Page 1

LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 19 ΜΑΪΟΥ 2013 TEYXOΣ 15

diplomatique

ΦΙΝΛΑΝΔΙΑ

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΙΔEΙΑ

Του ειδικού απεσταλμένου μας Philippe Descamps *

M

παίνοντας στο δημοτικό σχολείο της Ράουμα, μιας φινλανδικής πόλης στον κόλπο του Μπότνικ, δεν βλέπεις ούτε περίφραξη, ούτε είσοδο: περνάς απλώς μπροστά από ένα πάρκινγκ ποδηλάτων κι από μια παιδική χαρά. Από το γυμναστήριο έως την αίθουσα μουσικής, τα πάντα μοιάζουν να έχουν σχεδιαστεί για να κάνουν τα παιδιά να νιώθουν όσο το δυνατόν πιο άνετα. Κατά τη διάρκεια των σαράντα πέντε λεπτών που διαρκεί το μάθημα, η καθηγήτρια των αγγλικών εναλλάσσει πέντε διαφορετικές δραστηριότητες. Διατηρεί αμείωτη την προσοχή των μαθητών της ήδη από τα πρώτα δευτερόλεπτα του μαθήματος, χάρη σε μια μπάλα που κυκλοφορεί στην τάξη και στέλνεται με μια πάσα σε κάθε μαθητή που λαμβάνει τον λόγο. Βέβαια, το σύστημα δεν είναι άγνωστο στις τάξεις κι άλλων χωρών, όμως, στη Φινλανδία, με 12,4 μαθητές ανά εκπαιδευτικό (μία από τις καλύτερες αναλογίες στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση στην Ευρώπη) αποδεικνύεται εξαιρετικά αποτελεσματικό.

* Ο Philippe Descamps είναι δημοσιογράφος.

Αναζητώντας το σχολείο της ισότητας

«Στο φινλανδικό σχολείο οι καθηγητές γνωρίζουν πώς να ενθαρρύνουν τους μαθητές και να τους κάνουν να βγάλουν ό,τι καλύτερο κρύβουν μέσα τους»

Στα μέσα Αυγούστου, ο θερισμός δεν είχε ακόμα ολοκληρωθεί, όταν οι Γαλλίδες Φανί Σολεϊγιαβού και Φαμπιέν Μουαζί συνόδεψαν τα παιδιά τους στο σχολείο, για την πρώτη ημέρα της σχολικής χρονιάς. Ήταν η δεύτερη χρονιά τους σε φινλανδικό σχολείο. Οι μητέρες τους είναι καθηγήτριες που έλαβαν από το γαλλικό υπουργείο Παιδείας άδεια άνευ αποδοχών για να ακολουθήσουν τους συζύγους τους που εργάζονται στη χώρα και επέλεξαν για τα παιδιά τους το τοπικό σχολείο και όχι το γαλλικό, στο οποίο τους προσφερόταν η δυνατότητα να φοιτήσουν. Δεν φαντάζονταν ποτέ ότι η επιλογή τους θα άλλαζε ριζικά την εικόνα που έχουν για την Παιδεία. Η Κλερ Ερπέν, μια άλλη Γαλλίδα που αποφάσισε να μείνει μακριά από τη Γαλλία, προσθέτει: «Τα τρία μου παιδιά έχουν αρχίσει να γίνονται σωστοί άνθρωποι. Στο σχολείο σέβονται τη διαφορετικότη-

τά τους κι αυτά σέβονται τους άλλους. Οι καθηγητές γνωρίζουν πώς να ενθαρρύνουν τους μαθητές και να τους κάνουν να βγάλουν ό,τι καλύτερο κρύβουν μέσα τους». Τα παιδιά των οικογενειών αυτών είχαν βρεθεί αντιμέτωπα με προβλήματα δυσλεξίας, σχολικής αποτυχίας ή πρόωρης διανοητικής ανάπτυξης: όσο κι αν δεν πρόκειται για σπάνιες καταστάσεις, το γαλλικό εκπαιδευτικό σύστημα δυσκολεύεται να τις αντιμετωπίσει. Πολλοί θα δυσκολευτούν να πιστέψουν όλα όσα διηγούνται αυτές οι γυναίκες: ένα σχολείο δίχως εντάσεις, δίχως ανταγωνισμό ανάμεσα στους μαθητές, δίχως επιθεωρητές, χωρίς κανένας μαθητής να μένει στην ίδια τάξη, χωρίς καν βαθμούς κατά τη διάρκεια των πρώτων ετών της φοίτησης. Κι όλα αυτά, ενώ κατορθώνει να επιτυγχάνει τις καλύτερες επιδόσεις παγκοσμίως. Οι έρευνες του PISA (Διεθνές πρόγραμμα για την παρακολούθηση των γνώσεων που αποκτήθηκαν από τους μαθητές), του Οργανισμού για την Οικονομική Συνεργασία και Ανάπτυξη (ΟΟΣΑ) προκαλούν μεγάλη ανησυχία στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ για την ώρα σχολιάζονται ελάχιστα στη Γαλλία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, χώρες οι οποίες δεν επιτυγχάνουν καλύτερες επιδόσεις. Παρά τις επενδύσεις τους στην Παιδεία, κατατάσσονται στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ όσον αφορά τις ικανότητες των δεκαπεντάχρονων μαθητών τους στην κατανόηση κειμένου, στα μαθηματικά ή στις επιστήμες1. Εκτός από τη

μεθοδολογική τους ακρίβεια, με την οποία επιδιώκεται η εξάλειψη κάθε παράγοντα που ενδέχεται να οφείλεται σε πολιτισμικές παραμέτρους και να επηρεάζει τα αποτελέσματα, οι αξιολογήσεις παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι δεν αφορούν την αφομοίωση ενός συγκεκριμένου εκπαιδευτικού προγράμματος, αλλά την απόκτηση ενός συνόλου ικανοτήτων, οι οποίες είναι χρήσιμες για την κατανόηση του κόσμου και για την επίλυση προβλημάτων στην καθημερινή ζωή του ατόμου. Είναι, ωστόσο, οι ίδιες έρευνες που ανέδειξαν απρόσμενα τη Φινλανδία σε χώρα - μοντέλο. Στην κατάταξη του 2009, η οποία αφορούσε 65 χώρες, όπως εξάλλου και στις τρεις προηγούμενες (2000, 2003 και 2006), η Φινλανδία κατατάσσεται ανάμεσα στις κορυφαίες χώρες, μαζί με τη Νότια Κορέα και αρκετές ασιατικές πόλεις εταίρους του ΟΟΣΑ (Σαγκάη, Χονγκ Κονγκ και Σιγκαπούρη). Πρόκειται επίσης για τη χώρα (μαζί με τη Νότια Κορέα) της οποίας οι επιδόσεις είναι περισσότερο ομοιογενείς, καθώς επίσης και για εκείνη όπου η σχέση ανάμεσα στο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον του μαθητή και στις σχολικές του επιδόσεις αποδεικνύεται μικρή. Εξάλλου, το 93% των νεαρών Φιλανδών επιτυγχάνουν στις εξετάσεις του απολυτηρίου Λυκείου (το οποίο επιτρέπει την πρόσβαση στα ΑΕΙ χωρίς κατατακτήριες εξετάσεις) έναντι 80% κατά μέσο όρο στις δυτικές χώρες.2 Βέβαια, είναι αλήθεια ότι στη Φινλανδία το επίπεδο των κοινωνικών ανισοτήτων είναι από τα χαμηλότερα που παρατηρούνται στις χώρες του ΟΟΣΑ. Τα αποτελέσματα του PISA προσέλκυσαν ένα νέο είδος τουριστών στη χώρα. Μετά την επίσκεψή του στη Φινλανδία, τον Αύγουστο του 2011, ο Γάλλος τότε (δεξιός) υπουργός Παιδείας, Λικ Σατέλ, δήλωνε: «Υπάρχει ένας αριθμός συνταγών τις οποίες είδα να λειτουργούν σε αυτήν τη χώρα και οι οποίες μπορούν να μεταφερθούν στη δική μας, κυρίως η μεγάλη αυτονομία»3 «που δίνεται στις σχολικές μονάδες».4 Έναν χρόνο αργότερα, η βρετανική επιθεώρηση Socialist Review χαιρέτιζε ένα σύστημα «δίχως εξετάσεις», στο οποίο «κάθε παιδί δικαιούται ένα υγιεινό γεύμα κάθε μεσημέρι».5 Είτε προέρχεται από τη νεοφιλελεύθερη γαλλική Δεξιά, είτε από τον αγγλικό τροτσκισμό, κάθε ξένος παρατηρητής έρχεται να «ψωνίσει» από το φινλανδικό εκπαιδευτικό σύστημα κάποια καινοτομία, η οποία -αποκομμένη από το συνολικό της πλαίσιο- θα επιβεβαιώσει την ορθότητα του δικού του προγράμματος. Τις περισσότερες φορές, τα διεθνή μέσα ενημέρωσης αγνοούν τις ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες γεννήθηκε το συγκεκριμένο μοντέλο,6 στο οποίο έχουν αφιερωθεί αρκετά συΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 2


LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

Αναζητώντας το σχολείο της ισότητας ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΕΛΙΔΑ 1

ναρπαστικά βιβλία.7 Ωστόσο, στη Φινλανδία, πρώτον, η αποκέντρωση δεν είναι συνώνυμη της επιδίωξης να υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα στις περιφέρειες, δεύτερον, όταν γίνεται λόγος για μεγαλύτερη συμμετοχή των εκπαιδευτικών στη ζωή του σχολείου δεν υπονοείται η αύξηση των ωρών παρουσίας τους μέσα στο σχολείο και, τρίτον, πίσω από την επιδίωξη της συγκράτησης των δαπανών δεν κρύβεται η επιθυμία να προωθηθούν τα συμφέροντα των ιδιωτικών επιχειρήσεων. «Ξεχάστε το PISA», μας λέει ο Ζούκα Σαρτζάλα, ένας από τους πρωτεργάτες της μεταρρύθμισης του σχολείου τη δεκαετία του 1970. «Φυσικά, είμαστε υπερήφανοι που αναγνωρίζεται η δουλειά μας. Ωστόσο, το σύστημά μας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο: δεν είναι δυνατόν να τσιμπολογάει κανείς οποιαδήποτε πλευρά τού αρέσει». Στη Φινλανδία, η δωρεάν παιδεία δεν περιορίζεται μονάχα στη διδασκαλία. Μέχρι την ηλικία των 16 ετών, το κράτος αναλαμβάνει τη δωρεάν παροχή όλων των ειδών που χρειάζεται ο μαθητής κατά τη φοίτησή του,8 καθώς επίσης και των γευμάτων στο σχολικό εστιατόριο, όλες τις ιατροφαρμακευτικές δαπάνες και τα έξοδα μεταφοράς του μαθητή από και προς το σχολείο. Η χρηματοδότηση προέρχεται κατά κύριο λόγο από τους 336 δήμους της χώρας, όμως το κράτος διαχειρίζεται τους πόρους που διατίθενται για την Παιδεία. Παρ’ όλο που η συμμετοχή στη χρηματοδότηση των εκπαιδευτικών δαπανών του Έσποο, του πλουσιότερου δήμου της χώρας, που βρίσκεται κοντά στην πρωτεύουσα, ανέρχεται μονάχα στο 1%, ο μέσος όρος της κρατικής χρηματοδότησης ανέρχεται στο 33%9 και φθάνει το 60% στους φτωχότερους δήμους. Επίσης, η κυβέρνηση προσπαθεί να αποθαρρύνει το άνοιγμα ιδιωτικών σχολείων. Τη δεκαετία του 1970, τα ιδιωτικά σχολεία σχεδόν εξαφανίστηκαν (σε αυτά φοιτά το 2% των μαθητών, έναντι 17% στη Γαλλία)10, με εξαίρεση τα ιδιωτικά σχολεία που ανήκουν σε συνεταιρισμούς που εφαρμόζουν εναλλακτικά συστήματα, του τύπου Steiner ή Freinet. Το κόστος της δημόσιας Παιδείας δεν φαίνεται να είναι ιδιαίτερα υψηλό, το αντίθετο μάλιστα. Αν οι δαπάνες για την Παιδεία σταθμιστούν με τον παράγοντα της αγοραστικής δύναμης κάθε χώρας, η Φινλανδία δαπανά λιγότερα χρήματα για κάθε μαθητή της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε σχέση με τον μέσο όρο των δυτικών χωρών, και πολύ λιγότερα σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες ή με το Ηνωμένο Βασίλειο.11 Δίνεται δε έμφαση στην ποιότητα της στελέχωσης, καθώς και στον αριθμό και στην επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Το επάγγελμα του εκπαιδευτικού έχει υψηλό κύρος και μεγάλη ζήτηση, παρά το γεγονός ότι προϋποθέτει μακροχρόνιες σπουδές, τουλάχιστον πενταετείς, (μάστερ, συχνά δε ακόμα πιο μακροχρόνιες), ενώ το επίπεδο των μισθών βρίσκεται -λίγο - πολύ- στον

LE

MONDE

EΛΛΗΝΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

diplomatique

μέσο όρο των απολαβών των εκπαιδευτικών στον δυτικό κόσμο12: αν και στην αρχή της καριέρας του ένας Φινλανδός εκπαιδευτικός έχει μισθό κατά 36% υψηλότερο στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση και κατά 27% στη δευτεροβάθμια σε σχέση με τον Γάλλο συνάδελφό του, στο τέλος της καριέρας τους οι απολαβές τους είναι συγκρίσιμες. Στη Φινλανδία, μονάχα ένας στους δέκα υποψήφιους κατορθώνει να εργαστεί ως εκπαιδευτικός. Εξάλλου, από τον εκπαιδευτικό περιμένουν τόσο μεγάλη αφοσίωση στη δουλειά του, ώστε ορισμένοι καθηγητές δεν διστάζουν να δίνουν στους γονείς των μαθητών τους τον αριθμό του τηλεφώνου τους ή την ηλεκτρονική τους διεύθυνση. Επιπλέον, μεγάλο μέρος της ειδικής επαγγελματικής κατάρτισης την οποία παρακολουθούν μετά τις σπουδές τους (τουλάχιστον ένα έτος) δεν αφορά το περιεχόμενο των γνώσεων που θα κληθούν να μεταδώσουν, αλλά την παιδαγωγική, τον τρόπο με τον οποίο θα μεταδοθούν οι γνώσεις. Η Ούλα Ροχιόλα, υποδιευθύντρια του δημοτικού σχολείου της Ράουμα, περιγράφει ως εξής την αποστολή της: «Έχουμε το καθήκον να ενσωματώσουμε στην κοινωνία όλα τα παιδιά. Καθένα από αυτά είναι σημαντικό!» Πρέπει να δίνεται μια απάντηση σε κάθε αναπηρία, διαφορά ή δυσκολία στο κοινωνικό, συναισθηματικό ή σχολικό επίπεδο. Και εξηγεί: «Εάν αισθάνεστε άνετα μέσα στην ομάδα και μαθαίνετε πράγματα που αντιστοιχούν στο δικό σας επίπεδο, δεν θα αναπτύξετε αισθήματα απογοήτευσης. Ένα παιδί που μαθαίνει γρήγορα μπορεί να περάσει ολόκληρη τη σχολική ζωή του δίπλα σε έναν πολύ πιο αργό συμμαθητή του, εάν λαμβάνουμε υπόψη τις ανάγκες και των δυο τους στην καθημερινή ζωή». Ενώ το μοντέλο που επικρατεί σήμερα σε ολόκληρο τον κόσμο προωθεί τους δείκτες επιδόσεων, τις αξιολογήσεις και τις κατατάξεις σε λίστες αριστείας, οι Φινλανδοί παιδαγωγοί προβαίνουν σε μια διαφορετική μορφή αξιολογήσεων. Κατά τη γνώμη τους, η αξιολόγηση οφείλει να αποτε-

«Είμαστε υπερήφανοι που αναγνωρίζεται η δουλειά μας. Ωστόσο, το σύστημά μας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ένα σύνολο: δεν είναι δυνατόν να τσιμπολογάει κανείς οποιαδήποτε πλευρά τού αρέσει»

λεί εργαλείο για την αναπροσαρμογή των μέσων και των μεθόδων που τίθενται στην υπηρεσία της ανάπτυξης της προσωπικότητας των παιδιών και των εκπαιδευτικών και σε καμία περίπτωση εργαλείο ελέγχου και προώθησης του ανταγωνισμού. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο οι αξιολογήσεις πραγματοποιούνται δειγματοληπτικά και όχι σε εθνικό επίπεδο. Καθένας γνωρίζει τα δικά του αποτελέσματα, όχι όμως και εκείνα των υπόλοιπων σχολείων. Εξάλλου, πολλοί δήμοι προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη εναντίον εφημερίδων που ήθελαν να δημοσιοποιήσουν τις κατατάξεις που προέκυπταν από τις αξιολογήσεις. Κι ακόμα κι όταν τα δικαστήρια απέρριψαν το αίτημά τους, μεγάλο μέρος του Τύπου προτίμησε τελικά να μην τις δημοσιεύσει. Η Σους Χούθα, φιλόλογος στο Ελσίνκι, διηγείται: «Τη δεκαετία του 1990 ενθαρρύνθηκε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα σχολεία. Μάλιστα,

στο Ελσίνκι, ένας συντηρητικός αιρετός της Τοπικής Αυτοδιοίκησης τα παρακίνησε να κάνουν ακόμα και διαφήμιση. Σήμερα, έχουμε συνειδητοποιήσει ότι αυτό ήταν λάθος». Με την κατάργηση του «σχολικού χάρτη»13 πυροδοτήθηκε ένα κύμα αναζήτησης σχολείων με καλή φήμη: αν και αυτό το φαινόμενο είναι περιθωριακό στην υπόλοιπη χώρα, στην πρωτεύουσα έχει πάρει διαστάσεις, καθώς το 30% της 7ης τάξης (παιδιά 13 ετών) δεν φοιτούν στο σχολείο της γειτονιάς τους. Το φαινόμενο συμβαδίζει με την ταχύτατη αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων και την κοινωνική εξέλιξη που παρατηρείται στη Φινλανδία. Σύμφωνα με τον Τουόμα Κουρτίλα, διευθυντή της Ένωσης Γονέων, «υπάρχει ο κίνδυνος να μετατραπεί η εκπαιδευτική μας πολιτική σε απλή βιτρίνα, πίσω από την οποία οι κοινωνικές πολιτικές μας θα γνωρίζουν υποχώρηση και υποβάθμιση. Οι σημερινές επιτυχίες οικοδομήθηκαν τη δεκαετία του 1970 και το 1980. Και οι επιτυχίες τού αύριο οικοδομούνται σήμερα. Εξακολουθούν να υπάρχουν πολλά παιδιά που δεν ξεπερνούν την υποχρεωτική φοίτηση. Είμαι αισιόδοξος, αλλά θα πρέπει να υπάρχει επαγρύπνηση μπροστά στην αύξηση των ανισοτήτων». Κι ο Πέτρι Ποχτζόνεν, αναπληρωτής διευθυντής του Εθνικού Γραφείου Εκπαίδευσης, συμπληρώνει: «Ζητάμε από το σχολείο να δώσει απάντηση σε όλα τα προβλήματα της κοινωνίας, πράγμα δύσκολο». Ο Έερο Βααταΐνεν, ο οποίος για μεγάλο χρονικό διάστημα υπήρξε διευθυντής σχολείου και στη συνέχεια διευθυντής του Γραφείου Εκπαίδευσης της πόλης Βαντάα, κοντά στο Ελσίνκι, συνοψίζει ως εξής μια άποψη η οποία είναι ευρύτατα διαδεδομένη στους κύκλους των Φινλανδών εκπαιδευτικών: «Οφείλουμε να μην ξεχνάμε ότι τα παιδιά δεν βρίσκονται στο σχολείο για να υποβάλλονται σε τεστ. Έρχονται στο σχολείο για να μάθουν τη ζωή, για να βρουν τον δρόμο τους. Μπορούμε άραγε εμείς να μετρήσουμε τη ζωή;» Στην ευρωπαϊκή χώρα η οποία καταλαμβάνει τις καλύτερες θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις και αξιολογήσεις, υπάρχει μεγάλη δυσπιστία απέναντι σε αυτές. ΟΟΣΑ, Αποτελέσματα του PISA σε έξι τόμους, Εκδόσεις του ΟΟΣΑ, Παρίσι, 2011. 2 Στατιστική του ΟΟΣΑ, 2010. 3 (ΣτΜ): Για τους νεοφιλελεύθερους πολιτικούς, η «αυτονομία» αποτελεί εργαλείο χάρη στο οποίο θα μπορέσουν να δημιουργήσουν δημόσια σχολεία πολλών ταχυτήτων. 4 «En visite en Finlande, Chatel prepare la rentrée de 2012», Les Echos, Παρίσι, 19-8-11. 5 Terry Wrigley, «Growing up in Goveland: How Politicians Are Wrecking Schools», Socialist 1

Υπεύθυνη έκδοσης: Βάλια Καϊμάκη Συντακτική ομάδα: Κορίνα Βασιλοπούλου, Θανάσης Κούτσης, Χάρης Λογοθέτης, Βασίλης Παπακριβόπουλος Επικοινωνία: info@monde-diplomatique.gr Αρχείο κειμένων: www.monde-diplomatique.gr Facebook: www.facebook.com/monde.diplomatique.gr


«Οι σημερινές επιτυχίες οικοδομήθηκαν τη δεκαετία του 1970 και το 1980. Και οι επιτυχίες τού αύριο οικοδομούνται σήμερα. Είμαι αισιόδοξος, αλλά θα πρέπει να υπάρχει επαγρύπνηση μπροστά στην αύξηση των ανισοτήτων»

Review, Λονδίνο, Ιούλιος-Αύγουστος 2012. 6 Το 1966, μετά τη νίκη του Λαϊκού Μετώπου, στο οποίο συμμετείχαν κεντρώοι υπέρμαχοι της αγροτικής μεταρρύθμισης και ολόκληρη η φινλανδική Αριστερά, δρομολογήθηκε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, η οποία άρχισε να εφαρμόζεται το 1972, συνδυάζοντας στοιχεία από τη Σουηδία και την Ανατολική Γερμανία, με πλήθος πρωτοφανείς εκπαιδευτικές καινοτομίες. Υποστηρίχθηκε από τη νέα γενιά των εκπαιδευτικών και το ενωτικό συνδικάτο OAJ, που ιδρύθηκε το 1974, το οποίο, ωστόσο, δεν δίστασε να έρθει σε πολύ σκληρή σύγκρουση το 1984 με την αριστερή κυβέρνηση, προκειμένου να επιτύχει την ικανοποίηση ριζοσπαστικών θεσμικών και μισθολογικών αιτημάτων. 7 Paul Robert, «La Finlande: un modèle éducatif pour la France? Les secrets de la réussite», ESF éditeur, 2008, Pasi Sahlberg. «Finnish Lessons: What Can the World Learn from Educational Change in Finland?», Teachers College Press, Νέα Υόρκη, 2011. Hannelle Niemi, Auli Toom, Arto Kallioniemi, «Miracle of Education: The Principles and Practices of Teaching and Learning in Finnish Schools», Sense Publishers, Ρότερνταμ, 20012. 8 (ΣτΜ): Σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, οι μαθητές αγοράζουν τα βιβλία. 9 Δεδομένα του Εθνικού Γραφείου Εκπαίδευσης, του ανεξάρτητου οργανισμού που είναι επιφορτισμένος με την παρακολούθηση των προγραμμάτων και με την αξιολόγηση της διδασκαλίας στην πρωτοβάθμια και στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. 10 (ΣτΜ): Καθώς η Γαλλία είναι ουδετερόθρησκο κράτος, με πλήρη απουσία των θρησκειών από τον τομέα των κρατικών δραστηριοτήτων, δεν υπάρχει μάθημα θρησκευτικών στα σχολεία (ούτε και προσευχή, εκκλησιασμός κ.λπ.), με αποτέλεσμα όσοι επιθυμούν τα παιδιά τους να λάβουν θρησκευτική αγωγή να τα γράφουν σε ιδιωτικό σχολείο, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα και μια ταξική ομοιογένεια: στη Γαλλία τα περισσότερα ιδιωτικά σχολεία σχετίζονται με κάποια θρησκεία ή θρησκευτικό δόγμα. 11 ΟΟΣΑ, «Regards sur l’éducation», 2010. 12 Ό.π. 13 (ΣτΜ): Του χάρτη που ορίζει τα σχολεία στα οποία οφείλουν να φοιτήσουν τα παιδιά κάθε περιοχής. Αν στην Ελλάδα είναι σχετικά εύκολο να παρακαμφθεί, έτσι ώστε ένα παιδί να γραφτεί σε διαφορετικό σχολείο, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες αυτό είναι πολύ δυσκολότερο, με αποτέλεσμα να αποτελεί αίτημα των νεοφιλελεύθερων η κατάργησή του, έτσι ώστε οι γονείς να διαθέτουν το «δικαίωμα επιλογής», να γράψουν το παιδί τους σε «καλό» σχολείο. ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΣ

ΗΠΑ

3/33

ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟ ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ 2010

Η ΑΥΓΗ

ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΜΑΪΟΥ 2013

Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΣΧΟΛΙΚΗΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ Της Diane Ravitch*

Ό

ταν το 1991 ανέλαβα καθήκοντα υφυπουργού Παιδείας στην κυβέρνηση του Τζορτζ Μπους πατρός, δεν είχα κάποια κατασταλαγμένη άποψη για το ζήτημα της «ελεύθερης επιλογής» στην εκπαίδευση ή για το πώς θα καταστούν οι εκπαιδευτικοί «περισσότερο υπεύθυνοι». Όμως, όταν, δύο χρόνια, αργότερα εγκατέλειψα την κυβέρνηση, υποστήριζα την αρχή της αμοιβής του εκπαιδευτικού ανάλογα με την αξία του: θεωρούσα ότι οι εκπαιδευτικοί των οποίων οι μαθητές επιτύγχαναν καλύτερα αποτελέσματα έπρεπε να αμείβονται καλύτερα από τους υπόλοιπους. Υποστήριζα, επίσης, τη γενίκευση των τεστ αξιολόγησης τα οποία μου φαίνονταν χρήσιμα, ούτως ώστε να εντοπίζουμε με ακρίβεια ποια σχολεία χρειάζονταν συμπληρωματική βοήθεια. Έτσι, εξέφρασα τον ενθουσιασμό μου όταν, το 2001, το Κογκρέσο ψήφισε έναν νόμο προς αυτήν την κατεύθυνση, τον νόμο NCLB («Νο Child Left Behind», «Κανένα παιδί δεν θα εγκαταλειφθεί στην τύχη του»), και όταν στη συνέχεια, το 2002, ο πρόεδρος Μπους τον έθεσε σε ισχύ με την υπογραφή του. Σήμερα, παρατηρώντας τις χειροπιαστές επιπτώσεις της συγκεκριμένης πολιτικής, έχω αλλάξει γνώμη, θεωρώ, πλέον, ότι η ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν τα παιδιά έχει μεγαλύτερη σημασία από τα προβλήματα διαχείρισης, οργάνωσης ή αξιολόγησης των σχολικών μονάδων. Ο νόμος NCLB απαιτεί από κάθε πολιτεία των ΗΠΑ να αξιολογήσει τις ικανότητες όλων των μαθητών στην ανάγνωση και στις μαθηματικές πράξεις, από το επίπεδο της τρίτης δημοτικού έως εκείνο της δευτέρας γυμνασίου. Στη συνέχεια, τα αποτελέσματα κάθε σχολικής μονάδας αναλύονται σε συνάρτηση με την εθνοτική προέλευση, το επίπεδο γνώσης της αγγλικής γλώσσας, την ενδεχόμενη ύπαρξη αναπηριών ή μαθησιακών δυσκολιών και το εισόδημα των γονέων. Σε κάθε μία από τις ομάδες που συγκροτούνται με αυτόν τον τρόπο, επιβάλλεται να επιτευχθεί, μέχρι το 2014, ποσοστό επιτυχίας 100% στα τεστ. Εάν σε ένα σχολείο, ακόμα και μία μονάχα από αυτές τις ομάδες δεν επιτυγχάνει συνεχείς προόδους προς την εκπλήρωση του στόχου που έχει τεθεί, η σχολική μονάδα υπόκειται σε κυρώσεις, των οποίων η σοβαρότητα αυξάνεται σταδιακά. Την πρώτη χρονιά, το σχολείο δέχεται μια επίπληξη. Την επόμενη, σε όλους τους μαθητές (ακόμα και σε εκείνους που πέτυχαν υψηλή βαθμολογία) προσφέρεται η δυνατότητα να αλλάξουν σχολική μονάδα. Την τρίτη χρονιά, οι φτωχότεροι μαθητές δικαιούνται δωρεάν ενισχυτική διδασκαλία. Εάν το σχολείο δεν κατορθώσει να επιτύχει τους στόχους που έχουν τεθεί μέσα σε διάστημα πενταετίας, βρίσκεται αντιμέτωπο με τα ενδεχόμενα της * Η Diane Ravitch είναι ερευνήτρια των επιστημών της εκπαίδευσης στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης. Έχει, μεταξύ άλλων, εκδώσει το «The Death and Life of the Great American School System: How Testing and Choice Are Undermining Education», Basic Books, Νέα Υόρκη, 2010. Tο άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο περιοδικό «The Nation» (Νέα Υόρκη), τον Ιούνιο του 2010.

ιδιωτικοποίησής του, της μετατροπής του σε charter school (βλέπε παρακάτω), της πλήρους αναδιάρθρωσής του ή, απλούστατα, του κλεισίματός του. Το δε προσωπικό του μπορεί να απολυθεί. Αυτή τη στιγμή, περίπου το ένα τρίτο των δημόσιων σχολείων της χώρας (δηλαδή, περισσότερα από 30.000) έχουν ενταχθεί στην κατηγορία των σχολικών μονάδων που δεν επιτυγχάνουν «ικανοποιητικά ετήσια αποτελέσματα». Το κρίσιμο σημείο του νόμου NCLB είναι ότι άφησε τις πολιτείες να ορίσουν τα δικά τους κριτήρια αξιολόγησης. Έτσι, κάποιες εκμεταλλεύθηκαν τη δυνατότητα να μειώσουν τις απαιτήσεις τους... έτσι ώστε να διευκολύνονται οι μαθητές να επιτύχουν τους στόχους που έχουν τεθεί. Όμως, η βελτίωση του σχολικού επιπέδου που προβάλλεται σε τοπικό επίπεδο δεν επιβεβαιώνεται πάντα από τα ομοσπονδιακά τεστ. Πράγματι, το Κογκρέσο υποχρεώνει τα σχολεία να υποβάλουν ορισμένους από τους μαθητές τους, επιλεγμένους με τυχαίο τρόπο, σε μια αξιολόγηση σε εθνικό επίπεδο, στη National Assessment of

Educational Progress (ΝΑΕΡ), ούτως ώστε να γίνεται δυνατή η σύγκριση των αποτελεσμάτων τους με εκείνα που παρουσιάζουν οι πολιτείες. Στο Τέξας, για παράδειγμα, όπου οι αρχές εμφανίζουν ότι έχουν επιτύχει ένα πραγματικό παιδαγωγικό θαύμα, οι επιδόσεις των μαθητών στο τεστ ανάγνωσης παρουσιάζουν στασιμότητα εδώ και δέκα χρόνια. Κατά τον ίδιο τρόπο, ενώ η πολιτεία του Τενεσί υποστήριζε ότι το 90% των μαθητών της είχε επιτύχει τους στόχους που είχαν τεθεί για το έτος 2007, η αξιολόγηση της ΝΑΕΡ αποδείχθηκε πολύ λιγότερο κολακευτική (μόλις το 26% αρίστευσε). Ξοδεύτηκαν δισεκατομμύρια δολάρια για τη σύνταξη όλων αυτών των τεστ στα οποία στηρίζονται τα συστήματα αξιολόγησης, καθώς και για τη διεξαγωγή των αντίστοιχων εξετάσεων. Σε πολλά σχολεία, αρκετούς μήνες πριν την ημερομηνία διεξαγωγής τους, οι εκπαιδευτικοί παύουν να ασχολούνται με τη διδακτέα ύλη και αφοσιώνονται στην εντατική προετοιμασία των μαθητών τους για τα τεστ. Ωστόσο, πλήθος ειδικών απέ-

Γιατί άλλαξα γνώμη Η ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν τα παιδιά έχει μεγαλύτερη σημασία από τα προβλήματα διαχείρισης, οργάνωσης ή αξιολόγησης των σχολικών μονάδων

δειξε ότι τα παιδιά δεν επωφελούνται από όλη αυτή τη διαδικασία, δεδομένου ότι μαθαίνουν τις τεχνικές με τις οποίες μπορούν να επιτύχουν καλά αποτελέσματα στα τεστ και λιγότερο το πραγματικό περιεχόμενο του εξεταζόμενου μαθήματος. Παρά τα χρήματα και τον χρόνο που διατέθηκαν, οι επιδόσεις στη ΝΑΕΡ ελάχιστα βελτιώθηκαν. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έμειναν στάσιμες. Μάλιστα, στα μαθηματικά παρατηρούνταν μεγαλύτερη πρόοδος πριν από την εφαρμογή του νόμου NCLB. Σύμφωνα δε με τις υπάρχουσες εκτιμήσεις, όσον αφορά την ανάγνωση, το επίπεδο βελτιώθηκε στην τετάρτη δημοτικού, ενώ στη δευτέρα γυμνασίου οι επιδόσεις του 2009 ήταν ίδιες με εκείνες που είχαν καταγραφεί


LE

MONDE

4/34

Η ΑΥΓΗ

diplomatique

το 1998. Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι τα αποτελέσματα που επιτυγχάνουν οι μαθητές στα τεστ, ούτε και ο τρόπος με τον οποίο οι πολιτείες και οι πόλεις κατορθώνουν να επιτύχουν τα αποτελέσματα. Το πραγματικό θύμα αυτής της επιμονής των αρχών σε παρόμοιες μεθόδους είναι η ποιότητα της εκπαίδευσης. Καθώς η ανάγνωση και τα πρακτικά μαθηματικά έχουν πλέον απόλυτη προτεραιότητα, οι εκπαιδευτικοί συνειδητοποιούν ότι αυτά τα δύο μαθήματα καθορίζουν το μέλλον του σχολείου τους -αλλά και τη διατήρηση της θέσης τους-, με αποτέλεσμα να παραμελούν τα υπόλοιπα. Η ιστορία, η λογοτεχνία, η γεωγραφία, οι φυσικές επιστήμες, οι ξένες γλώσσες, η αγωγή του πολίτη και τα καλλιτεχνικά μαθήματα υποβαθμίζονται σε εντελώς δευτερεύοντα. Από την άλλη πλευρά, εδώ και δεκαπέντε χρόνια περίπου, μια άλλη πρόταση έχει προσελκύσει την προσοχή ισχυρών ιδρυμάτων και πλούσιων εκπροσώπων της εργοδοσίας. Πρόκειται για την «ελεύθερη επιλογή», η οποία ενσαρκώνεται κυρίως στα charter schools που έκαναν την εμφάνισή τους στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Από εκείνη την εποχή, έχουν δημιουργήσει ένα ευρύτατο κίνημα που περιλαμβάνει περισσότερα από 5.000 σχολεία με 1.500.000 μαθητές. Οι συγκεκριμένες σχολικές μονάδες χρηματοδοτούνται με δημόσιους πόρους, αλλά διοικούνται όπως οι ιδιωτικές επιχειρήσεις και δεν υπάγονται στις περισσότερες από τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ισχύουν για το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Για παράδειγμα, η πλειονότητα (ποσοστό μεγαλύτερο του 95%) αρνείται να προσλάβει συνδικαλισμένους εκπαιδευτικούς. Κι όταν οι αρχές της πολιτείας της Νέας Υόρκης θέλησαν να πραγματοποιήσουν αξιολόγηση και έλεγχο της λειτουργίας των charter schools στα οποία είχαν χορηγήσει άδεια λειτουργίας, τα σχολεία προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη για να αποτρέψουν παρόμοιο ενδεχόμενο: η πολιτεία όφειλε να τους έχει εμπιστοσύνη και να τα αφήσει να πραγματοποιήσουν αυτοέλεγχο και αυτοαξιολόγηση. Το επίπεδό τους είναι υπερβολικά άνισο. Σε μερικά είναι εξαιρετικό, ενώ σε άλλα είναι καταστροφικό. Συνήθως το επίπεδο κυμαίνεται ανάμεσα στα δύο άκρα. Μέχρι σήμερα, έχει επιχειρηθεί μονάχα μία προσπάθεια αξιολόγησής τους σε εθνικό επίπεδο: πρόκειται για την έρευνα της Μάργκαρετ Ρέιμοντ, οικονομολόγου στο Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ1. Παρ’ όλο που χρηματοδοτήθηκε από το ίδρυμα Walton Family Foundation, το οποίο υπεραμύνεται φανατικά των charter schools, η έρευνα απέδειξε ότι μόλις το 17% των συγκεκριμένων σχολείων έχουν επιτύχει ανώτερο επίπεδο από εκείνο που απαντάται σε ένα συγκρίσιμο δημόσιο σχολείο. Το υπόλοιπο 83% επιτυγχάνει παρεμφερείς ή κατώτερες επιδόσεις. Όσον αφορά δε τις εξετάσεις της ΝΑΕΡ στην ανάγνωση και στα μαθηματικά, οι μαθητές που φοιτούν στα charter schools επιτυγχάνουν τα ίδια αποτελέσματα με εκείνους των δημόσιων σχολείων, ανεξαρτήτως κατηγορίας (μαύροι, ισπανόφωνοι, φτωχοί, κάτοικοι μεγάλων πόλεων). Παρ’ όλα αυτά, το μοντέλο των charter schools θεωρείται ότι αποτελεί τη θαυματουργή λύση για όλα τα προβλήματα του αμερικανικού εκπαιδευτικού συστήματος, τόσο για τη Δεξιά φυσικά- όσο και για πολλούς δημοκρατικούς. Μάλιστα, οι τελευταίοι έχουν δημιουργήσει και μια ομάδα πίεσης, τους «Δημοκρατικούς για την Εκπαιδευτική Μεταρρύθμιση». Ορισμένα charter schools αποτελούν ιδιωτικές επιχειρήσεις, ενώ άλλα είναι μη κερδοσκο-

πικά σωματεία. Η λειτουργία τους στηρίζεται στο υψηλό ποσοστό ανανέωσης του προσωπικού τους, καθώς οι εκπαιδευτικοί τους εργάζονται απίστευτα πολλές ώρες (έως και 60 ή 70 ώρες την εβδομάδα), ενώ παράλληλα είναι υποχρεωμένοι να έχουν πάντοτε το κινητό τηλέφωνό τους ανοιχτό, έτσι ώστε να μπορούν οι μαθητές τους να έρθουν σε επαφή μαζί τους οποιαδήποτε στιγμή. Η απουσία συνδικάτων διευκολύνει την επιβολή παρόμοιων συνθηκών εργασίας. Όταν τα μέσα ενημέρωσης ενδιαφέρονται για τα charter schools, εστιάζουν πολύ συχνά την προσοχή τους σ’ εκείνα που έχουν εξαιρετικά αποτελέσματα. Έτσι, είτε ηθελημένα είτε όχι, δημιουργούν την εντύπωση ότι πρόκειται για πραγματικούς «παραδείσους» γεμάτους νεαρούς και δυναμικούς εκπαιδευτικούς και μαθητές με στολή, άψογους τρόπους και ικανούς να συνεχίσουν όλοι τους τις σπουδές στο πανεπιστήμιο. Όμως, τα ρεπορτάζ αποσιωπούν ορισμένους παράγοντες που έχουν αποφασιστική σημασία. Κατ’ αρχήν, οι μαθητές τους προέρχονται από οικογένειες που ενδιαφέρονται περισσότερο για τη σχολική επίδοση των παιδιών τους. Επιπλέον, δέχονται την εγγραφή λιγότερων παιδιών με ξένη μητρική γλώσσα, με μαθησιακές δυσκολίες ή άστεγων2, γεγονός που τους εξασφαλίζει ένα πλεονέκτημα σε σύγκριση με τα δημόσια σχολεία. Τέλος, έχουν το δικαίωμα να διώξουν και να στείλουν σε δημόσιο σχολείο τους μαθητές που «κηλιδώνουν» την εικόνα του σχολείου. Όταν αναπτύχθηκε το κίνημα υπέρ των charter schools, στηριζόταν στη βεβαιότητα ότι θα ιδρύονταν και θα στελεχώνονταν από εκπαιδευτικούς γεμάτους ζήλο, οι οποίοι θα ενδιαφέρονταν να βοηθήσουν τους μαθητές που αντιμετωπίζουν τις μεγαλύτερες δυσκολίες. Καθώς θα είχαν ελευθερία κινήσεων, θα μπορούσαν να καινοτομήσουν και να βρουν τρόπους για να βοηθηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο η συγκεκριμένη κατηγορία μαθητών. Έτσι, θα ωφελούνταν το σύνολο της κοινότητας όταν οι μαθητές θα επέστρεφαν στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Όμως, σήμερα, τα σχολεία αυτού του τύπου ανταγωνίζονται ανοιχτά τα δημόσια σχολεία. Στο Χάρλεμ, τα δημόσια σχολεία είναι αναγκασμένα να οργανώνουν διαφημιστικές καμπάνιες που απευθύνονται στους γονείς. Οι προϋπολογισμοί των (τουλάχιστον) 500 δολαρίων για διαφημιστικά φυλλάδια φαίνονται αστείοι μπροστά στο ποσό των 325.000 δολαρίων που διαθέτει για διαφήμιση ο ισχυρός όμιλος που προσπαθεί να διώξει τα δημόσια σχολεία από την «εκπαιδευτική αγορά». Τον Ιανουάριο του 2009, όταν ανέλαβε η κυβέρνηση του Μπάρακ Ομπάμα, ήμουν σίγουρη ότι θα καταργούσε τον νόμο NCLB και

ΚΥΡΙΑΚΗ 19 ΜΑΪΟΥ 2013

Η ποιότητα της εκπαίδευσης που λαμβάνουν τα παιδιά έχει μεγαλύτερη σημασία από τα προβλήματα διαχείρισης, οργάνωσης ή αξιολόγησης των σχολικών μονάδων

θα ξεκινούσε την προσπάθειά της πάνω σε υγιείς βάσεις. Όμως, συνέβη το ακριβώς αντίθετο: υιοθέτησε τις πιο επικίνδυνες ιδέες και επιλογές της περιόδου Μπους. Το πρόγραμμά της -με την ονομασία «Race to the Top» (Αγώνας Δρόμου προς την Κορυφή)- υπόσχεται επιδοτήσεις 4,3 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε πολιτείες οι οποίες αντιμετωπίζουν τεράστια οικονομικά προβλήματα εξαιτίας της κρίσης. Για να επωφεληθούν από αυτόν τον πακτωλό, οφείλουν να καταργήσουν κάθε νομοθετικό φραγμό που αφορά τη δημιουργία των charter schools. Έτσι, η εξάπλωσή τους υλοποιεί το παλιό όνειρο των επιχειρήσεων της εκπαίδευσης και των οπαδών της θεωρίας ότι τα πάντα πρέπει να ρυθμίζονται από την αγορά, οι οποίοι φιλοδοξούν να διαλύσουν εντελώς το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Όμως, είναι παράλογο να αξιολογούνται οι εκπαιδευτικοί με βάση τα αποτελέσματα των μαθητών τους, καθώς αυτά δεν εξαρτώνται μονάχα από όλα όσα συμβαίνουν μέσα στην τάξη. Εξίσου σημαντικό ρόλο παίζουν εξωτερικοί παράγοντες, όπως οι οικονομικοί πόροι της οικογένειας, ο ζήλος τους για μάθηση, καθώς και η υποστήριξη την οποία πρέπει -ή μπορούν- να τους εξασφαλίσουν οι γονείς τους. Κι όμως, οι μόνοι που θεωρούνται υπεύθυνοι για τις επιδόσεις των μαθητών είναι οι εκπαιδευτικοί. Όσον αφορά δε τις «αλλαγές» στις σχολικές μονάδες που αντιμετωπίζουν δυσκολίες, πρόκειται για ευφημισμό που αποκρύπτει ότι πρόκειται ακριβώς για

τα μέτρα που προέβλεπε και ο NCLB. Εάν οι επιδόσεις των μαθητών δεν βελτιώνονται με ταχύ ρυθμό, τα σχολεία περνούν στην αρμοδιότητα της πολιτείας, κλείνουν, ιδιωτικοποιούνται ή μετατρέπονται σε charter schools. Όταν οι αρχές της πολιτείας του Ροντ Αϊλαντ ανακοίνωσαν την πρόθεσή τους να απολύσουν όλο το διδακτικό προσωπικό του μοναδικού λυκείου της πόλης Σέντραλ Φολς, η απόφασή τους επικροτήθηκε από τον υπουργό Παιδείας, Αρνε Ντάνκαν, κι από τον ίδιο τον δημοκρατικό πρόεδρο. Πρόσφατα, το προσωπικό επαναπροσελήφθη, αφού προηγουμένως δέχθηκε να εργάζεται περισσότερες ώρες και να προσφέρει περισσότερη εξατομικευμένη βοήθεια στους μαθητές. Η έμφαση που δίνει η κυβέρνηση Ομπάμα στην αξιολόγηση ώθησε τις πολιτείες να τροποποιήσουν τη σχετική νομοθεσία τους, ελπίζοντας ότι θα τους χορηγηθούν τα ομοσπονδιακά κονδύλια που τόσο πολύ χρειάζονται. Η Φλόριντα ψήφισε πρόσφατα νόμο με τον οποίο απαγορεύεται η πρόσληψη εκπαιδευτικών που δεν διαθέτουν προϋπηρεσία, το ήμισυ του μισθού τους συνδέεται με τις επιδόσεις των μαθητών τους, ενώ καταργούνται και τα κονδύλια για τη διά βίου επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Παράλληλα, η διαδικασία αξιολόγησης των σχολικών μονάδων χρηματοδοτείται με την παρακράτηση από την πολιτεία του 5% του προϋπολογισμού κάθε περιφέρειας για την εκπαίδευση. Οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί ένωσαν τις δυνάμεις τους και κατόρθωσαν να πείσουν τον κυβερνήτη Τσάρλι Κριστ να μην υπογράψει αυτόν τον νόμο, γεγονός που, πιθανότατα, σήμανε και το τέλος της πολιτικής του καριέρας στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα3. Όμως, παρόμοια μέτρα λαμβάνονται σχεδόν παντού σε ολόκληρη τη χώρα.

1 «Multiple choice: Charter school performance in 16 states», Center for Research on Education Outcomes (Credo), Stanford University, Ιούνιος 2009. 2 (ΣτM): Στις Ηνωμένες Πολιτείες, λόγω του κύματος των κατασχέσεων των κατοικιών την τελευταία πενταετία, εκατοντάδες χιλιάδες οικογένειες είναι πλέον άστεγες και ζουν -αν όχι στον δρόμο- σε τροχόσπιτα και σε σκηνές. Παρ’ όλες τις δυσκολίες, μεγάλο μέρος των παιδιών τους προσπαθεί να συνεχίσει τη φοίτησή του στο σχολείο. 3 (ΣτΜ): Ο κυπριακής καταγωγής Τσάρλι Κριστ, κυβερνήτης της Φλόριντα από το 2006, αποφάσισε να διεκδικήσει την έδρα της πολιτείας για τη Γερουσία. Στις προκριματικές εκλογές, όμως, για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος, έχασε από τον Μάρκο Ρούμπιο, εκφραστή του ακραίου κινήματος Tea Party. Ο Κριστ κατέβηκε στις εκλογές της 2ας Νοεμβρίου ως ανεξάρτητος, αλλά τελικά ηττήθηκε από τον Ρούμπιο.

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΚΡΙΒΟΠΟΥΛΟΣ

m11705  

Monde Diplomatiqe, Ελληνική έκδοση, Κυριακάτικη Αυγή, 19.05.2013

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you