Issuu on Google+

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Kείμενα των: Πολυμέρη Βόγλη, Αριστείδη Μπαλτά, Δημήτρη Παπανικολάου, Κώστα Δουζίνα, Γιάννη Ιωαννίδη, Πόπης Πολέμη, Νίκου Σαραντάκου ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 730

KYΡΙΑΚΗ 7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013

ΓΝΩΜΕΣ & ΙΔΕΕΣ - ΛΟΓΟΣ & ΤΕΧΝΕΣ

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ: ΜΑΝΟΣ ΑΥΓΕΡΙΔΗΣ, ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΥ, ΙΩΑΝΝΑ ΜΕΪΤΑΝΗ, ΣΤΡΑΤΗΣ ΜΠΟΥΡΝΑΖΟΣ

Η ΗΓΕΜΟΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ Η «ΕΘΝΙΚΗ ΤΑΠΕΙΝΩΣΗ»

Το τέλος της μεταεθνικότητας; ΤΟΥ ΠΟΛΥΜΕΡΗ ΒΟΓΛΗ

Θα μπορούσαμε να περιγράψουμε την ιστορία της μεταπολεμικής Ευρώπης σαν ένα εγχείρημα επαναθεμελίωσής της ως μεταεθνικής οντότητας. Μετά το 1945 δρομολογήθηκαν διαδικασίες υπέρβασης του έθνους-κράτους, τόσο στη Δυτική όσο και (με διαφορετικούς, όμως, όρους) στην Ανατολική Ευρώπη. Το παρελθόν του Παγκοσμίου Πολέμου λειτούργησε ως κινητήρια δύναμη για τη στενότερη συνεργασία μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Η λογική ήταν απλή: η στενότερη οικονομική συνεργασία θα μείωνε τις αντιπαλότητες μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών και, κατ’ επέκταση, θα μείωνε τον κίνδυνο ενός νέου, ακόμη πιο καταστροφικού, πολέμου στην Ευρώπη. Παράλληλα, στην πραγματικότητα που είχε δημιουργήσει η διαίρεση της Ευρώπης σε δύο εχθρικά στρατόπεδα, η απειλή του αντιπάλου λειτουργούσε ως παράγοντας συσπείρωσης και σταθερότητας. Η στενότερη συνεργασία και η υπέρβαση του έθνους-κράτους υποσχόταν τη διατήρηση της ειρήνης στην Ευρώπη. Στη Δυτική Ευρώπη η διαδικασία ενοποίησης είχε ως κριτήριο ένταξης νέων κρατών την ύπαρξη κοινοβουλευτικών δημοκρατικών θεσμών — οι οποίοι λειτουργούσαν σε αντίστιξη με τα κομμουνιστικά καθεστώτα της Ανατολικής Ευρώπης. Για τους λαούς της Νότιας Ευρώπης που είχαν βρεθεί κάτω από δικτατορικά καθεστώτα, η πρόσδεση στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης λειτουργούσε ως δικλείδα ασφαλείας για την αποφυγή τυχόν εκτροπών. Η (δυτικο)ευρωπαϊκή ενοποίηση υποσχόταν τη διατήρηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στις «μεταπολιτεύσεις» της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας. Ταυτόχρονα, η ένταξη των φτωχότερων χωρών του Νότου στη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης προσέδωσε στο όλο εγχείρημα ακόμη πιο φιλόδοξες διαστάσεις: στόχος δεν ήταν μόνο η οικονομική συνεργασία αλλά και η οικονομική σύγκλιση, δηλαδή η μείωση των ανισοτήτων μεταξύ φτωχών και πλούσιων ευρωπαϊκών κρατών. Η οικονομική σύγκλιση, για τις φτωχότερες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, ήταν συνδεδεμένη με την υπόσχεση της ευμάρειας. Μετά το 1989 και τον τερματισμό της διαίρεσης της Ευρώπης, η απειλή ενός γενικευμένου πολέμου είχε εξαλειφθεί και οι δημοκρατικοί κοινοβουλευτικοί θεσμοί εδραιώνονταν σε ολόκληρη την Ευρώπη. Απέμενε μόνο η πραγματοποίηση της υπόσχεσης της ευμάρειας, μέσω της οικονομικής ενοποίησης, για τη δημιουργία μιας ενωμένης Ευρώπης. Ωστόσο, η πορεία προς την οικονομική ενοποίηση με την ταυτόχρονη διεύρυνση προς Ανατολάς υπήρξε ανομοιόμορφη: κάποιες χώρες εντάχθηκαν στο ευρώ, κάποιες άλλες εντάχθηκαν στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ κάποιες άλλες έμειναν στον προθά-

Ο Πολυμέρης Βόγλης διδάσκει σύγχρονη ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

Ερνστ Λούντβιχ Κίρχνερ, «Λουόμενοι»

λαμό της. Η ιδέα της ενωμένης Ευρώπης αντικαταστάθηκε από την ιδέα μιας Ευρώπης πολλών «ταχυτήτων», δηλαδή αποκλεισμών και διακρίσεων. Η ενοποίηση συνέχιζε να προωθεί την ιδέα μιας μεταεθνικής Ευρώπης, αλλά σε αυτή τη νέα Ευρώπη δεν θα ήταν όλοι ίσοι. Σε αυτή τη διαδικασία, η Ελλάδα βρέθηκε ενταγμένη στο «κλαμπ των ισχυρών». Αυτή η ένταξη αποτύπωνε μέχρις ενός σημείου και πραγματικές αλλαγές που είχαν συμβεί στην ελληνική κοινωνία και τις προσδοκίες που αυτές καλλιεργούσαν. Η βελτίωση του βιοτικού επιπέδου, η σύγκλιση στον τρόπο ζωής και τις καταναλωτικές συνήθειες, η πύκνωση των επαφών και των ανταλλαγών με τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, η αύξηση της κινητικότητας για σπουδές και εργασία διαμόρφωναν μια μεταεθνική αντίληψη του εαυτού για όλο και περισσότερους Έλληνες. Το βασικό στοιχείο αυτής της μεταεθνικής αντίληψης του εαυτού ήταν η αίσθηση μιας ταυτόχρονα διαφορετικότητας αλλά και ισότητας με τους άλλους «ισχυρούς» Ευρωπαίους. Η επίκληση της ελληνικής «ιδιαιτερότητας» ή ο φόβος για την απώλεια της εθνικής ταυτότητας, που κάποιοι επίμονα καλλιεργούσαν, δεν οδήγησε στην απόρριψη της μεταεθνικής, ευρωπαϊκής ταυτότητας. Άλλωστε, η ίδια η ευρωπαϊκή ταυτότητα κατασκευαζόταν βασισμένη στη διαφορετικότητα — το σύνθημα των ευρωπαϊκών φορέων της εποχής ήταν «όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι». Η κυκλοφορία του κοινού νομίσματος εξακόντισε, σε φαντασιακό επίπεδο, μια αίσθηση ισότητας μεταξύ των «πρώην» φτωχών του Νότου και των πλούσιων του Βορρά. Άλλωστε, η γραμμή μεταξύ πλουσίων και φτωχών είχε αναδιαταχθεί με το κριτήριο της συμμετοχής στο ευρώ. Η Ελλάδα ως χώρα-μέλος του ευρώ ήταν μεταξύ των «ισχυρών» και «πλούσιων» χωρών της Ευρωζώνης. Η υπόσχεση της ευμάρειας φαινόταν να έχει, επιτέλους, εκπλη-

ρωθεί, καλλιεργώντας την αίσθηση της υπεροχής (ο μύθος της «ισχυρής Ελλάδας») και της ασφάλειας (ο μύθος της «θωρακισμένης οικονομίας»). Όλα αυτά μέχρι το 2010… Η οικονομική κρίση διέψευσε βίαια αυτές τις υποσχέσεις και προσδοκίες. Ωστόσο, εκείνη που προκάλεσε τις περισσότερες αντιδράσεις και αναζωπύρωσε την αναδίπλωση στο έθνος-κράτος ήταν η πολιτική της Γερμανίας. Σε πολλές χώρες που βρίσκονται στο φάσμα της οικονομικής κρίσης πληθαίνουν σήμερα οι φωνές που στρέφονται όχι μόνο κατά της Μέρκελ αλλά κατά της ευρωπαϊκής ενοποίησης συνολικά. Αυτό συνέβη γιατί η ηγεμονική πολιτική της Γερμανίας αμφισβήτησε με τον πιο άμεσο τρόπο την ισότητα μεταξύ των κρατών-μελών, δημιουργώντας εύλογα σε πολλούς λαούς την αίσθηση της «εθνικής ταπείνωσης». Επιπλέον, αυτή η αίσθηση εντάθηκε από το γεγονός της επιβολής (συχνά με τον εκβιασμό της χρεοκοπίας) οικονομικών μέτρων. Όλα αυτά έφεραν στην επιφάνεια τη θεμελιώδη αντίφαση της ευρωπαϊκής ενοποίησης ως μεταεθνικού εγχειρήματος: ενώ η οικονομική ενοποίηση συμφωνείται και προωθείται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η πολιτική νομιμοποίησή της εξακολουθεί να συντελείται σε εθνικό επίπεδο. Με άλλα λόγια, αυτό που γίνεται αντιληπτό ως «εθνική ταπείνωση» είναι στην πραγματικότητα η απουσία πολιτικής νομιμοποίησης στα μέτρα που εφαρμόζονται ή και επιβάλλονται στην Ελλάδα και η αντίδραση στην ηγεμονική πολιτική της γερμανικής κυβέρνησης που εδραιώνει σχέσεις ανισότητας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών. Σε κάθε περίπτωση, το βέβαιο είναι ότι όσο συνεχίζεται η ηγεμονική πολιτική της Γερμανίας θα υποθάλπεται ως αντίδραση η ρητορική της «εθνικής ταπείνωσης», τροφοδοτώντας με αυτόν τον τρόπο τους εθνικούς ανταγωνισμούς που κατέστρεψαν την Ευρώπη στο παρελθόν. ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ» ΚΑΙ ΤΟΥ REDNOTEBOOK, ΜΕ ΤΗ Μ. ΜΕΛΟΡ

Αντιμετωπίζοντας τη λιτότητα: τράπεζες για την κοινωνία Την Τετάρτη 10 Απριλίου, στις 7:30 μ.μ., στον πολυχώρο της Ανοιχτής Πόλης (Μέγαρο Ερμής, Πανεπιστημίου και Γαμβέτα 1, 1ος όροφος), τα «Ενθέματα» και το Red Notebook οργανώνουν εκδήλωση με τίτλο «Αντιμετωπίζοντας τη λιτότητα: Τράπεζες για την κοινωνία». Ομιλήτρια θα είναι η βρετανίδα κοινωνική επιστήμων Mary Mellor, ομότιμη καθηγήτρια στο Northumbria University του Νιούκαστλ. Την ομιλήτρια θα παρουσιάσει και τη συζήτηση θα συντονίσει ο οικονομολόγος Πέτρος Λινάρδος-Ρυλμόν, ερευνητής εργασιακών σχέσεων στο ΙΝΕ-ΓΣΕΕ.


28

Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 7 AΠΡΙΛΙΟΥ 2013

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Οι κυπριακές εξελίξεις: σημείο καμπής; ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΜΠΑΛΤΑ

Ψυχρά και από απόσταση. Για να δούμε καλύτερα τη γενική εικόνα.

Η στρατηγική του κεφαλαίου 1. Σύνθετες συνθήκες τείνουν να αποτρέπουν τις παραγωγικές λεγόμενες επενδύσεις, παροχετεύοντας μεγάλες μερίδες του κεφαλαίου στα ιδιαίτερα κερδοφόρα (αλλά επισφαλή) «στοιχήματα» άμεσης απόδοσης. Η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού τομέα, με όλα τα συμπαρομαρτούντα (επενδυτικά funds, εξωχώριες εταιρείες, σύνθετα χρηματιστηριακά προϊόντα, οίκοι αξιολόγησης κλπ.), συναρτάται ευθέως με αυτή τη γενική τάση. 2. Η τάση αυτή δημιούργησε και διατηρεί έναν υπερδιογκωμένο χρηματοπιστωτικό τομέα, που κατά κανόνα αποτιμάται σε μεγέθη πολύ μεγαλύτερα από το εκάστοτε αντίστοιχο ΑΕΠ. Η τρέχουσα κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος συναρτάται ευθέως με την εν λόγω υπερδιόγκωση ενώ η τελευταία —ως φούσκα που κινδυνεύει να σκάσει- συνιστά μόνιμη απειλή για ολόκληρο τον χρηματοπιστωτικό τομέα και, από κει, για ολόκληρη την καπιταλιστικά οργανωμένη παγκόσμια οικονομία. 3. Η ίδια κρίση, όπως κάθε καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης, καταστρέφει κεφάλαιο. Η καταστροφή αυτή μετατρέπει πολλές τράπεζες σε κελύφη που, για να επιβιώσουν, απαιτούν ανακεφαλαιοποίηση. 4. Ανακεφαλαιοποίηση απαιτείται γιατί, λόγω της στενής αλληλοδιαπλοκής των τραπεζικών ιδρυμάτων, η κατάρρευση μιας μεγάλης τράπεζας συμπαρασύρει άλλες και οδηγεί σε ανεξέλεγκτες καταστάσεις. Κάποιες τράπεζες ονομάζονται «συστημικές» γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. 5. Η μετατροπή των τραπεζών σε κελύφη συνεπάγεται κενό ρευστότητας. Το κενό ρευστότητας αποτρέπει «παραγωγικού» χαρακτήρα επενδύσεις και από αυτή την πλευρά. Η συνεχιζόμενη απουσία «παραγωγικών» επενδύσεων δημιουργεί ύφεση. 6. Μέχρι τις εξελίξεις στην Κύπρο, η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών επιτυγχανόταν με δημόσιο χρήμα. Η αντιμετώπιση αυτή εξέφραζε, εκτός των άλλων, την ενότητα του κεφαλαίου απέναντι στην κρίση. Στην κλίμακα της Ευρώπης, αυτή η ενότητα και αυτή η αντιμετώπιση είχαν ενδυθεί σταθερό ιδεολογικό περίβλημα: «ισότιμοι εταίροι βοηθούν συλλογικά εκείνον που έχει πρόβλημα» . 7. Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών με δημόσιο χρήμα αυξάνει το δημόσιο χρέος, και από εκεί τα ελλείμματα. Αυτή η αύξηση προσκαλεί προγράμματα λιτότητας που θα εξοικονομήσουν τους απαιτούμενους πόρους. Αλλά τα προγράμματα λιτότητας εντείνουν την ύφεση. Η ύφεση αυξάνει παραπέρα τα ελλείμματα και αυτή η αύξηση απαιτεί νέα, βαθύτερα, προγράμματα λιτότητας. Άρα, η ύφεση εντείνεται περισσότερο. Η καθοδική σπείρα δεν έχει σαφές πέρας. 8. Η κυρίαρχη (νεοφιλελεύθερη) ορθοδοξία πρεσβεύει: για να πραγματοποιηθούν «παραγωγικές» επενδύσεις, για να αποτραπεί η

Ο Αριστείδης Μπαλτάς είναι ομότιμος καθηγητής του ΕΜΠ

Kρίστιαν Μπολτάνσκι, «Θεατρική σύνθεση», 1981 (λεπτ.)

ύφεση και για να σταματήσει η καθοδική σπείρα, απαιτείται η δημιουργία ζωτικού χώρου (Lebensraum) για το ισχυρό κεφάλαιο, δηλαδή εκείνο που δεν καταστρέφεται από την κρίση. Η δημιουργία αυτού του ζωτικού χώρου έχει ονομαστεί «μεταρρυθμίσεις»: απελευθέρωση από τα κρατικά δεσμά των δημόσιων αγαθών και υπηρεσιών και άνοιγμα των επαγγελμάτων, απελευθέρωση των εργασιακών σχέσεων από κάθε δημόσιο ή κρατικό έλεγχο, συμπίεση του κόστους της εργασιακής δύναμης με τη συνεπικουρία μιας διαρκώς αυξανόμενης ανεργίας, μείωση του κοινωνικά προσδιορισμένου κόστους αναπαραγωγής της ίδιας της εργασιακής δύναμης: δεν είναι πλέον ευθύνη του κράτους, όπως δεν ήταν ποτέ του εργοδότη, το αν ο μισθός επαρκεί για την υγειονομική περίθαλψη, για τις σπουδές των παιδιών ή για την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου. Όπως ζούσαν (ή δεν ζούσαν) οι εργάτες την εποχή του Όλιβερ Τουίστ μπορούν (ή δεν μπορούν) να ζήσουν και σήμερα. Με την πρόσθετη επιβαρυντική συνθήκη ότι το κοινωνικό —και πολιτικό— μαξιλάρι των μεσοστρωμάτων μπορεί να συμπιεστεί πολύ περισσότερο. 9. Η κυρίαρχη ορθοδοξία ήδη υλοποιείται καθημερινά και αμείλικτα στην κλίμακα της Ευρώπης. Με άλλοθι τη δημοσιονομική προσαρμογή, τα προγράμματα λιτότητας οικοδομούν με εντεινόμενους ρυθμούς το σύνολο των παραπάνω συνθηκών. 10. Οι εξελίξεις στην Κύπρο σηματοδοτούν σημείο καμπής. Η ευθύνη για την ανακεφαλαιοποίηση μιας τράπεζας επαφίεται στην ίδια και στους καταθέτες της. Και στο κράτος στου οποίου τη δικαιοδοσία υπόκειται. Αλλά έτσι, στην κλίμακα τουλάχιστον της Ευρώπης, παύει η ενιαία αντιμετώπιση του προβλήματος εκ μέρους του κεφαλαίου. Και, ταυτόχρονα, καταρρέει το ιδεολόγημα των «ισό-

τιμων εταίρων που βοηθούν». 11. Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα ούτε αναγνωρίζει σύνορα. Κατευθύνεται πάντοτε εκεί όπου του εξασφαλίζεται η μεγαλύτερη κερδοφορία. Η κυρίαρχη ορθοδοξία ομνύει στο όνομα αυτής της ελευθερίας και επιδιώκει τη θεσμική κατοχύρωσή της. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και η ευρωζώνη συνιστούν, εκτός των άλλων, πολιτικές και νομικές αποκρυσταλλώσεις αυτής της ελευθερίας. 12. Το κεφάλαιο δεν έχει μεν πατρίδα, αλλά κάθε μερίδα του στηρίζεται σε ένα κράτος και τις υπηρεσίες που του παρέχει, ενώ ταυτόχρονα το ίδιο υπόκειται στη θεσμική και πολιτική δικαιοδοσία του κράτους αυτού. 13. Ανεξάρτητα από το ιστορικό βάθος και τις περιπέτειες των διαδικασιών εθνογένεσης, στη μία ή την άλλη περίπτωση, ανεξάρτητα από το πώς η εκάστοτε κρατική υπόσταση συνδέθηκε ή όχι με τέτοιες διαδικασίες, ανεξάρτητα από την ετερογένεια των αντίστοιχων πληθυσμιακών μεγεθών και ανεξάρτητα από τις συναφείς ιδεολογικές ταυτίσεις ή και πολιτικές αντιπαραθέσεις, κάθε κράτος εξακολουθεί κατά κανόνα να αναφέρεται σε ένα έθνος. 14. Τα παραπάνω επιτρέπουν σε κάθε μερίδα του κεφαλαίου να ενδυθεί τα εθνικά χρώματα του κράτους στο οποίο στηρίζεται και στη δικαιοδοσία του οποίου υπόκειται, και να προσλαμβάνεται υπό αυτά τα χρώματα κατά τη διακίνησή του. Δικαιούμαστε έτσι να μιλάμε, π.χ., για γερμανικό κεφάλαιο και για τα αντίστοιχα γερμανικά συμφέροντα. Αυτό δεν συνεπάγεται ότι το γερμανικό ή όποιο άλλο εθνικό, κατά τα παραπάνω, κεφάλαιο είναι ενιαίο ή δεν χωρίζεται σε μερίδες με εν πολλοίς ανταγωνιστικά συμφέροντα.

Τα πολιτικά συμφραζόμενα 15. Ο τρόπος αντιμετώπισης του κυπρια-

κού ζητήματος συνιστά σημείο καμπής, γιατί το εθνικό χρώμα του κεφαλαίου τίθεται ρητά στο προσκήνιο εις βάρος τόσο της προηγούμενης φαινομενικά αδιατάρακτης διεθνικής ενότητάς του όσο και του ιδεολογήματος των «ισότιμων εταίρων»: επισφαλείς κυπριακές τράπεζες, ύποπτα ρωσικά κεφάλαια, υγιείς οικονομίες του ευρωπαϊκού πολιτικού Βορρά (όπου δεν περιλαμβάνεται, βέβαια, η Ιρλανδία, αλλά ούτε καν το Λουξεμβούργο ή η Γαλλία). 16. Ο ίδιος τρόπος αντιμετώπισης συνιστά σημαντικό βήμα για την εμπέδωση της πρόδηλης πλέον στρατηγικής της γερμανικής κυβέρνησης: μετατροπή της οικονομικής ισχύος της Γερμανίας σε πολιτική ηγεμόνευση επί των «ισότιμων εταίρων». Αυτή η στρατηγική ηγεμόνευσης παράγει εκ των πραγμάτων φυγόκεντρες δυνάμεις οι οποίες, ωστόσο, παραμένουν υποταγμένες. Τουλάχιστον μέχρι στιγμής. 17. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, το «όχι» της κυπριακής Βουλής συνιστά εξ αντικειμένου άρνηση της γερμανικής πολιτικής. Και υπ’ αυτές τις συνθήκες οι —τουλάχιστον πρόσκαιροι και βεβαίως ιδιοτελείς- κρυφοί φίλοι του κυπριακού «όχι» είναι περισσότεροι και περισσότερο ετερογενείς από ό,τι κοινώς νομίζεται. 18. Η γερμανική στρατηγική και η κυρίαρχη (νεοφιλελεύθερη) ορθοδοξία που την υποβαστάζει έχει αρχίσει πλέον να προσκρούει σε πολιτικά όρια: εκτίναξη του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αποτελέσματα ιταλικών εκλογών, κυπριακό «όχι», εντυπωσιακή άνοδος της ενεργού κοινωνικής αντίστασης σε Ισπανία, Πορτογαλία και αλλού, ραγδαία διάδοση και εμβάθυνση αντιγερμανικών αισθημάτων σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό Νότο και όχι μόνον εκεί. 19. Σε πείσμα αυτών των ορίων, η γερμανική στρατηγική αναπτύσσεται μονότροπα, χωρίς να επερωτά ούτε ίχνος της κυρίαρχης (νεοφιλελεύθερης) ορθοδοξίας. Το κεφάλαιο δεν φαίνεται να διαθέτει Σχέδιο Β, δηλαδή σχέδιο που θα επεδίωκε να απορροφήσει μέρος τουλάχιστον της λαϊκής δυσαρέσκειας, αν όχι απόγνωσης, μέσω κάποιων μέτρων κεϋνσιανής έμπνευσης. 20. Η άτεγκτη προώθηση αυτής της στρατηγικής οδηγεί στη διεύρυνση και εμβάθυνση της κοινωνικής ριζοσπαστικότητας. Όσο το κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις που εκφράζουν τα συμφέροντά του αδυνατούν, για εγγενείς δικούς τους λόγους, να χαράξουν Σχέδιο Β, τόσο η κοινωνική ριζοσπαστικότητα θα τείνει να προσλάβει χαρακτηριστικά που αμφισβητούν συνολικά την καπιταλιστική οργάνωση των κοινωνιών. 21. Η κοινωνική πόλωση επιφέρει πολιτική πόλωση, ενώ οι πολιτικά ενδιάμεσες δυνάμεις (κεντρώες ή σοσιαλδημοκρατικές) τείνουν να αποδυναμώνονται μέχρις εξαφανίσεως. 22. Η «κοινωνική έκρηξη» που μνημονεύουν πλέον πολλοί κινδυνεύει, με τα παραπάνω, να είναι ρητά αντικαπιταλιστική. Και αυτό το ενδεχόμενο προξενεί δικαίως τον μέγιστο φόβο. 23. Η γερμανική στρατηγική ήταν και είναι υποχρεωμένη να κινηθεί σε ένα ασταθές γεωπολιτικό πλαίσιο. Οι εξελίξεις στην Κύπρο συνιστούν σημείο καμπής, γιατί συντείνουν


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 7 AΠΡΙΛΙΟΥ 2013

29

ΕΝΘΕΜΑΤΑ αποφασιστικά στην ταχεία ρευστοποίηση αυτού του πλαισίου: η Ρωσία εμφανίζεται πρώτη φορά τόσο ρητά στο πολιτικό κάδρο της Ευρώπης ενώ, με καταλύτη αυτήν την εμφάνιση, όλα τα εκκρεμή διεθνή ζητήματα στην περιοχή μας αποκτούν τον χαρακτήρα του επείγοντος: Οι δρόμοι του ρωσικού φυσικού αερίου. Η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο. Οι τύχες του εμφυλίου στη Συρία και των διευκολύνσεων του ρωσικού στόλου εκεί. Το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Το Παλαιστινιακό. Το Κυπριακό. Οι σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ, Τουρκίας-Κύπρου, Τουρκίας-Ρωσίας, Τουρκίας-αραβικών χωρών, Ρωσίας-Γερμανίας κλπ. Και όλα αυτά με φόντο τις αντιπαραθέσεις δολαρίου, ευρώ, γουάν και γιεν, την εγκατάσταση της αντιπυραυλικής ασπίδας των ΗΠΑ, την όξυνση της ρητορικής της Βόρειας Κορέας, τα βήματα οικονομικής και πολιτικής ολοκλήρωσης στη Λατινική Αμερική και την προσπάθεια των BRIICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Ινδονησία, Κίνα, Νότια Αφρική) να πυκνώσουν τις οικονομικές σχέσεις τους και να οργανώσουν τις νομισματικές. 24. Η ρευστοποίηση του γεωπολιτικού πλαισίου είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Αν μια καθολική πολεμική ανάφλεξη δεν φαίνεται να τίθεται σήμερα στην ημερήσια διάταξη γιατί, εκτός των άλλων, δεν φαίνεται να συγκροτούνται σαφώς οι δύο πόλοι ενός γενικευμένου πολεμικού μετώπου, πρόσθετοι τοπικοί πόλεμοι είναι πολύ πιθανοί, ενώ ένα τυχαίο συμβάν μπορεί κάλλιστα να προκαλέσει τη μείζονα πόλωση. 25. Η εξέλιξη και η εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης, σε συνάρτηση με την άτεγκτη γερμανική στρατηγική, μπορεί να αποτελέσει από μόνη της καταλύτη πολέμου. Και αυτό το βλέπουν πλέον πολλοί. 26. Αυτές οι συνθήκες δημιουργούν τον πειρασμό να θυμηθούμε μια παλιά μεγαλόσχημη ρήση: είτε η επανάσταση θα αποτρέψει τον πόλεμο είτε ο πόλεμος θα προκαλέσει την επανάσταση. Όπως έχουν σήμερα τα πράγματα, ειρηνική βεβαίως επανάσταση.

Στα καθ’ ημάς 27. Μεγάλο μέρος του ελληνικού, κατά τα παραπάνω, κεφαλαίου είναι εν πολλοίς κρατικοδίαιτο. Το εφοπλιστικό κεφάλαιο που αλλάζει εύκολα σημαία αποτελεί ειδική περίπτωση. Το τραπεζικό κεφάλαιο έχει πληγεί βαριά από την κρίση. 28. Ένα κρατικοδίαιτο κεφάλαιο έχει ουσιαστικά μόνο βραχυχρόνια συμφέροντα, ενώ συνυφαίνεται εξαιρετικά στενά με την εκάστοτε κυβερνητική εξουσία προς αμοιβαίο όφελος. 29. Οι συνθήκες αυτές παράγουν μειωμένη ισχύ ως προς τις διεθνείς σχέσεις της χώρας σε όλα τα επίπεδα. Δηλαδή παράγουν υποτέλεια. 30. Οι εξελίξεις στην Κύπρο συνιστούν σημείο καμπής, γιατί αυτή η υποτέλεια αναδείχθηκε σε όλη της τη μεγαλοπρέπεια: η πλήρης υποταγή της ελληνικής κυβέρνησης στη γερμανική στρατηγική δεν αφορά μόνο το εσωτερικό της Ελλάδας αλλά ακόμη και ό,τι εκλαμβάνεται πλατιά, για βαθιούς ιστορικούς λόγους, ως «εθνικό ζήτημα». 31. Το φορτίο της Κύπρου θα συνεχίσει να στοιχειώνει τους εδώ αγώνες μας για απροσδιόριστα μεγάλο διάστημα και σε πολλά επίπεδα. Οι εξελίξεις στην Κύπρο συνιστούν σημείο καμπής και για αυτό τον πρόσθετο λόγο.

Η τρανς Aριστερά — και η ανάγκη της Ριζοσπαστική πολιτική, φύλο και σεξουαλικότητα ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ

Η πρώτη αντίδρασή μου, όταν άκουσα την προηγούμενη εβδομάδα τον Πάνο Σκουρλέτη να αναφέρεται σε τρανσέξουαλ αριστερούς μιλώντας για τα στελέχη της ΔΗΜΑΡ, ήταν να σκεφτώ ότι μάλλον ο εκπρόσωπος Tύπου του ΣΥΡΙΖΑ δεν γνωρίζει την ανθρωπογεωγραφία του ίδιου του πολιτικού χώρου τον οποίο εκπροσωπεί. Μου φάνηκε, δηλαδή, περίεργο να μην ξέρει ότι και βέβαια υπάρχουν «τρανσέξουαλ» αριστεροί και αριστερές, και ότι οι περισσότεροι από αυτούς βρίσκονται πολύ κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ, συμμετέχοντας στον πολύ δημιουργικό διάλογο που κάνουν οι ομάδες φύλου/σεξουαλικότητας και δικαιωμάτων εντός του κόμματος και των συνιστωσών του. Να μου πεις, μια άστοχη παρομοίωση έκανε ο άνθρωπος, διευκρινίζοντας μάλιστα ότι είπε τη φράση «πολιτικά μιλώντας». Περί αυτού παρακάτω. Η δεύτερή μου σκέψη, μόλις άκουσα για τρανσέξουαλ αριστερούς, ήταν ο χαμός που θα επακολουθούσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης – παρόμοιος μ’ αυτόν που είχε προκληθεί για προηγούμενες αντίστοιχες δηλώσεις στελεχών ή συνεργαζόμενων με τον ΣΥΡΙΖΑ. Με το που γίνονται τέτοιες δηλώσεις, τα αντανακλαστικά των χρονικογράφων του διαδικτύου είναι να βγουν να καταγγείλουν συλλήβδην το κόμμα για κοινωνικό αρχαϊσμό. Άντε τώρα να πείσεις ότι δεν είσαι (ομοφοβικός ή τρανσφοβικός) ελέφαντας... Ή, τέλος πάντων, να δεις κατά πόσο μπορεί να είσαι λιγάκι, και να κάτσεις, πολιτικά, να το αντιμετωπίσεις. Αν γυρνώ και (συ)ζητώ τα ρέστα από εκείνη τη φράση, δεν είναι μόνο γιατί πιστεύω ότι η Αριστερά που θέλει να εκπροσωπεί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ο χώρος όπου όταν κάνεις ένα τέτοιο λεκτικό παραστράτημα βγαίνεις και λες κι ένα δημόσιο συγγνώμη. Είναι γιατί πιστεύω ότι, με την αφορμή αυτή, μπορούμε και πρέπει να συζητήσουμε τρία καίρια και αλληλένδετα ζητήματα που αναδύονται: πολιτικοκοινωνικής στόχευσης, πολιτικού λόγου και πολιτικής γενεαλογίας. Τα παίρνω με τη σειρά. Υπάρχει κόσμος που περιμένει από τη νέα Αριστερά να παραγάγει όχι απλώς μια ρητορική ανοχής, αλλά πραγματικά ριζοσπαστική πολιτική στα ζητήματα φύλου και σεξουαλικότητας. Πολύς επίσης κόσμος πιστεύει ότι, την εποχή της Κρίσης, όταν οι έμφυλες ιεραρχίες σκληραίνουν, η επιμονή της Αριστεράς σε αυτά τα ζητήματα επιβεβαιώνει παραδειγματικά τη ριζοσπαστικότητα και την πολιτική της βούληση. Το να έχει όλο και πιο προοδευτικές και ενημερωμένες πολιτικές φύλου και σεξουαλικότητας, δεν είναι για την Αριστερά μόνο δείγμα του γενικότερου πολιτικού πολιτισμού της· σήμερα, γίνεται και μια απολύτως αναγκαία ένδειξη ότι δεν είναι διατεθειμένη να συστραφεί, εν καιρώ μνημονίων, σε κοινωνικοπολιτικές ατζέντες εθνοπαραδοσιακές, κοινωνικοπατριαρχικές, και βιοπολιτικά κανονιστικές. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο ο μάτσο πολιτικός λόγος φαίνεται ακόμα πιο προβληματικός τώρα. Αν παλιότερα έβλεπες δυο πρώην συντρόφους να βρίζονται στα παράθυρα, ο ένας να αποκαλεί τον άλλον «ψεκασμένο», και ο άλλος, υπό πίεση, να τον λέει «τρανσέξουαλ αριστερό», μάλλον θα μειδιούσες. Τ’ αγόρια τσακωθήκανε και το παράθυρο έγινε καφενείο. Σήμερα όμως, στη σκηνή αυτή, το χαμόγελο παγώνει. Αφενός γιατί στο νου, όσο κι αν δεν το θες, έρχονται άλλες, πολύ πιο βίαιες πρόσφατες σκηνές, όπου η μάτσο έμφυλη ρητορική ήλθε να συνδαυλίσει ρατσιστικά, εθνεγερτικά και ετεροφοβικά ουρλιαχτά· αν ο φασίστας είναι μάτσο, πρέπει να κάτσεις να σκεφτείς γιατί εσύ δεν πρέπει να είσαι. Αφετέρου, ίσως είναι και καιρός να αναλύσουμε τη λογική κάποιων μεταφορών

Ο Δημήτρης Παπανικολάου διδάσκει νεοελληνική φιλολογία, θεωρία της λογοτεχνίας και σπουδές φύλου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης.

Ρενέ Μαγκρίτ, «Το μοντέλο», 1922

που μας φαίνονται αθώες. Από πού κι ως πού, από ποιον και γιατί, για παράδειγμα, η εικόνα του διεμφυλικού, του/της τρανς, ταυτίζεται με το ψέμα ; Ή, επίσης, πώς και γιατί η ιδέα της Αριστεράς ταυτίζεται με κάτι που είναι «φυσικά» ριζωμένο (όπως ίσως κάποιοι θεωρούν ότι είναι το βιολογικό φύλο); Ποιος ταυτίζει την Αριστερά με κάτι που δεν πρέπει να εξελίσσεται και να αλλάζει στη βάση αρχών που εμπεριέχουν την επιλογή, την τόλμη, την επιθυμία και τον ενσώματο αναστοχασμό; Στο μυαλό μου η τρανς Αριστερά είναι αδιανόητο να χρησιμοποιείται ως βρισιά, ακριβώς γιατί θεωρώ ότι είναι μια εικόνα που θα έπρεπε, αντίθετα, να μας εμπνεύσει. Κι έρχομαι, έτσι, στο τελευταίο ζήτημα, αυτό της πολιτικής γενεαλογίας: αν θεωρούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτήν τη στιγμή ο πολιτικός φορέας που βρίσκεται κοντά στα κινήματα, τότε ας σκεφτούμε πραγματικά τι σημαίνει «το προσωπικό είναι πολιτικό». Πρόκειται, άλλωστε, για τη βασική συνθήκη προβληματισμού των κινημάτων σήμερα, την πιο ουσιαστική τεχνολογία παραγωγής των νέων ιδεών τους. Οι νεοφιλελεύθεροι που εύκολα παιανίζουν το τραγούδι της «αναγνώρισης δικαιωμάτων», αποκρύπτουν μονίμως το παρελθόν, τους κοινωνικούς αγώνες και το ριζοσπαστικό λόγο αυτής της δύσκολης εξίσωσης, «προσωπικό/πολιτικό». Όχι, ελπίζω, η Αριστερά – η οποία αυτήν ακριβώς την κινηματική γενεαλογία, που είναι κοινοτική, συλλογική, ιστορικά διεκδικητική (και όχι ατομική), θέλει να αναθερμάνει. Έτσι νοείται η πολιτική γενεαλόγηση: ένα διαφορετικό πλάγιασμα της πολιτικής, που αναστοχάζεται διαρκώς τους όρους, την ιστορικότητα, και το δύσκολο παρελθόν των διεκδικήσεών της. Αν κάποιοι προσβλήθηκαν με τη φράση «τρανσέξουαλ αριστεροί», τίποτα δεν λύνεται με το να τους ζητήσουμε προσωπικά συγγνώμη. Γιατί δεν είναι μόνο δικό τους θέμα. Το θέμα είναι όλων μας, κι αγγίζει αυτά τα νήματα που, σε τόσο δύστροπο καιρό, ένας ολόκληρος πολιτικός χώρος προσπαθεί με αγωνία να ξαναπιάσει.


30

Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 7 AΠΡΙΛΙΟΥ 2013

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Αριστερή μελαγχολία και ιστορική αναγκαιότητα ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΔΟΥΖΙΝΑ

Η επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στο Λονδίνο είχε ιστορικό χαρακτήρα. Εξακόσιοι άνθρωποι, οι περισσότεροι ξένοι, παρευρέθηκαν στη συγκέντρωση που οργάνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ Λονδίνου στις 15 Μαρτίου. Ο ενθουσιασμός, η πανηγυρική ατμόσφαιρα και η προσδοκία κυριαρχούσαν. Είχα να βρεθώ σε τέτοια συγκέντρωση από τη δεκαετία του ’70, μου είπε άγγλος φίλος. Πολλοί, στο τέλος της ομιλίας αλλά και στις άλλες συναντήσεις, συνέχαιραν τον Τσίπρα και ζητούσαν διευκρινίσεις και συμβουλές για το πώς μπορεί να επαναληφτεί σε άλλες χώρες το «θαύμα του ΣΥΡΙΖΑ». Για κάποιον που δεν ζει στην Ελλάδα, οι επιτυχίες της ελληνικής Αριστεράς είναι άνευ προηγούμενου, περισσότερες από αυτές οποιουδήποτε άλλου ευρωπαϊκού λαού που αντιστέκεται τα μέτρα λιτότητας. Πριν λίγες μέρες, μια έκκληση του Κεν Λοουτς και άλλων γνωστών προσωπικοτήτων, στην Guardian, για τη δημιουργία ενός νέου αριστερού κόμματος στη Βρετανία, χρησιμοποιεί τον ΣΥΡΙΖΑ ως μοντέλο για την ευρωπαϊκή Αριστερά. Έχουν δίκιο. Οι επιτυχίες του ΣΥΡΙΖΑ δημιουργούν τη βάση για μια μεγάλη ανατροπή που θα ανασχέσει την καταστροφή του κοινωνικού δεσμού, αποτελώντας αφετηρία για μια νέα Ελλάδα. Ο ελληνικός λαός υιοθέτησε τον ΣΥΡΙΖΑ ως το υποκείμενο της ριζικής αλλαγής φέρνοντας το σύστημα εξουσίας των τελευταίων σαράντα χρονών στο χείλος του γκρεμού. Πώς έγινε αυτό; Ο έρωτας και η επανάσταση έρχονται απρόσκλητοι, σε κτυπάν κατακούτελα, λεν οι Γάλλοι. Μετά το χτύπημα, τίποτα δεν είναι το ίδιο. Το μεγάλο καθήκον του «ερωτευμένου επαναστάτη» είναι να διατηρήσει τον αρχικό ενθουσιασμό. Στην κλασική φιλοσοφία της Ιστορίας, πρώτα δημιουργείται η αναγκαιότητα αλλαγής στο κοινωνικό είναι και αργότερα εκφράζεται από την κοινωνική συνείδηση. Στο χρονικό διάστημα ανάμεσα στα δυο, το παλιό καθεστώς ζει σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ του συμβολικού και του φυσικού του θανάτου. Εδώ ακριβώς βρισκόμαστε. Το ιστορικό συμβάν δημιουργεί το ίδιο την προϊστορία του, που αδήριτα θα οδηγήσει στην πραγμάτωση του. Η μελλοντική αλλαγή φτιάχνει την ιστορική πορεία του σήμερα. Είμαστε σήμερα συστατικά του μέλλοντος που θα αλλάξει το παρόν μας. Αυτά σκέφτομαι κάθε φορά που φίλοι από την Ελλάδα μου λένε ότι ο κόσμος πήγε σπίτι του, οι αντιστάσεις δεν προχωρούν. Αυτά άκουγα, θυμάμαι, και την άνοιξη του 2011. Μετά από 12 γενικές απεργίες, και πολλές διαδηλώσεις, η κυβέρνηση είχε περάσει τα μνημονικά μέτρα. Και μετά ήλθε, σαν θαύμα, το Σύνταγμα, αλλάζοντας το σκηνικό τακτικίστικων κινήσεων και χορογραφημένων αντιπαρατάξεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ υιοθετήθηκε από το πλήθος του 2011, που έγινε κυρίαρχος λαός το 2012 και ψήφισε αριστερά. Οι βιαστικοί πίστεψαν ότι η συνολική αλλαγή ήταν πια ζήτημα μηνών. Αλλά στο παρόν μεσοδιά-

Ο Κώστας Δουζίνας είναι διευθυντής του Birkbeck Institute for the Humanities, London University. Από τις εκδόσεις νήσος κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ριζοσπαστική πολιτική και νομική φιλοσοφία» (μετ. Μιχάλης Λαλιώτης).

Έργο της Κατερίνας Δροσοπούλου, από την πρώτη ατομική της έκθεση ζωγραφικής, που εγκαινιάζεται την Πέμπτη 11 Απριλίου στις 19.30 στην αίθουσα «ΠΕΡΙΤΕΧΝΩΝ» (Ηροδότου 5, Κολωνάκι) και θα διαρκέσει μέχρι τις 18 Μαΐου.

στημα βρίσκεται η διαφορά μεταξύ ιστορικής αναγκαιότητας και καθημερινής πολιτικής πρακτικής. Ο Ζακ Λακάν έλεγε ότι για να κάνεις ψυχανάλυση πρέπει να είσαι τόσο απελπισμένος που θα περιόριζες και το φαγητό σου ακόμη για να βρεις χρήματα για την ανάλυση. Έτσι είναι και η αντίσταση. Αντίσταση στην εξουσία υπάρχει παντού και πάντα. Γίνεται όμως φανερή όταν η συλλογικότητα λέει «αρκετά», «ως εδώ και μη παρέκει». Αυτό συνέβη το 2011. Οι αντιστάσεις είναι τοπικές, συγκεκριμένες, μέσα και απέναντι στην εξουσία. Αποδομούν το οπλοστάσιο, τους θεσμούς και τα ιδεολογήματα της εξουσίας και χρησιμοποιούν τα υλικά για να τα ξανακτίσουν διαφορετικούς κόσμους. Απέναντι στην πείνα, η αντίσταση δημιουργεί κινήματα αλληλεγγύης, απέναντι στην ανεργία φτιάχνει αυτοδιοικούμενες επιχειρήσεις, απέναντι στην άγνοια και το ψέμα δημιουργεί εναλλακτικές εστίες γνώσης, απέναντι στο έλλειμμα δημοκρατίας αμεσοδημοκρατικους θεσμούς. Η αντίσταση, επομένως, δεν εφαρμόζει απλώς αξίες και αρχές ούτε έχει προβλέψιμο σημείο έκρηξης. Αντίθετα, η αίσθηση δικαιοσύνης και ισότητας διατηρούνται ή χάνονται ανάλογα με την ένταση και έκταση της αντίστασης. Αλλά και ο κατάλληλος χρόνος, ο αριστοτελικός «καιρός» της συμπύκνωσης των δράσεων και της αντιστασιακής έκρηξης εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες. Όπως έλεγε ο Χέγκελ, το ιστορικό γεγονός επαναλαμβάνεται· και μόνο η δεύτερή του έλευση φέρνει τη ριζική αλλαγή. Θα λέγαμε λοιπόν ότι μια συμπύκνωση των επιμέρους αντιστάσεων, ένα «δεύτερο Σύνταγμα», θα επιβεβαιώσει την ιστορική αναγκαιότητα της αλλαγής. Αλλά αυτή είναι η αναγκαιότητα ταυ ενδεχόμενου, που το μέλλον θα μετατρέψει αναδρομικά σε πραγματικότητα. Μετά τις εκλογές του 2012, οι βασικοί παράμετροι του συσχετισμού εξουσίας άλλαξαν. Βρισκόμαστε σε ένα νέο πολιτικό πλα-

τό, μια προσωρινά σταθερή κοιλάδα. Είμαστε στην κατάσταση πριν τις 25 Μάη 2011, αλλά σε ψηλότερο οροπέδιο. Γιατί όμως βρίσκονται οι αντιστάσεις σε ύφεση; Η πιο συνηθισμένη ερμηνεία εκτιμά ότι ο κόσμος δεν είναι αρκετά συνειδητοποιημένος, κουράστηκε, έχει αποδεχθεί τον κυβερνητικό εκφοβισμό και προπαγάνδα, ενδιαφέρεται μόνο για το ατομικό του συμφέρον. Αυτή η βιαστική προσέγγιση θυμίζει εκείνο που ο Βάλτερ Μπένγιαμιν ονόμαζε «αριστερή μελαγχολία». Χαρακτηρίζει τον επαναστάτη που, προσκολλημένος στην παλιά του θεωρία και ιδεώδες —ακόμη και στην αποτυχία του ιδεώδους αυτού—, δεν στρέφεται στη δυνατότητα να παρέμβει στην τρέχουσα πολιτική πρακτική αλλάζοντας τον κόσμο. Είναι μια μετεξέλιξη της αριστερής πίστης στην ιστορική νομοτέλεια που δυναμώνει όσο οι προβλέψεις της αποτυχαίνουν. Έχουμε βέβαια πολλούς λόγους να πενθούμε: χάσαμε το ενιαίο κίνημα, την ενιαία εργατική τάξη, την κοινή μαρξιστική ανάλυση. Και, αντί να σκεφτούμε το νέο κίνημα και κόμμα, με νέα θεώρηση και πρακτική, η προσκόλληση στο χαμένο αντικείμενο του πόθου δεν επιτρέπει να το εγκαταλείψουμε. Έτσι, η αδυναμία της μελαγχολικής Αριστεράς να αλλάξει αμέσως τα πράγματα οδηγεί αδήριτα στο απάνεμο λιμάνι της ιδεολογικής καθαρότητας. Ιστορικά, όλοι οι δογματισμοί και οι φανατισμοί, θρησκευτικοί, ιδεολογικοί, εθνικοί, είναι απόρροια ήττας. Εμφανίζονται όταν μια γενικά αποδεκτή πίστη γίνεται αντικείμενο κριτικής και υποχωρεί. Ο δογματισμός είναι καταρχάς αμυντικός, αλλά γρήγορα οδηγείται στον «ναρκισσισμό των μικρών διαφορών»: «Η θεωρία είναι σωστή αλλά ο κόσμος δεν καταλαβαίνει», παραπονιέται ο μελαγχολικός, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα: και παράδοξα: «Αν η πολιτική μας γίνει πιο μαξιμαλιστική ο κόσμος θα ακολουθήσει». Πρέπει λοιπόν η Αριστερά να διδαχθεί από τις αντιστάσεις που άλλαξαν το πολιτικό σκη-

νικό, αν δεν θέλει να παραμείνει στη θέση του μόνιμα πενθούντος αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει. Η δυναμική, η ενέργεια και η κοινωνική μνήμη των πλατειών αποτελούν σοβαρή παρακαταθήκη για το μέλλον. Μπορεί όμως η συντακτική δύναμη που πρωτοεμφανίστηκε εκεί να γίνει μόνιμη; Η δημόσια συνεύρεση του πλήθους με κοινή πολιτική επιθυμία ήταν το «καινό δαιμόνιο» των πλατειών. Το πλήθος μετατράπηκε σε δύναμη αλλαγής και μετέφερε τη «δημόσια σφαίρα» από τα μεταφυσικά σχήματα του Χάμπερμας και των δημοσκοπήσεων στη φυσική συνύπαρξη σωμάτων και ιδιαιτεροτήτων. Μπορεί να θεσμοποιηθεί αυτή η ενέργεια; Φοβάμαι ότι διαδηλώσεις, απεργίες και κομματικές συναθροίσεις δεν αρκούν. Αυτές οι συνηθισμένες στρατηγικές έβρισκαν πάντα μια «οροφή», που ανέκοπτε την πορεία της Αριστεράς. Συνεργασίες και δικτυώσεις, αλληλεγγύη και μοίρασμα γνώσεων και δεξιοτήτων, δημόσια συζήτηση και δράση είναι το καινούργιο που φέρνει η εποχή των εξεγέρσεων. Αν οι πλατείες άδειασαν, πρέπει να τις ξαναγεμίσουμε, με εικονικές πλατείες, κλαδικές και τοπικές συνελεύσεις, πολιτικές δικτυώσεις και πολιτιστικές επαναστάσεις. Οι γνώσεις και δεξιότητες του πλήθους βρίσκουν συνεχώς νέους τρόπους συνεργασίας και δικτύωσης, νέες ιδέες για ζωή. Το κοινωνικό ήθος της οριζοντιότητας δημιουργείται βέβαια από κάτω. Η Αριστερά το αγκαλιάζει και βοηθά να διαχυθεί παντού, διατηρώντας τη δημοκρατική αυτοδιοίκηση της πλατείας. Η δεύτερη κληρονομιά και μνήμη των πλατειών είναι η αισθητική της πράξης. Ο γραμμικός χρόνος της δουλειάς αντικαταστάθηκε από την τελεολογική διάσταση της δημιουργίας. Οι δικτυώσεις, δεξιότητες και συνεργασίες που μαθαίνουμε για τη δουλειά μας έγιναν πολιτικά εργαλεία, ενάντια στις αρχές της πειθαρχίας, της κάθετης οργάνωσης και της αυταρχικής διοίκησης του μεταφορντικού καπιταλισμού. Η πράξη συνιστά υποκείμενα, η συλλογική πράξη αλλάζει τον κόσμο. Πώς όμως θα διατηρηθεί αυτή μετά το άδειασμα των πλατειών; Σήμερα, η κριτική της ιδεολογίας δεν αρκεί. Χρειάζεται οι συμπεριφορές να αποδεσμευτούν από το εξατομικευτικό κύκλωμα επιθυμίας-ικανοποίησηςματαίωσης. Το πολιτικό βάπτισμα της πλατείας ξεκίνησε διαδικασίες απο-υποκειμενικοποίησης και παραγωγής νέων υποκειμενικοτήτων. Ο τρόπος ζωής που μάθαμε στις πλατείες πρέπει, από προσωρινό διάλειμμα, να γίνει μόνιμη πρακτική και συνείδηση. Το αριστερό κόμμα πρέπει λοιπόν να έχει εύπλαστη φύση, εναλλασσόμενο κέντρο, πορώδεις παρυφές που επιτρέπουν τη συνεργασία με τα κοινωνικά δίκτυα. Πρέπει να είναι εργαστήριο πειραματισμού για δομές, ιδέες, θεσμούς. Αν η ιστορική αναγκαιότητα οδηγεί το παλιό καθεστώς στο τέλος του, το ίδιο ισχύει και για τα παραδοσιακά κομματικά μοντέλα. Χρειαζόμαστε ένα κόμμα «νέου τύπου» που συνομιλεί και συνεργάζεται με τη «γενική διάνοια» του ύστερου καπιταλισμού. Για να πετύχει η Αριστερά, πρέπει να αφήσει τη μελαγχολία των προκάτ συνταγών και λύσεων, την ασφάλεια του κομματικού πρωτόκολλου και επετηρίδας. Είμαστε το μέλλο,ν αλλά δεν έχουμε καμιά εγγύηση γι’ αυτό. Θάρρος, φαντασία και πειραματισμός είναι τα προτάγματα της ιδέας του κομμουνισμού σήμερα. Η Ευρώπη και η ευρωπαϊκή Αριστερά παίζονται στην Ελλάδα.


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 7 AΠΡΙΛΙΟΥ 2013

36 ΔΥΟ ΧΡΟΝΙΑ «ΚΑΛΛΙΚΡΑΤΗΣ»: Η ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗ ΥΠΟ ΚΑΤΑΡΡΕΥΣΗ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Ανάγκη για τοπικά σύμφωνα κοινωνικής συνοχής

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Ο Καλλικράτης σχεδιάσθηκε το 2010 ως πρόγραμμα με στόχο τη διοικητική μεταρρύθμιση στους ΟΤΑ, που θα αποτελούσε δημιουργική απάντηση στην πολύπλευρη κρίση που αντιμετώπιζε η χώρα. Μάλιστα, πριν την εφαρμογή του είχε καταφέρει να εξασφαλίσει ιδιαίτερα αυξημένη συναίνεση στο χώρο της αυτοδιοίκησης, γεγονός που επιβεβαιώνεται και από σχετική έρευνα.Δεκαοχτώ μήνες μετά, οι υψηλές προσδοκίες είχαν μετατραπεί σε διαψεύσεις.1 Το θέμα της συγκυρίας αναδεικνύεται, με κρίσιμη παράμετρο το ότι ο «Καλλικράτης» αποτελεί μια καλή ευκαιρία για τη διοικητική διαχείριση του Μνημονίου. Κατά συνέπεια, η ανάγκη να δούμε με διαφορετικό τρόπο την οργάνωση της τοπικής αυτοδιοίκησης καθίσταται επίκαιρη. Από την προαναφερθείσα έρευνα προκύπτει ότι τα σημαντικότερα προβλήματα στην εφαρμογή του «Καλλικράτη» αποτελούν τόσο η έλλειψη οικονομικών πόρων σε σχέση με τις νέες αρμοδιότητες όσο και το ανελαστικό, γραφειοκρατικό θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας. Επίσης, καταγράφεται ότι αρνητικές πλευρές στον σχεδιασμό του σχετίζονται, κυρίως, με την αδυναμία του ελληνικού συστήματος διοίκησης (κεντρικής και τοπικής) να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός τέτοιου εγχειρήματος. Παράλληλα, ενώ οι δήμοι ενισχύονται με 220 νέες αρμοδιότητες, οι θεσμοθετημένοι από το κράτος πόροι τους έχουν μειωθεί την τελευταία τριετία πάνω από 60%. Μια τόσο ριζική αλλαγή στην αρχιτεκτονική της διοίκησης διαφοροποιεί, εξ αντικειμένου, τον χαρακτήρα του διοικητικού μηχανισμού. Οι αλλαγές που συντελούνται οδηγούν σε υποχώρηση του κράτους, μια λειτουργία που έχει περιγραφεί θεωρητικά ως «αποκένωση του κράτους». Το αποκενωμένο κράτος αναζητά τρόπους να αντιμετωπίσει τη δραματική συρρίκνωση των πόρων, αποφεύγοντας να φορτωθεί κοινωνικές υποχρεώσεις. Με τον τρόπο αυτό διοχετεύει κοινωνικά αιτήματα και ευθύνες τόσο «προς τα κάτω» (περιφέρειες και δήμοι) όσο και «προς τα έξω» (αγορά, οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών), με αποτέλεσμα να συγκαλύπτονται ευκολότερα οι κοινωνικές αντιθέσεις. Η τάση αποκένωσης του κράτους, σε συνδυασμό με την οικονομική κρίση, διαμορφώνουν ιδιαίτερα κρίσιμες επιδράσεις στην τοπική αυτοδιοίκηση: στις συνθήκες του Μνημονίου, με δύο χρόνια εφαρμογής του «Καλλικράτη» κινείται σε περιβάλλον οξείας οικονομικής κρίσης και δημοσιονομικής ασφυξίας. Οι σήμοι αποστερούνται ανθρώπινο δυναμικό, συρρικνώνουν βασικούς τομείς άσκησης κοινωνικής πολιτικής (πρόνοια, παιδεία, πολιτισμός) και εξαναγκάζονται σε μια ανώδυνη διαχειριστική λειτουργία, χωρίς αναπτυξιακό χαρακτήρα και όραμα. Οι ΟΤΑ έχουν, βέβαια, τις δικές τους ευθύ-

Ο Γιάννης Ιωαννίδης είναι δρ του Παντείου Πανεπιστημίου, διευθυντής ΟΤΑ

Μίμης Βιτσώρης, «Σπίτια»

νες, παραλείψεις και στρεβλώσεις. Η αυτοδιοίκηση δεν αποκόπηκε ποτέ από την κεντρική εξουσία ούτε διεκδίκησε την πολιτική, διοικητική και οικονομική αυτοτέλειά της. Ωστόσο, η αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να αποτελεί μικρογραφία, κακέκτυπο ή εξάρτημα του κράτου,ς ασκώντας εξουσία με τους τρόπους, τα μέσα και την οπτική του κράτους. Το γεγονός ότι οι δήμοι, πολλές φορές, αποτελούν ενεργούμενα της κεντρικής πολιτικής σκακιέρας είναι βασική ευθύνη και των αιρετών της. Οι πελατειακές σχέσεις πολλών δημάρχων με τις εκάστοτε κυβερνήσεις διεύρυναν την εξάρτηση, έστω και αν προσωρινά εξασφάλιζαν πόρους και ευνοϊκή μεταχείριση για δικές τους τοπικές υποθέσεις. Το πολιτικό προσωπικό της αυτοδιοίκησης δεν απέκτησε το απαραίτητο status και χαρακτηριστικά αντίστοιχα των λειτουργιών του ούτε φυσικά βρίσκεται σε μία εν δυνάμει συγκρουσιακή κατεύθυνση με την κυβέρνηση. Σε μια τόσο κρίσιμη περίοδο, είναι σημαντικό η αυτοδιοίκηση να αποφύγει αδράνειες και προκαταλήψεις, υπερβαίνοντας στην πράξη ψευδεπίγραφα διλήμματα. Μια ιδεοληπτική ταύτιση γίνεται με τον όρο «συμφέρον». Συγκεκριμένα, το «κρατικό συμφέρον» ταυτίζεται συστηματικά με το «δημόσιο συμφέρον», και συνακόλουθα το «δημόσιο συμφέρον» εκλαμβάνεται ως «κοινωνικό συμφέρον». Η εξίσωση αυτή είναι εμφανώς αυθαίρετη. Η κάθε κρατική (κεντρική ή τοπική) δραστηριότητα δεν ταυτίζεται εκ προοιμίου με το δημόσιο συμφέρον, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις είναι δυνατόν να το αντιβαίνει ή και να το καταπατά. Επιπρόσθετα, ούτε το δημόσιο συμφέρον που εκπροσωπεί η τοπική αυτοδιοίκηση δεν εκφράζει στο σύνολό του το κοινωνικό συμφέρον της τοπικής κοινωνίας. Οι τοπικές υποθέσεις διαφοροποιούνται από τις κεντρικές, καθώς δεν εξαντλούνται στη δημόσια σφαίρα αλλά την υπερβαίνουν, καθώς υπεισέρχονται σε μεγάλο βαθμό στην καθημερινή, ακόμη και την προσωπική ζωή των κατοίκων μιας τοπικής κοινωνίας. Στην αυτοδιοίκηση, λοιπόν, το κοινωνικό και συλλογικό συμφέρον δεν ταυτίζεται πάν-

τα με ότι χαρακτηρίζεται ως δημόσιο συμφέρον. Συνεπώς, είναι δυνατόν να υιοθετηθούν προσεγγίσεις που θα προκρίνουν μια επιχειρηματικότητα τοπικού κοινωνικού συμφέροντος, σε σχέση με τη «δημόσια επιχειρηματικότητα» που επιδιώκει την ταύτιση του «δημόσιου» με το «κρατικό». Μια τέτοια επιχειρηματικότητα αποτελεί επιχειρηματικότητα για το συλλογικό όφελος, καθώς συμβάλλει σε παροχή αγαθών που προάγουν το αίσθημα του «ανήκειν». Το παραγόμενο κεφάλαιο είναι δυνατόν να αναδιανεμηθεί σε τοπικό επίπεδο, με κοινωνικούς όρους — θα διαθέτει, έτσι, συλλογικό χαρακτήρα, συνιστώντας ένα πολύτιμο απόκτημα κοινωνικής αναπαραγωγής που αντιμάχεται τον αποκλεισμό, συνεισφέρει στην αλληλεγγύη και την κοινωνική συνοχή της πόλης. Η επιχειρηματικότητα κοινωνικού συμφέροντος είναι σημαντικό να ανταποκρίνεται σε όρους αποτελεσματικότητας και ωφελιμότητας, συνδυάζοντας κοινωνικά με οικονομικά κριτήρια. Οι παρεχόμενες υπηρεσίες είναι δυνατόν να διέπονται από μια σχέση «χρησιμότητας-τιμής», όπου το κόστος ενός δημοτικού προγράμματος θα συσχετίζεται με την ωφελιμότητα που έχει για το κοινωνικό σύνολο. Εάν οι δήμοι πασχίζουν για μια κοινωνία των αναγκών, διεκδικώντας τη λύση προβλημάτων της καθημερινότητας, πρέπει να ιεραρχήσουν τις ανάγκες σε σχέση με τους πραγματικούς διαθέσιμους πόρους σε οικονομικά μέσα και ανθρώπινο δυναμικό. Για να αναπτυχθούν επιχειρηματικότητες κοινωνικού συμφέροντος, απαιτείται η ουσιαστική παραχώρηση ζωτικού χώρου στην τοπική κοινωνία. Η αυτοδιοίκηση μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης, συμβάλλοντας καθοριστικά στη δημιουργία θεσμών πολυμερούς οργάνωσης και εντάσεως συμμετοχής προσφέροντας το απαραίτητο «οξυγόνο» στις άλλες εμπλεκόμενες δυνάμεις, αναγκαίο προαπαιτούμενο για να μη γραφειοκρατικοποιηθούν και ενσωματωθούν.2 Προκύπτει, λοιπόν, η ανάγκη μιας νέας και σύνθετης πραγματικότητας, όπου ορίζονται συναρμοδιότητες, ενθαρρύνονται δυνάμεις

και συντίθενται πόροι. Η τέχνη της διοίκησης μιας πόλης επιτυγχάνεται με τη συμμετοχή όχι μόνο των επίσημων θεσμικών εκφράσεων αλλά και των «ζωντανών» δυνάμεων της πόλης όπως οι οργανώσεις του «τρίτου τομέα» και της κοινωνίας των πολιτών, οι συλλογικότητες εθελοντικής δράσης, οι τοπικοί θεσμοί διαλόγου και επικοινωνίας, τα ανεπίσημα πλέγματα και τα πρωτογενή τοπικά δίκτυα, το σύνολο, δηλαδή, των αποθεματικών δυνάμεων που δρουν σε τοπικό επίπεδο. Η τοπική αυτοδιοίκηση αποτελεί τον κατεξοχήν χώρο που μπορεί να ανιχνεύσει κοινές μορφές δράσεων, δημιουργώντας ένα μείγμα συνέργειας και συναυτουργίας, συνθέτοντας διαφορετικές δυνάμεις που δρουν ως «τοπικοί συμμέτοχοι» αλλά και ως «ισοδύναμοι παίκτες». Η πολιτική δυναμική ενός τέτοιου μείγματος αναδεικνύει ένα νέο πλαίσιο δημόσιας συμμετοχής και προσδίδει νέα αντίληψη στην ιδιότητα του πολίτη. Μια μορφή που θα μπορούσε να προκύψει από αυτή την ισχυρή σύνθεση είναι η συγκρότηση ενός τοπικού συμφώνου κοινωνικής συνοχής, που περικλείει κοινωνική δυναμική, αξιοποιεί πλευρές της αλληλέγγυας οικονομίας, συγκροτεί τοπική συναίνεση και διαμορφώνει ένα ισχυρό αίσθημα εντοπιότητας των κατοίκων. Η αυτοδιοίκηση δεν πρέπει να εξαντλείται στους υφιστάμενους θεσμικούς πόρους, αλλά να αξιοποιεί νέους κοινωνικούς πόρους. Η νέα αρχιτεκτονική της αυτοδιοίκησης δεν θα προέλθει από την εξάλειψη των αρνητικών του «Καλλικράτη», αλλά ενσωματώνοντας τις καινούργιες κατακτήσεις που επιβάλλουν οι νέες συνθήκες. Η αυτοδιοίκηση οφείλει να διεκδικήσει τον αυτονόητο κοινωνικό χαρακτήρα της, να ξαναβρεί την ουσία της ύπαρξής της, δηλαδή να παραμείνει και τοπική και αυτοδιοίκηση, υπηρετώντας με αποτελεσματικότητα την εγγύτητα της σχέσης της με την τοπική κοινωνία. Έτσι μόνον θα αντιπαρατεθεί με το παρόν, επινοώντας το μέλλον και δίνοντας έκφραση σε μια κοινή αίσθηση οράματος.

1

Το 93% των δημάρχων δήλωσαν ότι τον Νοέμβριο του 2010 είχαν «υψηλές» ή «πολύ υψηλές» προσδοκίες. Ενάμιση χρόνο μετά, μόνο το 36% χαρακτηρίζει την εφαρμογή του «Καλλικράτη» με «υψηλό» ή «πολύ υψηλό» βαθμό επιτυχίας. Τον ερευνητικό πληθυσμό αποτελούσαν οι αιρετοί 79 ΟΤΑ στην Αττική και τη Θεσσαλονίκη. Η έρευνα ολοκληρώθηκε στα μέσα του 2012· τα πλήρη στοιχεία και η ανάλυσή της, στην Επιθεώρηση Διοικητικών Επιστημών, τχ. 18.

2

Ήδη έχουμε περιπτώσεις ΟΤΑ που δοκιμάζουν ένα διευρυμένο φάσμα συνεργασιών με συλλόγους ή αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες, οι οποίες, ως ενδιάμεσοι φορείς μεταξύ δήμων και ενδιαφερομένων χρηστών, εξασφαλίζουν τη συνέχεια ενός προγράμματος ή μιας λειτουργίας σε τοπικό επίπεδο. Μάλιστα, ορισμένοι ΟΤΑ αξιοποιούν μια νέα δυνατότητα με τη δημιουργία κοινωνικής συνεταιριστικής επιχείρησης (Νόμος 4019/2011), στον τομέα της κοινωνικής οικονομίας και επιχειρηματικότητας.


Η ΑΥΓΗ • KYΡΙΑΚΗ 7 AΠΡΙΛΙΟΥ 2013

37

ΕΝΘΕΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΑ «ΛΟΓΙΑ ΠΕΡΙ ΜΕΘΟΔΟΥ» ΤΟΥ Κ. Θ. ΔΗΜΑΡΑ

Η ανατρεπτικότητα της επιμονής ΤΗΣ ΠΟΠΗΣ ΠΟΛΕΜΗ

«Πρέπει να φυλαγόμαστε πάντοτε από την αμάθεια, την ηλιθιότητα και την κακοπιστία κι από την σύνθεσή τους, τον φανατισμό, που δεν είναι σε θέση να διακρίνουν την επιστήμη από την πολιτική και την αλήθεια από την σκοπιμότητα· κι ο μόνος τρόπος να νικήσουμε κι αυτούς τους αντιπάλους, είναι να ξαναλέμε τακτικά τις βασικές αλήθειες της ιστορίας μας». Το παράθεμα αυτό του Κ. Θ. Δημαρά, από κείμενό του του 1952, «πάντα επίκαιρο», χρησιμοποίησε ο Φίλιππος Ηλιού για να κλείσει τη δική του εισήγηση, το 1993, στην Επιστημονική Συνάντηση που διοργάνωσε το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών τιμώντας τη μνήμη του ιδρυτή του. Με τον τίτλο της εισήγησης εκείνης, δέκα χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 2003, επέγραψε ο Φίλιππος το κομψό τομίδιο των εκδόσεων Ερμής με Τρία κείμενα για τον Κ. Θ. Δημαρά, το οποίο αποτελεί την καλύτερη εισαγωγή στο έργο που προλογίζουμε εδώ. Στις αρχές του 2004, ο Φίλιππος (πέθανε στις 4 Μαρτίου) ταχυδρόμησε ως ύστατο χαιρετισμό στους φίλους του αυτές ακριβώς τις Ασέβειες του ιστορικού, επισφραγίζοντας, και με τον τρόπο αυτό, μια μακρά και γόνιμη σχέση μαθητείας και φιλίας. Είχε προλάβει, τις ίδιες εκείνες μέρες, να εμπιστευτεί στον Μανόλη Σαββίδη το σώμα των επιφυλλίδων του Κ. Θ. Δημαρά που παρουσιάζεται τώρα σε αυτούς τους τόμους, και να δημοσιεύσει στα Ιστορικά «τον τελευταίο επιστημονικό του οβολό, κλείνοντας τον κύκλο όπως άνοιξε: με τον Διαμαντή Κοραή και τον Κωνσταντίνο Θησέως Δημαρά». […] tst [Η χρονολογική τάξη, στους δύο τόμους, προσφέρει την] ευκαιρία, μέσα από την πλούσια παρακαταθήκη των επιφυλλίδων, να διερευνηθεί η μακρά και πυκνή διαδρομή του συντάκτη τους. Μπορεί πράγματι κανείς, ξεφυλλίζοντας τους τόμους αυτούς να παρακολουθήσει τον βηματισμό από τον ιδανισμό, τον ευσεβισμό και τον χριστιανικό κοινωνισμό στη λογοκρατία, τον επιστημονισμό και τον φιλοσοφημένο αγνωστικισμό. Ας αρκεστούμε να δώσουμε το στίγμα της αφετηρίας, που κάθε άλλο παρά προοιωνιζόταν τα μελλούμενα· ο εισηγητής της έννοιας του νεοελληνικού Διαφωτισμού και ο πρώτος μελετητής του προτρέπει εν έτει 1932: «όποιος μπορεί, ας επιστρέψει στις χριστιανικές αξίες, όπως διαμορφώθηκαν την εποχή του Μεσαίωνα· οι αξίες αυτές δίνουν περιθώρια για μία τέχνη και μία λογοτεχνία ζωντανή και γόνιμη, για μίαν ηθική σύμφωνη με τους εκάστοτε κοινωνικούς όρους. Αλλιώς θα τραβήξουμε εμπρός προς τον γκρεμό. Tertiur non datur», ενώ το 1936 επισημαίνει: «η μεγάλη πλάνη της Αναγεννή-

H Πόπη Πολέμη είναι ιστορικός, συνεργάτρια στο Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού» του Μουσείου Μπενάκη

Αυτές τις μέρες κυκλοφορούν τα Σύμμικτα Δ΄ του Κ.Θ. Δημαρά. Σε δύο επιβλητικούς τόμους (1.183 σελίδες), συνέκδοση του Μουσείου Μπενάκη (Βιβλιολογικό Εργαστήρι «Φίλιππος Ηλιού») και του Μορφωτικού Ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης, συγκεντρώνονται 301 κείμενα του Κ.Θ. Δημαρά, ως επί το πλείστον επιφυλλίδες, από το 1931 μέχρι το 1989, με γενικό άξονα (και τίτλο των τόμων) «Λόγια περί Κ. Θ. Δημαράς. Σκίτσο του Αντώνη Πρωτοπάτση, μεθόδου». Την επιλογή από το περιοδικό «Ελεύθερα Γράμματα», των κειμένων είχε κάνει ο 9.11.1945 Φίλιππος Ηλιού και τους τόμους επιμελήθηκε η Πόπη Πολέμη. Από την Εισαγωγή της δημοσιεύσουμε εκτενή αποσπάσματα· για τις ανάγκες της παρούσας δημοσίευσης έχουν απαλειφθεί οι σημειώσεις. σεως, την οποίαν εσυνέχισε και έφερε στις ακρότατες συνέπειές της ο σημερινός πολιτισμός, είναι ότι επίστευσε μέχρις υπερβολής στον ορθολογισμό, στη δύναμη του ανθρώπινου νου». Εξάλλου, κριτικός της λογοτεχνίας στην αρχή, ο Δημαράς γλιστρά σταδιακά από την αισθητική θεώρηση στην ιστορική. Οι αναβαθμοί, από τη φιλολογία στην ιστορία, εκτίθενται επίσης ανάγλυφα στις σελίδες που έπονται […]. Πλάι στις μετατοπίσεις και την αλλαγή της χρωστικής, για να χρησιμοποιήσουμε τον δικό του όρο, στις έξι δεκαετίες που καλύπτουν αυτοί οι δύο τόμοι μπορεί επίσης κανείς να διαγνώσει κάποιες σταθερές (εμμονές κάποτε): υψηλή συνείδηση του ρόλου του διανοουμένου, αποφυγή προσωπικών αντεγκλήσεων, πίστη στην αγωγή. Το υπόβαθρο είναι στέρεο. Για την πανθομολογούμενα ευρύτατη ευρωπαϊκή του παιδεία, αψευδής μάρτυρας θα ήταν ο κατάλογος της βιβλιοθήκης του που επιβάλλεται να συνταχθεί. Στη συγκρότηση συνεισέφεραν πολλά, συναντήσεις και αναγνώσεις, άνθρωποι αλλοτινοί και σύγχρονοι, ξένοι και Έλληνες. Εν αρχή οι δάσκαλοι των οποίων τιμούσε την παρουσία στη ζωή του, είτε απομακρύνθηκε ο ίδιος από τη διδασκαλία τους είτε όχι: Γιάννης Αποστολάκης, Μανόλης Τριανταφυλλίδης, Στίλπων Κυριακίδης, Κωνσταντίνος Άμαντος, Θεόφιλος Βορέας). Παράλληλα, οι πρώτοι διδάξαντες, αρχαίοι Έλληνες και Λατίνοι, αλλά και νεότεροι, ο Πασκάλ στις απαρχές, έπειτα, νέοι δάσκαλοι, ο Βολταίρος, ο «μεγαλοφυέστερος ιστοριογράφος των νεωτέρων χρόνων», ο Μισελέ, ο Ρενάν, «μεγάλος διδάσκαλος όλων μας, φιλολόγων και ιστοριογράφων». Πλάι τους, οι περίπου συγκαι-

ρινοί διανοούμενοι και ομότεχνοι από τον Julien Benda και τον φίλο και οδηγό Albert Thibaudet ώς τον Luceib Febvre, «τον μεγαλύτερο ιστοριογράφο του καιρού μας». Στα καθ’ ημάς, από τα πρώτα βήματα πανταχού παρών ο Παλαμάς, ενώ διστακτικά θα ανατείλει αργότερα, για να μη δύσει ποτέ, ο αστερισμός των τριών Κ: Κοραής, Καταρτζής, Κουμανούδης […] Σταδιακά κρυσταλλώνονται οι μεθοδεύσεις: ο συγκριτισμός που προστατεύει από την «αυτοπεψία» και τη φενάκη του «περιούσιου λαού», από τη στρεβλή εντύπωση της μίμησης, εκεί όπου πρόκειται για επιλογή, για «διψώσα έλαφο», η οποία επιλέγει ό,τι έχει ανάγκη· η στάθμιση των πνευματικών φαινομένων και οι ποσοστώσεις (αισθητή στατιστική), η μελέτη του λεξιλογίου και οι μέσοι όροι που έρχονται ως αντιστάθμισμα στην ηρωολατρία —τύπου Καρλάυλ είτε Αποστολάκη—, φωτίζουν διαφορετικά το ζήτημα των «γενεών», αναδιαρθρώνουν την περιοδίκευση, αναβαθμίζουν τις πυκνώσεις και τις επικαλύψεις (αλλαγή χρωστικής) σε σχέση με τις τομές. Φαντασία πιθανή η ιστορία, αλλά, καθό επιστήμη, προϋποθέτει έναν έστω αυτοσχέδιο λογισμό πιθανοτήτων. […] Λογικό επακόλουθο του σεβασμού στη χρονικότητα των φαινομένων, ο σεβασμός που επιδεικνύει στη μορφή με την οποία παραδόθηκαν τα τεκμήρια του παρελθόντος, είτε πρόκειται για κείμενα προς έκδοση είτε για τα τοπωνύμια των οποίων καταδικάζεται η αλλαγή. Λογικό επακόλουθο των ανανεούμενων ζητήσεων και η έγνοια του για την υποδομή της έρευνας, τα πρόσφορα μέσα και τα καλά εργαλεία: βιβλιοθήκες και μουσεία-αποθετήρια ποικίλων τεκμηρίων, μικροφωτογραφήσεις, «σειρές ρομπότ» πε-

ριοδικών είτε ανάλογες εφαρμογές της τελευταίας τεχνολογίας και, από την άλλη πλευρά, ευρετήρια, λεξικά, και ιδίως βιβλιογραφίες· η εθνική αυτογνωσία για τον Κ. Θ. Δημαρά δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς την προσφυγή στην εθνική βιβλιογραφία, αναδρομική και τρέχουσα. […] Στην υποδομή της έρευνας θα πρέπει να λογιστεί και η έγνοια για την καλλιέργεια του «βιογραφικού είδους», το οποίο η Ευρώπη έχει την πολυτέλεια να το αντιμετωπίζει «με κάποιαν υπεροψία», επειδή απλούστατα το καλλιέργησε αποτελεσματικά σε περασμένους καιρούς. Και πάντως τη βιογραφία, όπως την εννοεί και την καλλιεργεί τουλάχιστον στην ωριμότητά του ο Δημαράς, βρίσκεται σαφώς στην τροχιά του κλασικού έργου του Φεβρ Le problème de l’incroyance au XVIe siècle. La religion de Rabelais (11942). «Δεν είναι πια τόσο η έκθεση του τρόπου με τον οποίο ο ένας, ο βιογραφούμενος, διέπλασε το συλλογικό σώμα όπου έζησε, αλλά περισσότερο η έκθεση του τρόπου με τον οποίο το συλλογικό σώμα διεμόρφωσε την προσωπικότητα που του είταν απαραίτητη». Η αλλαγή αυτή της οπτικής εικονογραφείται με τον καλύτερο τρόπο στη μονογραφία που αφιέρωσε ο Κ. Θ. Δημαράς στον «εθνικό ιστοριογράφο», ενώ τα απεικάσματα είναι πολλά στην ύλη αυτών των τόμων. Ούτως ή άλλως, σταθερό διακύβευμα παραμένει η σύνθεση. Το αρχικό πρόγραμμα μελέτης της νέας ελληνικής φιλολογίας, το οποίο καταστρώθηκε μέσα στην περισυλλογή και την ανάγκη «εθνικής απογραφής» της Κατοχής, απέδωσε έγκαιρα τους καρπούς του, την Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας (11948-1949). Αναμφίβολα, το σώμα των επιφυλλίδων διαπερνά ο απόηχος των ευρύτερων φιλολογικών και ιστοριογραφικών σχεδιασμών είτε επιτευγμάτων για να εκβάλλει στο πλατύ κοινό, τις βεβαιότητες του οποίου επιχειρεί σταθερά να διεμβολίσει. Και ασφαλώς η υψηλή εκλαΐκευση, η επιφυλλιδογραφική επίμονη δημόσια παρέμβαση του Δημαρά, αποτελεί οργανικό στοιχείο της προσφοράς του, πλάι στα έργα υποδομής και σύνθεσης που δημιούργησε, αλλά και τους θεσμούς τους οποίους ιδεάστηκε είτε εμψύχωσε. […] Η μέθοδος, για να επιστρέψουμε στην αφετηρία, είναι μία: συνδυασμός ηθικής και λογικής. Και το ζητούμενο στο βάθος, ένα: η αλήθεια, που από μόνη της είναι επαναστατική. Ζητούμενο κομβικό, που ακριβώς φέρνει τον οπαδό των πολλαπλών αιτίων στο ίδιο μετερίζι με τον μαρξιστή Φίλιππο Ηλιού, αλλά και προοικονομεί τις γόνιμες υπερβάσεις. Ο «άπολις» ιστορικός, απαλλαγμένος από ένα ακόμη ίδιον της νεοελληνικής χαρακτηρολογίας, την κλίση προς την «εθνική ανακρίβεια», τη σαγήνη των μύθων, των πλαστών παραδόσεων και τον λαογραφισμό, χωρίς φανατισμούς και μισαλλοδοξίες, με διαδοχικές προσεγγίσεις (trial and error), καλείται να δώσει νόημα στα τεκμήρια και τον κόσμο που τα παρήγαγε, να αναμετρηθεί με το παρελθόν για να σχεδιάσει το μέλλον.


Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

7 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 2013

ΤΟ BLOG ΤΩΝ «ΕΝΘΕΜΑΤΩΝ»: enthemata.wordpress.com e-mail: enthemata@gmail.com

Ο ΜΠΟΣΤ ΤΟΥ ΤΥΠΟΥ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ ΜΠΕΝΑΚΗ

Cherchez να φαμ!

Το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς μας προσκαλεί στην παρουσίαση του βιβλίου της Ιφιγένειας Καμτσίδου «Το κοινοβουλευτικό σύστημα. Δημοκρατική αρχή και πολιτική ευθύνη» (εκδ. Σαββάλας), Θα μιλήσουν: Ισμήνη Κριάρη-Κατράνη (Πάντειο Πανεπιστήμιο), Παναγιώτης Μαντζούφας (Νομική ΑΠΘ), Χριστόφορος Βερναρδάκης (Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ). Η παρουσίαση γίνεται στον πολυχώρο της Ανοιχτής Πόλης (Μέγαρο Ερμής- Πανεπιστημίου 56, 1ος όροφος), την Πέμπτη 11 Απριλίου, ώρα 19.00.

ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΣΑΡΑΝΤΑΚΟΥ

Μια σημαντική έκθεση που οργανώνει το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ άνοιξε προχτές τις πύλες της στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς 138. Με τίτλο «Cherchez να φαμ!» και υπότιτλο «Ο Μποστ του Τύπου», η έκθεση είναι αφιερωμένη στο γελοιογραφικό έργο του Μέντη Μποσταντζόγλου, του αξέχαστου Μποστ. Στην έκθεση παρουσιάζονται, ανάμεσα στα άλλα, 42 γελοιογραφίες, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο 1959-1966, που ήταν η χρυσή εποχή του Μποστ. Πολλοί θα διακρίνουν ομοιότητες ανάμεσα στη χώρα της μαμα-Ελλάς, του Πειναλέοντα και της Ανεργίτσας και στη σημερινή Ελλάδα, καθώς η λαίλαπα των μέτρων λιτότητας έχει σαρώσει εργασιακές κατακτήσεις δεκαετιών. Επειδή όμως στον μισόν αιώνα που έχει περάσει αναπόφευκτα έχουν ξεχαστεί πρόσωπα και πράγματα, είναι απαραίτητος κάποιος υπομνηματισμός που να κατατοπίζει τους νεότερους και να φρεσκάρει τη μνήμη των παλαιότερων. Για να πάρουν οι αναγνώστες της Αυγής μια γεύση από την έκθεση, παρουσιάζω μία από τις γελοιογραφίες που εκτίθενται· θα τη σχολιάσω κάπως αναλυτικά, για να φανεί το εύρος και ο πλούτος των μποστικών λογοπαιγνίων.Το σκίτσο δημοσιεύτηκε στις 17 Ιανουαρίου 1960 στην Ελευθερία, εγκαινιάζοντας τη γόνιμη συνεργασία του Μποστ με την εφημερίδα αυτή. Τις μέρες εκείνες, ο Έλληνας υπουργός οικονομικών Παναγιώτης Κανελλόπουλος επισκέπτεται τη Βόννη για να συζητήσει οικονομικά θέματα. Η Ελλάδα θέλει να πουλήσει περισσότερα καπνά, να συνάψει δάνεια, να συνδεθεί με την Κοινή Αγορά, να πάρει κάποιες αποζημιώσεις για τα θύματα του ναζισμού. Οι Γερμανοί κρατούν σφιχτά κλειστό το χέρι τους, όπως ομολογεί το πρωτοσέλιδο της εφημερίδας: «Πενιχρά τα αποτελέσματα των συνομιλιών εις την Μπον. Δημιουργούνται νέοι, ουχί ευμενείς όροι. Ουδέν θετικόν δια τα θύματα του ναζισμού». Ο Μποστ σχολιάζει την επίσκεψη, φτιάχνοντας μιαν έξοχη σύνθεση με αμέτρητα υπονοούμενα. Τα πολυπόθητα μάρκα δίνουν αφορμή για αλυσιδωτά λογοπαίγνια με τον Μάρκο Μπότσαρη, κι έτσι οι Γερμανοί παρομοιάζονται με τους Τούρκους πριν από το 1821, ο Λούντβιχ Έρχαρτ (ισόβιος υπουργός οικονομικών επί Αντενάουερ και στη συνέχεια, από το 1963 έως το 1967, καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας) φοράει φέσι και γούνες σαν τον Αλήπασα και αποκαλείται μπέης και πασιάς της Βόννης, η οποία είναι βέβαια Βιλαέτι. Ο Κανελλόπουλος βαφτίζεται «Καπετάν Πάνος εκ Παλαιών Πατρών» (ήταν Πατρινός) και αποστέλλεται «εις Γερμανών» καβάλα στον Πήγασο, μια και ο Κανελλόπουλος ήταν και λογοτέχνης. Καθώς καλπάζει τ’ άλογο αφήνει πίσω του φύλλα χαρτί. Το πρώτο γράφει επάνω Σο-

Παρουσίαση του βιβλίου της Ιφιγένειας Καμτσίδου

Κρίση-μα σεμινάρια: για την Ευρώπη Το Κρίση-μο Σεμινάριο, που οργανώνει η Πρωτοβουλία για την υπεράσπιση της κοινωνίας και της δημοκρατίας, αυτή την Τρίτη 9 Απριλίου (ώρα 19.15, στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων) έχει θέμα: H κρίση της Ευρώπης και η ευρωπαϊκή πορεία της Ελλάδας». Εισηγήσεις: Σουζάννα Βέρνυ, Σωτήρης Βαλντέν, Δημήτρης Παπαδημούλης (βουλευτής). Συντονισμός: Γιώργος  Καπόπουλος. Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 19 Μαΐου (ανοιχτή από Πέμπτη έως Κυριακή), ενώ την Κυριακή 14 Απριλίου θα πραγματοποιηθεί η ημερίδα «Ξαναθυμόμαστε τον Μποστ», όπου συμμετέχουν οι Κώστας Γεωργουσόπουλος (φιλόλογος, μεταφραστής και κριτικός θεάτρου), Στάθης Σταυρόπουλος (γελοιογράφος), Θανάσης Παπαγεωργίου (σκηνοθέτης), Γιάννης Κοντός (ποιητής), Μανόλης Σαββίδης (φιλόλογος), Τάσος Σακελλαρόπουλος (ιστορικός), Κώστας Μποσταντζόγλου (γραφίστας, γιος του Μποστ) και Νίκος Σαραντάκος. Την έκθεση επιμελείται η θεατρολόγος Μαρίνα Κοτζαμάνη του πανεπιστημίου Πελοποννήσου ως προσφορά στη μνήμη της μητέρας της, της ιστορικού τέχνης Μαρίας Κοτζαμάνη, που είχε σχεδιάσει και προτείνει τη διοργάνωσή της και που έφυγε πρόσφατα από τη ζωή. νέτα. Ο Κανελλόπουλος είχε πράγματι εκδώσει μια τέτοια ποιητική συλλογή, που είχε γίνει κοινός γελοιογραφικός τόπος, αφού όλοι σχεδόν οι γελοιογράφοι της εποχής τον παράσταιναν με τα σονέτα στο χέρι, σε ρολό ή σε βιβλία. Το άλλο χαρτί γράφει «Εγενήθην το 1402. Απεστάλην εις Βόνην το 1960» (υπαινιγμός στο μυθιστόρημα Γεννήθηκα στα 1402 του Κανελλόπουλου). Ο Πήγασος μεταφράζεται και στα τούρκικα Greek Hava Yolari – Τουρκ Χαβά Γιολαρί λέγονται οι τουρκικές αερογραμμές. Το κείμενο κάτω από τον τίτλο έχει αναφορές σε Ελύτη ή Μακρυγιάννη (ότι έτζι ήθελεν σωθεί η πατρίς), τα μάρκα τα κρύβουν όχι σε θησαυροφυλάκιο αλλά σε «χανεσί», ενώ πλάι στον μιναρέ υπάρχει, αντί για την ημισέληνο, αγκυλωτός σταυρός, κάτι που σε νεότερες εποχές θα προκαλούσε από κατακραυγή έως διπλωματικό επεισόδιο. Ακόμα και οι μικρές λεπτομέρειες αξίζουν προσοχή: κάτω στα τείχη, ο στρατιώτης με τη χατζάρα λέει «Έρδε Πάνο». Αυτό το έρδε είναι αρβανίτικο και θα πει «ήρθε», και μάλλον παραπέμπει στο «Έρδε Κώτσο», με το οποίο οι βασιλόφρονες των Μεσογείων χαιρέτισαν την επάνοδο του Κωνσταντινου. Επίσης, το Ζητούνι, από το οποίο φαίνεται να έρχεται ο Κανελλό-

πουλος (πινακίδα κάτω δεξιά), δεν είναι απλώς η παλιά ονομασία της Λαμίας επί Τουρκοκρατίας, αλλά παραπέμπει στη ζητιανιά. Ο διάλογος είναι σχετικά σύντομος, όπως είναι λογικό για να κρατηθεί η ισορροπία σε τόσο φορτωμένο σκίτσο· ο Έρχαρτ παραφράζει το πασίγνωστο ποίημα του Βαλαωρίτη («Τ’ άλογο, τ’ άλογο Ομέρ Βρυώνη»), ενώ ο Κανελλόπουλος ζητιανεύει, όχι χωρίς τσαμπουκά, με αλλεπάλληλες γενικές πληθυντικού που μπερδεύονται με αιτιατικές ενικού (των Μάρκων – τον Μάρκον). Το μαιανδρικό κείμενο στη μπορντούρα του σκίτσου, όπως συνήθιζε ο Μποστ, αναφέρεται σε θέματα που δεν θίγει το κυρίως σκίτσο: τις πλημμύρες που είχαν πλήξει τις μέρες εκείνες την Κομοτηνή και την Καβάλα, και μια μάντισσα, τη Λεϊλά, που είχε συλληφθεί από την αστυνομία· κατά διαβολική σύμπτωση, δεν ήταν ανατολίτισσα αλλά… Γερμανίδα και έδωσε στον Μποστ την ευκαιρία για το υπέροχο λογοπαίγνιο με τη «λεϊλασία». Και τι σημαίνει άραγε το καταληκτικό «θ’ απάγωμεν ψηλά»; Θα απαγάγουμε ψιλά ή θα πάμε ψηλά; Μα, ασφαλώς και τα δύο – όλα τα είχε λογαριάσει ο δαιμόνιος Μποστ!

«Ο Αναγνώστης» στο διαδίκτυο Ένα καινούργιο ηλεκτρονικό περιοδικό για το βιβλίο και τις τέχνες, «Ο Αναγνώστης», στο διαδίκτυο. Aποτελεί συνέχεια του «Διαβάζω», καθώς στο νέο εγχείρημα μετέχουν οι συνεργάτες του, με την πρόθεση να εμπλουρτίσουν τις καλύτερες παραδόσεις του. Το περιοδικό θα ανανεώνεται καθημερινά, ενώ θα θεσμοθετήσει τα Βραβεία του «Αναγνώστη» για τα βιβλία που εκδόθηκαν το 2012. Aνάμεσα στα άλλα, κείμενα της Ζυράννα Ζατέλη, της Ρέας Γαλανάκη και του Γιώργος Ξενάριος γράφουν για τη δυσκολία του να είναι κανείς σήμερα συγγραφέας. Πολλές ειδικές στήλες: «Memoirs» (Στρ. Χαβιαράς), «Ο ημιμαθής» (χιουμοριστική στήλη της Αλ. Σαμοθράκη), «Βιβλίο και κινηματογράφος» (Γ. Παναγιωτάκης), «Βιβλίο και μουσική» (Αλ. Χαρκιολάκης), «Διαβάζουμε;» (Β. Αποστολίδου), «Περιοδικώς» (Σπ. Κακουριώτης), «Κόμικ» (Λ. Τσενέ), «Σπίτια Συγγραφέων» (Λ. Κονομάρα), «Φουαγέ» (Ό. Σελλά). Επίσης, ο Θανάσης Μήνας συναντά τον Ίαν Ράνκιν στο Εδιμβούργο και συνομιλεί μαζί του, και ο Ανδρέας Ρικάκης για την «Άννα Καρένινα» του Τολστόι και άλλα πολλά στο www.oanagnostis.gr


e11672