Page 1

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Κείμενα των: Ντενίζ Οζντενίζ, Ιλεάνας Μορώνη, Βαγγέλη Κεχριώτη, Αχμέτ Ινσέλ, Στρατή Μπουρνάζου, Βασιλικής Κατριβάνου, Μαρίνας Γαλανού, Δημήτρη Παπανικολάου, Νικόλα Σεβαστάκη, Κωστή Καρπόζηλου ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 739

ΚΥΡΙΑΚΗ 9 IOYNIOY 2013

ΓΝΩΜΕΣ & ΙΔΕΕΣ - ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΕΣ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ

Ο ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΙΟΥΝΗΣ ΤΟΥ 2013: ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ ΤΑΞΙΜ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Σε ποιoν ανήκει το δικαίωμα στην πόλη; ΤΗΣ ΝΤΕΝΙΖ ΟΖΝΤΕΝΙΖ

Κωνσταντινούπολη, 6.6.2013. Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Πριν από αρκετούς μήνες ήρθε στο φως το σχέδιο της κυβέρνησης για την αναμόρφωση της πλατείας Ταξίμ, κι ένας μικρός αριθμός ανθρώπων αρχίσαμε να αντιδρούμε. Αρχικά, προσπαθήσαμε να ευαισθητοποιήσουμε τον κόσμο, ενημερώνοντας και μαζεύοντας υπογραφές. Στη συνέχεια πραγματοποιήσαμε μικρές ή μεγαλύτερες συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας στην πλατεία και το πάρκο. Και μετά; Τι συνέβη και ξαφνικά αφυπνίστηκε η «αστική» συνείδηση (urban consciousness) των κατοίκων της Κωσταντινούπολης; Ξέρουμε ότι τα μαζικά κινήματα των πόλεων μπορεί να ξεσπάσουν τη στιγμή που κανείς δεν το περιμένει, κάτι που έγινε ιδιαίτερα εμφανές τα τελευταία χρόνια, τόσο με τα κινήματα Occupy όσο και με την Αραβική Άνοιξη. Ωστόσο, αν και χάρη στα social media μπορούμε πλέον να μάθουμε τι συμβαίνει σε κάθε γωνιά του πλανήτη, όταν ένα μαζικό κίνημα γεννιέται μπροστά στα μάτια σου, και μάλιστα μετέχεις σ’ αυτό, τα πάντα αποκτούν καινούργιο νόημα. Τι συμβαίνει λοιπόν σήμερα στην Τουρκία; Το κίνημα ξεκίνησε ως αντίδραση στο πρότζεκτ ανάπλασης της πλατείας· ένα πρότζεκτ στην καρδιά της πόλης, που δεν έλαβε καθόλου υπόψη την γνώμη των κατοίκων της. Τη μέρα που θα ξεκινούσαν οι εργασίες, με το κόψιμο των δέντρων, μια ομάδα ανθρώπων καταλαμβάνει το πάρκο· στήνει σκηνές και, σε ένα κλίμα αξιοθαύμαστης συντροφικότητας και αλληλεγγύης, διαμαρτύρεται ειρηνικά. Η απάντηση ήταν μια πρωτοφανής σε αγριότητα επίθεση των ειδικών δυνάμεων της αστυνομίας. Ωστόσο, πραγματικά, κανείς μας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι αυτό θα εξελισσόταν σε ένα μαζικό λαϊκό κίνημα, ότι η διαμαρτυρία και η καταστολή της θα κινητοποιούσαν τόσες χιλιάδες ανθρώπους, σε ολόκληρη τη χώρα, παρά το πλήρες μπλακ-άουτ των μίντια και την αστυνομική βαρβαρότητα. Δεδομένου, μάλιστα, ότι η νέα γενιά στην Τουρκία συχνά λοιδωρείται ως απολίτικη και αδιάφορη, το γεγονός ότι αυτή ακριβώς η υποτιμημένη γενιά έβαλε τη σπίθα γι’ αυτό το μεγάλο κίνημα, αποκτά και μια ειρωνική διάσταση.

Η Ντενίζ Οζντενίζ είναι αρχιτέκτονας, ζει στην Κωνσταντινούπολη και μετέχει στο κίνημα Gezi Parkı Direnişi (Αντίσταση του Πάρκου Γκεζί).

Η εξέγερση στην Τουρκία που συνεχίζεται μας αφορά άμεσα: για τα αιτήματα, τους τρόπους αυτοοργάνωσης, για το πώς ξεπήδησε και εν μια νυκτί κλόνισε το βάθρο του ηγεμόνα Ερντογάν. Προσπαθώντας να καταλάβουμε το πώς και το γιατί ζητήσαμε τρία κείμενα από τον Βαγγέλη Κεχριώτη, την Ιλεάνα Μορώνη και την Ντενίζ Οζντενίζ. Επίσης, δημοσιεύουμε το άρθρο του Αχμέτ Ινσέλ που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ραντικάλ, 4.6.2013.

Φωτογραφία από #occupygezi

Το γεγονός ότι οι κάτοικοι μιας μητρόπολης όπως η Κωνσταντινούπολη και οι υπόλοιποι πολίτες της Τουρκίας, μιας χώρας με βαθιές πολιτικές και πολιτισμικές διαφορές, βρήκαν κοινό τόπο απέναντι στον αυταρχισμό της εξουσίας ήταν για μένα μια πρωτόγνωρη εμ-

πειρία. Μάλιστα, πολλοί άνθρωποι της προηγούμενης γενιάς, και άλλοι που έχουν πάρει μέρος στα αντικαπιταλιστικά κινήματα των δεκαετιών του 1960 και του 1980 συμφώνησαν σε αυτό. Όχι μόνο όσον αφορά το εύρος του κινήματος, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι κατάφεραν να συνυπάρξουν. Ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις όλες αυτές τις διαφορετικές και πολλές φορές αντιμαχόμενες ιδεολογίες (κομμουνιστές και αναρχικοί, οικολόγοι, ομοφυλόφυλοι ακτιβιστές, αριστεροί μουσουλμάνοι, εθνικιστές, οπαδοί ποδοσφαιρικών ομάδων, φεμινίστριες κλπ.) με τους τόσο διαφορετικούς τρόπους έκφρασης, να αγωνίζονται πλάι πλάι. Για το δικαίωμα στην πόλη, ενάντια στον αυξανόμενο αυταρχισμό της εξουσίας. Διασχίζοντας την Ιστικλάλ προς το πάρκο Γκεζί, ανάμεσα σε όλους αυτούς τους ανθρώπους, με την αντιασφυξιογόνα μάσκα στο πρόσωπο, περνούσαν απ’ το μυαλό μου θραύσματα από τις προσωπικές μου μνήμες. Κι έβλεπα καθαρά ότι εκείνες οι ανέμελες και ασφαλείς μέρες της παιδικής ηλικίας, μέρες σχολικών γιορτών και παρελάσεων τυλιγμένες με την ένδοξη κόκκινη τουρκική σημαία, μεταμορφώνονταν σε έναν κόσμο που αλλάζει, αλλάζοντας τις αξίες που είχε ενσωματώσει στο παρελθόν. Ο νέος αυτός κόσμος, που είχε διαμορφωθεί εκεί, έστω και για λίγο, μέσα απ’ την αλληλεγγύη και τον κοινό αγώνα απέναντι στην εξουσία και την κουλτούρα της ηγεμονίας σήμαινε για μένα πολύ περισσότερα απ’ όλες εκείνες τις αξίες και ιδεολογίες μαζί, όποια θέση κι αν έχουν εντός μου. Οι πιο σημαντικές πλευρές της αντίστασης, άλλωστε, είναι ο αυθορμητισμός και η ειλικρίνειά της. tst Η σημασία του πάρκου Γκεζί της Ταξίμ ως συμβολικού χώρου είναι ενσωματωμένη στην ίδια την ιστορία της χώρας. Στη διάρκεια της περιόδου σχεδιασμού μοντέρνων πόλεων για την Τουρκική Δημοκρατία, τη δεκαετία του 1940, η κυβέρνηση εξουσιοδότησε τον γάλλο πολεοδόμο Ανρί Προστ να πάρει σημαντικές αποφάσεις, όπως την κατεδάφιση ενός στρατιωτικού κτιρίου (Taksim Topçu Kışlası) της οθωμανικής εποχής, ώστε να δημιουργηθεί ένας νέος δημόσιος χώρος (Taksim Gezi Parkı), ο οποίος έκτοτε απέκτησε συμβολική σημασία. Ωστόσο, στην ιστορία της Τουρκικής Δημοκρατίας, η πλατεία Ταξίμ, καρδιά της δημόσιας σφαίρας της χώρας, έχει επανειλημμένα μετατραπεί σε χώρο απαγόρευσης και καταστολής της λαϊκής έκφρασης. Σήμερα, οι πλατείες των σύγχρονων πόλε-

ων γίνονται το θέατρο των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Με δεδομένο ότι η Κωνσταντινούπολη δεν έχει αστική παράδοση ανάλογη με αυτή των πόλεων της Δύσης, της είναι δύσκολο να διαχειριστεί αξίες που σχετίζονται τους δημόσιους χώρους της. Συγχρόνως, όταν τα βαθιά ριζωμένα πιστεύω δεν επιτρέπουν σοβαρές αλλαγές στην κοινωνική δομή, και η αδράνεια θεωρείται σχεδόν συνώνυμη με την αξιοπρέπεια, η ανάληψη δράσης γίνεται ακόμα πιο δύσκολη. Από τη νομαδική παράδοση μέχρι την αστική κατοίκηση και από εκεί στην απόκτηση αστικής συνείδησης, οι κάτοικοι της Πόλης μαθαίνουν, από τις εμπειρίες τους, πώς να διεκδικούν το δικαίωμα στην πόλη. Για να καταλάβουμε στην πράξη ότι η πόλη ανήκει στους πολίτες της πρέπει να κάνουμε πράξη την αντίστασή μας, μια αντίσταση που πυροδοτεί η βία. Διότι σήμερα, το δικαίωμα στην πόλη είναι ένα ζητούμενο που έχει να κάνει με την ίδια την ύπαρξη της διαφορετικότητας και, συγχρόνως, ένα ανθρώπινο δικαίωμα που έχει κατεξοχήν αγνοηθεί. Όταν μάλιστα η περιστολή αυτών των δικαιωμάτων δεν περιορίζεται στην χρήση του χώρου αλλά επιχειρεί να ορίσει συγκεκριμένα πρότυπα συμπεριφοράς (ποτοαπαγόρευση, απαγόρευση φιλιού, επιβολή ενός ηθικού κώδικα κλπ.), μπορεί, όπως φαίνεται, να οδηγήσει σε εξέγερση. Και, τελικά, αυτό δείχνει ότι όλες οι ρητορικές περί εκδημοκρατισμού, ειδικά όταν πρόκειται για έναν διάτρητο συνθηματολογικό εκδημοκρατισμό που ελέγχεται ασφυκτικά από την εξουσία, δεν μπορούν να πετύχουν ακόμα και σε κοινωνίες όπως η δική μας. Οι πόλεις ανήκουν στους κατοίκους τους και ο αστικός χώρος είναι μια διαλεκτική πλατφόρμα που βοηθάει τους ανθρώπους να δημιουργούν και να ξαναδημιουργούν τις εμπειρίες τους, εκφράζοντάς τις όπως το επιθυμούν. Μόνο στο μέτρο που η αναπαραγωγή του τόπου θα διαμεσολαβείται από τους ίδιους τους κατοίκους του, οι πόλεις μπορούν να έχουν λόγο ύπαρξης. Και, τελικά, η επαναδιεκδίκηση του δημόσιου χώρου είναι ο τρόπος όχι μόνο για να νικήσουμε την ηγεμονία στο συμβολικό της πεδίο, αλλά επίσης και για να σηκώσουμε το γάντι απέναντι στη βία και στην επιβολή αυτής της ηγεμονίας. Σήμερα, όπως φαίνεται, ο μόνος τρόπος για να εξεγερθούμε απέναντι στην εξουσία είναι να καταλάβουμε τα κέντρα των πόλεων. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 9 IOYNIOY 2013

30

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ο ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΙΟΥΝΗΣ ΤΟΥ 2013: ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ Η ανάδειξη του πολίτη ΤΗΣ ΙΛΕΑΝΑΣ ΜΟΡΩΝΗ

Το βασικό μήνυμα των κινητοποιήσεων στην Τουρκία είναι η εναντίωση στον αυταρχισμό και τον πατερναλισμό της εξουσίας, και η διεκδίκηση της διαφορετικότητας, του πλουραλισμού. Μετά από μια δύσκολη κι αντιφατική πορεία εκσυγχρονισμού, που ξεκίνησε τα τελευταία χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και δημιούργησε ένα τουρκικό έθνος του οποίου ο χαρακτήρας επιβαλλόταν από τα πάνω, από την εκάστοτε εθνική ελίτ, σήμερα οι πολίτες της Τουρκίας, παρά το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΚΔΑ) του πρωθυπουργού Ερντογάν —και, ταυτόχρονα, μ’ έναν φαινομενικά αντιφατικό τρόπο, χάρη στο ΚΔΑ— διεκδικούν να συνομολογήσουν οι ίδιοι τους όρους συγκρότησης της πολιτικής τους κοινότητας, του πολιτικού έθνους της Τουρκίας. tst Οι κινητοποιήσεις δεν έχουν ηγεσία. Συμμετέχουν σ’ αυτές ετερόκλητες ομάδες και άτομα, με απόψεις όχι πάντα διαμορφωμένες και ενίοτε αντιφατικές. Ούτε και τα αιτήματα είναι απολύτως διαμορφωμένα. Ξεκίνησαν από την εναντίωση στην καταστροφή του φυσικού και αστικού περιβάλλοντος της Κωνσταντινούπολης (όπου αυτή τη στιγμή πραγματοποιούνται πολλά «μεγάλα έργα») και την αντίδραση στην αστυνομική βία. Ταυτόχρονα, οι Τούρκοι πολίτες διεκδικούσαν την παρουσία τους στον δημόσιο χώρο: είναι χαρακτηριστικό ότι στο Ταξίμ της Κωνσταντινούπολης, κεντρικό σημείο των συγκεντρώσεων, εδώ και λίγο καιρό απαγορεύονταν οι συναθροίσεις. Παράλληλα, εναντιώνονται στον αυταρχισμό και τον πατερναλισμό μιας εξουσίας —του ίδιου του Ερντογάν αλλά και άλλων υψηλόβαθμων αξιωματούχων— που ισχυρίζεται ότι αυτή ξέρει ποιο είναι το καλό του λαού (σ’ όλα τα θέματα, απ’ τα μεγάλα έργα της Κωνσταντινούπολης ως τους περιορισμούς στην πώληση και κατανάλωση αλκόλ και την αντισύλληψη), και υιοθετεί ένα διδακτικό και αλαζονικό ύφος. Και, τελικά, ζητώντας ν’ ακούγεται η φωνή τους, θέτουν το θέμα της δημοκρατίας και της ουσιαστικής πολιτικής συμμετοχής. Η συνάντηση όλων αυτών των διαφορετικών ομάδων και ατόμων στους δρόμους και η δυναμική διεκδίκηση του δημόσιου χώρου και λόγου απέναντι σε μια εξουσία για την οποία η δημοκρατία περιορίζεται στη διεξαγωγή ελεύθερων εκλογών δείχνει μια τάση και δημιουργεί μια δυναμική. Μια δυναμική οριοθέτησης του δημόσιου χώρου απ’τους ίδιους τους πολίτες: «Είμαστε ο λαός», «Αυτή η πόλη μας ανήκει», δηλώνουν. Τα συλλογικά κείμενα που αρχίζει να παράγει το αυθόρμητο κίνημα δείχνουν ακριβώς αυτή την τάση. Η πληρωμένη από πολίτες — μέσω crowd funding— καταχώρηση που δημοσιεύτηκε στις 7 Ιουνίου στους New York Times δηλώνει: «Εκπροσωπούμε διαφορετικές εθνότητες, δόγματα, θρησκείες και ιδεολογίες. [...] Απαιτούμε [...] ανοιχτό διάλογο». Το κείμενο της «Αλληλεγγύης Ταξίμ», δομής που συνενώνει συνδικάτα (συμπεριλαμβανομένων των δύο μεγάλων DİSK και KESK), επαγ-

γελματικές ενώσεις, κόμματα (από το κεμαλιστικό Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα και το φιλοκουρδικό Κόμμα Ειρήνης και Δημοκρατίας ως τα αριστερά Κόμμα Ελευθερίας και Αλληλεγγύης και Κόμμα Εργασίας) και κάθε είδους συλλογικότητες (φεμινιστικές, ΛΟΑΤ, περιβαλλοντικές, καλλιτεχνικές κ.α.), χωρίς να θέτει πολύ συγκεκριμένα αιτήματα, δείχνει ξεκάθαρα τη διάθεση όλων των συνιστωσών της Αλληλεγγύης Ταξίμ να σεβαστούν τις διαφορές τους και ταυτόχρονα να διεκδικήσουν την ύπαρξή τους ως λαού με την πολιτική έννοια του όρου: ως συνόλου που διεκδικεί την παρουσία του στον δημόσιο χώρο και δικαιούται να ελέγχει την εξουσία. Ο τουρκικός εκσυγχρονισμός μπορεί να συνοψιστεί ως μια προσπάθεια να υιοθετηθούν όσα νεωτερικά στοιχεία έκρινε χρήσιμα η εξουσία, η εθνική ελίτ, και να απωθηθούν όσα θεωρούσε επικίνδυνα. Το τουρκικό έθνος όφειλε να είναι σύγχρονο, αλλά ταυτόχρονα και υπάκουο: οι πολίτες δεν ήταν πολίτες με όλη την έννοια του όρου, αφού όφειλαν να υπακούουν στις επιταγές της εθνικής ελίτ, η οποία, μόνη, διαμόρφωνε τα όρια του δημόσιου χώρου και τους όρους της πολιτικής. Έτσι διαμορφωνόταν μια μονολιθική εθνική ιδεολογία, ενώ ταυτόχρονα η υπαρκτή πολυμορφία της κοινωνίας χρησιμοποιούνταν για να αποτραπεί η συνεννόηση των πολιτών από τα κάτω, και άρα το ενδεχόμενο αμφισβήτησης των όρων συγκρότησης της πολιτικής κοινότητας. Ο Ερντογάν θέλει να εμφανίζεται ως ο ηγέτης που έβαλε τον λαό στον δημόσιο χώρο. Είναι αλήθεια ότι μεγάλο κομμάτι των λαϊκών μαζών είδε στην εξουσία του ΚΔΑ το τέλος της περιθωριοποίησής του από μια ελίτ για την οποία ο λαός αποτελούνταν από θρησκόληπτους αγράμματος. Είναι επίσης αλήθεια ότι οι κυβερνήσεις του ΚΔΑ έθεσαν τέλος στην κηδεμόνευση της πολιτικής ζωής από τον θεματοφύλακα του έθνους στρατό. Ωστόσο, το ΚΔΑ κι ο Ερντογάν, ακολουθώντας ακριβώς την παράδοση του τουρκικού εκσυγχρονισμού, προσπάθησαν να διαμορφώσουν μια δημοκρατία στα μέτρα τους. Αυτή τη στιγμή γίνεται εμφανές πως ο εκσυγχρονισμός κι ο εκδημοκρατισμός, ως δυναμικές διαδικασίες, ξεφεύγουν απ’ τα όρια που η εθνική ελίτ —πρώτα των κεμαλιστών, μετά του ΚΔΑ και του Ερντογάν— προσπάθησε να θέσει. Μοιάζει οξύμωρο, αλλά είναι πολύ χαρακτηριστικό: η ίδια καταχώρηση στους New York Times που κάνει λόγο για «διαφορετικές εθνότητες, δόγματα, θρησκείες και ιδεολογίες» δηλώνει επίσης: «Είμαστε οι περήφανοι συνεχιστές της κληρονομιάς του Ατατούρκ». Οι Τούρκοι, διεκδικώντας να είναι πολίτες, λαός, προσπαθούν να δώσουν στο νεωτερικό, το δημοκρατικό και το εθνικό ένα περιεχόμενο που θα διαμορφώσουν οι ίδιοι. Δεν είναι εύκολη διαδικασία, και γιατί υπάρχουν μεγάλες αντιθέσεις στην τουρκική κοινωνία, και γιατί η εξουσία του ΚΔΑ —που όχι μόνο στηρίζεται σε μεγάλο μέρος των ψηφοφόρων (το εκλογικό του ποσοστό στις βουλευτικές εκλογές του 2011 πλησίαζε το 50%), αλλά έχει δημιουργήσει κι έναν ολόκληρο ιστό κοινωνικών ερεισμάτων— είναι ακόμα πολύ μεγάλη, κι επομένως το ΚΔΑ μπορεί να συνεχίσει να μιλάει ως αποκλειστικός εκφραστής της «εθνικής βούλησης». Είναι όμως η πρώτη φορά που ένα μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινω-

Με κεφαλαία γράμματα: «Η Ταξίμ ανήκει στο λαό». Φωτογραφία της Ντ. Οζντενίζ

νίας φαίνεται να επιθυμεί να ξεκινήσει αυτή η διαδικασία, και που δεν υπάρχει ένας θεσμός —όπως ήταν ο στρατός— που να μπορεί πειστικά να εμφανιστεί ως υπεράνω κομμάτων θεματοφύλακας του εθνικού, και να τη σταματήσει βίαια.

Η Ιλεάνα Μορώνη είναι υποψήφια διδάκτορας Ιστορίας στην EHESS, Παρίσι. Ασχολείται με την οθωμανική και σύγχρονη τουρκική ιστορία.

Γιατί ξημεροβραδιάζεται ο κόσμος στην πλατεία Ταξίμ; ΤΟΥ ΒΑΓΓΕΛΗ ΚΕΧΡΙΩΤΗ

Κωνσταντινούπολη, 6.6.2013. Οι αναλύσεις που γίνονται, τις μέρες αυτές, σχετικά με τα αίτια που οδήγησαν στην κοινωνική έκρηξη στην Τουρκία μπορούν να καταταχθούν σε δύο κατηγορίες. Από τη μια είναι εκείνοι που διαπιστώνουν την προσπάθεια εξισλαμισμού και συντηρητικοποίησης της κοινωνίας, επιχείρημα που βασίζεται κυρίως στην πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση περί περιορισμού της δημόσιας χρήσης του αλκοόλ, την προσπάθεια απαγόρευσης των εκτρώσεων πέρυσι το καλοκαίρι, την ηθικόλογη ρητορεία του Ερντογάν και των συνεργατών του. Από την άλλη, είναι εκείνοι που διαπιστώνουν το έλλειμμα δημοκρατίας που διαπερνά τους θεσμούς, από τη Βουλή ως τα δημαρχιακά συμβούλια: μια αλαζονική αντίληψη στηριγμένη σε έναν ξεπερασμένο ορισμό της δημοκρατίας, με βάση τον οποίο όποιος εξασφαλίσει την πλειοψηφία στις εκλογές αδιαφορεί για οποιαδήποτε άλλη άποψη, ενώ η κάθε μορφή ακτιβισμού, από τη

συνδικαλιστική δράση έως τη διεκδίκηση δημόσιου χώρου, κηρύσσεται περίπου παράνομη. Και στα δύο επιχειρήματα, η διαφορετικότητα προβάλεται ως αξία αυτή καθεαυτή. Στην πρώτη περίπτωση, η έμφαση δίνεται στην πολιτισμική διαφορετικότητα, στο δικαίωμα να διάγει κανείς στην καθημερινότητά του όπως επιθυμεί, στα δικαιώματα των γυναικών κλπ., ενώ στη δεύτερη τονίζεται η διαφορά στις πολιτικές πεποιθήσεις, όχι όσον αφορά την κομματική ένταξη, αλλά τις αρχές και τις εφαρμογές της δημοκρατίας. Και οι δύο αναγνώσεις είναι βάσιμες, ωστόσο υπάρχει κάτι που χρειάζεται να τονιστεί ξανά. Αν οποιαδήποτε ερμηνεία περιοριστεί στον ισλαμικό κίνδυνο, κινδυνεύει να υιοθετήσει ξεπερασμένες διατυπώσεις που εδώ και μια δεκαετία επαναφέρει, με διάφορους τρόπους, η κεμαλική αντιπολίτευση και το τμήμα αυτό των ηγετικών ομάδων που έχασαν την κυριαρχία τους εξαιτίας των πολιτικών της κυβέρνησης Ερντογάν. Επιπλέον, κινδυνεύει να αποκλείσει τη δυνατότητα σύγκρισης της εξέγερσης αυτής με άλλες αντίστοιχες στον δυτικό κόσμο, από την Νέα Υόρκη ως την Αθήνα. Ακόμη και η αντιστοίχιση Τάξιμ-Ταχρίρ, που δεν επιθυμούν καθόλου οι κεμαλιστές, μπορεί να λειτουργήσει εδώ ως επιχείρημα για την —φυσιολογική, για μεγάλο τμήμα του δυτικού κόσμου— αντιμετώπιση της Τουρκίας ως τμήμα της Μέσης Ανατολής. Με την έννοια αυτή, το παραπάνω ερμηνευτικό σχήμα εξυπηρετεί συντηρητικές αναγνώσεις της εξέγερσης. Είναι σημαντικό, αντιθέτως, να τονιστεί πως ο αγώνας στο Ταξίμ έχει ως πρόταγμά του την καταγγελία του ελλείμματος δημοκρατίας, πόσο μάλλον που στα πρώτα της χρόνια της, κατά γενική ομολογία, η κυβέρνηση Ερντογάν είχε στο ενεργητικό της μια σειρά ανοίγματα που ξηλώθηκαν, ένα ένα, στο κλίμα αυταρχισμού των τελευταίων ετών. Είναι κοινός τόπος πως οι εκρήξεις συνήθως συμβαίνουν όταν μια περίοδο σχετικής βελτίωσης την ακολουθεί απότομη ανάσχεση. Περί αυτού ακριβώς πρόκειται. Γι’ αυτό, ενώ καλό είναι να αποφευχθούν τα καλούπια τύ-


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 9 IOYNIOY 2013

31

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΤΑΞΙΜ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ που Ταχρίρ ή Occupy Wall Street, ωστόσο είναι απαραίτητο να διαφυλαχθεί ο δια-εθνικός χαρακτήρας της ανάλυσης, που θα μας επιτρέψει να βγάλουμε συμπεράσματα και να κάνουμε αναγωγές σε χώρες με χριστιανική πλειοψηφία όπου το έλλειμμα δημοκρατίας μπορεί να είναι εξίσου υψηλό και οι κατασταλτικοί μηχανισμοί της εξουσίας εξίσου βίαιοι. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τη Ρωσία. Από την άλλη, είναι νομίζω σαφές πως όσο και αν το κίνημα στην Τουρκία αυτή τη στιγμή προσπαθεί να παράγει τις αφηγήσεις που θα το συνδέσουν με το παρελθόν, τη γενιά του ’68, τη βία της δεκαετίας του’70, το πραξικόπημα του ’80, αυτό που είδαμε τις τελευταίες δέκα μέρες είναι περισσότερο εικόνες από το μέλλον, παρά από το παρελθόν. Εικόνες από τεχνολογικά άρτιες, καταναλωτικές κοινωνίες, στις οποίες η ανάπτυξη μετριέται με τους δείκτες του χρηματιστηρίου και τις επενδύσεις. Από κοινωνίες όπου η ασφάλεια και η τάξη θα αποτελούν ικανές συνθήκες για την περιστολή των βασικότερων δικαιωμάτων, στις οποίες η δυνατότητα να αναζητήσει κανείς ουσιαστική ποιότητα ζωής, με σεβασμό στο περιβάλλον, με στοιχειώδη γνώση των ουσιών που καταναλώνει, σχέσεις αλληλεγγύης και συλλογικότητας μεταξύ των πολιτών θα τείνουν να συρρικνώνεται όλο και περισσότερο. Ενάντια σε αυτήν τη προοπτική ξημεροβραδιάζεται ο κόσμος στο Ταξίμ. Ο αγώνας τους είναι ο αγώνας που δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν άλλες κοινωνίες όπως η ελληνική στο πρόσφατο παρελθόν, αλλά και ο αγώνας που αργά η γρήγορα θα κληθούν να ξαναδώσουν στο μέλλον.

Ο Βαγγέλης Κεχριώτης διδάσκει Ιστορία στο Πανεπιστήμιο του Βοσπόρου.

H εξέγερση της αξιοπρέπειας ΤΟΥ ΑΧΜΕΤ ΙΝΣΕΛ

Κωνσταντινούπολη, 4.6.2013. H εξέγερση στο πάρκο Γκεζί δεν μοιάζει με τις αραβικές εξεγέρσεις. Δεν είναι μια εξέγερση εναντίον μιας οικογένειας που έχει εγκατασταθεί στην κορυφή του κράτους εδώ και δεκαετίες, δεν είναι μια εξέγερση εναντίον ενός δικτάτορα που κατέχει την εξουσία με στημένες εκλογές και χωρίς αντιπολίτευση· ούτε μια εξέγερση που διεκδικεί δίκαιες και ελεύθερες εκλογές. Η αντίσταση που ξεκίνησε στο πάρκο Γκεζί είναι η έκφραση της οργής ενός μέρους του λαού, μιας οργής που γιγαντώθηκε λόγω της απερίσκεπτης και δυσανάλογης χρήση της βίας από την εξουσία. Με αυτή την έννοια, είναι πιο σωστό να παρομοιάσουμε το κίνημα των ανθρώπων που αντιστέκονται με αποφασιστικότητα στις επεμβάσεις της αστυνομίας, και ξεχύνονται στους δρόμους, όχι μόνο στην Κωνσταντινούπολη αλλά και σε εκατοντάδες μέρη σε όλη την Τουρκία, με το «κίνημα των Αγανακτισμένων», στην Ισπανία, τη Γαλλία και τις ΗΠΑ. Είναι μια «εξέγερση για την αξιοπρέπεια», που υπερβαίνει τις παραπάνω εξεγέρσεις, από την άποψη της συμμετοχής.

Ο χορός της ακροδεξιάς

Φωτογραφία από #occupygezi

Το μισό του εκλογικού σώματος. Πρώτα απ’ όλα, αυτή η αντίδραση —που δεν μπορεί να εξηγηθεί επαρκώς αν την αντιμετωπίσουμε σαν αντίδραση σε μια σειρά πολιτικές του κυβερνώντος κόμματος σε τοπικό και εθνικό επίπεδο— είναι μια αντίδραση εναντίον μιας προσωπικότητας που κομπάζει διαρκώς για το απόλυτο της εξουσίας της, που αντιλαμβάνεται την αντιπολίτευση και την κριτική με τους κώδικες της νοοτροπίας ενός μάγκα που του χαλάνε το κομμάτι του, που έχει διαμορφωθεί μέσα στην κουλτούρα της υποταγής. Είναι η εξέγερση εκείνων που δεν μπορούν να ανεχτούν αυτό το επιθετικό και δεσποτικό ύφος της πολιτικής, αυτό τον περιφρονητικό τόνο, η εξέγερση εκείνων που πιστεύουν ότι θίγεται η αξιοπρέπειά τους ως πολιτών. Γι’ αυτό τον λόγο, δεν είναι μια επανάσταση κατά του καθεστώτος· είναι μια εξέγερση για την αξιοπρέπεια. Αν το σύνθημα «Ταγίπ, παραιτήσου!» είναι το σύνθημα που φωνάζει πιο συχνά και πιο δυνατά ο λαός που έχει ξεχυθεί στους δρόμους, στην πλατεία Ταξίμ, στο πάρκο Γκεζί και άλλα μέρη, σε όλη την Τουρκία, αυτό δεν συνεπάγεται μια αμφισβήτηση της νομιμοποίησης του Ερντογάν, που πήρε την εξουσία με εκλογές. Με αυτό το σύνθημα, εκατοντάδες χιλιάδες, ίσως και εκατομμύρια άνθρωποι που έχουν βγει στους δρόμους δηλώνουν ότι οι πράξεις του Ταγίπ Ερντογάν είναι στα όρια, τα ξεπερνάνε μάλιστα, της δημοκρατικής νομιμοποίησης (όχι της νομιμότητας, της νομιμοποίησης!). Ο Ερντογάν ξεπερνάει αυτό το όριο της νομιμοποίησης όχι μόνο μ’ αυτά που κάνει αλλά, πολύ περισσότερο, με τον τρόπο που τα κάνει, με τον λόγο του, με την στάση του, με το ύφος του. Επαιρόμενος διαρκώς ότι έχει πίσω του τους μισούς ψηφοφόρους, με τα ίδια του τα χέρια, με τα ίδια του τα λόγια, τοποθετεί το άλλο μισό εναντίον του. Τους αποκλείει. Δηλώνει ξεκάθαρα πως δεν τους λαμβάνει υπόψη. Θίγει την αξιοπρέπεια των μισών ψηφοφόρων ως πολιτών. Η εξέγερση του πάρκου Γκεζί είναι η έκφραση αυτής της πληγωμένης αξιοπρέπειας των πολιτών.

Η απώλεια του αισθήματος ασφάλειας. Σ’ αυτό το αίσθημα πληγωμένης αξιοπρέπειας έρχεται να προστεθεί μια αίσθηση παρέμβασης στον τρόπο ζωής. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της απώλειας του αισθήματος εμπιστοσύνης —απέναντι σε μια υπερδραστήρια προσωπικότητα που πιστεύει ότι η ίδια ξέρει ποιο είναι το καλό, το όμορφο και το σωστό για όλους— εκ μέρους των ανθρώπων που νιώθουν, λίγο ή πολύ, ότι ο τρόπος ζωής τους απειλείται. Στην αντίδραση στη θιγμένη αξιοπρέπεια προστίθεται η επιθυμία της προστασίας της προσωπικότητας. Το να ψάχνεις τους παρακρατικούς του Εργκένεκον πίσω απ’ αυτούς τους νέους ανθρώπους που αποτέλεσαν την κινητήρια δύναμη της αντίστασης του πάρκου Γκεζί, να ισχυρίζεσαι ότι πρόκειται για έκφραση των προσπαθειών επιστροφής στο παλιό καθεστώς, να δείχνεις ξένες δυνάμεις, σημαίνει ότι σκέφτεσαι και μιλάς ακριβώς με τους κώδικες του Παλαιού Καθεστώτος —και τον τρόπο που αυτό αξιολογούσε τα κοινωνικά κινήματα—, με θεωρίες συνωμοσίας, με τη γλώσσα της απόλυτης εξουσίας. Ας μην κοροϊδεύει κανείς κανέναν. Και το να λες ότι σήμερα δημιουργείται στην εξουσία ένα νέο καθεστώς κηδεμονίας,* δείχνει ότι έχεις μείνει στους κώδικες του Παλιού Καθεστώτος. Αυτό που ισχύει σήμερα δεν είναι ένα καθεστώς κηδεμονίας που αδίστακτα δημιουργείται γύρω απ’ την προσωπικότητα του Ερντογάν· είναι ένα καθεστώς ξεκάθαρης τυραννίας. Αυτοί που πιστεύουν ότι καταπατούνται η αξιοπρέπειά τους ως πολιτών και οι αξίες της δημοκρατίας εξεγείρονται ενάντια στον τύραννο. ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΑ ΤΟΥΡΚΙΚΑ: ΙΛΕΑΝΑ ΜΟΡΩΝΗ

* Αναφορά στην στρατιωτική κηδεμονία που γκρέμισε ο Ερντογάν, κάτι για το οποίο επαίρεται διαρκώς, χρησιμοποιώντας το για να αποδείξει πόσο δημοκράτης είναι (σ.τ.Μ)

Πρέπει σήμερα, επειδή οι γνωστοί «πατριωταράδες» το θέλησαν, να μιλήσουμε για τον Χορό του Ζαλόγου; Πρέπει να ασχολούμαστε με ό,τι απίθανο διακινούν περί «ξαναγραψίματος» της Ιστορίας; Πρέπει, τέλος, να υπερασπιζόμαστε μια ιστορικό η οποία είναι βουλευτίνα της ΔΗΜΑΡ, έχει ψηφίσει τα Μνημόνια και ενδεχομένως δεν μας είναι ιδιαίτερα συμπαθής; Η απάντηση για μένα είναι αναμφισβήτητα καταφατική. Γιατί το διακύβευμα δεν είναι ούτε το Ζάλογγο ούτε η προσωπικότητα και το έργο της Μ. Ρεπούση. Διακυβεύεται κάτι πολύ συνολικότερο και σοβαρότερο: η ελευθερία της επιστημονικής έρευνας και έκφρασης. Όπως ακριβώς με την Ιστορία της ΣΤ΄ Δημοτικού: η κουβέντα ξεκίνησε από τα προτερήματα και τις αδυναμίες του βιβλίου, από μεθοδολογικά και διδακτικά ζητήματα, αλλά στην πορεία υπερέβη εντελώς το βιβλίο, αγγίζοντας ένα μείζον για την παιδεία και τη δημοκρατία ζήτημα: αν η Ιστορία είναι υπόθεση της επιστημονικής έρευνας ή αν μετριέται με τη «μεζούρα» της εθνικοφροσύνης, αν χρειάζεται την «έγκριση» της Εκκλησίας, του Σαράντου Καργάκου και άλλων πλειοδοτών της εθνικοφροσύνης. Με λίγα λόγια, δεν υπερασπιζόμαστε τη Μ. Ρεπούση, αλλά το βασικό δικαίωμα της ελευθερίας της επιστημονικής έκφρασης και έρευνας, δικαίωμα όλων, άρα και δικό μας. Σύμφωνοι, αλλά γιατί πρέπει να υπερασπιστούμε και τη Ρεπούση προσωπικά; θα αναρωτηθεί κανείς. Γιατί, πολύ απλά, είναι δώρον άδωρον να μιλάς γενικά και αφηρημένα. Το 1992, λ.χ., το κρίσιμο δεν ήταν να βγάζεις φλογερούς λόγους υπέρ του διεθνισμού· το κρίσιμο ήταν να μιλήσεις κατά της πολιτικής του ελληνικού κράτους έναντι της ΠΓΔΜ και να υπερασπιστείς όσους καταδικάστηκαν σε φυλάκιση για μια «αντεθνική προκήρυξη», όπως έκαναν οι «169» διανοούμενοι — κι ας μην συμφωνούσαν, ούτε όλοι ούτε πλήρως, με τους καταδικασθέντες. Αυτό πρέπει να κάνουμε τώρα. Επειδή το επίδικο δεν είναι ο Κίτσος Τζαβέλας, η Γκόλφω και η κυρα-Φροσύνη, αλλά ο χορός της ακροδεξιάς. Σημ.: Παραπέμπω στο ωραίο άρθρο του Νίκου Σαραντάκου «Το Ζάλογγο και οι μύθοι» (http://goo.gl/nFfCj). Και, για τα ιστορικά γεγονότα, στη μελέτη της Βάσως Ψιμούλη Σούλι και Σουλιώτες (εκδ. Εστία) και το σχετικό άρθρο του Αλέξη Πολίτη (http://goo.gl/a9d46). ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 9 IOYNIOY 2013

32

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Για την κουλτούρα του νέου ριζοσπαστισμού ΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ

Μετά από καιρό επανέρχομαι στα φιλόξενα ύδατα των «Ενθεμάτων». Με κάποιες σκέψεις για τα αποτυπώματα της κρίσης στο ήθος του ριζοσπαστισμού, εννοείτε φυσικά του αριστερού ριζοσπαστισμού. Ποια είναι η συγκεκριμένη αιχμή αυτού του προβληματισμού; Πολλούς μήνες τώρα με απασχολεί το ποιες αισθητικές κλίσεις και αναγνωστικές πρακτικές αναπτύσσονται κάτω από τους κλυδωνισμούς της κρίσης. Αντλώ κυρίως από τις εμπειρίες μου στo πανεπιστήμιο κυρίως όμως από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα σε ιδιωτικές και δημόσιες συζητήσεις με ανθρώπους, κατά τεκμήριο νεότερους στην ηλικία, οι οποίοι κινούνται στους χώρους της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Έχω διαπιστώσει λοιπόν το εξής: στο ευρύ πεδίο της κουλτούρας βλέπω να αναβιώνουν στάσεις δογματικής σκλήρυνσης σε ιδέες και συναισθήματα. Συναντώ έναν τύπο ριζοσπαστικού κοινού νου ο οποίος έχει την τάση να χειρίζεται όλες τις πληροφορίες και τα περισσότερα από τα ερεθίσματά του μέσα από ένα πρίσμα πολεμικό και εργαλειακό. Αυτό παράγει μια σειρά αποτελέσματα για την παιδεία του αριστερού: μεγάλες περιοχές της πολιτισμικής δημιουργίας αντιμετωπίζονται περίπου ως πολυτέλειες οι οποίες, σύμφωνα με το γνωστό «ιστορικό» επιχείρημα, δεν ανταποκρίνονται πια στις νέες κοινωνικές ανάγκες. Οποιαδήποτε σκέψη, έργο ή γλώσσα δεν παραπέμπει, με τον έναν ή άλλον τρόπο, στη διάφανη λογική ενός αιτήματος εναντίωσης ή μιας οπτικής της χειραφέτησης, χρεώνεται τα αμαρτήματα της παραπλανημένης ιδεολογίας: ατομικισμούς, αφελείς ανθρωπισμούς, «αστικές» ηθογραφίες κλπ. Ας πάω όμως σε ορισμένα, φαινομενικά σκόρπια, παραδείγματα-εικόνες. Συστήνοντας ας πούμε σε έναν ριζοσπάστη μεταπτυχιακό φοιτητή που έχει δηλώσει ότι τον ενδιαφέρει η ξένη λογοτεχνία να διαβάσει τον «Θρύλο του Αγίου Πότη» του Γιόζεφ Ροτ ή τον Επικίνδυνο Οίκτο του παρεξηγημένου ως «ελαφρού συγγραφέα» Στέφαν Τσβάιχ, είναι σα να απευθύνομαι στο κενό. Πολύ γρήγορα αντιλαμβάνομαι ότι αυτό δεν έχει να κάνει με την παλαιότητα των συγκεκριμένων παραδειγμάτων ούτε με το, αναμενόμενο γεγονός, ότι τα ονόματα δεν λένε σε όλους το ίδιο πράγμα. Το ίδιο συμβαίνει και όταν προτείνω τον Ίαν Μακ Γιούαν, τον Τζόναθαν Φράνζεν ή κάποιο από τα βιβλία του Πατρίκ Μοντιανό. Πολύ φοβάμαι ότι αν ο εν λόγω «αναγνώστης» μάθει ότι ο Ροτ κατέληξε νοσταλγός της Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας ή ο Μάρτιν Έιμις υπήρξε οπαδός της επέμβασης στο Ιράκ, θα αδιαφορήσει ακόμα περισσότερο. Προτείνοντας, από την άλλη, μια εργασία για κάποιον ακατάτακτο πολιτικά ή και «αντιδραστικό» διανοητή του εικοστού αιώνα, εισπράττεις δυσφορία και ενόχληση. Γιατί; Ο ριζοσπάστης δεν θέλει να ξέρει ούτε και να καταλάβει κάτι που μοιάζει ξένο σώμα ή άσχετο

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Ανρί Ματίς, από την ενότητα «Τζαζ», 1943

με την εσωτερική σφαίρα της φυλής και των αξιολογήσεών της. Αν εξαιρέσει κανείς τα τρία τέσσερα διάσημα ονόματα που παίζουν στο prime time της ανατρεπτικής θεωρίας, πλείστες άλλες περιοχές κοινωνικών και πολιτικών ιδεών, της μυθοπλασίας και της τέχνης δεν ενδιαφέρουν καθόλου. Ούτε ως αντικείμενα γνωστικής περιέργειας ούτε κυρίως ως πηγές προσωπικής αυτοδημιουργίας. Τι θέλω να πω με αυτά τα παραδείγματα που είναι μόνο μια παρανυχίδα του προβλήματος; Ότι έχει επανέλθει, ενίοτε καλυμμένο κάτω από μετανεωτερικά λεξιλόγια, το σχίσμα μεταξύ μιας κουλτούρας της φυγής και μιας κουλτούρας της κοινωνικής και πολιτικής αφύπνισης. Και όχι μόνο αυτό αλλά επιδρά πάντα στο σχηματισμό κρίσεων και ατομικών προτιμήσεων η ταλαίπωρη τομή μεταξύ υλικής βάσης και εποικοδομήματος. Η αισθητική εμπειρία μειώνεται είτε σε απλή διασκέδαση είτε, αν το περιβάλλον είναι ακαδημαϊκό, σε απλό παραπλήρωμα μιας πρωτοποριακής θεωρίας. Η «ανάγνωση» σπεύδει έτσι να υποκλιθεί σε εκείνες τις σελίδες από την πρόσφατη θεωρητική παραγωγή που χρησιμεύουν στην επιβεβαίωση της πολιτικής διάθεσης του «αναγνώστη». Πνευματική και υπαρξιακή οπισθοχώρηση. Όλα αυτά συνιστούν για μένα ξεκάθαρη πνευματική και υπαρξιακή οπισθοχώρηση. Και δεν πρέπει να ενθαρρύνονται καθόλου. Στηρίζονται δε σε μεγάλο βαθμό σε ένα απλοϊκό αναποδογύρισμα των τάσεων που επικρατούσαν πριν δέκα δεκαπέντε χρόνια: η πολεμικότητα παίρνει την εκδίκησή της από τη μεσοαστική αμεριμνησία, οι αναφορές σε κοινότητες υποκαθιστούν τις αγωνίες για το άτομο και διάφορες εκδοχές ηρωισμού της απόφασης και της συλλογικής βούλησης αποτάσσονται πλέον τους μελαγχολικούς υποκειμενισμούς του χτες. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε λόγος που δεν εκδηλώνεται ως καταγγελία και ξεσκέπασμα, ως κραυγή διαμαρτυρίας ή αποστολή μηνύμα-

τος, χάνει τον λόγο της ύπαρξής του. Οι αφηγήσεις που αποτελούν απόπειρες κατανόησης ενός κόσμου, έστω ενός (μικρό)κοσμου εύθραυστων ατομικών πεπρωμένων, δεν θεωρούνται μέρος της νέας πολιτικοποίησης. Συχνά απορρίπτονται ως προβολές του νεοφιλελεύθερου εαυτού και των αυταπατών του. Η αναπότρεπτη λόγω των συνθηκών στροφή στη ζήτηση κοινωνικής και οικονομικής θεωρίας προβάλλει όλο και πιο διαχωρισμένη και στεγνή. Η πρόσβαση πολλών σε ερωτήματα της πολιτικής σκέψης ή σε ζητήματα ιδεολογικής κριτικής στεγανοποιείται από άλλα κοιτάσματα αφηγήσεων και μαρτυριών. Με άλλα λόγια, η ανθρώπινη εμπειρία συρρικνώνεται στα μέτρα αυτού που η παλιά γλώσσα ονόμαζε «βασικές αντιθέσεις». Τούτο βέβαια είναι μια επιμέρους έκφραση ενός ευρύτερου προβλήματος που αφορά το πώς εισέρχεται κανείς σήμερα σε πολιτικά ερωτήματα της συγχρονίας και της μακράς διάρκειας: το ανησυχητικό είναι πλέον η απόσπαση της θεωρίας από την ιστορία, ιδιαίτερα από μια πολιτισμική και διανοητική ιστορία. Εξαίρεση αποτελούν οι μάχες της μνήμης γύρω από τη δική μας δεκαετία του ΄40-’50 και οι πρόσφατες αναρριπίσεις ως προς τη μεταπολίτευση και τις κληρονομιές της. Για παράδειγμα είναι βέβαιο πως η εκδοτική επιτυχία των βιβλίων για την ιστορία της ΟΠΛΑ δεν θα συγκρίνεται με την εκδοτική ατυχία πολύ σημαντικών κειμένων της ευρωπαϊκής ιστορίας όπως το πρόσφατα μεταφρασμένο πόνημα Διά πυρός και σιδήρου (για τον ευρωπαϊκό εμφύλιο πόλεμο) του Enzo Traverso. Και όχι μόνο, πιστεύω, για τον λόγο ότι η μελέτη του Τραβέρσο αγγίζει τις τετρακόσιες σελίδες. Όλα τα παραπάνω θα είχαν πάντως μικρή σημασία αν ήταν γνωστά ατυχήματα στη μετάδοση της γνώσης και των πολιτισμικών αξιών. Έχω όμως τη γνώμη ότι δεν πρόκειται για κάτι τέτοιο. Η στάση την οποία σκιαγραφώ διαβάζει τον κόσμο, τα ανθρώπινα υποκείμενα, τις συλλογικές συμπεριφορές με έναν συγ-

κεκριμένο τρόπο. Διότι αυτή η στάση διαμορφώνει ήθος, έναν κοινό νου όπως είπα. Ο κίνδυνος ενός μονολογικού ριζοσπαστισμού. Γιατί την θεωρώ πνευματικά επικίνδυνη; Δεν είναι εντέλει προτιμότερη η δογματική σύσφιξη των μετώπων από τις χλιαρές, μεταμοντέρνες, ναρκισσιστικές περιδινήσεις των προ της κρίσης εποχών; Μα ακριβώς εδώ είναι ο κίνδυνος. Έχει πια κρίσιμη σημασία το πώς αλλάζει κανείς πλευρό, το πώς επανορθώνει και αναστοχάζεται ένα φθαρμένο παράδειγμα (στη λογοτεχνία ή αλλού) και όχι μόνο το να «αλλάζει». Και από κάθε άποψη αυτός ο μονολογικός και διατακτικός ριζοσπαστισμός στρεβλώνει τους όρους της κριτικής και της συμβίωσής μας σε έναν δημόσιο χώρο. Διότι επιτρέπει μια πολύ εύκολη μετάβαση από την εντοπισμένη κριτική στην άρνηση του άλλου. Σε μια υποτίμηση των άλλων κόσμων, των διαφορετικών αφηγηματικών και ερμηνευτικών διαβημάτων. Και από την επιθετική (γιατί όχι;) εξήγηση με συγκεκριμένες ιδεολογικές καταχρήσεις φτάνει γρήγορα στην ακύρωση του πνεύματος της αμφιβολίας. Με αυτό τον τρόπο, η κριτική στα περιεχόμενα της ηθικής ρητορείας (σαν και αυτή τη ρητορεία που συνόδευσε τα «προγράμματα σωτηρίας» των τελευταίων χρόνων) μετατρέπεται σε περιφρόνηση για αυτόν καθαυτό τον ηθικό στοχασμό και την αξία του. Στο όνομα βεβαίως μιας επιστροφής στην αλήθεια του Πολιτικού και των όρων του κοινωνικού ανταγωνισμού. Το ίδιο συμβαίνει και με άλλα επίδικα της εποχής. Ο έλεγχος λ.χ. στις νεοφιλελεύθερες λογικές διακυβέρνησης μεταφράζεται συχνά σε έναν ανοικονόμητο αντι-φιλελευθερισμό που γράφει ακόμα και σήμερα τα εγκλήματα του σταλινισμού και του μαοϊσμού σε εισαγωγικά. Και με τη σειρά της, η πρόχειρη μετάφραση δικαιολογεί την απροθυμία προσέγγισης σε κείμενα και εμπειρίες που δεν επιβεβαιώνουν τα στερεότυπα. Παρ’ όλα αυτά, δεν πιστεύω γενικά ότι ο μονολογικός ριζοσπαστισμός είναι κάτι μοιραίο και αναπότρεπτο. Ούτε καν μέσα σε αυτούς της καιρούς της κρίσης. Υπάρχουν πάντα περιθώρια και αντίστροφες δυναμικές για μια διαφορετική πολιτική του πνεύματος. Για μια δέσμευση σε κοινωνικές αξίες που θα είναι ανοιχτή στην πολυφωνία του βιώματος και στις αμφιβολίες των υποκειμένων. Χωρίς να δούμε την παλινόρθωση των ανούσιων διχασμών μεταξύ λογοτεχνιών της προόδου και λογοτεχνιών της αντίδρασης.

Η Niemands Rose υπογράφει αντίτυπα του βιβλίου της Η Niemands Rose, η αγαπημένη μας μπλόγκερ (και, μεταξύ πολλών άλλων συνεργάτρια των «Ενθεμάτων») εξέδωσε μόλις το βιβλίο «Τα φώτα στο βάθος» (εκδ. Απόπειρα). «Αφηγήσεις μικρού μήκους» χαρακτηρίζει τα διηγήματα του τόμου, και σε αυτόν θα βρείτε πολλά από τα κείμενα που διαβάσαμε και αγαπήσαμε στο μπλογκ της, παλιά και νεότερα, αλλά και καινούργια αδημοσίευτα. Η Niemands Rose θα υπογράφει αντίτυπα του βιβλίου της σήμερα Κυριακή 9 Ιούνη από τις 19.30 μέχρι τις 21.30 στη Γιορτή του Βιβλίου, στο Πεδίον του Άρεως (περίπτερο 21, εκδόσεις Απόπειρα).


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 9 IOYNIOY 2013

42

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ PRIDE-ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΥΠΕΡΗΦ Πότε είναι η στιγμή για τα ΛΟΑΔ δικαιώματα; Τώρα! ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΚΗΣ ΚΑΤΡΙΒΑΝΟΥ

«Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή πολιτικά», «Προέχουν άλλα αιτήματα τη στιγμή του αγώνα κατά του Μνημονίου»: Κάποιες απαντήσεις που ακούει κανείς συχνά, όταν μιλήσει ή —πολύ περισσότερο—προτάξει τα δικαιώματα των ΛΟΑΔ (λεσβίες, γκέι, αμφισεξουλικοί, διεμφυλικοί-τρανς). Καθώς τέτοιες αντιλήψεις δεν είναι διόλου σπάνιες και στην Αριστερά αξίζει να σκεφτούμε πάνω σ’ αυτές. Η πρώτη σκέψη, βέβαια, είναι, ότι τέτοιες αντιλήψεις παραπέμπουν τα δικαιώματα στις καλένδες, αφού ποιος ξέρει σε πόσα τέρμινα θα έρθει η περιπόθητη «κατάλληλη στιγμή». Και, βέβαια, οι ίδιες αντιρρήσεις ακούγονταν στα χρόνια της ευημερίας, όχι μόνο της κρίσης. Η επίκληση, λοιπόν, του «άκαιρου» συνιστά, ουσιαστικά, υποτίμηση της σημασίας των ΛΟΑΔ δικαιωμάτων. Πάντως, ακόμα και αν μπούμε στην —ούτως ή άλλως προβληματική— λογική της ιεράρχησης αιτημάτων, είναι εξαιρετικά δύσκολο, αν όχι αδύνατον, να υποστηρίξουμε ότι ο αγώνας για τα δικαιώματα και την ισότητα είναι υποδεέστερος, λ.χ. από την αγώνα ενάντια στη φτώχεια. Αν η φτώχεια οδηγεί στην εξαθλίωση, στο ίδιο αποτέλεσμα οδηγεί και η περιφρόνηση των δικαιωμάτων — από τον κοινωνικό αποκλεισμό μέχρι και τα μαχαιρώματα από τους φασίστες. Μπορούμε άραγε να ανεχθούμε κάποιοι συμπολίτες μας να έχουν λιγότερα δικαιώματα λόγω ταυτότητας φύλου ή σεξουαλικού προσανατολισμού; Να μην μπορούν, λ.χ., να δουν στην εντατική τον σύντροφό τους, ή αυτή να μη δικαιούται ασφάλιση και κοινωνικά επιδόματα όπως στα ετερόφυλα ζευγάρια; Άλλωστε, η καταρράκωση του βιοτικού επιπέδου, η διάλυση του κοινωνικού κράτους κλπ. δεν υλοποιούνται σε ένα περιβάλλον φιλελευθερισμού και άνθησης της ελευθεριότητας. Το αντίθετο: ο φόβος, η μισαλλοδοξία, η δίωξη των «διαφορετικών», αποτελούν όχι μόνο παράγωγο της κυρίαρχης πολιτικής, αλλά και τρόπο με τον οποίο αυτή υλοποιείται. Αν συνυπολογίσουμε και την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής, τότε η απερίφραστη υπεράσπιση των δικαιωμάτων των ΛΟΑΔ αποτελεί βασικό στοιχείο του αντιφασιστικού αγώνα, αλλά και του αγώνα εναντίον του απανθρωπισμού όλων μας. Όσον αφορά ειδικότερα τον ΣΥΡΙΖΑ, βασικός ρόλος ενός αριστερού κόμματος είναι να συνδέεται με τα κινήματα και, ακόμα περισσότερο, να συνενώνει αιτήματα: να μιλάει μαζί για το περιβάλλον, τα δικαιώματα, τη δημοκρατία, την ανεργία —όχι σαν απομονωμένες νησίδες, αλλά σαν μέρη μιας συνολικής αντίληψης. Γιατί το αν ζουν κάποιοι —που, παρεμπιπτόντως, είναι πολλές και πολλοί— υπό καθεστώς φόβου, απαξίωσης ή σαν πολίτες βήτα κατηγορίας είναι ανυπόφορο, και για τους ίδιους βέβαια, αλλά και για όλους τους άλλους: μια κοινωνία δεν μπορεί να είναι δίκαιη με εξαιρέσεις και αστερίσκους, οι διακρίσεις μας προσβάλλουν όλες και όλους. Ο σεξισμός και η ομοφοβία διέπουν όλο το φάσμα της ελληνικής κοινωνίας, των προσωπικών μας εμπειριών και σχέσεων. Η σεξουαλικότητα και η εμπειρία του σώματος είναι κατεξοχήν πολιτικά ζητήματα, καθώς συνδέονται με την ταυτότητα και την εμπειρία του εαυτού, τις διαπροσωπικές και κοινωνικές μας σχέσεις, την αίσθηση της δύναμης και τη δυνατότητα δράσης. Συγχρόνως, αμφισβητούν ιδεολογικά θεμελιώδη στοιχεία της κυρίαρχης ιδεολογίας και των σχέσεων εξουσίας, όπως ο γάμος, η οικογένεια, το έθνος και η αναπαραγωγή τους. Ιδιαίτερα το queer κίνημα φέρνει καινούργια σκέψη για το τι είναι πολιτικό, πώς κάνουμε πολιτική, αμφισβητώντας την κυρίαρχη ιδεολογία σε ζητήματα ταυτότητας, κοινωνικών ρόλων και δομών. Η ουσιαστική σύνδεση του ΣΥΡΙΖΑ με τα κινήματα του ΛΟΑΔ χώρου —αλλά και τα κινήματα γενικότερα— μπορεί να αποτελέσει πηγή έμπνευσης και ζωντάνιας, ενάντια σε μια αποξηραμένη αντίληψη της πολιτικής. Θα του επιτρέψει

Καραβάτζιο, «Οι μουσικοί», 1595

(όπως φάνηκε και σε μια ωραία συζήτηση μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας, στις 30 Ιουνίου) να αναδείξει δυναμικά τις αξιακές του θέσεις, να περιγράψει ξεκάθαρα την αντίληψή του για μια κοινωνία στην οποία δεν χωράνε διακρίσεις σε κανένα επίπεδο. Ας το κάνουμε αυτό, έχοντας συνείδηση ότι το ζήτημα κάθε άλλο παρά «εξωτερικό» για μας είναι: μεγάλος αριθμός μελών του ΣΥΡΙΖΑ ανήκουν στην ΛΟΑΔ κοινότητα. Και αισθάνονται αποκλεισμένοι, καταστέλλονται και αυτολογοκρίνονται μέσα στις κομματικές διαδικασίες. Χρειάζεται να μάθουμε και να αλλάξουμε μαζί. Η Αριστερά πρέπει να βάζει την ατζέντα, και όχι να υποτάσσεται στη λογική του καθωσπρεπισμού, της ενσωμάτωσης και του εκφασισμού. Έτσι, είναι απαραίτητες θεσμικές πρωτοβουλίες όπως ένα σχέδιο νόμου για το δικαίωμα γάμου και την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης και στα μέλη της ΛΟΑΔ κοινότητας. Όπως και η διεύρυνση των δικαιωμάτων που δίνει το σύμφωνο συμβίωσης για όλα τα ζευγάρια, ετερόφυλα και ομόφυλα, σε θέματα ασφάλισης, φορολογίας, άδειας παραμονής του συντρόφου και κληρονομιάς. Είναι ένα βή-

μα που πρέπει να γίνει, καθώς μας αφορά όλες και όλους να μην υπάρχουν πολίτες δύο ταχυτήτων. Ένα γενναίο βήμα για να μπορούμε να συμπορευόμαστε όλες και όλοι ισότιμα και περήφανα.

H Bασιλική Κατριβάνου είναι βουλευτής Β΄ Αθήνας του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ.

Stonewall, 44 χρόνια μετά ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΓΑΛΑΝΟΥ

Long live the spirit of Stonewall Stonewall Inn, 28 Ιουνίου του 1969, όταν γραφόταν η Iστορία. Όταν για πρώτη φορά η γκέι, λεσβιακή και τρανς κοινότητα αποφάσισε ότι δεν μπορεί πια να ανέχεται την κρατική καταστολή και την αστυνομική βία εναντίον της. Ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, ήταν η εξέγερση του πιο καταπιεσμένου μέρους μιας κοινότητας που ασφυκτιούσε και αποζητούσε αέρα ν’ αναπνεύσει ελεύθερα. Ανατρέχοντας στα ντοκιμαντέρ για το Στοουνγουώλ, ξεχωρίζω τη φιγούρα της Σύλβια Ριβέρα, μιας γενναίας τρανς ακτιβίστριας που πρωτοστάτησε στα γεγονότα. Χαραγμένη στο νου η εικόνα της να ξετυλίγει τις μνήμες σε ένα ακροατήριο νεαρών τρανς κοριτσιών, με το πρόσωπό της να συσπάται καθώς διηγείται και να λέει, σχεδόν τρίζοντας τα δόντια: «Δεν θα έχανα στιγμή από αυτό· ήταν η επανάσταση», δείχνοντας ότι το λιοντάρι κι αν γέρασε ξέρει ακόμη να δείχνει τη χαίτη του. Οι γενιές που ακολούθησαν ήπιαν από την πηγή του Στοουνγουώλ, το λοατ κίνημα σχηματοποιήθηκε, οργανώθηκε και σε ανάμνηση των γεγονότων, αλλά και για την ενδυνάμωση της κοινότητας και της ορατότητάς της, κάθε Ιούνιο γίνονται τα Φεστιβάλ Υπερηφάνειας (Pride) σε όλο τον κόσμο. Συχνά βλέπουμε στις οθόνες μας πολύχρωμες εικόνες, γυμνασμένα όμορφα κορμιά αγοριών, χαμογελαστά κορίτσια, φανταχτερές ντραγκ κουήνς — μια γιορτή της διαφορετικότητας. Είναι όμως τα Pride μια γιορτή και μόνο; Μια παρέλαση; Αυτό αναρωτιούνται κάποιοι, συμπληρώνοντας ότι πλέον έχουν χάσει τον δυναμισμό και τον διεκδικητικό τους χαρακτήρα των πρώτων ετών, όταν η ατμόσφαιρα δονούνταν από


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 9 IOYNIOY 2013

43

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

ΑΝΕΙΑΣ 2013 ΣΕ ΑΘΗΝΑ ΚΑΙ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ την ανάγκη για πραγματική ελευθερία. Και αν ναι, τι θα έπρεπε να γίνει για να ξαναποκτήσουν τη δυναμική τους; Η απάντηση δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι ναι, τα Pride είναι γιορτή της διαφορετικότητας, κυρίως όμως —θα πρέπει να— είναι η κορύφωση μίας διεκδικητικής πορείας που οφείλει να θυμάται τη διαδρομή της και στα σίγουρα πρέπει να έχει όραμα για το μέλλον. Μιας πορείας που ανάμεσα στα φρου-φρου και τα μποά δεν θα αποτελείται από ατομικότητες που βαδίζουν τους δρόμους της πόλης μουρμουρίζοντας το «I will survive», αλλά βρίσκονται εκεί ως αποτέλεσμα συλλογικής κουλτούρας και δράσης που δίνει νόημα στη λέξη «κοινότητα». Το κείμενο αυτό θα το διαβάσει ο αναγνώστης και η αναγανώστρια μία ημέρα μετά το Athens Pride και μία εβδομάδα πριν το Thessaloniki Pride. Όσο γράφονται αυτές οι γραμμές, η αστυνομία προσάγει κάποιες φίλες μας τρανς στη Θεσσαλονίκη εντελώς αναίτια, μαζικά και με εξευτελιστικό τρόπο, επί καθημερινής βάσης από τις 30 Μαΐου. Η αστυνομία τις σταματά όσο βρίσκονται στο αυτοκίνητό τους, τις ακινητοποιεί και, με το πρόσχημα ότι «παρενοχλούν τους περαστικούς» ή για εξακρίβωση, και τις οδηγεί στο τμήμα, όπου η συμπεριφορά των αστυνομικών είναι απάνθρωπη. Η κατάληξη είναι η γνωστή: μετά από δυο-τρεις μήνες θα τους έρθει το γνωστό «μπιλιέτο» να παρουσιαστούν στο δικαστήριο. Μάλιστα, όταν η δικηγόρος του Σωματείου μας, η Ηλέκτρα Κούτρα την οποία και ευχαριστούμε θερμά, πήγε στο κρατητήριο αρχικά δεν της επετράπη να δει την πελάτη της· όταν τελικά κατάφερε να μπει την έκλεισαν και την ίδια στο κρατητήριο χλευάζοντάς της, ενώ οι αστυνομικοί την απείλησαν με μήνυση — και όλα αυτά απλώς γιατί υπερασπίστηκε μια τρανς γυναίκα. Ζώντας σε μια κοινωνία όπου —ας μη γελιόμαστε— το φίδι έχει βγει για τα καλά από το αυγό του και κυκλοφορεί ελεύθερο, ιδιαίτερα εμείς οι τρανς, δεν έχουμε κανένα λόγο να είμαστε περήφανες. Τουναντίον, νιώθουμε ντροπή για τη χώρα που ζούμε. Νοιώθουμε την υποχρέωση απέναντι στην αξιοπρέπειά μας να υψώσουμε έναν καθαρό λόγο ενάντια στην αστυνομική αυθαιρεσία, την οποία η τρανς κοινότητα δεν έπαψε ποτέ να υφίσταται, στον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τους αποκλεισμούς.

Η Μαρίνα Γαλανού είναι πρόεδρος του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών (ΣΥΔ), αναγνωρισμένης συλλογικότητας για τα τρανς δικαιώματα και ιδιοκτήτρια των εκδόσεων Πολύχρωμος Πλανήτης (LGBT εκδόσεις-βιβλιοπωλείο).

Η Αριστερά, η Περηφάνια, η Ευθύνη ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Κάθε που ξανάρχεται στο προσκήνιο η συζήτηση για φύλο και σεξουαλικότητα, ομοφυλοφιλία και δικαιώματα, δυο τιτιβίσματα «αποδοχής» είναι που δεν ανέχομαι. Το πρώτο είναι το ρομαντικώς φιλελεύθερο, τύπου «εμείς τους αγαπάμε τους γκέι», μπλαμπλαμπλα ανεκτική κοινωνία, μπλαμπλαμπλα διαφορετικότητα. Το δεύτερο είναι το γραφειοκρατικώς κοινωνιστικό: αυτό που μεταμορφώνει την ομοφοβία σε ανάγκη, επαναλαμβάνοντας «Καλά όλα αυτά, όμως εδώ, αυτό τον καιρό, έχουμε πολλά σοβαρότερα προβλήματα». Όσο η οθόνη σου γεμίζει αυτόν τον καιρό εικόνες από τα «Φεστιβάλ Υπερηφάνειας» που γίνονται στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, κάτσε και σκέψου, αντίθετα, πόσο η συζήτηση που είναι ικανά να προκαλέσουν είναι πολύ περισσότερο ριζοσπαστική, καίρια, δραματικά επίκαιρη. Δεν είναι πια καιρός για αφέλειες, δεν είναι καιρός να νομίζεις ακόμα ότι τα Pride είναι η ενασχόληση λίγων κολλημένων ακτιβιστών, που θέλουν να παντρεύονται με παπά και με κουμπάρο· ή ότι τα πράγματα στα ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας είναι γενικώς

Αthens Pride, 2010

λυμένα· ή ότι είναι απλώς θέματα αναγνώρισης δικαιωμάτων· ή ότι είναι ασύνδετα με ό,τι συμβαίνει, καθημερινά σήμερα, γύρω από τον καθένα και την καθεμιά μας. Γιατί, πολύ απλά, οι σφαλιάρες των τελευταίων χρόνων έχουν αλλάξει το σκηνικό. Και με τη λέξη «σφαλιάρες» εννοώ: α) Την τρομερή χρήση της ομοφοβίας και τη (φαντασιακή, συμβολική και πραγματική) επιβολή ρατσιστικής και έμφυλης βίας από τον αναδυόμενο φασισμό. β) Την σκλήρυνση των έμφυλων και σεξουαλικών ιεραρχιών στην περίοδο των Μνημονίων. γ) Το καθεστώς βιοπολιτικής και θανατοπολιτικής διαχείρισης που επιβάλλεται όλο και περισσότερο σήμερα, οργανώνοντας συνεχώς τα σώματα που μετράνε εις βάρος εκείνων των άλλων σωμάτων, όσων πρέπει να πεταχτούν στον Καιάδα, των αποκειμένων όχι μόνο της Κρίσης, αλλά και της Χρήσης, από την εξουσία, των δικών μας σωμάτων. Το σώμα, οι προτεραιότητες και οι επιθυμίες του γίνονται το πρώτο σημείο εκμετάλλευσης και υποτέλειας, ο στόχος μιας κανονιστικής μηχανής διακυβέρνησης. Γι’ αυτό ακριβώς οι ριζοσπαστικές πολιτικές φύλου και σεξουαλικότητας και η δημόσια διεκδίκησή τους, καθώς ξεκινούν από το ίδιο σημείο — το σώμα, την επιθυμία του, τα όρια, τους όρους και τις δυνατότητες αντίστασής του-, γίνονται σήμερα μια πολυεπίπεδη πλατφόρμα μάχης. Δεν πρόκειται λοιπόν για στενή διεκδίκηση δικαιωμάτων (στο φύλο και στη σεξουαλικότητα, όπως και στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην υγεία): αλλά για την αντίσταση σε μια ανήθικη κυριαρχία κι ό,τι η ίδια δεν διστάζει να διαφημίζει, πότε ως «νοικοκύρεμα», και πότε ως ανελέητο ξεσκαρτάρισμα. Είναι προφανές τι πρέπει να κάνει εδώ η Αριστερά. Αυτή που ξέρει να μιλάει για δικαιώματα, για την ιστορία αλλά και τη διεκδίκηση της πιο ριζοσπαστικής εκδοχής τους, αυτή που ξέρει να μιλάει για απελευθερωτική δυναμική, για αντίσταση, για ηθική και για ευθύνη. Τα ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας δεν είναι απλώς το καλό παράδειγμα όπου μπορεί να δώσει η Αριστερά τις καλές της εξετάσεις· είναι στο κέντρο του ασκού του Αιόλου, με το άνοιγμα του οποίου η Αριστερά πρέπει τώρα να αναμετρηθεί. Και δεν χρειάζεται κανένας ακροδεξιός υπεράνδρας να έρθει στα φετινά Pride και να αρχίζει να ωρύεται για αντεθνικώς γαμημένες κωλοτρυπίδες για να καταλάβεις, έστω και με το εύκολο παράδειγμα, τι εννοώ. Αρκεί —πάντα θα αρκεί- η πανταχού παρούσα πλέον εικόνα του. Η τα τελευταία χρόνια τόσο επιβεβαιωμένη δυναμική της. Ο καινούριος φασισμός που χύνεται από παντού και η ομοφοβία που άνετα επιδεικνύει φέρνουν στο προσκήνιο την επι-

τακτική ανάγκη της Αριστεράς να επαναδιαβεβαιώσει, και ως ένα βαθμό να αναπροσδιορίσει, τις σχέσεις της με τις ριζοσπαστικές πολιτικές φύλου και σεξουαλικότητας. Όχι μόνο γιατί εμείς είμαστε διαφορετικοί από τους φασίστες. Αλλά και γιατί ο φασισμός κολακεύει τους εσωτερικούς ρατσισμούς και τη μισαλλοδοξία μιας κοινωνίας, μεταμορφώνοντάς τις πολύ βαθιά εσωτερικευμένες εξουσιαστικές της δομές σε σκηνικά πολιτικής επιθυμίας. Η Χρυσή Αυγή κολακεύει τον εθνικό ανδρισμό και το παραδοσιακό σύστημα φύλου και σεξουαλικότητας, όπως κολακεύει και τον εθνικό ρατσισμό, και τα σύνδρομα κυριαρχικότητας και εθνικής μοναδικότητας. Στόχος της δεν είναι απλώς να διατηρηθούν οι εξουσιαστικές δομές που υποστήριξαν όλα αυτά τα συστήματα· στόχος της είναι η επιθυμία για διατήρησή τους να γίνει ο μοχλός της δικής της πολιτικής επιβολής. Δεν είναι ως εκ τούτου δυνατόν (ή μάλλον καλύτερα: είναι αδιανόητο), η Αριστερά να κάνει το ίδιο - να σκέφτεται δηλαδή ότι πρέπει να κολακεύσει παραδοσιακά εθνόφυλα στεγανά, μόνο και μόνο για να επιβληθεί πολιτικά. Το αντίθετο: μια γενναία στρατηγική για την Αριστερά θα ήταν να δείξει πόσο πολύ κάποια στεγανά φύλου και σεξουαλικότητας εντός της κοινωνίας μας, ευθύνονται και για την πολιτική αναξιοπρέπεια συγκεκριμένων πολιτικών χώρων και πολιτικών πρακτικών. Η Αριστερά δεν μπορεί να φοβάται να καταδικάσει τον φαλλοκρατισμό και τη γενικευμένη ομοφοβία. Αντίθετα, πρέπει να είναι εκείνος ο πολιτικός φορέας που θα αναλάβει να δείξει ότι και η μάτσο εθνομαγκιά, ως σύστημα εθνόφυλης σεξουαλικότητας, φαντασία εθνικής επιβολής, και στρατηγική αποφυγής της ευθύνης, χρησιμοποιήθηκε από τις πολιτικές που ευθύνονται για την κοινωνικοοικονομική κατάρρευση της χώρας τα τελευταία χρόνια. tst Ας δούμε λοιπόν ξανά, με αφορμή τα φετεινά Prides στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη, τι μπορεί να σημάνει η παρέμβασή τους. Πόσο μια καταπίεση συνδέεται με όλες τις άλλες. Πόσο όταν κανείς ζητάει ένα δικαίωμα, δεν μπορεί παρά να σκέφτεται όχι μόνο αυτούς που του το αρνούνται, αλλά και όλους τους άλλους που δεν μπορούν να το διεκδικήσουν δημόσια. Ας δούμε, επιτέλους, πώς μπορεί να ξαναρχίσει να δουλεύει, κριτικά, ριζοσπαστικά, κινηματικά και ανοιχτά, η δημόσια σφαίρα. Κι ας καταλάβουμε πόσο καλά και στο πετσί τους οι άνθρωποι που διεκδικούν δημόσιο χώρο με τα Prides, έχουν καταλάβει ότι το ατομικό, το κοινωνικό και το πολιτικό είναι αδιαίρετα. Πόσο ξέρουν ότι όταν ξεκινάς να μιλάς και να διεκδικείς για σώμα, φύλο και σεξουαλικότητα, ουσιαστικά αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι σημαίνει να είσαι ευάλωτος, και τι σημαίνει, αυτήν τη συνθήκη να την κάνεις κέντρο της κατανόησης, της πολιτικής κατανόησης, του εαυτού σου και της σχέσης του με τους άλλους και με τον κόσμο. Αν η Αριστερά δεν είναι η δύναμη που να μπορεί να στηρίξει αυτήν τη συνθήκη, το ευάλωτο ως αρχή κατανόησης και πολιτικής διεκδίκησης, δεν ξέρω ποια άλλη μπορεί να πάρει τη θέση της. Και αν δεν είναι τώρα και εδώ, η στιγμή αυτό να το καταλάβουμε ακόμα καλύτερα, δεν ξέρω και πότε θα μπορούσε κάτι τέτοιο να συμβεί.

Ο Δημήτρης Παπανικολάου διδάσκει νεοελληνικές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Το κείμενο βασίζεται σε ομιλία στην εκδήλωση «Αριστερά και πολιτικές φύλου και σεξουαλικότητας», που διοργανώθηκε από την ομάδα Φύλου και Σεξουαλικότητας του Τμήματος Δικαιωμάτων του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ.

Ο Ντέιβιντ Χάρβεϋ στην Αθήνα Τα φετινά Ανοικτά Σεμινάρια Ριζοσπαστικής Γεωγραφίας 2013 θα ολοκληρωθούν με τη διάλεξη του διακεκριμένου γεωγράφου καθηγητή Ντέιβιντ Χάρβεϋ CUNY New York, με θέμα: «Η ριζοσπαστική γεωγραφία σήμερα». Την Παρασκευή 7 Ιουνίου, ώρα 19:00, στο Τμήμα Γεωγραφίας, Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο (αίθουσα τελετών).


Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

9 IOYNIOY 2013

ΤΟ BLOG ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»: enthemata.wordpress.com e-mail: enthemata@gmail.com

ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ

Αρχείο Στ. Καλλέργη: Ψηφίδες από τον σχεδιασμό της σοσιαλιστικής πολιτείας Aπό τις εκδόσεις της Βιβλιοθήκης του Μουσείου Μπενάκη κυκλοφορεί, τις επόμενες μέρες, ο τόμος Αρχείο Σταύρου Καλλέργη: Ψηφίδες από τον σχεδιασμό της σοσιαλιστικής πολιτείας. Πρόκειται για τον αναλυτικό κατάλογο του αρχείου του έλληνα σοσιαλιστή σε επιμέλεια του ιστορικού Κωστή Καρπόζηλου, που ανασυνθέτει τη ζωή και τη δράση του, με πολλά άγνωστα στοιχεία. Από την εισαγωγή του επιμελητή, που αποτελεί μια πρωτότυπη αυτοτελή μελέτη, προδημοσιεύουμε το κομμάτι που αναφέρεται στα ύστερα χρόνια, της απόσυρσης και της ιδιώτευσης του Καλλέργη. Για τις ανάγκες της παρούσας δημοσίευσης, έχουν απαλειφθεί οι υποσημειώσεις. ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΥ

Η εποχή της ιδιώτευσης (1900-1926). Η καθημερινότητα του Σταύρου Καλλέργη στο γύρισμα του 20ού αιώνα είχε μικρή συνάφεια με τους προσανατολισμούς της προηγούμενης ζωής του. Ο άνθρωπος που είχε περιγράψει τη «νοικοκυροσύνη» ως συνώνυμη της κοινωνικής καθυστέρησης μετατρεπόταν σε δραστήριο μεταπράτη με επεκτεινόμενες εμπορικές δραστηριότητες. Ύστερα από την απολογητικού ύφους Επιστολή του 1898 δεν υπάρχουν τεκμήρια που να αποκαλύπτουν ενδεχόμενες εσωτερικές ταλαντεύσεις που παρήγαγε αυτή η μεταβολή. Ο Καλλέργης πρέπει να συνειδητοποίησε νωρίς ότι η κρητική κοινωνία σε μικρό βαθμό αποδεχόταν τις κοινωνικές και πολιτικές του αντιλήψεις. […] Το «Εμποροπαραγγελιοδοχικόν Γραφείον Σταύρου Γ. Καλλέργη» στον Πάνορμο, προμήθευε καταστήματα στο Ρέθυμνο και το Ηράκλειο με τα προϊόντα της περιοχής: χαρούπια, λάδι, σαλιγκάρια και ελαιοπυρήνα. Το 1901 ο Καλλέργης επιχείρησε να διευρύνει τις δραστηριότητές του συνεργαζόμενος με τον ηρακλειώτη έμπορο Σπυρίδωνα Ιωάννου. Η συνεργασία αποσκοπούσε στην εισαγωγή υφασμάτων και ενδυμάτων της «ελληνικής βιομηχανίας» και στην εξαγωγή κρητικών αγροτικών προϊόντων στο ελληνικό κράτος. […] Ο Σοσιαλιστής επανακυκλοφόρησε από τον Μάιο έως τον Ιούλιο του 1902 θυμίζοντας σε μεγάλο βαθμό την έκδοση του 1896: πρωτοσέλιδη εικονογράφηση, μεταφράσεις και κείμενα του Καλλέργη με σημαντικότερο την, σε συνέχειες, πραγματεία του περί «πρακτικού κοσμοπολιτισμού». Στις σελίδες του φιλοξενούνται ανακοινώσεις μη χαρτογραφημένων από την έρευνα συλλόγων, όπως ο κοινωνιστικός σύλλογος Αθηνών «Λαός», και

μετρημένες εξωτερικές συνεργασίες, που δεν αναιρούν τον προσωποκεντρικό χαρακτήρα της όλης έκδοσης — άλλωστε ο Καλλέργης συστηματικά επισημαίνει την απόφασή του να παραμείνει εκτός συλλόγων έως ότου ωριμάσουν οι προϋποθέσεις για την εμφάνιση σοσιαλιστικού κόμματος με παρουσία στην κοινοβουλευτική ζωή της χώρας. Στον Σοσιαλιστή του 1902 δεν λείπουν οι ενδιαφέρουσες ειδήσεις, όπως η εκλογή του προέδρου των καραγωγέων στη Βουλή τον Ιούλιο του 1902, τα τεκμήρια ιδεολογικής κινητικότητας, οι ενδείξεις αντοχής του παλαιού δικτύου συνδρομητών. Το σύνολο όμως αυτών σκιάζεται από τα προβλήματα του εκδότη. Με τα λόγια του «Γκίκα», του οποίου οι διάλογοι με τον «Παύλο» διανθίζουν τον Σοσιαλιστή από το 1890 έως το 1902, «τα οικονομικά μου, Παύλε, δεν πάνε καθόλου καλά· ευρίσκομαι εις μεγάλην στενοχωρίαν· τα έχω σκούρα». Ο Σταύρος Καλλέργης όντως «τα είχε σκούρα». Η έκδοση του Σοσιαλιστή συμβάδιζε με την εκδίκαση προσφυγών των πιστωτών του — κυρίως του Μπαλάσκα. Τον Ιούλιο η εφημερίδα κυκλοφόρησε για τελευταία φορά. Το 1894 η διακοπή της έκδοσης σχετιζόταν με τις διώξεις εις βάρος των σοσιαλιστών, το 1896 ενδεχομένως με τις ταυτόχρονες εξελίξεις στο Λαύριο, το 1902 εξαιτίας της προσωποκράτησης του Σταύρου Καλλέργη για χρέη. […] Ύστερα από τα γεγονότα αυτά, ο Σταύρος Καλλέργης επέστρεψε οριστικά στο Χουμέρι Μυλοποτάμου. Εκεί παντρεύτηκε το 1908 τη Μαρία Γιακουμάκη, ενώ δραστηριοποιήθηκε εκ νέου στο εμπόριο, περιοριζόμενος στη διατήρηση ενός καταστήματος στο Χουμέρι και σε συναλλαγές με την πόλη του Ρεθύμνου. Ο προσανατολισμός αυτός σχετίζεται με την παρουσία στο Ρέθυμνο του αδερφού του Βασιλείου. Η συστηματική αλληλογραφία των αδερφών αποκαλύπτει δύο διαφορετικούς κόσμους, που επιχειρούν στο όνομα των οικογενειακών σχέσεων να συνεταιριστούν. Ο

Βασίλειος Καλλέργης το 1906 παντρεύτηκε την κόρη του μεγαλεμπόρου τού Ρεθύμνου Κωνσταντίνου Χαλκιαδάκη, εισερχόμενος έτσι στον επιχειρηματικό κόσμο με προνομιακούς όρους. Οι επιστολές του περιγράφουν την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα του εμπορικού οίκου Χαλκιαδάκη, την παρουσία των μελών του στις πολιτικές διεργασίες του νομού, την ανάληψη από τον ίδιο του ρόλου του προστάτη και συμβουλάτορα. Ο Βασίλειος Καλλέργης παρουσιάζεται ως ο επιτυχημένος και ορθολογικός εκπρόσωπος της οικογένειας. Στο άλλο άκρο, ο Σταύρος, του οποίου οι συνεισφορές στον διάλογο αυτό λανθάνουν, σκιαγραφείται μέσα από τις επιστολές του Βασιλείου ως ανώριμος και αναξιόπιστος ― δίχως ωστόσο να υπάρχει η παραμικρή νύξη στις παλαιότερες σοσιαλιστικές του δραστηριότητες. […] Η οικογενειακή καθημερινότητα διαπλέκεται σε ορισμένες περιστάσεις με την καθημερινότητα του «εθνικού αγώνα»: με την προετοιμασία ένοπλου «κινήματος», την έξαψη γύρω από τις ειδήσεις του Βαλκανικού πολέμου, τον ενθουσιασμό για την άφιξη του βασιλιά Κωνσταντίνου στα Χανιά. Στη συγκυρία εκείνη, η δημόσια τοποθέτηση του Σταύρου Καλλέργη «προς τας σοσιαλιστικάς εφημερίδας, συλλόγους, λέσχας, κέντρα, ομίλους και βουλευτάς Ευρώπης και Αμερικής» επιβεβαιώνει τη συμπόρευσή του με τους εθνικούς στόχους. Παράλληλα πρωταγωνιστεί στην ίδρυση ενός αλληλοβοηθητικού σκοπευτικού ομίλου στα χωριά του Μυλοποτάμου το 1910.141 Η λειτουργία του «Ψηλορείτη» θα πρέπει να εξεταστεί σε συνάρτηση με παράλληλες πρωτοβουλίες στα αστικά κέντρα του νησιού, όπως η ίδρυση της Πανελληνίου Σκοπευτικής Εταιρίας Ηρακλείου, ενώ σχετίζεται με την αναταραχή γύρω από το κρητικό ζήτημα — το καταστατικό άλλωστε όριζε ότι ο σύλλογος αποσκοπούσε να προσφέρει υπηρεσίες στην «Πατρίδα». Η υπόμνηση της παρουσίας της οικογένειας στους «εθνικούς αγώνες», που συγκροτούν ένα συνεχές από το 1866 έως το 1913, συνιστά μοτίβο των μεταγενέστερων αιτημάτων του Καλλέργη για την αντιμετώπιση των πιεστικών οικονομικών του προβλημάτων. Η οικογενειακή αλληλογραφία και τα παράλληλα τεκμήρια μαρτυρούν ότι στην ουσία οι εμπορικές του δραστηριότητες κατατρύχονταν από εκκρεμείς συναλλαγματικές, χρέη και δανεισμούς. Όσα γνωρίζουμε για τα τελευταία χρόνια του Σταύρου Καλλέργη μας παραδίδονται κυρίως στις αυτοβιογραφικές αναμνήσεις των παιδιών του — του Σωκράτη και του Λυκούργου. Η εικόνα ενός εσωστρεφούς, τρυφερού και αποτραβηγμένου ανθρώπου επιβεβαιώνει την αίσθηση ότι η τελευταία δεκαετία της ζωής του ήταν φορτωμένη από το άγχος του βιοπορισμού

και τη μελαγχολία της ιδιώτευσης, τα ίχνη τους είναι εμφανή στο τελευταίο δημόσιο κείμενό του, τη διάλεξη «προς ομάδα του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου». Το περιεχόμενό της έχει ήδη σχολιαστεί· αυτό που απομένει είναι η απορία για τους αποδέκτες και ειδικότερα για την υπόσταση της ομάδας αυτής του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου. Ο Σταύρος Καλλέργης απευθυνόταν σε παλιούς «ομόφρονες»; Είναι εξίσου πιθανό να ήταν αυτός ο δικός του τρόπος να αναμετρηθεί με το παρελθόν του — η κατάθεση μίας απολογιστικής κρίσης και μίας πολιτικής υποθήκης που συμπύκνωνε την πεποίθησή του ότι υπήρξε πρωτοστάτης στην κοινωνική εξέλιξη προς μία νέα ιστορική εποχή.

Παρουσίαση έκδοσης της Ομάδας Φύλου του ΟΜΙΚ και πάρτι Η Ομάδα Φύλου του Ομίλου για τη Μελέτη της Ιστορίας και της Κοινωνίας (ΟΜΙΚ) σας προσκαλεί στην παρουσίαση του συλλογικού τόμου: (Αντι)μιλώντας στις βεβαιότητες: Φύλα, αναπαραστάσεις, υποκειμενικότητες που θα στις 14 Ιουνίου, ώρα 20.30, στον κήπο του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (Ερμού 134-136 στο Θησείο). Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι: Έφη Αβδελά, ιστορικός, Μάνος Σπυριδάκης, κοινωνικός ανθρωπολόγος, Χρήστος Χρυσανθόπουλος, ιστορικός, και, εκ μέρους της ομάδας επιμέλειας η Μαρία Πρέκα, ιστορικός. Θα ακολουθήσει πάρτι.

e11723  

Ενθέματα, Κυριακάτικη Αυγή 09.06.2013

Read more
Read more
Similar to
Popular now
Just for you