Issuu on Google+

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Kείμενα των: Αντρέα Ντάβολο, Χρήστου Λάσκου, Αριστείδη Μπαλτά, Θέμη Παπαδέα, Κώστα Μελά, Ντένιας Αθανασοπούλου-Κυπρίου, Χρήστου Ηλιάδη, Κώστα Χ. Χρυσόγονου, Κωστή Σκαλιόρα ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 755

ΚΥΡΙΑΚΗ 20 OKTΩΒΡΙΟΥ 2013

ΓΝΩΜΕΣ & ΙΔΕΕΣ - ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΕΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ

Λαμπεντούζα: Η τραγωδία και η απάτη ΤΟΥ ΑΝΤΡΕΑ ΝΤΑΒΟΛΟ

Η πρόσφατη τραγωδία έξω απ’ τις ακτές της Λαμπεντούζα, τόσο εξαιτίας του μεγέθους όσο και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο εκτυλίχθηκε η καταστροφή, έχει προκαλέσει τη γενική οργή και αγανάκτηση, συναίσθημα που ξεπερνά τα υποκριτικά λόγια και τα κροκοδείλια δάκρυα των κυρίαρχων τάξεων και πολιτικών της Ιταλίας —και της Ευρώπης—, των πραγματικών ενόχων γι’ αυτή τη δυστυχία. Δυστυχώς, δεν είναι η πρώτη τραγωδία αυτού του είδους σε τούτη τη λωρίδα θάλασσας που χωρίζει την ακτή της Αφρικής απ’ την Ιταλία και την Ευρώπη. Είναι, αντίθετα, μέρος μιας συνεχιζόμενης εκατόμβης που, τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια εκτιμάται πως αριθμεί είκοσι χιλιάδες θύματα. Ο πραγματικός αριθμός μπορεί να είναι ακόμα μεγαλύτερος, καθώς οι διαθέσιμες καταγραφές βασίζονται αποκλειστικά στα δημοσιεύματα του διεθνούς Τύπου. Είδαμε κυβερνητικούς αξιωματούχους και βουλευτές να χύνουν κουβάδες δάκρυα. Κι όμως είναι οι ίδιοι ακριβώς που υποστήριξαν και ψήφισαν όλους τους νόμους ενάντια στη μετανάστευση τα τελευταία χρόνια. Όλα αυτά τα χρόνια, παρακολουθούσαμε, στην πραγματικότητα, μια μακρά αντιμεταναστευτική εκστρατεία, που ξεκίνησε δύο δεκαετίες πριν, με πρωτοβουλία τόσο της κεντροαριστεράς όσο και της κεντροδεξιάς, μέσω των σχετικών νομοθετημάτων. Η εκστρατεία ξεκίνησε με τον Νόμο Μαρτέλλι το 1990 (από το όνομα του κύριου υποστηρικτή του, του τότε πρωθυπουργού Κλαούντιο Μαρτέλλι, ηγετικής μορφής του Σοσιαλιστικού Κόμματος). O νόμος σχεδιάστηκε έτσι ώστε να καθησυχάσει τους εταίρους στην Ε.Ε., που έβλεπαν τα ιταλικά σύνορα ως την «ανοιχτή πόρτα» απ’ την οποία «παράνομοι μετανάστες» θα μπορούσαν εύκολα να φτάσουν σε ολόκληρη την Ε.Ε.. Ακολούθησε ο Νόμος 40/98 του 1998, ο λεγόμενος και Νόμος Τούρκο-Ναπολιτάνο, που τον εισήγαγε η τότε κυβέρνηση της κεντροαριστεράς (πήρε το όνομά του από δύο ηγετικές μορφές των Δημοκρατών της Αριστεράς —σήμερα του Δημοκρατικού Κόμματος— τη Λίβια Τούρκο και τον Τζιόρτζιο Ναπολιτάνο, τωρινό Πρόεδρο της Δημοκρατίας). Ο Νόμος 40 εισήγαγε διαδικασίες απέλασης των παράνομων μεταναστών, προβλέποντας ότι για την απέλαση απαιτείται προηγούμενη δικαστική απόφαση. Στη συνέχεια είχαμε τον διαβόητο Νόμο Μπόσσι-Φίνι του 2002, που ενίσχυσε ακόμα περισσότερο το κατασταλτικό περιεχόμενο της προηγούμενης νομοθεσίας. Σύμφωνα μ’ αυτόν, οι λαθραία εισερχόμενοι μετανάστες μπορούσαν να απελαύνονται αμέσως, ακόμα και αν είχαν προσφύγει στα δικαστήρια. Επιπλέον, προσδιόριζε πως θα μεταφέρονταν αρχικά σε ειδικά κέντρα κράτησης υπό αστυνομικό έλεγχο, όπου θα μπορούσαν να παραμείνουν έως και 60 μέρες και, αν αποδεικνυόταν πως είναι πράγματι παράνομοι, θα διατάσσον-

Δημοσιεύτηκε στο FalceMartello στις 7.10.2013. Εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα.

Χαρακτικό του Λώρενς Χάυντ, από το λεύκωμα «Σταυρός του Νότου», 1951

ταν να εγκαταλείψουν την χώρα εντός πέντε ημερών. Αν δεν υπάκουαν, θα συλλαμβάνονταν και θα κρατούνταν για περίοδο από έξι μήνες έως έναν χρόνο ή θα απελαύνονταν. Αν επέστρεφαν αργότερα στην Ιταλία, θα συλλαμβάνονταν και θα προσάγονταν στα δικαστήρια. Η τελευταία πράξη σ’ αυτήν την αυξανόμενη πίεση εναντίον των «παράνομων μεταναστών», ήταν το «πακέτο ασφαλείας» του 2009 που κατέστησε έγκλημα την παράνομη μετανάστευση. Ο νόμος προσαύξανε κατά ένα τρίτο την ποινή αν το αδίκημα είχε διαπραχθεί από παράνομους μετανάστες, ενώ επέβαλλε την απέλαση, εφόσον η ποινή ήταν ίση ή μεγαλύτερη των δύο ετών. Η «υποβοήθηση και υποκίνηση της παράνομης μετανάστευσης» (δηλαδή η παροχή εργασίας ή καταφυγίου στους παράνομους μετανάστες) τιμωρούνταν πλέον από τον νόμο, ενώ το διάστημα κράτησης των μεταναστών στα κέντρα κράτησης αυξήθηκε στις 180 μέρες. Στην πραγματικότητα, έχουμε να κάνουμε με ένα φαινόμενο που αφορά μόλις λίγο περισσότερους από 300.000 ανθρώπους, παρά την προπαγάνδα των ΜΜΕ περί «εισβολής». Η αλήθεια είναι πως από τη σκοπιά της καπιταλιστικής οικονομίας, αυτοί οι «παράνομοι μετανάστες» αποτελούν μια πολύ χρήσιμη πηγή φτηνής εργατικής δύναμης για τα χωράφια του Νότου και τις μικρές επιχειρήσεις του Βορρά, που ζει και εργάζεται σε συνθήκες δουλείας, ενώ ταυτόχρονα συνιστά χρήσιμο μοχλό για την υπονόμευση των εργασιακών δικαιωμάτων γενικότερα. Αυτό ακριβώς συμβαίνει ειδικά στον τομέα της αγροτικής παραγωγής και της κλωστοϋφαντουργίας, όπου η παράνομη απασχόληση είναι συχνά ο κανόνας και χρησιμοποιείται για να συμπιέσει τις εργασιακές συνθήκες όλων των εργαζόμενων. Ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στην πρόσφατη τραγωδία στη Λαμπεντούζα —για να μην αναφέρουμε την άρνηση του δικαιώματος στην ελεύθερη μετακίνηση— είναι και ότι η «υποβοήθηση της παράνομης μετανάστευσης» θε-

ωρείται πλέον έγκλημα αυτή καθαυτή. Φαίνεται πως πολλές βάρκες απέφυγαν να πλησιάσουν τους μετανάστες που κινδύνευαν, ακριβώς επειδή φοβήθηκαν μήπως κατηγορηθούν για εγκληματική πράξη! Ένας ψαράς ο οποίος παραμέρισε αυτούς τους φόβους, σώζοντας σαράντα επτά άτομα, λέει πως οι λιμενικοί τον εμπόδισαν να σώσει περισσότερους. Πλησίασε, μαζί με τους διασωθέντες, τους λιμενικούς και τους ζήτησε την άδεια να τους μεταφέρει στο λιμάνι ώστε να ξαναπάει, να σώσει κι άλλους· του το αρνήθηκαν, γιατί κάτι τέτοιο θα «παραβίαζε τους κανονισμούς». Φυσικά, η επίσημη αφήγηση είναι πως έγινε ό,τι ήταν δυνατόν για να σωθούν οι άνθρωποι που πνίγονταν! Όλα τα θύματα της τελευταίας πολύνεκρης τραγωδίας ήταν από την Ερυθραία και τη Σομαλία, πράγμα που σημαίνει πως είχαν, όλοι, το δικαίωμα να ζητήσουν πολιτικό άσυλο και διεθνή προστασία, εφόσον κατάφεραν να ξεφύγουν από πόλεμο, τις εθνοτικές, πολιτικές, θρησκευτικές και έμφυλες διώξεις. Στην Ιταλία, οι μετανάστες αυτής της κατηγορίας είναι λίγο περισσότεροι από εξήντα χιλιάδες και προέρχονται από πέντε κυρίως χώρες: Αφγανιστάν, Σομαλία, Ιράκ, Συρία και Σουδάν, όλες τους εμπόλεμες περιοχές. Ο Νόμος Μπόσσι-Φίνι επικεντρώνει την πολιτική της Ιταλίας για την αντιμετώπιση της «παράνομης μετανάστευσης» στις απελάσεις και τις διμερείς συμφωνίες, ιδιαίτερα με την Λιβύη, που υιοθετήθηκαν από όλες τις κυβερνήσεις, κεντροαριστερές, κεντροδεξιές ή τεχνοκρατικές. Εκτιμάται ότι από το 2005 σχεδόν 1,6 δισεκατομμύριο ευρώ έχει δαπανηθεί για την εφαρμογή των πολιτικών απέλασης. Σ’ αυτό το ποσό πρέπει να προστεθούν οι δαπάνες για την κατασκευή και συντήρηση κρατητηρίων στη Λιβύη, που συμφωνήθηκαν σε διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυβερνήσεων Μπερλουσκόνι και Καντάφι το 2009 και επικυρώθηκαν εκ νέου τον περασμένο χρόνο μεταξύ της κυβέρνησης Μόντι και της νέας προσωρινής λιβυκής κυβέρνησης. Στον απόηχο της πρόσφατης τραγωδίας στη Λαμπεντούζα, ο υπουργός Εσωτερικών Αντζελίνο Αλφάνο (του κόμματος του Μπερλουσκόνι) υποστήριξε τις συμφωνίες και πρότεινε την ανανέωσή τους, ενώ ο Πρόεδρος Ναπολιτάνο (εισηγητής, μαζί με τη Λίβια Τούρκο, της έννοιας της «παράνομης μετανάστευσης» στη νομοθεσία του 1998), υποστήριξε την ενίσχυση της Frontex, των στρατιωτικών συνοριακών δυνάμεων που χρησιμοποιήθηκαν για να διεκπεραιώσουν τις απελάσεις στη Λιβύη. Τα λόγια του Προέδρου της Δημοκρατίας διακρίνονται για την υποκρισία τους: Εμφανίζεται στη σκηνή ως φιλάνθρωπος, δηλώνοντας «δεν πρέπει να επιτρέψουμε ποτέ ξανά να συμβούν τέτοιες τραγωδίες»· και αμέσως, πριν καλάκαλά τελειώσει τα συμπονετικά του λόγια, μιλάει για την ανάγκη συστηματικών περικοπών εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ από τις δαπάνες πρόνοιας με ταυτόχρονη αύξηση των δαπανών στα κέντρα κράτησης, εκεί όπου σύμφωνα με αναφορές συμβαίνουν βασανιστήρια, βιασμοί, ακόμα και δολοφονίες! ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013

28

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Οι προοπτικές του γερμανικού καπιταλισμού ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΛΑΣΚΟΥ

Πριν μερικές μέρες ο Adam Posen, πρόεδρος του Peterson Institute of International Studies, στους Financial Times («Λάθος το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας»· μεταφρασμένο στο: http://goo.gl/LNgR73) σημείωνε πως η Γερμανία αποτελεί ένα πλούσιο κράτος, που ακολουθεί μοντέλο αναπτυσσόμενης οικονομίας, και προέβλεπε πως η εξάρτηση του γερμανικού καπιταλισμού από τους χαμηλούς μισθούς θα αποδειχτεί συνταγή καταστροφικής αποτυχίας. Την ίδια εποχή ο πολύς Άσμουσεν, ο Γερμανός της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, από τη δική του οπτική γωνία, διαπίστωνε ότι «τα επόμενα 5 με 10 χρόνια η Γερμανία θα ξαναγίνει ο ευρωπαίος ασθενής», όπως και στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας. Περίεργες προγνώσεις για όσους —και η ελληνική «κοινή γνώμη» ανήκει κατεξοχήν σε αυτούς— έχουν μια εικόνα της Γερμανίας ως πανίσχυρης, πλούσιας, υγιούς και, κυρίως, εξαιρετικά παραγωγικής οικονομίας. Ας δούμε, λοιπόν, πώς έχουν τα πράγματα. Οι γερμανικές επιτυχίες. Εκεί που οι επιδόσεις της γερμανικής οικονομίας εμφανίζονται πραγματικά εντυπωσιακές είναι στους τομείς των εξαγωγών και της απασχόλησης. Πολλές φορές, μάλιστα, οι θετικές εξελίξεις σε αυτούς τους τομείς παρουσιάζονται ως ισχυρά συνδεδεμένες μεταξύ τους: η εξαγωγική επιτυχία των γερμανικών επιχειρήσεων εξηγεί και τα καλά νέα σε ό,τι αφορά την συνολική απασχόληση. Πράγματι, με το εμπορικό πλεόνασμά της να αντιπροσωπεύει το 6% του ΑΕΠ, η Γερμανία είναι το ακραίο παράδειγμα εξαγωγικής οικονομίας στον κόσμο. Πάντοτε, βέβαια, οι εξαγωγές αποτελούσαν μεγάλο μέρος του ΑΕΠ της. Έτσι, στην προηγούμενη της ενοποίησης δεκαετία αντιστοιχούσαν στο 2325% του ΑΕΠ, από το 1990 έως το 1999 συρρικνώθηκαν ελάχιστα, για να εκτιναχθούν τη δεκαετία του ευρώ στο ασύλληπτο ποσοστό του 38%, αφήνοντας πίσω την Κίνα και καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση στον κόσμο. Επιπλέον, η μεγάλη αυτή έκρηξη των εξαγωγών φαίνεται να συμβαδίζει με μια εντυπωσιακή μείωση του ποσοστού ανεργίας: από 12% σχεδόν το 2005 κινήθηκε έκτοτε πτωτικά και, παρόλη την παγκόσμια οικονομική κρίση, έπεσε σε επίπεδα κάτω του 6%. Οι σκοτεινές όψεις… Η ανεργία βρίσκεται σε πτώση, αλλά η Γερμανία διαθέτει το μεγαλύτερο ποσοστό εργαζόμενων φτωχών στην Ευρώπη. Σε σύνολο ενεργού πληθυσμού 42 εκατομμυρίων, τα 8 εκ. απασχολούνται ελαστικά λιγότερες από 20 ώρες την εβδομάδα σε minijobs και midijobs για 400800 ευρώ τον μήνα. Αυτά αποτελούν συνέπειες της πολιτικής της σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Σρέντερ και, κυρίως, των δυσώνυμων «μεταρρυθμίσεων» Hartz στην αγορά εργασίας, που έκανε πραγματικά αγνώριστη την «κοινωνική οικονομία της αγοράς», που αποτελούσε το ρηνανικό μον-

Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος

Γερμανία: Ποσοστό κέρδους και εκμετάλλευσης (%) 120

26

115

Ποσοστό κέρδους (ROP)

110

25 24

Ποσοστό εκμετάλλευσης (ROSV)

105

23

100

22

95

21

90 85

20

80

19

75

1983

1985

1987

1989

1991

1993

τέλο καπιταλισμού κόντρα στο υπερφιλελεύθερο αγγλοσαξωνικό. Η μείωση, συνεπώς, του ποσοστού ανεργίας βασίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, στη μεγάλη συμπίεση των πραγματικών εισοδημάτων από εργασία. Έτσι, η πραγματική αμοιβή βρίσκεται σήμερα κάτω από το επίπεδο του 1990, ενώ το κατά κεφαλήν προϊόν αυξήθηκε στη διάρκεια της περιόδου του ευρώ, από το 2001 κι έπειτα, κατά 30%. Το σύνολο αυτής της διαφοράς το εισέπραξε η γερμανική εργοδοσία. Οι εξαγωγικές επιδόσεις του γερμανικού καπιταλισμού ορθώς συνδέονται με τα προηγούμενα. Αυτό σημαίνει πως η ανταγωνιστική θέση του εξαρτάται σε πολύ μεγάλο βαθμό από τη συγκράτηση των εργατικών μισθών σε χαμηλά επίπεδα, και έτσι ο μόνος τρόπος για τη διατήρηση του μοντέλου είναι να το αποδέχεται (ή να εξαναγκάζεται να το κάνει) ο κόσμος της εργασίας. Τόσο οι εκβιασμοί για έξοδο του κεφαλαίου, αν δεν διατηρηθούν αυτά τα δεδομένα, όσο και ο φόβος που αντιπροσωπεύει ο «αποτυχημένος» Νότος της Ευρώπης φαίνεται πως είναι, προς το παρόν, αποτελεσματικοί. …και τα ακόμη χειρότερα. Για να κατανοήσουμε τι έχει συμβεί πρέπει να αξιοποιήσουμε τον δείκτη που κατέχει τον κεντρικό ρόλο στην κίνηση μιας καπιταλιστικής οικονομίας: το ποσοστό κέρδους. Φαίνεται, λοιπόν, βάσει των στοιχείων της AMECO, πως η καθαρή απόδοση του κεφαλαίου σχεδόν διπλασιάστηκε στη Γερμανία σε σχέση με το ιστορικό χαμηλό του 1982. Το μισό, επιπλέον, αυτής της αύξησης πραγματοποιήθηκε μετά τη δημιουργία της Ευρωζώνης, η οποία φαίνεται να ευνόησε τη γερμανική οικονομία, καθώς απορροφούσε πάνω από τα δύο τρίτα των γερμανικών εξαγωγών. Αυτό αναδεικνύεται ανάγλυφα και από τους συγκριτικούς δείκτες: στα χρόνια της Ευρωζώνης και μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης το ποσοστό κέρδους μειώθηκε στη Γαλλία κατά 3,8%, στην Ισπανία κατά 4,2% και στην Ιταλία κατά 9,5%, ενώ στη Γερμανία αυξήθηκε κατά 17,7%. Το Διάγραμμα1 καταδεικνύει με μαρξιστικούς όρους την ουσία του νέου «γερμανικού θαύματος». Η πολύ μεγάλη αύξηση του πο-

1995

1997

1999

2001

2003

2005

2007

18

σοστού εκμετάλλευσης διαχρονικά αποτελούσε τον αποκλειστικό σχεδόν παράγοντα της ανάκαμψης του ποσοστού κέρδους. Από το 1982 η παραγόμενη υπεραξία αυξήθηκε κατά 40%, την ίδια στιγμή που, όπως επισημαίνει ο Roberts, η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου μεγεθύνθηκε μόλις κατά 5%. Ενώ, δηλαδή, παρά τον διαδεδομένο μύθο, το σταθερό κεφάλαιο ελάχιστα αυξανόταν ενισχύοντας την καινοτομία και τις επενδύσεις σε νέα τεχνολογία, είχαμε μια εκτόξευση της υπεραξίας βασισμένη, μεταξύ άλλων, και στη χρήση μεγάλου αριθμού αλλοδαπών (κυρίως Τούρκων) εργαζομένων, καθώς και στην εκμετάλλευση της εργασίας σε άλλες περιοχές της Ευρώπης, με απευθείας εξαγωγή εγκαταστάσεων και κεφαλαίων εκεί. Η πραγματική δε εκτίναξη του ποσοστού κέρδους επέρχεται την περίοδο του ευρώ, άμεσα συνδεδεμένη με τις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στους θεσμούς διαχείρισης της ανεργίας, οι οποίες, σε συνδυασμό με τα προηγούμενα, θεμελίωσαν την πρόσφατη ισχύ του γερμανικού καπιταλισμού. Συνεπώς, η δυνατότητα υπεράντλησης υπεραξίας από την εργατική τάξη και, μαζί, η διατήρηση του κόστους του σταθερού κεφαλαίου αποτελεί ουσιαστικά την πρόσφατη ιστορία του γερμανικού καπιταλισμού.2 Παρά τα νομιζόμενα, λοιπόν, ο γερμανικός καπιταλισμός δεν βασίζει την σημερινή ισχύ του σε πραγματικά δυναμικά χαρακτηριστικά. Όπως σημειώνει ο Posen στο άρθρο που προαναφέρθηκε, «ιδανικά, μία πλούσια χώρα διατηρεί την ανταγωνιστικότητά της μέσω έρευνας και ανάπτυξης και κεφαλαιουχικών επενδύσεων. Αντιθέτως, οι συνολικές σταθερές επενδύσεις μειώνονται σταθερά στη Γερμανία, από 24% του ΑΕΠ το 1991, σε λιγότερο από 18%».3 Οι γερμανικές επενδύσεις είναι σταθερά πολύ χαμηλότερες από τον μέσο όρο των χωρών του G7, όπως δείχνει η πρόσφατη Οικονομική Έκθεση για τη Γερμανία του ΟΟΣΑ. Από την άλλη, η Γερμανία παρουσιάζει μεγάλη υστέρηση και σε ό,τι αφορά την επένδυση σε ανθρώπινο κεφάλαιο, όντας μία από τις δύο μόλις προηγμένες οικονομίες όπου

το ποσοστό των νέων πτυχιούχων 25-34 ετών δεν αυξάνεται συγκριτικά με τις προηγούμενες γενιές (η άλλη είναι οι ΗΠΑ). Έτσι, το ποσοστό νέων εργαζομένων με ανώτατες σπουδές είναι κατά 10 έως 20% χαμηλότερο από ό,τι σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες. Όλα τα παραπάνω, φυσικά, έχουν δραματικές επιπτώσεις στην παραγωγικότητα της εργασίας, με αποτέλεσμα η ετήσια αύξησή της μεταξύ 2001-2010 να είναι μόλις 0,6%, έναντι 1,4% για τις ανεπτυγμένες χώρες. Την ίδια περίοδο —και πάλι παρά τα θρυλούμενα— η απασχόληση στη μεταποίηση συρρικνώνεται με παρόμοιο τρόπο, όπως και στις άλλες οικονομίες του ΟΟΣΑ, ενώ και οι όροι εμπορίου στη μεταποίηση δεν δείχνουν κάτι ιδιαίτερο. Συμπερασματικά, τα νέα για τον γερμανικό καπιταλισμό δεν είναι τα καλύτερα — και χωρίς να προσθέσουμε τα πολύ δυσοίωνα από το δημογραφικό πρόβλημα. Ο εξαγωγικός του προσανατολισμός εύκολα θα μετατραπεί σε αχίλλειο πτέρνα, όταν η Κίνα σταματήσει να εισάγει γερμανικές μηχανές, στο μέτρο που δεν μπορεί παρά να μειώσει την επένδυση ως ποσοστό του ΑΕΠ της και, ακόμη περισσότερο, όταν οι χώρες της Ευρώπης, που απορροφούν το 70% των γερμανικών εξαγωγών, θα τις μειώσουν κατά πολύ ακριβώς λόγω των υφεσιακών προγραμμάτων γερμανικής κοπής, που εφαρμόζουν μετά το 2008. Σε συνδυασμό με το μεγάλο ενεργειακό κόστος της γερμανικής παραγωγής (ηλεκτρικό ακριβότερο κατά το 1/3 σε σχέση π.χ. με τη Γαλλία και την Ιταλία, αέριο τέσσερις φορές ακριβότερο σε σχέση με τις ΗΠΑ) καμιά θετική προσδοκία δεν διαμορφώνεται. Ο μόνος δρόμος, λοιπόν, παραμένει η επίταση της εκμετάλλευσης με όρους απόλυτης υπεραξίας. Και αυτό δύσκολα μπορεί να έχει διάρκεια. tst Η Γερμανία είναι η μεγαλύτερη και πιο σημαντική καπιταλιστική οικονομία στην Ευρώπη και, αν τα πράγματα συνεχίσουν με τον ίδιο τρόπο, σύντομα θα αποτελεί την ισχυρότερη ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική δύναμη (ενώ σήμερα μοιράζεται αυτήν την θέση με τη Γαλλία και τη Βρετανία). Οι επιλογές της καθορίζουν σε σημαντικό βαθμό το μέλλον όλων μας. Εάν το μέλλον της Ευρώπης είναι συναρτημένο με το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας, οι προοπτικές είναι εξαιρετικά ζοφερές. Για την ευρωπαϊκή ήπειρο και, ιδίως, για τους ευρωπαίους εργαζομένους, στο μέτρο που η διαρκής επίταση της εκμετάλλευσης θα αποτελεί στο διηνεκές τον δρόμο του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. 1 M. Roberts, German capitalism — a

success story?, September 22, 2013, thenextrecession.wordpress.com. 2 Στο ίδιο. 3 Για σύγκριση, την περίοδο 1995-2008 η αύξηση του παγίου κεφαλαίου στην Ελλάδα άγγιξε το 103%, ενώ στη Γερμανία μόλις το 19%. Βλ. Χρήστος Λάσκος, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Χωρίς Επιστροφή, ΚΨΜ, 2011.


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013

30

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κρίση και διανοούμενοι, Αριστερά και επι Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς (ΙΝΠ) δεν χρειάζεται, φυσικά, συστάσεις για τους αναγνώστες. Το Ινστιτούτο, οι ιδέες και οι πρωτοβουλίες του αποτελούν οργανικό κομμάτι της Αυγής: λόγω της συστηματικής συνεργασίας (θυμίζουμε, ενδεικτικά, τα ένθετα στην εφημερίδα δύο εκδηλώσεων του ΙΝΠ, για το κατοχικό χρέος και τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης), αλλά κυρίως λόγω του κοινού προσανατολισμού και μέριμνας που διαπνέουν τους δύο φορείς – και, βέβαια, θέλουμε να συστηματοποιήσουμε και να εμβαθύνουμε αυτή τη σχέση. Συζητήσαμε λοιπόν με τον Αριστείδη Μπαλτά, για το Ινστιτούτο, την Αριστερά, τους διανοούμενους, καθώς και ζητήματα της συγκυρίας. ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΜΠΑΛΤΑ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΝΙΚΟΣ ΠΟΥΛΑΝΤΖΑΣ

w Σε ένα κλίμα τεχνοκρατικής θεώρησης της πολιτικής, που συνήθως ταυτίζεται με την ιδέα του «μονόδρομου» (κατά τον επιστημονικό θετικισμό, η επιστήμη είναι μία, άρα και η οικονομική πολιτική μία) διατυπώνεται σ��χνά η κατηγορία ότι αυτά που λέει η Αριστερά δεν έχουν επιστημονική τεκμηρίωση. Τι απαντάτε, από τη θέση του νέου προέδρου του Ινστιτούτου; Όσοι προωθούν μια τέτοια ιδέα έχουν μια απολύτως απηρχηωμένη αντίληψη περί επιστήμης. Είτε πρόκειται για τις φυσικές είτε για τις κοινωνικές επιστήμες, την ιδέα ότι η επιστήμη είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη δεν την υποστηρίζει κανείς σοβαρός άνθρωπος παγκοσμίως. Από κει και πέρα, είναι μεγάλα ερωτήματα τι θα πει επιστήμη του κοινωνικού, κατά πόσον η οικονομία μπορεί να θεωρηθεί ως καθαυτό επιστήμη κ.ο.κ. Αν έρθουμε στα καθ’ ημάς, ενώ ο κόσμος αντιστέκεται με πολλούς τρόπους στον «μονόδρομο», λείπει, μολαταύτα, εντυπωσιακά —και σε αυτό συντελεί καθοριστικά η τηλεόραση και ο κυρίαρχος Τύπος— μια κριτική σχέση με τα πράγματα, μια συγκρότηση των εννοιών, μια πρόσληψη της πραγματικότητας που να αντέχει στην κριτική. Με αυτή την έννοια, ο ρόλος του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς (ΙΝΠ) είναι μεγάλος: καλείται να βοηθήσει στη δημιουργία ενός συστηματικού πλαισίου, με κάποια απόσταση από την τρέχουσα επικαιρότητα, που να μπορεί να παράγει έλλογα θεωρητικά και πρακτικά αποτελέσματα. Μέχρι το καλοκαίρι, πρόεδρος του ΙΝΠ ήταν ο Νίκος Πετραλιάς, αντιπρόεδρος η Σίσσυ Βελισαρίου και διευθυντής ο Χάρης Γολέμης. Τώρα, πρόεδρος είμαι εγώ, αντι-

Μιλάει για τις κατευθύνσεις του Ινστιτούτου, το πρόγραμμα της Αριστεράς και τον ρόλο των διανοουμένων, το κείμενο των «58», το πανεπιστήμιο, τη Χρυσή Αυγή

πρόεδρος η Αθηνά Αθανασίου και διευθυντής συνεχίζει να είναι ο Χ. Γολέμης. Θεωρώ απαραίτητο να πω ότι ο Πετραλιάς και η Βελισαρίου έκαναν εξαιρετική δουλειά, αθόρυβα και δημιουργικά, με μεγάλη διάθεση ανοίγματος σε όλο το φάσμα της Αριστεράς, για πολλά χρόνια. Οι ίδιοι δεν θέλησαν να συνεχίσουν, θεωρώντας ότι πρέπει να υπάρχει εναλλαγή. Η νέα διοίκηση λοιπόν του ΙΝΠ δεν είναι κάποια τομή σε σχέση με το παρελθόν· αποτελεί συνέχεια.

γραμματίζουμε, να βάλουμε όλον αυτό τον κόσμο να μιλήσει. Σήμερα υπάρχει ένα πολύ ισχυρό επιστημονικό και κριτικό δυναμικό στην Ελλάδα, το οποίο παραμένει αόρατο στον δημόσιο χώρο.

w Και άλλα κόμματα έχουν ινστιτούτα, με αντικείμενο την οργάνωση της σχέσης της πολιτικής τους με τη διανόηση. Τι είναι εκείνο που διαφοροποιεί το ΙΝΠ;

Είναι μια εξαιρετικά σημαντική διάσταση της δραστηριότητάς του, που δεν είναι όσο γνωστή της αξίζει. Ξεχωρίζω το ευρωπαϊκό δίκτυο εναλλακτικού προβληματισμού και πολιτικού διαλόγου transform!, το οποίο είναι το επίσημο πολιτικό Ίδρυμα του Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΚΕΑ) και συνδιοργανωτής του ετήσιου Θερινού Πανεπιστημίου του. Το Ινστιτούτο είναι ιδρυτικό μέλος και βασικός πυλώνας του transform!, ενώ ο διευθυντής του ΙΝΠ Χάρης Γολέμης (ο οποίος είναι από τον Σεπτέμβριο του 2012 «νόμιμος εκπρόσωπος», δηλαδή επικεφαλής του δικτύου), συντονίζει το βασικό πρόγραμμά του «Η στρατηγική των κομμάτων της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς». Το ΙΝΠ συμμετέχει στη Συντακτική Επιτροπή του εξαμηνιαίου περιοδικού transform!, το οποίο κυκλοφορεί σε επτά γλώσσες, περιλαμβάνει φυσικά και άρθρα Ελλήνων, ενώ φέρει την ευθύνη της έκδοσής του στα ελληνικά. Το ίδιο συμβαίνει και με το μηνιαίο ηλεκτρονικό ενημερωτικό δελτίο του transform!, το οποίο κυκλοφορεί σε τέσσερις γλώσσες: αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ελληνικά. Σημαντική είναι επίσης η συνεργασία του ΙΝΠ με την Ομάδα των Ευρωπαίων Οικονομολόγων για μια Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη, οι οποίοι εκδίδουν κάθε χρόνο ένα ευρωπαϊκό Υπόμνημα, που κυκλοφορεί στα ελληνικά με ευθύνη της Μαρίκας Φραγκάκη, μέλους του Δ.Σ. του ΙΝΠ. Τέλος, επισημαίνω ότι μέλη και συνεργάτες του Ινστιτούτου συμμετέχουν σε διεθνείς κινητοποιήσεις, «αντισυνόδους», φόρουμ (το ΙΝΠ πρωταγωνιστεί μαζί με το transform! στη διαδικασία της Εναλλακτικής Συνόδου [Alter Summit], που πραγματοποίησε μεγάλη πανευρωπαϊκή εκδήλωση τον Ιούνιο στην Αθήνα), σε όλα τα Θερινά Πανεπιστήμια του ΚΕΑ κ.ο.κ. Πέραν αυτών, το ΙΝΠ αναπτύσσει έντονη

Η στάνταρ φράση για τέτοια ινστιτούτα είναι think tank: δεξαμενές σκέψης, που βοηθούν ευθέως την πολιτική του αντίστοιχου κόμματος. Το ΙΝΠ δεν μπορεί να θεωρηθεί, σε καμιά περίπτωση, κάτι τέτοιο, καθώς έχουμε συνολικά ως πολιτικός χώρος διαφορετική αντίληψη για τη σχέση πολιτικής και θεωρίας, σκέψης και πρακτικής, κόμματος και διανοουμένων. Σε αντιδιαστολή με τα άλλα ινστιτούτα, το ΙΝΠ είναι αυτόνομο από το κόμμα: το κόμμα δεν παρεμβαίνει για να διορίσει την ηγεσία του ούτε για να υποδείξει ή να «παραγγείλει». Ασφαλώς, έχει σχέση με τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά διαθέτει την αυτονομία να σκεφτεί τι ανάγκες μπορεί να έχει τόσο το κόμμα όσο και ο κόσμος της Αριστεράς: με τη μέριμνα, όπως έλεγα, της συγκρότησης ενός τρόπου σκέψης, της διαμόρφωσης όρων πρόσληψης της πραγματικότητας, πλουραλιστικά και ανοιχτά, με το εύρος που αντιστοιχεί στη δρώσα Αριστερά σήμερα. w Σε μια περίοδο που υπάρχει πλεονάζον επιστημονικό δυναμικό, άνεργοι, άνθρωποι που δεν αξιοποιούνται στο πανεπιστήμιο, ποια η σχέση του ΙΝΠ με αυτό τον κόσμο; Το ΙΝΠ θέλει να στηριχτεί σε όλο αυτό τον κόσμο, με την πληρέστερη δυνατή έννοια, χωρίς να μπορεί να του παράσχει πόρους. Ωστόσο, οι πόροι δεν είναι μόνο οικονομικοί, αλλά και θεωρητικοί, ηθικοί, ανθρώπινοι· με αυτή την έννοια, ο κόσμος αυτός αισθάνεται μια έλλειψη ουσιαστικής αναγνώρισης της δουλειάς του, της ίδιας της ύπαρξής του, εν τέλει. Εμείς θέλουμε, και το προ-

w Τα προβλήματα που εντοπίζετε και αναλύετε δεν είναι αμιγώς ελληνικά, έχουν ευρωπαϊκές διαστάσεις. Ποιος είναι ο ορίζοντας των συνεργασιών του ΙΝΠ στην Ευρώπη;

δραστηριότητα στην Ελλάδα: σειρά ad hoc εκδηλώσεων για τρέχοντα ζητήματα, ιδωμένα από κριτική σκοπιά (όπως η εκδήλωση για την ιδιωτικοποίηση του νερού, με την αντιδήμαρχο του Παρισιού, Ανν λε Στρατ, που έγινε χθες στην Αθήνα και θα επαναληφθεί αύριο στη Θεσσαλονίκη, με συμμετοχή και του Οζμάν Οζγκιουβέν, δημάρχου του Δεκελί της Τουρκίας· η εκδήλωση εκεί θα γίνει σε συνεργασία με την οργάνωση «SOSτε Το Νερό») συνέδρια, ημερίδες, εκδόσεις, την ετήσια διάλεξη στη μνήμη του Νίκου Πουλαντζά: ένα σημαντικό διεθνές γεγονός, όπου μέχρι σήμερα έχουν μιλήσει οι Μπομπ Τζέσοπ, Λίο Πάνιτς, Τζούντιθ Μπάτλελ, Μάϊκλ Λίμποβιτς, Έρικ Όλιν Ράϊτ, Σακραβότρι Σπίβακ (φέτος, ομιλητής θα είναι ο γερμανός πολιτικός επιστήμονας Φρανκ Ντέπε). Αν δει κανείς τον κατάλογο των πολλών δραστηριοτήτων μας, θα εντυπωσιαστεί και από την ποιότητα αλλά και από τον πλούτο. Αλλά για όλα αυτά πρέπει να μιλήσουμε αναλυτικά μια άλλη φορά. Προς το παρόν, μπορείτε να ανατρέξετε στην ιστοσελίδα (www. poulantzas.gr), και στο μηνιαίο ηλεκτρονικό Ενημερωτικό Δελτίο του Ινστιτούτου. w Πριν ένα περίπου μήνα το ΙΝΠ ξεκίνησε μια εκπομπή στον σταθμό 105,5 Στο Κόκκινο… Ονομάζεται «Θεωρία στον αέρα. Έννοιες, ιδέες, κριτική». Ο τίτλος, νομίζω, είναι δηλωτικός του προσανατολισμού και των προθέσεων μας. Είναι μια εκπομπή όχι του ΙΝΠ, αλλά με τη στήριξη του ΙΝΠ. Ακριβώς επειδή θέλουμε να είναι ανοικτό το εγχείρημα. Δεν έχουμε μόνιμο συντονιστή της εκπομπής, αλλά κάθε φορά υπάρχει μια διαφορετική τριάδα, με διαφορετικό συντονιστή, για να αναδειχθεί και ο πλούτος των ανθρώπων, των ιδεών, των καταστάσεων. Όσον αφορά τις εκδηλώσεις, σκεφτόμαστε, επιπροσθέτως, να αναπτύξουμε μερικούς σταθερούς άξονες. Η σκέψη, που θα συζητηθεί αναλυτικά στο Δ.Σ., είναι να αναπτυχθούν, φέτος, δύο βασικοί άξονες προβληματισμού και δημόσιας συζήτησης: Πρώτον, η προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς (τι σημαίνει, ποιοι οι όροι συγκρότησής της, τι περιεχόμενο μπορούν να έχουν, σε όλα τα επίπεδα, οι διαδικασίες μετάβασης που θα ξεκινήσουν με αυτήν) και, δεύτερον, τι θα πει κόμμα της Αριστεράς: πώς λειτουργεί, πώς συνδέεται με τα κινήματα, ποιος ο ρόλος του σήμερα, αλλά και σε συνάρτηση με μια ενδεχόμενη κυβέρνηση της Αριστεράς. w Μια κριτική που διατυπώνεται συχνά, από εχθρούς και φίλους, είναι ότι η Αριστερά δεν έχει ετοιμαστεί προγραμματικά — σας ρωτάω και ως μέλος της μόνιμης Επιτροπής Προγράμματος, καθώς και της ομάδας που συνέταξε τις θέσεις για το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για τεράστιο και ιδιοτελέστατο μύθο. Στον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει μόνιμη Επιτροπή Προγράμματος, υπό τον συντονισμό του Γιάννη Δραγασάκη, η οποία έχει απλωθεί σε όλες, θα έλεγα, τις σφαίρες του επιστητού της Αριστεράς. Πιστεύω ότι δεν έχει υπάρξει κόμμα στην πρόσφατη ελληνική ιστορία που να έχει κάνει τόσο πλούσια και σε βάθος προγραμματική επεξεργασία. Επεξεργασία βε-


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013

35

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

βαίως ανοιχτή και σε εξέλιξη, τα αποτελέσματα της οποίας θα φανούν σύντομα. Το ΙΝΠ δεν είναι ινστιτούτο οικοδόμησης προγράμματος, αλλά προφανώς συνδέεται πολλαπλώς με την Επιτροπή Προγράμματος: και μέσω των μελών του που μετέχουν στις αντίστοιχες επεξεργασίες αλλά και μέσω του κοινού προβληματισμού που συμμεριζόμαστε.

122013

ιστημονική τεκμηρίωση transform!

¨—¢ ˛ —ˇ˛ ˛  ¨ ¨ —    ˛¨ —   ¨—  — —  ¸—¨ ˚ 

w Ποιος είναι, γενικότερα, ο ρόλος ενός οργανικού διανοούμενου της Αριστεράς στην προοπτική της κυβέρνησης της Αριστεράς; Δεν μου πολυαρέσει ο όρος «διανοούμενος», όπως αναφέρεται σε κάτι σαν ξεχωριστή κοινωνική κατηγορία. Πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη ότι υπάρχουν επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων και να υπογραμμίσουμε πως κάποιοι α��ό αυτούς παράγουν σημαντικά αποτελέσματα, με διεθνή αναγνώριση. Σε μια προοπτική παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας, λ.χ., η επιστήμη των υλικών, η μελέτη των λέιζερ ή η νανοτεχνολογία θα κληθούν να παίξουν σημαντικό ρόλο. Η Αριστερά τείνει να ξεχάσει τέτοια ζητήματα, και είναι λάθος. Από την άλλη, στο πλαίσιο των προγραμματικών επεξεργασιών του ΣΥΡΙΖΑ, δρουν με εντυπωσιακή πληρότητα σύντροφοι και φίλοι, γυναίκες και άντρες, που συνθέτουν τις εξειδικευμένες γνώσεις τους σε όλους τους τομείς των κοινωνικών επιστημών με τις κοινωνικές εμπειρίες νοούμενες με την ευρύτερη δυνατή έννοια. Πρόκειται για καθαυτό διεπιστημονική δουλειά, σε άμεση σχέση με την κοινωνική πραγματικότητα. Το ΙΝΠ έχει «εξειδικευθεί», τρόπον τινά, σε μια τρίτη κατεύθυνση: την κριτική και στρατηγική οπτική επί των πραγμάτων, την καθαυτό θεωρητική επεξεργασία, την παρουσίαση και συζήτηση των σύγχρονων και παλαιότερων συνολικότερων προσεγγίσεων, τη συστηματική οικοδόμηση, όπως έλεγα, όρων επαρκούς πρόσληψης της σύνθετης κοινωνικής «ύλης». w Πώς σχολιάζετε το γεγονός ότι είναι κυρίως διανοούμενοι, και όχι πολιτικοί, αυτοί που αναλαμβάνουν το βάρος της ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς; Εννοώ, βέβαια, το κείμενο των «58». Αν επικεντρωθούμε στα ονόματα, θα διαπιστώσουμε ότι πολλοί από τους υπογράφοντες έχουν σοβαρή ιστορία στον δημόσιο χώρο και σημαντικό επιστημονικό έργο — άσχετα με το αν τις πιο πολλές φορές έχουμε διαφωνήσει συστηματικά και έντονα μαζί τους. Αρκετοί, και σίγουρα όχι όλοι. Το γεγονός ότι συναθροίζουν τις υπογραφές τους με εκείνες περιπτώσεων όχι ιδιαίτερα σοβαρών —κι αυτό επιεικώς— κάτω από το συγκεκριμένο κείμενο, τους αδικεί. Τους εγκλωβίζει —προφανώς με επιλογή τους, δεν εννοώ ότι «παρασύρθηκαν»— σε μια πολιτική θέση αναχρονιστική, θλιβερά νοσταλγική, έξω από τα πραγματικά επίδικα των καιρών. Υπάρχει ένας όρος του Ταρίκ Αλί που

·˛: ¿¨ — ¨— To τελευταίο τεύχος της ελληνικής έκδοσης της ευρωπαϊκής επιθεώρησης transform!

έχει ενδιαφέρον: το «εξτρεμιστικό κέντρο». Πρόκειται για κείμενο του «εξτρεμιστικού κέντρου»: φαίνεται να παίρνει κάποιες αποστάσεις από την τρέχουσα κυβέρνηση, μας κάνει την τιμή να ισχυρίζεται ότι υπάρχουν υγιείς δυνάμεις στον ΣΥΡΙΖΑ (κάτι που δεν κάνει ούτε το ΠΑΣΟΚ ούτε η ΔΗΜΑΡ), και έτσι αυτοτοποθετείται στο κέντρο. Αλλά αυτό το «κέντρο» δεν κάνει απλώς διμέτωπο. Γέρνει αποφασιστικά προς τη μεριά του μονόδρομου, τη μεριά του κυβερνητικού εξτρεμισμού. Το κείμενο, για μένα, αποπνέει μια μελαγχολία: τι χάσαμε, τι πρέπει να ξαναβρούμε, πόσο δύσκολο είναι αυτό. Σαν κλίμα είναι η αντιστροφή του «Τολμήστε» — υπάρχουν πολλά κοινά πρόσωπα και τα κείμενα είναι ομοειδή. Το «Τολμήστε» όμως ήταν επιθετικό, υπέρ του Μνημονίου: Ελάτε να αλλάξουμε την Ελλάδα, ελάτε να μπούμε στον μονόδρομο. Τώρα, οι ίδιοι άνθρωποι, δεν τολμούν· νοσταλγούν και μελαγχολούν. Το βασικότερο ίσως πρόβλημα του κειμένου είναι ότι το διάβημα που συγκροτεί γίνεται κατ’ ουσίαν ερήμην της πολιτικής, ερήμην των πραγματικών διακυβευμάτων. Για παράδειγμα, και ενώ οι υπογράφοντες δηλώνουν ευρωπαϊστές, δεν υπάρχει λέξη περί Ευρώπης και των πολύ υπαρκτών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή ενοποίηση. Απουσιάζει πλήρως το διεθνές πλαίσιο, και γενικά, αλλά και σε σχέση με την Ελλάδα. Είναι ένα κείμενο εσωτερικής οπτικής. Και, επίσης, δεν υπάρχει λέξη πολιτικής κριτικής για το τι έχουν κάνει οι κυβερνήσεις τα χρόνια του Μνημονίου. w Θα θέλαμε να τελειώσουμε με δυο γενικότερες ερωτήσεις. Η πρώτη αφορά το πανεπιστήμιο. Από την εποχή Διαμαντοπούλου υπάρχει μια προσπάθεια να κατεδαφιστεί το πανεπιστήμιο. Ηθικά. Όπως το καταλαβαίνουμε πιο καθαρά σήμερα, η επίθεση ήταν σχεδιασμένη και συστηματική. Το πανεπιστήμιο όμως είναι ένας θεσμός

που υπάρχει πάνω από χίλια χρόνια· δεν κατεδαφίζεται εύκολα. Και αυτή τη στιγμή βλέπουμε να αναπτύσσεται μια πολύ σημαντική αντίσταση στην κατεδάφιση, με μορφές που δυσκολεύουν ιδιαίτερα την κυβέρνηση, την αναγκάζουν να προβαίνει σε εξωφρενικές και καθαρά αντισυνταγματικές μεθοδεύσεις και να οξύνει την καταστολή. Είναι πολύ σημαντικό ότι οι διοικητικοί συνεχίζουν για έκτη βδομάδα την απεργία τους, με τη συμπαράσταση των διδασκόντων και των φοιτητών και την κάλυψη, με τις δικές της ιδιαιτερότητες, των πρυτανικών αρχών. Τα συμβούλια διοίκησης είναι συνήθως απόντα, αλλά όπου έχουν μιλήσει τάχθηκαν κι αυτά εναντίον της απογραφής. Τα ελληνικά πανεπιστήμια, από το 1980 ,έχουν μια ανοδική πορεία (σε επίπεδο επιστημονικό, παραγωγής φοιτητών, ποιότητας διδακτορικών, ένταξης στο διεθνές επιστημονικό γίγνεσθαι), που αντιστέκεται αφεαυτής στο κύμα συκοφάντησης. Γι’ αυτό τον λόγο, η σχέση των πανεπιστημίων (και των ερευνητικών κέντρων, που υφίστανται ανάλογη επίθεση) με την κοινωνία, στην προοπτική μια κυβέρνησης της Αριστεράς και της παραγωγικής ανασυγκρότησης της χώρας αποτελεί θεμελιώδη κρίκο. w Μια τελευταία ερώτηση: η συγκυρία, πέρα από την κρίση και τη μνημονιακή της διαχείριση, ορίζεται από την ποινική δίωξη της Χρυσής Αυγής. Πώς τη σχολιάζετε; Η στροφή της κυβέρνησης —γιατί περί στροφής πρόκειται— ήταν απροσδόκητη. Καταλύτης, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα και η γενικευμένη αντίδραση που ξεσήκωσε. Αλλά έπαιξε ρόλο το ότι δεν μπορεί να γίνει ανεκτή ούτε στην Ευρώπη ούτε πουθενά μια χώρα που χαϊδεύει μια ναζιστική οργάνωση. Κάπου το κατάλαβε αυτό ο Σαμαράς, κάπου πιέστηκε να το καταλάβει, και έκανε τη στροφή. Εκκρεμεί, προφανώς η κάθαρση των κρατικών μηχανισμών από τη Χ.Α., το ζήτημα της οικονομικής διαπλοκής της, η αποκάλυψη των διεθνών της σχέσεων, των κέντρων με τα οποία συνδέεται κ.ο.κ. Ενώ έχει συζητηθεί πολύ η αναλογία με τη Βαϊμάρη, την άνοδο του φασισμού και του ναζισμού στην Ευρώπη, το πώς η κρίση γεννά τέτοια φαινόμενα, μας λείπει μια λίγο πιο θεωρητική συζήτηση για το τι θα πει κοινωνική σύγκρουση. Πέραν της αντιμετώπισης της —απολύτως γελοίας— θεωρίας των «δύο άκρων», πρέπει να ανοίξουμε τη συζήτηση για το τι θα πει «άκρο»: η κοινωνική σύγκρουση εγκαλεί ιδέες, κοσμοθεωρήσεις, σύγκρουση σε όλα τα πεδία· αν όλα αυτά τα βάλεις σε μια γραμμή όπου υπάρχουν δύο άκρα, και στη μέση «το κέντρο», δεν μπορείς να αντιληφθείς τίποτα, ισοπεδώνεις τα πάντα, στραβώνεις τους πάντες. Μόνο αν αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε και θεωρητικά και ιστορικά το όλο πακέτο, μπορούμε να οπλιστούμε ουσιαστικά. ΤΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΗΡΑΝ Ο ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΚΑΙ Ο ΝΙΚΟΣ ΦΙΛΗΣ

Το μαχαίρι και το γιαούρτι ΤΟΥ ΘΕΜΗ ΠΑΠΑΔΕΑ

Η βία είναι ένα ζήτημα κρίσιμο: για τα κινήματα, την Αριστερά και τη δημοκρατία. Η πρόσφατη σχετική συζήτηση, λοιπόν, θα ήταν καλοδεχούμενη, αν δεν προσέκρουε σε ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο: από πλευράς όσων την ανακινούν, γίνεται προσχηματικά. Κίνητρο δεν είναι ο προβληματισμός ούτε κάποια υγιής —έστω και συντηρητική— ανησυχία για την ένταση της βίας. Το ερώτημα, «Καταδικάζετε ή όχι τη βία;» (που έθετε ο Γ. Μιχελάκης στην «Ανατροπή») με υψωμένο το δάχτυλο, έχει άλλο στόχο: να στριμώξει την Αριστερά, και γι’ αυτό είναι ακατάλληλο για την εκκίνηση μιας ουσιαστικής συζήτησης. Αναζητώντας τις βάσεις μιας τέτοιας κουβέντας, θέλω να θέσω τρία σημεία. Πρώτον, πριν καταδικάσουμε ή εγκρίνουμε, πρέπει να κατανοήσουμε. Το «καταδικάζω τη βία από όπου και αν προέρχεται», πέραν των άλλων, είναι πολύ εύκολο. Αν κάποιος ενδιαφέρεται ή ανησυχεί ειλικρινά για τη βία, πρέπει να εγκύψει σε αυτήν. Τον Δεκέμβρη του 2008, λ.χ., πριν απ’ όλα, πριν προχωρήσει κανείς σε αξιολογήσεις, έπρεπε να αντιληφθεί την έκταση και την ποιότητα του φαινομένου. Δεύτερον, χρειάζεται να διακρίνουμε τις μορφές· σε καθαρά πραγματολογικό επίπεδο, το γιαούρτωμα, τα μαχαιρώματα, μια κατάληψη, οι μολότοφ, η αγριότητα των ΜΑΤ έχουν τεράστιες διαφορές. Και όποιος εξισώνει το γιαούρτωμα με το μαχαίρωμα, αυτό που πετυχαίνει, εν τέλει, δεν είναι να στιγματίσει το γιαούρτι, αλλά να αθωώσει το μαχαίρι. Τρίτον, μια σοβαρή διάσταση, μονίμως απούσα από τον κυρίαρχο λόγο, είναι ότι στην Ελλάδα του 2013 βασικός παραγωγός βίας, με μεγάλη ένταση, είναι το κράτος και οι μηχανισμοί του. Έχουμε ακούσει, βέβαια, πολλές φορές για το «μονοπώλιο της ένοπλης βίας». Αν ανοίξουμε όμως τη συζήτηση, πρέπει στο τραπέζι να τα βάλουμε όλα (και το κοινωνικό συμβόλαιο και το δικαίωμα της αντίστασης κ.ο.κ.), ενώ υπάρχει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: η κλασική αυτή διατύπωση (που, σημειωτέον, αφορά την ένοπλη βία, όχι τη βία συνολικά) δεν συνεπάγεται καθόλου βία άνευ λογοδοσίας, ανεξέλεγκτη, όπως αυτή που βιώνουμε από τα ΜΑΤ τα τελευταία χρόνια. Το αντίθετο. Στα τηλεοπτικά πάνελ, συνήθως, τέτοιες διακρίσεις αποφεύγονται. Προτιμάται το ερώτημα «Αποκηρύσσετε τη βία, ναι ή όχι;», το οποίο υπονομεύει τη δυνατότητα ουσιαστικής συζήτησης. Αυτή ήταν και η μεγάλη επιτυχία του Γιώργου Κατρούγκαλου, στην τελευταία «Ανατροπή»: έθεσε τις βάσεις μιας τέτοιας συζήτησης (που προφανώς δεν μπορούσε να γίνει στο δεδoμένο πάνελ), αναδεικνύοντας καίριες όψεις του ζητήματος. Έτσι, ακόμα και όσοι διαφωνούν με την άποψή του (χονδρικά, ότι κριτήριο για την αποδοχή της βίας είναι η κοινωνική νομιμοποίησή της), κανονικά, του οφείλουν χάριτες: γιατί με αυτή την άποψη μπορεί να συμφωνήσει ή να αντιπαρατεθεί κανείς σοβαρά — και όχι με τις φαιδρότητες περί «αρσενικο�� στην τούρτα» που πέταξαν στον πρώην πρύτανη του Πολυτεχνείου Κρήτης.

O Θέμης Παπαδέας είναι φιλόλογος


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013

36

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Νόμπελ Οικονομίας 2013

Η κυριαρχία των χρηματοοικονομικών ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΜΕΛΑ

Η αρμόδια για το Νόμπελ Οικονομίας Σουηδική Επιτροπή επέλεξε να δώσει το φετινό βραβείο σε τρεις ακαδημαϊκούς για τις εμπειρικές τους εργασίες στην αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού, κυρίως όσων βρίσκονται υπό διαπραγμάτευση στις χρηματιστηριακές αγορές: τον Eugenio Fama και τον Lars Peter Hansen του Πανεπιστημίου του Σικάγο και τον Robert Shiller του Χάρβαρντ. Η απόφαση προξενεί ενδιαφέρον, για τρεις τουλάχιστον λόγους. Πρώτον, διότι η επιλογή αφορά εμπειρικές εργασίες του κλάδου των χρηματοοικονομικών, και όχι της καθαρής θεωρητικής οικονομικής. Με αυτό τον τρόπο επιδιώκεται να τιμηθεί η εφαρμοσμένη επιστημονική έρευνα, σε πλήρη αντιστοίχηση με την ανάπτυξη της τεχνοεπιστήμης, κυρίαρχου χαρακτηριστικού της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας. Δεύτερον, διότι ο συγκεκριμένος επιστημονικός κλάδος, παρότι βρίσκεται τα τελευταία έτη στο επίκεντρο της διεθνούς επικαιρότητας λόγω της κυριαρχίας του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όχι μόνο δεν έχει οδηγήσει σε επίλυση των προβλημάτων, για τα οποία τιμάται, διαμέσου της διεύρυνσης

Ο Κώστας Μελάς διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

της θετικής ευρετικής —για να χρησιμοποιήσουμε έναν λακατιανό όρο ο οποίος επί της ουσίας υποδηλώνει την πρόοδο εντός του συγκεκριμένου ερευνητικού προγράμματος—αλλά, αντιθέτως, έχει πολλάκις διαψευσθεί (διαπιστώνεται αρνητική ευρετική) και ουσιαστικά έχει προκαλέσει αλλεπάλληλες κρίσεις στο οικονομικό σύστημα. Ο τρίτος λόγος είναι αυτή καθαυτή η επιλογή των τριών τιμηθέντων επιστημόνων. Ο Eugenio Fama είναι ο θεμελιωτής της «υπόθεσης των αποτελεσματικών αγορών».1 Κύρια χαρακτηριστικά της υπόθεσης είναι: Πρώτον, ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές κατανέμουν αποτελεσματικά τους αποταμιευτικούς πόρους στα πλέον ελπιδοφόρα επενδυτικά σχέδια, μεγιστοποιώντας έτσι την κοινωνική ευημερία. Βασική προκείμενη της παραπάνω υπόθεσης είναι η «ορθολογικότητα» των χρηματοοικονομικών αγορών και των δρώντων υποκειμένων σε αυτές. Δεύτερον, ότι οι τιμές των στοιχείων του ενεργητικού αντανακλούν τα βασικά οικονομικά μεγέθη. Αυτό συνεπάγεται ότι το ίδιο το σύστημα δεν παράγει κρίσεις, «φούσκες» και καταρρεύσεις. Πρόκειται για μια θεώρηση που προκρίνει την ευρεία χρήση των εφαρμοσμένων μαθηματικών, και συγκεκριμένα της θεωρίας των πιθανοτήτων, για τη λύση «πραγματικών προβλημάτων». Ουσιαστικά, πρόκειται για την εκμετάλλευση της δυνατότητας που παρέχουν οι σύγχρονοι υπολογιστές να επι-

λύονται πρακτικά μαθηματικά προβλήματα, αντικαθιστώντας τις μαθηματικές γνώσεις και τη μαθηματική μέθοδο με διάφορες τεχνικές, όπως για παράδειγμα η τεχνική της προσομοίωσης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται η λύση προβλημάτων χωρίς αυτός που «λύνει» το πρόβλημα να έχει συνολική θεωρητική άποψη για την προτεινόμενη λύση. Όλα ξεκινούν από τη χρήση της θεωρίας των πιθανοτήτων στην επίλυση προβλημάτων χρηματοπιστωτικού ενδιαφέροντος. Στην επιστήμη, οι πιθανότητες αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο που αντιμετωπίζονται και οι πληροφορίες. Τα «ποσοτικά» υποδείγματα, μέσω της δυνατότητας που τους δίνεται από την τρομακτική εξέλιξη της επιστήμης των υπολογιστών θεωρούν ότι μπορούν να κάνουν ένα ακόμα βήμα και να προχωρήσουν, υπό μια έννοια, στην ποσοτικοποίηση των προσδοκιών. Πρόκειται για έναν αδιέξοδο δρόμο τον οποίο έχουν επιλέξει οι οικονομικοί επιστήμονες, σε μια προσπάθεια να καταστήσουν την επιστήμη τους εφάμιλλη των λεγόμενων φυσικών επιστημών2. Αντιθέτως, ο Robert Shiller ανήκει σε ένα αντίπαλο ερευνητικό πρόγραμμα το οποίο δέχεται ως βασική προκείμενη την ατέλεια και την ανορθολογικότητα των αγορών, και επιχειρεί να εξηγήσει τη μεταβολή των τιμών των χρεογράφων με βάση την εξήγηση του ψυχολογικού κινήτρου.3 Στη θέση της ορθολογικότητας των ατόμων τίθεται η πραγματική ανθρώπινη συμπεριφορά που κυριαρ-

χείται από κανονικότητες αλλά και τα ζωικά ένστικτα και τις απρόβλεπτες καταστάσεις. Το σημαντικό και καθοριστικό σημείο, εδώ, αποτελούν οι ακραίες στιγμές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Εκεί δηλαδή που λαμβάνονται οι «καυτές αποφάσεις», οι οποίες ανατρέπουν το υφιστάμενο πλαίσιο, καθορίζοντας ένα μέλλον που πολύ λίγη σχέση έχει, αν έχει, με το παρόν και το παρελθόν. Τέλος, ο Lars Peter Hansen ανήκει στο χώρο της τεχνικής των εκτιμήσεων των στατιστικών δεδομένων. Είναι γνωστός, πάνω απ’ όλα, για τη συνεισφορά του στο πεδίο της οικονομετρίας. Είναι ο εμπνευστής της λεγόμενης γενικής μεθόδου των στιγμών,4 η οποία χρησιμοποιείται ευρέως στα χρηματοοικονομικά. Έχει επίσης μερίδιο στη δημιουργία της οικονομικής θεωρίας των χρηματοοικονομικών αγορών, τυποποιώντας τη θεωρία του στοχαστικού παράγοντα προεξόφλησης, ο οποίος χρησιμοποιείται στην αποτίμηση των στοιχείων του ενεργητικού. 1

E. F. Fama, «The behavior of stock market prices», Journal of Business 38 (1965). 2 Bλ. Αναλυτικά, Κ. Μελάς, Η ατελέσφορη επιστήμη, Ευρασία, Αθήνα 2013. 3 R.J.Shiller, Παράλογη ευφορία, Α. Α. Λιβάνης 2002 4 L. P. Hansen,» Large Sample Properties of the Generalized Methods of Moments», Econometrica 50 (1982), σ. 1029-1054.

Pussy Riot: Μια προσευχή με σημασία ΤΗΣ ΝΤΕΝΙΑΣ ΑΘΑΝΑΣΟΠΟΥΛΟΥΚΥΠΡΙΟΥ

Πριν λίγες ημέρες προβλήθηκε και στην Αθήνα, στο πλαίσιο του φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας», το ντοκιμαντέρ «Pussy Riot: A Punk Prayer» των Maxim Pozdorovkin και Mike Lerner. Το ίδιο το όνομα του συγκροτήματος, με τις συνυποδηλώσεις και τους πολιτικούς υπαινιγμούς του συνδυασμού των λέξεων «pussy» και «riot», καθιστά τη φεμινιστική του ταυτότητα πρόδηλη. Στις 21 Φεβρουαρίου του 2012 το συγκρότημα «εισέβαλε» στον ναό του Σωτήρος στη Μόσχα και μπροστά στο ιερό έδωσε μια παράσταση για γερά πολιτικά και θρησκευτικά νεύρα. Αποτέλεσμα: η σύλληψη, η δίκη και η καταδίκη των μελών του συγκροτήματος για χουλιγκανισμό, διατάραξη του θρησκευτικού συναισθήματος των παρευρισκόμενων Ορθόδοξων χριστιανών και υποδαύλιση θρησκευτικού μίσους. Μέλη του συγκροτήματος οδηγήθηκαν στη φυλακή όπου ακόμα ορισμένα εκτίουν την ποινή τους. Δεν αποτελεί κάτι ασυνήθιστο η τέχνη να ασκεί κριτική και να εκφράζει πολιτική πρόταση. Αντίστοιχα συνηθισμένο είναι θρησκευτικές εκδηλώσεις να έχουν πολιτική ση-

Η Ντένια Αθανασοπούλου Κυπρίου είναι διδάκτωρ Θεολογίας και διδάσκει στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο.

μασία, οι πολιτικοί να χειρίζονται τη λαϊκή θρησκευτικότητα και να συμμαχούν με τις θρησκευτικές ηγεσίες. Αυτό όμως που δεν είναι τόσο συνηθισμένο είναι η θεολογικά απελευθερωτική ή/και η απελευθερωτικά θεολογική σημασία του δρώμενου των Pussy Riot μέσα στην εκκλησία. Ένα γυναικείο πανκ συγκρότημα, φορώντας χρωματιστές κουκούλες, στέκεται μπροστά στο ιερό και στρέφεται προς τον κυρίως ναό διεκδικώντας χώρο να ξεστομίσει μια προσευχή. Πέντε γυναικεία στόματα επικαλούνται την Παναγία και ζητούν να συνταχθεί μαζί τους. Απευθύνονται στην Παρθένο Μαρία, εκείνη που όταν έμεινε έγκυος εκτός γάμου και χωρίς ανδρική προστασία και έγκριση, κινδύνευε να λιθοβοληθεί για παράβαση του Νόμου — με άλλα λόγια για χουλιγκανισμό και διατάραξη της θρησκευτικής τάξης της εποχής της. Εκείνη που χωρίς τη θεία επέμβαση που την προστάτευσε, θα γινόταν το εξιλαστήριο θύμα μιας κοινωνίας έτοιμης να θυσιάσει αθώους για χάρη της τάξης. Η επιλογή να προσευχηθούν στην Παρθένο Μαρία δεν φαίνεται διόλου τυχαία. «Θεοτόκε, Παρθένα Μαρία, γίνε φεμινίστρια». Μια προσευχή ικετευτική, παρακλητική, με περιεχόμενο το αίτημα δικαιοσύνης και σεβασμού της διαφορετικότητας. Στην απολογία τους έδωσαν το ερμηνευτικό κλειδί για την παράστασή τους και διατύπωσαν μια θέση με εξέχουσα θεολογική σημασία: «Τολμήσαμε, χωρίς την ευλογία του Πα-

τριάρχη, να συνδέσουμε οπτικά την κουλτούρα της Ορθοδοξίας με την κουλτούρα της διαμαρτυρίας. Γιατί πιστεύουμε ότι ο ορθόδοξος πολιτισμός δεν ανήκει μόνο στη Ρωσική Εκκλησία, τον Πατριάρχη και τον Πούτιν, αλλά μπορεί κάλλιστα να συμμαχήσει και να συμπορευθεί με την εξέγερση των πολιτών, με το πνεύμα της διαμαρτυρίας στη Ρωσία». Το Ευαγγέλιο της αγάπης, της ελπίδας και της ζωής μπορεί να χρησιμοποιείται για να χειραγωγήσει, να ελέγξει και να εξουσιάσει. Ωστόσο, δεν ανήκει στους εξουσιαστές. Οι Pussy Riot το υπενθύμισαν σε ολόκληρο τον κόσμο χάρη στην παράσταση σύγχρονης τέχνης που παρουσίασαν μέσα σε έναν καθιερωμένο χώρο λατρείας. Πέντε γυναίκες υπενθύμισαν ότι το Ευαγγέλιο έχει τη δυνατότητα και να απελευθερώνει. Σκάνδαλο και βλασφημία χαρακτηρίστηκε η πράξη τους από τους ζηλωτές Ορθοδόξους. Τα λόγια των θιγμένων πιστών, θεμελιωμένα σε μια φονταμενταλιστικού τύπου κατά γράμμα ανάγνωση της Αγίας Γραφής, διεκδικούν την αλήθεια και φαίνεται να λένε: «Θέλουμε να σε λιθοβολήσουμε επειδή βλασφημείς ενώ είσαι άνθρωπος» (Ιω 10:33). Και πάλι στην απολογία τους, τα μέλη του συγκροτήματος έκαναν μάθημα ερμηνευτικής του Ευαγγελίου, λέγοντας πως δεν μπορεί κάποιος να απομονώνει φράσεις της Αγίας Γραφής και να τις χρησιμοποιεί κατά το δοκούν. Πράγματι, το Ευαγγέλιο μιλάει για τη βλασφημία αλλά ο προσεκτικός αναγνώστης

αντιλαμβάνεται ότι οι πιστοί στον Νόμο του Θεού και ομόφυλοι του Ιησού κατηγορούν τον ίδιο τον Χριστό για βλασφημία. Η ανάλυση των Pussy Riot μαρτυρά θεολογική ευαισθησία, σε αντίθεση με ό,τι τους προσάπτουν οι ζηλωτές αντίπαλοί τους. Τέλος, η σκηνή κατά την οποία οι φύλακες απομάκρυναν από το ναό τις Pussy Riot, προκειμένου να τις συλλάβουν και να τις οδηγήσουν στην καταδίκη και την τιμωρία, θυμίζει τους δάσκαλους του Νόμου που έφεραν στον Ιησού μια γυναίκα που είχε διαπράξει μοιχεία για να δούνε τι θα κάνει και πώς θα αντιδράσει, καθώς ο Νόμος προέβλεπε τον λιθοβολισμό της. Όταν ρώτησαν τον Ιησού τη γνώμη του για να του στήσουν παγίδα, ώστε να βρουν μια κατηγορία εναντίον του, εκείνος έσκυψε κάτω και με το δάχτυλο έγραφε στο χώμα. Εκείνοι επέμεναν να τον ρωτούν, και τότε ο Ιησούς τους είπε: «Ο αναμάρτητος υμών πρώτος επ’ αυτήν βαλέτω λίθον» (Ιω 8: 3-8). Στην περίπτωση των Pussy Riot τα πράγματα ήταν διαφορετικά, καθώς τηρήθηκε ο Νόμος που τις καταδίκασε, στο όνομα μάλιστα της αγάπης στο πρόσωπο του Χριστού. Τι τραγική ειρωνεία! Ο Χριστός θυσιάστηκε, όπως θα έπρεπε να θυμούνται τουλάχιστον οι Χριστιανοί, ώστε να μην υπάρχουν πια εξιλαστήρια θύματα και κανένας να μην ξεπλένει τις δικές του αμαρτίες με ξένο αίμα.


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 20 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2013

37

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Tι είναι βία και ποια τα όρια της ΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ ΗΛΙΑΔΗ

Τις τελευταίες ημέρες έχει και πάλι ανάψει η αντιπαράθεση για το τι είναι βία και πότε (πρέπει να) την καταδικάζουμε. Η επανάληψη από τον πρωθυπουργό της φράσης «η βία πρέπει να καταδικάζεται από όπου και αν προέρχεται» αναζωπύρωσε τη συζήτηση, επαναφέροντας εύλογα ερωτήματα για τη βία των ΜΑΤ, τη βία ως μέσο άμυνας, τη βία των κοινωνικών διεκδικήσεων. *** Σε πρόσφατη τηλεοπτική εκπομπή («Ανατροπή», 14.10.2013) συμπυκνώθηκαν πολύ χαρακτηριστικά οι δύο κυρίαρχες σήμερα απόψεις για το πότε η βία πρέπει να γίνεται αποδεκτή. Και οι δύο, νομίζω, οδηγούν σε αδιέξοδο. Την πρώτη άποψη συμμερίζονταν σχεδόν όλοι το πάνελ (με μηδαμινή ανεκτικότητα στην αντίθετη άποψη και μεγάλη ευκολία στην εκφορά λεκτικής βίας προς τον εκφραστή της — την ίδια στιγμή που καταδίκαζαν τη βία). Η άποψη μπορεί να συνοψισθεί στη φράση: «Κάθε βία που ασκείται εκτός των πλαισίων του νόμου είναι πολιτικά καταδικαστέα και πρέπει να διώκεται ποινικά». Δηλαδή, το κράτος αποκλειστικά ορίζει την αποδεκτή βία –και έχει το μονοπώλιό της–, ενώ κάθε κοινωνική πρακτική διαμαρτυρίας πρέπει να κινείται αυστηρά στο πλαίσιο του νόμου, διαφορετικά πρέπει να υπάρχει πολιτική καταδίκη και ποινική δίωξη. Η άποψη αυτή (όπου τα πολιτικά όρια ανοχής ή αποδοχής της βίας ταυτίζονται με τα νομικά) δεν είναι «εφεύρεση» του εγχώριου μπλοκ εξουσίας αλλά κυρίαρχη στις δυτικές φιλελεύθερες κοινωνίες — με τη σημαντική διαφοροποίηση ότι σε αυτές συνήθως οι αποφάσεις για τα όρια του νόμου και η άσκηση της πολιτικής ακολουθεί πιο δημοκρατικά πρότυπα. Η εξισωτική καταδίκη της βίας ανεξαρτήτως προέλευσης και έντασης δημιουργεί, βέβαια, έναν «εννοιολογικό αχταρμά», περιορίζει τα περιθώρια κοινωνικών διεκδικήσεων και την ανυπακοή σε νόμους που θεωρούνται άδικοι και καταστροφικοί, και εν τέλει μετριάζει τις ακραίες μορφές βίας (μολότοφ), ταυτίζοντάς τις με τις ηπιότερες (γιαούρτια). Γι’ αυτό και ορθά καταγγέλλεται ως προσχηματική και αποπροσανατολιστική. Πότε όμως η (συλλογική πάντα) βία πρέπει να θεωρείται δικαιολογημένη και πότε απλώς παράνομη; Η αντίθετη άποψη (εκφράστηκε με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία στο εν λόγω πάνελ από τον Γ. Κατρούγκαλο μέσα σε μια τηλεοπτική αρένα η οποία, κατά τα λοιπά, καταδίκαζε τη βία…) απηχεί μια διαδεδομένη στην ριζοσπαστική Αριστερά οπτική· χαρακτηριστική η δημοσιότητα και τα χιλιάδες θετικά σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μπορεί να συνοψισθεί στο ότι «η βία είναι δικαιολογημένη όταν είναι κοινωνικά αποδεκτή», και άρα η κοινωνία ρυθμίζει τα όρια της – άποψη αυτή θυμίζει το παλιό σύνθημα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη!». Κι εδώ υπάρχουν εμφανή προβλήματα για μια δημοκρατία. Πώς αξιο-

Ο Χρήστος Ηλιάδης είναι δρ Πολιτικών Επιστημών.

Η βία και η κυβερνητική προπαγάνδα ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ Χ. ΧΡΥΣΟΓΟΝΟΥ

και τις αντιρρήσεις τους, στην ουσία να τη συνδιαμορφώσουν, ενώ κατά τη διάρκεια της άσκησής της λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές αντιδράσεις οδηγώντας στην αναπροσαρμογή της. Όταν δηλαδή υπάρχει μια ανοιχτή και ελεύθερη διαδικασία (που φυσικά δεν ακυρώνει την Βουλή), όπου όλοι έχουν την ευκαιρία να συμμετέχουν ισότιμα στην διαμόρφωση μιας πολιτικής, ενώ η πλειοψηφία θα ενσωματώνει και τα αιτήματα της μειοψηφίας. Μια τέτοια αφετηρία, θα έθετε τη συζήτηση σε άλλη βάση: αντί να συζητάμε αν είναι ή όχι αποδεκτή η βία, θα συζητάγαμε πότε και ποιες μορφές της μπορεί να γίνουν αποδεκτές και ποιες όχι (άλλο π.χ. το γιαούρτι και άλλο το μαχαίρι), πώς θα εκδημοκρατιστεί η άσκηση πολιτικής, πώς επιτυγχάνεται αυτό σε όλα τα επίπεδα (ακόμα και το πρακτικό)· επίσης, για τους καλύτερους τρόπους με τους οποίους μπορούν να ενσωματωθούν τα αιτήματα της μειοψηφίας χωρίς να χάνεται η αρχή της πλειοψηφίας κ.ο.κ. Και, φυσικά, για τα όρια της βίας, πολιτικά και ηθικά. Έτσι, κάθε βίαιη κοινωνική αντίδραση θα πρέπει να τεκμηριώνεται στην ύπαρξη δημοκρατικού ελλείμματος στην άσκηση της πολιτικής στην οποία αντιδρά αλλά και την απουσία δυνατότητας εναλλακτικής αντίδρασης, ενώ κάθε δίωξη των βίαιων κοινωνικών (αντι)δράσεων πρέπει να τεκμηριώνεται την ύπαρξη επαρκούς δημοκρατικής διαδικασίας (όχι απλώς «το ψήφισε η Βουλή»!) και την προσπάθεια ενσωμάτωσης της γνώμης της μειοψηφίας. Η συζήτηση δεν τελειώνει, βέβαια. Αλλά, τουλάχιστον, θα πρέπει είτε στην καταδίκη της είτε στην υπεράσπιση της βίας, «να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία».1

Τις τελευταίες μέρες, η συγκυβέρνηση έχει εξαπολύσει μια επικοινωνιακή επίθεση, με αφορμή την υποτιθέμενη μη καταδίκη όλων των μορφών βίας από κόμματα της αντιπολίτευσης — και κατεξοχήν τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν υπάρχει, μας λένε, «καλή» και «κακή» βία, και άρα η μη καταδίκη σημαίνει επιδοκιμασία της βίας και κατατάσσει το κόμμα στα «άκρα», καθιστώντας ενδεχομένως το ίδιο ή μέλη του υποψήφια για ποινικές και άλλες διώξεις. Στα παραπάνω υπάρχουν εμφανή στοιχεία «ηθικοπλαστικής» υπεραπλούστευσης και τελικά διαστρέβλωσης ενός σύνθετου νομικού και πολιτικού ζητήματος. Η έννομη τάξη δεν αποδοκιμάζει αδιακρίτως κάθε μορφή βίας. Αντίθετα μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις επιτάσσει τη βίαιη αντίδραση σε μια επίσης βίαιη δράση, όπως ιδίως στο άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, το οποίο καλεί κάθε πολίτη να αντισταθεί με όλα τα μέσα σε κάθε απόπειρα βίαιης κατάλυσης του Συντάγματος. Σε άλλες περιπτώσεις, το ισχύον δίκαιο απλώς επιτρέπει τη χρήση βίας, όπως π.χ. σε καταστάσεις άμυνας ή έκτακτης ανάγκης (άρθρα 22 και 25 του Ποινικού Κώδικα). Και σε άλλες, τις περισσότερες, ποινικοποιεί τη χρήση βίας, κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις και με την πρόβλεψη εγγυήσεων διαφόρων ειδών για τον κατηγορούμενο. Το χαρακτηριστικό της κυβερνητικής προπαγάνδας όμως είναι ότι συγχέει σκόπιμα τη βία με την κοινωνική διαμαρτυρία απέναντι στη μνημονιακή εξουσία, προκειμένου να δυσφημίσει την ίδια την έννοια της διαμαρτυρίας. Έτσι, π.χ., λεκτικές ή συμβολικές αποδοκιμασίες κατά πολιτικών προσώπων μεταβαπτίζονται σε «προπηλακισμούς» και επιχειρείται περίπου να εξισωθούν με τρομοκρατικές ενέργειες (!) ή πάντως να ερμηνευθούν ως προοίμιο τέτοιων. Σε άλλες περιπτώσεις, υπαρκτά βίαια αδικήματα επιρρίπτονται συλλήβδην σε ολόκληρες τοπικές κοινωνίες και μάλιστα συνδέονται αυθαίρετα με πολιτικά κόμματα που αντιπολιτεύονται την κυβέρνηση και τις καταστροφικές επιλογές της. Και βέβαια το άκρον άωτον της ανοησίας προκύπτει όταν πρώην τσεκουροφόροι ή βουλευτές-μυστικοσύμβουλοι του αρχιερέα της μνημονιακής υποταγής αξιώνουν να εμφανισθούν ως κριτές του ποιος ανήκει στο «συνταγματικό τόξο» και ποιός όχι. Όλα αυτά υποδηλώνουν, τελικά, την πολιτική ένδεια της κυβέρνησης. Αδυνατώντας να απολογηθεί για την οικονομική κατάρρευση και την ανθρωπιστική κρίση, στις οποίες οδηγεί η ευπειθής συμμόρφωσή της στις εντολές της τριαρχίας των δανειστών, προσπαθεί να αποσπάσει αλλού την προσοχή της κοινής γνώμης. Αργά ή γρήγορα όμως η τελευταία θα αντιληφθεί ότι το δίλημμα δεν είναι μεταξύ «μέσου» και «άκρου», αλλά μεταξύ υποδούλωσης και σεισάχθειας.

Στίχος του Καβάφη που περικομμένος περιφέρεται σε μέσα μεταφοράς στην Αθήνα

O Κώστας Χ. Χρυσόγονος διδάσκει συνταγματικό δίκαιο στη Νομική του ΑΠΘ και είναι μέλος της Κ.Ε. του ΣΥΡΙΖΑ

Ο Καβάφης στην υπηρεσία της «μη βίας», ανά την Αθήνα. Θα ακολουθήσουν:

ΓΑΜΗΣΑΤΩΣΑΝ λογείται το «κοινωνικά αποδεκτό»; Αν η αποδοχή ή όχι της βίας εξαρτάται αποκλειστικά από την έκβαση των κοινωνικών ανταγωνισμών, τι ρόλο παίζουν το Σύνταγμα και οι νόμοι; Νομίζω ότι και στις δύο περιπτώσεις φτάνουμε σε αδιέξοδο, ενώ το βασικό ερώτημα παραμένει: Πώς μπορούμε να φτάσουμε σε ένα συμπέρασμα που δεν θα καταδικάζει ισοπεδωτικά όλες τις μορφές βίας, θα αφήνει περιθώρια κοινωνικών αντιδράσεων και ανυπακοής, αλλά δεν θα υποτάσσει τον νόμο ούτε στη συγκυριακή θέληση μιας αφηρημένης «κοινωνίας» ούτε και στην αναγκαιότητα των κοινωνικών διεκδικήσεων; Το θέμα παραμένει εξαιρετικά δύσκολο και απαιτητικό, πολιτικά και επιστημονικά, και δεν πρόκειται, βέβαια να δώσω λύση σε λίγες αράδες. Άλλωστε, όλοι συμφωνούν ότι, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η βία είναι συνώνυμη με το Πολιτικό (είτε ως κρατική βία είτε ως κοινωνική διεκδίκηση)· επομένως, η συζήτηση είναι αέναη, και η καταδίκη ή υπεράσπιση της βίας εντάσσεται –αναπόφευκτα— σε πολιτικές επιδιώξεις. Πιστεύω, ωστόσο, ότι μπορεί να αναζητηθεί ένας κοινός τόπος στην εξής κατεύθυνση: η —συλλογική πάντα— βία μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή μόνο όταν η άσκηση πολιτικής δεν είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων δημοκρατικών διαδικασιών και όταν οι δημοκρατικά εκφρασμένες συλλογικές (και μαζικές) διαμαρτυρίες αγνοούνται. Δηλαδή, με το διπλό κριτήριο της δημοκρατικής προϋπόθεσης στη διαμόρφωση της πολιτικής και της προσπάθειας συμβιβασμού στις (μαζικές) αντιδράσεις. Πολύ απλά, όταν υπάρχει έλλειμμα δημοκρατίας – αρκεί να υπάρχει και ένα «άβατο βίας» που αφορά τα θεμελιώδη δικαιώματα τρίτων. Αυτό, ασφαλώς δεν λύνει το πρόβλημα, αφού θέτει το επόμενο μεγάλο ερώτημα: Πότε μια πολιτική είναι δημοκρατική; Με ποια κριτήρια και ποιοι αποφαίνονται γι’ αυτό; Αρκεί να την εγκρίνει η πλειοψηφία της Βουλής; Ερχόμαστε έτσι στην ουσία του ζητήματος της δημοκρατίας. Η απάντηση μπορεί, νομίζω, να κινείται στην εξής κατεύθυνση: μια πολιτική ασκείται δημοκρατικά όχι μόνο όταν την ψηφίζει η Βουλή, αλλά όταν όλοι όσους τους αφορά έχουν την ευκαιρία να εκφράσουν την άποψη

(Απόστολος Παύλος, Α΄ προς Κορινιθίους επιστολή)

[…] ΜΟΙΧΕΥΣΕΙΣ (Έξοδος)

και άλλα χωρία

1


Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

20 OKTΩΒΡΙΟΥ 2013

ΤΟ BLOG ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»: enthemata.wordpress.com e-mail: enthemata@gmail.com

Τσάπλιν και Μπρεχτ Στη μνήμη του Κωστή Σκαλιόρα, που μας αποχαιρέτισε για πάντα το Σάββατο 5 Οκτωβρίου, δημοσιεύουμε σήμερα μια από τις επιφυλλίδες του. Είχε δημοσιευτεί στο Βήμα, στις 26 Νοεμβρίου 1972. Και από το μικρό αυτό κείμενο, ο αναγνώστης μπορεί να διακρίνει, πιστεύουμε, την καλλιέργεια, το λαμπερό ύφος και το πνεύμα του Σκαλιόρα. Μιας σπουδαίας μορφής των γραμμάτων μας, μορφής σοβαρής, ευγενικής και μειλίχιας συνάμα, που αποτελούσε, όπως έγραψε ο Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «σημάδι ενός κόσμου που φεύγει: γαλήνια, αθόρυβα, μια και υπάρχουν και θάνατοι αθόρυβοι που ταιριάζουν σε ζωές που κύλισαν χωρίς κρότο, αλλά γεμάτες ουσιαστικό έργο».

ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΣΚΑΛΙΟΡΑ

Βγαίνοντας πριν από λίγες μέρες από μια προβολή του Δικτάτορα αναζητούσα με στενοχώρια τις πιθανές αιτίες της απογοήτευσής μου. Θυμόμουν, βέβαια, ότι και την πρώτη φορά που είχα δει την ταινία, πριν από πολλά χρόνια, δεν σκέφτηκα να την τοποθετήσω στο ίδιο επίπεδο με τον Χρυσοθήρα ή το Τσίρκο. Ο θαυμασμός μου, ωστόσο, για τον Τσάπλιν υποδαύλιζε την ελπίδα μιας μεταστροφής — που δεν πραγματοποιήθηκε. Γιατί η νέα επαφή με το έργο επιβεβαίωσε την αρχική εντύπωση, ενισχύοντας μάλιστα την αίσθηση της πολιτικής του καχεξίας. Σ’ αυτήν την τελευταία διαπίστωση υπήρχε ίσως μια προτροπή για ορισμένες συσχετίσεις. Έτσι έφτασα ν’ αναρωτηθώ, εντελώς φυσιολογικά, για τον ρόλο που μπορεί να είχε παίξει στην διαμόρφωση μιας τέτοιας αντίδρασης, η παρεμβολή ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη —για μένα— προβολή του Δικτάτορα, μιας άλλης, πολιτικά δραστικότερης γελοιογράφησης του Χίτλερ. Εννοώ, φυσικά, την Αντιστάσιμη άνοδο του Αρτούρο Ούι. Γραμμένο την ίδια περίπου εποχή που γυρίστηκε και η ταινία, το έργο του Μπρεχτ προοριζόταν κι αυτό για ένα κοινό που δεν γνώριζε από πρώτο χέρι την τυραννία του ναζισμού. Ο εξόριστος συγγραφέας ήθελε «να εξηγήσει στον καπιταλιστικό κόσμο την άνοδο του Χίτλερ». Υπολογίζοντας στις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του μακρινού του θεατή, χρησιμοποιούσε την θεατρική παραβολή, μετατόπιζε την δράση στην Αμερική και μετέβαλε τα ηγετικά στελέχη του εθνικο-

σοσιαλισμού σε γκανγκστερική συμμορία. Τι λογάριαζε να πετύχει μ’ αυτόν τον τρόπο ο Μπρεχτ; Στις σημειώσεις του διαβάζουμε πως σκόπευε να καταστρέψει τον σεβασμό που εμπνέουν οι φονιάδες. Παρατηρούσε ότι «η αντίληψη της ιστορίας των αστών (και των προλεταρίων, όσο δεν έχουν άλλη) είναι σε μεγάλο βαθμό ρομαντική». Συνέβαινε λοιπόν να δημιουργούν οι δολοφόνοι την ψευδαίσθηση του μεγαλείου με μόνη την έκταση των εγχειρημάτων τους. Πώς μπορεί να πολεμήσει μια τέτοια κατάσταση ένας συγγραφέας; Συνθλίβοντας τους μεγάλους πολιτικούς εγκληματίες κάτω απ’ το βάρος του γελοίου. «Καθότι δεν είναι διόλου μεγάλοι πολιτικοί εγκληματίες, αλλά δράστες μεγάλων πολιτικών εγκλημάτων, πράγμα που διαφέρει». Σχεδίαζε λοιπόν να γελοιοποιήσει τους δήμιους ο Μπρεχτ. Κι ως εδώ τραβούσε τον ίδιο δρόμο με τον Τσάπλιν - τον οποίο θαύμαζε. Σε ποιο σημείο αρχίζουν να μακραίνουν ο ένας από τον άλλον; Ο διαχωρισμός είναι φανερός στο στάδιο κιόλας των δηλωμένων προθέσεων. «Η φρίκη δεν πρέπει να πάψει ούτε στιγμή να είναι αισθητή», γράφει ο δραματουργός του Αρτούρο Ούι. Κι αυτό είναι κάτι που απουσιάζει από τον Δικτάτορα. Στην «ιστορία της ζωής μου» του Τσάπλιν υπάρχουν μερικά διαφωτιστικά αποσπάσματα σχετικά με τη γένεση του έργου και την από μέρους του αντιμετώπιση του Χίτλερ ως αντικειμένου διακωμώδησης. Η αρχική παρακίνηση χρονολογείται από το 1937 και προήλθε από τον Αλεξάντερ Κόρντα, ο οποίος συνέστησε στον Τσάπλιν να κάνει μια ταινία που θα βασιζόταν σε μια σύγχυση προσώπων, «μια και ο Χίτλερ είχε το ίδιο μουστάκι με τον Σαρλώ». Στην σκέψη του Άγγλου παραγωγού ο Τσάπλιν θα μπορούσε να παίζει και τους δύο ρόλους, πράγμα που έθελξε τον ενδιαφερόμενο, γιατί του έδινε ανάμεσα

σ’ άλλα την δυνατότητα να εξασφαλίσει ένα πέρασμα από τον βωβό στον ομιλούντα. «Στον ρόλο του Χίτλερ θα μπορούσα να απευθύνομαι στα πλήθη σε μια “γλώσσα” που θα επινοούσα ο ίδιος. Και στον ρόλο του Σαρλώ θα μπορούσα να μένω, λίγο-πολύ, σιωπηλός». Ένα σενάριο για τον Χίτλερ προσφερόταν για γελοιογράφηση και για παντομίμα. Σ’ ένα άλλο σημείο των απομνημονευμάτων, οι καρικατούρες σχεδιάζονται πια με ακρίβεια. «Ο Βάντερμπιλτ (φίλος του δημοσιογράφος, που του είχε μιλήσει για τα βασανιστήρια στα οποία υπέβαλλαν οι ναζιστές τους κρατουμένους των στρατοπέδων) μου έδειξε μια σειρά φωτογραφιών που παριστάνουν τον Χίτλερ να μιλάει. Το πρόσωπό του ήταν τρομερά κωμικό: μια κακή απομίμηση του Σαρλώ, με το γελοίο μουστάκι του, τ’ αχτένιστα μαλλιά του που κρέμονταν σ’ αηδιαστικά τσουλούφια, το μικρό του στόμα. Δεν κατάφερνα να τον πάρω στα σοβαρά. Κάθε φωτογραφία τον έδειχνε σε διαφορετική πόζα. Στην μια απευθυνόταν στα πλήθη με τα χέρια του σφιγμένα σαν τανάλιες, σε μιαν άλλη είχε το ένα χέρι ανεβασμένο και το άλλο κατεβασμένο σαν τον παίκτη του κρίκετ που ετοιμάζεται να χτυπήσει, σε μια τρίτη είχε τα χέρια ενωμένα μπροστά του, σαν να έκανε άρση φανταστικών βαρών. Ο χιτλερικός χαιρετισμός, με το χέρι ανεστραμμένο στον ώμο και την παλάμη να κοιτάει τον ουρανό, μου γεννούσε την επιθυμία ν’ ακουμπήσω επάνω ένα δίσκο με άπλυτα πιάτα. «Πρόκειται για τρελό», συλλογίστηκα. Αλλά όταν ο Αϊνστάιν και ο Τόμας Μαν υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την Γερμανία, το πρόσωπο του Χίτλερ δεν μου φάνηκε πια κωμικό, αλλά αποτρόπαιο». Να που συναντιόμαστε ξανά με την φρίκη που ο Μπρεχτ θεωρούσε αναπόσπαστο μέρος της σάτιράς του. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με κάτι που ένιωσε ο Τσάπλιν σαν άν-

θρωπος, και που δεν διοχετεύτηκε στο έργο του. Ο Χίνκελ του Δικτάτορα είναι ένας Χίτλερ τον οποίο δεν καταφέρνουμε, ούτε εμείς, να πάρουμε στα σοβαρά. Η απαίσια όψη του καλύπτεται από την δεξιοτεχνία με την οποία σχεδιάζεται η κωμική φιγούρα. Αν εξαιρέσουμε άλλωστε την απολαυστική διαπόμπευση της χιτλερικής ρητορείας με την επινόηση ενός «ιδιώματος» που κατορθώνει να παραπέμπει στο πρότυπο, η εκφραστική κλίμακα του Χίνκελ μας παροτρύνει να τον δούμε σαν μεταμφιεσμένο Σαρλώ. Αυτή η συγγενικότητα δεν θα είχε προφανώς τις ίδιες συνέπειες αν η πολιτική σάτιρα ήταν ουσιαστικότερη. Στην προκειμένη όμως περίπτωση τείνει σ’ έναν παροπλισμό. Διαπιστώνουμε ότι μερικά βλήματα δεν είναι άσφαιρα, ακούμε τον Χίνκελ να διατάζει την ομαδική εκτέλεση απεργών, και η μνεία παραμένει πέρα για πέρα ατελέσφορη για να την περιτυλίγει αμέσως το επόμενο «χορογραφικό» εύρημα. Αν ανατρέξουμε πάλι στ’ απομνημονεύματα θα δούμε ότι Τσάπλιν είχε την φρόνηση να χαράξει ο ίδιος τα όριά του. «Έπρεπε να γελάσουμε με τον Χίτλερ. Αν είχα γνωρίσει την πραγματική φρίκη των γερμανικών στρατοπέδων δεν θα μπορούσα να κάνω τον Δικτάτορα, δεν θα μπορούσα να περιπαίξω την φονική παραφροσύνη των ναζιστών». Ο Τσάπλιν εκείνης της εποχής, ειλικρινής πολέμιος του φασισμού και βαθύτατα αλληλέγγυος με τα θύματά του, δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε —οι συνθήκες στην Αμερική δεν ήταν, πάντως, ευνοϊκές — να προχωρήσει σε μια ριζικότερη πολιτική καταγγελία. Στάθηκε απέναντι στον Χίτλερ όπως κι απέναντι στις φωτογραφίες του. Κι αφέθηκε στους ακαταμάχητα κωμικούς συνειρμούς του, επισυνάπτοντας στο τέλος και τον συναισθηματικά γενναιόδωρο φιλελευθερισμό του. Το γέλιο που χάρισε όμως στο κοινό του έμοιαζε πιο πολύ με ξόρκι, παρά με όπλο. Δεν είναι επομένως περίεργο που ο σημερινός θεατής βρίσκει το έργο λειψό. Ιδίως αν συμβαίνει να πιστεύει πως «είναι ακόμα γόνιμη η κοιλιά, απ’ όπου βγήκε το κακό» —όπως λέει ο Μπρέχτ στον επίλογο του Αρτούρο Ούι. […]

ΜΝΗΜΗ ΚΩΣΤΑ ΔΙΑΦΩΝΙΔΗ Πριν από πέντε χρόνια τέτοιες μέρες (21.10.2008) έφυγε για πάντα από κοντά μου ο σύντροφός μου Κώστας Διαφωνίδης, αφήνοντας σε μένα μια απέραντη μοναξιά και στους συγγενείς, φίλους και συντρόφους ένα μεγάλο κενό. Στη μνήμη του προσφέρω στην Αυγή 100 ευρώ και στα ΑΣΚΙ επίσης 100 ευρώ για την ενίσχυση του σημαντικού έργου τους. H γυναίκα του Μαρίκα Διαφωνίδου


e11834