Issuu on Google+

Βάιος Νικιώτης

Εναρμόνια

Ενδυμίων


Βάιος Νικιώτης

Εναρμόνια

Ενδυμίων


Ο πλύντης δίσκων φαγητού λέγεται και dj. Μεγάλη ελευθερία. Λάμπει από τη νύχτα ακόμα το φως κι αυτό θα τ' απαρνιόμουν στο ξημέρωμα αφού στεγνώνει τη γη απ' τη χτεσινή βροχή. Μεγάλη ελευθερία και η κλίμακα πρωτοφανή, φορτωμένη χοντρόρωγα κι αγίνωτα σταφύλια. Στο Άρτον η υπηρεσία δεμάτων με τη θεά Αθηνά. Στην άγρια φύση του Άρτον θρηνούν θανάτους, τσίφτες στολισμένα φτερά, κουρούνες ερωτικής αγωνίας με επιτόκιο χαμηλά. Ω, η φθορά! ....χαρούπια και Dante τη χώρα των Μυκηναίων.

[7]


Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο στη παραλία με ζωντανές παρτιτούρες στο αυτί. Κάποτε φυσούσε μήνυμα θυσίας. Ο ψαλμός βούτηξε στη θάλασσα μόλις πέρασε κι έπεσαν απ' τα κλαδιά τα φύλλα. Οι υπόλοιποι καλεσμένοι έλεγαν για κλέφτες και αρματωλούς. Έπιναν κάτι κόκκινο και κοίταζαν δεξιά να κρύβουν στα φλας το δεξιό προφίλ. Μεθυσμένοι πυροβολούσαν ο ένας τον άλλον μετά κι ο φωτογράφος αυτοκτόνησε. Δεν έμεινε κανείς. Μόνο ένα παιδί, γυμνό από έλεος, που 'βλεπε τους καλεσμένους στις φωτογραφίες και πλέον άκουγε καθαρά τη σιωπή αφού κι ο άνεμος, δεν επέστρεψε ποτέ.

[8]


Το είδαμε το παιδί. Έστεκε ορθό, στο τελώνειο άνοιγμα στυλωμένο, μ' ένα τραγούδι ορκισμένο στο ψωμί που βάρυνε το ξένο το παιδί, τί του καταλογίζαμε;... κι ακούστηκε μια φωνή, ακόμα πιο αυστηρή: η φωνή τού εγγονού.

[9]


Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιών αυτών. «Εξάρθρωση από προσώπου αμανές». Σπρώχνουν πείνα με πείνα οιμωγές από το στόμα κι ένας μαύρος μίνιμαλ ιστός στο αττικό φως καρφωμένος. Στη 70' Φτερόλακα πολύχρωμοι με γκλίτσες κατεβαίνουν σλάλομ από σημαιάκια εντός πίστας. Της κατεβασιάς καταφερτζίδες, κερδισμένοι σε καθίσματα από ζεστά άχυρα απόλαυσης μ' ένα κιλό ζαχαρίνη φενάκης.

[10]


Από εκλάμψεις η επιθυμία με χέρι που ψευδίζει ελεημοσύνες ύψους αφίσας. Μόδα από πειρασμό παλιά, που σπρώχνει σε καλή τιμή μια ολοένα και πιο ριζική στέρηση παράφωνα εαυτή και γίνεσαι τόσο εύκολα κτήνος, όσο εύκολα κάνεις την αθώα περιστερά. Να, έκανε ρίμα το ποίημα και θίχτηκε η ρίμα, όπως κάθε τι άσκησης μες στον πυρετό που χάνει το βήμα και μένεις με την άσκηση στο χέρι και γεννιέται μια φιγούρα χωρικής μεταφοράς που σε κοιτάει με τα δικά σου μάτια και ζεις, εν τέλει, με μάτια εξακρίβωσης στοιχείων.

[11]


La pietà Ένα ρόδο κάνει περιπάτους ανάμεσα, εκεί που στέφει ο θάνατος το έλεος. Ο καιρός περνά στης αναμονής την αίθουσα και χαιρετιόμαστε ακόμα άκοποι του ψαλμού κι όπως συχνά συμβαίνει στο ξεδίπλωμα της χρονοπιέτας, ο καθείς και τα όπλα του στου μεσαγρού το συνανθρώπινο ήχο.

[12]


σε μοτίβο Ταρκόφσκι Από το δάσος των γεγονότων σηκώνονται τα μάτια σε μαύρα πανιά και διασχίζουν κρεμαστάρια με σφαχτά και χάνονται στα χρόνια, φτάνουν στους γυρολόγους της ιστορίας για να ψωνίσουν από τον πάγκο φυλλάδια για χαλάκι ΄΄ ΄΄ αυτής της πόλης μυριάδες μορφές, οικοδεσπότες με τέχνη ενός πείσματος αφαίρεσης του πραγματικού αψηφώντας το κασκόλ τού βασάνου του. Απ' το μελανό σημείο του ουρανού βρέχει μέλλον στη τελευταία χούφτα τής γης και τρέχει ένα σκυλί, κινείται γύρω της, κάθεται στο πλάι και με τη μουσούδα σε σκουντά αλεξικέραυνο...

[13]


Γυρίζει, στρέφεται, τούτο το χώμα τρέφεται που στάθηκε, ήπιε μια ρακή, στίχους και ακόρντα πελαγίσια. Περίμενε... κι ακόμα περιμένει επιπλέον μ' ένα κλάσμα πείρας που 'φτιαξε και θάνατο οδυνηρό στο ίδιο του κρανίο, ένα σύμπτωμα από φύσηγμα, το φύσηγμα αυτό στο σκουριασμένο ακόντιο ν' αλλάξει το σβέρκο στα βουνά να σημαδέψουν μέλλον ...κι ένας περνάει και χτυπάει βαρύ ταμπούρλο μ' ένα αλλήθωρο μάτι.

[14]


Με κεντούν με τα μάτια κάτι ανθρώπινα στοιχεία πάνω σε βιβλία μεταμορφωμένα σε νούφαρα να ποζάρουν αποφθέγματα ως αλήθειες χωρίς να συναντιούνται ποτέ. Αλήθειες μεγαλωμένες χωρίς αλήθεια είναι όπως οι ψίθυροι αυτοί μέσα από τα δόντια. Ή φωνές φωνές ν' αλυχτά το φωναχτό ή σιωπές σιωπές ρίγος απ' το σιωπηλό. Τα ψίθυρα βιάζουν τον αέρα, αντιβουίζουν κάτι στοιχειωμένο και διαβάλλουν την ατμόσφαιρα από μπαλωμένα καραβόπανα. Κανένα πλοίο δε φαινόταν.

[15]


Με αργές βελονιές περνούν οι μέρες στο γόνατό μου. Με ενοχλεί το πόδι ωστόσο, δεν είμαι κουτσός.

[16]


Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότητα. Ένα νυχτερινό ξεφύλλισμα και τα παπούτσια βρίσκονται σε θαμπομπλέ προκυμαία. Φυσάει νέα τοπόσημα στην αλμυρή αφριά και του γήινου πόνου τ' ανομολόγητα καίγονται όπως το πολυπαιγμένο φιλμ από το φως... Ένιωσα τα παπούτσια, ξαφνικά, ότι μπορούν να σκέφτονται.

[17]


φως του πρωινού Ούτε που σαλεύω κρεμασμένος απ' τα έγχορδα που παίζουν ό,τι κονιορτοποιεί του βέλους τη σκοπευτική γραμμή. Πολυχορικό με άρπισμα και κιθάρες, εικονογραφεί το άχθος τοπίων που δηλώνει το κράτημα από τα δέντρα, καντέντσα το βιολοντσέλο απ' άλλο ύψος επί της αρμονίας σπρώχνει το κοράκι του νικημένου σώματος στο κοινό τσουκάλι. Πόσα ξέρεις, φως του πρωινού...

[18]


Είδα στα μάτια μου κι έσκαψα με το πατητό και σήκωσα από 'κει μέσα δάκρυα που βυθίστηκαν από κοντάκι διευθύνσεων. Τα έκανα παράτα να ξεπλένω του χρονικού τη σκόνη. Πιο πέρα, να 'ναι ορατές μορφές... Ω, πως αναπηδούν σε μια κλωστή καπνού! Μια φωνή μιλάει. Μιλάει απ' ένα νυχτέρι μέθης καρφωμένη στου χρυσόξυλου το απροσδόκητο κι όλα όσα βλέπει, βαδίζουν, γιατί δεν θυμούνται τι είναι οι πόνοι το στέρνο όμως...

[19]


Βάδισα εικόνες και καλωσήρθες από τόπο σε τόπο. Όλες μου τις ενέργειες, πότε χτισμένα κόκαλα πότε θερισμούς. Όλα, μ' ένα χορδιστό χαμόγελο σπαταλήθηκαν κάθε που μια σκέψη άφηνα να στέκει στο πλατύσκαλο προστασία στο αντίστροφο του χρόνου. Όσο κι αν σε μαζέψω, όσο κι αν κεντηθείς σταυρωτά στεκούμενα νερά μη σε ματιάσουν, όσο καθαρά, αλφαβητικά, χωρίς μουντζούρες θε να σε στήσω, ξανά και πάλι ανανεώνεσαι γαμημένο ευρετήριο έτσι σπαταλήθηκα κι έτσι συνεχίζω...

[20]


το σονέτο του σπασμού Ποτισμένη η κάθε μου πληγή, με ρίζες που διψούν κι ανασταίνουν φύλλα, να τα χορταίνει αέρας στο πιο ψηλό κλαδί. Φορές πολλές με τύλιξε η πειθώ... ο ήχος της, που φανερώνει τραγούδι αυτό που τραγουδά όταν ο σπασμός στεριώνει και σελίδες αποκάλυψης γυρνά. ... και τραγουδούσε, μέσα της ξανά και πάλι και πως αλλιώς να κάνει, εκείνος!... ο σπασμός, που 'ξερε και τις πληγές να τις χορταίνει ζάλη.

[21]


τα σκάγια Λίγο να κάνει κοπάνα απ' τα σύννεφα το φως και δίνει σ' όλα μια πλαστική αξία με την τελειότερη, σπιθοβόλα εκγύμναση. Στο αττικό φως, που σ' απορροφά ολόκληρο, δεν μετακινείσαι απλώς μες απ' τα βιτρό του πλήθους, τον πυρετό του θλιμμένου και τα ερωτηματικά της μοναξιάς, ευκίνητο κορμί από θερμούς τόνους σε πάει ο ελιγμός.

[22]


Σκοτεινά κατάβαθα ό,τι δεν προσέχει τη ζωή αλλά τη δράση της, σφυράει απ' το στήθος τ' όνειρο, το μόνο που απαντά στις ερωτήσεις μου.

[23]


Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για το χρόνο. σκέφτηκα, μ' ένα κουλούρι στο 'να χέρι κι espresso του πικρού στο άλλο. Σταύρωσα κι ένα κατράκειο γέλιο στο παράθυρο. - Τί τα θες;

[24]


Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρω στον προορισμό. Μάζεψα φόρα και βλέπω το κοντέρ της μοτοσυκλέτας που υψώνει τη φωνή τού αέρα και κουβεντιάζουμε και στέλνει δάκρυα στα μάτια... Τίποτ' άλλο δεν ακούγεται, τίποτ' άλλο δε με δακρύζει από έλλειψη.

[25]


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Ο πλύντης δίσκων φαγητού λέγεται και ..............................7 Ο άνεμος έκανε ήσυχα ποδήλατο στη παραλία..........................8 Το είδαμε το παιδί............................................................9 Ο γιατρός αποφαίνεται επί των ακτινογραφιών αυτών..............10 Από εκλάμψεις η επιθυμία.................................................11 La pietà.......................................................................12 σε μοτίβο Ταρκόφσκι.......................................................13 Γυρίζει, στρέφεται,..........................................................14 Με κεντούν με τα μάτια....................................................15 Με αργές βελονιές...........................................................16 Το ημερολόγιο είναι γεμάτο ορατότητα................................17 φως του πρωινού.............................................................18 Είδα στα μάτια μου.........................................................19 Βάδισα εικόνες και καλωσήρθες...........................................20 το σονέτο του σπασμού.....................................................21 τα σκάγια.....................................................................22 Σκοτεινά κατάβαθα ό,τι....................................................23 Ντύθηκα στην πένα και είπα να γράψω κάτι για το χρόνο..........24 Η βενζίνη αρκετή για να πω ότι ποντάρω..............................25

[27]


ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΕΝΑΡΜΟΝΙΑ του Βάιου Νικιώτη ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2013


Βάιος Νικιώτης, Εναρμόνια