Page 1

LE ΣΥΡΙΑ

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013 TEYXOΣ 37

diplomatique

Η μεγάλη στροφή της Ουάσιγκτον Του Michael T. Klare*

A

πό την έναρξη του εμφυλίου πολέμου στη Συρία, ο πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα κατέστησε σαφές ότι προτιμούσε να αποφύγει μια ευθεία παρέμβαση των ΗΠΑ. Κατά τη γνώμη του η Αμερική έχει ήδη εξαπολύσει αρκετούς πολέμους στη Μέση Ανατολή και η εν λόγω σύγκρουση δεν απειλούσε τα ζωτικά συμφέροντα των ΗΠΑ. Γιατί λοιπόν έκανε στροφή 180 μοιρών απειλώντας με στοχευμένα στρατιωτικά χτυπήματα κατά του συριακού καθεστώτος μετά τη χρήση χημικών όπλων εναντίον αμάχων στις 21 Αυγούστου; Γιατί η σύγκρουση μετατοπίστηκε ξαφνικά από τις παρυφές στο επίκεντρο της στρατηγικής ατζέντας των ΗΠΑ; Γιατί αυτήν ειδικά τη στιγμή; Έως τότε η σύγκρουση στη Συρία έπαιζε αμελητέο ρόλο στην εξωτερική πολιτική της Ουάσιγκτον. Ακόμα και ύστερα από δυο χρόνια αιματηρών συγκρούσεων και περισσότερους από 100.000 νεκρούς, η πολιτική τάξη, στην πλειονότητά της, παρέμενε αρνητική στο ενδεχόμενο μιας πιο άμεσης αμερικανικής εμπλοκής. Ο πρόεδρος Ομπάμα είχε αρκεστεί στα απολύτως απαραίτητα καλώντας τον Σύρο ομόλογό του Μπάσαρ Αλ Άσαντ να εγκαταλείψει την εξουσία και υποσχόμενος βοήθεια τεχνικής φύσης στα κοσμικά και μετριοπαθή τμήματα των εξεγερμένων. Αρνιόταν να προσφέρει στους τελευταίους βαρύ οπλισμό όπως του ζητούσαν και να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια θα μπορούσε να αλλάξει τον συσχετισμό των δυνάμεων στο πεδίο της μάχης. Βέβαια, μπροστά στην έκταση της σφαγής και της απώλειας αμάχων, είχε δεχτεί να αυξήσει την αμερικανική βοήθεια προς τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες και να λάβει υπ’ όψιν το σενάριο μιας περιορισμένης στρατιωτικής επιχείρησης. Διευκρίνισε, ωστόσο, αμέσως ότι αυτή επρόκειτο να τεθεί σε ισχύ μόνο αν ο Άσαντ περνούσε την «κόκκινη γραμμή» κάνοντας χρήση χημικών όπλων ή παρέχοντάς τα σε ένοπλες ομάδες που πρόσκεινται στο καθεστώς.1 Η επίθεση με χημικά στις 21 Αυγούστου παραβίαζε ευθέως τα όρια που είχε χαράξει ο Λευκός Οίκος και καλούσε επομένως σε στρατιωτική αντίδραση, χωρίς την οποία η μεγαλύτερη υπερδύναμη στον κόσμο θα ξέπεφτε στα μάτια της «διεθνούς κοινότητας». «Αν αρνηθούμε να δράσουμε, θα πληγεί η αξιοπιστία μας και ως προς τις άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις που έχουν εξαπολύσει οι ΗΠΑ για λόγους ασφαλείας», διευκρίνισε ο υπουργός Άμυνας Τσακ Χέιγκελ. «Το

* Ο Michael T. Klare είναι καθηγητής στο Hampshire College, ειδικός επί μελετών περί ειρήνης και διεθνούς ασφάλειας. Συγγραφέας του «The Race for What’s Left: The Global Scramble for the World’s Last Resources», Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2012.

Οι Σύροι ηγέτες γνωρίζουν ότι η πολιτική τους μοιάζει ήδη με ένα στενό μονοπάτι στην άκρη του βουνού

Η αμερικανική διπλωματία διατηρεί τη Συρία στον κατάλογο των κρατών που θεωρούνται συνένοχα τρομοκρατικών δραστηριοτήτων και καταγγέλλει τακτικά τα προγράμματα εξοπλισμού της χώρας

όνομα των ΗΠΑ πρέπει να έχει κάποια βαρύτητα. Πρόκειται για ένα διακύβευμα ζωικής σημασίας για την εξωτερική μας πολιτική και τις δεσμεύσεις μας απέναντι στους συμμάχους μας».2 Κι ενώ μεγάλωνε η αντίθεση της αμερικανικής κοινής γνώμης στο ενδεχόμενο ενός πολεμικού χτυπήματος κατά της Δαμασκού, οι στρατηγικοί υπολογισμοί της Ουάσιγκτον μεταβλήθηκαν από δυο παράγοντες. Αφ’ ενός από την εμπλοκή στη συριακή σύγκρουση τοπικών δυνάμεων, αποφασισμένων να εκμεταλλευτούν τα γεγονότα προς δικό τους όφελος, είτε με την παροχή όπλων είτε με την άμεση συμμετοχή στις μάχες. Αφ’ ετέρου από την ολοένα μεγαλύτερη θέση που καταλαμβάνουν στους κόλπους των τοπικών αυτών δυνάμεων στρατηγικοί αντίπαλοι των ΗΠΑ όπως το Ιράν και η Χεζμπολά.3 Η έκδηλη επιθυμία του Ομπάμα να περιορίσει τη Συρία στις παρυφές των αμερικανικών συμφερόντων συγκρουόταν, κατά τη γνώμη του, με την πρόθεση αυτών των διαφόρων ομάδων να επωφεληθούν από την «αμέλεια» των ΗΠΑ. Στα μάτια της Ουάσιγκτον, η Μέση Ανατολή μετακινείται ανάμεσα σε δυο κέντρα βαρύτητας: το Ισραήλ στη Δύση και τις πετρελαϊκές μοναρχίες στην Ανατολή. Παρ’ όλο που η συμμαχία με το Τελ Αβίβ αποτελεί τον πυλώνα της πολιτικής της στην περιοχή, οι χώρες του Κόλπου διατηρούν ρόλο - κλειδί, καθώς ελέγχουν την ενεργειακή τροφοδοσία, αλλά και αποτελούν τον αντίποδα στην επέκταση του Ιράν. Εδώ και δεκαετίες, το στρατηγικό συμφέρον των ΗΠΑ επικεντρώνεται στην εγγύηση της ασφάλειας του Ισραήλ και της Σαουδικής Αραβίας, καθώς και στη διασφάλιση της απρόσκοπτης ροής πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο στις διεθνείς αγορές - μια πολιτική που μεταφράζεται σε μαζικές παρεμβάσεις

στα τοπικά ζητήματα και, κατά καιρούς, σε στρατιωτικές επιχειρήσεις.4 Έως τώρα επομένως η Συρία δεν αφορούσε την Αμερική παρά μόνο στον βαθμό που παρεισέφρεε στα συμφέροντα του Ισραήλ και των πετρελαιοπαραγωγών χωρών. Γι’ αυτό η Ουάσιγκτον χαιρέτησε ένθερμα τη συμμετοχή της Δαμασκού στη συμμαχία κατά του Ιράκ που συσπειρώθηκε γύρω από τον πρόεδρο Τζορτζ Μπους το 1990, παρόλο που παράλληλα καταδίκασε με δριμύτητα την υποστήριξη της Συρίας προς τη Χεζμπολά του Λιβάνου. Η Συρία αυτή καθεαυτή είχε μικρή σημασία. Ακόμα και η επονομαζόμενη «αραβική άνοιξη» το 2011 δεν ελάττωσε την αδιαφορία αυτή: ενώ η Ουάσιγκτον έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πολιτική μετάβαση στην Αίγυπτο, τη Λιβύη και την Υεμένη, κράτησε αποστάσεις από τους τριγμούς στη Συρία. Μόνο όταν η προσοχή των τοπικών δυνάμεων εστιάστηκε στη Συρία κατέλαβε η εν λόγω χώρα περίοπτη χώρα στην αμερικανική σκακιέρα. Εξάλλου η ηγεσία του Ισραήλ ανησυχεί για τις συνέπειες της σύγκρουσης στα σύνορά του: η ολοένα μεγαλύτερη εξάρτηση του Άσαντ από την ενίσχυση της Χεζμπολά θα μπορούσε να προκαλέσει μαζική συγκέντρωση όπλων από τη Συρία στον νότιο Λίβανο, ενώ η εύθραυστη Ιορδανία, σημαντική σύμμαχος των ΗΠΑ, κινδυνεύει με αποσταθεροποίηση λόγω της εισροής προσφύγων που φεύγουν για να γλιτώσουν από τις μάχες. Οι πετρελαϊκές μοναρχίες από τη μεριά τους, εκμεταλλεύτηκαν την κρίση για να εξαπολύσουν στο Ιράν ένα έμμεσο πόλεμο, με το κάθε στρατόπεδο να προσπαθεί να βάλει τρικλοποδιά στην παρεμβολή του άλλου.5 Στις 31 του περασμένου Μαΐου, για παράδειγμα, ένας σημαντικός θρησκευτικός εκπρόσωπος των σουνιτών, ο οποίος έχει εγκατασταθεί στο Κατάρ, ο σεΐχης Γιουσέφ Αλ Καραντάουϊ καλούσε τους σουνίτες όλου του κόσμου να πάνε στη Συρία για να πολεμήσουν κατά της Χεζμπολά και του Ιράν, τους οποίους αποκαλεί «εχθρούς του Ισλάμ». ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 8


LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

AΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ - ΙΟΥΛΙΟΣ 2004

Η πολιορκία της Δαμασκού Του Paul-Marie de la Gorce*

Γ

ια να αποκρυπτογραφήσουμε τα όσα εξελίσσονται στη Συρία, θα γυρίσουμε σχεδόν δέκα χρόνια πίσω, σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ έχουν ολοκληρώσει την επέμβαση στο Ιράκ και στρέφουν τα μάτια τους προς τη Συρία, ασκώντας έντονες πιέσεις στη Δαμασκό. Το θέμα των όπλων μαζικής καταστροφής έχει ήδη ανοίξει και ο Τζορτζ Μπους, στις 11 Μαΐου 2004, εκδίδει διάταγμα με κυρώσεις εναντίον της Συρίας, παρά το γεγονός ότι το συριακό καθεστώς έχει αναγκαστεί να υποχωρήσει στις απαιτήσεις της Ουάσινγκτον. Από τη στιγμή που ξέσπασε ο αμερικανικός πόλεμος εναντίον του Ιράκ, στη Δαμασκό είχαν πειστεί ότι ένας από τους κύριους στόχους του ήταν να ολοκληρωθεί η περικύκλωση του συνόλου Συρία-Λίβανος-Παλαιστίνη, μια περικύκλωση που είχε ξεκινήσει με τη στρατηγική εταιρική σχέση ανάμεσα στην Τουρκία και στο Ισραήλ, υπό την αιγίδα των ΗΠΑ. Πάνω από έναν χρόνο μετά, παραμένει η ίδια αβεβαιότητα: η Συρία είναι περικυκλωμένη. Έτσι εξηγούνται η πολιτική που ακολουθείται από τον πρόεδρο Μπασάρ αλ Άσαντ και την κυβέρνησή του, οι αποφάσεις που έχουν παρθεί για να απομακρυνθεί ο κίνδυνος μιας επικείμενης δυναμικής αναμέτρησης και ταυτόχρονα η ανάγκη να διατηρηθούν οι θέσεις που κρίνονται ουσιαστικές για την ίδια την ανεξαρτησία της χώρας. Πριν ακόμη τελειώσει ο πόλεμος, οι απειλές έγιναν συγκεκριμένες. Ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Ντόναλντ Ράμσφελντ, ήταν εκείνος ο οποίος υπογράμμισε, στις 28 Μαρτίου 2003, τη βοήθεια στον ιρακινό στρατό που προσέφεραν η Συρία και το Ιράν. Λίγες μέρες αργότερα, η υπεύθυνη του Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας, Κοντολίζα Ράις, επαναλάμβανε τις κατηγορίες και τις προειδοποιήσεις, αλλά αυτή τη φορά απευθύνοντάς τις μόνο στη Συρία. Και στις 3 Μαΐου, ο υπουργός Εξωτερικών, Κόλιν Πάουελ, πήγε ο ίδιος στη Δαμασκό για να τις επισημοποιήσει. Ύστερα από αυτό το επεισόδιο, οι Σύροι ηγέτες συνειδητοποίησαν την πιθανότητα μιας αποφασιστικής αναμέτρησης με τις ΗΠΑ. Έτσι, αναλύουν πλέον το μέλλον της περιοχής και τους κινδύνους που διατρέχει η χώρα τους υπό το πρίσμα της απειλής. Όποιες κι αν είναι οι φραστικές επιφυλάξεις τους, δεν κρύβουν ότι, κατά τη γνώμη τους, η αμερικανική κυβέρνηση μπορεί, αν υπάρξει ευκαιρία, να υποκινήσει μια αντιπαράθεση, αποβλέποντας στην πτώση του σημερινού καθεστώτος και στην εγκαθίδρυση μιας πολιτικής ηγεσίας που θα συνεργάζεται στενά με τις Ηνωμένες Πολιτείες.

* Ο Paul-Marie de la Gorce είναι δημοσιογράφος, συγγραφέας του «Dernier Empire», Grasset, Παρίσι 1996.

LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

Για να στηρίξουν τις εκτιμήσεις τους, οι ηγέτες της Δαμασκού υπενθυμίζουν ότι, ήδη μετά τις 11 Σεπτεμβρίου 2001, η Ουάσιγκτον είχε ταυτίσει τα κράτη τα οποία υποψιάζεται ότι βοηθούν, φιλοξενούν ή ανέχονται τις διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις με τις χώρες που διαθέτουν όπλα μαζικής καταστροφής, βρίσκονται στη διαδικασία παραγωγής τους ή σκοπεύουν να τα αποκτήσουν. Και προφανώς, η αμερικανική διπλωματία συνεχίζει να διατηρεί τη Συρία στον κατάλογο των κρατών που θεωρούνται συνένοχα τρομοκρατικών δραστηριοτήτων και καταγγέλλει τακτικά τα προγράμματα εξοπλισμού της χώρας. Με βάση αυτά, αναλύοντας τους κινδύνους που διατρέχει η χώρα τους, επεξεργάστηκαν και εφάρμοσαν μια πολιτική με στόχο να τους απομακρύνουν. Μετά τον τερματισμό των μαχών στο Ιράκ, πέρσι, οι Σύροι ηγέτες αναρωτήθηκαν εάν έπρεπε να περιμένουν να δουν την αμερικανική κυβέρνηση, όποιες κι αν θα ήταν οι αφορμές που θα επικαλείτο, να στρέφει τις δυνάμεις της ενάντια στη Συρία, ενεργώντας, κατά κάποιον τρόπο, στο πλαίσιο των επιχειρήσεών της στο ιρακινό έδαφος. Οι προειδοποιήσεις του Ράμσφελντ και της Ράις τους προκάλεσαν φόβο και η γρήγορη νίκη εναντίον του Ιράκ θα μπορούσε να τους κάνει να πιστέψουν, στη Δαμασκό όπως και αλλού, στην ακαταμάχητη επιτυχία των αμερικανικών στρατευμάτων. Γρήγορα, όμως, φάνηκε ότι αυτά τα στρατεύματα -το δυναμικό των οποίων επιτόπου παραμένει περιορισμένο- θα απορροφούνταν τελείως από τα καθήκοντα της κατοχής, της διοίκησης και της καταπίεσης στο Ιράκ και έμελλαν σύντομα να αντιμετωπίσουν τις πρώτες ενέργειες της Αντίστασης. Ταυτόχρονα, στην Ουάσιγκτον, συνέχιζαν να απειλούν τη Συρία με κυρώσεις εάν δεν άλλαζε συμπεριφορά: μπαίναμε, λοιπόν, σε μια περίοδο στην οποία η Συρία θα υφίστατο ισχυρές πιέσεις, οι οποίες θα μπορούσαν μία ημέρα να καταλή-

ξουν σε οξεία κρίση, αλλά έδιναν χρόνο στους ηγέτες της Δαμασκού να προσαρμόσουν την πολιτική τους σε αυτές. Ποιες ήταν οι αμερικανικές απαιτήσεις; Αφορούσαν ουσιαστικά τέσσερα σημεία: * Την ελευθερία δράσης, την οποία προσέφερε η συριακή κυβέρνηση στις παλαιστινιακές οργανώσεις που εδρεύουν στη Δαμασκό και θεωρούνται ως τρομοκρατικές από την Ουάσιγκτον. * Τις διευκολύνσεις, για τις οποίες κατηγορούνταν η Συρία ότι προσφέρει στη λιβανική οργάνωση Χεζμπολάχ, που ταυτίζεται και αυτή με τρομοκρατικό κίνημα, και την οποία υποπτεύονταν ότι θέλει να επαναλάβει, εάν οι συνθήκες το επιτρέψουν. * Τις αψιμαχίες εναντίον του κράτους του Ισραήλ, την πολύ άνετη υποδοχή στα άτομα και τις ομάδες που εγκατέλειπαν το Ιράκ, αφού είχαν υπηρετήσει το καθεστώς τού πρώην προέδρου Σαντάμ Χουσεΐν και ήταν ικανοί να επαναλάβουν, την κατάλληλη στιγμή, τον αγώνα ενάντια στην αμερικανική κατοχή, και, τέλος, * Την ανάπτυξη όπλων μαζικής καταστροφής,

Οι πετρελαϊκές μοναρχίες εκμεταλλεύτηκαν την κρίση για να εξαπολύσουν στο Ιράν έναν έμμεσο πόλεμο με το κάθε στρατόπεδο να προσπαθεί να βάλει τρικλοποδιά στην παρεμβολή του άλλου

είτε στα τοπικά εργοστάσια εξοπλισμών, είτε με αγορές από άλλα κράτη. Από αυτά τα τέσσερα σημεία, τα τρία πρώτα αναφέρονταν στη γενική κατάσταση της περιοχής: η συριακή κυβέρνηση έκρινε ότι είχε κάποιο περιθώριο ελιγμών. Για το τελευταίο, αντίθετα, επρόκειτο για την ελευθερία επιλογών και αποφάσεων της Συρίας και για τις αμυντικές δυνατότητές της, και έκρινε ότι εκεί βρισκόταν μια «κόκκινη γραμμή» που έπρεπε οι ΗΠΑ να λάβουν υπόψη. Οι αποφάσεις που πάρθηκαν ήταν το λογικό επακόλουθο. Οι παλαιστινιακές οργανώσεις που ήταν παρούσες στη Δαμασκό κλήθηκαν να μετακομίσουν ή να περιορίσουν τις δημόσιες δραστηριότητές τους. Οι ιρακινές προσωπικότητες και το περιβάλλον τους που είχαν καταφύγει στο συριακό έδαφος εκλήθησαν να το εγκαταλείψουν. Αποφασίστηκε μια αισθητή συρρίκνωση του συριακού δυναμικού στο Λίβανο, το οποίο συγκεντρώθηκε στην κοιλάδα Μπεκάα, ώστε να μην αναμειχθεί με κανέναν τρόπο σε ενδεχόμενη επανάληψη στρατιωτικών δραστηριοτήτων της Χεζμπολάχ -έτσι δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί ότι παρεμβαίνει σε πιθανές εσωτερικές κρίσεις στο Λίβανο. Και κάτι παραπάνω: ο Άσαντ έκανε γνωστό ότι δεν θα αντιταχθεί στις επιλογές της Παλαιστινιακής Αρχής στις διαπραγματεύσεις της με το Ισραήλ, ότι δεν θα τις επικρίνει, ούτε θα ασχοληθεί με αυτές. Αλλά όλες αυτές οι χειρονομίες αρκούσαν, άραγε, για να αλλάξουν τον τόνο και τις μεθόδους της αμερικανικής πολιτικής; Οι αντιδράσεις που καταγράφηκαν στην Ουάσιγκτον επέτρεψαν να εκτιμηθούν τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν. Το πιο σημαντικό, από αυτή την άποψη, συνέβη στο Κογκρέσο, σε δύο διαδοχικές φάσεις. Σε πρώτη φάση, αναγγέλθηκε ότι, στις 15 Ιουλίου 2003, ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζον Μπόλτον θα παρουσίαζε εκεί έναν πολύ σοβαρό φάκελο για το συριακό ζήτημα, στον οποίο περιλαμβάνονταν λίγο ώς πολύ σαφείς απειλές απέναντι στη Δαμασκό. Εν τέλει, η δημοσιοποίησή του αναβλήθηκε: στο υπουργείο Εξωτερικών τον έκριναν υπερβολικό και αποφάσισαν να διατηρήσουν άλλες δυνατότητες διαπραγματεύσεων. Αλλά υπήρξαν «διαρροές» στη «New York Times» -στις 22 Ιουλίου- για την υποτιθέμενη ανάπτυξη συριακών χημικών και βιολογικών όπλων και ο Τζον Μπόλτον πήγε να παρουσιάσει την έκθεσή του, χωρίς να γνωρίζει κανείς μέχρι ποιο σημείο αυτή είχε τροποποιηθεί. Κατηγορούσε τη Συρία ότι δεν είχε δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στις αμερικανικές απαιτήσεις, και ότι, κατά συνέπεια, αποτελούσε λανθάνουσα πηγή βοήθειας στη διεθνή τρομοκρατία, μια πραγματική απειλή για την ανεξαρτησία του Λιβάνου κι έναν δυνητικό κίνδυνο για την περιοχή, εάν συνέχιζε να εφαρμόζει τα προγράμματά της για όπλα μαζικής καταστροφής. Αρκετοί λόγοι, ώστε να αποφασιστούν κυρώσεις εναντίον της. Κι αυτό υπήρξε, στην πραγματικότητα, η δεύτερη φάση: το Κογκρέσο ψήφισε, στις 11 Νοεμβρίου

Υπεύθυνη έκδοσης: Βάλια Καϊμάκη Συντακτική ομάδα: Κορίνα Βασιλοπούλου, Θανάσης Κούτσης, Χάρης Λογοθέτης, Βασίλης Παπακριβόπουλος Επικοινωνία: info@monde-diplomatique.gr Αρχείο κειμένων: www.monde-diplomatique.gr Facebook: www.facebook.com/monde.diplomatique.gr


3/35

Η ΑΥΓΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 13 OKTΩΒΡΙΟΥ 2013

Ο στόχος των ΗΠΑ είναι να απομονωθεί η Συρία και να στερηθεί από κάθε δυνατότητα δράσης ή επιρροής στην περιοχή και συνεπώς και από τις πολιτικές διευθετήσεις που μπορεί να προκύψουν

2003, μια απόφαση - τη λεγόμενη Syria Accountability Act - εξουσιοδοτώντας τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών να διατάξει, όταν το κάνει σκόπιμο, τις κυρώσεις που ανταποκρίνονται στον κίνδυνο που συνεχίζει να αντιπροσωπεύει η Συρία, κατά τη γνώμη της Ουάσιγκτον. Στη Δαμασκό, συμπέραναν ότι μέσα στην αμερικανική κυβέρνηση αντιτίθενται δύο ρεύματα, από τα οποία κανένα δεν έχει ακόμη επικρατήσει οριστικά. Σύμφωνα με το πρώτο, θα έπρεπε να αξιοποιηθεί όσο γίνεται πιο γρήγορα η ευκαιρία μιας κρίσης που θα έφερνε σε δυσκολία το μπααθικό καθεστώς σε σημείο που να προκαλέσει την πτώση του, έπειτα από δραστικές κυρώσεις ή ακόμη και στρατιωτικές πιέσεις. Σύμφωνα με το άλλο, το οποίο μάλλον έχει τη μεγαλύτερη επιρροή, ο στόχος είναι να απομονωθεί η Συρία και να στερηθεί από κάθε δυνατότητα δράσης ή

Στα μάτια της Ουάσιγκτον, η Μέση Ανατολή μετακινείται ανάμεσα σε δύο κέντρα βαρύτητας: το Ισραήλ στη Δύση και τις πετρελαϊκές μοναρχίες στην Ανατολή

επιρροής στην περιοχή - και συνεπώς και από τις πολιτικές διευθετήσεις που μπορεί να προκύψουν. Συνολικά, οι Σύροι ηγέτες έκριναν ότι ο στόχος τους είχε επιτευχθεί: καμιά άμεση στρατιωτική απειλή δεν βάραινε πάνω στη χώρα τους, οι κυρώσεις που είχε επιτρέψει το Κογκρέσο δεν είχαν ακόμη υιοθετηθεί και η Δαμασκός μπορούσε ακόμη να αποφασίζει κυρίαρχα για την πολιτική της και για τα αμυντικά μέσα της. Τότε επικράτησε στη Δαμασκό μια σύντομη περίοδος αισιοδοξίας. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες είχαν ήδη βουλιάξει στο Ιράκ με την ανάπτυξη της Αντίστασης, σίγουρα δεν ενδιαφέρονταν να αυξήσουν τα βάρη που είχαν στην περιοχή ξεκινώντας νέες περιπέτειες. Οι κυρώσεις που προετοιμάζονταν στην Ουάσιγκτον αναβλήθηκαν δύο φορές: μετά τη δολοφονία, στις 22 Μαρτίου 2004, του σεΐχη Γιασίν, η οποία απειλούσε να προκαλέσει σοβαρές ταραχές σε ολόκληρη την περιοχή, και ύστερα, όταν η ξαφνική επιδείνωση της κατάστασης των αμερικανικών δυνάμεων στο Ιράκ, τη στιγμή της υπόθεσης της Φαλούτζα, δημιουργούσε φόβους για μια γενικότερη ανάφλεξη - μολονότι ο εκπρόσωπος του εκεί αμερικανικού επιτελείου επικαλέστηκε δημοσίως τη βοήθεια που δεχόταν, κατά τη γνώμη του, η ιρακινή Αντίσταση μέσω των συριακών συνόρων. Αρκετοί λόγοι για να πιστέψουν, στη Δαμασκό, ότι το λιγότερο εχθρικό ρεύμα απέναντι στη Συρία ήταν κυρίαρχο στην Ουάσιγκτον και ότι μπορούσαν ακόμη και να σταθεροποιήσουν τις σχέσεις ανάμεσα στις δύο χώρες. Τότε συνέβησαν τρία επεισόδια προς την αντίθετη κατεύθυνση. Σοβαρές ταραχές προκλήθηκαν, τον Μάρτιο του 2004, στην κουρδική περιοχή κοντά στα σύνορα με το Ιράκ. Εξηγούνται προφανώς από την τοπική κατάσταση. Αλλά, επικαλούμενοι τον ρόλο που παίζουν οι Κούρδοι παραδοσιακά στην οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας και τη βία των διαδηλώσεων στις οποίες έκαιγαν την εθνική σημαία, οι Σύροι ηγέτες τις απέδωσαν στην υπόγεια δράση των κουρδικών κομμάτων του Ιράκ, συμμάχων των Ηνωμένων Πολιτειών, ή στις ίδιες τις αμερικανικές υπηρεσίες. Ύστερα από αυτά, ο πρόεδρος Τζορτζ Μπους κατέληξε, στις 11 Μαΐου 2004, να εκδώσει το διάταγμα με τις κυρώσεις που είχαν προβλεφθεί εναντίον της Συρίας. Μολονότι η ακύρωση των αεροπορικών επικοινωνιών δεν είναι παρά συμβολική, αφού κανένα συριακό αεροπλάνο δεν προσγειώνεται σε αμερικανικό έδαφος, τα άλλα

Η αύρα του Ερντογάν διατηρήθηκε μετά από δέκα χρόνια παραμονής στην εξουσία, γιατί ο απολογισμός του περιλαμβάνει πολύ σημαντικά βήματα προόδου

μέτρα μπορεί να έχουν σοβαρές επιπτώσεις. Θα μπορούσαν να εμποδίσουν μια σειρά από εισαγωγές -μαζί και αυτών που προέρχονται από τρίτες χώρες, αλλά οι οποίες περιλαμβάνουν σε ποσοστό πάνω από 10% αμερικανικά προϊόντα-, να απαγορεύσουν τις συναλλαγές σε συνάλλαγμα (η Εμπορική Τράπεζα κατηγορείται ότι ξεπλένει χρήματα της τρομοκρατίας), να καταλήξουν στο πάγωμα των περιουσιακών στοιχείων προσωπικοτήτων του καθεστώτος, κυρίως στο Λίβανο, με απρόβλεπτες συνέπειες στο τραπεζικό σύστημα αυτής της χώρας και, τέλος, να πλήξουν τις σημαντικές συριακές κοινότητες της βόρειας Αμερικής. Ακόμη πιο επιθετική θεωρήθηκε η αμερικανική συμπεριφορά απέναντι στις σχεδιαζόμενες συμφωνίες συνεργασίας ανάμεσα στη Συρία και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Γιατί κανένας, στη Δαμασκό, δεν αμφιβάλλει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται πίσω από τα διαβήματα που έγιναν από ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη -τη Βρετανία, την Ολλανδία, αλλά επίσης τη Γερμανία, και μετά, στις 25 Μαΐου 2004, από τα 25 κράτη-μέλη-, ώστε αυτές οι συμφωνίες να μη γίνουν δεκτές παρά μόνο με αντάλλαγμα την εγκατάλειψη από τη Συρία κάθε προγράμματος για όπλα μαζικής καταστροφής. Αυτός ο όρος δεν είχε αναφερθεί ποτέ μέχρι τώρα σε καμιά συμφωνία συνεργασίας που έχει συνάψει η Ευρωπαϊκή Ένωση με άλλα κράτη. Στη Δαμασκό το θεώρησαν ως χειρονομία, η οποία στρέφεται σαφώς ενάντια στα συριακά συμφέροντα, αλλά επίσης ως απόδειξη της αποτελεσματικότητας των αμερικανικών πιέσεων στην Ε.Ε., μέσω κυβερνήσεων που παραδοσιακά ή ευκαιριακά συμπαρατάσσονται με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό σημαίνει ότι η συριακή κυβέρνηση δεν απομακρύνει καθόλου από την προοπτική της την πιθανότητα μιας αντιπαράθεσης. Το πιο πιθανό, αλλά επίσης ίσως το χειρότερο,

σενάριο έχει ως αφετηρία τον κλονισμό που προκάλεσαν σε όλες τις σιιτικές κοινότητες της περιοχής, και κατ’ αρχάς στο Ιράν, οι επιθέσεις των αμερικανικών δυνάμεων στην Καρμπάλα και τη Νατζάφ, και μια ενδεχόμενη επανάληψη της δυναμικής αναμέτρησης ανάμεσα σε αυτές και τη σιιτική αντίσταση στο Ιράκ. Σε αυτή την περίπτωση, η λιβανική Χεζμπολάχ, είτε με δική της πρωτοβουλία, είτε ωθούμενη από την ιρανική κυβέρνηση, θα μπορούσε να απαντήσει με μια πιο άμεση βοήθεια στην παλαιστινιακή αντίσταση. Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία για το τι θα αποφασίσει τότε η ισραηλινή κυβέρνηση. Ο πρωθυπουργός Αριέλ Σαρόν είχε ήδη την ευκαιρία να το πει: θα θεωρήσει τη Συρία υπεύθυνη για ό,τι κάνει η Χεζμπολάχ και η ισραηλινή στρατιωτική απάντηση θα στραφεί ευθέως ενάντια στις συριακές δυνάμεις στο Λίβανο, και ίσως ενάντια σε στρατιωτικές ή βιομηχανικές εγκαταστάσεις σε συριακό έδαφος. Εκεί έγκειται ο πιο προφανής κίνδυνος που θα προκαλούσε μια κρίση στη Συρία. Στο κάτω-κάτω, ούτε λίγο ούτε πολύ είναι η ιρακινή αντίσταση εκείνη που μέτρησε περισσότερο για να αποτρέψει τις Ηνωμένες Πολιτείες από κάθε δράση μεγάλης κλίμακας ενάντια στα γειτονικά κράτη: οι Σύροι ηγέτες είναι οι πρώτοι που το αναγνώρισαν. Οι αποφάσεις τους έχουν, κι αυτές επίσης, συμβάλει στο να απομακρύνουν τους άμεσους κινδύνους αντιπαραθέσεων. Αλλά γνωρίζουν ότι η πολιτική τους μοιάζει ήδη με ένα στενό μονοπάτι στην άκρη του βουνού. Το να διατηρήσει ακέραια τη θέση της για την ελευθερία πολιτικών και στρατιωτικών επιλογών, το να αρνηθεί ιδιαίτερα να εγκαταλείψει το πρόγραμμα εξοπλισμών -όσο περιορισμένο κι αν είναι αυτό στην πραγματικότητα- για όσο διάστημα το Ισραήλ μπορεί να αναπτύσσει τις δυνατότητές του για μαζική καταστροφή με τα πυρηνικά όπλα του, αυτό για τη Δαμασκό σημαίνει ότι αναλαμβάνει τον κίνδυνο να υποστεί και άλλες πιέσεις, ακόμη και νέες πρωτοβουλίες από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών. Εάν υπέκυπτε σε αυτές θα σήμαινε, για το καθεστώς, ότι θέτει σε κίνδυνο το βάθρο πάνω στο οποίο έχει οικοδομηθεί και στηρίζεται εδώ και δεκαετίες: τον αδιαπραγμάτευτο εθνικισμό του, τη διακηρυγμένη θέλησή του για ανεξαρτησία και το κύρος που αντλεί από αυτήν τόσο στο εξωτερικό όσο και απέναντι στον δικό του πληθυσμό. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΒΑΛΙΑ ΚΑΪΜΑΚΗ


LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

Οι Ροχίγκας, μια μουσουλμανική μειονότητα που βρίσκεται υπό διωγμόν στη Βιρμανία, ζουν στοιβαγμένοι σε στρατόπεδα της Ταϊλάνδης και απειλούνται με απέλαση. Ωστόσο, η μετανάστευση της εργατικής δύναμης στα σύνορα μεταξύ των δύο χωρών συνεχίζει να τροφοδοτεί τα εργοστάσια, στα οποία οι Βιρμανοί αναλαμβάνουν τις πιο σκληρές δουλειές και είναι κακοπληρωμένοι, όπως συμβαίνει στο Ρανόνγκ. Αποστολή: Xavier Monthéard*

Σ

τα ανοιχτά του Ρανόνγκ, το κύριο αλιευτικό λιμάνι της Ταϊλάνδης (τρίτος εξαγωγέας παγκοσμίως ιχθύων και προϊόντων αλιείας, με μόλις 69 εκατομμύρια κατοίκους,1 οι μηχανότρατες διασχίζουν ασταμάτητα τη θάλασσα του Ανταμάν. Τα εκατομμύρια τόνων ψαριών που αλιεύουν, από τα οποία τα δύο τρίτα θα κατευθυνθούν προς την Ανατολική Ασία, την Ευρώπη και την Αμερική, τυποποιούνται αμέσως στα προάστια της πόλης. Δυσάρεστες οσμές αναδύονται από τα εργοστάσια, τα οποία προστατεύουν ψηλοί τοίχοι. Ποιος ο λόγος όμως για τόση διακριτικότητα; Οι διοικήσεις των επιχειρήσεων δεν επιθυμούν να γίνει γνωστή η κύρια πηγή κερδοφορίας τους, που είναι οι Βιρμανοί, οι οποίοι, μια μέρα, διέσχισαν τη λεπτή λωρίδα θάλασσας που χωρίζει τις δύο χώρες για να εργαστούν στα πλοία τους και τις μονάδες επεξεργασίας που διαθέτουν. Είναι νόμιμοι ή παράνομοι; Αμείβονται όπως πρέπει; Αντιμετωπίζονται με αξιοπρέπεια; Είναι όλοι τους ενήλικες; Τέτοιες ερωτήσεις δεν χαροποιούν ιδιαίτερα τους εργοδότες τους. Κατανοητό, λοιπόν, το γιατί είναι μάταιο να προσπαθήσει κανείς να επισκεφθεί τους εν λόγω χώρους εργασίας. Η αλληλογραφία μένει αναπάντητη και φύλακες φρουρούν τις εισόδους. Εδώ είναι που παρεμβαίνει, σαν από θαύμα, η κομψή εκπρόσωπος του Εμπορικού Επιμελητηρίου του Ρανόνγκ, η κυρία Ναρουμόν Κοραποόμ. Η συνομιλία μαζί της είναι εγκάρδια. Το θέμα της μετανάστευσης από τη Βιρμανία τίθεται διακριτικά. Τελικά, λαμβάνεται η απόφαση. Πληκτρολογεί έναν αριθμό στο τηλέφωνο. Ο συνομιλητής της ακούει, ενδεχομένως ενοχλημένος, αλλά αναγκαστικά υπακούει. Ναι, ένα εργοστάσιο επεξεργασίας οστρακοειδών θα σας υποδεχτεί αύριο στις 10.00. Όχι... παρακαλώ, ήταν ευχαρίστησή μου να λύσω αυτήν την παρεξήγηση. Χωρίς την παρέμβαση της κυρίας Ναρουμόν, * Ο Xavier Monthéard είναι δημοσιογράφος της Le Monde diplomatique

ΤΑΪΛΑΝΔΗ ο δραστήριος υπεύθυνος της Ranong Frozen Foods (RFF), Νασάντα Ρανγκσιγιανάντ, δεν θα μας ξεναγούσε στην εταιρεία του. Όπως μας εξηγεί, για να ικανοποιήσει τους πελάτες της από την Ιαπωνία και τη Σιγκαπούρη, η RFF πρέπει να στέλνει κάθε εβδομάδα στην Μπανγκόκ τρία κοντέινερ. Προηγουμένως, η καθημερινή πρώτη ύλη (πέντε τόνοι καλαμάρια, σουπιές και χταπόδια, τα οποία συσκευάζονται σε μια αποθήκη με μια μυρωδιά που δύσκολα ξεχνάει κανείς) προετοιμάζεται με σκοπό τη μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση του καταναλωτή. Υπάρχει δυνατότητα να δούμε κάποιον από τους 450 Βιρμανούς εργάτες; Ο κ. Νασάντα οδηγεί τον επισκέπτη προς έναν αεροστεγή θάλαμο που επικοινωνεί με έναν κόσμο λευκό και πράσινο. Γυαλιστερό, κρύο, ήσυχο. Όλοι εκεί φορούν ποδιά, ειδικό σκούφο, γάντια και μπότες. Κάποιοι διαχωρίζουν τα χιλιάδες μαλάκια που βρίσκονται εκεί, κάποιοι άλλοι ανακατεύουν μέσα σε μεγάλες δεξαμενές ένα χημικό προϊόν το οποίο λευκαίνει τις πρώτες ύλες, προσθέτουν καρυκεύματα σύμφωνα με την προκαθορισμένη συνταγή και καταψύχουν το τελικό προϊόν. Η διαδικασία αποτελείται από δύο φάσεις: μηχανικά, ταχύτατα, αδιάκοπα, οι εργάτες κόβουν το κεφάλι του καλαμαριού και το ρίχνουν μέσα σε ένα καλάθι στη συνέχεια πιάνουν το κύριο σώμα, αφαιρούν τη μεμβράνη από τις δύο πλευρές και τοποθετούν την ημίρρευστη αυτή μάζα σε ένα άλλο καλάθι. Ένας μικρός πλαδαρός ήχος ακούγεται. Αυτά, από τις 8 το πρωί μέχρι τις 5 το απόγευμα, με ένα μικρό διάλειμμα για να γευματίσουν. Μια δουλειά τόσο σκληρή αλλά και τόσο κακοπληρωμένη (200 με 250 μπατ την ημέρα2), ενώ κανένας υπάλληλος της RFF δεν είναι Ταϊλανδός. Πρόκειται για ένα γενικευμένο φαινόμενο. Από την οικονομική έκρηξη της δεκαετίας του 1990, οι περισσότερες βαριές δουλειές ανατίθενται στους αλλοδαπούς, δηλαδή σε δεκάδες χιλιάδες Καμποτζιανούς, Λαοτιανούς, αλλά βασικά σε Βιρμανούς, οι οποίοι υπολογίζεται ότι ξεπερνούν τα δύο εκατομμύρια. Η Ταϊλάνδη, μια βιομηχανική χώρα που συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο δυναμικών οικονομιών της Νοτιοδυτικής Ασίας χάρη στη σταθερή ανάπτυξη που παρουσιάζει και τους διαφοροποιημένους πόρους που διαθέτει, εξουσιάζει με όλο της το βάρος τη γείτονά της, που με κόπο πασχίζει να απαλλαγεί από το πεντηκονταετές στρατιωτικό αυταρχικό καθεστώς της. Έχει, λοιπόν, τη δυνατότητα να προσφέρει απεριόριστη εργασία, και εύκολα το κάνει, δεδομένου ότι οι εργοδότες της επιβάλλουν χωρίς ενδοιασμούς διακρίσεις εις βάρος των αλλοδαπών. Η RFF δεν είναι το χειρότερο μέρος που

Η σκληρή εξορία Το γκέτο των Βιρμανών εργατών γύρω από το λιμάνι αναδίδει ψάρι και μόχθο, πορνεία στη χειρότερη μορφή της και ταλαιπωρία

μπορεί να εργαστεί κανείς στο Ρανόνγκ. Κάθε μέρα τα ξημερώματα, τα φορτηγά μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες της πόλης, της Siamchai International Food Company (Sifco), περισυλλέγουν το καθένα από 70 νέους, για να τους οδηγήσουν στα εργοστάσια. Οι επιβάτες στοιβάζονται όρθιοι σαν να ήταν σε ζωάδικα. «Κερδίζουν μισή ώρα δωρεάν μεταφορά, αλλά είναι στριμωγμένοι σαν σαρδέλες!», λέει ένας περαστικός. Οι εργάτες φορούν ήδη τις στολές εργασίας και τους σκούφους τους. Όταν φτάνουν στο εργοστάσιο, βάζουν τον αντίχειρά τους σε μια οθόνη αφής, πριν ωθήσουν την κεντρική πύλη. «Η ασφάλεια πάνω απ’ όλα», γράφει μια πινακίδα στην είσοδο. Η καθημερινότητα της κυρίας Όγκ Τι Ο, μιας εργαζόμενης της Sifco που απασχολείται εκεί έξι μέρες στις επτά, περιγράφεται ως εξής: Κατά τις 5.30 το πρωί κατευθύνεται προς έναν δρόμο από τον οποίο περνάει το φορτηγό που την παραλαμβάνει. Υποτίθεται ότι η έναρξη του ωραρίου εργασίας είναι στις επτά. Μετά από το διάλλειμα για γεύμα, στις 11, συνεχίζει να εργάζεται μέχρι τις 5 το απόγευμα. Στη διάρκεια της ημέρας θα μάθει αν πρόκειται να χρειαστεί να κάνει υπερωρίες, οι οποίες ξεκινούν στις 5.30 το απόγευμα και διαρκούν μέχρι τις 10, 11 ή καμιά φορά ακόμη και μέχρι τα μεσάνυχτα. «Τι περιθώρια έχω να κάνω οικογενειακή ζωή με τέτοιο ωράριο;», διερωτάται. Στην Golden Seafood International, η αμοιβή είναι μόλις 155 μπατ την ημέρα για εννέα ώρες εργασίας. Εδώ και οχτώ μήνες, ο εικοσάχρονος Γιε Χτετ Νεγκ, πετάει αγκαλιές από γαρίδες μέσα σε δεξαμενές με καυτό νερό, τις αλατίζει, τις βγάζει ψημένες και ξανά από την αρχή... Η μετατροπή ζώντων ζώων σε εδώδιμα προϊόντα έρχεται σε αντίθεση με τα βουδιστικά του πιστεύω. «Περνάω όλη μου την ημέρα σκοτώνοντας... Αυτό έχει ένα πολύ κακό κάρμα», μας λέει. «Αλλά δεν έχω και άλλη επιλογή». Ο Τιμάτ Ζιν Μόε εργάζεται σκληρά δώδεκα

ώρες την ημέρα σε ένα εργοστάσιο παραγωγής πάγου, για 4.500 μπατ τον μήνα. «Κάνει ανυπόφορο κρύο και δεν μας παρέχουν ούτε καν τα απαραίτητα ρούχα και γάντια προστασίας». Τα παραδείγματα είναι άφθονα: ένας από αυτούς αναγκάστηκε να αγοράσει με δικά του έξοδα τη στολή εργασίας του, ένας άλλος διαμαρτύρεται για την έλλειψη πόσιμου νερού στις εγκαταστάσεις. Δεν πληρώνονται σε περίπτωση ασθένειας. Δεν προβλέπεται άδεια. Και επειδή ο μισθός τους είναι ιδιαιτέρως χαμηλός, είναι όλοι αναγκασμένοι να δεχτούν να εργαστούν υπερωριακά χωρίς να το γνωρίζουν εκ των προτέρων, κάτι που, εξαιτίας της ανάγκης απόλυτης προσαρμογής στις μεταβολές της αλιείας, επεκτείνει το ωράριο εργασίας πέρα από κάθε λογικό όριο. Εκτός από την εργασία, και ο ελεύθερος χρόνος δεν είναι διόλου πιο ευχάριστος. Ενώ οι Ταϊλανδοί κατοικούν στα ψηλά σημεία της πόλης, οι Βιρμανοί ζουν στις κάτω γειτονιές γύρω από το λιμάνι. Το γκέτο αυτό αναδίδει ψάρι και μόχθο, πορνεία στη χειρότερη μορφή της και ταλαιπωρία. Οι αλλοδαποί έχουν δικές τους παγόδες, τις δικές τους ανθυγιεινές καλύβες και τους δικούς τους πάγκους με καρύδες του βετέλ (είναι ο καρπός του φοίνικα αρέκα), ένα ελαφρύ ναρκωτικό που τους αρέσει να μασάνε και το οποίο βάφει το στόμα κόκκινο πριν κηλιδώσει τα πεζοδρόμια. Όσον αφορά τις γυναίκες, εδώ δεν κάνουν υπερβολική χρήση του τανάκα, αυτής της κίτρινης πούδρας που χρησιμοποιείται ταυτόχρονα ως μακιγιάζ και αντηλιακό και που κάνει να ξεχωρίζει μια Βιρμανή από όλες τις άλλες γυναίκες τις Νοτιοδυτικής Ασίας. «Έτσι είναι λιγότερο ορατές και αυτό τους επιτρέπει να γλυτώνουν από τα περιφρονητικά σχόλια των Ταϊλανδέζων», εξηγεί ο κύριος Νάι Λίνε Χτίκε, εκπρόσωπος του Εκπαιδευτικού Ινστιτούτου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα στην Μπούρμα, μιας αμφίβολης οργάνωσης για τα δικαιώματα των λεσβιών, των γκέι, των αμφί και των τρανς (LGBT). «Η Νότια Ταϊλάνδη είναι πολύ συντηρητική. Στη συνείδηση του κόσμου υπάρχει η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο χωρών, όλες αυτές οι παλιές ιστορίες με τις συγκρούσεις μεταξύ βασιλιάδων. Με τέτοιες ιδέες τούς πιπιλίζουν τα μυαλά στο σχολείο και αυτές τις απόψεις εκμεταλλεύεται η κινηματογραφική βιομηχανία που γυρίζει συνεχώς ταινίες γεμάτες στερεότυπα». Οι αδιάκοποι πόλεμοι του 16ου και του 17ου αιώνα άφησαν έχθρες, τις οποίες τακτικά η συγκατοίκηση οξύνει και μετατρέπει σε ρατσιστικό εκφοβισμό. Παρά την ακραία αβεβαιότητα που βιώνουν, οι Βιρμανοί εργάτες θεωρούν ότι η κατάστασή τους είναι προτιμότερη από αυτήν που τους επι-


5/37

Η ΑΥΓΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 13 OKTΩΒΡΙΟΥ 2013

των Βιρμανών προσφύγων «Οι εργαζόμενοι δεν διαθέτουν καθόλου ελεύθερο χρόνο για να φροντίσουν την υγεία τους και είναι πολύ δύσκολο για μας να μπούμε στα εργοστάσια που εργάζονται. Υπό τέτοιες συνθήκες, η πρόληψη είναι σύνθετη υπόθεση»

φυλάσσει η χώρα προέλευσής τους. Στο Ρανόνγκ υποαμείβονται, αλλά τουλάχιστον έχουν στέγη. Είναι καταπιεσμένοι, αλλά τουλάχιστον έχουν μια μικρή ελπίδα. Σε αντίθεση με αυτό που πολλοί πιστεύουν, η κυβέρνηση του Νάι Πι Τάου δεν απαγορεύει την έξοδο από τη χώρα. Αλλά, εδώ και καιρό, η μετανάστευση διοχετεύεται μέσω παράνομων καναλιών: στον Βορρά μέσω των καναλιών που έχουν εγκατασταθεί για τους πολιτικούς αντιπάλους της κυβέρνησης και τους πρόσφυγες που προσπαθούν να αποφύγουν τους αντάρτες και ζουν συγκεντρωμένοι σε στρατόπεδα χωρίς νομική προστασία, δεδομένου ότι η Μπανγκόκ δεν έχει επικυρώσει τη Σύμβαση του ΟΗΕ του 1951 για το καθεστώς των προσφύγων και στον Νότο, μέσω των καναλιών του λαθρεμπορίου και της εμπορίας ανθρώπων.3 Οι υποψήφιοι προς αποχώρηση καταλήγουν στα χέρια των διακινητών της Κο Σόουγκ (δίδυμη πόλη της Ρανόνγκ, που βρίσκεται στην απέναντι όχθη της λεπτής λωρίδας θάλασσας που χωρίζει τις δύο χώρες), οι οποίοι πότε λειτουργούν με τη συνεργασία των συνοριοφυλάκων, τους οποίους πληρώνουν αδρά, και πότε λειτουργούν εν αγνοία τους. Πολλοί είναι αυτοί που πνίγηκαν κατά τη διάρκεια των νυχτερινών διαβάσεων. Επιπλέον, όταν φτάνουν στο Ρανόνγκ πρέπει να αποφύγουν να πέσουν στα χέρια της αστυνομίας: όσοι δεν μπορούν να εμφανίσουν νόμιμα χαρτιά ή να αγοράσουν με μετρητά μια άδεια εισόδου επαναπατρίζονται στη Βιρμανία. Με την πάροδο του χρόνου, η κατάσταση έχει ομαλοποιηθεί. «Το μόνο που χρειάζεται για να περάσει κανείς τα σύνορα», εξηγεί ο Ζο, ένας οδηγός μηχανοκίνητης πιρόγας, «είναι να επιδείξεις στην υπηρεσία αλλοδαπών της Ταϊλάνδης ένα

προσωρινό διαβατήριο που σου επιτρέπει να διαμείνεις στο Ρανόνγκ για μια εβδομάδα». Στη συνέχεια, αρκεί να αναμειχθείς με το πλήθος εκείνων που έχουν αποκτήσει νόμιμα άδεια εργασίας. Αυτό, ωστόσο, δεν εμποδίζει τους αστυνομικούς να συνεχίσουν να διεξάγουν εξακριβώσεις στοιχείων. «Τους ξεχωρίζουν από τα μάτια, είναι απίστευτα καλοί σε αυτό», εξηγεί ο Πάι Πάι, ένας εικοσάχρονος καταφερτζής που μεγάλωσε στο γκέτο και γνωρίζει πώς να ελίσσεται σε αυτό. «Χθες ένας φίλος μου περιφερόταν χωρίς άδεια εργασίας. Ήταν λάθος του. Ένα μικρό ασήμαντο λάθος, έτσι δεν είναι; Η αστυνομία τον ήλεγξε και στη συνέχεια τον συνέλαβε. Επειδή δεν μιλάει ταϊλανδέζικα, μου τηλεφώνησε. Οι αστυνομικοί ζητούσαν 3.000 μπατ. Μετά από διαπραγματεύσεις κατάφερα να τα ρίξω στα 1.000. Μου έδωσαν ραντεβού στο αυτοκίνητό τους, πίσω από το τμήμα». Γιατί στο αυτοκίνητο; «Για να αποφευχθούν οι ενοχοποιητικές φωτογραφίες». Και γιατί όχι στο γραφείο τους στο τμήμα; «Για να μην αναγκαστούν να μοιραστούν τα χρήματα με τους συναδέλφους τους». Το Ρανόνγκ διαθέτει μόνο λίγους κοινωνικούς λειτουργούς που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αυτόν τον πληθυσμό και ακόμα λιγότερες διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Ο πατήρ Τζον, ένας ιερέας από τη Νέα Ζηλανδία με διαπεραστικό βλέμμα και καθαρό λόγο, εργάστηκε έξι χρόνια στην περιοχή ως συντονιστής μιας εκπαιδευτικής δομής που συνδέεται με το Καθολικό Πανεπιστήμιο της Αυστραλίας. «Η κατάσταση των Βιρμανών βελτιώνεται χρόνο με τον χρόνο», παρατηρεί. Περνώντας από την παράνομη μετανάστευση των ψαράδων και τις συνθήκες εργασίας σχεδόν «σύγχρονης δουλείας» στη μετανά-

στευση εργατικής δύναμης με δικαίωμα οικογενειακής συνένωσης, που τους επέτρεψε να δημιουργήσουν και μια δεύτερη γενιά μεταναστών, απέκτησαν σταδιακά προστασία απέναντι στις πιο κραυγαλέες περιπτώσεις εκμετάλλευσης, καθώς και κάποιου είδους αναγνώριση των δικαιωμάτων τους. Από τον Αύγουστο του 2005, η ταϊλανδέζικη νομοθεσία προβλέπει μέχρι και την υποχρεωτική εκπαίδευση των παιδιών τους. Αλλά λίγο τους απασχολεί η δυνατότητα αυτή. Ο πατήρ Τζον προσθέτει και έναν πολιτιστικό παράγοντα: «Σε μια ιδανική περίπτωση, οι νέοι θα έπρεπε να πηγαίνουν στο δημόσιο ταϊλανδέζικο σχολείο, διατηρώντας όμως ταυτοχρόνως και τις παραδόσεις τους. Αλλά η εκπαίδευση δεν έχει ιδιαίτερη αξία για τους Βιρμανούς. Καταβάλλουμε, συνεπώς, προσπάθειες να διατηρήσουμε μακριά από την εργασία τα παιδιά που φτάνουν στην ηλικία των 11-12 ετών».

Το Ρανόνγκ διαθέτει μόνο λίγους κοινωνικούς λειτουργούς που θα μπορούσαν να βοηθήσουν αυτόν τον πληθυσμό και ακόμα λιγότερες διεθνείς Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις

Οι μετανάστες έχουν συνήθως ασθενική υγεία. «Οι εργαζόμενοι δεν διαθέτουν καθόλου ελεύθερο χρόνο για να φροντίσουν την υγεία τους και είναι πολύ δύσκολο για μας να μπούμε στα εργοστάσια που εργάζονται. Υπό τέτοιες συνθήκες, η πρόληψη είναι σύνθετη υπόθεση», εξηγεί η Μιέ Μιέ Χαν, μια γιατρός με ειδικότητα στο ΗΙV/AIDS και στη φυματίωση. Σημαντική πρόοδος αποτέλεσε η δυνατότητα που δόθηκε στον πληθυσμό να επισκέπτεται γιατρό έναντι 30 μπατ (λιγότερο από 1 ευρώ), αν και το κόστος του μέτρου αυτού για το δημόσιο σύστημα Υγείας της Ταϊλάνδης υπήρξε αντικείμενο έντονης κριτικής από τους αντιπάλους της κυβέρνησης. Για αυτούς, αποτελεί ισχυρό επιχείρημα το γεγονός ότι στο Ρανόνγκ οι Βιρμανοί πια είναι τόσο πολλοί, που αντιπροσωπεύουν πάνω από τους μισούς των 400.000 κατοίκων της πόλης. Την 1η Ιανουαρίου 2013, η κυβέρνηση του Γίνγκλουκ Σιναουάτρα έλαβε ένα ιστορικό μέτρο: Καθιέρωσε εθνικό κατώτατο μισθό στα 300 μπατ ημερησίως, κάτι που ισοδυναμεί σε μια μισθολογική αύξηση της τάξης του 40% για όλους τους εργαζόμενους. Αλλά κατά την ερευνήτρια Μίουα Γιαμάντα, η οποία συμμετείχε σε μια συλλογική έρευνα που έγινε το 2010 για τους Βιρμανούς στο Ρανόνγκ:4 «Το μόνο που κάνει η άδεια εργασίας στην Ταϊλάνδη είναι να θεσμοθετεί την εκμετάλλευση των μεταναστών. Ειδικότερα, δεν πρόκειται για άδεια εργασίας, αλλά για μια συγκατάθεση να δουλέψεις. Συνεπώς, ο εργοδότης κρατά το κλειδί της πρόσβασης στην εργασία». Και τα αφεντικά δεν πάσχουν από έλλειψη φαντασίας όταν πρόκειται να βρουν τρόπους να ροκανίσουν την αύξηση που δόθηκε στην αρχή της χρονιάς: σε κάποιες περιπτώσεις καταργείται το ημερήσιο επίδομα διατροφής, σε άλλες το πριμ των 200 μπατ κάθε δεκαπενθήμερο μετατρέπεται σε 300 μπατ τον μήνα, σε άλλες πάλι αφαιρούμε από τον νέο μισθό το κόστος διατροφής ή το κόστος φακέλου. «Όλοι είναι ίσοι, άλλα κάποιοι είναι περισσότερο ίσοι από κάποιους άλλους...». Μια σκηνή επανέρχεται συνεχώς στη μνήμη. Είναι 4 η ώρα το πρωί στο λιμάνι. Δύο δωδεκάδες άντρες, όλοι Βιρμανοί, εκτός από τον Ταϊλανδό καπετάνιο, ξεφορτώνουν μια μηχανότρατα με τη βοήθεια ανυψωτικών. Εκατοντάδες Βιρμανέζες ταξινομούν τα ψάρια σε έναν ξέφρενο ρυθμό. Λίγο πιο πέρα κάποιες λογίστριες κυκλοφορούν με την άνεσή τους και με ένα ύφος υπεροπτικό. Αναμφίβολα είναι Ταϊλανδέζες. Ποιος άλλος θα μπορούσε να φορέσει ροζ μπότα;

1 Παγκόσμια κατάσταση της Αλιείας και των Ιχθυοτροφείων το 2012, Διεθνής Οργάνωση Τροφίμων και Γεωργίας (FAO), Ρώμη, 2012. 2

40 μπατ = 1 ευρώ.

Βλ. Maxime Boutry & Jacques Ivanoff, La Monnaie des frontières. Migrations birmanes dans le sud de la Thaïlande, structure des réseaux et internationalisation des frontières, Institut de Recherche sur l’Asie du Sud-Est contemporaine. Bangkok, 2009. 3

«Myanmar migrant laborers in Ranong, Thailand», Institute of Developing Economies, Chiba (Japon), 2010.

4

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΗΛΙΑΣ ΝΑΤΣΙΟΣ


LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

ΣΑΟΥΔΙΚΗ ΑΡΑΒΙΑ

Τα κορίτσια που προτιμούν να ντύνο Αρκετές φοιτήτριες στη Σαουδική Αραβία, αντλώντας έμπνευση από τοπικές, αλλά και αμερικανικές τηλεοπτικές σειρές, ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό προσανατολισμό τους, υιοθετούν ένα ανδρικό στυλ ντυσίματος. Οι ίδιες αυτοαποκαλούνται «buya» (αγόρια).

Της Amélie le Renard*

Α

παγορεύεται κατηγορηματικά να φοράτε χοντρές αλυσίδες, όπου κρέμονται σχέδια αντίθετα με τα χρηστά ήθη, όπως νεκροκεφαλές, ανήθικες εκφράσεις, φωτογραφίες προσώπων, καθώς και σκουλαρίκια σε ασυνήθιστα μέρη του σώματος, όπως το πηγούνι ή το στόμα, το πάνω μέρος των αυτιών, δίπλα στα φρύδια κ.λπ. Αυτό είναι το μήνυμα του «Γραφείου Ενιαίας Επίβλεψης και Καθοδήγησης», το οποίο βρίσκεται αναρτημένο στους τοίχους του γυναικείου τμήματος της πανεπιστημιούπολης, στο Πανεπιστήμιο Βασιλιάς Σαούντ, στο Ριάντ. Οι απαγορεύσεις αυτές, που παραβιάζονται από πολλές φοιτήτριες, στοχεύουν στις μειοψηφικές μόδες που έχουν εμφανιστεί, ιδιαίτερα τις γκόθικ, τις emo (από την αγγλική λέξη emotional -στυλ που, αρχικά, συνδέθηκε με ένα συγκεκριμένο μουσικό ρεύμα και χαρακτηρίζεται κυρίως από τα σκουρόχρωμα ρούχα και το αντίστοιχο βάψιμο) και τις buya. Ο τελευταίος αυτός νεολογισμός προκύπτει από την αγγλική λέξη boy, στην οποία έχει προστεθεί η αραβική θηλυκή κατάληξη «a». Σε αρκετές χώρες της αραβικής χερσονήσου έτσι αποκαλούνται όσες γυναίκες φορούν ρούχα που θεωρούνται ανδρικά, δηλαδή ρούχα που κρύβουν το σχήμα του γυναικείου σώματος. Αποφεύγουν τα στενά ρούχα και τα αντικαθιστούν με ανδρικά πουκάμισα, ποδοσφαιρικές φανέλες ή άλλες φαρδιές μπλούζες, ενώ, μερικές φορές, φορούν επίδεσμο που κρύβει το στήθος. Μια τέτοια ενδυμασία διαφέρει από τη λεγόμενη «ισλαμική» απόκρυψη του γυναικείου σώματος, η οποία στόχο έχει να κρύβει όσα θεωρούνται θηλυκά σωματικά χαρακτηριστικά, χωρίς, όμως, να προκαλεί αμφιβολία σχετικά με το φύλο. Όσες αυτοπροσδιορίζονται ως buya ή αποκαλούνται έτσι από τους άλλους έχουν, γενικά, κοντά μαλλιά και, μερικές φορές, έχουν σκουλαρίκια στο πάνω μέρος των αυτιών ή στα φρύδια. Ορισμένες φορούν αντρικά αρώματα και κάποιες τις φωνάζουν με αντρικά ονόματα. Τις buya με τις οποίες μίλησα τις φώναζαν με το επίσημο όνο-

* Η Amélie le Renard είναι κοινωνιολόγος. Συγγραφέας του «Femmes et espaces publics en Arabie Saoudite», Dalloz, Παρίσι, 2011. Συμμετείχε στη συγγραφή του βιβλίου «Jeunesses arabes. Du Maroc au Yémen, loisirs, culture et politique», (διευθ.) Laurent Bonnefoy και Myriam Catusse (La Découverte, Παρίσι, Σεπτέμβριος 2013). Το παρόν άρθρο αποτελεί απόσπασμα του βιβλίου.

μα της ταυτότητάς τους. Στην πορεία της συζήτησης αυτοπροσδιορίζονταν αυθόρμητα ως buya, ταυτότητα γύρω από την οποία έχουν δημιουργηθεί διαδικτυακά φόρουμ, καθώς και σελίδες και ομάδες στο Facebook, οι οποίες τους επιτρέπουν να συναντιούνται και να ανταλλάσσουν εμπειρίες, φωτογραφίες, βίντεο κ.λπ. Παρότι ο Τύπος και οι τηλεοπτικές συζητήσεις στα κανάλια του Κόλπου ορισμένες φορές περιγράφουν το φαινόμενο με τον όρο «αρσενικοποίηση» (istirjal), που παραπέμπει στην παθολογία, και το συνδέουν με «συναισθηματικές σχέσεις ανάμεσα σε κοπέλες», οι νέες της Σαουδικής Αραβίας το περιγράφουν συνήθως ως «στυλ». Όταν ξεκίνησα να συζητώ γύρω από το θέμα με φοιτήτριες, είτε ήταν buya είτε όχι, αρκετές ανέφεραν την αμερικανική τηλεοπτική σειρά The L Word, η οποία είναι διαθέσιμη στο Διαδίκτυο (και με αραβικούς υπότιτλους). Η σειρά αυτή άρχισε να μεταδίδεται το 2004 και διηγείται τις καθημερινές περιπέτειες μιας ομάδας λεσβιών στο Λος Άντζελες. Πολλές νέες στη Σαουδική Αραβία αναφέρονται στο πάθος που έχουν οι φίλες τους για μια ηρωίδα της σειράς: τη Shane McCutcheon, η οποία συχνά περιγράφεται ως αγοροκόριτσο, με τα ατημέλητα μαλλιά της, και έχει γίνει πρότυπο. Ωστόσο, παρά τις επανειλημμένες αυτές αναφορές, το στυλ buya δεν περιορίζεται απλώς στην εισαγωγή πρακτικών που προέρχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Χαρακτήρες που παραβιάζουν τα κυρίαρχα πρότυπα φύλου έχουν δημιουργηθεί και συναντώνται σε ολόκληρη την αραβική χερσόνησο. Έτσι, στην κουβεϊτιανή σειρά Adil Ruh, η οποία μεταδόθηκε πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του ραμαζανιού του 2005 (δηλαδή λίγο μετά την έναρξη της σειράς The L Word), η κωμική ηθοποιός Σουγιούν Αλ Χαΐρι ενσαρκώνει μια ηρωίδα buya. Η σειρά, που είναι δημοφιλής ανάμεσα στις νέες της Σαουδικής Αραβίας, παρουσιάζει την καθημερινότητα μιας ευκατάστατης κουβεϊτιανής οικογένειας, της οποίας ένα από τα ενήλικα παιδιά είναι buya. Πολλές buya δηλώνουν ότι αυτές οι πολιτιστικές επιρροές τις έχουν σημαδέψει, όχι μόνο επειδή τις έχουν παρακολουθήσει ξανά και ξανά, αλλά και γιατί οι σειρές αυτές υπήρξαν το σημείο

Το «στυλ» συνοδεύεται συχνά από την αμφισβήτηση του κυρίαρχου θηλυκού προτύπου, κάτι που δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι πρόκειται για συγκεκριμένη στρατηγική εκ μέρους των νέων γυναικών που το υιοθετούν

αφετηρίας για διάφορα φόρουμ στο Διαδίκτυο. Στο πλαίσιο των συζητήσεών μας, αρκετές στηρίζουν τον αυτοπροσδιορισμό τους ως buya στο γεγονός ότι θα ήθελαν να είναι άνδρες, ιδιαίτερα για να μπορούν να έχουν ελευθερία μετακινήσεων [«Θέλω να οδηγώ, να μην φοράω πια την abaya (την ισλαμική ενδυμασία), να αναπνεύσω»], επειδή έχουν βαρεθεί να πρέπει να δίνουν λογαριασμό στους γονείς τους για το πού πηγαίνουν ή να ζητούν άδεια για να βγουν [«Οι γονείς λένε συνέχεια: «Είσαι κοπέλα! Πού θα πας; Πότε θα γυρίσεις;» κ.λπ.»]. Ορισμένες αρνούνται να φορέσουν μαντήλα στα μαλλιά στους μεικτούς δημόσιους χώρους1 και διαμαρτύρονται επειδή πρέπει να φορούν την abaya, η οποία τις κατατάσσει αμέσως στο γυναικείο φύλο, ενώ, χωρίς τη συγκεκριμένη ενδυμασία, θα μπορούσαν να σπείρουν αμφιβολίες, δηλαδή να θεωρηθούν αγόρια. Μία από τις νέες αυτές λυπάται που οι γυναίκες στη Σαουδική Αραβία έχουν πειστεί ότι δεν διαθέτουν φυσική δύναμη και ότι έχουν ανάγκη τη βοήθεια των ανδρών της οικογένειάς τους. Ορισμένες δηλώνουν ότι δεν διστάζουν να τσακώνονται βίαια και, μερικές φορές, γίνονται καβγάδες μεταξύ φοιτητριών στην πανεπιστημιούπολη. Κάποιες υποστηρίζουν ότι ήταν «καταπιεσμένα αγόρια» από την παιδική τους ηλικία, ενώ άλλες δηλώνουν ότι έγιναν buya αρκετά χρόνια πριν, συχνά από το λύκειο ή από την είσοδο στο πανεπιστήμιο. Οι απόψεις τους που αναφέρονται εδώ αποτυπώνουν όχι τους λόγους για τους οποίους υιοθέτησαν μια τέτοια εμφάνιση, αλλά περισσότερο τον τρόπο με τον οποίον τη δικαιολογούν εκ των υστέρων. Έτσι το «στυλ» συνοδεύεται συχνά από την αμφισβήτηση του κυρίαρχου θηλυκού προτύπου, κάτι που δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι πρόκειται για συγκεκριμένη στρατηγική εκ μέρους των νέων γυναικών που το υιοθετούν. Εάν μια ηρωίδα τηλεοπτικής σειράς, όπως η Shane στο The L World, αναγνωρίζεται ταυτόχρονα και ως «αγοροκόριτσο» και ως «λεσβία», η σύνδεση αυτή μεταξύ αυτοπροσδιορισμού και σεξουαλικού προσανατολισμού δεν είναι, βέβαια, αναπόφευκτη. Επιπλέον στη Σαουδική Αραβία η διατήρηση ερωτικών ή σεξουαλικών σχέσεων με ανθρώπους του ίδιου φύλου δεν θεωρείται κατ’ ανάγκην θεμέλιο της ατομικής ταυτότητας που θα πρέπει να δηλωθεί δημόσια (για τους άνδρες κάτι τέτοιο μπορεί να τιμωρηθεί αυστηρότατα). Οι περισσότερες buya με τις οποίες συζήτησα εκμυστηρεύτηκαν ότι είχαν σχέσεις με άλλες κοπέλες, αλλά κανείς δεν το γνώριζε πέρα από τις καλύτερές τους φίλες. Αυτό μου εξήγησε και η Σούζαν, 19 ετών: «Οι γονείς μου ξέρουν ότι είμαι buya και μου δημιουργούν προβλήματα. Τους λέω ότι είμαι φυσιολογική, ότι το εσωτερικό μου συμβαδίζει με την εξωτερική μου εμφάνιση. Η μητέρα μου γνωρίζει για την εμφάνισή μου, αλλά δεν ξέρει ότι είμαι lesbian. Λέει ότι προσποιούμαι, ότι παίζω, και εγώ της απαντάω ότι, εάν έκανα την κοπέλα, τότε θα έπαιζα». Οι φοιτήτριες, είτε είναι buya είτε όχι, χρησιμοποιούν διαφορετικές λέξεις για να περιγράψουν τις πρακτικές και τις σχέσεις τους, όπως αποδεικνύει μια συζήτηση με παρέα φοιτητριών. Σάικα: «Θεωρώ ότι είναι προσωπική ελευθερία, κάνω παρέα με όλους. Δεν έχω σχέσεις ούτε


7/39

Η ΑΥΓΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 13 OKTΩΒΡΙΟΥ 2013

ονται σαν αγόρια με αγόρια ούτε με κοπέλες». Μπαντρίγια: «Εγώ είχα σχέσεις με κοπέλες, αλλά τώρα δεν έχω πια. Σταμάτησα γιατί απαγορεύεται από το ισλάμ». Νούρα: «Εγώ έβγαινα με αγόρια, μετά με κοπέλες, μετά πάλι με αγόρια». Μπαντρίγια: «Αυτά που σου λέμε εδώ δεν τα ξέρει κανείς. Αλλιώς θα είχαμε προβλήματα». Σάικα: «Στην πραγματικότητα, όμως, πολύ λίγες νέες δεν θέλουν ούτε κοπέλες ούτε αγόρια, είναι straight, μπορούν να νιώθουν καλά χωρίς ερωτική σχέση». Νούρα: «Λυπάμαι, Σάικα, αλλά straight είναι όσες τους αρέσουν τα αγόρια» (γέλια). Διαπιστώνει κανείς ότι μπορεί να δίνονται διαφορετικές σημασίες στις λέξεις που προέρχονται από τα αγγλικά και ενσωματώνονται στη σαουδαραβική διάλεκτο. Οι κοπέλες που συμμετείχαν στη συζήτηση αυτή γνωρίζουν λίγα αγγλικά. Η Σάικα αυτοπροσδιορίζεται ως straight («συμβατική», όρος που χρησιμοποιείται γενικά με την έννοια του «ετεροφυλόφιλου»), επειδή δηλώνει ότι δεν διατηρεί παράνομες ερωτικές σχέσεις, ούτε με αγόρια ούτε με κοπέλες, και δεν νιώθει τέτοια ανάγκη. Χρησιμοποιεί τη λέξη με μια έννοια που ταιριάζει στις σαουδαραβικές συνθήκες, όπου οι σχέσεις εκτός γάμου είναι εξ ορισμού απαγορευμένες. Η Νούρα χρησιμοποιεί τον όρο

Οι Boya αποφεύγουν τα στενά ρούχα και τα αντικαθιστούν με ανδρικά πουκάμισα, ποδοσφαιρικές φανέλες ή άλλες φαρδιές μπλούζες, ενώ, μερικές φορές, φορούν επίδεσμο που κρύβει το στήθος

σύμφωνα με ένα διαφορετικό κανονιστικό πλαίσιο για να κατατάξει τον σεξουαλικό προσανατολισμό. Αυτό το λεξιλόγιο με τη μορφή διαλέκτου, το οποίο προέρχεται, σε μεγάλο βαθμό, από τα αγγλικά, χρησιμοποιείται μόνο από τη νέα γενιά. Έχοντας υπόψη το γεγονός αυτό, λίγο αργότερα στη συζήτηση, η Νούρα και η Μπαντρίγια μου εξηγούν ότι χρησιμοποιούν, επίσης, μια παλιά, ξεπερασμένη λέξη της τοπικής διαλέκτου, η οποία, κατά κυριολεξία, σημαίνει, «η φίλη» (khawiyya), για να περιγράψουν μια πολύ στενή προσωπική σχέση. Σύμφωνα με κάποια άλλη κοπέλα που συμμετείχε στην έρευνα, το φαινόμενο εγγράφεται στη συνέχεια παλαιών μορφών σχέσεων μεταξύ γυναικών, οι οποίες προχωρούσαν πέρα από τη φιλία -μιλά για τη γενιά της γιαγιάς της. Στην πανεπιστημιούπολη κάποιες φοιτήτριες κάνουν βόλτα με πιασμένα τα χέρια ή αγκαλιασμένες. Σύμφωνα με την ορολογία που χρησιμοποίησαν οι κοπέλες που ρωτήθηκαν, η μία είναι buya -κοντά μαλλιά, φαρδύ πουλόβερ, αντρικό μοντέλο αθλητικών παπουτσιών- και η άλλη «θηλυκή» ή cute («χαριτωμένη») -μακριά μαλλιά, χτένισμα, εφαρμοστά ρούχα. Η συμπεριφορά τους αποτελεί δημόσια υποδήλωση των συναισθηματικών, ερωτικών ή σεξουαλικών σχέσεων μεταξύ νέων γυναικών, οι οποίες συνήθως αποτελούν αντικείμενο στιγματισμού και αποκρύβονται. Σε ορισμένες καταστάσεις, κάποιες κοπέλες, αλλά όχι απαραίτητα όλες, αυτοπροσδιορίζονται ως lesbian. Σε πολλές κοινωνίες η δεκαετία του 2000 σημαδεύτηκε από την αυξανόμενη δημοσιότητα των διεκδικήσεων λεσβιών, ομοφυλοφίλων, αμφισεξουαλικών και τρανσεξουαλικών (ΛΟΑΤ) και, ταυτόχρονα, από τη ριζοσπαστικοποίηση των αντι-ομοφυλοφιλικών δηλώσεων και ενεργειών, συχνά στο όνομα της υπεράσπισης κάποιας δήθεν «αυθεντικότητας», πολιτιστικής ή θρησκευτικής, απέναντι στις «δυτικές επιρροές». Η υπόθεση του Queen Boat -γύρω στους πενήντα άνδρες είχαν συλληφθεί σε γκέι μπαρ στο Κάιρο και, στη συνέχεια, πέρασαν από δίκη το 2001έχει μείνει στα χρονικά. Για παράδειγμα η ρητορική της αυθεντικότητας που απειλείται, σε συνδυασμό με τη ρητορική της καταγγελίας της «(σε-

Παρ’ ότι ο Τύπος και οι τηλεοπτικές συζητήσεις στα κανάλια του Κόλπου ορισμένες φορές περιγράφουν το φαινόμενο με τον όρο «αρσενικοποίηση», οι νέες της Σαουδικής Αραβίας το περιγράφουν συνήθως ως «στυλ»

ξουαλικής) παρέκκλισης» (shudhudh) και της «διαταραχής (φύλου)» (tashabbuh), που στηρίζεται σε αναφορές στο ισλάμ, χρησιμοποιήθηκε για τις buya στην εκπομπή του ιεροκήρυκα Ναμπίλ Αλ Αουντί, «Μία ώρα ειλικρίνειας», στο κουβεϊτιανό τηλεοπτικό κανάλι Αλ Ραΐ. Πρόκειται, πάντως, για μία μόνο από τις πιθανές προσεγγίσεις που συναντά κανείς στις εκπομπές τηλεοπτικών σταθμών σε Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Κουβέιτ. Στη Σαουδική Αραβία, όπου δεν υπάρχουν δημόσιες διεκδικήσεις για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ, οι σπάνιες αναφορές γύρω από τις «γυναίκες που αρσενικοποιούνται» ή τις «συναισθηματικές σχέσεις μεταξύ νέων γυναικών» στον Τύπο υιοθετούν, συνήθως, μια άλλη ρητορική, η οποία συναντάται και πέρα από τα σύνορα της χώρας: τη ρητορική της ψυχοπαθολογίας. Πρόκειται για τη ρητορική που υιοθετούν και ορισμένες γυναίκες ιεροκήρυκες, όταν οργανώνουν συζητήσεις για την «αρσενικοποίηση» στις πανεπιστημιουπόλεις. «Να είσαι περήφανη που είσαι γυναίκα: συγγνώμη, αλλά η αρσενικοποίηση δεν είναι για σένα. Ορθωνόμαστε απέναντι σε ό,τι αλλοιώνει τη γυναικεία φύση σου», μπορούσε κανείς να διαβάσει σε αφίσα που γνωστοποιούσε τη διεξαγωγή τέτοιας συζήτησης το 2008. Εξάλλου πολλές γυναίκες ιεροκήρυκες συνεργάζονται στενά με γυναίκες ψυχολόγους και με ειδικούς στην «εκπαίδευση των νέων κοριτσιών».

Οι κοπέλες που συμμετείχαν στην έρευνα και δεν ήταν buya αναπαρήγαγαν, ορισμένες φορές, τη συγκεκριμένη ρητορική κάνοντας λόγο για «ψυχολογικό πρόβλημα», για «έλλειψη στοργής» ή για «διάλυση της οικογένειας». Συνήθως, όμως, επέμεναν στο γεγονός ότι πολλές από τις κοπέλες που υιοθετούν το στυλ buya το κάνουν λόγω της «μόδας». Μολονότι ορισμένες φοιτήτριες χαρακτήρισαν τις buya με πολύ σκληρές εκφράσεις («βρωμιάρες», «χυδαίες», «ανώμαλες»), το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος αυτοπροσδιορισμός, σε κάποιο βαθμό, θεωρείται της μόδας και γίνεται αποδεκτός από τόσες νέες στη Σαουδική Αραβία συμβάλλει στην αποφυγή του απόλυτου στιγματισμού, παρά το ανατρεπτικό του περιεχόμενο. Αντίθετα, η κατάσταση αυτή ευνοεί την ευρύτερη εξάπλωση του αυτοπροσδιορισμού buya σε μια πανεπιστημιούπολη όπου οι δημόσιες παραβιάσεις του κανονισμού είναι αρκετά νομιμοποιημένες, αν και μέσα σε κάποια όρια. Το ανατρεπτικό αυτό πρότυπο μπορεί, εν μέρει, να υιοθετείται από φοιτήτριες που δεν διεκδικούν κατ’ ανάγκην τον χαρακτηρισμό της buya ή για τις οποίες κάτι τέτοιο δεν συνεπάγεται άλλες πρακτικές παραβίασης των κυρίαρχων προτύπων φύλου και σεξουαλικότητας. Η διάσταση αυτή αναδεικνύει μια διφορούμενη κατάσταση μεταξύ αντίδρασης στα κυρίαρχα πρότυπα φύλου και αυτοκαταστροφικών πρακτικών. Διφορούμενη κατάσταση που βιώνουν, άλλωστε, στη Σαουδική Αραβία και πολλές άλλες νέες πέρα από τις buya.

1 Στη Σαουδική Αραβία οι γυναίκες δεν έχουν νομική υποχρέωση να φορούν μαντήλα, αλλά οι κρατικοί θρησκευτικοί θεσμοί έχουν εκδώσει φετβά προς μια τέτοια κατεύθυνση. Στους μεικτούς δημόσιους χώρους αυτό μεταφράζεται σε διαταγές της Επιτροπής για την Προώθηση της Αρετής και την Καταπολέμηση της Ανηθικότητας (ένα είδος θρησκευτικής αστυνομίας) προς τις γυναίκες που δεν φορούν καθόλου μαντήλα ή που δεν τη φορούν «σωστά».

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΑΡΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ


LE

MONDE

8/40

Η ΑΥΓΗ

diplomatique

ΚΥΡΙΑΚΗ 13 OKTΩΒΡΙΟΥ 2013

ΣΥΡΙΑ

Η μεγάλη στροφή της Ουάσιγκτον ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 1

Σαν να μην ήταν αυτό αρκετό, η Ρωσία έχει από καιρό πολλά κοινά συμφέροντα με τη Δαμασκό, μεταξύ των οποίων μια ναυτική βάση στην Ταρτούς, τη μόνη ρωσική στρατιωτική βάση εκτός των συνόρων της πρώην σοβιετικής αυτοκρατορίας, καθώς και συμβόλαια για πώληση όπλων (καταδρομικά αεροπλάνα, υπερσύγχρονους πυραύλους...). Μολονότι τα συμβόλαια δεν τηρούνται πάντα, η αξία τους ξεπερνά τα 4 δισεκατομμύρια δολάρια. Εξάλλου οι ρωσικές επενδύσεις στη χώρα (για τη βελτίωση των υποδομών, του ενεργειακού δικτύου ή των τουριστικών εγκαταστάσεων) φτάνουν κατά μέσον όρο τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο. Για παράδειγμα, ένα εργοστάσιο επεξεργασίας φυσικού αερίου, 200 χιλιόμετρα στα ανατολικά της πόλης Χομς, κατασκευάστηκε από την Stroytransgaz, μια εταιρεία με έδρα τη Μόσχα.6 Ο κίνδυνος αυτός δεν διέφυγε της προσοχής των στρατιωτικών συμβούλων του Λευκού Οίκου, οι οποίοι, εδώ και αρκετούς μήνες, δίνουν όλο και πιο ένθερμο αγώνα υπέρ μιας στρατιωτικής επέμβασης, της μόνης, όπως υπολογίζουν, που μπορεί να διατηρήσει τη ζώνη της αμερικανικής επιρροής. Τον Ιούνιο η απόφαση του Μπάρακ Ομπάμα να παράσχει όπλα στους αντάρτες, πέρα από τον «μη φονικό» εξοπλισμό τον οποίο παρελάμβαναν ήδη, αντανακλά μια αλλαγή προσανατολισμού. Την ίδια στιγμή ο πρόεδρος αποφάσιζε να εντείνει τις διπλωματικές πρωτοβουλίες ενόψει μιας μη στρατιωτικής λύσης της σύγκρουσης.7 Σύμφωνα με συμβούλους του Λευκού Οίκου, οι οποίοι επιθυμούν να διατηρήσουν την ανωνυμία τους, οι ανεπίσημες συζητήσεις πρέπει να ξεκίνησαν ένα χρόνο νωρίτερα, στις παρυφές της συνόδου της G20 στο Λος Κάμπος του Μεξικού, όταν ο Ομπάμα και ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχαν μια

Το να διατηρήσει η Συρία ακέραια τη θέση της για την ελευθερία πολιτικών και στρατιωτικών επιλογών σημαίνει ότι αναλαμβάνει τον κίνδυνο να υποστεί και άλλες πιέσεις, ακόμη και νέες πρωτοβουλίες από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών

μακροσκελή συζήτηση σχετικά με τη διάλυση του χημικού οπλοστασίου του Άσαντ. Κατά μία έννοια η συγκεκριμένη στρατηγική επανατοποθέτηση αποτελεί παράπλευρο αποτέλεσμα της βούλησης των ΗΠΑ, όπως αυτή εκφράστηκε από τον πρόεδρο δυο χρόνια πριν, για επανεδραίωση της ηγεμονίας τους στην Ασία και τον Ειρηνικό. Η προτεραιότητα συνίσταται στην αντιμετώπιση της φθίνουσας επιρροής τους στο συγκεκριμένο τμήμα της υδρογείου και στην υπόσκαψη της ανερχόμενης ηγεμονίας του μεγάλου αντίπαλου, της Κίνας, στην οποία η Ουάσιγκτον, απορροφημένη από τους πολέμους της στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, είχε αφήσει το πεδίο ελεύθερο. Σύμφωνα με το φαινόμενο του εκκρεμούς, η επιστροφή στη σκηνή της Ασίας άνοιξε στη Μέση Ανατολή έναν χώρο στον οποίο το Ιράν, η Ρωσία και άλλοι επιδιώκουν να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Οι ανησυ-

χίες που προκαλεί το γεγονός στην Ουάσιγκτον δεν είναι άσχετες με την ξαφνική άτεγκτη στάση του Ομπάμπα απέναντι στον Άσαντ. Με την εμπλοκή του στη διπλωματική διαδικασία ο Αμερικανός πρόεδρος πετυχαίνει με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Αφενός ο πρωταγωνιστικός ρόλος που ανέλαβε το Κρεμλίνο στη διεξαγωγή των διαπραγματεύσεων εκθέτει τη Ρωσία στους προβολείς της διεθνούς κοινότητας, γεγονός που μάλλον θα την αποθαρρύνει να επιχειρήσει περαιτέρω αποσταθεροποίηση της περιοχής. Εν συνεχεία η κατάσχεση και καταστροφή του χημικού οπλοστασίου της Συρίας -το οποίο δεν ξέρουμε με ποια υλικοτεχνικά, οικονομικά ή άλλα μέσα αποκτήθηκε- ίσως παρακινήσει και την Τεχεράνη να υιοθετήσει πιο διαλλακτική στάση απέναντι στις διεθνείς πιέσεις σχετικά με το πυρηνικό της πρόγραμμα. Η εποχή που οι ΗΠΑ επέβαλλαν τις απόψεις τους σε ολόκληρο τον κόσμο φαίνεται πως έχει παρέλθει και ο Λευκός Οίκος πλέον παραπαίει ανάμεσα σε δυο στόχους, όχι πάντα συμβατούς: να βάλει φρένο στην κινεζική επιρροή ενισχύοντας τις θέσεις του στην Ασία και να ανακόψει τις ορέξεις του Ιράν και της Ρωσίας για μεγαλύτερη επιρροή στην περιοχή μέσω της εμπλοκής του στο κεφάλαιο που λέγεται Συρία.

1 Βλ. James Ball, «Obama issues Syria a «red line» warning on chemical weapons», The Washington Post, 20-8-12, http://www.washingtonpost.com/world/natio nal-security/obama-issues-syria-red-linewarning-on-chemicalweapons/2012/08/20/ba5d26ec-eaf7-11e1b811-09036bcb182b_story.html. 2 Δήλωση του Τσακ Χέιγκελ ενώπιον της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας στις 3 Σεπτεμβρίου του 2013.

Η εποχή που οι ΗΠΑ επέβαλλαν τις απόψεις τους σε ολόκληρο τον κόσμο φαίνεται πως έχει παρέλθει και ο Λευκός Οίκος πλέον παραπαίει ανάμεσα σε δύο στόχους, όχι πάντα συμβατούς

Βλ. Alain Gresh, «Από το συριακό αδιέξοδο στον περιφερειακό πόλεμο», http://www.mondediplomatique.gr/spip.php?article449. 4 Michael T. Klare, Blood and Oil, Νέα Υόρκη, Metropolitan Books, 2005, Michael Palmer, Guardians of the Gulf, Νέα Υόρκη, Free Press, 1992. 5 Tim Arango, Anne Barnard et Duraid Adnan, «As Syrians Fight, Sectarian Strife Infects Mideast», The New York Times, 1-6-13. 6 Yagil Beinglass and Daniel Brode, «Russia’s Syrian Power Play», The New York Times, 30-112. 7 Mark Mazzetti, Michael R. Gordon et Mark Landler, «U.S. Is Said to Plan to Send Weapons to Syrian Rebels», The New York Times, 13-613 και Peter Baker et Michael R.Gordon, «An unlikely evolution, from casual proposal to possible resolution», The NewYork Times, 109-13. 3

m11828  
m11828  

Monde Diplomatique, Αυγή της Κυριακής 13.10.2013

Advertisement