Page 1

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κείμενα των: Ζερόμ Λαττά, Δημήτρη Ιωάννου, Βασίλη Σωτηρόπουλου, Ρέας Γρηγορίου, Ράιαν Λίζα, Δημήτρη Χριστόπουλου, Σπύρου Καράβα, Ιωάννας Σπηλιοπούλου, Κωστή Παπαϊωάννου, Πάνου Οικονόμου, Έλενας Πατρικίου ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 791

ΚΥΡΙΑΚΗ 15 IOYNIOY 2014

ΓΝΩΜΕΣ & ΙΔΕΕΣ - ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΕΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ

Ένα άλλο Παγκόσμιο Κύπελλο, γρήγορα! ΤΟΥ ΖΕΡΟΜ ΛΑΤΤΑ

Προκαλώντας ένα μικρό σκάνδαλο, ο πρόεδρος της UEFA, Μισέλ Πλατινί, υποψήφιος για την προεδρία της FIFA, κάλεσε εδώ και μερικές βδομάδες τους Βραζιλιάνους να «ηρεμήσουν» και να «περιμένουν ένα μήνα» πριν αρχίσουν να αντιδρούν, επανερμηνεύοντας με τον τρόπο του την έννοια της ολυμπιακής ανακωχής. Η ενόχληση του Πλατινί πρόδιδε ασφαλώς τόσο την ακατανόητη αφέλειά του όσο και τον φόβο των κύκλων της FIFA να δουν την εκδήλωσή τους να καταστρέφεται. Όμως, τι ακριβώς φοβούνται; Η πιθανότητα μιας κατάστασης τόσο εξεγερτικής που να υπονόμευε τη διεξαγωγή του Μουντιάλ παραμένει μέχρι σήμερα απίθανη: αν φοβούνται για κάτι, φοβούνται προφανώς για τη δική τους τύχη. Κοινωνική ειρήνη, πάση θυσία; Δεν θα πάψουμε να συμβουλεύουμε τους Βραζιλιάνους, πάνω απ’ όλα, να μην «ηρεμήσουν», αλλά να εκμεταλλευτούν την εξαιρετική παγκόσμια ορατότητα που τους προσφέρει το Παγκόσμιο Κύπελλο. Δεν πρέπει να υποχωρήσουν σ’ εκείνους που τους εκβιάζουν επικαλούμενοι την εικόνα της χώρας: η «εικόνα» των Βραζιλιάνων υποφέρει αποκλειστικά απ’ αυτούς που τους εκβιάζουν. Στοιχηματίζουμε ότι θα είναι σαφώς περισσότεροι αυτοί που θα δηλώσουν τον θαυμασμό τους σ’ έναν λαό που δεν θα έχει υποκύψει τόσο εύκολα στα συμφέροντα της FIFA του Σεπ Μπλάτερ, των χορηγών και αυτών που τους προωθούν, στις επιθυμίες εκείνων που θέλουν να τους δουν να συμμορφώνονται στα κλισέ της γιορτής, της σάμπα και … του ποδοσφαίρου. Αυτό θα ήταν ένα πραγματικά ευτελές αντίτιμο για μια τόσο επίπλαστη κοινωνική ειρήνη. Οι Βραζιλιάνοι πρέπει να κινητοποιηθούν αν πιστεύουν ότι είναι δίκαιο, να εκμεταλλευτούν τον συσχετισμό δυνάμεων αν αυτός είναι με το μέρος τους, να θυμηθούν την «Κορινθιακή Δημοκρατία» του συμπατριώτη τους Σόκρατες. Όσο λιγότερα έχουν να χάσουν τόσο πιο ισχυρός θα είναι ο αγώνας τους — σε αντίθεση ακριβώς με τους διοργανωτές, που έχουν να χάσουν πολλά: η Βραζιλία μπορεί να κερδίσει το Παγκόσμιο Κύπελλο, ακόμα κι αν η εθνική της ομάδα δεν το σηκώσει. Ένα άλλο Παγκόσμιο Κύπελλο και γρήγορα. Να το κάνουν γι’ αυτούς τους ίδιους, καταρχάς. Να το κάνουν επίσης και για εμάς, όλους εμάς: για παράδειγμα τους Ευ-

Ο Jérôme Latta είναι αρχισυντάκτης των «Cahiers de Football». Το κείμενο με τίτλο «Brésiliens, renversez la Coupe du monde» δημοσιεύτηκε στο μπλογκ της «Le Monde», 11.6.2014

Γκράφιτι εναντίον της FIFA, Βραζιλία 2014 (πηγή: www.imgur.com)

ρωπαίους που συνθηκολογούμε μπροστά στο δόγμα της λιτότητας, στην υφαρπαγή του πλούτου μας και στα συμφέροντα των χρηματοπιστωτικών λόμπυ, εμάς που αφηνόμαστε στην μοιρολατρία ή τον κυνισμό και, ταυτόχρονα, στην πολιτική αδυναμία. Και, κυρίως να μην απέχουν από τη διαμαρτυρία. Και, από μια πιο εγωιστική σκοπιά, να το κάνουν για όλους εμάς τους άλλους, τους ερωτευμένους με το ποδόσφαιρο, που θα έπρεπε να αναρωτηθούμε ποια νομοτέλεια μας υποχρεώνει να ανεχόμαστε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο που έχει μετατραπεί σε τσίρκο, που επιβάλλει την αποκλειστικότητα των χορηγών στον δημόσιο χώρο και επιβάλλει μια ανάπτυξη στρατιωτικών και αστυνομικών δυνάμεων λες και η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου. Για εμάς που αφήνουμε τη FIFA να υποχρεώνει να κατασκευαστούν δυσανάλογα μεγάλες υποδομές με δημόσιους πόρους ώστε να υφαρπάξει τη μερίδα του λέοντος απ’ τα κέρδη, να πουλήσει το «δικό της» θέαμα στα τηλεοπτικά κανάλια, τα οποία με τη σειρά μας θα πρέπει να πληρώσουμε ώστε να έχουμε πρόσβαση, μια FIFA που στηρίζει τη λειτουργία της σε αμφίβολες συμφωνίες ώστε να διασφαλίσει τα κέρδη της και η οποία διοικείται με διαφάνεια επιπέδου μαφιόζικης οργάνωσης. Δεν θα πρέπει να υποτιμήσουμε την «χαλαρωτική» δύναμη του ποδοσφαίρου ούτε και την αποτελεσματικότητα του κυρίαρχου ενοχοποιητικού λόγου, αλλά αυτές οι βδομάδες αβεβαιότητας τρέφουν μια προσδοκία. Και αν αυτή δεν είναι το να δούμε μια επανάσταση στη Βραζιλία, τουλάχιστον μπορεί να είναι η αποκάλυψη των αδιανόητων ωφελημάτων της FIFA απ’ το Παγκόσμιο Κύπελλο. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ένας στους δέκα ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΙΩΑΝΝΟΥ Πριν από λίγες μέρες παρακολούθησα μια παράσταση στο νηπιαγωγείο του μικρού μου γιου: βασιζόταν στο βιβλίο Ένας γάτος μια φορά του Κ. Μάγου και της Γ. Γκανιάτσου, ένα έργο ευαίσθητο, με βασικό του μήνυμα την αποδοχή της διαφορετικότητας και τη συνύπαρξη με τον «άλλο». Η νηπιαγωγός, προλογίζοντάς το, πρόταξε την επικαιρότητα του μηνύματος αλλά, προσπαθώντας να τη δικαιολογήσει, κόμπιασε: «...γιατί γύρω μας όλοι βλέπουμε... ακόμα και πολλοί από μας αυτόν τον καιρό μπορεί να αισθανόμαστε περιθωριοποιημένοι, γιατί ίσως να περνάμε δύσκολα». Είναι γεγονός πως τη διαφορετικότητα ως πηγή διακρίσεων μπορούν τα παιδιά να την ανακαλύψουν σχεδόν οπουδήποτε, οπότε ερεθίσματα όπως το εν λόγω έργο είναι πάντα απαραίτητα στο σχολικό περιβάλλον, ασχέτως συγκυρίας. Εντούτοις, η ειδική αναφορά της νηπιαγωγού στην επικαιρότητα του μηνύματος, το κόμπιασμά της και η αποσιώπηση του προφανούς αντιρατσιστικού περιεχομένου του έργου (ο γάτος του τίτλου έρχεται από μακριά, μιλάει άλλη γλώσσα και έχει κόκκινη γούνα), μου άφησαν την αίσθηση ότι έγινα μάρτυρας μιας ανεπαίσθητης διαταραχής στην επιφάνεια του νοήματος, ενός συμβάντος ασήμαντου ίσως αφ’ εαυτού, αλλά που αποτελούσε ένδειξη ή σύμπτωμα μιας διαδικασίας ευρύτερης. Εν τω μεταξύ, μιλάμε για μια νηπιαγωγό εξαιρετική. Φέτος δούλεψε, μαζί με τη συνάδελφό της, σε πολύ αντίξοες συνθήκες, σε μια αίθουσα δημοτικού σχολείου ακατάλληλη για νηπιαγωγείο, με ελάχιστα μέσα και αυτοσχέδιο πολλές φορές εξοπλισμό. Κι όμως, έκανε καθημερινά ό,τι καλύτερο μπορούσε, πάντα με χαμόγελο και αστείρευτη τρυφερότητα για τα παιδιά. Και γι’ αυτό τη θαυμάζω και την ευχαριστώ. Φοβάμαι όμως ότι κάτι φοβήθηκε: όχι μήπως θίξει κάποιο αλλόχρωμο παιδάκι ή τους γονείς του (τέτοιο δεν υπήρχε). Φοβήθηκε τον έναν στους δέκα. Και μάλλον όχι κάποια τυχόν άμεση αντίδραση. Νομίζω πως φοβήθηκε μήπως κατηγορηθεί ότι παίρνει θέση στο μεταναστευτικό, «πολιτικοποιώντας» έτσι τη σχολική γιορτή. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι αυτή είναι η τρομερή «επιτυχία» της Χρυσής Αυγής, με τη ενεργό συνενοχή των μνημονιακών κυβερνήσεων (γιατί δεν είναι μόνο ο Μπαλτάκος, είναι λ.χ. και ο νέος υπουργός Παιδείας στην προηγούμενη θητεία του). Το να φοβάται μια δασκάλα να μιλήσει ανοιχτά κατά του ρατσισμού επειδή αυτός είναι πια μια νόμιμη πολιτική θέση ανάμεσα στις άλλες, το να φοβάται να υπερασπίσει τους δυστυχισμένους επειδή προσφέρονται για αποδιοπομπαίοι τράγοι, το να φοβάται να μιλήσει για τους μετανάστες επειδή θα ακούσει «να τους πάρει σπίτι της». Αυτή είναι, λοιπόν, η επιτυχία της Χρυσής Αυγής. Και, ταυτόχρονα, η ντροπή μας, όλων μας η ντροπή.

Ο Δημήτρης Ιωάννου είναι υποψήφιος διδάκτορας πολεοδομίας και χωροταξίας ΕΜΠ.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

26

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Για μια κουλτούρα διαμεσολάβησης στους δήμους ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΥ Μια από τις αποφάσεις που θα κληθούν να λάβουν τα νέα δημοτικά συμβούλια αφορά την εκλογή του (ή της) Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Πρόκειται για το ανεξάρτητο όργανο που δέχεται καταγγελίες από τα δύο συνηθέστερα «θύματα» της δημοτικής γραφειοκρατίας, τους δημότες και της επιχειρήσεις – εξ ου και ο περιφραστικός τίτλος. Σε δήμους άνω των 20.000 κατοίκων, ύστερα από διαδικτυακή προκήρυξη, οι δημοτικοί σύμβουλοι καλούνται να εκλέξουν ένα πρόσωπο «κύρους και εμπειρίας», στο οποίο οι θιγόμενοι, πολίτες και επιχειρήσεις, θα καταθέτουν καταγγελίες, με στόχο την εξωδικαστική επίλυση των διαφορών τους με τον δήμο. Το πρόσωπο επιλέγεται με μυστική ψηφοφορία και αυξημένη πλειοψηφία 2/3 του συνόλου των μελών του δημοτικού συμβουλίου. Αυτό οδήγησε σε πολλές άκαρπες ψηφοφορίες το 2011, καθώς δεν είχε ακόμη διαμορφωθεί η σχετική κουλτούρα

Ο Βασίλης Σωτηρόπουλος είναι συμπαραστάτης του Δημότη και της Επιχείρησης Δήμου Αθηναίων

συνεννόησης. Από τους τριάντα Συμπαραστάτες που εκλέχθηκαν, κάποιοι παραιτήθηκαν, κάποιοι άλλοι ασχολήθηκαν λιγότερο με την αποστολή τους. Σήμερα είμαστε δεκαεπτά, σε όλη την Ελλάδα. Και ιδρύσαμε ένα Δίκτυο Συμπαραστατών, για την υποστήριξη και διάδοση του θεσμού της διαμεσολάβησης στην τοπική αυτοδιοίκηση. Το ζήτημα αποτελεί πρόσφορο πεδίο για την ανάπτυξη πρωτοβουλιών από τη μείζονα αντιπολίτευση και τις ανεξάρτητες δημοτικές παρατάξεις, καθώς χωρίς τις δικές τους ψήφους συχνά είναι αδύνατη η διαμόρφωση της αυξημένης πλειοψηφίας. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι η θέση προορίζεται για μη εκλεγέντες δημοτικούς συμβούλους, κομματικούς ή πολιτευτές οποιασδήποτε πλευράς. Οι δημοτικοί σύμβουλοι έχουν το καθήκον να βρουν πρόσωπα που μπορούν να εκλεγούν όχι λόγω προέλευσης, αλλά λόγω της αδιαμφισβήτητης ικανότητάς τους να αναλάβουν την μεγάλη ευθύνη της ανεξάρτητης διαμεσολαβητικής επίλυσης διαφορών μεταξύ δημότη ή επιχειρηματία και δήμου. Η θέση δεν είναι «τιμητική», ούτε προσφέρεται για αργομισθίες. Ο δημοτικός διαμεσολαβητής έχει ήδη αρκετή δουλειά, και θα αποκτήσει ακόμη περισσότερη, όσο ο θεσμός γίνεται γνωστότερος. Οι πολίτες τον αναζητούν

ολοένα συχνότερα. Σε λίγες μέρες, θα αρχίσει να μεταδίδεται στα ραδιόφωνα σχετικό κοινωνικό μήνυμα που θα ενημερώνει για το δικαίωμα καταγγελίας στον Συμπαραστάτη του Δημότη και της Επιχείρησης. Επομένως, οι δήμοι πρέπει να ετοιμαστούν να ανταποκριθούν και σε αυτή την πρόκληση, και να κινηθούν για την υποδοχή του θεσμού. Οι Συμπαραστάτες του Δημότη και της Επιχείρησης καλούνται να αναπτύξουν μεθόδους και τεχνικές διαμεσολάβησης, ώστε να πείσουν τις δημοτικές υπηρεσίες αλλά και τους πολίτες ότι υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι για να λύνονται οι διαφορές, χωρίς καυγάδες και μηνύσεις, αλλά και χωρίς πολιτικό «μέσον». Γιατί το κύρος της αυξημένης πλειοψηφίας δεν αρκεί: ο Συμπαραστάτης πρέπει καθημερινά να εξηγεί τον ρόλο του στις υπηρεσίες του Δήμου, με λόγια και με έργα, ώστε να καταλάβουν ότι δεν είναι «του δημάρχου» ή «της αντιπολίτευσης» ή συνάδελφός τους, ότι είναι ανεξάρτητος, αντικειμενικός και δίκαιος. Συχνά βρίσκεται «στη μέση» και σε διαφορές μεταξύ ιδιωτών, όταν οι πολίτες στρέφονται εναντίον της αδειοδότησης ενός καταστήματος ή, αντίστροφα, όταν ένα κατάστημα καταγγέλλει την παρεμπόδιση της αδειοδότησής του από κατοίκους! Στο τέλος της ημέρας, δεν θα μετράει ούτε η διαπαρα-

ταξιακή εκλογή ούτε ο φανταχτερός τίτλος, αφού η μόνη «εξουσία» που έχει ένας Συμπαραστάτης είναι η δύναμη των επιχειρημάτων του. Και το αποτέλεσμα αυτό είναι μετρήσιμο: σε κάθε Ετήσια Έκθεση του Συμπαραστάτη πρέπει να καταγράφεται το ποσοστό επιτυχών διαμεσολαβήσεων. Στην Αθήνα, το ποσοστό θετικής έκβασης καταγγελιών των πολιτών και των επιχειρήσεων, το 2013, ήταν 71%. Η καχυποψία για τη διαμεσολάβηση είναι επίμονη. Ο «Καλλικράτης» προβλέπει τυπικά την εξωδικαστική επίλυση διαφορών, αλλά δεν έχουν ακόμη οριστεί αναλυτικά τα αντικειμενικά κριτήρια με τα οποία μπορεί, λ.χ., να διαγραφεί ένα πρόστιμο που μπήκε παράνομα από τον Δήμο, χωρίς να κινδυνεύει κάποιος αιρετός ή υπάλληλος να ελεγχθεί πολύ αυστηρά. Οι στρεβλώσεις και η διαφθορά δεκαετιών εμποδίζουν ακόμη και την πιο διαφανή διαμεσολαβητική επίλυση, όταν έχει οικονομικό αντικείμενο. Εκεί έχουμε ακόμη πολλή δουλειά, για τη δημιουργία διοικητικών εργαλείων και τη διαμόρφωση μιας κουλτούρας διαλόγου, ακόμη και για όσα θεωρούνται ταμπού σε κάθε Δήμο. Έχουμε ακόμη πολύ δρόμο, είναι όμως ζωτικό για τη δημοκρατία οι πολίτες να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη τους σε θεσμούς.

Οι «Εφημερίδες» και η πολιτική ζωή στα τέλη του 19ου αιώνα ΤΗΣ ΡΕΑΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Πόσο σύγχρονες είναι οι πολιτικές κωμωδίες του 19ου αιώνα; Την απάντηση δίνει ο συγγραφέας του Αγαπητικού της Βοσκοπούλας, ενός από τα πιο λαϊκά και δημοφιλή έργα στην ιστορία του νεοελληνικού θεάτρου. Ο Δ. Κορομηλάς πέτυχε να συνδυάσει την πολιτική σάτιρα με κοινωνικά θέματα και να καυτηριάσει την ανοησία όσων εμπλέκονταν στην πολιτική ζωή προκειμένου να εξυπηρετήσουν ιδιοτελή συμφέροντα. Οι αδυναμίες της κρατικής διοίκησης, οι πελατειακές σχέσεις, η ευνοιοκρατία στους μηχανισμούς διορισμού των δημοσίων υπαλλήλων αποτελούν σταθερά γνωρίσματα της θεματικής ενός μέρους της δραματικής του παραγωγής. Στις πολιτικές κωμωδίες του, όπως ο Ραμπαγαδίσκος (1878) και Η πτώσις του υπουργείου (1887), σχολιάζει εύστοχα ποικίλες πτυχές της νεοελληνικής κοινωνίας, ενώ στην κωμωδία Ο κύριος Κουκάκης και ο υιός του (1874) συνθέτει τη γελοιογραφία του δημοσίου υπαλλήλου: στο πρόσωπο του Κουκάκη σατιρίζει τη βλακεία και δυσπραγία όσων συμμετέχουν στα δημοτικά συμβούλια και γελοιοποιεί τη

Η Ρέα Γρηγορίου είναι διδάκτωρ του Τμήματος Θεάτρου ΑΠΘ και διδάσκει ιστορία και δραματολογία νεοελληνικού θεάτρου στο Τμήμα Θεάτρου του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου.

σοβαροφάνεια των ανώτερων υπαλλήλων του κράτους. Ειρωνεύεται την αναγκαιότητα ύπαρξης των Επιτροπών του Δήμου της Αθήνας, καυτηριάζει τον μεγάλο αριθμό τους, και τις θεωρεί δυσκίνητους γραφειοκρατικούς μηχανισμούς. Η θέση του είναι σαφής: στη δημόσια διοίκηση αναδεικνύονται άνθρωποι ακαλλιέργητοι και μικρονοϊκοί, ενώ περιθωριοποιούνται όσοι διαθέτουν γόνιμες και δημιουργικές ιδέες για την οικονομική ανάπτυξη του ελληνικού κράτους την κρίσιμη περίοδο του τρικουπικού αστικού εκσυγχρονισμού. Το πιο ενδιαφέρον δείγμα στο πεδίο της πολιτικής κωμωδίας είναι οι Εφημερίδες (1889), ένα σημαντικό ορόσημο, προδρομικό έργο του είδους της επιθεώρησης. Γράφεται σε μία περίοδο όπου το γόητρο της Ελλάδας έχει δεχτεί καίριο πλήγμα λόγω της επιβολής στρατιωτικού αφοπλισμού από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, την υποστήριξη της τουρκικής πλευράς και τον εξαναγκασμό της Ελλάδας σε υποχώρηση κατά την περίοδο της πρωθυπουργίας Δηλιγιάννη. Ο μεγάλος αριθμός προσώπων διαιρείται σε τρεις κατηγορίες: στην πρώτη ανήκουν οι προσωποποιήσεις αφηρημένων εννοιών (ο Δήμος, η Φρόνησις, η Ελαφρότης, η Άνοια, ο Φανατισμός, η Σπατάλη, η Εξουσία), στη δεύτερη τα ιστορικά πρόσωπα της εγχώριας πολιτικής σκηνής που κρύβονται πίσω από το προσωπείο ενός συμβολικού ονόματος (ο Φιλόδημος αντιστοιχεί στον Τρικούπη και ο Βουκόριζος στον Δηλιγιάννη) Η τρίτη κατη-

γορία περιέχει τις θηριομορφικές προσωποποιήσεις των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, την Ύαινα (Ιταλία), την Τίγρη (Αυστρία), την Αρκούδα, τον Καρχαρία, τον Βόα και τον Αετό. Τον χορό αποτελούν οι εφημερίδες της Αθήνας (Εφημερίς, Ώρα, Πρωία), που εμφανίζονται ως οι καλοί σύμβουλοι του Δήμου, σχολιάζοντας τα γεγονότα σε στίχους που θυμίζουν τα αριστοφανικά χορικά. Ο Δήμος (ελληνικός λαός), περιστοιχιζόμενος από εχθρούς και συμμάχους που έχουν τη μορφή αιμοδιψών θηρίων (Ύαινα, Άρκτος, Καρχαρίας, Τίγρις, Βόας, Αετός) και φροντίζουν για την προώθηση των δικών τους συμφερόντων, θέλει να παντρέψει την κόρη του, Εξουσία. Ο Φανατισμός, η Σπατάλη, αλλά και η σύζυγος του Δήμου, η Ελαφρότης, εμφανίζονται ως οι κακοί σύμβουλοί του. Οι υποψήφιοι γαμπροί είναι ο Άφρων, ο Βλαξ, ο Ηλίθιος και ο Μώρος: όλοι αλληλοϋβρίζονται, καθώς μάχονται για το ποιος θα πάρει την Εξουσία, υποσχόμενοι βέβαια στον Δήμο «λαγούς με πετραχήλια». Ο νέος που αγαπά ειλικρινά την Εξουσία, ο Φιλόδημος (Τρικούπης), γιος της Φρόνησης, απορρίπτεται από τον Δήμο καθώς δεν δίνει γοητευτικές υποσχέσεις ούτε λέει αυτά που ο Δήμος θέλει να ακούσει, ότι δηλαδή θα διώξει τους λύκους από το κτήμα (Ελλάδα). Ο Δήμος επιλέγει τον Βουκόριζο, γιο της Άνοιας και κοιμάται ήσυχος πλέον, δεχόμενος περιποιήσεις από τον Φανατισμό και τη Σπατάλη. Όταν όμως ο Βουκόριζος υποθηκεύει το κτήμα του πεθερού του για να εξα-

σφαλίσει χρήματα από το εξωτερικό και έρχεται σε ρήξη με τους γείτονες, οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφασίζουν τον αποκλεισμό της χώρας. Στη δύσκολη φάση ο Βουκόριζος παραδίδει τα «κλειδιά του κτήματος» στον Δήμο και εγκαταλείπει την Εξουσία, η οποία, ταπεινωμένη και ταλαιπωρημένη, παίρνει διαζύγιο και παντρεύεται τον Φιλόδημο. Η κωμωδία αφιερώνεται στον ελληνικό λαό, ο οποίος καλείται να πληρώσει την «ελαφρότητα» των επιλογών του «εις χρήμα, εις αίμα, εις τιμήν», όπως σημειώνει ο Κορομηλάς στο προλογικό σημείωμα. Το έργο υποβλήθηκε στον Λασσάνειο Δραματικό Αγώνα το 1889 αλλά απορρίφθηκε. Οι κριτές θεώρησαν ανεπίτρεπτο τον διασυρμό των ευρωπαϊκών χωρών και απρεπή τη διακωμώδηση των «εξόχων της πολιτείας ανδρών». Οι ευρωπαϊκές χώρες θεωρούνται «ευεργέτιδες» και αποτελεί προσβολή η παρομοίωσή τους με αρπακτικά θηρία όπως η Ύαινα, η Τίγρις και ο Καρχαρίας. Η απάντηση του συγγραφέα, ειρωνική κι εύστοχη, καθώς τονίζει ότι «θα ήτο μεγάλη η αξίωσίς του» να κερδίσει «το γέρας» όταν οι κριτές ανήκουν στο «διακωμωδούμενον» σύστημα. Οι Εφημερίδες κυοφορούν έναν πολιτικό προβληματισμό ολοφάνερα σύγχρονο. Παρά την κωμική παραμόρφωση των δραματικών προσώπων και τον αλληγορικό χαρακτήρα του έργου, αναγνωρίζουμε στο βάθος φαινόμενα, πρακτικές και πολιτικές συμπεριφορές δραματικά οικείες στον δημόσιο βίο μας.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

27

Ο Ντέιβιντ Μπρατ και ο θρίαμβος του Tea Party ΤΟΥ ΡΑΪΝ ΛΙΖΑ Ήταν 14 Ιανουαρίου, όταν ο Ντέιβιντ Μπρατ (ο καθηγητής πανεπιστημίου ο οποίος την περασμένη Τρίτη, στη Βιρτζίνια, νίκησε τον επικεφαλής της πλειοψηφίας1 Έρικ Κάντορ στην προκριματικές εκλογές των Ρεπουμπικάνων), ανακάλυψε την κεντρική ιδέα της καμπάνιας του, η οποία μέχρι τότε δεν είχε πολλές πιθανότητες επιτυχίας, διαβάζοντας τις στήλες γνώμης της Wall Street Journal. Ήταν ένα άρθρο του Ράνταλ Στίβενσον, διευθύνοντος συμβούλου της ΑΤ&Τ, πρόσφατα εκλεγέντος προέδρου της Επιχειρηματικής Στρογγυλής Τράπεζας, μιας ομάδας υποστήριξης των Ρεπουμπλικάνων αποτελούμενης από διευθύνοντες συμβούλους μεγάλων αμερικανικών εταιρειών, η οποία έχει ξοδέψει πάνω από εκατό εκατομμύρια δολάρια σε ομάδες πίεσης του Κογκρέσου την τελευταία δεκαετία. Ο Στίβενσον ταίριαζε μια χαρά για τη θέση, μια και η ΑΤ&Τ είναι γνωστό ότι διάκειται φιλικά προς το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Το άρθρο του Στίβενσον είχε τίτλο «Τα επιχειρηματικά σημεία sos για την ανάπτυξη» και αναφερόταν πολιτική ατζέντα που θα προωθήσει φέτος η ομάδα του στο Κογκρέσο. Το κορυφαίο από τα «σημεία sos» του Στίβενσον ήταν η «σταθερότητα», λέξη με την οποία εννοούσε το τέλος της πολιτικής διαχείρισης της κρίσης που ακολούθησε ο Ομπάμα τα τελευταία χρόνια, η οποία έφερε ουκ ολίγες φορές την κυβέρνηση στα πρόθυρα της στάσης πληρωμών και της διακοπής της λειτουργίας της. Ο Μπρατ, ακραιφνής υποστηρικτής της ελεύθερης αγοράς και αφοσιωμένος οπαδός της μυθιστοριογράφου και δοκιμιογράφου Άυν Ραντ, διάβασε το άρθρο και στράφηκε στη γυναίκα του. Όπως διηγήθηκε ο ίδιος πολλές φορές έκτοτε, της είπε με νόημα: «Αυτός ο τύπος μόλις έγραψε τον κεντρικό μου προεκλογικό λόγο!». Ο Μπρατ βρήκε εξαιρετικά χρήσιμο το άρθρο της WSJ, όχι επειδή απηχούσε τις δικές του απόψεις, αλλά επειδή του ξεκαθάριζε, μια και καλή, τον πυρήνα όσων υποστήριζε ο και ο Μπρατ αντιμαχόταν. Η «σταθερότητα» για τον Μπρατ ήταν απλώς ένα κωδικός για την κατάσταση πραγμάτων υπό την οποία εταιρείες όπως η ΑΤ&Τ μαδάνε ανενόχλητες την κυβέρνηση. Απ’ όσα έχω υπόψη μου, ο Μπρατ δεν έχει ποτέ διαμαρτυρηθεί για το ότι «οι τεμπέληδες φτωχοί ροκανίζουν τα φορολογικά έσοδα, απολαμβάνοντας επιδόματα που δεν δικαιούνται» (παρότι μπορεί να το πιστεύει, και απλώς να μην το περιέλαβε στην προεκλογική του εκστρατεία). Αντίθετα, δίνει την εντύπωση ενός λαϊκού συντηρητικού ο οποίος θεωρεί ότι ο πραγματικός εχθρός είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις και η εμμονή τους με τον «υπέρογκο δημόσιο τομέα». Μια από τις πιο δημοφιλείς ατάκες του ήταν ότι οι τραπεζίτες έπρεπε να έχουν πάει φυλακή μετά την οικονομική κρίση του 2008. Ο Μπρατ εί-

Ο Ryan Lizza είναι δημοσιογράφος. Το άρθρο, με τίτλο «David Brat, the Elizabeth Warrenof the Right» δημοσιεύθηκε στο μπλογκ του «The New Yorker», στις 11.6.2014.

ναι η Ελίζαμπεθ Γουόρεν της Δεξιάς.2 «Ο Έρικ Κάντορ υποστηρίζει τη συνέχιση του αναπτυξιακού σχεδίου του Εμπορικού Επιμελητηρίου», είπε ο Μπρατ σε μια μικρή συγκέντρωση σε μια εκκλησία του Χάνοβερ της Βιρτζίνια, τον περασμένο Απρίλιο. «Το Εμπορικό Επιμελητήριο ελέγχεται από την Επιχειρηματική Στρογγυλή Τράπεζα. Εάν είσαι μεγάλος επιχειρηματίας, το σχέδιο είναι καλό για σένα. Εάν είσαι οτιδήποτε άλλο, δεν είναι καλό για σένα». Αυτό που λέει η Γουόλ Στριτ στην Ουάσινγκτον είναι: «Αφήστε τα πράγματα ως έχουν, για να συνεχίσουμε να κερδίζουμε». Ο Μπρατ συνέχισε: «Είμαι οικονομολόγος. Είμαι υπέρ των επιχειρήσεων. Είμαι υπέρ των μεγάλων κερδοφόρων επιχειρήσεων. Αυτό όμως στο οποίο αντιτίθεμαι απολύτως, είναι το να κοιμούνται οι μεγάλες επιχειρήσεις μαζί με το μεγάλο κράτος. Αυτό είναι το πρόβλημα». Ας αφήσουμε προς το παρόν στην άκρη το ερώτημα κατά πόσον η έκκληση ενός διευθύνοντος συμβούλου να σταματήσουν οι δημοσιονομικές ακροβασίες είναι στην πραγματικότητα μια συγκαλυμμένη προσπάθεια εξασφάλισης οικονομικών ενισχύσεων για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι, για τους συντηρητικούς του Tea Party, οι στήλες γνώμης της Wall Street Journal είχαν μεταμορφωθεί σε φωνή του εχθρού. Στην εκστρατεία του εναντίον του Κάντορ, ο Μπρατ μετέτρεψε όλα τα ζητήματα σε ηθικοπλαστική ιστορία για το πώς οι μεγάλες επιχειρήσεις κλέβουν τους απλούς Αμερικανούς. Κατηγόρησε τον Κάντορ ότιυποστήριξε το νομοσχέδιο για τα αγροκτήματα («Μήπως όλα αυτά τα δισεκατομμύρια πηγαίνουν στον μικρό αμερικανό αγρότη; Όχι, πηγαίνουν στη μεγάλη αγροτοεπιχείρηση, έτσι δεν είναι; Να τη πάλι η μεγάλη επιχείρηση!»), το

νομοσχέδιο για την ασφάλιση έναντι πλημμυρών («Σε ποιον πηγαίνουν όλα αυτά τα χρήματα; Πηγαίνουν στους απιθανοεκατομμυριούχους ανατολικής και δυτικής ακτής που έχουν επαύλεις σε ακριβές περιοχές»), καθώς και ότι υπονόμευσε τον νόμο STOCK,3 που αποτελούσε μια προσπάθεια να σταματήσουν οι βουλευτές να χρησιμοποιούν την προνομιακή τους πληροφόρηση στην αγοραπωλησία μετοχών, προωθώντας την εξαίρεση των συζύγων τους. Στις —εμπνευσμένες από το άρθρο του Στίβενσον— ομιλίες του, ο Μπρατ έδειχνε περισσότερο εκνευρισμένος για το θέμα του STOCK, απ’ όσο για οτιδήποτε άλλο. Και υποσχόταν ότι «Αν πείτε στους φίλους και στους γείτονές σας για το ζήτημα αυτό, τότε θα είμαι εγώ ο επόμενος βουλευτής σας!». Είναι γεγονός πως στον πυρήνα της ιδεολογίας του Μπρατ βρίσκεται μια κάπως αφτιασίδωτη πεποίθηση, η οποία δεν έχει την υποστήριξη της πλειοψηφίας σε καμία πρόσφατη εθνική δημοσκόπηση απ’ όσες έχω δει, ότι δηλαδή η κυβέρνηση πρέπει να επιστρέψει στις, προ του New Deal, ρίζες της. Αυτό δεν μου προκαλεί έκπληξη: πρόκειται για έναν κλασικό φιλελεύθερο. Αλλά το μήνυμά του, το οποίο αυτή τη στιγμή υιοθετούν ακόμα και υποψήφιοι προσκείμενοι στο Tea Party ανά την επικράτεια, είναι πολύ διαφορετικό από τον ριζικό περιορισμό της κυβέρνησης, που υποστήριζαν αναφανδόν οι Ρεπουμπλικάνοι κατά την προεκλογική εκστρατεία των Ρόμνεϊ και Ράιαν το 2012. Αντί να κηρύσσει στους πιο ευάλωτους συμπολίτες μας την ηθική τελειότητα της ελεύθερης αγοράς, ο Μπρατ βάζει στο στόχαστρο τους πιο ευκατάστατους. «Η ελεύθερη αγορά!», φώναξε ξαφνικά στο Χάνοβερ, σαν δάσκαλος που ετοιμάζεται να μεταδώσει στους μαθητές του την πεμπτουσία του

μαθήματος. «Τι σημαίνει, με δυο λόγια; Σημαίνει πως κανένας δεν πρέπει να ευνοείται. Πως όλοι αντιμετωπίζονται ως ίσοι. Πως κάθε εταιρεία, κάθε επιχείρηση κι εσείς, ανταγωνίζεστε μεταξύ σας επί ίσοις όροις. Και πως κανείς, οσοδήποτε μικρός ή μεγάλος, δεν τυγχάνει ιδιαίτερης προσοχής. Αυτό, το χάνουμε». Αν όλο αυτό ακούγεται γνώριμο, είναι επειδή πρόκειται για το είδος της ρητορικής που έχει χρησιμοποιήσει επί σειρά ετών ο Ραλφ Νέιντερ, ακόμα και ο Νόαμ Τσόμσκυ, κατηγορώντας την κυβέρνηση ότι προστατεύει τους πλούσιους και τους καλά δικτυωμένους από τις ιδιοτροπίες της ελεύθερης αγοράς. Προς το τέλος της προεκλογικής εκστρατείας, το πλέον προβεβλημένο σημείο επίθεσης του Μπρατ εναντίον του Κάντορ ήταν η μεταρρύθμιση του μεταναστευτικού [που προωθεί η κυβέρνηση Ομπάμα, για την πολιτογράφηση ως αμερικανών πολιτών περίπου 11 εκατομμυρίων μεταναστών, με τη συναίνεση των Ρεπουμπλικανών], ακόμα μια πολιτική που υπεράσπιζε ο Στίβενσον στο άρθρο του. Αλλά, ακόμα κι αυτό το ζήτημα ο Μπρατ το ενέτασσε εντός του ευρύτερου επιχειρήματός του, υποστηρίζοντας πως το νομοσχέδιο που προωθούσε η Γερουσία θα προσέφερε στις μεγάλες επιχειρήσεις μια τεράστια δεξαμενή φτηνού εργατικού δυναμικού εις βάρος των αμερικανών εργαζομένων. Προφανώς, ο Μπρατ δεν είναι ο πρώτος Ρεπουμπλικάνος που στρέφει τα πυρά του κατά των μεγάλων εταιρειών από μια λαϊκιστική συντηρητική θέση — αυτό το στοιχείο χαρακτηρίζει το Tea Party από το ξεκίνημά του. Ωστόσο είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η εκπληκτική νίκη του Μπρατ επί του Κάντορ δεν επιτεύχθηκε μόνο χάρη στις θέσεις του εναντίον της αμνήστευσης των παράνομων μεταναστών. Απ’ όσο έχω δει, η εκστρατεία του Μπρατ δεν επικεντρώθηκε στην αντιμεταναστευτική θεματολογία ούτε βασίστηκε στην εκμετάλλευση του τοπικιστικού αισθήματος. Ήταν μια εκστρατεία που αντιτάχθηκε ρητά στην Γουόλ Στριτ και στην εύνοια των μεγάλων επιχειρήσεων — και δεν θα είναι η τελευταία. Ο Κάντορ δεν είχε ιδέα για το κύμα που σηκωνόταν απειλητικό στην περιφέρειά του, στα περίχωρα του Ρίτσμοντ. Το πρωί των εκλογών, βρισκόταν σε ένα καφέ στην Ουάσινγκτον και μάζευε εισφορές από λομπίστες. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

1 Majority Leader: εξαιρετικά ισχυρή και επίζηλη θέση στο αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Αφορά τη Βουλή των Αντιπροσώπων. 2 Elizabeth Ann Warren (1949-): Αμερικανίδα πολιτικός, γεροσυσιαστής του Δημοκρατικού Κόμματος, γνωστή για τη δράση της σχετικά με την προστασία των καταναλωτών. 3 STOCK = μετοχή, αλλά και αρκτικόλεξο

από τις λέξεις: Stop Trading Οn Congressional Knowledge.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

28

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ελληνικό ακροδεξιό σύμπτωμα: Γιατί είναι τόσο ακραίο; ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ Γιατί η ελληνική Ακροδεξιά συγκαταλέγεται, μαζί με την ουγγρική, στις πιο ακραίες στην Ευρώπη; Γιατί στην Ελλάδα έχουμε ναζισμό, και όχι φασισμό ή άλλες εκδοχές δεξιού εξτρεμισμού; Ας αποφύγουμε τον πειρασμό σε ουσιοκρατικές θεωρήσεις ή ιδεοληπτικές δοξασίες, που αναπαράγουν οικεία στερεότυπα στον ευρωπαϊκό Bορά σχετικά με τα Βαλκάνια, και δη την Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια. Μια ψύχραιμη έρευνα δείχνει ότι στην Ελλάδα συντείνουν όλοι οι ικανοί και αναγκαίοι παράγοντες για αυτή την πιθανή θλιβερή πρωτιά. Επιχειρώ μια ταξινόμηση, προσπαθώντας να διακρίνω τις ριζωμένες αιτίες από τις θρυαλλίδες.

Γιατί η ακροδεξιά; Το ιστορικό βάθος Πρώτον, επειδή υπάρχει το ιστορικό βάθος, η κληρονομιά του 20ού αιώνα με την οποία οι δεσμοί δεν διερρήχθησαν. Και η κληρονομία αυτή δεν είναι μόνο η μη τιμωρία των δωσιλόγων και συνεργατών —και αλλού δεν τιμωρήθηκαν—, κάτι πολύ βαρύτερο: ότι αυτοί υπήρξαν οι πυλώνες αντιμετώπισης του «εσωτερικού εχθρού» και στη συνέχεια οι στυλοβάτες του κράτους, από τον Δεκέμβρη του 1944 μέχρι τη θεσμική κορύφωση της συνταγματικής εκτροπής στη δικτατορία. Αυτοί έκαναν τη βρώμικη δουλειά για να «ανήκομεν στη Δύση». Σήμερα, σαράντα χρόνια μετά την πτώση της χούντας, οι αυτολογοκριτικοί μηχανισμοί του χώρου αυτού —η ντροπή δηλαδή του να δηλώνεις χουντικός— αδυνατίζουν. Ο χρόνος περνάει. Τα ποσοστά της Χρυσής Αυγής στα παραδοσιακά «μαύρα» εκλογικά άνδρα της χώρας το αποδεικνύουν. Περιοχές, που, παρεμπιπτόντως, δεν έχουν κανένα πρόβλημα με το μεταναστευτικό… Η δικτατορία «έκανε τη ζημιά» της στην παράδοση της ακροδεξιάς στην Ελλάδα καθώς την απονομιμοποίησε, αλλά σιγά σιγά η παράδοση αυτή ξαναβρίσκει την ορμή της και έναν νέο βηματισμό. Δεύτερον, έχουμε την διείσδυση του χυλού που αποτελεί τη μαγιά της άκρας δεξιάς ιδεολογίας σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του ελληνικού πολιτικού φάσματος. Ο εθνικισμός, ο ρατσισμός και ο σεξισμός δεν αποτελούν μονοπώλιο της Χρυσής Αυγής — όπως και αλλού βέβαια. Στην Ελλάδα όμως, ο «μακεδονικός αγώνας» της δεκαετίας του 1990 οδήγησε στην ανάδυση ενός επιθετικού εθνικιστικού λόγου, ο οποίος διαχύθηκε στο σύνολο του πολιτικού φάσματος, της Αριστεράς μη εξαιρουμένης, πρωτοστατούσης φυσικά της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτό το περιβάλλον, η Χρυσή Αυγή κάνει τα πρώτα της βήματα της βρεφικής της ηλικίας. Είναι η στιγμή που ο παλαιάς κοπής αυτοθυματοποιημένος ελληνικός εθνικισμός συνάντησε το όνειρο της «ισχυρής Ελλάδας»: μιας βαλκανικής καπιταλιστικής μητρόπολης που «διεισδύει οικονομικά» (σύμφωνα με μια δημοφιλή λέξη της δεκαετίας) στα εσωτερικά των αδυνάμων γειτόνων. Η βαλκανική – κυρίως αλβανική - αποδημία προς την Ελλάδα στις δεκαετία εκείνη εντείνει τη μισαλλοδοξία και τον ιδιωτικά τηλεκατευθυνόμενο ρατσισμό. Συζητάμε σήμερα για ρατσισμό εναντίον Πακιστανών και λοιπών, αλλά σα να ξεχνάμε τι συνέβαινε με τους Αλβανούς πριν 20 χρόνια…

Γιατί σήμερα; Οι θρυαλλίδες Πρώτον, είναι η ένταση των μεταναστευτικών ροών, η εκπομπή επισήμως μισαλλόδοξου λόγου αλλά και πρακτικής (βλ. Ξένιος Δίας) από το κράτος, και η παταγώδης πολιτειακή αποτυχία να διαχειριστεί θεσμικά τις ροές αυτές, μια αποτυχία

Ο Δημήτρης Χριστόπουλος διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και είναι αντιπρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Το κείμενο βασίζεται σε διάλεξη στη σειρά «Exploring narratives on the Greek crisis», που πραγματοποιήθηκε στο Ολλανδικό Ινστιτούτο Αθηνών, στις 12.6.2014.

Ναζιστική αφίσα του 1932: Η έγερση των εργατών

νια υψηλή ανεργία, όπως η Ισπανία. Η οικονομική κρίση φυσικά και μεγεθύνει την Άκρα Δεξιά: αυτό το διδάσκει κατεξοχήν η γερμανική εμπειρία του Μεσοπολέμου και όχι μόνο. Αν κάτι δείχνει επίσης η σημερινή διαχείριση της κρίσης είναι ότι η ίδια η ιδέα της δημοκρατίας συνολικά απαξιώνεται από την νεοφιλελεύθερη επίθεση στην κοινωνία. Αυτό συμβαίνει κυρίως όπου υπάρχει το ιστορικό και ιδεολογικό υπέδαφος για το οποίο έγινε λόγος στην αρχή. Σε αυτές τις συνθήκες, πρέπει να σκεφτούμε πολύ σοβαρά ότι η όποια υπέρβαση της κρίσης, δεν σηματοδοτεί μηχανικά και την οπισθοχώρηση της Άκρας Δεξιάς. Όπως η Δεξιά αφελώς νομίζει ότι η Αριστερά στην Ελλάδα είναι, ευθύγραμμα και μόνον, γέννημα της κρίσης, έτσι και εμείς αφελώς νομίζουμε ότι η Άκρα Δεξιά θα φύγει μαζί της. Ασφαλώς η κρίση, και η νεοφιλελεύθερη διαχείριση της τρέφει την Άκρα Δεξιά, αλλά τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Τρίτον, είναι η βαθύτατη ηθική ανυποληψία των ελληνικών πολιτικών ελίτ που εύλογα χρεώνονται στα μάτια του ελληνικού λαού την ευθύνη η Ελλάδα έφτασε εδώ που έφτασε. Και αυτή η ανυποληψία τροφοδοτεί τη ΧΑ σε δύο επίπεδα: Πρώτον, αφεαυτής, καθώς σαρώνει όλο το πολιτικό πεδίο, αφήνοντας αλώβητους μόνο τους ακροδεξιούς «τιμωρούς». Δεύτερον, επειδή το κυνήγι των σκανδάλων και την πομπώδη ανάδειξη της σαπίλας του ελληνικού αστισμού τα οικειοποιείται μια χαρά η Ακροδεξιά που ανέκαθεν στοχεύει στην εξάρθρωση της «εκφυλισμένης» κυβερνώσας ελίτ, βρίσκοντας άφθονη πρώτη ύλη στα κακώς κείμενά της. Η συμμετοχή του ακροδεξιού ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση «τεχνοκρατών» του Νοεμβρίου 2011 —η ολοκληρωτική «καθεστωτοποίησή» του δηλαδή— άνοιξε τον δρόμο για την εκλογική εκτίναξη της ΧΑ στις εκλογές του 2012, καθώς νομιμοποίησε την παρθενική εμφάνιση ενός ακροδεξιού κόμματος στο κυβερνητικό μπλοκ εξουσίας, γεγονός καινοφανές για τα ελληνικά πολιτικά χρονικά μετά τη χούντα.

Κατακλείδα

στην οποία κατεξοχήν «πάτησε» ο λόγος της Χρυσής Αυγής, κυρίως στα δύσκολα διαμερίσματα του Δήμου Αθηναίων το 2010. Το μεταναστευτικό, υπό την έννοια αυτή, αποτελεί το σημείο στο οποίο εφάπτεται η ελληνικής κοπής Άκρα Δεξιά με τα υπόλοιπα ομοειδή κόμματα ευρωπαϊκών κρατών που είναι μεταναστευτικοί προορισμοί. Εδώ όμως θέλει μια προσοχή: ο αντιμεταναστευτικός λόγος είναι η πρόσοψη του ακροδεξιού μορφώματος, το οποίο τρέφεται και ανασαίνει από την ιδέα της εκάστοτε «απειλής» και του κινδύνου. Σήμερα είναι οι μετανάστες, χθες οι κομμουνιστές κλπ. Αν δεν απειλείται από κάτι, δεν μπορεί να ζήσει. Ιστορικά, έτσι επινοεί τις απειλές του, πατώντας στα κοινωνικά αδιέξοδα των ανθρώπων. Δεύτερον, είναι η όξυνση των βιοτικών αδιεξόδων στον καιρό της κρίσης που οδηγεί στη διόγκωση του ακροδεξιού όγκου. Όχι όμως ευθέως και μονοσήμαντα, όπως συχνά νομίζουμε στην Αριστερά: η Άκρα Δεξιά ανθεί σε χώρες που δεν βιώνουν την ένταση της κρίσης (π.χ. Βρετανία, Δανία, Αυστρία), ενώ αντίστροφα δεν λέει να βγει από το περιθώριο σε χώρες με χρό-

Η Αριστερά, μέσα σε όλα, πρέπει να σκέφτεται αυτοτελώς το ζήτημα της αντιμετώπισης της Άκρας Δεξιάς. Να μην το απωθεί, να μην το διαχειρίζεται με όρους τακτικής ή υπαγωγής στο δίλλημα «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο». Να μην υποτάσσεται στον θεσμικό κομφορμισμό, αλλά και ταυτόχρονα να μην απαξιώνει το κράτος δικαίου. Σήμερα, σε μια συγκυρία πολιτικής εδραίωσης της Αριστεράς και απίσχνανσης του δεξιού κυβερνητισμού, ένα διόλου ασήμαντο κομμάτι της ιστορικής Δεξιάς θέλγεται από την ιδέα των ακροδεξιών ενέσεων για να αντεπεξέλθει στις δυσκολίες του. Ο διαρκής κίνδυνος εκφασισμού του τμήματος αυτού δεν πρέπει να εκπλήσσει όσους ξέρουν στοιχειωδώς την ευρωπαϊκή –και δη την ελληνική– ιστορία του 20ου αιώνα. Η ολίσθηση αυτή είναι απειλή για τη Δημοκρατία. Είναι απειλή για τη δυνατότητά μας να διαφωνούμε συντεταγμένα για το μέλλον αυτού του τόπου. Σήμερα, η Αριστερά έχει το —ιστορικά οικείο σε αυτήν, βέβαια— πρόσθετο φορτίο υπεράσπισης της Δημοκρατίας.

Ο ΟΜΟΦΥΛΟΦΙΛΟΣ ΚΑΒΑΦΗΣ ΤΟΥ Δ. ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ Οι εκδόσεις Πατάκη μας καλούν την Τρίτη 17 Ιουνίου και ώρα 19:30 στον Κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134-136, Θησείο) στην παρουσίαση του βιβλίου του Δημήτρη Παπανικολάου, «Σαν κ’ εμένα καμωμένοι». Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας. Θα μιλήσουν οι: Στάθης Γουργουρής (Πανεπιστήμιο Columbia), Βασίλης Νούλας (σκηνοθέτης), Μαρία Τοπάλη (ποιήτρια και κριτικός), Θεόφιλος Τραμπούλης, κριτικός τέχνης, περ. «Unfollow», Θοδωρής Χιώτης (φιλόλογος, project manager Αρχείου Καβάφη) και ο συγγραφέας Δημήτρης Παπανικολάου. Θα συντονίσει η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη.

NO MORE AUSTERITY, DEMAND THE ALTERNATIVE: ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ Ο Σύριζα Λονδίνου και η Καμπάνια Αλληλεγγύης στην Ελλάδα (Greece Solidarity Campaign) απευθύνουν κοινή έκκληση συμμέτοχης προς κάθε Ευρωπαίο και κάθε ευρωπαϊκή αριστερή οργάνωση στη Μεγάλη Βρετανία, να μετάσχουν στη διαδήλωση κατά της λιτότητας που οργανώνεται από το Peoples’ Assembly (εwww.thepeoplesassembly.org.uk/national_demo_21_june) στις 21 του Ιούνη στο Λονδίνο. Ο σκοπός του κοινού καλέσματος είναι η δημιουργία ενός ευρωπαϊκού μπλοκ που θα κάνει εμφανή την ευρωπαϊκή διάσταση τόσο του προβλήματος όσο και της λύσης, με την προσδοκία να αποτελέσει στο μέλλον την βάση ενός Ευρωπαϊκού δικτύου. Σε επόμενο φύλλο των «Ενθεμάτων» θα επανέλθουμε στο θέμα.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

37

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Μυστικά και παραμύθια από την ιστορία της Μακεδονίας Η ιστορία της Μακεδονίας, σε όλο τον 20ό αιώνα αποτελεί ένα δύσκολο και συναρπαστικό κουβάρι, από πολλές απόψεις (εθνοτική, πολιτισμική, γλωσσική, θρησκευτική) για τον ερευνητή. Ζώνη διακεκαυμένη, αλλά οι φλόγες δεν περιορίζονται στην επικράτεια της ιστορίας, αλλά κατακλύζουν την πολιτική, όπως έχουμε διαπιστώσει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Ο Σπύρος Καράβας είναι ένας από τους δεινότερους μελετητές του ζητήματος, και η ιστορική του γνώση πάει χέρι χέρι με την πολιτική του ευαισθησία και την πάλη του ενάντια στον εθνικισμό, τη μισαλλοδοξία και τους εθνικούς μύθους. Το βιβλίο του «Μυστικά και παραμύθια από την ιστορία της Μακεδονίας», που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις Βιβλιόραμα (αφιερωμένο στη μνήμη του Άγγελου Ελεφάντη) αποτελεί ένα ισχυρό αντίδοτο στην ιδεολογική χρήση της ιστορίας, στις παθογένειες της ιστορικής μας παιδείας που καθόρισαν τη στάση του ελληνικού κράτους στον «νέο μακεδονικό αγώνα» της δεκαετίας του 1990 και κυριάρχησαν στον δημόσιο λόγο. Το συστήνουμε ανεπιφύλακτα! ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΡΑΒΑ Ιστορία δεν σημαίνει ηρωοποίηση ούτε ιεροποίηση, ακόμη κι αν λαμβάνει υπόψη της αυτά τα φαινόμενα. Πρωτ’ απ’ όλα, ιστορία σημαίνει ιστορία των ανθρώπων. Υπ’ αυτή την έννοια, κάθε απομυθοποιητική έρευνα είναι Ιστορία, κατάργηση δηλαδή των αντίθετων και αντιφατικών μύθων. Πιερ Βιντάλ-Νακέ, Αγώνας μου, η Ιστορία, μετ. Σ. Διονυσοπούλου, Αθήνα 2007, σ. 63-64. Έχουν περάσει 50 χρόνια από τότε που ο Κ. Θ. Δημαράς υποστήριζε ότι πάσχουμε από υπερβολική δόση ιστορισμού, με την οποία είμαστε διαποτισμένοι και ακριβώς γι’ αυτό «έχουμε περισσότερα από τους άλλους να κάνουμε: να ξεμάθουμε ό,τι ξέραμε, την ιστορία που παίρνει κανείς για μαλακό προσκέφαλο και για “άλλοθι”, και να μάθουμε ό,τι δεν ξέρουμε, την ιστορία όργανο ζωής και εθνικής προαγωγής».1 Δεν θα ανέμενε, ωστόσο, εκείνα τα λόγια του, μισό αιώνα μετά, να περιγράφουν με τέτοια ακρίβεια τόσο το επίπεδο της εθνικής μας αυτογνωσίας όσο και την ανάγκη-προτροπή να ξεμάθουμε για να μάθουμε. Πράγματι, όποιος καταπιάνεται με ζητήματα της νεοελληνικής ιστορίας που άπτονται ιδίως της εθνικής-κρατικής μας συγκρότησης, βρίσκεται μπροστά σε μια τεράστια αντίφαση: η ιστοριογραφία, κατά κανόνα, «διαψεύδει» τις πηγές, ενώ οι πηγές, με τη σειρά τους, ανατρέπουν το ούτως ή άλλως κατασκευασμένο εθνικό αφήγημα. Η ανατροπή αυτή όμως συμβαίνει υπό την προϋπόθεση ότι οι μαρτυρίες προσεγγίζονται από τον ερευνητή με απορία: με το αίτημα να κατανοηθούν και όχι να επιβεβαιωθούν τα παραδεδεγμένα, η κοινά αποδεκτή θεώρηση του παρελθόντος. Διαφορετικά, στην περίπτωση που ο ιστορικός πρεσβεύει ότι ανήκει σε έθνος ανάδελφο, τριγυρισμένο ανέκαθεν από μύριους εχθρούς που επιβουλεύονται την ύπαρξή του, κάθε προσπάθεια κατανόησης και γνώσης ακυρώνεται για να μετατραπεί σε συνηγορία των κυρίαρχων βεβαιοτήτων. Και όπως καλά γνωρίζουμε, οι πιο στέρεες και ανθεκτικές στο χρόνο βεβαιότητες προέρχονται από ηθελημένες ή μη άγνοιες. Όποιος καταπιαστεί ειδικότερα με την ιστορία των πληθυσμών της Μακεδονίας — και οι επαΐοντες πλέον δεν εκπλήσσονται—

θα βρεθεί αντιμέτωπος με αλλεπάλληλα κρούσματα ιδεολογικής χρήσης της ιστορίας, που συχνά συνοδεύεται από εσκεμμένη παραχάραξη των πηγών. Άλλωστε, στην αντίδραση της ελληνικής πολιτείας απέναντι στο νεομακεδονικό την τελευταία εικοσαετία και στους κοινούς τόπους που κυριάρχησαν στον δημόσιο λόγο, φάνηκαν ξεκάθαρα οι παθογένειες της ιστορικής παιδείας στην Ελλάδα. Παθογένειες που χαρακτηρίζουν τόσο εκείνους που είχαν την ευθύνη για τη χάραξη της εξωτερικής πολιτικής καθώς και τα κομματικά επιτελεία, όσο και όλα ανεξαιρέτως τα στρώματα της κοινωνίας, προσδιοριζόμενα είτε με οικονομικοκοινωνικά είτε με πολιτισμικά κριτήρια. Για μία ακόμη φορά αναδείχθηκε η αυτάρεσκη αναπαραγωγή ανιστόρητων και σωβινιστικών στερεοτύπων, με αποτέλεσμα την αυτοπαγίδευση στην εθνική ρητορεία. Μια ρητορεία που λειτουργεί ως το «μαλακό προσκέφαλο» για το οποίο μιλούσε ο Δημαράς και το οποίο αρνούμαστε να αποχωριστούμε. Και οπωσδήποτε δεν συνιστούν «άλλοθι» οι αντίστοιχες μεθοδεύσεις των υπαρκτών «αντίπαλων» εθνικισμών. Λέγεται ότι μια φωτογραφία αξίζει πολλές φορές όσο χίλιες λέξεις. Πιστεύω πως μια τέτοια φωτογραφία είναι εκείνη που δημοσιεύτηκε στην Μηνιαία Εικονογραφημένη Ατλαντίδα της Νέας Υόρκης, τον Ιανουάριο του 1913, και αναδημοσιεύεται εδώ καθώς βεβαιώνει με το παραπάνω του λόγου το αληθές. Γιατί οι «Έλληνες χωρικοί του Σόροβιτς» όχι μόνο εικονογραφούν με τον καλύτερο τρόπο την αντίληψη του «ελληνισμού» για τη Μακεδονία πριν 100 χρόνια, αλλά και απηχούν, με μια δόση ειρωνείας, τη σημερινή σχέση των Νεοελλήνων με την ιστορία της Μακεδονίας. Μια σχέση που χτίστηκε μέσα από αλλεπάλληλες μετωνυμίες, αποσιωπήσεις, άγνοιες, παρεξηγήσεις, στρεβλώσεις και απαγορεύσεις, έτσι που το κύριο και κυρίαρχο σώμα της ελληνικής βιβλιογραφικής παραγωγής για τη Μακεδονία να παρουσιάζει «le monde à l’envers», να εμφανίζει αντεστραμμένο το είδωλο της πραγματικότητας. Με αποτέλεσμα, να μην ξενίζει ούτε καν η έκπληξη του φοιτητή ο οποίος, έχοντας θητεύσει επί 12 χρόνια στα θρανία του πρώην Σόροβιτς και νυν Αμυνταίου, αγνοούσε την παλαιά ονομασία του χωριού του. Αντίθετα γνώριζε για τον τόπο του ό,τι η εθνική ιστοριογραφία είχε κατασκευάσει ως παρελθόν για να αναπληρώσει το κενό των απαγορευμένων ρεαλίων, τουτέστιν σχεδόν τίποτε.

Με αυτά τα ρεάλια και αυτές τις πραγματικότητες καταπιάνεται ο ανά χείρας τόμος, αποβλέποντας και στις γνωστικές ανάγκες του φοιτητή από το Αμύνταιο και των συμφοιτητών του. Με τα ρεάλια, όχι γιατί προσβλέπω σε κάποια «αντικειμενική ιστορία», δηλαδή στη φενάκη της μίας και μοναδικής ορθής και δίκαιης εκδοχής του παρελθόντος. Αλλά γιατί η επιστήμη της ιστορίας δεν μπορεί να βγάζει από το στόχαστρο το οντολογικό της πρόταγμα, στο όνομα της σχετικοποίησης που είναι του συρμού. Όπως υπενθυμίζει ο Σπύρος Ασδραχάς, «δεν υπάρχει ιστορικός που να αρνείται την αντικειμενικότητα της πραγματικότητας. Το πρόβλημα είναι ότι η αντικειμενικότητα της πραγματικότητας δεν έχει απολύτως “αντικειμενική καταγραφή” στη συνείδηση. Και ξέροντας αυτό το πράγμα, ο ιστορικός δημιουργεί μια σειρά νοητικών εργαλείων, μια σειρά τεχνικών, με το σκοπό να καταγράψει στη συνείδησή του, όσο γίνεται, αυτή την οντολογική πραγματικότητα».2 Συχνά, ωστόσο, για να οικονομηθεί ο χρόνος της απαραίτητης έρευνας, μια και «τα πάντα είναι κατασκευές», προτιμήθηκε η διατύπωση υποθέσεων εργασίας —κάποτε περισπούδαστων—, τη στιγμή που οι πηγές απαντούσαν στα ερωτήματα. Για να βρεις όμως τις απαντήσεις μέσα από τις πηγές, πρέπει όχι μόνο να τις ρωτήσεις, αλλά πρωτίστως να τις εντοπίσεις μέσα στον ωκεανό τεκμηρίων της σύγχρονης ιστορίας. Σε τελευταία ανάλυση, αυτή η σχετικοποίηση της θέασης του κοινωνικού γίγνεσθαι, εκείνο που άθελά της πέτυχε είναι να παρέχει εχέγγυα επιστημοσύνης και σε προσεγγίσεις που υπηρετούν την ιδεολογική χρήση της ιστορίας. Προσεγγίσεις είτε της ακαδημαϊκής ιστορίας είτε εκείνης που ευθυγραμμίζεται με τους κανόνες της αγοράς του «ευπώλητου» βιβλίου. Η αναψηλάφηση της ιστορίας της Μακεδονίας στις σελίδες που έπονται επιχειρείται κυρίως μέσα από τις ελληνικές πηγές τους 20ού αιώνα, πηγές που αναγκαστικά έχουν αξιοποιηθεί εδώ επιλεκτικά, καθώς ο όγκος και ο πλούτος τους υπερβαίνει κατά πολύ τις δυνατότητες του μεμονωμένου ερευνητή. Ο χώρος αναφοράς είναι οι περιοχές εκείνες

στις οποίες επικέντρωνε το ενδιαφέρον της η ελληνική πλευρά πριν το 1912 και βέβαια η ελληνική Μακεδονία μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Οι περισσότερες σελίδες αυτού του βιβλίου αφορούν τα πρώτα 13 χρόνια του 20ού αιώνα, γεγονός που υπακούει στα προσωπικά μου ερευνητικά ενδιαφέροντα που σχετίζονται με τον μακρύ 19ο αιώνα. Σε μια πρώτη μορφή οι μελέτες που συγκεντρώνονται εδώ είχαν δημοσιευτεί σε περιοδικά, εφημερίδες και σύμμικτους τόμους μεταξύ 1998 και 2009. Αλλού λιγότερο και αλλού περισσότερο για τη νέα τους παρουσίαση πλαισιώθηκαν με πρόσθετα στοιχεία, τα οποία, χωρίς να αλλοιώνουν το εκάστοτε αρχικό επιχείρημα, το εμπλουτίζουν με νέα δεδομένα που είτε η πεπερασμένη έκταση της αρχικής δημοσίευσης δεν επέτρεπε είτε εντοπίστηκαν έκτοτε ή ήρθαν μεταγενέστερα στο φως της δημοσιότητας. Φυσικά διορθώθηκαν κατά το δυνατόν οι αβλεψίες και όπου κρίθηκε σκόπιμο έγιναν οι απαραίτητες βιβλιογραφικές ενημερώσεις. […] Ο Άγγελος Ελεφάντης, πρόθυμος συζητητής και συχνά από τους πρώτους αναγνώστες των δοκιμίων αυτών, επέμενε να συγκεντρωθούν σε ένα τόμο και εισέπραττε κατ’ επανάληψη το «καλά θα δούμε». Για τον Πολίτη προορίζονταν και «Οι ξενοσυνείδητοι της XVης Μεραρχίας», αλλά δεν τον πρόλαβαν. Η παλιά υπόσχεση άφησε το ίχνος της στην αφιέρωση, μικρή υπόμνηση μεγάλης οφειλής. Λιγότερο απτό το ίχνος των ανθρώπων που συναντήσαμε στις επίμονες περιηγήσεις στις πεδιάδες και τα βουνά της Μακεδονίας, αλλά όχι μικρότερη η ευγνωμοσύνη. Χάρη στη δική τους σύμπραξη, η περιδιάβαση και ο αναστοχασμός, με μόνιμους συνοδοιπόρους την ομάδα των Κατακαλαίων, έγινε μια συναρπαστική πατριδογνωστική περιπέτεια.

1

Κ. Θ. Δημαράς, «Μερικά επείγοντα θέματα» [1964], Σύμμικτα Δ΄. Λόγια περί μεθόδου, Επιλογή κειμένων: Φ. Ηλιού, Επιμέλεια: Π. Πολέμη, Αθήνα 2013, τ. Β΄, σ. 580-581. 2 Σπ. Ασδραχάς, Ζητήματα Ιστορίας, Αθήνα 1983, σ. 131.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

38

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ποίηση στα χρόνια της οδύνης: Το Εξώφυλλο Δέρμα του Χρόνου «Και με φως και με θάνατον ακαταπαύστως» ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ Όσοι γνωρίζουμε τον Πάνο Οικονόμου, ως φιλόλογο, ραδιοφωνικό παραγωγό (στο μπλογκ τού radiobubble.gr δημοσιεύονται ποικίλα κείμενά του), διαδικτυακή περσόνα, πολίτη παρόντα, αξιαγάπητο άνθρωπο που φιλοτεχνεί το παιχνίδι της επικοινωνίας, τον θεωρούμε πρώτα απ’ όλα ποιητή — εκπληρώθηκε ο οιωνός του Νίκου Μαμαγκάκη για το «κοπέλι»! Αριστοκράτης της τρυφερότητας, βέβηλος προς τις εξουσίες, πολιορκεί το μυχό του μύθου, είτε μιλά με πάθος για τα Δεκεμβριανά είτε για «το αριστερό παπούτσι της Ρόζας Λούξεμπουργκ» είτε για την Ανάφη (ωραίες εμμονές…). Στη συλλογή του η πρωτοπρόσωπη φωνή αποπειράται αρχικά αισθαντική μύηση στα σύμπαντα του εγώ και του κόσμου, ιχνηλατεί «το δικοτυλήδονο της ύπαρξης». Άρρητη ομορφιά και γκρεμοί, διονυσιασμός και φάσματα, άπνοια και ανάσα ελευθερίας (ένα φου, όπως το λέει στις εκπομπές του), συλλογική μνήμη («τη χολή που πότισε / τα όνειρα / της φάρας μου»), πληγές του κορμιού και κόμποι της ψυχής: οι ραψωδίες μιας οδύσσειας πλούσιας σε διακείμενα χάρη στη φιλολογική σκευή του ποιητή. Στο κειμενικό σώμα ροδαμίζει το αίμα (ας θυμηθούμε τη ρήση του Νίτσε: «Από όλα όσα έχουν γραφτεί, αγαπώ μόνο αυτό που γράφει κανείς με το αίμα του»), καταυγάζοντας τη ζέουσα επιθυμία για το συν, για διαφάνεια, τη δίψα για ουρανό. Και, μετέωρος μεταξύ φωτός και σκότους, μοιάζει να απαντά με τον τρόπο του Καίσαρα Εμμανουήλ (από τον οποίο εμπνεύστηκε το διαδικτυακό όνομά του): «θέλω το φως να με τυφλώσει!». Στο εξώφυλλο το ερμητικά κλειστό βλέμμα φαίνεται να παρατηρεί εκ των ένδον το εργοτάξιο των λέξεων: αναδύονται στίχοι που σκαρφαλώνουν σε σελίδες χωρίς αρίθμηση-λευκή ανεμόσκαλα, σφύζουν από βιώματα, κραυγάζουν, ηχούν μουσικά «σε ναι δίεση», σωπαίνουν. Σαν «μολυβένια στρατιωτάκια» παρατάσσονται, μαχητές στο «σφαγείο της ζωής», με μόνη εξάρτυση την αλήθεια τους, «νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω», για να ειπωθεί καλά ο θάνατος, όπως ορίζεται στο μότο. Ισορροπώντας σε ένα μεταξένιο ανεπαισθήτως, το ποιητικό υποκείμενο αναγεννάται, ριζώνει, ίπταται, «πάντοτε εν καμίνω». Και μαζί του «εμείς οι θνήσκοντες αλαλαγμοί», αυτοσχεδιάζουμε στην «Comedia del arte moriendi», ξακρίζοντας στίχους-νήματα για το μίτο που, σαν άλλη Αριάδνη, υφαίνει η αράχνη του χρόνου…

Η Ιωάννα Σπηλιοπούλου είναι φιλόλογος.

Η αποδόμηση του σώματος ως ποιητικό συμβάν ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ Το Εξώφυλλο Δέρμα του Χρόνου είναι μια ηδονοβλεπτική παρατήρηση της καταστροφής του σώματος. Όχι από τη φθορά του χρόνου, αλλά από τον κατατεμαχισμό, την κανιβαλική επέμβαση στο σάρκινο «εγώ» του ποιητή που παρακολουθεί το σώμα-κτίριο σε πορεία ανάδρομη: «αυτό ήμουν πια / μια σκαλωσιά / μια ανεγειρόμενη οικοδομή / ένα γιαπί / μυστριά έδιναν κι έπαιρναν / και να το μίνιο / να το στοκάρισμα/ να οι λαδομπογιές/ μη μείνει/ τρύπα χαίνουσα / πληγή χωρίς σαγρέ επίστρωση / ένα απέραντο εργοτάξιο το κορμί μου». Σώμα βωμός, σώμα θέατρο, σώμα σύμπαν. Σώμα τεκτονικό φαινόμενο, πόλεμος μέχρις εσχάτων. Σώμα νυν και αεί. «Οι άνθρωποι μοιάζουν τόσο πολύ με αυτό που τους τρώει». Είναι βαθύτατα σωματοποιημένη η ποίηση του Οικονόμου. Πελώριο μάτι ο ίδιος, φακός κοίλος που τον σχηματίζει ο «μέγας παρακείμενος του τέλους». Αυ-

Γλυπτά από πάγο του βραζιλιάνου καλλιτέχνη Νέλε Αζεβέντο, Βερολίνο, Σεπτέμβριος 2009 (από το streetartutopia.com)

τοανατέμνεται, καταγράφει πυρετωδώς στο ημερολόγιο του σώματος και εξαχνούμενος μας οδηγεί στον δικό του «ου τόπο». Εκκινεί από την βιωμένη εμπειρία της βιολογικής δοκιμασίας για να εξακοντίσει το βίωμα και τα όρια της ποιητικής αφήγησης στα ακραία σημεία χώρου και χρόνου. Κλείνει ταυτόχρονα το μάτι στην Ιστορία: «... το πέταξαν / στο κέντρο / το κάτασπρο/ κουφάρι/ το θυμάμαι σαν τώρα/ στο Πεδίο του Άρεως / το ’46/ το κλωτσούσαν / ένα χολερικό πρωινό / οι Χίτες». Τότε που ο θείος «τυπογράφος αυτοδίδακτος / παλαιός / βιβλιοδέτης ονείρων- αφαιρούσε με μια τσιμπίδα / ένα ένα / τα τυπογραφικά στοιχεία / τα αλφάδιαζε / τα έκανε προκηρύξεις / το εξώφυλλο/ δέρμα / του χρόνου». Το Εξώφυλλο δέρμα του χρόνου είναι μια συλλογή από προσωπικές μυθολογίες. Μυθικοί ήρωες συνοδεύουν την αναίρεση του σώματος, μυθολογικές εμμονές αποτελούν και τα αναγκαία για το ταξίδι: τα ανθρωποδερματόδετα πούρα που τέντωναν στα μπούτια τους κουβανέζες καπνεργάτριες, το Jack Daniels Tennessee, τα Camel άφιλτρα. Σημάδια που φέρει το σώμα από τον πρότερο βίο του. Νιώθω πως πρόκειται για ποίηση γεννημένη στα τωρινά «χρόνια της οδύνης». Το Εξώφυλλο δέρμα μπορεί να εκτυλίσσεται σε ένα βιοπολιτικό άχρονο, όπου το σώμα γίνεται η καθαρή γυμνή ζωή, μετεωριζόμενη, χωρίς αναγνωρίσιμες ιδιότητες, σε απόλυτη αβεβαιότητα και αν-ασφάλεια, υπό την απεριόριστη και αδιαμεσολάβητη κυριαρχία. Ιερή, φονεύσιμη και άθυτη, η αιχμάλωτη ζωή. Είναι ο αιώνιος homo sacer του Αγκάμπεν. Παράλληλα όμως το ποίημα υφαίνεται στην κανιβαλική παλινόρθωση του σήμερα, στο απόλυτο παρόν. Νιώθει να λυγίζει ο αναγνώστης από το λεκτικό φορτίο. Ασθματική η ανάγνωση οδηγεί στην νηνεμία του τέλους, με την αναγεννητική βεβαιότητα της απάντησης «ένα» στην ερώτηση «παλεύεται το μηδέν;». Είναι αυτή η εναλλαγή αισθήσεων αντίστοιχη με τις εναλλαγές του ίδιου του Οικονόμου. Πρόκειται για μια ιδιαίτερη πολυπρόσωπη περίπτωση —δάσκαλος, ασεβής περσόνα του διαδικτύου (contrabbando), ραδιοφωνικός παραγωγός- με ευχέρεια στις υφολογικές ανατροπές (για λεκτική παρενδυσία κάνει λόγο αυτοσαρκαζόμενος ο ίδιος). Με το συγκεκριμένο κείμενο μας προσφέρει μια σπάνια πνευματική και αισθητηριακή εμπειρία. Μαζί κι ένα νεύμα στο συν, στο «κεκτημένο από αιώνες συν για να μας πάει παραπέρα…».

Ο Κωστής Παπαϊωάννου είναι φιλόλογος, πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

Μας υφαίνει η υπομονετική αράχνη του χρόνου το σάλιο της ορίζει τις μέρες μας κολλώδες όπως η σιωπή σε φιλί αποχωρισμού επίμονο σαν αντίλαλος κρότος στα τοιχώματα μιας τραχειοτομής έρπεται ανάμεσα στις ώρες μας ανεπαίσθητα όπως το ίχνος που αφήνουν τ’ ακροδάχτυλα μιας γυναίκας στο ξεχασμένο από τον έρωτα κορμί μας λιγώνει μας παραλύει μας μεθά τόσο που δεν ακούμε την χλαπαταγή από τις πανοπλίες των ημερών —περνούν συντεταγμένες— ή τους μήνες που φωνάζουν απ’ τα χαράματα κραδαίνοντας για θεώρηση στην ουρά το βιβλιάριο ενσήμων μιας ζωής ο ιστός της τυλίγει τις νύχτες μας αδιόρατος όπως το σκίρτημα μιας πεταλούδας στο κουκούλι της ανάλαφρος όπως οι γάζες στις πληγές πριν βυθιστούνε στο νερό και πάρουνε το σχήμα και το βάρος μιας γύψινης ζωής ΠΑΝΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΔΙΑΤΙΘΕΤΑΙ ΣΤΟ RADIOBUBBLE (ΙΠΠΟΚΡΑΤΟΥΣ 146), ΣΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΠΟΛΙΤΕΙΑ (ΑΣΚΛΗΠΙΟΥ 1-3) ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΣΤΟ www.contrabbando.gr


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ 2014

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

39


Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

15 IOYNIOΥ 2014

ΤΟ BLOG ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»: enthemata.wordpress.com e-mail: enthemata@gmail.com

Μια παράσταση για την επανάσταση με θέμα την τέχνη ΤΗΣ ΕΛΕΝΑΣ ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ Είτε πρόκειται για την επανάσταση είτε πρόκειται για την τέχνη, το μόνο χρειώδες είναι το ανθρώπινο σώμα. Το σώμα ως αναγκαία συνθήκη είναι το θέμα της παράστασης του χορογράφου (και, επιτέλους ξανά, χορευτή) Κωνσταντίνου Μίχου. Ίσως, το σώμα ως ικανή συνθήκη. «Μόνο» είναι ο τίτλος της. Και, σε παρένθεση: «όλα όσα χρειάζονται για την επανάσταση». Η παρένθεση είναι πολύ πιο ολιγαρκής απ’ όσο αξίζει στην παράσταση, της οποίας το πραγματικό θέμα είναι μάλλον «μόνο όλα όσα χρειάζονται για την τέχνη». Ο χορός του 20ού αιώνα ήταν μια τέχνη κεντρική για την κατανόηση των αλλαγών που υπέστη μέσα στη νεωτερικότητα το ανθρώπινο σώμα. Γιατί αφομοίωσε πολύ πιο γρήγορα και με μεγαλύτερη τελικά αγωνία τις ριζικές αλλαγές που επέφεραν στο ανθρώπινο σώμα η βιομηχανική εργασία και η τεϊλορική γραμμή παραγωγής, η υπαλληλική εργασία και η «χειροτεχνία» της γραφομηχανής, η μαζική υποχρεωτική στράτευση και η μαζική πολεμική θανάτωση με όπλα απέναντι στα οποία οι σωματικές δεξιοτεχνίες παραλύουν. Ο χορός αφομοίωσε με απίστευτη ευαισθησία αυτές τις θεμελιακές αλλαγές. Και, πρώτος απ’ όλες τις τέχνες, ως τέχνη που διά του σώματος αναπαριστά το σώμα, αποτύπωσε τόσο τη σωματική διάσταση της κρίσης της αντρικής ταυτότητας όσο και την ανάδυση του γυναικείου σώματος ως σώματος που απαιτεί να αυτοπροσδιοριστεί με τρόπο που να νομιμοποιεί ιδεολογικά και καλλιτεχνικά τις αντιφάσεις του. Είναι προφανές πως δεν μιλάμε περί μπαλέτου, αλλά για τον χορό που εγκαινιάστηκε από την Ντάνκαν και εν συνεχεία τις γυναίκες καλλιτέχνιδες που ως χορογράφοι μπόρεσαν, για πρώτη φορά στην ιστορία, να εγγραφούν ως αυθεντίες μιας αυτόνομης καλλιτεχνικής και αισθητικής σύλληψης και όχι απλώς ως εκτελέστριες. (Αναγκαία διευκρίνιση: η εμμονή του σοσιαλιστικού ρεαλισμού με το κλασικό αυτοκρατορικό μπαλέτο δεν ήταν απλώς μια από τις πολλές εκδηλώσεις ιδεολογικής και αισθητικής σοβιετικής αρτηριοσκλήρωσης· ήταν κυρίως, σε αλληλοσυμπληρούμενο ζεύγος με τον πρωταθλητισμό, η απελπισμένη προσπάθεια να παραμείνει εκβιαστικά συγκροτημένο το ανθρώπινο σώμα που διεσπάτο, εντός και εκτός υπαρκτού σοσιαλισμού, ευτυχώς ή δυστυχώς, σε χίλια θραύσματα). Μαθητής της Τρίσα Μπράουν, αλλά εμμέσως και του Χοσέ Λιμόν, ο Μίχος μπορεί να ασκήθηκε στην γραμματική του μεταμοντέρνου χορού, κράτησε όμως το συντακτικό της αυθεντικότερης παράδοσης των αριστερών αμερικανών χορογράφων που (όπως ακριβώς ο Λιμόν και η Ντόρις Χάμφρεϋ) επέμειναν στην πολιτική νοηματοδότηση της ανθρώπινης κίνησης. Μαθητής του Στηβ Πάξτον και πρώτος μάλλον εισηγητής του contact improvisation στην Ελλάδα, ο Μίχος δεν εμπέδωσε απλώς ένα χορευτικό ιδίωμα, μια επιπλέον τεχνική άσκησης και έκφρασης από το πλήθος των κινησιολογικών λεξιλογίων που αναπτύχθηκαν μεταπολεμικά. Το «contact» είναι μια κινησιολογική τεχνική «επαφής» μεταξύ δύο ανθρώπινων σωμάτων και μια αυτοσχεδιαστική αισθητική που βασίζεται στην αλληλεπίδραση ανάμεσα τους. Αλλά αν στο contact τα σώματα κινούνται χάρη και εξαιτίας των επιδράσεων του βάρους, της πίεσης, της θερμοκρασίας, της φοράς των άλλων σωμάτων που δρουν πάνω τους, αυτό σημαίνει, για

Η Έλενα Πατρικίου είναι σκηνοθέτρια και ιστορικός.

Από την παράσταση "Μόνο". Φωτογραφία της Εύας Τσαγκαράκη

τον Μίχο τουλάχιστον, πως ο χορός δεν είναι παρά το αποτέλεσμα, όχι μόνον αυτών των απτών επιδράσεων, αλλά κυρίως των επιδράσεων που ασκεί στο ανθρώπινο σώμα το συλλογικό, άρα το πολιτικό σώμα. Στις χορογραφίες του, η κίνηση του σώματος προκύπτει ως αποτέλεσμα της δράσης, του βάρους και της πίεσης ή της αποσυμπίεσης που ασκεί πάνω του το σώμα της ιστορίας, το σώμα της εξουσίας, το σώμα της σύγκρουσης. Στον «Εξολοθρευτή», το ανάπηρο σώμα αντιδρούσε κάτω από την πίεση της επαφής με το αρτιμελές σώμα· στα «Προσφυγικά», το σώμα ανακάλυπτε την ταυτότητά του αντιδρώντας τόσο στην πίεση της εξουσίας όσο στην πίεση της ιστορικής μνήμης· στην «Ανάκριση», το φυλακισμένο σώμα αυτοσχεδίαζε την λύτρωσή του από τον πόνο που του προκαλούσε το σώμα του βασανιστή· στις «Μάχες του Μαραθώνα», το παιδικό σώμα ανακάλυπτε την ατομικότητά του αντιδρώντας στην πίεση του συμπαγούς σώματος της κοινότητας και των στερεοτύπων της. Οι παραστάσεις αυτές έγιναν με μεγάλες ομάδες και με σημαντική χορευτική συμμετοχή ανθρώπων που, για την «κανονική» τέχνη, δεν μετέχουν στη λόγια χορευτική αισθητική: ανάπηροι χορευτές, έφηβοι μετανάστες από την Τουρκία, το Κουρδιστάν ή την Ανατολική Ευρώπη, οι κάτοικοι των Προσφυγικών της λεωφόρου Αλεξάνδρας... Το

«contact» μπορεί να επαίρεται ότι, στο αισθητικό επίπεδο, δημιούργησε ένα είδος χορού στον οποίο μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα και άνθρωποι χωρίς τις σωματικές δεξιοτεχνίες που ορθώνει ως προϋπόθεση (και αποκλεισμό) η λογιοσύνη του επίσημου χορευτικού θεάματος. Και στις παραστάσεις του Μίχου ο εκδημοκρατισμός του contact απέκτησε ουσιαστική πολιτική σημασία, έγινε πολιτική πράξη και πολιτική αισθητική. Παραδόξως, στην κορύφωση της κρίσης, που είναι εξίσου πολιτική και αισθητική όσο και οικονομική, ο Μίχος συνθέτει το «Μόνο» ως μια παράσταση για έναν μόνο χορευτή και έναν μόνο μουσικό (τον εξαιρετικό Αντώνη Σταυρινό). Πάνω σε μια γυμνή σκηνή, το σώμα του χορευτή μόνο με το σώμα του μουσικού. Μοναδικό «contact» για τον χορευτή, ο αυτοσχεδιασμός του μουσικού δίπλα του. Δύο παράλληλοι αυτοσχεδιασμοί με θέμα τα «όσα χρειάζονται», τα απολύτως αναγκαία. Η παράσταση θέλει να είναι πολιτική και είναι ουσιαστικότερα πολιτική από οποιαδήποτε δημαγωγική από σκηνής πλειοδοσία επαναστατικών, αντικαθεστωτικών, αντιρατσιστικών και άλλων ευγενών φρονημάτων. Θέτοντας το σώμα του χορευτή, μόνο, δίπλα στον ήχο του μουσικού, ο Μίχος δεν απογυμνώνει απλώς την τέχνη του για να αναδείξει το πολιτικό της νόημα. Απογυμνώνει την τέχνη του, για να αναδείξει το αισθητικό της νόημα, άρα την καίρια πολιτική της σημασία. Σε μια στιγμή που η τέχνη ως προϊόν έχει χάσει κάθε θεσμική υποστήριξη, που έχει απολέσει τις κοινωνικές της συμμαχίες και είτε αφήνεται στις ευκολίες, εις άγραν των τελευταίων εναπομεινάντων θεατών, είτε φωνασκεί (φωνή βοώντος...), διεκδικώντας τα απολεσθέντα υλικοτεχνικά ψιμύθιά της, ο Μίχος μας προτείνει την απόλυτη υπερπαραγωγή: μια παράσταση χωρίς καμία άλλη υλική προϋπόθεση εκτός από τη δεξιοτεχνία των σωμάτων. Μια καίρια επιστροφή στο «φτωχό θέατρο» του Γκροτόφσκι, στην «άδεια σκηνή» του Μπρουκ, προκειμένου να ανακαλύψουμε ξανά ότι το μόνο συστατικό που μπορεί να συμπυκνώσει «όλα όσα χρειάζεται» η τέχνη είναι η δεξιοτεχνία του σώματος του καλλιτέχνη. Η δεξιοτεχνία που παραιτείται από την ίδια την επιδεξιότητα προκειμένου να αναρωτηθεί πάνω στον προορισμό της. Στον αισθητικό προορισμό της, άρα, αναπόφευκτα, στον επαναστατικό πολιτικό προορισμό της. «Μόνο όλα όσα χρειάζεται η επανάσταση». Η επανάσταση χρειάζεται μόνο μια γυμνή σκηνή και ένα ανθρώπινο σώμα που επιτέλους να αναρωτηθεί στα σοβαρά ποιαείναι η σχέση που μπορούμε ακόμα να έχουμε με την τέχνη.

«ΜΟΝΟ (ΟΛΑ ΟΣΑ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ)» ΧΟΡΟΓΡΑΦΙΑ: Κωνσταντίνος Μίχος ΜΟΥΣΙΚΗ: Αντώνης Σταυρινός. ΧΟΡΕΥΕΙ ο Κ. Μίχος και αυτοσχεδιάζει στο πιάνο και την τρομπέτα ο Α. Σταυρινός Η ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ (που παίχτηκε στο κατειλημμένο θέατρο «Εμπρός», στος 31.5) ΘΑ ΠΑΙΧΘΕΙ ΞΑΝΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΙΟΥΝΙΟΥ, ΣΤΙΣ 21:00, ΣΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΚΑΚΟΓΙΑΝΝΗ (Πειραιώς 206)

E12022