Issuu on Google+

LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 28 IOYΛIOY 2013 TEYXOΣ 25

diplomatique

Γιατί ο Ερντογάν ελπίζει ότι θα επανακάμψει Τον Ιούνιο, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι, με επίκεντρο την πλατεία Ταξίμ, στην Κωνσταντινούπολη, αλλά και σε ολόκληρη την Τουρκία, ξεσηκώθηκαν κατά της κυβέρνησης και κατήγγειλαν τις αυταρχικές παρεκτροπές του πρωθυπουργού Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Παρ’ όλο που ο Ερντογάν κατάφερε να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων και οι αντιδράσεις υποχώρησαν, το κίνημα με τις πολλές όψεις αντανακλά τις κοινωνικές αλλαγές που έχουν συντελεστεί στη χώρα τα τελευταία δέκα χρόνια. Του Tristan Coloma*

Τ

apulcu» (πλιατσικολόγοι): έτσι χαρακτηρίζει ο Τούρκος πρωθυπουργός, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, τους χιλιάδες ανθρώπους που συμμετέχουν στον λαϊκό ξεσηκωμό εναντίον της κυβέρνησής του. Πρόκειται για ένα κίνημα που γεννήθηκε ως αντίδραση στη βιαιότητα της αστυνομικής επέμβασης κατά των διαδηλωτών που αντιτίθεντο στην καταστροφή του πάρκου Γκεζί, στην Κωνσταντινούπολη, στις 31 Μαϊου 2013. Από τότε, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης μετέτρεψαν τη λέξη στα αγγλικά, chapulling, και της απέδωσαν νέα σημασία: αυτός ή αυτή που αγωνίζεται για τα δικαιώματα όλων. Και, βέβαια, είναι πολλοί σήμερα στην Τουρκία που διαδηλώνουν τη βούλησή τους να κάνουν chapulling. Η κατάσταση αντανακλά, πρώτα απ’ όλα, τη βαθιά διαίρεση της κοινωνίας. Μακριά από στερεότυπα -έγινε λόγος για κινητοποίηση περιορισμένη στην προστασία των δέντρων του πάρκου Γκεζί ή για νεολαιίστικο ακτιβισμό-, το κίνημα φέρνει στην επιφάνεια μια «διαχωριστική γραμμή μεταξύ διαφορετικών τρόπων ζωής», η οποία «αποκρυσταλλώνεται στο πρόσωπο του Ερντογάν», παρατηρεί ο Αϊζεγκιούλ Μποζάν, καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Ο ίδιος Ερντογάν που, το 2002, ενσάρκωνε τη «ρήξη», υποβιβάζοντας τους αντιπάλους του στην κατηγορία των ξεπερασμένων οπισθοδρομικών, συναντιέται τώρα με τους παλαιούς εθνικούς δαίμονες: υιοθετεί τη θέση του θύματος, δηλώνοντας αντιμέτωπος με διεθνή συνωμοσία που θέλει να αποσταθεροποιήσει τη χώρα. Ήδη την 1η Απριλίου, ο Τούρκος πρωθυπουρ-

«

* Ο Tristan Coloma είναι δημοσιογράφος.

Η αύρα του Ερντογάν διατηρήθηκε μετά από δέκα χρόνια παραμονής στην εξουσία, γιατί ο απολογισμός του περιλαμβάνει πολύ σημαντικά βήματα προόδου

γός δεν είχε διάθεση για αστεία. «Σε περίπτωση που η κοινοβουλευτική επιτροπή συμφιλίωσης για το ζήτημα του Συντάγματος δεν καταφέρει να συντάξει προσχέδιο, εμείς στο ΑΚΡ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης) διαθέτουμε δικό μας σχέδιο», είχε δηλώσει στην τηλεόραση, με αυταρχικό τόνο. Όπως ο Λευκός Κούνελος στην Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων, και παρά τις προσπάθειές του, ο Μπουρχάν Κουζού άργησε. Ο επικεφαλής της πολυκομματικής κοινοβουλευτικής επιτροπής είχε ως αρχική προθεσμία την 31η Δεκεμβρίου 2012 για να υποβάλει το προσχέδιο Συντάγματος στην Εθνοσυνέλευση. Όμως, «ελάχιστα ζητήματα αποτέλεσαν αντικείμενο συμφωνίας», διαπιστώνει με λύπη. Και, εξάλλου, έχει άραγε ακόμη τη δυνατότητα να επεξεργαστεί ένα Σύνταγμα που θα βάλει την Τουρκία στον δρόμο μιας κάποιας δημοκρατικής ωριμότητας; Στη Χώρα των Θαυμάτων, η κακιά βασίλισσα Ντάμα Κούπα θα παρουσίαζε τη συνταγματική αναθεώρηση ως απαραίτητη προκειμένου να επικυρωθεί η μετάλλαξη μιας κοινωνίας αποφασισμένης να προωθήσει με μια κίνηση τις ηθικές επιταγές που πηγάζουν από τη μουσουλμανική ταυτότητά της και την επιθυμία της για περισσότερες ελευθερίες. Αλλά, εάν ο Ερντογάν επιδεικνύει τέτοιο ζήλο και τολμά μια τέτοια ανάμιξη, αυτό συμβαίνει επειδή «έχει εισέλθει σε νέα φάση της διακυβέρνησής του», εκτιμά η Ελίζ Μασικάρ, ερευνήτρια στο Γαλλικό Ινστιτούτο Ανατολικών Σπουδών. «Μέχρι το 2011, το ΑΚΡ εστίασε

ΤΟΥΡΚΙΑ: Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΣΕ ΑΝΑΠΤΥΞΗ, Ο ΚΟΣΜΟΣ ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ στην καταστροφή ή στον έλεγχο των διαφόρων κέντρων εξουσίας, όπως ο στρατός ή η Δικαιοσύνη. Η προσπάθεια αυτή έχει πρακτικά ολοκληρωθεί».1 Πρακτικά, όντως... Οι συλλήψεις και οι πολύκροτες δίκες στρατιωτικών, δικηγόρων, δημοσιογράφων, πανεπιστημιακών ή φοιτητών είναι αντισυνταγματικές. Σε μια χώρα όπου τα διάφορα αντίπαλα κέντρα εξουσίας είναι φιμωμένα και η κοσμική αντιπολίτευση πολιτικά αποδυναμωμένη, το κυβερνών κόμμα του Ερντογάν προωθεί σταθερά ένα καινούριο Σύνταγμα, με σκοπό να επιβάλει ένα προεδρικό ή ημι-προεδρικό σύστημα. Όμως, μετά από το κίνημα λαϊκής αμφισβήτησης του Μαΐου-Ιουνίου, το οποίο πυροδότησε σε μεγάλο βαθμό η αλαζονεία του πρωθυπουργού, το εγχείρημα συναντά όλο και μεγαλύτερες επιφυλάξεις, ακόμα και στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος. Αρκετά στελέχη του ΑΚΡ ζητούν, πλέον, συνταγματικές αλλαγές πιο περιορισμένες και πιο συντονισμένες με τις προσδοκίες της κοινωνίας. Από την πρώτη νίκη του, στις 3 Νοεμβρίου 2002, το κυβερνών κόμμα αύξανε διαρκώς τα εκλογικά ποσοστά του. Αλλά, θητεία τη θητεία, το καθεστώς άρχισε να αξιοποιεί την ηγεμονία του για να τείνει προς τον αυταρχισμό. Ως απόδειξη, στις 17 Δεκεμβρίου 2012, ο Ερντογάν, σε ομιλία του στην Κόνια, προέβαινε στην εκτίμηση ότι «η διάκριση των εξουσιών» αποτελούσε «εμπόδιο» για τις ενέργειες της κυβέρνησής του. Δημοκρατικό έλλειμμα που πολύ απέχει από τις προθέσεις τις οποίες εξέφρασε το ΑΚΡ το 2002. Ο Ερντογάν, ιδρύοντας το ΑΚΡ, τη μεταρρυθμιστική πτέρυγα του Κόμματος Ευημερίας, το οποίο είχε τεθεί εκτός νόμου για τον υποτιθέμενο ισλαμιστικό ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 4


LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique ΣΥΡΙΑ: ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΑΝΙΣΟΡΡΟΠΙΑ ΕΠΙ

Από το συριακό αδιέξοδο στον περ Η προγραμματισμένη διάσκεψη «Γενεύη 2» με αντικείμενο τη Συρία αναβλήθηκε επ’ αόριστον. Την ίδια στιγμή, η πρόσφατη επικαιρότητα από το μέτωπο του πολέμου σημαδεύτηκε από τη νίκη των κυβερνητικών στρατευμάτων στο Κουσάιρ με τη βοήθεια της Χεζμπολάχ, καθώς και από την απόφαση των ΗΠΑ να εξοπλίσουν τους αντάρτες. Τίποτα δεν προαναγγέλλει ένα σύντομο τέλος των πολεμικών συγκρούσεων. Αντιθέτως, ο πόλεμος αποκτά ολοένα και εντονότερο θρησκευτικό χαρακτήρα και επεκτείνεται σε ολόκληρη την περιοχή. Του Alain Gresh*

O

ηγέτης της επανάστασης, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, θα κάνει πραγματικότητα το όνειρό του ν’ απευθύνει το κήρυγμά του από τον άμβωνα του τζαμιού των Ομεϊάδων στη Δαμασκό. Θα ανακοινώσει ότι πέτυχε την ενότητα του Ισλάμ, την οποία είχε υποσχεθεί προ πολλού. Θα κατεβεί από τον άμβωνα δόξη και τιμή για να τοποθετήσει το χέρι του στο κεφάλι ενός φτωχού παιδιού και να δηλώσει με αυτόν τον τρόπο την ανοχή των ισχυρών [απέναντι στους Σουνίτες]. Κατόπιν, θα σταθεί όρθιος δίπλα από ορισμένους σουνίτες ουλεμάδες της Συρίας. Θα τους δώσει το χέρι και όλοι μαζί θα τα υψώσουν μπροστά στις κάμερες που θα απαθανατίζουν αυτή την ιστορική στιγμή».1 Έτσι περιγράφει ένας έγκριτος Σαουδάραβας αρθογράφος, την επομένη της νίκης του συριακού στρατού στο Κουσάιρ, το ζοφερό, κατά τη γνώμη του, μέλλον ενός αραβικού κόσμου, ο οποίος θα έχει πέσει στα χέρια των «Περσών» και των Σιιτών. Στον Λίβανο, την ίδια στιγμή, ο Χασάν Νασράλα, ο γενικός γραμματέας της Χεζμπολάχ, βγάζει έναν λόγο στον οποίο δικαιολογεί την αποστολή των μαχητών του στη Συρία, αναγνωρίζοντας, ωστόσο -σε αντίθεση με τον Μπασάρ Αλ Άσαντότι, «αν ένα μεγάλο τμήμα των Σύρων υποστηρίζει το καθεστώς, ένα άλλο μεγάλο κομμάτι είναι σίγουρα αντίθετο». Κατά την άποψή του, η εσωτερική αυτή διάσταση είναι δευτερεύουσας σημασίας και «ο Λίβανος, το Ιράκ, η Ιορδανία και το σύνολο της περιοχής είναι στόχος ενός αμερικανοϊσραηλινο-τακφιρισμού»,2 στον οποίο θα πρέ-

«

* Ο Alain Gresh είναι δημοσιογράφος, μέλος του διευθυντηρίου της «Le Monde diplomatique»

LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

πει να αντισταθούμε πάση θυσία, πράγμα που προϋποθέτει να συνδράμουμε το καθεστώς της Δαμασκού. Τώρα πια, όπως εξηγεί ένας Αμερικανός αξιωματούχος στην πληρέστατη αναφορά που δημοσιεύει η Διεθνής Ομάδα Κρίσης,3 «ένας πόλεμος στη Συρία με περιφερειακές διαστάσεις τείνει να μετατραπεί σε περιφερειακό πόλεμο με επίκεντρο τη Συρία». Ένας νέος «ψυχρός πόλεμος» διχάζει τη Μέση Ανατολή, παρόμοιος με εκείνον που είχε φέρει αντιμέτωπες, τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, την Αίγυπτο του Νάσερ, σύμμαχο των Σοβιετικών, με τη Σαουδική Αραβία, η οποία ήταν σύμμαχος των Αμερικανών. Όμως, οι καιροί έχουν αλλάξει: ο αραβικός εθνικισμός έχει υποχωρήσει, ο θρησκευτικός λόγος είναι όλο και πιο διαδεδομένος και φτάνει μάλιστα κανείς στο σημείο να αναρωτιέται για τη βιωσιμότητα των κρατών και των συνόρων που προέκυψαν μετά

τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Συρία, με τους δεκάδες χιλιάδες νεκρούς της, τα εκατομμύρια των προσφύγων, την καταστροφή της βιομηχανικής υποδομής της, καθώς και της πολιτιστικής της κληρονομιάς, είναι το κύριο θύμα αυτής της αντιπαράθεσης. Η ελπίδα που γεννήθηκε την άνοιξη του 2011 μετατράπηκε σε εφιάλτη. Γιατί, άραγε, αυτό που κατέστη εφικτό στο Κάιρο δεν επαναλήφθηκε στη Δαμασκό; Ο Αιγύπτιος πρόεδρος Χόσνι Μουμπάρακ ανετράπη με σχετική ευκολία για δύο τουλάχιστον λόγους. Οι ελίτ και τα κοινωνικά στρώματα που είχαν σχέσεις με το καθεστώς δεν ένιωσαν ποτέ πραγματικά να απειλούνται τα προνόμιά τους, πολύ λιγότερο δε η σωματική τους ακεραιότητα. Είτε μιλάμε για επιχειρηματίες, για υψηλόβαθμους αξιωματικούς του στρατού ή για στελέχη των σωμάτων ασφαλείας, όλοι τους κατόρθωσαν να επαναπροδιοριστούν ομαλά μετά την επανάσ��αση. Μόνο μια ισχνή μειονότητα οδηγήθηκε στα δικαστήρια - και αυτό με καθυστέρηση και

Η ελπίδα που γεννήθηκε την άνοιξη του 2011 μετατράπηκε σε εφιάλτη. Γιατί, άραγε, αυτό που κατέστη εφικτό στο Κάιρο δεν επαναλήφθηκε στη Δαμασκό;

παλινωδίες. Εξάλλου, η αποχώρηση του Μπουμπάρακ δεν διατάραξε στο ελάχιστο τα γεωπολιτικά δεδομένα. Οι ΗΠΑ και η Σαουδική Αραβία μπορούσαν να προσαρμοστούν σε αλλαγές που δεν επιθυμούσαν, αλλά που δεν απειλούσαν κιόλας τα θεμελιώδη συμφέροντά τους. Αρκούσε να τις φέρουν στα μέτρα τους. Στη Συρία έχουμε να κάνουμε με ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό. Από την αρχή των αντιδράσεων, η απεριόριστη χρήση βίας από τις μυστικές υπηρεσίες επέτρεψε στο καθεστώς να κερδίσει πολύτιμους μήνες και να οργανωθεί. Οδήγησε στη στρατιωτικοποίηση της αντιπολίτευσης και στην κλιμάκωση, ακόμα και στον θρησκευτικό φανατισμό, προκειμένου να υποδαυλίσει τους φόβους σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού: όχι μόνο των μειονοτήτων, αλλά και της μεγαλοαστικής τάξης και των μεσαίων στρωμάτων στα αστικά κέντρα, τα οποία τρομοκρατήθηκαν από τον εξτρεμιστικό λόγο ορισμένων ομάδων της αντιπολίτευσης και από την εισροή ξένων μαχητών, την οποία προέβαλε το καθεστώς. Όσο πολλαπλασιάζονταν οι σφαγές, τόσο γινόταν αδύνατη η όποια μετάβαση χωρίς πνεύμα ρεβανσισμού και, καλώς ή κακώς, κάποια σχετικά μεγάλα κοινωνικά στρώματα, που φοβόντουσαν για την επιβίωσή τους σε περίπτωση νίκης των «ισλαμιστών», συντάσσονταν με το καθεστώς. Το φάσμα του ισλαμισμού τρομάζει, καθώς επισείεται εδώ και χρόνια σε πολλές δυτικές πρωτεύουσες, και δικαιολογεί τη Δαμασκό όταν λέει, απευθυνόμενη στη Γαλλία: «Γιατί βοηθάτε στη Συρία τις ομάδες που πολεμάτε στο Μάλι»; Το καθεστώς έπαιξε, επίσης, με τη στρατηγική του θέση απέναντι στους δύο βασικούς συμμάχους του, το Ιράν και τη Ρωσία, δύο χώρες που αναμείχθηκαν σε αυτή τη σύγκρουση με πολύ μεγαλύτερη αποφασιστικότητα από τις αραβικές ή τις δυτικές χώρες - αποφασιστικότητα η οποία ξάφνιασε τους αντιπάλους τους. Για το Ιράν, η Συρία αποτελεί, από την εποχή

Υπεύθυνη έκδοσης: Βάλια Καϊμάκη Συντακτική ομάδα: Κορίνα Βασιλοπούλου, Θανάσης Κούτσης, Χάρης Λογοθέτης, Βασίλης Παπακριβόπουλος Επικοινωνία: info@monde-diplomatique.gr Αρχείο κειμένων: www.monde-diplomatique.gr Facebook: www.facebook.com/monde.diplomatique.gr


3/29

Η ΑΥΓΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 28 IOYΛIOY 2013

ΘΥΜΙΩΝ

ριφερειακό πόλεμο Οι λόγοι εμπλοκής της Ρωσίας στη Συρία απηχούν, πάνω απ’ όλα, την επιθυμία της Μόσχας να βάλει τέλος στην ανυπαρξία της στην παγκόσμια σκηνή

της επανάστασης του 1979, τον μόνο ασφαλή σύμμαχο, αυτόν που τον στήριξε σε όλες τις δύσκολες στιγμές, κυρίως απέναντι στην ιρακινή εισβολή το 1980, όταν όλες οι χώρες του Κόλπου έπαιρναν το μέρος του Σαντάμ Χουσεΐν. Καθώς η χώρα είναι περισσότερο απομονωμένη τα τελευταία χρόνια κι έρχεται αντιμέτωπη με αυστηρότατες κυρώσεις από Αμερική και Ευρώπη και καθώς ο κίνδυνος μιας στρατιωτικής εισβολής, ισραηλινής ή/και αμερικανικής, δεν μπορεί να αποκλειστεί, η εμπλοκή της ισλαμικής δημοκρατίας στη Συρία -είναι, δεν είναι ηθική- αποτελεί μια ορθολογική στρατηγική επιλογή, η οποία, προφανώς, δεν πρόκειται να επηρεαστεί από την εκλογή του νέου προέδρου, Χασάν Ροχανί. Γραμμή πίστωσης στην κεντρική τράπεζα της Συρίας, χορήγηση πετρελαίου, αποστολή στρατιωτικών συμβούλων: η Τεχεράνη δεν έκανε πίσω σε τίποτα προκειμένου να σώσει τον σύμμαχό της.4 Το αποτέλεσμα της στράτευσης αυτής ήταν να παροτρύνει τη Χεζμπολάχ, με την υποστήριξη του Κρεμλίνου, να εμπλακεί ευθέως στις μάχες. Βέβαια, η οργάνωση και ο γενικός γραμματέας της θα μπορούσαν να αντιτάξουν το επιχείρημα ότι ήδη εισέρεαν στη Συρία διάφοροι πολεμιστές του Ισλάμ. Όμως, μια τέτοια παρέμβαση το μόνο που θα καταφέρει θα είναι να επιδεινώσει τις εντάσεις μεταξύ Σουνιτών και Σιιτών -τα ένοπλα επεισόδια πολλαπλασιάζονται στον Λίβανο- και να ρίξει νερό στον μύλο των πιο ακραίων κηρύκων του σουνιτισμού. Η διάσκεψη που έγινε στο Κάιρο, στις 13 Ιουνίου του 2013, με σύνθημα «να στηρίξουμε τους Σύρους αδερφούς μας», απηύθηνε έκκληση για τζιχάντ (ιερό πόλεμο). Σε αυτή συμμετείχε και ο πρώην πρόεδρος της Αιγύπτου, Μοχάμεντ Μόρσι. Ενώ είχε φανεί διστακτικός ως προς την ατζέντα, ανακοίνωσε τη διακοπή των διπλωματικών σχέσεων με τη Δαμασκό. Η διάσκεψη σηματοδότησε μια κλιμάκωση στην αντισιιτική ρητορική, ακόμα και μεταξύ των μετριοπαθών σεΐχηδων. Ο εκπρόσωπος του Πανεπιστημίου Αλ Αζχάρ, μείζονος ισλαμικού ιδρύματος με έδρα το Κάιρο, αναρωτήθηκε: «Τι σημαίνει η παρείσφρηση της Χεζμπολάχ, η οποία χύνει αίμα αθώων στο Κουσάιρ; Γιατί είναι εκεί; Αυτός είναι ένας πόλεμος κατά των Σουνιτών και απόδειξη για τον φανατισμό των Σιιτών».5

Όσο για τη Ρωσία, οι λόγοι της δικής της εμπλοκής ξεπερνούν κατά πολύ την προσωπικότητα του Βλαντίμιρ Πούτιν, τον οποίο ο διεθνής Τύπος υποβιβάζει σε καρικατούρα. Απηχούν, πάνω από όλα, την επιθυμία της Μόσχας να βάλει τέλος στην ανυπαρξία της στην παγκόσμια σκηνή. Χρειάζεται ένας Αιγύπτιος διπλωμάτης για να αποκρυπτογραφήσει αυτή την ανησυχία: «Οι Δυτικοί», μας εξηγεί, «πληρώνουν το τίμημα των προσπαθειών τους να θέσουν τη Ρωσία στο περιθώριο μετά το τέλος της ΕΣΣΔ. Έτσι, παρ’ όλη την καλή θέληση του Μπόρις Γέλτσιν απέναντί τους, το ΝΑΤΟ επεκτάθηκε ώς τα σύνορα της χώρας». Ως προς το κεφάλαιο Συρία, για δύο χρόνια «οι Δυτικοί πρότειναν απλώς στο Κρεμλίνο να συνταχθεί με το δικό τους σχέδιο. Κάτι τέτοιο δεν ήταν ρεαλιστικό». Ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο παρερμηνεύθηκε η απόφαση 1973 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ για τη Λιβύη, προκειμένου να νομιμοποιηθεί η στρατιωτική επέμβαση, αποτέλεσε ψυχρολουσία για τη Ρωσία - και όχι μόνο γι’ αυτήν: πολλές χώρες, όπως η Βραζιλία, η Ινδία, η Νότια Αφρική, η Κίνα έχουν, έκτοτε, εκφράσει τις επιφυλάξεις τους ως προς τις αποφάσεις της Δύσης για τη Συρία όπως παρουσιάζονται στον ΟΗΕ. Για το Κρεμλίνο, η πτώση του καθεστώτος Αλ Άσαντ θα ήταν σοβαρό πλήγμα: θα αποτελούσε μια νέα νίκη για τους ισλαμιστές και θα υπήρχε κίνδυνος να επηρεάσει ακόμα και μέσα στους κόλπους της Ρωσικής Ομοσπονδίας τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς, όπου, όπως καταγγέλλει, ασκείται έντονη ουαχαβιτική προπαγάνδα. Απέναντι στη ρωσοϊρανική αποφασιστικότητα, η έξωθεν υποστήριξη προς τη συριακή αντιπολίτευση υπήρξε διχασμένη, αμφιταλαντευόμενη και αναποτελεσματική, μακριά από τη μεγάλη «σαουδο-καταρο-αμερικανο-ισραηλινο-σαλαφιστική» συνωμοσία. Από την Τουρκία ως τη Σαουδική Αραβία κι από το Κατάρ ώς τη Γαλλία, ο καθένας έπαιξε με τους δικούς του όρους, ευνόησε τους πελάτες του, παρείχε βοήθεια στους μεν, ενώ την αρνήθηκε στους δε. Η κορύφωση της γελοιότητας επήλθε τον Απρίλιο του 2013, όταν το Κατάρ επέβαλε με πολλά εκατομμύρια δολάρια τον Γκασάν Χίτο, αμερικανικής υπηκοότητας, στη θέση του πρωθυπουργού μιας κυβέρ-

νησης τόσο «μεταβατικής» όσο και φανταστικής. Η παρείσφρηση πλούσιων επιχειρηματιών από τις χώρες του Κόλπου, οι οποίοι δεν ανταποκρίνονται σε καμία κρατική στρατηγική και βρίσκονται εκτός οποιουδήποτε ελέγχου, διογκώνει κι άλλο το κομφούζιο.6 Τέλος, είναι δύσκολο να βγάλει κανείς άκρη με τις τόσες φράξιες, ομάδες, «κατίμπας» (μονάδες μαχητών) που έχουν κατηγοριοποιηθεί με τη βολική όσο και παραπλανητική ετικέτα των «ισλαμιστών», κάτι που δεν αφήνει να διαφανεί η διαφορετικότητά τους ούτε οι στρατηγικές και πολιτικές τους διαφοροποιήσεις.7 Έτσι, το μέτωπο ΑλΝόσρα, που δηλώνει ότι είναι της Αλ Κάιντα, προκαλεί τις ίδιες ανησυχίες στη Δύση και στη Σαουδική Αραβία, η οποία, την περίοδο 2003 - 2005, διεξήγαγε αγώνα μέχρις εσχάτων κατά της οργάνωσης του Μπιν Λάντεν. Η ίδια ανησυχία εντοπίζεται και στις οργανώσεις των σαλαφιστών. Ο Νάντερ Μπακάρ, ο πολύ προβεβλημένος εκπρόσωπος του Αλ Νουρ, του μεγαλύτερου σαλαφικού κόμματος της Αιγύπτου, μας εξηγεί ότι δεν πρέπει να στρωθεί το έδαφος για την Αλ Κάιντα: «Εμείς, αυτό που ζητάμε, είναι μια ζώνη εναέριου αποκλεισμού, για να μπορέσουν οι επαναστάτες να νικήσουν μόνοι τους. Εμείς προτρέπουμε τους Αιγύπτιους να μην πάνε στο μέτωπο: η νίκη πρέπει να είναι των Σύρων και μόνο αυτών». Η κακοφωνία ευνοήθηκε και από την απόμακρη στάση των ΗΠΑ, οι οποίες, όσο κι αν επιθυμούν την πτώση του συριακού καθεστώτος, δεν είναι πρόθυμες για μια νέα περιπέτεια στη Μέση Ανατολή ύστερα από τις αποτυχίες τους σε Ιράκ και Αφγανιστάν. Ο Ρίτσαρντ Χάας μεταφέρει καλύτερα από όλους αυτή την εξέλιξη στις διαθέσεις της Ουάσινγκτον. Από τα σκεπτόμενα άτομα του ρεπουμπλικανικού κατεστημένου, ειδικός στις διεθνείς σχέσεις και πρώην συνεργάτης του προέδρου Τζορτζ Γ. Μπους, δημοσίευσε πρόσφατα ένα βιβλίο με τίτλο Η εξωτερική πολιτική ξεκινά από το σπίτι σου: γιατί πρέπει να ξαναμπούν σε τάξη οι ίδιες οι ΗΠΑ.8 Το σκεπτικό του; Τα εσωτερικά προβλήματα, από την παρακμή του συστήματος μεταφορών μέχρι την έλλειψη εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, εμποδίζουν τις ΗΠΑ να ασκήσουν τον ρόλο παγκόσμιας ηγετικής δύναμης. Πώς, λοιπόν, να ερμηνεύσει κανείς την απόφαση του Μπαράκ Ομπάμα να παράσχει όπλα στους αντάρτες της Συρίας; Η χρήση αερίου σαρίν από τον συριακό στρατό, η οποία έχει αμφισβητηθεί έντονα9 -σύμφωνα με την Ουάσιγκτον, έχει προκαλέσει τον θάνατο 140 από τα 90.000 θύματα του πολέμου-, εμφανίζεται ως αυτό που είναι: μια πρόφαση. Για τι πράγμα, όμως; Η Συρία έχει γίνει και περιφερειακό και παγκόσμιο πεδίο μάχης και κανένα από τα δύο στρατόπεδα δεν μπορεί να δεχτεί την ήττα. Μετά

τη νίκη του Κουσάιρ, οι ΗΠΑ θέλουν να εμποδίσουν τυχόν -και μάλλον απίθανο- θρίαμβο του συριακού καθεστώτος, πόσο μάλλον από τη στιγμή που μια σημαντική μερίδα του πληθυσμού, η οποία απορρίπτει την κυβέρνηση, έχει ριζοσπαστικοποιηθεί και δεν έχει πια τίποτα να χάσει. Αυτή η επιθυμία, ωστόσο, δεν θα έπρεπε να μεταφραστεί σε μαζική επέμβαση και ακόμα λιγότερο στην επιβολή ζωνών εναέριου αποκλεισμού ή στην αποστολή στρατευμάτων. Οπότε, αν διατηρηθεί η ισορροπία δυνάμεων, το αδιέξοδο θα συνεχιστεί, με σωρεία καταστροφών και νεκρών, αλλά και με τον κίνδυνο επέκτασης σε ολόκληρη την περιοχή, όπως συνοψίζει ο τίτλος της έκθεσης της ICG: «Οι μεταστάσεις της σύγκρουσης στη Συρία». Το Ιράκ, η Ιορδανία και ο Λίβανος βρίσκονται εκ νέου παγιδευμένοι στη σύγκρουση. Ιρακινοί και Λιβανέζοι πολεμιστές, Σουνίτες και Σιίτες, έρχονται αντιμέτωποι στη Συρία. Οι λεωφόροι της «διεθνούς των εξεγερμένων» που από το Αφγανιστάν ώς το Σαχέλ διακινούν μαχητές, όπλα και ιδέες, έχουν κορεστεί. Όσο οι εξωτερικοί πρωταγωνιστές εξακολουθούν να βλέπουν τη σύγκρουση ως ισόπαλο παιχνίδι, ο Γολγοθάς της Συρίας θα συνεχίζεται. Με τον κίνδυνο να συμπαρασύρει ολόκληρη την περιοχή. 1 Jamal Khashogi, Al-Hayat, από το BBC Monitoring, Λονδίνο, 15-6-13. 2 Η ομιλία αναμεταδόθηκε από το BBC Monitoring στις 15 Ιουνίου του 2003. Ο τακφιρισμός καταγγέλλει ως αποστάτες όλους τους μουσουλμάνους που δεν ακολουθούν τον δικό του προσανατολισμό. 3 «Syria’s metastasiising conflict», International Crisis Group, Βρυξέλλες, Ιούνιος 2013, www.crisisgroup.org.

Βλ. Karim Emile Bitar, «Πόλεμοι κατά παραγγελία», Le Monde diplomatique, Ιούνιος 2013, www.mondediplomatique.gr/spip.php?article429.

4

5 «Sunnis clerics shift stance on Syria, urge jihad», BBC Monitoring Analysis, 14-6-13. 6 Joby Warrick, «Private money pours into Syrian conflict as rich donors pick sides», The Washington Post, 16-6-13. 7 Για να προσανατολιστούμε λίγο, αν και ο χάρτης έχει αλλάξει από τότε, «Tentative Jihad: Syria’s fundamentalist opposition», International Crisis Group, 12-10-12.

Richard Haass, Foreign Policy Begins at Home: The Case for Putting America’s House in Order, Basic Books, Νέα Υόρκη, 2013.

8

Οι δηλώσεις του Joost Hilterman στο Kareem Fahim, «Still more questions than answers on nerve gas in Syria», The New York Times, 13-6-13.

9

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΚΟΡΙΝΑ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΟΥ


LE

MONDE

4/30

Η ΑΥΓΗ

diplomatique

ΚΥΡΙΑΚΗ 28 IOYΛIOY 2013

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 1

προσανατολισμό του, επεδίωκε να καταλάβει τον κεντροδεξιό χώρο της πολιτικής σκακιέρας. Ο ίδιος επέλεξε να το προσδιορίσει ως πολιτιστικά συντηρητικό, πολιτικά εθνικιστικό και οικονομικά φιλελεύθερο. Για τον Μποζάν, «το ΑΚΡ επωφελήθηκε από την απαξίωση των μέχρι τότε κομμάτων. Κατάφερε να προσελκύσει όχι μόνο μεγάλο μέρος της μάζας των ψηφοφόρων που υποστήριζε διάφορους σχηματισμούς στην παράδοση του Εθνικού Οράματος (ισλαμιστικό κίνημα), αλλά και κεντροδεξιούς ψηφοφόρους που δεν συνήθιζαν να προτιμούν τέτοια κόμματα. Οι φιλελεύθεροι διανοούμενοι, ή και ορισμένοι σοσιαλδημοκράτες είδαν στο ΑΚΡ το πολιτικό μόρφωμα που θα ήταν ικανό να μετασχηματίσει τις απόψεις της λαϊκής βάσης σε μια προοπτική εκδημοκρατισμού της χώρας». Η αύρα του Ερντογάν διατηρήθηκε μετά από δέκα χρόνια παραμονής στην εξουσία, γιατί ο απολογισμός του περιλαμβάνει πολύ σημαντικά βήματα προόδου. Πρώτα απ’ όλα, η οικονομία κατέγραψε θετικά αποτελέσματα, σύμφωνα με τα νεοφιλελεύθερα μέτρα και σταθμά. Μεταξύ 2000 και 2010, η οικονομική ανάπτυξη ανερχόταν, κατά μέσο όρο, στο 7% ετησίως. Ο πληθωρισμός κατατροπώθηκε και οι ξένες άμεσες επενδύσεις πέρασαν, μέσα σε δέκα χρόνια, από τα 1,2 δισ. σχεδόν στα 20 δισ. δολάρια. Οι ανισότητες μειώθηκαν. Το εθνικό πρόγραμμα εν όψει της ένταξης στην Ευρωπαϊκή Ένωση, διεύρυνε τις ατομικές ελευθερίες. Η «διαδικασία διευθέτησης» του κουρδικού ζητήματος έδειξε την ικανότητα του Τούρκου πρωθυπουργού να περιορίζει τις πιο ριζοσπαστικές εθνικιστικές φωνές, που ακούγονταν ακόμη και στο δικό του στρατόπεδο.2 Τέλος, οι μεταρρυθμίσεις επέτρεψαν και τον δραστικό περιορισμό της επιρροής του στρατού, ο οποίος είχε ανατρέψει τέσσερις κυβερνήσεις από το 1960 και μετά. Από τότε, το ΑΚΡ ήταν πια σε θέση να συνεχίσει τη μάχη του ενάντια στην κοσμική μεγαλοαστική τάξη και να την παρουσιάσει ως αναμέτρηση ανάμεσα στον λαό και την ελίτ. Για τον μισό πληθυσμό της χώρας, ο Ερντογάν ενσαρκώνει τον ταξικό αγώνα και την υπόσχεση τερματισμού των αποκλεισμών. Σύμφωνα με έκθεση του τουρκικού ερευνητικού ινστιτούτου Konda, στις εκλογές του Ιουνίου του 2011, οι ψηφοφόροι του ΑΚΡ ψήφισαν περισσότερο τον ηγέτη του κόμματος (57%) παρά το ίδιο το κόμμα.3 «Τα στελέχη του ΑΚΡ εργάζονται για τον επηρεασμό της κοινής γνώμης και για την εξεύρεση ατομικών λύσεων στα προβλήματα του καθενός», σημειώνει η ερευνήτρια και πολιτική επιστήμονας Ντιλέκ Γιανκάγια. «Εάν θέλετε να παντρευτείτε μια καλή μουσουλμάνα, σας την παρουσιάζουν. Εάν έχετε ανάγκη από κάρβουνο ή πρέπει να μπείτε στο νοσοκομείο, σας αναλαμβάνουν αυτοί. Δίνουν ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός και, σε αντάλλαγμα, αποσπούν τις ψήφους». «Το ΑΚΡ λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη απελευθέρωσης της αγοράς από την κρατική παρέμβαση και, ταυτόχρονα, ως φορέας επανενσωμάτωσης των αποκλεισμένων. Πρεσβεύει, δηλαδή, αξίες προκαπιταλιστικές και, ταυτόχρονα, κοινωνικές», αναλύουν, από την πλευρά τους, οι πολιτικοί επιστήμονες Αντρέ Μπανκ και Ρόι Κάρανταγκ.4 Στην εκλογική στρατηγική του κόμματος, η πολιτική αναδιανομής διευκολύνει την εφαρμογή μιας μορφής κοινωνικού νεοφιλελευθερισμού, προσθέτοντας έναν «ελεγχόμενο λαϊ-

Στοιχεία: Ενεργός πληθυσμός: 28 εκατομμύρια, σε σύνολο 76,5 εκατομμυρίων κατοίκων. Ανεργία: 9,4%, τον Μάρτιο του 2013. Ποσοστό συνδικαλισμένων: 5,9% το 2010 (9,5% το 2002). Ανάπτυξη: 2,2% το 2012, (8,5% το 2011). Πληθωρισμός: 6,2% στα τέλη του 2012, (10,4% στα τέλη του 2011). Εμπορικό ισοζύγιο: Έλλειμμα 62 δισεκατομμύρια δολάρια. Το 2012, οι δύο μεγαλύτερες εξαγωγικές αγορές της Τουρκίας ήταν η Γερμανία και το Ιράκ. Οι τρεις μεγαλύτεροι προμηθευτές της ήταν η Ρωσία, η Γερμανία και η Κίνα. Το 2010, οι τουρκικές εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση ανέρχονταν στα 52,7 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ οι αντίστοιχες εισαγωγές έφταναν τα 72,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Πηγή: Τουρκικό Ινστιτούτο Στατιστικής (TUIK)

κισμό»,5 στην αρχή της μουσουλμανικής αλληλεγγύης. Το κράτος αποσύρεται από τις κοινωνικές υποχρεώσεις του, προς όφελος ιδιωτών που πρόσκεινται στο κυβερνών κόμμα, ιδιαίτερα των λεγόμενων «τίγρεων της Ανατολίας». Αυτή η νέα γενιά επιχειρηματιών, οι οποίοι συχνά κατάγονται από αγροτικές περιοχές της Ανατολίας και εγγράφονται στη συντηρητική και ευσεβή παράδοση, βρίσκεται συγκεντρωμένη στους κόλπους της Musiad.6 Έτσι, η ισχυρή Ένωση Ανεξάρτητων Βιομηχάνων και Επιχειρηματιών έχει μετατραπεί σε εργοδοτικό εταίρο του πολιτικού ισλαμισμού και, σε τελική ανάλυση, του ΑΚΡ. Η Ένωση συμβολίζει την εκδίκηση της «Τουρκίας των από κάτω» επί της κοσμικής ελίτ. «Οι πολιτικές που εφαρμόζει ο Ερντογάν», αναλύει η Γιανκάγια, «είναι η ιδεολογικοποιημένη μορφή του συστήματος αξιών της αστικής τάξης της Ανατολίας : εργασία, οικογένεια, θρησκεία. Μια συμβατική αστική ιδεολογία».7 Όταν ιδρύεται το ΑΚΡ, έξι μήνες πριν από τις εκλογές του 2002, αντιπροσωπεύει, στα μάτια των περισσότερων Τούρκων, το μόνο μέσο να αμφισβητηθεί ο έλεγχος των οικονομικών και πολιτικών κέντρων εξουσίας από τους «λευκούς Τούρκους» που προέρχονται από την αστική τάξη της Κωνσταντινούπολης και την κάστα των στρατιωτικών. Το κόμμα δίνει την εντύπωση ότι διασφαλίζει τη συμφιλίωση του τζαμιού με το επιχειρηματικό πνεύμα. Ο Ερντογάν φιλοτεχνεί την εικόνα του ως θρησκευόμενου πολιτικού άνδρα, ικανού να προσαρμοστεί στην παγκοσμιοποίηση. Επομένως, η ισχύς του ΑΚΡ βρίσκεται στην ικανότητά του να παρουσιάζεται ως το κόμ-

μα του λαού, μολονότι εφαρμόζει νεοφιλελεύθερη οικονομική πολιτική. Μεταξύ 1985 και 2010, το τουρκικό Δημόσιο εισέπραξε 41,98 δισ. δολάρια από ιδιωτικοποιήσεις, από τα οποία πάνω από 34 δισ. δολάρια μετά το 2002. Το 2010 υπήρξε «ιστορική χρονιά « στον συγκεκριμένο τομέα, διευκρινίζει ο επικεφαλής της τουρκικής Διεύθυνσης Ιδιωτικοποιήσεων (ΟΙΒ), με δημόσια περιουσία αξίας 10,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων να περνά στον ιδιωτικό τομέα. «Ο λαός δεν αντιλαμβάνεται τις επιπτώσεις των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Και όσοι τις έχουν συνειδητοποιήσει, δεν βλέπουν εναλλακτική λύση», αναφέρει με λύπη ο Μποζάν. Σύμφωνα με στοιχεία της Συνομοσπονδίας Προοδευτικών Συνδικάτων Τουρκίας (DISK), η ανεργία πρέπει να ανέρχεται γύρω στο 17%, τη στιγμή που, επισήμως, δεν υπερβαίνει το 10%. Η αγοραστική δύναμη των μισθών στη βιομηχανία υπολογίζεται ότι συρρικνώθηκε κατά 15,9% μεταξύ 2002 και 2011. Μια πραγματικότητα που συσκοτίστηκε από τις υποσχέσεις του Ερντογάν κατά την προεκλογική εκστρατεία της άνοιξης του 2011. Ο Τούρκος πρωθυπουργός, αξιοποιώντας την πειθώ του και την κορύφωση της αύξησης του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) (11,5% ανάπτυξη κατά το πρώτο τρίμηνο του 2011), προβλέπει τη γρήγορη μείωση του ποσοστού ανεργίας στο 5% και την άμεση αναρρίχηση της Τουρκίας στη 10η θέση της παγκόσμιας οικονομίας -το 2012, η Τουρκία βρισκόταν στη 17η θέση. Ο διπλασιασμός του τουρκικού ΑΕΠ μεταξύ 2000 και 2010 επιτρέπει στον Ερντογάν να κομπάζει για μια «Ευρώπη σε

συρρίκνωση» και μια «Τουρκία σε επέκταση». Παρά τη ρητορική των Τούρκων ηγετών για χειραφέτηση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η χώρα οφείλει σημαντικό μέρος της ανάπτυξής της στην ένταξή της στον συ��κεκριμένο δυτικό οικονομικό χώρο: η αναπτυξιακή πορεία της Τουρκίας είναι άρρηκτα δεμένη με την ευρωπαϊκή οικονομική ζώνη. Μολονότι οι Τούρκοι αξιωματούχοι υπογραμμίζουν ότι, το 2011, το μερίδιο των εξαγωγών προς τη ζώνη αυτή μειώθηκε στο 46%, παραλείπουν να επισημάνουν ότι... αυξήθηκε κατά 22% σε απόλυτους αριθμούς. Σε διαρκή αναζήτηση νέων αγορών, οι τουρκικές επιχειρήσεις επιδεικνύουν συμπεριφορά «οικονομικού οθωμανισμού» στον αραβικό κόσμο. Αλλά οι οικονομικές δυνατότητες των νέων πελατών δεν μπορούν να αντικαταστήσουν τις παραδοσιακές αγορές. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει η πηγή του 75% των επενδύσεων που πραγματοποιούνται στην Τουρκία (έναντι 6,1% για τις Ηνωμένες Πολιτείες και 6,1% για τις χώρες του Κόλπου, μεταξύ 2008 και 2011). Άλλωστε, οι οικονομικές επιτυχίες της Άγκυρας θα μπορούσαν να αποδειχτούν πιο εύθραυστες απ’ όσο φαίνονται, καθώς εξαρτώνται σε πολύ μεγάλο βαθμό από την εισροή ξένων κεφαλαίων. Οικονομικοί δείκτες και προβλέψεις διαγράφουν σύννεφα στον ορίζοντα: αναπτυξιακή επιβράδυνση, έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, κάμψη των εξαγωγών προς μια Ευρωπαϊκή Ένωση που βρίσκεται και η ίδια σε ύφεση και, ταυτόχρονα, αποδυνάμωση των δημοσίων εσόδων, τα οποία διαβρώνονται από τη φοροδιαφυγή και την αδήλωτη εργασία, συρρίκνωση της εγχώριας κατανάλωσης λόγω της αυξανόμενης χρέωσης των νοικοκυριών (70% του ΑΕΠ). Και εάν η ευημερία περνούσε μέσα από την πιο αποφασιστική μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και την εδραίωση της φορολογικής δικαιοσύνης; Μένει να πειστεί η κυβέρνηση να επιχειρήσει μεταρρυθμίσεις που δεν θα είναι αρεστές στους επιχειρηματίες. Κρίνοντας από την περιφρόνηση που επιδεικνύει ο Τούρκος πρωθυπουργός απέναντι στους διαδηλωτές της πλατείας Ταξίμ, με τους οποίους ενώθηκαν, στα μέσα Ιουνίου, δύο σημαντικά συνδικάτα, η εργοδοσία της ιδιαίτερα συντηρητικής Musiad εξακολουθεί να αποτελεί τον πιο πολύτιμο σύμμαχο της κυβέρνησης. 1 Τον Σεπτέμβριο του 2010, κατόπιν συνταγματικής τροποποίησης, το ΑΚΡ έβαλε τέλος στην ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας. Τα μέλη του Συνταγματικού Δικαστηρίου, καθώς και τα μέλη του Ανώτατου Συμβουλίου Δικαστών και Εισαγγελέων ορίζονται από την κυβέρνηση.

Βλ. Vicken Cheterian, «Chance historique pour les Kurdes», Le Monde diplomatique, Μάιος 2013.

2

3

Βλ. www.konda.com.tr/tr/raporlar.php

André Bank και Roy Karadag, «The political economy of regional power: Turkey under the AKP», German Institute of Global and Area Studies, Αμβούργο, Σεπτέμβριος 2012.

4

Ziya Onis, «The triumph of conservative globalism: The political economy of the AKP era», Koc University (Κωνσταντινούπολη), Φεβρουάριος 2012.

5

6 Βλ. Wendy Kristianasen, «Activisme patronal», Le Monde diplomatique, Μάιος 2011.

Για το ζήτημα αυτό, βλ. το βιβλίο του La Nouvelle Bourgeoisie islamique. Le modèle turc, Presses universitaires de France, Παρίσι, 2013.

7

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΧΑΡΗΣ ΛΟΓΟΘΕΤΗΣ


m11763