Issuu on Google+


ΛΕΩΝ ΤΟΛΣΤΟΪ   

Ανάσταση    ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΡΩΣΙΚΑ  ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΑΤΟΣ    ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΚΟΒΟΣΤΗ 

Digitized by 10uk1s 


Τότε προσελθὼν αὐτῷ ὁ Πέτρος εἶπε· Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου  καὶ ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις; λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· Οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις ἀλλʹ ἕως  ἑβδομηκοντάκις ἑπτά. (Ματθ. ιη, 21,22)  Τί δὲ βλέπεις τὸ κάρφος τὸ ἐν τῷ ὀφθαλμῷ τοῦ ἀδελφοῦ σου, τὴν δὲ ἐν τῷ σῷ ὀφθαλμῷ  δοκὸν οὐ κατανοεῖς; (Ματθ. ζ’, 3)  ... Ὁ ἀναμάρτητος ὑμῶν πρῶτος βαλέτω λίθον ἐπʹ αὐτὴν. (Ιωάν. η’ 7)  Οὐκ  ἔστι  μαθητὴς  ὑπὲρ  τὸν  διδάσκαλον  αὐτοῦ·  κατηρτισμένος  δὲ  πᾶς  ἔσται  ὡς  ὁ  διδάσκαλος αὐτοῦ. (Λουκ. στ’ 40) 

Digitized by 10uk1s 


ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι  ΟΣΟ  ΚΙ  αν  πάσχιζαν  μερικές  εκατοντάδες  χιλιάδες  ανθρώπινες  ψυχές,  στοιβαγμένες  σ'  εκείνο  τον  στενάχωρο  τόπο,  να  τον  παραμορφώσουν,  όσο  κι  αν  τον  είχαν  βουλιάξει  στην  πέτρα  για  να  μη  φυτρώνει τίποτε πάνω στη γη συνθλίβοντας και το παραμικρό χορταράκι που ξεμυτούσε, όσο κι αν  έπνιγαν τον αέρα στην αιθαλομίχλη του κάρβουνου και του πετρελαίου, όσο κι αν καταστρέφανε τα  δέντρα και αποδιώχνανε όλα τα ζώα και τα πουλιά, τόσο περισσότερο η άνοιξη φανέρωνε το αιώνιο  μεγαλείο της, ακόμα και μέσα στην πόλη. Ο ήλιος ζέσταινε τη φύση, η χλόη ζωντανεμένη φύτρωνε  και καταπρασίνιζε το χώμα, όπου είχε ακόμη απομείνει, όχι μονάχα στα παρτέρια, μα κι ανάμεσα  στις  πλάκες  των  λιθόστρωτων  λεωφόρων.  Οι  σημύδες,  οι  λεύκες,  οι  αγριοκερασιές  ξετύλιγαν  τα  γυαλιστερά  και  μυρωδάτα  φύλλα  τους,  στις  φλαμουριές  τα  φουσκωμένα  μπουμπούκια  βιάζονταν  να σκάσουν, οι κουρούνες, τα σπουργίτια και τα περιστέρια ετοιμάζονταν γοργόφτερα μέσα σ' αυτό  τ'  ανοιξιάτικο  γιορτάσι  για  τις  καινούργιες  τους  φωλιές  κι  οι  μύγες  κάτω  απ'  το  ζεστό  ήλιο  ζουζούνιζαν νωχελικά πάνω στους τοίχους. Γιόρταζε η πλάση όλη, τα φυτά, τα πουλιά, τα έντομα, τα  μικρά παιδιά. Μονάχα οι μεγάλοι συνέχιζαν απτόητοι να εξαπατούν και να βασανίζουν ο ένας τον  άλλον.  Αυτό  το  ιερό  τελετουργικό  του  ανοιξιάτικου  πρωινού,  αυτή  η  ομορφιά  του  θείου  κόσμου,  δώρο σ' όλα τα πλάσματα της γης που τους υποσχόταν την ειρήνη, την ομόνοια και την αγάπη, δεν  άγγιζε  τις  ψυχές  τους.  Μοναδική,  ζωτική  τους  έγνοια  ήταν  τι  θα  μηχανεύονταν  οι  ίδιοι  για  να  καταδυναστεύουν ο ένας τον άλλον.  Στα  γραφεία  των  φυλακών  του  κυβερνείου  οι  αρμόδιοι  αδιαφορούσαν  τελείως  για  τις  ιερές,  ζωογόνες ανοιξιάτικες χαρές και συγκινήσεις που προσφέρει ο Δημιουργός σ' όλα τα πλάσματά του.  Μόνη τους έγνοια ήταν το πώς θα διεκπεραίωναν ένα πρωτοκολλημένο έγγραφο που είχε φθάσει  μια μέρα πριν την προσαγωγή σε δίκη τριών υποδίκων ‐δύο γυναικών και ενός άνδρα‐ την επομένη,  28  Απριλίου,  στις  9  το  πρωί.  Όμως  επειδή  η  μία  από  τις  δύο  γυναίκες  αντιμετώπιζε  βαρύτατες  κατηγορίες, έπρεπε να προσαχθεί χωριστά.  Στο  σκοτεινό  και  βρόμικο  διάδρομο  της  γυναικείας  αχτίνας,  στις  8  κιόλας  το  πρωί,  έκανε  την  εμφάνισή  του  ο  αρχιδεσμοφύλακας.  Πίσω  του  ακολουθούσε  μια  γυναίκα  με  βασανισμένο  πρόσωπο, άσπρα σγουρά μαλλιά, φορώντας ολόσωμη ζακέτα με σειρήτια στα μανίκια και στη μέση  της μια ζώνη με θαλασσιά μπορντούρα. Ήταν δεσμοφύλακας.  ‐Την Μάσλοβα θέλετε; ρώτησε πλησιάζοντας μαζί με τον αρχιδεσμοφύλακα την πόρτα ενός κελλιού  που έβλεπε στο διάδρομο.  Ο  αρχιδεσμοφύλακας  ξεκλείδωσε  την  σιδηρόφραχτη  πόρτα,  ο  βαρύς  γδούπος  της  δόνησε  τον  διάδρομο και στο διάπλατο άνοιγμά της μια ακόμα πιο αβάσταχτη μπόχα ξεχύθηκε στο διάδρομο.  ‐Μάσλοβα, ετοιμάσου για τη δίκη, φώναξε με τραχιά φωνή και τραβώντας την πόρτα κοντοστάθηκε  έξω απ' το κελί.  Ο αέρας της πόλης στο προαύλιο της φυλακής ήταν ακόμα γεμάτος από τις φρέσκιες και ζωογόνες  μυρωδιές  των  αγρών.  Στο  διάδρομο  όμως  της  γυναικείας  αχτίνας  ο  αέρας  ήταν  αποπνιχτικός,  μολυσμένος, ανακατεμένος με δυσωδίες κοπράνων, πίσσας και σαπίλας και σκορπούσε θλίψη και  συντριβή  σ'  όποιον  έμπαινε  εκεί  μέσα.  Η  γριά  δεσμοφύλακας,  εκείνο  το  πρωί,  ερχόταν  από  το  προαύλιο των φυλακών, και παρ' όλο που ήταν συνηθισμένη σ' αυτή την μπόχα, μπροστά στο κελί  λίγο έλειψε να σωριαστεί λιπόθυμη.  Στο κελί ακούστηκαν θόρυβοι ανακατεμένοι με γυναικείες φωνές και πατημασιές από γυμνά πόδια.  ‐Κουνήσου Μάσλοβα, μη χαζεύεις! ούρλιαξε ο αρχιδεσμοφύλακας στην πόρτα.  Digitized by 10uk1s 


Δυο λεπτά αργότερα μια νεαρή γυναίκα μετρίου αναστήματος, με πολύ πλούσιο στήθος, φορώντας  άσπρη  μπλούζα  και  φούστα  και  από  πάνω  μια  γκρίζα  μακριά  ρόμπα,  χοντροφτιαγμένες  πάνινες  κάλτσες και  μπότες της  φυλακής βγήκε με γοργό βήμα, έκανε σβέλτα μεταβολή και στάθηκε πλάι  στον αρχιδεσμοφύλακα. Είχε δεμένα τα μαλλιά της με μια άσπρη κορδέλα που άφηνε επιμελώς τα  μαύρα  βοστρύχια  της  ν'  ανεμίζουν  ελεύθερα.  Το  έντονα  λευκό,  πανιασμένο  της  πρόσωπο,  στο  χρώμα  πολυκαιρισμένων  φύτρων  πατάτας  σ'  ανήλιαγο  κατώι,  πρόδινε  άνθρωπο  που  είχε  περάσει  καιρό έγκλειστος. Το ίδιο χρώμα είχαν και τα κοντόφαρδα χέρια της, όπως και ο παχύσαρκος λαιμός  της  που  ξεπρόβαλλε  από  τον  ψηλό  γιακά  της  ρόμπας.  Δύο  κατάμαυρα,  λαμπερά,  λίγο  πρησμένα,  αλλά πολύ ζωηρά μάτια, που το ένα αλληθώριζε, προκαλούσαν μιαν έντονη αντίθεση σ' εκείνο το  πανιασμένο χρώμα του προσώπου της. Στεκόταν αγέρωχα με το στήθος της ολόρθο. Βγαίνοντας στο  διάδρομο,  έγειρε  λίγο  το  κεφάλι,  κοίταξε  κατάματα  τον  αρχιδεσμοφύλακα  κι  ύστερα  στάθηκε  υπάκουα πλάι του έτοιμη να κάνει ό,τι της ζητούσε. Την ώρα που ο αρχιδεσμοφύλακας ετοιμάστηκε  να  κλειδώσει,  ξεπρόβαλε  απότομα  το  χλομό,  αυστηρό  και  καταρυτιδωμένο  πρόσωπο  μιας  αναμαλλιασμένης γριάς που πήγε κάτι να ψιθυρίσει στη Μάσλοβα. Ο αρχιδεσμοφύλακας, όμως, της  βρόντηξε  κατάμουτρα  την  πόρτα  κι  η  γριά  λούφαξε  στο  κελί  της.  Οι  κρατούμενες  ξέσπασαν  σε  χαχανητά. Η Μάσλοβα χαμογέλασε και κοντοστάθηκε στο μανταλωμένο παραθυράκι του κελλιού. Η  γριά από μέσα κόλλησε το πρόσωπό της στην πόρτα και με βραχνή φωνή της ψιθύρισε:  ‐Προπαντός, μην πεις πολλά. Μείνε μόνο στο ένα, κουβέντα παραπέρα.  ‐Γιατί, και το ένα λίγο είναι; Χειρότερα δεν γίνεται, απάντησε η Μάσλοβα, κουνώντας το κεφάλι.  ‐Καλώς...  μόνο  το  ένα,  όχι  τ'  άλλα,  παρατήρησε  ο  αρχιδεσμοφύλακας  με  υπηρεσιακή  αυτοπεποίθηση και εξυπνακίστικο ύφος. ‐Και τώρα ακολούθησέ με, εμπρός, μαρς!  Η  φευγαλέα  θωριά  της  γριάς  πίσω  από  το  παραθυράκι  του  κελιού  έσβησε  κι  η  Μάσλοβα,  διασχίζοντας  το  διάδρομο  με  γρήγορα,  ανάλαφρα  βήματα,  ακολούθησε  τον  αρχιδεσμοφύλακα.  Κατέβηκαν  μια  πέτρινη  σκάλα,  πέρασαν  μπροστά  από  τα  ανδρικά  κελιά  που  ήταν  ακόμα  πιο  βρόμικα  και  θορυβώδη  από  τα  γυναικεία,  ενώ  πολλά  βλέμματα  κολλημένα  στην  πόρτα  παρακολουθούσαν  βουβά  τα  βήματά  τους  μέχρι  να  μπουν  στο  γραφείο  των  φυλακών.  Εκεί  τους  περίμεναν κιόλας οι δύο ένοπλοι συνοδοί της Μάσλοβα. Ο γραμματέας παράδωσε σ' έναν απ' τους  δύο τα έγγραφα, που βρομοκοπούσαν τσιγαρίλα και δείχνοντας την κρατούμενη, του είπε:  ‐Πάρ' την, δική σου!  Ο  στρατιώτης,  ένας  χωριάταρος  από  το  Νίζνι  Νόβγκοροντ,  με  κόκκινο  βλογιοκομμένο  πρόσωπο,  έχωσε  τα  έγγραφα  στο  ρεβέρ  του  μανικιού  της  χλαίνης  του  και  ρίχνοντας  ένα  βλέμμα  στην  κρατούμενη,  έκλεισε  το  μάτι  μειδιώντας  στον  συνάδελφό  του,  έναν  Τσουβά  με  τεράστια  ζυγωματικά.  Οι  στρατιώτες  με  την  Μάσλοβα  κατέβηκαν  τη  σκάλα  και  βάδισαν  προς  την  κεντρική  έξοδο, διέσχισαν το προαύλιο πέρασαν την πύλη και βρέθηκαν έξω από τους τοίχους των φυλακών,  παίρνοντας τους λιθόστρωτους δρόμους της πόλης.  Αμαξάδες,  μικροπωλητές,  μαγείρισσες,  εργάτες,  υπάλληλοι  κοντοστέκονταν  με  περιέργεια  και  κοίταζαν την κρατούμενη. Μερικοί κουνούσαν το κεφάλι σκεφτικά: «Να πού οδηγεί τον άνθρωπο ο  κακός  ο  δρόμος...».  Τα  παιδιά  αντίκριζαν  την  φόνισσα  με  τρόμο  που  τους  τον  απάλυνε  μονάχα  η  συνοδεία  των  στρατιωτών,  αφού  πλέον  εκείνη  ήταν  ανίσχυρη  να  βλάψει  τον  οποιονδήποτε.  Ένας  χωριάτης  που  είχε  ξεπουλήσει  το  κάρβουνό  του  και  γυρνούσε  απ'  το  πανδοχείο,  την  πλησίασε,  σταυροκοπήθηκε  μπροστά  της  και  της  έδωσε  ένα  καπίκι.  Εκείνη  ντράπηκε,  κοκκίνισε,  έσκυψε  το  κεφάλι και κάτι πήγε να ψελλίσει.  Στα  εξεταστικά  βλέμματα  των  περαστικών  που  καρφώνονταν  πάνω  της,  η  Μάσλοβα  σκορπούσε  Digitized by 10uk1s 


κρυφές ματιές χωρίς να στριφογυρίζει το κεφάλι και ασυναίσθητα ένιωσε ότι αυτό την διασκέδαζε.  Η ανοιξιάτικη αύρα, τόσο καθαρή σε σύγκριση με το μουχλιασμένο αέρα της φυλακής, της τόνωσε  το  ηθικό,  όμως,  τα  πόδια  της  ξεσυνήθιστα  στο  περπάτημα  και  στριμωγμένα  μέσα  στα  χοντροπάπουτσα της φυλακής πονούσαν, καθώς στραβοπατούσε στο λιθόστρωτο. Αναγκαζόταν να  προσέχει  τα  βήματά  της  πασχίζοντας  ν'  αποφεύγει  τις  κακοτοπιές.  Περνώντας  μπροστά  από  ένα  αλευράδικο,  παρά  λίγο  να  κλωτσοπατήσει  ένα  απ'  τα  περιστέρια  που  άφοβα  κλωθογύριζαν  μπροστά της. Τρομαγμένο το γκριζογάλαζο πουλί αναπετάρισε κι οι φτερούγες του έσκισαν γοργά  τον  αέρα  ξυστά  απ'  τ'  αφτί  της.  Η  Μάσλοβα  ένιωσε  να  της  διαπερνά  το  κορμί  μια  ευχάριστη  ανατριχίλα και ένα αχνό χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της φευγαλέα. Αναλογίστηκε όμως την πικρή  της μοίρα κι αναστέναξε βαθιά. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ II  Η  ΙΣΤΟΡΙΑ  τής  κρατούμενης  Μάσλοβα  ήταν  πολύ  συνηθισμένη.  Νόθο  παιδί  μιας  ανύπαντρης  υπηρέτριας που δούλευε με την τσοπάνισσα μάνα της, γεννήθηκε σ' ένα αγρόκτημα που ανήκε σε  δύο γριές αδελφές αρχόντισσες, γεροντοκόρες. Η ανύπαντρη εκείνη γυναίκα κάθε χρόνο είχε κι από  μια  γέννα  και,  όπως  συνηθιζόταν  στα  χωριά,  βάφτιζαν  τα  ανεπιθύμητα  και  ενοχλητικά  αυτά  πλάσματα και στη συνέχεια τα ξεφορτώνονταν, αφού η ίδια τους η μάνα δεν τα θήλαζε.  Έτσι πέθαναν τα πέντε της παιδιά. Τα βάφτιζαν, τα άφηναν νηστικά και πέθαιναν. Το έκτο παιδί, που  το 'χε κάνει μ' έναν περαστικό τσιγγάνο, ήταν κοριτσάκι και θα 'χε την ίδια τύχη κι αυτό αν τη μέρα  που  γεννήθηκε  δεν  έμπαινε  συμπτωματικά  η  μία  γριά  αρχόντισσα  στο  στάβλο  με  σκοπό  να  τα  ψάλλει στους βοσκούς γιατί το ανθόγαλο τής μύριζε αγελαδίλα. Στο στάβλο βρισκόταν ξαπλωμένη η  λεχώνα  μ'  ένα  πανέμορφο  γερό  μωράκι  στην  αγκαλιά  της.  Η  γριά  αρχόντισσα  αντικρίζοντας  την  κατάκοιτη  γυναίκα  έβαλε  τις  φωνές  στο  προσωπικό  γιατί  άφησαν  την  υπηρέτρια  να  γεννήσει  στο  στάβλο, μα βλέποντας το νεογέννητο, η καρδιά της σκίρτησε και πήρε την απόφαση να το βαφτίσει.  Παράγγειλε μάλιστα να δίνουν γάλα και χρήματα στη νεαρή λεχώνα. Η μικρούλα γλίτωσε από την  τύχη  των  χαμένων  πρόωρα  αδελφιών  της  κι  οι  γριές  αρχόντισσες  αποφάσισαν  να  την  φωνάζουν  «σωσμένη».  Το παιδί ήταν τριών χρονών, όταν η μητέρα του αρρώστησε βαριά και πέθανε. Επειδή η γιαγιά δεν  τα 'βγαζε πέρα, το ανέλαβαν οι γριές αρχόντισσες. Η μαυρομάτα μικρούλα μεγάλωνε κοντά τους και  γινόταν έξυπνη και τρυφερή, παρηγοριά για τα γηρατειά τους.  Την  νεώτερη  από  τις  δύο  αρχόντισσες,  την  νονά  της  μικρής,  την  έλεγαν  Σόφια  Ιβάνοβνα,  την  γεροντότερη  Μαρία  Ιβάνοβνα.  Η  Σόφια  έντυνε  την  βαφτισιμιά  της  με  ωραία  ρούχα,  την  έμαθε  να  διαβάζει  και  ήθελε  να  την  υιοθετήσει.  Η  Μαρία,  που  σκόπευε  να  την  κάνει  υπηρέτρια,  μια  καλή  καμαριέρα,  ήταν  απαιτητική  μαζί  της,  την  τιμωρούσε  και,  όταν  είχε  τις  μαύρες  της,  την  ξυλοφόρτωνε.  Έτσι,  το  παιδί  μεγάλωνε  ανάμεσα  σε  δύο  διαφορετικές  επιρροές  και  έγινε  μισοψυχοκόρη,  μισοκαμαριέρα.  Ακόμα  και  το  όνομά  της  θύμιζε  κάτι  το  μεσοβέζικο,  το  συμβιβαστικό ‐ δεν την φώναζαν ούτε Κάτια ούτε Κάτενκα, αλλά Κατιούσα. Έκανε όλες τις δουλειές,  έραβε, συγύριζε, σέρβιρε καφέ, έβαζε μικρομπουγάδες και μερικές φορές κρατούσε συντροφιά στις  αρχόντισσες διαβάζοντάς τους κάποιο βιβλίο.  Την  ζητούσαν  πολλοί  σε  γάμο,  αλλά  εκείνη  αρνιόταν,  γιατί  οι  υποψήφιοι  γαμπροί  ήταν  μεροκαματιάρηδες  και  δεν  είχε  καμιά  διάθεση  να  δεινοπαθήσει  μαζί  τους  μια  και  είχε  γευτεί  κι  ήξερε τις ανέσεις της αρχοντικής ζωής.  Δεν είχε ακόμη κλείσει τα δεκάξι, όταν ένας ανιψιός, ένα πλούσιο πριγκιπόπουλο, φοιτητής ακόμα,  επισκέφτηκε τις θείες του στο αγρόκτημα. Κεραυνοβόλος έρωτας χτύπησε την Κατιούσα μόλις τον  αντίκρισε, η ίδια δεν μπορούσε ούτε στον εαυτό της να το εκμυστηρευτεί. Πέρασαν δύο χρόνια από  τότε,  όταν  μια  μέρα  τον  ανιψιό,  που  πήγαινε  να  συναντήσει  τη  μονάδα  του,  τυχαία  τον  έφερε  ο  δρόμος  και  σταμάτησε  για  τέσσερις  μέρες  στο  αγρόκτημα.  Την  παραμονή  της  αναχώρησής  του,  ξεμονάχιασε κάπου την Κατιούσα και την ξεπαρθένεψε. Την άλλη μέρα πριν φύγει, της έχωσε ένα  εκατόρουβλο  στην  τσέπη.  Πέντε  μήνες  αργότερα  η  Κατιούσα  ήξερε  πλέον  με  σιγουριά  ότι  ήταν  έγκυος.  Από  τη  στιγμή  εκείνη  μια  καταθλιπτική  απάθεια  πλάκωσε  την  ψυχή  της,  το  μόνο  που  την  απασχολούσε  ήταν  το  πώς  θα  γλίτωνε  από  τον  εξευτελισμό  που  την  περίμενε.  Έκανε  τις  δουλειές  της ανόρεχτα, φερόταν απότομα, με απρέπεια στις γριές αρχόντισσες και κάποια μέρα χωρίς να το  καταλάβει κι η ίδια, έφθασε στο απροχώρητο. Τις έβρισε με χυδαίο τρόπο, για τον οποίο μετάνιωσε  αργότερα, ζήτησε τα λεφτά της και ετοιμάστηκε να φύγει. Εκείνες στεναχωρήθηκαν πολύ, αλλά δε  την εμπόδισαν. 

Digitized by 10uk1s 


Αναγκάστηκε  να  δουλέψει  καμαριέρα  στο  σπίτι  ενός  πενηντάχρονου  ενωμοτάρχη  για  τρεις  μόνο  μήνες, γιατί εκείνος ήθελε ερωτικές σχέσεις μαζί της. Όταν μια μέρα η κατάσταση έγινε αφόρητη,  εκείνη  αγανάκτησε,  τον  έβρισε  ξεμωραμένο  και  γεροξεκούτη  τον  έσπρωξε  απότομα  και  τον  γκρέμισε καταγής. Για την αυθάδειά της αυτή, την έδιωξαν. Δεν είχε πού να βρει δουλειά και επειδή  σύντομα θα γεννούσε πήγε κι εγκαταστάθηκε σε μια χήρα ταβερνιάρισσα, που ήταν και η μαμή του  χωριού.  Γέννησε  χωρίς  προβλήματα.  Όμως  η  μαμή,  που  ήρθε  σ'  επαφή  με  μιαν  άρρωστη  λεχώνα,  μόλυνε  την  Κατιούσα  μ'  επιλόχειο  πυρετό.  Το  αγοράκι  της,  για  να  γλιτώσει  το  έστειλαν  σε  βρεφοκομείο, όμως, όπως είπε η γερόντισσα, που το 'χε αναλάβει, πέθανε μόλις το πήγανε.  Όλα κι όλα τα χρήματα της Κατιούσα όταν εγκαταστάθηκε στην ταβερνιάρισσα ήταν εκατόν είκοσι  επτά ρούβλια: τα είκοσι επτά τα είχε κερδίσει με την δουλειά της και τα εκατό της τα είχε χαρίσει ο  νεαρός διαφθορέας της. Όταν έφυγε από το χωριό, της είχαν απομείνει μόλις έξι ρούβλια.  Δεν  μπορούσε  να  κάνει  οικονομία,  τα  ξόδευε  ασυλλόγιστα  βοηθώντας  απλόχερα  όποιον  τής  το  ζητούσε.  Πλήρωσε  για  διαμονή  και  φαΐ  στην  ταβερνιάρισσα  σαράντα  ρούβλια,  για  τρεις  μήνες,  ξόδεψε  είκοσι  ρούβλια  για  να  στείλει  το  μωρό  στο  βρεφοκομείο,  σαράντα  ρούβλια  της  πήρε  δανεικά  κι  αγύριστα  η  ταβερνιάρισσα  για  ν'  αγοράσει,  όπως  είπε,  μιαν  αγελάδα,  κι  άλλα  ξόδεψε  εδώ κι εκεί, για ρούχα, ξενοδοχεία. Έτσι, όταν έγιανε η Κατιούσα, δεν είχε λεφτά κι έπρεπε να βρει  οπωσδήποτε μια δουλειά.  Δέχτηκε  να  δουλέψει  στο  σπίτι  ενός  δασικού  υπαλλήλου.  Αν  και  παντρεμένος,  από  την  πρώτη  στιγμή, όπως ακριβώς κι ο ενωμοτάρχης, εκείνος άρχισε να της κολλάει. Η Κατιούσα τον σιχαινόταν  και  προσπαθούσε  να  τον  αποφεύγει.  Ήταν  όμως  πιο  έμπειρος  και  πονηρός,  σαν  αφέντης,  την  έστελνε  όπου  του  άρεσε,  και  την  κατάλληλη  στιγμή  την  ξεμονάχιασε  και  την  έκανε  δική  του.  Η  γυναίκα  του  το  έμαθε  και  μια  μέρα  που  τους  έπιασε  επ'  αυτοφώρω  στο  δωμάτιο  της  Κατιούσας  όρμησε να την ξυλοφορτώσει. Εκείνη αντιστάθηκε, ήρθαν στα χέρια και τελικά η Κατιούσα βρέθηκε  και  πάλι  στο  δρόμο  χωρίς  να  πάρει  τα  λεφτά  της,  αυτή  τη  φορά.  Έφυγε  τότε  για  την  πόλη  και  εγκαταστάθηκε  σε  μια  θεία  της.  Ο  θείος  της,  βιβλιοδέτης  στο  επάγγελμα,  είχε  πριν  μια  καλή  οικονομική  κατάσταση,  τώρα  όμως  είχε  χάσει  την  πελατεία  του  και  απελπισμένος  το  'χε  ρίξει  στο  ποτό,  μπεκροπίνοντας  μέχρι  το  τελευταίο  του  καπίκι.  Η  θεία  της  δούλευε  μια  μικρή  επιχείρηση  πλυντηρίων και με τις εισπράξεις συντηρούσε τον εαυτό της, τα παιδιά της και τον αχαΐρευτο άνδρα  της. Πρότεινε στην ανιψιά της να στρωθεί μαζί της στη δουλειά. Εκείνη όμως βλέποντας την άθλια  ζωή  που  έκαναν  οι  πλύστρες  της  θείας  της  δίσταζε  κι  άρχισε  να  ψάχνει  σε  μεσίτες  για  δουλειά  υπηρέτριας. Βρήκε τελικά σ' ένα αρχοντόσπιτο μιας πλούσιας κυρίας που είχε δύο γιους, μαθητές  γυμνασίου.  Μετά από μια εβδομάδα ο μεγαλύτερος γιος, ένα παλικάρι με μουστάκι, μαθητής της  έκτης  τάξης,  παράτησε  το  σχολείο  κι  άρχισε  να  πολιορκεί  στενά  την  Μάσλοβα.  Η  μητέρα  του  αποφάσισε  ότι  για  την  κατάντια  του  παιδιού  της  έφταιγε  εκείνη  και  την  ξαπόστειλε.  Καιρό  τώρα  ήταν αδύνατο να σταυρώσει κάποια δουλειά.  Τυχαία σ' ένα μεσιτικό γραφείο μια μέρα η Μάσλοβα συνάντησε μία πλούσια κομψευόμενη κυρία  με  δαχτυλίδια  και  βραχιόλια  στα  παχουλά  της  χέρια.  Μαθαίνοντας  την  ιστορία  της,  εκείνη  ενδιαφέρθηκε να την βοηθήσει και της έδωσε την διεύθυνση του σπιτιού της για να την επισκεφτεί.  Η Μάσλοβα πήγε. Την υποδέχτηκε ευγενικά, την κέρασε γλυκά, της έδωσε να πιει γλυκό κρασί και  έστειλε κάπου την υπηρέτριά της μ' ένα σημείωμα. Το βράδυ τους επισκέφτηκε ένας λυγερόκορμος  γέρος με μακριά άσπρα μαλλιά και γένια. Μόλις είδε την Μάσλοβα, αμέσως πήγε και κάθισε δίπλα  της. Το βλέμμα του άστραφτε, καθώς την κοιτούσε εξεταστικά, ύστερα άρχισε να της χαμογελάει και  να  αστειεύεται  με  οικειότητα  μαζί  της.  Κάποια  στιγμή  η  οικοδέσποινα  τον  κάλεσε  παράμερα  στο  άλλο δωμάτιο και η Μάσλοβα άκουσε να του λέει:  ‐Είναι φυντανάκι, μόλις ήρθε από την επαρχία. Έπειτα η οικοδέσποινα την κάλεσε ευγενικά κοντά  της και της αποκάλυψε ότι ο ηλικιωμένος εκείνος κύριος ήταν ένας ζάπλουτος συγγραφέας έτοιμος  Digitized by 10uk1s 


να  διαθέσει  για  το  χατίρι  της  όσα  του  ζητούσε.  Η  Μάσλοβα  του  άρεσε.  Της  έδωσε  για  την  συνάντηση εκείνη είκοσι πέντε ολόκληρα ρούβλια και υποσχέθηκε να την βλέπει συχνά. Τα χρήματα  αυτά  τα  χάλασε  πολύ  σύντομα  πληρώνοντας  το  νοίκι  στη  θεία  της,  αγοράζοντας  ένα  καινούριο  φόρεμα,  καπέλο  και  κορδέλες.  Πέρασαν  λίγες  μέρες  κι  ο  γερο‐συγγραφέας  την  ξανακάλεσε  σπίτι  του, της ξανάδωσε είκοσι πέντε ρούβλια και της πρότεινε να της νοικιάσει δικό της διαμέρισμα.  Στο  διαμέρισμα  που  της  νοίκιασε,  η  Μάσλοβα  ερωτεύτηκε  έναν  πρόσχαρο  νέο,  εμποροϋπάλληλο,  που έμενε στην ίδια αυλή. Γρήγορα εγκατέλειψε για χάρη του τον γερο‐συγγραφέα και μετακόμισε  σ'  ένα  μικρότερο  διαμέρισμα.  Ο  νέος  όμως  που  είχε  υποσχεθεί  να  την  παντρευτεί,  εξαφανίστηκε  από τη ζωή της ξαφνικά φεύγοντας για το Νίζνι. Η Μάσλοβα έμεινε για άλλη μια φορά μονάχη της.  Αποτάθηκε  στην  αστυνομία  για  να  της  δώσει  άδεια  να  διατηρήσει  το  διαμέρισμα,  ο  αξιωματικός  όμως  της  είπε  ότι  έπρεπε  να  πάρει  κίτρινη  κάρτα  και  να  περάσει  από  έλεγχο.  Αναγκάστηκε  να  γυρίσει  στη  θεία  της.  Όταν  την  είδε  εκείνη,  κομψοντυμένη,  με  το  μοντέρνο  της  φουστάνι,  την  πελερίνα  και  το  γούνινο  καπέλο,  την  υποδέχθηκε  με  σεβασμό  και  ντράπηκε  να  της  προτείνει  να  δουλέψει σαν πλύστρα, μια και η ανιψιά της τώρα ανήκε στην υψηλή κοινωνία. Μα ούτε βέβαια κι  η  Μάσλοβα  επέτρεπε  την  παραμικρή  συζήτηση  πάνω  σ'  αυτό.  Έβλεπε  με  συμπόνια  εκείνες  τις  χλομές, σκελετωμένες υπάρξεις στο κάτεργο της θείας της, πολλές από τις οποίες ήταν φυματικές,  να  πλένουν  και  να  σιδερώνουν  μ'  ορθάνοιχτα  παράθυρα  χειμώνα  καλοκαίρι  σε  θερμοκρασία  30  βαθμούς τυλιγμένες μέσα στους ατμούς και στα σαπουνόνερα και την έλουζε κρύος ιδρώτας, με τη  σκέψη ότι θα μπορούσε να ξεπέσει κι αυτή εκεί μέσα.  Σ'  αυτούς  τους  δίσεκτους  καιρούς  που  η  Μάσλοβα  εξακολουθούσε  να  μένει  χωρίς  προστάτη,  την  πλησίασε μια γρια‐μαστροπός, που προωθούσε νεαρές σε οίκους ανοχής.  Η  Μάσλοβα  κάπνιζε  από  παλιά,  τον  τελευταίο  όμως  καιρό,  από  τότε  που  την  εγκατέλειψε  ο  εμποροϋπάλληλος,  άρχισε  να  συνηθίζει  και  το  αλκοόλ.  Της  άρεσε  το  κρασί  όχι  μόνο  για  την  ευχάριστη γεύση του, αλλά πριν απ' όλα γιατί την βύθιζε σ' έναν ονειρικό κόσμο όπου ξεχνούσε όλα  της τα βάσανα και ξαναζούσε τη χαμένη της ελευθερία και αξιοπρέπεια. Χωρίς το κρασί, βούλιαζε  στη ντροπή και στην απελπισία.  Μια βραδιά η γριά‐μαστροπός της έκανε το τραπέζι και αφού την μέθυσε άρχισε να την ψήνει να  δουλέψει  στον  πιο  ξακουστό  «οίκο»  της  πόλης  αραδιάζοντάς  της  ιστορίες  για  την  καινούρια  της  ζωή.  Η  Μάσλοβα  είχε  να  διαλέξει  ανάμεσα  στην  εξαθλιωμένη  ζωή  της  παραδουλεύτρας  με  τις  συνεχείς επιθέσεις από τους κυρίους της, με τις πρόσκαιρες αγάπες και στην εξασφαλισμένη, ήσυχη  και νόμιμη ζωή της πόρνης με το νομιμοποιημένο από το κράτος και ακριβά διατιμημένο αγοραίο  έρωτα. Δεν δίστασε να διαλέξει το δεύτερο δρόμο. Πίστευε ότι, εκτός των άλλων, θα μπορούσε να  εκδικηθεί και τον διαφθορέα της και τον εμποροϋπάλληλο που αγάπησε και την εγκατέλειψε, αλλά  κι όλους όσους την έβλαψαν. Εκείνο όμως που βάρυνε πιο πολύ στην απόφασή της ήταν ότι η γρια‐ μαστροπός της αποκάλυψε ότι με την καινούρια της ζωή θα μπορούσε να αλλάζει καθημερινά ό,τι  φορέματα  της  άρεσαν,  βελούδινα,  μεταξωτά,  έξωμες  τουαλέτες  χορού.  Κι  όταν  φαντάστηκε  τον  εαυτό  της  να  λικνίζεται  μπροστά  στον  καθρέφτη  μέσα  σ'  ένα  βαθύ  κίτρινο  μεταξωτό  φόρεμα  με  ντεκολτέ και μαύρη βελούδινη μπορντούρα, δεν άντεξε στον πειρασμό. Το ίδιο βράδυ η μαστροπός  φώναξε ένα αμάξι και την κουβάλησε στο φημισμένο «οίκο» της Κιτάγιεβα.  Απ' αυτή τη στιγμή άρχισε για την Μάσλοβα η ζωή του χρόνιου εγκλήματος και της παραβίασης των  θεϊκών  εντολών  και  των  κανόνων  της  ανθρώπινης  αξιοπρέπειας,  ζωή  που  κάνουν  εκατοντάδες  χιλιάδες  γυναίκες  όχι  μόνο  με  την  άδεια,  αλλά  και  την  ευλογία  της  πολιτείας  που  κόπτεται  για  το  καλό τους, και καταλήγουν εννιά φορές στις δέκα σε βασανιστικές αρρώστιες, πρόωρα γηρατειά και  στον θάνατο. Μετά τα νυχτερινά όργια, το πρωί έπεφτε σε λήθαργο μέχρι αργά το μεσημέρι. Γύρω  στις  τρεις  με  τέσσερις  το  απόγευμα  ξυπνούσε  κουρασμένη,  σηκωνόταν  παραμερίζοντας  τα  λερωμένα σεντόνια, ρουφούσε το τονωτικό της εκχύλισμα, έπινε καφέ, περιφερόταν βαριεστημένα  Digitized by 10uk1s 


στα  δωμάτια  φορώντας  κομπινεζόν,  πενιουάρ  και  ρόμπα,  χάζευε  πίσω  απ'  τις  κουρτίνες  έξω  το  δρόμο. Κάποιοι μικροτσακωμοί με τις άλλες, ύστερα πλύσιμο, πασάλειμμα με κρέμες, αρώματα στο  κορμί,  πομάδα  στα  μαλλιά,  πρόβες  φουστανιών,  συζητήσεις  με  την  πατρόνα  για  τις  κοπέλες,  κοιτάγματα  στον  καθρέπτη,  μακιγιάζ,  βάψιμο  φρυδιών,  τροφή  λιπαρή  και  γλυκιά,  ντύσιμο  με  φανταχτερό  τολμηρό  μεταξωτό  φόρεμα.  Ύστερα,  το  φινάλε  στο  λαμπροστόλιστο  και  κατάφωτο  σαλόνι με πελάτες, μουσική, χορούς, γλυκά, κρασί, τσιγάρο, ερωτικά αγκαλιάσματα με κάθε λογής  καβαλιέρους: νέους, μεσόκοπους, εφήβους, γεροξεκούτηδες, εργένηδες, παντρεμένους, εμπόρους,  υπαλλήλους,  Αρμένιους,  Εβραίους,  Τατάρους,  πλούσιους,  φτωχούς,  υγιείς,  αρρώστους,  μεθυσμένους, νηφάλιους, βίαιους, ευαίσθητους, στρατιωτικούς, πολίτες, φοιτητές, σχολιαρόπαιδα‐ κάθε καρυδιάς καρύδι, απ' όλους τους χαρακτήρες. Φωνές, αστεία, τσακωμοί, μουσική, ταμπάκος,  κρασί και πάλι κρασί και πάλι ταμπάκος και πάλι μουσική μέχρι τα ξημερώματα. Μονάχα το πρωί  ερχόταν η λύτρωση με τον βαθύ ύπνο. Έτσι κάθε μέρα, κάθε εβδομάδα, τα ίδια κι απαράλλαχτα. Και  στο  τέλος  της  εβδομάδας,  ακολουθούσε  η  επίσκεψη  σε  κρατικό  ίδρυμα,  όπου  οι  αρμόδιοι  λειτουργοί, οι άνδρες‐γιατροί, άλλοτε σοβαρά και αυστηρά, άλλοτε κοροϊδεύοντας, ξεριζώνοντας το  φυσικό αίσθημα της ντροπής, που είναι κοινό σε ανθρώπους και ζώα για να αποτρέπει το έγκλημα,  θα εξετάσουν τις πόρνες και θα τους ανανεώσουν την άδεια για να συνεχίσουν να εγκληματούν με  τους  ομοίους  τους  την  εβδομάδα  που  ερχόταν.  Η  ίδια  απαράλλαχτη,  μονότονη  ζωή  χειμώνα  καλοκαίρι, καθημερινές και σχόλες.  Αυτή ήταν η ζωή της Μάσλοβα εφτά ολόκληρα χρόνια Στο διάστημα αυτό άλλαξε δύο «οίκους» και  μια φορά νοσηλεύτηκε σε κλινική. Στον έβδομο χρόνο της «θητείας» της εκεί μέσα και στον όγδοο  χρόνο από το πρώτο παραστράτημα, σε ηλικία είκοσι έξι ετών μια νέα τραγωδία την οδήγησε στη  φυλακή και, αφού πέρασε έξι μήνες υπόδικη, ανάμεσα σε φονιάδες και κλέφτες, έπρεπε τώρα να  δικαστεί. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ III  ΤΗΝ  ΩΡΑ  που  η  Μάσλοβα,  τσακισμένη  από  τον  μακρύ  δρόμο,  πλησίαζε  με  ένοπλη  συνοδεία  την  πόρτα  του  περιφερειακού  δικαστηρίου,  ο  ανιψιός  της  ψυχομάνας  της,  ο  πρίγκιπας  Ντμίτρι  Ιβάνοβιτς Νεχλιούντοφ, ο πρώτος εραστής που χρόνια πριν την είχε βιάσει, ήταν ακόμα ξαπλωμένος  στο  αναπαυτικό,  παχύ,  πουπουλένιο  στρώμα  του.  Είχε  ξεκούμπωτο  τον  γιακά  της  πεντακάθαρης  ολλανδέζικης  νυχτικιάς  του  με  τις  καλοσιδερωμένες  πιέτες  στο  στήθος  και  κάπνιζε.  Τα  μάτια  του  ήταν  στυλωμένα  στο  κενό  και  με  βλέμμα  χαμένο  αναλογιζόταν  τα  όσα  πέρασε  το  προηγούμενο  βράδυ και αυτά που θα έκανε σήμερα.  Αναπολώντας  τη  χθεσινή  βραδιά  στο  αρχοντικό  των  Κορτσάγκιν,  μιας  πλούσιας  και  ξακουστής  οικογένειας,  που  όλοι  ξέρανε  πως  θα  παντρευόταν  την  κόρη  τους,  αναστέναξε  βαθιά.  Πέταξε  το  μισοσβησμένο του παπιρόσι1 κι άπλωσε το χέρι να πάρει απ' την ασημένια ταμπακέρα του ακόμα  ένα, μα δίστασε. Κατέβηκε απ' το κρεβάτι, πέρασε τ' άσπρα παχουλά του πόδια στις παντόφλες του,  έριξε στους φαρδείς του ώμους μια μεταξένια ρόμπα και με βαρύ και γοργό βήμα πέρασε από την  κρεβατοκάμαρα  στην  τουαλέτα  που  μοσχοβολούσε  κολόνιες,  μπριγιαντίνες  και  αρώματα.  Βούρτσισε  τα  καλοσφραγισμένα  δόντια  του  με  μια  ειδική  σκόνη  και  τα  ξέπλυνε  μ'  αρωματισμένο  εκχύλισμα.  Έπλυνε  έπειτα  σχολαστικά  το  πρόσωπό  του  και  σκουπίστηκε  με  πολλές  πετσέτες.  Σαπούνισε τα χέρια του με μοσχοσάπουνο, βούρτσισε τα επιμελημένα μακριά νύχια του και αφού  ξέπλυνε στο μεγάλο μαρμάρινο νιπτήρα το πρόσωπο και το χοντρό λαιμό του, πέρασε στο μπάνιο,  κολλητά  στην  κρεβατοκάμαρά  του.  Έκανε  ένα  κρύο  ντους  και  σκέπασε  το  κάτασπρο  γεροδεμένο,  αλλά  παχύσαρκο  κορμί  του,  μ'  ένα  μπουρνούζι,  φόρεσε  αστραφτερά  ασπρόρουχα,  έβαλε  τα  φρεσκογυαλισμένα του παπούτσια και κάθισε μπροστά στον καθρέφτη να χτενίσει με δύο χτενάκια  το μαύρο κατσαρό γενάκι του και, τ' αραιωμένα στο μέτωπο, σγουρά του μαλλιά.  Τα είδη που χρησιμοποιούσε στην τουαλέτα του‐εσώρουχα, γραβάτες, καρφίτσες, μανικετόκουμπα,  ρούχα, παπούτσια ‐ήταν όλα άριστης ποιότητας, πανάκριβα, λιτά και κομψά.  Τράβηξε  στα  τυφλά  μια  από  τις  δεκάδες  γραβάτες  του  και  τις  δεκάδες  καρφίτσες  του  (παλιότερα  του άρεσε να διαλέγει, τώρα δεν του καιγόταν καρφί), και φόρεσε ένα καθαρισμένο και σιδερωμένο  κουστούμι που τον περίμενε σε μια καρέκλα. Άκεφος, μα φρεσκοπλυμένος και παρφουμαρισμένος,  πέρασε  στη  μεγάλη  τραπεζαρία  με  το  αστραφτερό  παρκέ,  που  είχαν  γυαλίσει  από  χθες  τρεις  υπηρέτες του, τον τεράστιο δρύινο μπουφέ και το θεόρατο τραπέζι με τα σκαλιστά φαρδιά ξύλινα  λιονταρόποδα, στρωμένο μ' ένα λεπτό φρεσκοκολλαρισμένο τραπεζομάντιλο που 'χε κεντημένο το  μονόγραμμα  του  πρίγκιπα.  Πάνω  στο  τραπέζι,  βρισκόταν  μια  ασημένια  καφετιέρα  με  ευωδιαστό  καφέ,  μια  ολόιδια  ζαχαριέρα,  μια  γαλατιέρα  με  ζεστό  καϊμάκι,  κι  ένα  πανέρι  με  κουλουράκια  φρυγανιές και μπισκότα. Πλάι υπήρχαν διάφορα γράμματα, εφημερίδες και το νέο περιοδικό Revue  des  deux  Mondes2.  Δεν  πρόλαβε  ν'  ανοίξει  το  ταχυδρομείο  του,  όταν  στην  πόρτα  που  οδηγούσε  προς το διάδρομο, ξεπρόβαλε μια χοντρή ηλικιωμένη γυναίκα ντυμένη στα μαύρα μ' ένα δαντελένιο  μαντήλι στα μαλλιά που της έκρυβε την άψογη χωρίστρα της. Ήταν η Αγκραφένα Πετρόβνα, παλιά  καμαριέρα της μακαρίτισσας της μητέρας του και σήμερα οικονόμος του.  Η  Αγκραφένα  Πετρόβνα  είχε  ζήσει  δέκα  χρόνια  στο  εξωτερικό  συνοδεύοντας  την  μητέρα  του  πρίγκιπα  και  είχε  αποκτήσει  ύφος  και  τρόπους  μεγάλης  κυρίας.  Από  μικρή  ζούσε  με  τους  Νεχλιούντοφ κι ήξερε τον πρίγκιπα από παιδάκι, όταν ακόμη τον φώναζαν κοροϊδευτικά "Μίτενκα".  ‐Καλή σας μέρα, Ντμίτρι Ιβάνοβιτς!  ‐Χαίρετε,  Αγκραφένα  Πετρόβνα.  Τι  νέα  έχουμε  σήμερα:  ρώτησε  ο  Νεχλιούντοφ  με  διάθεση  να  αστειευτεί. 

Digitized by 10uk1s 


‐Ένα γράμμα απ' την πριγκίπισσα, δεσποινίδα, κυρία δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω... Το έφερε από  ώρα  η  καμαριέρα  της  και  περιμένει  στο  δωμάτιό  μου,  απάντησε  η  Πετρόβνα  και  δίνοντάς  του  το  γράμμα χαμογέλασε με νόημα.  ‐Καλά, μια στιγμή, είπε ο Νεχλιούντοφ παίρνοντας το γράμμα φανερά ενοχλημένος από το μισόγελο  της οικονόμου του.  Ο υπαινιγμός της Πετρόβνα αφορούσε την πριγκίπισσα Κορτσάγκινα, που πίστευε ότι ο κύριός της  θα παντρευόταν. Ο Νεχλιούντοφ όμως δεν συμμεριζόταν καθόλου τα υπονοούμενά της και γι' αυτό  ενοχλήθηκε.  ‐Θα  της  πω,  λοιπόν,  να  περιμένει  λιγάκι,  μονολόγησε  η  Πετρόβνα  φανερά  αμήχανη  αλλάζοντας  χωρίς λόγο θέση στο σκουπάκι για τα ψίχουλα πάνω στο τραπέζι και απομακρύνθηκε αθόρυβα.  Ο Νεχλιούντοφ άνοιξε το φάκελο κι ο αέρας γέμισε ευωδιές. Το γράμμα ήταν γραμμένο με λεπτό κι  αραιό γραφικό χαρακτήρα, σε χοντρό χαρτί με άνισες άκρες.    «Τηρώντας  πιστά  την  υπόσχεσή  μου  να  ζω  μέσα  στη  μνήμη  σας,  σας  υπενθυμίζω  ότι  σήμερα,  28  Απριλίου,  πρέπει  να  παραστείτε  στο  Κακουργιοδικείο  και  γιʹ  αυτό  δεν  θα  μπορέσετε να έρθετε στην έκθεση που θα επισκεφθούμε με τον Κόλοσοφ, όπως, με την  γνωστή  επιπολαιότητά  σας,  υποσχεθήκατε  χθες  το  βράδυ∙  à  moins  que  vous  ne  soyez  disposé à payer à la cour dʹ assises les 300 roubles d’ amende, que vous vous refusez pour  votre cheval.3 Αυτό το θυμήθηκα χθες βράδυ μόλις φύγατε. Μην το ξεχάσετε, λοιπόν.  Πριγκίπισσα Μ. Κορτσάγκινα». 

Και στην άλλη σελίδα υστερόγραφο:  Η  μητέρα  σάς  παραγγέλνει  ότι  το  πιάτο  σας  θα  σάς  περιμένει  ως  αργά.  Ελάτε  οπωσδήποτε ό,τι ώρα και να ʹναι.  Μ.Κ. 

Ο Νεχλιούντοφ συννέφιασε. Η κίνηση αυτή με το γράμμα, ήταν μέρος ενός καλοστημένου σχεδίου,  που εδώ και δύο ολόκληρους μήνες εξυφαινόταν πίσω απ' την πλάτη του από την πριγκίπισσα που  πάσχιζε  να  τον  τυλίξει.  Εκτός  από  τη  συνηθισμένη  αναποφασιστικότητα  όσων  μένουν  γεροντοπαλίκαρα  και  δεν  είναι  σφόδρα  ερωτευμένοι,  Ο  Νεχλιούντοφ  είχε  ένα  βαθύτερο  λόγο  να  διστάζει  να  την  παντρευτεί.  Δεν  τον  απασχολούσε  βέβαια  η  παλιά  ξεχασμένη  ιστορία  της  Κατιούσας,  που  κοντά  δέκα  χρόνια  πριν  την  είχε  ξεπαρθενέψει  και  την  εγκατέλειψε  έγκυο,  ούτε  φοβόταν ότι αυτό το γεγονός θα μπορούσε ποτέ να σκιάσει το γάμο του. Την εποχή εκείνη είχε ένα  παράνομο δεσμό με μία παντρεμένη αρχόντισσα που αν και την είχε τελευταία κάνει πέρα, εκείνη  δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί.  Από τη φύση του ήταν πολύ δειλός με τις γυναίκες κι αυτή ακριβώς η δειλία του πεισμάτωσε την  γυναίκα  εκείνη  που  βάλθηκε  να  τον  κατακτήσει.  Παντρεμένη  τον  πρώτο  στην  τάξη  ευγενή  της  περιφέρειας,  όπου  ο  Νεχλιούντοφ  ήταν  εκλέκτορας,  παρέσυρε  τον  εραστή  της  σε  μια  ολοένα  πιο  συναρπαστική, μα και βαρετή γι' αυτόν σχέση.  Στην αρχή ο Νεχλιούντοφ δεν κατάφερε ν' αντισταθεί στον πειρασμό, στη συνέχεια όμως άρχισε να  νιώθει  ενοχές  και  δεν  μπορούσε  να  απαλλαγεί  απ'  αυτήν,  αν  δεν  συμφωνούσε  κι  η  ίδια  να  Digitized by 10uk1s 


διαλύσουν τη σχέση. Αυτός ήταν ο αληθινός λόγος που τον έκανε να πιστεύει ότι δεν είχε κανένα  δικαίωμα, ακόμη κι αν ήθελε, να ζητήσει το χέρι της Κορτσάγκινα.  Ανάμεσα  στα γράμματα, ο πρίγκιπας ανέσυρε κι  ένα γράμμα του συζύγου της ερωμένης του, που  στη  θέα  του  κοκκίνισε  κι  ένιωσε  να  του  λύνονται  τα  γόνατα,  όπως  πάντοτε,  όταν  βρισκόταν  σε  κίνδυνο. Άδικα όμως ταράχτηκε, γιατί ο σύζυγος με την ιδιότητα του επικεφαλής των ευγενών της  περιφέρειας,  όπου  ο  Νεχλιούντοφ  είχε  τα  περισσότερα  τσιφλίκια  του,  τον  πληροφορούσε  για  την  έκτακτη σύνοδο της επαρχιακής συνέλευσης στα τέλη του Μάη. Τον παρακαλούσε να παρευρεθεί  οπωσδήποτε  και  να  τον  υποστηρίξει  στη  δύσκολη  αναμέτρηση  που  θα  ακολουθούσε  με  το  συντηρητικό κόμμα για τα σημαντικά θέματα της παιδείας και των δρόμων της περιοχής.  Ο αρχηγός των ευγενών ήταν φιλελεύθερος πολιτικός και αγωνιζόταν με μερικούς ομοϊδεάτες του  ενάντια  στην  αντίδραση  που  εκδηλώθηκε  στις  μέρες  του  αυτοκράτορα  Αλέξανδρου  Γ'  και,  απορροφημένος  από  τον  πολιτικό  αγώνα,  δεν  υποπτευόταν  την  δυστυχία  που  έκρυβε  η  συζυγική  του ζωή.  Μπροστά  απ'  τα  μάτια  του  Νεχλιούντοφ  πέρασαν  φευγαλέα  οι  μαρτυρικές  στιγμές  που  ζούσε  τελευταία  εξαιτίας  αυτού  του  ανθρώπου.  Κάποια  φορά,  που  είχε  φανταστεί  ότι  ο  άρχοντας  είχε  μάθει για το δεσμό του, ετοιμάστηκε να μονομαχήσει μαζί του αποφασισμένος όμως να ρίξει στον  αέρα. Μια μέρα ‐θυμόταν‐ εκείνη, απελπισμένη και τρομαγμένη, έτρεξε στον κήπο του αρχοντικού  της  θέλοντας  να  πέσει  στη  λίμνη  να  πνιγεί  κι  αυτός,  τρελός  από  την  αγωνία  του,  την  αναζητούσε  μέσα στο σκοτάδι. «Όχι, αδύνατον σήμερα να πάω εκεί ούτε θα μπορέσω να πάρω μιαν απόφαση  αν δεν μου απαντήσει πρώτα η άλλη», συλλογίστηκε ο Νεχλιούντοφ. Της είχε στείλει πριν από μια  εβδομάδα  ένα  γράμμα  γεμάτο  ειλικρίνεια,  όπου  ομολογούσε  χωρίς  περιστροφές  την  ενοχή  του,  δήλωνε πως ήταν έτοιμος να κάνει κάθε θυσία για να εξιλεωθεί απέναντί της και την παρακινούσε  να διακόψουν οριστικά για το δικό της καλό. Άδικα όμως περίμενε απάντηση από την ερωμένη του.  Για μια στιγμή αναθάρρησε. Ίσως και να 'ταν καλό σημάδι αυτό. Αν εκείνη δεν είχε συμφωνήσει να  το διαλύσουν θα του είχε γράψει κιόλας ή θα ερχόταν η ίδια να τον βρει, όπως έκανε παλιά. Τώρα  τελευταία είχε ακούσει ότι ένας αξιωματικός την κορτάριζε και, παρ' όλο που έσκαγε μέσα του από  ζήλια, κατά βάθος χαιρόταν γιατί του έδινε φτερά η ελπίδα ότι θα γλίτωνε από το ψέμα που τόσο  πολύ βάραινε την ψυχή του.  Το άλλο γράμμα που άνοιξε ήταν από τον διαχειριστή των κτημάτων του, που τον καλούσε να πάει  επιτόπου για να κατοχυρώσει την κληρονομιά που του άφησε πρόσφατα η μητέρα του και ακόμα  για να ορίσει πώς θα την διαχειριζόταν στο εξής. Του πρότεινε, όπως και παλιότερα, όταν ζούσε η  μητέρα  του  και  διαχειριζόταν  και  τότε  τα  τσιφλίκια  τους,  να  αυξήσουν  τα  κινητά  περιουσιακά  στοιχεία  και  να  εκμεταλλεύονται  μόνοι  τους  τη  γη  που  είχαν  νοικιασμένη  τώρα  στους  κολλήγους,  γιατί  έτσι  θα  'ταν  πιο  συμφερτικό.  Ζητούσε  συγγνώμη  γιατί  καθυστέρησε  λίγο  να  του  στείλει  την  πρώτη του μηνός τις τρεις χιλιάδες ρούβλια, θα τα έστελνε με το επόμενο ταχυδρομείο. Δεν έφταιγε  ο ίδιος για την καθυστέρηση αυτή, δεν μπορούσε να μαζέψει τα λεφτά απ' τους κολλήγους και, σαν  ξεδιάντροποι κι αφιλότιμοι όπου ήταν, αναγκάστηκε να ζητήσει την βοήθεια των αρχών.  Το γράμμα αυτό τον έκανε να νιώσει περίεργα, μια αόριστη χαρά ��α και πίκρα μαζί πλημμύρισαν  την  ψυχή του. Του ήταν  ευχάριστο να ξέρει ότι ήταν μεγάλος γαιοκτήμονας. Δεν γινόταν  όμως να  ξεχάσει τα νιάτα του όταν, πλούσιος  ήδη, συγκλονιζόταν από τις φιλοσοφικές ιδέες του Χέρμπερτ  Σπένσερ  διαβάζοντας  στην  Κοινωνική  Στατική,  που  τόσο  τον  γοήτευε,  ότι  η  δικαιοσύνη  δεν  συμβιβάζεται με την ιδιοκτησία της γης. Συνεπαρμένος από το νεανικό του πάθος, έγραφε μελέτες  στο πανεπιστήμιο σαν φοιτητής και, υπηρετώντας έμπρακτα την ιδέα της κοινωνικής δικαιοσύνης,  είχε δωρίσει  στους κολλήγους ένα μικρό μέρος της πατρικής κληρονομιάς  θέλοντας να απαλλαγεί  από την ιδιοκτησία της γης και να είναι συνεπής με τις αρχές του. Τώρα με την νέα του κληρονομιά  γινόταν  μεγάλος  και  τρανός  κι  έπρεπε  να  διαλέξει  ξανά.  Να  παραιτηθεί  όπως  τότε,  δέκα  χρόνια  Digitized by 10uk1s 


πριν,  όταν  παραχώρησε  διακόσια  περίπου  εκτάρια  στους  ακτήμονες  μουζίκους  ή  να  αποκηρύξει  βουβά όλες τις νεανικές ιδέες σαν ψεύτικες και παράλογες;  Του  φαινόταν  ακατόρθωτο  να  δεχθεί  την  πρώτη  λύση,  γιατί  δεν  είχε  άλλους  πόρους  για  να  ζήσει  εκτός  από  την  κτηματική  του  περιουσία.  Να  γυρίσει  στο  στρατό  ούτε  να  το  σκεφτεί  δεν  επέτρεπε  στον εαυτό του, γιατί είχε συνηθίσει για τα καλά την πολυτέλεια, στην άνετη και ράθυμη ζωή. Μα κι  η  δύναμη,  το  πάθος  των  ιδεών  του  τον  είχαν  εγκαταλείψει,  ακόμα  και  η  ματαιοδοξία  του  και  η  επιδεικτικότητα που του συνέγειραν έναν νεανικό αυθορμητισμό είχαν σβήσει. Δεν μπορούσε όμως  αδιαμαρτύρητα  να  ακολουθήσει  ούτε  την  δεύτερη  λύση‐ήταν  αδύνατον  τελικά  να  αποκηρύξει  εκείνα  τα  εύλογα  κι  ατράνταχτα  επιχειρήματα  για  την  απάνθρωπη  φύση  της  ιδιοκτησίας  που  αντλούσε  από  την  Κοινωνική  Στατική  του  Σπένσερ  και  την  λαμπρή  επιβεβαίωσή  τους  που  θα  ανακάλυπτε πολύ αργότερα στο έργο του Χένρυ Τζωρτζ.  Το γράμμα εκείνο του διαχειριστή του χάλασε για τα καλά τη διάθεση. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV  ΑΦΟΥ ΗΠΙΕ τον καφέ του, σηκώθηκε να πάει στο γραφείο του, για να συμβουλευτεί την ατζέντα με  τα ραντεβού, να μάθει πότε, θα έπρεπε να βρίσκεται στο δικαστήριο και να γράψει μιαν απάντηση  στην πριγκίπισσα.  Περνώντας μπροστά απ' το ατελιέ του έριξε μια μελαγχολική, ματιά στα σκόρπια του σχέδια στους  τοίχους και σ' ένα μισοτελειωμένο του πίνακα στο καβαλέτο γυρισμένο ανάποδα, που δύο χρόνια  τώρα  δεν  μπορούσε  να  τον  τελειώσει.  Ένιωσε  για  μια  στιγμή  να  τον  κατακλύζει  το  ίδιο  εκείνο  συναίσθημα  αδυναμίας  που  τον  τελευταίο  καιρό  τον  είχε  καθηλώσει  και  του  είχε  στερήσει  την  καλλιτεχνική  έμπνευση.  Προσπαθούσε  να  παρηγορηθεί  με  την  σκέψη  ότι  επειδή  είχε  ιδιαίτερα  αναπτυγμένο  αισθητικό  κριτήριο,  δεν  μπορούσε  να  βρει  κάτι  να  τον  συγκινήσει,  όμως,  κι  αυτή  η  εξήγηση δεν του απόδιωχνε τη θλίψη.  Είχε  εγκαταλείψει  τη  στρατιωτική  καριέρα  εφτά  χρόνια  πριν,  πιστεύοντας  πως  είχε  ταλέντο  στη  ζωγραφική,  κι  από  τότε  άρχισε  να  βλέπει  με  περιφρόνηση  καθετί  που  δεν  σχετιζόταν  με  την  καλλιτεχνική έκφραση. Τώρα όμως ήξερε ότι δεν έπρεπε να το είχε κάνει. Γι' αυτό κάθε φορά που  στριφογύριζε  στο  μυαλό  του  αυτή  η  αλήθεια  πονούσε.  Η  ματιά  του  πλανήθηκε  μελαγχολικά  στη  βαρύτιμη επίπλωση του ατελιέ και με βαριά καρδιά πέρασε δίπλα στο γραφείο του, σ' ένα τεράστιο  ψηλοτάβανο δωμάτιο με κάθε λογής διακόσμηση, έπιπλα και όλες τις ανέσεις.  Στο  συρτάρι  ενός  μεγάλου  σεκρεταίρ,  σ'  ένα  ντοσιέ  με  την  ένδειξη  «Επείγοντα»  βρήκε  την  πρόσκληση για το δικαστήριο και διάβασε την ώρα. Έπρεπε να παρουσιαστεί στις ένδεκα ακριβώς.  Στο  βιαστικό  σημείωμα,  που  ετοίμασε,  ευχαριστούσε  την  πριγκίπισσα  για  την  τιμή  που  του  έκανε  και υποσχέθηκε πως θα προσπαθούσε να μην λείψει από το τραπέζι. Δεν του άρεσε όμως το ύφος,  το  βρήκε  πολύ  οικείο,  το  'σκισε  κι  έγραψε  ένα  άλλο.  Το  'σκισε  κι  αυτό  γιατί  του  φάνηκε  μάλλον  ψυχρό,  σχεδόν  προσβλητικό.  Χτύπησε  το  κουδούνι.  Στην  πόρτα  έκανε  την  εμφάνισή  του  ένας  ηλικιωμένος υπηρέτης, καλοξυρισμένος με μακριές φαβορίτες, με ύφος αυστηρό, φορώντας γκρίζα  χασεδένια ποδιά.  ‐Στείλτε να φωνάξουν ένα αμάξι, παρακαλώ.  ‐Όπως διατάξετε.  ‐Διαβιβάστε επίσης στον άνθρωπο του Κορτσάγκιν, που περιμένει κάτω τις ευχαριστίες μου για την  πρόσκληση και ότι θα προσπαθήσω να ανταποκριθώ.  ‐Μάλιστα Κύριε.  «Είναι μεγάλη αγένεια απ' τη μεριά μου, αλλά δεν μπορώ να της γράψω. Δεν πειράζει, όμως, αφού  θα την δω απόψε το δίχως άλλο», συλλογίστηκε ο Νεχλιούντοφ και πήγε να πάρει το παλτό του.  Στο ξώστεγο ένα αμάξι με λαστιχένιες ρόδες, με τον γνώριμο του αμαξά, τον περίμενε κιόλας.  ‐Χτες  βράδυ,  μόλις  έφτασα  στου  πρίγκιπα  Κορτσάγκιν  ‐  του  είπε  αυθόρμητα  ο  αμαξάς  μισογυρίζοντας  το  δυνατό  ηλιοκαμένο  του  σβέρκο,  που  ξεχώριζε  από  τον  άσπρο  γιακά  του  πουκαμίσου του‐ ο πορτιέρης μου φώναξε: «Μόλις έφυγε ο κύριος....»  «Ορίστε  ακόμα  κι  οι  αμαξάδες  ξέρουν  για  τη  σχέση  μου  με  την  Κορτσάγκινα»,  μονολόγησε  ο  Νεχλιούντοφ.  Κι  ένιωσε  την  απάντηση  στο  άλυτο  βασανιστικό  του  ερώτημα,  αν  θα  'πρεπε  να  την  παντρευτεί και στ' άλλα που ανελέητα τον κατέτρυχαν σαν Ερινύες τώρα τελευταία, να γίνεται ένας  Digitized by 10uk1s 


αόρατος σφιχτός βρόγχος γύρω απ' το λαιμό του.  Όχι  δεν  έβλεπε  γενικά  με  κακό  μάτι  το  γάμο.  Αντίθετα  μάλιστα,  τον  βόλευε  γιατί,  πρώτο,  θα  του  χάριζε τις χαρές της οικογενειακής εστίας, θα τον γλίτωνε από την σεξουαλική ανασφάλεια, και θα  του πρόσφερε μια ηθική ζωή∙ και δεύτερο και κυριότερο, η οικογένεια, τα παιδιά θα του γέμιζαν τη  ρημαγμένη του ζωή. Από την άλλη όμως, τρόμαζε, όπως κι όλοι οι μεσόκοποι εργένηδες στην ιδέα  πως θα έχανε την ελευθερία του, ενώ ένας ενστικτώδης φόβος για την ανεξιχνίαστη και μυστηριακή  φύση της γυναίκας είχε φωλιάσει στη ψυχή του.  Όταν σκεφτόταν το γάμο του με την Μίσσυ (την πριγκίπισσα, την έλεγαν Μαρία κι όπως σ' όλες τις  αριστοκρατικές  οικογένειες,  την  φώναξαν  χαϊδευτικά  «Μίσσυ»),  τον  δελέαζε  η  ευγενική  της  καταγωγή  που  εκδηλωνόταν  παντού,  από  το  ντύσιμό  της  μέχρι  τον  τρόπο  που  μιλούσε,  που  περπατούσε, που γελούσε. Ξεχώριζε απ' τους κοινούς θνητούς με την διακριτικότητά της ‐δεν ήξερε  αλλιώς πώς να περιγράψει αυτό το χάρισμα που τόσο αγαπούσε πάνω της ο πρίγκιπας. Η Μίσσυ τον  είχε  προσέξει  και  τον  ξεχώρισε  ανάμεσα  σε  τόσους  άλλους  και  έδειχνε  πως  έτρεφε  απεριόριστη  εκτίμηση για το πρόσωπό του. Αυτό το τελευταίο μαρτυρούσε πως ήξερε τον τρόπο να τον νιώθει  βαθιά και σήμαινε  πως καταλάβαινε τις μεγάλες αρετές του χαρακτήρα του, απόδειξη της εφυΐας  και της αλάθητης κρίσης της, σκεφτόταν ο Νεχλιούντοφ. Βέβαια δεν μπορούσε να παραβλέψει ότι,  αν  δεν  βιαζόταν  να  κάνει  αυτό  το  γάμο,  ίσως  και  να  'βρισκε  μιαν  άλλη  κοπέλα,  με  περισσότερες  χάρες  απ' την Μίσσυ, που θα του ταίριαζε καλύτερα. Γιατί κι εκείνη  είχε τα χρονάκια της, πάτησε  κιόλας τα είκοσι επτά και οπωσδήποτε δεν θα 'ταν ο πρώτος άνδρας της ζωής της.  Αυτή  ειδικά  η  σκέψη  τού  τριβέλιζε  αδιάκοπα  το  μυαλό.  Ο  αθεράπευτος  εγωισμός  του  δεν  του  επέτρεπε ούτε κατά διάνοια να υποθέσει ότι εκείνη μπορούσε να 'χε αγαπήσει στο παρελθόν άλλον  άνδρα. Αυτό θα ήταν βαριά προσβολή για το πρόσωπό του.  «Περίεργα πράγματα ‐σκεφτόταν ο Νεχλιούντοφ‐ συμβαίνουν με το γάμο, φαύλος κύκλος, βρίσκεις  τόσα υπέρ όσα και κατά». Γελούσε πικρόχολα με τον εαυτό του και του φάνηκε ότι του θύμιζε κάτι  από την ιστορία με το γάιδαρο του Μπουριντάν που δεν αποφάσιζε τελικά σε ποιο παχνί να σκύψει.  «Πάντως,  αν  δεν  πάρω  απάντηση  από  την  Μαρία  Βασίλιεβνα  (την  αριστοκράτισσα  ερωμένη  του),  όσο εκκρεμεί η υπόθεση αυτή δεν μπορώ ν' αποφασίσω τίποτε», σκέφτηκε.  Κατά  βάθος,  τον  βόλευε  αυτή  η  αναβολή  της  απόφασής  του,  κι  αυτό  τον  έκανε  να  νιώθει  πιο  ανάλαφρα. «Στο κάτω κάτω θα 'χω τον καιρό να τα σκεφτώ αυτά αργότερα», αναλογίστηκε, καθώς  το αμάξι ήδη κυλούσε αθόρυβα στον ασφαλτοστρωμένο περίβολο του κακουργιοδικείου.  «Τώρα  πρέπει  ευσυνείδητα,  όπως  το  συνηθίζω  πάντα,  να  εκτελέσω  το  κοινωνικό  μου  χρέος.  Έχει  άλλωστε  κι  αυτό  συχνά  το  σχετικό  του  ενδιαφέρον»,  σκέφτηκε  και  προσπερνώντας  τον  θυρωρό  μπήκε στο μέγαρο. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ V  ΟΤΑΝ ο Νεχλιούντοφ μπήκε στο δικαστήριο, στους διαδρόμους είχε κιόλας μαζευτεί κόσμος.  Οι  φύλακες  φορτωμένοι  με  χαρτιά  και  εντολές  πηγαινοέρχονταν  με  γοργό  βήμα  πότε  πότε  τρέχοντας, χωρίς να σηκώνουν τα πόδια τους, μα γλιστρώντας γοργά κοντανασαίνοντας.  Ο  κλητήρας  και  οι  δικηγόροι  έκαναν  βόλτες  στους  διαδρόμους,  οι  υπόδικοι,  χωρίς  συνοδεία  φρουράς,  και  οι  συνήγοροι  περιφέρονταν  άσκοπα  και  μελαγχολικά  σύρριζα  στους  τοίχους  ή  κάθονταν περιμένοντας να τους καλέσουν.  ‐Πού είναι το περιφερειακό δικαστήριο; ‐ρώτησε ο Νεχλιούντοφ έναν από τους φύλακες.  ‐Ποιο ακριβώς ζητάτε; Το αστικό ή το ποινικό;  ‐Είμαι ένορκος.  ‐Τότε  ζητάτε  το  ποινικό.  Έπρεπε  να  το πείτε  αμέσως.  Θα  πάτε  από  εδώ δεξιά, μετά αριστερά,  στη  δεύτερη πόρτα.  Ο Νεχλιούντοφ ακολούθησε το δρόμο που του έδειξε ο φύλακας.  Έξω  απ'  την  πόρτα  περίμεναν  δύο  άνδρες:  ο  ένας,  ψηλός,  παχύς,  ήταν  έμπορος,  ένα  αγαθό  ανθρωπάκι, που απ' ό,τι φαινόταν είχε πιει κι είχε φάει και βρισκόταν στα κέφια του∙ ο άλλος ήταν  ένας  εμποροϋπάλληλος  εβραϊκής  καταγωγής.  Όταν  ο  Νεχλιούντοφ  τους  πλησίασε  για  να  τους  ρωτήσει αν αυτή ήταν η αίθουσα των ενόρκων, εκείνοι μιλούσαν για τις τιμές του μαλλιού.  ‐Αυτή  είναι,  κύριε  μου,  αυτή  είναι.  Είστε  κι  εσείς  συνάδελφος,  ένορκος;‐τον  ρώτησε  εύθυμα  το  αγαθό ανθρωπάκι, ο έμπορος, κλείνοντάς του το μάτι. ‐Ωραία λοιπόν, θα συνεργαστούμε,‐συνέχισε  ο  έμπορος  ακούγοντας  το  «ναι»  του  Νεχλιούντοφ.‐Μπακλάσοφ,  της  δεύτερης  συντεχνίας  των  εμπόρων,‐ συστήθηκε, προτείνοντάς του το μαλακό, αδύναμό του χέρι,‐ πρέπει να συνεργαστούμε.  Με ποιον έχω την ευχαρίστηση;  Ο Νεχλιούντοφ συστήθηκε και πέρασε στην αίθουσα των ενόρκων.  Στη μικρή αίθουσα υπήρχαν καμιά δεκαριά άτομα λογιών λογιών, που μόλις είχαν φθάσει. Μερικοί  κάθονταν, άλλοι έκαναν βόλτες, άλλοι πάλι πλησίαζαν ο ένας τον άλλον και συστήνονταν. Όλοι τους  φορούσαν ρεντινγκότα ή σακάκι, εκτός από έναν απόστρατο αξιωματικό που φορούσε τη στολή του  κι έναν άλλον με ζακέτα.  Όλοι, παρά το γεγονός ότι πολλοί είχαν παρατήσει τις δουλειές τους και, όπως και να το κάνουμε, το  δικαστήριο  ήταν  γι'  αυτούς  μια  αγγαρεία,  έβλεπες  πως  ένιωθαν  κάποια  ευχαρίστηση  έχοντας  συνείδηση ότι εκτελούν σημαντικό κοινωνικό καθήκον.  Οι  ένορκοι,  που  κάποιοι  από  αυτούς  είχαν  προλάβει  να  γνωριστούν  και  κάποιοι  απλά  είχαν  περιοριστεί στο να μαντεύουν με ποιους είχαν να κάνουν, συζητούσαν για τον καιρό, για την άνοιξη  που  φέτος  ήρθε  νωρίς,  για  το  τι  μέλει  γενέσθαι.  Όσοι  ακόμα  δεν  είχαν  γνωριστεί  με  τον  Νεχλιούντοφ  βιάστηκαν  να  συστηθούν,  θεωρώντας  το,  απ'  ό,τι  φαίνεται,  ιδιαίτερη  τιμή.  Ο  Νεχλιούντοφ,  όπως  συνέβαινε  πάντα,  όταν  βρισκόταν  μεταξύ  αγνώστων,  αυτό  το  θεωρούσε  αυτονόητο. Αν τον ρωτούσε κάποιος, γιατί βάζει τον εαυτό του πάνω από όλους τους άλλους, δεν  θα μπορούσε να του απαντήσει∙ όλη του η ζωή δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο να δείξει. Το γεγονός ότι  Digitized by 10uk1s 


μιλούσε  καλά  Αγγλικά,  Γαλλικά  και  Γερμανικά,  ότι  φορούσε  εσώρουχα,  ρούχα,  γραβάτες  και  μανικέτια που του προμήθευαν οι καλύτεροι έμποροι του είδους, δεν μπορούσε να δικαιολογήσει‐ το  καταλάβαινε  κι  ο  ίδιος  αυτό‐την  ανωτερότητά  του.  Από  την  άλλη  πλευρά  όμως,  εκείνος  δεν  ένιωθε  την  παραμικρή  αμφιβολία  για  την  ανωτερότητά  του  και  αποδεχόταν  το  σεβασμό  που  του  έδειχναν,  όταν  δε  κάτι  τέτοιο  δεν  συνέβαινε,  το  θεωρούσε  προσβολή.  Κι  η  αίθουσα  των  ενόρκων  ήταν  ακριβώς  ο  χώρος  εκείνος  που  ένοιωσε  αυτό  το  δυσάρεστο  συναίσθημα  της  έλλειψης  σεβασμού για το πρόσωπό του. Μεταξύ των ενόρκων βρέθηκε και ένας γνωστός του. Ήταν ο Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς (ο Νεχλιούντοφ ποτέ δεν ήξερε το επώνυμό του και μάλιστα περηφανευόταν κάπως  που  δεν  το  γνώριζε),  πρώην  δάσκαλος  των  παιδιών  της  αδελφής  του.  Αυτός,  λοιπόν,  ο  Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς είχε τελειώσει μια σχολή και ήταν τώρα δάσκαλος στο σχολείο. Ο Νεχλιούντοφ πάντα  τον θεωρούσε ανυπόφορο, επειδή δεν ήξερε να κρατάει τις αποστάσεις, για το αυτάρεσκο χαχανητό  του, γενικά επειδή ήταν «παρακατιανός», όπως έλεγε η αδελφή του.  ‐Μπα,  κι  εσείς  εδώ;‐χαχάνισε  δυνατά  ο  Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς  πλησιάζοντας  τον  Νεχλιούντοφ.‐Δεν  μπορέσατε να γλυτώσετε;  ‐Ούτε μου πέρασε απ' το μυαλό, είπε με αυστηρό και συνάμα βαριεστημένο ύφος ο Νεχλιούντοφ.  ‐Ξέρω, ξέρω, κάνετε το καθήκον σας ως πολίτης... Περιμένετε πρώτα να πεινάσετε και να μην σας  αφήνουν  να  κοιμηθείτε  και  τότε  θα  δούμε  πόσ'  απίδια  βάζει  ο  σάκος!  είπε  γελώντας  ακόμα  πιο  δυνατά ο Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς.  «Να  δεις  που  σε  λίγο  αυτό  το  παπαδοπαίδι  θ'  αρχίσει  να  μου μιλάει  και  στον  ενικό»,  σκέφτηκε  ο  Νεχλιούντοφ  κι  αφού  τον  κοίταξε  με  τέτοια  θλίψη  που  θα  ήταν  φυσιολογική  μόνο  αν  είχε  μάθει  εκείνη ακριβώς τη στιγμή ότι είχαν πεθάνει όλοι οι συγγενείς του, απομακρύνθηκε και πλησίασε μια  ομάδα  ενόρκων  που  είχε  σχηματιστεί  γύρω  από  έναν  ψηλό,  κουρεμένο  γουλί,  σοβαρό  κύριο,  ο  οποίος  αφηγιόταν  κάτι  πολύ  ζωηρά.  Ο  κύριος  αυτός  μιλούσε  για  την  δίκη,  που  διεξαγόταν  τώρα  στην  αίθουσα  του  αστικού  δικαστηρίου  και  έμοιαζε  να  γνωρίζει  την  υπόθεση  πολύ  καλά  αφού  αναφερόταν  σε  δικαστές  και  σε  γνωστούς  δικηγόρους  με  τα  ονόματα  και  τα  πατρώνυμά  τους.  Εξηγούσε  την  εκπληκτική  τροπή  που  πήρε  η  δίκη  χάρη  στις  προσπάθειες  γνωστού  δικηγόρου  και  παρά  το  γεγονός  ότι  η  αντίδικος,  μια  γριά  αριστοκράτισσα,  είχε  απόλυτο  δίκιο,  ξαφνικά  ήταν  υποχρεωμένη να πληρώσει αρκετά χρήματα στην άλλη πλευρά.  ‐Μεγαλοφυής δικηγόρος! έλεγε.  Όλοι  τον  άκουγαν  με  σεβασμό.  Κάποιοι  προσπαθούσαν  να  κάνουν  τις  δικές  τους  παρατηρήσεις,  αλλά εκείνος τους διέκοπτε όλους, λες και μόνο αυτός γνώριζε την αληθινή εικόνα των πραγμάτων.  Ο  Νεχλιούντοφ  αναγκάστηκε  να  περιμένει  αρκετή  ώρα  ακόμη  κι  ας  είχε  αργήσει  λίγο  να  έρθει.  Η  υπόθεση καθυστερούσε επειδή κάποιο από τα μέλη του δικαστηρίου δεν είχε ακόμη εμφανιστεί. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI  Ο  ΠΡΟΕΔΡΟΣ  έφθασε  στο  δικαστήριο  από  νωρίς.  Ήταν  ένας  ψηλός,  γεμάτος  άνδρας  με  μεγάλες  γκρίζες φαβορίτες. Ήταν παντρεμένος, μα έκανε μια πολύ άστατη ζωή, όπως και η γυναίκα του. Δεν  ενοχλούσαν  ο  ένας  τον  άλλο.  Σήμερα  το  πρωί  είχε  λάβει  ένα  σημείωμα  από  την  Ελβετίδα  γκουβερνάντα  που  ζούσε  στο  σπίτι  τους  το  καλοκαίρι∙  του  έγραφε  πως  βρισκόταν  ήδη  στην  Πετρούπολη ερχόμενη από το Νότο και ότι θα τον περίμενε από τις τρεις ως τις έξι στο ξενοδοχείο  "Ιτάλια".  Γι'  αυτό  και  ήθελε  ν'  αρχίσει  και  να  τελειώσει  γρήγορα  τη  σημερινή  συνεδρίαση,  για  να  προλάβει να επισκεφτεί αυτή την μικρή κοκκινομάλλα, την Κλάρα Βασίλιεβνα, με την οποία είχε μια  ερωτική περιπέτεια το περασμένο καλοκαίρι στη ντάτσα του.  Μπαίνοντας στο γραφείο του κλείδωσε την πόρτα, έβγαλε από το κάτω ράφι του ντουλαπιού με τα  διάφορα έγγραφα δυο αλτήρες και έκανε είκοσι κινήσεις προς τα πάνω, μπροστά, στο πλάι και προς  τα κάτω και στη συνέχεια έκανε γρήγορα δύο βαθιά καθίσματα, κρατώντας τους αλτήρες πάνω απ'  το κεφάλι του.  «Τίποτα  δεν  μπορεί  να  σε  κρατήσει  καλύτερα  σε  φόρμα  από  ένα  καλό  ντους  και  τη  γυμναστική»,  σκέφτηκε ψηλαφίζοντας με το αριστερό του χέρι, μ' αυτό που φορούσε τη βέρα στον παράμεσο, το  φουσκωμένο ποντίκι του δεξιού του μπράτσου. Ετοιμαζόταν να κάνει δύο ακόμα ασκήσεις (πάντα  τις έκανε πριν από το πολύωρο καθισιό της δίκης), όταν η πόρτα άρχισε να τρέμει. Κάποιος ήθελε να  την ανοίξει. Ο πρόεδρος έβαλε βιαστικά τα βάρη στη θέση τους και ξεκλείδωσε την πόρτα.  ‐Συγγνώμη, είπε.  Μπήκε  στο  γραφείο  ένα  από  τα  μέλη  του  δικαστηρίου∙  φορούσε  γυαλιά  με  χρυσό  σκελετό,  ήταν  κοντός με ανασηκωμένους ώμους και κατσουφιασμένο πρόσωπο.  ‐Πάλι απουσιάζει ο Ματφέι Νικίτιτς, είπε δυσαρεστημένα.  ‐Ώστε λείπει; είπε ο πρόεδρος φορώντας τη στολή του.‐ Αιωνίως καθυστερημένος...  ‐Η  ασυνειδησία  του  είναι  κάτι  το  καταπληκτικό,  είπε  ο  κακόκεφος  δικαστής  και  πήγε  να  καθήσει  βγάζοντας τα παπούτσια του.  Ο δικαστής αυτός, άνθρωπος πολύ τακτικός, είχε σήμερα το πρωί μια δυσάρεστη σύγκρουση με τη  γυναίκα  του,  επειδή  εκείνη  είχε  ξοδέψει  νωρίτερα  από  το  καθορισμένο  χρονικό  διάστημα  τα  χρήματα  που  της  είχε  διαθέσει  να  περάσει  το  μήνα.  Του  ζήτησε  να  της  δώσει  μια  προκαταβολή,  εκείνος  όμως  δήλωσε  ότι  δεν  επρόκειτο  να  υποχωρήσει.  Έγινε  σκηνή.  Η  γυναίκα  του  τον  προειδοποίησε  πως  σ'  αυτή  την  περίπτωση,  δεν  θα  έπρεπε  το  μεσημέρι  να  περιμένει  φαΐ.  Στο  σημείο  αυτό  εκείνος  έφυγε  απ'  το  σπίτι  σίγουρος  ότι  η  γυναίκα  του  θα  πραγματοποιούσε  την  απειλή  της,  από  αυτή  όλα  μπορούσε  να  τα  περιμένει.  «Αυτά  παθαίνει  όποιος  ζει  ενάρετα  και  ηθικά»,  σκέφτηκε  βλέποντας  τον  εύθυμο  και  καλοκάγαθο  πρόεδρο,  που  έσφυζε  από  υγεία,  να  στρώνει τις φαβορίτες του κι απ' τις δύο πλευρές του κεντημένου του κολάρου με τα όμορφα άσπρα  του  χέρια,  «αυτός  πάντα  ευχαριστημένος  και  εύθυμος,  ενώ  ε��ώ  βασανίζομαι».  Μπήκε  ο  γραμματέας και έφερε κάποιο φάκελο.  ‐  Σας  είμαι  ευγνώμων,  είπε  ο  πρόεδρος  κι  άναψε  το  παπιρόσι.  ‐  Ποια  υπόθεση  θα  εκδικάσουμε  πρώτη;  ‐Νομίζω αυτή της φαρμακείας, είπε μάλλον αδιάφορα ο γραμματέας. 

Digitized by 10uk1s 


‐Καλώς,  ας  είναι  η  φαρμακεία,  είπε  ο  πρόεδρος  καταλαβαίνοντας  ότι  πρόκειται  για  υπόθεση  που  μπορεί να τελειώσει μέχρι τις τέσσερις και μετά θα είναι ελεύθερος να φύγει.‐Ο Ματφέι Νικίτιτς δεν  φάνηκε ακόμα;  ‐Όχι, ακόμα.  ‐Ο Μπρεβέ είν' εδώ;  ‐Εδώ, απάντησε ο γραμματέας.  ‐Πείτε του, αν τον δείτε, ότι θ' αρχίσουμε με την υπόθεση της φαρμακείας.  Ο Μπρεβέ ήταν ένας αντιεισαγγελέας που είχε οριστεί κατήγορος σ' αυτή τη δίκη.  Βγαίνοντας  στο  διάδρομο  ο  γραμματέας  συνάντησε  τον  Μπρεβέ.  Περπατούσε  γρήγορα  στο  διάδρομο  με  το  κεφάλι  χωμένο  στους  ώμους,  τη  στολή  ξεκούμπωτη,  το  χαρτοφύλακα  υπό  μάλης,  έτρεχε σχεδόν, χτυπώντας τα τακούνια του και κουνούσε το ελεύθερο χέρι με τέτοιο τρόπο που η  παλάμη του έπεφτε κάθετη στην κατεύθυνση που είχε το σώμα του.  ‐Ο Μιχαήλ Πετρόβιτς θα ήθελε να μάθει αν είστε έτοιμος, τον ρώτησε ο γραμματέας.  ‐Εννοείται, εγώ είμαι πάντα έτοιμος, είπε ο αντιεισαγγελέας.‐Ποια υπόθεση είναι πρώτη;  ‐Η φαρμακεία.  ‐ Θαυμάσια, είπε ο αντιεισαγγελέας, αλλά κάθε άλλο παρά θαυμάσιο το έβρισκε αυτό. Όλη τη νύχτα  δεν  είχε  κλείσει  μάτι.  Είχε  ξεπροβοδίσει  με  την  παρέα  του  έναν  φίλο,  είχαν  πιει  πολύ,  έπαιξαν  χαρτιά μέχρι τις δύο, μετά πήγαν για γυναίκες σ' εκείνο τον ίδιο τον «οίκο» που πριν από έξι μήνες  βρισκόταν η Μάσλοβα, κι η υπόθεση της φαρμακείας ήταν αυτή ακριβώς που δεν είχε προλάβει να  μελετήσει, γι' αυτό ήθελε να της ρίξει  μια γρήγορη ματιά. Ο γραμματέας, πάλι, επίτηδες  πρότεινε  στον  πρόεδρο  να  εκδικάσει  πρώτη  αυτή  την  υπόθεση,  γνωρίζοντας  ότι  ο  αντιεισαγγελέας  δεν  την  είχε  διαβάσει.  Ήταν  άνθρωπος  φιλελεύθερος  με  ριζοσπαστικές  μάλλον  ιδέες.  Ο  Μπρεβέ,  από  την  άλλη  πλευρά,  ήταν  συντηρητικός  και,  όπως  όλοι  οι  Γερμανοί  κρατικοί  υπάλληλοι  στη  Ρωσία,  ιδιαίτερα αφοσιωμένος στην Ορθοδοξία, κι ο γραμματέας τον αντιπαθούσε και εποφθαλμιούσε τη  θέση του.  ‐Και τι θα γίνει με τους Σκόπτσι4; ρώτησε ο γραμματέας.  ‐Είπα ότι δεν είμαι σε θέση να την αναλάβω, απάντησε ο αντιεισαγγελέας, δεν υπάρχουν μάρτυρες,  αυτό πρόκειται να δηλώσω και στο δικαστήριο.  ‐Και τι σημασία έχει αυτό;  ‐Σας είπα, δεν γίνεται!  Και κουνώντας το χέρι του, μπήκε τρέχοντας στο γραφείο του.  Ανέβαλε την  δίκη για τους Σκόπτσι  εξαιτίας  της  απουσίας  ενός  τελείως  ασήμαντου  και  άχρηστου  μάρτυρα,  μόνο  και  μόνο  επειδή  η  υπόθεση  αυτή  εκδικαζόταν  σε  δικαστήριο  όπου  οι  ένορκοι  ήταν  άνθρωποι  μορφωμένοι  και  μπορούσε να καταλήξει στην αθώωσή τους. Είχε συμφωνήσει με τον πρόεδρο να ορίσουν δικάσιμο  στο περιφερειακό δικαστήριο, εκεί που οι ένορκοι αγρότες θα είναι πιο πολλοί, επομένως θα είναι  περισσότερες και οι πιθανότητες οι κατηγορούμενοι να καταδικαστούν.  Digitized by 10uk1s 


Η κίνηση στο διάδρομο ολοένα και ζωήρευε. Οι περισσότεροι είχαν συγκεντρωθεί στην αίθουσα του  αστικού  δικαστηρίου  εκεί  όπου  διεξαγόταν  η  δίκη  για  την  οποία  μιλούσε  προηγούμενα  στους  ενόρκους  ο  σοβαρός  εκείνος  κύριος  που  του  άρεσε  να  παρακολουθεί  δίκες.  Στο  διάλειμμα  βγήκε  από  την  αίθουσα  εκείνη  η  γριά  που  της  είχε  ρημάξει  την  περιουσία  ο  αετονύχης  δικηγόρος  προς  όφελος του πελάτη του, αν και δεν υπήρχε το παραμικρό έρεισμα∙ αυτό το γνώριζαν και οι δικαστές,  πόσο μάλλον ο ενάγων και ο δικηγόρος του, όμως ήταν τόσο έξυπνη η αγωγή του που ήταν αδύνατο  να μην της ξαφρίσει την περιουσία.  Η  γριά  ήταν  μια  χοντρή  γυναίκα  καλοντυμένη,  φορούσε  καπέλο  που  το  στόλιζαν  κάτι  πελώρια  λουλούδια.  Βγαίνοντας  από  την  αίθουσα,  σταμάτησε  στη  μέση  του  διαδρόμου,  σήκωσε  τα  μικρά  χοντρά της χέρια και άρχισε να φωνάζει ασταμάτητα μπροστά στον δικηγόρο της: «Τι πράματα είναι  αυτά: Κάντε μου τη χάρη! Τι θα γίνει παραπέρα;» Εκείνος κοίταζε τα λουλούδια στο καπέλο της και  δεν την άκουγε προσπαθώντας να σκεφτεί κάτι.  Μετά  την  γριά  βγήκε  γρήγορα  απ'  την  αίθουσα  του  αστικού  δικαστηρίου,  με  το  φρεσκοκολλαρισμένο  του  πλαστρόν  ν'  αστράφτει,  μ'  ένα  αυτάρεσκο  χαμόγελο  στο  πρόσωπο  κι  ο  περίφημος δικηγόρος που με τα τεχνάσματά του η γριούλα με τα λουλούδια έμεινε πανί με πανί κι  ο δικός του πελάτης είχε κερδίσει εκατό χιλιάδες ρούβλια, ενώ ο ίδιος πάνω από δέκα χιλιάδες. Όλα  τα μάτια στράφηκαν στον δικηγόρο, κι αυτός το ένιωσε και με τον τρόπο που πέρασε γρήγορα πλάι  από το συγκεντρωμένο πλήθος έμοιαζε να λέει: «Παρακαλώ να λείπουν οι εκδηλώσεις λατρείας». 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII  ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ  έφθασε  και  ο  Ματφέι  Νικίτιτς.  Τον  συνόδευε  ο  κλητήρας  του  δικαστηρίου,  ένας  αδύνατος  άνδρας  με  μακρύ  λαιμό  και  στραβωμένο  το  κάτω  χείλι  περπατώντας  μονόπαντα.  Ο  κλητήρας  ήταν  ένας  έντιμος  άνθρωπος,  με  πανεπιστημιακή  μόρφωση,  αλλά  δεν  μπορούσε  να  στεριώσει  σε  καμμιά  δουλειά,  γιατί  έπινε  του  θανατά.  Πριν  από  τρεις  μήνες  μια  κόμισσα  που  συμπαθούσε  τη  γυναίκα  του  τον  βόλεψε  σ'  αυτή  τη  δουλειά  κι  ήταν  ευτυχής  που  τα  'χε  μέχρι  σήμερα καταφέρει να την κρατήσει.  ‐Λοιπόν κύριοι, μαζευτήκατε όλοι; ρώτησε στερεώνοντας τα πενς‐νε στη μύτη του, μετρώντας με το  βλέμμα τους ενόρκους.  ‐Μου φαίνεται ναι, απάντησε ο εύθυμος έμπορος.  ‐Ας κάνουμε κι έναν έλεγχο, συνέχισε ο κλητήρας και βγάζοντας ένα φύλλο χαρτί απ' την τσέπη του,  άρχισε να διαβάζει τα ονόματα, κοιτάζοντας αυτούς που καλούσε πότε πάνω και πότε μέσα από τα  πενς‐νε.  ‐Ο κρατικός σύμβουλος Ι.Μ.Νικίφοροφ;  ‐Παρών, φώναξε ο σοβαρός κύριος που γνώριζε όλες τις δικαστικές υποθέσεις.  ‐Ο συνταγματάρχης εν αποστρατεία Ιβάν Σιμεόνοβιτς Ιβανόφ;  ‐Εδώ, απάντησε ο αδύνατος άνδρας με τη στολή του αποστράτου.  ‐Ο έμπορος της δεύτερης συντεχνίας Πιοτρ Μπακλάσοφ;  ‐Εδώ είμαι, αποκρίθηκε ο αγαθός έμπορος χαμογελώντας πλατιά. ‐Είμαστε έτοιμοι!  ‐Ο υπολοχαγός της Φρουράς πρίγκιπας Ντμίτρι Νεχλιούντοφ;  ‐Παρών, απάντησε ο Νεχλιούντοφ. Ο κλητήρας υποκλίθηκε με ιδιαίτερο σεβασμό και ευχαρίστηση  κοιτάζοντάς τον πάνω από το πενς‐νε, σαν να 'θελε μ' αυτό τον τρόπο να τον ξεχωρίσει από όλους  τους άλλους.  ‐Ο λοχαγός Γιούρι Ντμίτριεβιτς Ντάντσενκο, ο έμπορος Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Κουλεσόφ;... κ.λπ.  Απουσίαζαν μόνο δύο ένορκοι.  ‐Και τώρα, κύριοι περάστε στην αίθουσα, είπε ο κλητήρας. Και τους έδειξε ευγενικά με το χέρι του  την πόρτα.  Ετοιμάστηκαν  όλοι  να  βγουν  παραχωρώντας  με  αβρότητα  ο  ένας  στον  άλλο  τη  σειρά  του,  ώσπου  βγήκαν στο διάδρομο και από κει πέρασαν στην αίθουσα των συνεδριάσεων.  Η αίθουσα του δικαστηρίου ήταν μεγάλη και επιμήκης. Στη μια άκρη της υπήρχε μια εξέδρα με τρία  σκαλοπάτια. Στη μέση της εξέδρας ήταν τοποθετημένο ένα τραπέζι σκεπασμένο με πράσινη τσόχα  που τελείωνε σε σκούρα πράσινα κρόσσια. Πίσω από το τραπέζι έβλεπε κανείς τρεις πολυθρόνες με  πολύ  ψηλές  σκαλιστές  δρύινες  πλάτες,  πίσω  από  τις  πολυθρόνες  κρεμόταν  σε  χρυσή  κορνίζα  το  Digitized by 10uk1s 


ολόσωμο φανταχτερό πορτραίτο του Αυτοκράτορα με τη στολή και την κορδέλα, με το ένα πόδι να  ξεχωρίζει μπροστά και το χέρι του να ακουμπάει στο ξίφος. Στη δεξιά γωνία βρισκόταν κρεμασμένη  μέσα  σε  θήκη  μια  εικόνα  του  Χριστού  με  το  αγκάθινο  στεφάνι  και  από  κάτω  και  δεξιά  του,  το  έδρανο  του  εισαγγελέα.  Αριστερά  στο  βάθος  απέναντι  από  το  έδρανο  ήταν  το  τραπεζάκι  του  γραμματέα  και  πιο  κοντά  προς  το  ακροατήριο  υπήρχε  ένα  τορνευτό  δρύινο  κιγκλίδωμα  που  πίσω  του άδειο ακόμα, περίμενε το εδώλιο των κατηγορουμένων. Στη δεξιά πλευρά πάνω σε μια εξέδρα  ήταν τοποθετημένες δύο  σειρές από καρέκλες, κι αυτές με  ψηλές πλάτες, για τους ενόρκους, ενώ  από  κάτω  ακριβώς  ήταν  τα  τραπέζια  των  συνηγόρων.  Όλα  αυτά  βρίσκονταν  στο  μπροστινό  μέρος  της αίθουσας που την χώριζε ένα κιγκλίδωμα στα δύο. Στο υπόλοιπο είχαν τοποθετηθεί πάγκοι για  το  ακροατήριο  αμφιθεατρικά  μέχρι  το  τέλος  της  αίθουσας.  Στους  μπροστινούς  πάγκους,  τέσσερις  γυναίκες,  έμοιαζαν  εργάτριες  ή  καμαριέρες,  και  δύο  άνδρες,  εργάτες  κι  αυτοί,  κάθονταν  σαστισμένοι  με  την  μεγαλόπρεπη  διακόσμηση  της  αίθουσας  και  μιλούσαν  μεταξύ  τους  δειλά  και  χαμηλόφωνα.  Λίγο  μετά  την  είσοδο  των  ενόρκων  ο  κλητήρας,  γέρνοντας  στη  μια  πλευρά  του  στάθηκε  στη  μέση  της αίθουσας και με βροντερή φωνή, σαν να 'θελε να τους τρομάξει όλους, φώναξε:  ‐Κύριοι, το δικαστήριο!  Όλοι  σηκώθηκαν.  Οι  δικαστές  ανέβηκαν  στην  έδρα:  πρώτος  προχώρησε  ο  πρόεδρος  με  το  γεροδεμένο  παράστημα  και  τις  θαυμάσιες  φαβορίτες,  ακολούθησε  ο  κατσούφης  δικαστής  με  τα  χρυσά γυαλιά, πιο κατσούφης από πριν, γιατί συναντώντας τον κουνιάδο του, υποψήφιο δικαστή,  λίγο πριν αρχίσει η δίκη έμαθε πως η γυναίκα του δεν είχε τελικά ετοιμάσει φαγητό το μεσημέρι.  ‐Μάλλον μας βλέπω να πηγαίνουμε στο καπηλειό, του είπε γελώντας ο κουνιάδος.  ‐Δεν είναι για γέλια, απάντησε ο κατσούφης δικαστής και κατσούφιασε περισσότερο.  Ο  τρίτος  δικαστής  ήταν  ο  γνωστός  Ματφέι  Νικίτιτς  που  πάντα  έφθανε  αργοπορημένος∙  ένας  άνθρωπος  με  γενειάδα  και  μεγάλα  καλοσυνάτα  εξογκωμένα  μάτια.  Υπέφερε  από  φλεγμονή  στο  στομάχι  και  εκείνο  το  πρωινό,  με  υπόδειξη  του  γιατρού,  άρχισε  μια  νέα  θεραπεία  και  γι'  αυτό  χρειάστηκε  να  μείνει  στο  σπίτι  παραπάνω  από  το  συνηθισμένο.  Καθώς  ανέβαινε  στην  έδρα.  φαινόταν να είναι προσηλωμένος σε κάτι, γιατί είχε τη μανία να βάζει ερωτήματα στον εαυτό του  και ν' απαντά με τους πιο παράξενους τρόπους. Τώρα λοιπόν είχε αποφασίσει, ότι αν ο αριθμός των  βημάτων του από την πόρτα μέχρι την πολυθρόνα διαιρείται ακριβώς με το τρία, η νέα θεραπεία θα  τον  θεραπεύσει  από  τη  φλεγμονή,  αν  όμως  δεν  διαιρείται...  δεν  θα  θεραπευτεί.  Τα  βήματα  ήταν  είκοσι  έξι,  μα  εκείνος  έκανε  άλλο  ένα  μικρό  βήμα  και  ακριβώς  στο  είκοσι  επτά  έφθασε  στην  πολυθρόνα.  Οι  φιγούρες  του  προέδρου  και  των  δικαστών,  έτσι  όπως  ανέβηκαν  στην  έδρα,  με  τους  χρυσοκέντητους  γιακάδες  των  στολών  τους,  ήταν  πολύ  εντυπωσιακές.  Το  ένιωθαν  κι  οι  ίδιοι,  έτσι  και οι τρεις,  αμήχανοι λες από την μεγαλοπρέπειά  τους, κάθισαν στις  σκαλιστές τους πολυθρόνες  βιαστικά και σεμνά χαμηλώνοντας το βλέμμα τους, στο σκεπασμένο με την πράσινη τσόχα τραπέζι  πάνω στο οποίο ήταν τοποθετημένο κάποιο τριγωνικό αντικείμενο στολισμένο με το δικέφαλο αετό,  γυάλινα βάζα, σαν αυτά που φυλάνε τα σοκολατάκια στους μπουφέδες, ένα μελανοδοχείο, πένες,  χαρτί λευκό και θαυμάσια, φρεσκοξυσμένα μολυβιά σε διαφορετικά μεγέθη. Μαζί με τους δικαστές  μπήκε και ο αντιεισαγγελέας. Με την ίδια βιασύνη, με το χαρτοφύλακα υπό μάλης, και κουνώντας  το  χέρι  του  με  τον  ίδιο  τρόπο  προχώρησε  στη  θέση  του  κοντά  στο  παράθυρο  και  την  ίδια  στιγμή  βυθίστηκε  στην  ανάγνωση  και  την  εξέταση  των  εγγράφων,  εκμεταλλευόμενος  κάθε  λεπτό  που  διέθετε  για  να  προετοιμαστεί  για  τη  δίκη.  Αναλάμβανε  το  ρόλο  του  κατηγόρου  για  τέταρτη  μόλις  φορά.  Ήταν  πολύ  φιλόδοξος,  είχε  δώσει  όρκο  στον  εαυτό  του  να  κάνει  καριέρα  και  γι'  αυτό  το  Digitized by 10uk1s 


σκοπό θεωρούσε απαραίτητο να πετυχαίνει καταδίκες σε όλες τις υποθέσεις που θα παρίστατο ως  κατήγορος. Ήξερε σε γενικές γραμμές την ουσία της υπόθεσης και είχε ήδη διαμορφώσει το σκελετό  της ομιλίας του, του χρειαζόταν όμως ακόμα μερικά στοιχεία κι αυτά ήταν που αντέγραφε βιαστικά  από το φάκελο.  Ο γραμματέας που καθόταν στην απέναντι άκρη της έδρας είχε προετοιμάσει όλα τα έγραφα που  θα  μπορούσαν  να  χρειαστούν  στην  ακροαματική  διαδικασία  και  τώρα  κοίταζε  στα  πεταχτά  ένα  απαγορευμένο άρθρο που είχε βρει και διάβαζε από χθες. Ήθελε πολύ να μιλήσει γι' αυτό με τον  γενειοφόρο  δικαστή  που  συμμεριζόταν  τις  ιδέες  του  και  πριν  μιλήσουν  ήθελε  να  μάθει  καλά  τι  έγραφε. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ VIII  Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ αφού συμβουλεύτηκε τα χαρτιά του, έκανε μερικές ερωτήσεις στον κλητήρα και στον  γραμματέα  και  παίρνοντας  καταφατικές  απαντήσεις  έδωσε  εντολή  να  οδηγήσουν  στην  αίθουσα  τους  κατηγορουμένους.  Την  ίδια  στιγμή  η  πόρτα  από  το  κιγκλίδωμα  άνοιξε  και  στην  αίθουσα  μπήκαν  δύο  χωροφύλακες  με  γούνινους  σκούφους  στο  κεφάλι  και  γυμνά  σπαθιά  στα  χέρια.  Τους  ακολούθησαν  οι  κατηγορούμενοι∙  πρώτος  μπήκε  ένας  φακιδιάρης  κοκκινομάλλης,  και  μετά  δύο  γυναίκες.  Ο  άνδρας  με  τη  ρόμπα  της  φυλακής  θεόφαρδια  και  μακριά,  σαν  τσουβάλι  πάνω  του,  μπήκε  στο  δικαστήριο  κρατώντας  τα  χέρια  κολλημένα  στο  σώμα  του,  με  τα  μεγάλα  δάχτυλά  του  ανοιχτά, για να εμποδίζει τα μακριά μανίκια της ρόμπας να γλυστρήσουν. Δεν κοίταξε τους δικαστές  ούτε τ' ακροατήριο, αλλά έψαξε με το βλέμμα του προσεκτικά από όλες τις πλευρές το εδώλιο του  κατηγορουμένου. Αφού το καλοεξέτασε, κάθισε σιγά‐σιγά στην άκρη κάνοντας χώρο στους άλλους,  κάρφωσε το βλέμμα του στον πρόεδρο και τα σαγόνια του και τα μάγουλά του τρεμόπαιζαν, λες και  κάτι να ψιθύριζε. Μετά μπήκε μια μεσόκοπη γυναίκα που φορούσε κι αυτή ρόμπα. Το κεφάλι της  ήταν  σκεπασμένο  με  το  μαντήλι  που  φορούν  συνήθως  οι  κρατούμενες,  το  πρόσωπό  της  ήταν  γκριζόασπρο,  χωρίς  φρύδια  και  βλεφαρίδες,  αλλά  με  κατακόκκινα  μάτια.  Η  γυναίκα  φαινόταν  τελείως  ατάραχη.  Ετοιμαζόταν  να  πάρει  τη  θέση  της  στο  εδώλιο,  όταν  η  ρόμπα  της  πιάστηκε  από  κάπου∙ σταμάτησε, την ξέμπλεξε προσεκτικά, χωρίς να βιάζεται και κάθισε. Η τρίτη κατηγορούμενη  ήταν η Μάσλοβα.  Μόλις μπήκε, τα μάτια όλων των ανδρών στην αίθουσα στράφηκαν πάνω της και για πολύ ώρα δεν  μπορούσαν να ξεκολλήσουν από τα μαύρα λαμπερά της μάτια και το μεγάλο στήθος που ξεχώριζε  κάτω από την ρόμπα. Ακόμα κι ο χωροφύλακας, όταν αυτή πέρασε πλάι του, την παρακολουθούσε  επίμονα  μέχρι  να  πάρει  τη  θέση  της  στο  εδώλιο,  κι  όταν,  επιτέλους,  κάθισε,  εκείνος  νιώθοντας  θαρρείς  ένοχος,  έστρεψε  αλλού  το  κεφάλι  του,  τινάχτηκε,  και  κάρφωσε  το  βλέμμα  του  στο  παράθυρο μπροστά του.  Ο πρόεδρος περίμενε να πάρουν οι κατηγορούμενοι τις θέσεις τους και, μόλις κάθισε η Μάσλοβα,  απευθύνθηκε στον γραμματέα.  Άρχισε  η  συνηθισμένη  διαδικασία:  διαβάστηκαν  τα  ονόματα  των  ενόρκων,  σχολιάστηκαν  εκείνοι  που  απουσίαζαν,  τους  επιβλήθηκε  πρόστιμο,  πάρθηκε  απόφαση  για  όσους  απουσίαζαν  δικαιολογημένα  και  συμπληρώθηκαν  οι  κενές  θέσεις  από  τους  αναπληρωματικούς.  Κατόπιν  ο  πρόεδρος  δίπλωσε  τους  κλήρους,  τους  έβαλε  στο  γυάλινο  βάζο  και  σηκώνοντας  λίγο  τα  κεντητά  μανίκια της στολής του, ξεγυμνώνοντας έτσι τα τριχωτά του χέρια, άρχισε με κινήσεις που θύμιζαν  ταχυδακτυλουργό  να  βγάζει  έναν  έναν  τους  κλήρους,  να  τους  ξεδιπλώνει  και  να  τους  διαβάζει.  Μετά κατέβασε τα μανίκια του και παρεκάλεσε τον παπά να ορκίσει τους ενόρκους.  Ο παπάς, ένας γέρος με πρησμένο κίτρινο πρόσωπο, καφετί ράσο με χρυσό σταυρό στο στήθος και  κάποιο άλλο διακριτικό καρφιτσωμένο στο πλάι του, προχώρησε προς το αναλόγιο που βρισκόταν  κάτω από την εικόνα, κουνώντας αργά αργά τα πρησμένα πόδια του.  Οι ένορκοι σηκώθηκαν και σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο προχώρησαν προς το αναλόγιο.  ‐Πλησιάστε, είπε ο παπάς, χαϊδεύοντας με το παχουλό του χέρι το σταυρό στο στήθος περιμένοντας  να μαζευτούν όλοι οι ένορκοι.  Αυτός ο παπάς είχε χειροτονηθεί πριν σαράντα επτά ολόκληρα χρόνια και σχεδίαζε να γιορτάσει την  πεντηκοστή επέτειό του μετά από τρία χρόνια με τον ίδιο τρόπο που τη γιόρτασε ο πρωθιερέας της  μητρόπολης.  Συμμετείχε  πάντα  στην  έναρξη  της  ακροαματικής  διαδικασίας  του  περιφερειακού  δικαστηρίου κι ήταν πολύ περήφανος γιατί είχε ορκίσει μερικές δεκάδες χιλιάδες ενόρκους και γιατί  Digitized by 10uk1s 


σ' αυτή την προχωρημένη ηλικία συνέχιζε να εργάζεται για το καλό της εκκλησίας, της πατρίδας και  της οικογένειας∙ στην τελευταία είχε αφήσει, εκτός από το σπίτι κι ένα κεφάλαιο τριάντα χιλιάδων  σε  ομόλογα.  Ποτέ  δεν  είχε  σκεφτεί  πως  η  δουλειά  του  στο  δικαστήριο,  δηλαδή  το  να  ορκίζει  ανθρώπους  στο  Ευαγγέλιο  το  οποίο  απαγορεύει  τους  όρκους,  δεν  ήταν  ικανοποιητική  δουλειά∙  κι  όχι  μόνο  δεν  ήταν  δυσαρεστημένος,  αλλά  του  άρεσε  αυτή  η  ρουτινιάρικη  ασχολία,  μια  και  συχνά  είχε την ευκαιρία να γνωρίζεται με ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας. Σήμερα, για παράδειγμα, είχε  την ευχαρίστηση να γνωρίσει τον γνωστό δικηγόρο που του ενέπνεε το σεβασμό, επειδή μόνο για  την  υπόθεση  της  γριούλας  με  τα  πελώρια  λουλούδια  στο  καπέλο  είχε  κερδίσει  δέκα  χιλιάδες  ρούβλια.  Όταν  οι  ένορκοι  ανέβηκαν  στις  θέσεις  τους  ο  παπάς  πέρασε  στο  σχεδόν  καραφλό  κεφάλι  του  το  βρόμικο πετραχήλι, ίσιωσε τις λιγοστές γκρίζες τρίχες και απευθύνθηκε στους ενόρκους.  ‐Σηκώστε  το  δεξί  χέρι,  ενώστε  τα  δάχτυλα  έτσι,  είπε  με  αργή  γεροντική  φωνή,  σηκώνοντας  το  παχουλό  του  χέρι  με  τα  λακάκια  σε  κάθε  δάχτυλο.‐Επαναλάβετε  μετά  από  μένα,  είπε  κι  άρχισε:‐ Υπόσχομαι και ορκίζομαι στον Παντοδύναμο Θεό, ενώπιον του Αγίου Ευαγγελίου και του ζωοποιού  Σταυρού του Κυρίου ημών, ότι στην υπόθεση....‐έλεγε σταματώντας ύστερα από κάθε φράση. ‐Μη  χαμηλώνετε τα χέρια σας, κρατήστε τα στη θέση τους, είπε σ' ένα νεαρό που είχε χαμηλώσει το χέρι  του, ‐...ότι στ��ν υπόθεση για την οποία....  Ο σοβαρός κύριος με τις φαβορίτες, ο συνταγματάρχης, ο έμπορος και άλλοι κρατούσαν τα δάχτυλά  τους ενωμένα όπως τους είχε δείξει ο παπάς, τα χέρια τους ήταν σηκωμένα ψηλά και φαίνονταν ότι  το απολάμβαναν, καθώς την ίδια στιγμή κάποιοι άλλοι κρατούσαν τα χέρια τους ψηλά με το ζόρι και  αδιάφορα. Μερικοί επαναλάμβαναν τα λόγια του πολύ δυνατά, με ζήλο και με μια έκφραση σαν να  ήθελαν να πουν: «Εγώ θα τα πω, θα τα πω τα λόγια», κάποιοι τα ψιθύριζαν, έμειναν πίσω και μετά,  λες  και  τρόμαζαν,  βιάζονταν  να  προλάβουν  τον  παπά  κι  έκαναν  λάθος.  Άλλοι  πάλι,  κρατούσαν  πεισματικά τα χέρια τους με τα δάχτυλα τόσο σφιχτά σα να φοβόντουσαν ότι κάτι θα χάσουν, ενώ  οι διπλανοί τους μια τα άνοιγαν και μια τα έκλειναν. Κανείς δεν ένιωθε άνετα, μόνο ο γερο‐παπάς  ήταν απόλυτα σίγουρος πως επιτελούσε σημαντικό και ωφέλιμο έργο.  Μετά την ορκωμοσία ο πρόεδρος ζήτησε από τους ενόρκους να επιλέξουν τον επικεφαλής τους. Οι  ένορκοι σηκώθηκαν και σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο πέρασαν στην αίθουσα συνεδριάσεων, όπου  την  ίδια  κιόλας  στιγμή  έβγαλαν  τα  παπιρόσι  κι  άρχισαν  να  καπνίζουν.  Κάποιος  πρότεινε  για  επικεφαλής  τον  σοβαρό  κύριο  κι  αμέσως  όλοι  συμφώνησαν.  Έσβησαν  τ'  αποτσίγαρά  τους  και  γύρισαν στην αίθουσα. Ο επικεφαλής ανακοίνωσε στον πρόεδρο την επιλογή των ενόρκων και για  άλλη μια φορά κάθισαν σε δύο σειρές στις καρέκλες με τις ψηλές πλάτες, περνώντας ο ένας πάνω  απ' τα πόδια του άλλου.  Όλα προχωρούσαν χωρίς καθυστέρηση, γρήγορα και με κάποια επισημότητα κι αυτή η ακρίβεια, η  συνέπεια  και  η  επισημότητα,  απ'  ό,τι  φαινόταν,  ικανοποιούσαν  ιδιαίτερα  όσους  έπαιρναν  μέρος,  επιβεβαιώνοντας  στη  συνείδησή  τους  την  πεποίθηση  ότι  επιτελούν  ένα  σοβαρό  και  σημαντικό  κοινωνικό έργο. Αυτό το συναίσθημα είχε συνεπάρει και τον Νεχλιούντοφ.  Μόλις  οι  ένορκοι  κάθισαν,  ο  πρόεδρος  τους  μίλησε  για  τα  δικαιώματα,  τις  υποχρεώσεις  και  τις  ευθύνες  τους.  Καθώς  μιλούσε  ο  πρόεδρος,  άλλαζε  συνέχεια  θέση,  πότε  έγερνε  στο  αριστερό  και  πότε στο δεξιό του χέρι, πότε στην πλάτη και πότε στα χέρια της πολυθρόνας, πότε ίσιωνε τις άκρες  του χαρτιού  που είχε μπροστά του, πότε χάιδευε το χαρτοκόπτη και πότε στριφογύριζε  το μολύβι  του.  Σύμφωνα,  λοιπόν,  μ'  όσα  τους  είπε  ο  πρόεδρος,  είχαν  το  δικαίωμα  να  κάνουν  ερωτήσεις  στους  κατηγορουμένους μέσω του προέδρου, μπορούσαν να έχουν μολύβι και χαρτί και να εξετάζουν τα  Digitized by 10uk1s 


πειστήρια του εγκλήματος. Είχαν την υποχρέωση να δικάζουν τίμια και όχι άδικα. Έφεραν γι' αυτό  ευθύνη  και  μπορούσαν  να  τιμωρηθούν  σε  περίπτωση  που  δεν  τηρούσαν  το  απόρρητο  των  συνεδριάσεων και έρχονταν σε επαφή με τρίτους.  Όλοι  άκουγαν  με  ευλαβική  προσοχή.  Ο  έμπορος,  που  μύριζε  κρασίλα  και  προσπαθούσε  να  συγκρατήσει ένα δυνατό ρέψιμο, κουνούσε καταφατικά σε κάθε φράση το κεφάλι του. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ IX  ΟΤΑΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ την ομιλία του ο πρόεδρος στράφηκε προς τους κατηγορουμένους.  ‐Σίμων Καρτίνκιν, σηκωθείτε!  Ο Σίμων πετάχτηκε νευρικά. Οι μυώνες του προσώπου του τώρα τρεμόπαιζαν ακόμη πιο γρήγορα.  ‐Ονομάζεστε;  ‐Σίμων  Πετρόφ  Καρτίνκιν,  είπε  γρήγορα  με  στόμφο.  Φαινόταν  ότι  είχε  προετοιμάσει  από  ώρα  την  απάντησή του.  ‐Η κοινωνική σας κατάσταση;  ‐Χωρικός.  ‐Σε ποιο νομό, σε ποια περιοχή;  ‐Νομός Τούλας, περιοχή Κραπίβενσκ, επαρχία Κουπιάνσκ, χωριό Μπόρκι.  ‐Ετών;  ‐Στο τριακοστό τέταρτο, γεννήθηκα στα χίλια οχτακόσια...  ‐Θρήσκευμα;  ‐Ρώσοι είμαστε. Ορθόδοξοι.  ‐Παντρεμένος;  ‐Όχι κύριε.  ‐Επάγγελμα;  ‐Δουλεύω καμαριέρης στο ξενοδοχείο "Μαυριτάνια".  ‐Έχετε δικαστεί ξανά στο παρελθόν;  ‐Ποτέ δεν έχω δικαστεί, γιατί στο παρελθόν ζούσαμε...  ‐Δεν έχετε δικαστεί στο παρελθόν;  ‐Θεός φυλάξει, ποτέ.  ‐Πήρατε αντίγραφο του κατηγορητηρίου;  ‐Πήραμε.  ‐Καθίστε. Γιεφήμια Ιβανόβα Μποτσκόβα, απευθύνθηκε ο πρόεδρος στον δεύτερο κατηγορούμενο.  Digitized by 10uk1s 


Όμως ο Σίμων εξακολουθούσε να στέκεται όρθιος και να κρύβει την Μποτσκόβα.  ‐Καρτίνκιν, είπα, καθίστε!  Ο Καρτίνκιν συνέχισε να στέκεται όρθιος.  ‐Καρτίνκιν, καθίστε επιτέλους!  Εκείνος  συνέχισε  να  στέκεται  όρθιος  και  κάθισε  μόνο  όταν  τον  πλησίασε  ο  κλητήρας  που  του  ψιθύρισε απειλητικά: «Για κάτσε κάτω!», γέρνοντας το κεφάλι και γουρλώνοντας αφύσικα τα μάτια  του.  Ο Καρτίνκιν κάθισε το ίδιο νευρικά, όπως είχε σηκωθεί, και τυλίχτηκε στη ρόμπα του, ενώ οι μυώνες  του προσώπου του ξανάρχισαν το τρέμουλο.  ‐Το όνομά σας; ρώτησε, αναστενάζοντας κουρασμένα, ο πρόεδρος την κατηγορούμενη χωρίς να την  κοιτάει, εξετάζοντας κάτι στα χαρτιά που είχε μπροστά του. Όλα αυτά ήταν τόσο συνηθισμένα για  τον πρόεδρο που για να επιταχύνει τη διαδικασία μπορούσε να κάνει δύο δουλειές ταυτόχρονα.  Η  Μποτσκόβα  ήταν  43  χρόνων,  μικροαστή  από  το  Καλόμενσκ,  δούλευε  καμαριέρα  στο  ίδιο  ξενοδοχείο, το "Μαυριτάνια". Δεν είχε ποτέ κατηγορηθεί ή καταδικαστεί και είχε πάρει αντίγραφο  του  κατηγορητηρίου.  Η  Μποτσκόβα  απαντούσε  αρκετά  θαρραλέα,  η  φωνή  της  είχε  μια  τέτοια  έκφραση που νόμιζες πως σε κάθε της απάντηση έλεγε: «Ναι, είμαι η Γιεφήμια η Μποτσκόβα, πήρα  αντίγραφο  κι  είμαι  περήφανη  γι'  αυτό,  και  δεν  πρόκειται  να  επιτρέψω  σε  κανένα  να  με  περιγελάσει»  και  χωρίς  να  περιμένει  να  της  πουν,  κάθισε  στη  θέση  της  μόλις  τελείωσαν  οι  ερωτήσεις.  ‐Ονομάζεστε;‐ρώτησε ο γυναικάς πρόεδρος ιδιαίτερα διαχυτικά την τρίτη κατηγορουμένη. ‐Πρέπει  να σηκωθείτε, πρόσθεσε μαλακά και τρυφερά βλέποντας ότι η Μάσλοβα καθόταν.  Εκείνη  σηκώθηκε  με  μια  γρήγορη  κίνηση  προτείνοντας  το  μεγάλο  της  στήθος  και  χωρίς  ν'  απαντά  κοιτούσε τον πρόεδρο κατάματα με τα γελαστά, λίγο αλλήθωρα μαύρα της μάτια, με μια έκφραση  γεμάτη προθυμία.  ‐Πώς σε λένε;  ‐Λιουμπόφ (Αγάπη), βιάστηκε ν' απαντήσει η Μάσλοβα. Στο μεταξύ ο Νεχλιούντοφ είχε φορέσει το  πενς‐νε  του  και  εξέταζε  τους  κατηγορουμένους,  καθώς  τους  φώναζαν.  «Δεν  είναι  δυνατόν,  σκέφτηκε χωρίς να τραβήξει το βλέμμα του από την κατηγορουμένη, ακούγοντας την απάντηση, όχι  και Λιουμπόφ!».  Ο  πρόεδρος  ήθελε  να  συνεχίσει  τις  ερωτήσεις,  μα  ο  δικαστής  με  τα  γυαλιά  τον  σταμάτησε  ψιθυρίζοντας του κάτι θυμωμένα. Ο πρόεδρος κούνησε το κεφάλι του δείχνοντας ότι συμφωνεί και  γύρισε προς την κατηγορουμένη.  ‐Λιουμπόφ; Σας έχουμε γράψει διαφορετικά. Η κατηγορουμένη δε μιλούσε.  ‐Σας ερωτώ, ποιο είναι το πραγματικό σας όνομα;  ‐Πώς σε βάφτισαν; ρώτησε θυμωμένα ο δικαστής. 

Digitized by 10uk1s 


‐Πρώτα με φώναξαν Κατερίνα.  «Μα  δεν  είναι  δυνατόν»,  συνέχιζε  να  μονολογεί  ο  Νεχλιούντοφ,  κι  όμως  χωρίς  καμιά  αμφιβολία  ήξερε ότι ήταν αυτή η ίδια κοπέλα, το ψυχοπαίδι, η καμαριέρα που είχε κάποτε ερωτευτεί, ναι, ναι  ερωτευτεί και μέσα στο παράφορο πάθος του την αποπλάνησε και την παράτησε και μετά δεν την  ξαναθυμήθηκε ποτέ, γιατί αυτή η θύμηση ήταν πάρα πολύ οδυνηρή. Ήταν γι' αυτόν ένα στίγμα γιατί  του  θύμιζε  πως  παρά  την  περηφάνια  που  ένιωθε  για  την  εντιμότητά  του,  φέρθηκε  σ'  αυτή  την  γυναίκα όχι μόνο ανέντιμα, φέρθηκε πρόστυχα.  Ναι,  ήταν  αυτή.  Διέκρινε  τώρα  καθαρά  αυτή  την  εξαιρετική,  μυστηριώδη  ιδιαιτερότητα  που  ξεχωρίζει κάθε πρόσωπο από το άλλο και το κάνει διαφορετικό, μοναδικό, ανεπανάληπτο. Παρά το  αφύσικα  λευκό  και  κάπως  παχύ  πρόσωπό  της,  αυτή  η  ιδιαιτερότητα,  αυτή  η  γλυκιά,  μοναδική  ιδιαιτερότητα  υπήρχε  σ'  αυτό  το  πρόσωπο,  σ'  αυτά  τα  χείλια,  στα  κάπως  αλλήθωρα  μάτια  και,  το  σπουδαιότερο,  υπήρχε  σ'  αυτή  την  αφελή,  χαμογελαστή  θωριά  και  την  έκφραση  προθυμίας  όχι  μόνο στο πρόσωπο, αλλά και σ' όλο της το σώμα.  ‐Αυτό έπρεπε να μας πείτε, είπε ο πρόεδρος το ίδιο μαλακά. Το πατρώνυμό σας;  ‐Είμαι...νόθα, μουρμούρισε η Μάσλοβα.  ‐Καλά, απ' τ' όνομα του νονού, πώς σας φώναξαν; «Τι έγκλημα μπορεί να έχει κάνει;» αναρωτήθηκε  ο Νεχλιούντοφ ανασαίνοντας με δυσκολία.  ‐Επώνυμο, το οικογενειακό σας όνομα: συνέχισε ο πρόεδρος.  ‐Με δήλωσαν με το όνομα της μητέρας μου: Μάσλοβα.  ‐Κοινωνική κατάσταση;  ‐Είμαι μικροαστή.  ‐Ορθόδοξη;  ‐Ορθόδοξη.  ‐Εργάζεστε; Με τι ασχολείστε.  ‐Ήμουν σ' έναν οίκο...  ‐Τι είδους «οίκο»; ρώτησε αυστηρά ο δικαστής με τα γυαλιά;  ‐Ξέρετε  εσείς σε τι  είδους, είπε  η  Μάσλοβα που χαμογέλασε και την ίδια στιγμή κοίταξε  γρήγορα  γύρω της και κάρφωσε πάλι το βλέμμα της στον πρόεδρο.  Στην έκφραση του προσώπου της, στα λόγια και σ' αυτή τη γρήγορη ματιά που τύλιξε φευγαλέα την  αίθουσα  υπήρχε  κάτι  το  ασυνήθιστο,  κάτι  το  φοβερό  κι  αξιολύπητο  μαζί,  έτσι  που  ο  ποόεδρος  έσκυψε το κεφάλι του και για λίγο έγινε απόλυτη ησυχία στην αίθουσα. Ένα γέλιο που ακούστηκε  κάπου  στο  ακ��οατήριο  έσπασε  τη  σιωπή.  Κάποιος  έκανε  «σ‐σ‐σ».  Ο  πρόεδρος  σήκωσε  το  κεφάλι  του και συνέχισε τις ερωτήσεις:  ‐Έχετε ποτέ καταδικαστεί ή κατηγορηθεί για κάτι;  Digitized by 10uk1s 


‐Όχι, απάντησε χαμηλόφωνα η Μάσλοβα κι αναστέναξε.  ‐Πήρατε αντίγραφο του κατηγορητηρίου;  ‐Πήρα.  ‐Καθίστε, είπε ο πρόεδρος.  Η  κατηγορουμένη  σήκωσε  το  πίσω  μέρος  της  φούστας  της  με  την  κίνηση  που  κάνουν  συνήθως  οι  καλοντυμένες γυναίκες διορθώνοντας την ουρά του φορέματός τους, και κάθισε χώνοντας τα μικρά  άσπρα της χέρια στα μανίκια της ρόμπας χωρίς να τραβά το βλέμμα της από τον πρόεδρο.  Άρχισε  η  ανάγνωση  των  μαρτύρων,  οι  μάρτυρες  απομακρύνθηκαν,  πάρθηκε  απόφαση  για  τον  ιατροδικαστή που προσκλήθηκε στην αίθουσα του δικαστηρίου. Μετά σηκώθηκε ο γραμματέας και  άρχισε να διαβάζει το κατηγορητήριο. Διάβαζε δυνατά και καθαρά, μα τόσο γρήγορα που η φωνή  του, εξ αιτίας και του ότι δεν πρόφερε σωστά τα λ και τα ρ, ακουγόταν σαν ένα αδιάκοπο βουητό  που σε κοίμιζε. Οι δικαστές έγερναν πότε στο ένα και πότε στο άλλο χέρι της πολυθρόνας, πότε στο  τραπέζι, πότε έγερναν πίσω στη πλάτη πότε έκλειναν τα μάτια, πότε τα άνοιγαν και κάτι ψιθύριζαν  μεταξύ  τους.  Ένας  χωροφύλακας  μάλιστα  πάσχιζε  μ'  αγωνία  να  συγκρατήσει  το  χασμουρητό  του.  Στο  εδώλιο  ο  Καρτίνκιν  χωρίς  σταμάτημα  συνέχιζε  να  τρεμοπαίζει  τις  μασέλες  του.  Η  Μποτσκόβα  καθόταν  γαλήνια  και  ευθυτενής,  ξύνοντας  πού  και  πού  με  το  δάχτυλο  το  κεφάλι  της  κάτω  από  το  μαντήλι.  Η Μάσλοβα μια καθόταν ασάλευτη κι άκουγε τον γραμματέα κοιτάζοντάς τον, και μια ταραζόταν σα  να 'θελε να εκφράσει κάποια αντίρρηση, κοκκίνιζε και μετά βαριαναστέναζε, άλλαζε θέση στα χέρια  της, κοίταζε γύρω της και μετά κάρφωνε πάλι το βλέμμα της στον γραμματέα.  Ο Νεχλιούντοφ καθόταν στην καρέκλα του με τη ψηλή πλάτη στην πρώτη σειρά, δεύτερος από την  άκρη, έβγαλε το πενς‐νε του και κοιτούσε τη Μάσλοβα. Μέσα του γινόταν χαλασμός. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χ  ΣΤΟ  ΚΑΤΗΓΟΡΗΤΗΡΙΟ  αναφερόταν:  «Στις  17  Ιανουαρίου  188...  στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια"  διαπιστώθηκε  ο  αιφνίδιος  θάνατος  του  εμπόρου  της  δεύτερης  συντεχνίας  από  το  Κουργκάν  Φεραπόντ Εμιλιάνοβιτς Σμελκόφ.  Ο  τοπικός  γιατρός  του  4ου  αστυνομικού  τμήματος  βεβαίωσε  ότι  ο  θάνατός  του  προήλθε  από  ανακοπή  καρδιάς,  την  οποία  προκάλεσε  η  υπερβολική  κατανάλωση  οινοπνευματωδών  ποτών.  Η  σορός του Σμελκόφ ενταφιάστηκε.  Μετά από μερικές μέρες ο έμπορος Τιμόχιν, φίλος και συντοπίτης του Σμελκόφ, επιστρέφοντας από  την  Πετρούπολη  έμαθε  τις  συνθήκες  κάτω  από  τις  οποίες  βρήκε  το  θάνατο  ο  φίλος  του  και  εξέφρασε  την  υποψία  πως  ο  Σμελκόφ  δηλητηριάστηκε  με  σκοπό  να  του  πάρουν  τα  χρήματα  που  είχε μαζί του.  Η  υποψία  αυτή  θεωρήθηκε  βάσιμη  και  από  τα  αποτελέσματα  της  προανάκρισης  προέκυψαν  τα  εξής:  1. Ο Σμελκόφ λίγο πριν από το θάνατό του είχε αποσύρει από την τράπεζα τρεις χιλιάδες οκτακόσια  ρούβλια, ενώ όταν καταγράφηκαν, ως είθισται, τα πράγματα του νεκρού βρέθηκαν πάνω του μόλις  τριακόσια δώδεκα ρούβλια και δεκαέξι καπίκια.  2.  Ο  Σμελκόφ  πέρασε  όλη  την  προηγουμένη  μέρα  και  νύχτα  του  θανάτου  του  με  την  ιερόδουλο  Λιούμπκα  (Γιεκατερίνα  Μάσλοβα)  στο  πορνείο  και  στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια",  το  οποίο  σύμφωνα  με  οδηγίες  που  της  είχε  δώσει  ο  Σμελκόφ,  επισκεπτόταν  κατά  την  απουσία  του  η  Γιεκατερίνα Μάσλοβα για να πάρει χρήματα από τη βαλίτσα του Σμελκόφ, την οποία άνοιγε με το  κλειδί  που  της  είχε  δώσει  ο  ίδιος  παρουσία  της  καμαριέρας  Γιεφήμια  Μποτσκόβα  και  του  καμαριέρη Σίμωνος Καρτίνκιν του ξενοδοχείου. Όταν η Μάσλοβα άνοιξε τη βαλίτσα του Σμελκόφ, η  Μποτσκόβα  και  ο  Καρτίνκιν,  που  ήταν  παρόντες,  είδαν  δεσμίδες  χαρτονομίσματα  των  εκατό  ρουβλίων.  3.  Όταν  επέτρεψε  ο  Σμελκόφ  από  το  πορνείο  στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια"  μαζί  με  την  πόρνη  Λιούμπκα,  η  τελευταία  με  υπόδειξη  του  Καρτίνκιν,  έριξε  στο  ποτήρι  του  Σμελκόφ  με  το  ποτό  μια  άσπρη σκόνη που της είχε δώσει ο Καρτίνκιν.  4.  Το  επόμενο  πρωί  η  πόρνη  Λιούμπκα  (Γιεκατερίνα  Μάσλοβα)  πούλησε  στην  ιδιοκτήτρια  του  πορνείου,  που  είναι  η  μάρτυς  Κιτάεβα  το  διαμαντένιο  δαχτυλίδι  του  Σμελκόφ  που,  δήθεν,  της  το  είχε χαρίσει ο ίδιος.  5. Η καμαριέρα του ξενοδοχείου "Μαυριτάνια" Γιεφήμια Μποτσκόβα την επομένη του θανάτου του  Σμελκόφ κατέθεσε στο λογαριασμό της στην τοπική τράπεζα χίλια οκτακόσια ασημένια ρούβλια.  Κατά  την  ιατροδικαστική  εξέταση,  τη  νεκροψία  και  την  ιστολογική  ανάλυση  ανακαλύφθηκε  η  αναμφίβολη  παρουσία  δηλητηρίου  στον  οργανισμό  του  νεκρού,  πράγμα  που  οδηγεί  στο  συμπέρασμα ότι ο θάνατος προήλθε από δηλητηρίαση.  Οι κατηγορούμενοι γι' αυτήν την υπόθεση Μάσλοβα, Μποτσκόβα και Καρτίνκιν δεν ομολόγησαν την  ενοχή  τους  και  δήλωσαν  ότι  ο  Σμελκόφ  είχε  πράγματι  στείλει  την  Μάσλοβα  από  το  πορνείο‐όπου  εργάζεται  σύμφωνα  με  τη  δήλωσή  της‐στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια"  για  να  φέρει  στον  έμπορο  χρήματα  και  ότι  εκείνη  άνοιξε  τη  βαλίτσα  με  το  κλειδί  που  της  είχε  δώσει  ο  ίδιος  και  πήρε  40  ασημένια ρούβλια, όπως της είχε ζητήσει. Άλλα χρήματα, όμως, δεν είχε πάρει κι αυτό μπορούν να  Digitized by 10uk1s 


το βεβαιώσουν η Μποτσκόβα και ο Καρτίνκιν, παρουσία των οποίων η Μάσλοβα άνοιξε και έκλεισε  τη  βαλίτσα  και  πήρε  τα  χρήματα.  Στη  συνέχεια  η  ίδια  ομολόγησε  ότι,  τη  δεύτερη  φορά  που  επισκέφθηκε το δωμάτιο του εμπόρου Σμελκόφ έριξε πράγματι, με οδηγίες του Καρτίνκιν, στο ποτό  κάποια  σκόνη  που  νόμιζε  πως  ήταν  υπνωτικό,  ώστε  ο  έμπορος  να  κοιμηθεί  και  να  την  αφήσει  να  φύγει γρήγορα. Το δαχτυλίδι τής το χάρισε ο ίδιος ο Σμελκόφ όταν την χτύπησε κι εκείνη έβαλε τα  κλάματα κι ήθελε να φύγει από κοντά του.  Η Γιεφήμια Μποτσκόβα ομολόγησε ότι δεν γνώριζε τίποτα για τα χρήματα που χάθηκαν και ότι δεν  μπήκε ποτέ στο δωμάτιο του εμπόρου, στο δωμάτιο βρισκόταν μόνο η Λιούμπκα, κι αν κάτι πήραν  από τον έμπορο τότε αυτό το πήρε η Λιούμπκα όταν ήρθε με το κλειδί για να πάρει τα χρήματα». Σ'  αυτό  το  σημείο  της  ανάγνωσης  η  Μάσλοβα  ταράχτηκε  και  ανοίγοντας  το  στόμα  της  κοίταξε  την  Μποτσκόβα.  «Όταν  έδειξαν  στη  Γιεφήμια  Μποτσκόβα  το  λογαριασμό  των  1.800  ασημένιων  ρουβλίων  που  είχε  στην  τράπεζα  ‐  συνέχισε  την  ανάγνωση  ο  γραμματέας  ‐και  την  ρώτησαν  πού  βρήκε  αυτά  τα  χρήματα,  εκείνη  απάντησε  ότι  τα  κέρδισε  στη  διάρκεια  των  δώδεκα  χρόνων  που  εργάζεται με τον Σίμωνα Καρτίνκιν, με τον οποίο λογάριαζαν να παντρευτούν. Ο Σίμων Καρτίνκιν, με  τη σειρά του, στην πρώτη ανάκριση ομολόγησε ότι μαζί με την Μποτσκόβα, μετά από υπόδειξη της  Μάσλοβα, που 'ρθε με το κλειδί από το πορνείο, άρπαξαν τα χρήματα και τα μοιράστηκαν, με την  Μάσλοβα και την Μποτσκόβα».  Και  σ'  αυτό  το  σημείο,  η  Μάσλοβα  ταράχτηκε,  ανασηκώθηκε  κιόλας,  έγινε  κατακόκκινη  κι  άρχισε  κάτι να λέει, μα ο κλητήρας την σταμάτησε.  «Τέλος, ο Καρτίνκιν ομολόγησε ότι έδωσε κάποια σκόνη στη Μάσλοβα για να κοιμίσει τον έμπορο.  Στη  δεύτερη  ανάκριση  αρνήθηκε  τη  συμμετοχή  του  στην  κλοπή  των  χρημάτων  και  πως  έδωσε  τη  σκόνη  στη  Μάσλοβα,  και  έριξε  σ'  αυτήν  όλες  τις  ευθύνες.  Για  τα  χρήματα  που  κατέθεσε  η  Μποτσκόβα στην τράπεζα είπε κι αυτός ότι τα κέρδισαν μαζί στα δώδεκα χρόνια που εργάζονται στο  ξενοδοχείο και ότι προέρχονται από τα φιλοδωρήματα που τους έδιναν οι πελάτες για τις υπηρεσίες  τους».  Ακολούθησαν  τα  πορίσματα  της  κατ'  αντιπαράσταση  εξέτασης  οι  καταθέσεις  των  μαρτύρων,  οι  γνώμες των ειδικών κλπ.  Το κατηγορητήριο κατέληγε:  «Με βάση τα παραπάνω, ο χωρικός από το χωριό Μπορκόφ Σίμων Πετρόφ Καρτίνκιν, ετών τριάντα  τριών, η μικροαστή Γιεφίμια Ιβανόβα Μποτσκόβα, σαράντα τριών ετών και η μικροαστή Γιεκατερίνα  Μιχάηλοβνα Μάσλοβνα, είκοσι επτά ετών, κατηγορούνται, ότι στις 17 Ιανουαρίου του 188.., ύστερα  από  συνεννόηση  μεταξύ  τους,  έκλεψαν  τα  χρήματα  και  το  δαχτυλίδι  του  εμπόρου  Σμελκόφ,  συνολικής  αξία  δύο  χιλιάδων  πεντακοσίων  ασημένιων  ρουβλίων  και  με  την  πρόθεση  να  τον  δολοφονήσουν του έδωσαν δηλητήριο, με αποτέλεσμα να επέλθει ο θάνατός του.  Το παραπάνω έγκλημα περιλαμβάνεται στις παραγράφους 4 και 5 του άρθρου 1453 του Ποινικού  Κώδικα.  Βάσει  του  άρθρου  201  της  Ποινικής  Δικονομίας,  ο  αγρότης  Σίμων  Καρτίνκιν,  η  Γιεφήμια  Μποτσκόβα  και  η  μικροαστή  Γιεκατερίνα  Μάσλοβα  θα  δικαστούν  από  το  Περιφερειακό  Ορκωτό  Δικαστήριο».  Ο  γραμματέας  τελείωσε  την  ανάγνωση  του  μακροσκελούς  κατηγορητηρίου,  μάζεψε  τα  χαρτιά  και  κάθισε στη θέση του, τακτοποιώντας και με τα δυο του χέρια τα μακριά μαλλιά του. Το ακροατήρ��ο  αναστέναξε  μ'  ανακούφιση,  επειδή  έβλεπε  με  ευχαρίστηση  ότι  τώρα  θ'  άρχιζε  επιτέλους  η  διερεύνηση  της  υπόθεσης,  όλα  θα  ξεκαθαρίζονταν  και  η  δικαιοσύνη  θα  θριάμβευε.  Μόνο  ο  Νεχλιούντοφ δεν ένιωθε έτσι: τον είχε κυριεύσει η φρίκη για το τι ήταν ικανή να πράξει η Μάσλοβα,  Digitized by 10uk1s 


που δέκα χρόνια πριν, την είχε γνωρίσει σαν ένα αθώο κι ελκυστικό κορίτσι. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XI  ΟΤΑΝ  ΤΕΛΕΙΩΣΕ  η  ανάγνωση  του  κατηγορητηρίου,  ο  πρόεδρος  συμβουλεύτηκε  τα  άλλα  μέλη  του  δικαστηρίου και γύρισε προς τον Καρτίνκιν μ' ένα ύφος που έλεγε ξεκάθαρα: τώρα θα τα μάθουμε  από σένα όλα με κάθε λεπτομέρεια.  ‐Αγρότη Σίμωνα Καρτίνκιν, άρχισε ο πρόεδρος γέρνοντας στ' αριστερά.  Ο Σίμων Καρτίνκιν σηκώθηκε, κόλλησε τα χέρια του στο πλάι κι έγειρε μπροστά όλο του το σώμα,  ενώ οι μυώνες του προσώπου του ούτε στιγμή δεν σταματούσαν το τρεμούλιασμα.  ‐Κατηγορείστε ότι στις 17 Ιανουαρίου 188... μαζί με την Μποτσκόβα και την Γιεκατερίνα Μάσλοβα  κλέψατε  από  τη  βαλίτσα  του  εμπόρου  Σμελκόφ  χρήματα  που  του  ανήκαν,  στη  συνέχεια  πήρατε  ποντικοφάρμακο  και  πείσατε  την  Γιεκατερίνα  Μάσλοβα  να  ρίξει  το  δηλητήριο  στο  ποτό  τού  Σμελκόφ με αποτέλεσμα το θάνατό του. Αναγνωρίζετε την ενοχή σας; ρώτησε ο πρόεδρος κι έγειρε  στα δεξιά.  ‐Οπωσδήποτε όχι, με κανένα τρόπο, γιατί δουλειά μας είναι να υπηρετούμε τους πελάτες....  ‐Μετά θα μας τα πείτε αυτά. Θεωρείτε τον εαυτό σας ένοχο;  ‐Όχι βέβαια. Μόνο που...  ‐Μετά θα μας τα πείτε. Θεωρείτε τον εαυτό σας ένοχο, ήρεμα και σταθερά επανέλαβε ο πρόεδρος.  ‐Δε μπορώ να το 'χω κάνει αυτό, γιατί...  Για άλλη μια φορά ο κλητήρας σηκώθηκε, πλησίασε τον Σίμωνα Καρτίνκιν και ψιθυρίζοντας του κάτι  απειλητικά, τον διέκοψε.  Ο  πρόεδρος  έκρινε  πως  τελείωσε  με  τον  Καρτίνκιν,  ακούμπησε  στον  άλλο  αγκώνα  κρατώντας  ένα  χαρτί και στράφηκε προς την Γιεφήμια Μποτσκόβα.  ‐Γιεφήμια  Μποτσκόβα,  κατηγορείστε  ότι  στις  17  Ιανουαρίου  188...  στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια"  κλέψατε  μαζί  με  τους  Σίμωνα  Καρτίνκιν  και  Γιακατερίνα  Μάσλοβα  από  τη  βαλίτσα  του  εμπόρου  Σμελκόφ  χρήματα  και  ένα  δαχτυλίδι.  Αφού  μοιράσατε  τα  κλοπιμαία  μεταξύ  σας  και,  με  σκοπό  να  συγκαλύψετε το έγκλημά σας, δώσατε  στον έμπορο Σμελκόφ να  πιει δηλητήριο μ' αποτέλεσμα το  θάνατό του. Θεωρείτε τον εαυτό σας ένοχο;  ‐Δε  φταίω  για  τίποτα,  είπε  θαρρετά  η  κατηγορουμένη.  Εγώ  δε  μπήκα  στο  δωμάτιο...  Μόλις  όμως  μπήκε αυτό το βρομογύναικο έγινε ό,τι έγινε.  ‐Μετά θα μας πείτε, είπε πάλι μαλακά και σταθερά ο πρόεδρος. Τέλος πάντων, θεωρείτε τον εαυτό  σας ένοχο;  ‐Δεν πήρα εγώ τα χρήματα, και δε του έδωσα τίποτα να πιει, ούτε μπήκα στο δωμάτιο. Αν είχα μπει  θα την πέταγα έξω με τις κλωτσιές!  ‐Θεωρείτε τον εαυτό σας ένοχο; 

Digitized by 10uk1s 


‐Ποτέ.  ‐Πολύ ωραία.  ‐Γιεκατερίνα  Μάσλοβα,  άρχισε  ο  πρόεδρος  απευθυνόμενος  στην  τρίτη  κατηγορουμένη,  ‐  κατηγορείστε πως όταν ήρθατε από τον οίκο ανοχής στο ξενοδοχείο "Μαυριτάνια" με το κλειδί από  τη βαλίτσα του εμπόρου Σμελκόφ, κλέψατε από τη βαλίτσα χρήματα και ένα δαχτυλίδι. (Διάβαζε λες  και  παπαγάλιζε  το  μάθημά  του,  γέρνοντας  ταυτόχρονα  προς  τον  δικαστή  στ'  αριστερά  που  είχε  παρατηρήσει  ότι  από  τα  πειστήρια  του  εγκλήματος  έλειπε  το  μπουκαλάκι).  ‐  Κλέψατε  από  τη  βαλίτσα  χρήματα  και  ένα  δαχτυλίδι,  επανέλαβε  ο  πρόεδρος‐  κι  αφού  μοιράσατε  τα  κλοπιμαία  φύγατε για να επιστρέψετε πάλι στο ξενοδοχείο, αυτή τη φορά με τον έμπορο Σμελκόφ, όπου του  δώσατε ποτό που περιείχε δηλητήριο από το οποίο προκλήθηκε ο θάνατός του. Θεωρείτε τον εαυτό  σας ένοχο;  ‐Δεν έκανα τίποτα, απάντησε ζωηρά η Μάσλοβα, ‐αυτά που είπα στην αρχή σας τα λέω και τώρα:  δεν πήρα, δεν πήρα, δεν πήρα τίποτα και το δαχτυλίδι μού το έδωσε μοναχός του...  ‐Δεν ομολογείτε ότι κλέψατε τα δύο χιλιάδες πεντακόσια ρούβλια, ρώτησε ο πρόεδρος;  ‐Σας είπα, δεν πήρα τίποτα, εκτός από σαράντα ρούβλια.  ‐Καλά, ομολογείτε όμως πως δώσατε στον έμπορο Σμελκόφ να πιει κάποια σκόνη στο ποτό του;  ‐Αυτό τ' ομολογώ. Μόνο που πίστευα, όπως μου είχαν πει, ότι ήταν υπνωτικό και δεν θα του 'κανε  κακό.  Ούτε  που  το  σκέφτηκα  καν,  δεν  το  'θελα.  Μάρτυράς  μου  ο  Θεός,  είπε  η  Μάσλοβα,  δεν  το  'θελα.  ‐Έτσι  λοιπόν,  δεν  είστε  ένοχη  για  την  κλοπή  των  χρημάτων  και  του  δαχτυλιδιού  του  εμπόρου  Σμελκόφ. Ομολογείτε όμως ότι του δώσατε τη σκόνη;  ‐Έτσι είναι, το ομολογώ, μόνο που νόμιζα ότι είναι σκόνη υπνωτική. Του την έδωσα μονάχα για να  κοιμηθεί... δεν ήθελα, | ούτε μου πέρασε καν από το μυαλό...  ‐Πολύ καλά, είπε ο πρόεδρος που φαινόταν ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα.‐Πείτε μας, λοιπόν,  πώς έχουν τα πράγματα, είπε γέρνοντας στην πλάτη της πολυθρόνας κι ακουμπώντας τα δύο χέρια  στο  τραπέζι.  ‐Πείτε  μας  όλα  όσα  συνέβησαν.  Μπορείτε  να  ελαφρύνετε  τη  θέση  σας,  αν  ομολογήσετε.  Η Μάσλοβα σώπαινε κοιτώντας στα μάτια τον πρόεδρο.  ‐Πείτε μας πώς έγιναν τα πράγματα.  ‐Πώς έγιναν; Η Μάσλοβα άρχισε ξαφνικά να μιλάει γρήγορα. ‐Έφτασα στο ξενοδοχείο, με οδήγησαν  στο δωμάτιο, εκείνος βρισκόταν κιόλας εκεί κι ήταν πολύ μεθυσμένος. Τη λέξη εκείνος την πρόφερε  με φρίκη στα διάπλατα ανοιχτά της μάτια. ‐Ήθελα να φύγω, μα δε μ' άφησε.  Σώπασε, σα να 'χασε ξαφνικά τον ειρμό των σκέψεών της ή σα να θυμήθηκε κάτι άλλο.  ‐Και μετά;  ‐Τι... μετά; Μετά έμεινα για λίγο και πήγα στο «σπίτι».  Digitized by 10uk1s 


Εκείνη τη στιγμή ο αντιεισαγγελέας ανασηκώθηκε, στηριζόμενος με δύναμη στον ένα του αγκώνα.  ‐Θέλετε να ρωτήσετε κάτι, ρώτησε ο πρόεδρος; Κι όταν άκουσε την καταφατική απάντησή του, με  ένα του νεύμα, κουνώντας τα χέρια, του 'δωσε την άδεια να ερωτήσει.  ‐Θα  ήθελα  να  κάνω  την  εξής  ερώτηση:  γνώριζε  ή  όχι  η  κατηγορουμένη  τον  Σίμωνα  Καρτίνκιν  στο  παρελθόν; είπε χωρίς να κοιτάξει τη Μάσλοβα. Έσφιξε τα χείλη του και σούφρωσε τα φρύδια του.  Ο πρόεδρος επανέλαβε την ερώτηση. Η Μάσλοβα κοίταξε τρομοκρατημένη τον αντιεισαγγελέα.  ‐Τον Σίμωνα; Τον γνώριζα, είπε.  ‐Θα ήθελα να μάθω τι είδους γνωριμία είχε η κατηγορουμένη με τον Καρτίνκιν. Βλέπονταν συχνά;  ‐Τι  είδους  γνωριμία;  Απλά  με  καλούσε  στο  διαμέρισμά  του.  Τίποτα  το  ιδιαίτερο.  ‐Η  Μάσλοβα  απαντούσε, κοιτάζοντας ανήσυχα πότε τον πρόεδρο και πότε τον αντιεισαγγελέα.  ‐Θα  ήθελα  να  μάθω,  γιατί  ο  Καρτίνκιν  προσκαλούσε  μόνο  την  Μάσλοβα  και  όχι  άλλες  κοπέλες,  ρώτησε  ο  αντιεισαγγελέας  μισοκλείνοντας  τα  μάτια  του  και  μισογελώντας  πονηρά  μ'  ένα  μεφιστοφελικό χαμόγελο.  ‐Δεν ξέρω. Πού να ξέρω, απάντησε η Μάσλοβα κοιτάζοντας φοβισμένη γύρω της. Για μια στιγμή η  ματιά της σταμάτησε στον Νεχλιούντοφ. ‐ Προσκαλούσε αυτές που ήθελε, συνέχισε.  «Μήπως με γνώρισε;» σκέφτηκε με τρόμο ο Νεχλιούντοφ νιώθοντας να του ανεβαίνει το αίμα στο  κεφάλι. Η Μάσλοβα δεν τον είχε αναγνωρίσει και κοίταξε πάλι φοβισμένα τον αντιεισαγγελέα.  ‐Δηλαδή, η  κατηγορουμένη αρνείται ότι είχε κάποιες στενές  σχέσεις με τον Καρτίνκιν; Πολύ καλά,  δεν έχω να ρωτήσω τίποτε άλλο.  Την ίδια στιγμή ο αντιεισαγγελέας σήκωσε τον αγκώνα του από το έδρανο κι άρχισε κάτι να γράφει.  Στην πραγματικότητα όμως δεν έγραφε τίποτα, απλώς περνούσε την πένα πάνω από τα γράμματα  του σημειώματός του όπως είχε δει να κάνουν μεγάλοι εισαγγελείς και δικηγόροι: μετά από κάποια  έξυπνη  ερώτηση  σημειώνουν  κάτι  για  την  αγόρευσή  τους,  η  οποία  πρέπει  να  συντρίψει  τον  αντίπαλο.  Ο  πρόεδρος  δεν  απευθύνθηκε  αμέσως  στην  κατηγορουμένη,  γιατί  ρωτούσε  τον  δικαστή  με  τα  γυαλιά αν συμφωνούσε με τη διατύπωση των ερωτήσεων που είχαν ετοιμαστεί και καταγραφεί από  πριν.  ‐Τι έγινε μετά; ‐συνέχισε ο πρόεδρος.  ‐Έφτασα στο σπίτι, απάντησε με περισσότερο θάρρος αυτή τη φορά η Μάσλοβα, έδωσα τα χρήματα  στη Μαντάμ κι έπεσα να κοιμηθώ. Μόλις που μ' είχε πάρει ο ύπνος, με ξυπνάει η παραδουλεύτρα, η  Μπέρτα.  «Τράβα,  μου  λέει,  ήρθε  πάλι  ο  έμπορός  σου».  Εγώ  δεν  ήθελα  να  βγω,  μα  η  Μαντάμ  επέμενε.  Εκείνος,  πρόφερε  ξανά  με  φρίκη  τη  λέξη.  ‐Εκείνος,  πότισε  τα  κορίτσια  μας  κρασί,  μετά  ήθελε να στείλει κάποιον ν' αγοράσει κι άλλο, μα του 'χαν τελειώσει τα λεφτά. Η Μαντάμ δεν τον  πίστεψε.  Αυτός  τότε  μ'  έστειλε  στο  δωμάτιο  του  ξενοδοχείου  του.  Μου  είπε  πού  βρίσκονταν  τα  χρήματα και πόσα να πάρω. Κι εγώ πήγα.  Ο  πρόεδρος  όλη  την  ώρα  μιλούσε  ψιθυριστά  με  τον  δικαστή  που  καθόταν  απ'  αριστερά  και  δεν  Digitized by 10uk1s 


άκουγε τι έλεγε η Μάσλοβα. Για να δείξει όμως ότι τα είχε ακούσει όλα, επανέλαβε την τελευταία  λέξη.  ‐Πήγατε. Και λοιπόν;  ‐Πήγα  και  έκανα  ό,τι  μου  είχε  πει:  πήγα  στο  δωμάτιο.  Δεν  μπήκα  μόνη  μου,  φώναξα  τον  Σίμωνα  Καρτίνκιν κι αυτήν εκεί, είπε δείχνοντας την Μποτσκόβα.  ‐Ψέματα λέει, εγώ δεν πάτησα το πόδι μου μέσα... πετάχτηκε η Μποτσκόβα, μα την σταμάτησαν.  ‐Μπροστά τους πήρα τέσσερα δεκάρουβλα, συνέχισε η Μάσλοβα σκυθρωπή χωρίς να κοιτάξει την  Μποτσκόβα.  ‐Και  δεν  πρόσεξες,  κατηγορουμένη,  την  ώρα  που  έπαιρνες  τα  σαράντα  ρούβλια,  πόσα  χρήματα  υπήρχαν; ρώτησε πάλι ο αντιεισαγγελέας.  Η Μάσλοβα ταράχτηκε μόλις τον άκουσε να την ρωτάει.  Δεν ήξερε το «πώς» και το «γιατί», ένιωθε όμως ότι ήθελε να της κάνει κακό.  ‐Δεν τα μέτρησα, είδα όμως ότι ήταν μόνο εκατόρουβλα.  ‐Η κατηγορουμένη είδε τα χαρτονομίσματα των εκατό ρουβλίων... Δεν έχω τίποτα άλλο να ρωτήσω.  ‐Του πήγατε τα χρήματα; συνέχισε ο πρόεδρος κοιτάζοντας το ρολόι του.  ‐Του τα πήγα.  ‐Και μετά;  ‐Μετά εκείνος με πήρε πάλι μαζί του, είπε η Μάσλοβα.  ‐Και με ποιο τρόπο του ρίξατε στο ποτό τη σκόνη;  ‐Τι με ποιο τρόπο; Την έριξα στο ποτήρι αυτό ήταν όλο.  ‐Γιατί του τη ρίξατε;  Χωρίς να απαντήσει, η Μάσλοβα βαριαναστέναξε βαθιά.‐ Δε μ' άφηνε να φύγω, είπε μετά από λίγο.  ‐Τυραννήθηκα μαζί του. Βγήκα στο διάδρομο και λέω στον Σίμωνα Μιχαήλοβιτς: «Αν μπορούσα να  γλιτώσω  από  δαύτον,  κουράστηκα  πια!»  Κι  ο  Σίμων  Μιχαήλοβιτς  μου  λέει:  «Κι  εμείς  τον  βαρεθήκαμε.  Θέλουμε  να  του  δώσουμε  υπνωτικό∙  όταν  θ'  αποκοιμηθεί  θα  φύγεις».  Του  λέω:  «Ωραία».  Νόμιζα  ότι  η  σκόνη  δεν  θα  του  έκανε  κακό.  Μπήκα  στο  δωμάτιο.  Εκείνος  ήταν  ξαπλωμένος πίσω από το παραβάν και μου φώναξε να του βάλω κονιάκ. Πήρα από το τραπέζι ένα  μπουκάλι κι έβαλα σε δύο ποτήρια ‐ένα για μένα κι ένα γι' αυτόν. Στο ποτήρι του έριξα τη σκόνη. Θα  μπορούσα να του το δώσω, αν ήξερα;  ‐Και πώς βρέθηκε στην κατοχή σας το δαχτυλίδι; ρώτησε ο πρόεδρος.  ‐Το δαχτυλίδι μου το χάρισε ο ίδιος. 

Digitized by 10uk1s 


‐Πότε σας το χάρισε;  ‐Όταν μπήκαμε μαζί στο δωμάτιο, εγώ ήθελα να φύγω κι αυτός μου 'δωσε μια στο κεφάλι, μέχρι και  το χτένι μου έσπασε. Θύμωσα, ήθελα να φύγω. Τότε έβγαλε το δαχτυλίδι από το δάχτυλό του και  μου το χάρισε για να μην φύγω, είπε η Μάσλοβα.  Εκείνη την ώρα ο αντιεισαγγελέας ανασηκώθηκε ξανά και με το ίδιο ψεύτικο, αφελές, ύφος ζήτησε  την  άδεια  να  κάνει  μερικές  ακόμα  ερωτήσεις.  Αφού  πήρε  την  άδεια,  έσκυψε  το  κεφάλι  του  στον  κεντητό γιακά της στολής του και ρώτησε:  ‐Θα  επιθυμούσα  να  μάθω  πόσο  χρόνο  βρισκόταν  η  κατηγορουμένη  στο  δωμάτιο  του  εμπόρου  Σμελκόφ.  Φόβος  πλημμύρισε  και  πάλι  την  Μάσλοβα  και  κοιτάζοντας  μια  τον  αντιεισαγγελέα  και  μια  τον  πρόεδρο, είπε βιαστικά:  ‐Δεν θυμάμαι πόσο χρόνο.  ‐Μήπως θυμάται η κατηγορουμένη να μπαίνει πουθενά στο ξενοδοχείο όταν βγήκε από το δωμάτιο  του Σμελκόφ;  Η Μάσλοβα σκέφτηκε.  ‐Στο διπλανό δωμάτιο που ήταν άδειο, εκεί μπήκα, είπε.  ‐Και  για  ποιο  λόγο  μπήκατε,  ρώτησε  συνεπαρμένος  από  την  εξέλιξη  ο  αντιεισαγγελέας  που  στράφηκε αυτή τη φορά απευθείας στη Μάσλοβα.  ‐Μπήκα για να φτιαχτώ και να περιμένω τον αμαξά.  ‐Ο Καρτίνκιν βρισκόταν στο ίδιο δωμάτιο με την κατηγορουμένη ή δε βρισκόταν;  ‐Μπήκε κι αυτός.  ‐Για ποιο λόγο μπήκε;  ‐Είχε μείνει λίγο κονιάκ από τον έμπορο και το 'πιαμε μαζί.  ‐Το ήπιατε μαζί, μάλιστα... Πολύ καλά.  ‐Μίλησε καθόλου η κατηγορουμένη με τον Σίμωνα και ποιο ήταν το θέμα;  Η Μάσλοβα ξαφνικά συννέφιασε, έγινε κατακόκκινη κι απάντησε ζωηρά:  ‐Τι είπα; Τίποτα δεν είπα. Το τι έγινε, σας το είπα και δεν ξέρω τίποτα περισσότερο. Κάντε με ό,τι  θέλετε. Εγώ δε φταίω σε τίποτα, αυτό έχω να πω.  ‐Δεν  έχω  άλλες  ερωτήσεις,  είπε  ο  αντιεισαγγελέας  στον  πρόεδρο  και  σηκώνοντας  αφύσικα  τους  ώμους  του  άρχισε  να  σημειώνει  στο  σχέδιο  της  αγόρευσής  του  ότι  η  κατηγορουμένη  ομολόγησε  πως μπήκε μαζί με τον Σίμωνα στο δωμάτιο. 

Digitized by 10uk1s 


Έγινε ησυχία.  ‐Δεν έχετε τίποτ' άλλο να μας πείτε; ρώτησε ο πρόεδρος.  ‐Τα είπα όλα, απάντησε η Μάσλοβα αναστενάζοντας και κάθισε.  Ο  πρόεδρος  έγραψε  κάτι  στο  χαρτί  κι  αφού  άκουσε  τι  του  ψιθύρισε  ο  δικαστής  απ'  τ'  αριστερά,  ανακοίνωσε  τη  διακοπή  της  συνεδρίασης  για  δέκα  λεπτά,  σηκώθηκε  γρήγορα  και  βγήκε  από  την  αίθουσα.  Ο  ψηλός  δικαστής  απ'  τ'  αριστερά  με  τα  αγαθά  μάτια  και  το  γένι  είχε  ψιθυρίσει  στον  πρόεδρο ότι ένιωθε μια μικρή αδιαθεσία στο στομάχι του και θα ήθελε να το τρίψει και να πιει τις  σταγόνες του. Ο πρόεδρος δέχθηκε την παράκλησή του και διέκοψε τη δίκη.  Πίσω από τους δικαστές σηκώθηκαν οι ένορκοι, οι συνήγοροι, οι μάρτυρες και σκόρπισαν από δω κι  από κει, μ' ένα αίσθημα ανακούφισης για το ότι είχαν ξεμπλέξει μ' ένα μέρος απ' τη σημαντική αυτή  δίκη.  Ο Νεχλιούντοφ πέρασε στο δωμάτιο των ενόρκων και κάθισε κοντά στο παράθυρο. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XII  ΝΑΙ, ΗΤΑΝ οπωσδήποτε η Κατιούσα, το δίχως άλλο. Ο Νεχλιούντοφ τα 'φερε όλα στο μυαλό του...  Για πρώτη φορά είδε την Κατιούσα όταν ήταν φοιτητής στο τρίτο έτος του πανεπιστημίου και κείνο  το  καλοκαίρι  είχε  επισκεφτεί  τις  θείες  του  για  να  προετοιμάσει  μια  μελέτη  του  για  την  έγγειο  ιδιοκτησία.  Συνήθως,  αυτός,  η  μητέρα  του  και  η  αδελφή  του  περνούσαν  το  καλοκαίρι  στο  μεγάλο  κτήμα  της  μητέρας  του  έξω  από  τη  Μόσχα.  Εκείνη  όμως  τη  χρονιά  η  αδελφή  του  παντρεύτηκε  και  η  μητέρα  του  πήγε  για  ιαματικά  λουτρά  στο  εξωτερικό.  Ο  Νεχλιούντοφ  έπρεπε  οπωσδήποτε  να  γράψει  την  εργασία του, γι' αυτό αποφάσισε να περάσει το καλοκαίρι στις θείες του. Στην ερημιά που ζούσαν  ήταν  ήσυχα  και  δεν  ξεμυαλιζόταν  από  δω  κι  από  κει.  Οι  θείες  έτρεφαν  τρυφερή  αγάπη  για  τον  ανιψιό  και  κληρονόμο  τους.  Τις  αγαπούσε  κι  εκείνος,  αγαπούσε  τον  παλιομοδίτικο  κι  απλό  τρόπο  που ζούσαν.  Εκείνο  το  καλοκαίρι  ο  Νεχλιούντοφ  βρισκόταν  σε  μια  κατάσταση  έκστασης,  αυτής  που  κυριεύει  κάθε  νέο  όταν  για  πρώτη  φορά  ανακαλύπτει  μόνος  του  ‐  κι  όχι  με  ξένες  νουθεσίες  ‐  όλη  την  ομορφιά και τη σημασία της ζωής, καθώς και όλη τη σοβαρότητα του προορισμού του ανθρώπου σ'  αυτή: δηλαδή, όταν μπορεί να βλέπει τη δυνατότητα της ατέρμονης τελειοποίησης του εαυτού του  κι ολόκληρου του κόσμου και να δίνεται ολοκληρωτικά σ' αυτή όχι μόνο με την ελπίδα, αλλά όντας  σίγουρος  ότι  θα  φθάσει  σ'  αυτή  την  τελειότητα  που  ο  ίδιος  οραματίζεται.  Εκείνη  τη  χρονιά  είχε  διαβάσει  στο  πανεπιστήμιο  την  Κοινωνική  Στατική  του  Σπένσερ,  κι  οι  ιδέες  του  για  την  έγγειο  ιδιοκτησία  τού  είχαν  κάνει  πολύ  μεγάλη  εντύπωση,  ιδιαίτερα  γιατί  η  μητέρα  του  ήταν  κάτοχος  μεγάλων  εκτάσεων  γης.  Ο  πατέρας  του  δεν  ήταν  πλούσιος,  η  μητέρα  του  όμως  πήρε  προίκα  τουλάχιστον  δέκα  χιλιάδες  εκτάρια.  Τότε  κατάλαβε,  για  πρώτη  φορά  όλη  τη  σκληρότητα  και  την  αδικία  που  κρύβει  μέσα  της  η  ιδιοκτησία  της  γης  από  τους  λίγους,  και,  όντας  ένας  από  εκείνους  τους ανθρώπους, για τους οποίους η θυσία στο όνομα των ηθικών επιταγών αποτελεί πνευματική  ικανοποίηση,  αποφάσισε  να  μη  κάνει  χρήση  του  δικαιώματος  στη  γη  που  είχε  κληρονομήσει  από  τον πατέρα του και τη μοίρασε στους αγρότες. Αυτό ήταν και το θέμα της εργασίας του.  Η ζωή του εκείνο το καλοκαίρι με τις θείες του κυλούσε ήσυχα. Σηκωνόταν πολύ νωρίς, καμιά φορά  και  στις  τρεις  τα  ξημερώματα,  και  μέχρι  την  ανατολή  του  ήλιου  έκανε  μπάνιο  στο  ποτάμι  στους  πρόποδες  του  λόφου,  καμιά  φορά  τον  προλάβαινε  η  πρωινή  ομίχλη  και  επέστρεφε  όταν  ακόμα  η  πρωινή δροσιά λαμπύριζε στα λουλούδια και στο χορτάρι. Πού και πού τα πρωινά, αφού είχε πιει  αρκετό καφέ, δούλευε την εργασία του ή διάβαζε τη βιβλιογραφία που θα χρησιμοποιούσε. Συχνά  όμως  αντί  να  διαβάζει  και  να  γράφει,  παρατούσε  το  σπίτι  και  περιπλανιόταν  στα  χωράφια  και  τα  δάση.  Πριν  το  μεσημεριανό,  κοιμόταν  λιγάκι  στον  κήπο∙  την  ώρα  του  φαγητού  διασκέδαζε  με  τ'  αστεία του τις θείες. Αργότερα έκανε ιππασία ή βαρκάδα και σαν βράδιαζε, διάβαζε ή καθόταν με  τις  θείες  ρίχνοντας  πασιέντσες.  Πολλές  φορές  τις  νύχτες  ιδιαίτερα  εκείνες  με  φεγγάρι,  δεν  μπορούσε να κοιμηθεί, γιατί ένιωθε τη μεγάλη αναστάτωση της χαράς της ζωής κι αντί να κοιμηθεί  τριγυρνούσε στον κήπο, συχνά μέχρι το πρωί, παραδομένος στα όνειρα και στις σκέψεις του.  Έτσι ευτυχισμένα και γαλήνια ζούσε τον πρώτο μήνα της ζωής του με τις θείες, χωρίς να δίνει καμία  σημασία  σε  μια  μισοκαμαριέρα,  μια  μισοψυχοκόρη  που  έμενε  μαζί  τους,  ένα  λυγερό  κορίτσι  με  ολόμαυρα μάτια, την Κατιούσα.  Εκείνο τον καιρό ο Νεχλιούντοφ, μεγαλωμένος με τις φροντίδες της μητέρας του, ήταν ένας τελείως  αθώος  νέος,  παρά  τα  δεκαεννιά  του  χρόνια.  Ονειρευόταν  την  γυναίκα  μόνο  ως  σύζυγο.  Όλες  οι  γυναίκες  που  δεν  μπορούσαν  να  γίνουν  σύζυγοί  του  όπως  έκρινε  αυτός,  δεν  ήταν�� γυναίκες  παρά  απλά  ανθρώπινα  όντα.  Συνέβη  λοιπόν  το  καλοκαίρι  εκείνο,  την  ημέρα  της  Αναλήψεως,  να  Digitized by 10uk1s 


επισκεφτεί  τις  θείες  του  μια  γειτόνισσα  με  τα  παιδιά  της,  δύο  δεσποινιδούλες,  μαθήτριες  γυμνασίου, μαζί μ' έναν νεαρό ζωγράφο, από οικογένεια μουζίκων, που φιλοξενούσαν.  Μετά το τσάι άρχισαν να παίζουν κυνηγητό στο φρεσκοθερισμένο λιβάδι. Πήραν μαζί τους και την  Κατιούσα. Αφού άλλαξαν πολλές φορές θέσεις, έτυχε ο Νεχλιούντοφ να τρέξει με την Κατιούσα. Την  έβλεπε μ' ευχαρίστηση, μα ούτε καν του είχε περάσει απ' το μυαλό ότι μεταξύ τους μπορούσε να  υπάρξουν κάποιες ιδιαίτερες σχέσεις.  ‐Άντε  τώρα  να  τους  πιάσεις  αυτούς...  Εκτός  κι  αν  σκοντάψουν  πουθενά,  φώναξε  ο  εύθυμος  ζωγράφος  που  'ταν  η  σειρά  του  να  τα  φυλάξει  κι  έτρεχε  κι  αυτός  πολύ  γρήγορα  με  τα  κοντά  και  στραβά, αλλά πολύ δυνατά χωριατοπόδαρά του.  ‐Δε θα μας πιάσετε!  ‐Ένα, δύο, τρία!  Χτύπησαν τρεις  φορές τα χέρια.  Με  κόπο συγκρατώντας το γέλιο της η Κατιούσα άλλαζε γρήγορα  θέσεις με τον Νεχλιούντοφ και σφίγγοντας με το μικρό της δυνατό και τραχύ χεράκι το μεγάλο του  χέρι, ξεχύθηκε τρέχοντας στ' αριστερά με την καλοκολλαρισμένη φούστα να θροΐζει.  Ο  Νεχλιούντοφ  έτρεχε  γρήγορα,  δεν  ήθελε  να  τον  πιάσει  ο  ζωγράφος,  γι'  αυτό  έβαζε  όλη  του  τη  δύναμη.  Κοίταξε  πίσω  του  κι  είδε  τον  ζωγράφο  να  κυνηγάει  την  Κατιούσα.  Εκείνη  τρέχοντας  γρήγορα  με  τα  ευκίνητα  γεμάτα  νεανικό  σφρίγος  πόδια  της,  δεν  τον  άφηνε  να  την  φτάσει  κι  απομακρύνθηκε  στ'  αριστερά.  Μπροστά  υπήρχε  μια  πρασιά  από  πασχαλιές.  Πέρ'  απ'  αυτή  δεν  έτρεχε  κανείς,  μα  η  Κατιούσα  κοίταξε  τον  Νεχλιούντοφ  και  του  έγνεψε  με  το  κεφάλι  της  να  την  ακολουθήσει.  Αυτός  κατάλαβε  κι  έτρεξε  προς  την  πρασιά.  Ακριβώς  από  πίσω  υπήρχε  ένα  μικρό  χαντάκι  γεμάτο  τσουκνίδες  που  δεν  το  'χε  δει∙  σκόνταψε  κι  έπεσε  μέσα  στις  τσουκνίδες.  Τα  χέρια  του  μούσκεψαν  απ'  τη  βραδινή  δροσιά  και  τσούζανε  από  τα  τσιμπήματα,  μα  την  ίδια  στιγμή  ανασηκώθηκε γελώντας με το πάθημά του και πήδηξε μακριά απ' το χαντάκι.  Η Κατιούσα, με το εκθαμβωτικό της χαμόγελο και τα μαύρα, σαν υγρά βατόμουρα μάτια της, έτρεξε  να τον προϋπαντήσει. Όταν πλησίασαν, έδωσαν τα χέρια τους.  ‐Στοίχημα πως τσιμπηθήκατε απ' τις τσουκνίδες, του είπε ξεφυσώντας βαριά, κοιτάζοντάς τον από  κάτω ως επάνω στα μάτια, ενώ με το ελεύθερο χέρι διόρθωνε την κοτσίδα της που 'χε χαλάσει.  ‐Δεν ήξερα πως υπάρχει χαντάκι εδώ, είπε αυτός χαμογελώντας χωρίς ν' αφήσει το χέρι της.  Τον  πλησίασε  πιο  πολύ  κι  εκείνος,  χωρίς  να  το  καταλάβει,  έσκυψε  στο  πρόσωπό  της.  Η  Κατιούσα  δεν έκανε στο πλάι κι ο νεαρός έσφιξε τα χέρια της ακόμα περισσότερο και τη φίλησε στα χείλη.  ‐Τώρα μάλιστα! φώναξε εκείνη και με μια γρήγορη κίνηση λευτέρωσε το χέρι της κι απομακρύνθηκε  από κοντά του τρέχοντας.  Πλησίασε  την  πρασιά  με  τις  πασχαλιές,  έκοψε  δυο  κλαδιά  άσπρης  μισομαδημένης  πασχαλιάς,  χτύπησε μ' αυτά το ξαναμμένο της πρόσωπο κι έτρεξε, κουνώντας τα χέρια της, να συναντήσει τους  άλλους, ρίχνοντας όμως πού και πού ματιές πίσω της.  Από τότε οι σχέσεις ανάμεσα στον Νεχλιούντοφ και στην Κατιούσα άλλαξαν, απόκτησαν εκείνο το  ιδιαίτερο  νόημα  που  έχουν  οι  σχέσεις  ενός  αθώου  νέου  και  μιας  το  ίδιο  αθώας  κοπέλας  που  νιώθουν έλξη ο ένας για τον άλλο.  Digitized by 10uk1s 


Έφτανε να δει την Κατιούσα να μπαίνει στο δωμάτιο ή να δει από μακριά την άσπρη της ποδιά, κι ο  Νεχλιούντοφ  ένιωθε  να  πλημμυρίζουν  όλα  γύρω  του  από  το  φως  του  ήλιου,  ν'  αποκτούν  μεγαλύτερο  ενδιαφέρον  και  χάρη,  βαθύτερο  νόημα.  Η  ζωή  η  ίδια  γινόταν  πιο  χαρούμενη.  Το  ίδιο  ένιωθε κι εκείνη. Και δεν ήταν μόνο η παρουσία και η οικειότητα της Κατιούσα που άγγιζαν έτσι τον  Νεχλιούντοφ, ήταν μια αίσθηση  που έβγαινε από τα μύχια της  ψυχής του ότι γι' αυτόν υπάρχει  η  Κατιούσα κι ότι για κείνη υπάρχει ο Νεχλιούντοφ. Τι κι αν έπαιρνε κάποια δυσάρεστα γράμματα απ'  την  μητέρα  του,  τι  κι  αν  δεν  προχωρούσε  η  εργασία  του,  τι  κι  αν  τον  κυρίευε  εκείνη  η  ανεξήγητη  θλίψη της νιότης... του αρκούσε να θυμηθεί πως υπάρχει η Κατιούσα και πως θα την δει, κι όλα με  μιας διαλύονταν.  Η Κατιούσα είχε πολλές δουλειές να κάνει στο σπίτι, μα τις πρόφταινε και στον ελεύθερο χρόνο της  διάβαζε.  Ο  Νεχλιούντοφ  τής  έδινε  βιβλία  του  Τουργκένιεφ,  του  Ντοστογιέφσκι  που  μόλις  είχε  διαβάσει.  Πιο πολύ απ' όλα της άρεσε ένα μυθιστόρημα του Τουργκένιεφ, η Γαλήνη.  Οι  συζητήσεις  τους  ήταν  ευκαιριακές,  όταν  τύχαινε  να  συναντηθούν  στο  διάδρομο,  στη  βεράντα,  στην αυλή, και καμιά φορά στο δωμάτιο της γριάς καμαριέρας, που υπηρετούσε τις θείες του, της  Ματριόνα  Πάβλοβνα,  με  την  οποία  ζούσε  η  Κατιούσα.  Πότε  πότε,  της  έκανε  επισκέψεις  ο  Νεχλιούντοφ  και  κείνη  του  'βγαζε  να  πιει  τσάι  με  κύβους  ζάχαρη.  Οι  συζητήσεις  τους  εκεί  μέσα  μπροστά  στη  Ματριόνα  Πάβλοβνα  ήταν  πιο  ευχάριστες.  Όταν  όμως  τύχαινε  να  είναι  μόνοι  τους,  ήταν  μεγάλη  δοκιμασία  και  για  τους  δυο  τους,  γιατί  αμέσως  τα  μάτια  άρχιζαν  να  μιλούν  για  κάτι  διαφορετικό,  πολύ  πιο  σημαντικό  από  αυτά  που  έλεγε  το  στόμα,  τα  χείλια  σφίγγονταν,  ένας  παράξενος φόβος τους πλημμύριζε και χώριζαν βιαστικά.  Αυτές  οι  σχέσεις  ανάμεσα  στον  Νεχλιούντοφ  και  στην  Κατιούσα  συνεχίστηκαν  σ'  όλη  τη  διάρκεια  της πρώτης επίσκεψης στις θείες του.  Εκείνες  είχαν  υποψιαστεί  πως  κάτι  συμβαίνει,  και  φοβήθηκαν,  έφτασαν  μάλιστα  στο  σημείο  να  γράψουν  στο  εξωτερικό  στην  πριγκίπισσα  Γιελένα  Ιβάνοβνα,  την  μητέρα  του  Νεχλιούντοφ.  Η  θεία  Μαρία  Ιβάνοβνα,  φοβόταν  μήπως  ο  Ντμίτρι  προχωρήσει  πολύ  στις  σχέσεις  του  με  την  Κατιούσα.  Άδικα όμως. Ο Νεχλιούντοφ, χωρίς κι ο ίδιος να το ξέρει, αγαπούσε την Κατιούσα όπως αγαπούν οι  αθώες υπάρξεις, κι αυτή η αγάπη τους προστάτευε απ' την αμαρτία. Όχι μόνο δεν είχε την επιθυμία  να την κάνει δική του, αλλά μόνο από την ίδια τη σκέψη ότι θα ήταν δυνατόν να της φερθεί μ' αυτόν  τον τρόπο, αρρώσταινε. Πολύ πιο βάσιμοι ήταν οι φόβοι της Σόφια Ιβάνοβνα που με την ποιητική  της  ψυχή  καταλάβαινε  πως  ο  Ντμίτρι,  εξαιτίας  του  ακέραιου  και  αποφασιστικού  του  χαρακτήρα,  αφού  αγάπησε  την  κοπέλα  θα  την  παντρευόταν,  χωρίς  να  το  πολυσκεφτεί  και  χωρίς  να  δώσει  σημασία στην καταγωγή και την κοινωνική της θέση.  Αν  ο  Νεχλιούντοφ  είχε  τότε  συνειδητοποιήσει  τον  έρωτά  του  για  την  Κατιούσα  κι  ιδιαίτερα  αν  προσπαθούσαν τότε οι δικοί του να τον πείσουν πως δεν μπορεί και δεν πρέπει να παντρευτεί μια  τέτοια κοπέλα, τότε θα μπορούσε πολύ εύκολα αυτός, με την ευθύτητα που τον διέκρινε σ' όλα, να  έπαιρνε την απόφασή του να παντρευτεί το κορίτσι χωρίς να λογαριάσει την καταγωγή του, αφού το  αγαπούσε.  Ήταν  σίγουρος  πως  το  αίσθημά  του  για  την  Κατιούσα  δεν  ήταν  άλλο  παρά  μια  έξαρση  του  μεγαλείου  της  ζωής  που  δονούσε  την  εποχή  εκείνη  όλο  του  το  είναι  και  που  το  μοιραζόταν  τώρα  μαζί  μ'  αυτό  το  γλυκό,  πρόσχαρο  κορίτσι.  Γι'  αυτό,  όταν  ήρθε  η  ώρα  τ'  αποχαιρετισμού,  και  η  Κατιούσα, μαζί με τις θείες του, βγήκε στο ξώστεγο για να τον ξεπροβοδίσει με τα μαύρα και λίγο  αλλήθωρα μάτια της γεμάτα δάκρυα, ο Νεχλιούντοφ ένιωσε ότι άφηνε πίσω του κάτι το υπέροχο, το  μονάκριβο, το ανεπανάληπτο, κι η ψυχή του μαύρισε.  Digitized by 10uk1s 


‐Έχε γεια Κατιούσα, σ' ευχαριστώ για όλα, της φώναξε, καθώς ανέβαινε στην άμαξα προσπαθώντας  να την δει για μια ακόμα φορά πίσω από το σκουφάκι της Σόφια Ιβάνοβνα που την έκρυβε.  ‐Έχετε  γεια  Ντμίτρι  Ιβάνοβιτς,  του  αποκρίθηκε  με  τη  γλυκιά  σα  χάδι  φωνή  της  και  μη  μπορώντας  άλλο  να  συγκρατήσει  τα  δάκρυά  της  που  πλημμύριζαν  τα  μάτια  της,  έτρεξε  στην  εμπατή  για  να  κλάψει με την ησυχία της. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIII  ΑΠΟ ΤΟΤΕ για τρία χρόνια ο Νεχλιούντοφ δεν έτυχε να συναντήσει την Κατιούσα. Και την συνάντησε  την  εποχή  που,  μόλις  είχε  γίνει  αξιωματικός  και  πηγαίνοντας  για  τη  μονάδα  του,  πέρασε  από  τις  θείες του, μα ήταν ήδη άνδρας τελείως διαφορετικός απ' τον νέο που 'χε περάσει μαζί της εκείνο το  καλοκαίρι.  Τότε  ήταν  ένας  τίμιος  νέος,  γεμάτος  αυταπάρνηση,  έτοιμος  να  αφοσιωθεί  σε  κάθε  καλή  πράξη,  ‐  τώρα ήταν ένας διεφθαρμένος, εκλεπτυσμένος εγωιστής, που ήθελε μονάχα την ικανοποίησή του.  Τότε  φανταζόταν  τον  κόσμο  όλο  σαν  ένα  μυστικό  που  προσπαθούσε  με  πάθος  και  θαυμασμό  ν'  ανακαλύψει ‐ τώρα όλα σ' αυτή τη ζωή ήταν απλά και ξάστερα, καθορισμένα από τις περιστάσεις.  Τότε ήταν απαραίτητη κι είχε σημασία η επικοινωνία του με τη φύση και με τους ανθρώπους που  έζησαν,  στοχάστηκαν,  αισθάν��ηκαν  πριν  από  αυτόν  (αγαπούσε  τη  φιλοσοφία,  την  ποίηση)  ‐τώρα  μόνο  οι  κοινωνικές  συναλλαγές  κι  οι  σχέσεις  του  με  την  παρέα  του  είχαν  νόημα  και  αξία.  Τότε  η  γυναίκα γι' αυτόν ήταν ένα πλάσμα μυστηριώδες και θαυμάσιο,‐ τώρα η σημασία της γυναίκας, της  οποιασδήποτε γυναίκας, εκτός από τις γυναίκες της οικογένειάς του και των φίλων του, ήταν αρκετά  συγκεκριμένη: η γυναίκα αποτελούσε ένα από τα καλύτερα εργαλεία ηδονής που είχε ήδη γνωρίσει.  Τότε δεν είχε ανάγκη τα χρήματα και μπορούσε να μην ξοδέψει ούτε το ένα τρίτο από το ποσό που  του 'δινε η μητέρα του, μπορούσε να αποποιηθεί τα κτήματα του πατέρα του και να τα δώσει στους  μουζίκους‐τώρα δεν του έφταναν αυτές οι πεντακόσιες χιλιάδες τον μήνα που του έδινε η μητέρα  του,  με  την  οποία  είχε  ήδη  πολλές  φορές  φιλονικήσει  για  τα  οικονομικά.  Τότε  πίστευε  πως  η  πνευματική  του  οντότητα  αποτελούσε  το  πραγματικό  του  «εγώ»  ‐τώρα  θεωρούσε  ότι  όλο  του  το  είναι ζούσε μέσα στο υγιές, σφριγηλό, κτηνώδες του «εγώ».  Κι όλη αυτή η φοβερή μεταμόρφωση έγινε μόνο και μόνο επειδή είχε πάψει να πιστεύει στον εαυτό  του  κι  άρχισε  να  πιστεύει  στους  άλλους,  γιατί  το  να  ζει  πιστεύοντας  στον  εαυτό  του  ήταν  υπερβολικά δύσκολο, επειδή έπρεπε πάντα να λύνει όλα του τα προβλήματα όχι προς όφελος του  κτηνώδους του «εγώ» που αναζητά τις εύκολες χαρές, αλλά σχεδόν πάντα σε βάρος του. Όταν όμως  άρχισε  να  πιστεύει  στους  άλλους,  δεν  χρειαζόταν  να  παίρνει  ο  ίδιος  καμιά  απόφαση,  όλα  ήταν  αποφασισμένα από τα πριν και σε βάρος του πνευματικού, προς όφελος του κτηνώδους «εγώ». Μα,  δεν  είναι  μόνο  αυτό:  όταν  πίστευε  στον  εαυτό  του  δεχόταν  πάντα  τις  επικρίσεις  των  ανθρώπων,  πιστεύοντας στους άλλους δεχόταν την επιδοκιμασία όσων τον περιτριγύριζαν.  Έτσι,  όταν  ο  Νεχλιούντοφ  αναλογιζόταν,  διάβαζε,  μιλούσε  για  τον  Θεό,  για  την  αλήθεια,  για  τον  πλούτο,  για  την  φτώχεια,  οι  άνθρωποι  του  περιβάλλοντός  του  το  θεωρούσαν  αναχρονιστικό  και  κάπως γελοίο. Η μητέρα του κι η θεία του τον ονόμαζαν με μια καλοπροαίρετη ειρωνεία notre cher  philosophe  («ο  αγαπητός  μας  φιλόσοφος»),  όταν  όμως  διάβαζε  φτηνά  μυθιστορήματα,  διηγιόταν  «πονηρά» ανέκδοτα, πήγαινε στο γαλλικό θέατρο για να παρακολουθήσει ανόητα κωμειδύλλια και  μετά ανιστορούσε με κέφι την υπόθεση ‐όλοι τον επαινούσαν και τον ενθάρρυναν. Όταν θεωρούσε  αναγκαίο  να  περιορίσει  τις  απαιτήσεις  του  και  γυρνούσε  μ'  ένα  παλιό  πανωφόρι  και  δεν  έπινε  κρασί, οι άλλοι το θεωρούσαν παραξενιά, υπεροπτική ιδιορρυθμία. Όταν όμως ξόδευε μεγάλα ποσά  στο  κυνήγι  ή  στην  επίπλωση  ενός  απίστευτα  πολυτελούς  γραφείου  του,  τότε  όλοι  επαινούσαν  το  γούστο του και του χάριζαν ακριβά δώρα. Όταν ήταν ακόμα παρθένος κι ήθελε να παραμείνει μέχρι  να  παντρευτεί,  τα  οικεία  του  πρόσωπα  ανησυχούσαν  για  την  υγεία  του,  όμως  ούτε  η  μητέρα  του  στεναχωρήθηκε  μόλις  έμαθε  πως  έγινε  «αληθινός  άνδρας»,  κλέβοντας  απ'  τον  φίλο  του  μια  Γαλλιδούλα. Η πριγκίπισσα μητέρα του ένιωθε δέος όποτε θυμόταν το επεισόδιο με την Κατιούσα  και το ότι θα μπορούσε να του περάσει από το μυαλό να την παντρευτεί.  Όταν ο Νεχλιούντοφ ενηλικιώθηκε και χάρισε το μικρό κτήμα που κληρονόμησε από τον πατέρα του  στους  μουζίκους,  γιατί  θεωρούσε  άδικη  την  ιδιοκτησία  γης,  η  μητέρα  του  κι  οι  συγγενείς  ταράχτηκαν  για  την  πράξη  του.  Μάλιστα  οι  συγγενείς  άνοιξαν  καβγά  μαζί  του  και  στο  τέλος  δεν  Digitized by 10uk1s 


άντεξαν κι άρχιζαν να τον οικτίρουν. Του έλεγαν συνέχεια ότι με το που πήραν οι αγρότες τη γη όχι  μόνο  δεν  έγιναν  πλούσιοι,  αλλά  φτώχυναν  πιο  πολύ,  γιατί  είχαν  ανοίξει  τρία  καπηλειά  και  είχαν  πάψει να δουλεύουν στα χωράφια. Όταν ο Νεχλιούντοφ κατατάχθηκε στο στρατό, ξόδεψε μαζί με  τους  αριστοκράτες  φίλους  του  κι  έχασε  στα  χαρτιά  τόσα  πολλά  χρήματα  που  η  μητέρα  του,  η  Γιελένα Ιβάνοβνα, αναγκάστηκε να βάλει χέρι στο κεφάλαιό της. Όμως αυτό δε την στεναχωρούσε,  θεωρούσε πως όλα αυτά είναι φυσιολογικά και καλύτερα που αυτές τις τρέλες ο γιος της τις έκανε  τώρα που ήταν νέος και με κόσμο της καλής κοινωνίας.  Στην αρχή ο  Νεχλιούντοφ αντιστεκόταν, αλλά ο αγώνας ήταν πάρα πολύ δύσκολος, γιατί όλα όσα  αυτός  θεωρούσε  καλά,  οι  άλλοι  τα  θεωρούσαν  ανοησίες,  και  το  αντίθετο,  αυτά  που  εκείνος  θεωρούσε ανοησίες, ο περίγυρος τα θεωρούσε καλά. Κι όλα τέλειωσαν με τη συνθηκολόγηση του  Νεχλιούντοφ, όταν έπαψε πια να πιστεύει στον εαυτό του κι άρχισε να πιστεύει στους άλλους. Τον  πρώτο  καιρό  τούτη  η  άρνηση  του  εαυτού  του,  του  ήταν  δυσάρεστη,  όμως  το  δυσάρεστο  συναίσθημα δεν κράτησε πολύ και σύντομα ο Νεχλιούντοφ ‐που είχε αρχίσει κιόλας να πίνει και να  καπνίζει ‐σταμάτησε να τυραννιέται απ' αυτή τη δυσφορία και με τον καιρό ένιωθε μάλιστα μεγάλη  λύτρωση.  Και  με  το  πάθος  που  τον  διέκρινε,  δόθηκε  ολοκληρωτικά  σ'  αυτή  τη  νέα,  αποδεκτή  από  τον  περίγυρό του ζωή κι έπνιξε μέσα του τη φωνή της συνείδησής του που ζητούσε κάτι το διαφορετικό.  Αυτό άρχισε, όταν μετακόμισε στην Πετρούπολη και κατατάχτηκε στο στρατό.  Η  στρατιωτική  θητεία  διαφθείρει  τους  ανθρώπους,  τους  εξωθεί  να  ζουν  σε  συνθήκες  απόλυτης  οκνηρίας,  δηλαδή  απουσίας  κάθε  έλλογης  και  ωφέλιμης  εργασίας,  και  τους  απαλλάσσει  από  τις  συνηθισμένες, ανθρώπινες υποχρεώσεις, τις οποίες αντικαθιστά με την ολότελα συμβολική τιμή του  συντάγματος,  της  στολής,  της  σημαίας,  με  την  ανεξέλεγκτη  εξουσία  πάνω  στους  κατώτερους,  από  την μια, και την δουλική υπακοή στους ανωτέρους, απ' την άλλη.  Όταν όμως σ' αυτή τη γενική διαφθορά που γεννάει η στρατιωτική υπηρεσία με την τιμή της στολής,  της  σημαίας,  με  την  αποδοχή  της  βίας  και  των  φόνων,  συνυπολογίσουμε  και  τη  διαφθορά  του  πλούτου και τη στενή σχέση με την Τσαρική Οικογένεια, όπως συνέβαινε στα επίλεκτα συντάγματα  της Τσαρικής Φρουράς, στα οποία υπηρετούσαν μόνο πλούσιοι και αριστοκράτες αξιωματικοί, τότε  αυτή  η  διαφθορά  παίρνει  τις  διαστάσεις  ενός  παρανοϊκού  εγωισμού  για  τους  ανθρώπους  που  υπηρετούν. Σ' αυτή την κατάσταση βρισκόταν και ο Νεχλιούντοφ από τότε που άρχισε να υπηρετεί  κι άρχισε να ζει έτσι όπως ζούσαν οι συνάδελφοί του.  Δεν  έκαναν  τίποτε  άλλο  από  το  να  φορούν  καλοραμμένες  και  καθαρισμένες,  όχι  από  τους  ίδιους,  αλλά από άλλους στολές, κράνη, όπλα που ήταν κι αυτά φτιαγμένα γυαλισμένα απ' άλλους, και να  ιππεύουν  θαυμάσια  άλογα  ‐που  τα  'χαν  εκπαιδεύσει,  εξημερώσει  και  ταΐσει  επίσης  άλλοι  ‐σε  επιδείξεις ή σ' ασκήσεις με ομοίους τους, όπου έτρεχαν, έκαναν επιδείξεις με τα σπαθιά, έριχναν με  το πιστόλι και εκπαίδευαν άλλους. Άλλη απασχόληση δεν είχαν και όλοι οι ανώτατοι αξιωματούχοι  νέοι,  γέροι,  ο  Τσάρος  κι  η  Αυλή  του  όχι  μόνο  την  επιδοκίμαζαν,  αλλά  τους  μοίραζαν  επαίνους  κι  ευχαριστίες.  Μετά  από  αυτές  τις  ασκήσεις  θεωρούσαν  αναγκαίο  και  εξαιρετικό  συνάμα  να  σκορπούν  τα  λεφτά  τους,  που  κανείς  δεν  ενδιαφερόταν  να  μάθει  από  πού  προέρχονταν,  στο  φαγητό,  ιδιαίτερα  στο  ποτό  στις  λέσχες  των  αξιωματικών  ή  στα  πιο  ακριβά  ρεστοράν.  Ύστερα  πήγαιναν  στο  θέατρο,  σε  χορούς,  για  γυναίκες,  και  μετά  πάλι  για  ιππασία,  αγώνες  ξιφομαχίας,  καλπασμούς και πάλι ξόδεμα στο ποτό, στα χαρτιά, στις γυναίκες.  Αυτή  η  ζωή  διαφθείρει  ιδιαίτερα  τους  στρατιωτικούς,  γιατί  αν  κάποιος  που  δεν  έχει  σχέση  με  το  στρατό  ζει  μ'  αυτό  τον  τρόπο  δεν  μπορεί  να  μη  νιώθει  ντροπή  στο  βάθος  της  ψυχής  του.  Οι  στρατιωτικοί όμως θεωρούν πως έτσι πρέπει να είναι η ζωή τους, κομπάζουν και είναι περήφανοι  γι' αυτό, ιδιαίτερα τον καιρό του πολέμου, όπως συνέβη με τον Νεχλιούντοφ που κατατάχτηκε μετά  Digitized by 10uk1s 


την κήρυξη του πολέμου, με την Τουρκία. «Είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τη ζωή μας στον πόλεμο  και  γι'  αυτό  η  ανέμελη  και  γλεντζέδικη  ζωή  που  ζούμε  όχι  μονάχα  μας  επιτρέπεται,  μα  είναι  και  απαραίτητη. Θα την ζήσουμε λοιπόν έτσι».  Τόσο  μπερδεμένες  ήταν  οι  σκέψεις  του  Νεχλιούντοφ  αυτή  την  περίοδο  της  ζωής  του∙  όλο  το  διάστημα χαιρόταν που 'χε λυτρωθεί απ' όλα τα ηθικά εμπόδια που έβαζε ο ίδιος στον εαυτό του  στο παρελθόν και ζούσε συνεχώς στη χρόνια κατάσταση του παρανοϊκού εγωισμού.  Σ' αυτή την κατάσταση βρισκόταν, όταν επισκέφτηκε τις θείες του τρία χρόνια αργότερα. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIV  Ο ΝΕΧΛΙΟΥΝΤΟΦ επισκέφτηκε τις θείες του, επειδή το κτήμα τους βρισκόταν πάνω στο δρόμο που  είχε  ακολουθήσει  το  προπορευόμενο  σύνταγμά  του  κι  επειδή  αυτές  τον  είχαν  θερμοπαρακαλέσει  να περάσει, όμως το σημαντικότερο ήταν πως επιθυμούσε να δει την Κατιούσα. Ίσως στο βάθος της  ψυχής  του  να  υπήρχαν  ήδη  οι  κακές  προθέσεις  για  την  Κατιούσα  που  του  τις  υπαγόρευε  το  αποχαλινωμένο  κτήνος  μέσα  του.  Εκείνος  όμως  δε  το  είχε  συνειδητοποιήσει.  Ήθελε  απλά  να  ξαναβρεθεί στα μέρη που κάποτε είχε περάσει τόσο καλά, να δει τις λίγο αστείες, μα αξιαγάπητες  θείες  του  που  πάντα  αθέατα  τον  περιέβαλλαν  με  μια  ατμόσφαιρα  αγάπης  και  θαυμασμού,  και  ακόμη να συναντήσει την γλυκιά Κατιούσα από την οποία είχε τόσο ευχάριστες αναμνήσεις.  Έφθασε στα τέλη Μαρτίου, Μεγάλη Παρασκευή, οι δρόμοι είχαν πλημμυρίσει, έριχνε βροχή με το  τουλούμι∙ μούσκεψε μέχρι το κόκαλο, ήταν ξεπαγιασμένος, μα δεν είχε χάσει ούτε τη διάθεσή του  ούτε τις έντονες παρορμήσεις που ένιωθε συνέχεια εκείνη την περίοδο. «Μένει ακόμα μαζί τους»;  αναρωτήθηκε μπαίνοντας στο γνώριμο κήπο των θείων του που ήταν προφυλαγμένος από πέτρινο  φράχτη και γεμάτος χιόνια που είχαν πέσει απ' τη στέγη του παλιού αρχοντικού. Καθώς χτύπησε το  καμπανάκι,  περίμενε  ότι  η  Κατιούσα  θα  τρέξει  στη  βεράντα  να  τον  προϋπαντήσει,  αντί  γι'  αυτήν  όμως  βγήκαν  στη  μικρή  βεράντα  δύο  ξυπόλητες  χωριάτισσες  μ'  ανασηκωμένα  τα  φουστάνια  κρατώντας δύο κουβάδες∙ απ' ό,τι φαινόταν έπλεναν τα πατώματα. Δεν την είδε ούτε  στη μεγάλη  βεράντα∙ εμφανίστηκε μόνο ο Τίχων ο υπηρέτης, φορώντας την ποδιά του, μάλλον θα καθάριζε κι  αυτός. Η Σόφια Ιβάνοβνα εμφανίστηκε στο χωλ με το μεταξωτό της φόρεμα και το σκουφάκι.  ‐Τι  καλά  που  έκανες  και  ήρθες!  του  είπε  και  τον  φίλησε.  ‐  Η  Μάσενκα  είναι  λιγουλάκι  άρρωστη,  κουράστηκε στην εκκλησία. Είχαμε πάει να κοινωνήσουμε.  ‐Πολλές ευχές, θεία Σόνια, είπε ο Νεχλιούντοφ φιλώντας  τα χέρια της Σόφια Ιβάνοβνα. ‐Συγγνώμη, σας έβρεξα.  ‐Πήγαινε  στο  δωμάτιό  σου.  Είσαι  όλος  μούσκεμα.  Για  κοίτα  ένα  μουστάκι  που  έχει...  Κατιούσα!  Κατιούσα! Φέρε του γρήγορα καφέ.  ‐Αμέσως, ακούστηκε η γνώριμη γλυκιά φωνή απ' το διάδρομο. Η καρδιά του Νεχλιούντοφ σκίρτησε  από χαρά. «Εδώ είναι!»  Ξαφνικά λες και ξεπρόβαλε ο ήλιος από τα σύννεφα. Ο Νεχλιούντοφ ακολούθησε χαρούμενος τον  Τίχωνα στο παλιό του δωμάτιο για ν' αλλάξει.  Ο  Νεχλιούντοφ  ήθελε  να  ρωτήσει  τον  Τίχωνα  για  την  Κατιούσα:  πώς  είναι;  πώς  περνάει;  δεν  σκοπεύει να παντρευτεί; Όμως ο Τίχων έδειχνε τόσο σεβασμό και ταυτόχρονα ήταν τόσο αυστηρός,  επέμενε  τόσο  πολύ  να  του  ρίχνει  ο  ίδιος  νερό  στο  λαβομάνο  για  να  πλύνει  τα  χέρια  του,  που  ο  Νεχλιούντοφ  δεν  τόλμησε  να  τον  ρωτήσει  για  την  Κατιούσα,  ρώτησε  μόνο  για  τα  εγγόνια  του,  το  πουλάρι  που  είχε  κάποτε  και  τον  Πολκάν,  ένα  κοπρόσκυλο.  Όλοι  ήταν  μια  χαρά,  εκτός  από  τον  Πολκάν, που λύσσαξε τον περασμένο χρόνο.  Είχε  βγάλει  τα  βρεγμένα  του  ρούχα  κι  άρχιζε  να  ντύνεται  όταν  άκουσε  γρήγορα  βήματα  στο  διάδρομο, ύστερα κάποιος χτύπησε την πόρτα του. Ο Νεχλιούντοφ γνώρισε τα βήματα και το χτύπο  στην πόρτα του. Έτσι περπατούσε και χτυπούσε μόνο εκείνη.  Έριξε πάνω του το βρεμένο πανωφόρι και πλησίασε στην πόρτα. 

Digitized by 10uk1s 


‐Περάστε.  Ήταν εκείνη, η Κατιούσα! Δεν είχε αλλάξει, ίσως τώρα να ήταν ακόμα πιο γλυκιά απ' ό,τι παλιά. Με  τον  ίδιο  τρόπο,  απ'  την  κορφή  ως  τα  νύχια  έβλεπε  να  τον  κοιτούν  τα  χαμογελαστά,  αθώα,  λίγο  αλλήθωρα μάτια της. Όπως και παλιά, φορούσε μία καθαρή κατάλευκη ποδιά. Του έφερε από τις  θείες  του  ένα  αρωματικό  σαπούνι,  που  μόλις  το  'χαν  βγάλει  απ'  το  περιτύλιγμά  του  και  δύο  πετσέτες:  μια  μεγάλη  ρωσική  κεντητή  και  μια  χνουδωτή.  Και  τ'  άθικτο  σαπούνι  με  τ'  ανάγλυφα  γράμματα στην επιφάνειά του, και οι πετσέτες, κι αυτή προπαντός η ίδια ήταν όλα καθαρά, άθικτα,  ευωδιαστά.  Τα  χαριτωμένα,  μικρά,  κατακόκκινα  χείλια  της  πτυχώνονταν  όπως  παλιά  από  την  ακράτητη χαρά τους, όταν τον έβλεπαν.  ‐Καλώς μας ήρθες, Ντμίτρι Ιβάνοβιτς, είπε με δυσκολία και τα μάγουλά της κοκκίνισαν.  ‐Χαίρετε...  χαίρετε,  της  απάντησε  χωρίς  να  ξέρει  αν  έπρεπε  να  της  μιλάει  στον  ενικό  ή  στον  πληθυντικό, και κοκκίνισε όπως κι αυτή. ‐Πώς τα πάτε;  ‐Δόξα  τω  Θεώ...Ορίστε,  η  θεία  σας  σας  στέλνει  το  αγαπημένο  σας  σαπούνι,  το  ροζ,  είπε  κι  ακούμπησε το σαπούνι στο τραπέζι και τις πετσέτες στα μπράτσα της πολυθρόνας.  ‐Οι  κύριοι5  έχουν  ό,τι  τους  χρειάζεται,  παρατήρησε  ο  Τίχων  θέλοντας  να  τονίσει  ότι  ο  επισκέπτης  ήταν αυτάρκης κι ανεξάρτητος κι έδειξε με περηφάνια το μεγάλο ανοιχτό νεσεσέρ του Νεχλιούντοφ  με τ' ασημένια καπάκια και τ' αμέτρητα μπουκαλάκια, βουρτσάκια, αρώματα, μπριγιαντίνες, όλα τα  απαραίτητα για την προσωπική τουαλέτα.  ‐Ευχαριστείστε την θεία μου. Τι ευτυχία που βρίσκομαι εδώ, είπε ο Νεχλιούντοφ κι αισθάνθηκε την  ψυχή του το ίδιο, φωτεινή και τρυφερή όπως παλιά.  Εκείνη, αντί γι' απάντηση, χαμογέλασε στο άκουσμα των λόγων του και βγήκε απ' το δωμάτιο.  Οι θείες του που πάντα τον αγαπούσαν, αυτή τη φορά τον συνάντησαν με μεγαλύτερη χαρά απ' ό,τι  συνήθως. Ο Ντμίτρι πήγαινε στον πόλεμο κι εκεί μπορούσε να πληγωθεί, να σκοτωθεί. Αυτή η ιδέα  συγκινούσε τις θείες.  Ο Νεχλιούντοφ είχε υπολογίσει έτσι το ταξίδι, ώστε να περάσει με τις θείες του μόνο μια μέρα, όταν  όμως είδε την Κατιούσα συμφώνησε να γιορτάσει  μαζί τους το Πάσχα, που ήταν σε δυο  μέρες, κι  έστειλε  ένα  τηλεγράφημα  στο  φίλο  του  Σενμπόκ,  με  τον  οποίο  έπρεπε  να  συναντηθούν  στην  Οδησσό, να περάσει κι αυτός από το κτήμα των θείων του.  Απ' την πρώτη κιόλας μέρα που είδε ο Νεχλιούντοφ την Κατιούσα ένιωσε να ξυπνάει μέσα του το  παλιό αίσθημα. Όπως και τότε έτσι και τώρα δεν μπορούσε να βλέπει την άσπρη της ποδιά και να  μην συγκινείται, δεν μπορούσε να μην χαίρεται ακούγοντας τα βήματά της, τη φωνή της, το γέλιο  της,  δεν  μπορούσε  να  βλέπει  τα  μαύρα,  σαν  υγρά  βατόμουρα  μάτια  της  και  να  μην  ταράζεται,  ιδιαίτερα  όταν  του  χαμογελούσε,  και  το  κυριότερο,  δεν  μπορούσε  να  μη  νιώθει  αμηχανία  βλέποντας  πως  κοκκίνιζε,  όταν  τον  συναντούσε.  Αισθανόταν  πως  ήταν  ερωτευμένος,  όχι  όμως  με  τον τρόπο που ήταν παλιά, όταν η αγάπη ήταν γι' αυτόν ένα μεγάλο μυστικό και δεν τολμούσε να  ομολογήσει στον εαυτό του ότι την αγαπούσε, όταν ήταν σίγουρος πως μπορεί κανείς ν' αγαπήσει  μόνο μια φορά. Τώρα ήταν ερωτευμένος, το γνώριζε και χαιρόταν, ξέροντας συγκεκριμένα, αν και το  έκρυβε από τον εαυτό του, τι είναι ο έρωτας και πού μπορεί να οδηγήσει.  Μέσα στον Νεχλιούντοφ, όπως και σε όλους τους άντρες, υπήρχαν δύο τύποι ανθρώπου: ο ένας, ο  πνευματικός,  που  αναζητούσε  για  τον  εαυτό  του  εκείνο  τ'  αγαθό  που  ήταν  το  ίδιο  αγαθό  και  για  Digitized by 10uk1s 


τους άλλους∙ ο άλλος ήταν ο κτηνώδης τύπος, που αναζητούσε ό,τι είναι καλό μόνο για τον εαυτό  του,  έτοιμος  να  θυσιάσει  το  καλό  όλου  του  κόσμου  για  να  πετύχει  το  σκοπό  του.  Σ'  αυτή  την  περίοδο  παρανοϊκού  εγωισμού  που  περνούσε  ο  Νεχλιούντοφ,  αποτέλεσμα  της  ζωής  του  στην  Πετρούπολη  και  στο  στρατό,  ο  κτηνώδης  τύπος  είχε  πνίξει  μέσα  του  τον  πνευματικό.  Όταν  όμως  συνάντησε  την  Κατιούσα  και  τα  παλιά  αισθήματα  ξύπνησαν  στην  ψυχή  του,  ο  πνευματικός  τύπος  ξεσηκώθηκε κι άρχισε ν' απαιτεί τα δικαιώματά του. Στη διάρκεια των δυο ημερών που είχαν μείνει  μέχρι το Πάσχα γινόταν μέσα του μια βουβή πάλη που ούτε κι ο ίδιος καταλάβαινε.  Βαθιά, στα μύχια της ψυχής του, ήξερε πως έπρεπε να φύγει, πως δεν είχε πλέον λόγο να μείνει στις  θείες  του,  ήξερε  ότι  δεν  έπρεπε  να  περιμένει  τίποτα  καλό  από  όλ'  αυτά.  Ήταν  όμως  τόσο  χαρούμενος,  τόσο  ευτυχισμένος  που  δεν  μπορούσε  να  ομολογήσει  στον  εαυτό  του  όλες  αυτές  τις  σκέψεις. Κι έμεινε τελικά...  Το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου, την παραμονή της Λαμπρής, ο παπάς του χωριού με τον διάκο  και  το  παπαδοπαίδι  ήρθαν  να  λειτουργήσουν  τον  όρθρο6,  αφού  πέρασαν,  με  μεγάλο  κόπο,  όπως  είπαν αργότερα, με το έλκηθρο τρία βέρστια7 μέσα από δρόμους και ρυάκια μέχρι να φθάσουν από  την εκκλησία στο αρχοντικό.  Ο Νεχλιούντοφ, μαζί με τις θείες του και τους υπηρέτες, παρακολούθησε τον όρθρο κι ούτε για μια  στιγμή  δεν  άφησε  απ'  τα  μάτια  του  την  Κατιούσα,  που  στεκόταν  κοντά  στην  πόρτα,  και  έδινε  το  θυμιατήρι  στον  παπά.  Ύστερα  ευχήθηκε  το  «Χριστός  Ανέστη»,  ασπάστηκε  τον  παπά  και  τις  θείες  του, κι ετοιμάστηκε να πάει για ύπνο όταν άκουσε στο διάδρομο την Ματριόνα Πάβλοβνα, την γρια‐ καμαριέρα της Μαρίας Ιβάνοβνα, μαζί με την Κατιούσα να ετοιμάζονται να πάνε στην εκκλησία για  να ευλογήσουν τα κούλιτς8 και τα πασχαλινά τσουρέκια. «Θα πάω κι εγώ», σκέφτηκε.  Ο  δρόμος  μέχρι  την  εκκλησία  ήταν  αδιάβατος  και  για  την  άμαξα  και  για  το  έλκηθρο.  Γι'  αυτό  κι  ο  Νεχλιούντοφ έδωσε  εντολή να σελώσουν ένα γέρικο άλογο που είχαν στο κτήμα, κι αντί να πέσει  για ύπνο, φόρεσε την αστραφτερή στολή με το στενό πανταλόνι ιππασίας, έριξε από πάνω του το  πανωφόρι του και καβαλώντας το γέρικο ζωντανό, βαρύ και παραφαγωμένο, που δεν σταματούσε  να χρεμετίζει, κάλπασε για την εκκλησία στα σκοτεινά μέσα σε λιμνίτσες λειωμένου χιονιού. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XV  ΑΡΓΟΤΕΡΑ  ΑΥΤΟΣ  ο  όρθρος  ήταν  για  τον  Νεχλιούντοφ  μια  από  τις  πιο  φωτεινές  και  δυνατές  αναμνήσεις της ζωής του.  Καλπάζοντας μέσα στο πηχτό σκοτάδι, που φωτιζόταν αδύναμα πού και πού από τις ανταύγειες του  χιονιού, πλατσουρίζοντας στα νερά μπήκε στην αυλή της εκκλησίας καβάλα στο γέρικο άλογο που  κουνούσε  ανήσυχο  τ'  αφτιά  του  μπρος  στη  θέα  των  αναμμένων  λύχνων.  Η  λειτουργία  μόλις  είχε  αρχίσει.  Οι χωριάτες που γνώριζαν τον ανιψιό της Μαρίας Ιβάνοβνα τον οδήγησαν σ' ένα στεγνό μέρος για  να  ξεπεζέψει,  πήραν  τ'  άλογό  του  για  να  το  δέσουν  και  τον  οδήγησαν  στην  εκκλησία  που  ήταν  γεμάτη από ανθρώπους ντυμένους στα γιορτινά τους.  Στη  δεξιά  μεριά  στέκονταν  οι  άνδρες:  οι  γέροι  με  τα  χειροποίητα  καφτάνια,  τα  ξυλοσάνταλα  από  δεντρόφλουδα και τα καθαρά λευκά ποδόπανα, οι νέοι με τα καινούργια τσόχινα καφτάνια τους κι  αυτοί,  δεμένα  με  φανταχτερά  ζωνάρια,  και  τις  μπότες  τους.  Στ'  αριστερά  ήταν  οι  γυναίκες  με  τα  κόκκινα μεταξωτά μαντήλια, τα βελούδινα μεσοφόρια, τα πορφυρά μανίκια τις γαλάζιες, πράσινες,  κόκκινες, πολύχρωμες φούστες, τα μποτάκια τους με πέταλα στα τακούνια. Πίσω τους, σεμνές και  σοβαρές στέκονταν οι γριές με τα λευκά μαντήλια τους, τα γκρίζα καφτάνια, τα πολυφορεμένα τους  φουστάνια και τα παλιά δερμάτινα παπούτσια ή τα καινούργια ξυλοσάνταλά τους.  Ανάμεσα  στις  γυναίκες  και  τους  άνδρες  ήταν  μαζεμένα  τα  παιδιά,  καλοντυμένα,  με  τα  λαδωμένα  τους  μαλλιά  να  γυαλίζουν  στο  φως  των  κεριών.  Οι  άνδρες  έκαναν  μεγάλους  σταυρούς  και  βαθιές  μετάνοιες τινάζοντας τα μαλλιά τους, οι γυναίκες, ιδιαίτερα οι γριές, είχαν στυλώσει τα θαμπά τους  μάτια σε μια εικόνα με κεριά μπροστά της κι έκαναν το σταυρό τους πιέζοντας δυνατά τα ενωμένα  τους  δάχτυλα  στο  μέτωπο  εκεί  που  έπεφτε  το  μαντήλι,  και  προσκυνούσαν  γονατιστές.  Τα  παιδιά  μιμούνταν τους μεγάλους και έκαναν το σταυρό τους με ιδιαίτερο ζήλο σαν καταλάβαιναν πως τα  κοιτούσαν. Το χρυσάφι αστραφτοκοπούσε στο εικονοστάσι σα να 'χε πάρει φωτιά απ' τις μεγάλες  λαμπάδες τοποθετημένες στις χρυσές θήκες που έκαιγαν ολόγυρα. Ο πολυέλαιος ήταν φορτωμένος  κεριά. Απ' την αυτοσχέδια χορωδία ακούγονταν οι χαρμόσυνες ψαλμωδίες με τα βροντερά μπάσα  και τις διαπεραστικές φωνούλες των αγοριών.  Ο  Νεχλιούντοφ  προχώρησε  μπροστά.  Στο  κέντρο  στεκόταν  η  αριστοκρατία:  ο  μεγαλοκτηματίας  με  την  γυναίκα  του  και  τον  γιο  του  που  φορούσε  ναυτικά,  ο  διοικητής  της  Χωροφυλακής,  ο  τηλεγραφητής  που  φορούσε  ψηλές  μπότες,  ο  πρόεδρος  της  κοινότητας  μ'  ένα  παράσημο  στο  στήθος∙  δεξιά  από  τον  άμβωνα,  πίσω  απ'  τη  γυναίκα  του  μεγαλοκτηματία  στεκόταν  η  Ματριόνα  Πάβλοβνα,  με  το  μεταξωτό  βιολετί  της  φόρεμα  και  το  λευκό  σάλι  με  τα  κρόσσια,  και  μαζί  της  η  Κατιούσα με το λευκό φόρεμα, πλισαρισμένο απ' την τάγια και πάνω, με γαλάζια ζώνη και κόκκινο  φιόγκο στα μαύρα της μαλλιά.  Όλα ήταν γιορτινά, χαρούμενα και λαμπερά: οι παπάδες με τ' ανοιχτόχρωμα ασημένια τους άμφια  που  είχαν  πάνω  τους  κεντητούς  χρυσούς  σταυρούς,  ο  διάκος  κι  οι  υποδιάκονοι  με  τα  γιορτινά  στιχάριά τους κεντημένα  με ασημένιες και χρυσές  κλωστές, οι  καλοντυμένοι  εθελοντές  ψάλτες με  τα  λαδωμένα  μαλλιά,  οι  χαρμόσυνοι,  γιορταστικοί  ψαλμοί,  οι  αδιάκοπες  ευλογίες  των  παπάδων,  που  κρατούσαν  τρία  κεριά  ενωμένα  και  στολισμένα  με  λουλούδια  και  προπαντός  οι  χαρμόσυνες  ευχές:  Χριστός  Ανέστη!  Όλα  έλαμπαν,  μα  περισσότερο  απ'  όλους  έλαμπε  η  Κατιούσα  με  το  λευκό  της φόρεμα και τη γαλάζια ζώνη, με τον κόκκινο φιόγκο στα μαύρα της μαλλιά και τα μάτια της ν'  αστραφτοκοπούν σαν να βρισκόταν σ' έκσταση.  Ο Νεχλιούντοφ ένιωσε ότι εκείνη τον κοίταζε, όμως δεν γύρισε πίσω του  να δει.  Το πρόσεξε όταν  Digitized by 10uk1s 


πέρασε από κοντά της για να πάει να προσκυνήσει στο ιερό. Δεν είχε τίποτα να της πει, μα σκέφτηκε  λίγο κι όταν πέρασε από δίπλα της της ψιθύρισε:  ‐Η  θεία  είπε  πως  θα  δειπνήσουμε  ύστερ'  απ'  την  τελευταία  λειτουργία.  Το  νεαρό  της  πρόσωπο,  όπως  συνέβαινε  κάθε  φορά  που  τον  έβλεπε,  κοκκίνισε,  τα  μαύρα  της  μάτια  έλαμψαν  από  χαρά,  περιέφερε το αθώο της βλέμμα και το κάρφωσε πάνω του.  ‐Το ξέρω, είπε χαμογελαστά.  Εκείνη τη στιγμή ο διάκος, κρατώντας ένα μπακιρένιο μπρίκι, άνοιγε δρόμο μέσ' απ' το πλήθος και  περνώντας δίπλα από την Κατιούσα, χωρίς να την προσέξει, την άγγιξε με την άκρη απ' το στιχάρι  του.  Θέλοντας  από  σεβασμό  να  περάσει  μακριά  από  τον  Νεχλιούντοφ,  δεν  την  είχε  δει.  Για  τον  Νεχλιούντοφ αυτό ήταν ακατανόητο: πώς μπορούσε αυτός, ο διάκος, να μην καταλαβαίνει πως ό,τι  υπήρχε στην εκκλησία, ο κόσμος όλος, υπήρχε μόνο για την Κατιούσα και ότι μπορεί κανείς να τα  περιφρονούσε  όλα  σ'  αυτό  τον  κόσμο  μα  όχι  και  εκείνη,  γιατί  η  Κατιούσα  ήταν  το  κέντρο  του  Σύμπαντος. Γι' αυτήν έλαμπε το χρυσάφι στο τέμπλο και έκαιγαν όλα τα κεριά στον πολυέλαιο και  στα  μανουάλια,  σ'  αυτή  απευθύνονταν  οι  χαρμόσυνοι  τούτοι  ύμνοι:  «Πάσχα  Κυρίου  Χριστιανοί  αγάλλεσθε».  Όλου  του  κόσμου  τα  καλά  ήταν  για  κείνη.  Και  του  φαινόταν  ότι  η  Κατιούσα  καταλάβαινε πως όλα αυτά ήταν για κείνη.  Έτσι  ένιωθε  ο  Νεχλιούντοφ,  όταν  κοίταζε  το  λυγερό  της  κορμί  τυλιγμένο  στο  λευκό  πλισαρισμένο  φόρεμα, και το προσηλωμένο χαρούμενο προσωπάκι της, που από την έκφρασή του έβλεπες πως η  ίδια χαρά που είχε κυριεύσει τη δική του ψυχή, είχε κυριεύσει και τη δική της.  Στο  διάστημα  που  μεσολάβησε  μεταξύ  της  πρώτης  και  της  δεύτερης  λειτουργίας  ο  Νεχλιούντοφ  βγήκε  από  την  εκκλησία.  Οι  χωρικοί  παραμέριζαν  για  να  περάσει  και  υποκλίνονταν.  Κάποιοι  τον  γνώρισαν αμέσως, κάποιοι άλλοι ρωτούσαν: «Ποιος είναι τούτος δω;» Σταμάτησε στο προαύλιο. Οι  ζητιάνοι τον περικύκλωσαν, τους μοίρασε τα ψιλά που είχε στο πουγκί του και κατέβηκε τα σκαλιά  της εκκλησίας.  Είχε φωτίσει για τα καλά, μα ο ήλιος δεν είχε ακόμη ανατείλει. Το πλήθος σκόρπισε ανάμεσα στους  τάφους  που  υπήρχαν  στο  προαύλιο  γύρω.  Η  Κατιούσα  έμεινε  μέσα  στην  εκκλησία  και  ο  Νεχλιούντοφ αποφάσισε να την περιμένει.  Οι πιστοί συνέχισαν να βγαίνουν χτυπώντας με τις πεταλωμένες σόλες τους τις πλάκες, κατέβαιναν  τα σκαλοπάτια και σκόρπιζαν γύρω στο προαύλιο και στο νεκροταφείο.  Ένας  γέρος  με  τρεμουλιαστό  πρόσωπο,  παλιός  ζαχαροπλάστης  της  Μαρίας  Ιβάνοβνα,  σταμάτησε  τον  Νεχλιούντοφ,  του  ευχήθηκε  «Χριστός  Ανέστη»  και  η  γριά  γυναίκα  του  με  καταζαρωμένο  προγούλι και το κεφάλι τυλιγμένο σε μεταξωτή μαντίλα, έβγαλε από το μαντήλι που κρατούσε στα  χέρια της ένα κίτρινο αβγό και του το πρόσφερε. Την ίδια στιγμή τον πλησίασε ένας χαμογελαστός  γεροδεμένος νεαρός μουζίκος που φορούσε καινούριο καφτάνι και πράσινη ζώνη.  ‐Χριστός Ανέστη! του ευχήθηκε καλοσυνάτα και σκύβοντας προς τον Νεχλιούντοφ τον φίλησε τρεις  φορές στο στόμα με τα σφιχτά, νεανικά του χείλη, γαργαλώντας του το πρόσωπο με το σγουρό του  γενάκι κι αποπνέοντας εκείνη την ευχάριστη ευωδιά που έχουν οι άνθρωποι της υπαίθρου.  Την ώρα που ο Νεχλιούντοφ φιλιόταν με τον χωριάτη, ο οποίος του 'δωσε ένα καφέ σκούρο αβγό9,  το μάτι του έπεσε στο μωβ φόρεμα της Ματριόνα Πάβλοβνα και στ' αγαπημένα μαύρα μαλλιά με  τον  κόκκινο  φιόγκο.  Η  Κατιούσα  τον  διέκρινε  αμέσως  μέσα  στο  πλήθος  που  προπορευόταν  κι  ο  Νεχλιούντοφ πρόσεξε πως το πρόσωπό της άστραψε.  Digitized by 10uk1s 


Βγήκε μαζί με την Ματριόνα Πάβλοβνα στον πρόναο και σταμάτησαν για λίγο δίνοντας ελεημοσύνη  στους  ζητιάνους.  Ένας  απ'  αυτούς  με  μια  μισοεπουλωμένη  κόκκινη  πληγή  στη  θέση  της  μύτης  πλησίασε  την  Κατιούσα.  Εκείνη  έβγαλε  κάτι  από  το  μαντήλι  της  και  του  το  'δωσε,  ύστερα  τον  πλησίασε και χωρίς να νιώσει την παραμικρή αποστροφή (απεναντίας τα μάτια της άστραφταν από  χαρά), τον φίλησε τρεις φορές. Τη στιγμή που φιλούσε τον ζητιάνο το βλέμμα της διασταυρώθηκε  με το βλέμμα του Νεχλιούντοφ κι έμοιαζε να τον ρωτάει: «Είναι, σωστό αυτό που κάνω;».  «Ναι γλυκιά μου! Όλα είναι εντάξει, είναι θαυμάσια, σ' αγαπώ!»  Όταν κατέβηκαν στο προαύλιο, την πλησίασε. Δεν ήθελε να της ευχηθεί το «Χριστός Ανέστη», ήθελε  μόνο να είναι κοντά της.  ‐Χριστός Ανέστη! είπε η Ματριόνα Πάβλοβνα, σκύβοντας το κεφάλι της και χαμογέλασε. Ο τόνος της  φωνής της ήταν σαν να έλεγε ότι σήμερα όλοι είναι ίσοι, σκούπισε το στόμα της, με το δεμένο σε  κόμπους μαντήλι της και πλησίασε να τον φιλήσει.  ‐Αληθώς Ανέστη! απάντησε ο Νεχλιούντοφ και την φίλησε.  Κοίταξε την Κατιούσα. Αυτή κοκκίνισε και την ίδια στιγμή τον πλησίασε.  ‐Χριστός Ανέστη, Ντμίτρι Ιβάνοβιτς!  ‐Αληθώς  Ανέστη,  είπε  αυτός.  Φιλήθηκαν  δύο  φορές  και  μετά  σταμάτησαν  σαν  να  ήθελαν  ν'  αποφασίσουν αν χρειάζεται να φιληθούν και τρίτη, και σαν αποφάσισαν πως χρειάζεται, φιλήθηκαν  και τρίτη φορά χαμογελώντας.  ‐Δε θα πάτε στον παπά; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Όχι, Ντμίτρι Ιβάνοβιτς, θα καθίσουμε εδώ, απάντησε η Κατιούσα ανασαίνοντας βαριά, μ' όλο της  το στήθος, σα να' χε μόλις καταφέρει να πετύχει κάτι που της άρεσε και τον κοίταξε κατάματα με τα  υπάκουα αθώα, γεμάτα αγάπη, λίγο αλλήθωρα μάτια της.  Στον έρωτα ανάμεσα σε μια γυναίκα και έναν άνδρα υπάρχει πάντα μια στιγμή που τα αισθήματα  φθάνουν  στ'  αποκορύφωμά  τους,  όταν  δεν  υπακούουν  πλέον  στη  συνείδηση,  στη  λογική,  όταν  απογειώνονται  από  τον  κόσμο  των  συνηθισμένων  παραστάσεων.  Αυτή  η  στιγμή  ήταν  για  τον  Νεχλιούντοφ η λαμπρή νύχτα της Ανάστασης. Και τώρα, καθώς αναθυμόταν την Κατιούσα όλες οι  άλλες  στιγμές  έσβηναν  μπροστά  στην  ανάμνηση  εκείνης  της  νύχτας:  τα  λαμπερά,  ίσια  μαλλιά,  το  λευκό  πλισαρισμένο  φουστανάκι  που  αγκάλιαζε  αθώα  τη  λυγερή  της  μέση  και  το  μικρό  στητό  στήθος, η κοκκινάδα κι εκείνα τα τρυφερά, λίγο αλλήθωρα κι απ' την αϋπνία ακόμη πιο γυαλιστερά  μαύρα  της  μάτια...  Σ'  όλο  της  το  είναι  κυριαρχούσε  η  άσπιλη  παρθενική  της  αγάπη  όχι  μόνο  γι'  αυτόν ‐το ήξερε‐ μια αγάπη για όλα όσα και όσους υπάρχουν στο κόσμο και όχι μόνο για τα ωραία,  αλλά ακόμα και για κείνο τον ζητιάνο που είχε φιλήσει.  Ήξερε ότι μέσα της υπήρχε αυτή η αγάπη, γιατί εκείνη τη νύχτα κι εκείνο το χάραμα την είχε νιώσει  κι αυτός. Τώρα συνειδητοποιούσε πως χάρη σ' αυτήν την αγάπη γινόταν ένα μ' εκείνη.  Αχ, ας μπορούσαν όλα να σταματήσουν στο ρίγος εκείνης της νυχτιάς! «Ναι, όλα αυτά τα φοβερά  συνέβηκαν  μετά  από  εκείνη  τη  νύχτα  της  Ανάστασης!»,  συλλογιζόταν  τώρα  καθισμένος  κοντά  στο  παράθυρο στην αίθουσα των ενόρκων. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVI  ΕΠΙΣΤΡΕΦΟΝΤΑΣ απ' την εκκλησία, ο Νεχλιούντοφ τσούγκρισε το πασχαλινό αβγό με τις θείες του  και για να πάρει δυνάμεις ήπιε βότκα και κρασί, μια συνήθεια που είχε αποκτήσει στο στρατό∙ μετά  ανέβηκε στο δωμάτιό του όπου τον πήρε αμέσως ο ύπνος, έτσι όπως ήταν ντυμένος. Τον ξύπνησαν  οι χτύποι στην πόρτα. Από το χτύπημα κατάλαβε πως ήταν εκείνη. Σηκώθηκε, έτριψε τα μάτια του  και τεντώθηκε.  ‐Εσύ είσαι Κατιούσα; Πέρασε, είπε, καθώς σηκωνόταν.  Εκείνη μισάνοιξε την πόρτα.  ‐Σας φωνάζουν να φάτε.  Φορούσε το ίδιο άσπρο φόρεμα, μόνο που δεν είχε το φιόγκο στα μαλλιά. Τον κοίταξε στα μάτια κι  έλαμπε ολόκληρη, λες και του έφερε κάποιο ασυνήθιστα χαρμόσυνο νέο.  ‐Έρχομαι αμέσως, απάντησε κι άρπαξε τη χτένα να χτενίσει τα μαλλιά του.  Η  Κατιούσα  κοντοστάθηκε  ένα  παραπανίσιο  λεπτό.  Αυτός  το  πρόσεξε,  πέταξε  τη  χτένα  και  την  πλησίασε. Εκείνη όμως την ίδια στιγμή γύρισε γρήγορα κι έφυγε αλαφροπατώντας στο πολύχρωμο  χαλί του διαδρόμου.  «Τι βλάκας που είμαι ‐ τα έβαλε με τον εαυτό του ο Νεχλιούντοφ‐ γιατί δεν την κράτησα;»  Και τρέχοντας, την πρόφθασε στο διάδρομο.  Ούτε ο ίδιος ήξερε τι ήθελε απ' αυτή. Του φάνηκε, όμως, ότι όταν μπήκε στο δωμάτιό του έπρεπε να  κάνει αυτό που όλοι κάνουν συνήθως σ' αυτές τις περιπτώσεις, κι αυτός δεν το έκανε.  ‐Κατιούσα, σταμάτα, της φώναξε.  Εκείνη κοίταξε πίσω της.  ‐Τι θέλετε; ρώτησε και βράδυνε το βήμα της.  ‐Τίποτα, μόνο που...  Και  πιέζοντας  τον  εαυτό  του,  αφού  θυμόταν  πώς  φέρονται  σ'  αυτές  τις  περιπτώσεις  όλοι  όσοι  βρίσκονται στη θέση του, αγκάλιασε την Κατιούσα από τη μέση.  Εκείνη σταμάτησε και τον κοίταξε στα μάτια.  ‐Δεν πρέπει, Ντμίτρι Ιβάνοβιτς, δεν πρέπει, του είπε κοκκινίζοντας με δάκρυα στα μάτια και με το  τραχύ δυνατό της χέρι τράβηξε τα χέρια του από τη μέση της.  Ο  Νεχλιούντοφ  την  άφησε  και  για  μια  στιγμή  δεν  ένιωσε  μόνο  αμηχανία  και  ντροπή,  αλλά  και  σιχαμάρα για λογαριασμό του. Θα έπρεπε να πιστέψει στον εαυτό του, μα δεν κατάλαβε πως αυτή  η  αμηχανία  και  η  ντροπή  ήταν  τα  πιο  αγνά  αισθήματα  της  ψυχής  του  που  κατάφεραν  και  βγήκαν  στην  επιφάνεια,  αντίθετα,  πίστεψε  ότι  όλα  τούτα  ήταν  ανοησίες  και  έπρεπε  να  κάνει  αυτό  που  Digitized by 10uk1s 


κάνουν όλοι.  Την  ξανάφθασε,  την  αγκάλιασε  γι'  άλλη  μια  φορά  και  την  φίλησε  στο  λαιμό.  Το  φιλί  αυτό  δεν  έμοιαζε  καθόλου  με  τα  δύο  πρώτα:  το  αθώο  κι  ασυναίσθητο  πίσω  απ'  τις  πασχαλιές  και  τα  άλλο  σήμερα το πρωί στην εκκλησία. Αυτό ήταν ένα φιλί παθιασμένο, και το 'νιωσε κι εκείνη.  ‐Τι  'ναι  αυτό  που  κάνετε;  ‐του  φώναξε  και  η  φωνή  της  είχε  μια  τέτοια  αγωνία  σαν  να  'χε  εκείνος  καταστρέψει μια για πάντα κάτι. Έφυγε από κοντά του τρέχοντας στο διάδρομο.  Μπήκε  στην  τραπεζαρία.  Οι  θείες  του  ήταν  ντυμένες  επίσημα,  ο  γιατρός  κι  η  γειτόνισσα  είχαν  κιόλας  αρχίσει  να  τρώνε  τα  ορεκτικά.  Η  σκηνή  ήταν  οικεία,  οικογενειακή,  μα  στην  ψυχή  του  Νεχλιούντοφ  είχε  ξεσπάσει  θύελλα.  Δεν  επικοινωνούσε  με  τους  γύρω,  δεν  άκουγε  αυτά  που  του  έλεγαν,  απαντούσε  λέγοντας  άλλ'  αντ'  άλλων  και  σκεφτόταν  μόνο  την  Κατιούσα,  θυμόταν  την  αίσθηση  αυτού  του  τελευταίου  φιλιού,  όταν  την  πρόφθασε  στο  διάδρομο.  Δεν  μπορούσε  να  σκεφτεί τίποτ' άλλο. Όταν εκείνη έμπαινε στο δωμάτιο, αυτός, χωρίς να την κοιτάζει ένιωθε μ' όλο  του το είναι την παρουσία της κι έπρεπε να πιέζει πολύ τον εαυτό του για να μην γυρίσει προς το  μέρος της.  Μετά το γεύμα αποτραβήχτηκε στο δωμάτιό του. Ξαναμμένος όπως ήταν, άρχισε να πηγαινοέρχεται  πέρα δώθε, προσέχοντας κάθε ήχο που ακουγόταν μέσα στο σπίτι με την ελπίδα ότι θ' ακούσει τα  βήματά της. Το κτήνος που ζούσε μέσα του δεν είχε μόνο σηκώσει κεφάλι, είχε κιόλας ποδοπατήσει  τον πνευματικο άνθρωπο που 'χε φανερωθεί στην ψυχή του στην πρώτη του επίσκεψη και σήμερα  το  πρωί  στην  εκκλησία∙  κι  αυτό  το  φοβερό  κτήνος  εξουσίαζε  τώρα  την  ψυχή  του.  Αν  και  της  είχε  στήσει καρτέρι, εκείνη την ημέρα δεν κατάφερε ούτε μια φορά να την συναντήσει. Μάλλον εκείνη  τον απόφευγε. Τ' απόγευμα, όμως, έτυχε να πάει στο δωμάτιο που ήταν δίπλα από το δικό του. Ο  γιατρός  θα  έμενε  εκεί  τη  νύχτα  και  η  Κατιούσα  έπρεπε  να  στρώσει  το  κρεβάτι  του  επισκέπτη.  Ακούγοντας  τα  βήματά  της  ο  Νεχλιούντοφ  πήγε  στο  διπλανό  δωμάτιο,  προχωρώντας  σιγά  σιγά,  κρατώντας την ανάσα του, λες κι είχε σκοπό να κάνει κάποιο έγκλημα.  Εκείνη τον κοίταξε, έχοντας τα χέρια της χωμένα μέσα σε μια καθαρή μαξιλαροθήκη και, κρατώντας  από  τις  γωνίες  το  μαξιλάρι,  του  χαμογέλασε,  όμως  δεν  ήταν  αυτό  το  χαρούμενο  κι  ανέμελο  χαμόγελό  της,  όπως  παλιά.  Αυτή  τη  φορά  ήταν  ένα  λυπημένο  και  φοβισμένο  χαμόγελο  που  του  έλεγε  ότι  αυτό  που  κάνει  είναι  απαίσιο.  Αυτός  για  μια  στιγμή  σταμάτησε.  Υπήρχε  ακόμα  μια  πιθανότητα  αντίστασης.  Μπορούσε  ακόμα  ν'  ακούσει,  αν  κι  αδύναμα,  τη  φωνή  της  πραγματικής  αγάπης  που  του  μιλούσε  για  κείνη,  για  τα  αισθήματά  της,  για  τη  ζωή  της.  Όμως  την  ίδια  στιγμή  άκουγε μια άλλη φωνή που του έλεγε: πρόσεξε γιατί θα χάσεις την ευχαρίστησή σου, την ευτυχία  σου. Κι η δεύτερη φωνή σκέπασε την πρώτη. Ο Νεχλιούντοφ πλησίασε αποφασιστικά προς το μέρος  της. Ένιωσε να τον κυριεύει αυτό το φοβερό ακατανίκητο κτηνώδες συναίσθημα.  Κρατώντας την σφιχτά στην αγκαλιά του για να μην του ξεφύγει, ο Νεχλιούντοφ την καθήλωσε στο  κρεβάτι και νιώθοντας πως είχε και κάτι άλλο να κάνει, κάθισε δίπλα της.  ‐Ντμίτρι  Ιβάνοβιτς,  αγαπημένε  μου,  σας  παρακαλώ,  αφήστε  με,  τον  ικέτευσε  με  παραπονιάρικη  φωνή.  ‐Έρχεται η Ματριόνα Πάβλοβνα!, φώναξε και του ξέφυγε. Πράγματι, κάποιος πλησίαζε την πόρτα.  ‐Τότε θα σου 'ρθω τη νύχτα, της ψιθύρισε ο Νεχλιούντοφ. ‐Μένεις μόνη σου, δεν είναι έτσι;  ‐Μα,  τι  λέτε  τώρα;  Σε  καμία  περίπτωση!  Δεν  πρέπει,  έλεγαν  τα  χείλη  της,  μα  η  ταραγμένη,  σαστισμένη της ψυχή έλεγε τελείως άλλα.  Digitized by 10uk1s 


Στην πόρτα φάνηκε πράγματι η Ματριόνα Πάβλοβνα. Μπήκε στο δωμάτιο κρατώντας μια κουβέρτα  στο χέρι. Κοίταξε επιτιμητικά τον Νεχλιούντοφ και μάλωσε την Κατιούσα επειδή δεν είχε πάρει την  σωστή κουβέρτα.  Ο Νεχλιούντοφ βγήκε από το δωμάτιο χωρίς να πει τίποτα.  Δεν ένιωθε ούτε καν ντροπή. Από την  έκφραση στο πρόσωπο της Ματριόνα Πάβλοβνα, κατάλαβε πως αποδοκίμαζε την πράξη του. Κι έτσι  ήταν∙ καταλαβαίνοντας αυτή της την  αποδοκιμασία ήξερε πως  αυτ��  που κάνει  είναι απαίσιο... μα  αυτό το ξέφρενο κτηνώδες συναίσθημα που ξεπήδησε απ' τον  παλιό του  έρωτα για την  Κατιούσα  κυριάρχησε πάνω του και τον εξουσίαζε χωρίς ν' αφήσει στην ψυχή του χώρο για οτιδήποτε άλλο.  Τώρα ήξερε τι έπρεπε να κάνει για να ικανοποιήσει την επιθυμία του κι έψαχνε να βρει τον τρόπο  για να το πετύχει.  Όλο το απόγευμα ήταν άλλος άνθρωπος: πότε πήγαινε στις θείες του, πότε κλεινόταν στο δωμάτιό  του  ή  έβγαινε  στη  βεράντα  με  μια  μόνο  σκέψη  στο  μυαλό  του,  πότε  θα  την  δει.  Μα  κι  αυτή  τον  απόφευγε, ενώ η Ματριόνα Πάβλοβνα προσπαθούσε να μη την χάσει απ' τα μάτια της. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVII  ΕΤΣΙ ΠΕΡΑΣΕ τ' απόγευμα κι έφθασε η νύχτα. Ο γιατρός πήγε να κοιμηθεί. Οι θείες του πλάγιασαν κι  αυτές.  Ο  Νεχλιούντοφ  ήξερε  ότι  η  Ματριόνα  Πάβλοβνα  βρίσκεται  τώρα  στη  κρεβατοκάμαρα  των  θείων του και ότι η Κατιούσα κοιμάται μόνη της στο δωμάτιο υπηρεσίας. Βγήκε πάλι στο ξώστεγο. Η  νύχτα ήταν σκοτεινή, υγρή και ζεστή, γύρω είχε πέσει καταχνιά, σημάδι πως τα χιόνια θα έλειωναν  όπου  να  'ναι  κι  η  άνοιξη  θα  ερχόταν  γρήγορα.  Απ'  το  ποτάμι  που  βρισκόταν  κάτω  απ'  το  ύψωμα  κοντά στο σπίτι έφθαναν μέχρι τ' αφτιά του κάτι περίεργοι θόρυβοι ‐ ήταν ο πάγος που έσπαγε.  Ο  Νεχλιούντοφ  κατέβηκε  από  τη  βεράντα  και  δρασκελώντας  τις  λακουβίτσες  με  τα  λασπόνερα,  γλιστρώντας  στο  παγωμένο  χιόνι,  πλησίασε  το  παράθυρο  της  Κατιούσα.  Η  καρδιά  του  χτυπούσε  τόσο δυνατά που την άκουγε ο ίδιος∙ η ανάσα του πότε κοβόταν, πότε έβγαινε από μέσα του σαν  βαθύς αναστεναγμός. Στο δωμάτιο υπηρεσίας έκαιγε μια μικρή λάμπα. Η Κατιούσα καθόταν μόνη  της στο τραπέζι χαμένη στις σκέψεις της κοιτάζοντας κάπου μπροστά της. Ο Νεχλιούντοφ έμεινε για  αρκετή ώρα ακίνητος. Ήθελε να μάθει τι θα κάνει τώρα που ήξερε πως κανείς δεν την βλέπει. Εκείνη  έμεινε ακίνητη ένα δυο λεπτά, μετά σήκωσε τα μάτια της, χαμογέλασε, κούνησε το κεφάλι της σαν  να μάλωνε για κάτι τον εαυτό της, κι άλλαξε θέση. Έβαλε με μια κίνηση και τα δυο της χέρια πάνω  στο τραπέζι, στυλώνοντας το βλέμμα της μπροστά.  Εκείνος στεκόταν, την κοιτούσε κι άκουγε, χωρίς να το θέλει, μαζί με τους χτύπους της καρδιάς του,  τους  περίεργους  θορύβους  που  έφθαναν  από  το  ποτάμι.  Εκεί  κάτω  στο  ποτάμι,  μέσ'  στην  ομίχλη  συντελούνταν  αργά  ένα  αέναο  μυστήριο:  οι  λεπτοί  πάγοι  που  θρασομανούσαν,  έτριζαν,  διαλύονταν, ράγιζαν σαν γυαλί.  Στεκόταν  και  κοιτούσε  το  σκεφτικό  πρόσωπο  της  Κατιούσα  που  τυραννιόταν  από  την  σύγκρουση  που γινόταν μέσα της και τη λυπήθηκε. Μα, τι παράξενο... αυτή η λύπη δυνάμωνε το πάθος του γι'  αυτήν!  Το πάθος τον είχε κυριεύσει.  Χτύπησε το παράθυρο. Η Κατιούσα τινάχτηκε σα να την χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα και στο πρόσωπό  της καθρεφτίστηκε ο φόβος. Πετάχτηκε πάνω, πλησίασε το παράθυρο και κόλλησε το πρόσωπό της,  στο τζάμι. Η έκφραση του τρόμου δεν άφησε το πρόσωπό της ακόμα κι όταν σήκωσε τα χέρια στο  πρόσωπό της για να βλέπει καλύτερα μέσ' απ' το τζάμι, και τον αναγνώρισε. Το πρόσωπό της ήταν  ασυνήθιστα  σοβαρό,  ποτέ  δεν  το  'χε  δει  έτσι  ο  Νεχλιούντοφ.  Του  χαμογέλασε  μόνο  όταν  χαμογέλασε  εκείνος∙  χαμογέλασε  σαν  να  υποτασσόταν  σ'  αυτόν,  όμως  στην  ψυχή  της  δεν  υπήρχε  χαμόγελο, υπήρχε ο τρόμος. Της έκανε νόημα με το χέρι του να βγει στην αυλή. Εκείνη κούνησε το  κεφάλι της δείχνοντας ότι δεν πρόκειται να βγει κι έμεινε εκεί ακίνητη στο παράθυρο. Κόλλησε για  άλλη μια φορά το πρόσωπό του στο παράθυρο κι ήταν έτοιμος να της φωνάξει να βγει έξω, αλλά  την  ίδια  στιγμή  εκείνη  στράφηκε  προς  την  πόρτα  ‐  απ'  ό,τι  φαίνεται  κάποιος  την  φώναζε.  Ο  Νεχλιούντοφ απομακρύνθηκε απ' το παράθυρο. Η καταχνιά ήταν τόσο πυκνή που αν και ξεμάκρυνε  πέντε μόλις βήματα, το σπίτι δε φαινόταν, ξεχώριζε μόνο ένας μαύρος όγκος και το κόκκινο φως της  λάμπας που φαινόταν τεράστιο. Κάτω στο ποτάμι συνεχιζόταν το θρασομάνι, το τρίξιμο, το ράγισμα  κι  οι  χλαπαταγές  των  πάγων.  Μέσα  στην  αντάρα  της  νύχτας  λάλησε,  κάπου  εκεί  κοντά,  ένας  κόκορας κι αμέσως αντίλαλοι ξεχύθηκαν πέρα στο χωριό απ' άλλα κοκόρια που άρχισαν να λαλούν  το ένα μετά το άλλο συντονίζοντας το τραγούδι τους. Όλα γύρω ήταν τελείως ήσυχα εκτός από το  ποτάμι που βοούσε. Σε λίγο τα κοκόρια λαλούσαν το δεύτερο τραγούδι τους.  Αφού πήγε κι ήρθε δυο φορές μέχρι τη γωνία του σπιτιού, μουσκεύοντας αρκετές φορές τα πόδια  του  στις  λιμνούλες,  ο  Νεχλιούντοφ  πλησίασε  για  άλλη  μια  φορά  το  παράθυρο  της  κάμαρας.  Η  λάμπα έκαιγε ακόμα, η Κατιούσα καθόταν πάλι μόνη της στο τραπέζι και φαινόταν αναποφάσιστη.  Digitized by 10uk1s 


Μόλις  πλησίασε  το  παράθυρο,  τον  κοίταξε.  Χτύπησε  το  τζάμι.  Εκείνη  χωρίς  να  κοιτάξει  ποιος  χτύπησε, βγήκε τρέχοντας από την κάμαρα κι ο Νεχλιούντοφ άκουσε την εξώπορτα ν' ανοίγει και να  τρίζει.  Την  περίμενε  κιόλας  στην  εμπατή  και  την  αγκάλιασε  αμέσως  χωρίς  να  πει  λέξη.  Σφίχτηκε  επάνω  του,  σήκωσε  το  κεφάλι  της  κι  ανταποκρίθηκε  στο  φιλί  του.  Στέκονταν  σ'  ένα  στεγνό  μέρος  στην  άκρη  της  εμπατής.  Ο  Νεχλιούντοφ  είχε  πλημμυρίσει  από  μια  βασανιστική,  ανικανοποίητη  επιθυμία. Η εξώπορτα πάλι έτριξε κι ακούστηκε η θυμωμένη φωνή της Ματριόνα Παβλοβνα:  ‐ Κατιούσα!  Ξέφυγε  απ'  την  αγκαλιά  του  κι  έτρεξε  πίσω  στην  κάμαρα.  Ο  Νεχλιούντοφ  άκουσε  το  σύρτη  στην  πόρτα. Ύστερα απλώθηκε σιωπή, το κόκκινο μάτι της λάμπας στο παράθυρο βασίλεψε, έμεινε μόνο  η καταχνιά και το μουγκρητό του ποταμιού.  Ο Νεχλιούντοφ πλησίασε το παράθυρο, μα δεν είδε κανέναν. Χτύπησε και κανείς δεν του απάντησε.  Γύρισε  στο  σπίτι  από  την  μπροστινή  πόρτα,  μα  δεν  τον  πήρε  ο  ύπνος.  Έβγαλε  τις  μπότες  του  και  ξυπόλητος  βγήκε  στο  διάδρομο  για  να  φθάσει  μέχρι  την  πόρτα  της,  δίπλα  απ'  το  δωμάτιο  της  Ματριόνα Πάβλοβνα. Στην αρχή άκουσε το ήρεμο ροχαλητό της κι ήθελε να μπει στο δωμάτιο της  Κατιούσα,  μα  ξαφνικά  η  Ματριόνα  Πάβλοβνα  άρχισε  να  βήχει  και  στριφογύρισε  κάνοντας  το  κρεβάτι να τρίξει. Πάγωσε κι έμεινε στη θέση του περίπου πέντε λεπτά. Όταν όλα πάλι ησύχασαν κι  ακούστηκε ξανά το ήρεμο ροχαλητό, προχώρησε προς την πόρτα της, προσπαθώντας να πατάει σε  σανίδες που δεν έτριζαν. Γύρω απλωνόταν σιωπή. Εκείνη μάλλον δεν κοιμόταν, γιατί η ανάσα της  ούτε  που  ακουγόταν.  Μόλις  όμως  εκείνος  ψιθύρισε  «Κατιούσα»,  πετάχτηκε,  πλησίασε  την  πόρτα  και θυμωμένη, όπως του φάνηκε, άρχισε να τον παρακαλεί να φύγει.  ‐ Τι 'ναι αυτά τα πράγματα; Είναι ποτέ δυνατόν; Θα μας ακούσουν οι θείτσες σας, ψέλλιζαν τα χείλη  της, μα όλο της το είναι του φώναζε: «Είμαι όλη δική σου».  Κι αυτό μόνο καταλάβαινε ο Νεχλιούντοφ.  ‐ Άνοιξε για ένα μόνο λεπτό. Σε ικετεύω, της έλεγε κι ήταν τα λόγια του χωρίς νόημα.  Η Κατιούσα για μια στιγμή σώπασε. Ύστερα ακούστηκε ο θόρυβος του χεριού που έψαχνε να βρει το  σύρτη, μετά ο σύρτης έτριξε κι εκείνος όρμησε στην ανοιχτή πόρτα.  Την  άρπαξε  έτσι  όπως  ήταν,  με  το  άκομψο,  λιτό  της  νυχτικό  που  της  άφηνε  γυμνά  τα  χέρια,  την  σήκωσε και την έβγαλε απ' το δωμάτιο.  ‐ Αχ! Μα τι κάνετε; ψιθύρισε η Κατιούσα.  Δεν έδωσε σημασία στα λόγια της και την έμπασε στο δωμάτιό του.  ‐Αχ, όχι, αφήστε με, έλεγε κι όλο σφιγγόταν επάνω του...  Όταν  έφυγε  από  κοντά  του,  τρέμοντας,  βουβή,  χωρίς  να  απαντά  σ'  αυτά  που  της  έλεγε,  ο  Νεχλιούντοφ βγήκε στη βεράντα προσπαθώντας να καταλάβει το νόημα όσων έγιναν.  Στην αυλή η μέρα άρχισε να φεγγίζει, κάτω στο ποτάμι το τρίξιμο, η χλαπαταγή και το θρασομάνι  των πάγων δυνάμωνε και σ' αυτό το βουητό ήρθε να προστεθεί το κελάρυσμα του νερού. Η ομίχλη  άρχισε  να  κατακάθεται  και  πίσω  απ'  τον  πυκνό  της  πέπλο  ξεπρόβαλε  δειλά  ένα  λευκό  λειψό  φεγγάρι στον ουρανό που φώτιζε αμυδρά κάτι ζοφερό κι απαίσιο... 

Digitized by 10uk1s 


«Τι  να  'ναι  άραγε  από  που  μου  συνέβη;  Να  'ναι  μήπως  μεγάλη  ευτυχία  ή  μεγάλη  δυστυχία;»  μονολογούσε ο Νεχλιούντοφ. «Πάντα το ίδιο κάνουν όλοι, τίποτα δεν αλλάζει», βαριαναστέναξε και  πήγε να κοιμηθεί. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XVIII  ΤΗΝ  ΑΛΛΗ  μέρα  έφθασε  στ'  αρχοντικό  ο  φίλος  του  Νεχλιούντοφ,  ο  γοητευτικός  και  εύθυμος  Σενμπόκ, που με την ευγένεια, την κομψότητα, τη γενναιοδωρία του, καθώς και την αγάπη του για  τον Ντμίτρι μάγεψε τις θείες. Η γενναιοδωρία του, αν και γοήτευε πάρα πολύ τις θείες, τις έκανε,  ωστόσο,  να  απορούν.  Στους  φτωχούς  τυφλούς  ζητιάνους  που  πέρασαν  από  το  σπίτι  έδωσε  ένα  ολόκληρο  ρούβλι,  στους  υπηρέτες  μοίρασε  πουρμπουάρ  δεκαπέντε  ρούβλια,  κι  όταν  τον  παρεκάλεσαν να δέσει το πόδι της Σιουζέτκα, μιας σκυλίτσας κανίς της Σόφια Πάβλοβνα, που το 'χε  γρατσουνίσει κι έτρεχε αίμα, χωρί�� να το πολυσκεφτεί έσκισε το μπατιστένιο του κεντητό μαντήλι (η  Σόφια  Πάβλοβνα  ήξερε  πως  αυτά  τα  μαντήλια  κοστίζουν  τουλάχιστον  δεκαπέντε  ρούβλια  η  ντουζίνα) κι έφτιαξε επίδεσμο για τη Σιουζέτκα. Οι θείες του Νεχλιούντοφ δεν είχαν γνωρίσει ποτέ  στη  ζωή  τους  τέτοιους  ανθρώπους,  και  κανείς  δεν  τους  είχε  πει  ότι  ο  Σενμπόκ  είχε  ένα  χρέος  διακόσιες χιλιάδες που δεν επρόκειτο ποτέ ‐ το 'ξερε αυτός ο ίδιος ‐ να πληρώσει. Γι' αυτό, λοιπόν,  είκοσι πέντε ρούβλια λιγότερα ή περισσότερα δεν είχαν πλέον καμία αξία.  Ο Σενμπόκ έμεινε μια μέρα και την επόμενη νύχτα έφυγε μαζί με τον Νεχλιούντοφ. Δεν μπορούσαν  και  να  μείνουν  παραπάνω  γιατί  είχαν  εξαντληθεί  όλα  τα  χρονικά  περιθώρια  και  έπρεπε  να  παρουσιαστούν στο σύνταγμά τους.  Εκείνη  την  τελευταία  μέρα  που  πέρασε  στις  θείες  του,  όταν  ήταν  ακόμη  νωπές  οι  αναμνήσεις  της  νύχτας,  στην  ψυχή  του  Νεχλιούντοφ  είχαν  φουντώσει  κι  αντιμάχονταν  δύο  συναισθήματα:  απ'  τη  μια, οι φλογερές, παθιασμένες αναμνήσεις του κτηνώδους έρωτα (που κάθε άλλο παρά του έδωσε  αυτά που υποσχόταν) και η ικανοποίηση πως πέτυχε το σκοπό του και, απ' την άλλη, η επίγνωση ότι  είχε πράξει κάτι το αποτρόπαιο κι έπρεπε να επανορθώσει, μα όχι γι' αυτήν την ίδια την Κατιούσα,  αλλά για το προσωπικό του συμφέρον.  Σ'  αυτή  την  κατάσταση  του  παρανοϊκού  εγωισμού  που  βρισκόταν  ο  Νεχλιούντοφ  σκεφτόταν  μόνο  τον  εαυτό  του,  σκεφτόταν  αν  θα  τον  κατακρίνουν  και  σε  ποιο  βαθμό,  στην  περίπτωση  που  μαθευόταν ο τρόπος που της φέρθηκε, και όχι το τι νιώθει εκείνη και το τι θ' απογίνει.  Σκεφτόταν  πως  ο  Σενμπόκ  μάντευε  τις  σχέσεις  του  με  την  Κατιούσα  κι  αυτό  ικανοποιούσε  τον  εγωισμό του.  ‐ Τώρα εξηγείται γιατί ξαφνικά αγάπησες τις θείες σου, είπε ο Σενμπόκ μόλις γνώρισε την Κατιούσα,  ‐και ζεις ολόκληρη εβδομάδα μαζί τους. Κι εγώ στη θέση σου δε θα 'φευγα. Είναι χάρμα η μικρή!  Σκεφτόταν  ακόμα  πως  αν  και  ήταν  κρίμα  που  έφευγε  τώρα,  χωρίς  να  γευτεί  όλες  τις  γλύκες  του  έρωτα μαζί της, το ότι ήταν υποχρεωμένος ν' αναχωρήσει θα 'ταν για το συμφέρον του, γιατί μ' αυτό  τον τρόπο θα έβρισκε πρόφαση να διακόψει αμέσως τις σχέσεις που διαφορετικά ήταν δύσκολο να  διατηρήσει. Σκεφτόταν ακόμα ότι έπρεπε να της δώσει χρήματα, όχι γι' αυτήν ούτε επειδή αυτά τα  χρήματα  μπορεί  να  της  ήταν  απαραίτητα,  αλλά  γιατί  έτσι  κάνουν  πάντα,  και  κανείς  δεν  θα  τον  θεωρούσε  τίμιο  αν  δεν  την  πλήρωνε,  αφού  την  είχε  κάνει  δική  του.  Έτσι,  της  ετοίμασε  ένα  ποσό,  τόσο όσο έκρινε πως ταίριαζε στο όνομά του και στη θέση της.  Την ημέρα της αναχώρησής του, την περίμενε στην εμπατή μετά το γεύμα. Εκείνη κοκκίνισε μόλις  τον  είδε  και  προσπάθησε  να  τον  αποφύγει,  δείχνοντας  με  το  βλέμμα  της  την  ανοιχτή  πόρτα  της  κάμαρας, μα εκείνος τη συγκράτησε.  ‐Θα  ήθελα  να  σας  αποχαιρετήσω,  είπε  τσαλακώνοντας  στα  χέρια  του  ένα  φάκελο  μ'ένα  εκατόρουβλο μέσα. ‐ Να... εγώ... 

Digitized by 10uk1s 


Αυτή κατάλαβε, σκυθρώπιασε, κούνησε το κεφάλι της κι έσπρωξε μακριά το χέρι του.  ‐  Όχι,  πάρ'  το  μουρμούρισε  και  της  έχωσε  το  φάκελο  στον  κόρφο  της.  Η  όψη  του  έμοιαζε  σαν  αστραποκαμένη, έκανε ένα μορφασμό, αναστέναξε κι έτρεξε στο δωμάτιό του.  Για πολλήν ώρα μετά από αυτό στριφογύριζε στην κάμαρά του, μόρφαζε, αναπηδούσε, αναστέναζε  δυνατά λες και πονούσε σαν θυμόταν αυτή τη σκηνή.  «Μα τι μπορούσα να κάνω; Το ίδιο συμβαίνει πάντα. Έτσι έγινε και με τον Σενμπόκ και μ' αυτή την  γκουβερνάντα που μας έλεγε, το ίδιο έγινε και με τον θείο Γκρίσα, το ίδιο και με τον πατέρα τότε  που  ζούσε  στο  χωριό  κι  η  χωριάτισσα  που  'χε  σχέσεις  μαζί  της  γέννησε  αυτό  το  μπάσταρδο,  τον  Μίτενκα  που  ζει  ακόμα.  Κι  αν  όλοι  κάνουν  έτσι,  σημαίνει  πως  έτσι  πρέπει».  Μ'  αυτές  τις  σκέψεις  προσπαθούσε  μάταια  να  καθησυχάσει  τον  εαυτό  του.  Η  ανάμνηση  αυτή  του  έκαιγε  τα  φυλλοκάρδια.  Στα μύχια της ψυχής του ήξερε ότι φέρθηκε απαίσια, πρόστυχα, απάνθρωπα, ήξερε, ότι έχοντας στη  συνείδησή  του  το  βάρος  αυτής  της  πράξης,  δεν  είχε  ο  ίδιος  το  δικαίωμα  όχι  μόνο  να  κρίνει  τους  άλλους,  αλλά  και  να  κοιτάξει  τους  ανθρώπους  κατάματα,  πόσο  μάλλον  να  θεωρεί  τον  εαυτό  του  έναν υπέροχο, ευγενικό και μεγαλόψυχο νέο, όπως συνέβαινε στην πραγματικότητα. Κι έπρεπε να  θεωρεί τον εαυτό του τέτοιον άνθρωπο, για να μπορέσει να συνεχίσει να ζει με ζωντάνια και κέφι.  Μα για να συμβεί αυτό, υπήρχε μόνο ένας τρόπος: να μην το σκέφτεται.  Κι αυτό έκανε.  Τον βοήθησε κι η καινούρια ζωή που άρχιζε ‐ νέοι τόποι, νέοι φίλοι, ο πόλεμος... Κι όσο περνούσε ο  καιρός τόσο περισσότερο ξεχνούσε και στο τέλος το ξέχασε τελείως.  Μόνο μια φορά, όταν πέρασε από τις θείες του μετά το τέλος του πολέμου, με την ελπίδα να την  συναντήσει,  κι  έμαθε  ότι  η  Κατιούσα  δε  ζούσε  πια  στο  σπίτι  τους,  ότι  είχε  εγκαταλείψει  το  αρχοντικό λίγο μετά την αναχώρησή του, κάπου γέννησε και, όπως είχαν ακούσει οι θείες του, είχε  χαλάσει τελείως ‐ τότε είχε νιώσει ένα σφίξιμο στην καρδιά. Το παιδί που είχε γεννήσει μπορούσε  να ήταν δικό του, ταίριαζε ο χρόνος, μα δεν ήταν απόλυτα βέβαιος. Οι θείες του του είπαν πως είχε  πάρει το στραβό δρόμο, ότι ήταν μια διεφθαρμένη, ίδια η μάνα της. Τον βόλευε αυτή η κρίση των  θείων του, γιατί κατά κάποιο τρόπο τον δικαίωνε.  Πάντως,  στην αρχή  ήθελε να ψάξει να βρει την  Κατιούσα  και  το  παιδί  της,  μα,  μετά,  ακριβώς  επειδή  στο  βάθος  της  ψυχής  του  πονούσε  και  ντρεπόταν  μόλις  ξανάφερε  στη  μνήμη  του  τα  όσα  συνέβησαν,  παράτησε  τις  αναζητήσεις,  ξέχασε  ακόμα περισσότερο την αμαρτία του και έπαψε να τη σκέφτεται.  Να, όμως, που αυτή η εκπληκτική σύμπτωση του τα θύμισε πάλι όλα και απαιτούσε απ' αυτόν να  ομολογήσει  ότι  ήταν  άκαρδος,  σκληρός,  ένας  παλιάνθρωπος,  γιατί  μόνο  έτσι  κατάφερε  να  ζήσει  ήσυχα αυτά τα δέκα χρόνια έχοντας το κρίμα μιας τέτοιας αμαρτίας στην ψυχή του. Προς το παρόν,  όμως, ο Νεχλιούντοφ ήταν ανίκανος να παραδεχθεί την ατιμία του. Το μόνο που τον ένοιαζε τώρα  ήταν να μη μαθευτούν τα όσα έγιναν και τον ντροπιάσουν μπροστά σ' όλους εκείνη κι ο δικηγόρος  της. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XIX  Σ  ΑΥΤΗ  ΤΗΝ  ψυχική  κατάσταση  βρισκόταν  ο  Νεχλιούντοφ,  όταν  βγήκε  από  την  αίθουσα  του  δικαστηρίου  και  πέρασε  στην  αίθουσα  των  ενόρκων.  Καθόταν  κοντά  στο  παράθυρο  ακούγοντας  τους άλλους να κουβεντιάζουν γύρω του και κάπνιζε απανωτά τσιγάρα.  Ο  εύθυμος  έμπορος  μακάριζε  μ'  όλη  του  την  ψυχή  τον  Σμελκόφ  για  το  τελευταίο  γλέντι  που  είχε  γευτεί στη ζωή του.  ‐ Αδερφέ μου, αυτό ήταν γλέντι, έτσι διασκεδάζουν στη Σιβηρία. Βλάκας πάντως δεν ήταν, είδες τι  κορίτσι διάλεξε.  Ο  επικεφαλής  των  ενόρκων  έκανε  την  υπόθεση  ότι  το  κλειδί  βρισκόταν  στη  νεκροψία.  Ο  Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς  έλεγε  αστεία  με  τον  Εβραίο  υπάλληλο  και  γέλαγαν  δυνατά.  Ο  Νεχλιούντοφ  απαντούσε  μονολεκτικά  στις  ερωτήσεις  που  του  έκαναν  και  επιθυμούσε  μονάχα  ένα  πράγμα  ‐  να  τον αφήσουν ήσυχο.  Όταν ο κλητήρας του δικαστηρίου με το λοξό βήμα κάλεσε πάλι τους ενόρκους να περάσουν στην  αίθουσα ο Νεχλιούντοφ ένιωσε φόβο, λες και δεν ήταν αυτός που πήγαινε να δικάσει αλλά ήταν ο  ίδιος κατηγορούμενος. Στα βάθη της ψυχής του ένιωθε ήδη τον εαυτό του παλιάνθρωπο και πως θα  'πρεπε να νιώθει τύψεις, όταν κοιτούσε τους άλλους στα μάτια, όμως, επειδή έτσι είχε συνηθίσει,  ανέβηκε  με  σίγουρο  βήμα  στην  εξέδρα  και  κάθησε  στη  θέση  του,  δεύτερος  μετά  τον  επικεφαλής,  βάζοντας το ένα πόδι πάνω στο άλλο και παίζοντας με τα πενς‐νε του.  Οι κατηγορούμενοι, που είχαν οδηγηθεί έξω από την αίθουσα όσο είχε διακοπεί η δίκη, κάθονταν  και πάλι στο εδώλιο.  Στην  αίθουσα  είχαν  εμφανιστεί  και  νέα  πρόσωπα,  οι  μάρτυρες.  Ο  Νεχλιούντοφ  παρατήρησε  ότι  η  Μάσλοβα κοιτούσε συνέχεια, σαν να μην μπορούσε να τραβήξει τα μάτια της, μια καλοντυμένη, με  μετάξια και βελούδα χοντρή ντάμα που φορούσε ένα ψηλό καπέλο μ' ένα μεγάλο φιόγκο, ενώ από  το γυμνό μέχρι τον αγκώνα χέρι της, κρεμόταν ένα κομψό τσαντάκι. Η ντάμα καθόταν στην πρώτη  σειρά μπροστά στο κιγκλίδωμα. Αυτή η μάρτυς, όπως έμαθε αργότερα, ήταν η «Μαντάμ» του οίκου  ανοχής που ζούσε η Μάσλοβα.  Άρχισε  η  εξέταση  των  μαρτύρων:  όνομα,  θρήσκευμα  κ.λπ.  Στη  συνέχεια  αφού  συμφωνήθηκε  ο  τρόπος  της  εξέτασης,  αν  θα  ορκίζονταν  οι  μάρτυρες  ή  όχι,  εμφανίστηκε  πάλι  εκείνος  ο  παπάς.  Σέρνοντας  με  κόπο  τα  πόδια  του,  διόρθωσε  την  θέση  του  χρυσού  του  σταυρού  πάνω  από  τα  μεταξωτά  του  ράσα  και,  με  την  ίδια  ηρεμία  και  σιγουριά  για  το  ότι  επιτελούσε  ένα  ωφέλιμο  και  σημαντικό  έργο,  όρκισε  τους  μάρτυρες  και  τον  ιατροδικαστή.  Όταν  τελείωσε  η  ορκωμοσία,  οι  μάρτυρες  οδηγήθηκαν  έξω  από  την  αίθουσα  εκτός  απ'  την  Μαντάμ  Κιτάεβα,  την  ματρόνα.  Την  ρώτησαν  τι  γνώριζε  για  την  υπόθεση.  Εκείνη  χαμογελώντας  υποκριτικά,  κουνώντας  σε  κάθε  της  φράση  το  κεφάλι  της  με  το  τεράστιο  καπέλο,  περιέγραψε  λεπτομερειακά  με  γερμανική  προφορά  όλα όσα ήξερε, χωρίς να κομπιάζει.  Πρώτα την επισκέφτηκε στον «οίκο» ο γνωστός μας υπάλληλος του ξενοδοχείου Σίμων ψάχνοντας  να  βρει  γυναίκα  για  τον  πλούσιο  έμπορο  από  τη  Σιβηρία.  Εκείνη  έστειλε  την  Λιουμπάσα,  την  Μάσλοβα. Σε λίγο η Λιουμπάσα επέστρεψε μαζί με τον έμπορο.  ‐Ο έμπορος ήταν κιόλας «φτιαγμένος», συνέχισε μ' ένα μισόγελο η Κιτάεβα. ‐Άρχισε όμως να πίνει  κι άλλο και να κερνάει τις κοπέλες. Αλλά επειδή είχαν σωθεί τα λεφτά, έστειλε στο δωμάτιό του την  Λιουμπάσα,  που  την  είχε  προτιμήσει  απ'  όλες  τις  άλλες,  είπε  η  ματρόνα  κοιτάζοντας  την  Digitized by 10uk1s 


κατηγορουμένη.  Στον Νεχλιούντοφ φάνηκε ότι η Μάσλοβα χαμογέλασε, όταν το άκουσε αυτό, και το χαμόγελό της  αυτό  του  φάνηκε  αηδιαστικό.  Μέσα  του  είχε  αρχίσει  να  νιώθει  ένα  συναίσθημα  απέχθειας,  ανάμικτο με συμπόνια.  ‐Ποια ήταν η γνώμη σας για την Μάσλοβα; ρώτησε δειλά κοκκινίζοντας ο συνήγορος της Μάσλοβα,  ένας ασκούμενος δικηγόρος που τον είχε διορίσει το δικαστήριο.  ‐  Πάρα  πολύ  καλή,  απάντησε  η  Κιτάεβα,  ήταν  ένα  κορίτσι|  μορφωμένο  και  πανέμορφο.  Είχε  εξαιρετική  αγωγή  από  μια  σπουδαία  οικογένεια  και  μπορούσε  να  διαβάζει  Γαλλικά.  Καμιά  φορά  έπινε περισσότερο από το κανονικό, μα ποτέ δεν είχε παραφερθεί. Πολύ καλό κορίτσι.  Η  Κατιούσα  κοιτούσε  την  «Μαντάμ»,  μα  ξαφνικά  έστρεψε  το  βλέμμα  της  στους  ενόρκους  και  σταμάτησε στον Νεχλιούντοφ. Το πρόσωπό της πήρε μια σοβαρή, βλοσυρή έκφραση, το ένα απ' τα  αγριωπά μάτια της έφευγε λοξά. Γι' αρκετή ώρα κάρφωσε το αλλόκοτο βλέμμα της επίμονα πάνω  στον Νεχλιούντοφ που, παρά το φόβο που τον είχε καθηλώσει, δεν μπορούσε με τίποτα ν' αποφύγει  εκείνα  τα  αλλοίθωρα  σπινθηροβόλα  μάτια.  Ο  Νεχλιούντοφ  θυμήθηκε  εκείνη  τη  φοβερή  νύχτα  με  τους πάγους που έσπαγαν, το πούσι και προπαντός εκείνο το αναποδογυρισμένο μισοφέγγαρο που  ανέτειλε λίγο πριν το χάραμα για να φωτίσει κάτι το ζοφερό κι αποτρόπαιο...  «Μ'  αναγνώρισε!»  σκέφτηκε  και  χώθηκε  πιο  βαθιά  στην  πολυθρόνα  του  σα  να  περίμενε  κάποιο  χτύπημα.  Μα,  όχι,  δεν  τον  είχε  αναγνωρίσει,  πήρε  τα  μάτια  της  από  πάνω  του,  έβγαλε  έναν  ανάλαφρο αναστεναγμό κι άρχισε πάλι να κοιτάει τον πρόεδρο. Ανάσανε κι ο Νεχλιούντοφ. «Αχ, να  προχωρούσαμε  πιο  γρήγορα»,  σκέφτηκε.  Αυτή  τη  στιγμή  ένιωθε  τα  ίδια  συναισθήματα  όπως  στο  κυνήγι,  όταν  χρειαζόταν  να  αποτελειώσει  ένα  πληγωμένο  πουλί:  και  αποστροφή,  και  λύπη,  και  αγανάκτηση. Το πληγωμένο πουλί σφαδάζει μέσα στο δισάκι του κυνηγού και το συναίσθημα είναι  απαίσιο, το λυπάσαι, θες να το αποτελειώσεις και να ξεχάσεις....  Αυτά τα ανάμικτα συναισθήματα ένιωθε ο Νεχλιούντοφ ακούγοντας τις καταθέσεις των μαρτύρων. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XX  ΜΑ,  ΛΕΣ  ΚΑΙ  γινόταν  επίτηδες,  η  υπόθεση  τραβούσε  σε  μάκρος.  Μετά  την  εξέταση  όλων  των  μαρτύρων  και  του  ιατροδικαστή  και  μετά  από  όλες  τις  ανούσιες  πομπώδεις  ερωτήσεις  του  αντιεισαγγελέα  και  των  συνηγόρων,  ο  πρόεδρος  πρότεινε  στους  ενόρκους  να  εξετάσουν  τα  πειστήρια  του  εγκλήματος:  ένα  τεράστιο  δαχτυλίδι  με  διαμάντι  για  πολύ  χοντρό  δείχτη  κι  ένα  φίλτρο που πάνω του είχαν βρεθεί ίχνη από δηλητήριο. Τα αντικείμενα αυτά ήταν σφραγισμένα και  πάνω τους είχαν κολληθεί ετικέτες.  Οι ένορκοι ετοιμάζονταν να εξετάσουν αυτά τα αντικείμενα όταν ο αντιεισαγγελέας σηκώθηκε και  απαίτησε πριν την εξέταση των πειστηρίων να διαβαστεί το πόρισμα του ιατροδικαστή.  Ο  πρόεδρος,  που  επιτάχυνε  την  υπόθεση  όσο  μπορούσε  πιο  γρήγορα  για  να  προλάβει  να  επισκεφτεί  την  Ελβετίδα  του,  αν  και  ήξερε  πολύ  καλά  ότι  η  ανάγνωση  αυτού  του  εγγράφου  δεν  μπορούσε  να  έχει  κανένα  άλλο  αποτέλεσμα  εκτός  από  την  ανία  και  την  καθυστέρηση  του  διαλείμματος για το γεύμα, και ότι ο αντιεισαγγελέας απαιτούσε αυτή την ανάγνωση μόνο και μόνο  επειδή είχε το δικαίωμα να την απαιτήσει, παρ' όλ' αυτά, δεν μπόρεσε να πει όχι και συμφώνησε. Ο  γραμματέας έβγαλε το έγγραφο κι άρχισε να διαβάζει μπερδεύοντας πάλι με τη βαρετή φωνή του  το ρ και το λ;  «Από την εξωτερική εξέταση του πτώματος συνάγεται ότι:  Πρώτον: το ύψος του Φεραπόντ Σμελκόφ ήταν δύο πήχεις10 και δώδεκα βερσόκ11».  ‐Σωστός γίγαντας, ψιθύρισε ανήσυχος στ' αφτί του Νεχλιούντοφ ο έμπορος.  «Δεύτερον: από την εξωτερική του εμφάνιση συνάγεται ότι ήταν σαράντα περίπου ετών.  Τρίτον: το πτώμα βρισκόταν σε τυμπανιαία κατάσταση.  Τέταρτον: το χρώμα της επιδερμίδας ήταν παντού πράσινο με διάσπαρτες μελανές κηλίδες.  Πέμπτον:  το  δέρμα  σ'  όλη  την  επιφάνεια  του  σώματος  ήταν  γεμάτο  φουσκάλες  διαφορετικού  μεγέθους, ενώ σε ορισμένα σημεία κρεμόταν σε λουρίδες.  Έκτον:  τα  μαλλιά,  σκούρου  καστανού  χρώματος,  πυκνά,  με  το  ελάχιστο  τράβηγμα  αποχωρίζονταν  από το δέρμα.  Έβδομον: Οι βολβοί των ματιών είχαν βγει από τις κόγχες και ο κερατοειδής χιτώνας ήταν θαμπός.  Όγδοο:  απ'  τη  μύτη,  τ'  αφτιά  και  τη  στοματική  κοιλότητα  κυλούσε  ιχωροειδές  αφρώδες  υγρό.  Το  στόμα ήταν μισάνοιχτο.  Ένατο: ο λαιμός σχεδόν δεν διακρινόταν εξαιτίας του τυμπανισμού του προσώπου και του στήθους»  κ.λπ., κ.λπ...  Στις τέσσερις σελίδες και στις είκοσι επτά παραγράφους περιγράφονταν μ' αυτό τον τρόπο όλες οι  λεπτομέρειες  της  εξωτερικής  εξέτασης  του  φοβερού,  τεράστιου,  χοντρού  και  φουσκωμένου,  σε  πλήρη αποσύνθεση πτώματος του γλεντζέ εμπόρου. Το συναίσθημα της ακαθόριστης αποστροφής  που ένιωθε ο Νεχλιούντοφ δυνάμωσε ακόμα περισσότερο με την ανάγνωση του πορίσματος. Η ζωή  Digitized by 10uk1s 


της  Κατιούσας,  και  το  πύον  που  έτρεχε  από  τα  ρουθούνια,  και  τα  μάτια  που  είχαν  βγει  από  τις  κόγχες τους, και ο τρόπος που της φέρθηκε ‐ όλα αυτά του φαίνονταν πράγματα που ανήκουν στην  ίδια κατηγορία, κι αυτός που ήταν περιτριγυρισμένος από αυτά αισθανόταν πως τον είχαν καταπιεί.  Όταν  επιτέλους  τελείωσε  η  ανάγνωση  της  ιατροδικαστικής  έκθεσης,  ο  πρόεδρος  σήκωσε  βαριεστημένα  το  κεφάλι  κι  αναστέναξε  βαθιά.  Όμως  την  ίδια  στιγμή  ο  γραμματέας  άρχισε  να  διαβάζει το ιστολογικό πόρισμα.  Ο  πρόεδρος  χαμήλωσε  πάλι  το  κεφάλι  του  στηρίζοντάς  το  με  τα  χέρια  του  κι  έκλεισε  τα  μάτια.  Ο  έμπορος που καθόταν δίπλα στον Νεχλιούντοφ με το ζόρι κρατιόταν να μην κοιμηθεί κουτουλώντας  πότε πότε, οι κατηγορούμενοι όπως και οι χωροφύλακες κάθονταν ακίνητοι.  «Κατά την ιστολογική εξέταση διαπιστώθηκε ότι:  Πρώτον:  το  δέρμα  του  κρανίου  αποχωριζόταν  εύκολα  από  τα  οστά,  αιματώματα  δεν  παρατηρήθηκαν πουθενά.  Δεύτερον: τα οστά του κρανίου ήταν μεσαίου πάχους και άθικτα.  Τρίτον: στον εξωτερικό φλοιό του εγκεφάλου υπήρχαν μικρά σημάδια μεγέθους τεσσάρων περίπου  ιντσών, το χρώμα του φλοιού ήταν θαμπό» κ.λπ., κ.λπ... άλλες τριάντα παράγραφοι.  Ακολουθούσαν  τα  ονόματα  των  μαρτύρων,  η  υπογραφή  και  το  πόρισμα  του  ιατροδικαστή  από  το  οποίο  φαινόταν  ότι  οι  παραμορφώσεις  που  βρέθηκαν  κατά  την  νεκροψία  του  στομάχου  και  κατά  ένα μέρος  στα έντερα  και στα  νεφρά  οδηγούσαν  στο συμπέρασμα με μεγάλο βαθμό πιθανότητας  ότι ο θάνατος του Σμελκόφ είχε προέλθει από δηλητήριο που το θύμα είχε πάρει μαζί με το ποτό.  Ήταν  δύσκολο  να  διαπιστωθεί  από  τις  αλλοιώσεις  του  στομάχου  και  των  εντέρων  το  είδος  του  δηλητηρίου, όμως, ήταν βέβαιο ότι το θύμα το είχε πάρει μαζί με το αλκοόλ επειδή στο στομάχι του  βρέθηκε μεγάλη ποσότητα.  ‐Μωρέ,  γερό  ποτήρι  ήταν  ο  μακαρίτης,  σχολίασε  πάλι  ψιθυριστά  ο  έμπορος  που  'χε  στο  μεταξύ  ξυπνήσει.  Η ανάγνωση της έκθεσης κράτησε περίπου μια ώρα, μα, φαίνεται πως κι αυτό δεν ικανοποίησε τον  αντιεισαγγελέα. Όταν ολοκληρώθηκε η ανάγνωση, ο πρόεδρος γύρισε προς το μέρος του λέγοντας:  ‐Θεωρώ ότι είναι περιττό να διαβαστούν και τα άλλα πορίσματα της ιστολογικής εξέτασης.  ‐Θα  σας  παρακαλούσα  να  διαβαστούν  και  αυτά,  απάντησε  με  αυστηρό  ύφος  ο  αντιεισαγγελέας  χωρίς να κοιτάζει τον πρόεδρο, καθώς ανασηκώθηκε μόνο από το ένα πλευρό, και από τον τόνο της  φωνής  του  έδινε  σε  όλους  να  καταλάβουν  ότι  αυτή  η  απαίτηση  είναι  δικαίωμά  του,  και  δεν  επρόκειτο να ανεχθεί να του το καταστρατηγήσουν, ειδάλλως θα υπέβαλλε ένσταση.  Ο  δικαστής  με  την  πυκνή  γενειάδα  και  τα  καλοσυνάτα  εξογκωμένα  μάτια  που  υπόφερε  απ'  το  στομάχι του, νιώθοντας τελείως αδύναμος, απευθύνθηκε στον πρόεδρ��:  ‐Είναι ανάγκη να τα διαβάσουμε; Τραβάμε σε μάκρος την υπόθεση. Αυτές οι «καινούριες σκούπες»  δεν καθαρίζουν καλύτερα, μονάχα χρόνο μας κλέβουν.12  Ο  δικαστής  με  τα  χρυσά  γυαλιά  δεν  είπε  τίποτα  παρά  κοίταξε  μπροστά  του  θλιμμένος  και  πεισμωμένος, χωρίς να περιμένει τίποτα το καλό ούτε απ' τη γυναίκα του ούτε απ' την ίδια τη ζωή. 

Digitized by 10uk1s 


Άρχισε η ανάγνωση των πορισμάτων.  ‐Στις  15  Φεβρουαρίου  του  188...  ο  υπογεγραμμένος  με  εντολή  του  ιατρικού  τμήματος  Νο  638  ‐  άρχισε πάλι αποφασιστικά ο γραμματέας δυναμώνοντας την ένταση της φωνής του λες κι ήθελε να  τους  κρατήσει  όλους  ξύπνιους  στην  αίθουσα  ‐  διεξήγαγα  παρουσία  του  βοηθού  του  επιθεωρητή  ιατρού ανάλυση των σπλάχνων:  Πρώτον: του αριστερού πνεύμονα και της καρδιάς (τοποθετήθηκε σε γυάλα 2,5 λίτρων).  Δεύτερον: του περιεχομένου του στομάχου (τοποθετήθηκε σε γυάλα 2,5 λίτρων).  Τρίτον: του ίδιου του στομάχου (τοποθετήθηκε σε γυάλα 2,5 λίτρων).  Τέταρτον: του ήπατος, τής σπλήνας και των νεφρών (τοποθετήθηκαν σε γυάλα 1,5 λίτρου).  Πέμπτον: των εντέρων (τοποθετήθηκαν σε γυάλα 2,5 λίτρων).  Ο  πρόεδρος,  όταν  άρχισε  η  ανάγνωση  έσκυψε  προς  τη  μεριά  του  ενός  δικαστή  και  του  ψιθύρισε  κάτι, μετά από τη μεριά του άλλου και αφού πήρε καταφατική απάντηση, διέκοψε την ανάγνωση σ'  αυτό το σημείο:  ‐Το δικαστήριο θεωρεί περιττή την ανάγνωση του πορίσματος, είπε.  Ο  γραμματέας  σταμάτησε  κι  άρχισε  να  μαζεύει  τα  χαρτιά  του,  ο  αντιεισαγγελέας  άρχισε  να  σημειώνει κάτι μπροστά του φανερά εκνευρισμένος.  ‐Οι κύριοι ένορκοι μπορούν να εξετάσουν τα πειστήρια, είπε ο πρόεδρος του δικαστηρίου.  Ο επικεφαλής και μερικοί από τους ενόρκους σηκώθηκαν και πλησίασαν αμήχανα το τραπέζι πάνω  στο οποίο ήταν τοποθετημένα τα πειστήρια κι άρχισαν με τη σειρά τους να εξετάζουν το δαχτυλίδι,  το μπουκαλάκι και το φίλτρο. Ο έμπορος δοκίμασε μάλιστα στο δάχτυλό του το δαχτυλίδι.  ‐Μωρέ  μπράβο  δάχτυλο  που  είχε!  είπε  όταν  επέστρεψε  στη  θέση  του.  ‐Ολόκληρο  αγγούρι,  πρόσθεσε,  διασκεδάζοντας  φαίνεται  από  την  εικόνα  του  γίγαντα  που  είχε  σχηματίσει  για  τον  δηλητηριασμένο έμπορο. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXI  ΟΤΑΝ  ΤΕΛΕΙΩΣΕ  η  εξέταση  των  πειστηρίων,  ο  πρόεδρος  ανακοίνωσε  την  περάτωση  της  ακροαματικής διαδικασίας και χωρίς διάλειμμα, επιθυμώντας να ξεμπερδεύει όσο το δυνατόν πιο  γρήγορα,  έδωσε  το  λόγο  στον  κατήγορο,  ελπίζοντας  ότι  κι  αυτός  είναι  άνθρωπος  και  θέλει  και  να  καπνίσει, και να φάει, και ότι θα τους λυπόταν τελικά. Όμως, ο αντιεισαγγελέας δεν λυπόταν ούτε  τον εαυτό του, ούτε τους άλλους. Ήταν απ' τη φύση του μωροφιλόδοξος, εκτός όμως απ' αυτό είχε  την  ατυχία  να  τελειώσει  το  γυμνάσιο  με  «Άριστα»  και  στο  πανεπιστήμιο  να  διακριθεί  για  μια  εργασία  του  σχετικά  με  τις  μορφές  δουλείας  στο  Ρωμαϊκό  Δίκαιο.  Γι'  αυτό  ήταν  γεμάτος  αυτοπεποίθηση, είχε μεγάλο τουπέ και αυταρέσκεια (σ' αυτό τον βοηθούσε και η επιτυχία του στις  γυναίκες), και για όλα αυτά ήταν ένας βλάκας και μισός. Όταν του δόθηκε ο λόγος, σηκώθηκε αργά  αργά, αποκαλύπτοντας το γεμάτο χάρη σώμα του μέσα στην τήβεννο, ακούμπησε και τα δύο χέρια  στο έδρανο, έγειρε ελαφρά το κεφάλι του, έριξε μια εξεταστική ματιά στην αίθουσα αποφεύγοντας  τους  κατηγορουμένους  και  άρχισε  την  αγόρευσή  του,  που  είχε  ετοιμάσει  στη  διάρκεια  της  ανάγνωσης των πορισμάτων.  ‐  Η  υπόθεση  που  εκδικάζεται,  κύριοι  ένορκοι,  είναι  ένα  χαρακτηριστικό,  αν  μπορεί  να  ονομαστεί  έτσι, έγκλημα.  Η αγόρευση του αντιεισαγγελέα έπρεπε να έχει, κατά τη γνώμη του, κοινωνικό χαρακτήρα, όπως οι  περίφημες  αγορεύσεις  που  έκαναν  ονομαστοί  δικηγόροι.  Βέβαια,  το  ακροατήριο  το  αποτελούσαν  όλα κι όλα τέσσερα άτομα ‐ τρεις γυναίκες: μια ράφτρα, μια μαγείρισσα κι η αδελφή του Σίμωνα, κι  ένας αμαξάς ‐ μα αυτό δε σήμαινε απολύτως τίποτα. Ακόμα κι εκείνοι οι διάσημοι δικηγόροι είχαν  κι αυτοί κάποτε αρχίσει την καριέρα τους έτσι. Ο κανόνας που τηρούσε ήταν να βρίσκεται πάνω από  τις περιστάσεις, δηλαδή να διεισδύει στο βάθος των ψυχολογικών κινήτρων του εγκλήματος και να  αποκαλύπτει τις πληγές της κοινωνίας.  ‐Έχετε μπροστά σας, κύριοι ένορκοι, ένα χαρακτηριστικό, αν μπορώ να το ονομάσω έτσι, έγκλημα  του  τέλους  του  αιώνα  μας,  το  οποίο  φέρει  μέσα  του,  μπορούμε  να  πούμε,  όλα  τα  ιδιαίτερα  χαρακτηριστικά  αυτού  του  θλιβερού  φαινομένου  αποσύνθεσης,  στην  οποία  υπόκεινται  σήμερα  εκείνα τα στοιχεία της κοινωνίας μας, που βρίσκονται, μπορούμε να πούμε,  στην καυτή ζώνη αυτού του φαινομένου...  Ο αντιεισαγγελέας μιλούσε πολύ, προσπαθώντας, από τη μια πλευρά, να θυμηθεί όλες τις έξυπνες  φράσεις  που  είχε  σκεφτεί,  και  από  την  άλλη,  να  μην  σταματήσει  ούτε  για  μια  στιγμή,  αλλά  να  αγορεύει με τέτοιο τρόπο, που τα λόγια του να ξεχύνονται σα χείμαρρος, χωρίς σταματημό και να  διαρκέσουν μια ώρα και ένα τέταρτο. Μόνο μια φορά σταμάτησε αρκετή ώρα όταν χρειάστηκε να  ξεροκαταπιεί το σάλιο του, μα συγκεντρώθηκε την ίδια στιγμή και κέρδισε το χαμένο χρόνο με άλλη  μια  γερή  δόση  λογοδιάρροιας.  Μιλούσε  πότε  με  νηφάλια,  υποβλητική  φωνή,  πατώντας  πότε  στο  ένα πόδι και πότε στο άλλο κοιτάζοντας τους ενόρκους, πότε με αυστηρά επαγγελματικό τόνο και  χαμηλή  φωνή  λοξοκοιτάζοντας  το  σημειωματάριό  του,  πότε  με  δυνατή  φωνή  που  μαστίγωνε,  απευθυνόμενος  μια  στο  ακροατήριο  και  μια  στους  δικαστές.  Μόνο  τους  κατηγορουμένους,  που  είχαν κολλήσει τα μάτια τους επάνω του, δεν κοίταξε ούτε μια φορά. Στην αγόρευση του υπήρχαν  όλα εκείνα τα τελευταία στοιχεία που ήταν της μόδας στον κύκλο του και θεωρούνταν και τότε και  σήμερα η τελευταία λέξη της επιστημονικής σοφίας. Υπήρχε η έννοια της κληρονομικότητας, και της  έμφυτης ροπής προς το έγκλημα, και ο Λαμπρόζο, και ο Ταρντ, και η εξέλιξη, και ο αγώνας για την  επιβίωση, και η ύπνωση, και η υποβολή, και ο Σαρκό, και οι παρακμιακοί.  Ο  έμπορος  Σμελκόφ,  σύμφωνα  με  τη  διατύπωσή  του,  ήταν  ο  τύπος  του  ρωμαλέου  πρωτόγονου  Ρώσου  με  τον  ανοιχτό  χαρακτήρα  που  εξαιτίας  της  ευπιστίας  και  της  μεγαλοψυχίας  του  έπεφτε  Digitized by 10uk1s 


συνεχώς θύμα τελείως διεφθαρμένων ατόμων που τον εξουσίαζαν.  Ο  Σίμων  Καρτίνκιν  ήταν  αταβιστικό  παράγωγο  της  δουλοπαροικίας,  ένας  άνθρωπος  αποβλακωμένος,  χωρίς  μόρφωση  χωρίς  αρχές,  ακόμα  και  χωρίς  θρησκεία.  Η  Γιεφήμια  ήταν  ερωμένη  του  και  το  θύμα  της  κληρονομικότητας.  Έφερε  όλα  τα  χαρακτηριστικά  της  εκφυλισμένης  προσωπικότητας. Η κινητήρια όμως δύναμη ήταν η Μάσλοβα που εκπροσωπούσε τις πιο ποταπές  μορφές του φαινομένου της παρακμής.  ‐Αυτή  η  γυναίκα,  έλεγε  ο  αντιεισαγγελέας,  χωρίς  να  την  κοιτάζει  ‐μορφώθηκε,  όπως  ακούσαμε  σήμερα  απ'  την  αφεντικίνα  της.  Δε  γνωρίζει  μόνο  γραφή  και  ανάγνωση,  ξέρει  και  Γαλλικά,  είναι  ορφανή, πιθανώς φέρει μέσα της τους βλαστούς της εγκληματικότητας, διαπαιδαγωγήθηκε σε μια  καλλιεργημένη  αριστοκρατική  οικογένεια  και  θα  μπορούσε  να  ζήσει  τίμια.  Παρατάει  όμως  τους  ευεργέτες της, αφήνεται στα πάθη της και, για να τα ικανοποιήσει, πηγαίνει σε οίκο ανοχής, όπου  ξεχωρίζει από τις όμοιές της με τη μόρφωσή της και, το κυριότερο, όπως ακούσατε σήμερα κύριοι  ένορκοι  από  την  αφεντικίνα  της,  με  την  ικανότητά  της  να  επηρεάζει  τους  επισκέπτες,  με  αυτή  τη  μυστηριώδη ικανότητα που είναι γνωστή ως υποβολή και που έχει μελετηθεί τα τελευταία χρόνια  από  την  επιστήμη  και  ιδιαίτερα  από  τη  Σχολή  του  Σαρκό,  μ'  αυτή  λοιπόν,  λέω,  την  ικανότητά  της  σαγηνεύει  το  ρώσο  λεβέντη,  τον  καλόψυχο,  εύπιστο  Σαντκό13,  τον  πλούσιο  πελάτη,  και  εκμεταλλεύεται την εμπιστοσύνη του πρώτα για να τον κλέψει και μετά να τον δολοφονήσει χωρίς  οίκτο!    ‐Σα να το παράκανε μου φαίνεται, είπε χαμογελώντας ο πρόεδρος σκύβοντας προς τον δικαστή με  το αυστηρό πρόσωπο.  ‐Είναι ένας άνθρωπος ηλίθιος, απάντησε ο δικαστής.  ‐Κύριοι ένορκοι‐συνέχισε στο μεταξύ ο αντιεισαγγελέας, κουνώντας με χάρη τη λεπτή του μέση ‐στα  χέρια  σας  βρίσκεται  η  τύχη  αυτών  των  ατόμων,  όμως  στα  χέρια  σας  βρίσκονται  και  οι  τύχες  της  κοινωνίας,  τις  οποίες  μπορείτε  να  επηρεάσετε  με  την  ετυμηγορία  σας.  Κατανοείστε  τη  σημασία  αυτού  του  εγκλήματος,  τον  κίνδυνο  που  αποτελούν  για  την  κοινωνία  τέτοια  αρρωστημένα,  μπορούμε  να  πούμε,  άτομα,  όπως  η  Μάσλοβα,  και  προφυλάξετέ  την  από  τα  μιάσματα,  προφυλάξετε  τα  αθώα  υγιή  στοιχεία  αυτής  της  κοινωνίας  από  τη  μόλυνση  και  συχνά  απ'  τον  αφανισμό.  Κι  ο  αντιεισαγγελέας,  που  μάλλον  ένιωσε  κι  ο  ίδιος  το  βάρος  της  επικείμενης  ετυμηγορίας,  προφανώς  γοητευμένος  αφάνταστα  απ'  την  αγόρευσή  του,  σωριάστηκε  στο  έδρανο.  Η  ουσία  της  αγόρευσής  του,  αν  εξαιρεθούν  τα  μαργαριτάρια  της  λογοδιάρροιάς  του,  ήταν  ότι  η  Μάσλοβα  υπνώτισε τον έμπορο, κέρδισε την εμπιστοσύνη του κι όταν πήγε στο δωμάτιό του με το κλειδί για  να πάρει τα χρήματα, αποφάσισε να τα πάρει όλα για τον εαυτό της, μα την πήρε είδηση ο Σίμων  και η Γιεφήμια κι αναγκάστηκε να τα μοιραστεί μαζί τους. Μετά απ' αυτό, για να κρύψει τα ίχνη του  εγκλήματός της, ήρθε για άλλη μια φορά στο ξενοδοχείο μαζί με τον έμπορο και τον δηλητηρίασε.  Μετά την αγόρευση του αντιεισαγγελέα, σηκώθηκε απ' τα έδρανα των δικηγόρων ένας μεσόκοπος  άνδρας  που  φορούσε  φράκο  και  καλοκολλαρισμένο  πλαστρόν,  κι  άρχισε  με  σθένος  να  υπερασπίζεται τον Καρτίνκιν και την Μποτσκόβα. Ήταν ο δικηγόρος τους που τον είχαν προσλάβει  για τριακόσια ρούβλια. Στην αγόρευσή του, υποστήριξε πως και οι δύο οι πελάτες του ήταν αθώοι  και φόρτωσε όλο το φταίξιμο στη Μάσλοβα.  Διέψευσε την κατάθεση της Μάσλοβα ότι όταν αυτή πήρε τα χρήματα ήταν παρόντες η Μποτσκόβα  Digitized by 10uk1s 


και ο Καρτίνκιν, επέμενε πως η κατάθεσή της ήταν άχρηστη κι αναξιόπιστη, γιατί επρόκειτο για μια  αδίστακτη  δηλητηριάστρια.  Όσο  για  τα  δυόμισι  χιλιάδες  ρούβλια,  συνέχισε,  μπορούσε  να  είχαν  κερδηθεί  απ'  τη  δουλειά  αυτών  των  δύο  εργατικών  και  τίμιων  ανθρώπων  που  τύχαινε  μερικές  φορές να βγάζουν απ' τους πελάτες τους τρία μέχρι και πέντε  ρούβλια ο καθένας. Τα δε χρήματα  του εμπόρου τα έκλεψε η Μάσλοβα και τα έδωσε σε κάποιον, μπορεί και να τα έχασε, επειδή δεν  βρισκόταν σε φυσιολογική κατάσταση. Ο δηλητηριασμός είναι πράξη της Μάσλοβα και μόνο αυτής.  Γι'  αυτό  και  παρακάλεσε  τους  ενόρκους  να  αθωώσουν  τον  Καρτίνκιν  και  την  Μποτσκόβα,  για  την  κατηγορία της ληστείας, αν όμως τους βρουν ενόχους για τη ληστεία, τότε ας μην τους θεωρήσουν  συνεργούς στο φόνο εκ προμελέτης.  Τελειώνοντας,  ο  συνήγορος,  για  να  πειράξει  τον  αντιεισαγγελέα  υπογράμμισε  ότι,  ο  θαυμάσιος  συλλογισμός του κυρίου αντιεισαγγελέα περί κληρονομικότητας, αν και εξηγούσε τα επιστημονικά  προβλήματα  της  κληρονομικότητας,  ήταν  άτοπος  στην  προκειμένη  περίπτωση,  διότι  οι  γονείς  της  Μποτσκόβα ήταν άγνωστοι.  Ο αντιεισαγγελέας τρίζοντας τα δόντια του από οργή, σημείωσε κάτι στα χαρτιά του και, με έκπληξη  γεμάτη περιφρόνηση, σήκωσε τους ώμους του.  Μετά  σηκώθηκε  ο  συνήγορος  της  Μάσλοβα  κι  άρχισε  την  αγόρευσή  του  δειλά  δειλά  και  κομπιάζοντας.  Χωρίς  να  αρνηθεί  τη  συμμετοχή  της  Μάσλοβα  στην  κλοπή  των  χρημάτων,  επέμενε  μόνο στο ότι δεν είχε την πρόθεση να δηλητηριάσει τον Σμελκόφ, αλλά του έδωσε τη σκόνη απλώς  για να κοιμηθεί. Ήθελε κι αυτός να δείξει τις δικανικές του ικανότητες με γενικεύσεις για το πώς η  Μάσλοβα παρασύρθηκε στη διαφθορά από έναν άνδρα που έμεινε ατιμώρητος, όταν αυτή έπρεπε  να  φέρει  μόνη  της  όλο  το  βάρος  του  ξεπεσμού  της,  μα  αυτή  η  παρέκκλισή  του  στον  τομέα  της  ψυχολογίας δεν είχε επιτυχία και δεν προκάλεσε τύψεις σε κανέναν. Όταν άρχισε κάτι να ψελλίζει  για  τη  βαναυσότητα  των  ανδρών  και  τις  ανυπεράσπιστες  και  αδύναμες  γυναίκες,  ο  πρόεδρος  του  δικαστηρίου, για να τον βγάλει από τη δύσκολη θέση, του υπόδειξε να περιοριστεί στην ουσία της  υπόθεσης.  Μετά από τον συνήγορο, σηκώθηκε για άλλη μια φορά ο αντιεισαγγελέας και υπερασπίστηκε την  άποψή του περί κληρονομικότητας ανταπαντώντας στον πρώτο συνήγορο λέγοντας ότι, ναι μεν οι  γονείς  της  Μποτσκόβα  ήταν  άγνωστοι,  όμως  η  ορθότητα  της  θεωρίας  της  κληρονομικότητας  δεν  μπορούσε να εξατομικευτεί, γιατί ο νόμος της κληρονομικότητας είχε σε τέτοιο βαθμό αποδειχθεί  από  την  επιστήμη  που  όχι  μόνο  μπορούμε  να  ανιχνεύσουμε  την  εγκληματικότητα  διά  της  κληρονομικότητας,  αλλά  και  την  κληρονομικότητα  διά  της  εγκληματικότητας!  Σχετικά  δε  με  αυτό  που  υποστήριξε  η  υπεράσπιση  της  Μάσλοβα  πως  τάχα  παρασύρθηκε  από  έναν  φανταστικό  (τονίζοντας  με  ιδιαίτερη  ειρωνεία  αυτή  τη  λέξη)  διαφθορέα,  ισχυρίστηκε  ότι  όλα  τα  στοιχεία  μαρτυρούσαν πως μάλλον αυτή αποπλάνησε πάρα πολλά θύματα που πέρασαν από τα χέρια της.  Και αφού τα είπε όλα αυτά ξανακάθισε στη θέση του με ύφος θριαμβευτικό.  Ακολούθησαν οι απολογίες των κατηγορουμένων.  Η Γιεφήμια Μποτσκόβα επανέλαβε πως δεν ήξερε τίποτα και δεν συμμετέσχε πουθενά, έριχνε δε με  ιδιαίτερη επιμονή το φταίξιμο για όλα στην Μάσλοβα. Ο Σίμων επανέλαβε μόνο μερικές φορές:  ‐Εσείς αποφασίζετε, μόνο εγώ που είμαι αθώος, άδικα είν' όλα αυτά.  Η  Μάσλοβα  δεν  είπε  τίποτα.  Όταν  ο  πρόεδρος  την  κάλεσε  να  πει  κάτι  για  να  υπερασπιστεί  τον  εαυτό  της,  εκείνη  έστρεψε  απλώς  προς  το  μέρος  του  το  βλέμμα  της,  κοίταξε  γύρω  της  σαν  τρομαγμένο αγρίμι και κατέβασε αμέσως τα μάτια ξεσπώντας σε δυνατούς λυγμούς. 

Digitized by 10uk1s 


‐Μα  τι  πάθατε  εσείς;  ρώτησε  ο  έμπορος  τον  Νεχλιούντοφ,  που  καθόταν  δίπλα  του,  όταν  άκουσε  έναν παράξενο ήχο να βγαίνει από το κλειστό του στόμα. Ήταν ένα αναφυλλητό που 'χε πνίξει.  Ο Νεχλιούντοφ ακόμα δεν καταλάβαινε όλο το νόημα της τωρινής του θέσης, γι' αυτό και θεώρησε  πως  το  αναφιλητό  που  μόλις  κατάφερε  να  πνίξει  και  τα  δάκρυα  στα  μάτια  του  οφείλονταν  στ'  αδύνατα  νεύρα  του.  Φόρεσε  τα  πενς‐νε  για  να  κρύψει  τα  δάκρυά  του,  έβγαλε  το  μαντήλι  του  κι  άρχισε να φυσάει τη μύτη του.  Ο φόβος μήπως ντροπιαστεί, αν όλοι εδώ στην αίθουσα του δικαστηρίου μάθαιναν την πράξη του,  έπνιγε  την  μεγάλη  αναστάτωση  της  ψυχής  του.  Ο  φόβος  αυτός  εκείνες  τις  πρώτες  στιγμές  ήταν  παντοδύναμος. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXII  ΜΕΤΑ  ΤΗΝ  απολογία  των  κατηγορουμένων  και  τη  διαδικασία  καθορισμού  των  ερωτημάτων,  που  κράτησε  αρκετή  ώρα  ακόμα,  ορίστηκαν  τελικά  τα  ερωτήματα  και  ο  πρόεδρος  άρχισε  την  ανακεφαλαίωση.  Πριν παρουσιάσει την υπόθεση, εξηγούσε για πολλήν ώρα στους ενόρκους μ' ένα ήπιο, οικείο τόνο,  πως η ληστεία είναι ληστεία και η κλοπή είναι κλοπή, και η αρπαγή ενός αντικειμένου με διάρρηξη  είναι αρπαγή με διάρρηξη, κι η αρπαγή χωρίς διάρρηξη είναι αρπαγή χωρίς διάρρηξη. Εξηγώντας όλ'  αυτά,  κοίταζε  πολλές  φορές  τον  Νεχλιούντοφ,  λες  και  ήθελε  να  του  δώσει  να  καταλάβει  αυτή  τη  σημαντική  προϋπόθεση,  ελπίζοντας  πως  αν  την  καταλάβει  αυτός  τότε  θα  την  εξηγήσει  και  στους  συναδέλφους του. Κι όταν τελικά έκρινε ότι οι ένορκοι είχαν αρκετά εμβαθύνει σ' αυτές τις έννοιες,  άρχισε  να  τους  αναπτύσσει  μιαν  άλλη  ότι  φόνος  ονομάζεται  εκείνη  η  πράξη  από  την  οποία  επέρχεται ο θάνατος για το θύμα, επομένως ο δηλητηριασμός είναι κι αυτός φόνος. Όταν δε κι αυτή  η έννοια, κατά την άποψή του, έγινε κατανοητή από τους ενόρκους, τους εξήγησε ότι αν η κλοπή και  ο φόνος έγιναν ταυτόχρονα τότε το έγκλημα χαρακτηρίζεται ως κλοπή μετά φόνου.  Παρά το γεγονός ότι κι ο ίδιος ήθελε να τελειώνει στα γρήγορα κι η Ελβετίδα του ήδη τον περίμενε  στο  ραντεβού  τους,  είχε  τόσο  πολύ  συνηθίσει  να  είναι  δικαστής  που  αφού  άρχισε  να  μιλά  δεν  μπορούσε  πια  να  σταματήσει.  Γι  '  αυτό  και  εξηγούσε  λεπτομερέστατα  στους  ενόρκους  ότι,  αν  θεωρούσαν τους κατηγορουμένους ενόχους, τότε είχαν το δικαίωμα να τους κηρύξουν ενόχους. Αν  δεν  τους  θεωρούσαν  ενόχους,  τότε  είχαν  το  δικαίωμα  να  τους  κηρύξουν  αθώους,  αν  τους  θεωρούσαν ενόχους για τη μια πράξη και αθώους για την άλλη, τότε μπορούσαν να τους κηρύξουν  ενόχους για τη μια και αθώους για την άλλη. Στη συνέχεια τους εξήγησε πως αν και τους είχε δοθεί  αυτό  το  δικαίωμα,  θα  έπρεπε  να  το  χρησιμοποιήσουν  με  σύνεση.  Ήθελε  ακόμα  να  τους  εξηγήσει  ότι, αν στο ερώτημα που είχε τεθεί, δώσουν καταφατική απάντηση, τότε μ' αυτή τους την απάντηση  συμφωνούν με το περιεχόμενο της ερώτησης, και ότι αν δεν συμφωνούσαν με όλο το περιεχόμενο  της ερώτησης, τότε έπρεπε να υποδείξουν σε ποια σημεία διαφωνούσαν. Αυτά ήθελε να τους πει,  μα κοίταξε το ρολόι και είδε πως η ώρα ήταν ήδη τρεις παρά πέντε, οπότε αποφάσισε να περάσει  αμέσως στην ανακεφαλαίωση της υπόθεσης.  ‐ Τα βασικά σημεία της υπόθεσης είναι τα ακόλουθα, άρχισε να λέει ο πρόεδρος και επανέλαβε όλα  όσα είχαν ειπωθεί αρκετές φορές και από τους συνηγόρους, και από τον αντιεισαγγελέα, και τους  μάρτυρες.  Ο  πρόεδρος  μιλούσε  και  δίπλα  του  οι  δύο  δικαστές  τον  άκουγαν  μα  βαθυστόχαστο  ύφος,  κοιτάζοντας πού και πού το ρολόι, κρίνοντας την ομιλία του πολύ καλή, δηλαδή έτσι όπως έπρεπε  να ήταν, μα λίγο μεγάλη...  Την ίδια γνώμη είχε κι ο αντιεισαγγελέας, όπως κι όλοι οι δικαστές και το ακροατήριο. Ο πρόεδρος  τελείωσε την ανακεφαλαίωση.  Φαινόταν πως τα 'χε πει όλα. Μα, ο πρόεδρος δεν μπορούσε με τίποτα να απαρνηθεί το δικαίωμά  του  να  αγορεύει∙  ένιωθε  ιδιαίτερη  ηδονή  ν'  ακούει  την  υποβλητική  χροιά  της  φωνής  του  και  θεώρησε χρήσιμο να πει ακόμα μερικά λόγια για τη σημασία του δικαιώματος που είχε δοθεί στος  ενόρκους, και ότι αυτοί έπρεπε με προσοχή και σύνεση να ασκήσουν το δικαίωμά τους αυτό κι όχι  με  κατάχρηση,  τους  είπε  ακόμα  ότι  έδωσαν  όρκο,  ότι  είναι  η  συνείδηση  της  κοινωνίας  και  ότι  το  απόρρητο των συνεδριάσεών τους πρέπει να είναι ιερό κ.λπ., κ.λπ...  Απ' τη στιγμή που ο πρόεδρος άρχισε να μιλάει,  η Μάσλοβα, χωρίς να χαμηλώσει το  βλέμμα της,  τον παρατηρούσε κατάματα λες και φοβόταν μη χάσει κάποια του λέξη, γι' αυτό κι ο Νεχλιούντοφ  Digitized by 10uk1s 


είχε  την  ευκαιρία  να  την  κοιτάζει  συνέχεια  χωρίς  να  φοβάται  μήπως  οι  ματιές  τους  συναντηθούν.  Και καθώς την κοίταζε, συνέβη αυτό που συμβαίνει συνήθως με ένα αγαπητό πρόσωπο που έχεις  καιρό  να  δεις:  στην  αρχή  σε  εκπλήσσουν  οι  εξωτερικές  αλλαγές  που  έγιναν  στη  διάρκεια  της  απουσίας του, μα σιγά σιγά το πρόσωπο παίρνει τη μορφή που είχε πριν από πολλά χρόνια, όλες οι  αλλοιώσεις  σβήνουν  και  στα  μάτια  της  ψυχής  καθρεφτίζεται  μόνο  η  απόλυτη  έκφραση  της  εξαιρετικής, ανεπανάληπτης πνευματικότητάς του.  Το ίδιο συνέβαινε τώρα και με τον Νεχλιούντοφ.  Πράγματι, αν και ντυμένη σ' εκείνη τη ρόμπα της φυλακής, μ' όλο το πάχος και το μεγαλωμένο της  στήθος,  τα  κρεμασμένα  της  μάγουλα  και  το  προγούλι,  παρά  τις  ρυτίδες  στο  μέτωπο  και  στους  κροτάφους και τα πρησμένα της μάτια, ήταν χωρίς καμιά αμφιβολία η ίδια εκείνη Κατιούσα που μια  βραδιά  της  Ανάστασης  κοίταζε  τόσο  ανυποψίαστη,  με  το  αθώο,  αγνό  της  βλέμμα  αυτόν,  τον  αγαπημένο της, και τα γεμάτα ζωή μάτια της άστραφταν από χαρά.  «Τι καταπληκτική σύμπτωση! Δες πώς τα 'φερε η τύχη, αυτή η υπόθεση να εκδικάζεται στη δική μου  συνεδρίαση,  κι  εγώ  που  δεν  την  είχα  συναντήσει  πουθενά  δέκα  ολόκληρα  χρόνια,  να  την  βλέπω  σήμερα εδώ, στο εδώλιο των κατηγορουμένων! Τι τέλος θα έχει αυτή η ιστορία; Αχ, ας τέλειωνε το  ταχύτερο!»  Δεν είχε ακόμα παραδοθεί σ' αυτό το συναίσθημα της μετάνοιας που άρχιζε να ξυπνάει μέσα του.  Όλα αυτά του φαίνονταν μια σύμπτωση που θα περνούσε χωρίς να ταράξει τη ζωή του. Ένιωθε τον  εαυτό του σαν το κουτάβι που λερώνει τα δωμάτια και τ' αφεντικό του το πιάνει απ' το λαιμό και  του χώνει τη μύτη στις βρομιές του. Το κουτάβι χτυπιέται, τραβιέται πίσω για να φύγει όσο γίνεται  πιο μακριά απ' τη δοκιμασία και να ξεχάσει, ο αμείλικτος όμως αφέντης δεν τ' αφήνει να ξεφύγει.  Έτσι  κι  ο  Νεχλιούντοφ  ένιωθε  όλη  τη  βρομιά  της  πράξης  του,  αισθανόταν  και  το  δυνατό  χέρι  του  αφέντη... μα δεν κατανοούσε ακόμα τη σημασία της πράξης του και δεν αναγνώριζε τον ίδιο του τον  αφέντη. Δεν ήθελε να πιστέψει πως αυτό που έβλεπε μπροστά του ήταν το αποτέλεσμα της δικής  του  πράξης.  Αλλά  το  αδυσώπητο  αόρατο  χέρι  τον  κρατούσε  κι  είχε  αρχίσει  να  νιώθει  πως  δεν  επρόκειτο  να  ξεφύγει.  Έκανε  ακόμα  τον  γενναίο  κι  από  συνήθεια  ‐  που  είχε  αφομοιώσει  καλά  ‐  έβαλε το ένα πόδι πάνω στ' άλλο κι έπαιζε με τα πενς‐νε του, καθισμένος άνετα στην καρέκλα του,  τη δεύτερη της πρώτης σειράς, σε μια στάση γεμάτη αυτοπεποίθηση. Όμως, στο βάθος της ψυχής  του, ένιωθε κιόλας όλη τη βαναυσότητα, την απανθρωπιά και την ποταπότητα της πράξης του, αλλά  και  όλης  της  αργόσχολης,  διεφθαρμένης,  απάνθρωπης  και  γεμάτης  αυταρέσκεια  ζωής  του.  Κι  εκείνος ο φριχτός πέπλος, που ως εκ θαύματος όλον αυτό τον καιρό, όλα αυτά τα δώδεκα χρόνια,  του έκρυβε και αυτό το έγκλημα, και όλη τη μετέπειτα ζωή του, είχε αρχίσει να ξεφτίζει και μέσα απ'  τα ξεφτίδια αυτού του πέπλου πάσχιζε να δει τι του έμελλε. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIII  ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ Ο πρόεδρος τέλειωσε την ομιλία του και, με μια χαριτωμένη κίνηση, πήρε το χαρτί με τις  ερωτήσεις και το παρέδωσε στον επικεφαλής των ενόρκων που είχε στο μεταξύ πλησιάσει την έδρα.  Οι ένορκοι σηκώθηκαν ευτυχισμένοι που μπορούσαν να φύγουν και μη ξέροντας τι να τα κάνουν τα  χέρια τους, λες και ντρέπονταν για κάτι, αποσύρθηκαν αμήχανα ο ένας μετά τον άλλο στην αίθουσα  των  διαβουλεύσεων.  Μόλις  η  πόρτα  έκλεισε  πίσω  τους,  ένας  χωροφύλακας  πλησίασε  έβγαλε  το  σπαθί του από τη θήκη, το έβαλε επ' ώμου και στάθηκε μπροστά της. Οι δικαστές σηκώθηκαν και  έφυγαν. Οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν κι αυτοί έξω από την αίθουσα.  Μόλις  μπήκαν  στην  αίθουσα  οι  ένορκοι,  όπως  και  πριν,  έβγαλαν  τα  παπιρόσι  τους  κι  άρχισαν  να  καπνίζουν.  Η  αφύσικη  και  ψεύτικη  κατάσταση  στην  οποία  βρίσκονταν,  που  όλοι  το  ένιωθαν  στον  ένα  ή  τον  άλλο  βαθμό,  όταν  κάθονταν  στην  αίθουσα  στις  καρέκλες  τους,  άλλαξε  αμέσως  μόλις  μπήκαν εδώ κι άναψαν τα παπιρόσι. Βολεύτηκαν μ' αναστεναγμούς ανακούφισης κι αμέσως άναψε  η συζήτηση.  ‐Το  κορίτσι  δε  φταίει,  παρασύρθηκε,  είπε  ο  καλοκάγαθος  έμπορος‐πρέπει  να  της  αναγνωρίσουμε  ελαφρυντικά.  ‐Αυτό ακριβώς θα συζητήσουμε, είπε ο επικεφαλής. ‐ Ακούστε, δεν πρέπει να παρασυρόμαστε από  τις προσωπικές μας εντυπώσεις.  ‐Ωραία ανακεφαλαίωση μας έκανε ο πρόεδρος, τόνισε ο συνταγματάρχης.  ‐ Πού το βρήκες το ωραίο! Λίγο έλειψε να κοιμηθώ.  ‐Το σημαντικότερο είναι  πως το υπηρετικό προσωπικό δεν μπορούσε να γνωρίζει για τα χρήματα,  αν η Μάσλοβα δεν είχε μιλήσει μαζί τους, είπε ο Εβραίος δημόσιος υπάλληλος.  ‐ Δηλαδή νομίζετε πως αυτή τα έκλεψε; ‐ρώτησε ένας από τους ενόρκους.  ‐Με τίποτα δεν πρόκειται να το πιστέψω, φώναξε ο καλοκάγαθος έμπορος. ‐Όλα είναι έργο αυτής  της κατεργάρας της κοκκινομάτας.  ‐Μωρέ, είναι όλοι τους..., είπε ο συνταγματάρχης.  ‐Μα είπε πως δεν μπήκε στο δωμάτιο.  ‐Καλά, και την πιστέψατε; Ποτέ στη ζωή μου δεν θα πίστευα αυτή τη σκύλα.  ‐Όμως, το τι θα πιστεύατε εσείς δεν είναι αρκετό, είπε ο υπάλληλος.  ‐Είχε το κλειδί.  ‐Και λοιπόν, και τι έγινε;  ‐Και το δαχτυλίδι;  Μα το 'πε και η ίδια, φώναξε πάλι ο έμπορος. ‐Ο μακαρίτης είχε ένα χαρακτήρα... άστα να πάνε, άσε  που  ήταν  και  πιωμένος.  Ε,  δεν  ήθελε  και  πολύ...  της  την  άστραψε.  Και  μετά  ξέρουμε  τι  έγινε,  την  Digitized by 10uk1s 


λυπήθηκε. Να, πάρε, μην κλαις. Είδατε τι θεριό ήτανε;  Κοντά δυο μέτρα, θα ζύγιζε πάνω από εκατόν τριάντα κιλά!  ‐Αυτό δεν έχει σημασία, τον διέκοψε ο Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς.‐Σημασία έχει τίνος ήταν η ιδέα, δική  της ή του υπηρετικού προσωπικού;  ‐Το υπηρετικό προσωπικό δεν μπορούσε μόνο του. Αυτή είχε το κλειδί.  Κι αυτή η ασυνάρτητη συζήτηση συνεχίστηκε για πολλήν ώρα.  ‐Επιτρέψτε  μου  κύριοι,  είπε  ο  επικεφαλής,  ας  καθήσουμε  στο  τραπέζι  κι  ας  το  συζητήσουμε.  Παρακαλώ, είπε καθώς καθόταν στην προεδρική θέση.  ‐Μωρέ, είναι κάτι αποβράσματα αυτά τα κοριτσάκια, είπε ο υπάλληλος και για να στηρίξει τη γνώμη  ότι ο κύριος ένοχος ήταν η Μάσλοβα, διηγήθηκε πώς μια από δαύτες έκλεψε στο δρόμο το ρολόι  ενός φίλου του.  Ο συνταγματάρχης άρχισε ν' αφηγείται ένα ακόμα πιο χτυπητό περιστατικό, όταν κάποτε έκλεψαν  ένα ασημένιο σαμοβάρι.  ‐Κύριοι, σας παρακαλώ, ας εξετάσουμε τα ερωτήματα, είπε ο επικεφαλής χτυπώντας το μολύβι του  στο τραπέζι.  Όλοι σώπασαν. Τα ερωτήματα ήταν ως εξής διατυπωμένα:  1)  Είναι  ή  δεν  είναι  ένοχος  ο  αγρότης  από  το  χωριό  Μπορκόφ,  της  επαρχίας  Κραπίβενσκι  Σίμων  Πετρόφ  Καρτίνκιν,  ετών  τριάντα  τριών  για  το  ότι  στις  17  Ιανουαρίου  του  188...  στην  πόλη  Χ.  σχεδίασε  το  θάνατο  του  εμπόρου  Σμελκόφ  για  να  τον  ληστέψει,  και  για  τον  σκοπό  αυτό  κατόπιν  συμφωνίας με άλλα πρόσωπα του έριξε στο ποτό δηλητήριο, από το οποίο προήλθε ο θάνατός του  Σμελκόφ,  ενώ  στη  συνέχεια  του  έκλεψε  δύο  χιλιάδες  πεντακόσια  περίπου  ρούβλια  και  ένα  δαχτυλίδι από διαμάντι;  2)  Είναι  ή  δεν  είναι  ένοχη  για  το  έγκλημα  που  αναφέρεται  στο  πρώτο  ερώτημα,  η  μικροαστή  Γιεφήμια Ιβάνοβα Μποτσκόβα, σαράντα τριών ετών;  3)  Είναι  ή  δεν  είναι  ένοχη  για  το  έγκλημα  που  αναφέρεται  στο  πρώτο  ερώτημα,  η  μικροαστή  Γιεκατερίνα Μιχάηλοβα Μάσλοβα, είκοσι επτά ετών;  4)  Αν  η  κατηγορουμένη  Γιεφήμια  Μποτσκόβα  δεν  είναι  ένοχη  σχετικά  με  το  πρώτο  σημείο,  τότε  είναι  ή  δεν  είναι  για  το  ότι  στις  17  Ιανουαρίου  του  188..  στην  πόλη  Χ,  όπου  εργαζόταν  στο  ξενοδοχείο  "Μαυριτάνια",  έκλεψε  χωρίς  να  γίνει  αντιληπτή  από  την  κλειδωμένη  βαλίτσα  του  ενοίκου  τού  εν  λόγω  ξενοδοχείου  εμπόρου  Σμελκόφ,  η  οποία  βρισκόταν  στο  δωμάτιό  του,  δύο  χιλιάδες  πεντακόσια  ρούβλια  και  για  το  σκοπό  αυτό  άνοιξε  τη  βαλίτσα  με  το  κλειδί  που  είχε  μαζί  της;  Ο επικεφαλής ξαναδιάβασε το πρώτο ερώτημα.  ‐Λοιπόν, κύριοι, τι λέτε;  Σ'  αυτό  το  ερώτημα  απάντησαν  πολύ  γρήγορα.  Όλοι  συμφώνησαν  ν'  απαντήσουν:  "Ένοχος",  Digitized by 10uk1s 


θεωρώντας  τον  Καρτίνκιν  συμμέτοχο  και  στον  δηλητηριασμό  και  στη  ληστεία.  Μόνο  ένας  γερο‐ βιοτέχνης, που σ' όλες τις ερωτήσεις απαντούσε «αθώος», διαφώνησε με την ενοχή του.  Ο  επικεφαλής  νόμισε  πως  ο  γέρος  κάτι  δεν  καταλάβαινε  και  του  εξήγησε  πως  όλα  τα  στοιχεία  έδειχναν ότι ο Καρτίνκιν και η Μποτσκόβα είναι ένοχοι, μα εκείνος απάντησε ότι το έχει καταλάβει,  αλλά  ήταν  καλύτερα  να  δείξουν  επιείκεια.  «Κι  εμείς  δεν  είμαστε  άγιοι»,  είπε  επιμένοντας  στην  άποψή του.  Στο δεύτερο ερώτημα για την Μποτσκόβα, μετά από πολλές συζητήσεις και εξηγήσεις απάντησαν:  «Αθώα»,  επειδή  δεν  υπήρχαν  χειροπιαστές  αποδείξεις  για  τη  συμμετοχή  της  στο  δηλητηριασμό,  πράγμα που τόνισε ιδιαίτερα ο συνήγορός της.  Ο έμπορος, θέλοντας να αθωώσει την Μάσλοβα, επέμενε ότι η Μποτσκόβα είναι ο εγκέφαλος που  κρύβεται  πίσω  απ'  όλα.  Αρκετοί  από  τους  ενόρκους  συμφώνησαν  μαζί  του,  αλλά  ο  επικεφαλής,  θέλοντας να τηρήσει το νόμο κατά γράμμα, τόνισε πως δεν υπήρχαν οι απαραίτητες ενδείξεις για να  τη θεωρήσουν συνένοχη. Μετά από μεγάλη συζήτηση, η γνώμη του επικεφαλής επικράτησε.  Στο τέταρτο ερώτημα για την Μποτσκόβα απάντησαν: «Ένοχη» και επειδή επέμενε ο γερο‐βιοτέχνης  πρόσθεσαν: «Της αξίζει επιείκεια».  Το τρίτο όμως ερώτημα για την Μάσλοβα ξεσήκωσε θύελλα. Ο επικεφαλής επέμενε ότι είναι ένοχη  και για το δηλητηριασμό και για την κλοπή, ο έμπορος διαφώνησε και μαζί του ο συνταγματάρχης, ο  υπάλληλος  και  ο  γερο‐βιοτέχνης.  Οι  υπόλοιποι  μάλλον  ταλαντεύονταν,  αλλά  η  άποψη  του  επικεφαλής άρχισε να υπερισχύει, ιδιαίτερα γιατί όλοι οι ένορκοι είχαν κουραστεί και γι' αυτό ήταν  πρόθυμοι  να  συμφωνήσουν  με  την  άποψη  εκείνη  που  είχε  τις  περισσότερες  πιθανότητες  να  τους  οδηγήσει γρήγορα σε ομοφωνία, και επομένως να ξεμπερδεύουν όλοι.  Απ'  όλα  όσα  άκουσε  ο  Νεχλιούντοφ  στη  διάρκεια  της  δίκης  και  απ'  αυτά  που  ήξερε  για  την  Μάσλοβα ήταν σίγουρος ότι δεν ήταν ένοχη ούτε για την κλοπή ούτε για τη δηλητηρίαση, και στην  αρχή  ήταν  σίγουρος  πως  κι  άλλοι  θα  το  παραδεχθούν.  Μα,  όταν  είδε  ότι  εξαιτίας  της  αδέξιας  υπεράσπισης  του  εμπόρου  προς  την  Μάσλοβα  που  ήταν  φανερό  πως  του  άρεσε  σαν  γυναίκα,  πράγμα που δεν το έκρυβε ο ίδιος, και της ανένδοτης στάσης που κράτησε ο επικεφαλής, ξέροντας  πώς ένιωθε ο έμπορος για την Μάσλοβα και, το κυριότερο, εξαιτίας της κούρασής τους, ότι μάλλον  θα  αποφασιζόταν  η  ενοχή  της,  θέλησε  να  εκφράσει  τις  αντιρρήσεις  του,  μα  φοβήθηκε  να  την  υπερασπιστεί  ‐του  φαινόταν  πως  έτσι  θα  αποκάλυπτε  τις  σχέσεις  που  είχε  μαζί  της.  Ένιωθε  όμως  πως  δεν  μπορούσε  ν'  αφήσει  το  ζήτημα  να  περάσει  έτσι  και  έπρεπε  να  εκφράσει  τις  αντιρρήσεις  του. Κοκκίνιζε, χλόμιαζε και μόλις βρήκε το θάρρος να μιλήσει, ξαφνικά ο Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς, που  ως  τώρα  καθόταν  σιωπηλός,  φανερά  εκνευρισμένος  από  τον  αυταρχικό  τόνο  του  επικεφαλής,  άρχισε να λέει αυτά ακριβώς που θα ήθελε να πει και ο Νεχλιούντοφ.  ‐Επιτρέψτε μου, είπε. ‐ Λέτε ότι έκλεψε επειδή είχε το κλειδί. Μήπως οι υπάλληλοι του ξενοδοχείου  δεν μπορούσαν ν' ανοίξουν τη βαλίτσα μετά από αυτή αρπάζοντας το κλειδί;  ‐ Βεβαίως, βεβαίως, σιγοντάριζε ο έμπορος.  ‐Αυτή, πάλι, δεν μπορούσε να πάρει τα χρήματα, γιατί στη θέση που βρισκόταν δεν θα' χε πού να τα  κρύψει.  ‐Αυτό λέω κι εγώ, συμφώνησε ο έμπορος.  ‐Μάλλον ο ερχομός της έδωσε την ιδέα στους υπαλλήλους του ξενοδοχείου που εκμεταλλεύτηκαν  Digitized by 10uk1s 


την ευκαιρία αυτή και μετά της τα φόρτωσαν όλα.  Ο  Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς  μιλούσε  εκνευρισμένα.  Κι  ο  εκνευρισμός  του  μεταδόθηκε  και  στον  επικεφαλής,  ο  οποίος  άρχισε  τότε  να  επιμένει  πεισματικά  στην  αντίθετη  άποψη∙  όμως  ο  Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς  μιλούσε  τόσο  πειστικά,  που  οι  περισσότεροι  συμφώνησαν  μαζί  του  στο  ότι  η  Μάσλοβα  δεν  συμμετέσχε  στην  κλοπή  των  χρημάτων  και  του  δαχτυλιδιού  που  της  είχε  χαρίσει  ο  Σμελκόφ.  Κι  όταν  η  συζήτηση  έφθασε  στη  συμμετοχή  της  στο  δηλητηριασμό,  ο  ένθερμος  υποστηρικτής  της,  ο  έμπορος,  είπε  ότι  πρέπει  να  κηρυχθεί  αθώα,  γιατί  δεν  είχε  λόγο  να  δηλητηριάσει το θύμα. Ο επικεφαλής απ' την πλευρά του είπε πως πρέπει να κηρυχθεί ένοχη, γιατί  η ίδια ομολόγησε πως του έδωσε τη σκόνη.  ‐Του την έδωσε, μα νόμιζε πως ήταν όπιο, είπε ο έμπορος.  ‐Και  με  το  όπιο  μπορούσε  να  του  αφαιρέσει  τη  ζωή,  είπε  ο  συνταγματάρχης  που  του  άρεσε  να  φεύγει από το θέμα, κι άρχισε σ' αυτήν την περίπτωση να αφηγείται ότι η γυναίκα του κουνιάδου  του  δηλητηριάστηκε  με  όπιο  και  θα  πέθαινε,  αν  δε  βρισκόταν  κοντά  ο  γιατρός  και  δεν  της  έδινε  έγκαιρα  τις  πρώτες  βοήθειες.  Η  αφήγηση  του  συνταγματάρχη  ήταν  τόσο  υποβλητική,  γεμάτη  αυτοπεποίθηση και ευγένεια, που κανείς δεν τόλμησε να τον διακόψει. Μόνο ο υπάλληλος, που του  άρεσε το παράδειγμα, αποφάσισε να τον διακόψει για να αφηγηθεί μια δική του ιστορία.  ‐Καμιά φορά μερικοί το συνηθίζουν τόσο πολύ, που μπορούν να πιουν σαράντα σταγόνες. Είχα εγώ  έναν συγγενή...  Μα,  ο  συνταγματάρχης  δεν  του  επέτρεψε  να  τον  διακόψει  και  συνέχισε  την  ιστορία  του  για  τις  συνέπειες της επίδρασης που είχε το όπιο στη γυναίκα του κουνιάδου του.  ‐Κύριοι, είναι κιόλας πέντε η ώρα, είπε ένας από τους ενόρκους.  ‐Λοιπόν,  κύριοι,  τι  θα  γίνει,  άρχισε  ο  επικεφαλής.  ‐  Ας  την  κηρύξουμε  απλώς  ένοχη  χωρίς  την  πρόθεση κλοπής, δεν έκλεψε τίποτα. Εντάξει;  Ο Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς, ικανοποιημένος απ' τη νίκη του, συμφώνησε.  ‐Πρέπει όμως να αντιμετωπιστεί με επιείκεια, πρόσθεσε ο έμπορος.  Συμφώνησαν όλοι. Μόνο ο γερο‐βιοτέχνης επέμενε να την κηρύξουν αθώα.  ‐Μα  αυτό  βγαίνει  τελικά,  του  εξήγησε  ο  επικεφαλής,  ‐  χωρίς  την  πρόθεση  κλοπής,  δεν  έκλεψε  τίποτα. Που σημαίνει ότι δεν είναι ένοχη.  ‐Καλά άστο έτσι, μα πρόσθεσε πως πρέπει να αντιμετωπιστεί μ' επιείκεια. ‐Αυτό θα γράψουμε, όλα  τ' άλλα σβήστα, φώναξε με εύθυμο ύφος ο έμπορος.  Όλοι τους είχαν πολύ κουραστεί, είχαν τόσο πολύ μπερδευτεί από τις συζητήσεις που κανείς τους  δεν  σκέφτηκε  να  προστεθεί  στην  απάντηση:  ναι,  μα  χωρίς  την  πρόθεση  να  αφαιρέσει  τη  ζωή  του  Σμελκόφ.  Ο  Νεχλιούντοφ  ήταν  τόσο  ταραγμένος  που  δεν  το  πρόσεξε.  Σ'  αυτή  τη  μορφή  οι  απαντήσεις  καταγράφηκαν και μεταφέρθηκαν στην αίθουσα του δικαστηρίου.  Ο  Ραμπελαί  έγραφε  ότι  ο  δικηγόρος  στον  οποίο  απευθύνθηκαν  κάποιοι  για  να  τους  λύσει  τις  Digitized by 10uk1s 


διαφορές, αφού συμβουλεύτηκε όλους τους νόμους, μετά την ανάγνωση είκοσι σελίδων με νομικές  ασυναρτησίες  στα  Λατινικά,  πρότεινε  στις  δύο  πλευρές  να  ρίξουν  τα  ζάρια  μονά  ζυγά.  Αν  έρθουν  ζυγά, τους είπε, τότε θα έχει δίκιο ο ενάγων, κι αν έρθουν μονά, θα έχει δίκιο ο εναγόμενος.  Το ίδιο συνέβη κι εδώ. Πάρθηκε αυτή και όχι η άλλη απόφαση όχι επειδή όλοι ήταν σύμφωνοι, μα,  πρώτον, επειδή ο πρόεδρος του δικαστηρίου που έκανε μια τόσο μεγάλη ανακεφαλαίωση, αυτή τη  φορά ξέχασε να πει αυτό που έλεγε πάντα, ότι δηλαδή όταν οι ένορκοι απαντούν στα ερωτήματα  μπορούν  να  πούνε:  Ένοχος,  μα  χωρίς  την  πρόθεση  να  αφαιρέσει  τη  ζωή.  δεύτερον,  επειδή  ο  συνταγματάρχης είχε αφηγηθεί μια τόσο μεγάλη και βαρετή ιστορία για τη γυναίκα του κουνιάδου  του,  τρίτον,  επειδή  ο  Νεχλιούντοφ  ήταν  τόσο  ταραγμένος  που  δεν  πρόσεξε  πως  παρέλειψαν  να  γράψουν  τη  φράση  ότι  δεν  είχε  πρόθεση  να  σκοτώσει  και  σκεφτόταν  πως  η  διατύπωση  χωρίς  πρόθεση κλοπής αναιρεί την κατηγορία, τέταρτον, επειδή ο Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς δε βρισκόταν στην  αίθουσα, ( είχε βγει τη στιγμή που ο επικεφαλής διάβασε τα ερωτήματα και τις απαντήσεις), και, το  κυριότερο, επειδή όλοι είχαν κουραστεί και όλοι ήθελαν να ξεμπερδεύουν μια ώρα νωρίτερα, και γι'  αυτό συμφώνησαν με μια τέτοια απάντηση που θα τους ξέμπλεκε γρήγορα.  Οι  ένορκοι  χτύπησαν  το  κουδούνι.  Ο  χωροφύλακας  που  στεκόταν  με  γυμνό  σπαθί  επ'  ώμου  το  έβαλε στη θήκη του και παραμέρισε. Οι δικαστές πήραν τις θέσεις και ο ένας μετά τον άλλον βγήκαν  οι ένορκοι.  Ο  επικεφαλής  κρατούσε  το  χαρτί  με  ύφος  επίσημο.  Πλησίασε  τον  πρόεδρο  και  του  το  έδωσε.  Ο  πρόεδρος το διάβασε και έκπληκτος σήκωσε τα χέρια του και απευθύνθηκε στους συναδέλφους του  για να τους συμβουλευτεί. Ο πρόεδρος είχε μείνει κατάπληκτος, γιατί οι ένορκοι, ενώ διατύπωσαν  την  πρώτη  απάντηση:  χωρίς  πρόθεση  κλοπής,  δε  διατύπωσαν  τη  δεύτερη:  χωρίς  πρόθεση  να  διαπράξει φόνο. Η απόφαση, λοιπόν, των ενόρκων έλεγε με λίγα λόγια ότι η Μάσλοβα δεν έκλεψε,  δε λήστεψε, δηλητηρίασε όμως το θύμα χωρίς κανένα φανερό σκοπό.  ‐Κοίταξ��  τι  ανοησία  μου  έδωσαν,  είπε  στο  δικαστή  απ'  τ'  αριστερά.  Εδώ  την  στέλνουν  κατευθείαν  στο κάτεργο κι αυτή είναι αθώα!  ‐Ε, όχι και αθώα, είπε ο δικαστής με τ' αυστηρό πρόσωπο.  ‐Σας λέω είναι αθώα. Μου φαίνεται πως σ' αυτή την περίπτωση μπορούμε να κάνουμε χρήση του  άρθρου  818.  (Το  άρθρο  ανέφερε  ότι  αν  το  δικαστήριο  θεωρούσε  την  κατηγορία  άδικη,  τότε  μπορούσε να αναιρέσει την ετυμηγορία των ενόρκων).  ‐Ποια είναι η γνώμη σας; ρώτησε ο πρόεδρος τον καλοκάγαθο δικαστή.  Εκείνος δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε τον αριθμό του εγγράφου που βρισκόταν μπροστά του και  προσπάθησε  να  το  διαιρέσει  δια  του  τρία.  Είχε  αποφασίσει  ότι  αν  διαιρείται,  θα  συμφωνήσει.  Αν  και ο αριθμός δεν μπορούσε να διαιρεθεί, συμφώνησε επειδή ήταν καλοσυνάτος.  ‐Κι εγώ νομίζω πως θα 'πρεπε, είπε.  ‐Εσείς; ρώτησε ο πρόεδρος τον δικαστή με τ' αυστηρό πρόσωπο που έδειχνε κι όλας εκνευρισμένος.  ‐Σε  καμία  περίπτωση,  απάντησε  αποφασιστικά.  Και  χωρίς  αυτό  οι  εφημερίδες  γράφουν  ότι  οι  ένορκοι αθωώνουν τους εγκληματίες. Τι θα πουν όταν τους αθωώσει το δικαστήριο; Δεν πρόκειται  να συμφωνήσω σε καμιά περίπτωση.  Ο πρόεδρος κοίταξε το ρολόι.  Digitized by 10uk1s 


‐Κρίμα, μα τι να κάνουμε; είπε κι έδωσε τις απαντήσεις στον επικεφαλής γα να τις διαβάσει.  Όλοι  σηκώθηκαν  και  ο  επικεφαλής  πατώντας  πότε  στο  ένα  πόδι  και  πότε  στο  άλλο,  ξερόβηξε  και  διάβασε τα ερωτήματα και τις απαντήσεις. Όλοι όσοι είχαν σχέση με το δικαστήριο, ο γραμματέας,  οι συνήγοροι, ακόμη και ο αντιεισαγγελέας, δεν μπόρεσαν να κρύψουν την έκπληξή τους.  Οι  κατηγορούμενοι  κάθονταν  ατάραχοι,  ήταν  φανερό  πως  δεν  καταλάβαιναν  τη  σημασία  των  απαντήσεων. Για άλλη μια φορά όλοι κάθισαν κι ο πρόεδρος ρώτησε τον αντιεισαγγελέα ποια είναι  η ποινή που προτείνει να επιβληθεί στους κατηγορουμένους.  Ο  αντιεισαγγελέας,  ενθουσιασμένος  από  την  αναπάντεχη  επιτυχία  σχετικά  με  την  Μάσλοβα  ‐  θεωρώντας ότι αυτό οφειλόταν στη ρητορική του δεινότητα ‐ κοίταξε κάποια χαρτιά, ανασηκώθηκε  και είπε:  ‐Για τον Σίμωνα Καρτίνκιν, θα πρότεινα την ποινή που ορίζεται στο άρθρο 1452 και στην παράγραφο  4  του  άρθρου  1453.  Στη  Γιεφήμια  Μποτσκόβα,  την  ποινή  που  ορίζει  το  άρθρο  1659  και  στην  Γιεκατερίνα Μάσλοβα την ποινή που ορίζει το άρθρο 1454.  Όλες οι ποινές ήταν οι πιο αυστηρές που μπορούσε να προτείνει.  ‐Το δικαστήριο αποσύρεται για να καθορίσει την απόφασή του, είπε ο πρόεδρος καθώς σηκώθηκε.  Όλοι  σηκώθηκαν  μετά  απ'  αυτόν  μ'  ανακούφιση,  και  με  το  ευχάριστο  συναίσθημα  ότι  έπραξαν  το  καθήκον τους, άρχισαν να βγαίνουν ή να περπατούν στην αίθουσα.  ‐Κι όμως, αγαπητέ μου, είπαμε ψέματα, ντροπή μας, είπε ο Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς πλησιάζοντας τον  Νεχλιούντοφ που μιλούσε με τον επικεφαλής. ‐Την στείλαμε κατευθείαν στα κάτεργα.  ‐Τι  είναι  αυτά  που  λέτε;  ‐αναφώνησε  ο  Νεχλιούντοφ  χωρίς  αυτή  τη  φορά  να  δώσει  σημασία  στο  δυσάρεστο γι' αυτόν «ενικό» του δασκάλου.  ‐Κι όμως, είπε ο δάσκαλος. ‐Δε βάλαμε στην απάντηση Ένοχη, αλλά χωρίς την πρόθεση να διαπράξει  φόνο.  Μόλις  τώρα  μου  είπε  ο  γραμματέας  πως  ο  εισαγγελέας  πρότεινε  δεκαπέντε  χρόνια  στα  κάτεργα.  ‐Μα, αυτή ήταν η απόφασή μας, είπε ο επικεφαλής.  Ο  Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς  άρχισε  να  λέει  ότι  είναι  αυτονόητο  πως  αφού  δεν  πήρε  τα  χρήματα,  δεν  μπορούσε να έχει την πρόθεση να τον σκοτώσει.  ‐Μα  εγώ  διάβασα  τις  απαντήσεις  πριν  βγούμε  έξω,  δικαιολογήθηκε  ο  επικεφαλής.  ‐Κανείς  δεν  έφερε αντίρρηση.  ‐Εκείνη τη στιγμή εγώ είχα βγει, είπε ο Πιοτρ Γκεράσιμοβιτς. ‐Εσείς πώς πιαστήκατε στον ύπνο;  ‐Ήμουν αφηρημένος.  ‐Ορίστε το αποτέλεσμα της αφηρημάδας σας.  ‐Μα αυτό μπορεί να διορθωθεί, είπε ο Νεχλιούντοφ. 

Digitized by 10uk1s 


‐Μπα... τώρα τέλειωσαν όλα.  Ο Νεχλιούντοφ κοίταξε τους κατηγορουμένους. Η μοίρα τους είχε αποφασίσει κι εκείνοι συνέχιζαν  να  κάθονται  ήσυχα  πίσω  από  το  κιγκλίδωμα  μπροστά  απ'  τη  φρουρά.  Η  Μάσλοβα  χαμογελούσε  αφηρημένα. Στην ψυχή του Νεχλιούντοφ γεννήθηκε ένα φοβερό συναίσθημα. Όταν προηγουμένως  είχε προβλέψει την αθώωσή της και την παραμονή της στην πόλη ήταν αναποφάσιστος, δεν ήξερε  πώς να συμπεριφερθεί απέναντί της, οι σχέσεις τους θα ήταν πάρα πολύ δύσκολες. Το κάτεργο στη  Σιβηρία απόκλειε αμέσως κάθε πιθανότητα αποκατάστασης των σχέσεών τους: το πληγωμένο πουλί  θα έπαυε πλέον να σφαδάζει μέσα στο δισάκι του κυνηγού και να του θυμίζει την ύπαρξή του. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIV  ΟΙ  ΦΟΒΟΙ  του  Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς  ήταν  βάσιμοι.  Όταν  οι  δικαστές  επέστρεψαν  στην  έδρα,  ο  πρόεδρος πήρε ένα χαρτί κι άρχισε να διαβάζει:  «28  Απριλίου  188...,  κατόπιν  εντολής  της  Αυτού  Αυτοκρατορικής  Μεγαλειότητος,  το  περιφερειακό  δικαστήριο,  τμήμα  ποινικών  υποθέσεων,  σύμφωνα  με  την  απόφαση  των  κυρίων  ενόρκων  και  σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 771, την παράγραφο 3 του άρθρου 776 και του άρθρου  777 της Ποινικής Δικονομίας, αποφάσισε τα παρακάτω: Καταδικάζει τον αγρότη Σίμωνα Καρτίνκιν,  τριάντα  τριών  ετών  και  την  μικροαστή  Γιεκατερίνα  Μάσλοβα,  είκοσι  επτά  ετών  σε  στέρηση  των  πολιτικών  ατομικών  δικαιωμάτων  και  σε  καταναγκαστικά  έργα,  τον  Καρτίνκιν  για  οκτώ  έτη,  την  Μάσλοβα  για  τέσσερα  έτη,  μαζί  με  τις  συνέπειες  και  για  τους  δύο  του  άρθρου  28  του  Ποινικού  Κώδικα. Επίσης καταδικάζει την μικροαστή Γιεφήμια Μποτσκόβα, σαράντα τριών ετών, σε στέρηση  όλων  των  ειδικών  κοινωνικών  προνομίων  και  ατομικών  δικαιωμάτων  και  σε  φυλάκιση  τριών  ετών  μαζί  με  τις  συνέπειες  που  προβλέπει  το  άρθρο  49  του  Ποινικού  Κώδικα.  Τα  δικαστικά  έξοδα  θα  επιβαρύνουν εξίσου τους κατηγορουμένους και σε περίπτωση που αδυνατούν να τα πληρώσουν θα  προστεθούν στην ποινή τους. Τα πειστήρια θα εκποιηθούν, το δαχτυλίδι θα επιστραφεί, οι φιάλες  θα καταστραφούν».  Ο  Καρτίνκιν  στεκόταν  στην  ίδια  στάση  προσοχής  με  τα  χέρια  κολλημένα  στο  πλάι  και  τα  δάχτυλα  ανοιχτά, κουνώντας νευρικά τις μασέλες του. Η Μποτσκόβα φαινόταν απόλυτα ήρεμη. Η Μάσλοβα  μόλις άκουσε την απόφαση έγινε κατακόκκινη.  ‐Δεν είμαι ένοχη, δεν είμαι ένοχη! ξεφώνησε σ' όλη την αίθουσα. ‐Είναι αμαρτία. Δεν είμαι ένοχη.  Δεν ήθελα, ούτε που το σκέφτηκα. Αλήθεια σας λέω. Αλήθεια!.  Σωριάστηκε στη θέση της και ξέσπασε σε λυγμούς.  Όταν  ο  Καρτίνκιν  και  η  Μποτσκόβα  βγήκαν,  εκείνη  παρέμεινε  στη  θέση  της  και  έκλαιγε,  κι  ο  χωροφύλακας αναγκάστηκε να την τραβήξει απ' το μανίκι της ρόμπας.  «Όχι,  είναι  αδύνατο  να  το  αφήσω  να  περάσει  έτσι»,  είπε  μέσα  του  ο  Νεχλιούντοφ,  ξεχνώντας  τελείως  αυτό  το  φοβερό  συναίσθημα  και,  χωρίς  κι  ο  ίδιος  να  ξέρει  γιατί,  βγήκε  βιαστικά  στο  διάδρομο  για  να  την  δει  άλλη  μια  φορά.  Στις  πόρτες  γινόταν  το  αδιαχώρητο,  οι  ένορκοι  και  οι  συνήγοροι  συνωστίζονταν  ανακουφισμένοι  πλέον  από  την  κατάληξη  της  δίκης,  γι'  αυτό  αναγκάστηκε να περιμένει λίγο. Όταν βγήκε στο διάδρομο, εκείνη είχε απομακρυνθεί. Την έφθασε  με  γρήγορο  βήμα,  χωρίς  να  δίνει  σημασία  στο  ότι  τραβούσε  την  προσοχή  του  κόσμου,  πέρασε  μπροστά  της  και  σταμάτησε.  Εκείνη  είχε  σταματήσει  το  κλάμα  και  προσπαθούσε  να  σκουπίσει  το  κατακόκκινο  πρόσωπό  της  με  την  άκρη  του  μαντηλιού  της  μουγκρίζοντας  σαν  πληγωμένο  αγρίμι.  Πέρασε  δίπλα  του  χωρίς  να  τον  κοιτάξει.  Την  άφησε  να  περάσει  και  γύρισε  βιαστικά  πίσω  για  να  μιλήσει με τον πρόεδρο, μα αυτός είχε ήδη φύγει.  Ο Νεχλιούντοφ τον πρόλαβε στο βεστιάριο.  ‐Κύριε πρόεδρε, είπε ο Νεχλιούντοφ και τον πλησίασε τη στιγμή που εκείνος είχε κιόλας φορέσει το  ανοιχτόχρωμο  παλτό  του  κι  έπαιρνε  το  μπαστούνι  του  με  την  ασημένια  λαβή  από  τα  χέρια  του  θυρωρού, ‐μπορώ να σας απασχολήσω για την υπόθεση που μόλις τώρα τελείωσε; Είμαι ένας από  τους ενόρκους.  ‐Μα,  βέβαια,  είστε  ο  πρίγκιπας  Νεχλιούντοφ;  Χαίρω  πολύ,  εμείς  έχουμε  συναντηθεί  και  στο  παρελθόν,  είπε  ο  πρόεδρος  σφίγγοντάς  του  το  χέρι.  Θυμήθηκε  μ'  ευχαρίστηση  πόσο  τον  είχε  Digitized by 10uk1s 


εντυπωσιάσει ο Νεχλιούντοφ σε μια κοσμική συνάντηση με τη χάρη και το κέφι του στο χορό που  τον έκανε να ξεχωρίζει απ' όλους τους νέους.  ‐Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;  ‐Έγινε  κάποια  παρεξήγηση  στην  ετυμηγορία  μας  σχετικά  με  την  Μάσλοβα.  Είναι  αθώα  σε  ό,τι  αφορά  τη  δηλητηρίαση,  μα  καταδικάστηκε  σε  καταναγκαστικά  έργα,  είπε  ο  Νεχλιούντοφ  μ'  ένα  ύφος γεμάτο έκπληξη και λύπη.  ‐Το δικαστήριο έβγαλε την απόφασή του, σύμφωνα με τις απαντήσεις που εσείς μου δώσατε, είπε ο  πρόεδρος προχωρώντας προς την έξοδο ‐ αν και οι απαντήσεις φάνηκαν και στο δικαστήριο πως δεν  ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.  Θυμήθηκε  ότι  ήθελε  να�� εξηγήσει  στους  ενόρκους  πως  η  απάντησή  τους  Ένοχη,  χωρίς  να  αποκλείσουν την πρόθεση της κατηγορουμένης να διαπράξει φόνο, ισοδυναμούσε με καταδίκη για  φόνο εκ προμελέτης, αλλά επειδή βιαζόταν να τελειώσει, δεν το έκανε.  ‐Μα είναι αδύνατον να διορθωθεί το λάθος;  ‐Πάντα  υπάρχουν  λόγοι  για  να  ασκηθεί  έφεση.  Πρέπει  να  απευθυνθείτε  σε  δικηγόρους,  είπε  ο  πρόεδρος φορώντας λίγο στραβά το καπέλο του, καθώς κατευθυνόταν προς την έξοδο.  ‐Μα αυτό είναι φοβερό.  ‐Βλέπετε, την Μάσλοβα την περίμενε ένα από τα δύο, απάντησε ο πρόεδρος επιθυμώντας να είναι  ευγενικός  και  σοβαρός  με  τον  Νεχλιούντοφ,  διορθώνοντας  τις  φαβορίτες  του  πάνω  από  το  γιακά  του παλτού, και, συνέχισε πιάνοντάς τον ελαφρά από τον αγκώνα προχωρώντας προς την έξοδο. ‐ Φεύγετε, δεν είναι έτσι;  ‐Ναι, βέβαια, είπε ο Νεχλιούντοφ και τον ακολούθησε φορώντας βιαστικά το παλτό του.  Βγήκαν στο λαμπρό, χαρούμενο ήλιο∙ για να συννενοούνται έπρεπε να φωνάζουν δυνατότερα, γιατί  οι ρόδες των αμαξιών στο λιθόστρωτο έκαναν πολύ θόρυβο.  ‐Η θέση της, επιτρέψτε μου να σας πω, είναι αρκετά ιδιόμορφη, συνέχισε ο πρόεδρος υψώνοντας  τη  φωνή  του  ‐γιατί  αυτή  η  Μάσλοβα  είχε  ν'  αντιμετωπίσει  μία  απ'  τις  δύο  πιθανότητες:  ή  να  αθωωθεί σχεδόν, το πολύ να κλεινόταν στη φυλακή, οπότε θα συνυπολογιζόταν και ο χρόνος που  έμεινε  προφυλακισμένη,  ή  να  την  στείλουν  σε  κάτεργο  ‐  μέση  λύση  δεν  υπήρχε.  Αν  είχατε  προσθέσει τα λόγια: Αλλά χωρίς την πρόθεση να προξενήσει το θάνατο, θα είχε αθωωθεί.  ‐Είναι ασυγχώρητο που μου ξέφυγε, είπε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Αυτή είναι η ουσία, είπε χαμογελώντας ο πρόεδρος κοιτάζοντας το ρολόι του.  Έμεναν μόνο σαράντα πέντε λεπτά μέχρι την τελευταία προθεσμία που του 'χε ορίσει η Κλάρα για  το ραντεβού.  ‐Τώρα,  αν  βέβαια  θέλετε,  μπορείτε  να  απευθυνθείτε  σ'  έναν  δικηγόρο.  Χρειάζεται  να  βρεθεί  μια  αιτία για την έφεση. Αυτό είναι κάτι που πάντα μπορεί να βρεθεί... Στη Ντβοριάνσκαγια, πρόσταξε ο  πρόεδρος τον αμαξά, ‐τριάντα καπίκια, δεν πληρώνω ποτέ παραπάνω. 

Digitized by 10uk1s 


‐Εξοχότατε, περάστε!  ‐Τα  σέβη  μου.  Αν  μπορέσω  να  σας  φανώ  χρήσιμος  σε  κάτι...  ορίστε  η  διεύθυνσή  μου:  οικία  Ντβόρνικοφ, στην Ντβοριάνσκαγια, είναι εύκολο να το θυμηθείτε.  Υποκλίθηκε ευγενικά κι έφυγε. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXV  Η  ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ  ΜΕ  τον  πρόεδρο  και  ο  καθαρός  αέρας  καθησύχασαν  κάπως  τον  Νεχλιούντοφ.  Σκέφτηκε τώρα πως το συναίσθημα που ένιωσε ήταν κάπως υπερβολικό, έφταιγαν όλα όσα πέρασε  το πρωί σε τόσο ασυνήθιστες συνθήκες.  «Πάντως πρόκειται για μια εκπληκτική και απίστευτη σύμπτωση! Πρέπει να κάνω ό,τι είναι δυνατόν  για  να  ελαφρύνω  τη  θέση  της,  κι  αυτό  πρέπει  να  γίνει  όσο  γίνεται  πιο  γρήγορα.  Τώρα  αμέσως.  Πρέπει να μάθω εδώ, στο δικαστήριο, τις διευθύνσεις του Φανάριν και του Μικίσιν». Θυμήθηκε δύο  γνωστούς δικηγόρους.  Ο  Νεχλιούντοφ  επέστρεψε  στο  δικαστήριο,  έβγαλε  το  παλτό  του  και  κατευθύνθηκε  στους  επάνω  ορόφους. Στον πρώτο διάδρομο συνάντησε τον Φανάριν. Τον σταμάτησε και του είπε πως έχει γι'  αυτόν  μια  υπόθεση.  Ο  Φανάριν  ήξερε  με  ποιον  είχε  να  κάνει  και  είπε  πως  μετά  χαράς  θα  τον  εξυπηρετούσε.  ‐Αν και είμαι κουρασμένος... μα, αν δεν πάρει πολύ χρόνο πείτε μου περί τίνος πρόκειται. Περάστε  από 'δω.  Ο Φανάριν οδήγησε το Νεχλιούντοφ σε μια τυχαία αίθουσα, μάλλον στο γραφείο κάποιου δικαστή.  Κάθησαν κοντά στο τραπέζι.  ‐Λοιπόν, ποιο είναι το πρόβλημά σας;  ‐Πρώτ' απ' όλα θα σας παρακαλούσα να μη μάθει κανείς πως ανακατεύομαι σ' αυτή την υπόθεση,  είπε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Αυτό εννοείται. Λοιπόν...  ‐Σήμερα ήμουν ένορκος σε μια δίκη και καταδικάσαμε μια γυναίκα, αθώα, σε καταναγκαστικά έργα.  Αυτό είναι που με τυραννάει.  Χωρίς να το περιμένει ο Νεχλιούντοφ κοκκίνισε και τα 'χα σε.  Ο Φανάριν σήκωσε το κεφάλι και του έριξε μια γρήγορη ματιά και αμέσως το ξανακατέβασε.  ‐Λοιπόν..., είπε μόνο.  ‐Καταδικάσαμε  μια  αθώα  και  θα  ήθελα  να  ασκήσω  έφεση  και  να  εκδικαστεί  στο  ανώτερο  δικαστήριο.  ‐Από τη Γερουσία, τον διόρθωσε ο Φανάριν.  ‐Σας παρακαλώ ν' αναλάβετε την υπόθεση.  Ο  Νεχλιούντοφ  ήθελε  να  τελειώσει  γρήγορα  με  το  πιο  δύσκολο  μέρος  της  συζήτησης  γι'  αυτό  και  πρόσθεσε αμέσως:  ‐Την  αμοιβή  σας  και  τα  έξοδα  της  υπόθεσης  τα  αναλαμβάνω  εγώ,  όσα  κι  αν  είναι,  είπε  κοκκινίζοντας.  Digitized by 10uk1s 


‐Ε,  αυτό  θα  το  συμφωνήσουμε,  είπε  ο  δικηγόρος  γελώντας  συγκαταβατικά  με  την  απειρία  του  πελάτη του. Περί τίνος ακριβώς πρόκειται;  Ο Νεχλιούντοφ του διηγήθηκε τι συνέβη.  ‐Πολύ  καλά,  αύριο  θα  πάρω  το  φάκελο  της  υπόθεσης  και  θα  τον  μελετήσω.  Και  μεθαύριο,  όχι,  καλύτερα  την  Πέμπτη,  ελάτε  να  με  δείτε  στις  έξι  το  απόγευμα  και  θα  σας  δώσω  μιαν  απάντηση.  Συμφωνείτε; Ας πηγαίνουμε, θέλω κάτι έγγραφα να πάρω ακόμη.  Ο Νεχλιούντοφ τον αποχαιρέτησε κι έφυγε.  Η  συζήτηση  με  τον  δικηγόρο  και  το  γεγονός  ότι  είχε  αρχίσει  να  παίρνει  κάποια  μέτρα  για  την  υπεράσπιση  της  Μάσλοβα,  τον  καθησύχασαν  ακόμα  περισσότερο.  Βγήκε  στο  προαύλιο.  Ο  καιρός  ήταν  θεσπέσιος.  Ανάσανε  με  ευχαρίστηση  τον  ανοιξιάτικο  αέρα.  Οι  αμαξάδες  του  πρότειναν  τις  υπηρεσίες τους, μα αυτός προτίμησε να πάει με τα πόδια και την ίδια στιγμή, ένας χείμαρρος από  σκέψεις  και  αναμνήσεις  για  την  Κατιούσα  και  το  φέρσιμό  του  ξεχύθηκαν  στο  μυαλό  του.  Ένιωσε  θλίψη, όλα τού φαίνονταν τριγύρω μαύρα.  «Όχι,  αυτό  καλύτερα  να  το  σκεφτώ  αργότερα,  είπε  μέσα  του,  τώρα  αυτό  που  χρειάζεται  είναι  να  διώξω απ' το μυαλό μου όλες τις δυσάρεστες σκέψεις».  Θυμήθηκε το γεύμα στους Κορτσάγκιν και κοίταξε το ρολόι του.  Δεν ήταν ακόμα αργά και μπορούσε να προλάβει. Ένα ιππήλατο τραμ πέρασε κουδουνίζοντας δίπλα  του. Έτρεξε να το προλάβει και πήδηξε στο βαγόνι. Στην πλατεία κατέβηκε, βρήκε έναν καλό αμαξά  και σε δέκα λεπτά βρισκόταν κιόλας μπροστά στην πόρτα του αρχοντικού των Κορτσάγκιν. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVI  ‐ΠΑΡΑΚΑΛΩ, ΕΞΟΧΟΤΑΤΕ, σας περιμένουν, είπε ο γλυκομίλητος παχύσαρκος θυρωρός του μεγάλου  αρχοντικού  των  Κορτσάγκιν  ανοίγοντας  την  αθόρυβη  δρύινη  εξώπορτα  με  τους  εγγλέζικους  μεντεσέδες. ‐ Τρώνε και μου είπαν ν' αφήσω να περάσετε μόνο εσείς.  Ο θυρωρός προχώρησε προς τη σκάλα και χτύπησε το κουδούνι.  ‐Είναι κανείς εδώ; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ, καθώς έβγαζε το παλτό του.  ‐Ο  κύριος  Κόλοσοφ  και  ο  Μιχαήλ  Σεργκέγιεβιτς,  οι  υπόλοιποι  είναι  του  σπιτιού,  απάντησε  ο  θυρωρός.  Στο κεφαλόσκαλο φάνηκε ένας όμορφος υπηρέτης που φορούσε φράκο και άσπρα γάντια.  ‐Παρακαλώ Εξοχότατε, σας καλούν να περάσετε, είπε.  Ο Νεχλιούντοφ ανέβηκε τη σκάλα και περνώντας από το γνωστό μεγαλόπρεπο σαλόνι πέρασε στην  τραπεζαρία.  Στο  τραπέζι  καθόταν  όλη  η  οικογένεια,  εκτός  απ'  την  μητέρα,  την  πριγκίπισσα  Σόφια  Βασίλιεβνα, που δεν έβγαινε ποτέ απ' τα διαμερίσματά της. Στην κεφαλή του τραπεζιού καθόταν ο  γερο‐Κορτσάγκιν,  δίπλα  του  ο  Ιβάν  Ιβάνοβιτς  Κόλοσοφ,  πρώην  επικεφαλής  των  ευγενών  της  επαρχίας  και  τώρα  μέλος  του  διοικητικού  συμβουλίου  της  τράπεζας,  φιλελεύθερος,  φίλος  του  Κορτσάγκιν  στην  αριστερή  πλευρά  καθόταν  η  Μις  Ρέντερ,  γκουβερνάντα  της  τετράχρονης  μικρής  αδελφής της Μίσσυ, και πλάι το ίδιο το κοριτσάκι∙ απ' τη δεξιά πλευρά καθόταν απέναντι ο αδελφός  τής Μίσσυ, ο μοναδικός γιος των Κορτσάγκιν, μαθητής της έκτης τάξης του γυμνασίου, ο Πέτια, που  για χάρη του η οικογένεια όλη περίμενε να τελειώσουν οι εξετάσεις κι έμενε ακόμη στη πόλη∙ πλάι  του  καθόταν  ο  φοιτητής  που  τού  έκανε  ιδιαίτερα  μαθήματα∙  από  αριστερά  καθόταν  η  Κατερίνα  Αλεξέγιεβνα,  μια  σαραντάρα  δεσποινίδα  που  ανήκε  στο  κίνημα  των  Σλαβόφιλων∙  απέναντί  της  ο  Μιχαήλ  Σεργκέγιεβιτς  ή  αλλιώς  Μίσσα  Τελέγκιν,  εξάδελφος  της  Μίσσυ  και  στην  άλλη  άκρη  του  τραπεζιού, η Μίσσυ, με ένα άδειο σερβίτσιο δίπλα της.  ‐Ήρθατε  λοιπόν,  τι  καλά!  Καθήστε,  μόλις  αρχίσαμε  το  ψάρι,  είπε  με  δυσκολία  ο  γερο‐Κορτσάγκιν  μασώντας προσεκτικά με τις μασέλες του. Κοίταξε τον Νεχλιούντοφ μ' εκείνα τα κόκκινα μάτια του,  χωρίς καθόλου βλεφαρίδες.  ‐Στεπάν, πρόσταξε με γεμάτο στόμα τον χοντρό, επιβλητικό σερβιτόρο, δείχνοντάς του με το βλέμμα  του το άδειο πιάτο.  Αν  και  ο  Νεχλιούντοφ  γνώριζε  καλά  και  είχε  δει  πολλές  φορές  πώς  γευμάτιζε  ο  γερο‐Κορτσάγκιν,  σήμερα  του  έκανε  ιδιαίτερα  άσχημη  εντύπωση  το  κοκκινισμένο  του  πρόσωπο,  τα  χείλη  που  χτυπούσαν με ηδονή πάνω από την πετσέτα, τη στερεωμένη στο γιλέκο και στο χοντρό σβέρκο, όλη  αυτή η χοντροκομμένη καρικατούρα του στρατηγού. Ο Νεχλιούντοφ, χωρίς να το θέλει, θυμήθηκε  όσα ήξερε για την αγριότητα αυτού του ανθρώπου, �� οποίος, ένας Θεός ξέρει για ποιο λόγο, ‐ ίσως  επειδή ήταν πλούσιος και ευνοούμενος της Αυλής ‐ όταν ήταν στρατιωτικός διοικητής της περιοχής  μαστίγωνε και κρεμούσε ανθρώπους.  ‐Τώρα  αμέσως  θα  σερβίρουν,  Εκλαμπρότατε,  είπε  ο  Στεπάν  πιάνοντας  από  τον  γεμάτο  ασημένια  βάζα μπουφέ μια μεγάλη κουτάλα. Έκανε νόημα στον όμορφο υπηρέτη με τις φαβορίτες, που την  ίδια στιγμή άρχισε να συμπληρώνει το απείραχτο σερβίτσιο δίπλα στην Μίσσυ‐ήταν σκεπασμένο με  μια αριστοτεχνικά διπλωμένη κολλαρισμένη πετσέτα με το οικόσημο να ξεχωρίζει. 

Digitized by 10uk1s 


Ο Νεχλιούντοφ έκανε το γύρω του τραπεζιού προσφέροντας σε όλους το χέρι του. Όλοι, εκτός από  τον γερο‐Κορτσάγκιν και τις κυρίες, σηκώθηκαν όταν τους πλησίασε. Αυτός ο γύρος του τραπεζιού  και  το  σφίξιμο  των  χεριών  μ'  όλους  τους  παρόντες,  αν  και  με  τους  περισσότερους  δεν  είχε  ποτέ  ανταλλάξει  ούτε  μια  κουβέντα,  του  φάνηκε  σήμερα  ιδιαίτερα  δυσάρεστος  και  γελοίος.  Ζήτησε  συγγνώμη  που  καθυστέρησε,  και  θέλησε  να  καθήσει  στην  άδεια  θέση  στο  τέλος  του  τραπεζιού  ανάμεσα στην Μίσσυ και την Κατερίνα Αλεξέγιεβνα, μα ο γερο‐Κορτσάγκιν αξίωσε, έστω κι αν δεν  έπινε βότκα ο καλεσμένος του, να γευθεί τουλάχιστον τα ορεκτικά στο μπουφέ: σουπιές,  χαβιάρι,  διάφορα  είδη  τυριών  και  παστών  ψαριών.  Ο  Νεχλιούντοφ  δεν  περίμενε  πως  θα  ήταν  τόσο  πεινασμένος, αλλά μόλις άρχισε να τρώει ψωμί με τυρί δεν μπορούσε να σταματήσει κι έτρωγε με  λαιμαργία.  ‐Λοιπόν, «υπονομεύσατε τα θεμέλια»; τον ρώτησε ο Κόλοσοφ χρησιμοποιώντας την έκφραση μιας  αντιδραστικής  εφημερίδας  που  είχε  ξεσπαθώσει  εναντίον  των  ορκωτών  δικαστηρίων.  ‐Αθωώσατε  ενόχους, καταδικάσατε αθώους, ναι;  ‐Υπονομεύσατε  τα  θεμέλια...  Υπονομεύσατε  τα  θεμέλια...  ‐επανέλαβε  γελώντας  ο  πρίγκιπας  Κορτσάγκιν, νιώθωντας απεριόριστη εμπιστοσύνη στην ευφυία και τη μόρφωση του φιλελεύθερου  συντρόφου και φίλου του.  Ο  Νεχλιούντοφ,  κινδυνεύοντας  να  θεωρηθεί  αγενής,  δεν  απάντησε  στον  Κόλοσοφ  και  κάθησε  μπροστά  απ'  το  πιάτο  με  την  αχνιστή  σούπα  συνεχίζοντας  να  μασάει.  ‐Αφήστε  τον  να  φάει,  είπε  χαμογελώντας η Μίσσυ, υπενθυμίζοντας μ' αυτό το «τον» τη μεταξύ τους οικειότητα.  Ο  Κόλοσοφ  εν  τω  μεταξύ  διηγιόταν  ζωηρά  και  φωναχτά  το  περιεχόμενο  του  άρθρου  που  καταφερόταν εναντίον των ορκωτων δικαστηρίων και που τον είχε αγανακτήσει. Τον σιγοντάρησε ο  Μιχαήλ Σεργκέγιεβιτς, ο ανιψιός, ο οποίος τους διηγήθηκε το περιεχόμενο ενός άλλου άρθρου της  ίδιας εφημερίδας.  Η Μίσσυ ήταν όπως πάντα πολύ distinqueé και καλοντυμένη, αλλά πολύ διακριτικά.  ‐Θα πρέπει να είστε πολύ κουρασμένος και πεινασμένος, είπε στον Νεχλιούντοφ περιμένοντας να  καταπιεί πρώτα.  ‐Όχι, όχι, ιδιαίτερα. Εσείς πήγατε να δείτε τους πίνακες; ρώτησε.  ‐Όχι,  το  αναβάλαμε.  Πήγαμε  στο  lawn  tennis  στους  Σαλαμάτοφ.  Πράγματι,  αυτός  ο  Κρουξ  είναι  καταπληκτικός παίκτης.  Ο Νεχλιούντοφ είχε έρθει στους Κορτσάγκιν για να διασκεδάσει. Πάντα ένιωθε ευχάριστα σ' αυτό το  σπίτι, όχι μόνο επειδή τον γοήτευε η καλόγουστη πολυτέλειά του, αλλά και γιατί ένιωθε άνετα μέσα  σ'  εκείνη  τη  διακριτική  ατμόσφαιρα  κολακευτικής  τρυφερότητος.  Όμως,  σήμερα,  κι  αυτό  ήταν  το  αξιοπερίεργο,  όλα  μέσα  στο  σπίτι  τον  απωθούσαν  ‐  όλα,  αρχίζοντας  από  τον  θυρωρό,  την  πλατιά  σκάλα,  τα  χρώματα,  τους  υπηρέτες,  τη  διακόσμηση  του  τραπεζιού  ακόμα  και  την  ίδια  την  Μίσσυ  που την έβρισκε τώρα άχαρη και προσποιητή. Τον απωθούσε κι αυτός ο γεμάτος αυτοπεποίθηση,  πρόστυχος,  φιλελεύθερος  τόνος  του  Κόλοσοφ,  του  ήταν  απωθητική  και  η  αγελαδόμορφη,  όλο  ξιπασιά, επιβλητική φιγούρα του γερο‐Κορτσάγκιν, αντιπαθητικές ήταν και οι γαλλικές φράσεις που  ξεφούρνιζε  η  Σλαβόφιλη  Κατερίνα  Αλεξέγιεβνα,  αντιπαθέστατα  του  ήταν  και  τα  πρόσωπα  της  γκουβερνάντας  και  του  φοιτητή‐προγυμναστή  που  του  φαινόταν  πως  έγραφαν  επάνω  τους:  «έχουμε ανάγκη από χρήματα»∙ ιδιαίτερα όμως του ήταν αντιπαθητικό εκείνο το οικείο «τον» της  Μίσσυ, όταν μιλούσε γι' αυτόν. 

Digitized by 10uk1s 


Ο Νεχλιούντοφ πάντοτε ταλαντευόταν απέναντί της. Άλλοτε σαν να την κοίταζε μισοκλείνοντας τα  μάτια του, σαν μέσα απ' τ' αμυδρό φως του φεγγαριού να του φαινόταν θαυμάσια: την έβρισκε και  δροσερή και όμορφη και φυσική... Κι άλλοτε σαν να την κοίταζε μέσα απ' τ' άπλετο φως του ήλιου  και να την έβλεπε όπως πραγματικά ήτανε, μ' όλα τα ψεγάδια της. Και σήμερα έτσι μόνο μπορούσε  να τη δει: πρόσεξε όλες τις ρυτίδες στο πρόσωπό της, είδε και πάλι τ' ανακατεμένα της μαλλιά, τους  μυτερούς της αγκώνες και, το κυριότερο, πρόσεξε το μεγάλο νύχι στον αντίχειρα που του θύμιζε το  νύχι του πατέρα της.  ‐Από τα πιο βαρετά παιχνίδια, είπε ο Κόλοσοφ για το τένις, ‐πολύ πιο διασκεδαστικό ήταν το ξυλίκι  που παίζαμε μικροί.  ‐Όχι,  δεν  έχετε  δοκιμάσει.  Είναι  φοβερά  συναρπαστικό,  έφερε  αντίρρηση  η  Μίσσυ  προφέροντας  τελείως αφύσικα τη λέξη «φοβερά», όπως φάνηκε στο Νεχλιούντοφ.  Κι  άρχισε  μια  συζήτηση  στην  οποία  πήραν  μέρος  και  ο  Μιχαήλ  Σεργκέγιεβιτς  κι  η  Κατερίνα  Αλεξέγιεβνα. Μονάχα η γκουβερνάντα, ο προγυμναστής και τα παιδιά δεν έλεγαν τίποτα, κι απ' ό,τι  φαινόταν, ανιούσαν.  ‐Αιωνίως λογομαχούν! είπε χαχανίζοντας δυνατά ο γερο‐Κορτσάγκιν∙ ξεκρέμασε την πετσέτα από το  γιλέκο  του  και  σηκώθηκε  κάνοντας  ένα  δαιμονισμένο  θόρυβο  με  την  καρέκλα  κι  ο  υπηρέτης  τσακίστηκε να τον βοηθήσει. Μαζί του σηκώθηκαν και οι υπόλοιποι, πλησίασαν το τραπεζάκι πάνω  στο οποίο είχαν τοποθετήσει ένα μαστέλλο με ζεστό αρωματισμένο νερό, ξέπλυναν το στόμα τους  και συνέχισαν τη συζήτηση που δεν ενδιέφερε κανένα.  ‐Δεν είναι αλήθεια; στράφηκε η Μίσσυ στον Νεχλιούντοφ αναζητώντας την υποστήριξή του στα όσα  έλεγε‐  πως  πουθενά  αλλού  δεν  αποκαλύπτεται  καλύτερα  ο  ανθρώπινος  χαρακτήρας  απ'  όσο  στο  παιχνίδι. ‐Είχε παρατηρήσει στο πρόσωπό του εκείνη την προσηλωμένη σε κάτι, όπως της φαινόταν,  επικριτική  έκφραση  που  τόσο  φοβόταν  σ'  αυτόν,  και  ήθελε  να  μάθει  τι  ήταν  αυτό  που  την  προκάλεσε.  ‐Αλήθεια δεν ξέρω, ποτέ δεν το 'χω σκεφτεί, απάντησε εκείνος.  ‐Πάμε στη μαμά; ρώτησε η Μίσσυ.  ‐Ναι,  ναι,  της  είπε  βγάζοντας  ένα  παπιρόσι  και  με  τέτοιο  τόνο  που  έδειχνε  ξεκάθαρα  πως  θα  προτιμούσε να μην πάει.  Εκείνη  τον  κοίταξε  σιωπηλή  γεμάτη  απορία,  κι  αυτός  ντράπηκε.  «Πράγματι,  δεν  είναι  ωραίο  να  μεταδίδεις  τα  δικά  σου  συναισθήματα  στους  άλλους»  σκέφτηκε  και,  προσπαθώντας  να  φανεί  ευγενικός, είπε ότι με μεγάλη του ευχαρίστηση θα επισκεπτόταν την πριγκίπισσα, αν βέβαια αυτή  τον δεχόταν.  ‐Μα  ναι,  ναι,  η  μαμά  θα  χαρεί  πολύ!  Μπορείτε  να  καπνίσετε  κιόλας.  Μαζί  της  είναι  κι  ο  Ιβάν  Ιβάνοβιτς.  Η  οικοδέσποινα,  πριγκίπισσα  Σόφια  Βασίλιεβνα,  ήταν  κατάκοιτη.  Οκτώ  χρόνια  υποδεχόταν  τους  επισκέπτες ξαπλωμένη ανάμεσα σε δαντέλες και κορδέλες, σε βελούδα, χρυσό, φίλντισι, μπρούντζο,  βερνίκι και λουλούδια, δεν πήγαινε πουθενά και δεχόταν μόνο τους «φίλους της», δηλαδή εκείνους  που, κατά τη γνώμη της, ξεχώριζαν από το πλήθος. Ο Νεχλιούντοφ συγκαταλεγόταν σ' εκείνους τους  φίλους,  γιατί  τον  θεωρούσαν  έξυπνο  νέο  και  γιατί  η  μητέρα  του  ήταν  καλή  φίλη  της  οικογένειας,  αλλά και γιατί θα ήταν καλό αν η Μίσσυ τον παντρευόταν.  Digitized by 10uk1s 


Ο κοιτώνας της Σόφια Βασίλιεβνα συνδεόταν μ' ένα μεγάλο κι ένα μικρό σαλόνι. Στο μεγάλο σαλόνι,  η  Μίσσυ  που  προπορευόταν,  σταμάτησε,  έπιασε  με  τα  δυο  της  χέρια  την  επίχρυση  πλάτη  μιας  καρεκλίτσας και κοίταξε τον Νεχλιούντοφ στα μάτια.  Η Μίσσυ ήθελε πάρα πολύ να παντρευτεί και ο Νεχλιούντοφ ήταν καλό ταίρι. Εκτός απ' αυτό, της  άρεσε και είχε επιβάλει στον εαυτό της την ιδέα ότι θα γίνει δικός της (δε θα γινόταν αυτή δική του,  αυτός θα γινόταν δικός της), και με μια ασυνείδητη μα επίμονη πονηριά που συναντά κανείς μόνο  στους  ψυχικά  άρρωστους  ανθρώπους,  προχωρούσε  ακάθεκτη  στο  σκοπό  της.  Ήθελε  και  τώρα  να  του μιλήσει για να της εξηγήσει τι του συνέβαινε.  ‐Βλέπω ότι κάτι σας συνέβη, είπε. Τι έχετε;  Εκείνος θυμήθηκε τη συνάντηση που είχε στο δικαστήριο, σκυθρώπιασε και κοκκίνισε.  ‐Να...  συνέβη,  άρχισε  προσπαθώντας  να  πει  την  αλήθεια,  ένα  γεγονός  παράξενο,  ασυνήθιστο  και  αξιοσημείωτο.  ‐Τι είναι; Δεν μπορείτε να μου πείτε τι έγινε;  ‐Τώρα  δεν  μπορώ.  Επιτρέψτε  μου  να  μην  σας  το  πω.  Συνέβη  κάτι  που  δεν  πρόλαβα  ακόμα  να  το  καλοσκεφτώ, είπε και κοκκίνισε ακόμα περισσότερο.  ‐Και δε θα το πείτε σε μένα;  Το πρόσωπό της συσπάστηκε κι έσπρωξε ελαφρά το καρεκλάκι στο οποίο στηριζόταν.  ‐Όχι, δεν μπορώ. Ο Νεχλιούντοφ ένιωσε πως δίνοντάς της αυτή την απάντηση ήταν σα ν' απαντούσε  στον ίδιο του ��ον εαυτό, και να παραδεχόταν πως πράγματι αυτό που του συνέβη ήταν κάτι πολύ  σοβαρό.  ‐Ωραία λοιπόν, ας πηγαίνουμε.  Τίναξε  το  κεφάλι  της  σα  να  'θελε  να  διώξει  μια  ανώφελη  σκέψη  και  προχώρησε  με  βήμα  πιο  γρήγορο απ' ό,τι συνήθως.  Του  φάνηκε  πως  την  είδε  να  σφίγγει  αφύσικα  τα  χείλη  της  για  να  συγκρατήσει  τα  δάκρυά  της.  Ένιωσε  ντροπή  και  πόνο  που  την  στεναχώρησε,  μα  ήξερε  πως  η  παραμικρή  του  αδυναμία  θα  τον  κατέστρεφε, γιατί θα τον δέσμευε μαζί της. Κι αυτό ήταν κάτι που φοβόταν περισσότερο από όλα τ'  άλλα τη συγκεκριμένη στιγμή∙ έτσι την ακολούθησε σιωπηλός μέχρι τον κοιτώνα της πριγκίπισσας. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVII  Η ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ Σόφια Βασίλιεβνα είχε τελειώσει το πολύ εκλεπτυσμένο και θρεπτικό γεύμα της στο  δωμάτιό  της∙  έτρωγε  πάντα  μόνη  για  να  μην  μπορεί  κανείς  να  την  δει  σ'  αυτή  την  καθόλου  ρομαντική στάση. Της είχανε σερβίρει τον καφέ κοντά στ' ανάκλιντρό της, σ' ένα τραπεζάκι και τώρα  απολάμβανε  ένα  τσιγάρο,  ένα  ελαφρύ  τσιγάρο  τυλιγμένο  σε  λεπτό  φύλλο  καλαμποκιάς.  Η  πριγκίπισσα Σόφια Βασίλιεβνα ήταν μια λεπτή, ψηλή καστανομάλλα με μακριά δόντια και μεγάλα  μαύρα μάτια που προσπαθούσε ακόμα να φαίνεται νέα.  Κυκλοφορούσαν  πολλές  κακές  φήμες  για  τις  σχέσεις  της  με  τον  γιατρό  της  οικογένειας.  Ο  Νεχλιούντοφ  ποτέ  δεν  είχε  δώσει  σημασία  σ'  αυτές  και  το  είχε  ξεχάσει,  μα  σήμερα  όχι  μόνο  το  θυμήθηκε,  αλλά  όταν  είδε  τον  γιατρό  καθισμένο  κοντά  στην  πολυθρόνα  της  με  το  λαδωμένο,  χωρισμένο στα δύο μούσι του, που γυάλιζε, ένιωσε φοβερή αηδία.  Δίπλα στη Σόφια Βασίλιεβνα, σε μια χαμηλή αναπαυτική πολυθρόνα κοντά στο τραπεζάκι, καθόταν  κι ανακάτευε τον καφέ του ο Κόλοσοφ. Στο τραπεζάκι υπήρχε ένα ποτηράκι με λικέρ.  Η Μίσσυ μπήκε στον κοιτώνα της μητέρας της με τον Νεχλιούντοφ, μα δεν έμεινε μαζί τους.  ‐Όταν η μαμά κουραστεί και σας διώξει, ελάτε στο δωμάτιό μου, είπε απευθυνόμενη στον Κόλοσοφ  και στον Νεχλιούντοφ με τέτοιο τόνο στη φωνή της λες και με τον δεύτερο δεν είχε συμβεί τίποτα  μεταξύ τους, και χαμογελώντας εύθυμα, βγήκε περπατώντας αθόρυβα πάνω στο παχύ χαλί.  ‐Γεια σας, φίλε μου, καθίστε να μας πείτε τα νέα σας, είπε η πριγκίπισσα Σόφια Βασίλιεβνα με το  επιδέξιο,  προσποιητό,  απόλυτα  όμοιο  με  αληθινό,  χαμόγελό  της  που  φανέρωνε  τα  θαυμάσια  μακριά της δόντια, φτιαγμένα με τέτοια τέχνη, ίδια με τα πραγματικά.  ‐Μου είπαν ότι ήρθατε με πολύ κακή διάθεση απ' το δικαστήριο. Νομίζω ότι αυτό είναι πολύ βαρύ  για ανθρώπους με πραγματική καρδιά, παρατήρησε στα Γαλλικά.  ‐Πράγματι, αυτό είναι αλήθεια, είπε ο Νεχλιούντοφ, συχνά αισθάνεσαι..., νιώθεις πως δεν έχεις το  δικαίωμα να κρίνεις....  ‐Comme  c'  est  vrai14,  αναφώνησε  η  πριγκίπισσα,  λες  κι  είχε  πράγματι  εντυπωσιαστεί  από  την  ορθότητα της παρατήρησής του, κολακεύοντας όπως πάντα τον συνομιλητή της.  ‐Πώς προχωρά ο πίνακάς σας; Μ' ενδιαφέρει πάρα πολύ, πρόσθεσε. ‐Αν δε ήταν η αρρώστια μου,  θα σας είχα επισκεφθεί εδώ και πολύ καιρό.  ‐Τον  παράτησα  τελείως,  απάντησε  ξερά  ο  Νεχλιούντοφ,  για  τον  οποίο  η  υποκρισία  της  κολακείας  της ήταν τόσο φανερή, όπως και τα γηρατειά της που προσπαθούσε να τα κρύψει. Δεν μπορούσε,  όσες προσπάθειες κι αν έκανε, ν' αναγκάσει τον εαυτό του να είναι ευγενικός.  ‐Αδίκως!  Ξέρετε,  ο  ίδιος  ο  Ρέπιν  μού  είπε  πως  έχει  πραγματικό  ταλέντο,  είπε  απευθυνόμενη  στον  Κόλοσοφ.  «Γιατί δεν ντρέπεται που λέει τέτοια ψέματα;» αναρωτήθηκε σκυθρωπός ο Νεχλιούντοφ.  Αφού σιγουρεύτηκε πως ο Νεχλιούντοφ δεν είχε κέφι και πως ήταν αδύνατο να τον παρασύρει σε  μια  ευχάριστη  και  πνευματική  συζήτηση,  η  Σόφια  Βασίλιεβνα  γύρισε  προς  τον  Κόλοσοφ  και  τον  ρώτησε  για  ένα  νέο  θεατρικό  έργο  με  τέτοιο  τόνο,  λες  και  η  γνώμη  του  Κόλοσοφ  θα  έπρεπε  να  Digitized by 10uk1s 


διαλύσει  κάθε  αμφιβολία  και  η  κάθε  του  λέξη  θα  επιζούσε  στους  αιώνες.  Ο  Κόλοσοφ  έκρινε  αρνητικά  το  έργο  και  βρήκε  την  ευκαιρία  να  εκθέσει  τις  απόψεις  του  γενικά  για  την  τέχνη.  Η  πριγκίπισσα, εντυπωσιασμένη από την ορθότητα των απόψεών του, προσπάθησε να υπερασπιστεί  τον  συγγραφέα  του  έργου,  μα  την  ίδια  στιγμή  ή  θα  υποχωρούσε  ή  θα  έβρισκε  μια  μέση  οδό.  Ο  Νεχλιούντοφ  παρακολουθούσε,  πρόσεχε,  έβλεπε  κι  άκουγε  κάτι  τελείως  διαφορετικό  από  όσα  διαδραματίζονταν  μπροστά  του.  Ακούγοντας  πότε  την  Σόφια  Βασίλιεβνα,  και  πότε  τον  Κόλοσοφ,  έβλεπε, πρώτον ότι μήτε η Σοφία Βασίλιεβνα μήτε ο Κόλοσοφ ενδιαφέρονταν πραγματικά ούτε για  το  θεατρικό  έργο  ούτε  ο  ένας  για  τον  άλλο  και,  αν  συζητούσαν,  το  έκαναν  μόνο  και  μόνο  για  να  ικανοποιήσουν  τη  φυσική  τους  ανάγκη  να  χαλαρώσουν  τους  μυς  της  γλώσσας  και  του  λαιμού∙  δεύτερον, ότι ο Κόλοσοφ, που είχε ανακατέψει βότκα, κρασί, λικέρ ήταν λίγο μεθυσμένος, όχι όμως,  όπως μεθούν οι άνδρες που σπάνια πίνουν, όσοι έχουν κάνει το κρασί συνήθεια: δεν παραπάταγε,  δεν έλεγε ανοησίες, αλλά βρισκόταν σε μια αφύσικη έξαρση αυταρέσκειας. Τρίτον, ο Νεχλιούντοφ  πρόσεξε  ότι  η  πριγκίπισσα  Σόφια  Βασίλιεβνα  όση  ώρα  συζητούσε,  κοιτούσε  ανήσυχα  προς  το  παράθυρο  μέσα  από  το  οποίο  πέρναγε  μια  λοξή  ακτίνα  του  ήλιου  που  όλο  την  πλησίαζε  και  μπορούσε να φωτίσει έντονα το γερασμένο της πρόσωπο.  ‐Πόσο  δίκιο  έχετε,  είπε  σχετικά  με  μια  παρατήρηση  του  Κόλοσοφ  και  πάτησε  το  κουμπί  του  κουδουνιού στον τοίχο.  Εκείνη τη στιγμή ο γιατρός σηκώθηκε και, σαν να ήταν του σπιτιού, βγήκε απ' τον κοιτώνα. Η Σόφια  Βασίλιεβνα συνέχισε τη συζήτηση παρακολουθώντας τον.  ‐Παρακαλώ Φιλίπ, κλείστε αυτή την κουρτίνα, είπε δείχνοντας με το βλέμμα της την κουρτίνα στον  όμορφο υπηρέτη που εμφανίστηκε μόλις άκουσε το κουδούνι.  ‐Όχι, ό,τι και αν μου πείτε υπάρχει μέσα του ένας μυστικισμός, και χωρίς μυστικισμό δεν υπάρχει  ποίηση,  έλεγε  παρακολουθώντας  θυμωμένα  με  το  ένα  της  μάτι  τις  κινήσεις  του  υπηρέτη  που  έκλεινε την κουρτίνα.  ‐Μυστικισμός  χωρίς  ποίηση  είναι  δεισιδαιμονία,  και  ποίηση  χωρίς  μυστικισμό  είναι  πρόζα,  είπε  χαμογελώντας θλιμμένα χωρίς ν' αφήνει από τα μάτια της τον υπηρέτη που διόρθωνε την κουρτίνα.  ‐Φιλίπ,  όχι  αυτή  την  κουρτίνα,  την  άλλη,  στο  μεγάλο  παράθυρο,  είπε  σα  να  υπέφερε  η  Σόφια  Βασίλιεβνα, που μάλλον, λυπόταν τον εαυτό της για τις προσπάθειες που έπρεπε να καταβάλλει για  να προφέρει αυτές τις λέξεις, κι αμέσως για να ηρεμήσει σήκωσε το χέρι της που ήταν σκεπασμένο  από δαχτυλίδια και έφερε στο στόμα της το μυρωδάτο τσιγάρο.  Ο  ευρύστερνος,  μυώδης,  όμορφος  Φιλίπ  έκανε  μια  ελαφριά  υπόκλιση,  σα  να  'θελε  να  ζητήσει  συγγνώμη, και περπατώντας ανάλαφρα πάνω στο χαλί με τα δυνατά του πόδια με τους μεγάλους  αστραγάλους,  προχώρησε  υπάκουος  και  σιωπηλός  προς  το  άλλο  παράθυρο  κι  άρχισε  με  ζήλο  να  διορθώνει  την  κουρτίνα  κοιτάζοντας  ταυτόχρονα  την  πριγκίπισσα,  έτσι  ώστε  ούτε  μία  ακτίνα  του  ήλιου  να  μην  τολμήσει  να  πέσει  επάνω  της.  Πάλι  όμως  έκανε  λάθος  και  πάλι  η  ταλαίπωρη  Σόφια  Βασίλιεβνα  έπρεπε  να  διακόψει  την  ομιλία  της  για  τον  μυστικισμό  και  να  διορθώσει  τον  αργόστροφο Φιλίπ  που άσπλαχνα την  βασάνιζε. Για μια στιγμή  στα μάτια του Φιλίπ άστραψε μια  σπίθα.  «Που να σε πάρει ο διάβολος, τι στα κομμάτια θέλεις; » αυτό θα είπε μάλλον μέσα του, σκέφτηκε ο  Νεχλιούντοφ  παρακολουθώντας  όλο  αυτό  το  παιχνίδι.  Όμως  ο  όμορφος  και  χειροδύναμος  Φιλίπ  έκρυψε  αμέσως  τη  γεμάτη  ανυπομονησία  κίνησή  του  κι  άρχισε  ψύχραιμα  να  εκτελεί  αυτό  που  διέταξε η εξουθενωμένη, η αδύναμη, η κάλπικη πριγκίπισσα Σόφια Βασίλιεβνα. 

Digitized by 10uk1s 


‐Εννοείται  ότι  υπάρχει  μεγάλη  δόση  αλήθειας  στη  θεωρία  του  Δαρβίνου,  είπε  ο  Κόλοσοφ  ξαπλωμένος  στη  χαμηλή  πολυθρόνα,  κοιτάζοντας  με  τα  κοιμισμένα  του  μάτια  την  Σόφια  Βασίλιεβνα, ‐ μα ξεπερνάει τα όρια. Μάλιστα.  ‐Πιστεύετε  στην  κληρονομικότητα;  ρώτησε  η  πριγκίπισσα  τον  Νεχλιούντοφ  ενοχλημένη  απ'  τη  σιωπή του.  ‐Στην  κληρονομικότητα;  επανέλαβε  ο  Νεχλιούντοφ  ‐  όχι,  δεν  πιστεύω,  απάντησε  απορροφημένος  εκείνη τη στιγμή από περίεργες οπτασίες που είχαν αρχίσει ξαφνικά να ταράζουν τη φαντασία του.  Πλάι  στον  χεροδύναμο,  όμορφο  Φιλίπ,  που  τον  φαντάστηκε  σαν  μοντέλο  ζωγράφου,  είδε  τον  Κόλοσοφ γυμνό, με το στομάχι του που έμοιαζε με καρπούζι, το φαλακρό του κεφάλι και τα χέρια  του  να  μοιάζουν  με  βέργες,  χωρίς  καθόλου  μούσκουλα.  Το  ίδιο  θολά  φαντάστηκε  τους  σκεπασμένους  τώρα  με  μετάξια  και  βελούδα  ώμους  της  Σόφια  Βασίλιεβνα  πώς  θα  ήταν  στην  πραγματικότητα, μα αυτή η εικόνα ήταν τόσο φοβερή που προσπάθησε να τη διώξει από το μυαλό  του.  Η Σόφια Βασίλιεβνα τον μέτρησε με το βλέμμα της.  ‐Μην αφήνετε την Μίσσυ να σας περιμένει, του είπε. ‐ Πηγαίνετε κοντά της, ήθελε να σας παίξει την  καινούργια σύνθεση του Σούμαν... Πολύ ενδιαφέρουσα.  «Σιγά μην ήθελε να μου παίξει! Για κάποιο λόγο λέει συνέχεια ψέματα», σκέφτηκε ο Νεχλιούντοφ,  καθώς  σηκωνόταν  και  έσφιγγε  το  διάφανο,  κοκκαλιάρικο,  σκεπασμένο  από  δαχτυλίδια  χέρι  της  Σόφια Βασίλιεβνα.  Στο σαλόνι συνάντησε την Κατερίνα Αλεξέγιεβνα που του έπιασε αμέσως κουβέντα.  ‐Βλέπω πως οι υποχρεώσεις του ενόρκου σας τυραννούν, του είπε όπως πάντα στα Γαλλικά.  ‐Συγχωρέστε με, δεν έχω κέφι και δεν έχω δικαίωμα να χαλάω τη διάθεση των άλλων, της απάντησε  ο Νεχλιούντοφ.  ‐Γιατί δεν έχετε κέφι;  ‐Επιτρέψτε μου να μη σας πω το γιατί, της είπε ψάχνοντας για το καπέλο του.  ‐Θυμάστε που μας λέγατε ότι πρέπει πάντα να λέμε την αλήθεια, κι οι αλήθειες που είχατε πει τότε  σε όλους μας ήταν τόσο σκληρές; Για ποιο λόγο δε θέλετε τώρα να μιλήσετε; Θυμάσαι Μίσσυ; ‐ είπε  η Κατερίνα Αλεξέγιεβνα στη Μίσσυ που στο μεταξύ είχε έρθει να τους βρει.  ‐Επειδή  επρόκειτο  για  ένα  παιχνίδι,  είπε  σοβαρά  ο  Νεχλιούντοφ.  Στο  παιχνίδι  επιτρέπεται.  Στην  πραγματικότητα είμαστε τόσο κακοί, δηλαδή εγώ είμαι τόσο κακός, που τουλάχιστον εμένα δεν μου  επιτρέπεται να λέω την αλήθεια.  ‐Μην  προσπαθείτε  να  ξεφύγετε  και  πέστε  μας  γιατί  είμαστε  τόσο  κακοί,  είπε  η  Κατερίνα  Αλεξέγιεβνα παίζοντας με τις λέξεις, χωρίς να προσέξει το σοβαρό τόνο του Νεχλιούντοφ.  ‐Δεν υπάρχει τίποτα το χειρότερο απ' το να ομολογείς πως δεν έχεις διάθεση, είπε η Μίσσυ. ‐Εγώ  ποτέ δεν το ομολογώ στον εαυτό μου, γι' αυτό κι έχω πάντα καλή διάθεση. Τέλος πάντων, περάστε  στο δωμάτιό μου. Θα προσπαθήσουμε να σας διώξουμε την mauvaise humeur15. 

Digitized by 10uk1s 


Ο  Νεχλιούντοφ  αισθάνθηκε  έτσι  όπως  θα  έπρεπε  να  αισθάνεται  ένα  άλογο  που  το  χαϊδεύουν  για  του  φορέσουν  το  χαλινάρι  και  να  το  σελώσουν.  Σήμερα,  περισσότερο  από  κάθε  άλλη  φορά,  του  ήταν  ιδιαίτερα  δυσάρεστο  να  υποχωρήσει.  Ζήτησε  συγγνώμη  επειδή  έπρεπε,  δήθεν,  να  πάει  στο  σπίτι  του,  και  την  αποχαιρέτησε.  Η  Μίσσυ  κράτησε  το  χέρι  του  σφιγμένο  στο  δικό  της  για  αρκετή  ώρα.  ‐Να θυμάστε πως αυτό που είναι σημαντικό για σας είναι σημαντικό και για τους φίλους σας.  ‐Αμφιβάλλω,  είπε  ο  Νεχλιούντοφ  κοκκινίζοντας,  και  βγήκε  βιαστικά  στο  δρόμο.  Ένιωθε  ντροπή,  όμως για ποιον; Για τον εαυτό του; Για την Μίσσυ; Ακόμα κι ο ίδιος δεν καταλάβαινε.  ‐Τι συμβαίνει; Comme cela m' intrigue16, είπε η Κατερίνα Αλεξέγιεβνα, όταν έφυγε ο Νεχλιούντοφ. ‐  Θα μάθω οπωσδήποτε. Μάλλον πρόκειται για κάποια affaire d'amour ‐propre: il est très susceptible,  notre cher Mitia17.  «Plutôt une affaire d'amour sale»18‐ ήθελε να πει η Μίσσυ, μα δεν το είπε κοιτάζοντας μπροστά της  με μια έκφραση τελείως διαφορετική, τελείως ουδέτερη, έτσι όπως τον κοίταζε πριν από λίγα μόλις  λεπτά. Όμως δεν είπε ούτε στην Κατερίνα Αλεξέγιεβνα αυτό το κακόγουστο λογοπαίγνιο, είπε μόνο:  ‐Όλοι έχουμε τις καλές και τις κακές μας μέρες.  «Είναι  δυνατόν  κι  αυτός  να  με  κοροϊδέψει;  Μετά  απ'  όλα  όσα  έγιναν  θα  ήταν  πολύ  άσχημο  εκ  μέρους του», σκέφτηκε η Μίσσυ.  Αν  χρειαζόταν  να  εξηγήσει  τι  κρύβεται  πίσω  από  τις  λέξεις  «μετά  από  όσα  έγιναν»,  δεν  θα  μπορούσε  να  πει  τίποτα  το  συγκεκριμένο.  Ωστόσο,  εκείνη  ήταν  τόσο  σίγουρη  πως  ο  Νεχλιούντοφ  όχι  μόνο  της  γέννησε  ελπίδες,  αλλά  σχεδόν  της  έδωσε  υπόσχεση.  Τίποτα  το  συγκεκριμένο  βέβαια  δεν είχε ειπωθεί, μόνο κάποιες ματιές, κάποια χαμόγελα, υπονοούμενα, κάποιες μισοτελειωμένες  φράσεις... Παρ' όλ' αυτά, η Μίσσυ τον θεωρούσε δικό της και θα το έφερε βαρέως αν τον έχανε. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXVIII  ΝΤΡΟΠΗ,  ΑΙΣΧΟΣ!  Αίσχος,  ντροπή!»,  συλλογιζόταν  ο  Νεχλιούντοφ,  καθώς  επέστρεφε  με  τα  πόδια  στο σπίτι του περνώντας απ' τους γνώριμους δρόμους. Το βάρος που ένιωσε καθώς συζητούσε με  την Μίσσυ δεν τον είχε εγκαταλείψει. Καταλάβαινε ότι τυπικά, αν μπορούσε να ειπωθεί κάτι τέτοιο,  δεν ήταν ένοχος απέναντί της: δεν της είχε πει τίποτα που θα μπορούσε να τον δεσμεύσει, δεν της  είχε  κάνει  καμιά  πρόταση,  στην  πραγματικότητα  όμως  αισθανόταν  κάποια  δέσμευση  σαν  να  της  είχε κάνει ήδη πρόταση και ταυτόχρονα ένιωθε σήμερα με όλο του το είναι πως δεν μπορούσε να  την παντρευτεί. «Τι ντροπή! Τι αίσχος!‐επαναλάμβανε συνεχώς όχι μόνο για τις σχέσεις του με την  Μίσσυ, αλλά για όλα.‐Ντροπή! Αίσχος!», επανέλαβε για άλλη μια φορά, καθώς έμπαινε στην είσοδο  του σπιτιού του.  ‐Δεν θα δειπνήσω απόψε, είπε στον Κορνέι καθώς εκείνος τον ακολούθησε στην τραπεζαρία, όπου  τον περίμενε ένα σερβίτσιο και τσάι. Μπορείτε να πηγαίνετε.  ‐Όπως  επιθυμείτε,  αποκρίθηκε  ο  Κορνέι,  μα  δεν  έφυγε,  κι  άρχισε  να  μαζεύει  το  τραπέζι.  Ο  Νεχλιούντοφ τον κοίταξε με αντιπάθεια. Ήθελε να τον αφήσουν όλοι τους ήσυχο και του φαινόταν  πως  όλοι  το  'καναν  επίτηδες  και  του  φορτώνονταν.  Όταν  ο  Κορνέι  έφυγε  με  το  σερβίτσιο,  ο  Νεχλιούντοφ  πλησίασε  το  σαμοβάρι  και  πήγε  να  βάλει  τσάι,  άκουσε  όμως  τα  βήματα  της  Αγκραφένα  Πετρόβνα  και  για  να  μη  την  συναντήσει  πέρασε  γρήγορα  από  την  τραπεζαρία  στο  σαλόνι  κλείνοντας  πίσω  του  την  πόρτα.  Σ'  αυτό  το  δωμάτιο  είχε  πεθάνει  πριν  από  τρεις  μήνες  η  μητέρα του. Μόλις βρέθηκε στο σαλόνι, που το φώτιζαν δύο λάμπες με κάτοπτρο‐ η μια κάτω απ' το  πορτραίτο του πατέρα του και η άλλη κάτω απ' το πορτραίτο της μητέρας του‐ του 'ρθαν στο νου οι  σχέσεις που είχε τον τελευταίο καιρό με την μητέρα του. Του φάνηκαν αφύσικες και αποκρουστικές  κι  ένιωσε  ντροπή  κι  αηδία,  θυμήθηκε  πως  το  τελευταίο  διάστημα  της  αρρώστιας  της  ήθελε  το  θάνατό  της.  Έλεγε  στον  εαυτό  του  πως  το  ήθελε  αυτό  για  να  λυτρωθεί  η  μητέρα  του  από  το  μαρτύριό  της,  μα  στην  πραγματικότητα  το  ήθελε  για  να  λυτρωθεί  εκείνος  από  το  θέαμα  του  μαρτυρίου της.  Θέλοντας  να  αναπολήσει  κάποιες  όμορφες  αναμνήσεις,  κοίταξε  το  πορτραίτο  της,  φιλοτεχνημένο  για  πέντε  χιλιάδες  ρούβλια  από  έναν  γνωστό  ζωγράφο.  Την  είχε  απεικονίσει  μ'  ένα  βελούδινο  φόρεμα με ανοιχτό ντεκολτέ. Ο ζωγράφος, απ' ό,τι φαίνεται, ζωγράφισε με ιδιαίτερη επιμέλεια το  στήθος,  τη  σχισμή  ανάμεσα  στους  δύο  μαστούς  και  τον  εκτυφλωτικής  ομορφιάς  λαιμό  και  τους  καλλίγραμμους  ώμους  της.  Αυτό  κι  αν  ήταν  αισχρό  κι  αηδιαστικό!  Υπήρχε  κάτι  το  απωθητικό  και  ιερόσυλο στην ημίγυμνη απεικόνιση της μητέρας του. Και γινόταν ακόμα περισσότερο απωθητικό,  γιατί πριν από τρεις μήνες σ' αυτό το ίδιο δωμάτιο βρισκόταν ξαπλωμένη αυτή η γυναίκα‐η καλλονή  του  πίνακα‐στεγνή  σα  μούμια  γεμίζοντας  παρ'  όλ'  αυτά  με  μια  βασανιστικά  βαριά  μυρωδιά,  που  τίποτα  δεν  μπορούσε  να  τη  σκεπάσει  όχι  μόνο  όλο  το  δωμάτιο  μα  και  ολόκληρο  το  σπίτι.  Του  φαινόταν ότι μπορούσε ακόμα και τώρα να αισθανθεί αυτή τη μυρωδιά. Θυμήθηκε επίσης, πως μια  μέρα πριν πεθάνει, του άρπαξε το λευκό δυνατό του χέρι με το κοκαλιάρικο μαυρισμένο της χεράκι,  τον κοίταξε στα μάτια και του είπε: «Μη με κατακρίνεις Μίτια, αν έκανα κάτι που δεν έπρεπε» και  τα ξεπλυμένα της απ' το μαρτύριο μάτια πλημμύρισαν δάκρυα. «Τι αηδία!», σκέφτηκε για άλλη μια  φορά κοιτάζοντας την ημίγυμνη γυναίκα με τους υπέροχους μαρμάρινους ώμους, τα αλαβάστρινα  χέρια  και  το  θριαμβευτικό  χαμόγελό  της.  Το  γυμνό  στήθος  στο  πορτραίτο  του  θύμισε  μια  άλλη  γυναίκα που είδε ημίγυμνη πριν από μερικές μέρες. Ήταν η Μίσσυ, που βρήκε τη δικαιολογία να τον  καλέσει ένα απόγευμα στο δωμάτιό της για να του δείξει το φόρεμα που θα φορούσε στο χορό που  ετοιμαζόταν να πάει. Θυμήθηκε με αποστροφή τους θαυμάσιους γυμνούς της ώμους και τα χέρια.  Κι εκείνος ο αγροίκος, κτηνώδης πατέρας με το παρελθόν του γεμάτο βαναυσότητες, και η μητέρα  με την αμφίβολης υπόληψης bel esprit19 μητέρα. Όλα αυτά του προκαλούσαν αηδία και τον γέμιζαν  ντροπή. Αίσχος, ντροπή, ντροπή! 

Digitized by 10uk1s 


«Όχι,  όχι,  σκέφτηκε  ο  Νεχλιούντοφ,  πρέπει  να  απελευθερωθώ,  να  απελευθερωθώ  απ'  όλες  τις  ψεύτικες σχέσεις και με τους Κορτσάγκιν, και με την Μαρία Βασίλιεβνα, και με την κληρονομιά, και  με  όλα  τα  υπόλοιπα...  Ναι,  να  ανασάνω  ελεύθερα...  Να  φύγω  στο  εξωτερικό,  στη  Ρώμη,  και  να  ασχοληθώ με τους πίνακές μου.... ‐θυμήθηκε τις αμφιβολίες που είχε ο ίδιος για το ταλέντο του. ‐Ε,  δεν πειράζει, φτάνει να ανασάνω ελεύθερα. Πρώτα στην Κωνσταντινούπολη, μετά στη Ρώμη, μόνο  να ξεφορτωθώ όσο γίνεται πιο γρήγορα αυτή την υπόθεση με τους ενόρκους και να κανονίσω την  υπόθεση με τον δικηγόρο».  Ξαφνικά  εμφανίστηκε  μπροστά  του,  ολοζώντανη,  η  εικόνα  της  φυλακισμένης  με  τ'  αλλήθωρο  βλέμμα. Πόσο είχε κλάψει η δύστυχη στ��ν τελευταία απολογία των κατηγορουμένων! Τσαλάκωσε  βιαστικά, σβήνοντας στο σταχτοδοχείο το καπνισμένο παπιρόσι, άναψε ένα καινούργιο κι άρχισε να  πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο πέρα δώθε.  Και  η  μια  μετά  την  άλλη  άρχισαν  να  ξεπροβάλλουν  οι  στιγμές  που  έζησε  μαζί  της.  Θυμήθηκε  την  τελευταία  τους  συνάντηση,  εκείνο  το  ζωώδες  πάθος  που  τον  είχε  κυριεύσει  και  την  απογοήτευση  που ένιωσε όταν το πάθος του ικανοποιήθηκε. Θυμήθηκε το λευκό φόρεμα με τη γαλάζια κορδέλα,  θυμήθηκε τον όρθρο. «Κι όμως την αγαπούσα, την αγαπούσα πραγματικά κι η αγάπη μου εκείνη τη  νύχτα ήταν ωραία, αγνή, όπως την αγαπούσα και παλιότερα, την πρώτη φορά που έζησα στις θείες  μου  κι  έγραφα  την  εργασία  μου!»  Και  θυμήθηκε  τον  εαυτό  του  όπως  ήταν  τότε.  Τον  έλουσε  η  φρεσκάδα, η νιότη, η πληρότητα της ζωής, κι ένιωσε μεμιάς αφόρητη θλίψη.  Η  διαφορά  μεταξύ  του  τότε  και  του  τώρα  ήταν  τεράστια:  ήταν  ίδια,  αν  όχι  μεγαλύτερη  από  τη  διαφορά ανάμεσα στην Κατιούσα τότε στην εκκλησία κι εκείνη την πόρνη που μεθοκοπούσε με τον  έμπορο και σήμερα το πρωί την καταδίκασαν. Τότε ήταν ένας άνθρωπος γεμάτος ζωή, ελεύθερος,  μπροστά του ανοίγονταν απεριόριστες δυνατότητες ‐τώρα ένιωθε από όλες τις πλευρές πιασμένος  στα βρόχια μιας ανόητης, κενής, άσκοπης, ποταπής ζωής στην οποία δεν έβλεπε καμία διέξοδο∙ σ'  ένα μεγάλο βαθμό δεν ήθελε ούτε κι ο ίδιος να ξεφύγει. Θυμήθηκε πόσο περήφανος ήταν τότε για  την ειλικρίνειά του, πως είχε σαν κανόνα να λέει πάντα την αλήθεια και, πράγματι την έλεγε, ενώ  τώρα ζει βουτηγμένος μέσα στο ψέμα, στο πιο απαίσιο ψέμα, στο ψέμα που όλοι εκείνοι που τον  περιτριγύριζαν  θεωρούσαν  αλήθεια.  Και  δεν  υπήρχε  καμία  διέξοδος  από  αυτό  το  ψέμα,  τουλάχιστον, αυτός δεν έβλεπε. Βουτήχτηκε σ' αυτό, συνήθισε και βολεύτηκε για τα καλά!  Πώς θα διέκοπτε τις σχέσεις του με την Μαρία Βασίλιεβνα, με τον σύζυγό της, ώστε να μην νιώθει  ντροπή,  όταν  θα  κοιτάει  στα  μάτια  αυτόν  και  τα  παιδιά  του;  Πώς  μπορούσε  να  ξεκαθαρίσει  τις  σχέσεις του με την Μίσσυ χωρίς να καταφύγει στο ψέμα; Πώς μπορούσε να ξεφύγει απ' αυτήν την  αντινομία,  όταν  αναγνωρίζει  απ'  τη  μια  την  παράνομη  φύση  της  ιδιοκτησίας  της  γης  και  απ'  την  άλλη κληρονομεί τη μητρική περιουσία; Πώς μπορούσε να εξιλεωθεί απέναντι στην Κατιούσα; Δεν  μπορούσε  να  τα  αφήσει  όλα  έτσι  όπως  ήταν;  «Δεν  μπορώ  να  παρατήσω  την  γυναίκα  που  κάποτε  αγάπησα και να αρκεστώ στο ότι θα πληρώσω την αμοιβή του δικηγόρου και πως θα την γλυτώσω  από το κάτεργο που τόσο άδικα την στέλνουν∙ δεν μπορώ να ξεπληρώσω την αμαρτία με χρήματα,  όπως πίστευα τότε που της έδωσα τα χρήματα».  Και  θυμήθηκε,  σαν  να  την  έβλεπε  μπροστά  του  εκείνη  τη  στιγμή,  τη  σκηνή  στο  διάδρομο,  όταν  έτρεξε  να  την  προλάβει,  να  της  δώσει  με  το  ζόρι  τα  ρούβλια.  «Αχ,  αυτά  τα  χρήματα!»  Θυμήθηκε  εκείνο  το  περιστατικό  με  την  ίδια  αηδία  και  τον  ίδιο  τρόμο  που  είχε  νιώσει  και  τότε.  «Αχ,  Αχ!  Τι  βρομιά!»  φώναξε  όπως  και  τότε.  ‐  «Μόνο  ένας  παλιάνθρωπος,  ένας  αχρείος  θα  μπορούσε  να  το  κάνει  αυτό!».  Εγώ,  εγώ  είμαι  αυτός  ο  παλιάνθρωπος,  εγώ  είμαι  αυτός  ο  αχρείος!  ‐  είπε  δυνατά.  «Είναι δυνατόν, είναι δυνατόν να είμαι στην πραγματικότητα ‐ σταμάτησε ‐είναι δυνατόν να είμαι  στην  πραγματικότητα  ένας  παλιάνθρωπος;  Τι  άλλο  να  είμαι;»  απάντησε  μόνος  του.  ‐«Να  'ταν  μονάχα  αυτό...»  συνέχισε  να  μαστιγώνει  τον  εαυτό  του.  ‐  «Μήπως  δεν  ήταν  αισχρή,  δεν  ήταν  ποταπή η συμπεριφορά μου απέναντι στη Μαρία Βασίλιεβνα και τον σύζυγό της; Μήπως ο τρόπος  Digitized by 10uk1s 


που αντιμετώπισα το ζήτημα της περιουσίας; Χρησιμοποίησα την περιουσία που εγώ ο ίδιος θεωρώ  παράνομη  προβάλλοντας  τη  δικαιολογία  ότι  τα  χρήματα  είναι  της  μητέρας  μου.  Κι  η  ζωή  μου  η  αργόσχολη, η αισχρή, με αποκορύφωμα το φέρσιμό μου στην Κατιούσα; Παλιάνθρωπε, αχρείε! Οι  άνθρωποι ας με κρίνουν όπως εκείνοι νομίζουν∙ αυτούς μπορώ να τους εξαπατήσω, τον εαυτό μου  όμως δεν μπορώ να τον εξαπατήσω».  Και ξαφνικά κατάλαβε πως η αποστροφή που ένιωθε το τελευταίο διάστημα για τους ανθρώπους,  και ιδιαίτερα τώρα, και για τον πρίγκιπα, και για την Σόφια Βασίλιεβνα, και για την Μίσσυ, και για  τον Κορνέι, ήταν η αποστροφή για τον ίδιο του τον εαυτό. Και τι παράξενο! Σ' αυτό το συναίσθημα  αναγνώρισης της παλιανθρωπιάς του υπήρχε κάτι το οδυνηρό και συνάμα ευχάριστο και παρήγορο.  Πολλές  φορές  συνέβαινε  στη  ζωή  του  Νεχλιούντοφ  αυτό  που  ο  ίδιος  ονόμαζε  «κάθαρση  της  ψυχής». Ήταν όταν καμιά φορά, ξαφνικά, μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, συνειδητοποιώντας  κάποιο πισωγύρισμα ή ακόμα και μαρασμό του εσωτερικού του κόσμου, επιβράδυνση, ακόμα και  διακοπή της εσωτερικής του ζωής, καταπιανόταν με τον εξαγνισμό της ψυχής του σαρώνοντας όλα  τα κατακάθια που είχαν δημιουργήσει αυτή την κατάσταση.  Πάντα  μετά  από  τέτοια  ξυπνήματα  ο  Νεχλιούντοφ  έβαζε  στον  εαυτό  του  κανόνες,  τους  οποίους  σκόπευε  να  ακολουθήσει  εφ'  εξής:  κρατούσε  ημερολόγιο  κι  άρχιζε  μια  νέα  ζωή  με  την  ελπίδα  ότι  δεν  επρόκειτο  ποτέ  να  υποχωρήσει  ‐  turning  a  new  leaf,  όπως  έλεγε  ο  ίδιος.  Μα,  κάθε  φορά,  οι  πειρασμοί του κόσμου τούτου τον παρέσερναν και χωρίς να το καταλαβαίνει ούτε κι ο ίδιος ξέπεφτε  για άλλη μια φορά, και συχνά χαμηλότερα απ' ό,τι πρωτύτερα....  Μ' αυτό τον τρόπο είχε εξαγνιστεί κι ανυψωθεί αρκετές φορές∙ αυτό συνέβη και την πρώτη φορά  που  είχε  περάσει  εκείνο  tο  καλοκαίρι  με  τις  θείες  του.  Ήταν  το  πιο  θαυμάσιο,  το  πιο  ζωντανό  ξύπνημα  της  ψυχής.  Η  επίδρασή  του  είχε  κρατήσει  πολύν  καιρό.  Κάτι  παρόμοιο  έγινε  όταν  παράτησε την κρατική υπηρεσία και θέλοντας να θυσιάσει τη ζωή του κατατάχθηκε στο στρατό στη  διάρκεια του πολέμου. Μα τότε η ψυχή του λερώθηκε πάρα πολύ γρήγορα. Μετά ακολούθησε το  ξύπνημα, όταν αποστρατεύτηκε κι έφυγε στο εξωτερικό για να ασχοληθεί με τη ζωγραφική.  Από  τότε  μέχρι  σήμερα  πέρασε  μια  μεγάλη  περίοδο  χωρίς  κάθαρση  και  γι'  αυτό  ποτέ  άλλοτε  δεν  είχε γεμίσει τόσα πολλά κατακάθια, ποτέ άλλοτε δεν υπήρχε τόσο μεγάλη απόσταση ανάμεσα στις  επιταγές της συνείδησής του και τη ζωή που έκανε, κι ένιωσε τρόμο βλέποντας αυτή την απόσταση.  Η απόσταση ήταν τόσο μεγάλη, η βρομιά τόσο ανυπόφορη που τις πρώτες στιγμές απελπίστηκε, δεν  πίστευε  ότι  μπορεί  να  έρθει  η  κάθαρση.  «Μα...  είχες  προσπαθήσει  να  βελτιωθείς,  να  γίνεις  καλύτερος, χωρίς κανένα, μα κανένα αποτέλεσμα ‐ έλεγε μέσα του η φωνή του πειρασμού ‐ γιατί να  προσπαθήσεις  άλλη  μια  φορά;  Δεν  είσαι  ο  μόνος,  όλοι  ίδιοι  είναι,  αυτή  είναι  η  ζωή»,  συνέχισε  η  φωνή. Μα, εκείνο το ελεύθερο, πνευματικό ον, που είναι το μόνο αληθινό, το πανίσχυρο, το αιώνιο,  είχε ξυπνήσει μέσα στον Νεχλιούντοφ. Κι εκείνος δεν μπορούσε να μην το πιστέψει, όσο μεγάλη κι  αν φαινόταν η απόσταση ανάμεσα σ' αυτό που ήταν και σ' εκείνο που θα 'θελε να είναι ‐ γιατί για το  αφυπνισμένο πνευματικό ον όλα ήταν δυνατά.  «Θα  σπάσω  μια  για  πάντα  τα  δεσμά  του  ψεύδους  που  με  κρατούν  φυλακισμένο,  οτιδήποτε  κι  αν  μου  κοστίσει,  θ'  αναγνωρίσω  τα  πάντα  και  θα  πω  σε  όλους  την  αλήθεια  και  θα  πράξω  κατά  πως  προστάζει η αλήθεια», είπε δυνατά με αποφασιστική φωνή. ‐ «Θα πω την αλήθεια στη Μίσσυ, θα  της πω ότι είμαι ένας διεφθαρμένος και δεν μπορώ να την παντρευτώ κι ότι άδικα την ενόχλησα∙ θα  πω στη Μαρία Βασίλιεβνα... Όμως, σ' αυτή δεν έχω τίποτα να πω∙ θα πω στον άνδρα της πως είμαι  ένας  αχρείος,  πως  τον  εξαπάτησα.  Με  την  κληρονομιά  θα  πράξω  έτσι  όπως  πρέπει  για  να  αναγνωρίσω  την  αλήθεια.  Θα  πω  σ'  εκείνη,  την  Κατιούσα  ότι  είμαι  ένας  παλιάνθρωπος,  ότι  της  έκανα κακό, και θα κάνω ό,τι μπορώ για να ελαφρύνω τη μοίρα της. Ναι, θα την συναντήσω και θα  Digitized by 10uk1s 


την  παρακαλέσω  να  με  συγχωρήσει.  Ναι,  θα  ζητήσω  συγγνώμη  όπως  ζητούν  τα  μικρά  παιδιά.  ‐  Σώπασε λίγο. ‐ Θα την παντρευτώ, αν είναι αυτό που πρέπει να κάνω».  Σταμάτησε,  σταύρωσε  τα  χέρια  του  στο  στήθος,  έτσι  όπως  έκανε  όταν  ήταν  παιδί,  σήκωσε  το  βλέμμα του ψηλά και ψιθύρισε σαν να μιλούσε με κάποιον:  ‐Θεέ μου, ελέησέ με, δίδαξέ με, έλα και σκήνωσε μέσα μου και λύτρωσέ με από κάθε κακό!  Προσευχόταν, παρακαλούσε τον Θεό να τον βοηθήσει, να σκηνώσει μέσα του και να τον εξαγνίσει.  Κι αυτό που ζητούσε είχε  κιόλας πραγματοποιηθεί. Ο Θεός που ζούσε μέσα του αφυπνίστηκε στη  συνείδησή  του.  Τον  ένιωσε,  και  γι'  αυτό  δεν  αισθάνθηκε  μόνο  την  ελευθερία,  τη  ζωντάνια  και  τη  χαρά της ζωής, αισθάνθηκε και την παντοδυναμία του Καλού. Ό,τι πιο όμορφο μπορούσε να πράξει  ο άνθρωπος, τώρα ένιωθε πως ήταν ικανός να πράξει κι ο ίδιος.  Τα μάτια του ξεχείλιζαν από δάκρυα, όταν πρόφερε τούτα τα λόγια. Τα δάκρυά του αυτά ήταν και  λυτρωτικά  και  βασανιστικά  μαζί:  λυτρωτικά,  γιατί  ήταν  δάκρυα  χαράς  για  το  ξύπνημα  της  συνείδησής του που όλα αυτά τα χρόνια βρισκόταν σε λήθαργο, και βασανιστικά γιατί ήταν δάκρυα  συγκίνησης που ένιωθε για τον εαυτό του, για την ενάρετη ζωή που θ' ακολουθούσε.  Ζεσταινόταν.  Πλησίασε  το  κοντινότερο  παράθυρο  και  τ'  άνοιξε.  Το  παράθυρο  έβλεπε  στον  κήπο.  Ήταν μια ήσυχη, δροσερή νύχτα με φεγγάρι. Στο δρόμο ακούστηκε για λίγο ο θόρυβος μιας άμαξας,  μετά ξανάγινε ησυχία. Ακριβώς κάτω από το παράθυρό του έβλεπε τη σκιά που έριχναν τα γυμνά  κλαδιά μιας λεύκας που απλώνονταν πάνω στο καθαρισμένο χώμα της αυλής. Στ' αριστερά ξεχώριζε  η  σκεπή  της  αποθήκης  που  φαινόταν  ολόλευκη  κάτω  απ'  το  φως  του  φεγγαριού.  Μπροστά  μπερδεύονταν  τα  κλαδιά  της  λεύκας  και  από  πίσω  τους  κρεμόταν  η  μαύρη  σκιά  του  φράχτη.  Ο  Νεχλιούντοφ  κοιτούσε  τον  λουσμένο  στο  φεγγαρόφωτο  κήπο,  τη  σκεπή,  τη  σκιά  της  λεύκας  και  ρουφούσε βαθιά τη ζωογόνο και δροσερή αύρα της νύχτας.  «Τι όμορφα που είναι! Τι όμορφα, Θεέ μου, τι όμορφα που είναι!» ξανάλεγε με δέος γι' αυτό που  αισθανόταν στην ψυχή του. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXIX  Η ΜΑΣΛΟΒΑ επέστρεψε πίσω στο κελί της αργά προς τις έξι το βραδάκι τσακισμένη απ' την κούραση  και με τα πόδια της πρησμένα απ' τον πόνο μετά από τα δεκαπέντε βέρστια πεζοπορία, καθώς ήταν  ασυνήθιστη,  να  περπατάει  στους  λιθόστρωτους  δρόμους,  συντριμμένη  από  την  απρόσμενη  βαριά  ποινή και θεονήστικη...  Όταν σ' ένα από τα διαλείμματα οι φρουροί στο δικαστήριο κολάτσιζαν με ψωμί και σφιχτά αυγά,  το  στόμα  της  γέμισε  σάλια  κι  αισθάνθηκε  πως  πεινούσε,  μα  δεν  τους  παρακάλεσε  να  μοιραστούν  λίγο από το κολατσιό τους μαζί της, το θεωρούσε  ταπεινωτικό. Στη συνέχεια πέρασαν τρεις ώρες,  δεν  ήθελε  πια  να  φάει,  μα  ένιωθε  εξαντλημένη.  Σ'  αυτή  την  κατάσταση  άκουσε  την  αναπάντεχη  απόφαση για την ποινή της. Για μια στιγμή της φάνηκε πως δεν άκουσε καλά, δεν μπόρεσε αμέσως  να πιστέψει αυτά που άκουγε, δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό της στο κάτεργο. Βλέποντας  όμως τα ήρεμα, σοβαρά πρόσωπα των δικαστών, των ενόρκων που δέχτηκαν αυτή την είδηση σαν  κάτι το απόλυτα φυσιολογικό, εξοργίστηκε κι έβγαλε μια κραυγή που αντήχησε σ' όλη την αίθουσα.  Μόλις είδε πως η κραυγή της αντιμετωπίστηκε σαν κάτι το φυσιολογικό, το αναμενόμενο, που δεν  μπορούσε  να  αλλάξει  την  κατάσταση,  έβαλε  τα  κλάματα  νιώθοντας  πως  έπρεπε  να  υποταχθεί  σ'  αυτή  τη  σκληρή  αδικία  που  έδειξαν  απέναντι  της  και  που  την  είχε  αφήσει  εμβρόντητη.  Της  έκανε  ιδιαίτερη  εντύπωση  το  γεγονός  ότι  την  καταδίκασαν  τόσο  άκαρδα  άνδρες,  νέοι  άνδρες,  όχι  γέροι,  αυτοί  οι  ίδιοι  που  πάντα  την  χάιδευαν  με  το  βλέμμα  τους  τόσο  τρυφερά.  Έναν  από  αυτούς,  τον  αντιεισαγγελέα,  τον  είχε  δει  με  τελείως  διαφορετική  διάθεση.  Όση  ώρα  καθόταν  στο  θάλαμο  των  υποδίκων  περιμένοντας  ν'  αρχίσει  η  δίκη,  και  στα  διαλείμματα  των  συνεδριάσεων,  έβλεπε  όλους  αυτούς  τους  άνδρες,  προσποιούμενους  ότι  πηγαίνουν  για  άλλη  δουλειά,  να  περνούν  έξω  από  την  πόρτα ή να μπαίνουν στο θάλαμο μόνο και μόνο για να την δουν. Και ξαφνικά, αυτοί οι ίδιοι άνδρες  την έστελναν στο κάτεργο χωρίς να δίνουν σημασία στο ότι ήταν αθώα για την κατηγορία που την  βάραινε.  Στην αρχή έβαλε τα κλάματα, μα έπειτα εκτονώθηκε και καθόταν σαν αποσβολωμένη στο θάλαμο  των υποδίκων περιμένοντας τη μεταγωγή της. Είχε μονάχα μια επιθυμία: να καπνίσει. Σ' αυτή την  κατάσταση την βρήκαν η Μποτσκόβα και ο Καρτίνκιν που τους έφεραν κι αυτούς στον ίδιο θάλαμο  μετά  την  έκδοση  της  απόφασης.  Η  Μποτσκόβα  άρχισε  αμέσως  να  βρίζει  την  Μάσλοβα  και  να  της  θυμίζει συνέχεια πως την έστειλαν στα κάτεργα.  ‐Λοιπόν,  σου  άρεσε;  Το  χώνεψες;  Νόμιζες  πως  θα  γλίτωνες  παλιοπουτάνα.  Έπαθες  αυτό  που  σου  άξιζε. Στα κάτεργα θα σου πέσει λίγο η μύτη...  Η Μάσλοβα καθόταν έχοντας χώσει τα χέρια της στα μανίκια της ρόμπας, κοιτούσε σαν άγαλμα το  χαλασμένο πάτωμα, δυο βήματα μπροστά της, κι έλεγε μόνο:  ‐Εγώ  δε  σας  πειράζω,  ούτε  ‘σεις  να  μ'  ενοχλείτε.  Εγώ  δε  σας  πειράζω,  έτσι  δεν  είναι;  επανέλαβε  αρκετές  φορές  και  μετά  σώπασε.  Ζωντάνεψε  λιγάκι  μόνο  όταν  πήραν  τον  Καρτίνκιν  και  την  Μποτσκόβα και ο φρουρός της έδωσε τρία ρούβλια.  ‐Εσύ είσαι η Μάσλοβα; ρώτησε. ‐ Να, πάρε! Στα 'στειλε η κυρά, της είπε δίνοντάς της τα χρήματα.  ‐Ποια κυρά;  ‐Πάρ’ τα, ξέρεις εσύ, σιγά τώρα μην ανοίξω και κουβέντα μαζί σου...  Τα χρήματα αυτά της τα είχε στείλει η Κιτάεβα, η «Μαντάμ» του οίκου ανοχής. Φεύγοντας από το  δικαστήριο, είχε ρωτήσει τον κλητήρα, αν μπορούσε να στείλει ορισμένα χρήματα στη Μάσλοβα. Ο  Digitized by 10uk1s 


κλητήρας  της  απάντησε  ότι  μπορούσε.  Αφού  πήρε  λοιπόν  την  άδεια,  έβγαλε  από  το  παχουλό  της  χέρι  το  καστόρινο  γάντι  με  τα  τρία  κουμπιά,  έπιασε  από  τις  πίσω  σούρες  του  μεταξωτού  της  φορέματος ένα πορτοφόλι, τελευταία λέξη της μόδας, διάλεξε από ένα μεγάλο αριθμό κουπονιών20,  που  μόλις  είχαν  εισπραχτεί  από  εισιτήρια  που  πλήρωναν  στον  «οίκο»  της,  ένα  κουπόνι  δυόμισυ  ρουβλίων,  πρόσθεσε  ακόμη  δυο  εικοσάρικα  κι  ένα  δεκάρικο  και  τα  έδωσε  στον  κλητήρα.  Εκείνος  φώναξε τον φρουρό και μπροστά της του παρέδωσε τα χρήματα.  ‐Παρακαλώ να τα δώσετε, οπωσδήποτε, είπε η Καρολίνα Αλμπέρτοβνα στο φρουρό.  Ο  φρουρός  παρεξηγήθηκε  που  δεν  του  είχαν  εμπιστοσύνη,  γι'  αυτό  και  μίλησε  θυμωμένα  στη  Μάσλοβα.  Η  Μάσλοβα  χάρηκε  γι'  αυτά  τα  απρόσμενα  χρήματα,  επειδή  της  έδιναν  αυτό  που  επιθυμούσε  εκείνη τη στιγμή.  «Το μόνο που θέλω είναι να βρω ένα παπιρόσι και να το καπνίσω», σκέφτηκε και όλες οι σκέψεις  της συγκεντρώθηκαν σ' αυτή της την επιθυμία να καπνίσει. Ήταν δε τόσο μεγάλη η λαχτάρα της που  ρουφούσε  άπληστα  τον  αέρα  όταν  ένιωθε  τη  μυρωδιά  του  καπνού  που  ξέφευγε  από  τις  κλειστές  πόρτες στο διάδρομο. Χρειάστηκε όμως να περιμένει πολύ ακόμα, γιατί ο γραμματέας που έπρεπε  να  κανονίσει  τη  μεταγωγή  της,  είχε  ξεχάσει  τους  κατηγορουμένους  πάνω  στη  συζήτηση  ή  στη  λογομαχία καλύτερα, που άρχισε μ' έναν από τους δικηγόρους για το απαγορευμένο άρθρο που 'χε  διαβάσει στην εφημερίδα. Στο μεταξύ αρκετοί νέοι και γέροι περνούσαν και μετά τη δίκη μπροστά  απ' το θάλαμο για να της ρίξουν μια ματιά, σιγομουρμουρίζοντας μεταξύ τους.  Επιτέλους,  λίγο  μετά  τις  τέσσερις,  η  μεταφορά  κανονίστηκε  και  οι  φρουροί  ‐  αυτός  από  το  Νίζνι  Νόβγκοροντ και ο Τσουβάς ‐ την έβγαλαν από το δικαστήριο απ' την πίσω πόρτα. Πριν ακόμα βγουν  στο  δρόμο,  τους  έδωσε  είκοσι  καπίκια  παρακαλώντας  να  της  αγοράσουν  δύο  κουλούρια  και  τσιγάρα. Ο Τσουβάς γέλασε, και πήρε τα χρήματα:  ‐Εντάξει,  θ'  αγοράσουμε,  είπε  και  πράγματι  δεν  την  κορόιδεψε,  αγόρασε  τα  κουλούρια  και  τα  τσιγάρα και της έδωσε τα ρέστα.  Στη διαδρομή το κάπνισμα απαγορευόταν, γι' αυτό κι η Μάσλοβα έφθασε στη φυλακή με την ίδια  ανικανοποίητη επιθυμία να καπνίσει. Τη στιγμή που πλησίασε την πύλη έφερναν από τη μεριά του  σιδηροδρομικού  σταθμού  εκατό  περίπου  κατάδικους.  Τους  συνάντησε,  καθώς  περνούσαν  την  είσοδο.  Οι κατάδικοι, άλλοι με γενειάδες, άλλοι με ξυρισμένα κεφάλια, Ρώσοι, αλλά κι απ' άλλες εθνότητες,  γέροι,  νέοι,  βαριοσέρνοντας  τις  αλυσίδες  στα  πόδια  γέμισαν  τη  διάβαση  κουρνιαχτό,  οχλοβοή,  μπόχα και ξινίλα. Περνούσαν δίπλα απ' την Μάσλοβα κοιτάζοντάς τη με τ' άπληστα μάτια τους, ενώ  μερικοί, με πρόσωπα παραμορφωμένα απ' τη λαγνεία, την πλησίαζαν και την πείραζαν.  ‐Τι όμορφο κορίτσι είν' αυτό, έλεγε ο ένας.  ‐Τα σέβη μου μανταμίτσα, έλεγε κάποιος άλλος κλείνοντάς της το μάτι.  Ένας μαυριδερός κατάδικος με μπλαβί ξυρισμένο σβέρκο και μουστάκι στο ξυρισμένο του πρόσωπο,  παραπατώντας και βροντοκοπώντας τις αλυσίδες του, την πλησίασε και την αγκάλιασε.  ‐Δε με γνώρισες κούκλα; Για κατέβασε λίγο τη μύτη σου! της φώναξε τρίζοντας τα δόντια του, ενώ  τα μάτια του σπίθιζαν άγρια, την ώρα που εκείνη τον έσπρωξε μακριά της.  Digitized by 10uk1s 


‐Τι κάνεις εκεί κάθαρμα; φώναξε ο υποδιευθυντής της φυλακής που είχε τρέξει από πίσω τους.  Ο κατάδικος μαζεύτηκε μεμιάς κι έκανε βιαστικά πίσω. Ο υποδιευθυντής τα έβαλε με την Μάσλοβα.  ‐Εσύ γιατί είσαι εδώ ;  Η Μάσλοβα ήθελε να του πει πως μόλις τώρα την είχαν φέρει πίσω από το δικαστήριο, μα είχε τόσο  πολύ κουραστεί που βαριόταν να μιλήσει.  ‐Απ' το δικαστήριο ήρθαμε Εξοχότατε, είπε ο επικεφαλής της συνοδείας, προβάλλοντας μέσα απ' το  πλήθος που περνούσε, ενώ ταυτόχρονα χαιρέτησε στρατιωτικά.  ‐Να την παραδώσεις τότε στον αρχιφύλακα. Τι αίσχος είναι τούτο!  ‐Στις διαταγές σας Εξοχότατε.  ‐Σοκολόφ! Παρέλαβε, φώναξε ο υποδιευθυντής.  Ο αρχιφύλακας πλησίασε και σκούντησε την Μάσλοβα στον ώμο, της έκανε νόημα με το κεφάλι του  και την οδήγησε στην αχτίνα των γυναικών. Στον προθάλαμο την έψαξαν εξονυχιστικά, της έκαναν  σωματική έρευνα χωρίς να βρουν τίποτα (το πακέτο με τα παπιρόσι το είχε κρύψει σ' ένα κουλούρι)  και μετά την έβαλαν στο κελί, απ' όπου είχε βγει το πρωί για τη δίκη. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXX  ΤΟ  ΚΕΛΛΙ  ΤΗΣ  Μάσλοβα  ήταν  ένα  μακρύ  δωμάτιο,  εννιά  πήχεις  μήκος  και  εφτά  πλάτος,  με  δύο  παράθυρα,  μια  χτιστή  σόμπα  που  η  μπογιά  της  είχε  ξεφτίσει,  και  κουκέτες  με  σκασμένες  σανίδες  που έπιαναν τα δύο τρίτα του χώρου. Στη μέση, απέναντι από την πόρτα, υπήρχε μια μαυρισμένη  εικόνα  μ'  ένα  φτηνό  κερί  κολλημένο  επάνω  της  κι  ένα  σκονισμένο  μπουκέτο ξεραμένα  λουλούδια  κρεμόταν  από  κάτω.  Αριστερά  απ'  την,  πόρτα,  σ'  ένα  μαυρισμένο  κομμάτι  του  πατώματος,  ήταν  ακουμπισμένη η βούτα. Το προσκλητήριο μόλις είχε τελειώσει και οι γυναίκες είχαν κλειδωθεί για  τη νύχτα.  Μέσα σ' εκείνο το κελί ζούσαν δεκαπέντε ψυχές, δώδεκα γυναίκες και τρία παιδιά.  Δεν  είχε  ακόμα  σκοτεινιάσει  και  μόνο  δύο  κατάδικες  είχαν  ξαπλώσει  στις  κουκέτες.  Η  μία  ήταν  σκεπασμένη μέχρι πάνω με τη ρόμπα της. Ήταν μια χαζούλα που την είχαν πιάσει, επειδή δεν είχε  αστυνομική ταυτότητα∙ σχεδόν πάντα κοιμόταν στο κελί. Η άλλη ήταν φθισικιά, καταδικασμένη για  κλοπή. Αυτή δεν κοιμόταν, ήταν ξαπλωμένη έχοντας προσκεφάλι τη ρόμπα της, τα μάτια της ήταν  ορθάνοιχτα και συγκρατούσε με δυσκολία, για να μη βήξει, ένα φλέμα που ανέβαινε στο λαιμό της.  Οι υπόλοιπες γυναίκες ‐όλες με ξέπλεκα μαλλιά, φορώντας πουκαμίσα από χοντρό ύφασμα‐ άλλες  κάθονταν  στα  κρεβάτια  κι  έραβαν,  άλλες  στέκονταν  στο  παράθυρο  και  παρακολουθούσαν  τις  μεταγωγές των νεοφερμένων στο προαύλιο. Από τις τρεις γυναίκες που έραβαν, η μια ήταν η γρια‐ Καραμπλιόβα  ‐που  ξεπροβόδισε  την  Μάσλοβα  ‐  μια  σκυθρωπή  ρυτιδιασμένη,  με  σακουλιασμένο  πηγούνι,  ψηλή,  δυνατή  γυναίκα,  με  μια  κοντή  κοτσιδούλα  καστανά  μαλλιά  που  είχαν  αρχίσει  να  γκριζάρουν  στους  κροτάφους  και  με  μια  μαλλιαρή  κρεατοελιά  στο  μάγουλο.  Η  γριά  είχε  καταδικαστεί  σε  καταναγκαστικά  έργα  γιατί  είχε  δολοφονήσει  τον  άνδρα  της  με  τσεκούρι.  Τον  σκότωσε γιατί έκανε ανήθικες προτάσεις στην κόρη της. Ήταν η αρχηγός του θαλάμου και εκτός των  άλλων  πουλούσε  και  κρασί.  Έραβε  φορώντας  γυαλιά  και  κρατούσε  με  τα  μεγάλα  δουλευτάρικα  δάχτυλά της τη βελόνα όπως την κρατούν οι χωριάτες, με τα τρία δάχτυλα και την μύτη γυρισμένη  προς  το  μέρος  της.  Δίπλα  της  καθόταν  κι  έραβε  κι  αυτή  σακιά  από  καραβόπανο  μια  κοντή  πλακουτσομύτα μαυριδερή γυναίκα με μικρά μαύρα μάτια, αγαθούλα και φλύαρη. Ήταν φύλακας  σε  σιδηροδρομική  διάβαση  και  είχε  καταδικαστεί  σε  τρεις  μήνες  φυλακή,  επειδή  δε  βγήκε  με  το  σημαιάκι να συναντήσει την αμαξοστοιχία μ' αποτέλεσμα να προκληθεί ατύχημα. Η τρίτη γυναίκα  που  έραβε  ήταν  η  Φεντόσια  (Φένιτσκα,  όπως  την  ονόμαζαν  τώρα  οι  συντρόφισσές  της),  άσπρη  άσπρη,  ροδομάγουλη,  με  φωτεινά  γαλάζια  παιδιάστικα  μάτια  και  δύο  μακριές  καστανόξανθες  κοτσίδες πιασμένες γύρω γύρω στο κεφάλι της. Ήταν μια πολύ νέα ακόμα, γυναίκα. Καταδικάστηκε  γιατί είχε αποπειραθεί να δηλητηριάσει τον άνδρα της αμέσως μετά το γάμο που της είχαν επιβάλει  οι δικοί της, όταν ήταν ακόμα δεκάξι χρονών κοπελίτσα. Στους οκτώ μήνες που ήταν έξω με εγγύηση  περιμένοντας τη δίκη, όχι μόνο συμφιλιώθηκε με τον άνδρα της, μα τον αγάπησε τόσο πολύ που η  δίκη  τους  βρήκε  ένα  αγαπημένο  ζευγάρι.  Παρά  το  γεγονός  ότι  ο  άνδρας  και  ο  πεθερός  της  και  ιδιαίτερα η πεθερά της που την είχε αγαπήσει πάρα πολύ, προσπάθησαν στη διάρκεια της δίκης μ'  όλες τους τις δυνάμεις να την αθωώσουν, καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία. Η  καλοκάγαθη, εύθυμη χαμογελαστή Φεντόσια είχε μία κουκέτα πλάι στη Μάσλοβα και όχι μόνο είχε  αγαπήσει  την  Κατιούσα,  μα  θεωρούσε  υποχρέωσή  της  να  την  φροντίζει  και  να  της  προσφέρει  τις  υπηρεσίες της. Δύο ακόμα γυναίκες κάθονταν στο κρεβάτι χωρίς να κάνουν τίποτα, η μία ήταν γύρω  στα σαράντα με χλομό αδύνατο πρόσωπο που κάποτε πρέπει να ήταν πολύ όμορφο. Κρατούσε στα  χέρια της ένα παιδάκι και το τάιζε από το λευκό πεσμένο της βυζί. Το έγκλημα που είχε κάνει ήταν  πως όταν στρατολόγησαν από το χωριό της έναν νεοσύλλεκτο ‐ άδικα όπως έλεγαν οι χωριάτες‐ και  το  πλήθος  σταμάτησε  τον  χωροφύλακα  και  άρπαξε  τον  νεοσύλλεκτο,  η  γυναίκα  αυτή,  θεία  του  νεαρού  που  στρατολόγησαν  παράνομα,  άρπαξε  πρώτη  τα  χαλινάρια  του  αλόγου  με  το  οποίο  μετέφεραν  τον  νεοσύλλεκτο.  Η  άλλη  ήταν  μια  κοντούλα  καλοσυνάτη  ρυτιδιασμένη  γριούλα,  με  γκρίζα  μαλλιά  και  καμπουριασμένη  πλάτη.  Καθόταν  κοντά  στη  σόμπα  και  έκανε  τάχα  πως  προσπαθούσε  να  πιάσει  ένα  τετράχρονο  κοντοκουρεμένο  αγοράκι  με  χοντρή  κοιλίτσα  που  Digitized by 10uk1s 


περνούσε  πλάι  της  τρέχοντας,  ξεσπώντας  κάθε  φορά  στα  γέλια.  Το  αγοράκι  φορούσε  μονάχα  ένα  πουκαμισάκι  κι,  όταν  περνούσε  δίπλα  της,  έλεγε  συνέχεια:  «Δεν  μ'  έπιασες!»  Η  γριά,  που  είχε  κατηγορηθεί  μαζί  με  τον  γιο  της  για  εμπρησμό,  αντιμετώπιζε  τη  φυλάκισή  της  με  πολύ  μεγάλη  στωικότητα, λυπόταν μόνο τον γιο της που ήταν κλεισμένος στην ίδια φυλακή, μα περισσότερο απ'  όλους λυπόταν τον γέρο της που φοβόταν πως θα 'βγαζε ψείρες απ' τη βρόμα, επειδή η νύφη της  τον εγκατέλειψε και δεν είχε κανένα να τον πλύνει.  Εκτός  από  αυτές  τις  επτά  γυναίκες,  τέσσερις  ακόμα  στέκονταν  σ'  ένα  απ'  τ'  ανοιχτά  παράθυρα,  κρατιόνταν  απ'  τα  κάγκελα  και  με  χειρονομίες,  φωνάζοντας,  αντάλλαζαν  κουβέντες  με  τους  κατάδικους που διέσχιζαν το προαύλιο∙ ήταν οι ίδιοι οι κατάδικοι που 'χε συναντήσει η Μάσλοβα  στην είσοδο της φυλακής. Μια απ' αυτές, που 'χε καταδικαστεί για κλοπή, μια σωματώδης χοντρή  κοκκινομάλλα με χλομό  πρόσωπο, γεμάτη φακίδες σ' όλο της  το σώμα,  στα χέρια, στο  χοντρό της  λαιμό,  που  ξεχυνόταν  απ'  την  ανοιχτή  της  ρόμπα,  τους  φώναζε,  με  τη  βραχνή  φωνάρα  της  βρομόλογα.  Δίπλα  της  στεκόταν  μια  μελαχρινή  άχαρη  φυλακισμένη,  κοντή  σαν  δεκαοχτάχρονο  κορίτσι, δυσανάλογα μεγάλη πλάτη και τελείως κοντά πόδια, με πρόσωπο κόκκινο, γεμάτο σπυριά,  μάτια  πολύ  μακριά  το  ένα  απ'  το  άλλο,  δόντια  χοντρά  και  κοντά  που  τα  πεταχτά  της  χείλη  δεν  μπορούσαν  να  κρύψουν.  Γελούσε  μ'  όσα  γίνονταν  στο  προαύλιο  βγάζοντας  πότε  πότε  στριγκλιές.  Την  φώναζαν  Μορφονιά,  γιατί  παρίστανε  την  κοκέτα,  και  είχε  καταδικαστεί  για  κλοπή  και  εμπρησμό. Πίσω τους, φορώντας μια πολύ βρόμικη πουκαμίσα, στεκόταν μια αξιολύπητη, αδύνατη,  ξερακιανή  έγκυος  γυναίκα  με  μια  τεράστια  κοιλιά,  που  είχε  καταδικαστεί  για  απόκρυψη  κλοπής.  Στεκόταν σιωπηλή, όλη την ώρα, μα δεν έπαυε να επιδοκιμάζει μ' ένα μακάριο χαμόγελο όλα όσα  συνέβαιναν  στο  προαύλιο.  Η  τέταρτη  γυναίκα  που  στεκόταν  στο  παράθυρο  ήταν  μια  μάλλον  μικρόσωμη,  γεροδεμένη  χωριάτισσα  με  πολύ  γουρλωτά  μάτια  και  αγαθό  πρόσωπο  κι  είχε  καταδικαστεί γιατί πουλούσε λαθραία αλκοόλ. Ήταν η μάνα του αγοριού που έπαιζε με την γριά κι  ενός  εφτάχρονου  κοριτσιού  που  βρισκόταν  στη  φυλακή  μαζί  της,  επειδή  δεν  είχε  σε  ποιον  να  τ'  αφήσει. Και αυτή, όπως και οι άλλες, κοίταζε έξω από το παράθυρο χωρίς ν' αφήνει ούτε στιγμή το  πλέξιμο μιας καλτσούλας και σούφρωνε με αποδοκιμασία τα φρύδια της κλείνοντας τα μάτια κάθε  φορά που άκουγε τα βρομόλογα που έλεγαν οι κατάδικοι κάτω στο προαύλιο. Η κορούλα της ένα  εφτάχρονο  κοριτσάκι  με  λυτά  ξανθά  μαλλιά,  φορούσε  μονάχα  ένα  νυχτικάκι  και  στεκόταν  δίπλα  στην κοκκινομάλλα, την κρατούσε σφιχτά από τη φούστα με το μικρό αδύνατό της χεράκι και, με τα  μάτια  προσηλωμένα  κάπου,  άκουγε  προσεκτικά  τις  βρισιές  που  αντάλλαζαν  οι  γυναίκες  με  τους  κρατούμενους  και  τις  επαναλάμβανε  ψιθυριστά  λες  και  τις  μάθαινε  απ'  έξω.  Η  δωδέκατη  κρατούμενη  ήταν  κόρη  ψάλτη  κι  είχε  πνίξει  σε  πηγάδι  το  νεογέννητο  παιδί  της.  Ήταν  μια  ψηλή  λεβεντοκόρη που τ' αχτένιστα μαλλιά της ξέφευγαν από μια χοντρή κοντή καστανόξανθη κοτσίδα.  Τα εξογκωμένα της μάτια κοίταζαν σα χαμένα. Δεν έδινε καμία σημασία σε όσα διαδραματίζονταν  γύρω της, φορούσε μια γκρίζα βρόμικη πουκαμίσα και πηγαινοερχόταν ξυπόλητη πέρα δώθε στον  ελεύθερο χώρο του κελλιού κι όταν έφθανε στον τοίχο έστριβε και γύριζε γρήγορα και απότομα. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXXI  ΟΤΑΝ ΒΡΟΝΤΟΚΟΠΗΣΕ η σιδερόπορτα κι έσπρωξαν την Μάσλοβα στο κελί, όλες στράφηκαν προς το  μέρος της. Ακόμα κι η κόρη του ψάλτη σταμάτησε για μια στιγμή, κοίταξε την Μάσλοβα, ανασήκωσε  τα  φρύδια  της  και  χωρίς  να  πει  τίποτα  άρχισε  πάλι  το  πέρα  δώθε  με  τα  μεγάλα  ζυγισμένα  της  βήματα. Η Καραμπλιόβα έχωσε τη βελόνα στο χοντρό καραβόπανο και κοίταξε διερευνητικά μέσα  από τα γυαλιά της την Μάσλοβα.  ‐Εχ  μάναμ!  Γύρισες  πίσω.  Κι  εγώ  που  νόμιζα  πως  θα  σ'  αφήσουν  να  φύγεις,  είπε  με  τη  βραχνή,  βαθιά, σχεδόν ανδρική, φωνή της. ‐ Φαίνεται σε τύλιξαν για τα καλά.  Έβγαλε τα γυαλιά της κι ακούμπησε αυτό που έραβε δίπλα στο κρεβάτι.  ‐Εμείς  εδώ  με  τη  θείτσα,  περιστέρα  μου,  το  συζητούσαμε.  Είπαμε:  ποιος  ξέρει,  μπορεί  να  την  αφήσουν αμέσως. Συμβαίνουν κι αυτά, είπαμε. Καμιά φορά δίνουν και λεφτά, όπως πέσει κανένας,  άρχισε να της λέει με την τραγουδιστή φωνή της η γριά‐ φύλακας. ‐ Μα να, δες τι έγινε... φαίνεται  δεν  ήταν  γραφτό  μας.  Ο  Κύριος,  περιστέρα  μου,  φαίνεται  πως  έκανε  το  δικό  του,  συνέχισε  με  τη  γλυκιά και μελωδική της φωνή.  ‐Σε  καταδίκασαν;  Δεν  είναι  δυνατόν  είπε!  η  Φεντόσια  κοιτάζοντας  την  Μάσλοβα  με  μια  έκφραση  τρυφερής  συμπόνιας  στα  λαμπερά  γαλανά  της  μάτια  και  το  νεαρό  προσωπάκι  της  βούρκωσε.  Η  Μάσλοβα  δεν  είπε  τίποτα  και  πέρασε  σιωπηλή  στη  θέση  της,  δεύτερη  από  την  άκρη,  δίπλα  στην  Καραμπλιόβα, κι ακούμπησε πάνω στις γυμνές σανίδες της κουκέτας.  ‐Σίγουρα δε θα πρόλαβες να φας..., είπε η Φεντόσια, καθώς σηκώθηκε και πλησίασε την Μάσλοβα.  Η Μάσλοβα χωρίς να απαντήσει ακούμπησε τα κουλούρια στο προσκέφαλο κι άρχισε να ξεντύνεται:  έβγαλε τη σκονισμένη ρόμπα και το μαντήλι απ' τα σγουρά της μαύρα μαλλιά και κάθισε.  Η  καμπουριασμένη  γριά  που  έπαιζε  στην  άλλη  άκρη  του  κελλιού  με  τ'  αγοράκι  ήρθε  και  στάθηκε  μπροστά στη Μάσλοβα.  ‐Τς, τς,τς! έκανε με τη γλώσσα της κουνώντας το κεφάλι της με συμπόνια.  Το αγοράκι πλησίασε ακολουθώντας την γριά και μόλις είδε τα κουλούρια που έφερε η Μάσλοβα  τα  μάτια  του  γούρλωσαν  και  η  άκρη  των  χειλιών  του  κρέμασε.  Βλέποντας  όλ'  αυτά  τα  γεμάτα  συμπόνια  πρόσωπα  μετά  απ'  όσα  της  συνέβησαν  εκείνη  τη  μέρα,  η  Μάσλοβα  ήθελε  να  βάλει  τα  κλάματα  και  τα  χείλια  της  άρχισαν  να  τρέμουν.  Προσπαθούσε  όμως  να  κρατηθεί  και  κρατιόταν  μέχρι  που  πλησίασε  η  γριά  με  τ'  αγοράκι.  Μόλις  άκουσε  το  γεμάτο  καλοσύνη  και  συμπόνια  «τς,  τς,τς»  της  γριάς  και  ιδιαίτερα  όταν  είδε  το  αγοράκι  που  έστρεψε  το  σοβαρό  του  βλέμμα  από  τα  κουλούρια επάνω της, δεν άντεξε άλλο. Το πρόσωπό της συσπάστηκε και ξέσπασε σε λυγμούς.  ‐Στο 'λεγα εγώ: βρες ένα δικηγόρο της προκοπής, είπε η Καραμπλιόβα.‐ Εξορία, ε; την ρώτησε.  Η  Μάσλοβα  ήθελε  να  απαντήσει,  μα  δεν  μπορούσε.  Κλαίγοντας  έβγαλε  μέσα  απ'  το  κουλούρι  το  πακέτο  με  τα  παπιρόσι  πάνω  στο  οποίο  ήταν  ζωγραφισμένη  μια  πουδραρισμενη  ντάμα  μ'  ένα  μεγάλο  κότσο,  κι  ένα  τολμηρό  τριγωνικό  ντεκολτέ,  και  το  πρότεινε  στην  Καραμπλιόβα.  Εκείνη  κοίταξε  τη  ζωγραφιά,  κούνησε  δυσαρεστημένη  το  κεφάλι  της,  περισσότερο  για  τον  ανόητο  τρόπο  που ξόδευε η Μάσλοβα τα χρήματά της, έβγαλε ένα παπιρόσι, το άναψε στην λάμπα πετρελαίου,  τράβηξε  η  ίδια  μια  ρουφηξιά  και  μετά  το  έχωσε  στο  χέρι  της  Μάσλοβα.  Η  Μάσλοβα,  χωρίς  να  σταματήσει το κλάμα, άρχισε άπληστα να ρουφάει και να ξεφυσάει τον καπνό.  Digitized by 10uk1s 


‐Κάτεργα, είπε με λυγμούς.  ‐Δεν έχουν το Θεό τους οι άτιμοι, οι ανθρωποφάγοι, οι καταραμένοι, είπε η Καραμπλιόβα. ‐ Άδικα  την καταδίκασαν την κοπέλα.  Εκείνη  την  ώρα  οι  γυναίκες  που  είχαν  απομείνει  στο  παράθυρο  ξέσπασαν  σε  βροντερά  γέλια.  Το  κοριτσάκι  γελούσε  κι  αυτό,  και  το  λεπτό  παιδικό  του  γέλιο  γινόταν  ένα  με  τα  βραχνά  και  τσιριχτά  γέλια τους. Κάποιος από τους κατάδικους στο προαύλιο είχε κάνει κάποια διφορούμενη χειρονομία  και αυτές που στέκονταν στο παράθυρο την κατάλαβαν με τον τρόπο τους.  ‐Αχ,  κοίταξε  αυτόν  τον  ξυρισμένο  ταύρο!  Τι  κάνει!  φώναξε  η  κοκκινομάλλα  και  με  το  χοντρό  της  σώμα να ξεχύνεται μια από δω και μια από κει, κόλλησε το πρόσωπό της στα κάγκελα και φώναξε  κάποιες πανάθλιες βρισιές.  ‐Την  παλιοβρόμα!  Άκου  την  πώς  χαχανίζει!  ‐  είπε  η  Καραμπλιόβα  κουνώντας  το  κεφάλι  της  στην  κοκκινομάλλα και ξαναστράφηκε στη Μάσλοβα: ‐ Πολλά χρονάκια;  ‐Τέσσερα,  είπε  η  Μάσλοβα  και  τα  δάκρυα  κύλησαν  ποτάμι  απ'  τα  μάτια  της  κι  ένα  έβρεξε  το  παπιρόσι.  Η Μάσλοβα το τσαλάκωσε νευριασμένη, το πέταξε και πήρε άλλο.  Η  γρια‐φύλακας,  αν  και  δεν  κάπνιζε,  σήκωσε  αμέσως  το  αποτσίγαρο  και  το  ίσιωσε  χωρίς  να  σταματήσει τη φλυαρία της.  ‐Φαίνεται,  περιστέρα  μου,  πως  την  αλήθεια  την  πήρε  το  ποτάμι.  Κάνουν  ό,τι  θέλουν.  Η  Ματβέγιεβνα μου έλεγε: κοίτα να δεις που θα την αφήσουν λεύτερη, μα εγώ, όχι της έλεγα, γλυκιά  μου, το νιώθ' η καρδούλα μου, θα την φάνε ζωντανή την κακομοίρα∙ κι έτσι έγινε, έλεγε ακούγοντας  με ευχαρίστηση τον αντίλαλο της φωνής της. Εκείνη τη στιγμή οι κατάδικοι διέσχισαν το προαύλιο  και  οι  γυναίκες  που  αντάλλαζαν  κουβέντες  μαζί  τους  απομακρύνθηκαν  από  το  παράθυρο  και  πλησίασαν κι αυτές την Μάσλοβα. Πρώτη πλησίασε η γουρλομάτα χωριάτισσα, με το κοριτσάκι της.  ‐Γιατί τόσο βαριά ποινή; ρώτησε αφού κάθησε κοντά στη Μάσλοβα συνεχίζοντας να πλέκει γρήγορα  την καλτσούλα.  ‐Βαριά,  γιατί  δεν  είχε  χρήματα,  γι'  αυτό!  Ας  είχε  χρήματα  να  πάρει  κανέναν  αετονύχη  και  θα  σου  'λεγα εγώ, αν δεν την αθώωναν, είπε η Καραμπλιόβα. Αυτός ο... πως τον λένε... ο κατσαρομάλλης ο  μυταράς, αυτός, κυρά μου, μπορεί να σε βγάλει απ' το ποτάμι στεγνή. Αρκεί να τον προσλάβεις.  ‐Σιγά  να  μην  τον  προσλάβει,  είπε  ψευτοχαμογελώντας  η  Μορφονιά  που  'χε  έρθει  κι  αυτή  κοντά  τους, ‐ αυτός με λιγότερο από χίλια ρούβλια ούτε να σε φτύσει δεν καταδέχεται.  ‐Αυτή 'ναι φαίνεται η μοίρα σου κατά πως φαίνεται, πρόσθεσε η γριά που είχε καταδισκαστεί για  εμπρησμό.‐Λίγο το 'χεις; Ξελογιάσανε τη γυναίκα του παιδιού μου, το ρίξανε στα σίδερα να ταΐζει  ψείρες, στείλανε και μένα δω πέρα τώρα στα γεράματα ‐άρχισε για εκατοστή φορά να διηγιέται την  ιστορία της η γριά. ‐ Απ' τη φυλακή κι απ' τα λεφτά δεν ξεφεύγεις. Άμα δε σου 'ρθουν τα λεφτά, σου  'ρχεται η φυλακή.  ‐Φαίνεται  έτσι  γίνεται  πάντα  μ'  αυτούς,  είπε  η  λαθρεμπόρισσα  και  κοίταξε  το  κεφαλάκι  του  κοριτσιού,  μετά  το  τράβηξε  ανάμεσα  στα  πόδια  της  κι  άρχισε  γρήγορα  με  τα  δάχτυλά  της  να  το  ξεψειρίζει. ‐ «Γιατί πουλάς κρασί;» ‐ Και πώς να ταΐσω τα παιδιά μου; μονολογούσε συνεχίζοντας τη  Digitized by 10uk1s 


συνηθισμένη της απασχόληση.  Αυτά της τα λόγια θύμισαν στη Μάσλοβα το κρασί.  ‐Να  'χαμε  λίγο  κρασάκι,  είπε  στην  Καραμπλιόβα  σκουπίζοντας  με  το  μανίκι  της  ρόμπας  της  τα  δάκρυα, αφήνοντας πού και πού, κανένα λυγμό.  ‐Γκαρμίκα21 θέλεις; Εντάξει, κατέβαινε τον παρά, είπε η Καραμπλιόβα. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXXII  Η  ΜΑΣΛΟΒΑ  ΕΒΓΑΛΕ  απ'  το  κουλούρι  κι  έδωσε  στην  Καραμπλιόβα  το  κουπόνι.  Η  Καραμπλιόβα  το  πήρε, το εξέτασε αν και δεν ήξερε γράμματα, μα πίστεψε την Μορφονιά την πολύξερη, που της είπε  ότι  το  χαρτάκι  άξιζε  δύο  ρούβλια  και  πενήντα  καπίκια∙  έβγαλε  από  τον  αεριστήρα  της  σόμπας  το  κρυμμένο  μπουκάλι  με  το  κρασί.  Οι  γυναίκες  που  οι  κουκέτες  τους  δεν  γειτόνευαν  με  της  Καραμπλιόβα  αποτραβήχτηκαν  στις  θέσεις  τους.  Η  Μάσλοβα  στο  μεταξύ  τίναξε  τη  σκόνη  από  τη  ρόμπα και το μαντήλι της, σκαρφάλωσε στην κουκέτα κι άρχισε να τρώει το κουλούρι.  ‐Σου φύλαξα τσάι, μα θα 'ναι κρύο, είπε η Φεντόσια και κατέβασε απ' το ράφι μια τσίγκινη τσαγέρα  τυλιγμένη  μ'  ένα  πανί  απ'  αυτά  που  τυλίγουν  τα  πόδια,  όταν  φορούν  μπότες,  και  μια  τσίγκινη  κούπα.  Το  τσάι  ήταν  τελείως  κρύο  κι  είχε  τη  γεύση  περισσότερο  του  τσίγκου  παρά  του  τσαγιού,  μα  η  Μάσλοβα γέμισε την κούπα κι άρχισε να τρώει το κουλούρι πίνοντας μαζί και τσάι.  ‐Να Φινάσκα, φώναξε κι έκοψε ένα κομμάτι απ' το κουλούρι για να το δώσει στ' αγοράκι που την  κοίταζε στο στόμα.  Στο μεταξύ η Καραμπλιόβα της έδωσε το μπουκάλι με το κρασί και μια κούπα. Η Μάσλοβα πρότεινε  στην Καραμπλιόβα και στη Μορφονιά να πιουν μαζί. Αυτές οι τρεις αποτελούσαν την αριστοκρατία  του κελλιού, γιατί είχαν χρήματα και μοιράζονταν μεταξύ τους ό,τι είχαν και δεν είχαν.  Μετά  από  μερικά  λεπτά  η  Μάσλοβα  συνήλθε  κι  άρχισε  να  αφηγιέται  ζωηρά  το  τι  έγινε  στη  δίκη,  μιμούμενη κοροϊδευτικά τον αντιεισαγγελέα κι ό,τι της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στο δικαστήριο.  Στη δίκη όλοι την κοιτούσαν σαν ξερολούκουμο, τους έλεγε, κι όλο έβρισκαν κάποιο λόγο ��α ρίξουν  μια ματιά στο κρατητήριο.  ‐Ακόμα κι ο φρουρός μου είπε: «Όλοι έρχονται να δουν εσένα». Έρχεται κάποιος, ψάχνει, δήθεν, για  κάποιο  χαρτί,  μα  εγώ  βλέπω  πως  δεν  ήρθε  για  το  χαρτί,  αλλά  για  να  με  «φάει»  με  τα  μάτια  του,  έλεγε χαμογελώντας και κουνούσε το κεφάλι της κάπως αμήχανη. ‐ Είναι κάτι υποκριτές...  ‐Έτσι  είναι,  πώς  να  το  κάνουμε,  πετάχτηκε  η  γρια‐φύλακας  με  τη  μελωδική  φωνή  της.  ‐  Όπως  οι  μύγες στη ζάχαρη.  Πουθενά αλλού δεν τις βρίσκεις, γι 'αυτό όμως... Καλύτερα να τις ταΐζεις παρά...  ‐Το ίδιο κι εδώ, την διέκοψε η Μάσλοβα. ‐ Κι εδώ τα ίδια έγιναν πάλι.. ‐ Μόλις μ' έφεραν έφτασε μια  ομάδα απ' το σταθμό. Λες και τους έπιασε τρέλα, δεν ήξερα πώς να τους ξεφορτωθώ. Ευτυχώς τους  έδιωξε ο υποδιευθυντής. Ένας μάλιστα μου κόλλησε τόσο πολύ που με δυσκολία του ξέφυγα.  ‐Πώς ήταν; ρώτησε η Μορφονιά.  ‐Μαυριδερός με μουστάκι.  ‐Πρέπει να 'ναι αυτός.  ‐Ποιος;  ‐Ο Σεγκλόφ, ντε. Αυτός που μόλις τώρα πέρασε.  Digitized by 10uk1s 


‐Και ποιος είναι τούτος ο Σεγκλόφ;  ‐Τον  Σεγκλόφ  δεν  ξέρει!  Ο  Σεγκλόφ  δύο  φορές  το  'σκασε  από  τα  κάτεργα.  Τώρα  τον  έπιασαν,  μα  πάλι  θα  τους  ξεφύγει.  Τον  φοβούνται  ακόμα  και  οι  φύλακες,  έλεγε  η  Μορφονιά  που  μετέφερε  σημειώματα φυλακισμένων και ήξερε όλα όσα γίνονται στη φυλακή. ‐ Θα τους ξεφύγει να μου το  θυμηθείτε.  ‐Και  να  φύγει  εσένα  μαζί  του  δεν  θα  σε  πάρει,  είπε  η  Καραμπλιόβα.  ‐Για  πες  μου  καλύτερα,  είπε  γυρνώντας στη Μάσλοβα, τι σου είπε ο δικηγόρος για την έφεση, τώρα δεν πρέπει να την κάνεις;  Η Μάσλοβα είπε πως δεν ξέρει τίποτα.  Εκείνη  τη  στιγμή  η  κοκκινομάλλα,  χώνοντας  τα  γεμάτα  φακίδες  χέρια  της  στα  μπερδεμένα  της  μαλλιά  και  ξύνοντας  με  τα  νύχια  το  κεφάλι  της,  πλησίασε  τις  τρεις  αριστοκράτισσες  που  έπιναν  κρασί.  ‐Εγώ,  που  λες,  Κατερίνα  θα  στα  πω  όλα,  άρχισε.  ‐  Πρώτ'  απ'  όλα  πρέπει  να  γράψεις:  δεν  είμαι  ευχαριστημένη από τη δίκη, και μετά να το στείλεις στον εισαγγελέα.  ‐Και σένα τι σε κόφτει; είπε με τη θυμωμένη μπάσα φωνή της η Καραμπλιόβα. ‐Μύρισες κρασί; Τι  μας κοπανάς εδώ πέρα; Και χωρίς εσένα ξέρουμε τι να κάνουμε, δεν σ' έχουμε ανάγκη.  ‐Εσένα δε σου μίλησε κανείς, τι θέλεις κι ανακατεύεσαι;  ‐Κρασί μού θέλεις, ε; Μου 'ρθε κατά 'δω...  ‐Να, δώσ' της λίγο, είπε η Μάσλοβα που πάντα μοιραζόταν με τους άλλους ό,τι είχε.  ‐Ξέρεις τι θα της δώσω...;  ‐Για  κάνε  πως  μου  δίνεις!  είπε  η  κοκκινομάλλα  πλησιάζοντας  την  Καραμπλιόβα.‐  Νομίζεις  πως  σε  φοβάμαι;  ‐Είσαι ένα τομάρι και μισό, όλ' η φυλακή το ξέρει!  ‐Γιατί εσύ είσαι καλύτερη;  ‐Πατσά ξινισμένε!  ‐Εγώ πατσάς ξινισμένος; Εγκληματία, φόνισσα! ‐ έσκουξε η κοκκινομάλλα.  ‐Φύγε, σου λέω, είπε φουρκισμένη η Καραμπλιόβα.  Μα εκείνη συνέχισε να πλησιάζει κι η Καραμπλιόβα της έδωσε μια σπρωξιά στο ξεκούμπωτο χοντρό  της στήθος. Η κοκκινομάλλα λες και περίμενε κάτι τέτοιο: με μια ξαφνική κι απότομη κίνηση άρπαξε  με το 'να χέρι τα μαλλιά της Καραμπλιόβα και με το άλλο έκανε να τη χτυπήσει στο πρόσωπο, μα η  Καραμπλιόβα της άρπαξε το χέρι. Η Μάσλοβα κι η Μορφονιά κράτησαν τα χέρια της κοκκινομάλλας  προσπαθώντας  να  την  τραβήξουν,  μα  το  χέρι  της  που  είχε  αρπάξει  την  κοτσίδα  της  άλλης  δεν  άνοιγε.  Άφησε για μια στιγμή τα μαλλιά, μα μόνο για να τα τυλίξει γύρω απ' το χέρι της. Η Καραμπλιόβα με  Digitized by 10uk1s 


στραβωμένο  το  λαιμό  σφυροκοπούσε  με  το  ένα  της  χέρι  το  σώμα  της  κοκκινομάλλας  και  προσπαθούσε  να  της  δαγκώσει  το  χέρι.  Οι  γυναίκες  μαζεύτηκαν  γύρω  τους,  φώναζαν  και  προσπαθούσαν  να  τις  χωρίσουν,  τα  παιδιά  σφιγμένα  το  ένα  πάνω  στο  άλλο  έκλαιγαν.  Ακόμα  κι  η  φθισικιά  πλησίασε,  βήχοντας,  για  να  παρακολουθήσει  τον  καβγά.  Ακούγοντας  το  θόρυβο  μπήκαν  στο κελί δύο δεσμοφύλακες, μια γυναίκα κι ένας άνδρας. Χώρισαν τις γυναίκες που τσακώνονταν. Η  Καραμπλιόβα  έλυσε  τη  γκρίζα  της  κοτσίδα  ξεμπλέκοντας  τα  ξεριζωμένα  της  μαλλιά,  ενώ  η  κοκκινομάλλα  συγκρατούσε  στο  κίτρινο  στήθος  της  με  το  χέρι  τη  σκισμένη  πουκαμίσα  της.  Και  οι  δυο μαζί έδιναν εξηγήσεις και δικαιολογίες στους δεσμοφύλακες κατηγορώντας η μια την άλλη.  ‐Ξέρω πως για όλα φταίει το κρασί. Αύριο θα το αναφέρω στον διευθυντή κι αυτός θα σας δείξει.  Νομίζετε πως δεν νιώθω τη μυρουδιά; ‐ είπε ο δεσμοφύλακας. ‐ Κοιτάξτε να τα μαζέψετε γιατί θα το  μετανιώσετε, δεν έχω ώρα για χάσιμο μαζί σας. Γρήγορα στις θέσεις σας και μη βγάλετε άχνα! Για  πολλή  ώρα  οι  κρατούμενες  δεν  μπορούσαν  να  ηρεμήσουν.  Έβριζαν  η  μια  την  άλλη,  καθώς  λογομαχούσαν για το πώς άρχισε ο καβγάς και το ποιος έφταιγε. Στο τέλος, οι φύλακες έφυγαν και  οι γυναίκες άρχισαν σιγά σιγά να ηρεμούν και να ετοιμάζονται για ύπνο. Η γριά στάθηκε μπρος στην  εικόνα κι άρχισε να προσεύχεται.  ‐Μαζεύτηκαν εδώ τα κάτεργα, είπε ξαφνικά με τη βραχνή φωνή της η κοκκινομάλλα απ' την άλλη  άκρη των κρεβατιών, συνοδεύοντας την κάθε της λέξη με κάτι βρισιές, αληθινούς καταπέλτες.  ‐Κοίτα μη μαζέψεις κι άλλες, της φώναξε την ίδια στιγμή η Καραμπλιόβα βρίζοντας κι αυτή με τον  ίδιο τρόπο. Σε λίγο ησύχασαν και οι δυο τους.  ‐Έχε  χάρη  που  μ'  εμπόδισαν,  αλλιώς  θα  στα  'βγαζα  τα  μάτια...  ξαναείπε  η  κοκκινομάλλα  και  δε  χρειάστηκε να περιμένει πολύ για ν' ακούσει την απάντηση στο ίδιο πνεύμα απ' τη Καραμπλιόβα.  Ακολούθησε για άλλη μια φορά ένα διάλειμμα σιωπής λίγο μεγαλύτερο, μα πάλι άρχισαν οι βρισιές.  Τα διαλείμματα σιωπής γίνονταν όλο και πιο μεγάλα μέχρι που επιτέλους σώπασαν τελείως.  Είχαν όλες ξαπλώσει, μερικές ροχάλιζαν κιόλας. Μόνο η γριά που πάντα προσευχόταν πολλήν ώρα,  και τώρα συνέχιζε να κάνει μετάνοιες μπροστά στην εικόνα, κι η κόρη του ψάλτη που μόλις έφυγαν  οι δεσμοφύλακες σηκώθηκε κι άρχισε πάλι να κάνει βόλτες μπρος πίσω στο θάλαμο.  Δεν κοιμόταν ούτε κι η Μάσλοβα που όλο σκεφτόταν πως καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα,  δυο  φορές  κιόλας  της  το  είχαν  θυμίσει:  μια  η  Μποτσκόβα  και  μια  η  κοκκινομάλλα.  Της  ήταν  αδύνατο να συνηθίσει στην ιδέα. Η Καραμπλιόβα, που της είχε γυρισμένη την πλάτη, έστριψε προς  το μέρος της.  ‐Δεν  το  περίμενα,  δεν  μπορούσα  να  το  φανταστώ,  είπε  σιγά  η  Μάσλοβα.  ‐  Αλλοι  κάνουν  πολύ  χειρότερα και δεν παθαίνουν τίποτα, ενώ εγώ πρέπει να υποφέρω χωρίς λόγο.  ‐Μη σε τρώει ο καημός κοπέλα μου. Και στη Σιβηρία ζούνε άνθρωποι. Εσύ κι εκεί δεν πρόκειται να  χαθείς, την παρηγορούσε η Καραμπλιόβα.  ‐Ξέρω  πως  δεν  πρόκειται  να  χαθώ,  μα...  με  πιάνει  το  παράπονο.  Δε  μου  πάει  εμένα  τούτη  η  ζωή,  εγώ που συνήθισα στην καλοπέραση.  ‐Με  το  Θεό  δεν  μπορείς  να  τα  βάλεις,  είπε  αναστενάζοντας  η  Καραμπλιόβα,  ‐  δεν  μπορείς  να  τα  βάλεις μαζί Του.  ‐Το ξέρω καλέ θείτσα, μα μου είναι δύσκολο.  Digitized by 10uk1s 


Σώπασαν.  ‐Ακούς;  Τη  βρομιάρα...,  είπε  η  Καραμπλιόβα  στρέφοντας  την  προσοχή  της  Μάσλοβα  στους  περίεργους θορύβους που ακούγονταν από την άλλη άκρη του θαλάμου.  Ήταν οι πνιχτοί λυγμοί της κοκκινομάλλας. Έκλαιγε γιατί την είχαν βρίσει, την είχαν δείρει και δεν  της  έδωσαν  κρασί  που  τόσο  ήθελε.  Έκλαιγε  γιατί  σ'  όλη  της  τη  ζωή  δε  γνώρισε  τίποτα  άλλο  από  βρισιές,  κοροϊδίες,  προσβολές  και  ξύλο.  Θέλησε  να  παρηγορηθεί  και  θυμήθηκε  την  πρώτη  της  αγάπη,  έναν  εργάτη  φάμπρικας,  τον  Φέντκα  Μολοντιόνκοφ,  μα  μόλις  τον  θυμήθηκε,  αμέσως  της  ήρθε στο νου και το πώς χωρίσανε: Ο Μολοντιόνκοφ μια φορά στουπί στο μεθύσι, έτσι γι' αστείο,  της  έριξε  βιτριόλι  στο  ευαίσθητο  σημείο  του  κορμιού  της  και  μετά  γελούσε  με  τους  φίλους  του  βλέποντάς την να σφαδάζει από τους πόνους. Θυμήθηκε αυτό το περιστατικό και ένιωσε λύπη για  τον  εαυτό  της  και,  νομίζοντας  πως  κανείς  δεν  ακούει,  άρχισε  να  κλαίει,  να  κλαίει  σαν  παιδί,  αναστενάζοντας, ρουφώντας τη μύτη και καταπίνοντας τ' αλμυρά της δάκρυα.  ‐Τη λυπάμαι, είπε η Μάσλοβα.  ‐Δε λέω, είναι για λύπηση, μα να μην ανακατεύεται. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXXIII  ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΠΟΥ ένιωσε ο Νεχλιούντοφ την άλλη μέρα που ξύπνησε ήταν πως κάτι του συνέβη, και  πριν  θυμηθεί  τι  ακριβώς,  ήξερε  κιόλας  πως  του  συνέβη  κάτι  σημαντικό  και  θαυμάσιο...  «Η  Κατιούσα, η δίκη». Ναι, έπρεπε να σταματήσει να λέει ψέματα και να πει όλη την αλήθεια. Και σαν  μια  εκπληκτική  σύμπτωση  ‐  εκείνο  το  πρωινό  έφθασε  επιτέλους  το  πολυπόθητο  γράμμα  από  την  Μαρία Βασίλιεβνα, την σύζυγο του επικεφαλής των ευγενών. Από καιρό περίμενε αυτό το γράμμα  που το χρειαζόταν πώς και πώς τώρα. Η Μαρία Βασίλιεβνα του έδινε την πλήρη ελευθερία να ζήσει  όπως εκείνος επιθυμούσε και του ευχόταν κάθε ευτυχία στον υποτιθέμενο γάμο του.  ‐Γάμος!, στοχάστηκε ειρωνικά ο Νεχλιούντοφ. ‐Πόσο μακριά είμαι εγώ τώ��α από το γάμο!  Θυμήθηκε τη χθεσινή του πρόθεση να τα πει όλα στο άνδρα της, να του ζητήσει συγγνώμη και να  εκφράσει  την  πρόθεσή  του  να  επανορθώσει  με  κάθε  τρόπο.  Σήμερα  όμως  το  πρωί  αυτό  δεν  του  φάνηκε και τόσο εύκολο όπως χθες. «Και γιατί να κάνω μετά έναν άνθρωπο δυστυχισμένο εφόσον  δεν το ξέρει; Αν ρωτηθεί, τότε ναι, θα του το πω. Μα, χρειάζεται να πάω επίτηδες να του μιλήσω;  Όχι, δεν είναι ανάγκη».  Το  ίδιο  δύσκολο  του  φάνηκε  σήμερα  το  πρωί  να  πει  όλη  την  αλήθεια  στη  Μίσσυ.  Δεν  μπορούσε  πάλι  ν'  αρχίσει  να  μιλά,  θα  ήταν  προσβλητικό.  Αναπόφευκτα  θα  έπρεπε  να  της  αφήνει  κάποια  περιθώρια, όπως και σε όλες τις καθημερινές σχέσεις, για υπονοούμενα. Πήρε λοιπόν μια οριστική  απόφαση σήμερα το πρωί: δεν επρόκειτο στο εξής να την επισκεφτεί και θα της έλεγε την αλήθεια  αν τον ρωτούσε.  Μα, στις σχέσεις του με την Κατιούσα δεν έπρεπε ν' αφήσει κανένα σκοτεινό σημείο.  «Θα πάω στη φυλακή, θα της πω, θα την παρακαλέσω να με συγχωρήσει. Κι αν χρειαστεί, θα την  παντρευτώ», σκέφτηκε.  Αυτή  η  σκέψη,  ότι  δηλαδή  για  χάρη  της  ηθικής  του  ικανοποίησης  θυσιάζει  τα  πάντα  και  την  παντρεύεται, τον έκανε να νιώθει ιδιαίτερα ευχάριστα σήμερα το πρωί.  Καιρό  είχε  να  ξυπνήσει  με  τόση  όρεξη  και  διάθεση.  Όταν  μπήκε  η  Αγκραφένα  Πετρόβνα,  της  ανακοίνωσε αμέσως με τέτοια αποφασιστικότητα που δεν το περίμενε από τον εαυτό του, ότι δεν  χρειαζόταν πλέον το διαμέρισμα και τις υπηρεσίες της. Παλιότερα είχε σιωπηλά συμφωνηθεί ότι θα  κρατούσε αυτό το μεγάλο και ακριβό διαμέρισμα για το γάμο του και γι' αυτό η εγκατάλειψή του  τώρα είχε ιδιαίτερη σημασία. Η Αγκραφένα Πετρόβνα τον κοίταξε έκπληκτη.  ‐Σας  ευχαριστώ  πολύ  Αγκραφένα  Πετρόβνα  για  την  φροντίδα  που  μου  δείξατε,  μα  τώρα  δεν  χρειάζομαι  τόσο  μεγάλο  διαμέρισμα  και  όλο  αυτό  το  υπηρετικό  προσωπικό.  Αν  θέλετε  να  με  βοηθήσετε, τότε, θα είχατε την καλοσύνη να τακτοποιήσετε τα πράγματά μου και να τα μαζέψετε  όπως κάναμε τότε που ζούσε η μαμά; Θα έρθει η Νατάσσα και θα τα κανονίσει. (Η Νατάσσα ήταν η  αδελφή του Νεχλιούντοφ).  Η Αγκραφένα Πετρόβνα κούνησε το κεφάλι της.  ‐Πώς μπορώ να τα τακτοποιήσω; Θα σας χρειαστούν, του είπε.  ‐Όχι,  δεν  θα  μου  χρειαστούν  Αγκραφένα  Πετρόβνα,  μάλλον  δε  θα  μου  χρειαστούν,  είπε  ο  Νεχλιούντοφ  απαντώντας  σ'  αυτό  που  ήθελε  να  πει  με  το  κούνημα  του  κεφαλιού  της.  ‐  Πείτε  παρακαλώ και στον Κορνέι πως θα του δώσω το μισθό προκαταβολικά για δύο μήνες, αλλά δεν τον  Digitized by 10uk1s 


χρειάζομαι άλλο.  ‐Μάταια είναι όλ' αυτά που κάνετε Ντμίτρι Ιβάνοβιτζ. Εντάξει, θα πάτε στο εξωτερικό, μα κι εκεί θα  σας χρειαστεί κάποια κατοικία.  ‐Λάθος νομίζετε Αγκραφένα Πετρόβνα. Δε θα φύγω στο εξωτερικό: αν θα φύγω, θα πάω σε τελείως  διαφορετικό μέρος.  Ο Νεχλιούντοφ ξαφνικά κοκκίνισε.  «Πρέπει  να  της  το  πω,  σκέφτηκε,  δεν  υπάρχει  λόγος  να  το  κρύβω,  πρέπει  να  τα  πω  όλα  και  σε  όλους».  ‐Χθες μου συνέβη κάτι παράξενο και πολύ σημαντικό. Θυ‐μάστε την Κατιούσα που ζούσε στη θεία  μου, στη Μαρία Ιβάνοβνα;  ‐Αμ, πως, εγώ την έμαθα να ράβει.  ‐Ε, λοιπόν, χθες στο δικαστήριο δίκαζαν εκείνη, την Κατιούσα, κι εγώ ήμουν ένορκος.  ‐Αχ, Θεέ και Κύριε, τι κακό! Για τι πράγμα την δίκαζαν;  ‐Για φόνο, κι όλα αυτά είναι δικό μου έργο.  ‐Πώς μπορούσατε εσείς να κάνετε κάτι τέτοιο; Περίεργα πράγματα μου συζητάτε, είπε η Αγκραφένα  Πετρόβνα και τα γέρικα μάτια της άστραψαν αλλόκοτα.  Γνώριζε την ιστορία με την Κατιούσα.  ‐Ναι, εγώ φταίω για όλα. Κι αυτό ήταν που άλλαξε όλα μου τα σχέδια.  ‐Τι σόι αλλαγή θα πρέπει να φέρει αυτό για σας; ρώτησε η Αγκραφένα Πετρόβνα συγκρατώντας το  χαμόγελό της.  ‐Εφ' όσον εγώ ήμουν η αιτία που ακολούθησε αυτό το δρόμο, εγώ θα πρέπει να κάνω ό,τι μπορώ να  την βοηθήσω.  ‐Ωραία, αυτή είναι η επιθυμία σας, όμως, εδώ δεν υπάρχει φταίξιμο δικό σας. Σ' όλους συμβαίνει, κι  αν το καλοεξετάσουν, τότε όλα πάνε μια χαρά, το πράγμα ξεχνιέται, κι αυτοί συνεχίζουν τη ζωή τους  ‐είπε με αυστηρό και σοβαρό τόνο η Αγκραφένα Πετρόβνα‐ γι' αυτό κι  εσείς  δεν χρειάζεται να το  παίρνετε  κατάκαρδα.  Είχ'  ακούσει  και  παλιά  πως  πήρε  το  στραβό  δρόμο,  ποιος  λοιπόν  φταίει  γι'  αυτό;  ‐Εγώ φταίω. Γι' αυτό και θέλω να επανορθώσω.  ‐Ε, αυτό είναι δύσκολο να το επανορθώσεις.  ‐Αυτή είναι δική μου δουλειά. Κι αν σκέφτεστε για τον εαυτό σας αυτό που ήθελε η μαμά...  ‐Τίποτα  δε  σκέφτομαι.  Μ'  έχει  τόσο  πολύ  ευεργετήσει  η  συυγχωρεμένη  που  δεν  θέλω  τίποτα.  Η  Λίζινκα μ' έχει καλέσει (η παντρεμένη της ανιψιά). Θα πάω κοντά της, όταν θα σας είμαι άχρηστη.  Digitized by 10uk1s 


Μόνο που άδικα το παίρνετε τόσο κατάκαρδα, αυτό συμβαίνει με όλους.  ‐Εγώ δεν το νομίζω. Τέλος πάντων, σας παρακαλώ να με βοηθήσετε να νοικιάσω το διαμέρισμα και  να μαζέψω τα πράγματα. Και μη μου θυμώνετε. Σας ευχαριστώ, σας ευχαριστώ πάρα πολύ για όλα.  Παράξενο πράγμα: από τη στιγμή που ο Νεχλιούντοφ κατάλαβε πως είναι ένας παλιάνθρωπος και  αποστρέφεται  τον  ίδιο  του  τον  εαυτό,  από  εκείνη  κιόλας  τη  στιγμή  οι  άλλοι  έπαψαν  να  του  προκαλούν  αποστροφή.  Το  αντίθετο,  μάλιστα:  τώρα  έτρεφε  για  την  Αγκραφένα  Πετρόβνα  και  τον  Κορνέι ένα τρυφερό συναίσθημα σεβασμού. Ήθελε να ζητήσει συγγνώμη από τον Κορνέι, μα η όψη  του υπηρέτη του έδειχνε τόσο επιβλητική ευγένεια που δεν τόλμησε να το κάνει.  Στο  δρόμο  για  το  δικαστήριο,  περνώντας  από  τους  ίδιους  δρόμους  με  τον  ίδιο  αμαξά,  ο  Νεχλιούντοφ αναλογιζόταν πόσο απότομα άλλαξε και τον έπιασε δέος.  Ο  γάμος  με  την  Μίσσυ,  που  μόλις  χθες  του  φαινόταν  τόσο  κοντά,  σήμερα  ήταν  κάτι  το  τελείως  αδύνατο.  Χθες  καταλάβαινε  ότι  χωρίς  αμφιβολία  η  Μίσσυ  θα  ένιωθε  ευτυχισμένη  αν  τον  παντρευόταν σήμερα, όχι μονάχα ένιωθε ανάξιος να την παντρευτεί, αλλά και να βρίσκεται κοντά  της.  «Αν  γνώριζε  ποιος  πραγματικά  είμαι,  τότε  με  κανένα  τρόπο  δεν  θα  με  δεχόταν.  Και  την  κατηγόρησα από πάνω για το φλερτ της μ' εκείνο τον κύριο. Μα, ακόμα κι αν με παντρευόταν τώρα,  θα  μπορούσα  εγώ  μήπως  να  είμαι  ευτυχισμένος,  θα  μπορούσα  να  είμαι  ήρεμος  γνωρίζοντας  πως  εκείνη  είναι εδώ, στη φυλακή, κι αύριο μεθαύριο θα πάρει το δρόμο για τα κάτεργα, ενώ εγώ  θα  είμαι εδώ να δέχομαι τα συγχαρητήρια για τους γάμους και να κάνω επισκέψεις με την νεαρή μου  σύζυγο;  Μα,  μήπως  θα  μπορούσα  να  συνεργάζομαι  με  τον  πρώτο  αριστοκράτη  ‐  που  κορόιδεψα  τόσο ξεδιάντροπα αυτόν και την γυναίκα του ‐ στη συνέλευση και να μετράω ψήφους «υπέρ» και  «κατά» του πορίσματος που συντάχθηκε μετά την επιθεώρηση των σχολείων της περιοχής, κι άλλα  τέτοια, και μετά να ορίζω ραντεβού με την γυναίκα του (τι αηδία!) ή να συνεχίσω τον πίνακά μου, ο  οποίος, απ' ό,τι φαίνεται, δεν πρόκειται να τελειώσει ποτέ ‐γι' αυτό και δεν πρέπει ν' ασχολούμαι μ'  αυτές  τις  ανοησίες,  τίποτα  από  όλα  αυτά  δεν  μπορώ  να  κάνω  πλέον»,  συλλογιζόταν  χωρίς  να  σταματά να χαίρεται για την εσωτερική αλλαγή που ένιωθε.  «Πρώτ'  απ'  όλα,  σκεφτόταν,  θα  πάω  να  δω  τον  δικηγόρο,  να  μάθω  την  απόφασή  του  και  μετά...  μετά θα επισκεφτώ στη φυλακή εκείνη, την χθεσινή κρατούμενη, και θα της τα διηγηθώ όλα».  Και  μόνο  που  φανταζόταν  τον  εαυτό  του  μπροστά  της  και  να  της  μιλάει  για  όλα,  να  της  ζητάει  συγχώρεση  για  το  κρίμα  του,  να  της  εξηγεί  πως  θα  έκανε  ό,τι  περνούσε  απ'  το  χέρι  του  για  να  εξιλεωθεί  απέναντί  της,  μια  πρωτόγνωρη  έξαρση  χαράς  τον  κυρίευε  και  δάκρυα  έτρεχαν  απ'  τα  μάτια του. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXXIV  Ο  ΝΕΧΛΙΟΥΝΤΟΦ  έφθασε  στο  δικαστήριο  κι  ενώ  βρισκόταν  ακόμα  στο  διάδρομο  συνάντησε  τον  κλητήρα που ήταν χθες στη δίκη. Τον ρώτησε πού κρατούσαν τους κατάδικους και από πού έπρεπε  να πάρει άδεια για επισκεπτήριο. Ο κλητήρας του εξήγησε πως οι κατάδικοι παρέμεναν προσωρινά  σε  διάφορα  κρατητήρια  και  μέχρι  να  ανακοινωθεί  η  καταδικαστική  απόφαση  στην  οριστική  της  μορφή, άδεια για επισκεπτήριο μπορούσε να δώσει μονάχα ο εισαγγελέας.  ‐Θα  σας  ειδοποιήσω  και  θα  σας  συνοδεύσω  ο  ίδιος  μετά  τη  συνεδρίαση.  Έτσι  κι  αλλιώς,  ο  εισαγγελέας δεν ήρθε ακόμη. Γι' αυτό, μετά τη συνεδρίαση. Και τώρα σας παρακαλώ περάστε μέσα,  αρχίζει όπου να 'ναι η δίκη.  Ευχαρίστησε τον κλητήρα, που σήμερα του φάνηκε ιδιαίτερα αξιολύπητος, για την ευγένειά του να  τον εξυπηρετήσει και προχώρησε στην αίθουσα των ενόρκων.  Την  ώρα  που  πλησίαζε,  βρήκε  τους  ενόρκους  να  βγαίνουν  απ'  την  αίθουσα  για  να  μπουν  στο  δικαστήριο.  Ο  έμπορος,  πάντα  σε  φόρμα,  ευδιάθετος,  φαγωμένος  και  πιωμένος,  όπως  και  χθες,  μόλις  είδε  τον  Νεχλιούντοφ  τον  υποδέχθηκε  λες  κι  ήταν  παλιός  του  φίλος.  Και  ο  Πιοτρ  Γκεράσιμοβιτς, κι αυτός τον αντιμετώπισε με την ίδια οικειότητα και το ίδιο χαχανητό του, μα δεν  προκάλεσε σήμερα καμιά αντιπάθεια στον Νεχλιούντοφ.  Ο Νεχλιούντοφ θα 'θελε να μιλήσει σ' όλους τους ενόρκους, να τους αποκαλύψει τη σχέση του με  την γυναίκα που δικαζόταν χθες. «Έπρεπε ‐σκεφτόταν ‐ να 'χα σηκωθεί χθες την ώρα της δίκης και  να ομολογήσω δημόσια την δική μου ενοχή». Μα, όταν μπήκε στην αίθουσα του δικαστηρίου μαζί  με  τους  άλλους  ενόρκους  κι  άρχισε  το  ίδιο  πάλι  σκηνικό:  το  τελετουργικό  επιφώνημα  «Κύριοι,  το  δικαστήριο!»,  οι  τρεις  δικαστές  με  τ'  άσπρα  κολάρα  στην  έδρα,  ησυχία  στην  αίθουσα,  οι  ένορκοι  στις  καρέκλες  με  τις  ψηλές  ράχες,  οι  χωροφύλακες,  το  πορτραίτο  του  Αυτοκράτορα,  ο  παπάς  ‐  ένιωσε,  πως  αν  και  έπρεπε  να  το  'χε  κάνει,  δε  θα  'ταν  σε  θέση  ούτε  χθες  να  ταράξει  αυτή  την  επίσημη ατμόσφαιρα.  Οι  διατυπώσεις  της  δίκης  επαναλήφθηκαν  όπως  ακριβώς  και  την  προηγούμενη  μέρα  με  μόνη  εξαίρεση την ορκωμοσία των ενόρκων και το λόγο που τους είχε βγάλει ο πρόεδρος.  Σήμερα  το  δικαστήριο  εκδίκαζε  μια  υπόθεση  κλοπής  με  διάρρηξη.  Ο  υπόδικος,  που  δίπλα  του  έστεκαν  δύο  χωροφύλακες  με  γυμνά  ξίφη,  ήταν  ένα  εικοσάχρονο  παλικάρι,  αδύνατο  με  ώμους  στενούς και κατάχλομο πρόσωπο, ντυμένο με το γκρίζο μανδύα της φυλακής. Καθόταν μονάχος του  στο  εδώλιο  κι  έριχνε  πού  και  πού  κλεφτές  ματιές  σ'  όσους  έμπαιναν  στην  αίθουσα.  Τον  κατηγορούσαν ότι είχε παραβιάσει μιαν αποθήκη μαζί με έναν φίλο του κι έκλεψε από μέσα κάποια  παλιά ταπέτα που η αξία τους δεν ξεπερνούσε τα τρία ρούβλια και εξήντα εφτά καπίκια.  Από την δικογραφία συναγόταν ότι ένας αστυνομικός που περιπολούσε σταμάτησε τον νεαρό, μόλις  τον είδε να κουβαλάει μαζί με τον σύντροφό του τα κλεμμένα ταπέτα. Και οι δυο τους ομολόγησαν  αμέσως  τη  διάρρηξη  και  γι'  αυτό  οδηγήθηκαν  κατευθείαν  στη  φυλακή.  Ο  σύντροφος  του  νεαρού,  κλειδαράς το επάγγελμα, πέθανε στη φυλακή, και έτσι, εκείνος σήμερα θα δικαζόταν μόνος του. Τα  παλιά ταπέτα, τα πειστήρια του εγκλήματος, ήταν απλωμένα πάνω στο τραπέζι.  Η  δίκη  γινόταν  όπως  ακριβώς  και  η  χθεσινή,  με  την  ίδια  διαδικασία  συρροής  αποδείξεων,  μαρτυρικών καταθέσεων, ορκωμοσίας, ανακρίσεων, εκθέσεων εμπειρογνωμόνων και εξέτασης κατ'  αντιπαράσταση  των  μαρτύρων.  Ο  μάρτυρας  αστυνομικός  στις  ερωτήσεις  του  προέδρου,  του  κατηγόρου, του συνηγόρου απαντούσε απότομα και μονότονα: « Βεβαίως», « Δεν είμαι σε θέση να  γνωρίζω»  και  πάλι  «Βεβαίως...»,  αλλά  παρά  τη  χωροφυλακίστικη  αποβλάκωσή  του  και  τον  Digitized by 10uk1s 


αυτοματισμό των απαντήσεών του ήταν φανερό ότι λυπόταν τον νεαρό και ιστορούσε απρόθυμα το  χρονικό της σύλληψής του.  Ο  άλλος  μάρτυρας  ήταν  ο  παθών,  ένα  γεροντάκι,  ιδιοκτήτης  της  αποθήκης  που  έγινε  η  κλοπή  και  στον οποίο ανήκαν τα ταπέτα, ένας γκρινιάρης και χολερικός που όταν τον ρώτησαν αν ήταν δικά  του τα ταπέτα και τι θα τα έκανε, αν θα τα χρησιμοποιούσε, απάντησε κακήν κακώς, με δυσφορία κι  αγανάκτηση μαζί:  ‐Στο διάολο να πάνε και τα παλιοταπέτα, δεκάρα δε δίνω για δαύτα. Κι αν ήξερα πως θα 'χα τέτοιο  μπλέξιμο, όχι μόνο δεν θα τα 'ψαχνα, μα θα πλήρωνα κι από 'να δεκάρουβλο, μωρέ... και δύο θα  'δινα, αρκεί να γλίτωνα απ' τις ανακρίσεις και τα ρέστα. Πέντε ολόκληρα ρούβλια μου πήρε τ' αμάξι  για να με φέρει και δεν είμαι και καλά, υποφέρω από ισχιαλγία και ρευματισμούς!  Αυτά  έλεγαν  οι  μάρτυρες  κατηγορίας  κι  ο  δύστυχος  ο  κατηγορούμενος  ομολόγησε  τα  πάντα∙  σαν  αγριμάκι στο κλουβί γύριζε το χαμένο του βλέμμα ολόγυρα και με κόμπους στη φωνή του ιστόρησε  με κάθε λεπτομέρεια όλα όσα έκανε.  Η  υπόθεση  ήταν  απλή  και  σαφής,  όμως,  ο  αντιεισαγγελέας  όπως  ακριβώς  και  χθες,  με  το  γνωστό  του  στυλ  ανασηκώνοντας  τους  ώμους,  έκανε  πονηρές  ερωτήσεις  για  να  στριμώξει  τον  πανούργο  εγκληματία.  Έτσι, στην αγόρευσή του απόδειξε ότι η κλοπή διενεργήθηκε σε κατοικία με ταυτόχρονη διάρρηξη,  γι' αυτό και ο νεαρός έπρεπε να υποστεί την πιο βαριά τιμωρία.  Απ' την άλλη μεριά, ο συνήγορος υπεράσπισης που διόρισε το δικαστήριο πάσχιζε ν' αποδείξει ότι η  κλοπή δεν έγινε σε κατοικημένο χώρο και, παρά το γεγονός ότι δεν μπορούσε να μην παραδεχθεί το  αδίκημα,  δεν  θεωρούσε  ότι  ο  κατηγορούμενος  ήταν  τόσο  επικίνδυνος  εγκληματίας  για  την  κοινωνία, όπως ισχυριζόταν ο αντιεισαγγελέας.  Ο πρόεδρος, όπως ακριβώς και χθες, ενσαρκώνοντας την αμεροληψία και τη δικαιοσύνη, εξήγησε  με  κάθε  λεπτομέρεια  στους  ενόρκους  με  υποβλητική  φωνή  πράγματα  γνωστά  που  δεν  ήταν  δυνατόν να μην τα γνωρίζουν. Έγιναν επίσης, όπως και χθες, διαλείμματα και πήγαν να καπνίσουν,  όπως  και  χθες  ακούστηκε  η  ίδια  φωνή  του  κλητήρα:  «Κύριοι,  το  δικαστήριο»,  κι  οι  δυο  χωροφύλακες  όπως  και  χθες  με  το  ζόρι  κρατούσαν  τα  μάτια  τους  ανοιχτά  βαστώντας  γυμνά  τα  σπαθιά τους μ' απειλητικό ύφος πλάι στον κρατούμενο.  Από την ακροαματική διαδικασία έγινε γνωστό ότι τον νεαρό αυτόν, όταν ήταν παιδάκι ακόμα, τον  έστειλε ο πατέρας του να δουλέψει σ' ένα καπνεργοστάσιο, όπου έζησε δουλεύοντας πέντε χρόνια.  Φέτος  όμως  απολύθηκε  ύστερα  από  διαφορές  που  δημιουργήθηκαν  ανάμεσα  στον  εργοδότη  και  τους εργάτες κι έτσι, άνεργος, γυρνούσε στην πόλη μπεκροπίνοντας μέχρι το τελευταίο του καπίκι.  Στο  καπηλειό  γνώρισε  έναν  άνεργο  κλειδαρά  που  έπινε  πολύ  και  μια  νύχτα  στουπί  στο  μεθύσι  έσπασαν την κλειδαριά  και βούτηξαν  απ' την αποθήκη ό,τι βρέθηκε μπροστά τους. Τους πιάσανε,  ομολόγησαν και τους κλείσανε φυλακή. Εκεί ο φίλος του ο κλειδαράς πέθανε πριν από την δίκη. Και  σήμερα τον νεαρό αυτό τον δικάζανε σαν επικίνδυνο στοιχείο για την κοινωνία που έπρεπε να την  προφυλάξουν από την παρουσία του.  «Είναι  κι  αυτός  το  ίδιο  επικίνδυνο  στοιχείο,  όπως  και  η  χθεσινή  κακούργα»,  σκεφτόταν  ο  Νεχλιούντοφ  παρακολουθώντας  όλα  όσα  είχαν  διαδραματιστεί  μπροστά  στα  μάτια  του.  «Αυτός  είναι επικίνδυνος, ενώ εμείς δεν είμαστε!... Κι εγώ ο έκφυλος, ο διαφθορέας, ο απατεώνας, και όλοι  εμείς, όλοι οι όμοιοί μου που, ενώ ξέρουν το ποιόν μου όχι μονάχα δεν με περιφρονούν, αλλά με  σέβονται  κιόλας!  Μα,  ακόμα  κι  αν  το  παιδί  αυτό  ήταν  απ'  όλους  εμάς  στην  αίθουσα  ο  πιο  Digitized by 10uk1s 


επικίνδυνος για την κοινωνία κακοποιός, τι θα 'πρεπε να κάνουμε λογικά τώρα που πιάστηκε; Είναι  σίγουρο  ότι  το  παιδί  αυτό  δεν  είναι  κανένας  σεσημασμένος  δολοφόνος,  αλλά  ένας  πολύ  συνηθισμένος άνθρωπος ‐αυτό το βλέπουν όλοι‐ και έγινε ό,τι έγινε μόνο και μόνο επειδή βρέθηκε  σ' εκείνες τις συνθήκες που γεννούν παρόμοιους ανθρώπους. Και γι' αυτό, είναι φανερό, πως για να  μην υπάρχουν τέτοια παιδιά, πρέπει να εξαλείψουμε τις περιστάσεις εκείνες που γεννούν αυτά τα  δύστυχα  πλάσματα.  Και  μεις  τι  κάνουμε;  Αρπάζουμε  στην  τύχη  τον  πρώτο  νεαρό  που  έπεσε  στα  χέρια μας, ξέροντας πολύ καλά ότι την ίδια στιγμή χιλιάδες άλλοι παραμένουν ασύλληπτοι, και τον  ρίχνουμε  στη  φυλακή,  όπου  αναγκάζεται  να  ζήσει  μέσα  στο  πιο  οκνηρό,  νοσηρό,  ανεγκέφαλο  περιβάλλον,  μαζί  με  ίδιους  ανθρώπους,  κακοπαθημένους  στη  ζωή  κι  έπειτα  τον  εξορίζουμε  με  δημόσια  έξοδα  μαζί  με  τους  πιο  αδίστακτους  εγκληματίες  από  το  κυβερνείο  της  Μόσχας  στο  Ιρκούτσκ.  Για  να  εξαλείψουμε,  όμως  τις  συνθήκες  που  γεννούν  παρόμοιους  ανθρώπους,  όχι  απλά  δεν  κάνουμε  τίποτα,  αλλά  αντίθετα,  ενισχύουμε  τους  χώρους  που  τους  παράγουν:  τα  συνεργεία,  τις  φάμπρικες,  τα  εργαστήρια,  τα  καπηλειά,  τις  ταβέρνες,  τους  οίκους  ανοχής.  Κι  αντί  να  τα  καταστρέψουμε όλα αυτά, εμείς αντίθετα, πιστεύοντας στην αναγκαιότητά τους, τα υποστηρίζουμε,  μεριμνούμε για την ανεμπόδιστη λειτουργία τους.  Με  τον  τρόπο  αυτό  ανασταίνουμε  όχι  έναν,  αλλά  εκατομμύρια  παρόμοιους  ανθρώπους  και  στη  συνέχεια  συλλαμβάνουμε  τον  πρώτο  τυχόντα  και  βαυκαλιζόμαστε  ότι  κάτι  κάνουμε,  ότι  θωρακίσαμε τους εαυτούς μας και γι' αυτό δεν χρειάζεται να μας ζητούν τίποτε άλλο να πράξουμε,  αφού  τελικά  καταφέραμε  και  τον  εξοβελίσαμε  από  το  κυβερνείο  της  Μόσχας  στο  κυβερνείο  του  Ιρκούτσκ», σκεφτόταν με πρωτόγνωρη ζωντάνια και διαύγεια ο Νεχλιούντοφ καθισμένος πλάι στον  συνταγματάρχη,  ακούγοντας  τις  γεμάτες  ρητορικές  αποχρώσεις  φωνές  του  συνηγόρου,  του  αντιεισαγγελέα και του προέδρου, παρακολουθώντας τις γεμάτες αυτοπεποίθηση χειρονομίες τους.  «Κι,  όμως,  πόσες  προσπάθειες,  πόση  ένταση  δεν  απαιτεί  αυτή  η  φριχτή  υποκρισία»,  συνέχισε  να  σκέφτεται ο Νεχλιούντοφ, στρέφοντας τα μάτια του γύρω γύρω σ' εκείνη την τεράστια αίθουσα, σ'  εκείνα τα πορτραίτα, στις λάμπες, στις πολυθρόνες, στις στολές, σ' εκείνους τους χοντρούς τοίχους,  στα παράθυρα και μεμιάς του ήρθαν στο νου οι πελώριες διαστάσεις του δικαστικού μεγάρου και οι  ακόμα  πιο  πελώριες  δομές  του  ίδιου  του  θεσμού  αυτού  του  στρατού  των  υπαλλήλων,  των  γραφειάδων,  των  φυλάκων,  των  κλητήρων,  όχι  μόνο  εδώ,  αλλά  σ'  ολόκληρη  τη  Ρωσία,  που  ροκανίζουν μάλιστα και μισθούς για τη συμμετοχή τους σ' αυτή την άχρηστη φάρσα. «Κι όμως πόσο  θα  'ταν  αλλιώτικα  τα  πράγματα,  αν  το  ένα  εκατοστό  των  προσπαθειών  μας  το  διοχετεύαμε  στον  τομέα  της  κοινωνικής  πρόνοιας  για  να  βοηθήσουμε  αυτά  τα  άμοιρα  πλάσματα  που  τα  βλέπουμε  μόνο σαν χέρια και κορμιά, απαραίτητα για την εξασφάλιση της ηρεμίας και των ανέσεών μας... Κι  όμως θα 'ταν αρκετό να είχε βρεθεί κάποιος ‐ συλλογιζόταν ο Νεχλιούντοφ, κοιτώντας το πονεμένο  και  τρομαγμένο  πρόσωπο  του  παιδιού‐  να  το  συμπονέσει  και  να  του  συμπαρασταθεί,  όταν  η  οικογένειά  του  κάτω  απ'  αυτό  το  βάρος  της  ανάγκης  το  'στελνε  απ'  το  χωριό  στην  πόλη  για  να  δουλέψει. Ή, ακόμα, όταν εκείνο εγκαταστάθηκε στην πόλη και μετά από το ξεθέωμα των δώδεκα  ωρών  στη  φάμπρικα  παρασυρόταν  απ'  τους  μεγαλύτερους  συντρόφους  του  και  πήγαινε  στο  καπηλειό,  αν  βρισκόταν  τότε  κάποιος  να  του  πει:  "Μην  πας  Βάνια,  είναι  κακό!",  το  αγόρι  δεν  θα  πήγαινε, δεν θα αλήτευε και δεν θα 'μπλεκε. Μα, ολότελα κανένας δεν βρέθηκε να το συμπονέσει  όλο αυτό τον καιρό που σαν αγριμάκι ζούσε στην πολιτεία το καιρό της μαθητείας και κουρεμένος  με την ψιλή για να γλυτώσει απ' τις ψείρες έκανε θελήματα για τ' αφεντικά του. Αντίθετα, τα μόνα  λόγια που άκουγε απ' τα αφεντικά και τους συντρόφους του από τότε που ήρθε στην πόλη ήταν ότι  όποιος  κλέβει,  πίνει,  βρίζει,  όποιος  δέρνει,  κάνει  ακολασίες,  αυτός  είναι  και  άξιος.  Και  όταν  άρρωστο και σακατεμένο απ' την ανθυγιεινή δουλειά, απ' το πιοτό, την αλητεία, αποχαυνωμένο και  ζαλισμένο  σαν  να  ξύπνησε  απ'  όνειρο,  περιπλανιόταν  χωρίς  προορισμό  στους  δρόμους  και  από  αμυαλιά του χώθηκε σε κάποια αποθήκη για να κλέψει κάτι άχρηστα σ' όλους ταπέτα, εμείς, που  δεν  μας  λείπει  τίποτα,  άνθρωποι  εύποροι,  μορφωμένοι,  αδιαφορήσαμε  τελείως  για  την  εξάλειψη  των  αιτιών  που  έσπρωξαν  αυτό  το  παιδί  στη  σημερινή  του  κατάντια  και  θέλουμε  να  χειριστούμε  έτσι  την  υπόθεση,  ώστε  να  το  τιμωρήσουμε.  Φρίκη!  Δεν  μπορεί  να  ξεχωρίσεις  τι  υπερτερεί,  η  Digitized by 10uk1s 


σκληρότητα ή η ηλιθιότητα. Μου φαίνεται όμως πως και τα δύο αγγίξανε τα όρια».  Ο  Νεχλιούντοφ  στοχαζόταν  όλα  αυτά  εδώ  και  ώρα  χωρίς  ν'  ακούει,  χωρίς  να  παρακολουθεί  αυτά  που  γίνονταν  γύρω  του.  Ένιωθε  φρίκη  και  δέος  για  όλα  όσα  ανακάλυπτε  ο  ίδιος  εκεί  μέσα  κι  απορούσε πώς τ' αγνοούσε όλα αυτά πριν, πώς μπορούσαν οι άλλοι να μην τα βλέπουν. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXXV  ΜΟΛΙΣ  ΕΓΙΝΕ  διάλειμμα  στην  αίθουσα,  ο  Νεχλιούντοφ  σηκώθηκε  και  βγήκε  στο  διάδρομο  σκοπεύοντας  να  μην  ξαναγυρίσει  στο  δικαστήριο.  Το  είχε  πάρει  πλέον  απόφαση,  δεν  τον  ένοιαζε  καθόλου  τι  θα  του  έκαναν,  του  ήταν  αδύνατο  να  συμμετάσχει  άλλο  σ'  εκείνη  τη  φριχτή  και  αηδιαστική παρωδία.  Έμαθε πού ήταν το γραφείο του εισαγγελέα και πήγε κατ' ευθείαν εκεί. Ο βοηθός του δεν ήθελε να  τον  αφήσει  να  περάσει  με  το  πρόσχημα  ότι  ο  εισαγγελέας  ήταν  απασχολημένος.  Όμως  ο  Νεχλιούντοφ, χωρίς να του δώσει σημασία, πέρασε το κατώφλι και εξήγησε στον υπάλληλο που είχε  κιόλας  σηκωθεί  απ'  τη  θέση  του,  πως  ήταν  ένορκος  και  πως  επιθυμούσε  να  δει  οπωσδήποτε  τον  εισαγγελέα  για  μια  υπερεπείγουσα  περίπτωση.  Ο  τίτλος  του  πρίγκιπα  και  η  κομψή  του  εμφάνιση  τον βοήθησαν. Ο υπάλληλος ενημέρωσε τον εισαγγελέα και ο Νεχλιούντοφ έγινε τελικά δεκτός. Ο  εισαγγελέας τον δέχθηκε όρθιος, προφανώς δυσαρεστημένος από την επιμονή του Νεχλιούντοφ να  ζητήσει ακρόαση.  ‐Τι επιθυμείτε; ρώτησε αυστηρά.  ‐Είμαι  ένορκος,  ονομάζομαι  Νεχλιούντοφ  και  είναι  ανάγκη  να  δω  την  υπόδικη  Μάσλοβα,  αποκρίθηκε  με  γρήγορο  και  αποφασιστικό  ύφος  κοκκινίζοντας.  Ένιωθε  πως  αυτή  του  η  κίνηση  θα  μπορούσε να του σημαδέψει βαθιά την υπόλοιπη ζωή του.  Ο  εισαγγελέας  ήταν  ένας  μέτριος  σε  ανάστημα,  μελαψός  άνδρας  με  κοντά  γκριζωπά  μαλλιά,  σπινθηροβόλα αεικίνητα μάτια και περιποιημένο πυκνό γενάκι στο πεταχτό του πηγούνι.  ‐Την Μάσλοβα είπατε; Μα, βέβαια, ξέρω. Κατηγορείται για την υπόθεση της φαρμακείας. Τι θέλετε  εσείς  τώρα  και  ζητάτε  να  την  δείτε;  Ξέρετε  ‐πρόσθεσε  με  πιο  μαλακό  τόνο‐  δεν  μπορώ  να  σας  επιτρέψω να την δείτε, αν δεν μου πείτε το λόγο.  ‐Πρέπει να την δω για έναν πολύ προσωπικό λόγο, αποκρίθηκε ο Νεχλιούντοφ και κοκκίνισε.  ‐Εντάξει, είπε ο εισαγγελέας και σηκώνοντας τα μάτια τον κοίταξε προσεκτικά. ‐Έγινε η δίκη της  ή  ακόμα;  ‐Χθες δικάστηκε και καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά έργα, τελείως άδικα. Είναι  αθώα!  ‐Μάλιστα... Αν καταδικάστηκε χθες μόλις, απάντησε ο εισαγγελέας ‐ χωρίς να δώσει την παραμικρή  σημασία  στη  διαβεβαίωση  του  Νεχλιούντοφ  για  την  αθωότητα  της  Μάσλοβα,  ‐  μέχρι  να  ανακοινωθεί  η  οριστική  απόφαση  της  καταδίκης  της  πρέπει  να  παραμείνει  οπωσδήποτε  προφυλακισμένη  στο  κρατητήριο.  Επισκεπτήριο  εκεί  υπάρχει  σε  τακτές  ημερομηνίες.  Θα  σας  συμβούλευα να ενημερωθείτε σχετικά.  ‐Μα πρέπει να την δω το συντομότερο δυνατόν! απάντησε ο Νεχλιούντοφ και η κάτω σιαγόνα του  άρχισε να τρέμει με τη σκέψη ότι η αποφασιστική στιγμή δεν θα αργούσε να 'ρθει.  ‐Όμως  για  ποιον  ακριβώς  λόγο  επιμένετε  να  την  δείτε,  ρώτησε  ο  εισαγγελέας  συνοφρυωμένος  κι  ανήσυχος λίγο.  ‐Γιατί  είναι  αθώα  και  γιατί  καταδικάστηκε  σε  καταναγκαστικά  έργα,  τη  στιγμή  που  ο  ένοχος  είμαι  εγώ,  απάντησε  με  τρεμάμενη  φωνή  ο  Νεχλιούντοφ,  νιώθοντας  ταυτόχρονα  πως  του  ξεφεύγουν  Digitized by 10uk1s 


πράγματα που δεν έπρεπε ν' αποκαλύψει.  ‐Μα, με ποια έννοια είστε ένοχος; ρώτησε ο εισαγγελέας.  ‐Εγώ την διέφθειρα  και την  έσπρωξα  στη  θέση  που βρίσκεται  σήμερα. Αν  δεν  είχε γίνει αυτή που  έγινε εξαιτίας μου, σήμερα δεν θ' αντιμετώπιζε τέτοια κατηγορία.  ‐Ομολογώ πως δεν μπορώ να καταλάβω τι σχέση έχει αυτό με τη συνάντησή σας.  ‐Μα, θέλω να την ακολουθήσω στη μοίρα της και... να την παντρευτώ, ψέλλισε ο Νεχλιούντοφ. Και  όπως συνέβαινε πάντα, όταν μιλούσε γ' αυτήν, τα μάτια του βούρκωσαν.  ‐Αλήθεια;  Τι  λέτε;  Αυτό  είναι  τελείως  παράδοξο.  Μα,  εσείς  δεν  είστε  μέλος  του  ζέμστβο22  του  Κρασνοπέρσκ;  ρώτησε  ο  εισαγγελέας  και  φάνηκε  να  θυμήθηκε  ότι  κάτι  είχε  ακούσει  για  κάποιον  Νεχλιούντοφ, που τώρα του γνωστοποιούσε την τόσο περίεργη απόφασή του.  ‐Με  συγχωρείτε, δεν νομίζω πως αυτό έχει  καμιά σχέση με το αίτημά μου, ξέσπασε οργισμένος ο  Νεχλιούντοφ.  ‐Φυσικά και δεν έχει, απάντησε μισογελώντας και καλόκαρδα ο εισαγγελέας ‐απλά η επιθυμία σας,  ξέρετε, είναι τόσο ασυνήθιστη, έξω από κάθε κοινοτοπία...  ‐Λοιπόν, μπορώ να έχω την άδεια αυτή, ναι ή όχι;  ‐Άδεια; Μάλιστα, αμέσως, θα σας υπογράψω ένα ένταλμα. Αν έχετε την καλοσύνη, καθήστε λιγάκι.  Πλησίασε στο γραφείο του, κάθησε και άρχισε να γράφει κάτι.  ‐Παρακαλώ, καθίστε.  Ο Νεχλιούντοφ εξακολουθούσε να στέκεται όρθιος.  Ο  εισαγγελέας  ετοίμασε  το  ένταλμα  και  το  παρέδωσε  στον  Νεχλιούντοφ  κοιτώντας  τον  με  περιέργεια.  ‐Θα πρέπει επίσης να σας δηλώσω, είπε ο Νεχλιούντοφ ‐ ότι δεν θα μπορέσω να παραστώ άλλο στη  συνεδρίαση.  ‐Χρειάζεται όμως, όπως θα ξέρετε, να παρουσιάσετε στο δικαστήριο βάσιμη αιτιολογία.  ‐Η αιτιολογία είναι απλή, πιστεύω ότι κάθε δικαστήριο δεν είναι μόνο ανώφελο, μα και ανήθικο.  ‐Μάλιστα...  είπε  ο  εισαγγελέας  με  το  ίδιο  αδιόρατο,  αχνό  χαμόγελο  υπονοώντας  μ'  αυτό  ότι  παρόμοιες  δηλώσεις  του  ήταν  γνωστές  και  ότι  τις  έβρισκε  αρκετά  διασκεδαστικές.  ‐  Μάλιστα...,  όμως  θα  καταλαβαίνετε  υποθέτω  ότι  εγώ,  σαν  εισαγγελέας  του  δικαστηρίου  δεν  μπορώ  να  συμφωνήσω μαζί σας. Και γι' αυτό σας προτρέπω να καταθέσετε τη δήλωσή σας αυτή ενώπιον του  δικαστηρίου και θα αποφασίσει εκείνο, αν είναι βάσιμη ή όχι. Σε περίπτωση που την απορρίψει, θα  σας καταλογίσει πρόστιμο. Ν' απευθυνθείτε λοιπόν στο δικαστήριο.  ‐Δήλωσα  ό,τι  είχα  να  δηλώσω  και  πουθενά  δεν  πρόκειται  ν'  απευθυνθώ!  απάντησε  οργισμένος  ο  Νεχλιούντοφ.  Digitized by 10uk1s 


‐Τα σέβη μου, λοιπόν, είπε ο εισαγγελέας κάνοντας μια ελαφριά υπόκλιση, επιθυμώντας προφανώς  να ξεφορτωθεί τον παράξενο αυτό επισκέπτη.  ‐Ποιος  ήταν  αυτός;  ρώτησε  τον  εισαγγελέα  ένας  από  τους  δικαστές,  που  μπήκε  στο  γραφείο  του,  μόλις έφυγε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Ο  Νεχλιούντοφ,  ξέρετε,  αυτός  που  στο  ζέμστβο  του  Κρασνοπέρσκ  είχε  κάνει  κάτι  παράξενες  δηλώσεις.  Φανταστείτε  ότι  είναι  ένορκος  στη  δίκη  κι  ανάμεσα  στους  υπόδικους  βρέθηκε  κάποια  γυναίκα, κάποιο κορίτσι, δεν ξέρω, που καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα, και που, όπως λέει  εκείνος την διέφθειρε και τώρα θέλει να την παντρευτεί.  ‐Μα, αυτό είναι απ' τ' άγραφα!  ‐Έτσι μου είπε ο ίδιος... και μάλιστα είχε μια τόσο παράξενη ταραχή...  ‐Κάτι, συμβαίνει, κάτι το αφύσικο έχουν σήμερα οι νέοι.  ‐Μα, τούτος εδώ δεν είναι και τόσο νέος.  ‐Πού να σας λέω, αγαπητέ μου, πόσο μας τυράννησε σήμερα αυτός ο περιβόητός σας Ιβάσενκοφ.  Την ψυχή μάς έβγαλε. Όταν αρχίσει την αγόρευση δε λέει να σταματήσει.  ‐Αυτούς  τους  ανθρώπους  πρέπει  να  τους  σταματάμε  αμέσως,  είναι  σωστό  εμπόδιο  στη  δουλειά  μας.... 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXXVI  ΑΠΟ  ΤΟ  ΓΡΑΦΕΙΟ  του  εισαγγελέα,  ο  Νεχλιούντοφ  τράβηξε  κατ'  ευθείαν  για  το  κρατητήριο.  Όμως  εκεί ο διευθυντής του είπε ότι δεν υπήρχε καμία κρατούμενη με τ' όνομα Μάσλοβα κι ότι θα 'πρεπε  να βρίσκεται στο παλιό τμήμα μεταγωγών. Έφυγε αμέσως για κει.  Πραγματικά,  η  Κατερίνα  Μάσλοβα  είχε  μεταφερθεί  εκεί.  Ο  εισαγγελέας  ξέχασε  ότι  έξι  περίπου  μήνες πριν η αστυνομία είχε εκμεταλλευτεί στο έπακρο μια πολιτική υπόθεση κι όλα τα κρατητήρια  είχαν γεμίσει ασφυκτικά από φοιτητές, γιατρούς, εργάτες, φοιτήτριες, νοσηλεύτριες.  Η  απόσταση  απ'  τα  κρατητήρια  μέχρι  το  τμήμα  μεταγωγών  ήταν  πολύ  μεγάλη  και  ο  Νεχλιούντοφ  έφθασε εκεί μόλις το βράδυ. Θέλησε να πλησιάσει την πύλη του τεράστιου ζοφερού κτηρίου, μα ο  φρουρός  τον  σταμάτησε  εκεί  και  χτύπησε  ένα  κουδούνι.  Αμέσως  έκανε  την  εμφάνισή  του  ένας  δεσμοφύλακας. Ο Νεχλιούντοφ έδειξε το ένταλμα του εισαγγελέα, όμως, ο δεσμοφύλακας του είπε  ότι χωρίς την άδεια του διευθυντή των φυλακών, δεν μπορούσε να τον αφήσει να περάσει. Τράβηξε  για  τον  διευθυντή.  Όσο  ανέβαινε  τις  σκάλες,  άκουγε  κάπου  πίσω  απ'  τις  πόρτες  να  παίζουν  ένα  δύσκολο και  ζωηρό μελωδικό κομμάτι στο πιάνο.  Όταν τελικά  σταμάτησε  σε κάποια απ' αυτές τις  πόρτες μπροστά και μια μουτρωμένη καμαριέρα μ' έναν επίδεσμο στο μάτι τού άνοιξε, η μελωδία  ξεχύθηκε μέσα από εκείνο το δωμάτιο και του χάιδεψε τ' αφτιά. Ήταν η πιο γνωστή ραψωδία του  Λιστ,  παιγμένη  εξαίσια,  μα  μόνο  μέχρι  ενός  σημείου.  Μόλις  η  μελωδία  έφθανε  σ'  αυτό  το  σημείο  ακουγόταν και πάλι απ' την αρχή. Ο Νεχλιούντοφ ρώτησε την καμαριέρα με τον επίδεσμο, αν ήταν  μέσα ο διευθυντής.  Η καμαριέρα απάντησε αρνητικά.  ‐Θα αργήσει να γυρίσει;  Η  ραψωδία  πάλι  σταμάτησε  και  ύστερα  άρχισε  ξανά  με  ζωηρό  χρώμα  και  γρήγορο  ρυθμό  μέχρις  εκείνο το μαγευτικό σημείο.  ‐Πάω να ρωτήσω.  Η καμαριέρα απομακρύνθηκε.  Η  ραψωδία  μόλις  που  είχε  αρχίσει  ν'  ακούγεται  ξανά,  όταν  απότομα,  πριν  ακόμα  φθάσει  στο  εξαίσιο εκείνο σημείο, διακόπηκε κι ακούστηκε μια γυναικεία φωνή.  ‐Να  του  πεις  πως  δεν  είναι  εδώ  και  πως  δεν  θα  'ρθει  καθόλου  σήμερα.  Είναι  σ'  επίσκεψη,  τι  τον  θέλουν  πάλι;  ακούστηκε  η  γυναικεία  φωνή  πίσω  από  μια  πόρτα  και  η  μελωδία  ξανάρχισε,  για  να  σταματήσει και πάλι. Μια καρέκλα έτριξε στο πάτωμα. Φαίνεται πως η γυναίκα που έπαιζε πιάνο,  φανερά  εκνευρισμένη  απ'  τον  ενοχλητικό  της  επισκέπτη  που  ερχόταν  σε  τέτοια  ακατάλληλη  ώρα,  ήθελε η ίδια να τον κατσαδιάσει.  ‐Ο  μπαμπάκας  μου  λείπει,  φώναξε  νευριασμένα  μόλις  βγήκε  στην  πόρτα  μια  αναμαλλιασμένη  κοπέλα, χλομή, με μαύρους κύκλους κάτω απ' τα μελαγχολικά της μάτια. Μα, σαν αντίκρυσε τον νέο  άνδρα με το ωραίο παλτό, μαλάκωσε. ‐ Παρακαλώ, περάστε... Τι θα θέλατε;  ‐Πρέπει να δω μια κρατούμενη στη φυλακή.  ‐Οπωσδήποτε θα 'ναι πολιτική κρατούμενη, ε; 

Digitized by 10uk1s 


‐Όχι, όχι πολιτική. Έχω άδεια απ' τον εισαγγελέα.  ‐Τι να σας πω εγώ, ο μπαμπάκας λείπει. Μα, περάστε, λοιπόν, σας παρακαλώ μέσα ‐ τον κάλεσε και  πάλι να περάσει απ' το μικρό χωλ που στεκόταν. ‐ Θα μπορούσατε να δείτε τον βοηθό του, είναι στο  γραφείο του τώρα, και να μιλήσετε. Τ' όνομά σας;  ‐Σας ευχαριστώ, αποκρίθηκε ο Νεχλιούντοφ και, χωρίς να της πει τ' όνομά του, έφυγε.  Δεν  είχε  σχεδόν  ακόμα  κλείσει  η  πόρτα  πίσω  του  κι  ακούστηκε  πάλι  η  ίδια  ζωηρή,  χαρούμενη  μελωδία που τόσο δεν ταίριαζε ούτε με το μέρος ούτε με την όψη εκείνης της αξιολύπητης κοπέλας  που πάσχιζε τόσο επίμονα να μάθει να την παίζει. Στο προαύλιο συνάντησε έναν νεαρό αξιωματικό  με  τσιγκελωτό,  περιποιημένο  μουστάκι  και  τον  ρώτησε  πού  μπορούσε  να  βρει  τον  βοηθό  του  διευθυντή. Τελείως συμπτωματικά, ήταν ο ίδιος ο βοηθός. Ο Νεχλιούντοφ του έδωσε το ένταλμα,  εκείνος  το  κοίταξε  και  του  είπε  πως  δεν  έπαιρνε  την  ευθύνη  να  του  επιτρέψει  να  επισκεφθεί  το  κρατητήριο. Άλλωστε ήταν αργά...  ‐Περάστε  αύριο,  παρακαλώ.  Αύριο  στις  δέκα,  έχει  γενικό  επισκεπτήριο,  ελάτε∙  εξάλλου,  κι  ο  διευθυντής  θα  'ναι  εδώ.  Έτσι  θα  μπορέσετε  ελεύθερα  να  κανονίσετε  τη  συνάντησή  σας  κι  αν  ο  διευθυντής το επιτρέψει θα μπορέσετε να την δείτε και στο γραφείο της φυλακής.  Έτσι, χωρίς να καταφέρει να δει την Κατιούσα, ο Νεχλιούντοφ έφυγε για το σπίτι του.  Συνεπαρμένος  απ'  τη  σκέψη  ότι  θα  την  έβλεπε,  περπατούσε  στους  δρόμους  κι  αναθυμιόταν  όχι  πλέον  το  δικαστήριο,  μα  τις  συζητήσεις  του  με  τον  εισαγγελέα  και  τους  δεσμοφύλακες.  Η  προσπάθεια που 'χε κάνει να την επισκεφτεί κι η εξομολόγηση των σκέψεών του στον εισαγγελέα, η  επίσκεψή  του  σε  δύο  φυλακές  με  την  ελπίδα  ότι  θα  την  συναντήσει  τον  είχαν  τόσο  βαθιά  συγκλονίσει που δεν μπορούσε για πολλή ώρα να βρει ησυχία.  Όταν έφθασε στο σπίτι του, πήγε αμέσως  κι  έβγαλε το ημερολόγιό του, που το είχε εγκαταλείψει  από καιρό, διάβασε μερικές σελίδες κι άρχισε να γράφει:  «Δύο χρόνια δεν κράτησα καθόλου ημερολόγιο και πίστευα πως ποτέ πλέον δεν θα ξαναγύριζα σ'  αυτή την παιδιάστικη συνήθεια. Μα, όμως, δεν ήταν τελικά παιδιάστικη συνήθεια, αλλά διάλογος  με το εαυτό μου, μ' εκείνη την αληθινή, θεϊκή υπόσταση που ζει μέσα σε κάθε άνθρωπο. Όλο τον  καιρό το εγώ μου αυτό βρισκόταν σε λήθαργο και δεν είχα με ποιον να συνομιλήσω. Και ξαφνικά  ένα  ασυνήθιστο  συμβάν  στις  28  Απριλίου,  στο  δικαστήριο,  που  ήμουν  ένορκος,  το  ξύπνησε.  Στο  εδώλιο  του  κατηγορουμένου  είδα  να  κάθεται  ντυμένη  με  τη  ρόμπα  της  φυλακής  η  Κατιούσα  που  είχα κάποτε διαφθείρει. Από μια περίεργη αβλεψία και από δικό μου λάθος την καταδικάσανε σε  καταναγκαστικά έργα. Μόλις πριν λίγο ήμουν στον εισαγγελέα και στη φυλακή. Δεν μ' αφήσανε να  την  δω,  όμως  αποφάσισα  να  κάνω  το  παν  για  να  την  συναντήσω,  να  της  ζητήσω  συγχώρεση  και  μετανιωμένος να επανορθώσω απέναντί της ακόμα και με γάμο. Θεέ μου, βοήθησέ με! Η ψυχή μου  είναι γεμάτη ευτυχία και χαρά». 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXXVII  ΤΗ  ΝΥΧΤΑ  ΕΚΕΙΝΗ  η  Μάσλοβα  έμεινε  ξάγρυπνη  για  πολλή  ώρα,  ξαπλωμένη  με  τα  μάτια  ανοιχτά,  κοιτούσε την πόρτα που την έκρυβε με το πέρα δώθε της η κόρη του ψάλτη, αφουγκραζόταν τους  βαριαναστεναγμούς της κοκκινομάλλας και συλλογιζόταν.  Συλλογιζόταν πως με τίποτα δεν θα παντρευόταν κανέναν κατάδικο εκεί στα κάτεργα, στη Σαχαλίνη,  πως  θα  φρόντιζε  να  τακτοποιηθεί  διαφορετικά,  να  βρει  κάποιον  από  τους  διευθυντές,  κάποιο  γραφιά ή έστω και δεσμοφύλακα ή ακόμα και κανέναν βοηθό. Όλοι τους θα την ήθελαν. «Αρκεί να  μην  αδυνατίσω,  γιατί  αλλιώς  χάθηκα».  Και  θυμήθηκε  πώς  την  κοίταζε  ο  συνήγορός  της,  μα  κι  ο  πρόεδρος κι όλοι οι άνδρες που πήγαιναν να την συναντήσουν ή επίτηδες περνούσαν από μπροστά  της στο δικαστήριο, θυμήθηκε που της διηγιόταν η Μπέρτα, όταν την είχε επισκεφτεί στην φυλακή,  για  κείνον  τον  φοιτητή  που  την  αγαπούσε  όταν  έμενε  στον  «οίκο»  της  Κιτάγιεβα  κι  ερχόταν  και  ρωτούσε  γι'  αυτήν  δείχνοντας  πόσο  την  συμπονούσε.  Θυμήθηκε  και  τον  καβγά  της  με  την  κοκκινομάλλα και την λυπήθηκε πολύ∙ θυμήθηκε τον ψωμά που της είχε στείλει ένα παραπανίσιο  κουλούρι. Πολλούς θυμήθηκε εκτός από τον Νεχλιούντοφ. Τα παιδικά της χρόνια, τα νειάτα της και  περισσότερο  την  αγάπη  της  στον  Νεχλιούντοφ  ποτέ  μα  ποτέ  δεν  τα  έφερε  στο  νου  της.  Ήταν  αβάσταχτος  ο  πόνος.  Αυτές  οι  αναμνήσεις  κάπου  βαθιά  μέσ'  στην  ψυχή  τις  είχε  απωθήσει  για  τα  καλά. Ακόμα και στ' όνειρό της δεν είδε ποτέ τον Νεχλιούντοφ. Σήμερα στη δίκη δεν τον γνώρισε κι  όχι  επειδή  εκείνος,  όταν  τον  είχε  δει  για  τελευταία  φορά  ήταν  στρατιωτικός,  χωρίς  γενειάδα,  με  λεπτό μουστακάκι, κοντά μα σγουρά και πυκνά μαλλιά, ενώ σήμερα είναι γερασμένος με γενειάδα,  αλλά γιατί ποτέ, μα, ποτέ δεν τον είχε φέρει στο νου της. Είχε θάψει μέσα στην ψυχή της όλες τις  αναμνήσεις από τη σχέση τους, όταν εκείνη τη φοβερή σκοτεινή νύχτα ο Νεχλιούντοφ, που γύριζε  απ' το μέτωπο, δεν πέρασε από τις θείες του.  Μέχρι τη νύχτα εκείνη, όσο έτρεφε ελπίδες για τον ερχομό του όχι μόνο δεν αγανακτούσε από το  βάρος του παιδιού που κουβαλούσε στα σπλάγχνα της, αλλά αντίθετα ένιωθε έντονη συγκίνηση σε  κάθε του μετατόπιση ή απότομο σκίρτημα. Όμως, από τη σημαδιακή εκείνη νύχτα όλα άλλαξαν. Και  το παιδί όταν γεννήθηκε, της ήταν μόνο βάρος.  Οι  θείες  περίμεναν  τον  Νεχλιούντοφ,  τον  παρακαλούσαν  να  τις  επισκεφτεί,  αλλά  εκείνος  τηλεγράφησε  ότι  δεν  μπορούσε  γιατί  έπρεπε  να  βρίσκεται  στην  Πετρούπολη  μια  συγκεκριμένη  ημερομηνία. Η Κατιούσα όταν το έμαθε αυτό αποφάσισε να πάει στο σταθμό να τον συναντήσει. Το  τρένο  έφευγε  αργά  τη  νύχτα,  στις  δύο  τα  ξημερώματα.  Αφού  έβαλε  τις  γριές  γεροντοκόρες  να  πλαγιάσουν και ξεσήκωσε μαζί της για παρέα την Μάσσα, την κορούλα της μαγείρισσας, φόρεσε τα  παλιά μποτίνια της, έδεσε γύρω στο κεφάλι της ένα μαντήλι και βγήκε τρέχοντας για το σταθμό.  Ήταν  μια  σκοτεινή  φθινοπωρινή  νύχτα,  με  βροχή  και  αέρα.  Η  βροχή  πότε  της  μαστίγωνε  το  πρόσωπο  με  δυνατές  ζεστές  στάλες,  πότε  σταματούσε.  Μέσα  απ'  τα  χωράφια  δεν  μπορούσε  να  διακρίνει το δρόμο, στο δάσος ήταν πίσσα σκοτάδι και παρ' όλο που η Κατιούσα ήξερε τα κατατόπια  περιπλανήθηκε για αρκετή ώρα. Έφθασε στο μικρό σταθμό όπου το τρένο είχε κιόλας φθάσει εδώ  και τρία λεπτά, όχι έγκαιρα όπως έλπιζε, μα αφού είχε σημάνει το δεύτερο σινιάλο για αναχώρηση.  Ορμώντας στην πλατφόρμα, η Κατιούσα την ίδια στιγμή, στο παράθυρο του βαγονιού της πρώτης  θέσης, τον είδε. Σ' εκείνο το βαγόνι έφεγγε ένα άπλετο φως. Στις βελούδινες πολυθρόνες κάθονταν  αντικριστά  δυο  αξιωματικοί  χωρίς  τα  αμπέχονά  τους,  κι  έπαιζαν  χαρτιά.  Στο  τραπεζάκι  κοντά  στο  παράθυρο  έκαιγαν  μισολειωμένα  χοντρά  κεριά.  Εκείνος  ντυμένος  με  κολλητή  κιλότα  κι  άσπρο  πουκάμισο, καθόταν στο μπράτσο της πολυθρόνας, ακουμπώντας στη ράχη της και γελούσε. Μόλις  τον αναγνώρισε, χτύπησε το παράθυρο με το τρεμουλιαστό της χέρι. Όμως την ίδια ακριβώς στιγμή  ακούστηκε  και  το  τρίτο  σινιάλο,  το  τρένο  άρχισε  αργά  να  τραντάζεται,  πρώτα  τινάχτηκε  πίσω  κι  ύστερα τα βαγόνια ένα ένα άρχισαν να κινούνται με αργά αργά τραντάγματα προς τα μπρος. Ο ένας  απ'  τους  δύο  αξιωματικούς  που  έπαιζαν  χαρτιά  σηκώθηκε  και  στάθηκε  στο  παράθυρο  κοιτώντας  Digitized by 10uk1s 


έξω.  Η  Κατιούσα  χτύπησε  άλλη  μια  φορά  και  κόλλησε  το  πρόσωπό  της  στο  τζάμι.  Την  ίδια  στιγμή  τραντάχτηκε απότομα και το βαγόνι μπροστά στο οποίο στεκόταν και ξεκίνησε κι αυτό. Έτρεξε από  πίσω του, κοιτώντας στο παράθυρο. Ο αξιωματικός προσπάθησε να κατεβάσει το παράθυρο, μα δεν  τα κατάφερε. Ο Νεχλιούντοφ σηκώθηκε, παραμέρισε τον αξιωματικό κι άρχισε να το κατεβάζει. Το  τρένο  ανέπτυσσε  κιόλας  ταχύτητα.  Η  Κατιούσα  τρέχοντας  το  ακολουθούσε,  μα  το  τρένο  όλο  και  ανέπτυσσε  ταχύτητα  και  τη  στιγμή  ακριβώς  που  το  παράθυρο  κατέβηκε,  ο  εισπράκτορας  την  έσπρωξε  και  πήδησε  στο  βαγόνι.  Η  Κατιούσα  παραμέρισε,  μα  δε  σταμάτησε  να  τρέχει  πάνω  στις  βρεγμένες  τραβέρσες  της  πλατφόρμας,  όμως  ξαφνικά  η  πλατφόρμα  τελείωσε  και  παραλίγο  να  γκρεμιστεί∙ κράτησε την ισορροπία της και κατέβηκε τα σκαλιά κι άρχισε να τρέχει στο δρόμο πλάι  στη γραμμή, αλλά το βαγόνι της πρώτης θέσης είχε κιόλας φύγει μακριά. Πλάι της περνούσαν ήδη  τα  βαγόνια  της  δεύτερης  θέσης,  ύστερα  πιο  γρήγορα  της  τρίτης  θέσης,  όμως,  εκείνη,  δεν  σταματούσε να τρέχει. Όταν πέρασε και το τελευταίο βαγόνι με το κόκκινο φαναράκι, η Κατιούσα  βρισκόταν  κιόλας  κοντά  στο  υδραγωγείο,  στα  χωράφια,  στο  έλεος  του  αέρα  που  της  άρπαξε  με  λύσσα  το  μαντήλι  απ'  το  κεφάλι  και  της  κόλλησε  μανιασμένα  το  φουστάνι  στα  πόδια  της,  καθώς  έτρεχε. Ξέσκεπη και αναμαλλιασμένη, συνέχιζε να τρέχει ασυγκράτητη.  ‐Θειούλα Μιχαήλοβνα! φώναξε πίσω της το κοριτσάκι που με δυσκολία την προλάβαινε.‐Σας έπεσε  το μαντήλι!  «Αυτός μέσα στο κατάφωτο βαγόνι του, καθισμένος στη βελούδινη πολυθρόνα, αστειεύεται, πίνει  κι  εγώ  εδώ,  μέσα  στη  λάσπη,  μέσα  στο  σκοτάδι,  κάτω  απ'  τη  βροχή  και  τον  αέρα  στέκομαι  και  κλαίω», αναλογίστηκε η Κατιούσα. Σταμάτησε, έριξε πίσω το κεφάλι και σφίγγοντάς το με τα χέρια  της ξέσπασε σε λυγμούς.  ‐Πάει έφυγε! φώναξε.  Το κοριτσάκι τρόμαξε και πήγε και χώθηκε στο μουσκεμένο της φουστάνι αγκαλιάζοντάς την.  ‐Θειούλα μου, πάμε σπίτι μας.  «Να περνούσε ένα τρένο, να 'πεφτα στις γραμμές να τελειώσουν όλα», σκεφτόταν η Κατιούσα χωρίς  να δίνει σημασία στη μικρή.  Το αποφάσισε. Όμως την ίδια στιγμή, όπως πάντοτε συμβαίνει τα πρώτα λεπτά της ηρεμίας μετά τη  μεγάλη συγκίνηση, το παιδί, το δικό του παιδί, που κουβαλούσε στα σπλάγχνα της άρχισε ξαφνικά  να στριφογυρίζει, να κλωτσάει και να τεντώνεται ανάλαφρα κι ύστερα πάλι να στριμώχνεται και να  χτυπάει  με  κάτι  λεπτό,  μαλακό  και  οξύ.  Και  απότομα,  μεμιάς,  όλα  όσα  την  βασάνιζαν,  και  την  έκαναν να νιώθει πως δεν θα μπορούσε να ζήσει άλλο, όλο το μίσος για κείνον κι η επιθυμία της να  πεθάνει για να τον εκδικηθεί έσβησαν μπροστά της. Ξαναβρήκε τη γαλήνη της, έφτιαξε το φουστάνι  της, τύλιξε τα μαλλιά της με το μαντήλι και με γρήγορο βήμα πήρε το δρόμο του γυρισμού.  Εξαντλημένη,  μούσκεμα,  μέσ'  στις  λάσπες  γύρισε  σπίτι  και  από  κείνη  τη  νύχτα  ένιωσε  μέσα  στην  ψυχή της μια μεγάλη αλλαγή που την οδήγησε στην κατάσταση που βρισκόταν σήμερα. Πριν από  εκείνη  τη  νύχτα,  πίστευε  στο  καλό  κι  ήταν  σίγουρη  πως  κι  άλλοι  πίστευαν  σ'  αυτό∙  και  ξαφνικά  έπαψε  να  πιστεύει,  πείστηκε  πως  όλοι  όσοι  λένε  πως  πιστεύουν  στο  Θεό  και  στο  καλό,  στην  πραγματικότητα  λένε  ψέματα  κι  εξαπατούν  τους  άλλους.  Εκείνος,  που  τον  αγαπούσε,  κι  ο  οποίος  την  αγαπούσε  ‐  το  ήξερε  καλά  αυτό‐  την  παράτησε  αφού  έκανε  το  κέφι  του  μαζί  της  κι  αφού  πρόδωσε  τα  αισθήματά  της.  Κι  όμως  ήταν  ο  καλύτερος  απ'  όλους  τους  ανθρώπους  που  είχε  γνωρίσει. Όλοι οι άλλοι ήταν ακόμη χειρότεροι. Και όλα όσα έπαθε στη συνέχεια στο κάθε της βήμα  την έπειθαν γι' αυτό. Οι θείες του, αν και θρήσκες γριές, την έδιωξαν σαν το σκυλί, όταν είδαν πως  δεν μπορούσε άλλο να τις γηροκομάει σαν πρώτα. Απ' όσους ανθρώπους βρέθηκαν στο δρόμο της,  Digitized by 10uk1s 


οι γυναίκες προσπάθησαν να την εκμεταλλευτούν βγάζοντας λεφτά κι οι άνδρες, αρχίζοντας από τον  γερο‐ενωμοτάρχη  μέχρι  τους  δεσμοφύλακες,  την  έβλεπαν  σαν  αντικείμενο  ηδονής.  Κανένας  τους  ποτέ δεν την είδε διαφορετικά παρά μόνο ηδονικά. Και σ' αυτό την έπεισε περισσότερο απ' όλους ο  γερο‐συγγραφέας με τον οποίο συνδέθηκε το δεύτερο χρόνο της ελεύθερης ζωής της. Της το έλεγε  ωμά,  χωρίς  περιστροφές,  πως  σ'  αυτή  την  ηδονή  που  ένιωθε  στο  κορμί  της  ‐  εκείνος  την  ονόμαζε  ποίηση και αισθητική‐ βρισκόταν όλη η ευτυχία.  Οι άνθρωποι όλοι ζούσαν μόνο και μόνο για τον εαυτό τους, για την αυτοϊκανοποίησή τους κι όλα  όσα  λέγανε  για  τον  Θεό  και  το  καλό  ήταν  απάτη.  Κι  όταν  καμιά  φορά  συνέβαινε  η  ίδια  να  διερωτηθεί γιατί υπάρχει τόση δυστυχία στον κόσμο, γιατί ο ένας βγάζει το μάτι του άλλου και όλοι  υποφέρουν, προτιμούσε να μην σκέφτεται και να ψάξει να βρει την απάντηση. Όταν είχε τις μαύρες  της,  το  'ριχνε  στο  τσιγάρο  ή  στο  ποτό  ή,  ακόμα  καλύτερα,  έβρισκε  ερωτικούς  συντρόφους  κι  όλα  περνούσαν... 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXXVIII  ΤΗΝ  ΕΠΟΜΕΝΗ  ΜΕΡΑ,  Κυριακή,  στις  πέντε  το  πρωί,  όταν  στο  διάδρομο  της  γυναικείας  αχτίνας  ακούστηκε το συνηθισμένο σφύριγμα, η γριά Καραμπλιόβα, που ήταν κιόλας ξύπνια, σκούντησε την  Μάσλοβα.  «Θα 'ναι για τα κάτεργα», σκέφτηκε με φρίκη η Μάσλοβα, τρίβοντας τα μάτια της και ρουφώντας  ασυναίσθητα το βρόμικο  αέρα του θαλάμου που απ' το  πρωί  ήταν κιόλας ανυπόφορος.  Ήθελε να  ξανακοιμηθεί,  να  βρει  λύτρωση  μέσα  στη  σφαίρα  του  ασυνείδητου,  όμως  η  συνήθεια  του  φόβου  ήταν πιο δυνατή απ' τη διάθεσή της να κοιμηθεί και σηκώθηκε, δίπλωσε τα πόδια της, ανακάθισε  και  κοίταξε  γύρω  της.  Οι  άλλες  οι  γυναίκες  είχαν  κιόλας  ξυπνήσει,  μονάχα  τα  παιδιά  κοιμούνταν  ακόμα. Η ταβερνιάρισσα, με τα πρησμένα μάτια, τράβηξε με προσοχή για να μην τα ξυπνήσει μια  ρόμπα που τους είχε στρώσει από κάτω. Η γυναίκα που είχε καταδικαστεί για αντίσταση κατά της  αρχής άπλωνε στη θερμάστρα κάτι κουρέλια, που τα χρησιμοποιούσε για σπάργανα. Το μικρό της  ούρλιαξε απεγνωσμένα στην αγκαλιά της γαλανομάτας Φεντόσια που το κουνούσε και το νανούριζε  με  απαλή  φωνή.  Η  φθισικιά,  κρατώντας  με  τα  χέρια  της  σφιχτά  το  στήθος  και  με  πρόσωπο  κατακόκκινο  όταν  δεν  έβηχε,  βαριαναστέναζε,  σχεδόν  βογκούσε.  Η  κοκκινομάλλα,  μόλις  είχε  ξυπνήσει, ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα με τα χοντρά της πόδια μαζεμένα στην κοιλιά και διηγιόταν με  δυνατή  κι  ορεξάτη  φωνή  τ'  όνειρο  που  'χε  δει.  Η  γριά  που  'χε  βάλει  τη  φωτιά  στεκόταν  και  πάλι  μπροστά  στο  εικόνισμα  και  ψιθυρίζοντας  τα  ίδια  συνέχεια  λόγια  σταυροκοπιόταν  και  έκανε  μετάνοιες. Η κόρη του ψάλτη καθόταν ασάλευτη στο σανιδοκρέβατό της και με το μισοκοιμισμένο,  βλακώδες της βλέμμα κοίταζε μπροστά της. Η Μορφονιά τύλιγε γύρω στο δάχτυλό της τα λιπαρά,  αχτένιστα και βρόμικα, μαύρα της μαλλιά.  Στο  διάδρομο  ακούστηκε  θόρυβος,  κάποιοι  έσερναν  τα  βήματά  τους,  η  κλειδαριά  έτριξε  και  στο  θάλαμο  μπήκαν  δύο  φυλακισμένοι  φορώντας  πατατούκα  και  γκρίζα  σαν  ψαράδικα  κοντά  πανταλόνια,  με  σοβαρό,  χολιασμένο  πρόσωπο.  Σήκωσαν  τη  βούτα  και  τη  μετέφεραν  έξω.  Οι  γυναίκες βγήκαν στο διάδρομο για να πλυθούν στις βρύσες. Εκεί αρπάχτηκε η κοκκινομάλλα με μια  κρατούμενη από ένα γειτονικό κελί. Πάλι βρισιές, κραυγές, κλάματα.  ‐Φαίνεται το τραβάει η όρεξή σας το μπουντρούμι, αγριοφώναξε ο δεσμοφύλακας και κατέβασε μια  με  το  χέρι  του  στην  παχιά  γυμνή  πλάτη  τής  κοκκινομάλλας  που  αντιβούησε  όλος  ο  διάδρομος.  ‐  Αλίμονό σου, αν σε ξανακούσω να φωνάζεις.  ‐Για δες εκεί ξεθάρρεμα ο γέρος, είπε η κοκκινομάλλα που πήρε το χτύπημα για χάδι.  ‐Κουνηθείτε! Ετοιμαστείτε για τη λειτουργία!  Η Μάσλοβα δεν είχε προλάβει να χτενιστεί, όταν ήρθε ο διευθυντής για το πρωινό προσκλητήριο.  ‐Στη γραμμή για το προσκλητήριο! αγριοφώναξε ο δεσμοφύλακας.  Από  τον  πλαϊνό  θάλαμο  βγήκαν  και  οι  άλλες  κρατούμενες  και  όλες  μαζί  παρατάχθηκαν  σε  δύο  σειρές  έτσι  που  οι  γυναίκες  της  δεύτερης  σειράς  να  ακουμπούν  τα  χέρια  τους  στους  ώμους  των  γυναικών της πρώτης. Μετά τη στοίχιση, τις μέτρησαν μία μία.  Όταν  τέλειωσε  το  προσκλητήριο,  ήρθε  ο  δεσμοφύλακας  και  οδήγησε  τις  φυλακισμένες  στο  παρεκκλήσι.  Η  Μάσλοβα  με  την  Φεντόσια  βρίσκονταν  στο  κέντρο  της  φάλαγγας  που  απαρτιζόταν  από εκατό και πλέον γυναίκες απ' όλους τους θαλάμους. Όλες φορούσαν άσπρα μαντήλια, άσπρες  μπλούζες  και  φούστες  και  μόνο  αραιά  και  πού  μπορούσε  να  δει  κανείς  κάποιες  με  χρωματιστά  ρούχα.  Αυτές  ήταν  οι  μανάδες  με  τα  παιδιά  που  ακολουθούσαν  τους  άνδρες  τους.  Η  πομπή  αυτή  Digitized by 10uk1s 


κατέκλυσε  όλη  τη  σκάλα.  Ακουγόταν  ο  σιγανός  βηματισμός  στο  κράσπεδο,  ένας  διαρκής  ψίθυρος  και  πότε  πότε  κάποιο  πνιχτό  γέλιο.  Σε  μια  στροφή  η  Μάσλοβα  διέκρινε  το  μοχθηρό  πρόσωπο  της  εχθράς της, της Μποτσκόβα, που πήγαινε μπροστά, και την έδειξε στην Φεντόσια. Όταν κατέβηκαν  κάτω,  οι  γυναίκες  βουβάθηκαν,  μπήκαν  στο  παρεκκλήσι  που  ήταν  ακόμα  άδειο,  μα  αστραφτοκοπούσε  απ'  το  χρυσάφι,  κι  άρχισαν  να  σταυροκοπιούνται  και  να  κάνουν  μετάνοιες.  Μαζεύτηκαν δεξιά και για να χωρέσουν στριμώχτηκαν η μία πάνω στην άλλη. Πίσω απ' τις γυναίκες,  μπήκαν στην εκκλησία φορώντας τις γκρίζες στολές τους οι μεταταγόμενοι, οι φυλακισμένοι και οι  εξόριστοι μ'  αποφάσεις των κοινοτήτων των χωρικών. Βήχοντας βαριά  στριμώχτηκαν στ' αριστερά  και στη μέση του ναού. Επάνω, στο κόρο, είχαν συγκεντρώσει από τα πριν, απ' τη μία πλευρά, τους  κατάδικους των κατέργων με τα μισοξυρισμένα κεφάλια και τις αλυσίδες στα πόδια που πρόδιναν  την παρουσία τους και, απ' την άλλη, τους υπόδικους χωρίς αλυσίδες και αξύριστα κεφάλια.  Το  παρεκκλήσι  της  φυλακής  που  το  είχε  αναστηλώσει  και  επισκευάσει  ένας  πλούσιος  έμπορος  ξοδεύοντας  για  το  σκοπό  αυτό  μερικές  δεκάδες  χιλιάδες  ρούβλια,  έλαμπε  απ'  το  χρυσάφι  και  τα  ζωηρά χρώματα.  Για  κάμποση  ώρα  βασίλευε  ησυχία  ή  σποραδικά  μέσ'  στη  σιωπή  ακούγονταν  μόνο  κάποια  ξεφυσήματα της μύτης, ο βήχας και το κλάμα των παιδιών και πότε πότε ο βρόντος των αλυσίδων.  Ξαφνικά  οι  κρατούμενοι  που  στέκονταν  στο  κέντρο  παραμέρισαν  απότομα,  στριμώχτηκαν  ανοίγοντας διάδρομο και ανάμεσά τους πέρασε ο διευθυντής που προχώρησε και στάθηκε μπροστά  μπροστά, στο κέντρο του ναού. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XXXIX  ΑΡΧΙΣΕ Η ΘΕΙΑ λειτουργία, με το ακόλουθο τελετουργικό: ο παπάς που φορούσε κάτι περίεργα και  καθόλου  άνετα  άμφια  από  δαμασκηνό,  έκοβε  μικρά  κομμάτια  ψωμί  σ'  ένα  δισκάκι  και  μετά  τα  έριχνε  σ'  ένα  ποτήρι  με  κρασί  ψάλλοντας  ταυτόχρονα  προσευχές  προφέροντας  μαζί  διάφορα  ονόματα. Στο μεταξύ ο ψάλτης, χωρίς διακοπή, διάβαζε στην αρχή και μετά έψελνε εναλλάξ με τη  χορωδία  των  καταδίκων  διάφορες  παλαιοσλαβικές,  ακαταλαβίστικες  ‐ιδιαίτερα  εξαιτίας  της  γρήγορης ανάγνωσης και της ψαλτμικής‐ προσευχές. Οι προσευχές αυτές περιείχαν κατά κύριο λόγο  ευλογίες  προς  τον  Αυτοκράτορα  και  την  οικογένειά  του.  Τις  έψελναν  πολλές  φορές  μαζί  με  άλλες  προσευχές ή χωριστά, όλοι γονατιστά. Ο ψάλτης διάβαζε ακόμα μερικούς στίχους από τις Πράξεις  των  Αποστόλων  με  μια  τέτοια  παράξενη  ένταση  στη  φωνή  του  που  το  εκκλησίασμα  δεν  γινόταν  τίποτα  να  καταλάβει.  Ο  παπάς  στη  συνέχεια  διάβασε  με  λαγαρό  ύφος  μια  περικοπή  από  το  Κατά  Μάρκον  Ευαγγέλιο,  στην  οποία  γινόταν  λόγος  για  το  πώς  ο  αναστημένος  ήδη  Χριστός,  πριν  αναληφθεί  στους  ουρανούς  και  καθίσει  εκ  δεξιών  του  Πατρός,  παρουσιάστηκε  αρχικά  στη  Μαρία  την Μαγδαληνή, απ' την οποία έδιωξε εφτά δαιμόνια, και μετά στους ένδεκα μαθητές του. Επίσης,  η περικοπή ανέφερε πως ο Χριστός προέτρεπε τους μαθητές του να διδάξουν στους ανθρώπους το  Ευαγγέλιο σ' όλη την οικουμένη, λέγοντάς τους ότι όποιος απ' αυτούς δεν θα πίστευε θα χανόταν κι  όποιος  πίστευε  και  βαφτιζόταν  θα  σωνόταν,  θα  οπλιζόταν,  ακόμη,  με  δύναμη  να  διώχνει  τα  δαιμόνια,  θα  θεράπευε  τους  ανθρώπους  απ'  τις  αρρώστιες  με  απλή  επίθεση  των  χεριών  του  στο  σώμα τους, θα μιλούσε νέες γλώσσες, θα 'πιανε φίδια και αν θα 'πινε δηλητήριο δεν θα πάθαινε το  παραμικρό.  Το βαθύτερο νόημα της λειτουργίας ήταν πως ο παπάς είχε, υποτίθεται, τη δύναμη να μετατρέπει  τα  κομματάκια  του  ψωμιού  που  βουτούσε  στο  κρασί,  με  διάφορες  κινήσεις  των  χεριών  του  και  προσευχές,  σε  σώμα  και  αίμα  του  Θεού.  Οι  κινήσεις  του  αυτές  ήταν  αρμονικές  ανατάσεις  των  χεριών  του,  παρά  τον  άβολο  σάκο  από  δαμασκηνό  που  φορούσε,  γονυκλισίες  και  ασπασμοί  της  τράπεζας  κι  όλων  των  σκευών  που  βρίσκονταν  πάνω  της.  Το  κυριότερο  σημείο  της  τελετουργίας  αυτής ήταν όταν ο παπάς έπαιρνε με τα δυο του χέρια μια μικρή πετσέτα και την τίναζε συμμετρικά  και ρυθμικά πάνω από το δισκάκι με το χρυσό ποτήρι. Επειδή πιστευόταν πως σ' εκείνο ακριβώς το  σημείο της λειτουργίας το ψωμί και το κρασί μετουσιώνονταν σε σώμα και αίμα του Θεού, γι' αυτό  και το μέρος τούτο της λειτουργίας γινόταν με ιδιαίτερη λαμπρότητα.  «Της  Παναγίας  αχράντου,  υπερευλογημένης  Δεσποίνης  ημών  Θεοτόκου»,  ανέκραξε  με  την  ηχηρή  φωνή του μετά από αυτό ο παπάς πίσω από την Ωραία Πύλη, και η χορωδία με θριαμβευτικό τόνο  έψαλε  έναν  ύμνο  προς  την  Θεοτόκο  λέγοντας  πως  είναι  πολύ  καλό  να  την  δοξάζουμε,  αυτή  την  Παρθένο  Μαρία  που  γέννησε  τον  Χριστό  χωρίς  να  χάσει  την  παρθενία  της.  Γι'  αυτό  και  αξίζει  περισσότερη τιμή από τα Χερουβείμ και μεγαλύτερη δόξα από τα Σεραφείμ. Ύστερα από όλα αυτά,  θεωρήθηκε  πως  η  μετουσίωση  συντελέστηκε  κι  ο  παπάς  αφαιρώντας  το  πετσετάκι  από  το  δίσκο  έκοψε το μεσαίο κομμάτι του πρόσφορου στα τέσσερα και το έβαλε αρχικά στο κρασί και ύστερα  στο στόμα του. Μ' αυτό πιστευόταν πως έφαγε ένα κομματάκι από το σώμα του Θεού και ήπιε μια  γουλιά από το αίμα του. Στη συνέχεια ο παπάς τράβηξε το παραπέτασμα κι άνοιξε την Ωραία Πύλη,  πήρε  στα  χέρια  του  το  χρυσό  δισκοπότηρο  και  κάλεσε  όσους  απ'  το  εκκλησίασμα  ήθελαν  να  μεταλάβουν το σώ‐μα και το αίμα του Θεού που βρίσκονταν κιόλας μέσα στο δισκοπότηρο.  Μονάχα  μερικά  παιδιά  προχώρησαν  να  κοινωνήσουν.  Αφού  ρώτησε  πρώτα  τα  ονόματα  των  παιδιών,  ο  παπάς  βουτώντας  με  προσοχή  το  κουταλάκι  στο  δισκοπότηρο  έβγαζε  μικρά  ψίχουλα  ψωμιού ποτισμένα με κρασί και τ' ακουμπούσε βαθιά στο στόμα κάθε παιδιού με τη σειρά, ενώ ο  διάκος την ίδια στιγμή σφουγγίζοντάς τους το στόμα έψελνε ευχαριστήριους ύμνους κι ευλογούσε  τα  παιδιά  που  μεταλάμβαναν  το  σώμα  και  το  αίμα  του  Θεού.  Ύστερα  ο  παπάς  μετέφερε  το  δισκοπότηρο  μέσα  στο  ιερό  και  αφού  ήπιε  εκεί  το  αίμα  και  έφαγε  το  σώμα  του  Θεού  που  είχαν  απομείνει,  έγλειψε  προσεχτικά  τα  μουστάκια  του  και  σκούπισε  το  στόμα  του  και  το  δισκοπότηρο  Digitized by 10uk1s 


γεμάτος αγαλλίαση και, πατώντας ζωηρά στα τριζάτα καλοσολιασμένα του παπούτσια, βγήκε από  το ιερό.  Αυτό  ήταν  το  κύριο  μέρος  της  χριστιανικής  λειτουργίας.  Όμως  ο  παπάς,  επειδή  επιθυμούσε  να  παρηγορήσει τους δύστυχους φυλακισμένους, πρόσθεσε στο συνηθισμένο τελετουργικό και κάτι το  ιδιαίτερο.  Όρθιος  μπροστά  σ'  ένα  επιχρυσωμένο  σφυρήλατο  ομοίωμα  (με  μαύρο  πρόσωπο  και  μαύρα χέρια) αυτού του ίδιου του Θεού που μόλις πριν από λίγο είχε φάει, κατάφωτο από δεκάδες  κίτρινα κεριά, άρχισε με την παράξενη και φάλτσα φωνή του να μισοαπαγγέλλει και να μισοψέλνει  τα παρακάτω λόγια:  «Γλυκύτατε  Ιησού,  των  αποστόλων  δόξα,  Ιησού  μου,  καύχημα  των  μαρτύρων,  παντοδύναμε  Κύριε  Ιησού,  σώσε  με,  Σωτήρα  μου  Ιησού,  Ιησού  μου  ωραιότατε,  ευσπλαγχνίσου  με,  με  τις  προσευχές  εκείνης που σε γέννησε, μ' όλους τους αγίους σου και τους προφήτες σου, ω Σωτήρα μου Ιησού, και  χάρισέ μου την ευτυχία του Παραδείσου, Ιησού πολυέλαιε!».  Στο σημείο αυτό σταμάτησε πήρε ανάσα, σταυροκοπήθηκε, έκανε μια βαθιά μετάνοια και μαζί του  έκανε το ίδιο και το εκκλησίασμα, ο διευθυντής, οι δεσμοφύλακες, οι κρατούμενοι, ενώ από το κόρο  ψηλά έφθανε κατά κύματα ο βροντερός ήχος των αλυσίδων, καθώς γονάτιζαν όλο και πιο συχνά οι  κατάδικοι.  «Δημιουργέ  των  Αγγέλων  και  Κύριε  των  δυνάμεων»,  συνέχισε,  «Ιησού  θαυμαστέ,  των  αγγέλων  αγλάισμα,  Ιησού  παντοκράτορα,  των  προπατόρων  λυτρωτή,  Ιησού  γλυκύτατε,  των  πατριαρχών  μεγαλείο,  Ιησού  ένδοξε,  των  βασιλιάδων  στήριγμα,  Ιησού  πανάγαθε,  των  προφητών  πλήρωμα,  Ιησού μεγαλόπρεπε, των μαρτύρων προπύργιο. Ιησού γαληνότατε, των μοναχών αγαλλίαση, Ιησού  χαριτόβρυτε, των πρεσβυτέρων μειλιχιότητα, Ιησού φιλεύσπλαγχνε, των νηστευόντων αποχή, Ιησού  γλυκύτατε,  των  οσιομαρτύρων  αγαλλίαση,  Ιησού  πάναγνε,  των  παρθένων  αγνότητα,  των  αμαρτωλών σωτηρία, Ιησού Υιέ του Θεού, ελέησόν με» ‐ σταμάτησε, επιτέλους, κάποια στιγμή να  σφυρίζει ασυγκράτητος τη λέξη "Ιησούς". Κρατώντας με το ένα του χέρι το μεταξωτό πετραχήλι και  γονατίζοντας στο ένα πόδι, έκανε  βαθιά μετάνοια,  ενώ η  χορωδία έψελνε τα τελευταία του λόγια  «Ιησού  Υιέ  του  Θεού,  ελέησόν  με»  και  οι  κατάδικοι  γονάτιζαν,  σηκώνονταν  και  ξανάπεφταν  στα  γόνατα, ισιώνοντας τα μαλλιά στο μισοξυρισμένο τους κεφάλι, βροντοχτυπώντας τις αλυσίδες που  τους είχαν πληγώσει τ' αδυνατισμένα τους πόδια.  Αυτό  κράτησε  πολλή  ώρα.  Στην  αρχή  έψελναν  ύμνους  που  τέλειωναν  με  την  επωδό  «ελέησον  ημάς», μετά ακολουθούσαν νέοι ύμνοι που τέλειωναν με το« αλληλούια». Και οι κατάδικοι όλη την  ώρα έκαναν το σταυρό τους, γονάτιζαν, μόλις τέλειωνε ο ένας κι αμέσως ύστερα από δύο ύμνους  και ένιωσαν μεγάλη χαρά, όταν τέλειωσαν όλοι κι ο παπάς αναστενάζοντας μ' ανακούφιση έκλεισε  επιτέλους  το  βιβλίο  του  και  χάθηκε  πίσω  απ'  το  παραπέτασμα.  Απόμενε  η  τελευταία  πράξη  της  τελετουργίας,  όταν  ο  παπάς,  αφού  πήρε  στα  χέρια  του  από  μιά  μεγάλη  τράπεζα  έναν  επίχρυσο  σταυρό,  στολισμένο  με  σμάλτο  και  ανάγλυφα  ποικίλματα  στις  άκρες,  βγήκε  απ'  το  ιερό  και  προχώρησε  στη  μέση  του  ναού.  Πρώτος  πλησίασε  ο  διευθυντής  κι  ασπάστηκε  το  σταυρό,  ακολούθησε ο υποδιευθυντής, μετά οι δεσμοφύλακες και, τέλος, σπρώχνοντας ο ένας τον άλλο και  βρίζοντας χαμηλόφωνα, πλησίασαν οι κατάδικοι. Ο παπάς που στο μεταξύ είχε πιάσει την κουβέντα  με τον διευθυντή, μια έχωνε το σταυρό και το χέρι του στο στόμα τους και μια στη μύτη τους, ενώ οι  κατάδικοι πάσχιζαν να βρουν και να φιλήσουν το σταυρό και το χέρι του παπά. Έτσι, πήρε τέλος η  χριστιανική  αυτή  θεία  λειτουργία  που  τελείται  για  να  παρηγορήσει  και  να  λυτρώσει  τους  παραστρατημένους εν Χριστώ αδελφούς. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XL  ΚΙ  ΟΜΩΣ  ΚΑΝΕΝΑΣ  τους,  απ'  τον  παπά  και  τον  διευθυντή  μέχρι  την  Μάσλοβα,  κανένας  τους  ούτε  που υποψιαζόταν ότι εκείνος ο Ιησούς που το όνομά του το ξανάλεγε σφυριχτά αναρίθμητες φορές  ο παπάς, που τον υμνούσε μ' όλα εκείνα τα παράξενα ευχολόγια, απαγόρευε ο ίδιος ρητά όλα όσα  γίνονταν  εκεί∙  απαγόρευε  όχι  μόνο  αυτή  την  ανόητη,  φλύαρη  και  βλάσφημη  μαγγανεία  των  παπάδων ‐ δασκάλων πάνω στο ψωμί και το κρασί, αλλά με τον πιο απερίφραστο τρόπο απαγόρευε  στους ανθρώπους να παριστάνουν τους δασκάλους στους ομοίους τους, απαγόρευε τις προσευχές  στους  ναούς  και  πρέσβευε  την  ατομική,  μοναχική  προσευχή,  απαγόρευε  τους  ίδιους  τους  ναούς  λέγοντας  ότι  είχε  έρθει  στη  γη  για  να  τους  γκρεμίσει  και  ότι  έπρεπε  να  προσευχόμαστε  όχι  στους  ναούς, αλλά εσωτερικά, μέσα στον οίκο της ψυχής και της αλήθειας. Και το κυριότερο, απαγόρευε  την  καταδίκη  και  τον  εγκλεισμό  των  συνανθρώπων  μας  στη  φυλακή,  τα  βασανιστήρια,  τον  εξευτελισμό  και  τις  εκτελέσεις,  όπως  γινόταν  εδώ,  αποκήρυττε  κάθε  μορφή  βίας  πάνω  στους  ανθρώπους, λέγοντας πως είχε έρθει ανάμεσά τους για να χαρίσει στους σκλάβους την ελευθερία  τους.  Κανένας απ' όσους είχαν συγκεντρωθεί εκεί μέσα δεν υποψιαζόταν ότι όσα γίνονταν μπροστά τους  αποτελούσαν  τη  μεγαλύτερη  ιεροσυλία  και  το  χειρότερο  χλευασμό  του  ίδιου  του  Χριστού,  στο  όνομα  του  οποίου  έκαναν  όλα  αυτά.  Κανένας  δεν  υποψιαζόταν  ότι  ο  επίχρυσος  εκείνος  σταυρός,  στολισμένος με σμάλτο και ανάγλυφα ποικίλματα στις άκρες που περιέφερε ο παπάς και τον έδινε  στους ανθρώπους να τον ασπαστούν, δεν ήταν τίποτ' άλλο από απεικόνιση εκείνου του ικριώματος  πάνω στο οποίο μαρτύρησε ο Χριστός, ακριβώς γιατί είχε απαγορέψει στους ανθρώπους να κάνουν  αυτό  ακριβώς  που  έκαναν  τώρα  στο  ναό.  Κανένας  δεν  υποψιαζόταν  πως  εκείνοι  οι  παπάδες  που  φαντάζονται ότι με τη μορφή του ψωμιού και του κρασιού τρώνε το σώμα και πίνουν το αίμα του  Χριστού, στην πραγματικότητα, τρώνε το σώμα και πίνουν το αίμα του ‐ όχι όμως σε ψίχουλα και σε  σταγόνες  κρασιού  ‐  αλλά  γιατί  κολάζουν  εκείνες  τις  "μικρές  και  ταπεινές  ψυχές"  με  τις  οποίες  ο  Χριστός ταύτισε τον εαυτό του, και γιατί τις στερούν το υπέρτατο αγαθό και τις υποβάλλουν στις πιο  ανελέητες  δοκιμασίες  αποκρύβοντας  απ'  τους  ανθρώπους  το  θρίαμβο  του  καλού  που  τους  έφερε  εκείνος.  Ο παπάς με ελαφρά συνείδηση έκανε ό,τι έκανε, γιατί απ' τα παιδικά του χρόνια τον είχαν μάθει ότι  αυτή ήταν η μοναδική, αληθινή πίστη που ασπάζονταν όλοι οι άγιοι που έζησαν στο παρελθόν και  σήμερα  ασπάζεται  η  πνευματική  και  κοσμική  ιεραρχία.  Δεν  πίστευε  βέβαια,  ότι  το  ψωμί  μετουσιωνόταν σε σώμα, ότι η ψυχή είχε ανάγκη από την επανάληψη πολυάριθμων λέξεων ή ότι,  πράγματι, είχε φάει ένα κομματάκι του Θεού ‐ αυτά δεν είναι δυνατόν να τα πιστεύει κανείς ‐ απλά  πίστευε ότι έπρεπε να ασπαστεί αυτή την πίστη. Το κύριο στοιχείο που τον έπειθε σ' αυτό ήταν ότι  για την άσκηση των θρησκευτικών του καθηκόντων, υπηρετώντας αυτή την πίστη εδώ και δεκαοχτώ  ήδη χρόνια, είχε ένα εισόδημα με το οποίο συντηρούσε την οικογένειά του, σπούδαζε τον γιο του  στο  γυμνάσιο  και  την  κόρη  του  στη  θεολογική  σχολή.  Το  ίδιο  και  περισσότερο  ακόμα  πίστευε  ο  ψάλτης σε σχέση με τον παπά, γιατί εκείνος είχε τελείως λησμονήσει την ουσία των δογμάτων της  πίστης  και  ήξερε  μονάχα  ότι  για  το  ευχέλαιο,  τα  μνημόσυνα,  τις  ώρες,  τις  δοξολογίες,  τους  ακάθιστους,  για  όλα  αυτά  υπάρχει  η  καθορισμένη,  τιμή,  που  οι  πραγματικοί  χριστιανοί  πρόθυμα  πληρώνουν,  και  γι'  αυτό  φώναζε  τόσο  δυνατά  το  «ελέησον  ημάς,  ελέησον  ημάς»  κι  έψελνε  και  διάβαζε ό,τι έπρεπε με τέτοια νηφάλια σιγουριά για όλα αυτά όπως κι εκείνοι που πουλούν ξύλα,  αλεύρι, πατάτες. Αλλά και ο διευθυντής της φυλακής και οι δεσμοφύλακες, αν και δεν ήξεραν ούτε  ποτέ αναζήτησαν να μάθουν τι σήμαιναν τα δόγματα αυτής της πίστης και ποιο ήταν το βαθύτερο  νόημα αυτής της τελετουργίας στην εκκλησία, πίστευαν ότι τους ήταν επιβεβλημένο να πιστεύουν  τα δόγματα αυτά διότι οι προϊστάμενοί τους και ο ίδιος ο Τσάρος τα πίστευαν. Επί πλέον, είχαν το  αόριστο αίσθημα (ποτέ δεν θα μπορούσαν να δώσουν μια καθαρή εξήγηση) ότι η πίστη τους αυτή  δικαίωνε τη σκληρή τους υπηρεσιακή σταδιοδρομία. Αν δεν υπήρχε αυτή η πίστη δεν θα ήταν μόνο  δύσκολο,  μα  και  ακατόρθωτο  να  αφιερώνουν  όλες  τους  τις  δυνάμεις  για  να  τυραννούν  τους  Digitized by 10uk1s 


ανθρώπους,  όπως  έκαναν  τώρα  με  τελείως  ήσυχη  τη  συνείδησή  τους.  Ο  διευθυντής  ήταν  από  φυσικού  του  τόσο  καλοκάγαθος  άνθρωπος,  που  δεν  θα  μπορούσε  να  ζήσει  έτσι,  αν  δεν  έβρισκε  στήριγμα  σ'  αυτή  την  πίστη.  Γι'  αυτό,  όλη  την  ώρα  στεκόταν  ευλαβικά  σαν  στήλη  άλατος,  έκανε  βαθιές μετάνοιες και σταυροκοπιόταν με κατάνυξη, νιώθοντας μέσα του συντριβή σαν έψελναν το  Χερουβικό.  Κι  όταν  άρχισε  ο  παπάς  να  κοινωνεί  τα  παιδιά,  προχώρησε  μπροσ��ά,  ανασήκωσε  και  κράτησε με τα ίδια του τα χέρια ένα αγόρι που κοινωνούσε.  Οι πιο πολλοί κατάδικοι, μ' εξαίρεση λιγοστούς που έβλεπαν όλη την απάτη σε βάρος του κόσμου  από τη θρησκεία και που μέσα τους την περιγελούσαν, πίστευαν πως σ' αυτές τις επίχρυσες εικόνες,  στα  κεριά,  στα  δισκοπότηρα  στ'  άμφια,  στους  σταυρούς,  στις  επαναλήψεις  όλων  αυτών  των  ακαταλαβίστικων φράσεων «Ιησού γλυκύτατε», «ελέησον» κρυβόταν μια μαγική δύναμη που με τη  βοήθειά της θ' αποκτούσαν μεγάλες απολαυές στην παρούσα και μελλοντική ζωή. Και, μολονότι, οι  περισσότεροι απ' αυτούς μετά από αρκετές προσπάθειες να γευθούν απολαυές σ' αυτή τη ζήση με  τις  προσευχές,  τις  δοξολογίες,  τα  κεριά,  δεν  τα  κατάφερναν,  γιατί  οι  προσευχές  τους  δεν  εισακούστηκαν ποτέ, ο καθένας τους, παρ' όλα αυτά, πίστευε ακράδαντα πως αυτή η αποτυχία ήταν  συμπτωματική  και  πως  αυτός  ο  θεσμός  της  θρησκείας  που  τον  ευλογούσαν  οι  επιστήμονες  και  οι  μητροπολίτες  ήταν  το  δίχως  άλλο  πολύ  σπουδαίος  και  οπωσδήποτε  απαραίτητος,  αν  όχι  γι'  αυτή,  τουλάχιστον, για τη μελλούμενη ζωή.  Το  ίδιο  πίστευε  κι  η  Μάσλοβα.  Όπως  κι  οι  άλλοι,  σ'  όλη  τη  διάρκεια  της  λειτουργίας  ένιωθε  ανάμικτα αισθήματα κατάνυξης και πλήξης. Στην αρχή στάθηκε στη μέση του εκκλησιάσματος πίσω  απ'  το  κιγκλίδωμα  και  δεν  μπορούσε  να  δει  κανέναν  άλλον  εκτός  από  τις  συγκρατούμενές  της.  Κι  όταν οι γυναίκες που ήθελαν να κοινωνήσουν προχώρησαν, άλλαξε θέση μαζί με την Φεντόσια και  διέκρινε  μέσα  στο  πλήθος  τον  διευθυντή  και  πίσω  του,  ανάμεσα  στους  δεσμοφύλακες,  είδε  έναν  άνδρα  με  ολόξανθο,  σχεδόν  άσπρο  γένι  και  ξανθά  μαλλιά.  Ήταν  ο  άνδρας  της  Φεντόσια  που  'χε  στυλώσει τα μάτια του ολόισια πάνω στη γυναίκα του όλη την ώρα. Η Μάσλοβα στη διάρκεια του  ακάθιστου είχε καρφώσει το βλέμμα της πάνω του, κρυφοκουβέντιαζε ψιθυριστά με την Φεντόσια,  σταυροκοπιόταν και έκανε μετάνοιες μονάχα, όταν έβλεπε τους άλλους να κάνουν το ίδιο. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XLI  ΝΩΡΙΣ ΤΟ ΠΡΩΙ ο Νεχλιούντοφ έφυγε απ' το σπίτι του. Στο δρόμο ένας χωριάτης αμαξάς διαλαλούσε  με την παράξενη φωνή του την πραμάτεια του:  ‐Γάλα! Γάλα! Γάλα!  Την  προηγούμενη  μέρα  είχε  πέσει  η  πρώτη  ζεστή  ανοιξιάτικη  βροχή.  Παντού,  όπου  δεν  υπήρχε  πλακόστρωτο, η χλόη είχε κιόλας αναπάντεχα πρασινίσει, οι σημύδες στους κήπους φόρεσαν έναν  πράσινο πέπλο, οι κερασιές κι οι λεύκες τέντωσαν ζωηρά τα μακριά ευωδιαστά τους φύλλα και οι  άνθρωποι στα σπίτια και στα μαγαζιά ξεκρέμαγαν κι έπλεναν τα παραθυρόφυλλα. Στα παλιατζίδικα,  απ'  όπου  έτυχε  να  περάσει  ο  Νεχλιούντοφ  με  το  αμάξι  του,  ένα  πολύβουο  πλήθος  κουρελήδων  πηγαινοερχόταν  κοντά  σε  στημένες  στη  σειρά  τέντες  κρατώντας  παραμάσχαλα  μπότες  και  στους  ώμους καλοσιδερωμένα πανταλόνια και γιλέκα.  Μπροστά  στα  καπηλειά  συνωστίζονταν,  επειδή  ήταν  Κυριακή  και  αργία,  οι  άνδρες  με  καθαρές  μπλούζες και γυαλισμένες μπότες και οι γυναίκες με μεταξωτά φανταχτερά μαντήλια στο κεφάλι και  στολισμένα με κεντίδια πανωφόρια. Στα πόστα τους οι αστυφύλακες με τα περίστροφα στις κίτρινες  δερμάτινες θήκες τους ανυπομονούσαν πότε θα συνέβαινε κάποιο επεισόδιο για να τους απαλλάξει  απ' τη βαριά τους πλήξη. Στις αλέες των βουλεβάρτων πάνω στο νιόφυτο χορτάρι χοροπηδούσαν κι  έπαιζαν τα παιδιά με τα σκυλάκια τους και οι παραμάνες καθισμένες στα παγκάκια φλυαρούσαν.  Στους δρόμους που 'ταν ακόμη ψυχροί και υγροί από την αριστερή τους μεριά, στη σκιά, μα στεγνοί  καταμεσής, πάνω στο λιθόστρωτο, αδιάκοπα αντηχούσαν οι βαρυκίνητες φορτηγές άμαξες, έτριζαν  οι  καρότσες,  κουδούνιζαν  τα  καμπανάκια  των  τραμ.  Απ'  όλες  τις  πλευρές  ο  αέρας  παλλόταν  από  αλλεπάλληλες  βροντερές  καμπανοκρουσίες  που  καλούσαν  τους  πιστούς  να  πάνε  στη  λειτουργία,  ολότελα όμοια μ' εκείνη που τελούσαν στη φυλακή. Κι ο κόσμος ντυμένος με τα καλά του τραβούσε  βιαστικά για τις εκκλησίες του.  Ο  αμαξάς  άφησε  τον  Νεχλιούντοφ  όχι  μέσα  στο  προαύλιο  της  φυλακής,  μα  λίγο  πιο  μακριά,  στη  γωνία ενός δρόμου που έβγαζε στη φυλακή.  Εκεί είχαν μαζευτεί μερικοί άνδρες και γυναίκες, οι πιο πολλοί κρατούσαν μπόγους στα χέρια, και  περίμεναν  σε  μιαν  απόσταση  γύρω  στα  εκατό  βήματα  απ'  τη  φυλακή.  Δεξιά  βρίσκονταν  χαμηλές,  ξύλινες  παράγκες  και  αριστερά  ένα  σπίτι  με  μια  ταμπέλα  στη  μετόπη  του.  Το  τεράστιο  πέτρινο  κτήριο της φυλακής ήταν μπροστά και απαγορευόταν να πλησιάσει ο οποιοσδήποτε. Ο φρουρός με  το  τουφέκι  επ'  ώμου  περιπολούσε  πάνω  κάτω  αγριοφωνάζοντας  σ'  όσους  προσπαθούσαν  να  τον  παρακάμψουν και να περάσουν μέσα. Κοντά σε μια μικρή αυλόπορτα στις ξύλινες παράγκες, απ' τη  δεξιά πλευρά, απέναντι απ' τον φρουρό καθόταν σ' έναν πάγκο ένας δεσμοφύλακας με γαλόνια στη  στολή  του  κι  ένα  κατάστιχο  στα  χέρια.  Δεχόταν  τους  επισκέπτες  που  πήγαιναν  να  κάνουν  επισκεπτήριο  στη  φυλακή  κι  έγραφε  τα  ονόματα  όσων  ζητούσαν.  Ο  Νεχλιούντοφ  προχώρησε  κι  αυτός με τη σειρά του και ζήτησε να δει την Κατερίνα Μάσλοβα. Ο δεσμοφύλακας με τα γαλόνια το  σημείωσε στο κατάστιχό του.  ‐Γιατί δε μας επιτρέπουν ακόμα; τον ρώτησε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Δεν τελείωσε ακόμα η λειτουργία. Μόλις τελειώσει, θα σας αφήσουν να μπείτε.  Ο Νεχλιούντοφ ξαναγύρισε πίσω στο πλήθος που περίμενε. Μέσα απ' το πλήθος τη στιγμή εκείνη  ξεπετάχτηκε  ένας  βλογιοκομμένος  ρακένδυτος  άνδρας  με  τσαλακωμένη  τραγιάσκα,  πόδια  τυλιγμένα σε χοντρόπανα και τράβηξε προς τη φυλακή.  Digitized by 10uk1s 


‐Πού πας να χωθείς; ούρλιαξε ο φρουρός με το όπλο.  ‐Και  τι  τσιρίζεις  έτσι;  αποκρίθηκε  ο  κουρελής  και  χωρίς  να  ταραχτεί  στο  ελάχιστο  απ'  την  άγρια  κραυγή του φρουρού, γύρισε πίσω. ‐ Δεν αφήνεις, θα περιμένω. Εντάξει. Κι εσύ κάτσε και τσίριζε σα  στρατηγός!  Ο  συγκεντρωμένος  κόσμος  γέλασε  επιδοκιμαστικά.  Οι  πιο  πολλοί  απ'  τους  επισκέπτες  ήταν  φτωχοντυμένοι  ακόμα  και  ρακένδυτοι,  όμως,  υπήρχαν  και  μερικοί  άνδρες  και  γυναίκες  ντυμένοι  άψογα. Πλάι στον Νεχλιούντοφ στεκόταν ένας καλοντυμένος, φρεσκοξυρισμένος, παχουλός άνδρας  με  ροδαλό  πρόσωπο  που  κρατούσε  ένα  δέμα  στα  χέρια  του,  προφανώς  με  ασπρόρουχα.  Ο  Νεχλιούντοφ  τον  ρώτησε  αν  ερχόταν  στο  επισκεπτήριο  πρώτη  φορά.  Ο  άνδρας  με  το  δέμα  απάντησε  πως  ερχόταν  κάθε  Κυριακή  και  έτσι  άνοιξαν  συζήτηση.  Ήταν  πορτιέρης  σε  τράπεζα  κι  επισκεπτόταν  στη  φυλακή  τον  αδελφό  του  που  είχε  καταδικαστεί  για  πλαστογραφία.  Ο  καλοκάγαθος  αυτός  άνθρωπος  διηγήθηκε  στον  Νεχλιούντοφ  όλη  την  ιστορία  του  και  ετοιμαζόταν  να τον ρωτήσει κι αυτός, όταν τη στιγμή εκείνη τράβηξε την προσοχή τους ο ερχομός μιας άμαξας  με λαστιχένιες ρόδες που την έσερνε ένα μαύρο άλογο ράτσας. Στην άμαξα ήταν ένας φοιτητής και  μια  κυρία  με  βέλο.  Ο  φοιτητής  κρατούσε  στα  χέρια  του  ένα  μεγάλο  δέμα.  Πλησίασε  τον  Νεχλιούντοφ  και  τον  ρώτησε,  αν  μπορούσε  και  τι  έπρεπε  να  κάνει,  για  να  στείλει  στους  κρατούμενους ελεημοσύνη τα κουλούρια που είχε φέρει.  ‐Τα  'φερα,  γιατί  το  επιθυμεί  η  αρραβωνιαστικιά  μου.  Τι  να  γίνει,  αρραβωνιαστικιά  μου  είναι,  βλέπετε. Οι γονείς της μας συμβούλεψαν να τα φέρουμε στους φυλακισμένους.  ‐Κι, εγώ πρώτη φορά έρχομαι και δεν γνωρίζω περισσότερα φαντάζομαι πως θα 'πρεπε να ρωτήσετε  εκείνον τον άνθρωπο, είπε ο Νεχλιούντοφ κι έδειξε τον δεσμοφύλακα με τα γαλόνια που καθόταν  στον πάγκο δεξιά με το κατάστιχο.  Την  ίδια  ώρα  που  συνομιλούσε  ο  Νεχλιούντοφ  με  τον  φοιτητή,  οι  μεγάλες  σιδερόφραχτες  πόρτες  της φυλακής που 'χαν ένα μικρό παραθυράκι στη μέση άνοιξαν διάπλατα και έκανε την εμφάνισή  του ένας αξιωματικός με στολή συνοδευόμενος από έναν δεσμοφύλακα. Ο άλλος ο δεσμοφύλακας  με το κατάστιχο ανήγγειλε το επισκεπτήριο, ο φρουρός στην πύλη παραμέρισε κι όλοι οι επισκέπτες  με  γοργό  βήμα  και  μερικοί  τρέχοντας  σαν  να  φοβόντουσαν  πως  θ'  αργήσουν,  προχώρησαν  και  πέρασαν  την  πύλη  της  φυλακής.  Εκεί  στεκόταν  ένας  άλλος  δεσμοφύλακας  που  μετρούσε  τους  επισκέπτες  καθώς  έμπαιναν:  δεκαέξι,  δεκαεφτά...  Στο  εσωτερικό  ένας  ακόμα  δεσμοφύλακας  μετρούσε τους εισερχόμενους πριν περάσουν μιαν άλλη πόρτα ακουμπώντας έναν έναν με το χέρι  του έτσι για  να 'ναι  σίγουρος ότι τόσοι ακριβώς  θα  περνούσαν από μπροστά  του στην  έξοδο, μην  τυχόν και μείνει κανένας επισκέπτης στην φυλακή και μην αφήσει κανέναν κρατούμενο να βγει έξω.  Ο δεσμοφύλακας ‐ μετρητής, χωρίς να κοιτάζει ποιος περνούσε από μπροστά του έδωσε μια με το  χέρι  του  στην  πλάτη  του  Νεχλιούντοφ  συνεχίζοντας  το  μέτρημά  του.  Αυτό  το  άγγιγμα  φάνηκε  προσβλητικό στον Νεχλιούντοφ, μα, πριν αντιδράσει,��την ίδια στιγμή θυμήθηκε για ποιο σκοπό είχε  έρθει εδώ και ντράπηκε, γιατί δυσφόρησε και θίχτηκε.  Αμέσως πίσω από την πόρτα ανοιγόταν μια μεγάλη αίθουσα με καμάρες και σιδερένια κάγκελα στα  στενά  παράθυρα.  Στην  αίθουσα  συγκέντρωσης,  όπως  την  έλεγαν,  ο  Νεχλιούντοφ,  καθώς  προχωρούσε τελείως τυχαία σε μια εσοχή του τοίχου διέκρινε μια μεγάλη εικόνα της Σταύρωσης.  «Μα γιατί αυτό;» αναρωτήθηκε και στο μυαλό του ασυναίσθητα σύνδεσε την εικόνα του Χριστού με  τους ελεύθερους ανθρώπους κι όχι τους φυλακισμένους.  Βάδισε  αργά,  αφήνοντας  τους  βιαστικούς  επισκέπτες  να  τον  προσπερνούν.  Ένιωθε  μέσα  του  ανάμικτα  συναισθήματα:  απ'  τη  μια,  φρίκη  μπροστά  σ'  όλους  αυτούς  τους  κακούργους  που  τους  Digitized by 10uk1s 


είχαν  κλειδαμπαρώσει  πίσω  απ'  τους  τοίχους,  κι  απ'  την  άλλη,  οίκτο  για  όλους  τους  αθώους  που,  όπως το παιδί που δικαζόταν χθες και η Κατιούσα, έπρεπε να βρίσκονται εδώ, και ακόμα, ατολμία  και  τρυφερότητα  μπροστά  στη  συνάντηση  που  τον  περίμενε.  Κοντά  στην  έξοδο  απ'  την  πρώτη  αίθουσα  στην  άλλη  κιόλας  άκρη,  ο  δεσμοφύλακας  φάνηκε  κάτι  να  λέει,  μα  ο  Νεχλιούντοφ  βυθισμένος στις σκέψεις του, δεν το πρόσεξε και συνέχισε να προχωράει μαζί με τη μεγάλη ομάδα  των  επισκεπτών  κι  έτσι  παρασύρθηκε  στο  τμήμα  των  ανδρών  κι  όχι  των  γυναικών  που  έπρεπε  να  πάει.  Σ' όλη τη διαδρομή οι άλλοι, βιαστικοί, τον προσπερνούσαν κι έτσι μπήκε τελευταίος στην αίθουσα  του επισκεπτηρίου. Το πρώτο που τον συγκλόνισε μόλις άνοιξε την πόρτα και πέρασε στην αίθουσα  ήταν ένας εκκωφαντικός ορυμαγδός, μια πυκνή οχλοβοή απ' τις φωνές εκατοντάδων κρατουμένων.  Και μονάχα  όταν πλησίασε προς το μέρος τους  και τους είδε  κολλημένους,  σαν τις μύγες πάνω σ'  ένα  κομμάτι  ζάχαρη,  στοιβαγμένους  μπροστά  στο  κιγκλίδωμα  που  χώριζε  την  αίθουσα  στη  μέση,  κατάλαβε  τι  γινόταν.  Η  αίθουσα,  που  'χε  μερικά  παράθυρα  στον  πίσω  τοίχο,  ήταν  χωρισμένη  στη  μέση  όχι  με  ένα,  αλλά  με  δύο  συρμάτινα  πλέγματα  απ'  το  ταβάνι  μέχρι  το  πάτωμα.  Ανάμεσα  στα  πλέγματα  βάδιζαν  οι  δεσμοφύλακες.  Απ'  τη  μια  πλευρά  ήταν  οι  κρατούμενοι  κι  απ'  την  άλλη  οι  επισκέπτες.  Στο  ενδιάμεσο  υπήρχαν  τα  δύο  κιγκλιδώματα  σε  απόσταση  γύρω  στους  τρεις  πήχεις,  έτσι, όχι μόνο ήταν αδύνατο φυλακισμένοι κι επισκέπτες να δώσουν ή να πάρουν κάτι, αλλά και να  ξεχωρίσουν  ο  ένας  το  πρόσωπο  του  άλλου,  ιδιαίτερα  αν  κανένας  ήταν  μύωπας.  Αλλά  και  η  συζήτηση γινόταν δύσκολα, για ν' ακουστείς έπρεπε να φωνάζεις μ' όλη σου τη δύναμη. Κι απ' τις  δυο  πλευρές  είχαν  κολλήσει  στα  πλέγματα  τα  πρόσωπά  τους  γυναίκες,  άνδρες,  πατέρες,  μητέρες,  παιδιά που πάσχιζαν να ξεχωρίσουν το πρόσωπο του δικού τους και να του μιλήσουν. Μα, επειδή ο  καθένας  τους  αγωνιζόταν  να  φωνάξει  για  να  τον  ακούσουν,  κι  οι  διπλανοί  του  επίσης  έκαναν  το  ίδιο, οι φωνές τους μπερδεύονταν κι αναγκάζονταν να φωνάζει ο ένας δυνατότερα απ' τον άλλο και  γινόταν σωστή χάβρα. Αυτό προκαλούσε εκείνη την οχλοβοή που ξάφνιασε τον Νεχλιούντοφ μόλις  μπήκε  στην  αίθουσα.  Ήταν  αδύνατο  να  καταλάβει  τι  λεγόταν  εκεί  μέσα.  Μπορούσε  μόνο  απ'  τις  εκφράσεις  των  προσώπων  να  κρίνει  τι  λέγανε  και  να  καταλάβει  τους  δεσμούς  που  ένωναν  τους  συνομιλητές. Πιο κοντά του στεκόταν μια γριούλα μ' ένα μαντήλι στο κεφάλι που με κολλημένο το  πηγούνι της στο κιγκλίδωμα, τρέμοντας, κάτι φώναζε απέναντι σ' έναν χλομό νέο με μισοξυρισμένο  κεφάλι.  Ο  κρατούμενος  μ'  ανασηκωμένα  τα  φρύδια  και  ζαρωμένο  το  μέτωπο  την  άκουγε  προσεχτικά. Δίπλα στη γριούλα στεκόταν ένας άνδρας με ρεντινγκότα, που είχε βάλει τα χέρια του  στ'  αφτιά  του  για  ν'  ακούει,  κουνώντας  καταφατικά  το  κεφάλι  του,  σ'  όσα  του  έλεγε  ένας  κρατούμενος με βασανισμένο πρόσωπο και γκριζωπή γενειάδα που φαινόταν φυσιογνωμικά ότι του  έμοιαζε. Παραπέρα στεκόταν ένας κουρελής που κουνούσε τα χέρια του, κάτι φώναζε και γελούσε.  Δίπλα  του  καθόταν  καταγής  μια  γυναίκα  μ'  ένα  μωρό∙  φορούσε  ένα  όμορφο  μάλλινο  φόρεμα  και  έκλαιγε με λυγμούς, προφανώς γιατί πρώτη φορά αντίκριζε εκείνο τον ασπρομάλλη άνδρα πίσω απ'  το κιγκλίδωμα με τη στολή του κατάδικου, το ξυρισμένο κεφάλι και τις αλυσίδες. Πάνω από εκείνη  την γυναίκα μ' όλη του τη δύναμη φώναζε ο πορτιέρης της τράπεζας, με τον οποίο συνομιλούσε ο  Νεχλιούντοφ έξω απ' τη  φυλακή,  και  προσπαθούσε να  συνεννοηθεί μ' έναν  φαλακρό κρατούμενο  με σπινθηροβόλο βλέμμα. Όταν ο Νεχλιούντοφ συνειδητοποίησε ότι και εκείνος έπρεπε να μιλήσει  σ' αυτές τις συνθήκες, ένιωσε μέσα του αγανάκτηση για όλους εκείνους που μπόρεσαν να στήσουν  αυτό  το  σύστημα  και  να  το  διατηρούν  έτσι.  Του  προκαλούσε  έκπληξη  πώς  μια  τέτοια  φριχτή  κατάσταση,  μια  τέτοια  κοροϊδία  των  ανθρώπινων  αισθημάτων  δεν  πείραζε  κανέναν.  Και  οι  στρατιώτες,  και  ο  διευθυντής,  και  οι  επισκέπτες  και  οι  φυλακισμένοι  συμπεριφέρονταν  σαν  να  παραδέχονταν πως έτσι έπρεπε να είναι όλα τούτα.  Ο  Νεχλιούντοφ  έμεινε  για  πέντε  λεπτά  στην  αίθουσα  και  ένα  παράξενο  αίσθημα  θλίψης  τον  κατέκλυσε  σαν  ένιωσε  βαθιά  τη  δική  του  αδυναμία  και  το  χάσμα  που  τον  χώριζε  από  εκείνο  τον  κόσμο∙ ένα αίσθημα αηδίας, παρόμοιο με ναυτία, τον πλημμύρισε. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XLII  «ΟΜΩΣ ΠΡΕΠΕΙ να εκπληρώσω το σκοπό για τον οποίο ήρθα εδώ», μονολόγησε αναθαρρεύοντας. ‐  «Μα, πώς θα γίνει αυτό;»  Με το βλέμμα του αναζήτησε κάποιον αρμόδιο και βλέποντας έναν μικρόσωμο αδύνατο άνδρα με  μουστάκι και στολή αξιωματικού που πηγαινοερχόταν μέσα στον κόσμο, τον ρώτησε:  ‐Μήπως θα μπορούσατε αξιότιμε κύριε, να μου πείτε ‐ προσποιήθηκε με υπερβολική ευγένεια ‐ πού  κρατούνται οι γυναίκες και πού είναι το επισκεπτήριό τους;  ‐Όντως ψάχνετε τη γυναικεία αχτίνα;  ‐Μάλιστα,  θα  επιθυμούσα  να  δω  μια  φυλακισμένη,  απάντησε  ο  Νεχλιούντοφ  με  την  ίδια  προσποιητή ευγένεια.  ‐Μα,  αυτό  θα  'πρεπε  να  το  πείτε,  όταν  μπήκατε  στην  αίθουσα  συγκέντρωσης.  Ποια  θέλετε,  τέλος  πάντων, να δείτε;  ‐Πρέπει να δω την Γιεκατερίνα Μάσλοβα.  ‐Τι είναι; Πολιτική; ρώτησε ο βοηθός του διευθυντή της φυλακής.  ‐Όχι, απλά είναι...  ‐Τι; Είναι μήπως κατάδικη;  ‐Μάλιστα,  προχθές  καταδικάστηκε,  απάντησε  με  υποταχτικό  ύφος  ο  Νεχλιούντοφ  φοβούμενος  μήπως χαλάσει τη φιλική όπως τού φάνηκε διάθεση του συνομιλητή του.  ‐Αφού  θέλετε  τη  γυναικεία  αχτίνα,  τότε  από  δω  παρακαλώ,  είπε  ο  βοηθός  του  διευθυντή,  που  ο  Νεχλιούντοφ  με  το  παρουσιαστικό  του  τον  είχε  κάνει  να  τον  προσέξει.  ‐  Σίντοροφ,‐  στράφηκε  σ'  έναν υπαξιωματικό με μουστάκι και παράσημα στο στήθος ‐ συνόδευσε τον κύριο στη γυναικεία.  ‐Μάλιστα.  Την ίδια στιγμή ακούστηκαν σπαραξικάρδιοι λυγμοί κοντά στο κιγκλίδωμα.  Ο  Νεχλιούντοφ  ένιωθε  παράξενα  και  προπάντων  γιατί  έπρεπε  κιόλας  να  ευχαριστήσει  και  να  ευγνωμονεί  τον  δεσμοφύλακα  και  τον  αρχιφύλακα,  όλους  όσους  διέπρατταν  αυτές  τις  βαναυσότητες σ' αυτό το κτήριο.  Ο  δεσμοφύλακας  οδήγησε  τον  Νεχλιούντοφ  από  το  ανδρικό  επισκεπτήριο  στο  διάδρομο  και,  αμέσως ανοίγοντας μια πόρτα απέναντι, τον έμπασε στο γυναικείο.  Η  αίθουσα  του  γυναικείου  επισκεπτηρίου,  όπως  ακριβώς  και  η  ανδρική,  ήταν  χωρισμένη  σε  τρία  μέρη  με  δύο  κιγκλιδώματα,  όμως  ήταν  πολύ  μικρότερη  και  είχε  λιγότερους  επισκέπτες  και  κρατούμενους, αν και η οχλοβοή που ακουγόταν ήταν το ίδιο εκκωφαντική, όπως και στο ανδρικό.  Κι εδώ, ανάμεσα στις δυο σειρές με τα κιγκλιδώματα πηγαινοερχόταν ο εκπρόσωπος της εξουσίας  μια γυναίκα‐δεσμοφύλακας, με στολή και γαλόνια στα μανίκια, μπλε σιρίτια και την ίδια ζώνη όπως  Digitized by 10uk1s 


και  οι  άνδρες.  Με  τον  ίδιο  τρόπο,  όπως  και  στο  ανδρικό  επισκεπτήριο,  κι  απ'  τις  δυο  πλευρές,  οι  άνθρωποι  είχαν  κολλήσει  πάνω  στα  κιγκλιδώματα:  απ'  τη  μια,  άνθρωποι  της  πόλης  ντυμένοι  με  ποικιλόμορφες  φορεσιές,  κι  απ'  την  άλλη,  οι  κρατούμενες,  μερικές  με  την  άσπρη  στολή  της  φυλακής, άλλες με δικά τους ρούχα. Καρφίτσα δεν έπεφτε και στις δυο πλευρές του κιγκλιδώματος.  Μερικοί  σηκώνονταν  στις  μύτες  των  ποδιών,  για  να  ακούσουν,  πάνω  απ'  τα  κεφάλια  των  άλλων,  άλλοι κάθονταν κάτω και κουβέντιαζαν.  Απ' όλες τις κρατούμενες ξεχώριζε με το παράστημά της και την εντυπωσιακά δυνατή φωνή της μια  αναμαλλιασμένη  αδύνατη  τσιγγάνα,  μ'  ένα  μαντήλι  που  'χε  γλιστρήσει  απ'  τα  σγουρά  μαύρα  της  μαλλιά. Στεκόταν στη μέση σχεδόν της αίθουσας απ' την απέναντι μεριά του κιγκλιδώματος, πλάι σε  μια κολόνα και κουνώντας με γρήγορες κινήσεις τα χέρια της κάτι φώναζε σ' έναν τσιγγάνο απ' την  άλλη,  που  φορούσε  ένα  μπλε  σακάκι  σφιχτοδεμένο  χαμηλά  στη  μέση.  Δίπλα  στον  τσιγγάνο,  ένας  στρατιώτης καθισμένος καταγής κουβέντιαζε με μια κρατούμενη και πιο πέρα ένας νεαρός χωρικός  με  ξανθό  γένι  φορώντας  ξυλοπέδιλα,  μ'  ένα  πρόσωπο  κατακόκκινο,  ήταν  έτοιμος  να  ξεσπάσει  σε  λυγμούς. Μιλούσε με μια χαριτωμένη ξανθή κρατούμενη που τον κοίταζε τρυφερά με τα φωτεινά  γαλάζια μάτια της. Ήταν η Φεντόσια με τον άνδρα της. Πλάι τους στεκόταν ένας ρακένδυτος άνδρας  που κουβέντιαζε με μιαν αναμαλλιασμένη, πλατυπρόσωπη γυναίκα. Παραδίπλα ήταν δύο γυναίκες,  ένας άνδρας και πάλι μια γυναίκα και απέναντί τους στεκόταν κάθε φορά μια κρατούμενη. Πουθενά  δεν φαινόταν η Μάσλοβα. Όμως κάποια στιγμή πίσω απ' τις κρατούμενες ο Νεχλιούντοφ διέκρινε  πως στεκόταν κάποια γυναίκα και την ίδια στιγμή κατάλαβε πως ήταν αυτή. Η καρδιά του χτυπούσε  σαν  τρελή  κι  η  ανάσα  του  κόπηκε.  Η  κρίσιμη  στιγμή  είχε  έρθει.  Πλησίασε  στο  κιγκλίδωμα  και  την  αναγνώρισε. Στεκόταν πίσω απ' την γαλανομάτα Φεντόσια και χαμογελούσε ακούγοντας όσα εκείνη  έλεγε στον άνδρα της. Δε φορούσε τη ρόμπα της φυλακής, όπως προχθές, αλλά μια λευκή μπλούζα  σφιχτοζωσμένη  στη  μέση  της  που  τόνιζε  το  στήθος  της,  σηκώνοντάς  το  ψηλά.  Απ'  το  μαντήλι  της,  όπως τότε στο δικαστήριο, ξεπρόβαλλαν τα σγουρά της βοστρύχια.  «Τώρα θα κριθούν όλα», σκέφτηκε. «Πώς να την φωνάξω;  Ή μήπως θα έρθει μόνη της;».  Όμως μόνη της δεν πλησίαζε. Στεκόταν εκεί και περίμενε την Κλάρα κι ούτε που το φανταζόταν πως  ο άνδρας εκείνος απέναντί της είχε έρθει για κείνη.  ‐Ποια  θέλετε  να  δείτε;  ρώτησε  τον  Νεχλιούντοφ  η  δεσμοφύλακας  που  βημάτιζε  ανάμεσα  στα  κιγκλιδώματα.  ‐Την Γιεκατερίνα Μάσλοβα, με δυσκολία πρόφερε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Μάσλοβα, επισκεπτήριο! φώναξε η δεσμοφύλακας. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XLIII  Η  ΜΑΣΛΟΒΑ  ΚΟΙΤΑΞΕ  γύρω  της,  σηκώνοντας  το  κεφάλι  και  με  το  στήθος  στητό  και  την  παλιά,  γνώριμη  στον  Νεχλιούντοφ  έκφραση  γεμάτη  σπουδή  κι  ετοιμότητα,  πλησίασε  το  κιγκλίδωμα,  σπρώχνοντας  στην  άκρη  δύο  κρατούμενες  και  μ'  απορία  κι  έκπληξη  στάθηκε  απέναντι  στον  Νεχλιούντοφ, χωρίς να τον γνωρίσει. Μα, κρίνοντας απ' το ντύσιμό του πως επρόκειτο για πλούσιο  άνθρωπο του χαμογέλασε.  ‐Για  μένα  ήρθατε;  είπε,  πλησιάζοντας  στο  κιγκλίδωμα  το  γελαστό  της  πρόσωπο  με  τα  αλλοίθωρα  μάτια.  ‐Θα  ήθελα  να  δω...  ‐Ο  Νεχλιούντοφ  δεν  ήξερε  πώς  να  της  μιλήσει,  στον  ενικό  ή  στον  πληθυντικό,  ωστόσο, τ' αποφάσισε αμέσως, θα της μιλούσε στον πληθυντικό. Χωρίς να δυναμώσει την ένταση  της φωνής του, πρόσθεσε.  ‐Θα ήθελα να σας δω... Εγώ θα...  ‐Μη μου τα μασάς εμένα, φώναξε πλάι του ο ρακένδυτος άνδρας. ‐Το πήρες ναι ή όχι;  ‐Σου λένε πως όπου να 'ναι πεθαίνει, τι άλλο θέλεις; φώναξε κάποιος άλλος στην άλλη άκρη.  Η  Μάσλοβα  δεν  μπορούσε  ν'  ακούσει  τι  της  έλεγε  ο  Νεχλιούντοφ,  ωστόσο  όπως  της  μιλούσε,  η  έκφραση  του  προσώπου  του  ξαφνικά  της  ξύπνησε  περασμένες  μνήμες.  Μα,  δεν  μπορούσε  να  το  πιστέψει. Το χαμόγελό της όμως έσβησε απ' το πρόσωπό της και μια ρυτίδα αγωνίας αυλάκωσε το  μέτωπό της.  ‐Δεν ακούω τι λέτε ‐του φώναξε δυνατά γεμάτη ταραχή κι αγωνία ζαρώνοντας όλο και περισσότερο  το μέτωπό της.  ‐Ήρθα να...  «Ναι, κάνω αυτό ακριβώς που πρέπει, εξιλεώνομαι», σκέφτηκε ο Νεχλιούντοφ. Και μόνο που έκανε  αυτή  τη  σκέψη,  βούρκωσε,  δάκρυα  κατέβηκαν  στα  μάτια,  ένα  λυγμός  του  'σφιξε  το  λαιμό  και  γαντζωμένος στα κάγκελα, σώπασε πασχίζοντας να πνίξει το αναφιλητό του.  ‐Σε  ρωτώ,  γιατί  ανακατεύεσαι  εκεί  που  δε  σε  σπέρνουν...  Ε;  Γιατί;  κάποιοι  φώναξαν  απ'  τη  μια  πλευρά.  ‐Σ' ορκίζομαι στο Θεό, ιδέα δεν έχω σου λέω, φώναξε μια κρατούμενη απ' την άλλη πλευρά.  Η Μάσλοβα μόλις είδε την ταραχή του, τον αναγνώρισε.  ‐Ναι, του μοιάζει, μα δεν παίρνω όρκο, άφησε μια δυνατή φωνή να βγει από μέσα της, χωρίς να τον  κοιτάζει, και το πρόσωπό της, που κοκκίνισε απότομα, σκυθρώπιασε αμέσως.  ‐Ήρθα να σου ζητήσω να με συγχωρέσεις, της φώναξε με ηχηρή κι άχρωμη φωνή σαν ν' αποστήθιζε  τη φράση του αυτή.  Προφέροντας  τα  λόγια  αυτά,  ένιωσε  ντροπή  και  γύρισε  το  βλέμμα  του  γύρω.  Μα  την  ίδια  στιγμή  κατάλαβε πως αν ντρεπόταν τότε ήταν ακόμα καλύτερα, γιατί όφειλε να κουβαλήσει το σταυρό της  Digitized by 10uk1s 


ντροπής. Και συνέχισε με δυνατή φωνή:  ‐Συγχώρεσέ με, είμαι ανεπανόρθωτα ένοχος απέναντί σου...  Η Μάσλοβα στεκόταν ακίνητη και το γνώριμο εκείνο αλλήθωρο βλέμμα της δεν έφευγε από πάνω  του.  Εκείνος  δεν  βάσταξε  άλλο,  σώπασε  κι  έκανε  πίσω,  κατεβάζοντας  τα  χέρια  απ'  το  κιγκλίδωμα  πασχίζοντας να πνίξει τους λυγμούς που του σπαράζανε τα σωθικά.  Ο αρχιφύλακας, που είχε οδηγήσει τον Νεχλιούντοφ στη γυναικεία αχτίνα, τον είχε στο νου του όλη  αυτή  την  ώρα  και  την  στιγμή  εκείνη  μπήκε  στην  αίθουσα  και  παρατηρώντας  πως  δεν  στεκόταν  μπροστά στο κιγκλίδωμα πλησίασε και τον ρώτησε γιατί δεν κουβεντιάζει με την κρατούμενη που  έψαχνε.  Ο  Νεχλιούντοφ,  βγάζοντας  το  μαντήλι  του,  σκουπίστηκε  προσπαθώντας  κάπως  να  συνέλθει, να ηρεμήσει, και του απάντησε:  ‐Δεν μπορώ να μιλήσω απ' τα κάγκελα, δεν ακούγεται τίποτε.  Ο αρχιφύλακας σκέφτηκε για λίγο.  ‐Για να δούμε τι μπορεί να γίνει. Ίσως να γινόταν να την βγάλουμε για λίγο εδώ.  ‐Μάρια Κάρλοβνα! είπε γυρίζοντας προς την δεσμοφύλακα.  ‐Αφήστε τη Μάσλοβα να βγει έξω.  Ένα λεπτό αργότερα η Μάσλοβα έβγαινε απ' την πίσω πόρτα του επισκεπτηρίου. Πλησιάζοντας μ'  ανάλαφρο  περπάτημα  προς  τον  Νεχλιούντοφ,  κοντοστάθηκε  και  τον  κοίταξε  συνοφρυωμένη.  Από  τα μαύρα της μαλλιά, όπως ακριβώς και προχθές, γλιστρούσαν ανέμελες μπουκλίτσες που ανέμιζαν,  το  πρόσωπό  της,  κακοπαθιασμένο,  χλομό,  πρησμένο,  είχε  μια  γλυκιά  έκφραση  κι  ατάραχη  θωριά  και  μόνο  τα  φωτεινά  της  μαύρα  αλλήθωρα  μάτια  με  τα  πρησμένα  βλέφαρα  είχαν  μιαν  αλλόκοτη  λάμψη.  ‐Εδώ μπορείτε να τα πείτε με την ησυχία σας, είπε ο αρχιφύλακας κι απομακρύνθηκε.  Ο Νεχλιούντοφ προχώρησε προς τον πάγκο κοντά στον τοίχο.  Η Μάσλοβα με βλέμμα γεμάτο έκπληξη κοίταξε τον αρχιφύλακα και ανασηκώνοντας μ' απορία τους  ώμους ακολούθησε τον Νεχλιούντοφ. Κάθησε πλάι του στον πάγκο διορθώνοντας τη φούστα της.  ‐Ξέρω  πως  σας  είναι  δύσκολο  να  με  συγχωρέσετε,  ‐άρχισε  να  λέει  ο  Νεχλιούντοφ,  που  πάλι  χρειάστηκε  να  κάνει  μια  μικρή  παύση  νιώθοντας  τα  μάτια  του  να  βουρκώνουν,  ‐μα  αν  γίνεται  να  διορθώσουμε τα περασμένα, είμαι διατεθειμένος τώρα να κάνω ό,τι μπορώ. Πείτε μου...  ‐Πώς  με  βρήκατε;  ρώτησε  εκείνη  χωρίς  να  δίνει  σημασία  στην  ερώτησή  του,  κοιτάζοντας  με  τ'  αλλήθωρο βλέμμα της αποφεύγοντας να τον βλέπει κατάματα.  «Θεέ  μου,  βοήθησέ  με!  Δώσε  μου  φώτιση  τι  να  κάνω!»  παρακαλούσε  μέσα  του  ο  Νεχλιούντοφ,  κοιτάζοντας μπροστά του εκείνο το τόσο διαφορετικό, άσχημο, τώρα, πρόσωπο.  ‐Προχθές ήμουν στο δικαστήριο ένορκος, είπε, ‐τη μέρα που σας δικάζανε. Δεν με αναγνωρίσατε;  Digitized by 10uk1s 


‐Όχι,  δεν  σας  αναγνώρισα.  Δεν  είχα  το  νου  μου  στους  γύρω  κι  ούτε  είχα  όρεξη  να  κοιτάζω,  απάντησε.  ‐Αν  δεν  κάνω  λάθος  υπήρχε  τότε  κι  ένα  παιδί,  τι  απόγινε;  ρώτησε  ο  Νεχλιούντοφ  κι  ένιωσε  το  πρόσωπό του κατακόκκινο.  ‐Δόξα τω Θεώ που πέθανε αμέσως τότε! του απάντησε ξερά με μοχθηρό ύφος στρέφοντας αλλού το  πρόσωπό της.  ‐Πώς έγινε; Γιατί πέθανε;  ‐Κι εγώ η ίδια ήμουν άρρωστη και παρ' ολίγο να πεθάνω μαζί του, είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια  της.  ‐Μα πώς σας άφησαν οι θείες μου να φύγετε;  ‐Και ποιος είναι αυτός που θα 'θελε στο σπίτι του μια καμαριέρα με το παιδί της; Μόλις το πήραν  είδηση, με πέταξαν στο δρόμο. Μα, τι κάθομαι και λέω τώρα, δεν θυμάμαι τίποτα, όλα τα ξέχασα,  όλα τέλειωσαν.  ‐Όχι, δεν τέλειωσαν όλα. Δεν μπορώ να τ' αφήσω έτσι. Έστω και τώρα θέλω να εξιλεωθώ για όποιες  αμαρτίες έκανα.  ‐Δεν  χρειάζεται  να  εξιλεωθείτε.  Αυτά  που  έγιναν  έγιναν  και  δεν  αλλάζουν,  του  είπε  και  ξαφνικά  χωρίς  ο  Νεχλιούντοφ  να  το  περιμένει  γύρισε  και  τον  κοίταξε  μ'  ένα  στυφό,  προκλητικό  και  πικρό  χαμόγελο.  Η  Μάσλοβα  ποτέ  δεν  περίμενε  να  τον  δει  μπροστά  της,  και  προπάντων  εδώ  μέσα,  γι'  αυτό  και  η  εμφάνισή  του  την  τάραξε  και  της  ανασκάλισε  όλα  όσα  είχε  κρύψει  βαθιά  μέσα  της.  Την  πρώτη  στιγμή  που  τον  αντίκρισε  θυμήθηκε  αμυδρά  εκείνο  τον  καινούριο,  τον  ονειρικό  κόσμο  των  συναισθημάτων  και  των  σκέψεων  που  της  είχε  κατακλύσει  την  ψυχή,  όταν  την  οδήγησε  σ'  αυτόν  εκείνος ο γοητευτικός νέος που την αγάπησε και τον αγάπησε.  Ύστερα της ήρθε στο νου η ανεξήγητη σκληρότητά του, όλες εκείνες οι ταπεινώσεις, τα βάσανα που  ακολούθησαν και μαύρισαν το θαύμα της ευτυχίας τους. Ένιωσε πόνο στην ψυχή. Μα, καθώς δεν  είχε τη δύναμη να καταλάβει ��ι γινόταν μέσα της, αντέδρασε όπως και παλιά: απώθησε βαθιά όλες  αυτές  τις  αναμνήσεις  προσπαθώντας  να  τις  πνίξει  μέσα  στον  παράξενα  μουντό  πέπλο  της  ακόλαστης ζωής της.  Έτσι  έκανε  και  τώρα.  Την  πρώτη  στιγμή  ταύτισε  τον  άνδρα  εκείνο  που  καθόταν  πλάι  της  με  τον  νεαρό  που  κάποτε  αγάπησε,  όμως,  νιώθοντας  αβάσταχτο  πόνο  στην  ψυχή,  σταμάτησε.  Και  έτσι  αυτός ο καθαροντυμένος, κομψός και ευγενικός κύριος με την αρωματισμένη γενειάδα δεν ήταν ο  Νεχλιούντοφ που ήξερε κάποτε και είχε αγαπήσει, αλλά ένα τυχαίος, ένας απ' όλους εκείνους που  όταν  είχαν  ανάγκη  χρησιμοποιούσαν  κάποια  πλάσματα  σαν  κι  εκείνη  τη  στιγμή  που  κι  αυτά  τα  πλάσματα, με τη σειρά τους, χρησιμοποιούσαν τους εαυτούς τους όσο γινόταν πιο κερδοφόρα. Και  γι' αυτό τώρα του χαμογελούσε με προκλητικό ύφος.  Σώπασε, το μυαλό της ζητούσε να βρει τρόπους να επωφεληθεί κάπως απ' αυτόν.  ‐Όλα τελείωσαν, τώρα είμαι κατάδικη, με στέλνουν στα κάτεργα, του είπε. 

Digitized by 10uk1s 


Τα χείλη της τρεμόπαιξαν, μόλις πρόφερε τη φοβερή εκείνη λέξη.  ‐Ήξερα, ήμουν σίγουρος πως δεν είσαστε ένοχη, της είπε.  ‐Και  βέβαια  δεν  είμαι  ένοχη.  Μήπως  είμαι  εγώ  κλέφτρα  ή  κακούργα;  Εδώ  στη  φυλακή  όλες  μας  λέμε πως το παν εξαρτάται απ' τον δικηγόρο, συνέχισε. ‐Λένε πως μπορεί να γίνει έφεση, μόνο που  παίρνουν, λένε, πολλά...  ‐Βέβαια, οπωσδήποτε. Έχω κιόλας μιλήσει με τον δικηγόρο γι' αυτό.  ‐Μα, δε θα πρέπει να τσιγκουνευτείτε τα λεφτά σας τα ωραία, του είπε.  ‐Θα κάνω ό,τι περνάει απ' το χέρι μου.  Σώπασαν κι οι δύο.  Εκείνη άρχισε πάλι να χαμογελάει.  ‐Θέλω  να  σας  ζητήσω...  μερικά  λεφτά,  αν  μπορείτε.  Λίγα...δέκα  ρούβλια,  περισότερα  δεν  χρειάζονται, του είπε αυθόρμητα.  ‐Μα φυσικά, φυσικά, απάντησε ο Νεχλιούντοφ αμήχανα κι έκανε να βγάλει το πορτοφόλι του.  Η Μάσλοβα έριξε μια γρήγορη ματιά στον αρχιφύλακα που πηγαινοερχόταν στην αίθουσα.  ‐Μη  μου  δώσετε  τίποτα  μπροστά  του,  αφήστε  πρώτα  να  απομακρυνθεί,  γιατί  αλλιώς  θα  μου  τα  βουτήξουν.  Ο  Νεχλιούντοφ  έβγαλε  το  πορτοφόλι  του,  μόλις  ο  αρχιφύλακας  του  γύρισε  την  πλάτη,  μα  δεν  πρόλαβε να της δώσει το δεκάρουβλο, γιατί ο αρχιφύλακας ερχόταν ξανά προς το μέρος του. Έτσι το  κράτησε σφιγμένο στο χέρι του.  «Μα  είναι  πια  μια  νεκρή  γυναίκα»,  σκέφτηκε,  καθώς  κοίταζε  το  πρόσωπό  της  που  κάποτε  ήταν  χαριτωμένο  και  τώρα  πρόστυχο,  πρησμένο,  με  τα  μαύρα  αλλοίθωρα  μάτια  γεμάτα  πονηριά  παρακολουθώντας μια τον αρχιφύλακα και μια το χέρι του με το τσαλακωμένο μέσα χαρτονόμισμα.  Για μια στιγμή ένιωσε αναποφάσιστος.  Και  πάλι  στην  ψυχή  του  ο  ίδιος  πειρασμός  της  χθεσινής  νύχτας  ακούστηκε  να  του  λέει,  όπως  πάντοτε, προσπαθώντας να τον απομακρύνει απ' τα ερωτήματα που τον βασάνιζαν για το τι έπρεπε  να κάνει, ποιο το αποτέλεσμα των όσων θα έκανε και τι όφελος θα είχε.  «Τίποτα δεν θα κάνεις μ' αυτή την γυναίκα, του έλεγε αυτή η φωνή, μόνο μια θηλειά στο λαιμό σου  θα βάλεις και θα πνιγείς  κι έτσι  θα πάψεις να  'σαι  ωφέλιμος στους άλλους.  Δεν της δίνεις λοιπόν  λεφτά, όλα όσα έχεις, να πεις αντίο και να τελειώνουν όλα για πάντα;» του ψιθύριζε με υποβλητική  χροιά η φωνή.  Όμως, την ίδια στιγμή ένιωθε ότι τώρα, σήμερα, μέσα στην ψυχή του γινόταν μια κοσμογονία, ότι η  ψυχική  του  ζωή  εξαρτιόταν  από  τη  λεπτή,  ευαίσθητη  ισορροπία  μιας  ζυγαριάς  που  με  την  παραμικρή προσπάθεια μπορούσε να  την κάνει να κλίνει πότε στη μια πότε στην άλλη μεριά! Και  την έκανε τελικά την προσπάθεια, ζητώντας την βοήθεια του Θεού που χθες αισθάνθηκε μέσα του  Digitized by 10uk1s 


να ζει κι εκείνος την ίδια στιγμή ανταποκρίθηκε στην παράκλησή του. Αποφάσισε μάλιστα να της τα  διηγηθεί όλα.  ‐Κατιούσα! Ήρθα σε σένα για να ζητήσω συγχώρεση κι εσύ δεν απάντησες, αν με συγχώρεσες, αν θα  με συγχωρέσεις ποτέ ‐ της είπε αυθόρμητα περνώντας στον ενικό.  Εκείνη  δεν  τον  άκουγε,  συνέχιζε  να  κοιτάζει  μια  το  χέρι  του,  μια  τον  αρχιφύλακα.  Και  μόλις  ο  αρχιφύλακας γύρισε, άρπαξε το χαρτονόμισμα και το 'χωσε στη μέση της.  ‐Αλλόκοτα είναι όλα αυτά που λέτε, είπε περιφρονητικά, όπως του φάνηκε, και του χαμογέλασε.  Ο  Νεχλιούντοφ  ένιωσε  πως  μέσα  της  έκρυβε  μεγάλο  μίσος  γι'  αυτόν,  για  τον  άνθρωπο  που  της  συμπαραστεκόταν στη θέση που βρισκόταν τώρα, και η ίδια τον εμπόδιζε να εισχωρήσει στην ψυχή  της.  Όμως,  τι  παράξενο,  αυτό  το  συναίσθημα,  όχι  μονάχα  δεν  τον  απωθούσε,  αντίθετα,  τον  τραβούσε  κοντά της με μια ανεξήγητη δύναμη, τον σαγήνευε ξανά. Ένιωθε πως έπρεπε να αφυπνίσει αυτή τη  ψυχή  όσο  δύσκολο  κι  ακατόρθωτο  του  φαινόταν.  Κι  όσο  πιο  δύσκολο  ήταν  τόσο  περισσότερο  τον  γοήτευε. Μέσα του θέριευε τώρα ένα συναίσθημα παράξενο που δεν είχε ξανανιώσει ούτε γι' αυτή,  μα ούτε για κανέναν άλλον πριν, χωρίς να υπάρχει το παραμικρό ίχνος προσωπικής σκοπιμότητας:  δεν επιθυμούσε ο ίδιος τίποτε απ' αυτήν, εκτός από το ν' αλλάξει, να πάψει να είναι αυτή που είναι  σήμερα, ν' αναστηθεί και να ξαναγίνει εκείνη που ήταν παλιά.  ‐Κατιούσα, γιατί λες τέτοια πράγματα; Ξεχνάς πως σε ξέρω, πως σε θυμάμαι, στο Πάνοβο...  ‐Τι θέλεις και σκαλίζεις τα παλιά; του είπε ξερά.  ‐Τα αναθυμιέμαι για να διορθώσω το φταίξιμό μου, να εξιλεωθώ απέναντί σου, Κατιούσα ‐ άρχισε  να  της  λέει  κι  ήθελε  να  συνεχίσει,  να  της  πει  πως  είχε  σκοπό  να  την  παντρευτεί,  μα  τα  βλέμματά  τους διασταυρώθηκαν και πάγωσε, καθώς διάβασε στο δικό της κάτι το φοβερό και το χυδαίο, το  αποκρουστικό που δεν τον άφησε να συνεχίσει.  Εκείνη  τη  στιγμή  το  επισκεπτήριο  έφθανε  στο  τέλος  του,  ο  κόσμος  άρχισε  να  βγαίνει.  Ο  αρχιφύλακας  πλησίασε  τον  Νεχλιούντοφ  και  του  είπε  πως  ο  χρόνος  είχε  τελειώσει.  Η  Μάσλοβα  σηκώθηκε, περιμένοντας υπομονετικά πότε θα την αφήσει ο αρχιφύλακας να φύγει.  ‐Σας  χαιρετώ,  έχω  τόσα  ακόμα  που  πρέπει  να  σας  πω,  αλλά  βλέπετε  τώρα  είναι  αδύνατο,  είπε  ο  Νεχλιούντοφ, και της έδωσε το χέρι του. ‐ Θα ξανάρθω.  ‐Μου φαίνεται πως δεν έχουμε τίποτ' άλλο να πούμε...  Του έδωσε το χέρι χωρίς να το σφίξει.  ‐Όχι, θα επιδιώξω να σας δω ξανά, κάπου όμως που να μπορέσουμε να τα πούμε με την ησυχία μας  και τότε θα σας πω εκείνο το σημαντικό που πρέπει να σας πω, της απάντησε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Όπως  νομίζετε,  ελάτε,  του  είπε  γελώντας  μ'  εκείνο  το  φιλήδονο  γέλιο  της,  όπως  όταν  ήθελε  να  κάνει τους άνδρες να την ποθήσουν.  ‐Μου είσαστε πιο ακριβή κι από αδελφή, της είπε. 

Digitized by 10uk1s 


‐Μυστήρια  πράγματα,  μουρμούρισε  εκείνη  και  κουνώντας  το  κεφάλι  της  χάθηκε  πίσω  απ'  το  κιγκλίδωμα. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XLIV  ΣΤΗΝ  ΠΡΩΤΗ  ΤΟΥΣ  συνάντηση,  ο  Νεχλιούντοφ  έτρεφε  την  ελπίδα  πως  μόλις  θα  τον  έβλεπε  η  Κατιούσα, και μάθαινε τους σκοπούς του να την βοηθήσει, και την μεταμέλεια για το φταίξιμό του,  θα  χαιρόταν  και  θα  συγκινιόταν,  πίστευε  πως  θα  ξαναζωντάνευε  η  Κατιούσα  του.  Όμως  τρόμαξε,  όταν διαπίστωσε πως η παλιά Κατιούσα δεν υπήρχε πια και μόνο η Μάσλοβα είχε απομείνει. Αυτό  τον γέμισε έκπληξη και φόβο μαζί.  Περισσότερο του προκαλούσε έκπληξη πως η Μάσλοβα όχι μονάχα δεν ένιωθε ντροπή για τη θέση  της ‐ όχι της κρατούμενης (γι' αυτό ντρεπόταν), αλλά της πόρνης ‐ μα φαινόταν σαν να 'ταν κιόλας  ευχαριστημένη, σχεδόν υπερηφανευόταν γι' αυτή. Ίσως, βέβαια, να μη μπορούσε να 'ναι κι αλλιώς.  Ο καθένας για να κάνει κάτι πρέπει οπωσδήποτε να πιστεύει πως η πράξη του είναι σπουδαία και  αγαθή. Γι' αυτό, όποια και να 'ναι η θέση του ανθρώπου, εκείνος θα σχηματίσει για την ανθρώπινη  ζωή  γενικά  μια  τέτοια  αντίληψη,  ώστε  οι  δραστηριότητές  του  να  του  φαίνονται  σπουδαίες  και  αγαθές.  Γενικά, πιστεύεται, πως ο κλέφτης, η φόνισσα, ο κατάσκοπος, η πόρνη, θεωρούν το επάγγελμά τους  κακό  και  νιώθουν  γι'  αυτό  ντροπή.  Στη  ζωή,  όμως,  είναι  τελείως  αντίθετα  τα  πράγματα.  Οι  άνθρωποι, που η μοίρα τους, οι αμαρτίες και τα λάθη τούς σπρώχνουν σ' αυτή τη θέση, όσο κι αν  δεν είναι σωστό, σχηματίζουν για τη ζωή τους μια τέτοια αντίληψη, σύμφωνα με την οποία η θέση  τους είναι καλή κι αξιοσέβαστη. Για να υποστηρίξουν μάλιστα αυτή τους την αντίληψη, ενστικτωδώς  βρίσκουν  στηρίγματα  σ'  έναν  περίκοσμο  που  αναγνωρίζει  την  επιλογή  τους  και  τη  θέση  που  πιστεύουν πως έχουν στη ζωή. Αυτό προκαλεί απορία κι έκπληξη, όταν πρόκειται για κλέφτες που  καυχώνται για τις επιδεξιότητές τους, πόρνες που καμαρώνουν για την διαφθορά τους, δολοφόνους  που υπερηφανεύονται για την αγριότητά τους. Όμως αυτό οφείλεται μόνο και μόνο στο γεγονός ότι  ο κύκλος και το περιβάλλον αυτών των ανθρώπων είναι περιορισμένης εμβέλειας και κυρίως γιατί  όλοι εμείς είμαστε απ' έξω.  Αλλά, μήπως δεν είναι το ίδιο αυτό που συμβαίνει με τους πλούσιους που καυχώνται για τα πλούτη  τους,  δηλαδή  για  τις  κλεψιές  τους,  με  τους  στρατηλάτες  που  υπερηφανεύονται  για  τις  νίκες  τους,  δηλαδή τις δολοφονίες, με τους κυβερνήτες που κομπορρημονούν για την ισχύ τους, δηλαδή για τη  βίαιη εξουσία τους; Σ' αυτούς τους ανθρώπους δεν παρατηρούμε και δεν βλέπουμε τη διαστροφή  της  έννοιας  της  ζωής,  του  καλού  και  του  κακού,  για  τη  δικαίωση  της  θέσης  τους  μόνο  και  μόνο,  επειδή ο κύκλος αυτών των ανθρώπων με τέτοιες στρεβλές έννοιες είναι πολύ μεγαλύτερος κι εμείς  οι ίδιοι ανήκουμε σ' αυτόν.  Και η Μάσλοβα είχε σχηματίσει την ίδια αντίληψη για τη ζωή και τη θέση της στην κοινωνία. Ήταν  πόρνη, καταδικασμένη  σε κάτεργα και παρ' όλα αυτά είχε για  τη ζωή μιαν  ιδέα που την έκανε να  δικαιολογεί τη διαγωγή της και μάλιστα να καυχιέται μπροστά στους άλλους για τη θέση της.  Η  αντίληψή  της  για  τη  ζωή  είχε  σαν  αφετηρία  τη  διαπίστωση  πως  η  κύρια  ευτυχία  όλων  των  ανδρών, όλων ανεξαιρέτως ‐γέρων, νέων, γυμνασιόπαιδων, στρατηγών, μορφωμένων, αμόρφωτων‐  βρισκόταν  στην  σεξουαλική  επαφή  μ'  ελκυστικές  γυναίκες  και,  γι'  αυτό,  όλοι  οι  άνδρες,  αν  και  καμώνονται πως περί άλλων τυρβάζουν, στην πραγματικότητα για ένα μόνο νοιάζονται. Κι αυτή που  ήταν  ελκυστική  γυναίκα  είχε  τα  προσόντα  να  ικανοποιήσει  την  επιθυμία  τους  αυτή.  Γι'  αυτό  και  ένιωθε  πως  ήταν  σημαντικός  και  χρήσιμος  άνθρωπος  στη  ζωή.  Όλη  η  ζωή  της  Μάσλοβα,  η  περασμένη κι η τωρινή, επαληθεύουν πέρα για πέρα την αντίληψή της αυτή.  Για  δέκα  συνεχή  χρόνια  παντού,  όπου  κι  αν  πήγε,  αρχίζοντας  απ'  τον  Νεχλιούντοφ  και  τον  γερο‐ αστυνομικό και τελειώνοντας με τους δεσμοφύλακες που γνώρισε στη φυλακή, έβλεπε πως όλοι οι  άνδρες την χρειάζονταν, πουθενά δεν συνάντησε κάποιους που να την προσπεράσουν αδιάφοροι.  Digitized by 10uk1s 


Γι'  αυτό  και  της  φαινόταν  πως  όλος  ο  κόσμος  δεν  ήταν  τίποτε  περισσότερο  από  μια  ομάδα  παθιασμένων γι' αυτήν ανθρώπων που με κάθε τρόπο προσπαθούσαν να την κάνουν δική τους και  να σβήσουν πάνω της τον πόθο τους χρησιμοποιώντας απάτη, βία, χρήμα, δόλο.  Έτσι  μονάχα  καταλάβαινε  τη  ζωή  και  τον  κόσμο  η  Μάσλοβα  και,  χάρη  σ'  αυτό  τον  τρόπο  της  να  βλέπει έτσι τα πράγματα γύρω της, είχε την εντύπωση πως όχι μόνο δεν ήταν ο τελευταίος τροχός  της άμαξας, μα, αντίθετα, ένα πολύ σημαντικό πρόσωπο. Κι η Μάσλοβα έδινε απόλυτη αξία σ' αυτό  τον τρόπο κατανόησης της ζωής της, της ήταν αδύνατο να μην το κάνει, γιατί αν άλλαζε αντιλήψεις  θα 'χανε την υπόστασή της ανάμεσα στους άλλους που αντλούσε απ' αυτό τον τρόπο κατανόησης  της  ζωής.  Και  για  να  μη  χάσει  το  νόημα  της  ύπαρξής  της,  ενστικτωδώς  διατηρούσε  εκείνο  τον  περίγυρο  των  ανθρώπων  που  'χαν  κι  εκείνοι  την  ίδια  ματιά  στη  ζωή.  Διαισθανόμενη  πως  ο  Νεχλιούντοφ  ήθελε  να  την  αποτραβήξει  από  τον  περίκοσμό  της  και  να  την  μυήσει  σ'  έναν  άλλο  κόσμο, του αντιστεκόταν, γιατί διέβλεπε πως σ' εκείνο τον κόσμο που την καλούσε, έπρεπε να χάσει  την θέση που 'χε κατακτήσει στη ζωή και που της χάριζε αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση. Αυτός  ήταν ο λόγος που αναγκαζόταν να απωθήσει απ' τη θύμησή της τις αναμνήσεις της πρώτης νιότης,  τον  πρώτο  της  έρωτα  με  τον  Νεχλιούντοφ.  Οι  αναμνήσεις  αυτές  δεν  ταίριαζαν  με  τις  σημερινές  αντιλήψεις  της  για  τη  ζωή  και  τον  κόσμο  και  γι'  αυτό  τις  είχε  σβήσει  τελείως  απ'  τη  μνήμη  της  ή,  μάλλον, κάπου τις είχε καταχωνιάσει στα κατάβαθα της ψυχής της ανέγγιχτες, κλειδαμπαρωμένες,  σφραγισμένες,  όπως  σφραγίζουν  οι  μέλισσες  τις  φωλιές  των  σκουληκιών,  που  είναι  ικανά  να  καταστρέψουν όλο τον κόπο των μελισσών, για να τους φράξουν το δρόμο στις κυψέλες. Γι' αυτό κι  ο  σημερινός  Νεχλιούντοφ  δεν  ήταν  ο  άνθρωπος  εκείνος  που  κάποτε  τού  έδωσε  την  αγνή  της  παιδική αγάπη, μα ένας πλούσιος κύριος που μπορούσε κι έπρεπε να εκμεταλλευτεί και μπορούσε  να 'χει μαζί του τις ίδιες σχέσεις που είχε και μ' όλους τους άλλους άνδρες.  «Όχι δεν μπόρεσα να της πω το σημαντικότερο», συλλογιζόταν ο Νεχλιούντοφ βαδίζοντας μαζί με  όλους τους άλλους προς την έξοδο. «Δεν της είπα πως θα την παντρευτώ. Δεν της είπα πως θα το  κάνω αυτό».  Οι δεσμοφύλακες στην πύλη ξαναμέτρησαν τους επισκέπτες αγγίζοντάς τους με τα χέρια τους για ν'  αποκλείσουν  την  πιθανότητα  να  έμεινε  κανένας  στη  φυλακή.  Τώρα  ο  Νεχλιούντοφ  δεν  ένιωσε  προσβολή που τον άγγιξαν, δεν πειράχτηκε, ίσως, γιατί ούτε που το πρόσεξε καν. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XLV  Ο ΝΕΧΛΙΟΥΝΤΟΦ ΕΙΧΕ την επιθυμία ν' αλλάξει και εξωτερικά την ζωή του, να νοικιάσει δηλαδή το  μεγάλο διαμέρισμά του ν' απολύσει τους υπηρέτες και να μεταφερθεί σ' ένα ξενοδοχείο. Όμως, η  Αγκραφένα Πετρόβνα του απόδειξε ότι δεν είχε κανένα λόγο μέχρι να 'ρθει ο χειμώνας ν' αλλάξει  τρόπο ζωής μια και το καλοκαίρι κανένας δεν νοικιάζει σπίτι, ενώ την ίδια στιγμή έπρεπε να βρεθεί  κάποιο μέρος για ν' αποθηκέψει τα πράγματα και τα έπιπλά του.  Έτσι,  παρ'  όλες  του  τις  προσπάθειες  ν'  αλλάξει  εξωτερικά  τρόπο  ζωής  (ήθελε  να  ζήσει  απλά  σαν  φοιτητής) ο Νεχλιούντοφ δε τα κατάφερε. Και δεν έφθανε που τίποτα δεν άλλαξε στο διαμέρισμα  που έμενε, άρχισε ξαφνικά εκεί ένας οργασμός δουλειάς μιας κι οι υπηρέτες καταπιάστηκαν με το  αέρισμα, το τίναγμα και το ξεσκόνισμα όλων των μάλλινων και γούνινων ρούχων κι αντικειμένων. Κι  ήταν τόση η όρεξή τους για δουλειά που εκτός απ' τους υπηρέτες βοηθούσαν και ο θυρωρός, με τον  βοηθό του, η μαγείρισσα κι ο ίδιος ο Κορνέι. Στην αρχή έβγαλαν απ' τις ντουλάπες και κρέμασαν σε  σχοινιά  στρατιωτικές  στολές  και  μερικά  γούνινα  ρούχα  που  ποτέ  κανένας  δεν  χρησιμοποίησε  κι  ύστερα μετέφεραν έξω τα χαλιά και τα έπιπλα. Ο θυρωρός με τον βοηθό του, μ' ανασηκωμένα τα  μανίκια  τους,  χτυπούσαν  ρυθμικά  με  τα  γεροδεμένα  γυμνά  χέρια  τους,  την  ξεσκονίστρα,  ενώ  η  μυρωδιά της ναφθαλίνης ξεχυνόταν σ' όλα τα δωμάτια. Ο Νεχλιούντοφ, όταν έβγαινε στην αυλή και  κοιτούσε απ' τα παράθυρα, απορούσε πώς είχε μαζέψει τόσα, μα τόσα πράγματα και συλλογιζόταν  πως  το  δίχως  άλλο  του  ήταν  τελείως  άχρηστα.  «Η  μοναδική  χρησιμότητα  και  ο  μοναδικός  προορισμός όλων αυτών των πραγμάτων ‐αναλογιζόταν ο Νεχλιούντοφ‐ ήταν που δημιουργούσαν  την  πρόφαση  για  την  απασχόληση  και  την  φυσική  άσκηση  της  Αγκραφένα  Πετρόβνα,  του  Κορνέι,  του  θυρωρού,  του  βοηθού  του  και  της  μαγείρισσας.  Δεν  είναι  σκόπιμο  ν'  αλλάξω  σήμερα  τρόπο  ζωής  όταν  η  περίπτωση  με  την  Μάσλοβα  εκκρεμεί»,  σκεφτόταν  ο  Νεχλιούντοφ.  «Αλλά,  κι  απ'  την  άλλη,  θα  'ταν  υπερβολικά  δύσκολο  να  γίνει  αυτό.  Έτσι  κι  αλλιώς  τα  πράγματα  θα  ακολουθήσουν  από μόνα τους τη φυσική τους πορεία, όταν θα την αποφυλακίσουν ή θα την στείλουν στα κάτεργα,  οπότε θα πάω και εγώ κοντά της».  Την ημέρα που του είχε ορίσει ο δικηγόρος Φανάριν να τον επισκεφτεί, ο Νεχλιούντοφ πήγε να τον  βρει.  Όταν  μπήκε  στο  καταπληκτικό  ιδιόκτητο  διαμέρισμα  με  τα  τεράστια  φυτά  και  τις  αριστουργηματικές κουρτίνες στα παράθυρα, με πλούσιο διάκοσμο, που έδινε την εντύπωση πως ο  δικηγόρος  είχε  λεφτά  με  το  καντάρι,  λεφτά  που  αποκτήθηκαν  άκοπα,  όπως  συμβαίνει  με  τους  νεόπλουτους, ο Νεχλιούντοφ συνάντησε στον προθάλαμο πελάτες να κάθονται και να περιμένουν  στη  σειρά,  όπως  στον  γιατρό,  κακόκεφους,  ξεφυλλίζοντας  γύρω  από  κάτι  τραπεζάκια  εικονογραφημένα  περιοδικά,  αναζητώντας  μάταια  να  πνίξουν  την  πλήξη  τους.  Ο  βοηθός  του  δικηγόρου  που  καθόταν  επίσης  στον  προθάλαμο  σ'  ένα  ψηλό  γραφείο,  μόλις  αντίκρισε  τον  Νεχλιούντοφ,  τον  πλησίασε,  τον  χαιρέτησε  και  του  είπε  πως  θα  τον  ανήγγελλε  αμέσως.  Δεν  πρόλαβε όμως να πλησιάσει το γραφείο του προϊσταμένου του, όταν ξαφνικά η πόρτα άνοιξε μόνη  της,  κι  ακούστηκε  από  μέσα  μια  συζήτηση  σε  ψηλούς  και  ζωηρούς  τόνους  ανάμεσα  σ'  έναν  ηλικιωμένο  πλατύσωμο  κύριο,  με  κόκκινο  πρόσωπο  και  πυκνότριχο  μουστάκι,  που  φορούσε  ένα  ολοκαίνουριο  κοστούμι,  και  στον  ίδιο  τον  Φανάριν.  Στα  πρόσωπά  τους  ήταν  αποτυπωμένη  μια  έκφραση που μαρτυρούσε ότι είχαν καταλήξει σε μια επωφελή συμφωνία μεταξύ τους, μα όχι και  τόσο καθαρή.  ‐Δικό σας είναι το λάθος, αγαπητέ μου, έλεγε γελώντας ο Φανάριν.  ‐Θες ν' αγιάσεις και δε σ' αφήνουν...  ‐Καλά, καλά, σας ξέρω...  Γέλασαν κι οι δυο με προσποιητό τρόπο.  Digitized by 10uk1s 


‐Ω, πρίγκιπα, παρακαλώ περάστε, φώναξε ο Φανάριν μόλις είδε τον Νεχλιούντοφ και κάνοντας ένα  ακόμα  νεύμα  με  το  κεφάλι  του  στον  έμπορο  που  έφευγε  εκείνη  τη  στιγμή,  οδήγησε  τον  Νεχλιούντοφ στο γραφείο του με την αυστηρή επίπλωση.  ‐Παρακαλώ,  μπορείτε  να  καπνίσετε,  πρότεινε  στον  καινούριο  του  επισκέπτη  και  κάθησε  απέναντί  του  μη  μπορώντας  να  συγκρατήσει  το  χαμόγελο  ικανοποίησης  απ'  τη  συμφωνία  που  μόλις  είχε  κλείσει.  ‐Ευχαριστώ. Έρχομαι για την υπόθεση της Μάσλοβα.  ‐Μάλιστα, μάλιστα, αμέσως. Τι απατεώνες που είναι όλοι αυτοί οι παραλήδες! ‐Είδατε μήπως αυτόν  τον  λεβέντη;  Έχει  δώδεκα  περίπου  εκατομμύρια  ρούβλια.  Κι  ύστερα  λέει  πως  δεν  τον  αφήνουν  ν'  αγιάσει. Μα, αν γινόταν να σας πάρει ένα εικοσιπεντάρουβλο με τα δόντια, θα σας το τραβούσε.  «Εκείνος λέει δεν τον αφήνουν και συ μιλάς για "εικοσιπεντάρουβλα"», σκεφτόταν ο Νεχλιούντοφ,  καθώς  δεν  μπορούσε  να  εμποδίσει  ένα  αίσθημα  αηδίας  γι'  αυτό  τον  άνθρωπο  απέναντί  του  που  επιχειρούσε  ν'  αποδείξει  πως  μονάχα  αυτός  με  τον  Νεχλιούντοφ  είχαν  κοινά  σημεία,  ενώ  με  τους  πελάτες του κι όλους τους άλλους διέφεραν γιατί αυτοί ανήκαν σε τελείως αλλιώτικο κόσμο.  ‐Πραγματικά με ζάλισε ο τρισάθλιος τύπος. Την ψυχή μου 'βγαλε, είπε ο δικηγόρος προσπαθώντας  να  δικαιολογηθεί  έτσι  που  φλυαρούσε  χωρίς  ν'  αναφερθεί  στην  υπόθεση  του  Νεχλιούντοφ.  ‐Και  τώρα ας μιλήσουμε για την περίπτωσή σας... Διάβασα το φάκελο προσεκτικά και «το περιεχόμενο  δεν  το  ενέκρινα»,  όπως  γράφει  κάπου  ο  Τουργκένιεφ.  Μ'  άλλα  λόγια  ο  δικηγοράκος  σας  ήταν  φελλός κι άφησε να του ξεφύγει κάθε δυνατότητα για έφεση.  ‐Και τι νομίζετε πως πρέπει να γίνει;  ‐Μισό λεπτό... Να του πείτε, ‐ παρήγγειλε στο βοηθό του που είχε μπει στο γραφείο, ‐ πως θα γίνει  όπως είπα. Αν μπορεί, έχει καλώς, αν δεν μπορεί, δεν πειράζει.  ‐Μα, δεν συμφωνεί.  ‐Εντάξει,  ακόμα  καλύτερα,  είπε  ο  δικηγόρος  και  το  πρόσωπό  του  έχασε  απότομα  την  πρόσχαρη,  καλοπροαίρετη λάμψη κι έγινε σκοτεινό και μοχθηρό.  ‐Ορίστε,  λένε  πως  οι  δικηγόροι  κερδίζουν  εύκολα  λεφτά,  είπε  γυρίζοντας  προς  τον  Νεχλιούντοφ,  ενώ  η  όψη  του  ξανάγινε  χαμογελαστή  κι  ευχάριστη.  ‐Γλίτωσα  έναν  φουκαρά  οφειλέτη  από  μια  τελείως άδικη κατηγορία και τώρα όλοι τρέχουν και μου φορτώνονται. Όμως η κάθε τέτοια υπόθεση  χρειάζεται  τεράστια  προσπάθεια.  Κι  είναι  αλήθεια,  αυτό  που  λέει  ένας  συγγραφέας  πως  εμείς  οι  δικηγόροι,  αφήνουμε  ένα  κομμάτι  της  ψυχής  μας  μέσα  στο  καλαμάρι...  Όσο  για  τη  δική  σας  υπόθεση ή σωστότερα, για την υπόθεση που σας ενδιαφέρει, μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως την  χειρίστηκαν με τον χειρότερο τρόπο και δεν μας άφησαν κάποια ερείσματα για έφεση, ωστόσο, εγώ  θα επιχειρήσω να προσφύγω σ' αυτή. Να το κείμενο που ετοίμασα.  Πήρε  μια  κόλλα  χαρτί  και,  διαβάζοντας  βιαστικά,  προσπέρασε  τροχάδην  ορισμένες  ανούσιες  και  τυπικές  φράσεις,  ενώ  άλλες  τις  διάβασε  με  υποβλητικό  ύφος:  «Προς  Εφετείον,  Αίτηση  αναίρεσης  της καταδικαστικής απόφασης των ενόρκων κ.λπ., κ.λπ., βάσει της οποίας η κατηγορουμένη ονόματι  Μάσλοβα κρίθηκε ένοχη για το θάνατο από δηλητηρίαση του εμπόρου Σμελκόφ και σύμφωνα με το  άρθρο 1454 του Ποινικού Κώδικα καταδικάστηκε σε καταναγκαστικά έργα κ.λπ., κ.λπ.».  Σταμάτησε. Ήταν προφανές πως παρά τη μεγάλη  συνήθεια να  επαναλαμβάνει τα  ίδια  και τα ίδια,  Digitized by 10uk1s 


άκουγε με αυταρέσκεια τα λόγια του.  «Η  εν  λόγω  ετυμηγορία  συνιστά  αποτέλεσμα  πλήθους  όσων  σημαντικών  παραβάσεων  δικαστικού  χαρακτήρα  και  παραλείψεων  ‐  συνέχιζε  να  διαβάζει  με  υποβλητικό  ύφος‐  γεγονός  που  επιβάλλει  την  αναίρεσή  της.  Πρώτον,  η  ανάγνωση  της  ιατροδικαστικής  έκθεσης,  κατά  την  ακροαματική  διαδικασία, που αφορούσε στην εξέταση των σπλάγχνων του Σμελκόφ, διακόπηκε εξ αρχής από τον  πρόεδρο».  ‐Μα, την ανάγνωση τη ζήτησε ο ίδιος ο δημόσιος κατήγορος, είπε με έκπληκτο ύφος ο Νεχλιούντοφ.  ‐Δεν έχει καμία σημασία αυτό! Η υπεράσπιση θα μπορούσε να απαιτήσει να γίνει το ίδιο ακριβώς.  ‐Μα, δεν συνέτρεχε κανένας απολύτως λόγος.  ‐Ωστόσο,  τεκμηριώνει  ένα  στοιχείο  αναίρεσης.  Και  συνεχίζω:  «Δεύτερον,  η  υπεράσπιση  της  Μάσλοβα διακόπηκε από τον πρόεδρο κατά την ώρα της αγόρευσης τού συνηγόρου, τη στιγμή που,  επιθυμώντας  να  σκιαγραφήσει  το  χαρακτήρα  της  Μάσλοβα,  έθιξε  τις  εσωτερικές  αιτίες  του  παραστρατήματός  της.  Το  αιτιολογικό  ήταν  ότι  η  αγόρευση  του  συνηγόρου,  ήταν,  δήθεν,  εκτός  θέματος, τη στιγμή που στις ποινικές υποθέσεις ‐ όπως υπογράμμισε επανειλημμένα η Γερουσία‐ η  περιγραφή του χαρακτήρα και γενικά του ηθικού κόσμου του υποδίκου έχει πρωταρχική σημασία,  τουλάχιστον για τη σωστή επίλυση του προβλήματος επιμερισμού ευθυνών», συνέχισε κοιτάζοντας  τον Νεχλιούντοφ.  ‐Μα,  ξέρετε,  μιλούσε  τόσο  άσχημα  που  ήταν  αδύνατο  να  καταλάβει  κανένας  τίποτα,  είπε  ο  Νεχλιούντοφ με ακόμη πιο έντονη έκπληξη στην φωνή του.  ‐Ο νεαρός ήταν τελείως ανόητος και εξυπακούεται δεν μπορούσε ν' αρθρώσει μια σωστή κουβέντα,‐  είπε  γελώντας  ο  Φανάριν,  ‐  όμως  παρ'  όλα  αυτά  έχουμε  κάποιο  έρεισμα  για  την  έφεση.  Αλλά,  ας  πάμε παρακάτω.  «Τρίτον,  στην  τελική  του  αγόρευση  ο  πρόεδρος,  παραβλέποντας  την  κατηγορηματική  οδηγία  της  παραγράφου 1, του άρθρου 801 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεν εξήγησε στους ενόρκους ποια  νομικά στοιχεία συναποτελούν την έννοια της ενοχής και δεν τους είπε ότι είχαν το δικαίωμα ακόμα  και στην περίπτωση που θα δέχονταν πως όντως η Μάσλοβα έδωσε το δηλητήριο στον Σμελκόφ, να  μην καταλογίσουν ευθύνες για την πράξη της αυτή, λόγω έλλειψης προθέσεων απ' την πλευρά της  και κινήτρων για τον φόνο, και έτσι να παραδεχτούν την ενοχή της όχι για την διάπραξη εγκλήματος,  αλλά  μόνο  για  την  αμέλεια  που  επέδειξε,  απρόβλεπτη  συνέπεια  της  οποίας  υπήρξε  για  την  Μάσλοβα ο θάνατος του εμπόρου». ‐ Εδώ βρίσκεται η ουσία της υπόθεσης.  ‐Μα κι εμείς οι ίδιοι θα 'πρεπε από μόνοι μας να το καταλάβουμε. Ήταν δικό μας το λάθος.  «Και  τέλος,  τέταρτον,  ‐συνέχισε  ο  δικηγόρος‐  η  ερώτηση  που  διατύπωσαν  οι  ένορκοι  προς  την  κατηγορουμένη  για  την  ενοχή  της  είχε  τέτοια  μορφή  που  ουσιαστικά  περιέκλειε  οφθαλμοφανή  αντίφαση. Η Μάσλοβα κατηγορήθηκε για εσκεμμένο δηλητηριασμό του Σμελκόφ, με αποκλειστικά  ιδιοτελή σκοπό που αποτέλεσε και το μοναδικό κίνητρο διάπραξης του εγκλήματος. Την ίδια στιγμή  όμως οι ένορκοι, στην απάντησή τους προς το δικαστήριο αρνήθηκαν την πρόθεση της ληστείας και  τη  συμμετοχή  της  Μάσλοβα  στην  κλοπή  των  χρημάτων  και  μόνο  επειδή  επήλθε  παρανόηση  που  προκλήθηκε από την ελλιπή αγόρευση του προέδρου, δεν διατύπωσαν με τον κατάλληλο τρόπο τη  θέση τους, τη στιγμή που μια τέτοια απάντηση των ενόρκων απαιτούσε απαρέγκλιτα την εφαρμογή  των άρθρων 816 και 808 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δηλαδή, ο πρόεδρος όφειλε να εξηγήσει  στους ενόρκους το λάθος που είχαν διαπράξει και να συγκαλέσει νέα συνεδρία των ενόρκων για την  Digitized by 10uk1s 


διαλεύκανση  της  ενοχής  της  κατηγορουμένης»,  κατέληξε  ο  Φανάριν,  ολοκληρώνοντας  την  ανάγνωση του εγγράφου.  ‐Γιατί, όμως, ο πρόεδρος δεν το έπραξε αυτό στην προκειμένη περίπτωση;  ‐Κι εγώ θα ήθελα να το γνωρίζω αυτό, απάντησε γελώντας ο Φανάριν.  ‐Στην περίπτωση αυτή, πιστεύετε πως η Γερουσία θα επανορθώσει;  ‐Αυτό θα εξαρτηθεί από τι γεροκούσαλα θα συνεδριάζουν εκεί τη δεδομένη στιγμή.  ‐Τι εννοείτε γεροκούσαλα;  ‐Γεροκούσαλα  απ'  το  γηροκομείο.  Τέλος  πάντων,  ας  προχωρήσουμε:  «Μια  τέτοια  ετυμηγορία  δεν  παρέχει  στο  δικαστήριο  το  δικαίωμα  ‐εξακολούθησε  να  διαβάζει  γρήγορα‐  να  επιβάλει  στη  Μάσλοβα ποινική καταδίκη και η εφαρμογή της στην περίπτωσή της της παραγράφου 3 του άρθρου  771  του  Κώδικα  Ποινικής  Δικονομίας  συνιστά  άκρως  και  σοβαρή  παραβίαση  των  βασικών  διατάξεων  της  ποινικής  μας  διαδικασίας.  Βάσει  των  παραπάνω  επιχειρημάτων,  έχω  την  τιμή  να  αναλάβω  την  υπεράσπισή  της  και  να  ζητήσω  την  ακύρωση  της  απόφασης  του  δικαστηρίου  σας,  σύμφωνα  με  τα  άρθρα  909,  910,  παράγραφο  2  του  άρθρου  912  και  το  άρθρο  928  του  Κώδικα  Ποινικής  Δικονομίας  κ.λπ.,  κ.λπ.  και  ακόμα  να  ζητήσω  την  παραπομπή  της  υπόθεσης  με  νέα  σύνθεση του ίδιου δικαστηρίου προς επανεξέτασή της». Αυτά λοιπόν, μπόρεσα να γράψω κι αυτά  έγραψα.  Όμως  θα  'μαι  ειλικρινής  απέναντι  σας,  έχουμε  ελάχιστες  πιθανότητες  να  πετύχουμε.  Εξάλλου,  όλα  εξαρτώνται  απ'  τη  σύνθεση  της  Γερουσίας.  Αν  περνάει  απ'  το  χέρι  σας,  κάνετε  ό,τι  μπορείτε.  ‐Κάποιες γνωριμίες έχω.  ‐Καλώς.  Ενεργήστε,  όμως,  γρήγορα,  ειδάλλως  θα  φύγουν  όλοι  για  να  γιατρέψουν  τις  αιμορροΐδες  τους  και  θα  χρειαστεί  να  περιμένετε  τρεις  μήνες...  Και  σε  περίπτωση  αποτυχίας,  το  μόνο  που  απομένει  είναι  να  ζητήσουμε  χάρη  από  την  Αυτού  Μεγαλειότητα.  Αλλά  αυτό  εξαρτάται  από  παρασκηνιακές  διεργασίες.  Ωστόσο,  είμαι  έτοιμος  να  σας  παρέξω  τις  υπηρεσίες  μου,  δηλαδή  όχι  στο παρασκήνιο, αλλά για την κατάθεση της έφεσης.  ‐Σας ευχαριστώ. Κι η αμοιβή σας...  ‐Ο βοηθός μου θα σας παραδώσει το καθαρογραμμένο έγγραφο της έφεσης και θα σας ενημερώσει  σχετικά.  ‐Επίσης,  θα  ήθελα  να  σας  ρωτήσω  κάτι  ακόμα:  ο  εισαγγελέας  μου  έδωσε  άδεια  να  επισκεφθώ  το  πρόσωπο αυτό στη φυλακή κι εκεί μου δήλωσαν ότι χρειάζεται επί πλέον άδεια του κυβερνήτη για  να γίνει η συνάντηση εκτός του προγραμματισμένου επισκεπτηρίου. Αληθεύει άραγε αυτό;  ‐Ναι,  νομίζω  πως  έτσι  είναι.  Όμως  αυτή  τη  στιγμή  ο  κυβερνήτης  απουσιάζει,  τον  αντικαθιστά  ο  αναπληρωτής του, ένας ηλίθιος με περικεφαλαία και είναι μάλλον απίθανο να πετύχετε κάτι.  ‐Μήπως τον λένε Μάσλενικοφ;  ‐Ναι.  ‐Τον γνωρίζω, είπε ο Νεχλιούντοφ και σηκώθηκε απ' τη θέση του για να φύγει.  Digitized by 10uk1s 


Την ώρα εκείνη μπήκε σα σίφουνας στο γραφείο μια μικροκαμωμένη, πανάσχημη γυναίκα, σωστό  τέρας,  πλατσομύτα,  σαν  σκελετός  αδύνατη,  χλομή.  Ήταν  η  γυναίκα  του  δικηγόρου.  Το  γοργό  της  βήμα  κι  ο  αέρας  που  'χε  στο  περπάτημά  της  μαρτυρούσαν  πως  δεν  είχε  καθόλου  επίγνωση  της  κατάστασής  της.  Το  ντύσιμό  της  ήταν  εκκεντρικό  μέχρι  γελοιότητας:  είχε  κρεμάσει  πάνω  της  βελούδα και μεταξωτά με παρδαλά χρώματα, ένα συνδυασμό φανταχτερού κίτρινου και πράσινου.  Το χτένισμά της συμπλήρωνε εκείνη την απαίσια εικόνα με τα λιπαρά μαλλιά της περμανάντ. Μπήκε  στο γραφείο με πολύ ανέμελο και πομπώδες ύφος συνοδευόμενη από έναν ψηλό άνδρα με χλομό  και χαμογελαστό πρόσωπο, που φορούσε μια ρεντινγκότα με μεταξωτές τρέσες και άσπρη γραβάτα.  Ήταν κάποιος συγγραφέας που ο Νεχλιούντοφ ήξερε εξ όψεως.  ‐Ανατόλ,  φώναξε  η  γυναίκα,  ανοίγοντας  διάπλατα  την  πόρτα,  ‐έλα  μαζί  μου.  Ο  Σιμιόν  Ιβάνοβιτς  υποσχέθηκε να μας απαγγείλει τα ποιήματά του κι εσύ πρέπει να διαβάσεις το δοκίμιό σου για τον  Γκάρσιν το δίχως άλλο.  Ο Νεχλιούντοφ ήθελε να φύγει, μα η γυναίκα του δικηγόρου κάτι ψιθύρισε στ' αφτί του άνδρα της  και γύρισε αμέσως προς το μέρος του.  ‐Παρακαλώ,  πρίγκιπα,  σας  ξέρω  και  θεωρώ  περιττές  τις  συστάσεις  και  τις  προσκλήσεις,  ελάτε  να  παρακολουθήσετε  το  φιλολογικό  μας  πρωινό.  Θα  είναι  πολύ  ενδιαφέρον.  Ο  Ανατόλ,  ξέρετε,  διαβάζει θαυμάσια.  ‐Βλέπετε  πόσο  πολυπράγμων  είμαι,  είπε  ο  Ανατόλ  στον  Νεχλιούντοφ  γελώντας  αμήχανα  κι  έδειξε  την  γυναίκα  του  με  μια  κίνηση  που  φανέρωνε  πως  του  ήταν  αδύνατο  ν'  αντισταθεί  σ'  εκείνο  το  γοητευτικό τέρας.  Με σκυθρωπό κι αυστηρό πρόσωπο και λεπτότατη διακριτικότητα ο Νεχλιούντοφ ευχαρίστησε την  γυναίκα του δικηγόρου για την τιμή που του έκανε να τον προσκαλέσει, εξέφρασε την αδυναμία του  να παραβρεθεί στο φιλολογικό πρωινό και βγήκε απ' το γραφείο.  ‐Τι ξιπασμένος, Θεέ μου! είπε η γυναίκα του δικηγόρου, μόλις ο Νεχλιούντοφ έφυγε.  Στον  προθάλαμο  του  δικηγορικού  γραφείου  ο  βοηθός  του  Φανάριν  παρέδωσε  στον  Νεχλιούντοφ  την αίτηση της έφεσης και, όσο για την αμοιβή του δικηγόρου του, είπε πως ο Ανατόλ Πετρόβιτς την  είχε  ορίσει  σε  χίλια  ρούβλια,  εξηγώντας  του  παράλληλα  πως  τέτοιες  υποθέσεις  δεν  αναλαμβάνει  γενικά, αλλά, τώρα, έκανε εξαίρεση ειδικά σ' αυτόν.  ‐Μα ποιος πρέπει να υπογράψει την αίτηση; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Μπορεί η ίδια η κατηγορουμένη, κι αν υπάρξουν δυσκολίες μπορεί να υπογράψει για λογαριασμό  της ο Ανατόλ Πετρόβιτς με εξουσιοδότησή της.  ‐Όχι,  θα  πάω  να  την  δω  στη  φυλακή  και  θα  πάρω  την  υπογραφή  της,  είπε  ο  Νεχλιούντοφ,  που  χάρηκε  ότι  έτσι  θα  ξανάβλεπε  την  Κατιούσα,  νωρίτερα  από  την  κανονική  ημερομηνία  του  επισκεπτηρίου. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XLVI  ΤΗ ΣΥΝΗΘΙΣΜΕΝΗ τους ώρα ακούστηκαν στους διαδρόμους οι σφυρίχτρες των δεσμοφυλάκων, οι  σιδερόφρακτες πόρτες στα κελιά και στους διαδρόμους άνοιξαν μ' ένα βαρύγδουπο βρόντο, γυμνές  πατούσες  και  τσόκαρα  πλατάγισαν  στις  πλάκες,  οι  κρατούμενοι  της  αγγαρείας  φορτωμένοι  τις  βούτες διέσχισαν τους διαδρόμους σκορπώντας στον αέρα μιαν αφόρητη δυσοσμία.  Οι κρατούμενοι, άνδρες και γυναίκες, πλύθηκαν, βγήκαν στους διαδρόμους για το προσκλητήριο και  μετά τράβηξαν να πάρουν ζεστό νερό για το τσάι τους.  Εκείνο το πρωινό, σ' όλα τα κελιά, την ώρα που έπαιρναν το τσάι τους, οι κρατούμενοι συζητούσαν  έντονα για το μαστίγωμα δυο συναδέλφων τους που θα γινόταν την ίδια μέρα. Ο ένας απ' τους δύο  κρατούμενους ήταν ένας καλά μορφωμένος νέος άνδρας, ο Βασίλιεφ, πρώην επιστάτης σε τσιφλίκι,  που 'χε  σκοτώσει την αγαπημένη του  σ' ένα αμόκ ζήλειας. Στο  κελί ήταν σ' όλους αγαπητός, γιατί  ήταν  πρόσχαρος,  γενναιόδωρος  και  γιατί  κρατούσε  σταθερή  γραμμή  συμπεριφοράς  με  τη  διεύθυνση της φυλακής. Ήξερε τους νόμους κι απαιτούσε την τήρησή τους. Γι' αυτό το λόγο, όμως, η  διεύθυνση  αντίθετα,  δεν  τον  αγαπούσε  καθόλου.  Πριν  από  τρεις  εβδομάδες  ένας  δεσμοφύλακας  είχε δείρει έναν κρατούμενο της αγγαρείας, γιατί εκείνος είχε χύσει τη λαχανόσουπά του πάνω στο  καινούριο  του  αμπέχονο.  Ο  Βασίλιεφ  υπερασπίστηκε  τον  κρατούμενο  υποστηρίζοντας  πως  ο  κανονισμός απαγόρευε να χτυπούν τους κρατούμενους.» Θα σου μάθω εγώ τι λέει ο κανονισμός»,  είπε  ο  δεσμοφύλακας  και  έβρισε  τον  Βασίλιεφ.  Εκείνος  του  ανταπάντησε  με  τις  ίδιες  βρισιές.  Ο  δεσμοφύλακας  προσπάθησε  να  χτυπήσει  τον  Βασίλιεφ,  όμως  εκείνος  του  έπιασε  το  χέρι,  του  το  έστριψε για δυο τρία λεπτά, ύστερα τον γύρισε προς την πόρτα και τον πέταξε έξω από το κελί. Ο  δεσμοφύλακας  ανέφερε  το  περιστατικό  στη  διεύθυνση  και  ο  διευθυντής  διέταξε  να  κλείσουν  τον  Βασίλιεφ στην απομόνωση.  Τα απομονωτήρια ήταν μια σειρά θεοσκότεινα μικρά κελιά, που τα έκλειναν απ' έξω με αμπάρες και  κλειδαριές. Στο σκοτεινό και παγωμένο απομονωτήριο δεν υπήρχε ούτε κρεβάτι ούτε τραπέζι ούτε  καρέκλα κι έτσι ο φυλακισμένος ήταν υποχρεωμένος είτε να στέκεται όρθιος είτε να ξαπλώνει στο  βρόμικο δάπεδο που ήταν γεμάτο αρουραίους. Ήταν τόσοι πολλοί που έτρεχαν συνέχεια πάνω στο  δάπεδο  κι  από  κάτω  στις  φωλιές  τους  και  είχαν  τόσο  εξοικειωθεί  με  την  παρουσία  των  κρατουμένων  που  δεν  δίσταζαν  να  τους  επιτεθούν  ακόμα  και  στο  σκοτάδι  για  να  τους  φάνε  το  ψωμί. Τους άρπαζαν το ψωμί απ' τα χέρια και τους ορμούσαν, αν εκείνοι δεν κουνούσαν συνεχώς  χέρια,  πόδια,  για  να  τους  τα  ροκανίσουν.  Ο  Βασίλιεφ  αρνήθηκε  να  μπει  στο  απομονωτήριο,  γιατί  υποστήριζε πως ήταν αθώος.  Τον  κουβάλησαν  σηκωτό,  μέχρις  εκεί.  Εκείνος  αντιστάθηκε  και  δυο  άλλοι  κρατούμενοι  τον  βοήθησαν  να  ξεφύγει  απ'  τα  χέρια  των  δεσμοφυλάκων.  Τρέξανε  τότε  για  βοήθεια  όλοι  οι  δεσμοφύλακες κι ανάμεσά τους ο Πετρόφ που φημιζόταν για τη δύναμή του. Τελικά γονάτισαν τους  κρατούμενους  και  τους  έχωσαν  στ'  απομονωτήρια.  Έστειλαν  στον  κυβερνήτη  την  ίδια  στιγμή  έγγραφη αναφορά για σχεδιαζόμενη εξέγερση των κρατουμένων. Στην απάντηση που πήραν απ' τον  κυβερνήτη ορίστηκε να μαστιγωθούν οι δύο πρωταίτιοι του επεισοδίου, ο Βασίλιεφ και ένας αλήτης  ονόματι Νεπομνιάσεφ, με τριάντα καμουτσικιές.  Η μαστίγωση έπρεπε να γίνει στην αίθουσα επισκεπτηρίου των γυναικών.  Αποβραδίς  η  είδηση  ήταν  κιόλας  γνωστή  σ'  όλους  στη  φυλακή,  και  στα  κελιά  οι  φυλακισμένοι  συζητούσαν  έντονα  για  την  τιμωρία.  Η  Καραμπλιόβα,  η  Μορφονιά,  η  Φεντόσια  κι  η  Μάσλοβα,  καθισμένες  στη  γωνιά  τους,  κατακόκκινες  και  ξαναμμένες  από  τη  βότκα  που  είχαν  πιει  ‐  τώρα  υπήρχε  άφθονη  χάρη  στη  Μάσλοβα  που  ήταν  γενναιόδωρη  και  φίλευε  τις  συντρόφισσές  της,  ‐ έπιναν το τσάι τους και συζητούσαν για το ίδιο θέμα.  Digitized by 10uk1s 


‐Μήπως εκείνος άρχισε τον καβγά; έλεγε η Καραμπλιόβα για τον Βασίλιεφ, σπάζοντας με τα δυνατά  της  δόντια  κάτι  τρίμματα  ζάχαρης.  ‐Το  σύντροφό  του  μόνο  θέλησε  να  προστατέψει,  μιας  και  απαγορεύεται σήμερα το ξύλο.  ‐Ο  μικρός  λένε  πως  είναι  καλό  παλικάρι,  πρόσθεσε  η  Φεντόσια,  που  καθόταν  σ'  ένα  κούτσουρο  απέναντι στο πεζούλι με το τσαγερό, με λυτά τα μακριά της μαλλιά.  ‐Θα 'πρεπε να μιλήσεις σ' εκείνον Μιχάηλοβνα, γύρισε και είπε στη Μάσλοβα η γριά, υπονοώντας  τον Νεχλιούντοφ.  ‐Θα  του  μιλήσω.  Αυτός  είναι  έτοιμος  να  κάνει  για  μένα  το  παν,  απάντησε  γελώντας  η  Μάσλοβα,  τινάζοντας τα μαλλιά της.  ‐Ναι, μα πότε θα φανεί εκείνος; Λένε πως πήγαν κιόλας να τους πάρουν, είπε η Φεντόσια. ‐Τι κρίμα  αλήθεια, πρόσθεσε αναστενάζοντας.  ‐Εγώ  μια  φορά  είδα  με  τα  μάτια  μου  πώς  μαστιγώνανε  έναν  μαλλιαρό  άντρα.  Μ'  είχε  στείλει  ο  πεθερός  μου  στον  αστυνόμο,  πήγα  και  τι  να  δω...,  άρχισε  να  διηγείται  μια  ακόμη  μακρόσυρτη  ιστορία της η γρια‐φύλακας.  Τη ��ιήγησή της έκοψε στη μέση μια οχλοβοή από φωνές και βηματισμούς στο πάνω πάτωμα.  Οι γυναίκες βουβάθηκαν και τέντωσαν τ' αφτιά τους ν' αφουγκραστούν.  ‐Πάει,  τον  πήρανε  οι  δαίμονες,  είπε  η  Μορφονιά.  ‐Θα  τον  δείρουνε  τώρα  μέχρι  θανάτου.  Τον  μισούνε τόσο άγρια οι δεσμοφύλακες γιατί δεν τους αφήνει να κάνουν ό,τι τους αρέσει.  Στον πάνω διάδρομο έπεσε σιωπή κι η γριά βρήκε την ευκαιρία ν' αποτελειώσει την εξιστόρησή της  και  να  πει  πως  τρόμαξε  τόσο  πολύ  όταν  αντίκρυσε  σ'  εκείνη  την  αποθήκη  δίπλα  στο  τμήμα  να  μαστιγώνουν τον μαλλιαρό άνδρα, που ένοιωθε να της ανακατεύονται τα σωθικά. Με τη σειρά της η  Μορφονιά διηγήθηκε πως είχανε μαστιγώσει κάποιον Σεγκλόφ με λουρίδες από πετσί κι εκείνος δεν  έβγαλε άχνα. Ύστερα η Φεντόσια μάζεψε τα συμπράγαλα του τσαγιού κι η Καραμπλιόβα μαζί με την  γριά  ξανάσκυψαν  στο  ράψιμό  τους∙  η  Μάσλοβα  ζάρωσε  πάνω  στο  σανιδοκρέβατό  της  αγκαλιάζοντας  με  τα  δυο  της  χέρια  τα  γόνατα  και  υποφέροντας  από  μιαν  αφόρητη  πλήξη.  Ετοιμαζόταν να πλαγιάσει, όταν μια δεσμοφύλακας της φώναξε να κατεβεί στο επισκεπτήριο.  ‐Μην  ξεχάσεις  να  του  μιλήσεις  για  μας,  της  είπε  η  γριά  Μενσόβα  την  ώρα  που  η  Μάσλοβα  τακτοποιούσε το μαντήλι της μπροστά σ' ένα ξεγδαρμένο καθρέφτη, ‐ δε βάλαμε εμείς τη φωτιά να  πεις, αλλά εκείνος, ο ίδιος, ο κακούργος, κι ο εργάτης τον είδε καλά. Πες του ακόμα να ζητήσει να  δει  τον  Μίτρι.  Ο  Μίτρι  θα  του  τα  πει  όλα,  καθαρά  και  ξάστερα.  Γιατί  είναι  άδικο  εμείς  να  'μαστε  κλειδαμπαρωμένοι  στη  φυλακή,  να  ζούμε  μέσ'  στην  απομόνωση  κι  εκείνος  ο  κακούργος  να  γλεντοκοπάει με γυναίκα αλλουνού και να αράζει στα καπηλειά.  ‐Δεν είναι δίκιο αυτό! συμφώνησε η Καραμπλιόβα.  ‐Θα  του  το  πω,  οπωσδήποτε  θα  του  το  πω,  απάντησε  η  Μάσλοβα.  Όμως,  ας  πιούμε  και  μια  γουλίτσα, έτσι για να πάρω θάρρος, πρόσθεσε μισοκλείνοντας το μάτι στη γριά.  Η Καραμπλιόβα της  έβαλε μισό φλιντζάνι να πιει.  Η Μάσλοβα  το άδειασε,  σκούπισε τα  χείλη της,  ήρθε  στο  κέφι  αμέσως  και  επαναλαμβάνοντας  τα  λόγια  της  "για  να  πάρω  θάρρος",  κουνώντας  το  κεφάλι μ' ένα χαμόγελο στο στόμα, ακολούθησε την δεσμοφύλακα στο διάδρομο.  Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XLVII  Ο  ΝΕΧΛΙΟΥΝΤΟΦ  ΠΕΡΙΜΕΝΕ  από  ώρα  στην  είσοδο.  Μόλις  έφθασε  στη  φυλακή,  χτύπησε  το  κουδούνι  της  πύλης  και  έδωσε  στο  δεσμοφύλακα  υπηρεσίας  την  άδεια  που  του  είχε  δώσει  ο  εισαγγελέας.  ‐Ποιον θέλετε;  ‐Θέλω να δω την κρατούμενη Μάσλοβα.  ‐Δεν επιτρέπεται τώρα, ο διευθυντής είναι απασχολημένος.  ‐Στο γραφείο του; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Όχι,  εδώ,  στην  αίθουσα  επισκεπτηρίου,  απάντησε  ο  δεσμοφύλακας  με  κάποια  δυσφορία,  όπως  νόμισε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Μα υπάρχει σήμερα επισκεπτήριο;  ‐Όχι, πρόκειται για κάτι έκτακτο.  ‐Και πώς θα μπορούσα να τον δω;  ‐Όταν θα τελειώσουν, θα τον δείτε. Περιμένετε.  Την ίδια στιγμή απ' την πίσω πόρτα βγήκε ένας υπαξιωματικός μ' αστραφτερά γαλόνια και φωτεινό,  ξαναμμένο  πρόσωπο  και  μουστάκια  που  μύριζαν  τσιγαρίλα.  Ρώτησε  μ'  αυστηρό  ύφος  τον  δεσμοφύλακα.  ‐Γιατί αφήνετε τον κόσμο;... Στο γραφείο...  ‐Μου είπαν πως ο διευθυντής είναι εδώ, είπε ο Νεχλιούντοφ που του έκανε εντύπωση η ανησυχία  που διαγραφόταν στο πρόσωπο του υπαξιωματικού.  Τη στιγμή εκείνη άνοιξε η εσωτερική πόρτα και βγήκε ιδρωμένος και αγριεμένος ο Πετρόφ.  ‐Θα το θυμάται αυτό, φώναξε απευθυνόμενος προς τον υπαξιωματικό.  Ο υπαξιωματικός έκανε νεύμα στον Πετρόφ δείχνοντας με τα μάτια του τον Νεχλιούντοφ κι εκείνος  μεμιάς σώπασε, σούφρωσε τα φρύδια του και πέρασε μέσα απ' την πίσω πόρτα.  «Ποιος θα το θυμάται αυτό; Τι συμβαίνει κι είναι όλοι τους αναστατωμένοι; Γιατί ο υπαξιωματικός  τού έκανε νόημα δείχνοντας εμένα;» αναλογιζόταν ο Νεχλιούντοφ.  ‐Δεν  επιτρέπεται  να  περιμένετε  εδώ...  Παρακαλώ,  περάστε  στο  γραφείο,  απευθύνθηκε  και  πάλι  ο  υπαξιωματικός  προς  τον  Νεχλιούντοφ  κι  εκείνος  ετοιμαζόταν  πλέον  να  φύγει,  όταν  από  την  πίσω  πόρτα  έκανε  την  εμφάνισή  του  ο  διευθυντής,  ακόμα  πιο  αναστατωμένος  κι  οργισμένος  απ'  τους  υφισταμένους του. Αναστέναζε αδιάκοπα. Μόλις είδε τον Νεχλιούντοφ, είπε στον δεσμοφύλακα.  ‐Φεντότοφ, φώναξε την Μάσλοβα απ' το πέμπτο κελί στο γραφείο.  Digitized by 10uk1s 


‐Απ'  εδώ  παρακαλώ,  είπε  ο  διευθυντής  στον  Νεχλιούντοφ.  Ανέβηκαν  μιαν  απότομη  σκάλα  και  μπήκαν σ' ένα μικρό δωματιάκι μ' ένα παράθυρο, ένα γραφείο και μερικές καρέκλες. Ο διευθυντής  κάθησε.  ‐Πολύ βαριά, πολύ βαριά, η δουλειά μας, είπε στον Νεχλιούντοφ κι έβγαλε ένα χοντρό παπιρόσι να  καπνίσει.  ‐Φαίνεται, έχετε κουραστεί, είπε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Μ' έχει κουράσει η υπηρεσία, είναι πολύ βαριές οι ευθύνες μας. Εκεί που πάμε να ξαλαφρώσουμε  τη ζωή των φυλακισμένων, τα πράγματα γίνονται χειρότερα. Το μόνο που σκέφτομαι είναι το πώς θ'  αποχωρήσω, δεν τις μπορώ άλλο τις βαριές μας ευθύνες.  Ο  Νεχλιούντοφ  δεν  ήξερε  τι  ακριβώς  υπονοούσε  ο  διευθυντής  ούτε  τι  δυσκολία  αντιμετώπιζε,  μα  καταλάβαινε την περίεργη, απελπισμένη και κουρασμένη του διάθεση που προκαλούσε οίκτο.  ‐Βέβαια οπωσδήποτε είναι πολύ βαριές, είπε. ‐Όμως γιατί εξακολουθείτε να βρίσκεστε σ' αυτή την  υπηρεσία;  ‐Είμαι φτωχός, έχω οικογένεια.  ‐Μα, αν σας είναι τόσο δύσκολο....  ‐Κι  όμως,  εγώ  θα  σας  πω  ότι  όσο  εξαρτάται  από  μένα,  παρ'  όλα  αυτά,  κάτι  προσφέρω  κι  αυτό  μ'  ανακουφίζει. Ένας άλλος στη θέση μου θα ενεργούσε τελείως  διαφορετικά. Γιατί, είναι  εύκολο να  πεις δύο και πλέον χιλιάδες ψυχές εδώ μέσα να πάνε στα κομμάτια. Πρέπει να μάθεις πώς να τους  αντιμετωπίζεις.  Άνθρωποι  είναι  κι  αυτοί,  τους  λυπάσαι  δεν  σου  κάνει  καρδιά  να  τους  εγκαταλείψεις.  Ο διευθυντής άρχισε να αφηγείται στον Νεχλιούντοφ ένα πρόσφατο περιστατικό για μια συμπλοκή  ανάμεσα στους κρατούμενους που κατέληξε σε φόνο.  Την αφήγησή του διέκοψε η είσοδος της Μάσλοβα που συνοδευόταν από έναν δεσμοφύλακα.  Ο Νεχλιούντοφ από τη θέση του την είδε στην πόρτα, όταν εκείνη δεν είχε δει ακόμα τον διευθυντή.  Το  πρόσωπό  της  ήταν  αναψοκοκκινισμένο.  Ακολουθούσε  με  ζωηρό  βήμα  τον  δεσμοφύλακα,  γελώντας  χωρίς  σταμάτημα  και  κουνώντας  το  κεφάλι.  Μόλις  αντίκρισε  τον  διευθυντή,  σταμάτησε  απότομα και με έντρομο βλέμμα τον κοίταξε. Όμως αμέσως βρήκε την ψυχραιμία της, συνήλθε και  στράφηκε προς τον Νεχλιούντοφ με ζωηρό και ευδιάθετο ύφος.  ‐Χαίρετε, είπε τραγουδιστά, γελώντας, και του 'σφίξε δυνατά, όχι όπως την προηγούμενη φορά, το  χέρι.  ‐Ορίστε,  σας  έφερα να υπογράψετε την αίτηση έφεσης,  είπε ο  Νεχλιούντοφ, λιγάκι ξαφνιασμένος  απ' αυτόν τον διαχυτικό τρόπο που τον δέχτηκε. ‐Ο δικηγόρος  ετοίμασε την  αίτηση και πρέπει να  την υπογράψετε για να τη στείλουμε στην Πετρούπολη.  ‐Και  γιατί  να  μην  υπογράψω;  Όλα  μπορούν  να  γίνουν,  είπε  μισοκλείνοντας  το  ένα  της  μάτι  χαμογελώντας.  Ο Νεχλιούντοφ έβγαλε από την τσέπη του ένα διπλωμένο χαρτί και πλησίασε το τραπέζι.  Digitized by 10uk1s 


‐Μπορεί να την υπογράψει εδώ; ρώτησε τον διευθυντή.  ‐Έλα δω, κάθισε, είπε ο διευθυντής. Να πάρε πένα. Ξέρεις να γράφεις;  ‐Ήξερα κάποτε, του είπε και χαμογελώντας ανασήκωσε τη φούστα και τα μανίκια της μπλούζας της,  κάθισε  στο  τραπέζι,  πήρε  κάπως  αδέξια  στο  μικρό,  ευκίνητο  χέρι  της  την  πένα  και  χαχανίζοντας  κοίταξε τον Νεχλιούντοφ.  Εκείνος της υπέδειξε πού και πώς έπρεπε να υπογράψει.  Με προσοχή, βουτώντας την πένα στο μελανοδοχείο, τινάζοντάς την πολλές φορές, έγραψε τελικά τ'  όνομά της.  ‐Μήπως χρειάζεται και τίποτ' άλλο; ρώτησε, κοιτώντας μια τον Νεχλιούντοφ και μια τον διευθυντή  κι ακουμπώντας την πένα μια στο μελανοδοχείο και μια στο χαρτί.  ‐Έχω κάτι να σας πω, είπε ο Νεχλιούντοφ και της πήρε απ' το χέρι την πένα.  ‐Εμπρός, λοιπόν, πείτε το, απάντησε απότομα και μεμιάς το πρόσωπό της έγινε σοβαρό σαν κάτι να  θυμήθηκε ή σα να νύσταζε.  Ο  διευθυντής  σηκώθηκε  και  βγήκε  έξω.  Ο  Νεχλιούντοφ  έμεινε  μόνος  μαζί  της,  πρόσωπο  με  πρόσωπο. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XLVIII  Ο  ΔΕΣΜΟΦΥΛΑΚΑΣ,  που  είχε  φέρει  την  Μάσλοβα,  κάθισε  κοντά  στο  παράθυρο,  μακριά  από  το  τραπέζι.  Η  αποφασιστική  ώρα  για  τον  Νεχλιούντοφ  είχε  φθάσει.  Δεν  είχε  πάψει  να  κατηγορεί  τον  εαυτό του που στο πρώτο τους ραντεβού δεν της είχε πει το σπουδαιότερο, ότι δηλαδή σκόπευε να  την  παντρευτεί,  και  γι'  αυτό  τώρα  ήταν  αποφασισμένος  να  της  το  πει.  Εκείνη  καθόταν  απ'  τη  μια  πλευρά του τραπεζιού κι απέναντι κάθισε ο Νεχλιούντοφ. Στο δωμάτιο είχε φως και ο Νεχλιούντοφ  μπόρεσε για πρώτη φορά να διακρίνει από κοντά το πρόσωπό της∙ εκείνες οι ρυτίδες και το πρήξιμο  στα μάτια τον έκαναν να νιώσει μεγαλύτερο οίκτο γι' αυτήν από πριν.  Ακουμπώντας  τους  αγκώνες  του  στο  τραπέζι  με  τέτοιο  τρόπο  που  να  μην  τον  ακούει  ο  δεσμοφύλακας,  (ένας  άνδρας  με  εβραϊκά  χαρακτηριστικά  και  γκρίζες  φαβορίτες)  που  καθόταν  κοντά στο παράθυρο, παρά μονάχα εκείνη, της είπε:  ‐Αν  δεν  πετύχει  η  αίτηση  έφεσης  θ'  απευθυνθούμε  στην  Αυτού  Μεγαλειότητα.  Θα  κάνουμε  ό,τι  είναι δυνατόν.  ‐Αχ,  αν  ήταν  απ'  την  αρχή  ο  δικηγόρος  καλός...  τον  διέκοψε  απότομα.  ‐Αυτός  που  είχα  ήταν  ένας  βλάκας με περικεφαλαία. Όλο κομπλιμέντα ήξερε να μου κάνει, είπε γελώντας. ‐Μα αν ήξεραν τότε  πως  είμαι  γνωστή  σας,  θα  'ταν  τελείως  διαφορετικά.  Γιατί  σήμερα  όλοι  πιστεύουν  πως  είμαι  κλέφτρα.  «Τι  περίεργη  που  είναι  σήμερα»,  σκεφτόταν  το  Νεχλιούντοφ  και  την  ώρα  του  ετοιμαζόταν  να  ξεστομίσει τα δικά του, εκείνη άρχισε πάλι να μιλάει.  ‐Α, για να μην το ξεχάσω! Στο κελί έχουμε μια γριούλα, ξέρετε, όλοι την βλέπουν κι απορούν. Τόσο  αγαθή γιαγιάκα η καημένη κι, όμως, την έχουν στην φυλακή, αυτήν και το γιο της. Κι όλοι, βέβαια,  ξέρουν  πως  είναι  αθώοι.  Τους  κατηγόρησαν,  βλέπετε,  πως  έβαλαν  φωτιά  και  τους  χώσανε  στη  φυλακή.  Ξέρετε,  έμαθε  πως  είμαι  γνωστή  σας  ‐είπε  η  Μάσλοβα,  κουνώντας  το  κεφάλι  και  κοιτάζοντάς τον κατάματα ‐ και μου είπε: «Πες του, ας δεχτεί να δει έστω το γιο μου κι εκείνος θα  του  τα  εξηγήσει  όλα».  Το  επώνυμό  τους  είναι  Μενσόφ.  Τι  λέτε;  Θα  το  κάνετε;  Να  ξέρατε  τι  θαυμάσια γριούλα που είναι! Σίγουρα άδικα κάθεται μέσα. Εσείς καλέ μου, δείξτε ενδιαφέρον για  την περίπτωσή της, του είπε κοιτάζοντάς τον κατάματα κι ύστερα έριξε καταγής το βλέμμα της, ενώ  κι ένα χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της.  ‐Και βέβαια θα κάνω ό,τι μπορώ, θα ενδιαφερθώ να μάθω, είπε ο Νεχλιούντοφ, απορώντας όλο και  πιο πολύ από την ανεμελιά της για τη δική της τύχη. ‐Όμως, εγώ ήθελα να συζητήσουμε μαζί για τη  δική σας την υπόθεση. Θυμόσαστε τι σας είπα εκείνη τη φορά;  ‐Πολλά  είχατε  πει.  Τι  λέγατε,  λοιπόν,  εκείνη  τη  φορά;  ρώτησε  χωρίς  να  σταματάει  να  χαμογελάει  γυρίζοντας το πρόσωπό της πότε από τη μια και πότε απ' την άλλη.  ‐Σας έλεγα ότι είχα έρθει να σας παρακαλέσω να με συγχωρέσετε.  ‐Τα ίδια πάλι, να σας συγχωρέσω και ξανά να σας συγχωρέσω. Και τι βγαίνει μ' αυτό; Καλύτερα να...  ‐Αυτό που θέλω είναι να εξιλεωθώ για το σφάλμα μου, συνέχισε ο Νεχλιούντοφ, ‐και να εξιλεωθώ  όχι με λόγια, μα με έργα. Πήρα την απόφαση να σας παντρευτώ.  Το πρόσωπό της απότομα συσπάστηκε από τρόμο. Τ' αλλοίθωρο βλέμμα της πάγωσε κι έμοιαζε σα  χαμένο.  Digitized by 10uk1s 


‐Και για ποιο λόγο θα χρειαζόταν αυτό; φώναξε ζαρώνοντας μοχθηρά τα φρύδια της.  ‐Αισθάνομαι ότι μπροστά στο Θεό έχω χρέος να το κάνω.  ‐Τι Θεό και κουραφέξαλα μου συζητάτε! Συνέχεια άλλ' αντ' άλλων ερχόσαστε και λέτε. Το Θεό; Ποιο  Θεό;  Τότε  έπρεπε  να  τον  είχατε  θυμηθεί  το  Θεό...,  ξέσπασε  η  Κατιούσα.  Σταμάτησε  απότομα,  μένοντας με το στόμα ανοιχτό.  Ο Νεχλιούντοφ εκείνη μόλις τη στιγμή μύρισε τα χνώτα της που άφηναν μιαν έντονη μυρωδιά από  κρασί και κατάλαβε το λόγο της έξαψής της.  ‐Ησυχάστε, της είπε.  ‐Τίποτα  δεν  με  ησυχάζει.  Τι  νόμισες;  Πως  είμαι  μεθυσμένη;  Ναι,  έχω  πιει,  αλλά  θυμάμαι  τι  λέω  ‐  ούρλιαξε  και  το  αίμα  της  ανέβηκε  στο  κεφάλι  ‐  είμαι  μια  κατάδικη,  μια  πουτ...  κι  εσείς  ένας  τζέντλεμαν,  ένας  πρίγκιπας,  και  δεν  έχεις  κανένα  λόγο  να  λερωθείς.  Άντε  τράβα  στις  πριγκηπέσες  σου κι άσε με μένα βουτηγμένη στη ντροπή μου.  ‐Όσο σκληρά κι αν μου μιλήσεις, δεν θα μπορέσεις να εκφράσεις πώς νιώθω εγώ, δεν μπορείς να  φανταστείς  πόσο  ένοχος,  πόσο  συντριμμένος  νιώθω  απέναντί  σου!  ψιθύρισε  τρέμοντας  ο  Νεχλιούντοφ.  ‐Νιώθεις ένοχος ε! του φώναξε κοροϊδευτικά με άγριο τόνο. Τότε, όμως, δεν ένιωθες, αλλά ήξερες  να μου χώσεις το εκατόρουβλο. Να, λοιπόν, ποια είναι η τιμή μου...  ‐Το ξέρω, το ξέρω, μα τι μπορώ να κάνω τώρα; Το πήρα απόφαση πως από τώρα και στο εξής θα  μείνω κοντά σου, και ό,τι είπα, θα το κάνω, επανέλαβε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Κι εγώ σου λέω πως δεν θα το κάνεις! φώναξε η Κατιούσα και ξέσπασε σ' ένα δυνατό γέλιο.  ‐Κατιούσα! άρχισε να την παρακαλεί προσπαθώντας να της αγγίξει το χέρι.  ‐Παράτα με! Εγώ είμαι μια κατάδικη κι εσύ ένας πρίγκιπας και δεν έχεις κανένα λόγο να βρίσκεσαι  εδώ μέσα, ‐ούρλιαξε, με παραμορφωμένη την όψη απ' την οργή της, σπρώχνοντάς του απότομα το  χέρι.  ‐Θες  να  σώσεις  την  ψυχούλα  σου,  γι'  αυτό  με  πλησιάζεις,  ‐  συνέχισε  χωρίς  να  πάρει  ανάσα,  θέλοντας να βγάλει έξω όλη την πίκρα που έπνιγε την ψυχή της.  ‐Γλέντησες  με  μένα  στη  ζωή  αυτή  και  τώρα  θες  να  σώσεις  με  μένα  την  ψυχούλα  σου  στον  άλλο  κόσμο  ε;  Σε  σιχαίνομαι,  μ'  όλα  αυτά  που  κουβαλάς,  σιχαίνομαι  τα  γυαλιά  σου,  σιχαίνομαι  το  λιπαρό,  αηδιαστικό  πρόσωπό  σου.  Φύγε,  ξεκουμπίσου  από  δω!  του  φώναξε  και  μ'  ένα  σβέλτο  τίναγμα των ποδιών της ανασηκώθηκε.  Ο δεσμοφύλακας πλησίασε προς το μέρος τους.  ‐Πώς τολμάς και παραφέρεσαι;...  ‐Παρακαλώ, μην επεμβαίνετε, είπε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Ναι, μα δεν θα 'πρεπε να κάνει ό,τι της κατεβαίνει, είπε ο δεσμοφύλακας.  ‐Όχι, σας παρακαλώ, περιμένετε, είπε ο Νεχλιούντοφ.  Digitized by 10uk1s 


Ο δεσμοφύλακας ξαναπήγε κοντά στο παράθυρο.  Η  Μάσλοβα  ξανακάθισε,  χαμήλωσε  το  βλέμμα  της  κι  έσφιξε  δυνατά  με  τα  δάχτυλά  της  τα  μικρά  μπράτσα της, που 'χε σταυρώσει στο στήθος.  Ο Νεχλιούντοφ στεκόταν από πάνω της, ανήμπορος να κάνει το παραμικρό.  ‐Δεν με πιστεύεις, της είπε.  ‐Να πιστέψω πως θέλετε  να με παντρευτείτε; Όχι, δεν πρόκειται  να γίνει ποτέ αυτό. Καλύτερα να  κρεμαστώ! Αυτό να το ξέρετε!  ‐Εγώ, όμως θα μείνω πλάι σου και θα σου συμπαρασταθώ.  ‐Αυτό  είναι  δική  σας  υπόθεση.  Εγώ  το  μόνο  που  έχω  να  σας  πω  είναι  ότι  δεν  σας  χρειάζομαι  καθόλου. Αλήθεια σας το λέω, πιστέψτε με! Αχ, γιατί να μην πέθαινα τότε! είπε και ξέσπασε σ' ένα  γοερό κλάμα.  Ο Νεχλιούντοφ δεν μπορούσε να πει λέξη, η φωνή του πνιγόταν μέσα στους λυγμούς του.  Η  Μάσλοβα  σήκωσε  το  βλέμμα,  τον  κοίταξε  κατάματα  με  κάποια  απορία  και  με  το  μαντήλι  της  άρχισε να σφουγγίζει τα δάκρυα που τρέχανε στα μάγουλά της.  Ο δεσμοφύλακας αυτή τη φορά πλησίασε και τους υπενθύμισε πως είχε περάσει ο χρόνος. Εκείνη  σηκώθηκε.  ‐Είσαστε  ταραγμένη  τώρα.  Αν  τα  καταφέρω  θα  έρθω  αύριο.  Στο  μεταξύ  σκεφτείτε,  είπε  ο  Νεχλιούντοφ.  Η Μάσλοβα δεν απάντησε και, χωρίς να τον κοιτάξει, ακολούθησε το δεσμοφύλακα.  ……………………………………………………………………………  ‐Λοιπόν,  κορούλα  μου,  μπορείς  να  ζήσεις  ήσυχη  τώρα,  είπε  η  Καραμπλιόβα  στη  Μάσλοβα,  όταν  εκείνη γύρισε στο θάλαμο.  ‐Την έχει δαγκώσει για τα καλά τη λαμαρίνα ο λεγόμενος. Μα, κοίταξε να μην την πατήσεις, άρπαξε  την ευκαιρία όσο θα έρχεται. Αυτός θα τα καταφέρει να σε βγάλει. Οι πλούσιοι όλα τα μπορούν.  ‐Μωρέ, έτσι είναι, είπε με τραγουδιστή φωνή η γρια‐φύλακας. ‐Για το φτωχό ακόμα και η νύχτα του  γάμου του είναι μικρή. Ο παραλής όμως κάτι να βάλει στο μυαλό του, κάτι να πεθυμήσει κι αμέσως  το  'χει.  Στα  μέρη  μας,  περιστέρα  μου,  είχαμε,  που  λες  ένα  τέτοιο  ζάπλουτο  και  τι  νομίζεις  πως  έκανε;...  ‐Τι έγινε, του μίλησες για το δικό μου ζήτημα; ρώτησε η γριά Μενσόβα.  Η Μάσλοβα όμως δεν αποκρίθηκε σε καμία απ' τις συντρόφισσές της, πήγε και ξάπλωσε στο γιατάκι  της  κι  έμεινε  εκεί  με  τ'  αλλοίθωρα  μάτια  της  καρφωμένα  στη  γωνία  μέχρι  το  βράδυ.  Μέσα  της  γινόταν χαλασμός. Αυτό που της είχε πει ο Νεχλιούντοφ τής ξύπνησε μνήμες από κείνο τον παλιό  μισητό κόσμο που την έπνιγε και που χωρίς να το καταλάβει είχε δραπετεύσει μακριά του. Τώρα,  όμως, η θύμησή της τον ξαναζωντάνεψε και την πονούσε αβάσταχτα να θυμάται και να ξαναζεί όσα  Digitized by 10uk1s 


έγιναν. Το βράδυ αγόρασε πάλι κρασί κι έγινε στουπί μαζί με τις άλλες γυναίκες. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ XLIX  ΜΑΛΙΣΤΑ, ΕΤΣΙ είναι. Αυτό είναι», συλλογιζόταν α Νεχλιούντοφ, καθώς δρασκέλιζε το κατώφλι της  φυλακής  συνειδητοποιώντας  για  πρώτη  φορά  σε  τέτοιο  βάθος  την  ενοχή  του.  Αν  δεν  είχε  επιχειρήσει να επανορθώσει, να εξαγοράσει το λάθος του, δεν θα μπορούσε ποτέ να συλλάβει την  έκταση της ατιμίας του ούτε και εκείνη θα ήταν σε θέση να νιώσει όλο το κακό που της είχε κάνει.  Μονάχα  ύστερα  απ'  την  κίνησή  του  αυτή,  ήρθε  στο  φως  η  γυμνή  αλήθεια  σ'  όλη  της  τη  φρίκη.  Εκείνος  τώρα  έβλεπε  μονάχα  τα  βάσανα  και  τον  πόνο  που  'χε  προκαλέσει  στην  ψυχή  αυτής  της  γυναίκας κι εκείνη έβλεπε και συνειδητοποιούσε το δράμα της. Ως τώρα ο Νεχλιούντοφ έπαιζε με  την αυταρέσκειά του, με το αίσθημα της μετάνοιας, μα τη στιγμή αυτή ένιωθε να τον ζώνει ο φόβος.  Καταλάβαινε πως τώρα πια δεν μπορούσε να την παρατήσει, αλλά ταυτόχρονα του ήταν αδύνατο  και να φανταστεί τι εξέλιξη θα είχε η σχέση του μαζί της.  Ακριβώς πάνω στην έξοδο ο Νεχλιούντοφ είδε να τον πλησιάζει με προφύλαξη ένας δεσμοφύλακας  με σταυρούς και παράσημα στο στήθος και όψη απωθητική και ύπουλη.  ‐Ορίστε,  αυτό  το  σημείωμα  είναι  για  την  Εξοχότητά  σας  από  κάποιο  πρόσωπο...,  του  είπε  και  του  έβαλε στο χέρι ένα φάκελο.  ‐Ποιο πρόσωπο;  ‐Διαβάστε  και  θα  καταλάβετε.  Είναι  μια  φυλακισμένη,  από  τους  πολιτικούς.  Υπηρετώ  στο  τμήμα  τους.  Αυτή  με  παρακάλεσε  να  σας  το  δώσω.  Βέβαια,  ο  κανονισμός  τ'  απαγορεύει,  μα  εγώ  τη  λυπήθηκα... απάντησε με κάποιο αφύσικο τόνο στη φωνή του ο δεσμοφύλακας.  Ο  Νεχλιούντοφ  παραξενεύτηκε  πώς  ένας  δεσμοφύλακας  που  υπηρετεί  στο  τμήμα  των  πολιτικών  κρατουμένων του δίνει χέρι με χέρι ένα σημείωμα μέσα στην ίδια τη φυλακή και σχεδόν μπροστά σ'  όλους. Δεν μπορούσε τότε να γνωρίζει ότι ο δεσμοφύλακας εκείνος ήταν ταυτόχρονα χαφιές. Πήρε,  ωστόσο,  το  σημείωμα  και  μόλις  βγήκε  απ'  την  πύλη,  το  διάβασε.  Το  μήνυμα  ήταν  γραμμένο  με  μολύβι  και  με  ζωηρό  και  θεληματικό  γραφικό  χαρακτήρα,  χωρίς  τα  σκληρά  σημεία23  του  αλφαβήτου:  Έμαθα πως επισκεπτόσαστε τη φυλακή από ενδιαφέρον για μια ποινική κρατούμενη κι  ήθελα  να  σας  συναντήσω.  Ζητήστε  να  με  δείτε.  Θα  σας  το  επιτρέψουν.  Έχω  να  σας  δώσω  πολύ  σημαντικές  πληροφορίες  για  την  προστατευόμενή  σας,  αλλά  και  για  την  ομάδα μας. Σας ευχαριστώ.  Βέρα Μπογκοντούχοφσκαγια 

Η  Βέρα  Μπογκοντούχοφσκαγια  ήταν  δασκάλα  στην  απόμακρη  επαρχία  του  Νόβγκοροντ,  όπου  ο  Νεχλιούντοφ  είχε  πάει  για  κυνήγι  αρκούδας  με  μια  παρέα.  Η  δασκάλα  αυτή  του  είχε  ζητήσει  χρήματα για να μπορέσει να συνεχίσει τις σπουδές της.  Ο  Νεχλιούντοφ  της  έδωσε  τότε  χρήματα,  μα  η  ιστορία  αυτή  ξεχάστηκε.  Τώρα  αποδεικνυόταν  πως  εκείνη η γυναίκα ήταν πολιτική κρατούμενη, κλεισμένη στη φυλακή και όπως φαίνεται, είχε μάθει  την υπόθεση που τον απασχολούσε και προσφερόταν να τον βοηθήσει. Τότε ήταν απλά και εύκολα,  όμως, σήμερα δυστυχώς η κατάσταση είναι ασφυκτική και περίπλοκη. Ο Νεχλιούντοφ θυμήθηκε με  λεπτομέρεια και νοσταλγία εκείνες τις μέρες και τη γνωριμία του με την Βέρα. Ήταν λίγο πριν την  Σαρακοστή,  κάπου  στην  ερημιά,  γύρω  στα  εξήντα  βέρστια  από  τον  σιδηροδρομικό  σταθμό.  Το  κυνήγι  είχε  πάει  καλά,  είχαν  σκοτώσει  δύο  αρκούδες  και  ετοιμάζονταν  να  φύγουν.  Την  ώρα  που  γευμάτιζαν στην ίζμπα, όπου έμεναν, έκανε την εμφάνισή της η σπιτονοικοκυρά και τους είπε πως η  Digitized by 10uk1s 


κόρη του ψάλτη της ενορίας ήθελε να δει τον πρίγκιπα Νεχλιούντοφ.  ‐Είναι νοστιμούλα; ρώτησε κάποιος από την παρέα.  ‐Έλα, έλα, παρατήρησε μ' αυστηρό ύφος ο Νεχλιούντοφ, που σηκώθηκε απ' το τραπέζι, σκούπισε το  στόμα  του  και,  απορώντας  για  το  τι  μπορεί  να  ήθελε  η  κόρη  του  ψάλτη  τράβηξε  για  το  σπίτι  στο  χωριό.  Στο  δωμάτιο  του  νοικοκύρη  τον  περίμενε  μια  ξερακιανή  κοπέλα  με  ισχνό,  άσχημο  πρόσωπο,  που  φορούσε ένα γούνινο παλτό και κετσεδένιο σκούφο. Τα τοξωτά φρύδια της πλαισίωναν τα όμορφα  μάτια της, το μόνο όμορφο σ' εκείνο το πλάσμα.  ‐Ορίστε,  Βέρα  Γιεφρέμοβνα,  μπορείς  να  μιλήσεις,  είναι  ο  ίδιος  ο  πρίγκιπας.  Εγώ  φεύγω...,  είπε  η  γρια‐ σπιτονοικοκυρά.  ‐Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Εγώ...  ξέρετε...  Να,  κοιτάξτε,  εσείς  είσαστε  πλούσιος,  σκορπάτε  τα  λεφτά  σας  εδώ  κι  εκεί  για  ψύλλου  πήδημα,  για  το  κυνήγι...,  άρχισε  να  λέει  η  κοπέλα  με  φανερή  αμηχανία,  ‐  μα  εγώ  ένα  μονάχα  επιθυμώ,  επιθυμώ  να  φανώ  χρήσιμη  στους  ανθρώπους.  Όμως  δε  μπορώ  να  κάνω  τίποτα  γιατί δεν είμαι μορφωμένη.  Στα  μάτια  της  ζωγραφιζόταν  η  αλήθεια,  η  καλοσύνη  και  εκείνη  η  έκφρασή  της  που  φανέρωνε  αποφασιστικότητα  και  διστακτικότητα  μαζί  ήταν  τόσο  συγκινητική,  που  ο  Νεχλιούντοφ,  όπως  το  συνήθιζε, έβαλε νοερά τον εαυτό του στη θέση της, κατάλαβε τον καημό της και την λυπήθηκε.  ‐Και τι μπορώ να κάνω για σας;  ‐Είμαι  δασκάλα,  μα  θα  'θελα  να  παρακολουθήσω  μαθήματα  στο  πανεπιστήμιο,  όμως  δεν  μου  το  επιτρέπουν. Όχι, δηλαδή, πως δεν μου το επιτρέπουν, μα να, δεν έχω λεφτά! Δώστε μου εσείς τα  λεφτά και  'γω θα σας τα επιστρέψω μόλις τελειώσω τις σπουδές. Πιστεύω, πως  εσείς οι  πλούσιοι  κάνετε τόσα κακά, σκοτώνετε αρκούδες, σπρώχνετε τους μουζίκους στο μεθοκόπημα... Δεν θα σας  έβλαφτε, λοιπόν, να κάνετε και ένα καλό. Το μόνο που θα 'θελα είναι ογδόντα ρούβλια. Μα, αν δεν  επιθυμείτε να μου τα δώσετε το ίδιο μου κάνει, είπε θυμωμένα.  ‐Μα τι λέτε, σας είμαι πολύ ευγνώμων που μου δίνετε την ευκαιρία.... Πάω αμέσως να σας τα φέρω,  είπε ο Νεχλιούντοφ.  Βγήκε έξω στο υπόστεγο κι έπεσε πάνω σ' έναν της παρέας του που 'χε έρθει να κρυφακούσει την  κουβέντα  τους.  Αδιαφόρησε  κι  ούτε  ανταποκρίθηκε  στα  πειράγματα  των  συντρόφων  του,  έβγαλε  από την τσάντα του τα λεφτά και της τα πήγε.  ‐Σας  παρακαλώ,  σας  παρακαλώ,  δεν  αξίζει  τον  κόπο  να  μ'  ευχαριστείτε.  Εγώ  πρέπει  να  σας  ευχαριστήσω.  Ο Νεχλιούντοφ ένιωθε ευχάριστα που τα αναθυμιόταν όλα αυτά τώρα. Θυμήθηκε με ικανοποίηση  πως λίγο έλειψε ν' αρπαχτεί μ' έναν αξιωματικό από την παρέα του, όταν εκείνοςθέλησε να κάνει  ένα χοντρό αστείο μ' αφορμή τη χειρονομία του Νεχλιούντοφ, θυμήθηκε πως ένας άλλος φίλος απ'  την  παρέα  τον  υποστήριξε  στο  επεισόδιο  αυτό  και  χάρη  σ'  αυτό  έγιναν  πολύ  καλοί  φίλοι.  Ακόμα  θυμήθηκε πόσο ευχάριστο και συναρπαστικό ήταν το κυνήγι τους και πόσο κέφι είχε όταν γυρίζανε  τη  νύχτα  στο  σιδηροδρομικό  σταθμό.  Του  'ρθε  στο  νου  η  μακριά  πομπή  με  τα  έλκηθρα  που  Digitized by 10uk1s 


γλιστρούσαν  το  ένα  κοντά  στο  άλλο  δυο  δυο  στη  γραμμή  αθόρυβα  και  μονάχα  ο  τροχασμός  των  αλόγων  ακουγόταν  στα  στενά  μονοπάτια  μέσα  απ'  τα  δάση  με  θεόρατα  κι  άλλοτε  χαμηλόκλωνα  σύδεντρα,  με  έλατα,  που  'χαν  πνιγμένα  στις  ατέλειωτες  τούφες  χιόνι  τα  κλαδιά  τους.  Μέσα  στο  σκοτάδι φωσφόριζε μια κόκκινη γλωσσίτσα απ' το αρωματικό παπιρόσι που κάπνιζε κάποιος απ' την  παρέα.  Ο  Όσιπ,  ο  ιχνευτής,  ακολουθούσε  χωμένος  ως  το  γόνατο  μέσα  στα  χιόνια  τρέχοντας  από  έλκηθρο  σε  έλκηθρο,  τακτοποιώντας  πότε  ένα  λουρί,  πότε  ένα  σκέπασμα,  και  διηγιόταν  για  τα  ελάφια  που  βοσκούσαν  πάνω  στο  παχύ  χιόνι  και  τραγάνιζαν  φλούδες  αγριόλευκας  και  για  τις  αρκούδες  που  κοιμώνταν  στις  πυκνόφυτες  κρυψώνες  τους  κι  απ'  τα  ρουθούνια  τους  έβγαινε  ο  αχνός της βαριάς τους ανάσας.  Ο Νεχλιούντοφ όλα αυτά τα θυμότανε τώρα, και πιο πολύ αναλογιζόταν πόσο σίγουρος ήταν τότε  για τη γερή του υγεία, τη σωματική του ρώμη και την ξεγνοιασιά του για τη ζωή. Τα πνευμόνια του  ανάσαιναν βαθιά τον παγωμένο αέρα, τα στήθια του που 'ταν καλυμμένα από το γούνινο ημίπαλτο  ανεβοκατέβαιναν  σφύζοντας  από  ζωή,  στο  πρόσωπό  του  έσκαγαν  νιφάδες  χιονιού  απ'  τα  κλαδιά  των δέντρων, το κορμί του ζεστό, το πρόσωπό του ξάστερο και ζωντανό και στην ψυχή ούτε έγνοιες  ούτε τύψεις ούτε φόβοι ούτε επιθυμίες. Τι όμορφα που ήταν τότε! Και τώρα; Θεέ μου, τι βάσανα, τι  αγώνας!...  Η  Βέρα  Γιεφρέμοβνα  ήταν  φαίνεται  επαναστάτρια  και  για  την  επαναστατική  της  δράση  σήμερα  βρισκόταν  στη  φυλακή.  Έπρεπε  να  την  συναντήσει,  πιο  πολύ  γιατί  του  είχε  υποσχεθεί  πως  μπορούσε να τον συμβουλέψει με τι τρόπο θα έκανε τη ζωή της Μάσλοβα καλύτερη. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ L  ΤΗΝ  ΑΛΛΗ  ΜΕΡΑ  το  πρωί  ο  Νεχλιούντοφ,  μόλις  ξύπνησε,  θυμήθηκε  όσα  είχαν  γίνει  την  προηγούμενη  κι  ένιωσε  τρόμο.  Παρ'  όλα  όμως  τα  άσχημα  προαισθήματά  του,  περισσότερο  από  ποτέ, τώρα αποφάσισε πως θα συνέχιζε αυτό που είχε αρχίσει.  Νιώθοντας βαθιά μέσα του σίγουρος για όσα όφειλε να πράξει, ξεκίνησε και πήγε στον Μάσλενικοφ  και ζήτησε την άδεια να επισκεφτεί στη φυλακή αυτή τη φορά εκτός από την Μάσλοβα και εκείνη  την  γριά  Μενσόβα  με  τον  γιο  της,  όπως  τον  είχε  παρακαλέσει  η  Κατιούσα.  Ακόμα  ήθελε  να  συναντήσει και την Βέρα Μπογκοντούχοφσκαγια που θα είχε πολλά χρήσιμα πράγματα να του πει  για την Μάσλοβα.  Ο  Νεχλιούντοφ  γνώριζε  τον  Μάσλενικοφ  από  παλιά,  από  τότε  που  υπηρετούσαν  στο  σύνταγμα.  Ήταν  ένας  εξαιρετικά  καλοπροαίρετος  άνθρωπος,  πάρα  πολύ  ευσυνείδητος  αξιωματικός  που  δεν  ήξερε  τίποτε  και  που  αρνιόταν  να  μάθει  το  παραμικρό  πέρα  από  τα  ζητήματα  υπηρεσίας  και  της  αυτοκρατορικής  οικογένειας.  Τώρα  ο  Νεχλιούντοφ  τον  έβρισκε  πολιτικό  διοικητή∙  είχε  ήδη  εγκαταλείψει  το  σύνταγμα  της  φρουράς  κι  είχε  αναλάβει  τη  διοίκηση  της  επαρχίας.  Ήταν  παντρεμένος με μια πλούσια κι επιτήδεια γυναίκα που τον ανάγκασε να παρατήσει τη στρατιωτική  σταδιοδρομία και να γίνει πολιτ��κός. Τον είχε του χεριού της και τον κανάκευε σαν να 'ταν ένα μικρό  κατοικίδιο ζωάκι. Ο Νεχλιούντοφ τον περασμένο χειμώνα τους είχε επισκεφτεί μια φορά, μα ένιωθε  τέτοια πλήξη μ' αυτό το ζευγάρι που δεν ξαναπάτησε σπίτι τους.  Ο Μάσλενικοφ άστραψε από χαρά σαν είδε τον Νεχλιούντοφ. Το πρόσωπό του ίδιο κι απαράλαχτο  όπως τότε, παχουλό και κόκκινο, το ίδιο χοντρό παράστημα, ντυμένος κομψά όπως και στο στρατό.  Τότε  φορούσε  πάντοτε  μια  καθαρή  υπέροχη  στολή  ή  αμπέχονο  τελευταίας  μόδας,  τώρα  φορούσε  ένα  κουστούμι  τελευταία  λέξη  της  μόδας,  που  σουλούπωνε  με  τον  ίδιο  τρόπο  το  πληθωρικό  του  κορμί και του τόνιζε το ευρύ του στέρνο. Υποδέχτηκε τον Νεχλιούντοφ ντυμένος με το υπηρεσιακό  του φράκο. Αν και είχαν διαφορά ηλικίας (ο Μάσλενικοφ ήταν γύρω στα σαράντα), μιλούσαν στον  ενικό.  ‐Μπράβο, σ' ευχαριστώ που ήρθες. Έλα πάμε να σε δει η γυναίκα μου. Έχω δέκα λεφτά στη διάθεσή  μου προτού αρχίσει η συνεδρίαση. Ο προϊστάμενός μου έφυγε, βλέπεις, και τώρα εγώ κυβερνώ την  επαρχία, του είπε, μ' ένα ύφος γεμάτο αυτοϊκανοποίηση, που δεν μπορούσε να κρύψει.  ‐Ήρθα για κάποια υπόθεση...  ‐Τι  συμβαίνει;  ρώτησε  απότομα  ο  Μάσλενικοφ  μ'  έναν  τόνο  φοβισμένο  κάπως  και  λίγο  αυστηρό  μαζί.  ‐Στη  φυλακή  είναι  ένα  πρόσωπο,  που  μ'  ενδιαφέρει  πολύ  (μόλις  άκουσε  τη  λέξη  φυλακή  το  πρόσωπο  του  Μάσλενικοφ  πήρε  ακόμα  πιο  αυστηρή  έκφραση)  και  θα  επιθυμούσα  να  το  συναντήσω όχι την συνηθισμένη ώρα του επισκεπτηρίου, μα στο γραφείο της φυλακής κι αν γίνεται  πιο συχνά. Μου είπαν πως από σένα εξαρτάται.  ‐Μα,  φυσικά,  mon  cher,  είμαι  στη  διάθεσή  σου,  θα  κάνω  ό,τι  μου  ζητήσεις,  απάντησε  ο  Μάσλενικοφ, απλώνοντας τα χέρια για να τον αγκαλιάσει ολόκληρο, σαν να 'θελε να μετριάσει το  μεγαλόπρεπο ύφος του, ‐γίνεται μα, καθώς βλέπεις η εξουσία μου είναι προσωρινή.  ‐Μα, θα μπορούσες να μου δώσεις μιαν άδεια, για να μπορέσω να την βλέπω;  ‐Γυναίκα είναι;  Digitized by 10uk1s 


‐Ναι.  ‐Για ποιο λόγο είναι μέσα;  ‐Για φαρμακεία. Μα, καταδικάστηκε άδικα.  ‐Ορίστε, λοιπόν, η δικαιοσύνη των ενόρκων.  Εκτός  από το να δικάζουν αθώους, ils n'en font point  d'a  autres24,  απάντησε  ο  Μάσλενικοφ  άγνωστο  γιατί  στα  Γαλλικά.  ‐Ξέρω  πως  δεν  συμφωνείς  μαζί  μου,  όμως  τι  να  γίνει,  c'est  mon  opinion  bien  arrêtee25,  πρόσθεσε,  εκφράζοντας  μιαν  άποψη  που  διάβαζε στη διάρκεια του χρόνου εκείνου στο συντηρητικό Τύπο της Πετρούπολης. ‐Εσύ, ξέρω, είσαι  φιλελεύθερος.  ‐Δεν  ξέρω  τι  είμαι,  φιλελεύθερος  ή  κάτι  άλλο,  απάντησε  ο  Νεχλιούντοφ  που  πάντοτε  απορούσε  γιατί  τον  κατέτασσαν  όλοι  σε  κάποιο  κόμμα  και  τον  χαρακτήριζαν  φιλελεύθερο  μόνο  και  μόνο  επειδή  έλεγε  ότι  πρέπει  εκδικάζοντας  την  υπόθεση  ενός  ανθρώπου  πρώτα  να  τον  ακούσει  το  δικαστήριο,  πως  όλοι  οι  άνθρωποι  είναι  ίσοι  ενώπιον  της  δικαιοσύνης,  πως  δεν  επιτρέπεται  να  βασανίζουν  και  να  χτυπούν  τους  ανθρώπους  γενικά  και  τους  υπόδικους,  ιδιαίτερα.  ‐Δεν  ξέρω,  αν  είμαι  φιλελεύθερος  ή  όχι,  το  μόνο  που  ξέρω  είναι  ότι  τα  δικαστήρια  σήμερα  δεν  είναι  τόσο  προβληματικά, μάλλον βελτιώθηκαν σε σύγκριση με τα προηγούμενα.  ‐Και ποιο δικηγόρο βρήκες;  ‐Απευθύνθηκα στον Φανάριν.  ‐Α, στον Φανάριν, είπε ο Μάσλενικοφ, ζαρώνοντας το μέτωπο, γιατί θυμήθηκε ξαφνικά πως πέρσι  αυτός  ο  Φανάριν  σε  μια  δίκη  τού  είχε  υποβάλει  επί  μισή  ώρα  ερωτήσεις  με  τέτοιο  υπερβολικά  ευγενικό  ύφος,  που  είχε  προκαλέσει  το  γέλιο  του  ακροατηρίου.  ‐Δεν  θα  σου  συνιστούσα  να  έχεις  δοσοληψίες μαζί του. Ο Φανάριν est un homme taré.26  ‐Θέλω  ακόμα  μια  χάρη  να  σου  ζητήσω,  του  είπε  ο  Νεχλιούντοφ,  χωρίς  να  δώσει  απάντηση  στις  προειδοποιήσεις  του  Μάσλενικοφ.  ‐  Από  πολύ  παλιά  ήξερα  μια  κοπέλα,  δασκάλα.  Είναι  ένα  πολύ  δυστυχισμένο πλάσμα και βρίσκεται σήμερα στη φυλακή. Μου ζήτησε να την δω. Μπορείς να μου  ετοιμάσεις και γι' αυτήν άδεια;  Ο Μάσλενικοφ έγειρε λίγο το κεφάλι του στο πλάι και σκέφτηκε.  ‐Είναι πολιτική κρατούμενη;  ‐Ναι, έτσι μου είπαν.  ‐Βέβαια γνωρίζεις,  επισκέψεις σε πολιτικούς κρατούμενους μόνο σε συγγενείς επιτρέπονται, αλλά  εγώ  θα  σου  ετοιμά‐  σω  μια  γενική  άδεια.  Je  sais  que  vous  n'abuserez  pas...27  Πώς  την  λένε  την  κοπέλα, την προστατευόμενή σου;... Μπογκοντούχοφσκαγια; Elle est jolie28;  ‐Hideuse29.  Ο Μάσλενικοφ κούνησε το κεφάλι αποδοκιμαστικά, πλησίασε στο γραφείο του κι έγραψε γρήγορα  σ'  ένα  υπηρεσιακό  χαρτί:  «Ο  φέρων  το  παρόν,  πρίγκιπας  Ντμίτρι  Ιβάνοβιτς  Νεχλιούντοφ,  επιτρέπεται να επισκέπτεται στο γραφείο της φυλακής την κρατούμενη μικροαστή Μάσλοβα, όπως  επίσης  και  στη  φυλακή  την  νοσοκόμα  Μπογκοντούχοφσκαγια»,  βάζοντας  στο  τέλος  μια  μεγάλη  μονογραφή.  Digitized by 10uk1s 


‐Πάρ'  τη  και  θα  δεις  τι  τάξη  βασιλεύει  εκεί  μέσα.  Πρέπει  να  ξέρεις  πως  πολύ  δύσκολα  μπορεί  να  τηρηθεί  η  τάξη  εκεί,  γιατί  υπάρχει  συνωστισμός  μεγάλος,  κύρια  εξαιτίας  των  κατάδικων  σε  καταναγκαστικά έργα. Όμως παρακολουθώ με αυστηρότητα τα πράγματα, γιατί κιόλας μ' αρέσει η  υπόθεση αυτή. Θα δεις και με τα μάτια σου πως περνούν όλοι τους καλά κι είναι ευχαριστημένοι.  Μόνο που πρέπει να ξέρεις πώς να τους φερθείς. Να, τις προάλλες είχαμε ένα δυσάρεστο συμβάν,  χρειάστηκε  να  αντιμετωπίσουμε  μιαν  απείθεια.  Κάποιος  άλλος  στη  θέση  μου  θα  το  χαρακτήριζε  αυτό  ανταρσία  και  θα  'κανε  πολλούς  να  υποφέρουν.  Εμείς  όμως  το  αντιμετωπίσαμε  πολύ  άνετα.  Πρέπει  να  δείχνεις,  από  τη  μια,  μέριμνα  και,  απ'  την  άλλη,  να  τηρείς  σταθερή  πειθαρχία,  είπε  ο  Μάσλενικοφ  σφίγγοντας  τη  λευκή,  παχουλή  γροθιά  του,  μ'  ένα  τυρκουάζ  δαχτυλίδι  στο  δάχτυλο,  που έβγαινε απ' το λευκό, σφιχτό μανίκι του πουκαμίσου του με το χρυσό μανικετόκουμπο‐ μέριμνα  και σταθερή πειθαρχία.  ‐Δεν  γνωρίζω  εγώ  από  τέτοια,  είπε  ο  Νεχλιούντοφ,  ‐  δύο  φορές  βρέθηκα  εκεί  κι  ένιωσα  απαίσια,  φριχτά.  ‐Ξέρεις  κάτι;  Πρέπει  να  γνωρίσεις  την  κόμισσα  Πάσεκ,  συνέχισε  με  παρορμητική  διάθεση  από  την  κουβέντα  τους  ο  Μάσλενικοφ.‐Έχει  αφοσιωθεί  σ'  αυτή  την  υπόθεση  των  φυλακών.  Elle  fait  beaucoup  de  bien30.  Χάρη  σ'  αυτήν,  ίσως  και  σ'  εμένα  θα  'λεγα  χωρίς  ψευτομετριοφροσύνη,  πετύχαμε ν' αλλάξουμε τα πάντα εκεί μέσα και μάλιστα να γίνουν έτσι που να εξαλειφθούν πλέον  όλα τα έκτροπα που υπήρχαν πριν, κι έτσι σήμερα οι φυλακισμένοι μας περνούν καλά. Θα πας και  θα  δεις....  Όσο  για  τον  Φανάριν,  δεν  τον  ξέρω  προσωπικά,  άλλωστε  η  κοινωνική  μου  θέση  δεν  επιτρέπει να διασταυρωθούν οι δρόμοι μας, ξέρω, όμως, πως είναι πολύ άθλιο υποκείμενο και στις  δίκες έχει το θράσος και λέει τέτοια πράγματα, μα τέτοια πράγματα...  ‐Λοιπόν, αγαπητέ μου, σου είμαι ευγνώμων, είπε ο Νεχλιούντοφ και χωρίς να περιμένει ο άλλος να  τελειώσει πήρε, το έγγραφο και τον αποχαιρέτησε.  ‐Δεν θα περάσεις μέσα να δεις την γυναίκα μου;  ‐Όχι, να με συγχωρείς, βιάζομαι, πρέπει να πηγαίνω.  ‐Μα  τι  λες  τώρα,  δεν  θα  μου  το  συγχωρέσει  ποτέ  που  σ'  άφησα  να  φύγεις,  είπε  ο  Μάσλενικοφ,  ξεπροβοδίζοντας  τον  πρώην  συνάδελφό  του  ως  το  κεφαλόσκαλο,  όπως  συνήθιζε  να  κάνει  σε  περιπτώσεις  ανθρώπων  λιγότερο  σημαντικών,  στους  οποίους  κατέτασε  τον  Νεχλιούντοφ.  ‐Μη  φεύγεις σε παρακαλώ, πέρασε μέσα έστω και για ένα λεπτό.  Όμως, ο Νεχλιούντοφ ήταν ανένδοτος και τη στιγμή που ο υπηρέτης κι ο πορτιέρης του έδιναν το  παλτό  και  το  μπαστούνι  του  κι  άνοιγαν  την  εξώπορτα,  που  πίσω  της  στεκόταν  ένας  φρουρός,  επανέλαβε πως του ήταν αδύνατο να περάσει να την δει.  ‐Καλά, τότε, πέρασε την Πέμπτη, σε παρακαλώ, είναι η μέρα που δέχεται επισκέψεις. Θα της το πω!  φώναξε ο Μάσλενικοφ ψηλά από τη σκάλα. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ LI  ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΚΙΟΛΑΣ μέρα πηγαίνοντας κατ' ευθείαν από τον Μάσλενικοφ στη φυλακή, ο Νεχλιούντοφ  επισκέφτηκε ξανά το διαμέρισμα του διευθυντή. Όπως και την πρώτη φορά, του 'ρθαν στ' αφτιά του  οι ήχοι από το ξεκούρδιστο πιάνο, όμως τώρα δεν έπαιζαν τη γνωστή ραψωδία, μα μια σπουδή του  Κλεμέντι,  με  την  ίδια  πάντα  ασυνήθιστα  δυνατή  εκτέλεση,  ηχητική  διαύγεια  και  ταχύτητα.  Η  καμαριέρα με τον επίδεσμο στο μάτι που του άνοιξε την πόρτα είπε πως ο διευθυντής ήταν μέσα  και οδήγησε τον Νεχλιούντοφ σ' ένα μικρό σαλονάκι μ' έναν καναπέ κι ένα τραπέζι στρωμένο μ' ένα  μάλλινο πλεχτό τραπεζομάντηλο που πάνω του ήταν μία λάμπα μ' ένα μεγάλο αμπαζούρ από ροζ  χαρτί,  καμμένο  απ'  τη  μια  πλευρά.  Κάποια  στιγμή  έκανε  την  εμφάνισή  του  στο  σαλονάκι  ο  διευθυντής με ταλαιπωρημένη και μελαγχολική όψη.  ‐Στη διάθεσή σας. Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;  ‐Πήγα και μίλησα με τον αναπληρωτή του κυβερνήτη για το ζήτημα  της άδειας. Ορίστε, πάρτε τη,  είπε ο Νεχλιούντοφ και του έδωσε το έγγραφο. ‐Θα ήθελα να δω την Μά��λοβα.  ‐Την Μάρκοβα είπατε; ρώτησε ο διευθυντής που παράκουσε μέσα στο πανδαιμόνιο της μουσικής.  ‐Μάσλοβα.  ‐Καλά, καλά, ξέρω.  Ο διευθυντής σηκώθηκε και πλησίασε την πόρτα που πίσω της ακούγονταν λαρυγγισμοί πάνω στη  σπουδή του Κλεμέντι.  ‐Μαρούσια,  σε  παρακαλώ,  κάνε  και  κανένα  διάλειμμα,  είπε  με  φωνή  που  μαρτυρούσε  πως  η  μουσική αυτή ήταν το διαρκές βάσανο της ζωής του ‐μας έχεις ξεκουφάνει!  Το πιάνο σταμάτησε απότομα, κάποιος βάδισε θυμωμένος και πλησίασε στην πόρτα του σαλονιού  για να κοιτάξει μέσα.  Ο  διευθυντής,  ανακουφισμένος  απ'  αυτό  το  διάλειμμα,  άναψε  ένα  μεγάλο  παπιρόσι  μ'  ελαφρό  καπνό και πρόσφερε ένα και στον Νεχλιούντοφ. Εκείνος αρνήθηκε.  ‐Λοιπόν, θα επιθυμούσα να δω την Μάσλοβα.  ‐Δεν είναι εύκολο να δείτε την Μάσλοβα σήμερα, είπε ο διευθυντής.  ‐Για ποιο λόγο;  ‐Πώς να σας το πω, δική σας είναι η ευθύνη γι' αυτό, είπε ο διευθυντής μ' ένα αόριστο χαμόγελο. ‐ Πρίγκιπά  μου,  μην  της  δίνετε  της  ίδιας  λεφτά.  Αν  επιθυμείτε,  δίνετέ  τα  σε  μένα  και  γω  θα  της  τα  φυλάξω.  Γιατί,  να  τι  συνέβη:  εσείς  χθες  της  δώσατε  βέβαια  λεφτά  και  εκείνη  αγόρασε  κρασί‐  δεν  μπορείς να την καταπολεμήσεις αυτή την πληγή‐και σήμερα μέθυσε, έγινε στουπί και βγήκε εκτός  εαυτού.  ‐Σοβαρά; Τι είναι αυτά που λέτε;  ‐Ναι,  ναι,  έτσι  ακριβώς  έγινε.  Μάλιστα  αναγκάστηκα  να  χρησιμοποιήσω  έκτακτα  μέτρα  και  τελικά  Digitized by 10uk1s 


την μετέφερα σ' ένα άλλο κελί. Γενικά, είναι ήσυχη γυναίκα, αλλά, να, με τα λεφτά... Γι' αυτό, σας  παρακαλώ, μην της δίνετε. Είναι τέτοιο το ποιόν αυτών των ανθρώπων...   Ο Νεχλιούντοφ θυμήθηκε καθαρά αυτά που έγιναν χθες κι ένιωσε πάλι τρόμο στην ψυχή.  ‐Μήπως  μπορώ  να  δω,  τουλάχιστον,  την  Μπογκοντούχοφσκαγια;  Είναι  πολιτική  κρατούμενη,  ρώτησε ο Νεχλιούντοφ σιωπαίνοντας απότομα.  ‐Αυτό, βέβαια, μπορεί να γίνει, απάντησε ο διευθυντής. ‐ Ε, τι θες εσύ εδώ; ρώτησε ένα κοριτσάκι  πέντε έξι χρονών που 'χε μπει στο σαλόνι έχοντας γυρισμένο το κεφάλι, έτσι, έτσι που να μη χάνει  απ' τα μάτια του τον Νεχλιούντοφ και όρμησε κατ' ευθείαν στον πατέρα του. ‐Σιγά μην πέσεις, είπε  ο  διευθυντής  χαμογελώντας  βλέποντας  το  κοριτσάκι  να  σκουντουφλάει  πάνω  στο  χαλί,  καθώς  έτρεχε στα τυφλά προς το μέρος του.  ‐Αν, λοιπόν, γίνεται, θα ήθελα να πάω να την δω.  ‐Νομίζω, πως γίνεται, είπε ο διευθυντής, παίρνοντας στην αγκαλιά του το κοριτσάκι που συνέχιζε να  κοιτάζει τον Νεχλιούντοφ. Σηκώθηκε, άφησε τρυφερά τη μικρούλα κάτω και βγήκε στο χωλ.  Δεν είχε προλάβει να φορέσει το παλτό του, που του έδωσε η καμαριέρα με τον επίδεσμο, και να  δρασκελίσει το κατώφλι, όταν αντήχησαν και πάλι οι λαρυγγισμοί πάνω στη σπουδή του Κλεμέντι.  ‐Πήγαινε πριν στο ωδείο, μα δεν ήταν ήσυχα εκεί τα πράγματα και μελετάει τώρα σπίτι. Έχει όμως  μεγάλο  ταλέντο,  είπε  ο  διευθυντής  στον  Νεχλιούντοφ,  καθώς  κατέβαιναν  τις  σκάλες.  ‐Θέλει  να  παίξει σε συναυλίες.  Ο  διευθυντής  μαζί  με  τον  Νεχλιούντοφ  έφθασαν  στη  φυλακή.  Το  πορτάκι  άνοιξε  μεμιάς,  μόλις  πλησίασαν.  Οι  δεσμοφύλακες,  σε  στάση  προσοχής,  τον  παρακολουθούσαν  με  τα  βλέμματά  τους.  Τέσσερις  άνδρες  με  μισοξυρισμένα  κεφάλια  κουβαλούσαν  ένα  κάδο  που  'χε  κάτι  μέσα  και  μόλις  έπεσαν  πρόσωπο  με  πρόσωπο  με  τον  διευθυντή  στον  προθάλαμο  κόλλησαν  στον  τοίχο  απ'  τον  φόβο τους. Ένας απ' αυτούς μάλιστα κατέβασε το κεφάλι του, έχασε το χρώμα του, και στα μαύρα  του μάτια ζωγραφίστηκε η λάμψη του τρόμου.  ‐Φυσικά,  το  ταλέντο  πρέπει  να  το  τελειοποιήσεις,  δεν  επιτρέπεται  να  το  αφήνεις  να  χαθεί,  αλλά,  ξέρετε,  σ'  ένα  μικρό  διαμέρισμα  είναι  στενάχωρα  τα  πράγματα,  συνέχισε  την  κουβέντα  ο  διευθυντής,  προσπερνώντας  χωρίς  να  δίνει  καμία  σημασία  στους  κρατούμενους  αυτούς  και,  σέρνοντας το κουρασμένο του βήμα, πέρασε συνοδευόμενος από τον Νεχλιούντοφ, στην αίθουσα  συγκέντρωσης.  ‐Ποια επιθυμείτε να δείτε; ρώτησε ο διευθυντής.  ‐Την Μπογκοντούχοφσκαγια.  ‐Είναι εκεί πάνω στον πύργο. Θα χρειαστεί να περιμένετε λιγάκι, απάντησε στον Νεχλιούντοφ.  ‐Μήπως  θα  μπορούσα  στο  μεταξύ  να  δω  τους  κρατούμενους  Μενσόφ,  μάνα  και  γιο,  που  κατηγορούνται για εμπρησμό;  ‐Α, είναι απ' το κελί εικοσιένα. Μάλιστα, μπορείτε. Τώρα θα τους καλέσω.  ‐Δε γίνεται να δω τον Μενσόφ στο κελί του;  Digitized by 10uk1s 


‐Μα θα 'ναι πιο ήσυχα εδώ στην αίθουσα συγκέντρωσης.  ‐Όχι, θα 'ναι πιο ενδιαφέρον για μένα εκεί.  ‐Σιγά το ενδιαφέρον.  Εκείνη  την  ώρα  από  την  πίσω  πόρτα  μπήκε  ένας  κομψοντυμένος  αξιωματικός,  ο  βοηθός  του  διευθυντή.  ‐Οδηγήστε  τον  πρίγκιπα  στο  κελί  του  Μενσόφ.  Νούμερο  εικοσιένα,  και  μετά  οδηγήστε  τον  στο  γραφείο  μου.  Στο  μεταξύ  εγώ  θα  την  καλέσω.  Πώς  την  λένε;  ρώτησε  γυρίζοντας  προς  τον  Νεχλιούντοφ.  ‐Βέρα Μπογκοντούχοφσκαγια, είπε ο Νεχλιούντοφ.  Ο βοηθός του διευθυντή ήταν ένας κομψευόμενος νέος, ξανθός, με περιποιημένο μουστάκι και στο  πέρασμά του σκορπούσε ευωδιαστές μυρωδιές από κολόνια λουλουδιών.  ‐Παρακαλώ,  απευθύνθηκε  ευγενικά  στον  Νεχλιούντοφ  με  χαμόγελο.  ‐Ενδιαφερόσαστε  για  το  ίδρυμά μας;  ‐Ναι,  και  προπάντων,  ενδιαφέρομαι  για  έναν  άνθρωπο  που  όπως  με  πληροφορήσανε,  κλείστηκε  εδώ μέσα χωρίς να φταίει καθόλου. ‐Ο βοηθός του διευθυντή ανασήκωσε του ώμους του.  ‐Γενικά,  συμβαίνουν  αυτά,  είπε  χαμηλόφωνα  και  προχώρησε  αφήνοντας  ευγενικά  τον  υψηλό  επισκέπτη του να προπορεύεται στον ευρύχωρο βρόμικο διάδρομο της φυλακής.  ‐Συμβαίνουν, μα όμως λένε και ψέματα. Παρακαλώ, περάστε.  Οι πόρτες των κελιών ήταν ανοιχτές και μερικοί φυλακισμένοι είχαν βγει στο διάδρομο. Γνέφοντας  διακριτικά  με  το  κεφάλι  στους  δεσμοφύλακες  και  λοξοκοιτάζοντας  τους  φυλακισμένους  που  στη  θέα  του  και  μόνο  κολλούσαν  βουβοί  στον  τοίχο,  γυρίζανε  βιαστικά  στα  κελιά  τους  ή  στέκονταν  προσοχή, με  τα μάτια καρφωμένα στον εκπρόσωπο της διοίκησης μέχρι  να  περάσει από μπροστά  τους, ο βοηθός του διευθυντή οδήγησε τον Νεχλιούντοφ σ' έναν άλλο διάδρομο κι από εκεί έστριψε  αριστερά σ' έναν άλλον που τον έφραζε μια σιδερένια πόρτα.  Ο  διάδρομος  αυτός  ήταν  στενόμακρος  και  πιο  σκοτεινός  με  πολύ  πιο  έντονη  δυσωδία  από  τον  πρώτο. Δεξιά κι αριστερά πλαισιωνόταν από πόρτες κλειδαμπαρωμένες, με ένα στρογγυλό ματάκι  με διάμετρο δύο τριών μονάχα πόντων στο πάνω μέρος.  Ο διάδρομος ήταν έρημος, μόνον ένας γέρος δεσμοφύλακας με  μελαγχολικό και σκαμμένο απ' τα  χρόνια πρόσωπο βημάτιζε αργά.  ‐Σε ποιαν αχτίνα έχουν τον Μενσόφ; ρώτησε ο βοηθός του διευθυντή.  ‐Στην οχτώ, αριστερά. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ LII  ‐ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΡΙΞΩ μια ματιά; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Παρακαλώ, ελεύθερα, του απάντησε με ευγενικό χαμόγελο ο βοηθός του διευθυντή και άρχισε να  ρωτάει κάτι τον δεσμοφύλακα.  Ο Νεχλιούντοφ κοίταξε μέσα από την τρύπα στην πόρτα κι είδε έναν ψηλό νέο άνδρα που φορούσε  μόνον  εσώρουχα,  μ'  ένα  χαρακτηριστικό  μαύρο  γενάκι.  Πηγαινοερχόταν  με  γοργές  δρασκελιές  μπρος πίσω. Μόλις άκουσε θόρυβο στην πόρτα, έριξε μια φευγαλέα ματιά κατά κει, συνοφρυώθηκε  και συνέχισε στον ίδιο ρυθμό να βηματίζει.  Ο Νεχλιούντοφ κόλλησε το πρόσωπό του σε μιαν άλλη τρύπα και αντίκρυσε πίσω απ' την πόρτα ένα  μάτι, μεγάλο και τρομαγμένο που κοιτούσε απ' την άλλη πλευρά. Τραβήχτηκε απότομα. Προχώρησε  και  στάθηκε  μπροστά  σε  μια  τρίτη  τρύπα  κι  είδε  στο  κρεβάτι  έναν  πολύ  μικρόσωμο  άνδρα  κουλουριασμένο  να  κοιμάται  κουκουλωμένος  με  τη  ρόμπα  της  στολής  του.  Στο  τέταρτο  κελί  καθόταν ένας πλατυπρόσωπος χλομός άνδρας με σκυμμένο ελαφρά το κεφάλι ακουμπώντας στους  αγκώνες του στα γόνατα. Μόλις άκουσε βήματα, σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε κατά την πόρτα. Στο  πρόσωπό  του  όλο  και,  προπαντός,  στα  μεγάλα  του  μάτια  που  είχε  φωλιάσει  μια  αγιάτρευτη  μελαγχολία.  Η  έκφρασή  του  έδειχνε  πως  του  ήταν  τελείως  αδιάφορο  ποιος  κοίταζε  μέσα  στο  κελί  του. Όποιος κι αν ήταν, προφανώς, δεν ερχόταν για να τον βοηθήσει, από καιρό τώρα δεν περίμενε  από κανέναν το παραμικρό καλό.  Ο Νεχλιούντοφ τρόμαξε, σταμάτησε να κοιτάζει και κοντοστάθηκε μπροστά από το κελί εικοσιένα,  που  ήταν  κλεισμένος  ο  Μενσόφ.  Ο  δεσμοφύλακας  έτρεξε  και  ξεκλείδωσε  την  πόρτα.  Στο  άνοιγμά  της, ο Νεχλιούντοφ αντίκρυσε έναν νέο γεροδεμένο άνδρα με ψηλό λαιμό, καλοσυνάτα στρογγυλά  μάτια κι ένα μικρό γενάκι. Στεκόταν κοντά στο κρεβάτι με το φόβο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό του,  κοίταζε  ξαφνιασμένος  τους  επισκέπτες,  ενώ  ταυτόχρονα  προσπαθούσε  όπως  όπως  να  ρίξει  στους  ώμους του το μανδύα του. Πιο πολύ απ' όλα έκαναν εντύπωση στον Νεχλιούντοφ τα καλοσυνάτα,  στρογγυλά  μάτια  του  που  τρεμόπαιζαν  από  τρόμο  κι  αγωνία  κοιτώντας  διαρκώς  μια  το��  ίδιο,  μια  τον δεσμοφύλακα και μια τον βοηθό του διευθυντή.  ‐Ο κύριος από δω επιθυμεί να κουβεντιάσει μαζί σου για την υπόθεσή σου.  ‐Σας είμαι βαθιά υπόχρεος.  ‐Πράγματι,  κάποιοι  με  πληροφόρησαν  για  την  περίπτωσή  σας,  είπε  ο  Νεχλιούντοφ,  προχωρώντας  στο  εσωτερικό  του  κελιού  μέχρι  το  βρόμικο  καγκελόφραχτο  παράθυρο,  ‐και  θα  ήθελα  να  μου  τη  διηγηθείτε ο ίδιος.  Ο Μενσόφ προχώρησε κι αυτός στο παράθυρο κι άρχισε να εξιστορεί την υπόθεση, στην αρχή δειλά  δειλά,  ρίχνοντας  φοβισμένα  βλέμματα  στο  βοηθό  του  διευθυντή  και  στη  συνέχεια  ο  τόνος  του  ζωήρευε όλο και πιο πολύ. Κι όταν ο βοηθός του διευθυντή βγήκε έξω απ' το κελί και προχώρησε  στο  διάδρομο  για  να  δώσει  εκεί  διαταγές,  ξεθάρρεψε  τελείως  και  λύθηκε  η  γλώσσα  του.  Από  τα  λόγια και το ύφος που εξιστορούσε την περιπέτειά του φαινόταν πως ο νέος αυτός άνδρας ήταν ένα  υπερβολικά απλό και τίμιο χωριατόπαιδο που έκανε τον Νεχλιούντοφ να τα χάσει στην κυριολεξία  σαν άκουσε αυτή την αφήγηση από τα χείλη ενός κρατούμενου, ντυμένου με την ατιμωτική φόρμα  της  φυλακής.  Άκουγε  ασταμάτητα  και  ταυτόχρονα  το  διερευνητικό  το  βλέμμα  σάρωνε  το  κελί  φωτογραφίζοντας το χαμηλό σανιδοκρέβατο με τ' αχυρένιο στρώμα, το σιδερόφταχτο παράθυρο με  το  χοντρό  κιγκλίδωμα,  τους  λερούς  και  υγρούς  τοίχους,  το  θλιβερό  πρόσωπο  και  την  αξιολύπητη  φιγούρα του μουζίκου με τις βαριές αρβύλες και τη φόρμα της φυλακής. Ένιωσε να τον πνίγει όλο  Digitized by 10uk1s 


και  περισσότερο  μια  απέραντη  θλίψη,  θα  'θελε  να  μην  ήταν  αλήθεια  όσα  του  εξιστορούσε  ο  καλοκάγαθος  αυτός  νέος  ‐του  ήταν  οδυνηρό  να  πιστέψει  πως  μπορούσε,  χωρίς  κανένα  λόγο,  κάποιοι  να  συλλαμβάνουν  έναν  άνθρωπο,  να  του  φοράνε  τα  ρούχα  της  φυλακής  και  να  τον  μπουντρουμιάζουν σ' αυτό το τρομερό μέρος. Όμως το φριχτότερο απ' όλα θα 'ταν να βάλει με το  νου του πως αυτή η αληθινή ιστορία που του αφηγιόταν ο αγαθός αυτός άνθρωπος ήταν ψεύτικη  και κατασκευασμένη. Σύμφωνα με την αφήγηση του νέου, ο ταβερνιάρης του χωριού του 'χε κλέψει  τη  γυναίκα  λίγες  μέρες  μετά  το  γάμο  τους.  Έτρεξε  παντού  να  βρει  δικαιοσύνη,  μα  ο  ταβερνιάρης  λάδωσε τις αρχές και δικαιώθηκε. Μια μέρα ο νέος κατάφερε και πήρε την γυναίκα του με το ζόρι  στο σπίτι, μα την άλλη κιόλας μέρα εκείνη το 'σκασε. Ο Μενσόφ πήγε τότε στον ταβερνιάρη να την  ζητήσει. Εκείνος απάντησε πως δεν την είχε δει (αν κι ο  Μενσόφ την είδε, μόλις έμπαινε) και του  ζήτησε να τον αφήσει ήσυχο. Αρνήθηκε να φύγει και τότε ο ταβερνιάρης μαζί μ' έναν εργάτη του τον  ξυλοφόρτωσαν  μέχρι  θανάτου.  Την  επομένη  έπιασε  φωτιά  το  υποστατικό  του  ταβερνιάρη  και  τη  φόρτωσαν στον Μενσόφ και στη μάνα του. Όμως τη μέρα εκείνη δεν ήταν σπίτι ο Μενσόφ, είχε πάει  στου κουμπάρου του.  —Αλήθεια, δεν την έβαλες τη φωτιά;  —Ούτε που μου πέρασε απ' το μυαλό αφέντη. Εκείνος, ο κακούργος, μόνος του την άναψε. Λέγανε  πως μόλις το είχε ασφαλίσει το σπίτι του. Διαδόσανε πως εγώ και η μάνα μου πήγαμε λέει και τον  φοβερίσαμε. Είναι αλήθεια πως εκείνη τη μέρα τον έβρισα, δεν άντεχα άλλο, μα για τη φωτιά δεν  ξέρω τίποτα. Άλλωστε, όταν ξέσπασε η φωτιά, εγώ δεν ήμουν στο σπίτι του. Επίτηδες ισχυρίστηκε  πως ήμασταν εκεί με τη μάνα μου τη μέρα εκείνη κι έτσι και την ασφάλεια τσέπωσε και εμάς έχωσε  μέσα.  —Μα, πώς είναι δυνατόν;  —Σας  ορκίζομαι  στο  Θεό,  αφέντη,  αλήθεια  είναι,  λυπηθείτε  με!  φώναξε  με  ικετευτικό  ύφος  ο  Μενσόφ και θέλησε να γονατίσει μπροστά του, μα ο Νεχλιούντοφ τον εμπόδισε, συγκρατώντας τον  με δυσκολία.  —Σας παρακαλώ κάντε κάτι, άδικα θα πάω χαμένος, συνέχιζε να εκλιπαρεί ο Μενσόφ.  Κι αμέσως το πρόσωπό του συσπάστηκε και ξέσπασε σ' αναφυλλητό. Ανασκουμπώνοντας το μανίκι  της  φόρμας  του,  προσπάθησε  να  σφουγγίσει  τα  κλαμένα  του  μάτια  με  το  μανίκι  της  βρόμικης  πουκαμίσας του.  —Τελειώσατε; ρώτησε ο βοηθός του διευθυντή, που είχε πλησιάσει στο κελί.  —Μάλιστα,  τελειώσαμε,  απάντησε  ο  Νεχλιούντοφ  και  γυρίζοντας  προς  το  μέρος  του  Μενσόφ  του  είπε: —Μην απελπίζεστε, θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν, κι αμέσως έφυγε. Ο Μενσόφ στεκόταν στο  κατώφλι  σαν  αποσβολωμένος  κι  ούτε  που  σείστηκε  όταν  ο  δεσμοφύλακας,  κλείνοντας  την  πόρτα,  του την βρόντηξε κατά πρόσωπο. Όμως όση ώρα εκείνος προσπαθούσε ν' ασφαλίσει την κλειδαριά,  ο Μενσόφ κρυφοκοιτούσε μέσα από το ματάκι της πόρτας. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ LII  ΚΑΘΩΣ  ΕΠΕΣΤΡΕΦΕ  προς  την  έξοδο  από  το  μεγάλο,  ευρύχωρο  διάδρομο,  ήταν  κιόλας  ώρα  για  το  μεσημεριανό και απ' τ' ανοιχτά κελιά ο Νεχλιούντοφ παρατηρούσε εκείνους τους ανθρώπους με τις  ανοιχτοκίτρινες  φόρμες,  τα  φαρδιά  πανταλόνια,  τις  αρβύλες  και  με  τα  κοντοκουρεμένα  μαλλιά.  Διαισθάνθηκε τα βλέμματά τους γεμάτα φθόνο κι ένιωσε μέσα του αλλόκοτα συναισθήματα. Τους  συμπονούσε  έτσι  όπως  τους  έβλεπε  πίσω  απ'  τα  σίδερα  και  την  ίδια  στιγμή  ένιωθε  φρίκη  και  αδυναμία να κάνει το παραμικρό γι' αυτούς τους καταδικασμένους. Άθελά του, τον πλημμύρισε ένα  αίσθημα ντροπής για τον ίδιο του τον εαυτό που περνούσε έτσι ανάμεσά τους μ' ελαφριά καρδιά.  Σε κάποιο διάδρομο πετάχτηκε ένας κατάδικος βροντοπατώντας με τ' άρβυλά του κι όρμησε προς  την πόρτα της αίθουσας κι από πίσω του ξεχύθηκαν άλλοι φυλακισμένοι και μπήκαν μπροστά από  τον Νεχλιούντοφ πέφτοντας στα γόνατα.  —Δώστε  διαταγή  Ευγενέστατε,...  δεν  ξέρουμε  πώς  να  σας  φωνάξουμε,  δώστε  διαταγή  να  κάνουν  κάτι για μας.  —Μα, δεν είμαι διευθυντής εγώ, δεν γνωρίζω τίποτα.  —Δεν  πειράζει,  το  ίδιο  είναι,  μιλήστε  εσείς  στον  διευθυντή,  δεν  μπορείτε  μήπως;  ακούστηκε  μια  θυμωμένη φωνή. —Είμαστε αθώοι και βασανιζόμαστε εδώ μέσα δύο μήνες.  —Μα, πώς; Γιατί; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ.  —Να, έτσι. Μας μπουντρουμιάσανε εδώ μέσα εδώ και δύο μήνες κι ούτε που ξέρουμε κι εμείς οι  ίδιοι το γιατί.  —Ναι,  όντως,  είναι  αλήθεια,  τυχαία  τους  φυλακίσαμε,  είπε  ο  βοηθός  του  διευθυντή.  —Τους  συλλάβαμε γιατί δεν είχαν αστυνομικές ταυτότητες. Θα 'πρεπε βέβαια να τους είχαμε στείλει στην  επαρχία τους, αλλά οι τοπικές φυλακές κάηκαν και η νομαρχιακή διοίκηση τους παρέπεμψε σε μας.  Εκείνους που ήταν από άλλες επαρχίες τους στείλαμε κιόλας, αυτούς όμως τους κρατάμε εδώ.  —Μα  είναι  δυνατόν,  μόνο  γι'  αυτό  το  λόγο  να  τους  συλλαμβάνετε;  ρώτησε  ο  Νεχλιούντοφ  και  κοντοστάθηκε στην πόρτα.  Γύρω απ' τον Νεχλιούντοφ και τον βοηθό του διευθυντή μαζεύτηκε μεμιάς ένα μπουλούκι σαράντα  περίπου  ανθρώπων  με  φόρμες  φυλακής  και  δεν  άργησε  να  δημιουργηθεί  σωστή  οχλοβοή,  καθώς  αρκετοί μιλούσαν ταυτόχρονα. Ο βοηθός του διευθυντή έβαλε τάξη.  —Να μιλήσει ένας μόνο!  Απ' το μπουλούκι ξεχώρισε ένας ψηλόκορμος αρρενωπός μουζίκος γύρω στα πενήντα. Εξήγησε στον  Νεχλιούντοφ  ότι  όλοι  τους  είχαν  εκτοπιστεί  και  φυλακιστεί  επειδή  δεν  είχαν  ταυτότητες  να  ταξιδέψουν απ' τη μια επαρχία στην άλλη. Στην πραγματικότητα είχαν, αλλά μόνο προσωρινές, για  δύο  εβδομάδες.  Κάθε  χρόνο  οι  ταυτότητές  τους  ήταν  εκπρόθεσμες,  μα  δεν  τους  πείραζαν.  Φέτος,  άγνωστο  γιατί,  τους  έπιασαν  και  τους  έριξαν  φυλακή.  Έχουν  περάσει  κιόλας  δύο  μήνες  και  τους  κρατούν σαν κοινούς εγκληματίες.  —Είμαστε όλοι τεχνίτες μαρμαράδες, ανήκουμε στην ίδια συντεχνία. Λένε πως οι τοπικές φυλακές  έπιασαν φωτιά, μα δεν είναι αυτός ο λόγος. Βοηθείστε μας για τ' όνομα του Θεού! 

Digitized by 10uk1s 


Ο  Νεχλιούντοφ  άκουγε,  μα  φαίνεται  πως  δεν  παρακολουθούσε  με  προσοχή  όσα  του  έλεγε  ο  λεβεντόκορμος  αυτός  μεσόκοπος,  γιατί  το  βλέμμα  του  ήταν  καρφωμένο  σε  μια  θρεμμένη  γκριζόμαυρη ψείρα που γλιστρούσε αργά μέσα απ' τα μαλλιά και κατέβαινε στο μάγουλό του.  —Μα, τι λέτε; Πώς είναι δυνατό, μόνο γι' αυτό; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ γυρίζοντας προς τον βοηθό  του διευθυντή.  —Πράγματι, η διοίκηση έκανε μια παρατυπία. Έπρεπε να τους στείλει και να τους εγκαταστήσει στις  κατά τόπους κατοικίες τους, απάντησε εκείνος.  Δεν  πρόλαβε  να  αποσώσει  τη  φράση  του,  όταν  απ'  το  μπουλούκι  πετάχτηκε  ένας  κοντόσωμος  άνδρας,  φορώντας  κι  αυτός  φόρμα  φυλακισμένου  κι  άρχισε  στραβώνοντας  με  κάποιο  παράξενο  μορφασμό το στόμα του να εξιστορεί τα άδικα βάσανά τους εκεί μέσα.  —Χειρότερα κι από σκύλους μάς έχουν..., ξεστόμισε.  ‐Ε, ε, άστα τα περιττά, κλείσε το στόμα γιατί ξέρεις...  ‐Τι  ξέρω  δηλαδή;  φώναξε  απελπισμένα  ο  κοντόσωμος  άνδρας.  —Μήπως  έχουμε  κάνει  κανένα  έγκλημα;  ‐Σιωπή! βρυχήθηκε ο βοηθός του διευθυντή κι αμέσως ο ανθρωπάκος βουβάθηκε.  «Μα,  τι  συμβαίνει  εδώ  μέσα;»  αναρωτήθηκε  ο  Νεχλιούντοφ,  βγαίνοντας  απ'  την  αίθουσα  κυνηγημένος  από  τα  εκατοντάδες  μάτια  που  τον  ακολουθούσ��ν  καρφωμένα  πάνω  του,  πίσω  από  τις πόρτες των κελιών, και απ' τα βλέμματα των φυλακισμένων που συνάντησε στο διάβα του.  —Μα,  είναι  ποτέ  δυνατό  να  κρατούν  φυλακισμένους  τόσο  αθώους  ανθρώπους;  ρωτούσε  ο  Νεχλιούντοφ τον βοηθό του διευθυντή, όταν βγήκαν τελικά στο διάδρομο.  —Και τι θα επιθυμούσατε να έχουμε κάνει; Πρέπει να γνωρίζετε πως πολλά απ' αυτά που λένε είναι  ψέματα.  Όταν  τους  ακούς,  έχεις  την  εντύπωση  πως  όλοι  τους  είναι  αθώες  περιστερές,  απάντησε  εκείνος.  —Μα, αυτοί που είδαμε εκεί μέσα δεν είναι ένοχοι για τίποτα.  —Αυτοί,  μπορεί,  το  παραδέχομαι.  Μα,  εδώ  μέσα  υπάρχει  μεγάλη  σαπίλα.  Χωρίς  αυστηρή  πειθαρχία, δε γίνεται τίποτα. Υπάρχουν κάτι τύποι ατσίδες που μπορούν να χαλάσουν τον κόσμο εν  ριπή οφθαλμού. Να, χθες, αναγκαστήκαμε να τιμωρήσουμε δύο απ' αυτούς.  —Πώς, δηλαδή, τους τιμωρήσατε; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ.  —Με διαταγή της διοίκησης, τους μαστιγώσαμε...  —Μα, οι σωματικές ποινές απαγορεύονται.  —Όχι γι' αυτούς που έχουν στερηθεί τα δικαιώματά τους. Αυτοί εξαιρούνται.  Ο Νεχλιούντοφ αναθυμήθηκε όσα είχε δει χθες, όταν περίμενε στην είσοδο, και κατάλαβε πως το  μαστίγωμα  πρέπει  να  έγινε  την  ώρα  που  περίμενε  εκεί  κι  ένιωσε  να  τον  πνίγει  εκείνο  το  ισχυρό  ανάμικτο συναίσθημα απορίας, θλίψης, αδυναμίας και ηθικής απελπισίας που τον έκανε να πάθει  Digitized by 10uk1s 


πραγματική ναυτία, και να νιώσει τόσο χάλια όσο ποτέ άλλοτε.  Χωρίς  να  ακούει  πλέον  τον  βοηθό  του  διευθυντή  και  χωρίς  να  κοιτάζει  γύρω  του,  περπατώντας  βιαστικά,  βγήκε  από  τους  διαδρόμους  και  τράβηξε  για  το  γραφείο  του  διευθυντή  της  φυλακής,  ο  διευθυντής  ήταν  στον  προθάλαμο  και  είχε  ξεχάσει  να  καλέσει  στο  γραφείο  του  την  Μπογκοντούχοφσκαγια, γιατί είχε μπλέξει με μιαν άλλη υπόθεση. Μόλις είδε τον Νεχλιούντοφ να  μπαίνει στο γραφείο, τότε μόνο θυμήθηκε πως είχε υποσχεθεί να την καλέσει.  —Αμέσως, θα στείλω να την φέρουν εδώ. Περιμένετε λίγο, καθίστε, του είπε. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ LIV  ΤΟ ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΙΧΕ δύο δωμάτια. Στο πρώτο δωμάτιο δέσποζε μια μεγάλη χτιστή ξεφτισμένη σόμπα,  υπήρχαν δυο βρόμικα παράθυρα και στη μια γωνία στεκόταν ένας μαύρος κανόνας για την μέτρηση  του ύψους των κρατουμένων, ενώ στην άλλη γωνία κρεμόταν ένα απαραίτητο, παντοτινό εξάρτημα  σ'  όλους  τους  τόπους  μαρτυρίων:  μια  μεγάλη  εικόνα  του  Χριστού  (παροιμιώδης  χλευασμός  της  διδασκαλίας  του).  Εδώ,  στο  δωμάτιο  αυτό,  μερικοί  δεσμοφύλακες  έστεκαν  και  περίμεναν.  Στο  διπλανό  δωμάτιο  καμιά  εικοσαριά  κρατούμενοι  άνδρες  και  γυναίκες  καθισμένοι  σε  πάγκους  σύρριζα  στους  τοίχους  συζητούσαν  χαμηλόφωνα  είτε  σε  ζευγάρια  είτε  σε  μικρές  παρέες.  Στο  παράθυρο κοντά υπήρχε ένα τραπέζι. Ο διευθυντής κάθισε  σε  μια καρέκλα  κοντά στο τραπέζι και  πρότεινε και στον Νεχλιούντοφ που στεκόταν κιόλας πλάι του να καθίσει.  Ο  Νεχλιούντοφ  απ'  τη  θέση  αυτή  πρόσεξε  με  την  πρώτη  ματιά  έναν  νεαρό  εμφανίσιμο  άνδρα  με  κοντό  σακάκι,  που  στεκόταν  μπροστά  από  μια  μεσόκοπη  γυναίκα  με  κατάμαυρα  φρύδια,  και  της  μιλούσε  με  πάθος  κουνώντας  τα  χέρια  του.  Δίπλα  τους  καθόταν  ένας  γέρος  με  γαλάζια  γυαλιά  κι  άκουγε ασάλευτος κρατώντας το χέρι μιας νεαρής γυναίκας ντυμένης με φόρμα φυλακής που του  διηγιόταν κάτι. Ένα αγόρι, γυμνασιόπαιδο, με μια μαρμαρωμένη έκφραση φόβου στο πρόσωπό του  δεν έπαιρνε το βλέμμα του από τον γέρο. Κάπου εκεί κοντά τους, στη γωνία, καθόταν ένα ζευγάρι  ερωτευμένων. Εκείνη είχε κοντά ξανθά μαλλιά, έντονα κι έξυπνα χαρακτηριστικά, ήταν χαριτωμένη  και πολύ νέα ακόμα, ντυμένη κομψά και μοντέρνα. Εκείνος είχε λεπτά χαρακτηριστικά και σγουρά  μαλλιά, ένα όμορφο παλικάρι, και φορούσε έναν αδιάβροχο επενδύτη. Είχαν πιάσει μια γωνίτσα και  σιγοψιθύριζαν ξεχειλίζοντας από αγάπη. Πιο κοντά απ' όλους στο τραπέζι καθόταν μια γυναίκα με  άσπρα μαλλιά, ντυμένη στα μαύρα, το δίχως άλλο μητέρα. Κοίταζε στα μάτια επίμονα έναν νεαρό  άνδρα με όψη φθισικού, που φορούσε κι αυτός έναν αδιάβροχο επενδύτη, και πάσχιζε κάτι να του  πει, μα την έπνιγαν τα δάκρυα και βουβαινόταν. Ύστερα πάλι έκανε άλλη μια προσπάθεια κάτι να  ψελλίσει,  μα  σώπαινε.  Ο  νέος  κρατούσε  στα  χέρια  του  ένα  χαρτί  και  με  φανερή  αμηχανία,  μη  ξέροντας  τι  να  το  κάνει,  το  δίπλωνε,  το  τσαλάκωνε  με  νευρικό  ύφος.  Δίπλα  τους  καθόταν  μια  παχουλή, ροδαλή, όμορφη κοπέλα με πολύ ζωηρά, λαμπερά μάτια φορώντας ένα γκρίζο φουστάνι  και πελερίνα. Στο πλάι της καθόταν η μάνα της που 'κλαιγε και της χάιδευε τρυφερά τον ώμο. Όλα  ήταν όμορφα πάνω σε τούτο το κορίτσι: και τα μεγάλα λευκόσαρκα χέρια της και τα σγουρά, όλο  σκάλες κοντά μαλλιά της και η καλοσχηματισμένη μύτη με τα σαρκώδη χείλη της. Μα, το κόσμημα  του  προσώπου  της  ήταν  τα  αμυγδαλωτά  καστανά,  γεμάτα  αθωότητα,  προβατίσια  μάτια  της,  που  πάνω  τους  αντιφέγγιζε  η  καλοσύνη  και  η  αλήθεια.  Τη  στιγμή  που  μπήκε  ο  Νεχλιούντοφ,  η  νέα  ανασήκωσε  τα  όμορφα  μάτια  της  από  το  πρόσωπο  της  μητέρας  της  και  τα  βλέμματά  τους  διασταυρώθηκαν  φευγαλέα.  Όμως,  την  ίδια  στιγμή  γύρισε  απότομα  κι  άρχισε  κάτι  να  λέει  στη  μητέρα  της.  Όχι  πολύ  μακριά  από  το  ερωτευμένο  ζευγαράκι  καθόταν  ένας  μελαχρινός  αναμαλλιασμένος  άνδρας  με  σκοτεινή  θωριά  και  έλεγε  κάτι  νευριασμένα  σ'  έναν  επισκέπτη  με  άτριχο πρόσωπο που έμοιαζε με ευνούχο. Ο Νεχλιούντοφ είχε καθίσει πλάι στον διευθυντή και με  έντονη περιέργεια κοίταζε τριγύρω του, μέχρι την ώρα που ένα μικρό αγόρι, κουρεμένο γουλί, τον  πλησίασε και με τη λεπτή φωνή του τον ρώτησε:  —Εσείς ποιον περιμένετε εδώ;  Ο  Νεχλιούντοφ  τα  'χασε  από  την  ερώτηση  του  αγοριού,  μα  κοιτάζοντάς  το  και  παρατηρώντας  το  σοβαρό,  στοχαστικό  του  πρόσωπο  με  τα  διερευνητικά,  έξυπνα  μάτια,  του  απάντησε  με  σοβαρό  ύφος πως περίμενε μια γνωστή του γυναίκα.  —Και τι σας είναι αυτή, μήπως αδελφή; ρώτησε το αγόρι.  —Όχι, όχι, δεν είναι αδελφή μου απάντησε έκπληκτος ο Νεχλιούντοφ. —Και συ με ποιον είσαι εδώ;  το ρώτησε.  Digitized by 10uk1s 


—Με την μαμά μου. Είναι πολιτική κρατούμενη, απάντησε με περηφάνια το αγόρι.  —Μάρια  Πάβλοβνα,  πάρ'  τε  τον  Κόλια,  είπε  ο  διευθυντής  που  θεωρούσε  μάλλον  πως  δεν  επιτρεπόταν απ' τον κανονισμό η συζήτηση του Νεχλιούντοφ με το αγόρι.  Η Μάρια Πάβλοβνα, εκείνη η όμορφη κοπέλα με τ' αθώα μάτια που έκανε τον Νεχλιούντοφ να την  προσέξει,  σηκώθηκε  και  φάνηκε  όλο  το  ψηλό  λυγερόκορμο  παράστημά  της  και  με  σταθερό,  ανοιχτό, σχεδόν ανδρίκιο βήμα πλησίασε τον Νεχλιούντοφ και το αγόρι.  —Θα  σας  ρώτησε,  βέβαια,  ποιος  είσαστε,  ε;  ρώτησε  τον  Νεχλιούντοφ,  μ'  ένα  αχνό  χαμόγελο  κοιτώντας  τον  κατάματα  με  τελείως  απλό  και  φυσικό  τρόπο,  χωρίς  να  προκαλεί  την  παραμικρή  αμφιβολία πως έτσι ήταν με όλους, κι έτσι έπρεπε να είναι πάντοτε με τους άλλους, απλή, ευγενική,  στοργική.  —Όλα  θέλει  να  τα  ξέρει,  πρόσθεσε  και  γέλασε  μ'  ένα  διάπλατο,  τόσο  καλοσυνάτο  και  τρυφερό  χαμόγελο  μπροστά  στο  προσωπάκι  του  αγοριού  που  έκανε  το  αγόρι,  μα  και  τον  Νεχλιούντοφ να γελάσουν κι αυτοί.  —Ναι, με ρώτησε για ποιον ήρθα εδώ.  —Μάρια  Πάβλοβνα,  δεν  επιτρέπεται  να  μιλάτε  με  ξένους.  Αφού  το  γνωρίζετε...  παρατήρησε  ο  διευθυντής.  —Εντάξει, εντάξει, απάντησε εκείνη και πιάνοντας με το μακρύ λευκό της χέρι το χεράκι του Κόλια,  που δεν την άφηνε απ' τα μάτια του, γύρισε στη μητέρα του φθισικού νέου.  —Τίνος είναι τούτο το αγόρι; ρώτησε ο Νεχλιούντοφ τον ίδιο τον διευθυντή παίρνοντας θάρρος.  —Είναι γιος μιας πολιτικής κρατούμενης. Εδώ στη φυλακή γεννήθηκε, είπε ο διευθυντής με κάποιο  αίσθημα  ικανοποίησης,  σαν  να  ήθελε  να  υπογραμμίσει  το  σπάνιο  χαρακτήρα  του  ιδρύματος  που  επόπτευε.  —Δεν είναι δυνατόν!  —Αλήθεια είναι. Σε λίγο τα αγόρι θα ταξιδέψει για τη Σιβηρία, να βρει τη μάνα του.  —Και η κοπέλα;  —Δεν  μπορώ  να  σας  απαντήσω,  είπε  ο  διευθυντής,  ανασηκώνοντας  τους  ώμους.  —Α,  να  και  η  Μπογκοντούχοφσκαγια. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ LV  ΑΠΟ  ΤΗΝ  ΠΙΣΩ  πόρτα  με  ζωηρό  βήμα  μπήκε  μια  μικρόσωμη  και  αδύνατη  γυναίκα  με  κουρεμένα  μαλλιά και κατάχλομο πρόσωπο, η Βέρα Γιεφρέμοβνα, με τα τεράστια, καλοσυνάτα μάτια της.  —Ω,  σας  ευχαριστώ  που  ήρθατε,  είπε  και  έσφιξε  το  χέρι  του  Νεχλιούντοφ.  —Με  θυμηθήκατε;  Ας  καθίσουμε.  —Δεν περίμενα να σας βρω έτσι.  —Μα,  τι  λέτε,  εδώ  περνάω  θαυμάσια.  Τόσο  καλά,  μα  τόσο  καλά  που  δεν  θέλω  τίποτε  άλλο,  απάντησε η Βέρα Γιεφρέμοβνα, όπως πάντα, κοιτάζοντας τρομαγμένα με τα τεράστια, καλοσυνάτα  στρογγυλά  της  μάτια  τον  Νεχλιούντοφ,  στριφογυρίζοντας  τον  κίτρινο,  κάτισχνο,  άσαρκο  λαιμό  της  που ξεπρόβαλε, από τους άθλιους λερωμέν��υς γιακάδες της μπλουζίτσας της.  Ο Νεχλιούντοφ άρχισε να την ρωτάει πώς βρέθηκε σ' αυτή την κατάσταση. Εκείνη του απαντούσε με  μεγάλη  όρεξη  για  την  περίπτωσή  της.  Ο  λόγος  της  ήταν  γεμάτος  ξενικές  λέξεις∙  μιλούσε  για  την  προπαγάνδα, τα σαμποτάζ, τους πυρήνες, τα τμήματα και τα υποτμήματα, που η ίδια πίστευε πως  όλοι προφανώς ήξεραν και μόνον ο Νεχλιούντοφ δεν είχε ακούσει ποτέ.  Του  διηγιόταν  με  τέτοια  θέρμη  το  καθετί,  γιατί  ήταν  τελείως  σίγουρη  πως  όλα  εκείνα  τον  ενδιέφεραν και πως ευχαριστιόταν να μαθαίνει όλα τα μυστικά της επαναστατικής οργάνωσης των  Ναρόντνικων.  Ο  Νεχλιούντοφ  κοιτούσε  με  συμπάθεια  το  δύστυχο  λαιμό  της,  τα  αραιά  κι  ανακατωμένα μαλλιά της κι απορούσε γιατί τα είχε κάνει όλα αυτά και του τα ιστορούσε τώρα. Την  λυπόταν, αλλά όχι ακριβώς, όπως λυπόταν τον Μενσόφ, που χωρίς το παραμικρό φταίξιμο τον είχαν  κλείσει  στο  βρόμικο  μπουντρούμι.  Πιο  πολύ  την  λυπόταν  για  κείνη  την  έκδηλη  σύγχυση  που  κουβαλούσε  στο  μυαλό  της.  Θαρρούσε  η  ίδια  πως  ήταν  ηρωίδα,  έτοιμη  να  προσφέρει  τη  ζωή  της  θυσία στο βωμό του αγώνα της, και την ίδια στιγμή τής ήταν μάλλον αδύνατο να εξηγήσει τι ήταν  αυτός ο αγώνας και τι εξαρτιόταν από την επιτυχία του.  Σε γενικές γραμμές η Βέρα Γιεφρέμοβνα διηγήθηκε στον Νεχλιούντοφ ότι μια συναγωνίστριά της, με  το όνομα Σουστόβα που δεν ανήκε στο δικό τους πυρήνα — όπως ισχυριζόταν η Βέρα Γιεφρέμοβνα  — πιάστηκε πριν από πέντε μήνες μαζί της και φυλακίστηκε στο Φρούριο Πετροπάβλοφσκ μόνο και  μόνο επειδή βρέθηκαν πάνω της βιβλία και χαρτιά που της είχε δώσει η ίδια να τα φυλάξει. Η Βέρα  θεωρούσε  εν  μέρει  τον  εαυτό  της  υπεύθυνο  για  την  φυλάκιση  της  Σουστόβα  και  ικέτευε  τον  Νεχλιούντοφ,  που  είχε  διασυνδέσεις,  να  κάνει  ό,τι  περνούσε  από  το  χέρι  του  για  να  την  αποφυλακίσει.  Ένα  άλλο  που  ζήτησε  η  Μπογκοντούχοφσκαγια  αφορούσε  στην  υπόθεση  κάποιου  Γιουτκέβιτς, για τον οποίο ο Νεχλιούντοφ έπρεπε να καταφέρει να πάρει την άδεια από τον διοικητή  του  Πετροπάβλοφσκ,  ώστε  να  τον  επισκεφτούν  οι  γονείς  του  και  να  του  στέλνουν  επιστημονικά  βιβλία που χρειαζόταν στην μελέτη του.  Ο  Νεχλιούντοφ  της  υποσχέθηκε  να  προσπαθήσει  να  κάνει  το  παν,  όταν  θα  πήγαινε  στην  Πετρούπολη.  Όσο για τη δική της ιστορία, η Βέρα του διηγήθηκε πως αφού τελείωσε τον κύκλο των μαθημάτων  τής μαιευτικής μπήκε, στο κόμμα των Ναρόντνικων και δούλεψε γι' αυτούς. Στην αρχή όλα πήγαιναν  ρολόι,  έγραφαν  προκηρύξεις,  έκαναν  προπαγάνδα  στις  φάμπρικες  μέχρι  που  κάποτε  έπιασαν  ένα  σπουδαίο πρόσωπο της οργάνωσης, κατέσχεσαν έγγραφα και άρχισαν τις μαζικές συλλήψεις.  —Μ'  έπιασαν  κι  εμένα  και  τώρα  με  στέλνουν  εξορία...  κατέληξε.  —Μα  δεν  με  πτοεί  αυτό.  Αισθάνομαι θαυμάσια, έχω μια ολύμπια διάθεση, είπε μ' ένα γέλιο που προκαλούσε οίκτο.  Digitized by 10uk1s 


Ο  Νεχλιούντοφ  την  ρώτησε  για  την  κοπέλα  με  τα  αμυγδαλωτά  μάτια.  Η  Βέρα  Γιεφρέμοβνα  τον  πληροφόρησε  πως  ήταν  κόρη  ενός  στρατηγού  και  είχε  από  καιρό  τώρα  προσχωρήσει  στο  επαναστατικό κόμμα. Την είχαν συλλάβει, γιατί ανέλαβε η ίδια προσωπικά την ευθύνη για το φόνο  ενός χωροφύλακα. Ζούσε σ' ένα παράνομο διαμέρισμα, στο οποίο είχε εγκατασταθεί γιάφκα. Όταν  νύχτα ήρθαν οι αστυνομικοί για έρευνα, οι επαναστάτες αποφάσισαν να υπερασπιστούν τον εαυτό  τους, άνοιξαν πυρ κι άρχισαν να καταστρέφουν τα παράνομα έγγραφα. Η αστυνομία έκανε έφοδο  και  τότε  ένας  από  τους  συνωμότες  πυροβόλησε  και  πλήγωσε  θανάσιμα  έναν  χωροφύλακα.  Όταν  έγιναν ανακρίσεις για το φόνο, η κοπέλα δήλωσε πως αυτή είχε πυροβολήσει, αν και ποτέ στη ζωή  της δεν είχε πιάσει στα χέρια της περίστροφο και δεν είχε σκοτώσει ούτε μυρμήγκι. Έτσι έγινε και  τώρα την οδηγούν στα κάτεργα.  —Είναι αλτρουίστρια, καλή ψυχή, είπε επιδοκιμαστικά η Βέρα Γιεφρέμοβνα.  Το  τρίτο  ζήτημα  που  ήθελε  να  συζητήσει  με  τον  Νεχλιούντοφ  η  Γιεφρέμοβνα  ήταν  σχετικό  με  την  Μάσλοβα. Γνώριζε, όπως κι όλοι τους στη φυλακή, την ιστορία της και τις σχέσεις της μαζί του και  τον  συμβούλεψε  να  ενεργήσει  για  τη  μεταφορά  της  Μάσλοβα  στις  φυλακές  των  πολιτικών,  όπου  υπήρχε  συνωστισμός  από  αρρώστους  τώρα  και  χρειάζονταν  προσωπικό.  Ο  Νεχλιούντοφ  την  ευχαρίστησε για τις συμβουλές της και υποσχέθηκε πως θα έπραττε ανάλογα. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ LVI  Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥΣ διακόπηκε από τον διευθυντή που σηκώθηκε απ' τη θέση του και ανήγγειλε πως  ο  χρόνος  του  επισκεπτηρίου  είχε  τελειώσει  και  οι  επισκέπτες  έπρεπε  να  αποχωρήσουν.  Ο  Νεχλιούντοφ  σηκώθηκε,  αποχαιρέτησε  την  Βέρα  Γιεφρέμοβνα  και  τράβηξε  προς  την  πόρτα,  όπου  κοντοστάθηκε παρακολουθώντας τι γινόταν τριγύρω του.  —Κύριοι, είναι ώρα, εμπρός, έλεγε ο διευθυντής που μια σηκωνόταν και μια καθόταν.  Η επιτακτική φωνή του διευθυντή απλώς προκάλεσε στους παρευρισκομένους, φυλακισμένους και  επισκέπτες, μια ιδιαίτερη νευρικότητα στις κινήσεις τους, μα κανένας δεν είχε τη διάθεση να φύγει.  Μερικοί σηκώθηκαν και σιγομιλούσαν όρθιοι, άλλοι άρχισαν τους ασπασμούς κλαίγοντας. Ιδιαίτερα  συγκινητική  ήταν  η  στιγμή  του  αποχαιρετισμού  ανάμεσα  στον  φθισικό  νέο  και  στη  μητέρα  του.  Ο  νέος  αμήχανα  έστριβε  συνεχώς  το  χαρτί  στα  χέρια  του  και  στο  πρόσωπό  του  διαγραφόταν  πιο  καθαρά μια σκληρή έκφραση. Συγκρατιόταν με τα δόντια για να μην αφήσει να τον συμπαρασύρουν  τα  αισθήματα  της  μητέρας  του.  Εκείνη,  όμως,  μόλις  άκουσε  πως  έπρεπε  να  τον  αποχαιρετήσει,  έπεσε  στην  αγκαλιά  του  κι  ακουμπώντας  το  κεφάλι  στον  ώμο  του,  ξέσπασε  σε  αναφιλητά  σφουγγίζοντας  την  υγρή  της  μύτη.  Η  κοπέλα  με  τ'  αθώα  μάτια  —ο  Νεχλιούντοφ  την  παρακολουθούσε επίμονα— στεκόταν μπροστά της και πάσχιζε να την παρηγορήσει. Ο γέρος με τα  γαλάζια γυαλιά, όρθιος, κρατούσε σφιχτά το χέρι της κόρης του και κουνούσε το κεφάλι του σ' αυτά  που του έλεγε εκείνη. Οι δυο νεαροί ερωτευμένοι είχαν σηκωθεί, κρατούσαν τα χέρια, κοιτάζοντας  σιωπηλά ο ένας τον άλλον στα μάτια.  —Να, μονάχα τούτοι οι δυο είναι χαρούμενοι είπε, δείχνοντας το ζευγάρι των ερωτευμένων, ο νέος  άνδρας με το κοντό σακάκι που στεκόταν πλάι στον Νεχλιούντοφ και, όπως κι εκείνος, παρατηρούσε  τη σκηνή του αποχωρισμού.  Νιώθοντας  τα  βλέμματα  του  Νεχλιούντοφ  και  του  νέου  να  τους  κοιτάζουν,  οι  ερωτευμένοι  —το  παλικάρι με τον αδιάβροχο επενδύτη κι η χαριτωμένη ξανθή κοπέλα —τέντωσαν τα σφιχτοδεμένα  τους χέρια, έγειραν πίσω και άρχισαν να στριφογυρίζουν γελώντας.  —Απόψε  παντρεύονται  εδώ,  στη  φυλακή  και  πηγαίνουν  μαζί  στη  Σιβηρία,  είπε  ο  νεαρός  στον  Νεχλιούντοφ.  —Αυτός ποιος είναι;  —Καταδικασμένος σε κάτεργα... Τουλάχιστον αυτοί το διασκεδάζουν. Σε πιάνει η καρδιά σου μ' όλα  τούτα  εδώ  μέσα,  πρόσθεσε  ο  νέος  με  το  σακάκι,  ακούγοντας  τους  λυγμούς  της  μητέρας  του  φθισικού άνδρα.  —Κύριοι, παρακαλώ, παρακαλώ! Μην μ' αναγκάσετε να πάρω αυστηρά μέτρα, έλεγε ο διευθυντής,  επαναλαμβάνοντας  αρκετές  φορές  τα  ίδια  λόγια.  —Μα,  τι  θα  γίνει  τέλος  πάντων;  Η  ώρα  πέρασε  πια. Αυτό είναι απαράδεκτο. Για τελευταία φορά σας το λέω, επανέλαβε άλλη μια φορά κακόκεφα  σιγορουφώντας το μισοσβησμένο του παπιρόσι απ' το Μαίρυλαντ.  Φαινόταν  καθαρά  πως  όσο  κι  αν  είναι  επιτηδευμένα,  παμπάλαια  και  κοινότοπα  όλα  εκείνα  τα  επιχειρήματα που επιτρέπουν σε ορισμένους ανθρώπους να προκαλούν πόνο στους άλλους, χωρίς  οι ίδιοι να αισθάνονται ένοχοι γι' αυτό, ο διευθυντής δεν μπορούσε να μην σκέφτεται πως ο ίδιος  ήταν  ένας  απ'  τους  ενόχους  γι'  αυτή  την  συμφορά  που  απλωνόταν  σ'  αυτό  το  δωμάτιο  και  ήταν  φανερό πως ένιωθε ένα φριχτά οδυνηρό συναίσθημα. 

Digitized by 10uk1s 


Τελικά,  φυλακισμένοι  κι  επισκέπτες  άρχισαν  να  σκορπίζουν,  άλλοι  προς  την  εσωτερική  πόρτα  κι  άλλοι προς την έξοδο.  Πέρασαν μέσα πρώτα οι άνδρες, οι νεαροί με τους αδιάβροχους επενδύτες, ο φθισικός νέος και ο  μελαχρινός,  αναμαλλιασμένος  κι  ακολούθησαν  η  Μάρια  Πάβλοβνα  με  το  αγοράκι  που  γεννήθηκε  στη φυλακή.  Άρχισαν να φεύγουν και οι επισκέπτες. Κίνησε να φύγει μ' ένα βαρύ βήμα κι ο γέρος με τα γαλάζια  γυαλιά. Πίσω του ακολούθησε ο Νεχλιούντοφ.  ‐Πράγματι, είναι φοβεροί αυτοί οι κανονισμοί τους, σχολίασε, σαν να συνέχιζε την κουβέντα τους, ο  φλύαρος  εκείνος  νέος,  καθώς  κατέβαινε  μαζί  με  τον  Νεχλιούντοφ  τις  σκάλες.  —  Ευτυχώς  που  ο  διευθυντής  είναι  καλοσυνάτος  άνθρωπος  και  δεν  τους  πολυτηρεί.  Κι  έτσι  οι  επισκέπτες  με  τους  φυλακισμένους μπορούν όλα να τα λένε, ν' ανοίγουν την ψυχή τους.  ‐Μα, μήπως δεν έχουν το ίδιο επισκεπτήριο κι οι άλλες φυλακές;  —Μπααα! Ούτε κατά διάνοια. Δεν αφήν��υν το ιδιαίτερο επισκεπτήριο, αλλά ούτε και πίσω απ' το  κιγκλίδωμα επιτρέπουν.  Τη στιγμή που ο Νεχλιούντοφ, κουβεντιάζοντας με τον φλύαρο αυτό νεαρό που του αυτοσυστήθηκε  ως Μέντιντσεφ, έφθασε στο κατώφλι της φυλακής, τον πλησίασε ο διευθυντής μ' ένα κουρασμένο  ύφος στην όψη του.  —Το  λοιπόν,  αν  θέλετε  να  δείτε  την  Μάσλοβα,  ελάτε  παρακαλώ  αύριο,  είπε  με  τέτοιο  τρόπο  που  ήθελε προφανώς να φανεί ευγενικός προς στον Νεχλιούντοφ.  —Πολύ καλά, απάντησε εκείνος και βιάστηκε να βγει έξω...  Φριχτό, θα 'πρεπε να ένιωθε ο Νεχλιούντοφ, πως ήταν το άδικο μαρτύριο του Μενσόφ, κι όχι τόσο η  σωματική του κακουχία όσο εκείνη η κατάπληξή του, εκείνη του η αδυναμία να πιστέψει στο δίκιο  και  στον  Θεό,  γιατί  τον  βασάνιζαν  εκεί  μέσα  καθηλωμένο  μπροστά  στη  βαναυσότητα  των  ανθρώπων που τον τυραννούσαν χωρίς να φταίει. Φριχτός θα πρέπει να 'ταν ο εξευτελισμός και τα  βασανιστήρια των τόσων δεκάδων εκείνων αθώων που υπέφεραν μόνο και μόνο γιατί δεν είχαν τα  χαρτιά  που  έπρεπε.  Φριχτοί  θα  πρέπει  να  'ταν  εκείνοι  οι  αποκτηνωμένοι  δεσμοφύλακες  που  μοναδική τους ασχολία ήταν να βασανίζουν τους αδελφούς τους πιστεύοντας βαθιά μέσα τους πως  έτσι επιτελούσαν αξιέπαινο και σημαντικό έργο. Ο πιο φριχτός απ' όλους όμως του φαινόταν πως  θα  'πρεπε  να  ήταν  εκείνος  ο  καλόκαρδος  διευθυντής  της  φυλακής  με  τη  γερασμένη  όψη  και  την  τσακισμένη  υγεία  που  ήταν  υποχρεωμένος  να  χωρίζει  την  μάνα  απ'  τον  γιο,  τον  πατέρα  απ'  την  κόρη, ανθρώπους ίδιους κι απαράλλαχτους, όπως εκείνος και τα παιδιά του.  «Γιατί  όλα  αυτά;»  αναρωτήθηκε  ο  Νεχλιούντοφ  μ'  ένα  πνιγηρό  αίσθημα  δυσφορίας  που  του  προκαλούσε  πραγματική  ναυτία  σε  κάθε  του  επίσκεψη  στη  φυλακή,  χωρίς  να  μπορεί  να  βρει  απάντηση. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ LVII  ΤΗΝ  ΑΛΛΗ  ΜΕΡΑ  πήγε  στον  δικηγόρο  και  του  γνωστοποίησε  την  περίπτωση  του  Μενσόφ  και  της  μάνας  του  ζητώντας  να  αναλάβει  την  υπεράσπισή  τους.  Ο  δικηγόρος  τον  άκουσε  και  του  υποσχέθηκε  πως  θα  αναλάμβανε  την  υπόθεση  προσθέτοντας  πως,  αν  τα  πράγματα  είχαν  όπως  έλεγε ο Νεχλιούντοφ, γεγονός που δεν το απόκλειε καθόλου, θ' αναλάμβανε την υπεράσπισή τους  χωρίς  αμοιβή.  Του  είπε  ακόμα  ο  Νεχλιούντοφ  και  για  την  περίπτωση  των  εκατό  τριάντα  κρατουμένων που τους είχαν μέσα από μια παρεξήγηση και τον ρώτησε ποιος είχε την ευθύνη για  την κράτησή τους. Ο δικηγόρος σκέφτηκε για λίγο θέλοντας φαίνεται να δώσει ακριβή απάντηση.  —Ποιος  έχει  την  ευθύνη;  Κανένας,  είπε  ευθέως.  —Αν  απευθυνθείτε  στον  εισαγγελέα,  εκείνος  θα  σας  παραπέμψει  στον  κυβερνήτη,  αν  πάλι  αποταθείτε  στον  κυβερνήτη  εκείνος  θα  σας  πει  πως  υπεύθυνος είναι ο εισαγγελέας. Τελικά, κανένας δεν έχει καμία ευθύνη.  —Θα πάω αμέσως τώρα στον Μάσλενικοφ και θα του το πω.  —Μπαα!  Μη  χάνετε  τον  καιρό  σας,  αποκρίθηκε  χαμογελώντας  ο  δικηγόρος  εκφράζοντας  τη  διαφωνία  του.  —Είναι  τόσο  —ελπίζω  να  μην  σας  είναι  συγγενής  ή  φίλος—  συγχωρέστε  μου  τη  φράση, ηλίθιος και ταυτόχρονα τόσο παμπόνηρο κτήνος που είναι ανώφελο...  Ο Νεχλιούντοφ θυμήθηκε τι του είχε πει ο Μάσλενικοφ για τον δικηγόρο και γι' αυτό δεν απάντησε.  Χαιρέτησε κι έφυγε για το σπίτι του Μάσλενικοφ.  Ήθελε να του ζητήσει δύο εξυπηρετήσεις: τη μεταφορά της Μάσλοβα στο νοσοκομείο της φυλακής  και την απελευθέρωση των εκατόν τριάντα κρατουμένων που δεν είχαν ταυτότητα και έμεναν μέσα  άδικα.  Όσο  κι  αν  του  ήταν  βαρύ  να  παρακαλέσει  κάποιον  που  δεν  εκτιμούσε,  ήξερε  ότι  ήταν  το  μοναδικό μέσο που είχε στη διάθεσή του για να πετύχει το σκοπό του κι έπρεπε οπωσδήποτε να το  κάνει.  Φθάνοντας στο σπίτι του Μάσλενικοφ, είδε στο ξώστεγο σταθμευμένες κάμποσες άμαξες διαφόρων  ειδών:  κουπέ,  λαντώ,  αγοραίες,  και  θυμήθηκε  πως  εκείνη  ακριβώς  τη  μέρα  ήταν  η  μέρα  που  δεχόταν  η  γυναίκα  του  Μάσλενικοφ  και  μάλιστα  θυμήθηκε  πως  τον  είχε  καλέσει  κι  εκείνον.  Τη  στιγμή  που  η  άμαξα  του  Νεχλιούντοφ  πλησίαζε  το  σπίτι,  μια  αγοραία  άμαξα  ήταν  σταματημένη  μπροστά  στην  είσοδο  του  σπιτιού  κι  ένας  υπηρέτης  με  κονκάρδα  στο  καπέλο  και  μια  ανάρριχτη  πελερίνα βοηθούσε μια κυρία που είχε ανασηκώσει την ουρά του φουστανιού της, αποκαλύπτοντας  τους  λεπτούς  καλλίγραμμους  αστραγάλους  της  και  τα  μαύρα  γοβάκια  της,  ν'  ανεβεί  στην  άμαξα.  Ανάμεσα στ' αμάξια που ήταν ήδη σταματημένα διέκρινε και το σκεπαστό λαντώ των Κορτσάγκιν. Ο  γερο‐αμαξάς  με  το  ροδαλό  πρόσωπο,  αντικρίζοντας  τον  Νεχλιούντοφ,  έβγαλε  με  σεβασμό  και  εγκαρδιότητα  το  καπέλο  του,  όπως  θα  χαιρετούσε  έναν  πολύ  γνώριμο  άρχοντα.  Δεν  πρόλαβε  ο  Νεχλιούντοφ  να  ρωτήσει  τον  πορτιέρη  πού  ήταν  ο  Μιχαήλ  Ιβάνοβιτς  (Μάσλενικοφ),  όταν  στο  κεφαλόσκαλο  έκανε  την  εμφάνισή  του,  συνοδεύοντας  έναν  πολύ  σημαντικό  επισκέπτη,  από  εκείνους  που  δεν  ξεπροβόδιζε  απλώς  μέχρι  το  κεφαλόσκαλο,  αλλά  τους  συνόδευε  ως  κάτω  την  έξοδο. Ο επισκέπτης αυτός, που ήταν ένας ανώτατος στρατιωτικός, κατεβαίνοντας τις σκάλες έλεγε  στα  Γαλλικά  στον  συνομιλητή  του  για  μια  λαχειοφόρο  αγορά  που  επρόκειτο  να  διοργανωθεί  στην  πόλη  για  τα  άσυλα  της  περιοχής,  τονίζοντας  πως  αυτή  η  διοργάνωση  ήταν  μια  θαυμάσια  απασχόληση για τις κυρίες: «Και θα διασκεδάσουν και χρήματα θα συγκεντρώσουν».  —Qu 'elles s'amusent et que le bon Dieu les bénisse...!31 A! Νεχλιούντοφ, γεια σας! Καιρό έχουμε να  σας  δούμε,  αναφώνησε  ο  υψηλός  επισκέπτης  μόλις  είδε  τον  Νεχλιούντοφ.  —  Allez  présenter  vos  devoirs àmadame32. Είναι κι οι Κορτσάγκιν πάνω. Et Nadine Bukshevden. Toutes les jolies femmes de  la ville33, πρόσθεσε ανασηκώνοντας ελαφρά τους στρατιωτικούς του ώμους για να διευκολύνει τον  Digitized by 10uk1s 


υπηρέτη να του φορέσει τον μεγαλόπρεπο μανδύα του με τα χρυσά γαλόνια. —Au revoir, mon cher!  είπε, μιλώντας συνεχώς Γαλλικά κι αποχαιρέτησε τον Νεχλιούντοφ. Φεύγοντας, έσφιξε το χέρι του  Μάσλενικοφ.  —Έλα,  λοιπόν,  ας  ανεβούμε!  Πόσο  χαίρομαι  που  σε  βλέπω,  φώναξε  όλος  ενθουσιασμό  ο  Μάσλενικοφ  πιάνοντας  απ'  το  χέρι  τον  Νεχλιούντοφ  και  μ'  ανάλαφρο  βήμα,  παρά  το  βαρύ  του  σώμα, τον οδήγησε γοργά επάνω.  Ο Μάσλενικοφ ήταν τόσο κατενθουσιασμένος κι ευδιάθετος, γιατί εκείνος ο υψηλός επισκέπτης του  είχε  δείξει  προσοχή.  Κανονικά,  έχοντας  υπηρετήσει  στο  σύνταγμα  της  ανακτορικής  φρουράς,  ο  Μάσλενικοφ  θα  έπρεπε  να  είχε  εξοικειωθεί  στις  συνεχείς  επαφές  του  με  την  αυτοκρατορική  οικογένεια, αλλά φαίνεται, πως  η επανάληψη αυτή  απλώς  και μόνο επέτεινε την ποταπότητα του  χαρακτήρα  του  κι  έκτοτε  κάθε  εκδήλωση  προσοχής  στο  πρόσωπό  του  τον  πλημμύριζε  με  ανέκφραστη ικανοποίηση, όπως το μικρό χαδιάρικο σκυλάκι που μόλις ο αφέντης του το χαϊδέψει,  το ψηλαφίσει και το ξύσει ανάμεσα στ' αφτιά κουλουριάζεται, χαμηλώνει τ' αφτιά και στριφογυρίζει  σαν  τρελό  γύρω  του.  Το  ίδιο  ήταν  έτοιμος  να  κάνει  και  ο  Μάσλενικοφ  τώρα.  Δεν  έδινε  καμία  σημασία  στη  σοβαρή  έκφραση  του  Νεχλιούντοφ,  δεν  άκουγε  τα  λόγια  του  και  χωρίς  δεύτερη  κουβέντα  τον  οδήγησε  στο  σαλόνι.  Ο  Νεχλιούντοφ  δεν  διανοήθηκε  ν'  αντισταθεί  μπροστά  στην  ασυγκράτητη ευφορία του Μάσλενικοφ και τον ακολούθησε.  —Οι δουλειές αργότερα! Ό,τι μου προστάξεις, θα το κάνω, του είπε καθώς διασχίζανε το σαλόνι. — Αναγγείλατε στην Κυρία στρατηγού ότι ο πρίγκιπας Νεχλιούντοφ ήρθε, είπε σ' έναν υπηρέτη του. Ο  υπηρέτης με γοργό βήμα έτρεξε μπροστά τους για να τον προαναγγείλει.  — Vous n'avez qu'à ordonner34. Τη γυναίκα μου όμως θα την δεις οπωσδήποτε. Είδα κι έπαθα την  προηγούμενη φορά που δεν σε πήγα να την δεις.  Ο  υπηρέτης  είχε  κιόλας  προλάβει  ν'  αναγγείλει  τον  ερχομό  του  Νεχλιούντοφ,  όταν  οι  δύο  άνδρες  μπήκαν στην αίθουσα υποδοχής. Η Άννα Ιγκνάτιεβνα, σύζυγος του αναπληρωτή κυβερνήτη, Κυρία  στρατηγού,  όπως  της  άρεσε  να  αυτοαποκαλείται,  υποδέχτηκε  τον  Νεχλιούντοφ  μ'  ένα  φωτεινό  χαμόγελο  και  μιαν  ελαφριά  κίνηση  του  κεφαλιού  της  πάνω  απ'  τα  καπέλα  και  τα  κεφάλια  των  επισκεπτών  της  γύρω  απ'  τον  καναπέ  που  καθόταν.  Στην  άλλη  άκρη  της  αίθουσας  υποδοχής  πλάι  στο τραπέζι με το σαμοβάρι κάθονταν μερικές κυρίες και κοντά τους στέκονταν κάμποσοι άνδρες,  στρατιωτικοί  και  ιδιώτες,  συζητώντας  ζωηρά,  δημιουργώντας  με  τις  φωνές  τους  ένα  ασταμάτητο  βουητό.  —Enfin35! Μα, τέλος πάντων, ούτε να μας ξέρετε δεν επιθυμείτε; Τι σας έχουμε κάνει;  Με τέτοια λόγια, που εξυπονοούσαν οικειότητα ανάμεσα σ' εκείνη και στον Νεχλιούντοφ, που ποτέ  δεν υπήρχε, όμως, η Άννα Ιγκνάτιεβνα υποδέχτηκε τον επισκέπτη της.  —Γνωριζόσαστε; Να σας συστήσω; Η Κυρία Μπιλιάφσκαγια, ο Μιχαήλ Ιβάνοβιτς Τσερνόφ. Καθήστε  πιο κοντά μου.  —Missy, venez donc à notre table. On vous apportera votre thé...36 Κι εσείς..., είπε γελώντας προς το  μέρος  του  αξιωματικού  που  μιλούσε  με  την  Μίσσυ,  έχοντας  προφανώς  ξεχάσει  τ'  όνομά  του,  — παρακαλώ ελάτε εδώ. Εσείς, πρίγκιπα, θα πάρετε τσάι;  —Με  τίποτα,  μα  με  τίποτα  δεν  το  παραδέχομαι,  απλά  δεν  τον  αγαπούσε,  ακούστηκε  να  λέει  μια  γυναικεία φωνή. 

Digitized by 10uk1s 


—Της άρεσαν όμως τα πιροσκί.  —Τα  αιώνια  σαχλά  αστεία...  ακούστηκε  να  λέει  χαμογελώντας  μια  άλλη  ντάμα  με  ψηλό  καπέλο,  αστράφτοντας μέσα στα ολομέταξα ρούχα, στα χρυσαφικά και στα διαμάντια της.  —C'est excellent37 αυτές οι βάφλες και τόσο ελαφρές. Φέρτε κι από εδώ παρακαλώ.  —Μα, γιατί, τόσο γρήγορα φεύγετε στην εξοχή;  —Ναι, ξέρετε, αυτή ήταν η τελευταία μας μέρα στην πόλη. Και γι' αυτό ήρθαμε εδώ σήμερα.  —Τι υπέροχη άνοιξη! Τι ωραία που είναι τώρα στην ύπαιθρο!  Η  Μίσσυ,  φορώντας  καπέλο  κι  ένα  σκουρόχρωμο  εφαρμοστό  ριγέ  φουστάνι  που  της  τόνιζε  τη  λεπτή, καλλίγραμμη φιγούρα της σα να 'ταν γεννημένη μ' αυτό, ήταν πραγματικά στις ομορφιές της.  Μόλις αντίκρισε τον Νεχλιούντοφ, το πρόσωπό της κοκκίνισε.  —Κι εγώ που νόμιζα πως είχατε φύγει.., του είπε.  —Ναι, είμαι στα πανιά. Κάποιες υποθέσεις με καθυστερούν. Κι εδώ για δουλειά ήρθα.  —Ελάτε να δείτε την μαμά. Θέλει πολύ να σας δει, είπε και καταλαβαίνοντας πως λέει ψέματα και  πως εκείνος το ένιωθε, κοκκίνισε ακόμη πιο πολύ.  —Φοβάμαι πως δεν θα προλάβω, απάντησε ο Νεχλιούντοφ με ύφος σκυθρωπό, υποκρινόμενος πως  δεν είχε καταλάβει την αμηχανία της.  Η  Μίσσυ  συνοφρυώθηκε,  ανασήκωσε  τους  ώμους  της  και  στράφηκε  προς  τον  κομψό  αξιωματικό  που  της  πήρε  μέσα  απ'  τα  χέρια  το  άδειο  φλιτζάνι  του  τσαγιού  και  με  ανδροπρεπές  στρατιωτικό  βάδισμα, σκοντάφτοντας με το σπαθί του στις πολυθρόνες, το μετέφερε σ' ένα άλλο τραπέζι.  —Κι εσείς πρέπει να συνεισφέρετε κάτι για το άσυλό μας.  —Μα, βέβαια δεν αρνούμαι να δώσω. Όμως, θέλω να συγκρατήσω τη γενναιοδωρία μου μέχρι τη  μέρα της λαχειοφόρου αγοράς. Εκεί θα σας δείξω τις προθέσεις μου ανεπιφύλακτα.  —Καλά θα δούμε! ακούστηκε η φωνή της μ' ένα έκδηλο προσποιητό γελάκι.  Η δεξίωση ήταν εξαίσια κι η Άννα Ιγκνάτιεβνα είχε κατενθουσιαστεί.  —Ο  Μίκα  μού  έλεγε  πως  ασχολείστε  τελευταία  με  τις  φυλακές.  Σας  καταλαβαίνω  πολύ  καλά.  Ο  Μίκα ( που δεν ήταν άλλος από τον χοντρό σύζυγό της Μάσλενικοφ) μπορεί να έχει βέβαια τα όσα  ελαττώματα,  μα,  όπως  κι  εσείς  γνωρίζετε,  είναι  τόσο  καλός!  Όλοι  αυτοί  οι  δυστυχισμένοι  οι  κατάδικοι είναι παιδιά του. Του είναι αδύνατον να τους δει με άλλο μάτι. Il est d'une bonté...38  Σώπασε ξαφνικά, φαινόταν να είχε χάσει τις λέξεις που μπορούσαν να περιγράψουν την καλοσύνη  του συζύγου της, του ανθρώπου εκείνου που με δικές του διαταγές μαστιγώνονταν οι κρατούμενοι.  Την ίδια στιγμή γυρίζοντας προς το μέρος μιας γριάς κυρίας με καταρυτιδωμένο πρόσωπο και μοβ  φιόγκους στα μαλλιά, που την ώρα εκείνη έμπαινε στο σαλόνι, της χαμογέλασε κουνώντας ελαφρά  το κεφάλι. 

Digitized by 10uk1s 


Ο  Νεχλιούντοφ,  υπομένοντας  όση  ώρα  χρειαζόταν  να  κουβεντιάσει  μαζί  της  τόσο  άχρηστα  κι  ανούσια πράγματα μόνο και μόνο για να κρατήσει τους τύπους, κάποια στιγμή σηκώθηκε και πήγε  στον Μάσλενικοφ.  —Λοιπόν, σε παρακαλώ, μπορείς τώρα να μ' ακούσεις;  —Α, ναι! Αφού επιμένεις, έλα πάμε....  Πέρασαν σ' ένα μικρό γραφείο επιπλωμένο σε γιαπωνέζικο στυλ και κάθησαν κοντά στο παράθυρο. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ LVIII  ‐ΛΟΙΠΟΝ,  je  suis  à  vous39!  θα  καπνίσεις;  Μόνο,  για  στάσου  λίγο,  μην  κάνουμε  καμιά  ζημιά  εδώ.  Σηκώθηκε κι έφερε μια σταχτοθήκη.— Σ' ακούω.  —Έχω δύο χάρες να σου ζητήσω.  —Α, γι' αυτό πρόκειται.  Το  πρόσωπο  του  Μάσλενικοφ  σκοτείνιασε  και  μελαγχόλησε.  Όλα  εκείνα  τα  σημάδια  του  παρορμητισμού του, σαν του μικρού σκυλιού που ο αφέντης του το γαργαλούσε και το χάιδευε στ'  αφτιά, έσβησαν μεμιάς. Από το σαλόνι έφθαναν φωνές. Κάποια γυναικεία φωνή ακουγόταν να λέει:  «Jamais,  jamais  je  ne  croirais»40.  Μια  άλλη  φωνή,  κάπου  στο  βάθος  ανδρική  αυτή  τη  φορά,  ακουγόταν  σαν  κάτι  να  διηγιόταν  και  επαναλάμβανε  συνέχεια:  «La  comtesse  Voronzoff  et  Victor  Apraksine»41.  Από  μιαν  άλλη  γωνιά,  έφτανε  στ'  αφτιά  τους  μια  υπόκωφη  βοή  από  ομιλίες  και  γέλια.  Ο  Μάσλενικοφ προσπαθούσε να διακρίνει αυτούς τους ήχους στο σαλόνι, μα άκουγε ταυτόχρονα και  τον Νεχλιούντοφ.  —Θα σου μιλήσω πάλι για κείνη την γυναίκα, είπε ο Νεχλιούντοφ.  —Ναι, για κείνη που καταδικάστηκε άδικα. Ξέρω, ξέρω.  —Θα  παρακαλούσα  να  μεριμνήσεις  για  τη  μεταφορά  της  στο  υπηρετικό  προσωπικό  του  νοσοκομείου των φυλακών. Μου είπαν, πως μπορεί να γίνει κάτι τέτοιο.  Ο Μάσλενικοφ έσφιξε τα χείλη και συλλογίστηκε για λίγο.  —Αμφιβάλλω, αν μπορεί να γίνει. Μα, θα ρωτήσω και θα σου τηλεγραφήσω αύριο.  —Έμαθα πως έχουν πολλούς αρρώστους εκεί και χρειάζονται βοηθούς.  —Καλά, καλά. Όπως και να 'χει το πράγμα, θα σου δώσω απάντηση.  —Σε παρακαλώ, του είπε ο Νεχλιούντοφ.  Από το σαλόνι ξεχύθηκαν αυθόρμητα ξεκαρδιστικά γέλια.  —Α,  ο  Βίκτωρ  είναι  πάλι.  Όταν  είναι  στα  κέφια  του  είναι  ασυναγώνιστος,  είπε  γελώντας  ο  Μάσλενικοφ.  —Και  κάτι  ακόμα,  συνέχισε  ο  Νεχλιούντοφ.  —Στη  φυλακή  αυτή  τη  στιγμή  βρίσκονται  γύρω  στους  εκατόν  τριάντα  κρατούμενους  χωρίς  μόνιμες  ταυτότητες.  Τους  κρατούν  μέσα  εδώ  και  ένα  μήνα  τώρα.  Και του διηγήθηκε ακριβώς την αιτία, για την οποία τους είχαν φυλακίσει.  —Μα πώς τα ξέρεις εσύ όλα αυτά; διερωτήθηκε ο Μάσλενικοφ και στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε  απότομα μια έκφραση ανησυχίας και δυσανασχέτησης.  Digitized by 10uk1s 


—Πήγαινα  να  δω  έναν  υπόδικο  και  με  συνάντησαν  τυχαία  στον  διάδρομο  αυτοί  οι  άνθρωποι  και  άρχισαν να με παρακαλούν...  —Σε ποιον υπόδικο πήγαινες;  —Σ' έναν χωρικό που κατηγορείται άδικα και για να τον βοηθήσω έβαλα δικηγόρο. Όμως δεν είναι  αυτό  το  ζήτημα.  Πώς  είναι  δυνατόν  οι  άνθρωποι  αυτοί  να  κρατούνται  στη  φυλακή  με  μοναδικό  αιτιολογικό ότι δεν έχουν μόνιμες ταυτότητες και...  —Αυτό  είναι  αρμοδιότητα  της  εισαγγελικής  αρχής,  τον  διέκοψε  εκνευρισμένος  ο  Μάσλενικοφ.  — Και ύστερα λες πως τα δικαστήρια τηρούν συνοπτικές διαδικασίες και εκδίδουν δίκαιες αποφάσεις.  Υποχρέωση  του  αντιεισαγγελέα  είναι  να  επισκέπτεται  τις  φυλακές  και  να  πληροφορείται  αν  κρατούνται σύμφωνα με το νόμο οι φυλακισμένοι. Μα, κανένας τους δεν κάνει τίποτ' άλλο από το  να χαρτοπαίζει και να πίνει.  —Δηλαδή,  δεν  μπορείς  τίποτα  να  κάνεις;  ρώτησε  μελαγχολικά  ο  Νεχλιούντοφ  και  θυμήθηκε  τα  λόγια  του  δικηγόρου  του,  όταν  τον  είχε  προειδοποιήσει  πως  ο  κυβερνήτης  θα  μεταθέσει,  τις  ευθύνες στην εισαγγελία.  —Πως, μπορώ. Θα το φροντίσω αμέσως τώρα.  —Τόσο το χειρότερο γι' αυτήν. Είναι μια βασανισμένη ψυχή, ακούστηκε απ' το σαλόνι μια γυναικεία  φωνή, που απ' το ύφος της φαινόταν τελείως αδιάφορη για όσα έλεγε.  —Τόσο το καλύτερο, θα την πάρω κι αυτή, ακούστηκε απ' την άλλη πλευρά μια παιγνιδιάρικη φωνή  ενός άνδρα και αντήχησε το ναζιάρικο γελάκι μιας γυναίκας που έμοιαζε πως του αρνιόταν να του  δώσει κάτι.  —Όχι, όχι, με τίποτα, με τίποτα, έλεγε η γυναικεία φωνή.  —Φυσικά, θα τα φροντίσω όλα, επανέλαβε ο Μάσλενικοφ σβήνοντας το παπιρόσι με το λευκό του  χέρι στο οποίο φορούσε το διαμαντένιο δαχτυλίδι του.  —Ας περάσουμε, όμως, τώρα στο σαλόνι, στις κυρίες.  —Έχω και κάτι άλλο να σου πω ακόμα, είπε ο Νεχλιούντοφ που δεν μπήκε στο σαλόνι, σταματώντας  στην  πόρτα.—Μου  είπαν  πως  χθες  στη  φυλακή  κάποιοι  κρατούμενοι  υποβλήθηκαν  σε  βασανιστήρια. Αληθεύει αυτό;  Ο Μάσλενικοφ έγινε κατακόκκινος.  —Α!  γι'  αυτό  ήθελες  να  μου  μιλήσεις;  Όχι  mon  cher,  δεν  πρέπει  σε  καμιά  περίπτωση  να  χώνεις  παντού τη μύτη σου! Έλα, πάμε, τώρα, πάμε. Η Annette μάς φωνάζει, του είπε πιάνοντάς τον απ' το  χέρι,  ενώ  το  πρόσωπό  του  έδειχνε  την  ίδια  έξαψη,  όπως  πριν  από  λίγο  μετά  την  επίσκεψη  του  υψηλού εκείνου προσώπου. Όμως τώρα δεν ήταν από χαρά, μα από ανησυχία.  Ο Νεχλιούντοφ τράβηξε το χέρι του απότομα και χωρίς να χαιρετήσει κανέναν, χωρίς να πει λέξη, με  ύφος  σκυθρωπό,  διέσχισε  την  αίθουσα  υποδοχής,  το  σαλόνι,  προσπέρασε  τους  υπηρέτες  που  έτρεξαν να του δώσουν το παλτό στον προθάλαμο και βγήκε στο δρόμο.  —Τι του συνέβη; Τι του έκανες; ρώτησε η Annette τον σύζυγό της.  Digitized by 10uk1s 


—Αυτό ήταν à la française, σχολίασε,  —Καλέ, τι à la française, αυτό ήταν à la zoulou!  —Μπα, τίποτα ιδιαίτερο, έτσι ήταν πάντα. Κάποιοι σηκώθηκαν να φύγουν, κάποιοι άλλοι ήρθαν και  τα  κουτσομπολιά  έδιναν  κι  έπαιρναν:  οι  παρέες  αρπάχτηκαν  απ'  το  επεισόδιο  αυτό  με  τον  Νεχλιούντοφ για να 'χουν ένα εύπεπτο θέμα για το σημερινό jour fixe.  Την  άλλη  μέρα  ο  Νεχλιούντοφ  έλαβε  ένα  γράμμα  από  τον  Μάσλενικοφ,  γραμμένο  σε  ��οντρό  γυαλιστερό χαρτί με οικόσημο κι υπογραφές και με καλλίγραφο, σταθερό γραφικό χαρακτήρα. Στο  γράμμα του, ο Μάσλενικοφ τον πληροφορούσε ότι είχε ενεργήσει για την μεταφορά της Μάσλοβα  στην  κλινική  της  φυλακής  και  πως  κατά  πάσα  πιθανότητα  η  επιθυμία  του  θα  εκπληρωνόταν  το  δίχως  άλλο.  Το  γράμμα  κατέληγε  στη  φράση:  «Ο  παλιός  σου  σύντροφος,  που  δεν  έπαψε  να  σ'  αγαπάει»  και  στη  θέση  της  υπογραφής  «Μάσλενικοφ»  υπήρχε  μια  τεράστια  μονογραφή,  πραγματικά καλλιτεχνική.  «Ανόητε», μονολόγησε ο Νεχλιούντοφ, που δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τα νεύρα του, προπάντων  γιατί διαβάζοντας τη λέξη «σύντροφος», ένιωσε τον υπαινιγμό του Μάσλενικοφ που συγκαταβατικά  του  έκανε  τη  χάρη  να  κατεβεί  στο  επίπεδό  του.  Γιατί,  παρ'  ότι  ο  Μάσλενικοφ  εκτελούσε  την  πιο  βρόμικη  κι  επαίσχυντη,  από  ηθική  άποψη,  υπηρεσία,  ο  ίδιος  πίστευε  πως  ήταν  πολύ  σπουδαίο  πρόσωπο  και  με  το  να  αποκαλεί  τον  Νεχλιούντοφ  «σύντροφο»,  είχε  την  ψευδαίσθηση  ότι  δεν  βαυκαλιζόταν υπέρμετρα για το υψηλό του αξίωμα. 

Digitized by 10uk1s 


ΚΕΦΑΛΑΙΟ LIX  ΜΙΑ ΑΠ' ΤΙΣ ΠΙΟ κοινότοπες και διαδεδομένες προλήψεις στον κόσμο είναι πως ο κάθε άνθρωπος  διακρίνεται  από  απόλυτα  συγκεκριμένες  ιδιότητες,  πως  είναι,  δηλαδή,  καλός,  κακός,  έξυπνος,  ηλίθιος,  δραστήριος,  οκνός  κ.λπ.  Όμως,  οι  άνθρωποι  δεν  είναι  έτσι.  Μπορούμε  να  πούμε  για  κάποιον άνθρωπο πως συμπεριφέρεται πιο συχνά με την ιδιότητα του καλού, παρά του κακού, του  έξυπνου παρά του ηλίθιου, του ενεργητικού παρά του οκνού και αντίστροφα. Αλλά θα 'ταν σφάλμα  να ισχυριστούμε πως ένας άνθρωπος είναι καλός ή έξυπνος και κάποιος άλλος κακός ή ηλίθιος. Κι  όμως έτσι κρίνουμε τους ανθρώπους πάντοτε. Αυτό, ωστόσο, είναι λάθος. Οι άνθρωποι μοιάζουν με  τα ποτάμια: το νερό τρέχει ίδιο παντού και πάντοτε στην κοίτη τους, όμως, τα ποτάμια σ' άλλα τους  μέρη είναι στενά, ορμητικά, σ' άλλα πλατιά, ήσυχα, καθαρά, κρύα και σ' άλλα θολά και χλιαρά. Έτσι  συμβαίνει  και  με  τους  ανθρώπους.  Ο  καθένας  μας  κουβαλάει  μέσα  του  το  πρόπλασμα  όλων  των  ιδιοτήτων  του  ανθρώπινου  γένους  και  ανάλογα  πότε  εκδηλώνει  αυτές  και  πότε  τις  άλλες  μ'  αποτέλεσμα  συχνά  να  εμφανίζεται  τελείως  αγνώριστος,  ενώ  ταυτόχρονα  εξακολουθεί  να  διατηρεί  την  ιδιαίτερη  φύση  του.  Σ'  ορισμένους  ανθρώπους  οι  μεταβολές  αυτές  εκδηλώνονται  με  ασυνήθιστη ένταση κι εναλλαγή. Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν κι ο Νεχλιούντοφ. Οι μεταβολές που  συντελούνταν μέσα του οφείλονταν τόσο σε φυσικές όσο και σε πνευματικές αιτίες. Κι ακριβώς στη  φάση τούτη ζούσε μια τέτοια κρίση.  Αυτό το συναίσθημα ενθουσιασμού και χαράς για την αναγέννηση της ψυχής του που ένιωσε μετά  από τη δίκη  και την πρώτη του συνάντηση με την Κατιούσα, τώρα τον είχε εγκαταλείψει οριστικά  και  τη  θέση  του  κατέλαβε  ο  φόβος  και  επί  πλέον  ένα  αίσθημα  απώθησης  για  κείνη.  Πήρε  την  απόφαση,  ωστόσο,  να  μην  την  εγκαταλείψει,  να  μην  προδώσει  την  υπόσχεσή  του  να  την  παντρευτεί,  αρκεί  μονάχα  να  το  ήθελε  κι  η  ίδια.  Όμως,  η  προοπτική  αυτή  του  φαινόταν  καταθλιπτική κι οδυνηρή.  Την άλλη μέρα απ' την επίσκεψη του στον Μάσλενικοφ, ο Νεχλιούντοφ ξαναπήγε στη φυλακή για  να δει την Κατιούσα.  Ο διευθυντής κανόνισε μια νέα συνάντηση, αυτή τη φορά όμως όχι στο γραφείο της φυλακής ούτε  στην  αίθουσα  των  δικηγόρων,  αλλά  στο  επισκεπτήριο  των  γυναικών.  Παρά  την  καλοσυνάτη  του  φύση, ο διευθυντής ήταν τώρα πιο συγκρατημένος απ' ό,τι πριν απέναντι στον Νεχλιούντοφ. Ήταν  φανερό  πως  οι  συζητήσεις  που  είχε  ο  Νεχλιούντοφ  με  τον  Μάσλενικοφ  είχαν  ως  συνέπεια  να  διαταχθεί μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα απέναντι σ' έναν τέτοιο επισκέπτη.  —Μπορείτε να την δείτε, όμως, σας παρακαλώ σχετικά με τα χρήματα να κάνετε ό,τι σας ζήτησα...  Όσο για τη μεταφορά της στο νοσοκομείο, όπως, αναφέρει στην επιστολή του η αυτού Εξοχότης ο  Κυβερνήτης, είναι εφικτό και ο γιατρός είναι σύμφωνος. Όμως, πρέπει να γνωρίζετε πως η ίδια δεν  θέλει και λέει: «Σιγά, μη μου χρειάζεται να κουβαλάω εγώ τα καθίκια των ψωριάρηδων...» Βλέπετε,  πρίγκιπά μου, τι κόσμος υπάρχει γύρω μας, πρόσθεσε ο διευθ