Page 1

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Ἐκύκλωσαν, αἱ τοῦ βίου µε ζάλαι… ΕΝ∆ΥΜΙΩΝ


(Μικρό ανθολόγιο µε επιλογές του Νίκου Βαραλή)


ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΓΚΡΑΣ

Ἐκύκλωσαν, αἱ τοῦ βίου µε ζάλαι… ΕΝ∆ΥΜΙΩΝ [5]


[6]


ΤΑ ΓΥΦΤΟΦΑΣΟΛΑ Παλιά, υπήρχεν εδώ η αρχαία Ιωλκός Κι ύστερα η ∆ηµητριάδα, του Πολιορκητή το πόλισµα. Έχτισαν τα σπίτια τους, στα χρόνια των Σταυροφοριών µάλλον,οι νεότεροι ∆ηµητριείς -΄Ίσως νωρίτερα να τείχισε ενορίες κι ο Ιουστινιανός. Αργότερα, οι Τούρκοι σκάψανε τους τάφους τους. Σήµερα βουϊζουν οι λεωφόροι Αθηνών και Λαρίσης. Υποβάθµιση,οι µαρουλόκηποι έγιναν τετραόροφα Οι διαχειριστές τους δεν σου µιλούν γλυκύτερα από τους παλαιούς βατράχους. Το υπ. αριθµ.612 µηχανάκι του πατέρα εκλάπη,οι αλατιέρες έγιναν λιµάνι, Γκρεµίστηκε η ροτόντα του Φωταερίου,ανελήφθη η Άννα η κατσικού. Θυµούµαι µια διαφωνία των ανασκαφέων πάνω από ένα τρύπιο στον κρόταφο κρανίο: Οθωµανός αυτόχειρ Ή Μετεµφυλιακό θύµα; Γύριζα απ΄το Σχολείο Κι η µάνα είχε µαγειρέψει γυφτοφάσολα.

[7]


ΠΩΣ ∆ΕΝ Πώς χώρεσε τόσος πόνος Στις τσέπες των κοντών παντελονιών Που φορούσαµε παιδιά; Τόσες προσδοκίες Βραδινοί αποχαιρετισµοί "Αύριο πάλι"που σήµαιναν "ποτέ" Εκλείψεις και διαψεύσεις; Εµείς πιστεύαµε Ότι µαζεύουµε βώλους Και αρχαία φυστίκια. Περπατούσαµε ανέµελοι µε τα χέρια Εντός τους Και δεν ακουµπούσαµε χαµένους έρωτες Ευχές που δεν θ' άνθιζαν ποτέ Φίλους που επέπρωτο να γίνουν άστρα. Αγγίζαµε χαρταετούς κι όχι ερείπια. Πώς δε νοιώθαµε τον Καιρό Να λιγοστεύει σαν τη βροχή Πριν το ουράνιο τόξο;

[8]


ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΠΑΛΙΑ ΚΑΛΑΝΤΑ Ξεκινούσαµε Βουλιάζοντας στο χιόνι Απ'του Κούγκουλου. ∆ωµάτιο µοναχικό µε κήπο Μαρουλάκια να τινάζουν το λαιµό Μέσα απ' το απέραντο λευκόΧαρά των σεισοπυγίδων Και του κοκκινολαίµη. "Να τα πούµε;"τολµούσαµε Αν και γνωρίζαµε την απάντηση: "Ουοχ',έχου θλίψ'". Είχε κοµµένο πόδι στο µηρό Από κρυοπαγήµατα στην Αλβανία. Τού'λειπε το χωριό του το Καστράκι Η ακολουθία του Μεγάλου Μετεώρου. Του'λειπε και το Τσικάγο Όπου ένα καιρό-παιδί-έβλεπε Άλογα κάρρων πυροσβεστικών "Να ζεύουντι µαναχάτα". "Άστον, µωρέ",έλεγε ο Αλέκος "Πάµε στη νονά µου, τη Ζαντερογλίνα Να µας δώσει, απ'το σεντούκι φλουριά". Ο Ζαντέρογλου ∆ιάσηµος τότε ποδοσφαιριστής Μας άκουγε στην πόρτα Έδινε στον Αλέκο δίφραγκο Και στη χάρη µου µια πενταρίτσα.

[9]


ΧΙΟΝΙ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΟ H,εξηκοντούτις,∆εσποινίς Οικονοµάκη ∆εν ακούγονταν στην παράδοση. Οι νότες, άηχα έπεφταν Απ'το στοµατάκι της. "Πείτε σ' αυτόν τον αλιτήριο Να µη κάνει Με το ποδήλατό του Τόση φασαρία"Ζητούσε επιτακτικά. Βέβαια, ο αλιτήριος βρίσκονταν Μέσα στην αίθουσα Και τραβούσε την άκρη του σπάγγου Του δεµένου στο κουδούνι Του δικού του Ποδηλάτου Είχε περάσει το σχοινί Απ'το ανοιχτό παράθυρο. Ήταν ολόγλυκος Απρίλης Αλλ'έξαφνα άρχισε να πέφτει Ένα ανάλαφρο χιόνι Τρυφερότερο απ' τις µύχιες Προθέσεις Της ∆εσποινίδας

[10]


Που ήθελε ν'ακούµε Τα νυχτερινά του Σοπέν Ενώ εκείνη καθάριζε Το σουσάµι Απ'το κουλούρι της.

[11]


ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ Οι ήρωες των παλαιών ταινιών Που βλέπαµε, καθισµένοι στα χαλίκια Των θερινών σινεµά, Πίσω απ' τή φαρδειά φούστα της µάνας, Με το έντονο κραγιόν στα χείλη, Έρχονται κάποτε και Κάθονται απέναντί µας. Πίνουν το λικέρ που τους σερβίρουµε Πετώντας ένα "δεν είµαι φίλος". Μας λένε συνέχειες που λησµονήσαµε, Τις περιπέτειες τους: Με αφηρηµένους µηχανικούς, Με φυστικοστραγαλάδες κι ευταξίες, Με τη γιαγιά του πατέρα Που σήκωνε το µπαστούνι Σ' όσους αρνούνταν να το πάρουν το κορίτσι. Ύστερα, µας χαιρετούν Και περνούν από τον τοίχο. Πετούν πάνω από βραδινά συνεργεία Κι από µάντρες Όπου κουρνιάζουν κουκουβάγιες, Πάνω σε σκουριασµένα µεγάφωνα Απ' όπου ακούγονταιΨιθυριστά πλέονΟι τελευταίες διαφηµίσεις Για το Στάνταρ Χλωρ Kαι τις µπογές ρούχων Βλασσόπουλου.

[12]


Ο ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ ∆ος µας ξανά, Κύριε,µια µέρα Από τα παιδικά µας χρόνια Μια µέρα µ'ανθισµένο ουρανό Τότε που τα νέφη φορούσαν Οικεία µας πράγµατα κι ανθρώπους Τα δέντρα ανθίζανε µια λύπη χαρωπή Και γέµιζαν τα τελευταία παραµύθια Την του ύπνου µας αιθρία Κοιµόµαστε µ'ένα εύπλαστο,δροσερό αστέρι Σφιγµένο στην παλάµη Τα όνειρά µας ήσαν λευκά Όπως τα φτερά των αγγέλων Φέρε µας, Κύριε,τους µικρούς στροβίλους Τα πετροχελίδονα και τις τουλούµπες Τα αρχαία άλογα και τις γονυκλισίες Τα δοξαστικά, τα φυσοκάλαµα Το τρενάκι που κουβαλούσε πηλό Στο τουβλάδικο του Τσαλαπάτα ∆ος µας,Κύριε,΄το στεναγµό και την ειρήνη

[13]


ΦΟΥΡΝΟΣ ΒΕΛΕΤΖΑ Ο ηρωϊκός Κουταλιανός µε τα κανόνια υπό µάληςΚάτω κάτιαζε µια κόκκινη κόταΚι η Μαργαρίτα Βασδέκη πίσω απ' το βράχο του Σαρακηνού Να πυροβολεί, στα 1864, τους ΤούρκουςΕδώ που,στο µεσοπόλεµο,φούρνιζε ο Βελέτζας Και σήµερα τοποθετεί βαρέλια µε πετρέλαιο ο ιδιοκτήτης Που' σαι καηµένε Θεόφιλε,µε το σκυλολόι πίσω σου Και τα παιδιά µε τις τσέπες γεµάτες γιουχαϊσµατα Να φτιάξεις λέοντες, να ερωτευτείς την Αρετούσα Να σου τραβήξουν τη σκάλα κι εσύ να γελάς Σήµερα φορούµε οι µισοί τζην και µας τραβούν Οι ελάχιστοι µε τους λαιµοδέτες Που κι αυτούς τους σέρνουν τραπεζίτες Αόρατοι Σαν τον ήρωα του Χέρµπερτ Τζόρτζ Γουέλς Ένας ζωγράφος του ονείρου και του µύθου- φουστανελάς Θα'χε εξαιρετική θέση σε φρενοκοµείο

[14]


ΤΟ ΧΑΪΜΑΛΙ Στα µισά της δεκαετίας του 60 Έπεσε ένα αεροπλάνο στα Πευκάκια Τρέξαµε να δούµε από κοντά Πώς είναι τα συντρίµµια ενός αεροπλάνου Το Λιµενικό βέβαια Είχεν αποκλείσει την περιοχή (Το βράδυ, προσευχηθήκαµε όλοι Για την τύχη του πιλότου∆εν επέζησε) Κάποιοι µάγκες, κατάφεραν Μέρες µετά,είναι η αλήθεια Να µαζέψουν µέταλο σε κοµµατάκια Και να το µοσχοπουλήσουν σε µας (Κοµµάτι και δεκαρούλα Ή χρυσοζούζουνας ∆εµένος µε κλωστή) Το πιάναµε πάνω στη φανέλλα Το νικέλιο αυτό Σα χαϊµαλί Ένα τέτοιο κρατούσα σφιχτά Το βράδυ που ο Ολυµπιακός Κέρδισε τη Σάντος του Πελέ Η αλήθεια είναι ότι Ευχόµουνα να χάσειΣα σωστός αεκτζής

[15]


ΟΙ ΣΑΜΑΛΑ∆ΕΣ Οι σαµαλάδες εµφανίστηκαν στις αρχές του 1960 Ήσαν δωδεκάχρονα παιδιά Με µια τάβλα γλυκό κάτω απ' τη µασχάλη Και µια σπάτουλα στο δεξί χέρι ∆ιέσχιζαν,διαλαλώντας, την πόλη Την τετραγώνιζαν αυτή τη γενέτειρα Το σχήµµα της έδιναν φακέλλων Αυτά τα γράµµατα δεν έµεναν ανεπίδοτα Κάποτε τα άνοιγαν οι ίδιοι Στην άκρη κάποιου χωµατόδροµου µε νυχτολούλουδα Ισορροπώντας την τάβλα στο γόνατο Και διάβαζαν τι θα γίνουν όταν µεγαλώσουν Εύρισκαν λέξεις γλυκύτερες απ' το σάµαλι Για την αγάπη που δε γεύτηκαν οι ίδιοι Για την αγάπη που µπορούσαν να προσφέρουν

[16]


ΚΙΚΙΡΙΚΙ Σε κάποια αποκριάτικη Κυριακή του 1962 Είχε φορέσει καφάσι µε τουλπάνι στο κεφάλι Και φαρδιά στρατιωτικά παντελόνια-του αδελφού Ήταν η µόνη που δε γνωρίσαµε Της προσάψαµε,έκτοτε,το παρωνύµι Κικιρίκι Όταν ο πατέρας της έπαιρνε στον ώµο Μια πλεξίδα σκόρδα για να βγει στη γύρα Τον συνόδευε ώς την αυλόθυρα Ανάµεσα σε εαρινά τριαντάφυλλα και πασχαλιές Ύστερα ξεχάσαµε την παρουσία και των τριών Μόνο στο πέρασµα του δρεπανηφόρου τους θυµόµαστε Και προσέχαµε µη γελάσουµε µε την παλιά Εκείνη µνήµη την αταίριαστη στην περίσταση Προχτές,βέβαια,ένα ανεµίζον κηδειόσηµο στο στύλο Με το επίσηµο όνοµά της Μας θύµισε ότι εδώ και χρόνια ∆εν λαλούν στη γειτονιά οι πετεινοί Τα σκόρδα τα πουλούν στα µάρκετ Άρα, οι λιγότερο ευαίσθητοι, µπορούσαν Να θυµηθούν και να γελάσουν Μόνη είχε αποµείνει άλλωστε, ποιος να πειραχτεί;

[17]


ΙΑΣΟΝΟΣ 1960 Έσπρωξα την πράσινη πόρτα Ο άντρας, µε τόνα πόδι πάνω στ' άλλο Ξερακιανός-το καβουράκι να του σκιάζει Το µέτωπο και τα µάτιαΜοιράζονταν Κάτω από µυγόστικτη κορδέλλα Ένα πιάτο τηγανητές µαρίδες Μ'ένα µαύρο γάτο Η σερβιτόρα ώρµησε πάνω µου Πίσω ακούστηκαν χλιµιντρίσµατα Οι αµαξάδες έφταναν στην πιάτσα Ένας- ένας µε χλωµά πρόσωπα κ' ιδρωµένα άλογα

[18]


ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ ΠΡΙΝ Κι ήλθαν τα πετροχελίδονα κι ανύψωσαν, µυριάδες, τα αετώµατα, τις σκάλες-βουνά του Ζαλόγγου στις εθνικές επετείουςκαι το 9ο ∆ηµοτικό Σχολείο ανελήφθη σ' έναν ουρανό καθαρό µε δροµαία νέφη,σωρείτες µάλλον. Κι απόµεινε στην αυλή ο Κύριος Κώτσης, µε το βιολάκι του να παίζει την "πανώρια πολιτεία", ενώ στην αυλόπορτα είχε σταθεί, περίλυπη η Άννα η κατσικού, αυτή, ντε, που φωνάζαµε µάγισσα. Κι απελευθερώθηκαν από τα φοβερά υπόγεια µε τους ποντικούς ο Αγγελάρας κι ο Τακουνάκιας. Τρεις χιλιάδες έτη φωτός πριν.

[19]


ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ Εκείνα τα χρόνια η φτώχεια περίσσευε Τη µαζεύαµε, λοιπόν, σε πιάτα Και τη µοιράζαµε στους γείτονες Η κυραΛένη τρία σαλιγκάρια στο πιάτο, για µας Και µεις σκέτες πικραλήθρες για την κυρΑρετή Κι αυτή, ένα Χριστουγεννιάτικο ∆έντρο Στολισµένο µε βώλους,τυλιγµένους µε χρυσόχαρτα Για να το βλέπει όλος ο κόσµος-το' κανε χωρίς έπαρση Τα θερινά απογεύµατα, οι γριούλες έγνεθαν ποκάρια απ' το Γειτονικό εργοστάσιο του Τζήµα και οι νεότερες έπλεκαν Πολύχρωµες, µ'αυτά, φανέλες,για όλα τα παιδιά της γειτονιάς Ένα βράδυ πέρασε απ' τη γειτονιά µας ο Χριστός Ζήτησε ένα ποτήρι νερό και του το'φεραν µε προθυµία Εκείνος ευλόγησε και χάθηκε στο δειλινό Από τότε η φτώχεια µας έσπασε σε άπειρα κοµµάτια Μέχρι που χάθηκε εντελώς ή τη συνηθίσαµε

[20]


ΕΝ ΝΕΑΠΟΛΕΙ Τα που από τρούλους πίσω χάνονταν πετροχελίδονα Ενός φευγάτου είναι παιδικού µου ουρανού. Θυµάµαι δώρο του ήµερου, το θέρος, δειλινού Μικρές τριγύρω µας φωτιές. Γιορτάζαµε τον Κλήδονα. Και δεν υπάρχουν (µνήµης οστεοφυλάκια) τα οικόπεδα σκουριά γεµάτα, µπάζα κι άγριες τσουκνίδες ιδανικοί κρυψώνες για τις κοκκινόφτερες ακρίδες. Λείπουν κι οι γέροι που γκρινιάζανε µε χαµόγελο: «παλιόπαιδα». Ένα – µάτι αόρατου Πολύφηµου – ωχρογάλαζο φεγγάρι του πεθαµένου χρόνου απολίθωµα θα δω. Ωρίµασα όπου γεννήθηκα. Μα ο άνεµος εδώ δε φέρνει πια των λόφων µιαν οσµή από θυµάρι.

[21]


Π

Ε

Ρ

Ι

Ε

Χ

Ο

Μ

Ε

Ν

Α

ΤΑ ΓΥΦΤΟΦΑΣΟΛΑ.....................................................7 ΠΩΣ ∆ΕΝ................................................................8 ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΓΙΑ ΠΑΛΙΑ ΚΑΛΑΝΤΑ.............................9 ΧΙΟΝΙ ΑΠΡΙΛΙΑΤΙΚΟ...............................................10 ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ.......................................................12 Ο ΣΤΕΝΑΓΜΟΣ ΚΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ.................................13 ΦΟΥΡΝΟΣ ΒΕΛΕΤΖΑ.................................................14 ΤΟ ΧΑΪΜΑΛΙ............................................................15 ΟΙ ΣΑΜΑΛΑ∆ΕΣ......................................................16 ΚΙΚΙΡΙΚΙ...............................................................17 ΙΑΣΟΝΟΣ 1960.........................................................18 ΕΤΗ ΦΩΤΟΣ ΠΡΙΝ...................................................19 ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ................................................20 ΕΝ ΝΕΑΠΟΛΕΙ........................................................21

[23]


ΤΟ ΕΚΥΚΛΩΣΑΝ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΓΚΡΑ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΝ ΙΑΝΟΥΑΡΙΟ ΤΟΥ 2014

[24]

Γιάννης Τσίγκρας, Εκύκλωσαν, αι του βιου με ζάλαι  
Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you