Issuu on Google+


Το παραμύθι της βροχής


Επιμέλεια κειμένου: Τασούλα Μαρκομιχελάκη Επεξεργασία έκδοσης: Εξώφυλλο: Εκτύπωση: ISBN:

Copyright 2011 Εκδόσεις ΔΟΚΙΜΑΚΗΣ Τ. Τζουλάκη 8, Ηράκλειο Κρήτης Τηλ.: 2810 288544 • Fax: 2810 285541 Email: sales@dokimakis.gr sales@Bigbook.gr www.Bigbook.gr


Τέσυ Μπάιλα

Το παραμύθι της βροχής Μυθιστόρημα

Ηράκλειο 2011


Στον πατέρα μου Μιχάλη Μπάιλα


«Ξεκίνησα για την Ιαπωνία ξέροντας μονάχα δυο γιαπωνέζικες λέξεις για να συνεννοηθώ μαζί της: σακουρά, που θα πει άνθος της κερασιάς, και κοκορό, που θα πει καρδιά. Ποιος ξέρει, έλεγα με το νου μου, μπορεί αυτές οι δυο απλότατες λέξεις να φτάνουν…» Νίκος Καζαντζάκης


Πρόλογος Ξεκίνησα να γράφω Το Παραμύθι της Βροχής λίγο καιρό μετά την επίσκεψή μου στην Ιαπωνία, μαγεμένη κυριολεκτικά από έναν τόσο ιδιαίτερο πολιτισμό με τον οποίο είχα έρθει σε επαφή. Όταν ακόμη ήταν νωπές οι καταγραφές ενός ολότελα διαφορετικού κόσμου στις αισθήσεις μου. Στο μυαλό μου μια ιδέα στριφογύριζε. Να επισημάνω και να συγκρίνω ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στον Ελληνικό και τον Ιαπωνικό πολιτισμό, έναν πολιτισμό τόσο μακρινό ταυτόχρονα όμως τόσο οικείο. Να δείξω σε πόσα όμοια πράγματα είχαν σταθεί και μιλήσει οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, ο Πυθαγόρας, ο Πλάτωνας αλλά και ο Βούδας και πως ο μύθος του Οιδίποδα εξακολουθούσε να ζει στους δυο αυτούς πολιτισμούς. Και κάπως έτσι Το παραμύθι ξεκίνησε. Σε μια μαγευτική διαδρομή, στα μονοπάτια της γιαπωνέζικης σοφίας, εκεί όπου μυρωδιές, χρώματα, ήχοι και εικόνες αναμιγνύονται και αποκαλύπτουν την κρυμμένη ομορφιά ενός μακρινού αλλά τόσο οικείου πολιτισμού. Λένε όμως ότι η φαντασία ενός συγγραφέα μπορεί να ξεπεράσει κάθε πραγματικότητα και να στήσει από


12

Τέσυ Μπάιλα

το πουθενά το δικό της παραμύθι. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ίδια η ζωή κατάφερε να ξεπεράσει κάθε συγγραφική εικασία. Το μυθιστόρημα αυτό ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβρη του 2010, αρκετούς μήνες πριν την αληθινή καταστροφή της Φουκοσίμα από τον τελευταίο σεισμό τον Μάρτη του 2011. Το μέγεθος της αληθινής τραγωδίας ανυπολόγιστο και τα συναισθήματα που βιώσαμε όλοι τεράστια στη θέα της τραγωδίας μιας ολόκληρης χώρας. Η σύμπτωση στον τρόπο, τον χρόνο του σεισμού αλλά κυρίως τον τόπο της Φουκοσίμα με όλα όσα περιγράφονται στο βιβλίο είναι ασύλληπτη και προσωπικά με άφησε άναυδη να αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε τελικά να εκδοθεί το συγκεκριμένο βιβλίο ή όχι. Το μυθιστόρημα είναι βασισμένο σε αληθινούς χαρακτήρες. Ο Τοσίο, η Χιρόκο, ο Κέντζι είναι υπαρκτά πρόσωπα και προσωπικοί μου φίλοι και τους ευχαριστώ ειλικρινά που δέχτηκαν με πολλή χαρά να πρωταγωνιστήσουν στην ιστορία μου την ίδια ώρα που η μοίρα τους έφερε αντιμέτωπους με την αναμέτρηση προσωπικών απωλειών. Ένα ευχαριστώ χρωστάω επίσης στις συγγραφείς Πασχαλία Τραυλού και Ελένη Τσαμαδού για τη μεγάλη τους στήριξη. Τέλος, θα ήθελα να ευχαριστήσω την Ελένη Μπετεινάκη και τον εκδότη μου κ. Δοκιμάκη για την εμπιστοσύνη και τελικά την έκδοση του βιβλίου, περισσότερο όμως για την αγάπη που από την πρώτη στιγμή έδειξαν στην προσπάθειά αυτή. Τέσυ Μπάιλα


«Θα σου πω ένα παραμύθι. Το παραμύθι της βροχής», της είπε. Το κοριτσάκι έκλεισε τα μάτια του κι αφέθηκε στο χάδι αυτής της φωνής που του έδινε την αίσθηση της ασφάλειας και της σιγουριάς που τόσο πολύ είχε ανάγκη, έστω και χωρίς να καταλαβαίνει τίποτα στην πραγματικότητα από όσα άκουγε. «Μια φορά κι έναν καιρό», άρχισε να σιγοψιθυρίζει η Χριστίνα, «ήταν μια όμορφη κοπέλα. Φορούσε ένα καφέ φόρεμα και περπατούσε μόνη της σ’ ένα κάμπο. Την έλεγαν Γη. Είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που είχε για τελευταία φορά καρπίσει. Τότε που καταπράσινα χορτάρια είχαν φυτρώσει στο μακρύ της φόρεμα και κόκκινες παπαρούνες είχαν γεμίσει όλο τον ποδόγυρό της. Μέσα στη γη, κρυμμένο βρισκόταν ένα σποράκι, ένα τόσο δα σποράκι, που όμως το καημένο δεν μπορούσε να βλαστήσει. Χρειαζόταν νερό πολύ, μια γερή κατεβασιά νερού που θα πλημμύριζε το χώμα της γης και θα το έκανε να ζήσει. Ένα περαστικό συννεφάκι άκουσε το παράπονό του. Στάθηκε πάνω από το χώμα και το ρώτησε γιατί


14

Τέσυ Μπάιλα

κλαίει. Το σποράκι τού είπε τι συνέβαινε. Με λίγο νερό θα μπορούσε να γίνει ένα κατακόκκινο λουλούδι και να στόλιζε τη Γη. “Και γι αυτό στενοχωριέσαι;” το ρώτησε το συννεφάκι. “Περίμενε και θα δεις”. Έβαλε τα δυνατά του το σύννεφο να κλάψει, σφίχτηκε, ξανασφίχτηκε, φούσκωσε τα μάγουλά του, κόντεψε να σκάσει, μα τίποτα δεν κατάφερε. “Τα βλέπεις;” είπε το σποράκι. “Τίποτα δε γίνεται”. Μάταια προσπαθούσε για ώρα το σύννεφο. Δεν κατάφερνε να κλάψει. Άρχισε να θυμάται πράγματα που είχε δει από ψηλά και το είχαν στενοχωρήσει, μήπως και καταφέρουν τα δάκρυα να βρουν το δρόμο τους προς τη γη. Και πάλι τίποτα. Εκείνη την ώρα έφτασε κοντά στο σύννεφο ένα άλλο συννεφάκι. Το αδελφάκι του ήταν. Ήταν γκρίζο και με δυσκολία μπορούσε να κινηθεί στον ουρανό. “Τι κάνεις εσύ εδώ;” ρώτησε απορημένο που τόση ώρα το έβλεπε να στέκεται εκεί αμετακίνητο. Το λευκό συννεφάκι τού εξήγησε τι συνέβαινε, του είπε για το σποράκι, του είπε για το κλάμα που δεν ερχόταν. “Θα σε βοηθήσω εγώ”, του είπε κι άρχισε σιγά-σιγά να κλαίει με ευκολία. Το σποράκι δέχτηκε το νερό που το γκρίζο σύννεφο του χάριζε και μέσα στη δροσιά που εισχώρησε στο χώμα άρχισε να φουσκώνει, να φουσκώνει όλο και πιο πολύ, ώσπου στο τέλος έσκασε, κι ένα μικρό, πράσινο φυλλαράκι, σαν κεραία φύτρωσε στο κεφάλι του. Λίγο καιρό μετά μέσα από το χώμα ξεπετάχτηκε ένα τόσο όμορφο, κόκκινο λουλούδι που άλλο όμοιό του κανείς δεν είχε δει. Το


Το παραμύθι της βροχής

15

φόρεμα της Γης είχε γεμίσει μαργαρίτες, παπαρούνες και τριαντάφυλλα αλλά όλοι μιλούσαν για το παράξενο λουλούδι που είχε φυτρώσει. Τα συννεφάκια αγκαλιασμένα στον ουρανό καμάρωναν, και το λουλούδι λικνιζόταν στον άνεμο που απαλά φυσούσε τα φύλλα του».


Κεφάλαιο 11 Ένα φιλί του ήλιου πάνω στα βλέφαρα, κι η Χιρόκο άνοιξε τα μάτια της. Βρισκόταν ολόγυμνη μέσα στο νερό και προσπαθούσε να χαλαρώσει, ακούγοντας τον τρυφερό ήχο του σαμισέν που η Κίμι έπαιζε στο διπλανό δωμάτιο. Η τεράστια μαρμάρινη μπανιέρα ήταν γεμάτη καυτό νερό που άχνιζε πάνω στο λεπτό της δέρμα κάνοντας τους πόρους του να ανοίγουν, σε μια διαδικασία εξαγνισμού που τόσο είχε ανάγκη. Ολόλευκα άνθη λωτού επέπλεαν δίπλα της και δημιουργούσαν μια ανοιξιάτικη ατμόσφαιρα ολόγυρά της, κάτι που η κοπέλα έδειχνε να απολαμβάνει. Λευκό και το μετάξι του κιμονό που βρισκόταν απλωμένο επάνω σε μια μεγάλη πολυθρόνα και σε λίγο θα φορούσε. Μια αχτίδα φωτός έπαιζε νωχελικά μαζί του, κάνοντάς το να λαμπυρίζει με τη μυστηριώδη διαφάνεια που έχει ένα κρύσταλλο. Δίπλα της, ένα φλιτζάνι πράσινο τσάι άχνιζε κι αυτό, αφήνοντας διάχυτη τη μυρωδιά του να ξαποσταίνει σε ολόκληρο το δωμάτιο. Μάλλον η Κίμι θα της το είχε φέρει την ώρα που εκείνη χαλάρωνε με τα μάτια κλειστά μέσα στο λουτρό της. «Η γριά Κίμι! Τι θα γινόμουν αν δεν υπήρχε


142

Τέσυ Μπάιλα

στη ζωή μου αυτή η γυναίκα!» σκέφτηκε, κι έπιασε το φλιτζάνι με τα δυο της χέρια που έσταζαν νερό, για να το φέρει στο στόμα της. Η στυφή του γεύση έκαψε τα χείλη της και πλημμύρισε ζεστασιά τον ουρανίσκο της. «Πόσα χρόνια να μετράει σ’ αυτό το επάγγελμα άραγε!» αναρωτήθηκε. Θα πρέπει να είχε περάσει όλη της τη ζωή εκεί μέσα, και τώρα που είχε πια μεγαλώσει, μοναδική της ασχολία ήταν να βοηθάει τις νεαρότερες γκέισες, να τις συμβουλεύει και να κανονίζει τα ραντεβού για τις δουλειές τους. Μια υποψία αλλοτινής ομορφιάς κρυβόταν μέσα στις ρυτίδες που χάραζαν τώρα τα μάτια της σαν αυλάκια βαθιά. Το σώμα της, χωμένο μέσα στα βαριά κιμονό που πάντα φορούσε, έμοιαζε με τεράστιο βαρέλι και κάθε κίνησή της άφηνε να αποκαλύπτονται οι φθορές που ο χρόνος είχε σμιλέψει επάνω της. Το σίγουρο ήταν ότι της χρωστούσε πολλά. Ήταν πολύ μικρή όταν βρέθηκε στα χέρια της. Λένε ότι κάθε γκέισα έχει μια λυπητερή ιστορία πίσω της να διηγηθεί. Μια ιστορία πικρή που έγινε αιτία να μπει η ζωή της σ’ αυτόν το δρόμο. Η αλήθεια συχνά όμως είναι πολύ διαφορετική. Υπάρχουν πολλές Γιαπωνέζες που έγιναν γκέισες από μια μεγάλη αγάπη προς την ιαπωνική αυτή παράδοση. Επειδή στην πραγματικότητα οι γκέισες είναι καλλιτέχνιδες με ιδιαίτερες γνώσεις στις παραδοσιακές τέχνες, περήφανες γυναίκες που προτίμησαν να ασχοληθούν με την τέχνη αυτή. Την τέχνη της σαγήνης και των ευαισθησιών. Του


Το παραμύθι της βροχής

143

χορού και της μουσικής. Της χάρης και της τελετής του τσαγιού. Την τέχνη να είσαι τελικά σύμβολο μιας ολόκληρης χώρας. «Σύμβολο μιας ολόκληρης χώρας! Ανοησίες!» σκέφτηκε, καθώς της ήρθαν στο νου όσα είχε διαβάσει σε έναν τουριστικό οδηγό σχετικά με τις γκέισες. Για την ίδια όλα είχαν ξεκινήσει από τη στιγμή που είχε γεννηθεί. Η μητέρα της είχε πεθάνει λίγο μετά τη δική της γέννηση, ο πατέρας της μετά από αυτό είχε εξαφανιστεί, και η ίδια είχε μεγαλώσει με τον παππού της. Ποτέ κανείς δεν έμαθε κάτι για τον πατέρα της. Άλλοι έλεγαν ότι είχε αποφασίσει να φύγει μακριά, συντετριμμένος από το χαμό της γυναίκας του, κι άλλοι ότι είχε δώσει ο ίδιος τέλος στη ζωή του για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Κάποιος πάλι είχε πει πως τον είχε δει σε μια άλλη πόλη, παντρεμένο ξανά και με δυο μωρά στην αγκαλιά. Έκτοτε τίποτα. Κανείς δεν άκουσε ξανά για την τύχη του. Μάταια η Χιρόκο αναζητούσε να βρει μια απάντηση. Όσο κι αν έψαξε ο παππούς, δεν κατάφερε να βρει κάποιο στοιχείο. Κι έτσι όλα πήραν το δρόμο τους, τα χρόνια πέρασαν και όλα ξεχάστηκαν. Σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ αυτός ο νέος άντρας, η μορφή του έπαψε να απασχολεί τη σκέψη όλων. Κανείς δεν ασχολήθηκε ξανά με το μυστήριο της εξαφάνισής του λίγες μέρες μετά τον αναπάντεχο χαμό της γυναίκας του κι όλοι συνέχισαν τη ζωή τους κοιτώντας μπροστά, αναλαμβάνοντας απλώς και με ιδιαίτερη ευκολία είναι η αλήθεια νέους ρόλους σ’ αυτή.


144

Τέσυ Μπάιλα

Μόνο η Χιρόκο ένιωθε κάπου-κάπου μια ακατέργαστη μελαγχολία, κάθε φορά που το μυαλό της σχημάτιζε την εικόνα των γονιών της. Αν και είχε μεγαλώσει χωρίς να της λείπει τίποτα και η αγάπη του παππού είχε ισορροπήσει την έλλειψή τους, εντούτοις η κοπέλα ένιωθε μια μονόδρομη λύπη στη σκέψη τους. Ήθελε τόσο πολύ να είχε μεγαλώσει σαν όλα τα άλλα παιδιά. Με τη μητέρα να την κρατά από το χέρι στο δρόμο για το σχολείο τα πρωινά και τον πατέρα να επιστρέφει από τη δουλειά το μεσημέρι, για να τη βοηθήσει στα μαθήματά της. Εκείνη είχε μόνο τον παππού, και καμιά φορά τη θεία Κίμι. Την αγαπούσαν, δεν είχε παράπονο, όμως η αγάπη τους έμοιαζε δανεική, ενώ εκείνη ήθελε την αγάπη αποκλειστικά δική της. Η Κίμι, η μικρότερη αδελφή του παππού, υπήρχε πάντα στη ζωή της από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Δεν ζούσε κοντά τους παρά μόνο κάποιες μέρες το χρόνο. Η κοπέλα θυμόταν πάντα εκείνες τις περιόδους με μεγάλη ικανοποίηση. Το σπίτι γέμιζε όλο χαρά. Ακόμη κι ο παππούς έδειχνε πιο ευτυχισμένος. Μέρες πριν ξεκινούσε τις ετοιμασίες στο σπίτι. Καθάριζε τα πάντα, έστρωνε καθαρά σεντόνια, περιποιόταν τον κήπο, πετούσε ό,τι παλιό μάζευε μέσα στο σπίτι. Η μικρή καταλάβαινε ότι η θεία Κίμι θα ερχόταν από την άνοιξη, που πρώτη επισκεπτόταν το τόσο χλομό τον υπόλοιπο καιρό σπίτι τους. Από τα πρώτα πουλιά που άρχιζαν να ψιθυρίζουν τον ερχομό της ξαφνικά. Κι αυτό γινόταν κάθε χρόνο, τότε που επιτέλους άν-


Το παραμύθι της βροχής

145

θιζαν οι κερασιές. Τότε που το πιο όμορφο θέαμα του κόσμου θάμπωνε τα παιδικά ματάκια της μικρής Χιρόκο κι έκαναν ολόκληρη την περιοχή γύρω από το σπίτι να φαντάζει σαν ένα τεράστιο ροζ ή λευκό παραμύθι. Η θεία Κίμι έμενε πάντα για πολύ λίγο. Όταν η ανθοφορία και της τελευταίας κερασιάς τελείωνε, τότε που ένα ολόλευκο χαλί απλωμένο στους κήπους και στους δρόμους όλης της περιοχής έκανε τα πάντα να μοιάζουν με χιονισμένο τοπίο, τότε έφευγε κι εκείνη. Η νεαρή κοπέλα ονειρευόταν να έρθει μια μέρα που θα την έπαιρνε μαζί να φύγουν. «Θα με πάρεις κι εμένα μαζί σου, θεία Κίμι;» τη ρωτούσε κάθε φορά που την έβλεπε να ετοιμάζει τις βαλίτσες της, για να φύγει ξανά με το πρώτο πρωινό τρένο. «Όταν έρθει η ώρα, μικρή μου, θα σε πάρω» της απαντούσε εκείνη κι έκλεινε ερμητικά την ξεχειλισμένη βαλίτσα της. Ώσπου η ώρα ήρθε. Εκείνη τη χρονιά η θεία Κίμι δεν έφυγε μόλις τελείωσε η γιορτή για την ανθοφορία της κερασιάς, όπως το συνήθιζε. Έμεινε ακόμη μια εβδομάδα. Ήθελε λέει να ξεκουραστεί κι έτσι είχε αποφασίσει να παραμείνει λίγες μέρες ακόμα. Στην πραγματικότητα, ο λόγος που είχε καθυστερήσει την αναχώρησή της ήταν η μικρή προστατευόμενη του παππού. Η Χιρόκο πάντα θα θυμόταν από τότε και μετά εκείνο το βράδυ, που καθισμένοι και οι τρεις στο μακρύ τραπέζι έτρωγαν ρύζι και γαρίδες βουτηγμένες στη σόγια και η Κίμι συνομιλούσε με τον παππού. «Το κορίτσι θα έρθει μαζί μου, πάει και τελείωσε.


146

Τέσυ Μπάιλα

Θα μπορέσει να ζήσει μια άνετη ζωή και θα μάθει τόσα πολλά πράγματα. Έπειτα, θα την προσέχω εγώ». «Εσύ, θέλεις κι εσύ να πας με τη θεία Κίμι ή προτιμάς να μείνεις εδώ, μαζί μου;» την είχε ρωτήσει ο παππούς κάποια στιγμή, βουτώντας με τα ξυλάκια του ένα τεράστιο κομμάτι τηγανητής κολοκύθας μέσα στη σόγια, λίγο πριν την καταβροχθίσει. Η Χιρόκο δεν πρόλαβε καν να απαντήσει, μια και η Κίμι πετάχτηκε και του είπε: «Ασφαλώς και θέλει, αγαπητέ αδελφέ μου. Τόσο καιρό με παρακαλάει να την πάρω μαζί μου. Έφτασε λοιπόν η ώρα. Αύριο κιόλας θα φύγουμε» είχε πει, και γυρίζοντας προς το μέρος της μικρής της ανιψιάς συνέχισε: «Πάρε λίγα πράγματα μαζί σου, καλή μου, κι αύριο θα ξεκινήσουμε για την πιο όμορφη πόλη του κόσμου! Έχεις να δεις και να μάθεις πολλά πράγματα. Θα πας σε σχολείο και θα γνωρίσεις άλλους τόπους και πολλούς ανθρώπους». «Μα το παιδί δεν πρόλαβε να απαντήσει, Κίμι» είπε ο παππούς κι άφησε στο τραπέζι τα ξυλάκια του κοιτάζοντας τη Χιρόκο στα μάτια, με την αγωνία να ζωγραφίζεται μέσα στα δικά του. «Αν θέλει να μείνει εδώ, κουμάντο εσύ δεν θα κάνεις» είπε στην αδελφή του. «Τι να κάνει εδώ μαζί σου, καημένε; Το κορίτσι είναι φτιαγμένο να ζήσει μια μεγάλη ζωή. Είναι τόσο όμορφο! Ίδιο η συγχωρεμένη η μάνα του! Δεν θα του στερήσεις τώρα εσύ με τις φοβίες σου μια λαμπρή καριέρα!»


Το παραμύθι της βροχής

147

Ποτέ δεν πίστευε ο παππούς ότι η μικρή Χιρόκο θα έφευγε από κοντά του. Από τότε που οι γονείς της είχαν χαθεί, εκείνος είχε ορκιστεί να φροντίσει αυτό το παιδί ώστε να μην του λείψει τίποτα. Γερνούσε όμως! Έτσι δεν έφερε άλλη αντίρρηση σε όσα του έλεγε η Κίμι. Τα χρόνια βάραιναν πια επικίνδυνα πάνω στην πλάτη του και το κορίτσι έπρεπε να πάρει το δρόμο του στη ζωή. Τι θα συνέβαινε αν εκείνος ξαφνικά πάθαινε κάτι; Η καρδιά του από χρόνια ήταν αδύναμη και την τελευταία φορά που τον είχε επισκεφτεί ο γιατρός τού είχε πει να προσέχει πολύ. Η πίεσή του ανέβαινε ανεξέλεγκτα μερικές φορές και του είχε συστήσει ένα σωρό φάρμακα για να μπορέσει να τη ρυθμίσει, φάρμακα που ο παππούς τις περισσότερες φορές ξεχνούσε να πάρει, αν και τα είχε ταξινομήσει με μεγάλη σχολαστικότητα σε γυάλινα μπουκαλάκια και τα είχε τοποθετήσει στο ράφι της κουζίνας του. Δεν είχε περάσει καιρός από τότε που η μικρή είχε γυρίσει από το σχολείο και τον είχε βρει ξαπλωμένο κατάχαμα, να ασθμαίνει χωρίς να μπορεί να ανασάνει. Έβαλε τα κλάματα τότε και βγήκε έξω στο δρόμο φωνάζοντας βοήθεια. Ο γιατρός που επέστρεφε από το σπίτι μιας ετοιμόγεννης στην περιοχή και κατευθυνόταν προς το σταθμό του τρένου άκουσε τις φωνές της μικρής κι αμέσως βρέθηκε κοντά της. Τύχη βουνό είχε ο παππούς. Ο γιατρός τού έκανε μια ένεση κι αμέσως ο ηλικιωμένος άντρας άρχισε να ανακτά το χρώμα του. Συνήλθε λίγο αργότερα με


148

Τέσυ Μπάιλα

έναν ασταθή σφυγμό, αδύναμος κι ασθενικός. Ο γιατρός τον μάλωσε που ξεχνούσε τα φάρμακά του, έδωσε οδηγίες στη μικρή εγγονούλα του πώς πρέπει να τον φροντίζει, κι αφού τον παρακολούθησε για λίγη ώρα, έφυγε βιαστικός για το σταθμό, μια και το τελευταίο τρένο της ημέρας είχε κιόλας ανάψει τις μηχανές και μετά από λίγο θα ξεκινούσε. Ωστόσο τα πράγματα για το νεαρό κορίτσι που βρέθηκε ξαφνικά να περπατά στους στενούς δρόμους του Κιότο φορτωμένο με έναν τεράστιο μπόγο με τα πράγματά του ακολουθώντας τη θεία Κίμι, δεν ήταν εύκολα. Ο κόσμος που έβλεπε να ξεδιπλώνεται ολόγυρά της φάνταζε στα μάτια της σαν παλιά γιαπωνέζικη βεντάλια, που στο άνοιγμά της μπορούσε να δει ένα πανέμορφο χρυσάνθεμο σχηματισμένο μέσα στις πτυχώσεις. Με την περιέργεια του μικρού παιδιού που ποτέ πριν δεν είχε φύγει από το σπίτι του, απολάμβανε να κοιτά τις εικόνες του καινούργιου κόσμου που ξεδιπλωνόταν μπροστά της. Περπατούσαν ανάμεσα στα στενά δρομάκια του Κιότο. Η μικρή Χιρόκο είχε ανοίξει διάπλατα τα μάτια της κι απολάμβανε τις εικόνες που σαν ζωγραφιές ξετυλίγονταν, λες κι ένας ζωγράφος ξετύλιγε τους καμβάδες του μπροστά της. Μικρά κοντά κτίρια πλαισίωναν τα στενοσόκακα. Χάρτινα φανάρια απλωμένα απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλο το δρόμο έμοιαζαν να συνομιλούν μεταξύ τους σε κάθε φύσημα του αέρα, ανταλλάσσοντας τα μυστικά που είχαν δει να τους αποκαλύπτονται την προηγούμενη μόλις νύχτα. Οι τσίγκι-


Το παραμύθι της βροχής

149

νες σκάφες γεμάτες πολύχρωμα λουλούδια στόλιζαν την είσοδο μπροστά από κάθε σπίτι, κι έδιναν μια νότα δροσιάς στη μελαγχολία που ολόκληρη η συνοικία εξαπέλυε. Μετά από περπάτημα μισής ώρας έφτασαν στο σπίτι της θείας. Η Χιρόκο επιτέλους έβλεπε από κοντά πώς ήταν ο χώρος στον οποίο έμενε η θεία Κίμι όλον τον υπόλοιπο καιρό που δεν βρισκόταν μαζί τους. Η θεία τής παραχώρησε το μικρό δωμάτιο στο επάνω όροφο. Η Χιρόκο μπήκε μέσα ακολουθώντας την και ακούμπησε τα πράγματά της στο πάτωμα με ανακούφιση. Η μέση της είχε ανοίξει από το βάρος και την πονούσε. Κάθισε κατάχαμα κι έβγαλε από την τσέπη της τυλιγμένο σε μαντήλι ένα άγευστο μπισκότο φτιαγμένο από ρύζι, για να ξεγελάσει το στομάχι της που εδώ και ώρα γουργούριζε από την πείνα. Της το είχε δώσει ο παππούς λίγο πριν φύγουν, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε πρωί πριν η Χιρόκο φύγει για το σχολείο. Είχε δυσανασχετήσει όταν της το έδωσε. Δεν ήταν πια ένα παιδί που πήγαινε σχολείο. Ήταν μια μεγάλη κοπέλα που θα ταξίδευε για πρώτη φορά σε μια άλλη πόλη κι ο παππούς δεν εννοούσε φαίνεται να το καταλάβει. Τώρα όμως που η πείνα έκανε την κοιλιά της να διαμαρτύρεται, ευγνωμονούσε τον παππού για το μπισκότο και για τη γεύση στοργής την οποία είχε τυλίξει μέσα στο μικρό πακέτο όταν της το έδωσε. Επειδή εκείνη τη στιγμή είχε νιώσει ξαφνικά μια μοναξιά να την κεντρίζει και η επαφή με την αγάπη που περιέκλειε το πακέτο του


150

Τέσυ Μπάιλα

παππού ζέστανε την καρδιά της και ξεγέλασε ταυτόχρονα την πείνα της. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και μια γριά μπήκε μέσα. Με αργές κινήσεις, σέρνοντας ένα σχεδόν παράλυτο πόδι, προχώρησε προς το μέρος της. Η Χιρόκο ένιωσε αηδία αμέσως μόλις την είδε. Φορούσ�� μια σκισμένη μπλε ρόμπα κι ένα μαντήλι κάλυπτε τα γκρίζα της μαλλιά. Στο πρόσωπό της μια μεγάλη ελιά έκανε τη στραβή της μύτη να μοιάζει ακόμα μεγαλύτερη απ’ όσο στην πραγματικότητα ήταν. Η γριά την πλησίασε κι άπλωσε τα χέρια της επάνω στο τρυφερό παιδικό της πρόσωπο. Μύριζαν ψάρι, ιδρώτα και απλυσιά, κι η Χιρόκο ένιωσε στο στομάχι της μια αναγούλα, έτσι όπως το γέρικο χέρι περνούσε αδιάκριτα από όλο το πρόσωπό της ξανά και ξανά. Ύστερα, τα πέτρινα αυτά χέρια προχώρησαν με αναίδεια πάνω στο ταραγμένο σώμα του κοριτσιού κι άρχισαν να το ψαχουλεύουν. Ασάλευτη η Χιρόκο, νόμιζε πως από στιγμή σε στιγμή θα λιποθυμούσε. Το θολό βλέμμα της γριάς, τα γεμάτα ρόζους γέρικα χέρια που τη θώπευαν, η πείνα και ο φόβος που εντελώς αναπάντεχα είχε εισβάλει στο δωμάτιό της μαζί με τη γριά, έκαναν τα λιγνά της ποδαράκια να τρέμουν σαν τον λεπτό μίσχο ενός λουλουδιού κι ένα ολόκληρος ωκεανός ετοιμαζόταν να ξεχυθεί από τα μάτια της. «Βλέπω γνωρίστηκες κιόλας με τη Γιούκο!» είπε η θεία Κίμι, ανοίγοντας βιαστικά την πόρτα και βλέποντας τη σκηνή. Η Χιρόκο δεν αποκρίθηκε, ένιωσε όμως μεγάλη ανακούφιση όταν είδε τη θεία της να


Το παραμύθι της βροχής

151

μπαίνει στο δωμάτιο. «Μην τη φοβάσαι, είναι γριά, σχεδόν μισότυφλη και κουτσή. Την έχω χρόνια πολλά μαζί μου. Εδώ γέρασε κι αυτή, όπως εγώ. Της φτάνει που έχει ένα σπίτι να μείνει κι ένα πιάτο φαΐ, και είναι έμπιστη σαν το σκυλί» της είπε σκύβοντας συνωμοτικά προς το μέρος της, για να μην ακούσει η γριά τις κουβέντες της. «Ξέχασα να σου μιλήσω για λόγου της. Θα είναι κοντά σου σ’ ό,τι θελήσεις και θα σου μάθει ένα σωρό χρήσιμα πράγματα. Έλα, γδύσου τώρα. Η Γιούκο θα σε βοηθήσει να πλυθείς, κι ύστερα κατέβα κάτω να φάμε» της είπε και άρπαξε με αηδία το μισοφαγωμένο μπισκότο από τα χέρια της Χιρόκο που έτρεμαν και το πέταξε μακριά. «Μα μπορώ να κάνω μπάνιο μόνη μου» πρόλαβε να πει, κρύβοντας ένα λυγμό που είχε σκαλώσει στο λαιμό της από ώρα. «Δεν χρειάζομαι κανέναν μαζί μου». Η θεία Κίμι την πλησίασε, τράβηξε τα ρούχα που η κοπέλα φορούσε και αφήνοντάς τη μόνο με τα μεσοφόρια, της είπε: «Πρέπει να μάθεις να υπακούς εδώ που ήρθες, καλή μου, και προπάντων να μη δημιουργείς προβλήματα». Ύστερα άγγιξε τη Γιούκο στον ώμο, σημάδι να συνεχίσει τη δουλειά της, και βγήκε έξω. Το μπάνιο ήταν ακριβώς δίπλα από το δωμάτιο της κοπέλας. Αποφασισμένη να μη δημιουργήσει κανένα πρόβλημα στη θεία της από εδώ και στο εξής, έβγαλε τα υπόλοιπα ρούχα της και κατευθύνθηκε γυμνή προς το μπάνιο, όπως ακριβώς της είπε η Γιούκο να


152

Τέσυ Μπάιλα

κάνει με τη στριγγή γερασμένη της φωνή. Πίσω της ακολουθούσε εκείνη, ίδια πιστό σκυλί, όπως της είχε πει λίγο πριν η θεία Κίμι. Το μπάνιο ήταν έτοιμο και την περίμενε. Το δωμάτιο έμοιαζε να αχνίζει, θολό από τους υδρατμούς, και η αποπνικτική του ατμόσφαιρα έκοβε κυριολεκτικά την ανάσα σε όποιον βρισκόταν εκεί. Μύριζε έντονα μούχλα και στη μια μεριά του υπήρχε κάτι που έμοιαζε με τεράστιο βαρέλι. Το καυτό νερό ξεχείλιζε κάνοντας όλο το χώρο να θολώσει ακόμη περισσότερο, κι η Χιρόκο ένιωσε για μια στιγμή να της κόβεται η αναπνοή από τους συμπυκνωμένους υδρατμούς. Μπήκε μέσα στο ζεστό υγρό νιώθοντας μια λύτρωση από την αμηχανία που τόση ώρα τής είχε προκαλέσει η γύμνια της, και ταυτόχρονα την αίσθηση ότι το καυτό νερό θα έκαιγε την άγουρη επιδερμίδα της, το δίχως άλλο. Η Γιούκο έπιασε ένα μαλακό κίτρινο σφουγγάρι και άρχισε να πλένει τη ροδαλή σάρκα της κοπέλας. Με προσεκτικές κινήσεις έφερνε κάθε τόσο το σφουγγάρι στο κεφάλι της αφήνοντάς το να βρέχει τα μαλλιά της, κι ύστερα βουτούσε τα στιβαρά χέρια της μέσα στο βαρέλι και το έβρεχε ξανά. Η Χιρόκο ένιωσε αμέσως πόση πείρα είχαν αυτά τα γέρικα τριχωτά χέρια, από την ηρεμία που έφερε στην ψυχή της το άγγιγμά τους. Σε αντίθεση με όσα φοβόταν, το δέρμα της σταμάτησε να πονά και ένιωθε το σώμα της να ανοίγει σε κάθε του πόρο, σε μια ιεροτελεστία εξαγνισμού που άφηνε πίσω της την προηγούμενη ζωή της, τους φόβους της και όλη την


Το παραμύθι της βροχής

153

ανασφάλεια που την κυρίευσε ξαφνικά μακριά από τον παππού της. Η Γιούκο έτριψε με τις ίδιες αυτές κινήσεις κάθε σημείο του σώματος της νεαρής κοπέλας. Από τον αυχένα σε όλη την πλάτη, ξανά και ξανά, συσσώρευε όλη την κούραση και την ταλαιπωρία της από το ταξίδι στο κίτρινο σφουγγάρι και την έδιωχνε μακριά, κάθε φορά που το βουτούσε μέσα στο νερό για να ξαναπάρει την απαιτούμενη θερμοκρασία. «Είσαι πολύ όμορφη» της είπε κάποια στιγμή. Το κορίτσι δεν μιλούσε καθόλου. Κουρασμένη από το ταξίδι και την ταραχή που όλη αυτή η ξαφνική αλλαγή τής είχε προκαλέσει, είχε κλείσει τα μάτια της κι απολάμβανε τη σιγουριά που το χάδι της γριάς Γιούκο τής χάριζε. Κάποια στιγμή η γριά έπιασε με τα δυο της χέρια τη δεξιά παλάμη της Χιρόκο. Τα ροζιασμένα, γεμάτα κάλλους δάχτυλά της, πέρασαν με αργές επαναλαμβανόμενες κινήσεις πάνω από το απαλό δέρμα της κοπέλας κι ύστερα για μια στιγμή σταμάτησε και την κοίταξε στα μάτια με το θολό παγωμένο της βλέμμα. Ένα βλέμμα σαν της Μέδουσας, άδειο και αιχμηρό, που έκανε το μικρό κορίτσι να παγώσει για δεύτερη φορά. «Χλομό το τέλος, όμως! Το βλέπω... Κι έρχεται καταπάνω σου. Ωχ, κακομοίρα μου! Κρίμα να σε περιμένει τέτοια μοίρα!» Η Χιρόκο είχε ανοίξει διάπλατα τα μάτια της αλλά δεν μπορούσε να βγάλει κουβέντα από το στόμα της. Καταλάβαινε ότι η γριά Γιούκο έβλεπε κάτι στο πεπρωμένο της, αλλά δεν τόλμησε να πει το παραμικρό.


154

Τέσυ Μπάιλα

«Κλάμα και πόνος πολύς γύρω σου. Θα γίνεις πρώτα μεγάλη γκέισα. Όλοι για σένα θα μιλούν. Και θα μιλούν χρόνια για τον τελευταίο σου χορό! Μα θα χαθείς γρήγορα» της είπε κι ύστερα άφησε το χέρι της κοπέλας να πέσει σαν ξεψυχισμένο κι έφυγε βιαστική από το δωμάτιο. Από εκείνη τη στιγμή και για πάντα, η Χιρόκο είχε στο μυαλό της τα λόγια αυτής της γυναίκας. Για ποιο τέλος μιλούσε; Κάτι σε όλα αυτά την έκανε να ανατριχιάζει κάθε φορά που θυμόταν τον ήχο της στριγγιάς της φωνής, που νόμιζε κανείς ότι έβγαινε μέσα από ένα βαθύ πηγάδι. Όταν μετά από χρόνια βρέθηκαν ξανά οι δυο τους να περνούν πολλές ώρες μέσα σε ένα σκοτεινό υπόγειο, η Χιρόκο την είχε ρωτήσει τι ακριβώς είχε δει τότε γραμμένο στη μοίρα της. Ποτέ δεν απάντησε ευθέως η Γιούκο. Όσο και να επέμενε η κοπέλα, εκείνη έβρισκε τρόπους να ξεφεύγει. «Λόγια του νερού» της είχε πει μόνο. «Λόγια του νερού και μην τα σκαλίζεις, κυρά μου» αλλά η Χιρόκο είχε προλάβει να δει να σχηματίζεται στα μάτια της η απελπισία. Δεν την ξαναρώτησε ποτέ. Ό,τι κι αν ήταν αυτό που η γριά είχε αντικρίσει να είναι γραμμένο στα χνάρια του χεριού της, καλύτερα να μην το μάθαινε ποτέ. «Κανείς δεν αλλάζει το γραμμένο του, κόρη μου» συνήθιζε να της λέει ο παππούς, όταν τον ρωτούσε για τους γονείς της. Έμεναν σε ένα από τα σπίτια της συνοικίας, μαζί με μερικές ακόμη όμορφες κοπέλες. Λίγες μέρες μετά την πρώτη της γνωριμία με το χώρο, η θεία Κίμι


Το παραμύθι της βροχής

155

έγραψε τη μικρή στο νέο της σχολείο όπου παρέμεινε για πέντε ολόκληρα χρόνια, ακολουθώντας την τυπική εκπαίδευση που πρέπει να πάρει μια μαθητευόμενη γκέισα. Παρακολουθούσε τα μαθήματά της με μεγάλη επιμέλεια. Έγινε η καλύτερη μαθήτρια στο Κιότο κι οι δάσκαλοί της μιλούσαν με μεγάλη εκτίμηση για τα προσόντα της και για την εξαιρετική επιμέλεια που έδειχνε, παρά τη γεμάτη ταπεινώσεις, και καμιά φορά αδικίες, εκπαίδευση. Εκεί σιγά-σιγά διδάχτηκε την τελετή του τσαγιού, μουσική και χορό, έμαθε αγγλικά για να μπορεί να συνεννοείται με ξένους καλεσμένους, έμαθε να ντύνεται και να βάφεται όπως κάθε γκέισα, κι όταν μετά από τη μακρόχρονη παραμονή της στο σχολείο επέστρεψε στο σπίτι της θείας της, μαζί με δυο ακόμη μαθητευόμενες κοπέλες που η θεία Κίμι είχε υπό την προστασία της, οι γνώσεις της και οι εμφάνισή της είχαν αλλάξει τόσο πολύ, που δεν θύμιζε σε τίποτα πια το μικρό κοριτσάκι που είχε έρθει στο Κιότο πριν από λίγα μόλις χρόνια. Ψιλόλιγνη, με δέρμα απαλό και ωχρό, με μια φίνα υφή σαν την πορσελάνη που έφερναν οι έμποροι απ’ τα ταξίδια τους στη γειτονική Κίνα, είχε μια ιδιαίτερη ομορφιά, γεγονός που την έκανε αμέσως γνωστή στο Κιότο. Φορούσε πολυτελή και ακριβά κοσμήματα, μεταξωτά κιμονό, έβαφε με μολύβι τα φρύδια της και με κατακόκκινο κραγιόν τα ωραιόσχημα χείλη της, επάνω σε ένα λευκό αγαλμάτινο πρόσωπο. Κουνούσε με χάρη τη βεντάλια της εκτελώντας σχεδόν χορευτικές κινήσεις με το χέρι της, κι είχε τη γλύκα της


156

Τέσυ Μπάιλα

αθωότητας και τη σαγήνη της σιωπής σε κάθε έκφραση του προσώπου της. Με την αρμονία και τη γλυκύτητα της θηλυκής της υπόστασης κατόρθωσε πολύ γρήγορα να γίνει μια περιζήτητη γκέισα και η θεία Κίμι ήταν πολύ ευτυχής που είχε καταφέρει να δώσει σ’ αυτό το ορφανό εγγόνι του αδελφού της την προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος, και στο δικό της σπίτι τη δόξα μιας τόσο επιτυχημένης γκέισας. Η Χιρόκο έπαιρνε μέρος σε τελετές τσαγιού, τις γνωστές σανόγιου, δειπνούσε κάθε βράδυ με τους πιο επιφανείς άντρες του Τόκιο και χόρευε στις πιο μεγάλες οτσαγιά όλης της περιοχής. Η λεπτή καλλιτεχνική της φύση σε συνδυασμό με την άγουρη νεανική της εμφάνιση την έκαναν να γίνεται αντικείμενο λατρείας από τους άντρες που έφταναν στην περιοχή επιζητώντας μια εκλεπτυσμένη θηλυκή συντροφιά. Είχε μάθει να μιλά με τη θερμή φωνή της σιγαλιάς σε όλες τις αποχρώσεις της και να μελετά κάθε της κίνηση με μεγάλ�� προσοχή. Τυλιγμένη στα καλύτερα μεταξωτά κιμονό, περπατούσε με χάρη κι έμοιαζε ολόκληρη με μια ανθισμένη ροδακινιά σε έναν καταπράσινο ορυζώνα. Όλα τα είχε προβλέψει για την τύχη του νεαρού κοριτσιού η θεία Κίμι. Όλα εκτός από τη μεγάλη ανατροπή που φέρνει πάντα στη ζωή ο έρωτας όταν χτυπάει την πόρτα της καρδιάς, κι αλίμονο αν δεν του ανοίξεις. Ποιος άλλωστε κατάφερε ποτέ να μην ανοίξει αυτή την πόρτα; Σαν αγριεμένος σαμουράι ο έρωτας έφτασε και λεηλάτησε τη ζωή της, και τα λόγια της


Το παραμύθι της βροχής

157

θείας Κίμι δεν κατάφεραν να αναμετρηθούν μαζί του ούτε στο ελάχιστο. Εκείνος ήρθε κι έσπειρε το ανικανοποίητο στην ψυχή της Χιρόκο. Και την ανάγκη της μεταμόρφωσης που τινάζει απ’ την αρχή στη ζωή τα φτερά της ελπίδας. Έτσι, όταν η νεαρή γκέισα γνώρισε στα μάτια ενός ξένου την αγάπη, χάθηκε μέσα σ’ αυτήν. Αφέθηκε να κυνηγά την ηλιαχτίδα που παιχνίδιζε τρυφερά μέσα στις φυλλωσιές των ονείρων της κι έμεινε να μετρά όσα άστρα τρεμόπαιζαν στους γαλανούς ουρανούς της. Επειδή δεν υπάρχει χειρότερη φυλακή για μια ψυχή από το φόβο να μη μεταμορφωθεί από τον έρωτα, ούτε χειρότερη οδύνη από το να αρνηθεί κανείς το θαύμα που ζει όταν αγαπήσει αληθινά κι αφεθεί στην αγάπη. «Έπαιξες κι έχασες! Κι από δω και στο εξής, σ’ όλη σου τη ζωή θα πληρώνεις τα σπασμένα!» της είχε πει η γριά Κίμι. Εκείνη όμως πάντα θα πίστευε ότι δεν ήταν χαμένη. Ότι μέσα σε όλη αυτή την ιστορία, τελικά είχε κερδίσει. Επειδή, από τότε και μετά, ο ήχος της βουβής συναυλίας που είχε ακούσει να εκτελείται μέσα στην αγκαλιά του αγαπημένου της θα έμενε για πάντα ανεξίτηλα χαραγμένος στη ζωή της, για να την ομορφαίνει και να γεμίζει χρώματα το ασπρόμαυρο τοπίο της ζωής. Η γριά Κίμι άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα, διακόπτοντας τις σκέψεις της κοπέλας. Τα χρόνια είχαν αφήσει χαραγμένα σημάδια επάνω της και η σκουριασμένη τους νοτιά έκανε τις αρθρώσεις της να


158

Τέσυ Μπάιλα

τρίζουν σαν χαλασμένος μεντεσές μιας παλιάς σιδερένιας πόρτας. Περπατούσε με βήματα αργά, σχεδόν σερνόμενα, και προσπαθούσε να περνά απαρατήρητη ανάμεσα στα νεαρά κορίτσια, για να επιβλέπει και την τελευταία λεπτομέρεια στην τόσο σχολαστική εμφάνισή τους. «Πρέπει να ετοιμαστείς, είναι ώρα να βγεις. Οι ξένοι περιμένουν να απολαύσουν το χορό σας. Τελείωνε!» Με αργές κινήσεις η κοπέλα σηκώθηκε όρθια και βγήκε από το νερό. Η φωνή της Κίμι είχε έναν τόνο τόσο προστακτικό, που ακόμη κι αν ήθελε δεν θα μπορούσε να την αγνοήσει. Φόρεσε μια πρόχειρη γιουκάτα και προχώρησε προς το μέρος της γριάς. Χρειάστηκε να περάσει αρκετή ώρα έως ότου ετοιμαστεί. Για να ντυθεί μια γκέισα απαιτείται πολύς χρόνος και οπωσδήποτε κάποιος να τη βοηθήσει. Όταν η πόρτα του δωματίου της άνοιξε, φορώντας ένα κατάλευκο ολομέταξο κιμονό, με λαμπερά τα ολόμαυρα μαλλιά της και τα καλοσχηματισμένα χείλη της έντονα βαμμένα σαν φρέσκα ζουμερά κεράσια να προκαλούν τόση αντίθεση πάνω στο κατάλευκο σαν μάσκα πρόσωπό της, τίποτα δεν θύμιζε πια τη μικρή Χιρόκο. Η εντυπωσιακή γκέισα πέρασε το κατώφλι του σπιτιού βαδίζοντας προσεκτικά επάνω στα ξύλινα τσόκαρα και με σιγουριά προχώρησε προς την έξοδο του σπιτιού. Ένα αμάξι την περίμενε για να τη μεταφέρει μαζί με άλλες δύο γκέισες στην κοντινή οτσαγιά, για μια ακόμη βραδιά, για έναν ακόμη χορό, το χορό της γκέισας.



Το παραμύθι της βροχής (μουσική: Νίκος Γουλανδρής)