Issuu on Google+

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Σύνταξη: Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Γαβρόγλου, Γιώργος Μερτίκας, Άλκης Ρήγος, Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης, Kώστας Χριστόπουλος

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

ΤΕΥΧΟΣ 587

2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

www.avgi-anagnoseis.blogspot.com

Η πολιτισμική στιγμή της τεχνολογικής εξέλιξης ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Προς την τεχνολογία της τέχνης: Από τη μοντέρνα στη σύγχρονη τέχνη, εκδ. Πλέθρον, σελ. 172 Αναλογιζόμενος κανείς τις πρώτες βιντεοεγκαταστάσεις ή γενικότερα τα πρώτα έργα βιντεοτέχνης, όπως για παράδειγμα αυτά του Nam June Paik, θα αναγνώριζε ένα σημείο μέσα στην πορεία εξέλιξης ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ

των τεχνολογικών μέσων, μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή μιας όλο και περισσότερο επιταχυνόμενης τεχνικής προόδου. Ταυτόχρονα, όμως, πίσω από αυτά πιθανόν θα διέβλεπε και μια εκδήλωση της εσωτερικής λογικής που διέπει τα έργα, θα διέκρινε με άλλα λόγια μιαν ορισμένη «πολιτισμική στιγμή». Είναι σίγουρο πως οι τεχνολογικές εξελίξεις οδήγησαν σε μετατοπίσεις τη σύγχρονή τους τέχνη με τρόπους που συχνά μας διαφεύγουν. Η ιστορία της τέχνης έχει ήδη περιγράψει τέτοιου είδους μεταβολές, έχει αναζητήσει τις αιτίες κάποιων αισθητικών μετατοπίσεων στην ίδια την πρόοδο της τεχνικής μιας περιόδου. Κάτι παρόμοιο επιχειρεί στο βιβλίο του ο νέος ιστορικός, και με σπουδές στη θεωρία της τέχνης, Κωνσταντίνος Βασιλείου. Πλοηγούμενος μέσα στην πλούσια σχετική διεθνή βιβλιογραφία, ανιχνεύει τις αλλαγές που επήλθαν στην καλλιτεχνική παραγωγή τις τελευταίες δεκαετίες από την ορμητική είσοδο των νέων τεχνολογιών. Το αντικείμενό του δεν περιορίζεται, βέβαια, στη χρήση τεχνολογιών αιχμής, ή απλούστερα νέων μέσων και συσκευών στα σημερινά εικαστικά έργα. Επεκτείνεται σε κάτι ευρύτερο: στη σκιαγράφηση των χαρακτηριστικών της νέας, γενικότερης πολιτισμικής συνθήκης, στην ιδιαίτερη λογική που τη διέπει, με αναφορά πάντοτε τη συνολικότερη αλλαγή του τρόπου

Τα έργα του τεύχους προέρχονται από την έκθεση του Μανώλη Μπαμπούση «Εκτός σχεδίου», στο Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης Ιλεάνα Τούντα. Διάρκεια μέχρι 22 Μαρτίου

Χωρίς τίτλο, 2014, τσιμεντόλιθοι, ξύλο, 220Χ500Χ95 εκ.

ζωής που επέφερε η ραγδαία τεχνολογική εξέλιξη και, κατ’ επέκταση, στο πώς αυτή μετασχηματίζει ριζικά τη φύση της τέχνης. Για τον συγγραφέα κάτι έχει αλλάξει θεμελιωδώς σε αυτήν. Ανάμεσα σε άλλα, εξέχον γνώρισμα τούτης της αλλαγής αποτελεί για τον Βασιλείου μια κάποια «δημοκρατικοποιήση», μια διαδικασία διάνοιξης της τέχνης και των απόρρητων διεργασιών της σε ένα όλο και λιγότερο περιορισμένο κοινό. «Η δημοκρατικοποίηση» γράφει στην εισαγωγή του «δεν αναλύεται εδώ ως απλή διαδικασία διόγκωσης, αλλά ως βαθιά αλλαγή κριτηρίων, πρακτικών και επιδιώξεων στον χώρο της τέχνης», διακρινόμενη έτσι από τον «εκδημοκρατισμό». Η εξέλιξη, μάλιστα, αυτή έχει μια γενεαλογία, στην οποία ανατρέχει ο συγγραφέας στο πρώτο μέρος του βιβλίου του. Όπως προδίδει ο υπότιτλός του, οι απαρχές της εντοπίζονται στο πέρασμα από την προνεωτερική στη νεωτερική συνθήκη, όταν ακόμα η ενασχόληση με την τέχνη αποτελούσε προνόμιο μιας μικρής μερίδας ανθρώπων, είτε ως εχέγγυο κοινωνικής διάκρισης είτε ως προϊόν μιας εξειδικευμένης γνώσης και εφαρμογής.

Ο μοντερνισμός συνιστά, σύμφωνα με μιαν υπόρρητη λογική της εξιστόρησής του στο βιβλίο, μια διαδοχή ενεργειών που οδηγούν στη σημερινή στιλιστική ποικιλομορφία, στη συμμετοχική και διαδραστική τέχνη, στην άρση της αυτονομίας της, στην κυριαρχία του θεατή, στον εκλεκτικισμό, στον υβριδισμό και το συγκερασμό μορφοποιήσεων του παρελθόντος, σε έναν ιδιότυπο κοσμοπολιτισμό, στην ενδεχόμενη έλλειψη πρωτοτυπίας (ή μάλλον στην πανσπερμία των «ευρημάτων»), στη διστακτικότητα απέναντι σε κάθε είδους επίκληση μιας αυθεντίας, στη δυσανεξία στα κριτήρια αξιολόγησης των έργων, στη διαπερατότητα των ορίων μεταξύ τέχνης και μαζικής κουλτούρας, στην από τους θεσμούς ενσωμάτωση της υπονόμευσής τους, και σε όλα εκείνα που εμφανίζονται ως συμπτώματα της πολιτισμικής κατάστασης μιας συναφούς με τις ραγδαίες τεχνολογικές εξελίξεις «νέου τύπου ανθρωπότητας». Όλα τούτα τη στιγμή που η «άνευ προηγουμένου διάχυσή» της σύγχρονης τέχνης, σύμφωνα με μια δήλωση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου και σε αντίθεση με τις θέσεις που εκφράζονται σε αυτό, μάλλον απομυζά κάτι από την τελεστικό-

τητα που της προσδίδει η ιδιότητα του ξεχωριστού, του έξοχου, του ιδιωματικού, του πέρα και έξω από το τετριμμένο και καθημερινό. Οι απαρχές της σύγχρονης πολιτισμικής συνθήκης αναζητούνται εύλογα στις συνεχείς μοντερνιστικές ρήξεις και μετατοπίσεις. Λανθάνει εδώ ένας θεμιτός ιστορικός ντετερμινισμός, η αιτιοκρατία εκείνη που κατασκευάζει μια κάποια γενεαλογία. Υπάρχει επίσης μια συγκεκριμένη ανάγνωση της ιστορίας της τέχνης, που ακολουθεί μια καθορισμένη πορεία προς την πρόοδο και τη σταδιακή απελευθέρωση, μια εντατικοποίηση της διαδικασίας της «δημοκρατικοποίησης». Ως «γενεαλογία», όμως, είναι προϊόν ενός εκλεκτικισμού, επιλέγοντας τους «φίλους» ή τους «αντιπάλους» και, πολύ περισσότερο, τους «προγόνους» της. Πώς αλλιώς άλλωστε; Πώς θα μπορούσε να διαβαστεί διαφορετικά ολόκληρος ο μοντερνισμός, παρά με την επιτροπεία μιας ορισμένης προοπτικής, όπως αυτή που ορίζει ο συγγραφέας; Ο τελευταίος αναλαμβάνει το πολύ φιλόδοξο -εξόχως «νεωτερικό»- εγχείρημα της ανακατεύθυνσης μιας ολόκληρης εποχής, ή, καλύτερα, της σήμανσης μιας «βολικής» πορείας της. Ακολουθώντας την, φωτίζονται στιγμές που οφείλουν να αναβαθμιστούν, ενώ, εύλογα, αποσιωπούνται άλλες. Αν, για παράδειγμα, σημειώνεται από τον συγγραφέα η πρωτοκαθεδρία του ρόλου του δημιουργικού υποκειμένου σε βάρος της τεχνικής δεξιότητάς του, του «μέσου» του, και, κατ’ επέκταση, των «αντικειμενικών» κριτηρίων αξιολόγησης της καλλιτεχνικής πρακτικής, οι τόσο «μοντέρνες» εξάρσεις του ως μοναδικής αυθεντίας δεν απολαμβάνουν τη σημασία που τους αναλογεί. Όσο και αν δεν συνηγορεί σε μια προσφιλή ανάγνωση του μοντέρνου, αυτό προκρίνει την ακραιφνή διάσταση του «εγώ» ως ποιητικού υποκειμένου, που αποστρέφεται συχνά την ετερονομία της έξωθεν καλής μαρτυρίας και που στοχεύει στην αναδιάταξη των σημείων της σύγχρονης κουλτούρας του. Αυτό το καρτεσιανό «ego» είναι που συντρέχει τις πιο αιχμηρές εκδηλώσεις των «ιστορικών» πλέον πρωτοποριών, εκείνων δηλαδή που, όπως γενικά έχει σηΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ


24 ΣΥΝΕΧΕΙΑ AΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

μειωθεί, επιδίωξαν μια κάποια συνένωση της τέχνης με τη ζωή. Ας το επαναλάβουμε όμως: η ζωή ήταν αυτή που όφειλε να έρθει κοντά στην τέχνη και όχι το αντίθετο. Μια τέτοια, ωστόσο, πρόθεση προϋποθέτει τη δυνατότητα αναστοχασμού και δράσης, μέσα και πάνω από την εκάστοτε πολιτισμική συνθήκη, προαπαιτεί τη σχόλη, την ευκαιρία συμμετοχής στο παίγνιο της παραγωγή της. Μοιάζει να μην υφίσταται τίποτε το «δημοκρατικό» εδώ. Η δυνατότητα συμμετοχής στο παραπάνω παίγνιο υπήρξε στο μοντερνισμό πράγματι περιορισμένη. Και παραμένει. Δεν θα πρέπει ωστόσο να απωθούμε το γεγονός ότι η νεωτερικότητα συνιστά την ίδια στιγμή μια διαδικασία κοινοποίησης και μαζικοποίησης των επιτευγμάτων της. Ο μεταπολεμικός κόσμος είναι και ο κόσμος μιας ευρύτερης συμμετοχής μεγαλύτερων κοινωνικών στρωμάτων στο πολιτισμικό γίγνεσθαι. Ναι, το αντεπιχειρημα ενός κάποιου δυτικοκεντρισμού σε όλα αυτά είναι προφανώς κατανοητό. Αλλά, όντως, ο νεότερος τεχνικός πολιτισμός εκπλήρωσε σε κάποιο βαθμό τις προσδοκίες για μια οριζόντια στο χώρο επέκταση της δυνατότητας πρόσβασης και συμμετοχής στο σύγχρονο πολιτισμικό σύμπαν, «δημοκρατικοποίησε», με άλλα λόγια, τη διαμόρφωσή του. Θυμάμαι, πρωτοσυνάντησα μια παρόμοια επισήμανση «δημοκρατικοποίησης» στα κείμενα του μουσικού και συγγραφέα David Toop, ο οποίος κοντά είκοσι χρόνια πριν μπορούσε να επιχαίρει για το γεγονός πως οι σύγχρονες τεχνολογίες επιτρέπουν να παράγουν μουσική ακόμα και εκείνοι που δεν κατέχουν τις σχετικές τεχνικές γνώσεις. Ο Toop βεβαίως αναφερόταν στις διευρυμένες δυνατότητες πρωτότυπου συνδυασμού έτοιμων συνήθως ήχων, προερχόμενων από διαφορετικές πολιτιστικές παραδόσεις και τη μαζική κουλτούρα, σε ένα νέο συμπίλημα, που σήμερα πια ηχεί -αν μη τι άλλο- ιδιαίτερα οικείο. Πρόκειται για μία προέκταση της ιδέας του «culture jamming» σε μουσική φόρμα. Ο εν λόγω όρος αποτελεί προϊόν επινόησης μικρών πρωτοποριακών ομάδων της επικοινωνίας στις αρχές τις δεκαετίας του 1980, που πλέον έχει καταστεί κοινή πρακτική. Από κάπου εδώ ξεκινούν όμως δύο σημαντικά ζητήματα: Πρώτον, η εξόχως «καταστασιακή» αυτή πρακτική της οικειοποίησης και της αναδιάθεσης πολιτισμικών σημείων μοιάζει σήμερα να μην προσφέρει καμία διέξοδο υπέρβασής τους, όπως ίσως θα ήθελαν οι πρωτοπορίες του παρελθόντος. Φαίνεται αντίθετα να είναι συμβατή με τις πλέον προωθημένες λειτουργίες των σύγχρονων κοινωνιών, έτσι όπως αυτές διαμορφώνονται στη βάση των πλέον επιθετικών βιοπολιτικών χρηματοπιστωτικών εφαρμογών. Ακόμα και οι οικείες μας μορφές δημοκρατίας μοιάζουν συχνά να είναι αλληλένδετες και συμβατές με τις ανάγκες ανανέωσης του μεταπολιτικού ή «μεταδημοκρατικού» καπιταλισμού. Οι έννοιες λοιπόν που συνοδεύουν τη σύγχρονη τέχνη στις φαινομενικά τουλάχιστον πιο πολιτικά αιχμηρές εκδοχές της, όπως η «διάδραση», η «συμμετοχικότητα», και οι οποίες βρίσκονται σε πλήρη συνάφεια με τις λειτουργίες της προωθημένης τεχνολογίας, ενδέχεται να αναπαράγουν ή και να ενσωματώνουν- έστω ακούσια- τις δομές του κυρίαρχου δυτικού οικονομοτεχνικού πολιτισμού. Τη στιγμή που απουσιάζει το αναστοχαστικό ερώτημα σε σχέση με την προέλευση και την ευρεία χρήση τέτοιων εννοιών, ακόμα και οι καλλιτεχνικές πρακτικές με τις οποίες πιθανότατα επιχειρείται μια

Η ΑΥΓΗ • 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ υπεράσπιση και επέκταση της δημοκρατίας μοιάζουν να συμμετέχουν σε μια διαδικασία βαθύτερης ηγεμόνευσης των παραπάνω δομών. Έτσι, η λέξη «ηγεμονία» σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να αντικαθιστά τη λέξη «δημοκρατικοποίηση». Ένα δεύτερο, τώρα, ζήτημα σχετίζεται με το γνωστό θέμα της πρόσβασης. Αν και έχει πολλάκις διαπιστωθεί πως τελικά μεγάλα σύνολα του παγκόσμιου πληθυσμού δεν έχουν πρόσβαση στα νέα τεχνολογικά μέσα, η ουσία του προβλήματος βρίσκεται, νομίζω, κάπου παραπλήσια: στο γεγονός πως είναι ακόμα ελλιπέστερη η πρόσβαση στην ίδια την κουλτούρα της δημοκρατίας, η απαραίτητη εκείνη παιδεία που καθιστά τα σύγχρονα υποκείμενα ενεργά και συμμετέχοντα στη διαμόρφωση του συγκαιρινού τους πολιτισμικού γίγνεσθαι. Όσο κι αν κάτι τέτοιο πριν λίγα μόλις χρόνια θα είχε κάποιες «αποικιοκρατικές» συνδηλώσεις, το ζήτημα αφορά πλέον και τις δυτικές κοινωνίες, οι οποίες θεωρητικά τουλάχιστον βρίσκονται σε προνομιακή θέση, όντας ανάδοχες των αιτημάτων της νεωτερικότητας. Μένει να ξεκαθαριστεί το κατά πόσο στην πραγματικότητα οι νέες τεχνολογίες αποτελούν όχημα διεύρυνσης της δυνατότητας αυτού του είδους της συμμετοχής ή εγκαθιστούν νέα όρια αποκλεισμών και κοινωνικής διάκρισης. Σε ό,τι ειδικότερα μας αφορά εδώ, η διερώτηση αφορά το κατά πόσο η εποχή της «ψηφιακότητας» οδηγεί στην πρωτόγνωρη διασπορά των εγχειρημάτων της σύγχρονης τέχνης, σε μια ριζικά διαφορετική καλλιτεχνική συνθήκη με ουσιωδώς νέα- περισσότερο «δημοκρατικά»- χαρακτηριστικά ή, αντίθετα, το αν η τελευταία εξακολουθεί να απασχολεί ένα σχετικά περιορισμένο, πολιτισμικά προσδιορισμένο και «εκπαιδευμένο» κοινό, αν βρίσκεται σε συνέχεια και όχι τελικά σε ρήξη με τα μέχρι πρόσφατα επίδικα της τέχνης. Ο Κωνσταντίνος Βασιλείου απαντά προφανώς καταφατικά στο πρώτο σκέλος των παραπάνω διλημμάτων, γυρίζοντας την πλάτη στο δεύτερο. Γνωρίζοντας, εντούτοις, τις αιτιάσεις επισημάνσεων σαν αυτές που διατυπώθηκαν εδώ, ο συγγραφέας αναφέρεται περισσότερο σε διαδικασίες, όπως η «δημοκρατικοποίηση» της σύγχρονης τέχνης, παρά σε δεδομένες συνθήκες και βεβαιότητες. Το ενδιαφέρον στον προβληματισμό του έγκειται στο γεγονός πως ανοίγει και επιχειρεί να αναμετρηθεί με μείζονα ζητήματα, όπως αυτά της φύσης, του χαρακτήρα και της λογικής της σύγχρονης καλλιτεχνικής πρακτικής, του ρόλου του καλλιτεχνικού υποκειμένου ή της κοινωνικής λειτουργίας της τέχνης, καθώς και στο ότι αναζητεί τις αιτίες που προξενούν κάποιες σημερινές δομικές μετατοπίσεις. Ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον προκύπτει απ’ όλα όσα πηγάζουν από τα παραπάνω· απ’ το ότι, δηλαδή, προτάσσει την ιδέα πως πίσω από όλες αυτές τις μεταβολές, πίσω ακόμα από την όποια καλλιτεχνική πρακτική, κρύβονται εξόχως ιδεολογικοί μηχανισμοί, εντοπίσιμα, πολιτικά, κοινωνικά και πολιτισμικά διακυβεύματα, ευρύτερης σημασίας περάσματα, τα οποία, ακούσια ή όχι, καθίστανται μέσω της τέχνης, αλλά και μέσω του στοχασμού για αυτήν, ρητά και ορατά. Αυτός, όμως, δεν είναι ο σκοπός μιας τέτοιας (ας μην ξεχνάμε, όχι ακόμα αρκετά «δημοκρατικοποιημένης») ενασχόλησης με την τέχνη; Αυτή η διαρκής αγωνία, να καταστούν ορατά σημεία του μη ακόμα ορατού, δεν βρίσκεται στη ρίζα κάθε αναπαραστατικής διάθεσης στην εικόνα και το λόγο; Αλλά και ως προς αυτό ο ιστορικοποιημένος ήδη μοντερνισμός κάτι έχει να μας διδάξει.

2

Χωρίς τίτλο, 2014, τσιμεντόλιθοι, ξύλο, 220Χ500Χ95 εκ.

Τότε, όπως και τώρα

ΚΩΣΤΑΣ ΧΑΤΖΙΩΤΗΣ, Εκδοτικός οίκος - βιβλιοπωλείο Γεωργίου Βασιλείου. 100 χρόνια από την ίδρυσή του, εκδόσεις Παρισιάνου, σελ. 152

Τέτοια χρήσιμα λευκώματα, όπου εγκιβωτίζονται στιγμές απ’ τη ζωή και τη διαδρομή σημαντικών εκδοτικών οίκων, μας δίνουν την ευκαιρία για ενδιαφέρουσες σκέψεις. Και πρώτα απ’ όλα, απομυθοποιούν αυτή την αφόρητα μελοδραματική φόρτιση που ενδύεται κάθε φορά ο λόγος για τα προβλήματα του χώρου του βιβλίου, και μάλιστα εν μέσω κρίσης. Έτσι, εν μέσω ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

της κρίσης που ακολούθησε το κραχ του 1929, δηλαδή το 1931, δημοσιεύεται σε συνέχειες μεγάλη έρευνα υπό τον τίτλο «Κρίση του ελληνικού βιβλίου». Στη συνέντευξη του Γεωργίου Βασιλείου, οι απαντήσεις είναι αποκαλυπτικές της διάρκειας των προβλημάτων: «Η οικονομική κρίσις είναι η κυριωτέρα αφορμή. Το βιβλίον το λογοτεχνικόν δεν θεωρείται πρώτης ανάγκης...», το χαρτί είναι φυσικά πανάκριβο και «το κράτος, αντί να μας βοηθήσει, ηύξησεν εις 8% τον δασμόν κατά κιλόν...». Ο ιδρυτής του εκδοτικού οίκου, Γεώργιος Βασιλείου, είχε επίσης μια τυπική νεοελληνική διαδρομή. Γιος επιτυχημένου ζωεμπόρου της Κηφισιάς, δεν ακολούθησε το πατρικό επάγγελμα, και παρ’ ότι είχε τελειώσει μόνο το δημοτικό, μπήκε στο χώρο του βιβλίου απ’ την κανονική είσοδο, απ’ την οποία μέχρι πριν λίγα χρόνια έμπαιναν οι περισσότεροι: εργάστηκε ως τυπογράφος, στη συνέχεια υπάλληλος σε βιβλιοπωλείο και, τέλος, το 1913, ίδρυσε το δικό του, στην οδό Σταδίου, η οποία τότε ήταν για το βιβλίο ό,τι η οδός Σόλωνος μέχρι πριν λίγα χρόνια, αφού εκεί ευρίσκονταν 9 από τα κυριότερα βιβλιοπωλεία, που τα περισσότερα ήσαν και εκδοτικοί οίκοι. Ο κατάλογός του είναι πλήρης και εντυπωσιακός: Νομική σειρά, Πεζογραφική σειρά, με μεταφράσεις των μεγάλων ονομάτων της ξένης πεζογραφίας, και πρώτα απ’ όλα της σκανδιναβικής, με τον νεαρό τότε Λέοντα Κουκούλα να προτείνει τίτλους και να

μεταφράζει, ενώ και οι επιλογές ελλήνων πεζογράφων διακρίνονται για την τόλμη και την ποιότητά τους, αφού περιλαμβάνονται π.χ. «Ο Κατάδικος» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη αλλά και το πρώτο βιβλίο του 21χρονου πρωτοεμφανιζόμενου Άγγελου Δόξα. Επίσης, δημιούργησε σειρές Θεάτρου, Ποιητική, Φιλοσοφική και Κοινωνιολογική, Ιστορική, Λεξικών, κ.λπ. Στο ίδιο κλίμα με τον «Νουμά», τον οποίο επιχείρησε να διασώσει όταν στο τέλος παρέπαιε, αναλαμβάνοντας ο Βασιλείου την οικονομική του στήριξη, το βιβλιοπωλείο και οι εκδόσεις του ταυτίζονται με την «επανεκκίνηση» της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας στη δεκαετία του 1910, όπου ο δημοτικισμός και η συστηματική επαφή με την Εσπερία, η οποία επαφή περνά σχεδόν αποκλειστικά μέσω των βιβλίων που μεταφράζονται, προσφέρουν στις νέες κοινωνικές δυνάμεις τα ερείσματά τους. Ο Γεώργιος Βασιλείου δημιούργησε μια ολόκληρη οικογενειακή παράδοση που συνεχίζεται μέχρι της μέρες μας (ο εκδοτικός οίκος Παρισιάνου είναι μία από τις απολήξεις της). Έχει δε αποτυπωθεί στη νεοελληνική γραμματεία ως ένα πνευματικό σημείο αναφοράς, τόσο χαρακτηριστικό που χρησιμοποιήθηκε από τον Καρυωτάκη στη γνωστή, και επίσης διαχρονική και επίκαιρη σάτιρά του, όπου αποδομεί ολόκληρη τη λογοτεχνική συνθήκη, μαζί και την εκδοτική/κοινωνική: ΣΤΑΔΙΟΔΡΟΜΙΑ Τη σάρκα, το αίμα θα βάλω σε σχήμα βιβλίο μεγάλο. «Οι στίχοι παρέχουν ελπίδες» θα γράψουν οι εφημερίδες. «Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου» και δίπλα σ’ αυτό τ’ όνομά μου. Την ψυχή και το σώμα πάλι στη δουλειά θα δίνω, στην πάλη. Αλλά, με τη δύση του ηλίου, θα πηγαίνω στου Βασιλείου. Εκεί θα βρίσκω όλους τους άλλους λογίους και τους διδασκάλους. Τα λόγια μου θα ‘χουν ουσία, η σιωπή μου μια σημασία. Θηρεύοντας πράγματα αιώνια, θ’ αφήσω να φύγουν τα χρόνια. Θα φύγουν, και θα ‘ναι η καρδιά μου σα ρόδο που επάτησα χάμου.


Η ΑΥΓΗ • 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

25

3

Ιστορία και παρωδία ΚΩΣΤΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗΣ, Η Αθανασία των Σκύλων, εκδόσεις Πόλις, σελ. 213

και τον Κόναν Ντόιλ. Συγγενεύουν με τα ζωγραφισμένα σκυλιά του Veronese και του Hockney, του Freud και του Richter. Πάνω απ’ όλα συγγενεύουν με τα δαρμένα σκυλιά του Ροΐδη και τις μοιρολογίστρες φώκιες του Παπαδιαμάντη. Προσωποποιούνται, δηλαδή, σ’ αυτά όσα πλάσματα πονούν για τις τύχες και τα πάθια του κόσμου...

Η εικόνα δεν εκπονείται. Είναι η εικασία του εαυτού της, μια σπουδή του κενού. σ. 115

222

Δεν μ’ ενδιαφέρει η λογοτεχνική κριτική επειδή δεν πιστεύω ούτε στην αυθεντία ούτε στη διεκπεραίωση. Πολλώ μάλλον στην εμπλοκή σε κάποια νιτερέσα μιας συντεχνίας. Στον «αλληλέγγυο» λόγο, μ’ άλλα λόγια, όπως το εσνάφι, σχεδόν θεσμικά, επιβάλλει. Αντίθετα, πιστεύω στη ρήξη και τη σύγκρουση, σ’ εκείνον τον αντίλογο που τόσο δραματικά ελλείπει από το χώρο ακόμη και σ’ αυτές τις μέρες της λεγόμενης κρίσης. (Σημείωση: Κανένα αληθινό, πνευματικό γεγονός δεν εκκολάπτεται εκτός κρίσης. Οι δημιουργοί θα έπρεπε να ευγνωμονούν την κρίση γιατί τους φέρνει ενώπιον των ευθυνών τους και γιατί τους ταρακουνάει από τον πεισιθάνατα μακάριο ναρκισσισμό τους.)

Το καλό με τη συντροφιά ενός σκύλου είναι ότι έχεις τη δυνατότητα να τον κάνεις ευτυχισμένο· ζητάει πράγματα τόσο απλά, το εγώ του είναι τόσο περιορισμένο. «Η δυνατότητα ενός νησιού», Μισέλ Ουελεμπέκ

ΤΟΥ ΜΑΝΟΥ ΣΤΕΦΑΝΙΔΗ

Ανάλογα, φοβάμαι εκείνους τους πίνακες ζωγραφικής που παρότι φτιάχνονται σήμερα, δεν προβληματίζονται διόλου για την πορεία του είδους, το λόγο ύπαρξής του τώρα και αύριο. Το ίδιο ισχύει και με τα κείμενα. Με τρομάζουν τα -τ��σαβιβλία που γράφονται λες και η γραφή επινοήθηκε μόλις χτες. Λες και αυτά είναι τα πρώτα κείμενα που αξίζει να διαβαστούν. Τόσος στρουθοκαμηλικός επαρχιωτισμός δεν είναι αθωότητα, δεν είναι καν χυδαιότητα, είναι η τέχνη της απόλυτης επιφάνειας, ένας καθρέφτης που καθρεφτίζει έναν άλλον, όμοιο καθρέφτη, το απόλυτο σύμβολο του μεταμοντέρνου. (Πείτε το και θάνατο της Ιστορίας, την ίδια στιγμή που επίσης εκμετρούν το ζην και ΟΛΕΣ οι επιμέρους, οι προσωπικές ιστορίες. Κόλαση.) Απ’ την άλλη, σε τι μας χρησιμεύει ακόμη και η καλή, η ασυμβίβαστη λογοτεχνία, σε τι ωφελούν τα κείμενα όταν σε στοιχειώνουν τα φαντάσματα των παιδιών που πνίγηκαν στο Φαρμακονήσι χωρίς να έχει παρέμβει εδώ η Φραγκογιαννού, ή εκείνου του κοριτσιού που πέθανε από το αναμμένο μαγκάλι στη Θεσσαλονίκη; Αν απαντήσουμε σε αυτά τα «γιατί», νομιμοποιούμαστε να απαντήσουμε και σ’ όλα τ’ άλλα, τα αισθητικά, τα λογοτεχνικά, τα ιδεολογικά. Μ’ όλα αυτά θέλω να πω ότι δεν είναι δυνατόν να διαβάσεις τα τελευταία κείμενα του Κώστα Μαυρουδή εν κενώ, in vitro, ξέχωρα απ’ όλες τις άλλες εντυπώσεις που σε βομβαρδίζουν, τραυματίζοντάς σε ενίοτε (το κακό με τις εντυπώσεις είναι πως κανείς δεν πέθανε ποτέ απ’ αυτές). Κι αυτό το ισχυρίζομαι επειδή τα κείμενα αυτά δεν είναι ούτε διεκπεραιωτικά ούτε συμβατικά ούτε διακοσμούν χαριτωμένα τη συγκυρία ή το κυρίαρχο γούστο. Έρχονται από μακριά, φέρουν το βάσανο του χρόνου και σε πονούν υπόκωφα, σαν να πάτησες αιφνίδια θρύμματα γυαλιού ή να σφίγγεις το μαχαίρι φορώντας λευκά γάντια. Θα έλεγα επιπλέον πως είναι στιγμές που τα κείμενα αυτά επωμίζονται κατάσαρκα τον πόνο των ανθρώπων και των πραγμάτων, πολύτιμα πράγματα κι αυτά χωρίς πάντως ιδιαίτερη αξία, σ’ έναν κόσμο που μπερδεύει συστηματικά το εξαιρετικό με το αγοραίο, την τιμή με το χρήμα. Άλλοτε κυρίαρχο γνώρισμα της γραφής του Μαυρουδή ήταν η κομψότητα, η καλλιέπεια. Η αγωνία να χωρέσει ο στοχασμός στο στιλ. Να μην περισσεύει τίποτε. Τώρα η αγωνία του συγγραφέα είναι να συναιρέσει πλήρως την ποίηση στην πρόζα (και αντιστρόφως), να εξομοιώσει έως εξαφανίσεως το μεγάλο στο μικρό, να διαβουκολήσει τα «είδη» υπέρ του ενός

ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΑΖΑΡΙΑΔΗΣ

Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΝΑΣ ΦΙΛΙΠΠΟΥ Ε Κ Δ Ο Σ Ε Ι Σ

Χωρίς τίτλο, 2014, τσιμεντόλιθοι, ξύλο, 220Χ500Χ95 εκ.

και αδιαιρέτου λογοτεχνήματος σε τρόπον ώστε το ελάχιστο να υπερκεράσει το πολύ. Στέκομαι και χαζεύω -πόσην ώρα;σε μιαν ανοιγμένη σελίδα, σε μια παράγραφο. Και είναι σαν να ‘χω διαβάσει 100 σελίδες. Τώρα πια το κείμενο γίνεται σκάφος που το κατέλαβα σαν πειρατής -χωρίς καλά καλά να το καταλάβω- και μ’ αυτό ανοίγομαι σε δικές μου, πλέον θάλασσες. Ο Coleridge λέει για τον Σαίξπηρ: «Τον νιώθεις πως είναι ποιητής από τον τρόπο που σε κάνει κι εσένα ποιητικό, ένα ον που δρα και δημιουργεί...» Κι ο Wallace Stevens υπογραμμίζει πως χάρη στη μεταφορά -δηλαδή την «υπαλλαγή» της καθημερινότητας, την απαλλαγή από ό,τι την υπερβαίνει- δραπετεύουμε από το κλισέ «πραγματικότητα». Κι ο Λειβαδίτης μίλησε για το ζωγραφισμένο παράθυρο στον τοίχο του κελιού. Στην εποχή της απελπισίας και της βαρβαρότητας, η τέχνη δεν μπορεί να μας σώσει. Μπορεί όμως να δώσει στην απελπισία μας περιεχόμενο. Οι ιστορίες των σκύλων που αποθησαυρίζει με μπορχεσιανό τρόπο ο Μαυρουδής συνοψίζουν τα βασικά επιτεύγματα του αφηγείσθαι τα τελευταία διακόσια χρόνια στην δυτικοευρωπαϊκή λογοτεχνία και στα καθ’ ημάς. Χωρίς οίηση και κομπασμό. Σαν να μαδάει μια μαργαρίτα, αποφλοιώνει το κείμενο, το μύθο από τα περιττά λίπη, τα μαλάματα, και ακραγγίζει το τελικό φύλλο: «Μ’ αγαπάει;» Ευτυχώς που δεν δίνει την απάντηση ο συγγραφέας. Γιατί τότε οι ιστορίες του θα αυτοαναιρούνταν μέσα από διατεταγμένα happy end και μπεστσελερίστικες ανατροπές. Τότε ο στοχασμός θα καταντούσε ευφυολόγημα και ο σπαραγμός του ζώου που σβήνει αργά, μαρτυρικά, έχοντας δηλητηριαστεί από ανησυχούντες νοικοκυραίους, θρίλερ. Τα σκυλιά του Μαυρουδή δεν αλυχτούν σαν τα σκυλιά του Φώκνερ, δεν μετρούν τους πόλους σαν εκείνα του Λόντον, δεν έχουν σχέση με τον Μπάσκερβιλ

Μέσα απ’ τα σκυλιά του ο Μαυρουδής αυτοπροσωπογραφείται συναιρώντας και το πορτρέτο του τόπου του τελευταίου μισού αιώνα περίπου. Τα 70 κείμενα -το υπ’ αριθμόν 9 χωρίζεται σε Α και Β- υπερβαίνουν την ηθογραφία, απιστούν στο δοκίμιο, ξεφεύγουν από το χρονικό ή την ημερολογιακή σημείωση και αυτονομούνται σαν μικρές μονόπρακτες όπερες ή δράματα δωματίου που μπορεί να συμβαίνουν σε πλατείες, αλσύλλια, εδώ ή αλλού. Σε ταξίδια ή στην ειρκτή του γενέθλιου τόπου, το αδιέξοδο του τόπου διαμονής. Στον τόποτάφο, εντέλει. Η αδιόρατη μουσική που ακούγεται -σπάνια τα κρεσέντα- συνοδεύει τις λέξεις παρηγορητικά και αποθεώνεται στην ιστορία του άσημου σκύλου της διάσημης ρεκλάμας για την His Master Voice. Μόνο που κι εδώ -όπως και σ’ όλα τα υπόλοιπα αφηγήματα, άλλωστε- ο συμβολισμός δεσπόζει και ανατρέπει τη γραμμική, μονοσήμαντη ανάγνωση. Τι κρύβεται από πίσω; Μα ό,τι ελλοχεύει σε κάθε τέχνη: το αόρατο που γίνεται προς στιγμήν ορατό. Το ανείπωτο που ασθματικά τείνει να μορφοποιηθεί σε λόγο και έπειτα το μετανιώνει. Εκεί, στις ρωγμές, στα χάσματα, κρύβεται η ποίηση του Μαυρουδή σε τέτοιο βαθμό, ώστε να υπερβαίνει μερικές φορές και την επίσημη ποίησή του. Φέρ’ ειπείν στο γνωστό πίνακα του Peter von Hess, που εξεικονίζει την άφιξη του νεαρού Όθωνα στο Μεσολόγγι, ο συγγραφέας σχολιάζει την παρουσία ενός σκύλου στο πρώτο επίπεδο. Τι γυρεύει το Γκρέιχαουντ εκεί; Γιατί πάντα στις διαδηλώσεις, στις πορείες, στα μεγάλα γεγονότα των ανθρώπων παρελαύνουν επίσημοι και ανεπιτήδευτοι οι σκύλοι; Πόσο αληθινό το σκυλί των αδελφών Λυμιέρ και πόσο εκείνο του Μπουνιουέλ στη «Βιριδιάνα»; Κι έπειτα εκείνη η περίφημη πίστη των σκύλων (Canis Fidelis) δεν είναι μια απευθείας προσβολή στην απιστία -και την απληστία- των ανθρώπων; Μήπως εντέλει στους σκύλους κρύβεται η τελευταία ευκαιρία για τον εξανθρωπισμό μας; Γράφει ο Μαυρουδής: «Η μνήμη των σκύλων που τριγυρίζουν με σιωπηλή σοβαρότητα τις πόλεις έχει κληρονομηθεί κατά το ήμισυ από τους παλιούς προγόνους τους» (σ. 38). Υφίσταται όμως βαθιά μνήμη στα ζώα που ν’ αναπαριστά κάτι; Στους σκύλους του συγκεκριμένου βιβλίου ναι, όπως εξάλλου και στα ψάρια του Iggy Pop, όπου the fish knows. Αλίμονο αν δεν γινόταν μνήμη το τραύμα -η κλωτσιά του άξεστου, ας πούμε- κι αν δεν αποθησαυριζόταν το παλιό γεγονός. Τότε θα κατέρρεε εξευτελισμένος και ο, όποιος, πολιτισμός των ανθρώπων εμπρός στον ήρεμο και ταπεινό πολιτισμό των σκύλων. Και άλλα ερωτήματα από τον συγγραφέα: Τι σημαίνει αυτό που πέρασε; Γιατί κρύβονται, σαν παιδιά που παίζουν, τα παλιά γεγονότα; Γιατί η τέχνη να μην είναι επανάσταση, θα συμπλήρωνα, και να μην μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο; Μ’ άλλα λόγια, πότε η τέχνη γίνεται ιστορία και πότε παρωδία;

Ο Μάνος Στεφανίδης είναι ιστορικός τέχνης

ΛΑΚΗΣ ΔΟΛΓΕΡΑΣ

ΑΡΗΣ ΣΚΙΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

ΝΙΚΗΤΕΣ ΚΑΙ ΝΙΚΗΜΕΝΟΙ

Γ Α Β Ρ Ι Η Λ Ι Δ Η Σ ,

Α γ ί α ς

ΕΙΚΟΣΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΤΟΝ ΑΔΗ Ε ι ρ ή ν η ς

1 7 ,

τ η λ .

ΠΕΤΡΟΣ ΜΑΡΚΑΡΗΣ

Η ΑΘΗΝΑ ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΔΙΑΔΡΟΜΗΣ 2 1 0

3 2 2 8 8 3 9


26

Η ΑΥΓΗ • 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

4

Ιστορία και στοχασμός των επιστημών ΜΑΝΩΛΗΣ ΠΑΤΗΝΙΩΤΗΣ, Στοιχεία Φυσικής Φιλοσοφίας. Ο ελληνικός επιστημονικός στοχασμός τον 17ο και 18ο αιώνα, εκδόσεις Gutenberg, σελ. 414 Ο Μανόλης Πατηνιώτης, αναπληρωτής καθηγητής της Ιστορίας των Επιστημών και των Τεχνικών στους Νεότερους Χρόνους στο Τμήμα Μεθοδολογίας, Ιστορίας και Θεωρία της Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συνδυάζει στην έρευνα που ξεδιπλώνεται στις σελίδες της μελέτης του αυστηρή επαγωγική μέθοδο και στοχασμό και, κυρίως, συνδυασμό σοβαρής γνώσης της Φυσικής Επιστήμης και των Φιλοσοφικών εξελίξεων στην Ευρώπη και ανάμεσα στους Έλληνες στοχαστές του 17ου και των αρχών του 19ου αιώνα. Βασικός στόχος της μελέτης του είναι να αναδείξει την ιστορία της ελληνικής επιστήμης στους νεότερους χρόνους, όχι ως «απλό περιστατικό στην πορεία της διάδοσης μιας ήδη διαΤΗΣ ΟΛΓΑΣ ΚΑΤΣΙΑΡΔΗ-HERING

μορφωμένης και αδιαμφισβήτητα έγκυρης δυτικής επιστήμης από το κέντρο στην περιφέρεια» (σελ. 97), αλλά ως αποτέλεσμα της ενασχόλησης των ελλήνων λογίων του 18ου αιώνα με τη φυσική φιλοσοφία και της συμμετοχής τους στα δίκτυα γνώσης που απλώνονται σε ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Ο Μανόλης Πατηνιώτης συνδιαλέγεται κριτικά με την ώς τώρα πλούσια βιβλιογραφία για την πορεία της ελληνικής επιστήμης και προτείνει την ανατροπή του θεωρήματος περί «μετακένωσης» του επιστημονικού λόγου από τη Δύση στους λόγιους της υπό την βενετική και οθωμανική κυριαρχία Ανατολής, αλλά και της ελληνικής Διασποράς. Όπως συνοψίζει ο Κώστας Γαβρόγλου στον πρόλογό του, «θεμελιακή αφετηρία [στο βιβλίο του Πατηνιώτη] δεν είναι η ‘μεταφορά’ του κέντρου στην περιφέρεια, όσο η οικειοποίηση του κέντρου από την περιφέρεια» (σελ. 16). Ο όρος «οικειοποίηση» είναι μια έννοια κλειδί που διατρέχει το στοχασμό και τη μεθοδική ανάλυση του Μανόλη Πατηνιώτη. Το ταξίδι των αναζητήσεών του το επικεντρώνει αρχικά στην εξέταση των «Αριστοτελισμών» μέσα από τις πολλαπλές εκφάνσεις και αποχρώσεις τους, όπως διατυπώθηκαν και εξελίχθηκαν από ευρωπαίους στοχαστές -και ιδίως στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας όπου σπούδασε και ο Θεόφιλος Κορυδαλέας-, αλλά και στο πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώθηκε ο επιστημονικός-φιλοσοφικός στ��χασμός του. Μελετώντας τις διάφορες εκφάνσεις των «Αριστοτελισμών» στην ευρωπαϊκή σκέψη πετυχαίνει να αναδείξει τον νεωτερικό επιστημονικό φυσικό λόγο του Κορυδαλέα, όχι στο πλαίσιο της συμπόρευσης του «θρησκευτικού ουμανισμού και του νεοαριστοτελισμού», όπως κυρίως επικρατεί στη σχετική βιβλιογραφία. Ο Μανόλης Πατηνιώτης, αναλύοντας και συγκρίνοντας τα κείμενα φιλοσοφικών στοχαστών που διαμόρφωναν τον νέο επιστημονικό φυσικο-φιλοσοφικό λόγο κατά την εποχή του Κορυδαλέα, τονίζει τις νεωτερικές θέσεις περί φυσικών επιστημών του Αθηναίου λόγιου, αλλά και εμφανίζει τη διάσταση ουσιαστικά των φιλοσοφικών απόψεων Κύριλλου Λούκαρη και Κορυδαλέα. Η εκπαιδευτική στρατηγική του Λούκαρη να «καταστήσει τους [ορθόδοξους] πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μια διακριτή πολιτισμική ενότητα στο μεταίχμιο μεταξύ Ισλαμικής Ανατολής και Καθολικής Δύσης» (σελ. 150) και η «στρατηγική συμμαχιών» του Λούκαρη με τη «μορφή της πολιτικά σκόπιμης συνύπαρξης δύο ασύμβατων πνευματικών στάσεων στο πλαίσιο της αντικαθολικής πολιτικής του» (σελ. 166, 167) επέτρεψε την αναβίωση της Πατριαρχικής Ακαδημίας και τη δημιουργία πυρήνων εκπαίδευσης, με τη σύμπραξη και της δυναμικής πνευματικής παρουσίας του Κορυδαλέα. Η διάρκεια του δεσμού Ορθοδοξίας - νεοαριστοτελισμού ήταν συναρτημένη με την πολιτική ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Εκκλησία. Η «διατάραξη» αυτής της συνύπαρξης θα έλθει, κατά τον Πατηνιώτη, όχι τόσο από τις δυνάμεις της νεωτερικότητας, αλλά «επειδή η Εκκλησία άρχισε να αντιλαμβάνεται αυτή τη σύμπραξη ως ανεπίκαιρη και προβληματική» (σελ. 170). Αυτήν την πορεία προς τη διάσταση θα μελετήσει στο τέταρτο και πέμπτο μέρος

του βιβλίου του. Το κεφάλαιο: «Άνθρωποι και βιβλία. Οι διαδρομές και το έργο των ελληνόφωνων λογίων του 18ου αιώνα», είναι ένας εξαιρετικά επιτυχημένος συνδυασμός ιστορικής μεθοδολογικά προσέγγισης συνάμα με τη λεπτή φιλοσοφική ερμηνεία στοχαστικών επιστημονικών τάσεων του έργου των 67 υπό μελέτη λογίων (τα ονόματά τους συγκεντρώνει στη σημ. 27). Ξενίζει, όμως, η χρήση από τον συγγραφέα του όρου «ελληνόφωνοι» λόγιοι του 18ου αιώνα. Από τους 67 λόγιους που εξετάζει ίσως μόνο για την περίπτωση του Ιώσηπου Μοισιόδακα θα μπορούσε να κυριολεκτήσει ο όρος. Ο Έλληνας ή και Ρομηός/Γραικός λόγιος για τον 18ο και πολύ περισσότερο τις αρχές του 19ου αι. αιώνα ανταποκρίνεται σε μια πλειάδα πνευματικών ανθρώπων που συνδιαμόρφωσαν λόγο και δράση πέραν της γλώσσας στην οποία μιλούσαν και έγραφαν, κυρίως και μέσα από ένα ευρύτερο σύνολο πολιτισμικών παραγόντων που τους συνδιαμόρφωναν. Εχοντας προχωρήσει ο Μανόλης Πατηνιώτης στη σύνταξη πλούσιας βάσης δεδομένων, με την επεξεργασία βιογραφικών και εργογραφικών πληροφοριών, μας παρουσιάζει μέσα από χάρτες, διαγράμματα και γραφήματα την πλούσια κινητικότητα των φοιτητών, δασκά-

Χωρίς τίτλο, 2006-2012, Λαδοπαστέλ σε χαρτί, 29Χ21εκ.

λων, συγγραφέων λογίων που βρίσκονταν σε κίνηση για αναζήτηση χώρου σπουδών, εργασίας, συνθηκών μελέτης και συγγραφής. Ο ελληνικός κόσμος των λογίων είναι η ευρεία περιοχή της οθωμανικής ανατολής, της κεντροευρωπαϊκής διασποράς και σε αυτόν τον ενιαίο χώρο σχεδιάζουν τα ταξίδια τους, τις σπουδές τους, την έκδοση των βιβλίων τους, διεκδικούν το ρόλο τους ως αμειβόμενοι δάσκαλοι -κυρίως στην Κωνσταντινούπολη/ Σμύρνη, τις Παρίστριες Ηγεμονίες και Ρωσία, οι σπουδαιότεροι εξ αυτών- και επιζητούν την αναγνώρισή τους μέσω δημόσιων διαμαχών για εκπαιδευτικά και φιλοσοφικά ζητήματα. Η Βενετία και η Βιέννη (σελ. 242251) -και κυρίως η δεύτερη ως κέντρο έκδοσης των επιστημονικών νεωτερικών βιβλίων- δεν αποτελούσαν το «εξωτερικό», αλλά εντάσσονταν στο ευρύ δίκτυο των ελληνικών κοινοτήτων εντός και εκτός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η εκπαίδευση αποτελεί τόπο συνάντησης των λογίων του 18ου αι. με τα αναδυόμενα αστικά στρώματα των Βαλκανίων και της

Κεντρικής Ευρώπης. Η υπέρβαση του κορυδαλισμού τον 18ο αι. είναι ένα σύνθετο εγχείρημα, στο οποίο εγγράφονται οι γενικότεροι μετασχηματισμοί της περιόδου. Με βάση τη στιβαρή αυτή ποσοτική και ποιοτική, ιστορική ανάλυση μπορεί να περάσει στον επιστημονικό διάλογο των λογίων και να επικεντρωθεί στην οικειοποίηση. Η ανάλυσή του εντάσσεται άνετα τόσο στο discourse της ιστορίας των επιστημών όσο και σε αυτό των πολιτισμικών μεταφορών και ωσμώσεων. Στο πέμπτο κεφάλαιο συνδιαλέγεται ο Μανόλης Πατηνιώτης κριτικά με την εμφάνιση και τη διάδοση της νευτώνειας φιλοσοφίας ανάμεσα στους ευρωπαίους επιστήμονες για να καταλήξει -ως αφετηρία και των δικών του αναλύσεων για την πρόσληψή της από τους έλληνες επιστήμονες- ότι «τον 18ο αι. δεν ήταν [η νευτώνεια φιλοσοφία] ένα εδραιωμένο σύστημα ούτε μια οριστική σύνθεση [...] αλλά ένα αμάλγαμα επιστημονικών, πολιτικών και θρησκευτικών ιδεών, που μόνο εν μέρει ανάγονταν στα πρωτότυπα έργα του Νεύτωνα» (σελ. 262). Προσεγγίζοντας προσεκτικά τις συζητήσεις που διαχέονταν στον ευρωπαϊκό επιστημονικό κόσμο περί τη νευτώνεια θεωρία αποδεικνύει ότι οι έλληνες λόγιοι ήταν ενήμεροι των προβληματισμών που συνδέονταν με τη νέα φυσική φιλοσοφία και τη διάδοσή της, την αποδοχή ή μή των κοσμολογικών απόψεων, τις συγκρούσεις με την καρτεσιανή θεωρία. Η συστηματική κριτική προσέγγιση των κειμένων των ελλήνων επιστημονικών στοχαστών δίνει στον συγγραφέα μας τη δυνατότητα να αναδείξει τη βαθειά γνώση της προόδου της μαθηματικής επιστήμης από τους έλληνες στοχαστές, αλλά και της δυνατότητας τους να επισημάνουν τις διαφοροποιήσεις και διαμάχες περί τα ρεύματα της φυσικής επιστήμης και της «ταραγμένης» σχέσης με τη μεταφυσική, χωρίς οι ίδιοι να προχωρούν σε πραγματοποίηση πειραμάτων. Στο καταληκτήριο κεφάλαιό του επιχειρεί να αναδείξει μέσα από τη φιλοσοφική οικειοποίηση του νευτωνισμού, την αμφίσημη σχέση με τη νεωτερικότητα και μια προσπάθεια «επανασύνδεσης της φυσικής φιλοσοφίας με τη χριστιανική ορθοφροσύνη» (σελ. 349). Οι έλληνες λόγιοι «επέλεξαν τον νευτωνισμό για το ευσεβές πρότυπο που πρόσφερε στον φυσικό στοχασμό, όχι για τις υλιστικές προεκτάσεις του» (σελ. 355). Η διανοητική ενέργεια που δαπανάται για να γεφυρώσει την αποστασιοποίηση από το πείραμα και τα μαθηματικά και τη φιλοσοφική επαναθεμελίωση του φυσικού στοχασμού κατοπτρίζει ακριβώς τον τρόπο με τον οποίο οι έλληνες λόγιοι συνδιαλέγονται φιλοσοφικά με τον νευτωνισμό. Χάρη στο κορυδαλικό τους υπόβαθρο «αισθάνονται επαρκώς καταρτισμένοι για να αναμετρηθούν με την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την εποχή τους». Ο δισταγμός τους να αποδεχτούν τη συμμετοχή των μαθηματικών στον περί φύσεως στοχασμό αποτελεί, μαζί με τον ενδοιασμό τους για την οικειοποίηση του πειράματος για τη μελέτη του φυσικού κόσμου, εκδήλωση μιας φιλοσοφικής τάσης και όχι της αμάθειας ή του συντηρητισμού. Θα κλείσω την παρουσίαση του στοχαστικού αυτού βιβλίου από την καταληκτήρια παράγραφό του «Το βλέμμα από την περιφέρεια, λοιπόν, μας βγάζει από το στενό πλαίσιο των καθιερωμένων ηρωικών αφηγήσεων και των εσωτερικιστικών ανασυγκροτήσεων του παρελθόντος της επιστήμης. Τα ερωτήματα που προσπαθεί να διασαφηνίσει δεν αφορούν μόνο, ούτε κυρίως, τη θέση των τοπικών λογίων στη νικηφόρα πορεία της επιστήμης, αλλά τη συγκρότηση του οικουμενικού προτύπου της επιστήμης μέσα από τη διασταύρωση και την αμοιβαία οικειοποίηση διαφορετικών τοπικών γνωσιακών παραδόσεων. Η ιστορία του ελληνικού επιστημονικού στοχασμού του 18ου αιώνα αποτελεί ένα επεισόδιο σε αυτή τη μακρά και πολυσύνθετη πορεία - και με αυτό τον τρόπο θα πρέπει να την προσεγγίζουμε» (σελ. 379). Πρόκειται για ένα βιβλίο που σε κάθε σελίδα του αναδεικνύεται η επαγωγική στοχαστική ικανότητα του συγγραφέα να οδηγεί τον αναγνώστη μέσα από αλλεπάλληλα ερωτήματα και απαντήσεις στο δρόμο της φιλοσοφικής οικειοποίησης.

Η Όλγα Κατσιαρδή-Hering είναι καθηγήτρια Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Αθηνών


Η ΑΥΓΗ • 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

39

5

Από τη θεατρική, στη διεθνή σκηνή Με ποιους τρόπους και για ποιους λόγους μπορείς να «ταξιδέψεις» στη Λατινική Αμερική και ειδικότερα στην Αργεντινή; Κι αν οι τρόποι εμφανίζονται αρκετοί (επιτόπια επίσκεψη, πεζογραφία, ποίηση, θέατρο, δημοσιογραφικές αφηγήσεις, οικονομικές μελέτες, αυτοτελώς ή συνδυαστικά), οι λόγοι μάλλον συνοψίζονται σε έναν: να επιτευχθεί μια επαρκής σύγκριση με το τόπο που ζεις, στο πλαίσιο του διεθνούς καταμερισμού της οικονομικής, πολιτικής και πολιτιστικής ζωής. Κι αν φροντίσουμε ώστε τα μέσα και η σκοπιμότητα ενός τέτοιου «ταξιδιού» να συγκλίΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΝΟΥΤΣΟΥ

νουν, ως παράδειγμα θα μπορούσε να τεθεί ό,τι προσφέρει η θεατρική ομάδα «Difunta Correa» με την παράσταση «Βρώμικες λέξεις». Η «αποθανούσα αγγελιαφόρος», που από τα λαϊκά στρώματα της Αργεντινής έχει αναγορευθεί σε «αγία», χάθηκε στην έρημο όταν προσπαθούσε να συναντήσει το σύζυγό της με το μωρό τους στα χέρια, το οποίο τελικώς διασώθηκε. Η θεατρική σκηνή που συγκροτήθηκε είναι διττή. Ο «μακρόκοσμος» διαδραματίζεται «πάνω», στον «εξώστη, ως εναλλασσόμενος πολιτικός διάλογος που έχει ευκρινείς στοχεύσεις, με βάση το κείμενο της Ναόμι Κλάιν, Το δόγμα του σοκ, που επεξεργάσθηκε η Ρηνιώ Κυριαζή. Ο «μικρόκοσμος» εκτυλίσσεται «κάτω», στο ισόγειο, με δραματουργική προσαρμογή του έργου της Τζένυ Έρπενμπεκ: Παιγνίδι με τις λέξεις. Και εκεί που ο πολιτικός λόγος στοιχειοθετεί ευκρινώς την καταγγελία, παρεμβαίνει «αφοπλιστικά» ο μικροπερίοδος εξομολογητικός μονόλογος.

Χωρίς τίτλο, 2007, φωτογραφία, 25Χ25 εκ.

Από το «τηλεσκόπιο» στο «μικροσκόπιο» και τούμπαλιν. Έτσι μέσω όμοιων περιπτώσεων εφαρμογής του «δόγματος σοκ» (στο Ιράκ ή στη Σοβιετική Ένωση) έχουμε τη δυνατότητα να φτάσουμε σύντομα στην Αργεντινή που βρίσκεται... δίπλα μας. Γιατί όμως; Οι πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας εξαιρετικά ανθηρές (σιτάρι, καλαμπόκι, ζαχαροκάλαμο, κρέας όλων των ειδών, χαλαζί-

Αυτό το κείμενο αποτελεί ένα χρέος τιμής για μια περιοχή της χώρας που το να είσαι αριστερός σήμαινε πολλά. Ήταν πολύ δύσκολο να είσαι αριστερός. Άλλο πράγμα να είσαι αριστερός στην Αθήνα και άλλο στην Ροδόπη. Το κείμενο αυτό το αφιερώνω στην μνήμη του Μεμέτ Τσολάκ. Του αριστερού μειονοτικού ποιητή, δασκάλου που αυτοκτόνησε πέφτοντας σ’ ένα ποτάμι στην Βέννα της Ροδόπης. Συντρίφτηκε από τις μυλόπετρες των εθνικισμών, του τούρκικου και του ελληνικού. Ήταν αυτός που έκανε λόγο για τον μαρξισμόλενινισμό και τον προλεταριακό διεθνισμό, όχι σήμερα αλλά τότε, στα πέτρινα χρόνια. Αυτό το κείμενο είναι μια οφειλή τιμής σε μια εμβληματική μορφή της Αριστεράς και του ΣΥΡΙΖΑ, τον Μουσταφά Μουσταφά, που δεκαετίες ολόκληρες κα. ταθέτει ψυχή στην υπόθεση της Αριστεράς αφιερώνεται στον Φερχάτ Ναζίφ, στον Τάκη Χαρίτο, στην Ελένη Λαφτσή, που είναι σήμερα υποψήφια δήμαρχος, στον Αποστόλη Κουτάβα, στην Μάγδα Τσιουμάκα, στην αρμένισα συντρόφισσα Ντίνα Κουγιουμτζάν, αφιερώνεται σε όλους και όλες εκείνους και εκείνες που δεν ήταν πολλοί και πολλές αλλά που στήριξαν με την ψυχή τους και την προσφορά τους το εγχείρημα του Συνασπισμού τότε και του ΣΥΡΙΖΑ σήμερα. Τότε που η βαθιά συντηρητική κοινωνία της Ροδόπης τους θεωρούσε «γραφικούς» «αιθεροβάμονες» αλλά αυτοί επέμεναν και επιμένουν. Γιατί αυτό που κατέθεσαν στην κοινωνία ήταν το ήθος της Αριστεράς. Τελεία και παύλα. Χωρίς εκπτώσεις. Ήταν πολύ δύσκολο τότε, στη δεκαετία του ‘70, του ‘80 ακόμη και του ‘90, να μιλήσεις για ανθρώπινα δικαιώματα, για τη μειονότητα, για την ήττα των εθνικισμών. Το 1996 ο Μουσταφά Μουσταφά εκλέγεται βουλευτής. Μια μεγάλη στιγμή,

της, άνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, σίδηρος και χάλυβας). Με τη μεγαλοαστική τάξη ολοένα και πιο εύπορη (βιομήχανοι, μεγαλοεισαγωγείς, μεγαλοξενοδόχοι, κτηματίες κλπ.). Με τη μεσαία τάξη, κρατικοδίαιτη παλαιότερα, να έχει αποδυναμωθεί οικονομικά και επομένως ολοένα και πιο δύσπιστη να αντιμετωπίζει την ασκούμενη πολιτική των κομμάτων που εναλλάσσονται στην κυ-

ΦΥΛΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Εδώ στη Ροδόπη μια ιστορική στιγμή για την Αριστερά στη Θράκη. Το 1998 ο τότε Συνασπισμός κατεβάζει ως υποψήφιο υπερνομάρχη Ροδόπης - Έβρου έναν Τούρκο της μειονότητας. Τον βουλευτή του, τον Μουσταφά Μουσταφά. Σε μια συνέντευξή του, όταν τον είχα ρωτήσει «προβοκατόρικα» αν είναι βουλευτής της μειονότητας, με «τάπωσε» λέγοντας μου ότι «είναι βουλευτής της Αριστεράς στο Νομό Ροδόπης». Και αυτό το έκανε πράξη. Και συνεχίζει να κάνει πράξη το ήθος της Αριστεράς. Ξενομερίτης εγώ τότε στην περιοχή, κατάλαβα σιγά-σιγά τι σημαίνουν αυτοί οι άνθρωποι και τι σηματοδοτούν. Γιατί καταλάβαινα πολύ καλά τι σήμαινε αριστερός στα «πέτρινα, στα σιδερένια χρόνια». Καταλάβαινα πολύ καλά και καταλαβαίνω πολύ καλά γιατί είναι πολύτιμοι για τον ΣΥΡΙΖΑ αυτοί οι σύντροφοι σήμερα. Σήμερα που μπορεί το μυαλό κάποιων να θολώνει απ’ τη προοπτική της εξουσίας, αυτοί οι σύντροφοι έχουν μέσα τους το ισοκράτημα. Γιατί κατέθεσαν ζωή και ψυχή με ανιδιοτέλεια. Γιατί είδα τα πρόσωπά τους και χαρούμενα και λυπημένα αλλά πάντα σταθερά, σε όλες τις περιπέτειες που εγκολπώνει αυτό το γοητευτικό ταξίδι της Αριστεράς. Γιατί στ’ αλήθεια ξέρω ότι οι σύντροφοι αυτοί που σήκωσαν στις πλάτες τους τον ΣΥΡΙΖΑ και παλιότερα τον Συνασπισμό στη Ροδόπη θα είναι αριστεροί και την επαύριο της νίκης που έρχεται. Αν Αριστερά σημαίνει ότι οι ιδέες γίνονται βίωμα και πράξη, αυτό το είχε καταλάβει πολύ καλά και η Μάρθα Πύλια, για-

βερνητική εξουσία. Και αντίστοιχα με την εργατική τάξη αρκετά διαφοροποιημένη, από την έσχατη εξαθλίωση ώς τη διαβίωση πάνω από το θεωρούμενο ως ανεκτό «μέσο όρο». Τα συνδικάτα να έχουν γνωρίσει αυξομειώσεις της δυναμικής τους και πρόσφατα να τείνουν στην αναζωογόνησή τους, έχοντας ως κύρια μέριμνα την αντιμετώπιση της αύξουσας ανεργίας και τη συγκρότηση λαϊκών συνελεύσεων ανά γεωγραφικό διαμέρισμα. Με την Αριστερά πολυδιασπασμένη και τον Che, στον γενέθλιο τόπο του, να κυκλοφορεί σε φωτογραφίες της νιότης του για παντοειδείς τουρίστες, ιδίως για όσους διαθέτουν το ισχυρό ευρώ. Και όλα τούτα δυο βήματα, λατινοαμερικάνικα βέβαια, από το Πόρτο Αλέγκρε, όπου το Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ θύμισε ότι αν οικονομικές δομές είναι διεθνώς συναρτημένες άλλο τόσο θα έπρεπε να είναι παγκόσμια η αλληλεγγύη των εργαζομένων. Γενικότερα, οι Γιάνκηδες αντιμετωπίζονται ως πρόξενοι πολιτικών ανωμαλιών στη χώρα τους και στις γειτονικές χώρες. Επιπλέον, σε τουριστικά λεωφορεία, με φόντο την εθνική σημαία, αναγράφεται ότι τα νησιά Malvines δεν ανήκουν στην Αγγλία. Δηλαδή μέσα σ’ αυτόν τον τόπο και το χρόνο θα μπορούσες να διευκρινίσεις πώς η «φιλοσοφία της πράξης» μπορεί να εξηγεί ιστορικά και τον εαυτό της και συνάμα να υποδείξεις ότι το δίπολο: «Ανατολή» - «Δύση» το καλλιέργησαν οι «ευρωπαϊκές τάξεις» και μέσα από την «παγκόσμια ηγεμονία το έκαναν να σημαίνει οτιδήποτε»...

Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

τί με αυτούς τους ανθρώπους συνδέθηκε και πρόσφερε τα ωραία που πρόσφερε. Αυτό το ξέρει πολύ καλά και ο Άλκης ο Ρήγος. Γιατί ξέρει την Ροδόπη και ξέρει την απίστευτη δυσκολία να είσαι αριστερός επί της ουσίας σε μια περιοχή σαν αυτή, αριστερός άρα και κόντρα στους εθνικισμούς που στοίχειωναν και στοιχειώνουν την Ροδόπη. Άλλωστε και η Μάρθα και ο Άλκης κατέθεσαν ψυχή σε τούτη τη περιοχή. Γιατί το δάκρυ του Μουσταφά, η αγωνία του Τάκη, το χαμόγελο της Μάγδας και της Ελένης είναι κομμάτια που συνθέτουν την εικόνα της Αριστεράς στην Ροδόπη. Και θα ‘θελα να σημειώσω πως αν η αριστερά ή έστω κομμάτι της ξεχάσει από που έρχεται, τότε στ’ αλήθεια θα χάσει το δρόμο της. Και στην Ροδόπη η στιγμή της Αριστεράς έρχεται σήμερα γιατί υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι. Υπήρχαν και στο 2% και στο 3% και στο 4%, υπάρχουν και σήμερα. Γιατί τίποτε δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Τίποτε δεν έγινε μαγικά εκείνο το υπέροχο καλοκαίρι του 2012. Γιατί η κοινωνία και στην Ροδόπη είδε σε πιο κόμμα μπορούσε να αρχίσει να ακουμπά. Γιατί πολύ απλά ήξερε τους ανθρώπους του κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Και αυτοί οι άνθρωποι είναι και τώρα μπροστά στις πολιτικές μάχες που έχουμε. Γιατί στ’ αλήθεια είναι συγκλονιστική η στιγμή όταν ο Μουσταφά παίρνει την Ελένη και μπαίνουν στα τούρκικα καφενεία της πόλης και τη συστήνει λέγοντας απλά: η Ελένη είναι η δήμαρχος σας. Κι εκείνοι ακούν με προσοχή αυτόν που τον ξέρουν από το 1974, τότε που νέος πολύ κατέβαινε υποψήφιος με το ΚΚΕ. Και τον πιστεύουν όταν τους λέει ότι «Η Ελένη είναι η δήμαρχός σας, η δήμαρχος του ΣΥΡΙΖΑ». Μερικά πράγματα τελικά είναι τόσο απλά, όσο και δύσκολα. ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ


40

Η ΑΥΓΗ • 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

6

Σύγχυση, δημαγωγία, αμηχανία Η δέση του δράματος μιας δίχως όρια καταλήστευσης της φύσης και των ανθρώπων συντελείται σ’ αυτή τη μεταβατική φάση της σύγχρονης ιστορίας. Η λύση του απαιτεί συνεχή επεξεργασία της κατεύθυνσης που θα μας οδηγήσει σε μια νέα αντίληψη ζωής και ανάπτυξης. Οι μικροπολιτικοί επιμερισμοί και οι διασπάσεις, αντί των συγκλίσεων, μας κρατούν αμήχανους κι απροσανατόλιστους. Στην κρισιμότητα των καιρών, χρειάζεται εντατικοποίηση της παραγωγικότητας και της αυτοσυνειδησίας, με ατομικές και συλλογικές δράσεις που θα μας κρατήσουν ζωντανούς, δίνοντάς μας τον αυτοσεβασμό που απαιτεί κάθε μεγάλη προ-

Ο Μαρξ ήταν σαφέστατος για την παθολογία της αλλοτρίωσης. Με την κριτική του στη θεμελίωση της ιδεαλιστικής πολιτικής θεωρίας και της νατουραλιστικής πολιτικής οικονομίας, ο Μαρξ άνοιξε το δρόμο για μια μοντερνιστική σκέψη ικανή να αναλύσει την διαβρωμένη μοντερνικότητα, με κατεύθυνση τον μετασχηματισμό της

ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΑΣ ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗ

σπάθεια. Σε τέτοιες φάσεις, ο ρόλος της διανόησης μπορεί να ξαναγίνει ουσιαστικός. Εδώ και δεκαετίες, διανοούμενοι θεώρησαν πως η τραγωδία ως λογοτεχνικό είδος (και ως ιστορικό γεγονός) έχει τελειώσει, τη στιγμή ακριβώς που συντελούνταν, ενώ εμείς αφήναμε το κυνήγι της ψευτο-ευημερίας να μας ναρκώνει. Ο Μαρξ ήταν σαφέστατος για την παθολογία της αλλοτρίωσης, αλλά ποιος διάβαζε Μαρξ την εποχή της μεταμοντέρνας κατάστασης; Ωστόσο, με την κριτική του στη θεμελίωση της ιδεαλιστικής πολιτικής θεωρίας και της νατουραλιστικής πολιτικής οικονομίας, ο Μαρξ άνοιξε το δρόμο για μια μοντερνιστική σκέψη ικανή να αναλύσει τη διαβρωμένη μοντερνικότητα, με κατεύθυνση τον μετασχηματισμό της. Οι μεταμοντέρνοι διανοητές, αντί της κριτικής θεωρίας, προτίμησαν την σημασιολογική αλλοίωση του λεξιλογίου της. τακτική που προκάλεσε διανοητική σύγχυση και αμηχανία στις ανήσυχες συνειδήσεις. Φυσικά, η σύγχυση δεν προκαλεί, αλλά τρέ��ει τα δράματα, αναβάλλοντας τη λύση τους. Στο διαδίκτυο εκφράζεται η ντροπή για το χάλι της χώρας και η επιθυμία για ετοιμότητα, όταν θα βγούμε από την πολυδαίδαλη διεφθαρμένη πολιτική για να μπούμε σ’ ένα δρόμο με ευανάγνωστη κατεύθυνση και ανοιχτό τον ορίζοντα, σε έναν άλλο τρόπο αντιμετώπισης της παραγωγής και διαχείρισης. Αυτή την οδό, ακόμα κι αν μπορούμε να τη φανταστούμε, για την ώρα την τρέφει ο πόθος μας για μιαν άλλη ζωή στον πλανήτη. Αλλά κανείς δεν θα την φτιάξει για μας. Η σύγχυση, όμως, για το τι μπορούμε να σκεφτούμε να κάνουμε τα επόμενα χρόνια, εμποδίζει την ενεργοποίηση του νου που κατευθύνει δράσεις και πράξεις, από γενέσεως κόσμου, ενώ διαβρώνει την αντοχή και το φρόνημα για τις καλύτερες μέρες. Έτσι, η ελπίδα εναλλάσσεται με τον φόβο κι από αυτή τη θυμική διακύμανση βγαίνουμε μόνον όσο συμβάλλουμε στον ερχομό τους. Αλλά μέσα στη σύγχυση, και την αμηχανία που προκαλεί, η δημαγωγία μουντζουρώνει τα οδόσημα. Πραγματιστές που δεν πιστεύουν σε τίποτα, μας λένε να στρίψουμε λίγο πιο αριστερά ή λίγο πιο δεξιά για να κερδίσουμε τις εκλογές. Ή να ξεχάσουμε τις ιδέες, αρκεί να φτιάξουμε ένα εκατομμύριο θέσεις εργασίας για να εξαντλήσουμε την τετραετία της διακυβέρνησής μας. Η δημιουργία τόσων θέσεων εργασίας από μια κυβέρ-

Xωρίς τίτλο, 2011, φωτογραφία, 26Χ38 εκ.

νηση σημαίνει χρήματα, που το ληστρικό για τους πολίτες κράτος κατέφαγε με τους δανεισμούς. Και θα πρέπει να ξαναδανειστούμε από αυτούς που, δανείζοντάς μας, μας οδήγησαν μεθοδικά στην καταστροφή. Αυτοί, όμως, μας δανείζουν για να ξεπληρώσουμε όσα ήδη χρωστάμε. Πράγμα που κάνουμε, με σταδιακή εξαφάνιση της χώρας. Με δημαγωγικές παραινέσεις, μη σκέφτεστε, ή μη σας ενδιαφέρει τι σκέφτονται οι πιο δεξιοί ή οι πιο αριστεροί σύντροφοί σας, σκοπός είναι οι ψηφοφόροι να ξαναπιστέψουν σ’ ένα θαύμα που θα μας σώσει. Αλλά η ιστορία του νεοελληνικού κράτους συνταυτίστηκε με την πίστη σε θαύματα (μεγάλες, δυνάμεις, μεγάλες ιδέες, μεγάλα δάνεια} που αναζωπυρώνουν φενακισμένους φανατισμούς και μιαν αυξανόμενη ανασφάλεια που τρέφει την ακραία αντίδραση. Κάποτε, δουλειά των διανοούμενων ήταν να διαλύουν την σύγχυση, πράγμα ολοένα και πιο δύσκολο, σήμερα. Η διανοητική σύγχυση κυοφορείται απ’ το ‘70 στη Δύση, για να εισαχθεί στην Ελλάδα, από τα τέλη του ‘80, με τη συνέργεια της εκσυγχρονιστικής διανόησης, και δημοσιογράφων που ευτέλισαν και ευνούχισαν σκέψη και γλώσσα, από οθόνες και έντυπα, κά-

νοντάς μας επιρρεπείς σε εύκολους ελιγμούς. Έτσι, χωρίς να το πάρουμε είδηση, η αντιστροφή των σημασιών εξίσωσε τον εκσυγχρονισμό με την πρόοδο, την παγκοσμιοποίηση με την οικουμενικότητα, τον ολοκληρωτισμό με την ολοποίηση, την αύξηση με την ανάπτυξη, την σοβαρότητα με την σοβαροφάνεια, την ελευθερία με την επιθυμία για το αδύνατο, το εν δυνάμει με το εικονικό και την προσομοίωση, την πολιτική με το πολιτικό (ως αέναη διαμάχη με τον εχθρό) την αντι-ηγεμονική δράση με στρατηγικές κατάκτησης της ηγεμονίας, τον μηδενισμό με την επαναστατικότητα. Σ’ αυτό τον καταιγισμό σημασιολογικών αλλοιώσεων, με εξασθενημένη την ικανότητα διάκρισης, ο λόγος δεν θέλει πολύ να περιπέσει σε αφασία ή παραλήρημα. Έτσι η θεωρία ταυτίστηκε με την αναπαραγωγή του στάτους κβο, ή με εγκεφαλικούς πειραματισμούς ή με εκδοχές του ποιητικού λόγου που ανάγουν τη φιλοσοφία σε λογοτεχνία. Πώς έγινε, όμως, και ο αριστερός διανοούμενος, που είχε μάθει από τον Μαρξ τι θα πει φετιχοποιημένη κι αντεστραμμένη πραγματικότητα, να παρασύρεται σε ανιστορικές αντιστροφές; Από διάθεση ανανέωσης μιας σκέψης που λειτούργησε ως δόγ-

μα και όχι ως όργανο ανάλυσης και νοηματοδότησης; Ή μήπως από μιαν ελαστικότητα που ευνόησε το πνεύμα της μεταμοντέρνας κατάστασης, όταν κατάργησε την κριτική για να μην επαναλάβει τάχα όσα θα έκρινε; Έτσι, είδαμε φιλοσόφους να γίνονται χαϊντεγκεριανοί, χωρίς να προβληματισθούν για το πώς ο Χάιντεγκερ, θέτοντας την οντολογία στην υπηρεσία του εθνικοσοσιαλισμού, ταύτισε τη σωτηρία των γερμανών με την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, χωρίς ποτέ να δώσει λόγο γι’ αυτό, αφού οι γερμανοί μπορούσαν να σωθούν καταψηφίζοντας τον Φύρερ. Είδαμε μεταδομιστές, ανιχνεύοντας απόψεις του ναζιστή Κ. Σμιτ, να γενικεύουν την κατάσταση εξαίρεσης, με το σαθρό επιχείρημα ότι μια οντολογία που να στηρίζει την αληθινή δημοκρατία είναι αδύνατη. Είδαμε οπαδούς του Αλτουσσέρ, που, κατά την ομολογία του, δεν είχε διαβάσει τις κριτικές του Μαρξ, να ανατρέχουν στον σπινοζικό νατουραλισμό, ένα πεδίο με απείρως ευκολότερη πρόσβαση από το πεδίο της διαλεκτικής σκέψης όπου ο Μαρξ έδωσε στον αφηρημένο υλισμό το περιεχόμενο μιας συγκεκριμένης φυσικο-κοινωνικο-ιστορικής πραγματικότητας. Το ζάπιγκ μεταφέρθηκε από την τηλεοπτική στην φιλοσοφική οθόνη, με θεωρητικές ακροβασίες στη χρήση προβληματικών, ξεπερασμένων ή αντιδραστικών ιδεών ως εργαλείων πολιτικής ανάλυσης, που μας αποπροσανατολίζουν, χωρίς να μας βγάζουν από τον λαβύρινθο. Αντί για εμπλουτισμό και εμβάθυνση της διαλεκτικής σκέψης, που άνοιξε τον δρόμο στο εργατικό κίνημα, στο πρόταγμα της χειραφέτησης και στο κοινωνικό κράτος, φτιάχτηκαν δρομάκια παράκαμψής της, με αποτέλεσμα, μέσα από την αχρήστευση ή την ψευδο-μεταστοιχείωσή της, ο ριζοσπαστισμός και η αντίδραση να θεωρηθούν ότι επικίνδυνα συμπλησιάζουν, σαν τεκτονικές πλάκες μετά από ισχυρό σεισμό. Έφτασαν, όσοι δεν διανοούνται την αλλαγή του στάτους κβο, να πουν πώς όποια κατεύθυνση κι αν έπαιρνες στο ίδιο σημείο θα κατέληγες: αν ξεκινούσες από το επαναστατικό πρόταγμα, θα κατέληγες στον ολοκληρωτισμό. Κι αν ξεκινούσες από τον νεοναζισμό, μπορούσες ανεμπόδιστα να καταλήξεις στο λεξιλόγιο της επαναστατικής ανατροπής. Αλλά η δομική βία του φασισμού-ναζισμού και η βιβλική εικόνα εξιλαστηρίων θυμάτων, ανίκανων να αντιδράσουν στην κατάλυση της δημοκρατίας, τι σχέση μπορεί να έχει με την επαναστατικότητα ενός τρόπου σκέψης που ανοίγει τον δρόμο στην χειραφέτηση που απαιτεί η ουσιαστική δημοκρατία και η αλλαγή του τρόπου παραγωγής, σκέψης, ζωής; Διανοούμενοι που διάβασαν Μαρξ λένε πως οι δράσεις καθορίζουν τα γεγονότα κι όχι οι ιδέες. Σωστά. Αλλά η σκέψη που τις γεννά, άλλοτε ξεκαθαρίζει τη σημασία και το νόημά των δράσεων κι άλλοτε τις συσκοτίζει, προκαλώντας την σύγχυση. Αλλιώς, ο Μαρξ δεν θα έγραφε για να την διαλύσει. Γιατί η σύγχυση εκτός από την αμηχανία, τρέφει και τις απόλυτες βεβαιότητες του δογματισμού, άλλοθι για την αποφυγή βαρειών, είναι αλήθεια, πολιτικών ευθυνών.

Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη διδάσκει Φιλοσοφία στο ΑΠΘ και είναι συγγραφέας


Η ΑΥΓΗ • 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

41

7

Ονείρου Οδύσσεια

Χωρίς τίτλο, 2011, φωτογραφία, 26Χ38εκ.

Με αφορμή του ομότιτλο βιβλίο του Γιάννη Κουβαρά, εκδόσεις Γαβριηλίδης Με ένα ευφυές λογοπαίγνιο, ήδη στον τίτλο της συλλογής του, σκοράροντας από τα αποδυτήρια, κατά την έκφραση του προσφιλούς του ποδοσφαίρου, μας υποδέχεται ο Γιάννης Κουβαράς. Ονείρου Οδύσσεια επιγράφεται εύλογα το βιβλίο του, καθώς οι νύκτιες περιπέτειές μας, οι ενύ-

ΤΟΥ ΦΑΝΗ ΜΑΖΑΡΑΚΗ

πνιες περιπλανήσεις μας παρά δήμον ονείρων συγγενεύουν βαθιά με το αρχετυπικό οδυσσειακό ταξίδι. Ας μη μας διαφύγει κατά την ανάγνωση του τίτλου το παιχνίδι με τα δύο γένη της λέξης «όνειρο». Το όνειρο αλλά και ο Όνειρος, ο γοργοπόδαρος αγγελιαφόρος των βουλών του Δία. Ο πατριάρχης των ποιητών Όμηρος παραχωρεί τη θέση του στον Όνειρο, κι αυτός, όπως μας πληροφορεί η Πηνελόπη στη ραψωδία τ της Οδύσσειας, μας ταξιδεύει μέσα από πύλες άλλοτε κεράτινες κι άλλοτε φιλντισένιες στις αλήθειες και στα ψέματα του κόσμου. Ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης ερμηνεύει τους ομηρικούς στίχους σχολιάζοντας πως η κεράτινη πύλη δίνει όνειρα που βγαίνουν αληθινά, γιατί το κέρατο έχει διαφάνεια, ενώ, αντίθετα, η φιλντισένια πύλη δίνει όνειρα που ξεγελούν, γιατί το φίλντισι είναι αδιαφανές. Πλοηγός μας, επομένως, ο ποιητής, και μέσα από την πύλη των αληθινών ονείρων προσπαθεί στην ουσία των πραγμάτων να μας οδηγήσει και να οδηγηθεί. Η Οδύσσεια των ονείρων, η Οδύσσεια των δικών μας ονείρων, έπος πολυτάραχο και πλήρες μεταπτώσεων από την ευτυχία στη δυστυχία, από την ελπίδα στην απελπισία, από το χρώμα της ζωής στο μαύρο του θανάτου, αλλά και η Οδύσσεια του αγγελιαφόρου Ονείρου, με όμικρον κεφαλαίο, που θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο ποιητής. Στην προσπάθειά του να φτάσει ως εμάς περνάει πάντοτε από τους Λαιστρυγόνες, τους Κύκλωπες και τους φοβερούς Ποσειδώνες μιας πραγματικότητας πεζής και ανέμπνευστης, και τις περισσότερες φορές, σε αυτόν τον άνισο αγώνα, χάνει τη μάχη. Αλλά δεν παύει να ξαναρχίζει το ταξίδι του, γιατί σκοπός του είμαστε εμείς. Σκοπός του είναι να φτάσει σε εμάς ή, για την ακρίβεια, να επιστρέψει σε εμάς, γιατί κάθε ποιητής, στις καλύτερες στιγμές του, δεν είναι άλλος από τον καθένα μας, υψωμένος όμως στη νιοστή δύναμη της φαντασίας και της αλήθειας του. Ιθάκη του και Ιθάκη μας ο αληθινός μας εαυτός. Σαν οδηγός ανάγνωσης της συλλογής προτάσσεται ο αφορισμός του Μάρκες πως «δεν παύουμε να ερωτευόμαστε επειδή γερνάμε, αλλά γερνάμε επειδή παύουμε να ερωτευόμαστε». Εδώ, ο έρωτας σε όλες τις εκδοχές του, έρωτας χθόνιος, γενετήσιος, σαρκικός, αλλά και έρωτας σωκρατικός, έρως καλού, έρωτας για τη γνώση και την αλήθεια, έρως ήρως, έρωτας ματαιωμένος αλλά ηρωικός, έρωτας που οι μύστες των Ελευσινίων λάτρευαν ως Πρωτόγονο, με κεφαλαίο π, ως αυτόν δηλαδή που γεννήθηκε πρώτος και συ-

Η Οδύσσεια των ονείρων, η Οδύσσεια των δικών μας ονείρων, έπος πολυτάραχο και πλήρες μεταπτώσεων από την ευτυχία στη δυστυχία, από την ελπίδα στην απελπισία, από το χρώμα της ζωής στο μαύρο του θανάτου, αλλά και η Οδύσσεια του αγγελιαφόρου Ονείρου, με όμικρον κεφαλαίο, που θα μπορούσε να είναι ο ίδιος ο ποιητής

νέχει τα πάντα. «Άδοξοι που ‘ναι» τιτλοφορείται το πρώτο ποίημα της συλλογής, έμμεσος φόρος τιμής στον απελπισμένο ποιητή της Πρέβεζας, σε αυτόν που πρώτος νοιάστηκε τους άδοξους ομότεχνούς του. Αλλά εδώ ο προσδιορισμός περιλαμβάνει και τις μάχες μπροστά στη λευκή σελίδα, που αφήνουν πίσω τους, λέει ο ποιητής, «αιχμαλωτισμένες ψυχές/ αλεσμένες ζωές», θυμίζοντας τις σεφερικές ψυχές, «τις δοσμένες στις μυλόπετρες, σαν το σιτάρι». Αφήνουν πίσω τους «νεκρές λέξεις» γιατί χρειάζεται πολύμοχθη, εξαντλητική επεξεργασία τόνων ολόκληρων γλωσσικού μεταλλεύματος για να παραχθεί ένα πολλοστημόριο καίριας και δραστικής ποιητικής έκφρασης, δίχως ούτε κι αυτό να είναι πάντοτε εξασφαλισμένο. Αλλά είναι «λαμπαδηφορία η ποίηση» και τιμή μεγάλη γι’ αυτόν που κράτησε, έστω για «δυο τρία βήματα» τη λαμπάδα της. Ο Κουβαράς ανήκει στους δημιουργούς που δεν κρύβουν ούτε αρνούνται τις οφειλές τους. Κάθε άλλο, στα ποιήματά του κατονομάζει όλους εκείνους που με τον ένα ή άλλο τρόπο τον επηρέασαν. Για εκείνον, χορτάρι ταπεινό να είσαι στο μεγάλο δάσος τους είναι ήδη πολύ. Πίστη αληθινή του ποιητή είναι η ποίηση, αυτήν επικαλείται στις προσευχές του, στις τυχερές του στιγμές έχει γνωρίσει από πρώτο χέρι την αποκαλυπτική και ιαματική της δράση, αλλά είναι και φορές που, σαν άλλος εσταυρωμένος τη στιγμή της μεγάλης δοκιμασίας, κλονίζεται και αμφιβάλλει. Και τότε ομολογεί δίχως περιστροφές την αμφιθυμία του απέναντί της, την αμφισβητεί ανοιχτά, σχεδόν της αρνείται κάθε αξία. Γιατί ενώ έζησε παίζοντας με τις λέξεις, -χαρακτηριστικό το λογοπαίγνιο (παί)ζωντας στον τίτλο του σχετικού ποιήματος-, δεν διστάζει να συμπληρώσει πως έτσι έχασε τη ζωή. Ακούγεται ξανά ο Καρυωτάκης «είκοσι χρόνια παίζοντας/ αντί χαρτιά βιβλία,/ είκοσι χρόνια παίζοντας,/ έχασα τη ζωή», καθώς και ο γνωστός του στίχος για την ποίηση και το επίφθονο καταφύγιό της. Γράφει ο Κουβαράς:

«Η ποίηση είναι ο ίσκιος της πράξης/ η πράξη πάντα προηγείται/ η πράξη είναι η ποίηση/ Και γράφεται από αγράμματους/ ή εγγράματους, αδιάφορο». Είναι η έμπρακτη ποίηση της υπερεκατοντάχρονης που σώθηκε από τις φλόγες της Σμύρνης και «έταξε τάμα που σώθηκε/ Να γιατροπορεύει ναυαγισμένους/ Για ένα πιάτο φαΐ», είναι η ποίηση της γιαγιάς Καλής που «άναβε χρόνια τα καντήλια/ στο παραμεθόριο χωριό της/ στο κοιμητήρι των ξένων», ή εκείνου του «οδηγού ογκώδους μηχανήματος στην πολυσύχναστη λεωφόρο Τατοΐου, που έβγαλε αλάρμ για να εκτρέψει το ρεύμα πίσω του και να κατέβει να πάρει τη χελώνα που διέσχιζε την άσφαλτο». Τι να την κάνεις την γραφόμενη ποίηση, όταν έχεις ποίηση στο ψυχικό σου θυμιατό, έγραφε ο Νίκος Καρούζος. Μια μυθική μορφή που με τον ισχυρό της συμβολισμό τη συναντάμε και στο κριτικό έργο του Κουβαρά είναι ο Ανταίος, ο βασιλιάς της Λιβύης που αντλούσε τη δύναμή του από την επαφή με τη γη. Έτσι, η γενέθλια Κυνουρία, με τον πολικό αστέρα της, το Άστρος, να προσανατολίζει σταθερά τη θύμηση, οι

θάλασσες των παιδικών χρόνων, πότε θερμές σαν μητρικές αγκαλιές, πότε πικροκυματούσες και φόνισσες, ο πνιγμένος συμμαθητής και η μικρή δίδυμη αδερφή της μάνας, που την υιοθέτησαν μακριά, πέρα από τη θάλασσα, στοιχειώνουν ακόμη τη μνήμη. Αλλά και το Γυμνάσιο της ιδιαίτερης πατρίδας με το προαύλιό του και τα πρώτα σκιρτήματα της εφηβικής αγάπης, η Αθήνα των φοιτητικών χρόνων, η πάλη μιας πνευματικά άπληστης νιότης με μια πόλη δύσκολη μα αγαπημένη, η Αθήνα των μεγάλων προσδοκιών, μια Αθήνα που κατάντησε αγνώριστη, «κάθε τετράγωνο και Τράπεζα», δίχως «πουθενά τώρα ένα γραμματοκιβώτιο να ταχυδρομήσουμε τη θλίψη μας», επιστρέφουν για να αρδεύσουν ένα παρόν σε κρίση, μια καθημερινότητα που μόνο κατ’ ευφημισμόν μπορεί να αποκαλείται ειρηνική, μια πραγματικότητα άνυδρη και αιχμηρή. Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική έκδοση της εφημερίδας και στο blog των «Αναγνώσεων»

Ο Φάνης Μαζαράκης είναι φιλόλογος

Ένα ποίημα A coat

Ένα παλτό

I made my song a coat Covered with embroideries Out of old mythologies From heel to throat; But the fools caught it, Wore it in the world’s eyes As though they’d wrought it. Song, let them take it, For there’s more enterprise In walking naked.

Έκανα το τραγούδι μου παλτό Κάργα στα κεντήματα Από αρχαίες μυθολογίες . Απ’ την φτέρνα ως το λαιμό Αλλά οι ηλίθιοι το άρπαξαν, Το φόρεσαν στα μάτια του κόσμου Σαν να το είχαν κεντήσει. Τραγούδι, άστους να το πάρουν, Επειδή είναι πολύ πιο τολμηρό Να περπατάς γυμνός.

W.B.Yeats (1865-1939)

Μετάφραση: Αντιγόνη Κατσαδήμα


Η ΑΥΓΗ 2 ΜΑΡΤΙΟΥ 2014

42

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

8

Κινήματα αυτονομίας ΓΙΩΡΓΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ, Πολυτεχνείο 1973. Η απαρχή του αυτόνομου κινήματος, εκδόσεις Νησίδες, Θεσσαλονίκη, σ. 87 Το βιβλίο αποτελεί μια ουσιαστική και οξυδερκή ματιά στο φοιτητικό κίνημα της δικτατορίας και στο αποκορύφωμά του, που δεν είναι άλλο από την εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973. Θα μποΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΚΑΤΣΙΑΟΥΝΗ

ρούσα να πω ότι η έννοια ή η θεώρηση που κυριαρχεί στο βιβλίο είναι ο όρος αυτονομία, στη διαύγαση της οποίας ο συγγραφέας έχει αφιερώσει μεγάλο τμήμα του έργου και της σκέψης του. Στις σελίδες του βιβλίου γίνεται αντιληπτός ο τρόπος οργάνωσης και δράσης του φοιτητικού κινήματος μέσα στη χούντα, καθώς και οι λόγοι που έκαναν αυτό το κίνημα να διαφέρει από τις παραδοσιακού τύπου οργανώσεις και σχηματισμούς, τόσο του παρελθόντος όσο και της εποχής εκείνης. Σε μια περίοδο, δηλαδή, που οι κινηματικές διαδικασίες βρισκόταν κάτω από τον ασφυκτικό έλεγχο των αρτηριοσκληρωτικών κομματικών ηγεσιών, το φοιτητικό κίνημα αναπτύχθηκε σε μια διαφορετική βάση. Σύμφωνα με τον συγγραφέα, αποτέλεσε το πρώτο πολιτικό κίνημα που στηρίχθηκε στον αυτοκαθορισμό, στην αυτοοργάνωση και στην αυτοσυγκρότηση. Προσπάθησε να ορίσει το ίδιο τον εαυτό του και τις πράξεις του, μέσα από την αυθόρμητη οργανωτική ανάπτυξη και την από τα κάτω συγκρότησή του, στη βάση πάντα μιας πολυμορφίας και διαφορετικότητας που

συνέκλινε απέναντι στην εξουσία. Κι εδώ πρέπει να σημειώσουμε ότι αναφερόμαστε στη μαζική τάση των φοιτητών κι όχι στους κομματικά ελεγχόμενους. Τα αιτήματα που έθεσε ήταν ξεκάθαρα πολιτικά και μακριά από κάθε είδους μικροπολιτικές και συνδικαλιστικές ψευδο-διεκδικήσεις. Αυτό που επιδίωξε ήταν η ρήξη και η πολιτική αντιπαράθεση με το αυταρχικό και φασιστικό καθεστώς της εποχής. Απελευθέρωση από την τυραννία, ελευθερία έκφρασης και πράξης, υπεράσπιση των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ανεξαρτησία από τις έξωθεν δυνάμεις, όχι στη βάση του εθνικοπατριωτισμού αλλά ως μια διαφορετική πτυχή ανάπτυξης της ελευθερίας, ήταν μερικές από τις διεκδικήσεις του φοιτητικού κινήματος που αναδεικνύουν τον πολιτικό του πολιτισμό και χαρακτήρα, αλλά και τη διαφορετικότητα από τους παραδοσιακούς κομματικούς σχηματισμούς. Κατά τη μεγαλειώδη εξέγερση του Πολυτεχνείου, αυτό που χαρακτηρίζει τους εξεγερμένους είναι η άμεση συμμετοχή στη διεκδίκηση της ελευθερίας. Ο Γιώργος Οικονόμου περιγράφει με έναν ακριβή και ουσιαστικό τρόπο τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων αλλά και συμμετοχής των υποκειμένων στον αγώνα ενάντια στην τυραννία. Με βασικά όργανα τις γενικές συνελεύσεις, κατάφεραν να εκφράσουν την επιθυμία των συμμετεχόντων και να διασφαλίσουν τις επιδιώξεις τών από τα κάτω, την εναντίωση στο καθεστώς αλλά και την επιθυμία για έναν κόσμο διαφορετικό: «την άμεση δημοκρατία και την αυτονομία στην πράξη», όπως αναφέρει και ο συγγραφέας. Διαβάζοντάς το βιβλίο, εγώ ένας άνθρωπος διαφορετικής γενιάς και εμπειριών από

Η ζωγράφος του Μαρτίου είναι η Δήμητρα Χανιώτη. Γεννήθηκε στην Πάρο όπου ζει και εργάζεται σήμερα. Σπούδασε στην ΑΣΚΤ της Αθήνας (1998-2004) ζωγραφική, με δασκάλους τον Γιάννη Ψυχοπαίδη και τον Μάριο Σπηλιόπουλο, πολυμέσα, με την Ερατώ Χατζησάββα, και φωτογραφία, με τον Μανώλη Μπαμπούση. Το 2003 εργάστηκε ως διευθύντρια του Εικαστικού Δήμου Πάρου. Από το 2005 διδάσκει στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει συμμετάσχει σε ποικίλες ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπως η «Νέοι Έλληνες Καλλιτέχνες», στο Χάνκο της Φινλανδίας (2003), η «Αφιέρωμα στον Κωστή Παλαμά», στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων και η «Αυστηρώς Ακατάλληλον», στο Βυζαντινό Μουσείο (2004), η «Παρίου Φωτός Αντίδωρον», στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η «Μπιενάλε Βαλκανίων», στη Λιουμπλιάνα της Σλοβενίας (2005), το Φεστιβάλ βίντεο «intro out», στη Θεσσαλονίκη (2006), η έκθεση ζωγραφικής της Unicef «Αντισταθείτε», στην Τεχνόπολι, στο Γκάζι (2009), η «Σινεφίλ», στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης και «Η ανθρώπινη μορφή στην Τέχνη» του Εικαστικού Επιμελητηρίου Τεχνών Ελλάδας, στην Τεχνόπολι, στο Γκάζι (2010), η «Dostluk-Φιλία, Ελληνοτουρκική Φιλία», στο Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων και στην γκαλερί Τεχνοχώρος και η «Ο θεός να το κάμει sketch, Ο Καβάφης και η πόλη», στις εκδόσεις Γαβριηλίδη, στην Αθήνα (2013). Το έργο της Χανιώτη συντίθεται με θραύσματα του παρελθόντος και του παρόντος. Ως ένα κολλάζ διαφορετικών τεχνοτροπιών και υλικών, παραδοσιακών και σύγχρονων. Συνδέει έτσι τη βελονιά που έμαθε από τη γιαγιά της και με την

τον συγγραφέα, αλλά με κοινές αφετηρίες, μου έρχονταν στο μυαλό τα κινήματα που βίωσα ο ίδιος τα τελευταία χρόνια. Γιατί το αίτημα για συγκρότηση ενός αυτόνομου κινήματος παραμένει ένα εξαιρετικά επίκαιρο και βαθιά πολιτικό διακύβευμα. Κι αυτό το αίτημα εκφράστηκε μέσα από δύο ιστορικές θραύσεις των τελευταίων ετών, έστω και με έναν λανθάνοντα ή υπόρρητο τρόπο: την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 και το κίνημα των πλατειών πριν από 2 χρόνια. «Εκπληκτικό φαινόμενο, σε παρασέρνει, σε διαποτίζει ολόκληρο, σε συναδελφώνει με τον διπλανό σου, πριν από λίγο άγνωστό σου. Παντού ξεχειλίζει η ηδονή της ελευθερίας, η χαρά της δράσης, η συγκίνηση της δημιουργίας, η συνείδηση ότι δημιουργείς ιστορία». Με αυτά τα λόγια περιγράφει σε ένα μέρος του βιβλίου ο συγγραφέας το κλίμα της συμμετοχής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί ότι το ίδιο συνέβαινε και στις πλατείες; Στο βιβλίο του Γιώργου Οικονόμου νομίζω ότι συνυπάρχουν δημιουργικά και συμπληρωματικά δύο βασικές θεωρήσεις. Πρώτον, η ρήξη με τους μηχανισμούς ενσωμάτωσης (πολιτικά κόμματα, συνδικαλιστικές ηγεσίες, ιδεολογικές θεωρήσεις κ.λπ.), που ενώ θέλησαν να οικειοποιηθούν την εξέγερση για ίδιον όφελος, αποκήρυξαν στην πορεία κάθε ριζοσπαστικότητα και νόημα που αυτή παρήγαγε. Αντίθετα, ο συγγραφέας αναδεικνύει αυτά τα νοήματα και τις σημασίες που αποτέλεσαν βασικά αιτήματα των εξεγερμένων και στην πορεία εκφράστηκαν από διάφορες τάσεις, δυστυχώς μειοψηφικές, αδυνατώντας να αποτελέσουν ένα ρεύμα κοινωνικού μετασχηματισμού στη βάση της συγκρότησης μιας διαφορετικής κοινωνικής

Η ζωγράφος του μήνα

δομής. Δεύτερον, η προσπάθεια του συγγραφέα να εντάξει το φοιτητικό κίνημα και την εξέγερση του Πολυτεχνείου ως ένα μέρος του αγώνα της κοινωνίας για αυτονομία και αυτοδιάθεση. Το Πολυτεχνείο σήμερα μπορεί να έχει, όπως αναφέρει και ο συγγραφέας, το ελπιδοφόρο μήνυμα της εξέγερσης, της διάθεσης για αυτονομία, μακριά από τις φενακισμένες λογικές των παραδοσιακών ιδεολογιών που το μόνο που μπορούν να κάνουν σήμερα είναι να προσφέρουν άλλοθι στους εκφραστές τους, με μουχλιασμένα λάβαρα του παρελθόντος που πλέον δεν συγκινούν κανέναν. Το αίτημα για αυτονομία, για μια κοινωνία δηλαδή που θα δώσει η ίδια τους νόμους και τους θεσμούς στον εαυτό της, αποτελεί ένα από τα διακυβεύματα της εποχής, ειδικά σε μια περίοδο που το κυρίαρχο σύστημα δεν μπορεί να υποσχεθεί ούτε να δώσει απαντήσεις για τίποτα. Κι αυτό το αίτημα ξεκινά από πολύ παλιά και συνεχίζει με σκαμπανεβάσματα, περιόδους ξηρασίας αλλά και θραύσεις και ιστορικές ασυνέχειες που δημιουργούν καινούριες πραγματικότητες και καινούριους κόσμους. Κάτι τέτοιο ήταν και το Πολυτεχνείο, μια ιστορική θραύση που παρήγαγε θεσμίσεις υπόρρητες, όπως κάνει κάθε εξέγερση, τα αποτελέσματα των οποίων αν και δεν διαφαίνονται άμεσα, εντούτοις δημιουργούν στο κοινωνικό ασυνείδητο νέες έννοιες, σημασίες αλλά και άμεσες θεσμίσεις στο ίδιο το πράττειν. Και το βιβλίο αυτό ανοίγει το διάλογο για μια διαφορετικού τύπου θεώρηση τόσο της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, όσο και του αιτήματος για ατομική και κοινωνική αυτονομία.

Ο Νίκος Κατσιαούνης είναι ιστορικός

οποία κεντά το χαρτί με τη ψηφιακή, τη φωτογραφική και τη ζωγραφική τέχνη στις οποίες εντρύφησε στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας. Χρησιμοποιεί ξηρά παστέλ, λαδοπαστέλ, κλωστές, μολύβι. Ενσωματώνει αρχαϊκές μορφές όπως η Γοργώ, η σημαίνουσα θεότητα της Πάρου που πέτρωνε με το βλέμμα της τους εχθρούς, μέσα στο πράσινο σήμα του σωσιβίου, του αναρτημένου μέσα στα καράβια της γραμμής. Πλάθει με χαρακτηριστικά είδη της χλωρίδας του νησιού της, τη χαρακτηριστική, λιτή και ευαίσθητη μορφή του ειδωλίου της κυκλαδικής τέχνης. Τυπώνει τις Καρυάτιδες καθώς βυθίζονται σταδιακά μέσα στη θάλασσα, προχωρώντας προς τον πλέον επικίνδυνο ύφαλο του Αιγαίου που καταλήγει σε δυο αντιτακτές βραχονησίδες, τις Πόρτες, εκεί όπου σημειώθηκε το τραγικό ναυάγιο του «Σάμινα», αφήνοντάς τους όμως ως αμυδρή ελπίδα διάσωσής τους το αχνό φώς του φανού σηματοδότησης. Φτιάχνει ένα ανάποδο, μη αναστρέψιμο, όπως το αποκαλεί, τοπίο της Ακρόπολης των Αθηνών, το πνιγμένο από απανωτά εργοτάξια που καταλήγουν μέσα από ένα κέντημα στην οικεία τσιμεντένια κολόνα με τα προεξέχοντα σίδερα του ορόφου που ακόμα δεν έχει χτιστεί. Πλέκει την πόλη της, σαν ένα λευκό φάντασμα πάνω από το οποίο υπερίπταται το Καλή Νύχτα στα γερμανικά και το κουτάκι πυρασφάλειας ή σαν ένα σπίτι τοποθετημένο πάνω σε μια σβησμένη καρτ-ποστάλ. Αναζητά με τα μέσα του ντανταϊσμού, του εξπρεσιονισμού, του νέου ρεαλισμού, την εικόνα που κρύβεται πίσω από τα παραπετάσματα του εικονικού. ΛΗΔΑ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗ


a11940