Issuu on Google+

Ασηµίνα Λαµπράκου

Λοιπόν, κυρ-∆ασινά Ενδυµίων


...νάµαστε! ( Κοντόπευκο – του Ιούλη 9 )

Τελείωσαν κι οι µαστόροι από το µπαλκόνι, τους έφτιαξα και καφεδάκι ελληνικό στα φλιτζανάκια που … Τι πάει να πει ποιοι µαστόροι; Ο κυρ Χρήστος κι ο κυρ Γιάννης. Καλοί µαστόροι. Ηπειρώτες ή Αλβανοί, δεν ξέρω. ∆εν µπορώ να τους ξεχωρίσω. Άλλωστε, και στο Κυριάκι.. σου έχω πει για το Κυριάκι; και στο Κυριάκι που διορίστηκα, σαν έπιανε να χιονίζει, και χιόνιζε ακόµη και την άνοιξη εκεί, και µίλαγαν κι οι Αρβανίτες την τοπική τους, εγώ νόµιζα πως Ελβετία ήµουν κι ας µην έχω πάει ποτέ. Τι γι αυτό νόµιζα; Με κοροϊδεύεις κυρ ∆ασινά µου;

Τι σου έλεγα λοιπόν; Α! µα το ’λεγαν από µέρες οι άνθρωποι. Ήρθε ο κυρ ∆ασινάς και µένει στη γειτονιά. Εγώ δεν τους πίστεψα γιατί δεν σε είχα δει. Και πως δηλαδή, αφού όλη µέρα, µισή εντάξει, στον υπολογιστή µπροστά κάθοµαι κι ούτε που περπατάω όπως ο γιατρός πως είναι, λέει, η καλύτερη άσκηση και για την καρδιά και για όλα γιατί κινούνται και καίνε όλοι οι µυς κι όλα τα υπόλοιπα που δεν τα θυµάµαι γιατί σηµασία δεν έδωσα αφού δεν θα τα εφάρµοζα. Κι ούτε που είχα πάει στον Γιώργο τον Φαρµακοποιό που θα έσκυβε πάνω από τον πάγκο του µε τα χείλη προτεταµένα κι αυτό το συνωµοτικό ύφος που τον χαρακτηρίζει σαν λέει τα παράξενα όπως τα θεωρεί και τα σπουδαία, να µου πει: «τα ’µαθες Άση; Ο ∆ασινάς µένει στο ρέµα πιο κάτω». Γιατί, ρέµα ήταν εκεί 5


που µένεις. ∆εν το ’ξερες;

Σεµνός άνθρωπος είπα µετά που το έµαθα και το σκέφτηκα πως δεν σε έχω δει. Κι όχι σεµνός επειδή δεν σ’ έχω δει, αλλά επειδή µένεις στην κάτω γειτονιά κι ας το ξέρουν αυτό κι άλλοι, αυτοί που κάποτε µας είχαν στον κοινωνικό απόπατο και τώρα ακόµη µας σνοµπάρουν. Τους από κάτω. Λες κι αν δεν υπήρχαµε, θα µπορούσαν να σταθούν οι από πάνω!. Γιατί, το ξέρεις δα πως κάθε πάνω έχει ανάγκη ένα κάτω για στήριξη. Τι ποια στήριξη; Όλα έχουν ανάγκη στήριξης. Κι αν ακόµη «ρίξεις» τον πάνω όροφο, χρειάζεσαι θεµέλια και κολόνες να τον κρατάνε. Αλλιώς δεν γίνεται. Άσε που άµα δεν χτίσεις και τα ντουβάρια του κάτω, το οίκηµα χάσκει στόµα χωρίς δόντια, στόµα γέρου ξεκούτη, µοναχού, αφρόντιστου και αλλοπαρµένου. Όπως το σύστηµα µιας πολιτείας δίχως κοινωνική στρατηγική και µια ταχτική που να εξυπηρετεί τον στόχο. Σεµνός κι ήσυχος, λοιπόν. Μόνο, που για να ’σαι πιο ήσυχος, προσέλαβες κι ένα φύλακα, και καλά έκανες εδώ που τα λέµε γιατί από τότε που του ενεχείρησες την ευθύνη, εσύ είσαι πιο ήσυχος αλλά ο φύλακας, όχι. Εγώ που λες κυρ ∆ασινά µου, απέκτησα ένα χούι µικρή. Να µην δείχνω ακόµη κι αν συµβαίνει, πως είµαι κάτι πιο πάνω από αυτό που δείχνω. Είναι που έφαγα εκείνο το χαστούκι από την συµµαθήτριά µου την Σούλα, που έκλεψα λέει από την αδελφή της την Ελένη το βραβείο µε ’κείνη την έκθεση για την αποταµίευση στο δηµοτικό. Ξέρεις δα! φασούλι 6


το φασούλι κλπ κλπ και το βραβείο, ο κουµπαράς από το Ταµιευτήριο στους ταµιευτήρες της χούντας. Να µια κι άστραψε το µαγουλάκι µου κάτω από την κολόνα της ∆ΕΗ που φώτιζε έξω από το πατρικό µου. Κι από τότε η κολόνα, απογοητευµένη που έλαµπε λιγότερο από το µαγουλάκι µου, έπαψε να φωτίζει τη γειτονιά κι εγώ απογοητευµένη και φοβισµένη από την ανάγκη των άλλων να είναι πρώτοι αυτοί πάντα κι όχι και άλλοι, το πήρα απόφαση. Το πήρα απόφαση και το κουβαλάω σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα, κι άµα καταλαβαίνω τα ζόρια όλο και το πετάω: εγώ τι; µια απλή νοικοκυρά είµαι. Έχω όµως κι έναν άντρα, που άµα τ’ ακούει όλο γυρνά και µού λέει, ευτυχώς γελώντας, εσύ το µόνο που δεν έχεις δικαίωµα να ισχυρίζεσαι είναι πως είσαι νοικοκυρά. Αυτό µε σάστισε όπως καταλαβαίνεις γιατί αποδόµησε τα επιχειρήµατά µου για την ποιότητα της ταυτότητας που αποφάσισα να προβάλω, αλλά σε µια πλήρη στροφή του κεφαλιού, εντάξει µαζί µε το σώµα ντε!, ένα γύρο στο σπίτι, συνειδητοποίησα κι αποδέχτηκα την αλήθεια του σαρκασµού του. Τι να κάνω κι εγώ; Έψαξα για νέα ταυτότητα. Ε, ναι! Είµαι καθηγήτρια και δη Φυσικός! ∆ε λέω. Αλλά εκεί που δουλεύω κυρ ∆ασινά, πιο πολύ καταλαβαίνουν τα παιδιά σε αυτά που έχουν ανάγκη και λιγότερο σε αυτά που η επιστήµη µου θέλει να τα µάθει. Έτσι κι εγώ ξεχάστηκα να τ’ αγκαλιάζω πιο πολύ κι από το να τα διδάσκω και πάει κι η Φυσική µου µε ξέχασε κι αυτή, κι εγώ φέτος, έκανα το πιο ανεύθυνο, από άποψη εκπαιδευτικών µαθησια7


κών στόχων, µάθηµα κι είχα τις καλύτερες επιδόσεις όλων των χρόνων που διδάσκω εκεί, αλλά να ισχυριστώ πως η ταυτότητά µου είναι εκπαιδευτικός νοιώθω πάει πολύ. Έψαξα λοιπόν γι άλλη ταυτότητα κι όπως διαβάζω πάντα τον φίλο µου τον Σωτήρη, µια µέρα τον πίστεψα, δηλαδή πολύ δεν θέλω και κάθε µέρα τον πιστεύω γιατί τον εκτιµώ και εµπιστεύοµαι την κρίση και την ρήση του, κι είπα νάτο! ∆ηµοσιογράφος είµαι! – καλά! δίκιο έχεις.. συγγραφέας είπε ο Σωτήρης αλλά εγώ δηµοσιογράφος ήθελα - όπως το ’χα τ’ όνειρο από µικρή και µην φανταστείς τίποτε σπουδαίο, πολεµική ανταποκρίτρια ήθελα να γίνω σαν την Οριάννα Φαλάτσι να βρω και τον Παναγούλη µου και.. καταλαβαίνεις υποθέτω. Μα η µάνα µου για να µην µε χάσει, δειλή, είπε, είσαι, δεν θα τα καταφέρεις κι εγώ την πίστεψα γιατί, δεν ξέρω αν το γνωρίζεις, τα παιδιά πιστεύουν τις µανάδες, πιο πολύ ίσως κι από τους πατεράδες, κι αλίµονο µην αυτή τους πει κάτι, το δένουν στη ψυχή τους µαντήλι αναµνηστικό και πορεύονται φορώντας το κατάσαρκα σφιχτό κι ανάλογα αυτό ξερνά αίµα ή έπαρση ή ό,τι άλλο από εκείνα που ονοµάσαµε στοιχεία χαρακτήρα. Κι έτσι που λες, έχασε ο κόσµος την ευκαιρία µιας, τέτοιας φιλοδοξίας ανταποκρίτριας αλλά βρήκε ο άντρας µου γυναίκα και τα παιδιά µου µάνα. Περίεργη µάνα, εδώ που τα λέµε οι δυό µας κι έτσι περίεργα αναπτύσσονται και αυτά, ανεξάρτητα, ενώ εµείς, οι δυο άλλοι, όχι. Και γυναίκα περίεργη. Ναι! Κατά ένα τρόπο περίεργη όµως. Κατά ένα. Ένεκα η επιµονή βλέπεις..

8


Αν είχα γεννηθεί γκόµενα, το πράγµα θα είχε κάπως µια λύση. Γιατί, αυτή είναι µια ιδιότητα που την κουβαλάς παντού για πάντα. Ακόµη κι όταν γερνάς κι οι άνθρωποι, αν επιτρέψουν τη φυσική ροή των πραγµάτων, αλλάζουν, οι άλλοι που σε ήξεραν από παλιά και σε βλέπουν, λένε ξερνώντας φθόνο αυτό το «πώς έγινε έτσι», που όµως συνοδεύεται κατά κανόνα από εκείνο το «ήταν µια γκόµενα αυτή», πράγµα που απαλύνει κατά τη γνώµη µου το αποτέλεσµα της κακεντρέχειας του κόσµου, την πίκρα, ξέρεις.. Αλλά γκόµενα δεν γεννήθηκα κι ας ήταν το κορµάκι µου µικρής Αφροδίτης. Τι; Επειδή είπαν κάποτε τον Σταύρο τον Ξαρχάκο, Ερµή του Πραξιτέλη σε µινιατούρα θα έλεγαν κι εµένα Αφροδίτη σε µινιατούρα; Ποιος µε ξέρει εµένα να νοιαστεί µε αυτόν τον τρόπο και να ’χω κι εγώ κάτι να µε χαρακτηρίζει ανεξίτηλο και µοναδικό στους χρόνους που έφυγαν κι αυτούς που έρχονται; Έτσι έµεινα να ψάχνω.

9


( Κουνουπιδιανά – του Ιούλη 27 )

Πάνε είκοσι µέρες τώρα που άρχισα να γράφω κυρ ∆ασινά µου. Εδώ που είµαι, δύσκολο να συγκεντρωθώ κι ακόµη πιο δύσκολο να επαναφέρω τις αρχικές µου σκέψεις και ύφος, να συνεχίσω να γράφω όπως άρχισα. Αµήχανη στέκω όπως οι µέλισσες που πέφτουν πάνω σε κέδρους φυτώριου κι άλλα τέτοια φυτά που τεχνητά προγραµµατίστηκαν να παίξουν έναν ρόλο, αντί στα θυµάρια και τα βοτάνια που είχαν συνηθίσει εδώ, στον τόπο όπου φερτά χώµατα µέσα σε πλαστικές τεράστιες σακούλες χρήσιµες σαν µονωτικό, αντικατέστησαν τους βράχους και τις σκάρτες µικρές ελιές για να ντύσουν το αστικού περιβάλλοντος νέο τοπίο υποστηρίζοντας την υποταγµένη χλόη του γκαζόν κι όλα τα είδη φυτώριου που ο καθένας µας θα επιλέξει για να στολίσει το σπίτι του κι εγώ το δικό µου και µέσα σε όλα αυτά αµηχανεύοµαι και λέω να ντυθώ την Σαπφώ Νοταρά που συνηθίζω σε τέτοιες περιπτώσεις και νοµίζω µου ταιριάζει κι ας µε είπε εκείνος ο κύριος προχθές όπως προσπαθούσα να βρω θέση να παρκάρω στην αγορά των Χανίων, Λολοµπριτζίτα. Θα ’ταν που τα µαλλιά µου από την υγρασία πήραν και έφτιαξαν κάτι µπούκλες απίστευτες κι είχα και το κραγιόν το κοραλλί κι ένα µπλουζάκι µε ντεκολτέ χαµόγελο και µεγάλος µου φάνηκε για να βλέπει σωστά και να τον πάρω σοβαρά κι όµως τον πήρα για να στο αναφέρω τώρα κι εγώ πολύ θα ’θελα να της µοιάζω ακόµη αλλά νοµίζω πως µου ταιριάζει η Σαπφώ µε κείνη την ποδιά µέχρι τους αστραγάλους και τα χέρια στη µέση να 10


φωνάζει µε την φωνή που δεν φόρτωνε ψηλούς τόνους αλλά ήταν µια ζωγραφιά άµα έκλεινες τα µάτια καθώς στένευε στο έβγα της από το λαρύγγι και να σου φωνάξω αυτό που φαντάστηκα κι έγραψα τις προάλλες στου Σωτήρη: “µε το φακιόλι, τα γάντια κουζίνας νο7, την ποδιά εκ Σουφλίου ….. και τα τεντζερέδια να στάζουν απορρυπαντικό ultra, να πας να του πεις: κυρ ∆ασινά µου.. θα µου κλείσετε το µπλογκ εµένα της νοικοκυράς κι έπειτα τι;.. να µαγειρεύω και να νοικοκυρεύω εφ’ όρου ζωής άνευ άλλου τινός ενδιαφέροντος;;;; εεεΕ;;;!” , για να έρθω πάλι να συνδέσω τη σκέψη µου την τωρινή µε εκείνη την αρχική και να προχωρήσω και να τελειώνω κάποια στιγµή.

Και µη νοµίζεις, δεν σ’ άκουσα που είπες όλοι µας ψάχνουµε κι εξαίρεση δεν αποτελείς, αλλά να το ξέρεις πως κι αν γενικά συµβαίνει γιατί µάλλον έτσι φτιαγµένος είναι ο άνθρωπος κι αλλιώς αν ήταν, πρόοδο δεν θα είχαµε και µη ρωτήσεις τώρα τι είναι πρόοδος γιατί θα ξεστρατίσουµε πολύ την κουβέντα κι άλλο που δεν θέλω δηλαδή αλλά µετά θα µε τρώει πως µε χειρίστηκες για να ξεφύγεις κι εγώ δεν το κατάλαβα εγκαίρως να αντιδράσω όπως κι εδώ µέσα µου συµβαίνει άλλωστε και τα ίδια σκέφτοµαι και όλο τ��ν πατάω γιατί µη νοµίσεις πως άλλο κουβαλάµε στο διαδίκτυο και στα blogs από τον εαυτό µας όλον, µόνο που όπως συµβαίνει και µε τους συγγραφείς ή όλους που εκτίθενται µε κάποιον τρόπο, ένα κοµµάτι µας γίνεται ορατό από αυτούς που θα αφιερώσουν λίγο χρόνο σε κάποιον από µας άµα τον προσέξουν για 11


να τον καταλάβουν και που ψάχνουν ή ψάχνονται οι άνθρωποι, διαφέρουν µεταξύ τους κι ως προς τον τρόπο κι ως προς το στόχο και το περιεχόµενο της αναζήτησής τους κι έτσι κι εγώ βρέθηκα στα blogs κι έµεινα και µέσα από τα πάθη, τα λάθη και τα ελλείµµατά µου –για το πλεόνασµα δεν το συζητώ! ας το ψάξουν να το βρουν εκείνοι που µε διαβάζουν και θελήσουν να µε µάθουν.. τυπική η διαδικασία κι η συνήθεια κυρ ∆ασινά!... από την µικρότητα και τη δυστυχία του άλλου να χαίρεσαι και υλικό βρίσκεις για τις κουβέντες και τις συγκρίσεις σου τις απαραίτητες «πάνω από όλους ν’ ανεβείς» που λέει κι ο Λογαρίδης των Poll, άκουγες Poll κυρ ∆ασινά;µιλάω στους ανθρώπους, όσους.., και ναρκισσεύοµαι, συντηρώ την µαταιοδοξία µου, περνώ την ώρα µου, διαπιστώνω αλήθειες, ψέµατα, διαθέσεις, προθέσεις, µεθόδους, µαθαίνω, διδάσκοµαι, µιµούµαι, γνωρίζω.. δηµιουργώ φίλους, διατηρώ φιλίες, ερωτεύοµαι γιατί όχι;, σπουδάζω µε τα προγράµµατα δια βίου κι εξ αποστάσεως εκπαίδευση, θυµώνω, διαχωρίζω την θέση µου, κρίνω, κρίνοµαι, πεισµώνω, επανέρχοµαι, προσφέρω, επιζώ, επιζητώ… είµαι µέσα στις στιγµές εν τέλει και σκέψου το.. το τι θέλω να πω µε αυτή την µισή από µια ολόκληρη ευχή που µου έδωσε ο Σωκ. Ξέρεις τον Σωκ* κυρ ∆ασινά;

Κι όχι, νοικοκυρίστικα δεν είναι αυτά τα πράγµατα κι οι συνήθειες γιατί σου τρώνε χρόνο κι άσε να λένε όσοι ισχυρίζονται πως το κάνουν επειδή δεν έχουν χρόνο και πως γίνεται να χωρέσει τόση απασχόληση µέσα στον χρόνο που 12


δεν υπάρχει κι όσοι το διαβάσουν θα πιάσουν τα respect και τα λοιπά, µα κάτσε να σου πω και βγάλε το συµπέρασµα µόνος σου έπειτα, γιατί κι αν δεν το ξέρεις, η πίεση κι η εκµετάλλευση άλλην δεν έχει πορεία παρά την µε κάποιον τρόπο αντίδραση κι όπως ο εργασιακός χρόνος που σαν κατάκτηση ήτανε ένα ξεγυρισµένο οκτάωρο, συλήθηκε για να υπηρετήσει τα συµφέροντα σε παραγωγή ή εξυπηρέτηση πελατών στον καιρό της ανάπτυξης της αγοράς στο δρόµο της νεοφιλελεύθερης οικονοµίας και δέσµευσε τον άνθρωπο σε µεγαλύτερο χρόνο εργασίας, αυτός επαναστάτησε κι εκµεταλλεύτηκε µε τη σειρά του τις δυνατότητες του διαδικτύου για να χωρέσει στον χρόνο που έχει αλλά του τον τρώνε, τα κοινωνικά του και καινούργια δεν είναι αυτά όλα γιατί και στις γειτονιές και τα γιαπιά τα συνηθίζανε να σκάνε κανά τέταρτο από τη δουλειά και να τα λένε και µη ρωτάς τι να λένε! τη γνώµη τους λέγανε για όσα γινόντουσαν και για τ’ άλλα που δεν είχαν γίνει ακόµη, σα Κασσάνδρες ή Πυθίες µολογούσαν τα µελλούµενα σαν τέλειωναν όσα άρχιζαν µε την φράση: τα ’µαθες;

Τι; Μα δεν είναι επιχείρηµα αυτό να λες πως γι αυτό θα τα κλείσεις τα blogs για να γίνω νοικοκυρά εγώ κι οι άλλοι να δουλεύουν όλο τον χρόνο τους γιατί καιρός πάει από τότε που την άκουσα την µάνα να το λέει κουρασµένα: «πέρασε όλη µου η ζωή περιµένοντας τον ταχυδρόµο να φέρει την σύνταξη του πατέρα σου» κι εγώ κατάλαβα πως είναι κι άλλα στη ζωή εκτός από τα λεφτά και τον µισθό κι όπως σου είπα ότι πει η µάνα γράφεται ανεξίτηλα και το ακολουθείς, συνει13


δητά ή όχι, µέχρι το τέλος σου κι ήταν 67 και στα 74 της πέθανε κι εγώ είµαι ήδη 50 και θυµάµαι κι άλλα κι από τον παππού µου ακόµη που έλεγε στη µάνα µου όπως πριν το ’λεγε στην γιαγιά µου πως δουλειά που δεν φέρνει λεφτά στο σπίτι δουλειά δεν είναι κι εγώ τα νοικοκυριά που τα φτιάχνεις µια στιγµή και την άλλη πάνε περίπατο µε την σύµπραξη όσων µοιράζεσαι το σπίτι, τα έχω να µε νοιάζουν αλλά σε δεύτερη µοίρα και γιατί κανείς δεν στα αναγνωρίζει όχι πως σου αναγνωρίζουν τα υπόλοιπα, γι αυτά όµως θα ’χεις στοιχεία απτά που δεν χάνονται µόλις τελειώσει το σφουγγάρισµα ή φορέσεις το σιδερωµένο πουκάµισο για να αποδείξεις ότι κάτι έκανες και τι..

14


( Χανιά – του Ιούλη 30 )

Μια προχωρηµένης ηλικίας γυναίκα περνά την πλατεία της Ευαγγελίστριας εδώ στην Χαλέπα µιλώντας στον αέρα κι εγώ δεν µπορώ να δω παρά τα χείλη της να κουνιούνται και το ύφος της που πιστοποιεί την κατάστασή της και θυµάµαι πως σου κουβεντιάζω µε το µυαλό µου ώρες ατέλειωτες κι ίσως ακόµη κι όταν κοιµάµαι και χαµογελώ ή συνοφρυώνοµαι ανάλογα µε το τι σε κουβεντιάζω κι όταν συµβεί να χαµογελώ το χαµογελάκι της µαµάς λέει η κόρη µου τρυφερά και το µιµείται και τώρα που κοιτώ αυτήν την γυναίκα σκέφτοµαι και χαµογελώ στη σκέψη και πιθανόν διαπίστωση πώς να ο πρόδροµος των Bluetooth στα κινητά και µη ψάχνουµε µακριά αλλού παρά στη φύση και τις ιδιότητές της και τις αντιδράσεις και δράσεις των ζωντανών οργανισµών για να ερµηνεύσουµε όσα κατασκευάσαµε υλικά και ηθικά κι αυτά που θέλουµε να ελέγξουµε γιατί ξέφυγαν λέµε από το πρέπον και το πρέπον έχει ήδη ορισθεί κι αµφισβητηθεί ανάλογα µε τις ανάγκες της κοινωνίας που εµείς πάλι φτιάξαµε και που ζητήσαµε να ικανοποιήσουµε όταν µας χώραγε κι όταν δεν µας χώραγε.

Τόσες οι λέξεις κι ακόµη δεν τέλειωσα κυρ ∆ασινά και φοβάµαι πως και στο θέµα δεν είµαι. Εσύ τι λες; Μα, όπως σου έλεγα, πρώτα πρέπει να καταλάβεις πως δουλεύει ένας χώρος κι έπειτα να τον κρίνεις και να σκεφτείς αν και πως θα τον ελέγξεις. Κι όχι πως είµαι η κατάλληλη να στα 15


υποδείξω αυτά γιατί, δεν ξέρω αν στο ’πα, αλλά σιγά µην ξέρω τι πάει να πει blog και blogging κι ας µου το ’χει ένας εξηγήσει από τα αγγλικά στα ελληνικά, εγώ ξεχνώ ό,τι δεν είναι καθοριστικό για την ύπαρξη µου, πάντα κατά τη γνώµη µου, κρατώντας την ουσία που όµως δεν µου είναι ξεκάθαρη κι εύκολη να στην µεταδώσω αλλά εσύ σαν έµπειρος και σοφότερος από µένα θα τα καταλάβεις µε όσα διαβάσεις κι όχι πως ξέρω, αλλά τούτο που πάει να γίνει και κριτής και δικαστής µετά από κατήγορος να είναι ο πάσα εις, µόνο στις γειτονιές παλιά πολύ παλιά τότε που είχε λόγο ο Λειβαδίτης να γράφει εκείνο το χωρίς δεύτερη κουβέντα άξιο ποίηµα του «την πόρτα ανοίγω το βράδυ», γινότανε που κόλαγε η γριά γειτόνισσα τη µύτη της στο τζάµι και το χνώτιζε σαν δεν διέκρινε καλά κι αυτό της επέτρεπε στη συνέχεια να χώνει τη µύτη της και στη ζωή του ζευγαριού ή τής οικογένειας κι αλίµονο αν ήταν νεοφερµένοι, κι έπειτα όλη η γειτονιά συζήταγε σα λαϊκό δικαστήριο κι όλα γινόντανε αχταρµάς και µπερδεµένα και µια οικογένεια όλοι όπου η αυτοδικία ήταν ο νόµος και γίνανε αγώνες πολλοί µέσα στα χρόνια, πολλά χρόνια, να γυρίσει η κοινωνία µυαλά και να προοδεύσει, να γενούνε νόµοι, να έχουν την ευθύνη τους σε διατύπωση, τήρηση κι αλλαγή οι κατάλληλοι, οι αρµόδιοι δια νόµου και ουσίας, οι νοµοθέτες που σπατάλησε η κοινωνία πολλά για να σπουδάσει και να τους τοποθετήσει εκεί που είναι, λειτουργοί του κράτους, σε εξουσία εκτελεστική µετά την νοµοθετική και µοιάζουν τα πράγµατα να πάνε να γυρίσουν πίσω κι αυτό καλό δεν είναι κι εγώ την αυτοδικία την πολεµώ και πάω να την αλλάξω και 16


στο σχολείο που δουλεύω κι άµα είναι να δοθούν περιθώρια να ισχύσει και σαν νόµος µάλιστα να µου το πεις να µην πασχίζω να αλλάξω συµπεριφορές και συνήθειες χαραγµένες από ανάγκη που έγινε κουλτούρα στις ψυχές των ανθρώπων εκεί και να πω και στην Ελένη να µην µε θαυµάζει περισσότερο από την µάνα της κι ότι η µάνα της ξέρει που την παντρεύει από τα 12 της για να την πάρει την προίκα ο πατέρας της να επενδύσει η οικογένεια και να ορθοποδήσει και να πω και στον Τίµο και τον Τάκο πως καλά κάνουν και κυνηγάνε να χτυπήσουν τον Εφραίµ κι ότι έτσι πρέπει να γίνονται τα πράγµατα να σεβόµαστε τις συνήθειες της φάρας κι όχι τον και τους ανθρώπους και µη πεις τι σχέση έχουν όλα αυτά γιατί κι αυτοί αυτό κάνουν, ένας καταγγέλλει κι οι άλλοι «δικάζουν» κι αφού καταδικάσουν, εκτελούν… κι αυτό άσχηµο είναι κι επικίνδυνο αλλά πάλι εγώ δεν ξέρω κι ό,τι εσύ αποφασίσεις, µόνο που… σκέψου το πριν πράξεις ό,τι αποφασίσεις.. γιατί, έχω υποσχεθεί στον Αλέξανδρο και τον ∆ιονύση πως µπορεί κάποιος να δει τους πίνακες τους, να εκτιµήσει την δουλειά τους κι ίσως κάποτε να γίνουν διάσηµοι από αυτό και τ’ όνειρο έχει ανάγκη να υπάρχει εκεί στα δυτικά της Αττικής κυρ ∆ασινά τα παιδιά γίνονται άντρες και γυναίκες βυζαίνοντας το όραµα να ξεφύγουν από τα όρια εκείνης της ζωής και θα το ξέρεις! δεν µπορεί! πως όταν φιλεύεις απόγνωση κι απελπισία φυτρώνει η αντίδραση κι η βία και µιλώ για το σχολείο µου, τους µαθητές µου, το blog τους.. πράγµατα που αν τα ψάξεις θα τα βρεις γιατί κρυφά δεν τα ’χω και σε τούτον τον χώρο και µαζί και την ταυτότητά µου. 17


( Κουνουπιδιανά – του Αυγούστου 3 )

Τόσες λέξεις για να ανακυκλώσουν τις σκέψεις και τις εµµονές µου κι επίκεντρο σχεδόν σ’ όλα εγώ και δεν ξέρω αν µπορέσεις εσύ(;) κυρ ∆ασινά ή κανείς άλλος που θα ’χει το ενδιαφέρον να διαβάσει τι έγραψα να καταλάβει το δια ταύτα αυτής της πολυλογίας για το συγκεκριµένο θέµα του νοµοθετήµατος (το λέω σωστά;) για τα blogs που στην ουσία θα θίξει την ελευθερία λόγου και που για να στα λέω µε την αλήθεια τους δεν παρακολούθησα η ίδια άµεσα παρά από όσα διάβασα και συζήτησα γιατί τα πιο πολλά έτσι µισά τα κάνω και δεν γνωρίζω αν τελικά έχουν αξία αλλά σηµασία έχουν καθώς επιτρέπουν να µελετήσει κάποιος που θα τον νοιάζει πως από τα µισά προκύπτουν σκέψεις και απόψεις, δηµιουργήµατα και πόνοι που εκτίθενται εκθέτοντας τον παραγωγό ��ους κι επηρεάζουν ενδεχόµενα κι άλλους κι αν µε ρωτήσεις θα σου πω πως µελαγχολικά είναι πολύ µελαγχολικά είναι όλα αυτά εδώ µέσα που γίνονται καθώς τους λείπει η ουσία που ανιχνεύεται κι αισθητοποιείται χάρη στις πέντε πριγκίπισσες του σώµατός µας και της δίνεται έτσι η δυνατότητα να αποκαλύψει µεγάλο πολύ µέρος της αλήθειας τού καθενός πράγµα που καθίσταται αδύνατο σχεδόν πίσω από τις οθόνες κι ο καθένας µας φτιάχνει την φιγούρα τού άλλου και τον χαρακτήρα του µε ισχυρή δόση από την δική του φαντασία, τις προσωπικές ανάγκες και κοινωνική εµπειρία, τις γνώσεις και την ικανότητά του να προσλαµβάνει την κατάσταση ανθρώπων που δεν βλέπει µέσα από τα γραπτά τους και την 18


συναισθηµατική του µόρφωση γιατί έτσι εγώ την χαρακτηρίζω την ενσυναίσθηση κι έτσι είτε από εγωισµό είτε από µετριοφροσύνη να αποδίδει λάθος ιδιότητες στους συνοµιλητές του και λάθος περιεχόµενο στα γραφόµενα τους αρκετές φορές θέση από την οποία θα µπορούσε να βγεί σε µια ζωντανή επαφή µε επαναλαµβανόµενες συζητήσεις κι επεξηγήσεις και τα πράγµατα έτσι έχουν και µε τον ίδιο τρόπο θα συνεχίσουν και στο µέλλον ακόµη κι αν αλλάξει το µέσον κι ο τόπος κι ο τρόπος και τέλος ο χρόνος για να έρχονται σ’ επαφή οι άνθρωποι και να εκφράζονται επικοινωνώντας.

Άϊ! µην κάνει να φτιάξεις κι εσύ ένα blog κυρ ∆ασινά; Ξέρεις τι έχουµε να πούµε για τη γειτονιά µας που µένεις; Για το ρέµα και τα βατράχια, τα θερινά τα σινεµά µε τον πασατέµπο και την Ναργκίς, για τα πηγάδια καταµεσίς των δρόµων και ούιιι πόσο τα φοβόνταν οι µάνες και µη µας κλέψουνε φοβόντουσαν, και για τη φίλη µου την Γιωργίτσα που ανεβαίναµε στη ξυλεία του Κυριάκου του οικοδόµου και τραγουδούσαµε «πετραδάκι πετραδάκι για τα σένα το 'φιαξα», τα πάρτι µας και το χάλι-γκάλι, χόρευες εσύ χάλιγκάλι κυρ ∆σινά; εγώ ναι και σέικ και µόνο ζεϊµπέκικο δεν έχω χορέψει και πολύ θα το ’θελα, κι άλλα ακόµη θα πούµε κι έτσι έχουν τα πράγµατα εδώ µέσα στο δίκτυο και τα bogs σαν τις γειτονιές και τα καφενεία σε χωριά και πόλεις όπου η ανάγκη του ανθρώπου να ανήκει και να συµµετέχει στα κοινωνικά λειαίνει τους τοίχους και φτιάχνει παρέες ετερόκλιτες… κι άµα βαρεθείς αυτά θα µιλήσουµε για την flexicurity 19


και το εκπαιδευτικό µοντέλο ανάπτυξης της Φιλανδίας, το αδιέξοδο της οικονοµίας, την ηθική και το ήθος, τους νόµους που κρίνουν πάνω από τις συνήθειες και τα συνήθη, το ανήθικο και τ’ άδικο που γίνεται δικαίωµα και υποστηρικτική γραµµή αθώωσης, τον καπιταλισµό που καίει φλάντζες στη βιασύνη του να προσπεράσει τον εαυτό του κι άλλα ίσως χωρίς κανένα σοβαρό επιστηµονικό υπόβαθρο όµως, γιατί.. τι ξέρω εγώ µια απλή νοικοκυρά και… Τι γελάς κυρ ∆ασινά; Α! όχι! µια απλή νοικοκυρά είπα όχι συνηθισµένος άνθρωπος, ούτε για τ’ αστείο που κάνεις! Μόνο ένας άνθρωπος που τον έχουν συνηθίσει, αυτό µάλιστα! Έχεις διαβάσει Σεφέρη κυρ ∆ασινά; Να διαβάσεις. Και Ρίτσο να διαβάσεις. «Το τερατώδες αριστούργηµα» του να διαβάσεις. Κι άλλους να διαβάσεις. Καλά! Καλά! Μην µε συνερίζεσαι! Το περίµενα δα πως θα ’σαι διαβασµένος, τι στο καλό, αρπάζω όµως την ευκαιρία να πω γι αυτά που διάβασα τελευταία και µε συγκίνησαν κι είναι κι άλλα πολλά, µη νοµίζεις..

Πάω να σου φέρω µια βανίλια υποβρύχιο τώρα. Μ’ αυτά και µε τ’ άλλα, στέγνωσε το στόµα µου κι εσένα το µυαλό σου… βρε! µήπως θες κι ένα καφεδάκι; βαρύ γλυκό σε χοντρό φλιτζάνι! ναι; (27-8-09)

20


*Σωκ: Σωκράτης Ξένος, ποιητής. Συνηθίσαµε να αναφερόµαστε ο ένας στον άλλο µε τα πρώτα γράµµατα του ονόµατος µας έως το που να συναντήσουµε σύµφωνο. Σωκ. Ασ.

21


Η ΠΛΑΚΕΤΑ ΤΗΣ ΑΣΗΜΙΝΑΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΥ Λοιπόν, κυρ ∆ασινά µου ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΘΗΚΕ ΨΗΦΙΑΚΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝ∆ΥΜΙΩΝΑ ΤΟ ΜΑΡΤΙΟ ΤΟΥ 2014


Ασημίνα Λαμπράκου, Λοιπόν κυρ-Δασινά