Page 1

Νί κ ος Β αρ αλ ή ς

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Ενδυµίων


Νίκος Βαραλής

ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ

Ενδυµίων


ΑΡΑΤΩ Στον Κώστα Γανωτή.

Μαζεύτηκαν µες στα χαλάσµατα Μνήµες και πυρετοί και παιδική ηλικία και πόλεµος και γλέντια ακουµπισµένα εκεί στα κίτρινα χέρια. Ήταν το χώµα υγρό, γεµάτο πέτρες στα µνήµατα ο κόσµος έτριζε και ράγιζε τον ψίθυρο από τα στάρια στην νύχτα εκείνη των µατιών, του τροµερού σεισµού που κλώτσησε τα χέρια από τα µαλλιά και όλα ρήµαξαν. Ο γιος κατέβηκε στο κτήµα του πατέρα. Ούρλιαξε µέσα στις ελιές, µετάλαβε χώµα κελαινόν, που µεταφέρει δάκρια µαζί κι ελπίδες. Τον πήραν µέσα από τα χαλάσµατα. Το φιλαράκι της παλιάς παρέας έσταξε µες στα µάτια του λιγάκι τσίπουρο µπας και φιλιώσουν οι µέρες του. Κι ήταν εκεί οι άστεγοι από πατρίδα οι έχοντες µια χορδή, οι ανώτιστοι των ιδεολογιών και των ισµών της λέπρας κοµµάτια όµως της αρµονίας ενός πνιχτού ζεϊµπέκικου στην πόρτα µέσα της ζωής που ξέρει από χαλάσµατα και την λειψή την πίστη ακυρώνει. Στάση εδώ. Σταυρός.

[7]


Τρις η ανάσα Κι κάµα της ψυχής ολόγυµνη, στιλπνή Αράτω.....

[8]


ΠΑΡΑ ΘΙΝ’ ΑΛΟΣ τον Αστέρη Γκέκα και τις Κυριακές του Απόλλωνα στο Βόλο

Κοίτα, είχα µια δεξαµενή δέντρα πολλά και δίαιτα αρµόζουσα. Και ήρθε ένα φεγγάρι πλεούµενο και στις Μηλιές έτρωγε σύµφωνα. Μιλούσα στην κιθάρα µε άσπρο καθαρώτατο Ιονίου. Κι ωφέλεια η υγρασία του Μαγιού, πεζούλια λιονταρίσια, µες στον ύπνο. Κατεβήκαµε µετά στο λιµάνι κι είδα τους επιζώντες περιµένοντας κι αργούσε να φανεί το πλοίο. Κι άγγελος επάνω στους ιστούς το καλοκαίρι φορτωµένο µε κόµπους λεύκας δίψαγε. Περπάταγε επάνω στα νερά.. Περίµενα µαζί τους την αυγή των ποντικών. Ένας πατούσε λίρες στην όχθη του µεσηµεριού, ψιθύριζε εξισώσεις. Το βουνό περνούσε µέσα του ανενόχλητο. Άλλος µε συµβουλές στους νεαρούς επυλίδες για την πορεία του τσιµέντου, ως ανερχόµενη εσπέρα µέσα στο φέγγος. Και ο κύριος νοµάρχης, αναµένοντας την άφιξη των ποντοπόρων. Την άλλη µέρα φύσηξε φλεβίτιδα και βάκιλους ήρθε το πλοίο και ο άγγελος µαστίγωσε τα κύµατα κόκκινο χαλί στον κύριο νοµάρχη. Μου βγήκε ο Αρχίλοχος και εσάστισα την παρατάω την ασπίδα. Θα ακουστώ.

[9]


Κι άλλη δεν έχει. ∆εν έχει άλλη. Μήτε και λεύκα, ούτε δεξαµενή, ούτε και δρόµοι υγρασίας, ούτε αναµονή του πρωινού ούτε µπαζάρ χριστουγεννιάτικα της Κυριακής µε άρρωστες γούνες, ζωγραφισµένα µέτωπα.. ούτε…. Κοιµήθηκε µια µέρα, που στο ρόδι φύσαγε θάλασσα πριν κοιµηθεί υπήρξε Οδυσσεύς, µια µέρα….

[10]


ΝΙΚΟΣ ΣΚΥΛΟ∆ΗΜΟΥ ΣΤΗΝ ΙΩΛΚΟΥ Μια πέτρα κοµµένη σε δυο κυπαρίσσια µια γέφυρα κι ένα ξερό ποτάµι που το φεγγάρι κατρακυλούσε το χειµώνα, πριν βρει τα µάτια µας. Πιο κάτω σίδερα, δυο πόρτες κι η αντλία που γυρνά στα χέρια µας το ξεραµένο δρόµο, το λεπτό, το χρόνο τη µικρή µατιά που τα έκανε διάφανα όλα. Ήθελα να ήµουν πάρκο, να κάθονται πουλιά το γέλιο να ξαπλώνει µες στα δόντια, καθώς γυρνάν τα βλέµµατα από την ίδια επανάληψη της µέρας. Κι ύστερα φύλλο, µια νότα που κυλά από την καταιγίδα να βρίσκει Απρίλιο και Μάη κι ένα λελέκι απ’ τα παλιά που τάνυζαν ουράνια τόξα και µπαξέδες. Κα να είχα ένα ψωµάδικο και να ζυµώνω αλφάβητα στη λόγχη του αυριανού παιδιού, να ξενυχτάω. Πινακωτή µε σύννεφα, τον ήλιο, την ακτίδα θα βρέξει εδώ, ασπρίζει εδώ, µιλάει εδώ, θυµάται.. Και πάνω τους, µια ρίζα λοιµική του άνεµου, θρυµµατίζει το µικρό του χέρι. Βρίσκει το φως.. Τροφή στο όνειρο. Και το νερό κι η ρόδα που γυρνά στρέφει τον άξονα, στρέφουν τα χρόνια και γυρνάνε Πιο πάνω το βουνό σκιά πριν ξηµερώσει… Ήταν καράβι, τα πήρε τα κουπιά αέρας, το δέρµα άνεµος και όλοι πήγαν του χαµού Τώρα επιζώντες Κυριακή στην παραλία µε τσίπουρο στην άκρη των µατιών ώσπου φαίνεται καγχάζων εσαεί, ο Σκυλοδήµος…

[11]


ΤΟ ∆ΕΡΜΑ ΤΟ ΑΝΙΑΤΟΝ Ήταν επάνω στη σιωπή που βέλαξε το Πήλιο µε τα παλιά τηγάνια του. Να πέφτει η στάλα στην λαµαρίνα πάνω και να µουσκεύει σίδερο η ώρα. Τώρα που είσαι; Επάνω µονοπάτι των µατιών πηγαίναµε µε κάστανα του δρόµου σαπισµένα Κι άγρια πουλιά του χιονιού παρακινούσαν την βροχή να καταλύσει µάτια Να φάει του δάκρυου την αρµύρα, το χάλκινο του πλατανιού. Στην Μακρυνίτσα σταµάτησε το σύννεφο. Θα σου θυµίσω το έρηµο σπίτι, την φωτιά και τις αράχνες που έστηναν παγίδα να πιάσουν όνειρα. ∆εν ξέφυγα. Περνώντας στον Αη Γιώργη έκλεινα γόνυ, στην πέτρα της επιστροφής που τότε γλύτωσε τον πατέρα από τους Γερµανούς για να τον φάει της κάθε µέρας το ανυπόφορο. Κι είδα την πέτρα να απασφαλίζεται να σκάει η µέρα και µείς µες στη βροχή στα δευτερόλεπτα που αγκυλώνουν την ψυχή, αιµάσουσα η µέρα, φίλε. Όταν φτάσαµε στον πλάτανο η βροχή είχε µείνει µόνο στα µαλλιά µας.

[12]


Πέρασα πάλι µόνος και ήταν πάλι η βροχή, µύριζε σώµα αυγερινό, πλάκες αυλής τριγυρισµένης γιούλια Με πήρε από µέσα ο καηµός για την φθαρτότητα . Αχ και µέσα µας καλέµι ο λυγµός να στήνει γέφυρες στο βλέµµα του Θεού. Όταν περιέρχοµαι ενίοτε εκείνη την πλατεία βρίσκω καταφύγιο στο σπίτι του Αη Γιώργη µπουκώνω στάλα εσπερινό, τραγούδια των απόντων. Και η βροχή κόβει το δέρµα, το δέρµα το ανίατον

[13]


ΚΙ ΑΣ ΛΕΣ… Λιµάνι µε τα φρούτα ανοικτά την πράσινη θάλασσα µε τις κορφές και ένα… Πανάκι µε κοίταζε µε την σκιά στον ώµο κι εγώ «θα φύγω» έλεγα…. Επάνω σε µονοπάτια καστανιάς µε τα µαλλιά της λυτά τα µαλλιά της… Με κοίταζε κι ο δρόµος σιωπή του κρύσταλλο, ραγισµατιά του… Είµαι και εγώ ένας δεκαπενταύγουστος µε την θάλασσα στον ώµο. Πιο κει το χιόνι µαύριζε κι η νύχτα ήταν πιο πλατειά από µέταλλο. Πήγαινε ο αέρας στα καλάµια. Κι η σκιά µινύριζε. Κι ακούγονταν στο βάθος αηδόνια και άλλα του ουρανού. Ελάτε, φώναξα. Κι ήρθανε µε το µάτι τους λευκό, το παρελθόν τους. Κι ούτε ιστορία τους άγγιζε. Μας άγγιξε, είπαν, λευκανθήκαµε. Βλέπεις του φώναξε. Η λεύκα σάπισε. Ήρθε ο ήλιος κι έµπηξε τα δόντια του και τώρα τι θα κάνεις, τώρα τι θα δεις του φώναξα. ∆εν έχει λεύκες εδώ, µου είπε. Είναι γραφτά τα δέντρα κι ανοιξεύουνε όµως και έρχονται. ∆ες την εικόνα που σου φύλαξα παιδί, δες. Μια πικροδάφνη η µητέρα ακίνητη. Μια πλατυτέρα όταν ορµάει η αυγή κι ο έσπερος πεινάει. Εσύ τι λες; Το χιόνι µέταλλο µε διαδρόµους ανοιχτούς, παράθυρα. Κι έρχονται µε την παλιά φωτογραφία στο λαιµό κιτρινίζοντας τη δηµοσιά, τα φώτα. Κι ήρθε ο Αργύρης µε την σάκα την παλιά. Μύριζε παντού Ιφιγένεια µε τα κοτσίδια απείραχτα γεµάτα από κοιλάδες. Κι ήρθε ο Τώνης µε µπερδεµένες νότες

[14]


στα µαλλιά.. Θα ρθω και γω µόνο αργά. ∆εν έχει, µου λένε. ∆εν έχει χρόνο. Χρόνους δεν έχει. Ιστορία µέσα και έξω αλλά στο µεδούλι πάντα καλοκαίρι. Ένα «χαίρεται» που βγαίνει πάντα από πυράκανθο. Και µια πετρούλα γυαλισµένη τρικυµίας µε τα πλατάνια και τα βουνά. Κι ας λέω εγώ… ότι περισώζω είναι ο αέρας. Κι ας λέω.. Πηγαίνει ο δρόµος πουλιά κι είναι το πάλι που ραµφίζει το νερό κι όλα… Μαζεύονται ως να πληθύνουν οι Μάρτιοι µε τα λοξά τους ράµφη στα νερά που… Ακούγονται οι καµπάνες καθώς µαζεύονται τα άνθη του αέρα και χλοµιάζουν σαν…. Να µιλάνε από καιρό τα σώµατα κι αφήνουν τις ψυχές στα δέντρα µέχρι….. Ο κόµπος να δείξει. Να σπάσει ο κόµπος και τα νερά, στη θάλασσα, στον ύπνο….

[15]


Οι άλλοι… Γλιστράει στα κλαδιά ο φόβος Σπέρνει στους δρόµους δόντια αλµυρά Κι έχουν γεράσει τα παράθυρα, ο ιστός που χρόνια πυρπολεί κι απ τις ζωές µας ένα µαντήλι φαγωµένο, η νύχτα κερδίζει… Γι' αυτό κι η αγριάδα µες στο βλέµµα πως θα ‘ρθουν άλλες µέρες πιο καλές και θα γλυκάνει ο καρπός Κι όπου το βήµα φτάνει, όπου το βήµα…. Στα ξερά σπαρταράει το χώµα. Κι εδώ χωρίς αποσκευές µε θάρρος αυγερινού το δόντι που κόβει αριθµούς µες στα δωµάτια Κι η ανάσα αργεί, η άφεση, ο άλλος τρόπος Το δέρας τ' αλατιού µες στον πικρό χειµώνα. Φτάσαµε εδώ µε µάτια κλειστά Μαύρο το αίµα πήγαινε χαλίκια µες στη γλώσσα να δοκιµάζει αντοχή του µακριά, και το αυγό να αρνείται Φτάσαµε στον ήχο της ελιάς που γέρασε στα νησιά και στους βράχους π’ ασηµίζουν φεγγάρι κι αστερίες µυρίζουνε και το πάθος σταυρώνεται παπαρούνα, ροδώνας το απόρθητο "αχ" τα καρφιά, τα καρφιά που ανοιξεύουνε πάντα.

[16]


Παρατηµένα ξύλα, φαγωµένα, τάµατα σίδερα κεφαλαριών µε τον ύπνο ακόµα σκαρφαλωµένο στη σκουριά να αντιστέκεται να βρίσκουν τον αµνό µες στη σκιά του ονείρου κι αίµα χαλκού, αίµα του ξύλου. Μονάχοι εδώ να τρώµε του καιρού τα χρέη, του µπλε, του πάγου το ελαφρύ και το διάφανο.

[17]


Εις Λαόνικον Βάρος γαλάζιου. Να γλιστράει το χώµα. Ουρανόθεν λειψός εκπατρισµένος σε βρύση πύθια πορεύοµαι. Κι έρχεται βράδυ αχινού µε ακουµπισµένο στις λυχνίες στέµµα σελήνης. Στους τείχους µέσα τριγυρνώ µε κρόταλα πολλά και το σηµάδι των θεών στο στέρνο. Άκου φωνές.. Την πύλη άκου, του Άδη, τρίζει.. Μυρίζει αστραπές των γεραλιών σε πόλη κλειστή γεµάτη οδοφράγµατα. «Σήµερα θα συµφάγωµεν εις τας εξι που βραδιάζει» .. κι ένας τεράστιος χειµωνανθός εκλιπαρούσε βλέµµα, παιδιά που ξεχειλίζουν την ατµόσφαιρα διαλύονται σε φθόγγους Ιλιάδας Έκτοτε ξεκίνησαν τρεις βάρκες. Στη µια πήραν τις πράξεις και τα σχέδια. στην άλλη το σώµα σου µε τα σηµάδια του ύπνου και χαραγµένο απάνω του τεκµήρια ασφυκτικής αθωότητας. Μία µονάχα έφθασε στον κάπρο. Τριγύριζε στα απόνερα µέχρι που βούλιαξε κι ο ήλιος στα νερά. Τότε σκοτίσθηκε η σελήνη. Χωρίς αποσκευές των αναµνήσεων, τι µένει πια Λαόνικε;

[18]


Με τον ήχο ακτίνας… Με το βάρος της νύχτας στα βλέφαρα και το φως που γυαλίζει χαλίκια στων χεριών τα στενά να κοιτάζουµε ώσπου να ‘ρθει ο άγγελος και να πει τα σηµάδια. Σώµα βαρύ µυστηρίων που ανέβηκαν πλώρη για να σκίσουν του πράσινου τα µελλούµενα πρόβατα. Γιατί εδώ οι ποιµένες απέχουν, συλλαβίζουν το γράµµα και το σώµα νεκρό, γεµίζει στυφά καλοκαίρια. Είναι άλλη φωνή που γυµνή αφουγκράζεται χώµα µε γαλάζιους σκαρµούς και που λάµνει φεγγάρια. Όπου εκεί η συνέχεια και ο λόγος µες στα ίχνη χεριών να κερδίζει αέρα και να χάνει η νύχτα το τρόµο να γεµίζει το βλέµµα µε τη χάρη του άλλου. Και µετά , στο χλωρό µεσηµέρι τα άνθη εφάπτονται και λυγµούς ικεσίας σηκώνει να κερδίσει το φως. Μόνο κάπου µακριά θα ηχούνε παράταιρα οι τριγµοί απ’ τα δόντια. Ας περάσει η µέρα µε στεφάνια ελιάς. Κι όποιος έχει καρδιά… ας αγγίξει….

[19]


ΚΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΕΦΑΝΗ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ Κι εδώ βουνό, της πέτρας και του ελαφιού µαξιλαριών, ύπνων ωραίων µε λυσίκοµα όνειρα που στροβιλίζονται µε την αρχή του φθινοπώρου. Κι η θάλασσα γέµει οφθαλµών Σκοτάδι υψώνεται οµίχλη γέρικων νερών καθηλωµένων. Κι εδώ µουσκεύοντας εικόνες στο αλάτι της µουσικής σκίζοντας νότα το ξύπνηµα ήρθε µε πριόνια. Κι η γη δρόσισε φρύγανα χλωµής ανάσας. Εδώ θα πλεύσω λέξεις από τα βουνά που µε κυκλώνουν απ τα νερά που πνίξαν τη στιγµή κι επανέρχονται ως µνήµη. Εδώ θα πλεύσω µε την οσµή λυτών µαλλιών νύχτας πικρής από σελήνη. Και στο κουκούτσι της στιγµής σπόρο θα ρίξω θάλασσα να έρθει φως να απονερίσει. Περάσαµε το φράγµα σιωπηλοί πεζούλια ύπνου ορθά στο κύµα µ’ ιδρώτα καλοκαιρινό σε σβώλους λάσπης. Και φάνηκε από µακριά ο άγγελος µε το παρθένο γάλα µες στα µάτια και τα λευκά του όνειρα σκισµένα.

[20]


ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ Άκουσε την σιωπή ανάµεσα στα φωνήεντα των δέντρων ξεναγήθηκε µετά στους τρούλους των λέξεων δίνοντας αφορµή στην σελήνη να του λέει τα παραµύθια που άκουσε παιδί. Τελικά ήταν κάτοικος µιας άλλης χώρας και τώρα εξόριστος ιερουργούσε επανάληψη εν είδη ανούσιας τελετής. Συνταξιούχος των ονείρων απολάµβανε την ακηδία του όπως οι γέροντες που κάθονται ως µαύρα χαλασµένα δόντια στα παγκάκια του λιµανιού περιµένοντας ένα καράβι που ποτέ δεν θα έρθει ένα αύριο που δεν θέλουν να φτάσει. Όταν γυρίζει σπίτι βρίσκει παντελονάκια µε στίχους κυρίως από τα παιδικά του χρόνια. Τους παραδίδει αυθωρεί στην γυναίκα του µε τροµαγµένα χέρια. Η γυναίκα του ενοχλείται ιδιαίτερα από τα σύµφωνα, τα οποία διαθέτουν οξύτατες γωνίες και τραυµατίζουν τους µην προσέχοντες. Αφού καθαρίσει καλά τα ποιήµατα ώστε να µην φαίνονται θα του πει υψιφώνως « πολλά ευ για έναν τόπον µικρότατον, είναι πλεονασµός. Πήγαινε αµέσως να φτιάξεις το καζανάκι. Ουδεµία άλλη έχεις προοπτική» Σκαλίζοντας τότε στους βυθούς, θα σηκώσει το βλέµµα και εκ του παραθύρου της τουαλέτας θα δει και αυτός, έναν ήλιο, φωτεινότατο άστρο.

[21]


Π

Ε

Ρ

Ι

Ε

Χ

Ι

Ο

Μ

Ε

Ν

Α

ΑΡΑΤΩ............................................................7 ΠΑΡΑ ΘΙΝ’ ΑΛΟΣ..............................................9 ΝΙΚΟΣ ΣΚΥΛΟ∆ΗΜΟΥ ΣΤΗΝ ΙΩΛΚΟΥ................11 ΤΟ ∆ΕΡΜΑ ΤΟ ΑΝΙΑΤΟΝ...................................12 ΚΙ ΑΣ ΛΕΣ…...................................................14 Οι άλλοι….........................................................16 Εις Λαόνικον....................................................18 Με τον ήχο ακτίνας…..........................................19 ΚΙ ΑΠΟ ΜΑΚΡΙΑ ΕΦΑΝΗ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ.................20 ΠΟΙΗΤΗΣ ΣΤΗΝ ΕΠΑΡΧΙΑ................................21

[22]


ΤΑ ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΒΑΡΑΛΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΑΝ ΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 2014

Νίκος Βαραλής, ΠΑΡΑΛΕΙΠΟΜΕΝΑ  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you