Page 1

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κείμενα των: Μαρίας Καλαντζοπούλου, Αγάπιου Λάνδου, Στέφανου Δημητρίου, Σίσσυς Βελισσαρίου, Δήμητρας Σπαθαρίδου, Πέτερ Τόμας, Γιώργου Σουβλή, Κώστα Σπαθαράκη, Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου,Νίκου Κουραχάνη, Νίκου Μπελαβίλα ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 788

ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΜΑΪΟΥ 2014

ΓΝΩΜΕΣ & ΙΔΕΕΣ - ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΕΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ

H δική μας πρώτη φορά ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Είμαστε μια μέρα πριν από αποφασιστικής σημασίας επιλογές για το μέλλον μας. Μολονότι διακυβεύονται αύριο πολλά, σε όλες τις γεωγραφικές κλίμακες, θα επικεντρωθώ στο μέλλον μας σ’ αυτή την πόλη, ειδικά τώρα που κανείς μας δεν κινδυνεύει να κατηγορηθεί για αλίευση σταυρών προτίμησης. Γιατί μοιάζει ίσως δύσκολο να πείσεις ότι υπάρχουν άνθρωποι ανιδιοτελείς στην αγωνία τους για την πόλη, στην προσπάθειά τους για μια προεκλογική προετοιμασία (και όχι «εκστρατεία»), που καταθέτουν απεριόριστο κόπο χωρίς να μοιράζουν υποσχέσεις, χωρίς να πληρώνονται γι’ αυτόν, χωρίς κανείς να κάνει κανέναν να ντρέπεται. Και όμως. Η δικιά μας πρώτη φορά είναι που μαζευτήκαμε τόσο πολλοί και πολλές, υποψήφιοι και μη, που δουλέψαμε με τρόπο που μας έκανε περήφανους και πριν και ασχέτως της επίδοσης στην κάλπη την προηγούμενη και την ερχόμενη Κυριακή. Ο τρόπος στον οποίο αναφέρομαι, δεν είναι πρωτόγνωρος στους ανθρώπους της Ανοιχτής Πόλης, η ευρύτητα όμως των συνεργασιών και το πάθος και η επαγγελματική σοβαρότητα ως προς την κλίμακά τους ήταν. Η ανοιχτότητα κι η ειλικρίνεια στην προσέγγιση της προσπάθειας αυτής είναι κάτι που χαρακτήρισε όλους μας, από τον αυριανό ελπίζω δήμαρχο, τον Γαβριήλ Σακελλαρίδη μέχρι τον κάθε συνεργάτη, φανερό ή αφανή, υποψήφιο ή μη. Κι είναι τόσο μεγάλη η περηφάνια μας για το πώς δουλέψαμε, τι δημιουργήσαμε, πως το διαπραγματευτήκαμε και μεταξύ μας και με τον κόσμο, που μολονότι τα αποτελέσματα της περασμένης Κυριακής ήρθαν να την επιβεβαιώσουν αυτή την περηφάνια, είναι ταυτόχρονα και ανεξάρτητη, αδιαπέραστη απ’ αυτά. Εγχειρήματα όπως η Ανοιχτή Πόλη, ως συνθήκη συστράτευσης, δημιουργίας, νοιαξίματος για τους ανθρώπους της πόλης, για εμάς τους ίδιους δηλαδή, είναι γνωστά και έχουν καρποφορήσει όχι μόνο στην Αθήνα αλλά και σε πολλές άλλες πόλεις της Ελλάδας. Μιλάω εδώ για την Αθήνα, γιατί αυτή την εμπειρία έζησα από μέσα και ξέρω καλά. Στην Αθήνα, καταφέραμε με ποσοτικούς όρους πιο πολλά, ίσως γιατί στην Αθήνα είναι οξύτερες οι συνθήκες της κρίσης, όχι μόνο με όρους κεντρικών πολιτικών επιλογών αλλά και με όρους δημοτικής αρχής. Στην

Αθήνα, αυτά τα τέσσερα χρόνια την κρίση την έβλεπες, την ένιωθες, την έκοβες ή σ’ έκοβε με το μαχαίρι. Στην Αθήνα φάνηκε πιο τρανταχτά η επίφαση «νομιμότητας» που απ’ την άλλη μεριά υποστήριζε τις πρακτικές των φασιστών, χέρι-χέρι με την κεντρική πολιτική σκηνή που νομιμοποιούσε τη ρατσιστική και δολοφονική ατζέντα τους, υιοθετώντας τη συχνά ρητά. Τα πογκρόμ εναντίον μεταναστών, τις περιπολίες των νεοναζί στις πλατείες, τις «σκούπες» και τις επιδρομές εναντίον αντιφασιστών, εμείς εδώ τα είδαμε στις γειτονιές μας, όχι μόνο στην τηλεόραση. Την απουσία του δήμου, την απάθεια στην κατάλυση κάθε «νομιμότητας» εφόσον αυτή προέρχεται απ’ την αστυνομία, το οργανωμένο έγκλημα, τα οργανωμένα συμφέροντα ή τις νεοναζιστικές συμμορίες, εμείς εδώ τα είδαμε «στο πεδίο». Επιπλέον, είμαστε μάλλον τυχεροί που απέναντί μας δεν είχαμε μια οργανωμένη μαφία-δημοτική παράταξη τραβεστί που να μοιράζει λεφτά, συσσίτια, περιστασιακά μεροκάματα και ψεύτικες ελπίδες (ή και τρόμο αν δεν πιάνουν τα καλοπιάσματα), όπως στη μακρινή Ρωσία, στην κοντινή Βουλγαρία και αλλού ακόμα πιο κοντά. Σ’ αυτό το τοπίο, όπου όλοι κι όλες και υπό όλες τις ιδιότητές μας, κάτοικοι της πόλης, μέλη συλλογικοτήτων, ειδικοί στον τομέα μας κ.ο.κ. γνωρίζουμε τι έγινε, τι δεν έγινε και τι μπορούσε και μπορεί να γί-

νει σε επίπεδο δημοτικής διοίκησης και διεκδίκησης, δεν χωράει παθητικότητα και αδράνεια. Η Αθήνα είναι αυτή που είναι, χρειάζεται και χρειαζόμαστε πράγματα απλά, μικρά και πολλά που τα ξέρουμε όλοι, οι ανάγκες είναι άμεσες και περιθώρια αποστασιοποίησης καθ’ οιονδήποτε τρόπο δεν έχουν απομείνει. Τον δήμο της Αθήνας πρέπει να τον πάρουμε ως Ανοιχτή Πόλη όχι μόνο γιατί θέλουμε και μπορούμε, αλλά και για να δικαιωθεί και να καθιερωθεί ένα παράδειγμα τρόπου, δημοκρατίας και αυθεντικά αυτοδιοικητικής και ακηδεμόνευτης προσπάθειας. Ένα αναμφισβήτητα «αριστερό» παράδειγμα, όπου όμως το πρόσημο της «αριστεράς» με την έννοια της εντιμότητας, του συλλογικού, του «για όλους» υπάρχει εκεί ακόμα κι αν δεν το πούμε ούτε στην προσευχή μας. Αυτό το πρότυπο μας αναλογεί να το υπερασπιστούμε, να το εφαρμόσουμε και να το κάνουμε κυρίαρχο. Αυτή είναι λοιπόν η δική μας «πρώτη φορά»: ότι γίναμε πολλοί και προσπαθούμε να ανατείλει ένα κοινωνικό υπόδειγμα για το πολιτεύεσθαι, για τη συμμετοχή στα κοινά, όμορφο, ρεαλιστικό, δημοκρατικό και γνήσιο. Ας είμαστε λοιπόν όλοι κι όλες γενναιόδωροι για να έχουμε όλοι μαζί από μεθαύριο μια καλύτερη μοίρα σε μια πιο ανοιχτή πόλη.

Ανρί Μαγκέ, «H τσιγγάνα στο ατελιέ», 1906

Οι κάλπες και «το συρίζα» Απ’ όταν θυμάμαι τον εαυτό μου —και σίγουρα από τότε που άρχισα να ψηφίζω— όλες οι εκλογές ήταν πάντα «κρίσιμες», «ιδιαίτερα κρίσιμες» ή «αποφασιστικές». Δεν μπορώ να θυμηθώ αναμέτρηση «χαλαρή». Ίσως είναι έμφυτη τάση του ανθρώπου, ειδικά του πολιτικού ζώου άνθρωπος, να αποδίδει σημασία σ’ αυτό που κάνει, ιδίως στις στιγμές της κορύφωσής του — και καλά κάνει. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι όλες οι εκλογές, από γεννήσεως μάλλον εκλογών, βαφτίζονται «κρίσιμες», κάποιες πράγματι είναι κρίσιμες. Και οι αυριανές ευρωεκλογές είναι κρίσιμες και ιδιαίτερες: και για την Ελλάδα και για την Ευρώπη και για την Αριστερά (και μάλιστα, για να πιάσουμε μια από τις παραμέτρους που συχνά ξεχνάμε, ιδιαίτερα λόγω της Ακροδεξιάς που απλώνεται). Εκλογές με υπαρξιακή σημασία, και για τα τρία παραπάνω επίπεδα. Οι ευρωεκλογές στην Ελλάδα ήταν πάντα κάτι σαν Β΄ Εθνική, όπου οι ψηφοφόροι εκτονώνονταν, διαμαρτύρονταν, και ψήφιζαν με κριτήριο τα καθ’ ημάς. Τα λίγα χρόνια της κρίσης άρκεσαν για να αλλάξει ριζικά η κατάσταση. Σήμερα, δεν μπορείς να μιλήσεις για την Ελλάδα χωρίς να μιλήσεις για την Ευρώπη, αλλά και το αντίστροφο. Ισχύει αυτό για την Ελλάδα γενικά, και για την Αριστερά της ειδικότερα. Εμείς, εδώ —και σε ένα βαθμό καλά κάνουμε, όταν δεν μας ρουφάνε μέσα τους— βλέπουμε τις αδυναμίες, τις υστερήσεις, τα προβλήματα της Αριστεράς μας. Το ίδιο άλλωστε κάνουν, λίγο-πολύ, όλοι παντού. Εστιάζοντας όμως αποκλειστικά στα «εσωτερικά» μας, χάνουμε συχνά κάτι ουσιώδες: ότι παρά τα προβλήματα ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί για όλο τον προοδευτικό κόσμο της Ευρώπης (ίσως και του πλανήτη!), ελπίδα, προσμονή, τον άλλο δρόμου. Το ξέρει όποιος βρέθηκε σε συνέδριο, διαδήλωση, επιστημονικό, πολιτικό ή κινηματικό γεγονός στην Ευρώπη. «Όλο για το “συρίζα” με ρωτάγαν: τι λέει το “συρίζα” γι’ αυτό και για κείνο, πώς πάει το “συρίζα”, τι θα κάνει το “συρίζα”», μας έλεγε ένας φίλος, ο οποίος μάλιστα δεν το είχε καν ψηφίσει (το «συρίζα») τον Μάη! Πού να τολμήσει να το πει, θεωρούνταν εντελώς δεδομένο — και νομίζω μάλιστα ότι μετά από την εμπειρία του εξωτερικού έγινε κι αυτός «συρίζα» ή έστω «φιλο-συρίζα». Άλλο παράδειγμα, η λίστα Τσίπρα στην Ιταλία, που κατάφερε να συνενώσει δυνάμεις διασπασμένες, ετερογενείς και εν πολλοίς ηττημένες. Δεν είναι λοιπόν ψέμα, ούτε έκφραση εθνικής (ή αριστερής) αυταρέσκειας να πούμε ότι όλη η (προοδευτική) τουλάχιστον Ευρώπη κοιτάζει στην Ελλάδα. Ας το ξέρουμε αυτό, όχι για να φουσκώνουμε ανοήτως από σα διάνοι, αλλά για έχουμε αίσθηση των μεγεθών και των ευθυνών. Στις κάλπες λοιπόν, και με τη νίκη! ΑΓΑΠΙΟΣ ΛΑΝΔΟΣ


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΜΑΪΟΥ 2014

28

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Από τη δωσίλογη Δεξιά στον κυβερνώντα ακροδεξιό νεοφιλελευθερισμό ΤΟΥ ΣΤΕΦΑΝΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Ο σκληρός πυρήνας της κυβερνώσας Δεξιάς. Ξέρουμε ότι δεν υπάρχει μία εκδοχή της Δεξιάς ούτε και της Αριστεράς. Γνωρίζουμε, επίσης, τη ρήση «η Δεξιά δεν αλλάζει», παρόλο που αλλάζει. Ωστόσο, ένας σκληρός, ιδεολογικός πυρήνας της διατηρείται άθραυστος. Ο πυρήνας αυτός της δωσίλογης Δεξιάς απετέλεσε, κατά τη μεταπολεμική ανασυγκρότηση της χώρας, τον μηχανισμό για την ανασύσταση του κράτους και της δημόσιας διοίκησης, υπό το πνεύμα του μισαλλόδοξου αφανισμού των αντιφρονούντων, του πνιγμού της δημοκρατίας και των πολιτικών ελευθεριών. Οργάνωσε τη δημόσια διοίκηση ως μηχανισμό δίωξης και επιβολής διακρίσεων, αλλά και αναπαραγωγής των πελατειακών σχέσεων μεταξύ των «συνεργατών» και της ίδιας. Χρειάζονται οι συνεργάσιμοι άνθρωποι· και η δωσίλογη Δεξιά είχε πλεόνασμα από αυτούς. Αυτή η Δεξιά κατέστειλε πολιτικά και συνδικαλιστικά δικαιώματα και παρέκαμψε το Σύνταγμα του 1952 με τα «παρασυντάγματα». Είναι η ίδια Δεξιά που συγκρότησε και τον σκληρό πυρήνα της δικτατορίας. Από τη Μεταπολίτευση και μετά, η Νέα Δημοκρατία προσπάθησε να περιθωριοποιήσει τα υπολείμματα του ένοχου παρελθόντος. Αυτά όμως είναι παρελθόν. Σύμφωνα με τον αφόρητα κοινότοπο λόγο του πρωθυπουργού, «ανήκουν στο χθες και όχι στην Ελλάδα του αύριο». Ο ίδιος, βεβαίως, ανήκει στη σημερινή Ελλάδα, γι’ αυτό και είναι έτσι όπως τη ζούμε η χώρα μας. «Ποιος, επιτέλους, κυβερνά αυτόν τον τόπο;» και η απάντηση Σαμαρά. Ο πρωθυπουργός κατέστη άβουλο ενεργούμενο του Μπαρόζο, στις Κάννες, το 2011. Με την πολιτική που του ανέθεσαν να εκτελέσει, υπονομεύτηκε η συνταγματική αυτονομία. Με την κατάρρευση της συνταγματικής αυτονομίας, παγιώθηκε η αδυναμία της χώρας ως προς το να καθορίζει αυτοδύναμα και κυριαρχικά τους κανόνες που διέπουν την αυτοτέλειά της, αλλά και το αν θα μπορεί να διατηρεί τον νομίμως εκλεγέντα πρωθυπουργό. Ο πρωθυπουργός περιφρόνησε τον «κυρίαρχο λαό», αναλαμβάνοντας ασμένως να διεκπεραιώσει πολιτική που δεν σχεδίασε ο ίδιος· ταξική πολιτική βάναυσης εξαθλίωσης. Στελέχωσε το επιτελείο του με τους ιδεολογικούς επιγόνους των υπολειμμάτων εκείνου του σκληρού ιδεολογικού πυρήνα, που μετέτρεψε τον δωσιλογισμό σε εθνικοφροσύνη και πατριδοκαπηλία. Ο ίδιος προέκυψε από αυτή την πατριδοκαπηλία: θυμόμαστε όλοι την «εθνωφελή» εξωτερική του πολιτική.... Αυτός ο σκληρός ιδεολογικός πυρήνας της Δεξιάς, που εκφράζουν ο Σαμαράς και οι συνεργάτες του, πρεσβεύει την πλήρη απουσία του κράτους από την κοινωνική πολιτική, προωθεί την κατάλυση του θεσμικού πλαι-

Ο Στέφανος Δημητρίου διδάσκει πολιτική φιλοσοφία στον Τομέα Φιλοσοφίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.

σίου προστασίας και συνοχής των εργασιακών σχέσεων, την περιφρόνηση των δικαιωμάτων. Περιφρονεί το Σύνταγμα και το Κοινοβούλιο, από το οποίο προκλητικώς απέχει ο περιδεής πρωθυπουργός, φοβούμενος την αντιπαράθεση με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Μετατρέπει την εκλογική επιχορήγηση των κομμάτων (που το κόμμα του και το ΠΑΣΟΚ προεισέπρατταν και τώρα ετοιμάζονται να μετακυλίσουν τα οφειλόμενα στους φορολογούμενους) σε μπαξίσι προς τον κυβερνητικό του εταίρο. Παραλλήλως, προτάσσει την ισχυρή παρουσία του κράτους ως μηχανισμού κατάργησης των κοινωνικών και εργασιακών δικαιωμάτων και αλλοιώνει τα δημοκρατικά και δικαιοκρατικά χαρακτηριστικά του πολιτεύματος, περιφρονώντας τις συναφείς συνταγματικές αρχές. Είναι το αντιδημοκρατικό, αντικοινοβουλευτικό πνεύμα εκείνης της αλήστου μνήμης Δεξιάς, που ενσάρκωσε ο Μπαλτάκος, δηλαδή ο ίδιος ο Σαμαράς, ο κρυπτόμενος επί μακρόν πίσω από τον Μπαλτάκο. Στη χώρα μας, κυβέρνησε ο Μπαλτάκος. Έτσι κατάντησε το πολίτευμα η Δεξιά του Σαμαρά. Η αλλοίωση του πολιτεύματος. Να, λοιπόν, γιατί αναφερθήκαμε σε εκείνη την παλιά Δεξιά: επειδή είναι ο ίδιος ιδεολογικός φορέας που, εν ονόματι μιας αυθαιρέτως οριζόμενης «έκτακτης ανάγκης», εκδίδει σαράντα Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου, προσβάλλοντας το κοινοβουλευτικό πνεύμα. Αυτή είναι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης: η υποκατάσταση της νομοθετικής εξουσίας από την εκτελεστική. Ιδού το υψηλόφρον δικαιοπολιτικό, κοινοβουλευτικό πνεύμα του ευπειθούς πρωθυπουργού. Επιτρέπει στον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο της Ν.Δ. να είναι συνήγορος των εταιρειών που παρακράτησαν τα καταβληθέντα από τους πολίτες ποσά για τη φορολογία μέσω των λογαριασμών της ΔΕΗ, αλλά και τα δημοτικά τέλη. Ο πρωθυπουργός δεν βλέπει κανένα θεσμικό σκάνδαλο σε αυτό· ίσως επειδή ο ίδιος θυμίζει πολιτικό του κόμματος του Τουρκοβασίλη.

Μάλλον γι’ αυτό δεν είδε ότι ο Γ. Στουρνάρας δεν προσήλθε στην προδικασία, για να ζητήσει την επιστροφή των παρακρατηθέντων και την τιμωρία των ενόχων. Δεν είδε επίσης ότι ο δήμαρχος Αθηναίων (αυτός που μήνυσε παλαιότερα αστέγους, για κλοπή ηλεκτρικού ρεύματος, όταν, ωθούμενοι από το δριμύ ψύχος, κατέφυγαν στο Πνευματικό Κέντρο) επίσης δεν προσήλθε, για να αξιώσει να επιστραφούν τα 7,5 εκ. από τα δημοτικά τέλη, που όμως συνυπολογίζονται στο δηλωθέν πλεόνασμα του Δήμου. Αυτά δεν το βλέπει ούτε «η Αριστερά της ευθύνης», που βαθμηδόν, με την εσκεμμένη ολιγωρία της, ως προς το τι βλέπει και τι όχι, μετατρέπεται σε Αριστερά της ανοχής, χωρίς να καταλαβαίνει ότι η ανοχή συγχέεται με τη συνυπαιτιότητα. Αναγνωρίζοντας ως μοναδικό αντίπαλό της τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να φτιάξει κεντροαριστερά έχοντας μοναδικό εχθρό την Αριστερά, όπως δεν καταλαβαίνει ότι, μετά την υπαιτιότητα, συνήθως έπεται ο καταλογισμός. Ας θυμηθούμε τον Αλέξανδρο Σβώλο: «Πολλάκις, κατά την εφαρμογήν, χωρίς να θιχθή το γράμμα διατάξεως τινός, αλλοιούται το αρχικόν νόημα του Συντάγματος, ούτως ώστε τούτο να προσαρμοσθή διά της πράξεως προς τας εκάστοτε περιστάσεις, αντί να συμβή το αντίθετον» (Α. Σβώλος, Συνταγματικόν Δίκαιον, τ. Α΄, Αθήναι 1934, σ. 107). Ο πρωθυπουργός είναι υπεύθυνος για αυτήν· ο ίδιος, όχι όλη η παράταξή του. Ο Σαμαράς αλλοιώνει και την κεντροδεξιά, μετατρέποντάς την σε μισαλλόδοξη, νεοφανή Άκρα Δεξιά. Μπορούμε, πλέον, να καταλάβουμε ότι η πολιτική σταθερότητα που υπόσχεται ο ακροδεξιός Σαμαράς είναι η σταθερότητα της μετατροπής της κρίσης και του Μνημονίου σε πάγια οργανωτική αρχή της πολιτικής ζωής και της καθημερινότητάς μας. Η εκλογική διακύβευση: καθορίζοντας το δίλημμα. Αυτή την εξέλιξη πρέπει να την αποτρέψουμε. Η Αριστερά πρέπει να ανανοηματοδοτήσει την πολιτική ως πεδίο

άσκησης του γενικού συμφέροντος. Μπορεί να επανακαθορίσει τις αξίες που βρίσκονται στον αντίποδα του φασισμού. Η Αριστερά, με το αλκίμαχο δημοκρατικό της φρόνημα, καλεί τους ψηφοφόρους του προοδευτικού Κέντρου να την στηρίξουν. Καλεί τους κεντροδεξιούς ψηφοφόρους να κάνουν το ίδιο. Δεν θα γίνουν αριστεροί ψηφίζοντάς μας. Δεν τους ζητούμε κάτι τέτοιο. Ζητάμε τη στήριξή τους, για να δώσει ο δυνατός ΣΥΡΙΖΑ τη μάχη της δημοκρατίας, της αλληλεγγύης, της ανόρθωσης της χώρας, της επιβίωσης των εξαθλιωμένων ανθρώπων. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα στηρίξει την προοπτική της δημοκρατικής Ευρώπης, που συνθλίβεται από τον χρηματοπιστωτικό νεοφιλελευθερισμό. Ο τελευταίος θεωρεί τη δημοκρατία απειλή. Ο επικεφαλής της νεοφιλελεύθερης ακροδεξιάς, στη χώρα μας, θα σταθεροποιήσει αυτήν την απειλή. Εμείς, ο ΣΥΡΙΖΑ, χρειαζόμαστε τη στήριξη όλων των πολιτών και στις ευρωεκλογές. Η δημοκρατία χρειάζεται πολίτες, όχι ανδράποδα. Η πολιτική της Γερμανίας και οι κυβερνητικοί διεκπεραιωτές της μετατρέπουν τους πολίτες σε ανδράποδα. Οι δημοκρατίες δεν μακροημερεύουν με ανδράποδα. Να γιατί ενισχύονται οι φασίστες. Η Γερμανία χρειάζεται ανδράποδα στη θέση πολιτικών αρχηγών. Γι’ αυτό χρειάζεται τον ακροδεξιό Σαμαρά. Νίκη της Αριστεράς, του ΣΥΡΙΖΑ, θα είναι νίκη της δημοκρατίας και της σταθερότητας, που θα επέλθει με την ανάσχεση της καταστροφής. Νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, στους δήμους και τις περιφέρειες που διεκδικεί, είναι νίκη της τοπικής δημοκρατίας, της πρωταρχικής εξουσίας των πολιτών, της πρωτογενούς λαϊκής κυριαρχίας, αλλά και του ανακαθορισμού των σχέσεων ανάμεσα στην αυτοδιοίκηση και την κεντρική εξουσία. Το δίλημμα των εκλογών είναι «Δημοκρατική ανασυγκρότηση της χώρας ή σταθεροποίηση του ακροδεξιού νεοφιλελευθερισμού και της καταστροφής;». Είναι, δηλαδή, το δίλημμα «Αριστερά, Δημοκρατία και ανασυγκρότηση ή νεοφιλελεύθερη Άκρα Δεξιά και σταθεροποίηση της καταστροφής;». Εμείς, οι πολίτες, θα πρέπει να απαντήσουμε. Η Αριστερά —ο πρόμαχος του δημοσίου συμφέροντος και της δημοκρατίας, ο φορέας της κοινωνικής χειραφέτησης, η δύναμη της ανόρθωσης— είναι η απάντηση. Ας την εκφωνήσουμε αυτή την απάντηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι η φωνή που θα επιβάλει το να ακουστεί η αξιοπρέπειά μας. Όταν σου παίρνουν την αξιοπρέπεια, δεν αρκεί να ψιθυρίζεις ότι δεν θέλεις να την χάσεις. Πρέπει και να τη φωνάζεις. Η ψήφος είναι φωνή. Η φωνή που θα δώσει την εντολή στην Αριστερά. Εμείς, οι πολίτες, δηλαδή ο λαός, είμαστε οι φύλακες της καταρρέουσας συνταγματικής, δημοκρατικής πολιτείας. Εμείς είμαστε το περιεχόμενο της καθαιμασσόμενης λαϊκής κυριαρχίας, του πυρήνα της δημοκρατίας. Εμείς, οι πολίτες� μόνον εμείς. Κανείς άλλος.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΜΑΪΟΥ 2014

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

29

Αυτός και το σακίδιο ΤΗΣ ΣΙΣΣΥΣ ΒΕΛΙΣΣΑΡΙΟΥ Τι είναι αλήθεια το Ποτάμι και τι η μαγευτική TV persona που μετά βδελυγμίας απαρνείται το διεφθαρμένο πολιτικό σύστημα και τα παιδιά του «κομματικού σωλήνα»; Τι συμβολίζει αλήθεια το σακίδιο που η TV persona αγόγγυστα κουβαλά; Μήπως ο Σταύρος είναι ο νέος Μεσσίας σε μεταμοντέρνο περιτύλιγμα, ο αίρων τας αμαρτίας του κόσμου πακεταρισμένες σε σακίδιο; Η μήπως είναι το αιώνιο αρσενικό που κάθε θηλυκό προσμένει στη ζωή του για να ολοκληρωθεί; Ο εραστής που θα διεισδύσει στο (θηλυκό) εκλογικό σώμα για να το μυήσει σε ηδονές που μόνον εκείνος μπορεί να χαρίσει; Ή είναι ένας απλός κομπέρ του συστήματος που με το μικρόφωνο στο χέρι ασταμάτητα κάνει βόλτες επί σκηνής και με χαρακτηριστική άνεση απαντά σε ερωτήσεις από ένα αθέατο κοινό, στήνοντας ένα one man show;1 Ατέλειωτα τα ερωτηματικά μπροστά σε αυτό το «νέο», το «φρέσκο» και το «εναλλακτικό» πράγμα που σαν επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος επισκέφτηκε με μορφή κόμματος τον Σταύρο όταν κοίταζε επίμονα το ταβάνι σε βαθιά περισυλλογή για όλα και για τίποτα. Η μόνη σίγουρη απάντηση είναι το ότι πρόκειται περί μιας εξόφθαλμης κατασκευής,

Η Σίσσυ Βελισσαρίου διδάσκει στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και είναι μέλος Επιτροπής Προγράμματος ΣΥΡΙΖΑ

προϊόν της διαπλοκής των μήντια και των εγχώριων μεγιστάνων που τα ελέγχουν με πολιτικά κέντρα. Σκοπός της «παρθενογένεσης» είναι ο Ποταμός να διαχυθεί με χύμα στυλ στο εκλογικό σώμα και να διεμβολίσει ως δούρειος ίππος όχι γενικώς το κουρασμένο πολιτικό τοπίο, όπως ο ίδιος ο ευαίσθητος δημοσιογράφος ισχυρίζεται, αλλά την Αριστερά και πολύ συγκεκριμένα τον ΣΥΡΙΖΑ. Το μαρκούτσι του Σταύρου στοχεύει στα μεσαία εκείνα στρώματα που ακόμα φαντασιώνονται ότι θα ξαναβρούν το προ Μνημονίου απολεσθέν λάιφ στάιλ τους που γι’ αυτά συγκροτεί ταυτότητα, τη δική τους ξεχωριστή ταυτότητα ασχέτως αν είναι copy and paste έτοιμων εικόνων από τα ΜΜΕ και τις χολιγουντιανές ταινίες. Γι’ αυτά τα μεσοστρώματα, όπως και για πολλούς νεολαίους, εκείνο που φταίει είναι γενικώς το σύστημα, οι πολιτικοί και η πολιτική που είναι αδιακρίτως κακοί/ή, που μιλούν την ξύλινη γλώσσα των αριθμών και των θεσμών και κατάντησαν τη χώρα «σ’ αυτό το χάλι». Προνομιακά σε αυτό το κοινό, ο «αντιεξουσιαστής», ζωντανός και χαλαρός Σταύρος πλασάρει την πολιτική ως καταναλωτικό προϊόν που δίνει στον αγοραστή την ψευδαίσθηση της απόλαυσης. Η απόλαυση αυτή είναι πολλαπλή: ερωτική με τη χυδαία σεξιστική εκδοχή της, ψυχαγωγική με τους εξυπνακισμούς του, βαθιά λαϊκίστικη (το παιδί από τις δυτικές συνοικίες που δεν ξέρει ξένες γλώσσες) αλλά και πατριωτική («δεν λυγίζουν τα πόδια μου» στους Ευρωπαίους). Πάνω απ’ όλα όμως εγ-

καλεί με την αλτουσεριανή έννοια τους ψηφοφόρους του ως αυτό που είναι ο ίδιος, δηλαδή ο επιτυχημένος ενός συστήματος που όμως αποκρύβει: του συστήματος των παντοδύναμων ΜΜΕ. Τους καλεί να ταυτιστούν με την εικόνα του αμφισβητία των πάντων, και κυρίως του ΣΥΡΙΖΑ, τον οποίο σκόπιμα βάζει στο κέντρο του διεφθαρμένου και κουρασμένου πολιτικού σκηνικού. Η απάτη βρίσκεται ακριβώς στο παραπάνω: ενώ ο ίδιος στην πραγματικότητα έχει χτίσει μία «λαμπερή» καριέρα σε μια υποτιθέμενη αμφισβήτηση, αυτήν που ζητά όμως επίμονα να εκφράσουν με την ψήφο τους, μαζί με τον καθόλου «φρέσκο» εκβιασμό του ότι αν δεν πάρει 5% θα εγκαταλείψει (!), θα τους οδηγήσει στην πλήρη καταστροφή. Το Ποτάμι και ο Σταύρος είναι μόνον εικόνα χωρίς περιεχόμενο. Και εδώ έγκειται ο κίνδυνος, ακριβώς διότι ως κενό σημείο μπορεί να νοηματοδοτηθεί από τον καθέναν με τον τρόπο που επιθυμεί ώστε να συγκροτήσει τη φαντασιακή του σχέση με την πολιτική. Είναι ίσως η πιο καθαρή έκφραση του μεταμοντέρνου σε μια χώρα που βρίσκεται σε ανθρωπιστική κρίση και έχει αποδείξει ότι η ιστορία μπορεί να είναι και κυκλική διότι ο Μεσαίωνας είναι εδώ. Γι’ αυτήν τη χώρα ο Σταύρος δεν έχει προτάσεις — ή μάλλον έχει συνθέσει ένα μοντάζ από βαριά αντιδραστικές και δεξιές θέσεις μαζί με άλλες εκσυχρονιστικές, που όμως δεν συνιστούν πρόγραμμα. Επαίρεται μάλιστα για το ότι «δεν έχουμε τεκμηριωμένες απόψεις», πουλώντας έτσι το

σπάσιμο άλλου ενός πολιτικού ταμπού. Ο λόγος του είναι σκόπιμα αβαθής διότι επενδύει στην απουσία περιεχομένου. Όταν όμως πιέζεται επιτέλους να πει κάτι πλασάρεται ως «ο καλός διαπραγματευτής» με την Τρόικα γιατί θα πάει «πρεσβευτής να μιλήσ[ει] για το δίκιο του Έλληνα που έχει προσφέρει “αυτά”».2 Τρέμετε, Τροικανοί, με τα «αυτά» του Σταύρου!

1 Διακαναλική του Σ.Θεοδωράκη στη Θεσσαλονίκη, 20.5.2014. 2 Συνέντευξη στον ΣΚΑΪ, 20.5.2014.

#vote4water: Γράφεται «νερό» αλλά διαβάζεται «δημοκρατία» ΤΗΣ ΔΗΜΗΤΡΑΣ ΣΠΑΘΑΡΙΔΟΥ Από καιρό λέγαμε και συμφωνούσαμε μεταξύ μας πως το νερό πρέπει να αποτελέσει ανάχωμα και βασικό πολιτικό όπλο ενάντια στη λεηλασία της φύσης και την ιδιωτικοποίηση των κοινών αγαθών. Το λέγαμε στα Παγκόσμια Φόρουμ, εκεί όπου μαθαίναμε για τον πόλεμο του νερού στην Κοτσαμπάμπα και στην ιδρυτική συνέλευση του Ευρωπαϊκού Δικτύου για το Νερό ως Κοινό Αγαθό, το 2011, με φόντο το πρώτο κινηματικό δημοψήφισμα για το νερό στην Ιταλία. Τα ξανασυζητούσαμε στο Φόρουμ της Φλωρεντίας, το 2012, εκεί που προσπαθούσαμε για τη διασύνδεση των επιμέρους αγώνων με την κρίση αλλά και στις πολλές εκδηλώσεις ανά την Ελλάδα. Όχι πως ο αγώνας ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού στην Ελλάδα κρίθηκε. Η κυβέρνηση, όμως, δεν θα μπορέσει να αγνοήσει την επιτυχία του δημοψηφίσματος στη Θεσσαλονίκη με 213.508 πολίτες να ψηφίσουν κατά της ιδιωτικοποίησης της ΕΥΑΘ.

H Δήμητρα Σπαθαρίδου είναι ακτιβίστρα για τα κοινά αγαθά και μέλος της συντακτικής ομάδας περιοδικού «Οικοτριβές»

Το δημοψήφισμα είναι αναμφίβολα η μεγαλύτερη κινητοποίηση και συμμετοχή των πολιτών σε αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες που η Θεσσαλονίκη έχει ζήσει τελευταία. Πριν από την απόφαση για δημοψήφισμα, το κίνημα του νερού της πόλης αποτελούνταν από μέλη συλλογικοτήτων και αρεκτούς ανένταχτους ενεργούς πολίτες. Μετά τη διοργάνωση του δημοψηφίσματος, το κίνημα έχει κερδίσει τη συμμετοχή ενός μεγάλου αριθμού πολιτών και θεωρώ πως έχει τη δυναμική να αποκτήσει διαστάσεις μαζικού λαϊκού κινήματος. Αν και το δημοψήφισμα είχε ξεκάθαρο αντιμνημονιακό μήνυμα, η συμμετοχή πολιτών κερδήθηκε όχι λόγω της εναντίωσής τους στις κυβερνητικές πολιτικές αλλά λόγω της ευρείας συμμαχίας συλλογικοτήτων, δήμων και ατόμων που προέρχονται από όλο το πολιτικό φάσμα. Αυτό απαιτούσε συνεργασία μεταξύ αντιπάλων κατά τα λοιπά δυνάμεων. Και ήταν τεράστια η προσπάθεια που καταβλήθηκε, ώστε να μη γίνει αντικείμενο καπηλείας από υποψήφιους δημάρχους αλλά και να «μαλακώσει» η γλώσσα των κειμένων προκειμένου να μην αποκλείει, αλλά να χωράει όσους θεωρούσαν βασική προτεραιότητα να μην ιδιωτικοποιηθεί το νερό. Mέσα σε αυτό το στοίχημα της κοινής δρά-

σης και των μετέπειτα βημάτων, κρύβεται και το στοίχημα για το πώς θα καταφέρουμε το κίνημα του νερού να αποτελέσει μέρος ενός γενικότερου κινήματος κατά της ιδιωτικοποίησης των δημοσίων αγαθών, των οποίων το νερό αποτελεί ένα σύμβολο. Στο δημοψήφισμα ήταν ξεκάθαρο το μήνυμα των πολιτών πως το νερό δεν είναι εμπόρευμα· αυτοί οι χιλιάδες πολίτες όμως αντιλαμβάνονται ότι εμπόρευμα δεν είναι ούτε οι ακτές, τα δάση, η υγεία, η παιδεία; Για την εξέλιξη του αναδυόμενου κινήματος για το νερό, πρέπει να χρησιμοποιηθούν, κατά τη γνώμη μου, δύο στοιχεία για να ενταχθεί στις συμμετοχικές διαδικασίες η επαναστατικότητα που αρμόζει στη συγκυρία. Καταρχάς, να τονιστεί η ευρωπαϊκή διάσταση: τόσο ότι είμαστε μέρος ενός ευρωπαϊκού κινήματος ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού, που από το Βερολίνο έως τη Λισαβόνα δίνει παρόμοιους αγώνες, όσο και η συμβολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην προώθηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών ιδιωτικοποίησης. Να γίνει σαφής ο ρόλος της ΕΕ, των πολυεθνικών και των ντόπιων συμφερόντων αλλά και ξεκάθαρη η αλληλεγγύη από το ευρωπαϊκό κίνημα για το νερό, χωρίς την οποία μάλλον θα ήμασταν πολλά βήματα πίσω, καθώς μας στήριξε οικονομικά αλλά και

μέσα από επιστολές και ανακοινώσεις σε ευρωπαϊκά και εθνικά όργανα. Ένα δεύτερο στοιχείο είναι να εντάξουμε στην συζήτηση την έννοια της πραγματικά δημόσιας διαχείρισης των υπηρεσιών ύδρευσης, απαλλαγμένης από το κέρδος και από κομματικά στεγανά, με κοινωνική συμμετοχή και εργατικό έλεγχο. Η διαχείριση των ΕΥΑΘ και ΕΥΑΔ δεν είναι σήμερα δημόσια. Είναι κρατική, και το νερό αποτελεί εμπόρευμα στην Ελλάδα από τα τέλη του 1990, όταν οι δυο εταιρίες μετατράπηκαν σε κοινοπρακτικές με τη σύμπραξη του δημοσίου και ιδιωτικού τομέα (ΣΔΙΤ) και μπήκαν στο χρηματιστήριο, με τον δημόσιο τομέα να κατέχει το πλειοψηφικό κομμάτι. Το νικηφόρο δημοψήφισμα για το νερό αποτελεί λοιπόν ευκαιρία να μιλήσουμε γι’ αυτό το οικονομικό σύστημα που πάντα θα μετατρέπει τα στοιχεία της ζωής μας σε εμπόρευμα. Ο αγώνας για τη δημόσια διαχείριση του νερού δεν είναι ένας αγώνας οπισθοφυλακής για τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης αλλά μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για ένα άλλο μοντέλο οργάνωσης — ή, όπως λέει το σύνθημα στην Ιταλία: «Γράφεται “νερό” αλλά διαβάζεται “δημοκρατία”».


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΜΑΪΟΥ 2014

30

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Στα μονοπάτια της γκραμσιανής ηγεμονίας Ο ΠΕΤΕΡ Τόμας είναι λέκτορας με αντικείμενο της ιστορία της πολιτικής σκέψης στο Πανεπιστήμιο του Brunel στο Λονδίνο. Είναι συγγραφέας του The Gramscian Moment: Philosophy, Hegemony and Marxism, μέλος της συντακτικής ομάδας του Historical Materialism: Researchin Critical Marxist Theory και συνεπιμελητής της σειράς βιβλίων Historical Materialism. Ο Γιώργος Σουβλής, υποψήφιος διδάκτορας Ιστορίας στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, τον συνάντησε στις 11.11.2013 στο Bircbeck University και μίλησε μαζί του για την πορεία του εγχειρήματος του Historical Materialism, τον δυτικό μαρξισμό και την κληρονομιά του και τη σημασία της σκέψης του Αντόνιο Γκράμσι για τα κοινωνικά κινήματα που έχουν αναδυθεί σε ολόκληρο τον κόσμο κατά τη διάρκεια της τελευταίας δεκαετίας. Η συνέντευξη δημοσιεύεται πλήρης στα ελληνικά στο μπλογκ των «Ενθεμάτων» και στα αγγλικά στο περιοδικό «Jacobin» (www.jacobinmag.com/2014/05/historical-materialism-at-sixteen/). δομένη τη συμμετοχής τους στις συζητήσεις της Κομιντέρν τη δεκαετία του 1920 και της κλασικής μαρξιστικής παράδοσης. Ορισμένες από τις κομβικές έννοιες που ανέπτυξε ο Γκράμσι, ενώ ήταν γνωστές στην κλασική μαρξιστική παράδοση και ιδιαίτερα στις συζητήσεις της Κομιντέρν στις οποίες συμμετείχε, χρεώνονται ως δικές του διακριτές θεωρητικές συμβολές. Έννοιες όπως αυτές του πολέμου θέσεων και του πολέμου ελιγμών, για παράδειγμα, που από πολλούς θεωρούνται γκραμσιανές, αποτέλεσαν αντικείμενο συζήτησης τόσο από τον Λένιν όσο και από τον Τρότσκι.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΠΕΤΕΡ ΤΟΜΑΣ ΣΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΣΟΥΒΛΗ w Ο Πέρρυ Άντερσον, στο γνωστό του βιβλίο Ο δυτικός μαρξισμός, υποστήριξε πως «το πρώτο και το βασικότερο από τα χαρακτηριστικά του δυτικού μαρξισμού ήταν η δομική του απόσχιση από την πολιτική πρακτική». Συμφωνείτε; Η έννοια του δυτικού μαρξισμού αποτελεί ένα πολύ δημιουργικό και ταυτόχρονα πολύ προβληματικό αναλυτικό εργαλείο. Έχει αναπτυχθεί σε διαφορετικές κατευθύνσεις από θεωρητικούς, όπως λ.χ. ο Μ. Μερλώ Ποντύ πολύ πριν τη μελέτη του Άντερσον. Η συνοπτική παρουσίαση της έννοιας από τον Άντερσον στο πολύ δημιουργικό και συνθετικό του έργο Ο δυτικός μαρξισμός παρείχε ένα συγκεκριμένο πολιτικό και θεωρητικό προσανατολισμό στις συζητήσεις που διεξάγονταν τη δεκαετία του 1970. Η εννοιολόγηση του Άντερσον ήταν εν πολλοίς αποτέλεσμα της πολυετούς του ενασχόλησης, καθώς ήταν συντάκτης του New Left Review, με το έργο διαφορετικών θεωρητικών οι οποίοι, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, συνδέονταν με τα μεταπολεμικά κομμουνιστικά κόμματα. Νομίζω ότι υπάρχει μια σειρά ιστορικών προβλημάτων με την έννοια του «δυτικού μαρξισμού», έτσι όπως αυτή έχει οριστεί από τον Άντερσον. Μου φαίνεται για παράδειγμα αρκετά προβληματικό να χαρακτηριστούν θεωρητικοί όπως ο Λούκατς, και πολύ περισσότερο ο Γκράμσι, «δυτικοί μαρξιστές» με βάση τον ορισμό του άγγλου μαρξιστή (παρότι και τους δύο τους μνημονεύει ως φιγούρες που βρίσκονται στο μεταίχμιο μεταξύ κλασικού και δυτικού μαρξισμού), ιδιαίτερα με δε-

w Επομένως πρέπει να αναθεωρήσουμε την έννοια του δυτικού μαρξισμού; Στις σημερινές μεταβαλλόμενες πολιτικές συνθήκες ενδεχομένως είναι αναγκαίο να την αναθεωρήσουμε, να στοχαστούμε πάνω σ’ αυτήν εκ νέου, επιχειρώντας να αναπτύξουμε διαφορετικές εννοιολογήσεις για την κατανόηση των διαφορετικών φάσεων ανάπτυξης της μαρξιστικής θεωρίας κατά την διάρκεια του περασμένου αιώνα. Από πολλές απόψεις, το κεντρικό επιχείρημα του βιβλίου συνιστά το απότοκο μια ιδιάζουσας σύνθεσης· μιας εστίασης σε ορισμένες όψεις της μεταπολεμικής γερμανικής θεωρητικής παραγωγής η οποία έχει ως επίκεντρο την σχολή της Φρανκφούρτης σε συνδυασμό με ορισμένα στοιχεία της μετέπειτα θεωρητικής παραγωγής στην Γαλλία (με έμφαση κατά βάση στη λεγόμενη σχολή του Αλτουσέρ). Ωστόσο, μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι η σύνθεση αυτή δεν είναι αντιπροσωπευτική των ευρύτερων τάσεων του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού μαρξισμού και στηρίζεται σε μια εξαιρετικά εντοπισμένη ανάλυση του φαινομένου. Σε κάθε ανάλυση της μεταπολεμικής θεωρίας του δυτικού μαρξισμού κεντρικό σημείο αναφοράς πρέπει να είναι αναγκαστικά το μεγαλύτερο κομμουνιστικό κόμμα της Δυτικής Ευρώπης, το κομμουνιστικό κόμμα της Ιταλίας και ο γαλαξίας θεωριών που παρήγαγε. w Μας το εξηγείτε λίγο περισσότερο; Η μαρξιστική θεωρητική κουλτούρα του PCI ήταν ποιοτικά και ποσοτικά ανώτερη από οτιδήποτε παρήχθη στη Γαλλία και την Γερμανία την ίδια περίοδο. Είναι όμως μια πραγματικότητα η οποία δυστυχώς ελάχιστα αναγνωρίζεται από τις καθιερωμένες ιστορίες της περιόδου και η οποία υποεκπροσωπείται εντυπωσιακά, όσον αφορά τις μεταφράσεις, στον αγλλόφωνο κόσμο. Επίσης, θεωρώ ότι η μαρξιστική θεωρία της πε-

Κολάζ της Στεφανίας Μοργκάντε

ριόδου πρέπει να γίνει κατανοητή σε στενή σύνδεση με το πολιτικό, δηλαδή όχι μόνο με όρους θεωρητικής παραγωγής αλλά και σε σχέση με το αντίκτυπο που αυτή ενδέχεται να έχει στο πεδίο της πολιτικής. Υπ’ αυτή την έννοια, ο σημαντικότερος δυτικός μαρξιστής θεωρητικός της μεταπολεμικής περιόδου δεν είναι ούτε ο Σαρτρ ούτε ο Αλτουσέρ ούτε ο Κολέτι ούτε καμία από τις άλλες προσωπικότητες που μνημονεύει ο Άντερσον, αλλά ο Παλμίρο Τολιάτι. Πέραν του πολύ σημαντικού θεωρητικού έργου που παρήγαγε —το οποίο δεν έχει τύχει της προσοχής που του αξίζειο Τολιάτι υπήρξε ένας θεωρητικός της πολιτικής που ενεπλάκη στη δημιουργία ενός ηγεμονικού μηχανισμού ο οποίος προήγαγε μια πραγματική διαλεκτική μεταξύ θεωρίας και πράξης και μια κριτική της πολιτικής της περιόδου. Παρά τις όποιες διαφωνίες έχω με τις θεωρητικές και πολιτικές του θέσεις —και είναι πολλές—- αυτές δεν με εμποδίζουν να αναγνωρίσω την κρίσιμη συμβολή του ως θεωρητικού και πολιτικού, ο οποίος επηρέασε σημαντικά την πολιτική σκηνή της περιόδου κατά την οποία έδρασε. Περαιτέρω, στην Ιταλία αυτής της περιόδου συναντάμε μια σειρά άλλες προσωπικότητες όπως οι Τρόντι και Παντσιέρι του ιταλικού εργατισμού ή ο Τσεζάρε Λουπορίνι, το έργο των οποίων είναι εντελώς παραγνωρισμένο στον αγγλόφωνο κόσμο.

w Οπότε, αν σας ζητούσα μια συνολική αποτίμηση του «Δυτικού μαρξισμού» του Άντερσον; Όταν συνυπολογίσουμε και τις συμβολές θεωρητικών που ανέφερα μόλις πριν, τότε η αρκετά περιορισμένη εικόνα που παρέχεται από το έργο του Άντερσον τροποποιείται σημαντικά. Αν λάβουμε υπόψη αυτές τις αναθεωρήσεις, η εικόνα που κατασκευάζει ο Άντερσον, της απεμπλοκής δηλαδή των θεωρητικών αυτών από την πολιτική και την οικονομία και της αντ’ αυτών ενασχόλησής τους με τη φιλοσοφία και την αισθητική, ανατρέπεται. Αντίθετα, παρατηρούμε την ανάπτυξη σημαντικών στοιχείων μιας μαρξιστικής πολιτικής θεωρίας (το έργο του Πουλαντζά στη φάση αυτή είναι ένα από τα βασικά σημεία αναφοράς) και την ύπαρξη ενός σημαντικού έργου το οποίο, παρότι δεν κινείται στην κατεύθυνση της μαρξιστικής οικονομικής ανάλυσης, συνιστά μια συγκεκριμένη πολιτική κριτική της πολιτικής οικονομίας. Το πρώιμο έργο ορισμένων θεωρητικών του εργατισμού και των θεωρητικών της μορφής της αξίας στη Γερμανία είναι κάποια από τα παραδείγματα της τάσης αυτής. w Υπάρχει σήμερα κάτι ζωντανό από την παράδοση του δυτικού μαρξισμού; Υπάρχουν πολλά στοιχεία τα οποία συνεχίζουν να είναι ενεργά. Νομίζω ότι στοιχεία


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΜΑΪΟΥ 2014

ΕΝΘΕΜΑΤΑ από το έργο του Λουί Αλτουσέρ και της θεωρητικής παράδοσης, ή της στιγμής καλύτερα, του αντιανθρωπισμού στην οποία μετείχε ήταν σημαντική τομή· μπορούμε σίγουρα να εναντιωθούμε σε αυτήν, εάν επιθυμούμε, αλλά δεν μπορούμε να αρνηθούμε την ιστορική της σημασία. Στην Ιταλία επίσης έχoυν παραχθεί πολύ σημαντικά έργα, σε διαφορετικές κατευθύνσεις, συχνά από προσωπικότητες οι οποίες δεν συζητούνται καθόλου στον Δυτικό μαρξισμό, όπως οι Μάγκρι, Τζερατάνα Μπανταλόνι και Λουπορίνι. Υπάρχουν επίσης πολύ σημαντικές θεωρητικές μελέτες κριτικής της πολιτικής οικονομίας, οι οποίες μας είναι χρήσιμες σήμερα για να καταλάβουμε κάποιες από τις κομβικές λειτουργίες του καπιταλισμού, όπως τα έργα των Μπακχάους, Ράιχελτ, Χάινριχ και ορισμένων άλλων θεωρητικών που έρχονται από διαφορετικές παραδόσεις, όπως αυτά των Βόλφγκανγκ Φριτζ Χάουγκ και Φρίγκα Χάουγκ. Το διακριτό σημαίνον χαρακτηριστικό του μαρξισμού είναι, ακριβώς, ότι δεν συνιστά μια δεδομένη θέση ή κάποια αμετάβλητη θεωρία, όπως επισήμανε κάποτε ο Αλτουσέρ, αλλά, αντιθέτως, μια αναπτυσσόμενη και μετασχηματιζόμενη παράδοση. Αυτή είναι η σημαντικότερη ώθηση που μπορούμε να λάβουμε από αυτές τις στιγμές στην ιστορία του μαρξισμού σε οποιαδήποτε προσπάθεια ανασυγκρότησης τούτης της παράδοσης προβαίνουμε σήμερα. Μέσα από τη διαδικασία θα μπορέσουμε καταλάβουμε ποια από τα στοιχεία αυτής της σύνθετης ιστορίας μας είναι χρήσιμα σήμερα. w Προχωράω στο βιβλίο σας The Gramscian Moment. Νομίζω, μεταξύ άλλων, συνιστά μια απάντηση σε δύο από τα κυρίαρχα ερμηνευτικά σχήματα της γκραμσιανής σκέψης των τελευταίων δεκαετιών. Από την μια κινείται ενάντια στο άρθρο του Άντερσον «Οι αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι», στο οποίο ένα από τα κεντρικά επιχειρήματα είναι πως στα Τετράδια της φυλακής δεν απαντάται μια ολοκληρωμένη θεωρία περί κράτους, επειδή υπολείπεται μιας αποτελεσματικής επεξεργασίας των όρων άρσης του. Από την άλλη επιχειρεί να ανασκευάσει τον τρόπο με τον οποίο το μεταμαρξιστικό πρόγραμμα των Μουφ και Λακλάου αντιμετωπίζουν την έννοια την ηγεμονίας, δηλαδή ως ένα αναλυτικό εργαλείο το οποίο μας βοηθά να ερμηνεύσουμε κατά βάση διαδικασίες κοινωνικής ομογενοποίησης. Συμφωνείτε; Συμφωνώ σε γενικές γραμμές με την ερμηνεία σου. Εντόπισες ορισμένες από τις κεντρικές προβληματικές του βιβλίου. Άρχισα να ασχολούμαι με τον Γκράμσι, επειδή με προβλημάτιζαν ορισμένες από τις κυρίαρχες ερμηνείες της σκέψης του που συνάντησα όταν ήμουν φοιτητής στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Οι θεωρήσεις αυτές, παρότι τον παρουσίαζαν σαν κάποιον που παρέμεινε μάχιμος κομμουνιστής ως το τέλος της ζωής του, μετά από πολλά χρόνια ταλαιπωριών, φυλακισμένος από το φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, εισηγούνταν ταυτόχρονα ότι το έργο του επιχειρούσε ένα είδος εξόδου από τον μαρξισμό και το κίνημα της εργατικής τάξης στο οποίο είχε αφιερωθεί και για το οποίο σε τελευταία ανάλυση έδωσε την ζωή του. Αυτό μου φαινόταν ως ένα είδος συκοφάντησης της μνήμης του. Έτσι θεώρησα αναγκαίο να επιχειρήσω να ανασκευάσω τη θεώρηση αυτή, ιστορικοποιώντας το έργο του. Στην αντίληψή μου, μια τέτοια κίνηση

ενδέχεται να είναι σήμερα πιο «επίκαιρος» από εμάς.

ήταν αναγκαία όχι μόνο για λόγους ιστορικής ακρίβειας αλλά και γιατί θεωρώ ότι ο Γκράμσι είναι ο σημαντικότερος μεσοπολεμικός στοχαστής που διατύπωσε ορισμένες από τις σημαντικότερες θεωρητικές συμβολές για τις ύστερες αναπτύξεις του μαρξισμού, τις οποίες, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να μελετήσουμε σοβαρά σήμερα και να αναπτύξουμε περαιτέρω. Ο Άντερσον, σε τελευταία ανάλυση, υποστηρίζει πως ο Γκράμσι στάθηκε ανίκανος να αναπτύξει μια συνεκτική θεωρία του κράτους, η εφαρμογή της οποίας θα ήταν σε θέση να υλοποιήσει το κλασικό αίτημα της μαρξιστικής θεωρίας της υπέρβασης, της κατάργησης του αστικού καπιταλιστικού κράτους. Μια συστηματικότερη εξέταση των Τετραδίων της Φυλακής ωστόσο αποκαλύπτει πως στην πραγματικότητα ο Γκράμσι αναπτύσσει την πιο εκλεπτυσμένη θεωρία καπιταλιστικού κράτους στην ιστορία του μαρξισμού, την πλήρη σημασία της οποίας αρχίζουμε να εκτιμάμε μόλις σήμερα. Θα έλεγα ότι είναι πληρέστερη ακόμη και από αυτή του Πουλαντζά, του οποίου το έργο βρίσκεται πολύ πιο κοντά σε αυτό του Γκράμσι από ό,τι ο ίδιος παραδεχόταν. Κατά κάποιον τρόπο, τα ανεπίλυτα προβλήματα της πουλαντζιανής θεωρίας του σύγχρονου κράτους και ιδιαίτερα αυτό της αναγκαίας πολιτικής στρατηγικής για την υπέρβασή του είναι ήδη παρόντα στο έργο του Γκράμσι. O ιταλός κομμουνιστής μας προσφέρει μια ισχυρή ανάλυση των τρόπων με τους οποίους το καπιταλιστικό κράτος λειτουργεί ως πεδίο «συμπύκνωσης» των κοινωνικών σχέσεων (τόσο των παραγωγικών όσο και αυτών της καθημερινής ζωής) οι οποίοι αναπτύσσονται στο πλαίσιο ενός ταξικού ηγεμονικού σχεδίου. Κατά ανάλογο τρόπο, ο Γκράμσι παρέχει περιγράμματα για την ανάπτυξη «ενός άλλου τύπου πολιτικής», για να χρησιμοποιήσω μια λενινιστική φράση, μιας πολιτικής προλεταριακής ηγεμονίας για την χειραφέτηση των υπάλληλων τάξεων. Υπ’ αυτή την έννοια, νομίζω ότι μια διαλεκτική προσέγγιση μεταξύ των έργων του Γκράμσι και του Πουλαντζά μας είναι χρήσιμη σήμερα, τόσο για την ανάπτυξη μιας νέας θεωρητικοποίησης του κράτους όσο και για τη δημιουργία μορφών αγώνα εναντίον του. Ως εκ τούτου, ο Γκράμσι παραμένει ο σημαντικότερος συγγραφέας στον οποίο πρέπει να ανατρέχουμε διαρκώς, εάν θέλουμε να καταλάβουμε τη φύση του καπιταλιστικού κράτους και τις αναγκαίες κινήσεις που πρέπει να γίνουν έτσι ώστε να του αντεπιτεθούμε αποτελεσματικά. Υπ’ αυτή την έννοια μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι ο Γκράμσι

w Και όσον αφορά τη θεωρία της ηγεμονίας; Το έργο των Λακλαόυ και Μουφ υπήρξε εξαιρετικά επιδραστικό διεθνώς και συνέβαλε στην καθιέρωση της έννοιας. Θεωρώ, εντούτοις, ότι όταν διαβάζουμε τα Τετράδια της Φυλακής στην ολότητά τους, στην κριτική έκδοση την οποία έχει επιμεληθεί ο Βαλεντίνο Τζερατάνα, συνειδητοποιούμε ότι η θεωρία της ηγεμονίας των Λακλάου-Μουφ ελάχιστα σχετίζεται με αυτήν του Γκράμσι. Για τους Λακλάου και Μουφ η θεωρία της ηγεμονίας είναι κατά βάση μια θεωρία πολιτικής ενότητας. Η αντίληψη αυτή αποτελεί τμήμα μιας παράδοσης της σύγχρονης πολιτικής σκέψης (Χομπς, Ρουσώ κ.α.), η οποία επιχειρεί να στοχαστεί πάνω σε διαδικασίες πολιτικής ενοποίησης και συχνά ομογενοποίησης. Η θεωρία της ηγεμονίας του Γκράμσι, αντιθέτως, αντλώντας από τις συζητήσεις της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας και την πρώιμη Τρίτη Διεθνή δεν συνιστά ούτε μια θεωρία πολιτικής ενότητας ούτε μια θεωρία βεμπεριανής νομιμοποίησης. Είναι μια θεωρία πολιτικής ηγεσίας που λειτουργεί ως μέθοδος πολιτικού έργου. Ο Γκράμσι με την θεωρία της ηγεμονίας επιχειρούσε να καταλάβει το πώς ήταν εφικτό να εισαγάγει δυναμικά στοιχεία προόδου στις πραγματικές ιστορικές κοινωνίες της εποχής του. Ήθελε να αναπτύξει μια τεχνική πολιτική έργου που θα έδινε τη δυνατότητα στους σοσιαλιστές, τους κομμουνιστές, τους μαρξιστές να παρέμβουν αποτελεσματικά στους αγώνες που λάμβαναν χώρα στις τότε κοινωνίες και να διασφαλίσει ηγεσία για κινήματα τα οποία επιχειρούσαν να επιλύσουν τα συγκεκριμένα πραγματικά προβλήματα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι η γκραμσιανή θεωρία της ηγεμονίας παραμένει ένα ανοικτό ερώτημα. Είναι αναγκαίο να ανακτήσουμε τους δεσμούς με την παράδοση αυτή, μελετώντας τη συστηματικά και σκεπτόμενοι σοβαρά τις πιθανότητες πολιτικής ηγεσίας και τους τρόπους με τους οποίους μπορούμε να ενθαρρύνουμε πραγματικές μορφές ιστορικής προόδου σήμερα. Υπ’ αυτήν την πολύ συγκεκριμένη έννοια, ο Γκράμσι είναι ο Μακιαβέλι της μοντέρνας και μεταμοντέρνας —στο μέτρο που γίνεται ακόμη αποδεκτή η χρήση αυτής της αμφισβητήσιμης έννοιας— εποχής. Είναι ένας από τους βασικούς θεωρητικός που καταδεικνύει τα θεμελιώδη καθήκοντα της επαναστατικής πολιτικής. Όπως ο ίδιος ο Γκράμσι είχε επισημάνει σε σχέση με τον Μακιαβέλι, ένα από τα θεμελιώδη διαχρονικά προβλήματα που ο φλωρεντινός διπλωμάτης είχε θίξει, ήταν η ύπαρξη κυβερνώμενων και κυβερνώντων, η διάκριση μεταξύ διευθυνόντων και διευθυνόμενων. Για τον Γκράμσι αυτό το πρόβλημα, υπό το πρίσμα της κομμουνιστικής πολιτικής, κατέστη ζήτημα άρσης των προαναφερθεισών διακρίσεων και δημιουργίας μορφών δημοκρατικής αυτεξουσιότητας και αυτοκυβέρνησης εντός των ίδιων των μορφών αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική κοινωνία. Σήμερα, βλέπουμε ένα μεγάλο εύρος κινημάτων ανά τον κόσμο να αποδεσμεύουν νέες ενέργειες αναζητώντας μορφές καθοδήγησης από το παρελθόν και θεωρίες οι οποίες μπορούν να συμβάλλουν στην κατανόηση των συγκυριών εντός των οποίων δρουν. Ο Γκράμσι είναι από τις βασικές πηγές της κλασικής μαρξιστικής παράδοσης, στις οποίες μπορούμε να επιστρέψουμε, από τις οποίες έχουμε ακόμη πολλά να μάθουμε.

Λυκούργος Αγγελόπουλος: ένας μάστορας Την προηγούμενη Κυριακή 18 Μαΐου πέθανε ο πρωτοψάλτης Λυκούργος Αγγελόπουλος. Για την τεράστια προσφορά του στην εκκλησιαστική μουσική, την ιστορία και την ερμηνεία της, θα μιλήσουν άλλοι αρμοδιότεροι· ας περιοριστούμε εδώ στα στοιχειώδη: μαθητής του Σίμωνα Καρά, ίδρυσε το 1977 την Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία, δίδαξε βυζαντινή μουσική, έδωσε αναρίθμητες συναυλίες με τη χορωδία, στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Έψαλλε από το 1982 στην Αγία Ειρήνη στην οδό Αιόλου, διακονώντας με άκρα συνέπεια και τάξη τη λεπτότητα του εκκλησιαστικού τυπικού, υπακούοντας με απόλυτη μουσική πειθαρχία στο γράμμα του κειμένου, κάνοντας κάθε ακολουθία έργο τέχνης. Έψαλλε, πράγμα σχεδόν αδύνατον για έναν ψάλτη, χωρίς στόμφο. Η τέχνη του ήταν από εκείνες που μπορούν να εκτιμηθούν πραγματικά μόνο από τους ομότεχνους, ήταν μια μουσική για μουσικούς. Κι αυτό γιατί η έννοια της παράδοσης την οποία υπηρέτησε δεν εξαντλούνταν στη διατήρηση και την αναπαραγωγή. Προϋπέθετε διαρκή μελέτη, επαφή με τις ανάλογες μουσικολογικές έρευνες διεθνώς, καλλιτεχνική αίσθηση και κρίση. Δεν είχε κοντολογίς καμία σχέση με ό,τι θεωρείται «παραδοσιακό», εξού και τα ενδιαφέροντα του Αγγελόπουλου εκτείνονταν ώς τη σύγχρονη μουσική. Στην κηδεία του, που τελέστηκε στην Αγία Ειρήνη στις 21 Μαΐου, ήταν φανερό ότι μπορεί να μην παραμένει ο πλούτος και να μη συνοδεύει η δόξα, όμως παραμένει το έργο και η διδασκαλία, παραμένει άρα το ύφος, το αποτύπωμα της κατορθωμένης τέχνης. Και τον νεκρό συνοδεύουν, πέρα από τους οικείους και τους μαθητές, οι ομότεχνοι, οι «παληοί της συντεχνίας». Η συντεχνία, η τόσο άδικα συκοφαντημένη, ως κακός συνδικαλισμός ή ως κλίκα, ανακτά σε τέτοιες περιπτώσεις το ετυμολογικό της βάρος. Ο Αγγελόπουλος, που ανήγαγε την ψαλτική σε τέχνη, και μάλιστα σε μια συλλογική τέχνη —η φωνή του δεν υπερείχε ποτέ από τη χορωδία παρά μόνο όσο χρειαζόταν για να την οδηγεί— έφερε δικαίως τον τίτλο του δασκάλου και του μαΐστορος. ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΑΘΑΡΑΚΗΣ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΠΑΝΟΥΣΑΚΗ, ΑΠΟ ΤΟ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ «ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ»

35


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΜΑΪΟΥ 2014

36

ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΝΕΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ

Σταυροί Όταν το αγόρι πέφτει από το κρεβάτι του κατευθείαν μέσα στο ταψί με τη ζύμη και οι αρτοποιοί το βάζουν κατά λάθος στο φούρνο, δεν μπορώ να μην σκεφτώ το Άουσβιτς. Όμως το αγόρι τη γλιτώνει και προλαβαίνει να πετάξει πάνω απ’ την πόλη, προτού ξημερώσει, σαν όνειρο. Βρίσκει το γάλα που χρειάζονται οι αρτοποιοί και τους το προσφέρει (το γάλα δεν είναι μαύρο). Οι τρεις αρτοποιοί ευχαριστούν το αγόρι. Και οι τρεις τους έχουν τη μουτσούνα του Όλιβερ Χάρντι, του Χοντρού, με το χιτλερικό μουστακάκι. Φτιάχνουν λοιπόν το πρωινό γλύκισμα και το αγόρι επιστρέφει στο κρεβάτι του. Αυτά συμβαίνουν Στη νυχτερινή κουζίνα (1970) του παιδικού εικονογράφου Μόρις Σέντακ που πέθανε τέτοια εποχή, πρόπερσι. Ο Σέντακ ήταν Αμερικανός πολωνοεβραϊκής καταγωγής και οι συγγενείς του χαθήκανε στο Ολοκαύτωμα, γεγονός που επηρέασε τον ίδιο και το σχέδιό του, ένα ανακάτεμα σκοτεινής τρυφερότητας και υποδόριας απρέπειας, παιγνιώδες και προκλητικό μαζί, όπως ένα παιδί που βγάζει τη γλώσσα του μπροστά στους μεγάλους για να τους περιγελάσει. Και ο Σέντακ με τη σειρά του, σ’ αυτό το βιβλίο, είναι σαν να περιγελά τους φασίστες: «Αν δεν υπάρχει Άουσβιτς για εσάς, δεν υπάρχει ούτε Χίτλερ για εμάς. Άρα, δεν υπάρχετε ούτε εσείς. Το πολύ-πολύ να υπάρχει μόνο Τσάπλιν», δηλαδή μια φωτεινή κουκίδα που, καθώς περπατά ατσούμπαλα, αναδημιουργεί ολόκληρη την πόλη φωτίζοντάς την. Δυστυχώς υπήρξε Άουσβιτς και υπάρχουν ακόμα φασίστες. Όταν πριν χρόνια πήγα με την Αγγελική στο Άουσβιτς, λυπάμαι που το λέω αλλά μύριζε ακόμη καμένο δέρμα. Κι όταν, την επόμενη μέρα, πετάξαμε από τη Βαρσοβία για εδώ, καθ’ όλη τη διάρκεια της πτήσης, ένιωθα την άτρακτο του αεροπλάνου σαν ένα τεράστιο παραβρασμένο λουκάνικο που θα διαλυόταν από στιγμή σε στιγμή στον αέρα. Ήταν σαν να κουβαλούσαμε μαζί μας όλους τους νεκρούς και ειδικά τους δικούς της νεκρούς που ήταν η σεφαραδίτικη οικογένειά της που ξεκληρίστηκε στο Ολοκαύτωμα. Η γιαγιά της Αγγελικής ήταν Ισπανοεβραία και ήταν η μοναδική που δεν πήγε στο στρατόπεδο. Κρύφτηκε λίγο πιο έξω από τη Θεσσαλονίκη και σώθηκε. Όμως η Ρικέτα, η μάνα της, ο Αβραάμ, ο πατέρας της, και τ’ αδέρφια της -μ’ εξαίρεση τον Μπεν που γύρισε πίσω με τα πόδια- δεν επέζησαν: ήταν η Νταίζη, η Εσθήρ και η μικρή Σάρα, η οποία, αν ζούσε τώρα, θα ήταν σχεδόν συνομήλικη με τον πατέρα μου. Όλοι τους νεκροί στις 27 Απριλίου του 1943. Γι’ αυτούς τους σταυρούς έγραψα σήμερα. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΧΑΤΖΗΝΙΚΟΛΑΟΥ

Τα (τηλε)παιχνίδια της εξαθλίωσης και η κοινωνική πολιτική για τους άστεγους ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΟΥΡΑΧΑΝΗ Πριν λίγες μέρες ο αντιπρόεδρος μεγάλου τηλεοπτικού σταθμού συναντήθηκε με την Αρχιεπισκοπή Αθηνών, για τη διοργάνωση συναυλίας με τραγουδιστές δημοφιλούς τηλεπαιχνιδιού. Σκοπός, η συγκέντρωση χρημάτων για την σίτιση απόρων και αστέγων. Πράγματι, όταν η κρατική κοινωνική πολιτική απουσιάζει, η φιλανθρωπία της εξαθλίωσης αποτελεί είδηση.

Ένα success story δίχως τέλος Στην Ελλάδα δεν υπάρχει πρόβλημα αστέγων: αυτή ήταν η επίσημη θέση του κράτους μέχρι το 2012, οπότε και θεσμικά αναγνωρίζεται η ύπαρξη τους, με απώτερο σκοπό την άντληση κοινοτικών κονδυλίων για την ανάπτυξη δράσεων. Παρότι αυτό θα μπορούσε να αποτελεί την απαρχή της χάραξης ολοκληρωμένης κοινωνικής πολιτικής στο συγκεκριμένο πρόβλημα, δυστυχώς οι μέχρι τώρα ενδείξεις δεν επιβεβαιώνουν κάτι τέτοιο. Αν και ένα χρόνο τώρα έχει εκπονηθεί ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο, η πολιτική ηγεσία δείχνει απροθυμία να το προωθήσει. Αντ’ αυτού, ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε προεκλογικά τη λειτουργία υπνωτηρίου φιλοξενίας 80 ανθρώπων μέχρι είκοσι μέρες. Ούτε καν σταγόνα στον ωκεανό. Ταυτόχρονα, στο πολυνομοσχέδιο που ψηφίστηκε πριν ένα μήνα προβλέπεται ενίσχυση των αστέγων με 20 εκ. ευρώ. Τα χρήματα δεν προορίζονται για δημιουργία δομών πρόληψης ή άμεσης στέγασης. Αντίθετα, διοχετεύονται στους υπάρχοντες φορείς, δηλαδή μη κυβερνητικές οργανώσεις και την Εκκλησία. Συνεπής στις προεκλογικές του δεσμεύσεις λοιπόν, ο πρωθυπουργός της χώρας και τακτικός συνομιλητής του θεού, την περασμένη Δευτέρα εξέφρασε την ευγνωμοσύνη του για την προσφορά της Εκκλησίας: «Τώρα που η ανηφόρα είναι πίσω, τονίζω ότι στις δύσκολες στιγμές την ελληνική κοινωνία κράτησαν όρθια η οικογένεια και η Εκκλησία». Πέρα από την επαναφορά του «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια» στα λόγια αυτά κρύβεται μια μεγάλη αλήθεια: στα δύσκολα χρόνια της κρίσης, όταν τα ποσοστά απόλυτης φτώχειας εκτινάχθηκαν, η κοινωνική πολιτική του κράτους απουσίαζε για όσους την είχαν ανάγκη. Το ελληνικό κράτος δεν έκανε τίποτα για να προλάβει τον κίνδυνο απώλειας στέγης για χιλιάδες πολίτες. Αντίθετα, με πολιτικές που εφάρμοσε δημιούργησε πιεστικές συνθήκες ακόμη και για όσους κατάφερναν να διαθέτουν πρόσβαση σε κανονική κατοικία (υπερφορολόγηση στέγης, κατάργηση ΟΕΚ, ανυπαρξία βούλησης για τα «κόκκινα δάνεια»). Στα τέσσερα χρόνια των Μνημονίων, τα θεμέλια της κοινωνίας ναρκοθετήθηκαν. Δεν είναι (μόνο) οι, ήδη πολλοί, άστεγοι, αλλά και τα υπό έξωση νοικοκυριά που είναι δεκαπλάσια από τους σημερινούς αστέγους. Το νέο σχήμα κοινωνικής παρέμβασης φαίνεται να αποτελείται κυρίως από χορηγίες μεγάλων φιλανθρωπικών ιδρυμάτων, με φορείς υλοποίησης τις ΜΚΟ. Και όχι μόνο αυτές. Η πολυδιαφημισμένη κοινωνική πολιτική του Δήμου Αθηναίων για τους άστεγους στηρίζεται σε χορηγίες μεγάλων εταιρειών τηλεπικοινωνιών ή προσφορές τροφίμων αλυσίδων σούπερ μάρκετ. Το φαινόμενο σηματοδοτεί τον μελλοντικό χαρακτήρα της κοινωνικής πολιτικής και συνυφαίνεται με ευρύτερες ιδεολογικές συνδηλώσεις. Το δικαίωμα στην κατοικία διαβρώνεται από φιλανθρωπικού τύπου παροχές, καθιστώντας αυτοσκοπό την οριακή επιβίωση των νέων «γυμνών ζωών».

Για μια εναλλακτική κοινωνική πολιτική με έμφαση στην πρόληψη και την άμεση στέγαση Μια ρεαλιστική και δίκαιη κοινωνική πολιτική κατοικίας θα μπορούσε να στηριχθεί στους παρακάτω άξονες: 1. Οι σημερινές διαστάσεις του προβλήματος συσκοτίζονται από έλλειψη έγκυρων στοιχείων. Η απογραφή του πληθυσμού του 2011 συμπεριέλαβε και αστέγους, ωστόσο τα στοιχεία δεν έχουν ακόμη δημοσιοποιηθεί. Πέραν αυτού, μπορούμε να εκτιμήσουμε βάσιμα ότι οι ραγδαίες κοινωνικοοικονομικές μεταβολές των τελευταίων ετών έχουν διογκώσει το πρόβλημα. Απα-

O Nίκος Κουραχάνης είναι υποψήφιος δρ κοινωνικής πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

Έργο του Έγκον Σίλε

ραίτητη προϋπόθεση λοιπόν είναι μια σοβαρή καταγραφή των ποσοτικών και ποιοτικών διαστάσεων του. Γιατί άλλου τύπου κοινωνική πολιτική χρειάζονται οι άστεγοι με ψυχικά νοσήματα, και άλλη οι άστεγοι με οικονομικά προβλήματα. Η καταγραφή μπορεί να επιτευχθεί με θεσμοθέτηση ενός κεντρικού μηχανισμού διαχείρισης των στεγαστικών αιτημάτων. 2. Παρά τις ενδείξεις για σοβαρή επιδείνωση του προβλήματος, οι σημερινές παροχές έχουν ανακουφιστικό χαρακτήρα, και μάλιστα μη κρατικής υλοποίησης. Στο μόνο πεδίο που παρατηρείται κινητικότητα είναι αυτό της επείγουσας παρέμβασης, κυρίως εκ μέρους των ΜΚΟ. Εξαιτίας του περιορισμένου βεληνεκούς τους, προσφέρουν απλές παροχές (σίτιση, ένδυση, είδη καθαριότητας) και σπανίως περιορισμένης έκτασης στέγαση. Τέτοιου είδους παρεμβάσεις βοηθούν τους άστεγους, εντούτοις δεν καταπολεμούν τα βαθύτερα αίτια. Πρόσφατα, ο δήμαρχος Αθηναίων σε συνέντευξη δήλωσε ότι 50.000 διαμερίσματα στην Αθήνα παραμένουν κλειστά, χωρίς να εκδηλώσει καμιά βούληση για την αξιοποίησή τους. Μια αποτελεσματική κοινωνική πολιτική κατοικίας μπορεί να βασιστεί: α) στην πρόληψη (προστασία υπερχρεωμένων νοικοκυριών, επιδότηση ενοικίου ή μεταβατική φιλοξενία), β) στην προτεραιότητα στην άμεση στέγαση όσων βρίσκονται στον δρόμο (αξιοποίηση διαθέσιμου κτιριακού αποθέματος, καθιέρωση βασικού εγγυημένου εισοδήματος, παροχή υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής μέριμνας). 3. Οι άστεγοι συνήθως δυσκολεύονται να εκδώσουν βιβλιάρια απορίας εξαιτίας γραφειοκρατικών εμποδίων ή οφειλών στα ασφαλιστικά ταμεία – περιπτώσεις που εκβάλλουν στο ευρύτερο πρόβλημα των ανασφάλιστων. Εξαναγκάζονται, έτσι, να απευθύνονται σε ΜΚΟ ή πρωτοβουλίες αλληλεγγύης. Η διασφάλιση της καθολικότητας στην υγεία, λοιπόν, είναι επιτακτική. 4. Από τα παραπάνω προκύπτει, δυστυχώς, η συνολική υποκατάσταση της κοινωνικής πολιτικής του κράτους από μη κρατικούς φορείς. Οι άστεγοι για τις καθημερινές τους ανάγκες βρίσκονται σε σχέση εξάρτησης από τις ΜΚΟ ή φορείς όπως η Εκκλησία. Βέβαια, η επείγουσα παρέμβαση δεν πρέπει να καταργηθεί. Έστω και με αυτή τη μορφή, πρέπει να ενδυναμωθεί με εφαρμογή ενός πλαισίου προδιαγραφών για τη λειτουργία αυτών των δομών και την καθιέρωση κρατικού ελέγχου που μέχρι σήμερα παραμένει ανύπαρκτος.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΜΑΪΟΥ 2014

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

37


Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

25 MAΪOY 2014

ΤΟ BLOG ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»: enthemata.wordpress.com e-mail: enthemata@gmail.com

Ολιγάρχες του λιμανιού ΑΝ ΣΗΜΕΡΑ επανερχόμαστε στον Πειραιά (είχαμε μιλήσει και στις 11.5 με τον «Γαϊδούρειο ίππο»), δεν το κάνουμε μόνο επειδή τον αγώνα εκεί, κι ας μην κέρδισε, τον έδωσε με απαράμιλλο ήθος, μαχητικότητα και γνώση ένα λαμπρό αυτοδιοικητικό σχήμα, το «Λιμάνι της Αγωνίας», με επικεφαλής τον Θοδωρή Δρίτσα. Αλλά και επειδή το ζοφερό μοντέλο Μώραλη-Μαρινάκη ―το οποίο βγάζει και παρακλάδια, όπως δείχνει η περίπτωση Μπέου στον Βόλο― όπου συμπλέκονται συμφέροντα, τραμπουκισμοί, ακροδεξιοί ιεράρχες, εξαγορά, χειραγώγηση μέσω του χρήματος και του ποδοσφαίρου, υπερβαίνει πολύ τον Πειραιά: πλήττει την καρδιά της δημοκρατίας. Με αυτά κατά νου, πριν την κάλπη ―και ευχόμενοι ολόψυχα κάθε επιτυχία στον Μαργαρίτη Πατσιαντά στον Βόλο― ζητήσαμε από έναν καλό γνώστη της ιστορίας και της πολιτικής ζωής του Πειραιά, τον Νίκο Μπελαβίλα, να μας αναλύσει το φαινόμενο. ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΜΠΕΛΑΒΙΛΑ

O Πειραιάς, όπως όλα τα λιμάνια του κόσμου, έχει μόρτες, μαστροπούς, λαθρέμπορους. Ήταν και είναι κομμάτι της καθημερινότητας και της κουλτούρας της πόλης αυτός ο υπόκοσμος, άλλοτε μάγκικος, γλυκός και τρυφερός, όπως εκείνος του κινηματογράφου του ’60 και των ρεμπέτικων, άλλοτε αποκρουστικός, γλοιώδης, απάνθρωπος. Ο Πειραιάς είχε πάντα έναν τρόπο να κρατάει αυτό τον υπόκοσμό του στην άκρη. Στις αποβάθρες και στους δύοτρεις δρόμους πίσω από το λιμάνι. Αυτό οφειλόταν, νομίζω, σε μια αστική τάξη της πόλης η οποία δεν διαπραγματευόταν ούτε την ηγεμονία της ούτε τον καθωσπρεπισμό της. Τις συνδιαλλαγές της με τον υπόκοσμο ή δεν τις έκανε ή τις έκανε υπόγεια. Οφειλόταν, επίσης, και σε εκείνη την πολύ μεγάλη κοινωνική τάξη των εργοστασιακών εργατών και των μικρασιατών προσφύγων που είχε αντίστοιχα επιβάλει τους κώδικες της δικής της συμπεριφοράς στις λαϊκές συνοικίες: κώδικες σεβασμού, αλληλεγγύης και ανθρωπιάς, που ίσχυαν ακόμη κι όταν φλεγόταν η πόλη από κοινωνικές και πολιτικές συγκρούσεις. Ώσπου στον Πειραιά τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν. Τα πρώτα άγνωστα στην κοινή γνώμη λυντσαρίσματα μεταναστών στον Ρέντη, οι επιθέσεις στο Πέραμα και στην Κοκκινιά και, τέλος, η πολιτική δολοφονία του Παύλου Φύσσα από τους νεοναζί σήμαναν το τέλος της εποχής. Για πρώτη φορά περπατάει κόσμος φοβισμένος στην πόλη μας. Το λουμπεναριό σήκωσε τα καπάκια των υπονόμων βγαίνοντας στο φως. Χρυσαυγίτες, χούλιγκαν, μπράβοι νυχτερινών κέντρων. Η καθολική φτώχεια και τα τεράστια μεγέθη της ανεργίας, στις βόρειες κυρίως γειτονιές αποτέλεσαν το υπόβαθρο για να βρουν τόπο να πατήσουν. Από τα μέσα της τελευταίας εβδομάδας πριν τον α΄ γύρο των εκλογών άρχισε να εμφανίζεται μία ζοφερή εικόνα. Οι αγωνιώδεις καταγγελίες του «Λιμανιού της Αγωνίας» και προσωπικά του Θοδωρή Δρίτσα, τα συμβάντα στο Στάδιο Καραϊσκάκη με τους 7.000 μαθητές, η βιντεοσκοπημένη διανομή τροφίμων και ψηφοδελτίων στα υπόγεια του ναού του Αγίου Ελευθερίου, το προεκλογικό τρισάγιο στον ναό του Αγίου Νείλου, οι συστημένες προσκλήσεις του Υπουργείου Παιδείας για προεκλογικό cocktail στην Καστέλλα, οι κανιβαλισμοί από μπράβους κατά του υποψήφιου του «Λιμανιού» Ηλία Τζανετουλάκου και κατά του σημερινού δημάρχου, η εισβολή στην πόλη μηχανοκίνητων μαυροντυμένων αγημάτων τρομοκράτησης των ψηφοφόρων το μεσημέρι της Κυριακής, οι μαρτυρίες της επομένης μέρας στο tvxs.gr αλλά και σε όλο το διαδίκτυο, είναι όσα είδαν το φως της δημοσιότητας. Οι τοπικοί πολιτικοί του παλιού συστήματος και η Αριστερά άντεξαν. Ούτε οι έως τώρα δήμαρχοι, ακόμη και αυτοί

της Δεξιάς ενέδωσαν στους νεοναζί, ούτε η Αριστερά χαμήλωσε τον πήχυ. Υπάρχει, ωστόσο ένα σημείο τομής: η στιγμή που ένα «λαμπρό»/ή φανταχτερό, πλούσιο, επιχειρηματικό σχήμα ανακοίνωσε τη διεκδίκηση του Δήμου ανοίγοντας την αγκαλιά του και μοιράζοντας τα χρήματά του στον πεινασμένο και απογοητευμένο από τους πάντες κοσμάκη. Όλο αυτό το σκοτεινό, αφανές έως πρότινος πλήθος βρήκε στέγη, καθώς και οι άνεργοι πιτσιρικάδες μεροκάματο — στις αφισοκολλήσεις, στο μοίρασμα των φυλλαδίων, στις βάρδιες των εκλογικών κέντρων, όπου μπορεί να φανταστεί κανείς. Εν τω μεταξύ, το πιο σάπιο κομμάτι των προηγούμενων δημοτικών αρχών και των κυβερνητικών κομμάτων, έσπευσε να ενταχθεί, να διαγκωνιστεί δίπλα στην νέα ηγεσία που φιλοδοξεί να αλώσει την πόλη. Είναι οι κύριοι ένοχοι της φτωχοποίησης των Πειραιωτών. Οι επιχειρηματίες έγειραν με το ένστικτο τους προς τον διαφαινόμενο νικητή. Οι περιθω-

Τζωρτζ Γκρος, «Έκλειψη ηλίου», 1926. Το έργο είναι αλληγορία για τη δημοκρατία της Βαϊμάρης. Καπιταλιστές και στρατιωτικοί υπαγορεύουν στους ακέφαλους πολιτικούς τι να πράξουν, ενώ ο λαός (που τον συμβολίζει ο γάιδαρος με τις παρωπίδες) τρώει απλώς ό,τι του βάζουν μπροστά του.

ριοποιημένοι ως τα χθες μισαλλόδοξοι ρασοφόροι, στήθηκαν ξανά ισότιμα όπως φαντασιώνονταν δίπλα στο νέο που τους διέθετε απλόχερα τη θέση που νομίζουν ότι τους αναλογεί στην πυραμίδα της εξουσίας. Και βέβαια οι φονιάδες πειραιώτες νεοναζί, από δακτυλοδεικτούμενοι ως χθες εγκληματίες, παρατάχθηκαν σήμερα δίπλα στους εκλογικούς στρατούς, ξεπλυμένοι και κορδωμένοι ως επίλεκτοι των νέων αφεντικών. Ας φανταστούμε όμως έναν άνθρωπο τσακισμένο από την τετραετή κρίση, που μόλις επιβιώνει ή έναν άνεργο, να χαρτζιλικώνεται, να συντρώγει σε μεγάλα τραπεζώματα στις γειτονιές με πρώην δημάρχους, κουστουμαρισμένους πολιτευτές και αστέρια των γηπέδων όταν ξέρει ότι δεν έχει στον ήλιο μοίρα, όταν τον θρέφει η μάνα του, όταν ξεροσταλιάζει όλη μέρα χωρίς δουλειά στις καφετέριες. Έναν πεινασμένο θρησκευόμενο να παίρνει φαί και ψηφοδέλτια από καντηλανάφτισσες εκκλησιών μέσα σε ιερούς χώρους. Να του υπόσχονται μεροκάματο για αύριο –όπου κι αν είναι αυτό– αν στρατολογηθεί. Πώς να το παλέψει; Η αίσθηση μου –και δυστυχώς μόνο η ιστορία θα αποδείξει αν είναι σωστή– είναι ότι τις αναλογίες δεν μπορούμε να τις βρούμε ούτε στην κεντρική Ευρώπη ούτε στο μπερλουσκονικό φαινόμενο. Προφανώς και εκεί θα βρούμε επιχειρηματίες ή και ακροδεξιούς να διεκδικούν την ηγεμονία στην πολιτική ζωή. Όμως αυτά συμβαίνουν εντός του υπάρχοντος πολιτικού συστήματος χωρίς τη διεκδίκηση της ανατροπής του. Εδώ έχουμε κάτι άλλο. Και είμαι σίγουρος ότι δεν αρκούν τα μαρξιστικά μας εργαλεία για να το περιγράψουν. Το δικό μας πολιτικό σύστημα δεν πρόκειται να ανατραπεί· έχει ήδη ανατραπεί. Η συνταγματική τάξη, όχι το κοινωνικό μόνο αλλά όλο το κράτος, η παραγωγική βάση, η οικονομία πλέον έχουν διαλυθεί. Όλη η πολιτική εκπροσώπηση είναι απονομιμοποιημένη. Το κενό θυμίζει περισσότερο δημοκρατίες την πρώην Σοβιετικής Ένωσης ή λατινομερικάνικες μπανανίες όπου δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί αν πρόκειται για αστική δημοκρατία, για δικτατορία ή για μεταμοντέρνα φεουδαρχία, ένα κενό το οποίο σπεύδουν να καταλάβουν νέα αφεντικά. Ενώ το σύστημα έχει χάσει τη δυνατότητα διορθώσεων και τα κάστρα πέφτουν αμαχητί χωρίς να διαθέτουν πλέον μηχανισμούς υπεράσπισής τους. Είναι το νέο αλλά και παμπάλαιο φαινόμενο — που μόνο ο ρώσικος όρος της δεκαετίας του ’90 προσδιορίζει με ακρίβεια: «ολιγάρχες». Θεωρούν το καθεστώς λιγότερο ισχυρό από τους ίδιους· και όντως είναι ισχυρότεροι από αυτό — προσωρινά ή μόνιμα θα δείξει. Οι αξίες της δημοκρατίας δεν τους αφορούν, ούτε καν αυτές της τυπικής αγοράς. Απλώνουν την ηγεμονία διεκδικώντας στην αρχή το ανεξάντλητο κέρδος και, μετά, την αφροδισιακή απόλαυση της εξουσίας. Στο τέλος, το ένα μπλέκει με το άλλο, το ένα φέρνει το άλλο. Ηγεμονεύουν ως προστάτες και ευεργέτες των φτωχών, ως αυτοί που έδωσαν φωνή και θέση στους πληβείους, με τα ράσα και τους τοπικούς πολιτικούς να τους προσκυνούν στα γόνατα. Το απολαμβάνουν θριαμβεύοντας επάνω στο κατεστραμμένο σώμα της κοινωνίας. Θριαμβεύοντας επάνω στην εξευτελισμένη πολιτική ηγεσία της χώρας που τώρα προστρέχει σε αυτούς για να σωθεί. Μέσα από αυτή τη διαδρομή, η ύψιστη επιβράβευση έρχεται με το θρόνιασμα στον συμβολικό θρόνο της πόλης. Σκεφτείτε τα, όλα αυτά, πριν αποφασίσετε μπροστά στην κάλπη.

E12005