Issuu on Google+

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κείμενα των: Συντακτικής Ομάδας των Ενθεμάτων, Νικόλα Κοσματόπουλου, Ηλία Νικολακόπουλου, Κωνσταντίνου Τσουκαλά, Μάκη Κουζέλη, Δημήτρη Χριστόπουλου, Μαρίας Πούλου, Δημήτρη Δημητρόπουλου ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 751

ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΓΝΩΜΕΣ & ΙΔΕΕΣ - ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΕΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ

ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΩΝ ΔΟΛΟΦΟΝΩΝ

Έγκλημα. Και η τιμωρία; Tην Πέμπτη, τα πρωτοσέλιδα βοούσαν, καταδικάζοντας το ναζιστικό έγκλημα. Δεν μιλάμε για την Αυγή, τον Ριζοσπάστη ή την Εφημερίδα των Συντακτών, αλλά για εφημερίδες που αλλιώς μας είχαν συνηθίσει: «Δολοφονία-σοκ από νεοναζί» (Η Καθημερινή), «Σοκ από το έγκλημα της Χρυσής Αυγής» και εικονογράφηση μια σβάστικα διαγραμμένη (Τα Νέα) κ.ο.κ. Και, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, ο πρωθυπουργός δεν μίλησε, γι’ άλλη μια φορά, για τη «θεωρία των δυο άκρων», αλλά για «επιγόνους των νεοναζί». Πράγματι, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα ήταν σοκ για πολλούς, ακόμα και για μας. Κανένας όμως, και ειδικά αναλυτές και διαμορφωτές της κοινής γνώμης, δεν μπορεί να εκπλήσσεται. Είχαν προηγηθεί εμπρησμοί και επιθέσεις σε μετανάστες, μαχαιρώματα και πάμπολλα άλλα περιστατικά εγκληματικής βίας των νεοναζί, με αποκορύφωμα τη δολοφονία του Σαχτζάτ Λουκμάν. Δεν ήταν λοιπόν η «κακιά στιγμή» που οδήγησε στον θάνατο τον Παύλο Φύσσα. Αν και δεν μπορούσαμε να προβλέψουμε το θύμα, το γεγονός ήταν απολύτως προβλέψιμο, όπως και οι δράστες. Και εδώ πρέπει να μιλήσουμε για ευθύνες. Όχι φυσικά επιχαίροντας ή «θριαμβολογώντας» –αφού μονάχα η θλίψη και η οργή έχουν θέση, κανενός είδους «χαρά»–, αλλά για να ξέρουμε. Πρέπει λοιπόν να πούμε ότι η Νέα Δημοκρατία και η κυβέρνηση, με σειρά ενεργειών τους (και όχι παραλείψεών τους) έδωσαν στους νεοναζί το μήνυμα ότι μπορούν να δρουν ανενόχλητοι. Τέτοιες ενέργειες ήταν η απόσυρση του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, η συχνή «κατά λάθος» ψήφος βουλευτών (της Ν.Δ. αλλά και του ΠΑΣΟΚ) κατά της άρσης της ασυλίας Χρυσαυγιτών βουλευτών, ακριτομύθειες –που ποτέ δεν διαψεύστηκαν– του γ.γ. της κυβέρνησης Τ. Μπαλτάκου για ενδεχόμενη συνεργασία Ν.Δ.-Χρυσής Αυγής, η συστηματική αποφυγή καταδίκης της νεοναζιστικής βίας (πιο πρόσφατο παράδειγμα, η σιωπή ΝΔ και κυβέρνησης για τη δολοφονική επίθεση εναντίον του ΚΚΕ στο Πέραμα) και αντ’ αυτής η καλλιέργεια της θεωρίας των δύο άκρων (πιο αποκρουστικό παράδειγμα, ο Χρύσανθος Λαζαρίδης, που, λίγες μόνο ώρες μετά τη δολοφονία, επέλεξε να επιτεθεί στον ΣΥΡΙΖΑ…). Ευθύνες, πολύ σοβαρές, έχουν τα μέσα ενημέρωσης. Ας μην πάμε σε βάθος χρόνου, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν στα κανάλια άρχισε να διαχέεται συστηματικά η ξενοφοβία, ο ρατσισμός και η μισαλλοδοξία, να καλείται ο Πλεύρης πατήρ και άλλοι επιφανείς ακροδεξιοί ως «ειδικοί» για θέματα δικαιωμάτων, μεταναστών κλπ. (για όλα αυτά, ας ανατρέξει κανείς στη Μαύρη Βίβλο του Δημήτρη Ψαρρά). Οι άμεσες ευθύνες, στο βραχύ διάστημα της ανόδου της Χρυσής Αυγής, είναι κραυγαλέες.1 Ένα μόνο παράδειγμα: Στο φύλλο της Καθημερινής της Πέμπτης στηλιτεύουν τη ναζιστική βία ο Μπάμπης Παπαδημητρίου (ο ίδιος που προ ημερών είχε μιλήσει για συνεργασία της ΝΔ με μια «σοβαρότερη Χρυσή Αυγή») και ο Στέφανος Κασιμάτης (ο ίδιος που προ ενός έτους ανακήρυσσε τη Χρυσή Αυγή «ευκαιρία για τη δημοκρατία). Θα πιστεύαμε ότι πρόκειται περί συνωνυμίας, αλλά ο Κασιμάτης, χωρίς ντροπή, μας το θυμίζει ο ίδιος, γράφοντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, ότι αυτός τα έλεγε… Παρ’ όλα αυτά (ή, ακριβέστερα, λόγω όλων αυτών) τα πρωτοσέλιδα της Πέμπτης, όπως και η δήλωση Σαμαρά, έχουν σημασία. Δεν ήταν δεδομένα. Θα μπορούσε, λ.χ., να κυριαρχεί

η αντίληψη των «άκρων» ή της «συμπλοκής οπαδών»: «Τον σκότωσε για το ποδόσφαιρο» έγραφε η οθόνη στο ΣΚΑΪ, πρωί της Τετάρτης. Αντιθέτως, όλοι τελικά μίλησαν για έγκλημα των νεοναζί. Αυτό, ανεξάρτητα αν μας προξενεί ικανοποίηση ή σκεπτικισμό, ανεξάρτητα από το αν το θεωρούμε υποκριτικό, ειλικρινές ή καιροσκοπικό, συνιστά, από μόνο του πολιτικό γεγονός, το οποίο πρέπει να αξιολογήσουμε και να αξιοποιήσουμε ως αναλυτικό εργαλείο στον αγώνα κατά των νεοναζί. Γιατί η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι τομή, από πολλές απόψεις. Πρόκειται για την πρώτη ξεκάθαρα «πολιτική» δολοφονία· δολοφονία αντιφασίστα. Επιπλέον, ο Π. Φύσσας ήταν εργάτης, συνδικαλιζόταν, είχε αντιφασιστική δράση σε μια λαϊκή γειτονιά του Πειραιά, με δημόσια παρουσία και λόγο ακόμα και μέσα από την τέχνη του. Αρχέτυπο «εχθρού», με εμβληματικά χαρακτηριστικά «αντίπαλου δέους», ταξικά και ιδεολογικά. Έλληνας, εργάτης, αντιφασίστας, νέος, λαϊκός άνθρωπος, καλλιτέχνης: με τη δολοφονία του, η Χρυσή Αυγή ξεπέρασε πολλά όρια μαζί — ίσως γι’ αυτό, με τη δολοφονία αυτή, καταρρέουν εντυπωσιακά οι περισπούδαστες εξισώσεις της βίας… Για την ελληνική κοινωνία (όσο κι αν τη διαπερνούν ρατσιστικές και μισαλλόδοξες απόψεις), για τα media (όσο άθλια κι αν είναι), για το πολιτικό σύστημα, η δολοφονία αυτή, που σηματοδοτεί την αποχαλίνωση της ναζιστικής βίας, δεν είναι ανεκτή (σε αντίθεση με τη δολοφονία του Πακιστανού Σ. Λουκμάν). Έπειτα, η συγκεκριμένη δολοφονία είναι δραματικά υποδειγματική για να φανεί πώς η Χρυσή Αυγή είναι δολοφονική συμμορία. Όσο έρχονται στο φως στοιχεία τόσο ξετυλίγεται το κουβάρι της εγκληματικής δράσης, που εξαπλώνεται σε όλη τη συμμορία. Και το αίτημα, βέβαια, είναι ένα: να ξηλωθεί όλο το κουβάρι, η έρευνα να μην περιοριστεί στον δράστη. Και, ακόμα, δουλειά και της αστυνομίας αλλά και της ερευνητικής δημοσιογραφίας (όπως στην υπόθεση Λαμπράκη, οπότε η αστυνομία δεν έκανε τη δουλειά της), ξετυλίγοντας το κουβάρι αυτό, να στοιχειοθετήσει το σκοτεινό πεδίο της διαπλοκής νεοναζιστών, συμμοριών, δυνάμεων καταστολής και επιχειρηματικών συμφερόντων. Η στιγμή είναι κρίσιμη. Για όλους. Και για το αντιφασιστικό κίνημα και για τη δημοκρατία και για τους Χρυσαυγίτες και για την κυβέρνηση, που έχει ένα γερό πάτημα –αρκεί να το θέλει– για να αλλάξει επιτέλους στάση απέναντι στους νεοναζί. Αν η συγκεκριμένη δολοφονία περάσει στο ντούκου (όπως δηλαδή του Σ. Λουκμάν), αν το ζήτημα εξατμιστεί σε εξαγγελίες (όπως τα «γραφεία ρατσιστικής βίας» που ιδρύθηκαν και μένουν εντελώς άπραγα), αν η απαιτούμενη κάθαρση περιοριστεί στην τιμωρία του δράστη, τότε, πολύ απλά, σύντομα δεν θα μπορούμε να κυκλοφορούμε έξω από τα σπίτια μας. Δεν φτάνει η (μεγαλειώδης, λόγω του πλήθους και της συμμετοχής της γειτονιάς, που σηματοδότησε το σπάσιμο του φόβου)– αντιφασιστική συγκέντρωση της Τετάρτης, δεν φτάνουν οι ανακοινώσεις και οι δηλώσεις· και πρέπει και ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει πολύ περισσότερα, να θέτει διαρκώς και επίμονα το ζήτημα της αντιμετώπισης των νεοναζί. tst Η Χρυσή Αυγή, στον βαθμό που αποτελεί εγκληματική συμμορία, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς την αστυνομία και τη δικαιοσύνη. Το κίνημα, οι αντιφασίστες, οι ευαισθητοποι-

Αντιφαστιστική αφίσα του Ισπανικού Εμφυλίου

ημένοι πολίτες μπορούν να κάνουν πολλά, αλλά δεν μπορούν να γίνουν ανακριτικοί υπάλληλοι, αστυνόμοι και δικαστές, να εντοπίζουν τους δράστες, να τους συλλαμβάνουν και να τους τιμωρούν. Είναι και αδύνατον και επικίνδυνο. Ωστόσο, εδώ υπάρχει μια μεγάλη αντίφαση: Η αστυνομία και (σε μικρότερο βαθμό) η δικαιοσύνη –αυτές οι ίδιες που είναι τόσο σημαντικές για την αντιμετώπιση των νεοναζί– είναι αποδεδειγμένα διαβρωμένες από τη Χρυσή Αυγή, με τη σιωπηρή ανοχή ή ανοιχτή υποστήριξη της κυβέρνησης. Διαβάσαμε, λ.χ. ότι στο σημείο της δολοφονίας μια ολόκληρη ομάδα ΔΙΑΣ παρακολουθούσε άπραγη· ότι, λίγες μέρες πριν, σε έρευνα σε τοπικά γραφεία της Χρυσής Αυγής (για την επίθεση στο Πέραμα) αστυνομικοί και εισαγγελείς τράπηκαν σε φυγή όταν εμφανίστηκε μαινόμενος Χρυσαυγίτης βουλευτής. Στο βαθμό που ισχύουν, εικονογραφούν εφιαλτικά το αδιέξοδο… Γιατί, αν δεν κοπεί αυτός ο δεσμός, δεν μπορεί να υπάρξει αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής. Φυσικά, το ζήτημα του νεοναζισμού δεν είναι μόνο ποινικό. Εδώ, ενώ δεν πρέπει να χαριζόμαστε σε κανέναν, ενώ πρέπει να μιλάμε απερίφραστα για τις ευθύνες όλων όσων χαϊδεύουν τους νεοναζί, να μιλάμε αυστηρά και προς την κοινωνία, δεν χρειάζεται να της κουνάμε το δάχτυλο. Ο λόγος μας μπορεί να είναι αυστηρός και ανοιχτός μαζί, να λαμβάνει υπόψη ότι η κοινωνία δεν είναι (ακόμα) έτοιμη να αποδεχτεί το μαχαίρωμα, ιδίως Ελλήνων (όσο τραγική κι αν είναι μια τέτοια διάκριση). Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα μπορεί, και πρέπει, να ταρακουνήσει ακόμα και συντηρητικούς, φοβισμένους ανθρώπους – και όχι να τους φοβίσει ακόμα περισσότερο. Πρέπει, λοιπόν, να μιλήσουμε και σε αυτούς: χωρίς χαϊδέματα, να τους πούμε για τις ευθύνες τους και μαζί να πούμε ότι το να είσαι δεξιός, συντηρητικός, «φιλήσυχος», δεν επιτρέπεται να ταυτίζεται με το να είσαι νεοναζί και δολοφόνος. Υπάρχει, και πρέπει να υπάρχει απόσταση· αν αυτή σιγά σιγά χάνεται, τότε χαθήκαμε όλοι μαζί, δικαίως ή αδίκως, δίκαιοι και άδικοι. H ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

28

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΓΙΑ ΜΙΑ «ΑΝΤΙ-ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΗ» ΕΡΕΥΝΑ

Κυβερνησιμότητα της κρίσης και των κοινών στη νέα Μεσόγειο ΤΟΥ ΝΙΚOΛΑ ΚΟΣΜΑΤOΠΟΥΛΟΥ

Από την ημέρα που ο Μωχάμεντ Μπουαζίζι πυρπόλησε το βασανισμένο κορμί του σε μια πόλη της Τυνησίας, το κύμα των εξεγέρσεων και αναταραχών, που αυτή η κίνηση πυροδότησε, εξαπλώθηκε σε όλη σχεδόν τη Μεσόγειο. Ωστόσο, παρά το εύρος και την πολυφωνία των αναλύσεων που ακολούθησαν, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό, εντυπωσιακά απόν σε πολλές, αν όχι όλες: η μετατροπή της Μεσογείου σε προνομιακή περιοχή κρίσεων και εξεγέρσεων. Η απουσία ενός μεσογειακού αναλυτικού πλαισίου έχει να κάνει, σε γενικές γραμμές, με δύο λόγους. Πρώτον, η διάσπαρτη ισλαμοφοβία παγιώνει τη διάκριση της Μεσογείου στην ευρωπαϊκή μεριά από τη μια (στην οποία οι «τεμπέληδες Νότιοι» μπορούν ακόμα να γίνουν Βόρειοι, αν αποποιηθούν το αμαρτωλό τους DNA και θυμηθούν τις αρετές του ευρωπαϊκού πολιτισμού) και στην αραβικο-μουσουλμανική από την άλλη, όπου οι αρχές της Γαλλικής Επανάστασης δεν έφτασαν ποτέ, άρα οποιαδήποτε εξέγερση είναι καταδικασμένη να καταλήξει είτε σε στρατιωτική είτε σε ισλαμική χούντα. Δεύτερον, η κυρίαρχη «επιστημονική» διάγνωση της κρίσης ορίζει ότι το κύριο πρόβλημα της Νότιας Ευρώπης εστιάζεται στην οικονομία, ενώ στη Μέση Ανατολή είναι η πολιτική που νοσεί. Φυσικά, κάθε λογής ειδήμονες δεν χάνουν ευκαιρία να διανθίσουν τις διαγνώσεις της κρίσης χρέους στον μεσογειακό Βορρά με νουθεσίες για πολιτικές «μεταρρυθμίσεις», αλλά κανείς —εκτός από νεοναζί και χουντικούς— δεν έχει τολμήσει (ακόμα) να υπονοήσει ότι οι Νοτιοευρωπαίοι είναι ανώριμοι για δυτικού τύπου δημοκρατίες, όπως υποστηρίζεται ευρέως κι ευθαρσώς για τους άραβες γείτονές τους. Αν δούμε λοιπόν τα κοσμοϊστορικά φαινόμενα που ζούμε πέρα από ισλαμοφοβικά και ψευτοεπιστημονικά φίλτρα, διαπιστώνουμε ότι η Μεσόγειος έχει μετατραπεί σε μια περιοχή πολύ πλούσια, όχι σε κοιτάσματα υδρογονανθράκων, αλλά σε πειράματα κυβερνησιμότητας. Ορίζω την κυβερνησιμότητα όχι με τη στενή έννοια των κυβερνητικών θεσμών, αλλά με τη φουκωική έννοια της κρίσιμης σύνδεσης της εξουσίας με τη γνώση (π.χ. των ειδικών της βιοπολιτικής και των εφαρμοσμένων επιστημών). Μπορούμε να διακρίνουμε τα πειράματα σε δυο κατηγορίες. Κυβερνησιμότητα της κρίσης. Πρώτη κατηγορία, η κυβερνησιμότητα της κρίσης, η οποία βασίζεται σε τεχνοκρατικά φαντασια-

Ο Νικόλας Κοσματόπουλος είναι διδάκτορας κοιν. Ανθρωπολογίας. Φέτος διδάσκει στο Κολούμπια/Νέα Υόρκη και στο Sciences Po/Παρίσι. Ο συγγραφέας θέλει να ευχαριστήσει την Αθηνά Αθανασίου, τον Γιώργο Καλλή και την Πέννυ Κουτρολίκου για τον κόπο τους να διαβάσουν το κείμενο και να προτείνουν σημαντικές αλλαγές.

Έργο του Ζακ Πρεβέρ, 1979

κά της κρίσης και της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Η κυβερνησιμότητα αυτή μεταλλάσσει την πολιτική, από τέχνη της (δια)τήρησης του κοινωνικού συμβολαίου, σε τεχνοκρατία της (αν)αποτελεσματικής διάγνωσης και αντιμετώπισης κινδύνων. Οι «κίνδυνοι» ποικίλλουν ανάλογα με τη χώρα και τη συγκυρία, αλλά τόσο το πατριαρχικόεθνικιστικό πλαίσιο όσο και η αμεσότητα με την οποία προβάλλονται παραμένουν απαράλλακτα: στην Τουρκία ο εθνικός κίνδυνος προέρχεται από τους «βρωμιάρηδες» της Ταξίμ και τους Κούρδους, στην Αίγυπτο από τους ισλαμιστές και τους «ξένους συνωμότες», στην Ελλάδα από τις οροθετικές, τους «μπαταχτσήδες», τους μπαχαλάκηδες κ.ο.κ. Τα φαντασιακά της κρίσης τείνουν να αντικαταστήσουν τα κοινωνικά συμβόλαια ως κύρια πηγής νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας σε πολλές χώρες ειδικά μετά την 11/9, ωστόσο στη Μεσόγειο η κυβερνησιμότητα της κρίσης έχει την τιμητική της. Χρησιμοποιείται τόσο στη διάλυση σχετικά αναπτυγμένων «κοινωνικών κρατών», για πρώτη φορά σε τέτοια κλίμακα, όσο και στη δημιουργία νέων μορφών διαχείρισης πληθυσμών και προβλημάτων στα σημαντικότερα πεδία της σύγχρονης διακυβέρνησης: οικονομία, ενέργεια, υγεία, (βιο)ασφάλεια, έλεγχος συνόρων, διατήρηση της ενδοκρατικής ειρήνης, αστυνόμευση, «ανθρωπιστική» δράση, καθώς και δημιουργία νέων (παρα)κρατών. Προσεγγίζοντας κανείς τη Μεσόγειο με ένα τέτοιο (ερευνητικό-πολιτικό) φίλτρο, έχει τη θαυμάσια ευκαιρία να παρατηρήσει ότι οι ενδομεσογειακές διαφορές στο «πολιτικόπολιτιστικό» πλαίσιο ωχριούν μπροστά στις ομοιότητες, συνεργασίες, ανταλλαγές και κοινές πρακτικές που επιβάλλει η κυβερνη-

σιμότητα της κρίσης. Κυβερνησιμότητα των κοινών. Η δεύτερη κατηγορία αναφέρεται στις κινήσεις και τα κινήματα που συγκροτούνται καθημερινά στη βάση της υπεράσπισης και εξάπλωσης των «κοινών» – είτε αυτά είναι φυσικά (δάση, νερά, πηγές), πολιτιστικά (κοινοτικές παραδόσεις, νέες προσπάθειες συλλογικής αυτοδιαχείρισης) ή πολιτικά (κοινωνικά, εργατικά, φυσικά, ανθρώπινα δικαιώματα, πέραν της εκμετάλλευσής τους από ειδικούς και διεθνείς οργανισμούς). Έτσι, προσπάθειες αυτονόμησης από την κεντρική εξουσία συνδυάζονται με νέους τρόπους αυτο-οργάνωσης, αυτο-διαχείρισης κι αυτο-κυβέρνησης, που βασίζονται σε μια κριτική στάση απέναντι σε κυρίαρχες μορφές διαχείρισης της φύσης, της εργασίας, της πολιτικής κοινότητας και, εν τέλει, της εξουσίας. Οι νέες πρακτικές δεν απορρίπτουν την κυβερνησιμότητα γενικώς, αλλά προσπαθούν να την κοινωνικοποιούν, ώστε ο άλλοτε κυβερνώμενος να αυτοκυβερνάται μέσα από τον έλεγχο της γνώσης για τα κοινά, η οποία θα μπορούσε, με τη σειρά της, να γίνει κοινή γνώση. Μορφές αυτής της κυβερνησιμότητας των κοινών παρατηρούμε στους τρόπους με τους οποίους ορίζονται και γίνονται αντικείμενο οικειοποίησης η φύση και η εργατική/δημιουργική δύναμη, το αστικό τοπίο και η συλλογική ιδιοκτησία, καθώς και στους τρόπους λήψης αποφάσεων σε πολιτικές ή ιστορικές κοινότητες. Παραδείγματα μορφών κυβερνησιμότητας των κοινών βρίσκονται παντού γύρω μας, αλλά η ερευνητική-πολιτική ματιά μας δεν είναι εκπαιδευμένη να τα βλέπει ως τέτοια. Στο πολιτικό πεδίο, αυτό οφείλεται ίσως σε μια κυρίαρχη αντίληψη για την κοινωνική αλλαγή, η οποία ορίζει ότι αυτή θα είναι είτε καθολική (επανάσταση-λαϊκή εξουσία) είτε ανάξια λόγου – αντίληψη που εντάσσεται σε μια μεσσιανική και «κρισο-κεντρική» αντίληψη της Ιστορίας. Στο επιστημονικό πεδίο, η τύφλωση ίσως οφείλεται στην ηγεμονική θέση της πολιτικής και της οικονομικής επιστήμης, για τις οποίες η πολιτική παίζεται κυρίως από μεγάλους παίκτες: κυβέρνηση, στρατό, ΜΜΕ, κόμματα κτλ. Αν σηκώσουμε λοιπόν το σιδηρούν παραπέτασμα της «μεγάλης πολιτικής», ίσως να καταφέρουμε να δούμε, λ.χ., ότι πέρα από την αιματηρή κόντρα Στρατηγών-Αδελφών στην Αίγυπτο, την αντιπαράθεση Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο στην Ελλάδα, τον καταστροφικό εμφύλιο στη Συρία κ.ο.κ. υπάρχουν δυνάμεις που δημιουργούνται μέσα από καθημερινές μάχες και αξίζουν την επιστημονική ανάλυση και την πολιτική προσοχή μας. Για μια «αντι-αντικοινωνική» έρευνα. Αν τα παραπάνω ισχύουν έστω και στο ελάχιστο, χρειαζόμαστε μια καινοτόμο ερευνητική ατζέντα, η οποία θα εστιάζεται στους προαναφερθέντες άξονες (κυβερνησιμότητα της κρίσης, κυβερνησιμότητα των κοινών, νέα Μεσόγειος) και στις αλληλοσυνδέσεις τους, ταυτόχρονα όμως θα ξεφεύγει από τους κανόνες της τυπικής επιστημονικής έρευ-

νας, στην οποία ο έλεγχος ποιότητας και ο διάλογος συντελείται μέσα στα στεγανά της ακαδημίας. Ομολογουμένως δύσκολο εγχείρημα, αλλά στις σημερινές συνθήκες η ευκαιρία ταυτίζεται με την άμεση δημιουργία τέτοιων ερευνητικών δομών, οι οποίες θα είναι ανοικτές στην κοινωνία και δεν θα τη θεωρούν εργαστηριακό αντικείμενο το οποίο εξετάζει η επιστήμη μέσα από τα μικροσκόπιά της. Μέχρι την ώρα που οι κοινωνικές επιστήμες θα αναγνωρίσουν ότι μόνο μέσα στην κοινωνία έχει νόημα το συγκεκριμένο συνοδευτικό επίθετο, η παραγόμενη έρευνα θα είναι εξ ορισμού, και συνήθως και εκ του αποτελέσματος, «αντικοινωνική». Σήμερα υπάρχουν οι αναγκαίοι και ικανοί όροι για ερευνητικές δομές στη λογική μιας «αντι-αντικοινωνικής έρευνας»: υψηλή τεχνολογία ανοικτή σε όλους, μαζική πρόσβαση σε πηγές και πληροφορίες, ανάγκη συλλογικής επανανοηματοδότησης της ζωής. Οργανωτικά, οι νέες ερευνητικές δομές μπορούν να έχουν τριπλό ρόλο. Καταρχάς, να ακολουθούν την ερευνητική ατζέντα, αλλά αυτή τη φορά με ενεργή συμμετοχή των «υποκειμένων», τόσο στη συλλογή πληροφοριών όσο στη διαμόρφωση θεωριών. Τα άλλοτε παθητικά «υποκείμενα» μπορούν να οικειοποιηθούν τις μεθόδους των ερευνητών, μετατρεπόμενα τελικά σε ερευνητές της ίδιας τους της ζωής. Δεύτερον, να χρησιμεύουν ως προνομιακά κανάλια επικοινωνίας και ανταλλαγής γνώσης σχετικά με τις νέες μορφές κυβερνησιμότητας της κρίσης, και, ακόμα περισσότερο, τα νέα πειράματα κυβερνησιμότητας των κοινών, στη Μεσόγειο αλλά και αλλού (η σύνδεση με τη Λατινική Αμερική είναι περισσότερο από αναγκαία). Τρίτον, να συντελούν στην πρωτογενή παραγωγή, την κοινωνικοποίηση και εφαρμογή νέων φαντασιακών που θα αποδομούν την κυβερνησιμότητα της κρίσης, θα προωθούν την κυβερνησιμότητα των κοινών, μπολιασμένα τόσο από την «κοινωνική εμπειρία» όσο και την «επιστημονική έρευνα», στοχεύοντας στην άρση του διαχωρισμού μεταξύ των δύο. tst Αυτά δεν είναι εύκολα πράγματα, αλλά η αποδόμηση κυρίαρχων ιδεολογιών και η αντικατάστασή τους από εναλλακτικά φαντασιακά αποτελεί άμεσο καθήκον τόσο της έρευνας όσο και της κοινωνίας, καθώς μάλιστα ακόμα και δυνάμεις που αυτο-ορίζονται ως ριζοσπαστικές εμφορούνται από παρόμοιες αντιλήψεις: οι τρεις κυρίαρχες αναγνώσεις και προτεραιότητες της εποχής (Κρίση, Εργασία, Ανάπτυξη) είναι αποδεκτές σχεδόν από όλους, παρά τις ενδεχόμενες διαφορές στην αντιμετώπισή τους. Απέναντι στις ιερές αυτές αγελάδες της νεωτερικότητας (βάλτε εδώ και την Επιστήμη), θα ήταν χρήσιμο — και αναγκαίο— να ψηλαφίσουμε τη δυνατότητα να αντιπαραθέσουμε πιο πλουραλιστικές, απελευθερωτικές και δίκαιες μορφές όχι μόνο για να βιώνουμε τη ζωή μας αλλά και για να την κατανοούμε.


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

30

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΦΟΝΙΚΗ ΑΥΓΗ, ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΠΟΛΙΤΩΝ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤ Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου Η δολοφονία του Παύλου Φύσσα είναι, δυστυχώς, ένα έγκλημα που είχε προαναγγελθεί από καιρό. Ας θυμηθούμε πώς κινήθηκε η Χρυσή Αυγή, τα τελευταία πέντε χρόνια, δηλαδή από τη στιγμή που κατόρθωσε να περιθωριοποιήσει τα υπόλοιπα νεοναζιστικά μορφώματα. Ξεκίνησε αρχικά με κηρύγματα μίσους, βιαιοπραγίες και επιθέσεις εναντίον μεταναστών σε περιοχές όπως ο Άγιος Παντελεήμονας, γεγονός που της εξασφάλισε ένα σημείο αναφοράς, της επέτρεψε να διεκδικήσει μια συγκεκριμένη κοινωνική θεματική και της προσέφερε ορατότητα, σε γενικότερο επίπεδο, ιδιαίτερα μετά την επιτυχία της στις δημοτικές εκλογές του 2010. Στη συνέχεια, στο περιβάλλον της βαθιάς κρίσης και της καταρράκωσης του πολιτικού συστήματος, εκμεταλλευόμενη και τις «κωλοτούμπες» του ΛΑΟΣ, με τη συμμετοχή του στην κυβέρνηση Παπαδήμου, η Χρυσή Αυγή κυριάρχησε απολύτως στο χώρο της ακροδεξιάς, πετυχαίνοντας μια εντυπωσιακή εκλογική πολυσυλλεκτικότητα με δύο κύρια σημεία αναφοράς. Αφενός τις υποβαθμισμένες περιοχές των αστικών κέντρων και αφετέρου τις περιοχές με ισχυρή ακροδεξιά ιστορική παράδοση ( π.χ. νότια και ανατολική Πελοπόννησος). Σήμερα, η Χρυσή Αυγή έχει ως πρωταρχικό στόχο να κυριαρχήσει στον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς, διευρύνοντας τα ερείσματά της στα δύο προαναφερθέντα ακροατήρια. Έχοντας πια πανελλαδική επιρροή και απήχηση, αναλαμβάνει να αναδειχθεί σε πρωταγωνιστή του «αντικομουνιστικού αγώνα». Ήδη πέρσι, μόλις είχε μπει στη Βουλή, πρωτοστάτησε και θέλησε να βάλει τη σφραγίδα της στις εκδηλώσεις στον Μελιγαλά και στου Μακρυγιάννη — και η συνέχεια βέβαια ήταν όσα είδαμε φέτος στον Μελιγαλά. Με δυο λόγια, οι Χρυσαυγίτες λένε: «Εμείς είμαστε η πραγματική δεξιά, η λαϊκή δεξιά, και όχι ο Καμμένος ή ο Σαμαράς, ο οποίος έως τα μέσα της δεκαετίας του ’80 συμμετείχε στις εκδηλώσεις του Μελιγαλά, ενώ σήμερα το έχει ξεχάσει.». Σε αυτό το πλαίσιο, τους είναι κρίσιμο να αποκτήσουν ρίζες σε λαϊκές συνοικίες. Ας μην ξεχνάμε ότι πέρσι, στις εκλογές του Ιουνίου η Χρυσή Αυγή ισοψηφούσε στη Β΄ Πειραιά στην τρίτη θέση με τους Ανεξάρτητους Έλληνες (9,35% και 9,28% αντίστοιχα· ο ΣΥΡΙΖΑ είχε 36,30% και η ΝΔ 18,60%). Σήμερα μάλιστα, είναι πολύ πιθανόν η Χ.Α., τουλάχιστον δημοσκοπικά, να είναι δεύτερο κόμμα στη Β’ Πειραιά. Έτσι, σε αυτή την περιοχή, η Χρυσή Αυγή αφενός οργανώνει συσσίτια και αφετέρου οργανώνει τάγματα εφόδου κατά της Αριστεράς – βλ. και την επίθεση, πριν λίγες μέρες, στο Πέραμα, εναντίον μελών του ΚΚΕ, καθώς εκλογικά, ενδεχομένως και οργανωτικά, οι Χρυσαυγίτες νιώθουν ισχυρότεροι. Με αυτή την έννοια, μια δολοφονική επίθεση, όπως η προχθεσινή, με δεδομένη και την αίσθηση ισχύος και ασυλίας που νιώθουν οι νεοναζί, ήταν, δυστυχώς, θέμα χρόνου πότε θα συμβεί. ΗΛΙΑΣ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Ένα κρίσιμο ζήτημα λειτουργίας της δημοκρατίας Θα διακρίνω τρία επίπεδα. Όσον αφορά το πρώτο, το ηθικό επίπεδο, αισθάνομαι μάλλον αμηχανία. Τι να πει κανείς; Να επαναλάβει το κοινότοπο, ότι τη βία, ιδίως όταν παίρνει εγκληματικό, δολοφονικό και αποτρόπαιο χαρακτήρα, όπως ακριβώς στην υπόθεση της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, την αποδοκιμάζουμε; Δεν νομίζω ότι έχει νόημα. Στο πολιτικό επίπεδο, είναι εντελώς σαφές ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν εσμό – για να αποφύγω τη λέξη «συμμορία»– που έχει μορφή πολιτικού κόμματος, ο οποίος συστηματικά, εσκεμμένα και προγραμματισμένα αυξάνει την κοινωνική ένταση και επιδίδεται σε εγκληματικές ενέργειες. Υπάρχει και μια τρίτη πλευρά, η οποία κατ’ εμέ είναι και η πιο επικίνδυνη, ακόμα και αν είναι πιο δύσκολο να στοιχειοθετηθεί απολύτως. Από όσα τουλάχιστον έχουν γίνει γνωστά –όταν ολοκληρωθεί η ανακριτική διαδικασία θα έχουμε πληρέστερη εικόνα–, η αστυνομία ήταν παρούσα στο επεισόδιο. Ήταν παρούσα, και είτε ολιγώρησε είτε δεν παρενέβη είτε παρενέβη εκ των υστέρων, με αποτέλεσμα να συλληφθεί μεν ο δράστης –δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά– αλλά να μην αποφευχθεί η δολοφονία. Τι σημαίνει η παρουσία μιας μη παρεμβαίνουσας αστυνομίας σε ένα τέτοιο επεισόδιο; Μπορεί να είναι ολιγωρία, δειλία, συνεργασία, συνωμοσία· αυτά τα πράγματα δεν μπορεί να τα πει κανείς με ευκολία απέξω, ωστόσο ένα είναι το βέβαιο: η αστυνομία δεν έκανε καλά τη δουλειά της. Γενικότερα, παρ’ όλες τις ρητορικές καταδίκες της βίας της Χρυσής Αυγής και παρά τη σύσσωμη πολιτική αντίδραση την οποία σήκωσε η δολοφονία, το ερώτημα είναι: Είναι δυνατόν η πολιτεία να μην έχει βρει τον τρόπο τέτοιες εγκληματικές ενέργειες, όσες υποπίπτουν τουλάχιστον στην αντίληψή της, να τις πατάσσει ανελέητα και επιτόπου; Το γεγονός ότι αυτό δεν συμβαίνει σηματοδοτεί μια, αν μη τι άλλο, ανεπαρκή λειτουργία της Αστυνομίας. Διστάζω και δεν θέλω να μιλή-

σω για την υπόθεση Λαμπράκη, ούτε να κάνω λόγο για παρακράτος· είναι βαριές, πολύ βαριές λέξεις, με βαριές ιστορικές και συμβολικές καταβολές. Ξαναλέω όμως ότι η αστυνομία δεν κάνει καλά τη δουλειά της. Τώρα, το γιατί δεν την κάνει, ας μας το πουν ο υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση· είναι δική τους αρμοδιότητα να την κάνει, όχι δική μας. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, στην τρέχουσα συγκυρία, είναι και το πιο επικίνδυνο. Το πιο κρίσιμο δεν είναι η παρουσία ενός εσμού τραμπούκων. Είναι ότι η δημοκρατία δεν έχει βρει –ή δεν θέλει να βρει– τον τρόπο να τους αντιμετωπίσει. Και γι’ αυτό, πέρα από το ηθικό και το πολιτικό επίπεδο, υπάρχει ένα κρίσιμο ζήτημα λειτουργίας της δημοκρατίας. Και αυτό ακριβώς είναι που με κάνει να ανησυχώ περισσότερο από όλα. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ

Σε αργή κίνηση Τούτη η δολοφονία δεν είναι η πρώτη, οι ναζί της Χρυσής Αυγής έχουν ήδη σκοτώσει κι έχουν στείλει κόσμο στο νοσοκομείο – το γεγονός ότι ήταν οι περισσότεροι μετανάστες επέτρεψε τη ρατσιστική αποσιώπηση, σαν μην ήταν εκείνοι νεκροί. Φτάσαμε στη δολοφονία της Τρίτης με αργούς ρυθμούς. Κι ας κάνουν πως εκπλήσσονται όσοι τους έβαλαν στο σαλόνι της Βουλής και ερωτοτροπούν με τη φασιστική μπότα και τη

βλακεία της βαρβαρότητας. Ούτε αυτούς δεν ξαφνιάζει στην πραγματικότητα η δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Έστω κι αν οι Βενιζέλος και Σαμαράς ή οι διόλου φαιδροί Πάγκαλος και Λαζαρίδης σοκάρονται και «σοκάρονται» — «υπεράνω» οι πρώτοι, με μαγκιά οι δεύτεροι που «γνωρίζουν» (από μέσα τάχα) το αριστερό άκρο ως όμοιο με το δεξιό. Η ακροδεξιά που συγκυβερνάει, εξέθρεψε συστηματικά τη μνησικακία, το έδαφος της ναζιστικής ψύχωσης. Eξέθρεψε τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον φόβο, και ως αποτέλεσμα της πολιτικής της, αλλά και ως εργαλείο για να κατατροπώσει την Αριστερά και να επικρατήσει η ίδια. Έστριψε και έστυψε την ιστορία για να ποτίσει τους δικούς της με αντεκδικητικό μίσος κατά της Αριστεράς, κατά της διανόησης και, κυρίως, κατά της δημοκρατίας. Έφτιαξε τους διαύλους επικοινωνίας των παρακρατικών με τα σώματα ασφαλείας και καταστολής, κάνοντας τα στραβά μάτια στο όργιο των παραβιάσεων στοιχειωδών δικαιωμάτων. Χλεύασε τους θεσμούς της δημοκρατίας και τις συνταγματικές αρχές. Κάποιοι δικοί της καλέσανε μάλιστα τα «παιδιά» της συμμορίας να τα βρούνε και να συγκυβερνήσουνε, όπως το έχει ήδη κάνει και με την φαινομενικά αφελή καρατζαφερική εκδοχή, αντί να απαγορεύσει τη ναζιστική δράση. Αυτοί, ας πούμε, «απλώς» το αφήσανε να συμβεί. Οι άλλοι, οι ναζιστές, το προετοιμάζανε εδώ και καιρό με πρόγραμμα. Σε αργή κίνηση προχωράει αυτή η εξέλιξη. Σε αργή κίνηση δολοφόνησε τόσο μεθοδικά ο Χρυσαυγίτης τον Παύλο Φύσσα. Σε αργή κίνηση, γιατί βλέπουμε με τόση καθαρότητα και τόση ακρίβεια να επαναλαμβάνεται το πρόγραμμα των χιτλερικών εθνικοσοσιαλιστών. Κατά γράμμα. Ό,τι έκαναν κάνουν. Οι υποτιθέμενες μικροβλακείες, τα δήθεν επικοινωνιακά ατοπήματα, οι πολιτισμικές χοντράδες, οι «παρορμητικές» υπεραντιδράσεις, τα αδιανόητα κείμενα, οι τραμπουκισμοί, η συμμορίτικη παραστρατιωτική εμφάνιση και δράση, η τρομοκρατία όσο και όπου τους παίρνει, η καθησυχαστική προς τη δεξιά απάρνηση της ίδιας της εγκληματικής τους δράσης, η στοχοποίηση και ο εκφοβισμός συγκεκριμένων κοινωνικών κατηγοριών, τα αρχικά μεμονωμένα περιστατικά δολοφονικών επιθέσεων — τίποτα από αυτά δεν είναι τυχαίο, όλα είναι σχέδιο. Την εκδίπλωσή του καλείται να αποτρέψει η δημοκρατία. Τώρα. Με την Αριστερά —όπως τραγικά αποδείχτηκε και στην περίπτωση Killah P— στην επικίνδυνη πρώτη γραμμή. Κι ας έλθουν όλοι. ΜΑΚΗΣ ΚΟΥΖΕΛΗΣ

Διάλυση κόμματος ή εξάρθρωση εγκληματικής οργάνωσης; Χαρακτικό του Γιάννη Στεφανίδη, από παράνομο έντυπο της Κατοχής

Η ευρωπαϊκή πολιτική ιστορία είναι εξοικειωμένη με το φαινόμενο πολιτικών κομμάτων που λειτουργούν μεν νόμιμα, αλλά είτε συμπαθούν είτε συνεργούν με οργανώσεις


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

35

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΤΕΥΜΑΤΟΣ

Γαλλική ακροδεξιά: Η διάλυση είναι η λύση; ΤΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΜΑΤΣΑ

Από τον τοίχο του facebook του Angelos Tsekeris

παράνομες, τις οποίες η εκάστοτε έννομη τάξη χαρακτηρίζει «εγκληματικές» ή «τρομοκρατικές». Τα κόμματα αυτά, είναι, κατά κανόνα, πολιτικές εκφράσεις ενός εθνοτικού ριζοσπαστισμού και λειτουργούν ως πολιτικός βραχίονας ενός πυρήνα που είναι εκτός νόμου: τα παραδείγματα της Χώρας των Βάσκων (Ε. Μπατασούνα — ΕΤΑ), της Βορείου Ιρλανδίας (Σιν Φέιν — ΙRA) και της Τουρκίας (DTP — PKK) είναι τα πιο πρόσφατα και ενδεικτικά. Παρά τις προφανείς αναντιστοιχίες που δεν νομίζω ότι χρειάζεται να αναλυθούν, η Χρυσή Αυγή είναι μια περίπτωση που σπάει τον κανόνα των σχέσεων «πυρήνα - βραχίονα» που γνωρίζουμε. Και τούτο διότι, στην περίπτωση της Χρυσής Αυγής πυρήνας και βραχίονας ταυτίζονται. Δηλαδή, η τρομοκρατική οργάνωση είναι το κόμμα. Και αντιστρόφως, το κόμμα είναι μια εγκληματική οργάνωση, καθώς τα μέλη του επιδίδονται ιεραρχικά και συντεταγμένα —επειδή είναι μέλη του, και όχι επειδή είναι μεθυσμένοι— σε πράξεις παράνομες. Η ιδιάζουσα αυτή κατάσταση μπορεί να αποδοθεί σε μια σειρά λόγους. Πρώτον, στην Ελλάδα, λόγω του νωπού ιστορικού παρελθόντος πολιτειακών εκτροπών, υπάρχει μια γενικευμένη πολιτική κουλτούρα δυσανεξίας στην απαγόρευση της λειτουργίας πολιτικών κομμάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ένα κόμμα που σίγουρα θα είχε κηρυχτεί παράνομο στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, εδώ να εξασφαλίζει το προνόμιο της νόμιμης λειτουργίας. Δεύτερον, μείζονα τμήματα των πολιτειακών θεσμών που είναι επιφορτισμένα με τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης δεν διώκουν τα μέλη της Χρυσής Αυγής, ακόμη κι όταν αυτά προκλητικά εγκληματούν, επειδή εκφράζονται και τα ίδια μέσα από τον ακροδεξιό λόγο και πράξεις. Αναφέρομαι στην αστυνομία και τη δικαιοσύνη. Ειδικώς η τελευταία, γενικώς, σπεύδει να διώκει και να καταδικάζει με χαρακτηριστική ευκολία, ενώ, ειδικώς, δείχνει πολιτειακά ανυπόφορη ανοχή. Ο τρίτος λόγος στον οποίο αποδίδεται αυτή η ελληνικής κοπής ιδιαιτερότητα του «κόμματος-τρομοκρατικής οργάνωσης» είναι η πολιτική αξία χρήσης που έχει η Χρυσή Αυγή για την ελληνική Δεξιά, στο πλαίσιο της γνωστής θεωρίας των «δύο άκρων».

Μετά τη δολοφονία του Π. Φύσσα, το «τι θα γίνει με τη Χρυσή Αυγή» είναι το ερώτημα στο στόμα ή το μυαλό κάθε έλληνα δημοκράτη. Προτείνω να σκεφτούμε ακολουθώντας αυτό που θα κάναμε αν δεν αντιμετωπίζαμε την ιδιαιτερότητα του «κόμματος-τρομοκρατικής οργάνωσης», αλλά δύο ξεχωριστές δομές. Αν είχαμε δηλαδή, έναν τρομοκρατικό πυρήνα εκτός νόμου και ένα νόμιμο κόμμα. Σε αυτήν την περίπτωση (όπως εξάλλου έγινε και στις τρεις περιπτώσεις κρατών που ανέφερα προηγουμένως) το ενδιαφέρον των διωκτικών αρχών κινήθηκε πρωτίστως στην εξάρθρωση της τρομοκρατικής οργάνωσης με κάθε μέσο, ακόμη και με μέσα που βάναυσα παραβιάζουν τις συνταγματικές εγγυήσεις. Ενίοτε, επικουρικά, οι αρχές στρέφονται στην απαγόρευση του κόμματος βραχίονα. Επιστρέφω στην Ελλάδα. Το ερώτημα «τι κάνουμε με τη Χρυσή Αυγή» κακώς τίθεται κυρίως με όρους διάλυσης πολιτικού κόμματος. Τίθεται, σήμερα, πρωτίστως με όρους εξάρθρωσης της εγκληματικής-τρομοκρατικής οργάνωσης, με τον αυτονόητο σεβασμό στις συνταγματικές εγγυήσεις που προβλέπουν δικαιώματα στους κατηγορούμενους, φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς. Πώς εξαρθρώνεται μια τέτοια οργάνωση το ξέρουν μια χαρά η ελληνική αστυνομία και η ελληνική δικαιοσύνη. Πολύ περισσότερο που η συγκεκριμένη δρα ως σήμερα ανενόχλητη στο φως της ημέρας. Οι προβλέψεις στον Ποινικό Κώδικα υπάρχουν, ενισχυμένες μάλιστα εδώ και με μια δεκαετία από τον τρομονόμο. Ο δολοφόνος του Π. Φύσσα δεν ήταν μόνος του, αλλά με μια ομάδα. Η ομάδα δεν σκότωσε. Δεν θα διωχθεί για τίποτε όμως; Είναι προφανές λοιπόν, ότι ακόμη και σήμερα, οι αδράνειες είναι πολλές και η πολιτική βούληση ζητούμενη. Από την Τετάρτη, δημοσιογράφοι, από το εξωτερικό κυρίως, με ρωτάνε: «Νομίζετε ότι η δολοφονία αυτή σηματοδοτεί την αρχή μιας νέας κινητοποίησης του κράτους και της κυβέρνησης στην αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγή στην Ελλάδα;». Η ειλικρινής μου απάντηση είναι: «Δεν ξέρω». Ξέρω όμως ότι, όσο κι αν μας κάνει τη ζωή δύσκολη, η Χρυσή Αυγή στο τέλος θα ηττηθεί. ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ

Παρίσι, 5 Ιουνίου 2013. Ο δεκαοχτάχρονος Κλεμέν Μερίκ δολοφονείται από μέλος ακροδεξιάς οργάνωσης. Η καταδίκη είναι άμεση και ομόφωνη, από τα κόμματα, τα συνδικάτα της Αριστεράς, τον Τύπο. Όπως επίσης σχεδόν ομόφωνο είναι και το αίτημα διάλυσης των ακροδεξιών οργανώσεων. Η Δεξιά ωστόσο διαφοροποιείται, καθώς ο μελλοντικός ηγέτης της, Ζαν-Φρανσουά Κοπέ, προκρίνει τη διάλυση τόσο των ακροαριστερών όσο και των ακροδεξιών οργανώσεων. Η θεωρία των «δύο άκρων» υποστηρίζεται παράλληλα και από τα μήντια, καθώς επιχειρούν να παρουσιάσουν το θέμα ως μεμονωμένη σύγκρουση ακραίων ομάδων, αποπολιτικοποιώντας τα κίνητρα της δολοφονίας. Οι σχολιαστές φαίνεται να ξεχνούν αντίστοιχες επιθέσεις εναντίον μελών αριστερών οργανώσεων ή ομοφυλόφιλων, όπως στην Ελλάδα φαίνεται να ξεχνούν τις εκατοντάδες επιθέσεις εναντίον μεταναστών, και κυρίως τη δολοφονία του Πακιστανού μετανάστη Σαχτζάτ Λουκμάν στα Πετράλωνα. Ωστόσο, η αντίδραση της γαλλικής κυβέρνησης είναι άμεση. Μέσα στον ίδιο μήνα τίθενται εκτός νόμου τρεις οργανώσεις της άκρας δεξιάς, ο Τρίτος Δρόμος (Troisième Voie) μαζί με την ομάδα κρούσης Νέοι Εθνικιστές Επαναστάτες (Jeunesses Nationalistes Révolutionnaires), καθώς και η παλαιότερη εθνικιστική οργάνωση Γαλλικό Καθήκον (Oeuvre Française), που διεκδικούσε την κληρονομιά του Βισύ. Παρ’ όλα αυτά, την αρχική ομοφωνία υπέρ της απαγόρευσης των ακροδεξιών ομάδων έχει διαδεχθεί ο σκεπτικισμός και

οι επιφυλάξεις, από ιστορικούς και κοινωνιολόγους που ανήκουν και στα δύο μέτωπα. Υποστηρίζουν ότι υπάρχει πάντα η δυνατότητα επανίδρυσης νέων ομάδων ή η απορρόφηση των μελών τους από υπάρχουσες. Επίσης, η απαγόρευση μιας οργάνωσης μπορεί να αποδειχτεί εμπόδιο για την παρακολούθηση της δράσης των ατόμων αυτών, τα οποία είναι σε θέση να κινούνται πιο ανεξέλεγκτα. Άλλωστε, η απαγόρευση αυτών των ομάδων δεν ήταν η πρώτη στη Γαλλία: από το 1958 έχουν τεθεί εκτός νόμου γύρω στις 60 οργανώσεις. Τα αποτελέσματα όμως δεν θεωρούνται επαρκή. Η άκρα δεξιά δεν πρόκειται να εξαφανιστεί, όσες οργανώσεις και αν διαλυθούν. Από την άλλη, υπάρχουν σοβαρά θεσμικά μέσα για την αντιμετώπισή τους (το κλείσιμο γραφείων, η απαγόρευση διαδηλώσεων τους, η ενεργοποίηση του Ποινικού Κώδικα για συγκεκριμένες εγκληματικές ενέργειες), που μπορούν να αποδειχτούν πιο αποτελεσματικά. Σε αντίθεση με την συσπειρωμένη εικόνα που παρουσιάζει σήμερα η ελληνική ακροδεξιά, οι ακροδεξιές οργανώσεις της Γαλλίας είναι τόσο πολλές και ο χάρτης τους τόσο πολυσύνθετος που δεν τίθεται καμία δυνατότητα σύγκρισης. Εξάλλου, το Εθνικό Μέτωπο της Λεπέν (Front National) δεν έχει επηρεαστεί καθόλου απ’ όλες αυτές τις συζητήσεις. Είναι η «σοβαρή» κοινοβουλευτική άκρα δεξιά όπως θα ήθελαν κάποιοι την Χρυσή Αυγή στην Ελλάδα: μια μη βίαιη, ρατσιστική, ομοφοβική, αντισημιτική οργάνωση, που μπορούσε να είναι άξιος εταίρος της ΝΔ στην κυβέρνηση.

Ο Μιχάλης Μάτσας είναι μεταφραστής

Αποχαιρετισμός στον Κλεμέν Μερίκ Mόνο λίγες μέρες έχουν περάσει, και μας φαίνονται σαν αιωνιότητα. Μετά τη δολοφονία του Κλεμέν αισθανόμαστε τέτοια ταραχή, νιώθουμε ότι μπήκαμε σε μια δίνη που μας ρουφάει μέσα της. Αναμφίβολα, τίποτα, μα τίποτα στον κόσμο αυτό, ούτε τα χρόνια και η εμπειρία που μας λείπουν, μπορούν να προετοιμάσουν κάποιον για να θάψει έναν φίλο και σύντροφο. Εάν δεν μας δόθηκε ο χρόνος της περισυλλογής και του πένθους που χρειαζόμαστε, αυτό συμβαίνει επειδή η δολοφονία αυτή είναι μια πολιτική δολοφονία. Και, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, απαιτεί μια πολιτική απάντηση. Αυτός ο κόσμος δεν σταθεί, να σκεφτεί για λίγο, χάρη στα δάκρυά μας· ο σεβασμός στον Κλεμάν και τους αγώνες του μας επιβάλλουν να μην καταθέσουμε τα όπλα του αγώνα — σήμερα περισσότερο από ποτέ. Πρέπει να γίνουμε περισσότεροι, να μετατρέψουμε τον πόνο μας σε οργή, και την οργή μας σε δύναμη. Είναι ταυτόχρονα αυτός ο αδυσώπητος πόνος, αυτός ο αδυσώπητος θυμός, η οργή και η δύναμη, πίσω από αυτές τις γραμμές, που θα δώσουν στη δολοφονία του Κλεμάν τη σημασία που θα ήθελε και ο ίδιος: την πολιτική της σημασία. ΦΙΛΟΙ ΚΑΙ ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΟΥΝ ΤΟΝ ΚΛ. ΜΕΡΙΚ: ΑΠΟ ΤΟ SUDSCIENCESPO.WORDPRESS.COM


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

36

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ο διάλογος Χαΐνη - Κόττου για την τεχνοκριτική και η «Ομάδα τέχνης α΄» ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΠΟΥΛΟΥ

Στις αρχές του 1961 παίρνει μορφή στον εικαστικό χώρο μια νέα συσπείρωση καλλιτεχνών, αποτελούμενη από αριστερούς ζωγράφους και γλύπτες, η Ομάδα τέχνης α΄. Η ιδιαιτερότητά της ήταν ότι τα μέλη της, αρχικά ο Κώστας Κλουβάτος, ο Δημοσθένης Κοκκινίδης, ο Γιάννης Μαλτέζος, ο Κοσμάς Ξενάκης, ο Πάνος Σαραφιανός, ο Αιμίλιος Φρέρης και ο Γιάννης Χαΐνης, είχαν την πρόθεση να φέρουν τα λαϊκά στρώματα σε επαφή με την τέχνη, και ειδικότερα με τις καινοτομικές κατευθύνσεις των ελλήνων καλλιτεχνών, μέσω ενός προγράμματος εξωθεσμικών και αποκεντρωμένων δραστηριοτήτων.1 Το ζήτημα της αισθητικής καλλιέργειας του ευρύτερου κοινού θα αναδείξει τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς ο τεχνοκρίτης της Αυγής, Γιώργος Φωκάς, δημοσιεύοντας ένα εκτενές άρθρο για τις πρωτοβουλίες που θα μπορούσαν να συνεισφέρουν στο σκοπό αυτό.2 Το άρθρο του, το οποίο κατά τα μέλη της ομάδας απηχεί και προκύπτει από τις δικές τους σχετικές διεργασίες,3 θα γίνει αφορμή για την εκκίνηση ενός απροσχεδίαστου διαλόγου πάνω σ’ έναν από τους συντελεστές της αισθητικής αγωγής, τον παιδευτικό ρόλο που μπορεί να ασκήσει η τεχνοκριτική. Το διάλογο θα ανοίξει ο εμπνευστής της ομάδας, ζωγράφος Γιάννης Χαΐνης, ο οποίος την προηγούμενη δεκαετία υπήρξε ένας από τους πρωτεργάτες της Επιθεώρησης Τέχνης. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’60 εκδήλωσε σταθερό ενδιαφέρον για την αισθητική αγωγή των λαϊκών στρωμάτων, με πρωτοβουλίες θεωρητικού χαρακτήρα και με την πρωτοπόρο δράση της Ομάδας τέχνης α΄ την περίοδο 1962-1967. Στο άρθρο που απευθύνει στην εφημερίδα, αφού εξηγεί ότι επιλέγει να μιλήσει για την τεχνοκριτική γιατί αυτή δεν εξαρτάται από την κρατική πρόθεση ή τον οικονομικό παράγοντα, θα διευκρινίσει ότι αναφέρεται στην προοδευτική κριτική, η οποία οφείλει να έχει εξηγητικό και αποδεικτικό χαρακτήρα: «Η προοδευτική κριτική θάπρεπε νάχει βάλει σαν κύριο στόχο της όχι την μ’ εξωτερικά μέσα επιβολή των υποκειμενικών αξιολογήσεων του κριτικού. […] Πρέπει να αποβλέπει στον βαθμιαίο εξοπλισμό του κοινού της με τις προσλαμβάνουσες εκείνες παραστάσεις που θα του επιτρέψουν τελικά να κινήσει τον δικό του προβληματισμό, βοηθώντας το έτσι να καταλήξει σε δικές του αισθητικές αξιολογήσεις και να «εισπράξει» για λογαριασμό του την αισθητική συγκίνηση και την όποια άλλη αξία περιέχει το έργο τέχνης».4 Με ποιο τρόπο μπορεί να γίνει αυτό δυνατό; Για τον Χαΐνη, η τέχνη είναι πρώτα απ’ όλα ένα σύστημα επικοινωνίας, τα μέσα του οποίου επιδέχονται αντικειμενική ανάλυση ως ένα βαθμό, μέσω της οποίας οι βασικές σημασιακές και εκφραστικές ιδιότητες των εικαστικών στοιχείων μπορούν να γίνουν κτή-

Η Μαρία Πούλου είναι ιστορικός τέχνης

Κερατσίνι, Δημαρχείο, Ιανουάριος 1963. Πίσω από τα γλυπτά του Κώστα Κλουβάτου

μα του καθενός. Η σημειολογική προσέγγιση του εικαστικού έργου είναι, λοιπόν, το πρώτο βήμα. Ακολουθεί μια ακόμη αντικειμενική παράμετρος, αυτή της «νευροψυχοφυσιολογίας», καθώς, κατά τον ζωγράφο, η δημιουργική διαδικασία και η πρόσληψή της ανάγονται καταρχήν στη σφαίρα της φυσιολογίας, στις νευροψυχικές λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου, οι οποίες συγκαθορίζουν ως δομική αφετηρία τις δημιουργικές επιλογές του καλλιτέχνη και την ανταπόκριση του θεατή. Η στοιχειώδης γνώση της δράσης των νευροψυχικών αυτών μηχανισμών κατά τη δημιουργία και πρόσληψη του εικαστικού έργου αποτελεί για τον Χαΐνη προϋπόθεση της πληρέστερης κατανόησης του τελευταίου από το θεατή. Με αφετηρία τη γνωστική αυτή σκευή, μπορεί κανείς να προχωρήσει στη συνέχεια στην αισθητική και εντέλει την ιστορική αποτίμηση του εικαστικού έργου. Καταλήγοντας, η εξασφάλιση της υποδομής αυτής, σε μια στοιχειώδη μορφή, είναι αναγκαία προϋπόθεση για να αναπτύξει σταδιακά ο θεατής μια αυτενεργή στάση

απέναντι στο αισθητικό φαινόμενο και την άποψη του τεχνοκρίτη. Οι θέσεις του θα προκαλέσουν τον αντίλογο, όχι του Φωκά, αλλά της Λίζας Κόττου, φιλολόγου με συγγραφικό έργο πάνω στην εκπαίδευση και συμμετοχή στην επιμέλεια σχολικών βιβλίων λογοτεχνίας. Η Κόττου, η μορφή της οποίας έχει συνδεθεί ανεξίτηλα με την αβρή παρουσία που παρέδωσε στο χρόνο ζωγραφίζοντάς την ο Γιώργος Μπουζιάνης, ανέπτυξε έντονη κοινωνική και φεμινιστική δράση ήδη από το μεσοπόλεμο, μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ, και υπέστη σκληρές διώξεις για τις ιδέες της. Παράλληλα, ενδιαφέρθηκε για την εκλαΐκευση και διάδοση των τεχνών και ιδιαίτερα της εικαστικής παιδείας. Οι διαλέξεις ιστορίας της τέχνης που έδινε στις συνεξόριστές της στο Τρίκερι την περίοδο 1948-1951,5 ενταγμένες στη γενικότερη μορφωτική και εμψυχωτική αριστερή στρατηγική όσον αφορά τους πολιτικούς εξόριστους, υπηρέτησαν κατά τη δύναμή τους το αίτημα της αισθητικής αγωγής των λαϊκών στρωμάτων πολύ πριν από τη

δημιουργία της Ομάδας τέχνης α΄. Το ενδιαφέρον της Κόττου για εκλαϊκευμένα βιβλία αισθητικής αγωγής θα οδηγήσει στην έκδοση, το 1959, ενός εγχειριδίου για την ιστορία της ζωγραφικής από την αρχαιότητα μέχρι και τη μεταπολεμική περίοδο, με τίτλο Η ζωγραφική για όλους. Απλά μαθήματα αισθητικής. Τα δεδομένα αυτά, η ιδιότητά της ως παιδαγωγού, η ενασχόλησή της με την ιστορία της τέχνης και η ιδεολογική διαφωνία της με το Χαΐνη, ήταν ικανοί λόγοι για να αποφασίσει, ή να αναλάβει, να τον αντικρούσει. Αρχικά η Κόττου θα προσάψει στον ζωγράφο έναν τελείως ανεδαφικό ελιτισμό, καθώς η προοδευτική τεχνοκριτική που εκείνος προτείνει έχει χαρακτήρα «επιστημονικής διατριβής», που το μόνο που θα καταφέρει θα είναι να τρέψει σε άτακτη φυγή το απαίδευτο κοινό.6 Ωστόσο, όταν στη συνέχεια επιχειρεί να καταρρίψει μία προς μία τις θέσεις του Χαΐνη, τα επιχειρήματά της εμφανίζουν σαφείς αδυναμίες ως προς την προσέγγιση της εικαστικής μορφής και της δημιουργικής διαδικασίας. Εκεί που αναμφίβολα πλεονεκτεί, είναι στην αμεσότητα του λόγου της, η οποία σε συνδυασμό με τη γενικευτική, συχνά στερεοτυπική, διαχείριση του θέματος, καθιστά τις τοποθετήσεις της όχι μόνο εύληπτες αλλά αυτονόητες για τον αμύητο αναγνώστη. Όσον αφορά το ρόλο του τεχνοκρίτη και τον τρόπο με τον οποίο αυτός θα επιτύχει το κοινό για τους δύο συγγραφείς ζητούμενο, η θέση της βρίσκεται στον αντίποδα αυτής του ζωγράφου: «[…]ο τεχνοκριτικός θα οδηγεί τον αναγνώστη να βλέπει καλύτερα και να κρίνει σωστά μία μία τις αισθητικές αξίες του εξεταζόμενου έργου, πάντα σχετικά με την απόδοση της κεντρικής του ιδέας». Στο σημείο αυτό «η υποκειμενική κρίση του τεχνοκρίτη παίζει σπουδαίο ρόλο», και, όσον αφορά το τελευταίο σκέλος της εργασίας του, «…θα πρέπει να γίνεται με σαφήνεια πάντα και απλότητα η ακριβοδίκαιη και αμερόληπτη αξιολόγηση του υπό κρίση ζωγραφικού έργου, θα εξετάζεται δηλ. αν ο δημιουργός προάγει την τέχνη του προς τα εμπρός, αν καθυστερεί σχετικά με την πρόοδο της εποχής του ή αν μένει στάσιμος».7 Οι συνιστώσες της απόκλισής τους αποτυπώνονται καθαρά στα εννοιακά σχήματα που χρησιμοποιούν στα τέσσερα συνολικά άρθρα τους,8 τα οποία συνοψίζουν και τις προτάσεις του καθενός. Στην προοδευτική και αναλυτική κριτική του Χαΐνη, η Κόττου αντιπαραθέτει την εκλαϊκευτική και συνθετική, στο «κοινό», τον «λαό», στον προβληματισμό και την αυτενέργεια του κοινού, την ορθή καθοδήγηση και χειραγώγησή του, στη νευροψυχοφυσιολογία, τις ανώτερες ψυχικές λειτουργίες και ικανότητες του δημιουργού και, τέλος, στην τεκμηριωμένη και δεκτική ελέγχου κριτική, την επιστημονική κατάρτιση, τη μεταδοτικότητα και την ευσυνειδησία του τεχνοκρίτη. Με άλλα λόγια, στην ορθολογική και υλιστική προσέγγιση του Χαΐνη η Κόττου αντιπαραθέτει έναν αντικειμενικό ιδεαλισμό που κορυφώνεται στην αυθεντία του


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

37

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η ελληνική κοινωνία.

Ένα πείραμα εκφασισμού;

Κερατσίνι, Δημαρχείο, Ιανουάριος 1963. Συζήτηση της Ομάδας τέχνης α’

κριτικού. Από τη θεμελιακή αυτή διάσταση απορρέει όλος ο διάλογος. Το ζήτημα της παραδοχής ή μη μιας ιδεολογικής αυθεντίας, που μετακυλύει στη συνέχεια στην αισθητική και τις μεθόδους της, παραμένει επίμαχο για την Αριστερά. Λιγότερο από έξι μήνες μετά τη λήξη του διαλόγου, η αντίληψη του Χαΐνη για την αισθητική διαπαιδαγώγηση του λαϊκού κοινού βασισμένη σε στοιχειώδη γνωστική υποδομή και κριτική αφετηρία θα δοκιμαστεί στην πράξη, εφαρμοζόμενη όχι στο πεδίο του τεχνοκριτικού μονόλογου αλλά στη δράση της Ομάδας τέχνης α΄. Το Γενάρη του 1962 η ομάδα θα πραγματοποιήσει την πρώτη της έκθεση στην Εστία Νέας Σμύρνης. Εκτός από τα ζωγραφικά έργα και τα γλυπτά των μελών της, που κινούνταν μεταξύ παραστατικού μοντερνισμού και αφαίρεσης, η έκθεση πλαισιωνόταν από μεγάλα πανώ με ανάλυση των μορφικών στοιχείων, ταινίες, ντοκιμαντέρ και ομιλίες εικαστικού περιεχομένου, καθώς και εβδομαδιαίες συζητήσεις με το κοινό. Μέχρι τη διακοπή της δραστηριότητάς της λόγω της δικτατορίας, η ομάδα πραγματο-

ποίησε ανάλογα δομημένες εκθέσεις στη Νίκαια, το Πέραμα, το Κερατσίνι, το Βόλο, το Ηράκλειο και την Αθήνα, προσέλκυσε μεγάλο αριθμό από τους πιο υποσχόμενους νέους έλληνες καλλιτέχνες που ζούσαν στη χώρα και πήρε θέση με τη δημόσια δράση της σε επίκαιρα πολιτικά ζητήματα. Το εγχείρημά της υπήρξε μια από τις πιο γόνιμες και πρωτοποριακές εκφάνσεις της σύντομης άνοιξης του ’60.

1 Γ. Χαΐνης, «Ομάδα τέχνης α΄», 1949-1967. Η εκρηκτική εικοσαετία, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Παιδείας, Αθήνα 2002, σ. 349-362. Ε. Ματθιόπουλος, «Από το Σύλλογο των Ωραίων Τεχνών στους Νέους Έλληνες Ρεαλιστές…», Εθνική Πινακοθήκη 100 χρόνια, επιμ. Μ. Λαμπράκη-Πλάκα, ΕΠΜΑΣ, Αθήνα 1999, σ. 169. 2 Γ. Φωκάς, «Για την καλλιτεχνική αγωγή

του κοινού», α΄ μέρος, εφ. Η Αυγή, 14 Μαρτίου 1961, και β΄ μέρος, εφ. Η Αυγή, 15 Μαρτίου 1961.

3 «Ζωγράφοι και γλύπτες για τις συνοικια-

κές εκθέσεις», επιστολή-απάντηση των μελών της Ομάδας τέχνης α΄ στο άρθρο του τεχνοκρίτη της Αυγής Γιώργου Φωκά, εφ. Η Αυγή, 17 Μαρτίου 1961. 4

Γ. Χαΐνης, «Η κριτική των εικαστικών τεχνών», Η Αυγή, 25 Μαρτίου 1961.

5 Ν. Αποστολοπούλου, Περήφανες κι αδού-

λωτες, Εντός, Αθήνα 1997, σ. 160. Ε. Στεφανίδου-Καρανικόλα (επιμ.), Στρατόπεδα γυναικών. Χίος, Τρίκερι, Μακρόνησος, Άι-Στράτης. 1948-1954, Αλφειός, Αθήνα 2006, σ. 176.

6 Λ. Κόττου, «Η αισθητική αγωγή του λαού

και το πρόβλημα της κριτικής», Η Αυγή, 27 Απριλίου 1961.

7 Στο ίδιο. 8 Τα δύο πρώτα άρθρα διαδέχεται η δευτε-

Το εγχειρίδιο που εξέδωσε η Λίζα Κόττου το 1959

ρολογία του καθενός: Γ. Χαΐνης, «Η κριτική και οι εικαστικές τέχνες», εφ. Η Αυγή, 26 Μαΐου 1961. Λ. Κόττου, «Εκλαϊκευμένη κριτική των εικαστικών τεχνών», Η Αυγή, 5 Ιουλίου 1961.

Το Φόρουμ Κοινωνικής Ιστορίας διοργανώνει στις 27 Σεπτεμβρίου (13.30-20.15) και 28 Σεπτεμβρίου (10.00-20.30) στο κεντρικό κτίριο του Πανεπιστημίου Αθηνών (Αμφιθέατρο Δρακόπουλου) επιστημονικό συνέδριο με θέμα «Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου και η ελληνική κοινωνία. Ένα πείραμα εκφασισμού;». Πρόκειται για το τρίτο συνέδριο που γίνεται με πρωτοβουλία του Φόρουμ, μετά τη διοργάνωση δύο ακόμη συναντήσεων, με θέμα τη δεκαετία του 1940 («Η εποχή των ρήξεων», 2011) και τοn Μεσοπόλεμο («Νέες προσεγγίσεις στην ελληνική κοινωνία του Μεσοπολέμου», 2012). Η κατάλυση της δημοκρατίας το καλοκαίρι του 1936 από τον Ι.Μεταξά αποτελεί σημείο τομής στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας. Για χρόνια, τόσο στον ευρύτερο δημόσιο χώρο όσο και στο πλαίσιο της επιστημονικής κοινότητας, η αναφορά στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου περιοριζόταν στις, αναμφισβήτητα σκληρές, κατασταλτικές του πρακτικές, στην αναζήτηση των ιστορικών καταβολών του, και στη διερεύνηση των ισορροπιών ανάμεσα στο δικτάτορα, το βασιλιά και τη Βρετανία. Ως εκ τούτου, οι συγκεκριμένες μεθοδολογικές επιλογές έχουν αφήσει στην ουσία αδιερεύνητη τη σχέση του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου με την ελληνική κοινωνία. Τα ζητήματα των κοινωνικών και πολιτισμικών αλλαγών που συμβαίνουν στη διάρκεια της δικτατορίας και η συνολικότερη πολιτική του καθεστώτος απέναντι στην ελληνική κοινωνία παραμένουν σχετικά άγνωστα. To συνέδριο επιχειρεί μια «κοινωνική στροφή» στη μελέτη της περιόδου, θέτοντας ερευνητικά ερωτήματα που αφορούν εξίσου τις τομές αλλά και τις συνέχειες τόσο σε σχέση με τα προγενέστερα χρόνια του ελληνικού Μεσοπολέμου όσο και με τις ανατροπές που συντελούνται στη δεκαετία του ’40. Επιπλέον, αναζητούνται αναλογίες ανάμεσα στη δεκαετία του 1930 και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα. Οι θεματικές της πρώτης μέρας αφορούν την εργασία, την οικονομία, την κοινωνική πολιτική καθώς και τις πολιτικές ελληνικότητας, ενώ οι θεματικές της δεύτερης εστιάζονται στις ιδεολογικές, πολιτιστικές αλλά και πολιτικές διαστάσεις της μεταξικής περιόδου. Ομιλητές: Ν. Βαφέας, Ν. Κεφαλληνού, Α. Βρέττη, Β. Ευαγγελίδης, Η. Καφάογλου, Χρ. Σταθόπουλος, Ν. Χατζόπουλος, Κ. Καρπόζηλος, Ε. Κυραμαργιού, Μ. Καβάλα, Ελπίδα Βόγλη, Φίλιππος Κάραμποτ, Β.Κουτσούκος, Γ. Κοντού, Κ. Πάπαρη, B. Soethaert, Γ. Σουβλής, Β. Μπογιατζής, Χ. Αθανασιάδης, Γ. Αγγελάκης, Κ. Καραβίδας, Ν.- Π. Σούρσου, Σ. Πυρπύλη, Ά. Βλάχος, Δ. Αγγελής-Δημάκης, Β. Δαλκαβούκης, Δ. Παναγιωτόπουλος, Ι. Κ. Φίλανδρος, Στρ. Δορδανάς, Π. Βόγλης. Αναλυτικά το πρόγραμμα, στο μπλογκ των «Ενθεμάτων» (enthemata.wordpress.com)


Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΤΟ BLOG ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»: enthemata.wordpress.com e-mail: enthemata@gmail.com

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΑΡΧΕΙΟΤΑΞΙΟ ΤΧ. 15

Στα θρανία του αγώνα

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΗΜΗΤΡΟΠΟΥΛΟΥ

Οι αποκλίσεις χαρακτηρίζουν το σχολείο των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης. Ο άνισος βηματισμός ανάμεσα σε όσα έχουν συμβεί στην ελληνική κοινωνία και στη δική του εσωτερική λειτουργία έχει πολλές εκφάνσεις. Μία όψη αφορά το θεσμικό πλαίσιο, το οποίο δεν έχει προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και κυρίως στον άνεμο φιλελευθεροποίησης που έχει πνεύσει μετά το τέλος της δικτατορίας. Την κατάσταση προσπαθεί να εξισορροπήσει η μεταρρύθμιση Γ. Ράλλη, η οποία με σειρά μέτρων επιχειρεί να αποκαταστήσει μία αναλογία της λειτουργίας του σχολείου με τις αλλαγές που έχουν επέλθει στην κοινωνία (η μεταρρύθμιση στο γλωσσικό -δημοτική, μονοτονικό-, το πενθήμερο σχολείο, τα μεικτά τμήματα αρρένων-θηλέων, η κατάργηση της «ποδιάς», η χαλάρωση των κανόνων για την εξωτερική εμφάνιση των μαθητών, είναι μερικές από τις μεταβολές). Μια δεύτερη όψη αφορά την απόσταση

Ο Δημήτρης Δημητρόπουλος είναι ιστορικός (ΕΙΕ, ΑΣΚΙ)

¯·‚´‰‚

¿·‚‡‚„¶ ·„‡`¶ ´˙… ¯·‚˙… `ˆ†¯…¶` „‚…˙…‚„¶` ‚`´‚`

15

15

`·¿´·»–‚` 2013

»·´¿”‚´·ˆ`¶ 1974-1981

¯·‚´‰‚

Την επόμενη Πέμπτη, στον κήπο των Αρχαιολόγων, παρουσιάζεται το νέο τεύχος του «Αρχειοταξίου», του περιοδικού των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας με αφιέρωμα στη μεταπολίτευση (1974-1981). Από την πλούσια ύλη του αφιερώματος (γράφουν οι Η. Νικολακόπουλος, Τ. Σακελλαρόπουλος, Δ. Ψαρράς, Τ. Κωστόπουλος, Θ. Γάλλος, Ε. Κούκη, Ν. Σαραντάκος, Δ. Δημητρόπουλος, Π. Πολέμη, Δ. Θ. Αρβανίτης, Στ. Παυλόπουλος, Κ. Κατσάπης, Λ. Δελβερούδη, Κ. Σκλαβενίτη, Δ. Παπανικολάου, Γ. Φ. Κουκουλές, Κ. Λιαρίκος) προσημοσιεύουμε, με μικρές περικοπές, το άρθρο του Δ. Δημητρόπουλου για το μαθητικό κίνημα. Το τεύχος συμπληρώνεται με τις ενότητες Προσεγγίσεις (Λ. Μπαλτσιώτης, Λ. Καλλιβρετάκης, Γ. Παπακονδύλης), Μνήμες (Μ. Ιωαννίδης, Φ. Λαζάρου), Διασταυρώσεις (Σ. Μπόρα, Στ. Βαμιεδάκης, Χ. Χρυσόπουλος), Εις Μνήμην (Σπ. Ι. Ασδραχάς, Μ. Ηλιού, Μ. Βουρλιώτης, Έ. Δρούλια), Συναντήσεις (Μ. Αυγερίδης), Αναγνώσεις (Γ. Γιανουλόπουλος, Ε. Δρούλια).

´‚»¶: 16 ø

ISSN 1108-4553

που χωρίζει τη νοοτροπία των μαθητών της δεκαετίας του 1970 από εκείνη των γονιών τους, που είναι οι νέοι της Κατοχής και του Εμφύλιου. Η διαφορά αυτή -η οποία είναι βέβαια ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει συνολικά το μεταπολεμικό δυτικό κόσμο- στα καθ’ ημάς προβάλλεται συχνά στον Τύπο της εποχής ως «χάσμα γενεών». Στο επιμέρους θέμα της συμμετοχής στην πολιτική δράση, εκφράζεται συχνά με την πιεστική προτροπή των γονιών προς τα παιδιά τους «να μην μπλέξουν με τα πολιτικά». Οι γονείς, με μνήμες της Κατοχής και της πείνας, έχοντας το βίωμα των σκληρών διώξεων των αριστερών μετά τον Εμφύλιο πόλεμο, της καχεκτικής δημοκρατίας που στηριζόταν στον φόβο, και της στρατιωτικής δικτατορίας που επέβαλλε τον τρόμο, είχαν αναγάγει την εμπλοκή με την πολιτική σε κίνδυνο ζωής. «Μπλεξίματα δεν θέλαμε στην οικογένειά μας και πέρα δεν κοιτάζαμε απ’ τα συμφέροντά μας», σάρκαζαν το 1973, το φόβο της οικογένειας που ο γιός τους έγινε αριστερός, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης και ο Γιάννης Νεγρεπόντης στα «Μικροαστικά», μια σειρά τραγουδιών, εξαιρετικά γλαφυρών αναπαραστάσεων της εποχής. Οι μαθητές, αντίθετα με τους γονείς τους, μεγάλωναν στο περιβάλλον ελευθεροφροσύνης και ελευθερίας λόγου και πράξης, που είχε φέρει η Μεταπολίτευση· κινούνταν στους απόηχους του ελληνικού 1968, δηλαδή της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, η οποία είχε αναδείξει τη συμμετοχή στα κοινά ως αυταξία και στοιχείο της νεανικής ταυτότητας. Το Πολυτεχνείο με αυτόν τον τρόπο σηματοδοτεί τη νέα μεγάλη έξοδο από το ατομικό στο κοινωνικό ή μάλλον την αξιοδότηση του προσωπικού μέσα από τη δράση στα κοινά. Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης βασικό δίαυλο της ενασχόλησης των μαθητών με την πολιτική συνιστούν οι συνδεδεμένες με τα πολιτικά κόμματα μαθητικές παρατάξεις, που γοργά απλώνουν τη δικτύωσή τους στα σχολεία της Αθήνας και της επαρχίας. Οι οργανώσεις αυτές λειτουργούν ως υποδοχείς της διάθεσης των νέων ανθρώπων να αγωνιστούν για να αλλάξουν τον κόσμο, ως σχολεία «αγωνιστών», φυτώρια των νεολαιών των κομμάτων -κυρίως της Αριστεράς-



·„‡`·‚`

•·»·”‚



¨ ¨  —

 ¨ —

¨¥ 

 

¨

¨¨

´¨ ¸—˛¨¨ ˛§ »¨ —  ˛: ¨

  —¨ ¨— ˛ ˛ * « ¶ M¨ —  ˛   `¨  * ´    , ¨¥  ¨ ¨¥  *  ¥   ¨ ¨  ¨ »´ * « ¶ ˛ ¥  —   § ¿   — * «  ¥ — ¸—¨   « ¨   ˛§ 25 »¨˛  § ’78 * « ¶ ˚ ¨ ˛ »¨ —  ˛ * `¨ ˇ¨ — ¨  § ¨¥˚ ¨ * ´  ¨˚—  ¨— * „ ¸˛ ¨— ˝˛— ¨— —¨§  — ¨ * ¿¨¨˚˚˛ ¨— ˛ ˛ ˛§ ¨¥— ¨ * ´   ——  ¨˚  ¸— * „— ˛¨ ˚¨ : ˛«  ¨ ˚ —¨ ¨¨¨§ ˛ ¥ — ¨ *  ¥ —  ˛˛, ›  ˛,  ¨— ˛¨ * ´  „· ¨— ¨ ¨¸—¨ —¨ — ˛¨¨ * »¨ —  ˛ ¨— ¸—¨— —  — ˛¨ *  ¥ —  — ˛ ˛ ¨— »¨ —  ˛ * » ¨¥ ˛ ˛ ˛ ¨¥¨—  ˛ —¥ ˇ¨˚ —¨ ߨ¥ ˇ —§ ¸   * ¯  ¨: —« — — —¨§  ˛ * « ¶ ¥ ¨ ˇ — ¨ «¸§ ¨— ¨—§  § ‡˛

 ¥ ˇ˛ ¨—  * „¨— , —«  ¨ —  ¨¥ ¨ ˛§ „¨ ˛§ * ´¨ — ¸— ˛ ¿   ˛ *  ¥ —§ ¨  ˚  — ¨ ¨—   ¨—¨ ¸—¨—¨¨ * ´   ¥ —§ ‡—  ˇ ˛ ` —¸ —  …¨ * » ˛˛ › ˚˚ ¥ ·¨ ˛ -  ¥  ˛ ‡˛¨¨§ - »¨ˇ¨ ¿  —¨ - »¨ ¯¨—¨ * ƒ · ¨  ¸— ˚—¨ ˛ »¨ —  ˛

και χώροι διαμόρφωσης πολιτικών στελεχών. Αποτελούν στο χώρο των μαθητών ομοίωμα των οργανώσεων των ενηλίκων· κατά πρώτο λόγο των ομόλογων σπουδαστικών παρατάξεων. Αυτό εκφράζεται με πολλούς τρόπους. Πρώτα-πρώτα με την απουσία χειραφέτησης από τα πολιτικά κόμματα. Οι μαθητικές παρατάξεις καθοδηγούνται από στελέχη των κομματικών νεολαιών, τα έντυπα που εκδίδουν γράφονται κατά κύριο λόγο από μεγαλύτερους, οι εκδηλώσεις που οργανώνουν συνάδουν με τον πολιτικό σχεδιασμό των μητρικών πολιτικών σχηματισμών, τα μέλη τους αναλαμβάνουν ρόλους υποστήριξης των κομμάτων. Ο εναγκαλισμός αυτός αποτυπώνεται ακόμη και στις ονομασίες των μαθητικών οργανώσεων, που συχνά διαφέρουν κατά ένα γράμμα του αλφαβήτου από τις ομόλογες σπουδαστικές. Εντούτοις, ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες η ενασχόληση με την πολιτική δράση και σκέψη υπήρξε, για όσους νέους και νέες της εποχής την έζησαν, πολύτιμη εμπειρία ζωής. Η τριβή με τις έννοιες και την πολιτική ορολογία, η καθημερινή αναμέτρηση στο πεδίο των ιδεών, η επαφή με τα πνευματικά και ιδεολογικά ρεύματα, η εξωσχολική ενασχόληση με τα μεγάλα ζητήματα που θέτει η φ��λοσοφία, η κοινωνιολογία, η ιστορία, η τέχνη, η συμμετοχή σε συλλογικότητες, η διέλευση του εγώ από ένα κατ’ επιλογήν εμείς, διαμόρφωσε προσωπικότητες και σφράγισε, άλλοτε πιο μόνιμα άλλοτε περισσότερο πρόσκαιρα, χαρακτήρες και συμπεριφορές. Στα έντυπα των μαθητικών οργανώσεων των πρώτων χρόνων της Μεταπολίτευσης γίνεται λόγος για «μαθητικό κίνημα». Ενδεχομένως ο όρος δεν αποδίδει την πραγματικότητα, αφού κάτω από αυτόν στεγάστηκαν ποικίλες διεκδικήσεις, κινητοποιήσεις, ιδεολογικές ζυμώσεις και αντιπαραθέσεις· η διάχυτη νεανική αγωνιστικότητα και επιθυμία για δράση δηλαδή, που δεν συνέκλινε με σαφήνεια σε ένα στόχο. Πιθανότατα μάλιστα η χειραφέτηση της νεανικής πολιτικής δράσης περνάει μέσα από τη σταδιακή παρακμή των μαθητικών οργανώσεων- παραρτημάτων των κομμάτων, και θα πάρει πιο έντονη μορφή με τις καταλήψεις των πρώτων χρόνων

της δεκαετίας του 1990. Οι τίτλοι των εντύπων αποτελούν «φθέγγοντα μνημεία»: δίπλα σε περιοδικά όπως Μαθητικός αγώνας, Μαθητική πορεία, εμφανίζονται άλλα με ονομασίες όπως Το τούβλο, Το καρφί, Τα απροσάρμοστα, Κόντρα κλπ., που δηλώνουν και σε γλωσσικό επίπεδο την αλλαγή των συνθηκών και τις νέες αναζητήσεις. Ορόσημο, νομίζω, είναι ο χειμώνας του 1979 και οι φοιτητικές κινητοποιήσεις που οδήγησαν στην απόσυρση του νόμου 815 στα Πανεπιστήμια, οι οποίες συνέπεσαν —ή ίσως πυροδοτήθηκαν;- από ένα πρώτο κύμα αμφισβήτησης των κομμάτων. Η αμφισβήτηση αυτή, αντίστοιχη με ομόλογες κινήσεις στις χώρες του ευρωπαϊκού νότου, όπως στην Ιταλία ή τη Γαλλία, είχε αριστερό πρόσημο. Αναδείκνυε την αυτονομία του κινήματος έναντι των κομμάτων της Αριστεράς, ενώ έθετε εν αμφιβόλω την ικανότητά τους να ανατρέψουν το καπιταλιστικό σύστημα και κυρίως τις σχέσεις εξουσίας που είχαν διαχυθεί και αναπαράγονταν και εντός τους. Δημιούργησε ένα πολύχρωμο κήπο («χώρο» στην ιδιόλεκτο της εποχής), όπου άνθιζαν χίλια λουλούδια. Τοπικές και θεματικές πρωτοβουλίες, καλλιτεχνικές κινήσεις, ad hoc συσπειρώσεις, ποικίλου χαρακτήρα εφήμερες ομάδες που άφησαν το στίγμα τους μέσα από εκατοντάδες έντυπα και εκδηλώσεις και ανέδειξαν μια σειρά από θέματα ταμπού μέχρι τότε για την ελληνική πραγματικότητα: φεμινισμός, ομοφυλοφιλία, οικογένεια, στρατός, πορνεία, φυλακές, ψυχιατρεία και μύρια άλλα, με συνεκτικό στοιχείο την κριτική στον καπιταλισμό, βρέθηκαν μέσα στο μεγάλο ρεύμα του αιτήματος για «Αλλαγή»· και στα χρόνια που ακολούθησαν σιγά σιγά απορροφήθηκαν από την πραγμάτωσή της.

Την Πέμπτη στον Κήπο των Αρχαιολόγων Τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας μας προσκαλούν την Πέμπτη 26 Σεπτεμβρίου στις 8.00 μ.μ. στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134-136) στην παρουσίαση του νέου τεύχους του περιοδικού Αρχειοτάξιο με αφιέρωμα: «Μεταπολίτευση 1974-1981». Ομιλητές: Νικόλας Βουλέλης (δημοσιογράφος, διευθυντής Εφημερίδας των Συντακτών), Εύα Κοταμανίδου (ηθοποιός), Κωνσταντίνος Τσουκαλάς (ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας), Στέλιος Χαραλαμπόπουλος (σκηνοθέτης).


e11809