Page 1


Copyright Š 2010 ΒΑΣΙΛΗΣ ΚÎ&#x;μΤΣΙΑΥΗΣ e mail: tsiaris81@hotmail.com ΓΙΑÎ?Î?ΗΣ ΙΑΚÎ&#x;ΜΑÎ?ΛΗΣ e mail: diakos81@hotmail.com EΚÎ&#x;ΣΕΙΣ Î&#x;ÎšÎ™ÎœÎ‘ÎšÎ—ÎŁ Τ. ΤΜουΝκΡ 8, Î—Ď κΝξΚο ÎšĎ τΡ Τ.: 2810 288544 / F: 2810 285541 e mail: ekdoseis@dokimakis.gr, sales@bigbook.gr site: http://www.bigbook.gr Î•ÎšÎşÎżÎ˝ÎżÎłĎ Ď†ÎˇĎƒÎˇ: ΕΝ%νΡ Αϋφιντ Εκτ(Ď€Ď‰ĎƒÎˇ: Î“Ď ÎąĎ†ÎšÎş% Τ%χνξ ΕΜ. ΠΑΤΕΥΑΚΗΣ & ΣΙΑ Ε.Ε. ISBN: 978 960 9433 12 9


Βασίλης Κουτσιαρής Γιάννης Διακομανώλης

Ç êñáõãÞ ôùí ëýêùí

Εικονογράφηση: Ελένη Αϋφαντή


Στην Κοκώνα-Ιωάννα


Ή

ταν αρχές Αυγούστου, όταν η οικογένεια του Λούη μετακόμισε στο μικρό χωριό ψηλά στο βουνό. Βόθη το όνομά του. Περίεργο όνομα όπως και οι κάτοικοι. Με τις λίγες οικονομίες που είχαν, νοίκιασαν ένα σπιτάκι με δυο δωμάτια όλα κι όλα και μια μικρή αυλή. Θα το ’φτιαχναν όμως και θα το ’καναν αγνώριστο. Τώρα που το ’χαν βρει, ήταν σίγουροι ότι όλα θα τους πήγαιναν καλά. Ο Λούης δεν ήταν και πολύ ενθουσιασμένος με αυτή την απόφαση των γονιών του. Στην πόλη είχε τους φίλους του, το σχολείο του, τους δικούς του αν9


θρώπους. Αν και μόλις δέκα χρονών, μάλωσε μαζί τους γι’ αυτό το θέμα. Τελικά υπερίσχυσε η γνώμη των γονιών του, αφού η μετάθεση του πατέρα ως ταχυδρόμου δεν τους άφηνε και πολλά περιθώρια, και να που τώρα βρίσκονταν εκεί. Το χωριό ήταν χτισμένο ψηλά, κυκλωμένο από ένα πυκνό δάσος που έφτανε ως τους πρόποδες του βουνού. Μοναδική διέξοδος ο μικρός χωμάτινος δρόμος που οδηγούσε στην κεντρική λεωφόρο λίγα χιλιόμετρα μακριά. Όλα τα σπίτια ήταν μικρά με κόκκινα παντζούρια και πόρτες και ήταν χτισμένα σχετικά κοντά το ένα με το άλλο. Οι αυλές των σπιτιών ήταν περιφραγμένες με έναν αρκετά ψηλό φράχτη, ασυνήθιστο για αυλή. Μόλις νύχτωνε, όλοι έμπαιναν μέσα στα σπίτια τους, σφάλιζαν πόρτες και παράθυρα και άφηναν τα έξω φώτα αναμμένα. Όταν οι γονείς του Λούη ρώτησαν γιατί το έκαναν αυτό, εκείνοι απάντησαν: 10


Φοβόμαστε τους λύκους. Βέβαια χρόνια τώρα δεν είχε γίνει κάποιο περιστατικό που να δικαιολογεί το φόβο τους αυτό. Στα 11


μικρά χωριά οι θρύλοι έχουν τέτοια δύναμη, που δύσκολα μπορεί να τους αγνοήσει κανείς. Το σπίτι που νοίκιασαν ήταν χτισμένο στο ψηλότερο σημείο του βουνού, λίγο μακριά από τα υπόλοιπα σπίτια, σχεδόν κρυμμένο, λόγω των ψηλών δέντρων γύρω του. Καθημερινά, δήθεν τυχαία, περνούσαν διάφοροι και σταματούσαν για μια καλημέρα. Ποτέ όμως δεν αρκούνταν μόνο σ’ αυτή.

Κινδυνεύετε! Φύγετε από το χωριό! ήταν τα τελευταία τους λόγια, χωρίς ουσιαστικά να τους εξηγούνε το λόγο. Όταν οι χωριανοί είδαν ότι οι γονείς του Λούη αγνοούσαν τις προειδοποιήσεις τους, άλλαξαν τακτική. Έπαψαν να τους μιλάνε. Τους έβλεπες να συζητούν μεταξύ τους σιγανά, να τους κοιτάζουν παράξενα. Μια μέρα η κυρά Δέσποινα, η μαμά του Λούη, άκουσε να τους αποκαλούν «οι άλλοι». Κι όμως ήταν άνθρωποι καταδεκτικοί, καλοσυνάτοι. — Δύσκολα τα πράγματα, μονολογούσε η κυρά Δέσποινα ξανά και ξανά, όταν έμενε μόνη της. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί ήταν τόσο ανεπιθύμητοι στο χωριό. Όταν όμως ο γιος της της έλεγε το παραμικρό για αυτό το θέμα, τον μάλωνε λέγοντας ότι τα πράγματα δεν ήταν έτσι. 12


Ώσπου έφτασε ο Σεπτέμβρης, που ο γιος της θα πήγαινε σχολείο. Το πρωί, μόλις ξημέρωσε, η μαμά έντυσε το Λούη με τα καλά του ρούχα, το μπλε παντελόνι και το άσπρο πουλόβερ, του έδωσε ένα φιλί και τον ξεπροβόδισε. Το σχολείο βρισκόταν κοντά στο σπίτι του. Σε λίγα λεπτά είχε φτάσει. Μόλις μπήκε στο προαύλιο, όλα τα παιδιά τον κοιτούσαν περίεργα. Αισθάνθηκε άβολα, αλλά ευτυχώς χτύπησε το κουδούνι για να μπούνε στις τάξεις. Η τάξη του ήταν μικρή αλλά στολισμένη όμορφα. Οι συμμαθητές του λίγοι. — Καλημέρα, είπε δυνατά αλλά δεν πήρε απάντηση από κανένα. — Καλημέρα, ακούστηκε δειλά, μετά από λίγο, μια φωνή πίσω του. Ο Λούης γύρισε και είδε ένα κοριτσάκι με μακριά ξανθά μαλλιά και γαλάζια μάτια να τον χαιρετά δειλά. Της χαμογέλασε κι εκείνος και γύρισε το κεφάλι του μπροστά. Στο διάλειμμα το μικρό κορίτσι τον πλησίασε. — Με λένε Άννα, του είπε. — Εμένα Λούη, της απάντησε γεμάτος χαρά εκείνος.

13


— Προχθές ήρθαμε στο χωριό. Λείπαμε όλο το καλοκαίρι, του είπε η Άννα. — Γι’ αυτό δε σε έχω δει τόσο καιρό που είμαι εδώ, διαπίστωσε εκείνος. — Πέρασες δύσκολα το καλοκαίρι; Η ερώτηση ξάφνιασε το Λούη. Δεν την περίμενε. — Γιατί το λες αυτό; τη ρώτησε δήθεν αδιάφορα. — Τα παιδιά δε μιλούν σε ξένους. Δεν τους αφήνουν οι γονείς τους. Αυτό πρέπει να ’γινε και με σένα, είπε η Άννα κοιτάζοντάς τον με συμπάθεια. — Αυτό έγινε… της απάντησε διστακτικά εκείνος. — Μη στεναχωριέσαι. Τώρα έχεις εμένα, του είπε η Άννα και του χαμογέλασε γλυκά. — Εσύ δεν είσαι σαν τους άλλους… Τα λόγια του Λούη έκρυβαν ένα παράπονο. Κοιτούσε την Άννα στα μάτια και περίμενε να ακούσει τι είχε να του πει. Η Άννα κατάλαβε ότι ο Λούης ένιωθε πολύ μόνος. Έτσι του είπε: — Δε μεγάλωσα εδώ. Μόλις πέρυσι αποφασίσαμε να έρθουμε να ζήσουμε στο χωριό. Ο μπαμπάς μου είναι γιατρός και μου είπε ότι ο καθαρός αέρας στο

14


χωριό θα έκανε καλό στην υγεία μου. Το σπίτι που μένουμε είναι κληρονομιά της μαμάς μου. Το κουδούνι διέκοψε την κουβέντα τους και μπήκαν ξανά μέσα. Όταν σχόλασαν, η Άννα τον πλησίασε. — Θα ’ρθεις σπίτι μου το απόγευμα; — Ναι! της απάντησε ο Λούης αμέσως, χωρίς δεύτερη σκέψη. — Είναι το τελευταίο σπίτι κοντά στην είσοδο του δάσους, του είπε η Άννα και έφυγε. Ο Λούης έμεινε για λίγο εκεί μόνος του και την κοιτούσε που κατέβαινε το δρόμο για το σπίτι. Ήταν τόσο χαρούμενος! Η πρώτη του φίλη στο νέο μέρος. Το απόγευμα δε θα το πέρναγε πάλι μόνος του. Πετώντας την τσάντα του ψηλά και τραγουδώντας, κατευθύνθηκε προς το δικό του σπίτι. Η μαμά του ήταν ευτυχισμένη που ο γιος της ήταν τόσο χαρούμενος. Αγωνιούσε να γνωρίσει την περίφημη Άννα για την οποία ο Λούης τής μίλαγε συνέχεια εκείνο το μεσημέρι. Μόλις έφτασε το απόγευμα, ο Λούης έδωσε ένα ζεστό φιλί στη μητέρα του και έφυγε βιαστικά για το σπίτι της Άννας. Μόλις τον είδε εκείνη, έτρεξε κοντά του. — Ήρθες…, είπε.

15


— Στο ’χα πει! της απάντησε εκείνος. Ο Λούης δεν κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα. Μόλις άρχισε να νυχτώνει, χαιρέτησε τη φίλη του και της υποσχέθηκε πως θα ξαναρχόταν την επόμενη μέρα. Έτσι πράγματι έγινε! Πήγε και το επόμενο απόγευμα. Βρίσκονταν κάθε μέρα. Τους άρεσε τόσο πολύ να μιλάνε, να παίζουνε, να τρέχουνε… να είναι μαζί! Ένα απόγευμα η Άννα πρότεινε στο φίλο της να πάνε στο δάσος. Υπήρχε ένα ρυάκι λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι της που η μαμά της της έλεγε συνέχεια πόσο όμορφα ήταν, αλλά η Άννα δεν είχε πάει ποτέ. Η μαμά της έλεγε πως το δάσος δεν είναι μέρος για μικρά παιδιά γιατί παραμονεύουν κίνδυνοι. Τώρα όμως είχε το φίλο της και ένιωθε μεγάλη σιγουριά. Ο Λούης δέχτηκε αμέσως. — Πρόσεχε μη μας δούνε! Η μαμά δε θα με ξαναφήσει να βγω, αν το μάθει, του είπε σιγανά η Άννα. — Εντάξει, της απάντησε εκείνος. Η Άννα πήρε την τσάντα της και ξεκίνησαν για το δάσος. Μια τεράστια πινακίδα έγραφε:

ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΒΟΘΗ Κάτι σαν καλωσόρισμα δηλαδή. 16


Η κραυγή των λύκων  

Τη νύχτα στο χωριό τα φώτα δε σβήνουν ποτέ. Κανείς δεν τολμά να βγεί έξω. Φοβούνται τους λύκους. Τα λόγια της Μαριάννας, αν και έχουν περάσε...

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you