενός δεύτερου δέντρου και εν τέλει το πίσω του μέρος σφήνωσε ανάμεσα στους δύο κορμούς. Η κάθοδος μας είχε σταματήσει. «Συγχαρητήρια», είπε ξερά η Λόρι. «Είσαι εντάξει;» «Είμαι έγκυος». «Πώς είναι οι συσπάσεις;» «Υποφερτές». «Εξακολουθούν να είναι ακανόνιστες;» Η Λόρι έγνεψε καταφατικά. «Δόξα τω Θεώ». Έσβησα τα φώτα. Δεν ήταν δύσκολο να ανακαλύψει ο μυστηριώδης διώκτης τα ίχνη μας, αλλά δεν υπήρχε λόγος να τον διευκολύνουμε ώστε να μας εντοπίσει μια ώρα αρχύτερα. Εδώ, κάτω από τα πλούσια φυλλώματα των αειθαλών δέντρων, το σκοτάδι ήταν πηχτό. Παρ' ότι είχαμε κατεβεί γύρω στα τετρακόσια μέτρα, έμοιαζε να απέχουμε μίλια ολόκληρα από τον αυτοκινητόδρομο και ακόμα περισσότερα από την ελπίδα να ξαναντικρίσουμε ουρανό. Μολονότι δε μύριζα βενζίνη -και ήμουν υποχρεωμένος να συμπεράνω ότι και το ντεπόζιτο και τα σωληνάκια της βενζίνης είχαν παραμείνει άθικτα-, και μολονότι με συνέφερε να παραμείνει ζεστό το αμάξι, έσβησα τη μηχανή. Ακόμα και με σβησμένα τα φώτα, ο ένοπλος εύκολα θα μας εντόπιζε από το θόρυβο της.

\


224

DEAN KOONTZ

Ήθελα ν' αναγκαστεί να χρησιμοποιήσει τα δικά του φώτα, ώστε να αποκαλύψει τη θέση του καθώς θα κατέβαινε. Θα υποχρεωνόταν να 'ρθει πεζός. Έτσι και κατέβαινε με το Χάμερ, αμφέβαλλα αν το δυνατό όχημα θα κατάφερνε να σκαρφαλώσει ξανά ίσαμε το δρόμο. Σ' αυτό το ύψος, ο αέρας ήταν πιο αραιός. Ασφαλώς δε θα το διακινδύνευε. «Κλείδωσε τις πόρτες μόλις βγω», είπα. «Πού πας;» «Να τον αιφνιδιάσω». «Όχι. Καλύτερα να το βάλουμε στα πόδια». «Εσύ δεν μπορείς». Η Λόρι δαγκώθηκε. «Κακέ». . Το καθησυχαστικό μου χαμόγελο κάθε άλλο παρά την καθησύχασε. «Πρέπει να φύγω». «Σ' αγαπώ». «Πιο πολύ κι από την κρέμα με φασολοβλάσταρα», της είπα. Καθώς έβγαινα, το προδοτικό φωτάκι της οροφής άναψε -αλλά έσβησε αμέσως μόλις έκλεισα την πόρτα του οδηγού, όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Η Λόρι έσκυψε στην κονσόλα και πίεσε το κουμπί που κλείδωνε όλες τις πόρτες. Χασομέρησα μερικές στιγμές για να βεβαιωθώ ότι το Εξπλόρερ ήταν καλά σφηνωμένο ανάμεσα στα δέντρα κι ότι δε θα κατρακυλούσε άλλο. Η πίσω πόρτα δεν άνοιγε. Το όχημά μας ήταν μαγκωμένο για τα καλά. Το σκοτάδι έμοιαζε να είναι κάτι περισσότερο από μια απλή απουσία φωτός. Ήταν σαν να είχε υφή, λες και ένα μαύρο πέπλο καπνού είχε τυλίξει τα δέντρα. Η υγρασία, το κρύο και πάν' απ' όλα ο φόβος συντελούσαν στο να αποκτήσει η συγκεκριμένη σκοτεινιά τρομακτικές διαστάσεις. Κρατώντας την ανάσα μου, αφουγκράστηκα. Άκουγα μόνο τα τριξίματα του Εξπλόρερ που κρύωνε σιγά σιγά μέσα στο τσουχτερό κρύο, καθώς και τον επιβλητικό άνεμο που θρηνούσε στα ψηλότερα κλαδιά των δέντρων. Δεν άκουσα τίποτα που να φανερώνει ότι πλησίαζε εχθρός. Μπορεί ο ένοπλος να στεκόταν ακόμα στην άκρη της Χόκ-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

225

σμπιλ Ρόουντ, καταστρώνοντας την επόμενη κίνηση του. Υποψιαζόμουν, εντούτοις, ότι ήταν απ' αυτούς που ενεργούν γρήγορα και δε χάνουν τον καιρό τους με σκέψεις και στοχασμούς. Ούτε εγώ θα χασομερούσα τώρα διερωτώμενος ποιος ήταν, πασχίζοντας να βρω απαντήσεις στα ερωτήματά μου. Αν με σκότωνε, δε θα το μάθαινα ποτέ. Μόνο αν τον κατατρόπωνα θα έπαιρνα τις απαντήσεις μου. Και στις δύο περιπτώσεις, ήταν ανώφελο να καταναλώνω το χρόνο μου σε σκέψεις. Έχοντας αφήσει τη Λόρι μόνη στο αμάξι, αισθανόμουν ότι την εγκατέλειψα, μολονότι, αν έμενα στο πλάι της, δε θα υπήρχε ελπίδα να σώσω ούτε αυτήν ούτε το μωρό μας. Τα μάτια μου προσαρμόστηκαν σταδιακά στο σκοτάδι, αλλά βέβαια ούτε τώρα έβλεπα τέλεια. Πλησίασα το ένα από τα δέντρα όπου είχε σφηνώσει το Εξπλόρερ και προχώρησα προς το πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Το έδαφος έκρυβε έξυπνες παγίδες. Το στρώμα του πάγου με δυσκόλευε λιγότερο απ' όσο τα σπαρμένα ολόγυρα κατάλοιπα της αποσύνθεσης: γλιστερές πεσμένες πευκοβελόνες και κουκουνάρια που υποχωρούσαν κάτω από τα πόδια σου σαμποτάροντας το βηματισμό σου. Από την κορυφή της πλαγιάς όπου βρισκόταν ο ένοπλος, το τοπίο εδώ κάτω φάνταζε ομοιόμορφο. Το δάσος ήταν ένα παγωμένο τοπίο τυλιγμένο στη μαυρίλα. Ήξερα ότι δεν μπορούσε να με δει καθώς κατευθυνόμουν νότια, παράλληλα με το δρόμο, ωστόσο φανταζόμουν ολοζώντανα το στόχαστρο ενός σκοπευτή να εστιάζει στο πρόσωπό μου και να με πυροβολεί στο κεφάλι. Το ύψος του χιονιού δεν ήταν παντού το ίδιο στο έδαφος της προστατευμένης από τα δέντρα πλαγιάς. Αλλού έφτανε τα έξι με εφτά εκατοστά κι αλλού τα τριάντα, ενώ υπήρχαν και κομμάτια δίχως καθόλου χιόνι. Καθώς η νυχτερινή μου όραση βελτιωνόταν, έβλεπα το έδαφος να απλώνεται σαν ένα τρελό πάπλωμα με αχνά λευκά μπαλώματα εδώ κι εκεί πάνω στο μαύρο ύφασμα. Έμαθα γρήγορα πώς να κινούμαι σβέλτα, πλην όμως όχι αθόρυβα. Ήταν τέτοιο το έδαφος, που δε μου το επέτρεπε. Κάθε λίγο και λιγάκι σταματούσα για ν' αφουγκραστώ μπας και κατέβαινε ο διώκτης μας. Δεν άκουγα παρά το σφύριγμα του


226

D E A N KOONTZ

ανέμου στα ψηλά κλαδιά με τις πευκοβελόνες κι ένα απειλητικό -σχεδόν ανεπαίσθητο- σιγανό βουητό που έμοιαζε να βγαίνει μέσ' απ' την ίδια τη γη -αλλά θα πρέπει να ήταν ο αντίλαλος του αέρα. Όταν προχώρησα καμιά δεκαπενταριά μέτρα, έστριψα ανατολικά κι άρχισα να σκαρφαλώνω παράλληλα με τα ίχνη που είχαμε αφήσει βουτώντας στην πλαγιά. Έσκυβα χαμηλά στο έδαφος, κρατιόμουν από πέτρες, από ρίζες κι απ' όπου αλλού μπορούσα να πιαστώ, ανεβαίνοντας σαν μαϊμού -αλλά όχι με την ίδια ευλυγισία. Ήλπιζα να καλύψω τα δύο τρίτα της διαδρομής προς την κορυφή προτού εντοπίσω τον ένοπλο να κατεβαίνει. Σ' αυτή την περίπτωση, θα ξάπλωνα στο έδαφος, θα περίμενα να περάσει, θα προχωρούσα εγκάρσια στην πλαγιά με κατεύθυνση βόρεια και θα του ριχνόμουν από πίσω. Το σχέδιο ήταν εντελώς παρανοϊκό. Δεν ήμουν ο Τζέιμς Μποντ. Ούτε καν ο Μάξουελ Σμαρτ. Σε θέματα δράσης, προτιμούσα να ζυμώνω ψωμί από το να κοπανάω κεφάλια, καθώς επίσης και τα μίξερ από τα οπλοπολυβόλα. Ανήμπορος να σκεφτώ ένα λιγότερο παρανοϊκό εναλλακτικό σχέδιο, συνέχισα την αναρρίχηση, νιώθοντας όλο και περισσότερο σαν μαϊμού. Τα χέρια μου πάγωσαν. Τα λεπτά γάντια που είχα στην τσέπη του μπουφάν θα μπορούσαν να μου τα ζεστάνουν ως ένα σημείο, αλλά θα έχανα την αίσθηση της αφής και την ευκαμψία των δαχτύλων. Προτίμησα λοιπόν να ζεσταίνω κάθε τόσο τις παλάμες με τα χνότα μου. Χειρότερη κι απ' τα παγωμένα χέρια ήταν η ενόχληση του αριστερού μου ποδιού, που άρχιζε να πονάει όπως η ρίζα ενός δοντιού με απόστημα. Όταν ο καιρός είναι πιο ζεστός, δεν αντιλαμβάνομαι τις μεταλλικές προσθήκες στα κόκαλά μου· αλλά το χειμώνα είμαι μερικές φορές σε θέση να εντοπίσω την ακριβή θέση και το ακριβές σχήμα κάθε λάμας και κάθε βίδας. Όταν υπολόγισα ότι είχα καλύψει τα δύο τρίτα της απόστασης που με χώριζε από την κορυφή, χωρίς να έχω δει κάποιο φως από φακό ή άλλες ενδείξεις ανθρώπου που κατηφόριζε την


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

227

πλαγιά, κοντοστάθηκα. Αφού σιγουρεύτηκα ότι πατούσα σε σταθερό έδαφος, σηκώθηκα όρθιος για να επιθεωρήσω καλύτερα την κορυφή, καμιά εκατοστή μέτρα πάνω απ' το κεφάλι μου. Ακόμα κι αν το Χάμερ ήταν σταματημένο στην άκρη του δρόμου, δεν περίμενα ότι θα το έβλεπα υπό τέτοια γωνία. Ήλπιζα να δω τη λάμψη από τους προβολείς ή από τα πίσω φώτα του, αλλά η κορυφογραμμή ξεχώριζε μόνο από το αχνό γκρίζο φέγγος του ουρανού πάνω από τον αυτοκινητόδρομο. Πίστευα ότι ο διώκτης μας δεν είχε εγκαταλείψει την προσπάθεια. Δεν μπορεί τη μια στιγμή να έδειχνε τόσο αποφασισμένος να μας σταματήσει και την άλλη να σηκωνόταν και να έφευγε σαν να μην έτρεχε τίποτα. Κι αν είχε την πρόθεση να μας σκοτώσει, δε θα το άφηνε στην τύχη, υποθέτοντας ότι θα μας σκότωνε η πτώση στην απότομη, μα όχι και απροσπέλαστη πλαγιά. Ένας καλός ζαχαροπλάστης πρέπει να διαθέτει υπομονή, αλλά ορισμένες φορές η δική μου εξαντλούνταν γρήγορα -ακόμα και στην κουζίνα. Όση ώρα στεκόμουν εκεί, περιμένοντας να αποκαλυφθεί ο ένοπλος, άρχισα να εκνευρίζομαι, όπως το παθαίνω καμιά φορά όταν φτιάχνω κρεμ ανγκλέζ χτυπώντας κρόκους αβγών, ζάχαρη και γάλα. Χρειάζεται σταθερό χτύπημα με συρμάτινο αναδευτήρα και πολύ σιγανή φωτιά για να μη γίνουν τα αβγά ομελέτα. Τα αβγά μου είχαν αρχίσει να γίνονται ομελέτα, που λέει ο λόγος, όταν ακούστηκε από πάνω ένας θόρυβος σαν δυνατό θρόισμα. Δεν μπορεί να ήταν απλώς ο άνεμος στα δέντρα· ήταν κάτι ογκώδες που έπεφτε από τα ψηλά φυλλώματα. Δεδομένου ότι στο σχολείο δεν ήμουν ξεφτέρι στην ιστορία, και δη στην αρχαία ελληνική, μου φάνηκε παράξενο που το μυαλό μου πήγε καρφί στο αιχμηρό σπαθί που κρεμόταν πάνω από το κεφάλι του Δαμοκλή. Σήκωσα το βλέμμα ψηλά.


26

Κ

άτι έσκισε αστραπιαία τον αέρα και πολλές λεπίδες διέγραψαν ένα μεγάλο τόξο, αλλά ήταν απαλότερες από ατσάλι· είδα ένα ζευγάρι φτερά απλωμένα σε ένα εύρος δύο μέτρων, ένα ζευγάρι λαμπερά στρογγυλά μάτια κι ένα μυτερό ράμφος. Συγχρόνως άκουσα τη γνώριμη ερώτηση -«Πού;»- και κατάλαβα ότι ήταν κουκουβάγια. Παρ' όλ' αυτά, ξεφώνισα αιφνιδιασμένος όταν πέταξε από πάνω μου. Αναζητώντας τρωκτικά μέσα στο δάσος, το μεγάλο πουλί πέταξε βορειοδυτικά, κατεβαίνοντας παράλληλα με την πλαγιά, αθόρυβα τώρα. Προσπέρασε το μονοπάτι που είχε ανοίξει το Εξπλόρερ κατά την κάθοδό του -και πέταξε πάνω από έναν άντρα του οποίου η παρουσία δεν είχε γίνει ακόμα αντιληπτή σ' εμένα. Μολονότι είχα προσαρμοστεί στο σκοτάδι, η ορατότητα είναι άσχημη σε τούτα τα δάση. Το πάπλωμα της γυμνής γης με τα αχνά φωτεινότερα μπαλώματα έδινε στο τοπίο μια όψη ονειρική κι έμοιαζε διαρκώς να μετατοπίζεται, λες και ήταν ένα ασπρόμαυρο μωσαϊκό στο βάθος ενός περιστρεφόμενου με εξαιρετική βραδύτητα καλειδοσκοπίου. Στάθηκε δέκα μέτρα βορειότερα από εμένα και κάπου εφτά με οχτώ μέτρα χαμηλότερα, ορατός ανάμεσα από τα δέντρα. Απορροφημένοι και οι δυο από τις προφυλάξεις μας, είχαμε προσπεράσει ο ένας τον άλλον δίχως να το αντιληφθούμε. Η σύντομη και σιγανή κραυγή μου φανέρωσε την παρουσία μου, ενώ η κουκουβάγια οδήγησε τα μάπα μου καταπάνω του. Δε διέκρινα λεπτομέρειες, δεν έβλεπα καν το γούνινο γιακά του δερμάτινου μπουφάν του -έβλεπα μόνο μια ανθρώπινη φιγούρα.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

229

Είχα φανταστεί ότι θα τον εντόπιζα από το φακό που κρατούσε. Δεν ήταν δυνατόν να ακολούθησε τα ίχνη του Εξπλόρερ από τόση απόσταση μες στο βαθύ και απατηλό σκοτάδι δίχως φως. Αναρωτήθηκα αν μπορούσε να με δει όσο καλά τον έβλεπα εγώ. Δεν τόλμησα να σαλέψω, μη τυχόν και δεν είχε ακόμα εντοπίσει το σημείο από όπου προήλθε η κραυγή. Ανοιξε πυρ. Όταν ήμασταν ακόμα έξω από το σπίτι και ο διώκτης μας πρωτοκατέβηκε απ' το Χάμερ, το όπλο έμοιαζε στρατιωτικό. Τώρα, ο διακριτικός επαναληπτικός ήχος της καραμπίνας επιβεβαίωσε την αρχική μου εντύπωση. Οι σφαίρες μαστίγωσαν τα δέντρα δεξιά κι αριστερά μου, ηχώντας πιο δυνατά κι από βουρδουλιές. Διαπιστώνοντας έκπληκτος ότι η βροχή από σφαίρες δε με πέτυχε, προσπάθησα, μάταια, να παρηγορηθώ με τη σκέψη ότι η σημερινή μέρα δεν ήταν από εκείνες τις πέντε φοβερές της λίστας του παππού Τζόζεφ. Έμεινα ριζωμένος σαν τα πεύκα γύρω μου. Προς στιγμήν όλα έδειχναν ότι ο Τζίμι Τοκ, άνθρωπος της δράσης, δε θα πετύχαινε τίποτα περισσότερο από το να μουσκέψει το παντελόνι του με το περιεχόμενο της κύστης του. Κι ύστερα το 'βαλα στα πόδια. Τρέχοντας σχεδόν στα τυφλά προς τα νότια, ευχόμουν τα μεγαλόπρεπα δέντρα να ήταν πυκνότερα. Περνούσα σαν σαΐτα ανάμεσα από τους θεόρατους κορμούς, και κρυβόμουν πίσω τους κυνηγημένος από ακόμα μια παρατεταμένη ριπή -τύμπανα θανάτου, που ο κάθε τους χτύπος θα μπορούσε να σημαίνει το κάρφωμα μιας σφαίρας στην πλάτη μου. Άκουγα τον υπόκωφο κρότο της σφαίρας όταν πετύχαινε δέντρο, και τον οξύτερο ήχο όταν χτυπούσε σε πέτρα κι εξοστρακιζόταν. Κάτι σφύριξε πάνω από το κεφάλι μου, και κατάλαβα ότι δεν ήταν μέλισσα. Η αλόγιστη χρήση πυρομαχικών θα μπορούσε να αποδειχθεί μέγα σφάλμα. Ακόμα κι ένας μεγαλύτερος γεμιστήρας γρήγορα θα εξαντλούνταν με τη συχνότητα που έριχνε ο τύπος. Αν άδειαζε το όπλο του χωρίς να με πετύχει, θ' αναγκαζόταν


230

D E A N KOONTZ

να σταματήσει για να το γεμίσει. Όταν θα σταματούσε, εγώ θα συνέχιζα το τρεχαλητό μου και θα μ' έχανε. Αν με έχανε, μπορεί να πήγαινε κατευθείαν στο Εξπλόρερ για να σκοτώσει τη Λόρι. Η σκέψη μ' έκανε να σκοντάψω. Μπερδεύτηκα πάνω στο αδιανόητο και προσγειώθηκα βαριά με τον ώμο. Το πρόσωπο μου βούτηξε στην κρύα πραγματικότητα του χιονιού, ενώ οι πευκοβελόνες μού τρυπούσαν το δέρμα. Έκανα τούμπα, όχι από επιλογή, αλλά εξαιτίας της ορμητικότητας της πτώσης. Κατρακυλώντας στην πλαγιά, κοπανούσα γόνατα και αγκώνες σε πέτρες, σε επιφανειακές ρίζες και στο παγωμένο χώμα. Παρ' ότι ακολούθησα κατά λάθος αυτή την τακτική, το να μένω κοντά στο έδαφος και να συνεχίζω να κινούμαι αποδείχτηκε ιδιοφυής κίνηση. Ύστερα από μερικές τούμπες, ωστόσο, διαπίστωσα ότι, αν έπεφτα πάνω σε κανένα δέντρο με λάθος γωνία, θα έσπαγα κανονικότατα το κεφάλι μου. Οι θάμνοι και τα χαμόκλαδα ήταν αραιά και λιγοστά, αλλά, έτσι και σκόνταφτα πάνω σε κάποιο απ' αυτά, μπορεί ένα ξερό κλαδί να μου 'βγάζε το μάτι. Σ' αυτή την περίπτωση, θα είχα τις μισές πιθανότητες να διακρίνω το χρηματοκιβώτιο όταν, εν τέλει, θα μου 'πεφτε από ψηλά στο κεφάλι. Δοκίμασα να σταματήσω το κατρακύλισμα αρπάζοντας ό,τι έβρισκα μπροστά μου -τούφες ξερών χόρτων, ένα μαραζωμένο κισσό, βράχους-, οτιδήποτε μπορούσε να ανακόψει την ταχύτητά μου. Στάθηκα στα τέσσερα και σηκώθηκα όρθιος. Έτρεξα για λίγο με το σώμα σκυφτό κι ύστερα σκέφτηκα ότι ήταν καιρός να σταματήσω. Κοίταξα γύρω μου, έχοντας χάσει τον προσανατολισμό μου. Το άχρωμο τοπίο ξεγελούσε το μάτι. Επιχείρησα να ξελαχανιάσω. Δεν ήξερα πόσο μακριά είχα φτάσει, αλλά το πιθανότερο ήταν ότι προς το παρόν του είχα ξεφύγει. Δεν τον έβλεπα, πράγμα που -όπως υπέθεσα- σήμαινε ότι δε μ' έβλεπε ούτε εκείνος. Λάθος. Τον άκουσα να τρέχει προς το μέρος μου. Χωρίς να κοιτάξω πίσω, έτρεξα προς τα νότια για μια ακόμα


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

231

φορά, κάνοντας ελιγμούς ανάμεσα στα δέντρα, σκοντάφτοντας ασταμάτητα, γλιστρώντας, ανακτώντας την ισορροπία μου, παραπατώντας δεξιά κι αριστερά, χιμώντας μπροστά. Μια και δε με ξαναπυροβόλησε, σκέφτηκα ότι ξέμεινε από σφαίρες ή ότι δε χασομέρησε για ν' αλλάξει γεμιστήρα. Αν δεν είχε πλέον το πλεονέκτημα του όπλου, ίσως θα ήταν εξυπνότερη κίνηση να κάνω μεταβολή και να του επιτεθώ. Δε θα περίμενε τέτοια τόλμη. Οι πέτρες που άρχισαν ξαφνικά να υποχωρούν κάτω από τα πόδια μου μου έδωσαν μια ιδέα. Αν επρόκειτο να καταλήξουμε σε συμπλοκή σώμα με σώμα, μπορεί να κρατούσε μαχαίρι ή να ήταν εκπαιδευμένος. Χρειαζόμουν κάτι που θα εξουδετέρωνε αυτά τα δύο πλεονεκτήματά του. Ανάμεσα στις πέτρες του εδάφους υπήρχαν και κάποιες μεγαλύτερες. Έσκυψα, κοίταξα εδώ κι εκεί, και ξαφνικά εντόπισα μία σε μέγεθος γκρέιπφρουτ. Όμως, όσο ήμουν σκυμμένος, μια ακόμα ριπή διέλυσε το εύθραυστο σχέδιο μου. Ενόσω οι θανατηφόρες σφαίρες σφύριζαν λίγους πόντους πάνωθέ μου, άφησα την πέτρα στη θέση της, μαζεύτηκα και προχώρησα σχεδόν κουλουριασμένος πάνω στις ασταθείς πέτρες. Χώθηκα ανάμεσα από δύο δέντρα, έγειρα αριστερά, τόλμησα να σηκωθώ για να πάρω φόρα κι έτρεξα προς την άκρη ενός γκρεμού.


26

Ι

σως είναι υπερβολή να τον χαρακτηρίζω γκρεμό, αλλά έτσι

ένιωσα όταν το δεξί μου πόδι βρέθηκε στο κενό, για ν' ακολουθήσει στη συνέχεια και το αριστερό. Καθώς έπεφτα, ξεφώνισα έντρομος. Προσγειώθηκα σ' ένα αγκαθωτό αλλά ευτυχώς μαλακό βουναλάκι, γύρω στα πέντε μέτρα χαμηλότερα. Αμέσως αναγνώρισα το κελάρυσμα του νερού. Βλέποντας το φουσκωμένο χείμαρρο με το αφρισμένο νερό που φωσφόριζε, κατάλαβα πού βρισκόμουν. Τώρα ήξερα τι έπρεπε να κάνω. Τη στιγμή που πατούσα το πόδι μου στην όχθη, άκουσα τις ριπές της καραμπίνας. Αν ο ένοπλος είχε ακούσει την κραυγή μου, μπορεί να πίστεψε ότι με πέτυχε. Θέλοντας να ενισχύσω αυτή την εντύπωση, έβγαλα άλλη μια κραυγή, όσο πιο φριχτή μπορούσα, κι ύστερα ακόμα μία, πιο αδύναμη, προσπαθώντας να την κάνω ν' ακουστεί περισσότερο σαν βογκητό πόνου. Αμέσως μετά τινάχτηκα πάνω και προχώρησα τρία μέτρα δίχως να απομακρύνομαι από την όχθη. Ο Γκόλντμαϊν Ραν, ένας χείμαρρος μεγαλύτερος από ρυάκι και μικρότερος από ποτάμι, πηγάζει από μια ζεστή πηγή που σχηματίζει μια αχνιστή ηφαιστειακή λίμνη στα ανατολικά βουνά. Η Χόκσμπιλ Ρόουντ περνάει από πάνω του. Τούτη δω η δυτική πλαγιά είναι το σημείο όπου καταλήγει ο χείμαρρος. Το πλάτος του δεν ξεπερνάει τα έξι μέτρα και το βάθος του φτάνει τα τρία με τέσσερα. Στο σημείο όπου βρισκόμουν τώρα εγώ το νερό δεν ήταν πια ζεστό, αλλά, επειδή η πλαγιά είναι τόσο απότομη, το γρήγορο ρεύμα του δεν παγώνει ούτε καν τους


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

233

ασυνήθιστα κρύους χειμώνες. Μονάχα ψηλά, στα πλάγια της όχθης, οι σταγόνες που τινάζονται έξω από το νερό σχηματίζουν μια παγωμένη δαντελωτή κρούστα, κάτι σαν αλλόκοτη παγοτοιχογραφία. Αν κάποιος έπεφτε στο χείμαρρο χτυπημένος από σφαίρα, γρήγορα το ρεύμα θα τον παρέσυρε στη χαμηλότερη κοιλάδα, χτυπώντας τον ακατάπαυτα εδώ κι εκεί κατά την ορμητική του πορεία. Οι όχθες του Γκόλντμαΐν Ραν ήταν απότομες, σαν ένα ζευγάρι παρενθέσεις. Ένα μπερδεμένο πλέγμα από ρίζες δέντρων συγκρατούσε το έδαφος που κρεμόταν πάνωθέ τους. Τρία μέτρα πιο κάτω από το σημείο όπου προσγειώθηκα, βρήκα -καθώς προχωρούσα αντίθετα προς το ρεύμα- καταφύγιο κάτω από ένα χωμάτινο σκέπαστρο. Τα πόδια μου ήταν χωμένα ίσαμε τα γόνατα σε μια στοίβα από αποσυντεθειμένα φύλλα και πευκοβελόνες, ένα βουναλάκι ανάλογο μ' εκείνο όπου είχα προσγειωθεί προηγουμένως. Κόλλησα την πλάτη μου στο χώμα, σίγουρος ότι δεν ήμουν ορατός από ψηλά. Ακόμα και μια τόσο κρύα νύχτα, ο ψυχρός αέρας είχε μια αμυδρή μυρωδιά σαπίλας, μια δυσοσμία που την άνοιξη και στις αρχές του καλοκαιριού θα πρέπει να ήταν αποκρουστική. Λαχτάρησα την κουζίνα μου, τη μοσχοβολιά της πίτας που ψήνεται στο φούρνο, την παρηγοριά της μαρέγκας... Δεν προσπάθησα να πνίξω το λαχάνιασμά μου. Το κελάρυσμα του νερού ασφαλώς κάλυπτε αυτούς τους ήχους. Δεν είχα προλάβει καλά καλά να χωθώ στην κρυψώνα μου, όταν, ακριβώς δεξιά μου, τριάντα πόντους μακριά από το πρόσωπό μου, κατρακύλησαν κάτι μικρές πέτρες, χώματα και ξερά φύλλα. Ο ένοπλος θα πρέπει να τα κλότσησε καθώς περπατούσε στο χείλος του γκρεμού από πάνω μου. Ήλπιζα ότι, αντικρίζοντας το αφρισμένο και δυνατό ρεύμα του νερού, θα συμπέρανε ότι έπεσα στον Γκόλντμαΐν Ραν βαριά τραυματισμένος και ότι τα νερά με παρέσυραν, οπότε είτε θα πέθαινα από αιμορραγία είτε από πνιγμό είτε από το κρύο. Αν κατέβαινε ίσαμε τη στενή όχθη για να κοιτάξει καλύτερα,


234

DEAN KOONTZ

θα ήμουν εκτεθειμένος σαν το μοναδικό κερασάκι ενός σοκολατένιου κέικ. Μια ακόμα βροχή από χώμα και χαλίκια μού έδωσε να καταλάβω ότι ο διώκτης μου μετατόπισε το βάρος του σώματος του ή ότι συνέχιζε την πορεία του. Για να λέμε την αλήθεια, δεν πίστευα ότι θα κατηφόριζε ίσαμε την όχθη για να επιθεωρήσει καλύτερα το χείμαρρο. Από το ύψος όπου βρισκόταν, πιθανώς δεν υποψιαζόταν την ύπαρξη μιας κοιλότητας κάτω από τα πόδια του, ικανής να φιλοξενήσει έναν άνθρωπο. Φαντάστηκα ότι θα αρκούνταν να επιθεωρήσει τη γύρω περιοχή από την περίοπτη θέση του παρατηρητηρίου του. Αυτό που όντως περίμενα τώρα πια ήταν να βγάλει ένα φακό και να ελέγξει το κανάλι· όμως τα δευτερόλεπτα κυλούσαν χωρίς τίποτα να φωτίσει το σκοτάδι. Παραξενεύτηκα... Ακόμα και από το σημείο όπου βρισκόμουν εγώ, διέκρινα ανάμεσα στα αφρισμένα νερά, τόσο κατά μήκος της όχθης όσο και καταμεσής του χειμάρρου, βραχώδεις σχηματισμούς που θύμιζαν το σουλούπι ενός τραυματισμένου άντρα ή ενός πτώματος. Θα πίστευε κανείς ότι ένας τόσο αποφασισμένος εγκληματίας θα ήθελε να βεβαιωθεί αν το θύμα του βγήκε μια για πάντα από τη μέση ή αν απλώς τραυματίστηκε. Ίσως η αίσθηση που είχα για το χρόνο να ήταν στρεβλή. Ο τρόμος απορρυθμίζει το εσωτερικό σου ρολόι. Δε μετρούσα τα δευτερόλεπτα, μα είχα την αίσθηση ότι κρυβόμουν εκεί για ένα λεπτό, ίσως και περισσότερο. Με κυρίεψε ανυπομονησία. Ίσως να μην ήμουν τυπικό δείγμα ανθρώπου της δράσης, αυθεντικός ήρωας, αλλά δεν ήμουν και κανένας νωχελικός τύπος. Αν έβγαινα πολύ νωρίς από την κρυψώνα μου κι εκείνη τη στιγμή αυτός κοιτούσε προς τα κάτω, θα με πυροβολούσε στο πρόσωπο. Μπορεί η ξεροκεφαλιά να είναι εγγεγραμμένη στα γονίδιά μου, αλλά δεν είμαι και κάνα αγύριστο κεφάλι σαν τη γιαγιά Ρογουίνα. Άλλωστε, ήταν βέβαιο ότι, έτσι και ερχόμουν αντιμέτωπος με μια σφαίρα, η ζημιά που θα πάθαινε το κρανίο μου θα ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη από τη ζημιά της σφαίρας.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

235

Από την άλλη, αν περίμενα υπερβολικά πολύ, ίσως ο ένοπλος να έφτανε πρώτος στο Εξπλόρερ. Εφόσον η Λόρι δεν ήταν μαζί μου, κι αν ο τύπος ήξερε ότι ήταν έγκυος, θα υπέθετε ότι θα την έβρισκε στο αμάξι. Θέλεις από διαίσθηση, θέλεις από ένστικτο, υποψιαζόμουν ότι ο τύπος δεν ενδιαφερόταν τόσο για μένα. Εγώ ήμουν γι' αυτόν μια.ενοχλητική μύγα που έπρεπε να τη λιώσει. Το κύριο αντικείμενο του ενδιαφέροντός του ήταν η Λόρι. Δε γνώριζα το λόγο. Απλώς το ήξερα. Όταν βγήκα από το βουναλάκι όπου ήμουν χωμένος και ξεκόλλησα από την κρυψώνα μου, σχεδόν περίμενα ν' αντικρίσω ένα ξαφνικό φως, ν' ακούσω ένα μοχθηρό γέλιο, έναν πυροβολισμό. Αφουγκράστηκα. Άκουγα τον παφλασμό των νερών, τον άνεμο, έβλεπα το πηχτό σκοτάδι... Το βαθύ δάσος περίμενε... Δεν είδα καμιά σκοτεινή σιλουέτα στον γκρεμό από πάνω μου. Προχώρησα κατά μήκος της όχθης, προσέχοντας να μη σκοντάψω και βρεθώ μέσα στα ορμητικά νερά, αναζητώντας με αγωνία ένα βατό πέρασμα προς τα πάνω -κατά προτίμηση μια κυλιόμενη σκάλα. Το αριστερό μου πόδι διαμαρτυρόταν. Η λάμα με πονούσε. Κούτσαινα. Σαν γκρίζα οστά, τα βράχια σε ορισμένα σημεία της όχθης μπερδεύονταν με τις επιφανειακές ρίζες των δέντρων. Παρά τους πόνους του ποδιού μου, μια σκάλα κι ένα σχοινί δε θα με βοηθούσαν περισσότερο στο σκαρφάλωμα. Φτάνοντας στην κορυφή, διπλώθηκα στα δύο κι επιθεώρησα το ζοφερό δάσος. Ούτε ελάφια, ούτε κουκουβάγιες, ούτε ψυχοπαθής πιστολάς. Από ένστικτο κατάλαβα ότι ήμουν μόνος. Το ένστικτό μου με βοηθάει όταν δημιουργώ καινούριες συνταγές· έχω μάθει, λοιπόν, να το εμπιστεύομαι γενικότερα, ακόμα και σε περιστάσεις σαν κι αυτές. Μολονότι κούτσαινα, προχωρούσα γρήγορα ανάμεσα στα δέντρα.


236

D E A N KOONTZ

Είχα διανύσει κάμποση απόσταση, όταν άρχισα να χάνω τον προσανατολισμό μου. Μου φαινόταν σάμπως να άλλαξε το τοπίο εκεί πάνω, όσο εγώ βρισκόμουν χαμηλότερα. Φυσικά, ο αυτοκινητόδρομος βρισκόταν ψηλότερα, στα ανατολικά. Κατά συνέπεια, η Δύση βρισκόταν ακριβώς στη βάση της πλαγιάς. Ο Γκόλντμαΐν Ραν κυλούσε νότια, πίσω μου. Το Εξπλόρερ περίμενε δυτικά της Χόκσμπιλ Ρόουντ και βορειότερα από το σημείο όπου βρισκόμουν. Ήταν αρκετά σαφές. Εντούτοις, όταν προσπέρασα ένα ακόμα δέντρο και χώθηκα ανάμεσα από άλλα δύο, κατέληξα πίσω στο ρυάκι και λίγο έλειψε να πέσω μέσα του. Ενώ γνώριζα τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, διέγραψα ένα μεγάλο κύκλο -στο άψε σβήσε. Έχοντας ζήσει όλη μου τη ζωή στα βουνά, σε μια πόλη πολιορκημένη από δάση, είχα ακούσει ιστορίες ακόμα και για έμπειρους πεζοπόρους που χάνονταν μέρα μεσημέρι και με καλό καιρό. Οι ομάδες διάσωσης αναζητούσαν σε μόνιμη βάση αυτούς τους αμήχανους και ντροπιασμένους πεζοπόρους. Ορισμένοι φουκαράδες, μάλιστα, δεν ήταν ούτε αμήχανοι ούτε ντροπιασμένοι. Ήταν νεκροί Πέθαιναν από αφυδάτωση, από πείνα, τους έτρωγαν οι αρκούδες και τα πούμα, ή έπεφταν κι έσπαγαν τα κεφάλια τους... Στη μακάβρια συλλογή της Μητέρας Φύσης, ουκ έστιν αριθμός για τα όργανα του θανάτου... Κάθε τριάντα στρέμματα ερημικής τοποθεσίας μπορούσαν να είναι ένας φονικός λαβύρινθος. Κάθε ένα ή δύο χρόνια, η Σνόου Κάουντι Γκαζέτ αφιέρωνε το πρωτοσέλιδο της στην ιστορία κάποιου πεζοπόρου χαμένου από μέρες -και πάντα αποδεικνυόταν ότι ο τύπος βρισκόταν το πολύ ένα χιλιόμετρο από τον πλησιέστερο αυτοκινητόδρομο. Ουδέποτε υπήρξα ατρόμητος άνθρωπος των δασών. Αγαπώ τον πολιτισμό, τη ζεστασιά του τζακιού, τη θαλπωρή της κουζίνας. Γυρίζοντας την πλάτη στην άρρητη φλυαρία του νερού, πάσχισα με απόγνωση να καταλάβω τα αρχέγονα κατατόπια ενός άγριου δάσους. Προχώρησα στην αρχή διστακτικά και κατόπιν


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

237

πιο γρήγορα, μόλο που τα βήματά μου οδηγούσε περισσότερο ο φόβος παρά η σιγουριά. Μόνη και απειλούμενη από ένα μεγάλο κίνδυνο, η Λόρι χρειαζόταν έναν Ντέιβιντ Κρόκετ. Αντ' αυτού, δεν είχε παρά εμένα -έναν άσχετο καουμπόη...


26

Α

υτό δεν το είδα, αλλά το έμαθα εκ των υστέρων: Κλειδωμένη ολομόναχη στο Εξπλόρερ, η Λόρι γύρισε όσο της το επέτρεπε η ζώνη της για να με παρακολουθήσει καθώς ξεμάκραινα μέσα στο δάσος. Αν λάβουμε υπόψη μας το πυκνό σκοτάδι, αυτό κράτησε δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Από κει και πέρα, ήταν ελεύθερη να συλλογίζεται για τη θνητότητα του ανθρώπου. Άνοιξε το κινητό της και κάλεσε ξανά το 911. Όπως και πριν, τζίφος. Δεν είχε περάσει ούτε ένα λεπτό και διαπίστωνε ότι δεν είχε τρόπο να σκοτώσει την ώρα της. Οι περιστάσεις, μάλιστα, δεν προσφέρονταν για να τραγουδήσει κάποια άρια Παρ' ότι είχα σώσει τη ζωή της (κι εκείνη τη δική μου) τη νύχτα της πρώτης μας γνωριμίας, δεν έβαζε και το χέρι της στη φωτιά για την ικανότητά μου να ριχτώ στο διώκτη μας και να τον αφοπλίσω παλεύοντας μονάχα με τα χέρια μου. Αργότερα μου είπε, Μην το παίρνεις προσωπικά, λουκουμάκι μου, αλλά σκέφτηκα ότι έφυγες για να πας να σκοτωθείς κι ότι θα κατέληγα σύζυγος του Μεγαλοπόδαρου ή κανενός χειρότερου. Η αγωνία τής κουρέλιασε μονομιάς τα νεύρα. Δεν αγωνιούσε τόσο για τον εαυτό της, λέει, όσο για μένα, και το πιστεύω: Έτσι είναι φτιαγμένη η Λόρι. Σπάνια βάζει τον εαυτό της πρώτα από τους άλλους. Αγωνιούσε επίσης και για το αγέννητο μωρό μας. Η ανημποριά της να προστατέψει το παιδί της με ουσιαστικό τρόπο γεννούσε μέσα της πότε θυμό και πότε αγωνία. Κυριευμένη από ισχυρά συναισθήματα, ένιωθε ότι, αν καθό-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

239

ταν και περίμενε με σταυρωμένα χέρια, αν δεν έκανε κάτι, οτιδήποτε, η αποκαρδίωση και ο φόβος θα ροκάνιζαν το μυαλό της, λασκάροντάς της ελαφρώς τις βίδες. Συνέλαβε ένα σχέδιο. Αν το επέτρεπε το έδαφος κάτω από το Εξπλόρερ, κι αν δεν την εμπόδιζε η φουσκωμένη της κοιλιά, ίσως θα ήταν καλό να κατέβει απ' τ' αμάξι, να χωθεί από κάτω και να περιμένει χωρίς να γίνεται αντιληπτή. Αν ο Τζίμι επέστρεφε θριαμβευτής, θα τον φώναζε από την κρυψώνα της. Αν, αντίθετα, εμφανιζόταν ο πιστολάς, θα υπέθετε ότι η γυναίκα το έσκασε μαζί με τον άντρα ή, αργότερα, μόνη της. Έβγαλε την ασφάλεια κι άνοιξε την πόρτα της. Το πρόσωπο της έχασε μονομιάς το χρώμα του μόλις το χτύπησε ο κρύος άνεμος. Ο βραδινός αέρας ήταν ένα βαμπίρ. Το σκοτάδι ήταν τα φτερά του και το κρύο τα δόντια του. Κάτω από το Εξπλόρερ, θ' αναγκαζόταν να ξαπλώσει σε παγωμένο έδαφος. Στην αρχή θα βολευόταν με την ευχάριστη ζέστη της μηχανής που κρύωνε, αλλά όχι για πολύ. Μια δυνατή σύσπαση την έκανε να βογκήξει. Έκλεισε την πόρτα και ξανάβαλε τις ασφάλειες. Ποτέ στη ζωή της δεν είχε νιώσει τόσο αδύναμη. Η ανημποριά της ενίσχυε την απογοήτευση, το φόβο και την οργή της. Κάποια στιγμή, της φάνηκε ότι άκουσε πυροβολισμούς. Γύρισε το κλειδί στη μηχανή, όχι τόσο ώστε να πάρει μπροστά το αμάξι, όσο για να μπορέσει απλώς να κατεβάσει μια στάλα το τζάμι της. Μια δεύτερη ριπή επιβεβαίωσε το γεγονός ότι κάποιος πυροβολούσε με αυτόματο όπλο. Το στομάχι της σφίχτηκε, αυτή τη φορά όχι από κάποια σύσπαση αλλά από τρόμο, καθώς σκέφτηκε ότι ίσως χήρεψε. Παραδόξως, μια τρίτη ριπή τής θύμισε ότι ήταν άοκνη οπτιμίστρια. Αν ο αντίπαλος μας απέτυχε να με σκοτώσει με τις δύο πρώτες ριπές, ίσως να μην ήταν και τόσο σπουδαίος σκοπευτής -ή ίσως να μην ήμουν εγώ και τόσο εύκολος στόχος. Με το άνοιγμα της πόρτας, χάθηκε μεγάλο μέρος της ζέστης.


240

DEAN KOONTZ

Τώρα, η κρύα νύχτα εισχωρούσε στην καμπίνα από τη χαραμάδα του παραθύρου. Η Λόρι ανατρίχιασε. Ξανανέβασε το τζάμι της, έσβησε τη μηχανή κι αναζήτησε κάτι για όπλο. Στο τσεπάκι της πόρτας βρήκε ένα μαύρο πλαστικό κεσεδάκι μισογεμάτο με μεταχειρισμένα χαρτομάντιλα κι ένα πλαστικό μπουκάλι με κρέμα χεριών. Ούτε με το ντουλαπάκι δίπλα στο ταμπλό είχε καλύτερη τύχη. Βρήκε ένα κουτί τσίχλες κι ένα πακετάκι Λάιφ Σέιβερς. Ένα βούτυρο κακάο για τα χείλη. Ένα πορτοφολάκι με κέρματα για τα παρκόμετρα και για τα αυτόματα μηχανήματα πώλησης εφημερίδων. Αν μας χαρίσεις τη ζωή σ' εμένα και στο μωρό μου, θα σου δώσω δύο δολάρια κι εβδομήντα ιτέντε σεντς. Το ντουλαπάκι της κονσόλας περιείχε ένα κουτί Κλίνεξ και δύο πακετάκια με υγρά χαρτομάντιλα. Αν και με δυσκολία λόγω της κατάστασής της, κατάφερε να σκύψει μπροστά και να ψηλαφήσει κάτω από το κάθισμα, ελπίζοντας να βρει κάτι, οτιδήποτε -ένα κατσαβίδι, λόγου χάρη. Κι αν ήταν να βρει κατσαβίδι, γιατί όχι κι ένα περίστροφο; Κι αν ήταν να βρει περίστροφο, γιατί όχι κι ένα μαγικό ραβδί με το οποίο θα μεταμόρφωνε τον πιστολέρο σε βάτραχο; Δε βρέθηκε ούτε ραβδί, ούτε περίστροφο, ούτε κατσαβίδι, ούτε τίποτα. Τίποτα απολύτως. Ένας άντρας πρόβαλε μες στο σκοτάδι, μπροστά στο Εξπλόρερ. Το χνότο του άχνιζε από το ανοιχτό του στόμα. Είχε μαζί του καραμπίνα, και δεν ήμουν εγώ. Η καρδιά της σφίχτηκε με οδύνη και καυτά δάκρυα ανέβηκαν στα μάτια της, μια που η άφιξη του ενόπλου σήμαινε ότι θα πρέπει να ήμουν νεκρός ή, στην καλύτερη περίπτωση, βαριά τραυματισμένος. Πάνω σε μια κρίση δεισιδαιμονίας, σκέφτηκε ότι, έτσι και αρνιόταν να θρηνήσει το χαμό μου, τότε δε θα ήμουν νεκρός. Μόνο όταν θα δεχόταν την απώλειά μου, αυτή η απώλεια θα γινόταν αληθινή και πραγματική. Ας το ονομάσουμε στρατηγική της Τίνκερμπελ*. *Η μικροσκοπική νεράιδα στις περιπέτειες του Πίτερ Παν. (Σ.τ.Μ.)


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

241

Αγωνίστηκε να κρατήσει τα δάκρυά της. Η όρασή της καθάρισε. Καθώς ο τύπος πλησίασε περισσότερο, η Λόρι είδε ότι φορούσε ένα ζευγάρι παράξενα γυαλιά. Ζυγώνοντας την πόρτα του συνοδηγού, τα έβγαλε και τα 'χωσε στην τσέπη του μπουφάν του. Όταν δοκίμασε ν' ανοίξει, βρήκε την πόρτα κλειδωμένη. Της χαμογέλασε από το παράθυρο, της κούνησε το χέρι και της χτύπησε το τζάμι για να του ανοίξει. Είχε μεγάλο πρόσωπο, με έντονα χαρακτηριστικά, σαν πήλινο μοντέλο ενός νέου Μάπετ. Παρ' ότι δεν τον είχε ξαναδεί, υπήρχε κάτι γνώριμο στη φυσιογνωμία του. Σκύβοντας πιο κοντά, τη χαιρέτησε: «Γεια χαρά». Τα λόγια του ήχησαν καθαρά στ' αυτιά της πίσω από το κλειστό τζάμι. Όταν ήταν μικρό κοριτσάκι, τότε που αναζητούσε λίγη τάξη μέσα σε έναν κόσμο γεμάτο φίδια και ανεμοστρόβιλους, η Λόρι είχε διαβάσει το περίφημο βιβλίο της Έμιλι Ποστ σχετικά με τους κανόνες συμπεριφοράς, όμως κανένα από τα Κεφάλαια του ογκώδους τόμου δεν την είχε προετοιμάσει για τη συγκεκριμένη αλλόκοτη συνάντηση. Ο τύπος τής χτύπησε ξανά το τζάμι. «Κυρία;» Από διαίσθηση, προτίμησε να μην του μιλήσει. Θα τον αντιμετώπιζε όπως θα τον αντιμετώπιζε ένα μικρό παιδί που μαθαίνει να μη μιλά σε αγνώστους κι ας του προσφέρουν καραμέλες: Μην απαντάς, κάνε μεταβολή και τρέχα. Εκείνη δεν μπορούσε να τρέξει, αλλά μπορούσε ν' αρνηθεί να του πιάσει κουβέντα. «Σε παρακαλώ, κυρία, άνοιξέ μου την πόρτα». Κοίταζε ίσια μπροστά της, σωπαίνοντας, αποφεύγοντας να γυρίσει προς το μέρος του. «Καλή μου κυρία, έχω έρθει από πολύ μακριά για να σε δω». Εκείνη έσφιξε τόσο πολύ τις γροθιές της, που τα νύχια της χώθηκαν στις παλάμες της. «Έρχεται το μωρό;» τη ρώτησε. Ακούγοντας να αναφέρεται στο μωρό της, η καρδιά της χτύπησε ξέφρενα.

Ι


242

DEANKOONTZ

«Δε θέλω να σου κάνω κακό», τη διαβεβαίωσε. Η Λόρι κοίταξε το σκοτάδι μπροστά από το Εξπλόρερ, ελπίζοντας ότι θα εμφανιζόμουν· μα εγώ είχα γίνει άφαντος. «Δε θέλω από σένα τίποτε άλλο εκτός από το μωρό», της είπε. «Θέλω το μωρό».


26

Π

λαστικό κεσεδάκι με σκουπίδια, κρέμα χεριών, τσίχλες, Λάιφ Σέιβερς, βούτυρο κακάο, πορτοφολάκι με ψιλά, Κλίνεξ, κουτιά με υγρά χαρτομάντιλα... Όσο κι αν επιθυμούσε διακαώς να μετατραπεί σε φονική μηχανή, η Λόρι δεν έβρισκε ούτε ένα όπλο ανάμεσα στα αντικείμενα που είχε ήδη ψάξει. Μακάρι να ανακάλυπτε κάτι που της είχε ξεφύγει νωρίτερα. Ένα κομμάτι σχοινιού χρησιμεύει και για στραγγαλισμούς. Ένα πιρούνι μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο φαγητό αλλά και σαν όπλο. Όμως δεν είχε ούτε σχοινί ούτε πιρούνι -ούτε ήταν δυνατόν να σκοτώσει έναν άνθρωπο με το βούτυρο κακάο. Έξω από το τζάμι, η φωνή του άντρα με την καραμπίνα δεν ακουγόταν απειλητική, ούτε καν εχθρική. Τα μάτια του ήταν αστραφτερά και χαμογελαστά, το ύφος του παιχνιδιάρικο, σάμπως να κατσάδιαζε ένα ζαβολιάρικο παιδί: «Μου χρωστάς ένα μωρουδέλι, ένα γλυκό, χαριτωμένο μωρουδέλι». Χωρίς να είναι νάνος, ο τύπος είχε το αλλόκοτο μυαλό ενός νάνου των παραμυθιών. Της θύμισε τον Κουτσοκαλιγέρη. Είχε έρθει να εισπράξει τα χρωστούμενα από μια τερατώδη συμφωνία. Μη παίρνοντας απάντηση, ο οπλοφόρος προχώρησε προς το μπροστινό μέρος του Εξπλόρερ. Η Λόρι κατάλαβε ότι σκόπευε να μπει από την πόρτα του οδηγού. Τούτος δω ο Κουτσοκαλιγέρης δεν της έμαθε ποτέ πώς να μετατρέπει το άχυρο σε χρυσάφι· συνεπώς, αν νόμιζε ο αρχιμπά-


244

D E A N KOONTZ

σταρδος ότι θα της έπαιρνε το πρωτότοκο παιδί της, ήταν πολύ γελασμένος. Σκύβοντας προς την κονσόλα ανάμεσα απ' τα καθίσματα, άναψε τους προβολείς. Λουσμένα στο φως, η απόκρημνη δασώδης πλαγιά, οι γυμνοί μαύροι κορμοί και τα σκοτεινά φυλλώματα φάνταζαν εξωπραγματικά και στυλιζαρισμένα σαν σκηνικό στούντιο. Τυφλωμένος από τους προβολείς, ο Κουτσοκαλιγέρης κοντοστάθηκε μπροστά από το Εξπλόρερ και κοίταξε πίσω από το παρμπρίζ. Χαμογελούσε. Κουνούσε το χέρι. Νιφάδες χιονιού κατάφερναν να εισχωρήσουν ανάμεσα από τα πυκνά φυλλώματα των δέντρων, χορεύοντας σαν χαρούμενα κομφετί γύρω από το χαμογελαστό άντρα που της ένευε. Ποτέ ο Θάνατος δεν είχε πιο γιορταστική όψη. Η Λόρι δεν ήξερε αν οι προβολείς ήταν ορατοί από τη Χόκσμπιλ Ρόουντ. Πιθανότατα όχι. Ανεξάρτητα από τη χιονοθύελλα, η απόσταση ήταν ούτως ή άλλως μεγάλη. Σκυμμένη πάντα προς το τιμόνι, πάτησε παρατεταμένα την κόρνα. Και ύστερα την ξαναπάτησε. Ο Κουτσοκαλιγέρης κούνησε θλιμμένα το κεφάλι, σαν να τον απογοήτευσε. Έβγαλε ένα βαθύ αναστεναγμό κι η ανάσα του άχνισε. Ύστερα συνέχισε την πορεία του προς την πόρτα του οδηγού. Η Λόρι πάτησε την κόρνα -ξανά και ξανά. Όταν τον είδε να σηκώνει το όπλο, παράτησε την κόρνα, στράφηκε προς την αντίθετη μεριά και σκέπασε το πρόσωπο της με τα χέρια. Ο τύπος έσπασε το τζάμι του οδηγού με τη λαβή του όπλου του. Μικρά μυτερά κομματάκια από το τζάμι ασφαλείας έπεσαν βροχή πάνω στη Λόρι. Ο άντρας σήκωσε την ασφάλεια και, αφήνοντας την πόρτα ανοιχτή, κάθισε πίσω από το τιμόνι. «Εγώ αλλιώς τα είχα σχεδιάσει», μουρμούρισε. «Σήμερα είναι μια απ' αυτές τις καταραμένες μέρες που κάνουν τον άνθρωπο να πιστέψει στο κακό μάτι και στη γρουσουζιά». Έσβησε τα φώτα.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

245

Όταν ακούμπησε το όπλο στην κονσόλα και στα πόδια της Λόρι, εκείνη σφίχτηκε από φόβο και προσπάθησε να μαζευτεί σε μια γωνιά. «Ηρέμησε, καλή μου. Ηρέμησε. Αφού σου είπα, δε θέλω το κακό σου». Παρ' ότι είχε περάσει μπόλικη ώρα έξω στον καθαρό αέρα και στο αναζωογονητικό κρύο, βρομοκοπούσε διάφορα ανθυγιεινά πράγματα: ουίσκι, τσιγάρο, μπαρούτι, σάπια δόντια. «Για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό, στην καρδιά μου φωλιάζει ξανά η ελπίδα. Είναι ωραία αίσθηση», δήλωσε ο άγνωστος ανάβοντας το εσωτερικό φως της καμπίνας. Η Λόρι τον κοίταξε διστακτικά. Η έκφρασή του ήταν καλοσυνάτη και χαρούμενη, αλλά ερχόταν σε τόσο πλήρη αντίθεση με τα βασανισμένα του μάτια, που έμοιαζε σαν να 'χε ζωγραφίσει το χαμόγελο με μπογιά στο πρόσωπό του. Η αγωνία του αναδιδόταν απ' όλους τους πόρους του κορμιού του. Απ' όλες τις μυρωδιές που απέπνεε, κυριαρχούσε εκείνη που μαρτυρούσε το ασίγαστο άγχος του. Τα μάτια του ήταν μάτια παγιδευμένου ζώου που παλεύει με το φόβο και προσπαθεί να τον κρύψει. Μαντεύοντας ότι η Λόρι διαισθάνθηκε την οδύνη του, τα χείλη του τρεμούλιασαν και το χαμόγελό του πήγε να σβήσει· αλλά ύστερα επανήλθε ακόμα πιο έντονο -αφύσικα έντονο. Αν δεν τον φοβόταν, θα τον λυπόταν. «Μη διανοηθείς να πάρεις το όπλο, μόνο και μόνο επειδή ακουμπάει στα γόνατά σου. Δεν ξέρεις να το μεταχειριστείς. Θα χτυπούσες. Εξάλλου, δε θέλω ν' αναγκαστώ να σου ρίξω γροθιά στο πρόσωπο. Είσαι η μητέρα του αγοριού μου». Όταν ο άγνωστος πρωτοαναφέρθηκε στο μωρό της πίσω από το κλειστό τζάμι, το μητρικό ένστικτο της Λόρι αφυπνίστηκε. Τώρα στο μυαλό της χτυπούσαν αμέτρητες καμπάνες σημαίνοντας συναγερμό. «Τι είν' αυτά που λες;» ρώτησε, ενοχλημένη από το τρέμουλο της φωνής της. Όταν κινδύνευε μονάχα η δική της ζωή, μπορούσε εύκολα να προσποιείται την ατρόμητη. Τώρα όμως που 'χε στην κοιλιά της


246

DEAN KOONTZ

ένα μελλοντικό όμηρο, της ήταν αδύνατο να κρύψει την αγωνία της για την τύχη αυτού του αθώου πλάσματος. Εκείνος έβγαλε από μια τσέπη μια μικρή μαύρη δερμάτινη θήκη κι άνοιξε το φερμουάρ της. «Μου πήρατε το γιο μου, το μονάκριβό μου. Είμαι σίγουρος ότι, αν ψάξεις μες στην καρδιά σου, θα 'σαι η πρώτη που θα παραδεχτεί ότι μου χρωστάς ένα γιο -κι ότι θα μου δώσεις τον δικό σου». «Το γιο σου; Δεν τον ξέρω το γιο σου». «Τον καταδικάσατε σε ισόβια κάθειρξη», είπε ήρεμα, σαν άνθρωπος λογικός· σαν άνθρωπος με καλή θέληση. «Και ο σύζυγος σου, ο αχάριστος γιος του Ρούντι Τοκ, τον κατέστησε... ανίκανο να τεκνοποιήσει». «Είσαι... ο Κόνραντ Μπίζο;» αναφώνησε έκπληκτη η Λόρι. «Ο ένας και μοναδικός, ο φυγάς, ο κατατρεγμένος κλόουν που μπορεί να μη βρίσκει μια θέση στο πάλκο για να επιδείξει το ταλέντο του, αλλά κατά βάθος παραμένει μεγάλος και τρανός παλιάτσος». Άνοιξε τη μαύρη θήκη. Περιείχε δύο υποδόριες σύριγγες και ένα φιαλίδιο με κεχριμπαρένιο υγρό. Η φυσιογνωμία του της είχε φανεί κάπως γνώριμη, όμως δεν έμοιαζε διόλου στις φωτογραφίες των εφημερίδων που είχε φυλάξει ο Ρούντι από τον Αύγουστο του 1974. «Δε μοιάζεις με τον Μπίζο», ψέλλισε. Εκείνος χαμογελούσε και κουνούσε πάνω κάτω το κεφάλι του. Η φωνή του ήταν περιχαρής και ανεξήγητα εγκάρδια: «Ω, ξέρεις πόσο αλλάζει ο άνθρωπος μέσα σε είκοσι τέσσερα χρόνια. Και για να μη γίνω αντιληπτός, ταξίδεψα για ένα διάστημα στη Νότια Αμερική με τον μικρό μου Πουντσινέλο, όπου υποβλήθηκα σε πλαστική εγχείρηση για να εξασφαλίσω την ανωνυμία». Άνοιξε το περιτύλιγμα μιας σύριγγας. Η μύτη της βελόνας άστραψε απειλητικά στο θαμπόφωτο. Όσο κι αν η Λόρι ήξερε ότι το να προσπαθεί να λογικέψει αυτό τον άνθρωπο ήταν εξίσου ανώφελο με το να συζητάει για τη μουσική του Μότσαρτ με ένα κουφό άλογο, δεν μπόρεσε να κρα-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

247

τηθεί: «Δε γίνεται να κατηγορείς εμάς για ό,τι συνέβη στον Πουντσινέλο». «Το κατηγορώ είναι μια λέξη σκληρή», απάντησε εκείνος με ευγένεια και καλοσύνη. «Ας μη μιλήσουμε καλύτερα για φταίχτες και ενόχους. Η ζωή είναι πολύ σύντομη. Κάτι συνέβη, για διάφορους λόγους, και τώρα το δίκαιο είναι να πληρωθεί το τίμημα». «Για διάφορους λόγους;» Ο Μπίζο συνέχισε να χαμογελάει, να κουνάει το κεφάλι και να διατηρεί τον εγκάρδιο τόνο του: «Ναι, ναι, όλοι έχουμε τους λόγους μας, και ασφαλώς είχατε κι εσείς τους δικούς σας. Ποιος είμαι εγώ για να κρίνω ότι είχατε άδικο; Δεν υπάρχει λόγος να γινόμαστε κριτές, ούτε κερδίζουμε τίποτα με το να εκτοξεύουμε δυσάρεστες κατηγορίες. Κάθε ιστορία έχει πάντα δύο όψεις -καμιά φορά δέκα. Κάτι συνέβη και μου πήραν το γιο μου. Μου τον κατέστησαν ανίκανο να μου χαρίσει εγγόνια, κληρονόμους του ταλέντου του Μπίζο. Επομένως το θεωρώ δίκαιο να αποζημιωθώ». «Ο Πουντσινέλο σου σκότωσε ένα σωρό κόσμο και θα σκότωνε κι εμένα και τον Τζίμι», δήλωσε η Λόρι, τονίζοντας μία μία τις λέξεις, αδυνατώντας να υιοθετήσει την ακλόνητη ευδιαθεσία του Μπίζο. «Έτσι λένε», είπε ο Μπίζο κλείνοντάς της το μάτι. «Όμως σ' το λέω να το ξέρεις, καλή μου κυρία: Μην εμπιστεύεσαι αυτά που γράφουν οι εφημερίδες. Η αλήθεια δε φτάνει ποτέ στις σελίδες του Τύπου». «Δεν το διάβασα, το έζησα», είπε εκείνη. Ο Μπίζο χαμογέλασε, συγκατένευσε, έκλεισε το μάτι, ξαναχαμογέλασε, ξανασυγκατένευσε, έβγαλε ένα κοφτό γελάκι, ξανασυγκατένευσε κι ύστερα ξαναεστρεψε την προσοχή του στη σύριγγα. Η Λόρι αντιλαμβανόταν ότι η εύθραυστη ισορροπία του εξαρτιόταν από το να διατηρεί το εγκάρδιο, χαρούμενο ύφος του, υποκριτικό ξεΰποκριτικό. Αν σταματούσε να προσποιείται τον ευδιάθετο, ο τύπος θα κατέρρεε πλήρως. Η καταπιεσμένη αυτολύπηση και η οργή του θ' ανέβαιναν στην επιφάνεια και θα προ-


248

D E A N KOONTZ

καλούσαν έκρηξη. Ανήμπορος πλέον να συγκρατηθεί, θα σκότωνε κι αυτήν και το μωρό που τόσο ήθελε. Κάτω από τα χαμόγελα και τα χασκόγελα δεν κρυβόταν ένας καλόψυχος παλιάτσος· κρυβόταν ένας δολοφόνος. «Τι είναι αυτό;» τον ρώτησε βλέποντας το περιεχόμενο του φιαλιδίου. «Είναι απλώς ένα ήπιο ηρεμιστικό φάρμακο, ένα ζουμάκι που θα σε βοηθήσει να ονειρευτείς». Τα χέρια του ήταν μεγάλα και τραχιά αλλά επιδέξια. Ανοιξε το μπουκαλάκι και γέμισε τη σύριγγα με τις έμπειρες κινήσεις ενός γιατρού. «Μα δεν επιτρέπεται να το πάρω αυτό το πράγμα. Γεννάω», διαμαρτυρήθηκε η Λόρι. «Ω, μην ανησυχείς, καλή μου, είναι πολύ αθώο. Δε θα καθυστερήσει τον ερχομό του μωρού». «Όχι, όχι, όχι». «Αγαπητό μου κορίτσι, είσαι ακόμα στην πρώτη φάση του τοκετού κι αυτό θα κρατήσει πολύ ακόμα». «Κι εσύ πώς το ξέρεις;» Ο τύπος χασκογέλασε πονηρά, της έκλεισε το μάτι και ζάρωσε τη μύτη. «Χρυσή μου, πρέπει να ομολογήσω ότι έκανα μια αταξιούλα. Πριν από μια βδομάδα, τοποθέτησα κοριό στην κουζίνα και στο σαλόνι σας, και έκτοτε σας παρακολουθούσα από το σπίτι της Νέντρα Λαμ, απέναντι από το δικό σας». Η Λόρι ένιωσε ζάλη. «Γνωρίζεις τη Νέντρα;» «Τη γνώρισα για λίγα λεπτά, τη φουκαριάρα», της αποκάλυψε ο Μπίζο. «Αλήθεια, τι είναι αυτά τα τοτέμ με τα κέρατα;» Διερωτώμενη αν η Νέντρα βρισκόταν τώρα στην αποθήκη της ανάμεσα στα ξερά καυσόξυλα ή στον καταψύκτη του υπογείου της, η Λόρι έπιασε την καραμπίνα. «Δεν είσαι εντάξει, καλή μου». Η Λόρι τράβηξε αμέσως το χέρι της από το όπλο. Ο Μπίζο ακούμπησε τη θήκη στο ταμπλό κι από πάνω άφησε την έτοιμη σύριγγα. «Έλα τώρα, βγάλε το μπουφάν σου σαν καλό παιδί και σήκωσε το μανίκι για να βρω μια φλέβα». «Τι θα μου κάνεις;» ρώτησε εκείνη δίχως να υπακούσει.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

249

Την αιφνιδίασε τσιμπώντας της τρυφερά το μάγουλο, όπως θα έκανε μια γριά θεία στην αγαπημένη της ανιψούλα. «Ανησυχείς πολύ, κυρά μου. Όταν ανησυχούμε πολύ, αυτά που φοβόμαστε βγαίνουν αληθινά. Θα σου δώσω λίγο ηρεμιστικό για να γίνεις πιο συνεργάσιμη και υπάκουη». «Και μετά;» «Θα κόψω τις ζώνες ασφαλείας του αυτοκινήτου και θα φτιάξω ένα σύστημα για να σε τραβήξω ίσαμε τη Χόκσμπιλ Ρόουντ». «Είμαι έγκυος». «Μόνο ένας τυφλός δε θα το πρόσεχε», αποκρίθηκε ο Μπίζο και της έκλεισε το μάτι. «Ορίστε, πάλι ανησυχείς. Θα φροντίσω να σε δέσω έτσι ώστε να μην πάθετε τίποτα, ούτε εσύ ούτε το μωρό. Δε γίνεται να σε κουβαλήσω στα χέρια. Η πλαγιά είναι απότομη. Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο και επικίνδυνο». «Κι όταν φτάσουμε πάνω;» «Θα σε φορτώσω στο Χάμερ και θα σε μεταφέρω σε ένα ωραίο, ήσυχο ιδιωτικό μέρος. Όταν έρθει η ώρα, θα γεννήσεις το αξιολάτρευτο μωρό σου». «Δεν είσαι γιατρός», είπε με φρίκη η Λόρι. «Μη στενοχωριέσαι. Ξέρω τη διαδικασία». «Πώς την ξέρεις;» «Έχω διαβάσει ολόκληρο βιβλίο», της αποκρίθηκε κεφάτα. «Έχω προμηθευτεί όλα τα απαραίτητα εφόδια και εργαλεία». «Ω Θεέ μου». «Άντε πάλι τα ίδια. Σου είπα, μη στενοχωριέσαι. Πρέπει ν' αλλάξεις στάση, καλή μου. Η ευτυχία μας στη ζωή είναι συνάρτηση του πώς αντιμετωπίζουμε τα πράγματα. Μπορώ να σου συστήσω ορισμένα εξαιρετικά βιβλία επί του θέματος». Τη χτύπησε φιλικά στην πλάτη. «Όταν τακτοποιηθούν όλα, θα σε αφήσω κάπου όπου θα είσαι ασφαλής μέχρι να σε βρουν. Ύστερα το αγόρι κι εγώ θα ξεκινήσουμε για τη μεγάλη μας περιπέτεια». Η Λόρι τον κοίταζε άφωνη από τον τρόμο. «Θα του μάθω όλα όσα ξέρω και, μόλο που δεν κυλάει στις φλέβες του το αίμα των Μπίζο, θα γίνει ο πιο σπουδαίος κλόουν του αιώνα του». Ένα ειρωνικό γέλιο ανάβλυσε από μέσα του


250

D E A N KOONTZ

σαν φυσαλίδα σε βάλτο. «Με τον Πουντσινέλο μου, διαπίστωσα ότι το ταλέντο δε μεταφέρεται πάντα από γενιά σε γενιά. Όμως έχω τόσο πολλά να μοιραστώ μαζί του, έχω τέτοιο πάθος να του μεταδώσω, ώστε δεν τρέφω την παραμικρή αμφιβολία ότι θα τον κάνω αστέρα!» «Θα είναι κορίτσι», δήλωσε εκείνη. Χαμογελώντας, πάντα χαμογελώντας, της κούνησε αυστηρά το ένα δάχτυλο. «Μην ξεχνάς ότι σας παρακολουθώ εδώ και μια βδομάδα. Δε θελήσατε να σας φανερώσει ο γιατρός το φύλο του παιδιού». «Κι αν είναι κορίτσι;» «Θα είναι αγόρι», επέμεινε ο Μπίζο, κλείνοντας ξανά και ξανά το μάτι, ώσπου στο τέλος κατάλαβε και ο ίδιος ότι το κλείσιμο του ματιού κόντευε να μετατραπεί σε ανεξέλεγκτο τικ. «Θα είναι αγόρι, γιατί χρειάζομαι ένα αγόρι». Η Λόρι φοβήθηκε να τραβήξει το βλέμμα της από πάνω του, όμως μετά βίας ανεχόταν την οργή και τη θλίψη των ματιών του.«Γιατί; Ω... Επειδή κανένα κορίτσι δεν έγινε ποτέ διάσημος κλόουν». «Υπάρχουν θηλυκοί κλόουν, αλλά δε διαπρέπουν. Στο χαρούμενο βασίλειο του τσίρκου δεσπόζουν οι άντρες»· Αν το μωρό της ήταν κορίτσι, θα τις σκότωνε και τις δύο. «Κάνει κρύο εδώ μέσα κι έχει περάσει και η ώρα. Έλα, γλυκιά μου, βγάλε το μπουφάν και σήκωσε το μανίκι». «Όχι». Το χαμόγελο του πάγωσε στο πρόσωπό του κι ύστερα κρέμασε. Ο Μπίζο το επανέφερε με το στανιό στα χείλη του. «Θα λυπόμουν αν αναγκαζόμουν να σε ρίξω αναίσθητη με μια μπουνιά. Αλλά, αν δε μου αφήσεις άλλη επιλογή, θα το κάνω. Για διάφορους λόγους κάτι συνέβη, και κατά βάθος ξέρεις ότι το δίκαιο είναι να αποζημιωθώ. Εσύ μπορείς ν' αποκτήσεις κι άλλο μωρό».


26

Η

πόρτα ήταν ορθάνοιχτη. Στο δεξί μου χέρι κρατούσα μια πέτρα μεγέθους μικρού γκρέιπφρουτ. Έσκυψα προς το εσωτερικό της καμπίνας και, τη στιγμή που ο ένοπλος αντιλήφθηκε την παρουσία μου και γύρισε το κεφάλι, του κοπάνησα την πέτρα στον αριστερό κρόταφο -δυνατά, αλλά όχι όσο θα ήθελα. Με κοίταξε έκπληκτος, μη πιστεύοντας στα μάτια του, αδυνατώντας να το χωνέψει ότι ο χτυπημένος και πνιγμένος ζαχαροπλάστης ξαναζωντάνεψε σαν από θαύμα. Προς στιγμήν σκέφτηκα να τον ξανακοπανήσω με την πέτρα, μα αυτός έπεσε πάνω στο τιμόνι, πιέζοντας την κόρνα με το πρόσωπο του. Τον έσπρωξα πίσω στο κάθισμα για να σταματήσει το κορνάρισμα και κοίταξα τη Λόρι, ανακουφισμένος που την έβλεπα σώα και αβλαβή. «Δε θέλω ν' ακούσω ποτέ ξανά το τραγούδι "Send In the Clowns "*», δήλωσε η Λόρι. Την κοίταξα σαν χαμένος -και δεν ήταν φυσικά η πρώτη φορά. Η Λόρι έδειξε τον άντρα που ήταν πεσμένος δίπλα της, στο κάθισμα του οδηγού. «Να σου συστήσω τον μπαμπά του Πουντσινέλο». Έσκυψα κατάπληκτος στο εσωτερικό του Εξπλόρερ και τράβηξα το σκούφο του για να τον επιθεωρήσω καλύτερα. «Μοιάζει κάπως με τον Κόνραντ Μπίζο...» •«Στείλτε μέσα τους κλόουν». (Σ.τ.Μ.)


252

D E A N KOONTZ

«Είκοσι τέσσερα χρόνια, συν την πλαστική χειρουργική», εξήγησε εκείνη. Ακούμπησα τα παγωμένα δάχτυλά μου στο λαιμό του για να πιάσω το σφυγμό του. Οι παλμοί του ήταν αργοί και σταθεροί. «Τι δουλειά έχει αυτός εδώ;» ρώτησα. «Μαζεύει δωρεές για τη UNICEF. Επιπλέον, ήθελε το μωρό μας». Η καρδιά μου σφίχτηκε, το στομάχι μου δέθηκε κόμπος, ενώ συγχρόνως ένιωσα βάρος στην κύστη: Τα σωθικά μου αναστατώθηκαν. «Το μωρό;» «Θα σου τα διηγηθώ αργότερα. Τζίμι, οι συσπάσεις δεν έγιναν συχνότερες, αλλά είναι πολύ πιο οδυνηρές -κι έχω ξεπαγιάσει». Τα λόγια της με τρόμαξαν περισσότερο κι από το αν άκουγα εκείνη την ώρα έναν πυροβολισμό. Ο Μπίζο είχε βγει από τη μέση, όμως βρισκόμασταν πολύ μακριά από μια μαιευτική κλινική. «Θα τον δέσω με το σχοινί ρυμούλκησης και θα τον ρίξω στο πίσω κάθισμα», της είπα. «Μπορούμε να φύγουμε από δω με το αμάξι;» «Δε νομίζω». «Ούτε εγώ το πιστεύω. Αλλά δεν πρέπει να το επιχειρήσουμε;» «Σωστά». Το πιθανότερο ήταν ότι η Λόρι δε θα άντεχε να περπατήσει μέχρι την κορυφή. Ήταν μεγάλη η απόσταση και πολύ απότομη η ανηφοριά. Στην κατάστασή της, έτσι και γλιστρούσε και έπεφτε, σίγουρα θα προκαλούνταν αιμορραγία. «Αν είναι να φύγουμε με το αυτοκίνητο, δεν τον θέλω εδώ μαζί μας», δήλωσε η Λόρι. «Θα είναι δεμένος». «Να μου λείπει το βύσσινο. Δεν είναι ένας συνηθισμένος μανιακός. Αν ήταν ένας συνηθισμένος μανιακός, θα τον έβαζα να καθίσει στα πόδια μου και θα τον τάιζα Λάιφ Σέιβερς. Είναι ο μεγάλος Μπίζο. Δεν τον θέλω εδώ μέσα».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

253

Κατανοούσα τη θέση της. «Εντάξει, θα τον δέσω σ' ένα δέντρο». «Τέλεια». «Μόλις φτάσουμε στο νοσοκομείο, θα ενημερώσω την αστυνομία και θα έρθουν να τον μαζέψουν. Όμως κάνει τρομερό κρύο και ίσως έχει πάθει διάσειση, οπότε μπορεί να μην επιζήσει». Η Λόρι κάρφωσε τον αναίσθητο Μπίζο μ' ένα βλέμμα τόσο σκληρό, που ευχήθηκα να μη γίνω ποτέ στόχος του. «Μωρό μου, αν είχα πρόχειρο ένα βιδωτικό Μπλακ εντ Ντέκερ, θα τον σταύρωνα στο δέντρο και δε θα το έλεγα σε κανέναν». Ιδού ένα σημαντικό μάθημα για τους μασκαράδες που στοχεύουν να σταδιοδρομήσουν στην παρανομία. Όταν πρόκειται για την προστασία του παιδιού, το μητρικό ένστικτο είναι κάτι τρομακτικό. Ποτέ μην απειλήσεις μια γυναίκα σε ενδιαφέρουσα ότι θα της κλέψεις το ακριβό της απόκτημα -προπαντός αν είναι κόρη εκπαιδεύτριας φιδιών. Μετέφερα την καραμπίνα στο πίσω μέρος του Εξπλόρερ, άνοιξα την πίσω πόρτα και την πέταξα μέσα. Στην εργαλειοθήκη βρήκα το σχοινί ρυμούλκησης. Η κάθε του άκρη κατέληγε σε έναν κρίκο. «Τζίμι! Συνέρχεται», φώναξε η Λόρι επιτακτικά. Όταν έτρεξα στην πόρτα του οδηγού, βρήκα τον Μπίζο να βογκάει και να κουνάει το κεφάλι του δεξιά κι αριστερά. «Βιβατσεμέντε», μουρμούρισε φοβισμένος. Προηγουμένως, όταν έπιασα το σφυγμό του, είχα αφήσει την πέτρα στο κάθισμα πλάι του. Την έπιασα και τον χτύπησα δυνατά στο μέτωπο. Σήκωσε το δεξί χέρι και το έφερε μπροστά στο πρόσωπο, σαν να προσπαθούσε να διώξει κάτι. «Συφιλιδική νυφίτσα, παλιοτόμαρο...» μουρμούρισε. Το πρώτο χτύπημα ήταν υπερβολικά συγκρατημένο. Τον κοπάνησα πιο δυνατά με την πέτρα και ξανάπεσε αναίσθητος. Πριν από τέσσερα χρόνια, ο Πουντσινέλο με είχε αναγκάσει να μεταχειριστώ βία, οπότε είχα κατά κάποιον τρόπο εκπαιδευτεί. Η τωρινή αναλγησία μου δε με εντυπωσίασε, αλλά αναστατώθηκα διαπιστώνοντας ότι την απολάμβανα. Μια θερμή ικανό-


254

D E A N KOONTZ

ποίηση ζέστανε το ξεπαγιασμένο πρόσωπό μου και μπήκα στον πειρασμό να το επαναλάβω, αν και δεν το έκανα. Επέδειξα αξιοθαύμαστη αυτοσυγκράτηση, αποτέλεσμα των ηθικών αξιών με τις οποίες ανατράφηκα· ωστόσο, ένα κομμάτι του εαυτού μου πίστευε τότε -και εξακολουθεί να το πιστεύει και τώρα- ότι μια περιορισμένη ανταπόκριση στο κάλεσμα του κακού δεν είναι ηθικά αποδεκτή. Η εκδίκηση και η δικαιοσύνη είναι τα νήματα που υφαίνουν το λεπτό σχοινί του σχοινοβάτη, κι αν δεν είσαι σε θέση να κρατήσεις την ισορροπία σου, είσαι χαμένος -και καταδικασμένος- απ' όποια πλευρά του σχοινιού κι αν πέσεις. Κατέβασα τον Κόνραντ Μπίζο από το Εξπλόρερ και τον έσυρα σε ένα πρόσφορο πεύκο. Δεν ήταν εύκολο να τον κουμαντάρω, αλλά τα πράγματα θα ήταν πολύ χειρότερα αν είχε τις αισθήσεις του. Αφού τον στήριξα στον κορμό του δέντρου, άνοιξα το μπουφάν του, έχωσα το σχοινί από το αριστερό του μανίκι, το πέρασα πάνω από το στήθος του και το κατέβασα από το δεξί μανίκι. Ύστερα κούμπωσα το μπουφάν του ίσαμε το λαιμό. Έπιασα μία μία τις άκρες του σχοινιού και τις έφερα πίσω από τον κορμό του δέντρου ενώνοντας μεταξύ τους τους δύο κρίκους και βιδώνοντας τον μεταλλικό πίρο ασφαλείας. Δεν περίσσευε πολύ σχοινί. Θα ήταν αδύνατο να φέρει τα χέρια μπροστά για να ξεκουμπώσει το μπουφάν. Ουσιαστικά, ήταν σαν να του είχα περάσει ζουρλομανδύα -πράγμα που του ταίριαζε γάντι. Έλεγξα ξανά το σφυγμό του πιάνοντας το λαιμό του. Η αρτηρία χτυπούσε δυνατά και σταθερά. Εκείνη την περίοδο, για ένα διάστημα, είχαμε ένα ρητό στην οικογένεια: Ο μόνος τρόπος για να σκοτωθεί ένας κλόουν είναι να τον κάνει να πεθάνει από τα γέλια ένας μίμος. Επιστρέφοντας στο Εξπλόρερ, φόρεσα τα δερμάτινα γάντια μου. Τίναξα τα θραύσματα από το κάθισμα του οδηγού, κάθισα πίσω από το τιμόνι κι έκλεισα την πόρτα. Κουλουριασμένη στη θέση του συνοδηγού, η Λόρι αγκάλια-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

255

σε την κοιλιά της εισπνέοντας βαθιά με σφιγμένα δόντια και βογκώντας. «Χειροτερεύει;» ρώτησα. «Θυμάσαι τη σκηνή στο Άλιεν, εκεί όπου ανοίγει ο θώρακας;» Πάνω στο ταμπλό υπήρχε μια μικρή μαύρη δερμάτινη θήκη με δύο σύριγγες. «Ήθελε να μου κάνει ένεση για να γίνω συνεργάσιμη και "υπάκουη"», μου εξήγησε. Φούντωσα από οργή, μα ήξερα πως δε θα κέρδιζα τίποτα με το να γίνω παρανάλωμά της. Έβαλα προσεκτικά τη γεμάτη σύριγγα στη θέση της και κούμπωσα ξανά το φερμουάρ της θήκης, για να τη χρησιμοποιήσω ως ενοχοποιητικό στοιχείο. «Οικιακή ευτυχία μέσω των επιτευγμάτων της επιστήμης της χημείας. Πώς δεν το σκέφτηκα; Μου αρέσουν οι υπάκουες σύζυγοι». «Αν σου άρεσαν, δε θα με παντρευόσουν». Τη φίλησα στα πεταχτά στο μάγουλο. «Αυτό είναι σίγουρο». «Απόψε χόρτασα περιπέτεια. Πήγαινέ με να μου κάνουν μία επισκληρίδιο». Γύρισα διστακτικά το κλειδί στη μηχανή, φοβούμενος ότι δε θα έπαιρνε μπρος ή ότι είχαμε σφηνώσει ανάμεσα στα δέντρα. «Ο Μπίζο σκόπευε να φτιάξει ένα σύστημα με τις ζώνες ασφαλείας και να με σύρει ίσαμε τον αυτοκινητόδρομο, σαν κυνηγός που σέρνει το σκοτωμένο ελάφι». Μου 'ρθε να κατεβώ απ' τ' αμάξι και να τον σκοτώσω. Και προσευχήθηκα να μην αναγκαστώ να αντιγράψω το σχέδιο του.


26

Μ

ε τη δεύτερη προσπάθεια, η μηχανή πήρε μπροστά. Άναψα τους προβολείς του Εξπλόρερ. Η Λόρι έβαλε τη θέρμανση στο φουλ, για να αντισταθμίσει τον παγωμένο αέρα που ορμούσε από το σπασμένο τζάμι. Το κενό ανάμεσα στα γέρικα πεύκα που συγκρατούσαν το αμάξι ήταν αρκετά στενό ώστε να μη μας επιτρέπει να κυλήσουμε προς τα πίσω. Αν όμως ήμασταν γερά σφηνωμένοι ανάμεσά τους, ίσως η δύναμη της μηχανής να μην κατόρθωνε να μας τραβήξει μπροστά. Πάτησα το γκάζι και η μηχανή μούγκρισε. Οι τροχοί γύριζαν χωρίς να μετακινείται το αυτοκίνητο. Το Εξπλόρερ έτριξε ολάκερο, διαμαρτυρόμενο για το δυνατό αγκάλιασμα των δέντρων. Πάτησα περισσότερο το γκάζι. Η μηχανή διαμαρτυρήθηκε. Τα λάστιχα κάπνισαν και το τρίξιμο της καρότσας δυνάμωσε, σάμπως ένα αόρατο φάντασμα να κουνούσε μια αλυσίδα. Το Εξπλόρερ άρχισε να τρέμει σαν τρομαγμένο άλογο που το πόδι του πιάστηκε σε βράχους κατά τη διάρκεια κατολίσθησης. Σηκώθηκε ένας σκληρός μεταλλικός θόρυβος. Δε μου άρεσε διόλου. Όταν τράβηξα το πόδι από το γκάζι, το Εξπλόρερ έκανε πίσω τέσσερα με πέντε εκατοστά. Δεν είχα καν αντιληφθεί ότι είχε προχωρήσει αυτά τα λίγα εκατοστά όταν πατούσα το γκάζι. Άρχισα να πατάω ρυθμικά το πεντάλ. Το Εξπλόρερ ταλαντεύτηκε ελαφρά μπρος πίσω, γδέρνοντας το φλοιό των δέντρων. Έστριψα λίγο το τιμόνι δεξιά χωρίς αποτέλεσμα. Όταν το έ-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

257

στριψα λίγο αριστερά, τιναχτήκαμε μπροστά κάπου δέκα με δεκαπέντε εκατοστά -κι ύστερα μαγκώσαμε και πάλι. Έστριψα ξανά δεξιά, πιέζοντας ελαφρά κάθε τόσο το πεντάλ. Ακούστηκε ένας δυνατός μεταλλικός κρότος, σαν να ήμασταν στο εσωτερικό μιας καμπάνας, και άξαφνα ελευθερωθήκαμε. «Ελπίζω το μωρό να βγει εξίσου εύκολα», σχολίασε η Λόρι. «Αν αλλάξει κάτι, θέλω να με ενημερώσεις αμέσως». «Τι ν' αλλάξει δηλαδή;» «Ας πούμε ότι σπάνε τα νερά». «Αχ, γλυκέ μου, αν σπάσουν τα νερά, θα το καταλάβεις χωρίς να σου το πω. Θα μουσκέψεις ίσαμε τον αστράγαλο». Λόγω του ύψους, πίστευα ότι το Εξπλόρερ δε θα κατόρθωνε να προχωρήσει ευθεία στην ανηφοριά. Εντούτοις, έπρεπε να κάνω μια προσπάθεια. Η κλίση του εδάφους εδώ κάτω δεν ήταν τόσο απότομη όσο ψηλότερα. Προχωρήσαμε ταχύτερα από όσο περίμενα, στρίβοντας μόνο για να παρακάμψουμε τα δέντρα και τους αραιούς βράχους. Θα πρέπει να είχαμε διανύσει γύρω στα εκατό μέτρα, όταν η κλίση έγινε απότομη και η μηχανή άρχισε να μπουκώνει. Από εκείνο το σημείο, σκόπευα να ακολουθήσω πορεία με γωνιώδεις ελιγμούς, ζορίζοντας λιγότερο το αμάξι. Το να τραβήξουμε όλο νότια ή όλο βόρεια, κατά μήκος της πλαγιάς, υπό γωνία ενενήντα μοιρών, θα ήταν αυτοκτονία. Η κλίση παραήταν απότομη, και αργά ή γρήγορα το Εξπλόρερ θα κατρακυλούσε. Αν όμως ακολουθούσαμε με προσοχή πορεία ζιγκ ζαγκ, δε θα μπλοκαριζόμασταν, ούτε θα τουμπάραμε. Θα συνεχίζαμε την πορεία μας προς την κορυφή, ακολουθώντας ουσιαστικά την αρχιτεκτονική δομή μιας σκάλας. Η εν λόγω στρατηγική απαιτούσε άκρα προσοχή και απόλυτη συγκέντρωση. Κάθε φορά που κάναμε ελιγμούς, έπρεπε να υπολογίζω, ενστικτωδώς, τη γωνία ανόδου που θα μας έφερνε πιο ψηλά, χωρίς ταυτόχρονα να το διακινδυνεύουμε. Το έδαφος αποδείχτηκε εξόχως ανώμαλο. Κάθε τόσο, αν ανέπτυσσα ελάχιστα παραπάνω ταχύτητα, το Εξπλόρερ άρχιζε να τραμπαλίζεται πάνω στην αυλακωμένη γη, και χτυπιόμασταν στα καθίσματά μας ευχόμενοι να μην τουμπάρει. Σε κάμποσες


258

D E A N KOONTZ

περιπτώσεις είδα με την καλπάζουσα φαντασία μου να κουτρουβαλάμε προς το βάθος του φαραγγιού χτυπώντας από δέντρο σε δέντρο, σαν μπαλάκι του φλίπερ. Κάπου κάπου έκοβα ταχύτητα για να βρει το Εξπλόρερ την ισορροπία του. Αλλες φορές, πάλι, σταματούσα εντελώς, φοβούμενος ότι θα μου μείνει το τιμόνι στα χέρια. Επιθεωρούσα το τρομακτικό τοπίο που φωτιζόταν από τους προβολείς μας κι έκανα μικρές διορθώσεις στην πορεία μας. 'Οταν περάσαμε τα μισά της διαδρομής, τόλμησα να πιστέψω ότι θα τα καταφέρναμε. Θα πρέπει να αναθάρρησε και η Λόρι, γιατί διέκοψε τη βαθιά σιωπή μας, για πρώτη φορά κατά την άνοδό μας: «Είναι κάτι που, αν ήταν να πεθάνουμε εδώ απόψε, θα ήθελα να σου το είχα πει». «Ότι είμαι θεός του έρωτα;» «Οι άντρες που θεωρούν τον εαυτό τους θεό του έρωτα είναι υπερφίαλοι και κρετίνοι. Εσύ... εσύ είσαι ένα συμπαθητικό κουταβάκι, αλλά δε θα με πείραζε αν δε σου το είχα πει, έτσι και τύχαινε να πεθάνω». «Κι εμένα δε θα με πείραζε να μην το έχω ακούσει, αν ήταν να πεθάνω». «Ξέρεις», είπε η Λόρι, «οι γονείς, τα παιδιά, η αγάπη, όλα αυτά είναι παράξενα πράγματα. Θέλω να πω, μπορεί να σ' αγαπούν οι γονείς σου και μπορεί να το ξέρεις ότι σ' αγαπούν, και μπορεί να τους αγαπάς κι εσύ, αλλά παρ' όλ' αυτά να μεγαλώνεις τόσο μόνος, ώστε να αισθάνεσαι... άδειος». Δεν περίμενα μια τόσο σημαντική αποκάλυψη. Ήξερα ότι επρόκειτο για σημαντική αποκάλυψη γιατί μάντεψα ποια θα ήταν, αναπόφευκτα, τα επόμενα λόγια της. «Η αγάπη δεν αρκεί», δήλωσε. «Οι γονείς σου πρέπει να ξέρουν πώς να συνδεθούν μαζί σου και μεταξύ τους. Πρέπει να θέλουν να είναι μαζί σου περισσότερο απ' όσο με οποιονδήποτε άλλον. Πρέπει να προτιμούν να βρίσκονται στο σπίτι παρά οπουδήποτε αλλού στον κόσμο, και πρέπει να ενδιαφέρονται για σένα περισσότερο από...» «...τα φίδια και τους ανεμοστρόβιλους», συμπλήρωσα. «Τους αγαπώ, ξέρεις. Είναι καλοί άνθρωποι, Τζίμι, ειλικρινά


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

259

το λέω, και έχουν καλές προθέσεις. Όμως είναι απορροφημένοι από τον εαυτό τους... απομονώνονται. Τους βλέπεις κυρίως μέσα από παράθυρα». Το τρέμουλο της φωνής της δυνάμωνε όσο μιλούσε. «Λόρι Λιν, είσαι θησαυρός», της είπα όταν σώπασε για λίγο. «Εσύ μεγάλωσες έχοντας όλα όσα εγώ λαχταρούσα και δεν είχα -όλα όσα ονειρευόμουν. Οι δικοί σου ζουν για σένα και ζουν ο ένας για τον άλλο, για την οικογένεια. Το ίδιο και η Γουίνα, με τον τρόπο της. Αυτό είναι η ευτυχία, Τζίμι. Και σου χρωστάω αιώνια ευγνωμοσύνη επειδή περιέλαβες κι εμένα στην οικογένεια». Κάτω από τον αξιοθαύμαστο δυναμισμό της, κάτω από την πανοπλία της ομορφιάς και της εξυπνάδας της, η γυναίκα μου έχει τρυφερή ψυχή και θα μπορούσε να ήταν μια ντροπαλή, άπραγη κοπελίτσα, αν δεν είχε προτιμήσει να γίνει αγωνίστρια -μια αγωνίστρια με στυλ. Πίσω από το όχι και τόσο σκληροτράχηλο παρουσιαστικό μου, είμαι κι εγώ ένας αισθηματίας. Ένας ημι-μάτσο αισθηματίας. Είναι γνωστό ότι κλαίω όταν δω σκοτωμένο ζώο στην άσφαλτο. Τα λόγια της μ' έκαναν να χάσω τη φωνή μου. Αν επιχειρούσα ν' ανοίξω το στόμα μου, θα ξεσπούσα σε κλάματα. Μια και είχα αναλάβει να οδηγήσω το Εξπλόρερ στην κορυφή, καλό θα ήταν να μη θαμπώσει η όρασή μου. Ευτυχώς, η Λόρι συνέχισε να ξετυλίγει το νήμα της σκέψης της και, ξαναβρίσκοντας τη σταθερότητα της φωνής της, συνέχισε τη συζήτηση χωρίς εμένα: «Δεν ξέρεις, Τζίμι, πόσο θα χαρώ να μεγαλώσω τα παιδιά μας όπως μεγάλωσες εσύ, να τους δώσω το δώρο της Μάντι και του Ρούντι και της Γουίνα, να τα αναθρέψω σε μια οικογένεια τόσο στενά δεμένη, και να μπορέσουν να βρουν εκείτο βαθύτερο νόημα της ζωής τους». Δυο τρεις στροφές μάς χώριζαν πια από την κορυφή. «Ποτέ δε συζητήσαμε πόσα παιδιά θα αποκτήσουμε», συνέχισε η Λόρι. «Αυτή τη στιγμή σκέφτομαι τα πέντε. Τι λες εσύ... πώς σου φαίνονται τα πέντε;»


260

D E A N KOONTZ

Ξαναβρήκα τη φωνή μου. «Πάντα είχα στο μυαλό μου τα τρία, αλλά μετά τη μικρή σου διάλεξη σκέφτομαι τα είκοσι». «Ας καταλήξουμε στα πέντε, προς το παρόν». «Έγινε. Το ένα κοντεύει να βγει απ' το φούρνο, οπότε μένουν τέσσερα για ζύμωμα». «Δύο κορίτσια και τρία αγόρια ή τρία κορίτσια και δύο αγόρια;» αναρωτήθηκε. «Είναι στο χέρι μας ν' αποφασίσουμε;» «Πιστεύω ότι με τη θετική σκέψη διαμορφώνουμε ως ένα σημείο την πραγματικότητά μας. Είμαι βέβαιη ότι, αν σκεφτούμε θετικά, θα κατορθώσουμε να φτιάξουμε το συνδυασμό που επιθυμούμε -αν και, για να υπάρξει τέλεια ισορροπία, θα πρέπει να αποκτήσουμε δύο κορίτσια, δύο αγόρια και ένα ερμαφρόδιτο». «Ας μη φτάσουμε στα άκρα». «Αχ, Τζίμι, κανένα παιδί δεν αγαπήθηκε ποτέ όσο θ' αγαπήσουμε εμείς τα δικά μας». «Αλλά δε θα τα κακομάθουμε», είπα. «Όχι βέβαια, τα παλιόπαιδα! Η προγιαγιά τους η Ρογουίνα θα τους διαβάζει παραμύθια. Αυτό αρκεί για να γίνουν πειθαρχημένα και υπάκουα». Μιλούσε, μιλούσε, και σε λίγο διαπίστωσα ότι, πολύ σοφά, είχαμε ξεχάσει με την κουβέντα της το φόβο και τον κίνδυνο της διαδρομής. Ώσπου φτάσαμε στην κορυφή της πλαγιάς και στη Χόκσμπιλ Ρόουντ.


26

Β

γήκαμε στη Χόκσμπιλ Ρόουντ γύρω στα δέκα μέτρα μακριά από το παρκαρισμένο Χάμερ. Διασχίσαμε ένα πρόσφατα σχηματισμένο συμπαγές βουναλάκι με χιόνι και περάσαμε στη λωρίδα με κατεύθυνση προς Νότο, η οποία ήταν καθαρισμένη από το χιόνι, τόσο ώστε να διακρίνεται τουλάχιστον η άσφαλτος. Ακριβώς μπροστά μας, ένα συνεργείο καθαρισμού του αυτοκινητόδρομου με δύο οχήματα άνοιγε το δρόμο μέσα στη θύελλα. Προπορευόταν ένα γκρέιντερ με πελώριες ρόδες με μεγάλα τακούνια, εφοδιασμένο με ένα μαχαίρι με κλίση, ενώ πίσω του ακολουθούσε ένα φορτηγό που έριχνε αλάτι και στάχτη στο δρόμο. Ακολούθησα το φορτηγό από ασφαλή απόσταση. Η συνοδεία ενός περιπολικού δε θα μας οδηγούσε στην πόλη γρηγορότερα με τέτοιο παλιόκαιρο. Ο νυχτερινός ουρανός κρυβόταν από το πέπλο του χιονιού. Οι νιφάδες στροβιλίζονταν στον αόρατο άνεμο, ενώ κάθε τόσο λευκές κουρτίνες κυμάτιζαν, στριφογύριζαν, χτυπιόνταν κι αναδεύονταν στις ριπές του. Το όχι για πολύ ακόμα αόρατο μωρό άρχιζε να γνωστοποιεί την ανυπομονησία του να ελευθερωθεί ύστερα από εννέα ολόκληρους μήνες εγκλεισμού. Οι συσπάσεις της Λόρι είχαν αποκτήσει κανονικότητα. Τις χρονομετρούσε με το ρολόι της. Από τα βογκητά και τις δυνατότερες κραυγές της, καταλάβαινα τη συχνότητά τους και ευχόμουν να προχωρήσει γρηγορότερα το συνεργείο καθαρισμού.


262

D E A N KOONTZ

Πολλές φορές, οι άνθρωποι που υποφέρουν καταριούνται τον πόνο τους. Για κάποιο λόγο, πιστεύουμε ότι μπορούμε να ελέγξουμε την αφόρητη οδύνη με βλαστήμιες και αισχρόλογα. Η Λόρι δεν επέτρεψε σε καμιά τέτοια λέξη να βγει από τα χείλη της εκείνη τη νύχτα. Μπορώ να καταθέσω υπεύθυνα ότι κάτω από άλλες περιστάσεις η τσεκουράτη γλώσσα της τσακίζει κόκαλα. Όμως η νύχτα του τοκετού δεν ήταν μια συνηθισμένη περίσταση. Είπε ότι δεν ήθελε να βλαστημάει για χάρη του παιδιού. Δεν ήθελε το μωρό να έρθει στον κόσμο νομίζοντας ότι δεν το θέλουν. Δε μου είχε περάσει από το μυαλό το ενδεχόμενο να γεννηθεί το μωρό μας με ήδη ανεπτυγμένη τη γλωσσική του ικανότητα. Θεώρησα πάντως σεβαστή την επιθυμία της -μάλιστα με συγκίνησε. Όταν τα μουγκρητά και τα γρυλίσματα και οι κραυγές δεν ικανοποιούσαν πλέον την ανάγκη της να εκφράσει τον πόνο της, για χάρη του παιδιού και πάλι, κατέφυγε σε ένα λεξιλόγιο που περιέγραφε την ομορφιά και την καλοσύνη του κόσμου. «Φράουλες, φιστίκια, φωκίτσες», είπε, εκτοξεύοντας τις λέξεις με τέτοια σφοδρότητα, που κάποιος μη γνώστης της αγγλικής θα ορκιζόταν ότι εκείνη τη στιγμή η Λόρι καταριόταν ένα μισητό εχθρό. Μέχρι να φτάσουμε στην πόλη και στο Νοσοκομείο της Κομητείας Σνόου, και μολονότι τα νερά της Λόρι δεν είχαν σπάσει ακόμα, έμοιαζε να στάζουν απ' όλους τους πόρους του κορμιού της. Είχε χύσει ποτάμια ιδρώτα, θαρρείς και έσκαβε ή έκοβε ξύλα. Ξεκούμπωσε το μπουφάν της· το έβγαλε ολότελα. Ήταν μουσκίδι. Άφησα το αμάξι στην είσοδο των πρώτων βοηθειών, όρμησα μέσα κι επέστρεψα σ' ένα λεπτό με έναν τραυματιοφορέα και ένα αναπηρικό καρότσι. Ο τραυματιοφορέας, ένας νεαρός με φακίδες ονόματι Κόρι, υπέθεσε ότι η Λόρι βρισκόταν σε παραλήρημα, καθώς, τη στιγμή που κατέβαινε από το Εξπλόρερ για να καθίσει στο καρότσι, εκείνη άρχισε να φωνάζει με φούρια: «Γεράνια, Κόκα Κόλα, γα-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

263

τάκια, κύκνοι, χριστουγεννιάτικο κέικ με καρύδια». Το μανιασμένο ύφος της τον τρομοκράτησε. Καθώς μπαίναμε στο νοσοκομείο, του εξήγησα την άποψη ότι δεν είναι καλό να έρθει το παιδί στον κόσμο μέσα σε μια βροχή από κατάρες, και ότι γι' αυτό αντικαταστήσαμε τις βρισιές με λέξεις σχετικές με την ομορφιά και την καλοσύνη. Θαρρώ πως το μόνο που κατάφερα ήταν να φοβηθεί κι εμένα ο νεαρός. Δεν μπορούσα να συνοδεύσω τη Λόρι αμέσως στην αίθουσα τοκετού. Ένας από τους λόγους ήταν ότι έπρεπε να δώσω την κάρτα της κοινωνικής ασφάλισης στην υπάλληλο της υποδοχής, στο βάθος, μετά την αίθουσα αναμονής των επειγόντων. Τη φίλησα, κι εκείνη μου έσφιξε το χέρι με μια δύναμη που λίγο έλειψε να μου σπάσει τις κλειδώσεις. «Ίσως όχι είκοσι», μουρμούρισε. Μια νοσοκόμα τη συνόδευσε μαζί με τον τραυματιοφορέα στα ασανσέρ. Καθώς την έπαιρναν μακριά μου, την άκουσα να λέει με μοναδική ένταση: «Κρεπ σουζέτ, κλαφουτί, γκατό α λ 'οράνζ, σουφλέ ο σοκολά». Υπέθεσα ότι, αν το παιδί μας γεννιόταν γνωρίζοντας την αγγλική γλώσσα, δεν αποκλείεται να ήξερε να χειρίζεται και τη γαλλική -άσε που μπορεί να ονειρευόταν ήδη να γίνει σεφ ζαχαροπλαστικής. Ενόσω η υπάλληλος της υποδοχής φωτοτυπούσε την κάρτα μου και άρχιζε να συμπληρώνει έναν τόνο έντυπα, εγώ τηλεφώνησα στον Χιούι Φόστερ. Ήταν ο παιδικός φίλος του πατέρα μου, ο αποτυχημένος φούρναρης που ακολούθησε καριέρα αστυνομικού. Ο Χιούι είχε προμηθεύσει στον μπαμπά τη δωρεάν πρόσκληση για το τσίρκο, στο πίσω μέρος της οποίας εκείνος σημείωσε τις πέντε φοβερές μέρες της ζωής μου. Δεν κρατούσαμε κακία στον Χιούι γι' αυτό. Δούλευε νύχτες, και τον βρήκα στο αστυνομικό τμήμα. Του είπα για τον Κόνραντ Μπίζο, το φυγάδα δολοφόνο και επίδοξο απαγωγέα μωρών, που ήταν δεμένος σ' ένα δέντρο στο δάσος, καμιά τετρακοσαριά μέτρα χαμηλά στην πλαγιά, δυτικά του δρόμου όπου βρισκόταν παρατημένο το Χάμερ του. «Η περιοχή


264

DEAN KOONTZ

ανήκει στη δικαιοδοσία της Πολιτειακής Αστυνομίας», μου είπε ο Χιούι. «Θα ειδοποιήσω αμέσως να τον συλλάβουν. Θα τους συνοδεύσω προσωπικά. Ύστερα από τόσα χρόνια, θέλω να περάσω εγώ τις χειροπέδες σ' αυτό το παρανοϊκό κάθαρμα». Στη συνέχεια τηλεφώνησα στους δικούς μου για να τους ανακοινώσω μόνο ότι βρισκόμασταν στο νοσοκομείο και ότι η Λόρι γεννούσε. «Ζωγραφίζω ένα θεόχοντρο γουρούνι», είπε η μαμά, «αλλά μπορεί να περιμένει. Θα έρθουμε όσο το δυνατό γρηγορότερα». «Δεν είναι απαραίτητο να έρθετε με τέτοιο καιρό». «Χρυσό μου, ακόμα κι αν έβρεχε σκορπιούς και αγελαδότουρτες, εμείς θα ερχόμασταν -αν και δε θα μας άρεσε τόσο. Θα καθυστερήσουμε λίγο, γιατί πρώτα πρέπει να χωρέσει η Γουίνα στη φόρμα για τα χιόνια. Ξέρεις τι ιστορία γίνεται κάθε φορά... Πάντως θα έρθουμε». Εξακολουθούσα να είμαι ακόμα σχετικά νέος όταν η υπάλληλος της υποδοχής τελείωσε με τα έντυπα και μου τα 'δωσε να τα υπογράψω. Φεύγοντας από το γραφείο της, προχώρησα προς τη μαιευτική κλινική. Η αίθουσα αναμονής του μαιευτηρίου είχε ανακαινιστεί. Δεν ήταν όπως τη νύχτα που ταλαιπώρησα τη μητέρα μου για να γεννηθώ. Τα χαρούμενα φανταχτερά χρώματα είχαν αντικατασταθεί από ένα σταχτί χαλί, ανοιχτούς γκρίζους τοίχους και μαύρες πολυθρόνες από δερμάτινη, θαρρείς και η διεύθυνση του νοσοκομείου αποφάσισε ότι, στα είκοσι τέσσερα χρόνια που μεσολάβησαν, η πατρότητα δεν πρόσφερε πλέον καμία χαρά στους ανθρώπους. Η υπάλληλος της υποδοχής είχε τηλεφωνήσει για να τους ενημερώσει ότι βρισκόμουν καθ' οδόν. Μια νοσοκόμα με οδήγησε στην τουαλέτα, όπου πλύθηκα σύμφωνα με τις αναρτημένες οδηγίες και φόρεσα την πράσινη στολή του χειρουργείου. Ύστερα με οδήγησαν στη γυναίκα μου. Τα νερά της Λόρι δεν είχαν σπάσει ακόμα, αλλά υπήρχαν όλες οι ενδείξεις του επικείμενου τοκετού. Ως εκ τούτου, αλλά και εξαιτίας του γεγονότος ότι καμία άλλη έγκυος δεν είχε την απρο-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

265

νοησία να διαλέξει να γεννήσει μια νύχτα με χιονοθύελλα, την ετοίμασαν γρήγορα και τη μετέφεραν στην αίθουσα τοκετού. Τη στιγμή που έμπαινα, μια στρουμπουλή κοκκινομάλλα νοσοκόμα μετρούσε την πίεση της Λόρι και ο δόκτωρ Μέλο Μελόντιον, ο γιατρός μας, άκουγε την καρδιά της με το στηθοσκόπιο. Ο Μέλο ήταν γεροδεμένος σαν παίκτης του ράγκμπι, ευχάριστος σαν δημοφιλής ταβερνιάρης που προσελκύει πελάτες με την προσωπικότητα και τη γοητεία του, και καλός άνθρωπος. Αν έκρινε κανείς από το υπέροχο όνομά του, το χρώμα του δέρματός του που είχε τον τόνο της σταφίδας, τους άνετους τρόπους του και τη γλυκιά φωνή του, θα τον περνούσε για Τζαμαϊκανό ρασταφάρι που εγκατέλειψε τα ντρέντλοκ μαλλιά του και τη μουσική ρέγκε για να ακολουθήσει το ιατρικό επάγγελμα. Ωστόσο, ήταν γεννημένος στην Ατλάντα και προερχόταν από οικογένεια επαγγελματιών τραγουδιστών γκόσπελ. «Τζίμι», είπε όταν τελείωσε με το στηθοσκόπιο, «γιατί η μηλόπιτα με σοκολάτα της Ρέιτσέλ μου δεν έχει τη γεύση της δικής σου;» Η Ρέιτσελ ήταν η γυναίκα του. «Από πού πήρε τη συνταγή;» ρώτησα. «Το ξενοδοχείο τη δίνει αν τη ζητήσεις. Φάγαμε στο εστιατόριο του ξενοδοχείου την περασμένη εβδομάδα». «Έπρεπε να τη ζητήσει από μένα. Εσάς σας έδωσαν την αρχική συνταγή, αλλά εγώ την έχω τροποποιήσει. Η σημαντική διαφορά είναι ότι πρόσθεσα ένα κουταλάκι βανίλια κι ένα κουταλάκι μοσχοκάρυδο». «Το μοσχοκάρυδο το καταλαβαίνω, αλλά η βανίλια... ταιριάζει η βανίλια σε τάρτα σοκολάτα;» «Αυτό είναι το μυστικό», τον διαβεβαίωσα. «Ε, παιδιά, είμαι κι εγώ εδώ», μας υπενθύμισε η Λόρι. Της έπιασα το χέρι. «Και σταμάτησες να βρίζεις τις κρεπ σουζετ και τα κλαφουτί». «Κι αυτό εξαιτίας δύο ακόμα ωραιότερων λέξεων», μου απάντησε. «Επισκληρίδια αναισθησία. Δεν είναι υπέροχες;» «Στάσου να καταλάβω -προσθέτεις απλώς βανίλια στη γέμιση;» ρώτησε ο Μέλο.


266

DEAN KOONTZ

«Όχι στη γέμιση. Στη ζύμη». «Στη ζύμη λοιπόν», επανέλαβε ο Μέλο, γνέφοντας με ύφος περισπούδαστο. «Μήπως θέλει κανείς να του σχεδιάσω την ιστοσελίδα;» ρώτησε η Λόρι. «Αυτή είναι η δικιά μου δουλειά. Σχεδιάζω ιστοσελίδες. Και κάνω μωρά». «Ο σχεδιασμός ιστοσελίδων είναι ενδιαφέρων, καλή μου», τη διαβεβαίωσε ο Μέλο Μελόντιον, «αλλά όχι όσο το επάγγελμα του Τζίμι. Η ιστοσελίδα δεν τρώγεταυ>. «Ούτε τα μωρά τρώγονταυ>, συμπλήρωσε εκείνη, «αλλά προτιμώ να αποκτήσω ένα μωρό, παρά μια μηλόπιτα με σοκολάτα». «Δε βλέπω για ποιο λόγο δεν μπορείς να τα έχεις και τα δύο -αν και όχι ταυτοχρόνως», παρατήρησε ο Μέλο. Η Λόρι ξίνισε τα μούτρα κι άρπαξε με τα δυο της χέρια το σεντόνι που τη σκέπαζε. «Χρειάζομαι κι άλλη επισκληρίδια». «Αυτό θα το αποφασίσω εγώ, ο γιατρός σου. Η επισκληρίδια αναισθησία έχει την έννοια να ανακουφίσει από τον πόνο, όχι να τον εξαφανίσει εντελώς». Η Λόρι στράφηκε σ' εμένα. «Ήξερα ότι έπρεπε να διαλέξουμε έναν αληθινό γιατρό». «Ώστε προσθέτεις τη βανίλια στα υλικά την ίδια στιγμή που προσθέτεις το κακάο;» συνέχισε ο Μέλο απευθυνόμενος σ' εμένα. «Όχι. Είναι πολύ νωρίς. Την προσθέτεις ακριβώς πριν από τους κρόκους». «Πριν από τους κρόκους», επανέλαβε ο Μέλο, εντυπωσιασμένος από τη συγκεκριμένη μαγειρική στρατηγική. Η συζήτηση συνεχίστηκε σε ανάλογο τόνο, έως ότου έσπασαν τα νερά. Τότε η Λόρι έγινε αναμφισβήτητα το επίκεντρο της προσοχής. Η Λόρι κι εγώ είχαμε συμφωνήσει να μη βιντεοσκοπήσω τη διαδικασία. Εκείνη το έβρισκε κακόγουστο. Εγώ θεωρούσα ότι ξεπερνούσε τις αντοχές μου. Παρ' όλ' αυτά, ήθελα να είμαι παρών τόσο για να μοιραστώ τη χαρά και να υποδεχτώ το πρωτότοκο μας, όσο και για να αποδείξω στη γιαγιά Ρογουίνα ότι δε θα λιποθυμούσα, δε θα έπε-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

267

φτα μπρούμυτα σπάζοντας τη μύτη μου, όπως εκείνη προέβλεπε ότι θα συνέβαινε. Εντούτοις, μόλις έσπασαν τα νερά της Λόρι, μια νοσοκόμα με σφυριχτά υποδήματα μπήκε στην αίθουσα τοκετού σαν να έσερνε ξοπίσω της μια χορωδία ποντικών για να μου ανακοινώσει ότι με ζητούσαν επειγόντως στο τηλέφωνο. Ο αστυνόμος Χιούι Φόστερ, της Αστυνομικής Διεύθυνσης του Σνόου Βίλατζ, έλεγε ότι ήταν ανάγκη να μου μιλήσει. «Επιστρέφω σε ένα λεπτό», είπα στη Λόρι. «Μην κάνεις τίποτα χωρίς εμένα». «Ναι, καλά». Χρησιμοποίησα το τηλέφωνο του σταθμού των αδελφών. «Τι τρέχει, Χιούι;» «Έφυγε». «Ποιος;» «Ποιος θαρρείς; Ο Μπίζο». «Δε γίνεται να έφυγε. Δε βρήκατε το σωστό δέντρο». «Να με συμπαθάς, Τζίμι, αλλά θα στοιχημάτιζα το αριστερό μου κωλομέρι ότι δεν υπάρχουν πολλά δέντρα στολισμένα με σχοινί ρυμούλκησης και μ' ένα σκισμένο μπουφάν με γούνινη φόδρα». Αν προσθέταμε όλες τις φορές που η καρδιά μου βούλιαξε εκείνη τη νύχτα, θα φτάναμε στα βάθη του Τιτανικού. «Αποκλείεται να μεταχειρίστηκε τα χέρια του», είπα. «Τα είχα δέσει πίσω του, σφιχτά. Τι διάβολο έκανε -έκοψε το μπουφάν με τα δόντια;» «Κάπως-έτσι δείχνει το πράγμα». Το μαύρο Χάμερ ήταν παρκαρισμένο στην άκρη της Χόκσμπιλ Ρόουντ, ακριβώς στο σημείο όπου τους είχα πει να το αναζητήσουν. «Παρεμπιπτόντως», είπε ο Χιούι, «μάθαμε ότι είχε κλαπεί πριν από δώδεκα μέρες από το Λας Βέγκας». Μια ομάδα αστυνομικών είχε κατεβεί στη δασώδη πλαγιά, ακολουθώντας τα αρχικά χνάρια του Εξπλόρερ. Όταν ανακάλυψαν ότι ο Μπίζο είχε δραπετεύσει, σκέφτηκαν να ειδοποιήσουν


268

D E A N KOONTZ

μια ομάδα με αστυνομικούς σκύλους, αλλά οι καιρικές συνθήκες δεν επέτρεπαν τέτοιου είδους έρευνα. «Δε θα πάει μακριά μ' αυτό το ψοφόκρυο δίχως πανωφόρι», προέβλεψε ο Χιούι. «Όταν λιώσουν τα χιόνια, την άνοιξη, θα τον βρούμε πεθαμένο σαν τους δεινόσαυρους». «Αυτός εδώ δεν πεθαίνει έτσι εύκολα», είπα φοβισμένα. «Αυτός εδώ είναι... αλλιώτικος. Είναι σαν τους κλόουν που πετάγονται με ελατήριο από το κουτί. Πετάγεται διαρκώς μπροστά σου εκεί που δεν το περιμένεις». «Σιγά μην έχει και υπερφυσικές ικανότητες». «Δε θα πόνταρα σ' αυτό το επιχείρημα», είπα. Ο Χιούι αναστέναξε. «Δε θ' αργήσω να καταλήξω κι εγώ στο ίδιο συμπέρασμα», παραδέχτηκε. «Μόλις κάλεσα για υπηρεσία τέσσερις άντρες που δεν είχαν βάρδια. Θα έρθουν στο νοσοκομείο, καλού κακού». «Σε πόση ώρα φτάνουν;» «Σε δέκα λεπτά. Ίσως δεκαπέντε. Στο μεταξύ, ανάλαβε να φυλάς τη Λόρι. Δε νομίζω ότι θα συμβεί τίποτα, αλλά να φυλάμε τα ρούχα μας. Γέννησε;» «Κοντεύει. Χιούι, άκουσέ με. Είχε εγκατασταθεί στο σπίτι της Νέντρα Λαμ για να μας παρακολουθεί». «Η Νέντρα είναι μουρλή, αλλά δε θα το επέτρεπε». «Δε νομίζω ότι ζήτησε την άδειά της. Και τον θεωρώ ικανό να επιστρέψει στο σπίτι της. Αν σκεφτεί ότι δεν μπορεί να πάρει πλέον το Χάμερ, ίσως θελήσει να δανειστεί τα δικό της αμάξι». «Εκείνο το παμπάλαιο φρικαλέο Πλίμουθ Βάλιαντ». «Διατηρείται σε άριστη κατάσταση, και η Νέντρα του φοράει μονίμως τις αλυσίδες». «Θα το κοιτάξουμε», του υποσχέθηκε ο Χιούι. «Τρέχα τώρα στο αγαπημένο σου κορίτσι και μην αφήσεις να του συμβεί τίποτα μέχρι να φτάσουν οι άντρες μου». Έκλεισα το τηλέφωνο. Οι παλάμες μου κολλούσαν από τον ιδρώτα. Τις σκούπισα στην πράσινη στολή μου. Ο Μπίζο ερχόταν. Θα μπορούσα να πάρω όρκο. Είκοσι τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη του επίσκεψη, επέστρεφε στη μαιευτική κλινική του Νοσοκομείου της Κομητείας Σνόου. Τούτη τη φορά, το μωρό που ήθελε ήταν το δικό μας.


38

Δ

εν ήθελα να μάθει η Λόρι τι είχε συμβεί. Έφταναν τα όσα περνούσε και έμελλε να περάσει ακόμα, δε χρειαζόταν να τυραννιέται από πάνω και με την αγωνία του Μπίζο, τώρα που κυκλοφορούσε ελεύθερος. Αν επέστρεφα στην αίθουσα τοκετού, η Λόρι, όσο απασχολημένη κι αν ήταν, θα μάντευε το φόβο μου με την πρώτη ματιά. Θα μου ήταν αδύνατο να της πω ψέματα, όσο κι αν πίστευα πως θα ήταν για το καλό της. Θα ήμουν σκέτο βούτυρο πάνω στο ζεστό μαχαίρι της και, μέσα σε έξι δευτερόλεπτα, θα με είχε αλείψει στη φρυγανιά της. Εξάλλου, ο δόκτωρ Μέλο Μελόντιον θα ήθελε να μάθει κι άλλα μυστικά για τη μηλόπιτα με σοκολάτα, κι εγώ δεν είχα καιρό για τέτοια. Έτρεξα στην αίθουσα αναμονής, εκεί όπου, μέσα σε ένα διαφορετικό ντεκόρ, είχε δολοφονηθεί ο δόκτωρ Φέρις Μακντόναλντ. Από αυτό το δωμάτιο, ο Μπίζο είχε ορμήσει στη μαιευτική πτέρυγα πυροβολώντας την αδελφή Χάνσον. Αν οι εγκληματίες επιστρέφουν όντως στον τόπο του εγκλήματος, μπορεί να χρησιμοποιούσε αυτή την είσοδο όταν θα ερχόταν να πάρει το μωρό μας. Μπορεί... Ήταν δυνατόν η τύχη της γυναίκας μου και του μωρού μας να εξαρτιόταν από ένα μπορεί ή ένα μήπως; Σκούπισα ξανά τα χέρια μου στην πράσινη στολή και βγήκα στον κεντρικό διάδρομο του δεύτερου ορόφου. Επικρατούσε μια ηρεμία αφύσικη, μια ησυχία που φάνταζε


270

D E A N KOONTZ

αλλόκοτη ακόμα και για νοσοκομείο, θαρρείς και η δυνατή χιονόπτωση επέβαλλε ένα είδος σιγαλιάς που διαπερνούσε τους τοίχους. Στο βάθος του διαδρόμου, στα δεξιά, υπήρχαν τέσσερις πόρτες που κατά πάσα πιθανότητα οδηγούσαν σε διάφορα τμήματα της μαιευτικής πτέρυγας. Λίγο παρακάτω, βρισκόταν το μεγάλο τζάμι της αίθουσας των νεογνών, απ' όπου έβλεπες τα μωρά μέσα στις κούνιες τους. Στο τέρμα του διαδρόμου, το κόκκινο φωτάκι με το σήμα ΕΞΟΔΟΣ έδειχνε την πόρτα για το κλιμακοστάσιο. Ο Μπίζο θα ανέβαινε τη σκάλα και θα διάλεγε μια οποιαδήποτε από τις εισόδους της μαιευτικής κλινικής. Αν έμενα στην αίθουσα αναμονής, δε θα τον έβλεπα· ήταν προτιμότερο να σταθώ φρουρός εδώ, στο διάδρομο. Ντιν! Το σιγανό αλλά άμεσα αναγνωρίσιμο καμπανάκι του ασανσέρ σήμανε την άφιξη της καμπίνας στον όροφο. Η πόρτα του ανελκυστήρα βρισκόταν στο μέσον του κεντρικού διαδρόμου. Κάποιος είχε μόλις ανεβεί στο δεύτερο πάτωμα. Στο χρονικό διάστημα που θα ακολουθούσε, θα εξασκούμουν τόσο πολύ στο κράτημα της αναπνοής, που σύντομα θα ήμουν σε θέση να βουτάω για μαργαριτάρια. Ένας γιατρός με λευκή ρόμπα βγήκε από την καμπίνα. Κρατούσε τον πίνακα με το ιστορικό ενός ασθενούς και φλυαρούσε με μια νοσοκόμα που παραήταν κοντούλα και γεμάτη θηλυκότητα για να είναι ο Κόνραντ Μπίζο. Κατευθύνθηκαν προς το βάθος του διαδρόμου. Σκέφτηκα να πεταχτώ μέχρι την έξοδο προς τη σκάλα και ν' αφουγκραστώ, αλλά δεν ήθελα να έχω γυρισμένη την πλάτη μου στο διάδρομο. Πού στο καλό ήταν οι άντρες του Χιούι Φόστερ; Θα έπρεπε να είχαν έρθει. Συμβουλεύτηκα το ρολόι μου και διαπίστωσα ότι είχαν περάσει μόνο δύο λεπτά αφότου έκλεισα το τηλέφωνο. Οι άντρες του Χιούι έβαζαν ακόμα τα παπούτσια τους. Ο χρόνος δεν περνάει όταν περιμένεις ένα δολοφόνο, ενώ αντίθετα κυλάει σαν νερό όταν διασκεδάζεις στην κουζίνα σου.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

271

Ο μοναδικός σεκιουριτάς του νοσοκομείου είχε το πόστο του στον προθάλαμο του ισογείου. Σκέφτηκα να τον ειδοποιήσω να έρθει εδώ για να καλύψουμε μαζί το χώρο. Τον έλεγαν Βέρνον Τίμπιτ. Ήταν εξήντα εφτά ετών, με χοντρή κοιλιά, με μυωπία και χωρίς όπλο. Ουσιαστικά, η δουλειά του ήταν να δίνει πληροφορίες στους επισκέπτες, να βοηθάει τους ασθενείς στα καροτσάκια, να φέρνει καφέ στην υπάλληλο του γραφείου πληροφοριών και να γυαλίζει το σήμα του. Δεν ήθελα να σκοτωθεί ο Βέρνον και να μείνει η κυρία στις πληροφορίες δίχως κάποιον να της φέρνει το καφεδάκι της. Αν ο Κόνραντ Μπίζο δεν εισέβαλλε στο νοσοκομείο γκρεμίζοντας τους τοίχους με ένα τανκ, σίγουρα θα αριβάριζε με κάποιο φοβερό και τρομερό όπλο. Είχα την αμυδρή εντύπωση ότι δεν πήγαινε πουθενά χωρίς να κουβαλάει κάποιο σιδερικό. Όπλο δεν είχα. Ούτε μαχαίρι. Ούτε ρόπαλο. Δεν είχα καν φυσοκάλαμο. Όταν θυμήθηκα την καραμπίνα που είχα πάρει από τον Μπίζο και που τώρα βρισκόταν στο πίσω μέρος του Εξπλόρερ, αγαλλίασε η ψυχή μου. Ο Μπίζο είχε αλλάξει γεμιστήρα στο δάσος και αποκλείεται να είχε αδειάσει και τον δεύτερο. Πέρασα μερικές στιγμές υπερφίαλης βλακείας, οραματιζόμενος τον εαυτό μου σαν Ράμπο -αλλά πολύ mo μπρατσωμένο από τον Σιλβέστερ Σταλόνε. Ύστερα διαπίστωσα ότι δεν ήταν δυνατό να ορμήσω μέσα σ' ένα νοσοκομείο κραδαίνοντας μια καραμπίνα. Δεν ήμουν μέλος του προσωπικού και το επισκεπτήριο είχε λήξει. Και, σαν να μη μου 'φταναν ο φόβος μήπως σκοτωθώ, η αγωνία για τον τοκετό της Λόρι, η αγωνία για το αγέννητο παιδί, η αγωνία μήπως το αριστερό πονεμένο μου πόδι -που είχε ήδη καταταλαιπωρηθεί- με εγκαταλείψει σε μια κρίσιμη στιγμή, με ενοχλούσαν και τα πράσινα ρούχα του νοσοκομείου. Δεν ένιωθα άνετα μ' αυτή τη στολή. Έβγαλα το ελαστικό ύφασμα που σκέπαζε τα παπούτσια μου, μα δεν ένιωσα καλύτερα. Αισθανόμουν σαν να είχα μεταμφιεστεί για αποκριάτικο πάρτι. Η γιορτή του Χαλοουίν είχε έρθει εννιά μήνες νωρίτερα τού-


272

D E A N KOONTZ

τη τη χρονιά. Από στιγμή σε στιγμή, ένας μανιακός κλόουν θα ερχόταν να ζητήσει κέρασμα. Μπορεί να μην ήταν μασκαρεμένος, αλλά η όψη του σου πάγωνε το αίμα ήθελες δεν ήθελες. Ντιν! Κατάπια με δυσκολία. Ένιωσα σαν να μου κατέβηκε το μήλο του Αδάμ στο στομάχι. Μετά το καμπανάκι, ο διάδρομος του δεύτερου ορόφου φάνταζε ακόμα πιο σιωπηλός. Η σιγαλιά μου έφερε στο νου την εικόνα μιας μικρής κωμόπολης της Δύσης, καταμεσήμερο· οι δρόμοι είναι σκονισμένοι και οι κάτοικοι είναι ξαπλωμένοι μπρούμυτα περιμένοντας την άφιξη των πιστολέρο. Μα, αντί για τους πιστολέρο, από το ασανσέρ βγήκαν ο μπαμπάς, η μαμά και η γιαγιά Ρογουίνα. Εντυπωσιάστηκα. Είχαν έρθει πολύ γρήγορα, μισή ώρα νωρίτερα από την αναμενόμενη ώρα άφιξης. Η παρουσία τους μου τόνωσε το ηθικό και ξαναβρήκα το κουράγιο μου. Καθώς έρχονταν προς το μέρος μου κουνώντας τα χέρια, έσπευσα να τους συναντήσω ανυπομονώντας να τους αγκαλιάσω. Τότε ακριβώς συνειδητοποίησα ότι όλα τα αγαπημένα μου πρόσωπα -η μαμά, ο μπαμπάς, η γιαγιά, η Λόρι και το μωρό μου- ήταν συγκεντρωμένα στο ίδιο μέρος. Ο Μπίζο θα μπορούσε να τους σκοτώσει όλους μονομιάς, σε ένα λουτρό αίματος.


38

Τ

ο χειμώνα, η γιαγιά φορούσε έξω μόνο ολόσωμες φόρμες του σκι, που τις έραβε μόνη της από παλιά παπλώματα. Επειδή δεν ανεχόταν καθόλου το κρύο, πίστευε ότι σε μια προηγούμενη ζωή υπήρξε Χαβανέζα. Από καιρού εις καιρόν, έβλεπε στον ύπνο της ότι φορούσε κολιέ από κοχύλια και φούστα από χόρτο, και ότι χόρευε στους πρόποδες ενός ηφαιστείου. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού της, μαζί κι εκείνη, είχαν σκοτωθεί από έκρηξη ηφαιστείου. Θα πίστευε κανείς ότι αυτό θα την έκανε να φοβάται τη φωτιά. Όμως εκείνη υποψιαζόταν ότι σε μια άλλη, ακόμα πιο πρόσφατη προηγούμενη ζωή ήταν Εσκιμώα και ότι πέθανε με τους συντρόφους της και τα σκυλιά που έσερναν τα έλκηθρά τους σε μια μανιασμένη χιονοθύελλα, όταν έχασαν το δρόμο της επιστροφής στα ιγκλού. Φορώντας λοιπόν τώρα τη χοντρή λευκή φόρμα της και με την κουκούλα κουμπωμένη ως το πιγούνι, έχοντας ακάλυπτο μονάχα το πρόσωπό της, η Γουίνα προχώρησε προς το μέρος μου με ορθάνοιχτα χέρια, έτοιμη να με σφίξει στην αγκαλιά της. Δεν μπορούσα ν' αποφασίσω αν έμοιαζε με τρίχρονο ντυμένο ζεστά για να παίξει στο χιόνι ή με το ανθρωπάκι της Μισελέν. Η μαμά κι ο μπαμπάς δε συμπαθούσαν τα φανταχτερά ρούχα -ή, ακόμα κι αν τους άρεσαν, ποτέ δεν ντύνονταν έτσι, γιατί ήξεραν ότι μερικές φορές η γιαγιά ήθελε πάση θυσία να αποτελεί το επίκεντρο της προσοχής. Με βομβάρδιζαν με ερωτήσεις. Αφού αγκαλιαστήκαμε γεμάτοι έξαψη για το μωρό που ερχόταν, προσπάθησα να συγκεντρώσω την προσοχή τους σ' αυτά που είχα να τους ανακοινώ-


274

D E A N KOONTZ

σω. Έπρεπε να καταλάβουν ότι ο Μπίζο είχε επιστρέψει. Μαζεύτηκαν λοιπόν γύρω μου με την ακλόνητη αποφασιστικότητα πραιτοριανής φρουράς, σάμπως να είχαν μεγάλη εμπειρία στην αντιμετώπιση επίδοξων δολοφόνων. Αυτό με φόβισε περισσότερο κι απ' το αν είχαν ζαρώσει από το φόβο. Σε λίγα λεπτά, πληροφορήθηκα με ανακούφιση ότι έφτασε ο πρώτος από τους άντρες του Χιούι Φόστερ. Φορούσε στολή και κρατούσε όπλο. Σε λίγο, ο ένας αστυνομικός πήρε θέση στη σκάλα. Δυο άλλοι κάλυψαν το διάδρομο που οδηγούσε στο μαιευτικό τμήμα και ο τέταρτος στάθηκε στην πόρτα του ασανσέρ. Αυτός ο τελευταίος μας πληροφόρησε ότι η Νέντρα Λαμ βρέθηκε δολοφονημένη στο σπίτι της. Η προανάκριση έδειξε ότι επρόκειτο για στραγγαλισμό. Όταν βολευτήκαμε με τους δικούς μου στην αίθουσα αναμονής του μαιευτηρίου, μια νοσοκόμα με ενημέρωσε ότι η Λόρι δεν είχε γεννήσει ακόμα και ότι με ζητούσε στο τηλέφωνο ο Χιούι Φόστερ. Αφήνοντας τη μαμά, τον μπαμπά και τη γιαγιά στη φροντίδα των αστυνομικών, χρησιμοποίησα το τηλέφωνο του σταθμού νοσοκόμων, όπως και προηγουμένως. Ο Χιούι ήταν εκ φύσεως άνθρωπος εκδηλωτικός. Ένας αστυνομικός μιας μικρής κωμόπολης βλέπει περισσότερες φρικιαστικές εικόνες από ένα μέσο πολίτη· η θέα και μόνο των τροχαίων δυστυχημάτων τον εξοικειώνει με την εικόνα του βίαιου θανάτου. Όμως ο Χιούι Φόστερ δεν άφησε ποτέ τη δουλειά του να τον καταστήσει έρμαιο των συναισθημάτων του. Ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή. Στο τηλέφωνο ακουγόταν θλιμμένος, οργισμένος και αηδιασμένος, όλα συγχρόνως. Αναγκάστηκε να σταματήσει κάμποσες φορές, προσπαθώντας να συνέλθει για να συνεχίσει. Η Νέντρα Λαμ είχε στραγγαλιστεί, όπως ανέφερε ο αστυνομικός Παολίνι, αλλά δεν ήταν δυνατό να προσδιοριστεί σε ποια φάση της δοκιμασίας της δολοφονήθηκε. Η Νέντρα, εκτός από τρελή, ήταν και αυτάρκης, πράγμα για το οποίο υπερηφανευόταν. Υπήρξε ελαφοκυνηγός και είχε έναν


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

275

πελώριο καταψύκτη γεμάτο με κρέας από τα θηράματά της. Ο Κόνραντ Μπίζο μετέφερε το κατεψυγμένο κρέας ελαφιού στον πίσω εξώστη και έχωσε τη Νέντρα στον καταψύκτη. Προτού την καταδικάσει σε εγκλεισμό στο πολικό ψύχος, είχε φροντίσει να τη γδύσει. Ύστερα ζωγράφισε το σώμα της -μπρος πίσω, από το λαιμό ίσαμε τα πέλματα- με ζωηρά χρώματα, με ρίγες και με βούλες, όπως είναι το παραδοσιακό κοστούμι του κλόουν. Εκείνες τις στιγμές, μπορεί να ήταν ακόμα ζωντανή. Χρησιμοποιώντας τα προϊόντα του μεϊκάπ των ηθοποιών, της έβαψε το πρόσωπο ώστε να μοιάζει με κλόουν. Μαύρισε τρία δόντια της και χρωμάτισε τη γλώσσα της πράσινη. Σ' ένα συρτάρι της κουζίνας είχε βρει ένα εργαλείο από εκείνα με τα οποία περιχύνουμε σάλτσα στη γαλοπούλα. Αφαίρεσε τη λαστιχένια φούσκα, την έβαψε κόκκινη και την κόλλησε στη μύτη της Νέντρα. Το μακιγιάρισμα δεν είχε γίνει από ερασιτέχνη. Αν κρίνει κανείς από το τελικό αποτέλεσμα, ο Μπίζο θα πρέπει να ασχολήθηκε ώρες με την ετοιμασία, προσέχοντας την κάθε λεπτομέρεια. Δεν ξέρουμε αν η Νέντρα ζούσε όσο την έβαφε, αλλά σίγουρα ήταν νεκρή όταν της έκλεισε τα μάτια ράβοντας τα βλέφαρα με βελόνα και κλωστή. Ύστερα ζωγράφισε αστέρια επάνω τους. Τέλος, διάλεξε ένα ζευγάρι κέρατα από τη συλλογή της Νέντρα στο γκαράζ και τα στερέωσε στο κεφάλι της. Προκειμένου να την τοποθετήσει στον καταψύκτη έτσι ώστε να αντικρίσει αμέσως το πρόσωπο της αυτός που θα την έβρισκε, χρειάστηκε να της σπάσει τα πόδια σε διάφορα σημεία, με τη βοήθεια βαριοπούλας. «Τζίμι», είπε ο Χιούι Φόστερ, «σου ορκίζομαι ότι το έκανε επειδή του φάνηκε αστείο. Σκέφτηκε ότι όποιος άνοιγε τον καταψύκτη θα γελούσε, ότι στα χρόνια που θ' ακολουθούσαν η Νέντρα και η φορεσιά του κλόουν θα μας έκαναν όλους να κρυφογελάμε και να λέμε τι σπουδαίος καλαμπουρτζής ήταν αυτός ο Μπίζο». Έτσι όπως στεκόμουν στο σταθμό των νοσοκόμων, κρύωνα περισσότερο απ' όσο στο δάσος, μες στη χιονοθύελλα.


276

D E A N KOONTZ

«Ε, λοιπόν, κανένας μας δε γέλασε με το αστείο αυτού του τρελού, του αρρωστημένου παλιοτόμαρου», είπε ο Χιούι. «Δεν είδα ούτε μισό χαμόγελο. Ένας νεαρός πολιτειακός αστυφύλακας όρμησε έξω στην αυλή κι έκανε εμετό». «Πού είναι ο Μπίζο, Χιούι;» «Ελπίζω ότι βρίσκεται εγκλωβισμένος στο δάσος ψοφώντας από το κρύο». «Δε γύρισε να πάρει το Πλίμουθ της Νέντρα;» «Βρίσκεται ακόμα στο γκαράζ του». «Χιούι, δεν είναι στο δάσος». «Ίσως όχι», παραδέχτηκε εκείνος. «Αν κατάφερε να φτάσει ως τη Χόκσμπιλ Ρόουντ, μπορεί να σταμάτησε κάποιο περαστικό αυτοκίνητο». «Ποιος θα έκανε την κουταμάρα να τον πάρει μαζί του;» «Ποιος λογικός άνθρωπος δε θα τον έπαιρνε μια τέτοια νύχτα; Αν δεις έναν τύπο χωρίς μπουφάν να στέκει, πιθανότατα, κοντά στο Χάμερ, θα υποθέσεις ότι του χάλασε το αυτοκίνητο. Αν δεν τον βοηθήσεις, θα ξεπαγιάσει. Δεν πρόκειται να πεις στον εαυτό σου, Ας μην τον πάψω κοιλύτερα, μοιάζει με κλόουν-δολοφόνο». «Αν έκανε οτοστόπ, το πιθανότερο είναι ότι θα έκλεψε το αυτοκίνητο». «Κι ότι ο τύπος που σταμάτησε για να τον βοηθήσει θα βρίσκεται νεκρός στο πορτμπαγκάζ». «Τα τελευταία τριάντα χρόνια, δεν υπάρχει φόνος στην πόλη μας που να μην τον διέπραξαν αυτό το τέρας και ο γιος του». «Τι κάνουμε τώρα;» «Η Πολιτειακή Αστυνομία προτείνει να γίνουν μπλόκα στους δρόμους. Υπάρχουν μόνο πέντε αυτοκινητόδρομοι που οδηγούν έξω από την πόλη, και το χιόνι μάς βοηθάει ήδη». «Δεν πρόκειται να φύγει απόψε», προέβλεψα. «Δεν έχει ξεμπερδέψει με τις δουλειές του». «Ελπίζω να κάνεις λάθος». «Διαθέτω ενσωματωμένο ξυπνητήρι φούρνου», του είπα. «Ορίστε;» «Όταν έχω κάτι στο φούρνο, πάντα το ελέγχω πέντε δευτερόλεπτα προτού χτυπήσει το ξυπνητήρι. Πάντα. Ενστικτωδώς, ξέ-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

277

ρω πότε έχει τελειώσει το ψήσιμο και πότε όχι. Ο Μπίζο δεν έχει τελειώσει...» «Το κληρονόμησες απ' τον μπαμπά σου. Θα μπορούσε να γίνει εξίσου καλός αστυνομικός όσο και φούρναρης. Το ίδιο κι εσύ, ίσως. Εγώ δεν είχα επιλογή». «Χιούι, φοβάμαι». «Κι εγώ το ίδιο». Καθώς έκλεινα το τηλέφωνο, μια νοσοκόμα ήρθε να μου αναγγείλει ότι η Λόρι γέννησε. «Δεν υπήρξαν επιπλοκές», είπε. Το χαμόγελό μου κόντεψε να φτάσει ίσαμε το ταβάνι. Στην αίθουσα τοκετού, η κοκκινομάλλα καθάριζε το μικρό μας θαύμα σε μια λεκάνη στη γωνία. Ο Μέλο Μελόντιον περίμενε να αποβάλει η Λόρι το ύστερο, τρίβοντας απαλά την κοιλιά της για να ελέγξει τη ροή του αίματος. Δεν ξέρω αν θα μου ήταν εύκολο να γίνω αστυνομικός όπως έγινα φούρναρης, αλλά σίγουρα δε θα μπορούσα να γίνω γιατρός. Δεν είμαι καν καλός άρρωστος. Το μόνο που με εμπόδιζε να λιποθυμήσω και να σπάσω τη μύτη μου ήταν η βεβαιότητα ότι η γιαγιά Ρογουίνα θα ερχόταν να με τραβήξει φωτογραφία. Όλο και κάποια κάμερα θα είχε διαθέσιμη στις τσέπες της φόρμας του σκι. Με βάση τη φωτογραφία, θα κεντούσε τη σκηνή της ταπείνωσής μου σε μαξιλάρι και θα το τοποθετούσε σε περίοπτη θέση στον καναπέ του σαλονιού. Το πάνω μέρος του χειρουργικού τραπεζιού ήταν ανασηκωμένο, οπότε η Λόρι ήταν μισοκαθισμένη. Ήταν ιδρωμένη, εξαντλημένη, ταλαιπωρημένη -κι άστραφτε από χαρά. «Ήρθες επιτέλους», αναφώνησε. «Νόμιζα ότι βγήκες για φαγητό». «Μπριζόλα Νέας Υόρκης, ψητές πατάτες, καλαμπόκι με κρέμα, λαχανοσαλάτα με πιπέρι και τούρτα παγωτό σοκολάτα», είπα γλείφοντας τα χείλη και χτυπώντας την κοιλιά μου. «Όταν φτιάχνεις τούρτα παγωτό σοκολάτα», ρώτησε ο Μέλο Μελόντιον, «χρησιμοποιείς πάντα τριμμένο αμύγδαλο ή μπορείς να το αντικαταστήσεις με φουντούκια;»


278

D E A N KOONTZ

«Κύριε ελέησον, τι πρέπει να κάνει μια κοπέλα για να γίνει η σταρ της βραδιάς εδώ μέσα;» ρώτησε η Λόρι. Εκείνη τη στιγμή απέβαλε τον πλακούντα. Δε λέω, η διαδικασία είναι θεαματική, αλλά δεν μπορείς να ποντάρεις σ' αυτή για να γίνεις σταρ. Όπως έστεκα όρθιος στο πλευρό της, ένιωσα να παραπαίω και κρατήθηκα από το χέρι της. «Στηρίξου πάνω μου, ψηλέα», μου είπε κι εγώ την ευχαρίστησα από τα βάθη της καρδιάς μου. Όταν η κοκκινομάλλα έφερε το μωρό, ήταν πλυμένο, ροδαλό, φασκιωμένο με λευκό πανί. «Κύριε Τοκ, πείτε γεια στην κόρη σας». Η Λόρι κράτησε στην αγκαλιά της το πολύτιμο μπογαλάκι, ενόσω εγώ στεκόμουν μαρμαρωμένος και άφωνος. Είχα στη διάθεσή μου εννέα ολόκληρους μήνες για να το χωνέψω, κι όμως τώρα μου φαινόταν απλώς απίστευτο. Είχαμε διαλέξει το όνομα Άντι σε περίπτωση που θα ήταν αγόρι, και Aw σε περίπτωση που θα ήταν κορίτσι. Η Aw είχε λεπτά χρυσαφένια μαλλιά. Η μύτη της ήταν τέλεια. Το ίδιο και τα μάτια, το πιγούνι, τα χεράκια της -όλα ήταν τέλεια. Σκέφτηκα τη Νέντρα Λαμ στον καταψύκτη, τον Πουντσινέλο στη φυλακή, τον Κόνραντ Μπίζο ελεύθερο κάπου εκεί έξω μες στη χειμωνιάτικη νύχτα... κι αναρωτήθηκα πώς τολμούσα να φέρω ένα ευάλωτο παιδί σ' έναν κόσμο τόσο σκοτεινό, σ' έναν κόσμο που χρόνο με το χρόνο γίνεται όλο και πιο ζοφερός. Τις μέρες που ο κόσμος γύρω του φαντάζει σκληρός ή έστω αδιάφορος, ο μπαμπάς μου έχει ένα ρητό για να του φτιάχνει τη διάθεση. Το έχω ακούσει χιλιάδες φορές: Όπου υπάρχει κέικ, υπάρχει ελπίδα. Και κέικ θα υπάρχουν πάντα. Παρά τον Κόνραντ Μπίζο κι όλες μου τις ανησυχίες, τα μάτια μου πλημμύρισαν από δάκρυα χαράς. «Καλώς ήρθες στον κόσμο, Awi Τοκ», της ευχήθηκα.


38

Ο

πως ενδεχομένως θα θυμάστε, αποκτήσαμε την Άννι τη Δευτέρα το βράδυ, στις 12 Ιανουαρίου του 1998, ακριβώς μια βδομάδα πριν από τη δεύτερη από τις πέντε φοβερές μέρες της προφητείας του παππού Τζόζεφ. Η επόμενη εβδομάδα ήταν η πιο ατελείωτη της ζωής μου. Περιμέναμε να πέσει και το δεύτερο παπούτσι του μεγάλου κλόουν. Η θύελλα πέρασε. Ο ουρανός πήρε το σκληρό γαλάζιο χρώμα που έχει συνήθως σε περιοχές με μεγάλο υψόμετρο. Ήταν ένας τόνος καθάριος, ένας τόνος που σου δημιουργούσε την αίσθηση αιχμηρής, ατσάλινης λεπίδας, θαρρείς κι αν σήκωνες το χέρι να τον αγγίξεις, θα σ' έκοβε. Με τον Μπίζο ελεύθερο και σε αναμονή της μοιραίας ημέρας, το σπίτι μας στη Χόκσμπιλ Ρόουντ έμοιαζε επικίνδυνα απομονωμένο· γι' αυτό εγκατασταθήκαμε στην πόλη, στους γονείς μου. Φυσικά, ο χειρότερος φόβος μας ήταν μήπως συμβεί κάτι στην Άννι, στο πρόσφατο τρισευλογημένο απόκτημά μας. Τρέμαμε μήπως τη χάσουμε, με τον έναν ή με τον άλλο τρόπο. Ήμασταν έτοιμοι να πεθάνουμε προκειμένου να μην το επιτρέψουμε. Ο Χιούι Φόστερ ήξερε τα πάντα σχετικά με τις προφητείες του παππού μου και με την ανησυχητική τους ακρίβεια. Ως εκ τούτου, η αστυνομία του Σνόου Βίλατζ τοποθέτησε ένα αστυνομικό όργανο να φυλάει το σπίτι των γονιών μου σε εικοσιτετράωρη βάση, αρχίζοντας ήδη από την Τετάρτη το πρωί, όταν έφε-


280

D E A N KOONTZ

ρα τη Λόρι και την Άννι στο σπίτι. Για την ακρίβεια, μας μετέφερε από το νοσοκομείο ένα περιπολικό. Κάθε αστυνομικός έκανε οχτάωρη βάρδια. Κάθε ώρα επιθεωρούσε το σπίτι, ελέγχοντας πόρτες και παράθυρα, και παρακολουθούσε τις γειτονικές κατοικίες και το δρόμο. Ο μπαμπάς πήγαινε στη δουλειά, αλλά εγώ πήρα άδεια κι έμεινα σπίτι. Εννοείται φυσικά πως, όταν μου ερχόταν τρέλα από την ένταση, έψηνα διάφορα καλούδια στην κουζίνα. Οι αστυνομικοί είχαν επιλέξει για πόστο τους το τραπέζι της κουζίνας και, ύστερα από μια μέρα φύλαξης, είχαν συμφωνήσει άπαντες ότι ποτέ στη ζωή τους δεν είχαν φάει τόσο καλά. Σε καιρούς απώλειας και κάθε λογής αναστάτωσης, είθισται οι γείτονες να εκφράζουν τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη τους φέρνοντας φαγητά. Στην περίπτωσή μας, οι γείτονες δεν τολμούσαν να προσφέρουν τα συνηθισμένα ζεστά πιάτα και τις σπιτικές τους πίτες. Αντ' αυτών, έφεραν DVD. Δεν ξέρω αν ο καθένας χωριστά κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε τούτη τη διαποτισμένη από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης εποχή, τα DVD συνιστούσαν ένα αποδεκτό υποκατάστατο της προσφοράς φαγητού για παρηγοριά, ή αν οργάνωσαν όλοι μαζί μια συνάντηση για να συζητήσουν το ζήτημα. Μέχρι την Παρασκευή, οι ανάγκες μας για ψυχαγωγία στο σπίτι είχαν καλυφθεί για τα επόμενα δύο χρόνια. Η γιαγιά Ρογουίνα βούτηξε όλες τις ταινίες του Σβαρτσενέγκερ και τις έβλεπε στην κάμαρά της, με την πόρτα κλειστή. Στοιβάξαμε τα υπόλοιπα DVD σ' ένα κουτί στη γωνία του σαλονιού και τα ξεχάσαμε. Η μαμά τελείωσε το πορτραίτο του χοντρού γουρουνιού κι άρχισε να ζωγραφίζει το μωρό. Λόγω του ότι τα τελευταία χρόνια τα μοντέλα της ήταν αποκλειστικά και μόνο ζώα, στο νέο της πίνακα το γλυκό μας κοριτσάκι είχε μια παράξενη ομοιότητα με κουνελάκι. Η Άννι δε μας απασχολούσε τόσο πολλές ώρες όσο είχα φανταστεί. Ήταν ένα τέλειο μωρό. Δεν έκλαιγε. Σχεδόν δεν ακουγόταν. Κοιμόταν όλη νύχτα -τη νύχτα του φούρναρη, από τις


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

281

εννιά το πρωί μέχρι τις τέσσερις το απόγευμα- καλύτερα από τον καθένα μας. Σχεδόν ευχόμουν να ήταν πιο δύστροπο μωρό, μόνο και μόνο για να αποσπαστεί η προσοχή μου από τη σκέψη του φυγάδα Μπίζο. Παρά τη διαρκή παρουσία ενός αστυνομικού οργάνου καθ' όλο το εικοσιτετράωρο, χαιρόμουν που είχα δικό μου πιστόλι και που είχα μάθει να το χρησιμοποιώ. Πρόσεξα ότι η Λόρι είχε πάντα κοντά της πρόχειρο ένα κοφτερό μαχαίρι -κι ένα μήλο που, όπως έλεγε, θα το καθάριζε και θα το έτρωγε «σε λίγο». Το Σάββατο το πρωί, το μήλο είχε αρχίσει να σαπίζει. Το αντικατέστησε μ' ένα αχλάδι. Συνήθως καθαρίζεις το φρούτο με ένα κοινό μαχαίρι. Η Λόρι προτιμούσε το μεγάλο χασαπομάχαιρο. Ο ευλογημένος ο μπαμπάς ήρθε στο σπίτι με δύο ρόπαλα του μπέιζμπολ. Δεν ήταν από τα μοντέρνα, αλουμινένια- ήταν παλαιού τύπου, φτιαγμένα από συμπαγές ξύλο. Ποτέ δεν του άρεσαν τα όπλα, ούτε είχε χρόνο για να μάθει να τα χρησιμοποιεί. Το ένα ρόπαλο το έδωσε στη μαμά. Κανένας δε ρώτησε γιατί δεν αγόρασε ένα τρίτο για τη γιαγιά. Ο καθένας μας εύκολα έπλαθε στο μυαλό του ένα πιθανό σενάριο που να δικαιολογεί την απόφασή του. Ώσπου έφτασε η μέρα η φοβερή. Τη Δευτέρα ο μπαμπάς είχε πάρει άδεια, και από τα μεσάνυχτα της Κυριακής ίσαμε τα ξημερώματα της 19ης Ιανουαρίου συγκεντρωθήκαμε και οι έξι στην τραπεζαρία. Είχαμε μαζί μας μπισκότα και κούγκελχοπφ και στρόιζελ και κανάτες με μαύρο καφέ για να αντλούμε κουράγιο. Οι κουρτίνες έμειναν κλειστές. Η συζήτηση έρεε απρόσκοπτα όπως πάντα, αλλά μιλούσαμε χαμηλόφωνα και κάπου κάπου σωπαίναμε, τεντώναμε τα κεφάλια κι αφουγκραζόμασταν τους θορύβους του σπιτιού και το σφύριγμα του ανέμου στις μαρκίζες. Ξημέρωσε δίχως παλιάτσους. Ο ουρανός είχε αποκτήσει ξανά όψη γέρου με γκρίζα γενειάδα. Οι φρουροί μας άλλαξαν βάρδια. Φεύγοντας, ο αστυνομικός


282

DEAN KOONTZ

πήρε μαζί του ένα σακουλάκι με κουλουράκια. Ο αντικαταστάτης του έφερε πίσω ένα άδειο σακουλάκι. Την ώρα που ο υπόλοιπος κόσμος πήγαινε στη δουλειά, εμείς ετοιμαστήκαμε για ύπνο. Μόνο η γιαγιά και το μωρό μπόρεσαν να κοιμηθούν. Το πρωί της Δευτέρας κύλησε χωρίς απρόοπτα. Ήρθε το μεσημέρι και κατόπιν το απόγευμα. Οι αστυνομικοί άλλαξαν ξανά στις τέσσερις, και κάπου μια ώρα αργότερα σουρούπωσε. Το χειμώνα νυχτώνει νωρίς. Η ήσυχη μέρα δε με καθησύχασε. Το αντίθετο. Καθώς περνούσαμε στο τελευταίο εξάωρο, ένιωθα όλο μου το κορμί σφιγμένο σαν ελατήριο ρολογιού. Όντας σ' αυτή την κατάσταση, το πιθανότερο θα ήταν να αυτοπυροβοληθώ. Ακόμα ένα στιγμιότυπο της οικογενειακής ιστορίας άξιο να κεντηθεί σε μαξιλάρι. Στις εφτά το απόγευμα, μου τηλεφώνησε ο Χιούι Φόστερ για να μου ανακοινώσει ότι το σπίτι μας στη Χόκσμπιλ Ρόουντ καιγόταν. Σύμφωνα με τους πυροσβέστες, η ένταση της φωτιάς φανέρωνε εμπρησμό. Η πρώτη μου αυθόρμητη σκέψη ήταν να τρέξω στη φωτιά, να είμαι εκεί, να κάνω κάτι. Ο αστυνομικός Παολίνι -που έτυχε να είναι ο σωματοφύλακάς μας σ' εκείνη τη βάρδια- υποστήριξε, πειστικά, ότι ίσως ο Μπίζο έβαλε τη φωτιά με σκοπό να με παρασύρει έξω από το σπίτι. Έμεινα με τη γυναίκα μου, με την κόρη μου και με την πάνοπλη οικογένειά μου. Κατά τις οχτώ, μας πληροφόρησαν ότι το σπίτι μας είχε καεί συθέμελα, ότι η μανιασμένη φωτιά άφησε πίσω της μονάχα αποκαΐδια. Προφανώς, το εσωτερικό θα πρέπει να περιλούστηκε με βενζίνη· μετά, ένα σπίρτο θα αποτέλειωσε τη δουλειά. Δε θα καταφέρναμε να περισώσουμε κανένα έπιπλο. Κανένα εργαλείο της κουζίνας, κανένα ρούχο. Κανένα αναμνηστικό. Επιστρέψαμε στο τραπέζι της τραπεζαρίας, αυτή τη φορά για το δείπνο, χωρίς να πάψουμε να ανησυχούμε και να επαγρυπνούμε. Εντούτοις, όταν έφτασε δέκα η ώρα χωρίς να σημειω-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

283

θούν άλλα απρόοπτα, αρχίσαμε να αναρωτιόμαστε μήπως τα χειρότερα είχαν περάσει. Το να χάνεις το σπίτι σου και όλα τα υπάρχοντά σου σε πυρκαγιά δεν είναι ευχάριστο πράγμα, αυτό να λέγεται, όμως είναι πολύ καλύτερο από το να δέχεσαι δύο πυροβολισμούς στο πόδι και αφάνταστα καλύτερο από το να σου απάγει το όμορφο μωρό σου ένας μανιακός. Ήμασταν διατεθειμένοι να κλείσουμε με τη μοίρα την εξής συμφωνία: Πάρε το σπίτι μας κι όλα μας τα υπάρχοντα, χαλάλι σου, αρκεί να ξέρουμε ότι θα είμαστε ασφαλείς μέχρι την τρίτη από τις φοβερές μέρες του παππού Τζόζεφ -στις 23 Δεκεμβρίου του 2002, ημέρα Δευτέρα. Ήταν ένα σχετικά μικρό αντίτιμο για μια τετραετία γαλήνης. Κατά τις έντεκα το βράδυ, οι έξι μας -ακόμα και ο αστυνομικός Παολίνι, που διενεργούσε μία ακόμα φιλότιμη περιπολία στους χώρους του σπιτιού- σκεφτήκαμε πια ότι η μοίρα δέχτηκε την προσφορά μας. Μια εορταστική διάθεση άρχιζε σιγά σιγά να χρωματίζει διστακτικά τις συζητήσεις μας. Ο Χιούι τηλεφώνησε για να μας πει τα νεότερα. Η υπόθεση έμοιαζε να έκλεισε, ωστόσο εμείς δεν ανοίξαμε σαμπάνιες. Καθώς οι πυροσβέστες καθάριζαν τον τόπο της πυρκαγιάς και μάζευαν τις μάνικες, κάποιος πρόσεξε ότι το πορτάκι του γραμματοκιβώτιου του σπιτιού μας έχασκε ορθάνοιχτο. Μέσα στο γραμματοκιβώτιο βρήκε ένα βάζο απ' αυτά που χρησιμοποιούμε για τη μαρμελάδα. Μέσα στο βάζο υπήρχε ένα διπλωμένο χαρτί. Στο χαρτί υπήρχε ένα σημείωμα για μας, γραμμένο με ευανάγνωστο γραφικό χαρακτήρα, που η αστυνομία απέδωσε αργότερα στον Κόνραντ Μπίζο, συγκρίνοντάς το με τα έντυπα που είχε συμπληρώσει όταν είχε μεταφέρει στο νοσοκομείο τη γυναίκα του, τη Νάταλι, τη νύχτα της γέννησής μου. Το σημείωμα δεν περιείχε τόσο κάποιο μήνυμα, όσο μια υπόσχεση: ΑΝ ΑΠΟΚΤΗΣΕΤΕ ΠΟΤΕ ΑΓΟΡΙ, ΘΑ 'ΡΘΩ ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΩ.


ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ To MONO ΠΟΥ ΘΈΛΗΣΑ ΠΟΤΕ ΗΤΑΝ Η ΑΘΑΝΑΣΊΑ


38

Κ

αμιά ζωή δεν πρέπει να ορίζεται από το φόβο. Γεννιόμαστε για να νιώθουμε δέος και απορία, για να χαιρόμαστε, για να ελπίζουμε, για να θαυμάζουμε το μυστήριο της ύπαρξης, για να απολαμβάνουμε την ομορφιά του κόσμου, για να αναζητούμε την αλήθεια και το νόημά του, για να αποκτούμε σοφία και για να λαμπρύνουμε το χώρο μας με τη συμπεριφορά μας απέναντι στους άλλους. Με την ύπαρξή του και μόνο, μολονότι αθέατος, μολονότι κρυμμένος σε κάποιο μακρινό καταφύγιο, ο Κόνραντ Μπίζο έκανε τον κόσμο πιο σκοτεινό... όμως εμείς ζούσαμε στο φως, όχι στη σκιά του. Κανένας δεν μπορεί να εγγυηθεί την ευτυχία σου. Η ευτυχία είναι μια επιλογή που 'ναι στο χέρι του καθενός να την κάνει. Κέικ θα υπάρχουν πάντα. Μετά την καταστροφή του σπιτιού μας τον Ιανουάριο του 1998, η Λόρι, η Άννι κι εγώ εγκατασταθήκαμε για μερικές εβδομάδες στο σπίτι των γονιών μου. Η εκτίμηση του Χιούι Φόστερ, τη νύχτα της πυρκαγιάς, πως τίποτε απολύτως δε θα μπορούσε να περισωθεί από το σπίτι μας αποδείχτηκε σωστή όσον αφορά την επίπλωση, τα σκεύη, τα βιβλία και τα ρούχα. Εντούτοις, τρία αντικείμενα που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αναμνηστικά περιμαζεύτηκαν από τις στάχτες σε κατάσταση, ας πούμε, υποφερτή. Ένα μενταγιόν που είχα χαρίσει στη Λόρι. Ένα κρυστάλλινο στολίδι χριστουγεννιάτικου δέντρου που είχε ψωνίσει εκείνη από ένα κατάστημα του Καρμέλ


288

D E A N KOONTZ

της Καλιφόρνιας, στο ταξίδι του μέλιτος. Και, τέλος, η δωρεάν πρόσκληση για το τσίρκο, στο πίσω μέρος της οποίας ο πατέρας μου είχε σημειώσει τις πέντε ημερομηνίες. Η καλή όψη της πρόσκλησης ήταν καψαλισμένη και λεκιασμένη με σταγόνες νερού. Οι λέξεις ΑΤΟΜΑ ΔΥΟ και η λέξη ΔΩΡΕΑΝ είχαν σβηστεί εντελώς. Σώζονταν μόνο μερικά τμήματα από τα όμορφα αποτυπωμένα λιοντάρια και τους ελέφαντες, σαν φασματικές εικόνες που διακρίνονταν πίσω από τη μαυρισμένη, λεκιασμένη επιφάνεια. Περιέργως, οι λέξεις ΘΑ ΜΑΓΕΥΤΕΙΤΕ στο κάτω μέρος της πρόσκλησης είχαν μείνει σχεδόν άθικτες, διατηρώντας τη ζωντάνια του χρώματος τους. Υπό το φως των εξελίξεων, αυτή η φράση μού χτυπούσε κάπως αόριστα δυσοίωνη, λες και δεν επρόκειτο πλέον για υπόσχεση χαράς αλλά για κρυφή απειλή. Ακόμα πιο περίεργο ήταν το γεγονός ότι η πίσω όψη της πρόσκλησης δεν είχε πάθει το παραμικρό από τη ζέστη και το νερό. Σ' αυτή την πλευρά, το χαρτί είχε απλώς κιτρινίσει ελαφρά. Οι πέντε ημερομηνίες, γραμμένες με το χέρι του πατέρα μου, παρέμεναν ευανάγνωστες. Η πρόσκληση μύριζε καπνό. Δεν μπορώ να ορκιστώ ότι μύριζε και θειάφι... Στις αρχές του Μάρτη, αρχίσαμε να ψάχνουμε σπίτι στην πόλη, κατά προτίμηση στη γειτονιά των γονιών μου. Στο τέλος του μήνα, μάθαμε ότι πουλιόταν το διπλανό τους σπίτι. Ξέρουμε να αναγνωρίζουμε τους οιωνούς. Κάναμε μια πρόταση που οι ιδιοκτήτες δε θα μπορούσαν να την αρνηθούν, και στις 15 Μαΐου δώσαμε την προκαταβολή. Αν ήμασταν πλούσιοι, θα αγοράζαμε ένα συγκρότημα κατοικιών περιστοιχισμένο από μαντρότοιχο, με πρόσβαση μόνο από μια είσοδο φυλασσόμενη σε εικοσιτετράωρη βάση. Παρ' όλ' αυτά, ένα σπίτι δίπλα στο πατρικό μου ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσαμε να κάνουμε για να ζήσουμε σαν την οικογένεια Κορλεόνε. Η ζωή μας μετά την άφιξη της Άννι κυλούσε με τους ίδιους περίπου ρυθμούς όπως άλλοτε, με τη διαφορά ότι ασχολιόμασταν περισσότερο με τα κακά και το πιπί. Βρίσκω άδικο που η επιτροπή των βραβείων Νόμπελ απονέμει τα βραβεία της σε αν-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

289

θρώπους όπως ο Γιασέρ Αραφάτ και οι όμοιοι του, χωρίς να έχει τιμήσει ποτέ το άτομο που εφηύρε τις πάνες με αυτοκόλλητο. Η Άννι δε δυσκολεύτηκε να αποκοπεί από το θηλασμό. Όταν έγινε πέντε μηνών, άρχισε να αποστρέφει πεισματικά το πρόσωπο από την προτεινόμενη θηλή, απαιτώντας ποικιλία στη διατροφή της. Όντας ξύπνιο παιδάκι, είπε την πρώτη της λέξη λίγο πριν από τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς. Αν πιστέψετε τη Λόρι και τη μητέρα μου, αυτό συνέβη στις είκοσι τέσσερις Δεκεμβρίου, και η λέξη ήταν μαμά. Αν, αντίθετα, πιστέψετε τον πατέρα μου, συνέβη στις είκοσι μία Δεκεμβρίου, και δεν είπε μία αλλά δύο λέξεις: ζαμπαλιόνε σοκολάτα. Τη μέρα των Χριστουγέννων, είπε μπάμπα. Δε θυμάμαι να πήρα άλλο δώρο εκείνη τη χρονιά. Για ένα διάστημα, η γιαγιά έφτιαχνε εργόχειρα με κουνελάκια, γατούλες, σκυλάκια και άλλα πλάσματα που γοητεύουν τα παιδιά. Γρήγορα, ωστόσο, βαρέθηκε και ξαναγύρισε στα ερπετά. Στις 21 Μαρτίου του 1999, όταν η Άννι ήταν δεκατεσσάρων μηνών, μετέφερα τη Λόρι στο νοσοκομείο, με καλό καιρό και χωρίς απρόοπτα, όπου γέννησε τη Λούσι Τζιν. Όταν απέβαλε το ύστερο, μερικές μόλις στιγμές αφότου ο Μέλο Μελόντιον είχε δέσει και είχε κόψει τον ομφάλιο λώρο, ο γιατρός τη συνεχάρη: «Εύγε! Ήταν πολύ πιο εύκολα από την προηγούμενη φορά. Γέννησες με την άνεση έμπειρης φοραδίτσας που γεννάει το πουλαράκι της». «Μόλις σύρεις το κάρο στο σπίτι, θα σου δώσω ένα σακί με σανό», της έταξα. «Γέλα όσο είναι καιρός», απάντησε η Λόρι. «Από δω και πέρα θα είσαι ο μοναδικός άντρας σε ένα σπίτι με τρεις γυναίκες. Είμαστε αρκετές για να σχηματίσουμε ομάδα μαγισσών». «Δε φοβάμαι. Τι άλλο μπορεί να μου συμβεί; Με έχετε ήδη μαγέψει». Ίσως ο Κόνραντ Μπίζο είχε βρει τρόπο για να μας παρακολουθεί από μακριά -και μάλλον κάτι τέτοιο ίσχυε, αν σκεφτούμε την επίσκεψη του ακριβώς πριν από τη γέννηση της Άννι. Αν


290

DEAN KOONTZ

είχαν έτσι τα πράγματα, αυτή τη φορά προτίμησε να μην το διακινδυνεύσει προτού γίνει γνωστό το φύλο του μωρού. Παρ' ότι ήθελα να αποκτήσω γιο κάποτε, ευχαρίστως θα ανέτρεψα πέντε κόρες -ή δέκα!- χωρίς κανέναν ενδοιασμό, αν αυτό επρόκειτο να καταλαγιάσει τη δίψα του Μπίζο για εκδίκηση και να τον κρατήσει σε απόσταση. Αν, πάλι, επρόκειτο η μοίρα να μας χαρίσει ένα τσούρμο αδερφούλες, θα έπρεπε ν' αρχίσω να σκέφτομαι στα σοβαρά την πρόταση της Λόρι να μου μάθει χορό. Με πέντε κόρες να συνοδεύω και να παντρολογάω, θα έχανα πολλές γλυκές στιγμές στη ζωή μου αν δε μάθαινα λίγο φοξ τροτ. Έμαθα πράγματι να χοροπηδάω κάπως ανάλαφρα, και τα πήγαινα πολύ καλύτερα απ' όσο είχα ποτέ φανταστεί, αν λάβουμε υπόψη τη σωματική μου διάπλαση και την ανεπαίσθητη χωλότητά μου. Βεβαίως, ο μύθος του Φρεντ Αστέρ δεν κινδυνεύει εξαιτίας μου, αλλά αν με βάλετε να χορέψω ένα κομμάτι του Στράους ή του Μπένι Γκούντμαν, θα τα καταφέρω πολύ καλύτερα από ένα πηδηχτό αρκούδι. Στις 14 Ιουλίου του 2000, αφού είχα μπει στον κόπο να μάθω χορό, η μοίρα μού έκλεισε το μάτι, ικανοποιώντας την επιθυμία μου να αποκτήσω γιο και προκαλώντας τον τρελό κλόουν να κρατήσει τη σκοτεινή υπόσχεση που βρήκαμε στο βάζο της μαρμελάδας. Έχοντας μόλις αποχωριστεί τη μητέρα του, ο μικρός Άντι δεν ανταποκρίθηκε στο χτύπημα του Μέλο Μελόντιον στον πισινό με το συνηθισμένο κλάμα που εκφράζει σοκ και δυσαρέσκεια. Έβγαλε μια τσιρίδα που δήλωνε σαφώς την ενόχλησή του και στη συνέχεια παρήγαγε με το στόμα τον ήχο μιας περιφρονητικής πορδής. Μόλις τον αντίκρισα, με κυρίεψε μια ανησυχία που δεν μπορούσα παρά να μεταφέρω στον Μέλο. «Έι, αυτό παραείναι μικροσκοπικό». «Το ποιο;» «Το πιπί». «Πιπί το λες εσύ;»


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

291

«Γιατί; Μήπως στην ιατρική σχολή χρησιμοποιείτε εντυπωσιακότερες λέξεις;» «Το τσουτσούνι του έχει το συνηθισμένο μέγεθος», με διαβεβαίωσε ο Μέλο, «και φτάνει και περισσεύει για τη δουλειά που το χρειάζεται στο άμεσο μέλλον». «Ο άντρας μου είναι χαζούλης», είπε στοργικά η Λόρι. «Τζίμι, καλέ μου, το μόνο αγοράκι που θα γεννηθεί με τον εξοπλισμό που εσύ περίμενες θα διαθέτει επίσης κέρατα, γιατί θα είναι ο Αντίχριστος». «Χαίρομαι που δεν είναι ο Αντίχριστος», είπα εγώ. «Φαντάζεσαι πώς θα μύριζε το προϊόν στις δικές του πάνες;» Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή της χαράς, ο Μπίζο απασχολούσε τη σκέψη μας. Δεν κάναμε περίπατο στο στοιχειωμένο νεκροταφείο σφυρίζοντας για να διώξουμε τα φαντάσματα. Εμείς προτιμούσαμε να τα ξορκίζουμε με το γέλιο.


38

Ο

Χιούι Φόστερ ήταν ο νέος αρχηγός της αστυνομίας και γι' αυτό ήταν σε θέση να μας προσφέρει προστασία για τη Λόρι και τον Άντι στο νοσοκομείο. Οι φρουροί μας -αστυνομικοί εκτός βάρδιας, με πολιτικά- είχαν εντολή να προσελκύουν όσο το δυνατό λιγότερο την προσοχή επάνω τους. Μετά από μιάμιση μέρα, όταν μετέφερα τη γυναίκα μου και το νεογέννητο μας μωρό στο σπίτι, ένας άλλος αστυνομικός είχε ήδη αναλάβει υπηρεσία εκεί και μας περίμενε. Ο αρχηγός είχε ορίσει τις βάρδιες ανά δωδεκάωρο. Οι αστυνομικοί έρχονταν κι έφευγαν σχεδόν απαρατήρητοι. Κρύβονταν στο γκαράζ μας, στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου του μπαμπά μου ή του δικού μου. Ο Χιούι δεν ενεργούσε μόνο από το ενδιαφέρον του για μας, αλλά και με την ελπίδα να συλλάβει τον Κόνραντ Μπίζο. Έπειτα από μια βδομάδα γεμάτη ένταση, καθώς ο κλόουν δεν εμφανίστηκε, ο Χιούι αναγκάστηκε να ανακαλέσει τους φρουρούς μας. Δε γινόταν να δικαιολογήσει περισσότερο τα έξοδα για την προστασία μας. Εξάλλου, αν οι εθισμένοι στη ζάχαρη άντρες του έπαιρναν κι άλλο βάρος, δε θα τους κούμπωνε το παντελόνι. Μέχρι να περάσει ο πρώτος μήνας, ο μπαμπάς, η μαμά και η γιαγιά άφησαν το σπίτι τους κι εγκαταστάθηκαν στο δικό μας. Το πλήθος σού δίνει μια αίσθηση ασφάλειας. Βασιστήκαμε επίσης στη δύναμη της Ένωσης Επαγγελματιών Αρτοποιών και Ζαχαροπλαστών του Κολοράντο. Έστειλαν ανθρώπους να μας φυλάνε, οι οποίοι επίσης πήραν βάρος, αλλά,


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

293

καθώς ήταν έμπειροι αρτοποιοί και δε διέθεταν το μεταβολισμό της οικογένειας μου, είχαν την προνοητικότητα να φορούν παντελόνια με λάστιχο στη μέση. Στο τέλος του μήνα, οι άνθρωποι της Ένωσης είχαν κάνει ό,τι μπορούσαν, και οι γενναίοι συνάδελφοι μας επέστρεψαν στη βάση τους. Η μαμά κι ο μπαμπάς γύρισαν στο σπίτι τους μαζί με τη Γουίνα. Είχαμε αρχίσει να σκεφτόμαστε ότι ο Κόνραντ Μπίζο ίσως είχε αποβιώσει. Άλλωστε, με τη μόνιμη οργή του εναντίον του κόσμου, με την παράνοια, την αλαζονεία και την τάση του για εγκληματική δράση, έπρεπε να είχε σκοτωθεί εδώ και δεκαετίες. Αν δεν είχε πεθάνει, ίσως ήταν πλέον τρόφιμος κάποιου συμπαθέστατου φρενοκομείου. Από τις πολλές ταυτότητες που είχε αλλάξει, ίσως έπαθε διχασμό προσωπικότητας, ίσως ζούσε πλέον σε διαρκές παραλήρημα πιστεύοντας ότι ήταν συγχρόνως και ο Σλάπι και ο Τσίζο και ο Κλάπι και ο Μπέρπο και ο Νάτσι και ο Μπόνγκο. Μολονότι φοβόμουν μήπως μας βρει καμιά συμφορά έτσι και το παίρναμε απόφαση ότι ο Μπίζο εξαφανίστηκε άπαξ και διά παντός, δεν ήταν δυνατό να παραμένουμε σε κατάσταση ύψιστης αγωνίας για το υπόλοιπο της ζωής μας. Ακόμα και η απλή επιφυλακτικότητα θα καταντούσε στο τέλος αφόρητο βάρος. Έπρεπε να συνεχίσουμε τη ζωή μας. Στις 14 Ιουλίου του 2001, όταν ο Άντι γιόρτασε τα πρώτα του γενέθλια, πιστέψαμε ότι είχαμε διανύσει με ασφάλεια την απόσταση ανάμεσα σε έναν κόσμο στοιχειωμένο από τον Μπίζο και σ' έναν κόσμο απαλλαγμένο από την απειλή του. Ζούσαμε καλά και μας περίμεναν ακόμα καλύτερες μέρες. Η Άννι είχε γίνει τριάμισι ετών και είχε προ πολλού καταργήσει τις πάνες. Η Λούσι, που είχε κλείσει τα δύο, μόλις είχε περάσει από τη φάση του γιογιό στη φάση του ειδικού καθίσματος στη λεκάνη των ενηλίκων -και ήταν ενθουσιασμένη. Ο Άντι γνώριζε τι είναι το γιογιό, αλλά το περιφρονούσε βαθιά... έως ότου, σιγά σιγά, άρχισε να αντιλαμβάνεται το καμάρι της Λούσι για την άνοδό της σε έναν αληθινό θρόνο.


294

D E A N KOONTZ

Η Άννι και η Λούσι μοιράζονταν το ίδιο δωμάτιο απέναντι από την κρεβατοκάμαρά μας. Η Άννι αγαπούσε το κίτρινο, η Λούσι το ροζ. Βάψαμε λοιπόν το δωμάτιο μισό μισό, με μια διαχωριστική γραμμή στη μέση. Όντας ήδη αγοροκόριτσο, η Άννι κορόιδευε τη Λούσι για το κοριτσίστικο μισό της. Μη έχοντας ακόμα εξοικειωθεί με την έννοια του σαρκασμού, η Λούσι βάφτισε το μισό της αδερφής της χαζολέμονο. Και τα δύο κορίτσια πίστευαν ότι στην ντουλάπα τους ζούσε ένα τέρας. Σύμφωνα με τη Λούσι, το τέρας ήταν μαλλιαρό, με μεγάλα δόντια. Υποστήριζε ότι έτρωγε παιδιά και μετά τα ξερνούσε. Η Λούσι φοβόταν μήπως τη φάει, αλλά περισσότερο φοβόταν μήπως την ξεράσει. Δεν ήταν παρά δύο χρονών και τεσσάρων μηνών, κι όμως είχε αναπτύξει μια ασυνήθιστη για νήπιο αγάπη για την καθαριότητα και την τάξη. Στο δικό της μισό του δωματίου κάθε πράγμα βρισκόταν στη θέση του. Όταν έστρωνα το κρεβάτι της, ερχόταν από πίσω μου ισιώνοντας τις ζάρες του καλύμματος. Πιστεύαμε ότι η Λούσι θα γινόταν είτε λαμπρή μαθηματικός ή αρχιτεκτόνισσα διεθνούς φήμης είτε αντικείμενο στενού ενδιαφέροντος για τους ψυχολόγους που μελετούν την ψυχαναγκαστική συμπεριφορά. Όσο η Λούσι λάτρευε την τάξη, τόσο η Άννι απολάμβανε την ακαταστασία. Όταν έστρωνα το δικό της κρεβάτι, ερχόταν από πίσω μου και το «πείραζε» για να του δώσει mo χαλαρή όψη. Σύμφωνα με την Άννι, το τέρας στην ντουλάπα είχε λέπια, άφθονα μικρά δοντάκια, κόκκινα μάτια και σουβλερά νύχια βαμμένα μπλε. Το τέρας της, όπως και της Λούσι, έτρωγε παιδιά -όχι με μια χαψιά, όπως φοβόταν η Λούσι, αλλά αργά, τσιμπολογώντας λίγο λίγο. Μολονότι λέγαμε στα κορίτσια ότι κανένα τέρας δε ζούσε στην ντουλάπα, όλοι οι γονείς γνωρίζουν ότι τέτοιου είδους διαβεβαιώσεις δε φέρνουν θεαματικά αποτελέσματα. Η Λόρι σχεδίασε μια ωραία ταμπέλα στον υπολογιστή, την τύπωσε με κόκκινο και μαύρο μελάνι και την κόλλησε στο εσω-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

295

τερικό φύλλο της ντουλάπας: ΤΕΡΑΤΑ, ΠΡΟΣΟΧΗ! ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ! ΑΝ ΜΠΗΚΑΤΕ ΑΠΟ ΜΙΑ ΧΑΡΑΜΑΔΑ ΤΟΥ ΠΑΤΩΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΝΤΟΥΛΑΠΑΣ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΥΓΕΤΕ ΑΜΕΣΩΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΔΡΟΜΟ! ΔΕΝ ΕΠΙΤΡΕΠΟΥΜΕ ΝΑ ΜΠΑΙΝΟΥΝ ΣΤΟ ΔΩΜΑΤΙΟ ΚΑΤΙ ΜΥΣΤΗΡΙΟΙ ΤΥΠΟΙ ΣΑΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΣΑΣ!

Αυτό τις ησύχασε για ένα διάστημα. Οι παράλογοι φόβοι, εντούτοις, είναι εξαιρετικά επίμονοι. Και όχι μόνο στα παιδιά. Σε έναν κόσμο όπου τρελοί ηγέτες αναζητούν πυρηνικά όπλα, δείτε πόσοι άνθρωποι φοβούνται μήπως χαλάσουν τη δίαιτά τους τρώγοντας λίγο περισσότερα λιπαρά. Τρέμουν περισσότερο την απειροελάχιστη ποσότητα μικροβιοκτόνου που ενδέχεται να περιέχει ο χυμός τους, παρά τις βαλίτσες όπου έχουν τοποθετηθεί βόμβες. Θέλοντας να καθησυχάσουμε ακόμη περισσότερο τα κορίτσια, εγκαταστήσαμε το Λοχαγό Φλάφι, ένα αρκουδάκι με στρατιωτικό καπέλο, σε μια καρέκλα δίπλα στο πορτόφυλλο της ντουλάπας. Ο λοχαγός θα εκτελούσε χρέη φρουρού και τα κορίτσια θα βασίζονταν στην προστασία του. «Δεν είναι παρά ένα ανόητο αρκουδάκι», είπε η Άννι. «Ναι. Ανόητο», συμφώνησε η Λούσι. «Δεν μπορεί να τρομάξει τα τέρατα», είπε η Άννι. «Θα τον κάνουν μια χαψιά». «Ναι. Θα τον κάνουν μια χαψιά και θα τον ξεράσουν», συμφώνησε η Λούσι. «Αντιθέτως», τους είπε η Λόρι, «ο λοχαγός είναι πανέξυπνος και κατάγεται από παλιά οικογένεια αρκούδων που φυλούσαν καλά κοριτσάκια. Ποτέ δεν έχασαν ούτε ένα παιδί». «Ούτε ένα;» ρώτησε καχύποπτα η Άννι. «Ούτε ένα», τη διαβεβαίωσα εγώ. «Ίσως έχασαν κάποιο και είπαν ψέματα», είπε η Άννι. «Ναι, είπαν ψέματα», επανέλαβε η Λούσι. «Συγνώμη, σας φαίνεται ψεύτης ο Λοχαγός Φλάφι;» ρώτησε η Λόρι. Η Άννι τον κοίταξε καλά καλά. «Όχι. Αλλά ούτε η μεγάλη


296

D E A N KOONTZ

γιαγιά Γουίνα. Όμως ο παππούς λέει ότι η γιαγιά δεν ξέρει κανέναν που να ανατινάχτηκε από πορδή, όπως αυτή μας λέευ>. «Ναι», είπε η Λούσι, «ανατινάχτηκε από πορδή». «Ο παππούς δεν κατηγόρησε ποτέ τη μεγάλη γιαγιά ότι λέει ψέματα», επενέβην εγώ. «Είπε απλώς ότι μερικές φορές υπερβάλλει μια στάλα». «Ο Λοχαγός Φλάφι δε μοιάζει με ψεύτη και δεν είναι ψεύτης», είπε η Λόρι, «γι' αυτό πρέπει να του ζητήσετε συγνώμη». Η Άννι δάγκωσε για μια στιγμή το κάτω χειλάκι της. «Συγνώμη, Λοχαγέ Φλάφι». «Ναι. Φλάφυ>, είπε η Λούσι. Πέρα από το φωτάκι Γουίνι που αφήναμε αναμμένο όλη νύχτα, δώσαμε στα κορίτσια από ένα μικρό φακό. Όπως όλοι γνωρίζουν, μια φωτεινή ακτίνα εξαφανίζει κάθε λογής τέρατα -και αυτά που τσιμπολογούν και αυτά που ξερνοβολάνε. Πέρασαν δώδεκα μήνες, ένας ακόμα όμορφος χρόνος γεμάτος υπέροχες αναμνήσεις, χωρίς αληθινό τρόμο. Παρ' ότι έμεναν ακόμα οι τρεις από τις πέντε ημερομηνίες που ήταν γραμμένες στο πίσω μέρος της πρόσκλησης του τσίρκου, δεν ήμασταν βέβαιοι ότι η καθεμιά από τις μέλλουσες δοκιμασίες θα σχετιζόταν με τον Κόνραντ Μπίζο. Αν θέλαμε να είμαστε καλυμμένοι, έπρεπε να έχουμε το νου μας και σε απειλές που ενδεχομένως προέρχονταν από άλλες πηγές, ανεξάρτητες από τον κλόουν και το φυλακισμένο γιο του. Είχαν περάσει είκοσι οχτώ χρόνια από τη νύχτα της γέννησης μου. Αν ο Μπίζο εξακολουθούσε να είναι ζωντανός, θα κόντευε ma τα εξήντα. Μπορεί να ήταν ακόμα τρελός για δέσιμο, αλλά ο χρόνος θα 'χε αφήσει πάνω του τα χνάρια του, όπως συμβαίνει σε όλους μας. Οπωσδήποτε, το μίσος του δε θα είχε την ίδια ένταση και οι δυνάμεις του θα είχαν καταπέσει. Καθώς το καλοκαίρι του 2002 μας αποχαιρετούσε, διαισθανόμουν ότι είχαμε ma ξεμπερδέψει με τον Κόνραντ Μπίζο. Το Σεπτέμβριο, ο Άντι μας έγινε δύο ετών και δύο μηνών και είχε τώρα το δικό του τέρας. Έναν κλόουν που έτρωγε παιδάκια. Φαντάζεστε τη λαχτάρα μας όταν μας το αποκάλυψε. Παρ' ότι δεν ταίριαζε με τις συνήθειές μας, φροντίσαμε να έγκατα-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

297

στήσουμε σύστημα συναγερμού στο σπίτι, μπλοκάροντας με αισθητήρες όλες τις πόρτες και τα παράθυρα. Δεν είχαμε μιλήσει στα παιδιά μας ούτε για τον Κόνραντ Μπίζο ούτε για τον Πουντσινέλο ούτε για όσα συνδέονταν με τη βίαιη συμπεριφορά αυτών των δύο και με τις απειλές τους εις βάρος μας. Η Άννι, η Λούσι και ο Άντι ήταν πολύ μικρά για να καταλάβουν τη μακάβρια ιστορία και για να επωμιστούν τέτοιο βάρος. Το πιο τρομακτικό πράγμα που άντεχαν να αντιμετωπίζουν στην ηλικία τους ήταν ένα δυο τερατάκια μέσα στην ντουλάπα. Σκεφτήκαμε ότι ίσως είχαν ακούσει την ιστορία από τους φίλους τους. Όμως ήταν απίθανο, γιατί τα παιδιά μας δεν έπαιζαν ποτέ χωρίς την παρουσία του ενός εκ των δυο μας. Ποτέ δεν επιτρέψαμε στον εαυτό μας να πιστέψει με σιγουριά ότι ο Κόνραντ Μπίζο ήταν νεκρός ή κλεισμένος σε τρελάδικο. Γι' αυτό, έμενε πάντα κάποιος από εμάς μαζί με τα παιδιά όταν έπαιζαν, και συχνά ήταν μαζί και ένας από τους γονείς μου, ή και οι δύο. Παρακολουθούσαμε άγρυπνα. Ακούγαμε. Αν γινόταν κάποια αναφορά, σίγουρα κάτι θα 'πιάνε τ' αυτί μας. Ίσως ο Άντι να είχε δει έναν κακό κλόουν σε ταινία, στην τηλεόραση, σε καρτούν. Φροντίζαμε βέβαια να ελέγχουμε την ψυχαγωγία τους και προσπαθούσαμε να τα προστατεύουμε από μια τηλεόραση που έβαζε τα δυνατά της για να διαφθείρει τα παιδιά με εκατοντάδες τρόπους, ωστόσο δεν μπορούσαμε να είμαστε εκατό τοις εκατό σίγουροι ότι δε μας ξέφυγε κάτι και ότι ο ευφάνταστος Άντι δεν είδε κάποια σκηνή με ένα μοχθηρό κλόουν που κρατούσε πριόνι. Το παιδί δε μας εξηγούσε πώς γεννήθηκε αυτός ο φόβος. Από την πλευρά του, τα πράγματα ήταν απλά: Υπήρχε ένας κλόουν. Ο κλόουν ήταν κακός. Ο κακός κλόουν ήθελε να τον φάει. Ο κακός κλόουν κρυβόταν στην ντουλάπα του. Αν τον έπαιρνε ο ύπνος, ο κακός κλόουν θα τον καταβρόχθιζε. «Δε σας μυρίζει;» ρωτούσε ο Άντι. Δε μας μύριζε, όχι.


298

DEAN KOONTZ

Βάλαμε μια απαγορευτική ταμπέλα στο εσωτερικό φύλλο της ντουλάπας του για να διώξουμε τον κλόουν-κανίβαλο. Δώσαμε στον Άντι έναν αρκούδο που τον έλεγαν Λοχία Σναγκλς, μια παραλλαγή του Λοχαγού Φλάφι. Παρέλαβε το δικό του ειδικό για την εξαφάνιση τεράτων φακό, με εύκολο διακόπτη για να μπορεί να τον χειρίζεται με τα μικρά ασταθή χεράκια του. Συν τοις άλλοις, ενεργοποιήσαμε το συναγερμό, αγοράσαμε σπρέι πιπεριού και τα τοποθετήσαμε σε διάφορα σημεία του σπιτιού, ψηλά, ώστε να μην τα φτάνουν τα παιδιά, αγοράσαμε τέσσερα τέιζερ* και τα σκορπίσαμε μέσα στο σπίτι κατά τον ίδιο τρόπο. Προσθέσαμε κλειδαριές με πολλαπλούς πίρους ασφαλείας στην εξώπορτα, στην πίσω πόρτα και στην πόρτα της κουζίνας που οδηγούσε στο γκαράζ. Επειδή ο παππούς Τζόζεφ δεν είχε αναφέρει στις προβλέψεις του τη 12η Ιανουαρίου του 1998 -τη νύχτα που ο Μπίζο αποπειράθηκε να απαγάγει τη Λόρι, να αναλάβει να την ξεγεννήσει ο ίδιος και να το σκάσει με το μωρό-, αλλά είχε κάνει λόγο μόνο για τις 19 Ιανουαρίου, τότε που κάηκε ολοσχερώς το σπίτι μας, σκεφτήκαμε ότι ενδεχομένως να είχε ξεχάσει να μας προειδοποιήσει και για κάποια άλλη μέρα που να συνδέεται στενά με την επερχόμενη τρίτη ημερομηνία της λίστας. Δύο εβδομάδες νωρίτερα, τουλάχιστον, θα έπρεπε να είμαστε σε θέση μάχης, να έχουμε λάβει όλα τα δυνατά μέτρα. Είχαμε απολαύσει σχεδόν μια τετραετία ήρεμης, φυσιολογικής ζωής. Τώρα, καθώς πλησίαζε η τρίτη από τις πέντε ημερομηνίες -Δευτέρα, 23 Δεκεμβρίου του 2002-, νιώθαμε να μας πλακώνει ένας μακρύς ίσκιος, ένας ίσκιος έξω από τις συμβάσεις του χρόνου, ένας μακρύς ίσκιος που γεννήθηκε στις 9 Αυγούστου του 1974.

*Όπλα που προκαλούν προσωρινή παράλυση με εκκενώσεις ηλεκτρικού ρεύματος. (Σ.τ.Μ.)


38

Ε

ίμαι φανατικός λάτρης των Χριστουγέννων και εκλεκτός πελάτης κάθε προμηθευτή φανταχτερών εποχικών στολιδιών. Από την επομένη της Ημέρας των Ευχαριστιών και μέχρι τις αρχές Ιανουαρίου, στη στέγη μας, πλάι στην καμινάδα, στέκει ένας φωτισμένος Άγιος Βασίλης σε φυσικό μέγεθος, με ένα σάκο δώρα, κουνώντας φιλικά το χέρι στους περαστικούς. Η καμινάδα, τα γείσα, τα παράθυρα και οι κολόνες των μπαλκονιών μας είναι γεμάτα με σειρές από πολύχρωμα φωτάκια, γεγονός που αναμφίβολα καθιστά την κατοικία μας ορατή στους αστροναύτες που βολτάρουν στο διάστημα. Στην μπροστινή αυλή, από τη μια πλευρά του μονοπατιού, είναι στημένη μια φάτνη με την αγία οικογένεια, τους μάγους, τους αγγέλους, τις καμήλες, ένα βόδι, ένα γαίδουράκι, δυο αγελάδες, ένα σκύλο, πέντε περιστέρια και εννιά ποντίκια. Από την άλλη πλευρά του μονοπατιού είναι στημένοι καλικάντζαροι, τάρανδοι, χιονάνθρωποι και παιδιά που λένε τα κάλαντα. Είναι όλα μηχανικά, κινούνται παράγοντας μια συμφωνία από κουρδιστά ρολόγια και βόμβο μετασχηματιστών. Στην εξώπορτά μας κρέμεται μια γιρλάντα πιο βαριά κι από την ίδια την πόρτα. Πράσινα κλαδιά διακοσμημένα με ου, με κουκουνάρια, καρύδια, ασημένιες καμπανούλες, χρυσές χάντρες, πούλιες και αστεράκια. Όσο για το εσωτερικό του σπιτιού, για μια περίοδο έξι εβδομάδων μου είναι αδύνατο να ανεχτώ μια γυμνή επιφάνεια ή μια άχρωμη γωνιά. Από κάθε πόρτα και από κάθε φωτιστικό κρέμονται γκι.

ι1


300

DEAN KOONTZ

Μόλο που η παραμονή της Παραμονής των Χριστουγέννων, η 23η Δεκεμβρίου, υποτίθεται ότι ήταν η μέρα η φοβερή εκείνης της χρονιάς, εμείς βγάλαμε από τα κουτιά τα στολίδια, τα γυαλίσαμε, τα κρεμάσαμε, τα κουρδίσαμε και τα ενεργοποιήσαμε. Η ζωή είναι πολύ σύντομη, και Χριστούγεννα έχουμε μόνο μια φορά το χρόνο. Δε θα επιτρέπαμε στον Κόνραντ Μπίζο και στους ομοίους του να μας κλέψουν τη χαρά της γιορτής. Το βράδυ της 22ας Δεκεμβρίου, στις εννιά, περιμέναμε για το δείπνο τη μαμά, τον μπαμπά και τη γιαγιά. Θα διανυκτέρευαν σ' εμάς, ενισχύοντας τις βάρδιες επιφυλακής που θα ξεκινούσαν από τα μεσάνυχτα, όταν θα σήμαινε η έναρξη της τρίτης από τις ημέρες της λίστας του παππού Τζόζεφ. Το τραπέζι είχε στρωθεί από τις εφτά, με χριστουγεννιάτικα πορσελάνινα τυιάτα, κρυστάλλινα ποτήρια στο χρώμα του σμαραγδιού, αστραφτερά μαχαιροπίρουνα και κεριά μέσα σε γυάλινα κηροπήγια με σχήμα χιονάνθρωπου. Στο κέντρο είχαμε τοποθετήσει μικροσκοπικές ποϊνσέτιες ανάμεσα σε λευκά χρυσάνθεμα. Στις εφτά και είκοσι χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα από την κουζίνα, όπου ετοιμάζαμε με τη Λόρι το δείπνο. «Τζίμι», είπε ο Χιούι Φόστερ, «μόλις λάβαμε μερικά καλά νέα σχετικά με τον Κόνραντ Μπίζο που σίγουρα σε ενδιαφέρουν». «Αυτό που θα πω ίσως να μην ταιριάζει με το πνεύμα των Χριστουγέννων, αλλά ελπίζω να βρέθηκε νεκρός ο βρομοηλίθιος», είπα στον αρχηγό της αστυνομίας. «Τα νέα δεν είναι τόσο ευχάριστα, αλλά θα σου αρέσουν. Είμαι εδώ, στο γραφείο μου, με έναν πράκτορα του FBI ονόματι Πόρτερ Κάρσον, από την υπηρεσία του Ντένβερ. Θέλει να μιλήσει σ' εσένα και στη Λόρι το συντομότερο, και ξέρω ότι αυτά που έχει να πει σε ενδιαφέρουν». «Φέρ' τον από δω», πρότεινα. «Δεν μπορώ να τον φέρω, αλλά θα τον στείλω», απάντησε ο Χιούι. «Απόψε είναι το χριστουγεννιάτικο πάρτι της υπηρεσίας. Προσφέρονται ποτά χωρίς αλκοόλ, αλλά ως αρχηγός έχω το ελεύθερο να προσθέσω λίγο οινόπνευμα και, επιπλέον, πρέπει να μοιράσω τα μπόνους της χρονιάς. Έδωσα οδηγίες στον Πόρτερ,


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

301

αλλά δε θα τις χρειαστεί. Αρκεί να ακολουθήσει τις φωταψίες από τη χριστουγεννιάτικη διακόσμησή σας και θα βρει το σπίτι». Όταν έκλεισα το τηλέφωνο, είδα τη Λόρι να με κοιτάζει συνοφρυωμένη. «Ο Μπίζο;» Της μετέφερα τις πληροφορίες του Χιούι. «Καλύτερα να στείλουμε τα παιδιά σε άλλο δωμάτιο. Δε θέλω να φτάσει στ' αυτιά τους κάτι», πρότεινε. Τα τρία βλαστάρια μας έπαιζαν στο σαλόνι. Ήταν ξαπλωμένα στο πάτωμα με κουτιά με κηρομπογιές και με μια χριστουγεννιάτικη αφίσα με ένα εξωφρενικά στολισμένο μήνυμα, σχεδιασμένη από τη Λόρι στον υπολογιστή της. «ΑΓΙΕ ΒΑΣΙΛΗ, Σ' ΑΓΑΠΑΜΕ», έγραφε το μήνυμα. Τα παιδιά είχαν αναλάβει να το χρωματίσουν με προσοχή και αγάπη, ώστε την Παραμονή των Χριστουγέννων ο καλός άγιος να θελήσει να τους αφήσει ένα ολόκληρο φορτίο με δώρα. Είμαστε δαιμόνιοι στο να επινοούμε πράγματα για τη διαρκή απασχόληση τριών υπερδραστήριων πιτσιρικιών. Εκείνα τα Χριστούγεννα, η Άννι ήταν σχεδόν πέντε ετών, η Λούσι ήθελε τρεις μήνες για να κλείσει τα τέσσερα και ο Αντι ήταν στα δυόμισι. Σας πληροφορώ, με άκρατη υπερηφάνεια, πως συχνά κατάφερναν να παίζουν μαζί σχετικά πολιτισμένα, και ο μετρητής του χάους να δείχνει μόλις τέσσερις μονάδες, σε μια κλίμακα των δέκα. Εκείνο το βράδυ ήταν ιδιαίτερα ήσυχα. Η Αννι και η Λούσι συναγωνίζονταν ποια θα χρησιμοποιήσει τα ωραιότερα χρώματα και δούλευαν με επιμέλεια, δαγκώνοντας τη γλώσσα ανάμεσα στα δόντια. Ο Αντι είχε χάσει το ενδιαφέρον του για την αφίσα και χρωμάτιζε τα νύχια των ποδιών του. «Παιδιά, ελάτε να μεταφέρουμε το έργο στο δωμάτιο σας», είπα βοηθώντας τα να μαζέψουν τα υλικά τους. «Πρέπει να συγυρίσω το σαλόνι. Σε λίγο έρχονται ο παππούς, η γιαγιά και η μεγάλη γιαγιά. Άλλωστε, είναι ώρα ν' αλλάξετε ρούχα για να σας δουν όμορφα». «Τα αγόρια δεν είναι όμορφα», με πληροφόρησε υπομονετικά η Άννι. «Τα κορίτσια είναι όμορφα». «Εγώ είμαι όμορφος», διαμαρτυρήθηκε ο Άντι, τεντώνοντας


302

DEAN KOONTZ

μπροστά το ένα του πόδι για να θαυμάσουμε τα νύχια του που ήταν βαμμένα στα χρώματα του ουράνιου τόξου. «Και ο μπαμπάς είναι όμορφος», είπε η Λούσι. «Σ' ευχαριστώ, Λούσι Τζιν. Η γνώμη σου σε θέματα ομορφιάς έχει βαρύνουσα σημασία για μένα, γιατί σαν κάτι να μου λέει ότι κάποια μέρα θα γίνεις Μις Κολοράντο». «Εγώ θα γίνω κάτι ακόμα πιο σπουδαίο», ανήγγειλε η Αννι καθώς προχωρούσαμε προς τη σκάλα. «Όταν μεγαλώσω, θα γίνω πουτανίτσα». Αυτά τα παιδιά είναι όλο εκπλήξεις. Η δήλωσή της με αιφνιδίασε. «Άννι, πού το άκουσες αυτό;» «Χτες, ο ταχυδρόμος είπε στη μεγάλη γιαγιά ότι είναι πονηρή αλεπουδίτσα, κι αυτή του είπε: "Είσαι πραγματική πουτανίτσα, Τζορτζ". Αυτός γέλασε και η μεγάλη γιαγιά τού τσίμπησε το μάγουλο». Δε συμφέρει να τους πεις ότι μια λέξη είναι ταμπού. Αν έκανα αυτό το λάθος, και τα τρία μαζί θα παρενέβαλλαν τη λέξη πουτανίτσα σε κάθε δυο προτάσεις που θα έβγαιναν απ' το στόμα τους, πράγμα που θα έκανε εκείνα τα Χριστούγεννα αξέχαστα μεν, για δυσάρεστο λόγο δε. Το άφησα να περάσει έτσι, με την ελπίδα ότι θα το ξεχνούσαν, και μετέφερα τις μπογιές στο δωμάτιο των κοριτσιών. Δε φοβόμουν να μείνουν μόνα στον επάνω όροφο, ενόσω η Λόρι κι εγώ ήμασταν στο ισόγειο. Το σπίτι ήταν κλειδαμπαρωμένο και το σύστημα συναγερμού σε λειτουργία. Αν άνοιγε κάποια πόρτα ή παράθυρο, δε θα χτυπούσε συναγερμός, αλλά μια ηλεκτρονική φωνή θα ανακοίνωνε, μέσω μεγαφώνων εγκαταστημένων σε όλο το σπίτι, την ακριβή θέση του ανοίγματος. Κατεβαίνοντας ξανά στο ισόγειο, πήγα στο χολ και επιθεώρησα το δρόμο από τα στενόμακρα παράθυρα δεξιά και αριστερά της εξώπορτας. Το αστυνομικό τμήμα δεν απείχε ούτε δέκα λεπτά από το σπίτι μας. Σκόπευα ν' ανοίξω την πόρτα πριν έρθει ο Πόρτερ Κάρσον, για να μη χτυπήσει κουδούνι και καταλάβουν τα παιδιά ότι είχαμε επισκέψεις. Μέσα σε δύο λεπτά, ένα Μέρκιουρι Μάουντενιρ σταμάτησε


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

303

στην άκρη του δρόμου, μπροστά στο δρομάκι που οδηγούσε στην εξώπορτα του σπιτιού μας. Ο άντρας που κατέβηκε φορούσε σκούρο κοστούμι, λευκό πουκάμισο, σκουρόχρωμη γραβάτα και ξεκούμπωτο ελαφρύ παλτό. Ήταν ψηλός και περιποιημένος, με το αξιοπρεπές παράστημα ενός ανθρώπου με αυτοπεποίθηση. Καθώς ανέβαινε τα σκαλιά, στο φως του εξώστη είδα ότι ήταν καλοφτιαγμένος, γύρω στα σαράντα πέντε, με σκούρα μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω. Βλέποντάς με στο παράθυρο, σήκωσε το ένα του δάχτυλο, σαν να έλεγε Μια στιγμή, κι έβγαλε από το παλτό του μια ταυτότητα του FBI. Κράτησε τα διαπιστευτήριά του κοντά στο τζάμι ώστε να μπορέσω να τα διαβάσω και να συγκρίνω τη φωτογραφία με το πρόσωπο του προτού του ανοίξω. Προφανώς, ο Χιούι Φόστερ είχε πει στον Κάρσον ότι ήμασταν προσεκτικοί· κι αν ο πράκτορας του FBI ήξερε την ιστορία του Μπίζο, θα πρέπει να κατανοούσε για ποιο λόγο τα παρανοϊκά μέτρα ασφαλείας που παίρναμε υπαγορεύονταν από την κοινή λογική.


38

Μ

αθημένος από τις ταινίες του Χόλιγουντ, περίμενα ότι ο Πόρτερ Κάρσον θα μιλούσε με την κοφτή άρθρωση και την παγερή αδιαφορία ενός κινηματογραφικού πράκτορα του FBI. Εντούτοις, η φωνή του με προδιέθεσε αμέσως ευμενώς απέναντι του: Ήταν φιλική και είχε την προφορά ενός Νότιου. Όταν του άνοιξα την πόρτα, η ηλεκτρονική φωνή του συστήματος συναγερμού ανήγγειλε: «Μπροστινή εξώπορτα ανοιχτή». «Έχουμε κι εμείς το ίδιο σύστημα στο σπίτι μας», με πληροφόρησε καθώς ανταλλάσσαμε χειραψία. «Ο γιος μου ο Τζέιμι είναι δεκατεσσάρων κι έχει μανία με τα κομπιούτερ. Επικίνδυνος συνδυασμός. Διεύρυνε το λεξιλόγιο του συστήματος, το οποίο άρχισε ξαφνικά να λέει, Μπροστινή εξώπορτα ανοιχτή, θα σας κόψω τον κώλο. Όπως καταλαβαίνετε, δεν έμεινε ατιμώρητος». Κλείδωσα την πόρτα πίσω του. «Έχουμε τρία παιδιά, και το μεγαλύτερο είναι πέντε ετών. Θα περάσουν την εφηβεία όλα μαζί». «Ωχ...» Κρέμασα το παλτό του στο χολ. «Λέμε να τα κλειδώσουμε σ' ένα δωμάτιο και να τα ταΐζουμε από ένα παραθυράκι στην πόρτα μέχρι να συμπληρώσουν τα είκοσι ένα». Πήρε βαθιά εισπνοή, απολαμβάνοντας τις μυρωδιές. «Τούτο το σπίτι μοσχοβολάει σαν την πιο ακριβή συνοικία του Παραδείσου». Γιρλάντες από κέδρο Ιμαλαΐων, χριστουγεννιάτικο έλατο, ευωδιά από τα καραμελωμένα φιστίκια που είχαν φτιαχτεί μόλις εκείνο το απόγευμα, ποπκόρν, αρωματικά κεριά βανίλιας και κα-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

305

νέλας, φρέσκος καφές, χοιρινό που ψηνόταν μαζί με κεράσια, σοκολατένιο κέικ με μαρμελάδα στο δεύτερο φούρνο... Κοιτάζοντας τα αστραφτερά στολίδια και τα φωτάκια των πανταχού παρόντων Αγιοβασίληδων, ο Πόρτερ Κάρσον έσκυψε για ν' ακούσει καλύτερα τις «Ασημένιες καμπάνες», τραγουδισμένες από τον Μπινγκ Κρόσμπι. «Πρέπει να είστε από τους λίγους που τηρούν στις μέρες μας όλα αυτά τα ωραία χριστουγεννιάτικα έθιμα». «Πραγματικά, κι αυτό είναι στενόχωρο», συμφώνησα. «Ελάτε στην κουζίνα. Η γυναίκα μου καθαρίζει μερικές υπέροχες πατάτες από το Άινταχο για το εσκαλόπ». Για την ακρίβεια, η Λόρι είχε τελειώσει με το καθάρισμα και σκούπιζε τα χέρια της σε μια πετσέτα με σχέδια από ποϊνσέτιες όταν τη σύστησα στον Κάρσον. Αν το υπόλοιπο σπίτι μύριζε σαν τον Παράδεισο, η κουζίνα αποτελούσε ένα ακόμα σπουδαιότερο βασίλειο· ήταν το ευωδιαστό παλάτι των θεών. Ο πράκτορας του FBI φάνηκε γοητευμένος από τη Λόρι, όπως όλοι οι άντρες, και της συμπεριφέρθηκε με την ευγένεια ενός Νότιου. Στάθηκε όρθιος, όσο εκείνη σέρβιρε σε τρεις κούπες αρωματικό κολομβιανό καφέ, κι ύστερα της κράτησε την καρέκλα για να καθίσει. Αισθάνθηκα σαν πρωτόγονος χωριάτης και προσπάθησα να μη ρουφήξω δυνατά τον καφέ μου. Ο Κάρσον βολεύτηκε στην καρέκλα του και πέρασε αμέσως στο θέμα του: «Δε θέλω να σας δημιουργήσω ψεύτικες ελπίδες. Και, προς Θεού, ό,τι κι αν πω δεν πρέπει να σας παρασύρει και να χαλαρώσετε τα μέτρα ασφαλείας πολύ νωρίς. Πάντως, πιστεύω ότι τα προβλήματά σας με τον Κόνραντ Μπίζο σύντομα πρόκειται να λάβουν τέλος». «Μην ανησυχείτε», είπε η Λόρι, «δε θα πιστέψω ότι είναι νεκρός αν δε δω το πτώμα του να μπαίνει στο κρεματόριο και τις στάχτες του να βγαίνουν». Ο Κάρσον χαμογέλασε. «Κυρία Τοκ, έτσι ακριβώς πρέπει να σκέφτεται μια στοργική μητέρα». Από όσο γνώριζα, οι δολοφονίες που διέπραξε ο Μπίζο δεν


306

D E A N KOONTZ

ενέπιπταν στην αρμοδιότητα του FBI. «Τι σχέση έχει η υπηρεσία σας με την υπόθεση;» διερωτήθηκα. «Κυρία μου, φτιάχνετε σπουδαίο καφέ. Τι είναι αυτό το επιπλέον άρωμα;» «Έχω προσθέσει μια πρέζα βανίλια». «Υπέροχο. Εν πάση περιπτώσει, ο Μπίζο αντέγραψε το γιο του -λίγο μετά τον εμπρησμό του σπιτιού σας, έφτιαξε μια μικρή συμμορία κι άρχισε να ληστεύει τράπεζες». Οι ληστείες τραπεζών είναι έγκλημα που όντως εμπίπτει στις αρμοδιότητες του FBI. Το ίδιο και η αφαίρεση της ταμπελίτσας με τη σύνθεση ενός στρώματος πριν από την πώλησή του. Μαντέψτε για ποιο από τα δύο παραπτώματα ενδιαφέρεται περισσότερο η παραπάνω υπηρεσία. «Δεν ανατίναξε ακόμα καμία, αλλά δε διστάζει να σκοτώνει φύλακες, ταμίες και όποιον βρει στο διάβα του». «Μη μου πείτε ότι οι συνεργοί του είναι πάλι κλόουν», μουρμούρισε η Λόρι. «Όχι, κυρία μου, όχι, όχι. Ίσως ο γιος του στρατολόγησε όλους τους κλόουν-ληστές και δεν απέμεινε άλλος. Ένας από την ομάδα του, κάποιος Έμορι Όρνγουολ, είχε εκτίσει την ποινή του στις φυλακές του Λέβενγουορθ για ληστεία τράπεζας. Οι άλλοι δύο ήταν εργάτες τσίρκου». «Και τι δουλειά κάνει ένας εργάτης στο τσίρκο;» ρώτησα εγώ. «Είναι οι άνθρωποι που στήνουν και κατεβάζουν τις τέντες και φροντίζουν τα μηχανήματα, τις γεννήτριες και άλλα παρόμοια». «Πόσες τράπεζες χτύπησαν;» αναρωτήθηκε η Λόρι. «Είναι καλοί στη δουλειά;» «Μάλιστα, κυρία μου, ήταν καλοί. Λήστεψαν εφτά τράπεζες το 1998 και τέσσερις το '99. Ύστερα, τον Αύγουστο και το Σεπτέμβριο του '99, χτύπησαν δύο τεθωρακισμένα οχήματα χρηματαποστολών». «Κι από τότε μέχρι τώρα δεν ξαναχτύπησαν;» «Με το δεύτερο από εκείνα τα οχήματα έπιασαν την καλή -έξι εκατομμύρια μετρητά, δύο εκατομμύρια σε ανώνυμα ομόλογα. Ο Μπίζο αποφάσισε να αποσυρθεί, ιδίως αφότου μαζί με


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

307

τον Όρνγουολ σκότωσαν τους εργάτες του τσίρκου και κράτησαν όλο το ποσό». «Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι κάποιος που γνωρίζει τον Μπίζο θα τον άφηνε να τον πιάσει στον ύπνο», παρατήρησα. «Ίσως να μην τους έπιασε στον ύπνο. Και οι δύο πυροβολήθηκαν στο πρόσωπο με σφαίρες τόσο μεγάλου διαμετρήματος, που τα κεφάλια τους τρυπήθηκαν σαν τις κολοκύθες του Χαλοουίν». Ο Κάρσον χαμογέλασε, μα ύστερα αντιλήφθηκε ότι αυτό που για το FBI ήταν ένα απλό γεγονός για μας αποτελούσε σοκαριστική πληροφορία. «Να με συμπαθάτε, κυρία μου». «Ώστε, όλο αυτό τον καιρό κυνηγάτε τον Μπίζο;» ρώτησε η Λόρι. «Το Μάρτιο του 2000 πιάσαμε τον Όρνγουολ. Ζούσε στο Μαϊάμι με ψεύτικο όνομα. Λεγόταν Τζον Ντίλινγκερ». «Μας δουλεύετε», είπα. «Όχι, κύριέ μου». Ο Κάρσον χαμογέλασε και κούνησε το κεφάλι. «Ο Όρνγουολ ξέρει τα πάντα για τράπεζες και τεθωρακισμένα οχήματα, αλλά δεν είναι αυτό που χαρακτηρίζουμε μυαλό ξουράφι». «Ο τύπος θα θέλει πολύ γερό ακόνισμα». «Μας είπε ότι πήρε την ιδέα από την ιστορία του Έντγκαρ Άλαν Πόε "Το Κλεμμένο Γράμμα". Ήταν, λέει, σαν να κρυβόταν παραμένοντας σε κοινή θέα. Ποιος θα φανταζόταν ότι ένας καταζητούμενος ληστής τραπεζών θα υιοθετούσε το όνομα ενός διάσημου νεκρού γκάνγκστερ;» «Προφανώς εσείς το φανταστήκατε». «Ναι, γιατί την πρώτη φορά που συλλάβαμε τον Έμορι Όρνγουολ και τον στείλαμε στο Λέβενγουορθ κρυβόταν με το ψευδώνυμο Τζέσε Τζέιμς». «Απίστευτο», είπα. «Πολλοί εγκληματίες είναι λειψοί στο μυαλό», είπε ο Κάρσον. «Άλλο καφέ;» ρώτησε η Λόρι. «Όχι, ευχαριστώ, κυρία μου. Βλέπω ότι ετοιμάζετε μεγάλο δείπνο, οπότε καλύτερα να μη σας καθυστερήσω περισσότερο».


308

DEAN KOONTZ

«Μπορείτε να μείνετε μαζί μας». «Δυστυχώς, δε γίνεται. Όμως ευχαριστώ για την ευγενική σας πρόσκληση. Λοιπόν... όπως είπα, ο Όρνγουολ... ξέρει από τράπεζες και από τεθωρακισμένα οχήματα, αλλά όχι από στρατηγική. Ο Μπίζο όμως σχεδίαζε τις ληστείες με τρόπο μεγαλοφυή». «Μιλάτε για τον δικό μας Μπίζο;» ρώτησε με δυσπιστία η Λόρι. «Θέλω να πω, κυρία μου, ότι έχουμε ξαναδεί έξυπνους ανθρώπους να αναπτύσσουν παραβατική δράση, αλλά κανένας δεν τον φτάνει. Ο Μπίζο μας προξενεί δέος». Ήταν η σειρά μου να εκπλαγώ. «Είναι τρελός». «Μπορεί ναι, μπορεί και όχι», είπε ο Κάρσον. «Πάντως, όταν οργανώνει μεγάλα κόλπα, είναι πραγματική μεγαλοφυία. Λένε ότι θα γινόταν ο μεγαλύτερος κλόουν της εποχής του και σίγουρα ο δρόμος που τελικά ακολούθησε δεν ήταν διόλου τυχαίος. Μοιάζει γεννημένος γι' αυτό». «Από τη δική μας εμπειρία, γνωρίζουμε ότι στερείται παντελώς λογικής και ότι ενεργεί αποκλειστικά με βάση τα συναισθήματα και την οργή του». «Πάντως η μεγαλοφυία δεν ήταν ο Όρνγουολ, ούτε οι εργάτες του τσίρκου. Όλοι αυτοί σκέφτονταν σαν κοινά ανθρωπάκια. Αν δεν ήταν ο Μπίζο να τους οργανώσει και να τους καθοδηγήσει, θα τα είχαν θαλασσώσει. Ο τύπος είναι διάνοια». «Οπωσδήποτε απαιτήθηκε κάποια οργάνωση τότε που εγκατέστησε κοριούς στο σπίτι μας και μας παρακολουθούσε από το σπίτι της Νέντρα Λαμ», μου υπενθύμισε η Λόρι. Ύστερα στράφηκε στον Κάρσον και πέρασε ξανά στην ουσία: «Πού βρίσκεται τώρα;» «Ο Όρνγουολ μας πληροφόρησε ότι ο Μπίζο είχε πάει κάπου στη Νότια Αμερική. Δεν ήξερε πού και, όπως αντιλαμβάνεστε, είναι μία μεγάλη ήπειρος». «Όταν είχα παγιδευτεί στο Εξπλόρερ μαζί του, τότε στο δάσος, μου είπε ότι το '74 είχε ταξιδέψει στη Νότια Αμερική. Ήταν μετά τη δολοφονία του δόκτορα Μακντόναλντ», είπε η Λόρι. Ο Κάρσον έγνεψε καταφατικά. «Τότε πέρασε έξι μήνες στη


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

309

Χιλή και δυόμισι χρόνια στην Αργεντινή. Τούτη τη φορά... μας πήρε λίγο χρόνο, αλλά τον εντοπίσαμε στη Βραζιλία». «Τον πιάσατε;» «Όχι, κυρία μου. Αλλά θα τον πιάσουμε». «Τώρα βρίσκεται εκεί; Στη Βραζιλία;» «Όχι, κυρία μου. Έφυγε την πρώτη του μηνός, τριάντα έξι ώρες προτού ανακαλύψουμε την ταυτότητα και τη διεύθυνσή του στο Ρίο». Η Λόρι μου έριξε ένα βλέμμα γεμάτο σημασία. «Τον χάσαμε παρά τρίχα», συνέχισε ο Κάρσον. «Το έσκασε στη Βενεζουέλα, όπου έχουμε κάποια προβλήματα σχετικά με την έκδοση καταζητουμένων. Δεν είναι τίποτα σοβαρό. Δεν πρόκειται να φύγει από εκεί, παρά μόνο αν τον μεταφέρουμε με χειροπέδες ή σε κασόνι». Μονάχα ο φόβος για την οικογένειά της μπορούσε να παραμορφώσει το πρόσωπο της Λόρι σε τέτοιο βαθμό που να χάνει την ομορφιά του. «Δε βρίσκεται πια στη Βενεζουέλα», είπε στον Πόρτερ Κάρσον. «Κάποια στιγμή αύριο... θα βρίσκεται εδώ».


38

Κ

έικ σοκολάτας με μαρμελάδα, χοιρινό μαγειρεμένο με χυμό κεράσι, σκούρος κολομβιανός καφές και η ανεπαίσθητα ξινή μυρωδιά του τρόμου που τρυπάει την καρδιά, ενός τρόμου που εκδηλώνεται επίσης με μια αμυδρή μεταλλική γεύση στο στόμα... Ίσαμε εκείνη τη στιγμή δεν είχα αντιληφθεί πόσο πολύ είχα επενδύσει στην ελπίδα ότι ο Κόνραντ Μπίζο ήταν νεκρός. Έλεγα, βέβαια, στον εαυτό μου ότι δεν έπρεπε να τον σβήσω από το χάρτη, ότι για λόγους σύνεσης όφειλα να τον θεωρώ πάντα ζωντανό. Ασυνείδητα, εντούτοις, είχα καρφώσει στην καρδιά του ένα παλούκι. Είχα χώσει μια πλεξούδα με σκόρδα στο στόμα του, είχα ακουμπήσει ένα σταυρό στο στήθος του και τον είχα θάψει μπρούμυτα στο κοιμητήριο του μυαλού μου. Και τώρα ο Μπίζο είχε αναστηθεί. «Κάποια στιγμή αύριο», προέβλεψε η Λόρι, «από απόψε τα μεσάνυχτα κι έπειτα, θα βρίσκεται εδώ». Η παγερή βεβαιότητά της αιφνιδίασε και παραξένεψε τον Πόρτερ Κάρσον. «Όχι, κυρία μου, δεν υπάρχει τέτοια περίπτωση». «Θα στοιχημάτιζα τη ζωή μου», του αποκρίθηκε. «Και σας πληροφορώ, κύριε Κάρσον, ότι αυτό ακριβώς θα κάνω, είτε σας αρέσει είτε όχι». Ο Κάρσον στράφηκε σ' εμένα. «Κύριε Τοκ, ήρθα εδώ για να σας ζητήσω κάτι, αλλά πιστέψτε με, σας παρακαλώ, δεν ήρθα για να σας προειδοποιήσω ότι ο Μπίζο βρίσκεται στο κατώφλι σας. Σας διαβεβαιώ ότι δεν είναι στο κατώφλι σας».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

311

Η Λόρι με κοίταξε επίμονα, ρωτώντας με βουβά, με το βλέμμα της μόνο: Μήπως πρέπει να του μιλήσουμε για την ιστορία του παππού Τζόζεφ και τις πέντε ημερομηνίες; Μόνο οι ενήλικοι του στενότερου οικογενειακού περιβάλλοντος και ελάχιστοι αδερφικοί και έμπιστοι φίλοι ήξεραν για την προφητεία κάτω από την οποία ζούσα: Πέντε δαμόκλειες σπάθες κρέμονταν πάνω από το κεφάλι μου. Από τις δύο την είχα γλιτώσει, αλλά έμεναν άλλες τρεις. Ο Χιούι Φόστερ ήξερε, αλλά δε νομίζω ότι είχε μιλήσει στον Πόρτερ Κάρσον. Πώς να πεις τέτοια πράγματα σ' έναν προσγειωμένο πραγματιστή του FBI; Θα σε κατέτασσε μονομιάς στην κατηγορία των προληπτικών. Ήταν σχεδόν σαν να άκουγα τις ειρωνείες του: Ώστε πιστεύετε ότι είστε καταραμένος, κύριε Τοκ; Πιστεύετε στις μάγισσες και στο βουντού; Ο παππούς Τζόζεφ δε με είχε καταραστεί. Δεν ευχήθηκε να ζήσω πέντε μέρες φοβερές. Από κάποιο θαύμα, του δόθηκε τα τελευταία λεπτά της ζωής του το χάρισμα της προφητείας, προκειμένου να με προειδοποιήσει, να μου δώσει μια δυνατότητα να σώσω, αν όχι ίσως τον εαυτό μου, τουλάχιστον αυτούς που αγαπούσα. Μοιραία, ωστόσο, κάτι τέτοιο ο Κάρσον θα το εκλάμβανε ως κατάρα. Ακόμα κι αν κατόρθωνα να διασκεδάσω το σκεπτικισμό του και να του δώσω να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα σε μια κατάρα και σε μια πρόβλεψη, ο τύπος αποκλείεται να πίστευε στις μαντείες, όπως, ασφαλώς, δε θα πίστευε στο μάτιασμα ή στους σαμάνους. Ως υπεύθυνος εκπρόσωπος του νόμου, ίσως αισθανόταν υποχρεωμένος να αναφέρει στην υπηρεσία κοινωνικής πρόνοιας ότι η Άννι, η Λούσι και ο Αντί μεγάλωναν δίπλα σε γονείς που πίστευαν ότι τους είχαν κάνει μάγια, που αισθάνονταν ότι απειλούνταν από μάγους και νεκρομάντεις, που μοιράζονταν τους φόβους τους με τα παιδιά τους με συνέπεια να τα τρομοκρατούν. Πολλές φορές είχαμε διαβάσει στις εφημερίδες ιστορίες για ψεύτικες κατηγορίες περί κακοποίησης ανηλίκου που είχαν ως αποτέλεσμα οι γονείς να χάσουν την κηδεμονία των παιδιών


312

DEAN KOONTZ

τους και οικογένειες να διαλυθούν για πολλά χρόνια, ώσπου κάποια στιγμή να αποδειχτεί ότι επρόκειτο για ψευδομαρτυρία. Τότε πλέον, οι ζωές των εμπλεκομένων είχαν καταστραφεί και τα παιδιά είχαν τραυματιστεί διά βίου. Από το υπερβολικό τους ενδιαφέρον για την προστασία των παιδιών, σε ανάλογες περιπτώσεις οι Αρχές πίστευαν τα πιο οφθαλμοφανή ψεύδη, ειπωμένα από ανθρώπους με ολοφάνερη ιδιοτέλεια. Ένας έντιμος πράκτορας του FBI, που δε μας γνώριζε, που δεν είχε λόγους να μας συκοφαντήσει, θα γινόταν αμέσως πιστευτός από τα αρμόδια όργανα, και μάλιστα με συνοπτικές διαδικασίες. Μη θέλοντας να διακινδυνεύσω να βρεθούμε μπλεγμένοι και να μας κουβαληθούν εδώ ένα τσούρμο παραπλανημένοι, στενόμυαλοι γραφειοκράτες, προτίμησα να μην αποκαλύψουμε στον Πόρτερ Κάρσον την ιστορία με τον παππού Τζόζεφ. Απάντησα λοιπόν στο ερωτηματικό βλέμμα της Λόρι κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. Η Λόρι στράφηκε ξανά στον Κάρσον: «Λοιπόν, ακούστε με, δεν μπορώ να σας αποκαλύψω πώς το ξέρω, αλλά ξέρω ότι ένας παρανοϊκός τύπος, ένα απόβρασμα της κοινωνίας, θα βρίσκεται εδώ κάποια στιγμή από απόψε τα μεσάνυχτα μέχρι αύριο τα μεσάνυχτα. Θέλει...» «Μα, κυρία μου, δεν είναι δυ...» «Σας μιλάω, σας εκλιπαρώ, ακούστε με. Θέλει τον μικρό μου Αντί και πιθανώς σκοπεύει να σκοτώσει εμάς τους υπόλοιπους. Αν σας ενδιαφέρει πραγματικά να τον πιάσετε, ξεχάστε τη Βενεζουέλα, δεν είναι ma στη Βενεζουέλα, αν υποθέσουμε ότι πήγε ποτέ. Βοηθήστε μας να τον παγιδέψουμε εδώ, τώρα». Η θέρμη της, η σταθερότητα της φωνής της επηρέασαν τον Κάρσον. «Πιστέψτε με, κυρία μου, σας δηλώνω υπεύθυνα ότι ο Μπίζο δε βρίσκεται στο κατώφλι σας και ότι αύριο δε θα είναι εδώ. Είναι...» Εκνευρισμένη, απογοητευμένη, με πρόσωπο σταχτί από την αγωνία, η Λόρι έσπρωξε πίσω την καρέκλα της, σηκώθηκε και, σφίγγοντας τα χέρια της μεταξύ τους, απευθύνθηκε σ' εμένα: «Τζίμι, για όνομα του Θεού, κάν' τον να το πιστέψει. Υποψιάζο-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

313

μαι ότι ο Χιούι δε διαθέτει αρκετούς άντρες για να μας προστατέψει. Δε θα είμαστε τυχεροί σαν την άλλη φορά. Χρειαζόμαστε βοήθεια». Στενοχωρημένος, όντας υπερβολικά κύριος για να παραμένει καθισμένος μπροστά σε μια όρθια κυρία, ο Κάρσον σηκώθηκε και μαζί του σηκώθηκα κι εγώ. «Κυρία Τοκ», είπε, «σας παρακαλώ να μου επιτρέψετε να επαναλάβω και να εξηγήσω αυτό που ο αρχηγός Φόστερ είπε στο σύζυγο σας στο τηλέφωνο πριν από λίγη ώρα». Ξερόβηξε για να καθαρίσει το λαιμό του και πρόσθεσε: «Τζίμι, μόλις λάβαμε μερικά καλά νέα σχετικά με τον Κόνραντ Μπίζο που σίγουρα σε ενδιαφέρουν». Το παράξενο δεν ήταν ότι επανέλαβε ακριβώς τα λόγια του Χιούι στο τηλέφωνο, αλλά ότι μίλησε ακριβώς σαν τον Χιούι, όχι σαν τον Πόρτερ Κάρσον. Όχι, δεν ήταν αυτό που ο Χιούι είπε στο τηλέφωνο. Προηγουμένως, δε μιλούσα με τον Χιούι -μιλούσα μ' αυτόν εδώ τον άντρα. Ο πράκτορας του FBI στράφηκε σ' εμένα: «Και η απάντηση σας, αν θυμάμαι καλά, ήταν αιχμηρή». Έκανε μια σύντομη παύση. «"Αυτό που θα πω ίσως να μην ταιριάζει με το πνεύμα των Χριστουγέννων, αλλά ελπίζω να βρέθηκε νεκρός ο βρομοηλίθιος"». Η φωνή του έμοιαζε τόσο πολύ με τη δική μου σε χροιά και σε τόνο, που ένιωσα το φόβο να ρέει στις φλέβες και στις αρτηρίες μου. Από το εσωτερικό του σακακιού του, τράβηξε ένα πιστόλι με σιγαστήρα.


38

Ο

Πόρτερ Κάρσον είχε διαβεβαιώσει τη Λόρι ότι δεν ήρθε να την προειδοποιήσει πως ο Κόνραντ Μπίζο βρισκόταν στο κατώφλι της. Υπήρξε ειλικρινής σε δύο σημεία. Πρώτον, δεν είχε σκοπό να την προειδοποιήσει. Δεύτερον, ο Μπίζο είχε ήδη περάσει το κατώφλι της και βρισκόταν στην κουζίνα της. Κατά τον ίδιο τρόπο, της είχε πει με σιγουριά ότι ο Μπίζο δε θα ερχόταν εδώ αύριο -γιατί ο Μπίζο ήταν εδώ σήμερα. Ο Κόνραντ Μπίζο είχε μάτια καστανά. Τα μάτια του Πόρτερ Κάρσον ήταν γαλανά. Οι έγχρωμοι φακοί επαφής κυκλοφορούσαν εδώ και χρόνια στην αγορά. Ο Μπίζο κόντευε τα εξήντα. Ο Κάρσον φαινόταν σαράντα πέντε. Τώρα πια άρχιζα να διακρίνω ομοιότητες στο σωματότυπο, αλλά κατά τα άλλα έμοιαζαν σαν δυο διαφορετικοί άνθρωποι. Ορισμένοι από τους καλύτερους πλαστικούς χειρουργούς του κόσμου διατηρούν ιατρείο στο Ρίο για να εξυπηρετούν το διεθνές τζετ σετ. Αν είσαι πλούσιος, αν είσαι διατεθειμένος να δεχτείς τους ιατρικούς κινδύνους μιας εις βάθος ανακατασκευής, μπορείς ν' αλλάξεις πρόσωπο, να γίνεις νεότερος, να φτιαχτείς εξαρχής. Αν είσαι παρανοϊκός και η εκδίκηση σου έχει γίνει έμμονη ιδέα, αν πιστεύεις ότι ήσουν προορισμένος για τη δόξα και ότι οι άλλοι συνωμοτούν εναντίον σου για να σου τη στερήσουν, ίσως έχεις τα απαραίτητα κίνητρα για να υπομείνεις τον πόνο και το ρίσκο των πολλαπλών εγχειρήσεων. Η τρέλα δεν εκδηλώνεται


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

315

πάντα με απερίσκεπτες ενέργειες. Ορισμένοι παρανοϊκοί δολοφόνοι έχουν την υπομονή να περάσουν χρόνια και χρόνια σχεδιάζοντας την εκδίκησή τους. Ακούγοντας τον Μπίζο να με μιμείται έτσι αλλόκοτα, θυμήθηκα ότι είχε κοροϊδέψει τον μπαμπά μου μιμούμενος επίσης τη φωνή του, στην αίθουσα αναμονής του μαιευτηρίου, πριν από είκοσι οχτώ χρόνια. Σου είπα ότι έχω ταλέντο, Ρούντι Τοκ. Σε περισσότερους τομείς απ' όσους φαντάζεσαι, είχε πει στον κατάπληκτο πατέρα μου. Ο πατέρας μου είχε διαβάσει στα λόγια του μονάχα τον κομπασμό ενός ματαιόδοξου και διανοητικά ταραγμένου φαμφαρόνου που του αρέσει να επιδεικνύεται. Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, αντιλαμβανόμουν ότι δεν επρόκειτο για κομπασμό αλλά για προειδοποίηση. Μην τα βάζεις μαζί μου. Τώρα, καθώς στεκόμασταν και οι τρεις γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, ο Μπίζο χαμογελούσε αυτάρεσκα. Τα καστανά του μάτια, ακόμα και πίσω από τους γαλάζιους φακούς επαφής, γυάλιζαν από μια παράφορη έξαψη. Ο Μπίζο εγκατέλειψε την απαλή φωνή του Πόρτερ Κάρσον με την προφορά του Νότου και μίλησε με την πιο τραχιά χροιά του άντρα που μας κυνήγησε με το Χάμερ: «Όπως σας είπα, γύρισα για να ζητήσω κάτι. Πού είναι η αποζημίωσή μου;» Η προσοχή μου και η προσοχή της Λόρι στράφηκαν από το παραμορφωμένο από το μίσος πρόσωπό του στην κάννη του πιστολιού με το σιγαστήρα κι ύστερα ξανά στο πρόσωπό του. «Πού είναι το quid pro quo μου;» ρώτησε. Θέλοντας να κερδίσουμε χρόνο για να σκεφτούμε, προσπαθήσαμε, με τρόπο αξιοθρήνητο, να παραστήσουμε ότι δεν καταλάβαμε την ερώτηση. «Ποιο quid pro quo;» ρώτησε η Λόρι. «Την ανταμοιβή μου, το αντιστάθμισμα, αυτό που μου δίνετε για ό,τι σας έδωσα, τον Άντι σας για τον Πουντσινέλο μου», είπε ανυπόμονα ο Μπίζο. «Όχι», δήλωσε η Λόρι, ούτε με θυμό ούτε με εμφανή φόβο, αλλά με μια ανέκφραστη φωνή που δε σήκωνε αντιρρήσεις.


316

D E A N KOONTZ

«Θα του φερθώ καλά», υποσχέθηκε ο Μπίζο. «Καλύτερα απ' όσο φερθήκατε εσείς στο γιο μου». Η οργή και ο τρόμος έπνιγαν τη φωνή μου, όμως η Λόρι επανέλαβε ακλόνητα: «Όχι». «Μου στέρησαν τη φήμη που μου ανήκε. Το μόνο που θέλησα ποτέ ήταν η αθανασία, αλλά τώρα είμαι πρόθυμος να συμβιβαστώ με λίγη δόξα από δεύτερο χέρι. Θα διδάξω στο αγόρι όσα γνωρίζω, θα γίνει ο μεγαλύτερος αστέρας του τσίρκου της εποχής του». «Δεν έχει ταλέντο», τον διαβεβαίωσε η Λόρι. «Προέρχεται από ζαχαροπλάστες και κυνηγούς καταιγίδων». «Η κληρονομικότητα δεν παίζει ρόλο», είπε ο Μπίζο. «Το μόνο που μετράει είναι η μεγαλοφυία μου. Ένα από τα ταλέντα μου είναι η μεταδοτικότητα». «Φύγε». Η φωνή της Λόρι ακούστηκε σαν ψίθυρος, σαν μαγική επωδός, θαρρείς και ήλπιζε να τον μαγέψει και να λογικευτεί. «Να διδάξεις ένα δικό σου παιδί». Εκείνος επέμεινε: «Μπορώ να το διαπλάσω έτσι ώστε να γνωρίσει τη δόξα ακόμα κι ένα αγόρι με ελάχιστα προσόντα για κλόουν. Αρκεί να έχει εμένα για οδηγό, δάσκαλο και γκουρού του». «Να διδάξεις ένα δικό σου παιδί», επανέλαβε η Λόρι. «Ακόμα κι ένα ρεμάλι σαν εσένα μπορεί να βρει μια τρελή γυναίκα που θα του ανοίξει τα σκέλια της». Η φωνή της φανέρωνε παγερή περιφρόνηση. Δυσκολευόμουν να κατανοήσω την επιμονή της να τον νευριάσει περισσότερο. «Αν πληρώσεις αρκετά, όλο και κάποια ναρκομανής τσούλα, όλο και κάποιο απελπισμένο γύναιο, θα καταπιεί την αηδία του και θα ζευγαρώσει μαζί σου». Το απίστευτο είναι ότι, αντί να τον εξοργίσει περισσότερο, η περιφρόνησή της τον έκανε να σαστίσει. Ο Μπίζο ανοιγόκλεισε κάμποσες φορές τα μάτια του σαλιώνοντας νευρικά τα χείλη. «Με το κατάλληλο ψυχωτικό αγκάλιασμα», εξακολούθησε η Λόρι, «θα μπορούσες να αποκτήσεις ακόμα ένα σατανικό βλαστάρι, εξίσου τρελό με τον πρωτότοκό σου». Ίσως επειδή δεν είχε το σθένος να αντιμετωπίσει τη ματιά της Λόρι ή ίσως επειδή διαισθάνθηκε ότι η οργισμένη σιωπή


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

317

μου έκρυβε μεγαλύτερη απειλή, ο Μπίζο έστρεψε την προσοχή του σ' εμένα. Το χέρι που κρατούσε το πιστόλι έτρεμε καθώς το γύριζε προς το μέρος μου. Στη σκοτεινή τρύπα της κάννης αντίκρισα την αιωνιότητα. Τη στιγμή που ο Κόνραντ Μπίζο σταμάτησε να την κοιτάζει, η Λόρι έχωσε το χέρι στην τσέπη της χαρούμενης χριστουγεννιάτικης ποδιάς της κι έβγαλε ένα μικροσκοπικό δοχείο με σπρέι πιπεριού. Αντιλαμβανόμενος το σφάλμα του, ο Μπίζο με παράτησε και γύρισε προς τη Λόρι. Την ίδια στιγμή, εκείνη τον σημάδεψε στα μάτια και πίεσε το έμβολο. Ένα υγρό στο χρώμα της σκουριάς πετάχτηκε με μορφή σταγόνων στο πρόσωπό του. Το λιγότερο μισοτυφλωμένος, ο Μπίζο πάτησε τη σκανδάλη. Ακούστηκε ένας σκληρός, πνιγμένος κρότος και το τζάμι της πόρτας ενός ντουλαπιού θρυμματίστηκε μαζί με τα πιάτα. Αρπάζοντας μια καρέκλα, την κοπάνησα πάνω του τη στιγμή που ξαναπυροβολούσε. Καθώς τον έσπρωχνα πίσω όπως ο θηριοδαμαστής που προσπαθεί να επιβληθεί σ' ένα οργισμένο λιοντάρι, πυροβόλησε για τρίτη φορά. Μια τέταρτη σφαίρα τρύπησε την καρέκλα που μας χώριζε. Στο πρόσωπό μου έπεσαν θραύσματα πεύκου και κομμάτια από το αφρολέξ του καθίσματος -αλλά η σφαίρα αστόχησε. 'Οταν εκείνος οπισθοχώρησε προς το νεροχύτη, έμπηξα στο σώμα του τα πόδια της καρέκλας. Ξεφώνισε από πόνο κι έριξε μια πέμπτη σφαίρα, που καρφώθηκε στα δρύινα σανίδια του πατώματος. Στριμωγμένος στη γωνία, ο αρουραίος μεταμορφώθηκε σε τίγρη. Μου άρπαξε την καρέκλα και πυροβόλησε για έκτη φορά, σπάζοντας το τζάμι ενός φούρνου. Εκτόξευσε την καρέκλα καταπάνω μου. Έσκυψα. Πασχίζοντας να αναπνεύσει, υποφέροντας από δύσπνοια λόγω του σπρέι πιπεριού και με τα μάτια του κατακόκκινα και


318

DEAN KOONTZ

πλημμυρισμένα στα δάκρυα, προχώρησε παραπατώντας και σείοντας το όπλο του. Κόντεψε να πέσει πάνω στο ψυγείο, μα κατάφερε να βρει την πόρτα και προχώρησε στην τραπεζαρία. Η Λόρι δεν έβγαζε άχνα. Ήταν πεσμένη στο δρύινο δάπεδο, εντελώς ακίνητη. Είχε χτυπηθεί. Αίμα, Θεέ μου, πόσο αίμα.


38

Δ

εν μπορούσα να την αφήσω μόνη εκεί πέρα, αλλά ούτε ήταν δυνατό να μείνω στο πλευρό της όσο ο Μπίζο κυκλοφορούσε ελεύθερος μέσα στο σπίτι. Το φριχτό δίλημμα λύθηκε αμέσως, με μια από τις πολλές σκληρές εξισώσεις της αγάπης. Τη Λόρι την αγαπούσα πιο πολύ από τη ζωή. Αλλά οι δυο μας αγαπούσαμε τα παιδιά μας περισσότερο από εμάς, πράγμα που, στη γλώσσα των μαθηματικών, μπορεί να ονομαστεί αγάπη στο τετράγωνο. Αγάπη συν αγάπη στο τετράγωνο ισούται με μια αναπόφευκτη επιλογή. Τρελός από το ενδεχόμενο μιας αφόρητης απώλειας, και τρομοκρατημένος από την προοπτική μιας ακόμα αφόρητης απώλειας, έτρεξα ξοπίσω του αποφασισμένος να τον σταματήσω προτού βρει τα παιδιά. Δεν ήταν διατεθειμένος να το σκάσει και να επιστρέψει άλλη φορά. Είχαμε δει το νέο βραζιλιάνικο πρόσωπο του, επομένως δε θα ξαναείχε το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Το παιχνίδι πλησίαζε στο τέλος του. Θα έπαιρνε την ανταμοιβή του, αυτό που θα του δίναμε σε αντικατάσταση αυτού που του πήραμε: τον Άντι μας για τον Πουντσινέλο του. Επιπλέον, θα σκότωνε τα κορίτσια βαφτίζοντας την ενέργειά του νόμιμο τόκο για το δάνειο. Την ώρα που ορμούσα από την κουζίνα στην τραπεζαρία, εκείνος έβγαινε, χτυπώντας στον τοίχο της καμάρας με τον ώμο του. Στο σαλόνι, με πυροβόλησε. Καθώς η όρασή του ήταν θαμπωμένη λόγω του πιπεριού, ο Μπίζο σημάδεψε μάλλον στην τύχη.


320

D E A N KOONTZ

Ένιωσα κάτι καυτό στο δεξί μου αυτί. Ο πόνος ήταν αστραπιαίος και όχι αβάσταχτος, αλλά φοβήθηκα, σκόνταψα και έπεσα. Σηκώθηκα όπως όπως. Ο Μπίζο είχε γίνει άφαντος. Τον βρήκα στο χολ. Με το δεξί κρατούσε το πιστόλι και με το αριστερό ψηλαφούσε τα κάγκελα της σκάλας, ανεβαίνοντας με πείσμα τα σκαλιά. Κόντευε ήδη να φτάσει στα μισά. Θα πρέπει να πίστεψε ότι με πέτυχε στο κεφάλι και με έθεσε εκτός μάχης ή με σκότωσε, γιατί δεν κοίταζε πίσω, ούτε φάνηκε να άκουσε ότι τον καταδίωκα. Προτού φτάσει στο πρώτο πλατύσκαλο, τον άρπαξα από πίσω και τον έριξα κάτω. Ο φόβος για την οικογένειά μου και ο τρόμος για την ίδια μου τη ζωή με καθιστούσε όχι γενναίο, αλλά παράτολμο, ακόμα και απερίσκεπτο. Πέσαμε πάνω στα κάγκελα. Το ξύλο ράγισε. Καθώς κουτρουβαλούσαμε μαζί στο δάπεδο του χολ, το όπλο τού ξέφυγε από το χέρι. Είχα τυλίξει το δεξί μου μπράτσο στο λαιμό του και τον έσφιγγα για να τον πνίξω, πιέζοντας δυνατά το δεξί μου χέρι με το αριστερό. Δεν είχα τον παραμικρό ενδοιασμό να σφίξω τόσο τη λαβή μου ώστε να του τσακίσω την τραχεία. Σας πληροφορώ ότι θα άκουγα ευχαρίστως τα πόδια του να σπαρταρούν στο πάτωμα την ώρα του θανάτου. Εντούτοις, προτού προλάβω να κλειδώσω τη λαβή μου, ο Μπίζο έμπηξε το πιγούνι του στο μπράτσο μου, οπότε ήταν πλέον αδύνατο να πιέσω όσο χρειαζόταν για να τον σκοτώσω. Άπλωσε τα δυο του χέρια πίσω από το κεφάλι του με την ελπίδα να πετύχει τα μάτια μου και να με τυφλώσει. Ήταν τα ίδια ανελέητα χέρια που στραγγάλισαν τη Νέντρα Λαμ. Τα μοχθηρά χέρια που σκότωσαν το δόκτορα Μακντόναλντ και την αδελφή Χάνσον. Έστριψα το πρόσωπο μου για να του ξεφύγω. Άρπαξε το ξυρισμένο από τη σφαίρα αυτί μου και το έστριψε. Ο πόνος ήταν τόσο δυνατός, που μου κόπηκε η ανάσα και παραλίγο να λιποθυμήσω.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

321

Όταν ο Μπίζο ένιωσε τη λαβή μου να χαλαρώνει προς στιγμήν και διαπίστωσε ότι τα δάχτυλά του είχαν ποτίσει με το αίμα μου, κατάλαβε ποιο ήταν το αδύνατο σημείο μου. Άρχισε να τινάζεται και να κλοτσάει για να χαλαρώσει κι άλλο τη λαβή μου, ενώ συγχρόνως αγωνιζόταν στα τυφλά ν' αρπάξει τ' αυτί μου. Αργά ή γρήγορα θα το πετύχαινε. Την επόμενη φορά, ο πόνος θ' άνοιγε μια καταπακτή που θα με κατάπινε. Θα ήταν μια βουτιά στην αναισθησία, την ανημποριά, το θάνατο. Το πιστόλι ήταν πεσμένο μερικά μέτρα μακριά, στο τελευταίο σκαλοπάτι. Τράβηξα το μπράτσο μου από το λαιμό του Μπίζο ενώ συγχρόνως τον έσπρωχνα μακριά μου. Με μια τούμπα βρέθηκα στη βάση της σκάλας. Άρπαξα το πιστόλι, γύρισα και πυροβόλησα. Καθώς εκείνος ερχόταν καταπάνω μου, η σφαίρα τον πέτυχε από πολύ μικρή απόσταση και του διέλυσε το λαιμό. Ο Μπίζο έπεσε πίσω, με τα χέρια ορθάνοιχτα, ενώ η ανάστροφη της δεξιάς του παλάμης χτυπούσε σπασμωδικά στο πάτωμα. Αν είχα μετρήσει σωστά, μέχρι τώρα είχαν ριχτεί οχτώ σφαίρες. Αν το όπλο περιείχε το συνηθισμένο γεμιστήρα, απέμεναν δύο βολές ακόμα. Ο Κόνραντ Μπίζο πέθαινε ξεφυσώντας, σφυρίζοντας, αγκομαχώντας, αιμορραγώντας από το διαλυμένο λαιμό του. Μακάρι να μπορούσα να ισχυριστώ ότι ο οίκτος ήταν αυτός που με ώθησε να τον πυροβολήσω άλλες δυο φορές, όμως δεν είναι αλήθεια. Ο θάνατος του πήρε τη ζωή, ενώ κάτι φρικαλέο περιμάζεψε την ψυχή του. Ένιωσα μια κρυάδα όταν αυτό το τελευταίο ήρθε να εισπράξει τα χρωστούμενα... Τα μάτια του -το ένα γαλάζιο και το άλλο καστανό πλέον- έμοιαζαν ολοστρόγγυλα σαν τα μάτια του ψαριού. Αν και αναίσθητα, γυάλιζαν κι έμοιαζε ν' αντικρίζουν πράγματα μυστηριώδη στα βάθη της αβύσσου. Παρ' ότι το δεξί μου αυτί ήταν σαν ένα φλιτζάνι ξέχειλο με ζεστό αίμα, άκουσα την Άννι να φωνάζει από το διάδρομο του


322

DEAN KOONTZ

επάνω ορόφου: «Μπαμπά; Μαμά;» Άκουσα επίσης τις φωνές της Λούσι και του Άντι. Τα παιδιά δεν είχαν φτάσει ακόμα στο κεφαλόσκάλο, αλλά πλησίαζαν. «Γυρίστε στο δωμάτιο σας! Κλειδώστε την πόρτα! Εδώ κάτω υπάρχει ένα τέρας!» ούρλιαξα, θέλοντας απεγνωσμένα να τα προστατέψω από το φριχτό θέαμα του σακατεμένου, νεκρού Μπίζο. Ποτέ δεν αστειευόμαστε για τα τέρατα. Σεβόμαστε το φόβο των παιδιών και τον αντιμετωπίζουμε με σοβαρότητα. Ως εκ τούτου, τα παιδιά μου υπάκουσαν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Άκουσα τα ποδοβολητά τους στο διάδρομο κι ύστερα το βρόντο της πόρτας. Την έκλεισαν με πάταγο* οι τοίχοι τραντάχτηκαν, τα παντζούρια έτριξαν και το κλαδάκι με το γκι που κρεμόταν με κορδέλα από το φωτιστικό του χολ ταλαντεύτηκε δυνατά. «Λόρι», ψιθύρισα, φοβούμενος να υψώσω τη φωνή μου παρουσία του Θανάτου, μη τυχόν, ερχόμενος να πάρει τον Μπίζο, του άνοιγε η όρεξη και για άλλους πελάτες. Έτρεξα στην κουζίνα.


38

Η

αγάπη μόνο νεκρούς δεν ανασταίνει.

Το μυαλό είναι σαν την κινούμενη άμμο. Δεν αφήνει τίποτα να φύγει· ακόμα και όσα μάθαμε απρόθυμα στο σχολείο και νομίζουμε ότι τα λησμονήσαμε, έρχονται στην επιφάνεια, όχι όταν τα χρειαζόμαστε, αλλά όταν κάποιο καταχθόνιο πνεύμα μάς κοροϊδεύει για τις άχρηστες γνώσεις μας. Καθώς έτρεχα στην κουζίνα, μου ξανάρθε στο μυαλό αυτός ο στίχος -Η αγάπη μόνο νεκρούς δεν ανασταίνει- από το μάθημα των αγγλικών, όπως και το όνομα της ποιήτριας, της Έμιλι Ντίκινσον. Εκείνη έβρισκε παρηγοριά στο γράψιμο, αλλά εμένα αυτός ο στίχος βασάνιζε τώρα την καρδιά μου. Αυτό που μαθαίνουμε δε συμπίπτει πάντα με αυτό που ξέρουμε. Σπρώχνοντας την πόρτα της κουζίνας, ήξερα ότι η αγάπη μου ήταν τόσο δυνατή που μπορούσε να καταφέρει αυτό που η ποιήτρια θεωρούσε αδύνατον. Αν έβρισκα τη Λόρι νεκρή, θα την ανάσταινα με τη δύναμη της θέλησης, με τη δύναμη της ανάγκης μου να είμαι πάντα μαζί της. Με την ανάσα μου, με τα χείλη μου, θα εμφυσούσα μέσα της ζωή. Παρ' ότι ήξερα ότι ήταν τρελό να πιστεύω στη δύναμή μου να τη φέρω πίσω στη ζωή -εξίσου τρελό με τις παρανοϊκές ιδέες του Μπίζο-, ένα κομμάτι του εαυτού μου ήταν βέβαιο ότι αυτό ίσχυε, εφόσον, αν δεν πίστευα ότι με την αγάπη μου θα την έφερνα πίσω στη ζωή, θα βυθιζόμουν στην απελπισία, σ' ένα ζωντανό θάνατο. Τώρα, στην κουζίνα, αντιλαμβανόμουν ότι κάθε στιγμή με-


324

D E A N KOONTZ

τρούσε και ότι όλες οι ενέργειες έπρεπε να γίνουν όχι μόνο γρήγορα αλλά και με τη σωστή σειρά -ειδεμή το παιχνίδι θα ήταν χαμένο. Προσπερνώντας τη σπασμένη καρέκλα, άφησα τη Λόρι κι έτρεξα στο τηλέφωνο. Το ακουστικό γλιστρούσε μέσα στην ιδρωμένη παλάμη μου. Κάλεσα το 911 και περίμενα να χτυπήσει δυο φορές -μια αιωνιότητα. Στο τρίτο κουδούνισμα, μου απάντησε η υπάλληλος του τηλεφωνικού κέντρου της αστυνομίας, μια γνωστή μου, η Ντενίζ Ντίρμπορν. Είχαμε βγει ραντεβού δυο φορές. Συμπαθούσαμε αρκετά ο ένας τον άλλο ώστε να μη σπαταλήσουμε άδικα το χρόνο μας σε ένα τρίτο ραντεβού. «Ντενίζ», είπα επιτακτικά με φωνή τραχιά και τρεμάμενη, «εδώ Τζίμι Τοκ, πυροβόλησαν τη γυναίκα μου τη Λόρι, είναι άσχημα χτυπημένη, χρειαζόμαστε ασθενοφόρο, τώρα, παρακαλώ, τώρα αμέσως». Ξέροντας ότι η διεύθυνσή μας εμφανίστηκε στην οθόνη του υπολογιστή της Ντενίζ αμέσως μόλις έγινε η τηλεφωνική σύνδεση, δε χασομέρησα άλλο μαζί της. Άφησα το ακουστικό να κρέμεται από το καλώδιο του και να χτυπιέται πάνω στον τοίχο. Γονάτισα πλάι στη Λόρι, πάνω στο χυμένο αίμα. Μια τόσο τέλεια και τόσο ωχρή ομορφιά τη συναντά κανείς μονάχα σε αγάλματα, σε μαρμάρινα μνημεία. Φαινόταν τραυματισμένη στην κοιλιά. Τα μάτια της ήταν κλειστά. Δεν παρατήρησα κίνηση κάτω από τα βλέφαρα. Πίεσα τα δάχτυλά μου στο λαιμό της, ψάχνοντας απεγνωσμένα, φοβούμενος το χειρότερο, ώσπου βρήκα ένα σφυγμό -γρήγορο και αδύναμο, αλλά υπαρκτό. Ένας λυγμός ξέφυγε από το στήθος μου, κι ύστερα άλλος ένας, ώσπου κατάλαβα ότι, ακόμα και αναίσθητη, η Λόρι ίσως με άκουγε και τρόμαζε από τη θλίψη μου. Συγκρατήθηκα για χατίρι της και, μολονότι το στήθος μου φούσκωνε από πνιγμένους λυγμούς, από τα χείλη μου έβγαινε μόνο η κοφτή, πανικόβλητη αναπνοή μου. Φαινόταν αναίσθητη, αλλά ανέπνεε γρήγορα, με μικρές ανά-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

325

σες. Χάιδεψα το πρόσωπο, το μπράτσο της. Το δέρμα της ήταν κρύο και κολλούσε. Είχε υποστεί σοκ. Το δικό μου σοκ ήταν συναισθηματικό, αφορούσε το νου και την ψυχή, αλλά εκείνη υπέφερε από το σωματικό κλονισμό που προκάλεσαν η σφοδρότητα του τραυματισμού της και η αιμορραγία. Μπορεί να μην πέθανε από τα τραύματά της, αλλά το σοκ θα μπορούσε να τη στείλει στον άλλο κόσμο. Ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα, σε ιδανική θέση για να τη φροντίσω. Δίπλωσα μια πετσέτα των πιάτων και την έβαλα κάτω από το κεφάλι της, ίσα ίσα για ν' ακουμπάει στα μαλακά. Μόνο τα πόδια της επιτρεπόταν να είναι ανασηκωμένα. Κατέβασα μερικά βιβλία μαγειρικής από τα πλησιέστερα ράφια, έφτιαξα μια στοίβα και σήκωσα με προσοχή τα πόδια της γύρω στα τριάντα εκατοστά. Σε συνδυασμό με την πτώση της αρτηριακής πίεσης, η απώλεια θερμότητας θα μπορούσε να αποδειχτεί θανάσιμη στην κατάστασή της. Χρειαζόμουν κουβέρτες, αλλά δεν τολμούσα να την αφήσω για να τις φέρω από τον επάνω όροφο. Αν ήταν να πεθάνει, δε θα την άφηνα να πεθάνει μόνη. Το διπλανό δωμάτιο ήταν το δωμάτιο με το πλυντήριο, στο οποίο κρεμούσαμε επίσης τα παλτά κι αφήναμε τις μπότες μας. Ξεκρέμασα από τους γάντζους τα χειμωνιάτικα μπουφάν. Επιστρέφοντας στην κουζίνα, τη σκέπασα με τα πανωφόρια μας. Με το δικό μου και το δικό της. Με τα μπουφάν της Αννι, της Λούσι και του Άντι. Αδιαφορώντας για τα αίματα, ξάπλωσα στο πλευρό της και κόλλησα το σώμα μου πάνω της για να τη ζεστάνω όσο μπορούσα. Την ώρα που η σειρήνα ακουγόταν στο βάθος, ψηλάφησα το σφυγμό της. Δεν ήταν πιο δυνατός, αλλά διαβεβαίωσα τον εαυτό μου ότι δεν ήταν ούτε πιο αδύναμος -γνωρίζοντας ότι αυταπατώμαι. Μίλησα στο λεπτό αυτάκι της, ελπίζοντας ότι η φωνή μου θα τη βοηθούσε, ότι τα λόγια μου θα την κρατούσαν σε τούτο τον


326

D E A N KOONTZ

κόσμο. Της έλεγα πράγματα που δεν τα θυμάμαι πια, της έδινα θάρρος, την καθησύχαζα. Σύντομα ωστόσο αναγκάστηκα να περιοριστώ σε δυο λέξεις, στις πιο αληθινές λέξεις που ήξερα και επαναλάμβανα με θέρμη και πάθος: «Σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ, σ' αγαπώ...»


49

Ο

πατέρας μου απομάκρυνε τους ανήσυχους γείτονες από τα σκαλιά της πρόσοψης και από το δρομάκι, περιορίζοντάς τους στο γκαζόν ανάμεσα στα χριστουγεννιάτικα αγαλματάκια. Αμέσως πίσω του, ακολουθούσαν δύο τραυματιοφορείς που μετέφεραν τη Λόρι πάνω σε φορείο. Ήταν ξαπλωμένη αναίσθητη κάτω από μια μάλλινη κουβέρτα και της χορηγούσαν ήδη πλάσμα αίματος. Έτρεχα δίπλα της, κρατώντας ψηλά τη φιάλη με το αίμα. Οι τραυματιοφορείς θα προτιμούσαν τη βοήθεια ενός αστυνομικού, αλλά εγώ δεν είχα εμπιστοσύνη σε κανέναν. Χρειάστηκε να σηκώσουν το φορείο για να κατεβεί τα σκαλιά. Οι ρόδες ακούμπησαν ξανά στο δρομάκι με κρότο και συνέχισαν να κυλούν τρίζοντας προς το δρόμο. Η μητέρα μου είχε ανεβεί στην κάμαρα των κοριτσιών και καθόταν τώρα με τα τρία παιδιά, προσπαθώντας να τα καθησυχάσει και να τα εμποδίσει να κοιτάξουν έξω από το παράθυρο. Μισή ντουζίνα περιπολικά της αστυνομίας ήταν σταματημένα χωρίς τάξη έξω στο δρόμο, με τις μηχανές αναμμένες και με τους περιστρεφόμενους φάρους τους να φωτίζουν τα χιονισμένα δέντρα και τα γύρω σπίτια, βάφοντάς τα μπλε, κόκκινα, μπλε, κόκκινα. Το ασθενοφόρο περίμενε στην άκρη του δρόμου, πίσω από το Μέρκιουρι Μάουντενιρ με το οποίο είχε καταφθάσει ο Μπίζο. Ο Κέβιν Τόλιβερ, ο νοσοκόμος που θα φρόντιζε τη Λόρι καθ' οδόν προς το νοσοκομείο, πήρε τη φιάλη του αίματος από

\


328

DEAN KOONTZ

τα χέρια μου κι ανέβηκε στο πίσω μέρος του ασθενοφόρου, ενόσω ο Κάρλος Νούνιες έσπρωχνε μέσα το φορείο. Όταν πήγα να μπω κι εγώ, ο Κάρλος με σταμάτησε. «Δε χωράς, Τζίμι. Ο Κέβιν θα έχει πολλή δουλειά. Καλύτερα να μην τον δυσκολέψεις με την παρουσία σου». «Μα πρέπει να...» «Ξέρω», με έκοψε ο Κάρλος. «Μα όταν φτάσουμε στο νοσοκομείο θα μπει κατευθείαν στο χειρουργείο. Δε θα μπορέσεις να την ακολουθήσεις ούτε εκεί». Πισωπάτησα απρόθυμα. «Θα σε φέρει στο νοσοκομείο ο μπαμπάς σου, Τζίμι. Θα μας ακολουθείτε», είπε κλείνοντας τις πόρτες ανάμεσα σ' εκείνη και σ' εμένα. Ίσως ήταν η τελευταία φορά που την έβλεπα ζωντανή. Καθώς ο Κάρλος έτρεχε στη θέση του στο τιμόνι, ο μπαμπάς εμφανίστηκε δίπλα μου και με οδήγησε στο πεζοδρόμιο. Περάσαμε την πάχνη με τα αγγελάκια, τους μάγους και τα ταπεινά ζώα που πρόσεχαν την αγία οικογένεια. Ένα μικρό γλομπάκι είχε καεί, με αποτέλεσμα ο ένας άγγελος να είναι σκοτεινός. Στο κατά τα άλλα φωτισμένο σκηνικό, τούτη η σκοτεινή μορφή με τα μισοδιπλωμένα φτερά έμοιαζε δυσοίωνη, σαν να περίμενε τις εξελίξεις. Στο δρομάκι του σπιτιού των γονιών μου, από την εξάτμιση της Σεβρολέτ Μπλέιζερ του μπαμπά έβγαινε ένα σύννεφο καπνού. Η γιαγιά Ρογουίνα είχε βγάλει το αυτοκίνητο από το γκαράζ και το είχε ζεστάνει για να είναι έτοιμο. Έστεκε εκεί πέρα, χωρίς πανωφόρι, ντυμένη για το δείπνο. Παρά τα ογδόντα πέντε της χρόνια, ήταν ικανή να σου σπάσει πλευρό με το αγκάλιασμά της. Θέτοντας σε λειτουργία τη σειρήνα, ο Κάρλος ξεκίνησε. Ένας αστυνομικός τού έγνεψε να περάσει ελεύθερα στη διασταύρωση. Καθώς η σειρήνα ξεμάκραινε γοργά, η γιαγιά έχωσε κάτι στην παλάμη μου, με φίλησε και μ' έσπρωξε απαλά να μπω στην Μπλέιζερ. Ο αστυνομικός που φρουρούσε τη διασταύρωση μας έκανε νόημα να περάσουμε και, καθώς τραβούσαμε για το νοσοκο-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

329

μείο, κοίταξα τη σφιγμένη δεξιά μου παλάμη. Τα δάχτυλά μου είχαν μια ξεραμένη κρούστα από το αίμα μου κι από το αίμα της αγαπημένης μου γυναίκας. Όταν άνοιξα την παλάμη μου, ανακάλυψα ότι η γιαγιά, που είχε ανεβεί για λίγο στον επάνω όροφο με τη μαμά και τα παιδιά, πήρε από την κοσμηματοθήκη της Λόρι το μενταγιόν που της είχα χαρίσει τον πρώτο καιρό της γνωριμίας μας. Το μενταγιόν ήταν το ένα από τα τρία αντικείμενα που σώθηκαν από τη φωτιά όταν καταστράφηκε το πρώτο μας σπίτι. Έτσι μικρό και λεπτεπίλεπτο καθώς ήταν, θα περίμενε κανείς να έχει χαθεί. Η χρυσή αλυσίδα με το δέσιμο θα έπρεπε να είχαν λιώσει. Το σκαλισμένο λευκό προφίλ της γυναίκας σε σαπωνόλιθο θα έπρεπε να 'χε ραγίσει και να 'χε μαυρίσει. Εντούτοις, η μοναδική ζημιά ήταν ένα ελαφρύ ξεθώριασμα σε κάποιες από τις μπούκλες της γυναικείας φιγούρας. Τα χαρακτηριστικά της παρέμεναν φίνα όπως πάντα. Ορισμένα πράγματα δεν είναι τόσο εύθραυστα όσο δείχνουν. Έσφιξα το μενταγιόν στο χέρι μου με τόση δύναμη, που όταν έφτασα στο νοσοκομείο η παλάμη μου πονούσε σάμπως να την είχε τρυπήσει καρφί. Η Λόρι βρισκόταν ήδη στο χειρουργείο. Μια νοσοκόμα επέμεινε να με οδηγήσει στις πρώτες βοήθειες. Η σφαίρα που μου έριξε ο Μπίζο στο σαλόνι είχε σκίσει το χόνδρο του δεξιού μου αυτιού. Η αδελφή μού έπλυνε το αυτί και καθάρισε την ευσταχιανή σάλπιγγα από τα αίματα. Όσο ένας νεαρός γιατρός με έραβε όσο καλύτερα μπορούσε, εγώ αρνήθηκα να μου χορηγήσουν κάτι παραπάνω από μια απλή τοπική αναισθησία. Στο υπόλοιπο του βίου μου, εκείνο το αυτί θα μ' έκανε να μοιάζω με τσακισμένο μποξέρ που 'φαγε τη ζωή του στα ρινγκ. Μια και δεν επιτρεπόταν να στεκόμαστε στο διάδρομο έξω από το χειρουργείο όπου είχαν μεταφέρει τη Λόρι, και καθώς μετά την εγχείρηση θα την οδηγούσαν κατευθείαν στη μονάδα εντατικής θεραπείας, ο μπαμπάς κι εγώ περιμέναμε στην αίθουσα αναμονής της εντατικής. Ήταν ένα μελαγχολικό δωμάτιο, πράγμα που δε με ενόχλησε


330

DEAN KOONTZ

διόλου. Δεν ήθελα να περιβάλλομαι από ζωηρά χρώματα, εμπνευσμένους πίνακες και αναπαυτικά καθίσματα. Ήθελα να υποφέρω. Με είχε κυριέψει η παρανοϊκή ιδέα ότι, αν το μυαλό ή η καρδιά ή το σώμα μου έπαυαν να αγωνιούν, αν υποχωρούσα μπροστά σε κάθε είδους, μικρή ή μεγάλη, εξάντληση, η Λόρι θα πέθαινε. Ένιωθα ότι μόνο με το άγχος και την υπέρτατη αγωνία θα μπορούσα να εξασφαλίσω την προσοχή του Θεού, ώστε να είμαι σίγουρος ότι θ' άκουγε τις δεήσεις μου. Εντούτοις, δεν έπρεπε να κλάψω, γιατί με το κλάμα θα ήταν σαν να προεξοφλούσα το χειρότερο. Θα ήταν σαν να προσκαλούσα το Θάνατο να πάρει αυτό που ήθελε. Για ένα διάστημα εκείνη τη νύχτα, είχα θέσει περισσότερους προληπτικούς κανόνες απ' όσους θέτουν τα ψυχαναγκαστικά άτομα, των οποίων η καθημερινή ζωή ρυθμίζεται από περίπλοκες εσωτερικές συνήθειες και κώδικες συμπεριφοράς που έχουν στόχο το μαγικό εξορκισμό της κακοτυχίας. Για ένα διάστημα, ο μπαμπάς κι εγώ μοιραστήκαμε την αίθουσα αναμονής της εντατικής μαζί με άλλους βασανισμένους ανθρώπους. Ύστερα μείναμε μόνοι. Η Λόρι μπήκε στο χειρουργείο στις οχτώ και δώδεκα πρώτα λεπτά. Στις εννέα και μισή, ο δόκτωρ Γουέιν Κορνέλ, ο χειρουργός που την ανέλαβε, έστειλε μια νοσοκόμα να μας μιλήσει. Αρχικά, μας πληροφόρησε ότι ο δόκτωρ Κορνέλ -γενικός χειρουργός με ειδίκευση σε γαστρεντερολογικές επεμβάσεις- ήταν καταπληκτικός στον τομέα του. Είπε επίσης ότι η ομάδα του ήταν «καταπληκτική». Η διαφήμιση και τα καλά λόγια ήταν περιττά. Για να διατηρήσω τα λογικά μου, είχα ήδη πείσει τον εαυτό μου ότι ο δόκτωρ Κορνέλ ήταν ιδιοφυΐα με χέρια ευαίσθητα σαν του μεγαλύτερου πιανίστα, ένας απαράμιλλος επιστήμονας. Σύμφωνα με τη νοσοκόμα, παρ' ότι η κατάσταση της Λόρι παρέμενε κρίσιμη, η επέμβαση πήγαινε καλά. Ωστόσο, ίσως διαρκούσε πολλές ώρες. Η εκτίμηση του δόκτορα Κορνέλ ήταν ότι δε θα τελείωνε πριν τη μία μετά τα μεσάνυχτα.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

331

Η Λόρι είχε δεχτεί δυο σφαίρες που προκάλεσαν μεγάλη ζημιά. Εκείνη τη στιγμή δεν ήθελα να μάθω περισσότερες λεπτομέρειες. Δεν το άντεχα. Η νοσοκόμα έφυγε. Όταν μείναμε μόνοι εγώ κι ο μπαμπάς, η μικρή αίθουσα αναμονής έμοιαζε τεράστια, σαν υπόστεγο αεροπλάνου. «Θα τα καταφέρει», μου είπε ο πατέρας μου. «Θα γίνει καλά». Ήταν αδύνατο να μείνω καθιστός. Έπρεπε να κουνηθώ, να εκτονώσω τη νευρικότητά μου. Ήταν Κυριακή, 22 Δεκεμβρίου, ημερομηνία που δε συγκαταλεγόταν στις γραμμένες στην πίσω όψη της πρόσκλησης του τσίρκου. Τα μεσάνυχτα άρχιζε η τρίτη μέρα του καταλόγου του παππού Τζόζεφ. Τι χειρότερο θα μπορούσε να συμβεί μετά τα μεσάνυχτα; Υποκρίθηκα ότι δε γνώριζα την απάντηση κι έδιωξα από το μυαλό μου την επικίνδυνη ερώτηση. Μολονότι είχα σηκωθεί για να περπατήσω, βρέθηκα δίπλα στο ένα παράθυρο. Δεν ξέρω πόση ώρα στεκόμουν εκεί. Προσπάθησα να εστιάσω την προσοχή μου στο τζάμι, μα ήταν σαν να μην υπήρχε. Σκέτη μαυρίλα. Ένα απύθμενο κενό. Κρατιόμουν σφιχτά από το κούφωμα του παραθύρου. Ένιωθα ίλιγγο. Νόμιζα ότι θα έπεφτα έξω από το τζάμι, μέσα σε μια σκοτεινή δίνη. «Τζίμι;» είπε πίσω μου ο μπαμπάς. Μη παίρνοντας απάντηση, ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου. «Γιε μου», είπε. Γύρισα προς το μέρος του... και τότε έκανα κάτι που δεν είχα κάνει από παιδί: Έκλαψα στην αγκαλιά του πατέρα μου.


49

Λ

ίγο πριν από τα μεσάνυχτα, ήρθε η μητέρα μου μ' ένα μεγάλο κουτί γεμάτο σπιτικά γλυκά: μπισκότα λεμονιού, μαντλέν, σκοτσέζικο σόρτμπρεντ και κινέζικα σουσαμένια γλυκάκια. Η Γουίνα ακολουθούσε με την κίτρινη φόρμα του σκι. Κουβαλούσε δύο μεγάλα θερμός με τον αγαπημένο μας κολομβιανό καφέ. Το νοσοκομείο διέθετε μηχανήματα που σου παρείχαν σνακ και καφέ. Εντούτοις, ακόμα και στις δύσκολες ώρες, η οικογένειά μου δεν ήταν απ' αυτές που αγόραζαν προϊόντα από αυτόματα μηχανήματα. Η Άννι, η Λούσι και ο Άντι είχαν μεταφερθεί στο σπίτι των γονιών μου. Βρίσκονταν κάτω από τη φροντίδα και την προστασία ενός λόχου έμπιστων γειτόνων. Η μαμά μού είχε φέρει επίσης μια αλλαξιά ρούχα. Τα παπούτσια, το παντελόνι και το πουκάμισο μου είχαν μουσκέψει στα αίματα, που τώρα είχαν στεγνώσει και κοκαλώσει επάνω τους. «Πήγαινε στην τουαλέτα να πλυθείς, χρυσέ μου», είπε η μαμά. «Θα αισθανθείς καλύτερα». Αν έφευγα από την αίθουσα αναμονής για να πλυθώ και ν' αλλάξω, θα ήταν σαν να διέκοπτα την αγρυπνία, σαν να εγκατέλειπα τη Λόρι. Δεν ήθελα να πάω. Προτού φύγει από το σπίτι, η μαμά είχε βρει την αγαπημένη της φωτογραφία της Λόρι και την είχε τοποθετήσει σ' ένα μικρό πλαίσιο. Τώρα καθόταν κρατώντας τη φωτογραφία στην αγκαλιά της, μελετώντας τη σαν να 'ταν φυλαχτό που θα εξασφάλιζε την πλήρη ανάρρωση της νύφης της.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

333

Ο πατέρας μου κάθισε δίπλα στη μητέρα μου, της έπιασε το χέρι και το κράτησε σφιχτά. Κάτι της ψιθύρισε. Εκείνη συγκατένευσε. Χάιδεψε τη φωτογραφία με το ένα δάχτυλο, σαν να 'στρώνε τα μαλλιά της Λόρι. Η Γουίνα μου πήρε μαλακά το μενταγιόν από το χέρι και το κράτησε ανάμεσα στις παλάμες της, διατηρώντας το ζεστό. «Πήγαινε, Τζίμι. Πήγαινε να φτιαχτείς λίγο -71α το καλό της». Αποφάσισα ότι η αγρυπνία δεν επρόκειτο -δεν ήταν δυνατόνα διακοπεί, αφού αυτοί οι τρεις έμεναν στο πόδι μου. Στην τουαλέτα, δίστασα να ξεπλύνω τα χέρια μου από το αίμα της Λόρι, από φόβο μήπως ήταν σαν να την απαρνιόμουν. Δε φοβόμαστε τόσο το δικό μας θάνατο όσο το θάνατο αυτών που αγαπάμε. Όταν βρεθούμε κοντά στο ενδεχόμενο μιας τέτοιας απώλειας, ο νους μας αρνείται να το δεχτεί και η συμπεριφορά μας ξεφεύγει από τα λογικά πλαίσια. Όταν επέστρεψα στην αίθουσα αναμονής, ήπιαμε και οι τέσσερις καφέ και φάγαμε τα κουλουράκια με μια επισημότητα που θα ταίριαζε στη Θεία Κοινωνία. Στις δώδεκα και μισή, η νοσοκόμα του χειρουργείου επέστρεψε για να μας πληροφορήσει ότι ο δόκτωρ Κορνέλ θα χρειαζόταν περισσότερο χρόνο από τον προγραμματισμένο. Πίστευε ότι θα μας μιλούσε γύρω στη μιάμιση. Η Λόρι βρισκόταν στο χειρουργείο εδώ και τέσσερις ώρες. Τα μπισκότα και ο καφές πέτρωσαν στο στομάχι μου. Φορώντας ακόμα την πράσινη στολή και το σκούφο του, ο χειρουργός ήρθε να μας βρει μαζί με τον οικογενειακό γιατρό μας, τον Μέλο Μελόντιον, στη μία και τριάντα τρία. Ο δόκτωρ Κορνέλ ήταν σαρανταπεντάρης -και έδειχνε ακόμα νεότερος-, ωστόσο φαινόταν έμπειρος και υπεύθυνος άνθρωπος. «Αν λάβουμε υπόψη πόσο σοβαρά ήταν τα τραύματα», είπε, «όλα πήγαν όσο καλύτερα μπορούσα να ελπίσω». Είχε αφαιρέσει την τραυματισμένη σπλήνα, κάτι που δε θα επηρέαζε τη φυσιολογική πορεία της ζωής της. Το δυσάρεστο ήταν η αφαίρεση ενός άσχημα λαβωμένου νεφρού· όμως, με τη βοήθεια του Θεού, η Λόρι θα μπορούσε να απολαύσει μια κανονική ζωή με το άλλο που της απέμεινε.


334

D E A N KOONTZ

Η βλάβη των γαστροεπιπλοϊκών και μεσεντερικών αγγείων απαιτούσε εξόχως προσεκτική επέμβαση. Ο γιατρός χρησιμοποίησε μόσχευμα από μια φλέβα του ποδιού. Ο χειρουργός φρόντισε επίσης το λεπτό έντερο που είχε τρυπήσει σε δύο σημεία και αφαίρεσε ένα τμήμα πέντε εκατοστών από το κόλον. «Η κατάστασή της θα παραμείνει κρίσιμη για ένα εικοσιτετράωρο», μας είπε ο Κορνέλ. Λόγω του τραυματισμού των εντέρων, υπήρχε μια μικρή πιθανότητα περιτονίτιδας, οπότε θα χρειαζόταν νέα εισαγωγή στο χειρουργείο. Θα της χορηγούσαν αντιπηκτικά για να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο εμβολής από θρόμβους. «Το τοπίο δεν έχει ακόμα καθαρίσει», μας προειδοποίησε, «όμως τώρα είμαι πολύ πιο αισιόδοξος σε σχέση με τη στιγμή που την πρωτοάνοιξα. Υποψιάζομαι ότι είναι άνθρωπος που ξέρει να αγωνίζεται». «Είναι σκληρό καρύδι», είπε ο Μέλο Μελόντιον. «Σκληρότερο από μένα», πρόσθεσα. Όταν τη μετέφεραν και την εγκατέστησαν στη μονάδα εντατικής θεραπείας, μου επέτρεψαν να την επισκεφτώ στο θάλαμο για ένα πεντάλεπτο το πολύ. Την κρατούσαν κοιμισμένη. Μολονότι κοιμόταν ήρεμα, από τα χαρακτηριστικά της καταλάβαινα πόσο είχε τυραννιστεί. Άγγιξα το χέρι της. Το δέρμα της μου φάνηκε ζεστό, αλλά ίσως οφειλόταν στο γεγονός ότι τα δικά μου χέρια ήταν παγωμένα. Αν και χλομό, το πρόσωπό της έλαμπε σαν το πρόσωπο ενός αγίου σε πίνακα μιας εποχής που οι άνθρωποι πίστευαν στους αγίους -και περισσότερο απ' όλους οι καλλιτέχνες. Της χορηγούσαν ορό ενδοφλεβίως και οξυγόνο από τη μύτη, ενώ ήταν συνδεδεμένη με μηχάνημα παρακολούθησης του καρδιακού ρυθμού. Τράβηξα το βλέμμα μου από πάνω της στιγμιαία, για να κοιτάξω την απεικόνιση των καρδιακών παλμών της στο μόνιτορ. Η μαμά και η γιαγιά κάθισαν λίγα λεπτά στο πλευρό της κι ύστερα αναχώρησαν για το σπίτι, για να είναι κοντά στα παιδιά.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

335

Είπα στον μπαμπά να γυρίσει κι εκείνος, μα αρνήθηκε. «Υπάρχουν μερικά ακόμα μπισκοτάκια στο κουτί». Αν δεν ήμασταν στο νοσοκομείο, κανονικά τέτοια ώρα θα δουλεύαμε, οπότε δε νύσταζα. Περίμενα με λαχτάρα τις σύντομες επισκέψεις που μου επέτρεπε το προσωπικό της εντατικής. Τα χαράματα, μια νοσοκόμα εμφανίστηκε στην αίθουσα αναμονής για να μου αναγγείλει ότι η Λόρι ξύπνησε. «Θέλω τον Τζίμι», ήταν τα πρώτα της λόγια. Όταν την είδα ξύπνια, μου 'ρθε να βάλω τα κλάματα, αλλά κρατήθηκα γιατί τα δάκρυα θα θάμπωναν την όρασή μου, κι εγώ δε χόρταινα να την κοιτάζω. «Ο Άντι;» ρώτησε. «Είναι ασφαλής. Είναι μια χαρά». «Η Άννι, η Λούσι;» «Και οι δυο τους είναι περίφημα. Ασφαλείς». «Αλήθεια;» «Πιο αλήθεια δε γίνεται». «Ο Μπίζο;» «Νεκρός». «Τέλεια», είπε σφαλίζοντας τα μάτια. «Τέλεια». Και λίγο πιο μετά: «Τι ημερομηνία έχουμε;» ρώτησε. Μου ήρθε να της πω ψέματα, αλλά τελικά το ομολόγησα: «Είκοσι τρεις Δεκεμβρίου». «Η μέρα η φοβερή», είπε. «Φαίνεται ότι ο παππούς έπεσε έξω μερικές ώρες. Έπρεπε να μας είχε προειδοποιήσει για τις είκοσι δύο». «Ίσως». «Το χειρότερο πέρασε». «Για μένα, ναι», είπε. «Για όλους μας». «Ίσως όχι για σένα». «Είμαι μια χαρούλα εγώ». «Μη σταματήσεις να φυλάγεσαι, Τζίμι». «Μην ανησυχείς για μένα». «Μη σταματήσεις να φυλάγεσαι ούτε στιγμή».


49

Ο

πατέρας μου γύρισε στο σπίτι για έναν τρίωρο υπνάκο, με την υπόσχεση να επιστρέψει φέρνοντας μαζί σάντουιτς με χοντρές φέτες ψητό κρέας, ελιές σαλάτα και μια τεράστια πολέντα με φιστίκια και αμύγδαλα. Αργότερα το ίδιο πρωί, όταν ο δόκτωρ Κορνέλ επισκέφτηκε τους ασθενείς του, δήλωσε ικανοποιημένος από την πρόοδο της Λόρι. Το τοπίο δεν είχε ακόμα καθαρίσει, αλλά ώρα με την ώρα η ομίχλη διαλυόταν. Από την αίθουσα αναμονής της εντατικής παρήλασαν κι άλλοι άνθρωποι, ο καθένας με το προσωπικό του δράμα. Τώρα είχα μείνει μόνος. Ο Κορνέλ κάθισε και μου ζήτησε να καθίσω κι εγώ. Μονομιάς κατάλαβα ότι είχε να μου πει κάτι που ενδεχομένως θα εξηγούσε για ποιο λόγο ο παππούς κατέταξε την 23η Δεκεμβρίου στον κατάλογο των φοβερών ημερών. Σκέφτηκα τις σφαίρες που είχαν διαπεράσει τα έντερα, που είχαν διαλύσει το νεφρό και είχαν καταστρέψει τις φλέβες, κι αναρωτήθηκα ποια άλλη βλάβη μπορεί να είχε υποστεί η Λόρι. Ξάφνου, το μυαλό μου πήγε στη σπονδυλική στήλη. «Αχ, όχι, Θεέ μου. Έμεινε παράλυτη από τη μέση και κάτω;» Ο Κορνέλ ξαφνιάστηκε. «Χριστός και Παναγία, πώς σου ήρθε αυτό; Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, θα σε είχα ενημερώσει χτες το βράδυ». Δεν επέτρεψα στον εαυτό μου να νιώσει ανακούφιση, γιατί ήταν ολοφάνερο ότι κάτι είχε να μου πει, κάτι που προφανώς δε θα το γιορτάζαμε με σαμπάνιες. «Απ' όσο ξέρω, έχετε αποκτήσει με τη Λόρι τρία παιδιά».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

337

«Ναι. Την Άννι, τη Λούσι και τον Άντι. Τρία». «Το μεγαλύτερο κοντεύει τα πέντε;» «Ναι. Η Άννι. Το αγοροκόριτσο μας». «Τρία παιδιά κάτω από τα πέντε... Δεν είναι κι εύκολη υπόθεση». «Ιδίως όταν το καθένα θέλει να έχει το δικό του τέρας στην ντουλάπα του». «Για τη Λόρι, αυτή είναι η ιδανική οικογένεια;» «Είναι μια χαρά παιδιά, αλλά όχι και τέλεια», απάντησα. «Θέλω να πω, από πλευράς αριθμού». «Εκείνη θέλει είκοσι». Με κοίταξε σαν να φύτρωσε όσο μιλούσαμε ένα δεύτερο κεφάλι στον ώμο μου. «Πρόκειται για καλαμπούρι, εν μέρει», εξήγησα. «Θα βολευόταν και με πέντε, ίσως έξι ή εφτά. Το είκοσι ήταν απλώς μια υπερβολή με την οποία ήθελε να δείξει πόσο σημαντική είναι γι' αυτήν η οικογένεια». «Τζίμι, καταλαβαίνεις πόσο τυχερή είναι η Λόρι που ζει;» Έγνεψα καταφατικά. «Καταλαβαίνω επίσης ότι για ένα διάστημα θα είναι αδύναμη, ότι θα περάσει καιρός μέχρι να αναρρώσει πλήρως, αλλά δεν υπάρχει πρόβλημα με τα παιδιά. Θα τα αναλάβουν οι δικοί μου. Η Λόρι δε θα κουραστεί καθόλου». «Δεν είναι αυτό το ζήτημα. Τζίμι... Η Λόρι δε θα μπορέσει να αποκτήσει άλλα παιδιά. Αν αυτό πρόκειται να της στοιχίσει, δε θέλω να το πληροφορηθεί προτού ξανασταθεί στα πόδια της». Αν εγώ μπορούσα να έχω απλώς τη Λόρι, την Άννι, τη Λούσι και τον Άντι, θα δόξαζα το Θεό πρωί και βράδυ επειδή μου έδωσε τόσο πολλά. Δεν ήμουν ωστόσο σίγουρος για το πώς θα δεχόταν η ίδια την είδηση. Είναι άνθρωπος προσγειωμένος αλλά συγχρόνως ονειροπόλα -ρεαλίστρια και συγχρόνως ρομαντική. «Χρειάστηκε να αφαιρέσω τη μία ωοθήκη και τη μία σάλπιγγα», μου εξήγησε. «Η δεύτερη ωοθήκη είναι γερή, αλλά ο τραυματισμός της σάλπιγγας θα έχει ως αποτέλεσμα το σχηματισμό ιστών που θα φράξουν εντελώς το στόμιο». «Δε θα μπορούσε κάποια μέρα να διορθωθεί;»


338

D E A N KOONTZ

«Αμφιβάλλω. Εξάλλου, της μένει πλέον μόνο ένα νεφρό. Δε θα ήταν καλό να μείνει ξανά έγκυος». «Θα της το πω. Θα της μιλήσω όταν κρίνω ότι είναι η κατάλληλη στιγμή». «Έκανα ό,τι μπορούσα, Τζίμυ>. «Το ξέρω. Και η ευγνωμοσύνη μου δεν περιγράφεται με λόγια. Γιατρέ, έχεις εξασφαλίσει δωρεάν γλυκά για όλη σου τη ζωή». Μετά την αναχώρηση του γιατρού, και όσο προχωρούσε η μέρα, βρισκόμουν σε επιφυλακή, περιμένοντας το ανείπωτα φριχτό συμβάν που είχε προβλέψει ο παππούς μου, ενώ παράλληλα αναρωτιόμουν μήπως τελικά επρόκειτο για τη στειρότητα της Λόρι. Για μένα, αυτό θα αποτελούσε, πράγματι, μόνιμο καημό, αλλά όχι κάτι χειρότερο· για εκείνη, ωστόσο, ίσως ισοδυναμούσε με τραγωδία. Όπως εξελίχτηκαν τα πράγματα, θα περνούσαν αρκετοί μήνες μέχρι να αντιληφθούμε για ποιο λόγο η 23η του Δεκέμβρη υπήρξε για μας σχεδόν εξίσου τρομερή με το βράδυ της 22ας του ίδιου μήνα... Ο μπαμπάς επέστρεψε πιο ξεκούραστος, με τα σάντουιτς, τις ελιές σαλάτα και την πολέντα με τα φιστίκια και τα αμύγδαλα. Αργότερα, σε μια από τις επισκέψεις μου στην εντατική μονάδα, η Λόρι μου είπε: «Ο Πουντσινέλο είναι ακόμα ζωντανός». «Κλεισμένος σε φυλακή υψίστης ασφαλείας. Μη σε απασχολεί». «Θα με απασχολεί λιγάκι, θέλω δε θέλω». Έκλεισε τα μάτια της, κουρασμένη. Στάθηκα πλάι στο κρεβάτι κοιτάζοντάς τη για κάμποση ώρα. «Λυπάμαι», της ψιθύρισα σιγανά. Δεν κοιμόταν, όπως είχα πιστέψει. «Για ποιο πράγμα λυπάσαι;» ρώτησε χωρίς ν' ανοίξει τα μάτια. «Που σ' έμπλεξα σ' αυτή την ιστορία». «Δε μ' έμπλεξες σε καμιά ιστορία. Μου έσωσες τη ζωή». «Όταν με παντρεύτηκες, η κατάρα μου έγινε και δική σου». Άνοιξε τα μάτια της και με κοίταξε έντονα. «Άκου να σου


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

339

πω, λουκουμάκι μου. Δεν υπάρχει καμιά κατάρα. Υπάρχει μόνο η ζωή». «Μα...» «Άκουσες τι σου είπα;» «Μάλιστα, μαντάμ». «Δεν υπάρχει κατάρα. Υπάρχει μόνο η ζωή, και είναι αυτή που είναι. Και για μένα, είσαι η μεγαλύτερη ευλογία που θα μπορούσα ποτέ να ευχηθώ. Είσαι η απάντηση στις προσευχές μου». Σε μια επόμενη επίσκεψη, όταν πράγματι κοιμόταν, της πέρασα απαλά στο λαιμό το μενταγιόν και κούμπωσα την αλυσιδίτσα. Λεπτεπίλεπτο αλλά άφθαρτο. Η αέναη ομορφιά. Το προφίλ της αιώνιας αγάπης.


49

Σ

τις 11 Ιανουαρίου του 2003, η Λόρι βγήκε από το νοσοκομείο. Για ένα διάστημα έμεινε δίπλα μας, στο σπίτι των γονιών μου, όπου υπήρχαν περισσότερα χέρια βοηθείας. Κοιμόταν σε ένα κρεβάτι με ρόδες, στο ατελιέ της μαμάς, δίπλα στο σαλόνι, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα ενός ημιτελούς πορτραίτου του Λάμπι Ντάμπι, μιας κατοικίδιας χελώνας. Την Κυριακή 26 Ιανουαρίου, ύστερα από μια δοκιμαστική περίοδο κατά την οποία η διατροφή της είχε ρυθμιστεί με επιτυχία, κρίναμε ότι ήταν έτοιμη για ένα εορταστικό δείπνο, από εκείνα που συνήθιζαν οι Τοκ. Ποτέ Χριστούγεννα το τραπέζι μας δεν υπήρξε τόσο φορτωμένο. Συζητήσαμε σοβαρά το ενδεχόμενο μήπως υποχωρήσει κάτω από το βάρος τόσο πολλών εδεσμάτων. Αφού κάναμε υπολογισμούς, στους οποίους συμμετείχαν και τα παιδιά με τα μαθηματικά της φαντασίας τους, καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι, αν προσθέταμε δυο ψωμάκια ακόμα, το τραπέζι θα κατέρρεε. Οχτώ άτομα είχαμε συγκεντρωθεί για να γιορτάσουμε με καθυστέρηση τα Χριστούγεννα. Τα παιδιά έβαλαν μαξιλάρια στις καρέκλες τους για να ψηλώσουν και να φτάνουν το τραπέζι, ενώ οι μεγάλοι αρκέστηκαν στο καλό κρασί για να «ψηλώσουν» τη διάθεσή τους. Ποτέ τα χριστουγεννιάτικα κεριά δεν πρόσθεσαν τόση θέρμη και τόση λάμψη στα πρόσωπά μας. Τα παιδιά άστραφταν από χαρά και, όταν κοίταξα γύρω μου τη μαμά, τον μπαμπά, τη γιαγιά, τη Λόρι, ένιωσα ότι βρισκόμουν σε μια συντροφιά αγγέλων. «Το κρασί μού θυμίζει τον Σπάρκι Άντερσον, τότε που άνοι-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

341

ξε μια μπουκάλα Μερλό και βρήκε μέσα ένα κομμένο δάχτυλο», είπε η γιαγιά Ρογουίνα την ώρα της σούπας. Τα παιδιά τσίριξαν εν χορώ, κατενθουσιασμένα. «Γουίνα», τη μάλωσε ο πατέρας μου, «η ιστορία δεν είναι η πρέπουσα για το τραπέζι, προπάντων καθώς πρόκειται για χριστουγεννιάτικο δείπνο». «Αντιθέτως», είπε η γιαγιά, «είναι η πιο κατάλληλη ιστορία για ένα γιορτινό τραπέζι». «Δε βρίσκω να έχει τίποτα χαρμόσυνο», είπε με απόγνωση ο μπαμπάς. Η μαμά ανέλαβε την υπεράσπιση της γιαγιάς: «Όχι, Ρούντι, έχει δίκιο. Ταιριάζει με το πνεύμα των Χριστουγέννων. Υπάρχει και τάρανδος στην ιστορία». «Και ένας χοντρός με λευκή γενειάδα», πρόσθεσε η γιαγιά. «Ξέρετε, ακόμα δεν έχω ακούσει την ιστορία του Χάρι Ραμίρες που έβρασε μέχρι θανάτου», είπε η Λόρι. «Να μια ακόμα ιστορία που ταιριάζει με το πνεύμα των Χριστουγέννων», δήλωσε η μαμά. Ο μπαμπάς ξεφύσηξε με δυσαρέσκεια. «Έτσι είναι», συμφώνησε η γιαγιά. «Μιλάει και για ένα νάνο». Ο μπαμπάς έμεινε με το στόμα ανοιχτό. «Και τι σχέση έχει ο νάνος με τα Χριστούγεννα;» «Δεν έχεις ακούσει για τους καλικάντζαρους;» ρώτησε η γιαγιά. «Οι καλικάντζαροι δεν είναι το ίδιο με τους νάνους». «Εγώ έτσι ξέρω», απάντησε η γιαγιά. «Κι εγώ», είπε η Λούσι. «Οι νάνοι είναι άνθρωποι», επέμεινε ο μπαμπάς. «Οι καλικάντζαροι υπάρχουν μόνο στα παραμύθια». «Δεν είναι σωστό να τους υποτιμάς μόνο και μόνο επειδή είναι διαφορετικοί», τον επέπληξε η γιαγιά. «Αυτόν το νάνο δεν τον έλεγαν Κρις Κρινγκλ;» θυμήθηκε τότε να ρωτήσει η μητέρα μου. «Όχι, Μάντι, καλή μου», τη διόρθωσε η γιαγιά, «τον έλεγαν Κρις Πρινγκλ, με πυ>.


342

DEAN KOONTZ

«Εγώ τα βρίσκω πολύ χριστουγεννιάτικα όλα αυτά», είπε η Λόρι. «Εγώ τα βρίσκω παρανοϊκά», είπε ο μπαμπάς. Η μαμά τον χτύπησε φιλικά στον ώμο. «Μη γίνεσαι σαν τον Σκρουτζ, χρυσέ μου». «Που λέτε, λοιπόν», άρχισε η γιαγιά, «ο Σπάρκι Άντερσον πλήρωσε δεκαοχτώ δολάρια για την μπουκάλα το Μερλό, που εκείνο τον καιρό δεκαοχτώ δολάρια ήταν λεφτά, όχι παίξε γέλασε». «Όλα έχουν ακριβύνει αφάνταστα», παρατήρησε η μαμά. «Προπάντων αν θέλεις να ψωνίσεις κάτι που να 'χει μέσα του ένα κομμένο δάχτυλο», είπε η Λόρι. Η επόμενη από τις πέντε φοβερές μέρες θα ερχόταν σε δέκα μήνες, κάτι που εκείνη τη νύχτα -με τα φώτα, τα στολίδια και την ευωδιά της ψητής γαλοπούλας- έμοιαζε πολύ, πολύ μακρινό.


ΠΕΜΠΤΟ ΜΕΡΟΣ ΣΑΝ ΤΟΝ ΠΟΝΤΙΟ ΠΙΛΆΤΟ, ΕΝΙΨΕς ΤΑς ΧΕΊΡΑς ΣΟΥ ΚΑΙ ΜΕ ΞΕΓΡΆΨΕΙ


49

Δ

εκαπέντε χιλιόμετρα από το Ντένβερ, το Ομοσπονδιακό Σωφρονιστικό Κατάστημα του Ρόκι Μάουντεν, μια φυλακή υψίστης ασφαλείας, ορθώνεται στους πρόποδες ενός γυμνού λόφου που καταλήγει σε πεδιάδα. Οι πλαγιές ψηλότερα και χαμηλότερα της φυλακής είναι δασωμένες, αλλά η περιοχή ολόγυρα είναι χερσότοπος, χωρίς εμπόδια που θα εμπόδιζαν ενδεχόμενες έρευνες με προβολείς, χωρίς κρυψώνες για να προστατευτεί κάποιος δραπέτης από τα πυρά των φρουρών. Κανένας τρόφιμος δεν απέδρασε ποτέ από το Ρόκι Μάουντεν. Από εκεί μέσα, οι κατάδικοι έβγαιναν μόνο με συνοδεία αστυνομικών ή πεθαμένοι. Οι πέτρινοι τοίχοι υψώνονται γυμνοί, έχοντας μόνο μικρά καγκελόφραχτα παραθυράκια, από τα οποία δε χωράει να περάσει άνθρωπος. Πάνω από κάθε προπύργιο, προβάλλει η επικλινής στέγη από σχιστόλιθο. Πάνω από την κεντρική πύλη που οδηγεί στον περίκλειστο χώρο στάθμευσης, είναι σκαλισμένες στον τοίχο οι λέξεις ΑΛΗΘΕΙΑ * ΝΟΜΟΣ * ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ * ΤΙΜΩΡΙΑ. Αν κρίνει κανείς από την όψη του οικοδομήματος και από την κατηγορία των ανηλεών εγκληματιών που στεγάζονται εκεί μέσα, η λέξη αναμόρφωση πιθανώς δεν παραλείφθηκε από απροσεξία. Εκείνη την Τετάρτη στις 26 Νοεμβρίου, την τέταρτη από τις πέντε φοβερές μέρες, ο συννεφιασμένος ουρανός πάνω από τη φυλακή ήταν εξίσου αποθαρρυντικός όσο το μέλλον του κάθε τροφίμου. Ένας παγωμένος αγέρας πιρούνιαζε τα κόκαλά μας. Προτού μας ανοίξουν την πύλη για να περάσουμε στο χώρο


346

DEAN KOONTZ

στάθμευσης, κατεβήκαμε και οι τρεις από το Εξπλόρερ για να μας ψάξουν. Δύο έμπειροι φρουροί ερεύνησαν το εσωτερικό του αυτοκινήτου και κοίταξαν κάτω από την καρότσα για τυχόν ογκώδη απαγορευμένα αντικείμενα, καμιά βαλίτσα με βόμβες, λόγου χάρη, ή κανέναν εκτοξευτή πυραύλων. «Φοβάμαι», ομολόγησε η Λόρι. «Δεν είσαι υποχρεωμένη να έρθεις μέσα μαζί μας»» της είπα. «Θέλω να έρθω. Εξαρτώνται πολλά απ' αυτό. Πρέπει να έρθω». Αφού περάσαμε επιτυχώς τον έλεγχο, παρκάραμε όσο το δυνατό πιο κοντά στην πύλη. Ο τσουχτερός άνεμος καθιστούσε αφόρητο το περπάτημα έστω και για λίγα μέτρα. Το προσωπικό διέθετε θερμαινόμενο γκαράζ. Το υπαίθριο πάρκινγκ εξυπηρετούσε αποκλειστικά τους επισκέπτες. Παρ' ότι ήταν παραμονή της Ημέρας των Ευχαριστιών και θα περίμενε κανείς να έχει έρθει πλήθος επισκεπτών, οι περισσότερες θέσεις ήταν άδειες. Αν σκεφτούμε ότι οι τρόφιμοι προέρχονταν από όλες τις Δυτικές Πολιτείες, θα αντιληφθούμε ότι η απόσταση ήταν υπερβολικά μεγάλη για να τους επισκέπτονται τακτικά οι συγγενείς τους. Ίσως, πάλι, οι συγγενείς να μην έδιναν δεκάρα για δαύτους. Σε ορισμένες περιπτώσεις, φυσικά, οι φυλακισμένοι είχαν σκοτώσει τους δικούς τους, οπότε δεν ήταν δυνατό να περιμένουν οικογενειακές συγκεντρώσεις στις γιορτές. Ακόμα και σε μια περίοδο με συναισθηματική φόρτιση, όπως είναι συνήθως η περίοδος των εορτών, μου ήταν αδύνατο να νιώσω οίκτο για τους μοναχικούς άντρες που ήταν κλεισμένοι σ' εκείνα τα άχαρα κελιά κι ατένιζαν νοσταλγικά, με βαριά καρδιά, τα πουλιά που πετούσαν στο μολυβένιο ουρανό, μακριά από τα άθλια παράθυρά τους. Ποτέ δεν κατάλαβα την αλλόκοτη χολιγουντιανή άποψη που δίνει μια ρομαντική εικόνα για τους κατάδικους και τη ζωή στη φυλακή. Εξάλλου, οι περισσότεροι απ' αυτούς διέθεταν τηλεόραση, ήταν συνδρομητές στο Χάσλερ και είχαν πρόσβαση σε οποιαδήποτε ναρκωτική ουσία χρειάζονταν. Διασχίσαμε το κατώφλι της κεντρικής εισόδου και βρεθήκαμε σ' ένα μικρό διάδρομο που τον φυλούσαν τρεις ένοπλοι


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

347

φρουροί -ο ένας κρατούσε καραμπίνα. Είπαμε τα ονόματά μας, δώσαμε ταυτότητες και υπογράψαμε. Περάσαμε από ανιχνευτή μετάλλων και από ακτίνες Χ. Όλη την ώρα μας παρακολουθούσαν κάμερες εγκατεστημένες στην οροφή. Ένας ωραίος γερμανικός ποιμενικός, εκπαιδευμένος στην ανίχνευση ναρκωτικών, ήταν ξαπλωμένος στα πόδια του εκπαιδευτή του, με τη μουσούδα ακουμπισμένη χαριτωμένα στο ένα πόδι. Ο σκύλος σήκωσε το κεφάλι, μύρισε προς τη μεριά μας και χασμουρήθηκε. Οι ασπιρίνες και τα αντιόξινα χάπια μας θα 'πρεπε να αρκούσαν ώστε να τον κάνουν να πεταχτεί πάνω γρυλίζοντας. Αναρωτήθηκα πώς αντιδρούσε με τους επισκέπτες που διέθεταν νόμιμη συνταγή για Πρόζακ. Στο τέλος του διαδρόμου, μας ερεύνησε από μακριά μια ακόμα κάμερα. Στη συνέχεια, ο φρουρός που βρισκόταν από την πίσω πλευρά μιας ατσάλινης πόρτας μάς άνοιξε και περάσαμε σ* έναν προθάλαμο. Λόγω του ότι η επίσκεψή μας είχε κανονιστεί μέσω του Χιούι Φόστερ, και λόγω του ασυνήθιστου χαρακτήρα της, μας συμπεριφέρθηκαν σαν να ήμασταν σημαίνοντα πρόσωπα. Ο υποδιευθυντής των φυλακών, συνοδευόμενος από έναν ένοπλο φρουρό, μας οδήγησε αυτοπροσώπως από τον προθάλαμο σε ένα ασανσέρ κι από κει στο δεύτερο όροφο. Περάσαμε από δύο διαδοχικές πύλες που άνοιξαν αυτόματα μόλις «διάβασαν» τα αποτυπώματά του, όταν πίεσε τη δεξιά του παλάμη σ' ένα εντοιχισμένο σκάνερ. Έξω από την αίθουσα συνεδριάσεων, μας ζητήθηκε να βγάλουμε τα παλτά μας και να τα κρεμάσουμε στην κρεμάστρα στον τοίχο. Διαβάσαμε μια σύντομη λίστα των ΚΑΝΟΝΙΣΜΩΝ που ήταν αναρτημένη δίπλα στην πόρτα. Αρχικά, μπήκαμε στο δωμάτιο μόνο η Λόρι κι εγώ. Ήταν ένας χώρος έξι επί τέσσερα μέτρα, με γκρίζο πλαστικό δάπεδο, γκρίζους τοίχους και χαμηλή ψευδοροφή με λαμπτήρες φθορισμού. Το μελαγχολικό φως του ζοφερού ουρανού ελάχιστα εισχωρούσε από τα ενισχυμένα με πλέγμα τζάμια των παραθύρων. Στο κέντρο της αίθουσας δέσποζε ένα τραπέζι συνεδριάσεων


348

D E A N KOONTZ

μήκους δυόμισι μέτρων. Στη μια του πλευρά, τη μακρινή, υπήρχε μια καρέκλα· άλλες τέσσερις ήταν τοποθετημένες στην κοντινή μας πλευρά. Στη μοναχική καρέκλα καθόταν ο Πουντσινέλο Μπίζο, που δε γνώριζε ακόμα ότι είχε τη δύναμη ν' απαλλάξει την οικογένειά μας από το δράμα της -ή να μας καταδικάσει σε σχεδόν αβάσταχτο πόνο.


49

Α

πό την πλευρά του τραπεζιού όπου καθόταν ο Πουντσινέλο υπήρχαν δύο μεταλλικοί δακτύλιοι τυλιγμένοι με ελαστικό υλικό για τη μείωση του θορύβου. Σ' αυτούς τους κρίκους ήταν δεμένοι με αλυσίδα οι καρποί του. Το μήκος της αλυσίδας θα του επέτρεπε να σηκωθεί από την καρέκλα και να τεντώσει τα πόδια του, αλλά όχι και να έρθει προς τη δική μας μεριά. Τα πόδια του τραπεζιού ήταν βιδωμένα στο πάτωμα. Κατά κανόνα, οι επισκέπτες συνομιλούσαν με τους κρατούμενους πίσω από αλεξίσφαιρο τζάμι με ειδική οπή για την ομιλία, σε μια αίθουσα που μοιράζονταν συγχρόνως πολλοί μαζί. Οι αίθουσες συνεδριάσεων, σαν αυτή που χρησιμοποιούσαμε τώρα, εξυπηρετούσαν συνήθως τις κατ' ιδίαν συναντήσεις των κρατουμένων με τους δικηγόρους τους. Είχαμε ζητήσει να συναντήσουμε ιδιαιτέρως τον Πουντσινέλο, όχι επειδή επιθυμούσαμε να κουβεντιάσουμε μαζί του κάτι εμπιστευτικό, αλλά επειδή πιστεύαμε ότι σε ένα πιο προσωπικό περιβάλλον θα είχαμε μεγαλύτερη πιθανότητα να δεχτεί αυτό που θα του ζητούσαμε. Η λέξη ατμόσφαιρα είναι μάλλον εξεζητημένη, αν θελήσουμε να περιγράψουμε το γυμνό και αποκρουστικό περιβάλλον της αίθουσας συνεδριάσεων. Ένα τέτοιο σκηνικό δεν προσφερόταν για να μαλακώσει η καρδιά ένας άσπλαχνου ανθρώπου. Ο φρουρός που μας συνόδευε παρέμεινε στο διάδρομο κι έκλεισε την πόρτα πίσω μας. Ο φρουρός του Πουντσινέλο βγήκε από μια άλλη πόρτα, που οδηγούσε σε ένα παρακείμενο δωμάτιο. Στάθηκε όρθιος μπρο-


350

DEAN KOONTZ

στά στο τζάμι εκείνης της πόρτας για να μας παρακολουθεί, χωρίς ωστόσο να μπορεί ν' ακούει τι λέμε. Βρισκόμασταν πλέον μόνοι με τον άνθρωπο που πριν από εννιά χρόνια, αν του είχε δοθεί η ευκαιρία, θα μας είχε σκοτώσει. Με τον άνθρωπο που, εν μέρει χάρη στη δική μας κατάθεση, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη. Δεδομένου ότι ήταν πολύ πιθανό να αντιδράσει εχθρικά σε οποιοδήποτε αίτημά μας, ευχόμουν να μας είχαν επιτρέψει οι Αρχές να του φέρουμε μπισκότα. Τα εννιά χρόνια πίσω από τα κάγκελα δεν είχαν αλλοιώσει την εμφάνιση του Πουντσινέλο. Το κούρεμά του ήταν λιγότερο στυλάτο βέβαια σε σχέση με την εποχή που τίναξε στον αέρα την πλατεία της πόλης, αλλά διατηρούσε πάντα την αγορίστικη ομορφιά του. Το κινηματογραφικό του χαμόγελο φαινόταν ειλικρινές. Τα εκθαμβωτικά πράσινα μάτια του έλαμπαν από ζωντάνια και περιέργεια. Μόλις καθίσαμε απέναντι του, μας κούνησε τα δάχτυλα του δεξιού χεριού, σαν κάτι γιαγιάδες που χαιρετούν χαμογελώντας χαζοχαρούμενα. «Σε βλέπω μια χαρά», είπα. «Αισθάνομαι μια χαρά», αποκρίθηκε. «Δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι πέρασαν εννιά χρόνια». «Εσύ μπορεί. Εμένα μου φαίνονται σαν αιώνας». Δυσκολευόμουν να πιστέψω επίσης ότι δε μας κρατούσε κακία. Στο κάτω κάτω, ήταν ένας Μπίζο -ένας άνθρωπος μεγαλωμένος μέσα στη δυσαρέσκεια και εμποτισμένος από μίσος. Παρ' όλ' αυτά, προσωπικά δε διέκρινα κάποια νότα εχθρότητας στη φωνή του. «Ναι, φαντάζομαι ότι έχεις πολύ ελεύθερο χρόνο εδώ μέσα», είπα ανόητα. «Τον έχω εκμεταλλευτεί στο έπακρο. Πήρα πτυχίο στα νομικά σπουδάζοντας δι' αλληλογραφίας, αν και δεν πρόκειται ποτέ να με δεχτούν στο δικηγορικό σύλλογο, μια και είμαι ένοχος κακουργήματος». «Πτυχίο στα νομικά... Εντυπωσιακό».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

351

«Έχω ζητήσει έφεση για μένα και για άλλους κρατούμενους. Δε φαντάζεστε πόσο πολλοί τρόφιμοι εδώ μέσα έχουν καταδικαστεί άδικα». «Μήπως όλοι τους;» μάντεψε η Λόρι. «Σχεδόν όλοι, πράγματα», απάντησε εκείνος χωρίς ειρωνεία. «Ώρες ώρες απελπίζεται κανείς από την περίσσια αδικία τούτης της κοινωνίας». «Κέικ θα υπάρχουν πάντα», μουρμούρισα και μόνο εκ των υστέρων συνειδητοποίησα ότι, μη γνωρίζοντας την αγαπημένη ρήση του μπαμπά μου, ο Πουντσινέλο θα με περνούσε για χαζό. «Δε λέω, καλά τα κέικ», είπε δίχως να σχολιάσει την ακατανόητη παρατήρησή μου, «αλλά προτιμώ τη δικαιοσύνη. Εκτός από πτυχίο στα νομικά, έμαθα να μιλώ άπταιστα γερμανικά, επειδή είναι η γλώσσα της δικαιοσύνης». «Γιατί τα γερμανικά είναι η γλώσσα της δικαιοσύνης;» αναρωτήθηκε η Λόρι. «Ειλικρινά δεν ξέρω. Άκουσα έναν ηθοποιό να το λέει σε μια παλιά ταινία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Εκείνη την εποχή μου είχε φανεί λογικό». Μίλησε στη Λόρι σε μια γλώσσα που έμοιαζε με γερμανικά κι ύστερα μετέφρασε: «Είσαι πολύ όμορφη σήμερα το πρωί». «Πάντα ήσουν ευγενής και γοητευτικός», του απάντησε. Της χαμογέλασε κλείνοντάς της το μάτι. «Έμαθα επίσης τέλεια νορβηγικά και σουηδικά». «Δεν έχω γνωρίσει ποτέ κάποιον που να έχει μελετήσει νορβηγικά και σουηδικά», είπε η Λόρι. «Να, σκέφτηκα ότι θα ήταν ευγενικό να τους μιλήσω στη γλώσσα τους όταν θα παραλάβω το βραβείο Νόμπελ». «Το βραβείο Νόμπελ σε ποια κατηγορία;» ρώτησα, μια και μου φαινόταν να μιλάει απολύτως σοβαρά. «Δεν έχω αποφασίσει. Ίσως το Νόμπελ ειρήνης -ή λογοτεχνίας». «Έχεις φιλοδοξίες», παρατήρησε επιδοκιμαστικά η Λόρι. «Ετοιμάζω ένα μυθιστόρημα. Οι μισοί εδώ μέσα λένε ότι ετοιμάζουν μυθιστόρημα, αλλά εγώ το δουλεύω πραγματικά».


352

D E A N KOONTZ

«Έχω σκεφτεί κι εγώ να γράψω κάτι σαν βιογραφία», τον πληροφόρησα. «Βρίσκομαι στο Κεφάλαιο 32», είπε ο Πουντσινέλο. «Ο ήρωάς μου μόλις έμαθε πόσο μοχθηροί είναι στην πραγματικότητα οι σχοινοβάτες». Μίλησε σε μια γλώσσα που θα μπορούσε ενδεχομένως να είναι νορβηγικά ή σουηδικά και στη συνέχεια μετέφρασε: «Η ταπεινότητα με την οποία παραλαμβάνω αυτό το βραβείο είναι ασφαλώς ανάλογη της σοφίας της απόφασής σας να μου το δώσετε». «Θα δακρύσουν», προέβλεψε η Λόρι. Παρά τα δολοφονικά του ένστικτα και την τρέλα που τον έδερνε, προσωπικά εντυπωσιάστηκα από την πρόοδο του. «Πτυχίο νομικής, γνώση της γερμανικής, της νορβηγικής και της σουηδικής γλώσσας, συγγραφή μυθιστορήματος... Εγώ θα χρειαζόμουν πολύ περισσότερα από εννιά χρόνια για όλα αυτά». «Το μυστικό είναι ότι μπορώ να συγκεντρώνομαι και να εκμεταλλεύομαι το χρόνο μου καλύτερα τώρα που δεν υπάρχει ο περισπασμός των όρχεων». Ήξερα ότι αργά ή γρήγορα θα θιγόταν και αυτό το θέμα. «Λυπάμαι γι' αυτό, αλλά στ' αλήθεια δε μου άφησες περιθώρια επιλογής». Κούνησε αδιάφορα το χέρι, σάμπως η απώλειά του να μην είχε ιδιαίτερη σημασία. «Όλοι φταίξαμε. Ό,τι έγινε έγινε. Δε ζω με τις αναμνήσεις του παρελθόντος. Ζω για το μέλλον». «Τις κρύες μέρες κουτσαίνω», είπα. Μου κούνησε το δάχτυλο. Η αλυσίδα με την οποία ήταν δεμένο το χέρι του στο τραπέζι κροτάλισε δυνατά. «Μην γκρινιάζεις. Ούτε εσύ μου άφησες περιθώρια επιλογής». «Μάλλον έχεις δίκιο». «Εντάξει», συνέχισε, «αν είναι ν' αρχίσουμε τις κατηγορίες, εγώ έχω το πάνω χέρι. Στο κάτω κάτω, εσύ σκότωσες τον πατέρα μου». «Τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα», είπα. «Και δεν έδωσες το όνομά του στο πρώτο σου παιδί, όπως μου υποσχέθηκες. Άννι, Λούσι, Άντι, και κανένας Κόνραντ».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

353

Ένα ρίγος διέτρεξε τη ραχοκοκαλιά μου όταν τον άκουσα να λέει τα ονόματα των παιδιών μας. «Πώς ξέρεις τα ονόματά τους;» «Τα έγραψε η εφημερίδα πέρυσι, μετά το τελευταίο νταβατούρι». «Όταν λες "νταβατούρι", εννοείς την απόπειρά του να μας σκοτώσει και να απαγάγει τον Άντι μας;» ρώτησε η Λόρι. Ο Πουντσινέλο κούνησε μαλακά το χέρι του πάνω κάτω, σάμπως να 'θελε να την καλμάρει. «Ηρέμησε, ηρέμησε. Δεν υπάρχει αντιδικία ανάμεσά μας. Ήταν δύσκολος άνθρωπος». «Βρίσκω ότι το "δύσκολος" είναι αρκετά ήπιος χαρακτηρισμός», αντέτεινε η Λόρι. «Σου τα λέω όπως είναι, κορίτσι μου. Ποιος τα ξέρει καλύτερα από μένα; Θυμάσαι τι σου είπα πριν από εννιά χρόνια, όταν ήμασταν στο υπόγειο της τράπεζας, τότε που ακόμα τα πράγματα ήταν διασκεδαστικά και δεν είχαν πάρει δυσάρεστη τροπή; Σου είπα ότι τα παιδικά μου χρόνια ήταν σκληρά, ψυχρά, χωρίς αγάπη». «Πράγματι», συμφώνησα. «Αυτά ακριβώς ήταν τα λόγια σου». «Προσπάθησε να είναι καλός πατέρας, αλλά δεν το είχε μέσα του», είπε ο Πουντσινέλο. «Το ξέρετε ότι όλα αυτά τα χρόνια που βρίσκομαι εδώ μέσα δε μου έστειλε ποτέ ούτε μια χριστουγεννιάτικη κάρτα, ούτε καν λίγα χρήματα για ν' αγοράσω κανένα γλυκό;» «Το βρίσκω πολύ σκληρό», είπα, νιώθοντας μια στάλα συμπόνια για τον κακομοίρη. «Όμως, το δίχως άλλο, δεν ήρθατε τόσο δρόμο μόνο και μόνο για να συμφωνήσουμε μεταξύ μας στο πόσο κάθαρμα ήταν». «Ξέρεις...» άρχισα να λέω, αλλά με διέκοψε σηκώνοντας το χέρι. «Προτού μου πείτε γιατί είστε εδώ, ας συμφωνήσουμε σε κάποιους όρους». «Τι όρους;» ρώτησε η Λόρι. «Προφανώς, θέλετε κάτι σημαντικό από μένα. Δε θα μπαίνατε σε τόσο κόπο απλώς και μόνο για να μου ζητήσετε συγνώμη για τον ευνουχισμό μου, αν και εκτιμώ τη χειρονομία σας. Εφό-


354

D E A N KOONTZ

σον θέλετε κάτι από μένα, το θεωρώ δίκαιο να μου προσφέρετε κάποια ανταλλάγματα». «Ίσως είναι καλύτερο ν' ακούσεις πρώτα τι θέλουμε», πρότεινα. «Όχι, προτιμώ να ξεκαθαρίσουμε πρώτα τους βασικούς όρους. Στη συνέχεια, αν νιώσω ότι αδικούμαι, μπορούμε να τροποποιήσουμε τη συμφωνία». «Εντάξει», είπε η Λόρι. «Πρώτα πρώτα, θέλω να μου στέλνετε μία κάρτα γενεθλίων κάθε εννιά Αυγούστου και μία κάθε Χριστούγεννα. Οι περισσότεροι εδώ όλο και κάποια κάρτα θα πάρουν. Εγώ ποτέ». «Δύο κάρτες», συμφώνησα. «Και όχι από εκείνες τις άθλιες που υποτίθεται ότι είναι αστείες, αλλά κατά βάθος είναι κάκιστες. Θέλω να είναι αξιοπρεπείς και καλής ποιότητας, με εγκάρδιες ευχές». «Καλής ποιότητας», συμφώνησα. «Η βιβλιοθήκη εδώ δε διαθέτει κονδύλια για νέες αγορές και επιτρέπεται να παραλαμβάνουμε βιβλία μόνο απευθείας από εκδότες ή βιβλιοπωλεία, όχι από μεμονωμένα άτομα», μας εξήγησε. «Θα ήθελα πολύ να φροντίσετε να μου αποστέλλεται μέσω βιβλιοπωλείου κάθε νέο βιβλίο της Κόνστανς Χάμερσμιθ». «Τα γνωρίζω τα βιβλία της», είπα. «Γράφει για έναν ντετέκτιβ που πάσχει από νευροΐνωμάτωση. Κυκλοφορεί στο Σαν Φρανσίσκο φορώντας παλτό με κουκούλα». «Τα βιβλία της είναι καταπληκτικά», δήλωσε ο Πουντσινέλο, ενθουσιασμένος με τη διαπίστωση ότι είχαμε κοινά αναγνωστικά γούστα. «Είναι σαν τον Άνθρωπο Ελέφαντα, και κανείς δεν τον αγάπησε ποτέ. Όλοι τον κοροϊδεύουν, ήταν πάντα ένας απόκληρος, οπότε δε θα 'πρεπε να δίνει δεκάρα για κανέναν, όμως αυτός νοιάζεται. Βοηθάει τους ανθρώπους που αντιμετωπίζουν προβλήματα, όταν όλοι οι άλλοι τους έχουν εγκαταλείψει». «Γράφει δύο βιβλία το χρόνο», είπα. «Θα τα παραλαμβάνεις και τα δύο αμέσως μόλις θα κυκλοφορούν». «Και κάτι ακόμα... Μου επιτρέπουν να έχω μετρητά. Θα ήθελα λίγα λεφτά για γλυκά, τσίχλες και κανένα τυρογαριδάκι πού και πού».


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

355

Είχε καταντήσει ένα αξιολύπητο τέρας. «Τα λεφτά ίσως είναι λίγο πρόβλημα», είπε η Λόρι. «Δε θέλω πολλά. Σαράντα με πενήντα δολάρια το μήνα, ας πούμε. Και όχι για πάντα, μόνο για όσο διάστημα σας φαίνεται σωστό. Χωρίς χρήματα, η ζωή εδώ είναι Κόλαση». «Όταν σου εξηγήσουμε για ποιο λόγο είμαστε εδώ, θα καταλάβεις γιατί δε γίνεται να σου δώσουμε χρήματα», είπα. «Όμως είμαι βέβαιος ότι μπορούμε να κανονίσουμε κάποιος τρίτος να σου στέλνει ένα επίδομα, με την προϋπόθεση να είμαστε όλοι διακριτικοί ως προς αυτό το ζήτημα». Το πρόσωπο του φωτίστηκε. «Αχ, θα ήταν υπέροχα! Όταν διαβάζεις την Κόνστανς Χάμερσμιθ, σου έρχεται τρομερή όρεξη για σοκολάτα». Ο παραμορφωμένος, κουκουλωμένος ντετέκτιβ στα βιβλία της έχει πάθος με τη σοκολάτα. Και με το κλαβεσίνο. «Αποκλείεται να σου στείλουμε κλαβεσίνο», τον προειδοποίησα. «Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς, δεν έχω μουσικό ταλέντο. Μου αρκούν όσα ήδη συμφωνήσαμε. Για μένα είναι πολύ μεγάλη υπόθεση. Η ζωή εδώ είναι τόσο... περιορισμένη. Δεν είναι σωστό να σ' αναγκάζουν να ζεις με τόσο πολλές απαγορεύσεις, τόσο λιγοστές χαρές. Με μεταχειρίζονται λες και σκότωσα χίλιους ανθρώπους». «Σκότωσες κάμποσους», του υπενθύμισε η Λόρι. «Πάντως όχι χίλιους», αντέτεινε εκείνος. «Κι εκείνη η γριούλα σκοτώθηκε από τον πυργίσκο του δικαστηρίου που την πλάκωσε. Δεν είχα πρόθεση να τη σκοτώσω. Για να είναι δίκαιη μια τιμωρία, οφείλει να είναι ανάλογη με το μέγεθος του εγκλήματος». «Μακάρι να ήταν έτσι», είπα. Ο Πουντσινέλο έγειρε μπροστά με ζωηρό ενδιαφέρον. Οι αλυσίδες κροτάλισαν καθώς σταύρωνε τα χέρια του πάνω στο τραπέζι. «Πεθαίνω από περιέργεια. Ελάτε, πείτε μου τι σας φέρνει εδώ...» «Η συνδακτυλία», απάντησα.


49

Σ

υνδακτυλία.

Ακούγοντας τη λέξη, έκλεισε τα μάτια σαν να τον χαστούκισα. Αν και χλομό λόγω του εγκλεισμού του, το πρόσωπό του έγινε κάτωχρο. «Πώς ξέρετε γι' αυτό;» ψέλλισε. «Γεννήθηκες με πέντε δάχτυλα ενωμένα στο αριστερό πόδι», είπα. «Ώστε σας το είπε; Σας το είπε ο ελεεινός;» «Όχι. Για τη συνδακτυλία σου μάθαμε μόλις πριν από μια βδομάδα», εξήγησε η Λόρι. «Τα τρία δάχτυλα του αριστερού σου χεριού ήταν επίσης ενωμένα μεταξύ τους», πρόσθεσα. Σήκωσε τα δυο του χέρια, ανοίγοντας τα δάχτυλα. Είχε όμορφα, καλοφτιαγμένα χέρια, που εκείνη τη στιγμή έτρεμαν βίαια. «Μόνο το δέρμα ήταν ενωμένο, όχι το κόκαλο. Αλλά μου είπε ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτα, ότι έπρεπε να μάθω να ζω μ' αυτό», ψιθύρισε ο Πουντσινέλο. Τα μάτια του βούρκωσαν και τα δάκρυα άρχισαν να τρέχουν ποτάμι, σ' ένα βουβό κλάμα. Ύστερα έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του. Κοίταξα τη Λόρι. Κούνησε το κεφάλι της. Τον αφήσαμε να συνέλθει. Χρειάστηκε κάμποσα λεπτά. Έξω από τα παράθυρα, το στερέωμα είχε σκοτεινιάσει, σάμπως κάποιος ουράνιος σκηνοθέτης να περιόρισε την ημέρα σε δύο πράξεις αντί για τρεις, παρακάμπτοντας το απόγευμα και περνώντας από το πρωί απευθείας στο σούρουπο.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

357

Δεν ήξερα πώς θα αντιδρούσε ο Πουντσινέλο στις αποκαλύψεις μας, αλλά σίγουρα δεν είχα φανταστεί ότι θα εκδήλωνε τέτοια στενοχώρια. Βλέποντάς τον σ' αυτή την κατάσταση, ομολογώ ότι κλονίστηκα. Όταν μπόρεσε ξανά να μιλήσει, ξεσκέπασε το μουσκεμένο πρόσωπό του. «Ο μεγάλος Μπίζο... μου είπε ότι έτσι όπως περπατούσα, με τα πέντε δάχτυλα του ποδιού ενωμένα, είχα ένα φυσικό πλεονέκτημα ως κλόουν. Έλεγε ότι το αστείο περπάτημά μου ήταν αυθεντικό». Ο φύλακας που κοιτούσε από το διπλανό δωμάτιο ασφαλώς παραξενεύτηκε βλέποντας το στυγερό φονιά να κλαίει γοερά. «Οι άνθρωποι δεν μπορούσαν να δουν το πόδι μου, έβλεπαν μόνο το κωμικό μου βάδισμα. Αλλά το χέρι μου φαινόταν. Δε γινόταν να το κρύβω διαρκώς στην τσέπη». «Δε θα ήταν και τόσο άσχημο», είπα για να τον παρηγορήσω. «Απλώς διαφορετικό... και διαβολεμένα άβολο». «Ω, εγώ το θεωρούσα άσχημο. Το μισούσα. Η μητέρα μου ήταν το πρότυπο της τελειότητας. Ο μεγάλος Μπίζο μου έδειξε φωτογραφίες της. Πολλές φωτογραφίες της. Η μητέρα μου ήταν πρότυπο τελειότητας... αλλά εγώ όχι». Σκέφτηκα τη δική μου μητέρα, τη Μάντι. Μολονότι είναι χαριτωμένη, το σώμα της κάθε άλλο παρά τέλειο μπορεί να θεωρηθεί. Πάντως έχει καλοσυνάτη κι ευγενική καρδιά, κι αυτό αξίζει περισσότερο απ' όλη τη λάμψη του Χόλιγουντ. «Κατά διαστήματα, όσο μεγάλωνα, ο μεγάλος Μπίζο φωτογράφιζε το παραμορφωμένο χέρι και το πόδι μου. Ταχυδρομούσε τις φωτογραφίες, χωρίς αποστολέα, σ' εκείνο το σιχαμερό σκουλήκι, τη συφιλιδική νυφίτσα, τον Βιρτζίλιο Βιβατσεμέντε». «Γιατί;» ρώτησε η Λόρι. «Για να δείξει στον Βιρτζίλιο ότι η πανέμορφη και ταλαντούχα κόρη του δε γέννησε ένα σχοινοβάτη, ότι η επόμενη γενιά των αστέρων του τσίρκου στη δυναστεία των Βιβατσεμέντε θα προερχόταν από τα άλλα, τα λιγότερο προικισμένα παιδιά του. Πώς ήταν δυνατόν εγώ, με το πόδι μου, να περπατήσω σε σχοινί; Πώς μπορούσα να κάνω ακροβατικά και να πιάνομαι από μπάρα σε μπάρα στον αέρα;»


358

DEAN KOONTZ

«Πότε έκανες την επέμβαση;» τον ρώτησα. «Όταν ήμουν οχτώ χρονών, έπαθα μια άσχημη φαρυγγίτιδα. Ο μεγάλος Μπίζο αναγκάστηκε να με μεταφέρει σε κλινική. Ένας γιατρός είπε ότι, αφού το κόκαλο δεν ήταν ενωμένο, ο διαχωρισμός των δαχτύλων θα γινόταν εύκολα. Έπειτα απ' αυτό, αρνήθηκα να μάθω οτιδήποτε σχετικό με την τέχνη του κλόουν, αν δεν απαλλασσόμουν πρώτα από τη δυσμορφία μου». «Μα δεν είχες ταλέντο για κλόουν». Έγνεψε καταφατικά. «Μετά την επέμβαση, έβαλα τα δυνατά μου να κρατήσω το λόγο μου, αλλά ήμουν απαράδεκτος σαν κλόουν. Από τη στιγμή που χωρίστηκαν τα δάχτυλα του ποδιού και του χεριού μου, το ήξερα». «Ήσουν γεννημένος σχοινοβάτης», είπε η Λόρι. «Ναι. Πήρα κρυφά μερικά μαθήματα. Μα ήταν πλέον αργά. Η εξάσκηση πρέπει να αρχίζει από πολύ μικρή ηλικία. Εξάλλου, στα μάτια εκείνου του καθάρματος, του ελεεινού και τρισάθλιου Βιρτζίλιο, ήμουν μολυσμένος με το αίμα του κλόουν. Θα χρησιμοποιούσε κάθε γνωριμία και κάθε μέσον για να εμποδίσει την καριέρα μου». «Κι έτσι αποφάσισες ν' αφιερώσεις τη ζωή σου στην εκδίκηση», είπα, επαναλαμβάνοντας πάνω κάτω τα λόγια που μου είχε πει τη νύχτα που τον γνωρίσαμε, το 1994. «Αν δεν μπορώ να πετάξω, καλύτερα να τα τινάξω». «Η τρελή ιστορία που σου διηγήθηκε σχετικά με τη νύχτα της γέννησής σου, η νοσοκόμα-δολοφόνος, ο γιατρός που δωροδοκήθηκε από τον Βιρτζίλιο για να σκοτώσει τη μητέρα σου -όλα ήταν ένα τερατώδες ψέμα», του είπα. Ο Πουντσινέλο χαμογέλασε μέσ' απ' τα δάκρυά του, κουνώντας το κεφάλι. «Το ψιλοϋποψιαζόμουν». Η παραδοχή του με έκανε να παγώσω. «Το ψιλοϋποψιαζόσουν; Και παρ' όλ' αυτά επέστρεψες στο Σνόου Βίλατζ για να σκοτώσεις ένα σωρό κόσμο και ν' ανατινάξεις την πόλη;» Ανασήκωσε τους ώμους με αδιαφορία. «Κάτι έπρεπε να κάνω. Το μίσος ήταν για μένα ένα αποκούμπι. Δεν είχα τίποτε άλλο». Κάτι έπρεπε να κάνει. Η νύχτα της Παρασκευής είναι κάπως πληκτική, οπότε ας ανατινάξουμε μια πόλη.


Η ΠΡΟΦΗΤΕΊΑ

359

Απέφυγα να του εκθέσω τις απόψεις μου. «Φαίνεται να διαθέτεις μια ευκολία με τις ξένες γλώσσες. Θα μπορούσες να γίνεις δάσκαλος, μεταφραστής». «Σ' όλη μου τη ζωή, δεν κατάφερα ποτέ να ευχαριστήσω τον μεγάλο Μπίζο. Και δεν υπήρχε κανένας άλλος που να ζητάει από εμένα να τον ευχαριστήσω. Αν γινόμουν δάσκαλος, δε θα εντυπωσιαζόταν. Αλλά, αν αποφάσιζα να εκδικηθώ με ακραίο τρόπο το θάνατο της μητέρας μου, ξέρω πως θα ένιωθε περήφανος για μένα». Ένα σχεδόν αγγελικό χαμόγελο απλώθηκε στα χείλη του. «Ξέρω ότι ο πατέρας μου μ' αγάπησε χάρη σ' αυτή μου την ενέργεια». «Αλήθεια;» ρώτησα χωρίς να καταφέρω να συγκρατήσω εντελώς την περιφρόνησή μου. «Πώς το ξέρεις; Δε σου έστειλε ποτέ κάρτα για τα Χριστούγεννα». Σαν να συννέφιασε λίγο το πρόσωπο του. «Θα συμφωνήσω ότι δεν υπήρξε καλός πατέρας. Όμως ξέρω ότι μ' αγάπησε γι' αυτό που έκανα». «Κι εγώ το πιστεύω, Πουντς», είπε η Λόρι. «Νομίζω ότι έπραξες το καθήκον σου». Με τα λόγια αυτά, μου υπενθύμισε ότι είχαμε έρθει για να τον κερδίσουμε, όχι για να τον στρέψουμε εναντίον μας. Η επιδοκιμασία της, υποκριτική στ' αυτιά μου αλλά αληθινή στα δικά του, επανέφερε το φωτεινό χαμόγελο στο πρόσωπό του. «Αν τα πράγματα δε στράβωναν εκείνη τη νύχτα στο Σνόου Βίλατζ, ίσως εσύ κι εγώ να ήμασταν τώρα μαζί, αντί να είσαι μ' αυτόν». «Αλήθεια, για φαντάσου», αποκρίθηκε εκείνη ανταποδίδοντάς του το χαμόγελο. «Συνδακτυλία», επανέλαβα εγώ. Ο Πουντσινέλο ανοιγόκλεισε τα μάτια και το ηλίθιο χαμόγελό του έδωσε τη θέση του σε μια απορημένη έκφραση. «Δε μου είπες πώς το ήξερες». «Εγώ δε γεννήθηκα με πρόβλημα στα χέρια, αλλά είχα τρία δάχτυλα ενωμένα στο δεξί μου πόδι και δύο στο αριστερό». «Για όνομα του Θεού, τι σόι νοσοκομείο ήταν αυτό;» αναφώνησε περισσότερο με φρίκη παρά με έκπληξη.


360

D E A N KOONTZ

Με κατέπλησσε το γεγονός ότι ορισμένες φορές μπορούσε να είναι τόσο λογικός και ορισμένες τόσο παρανοϊκός, ότι από τη μια διέθετε την εξυπνάδα να πάρει πτυχίο νομικής και να μάθει γερμανικά και από την άλλη μπορούσε να λέει ανοησίες σαν κι αυτή που ξεφούρνισε μόλις τώρα. «Το νοσοκομείο δεν είχε καμία σχέση». «Έπρεπε να το είχα ανατινάξει κι αυτό». Έριξα μια ματιά στη Λόρι για να τη συμβουλευτώ. Πήρε βαθιά ανάσα κι έγνεψε καταφατικά. Στράφηκα στον Πουντσινέλο. «Είχαμε και οι δύο ενωμένα δάχτυλα, επειδή είμαστε αδέρφια. Είμαστε δίδυμοι». Με κοίταξε έκπληκτος. Το ίδιο έκπληκτος κοίταξε και τη Λόρι. Ύστερα πήγε να χαμογελάσει, σαν να υποψιαζόταν ότι τον δουλεύαμε. «Αυτά να τα πείτε σε κανένα χαζό που δεν έχει κοιταχτεί σε καθρέφτη». «Δε μοιάζουμε», του εξήγησα, «επειδή είμαστε από διαφορετικά ωάρια».


49

Δ

εν ήθελα να είμαι ο δίδυμος αδερφός του, όχι μόνο επειδή έτσι θα συγγένευα μ' ένα μανιακό δολοφόνο, αλλά επειδή, επίσης, δεν ήθελα να βάλω τη φωτογραφία του Κόνραντ Μπίζο στο οικογενειακό άλμπουμ και να γράψω από κάτω ΠΑΤΕΡΑΣ. Μπορεί η Νάταλι Βιβατσεμέντε Μπίζο να ήταν μια γυναίκα εκπάγλου καλλονής, μπορεί να ήταν η ενσάρκωση της τελειότητας, αλλά ακόμα κι έτσι δεν ήταν ευπρόσδεκτη στο γενεαλογικό δέντρο της οικογένειάς μου. Έχω πατέρα και μητέρα, τον Ρούντι και τη Μάντι Τοκ. Αυτοί -και μόνο αυτοί- με ανέθρεψαν, με έκαναν αυτό που είμαι, μου έδωσαν την ευκαιρία να γίνω αυτός που επρόκειτο να γίνω. Ήμουν προορισμένος για τη ζαχαροπλαστική, όχι για το τσίρκο. Μπορεί στις φλέβες μου να μην κυλάει το αίμα τους, κυλάει όμως μέσα μου η αστείρευτη αγάπη τους, μια αγάπη που μου μετέδιδαν σ' όλη μου τη ζωή. Δεν ήθελα να σκέφτομαι τις άλλες πιθανότητες -ότι μπορεί, ας πούμε, η Νάταλι να μην είχε πεθάνει ή ότι, ακόμα και μετά το θάνατο της, θα μπορούσε να με είχε μεγαλώσει ο Μπίζο. Εξάλλου, δε θα ήταν δυνατό να είχα ζήσει μια άλλη ζωή. Για σκεφτείτε το. Οι προφητείες του παππού Τζόζεφ -που δεν ήταν αληθινός παππούς μου- δεν αφορούσαν τον αληθινό εγγονό του, που γεννήθηκε νεκρός εκείνη τη νύχτα, αλλά εμένα, το βρέφος που ο Ρούντι και η Μάντι θα θεωρούσαν, εσφαλμένα, δικό τους. Για ποιο λόγο θα προφήτευε τα γεγονότα της ζωής ενός «εγγονού» με τον οποίο στην πραγματικότητα δεν είχε την παραμικρή συγγένεια;


362

DEAN KOONTZ

Μπορώ μόνο να πιστέψω ότι κάποια ανώτερη δύναμη, γνωρίζοντας αυτό που επρόκειτο να συμβεί από μια παραξενιά της μοίρας, χρησιμοποίησε τον παππού μου όχι μόνο -ή ίσως όχι κυρίως- για να με προειδοποιήσει σχετικά με τις πέντε φοβερές μέρες της ζωής μου, αλλά επίσης, το σημαντικότερο, για να σιγουρευτεί ότι ο Ρούντι θα πίστευε με όλη του την καρδιά ότι αυτό το μωρό με τα ενωμένα δάχτυλα, που θα μεγάλωνε χωρίς να μοιάζει στους γονείς του, ήταν το παιδί που κυοφορούσε η Μάντι επί εννέα μήνες. Ο παππούς Τζόζεφ είπε στον Ρούντι ότι θα γεννιόμουν στις 10:46' μ.μ., ότι θα είχα ύψος πενήντα εκατοστά, ότι θα ζύγιζα τρία κιλά και οχτακόσια γραμμάρια και ότι θα είχα ενωμένα δάχτυλα. Όταν ο μπαμπάς με πήρε στην αγκαλιά του, τυλιγμένο στην κουβερτούλα του μαιευτηρίου, με ήξερε ήδη και με δέχτηκε ως το γιο που εκπλήρωνε τις προβλέψεις του δικού του ετοιμοθάνατου πατέρα. Κάποιος φύλακας άγγελος δεν ήθελε να καταλήξω σε ορφανοτροφείο ή να υιοθετηθώ από άλλη οικογένεια. Ήθελε να πάρω τη θέση του Τζίμι Τοκ, που πέθανε καθώς ετοιμαζόταν να έρθει στον κόσμο. Γιατί; Ίσως ο Θεός σκέφτηκε ότι ο κόσμος χρειαζόταν έναν καλό ζαχαροπλάστη. Ίσως σκέφτηκε ότι ο Ρούντι και η Μάνη άξιζαν ένα παιδί που θα το μεγάλωναν με την αγάπη, την τρυφερότητα και την αυταπάρνηση που αφειδώς μου παρείχαν. Η μόνη πλήρης και αληθινή απάντηση είναι θαμμένη μέσα σε βαθιά μυστήρια που ποτέ δε θα εξιχνιάσω -εκτός κι αν μου αποκαλυφθούν μετά το θάνατο μου. Κάτι από όλα αυτά που είπα δεν ευσταθούσε. Ο Τζίμι Τοκ δεν πέθανε καθώς ερχόταν στον κόσμο: αυτό που πέθανε ήταν ένα βρέφος χωρίς όνομα. Εγώ είμαι ο μοναδικός Τζίμι Τοκ, ο μοναδικός που επρόκειτο να υπάρξει, ο γιος του Ρούντι και της Μάντι, ανεξάρτητα από το ποια μάνα με γέννησε. Ήμουν προορισμένος για τα γλυκά και για τη Λόρι Λιν Χικς, και για την Άννι, τη Λούσι και τον Άντι, είμαι προορισμένος και για άλλα, άγνω-


Η ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ

363

στα ακόμα σ' εμένα, και κάθε μέρα της ζωής μου εκπληρώνω το σχέδιο του προορισμού μου, έστω κι αν αδυνατώ να το συλλάβω. Αισθάνομαι βαθιά ευγνωμοσύνη. Και ταπεινότητα. Και, μερικές φορές, φόβο. Το 1779, ένας ποιητής ονόματι Γουίλιαμ Κούπερ έγραψε: Παράξενα τα καμώματα του Θεού όταν επιτελεί τα θαύματά Του. Σωστός, Μπιλ. Ο Πουντσινέλο μας κοίταξε καχύποπτα, με αβέβαιο χαμόγελο. «Για πείτε μου κι εμένα να μάθω». «Έχει έρθει μαζί μας κάποια που ίσως σε πείσει ευκολότερα», είπε η Λόρι. Πήγα στην πόρτα, την άνοιξα, έβγαλα το κεφάλι μου στο διάδρ