Issuu on Google+

στράτος φουντούλης

ασκήσεις ενδυμίων


στράτος φουντούλης

ασκήσεις ενδυμίων


1 Ο ήλιος προσπαθεί να κρυφτεί, κρύβεται για λίγο αλλά παραμένει ορατός, κι υπάρχει ένα βαθυκόκκινο που πλημμυρίζει τα πάντα -ορατό μόνο· όταν το βγάλεις από το νου.

[7]


5 Τα χέρια του έτρεμαν, σταγόνες κρασιού έπεσαν επάνω στο τραπεζομάντιλο. Είχε πάνω από δέκα χρόνια να τη δει. Ξάφνου την είδε να πλησιάζει βιαστικά προς το μέρος του επαναλαμβάνοντας τρειςτέσσερις φορές το όνομά του. Οι πιτσιλιές του κόκκινου κρασιού στο ύφασμα απλώθηκαν, σχημάτισαν μια αμοιβάδα ιδίου μεγέθους με το μπάλωμα δίπλα στο χέρι του με το πιρούνι. Εξαφανίσθηκε το ίδιο ξαφνικά όπως εμφανίστηκε, πάνω που είχε αρχίσει να αισθάνεται άνετα μαζί της. Πίσω του, νοσοκομειακοί έμπαιναν βιαστικά προς βοήθεια κάποιου που είχε πέσει στο πάτωμα, ακούστηκε «καρδιακή προσβολή». Έφερε το ποτήρι στα χείλι και ρούφηξε μια γουλιά κρασί.

[8]


7 Και ορίζεις χώρο ενιαίο, αποκλεισμένο από συστολές και διαστολές που διαταράσσουν την αταραξία· αφαιρείς κάθε προηγούμενο υπόβαθρο και την όποια σκόνη δραματουργίας, αφήνεις ανεμπόδιστα την ενιαία πνοή στη περιήγηση κι αφαίρεσε, αφαίρεσεαφαίρεσε. Πάμε στα ενδότερα. Τώρα.

[9]


11 Ο έρωτας που αγνοεί τον έρωτα, αυτός των υπόκωφων θορύβων -ρωτούσες διαρκώς πως φτιάχνεται η σιωπή, το έκανες όπως υπάρχει το «θέλω» που αγνοεί το Θέλω στη κοινότητα των συνδεδεμένων κι ήταν αργά· πρωί, μετά τη βροχή. Παραδομένος. Προφυλαγμένος. Εντάσεις, περιοχές, τόποι. Προφυλαγμένα. Όλα· ο καλπασμός των λειψάνων· τόσων ημιτελών ψιθύρων· όλα. Τα πάντα αίνιγμα, τα πάντα σύμπλεγμα, τα πάντα αναμονή, τα πάντα στη δίνη του στροβίλου ζουν. Στη μόνιμη απόκρυψη. Ο έρωτας που αγνοεί τον έρωτα –κι αυτό, δεν είναι παρά μία ιδέα.

[10]


13 Αγαθό συναίσθημα. Όπως αυτά που γεννιούνται στο καθένα όταν μας πλημυρίζει η περισυλλογή· κι η σιωπή σκεπάζεται στιγμιαία από σύννεφα οδεύοντας σε δρόμους απάτητους· πάντοτε και πάντα η επιστροφή έρχεται με τον κατευνασμό, εκεί σμίγουν οι ώρες. Πριν επανέρθει το ρίγος της ζωής. Το έμαθα. Αποσύρθηκες. Στη σύνταξη. Η εικόνα που έχω για σένα στο μυαλό είναι το κορίτσι με το λείο, νεανικό· λευκό δέρμα, το καθάριο βλέμμα. Προτιμώ να μην συναντηθούμε. Ποτέ. Μεγαλώσαμε. Την εικόνα Εκείνη, μόνο· θέλω να κρατήσω.

[11]


14 Ορίστε, δεν σταματούν οι οθόνες να τρεμοπαίζουν κι απέναντι ο κήπος πολλών εισαγωγικών στολισμένος-έως-εκεί στο σκουπίδι επιμένει, κι η αλάνθαστη εντύπωση: Οθόνη-κήπος και μέτριες πλειοψηφίες και άλλα βρομερά εγκληματικά περιτυλίγματα, κι ας προδίδει φανερά το βλέμμα σου, το δικό μου, χτεσινό όνειρο.

[12]


16 Στα κεντήματα θα βρίσκονται πλέον· όλες μου οι ιστορίες, και συνιστώ την αναβολή των κρίσεών σας· η ακριβής ημερομηνία δεν έχει καμία σημασία, η τελευταία μου πνοή θα προσφέρει –ευελπιστώ- αυτό που μου στέρησε η πολύτιμη μνήμη. Σαν δότης κάποτε είχα κάνει λάθος, δεν έπρεπε να είχα προσφέρει. Ως γνωστόν, ο δότης μόνο, χάνει τη μνήμη του. Κανείς άλλος.

[13]


18 Ίσως στην απομονωμένη πίσω αυλή γιατί οι μέρες και οι στιγμές είναι εικόνες που μπλέκονται ανάμεσα σε λέξεις που έχεις συλλάβει και θέλεις να κρατήσεις για ώρα ανάγκης αλλά πάλι· τα πανύψηλα δέντρα· σαλεύουν εδώ κι εκεί από το αεράκι κι η ψάθινη ή· πλαστική καρέκλα με το ξύλινο τραπέζι· εικόνες είναι κι αυτές·γαντζώνεσαι στην ευδιάλυτη ατμόσφαιρα· παρακαλάς να κρατήσει κι άλλο· λίγο ακόμα· έως ότου πάρεις τους σκονισμένους δρόμους των λέξεων· εκεί που παρεμβάλουν πάντα εικόνες· έτσι είναι ή δεν· είναι οι μέρες κι οι στιγμές πριν μεταμορφωθούν σε πομπώδεις παράτες χωρίς τελειωμό· τότε που αποφασίζεις· γλιστράς αθόρυβα· απομακρύνεσαι.

[14]


20 «κι είναι καιρός να πούμε τα λιγοστά μας λόγια γιατί η ψυχή μας αύριο κάνει πανιά» [Γιώργος Σεφέρης]

Λιγοστά θα είναι· όπως λέει κι ο ποιητής· σαν σκοτεινοί κύκλοι· σαν δυο γυμνά αγκαλιασμένα σώματα στο χιόνι κι ένα ξεχασμένο τραγούδι εκεί· στο ακατοίκητο σπίτι που δεν έλαβε μήνυμά σου· κι η σημασία των γεγονότων που βυθίζεται ολόλευκη σε ασβεστόλακκο· κι ούτε στιγμή απραξίας στο αιωρούμενο· πάνω-ψηλά από την πόλη· ποδήλατο με ρόδες στο χρώμα των ματιών σου· κι άλλες πολλές ιστορίες που λιγοστά χρειάζονται λόγια να τις πούμε· προσευχόμενοι στο παλιό συννεφιασμένο μας πρόσωπο· γιατί εκεί· στο παλιό μας πρόσωπο είμαστε· φυλακισμένοι.

[15]


23 Παν το μη αφορήτως σχολαστικόν φαίνεται ημίν σήμερον χυδαίον Εμμανουήλ Ροΐδης

Η πόλη. Δεν ξέρω –ούτε θυμάμαι. Η πόλη ίσα που διακρίνονταν στις μισοσκότεινες κιαροσκούρες αραιωμένες πινελιές του δειλινού. Εκεί. Στα κρυφά που προστρέχουμε χωρίς αυταπάτες. Βλέπετε· στη πόλη η επιβεβαίωση προέρχεται από την αόρατη προηγούμενη γνωριμία -αυτή που δεν αμφισβήτησε την παρακμή μας. Καμία λοιπόν αφορμή για νέες προσεγγίσεις, μόνο η προσέγγιση της φθινοπωρινής δροσιάς, και η πιθανότητα να είναι και αυτή γέννημα της σκέψης. Η πόλη. Δεν ξέρω –ούτε θυμάμαι. Δεν με λυπεί η απώλεια μια ιδέας, μιας φράσης αυτές συνήθως πάνε κι έρχονται και εάν δεν· απατώμαι, αυτό το πήγαινέλα είναι από τους πιστότερους μέντορές μας. Αυτό που λείπει είναι η αναγκαία γεύση πικρού λυρισμού. [16]


25 Ξέρω κι εγώ να ανανεώνω μ’ ένα καινούργιο βλέμμα λευκές σελίδες· με γραμμές που χαράχτηκαν για να κοσμηθούν. Υπάρχει κι ένα ύφασμα γεμάτο σημάδια σκουριάς, παρασύρει σε στροφές με ρίμα παλαιότερων ρυθμών και η ψυχή τρέμει στο αντίκρισμα εκείνου που βρίσκεται πάντα πίσω μας σαν σύνοψη παραλογισμού των εποχών Εκείνων. Α, πως θέλω να αποτυπώνω παθήματα, απατεωνιές· συμπλοκές. Να τις βλέπω αναπαυόμενος ηδονικά σε μια αιώρα που πάντα ονειρευόμουν, έτσι· καθώς θα είμαι ιδρωμένος μ’ ένα πολύχρωμο ποτήρι στο χέρι. Ν’ αποτυπώνω, ν’ αποτυπώνω˙ και εσύ στο βάθος να παρατηρείς˙ περιμένοντάς με να πατήσω το πρώτο σκαλί που βρίσκεται πάντα πίσω από μια πόρτα˙ δίπλα σ’ εκείνη τη γυναίκα του διαδρόμου που βρίσκεται εκεί μόνη, γυμνή σαν άσπιλη οθόνη μερικών εκατοστών.

[17]


26 Εκείνο που. Πλανάται πάνω από τη παλιά γειτονιά, και το άλλο που ντύνει κουβέντες μέσα στη σιωπή. Γνωστών ιστορίες. Εν μέσω ελαχίστως διακριτών φράσεων. Η σκέψη που τυλίγει δύο καλλωπισμένες επιστολές˙ αφημένες έξω από την πόρτα γνωστού διπλανού, φίλου πονεμένου. Ποιος να τις έγραψε. Και εκείνος που διηγείται τα ελάχιστα που ξέρει, ραντίζει ευωδία στο κάθε του βήμα. Στην παλιά γειτονιά. Ο έγκλειστος νέος του υπογείου. Η όμορφη απέναντι με τα σορτς που γνέφει συνωμοτικά, ραντεβού τα μεσάνυχτα. Ο αλλόκοτος αλλοτινός μικρόκοσμός μας, η μυρωδιά του φρεσκο-σιδερωμένου ρούχου, το ηλιόλουστο διάτρητο απόγευμα. Τώρα η σιωπή βλέπεται πια με τα γυμνά σου μάτια. Να. Εκεί. Στέκει δίπλα στη φιάλη με τα όνειρα που δραπετεύουν λίγο-λίγο προς μια ανέφικτη επιλογή, μακριά. Πολύ μακριά. Κανένα υπαινικτικό έστω, ίχνος διεξόδου. Μόνο ένα βάρος πάντα· στους ώμους βαραίνει.

[18]


28 Μια κραυγή. Όχι ενός κότσυφα, αλλά μιας γραφικής απεικόνισης. Αίμα και μελάνι ταιριάζουν στην οσμή και στη κραυγή. Τέτοια είναι και η συνάντηση ενός ξένου σε άγνωστο σπίτι γεμάτο ατέλειωτα τρένα και πόλεις και πλήθος ανθρώπων που θα του αλλάξουν τη ζωή· συνταξιδιώτες αχώριστοι και ξένοι συγχρόνως ένας μικρόκοσμος σχέσεων και αποκρυπτογραφήσεων. Ένα διστακτικό μεγάλο βήμα με ενοχές, τρέλα και τιμητικούς απόηχους έως ότου οι λέξεις πάρουν το σχήμα του νου. Όλα αφομοιωμένα στη σκηνή· παρέα με διδαχές των παλιών. Όλα για τον ελάχιστο σεβασμό στο εισιτήριο που κάποιοι έχασαν και που άλλοι ακόμα κρατούν.

[19]


29 Πέρασαν σαράντα τόσα χρόνια. Το κάψιμο των μυρμηγκιών ήταν στη βραδινή μας διάταξη· συνδυάζονταν συχνά με σκοπεύσεις αεροβόλου στις λάμπες του δήμου και· τριάντα οκτώ χρόνια από το «Μιλά η Μόσχα» του Αναγνωστάκη. Τα ταξίδια μας μακρινά σε Μοντεβίδεο, Σαγκάη, Καλκούτα. Μνήμεςξόανα που προστέθηκαν και μεταφέρθηκαν σε ίσκιους. Σχήματα χρωματιστά, υπόγεια διαφανή σχήματα. Ανάκατα με σκόνη, άμμο, άχυρο, τριμμένο κεραμίδι και φιγούρες γυναικείες. Όλα αδιάψευστα είδωλα πυρετικών διαθέσεων· στέκονται κοντά, προσφέροντας χάδι ανάμεσα σε διαστήματα σιωπής, αφάνειας. Νόστος. Όλες οι ασκήμιες του χτες πέρασαν στη καθαρότητα, σήμερα· τώρα συνεχίζουμε να μαζεύουμε νωπές παπαρούνες. Αυτό θέλουμε. Για τα δυσάρεστα μιλιά.

[20]


ΟΙ ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΟΥ ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΑΝ ΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 2013


Στράτος Φουντούλης, ασκήσεις