Page 1

Γεωργία Παπαδοπούλου

ΤΟ ΤΡΑΓΟΥ∆Ι ΤΟΥ ΜΗΝΑ Ενδυµίων


Θυµάρι ρίχνω στις φωτιές µε τυραννούν οι οµορφιές οι οµορφιές οι φόνισσες κι εσύ που µε λησµόνησες…

Ο τόπος που κατοικώ είναι αθώα όµορφος. Σαν πρωτόβγαλτη νεαρή που αγνοεί τις παρενέργειες του κάλους της στο τυχαίο πέρασµα της. Ο τόπος που κατοικώ είναι απόµακρος και συνάµα τόσο κοντινός. Σαν διανοούµενος που αποζητά να επικοινωνήσει την αλήθεια του σε αναλφάβητους συνοδοιπόρους. Ο τόπος που κατοικώ είναι στιγµατισµένος. Σαν τις σελίδες που µικροί µουτζουρώναµε και παρακολουθούσαµε το πώς σβήνει η µαυρίλα από φύλλο σε φύλλο. Ο τόπος που κατοικώ είναι τόσο µικρός που µπορείς να τον περιγυρίσεις σε µια ώρα και τόσο µεγάλος που έχει χωρέσει όλους τους πόνους όλους τους φόβους όλες τις χαρές όλες τις διασκεδάσεις από όλους αυτούς που για χρόνια φιλοξενήθηκαν ή επιβλήθηκαν σε αυτόν. Ο τόπος που κατοικώ κατοικείται από ανθρώπους. Από ανθρώπους όπως εσένα, όπως τον φίλο σου, όπως την µητέρα σου, όπως τον αντιπαθητικό διπλανό σου, όπως το παιδί σου, όπως την ερωµένη σου, όπως τον τουρίστα που συνάντησες τυχαία, όπως τον µετανάστη που προσπέρασες σκεφτικός. Από ανθρώπους που µέσα στην αβάσταχτα στιγµατισµένη οµορφιά του τόπου τους αναζητούν την αλήθεια τους µε πυξίδα δανεική που πότε δείχνει δύση την ανατολή και βορά τον νότο. Από ανθρώπους που ταξιδεύουν άλλοτε µε ακριβά ιστιοφόρα και άλλοτε µε τρυπηµένα ψαροκάικα. Από ανθρώπους που άλλοτε τους χαρακτηρίζουν ανθρώπους και άλλοτε απάνθρωπους. Από

[5]


ανθρώπους που µασάνε τα σύµφωνα και φτύνουν µυρωδάτα φωνήεντα κρατώντας τον κάβο και προσπερνώντας τους πόνους τους όταν βλέπουν τα βουνά του τόπου που κατοικούν. Ο τόπος που κατοικώ είναι οι άνθρωποι του. Αβάσταχτα όµορφοι και τραγικά άνθρωποι… Καλή ακρόαση

[6]


Πέρασε ο καιρός. Παιχνίδι αλλιώτικο που χάθηκε στο φως τα µεσηµέρια µίλα µου. Μ’ όλες τις φωνές ποτέ δεν έµαθα τι σ’ έκανε να κλαις βγαίνει η βαρκούλα. βγαίνει η βαρκούλα του ψαρά. Στο σπίτι µας υπάρχει µια ταξιδιάρα ψυχή. Καθηµερινά µεταµορφώνει τους καναπέδες σε καΐκια, τα ριχτάρια σε δίχτυα, τον αδερφό του σε ψάρι και εµένα σε φουρτουνιασµένη θάλασσα σε επερχόµενη καταιγίδα. Συνέχεια ρωτάει πόσο µακριά είναι η Ολλανδία, αν υπάρχουν γέφυρες στην Αλβανία, πώς πηγαίνεις στην Ισπανία, αν έχουν νοσοκοµεία στην Βουλγαρία (έχει αναλάβει την µελλοντική µου φροντίδα), και πολύ συχνά γεµίζει τις σακούλες των σουπερ µάρκετ µε ό,τι του είναι σηµαντικό κάθε φορά και ετοιµάζεται για το µεγάλο φευγιό. Όταν τον ρωτάς «τι θα γίνεις όταν µεγαλώσεις» πριν προλάβεις να ολοκληρώσεις την ερώτηση απαντά γεµάτος σιγουριά «ψαράς και θα ζωγραφίζω πάνω στο σκάφος µου που θα τρέχει γρήγορα». Η εποχική του δουλειά θα είναι βοηθός των (ε)ξωτικών στο περιτύλιγµα των δώρων. Λίγες µέρες πριν ήρθε σκεπτικός και µε ρώτησε «µαµά, η Γερµανία τελειώνει;», τι θέλει να πει το παιδί; αναρωτήθηκα. Αν τελειώνει ως κατοχική δύναµη; Αν τελειώνει ως φασιστική ιδέα, αν τελειώνει γενικώς; Συγκρατήθηκα και του απάντησα ότι «τελειώνει, γιατί σε όλα τα πράγµατα υπάρχουν και κάποια όρια». (χα, πολύ θα’ το ήθελα). Έφυγε προς στιγµήν αλλά επανήλθε δριµύτερος. «Μαµά,

[7]


το φως τελειώνει;» τι θέλει να πει ο ποιητής; Αν τελειώνει η ελπίδα; Αν σβήνει ο ήλιος; «όχι το φως δεν τελειώνει. Πάντα µένει αναµµένο, ακόµα κι αν εδώ είναι σκοτεινά, φωτίζει κάπου αλλού. Κι όταν σκοτεινιάσει αλλού φωτίζει εδώ». Η ελπίδα δεν τελειώνει σκέφτηκα, κάποιες φορές µόνο, την καταπίνει το σκοτάδι της απογοήτευσης αλλά την ξερνάει η θέληση της ζωής και φωτίζει εντός µας. «Μαµά, σα αγαπώ σαν το φως» µου είπε και έφυγε ατάραχος. Σας το είπα, η ελπίδα δεν τελειώνει…. (Το τραγούδι αυτού του µήνα είναι αφιερωµένο στη Γιώτα που ήθελε κάτι αισθηµατικό). Καλή ακρόαση

[8]


Άννα δεν είναι η βροχή που σου χαράκωσε το βλέµµα. Είναι που είσαι µοναχή κι αν τ αρνηθείς θα είναι ψέµα…

Την αµαρτία µου θα την πω. Είµαστε στο πρώτο δεκαήµερο του Νοέµβρη και ακόµη δεν έχω «αποχωριστεί» όλα µου τα καλοκαιρινά, δεν έχω στρώσει χαλιά, δεν έχω συγχρονιστεί στο χειµερινό πρόγραµµα, εκτός βέβαια από το κοµµάτι του ύπνου, όπου ο Μορφέας µε παρασύρει από νωρίς το βράδυ. Αυτό µάλλον οφείλετε στην εξαντλητική προπόνηση που κάνουν οι γιοί µου στο νευρικό µου σύστηµα αλλά και στην οικεία πια γλυκιά µελαγχολία να την πω, κατάθλιψη να την πω, που µε συντροφεύει τα τελευταία χρόνια(;). Η αλήθεια είναι πως έχω σύµµαχο σε αυτή µου την α-νοικοκυροσύνη τον καιρό. Η ερωτιάρα άνοιξη και το σεµνό Φθινόπωρο -στην παρούσα φάση- φαίνεται να έχουν µεταναστεύσει σε άλλες πολιτείες. Ο µπρουτάλ Χειµώνας και το καυτό Καλοκαίρι αντιθέτως, κάνουν πασαρέλα στο διάδροµο του χρόνου µας διεκδικώντας ο καθένας για τον εαυτό του όλο και περισσότερο χειροκρότηµα. Η «συνοµωσία» των άκρων ξαναχτυπά. Ακόµη και η φύση αρχίζει να την ασπάζεται. Τριγύρω µου ο πλούτος και η φτώχια, η χλίδα και η µιζέρια και ο «µέσος» θυσιασµένος στα καλογυαλισµένα πορτοφόλια των δανειστών. Αχ, πως αρχίζει να µ’ αρέσει η µετριότητα µου! ∆εν είµαι αρκετά έξυπνη για να ηγηθώ µιας αλλαγής ούτε αρκετά ηλίθια για να µείνω αµέτοχη στη σφαγή των «λύκων». Ως µετριότητα σε λίγο θα αποκτήσω την αξία του σπάνιου και του δυσεύρετου και από το ύψος της µετριότητας µου θα

[9]


αναζητήσω τους πολλούς µέτριους σαν εµένα και ίσως τότε αναγνωρίσουµε την δύναµη και την προσφορά της µετριότητας µας. Το «εγκώµιο» της µετριότητας ως άλλο «εγκώµιον της βλακείας» µπορεί να γίνει η νέα βίβλος των πολλών που θα αναζητούν, όχι την τελειότητα και το απόλυτα ανώτερο αποτάσσοντας το απόλυτα σκοτεινό, αλλά θα αποζητούν το χλιαρό, το ελαφρύ, το απτό, το δυνατό, το ρουτινιάρικο αλλά µε αξία. Και µετά ήρθαν ……; Καλή ακρόαση

[10]


Μες το βλέµµα της ένας τόσο δα ουρανός αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται µα σαν πέφτει η νύχτα πληµµυρίζει µε φως φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται και φέγγει από µέσα η φυλακή.

Ο ασταµάτητος αέρας, παρ’ όλη τη νευρικότητα που µου προκαλεί, λειτουργεί ανακουφιστικά στις µονοήµερες ή διήµερες διακοπές άπνοιας που ρουφούν βασανιστικά την όποια αµυδρή επιθυµία κινητικότητας διαθέτω. Κι όταν λέω κινητικότητα δεν εννοώ αυτή των τελευταίων ειδησεογραφικών βοµβαρδισµών, αλλά την ατοµική µου κινητικότητα που διαδραµατίζεται στην ξαπλώστρα της παραλίας και περιλαµβάνει τις κινήσεις: ανοίγω αργά τα µάτια, σουφρώνω τα φρύδια και σηκώνω την παλάµη του χεριού για να προκληθεί η απαραίτητη σκιά και να µπορέσει το µυωπικό βλέµµα µου να διακρίνει τις φιγούρες που να ταιριάζουν στα παιδιά µου. Ο ένας µε την απόχη στο χέρι πηδάει από καΐκι σε καΐκι, ας µην πάθω τώρα το έµφραγµα, ο άλλος είναι έτοιµος να βουτήξει για εκατοµµυριοστή φορά στο τεράστιο µακροβούτι του µισού µέτρου, τίποτα το ανησυχητικό αρκεί να θυµηθεί ότι φοράει τον αναπνευστήρα. Ξανακλείνω τα µάτια… « µαµά τρέχα ο εγκέφαλος κρύφτηκε κάτω από το µουράγιο, έλα να µου τον πιάσεις µε την απόχη» αχ, βρε Αλέξη και ο δικός µου εγκέφαλος έχει αφυδατωθεί και πρέπει επειγόντως να ενυδατωθεί µε ένα παγωµένο χυµό κριθαριού. Τρέχω, που λέει ο λόγος, στο καφενείο µε το γιο µου κατά πόδας να χτυπιέται ως συνήθως. Αναλαµβάνει ο βουτηχτής να βοηθήσει τον αδερφό του και να σώσει τη µάνα από ένα ακόµα θερµό δηµόσιο επεισόδιο.

[11]


Χύνοµαι στην καρέκλα. Ο αλκοολισµός µου πάει το καλοκαίρι. Νεκρώνει ό,τι εγκεφαλικό και νευρικό κύτταρο απόµεινε µετά από τα αλλεπάλληλα χτυπήµατα του Χειµώνα. Κοιτάζω τον κόλπο του Παντελιού και µου θυµίζει παιδική µπανιέρα γεµάτη µε σκάφη, θαλαµηγούς, καΐκια, ιστιοφόρα ακατάστατα παρατηµένα εδώ και εκεί και αναρωτιέµαι πώς τα καταφέρνουν µε τέτοια ανακατωσούρα να αποφεύγουν τα ατυχήµατα. Αλλά ίσως φταίει ο καµένος µου εγ κέφαλος. Ας έρθει ο επόµενος …χυµός. Ξανακλείνω τα µάτια. Ο Αύγουστος του Τσαρούχη µε το καρπούζι στα πόδια, ο Αύγουστος του Παπάζογλου να µου σιγοτραγουδάει «θα πάω και ας µου βγει και σε κακό»… Καλή ακρόαση

[12]


Θα φέρει η θάλασσα πουλιά κι άστρα χρυσά τ’ αγέρι να σου χαϊδεύουν τα µαλλιά, να σου φιλούν το χέρι. Χάρτινο το φεγγαράκι ψεύτικη η ακρογιαλιά…

Ένα µικρό φθινόπωρο ξύπνησε στις αρχές του Ιούλη. Το κρύο αεράκι, τα µοναχικά βραδινά τραπέζια µπροστά στη θάλασσα να περιµένουν το «ραντεβού» που δεν θα έρθει, το ζακετάκι που καλύπτει τους µαυρισµένους ώµους, η µελαγχολία της αναµονής µιας χαράς που δεν ευοδώθηκε, µιας αλήθειας που δεν ειπώθηκε. Μια ηρεµία πλαστή και διαφανής που εύκολα βλέπεις την επερχόµενη αντάρα. Αυτό το καλοκαίρι ενισχύει την παροιµία «κάθε πέρσι και καλύτερα». Και αυτό το πρόωρο γήρας της καρδιάς χειροτερεύει την κατάσταση και καταλύει τις όποιες ελπίδες ανάνηψης. Τα «γιατί», τα «πώς» και τα «ως πότε», να δώσουν απαντήσεις επιτέλους. Οι βασανιστικές αναµονές να γίνουν ελπιδοφόρες προσµονές. Και κοντά στη σιγουριά του θανάτου ας προστεθεί επιτέλους και η σιγουριά της ζωής. Γιατί τα ζόµπι είµαστε εµείς. Νεκραναστηµένα, σαρκοβόρα να τρώµε ο ένας τις σάρκες του άλλου, τα πιόνια στο παιχνίδι των κρατούντων και της στρατηγικής «διαίρει και βασίλευε», «εξαθλίωνε και χειρίσου». Κουράστηκα να δυσοιωνίζοµαι. Θέλω να ’ρθει η χαρά να µε τραβήξει από το χέρι όπως τραβούν τις κουρίτες τους οι γιοί µου στην ατάραχη θάλασσα του Παντελιού. Να µε βυθίσει σε όνειρα καθησυχαστικά που θα νανουρίσουν το άγριο υπόγειο µένος που σιγοτρώει την καθηµερινότητα µου. Να κάτσω στο τραπεζάκι του καφενείου και από τη θά-

[13]


λασσα να ακούγεται η βάρκα του Βαγγέλη µε τον Καζατζίδη στη διαπασών «υπάρχω»…; Καλή ακρόαση

[14]


Τώρα που είναι άνοιξη και τα λουλούδια ανθίζουν οι νύχτες µε ζαλίζουνε τ' αγόρια όταν σφυρίζουν.

Φύτρωσε στα ρουθούνια µου νοτισµένο γρασίδι, αναρριχήθηκαν στα µάτια µου µωβ και κίτρινα αγριόχορτα, πυγολαµπίδες της σκέψης που φώτισαν το σκοτεινό λαβύρινθο της µνήµης. …Τα χειροποίητα κεντηµένα λουλούδια στα σεµέν της µαµάς στο διάδροµο του σπιτιού, η τελευταία πινελιά στην ανοιξιάτικη καθαριότητα περιµένοντας το Πάσχα. Τα λουλούδια στον Επιτάφιο που στόλιζαν η Αννούλα, η Βούλα, το Μαριώ, αξηµέρωτα στην Παναγιά του Κάστρου και τραγουδούσαν «Ω γλυκύ µου έαρ, γλυκύτατόν µου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;» Τα λουλούδια για τους τάφους των αγαπηµένων που έµειναν ιδρωµένα στα χέρια, ανίκανα να αποδώσουν το φόρο τιµής στην τραγική απώλεια. Τα λουλούδια στα επιδαπέδια βάζα που καλωσόριζαν τη γέννηση των παιδιών µου. Τα λουλούδια σκορπισµένα στα πόδια µου στα ξενυχτάδικα της νιότης. Τα λουλούδια που µαράθηκαν στις γλάστρες ελλείψει φροντίδας. Τα λουλούδια στα µπουκαλάκια, αυτοσχέδια αρώµατα της παιδικής ηλικίας. Τα ασπρόµαυρα λουλούδια στις ρόµπες των γιαγιάδων, χηράµενες και καλλωπισµένες να επιθυµούν το ίδιο δώρο σε κάθε γιορτή. Τα λουλούδια να τρώγονται σε τηλεοπτικές γκουρµέ αναζητήσεις.

[15]


Τα µατωµένα λουλούδια από τις πληγωµένες παλάµες τρυπηµένες από τα αγκάθια του µίσχου. Τα νυχτολούλουδα που σαν αναισθητικό κοίµιζαν το τώρα ταξιδεύοντας µε στην ονειροχώρα της ευτυχίας. Το λουλουδάκι του µπαξέ, τα λουλούδια στην κυρία από µένα, το αγριολούλουδο, λίγα λουλούδια απόψε στείλε µου… Τα λουλούδια των αισθήσεων και των παραισθήσεων στα βήµατα µιας άνοιξης που ισορροπεί µε δυσκολία στο τεντωµένο σχοινί του χρόνου µου…

Καλή ακρόαση

[16]


Φύσηξε αγέρι, φύσηξε βροχή κι εγώ γυρίζω σαν τσακάλι, άσχηµη µάλλον διάλεξα εποχή µες στο κενό και µες στη ζάλη. Λαβύρινθο και πόρτα µυστική σκάβω στο χώµα σαν σκαθάρι, άσχηµη µάλλον διάλεξα εποχή µάσκες πουλάνε στο παζάρι. To ασπροκόκκινο βραχιολάκι του Μάρτη, τα πολύχρωµα χαρτόνια για τις αποκριάτικες µάσκες των παιδιών, το βαθύ αφρίζον µπλε της θάλασσας, το πράσινο που πληµµύρισε τα βουνά µετά τις ασταµάτητες βροχές, ενώθηκαν και φτιάξανε το µαύρο µου. Ο Χειµώνας που σέρνεται σε µήνες που δεν του ανήκουν και η προσµονή µιας Άνοιξης που δεν έρχεται, βαραίνουν ακόµη πιο πολύ την ήδη «βαρεµένη» κατάσταση που ζούµε. Το µόνο διάλλειµα χαράς, «ο Πειρατής της Καραβλικής», όπως αυτοαποκαλείται, που κορδώνεται µπροστά µου, δίνοντας µου ένα µισοφαγωµένο µπισκότο, «ξεπείνασα, µαµά, πάµε να βάψουµε τις µάσκες». Κι εγώ φορώντας την κόκκινη σκοροφαγωµένη περούκα του κλόουν κρυφογελώ, και το είδωλο µου που µε κοιτά αυστηρά από τον καθρέφτη, µε µαλώνει. Η γυναίκα που µε κοιτά είναι µια άλλη. Μια αγχωµένη, νευρωτική, παραφουσκωµένη ξένη που δεν θέλω ούτε να της µιλήσω, ούτε να τη γνωρίσω, ούτε να την ξαναδώ… Το µαύρο µου, επιστρέφει. Θυµάµαι το άδειο από δόντια στόµα της Ρουλίτσας να φωτίζει το γραφείο µε το τρανταχτό γέλιο της, κάθε φορά που ερχόταν να µας καληµερίσει . Μια ακόµη αναπάντεχη απώλεια της καθηµερινότητας. Το µαύρο µου, επιστρέφει. Μια κοινωνία που στηρίζεται

[17]


στη «φιλανθρωπία», στους «εθελοντές» σωτήρες επειγουσών καταστάσεων, σε βλακώδεις λύσεις, σε ανορθόγραφα, αναξιόπιστα συµβόλαια ζωής που υποθηκεύουν το τώρα και το πάντα και φτιάχνουν µαύρα ανθρωπάκια σαν αυτή τη γυναίκα που µε κοιτά νευριασµένη από τον καθρέφτη, γιατί φτάνει πια, το παράκανα. Ο Μάρτης, ο µήνας του Πολέµου, αφιερωµένος στο θεό Άρη µπήκε µε κρύο, µε απουσίες, µε απώλειες, µε νεκρούς κοµαντάτε, µε δανεική Τσικνοπέµπτη, µε «έχεις νεύρα, µαµά », µε µαύρα πανιά και µαύρες θάλασσες. Ας φύγει παρακαλώ η κυρία που ενοχλεί. Πείτε της να φορέσει την άλλη, την καλή την αποκριάτική της µάσκα. Οι καιροί το απαιτούν… Καλή ακρόαση

[18]


Σκουπίδι η σκέψη την πετώ τη λογική απαρνιέµαι, µ΄ ένα σαράκι αρµένικο για δρόµους που δεν θέλησα . στις χαραυγές ξεχνιέµαι Bάστα το νου, βάστα το νου να µην γκρινιάξει του καιρού πού 'φτιαξε µε τον πόνο κλίκα και τσιγκουνεύεται στη γλύκα

Τέλος Γενάρη. Πίσω απ’ το παράθυρο µου τα φύλλα χορεύουν σε ξέφρενους ρυθµούς και η θάλασσα στο βάθος, απαγορευτικά θελκτική, γλείφει προκλητικά όχι µόνο την παραλία αλλά και τα πρώτα κτίσµατα στον κόλπο του Παντελιού. Ο ήλιος µου ανταποδίδει το παγωµένο µου βλέµµα αλλά είναι προτιµότερος από τις τελευταίες κουραστικά ατελείωτες βροχές. Μετά τις συνεχείς διακοπές του ρεύµατος το ψυγείο µου σιγοµουρµουρίζει και βαριανασαίνει σαν γέρος που ανεβαίνει ανηφόρα. Κάνω πως δεν το ακούω. Να θυµηθώ να πάρω πολύχρωµα κεριά. Λιγοστεύουν το φόβο των παιδιών για το ξαφνικό µαύρο και τους φτιάχνουν το κέφι αφού τραγουδάµε για όλους µε τη σειρά το γενέθλιο τραγούδι, κάθε φορά που τα σβήνουµε. Μαύρο γράφει και το προσωπικό µου κοντέρ. Αφού εξήντλησα τη χρωµατική παλέτα της σκέψης µου. ∆εν µπορώ ή µάλλον δεν θέλω να καταλάβω τίποτα απ’ όλα αυτά που συµβαίνουν στον µικρόκοσµο µας, νεογέννητα που πεθαίνουν από απάνθρωπη µητρική αδιαφορία, δηµιούργηµα κι αυτή ποιος ξέρει, ποιας άρρωστης ζωής. Ούτε και από τα όποια δεξιοτεχνικά αναµασούν, προβάλλουν ή δήθεν κρύβουν οι ειδήσεις που αποφεύγω πια συ-

[19]


στηµατικά να ακούσω. ∆εν µπορώ να καταλάβω πώς το παράλογο νοµιµοποιείται ως λογικό, και το λογικό φαντάζει παράλογο. Είµαι στο στάδιο της άρνησης. Πάλι. Μετά πάλι θα θυµώσω, πάλι θα διαπραγµατευτώ, πάλι θα πέσω σε κατάθλιψη πάλι θα τα αποδεχτώ και θα τα αντιµετωπίσω. Ως πότε; Με ποιο τρόπο και τι κόστος άραγε; Καλή ακρόαση

[20]


… τέλος Αυγούστου θα σου στείλω το πρώτο του Σεπτέµβρη φύλλο ...απ’ την καρδιά... θ’ αλλάζουν µήνες κι εποχές και τις λιακάδες οι βροχές θ’ ακολουθάνε.. κι αν µπαίνουν τα άστρα σε τροχιές χωρίς εσένα οι εποχές το ίδιο θα’ναι....

Η αλµύρα, η άµµος και ο θαλασσινός αέρας είναι ακόµα πάνω µου. Έχουν γίνει το δεύτερο δέρµα µου, το φθινοπωρινό πανωφόρι µου. Το κουβαλάω στο γραφείο και αρνούµαι να δεχτώ ότι «άδεια τέλος» και τα «κεφάλια µέσα». Αρνούµαι να δεχτώ τις µειώσεις στο µισθό µου-τις πριν και τις επόµενες-, την εφορία που έχω να πληρώσω, τα δάνεια που έχω να αποπληρώσω, τις αυξήσεις στο γάλα, στις πάνες, στα σχολικά. Αρνούµαι να δεχτώ τις δυσοίωνες προβλέψεις, τα καθηµερινά αδιέξοδα, τα κατεβασµένα κεφάλια, τα αγέλαστα πρόσωπα. Αρνούµαι να δεχτώ ακραίες λύσεις και προκλήσεις. Αρνούµαι να δεχτώ τους νέους προστάτες, τους νέους παραβάτες που δεν έχουν τίποτα εµπνευσµένα νέο. Το «πανωφόρι» µου δεν µου επιτρέπει να φορέσω ή να µου φορέσουν τη «νέα τάξη πραγµάτων» που µου µοιάζει τόσο παλιά και κακοραµµένη σα δευτεροκλασάτο συνολάκι από άτεχνη µοδίστρα που περνιέται για ρούχο υψηλής ραπτικής από διάσηµο µόδιστρο. Άρνηση και αδράνεια. Θυµός και θλίψη. Συµπτώµατα ψυχικής διαταραχής. Ας ηρεµήσουµε λοιπόν… Ας δούµε την φωτεινή πλευρά της σελήνης… ο άνθρωπος που βηµάτισε πρώτος εκεί ταξίδεψε χωρίς επιστροφή, και σίγουρα θα ευχόταν το άλµα της ανθρωπότητας να µην είναι στο κενό. Γυρίζω τα µάτια και ζεσταίνοµαι από τα µάτια των γιών

[21]


µου. Η εποχή αλλάζει. Ψυχραίνουν τα βράδια και πρέπει να τους φορέσω µακρυµάνικα. Ξεκινάν τα σχολεία σε λίγες µέρες. Ελπίζω όλα να πάνε καλά… Βάζω το τραγούδι που γυρίζει στο µυαλό µου εδώ και ώρες… Με κλειστά τα µάτια αφήνω την ονειρική φωνή της Σαββίδη να µε τυλίξει σαν προστατευτικό κουκούλι στις παραφωνίες των καιρών. Αγαλλίαση. Η ψυχή ξεκουράζεται από τις συνεχόµενες σφυρηλατήσεις και προσπαθεί να µην χάσει ούτε νότα … Καλή ακρόαση

[22]


ΤΟ ΤΡΑΓΟΥ∆Ι ΤΟΥ ΜΗΝΑ ΤΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΠΑΠΑ∆ΟΠΟΥΛΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΑΝ ΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΑΣΙΛΗ ΛΑΛΙΩΤΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΤΟΝ ΑΠΡΙΛΙΟ ΤΟΥ 2014


[26]

Γεωργία Παπαδοπούλου, Το τραγούδι του μήνα  
Γεωργία Παπαδοπούλου, Το τραγούδι του μήνα  
Advertisement