Page 1

Σχεδιάζοντας δυνητικές κοινότητες στην υπηρεσία της μάθησης Οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί και ερευνητές συμφωνούν ότι πρέπει να απομακρυνθούμε από τα δάσκαλο- κεντρικά (teacher-centered) μοντέλα διδασκαλίας, προς τα μαθησιακό- κεντρικά (learner-centered) και τα βασισμένα στη κοινότητα (community-based). Η λέξη όμως κοινότητα βρίσκεται σε κίνδυνο να απολέσει το νόημα της. Έχουμε πραγματικά ελάχιστα κριτήρια για να διακρίνουμε τη διαφορά μεταξύ μιας εκπαιδευτικής κοινότητας και μιας ομάδας μαθητών που μαθαίνει συνεργαζόμενη (Wineburg & Grossman, 1998). Αυτή η σύγχυση είναι πιο έντονη όταν αναφερόμαστε σε μια δυνητική κοινότητα, o κάθε ένας που είναι διατεθειμένος να πληρώσει ενα αντίτιμο ή απλά να ζητήσει ένα user name κι ένα password μπορεί να γίνει μέλος μιας τέτοιας κοινότητας (Grossman et.al 2000). Ελάχιστα είναι γνωστά στην εκπαιδευτική βιβλιογραφία για τα σαφή κριτήρια που διακρίνουν τι αποτελεί και τι δεν αποτελεί μια εκπαιδευτική κοινότητα. Επίσης ελάχιστα γνωρίζουμε για την αξία (value) που προσδίδει ενα κοινοτικό μοντέλο στην υποστήριξη της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Ακόμη πιο φτωχές είναι οι γνώσεις μας για το πως θα σχεδιάσουμε μια τέτοια κοινότητα και πως θα αξιολογήσουμε εάν αυτό που φτιάξαμε αποτελεί εν τέλει κοινότητα (Βarab, 2003). Οι σχεδιαστές των διαδικτυακών εκπαιδευτικών εφαρμογών έχουν στρέψει μονόπλευρα την προσοχή τους στο σχεδιασμό εφαρμογών που δίνουν βάση στην ευχρηστία (usability), δίχως να λαμβάνουν υπόψη τον παράγοντα της κοινωνικότητας (sociability). Μέ την έννοια της κοινωνικότητας εννοείται η σχεδιαστική πρόνοια της προαγωγής της σύνδεσης και διάδρασης μεταξύ των χρηστών. Έτσι σημαντικές παράμετροι όπως η εμπιστοσύνη, ο χρόνος, η αξία και η συνεργασία δεν λαμβάνονται υπ όψη στο σχεδιασμό των εφαρμογών (Preece, 2000), όπως


αναφέρεται από τους (Lampropoulos & Zafiris, 2006).

Μια διαδικτυακή κοινότητα μπορεί να κατασκευαστεί χρησιμοποιώντας σχετικά απλές (σε τεχνικές απαιτήσεις) εφαρμογές όπως τα Forums ή να επεκταθεί μέσω εξαιρετικά σύνθετων projects, τα οποία αποτελούνται από πλήθος εφαρμογών, με εξαιρετικά υψηλές απαιτήσεις σε τεχνικές υποδομές και εξειδικευμένο προσωπικό και με κόστος δεκάδων εκατομμυρίων, όπως για πάραδειγμα το Πανελλήνιο σχολικό δίκτυο (sch.gr).

Χαρακτηριστικά μιας δυνητικής εκπαιδευτικής κοινότητας Η ανάπτυξη ενός δυνητικού εκπαιδευτικού forum, δεν είναι όπως προείπαμε, μια δύσκολη (τεχνικά) υπόθεση. Η εγκακατάσταση και λειτουργία για παράδειγμα του ελεύθερου και ανοικτού λογισμικου moodle μπορεί να γίνει απο εναν διαχειριστή με βασικές γνώσεις ΙΤ. Ωστόσο η προσέλκυση στο Forum μιας ομάδας ανθρώπων οι οποίοι θα σχηματίσουν μια κοινότητα είναι ένα διαφορετικό και σαφώς πιο δύσκολο εγχείρημα. Είναι συχνό φαινόμενο τα άτομα να επισκέπτονται και να εγκαταλείπουν ένα forum χωρίς να δημοσιεύσουν τίποτε και άλλοι απλά να μένουν για να διαβάσουν τα δημόσια μηνύματα Barab (2003) . Σύμφωνα με τους Barab & Duffy (2000), όπως αναφέρεται απο τους Jonassen & Land (2000), μια κοινότητα παρουσιάζει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:  Έχει μια συγκεκριμένη ιστορία.  Μοιράζεται μια κοινή Κοσμολογία.  Μοιράζεται ένα κοινό πολιτισμικό και ιστορικό υπόβαθρο.  Είναι κοινωνικά εξαρτώμενη σε ένα κύκλο αναπαραγωγής. (Δυνητικόπραγματικό)


Στη βάση των παραπάνω τα βασικά ερωτήματα στο επίπεδο της σχεδίασης και κατασκευής μιας μαθησιακής κοινότητας είναι:  Βασικά, τι συνιστά μια μαθησιακή κοινότητα.  Πώς μπορούμε να συνδέσουμε τα ηλεκτρονικά περιβάλλοντα με τα κλασικά off line περιβάλλοντα γνώσης.  Ποια είναι η άξια (value) μιας κοινοτικής προσέγγισης στην εκπαίδευση.  Ποιες είναι οι σχέσεις που διαμορφώνονται μεταξύ υποκειμένων ,ομάδων και κοινοτικών δομών (Barab, 2003).

Tι σημαίνει δυνητικό; Aυτό που συχνά ονομάζουμε δυνητικό (virtual) είναι μια προέκταση (extension) του χρόνου και του χώρου σε σχέση με αυτό που βιώνουμε απευθείας με τις αισθήσεις μας. Επομένως, στη βάση της απουσίας της face to face επαφής, η οικοδόμηση εμπιστοσύνης (trust) είναι θεμελιώδες μέγεθος στην επιτυχή σχεδίαση μιας δυνητικής κοινότητας. Δεν μπορείς απλά να σχεδιάσεις μια δυνητική κοινότητα, μια δυνητική κοινότητα είναι κάτι το οποίο εμπλέκεται με μια ομάδα ανθρώπων, σε σχέση πάντα με τις ιδιαίτερες ανάγκες τους και για σκοπούς που έχουν αξία και νόημα για την συγκεκριμένη ομάδα. Σύμφωνα με τον Barab (2003), ο σχεδιασμός μια δυνητικής κοινότητας αφορά την ισορροπία μεταξύ δυιδισμών (participation/reification; designed/emergent; local/global; identification/negotiation, online/face-to-face; coherence/diversity) σε μια διαδικασία κατά βάση εσωτερική (from the inside) παρά εξωτερική. Οι Kling and Courtright (2003), απο την άλλη έδειξαν ότι ο μετασχηματισμός μιας ομάδας σε κοινότητα απαιτεί διαδικασίες και τεχνικές δημιουργίας αισθήματος εμπιστοσύνης και είναι σε κάθε περίπτωση ένα επίπονο μα και ενδιαφέρον έργο.


Oι βασικές θεωρητικές παραδοχές Οι Shaffer and Anundsen (1993), προσδιορίζουν μια κοινότητα σαν μια δυναμική ολότητα η οποία αναδύεται όταν μια ομάδα ανθρώπων μοιράζεται κοινές πρακτικές, αποφασίζει από κοινού, αναγνωρίζει τον εαυτό της ως κάτι μεγαλύτερο από το άθροισμα των μελών της και αναλαμβάνει μια μακροχρόνια δέσμευση για καλή από κοινού πορεία. Η παραπάνω οπτική ανάγεται στη θεωρία της πολυπλοκότητας (Waldrop, 1992) και πιο συγκεκριμένα στην αυτοοργανωτική θεωρία των Maturana & Varela (1992), όπως αναφέρεται από τους Koper et.al, (2004). Η συγκεκριμένη θεωρία προβλέπει ότι ορισμένα χαρακτηριστικά της κοινωνικής οργάνωσης των κοινοτήτων είναι αποτέλεσμα διαδράσεων των lower level agents.Η κοινωνική οργάνωση που εμφανίζεται (ομαδοποίηση, εξειδίκευση των ρόλων, μηχανισμοί διαπραγμάτευσης της σύγκρουσης κλπ) είναι ακριβώς το αποτέλεσμα αυτής της διάδρασης. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της διαδικασίας είναι η δημιουργία της εμπιστοσύνης. H εμπιστοσύνη ορίζεται ως η προσδοκία που αναπτύσσεται στα πλαίσια μια κοινότητας “κανονικών”, ειλικρινών και συνεργατικών συμπεριφορών, οι οποίες βασίζονται σε κοινές νόρμες μεταξύ των μελών της κοινότητας (Fukuyama, 1995) ,όπως αναφέρεται από τον Κoper (2004) .

Η θεωρία της Κοινωνικής ανταλλαγής Η συγκεκριμένη θεωρία προσφέρει το θεωρητικό πλαίσιο για να αυξήσουμε την ενεργή συμμετοχή μιας κοινότητας. Η συγκεκριμένη θεωρία (Constant et al, 1994) προβλέπει οτι υπάρχει μια θετική συσχέτιση μεταξύ της ικανοποίησης που κάποιος αντλεί απο μιά σχέση και της αφοσιωσής του στη σχέση αυτή. Η σχετική βιβλιογραφία προτείνει τέσσερις κύριους παράγοντες αυτής της σχέσης:  Οι προσωπικές ανάγκες. Το κάθε μέλος της εκπαιδευτικής κοινότητας έχει προκατασκευασμένες προσδοκίες οτι θα λάβει χρήσιμη γνώση ως ανταπόδοση στη συμμετοχή του.  Η φήμη. Το κάθε μέλος προσδοκά οτι θα αυξήσει την επιρροή του στα άλλα μέλη της


κοινότητας.  Ο αλτρουισμός. Η αίσθηση της συμμετοχής σε μια κοινότητα που μοιράζει τη γνώση πρός όφελος του κοινού συμφέροντος.  Η ανταμοιβή. Τα μέλη μιας κοινότητας αναμένουν μια ανταμοιβή (οικονομική ή άλλη ) σε αντάλλαγμα του κόστους της συμμετοχής τους. Σε μιά δυνητική κοινότητα τα μέλη μοιράζονται από κοινού τη γνώση και την εμπειρία τους. Μέσω αυτής της διαλεκτικής σχέσης τα νεώτερα μέλη επωφελούνται στο να κατακτήσουν πιο γρήγορα την απαραίτητη εμπειρία. Τα μέλη της ομάδας κατασκευάζουν με το τρόπο αύτο μια ομαδική ταυτότητα η οποία προσδιορίζει την έννοια της υπαγωγής σε κοινές αξίες και σκοπούς. Οι Wilson and Ryner (1998), θεωρούν οτι οι εκπαιδευτικές κοινότητες εμφανίζουν τα παρακάτω χαρακτηριστικά:  Έχουν διανεμημένο (distributed) έλεγχο.  Υπάρχει δέσμευση (commitment για τη παραγωγή και το και το διαμοιρασμό της γνώσης.  Οι εκπαιδευτικές δραστηριότητες είναι ευέλικτες και υπό διαπραγμάτευση.  Τα μέλη της κοινότητας διατηρούν την αυτονομία τους.  Υπάρχει υψηλό επίπεδο διαλόγου, διάδρασης και συνεργασίας.  Υπάρχει ένας κοινός σκοπός ,πρόβλημα ή έργο το οποίο ενώνει τα μέλη να εργαστούν απο κοινού. Στο σχεδιασμό μιας κοινότητας δύο είναι οι σημαντικές παράμετροι που πρέπει να ληφθούν υπόψη.  Η χρηστικότητα.  Η κοινωνικότητα. Oι Pallot and Pratt (1999), όπως αναφέρεται στον Koper (2004), προτείνουν εφτά βήματα για το σχεδιασμό μια δυνητικής κοινότητας 1. Σαφής καθορισμός του σκοπού της ομάδας. 2. Kαθορισμός ενός σημείου συνάντησης των μελών. 3. Προαγωγή της “ηγεσίας εκ των έσω”.


4. Περιγραφή των κανόνων (norms) και των πολιτικών (policies) σε ένα ξεκάθαρο “συμβόλαιο”. 5. Καθορισμός του εύρους (range) των ρόλων των μελών. 6. Μηχανισμοί εσωτερικής επίλυσης των διενέξεων. 7. Καθορισμός των υποομάδων (με την έννοια της σχεδιαστικής πρόνοιας που θα επιτρέπει κάτι τέτοιο).

H εφαρμογή δημιουργίας κοινοτήτων των Schlager and Fusco Oι Schlager and Fusco ανέπτυξαν μια κοινωνιό-τεχνική εφαρμογή δυνητικών περιβαλλόντων που την ονόμασαν Tapped In με σκοπό την υποστήριξη μεγάλων on line εκπαιδευτικών κοινοτήτων. H εφαρμογή έμεινε ενεργή για περισσότερο απο 16 χρόνια (1997-2013)1 συγκεντρώνοντας πλήθος δημοσιεύσεων και υποστήριξης απο την ακαδημαική κοινότητα. Με όλη τη γνώση και την εμπειρία που συγκέντρωσαν απο την ενασχολήση τους με την κατασκευή μεγάλων κοινοτήτων εκπαιδευτικών οι δυό ερευνητές έθεσαν τα παρακάτω ερωτήματα πρός τα μέλη της κοινότητας : 1. Αν η συμμετοχή σε μια οn line συνεργατική πλατφόρμα όπως η tappedin συνιστά πράγματι τη συμμετοχή σε μια δυνητική κοινότητα. 2. Aν οι εμπειρίες πού αποκόμισαν από την on line συμμετοχή τους αλλάξαν θεμελιωδώς τις off line καθημερινές εκπαιδευτικές πρακτικές τους. Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι τεχνολογικές εφαρμογές είναι προτιμότερο να επεκτείνουν τις δυνατότητες των offline εκπαιδευτικών κοινοτήτων, παρά να προσπαθούν να δημιουργήσουν κοινότητες εκ του μηδενός.

Αντικείμενα γνώσης (Learning Objects) Tα αντικείμενα γνώσης (Learning Objects), σύμφωνα με τον Κooper (2003), αποτελούν οντότητες οι οποίες προσδιορίζονται στη βάση ορισμένων χαρακτηριστικών. Η συγκεκριμένη 1

Τα μέλη της κοινότητας αποτελούν πλέον ξεχωριστό group στη παγκόσμια εφαρμογή εκπαιδευτικών κοινοτήτων edmodo.


θεωρητική κατασκευή στηρίζεται στον αντικειμενοστραφή προγραμματισμό, μια τεχνική που χρησιμοποιούν οι προγραμματιστές των Η/Υ. Tα χαρακτηριστικά ενός αντικειμένου γνώσης περιλαμβάνουν:  Optimal granularity. To αντικείμενο πρέπει να είναι όσο το δυνατόν μικρότερο δίχως να χάσει την εσωτερική συνοχή του.  Encapsulation. Το ιδανικό αντικείμενο θα πρέπει να “στέκεται” μόνο του ,να επιτρέπει την επαναχρησιμοποίηση του (reuse) χωρίς παρενέργειες (side effects).  Abstraction. To επαναχρησιμοποιούμενο αντικείμενο θα πρέπει να είναι συνοπτικό, ώστε να μπορεί να εφαρμοστεί και σε διαφορετικές εκπαιδευτικές προσεγγίσεις σε διάφορα εκπαιδευτικά πλαίσια και μέσα.  Interoperability. Το αντικείμενο θα πρέπει να συμμορφώνεται με τις προδιαγραφές της κοινότητας που το χρησιμοποιεί Σύμφωνα με την αυτοοργανωτική θεωρία μπορούμε να προσδιορίσουμε ένα είδος δράστη (actor) που μπορεί να έχει διαφορετικούς ρόλους. Αυτός ο “δράστης” ονομάζεται μέλος (member) και περιγράφεται ως κάθε άτομο που παράγει αντικείμενα γνώσης (learning objects) .Ένα μέλος μπορεί να είναι ένα υποκείμενο ή μιά ομάδα υποκειμένων σε κάθε τυπική ή άτυπη οργάνωση. Αρκετοί ρόλοι έχουν προσδιοριστεί για τα μέλη. Παραγωγός, χρήστης re-user, διαχειριστής. Αυτοί οι ρόλοι αφορούν την αναζήτηση, χρήση και προσθήκη αντικειμένων γνώσης. Υπάρχει επίσης ένα συγκεκριμένος ρόλος (facilitator), o οποίος είναι υπεύθυνος για θέματα όπως η πληροφόρηση, η προαγωγή, οι πολιτικές και ο έλεγχος. Για μια οργάνωση η χρησιμοποίηση του διαμοιρασμού (sharing) και της επαναχρησιμοποίησης των πόρων πρώτα και πάνω από όλα οδηγεί σε μείωση του κόστους. Από την άλλη μεριά αν αποτύχουμε να αλλάξουν τις εκπαιδευτικές συνήθειες κινδυνεύουμε να βρεθούμε αντιμέτωποι με με εκπαιδευτικούς απρόθυμους να συμμετάσχουν στις αλλαγές που συντελούνται (McNaught, 2003). Σε αυτή τη περίπτωση η παροχή κινήτρων (motivation) καθίσταται δυσχερής. Ακολουθούν κάποιες βασικές κατευθυντήριες γραμμές γύρω από το θέμα:


 Πρόσκληση μέσω της κοινοποίησης των σκοπών και των πολιτικών της κοινότητας (π.χ του συστήματος των ανταμοιβών).  Προώθηση των εκπαιδευτικών αντικείμενων και διαφήμιση - προώθηση των προσωπικών κατασκευών των μελών.  Δραστηριότητες εκπαίδευσης για παλαιά και νέα μέλη. Η προαγωγή της συνεργασίας μεταξύ των μελών είναι ίσως η πιο σημαντική πρόκληση που έχουν να αντιμετωπίσουν οι σχεδιαστές κοινοτήτων.

Για να γίνει μια καλή αρχή για συνεργατική δραστηριότητα θα πρέπει να εξασφαλιστούν ορισμένες βασικές συνθήκες: 1. Μια κοινή οργανωτική δομή. 2. Κάποια κοινά εργαλεία. 3. Κοινοί στόχοι. (Wetterling & Collis, 2003) στο Κοοper et al (2004). Ένα πλήθος παραμέτρων πρέπει να ανιχνευτούν και να συνυπολογιστούν στις σχετικές δράσεις. Για παράδειγμα, θα είναι ικανός ένας δάσκαλος να παρουσιάζει τα αντικείμενα με τον δικό του εκπαιδευτικό τρόπο ή θα πρέπει να πειθαρχήσει στον τρόπο παρουσίασης που έχει επιλέξει η ομάδα; Δώσαμε στους εκπαιδευτικούς επαρκή χρόνο, στήριξη και καθοδήγηση για να προκαλέσουμε την αλλαγή στις εργασιακές συνήθειες; Eίναι χρήσιμο για την οργάνωση να στηρίξει τις αλλαγές στους εκπαιδευτικούς που αντιλαμβάνονται τις σχετικές διαδικασίες ως κάτι το συναρπαστικό και όχι ως πηγή εργασιακού stress.

Κοινωνικό κεφάλαιο (social capital) H έννοια του κοινωνικού κεφαλαίου τονίζει την σημασία που έχει για ένα δίκτυο η ανάπτυξη ισχυρών προσωπικών σχέσεων διάμεσο του χρόνου. Οι σχέσεις αυτές γίνονται οι βάσεις για την ανάπτυξη εμπιστοσύνης, συνεργασίας και ομαδικής δράσης.


Εμπιστοσύνη και κοινωνικό κεφάλαιο Σχεδόν σε κάθε συζήτηση περί κοινωνικού κεφαλαίου, η εμπιστοσύνη αντιμετωπίζεται ως μια θεμελιώδης μεταβλητή. Στη πράξη οι περισσότερες προσπάθειες για να μετρηθεί το κοινωνικό κεφάλαιο, ανεξαρτήτως του εάν προέρχονται από την ποιοτική ή την ποσοτική μεθοδολογία, συγκλίνουν στο σημείο που θεωρούν την εμπιστοσύνη ως μεταβλητή η οποία ευθέως παράγει κοινωνικό κεφάλαιο. Για παράδειγμα ο Putnam (2000), όπως αναφέρεται απο τον Purcell (2006), δηλώνει ότι η εμπιστοσύνη είναι σχετιζόμενη με το κοινωνικό κεφάλαιο επειδή το κοινωνικό κεφάλαιο παράγει εμπιστοσύνη και την προσδοκία για αμοιβαιότητα. Για παράδειγμα η εμπιστοσύνη δημιουργεί κοινωνικές νόρμες και κοινή κατανόηση και οι δύο αυτές παράμετροι δημιουργούν κοινωνικό κεφάλαιο. Στον αντίποδα το κοινωνικό κεφάλαιο μιας κοινότητας προάγει σχέσεις εμπιστοσύνης. Οι μελέτες γύρω από τις συμπεριφορές εμπιστοσύνης δίνουν έμφαση σε σχέσεις που απαιτούν προσωπική (face to face) διάδραση. Πάραυτα δεν είναι ακόμη γνωστό ποιοι μηχανισμοί μπορεί να προάγουν την εμπιστοσύνη, σε κοινότητες στις οποίες η προσωπική επικοινωνία είναι περιορισμένη και τα μέλη τους είναι δύσκολο να γνωρίζονται μεταξύ τους. Η κατάσταση περιπλέκεται περισσότερο από το γεγονός ότι η αίσθηση της εμπιστοσύνης σχετίζεται με άλλες μεταβλητές όπως η φήμη και οι συστάσεις (Daniel et al ,2003).

Χαρακτηριστικά της εμπιστοσύνης Η εμπιστοσύνη, σύμφωνα με τους (Daniel et al, 2003), παρουσιάζει τα πιο κάτω χαρακτηριστικά:  Αλλάζει με την πάροδο του χρόνου.  Είναι κατευθυνόμενη και εξαρτώμενη (relative).  H εμπιστοσύνη προς τα πρόσωπα δεν μεταφράζεται αναγκαστικά σε εμπιστοσύνη προς τις ομάδες ή τις οργανώσεις (των οποίων είναι μέλη τα πρόσωπα).  Μεταβιβάζεται από ένα πλαίσιο σε ένα άλλο, αλλά όχι κι από ένα πρόσωπο σε ένα άλλο.


Δεν είναι επομένως συν επαγωγική (εάν ο α' εμπιστεύεται τον β' και ο β' εμπιστεύεται τον γ', δεν συνεπάγεται ότι και ο α' εμπιστεύεται τον γ').  Μπορεί να εξαρτάται από πολιτισμικές νόρμες.  Σημαντική της παράμετρος είναι η κοινή όσο και μακρά ιστορία διαδράσεων.  Μπορεί να βασίζεται στην προσωπική εμπειρία.  Ένας νόμιμος θεσμός μπορεί να εμπνέει περισσότερη εμπιστοσύνη από ότι τα μέλη που τον απαρτίζουν.  Μπορεί να υπάρξει “τυφλή” εμπιστοσύνη. Ένα άτομο μπορεί να επιλέξει να εμπιστευτεί ένα άλλο άτομο που δεν γνωρίζει, κάτω από καταστάσεις όπου υπάρχουν λίγες επιλογές ατόμων που μπορεί να εμπιστευτεί.

O ρόλος των νέων τεχνολογιών στις εκπαιδευτικές διαδικασίες: Το Moodle ως εκπαιδευτικό εργαλείο στην Φυσική. Μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες παραμέτρους της σχεδιαστικής προσέγγισης του Moodle είναι η ευκολία με την οποία το υλικό των μαθημάτων μπορεί να αναπτυχθεί, να επιλεχθεί και να ανακατασκευαστεί. Μέσω αυτών των διαδικασιών οι μαθητές μπορούν να προαγάγουν τα γνωσιακά τους σχήματα, βοηθούμενοι να κατασκευάσουν τη γνώση τους ενώ ταυτόχρονα προάγουν τις θετικές απόψεις των μαθητών σε σχέση με το γνωστικό αντικείμενο. Το Moodle αποτελεί ένα έξοχο εργαλείο ώστε οι καθηγητές να οργανώνουν, να διαχειρίζονται και να παρουσιάζουν το εκπαιδευτικό υλικό στη διδασκαλία. Από διδακτικής απόψεως η χρήση πολύ μεσιακών (multimedia) εφαρμογών κάνει την εκπαιδευτική διαδικασία πιο φιλική για τον μαθητή. Εξ άλλου είναι πλέον κοινός τόπος η δήλωση , ότι οι μαθητές βελτιώνουν τις δεξιότητές τους μέσω της τεχνολογίας. Τα πλεονεκτήματα που παρουσιάζει το Moodle είναι :  Οι δάσκαλοι μπορούν να παρουσιάζουν ένα πλήθος εκπαιδευτικών στοιχείων, κάτι που δεν θα μπορούσαν να κάνουν στην τάξη λόγω περιορισμένου χρόνου.  Γίνεται εφικτή η διάδραση σε πραγματικό χρόνο καθώς και η αποστολή παρατηρήσεων, ερωτήσεων και απόψεων εκ μέρους των μαθητών.


 Ως εκπαιδευτική κοινότητα οι μαθητές μοιράζονται τις γνώσεις και τις απορίες τους και μπορούν να αλληλοβοηθηθούν μέσα από forums και chats. Οι καθηγητές μπορούν να αντιληφθούν πιο κομμάτι του αντικειμένου είναι δυσνόητο για τους μαθητές.  Οι μαθητές μέσω της διάδρασης αισθάνονται εμπλεκόμενοι στη μαθησιακή διαδικασία, δεν είναι πια απλοί καταναλωτές εκπαιδευτικών “προϊόντων” παρά ενεργοί συμμέτοχοι στις διαδικασίες παραγωγής της γνώσης. (Βlas & Fernandez, 2008)

Συμπεράσματα  Η δημιουργία μιας δυνητικής εκπαιδευτικής κοινότητας είναι σήμερα μια, από τεχνικής άποψης μάλλον εύκολη διαδικασία.  Η μετατροπή μιας ομάδας ανθρώπων σε κοινότητα είναι αντίθετα μια επίπονη διαδικασία που απαιτεί άριστο σχεδιασμό, κατάλληλη επιλογή των μέσων, κινητοποίηση και παροχή κινήτρων.  Ζωτικής σημασίας είναι η ανάπτυξη του αισθήματος της εμπιστοσύνης, η οποία καλύπτει τις ελλείψεις που εγγενώς έχει η online επικοινωνία. Η προαγωγή της επικοινωνίας και διάδρασης μεταξύ των μελών δημιουργεί κοινωνικό κεφάλαιο ,το οποίο με τη σειρά του ενισχύει την αίσθηση του “ανήκειν” και τη δέσμευση των μελών προς την κοινότητα.  Υπάρχουν γενικές κατευθυντήριες γραμμές και προτροπές για την κατασκευή μιας δυνητικής κοινότητας, δεν υπάρχουν όμως εύκολες λύσεις και μαγικές συνταγές


Βιβλιογραφία Barab,S.A .(2003). An Introduction to the Special Issue: Designing for Virtual Communities in the Service of Learning,The Information Society, 19: 197–201. Blas,T.M., Fernández,S.A. (2009). The role of new technologies in the learning process: Moodle as a teaching tool in Physics, Computer and education, Volume 52, Issue 1, Pages 3544 Constant, D., Kiesler, S. & Sproull, L.(1994). What is mine is ours, or is it?, Information Systems Research, 5(4), 400–422. Daniel,B.,Schwier,R.A., McCalla,C. (2003).Social Capital in Virtual Learning Communities and Distributed Communities of Practice,Canadian Journal of Learning and Technology,Volume 29(3)

Grossman, P., Wineburg, S., and Woolworth, S. (2000). In pursuit of teacher community. Paper presented at the American Educational Research Association, New Orleans. Jonassen,S.H., Land,S.S.,(2000) . Theoretical foundations of learning environments, Lawrence Erlbaum Associates .


Koper, E. (2003) Combining reusable learning resources and services with pedagogical purposeful UOLs, in: A. Littlejohn (Ed.) Reusing online resources: a sustainable approach to eLearning(London, Kogan Page, 46–59. Koper,R. ,Pannekeet,K., Hendriks,M., Hummel,.H.(2004).Building communities for the exchange of learning objects: theoretical foundations and requirements,Research in Learning Technology ,Vol. 12, No. 1. Lambropoulos,N. , Zaphiris ,P.(2006) .User-centered design of online learning communities ,Idea Group Inc (IGI) . McNaught, C. (2003) Identifying the complexity of factors in the sharing and reuse of resources, in: A. Littlejohn (Ed.) Reusing online resources: a sustainable approach to eLearning,London, Kogan Page. Palloff, R. & Pratt, K. (1999). Building learning communities in cyberspace, San Francisco, CA, Jossey-Bass.

Purcel,P.A,.(2006). Networked Neighbourhoods: The Connected Community in Context, Springer.

Putnam, R. (2001). Bowling Alone: The collapse and revival of American community. New York: Touchstone Books.

Shaffer,C.,Anundsen ,K. (1993). Creating community anywhere: finding support and connection in a fragmented world .Putnam Pub Group.


Wilson, B. & Ryder, M. (1998) Distributed learning communities: an alternative to designed instructional systems, paper submitted to Educational Technology Research and Development. Wineburg, S., and Grossman, P. (1998). Creating a community of learners among high school teachers, Phi Delta Kappan ,79:350–353.

Δυνητικές κοινότητες στην υπηρεσία της μάθησης  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you