Issuu on Google+

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κείμενα των: Νίκου Σαραντάκου, Νίκου Σερντεδάκι, Αφροδίτης Μπαμπάση, Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου, Πωλ Βαλερύ, Βασίλη Μπογιατζή, Κώστα Μελά, Νένης Πανουργιά ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 768

ΚΥΡΙΑΚΗ 5 IANOYAΡΙΟΥ 2014

ΓΝΩΜΕΣ & ΙΔΕΕΣ - ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΕΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ

ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΕΧΟΥΝ ΤΗ ΔΙΚΗ ΤΟΥΣ ΙΣΤΟΡΙΑ

Μια περιήγηση στις λέξεις του 2013 ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ

Όπως πέρυσι και πρόπερσι, έτσι και φέτος η στήλη θα ενδώσει αυτό το μήνα στο έθιμο των ημερών και θα έχει χαρακτήρα ανασκόπησης. Αφού κάθε μήνα σχολιάζουμε τις λέξεις της επικαιρότητας, λογικό είναι να επιχειρήσουμε να καταγράψουμε τις λέξεις της χρονιάς, μ’ άλλα λόγια τις λέξεις που σημάδεψαν το 2013, που συζητήθηκαν και ακούστηκαν πολύ, ή και που γεννήθηκαν μέσα στη χρονιά που πέρασε. Το ίδιο ερώτημα το συζητήσαμε και με τους επισκέπτες του ιστολογίου «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία», που έχει τον ίδιο τίτλο με τη στήλη μας, κι εκείνοι ψήφισαν για Λέξη του 2013 το σαξές στόρι (σύμπλοκος όρος βέβαια, και όχι απλή λέξη). Θα μπορούσαμε μάλιστα να πούμε ότι ήταν «λέξη της μισής χρονιάς», μια και ακούστηκε και γράφτηκε κατά κόρον (λατινόγραπτο κυρίως, success story, να φαντάζει) μέχρι το καλοκαίρι, ενώ στη συνέχεια, ανεπαισθήτως, σταμάτησαν να το προβάλλουν τα κανάλια και τα έντυπα, μάλλον επειδή η αντίθεση της επιτυχίας στα λόγια με την καταστροφή στην πράξη παραήταν αγεφύρωτη. Είναι δύσκολοι οι καιροί για τους απολογητές του καθεστώτος, βγάζουν συνεχώς λέξεις από το καπέλο τους, αλλά καίγονται σχετικά γρήγορα και πρέπει ολοένα να βρίσκουν κι άλλες. Το χαρακτηριστικό μάλιστα του 2013 ήταν ότι είχαμε πολλές τέτοιες λέξεις, που ίσως δεν θα μπορέσω να τις καλύψω όλες στο σημείωμα. Μια άλλη λέξη που πολύ ακούστηκε ήταν τα άκρα ή τα δύο άκρα και η θεωρία των δύο άκρων, με την οποία κάποιοι θέλησαν να ταυτίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ με την νεοναζιστική συμμορία, χωρίς να συνειδητοποιούν ότι έτσι την ενισχύουν (ή χωρίς να νοιάζονται γι’ αυτό) — κι ήρθε τον Σεπτέμβριο η δολοφονία του Παύλου Φύσσα να τους δείξει το λάθος τους. Τότε ήταν που πολλοί μεγαλοσχήμονες δημοσιογράφοι δήλωναν, ο ένας μετά τον άλλο, ότι «πέφτουν από τα σύννεφα» ανακαλύπτοντας τον πραγματικό χαρακτήρα της συμμορίας· ήταν επικίνδυνο να κυκλοφορείς κοντά στα κτίρια των ΜΜΕ εκείνες τις μέρες, κινδύνευες να σου πέσουν στο κεφάλι οι πεφτοσυννεφάκηδες, ένας ευφυής νεολογισμός που ακούστηκε αρκετά, ιδίως στην μπλογκόσφαιρα. Στη φαρέτρα των χειριστών της γαλάζιας μονταζιέρας βρέθηκε επίσης η βία, ή μάλλον ένας νεολογισμός, η βιαποπουκιανπροέρχεται, που πρέπει να την καταδικάζεις κατηγορηματικά και χωρίς αστερίσκους, αλλιώς δεν έχεις στα τηλεοπτικά παράθυρα μοίρα· με τον τρόπο αυτό θέλουν να εξισώσουν τους χρυσαβγίτες φονιάδες με τους διαμαρτυρόμενους πολίτες, π.χ. στη Χαλκιδική, ξεχνώντας πολύ βολικά, ας πούμε, ότι και τα χημικά που αφειδώς εκτοξεύουν οι δυνάμεις της τάξεως στις διαδηλώσεις είναι κι αυτά μορφή βίας, νομιμοποιημένης βέβαια, οπότε το «αποπουκιανπροέρχεται» το αναιρούν πρώτοι εκείνοι που το προτείνουν. Μια και είπα για τους χρυσαβγίτες (που, όπως είχα γράψει πέρυσι τέτοιον καιρό και με χαρά βλέπω να υιοθετείται από πολλούς, τους γράφουμε έτσι για να τους αποσυνΟ Νίκος Σαραντάκος είναι συγγραφέας, μεταφραστής και κατοικοεδρεύει στα sarantakos.wordpress.com και στo www.sarantakos.com

Σαξές στόρι, άκρα, πεφτοσυννεφάκηδες, γαλάζια μονταζιέρα, χρυσαβγίτες,

αιθαλομίχλη και άλλες λέξεις

δέσουμε οπτικά από την «αυγή» και να τους συσχετίσουμε με τα «αβγά»), να αναφέρουμε και τις σχετικές λέξεις που πολύ ακούστηκαν: εγκληματική οργάνωση, νεοναζιστική συμμορία και μόρφωμα, όρος που χρησιμοποιείται και ευρύτερα. Μια άλλη σύμπλοκη λέξη που ακούστηκε πολύ το 2013 ήταν το πρωτογενές πλεόνασμα του προϋπολογισμού· λέγεται πρωτογενές επειδή δεν συνυπολογίζονται τα τοκοχρεολύσια που πληρώνουμε, αλλά και πάλι είναι κοινό μυστικό ότι, αν τελικά επιτευχθεί, θα προκύψει μόνο και μόνο χάρη σε δρακόντειες περικοπές των δημόσιων επενδύσεων και την άτυπη στάση πληρωμών που έχει κηρύξει το κράτος, οπότε μάλλον στουρναρογενές θα πρέπει να ονομαστεί, και όχι πρωτογενές. Και μην ξεχνάμε και μιαν άλλη λέξη όρο που πολύ ακούστηκε την προηγούμενη χρονιά και κινδυνεύει να κυριαρχήσει και του χρόνου, το κενό ή αλλιώς το δημοσιονομικό κενό, που επιστρατεύεται για να δικαιολογήσει την ανάγκη για νέα οριζόντια μέτρα. Η κινητικότητα, όπως και η αξιολόγηση, ήταν λέξεις με ουδέτερο ή θετικό πρόσημο, που όμως μέσα στη χρονιά που πέρασε απόκτησαν μιαν απαίσια χροιά καθώς χρησιμοποιούνται για την εξάρθρωση της δημόσιας διοίκησης μαζί με τη διαθεσιμότητα φυσικά· να σημειωθεί και η νέα σημασία της λέξης διαθέσιμος, που δηλώνει πια όποιον έχει υπαχθεί σε καθεστώς διαθεσιμότητας· και βέβαια οι διαθέσιμοι είναι πολύ περισσότεροι από τους ελάχιστους επίορκους, ρετσινιά που επιχείρησαν να κολλήσουν στο σύνολο των δημόσιων υπαλλήλων όσοι δείχνουν το δέντρο όταν θέλουν να κόψουν το δάσος, κάτι που έγινε και με την αμαρτωλή ΕΡΤ (όπως την αποκάλεσε ο κυβερ-

Έργο του Πωλ Σεζάν

νητικός εκπρόσωπος, ίσως με διάθεση αυτοκριτικής, αφού από εκεί σιτιζόταν κάποτε κι ο ίδιος) και το αιφνιδιαστικό κλείσιμό της, που ονομάστηκε ξαφνικός θάνατος, οπότε είχαμε και το μαύρο στις οθόνες, που μετέτρεψε σε δικομματική την έως τότε τρικομματική συγκυβέρνησή μας. Τώρα τον χειμώνα, ύστερα από τη μεγαλοφυή απόφαση για εξίσωση του φόρου στο πετρέλαιο κίνησης και θέρμανσης, άρχισαν να ανάβουν τα τζάκια, οι ξυλόσομπες και άλλες συσκευές θέρμανσης, μέχρι και το παραδοσιακό και φονικό μαγκάλι, με αποτέλεσμα την αιθαλομίχλη και τις εκκλήσεις να αποφευχθεί η άσκοπη χρήση των τζακιών — μα δεν μπορούν κι αυτές οι ευπαθείς ομάδες να ξεπαγιάζουν με πιο οικολογικό τρόπο; Μια καταιγίδα άλλης μορφής, που κρατάει όλον το χρόνο, είναι η λαίλαπα των φόρων που έχει ενσκήψει και που, μοιραία, παράγει και νέες λέξεις. Έτσι, το δήθεν έκτακτο τέλος ακινήτων (που προσφυώς ο λαός το ονόμασε χαράτσι) μεταλλάχτηκε σε ενιαίο φόρο ακινήτων, ενώ, παρά το οξύμωρο, μονιμοποιήθηκε και η έκτακτη εισφορά αλληλεγγύης (και μόνιμη, και έκτακτη!) Το πιο άδικο είναι πως τα διάφορα χαράτσια αρχίζουν να υπολογίζονται από το πρώτο ευρώ, ενώ βέβαια καταργήθηκε η άρση των πλειστηριασμών, όπως ανακριβώς συντομεύτηκε στη δημοσιογραφική καθομιλουμένη η άρση της προστασίας της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς. Μερικά κλισέ εμφανίστηκαν ορμητικά σαν διάττοντες αστέρες και μετά εξαφανίστηκαν· πιο χαρακτηριστικό το ξανθό αγγελούδι, η μικρή Μαρία για την οποία τα κροκοδείλια δάκρυα από τα κανάλια σταμάτησαν απότομα όταν αποδείχτηκε πως δεν ήταν παρά ένα τσιγγανάκι σαν τ’ αδέρφια της. Από τα διαφημιστικά κλισέ ακούστηκαν πολύ το πρίτι μπρα και η έξυπνη σήτα, ενώ στην κατηγορία αυτή θα πρέπει να εντάξουμε και το δωρεάν wi-fi που υποσχέθηκε, ως πανάκεια, ο πρωθυπουργός μας. Αριθμός της χρονιάς ασφαλώς είναι το 58, όπως ονομάστηκε η κίνηση των προσωπικοτήτων που θέλουν να μπουν ανάχωμ… να ανασυγκροτήσουν την κεντροαριστερά — οι κατασκευαστές πλυντηρίων στη γνωστή παλιά διαφήμιση ήταν 29, αλλά τώρα οι ανάγκες είναι περισσότερες και για το πλυντήριο των χρεοκοπημένων πολιτικών χρειάστηκε διπλάσιος αριθμός κατασκευαστών. Καθώς ο χώρος τελειώνει αναφέρω επιγραμματικά και ασχολίαστα μερικές ακόμα λέξεις και φράσεις του 2013: αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας, απολύσεις, αστεγία, αυτοαπογραφή, γενόσημα, δανειστές, δόση (και υποδόση), εκταμίευση, εξάμηνο (χαμένο βέβαια), ΕΟΠΥΥ, επιστράτευση, κόκκινα δάνεια, κούρεμα (όμως τώρα καταθέσεων, όχι χρέους), λουκέτο, πράξη νομοθετικού περιεχομένου, προαπαιτούμενα, Σοβιετία (η ελληνική ή η τελευταία), φτωχοποίηση. Το 2014 θα είναι χρονιά διπλών εκλογών, πιθανώς και τριπλών όπως όλα δείχνουν, οπότε θα ακουστούν πολύ οι σχετικές λέξεις, π.χ. κάλπες. Έτσι κι αλλιώς όμως, υπάρχουν και οι λέξεις που ακούστηκαν πέρυσι αλλά χρειάζεται ν’ ακουστούν περισσότερο και φέτος: ενότητα, αγώνας, συλλογικότητα, κουράγιο, αλληλεγγύη!


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014

28

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ασκήσεις νοημοσύνης και νομιμότητας ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΕΡΝΤΕΔΑΚΙ

Η εισβολή κρατικών οργάνων σε κοινωνικά ιατρεία, όπως και η επιδίωξη του ΤΑΙΠΕΔ να εκδιώξει το κοινωνικό ιατρείο του Ελληνικού από το κτίριο όπου στεγάζεται, είναι ασφαλώς γνωστή στους αναγνώστες. Αν επανέρχομαι, στο άνοιγμα του νέου χρόνου, είναι επειδή εκτιμώ ότι έχει μόνιμο περιεχόμενο, ευρύτερη στόχευση και συμβολισμό. Θυμίζω τα γεγονότα. Στις 24 Οκτωβρίου, δικαστικός, κλιμάκιο του Ελληνικού Οργανισμού Φαρμάκων και αστυνομικοί επέδραμαν στο Κοινωνικό Ιατρείο Ελληνικού, επικαλούμενοι ανώνυμη καταγγελία για διακίνηση ναρκωτικών. Εντελώς συμπτωματικά, λίγες ώρες αργότερα, όμοιας σύνθεσης ομάδα εισέβαλε σε κοινωνικό ιατρείο των Γιατρών του Κόσμου, διερευνώντας επώνυμη, αυτή τη φορά, καταγγελία για κατοχή και διακίνηση ναρκωτικών. Η κυβέρνηση, υπό την πίεση των αντιδράσεων, περιορίστηκε σε μια λιτή ανακοίνωση περί της εύλογης διερεύνησης καταγγελιών Ο Νίκος Σερντεδάκις διδάσκει κοινωνιολογία της συλλογικής δράσης και των κοινωνικών κινημάτων στο Πανεπιστήμιο Κρήτης.

Για τις αστυνομικές εφόδους στα κοινωνικά ιατρεία και το νέο μοντέλο διακυβέρνησης

για βαριά αδικήματα, σαν να επρόκειτο για πρακτική ρουτίνας των κρατικών μηχανισμών, ανακοίνωση η οποία συσκοτίζει μάλλον παρά ξεδιαλύνει τα συμβάντα. Ας κάνουμε δυο υποθέσεις. Υπόθεση πρώτη: Ανώνυμος καταγγέλλει ότι εξωκοινοβουλευτικός υπουργός κάνει χρήση κοκαΐνης. Όπως αναφέρει, είναι φύσει αδύνατον ο εν λόγω υπουργός, κατά δήλωσή του, να κοιμάται ελάχιστες ώρες, να βρίσκεται από το πρωί στο υπουργείο του διαπραγματευόμενος σκληρά με την τρόικα, το μεσημέρι να λαμβάνει μέρος σε σύσκεψη στο Μαξίμου, το απόγευμα να υποστηρίζει κάποιο νομοσχέδιο στη Βουλή και το βράδυ, σε πλήρη νοητική εγρήγορση, να συμμετέχει σε σκυλοκαβγά στην «Ανατροπή». Εκτός των παραπάνω, ο ανώνυμος συμπολίτης μας δηλώνει ότι ο ίδιος έμαθε από τον έγκριτο δημοσιογράφο Γ. Π. (μόνο τα αρχικά στην καταγγελία) ότι είναι γνωστό τοις

πάσι πως ο υπουργός «έχει αυτή την αδυναμία». Υπόθεση δεύτερη: Πολίτης επωνύμως καταγγέλλει ότι στα γραφεία του κυβερνώντος κόμματος συστηματικά γίνεται διακίνηση και χρήση ναρκωτικών, επικαλούμενος ίδια γνώση: μένει στην απέναντι πολυκατοικία και τα βράδια βλέπει παράξενους τύπους να βγαίνουν τρεκλίζοντας από τα γραφεία, πετώντας σύριγγες στον παρακείμενο κάδο. Σύμφωνα με τη λογική που προτάχθηκε για την έφοδο στα κοινωνικά ιατρεία (: μπροστά σε οποιαδήποτε καταγγελία, ανώνυμη ή επώνυμη, οι κρατικοί μηχανισμοί οφείλουν να σπεύδουν προς διερεύνηση, στο πλαίσιο μιας εγκατεστημένης ρουτίνας κοινωνικού ελέγχου), θα αναμέναμε ότι οι δικαστικές αρχές θα έδιναν εντολή στην αστυνομία, ίσως και στον ΕΟΦ να διερευνήσουν πάραυτα τα καταγγελλόμενα. Βέβαια, ουδείς έλλογα σκεπτόμενος άνθρωπος θα πίστευε κάτι τέτοιο. Γιατί; Η βεβαιότητα ότι σε αυτές τις δύο υποθετικές περιπτώσεις δεν θα ακολουθούνταν οι πρακτικές που υιοθετήθηκαν για τα κοινωνικά ιατρεία δεν απορρέει μόνο από την πεποίθηση ότι στον τόπο μας συστηματικά παραβιάζονται οι βασικές αρχές του κράτους δικαίου, που καταστατικά θεωρεί τους πολίτες και τις συλλογικές ομαδώσεις τους ισότιμους έναντι του νόμου και της πράξης των κρατικών αξιωματούχων. Με άλλα λόγια, το ζήτημα δεν μπορεί και δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό το πρίσμα των εξαρτήσεων της ελληνικής δικαιοσύνης και του ρόλου των κατασταλτικών μηχανισμών του κράτους: η χρόνια παθογένεια των θεσμών και των κυβερνήσεών μας δεν αρκεί για να ερμηνεύσει την ευθεία επίθεση στις πρωτοβουλίες κοινωνικής αλληλεγγύης. Ένας στοιχειωδώς συγκροτημένος νομικά δικαστικός θα πέταγε αμέσως στον κάλαθο των αχρήστων την πρώτη από τις παραπάνω υποθετικές καταγγελίες. Ανώνυμες καταγγελίες, είτε αφορούν γνωστά είτε άγνωστα στον δημόσιο χώρο πρόσωπα, είναι δεδομένο πως δεν μπορούν να απασχολούν τις αρχές ενός κράτους δικαίου, αφού αλλιώς θα νομιμοποιούνταν ένας τύπος συμπεριφοράς που αντιστοιχεί στις προπολιτικές σφαίρες του κοινωνικού: το κουτσομπολιό και η σπερμολογία θα αναγορεύονταν σε πλήρως αποδεκτή κοινωνική πρακτική, την οποία μάλιστα θα όφειλαν να αξιοποιούν οι δικαστικές αρχές. Στη δεύτερη υποθετική περίπτωση, ο δικαστικός θα έπρεπε καταρχάς να καλέσει αυτοπροσώπως τον καταγγέλλοντα, να σχηματίσει γνώμη για τη βασιμότητα των καταγγελιών και στη συνέχεια να αναθέσει στην αστυνομία τη διερεύνησή τους. Σε περίπτωση που αποδεικνύονταν ότι ο εν λόγω πολίτης, «έχων σώας τας φρένας», κακόβουλα προχώρησε στην καταγγελία, με στόχο τη σπίλωση του καταγγελλόμενου, τότε ο καλός δικαστής μας υποχρεούται

να τον μηνύσει για «ψευδή καταμήνυση». Παρεμπιπτόντως, ενδιαφέρον θα είχε να πληροφορηθούμε την εντός της δικαιοσύνης τύχη του καταγγέλλοντος στην περίπτωση των Γιατρών του Κόσμου. Αφήνοντας κατά μέρος τη φορμαλιστική πτυχή, κρισιμότερη παραμένει η ουσιαστική κατανόηση αυτής της κραυγαλέας επιχείρησης κρατικού ελέγχου των δομών κοινωνικής αλληλεγγύης.1 Όπως η στοχοποίηση οροθετικών και μεταναστών, η λοβέρδεια αντίληψη περί «υγειονομικής βόμβας»,2 η «σκούπα» άστεγων, εξαρτημένων και μεταναστών στο κέντρο της Αθήνας, η νομιμοποίηση των στρατοπέδων συγκέντρωσης (στην Αμυγδαλέζα, την Κόρινθο, τη Δράμα, την Ορεστιάδα, την Ξάνθη, τη Λέσβο και αλλού), έτσι και η απόπειρα απονομιμοποίησης των δομών αλληλεγγύης σηματοδοτεί μια ευρύτερη αλλαγή παραδείγματος, σε κοινωνικό αλλά και πολιτισμικό επίπεδο. Το νέο μοντέλο διακυβέρνησης, πέραν της διαχείρισης της κρίσης χρέους ή, ορθότερα, με αυτή την αφορμή, αποτυπώνει στην οξύτερη μορφή του δύο τάσεις: αφενός την αποσύζευξη της οικονομίας της αγοράς από το όποιο δημοκρατικό κέλυφός της, και αφετέρου την κατασκευή ενός εσωτερικού εχθρού που συμπεριλαμβάνει όχι μόνο τις «επικίνδυνες τάξεις», αλλά και τις συλλογικότητες οι οποίες τολμούν να υπερασπιστούν τα κοινά αποεμπορευματοποιημένα αγαθά και χώρους — και πολύ περισσότερο να τα συγκροτήσουν, ανανοηματοδοτώντας τα. Οι πολιτικές της λιτότητας, εκτός του ότι εντείνουν τις κοινωνικές ανισότητες, αναδιανέμουν βίαια τον πλούτο και τροποποιούν την ταξική δομή, συνιστούν μέρος ενός ευρύτερου μετασχηματισμού που θίγει τον αξιακό πυρήνα του νεωτερικού καπιταλιστικού κοσμοσυστήματος. Η ακύρωση αυτής της τάσης δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο με αμυντικούς αγώνες ούτε, πολύ περισσότερο, με την αναμονή μιας καλύτερης ή/και αριστερής διαχείρισης των άμεσων οικονομικών προβλημάτων. Ζητούμενο παραμένει ένα νέο ρητό οραματικό πρόταγμα υπέρβασης της ορατής καπιταλιστικής βαρβαρότητας. Ο άλλος κόσμος στον οποίο αναγνωριζόμαστε, πέραν της ρητορικής, οφείλει να δηλωθεί περιεχομενικά ως «το άλλο άκρο», προς το οποίο είναι ενδεχομένως δυνατή η ταλάντευση που διαμορφώνεται από τον κοινωνικό ανταγωνισμό, ιδιαίτερα σε τούτη τη φάση όξυνσής του.

1

Ας θυμίσουμε επιπλέον τις απόπειρες (οικονομικής) ποινικοποίησης των δράσεων του δικτύου «Χωρίς Μεσάζοντες» και την καταστολή που επιφυλάχθηκε σε αυτοδιαχειριζόμενα σπίτια, καταλήψεις και δημόσιους χώρους.

2

Άξια θαυμασμού υποκρισία της πολιτικής ελίτ: «υγειονομική βόμβα» οι μετανάστες και οι δίχως περίθαλψη – και, ταυτόχρονα αστυνομικές πρακτικές, για να ενοχοποιηθούν οι δομές υγειονομικής φροντίδας των υποδειχθέντων ως «επικίνδυνων.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014

30

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Σχέδια επί χάρτου ΤΗΣ ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΜΠΑΜΠΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ ΠΑΠΑΔΑΤΟΥ-ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

Προλογίζοντας το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που παρουσιάστηκε στις 10 Δεκεμβρίου σε ειδική εκδήλωση του υπουργείου Δικαιοσύνης, ο γενικός γραμματέας Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Γιώργος Σούρλας δεν έκρυψε την ικανοποίησή του: «Η Ελλάδα έχει πλέον να εμφανίσει στη Διεθνή Κοινότητα, στους Διεθνείς Οργανισμούς, συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα δράσεων και ενεργειών για την προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων», και μάλιστα σε δεκάξι διαφορετικά πεδία.1 Η ικανοποίηση αυτή, ωστόσο, δεν είναι καλός οιωνός — αίσθηση που επιβεβαιώνεται από την ανάγνωση του Σχεδίου: το θέμα, για μια ακόμα φορά, δεν είναι τα δικαιώματα καθαυτά, αλλά κατά κύριο λόγο η «θωράκιση» της κυβέρνησης απέναντι στις αλλεπάλληλες (και οξύτατες) κριτικές διεθνών οργανισμών και ευρωπαίων επιτρόπων. Κοινώς, «να ένα σχέδιο για να ξέρουμε τι θα τους λέμε, όταν μας λένε» κλπ. κλπ. κλπ. Με δεδομένη αυτή τη κοντόφθαλμη νοοτροπία, το Σχέδιο ελάχιστα ασχολείται με την κατάσταση που φιλοδοξεί να βελτιώσει. Αντ’ αυτής, παρουσιάζει μια συρραφή διεθνών συμβάσεων και εθνικής νομοθεσίας από τη μια («τι θα έπρεπε να ισχύει»), και του σχεδιασμού της δράσης των επιμέρους υπουργείων που αφορά τα ατομικά, πολιτικά και κοινωνικά δικαιώματα από την άλλη («με τι ασχολούμαστε αυτή την περίοδο»). Και κάπως έτσι, παρά δηλαδή τις μεγαλόστομες διακηρύξεις του, στην οπτική των «εθνικών σχεδιαστών» τα δικαιώματα δεν προστατεύονται ούτε ως «αυταξία» ούτε ως θεσμικά «αναχώματα» στην κρατική αυθαιρεσία — ούτε βεβαίως ως «κεκτημένα».2 Στο Σχέδιο εκτίθενται κατά κύριο λόγο οι παραχωρήσεις που μια «φιλάνθρωπη» κυβέρνηση είναι διατεθειμένη να κάνει στην παρούσα συγκυρία, ενώ σε κάθε περίπτωση και αυτές ακόμα «καθορίζονται και προσαρμόζονται σύμφωνα με τις ιδιαίτερες συνθήκες και τη σημερινή πραγματικότητα […] κατά την περίοδο 2014-2016» (σ. 35). Η οπτική αυτή εξηγεί, μεταξύ άλλων, γιατί είναι αμελητέο, στο τελικό κείμενο, το «ίχνος» των συστάσεων του Συνηγόρου του Πολίτη και της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, κατά τη διαβούλευση. Εξηγεί, επίσης, και γιατί το Υπουργείο αγνόησε επιδεικτικά, κατά την εκπόνησή του Σχεδίου, τόσο την κοινωνία των πολιτών όσο και τον κοινοβουλευτικό έλεγχο, μολονότι η αξιοποίησή τους σε καθένα από τα δεκάξι «δικαιωματικά» πεδία θα συνέβαλλε τα μέγιστα στην αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης. Ας το πούμε με παραδείγματα: Η «βελτίωση των συνθηκών κράτησης» δεν επιτυγχάνεται με τη μηχανιστική παράθεση του ισχύοντος νομικού πλαισίου, ούτε με την υπόσχεση ότι «θα προστεθούν 1.200 θέσεις κρατουμένων συνεισφέροντας σημαντικά [sic] στην αποσυμφόρηση των φυλακών» (σ. 49). Αντιθέτως, το Υπουργείο θα έπρεπε να αξιοποιήσει τη συνδρομή οργανώσεων όπως της Πρωτοβουλίας για τα Δικαιώματα των Κρατουμένων, ώστε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την άνευ προηγουμένου ποινικο��οίηση της φτώχειας και τις εξοντωτικές ποινές. Θα έπρεπε, ακόμα, να ασχοληθεί με την de facto αχρήστευση ευεργετικών νομοθετημάτων, όπως ο νέος νόμος περί ναρκωτικών (στον βαθμό που οι δομές απεξάρτησης καταρρέουν οικονομικά), να υιοθετήσει μέρος έστω των προτάσεων για τα εναλλακτικά ως προς την κράτηση μέσα σωφρονισμού, να προβλέψει μέτρα για τις ειδικές κατηγορίες κρατουμένων (ανήλικοι, μητέρες) κ.ο.κ. Αντίθετα, το Εθνικό Σχέδιο αντιμετωπίζει την υπέρμετρη ποινικοποίηση… αγνοώντας τη, και προνοώντας για περισσότερη φυλακή. Κι αυτά ενώ η δαπάνη για την ημερήσια σίτιση των κρατουμένων φτάνει πια μετά βίας τα δύο ευρώ, η θέρμανση είναι ανεπαρκής και ο υπουργός πανηγυρίζει τις επιτυχίες κρατουμένων στις εξετάσεις, αποσιωπώντας ότι οι δάσκαλοί τους εργάζονται «εθελοντικά». Εμμένοντας δε στη μέθοδο της παράθεσης του «τι θα έπρεπε να ισχύει», δεν εξηγεί γιατί ο υπάρχων Σωφρονιστικός Κώδικας —

Για το «Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα» ένας από τους πιο φιλελεύθερους στην Ευρώπη— παρακάμπτεται κατ’ εξακολούθηση, ούτε γιατί ο νέος που έχει εξαγγελθεί παραμένει θαμμένος, και χρησιμοποιείται ως το «επόμενο θετικό βήμα» όσες φορές παρουσιάζονται προβλήματα στις φυλακές. Αντίστοιχα, η απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση των μεταναστών δεν θεραπεύεται με την αόριστη εξαγγελία της «προώθησης μιας ολοκληρωμένης προσέγγισης για την υγειονομική περίθαλψη στα Κέντρα Κράτησης Μεταναστών» (σ. 43). Απαιτεί, αντιθέτως, άλλη λογική: ουσιαστική ενασχόληση με την κατάρρευση των ΜΚΟ, στις οποίες το κράτος (κακώς) έχει αναθέσει εξ ολοκλήρου ζωτικές λειτουργίες για τα κέντρα κράτησης και τα κρατητήρια (ιατροφαρμακευτική στήριξη, ψυχοκοινωνική φροντίδα),3 το κλείσιμο των άθλιων κρατητηρίων, τη διαδικασία συμμόρφωσης με συστάσεις ευρωπαϊκών οργανισμών για το δραστικό περιορισμό της κράτησης και της εξοντωτικής της διάρκειας. Τίποτα απ’ αυτά δεν απασχολεί, δυστυχώς, το Εθνικό Σχέδιο — και αναφερόμαστε σε πεδία για τα οποία διατυπώνονται, τουλάχιστον, ορισμένες προβλέψεις. Γιατί υπάρχουν και άλλα, για τα οποία είτε η μέριμνα απουσιάζει εκκωφαντικά, μολονότι επείγει, όπως οι θρησκευτικές ελευθερίες και τα δικαιώματα των μειονοτήτων, είτε η προβλεπόμενη δράση βρίσκεται σε κραυγαλέα διάσταση με την πραγματικότητα. Φαντάζει ειρωνική, για παράδειγμα, η αναγγελία της «προάσπισης των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» μέσα στο 2015, δίπλα στην πρόβλεψη για «κοστολόγηση των παρεχόμενων υπηρεσιών ανά ωφελούμενο και τύπο μονάδας» (σ. 93-94), δηλαδή για περαιτέρω εξατομίκευση, τη στιγμή που οι δομές ψυχικής υγείας κλείνουν ή καταρρέουν και εκατοντάδες εργαζόμενοι τίθενται σε διαθεσιμότητα. Όπως ειρωνική μοιάζει και η αναγγελία ενός υπο-Σχεδίου Δράσης για την αντιμετώπιση του HIV στους χρήστες ναρκωτικών, όταν οι οροθετικοί πρέπει να κόψουν την αντιρετροϊκή αγωγή προκειμένου να παρουσιαστούν στα ΚΕΠΑ και να επιβεβαιωθεί εκεί ότι πάσχουν από ανίατη νόσο· ειρωνική, όταν, από τους εμπλεκόμενους στο εν λόγω υπο-Σχέδιο φορείς, το μεν ΚΕΕΛΠΝΟ έχει διαπρέψει ως υπερασπιστής της υγειονομικής διάταξης Λοβέρδου-Γεωργιάδη, που στιγματίζει τους οροθετικούς και ποινικοποιεί την οροθετικότητα, οι δε ΟΚΑΝΑ, ΚΕΘΕΑ και 18 ΑΝΩ απαξιώνονται συστηματικά. Κωμικοτραγική, στην εποχή της αιθαλομίχλης, είναι η αναγγελία Κοινής Υπουργικής Απόφασης για την «εξάλειψη της ακραίας φτώχειας σε δύο [sic] περιοχές της χώρας με διαφορετικά κοινωνικοοικονομικά χαρακτηριστικά» (σ. 207). Και προξενεί απλώς μειδίαμα, μετά τις γνωστές αποκαλύψεις, η καταπραϋντική διαβεβαίωση του Εθνικού Σχεδίου ότι «με εγκύκλιο διαταγή του Αρχηγού της Ελληνικής Αστυνομίας, δίδονται σαφείς και λεπτομερείς οδηγίες στο αστυνομικό προσωπικό, αναφορικά με τη μεταχείριση και τα δικαιώματα των κρατούμενων» (σ. 42). Γι’ αυτούς, και αρκετούς ακόμα, λόγους ακούγοντας τον Γ. Σούρλα να αναγγέλλει τη διοργάνωση διεθνούς συνεδρίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα, εις ανάμνηση της Επιγραφής της Γόρτυνας, «της αρχαιότερης σήμερα γνωστής νομοθεσίας του Ευρωπαϊκού Χώρου» (σ. 19), δεν ακούσαμε παρά μια εκτός τόπου και χρόνου έξαρση εθνικιστικού φολκλόρ. Φολκλόρ, γιατί η διεκδικούμενη κληρονομιά της αρχαιοελληνικής αρχαιότητας απέχει έτη φωτός από τη λογική ενός κράτους που διαστρέφει σαδιστικά τον Ξένιο Δία, βασανίζοντας τους «ικέτες» και χρησιμο-

Φράνσις Μπέικον, «Πίνακας», 1946

ποιώντας σύμβολα της αρχαίας «κληρονομιάς» (Ποσειδών, Σάρισα) ως ονόματα επιχειρήσεων αποτροπής προσφύγων που υλοποιεί από κοινού με τη Frontex. Και η Αριστερά; Σε ό,τι την αφορά, θεωρούμε μάταιο να εμμένει στην «απανθρωπιά» ή την «ανικανότητα» της κυβέρνησης να προστατέψει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Σε μια εποχή που η (καπιταλιστική) εξουσία γίνεται και πάλι εξουσία πάνω στη ζωή και τον θάνατο ακόμα και σε χώρες που αυτό έμοιαζε προϊστορία, η υπεράσπιση των δικαιωμάτων δεν μπορεί να εξαντλείται στην επίκληση της ιδιότητάς μας ως ανθρώπων. Αντίθετα, μας υποχρεώνει να δείξουμε ότι, πρώτον, η στέρηση και των στοιχειωδέστερων δικαιωμάτων ανήκει απροσχημάτιστα πια στον πυρήνα της σημερινής «λογικής» της εξουσίας· ότι, δεύτερον, η «λογική» αυτή επεκτείνεται στο σύνολο της κοινωνίας, αφού πρώτα δοκιμάστηκε επιτυχώς στους «παρίες»· και ότι, τρίτον, χωρίς να παραιτούμαστε από τις «περιφερειακές» διεκδικήσεις για τα «μικρά», θα είμαστε αναποτελεσματικοί όσο η εξουσία δεν πληρώνει (και δεν αμφισβητείται) στα «μεγάλα». Πώς να το κάνουμε; Στον βαθμό που τα (περισσότερα) δικαιώματα κοστίζουν, κάθε σχέδιο που δεν υποχρεώνει, εκτός των άλλων, το κράτος των «φιλανθρώπων» να πληρώσει, δεν έχει τίποτα το «εθνικό» ούτε, βέβαια, το «δικαιωματικό» να επιδείξει.

1

Απαγόρευση βασανιστηρίων, δικαίωμα στην προσωπική ελευθερία, δικαίωμα στη δικαστική προστασία, απαγόρευση διακρίσεων, ελευθερία έκφρασης/δικαίωμα στην ενημέρωση, δικαίωμα στην υγεία, δικαίωμα στην εργασία και την ασφάλιση, δικαιώματα του παιδιού, προστασία αλλοδαπών, εξάλειψη ρατσισμού, ευάλωτες ομάδες, δικαιώματα ΑμεΑ, καταπολέμηση εμπορίας ανθρώπων, καταπολέμηση βίας κατά γυναικών, δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης, δικαίωμα στο περιβάλλον.

2

Βλ. και τη σχετική ανακοίνωση της Ελληνικής Ένωσης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου στην ιστοσελίδα της. Η Ένωση, στα μέσα Δεκεμβρίου του 2012, εγκαινίασε μια οργανωμένη προσπάθεια καταγραφής και ποιοτικής αποτίμησης των δικαιωμάτων στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της κρίσης.

3 Βλ., ενδεικτικά, ερώτηση των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ Β. Κατριβάνου, Α. Ξανθού, Χ. Μαντά, Α. Σταμπουλή και Δ. Τσουκαλά, με τίτλο «Ιατρική, Κοινωνική και Ψυχολογική Υποστήριξη στα κρατητήρια της Πέτρου Ράλλη, του Ελληνικού, του Αεροδρόμιου Ελ. Βενιζέλος, του Ασπροπύργου και της Αμυγδαλέζας» (22.11.2013).


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014

35

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Χορός, η ποίηση της πράξης των ζωντανών όντων ΟΙ ΕΚΔΟΣΕΙΣ Principia είναι ένας από εκείνους τους ανεξάρτητους μικρούς εκδοτικούς οίκους που μας χαρίζουν διαλεχτά βιβλιαράκια. Ψυχή του οίκου, που εστιάζεται στον τομέα της αισθητικής, είναι ο δικός μας, ο τεχνοκριτικός της «Αυγής» Παναγιώτης Σ. Παπαδόπουλος. Τις μέρες αυτές, οι εκδόσεις Principia κυκλοφορούν τρεις τίτλους: Πωλ Βαλερύ, Η φιλοσοφία του χορού (μετ.: Παναγιώτης Σ. Παπαδόπουλος)· Σίγκμουντ Φρόυντ, Δέρνουν ένα παιδί. Συμβολή στην κατανόηση της γένεσης των σεξουαλικών διαστροφών (μετ.: Νίκος Χρηστίδης)· Παναγιώτης Σ. Παπαδόπουλος, Η εικόνα του ναζισμού. Η κατάσταση των τεχνών στη διάρκεια των φασιστικών καθεστώτων. Δημοσιεύουμε σήμερα αποσπάσματα από τη Φιλοσοφία του χορού (ο τίτλος που βάλαμε στη σελίδα είναι δικός μας). Όπως σημειώνει ο Π. Παπαδόπουλος, το έργο συνοψίζει «ολόκληρη τη φιλοσοφία του Βαλερύ». Και συνεχίζει: «Το ενδιαφέρον του συγγραφέα για το χορό απορρέει από την ιδιαίτερη αντίληψή για την ίδια την κουλτούρα και τον πολιτισμό που προβάλλεται σ’ αυτή την τέχνη. Μέσα από το χορό εκφράζεται ταυτόχρονα η σωματική διάσταση, η απτότητα και η υλικότητα, συνοδευόμενη από μια διανοητική παραγωγή. Ένας συνδυασμός που δεν έχει προηγούμενο, εάν συγκριθεί με τις άλλες τέχνες». «Πριν σας γοητεύσει η Μαντάμ Αρζεντίνα, σας έχει αιχμαλωτίσει στον κόσμο της οξυδερκούς και παθιασμένης ζωής που πρόκειται να δημιουργήσει η τέχνη της»: έτσι ξεκινάει ο Βαλερύ. Και τελειώνει παραδίδοντας τους αναγνώστες στην «τέχνη, στο πάθος, στη φλογερή και κομψή πράξη της Μαντάμ Αρζεντίνα». Πρόκειται για την Αntonia Merce y Luque, γνωστή ως «La Argentina», τη σημαντικότερη χορεύτρια και χορογράφο του ισπανικού χορού στον 20ό αιώνα. Το κείμενο παρουσιάστηκε σαν διάλεξη (5.3.1936) και πρωτοδημοσιεύθηκε στην επιθεώρηση Conferencia (1.1.1.1936), με αφορμή τον θάνατο της χορεύτριας (είχε πεθάνει στις 18 Ιουνίου 1936). ΣΤΡ. ΜΠ.

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Χορεύτριες στα κόκκινα», 1914

ΤΟΥ ΠΩΛ ΒΑΛΕΡΥ

Προχωρώ κατευθείαν στο θέμα μου και σας το λέω χωρίς περαιτέρω επεξηγήσεις: ο Χορός, κατά τη γνώμη μου, δεν περιορίζεται σε μια άσκηση, μια ψυχαγωγία, μια διακοσμητική τέχνη και κάποιες φορές σε ένα κοινωνικό παιχνίδι. Είναι κάτι πιο σοβαρό και, κατά κάποιο τρόπο, ιδιαίτερα σεβαστό. Κάθε εποχή που κατανόησε το ανθρώπινο σώμα ή που, τουλάχιστον, ανέδειξε το αίσθημα του μυστηρίου γι’ αυτόν τον οργανισμό, των δυνατοτήτων του, των ορίων του, το συνδυασμό ενεργητικότητας και ευαισθησίας που περικλείει, καλλιέργησε, λάτρεψε το Χορό. Είναι μία θεμελιώδης τέχνη, όπως το τονίζουν και το αποδεικνύουν η καθολικότητά του, το πανάρχαιο παρελθόν του, οι εορταστικές χρήσεις του, οι ιδέες και οι στοχασμοί που σε κάθε περίοδο παρήχθησαν. Ο Χορός είναι μια τέχνη που απορρέει από την ίδια τη ζωή, αφού δεν αποτελεί μόνο τη δράση ολόκληρου του ανθρώπινου σώματος, αλλά μια δράση που μεταφέρεται σε έναν κόσμο, σε ένα είδος χώρου-χρόνου, που σε κάθε περίπτωση δεν είναι ακριβώς ο ίδιος με αυτόν της πρακτικής ζωής. […] Χωρίς αμφιβολία το μάτι ενός σκύλου βλέπει τα άστρα, αλλά το είναι του σκύλου δεν δίνει καμία συνέχεια σε αυτό το θέαμα. Το αυτί του σκύλου αντιλαμβάνεται ένα θόρυβο που το εγείρει και Έρικ Χομπσμπάουμ, το ανησυχεί, αλλά κρατάει από αυτόν μόνο ό,τιδεκαετία χρειάζεται να του για 1970 απαντήσει μέσα από μία αντανακλαστική και ταυτόσημη ενέργεια. Δεν παραμένει επί πολύ στην αντίληψη. Η αγελάδα στο λιβάδι της -όχι μακριά από το σημείο που το Καλέ-Μεσόγειος Εξπρές περνά με μεγάλο θόρυβο- τινάζεται, το τρένο απομακρύνεται. Καμία ιδέα στο ζωντανό δεν διατηρείται μετά το τρένο· επιστρέφει στο τρυφερό γρασίδι, χωρίς να το παρακολουθήσει με τα ωραία της μάτια. Ο δείκτης του εγκεφάλου της επιστρέφει αμέσως στο μηδέν. Ωστόσο, τα ζώα φαίνονται μερικές φορές να διασκεδάζουν. Η γάτα, προφανώς, παίζει με το ποντίκι. Οι πίθηκοι κάνουν παντομίμες. Εν συνεχεία, οι σκύλοι πηδούν στη μύτη των αλόγων και δεν γνωρίζω κάτι άλλο που να δίνει πιο πολύ την ιδέα του ελεύθερου κι ευτυχισμένου παιχνιδιού από τα χοροπηδητά που κάνουν οι φώκιες, βλέποντάς τες στο πέλαγος. Αναδύονται, καταδύονται, κερδίζουν ένα πλοίο στην ταχύτητα, περνάνε κάτω από την πλώρη, επανεμφανίζονται στον αφρό, πιο δυνατές από τα κύματα και μέσα σε αυτά, σαν αυτά, λάμποντας, μεταμορφωμένες από τον ήλιο. Είναι αυτό χορός; Αλλά, όλα τα παιχνίδια των ζώων μπορούν να ερμηνευτούν ως ενστικτώδεις παρωθήσεις που οφείλονται στην ανάγκη να καταναλώσουν μια πλεονάζουσα ενέργεια ή να διατηρήσουν σε μια κατάσταση εγρήγορσης ή σφρίγους τα όργανα που είναι προορισμένα για την επίθεση ή την άμυνα για την επιβίωση. Παρατήρησα ότι τα είδη που έχουν φτιαχτεί με τη μεγαλύτερη τελειότητα και είναι προικισμένα με τα πιο εξειδικευμένα ένστικτα, όπως τα μερμήγκια και οι μέλισσες, διαχειρίζονται με μεγάλη οικονομία το χρόνο τους. Τα μυρμήγκια δεν χάνουν ούτε ένα λεπτό. Η αράχνη ενεδρεύει και δεν διασκεδάζει πάνω στον ιστό της. Αλλά ο άνθρωπος; Ο άνθρωπος είναι αυτό το μοναδικό ζώο που αντιλαμβάνεται τη ζωή, που απολαμβάνει μια αξία και αποδίδει όλη αυτήν την ευχαρίστηση στο γεγονός ότι ενδίδει στις άχρηστες αισθήσεις και τις ενέργειες που δεν έχουν φυσικό αντίκτυπο για τη ζωή. […] Αλλά ήρθε η ώρα να καταλήξουμε από τα συμπεράσματα του χορού των ιδεών, στον αληθινό χορό. Ήθελα να σας δείξω πως αυτή η τέχνη, μακριά από το να είναι μια μάταιη ψυχαγωγία, μια ειδικότητα που περιορίζεται σε κάποια θεάματα που τέρπουν τους οφθαλμούς που την παρακολουθούν ή τα σώματα που παραδίδονται σε αυτή, είναι τόσο απλά μια γενική ποίηση της πράξης των ζωντανών όντων· η οποία απομονώνει και εξελίσσει τα ουσιώδη χαρακτηριστικά αυτής της πράξης, την απελευθερώνει, την ξε-

Πάμπλο Πικάσο, «Τρεις χορευτές», 1925

διπλώνει και κάνει το σώμα που την κατέχει ένα αντικείμενο, του οποίου οι μεταμορφώσεις, η διαδοχή των στάσεων, η μελέτη των ορίων, των στιγμιαίων δυνατοτήτων του όντος μάς κάνουν αναγκαστικά να σκεφτούμε τη χρήση που ο ποιητής δίνει στο πνεύμα του· τις δυσκολίες που του βάζει, τις μεταμορφώσεις που αυτό υφίσταται, τις αποκλίσεις στις οποίες το προτρέπει, όλα αυτά που ενίοτε το απομακρύνουν υπερβολικά από το έδαφος, το αιτιατό, τις καθιερωμένες έννοιες και την κοινή λογική. Τι είναι μια μεταφορά εάν όχι ένα είδος πιρουέτας των ιδεών, με την οποία προσεγγίζουμε τις διάφορες εικόνες ή τις διάφορες έννοιες; Και τι είναι όλες αυτές οι μορφές του λόγου που μεταχειριζόμαστε, όλα αυτά τα μέσα όπως οι ομοιοκαταληξίες, οι αντιστροφές, οι αντιθέσεις, παρά χρήσεις πάνω στις δυνατότητες της γλώσσας οι οποίες μας αποδεσμεύουν από τον πρακτικό κόσμο, για να μας δημιουργήσουν το ιδιαίτερο σύμπαν μας, προνομιακό τόπο του πνευματικού χορού; ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Π. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΣΥΓΧΡΟΝΑ ΘΕΜΑΤΑ: Aφιέρωμα στον Καβάφη του Τσίρκα Το νέο τεύχος του περιοδικού Σύγχρονα Θέματα (τχ. 122123), εκτός από την άλλη πλούσια ύλη, φιλοξενεί ένα αφιέρωμα στον «Καβάφη του Τσίρκα» (επιμέλεια: Γιάννης Παπαθεοδώρου, Μίλτος Πεχλιβάνος. Το αφιέρωμα συμπληρώνεται με εικόνες από σπάνια άλμπουμ φωτογραφιών, με την κατεστραμμένη από τον βομβαρδισμό των Εγγλέζων Αλεξάνδρεια, αρχεία που ο ίδιος ο Τσίρκας εμπιστεύτηκε στη Βουβούλα Σκούρα, καλλιτεχνική διευθύντρια του περιοδικού. Στο αφιέρωμα γράφουν οι: Χρύσα Προκοπάκη, Δημήτρης Αγγελής, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Μίλτος Πεχλιβάνος, Χρήστος Χατζηιωσήφ, ο Αλέξανδρος Καζαμίας, Μαρία Ιατρού, Ούλριχ Μένινγκ, Μαρία Τοπάλη.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014

36

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Να ακολουθήσουμε τη δημοκρατική δυναμική, να υπογραμμίσουμε την καθολικότητα ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΜΠΟΓΙΑΤΖΗ

Η συζήτηση περί δημοκρατίας εντός της ελληνικής Αριστεράς την τελευταία εικοσαετία σφραγίστηκε, θεωρώ, σε γενικές γραμμές από ένα έντονο παράδοξο και τις συνέπειές του. Αφενός την παραγνώριση της δημοκρατικής δυναμικής, και αφετέρου, τώρα που εκδηλώνεται μπροστά μας, την αδυναμία εναρμονισμού μαζί της. Ενώ ο θεωρητικός προβληματισμός είναι πλούσιος, ελάχιστα «μεταφυτεύτηκαν» στους λόγους πολιτικών στελεχών, καθημερινού τύπου και ποικίλων μορφών επικοινωνίας. Απεναντίας, επικράτησαν δύο οπτικές στον πολιτικό λόγο – και όχι μόνο σε αυτόν: Όσον αφορά την ελληνική «περίπτωση», η απαξίωση στη βάση θεωριών εξάρτησης/εκσυγχρονισμού/πολιτισμικών προσεγγίσεων του ελληνικού κοινοβουλευτισμού ως «νόθου». όσον αφορά τη σχέση δημοκρατίας-καπιταλισμού, η θεώρηση της πρώτης ως ιδεολογικής επικάλυψης της εκμεταλλευτικής φύσης του δεύτερου, ένα —κατά τους Χορκχάιμερ και Αντόρνο— «επιφαινόμενο». Κατάληξη; Στην κωμική της εκδοχή, η βαρύγδουπη επανάληψη της κοινοτοπίας «αν οι εκλογές μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα, θα ήταν παράνομες»· στη σοβαρή, μολονότι αμφιλεγόμενη, ένας αμεσοδημοκρατικός φετιχισμός. στην τραγική, η εκκωφαντική υποτίμηση των αραβικών επαναστάσεων, η απουσία ακόμα και μιας τυπικής διαμαρτυρίας για το αίμα της Συρίας.1 Κι εδώ; Τι γίνεται τώρα που οι εκλογές και τα παρεπόμενά τους αποκαλύπτουν τη δημοκρατική δυναμική; Πώς «καβαλικεύεις» ένα «νόθο» κύμα, μια απλή «επίφαση»; Ο χώρος δεν προσφέρεται για επιστημολογία εκ του προχείρου. δύο όμως, παρατηρήσεις είναι απαραίτητες. Πρώτον, όσον αφορά τη δημοκρατική δυναμική στην Ελλάδα, να υπενθυμίσω ότι η μελέτη του Γκούναρ Χέρινγκ Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-19362 αναιρεί ποικιλοτρόπως πολλές «παρεξηγήσεις»: Δείχνοντας λ.χ., ότι ο ελληνικός κοινοβουλευτισμός του 19ου αιώνα «δούλευε» καλύτερα από το βρετανικό υπόδειγμα. αποδομώντας/ρευστοποιώντας δίπολα στα οποία μακαρίως αναπαυόμαστε, και τις συνυποδηλώσεις τους. υπονομεύοντας μύθους και τη συνωμοσιολογική προέκτασή τους στο σήμερα, όπως αυτόν των «ξενικών» —«Αγγλικό», «Γαλλικό», «Ρωσσικό»— κομμάτων, καθώς αποκαλύπτει ότι αυτοί οι χαρακτηρισμοί δεν αποτελούσαν αυτοπροσδιορισμούς, μα αμοιβαία μειωτικές «προσφωνήσεις». και πολλά άλλα ακόμη. Κι αν ο Χέρινγκ θεωρείται «πολυτέλεια» στη συγκυρία, ας στραφούμε στον Μαζάουερ και την πολεμική υπεράσπιση της ελληνικής πολιτικής νεωτερικότητας3 και ας νιώσουμε κληρονόμοι της, αντί να της επιφυλάσσουμε επαναστατιO Bασίλης Μπογιατζής είναι διδάκτωρ ΕΜΠ/ΕΚΠΑ στην ιστορία και φιλοσοφία των επιστημών και της τεχνολογίας. Διδάσκει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και το ΕΑΠ.

Τζαίημς Ένσορ, «Η είσοδος του Χριστού στις Βρυξέλλες, 1889. Στο μεγάλο πανώ διαβάζουμε«Viva la Social»

κή περιφρόνηση ανάμικτη με ελιτίστικη πολιτισμική απαξίωση. Δεύτερον, όσον αφορά τον δεσμό δημοκρατίας-καπιταλισμού, να υπογραμμίσω προσεγγίσεις που —επισκοπώντας την ευρωπαϊκή/παγκόσμια νεωτερικότητα— τον θεωρούν όχι φυσικό ή ανύπαρκτο, αλλά ενδεχομενικό: όχι νομοτελειακά προκαθορισμένο, μα ανοικτό ιστορικό ερώτημα, συναρτημένο με τις ερμηνείες που οι κοινωνίες δίνουν στις εμπειρίες τους. Η ενδεχομενικότητα αυτή αφορά και την ευρωπαϊκή εκδοχή του δεσμού, όπου το ομοσπονδιακό όραμα δεν έχει ξεθωριάσει, και άλλες εκδοχές του (Βραζιλία, Νότια Αφρική) οι οποίες «πειραματίζονται» με ευφυείς συνδυασμούς εντατικής δημοκρατίας (οικονομική ανάπτυξη και πολιτικοκοινωνική ενσωμάτωση), όπως τις αποκαλεί ο Π. Βάγκερ, από τις οποίες η Ευρώπη χρειάζεται να παραδειγματιστεί.4

Καθολικότητα: μια κατεξοχήν δημοκρατική έννοια Είναι εφικτοί στη σημερινή αδιαπραγμάτευτα εντός της Ευρώπης Ελλάδα τέτοιοι συνδυασμοί; Την απάντηση, νομίζω, εμπεριέχει μια κατεξοχήν δημοκρατική έννοια: η καθολικότητα.5 Ένα τέτοιο αίτημα καθολικότητας δεν μπορεί να ανέχεται τη διαιώνιση όλων εκείνων των δομών που ήδη από το 2005 αποτελούσαν, κατά τον Γεράσιμο Μοσχονά, τις πολιτικές αιτίες της —ελληνικής— οικονομικής κρίσης: συντεχνιασμό, πελατειοκρατία, φοροαπο(δια)φυγή, εισφοροδιαφυγή, ασφαλιστικές ανισότητες. το ότι media υπέρμαχα της απορρύθμισης συνε��γάζονται με τη φοροδιαφεύγουσα Εκκλησία και παράγοντες της αγοράς που δεν έχουν μειώσει τις τιμές των υπηρεσιών τους, οργανώνοντας εκστρατείες-κακέκτυπα κοινωνικής αλληλεγγύης. Αλήθεια, η χριστιανική φιλανθρωπία (ή η νηστεία;) θα είναι το αντίδοτο (ή αντίδωρο;) στη «διαρροή εγκεφάλων» της νεανικής μετανάστευσης; Ένα τέτοιο αίτημα καθολικότητας δεν μπορεί να

μην οργίζεται, ακούγοντας για «επιχειρηματικότητα», με την αδιαφορία Ελλήνων επιχειρηματιών, σε σύγκριση λ.χ. με τους Ιταλούς, να επενδύσουν στη χώρα τους, την προκλητική φοροδιαφυγή τους, τις δημόσιες κατηγορίες για σκάνδαλα,6 τον συνδυασμό αυτών των πρακτικών με την ακύρωση κάθε εργατικού δικαιώματος: Αυτό είναι το μέλλον που επιφυλάσσουν στους νέους οι μόνοι τάχα αξιόπιστοι αντιπρόσωποι του πολιτικο-οικονομικού φιλελευθερισμού; Ένα τέτοιο αίτημα δεν μπορεί να μην εξοργίζεται που «ευγενείς επιστήμονες» (δικηγόροι, μηχανικοί, φαρμακοποιοί, ιατροί), ανεξάρτητα από το πολιτικό τους πρόσημο, οχυρωμένοι σε πελατειακά προνόμια, εκμεταλλεύονται νέους εργαζόμενους, τη στιγμή που η ανήσυχη προοδευτική Ευρώπη βοά, όπως ο Μπεκ και ο Κον Μπεντίτ, «Να ακούσουμε τη νεολαία μας»,7 αλλά και με το ότι οι εγχώριοι αριστεροί σχηματισμοί δεν ενώνονται παθιασμένα με αυτές τις φωνές. Δεν μπορεί να μην απορεί που δημοκρατικοί νομικοί δεν έχουν —ακόμη— αναλάβει τη διαμόρφωση ενός πλαισίου λειτουργίας των μέσων μαζικής ενημέρωσης, ξεπλένοντας το άγος του νόμου της οικουμενικής κυβέρνησης και τα διαπλεκόμενα παρεπόμενά του. Δεν μπορεί να μη συνδυάζει τη διάσωση των τραπεζών με απαιτήσεις ελέγχου των μεγαλομετόχων και των απίθανων αξιώσεών τους, όταν χαρακτηρίζονται απαράδεκτες οι πρακτικές τους την περίοδο του φτηνού χρήματος,8 η ασυλία των «παιδιών-θαυμάτων» του τραπεζικού συστήματος και οι τάχα ορθολογικές συμπεριφορές τους.9

Μια «σπουδαιότερη ζωή» κατά τον Ρ. Ουνγκέρ Ο βραζιλιάνος στοχαστής Ρομπέρτο Ουνγκέρ,10 στο βιβλίο του που μετέφρασε στα ελληνικά πριν λίγα χρόνια ο Θεοφάνης Τάσης, επιθυμούσε να υπερβεί τον νεοφιλελευθερισμό ο οποίος διέψευσε κεντρικές καπιταλιστικές

υποσχέσεις,11 μια σοσιαλδημοκρατία εγκλωβισμένη σε κεκτημένα/κρατισμό, και μια επαναστατική Αριστερά χωρίς επαναστατικό υποκείμενο. Ο Ουνγκέρ δεν εστιαζόταν μόνο στη διεύρυνση της ισότητας. προχωρούσε στις προϋποθέσεις βίωσης μιας σπουδαιότερης ζωής. Με σκέψεις βασισμένες σε αυτό το βιβλίο, στη γραμμή της δημοκρατικής καθολικότητας, κλείνω αυτό το κείμενου γιατί το να λες παράξενα πράγματα σε αυτή τη συγκυρία, σημαίνει επιθυμία να υπερβείς και, α) έναν θετικισμό που ταυτίζει τον «ευρωπαϊσμό» με διασπάθιση «πακέτων» στις γαλαντόμες εποχές και διάχυση ευθυνών/ελιτίστικη πόζα υπευθυνότητας σε αυτές των ισχνών αγελάδων, και, β) έναν βολονταρισμό, που παραβλέπει την οργανική ένταξη της ελληνικής περίπτωσης στην «Ευρώπη» και την ανάγκη λύσεων εντός αυτού του ανοικτού πεδίου. Ο Ουνγκέρ επιθυμεί την εγκαθίδρυση μιας ζέουσας δημοκρατίας, που πειραματίζεται θεσμικά στοχεύοντας στην ενδυνάμωση των δημιουργικών ικανοτήτων των καθημερινών ανθρώπων. Τούτο προϋποθέτει: Πρώτον, αύξηση εγχώριων αποταμιεύσεων/κρατικών πόρων μέσω δίκαιης φορολογίας, αλλά και την κινητοποίησή τους σε μορφές επιχειρηματικής δραστηριότητας συνεργατικών σχημάτων, με το κράτος σε ρόλο επιχειρηματία κεφαλαίων ρίσκου. Δεύτερον, κοινωνική πολιτική με επίκεντρο την ενδυνάμωση/ικανότητα, την αξιοκρατία και τη ριζοσπαστικοποίησή της, ώστε να αποφεύγεται κάθε ανισότητα οφειλόμενη στην όποια κληρονομιά και το εκ γενετής ταλέντο: διά βίου εκπαίδευση με κρατική μέριμνα, «κατέβασμα» των προωθημένων συνεργατικών πρακτικών πρωτοπόρων επιχειρήσεων και σχολείων στο σύνολο της εκπαίδευσης, ευκαιρίες για πειραματισμό, ανάπτυξη δεξιοτήτων. Τρίτον, εκδημοκρατισμό της οικονομίας της αγοράς μέσω ισότιμης πρόσβασης μεμονωμένων ανθρώπων/νεανικών συνεργατικών σχημάτων σε εκπαίδευση, πίστωση, τεχνολογία: εξάλειψη της εισοδηματικής ανισότητας, δυνατότητα εκπροσώπησης των μη οργανωμένων εργατών από τους οργανωμένους, επιχορήγηση της απασχόλησης-εκπαίδευσης του χαμηλόμισθου/ανειδίκευτου εργατικού δυναμικού, κατάργηση κρατήσεων/φορολόγησης του εισοδήματός του. Ουτοπικό; Ναι, αν προτιμάμε το 50% νεανικής ανεργίας, τη φορολόγηση των επιδομάτων ανεργίας, τη μεταναστευτική «διαρροή εγκεφάλων», τη θάλασσα (νέων ταλαντούχων) εργαζομένων αποκλεισμένων από δυνατότητες που αξιοποιούν ήδη υφιστάμενες εταιρείες, εκδοτικά συγκροτήματα, μέτοχοι τραπεζών. Τέταρτον, να μη θεωρείται μόνη έκφραση κοινωνικής αλληλεγγύης η μεταφορά χρημάτων —η κοινωνική ασφάλιση— και συμπλήρωσή της από μια οικονομία της φροντίδας: κάθε ικανός ενήλικας να αφιερώνει ένα μέρος του εργασιακού βίου στη φροντίδα όποιου έχει ανάγκη, ώστε να θεμελιωθεί η άμεση ανάληψη ευθύνης του ενός για τον άλλο. Ιδού μια δημιουργική πρόταση της Αριστεράς προς τα συνδικάτα του δημοσίου, ως έμπρακτη αξιακή απάντηση στην οργανωμένη ελεημοσύνη.


Η ΑΥΓΗ • ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014

37

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Η ατελέσφορη επιστήμη ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Πέμπτον, μια δημοκρατική πολιτική υψηλών ενεργειών: συνδυασμός αντιπροσωπευτικήςάμεσης δημοκρατίας, ισότιμη πρόσβαση κομμάτων/μαζικών κινημάτων στα media, αποκλειστικά δημόσια χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών. Ποιος θα ήταν φορέας τέτοιων αιτημάτων ριζοσπαστικής δημοκρατικής καθολικότητας; Άνθρωποι, «απαντά» ο Oυνγκέρ, που «αποζητούν μια μετριοπαθή ευημερία και ανεξαρτησία, […] αφοσιώνονται σε μια κουλτούρα αυτοβοήθειας και πρωτοβουλίας», που «ο καθένας θέλει να ζήσει με τον δικό του τρόπο την εμπειρία που διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο ευρωπαϊκό μυθιστόρημα του 19ου και του 20ού αιώνα: την εμπειρία ενός ατόμου που αυτοδημιουργείται παλεύοντας ενάντια στις συνθήκες που το περιβάλλουν». Αν τα ποιοτικά στοιχεία των ψηφοφόρων Αριστεράς και Οικολογίας δείχνουν ότι αυτοί και αυτές προέρχονται από δυναμικές ηλικίες/ομάδες, μια τέτοια σπουδαία ζωή περιλαμβάνεται —υποθέτω βάσιμα— στις προσδοκίες τους. Να μη ματαιωθούν αυτές: να τι πρέπει να αποτελεί πρωταρχική έγνοια της Αριστεράς — και αυτό συνιστά αυθεντικά ευρωπαϊκή επιλογή.12

1

Ν. Σεβαστάκης «Λιβύη και Αριστερά», «Ενθέματα», Η Αυγή, 27.3.2011. 2

G. Hering, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα 1821-1936, 2 τόμοι, μετ. Θ. Παρασκευόπουλος, ΜIET, Αθήνα 2004.

3

M. Mazower, «Η Ελλάδα, το λίκνο της δημοκρατίας, κλονίζει τον πλανήτη», Το Βήμα, 30.6.2011. 4 P. Wagner, «The democratic crisis of capitalism: Reflections on political and economic modernity in Europe» (www.lse.ac.uk/europeanInstitute/LEQS/LEQSPaper44.pdf). Αναλυτική πραγμάτευση των σχετικών θέσεων στο P. Wagner, Modernity: Understanding the Present, Polity 2012. 5

Γ. Μοσχονάς, «Οι συντεχνίες και το δημόσιο συμφέρον», Το Βήμα, 30.4.2011. 6

A. Παπαστάθης, Δ. Χαροντάκης, Γ. Τσιάρας, «Φέρτε πίσω τα λεφτά», Το Βήμα, 14.8.2011. Δ. Βολιώτης, «Η Αλουμίνιον… Πεσινέ νο2», Το Βήμα, 18.9.2011 και, για το ίδιο θέμα. Α. Καρακούσης, «Η σιωπή των αμνών», Το Βήμα, 18.9.2011.Μια έξωθεν μαρτυρία: «“Stern”: Συνεχίζουν το πάρτυ οι φοροφυγάδες στην Ελλάδα. Ο λαός κάνει οικονομίες και οι πλούσιοι δεν φοβούνται τίποτα, λέει το περιοδικό», Το Βήμα, 23.9.2011. 7 D. Cohn-Bendit, Ul. Beck, «Να ακούσουμε τη

νεολαία μας», δημοσιευμένο στη Le Monde· στα ελληνικά: Ta Νέα, 3.5.2012. 8Γ. Παπαϊωάννου, «Πολιτική σύγκρουση κυβέρ-

νησης-τραπεζών», Το Βήμα, 28.8.2011. 9

Α. Καρακούσης, «Κάτω απ’ το λούστρο», Το Βήμα, 11.12.2011.

10 R. M. Unger, Τι πρέπει να προτείνει η Αριστερά, εισαγ.-μετ. Θ. Τάσης, Ευρασία, Αθήνα 2009. 11 Σε αυτό συμφωνεί, από άλλη βέβαια οπτική, ακόμη κι ο Economist. Βλ. Μ. Μητσός, «Η ψυχή του καπιταλισμού», 28.1.2012 (diastaseis.blogspot.com/2012/01/blog-post_28.html). 12 D. Cohn-Bendit, Ul. Beck, «Να ακούσουμε τη νεολαία μας», ό.π.

Πυρήνας του επιστημονικού προγράμματος της ορθόδοξης οικονομικής (προγράμματος σήμερα απολύτως κυρίαρχου)1 είναι το αξιωματικό σύστημα της γενικής ισορροπίας, που θεμελιώνεται σε γενικές υποθέσεις ατομικής συμπεριφοράς και παραδοχές οι οποίες χαρακτηρίζουν το πλαίσιο δράσης ή την κοινωνική κατάσταση. Οι πράξεις των οικονομικών μονάδων που ανταποκρίνονται στη λογική της κατάστασης είναι ορθολογικές, με την έννοια ότι μία αποκλειστικά —και όχι άλλη— πράξη εκπληρώνει τις επιδιώξεις του πράττοντος σε σχέση με την κατάσταση δράσης. Η ορθόδοξη οικονομική θεωρεί ότι η επιλογή και τέλεση της πράξης γίνεται μόνο βάσει της λογικής της κατάστασης, αδιαφορώντας για όλους τους υπόλοιπους παράγοντες που μπορούν να δημιουργηθούν στο εσωτερικό περιβάλλον του πράττοντος. Έτσι, η ισορροπία και η ορθολογικότητα αποτελούν δύο βασικούς πυλώνες πάνω στους οποίους επιχειρείται να θεμελιωθεί το επιστημονικό πρόγραμμα της ορθόδοξης οικονομικής. Η έννοια της ισορροπίας στην οικονομία είναι κυρίαρχη.2 Οι οικονομικοί επιστήμονες «δανείστηκαν» την έννοια από τους φυσικούς επιστήμονες, και συγκεκριμένα τη νευτώνεια φυσική. Στο πλαίσιό της, η έννοια αυτή πρώτον αναφέρεται σε αντικειμενικά γεγονότα (δηλαδή ο παρατηρητής παρατηρεί αντικειμενικά έναν ανεξάρτητο από αυτόν κόσμο) και δεύτερον δύναται να προσεγγισθεί και να υπολογισθεί (το εκάστοτε σημείο ισορροπίας) με τη χρήση των μαθηματικών. Εμφανίζονται, επομένως, στο προσκήνιο δύο σημαντικές προϋποθέσεις που θεωρούνται απαραίτητες για να λειτουργήσει η έννοια της ισορροπίας, όπως στη φυσική, και στην οικονομική. Η πρώτη είναι ότι τα οικονομικά γεγονότα πρέπει να α��τιμετωπίζονται ως γεγονότα «εξ αντικειμένου» (όπως τα φυσικά γεγονότα) και η δεύτερη ότι πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως γλώσσα της οικονομικής τα μαθηματικά (όπως συμβαίνει στη φυσική). Συνεπώς, μπορούμε να πούμε ότι οι πυλώνες του επιστημονικού προγράμματος της ορθόδοξης οικονομικής είναι τέσσερις: ισορροπία, ορθολογικότητα, μη ανακλαστικότητα,3 μαθηματικοποίηση-ποσοτικοποίηση. Δεν θα είμαστε μακριά από την αλήθεια υποστηρίζοντας ότι με τον τρόπο αυτό η ορθόδοξη οικονομική θέλει να τείνει να προσομοιάζει με τη φυσική. Στην ιστορία των μεθοδολογιών των επιστημών η συγκεκριμένη αντίληψη έχει γίνει γνωστή ως φυσικαλισμός (τον όρο εισήγαγε ο Ότο Νόιρατ). Ο φυσικαλισμός ισχυρίζεται ότι κάθε εμπειρική απόφανση ανάγεται λογικά σε στοιχειώδεις αποφάνσεις, εκφρασμένες στη γλώσσα της (μαθηματικής) φυσικής Η κυρίαρχη οικονομική επιστήμη, αν εξαιρέσουμε την κλασική πολιτική οικονομία, αλλά και επιμέρους σημαντικές άλλες σχολές σκέψης (γερμανική ιστορική σχολή, θεσμική σχολή, αυστριακή σχολή, ορθόδοξος κεϋνσιανισμός, ριζοσπαστική σχολή), σε ολόκληρη τη διαδρομή της φαίνεται ότι αποδέχεται ουσιαστικά αυτή την αντίληψη4 και αργά αλλά σταθερά οδηγείται στο μονοπάτι του φυσικαλισμού. Η διαδικασία φυσικαλισμού της οικονομικής πραγματοποιείται πρωτίστως με τη χρήση των μαθηματικών,5 που αποτελούν και τη γλώσσα της φυσικής — το αίτημα της ενοποίησης των επιστημών αφορά τη χρησιμοποίηση της γλώσσας της φυσικής ως ενιαίας επιστημονικής γλώσσας, και όχι την αναγωγή όλων των επιστημονικών νόμων στους φυσικούς. Ας σημειωθεί εδώ ότι η νεωτερικότητα, έχοντας ενδώσει στη σαγήνη της «επιστήμης» ή, ακριβέστερα της «τεχνοεπιστήμης», πρωτότυπου χαρακτηριστικού αυτής της ιστορικής φάσης της ανθρωπότητας, υποβάθμισε τη νόηση σε απλό υπολογιστικό εργαλείο. Στη μετανεωτερικότητα και στη μαζικοδημοκρατική κοινωνία, τούτο καθίσταται αυτοσκοπός. Η εργαλειακή ορθολογικότητα, στο πλαίσιο αυτό, απορροφά τον Λόγο, μετατρέποντας τη στοχαστική ανημποριά μιας υπολογιστικής δομής σε αυταξία. Η μαζική κοινωνία όφειλε, για να αυτοσυντηρηθεί, να αποκτήσει ιδεολογικό συνδετικό υλικό. Υποστασιοποιεί λοιπόν τον εαυτό της δίκην κανονιστικού προστάγματος και αναγνωρίζει την εργαλειακή ορθολογικότητα ταυτόχρονα ως όριο της σκέψης

Ο Κώστας Μελάς διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Για τα ζητήματα που θίγει το άρθρο, βλ. αναλυτικότερα Κ. Μελάς, «Η ατελέσφορη επιστήμη», Ευρασία, Αθήνα 2013.

Έργο του Άουγκουστ Μάκε

και αξία. Η ανάπτυξη αυτής της διαδικασίας, σπρωγμένη στα όριά της, δηλαδή στην όλο ακριβέστερη υπολογιστική διαδικασία, αδυνατώντας να ανταποκριθεί στον συγκεκριμένο αυτό ρόλο παύει, κάποια στιγμή, να εμφανίζεται ως αδιαμφισβήτητη. Στο σημείο αυτό φαίνεται ότι ξεδιπλώνονται δύο θεωρητικές απαντήσεις. Η πρώτη υποστηρίζει ότι χρειάζεται να συνεχισθεί με μεγαλύτερη επιμονή ο γνωστός δρόμος της τεχνοεπιστήμης, θεωρώντας ότι αποτελεί τον μοναδικό δρόμο, ενώ η δεύτερη επιχειρεί την ολοκληρωτική αποδόμησή της, θεωρώντας ότι έχουμε εισέλθει στην εποχή της αμετάκλητης απομάγευσης του κόσμου από τα τελευταία δεσμά του μισητού εναρμονιστικού αστικού ορθολογισμού. Η οικονομία, μέσω της συνεχούς και αέναης, θα μπορούσα να πω, μαθηματικοποίησής της, έχει σήμερα οδηγηθεί σε μια αδιέξοδη και άνευ ουσιαστικού ενδιαφέροντος ποσοτικοποίηση. Μάλιστα, πρόκειται ουσιαστικά για την ανθρωπομορφοποίηση των σκέτων ποσοτήτων, οι οποίες συνάδουν απολύτως με τις αρχές της μαζικοδημοκρατικής κοινωνίας που είναι κυρίαρχη σε πλανητικό επίπεδο. Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας προφανώς οδηγούν σε πολλά και διαφορετικής ποιότητας αδιέξοδα. Η οικονομική, παρά τις τρομακτικές προσπάθειες που έχουν καταβληθεί, δεν μπορεί να φυσικοποιηθεί — όπως και καμία κοινωνική επιστήμη. Υφίσταται, για τον λόγο αυτό, γελοιοποιήσεις και ταπεινώσεις που δεν της αξίζουν.

1 Για τα επιστημονικά προγράμματα της οικονομικής, βλ. S. J. Latsis (επιμ.),

Method and Appraisal in Economics, Καίμπριτζ κ.α 1976, καθώς και Κ. Μελάς, «Περιδιαβαίνοντας σε ζητήματα της μακροοικονομικής θεωρίας» (www.scribd.com/doc/57385782/). 2 Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν οικονομολόγοι που ανήκουν στη σχολή των λεγόμενων «ατελών αγορών», oι οποίοι πιστεύουν ότι το καπιταλιστικό σύστημα δεν ρέπει αυτομάτως προς την ισορροπία, αλλά μπορεί να την επιτύχει μέσω της κρατικής παρέμβασης. Βλ. αναλυτικότερα, Κ. Μελάς, ό.π. 3 Ουσιαστικά πρόκειται για το γνωστό πρόβλημα της ιδιαιτερότητας των κοινωνικών προβλέψεων, όπου ο παρατηρητής δεν αντιμετωπίζει αντικειμενικά έναν ανεξάρτητο κόσμο, αλλά συμμετέχει ουσιαστικά στη διαμόρφωσή του. Ο R. Merton (Social Theory and Social Structure, β΄ έκδ., Νέα ΥόρκηΛονδίνο 1968) το ονόμασε πρόβλημα της αυτοεκπληρούμενης (ή αυτοδιαψευδόμενης) προφητείας. 4 Βεβαίως, υπάρχουν και διαφορετικής αντίληψης θεωρίες, με ισχυρό μεθοδολογικό και ερμηνευτικό πλαίσιο (ιστορική γερμανική σχολή, θεσμική αμερικάνικη σχολή, μετακεϋνσιανοί), οι οποίες όμως παρέμειναν ή παραμένουν στο περιθώριο της ακαδημαϊκής, και άρα κυρίαρχης, οικονομικής σκέψης. 5 N. De Vecchi, Jevons, il problema del calcolo logico in economia politica, Etas Libri Μιλάνο1976· G. Boole, Indagine sulle leggi del pensiero, Einaudi Editore, Ρώμη 1976.


Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

5 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2014

ΤΟ BLOG ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»: enthemata.wordpress.com e-mail: enthemata@gmail.com

ΣΤΟΝ ΑΠΟΗΧΟ ΤΟΥ ΕΤΟΥΣ ΚΑΒΑΦΗ

Αθήνα, Μέρες του 1972 ΤΗΣ ΝΕΝΗΣ ΠΑΝΟΥΡΓΙΑ

Αρχές Δεκέμβρη του ’72, τετάρτη Γυμνασίου. Μπλε ποδιές, μπλε κορδέλες, άσπροι κολλαριστοί γιακάδες, μπλε κάλτσες μέχρι το γόνατο, άσπρες ελβιέλες — Θηλέων στην Αθήνα, στην καρδιά της Χούντας. Ξύλινα θρανία, τέσσερα σε κάθε σειρά, καθόμαστε σε δυάδες. Τα αγόρια του Αρρένων που μοιράζονται το σχολείο —βάρδιες εβδομαδιαίες εναλλάξ, πρωινέςαπογευματινές— γράφουν σύντομα ραβασάκια στο θρανίο. Όχι για μένα, εγώ παραείμαι σοβαρή (και επικίνδυνη) για κάτι τέτοιο. Η μητέρα μου διδάσκει στο σχολείο. Είναι για τη Ράνια, τη συνθρανίστριά μου (λέμε). Είναι «Βορειοηπειρώτισσα», επαναπατρισθείσα. Εγώ είμαι δεκατεσσάρων, δεν έχω ιδέα τι σημαίνει «επαναπατρισθείσα» και ποσώς με ενδιαφέρει. Μένει σ’ ένα μικρό διαμέρισμα με γονείς, αδελφή, θείο παπά. Ασύμβατο το υλικό μας. Προσπαθεί να κρύψει το ραβασάκι, ενώ προσπαθώ να το διαβάσω. Κοιτάζω να δω μπας και βρω τίποτα στην δική μου πλευρά του θρανίου. Τίποτα. Γαμώτο, το ξέρω ότι η ποδιά της είναι πιο κοντή απ’ τη δική μου, ότι ξυρίζει τα πόδια της, ότι φοράει τακούνια... Αλλά κι εγώ φοράω μίνι στο δρόμο, κι έχω κι ένα ζευγάρι ρέυμπαν, αεροπόρων, σκούρα, που σκιάζουν τα ποιητικά μου μάτια. Όλος ο κόσμος το ξέρει. Επομένως, γιατί δεν μου γράφουν κι εμένα ραβασάκια; «Πανουργιά!», η φωνή της φιλολόγου, θρύψαλα οι σκέψεις μου. «Πες μας, παιδί μου, τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει... ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν...; Τι θέλει να μας πει, σε μας, τους αναγνώστες του»; «Α, αυτό το ξέρω, Κυρία», λέω. «Το ξέρω. Εννοεί, σε όλο το ποίημα, ότι αυτό που ψάχνουμε δεν βρίσκεται στο τέλος του ταξιδιού, αλλά ότι το έχουμε μαζί μας πάντα, αναδύεται στη διαδρομή. Εννοεί ότι αν ψάχνουμε μόνο στο τέλος θα βρούμε μόνο τον θάνατο, και θάχουμε χαραμίσει όλη μας τη ζωή». Με κοιτάζει χωρίς να πει τίποτα. Σωστά τα είπα; αναρωτιέμαι. Αυτή την απάντηση ήθελε; «Αλλά τι είναι αυτό το ταξίδι»; ρωτάει. Μα αυτό είναι για μωρά, σκέφτομαι. Γιατί δεν με ρωτάει για τα «άλλα» ποιήματα του Καβάφη; Τις «Μέρες του 1903», ας πούμε — πρόσφατα μελοποιημένο από τον Χατζιδάκι, με τη φωνή του Ψαριανού, τα ποι...τα ποι...τα ποιητικά τα μάτια... τα χείλια εκείιιινα δεν τα ηύρα πιάαα. Χθες βράδυ το άκουγα...Κι έχω διαβάσει όλον τον Καβάφη, γιατί δεν με ρωτάει κάτι άλλο, για κάποιο άλλο ποίημα! Κάτι ενδιαφέρον, τελοσπάντων! Ανοίγει τον κατάλογο και μου βάζει βαθμό. «Για πες μας εσύ, η καινούργια, από το Γεράκιον Λακωνίας», απευθύνεται στην καινούργια μαθήτρια που συστήνεται έτσι. «Πες μας για τις “Θερμοπύλες”, τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει...Τιμή σε εκείνους όπου...Τι είναι αυτές οι Θερμοπύλες;» Η φιλόλογος είναι νέα και όμορφη, από στρατιωτική οικογένεια, παντρεμένη με υψηλόβαθμο αξιωματικό της χούντας και θέλει να εξερευνήσει μαζί μας τις ομορφιές της ελληνικής λογοτεχνίας. Η συμμαθήτρια από το Γεράκιον Λακωνίας αρχίζει να λέει για τη Μάχη των Θερμοπυλών. Η φιλόλογος δεν έχει υπομονή για τέτοια. Τη διακόπτει, δεν παίρνει την απάντηση που θέλει. Γυρνάει στην Ντιάνα (που την λένε Άρτεμη, αλλά θέλει να τη φωνάζουν ΝτιάΗ Νένη Πανουργιά διδάσκει κοινωνική ανθρωπολογία στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης. Το κείμενο γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά μετά από πρόσκληση της Έδρας Καβάφη του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν και δημοσιεύθηκε ως μέρος της συλλογής «Έλληνες Διανοούμενοι της διασποράς στοχάζονται τον Καβάφη», στον ιστότοπο της Έδρας (goo.gl/bE8psl).

Πορτρέτο του Καβάφη. Έργο του Γιώργου Δρίζου, που φιλοτέχνησε το 1964 με προτροπή του Μάρκου Βαγιάνου

να). «Μπορείς εσύ, τουλάχιστον, να μας πεις τι εννοεί ο Καβάφης όταν λέει... Γιατί ενύχτωσε κι οι βάρβαροι δεν ήρθαν...Πως μπορεί οι βάρβαροι να είναι λύσις; Τι λύσις είναι αυτή;» Η Ντιάνα απαντά μ’ αυτή της την τρεμουλιαστή φωνή που δεν ξέρεις αν είναι επειδή είναι φοβισμένη (μάλλον απίθανο) ή μόνιμα κρυολογημένη: «Δεν ξέρω, Κυρία, και ήθελα να σας ρωτήσω κι εγώ, και με προλάβατε». Η φιλόλογος μάς αποπέμπει συλλήβδην — άχρηστες είμαστε, αδιόρθωτες, ανεπίδεκτες μα��ήσεως, πως θα γίνουμε άνθρωποι αν δεν μπορούμε να καταλάβουμε τι εννοεί ο Καβάφης με τις «Θερμοπύλες» του; Το Σάββατο έχουμε «πολιτιστική εκδήλωση» με πρωτοβουλία της φιλολόγου μας, υπό την αιγίδα του σχολείου και του Δήμου

ΚΑΒΑΦΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΣΤΙΧΟΙ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ (ΧΩΡΙΣ ΣΕΙΡΑ):

«Ιθάκη», «Θερμοπύλες», «Περιμένοντας τους Βαρβάρους», «Καισαρίων», «Γκρίζα», «Στα 200 π.Χ.», «Μέρες του 1903», «Έτσι πολύ ατένισα—»

και του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ανακοίνωσαν ότι θέλουν να «μάθουν τις ανάγκες των εφήβων». Μας κάλεσαν να διαβάσουμε ποίηση, να τραγουδήσουμε, να εκφρασθούμε ελεύθερα και χωρίς φόβο. Θα ακούσουν με μεγάλο ενδιαφέρον οτιδήποτε, οτιδήποτε έχουμε να πούμε χωρίς κυρώσεις. Ετοιμαστήκαμε. Θα πούμε μερικά απ’ τον Μεγάλο Ερωτικό, μερικά άλλα από αλλού, θα διαβάσουμε ποίηση εφόσον δεν είναι λογοκριμένη. Και θα αιτηθούμε περισσότερο υλικό στο σχολικό πρόγραμμα, περισσότερη σύγχρονη ποίηση και πεζογραφία, διαφορετικές επιλογές από τις διδασκόμενες της αρχαίας ελληνικής γραμματολογίας. Πάμε στο σινεμά όπου θα γίνει η εκδήλωση. Άλλοι χώροι, άλλες φάτσες: μίνι, μπότες, μαλλιά λυτά, καμπάνες. Κάνει κρύο. Δεκέμβρης στην Αθήνα. Έχουν έρθει μαθητές κι από άλλα σχολεία. Κάποιος παίζει κιθάρα, τραγουδάμε, διαβάζουμε ποιήματα, και φτάνει η ώρα της συζήτησης. Ένα αγόρι που δεν το ξέρω, από σχολείο του Παγκρατίου, ανεβαίνει στο μικρόφωνο. Είναι ψηλός και λυγερός και ωραίος με μιαν ονειρώδη συμπαθητική εμορφιά. Μακριά σγουρά μαλλιά, έμορφα κι αχτένιστα σαν είναι, πέφτουν, λίγο, επάνω στ’ άσπρο μέτωπο, δύο ωραία γκρίζα μάτια. Σχεδόν ξυρίζεται. Μας ευχαριστεί όλους, είναι πολύ προσεκτικός (αργότερα μαθαίνω ότι είναι ΜΟΔΝΕ —η μαθητική οργάνωση του ΚΚΕ— και τελειόφοιτος) — θέλουμε περισσότερη παιδεία, λέει. Θέλουμε διαφορετική παιδεία. Καλή είναι η Αντιγόνη, αλλά θέλουμε και Προμηθέα. Καλός ο Λυσίας, αλλά θέλουμε και Πλάτωνα. Καλός ο Καβάφης, κι ο Βιζυηνός κι ο Σολωμός, αλλά υπάρχουν κι άλλοι καλοί ποιητές να διαβάσουμε, πιό σύγχρονοι. Ποιητές που η ποίησή τους μας μιλάει (ζούσε ακόμα ο Σεφέρης). Ιδού, λοιπόν. Ο Καβάφης ανήκων σε έναν αντι-κανόνα, τον οποίο δεν μπορούσα ούτε καν να αναγνωρίσω. Γιατί, πώς θα μπορούσα να αναγνωρίσω έναν αντι-κανόνα που δεν είχε ακόμη αρθρωθεί, που συμπεριελάμβανε τον ειρωνικό, σαρδονικό, ομοερωτικό εραστή μιας παρακμιακής Ελλάδας, μαζί με τον Εθνικό Ποιητή που βρήκε ποιητική ομορφιά στο ταπεινό σκουλήκι, και τον μελαγχολικό αυτο-εξιλεωτικό διαταραγμένο Θρακιώτη φιλόλογο που έγραφε για Άραις-Μάραις-Κουκουνάραις και για το αμάρτημα της μητρός του; Πέρασαν μερικά χρόνια, τέσσερα για την ακρίβεια, για να μπορέσω να πω δημοσίως ότι ξέρω, ότι ήξερα ήδη από τότε, πραγματικά, ενστικτωδώς τη ριζοσπαστική ποιητική του Καβάφη, μια ποιητική που κόβει σαν τροχισμένο μαχαίρι κάθε βεβαιότητα και ανακούφιση. Χρειάστηκε, βέβαια, ο δημόσιος χλευασμός του ίδιου του Μεγίστου Καβαφιστή όταν τόλμησα να βάλω τον Καβάφη και τον Σεφέρη στην ίδια πρόταση... Δεσποινίς, εσείς δεν μας πάτε μόνο σε άλλο επίπεδο, μας πάτε σε άλλο πλανητικό σύστημα, Είπε, με εκείνο το προσβλητικό και περιφρονητικό σπινθήρισμα που είναι ο μόνιμος κάτοικος της ματιάς Του. Και τότε, στην καθαγιασμένη αίθουσα του Κέντρου Πολιτισμού, φοιτήτρια πια, βρήκα το κουράγιο να Του πω δημοσίως ότι ο Καβάφης δεν ανήκε σε κανένα Κανόνα, ούτε στον έκκεντρο Κανόνα του Κόμματος, ούτε και στον θλιβερά κεντραρισμένο Κανόνα που μας έδινε Εκείνος και άλλοι προοδευτικοί λόγιοι. Κι έτσι, μέσα απ’ τον Καβάφη, κατάλαβα αυτό που είχα μάθει από τον Μαρξ — ότι δηλαδή η κριτική δεν έχει καμία αξία αν δεν είναι πρωτίστως αυτοκριτική. Και έτσι καταλαβαίνω αυτές οι Ιθάκες τι σημαίνουν, γιατί οι βάρβαροι είναι μια κάποια λύσις, και το ότι ο Εφιάλτης είναι η πεμπτουσία της χώρας μου. Για Λακεδαιμονίους να μιλούμεν τώρα! ΑΘΗΝΑ, ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ 2013


e11894