Issuu on Google+

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κείμενα των: Στρατή Μπουρνάζου, Μάνου Αυγερίδη, Έφης Γιαννοπούλου, Γιώργου Μπουγελέκα, Μαρίας Καλαντζοπούλου, Ιωάννας Μεϊτάνη, Γιώργου Αγγελόπουλου ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 786

ΚΥΡΙΑΚΗ 11 ΜΑΪΟΥ 2014

ΓΝΩΜΕΣ & ΙΔΕΕΣ - ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΕΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ

Γαϊδούρειος ίππος ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΥ Δεν είναι πολλά αυτά που ξέρω για τον Πειραιά. Έχω διαβάσει για την ιστορία της πόλης, έχω κάνει ωραίες βόλτες με καλούς φίλους, παρακολουθώ (συνήθως μέσω αυτών των φίλων) τα πολιτικά δρώμενα στο λιμάνι. Και όμως, σήμερα, για τον Πειραιά θέλω να γράψω, κι ας μην τον ξέρω καλά. Γιατί αυτό που επιχειρείται να γίνει, με την υποψηφιότητα Μαρινάκη, ξεπερνά τα όρια της πόλης, τα δημοτικά πράγματα και πρόσωπα: εισάγει ένα νέο μοντέλο πολιτικής, πολύ επικίνδυνο αν επικρατήσει. Ασφαλώς, δεν ανακαλύπτουμε την πυρίτιδα. Το σύμπλεγμα οικονομικοί παράγοντες-εφοπλιστές-επαγγελματικό ποδόσφαιρο-πελατειακές σχέσεις-μήντια-χειραγώγηση δεν εκβάλλει για πρώτη φορά στην πολιτική σκηνή. Ωστόσο, αν και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά της υποψηφιότητας Μαρινάκη είναι παλιά, η υποψηφιότητά του συνιστά, ποιοτικά, νέο φαινόμενο. Όλα όσα γίνονταν μέχρι σήμερα παρασκηνιακά ή στο ημίφως, τώρα (χωρίς να σταματήσουν βέβαια να γίνονται παρασκηνιακά) εμφανίζονται θριαμβευτικά στο προσκήνιο. Χωρίς προσχήματα, στο πρόσωπο ενός ισχυρού υποψηφίου, που δεν το κρύβει, αλλά διαλαλεί: Ναι, είμαι ο εκλεκτός του κεφαλαίου, της μπάλας, του μητροπολίτη. Η βιτρίνα είναι υπερκομματική, απολιτική: Ο Πειραιάς, του Πειραιά, τον Πειραιά, ω Πειραιά, ζήτω ο Πειραιάς, ζήτωσαν οι Πειραιάδες: «Πάμε να νικήσουμε. Να κάνουμε έργα. Με πράξεις, όχι με λόγια. Τα ψέματα τελειώνουν. Φτάνει η μιζέρια, η ανεργία και η υποβάθμιση. Αλλάζουμε τον Πειραιά, το λιμάνι της καρδιάς μας. Να αισθανθούμε ξανά Περήφανοι Πειραιώτες!»: λόγια του Β. Μαρινάκη στην παρουσίαση του ψηφοδελτίου (27.4.2014). Ένας λόγος κενός περιεχομένου, που, αν το καλοσκεφτούμε δεν δείχνει δα και καμιά φλόγα ή όραμα για τον Πειραιά. Είναι όμως και κάτι άλλο: ένας βαθύτατα πολιτικός «απολιτικός» λόγος. Η ιστορία του Ολυμπιακού είναι εξόχως διδακτική. Επί προεδρίας Μαρινάκη, προωθείται, στους συνδέσμους των οπαδών, σε άμεση σχέση με τη διοίκηση, η γραμμή Νο Politica: εξοστρακισμός της πολιτικής σε μια περίοδο που ο κόσμος βράζει, ακόμα μεγαλύτερη πρόσδεση στη διοίκηση, έμφαση στα χαρακτηριστικά που φιλοτεχνούν τη μεγάλη ολυμπιακή οικογένεια κλπ. — ενώ παράλληλα, οι νεοναζιστικοί πυρήνες της Χρυσής Αυγής στις τάξεις των οπαδών ενισχύονται και δρουν. Το τι σημαίνει αυτή η «μη πολιτική» θα φανεί μετά τη δολοφονία Φύσσα. Ενώ οι γειτονιές του Πειραιά θρηνούν το παλικάρι που χάθηκε, η κηδεία του γίνεται πάνδημο γεγονός για την περιοχή, σύνδεσμοι άλλων ομάδων βγάζουν ανακοινώσεις για τη δολοφονία του (οπαδού του Ολυμπιακού) Π. Φύσσα, οι σύνδεσμοι του Ολυμπιακού σιωπούν πλήρως — και η διοίκηση Μαρινάκη υποστηρίζει δημόσια αυτή τη στάση… Ιδού το No Politica που ανδρώθηκε επί Μαρινάκη: μια απολύτως πολιτική στάση, που εδώ αβάνταρε τη Χρυσή Αυγή. Για τις επιχειρηματικές διαδρομές Μαρινάκη παραπέμπω στο δημοσίευμα του Παναγιώτη Θεοδωρόπουλου και του Λευτέρη Χαραλαμπόπουλου στο τελευταίο Unfollow, που ξετυλίγει το κουβάρι της διαπλοκής ανάμεσα σε εφοπλιστές, πολιτικά τζάκια, τοπικές εξουσίες και κυβέρνηση. Πολύ εύγλωττα, για το θέμα μας, τα λέει ο τίτλος του –υπεράνω υποψίας– Βήματος: «Οι επιχειρηματίες του μεγάλου λιμανιού

Η κουτσή Μαρία υποψήφια ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΑΥΓΕΡΙΔΗ

εισβάλλουν στην πολιτική». Άλλες δυο κρίσιμες ψηφίδες· η πανκινητοποίηση του συστήματος ΠΑΣΟΚ-Ν.Δ. (παρά την ύπαρξη Μιχαλολιάκου) υπέρ Μαρινάκη, καθώς και η αμέριστη συμπαράσταση του μητροπολίτη Σεραφείμ: πολλά δημοσιεύματα τον έφεραν ως εμπνευστή της υποψηφιότητας. Δεν μιλάμε για οποιονδήποτε μητροπολίτη, αλλά για το σύμβολο της μισαλλοδοξίας. Είναι ο ιεράρχης που χαρακτήρισε την ομοφυλοφιλία «σιχαμερό και ακάθαρτο αμάρτημα», «ψυχοπαθολογική εκτροπή», επιτέθηκε σε όσους «έκαναν αξία ζωής το σωλήνα αποβολής των περιττωμάτων», απείλησε με αφορισμό τους Πειραιώτες βουλευτές που θα ψηφίσουν το σύμφωνο συμβίωσης, κατέθεσε μήνυση κατά του Corpus Christi χέρι-χέρι με Χρυσαυγίτες βουλευτές, είπε ότι ο Χίτλερ υποκινούνταν από Εβραίους, κυνηγάει με αγωγές όσους του κάνουν κριτική… Αν συνθέσουμε τις ψηφίδες, το χρώμα της εικόνας δεν είναι άσπρο αλλά κατάμαυρο. Πολλοί μιλάνε για μπερλουσκονισμό. Νομίζω ότι ο συνδυασμός χειραγώγησης της κοινής γνώμης μέσω ποδοσφαίρου, αδιαφανών συμφερόντων, πελατειακών σχέσεων, No Politica, συγκέντρωσης των εξουσιών (πολιτικής, οικονομικής, εφοπλιστικής μηντιακής, οπαδικής) σε ένα πρόσωπο, όλα αυτά παραπέμπουν μάλλον σε ρώσους ολιγάρχες των μετασοβιετικών δημοκρατιών του Καυκάσου (όπως έγραψε o Γιάννης Παγιασλής, στο μπλογκ Left Liberal Synthesis). Το μοντέλο Μαρινάκη αποτελεί δούρειο ίππο. Οι Πειραιώτες, νομίζω, το καταλαβαίνουν, ότι δεν πρόκειται για άτι διαλεχτό. Και πιστεύω ότι σε λίγες μέρες, έχοντας αποτύχει ως πολιορκητικός κριός, θα φαντάζει πλέον όχι δούρειος αλλά γαϊδούρειος ίππος. Η μάχη του Πειραιά είναι μάχη για τη δημοκρατία. Έχουμε την τύχη να τη δίνει το Λιμάνι της Αγωνίας, ένας συνδυασμός με δεκάξι ολόκληρα χρόνια παρουσίας, με αγωνιστικότητα, γνώση και αγάπη για τον Πειραιά. Με επικεφαλής τον Θοδωρή Δρίτσα, έναν άνθρωπο που το ήθος, η γνώση και η πολιτική του συγκρότηση βρίσκεται στον αντίποδα όλων των παραπάνω ζοφερών. Να τη δώσουμε όλοι αυτή τη μάχη, Πειραιώτες και μη, για τη δημοκρατία. Και με τη νίκη! ΥΓ. Στο άρθρο δεν μιλάω καθόλου για τον Μώραλη. Σαν να είναι ο Μαρινάκης ο υποψήφιος δήμαρχος. Περί αυτού όμως πρόκειται. Αυτό πιστεύει και όλος ο Πειραιάς. Και το Βήμα, την προηγούμενη Κυριακή, φιλοξενούσε δισέλιδη συνέντευξη μετά φωτογραφιών του Μαρινάκη. Μπορούμε να το φανταστούμε για οποιονδήποτε άλλο συνδυασμό;

― «Θέλεις να τα φτιάξουμε;», ― «Δεν μπορώ, σε βλέπω σα δημοτικό σύμβουλο!». Τις τελευταίες μέρες, αστεία σαν αυτό έχουν πλημμυρίσει τα social media. Η παραγωγή αυτή, βέβαια, αποτελεί αντίδραση στην υπερπροσφορά υποψηφίων και (προσωπικού) προεκλογικού υλικού. Στις φετινές αυτοδιοικητικές εκλογές μοιάζει να κατεβαίνουν υποψήφιοι οι πάντες, πολλοί εκ των οποίων προσπαθούν να εκμεταλλευτούν, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, τις δυνατότητες που τους προσφέρουν τα νέα μέσα, μαζί με παλιές δοκιμασμένες πρακτικές όπως οι προσωπικές κάρτες και τα φυλλάδια — άλλοτε με περισσότερο και άλλοτε με λιγότερο αξιοπρεπή αισθητικά αποτελέσματα. Σ’ αυτό το σύντομο σχόλιο θέλω να σταθώ, ωστόσο, στη χιουμοριστική κριτική που ανέφερα στην αρχή κι όχι στο ίδιο το φαινόμενο, επισημαίνοντας μόνο ένα πράγμα γι’ αυτό: Λέξη-κλειδί για την Αριστερά είναι η συλλογικότητα. Η προσωπική προβολή του κάθε υποψηφίου, λοιπόν, είναι χρήσιμη και γόνιμη στο μέτρο που συμβάλλει στην ενίσχυση της συλλογικής προσπάθειας, και όχι στην ικανοποίηση προσωπικών φιλοδοξιών και την αυτοπροβολή. Μπαίνω, λοιπόν, στο θέμα μου. Το καλό (ή το κακό) χιούμορ, ο σαρκασμός, ο αυτοσαρκασμός είναι, πιστεύω, όχι μόνο θεμιτά αλλά και απαραίτητα στοιχεία άσκησης πολιτικής. Μια ζωογόνα και δημιουργική πρακτική ζύμωσης, σύγκρουσης, κριτικής και αυτοκριτικής. Και ως τέτοια πρακτική, βέβαια, το χιούμορ δεν είναι και δεν μπορεί να είναι ουδέτερο· εκφράζει μια πολιτική θέση και στάση. Ένα παράδειγμα: Χιουμοριστικοί τίτλοι όπως «Η κουτσή Μαρία υποψήφια δημοτική σύμβουλος» συνοδευόμενοι από την ανάλογη εικονογράφηση, ανεξάρτητα απ’ το αν το αποτέλεσμα είναι διασκεδαστικό ή όχι, εκφράζουν, για μένα, μια σαφώς συντηρητική (ή και αντιδραστική) πολιτική θέση. Δηλώνουν, συνειδητά ή μη, ότι η πολιτική –ακόμα και σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης– δεν είναι μια διαδικασία στην οποία μπορεί (και πρέπει) να συμμετέχει ο καθένας, αλλά ένα προνόμιο για λίγους, υψηλά καταρτισμένους και μάλλον λευκούς, ετεροφυλόφιλους, αρτιμελείς και άντρες. Η Αριστερά, ωστόσο, διεκδικεί το αντίθετο: την εκπροσώπηση και τη συμμετοχή στην πολιτική όσο το δυνατόν περισσότερων (αριθμητικά και ποιοτικά) κοινωνικών κατηγοριών, με έμφαση στους πιο αδύναμους και αποκλεισμένους από τη λήψη αποφάσεων που αφορούν τη ζωή τους. Η κουτσή Μαρία, λοιπόν, θα μπορούσε να είναι μια ιδεώδης υποψήφια. Όχι επειδή –ούτε παρά το ότι– είναι μια γυναίκα με κινητικά προβλήματα. Αλλά επειδή –αν υποθέσουμε πως υπολείπεται από άλλους σε σπουδές και διοικητική εμπειρία– έχει οργανώσει και οργανωθεί σε δομές αλληλεγγύης, νοιάζεται και φροντίζει για τη γειτονιά της, έχει την ενέργεια, τη διάθεση και την ικανότητα να συμμετέχει στις συλλογικές αποφάσεις και να αγωνιστεί για να γίνουν πράξη. Για τους ίδιους ακριβώς λόγους δηλαδή που η εκλογή της ως δημοτικού συμβούλου δεν θα είναι γι’ αυτήν η μόνη συνθήκη για να συνεχίσει να ενδιαφέρεται για την πόλη και τους ανθρώπους της· και ως εκ τούτου, δεν έχει ανάγκη από προσωπικές εκλογικές καμπάνιες σαν να μην υπάρχει αύριο.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 11 ΜΑΪΟΥ 2014

32

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Από τον απολιτίκ εκσυγχρονισμό στη μεταπολιτική ΤΗΣ ΕΦΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ

Δέκα μέρες πριν από τις επικείμενες εκλογές, στο εξώφυλλο της Athens Voice, ο Γιώργος Καμίνης εμφανίζεται να «χτυπάει» τατουάζ τη φράση «I love Athens», ενώ η συνέντευξή του στο εσωτερικό του εντύπου έχει τίτλο «Η Αθήνα είναι σέξι. Το ζήτημα είναι να γίνει και λίγο πλούσια». Στο τεύχος, το οποίο φιλοξενεί ένα πολυσέλιδο αφιέρωμα στις εκλογές, παρουσιάζονται 10 υποψήφιοι δημοτικοί σύμβουλοι του συνδυασμού του κ. Καμίνη έναντι 2 του κ. Σπηλιωτόπουλου, μιας συνέντευξης του πρώην δημάρχου κ. Κακλαμάνη και κανενός της Ανοιχτής Πόλης ή οποιουδήποτε άλλου συνδυασμού. Ωστόσο, το ζητούμενο αυτού του σχολίου δεν είναι να ασκήσει κριτική στη μεροληψία της Athens Voice και γενικότερα της εμφανιζόμενης ως ακομμάτιστης free press δημοσιογραφίας. Περισσότερο αντιμετωπίζω την περίπτωση Athens Voice ως ενδεικτική μιας γενικότερης ρητορικής, που πίσω από την κάλυψη του απολιτίκ ασκεί πολύ συγκεκριμένη πολιτική, πριμοδοτώντας πολιτικά πρόσωπα και κινήσεις. Η εν λόγω ρητορική αρθρώνεται με μια επίφαση αντικειμενικότητας, από μια θέση που αξιώνει το καθολικό. Και ο αποδέκτης της, ενώ καταναλώνει αφειδώς πολιτική, μπορεί να δηλώνει με κάθε ειλικρίνεια πως αυτή τον αφήνει παγερά αδιάφορο. Η καταγωγή αυτού του λόγου μπορεί εύ-

Η Έφη Γιαννοπούλου είναι μεταφράστρια και δημοσιογράφος, μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού Unfollow

κολα να ανιχνευτεί στην περίοδο του ελληνικού εκσυγχρονισμού, και στα στοιχεία που καθόρισαν εκείνη την εποχή τόσο την κυρίαρχη ρητορική όσο και την πολιτική και κοινωνική ζωή. Επιγραμματικά θα αναφέραμε: απαξίωση της πολιτικής και οποιασδήποτε συλλογικής διεκδίκησης και δράσης· τεχνοκρατική διαχείριση της διακυβέρνησης· αποθέωση της αποτελεσματικότητας και της δίχως πρόσημο μεταρρύθμισης· απάλειψη κάθε αναφοράς σε ταξικά συμφέροντα και αντιπαραθέσεις υπέρ ενός διαχωρισμού της κοινωνίας με κριτήρια πολιτιστικά ή και αισθητικά, ακόμη και δημιουργία μιας πολιτικής και πολιτιστικής ελίτ που εκφράζει έναν ιδεολογικό αχταρμά εκτεινόμενο από την ανανεωτική αριστερά και τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι τον κοινωνικό και οικονομικό (νεο)φιλελευθερισμό. Παραμένοντας στο απυρόβλητο της κυρίαρχης κριτικής για τα αίτια της κρίσης, —ή, στην καλύτερη περίπτωση, αντιμετωπιζόμενος ως μια αποτυχημένη πλην ευγενής προσπάθεια αλλαγής της ελληνικής κοινωνίας, που δεν τελεσφόρησε εξαιτίας της ελληνικής ιδιαιτερότητας και της αδυναμίας του να ελέγξει το κακό και λαϊκιστικό ΠΑΣΟΚ— ο εκσυγχρονισμός καταφέρνει να μεταλλάσσεται δημιουργώντας νέα trends, πολιτικά πρόσωπα ή παρατάξεις, με ακόμη πιο οξυμμένα τα (αρνητικά) χαρακτηριστικά του που φτάνουν μέχρι τα όρια της μεταπολιτικής. Ο Γιώργος Καμίνης αποτελεί την πρώτη μετάλλαξη αυτού του φαινομένου. Δημιούργημα συγκεκριμένων πολιτικών και δημοσιογραφικών μηχανισμών, υποστηριζόμενος από τα ίδια κόμματα που ενστερνίζονταν τα

εκσυγχρονιστικά προτάγματα, προερχόμενος από τον χώρο των δικαιωμάτων (που για μεγάλο διάστημα υποκατέστησε τον χώρο της πολιτικής), δήλωνε και δηλώνει επίμονα ανεξάρτητος, παρόλο που η νίκη του το 2010 αποτέλεσε ανάσα για το καταρρέον ΠΑΣΟΚ. Περήφανος διαχειριστής της αθηναϊκής πολυκατοικίας, ο κ. Καμίνης αποτελεί μια κατασκευή, ένα κέλυφος το οποίο αναλαμβάνει να γεμίσει ο κυρίαρχος λόγος με ιδιότητες που ο ίδιος δεν φαίνεται να κατέχει. Ακολούθησαν μια σειρά πρόσωπα και κινήσεις που επιχείρησαν να εκφράσουν τον εκσυγχρονιστικό-μεταρρυθμιστικό λόγο και που ως επί το πλείστον προέρχονταν από τα σπλάχνα του. Από τον αλήστου μνήμης και «πάνδημης αποδοχής» Λουκά Παπαδήμο μέχρι τις διαδοχικές κινήσεις διανοουμένων, διάττοντες αστέρες που εξαφανίζονταν ταχύτατα για να ξαναεμφανιστούν με νέο όνομα. Εσχάτως, γίναμε μάρτυρες μιας δεύτερης, φιλόδοξης μετάλλαξης της απολιτίκ πολιτικής. Η αποτυχία της ανασύστασης της Κεντροαριστεράς από τους «58» γέννησε την επομένη ακριβώς του θανάτου της ένα νέο κόμμα: το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη. Εδώ πλέον κινούμαστε καθαρά στον χώρο της μεταπολιτικής. Απουσία προγράμματος και θέσεων, κλισέ, κοινοτοπίες και ασάφειες αντί πολιτικού λόγου, εναλλακτικό life style, σακίδια, Δραπετσώνα και Σαμοθράκη. Ο Στ. Θεοδωράκης ως «ένας από εμάς» επαγγέλλεται το κοινό καλό και το γενικό συμφέρον ως δυνατή πολιτική επιλογή. Σε αντίθεση με τους προδρόμους του, το μεταπολιτικό Ποτάμι αντιλαμβάνεται την ανάγκη να απευθυνθεί σε ένα πιο «λαϊκό» κοινό. Όμως ο λαϊκισμός του

Κάζιμιρ Μάλεβιτς, «Ο ξυλοκόπος», 1912

είναι ένας καλός λαϊκισμός, όπως μας διαβεβαιώνει ο Γ. Παγουλάτος στην Καθημερινή, που θα μας σηκώσει από τον καναπέ μας για να μας κρατήσει στην ευρωπαϊκή οικογένεια. Στην άλλη όψη του νομίσματος της μεταπολιτικής, στον Πειραιά, μια επίσης «νέα» δημοτική κίνηση επενδύει στην οπαδική κουλτούρα. Το «Ολυμπιακό» ψηφοδέλτιο παρουσιάζεται κι αυτό ως ανεξάρτητο, τσιμπολογά συμβούλους από τον παλαιό δικομματισμό, αλλά προσεταιρίζεται και κάποιες ΛΟΑΤ ακτιβίστριες, υποστηρίζεται από κεντρικά στελέχη της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ αλλά και από την Εκκλησία, και έχει στο ρόστερ του δύο μεγαλοεπιχειρηματίες ποδοσφαιρικούς παράγοντες, τον Β. Μαρινάκη και τον Π. Κόκκαλη. Η μεταπολιτική παίρνει εδώ το σχήμα του μπερλουσκονισμού. Ωστόσο, οι επικείμενες τριπλές εκλογές και η παρατεινόμενη κρίση απαιτούν σαφείς πολιτικές απαντήσεις. Κι αυτές δεν βρίσκονται στην –πολιτικότατη— ατζέντα της μεταπολιτικής.

Ο Σαρτρ και το πορτρέτο του αντισημίτη ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ Κ. ΜΠΟΥΓΕΛΕΚΑ Το καλοκαίρι του 1945 ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ γράφει το βιβλίο Στοχασμοί για το εβραϊκό ζήτημα, στο οποίο ασχολείται με την ψυχολογική διαμόρφωση του αντισημίτη (ελληνική έκδοση: μετ.: Αθανάσιος Σαμαρτζής, Αθήνα 2006· στην έκδοση αυτή και οι παραπομπές εφεξής). Εκείνη τη στιγμή, τα κρεματόρια, οι θάλαμοι αερίων και ο σχεδιασμός της «τελικής λύσης» δεν ήταν ουσιαστικά γνωστά στην κοινή γνώμη. Οι μαρτυρίες των πρώτων διασωθέντων θεωρήθηκαν αποτελέσματα νευρικού κλονισμού, παράγωγο του εγκλεισμού τους. Ταυτόχρονα, «κουμπώνοντας» στη μακρά και ισχυρή παράδοση του αντισημιτισμού, οι αντιεβραϊκές απόψεις των ναζί έβρισκαν απήχηση. Λίγο αργότερα, βέβαια, η φρίκη έγινε παγκοσμίως γνωστή, με τις φωτογραφίες των Αμερικανών και των Ρώσων στρατιωτών, από το Άουσβιτς και το Μπούχενβαλντ. Το διάστημα της «άγνοιας», λοιπόν, ο Σαρτρ κατέγραψε τους προβληματισμούς του για

Ο Γιώργος Κ. Μπουγελέκας είναι εκπαιδευτικός

την επώδυνη αναβίωση του αντισημιτισμού στον ευρωπαϊκό χώρο. Το βιβλίο απαρτίζεται από τρία άνισης έκτασης μέρη. Το πρώτο μέρος περιέχει ένα σύντομο πορτρέτο του αντιδημοκράτη. Το δεύτερο, το πορτρέτο του αντισημίτη, ενώ το τρίτο επιχειρεί μια ανάλυση των επιπτώσεων του αντισημιτισμού στην ψυχολογία και στη συμπεριφορά του Εβραίου. Από τα τρία μέρη, το δεύτερο κέρδισε την ομόφωνη αποδοχή, Εβραίων και μη. Στόχος του, όπως σημειώνει η Αρλέτ Ελκάιμ στην επανέκδοση του 2004, ήταν η αποκάλυψη της μυθολογίας και των κινήτρων του αντισημίτη� ενός κάλπικου ήρωα, ενός κάλπικου τιμωρού. Ο Σαρτρ θέλησε να γίνει συνείδηση όλων των λαών, πως η λέξη αντισημιτισμός κρύβει αναίτιο μίσος και κακή πίστη. Κατά τον Γάλλο φιλόσοφο, ο αντισημιτισμός δεν είναι άποψη. Αν για τη «θεραπεία των δεινών της χώρας του ή των προσωπικών δεινών του, προτείνει κανείς την αποστέρηση των Εβραίων από δικαιώματα, τον αποκλεισμό τους από οικονομικές και κοινωνικές λειτουργίες, την αποβολή τους από την επικράτεια ή τη συνολική τους εξολόθρευση», ο Σαρτρ αρνείται να τα ονομάσει όλα αυτά απόψεις. Κατά τη γνώμη του, αποτελούν δόγμα-

τα, και ως τέτοια δεν είναι δυνατόν να ενταχθούν στην κατηγορία των σκέψεων που προστατεύει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης (σ. 22). Αναφορικά με τον ταξικό προσδιορισμό των αντισημιτών, ο Σαρτρ σημειώνει πως η πλειονότητά τους ανήκει στη μικροαστική τάξη των πόλεων: δημόσιοι υπάλληλοι, εργαζόμενοι, μικρέμποροι χωρίς περιουσία. Αν φερθούν, λοιπόν, στον Εβραίο ως κατώτερο και επιβλαβές ον, επιβεβαιώνουν την ένταξή τους σε μία ελίτ. Εκτιμούν, μάλιστα, πως «ό,τι και να κάνει ένας Εβραίος δεν θα ανέβει ποτέ πιο πάνω από το πρώτο σκαλί, ενώ την ίδια στιγμή θεωρούν πως έχουν διασφαλίσει για τον εαυτό τους τη θέση της κορυφής στην κοινωνική κλίμακα». (σ. 41) Βέβαια, η τραγωδία του αντισημίτη θα μπορούσε να αποκαλυφθεί ακριβώς τη στιγμή του θριάμβου των ιδεών του: «Αν, ως εκ θαύματος, εξαφανίζονταν όλοι οι Ισραηλίτες, όπως εύχεται ο αντισημίτης, θα ξανακατέληγε θυρωρός ή μαγαζάτορας σε μια αυστηρά ιεραρχημένη κοινωνία όπου η ιδιότητα του “αληθινού Γάλλου” δεν θα είχε την παραμικρή αξία...». (σ. 42). Εξιδανικεύοντας τις αντιλήψεις της εργατικής τάξης, ο Σαρτρ διακήρυττε ότι «αντιση-

μιτισμός δεν υπάρχει διόλου στους εργάτες». Και επειδή οι ναζί γνώριζαν τη συγκεκριμένη στάση των εργαζόμενων δημιούργησαν το σλόγκαν του «εβραϊκού καπιταλισμού», ώστε να στρέψουν την εργατική τάξη εναντίον των Εβραίων. Ο διεισδυτικός διανοητής εντοπίζει μια ακόμη διαχρονική αντίφαση του αντισημιτισμού: παρατηρεί ότι «άλλοτε δείχνουμε, πίσω από τον Εβραίο, τον διεθνή καπιταλισμό, τον ιμπεριαλισμό των τραστ και των εμπόρων όπλων, και άλλοτε τον μπολσεβικισμό, με το μαχαίρι στα δόντια· και δεν διστάζουμε να θεωρήσουμε τους Εβραίους τραπεζίτες ως υπεύθυνους για τον κομμουνισμό» (σ. 52). Και εξηγεί πώς ο αντισημιτισμός αποτελεί δικλείδα «ασφαλείας για τις τάξεις των κατεχόντων, οι οποίες τον ενισχύουν και αντικαθιστούν έτσι ένα επικίνδυνο μίσος ενάντια στο κατεστημένο με ένα ανώδυνο μίσος, εναντίον συγκεκριμένων προσώπων». Τέλος, χωρίς ασφαλώς να σχετικοποιούμε τη μοναδικότητα της φρίκης του Ολοκαυτώματος, αξίζει να σταθούμε στην εξής παρατήρηση: «Ο Εβραίος δεν είναι παρά ένα πρόσχημα: αλλού θα χρησιμοποιήσουν τον νέγρο, αλλού τον Κινέζο». (σ. 68). Ο αντισημιτισμός δεν είναι πρόβλημα μόνο των Εβραίων: είναι και δικό μας!


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 11 ΜΑΪΟΥ 2014

41

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Για τον δημόσιο χώρο που μας περιέχει ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ Μια τετραπλή συγκυρία βάζει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης για την Αθήνα τη λειτουργία της πόλης, τον δημόσιο χώρο της και τις παρεμβάσεις σ’ αυτόν: = Οι ανάγκες και τα προβλήματα που αναδεικνύει οξύτερα ή επιτείνει η βαθιά κοινωνική και οικονομική κρίση, = η προεκλογική περίοδος για τις αυτοδιοικητικές εκλογές και ο προγραμματικός λόγος που κυριαρχεί, = η κυρίαρχη πια «άσκηση» επιλεξιμότητας των παρεμβάσεων που σχετίζεται σχεδόν αποκλειστικά στη δημόσια συζήτηση με την αδιαφανή στο κοινό δυνατότητα δέσμευσης κονδυλίων από το τρέχον ΕΣΠΑ = τα πρωτόφαντα (;) σχήματα προώθησης κρίσιμων πολεοδομικών παρεμβάσεων από ιδιώτες και ιδρύματα. Η συζήτηση για την πόλη και τον δημόσιο χώρο είναι μεγάλη και συχνά χαοτική, ειδικά στο βαθμό που εστιάζεται σε ορισμένες μόνο διαστάσεις. Έχει ενδιαφέρον πάντως, γιατί, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, εκτός από αιτήματα ή προτάγματα για την πόλη, που συχνά παρουσιάζονται ως πολιτικά ουδέτερα, ως ένα αναμφισβήτητο «κοινό καλό», μπαίνει πλέον ανοιχτά στον δημόσιο διάλογο και με ένταση το ζήτημα του «σε ποιους ανήκει η πόλη» ή «ποιοι σχεδιάζουν για την πόλη» — ερωτήματα που επερωτούν με τη σειρά τους τα αιτήματα ή τις προτάσεις που διατυπώνονται. Δημόσιος χώρος και πόλη. Θα μπορούσαμε να συμφωνήσουμε πως δημόσιος χώρος στην πόλη είναι αυτό που συγκροτεί τη συλλογική ζωή αλλά και το εκεί όπου εγγράφεται η τελευταία, εκεί όπου μπορούν να συνυπάρξουν γενιές, τάξεις, ενταγμένοι κι αποκλεισμένοι, άνθρωποι με διαφορετικές ευκαιρίες ή επιλογές. Όλοι αυτοί και αυτές νοηματοδοτούν και διεκδικούν τον δημόσιο χώρο. Το φάσμα αυτών των διεκδικήσεων μας οδηγεί στο επόμενο: Το ποιοι και ποιες της πόλης. Αυτό καθαυτό το ερώτημα «σε ποιους ανήκει η πόλη» αναδεικνύει την πολυπλοκότητα της συνύπαρξης. Η πόλη «ανήκει» στην εξουσία ή στους εξουσιαζόμενους; Μπορεί καν να «ανήκει» κάπου; Κι είναι άραγε όλοι στην πόλη ίδιοι ως προς τις επιθυμίες, τις ανάγκες και τις προβολές που έχουν για τη ζωή τους σ’ αυτήν; Οι επίκαιρες συζητήσεις για την πεζοδρόμηση της Πανεπιστημίου λ.χ. είναι, απ’ αυτή την άποψη, αποκαλυπτικές: μεταξύ άλλων, ως προς το ποιοι μετέχουν σ’ αυτές (γιατί, φυσικά, δεν μετέχουν όλοι) και ως προς το γιατί υπερασπίζονται ή επικρίνουν την παρέμβαση. Μολονότι υπάρχουν κοινοί παρονομαστές, οι αποχρώσεις είναι ποικίλες και κυμαίνονται από το περιεχόμενο της πρότασης ή ίσως και μεμονωμένες όψεις του (λ.χ. το τραμ, το πράσινο, η κυκλοφορία) μέχρι ζητήματα που δεν σχετίζονται με το περιεχόμενο αλλά

Tζόρτζιο ντε Κίρικο, «Piazza d’ Italia», 1913

με τη συγκυρία της επιλογής, τους φορείς ή τις διαδικασίες της απόφασης (σχεδιασμού), προώθησης και υλοποίησης. Πράγμα που μας φέρνει στο επόμενο ερώτημα: Τα υποκείμενα και το πώς του σχεδιασμού. Καίρια συζήτηση, στο βαθμό που ολοένα πυκνότερα τα τελευταία χρόνια το δημόσιο νομοθετεί (δηλαδή «σχεδιάζει») την παραίτησή του από το σχεδιασμό, εκχωρώντας την αρμοδιότητα σε ιδιώτες και όχι στην αυτοδιοίκηση. Απ’ το «ένα το κρατούμενο», δηλαδή το δημόσιο στο ρόλο του σχεδιαστή και τη διεκδίκηση δημοκρατίας από τα κάτω μέσω της αυτοδιοίκησης, περάσαμε σταδιακά στον εκφυλισμό της συμμετοχής στο σχεδιασμό μέσω της αυτοδιοίκησης ή της ίδιας της αυτοδιοίκησης, στη διάβρωσή της από τις πελατειακές σχέσεις, και καταλήξαμε η πρακτικά α-διαβούλευτη κοινωνία όλο και συχνότερα είτε να προσφεύγει στο ΣτΕ για να αποκαταστήσει τη νομιμότητα είτε να αναλαμβάνει να «αυτοεξυπηρετηθεί» παράγοντας μόνη της (έστω και αυθαίρετα) το χώρο που επιθυμεί. Οι στόχοι και το νόημα. Πώς νοείται η «αναβάθμιση της ποιότητας ζωής»; Πώς νοείται η ποιότητα ζωής σε μια γειτονιά, όταν αφορά κάποιους και δεν αφορά κάποιους άλλους; Πώς νοείται η ποιότητα ζωής σε ένα τοπίο γενικευμένης ανασφάλειας, περιστολής των δικαιωμάτων ελεύθερης έκφρασης ή και ύπαρξης για κάποιους; (ακόμα και με τη βία, ακόμα και με πογκρόμ, όπως πολύ βάναυσα γνωρίσαμε στην Αθήνα). Πώς νοείται η ποιότητα ζωής στην πόλη, στο κοινό της πόλης που είναι ο δημόσιος χώρος της, σε συνθήκες φόβου και αποξένωσης; Ποιος δημοσιολογών, «υποψήφιος» ή μη για την αυτοδιοίκηση, δεν θα μιλήσει για «ανάπτυξη», «κινητικότητα», «βιώσιμες γειτονιές», «ποιότητα ζωής»; Ποιος δεν θα μιλήσει για «ανάδειξη μνημείων» και «εμπλουτισμό του πράσινου»; Ποιος δεν θέλει «ζωντανές γειτονιές» και «ασφάλεια»; Έχουν όλα αυτά ίδιο νόημα και την ίδια προτεραιότητα για όλες τις κοινωνικές ομάδες; Τα εννοούν όλοι οι πολίτες,

οι ειδικοί, οι δημοτικοί άρχοντες ή οι εκπρόσωποι της πολιτείας, με ταυτόσημο τρόπο; Οι προτεραιότητες. Πέρα απ’ τις επιμέρους σημασιοδοτήσεις, το πλαίσιο της κρίσης τοποθετεί πιο επιτακτικά κάτι οργανικά συνδεδεμένο με τη διαδικασία σχεδιασμού και παρέμβασης στην πόλη: τις προτεραιότητες. Μόνο που για να τις αξιολογήσουμε, θα πρέπει να συνομολογήσουμε κάποια πράγματα: Ότι τις δυνατότητες σε πόρους (δημόσιους και ιδιωτικούς) και σχεδιασμό του δήμου θα πρέπει να τις γνωρίζουν οι δημότες. Ότι το πρόκριμα για τις επιλογές των παρεμβάσεων πρέπει να είναι αντικείμενο συνεχούς διαπραγμάτευσης, ότι δηλαδή η δημοτική αρχή δεν έχει «λευκή επιταγή» για 4 ή 5 χρόνια, ιδιαίτερα δε στις εντατικά ρευστές συνθήκες της κρίσης. Ότι πριν εμπλακεί κανείς (δηλαδή ο δήμος ή το κράτος) στα μεγάλα και ακριβά έργα (όποια κι αν είναι αυτά), θα πρέπει να μπορεί να ισχυριστεί ότι έχει καλύψει τα μικρά και φτηνά: από τον φωτισμό και την καθαριότητα μέχρι τα πεζοδρόμια, τις ράμπες, τη διευκόλυνση κίνησης των ΑΜΕΑ, το τοπικό πράσινο, τον αστικό εξοπλισμό της καθημερινότητας, τη φροντίδα σε όλες τις γειτονιές που ζουν και κινούνται οι άνθρωποι. Ότι δεν νοείται γυαλισμένο κέντρο με σκουπίδια στην «πίσω αυλή» του (δηλαδή στις πιο πυκνοκατοικημένες συνοικίες της Αθήνας). Ότι το στοίχημα της όποιας «ποιότητας ζωής», «αναβάθμισης» κ.ο.κ. δεν νοείται μόνο με πράσινο, σιντριβάνια και πεζόδρομους, δεν νοείται χωρίς κοινωνική συνοχή και ασφάλεια· και η κοινωνική συνοχή και η ασφάλεια δεν νοούνται χωρίς φροντίδα, ελευθερία και δικαιώματα στο χώρο. Ότι η κοινωνική συνοχή και η ασφάλεια είναι η απάντηση στο φόβο και την αποξένωση στην καθημερινότητά μας, κι αυτό όχι μόνο σήμερα στην κρίση, αλλά πάντα. Ότι όλα αυτά εγγράφονται και προδιαγράφουν το χώρο, είναι χώρος. Και μάλιστα είναι ο αυθεντικά δημόσιος χώρος που πρέπει να μας περιέχει, να τον φροντίζουμε και να τον διεκδικούμε.

Μεγάλες προωθήσεις Η αλυσίδα πολυκαταστημάτων Public έχει κάνει αισθητή την παρουσία της τα τελευταία χρόνια. Τα πολυκαταστήματα Public πουλάνε και βιβλία, εκτός από γκάτζετ, αξεσουάρ, ρολόγια, τηλέφωνα, εισιτήρια, «δώρα» — 18 κατηγορίες προϊόντων μετράω στο σάιτ. Τα πολυκαταστήματα Public, του ομίλου Γερμανός, έχουν κακή φήμη στην αγορά εργασίας αλλά και σε άλλους τομείς: μη προσβασιμότητα και αγενής αντιμετώπιση ΑΜΕΑ (από σεκιουριτάδες), απαξιωτική συμπεριφορά απέναντι στους εργαζόμενους, χαμηλοί μισθοί, πλήρης ελαστικοποίηση του ωραρίου. Το Public, λοιπόν, τους τελευταίους μήνες, κάνει μια προωθητική ενέργεια, τα «Βραβεία Βιβλίου Public», και παροτρύνει τους επισκέπτες του σάιτ να συμμετέχουν, αναδεικνύοντας το αγαπημένο τους βιβλίο. Η συμμετοχή επιβραβεύεται με δώρα (τάμπλετς και δωροεπιταγές). Κάθε εταιρεία μπορεί βέβαια να ονομάζει τις προωθητικές της ενέργειες όπως αγαπάει. Το περίεργο αρχίζει εκεί όπου αυτές προβάλλονται, αναδεικνύονται και συζητιούνται ως πολιτιστικό γεγονός. Καταρχάς, μια διαδικασία που με ιντερνετική ψήφο αναδεικνύει τα «αγαπημένα» βιβλία ενός τυχαίου κοινού είναι ακόμη πιο αδιάφορη από τη βράβευση των «καλύτερων» βιβλίων της χρονιάς από μια επιτροπή, η οποία εκθέτει, τουλάχιστον, ένα σκεπτικό. Είναι ακόμη πιο αδιάφορη κι από τη λίστα των ευπώλητων, η οποία δείχνει, τουλάχιστον, τι αγοράζει ο κόσμος. Δεύτερον, στο «διαγωνισμό» δεν μπορείς να ψηφίσεις οποιοδήποτε βιβλίο του περασμένου χρόνου, αλλά μόνο τα βιβλία που «λαμβάνουν μέρος στο διαγωνισμό», προτεινόμενα από κάποιους εκδοτικούς οίκους. Τα οποία, τρίτον, είναι ατάκτως εριμμένα σε κατηγορίες (βιβλίων, πάντα) που αρμόζουν μάλλον σε ράφια σούπερ μάρκετ: μυθιστορήματα και διηγήματα σε ένα τσουβάλι, η ποίηση ξεχωριστά βέβαια, βιογραφίες-μελέτες-δοκίμια-μαρτυρίες συνωστίζονται στη μη λογοτεχνική κατηγορία, παιδικό βιβλίο εντάξει, μαγειρική αλίμονο, και το καλύτερο για το τέλος: η κατηγορία-έκπληξη «μεγάλες συγκινήσεις». Πετυχημένη κρίνεται η προωθητική ενέργεια, αφού μπήκαν και ψήφισαν κάποιες χιλιάδες άνθρωποι. Το Public θα οργανώσει, όπως ανακοινώνει, λαμπρή τελετή απονομής, με τη συμμετοχή ενδεχομένως γνωστών ανθρώπων των τεχνών. Κι όταν καταλαγιάσει ο κουρνιαχτός, ο κόσμος των γραμμάτων δεν θα έχει κερδίσει τίποτα. Ο όμιλος Γερμανού, πάλι, μεγαλύτερη προβολή, ένα προφίλ «κουλτούρας», ίσως και μερικούς (χιλιάδες) πελάτες. Και ο λεγόμενος χώρος του βιβλίου θα έχει σπρωχτεί μερικά μέτρα ακόμη προς τα ράφια των σούπερ μάρκετ, με τη συμβολή ενός πολυκαταστήματος που μόνη του έγνοια έχει να βγει ο πελάτης από το μαγαζί έχοντας αγοράσει υπολογιστή, ρολόι, γκατζετάκι, βιβλίο, οτιδήποτε τέλος πάντων. Συγκινημένος, πάντα, από το επιβεβλημένο κέφι και την άψογη εξυπηρέτηση από υπαλλήλους που φοβούνται ακόμη και να κάτσουν στο σκαμπό, υπό το φόβο μιας παρατήρησης ή και την απειλή της απόλυσης. Γυρίζοντας στο σπίτι του, ο πελάτης ίσως και να μπει στο σάιτ να ψηφίσει το «αγαπημένο» του βιβλίο. Κι αν διαλέξει την κατηγορία «Non fiction», θα δει στα «διαγωνιζόμενα» βιβλία να συνυπάρχει ο Ευτύχης Μπιτσάκης με εγχειρίδια πρακτικής ψυχολογίας. Μεγάλες συγκινήσεις. ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ


Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 11 MAΪOY 2014

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΤΟ BLOG ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»: enthemata.wordpress.com e-mail: enthemata@gmail.com

Θεσσαλονίκη: από τον γραφικό εθνικισμό στην εμπορευματικοποιημένη πολυπολιτισμικότητα ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΥ Όσο πιο μακραίωνη η ιστορία μιας πόλης τόσο περισσότερες δυναμικές ενέχει η αφήγηση, η αναπαράσταση, η ταυτότητα που οι κάτοικοί της προσπαθούν να εδραιώσουν. Οι αναπαραστάσεις αυτές προκύπτουν μέσα από συγκρούσεις κοινωνικών ομάδων, εντός και εκτός πόλης, σε αλληλεξάρτηση πάντα με τις αναπαραστάσεις άλλων πόλεων. Το «ποιοι είμαστε ως πόλη» απαντά κυρίως σε σχέδια για το μέλλον, παρά σε καταγραφές του παρελθόντος. Η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί εξαίρεση: οι εκλαϊκευμένες και λόγιες αφηγήσεις για την πόλη, αγοραίες και δημώδεις αναπαραστάσεις του παρελθόντος της, οι επιλογές ανάδειξης μνημείων, οι αναπλάσεις γειτονιών, το τουριστικό και επιχειρηματικό «μάρκετινγκ» της ταυτότητάς της, καθώς και τα αναπτυξιακά της οράματα έχουν αποτελέσει πεδίο αντιπαραθέσεων. Οι αντιπαραθέσεις αφορούν συνολικά το παρελθόν της πόλης, βασικά όμως απαντούν στις τραυματικές μεταβολές της περιόδου 1912-1943: μετάλλαξη από μεγάλο λιμάνι μιας αυτοκρατορίας σε επαρχιούπολη ενός έθνους-κράτους, μεταβολές στην παραγωγική δομή και τον πληθυσμό (ακύρωση της βαλκανικής ενδοχώρας, ανταλλαγές- γενοκτονίες-αστικοποίηση), εκσυγχρονισμός του αστικού ιστού μέσω εκούσιων ή ακούσιων καταστροφών. Δευτερευόντως, οι ταυτοτικές αντιπαραθέσεις συνυπολογίζουν το πρόσφατο παρελθόν, ξεκινώντας από τις μεταπολεμικές μεταβολές και φτάνοντας μέχρι τις πρόσφατες αφίξεις παλιννοστούντων και μεταναστών, και τη διάψευση των προσδοκιών ανάπτυξης στο μετασοσιαλιστικό βαλκανικό τοπίο. Οι προσλήψεις αυτών των γεγονότων έχουν φωτιστεί με τρόπο που δημιούργησαν ταυτοτικές σταθερές της πόλης, όπου κυριαρχούν μια ελληνοπρεπής αφήγηση και η έμφαση στο βυζαντινό παρελθόν. Η πρώτη ταυτοτική σταθερά σαφέστατα κυριάρχησε στην πόλη της τελευταίες τρεις δεκαετίες, προάγοντας ένα ιδίωμα στα όρια της γραφικότητας: πύρινοι περί του Μακεδονικού λόγοι, τελετές των γενεθλίων του Μεγάλου Αλεξάνδρου στη νέα παραλία, «εθνικολαϊκή μαγκιά», αμφιέσεις Ζορό του έκπτωτου περιφερειάρχη φέροντα εθνικά σύμβολα κ.λ.π. Όλο αυτό το πλαίσιο αγοραίων αναφορών στο παρελθόν της πόλης εξ ορισμού αφίστατο από την εντόπια λόγια παράδοση. Οι ποιητές ονομάστηκαν «λαπάδες» από τον δήμαρχο της Ν.Δ. Σωτήρη Κούβελα. Ο ίδιος δήμαρχος αποφάσισε το κάψιμο και την πολτοποίηση όλων των αντιτύπων ενός βιβλίου για τη νεότερη ιστορία της πόλης. Η δεύτερη σταθερά αφορά κυρίως τον χώρο της εντόπιας διανόησης. Η έμφαση στη βυζαντινή Θεσσαλονίκη εμφανίζεται ποικιλοτρόπως στο έργο των θεσσαλονικών λογοτεχνών, καλλιτεχνών και διανοουμένων, τουλάχιστον τα μεταπολεμικά χρόνια. Ως ιδίωμα προσδίδει στην πόλη τη διακριτότητά της από το αθηναϊκό κέντρο. Η βυζαντινή κληρονομιά θεωρείται άλλωστε ότι επιβεβαιώνει την πολιτισμική επικοινωνία με τη Μεσόγειο και τα Βαλκάνια (περιοχές στενά συνδεδεμένες με τις περιόδους ακμής της Θεσσαλονίκης), εξασφαλίζοντας περισσότερες συναινέσεις συγκριτικά με τις αναγνώσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Η δημαρχία Μπουτάρη σηματοδοτεί μια τομή στις πολιτικές ταυτότητας που αφορούν τόσο το παρελθόν όσο και το παρόν. Πρόκειται ουσιαστικά για την καθυστερημένη —συγκριτικά με το κεντρικό πολιτικό σκηνικό των κυβερνήσεων Σημίτη— εισαγωγή ενός εκσυγχρονιστικού προτάγματος πρόσ-

Ο Γιώργος Αγγελόπουλος διδάσκει κοινωνική ανθρωπολογία στο ΑΠΘ

Θεσσαλονίκη, 2011. Έργο των καλλιτεχνών δρόμου DAL and Faith47. Φωτογραφία της Αlyssa Anda (www.mymodernmet.com)

ληψης της ετερότητας. Η τομή προέκυψε λόγω της σταδιακής απαξίωσης του μέχρι τότε κυρίαρχου φοβικού εθνικιστικού λόγου αλλά και των αναδιατάξεων του πληθυσμού. Οι μετανάστες που εγκαθίστανται στην πόλη δεν χωρούσαν στην ελληνοπρεπή αφήγηση. Οι παλιννοστούντες μπορούσαν να αναγνωρίσουν τον εαυτό τους σε μια τέτοια αφήγηση υπό την προϋπόθεση της απομάκρυνσής τους από τη ρωσοφωνία και την αλβανοφωνία, γεγονός όχι άμεσα εφικτό. Η δημαρχία Μπουτάρη πανηγυρικά υπερβαίνει τον παρωχημένο λόγο των τριών προηγούμενων δημάρχων. Ο δήμαρχος πρωτοστατεί στην τουριστική αξιοποίηση της γειτονιάς που βρίσκεται το Τουρκικό Προξενείο (οικία του Κεμάλ), ο δήμαρχος ένθερμα υποστηρίζει το προσκύνημα Εβραίων στη γενέτειρα τους, ο δήμαρχος εγκαινιάζει το πρώτο φεστιβάλ υπερηφάνειας, ο δήμαρχος δεν δείχνει τον ίδιο ζήλο με τους προκατόχους τους αναφορικά με το όνομα «Μακεδονία», ο δήμαρχος τονίζει ότι η Θεσσαλονίκη ήταν και είναι πολυπολιτισμική… Ο αντικομφορμιστικός ως προς κυρίαρχο αφήγημα του εθνικού καθωσπρεπισμού συστηματικά σωματοποιείται στο προφίλ του: το σκουλαρίκι, οι κόκκινες κάλτσες, η αντισυμβατική αμεσότητα στις δηλώσεις. Η ρητορική της πολυπολιτισμικότητας υιοθετείται για να μετατρέψει το μέχρι πρότινος θεωρούμενο μειονέκτημα ύπαρξης της εβραϊκής και τουρκικής Σελανίκ, της βλάχικης Σαρούνας, της βουλγαρικής Σολούν και της λεβαντίνικης Σαλονίκ σε πλεονέκτημα γέφυρας συνεργασίας με περισσότερο ή λιγότερο γειτονικά κράτη. Η όλη σύλληψη συνιστά ένα εναλλακτικό κοινωνικό συμβόλαιο τόσο με τους ζωντανούς (π.χ. κοινότητες ομοφυλόφιλων) όσο και τους νεκρούς της πόλης (π.χ. θύματα του Ολοκαυτώματος). Αφετέρου, τονίζει το εκσυγχρονιστικό όφελος που θα έχει η πόλη υπερβαίνοντας τη φοβία της ετερότητας και ανακτώντας τον κοσμοπολίτικο —και άρα «ευρωπαϊκό»— χαρακτήρα της. Όφελος που συχνά εμφανίζεται

ποσοτικοποιημένο: τόσοι Βούλγαροι θα έρθουν στην αγορά με τη γραμμή Θεσσαλονίκη-Σόφια του ΟΣΕ, τόσα λεωφορεία με Τούρκους τουρίστες στην οικία του Κεμάλ, τόσα κρουαζιερόπλοια από τη Χάιφα, τόσοι επιχειρηματίες αν υπήρχε επικοινωνία με τη Σμύρνη κλπ. Το όλο σχήμα παρουσιάζει επίσης το πλεονέκτημα συνάφειας με την έμφαση στη βυζαντινή κληρονομιά που υπάρχει ως ταυτοτική σταθερά της πόλης. Με μια γενναία δόση θεωρητικών ακροβασιών και αναχρονισμών, τόσο η βυζαντινή όσο και η οθωμανική Θεσσαλονίκη παρουσιάζονται ως εποχές πολυπολιτισμικής συνύπαρξης διαφορετικών πολιτισμών και θρησκειών. Εδώ όμως εμφανίζονται τα όρια των πολιτικών ταυτότητας επί δημαρχίας Μπουτάρη. Ο περί ετερότητας λόγος συχνά εξαντλείται στο επίπεδο του φολκλόρ. Ενισχύει μια ουσιοκρατική σύλληψη τόσο του πολιτισμού όσο και του εαυτού, μια αντεστραμμένη εκδοχή της εθνικά φοβικής εικόνας που κυριαρχούσε μέχρι πρόσφατα στην πόλη. Το βασικό του όμως έλλειμμα εντοπίζεται στα υποκείμενα τα οποία σιωπηρά εξαιρεί. Ο λόγος περί του πολυπολιτισμικού παρελθόντος εμπλέκει τους μουσουλμάνους, τους Εβραίους, τους Ρωμιούς και άλλους κατοίκους στη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Τι έκανε όμως η δημαρχία Μπουτάρη για τους μεγάλους αριθμούς των πιο σημαντικών «Άλλων» που σήμερα ζουν στην πόλη; Ενίσχυσε τον ξενώνα προσφύγων και μεταναστών; Δημιούργησε θεσμούς υποστήριξης των αιτούντων την ελληνική ιθαγένεια; Έκανε τις αγορές για τους μετανάστες, όπως είχε υποσχεθεί; Οι υπέρ των μεταναστών παρεμβάσεις της αναφέρονται σε συμπράξεις με ΜΚΟ και ακαδημαϊκού χαρακτήρα συζητήσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η πρόσφατη ημερίδα για τη λειτουργία γραφείου του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης στην πόλη: πραγματοποιήθηκε υπό την προστασία των ΜΑΤ. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι οι πολιτικές ταυτότητας επί δημαρχίας Μπουτάρη έχουν περιορισμένη ανταλλακτική αξία για τους δεκάδες χιλιάδες μετανάστες που ζουν στην πόλη. Το «δικαίωμα στη διαφορά» μπορεί εύκολα να γίνει δικαίωμα στην ανισότητα. Βασική προϋπόθεση, για να μην οδηγηθούμε σε ένα τέτοιο σύμπτωμα «ετεροφιλίας», είναι να μπορούμε να αναγνωρίσουμε όσες μορφές ανισότητες εκπορεύονται από το κέντρο της πολιτικής εξουσίας. Αυτό αδυνατεί να το κάνει ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης. Ο «ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ» ΣΤΟ ΡΕΘΥΜΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ Ο Όμιλος Φίλων Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς Κρήτης οργανώνει συζήτηση με θέμα: «Δημοκρατία και οικονομία στον καιρό της κρίσης: Η Ευρώπη σε σταυροδρόμι». Ομιλητές: Χάρης Γολέμης (διευθυντής του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς), Σταύρος Τομπάζος (Πανεπιστήμιο Κύπρου). Τη Δευτέρα 12 Μαΐου, ώρα 20.30, στο Φοιτητικό Πολιτιστικό Κέντρο «Ξενία» (Σοφοκλή Βενιζέλου 16), Ρέθυμνο. ΠΡΟΒΟΛΕΣ : ΒΛΕΜΜΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ Συνεχίζεται και φέτος ο κύκλος προβολών «Βλέμμα στ�� φασισμό», που οργανώνει το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ σε συνεργασία με το ΕΚΠΑ και την Ταινιοθήκη. Οι προβολές θα γίνονται κάθε Τετάρτη και αρχίζουν στις 14/5 με την ταινία Ο ΟΙΚΤΟΣ ΚΑΙ Η ΘΛΙΨΗ του Μαρσέλ Οφύλς και εισήγηση του Βίκτωρα Αρδίττη, στην Ταινιοθήκη της Ελλάδας. Όλο το πρόγραμμα στο rosalux.gr.


e11994