Issuu on Google+

Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Σύνταξη: Κώστας Βούλγαρης, Κώστας Γαβρόγλου, Γιώργος Μερτίκας, Άλκης Ρήγος, Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης, Kώστας Χριστόπουλος ΤΕΥΧΟΣ 571

ΚΡΙΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΥ, ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ

24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013

www.avgi-anagnoseis.blogspot.com

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗΣ Ανάκτηση του μέλλοντος ΣΕΛ. 1-2

ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΛΕΔΑΚΗ Η 4η Μπιενάλε της Αθήνας ΣΕΛ. 3

ΑΛΕΞΗΣ ΖΗΡΑΣ Το βίωμα της απώλειας ΣΕΛ. 4

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ Φύλλα στον καιρό ΣΕΛ. 4

ΚΩΣΤΑΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ Στους δρόμους της ποίησης ΣΕΛ. 5

ΣΠΥΡΟΣ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗΣ Διαδρομές πολιτικών προσφύγων ΣΕΛ. 5

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΣΔΑΓΛΗΣ Η κάτω όψη της κρίσης ΣΕΛ. 6

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΕΝΟΣ Ποίημα ΣΕΛ. 6

ΝΙΚΟΛΑΣ ΒΟΥΛΕΛΗΣ Οι άνθρωποι ΣΕΛ. 7

ΚΩΣΤΑΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Το καθολικό δικαίωμα ψήφου ΣΕΛ. 8

Οι εικόνες προέρχονται από την 4η Μπιενάλε της Αθήνας με τίτλο AGORA, που πραγματοποιείται στο Παλιό Χρηματιστήριο της οδού Σοφοκλέους, έως την 1η Δεκέμβρη.

Ανάκτηση του μέλλοντος Προδημοσίευση από τον συλλογικό τόμο, «Κυβέρνηση της Αριστεράς. Δρόμος για το μέλλον ή παρένθεση;», που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις «Τόπος» Ο δομικός χαρακτήρας της κρίσης, καθώς και ο συνδυασμός της με την οικολογική κρίση και την κλιματική αλλαγή, καθιστούν αναγκαία την επικαιροποίηση της συζήτησης για το σοσιαλισμό και το περιεχόμενό του, καθώς και της συζήτησης για τους δρόμους μετάβασης σ’ αυτόν, μια συζήτηση που είχε εγκαταλειφθεί προ πολλού και από πολλούς. ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗ

Μετά τις εμπειρίες του 20ού αιώνα και την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού, η επίκληση του «σοσιαλισμού» δεν συνιστά μια απάντηση με αυτονόητο περιεχόμενο. Αντίθετα, υποδηλώνει την ανάγκη για μια επαναθεμελίωση και επαναπροσδιορισμό του νοήματος του σοσιαλισμού σε συνάρτηση με τη δημοκρατία, την ελευθερία, την αειφορία, με τρόπο ώστε να ενσωματώνει την κριτική του παρελθόντος και τις ανάγκες του παρόντος και του μέλλοντος. Ο «αντικαπιταλισμός», επίσης, του 20ού αιώνα επηρεάστηκε βαθιά από τη νομιμοποίηση που παρέσχε ο κεϋνσιανισμός στην κρατική παρέμβαση, που, πολλές φορές, η επέκτασή της θεωρήθηκε από τη σοσιαλδημοκρατία ως «μετάβαση στο σοσιαλισμό» ή ως «σοσιαλισμός». Αγνοήθηκε το γεγονός ότι η εμπορευματοποίηση και η καπιταλιστική λογική μπορούν να διεισδύουν και να επεκτείνονται και εντός του κράτους και κάτω από το «δημόσιο» κέλυφος. Όπως έχει αποδειχθεί, ένας κρατικός τομέας από μόνος του όχι μόνο δεν αμφισβητεί, αλλά μπορεί να αποδειχθεί ισχυρό στήριγμα της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ιδιαίτερα μετά τον εκφυλισμό της σοσιαλδημοκρατίας και την κυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού, έγινε ακόμη πιο ορατή η ανάγκη για ένα νέο αντικαπιταλισμό, ο οποίος δεν θα περιορίζεται στο δίλημμα «κράτος ή αγορά», αλλά θα αναπτύσσεται στο πεδίο των σκοπών και των κριτηρίων της ανάπτυξης, στα πεδία του κοινωνικού ελέγχου, της αποεμπορευματοποίησης, της υπεράσπισης των

Rainer Ganahl, Credit Crunch, κεραμικά, 2013

δημόσιων αγαθών, του επαναπροσδιορισμού της έννοιας και του περιεχομένου του «δημόσιου χώρου» σε αυτονομία από το κράτος και τις αγορές, στους κοινωνικούς και τους οικολογικούς όρους συνύπαρξης του «ιδιωτικού» με το «δημόσιο», της ανάπτυξης νέων συνεργατικών και αλληλέγγυων μορφών κοινωνικής οικονομίας, και γενικότερα μιας νέας πολιτικής οικονομίας των κοινωνικών αναγκών, στη θέση μιας οικονομίας που κινείται με σκοπό και κίνητρο τη μεγιστοποίηση του κέρδους. Η Αριστερά καλείται να επαν-οριοθετηθεί, σ’ έναν άξονα κοινωνικο-κεντρικό, και όχι κρατικο-κεντρικό ή ιδιωτικο-κεντρικό. Και κυρίως καλείται να δώσει και να κερδίσει μάχες στο πεδίο των ιδεών και των αξιών, νικώντας στα πεδία αυτά το νεοφιλελευθερισμό, ως προϋπόθεση για τη δική της ηγεμονία. Η κρίση, λοιπόν, δημιουργεί την ανάγκη για μια «μετάβαση», όχι μόνο της κοινωνίας σε νέο παράδειγμα ανάπτυξης αλλά και της ίδιας της Αριστεράς, από ρόλους συμπληρωματικούς ή μονομερώς αμυντικούς σε ρόλους ηγεμονικούς και πρωταγωνιστικούς. Το αποτέλεσμα των εκλογών, τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2012, ήλθε να επιβεβαιώσει αυτή τη διαπίστωση. Όμως αυτό που χρειαζόμαστε

τώρα δεν είναι πλέον οι διαπιστώσεις αλλά ένα στρατηγικό σχέδιο δράσης, ένα «master plan» και για την κοινωνία και για την Αριστερά, που θα ιεραρχεί τα πολλαπλά καθήκοντα και θα οργανώνει τη μάχη για το μέλλον.

Ανάκτηση του μέλλοντος Όλες οι ως τώρα κυβερνήσεις επιδιώκουν άμεσα αποτελέσματα. Αυτό από μόνο του είναι θεμιτό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν, όπως έκαναν οι ως τώρα κυβερνήσεις, κυνηγούν το εφήμερο εγκαταλείποντας το μέλλον ή, ακόμη χειρότερα, επιβαρύνοντάς το με την πολιτική τους. Η μακροπρόθεσμη διάσταση του χρόνου είναι, επομένως, από αυτή την άποψη η πιο κρίσιμη. Διότι το μέλλον υποεκπροσωπείται στις προτεραιότητες των κυβερνήσεων αλλά και στα ενδιαφέροντα της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Αυτό βέβαια δεν είναι αποτέλεσμα μιας τεχνικής αδυναμίας ή κάποιου φυσικού νόμου. Έχει να κάνει με τη δομή των κυρίαρχων κατεστημένων συμφερόντων και των επιλογών τους. Το πρόβλημα σήμερα γίνεται πιο σοβαρό και πιο άμεσο διότι πολλά προβλήματα της εΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ


24

Η ΑΥΓΗ • 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

2

Ανάκτηση του μέλλοντος ΣΥΝΕΧΕΙΑ AΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗ ΣΕΛΙΔΑ

ποχής μας και πολλές από τις πληγές που άνοιξε η κρίση μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο σε βάθος χρόνου. Για παράδειγμα, η εξάλειψη της ανεργίας, η ανασύσταση του κοινωνικού κράτους και της κοινωνικής ασφάλισης, η αντιμετώπιση των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, η αντιστροφή των αρνητικών δημογραφικών τάσεων, η διαμόρφωση ενός νέου παραγωγικού συστήματος και άλλα συναφή προβλήματα είναι υπόθεση μιας εναλλακτικής πολιτικής, αλλά και ενός σχεδιασμού μακράς κλίμακας. Τι μπορεί να κάνει μια κυβέρνηση της Αριστεράς; Πώς μπορεί να εντάξει αυτήν τη μακρά κλίμακα του χρόνου σ’ ένα κυβερνητικό πρόγραμμα το οποίο, στην καλύτερη περίπτωση, έχει ως ορίζοντά του την τετραετία; Πώς η ανάκτηση του μέλλοντος δεν θα εκφυλιστεί σε μια χωρίς περιεχόμενο ρητορική; Το πρώτο είναι να αναγνωρίσει τα προβλήματα, να βοηθήσει την κοινωνία να κατανοήσει τη σημασία τους, να εμπνεύσει και να κινητοποιήσει επιστημονικές δυνάμεις σε Ελλάδα και εξωτερικό και να θέσει σε κίνηση διαδικασίες, δημιουργώντας και τους κατάλληλους θεσμούς για ένα συνολικό και μακροχρόνιο σχέδιο, ένα «master plan», για μια παραγωγική και καινοτόμα Ελλάδα, για μια δημοκρατική, δημιουργική, δίκαιη και αλληλέγγυα κοινωνία, στην οποία αξίζει να ζούμε με αξιοπρέπεια και υπερηφάνεια, εμείς και τα παιδιά μας. Το δεύτερο είναι να κάνει το μέλλον υπόθεση του παρόντος, στόχους διεκδικήσιμους άμεσα, ακόμη και στο στάδιο που η Αριστερά δρα ως αντιπολίτευση. Το σημαντικό είναι οι διάφορες μεταρρυθμίσεις και αλλαγές, ακόμη και τα άμεσα ανακουφιστικά μέτρα να μην είναι αποσπασματικά ή αλληλοσυγκρουόμενα μεταξύ τους, αλλά -στο μέτρο του δυνατού- να υπηρετούν το στόχο για ένα νέο υπόδειγμα ανάπτυξης, ένα νέο κοινωνικό ήθος, ένα νέο πολιτισμό.

To «νέο» στο νέο παραγωγικό και αναπτυξιακό υπόδειγμα Σ’ αυτόν το μεσο-μακροπρόθεσμο ορίζοντα εγγράφεται ασφαλώς η παραγωγική ανασυγκρότηση, ο κοινωνικός και οικολογικός μετασχηματισμός, με στόχο ένα νέο παραγωγικό σύστημα και ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης. Είναι θετικό που μεγάλα τμήματα της κοινωνίας συνειδητοποιούν πλέον την ανάγκη αυτήν. Όμως, ποιο είναι το «νέο» σ’ αυτό το νέο μοντέλο ή παράδειγμα που πρέπει να διαμορφώσουμε; Για τους νεοφιλελεύθερους το «νέο» βρίσκεται σε μια εμβάθυνση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, ενώ για τη σοσιαλδημοκρατία το «νέο» βρίσκεται στην τιθάσευση των υπερβολών του νεοφιλελεύθερου μοντέλου και στον έλεγχο κάποιων συμπτωμάτων και «ακροτήτων» του. Και στις δύο περιπτώσεις οι αιτίες της κρίσης δεν θίγονται, ενώ το «νέο παραγωγικό μοντέλο» επαφίεται να διαμορφωθεί από τις δυνάμεις της αγοράς και του ιδιωτικού κέρδους, γεγονός που προεξοφλεί την αποσπασματικότητα και τη μη βιωσιμότητά του, καθώς και την παραγωγή ακόμη μεγαλύτερων ανισοτήτων. Ένα πραγματικά νέο παραγωγικό σύστημα μπορεί να προκύψει μόνο σε ρήξη με αυτές

τις λογικές και τα συμφέροντα που εκπροσωπούν. Διαμορφώνεται σε αντιπαράθεση προς τις αξίες του νεοφιλελευθερισμού, σε ένα μετα-νεοφιλελεύθερο ορίζοντα. Χαρακτηρίζεται από διαρκή κίνηση, μετασχηματισμό, κοινωνικό πειραματισμό που ενθαρρύνεται μάλιστα από δημόσιες πολιτικές. Στο προσκήνιο έρχεται η κοινωνία και οι ανάγκες της, τα προβλήματα της ιεράρχησης και εξισορρόπησής τους, τα ζητήματα των συμμαχιών και συναινέσεων, των θεσμών και των νέων δημόσιων πολιτικών. Ένα πρώτο χαρακτηριστικό, λοιπόν, του νέου μοντέλου είναι οι νέες αξίες στις οποίες αυτό στηρίζεται, και πριν απ’ όλα η αξία της συνεργασίας, της αλληλεγγύης, της αειφορίας, της ισότητας, σε αντιδιαστολή προς τις αξίες του ανταγωνισμού, του ατομικισμού και του καταναλωτισμού που καλλιεργεί το νεοφιλελεύθερο μοντέλο. Το νέο μοντέλο ανάπτυξης χαρακτηρίζεται επίσης από μεταβατικότητα, είναι ένα μοντέλο «υπό διαμόρφωση», το οποίο, όμως, δεν παίρνει τη μορφή ενός παγιωμένου «καθεστώτος» αλλά αυτοανανεώνεται διαρκώς. Το «νέο», συνεπώς, προκύπτει από τη δράση των κοινωνικών και οικονομικών υποκειμένων, και είναι αυτό που συνάδει με τις νέες αξίες και ταυτόχρονα αποδεικνύει τη�� κοινωνική του αποτελεσματικότητα και την οικονομική του βιωσιμότητα στην πράξη, κατακτώντας με τον τρόπο αυτόν την κοινωνική του νομιμοποίηση και ισχύ έναντι των παλαιών προτύπων. Ένα δεύτερο χαρακτηριστικό του είναι ο κοινωνικο-κεντρικός και δημοκρατικός του χαρακτήρας. Πρωταγωνιστής στο νέο μοντέλο ανάπτυξης δεν είναι ούτε το κράτος από μόνο του ούτε οι αγορές, αλλά η ίδια η κοινωνία. Στη νέα σύμπραξη κράτους-αγορώνκοινωνίας, η τελευταία θέτει τους κανόνες με βάση τις ανάγκες, τις δυνατότητες και τις δημοκρατικές επιλογές της, και στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, τις τράπεζες, τις αγορές. Το κράτος σχεδιάζει, στηρίζει, με δημόσιες πολιτικές και συντονίζει επιτελικά και με σχέδιο τις δράσεις των φορέων της κοινωνίας. Ο δημόσιος τομέας της οικονομίας λειτουργεί με διαφάνεια, δημόσια λογοδοσία, αυστηρότητα στη χρήση των πόρων και κοινωνικό έλεγχο. Ο ιδιωτικός τομέας αναπτύσσει τη δράση του εντός κοινωνικών και οικολογικών δεσμεύσεων. Στο νέο μοντέλο ανάπτυξης εισάγονται και ενθαρρύνονται, ως βασικοί του πυλώνες, συνεργατικές μορφές της οικονομίας και αναπτυξιακές συμπράξεις με ξένο κεφάλαιο και φορείς. Οι συνεργατικές μορφές της οικονομίας κατανοούνται όχι ως παρίες αλλά ως οργανικό τμήμα του παραγωγικού συστήματος που, με κατάλληλες μορφές, επιτρέπει αφενός την αξιοποίηση ικανοτήτων, δεξιοτήτων, γνώσεων και πρωτοβουλιών των εργαζόμενων και των ανέργων και αφετέρου την ικανοποίηση αναγκών, την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών με όρους που δεν στηρίζονται ούτε αποσκοπούν στη μεγιστοποίηση του κέρδους αλλά στην ικανοποίηση αναγκών με όρους οικονομικής βιωσιμότητας, δημοκρατίας, συνεργασίας και συλλογικότητας. Τέλος, η Δημοκρατία κατανοείται και εντός της παραγωγικής και της οικονομικής

Κατερίνα Χρηστίδη, Σταμάτησαν, συνέχισαν, τρεμούλιασαν, ξανασταμάτησαν, κινήθηκαν, σχέδια με κάρβουνο σε τοίχο

διαδικασίας και όχι ως μια σφαίρα πέρα από αυτήν, ως μέσο για το σχεδιασμό και την υλοποίηση της μετάβασης στα νέα παραγωγικά και καταναλωτικά πρότυπα και συστατικό των τελευταίων. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο χαρακτηρίζεται από τις μεγάλες ανισότητες που δημιουργεί στην κατανομή του πλούτου, των εισοδημάτων, της ισχύος. Το ζητούμενο, όμως, δεν είναι να αμβλύνουμε απλώς τις ανισότητες σε ένα σύστημα που παράγει ανισότητες, αλλά να δημιουργήσουμε νέους όρους παραγωγής εξαρχής πάνω στις αρχές της δικαιοσύνης και της αειφορίας. Γι’ αυτό η αναδιανομή είναι αναγκαία αλλά δεν θα γίνει ποτέ κοινωνικά αποτελεσματική, αν δεν προηγηθεί μια «προδιανομή» ή μια «αναπτυξιακή διανομή», αν δηλαδή ο τρόπος ανάπτυξης δεν περιέχει στο πρωτογενές του στάδιο, ως εσωτερική του διάσταση, την αναβάθμιση της εργασίας και την προστασία του περιβάλλοντος. Το νέο παραγωγικό μοντέλο προϋποθέτει αξιοπρεπείς αμοιβές για τους εργαζόμενους και τους απόμαχους της δουλειάς, πλήρη εργασιακά δικαιώματα, δυνατότητα ελεύθερης οργάνωσης και διαπραγμάτευσης, επαρκείς δωρεάν κοινωνικές υπηρεσίες για όλους. Κατά τη διάρκεια μιας περιόδου ανασυγκρότησης, και άρα αναδιαρθρώσεων και κινητικότητας, θα προστατευθεί ο κόσμος της εργασίας και θα αναβαθμιστεί, μέσω της εκπαίδευσης, της κατάρτισης και της αναγνώρισης δεξιοτήτων, η γνωστική ικανότητα, οι ικανότητες σχετικά με τον έλεγχο και τη διαχείριση της παραγωγής, η εφευρετικότητά τους στα τεχνικά και οργανωτικά ζητήματα. Το ζήτημα του περιβάλλοντος έχει στρατηγική σημασία για τις ανθρώπινες κοινωνίες καθώς αφορά στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, την προστασία ζωτικών φυσικών πόρων, όπως τα νερά και τα δάση, την οργάνωση της παραγωγής ώστε να ανακυκλώνονται τα χρησιμοποιούμενα υλικά. Πρόκειται για το παρόν αλλά κυρίως για το μέλλον, και επομένως για το σχεδιασμό των ενεργειών που θα καλύψουν όχι μόνο τις άμεσες ανάγκες, αλλά θα εξασφαλίσουν τη βιωσιμότητα και την ομαλή αναπαραγωγή των κοινωνιών όπου θα ζήσουν οι επόμενες γενεές. Είναι αυτό το ζήτημα που συνηγορεί με τον πιο έντονο τρόπο υπέρ της αναγκαιότητας ενός αναπτυξιακού μοντέλου που θα ε-

μπεριέχει τη σχεδιασμένη προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, αφού αυτή αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας της ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής. Τέλος, το νέο μοντέλο ανάπτυξης απαιτεί τη δική του παραγωγική, τεχνολογική και οργανωτική βάση. Η κοινωνία δεν μπορεί να αναπαραχθεί στην παλιά παραγωγική βάση. Το «τρίγωνο» Ναυτιλία, Τουρισμός, Οικοδομή περικλείει σημαντικές αναπτυξιακές δυνατότητες και για το μέλλον, όμως δεν μπορεί να λειτουργήσει ως «ατμομηχανή» ενός βιώσιμου παραγωγικού συστήματος. Το νεοφιλελεύθερο μοντέλο προσφέρει ως διέξοδο τη στροφή του ιδιωτικού κεφαλαίου σε τομείς του κοινωνικού κράτους που «απελευθερώνει» προς όφελός του μέσω των ιδιωτικοποιήσεων. Η ιδιωτική εκπαίδευση, η ιδιωτική περίθαλψη, η ιδιωτική ασφάλιση, οι ιδιωτικές κοινωνικές υποδομές είναι οι «νέες κατευθύνσεις» ανάπτυξης που το νεοφιλελεύθερο μοντέλο προσφέρει με κίνητρο τη φτηνή εργασία, την επιδοτούμενη κερδοφορία και ασυδοσία. Όμως, στην περίπτωση αυτή, η κοινωνία θα γίνει ακόμη πιο άνιση, ενώ δεν μπορεί να προκύψει ένα βιώσιμο παραγωγικό σύστημα και μάλιστα «εξωστρεφές». Η νέα παραγωγική βάση της κοινωνίας είναι ένα ερώτημα ανοικτό στον επιστημονικό και τον κοινωνικό διάλογο. Όμως οι μέχρι τώρα μελέτες και συζητήσεις πείθουν ότι υπάρχουν δυνατότητες για ένα βιώσιμο παραγωγικό σύστημα, ικανό να απαντά στις εσωτερικές ανάγκες και σε ανάγκες της διεθνούς ζήτησης. Το ρόλο της «ατμομηχανής», που παραδοσιακά έπαιξε η οικοδομή, τώρα πρέπει να τον παίξουν συμπλέγματα βιομηχανικών δραστηριοτήτων και παραγωγικών υπηρεσιών, όπως το διατροφικό σύμπλεγμα, δραστηριότητες συνδεδεμένες με το υπό διαμόρφωση νέο ενεργειακό μοντέλο, καθώς και νέοι κλάδοι με καινοτόμες και δημιουργικές δραστηριότητες, βασισμένες στη γνώση και τις επιστήμες, που έχουν ήδη αναπτυχθεί στη χώρα μας σε μικρό όμως βαθμό. Τέλος, η Ελλάδα μπορεί να καταστεί ένα διεθνές κέντρο γραμμάτων και τεχνών, και η παιδεία, σε σύνδεση με την έρευνα και τον πολιτισμό, μπορούν να γίνουν πόλος ανάπτυξης στο πλαίσιο του νέου παραγωγικού συστήματος.


Η ΑΥΓΗ • 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

3

25

Η 4η Μπιενάλε της Αθήνας Ένας κριτικός απολογισμός Η 4η Μπιενάλε της Αθήνας, Agora, παρουσιάζεται από τις 29 Σεπτεμβρίου έως την 1 Δεκεμβρίου στο παλιό κτίριο του Χρηματιστήριου Αθηνών. Η Σοφοκλέους υπήρξε τις καλές μέρες συνώνυμη της ευημερίας και του πυρετικού νέου χρήματος. Για καιρό μετά την κατάρρευση της ιδέας της δυνατής Ελλάδας, η οδός έστεκε άδεια και σε εκκρεμότητα, ενέχυρη. Μια μεθυστικά θολή ανάμνηση στοίχειωνε την περιοχή και επισήμαινε τον γύρω χώρο ως απόρριμμα. Ή για να χρησιμοποιήσουμε επακριβώς μια διατύπωση της Κρίστεβα, «ένα φορτίο εξίσου απωθητικό και απωθημένο, ένα βαθύ πηγάδι της μνήμης που είναι απρόσιτο και κοντινό: αποκείμενο». Τα τελευταία χρόνια υπήρχε διάχυτη η αίσθηση ότι κάτι λείπει από τη Σοφοκλέους. Σα να είχε αφαιρεθεί ένας όγκος αλλά να παρέμενε η επίμονη επισφάλεια του μετά. Μια αναλογία τού «και τώρα τι;» που ρωτούν οι επιμελητές της φετινής Μπιενάλε της Αθήνας. Η αγορά μεταφέρθηκε σε νέα τοποθεσία, δίχως σε συμβολικό επίπεδο να αντικατασταθεί από μια νέα ιδέα που θα γέμιζε το κεΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑΣ ΛΕΔΑΚΗ

νό που άφησε πίσω. Από τότε, με την οικονομική κρίση σε βαθιά κλιμάκωση, έχει απλωθεί ένα βαρύ πέπλο πάνω από το πλέγμα των ανθρώπων και της πόλης. η σκληρότητα της νέας πραγματικότητας, μια μορφή δυσθυμίας και μια αίσθηση υπολειπόμενου. Η Μπιενάλε στη Σοφοκλέους, λοιπόν, περισσότερο από κάθε προηγούμενη εκδοχή της, αποτελεί μια δήλωση. Η δήλωση στην προκειμένη περίπτωση έχει χαρακτήρα σημειωτικό. Δεν συνιστά δηλαδή μία ενοποιημένη αφήγηση, αλλά ένα απόσπασμα. Με τρόπο σχεδόν ανεκδοτολογικό, υπαινίσσεται ένα σύστημα. Το σύστημα στο οποίο αναφέρεται -όπως εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς- είναι αυτό της αγοράς. Μια ταύτιση δηλαδή του ίδιου του τίτλου της έκθεσης και του χώρου στον οποίο στεγάζεται, τουτέστιν του εμβληματικού κουφαριού του παλιού χρηματιστηρίου. Εννοιολογικά, λειτουργεί ως κατάφαση και κυριολεξία όρων. Το μήνυμα ευθύ: η κρίση και η αγορά - η αγορά με τη διπλή έννοια της οικονομίας και του διαλόγου. Η διττή ερμηνεία την οποία έχει στην ελληνική γλώσσα η έννοια της αγοράς, ως οικονομία (στην καθομιλουμένη) και ως τα κοινά (σε λόγια συμφραζόμενα) βρίσκει εδώ ένα ευνοϊκό πεδίο για τη διαμόρφωση νοηματικών και επικοινωνιακών συσχετισμών. Η κρίση των αγορών, η οποία έχει αποτελέσει από το 2009 κανόνα αρνητικής μεταστροφής για την καθημερινότητα του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού και κύριο αντικείμενο αγωνίας, προβληματισμού και ρητορικών στο δημόσιο λόγο, αποτελεί στη Μπιενάλε της Αθήνας το ταυτόσημο επίκεντρο του ενδιαφέροντος: μια αγορά για τις αγορές. Ένας χώρος συζήτησης για τα προβλήματα που έχουν προκαλέσει οι καταχρήσεις των αγορών στη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική ζωή. Από το σχήμα πάλι κάτι λείπει: οι υ-

Blitz Theatre Group, Γαλαξίας

περταυτίσεις συνιστούν εύκολα ρητορικά και διανοητικά σχήματα και προκρίνουν έναν μη παραγωγικό τρόπο αντίληψης και, ως εκ τούτου, διαχείρισης του κόσμου. Δεν πρέπει να ξεχνάμε, βεβαίως, ενόσω διατυπώνουμε κριτικές προσεγγίσεις για τέτοιου είδους περιοδικές εκθέσεις, ότι πρόκειται για ένα πρότυπο πολιτιστικής παραγωγής το οποίο εξ ορισμού συγκροτείται σύμφωνα με τις αρχές του branding. Οι περισσότερες Μπιενάλε διεθνώς στοιχειοθετούνται κατ’ αυτόν τον τρόπο και συνήθως δεν επικαλούνται κάποιο αξιακό σύστημα διαφορετικό από αυτό που πράγματι προωθούν. Το θέμα που τίθεται εδώ, είναι ότι η Μπιενάλε της Αθήνας προβάλλει ένα πρόσχημα συμμετοχής και συνδιαμόρφωσης, το οποίο υπονοεί την ύπαρξη μιας διαφορετικής αξιακής βάσης. Στην Ελλάδα της κρίσης έχει θεωρηθεί αυτονόητο ότι όλα όσα κάνουν οι άνθρωποι μαζί γίνονται και με κοινωφελή σκοπό. Είναι τέτοια η κοινωνική οριακότητα η οποία έχει επέλθει, που η ανάγκη νοηματοδότησης και επανερμηνείας έχει αφεθεί σε μορφοποιήσεις απόλυτης αυθαιρεσίας. Πρέπει, όμως, να γίνει επιτέλους σαφές ότι υπάρχει διάκριση μεταξύ των από-τα-κάτω διαδικασιών κοινωνικής συνδιαμόρφωσης (αυτό που ορίζουμε δηλαδή με πολιτικούς όρους ως κινηματική διαδικασία) και εκείνων των κατά παραγγελία, και με πρότυπα εταιρικής παραγωγικής κατεύθυνσης, μορφών δημιουργίας και των αντίστοιχών τους αρθρώσεων λόγου. Έτσι, εξηγείται λοιπόν -μεταξύ άλλων- η θολή και αναποτελεσματική απεύθυνση που έτεινε η 4η Μπιενάλε προς τα κρίσιμα ζητήματα της σύγχρονης συγκυρίας. Ας περάσουμε όμως σε μία κριτική των επιλογών της έκθεσης ως προς τα καλλιτεχνικά έργα με σκοπό να κάνουμε έναν αδρό, εδραζόμενο σε περιπτώσεις, απολογισμό. Ανάμεσα σε όλα τα εκθέματα που θα δει ο επι-

σκέπτης της έκθεσης στους χώρους της Σοφοκλέους και της Ευπολίδος (στο CAMP), ξεχωρίζουν το κεραμικό γλυπτό του Νίκου Τρανού, τα βίντεο του Κωνσταντίνου Χατζηνικολάου και του Vladimir Nikolić, οι δερματόδετοι τόμοι του Βασίλη Βλασταρά και οι βίντεο-εγκαταστάσεις της Bertille Bak και του Τεό Προδρομίδη. Αξιοσημείωτες στιγμές συνιστούν και τα έργα των Navid Nuur, Irina Botea, Gabriel Kuri, και Bernd and Hilla Becher που αποτελούν επιτομή των σύγχρονων ή των σχετικά πρόσφατων -όμως ακόμα ιδιαίτερα επιδραστικών- διεθνών καλλιτεχνικών πρακτικών. Επίσης, ο Πέτρος Τουλούδης με την εγκατάσταση The artist avoids the future εγκαθιστά μια πηγαία ποιητική αντίληψη και έναν λεπτοφυή συντονισμό με τον προβληματισμό της Μπιενάλε, ωστόσο δεν κατορθώνει μέσα στο πολύβουο περιβάλλον της συγκεκριμένης έκθεσης να διαβιβάσει το δυνητικό περιεχόμενο. Τα έργα ασφυκτιούν στον εκθεσιακό χώρο, ενώ κάτω από την ασαφή -και νοηματικά διασπασμένη- επιμελητική ομπρέλα, μένουν μετέωρα. Ένα συμπαγές εννοιολογικό πλαίσιο θα επιδεχόταν, ίσως, μια πιο πυκνή τοποθέτηση, η οποία εδώ δεν ευδοκιμεί. Σε αριθμό βέβαια τα εκθέματα είναι, πράγματι, λίγα για το αναμενόμενο μέγεθος μιας Μπιενάλε. δεδομένου όμως και του πολυάσχολου ανάγλυφου του κτιρίου, δείχνουν περισσότερα από ό,τι μπορεί ο χώρος να υποστηρίξει. Ως προς τις επιμελητικές αντιστίξεις που διαμορφώνονται μεταξύ των έργων, καίρια είναι η συνύπαρξη των πρακτικών των Α. Πίττα, E. Baum και A. Akhavan, η οποία κατορθώνει με εύστοχη οικονομία μέσων να συμπυκνώσει το ερώτημα που θέτει η έκθεση. Ατυχής στο συγκεκριμένο πλαίσιο, ωστόσο, είναι η παρουσίαση των έργων της Laurie Simons και της Rainer Ganahl, που δίνουν τόνο παρωδίας και μάλλον θολώνουν

παρά διασαφηνίζουν τις επιμελητικές προθέσεις, οι οποίες ούτως ή άλλως δε βρίσκουν πρόσφορο έδαφος μέσα στο σημειωτικά θορυβώδες κτίριο του παλιού Χρηματιστηρίου και ενδιάμεσα στην αυτόνομη τροχιά των διασταυρούμενων λόγων του προγράμματος εκδηλώσεων: ομιλιών, performances και συναυλιών που κυριαρχούν πάνω στο συνολικό εγχείρημα και συστήνουν μια χειρονομία κατακερματισμού της επίδρασης που δημιουργεί η έκθεση. Συνοψίζοντας, η Agora αποτελεί μια ιδεολογικά συγχυσμένη χειρονομία. θεμελίωσε μεν ό,τι αποσπασματικά προοιώνιζε στη 2η Μπιενάλε της Αθήνας, Heaven, η επιμέλεια της Chus Martinez, «World Question Center» (από το «World Question Centre» των Jef Cornelis & James Lee Byars, performance και video, 1969, έργο το οποίο συμπεριλήφθηκε στην έκθεση), απέτυχε δε να μετουσιώσει το ερώτημα «Και τώρα τι;» σε συμπαγή κριτική με οργανικές πρακτικές προεκτάσεις. Διά μέσου μιας απήχησης των θεωρήσεων του Άντερσον για τις Φαντασιακές Κοινότητες, θα θέσω υπό εξέταση το διακύβευμα της 4ης Μπιενάλε ως τη φαντασιακή διαμόρφωση μιας προσομοιωτικής Αγοράς, η οποία συναρμολογεί την αισθητική των σοσιαλμιντιακών εφαρμογών, των ιντερνετικών φόρουμ και των νεο-ακτιβίστικων αστικών παρεμβάσεων εξωραϊστικού περιεχομένου, με αυτή ενός πολιτιστικού διακυβεύματος που διατείνεται μια οιονεί διασάλευση, στεγαζόμενο κάτω από μεσίστιες μαυροκόκκινες μπαντιέρες. Σημείο μιας μετάλλαξης που ηθικά και πολιτικά εκτείνεται μεταξύ ενός δυστοπικού υβριδισμού και μιας θετικά προσλαμβανόμενης queer διαδικασίας.

Η Ευαγγελία Λεδάκη είναι ανθρωπολόγος/επιμελήτρια εκθέσεων


Η ΑΥΓΗ • 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013

26

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

4

Το βίωμα της απώλειας ΑΡΓΥΡΗΣ ΠΑΛΟΥΚΑΣ, Θέλω το σώμα μου πίσω, ποιήματα, εκδόσεις Μεταίχμιο, σελ. 31 Πού απευθύνει ετούτη την καθαυτό δραματική του έκκληση ο Αργύρης Παλούκας; Σε ποιά αρχή που τον ακούει ή δεν τον ακούει; Σε ποιά δύναμη που κρατάει το σώμα του λάφυρο ή αιχμάλωτο από κάποιο παιχνίδι που έχασε και που γι’ αυτό τώρα δεν του το επιστρέφει; Ό,τι κι αν υποθέσουμε η κυριολεξία της έκκλησης, του αιτήμαΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

τος είναι μια: όχι ότι το σώμα απουσιάζει αλλά ότι δεν ανήκει στην περσόνα του ποιητή, δεν είναι δικό της και συνεπώς είναι χωρισμένο από αυτήν σαν σκιά ή σαν φάσμα ή σαν είδωλο, κάτι που είναι ακόμα πιο συγκλονιστικό ως αίσθηση στέρησης και απώλειας. «Με την ψυχή μου μένουμε πια χωριστά,/ στην ίδια πόλη./ Με καλεί διαρκώς στο τηλέφωνο κλαίγοντας/ και ζητώντας πίσω τη βροχή που της έκλεψαν» (σ. 12) Ο λόγος του Αργύρη Παλούκα (γεν. 1975) χωρίς περιστροφές, όχι μόνο στα ποιήματα τού Θέλω το σώμα που πίσω αλλά και σ’ εκείνα των άλλων δυο προηγούμενων συλλογών του, κατευθύνεται χωρίς πολλές γενικολογίες στο ένα και μοναδικό ουσιώδες: την ψαύση και απεικόνιση του βιώματος της απώλειας, ιδωμένου μέσα από διάφορες προοπτικές. Άλλοι ποιητές, ακόμα και της γενιάς του, προτιμούν να περιγράφουν και να αποδίδουν το βιωματικό γεγονός μέσα από διάφορα κάτοπτρα συναισθημάτων, ενίοτε μέσα από έναν πλεονασμό λυρικών συμβόλων. στον Παλούκα (ή μάλλον στους ποιητές που το επιθυμητό τους έχει ανάγκη από ελάχιστα, στοιχειώδη αλλά ουσιώδη για την ύπαρξη χρειαζούμενα) οι διαπιστώσεις γίνονται με μια γλώσσα ασκητική, τραχειά, επιτούτου αστόλιστη. Η ελαχιστοποίηση του φάσματος των επιθυμητών

Κατερίνα Χρηστίδη, Σταμάτησαν, συνέχισαν, τρεμούλιασαν, ξανασταμάτησαν, κινήθηκαν, σχέδια με κάρβουνο σε τοίχο

που περιβάλλουν τον ποιητή (όχι βέβαια την ένταση των επιθυμιών του), έτσι όπως περιγράφεται στα ποιήματα αυτά, θα έλεγα ότι τείνει προς μια αρχετυπική αντίληψη της μοναδικής ζωής. Η ζωή είναι μια, το κάθε σώμα ως φυσικό λειτουργικό συμβάν μοιάζει μ’ ένα άλλο σώμα, αλλά και δεν είναι το ίδιο, γιατί πάνω στο κάθε σώμα χτίζεται μια ξεχωριστή ατομικότητα. Η κατάκτηση της πληρότητας λοιπόν είναι δύσκολη αλλά συνάμα και απλή. Ακόμα και όταν (ή ιδίως όταν) ο Παλούκας αναφέρεται με κάθε ρεαλιστική λεπτομέρεια στο απόλυτο ένα που κουβαλάει πάνω του την ύπαρξη, με άλλα

Ο ασκητής διάβαζε τις εφημερίδες. Ενίοτε έπεφτε και σε αυτήν την «αμαρτία». Ήταν το κόστος που πλήρωνε για την τάση τής κοσμικότητας. Κάποιοι τίτλοι τράβηξαν την προσοχή του. Κάτι για αποστασίες που επεδίωκε η Αριστερά για να ρίξει την «θεόσταλτη κυβέρνηση» που μοχθούσε υπέρ της σωτηρίας της χώρας. Μια δήλωση μάλιστα του αντιπροέδρου της κυβέρνησης στην εφημερίδα που στήριξε τους άλλους αποστάτες έμοιαζε σαν αντανάκλαση φαιδρή μιας τραγικής εποχής. Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα, σκέφτηκε ο ασκητής. Η ιστορία γίνεται φάρσα παιγνιώδης και γέμει εκπλήξεων. Μια απόπειρα να σώσουν το τομάρι τους είναι, και τίποτε άλλο, μια απόπειρα όμως που σκορπά πόνο στη χώρα και στους ανθρώπους. Γι’ αυτό είναι πολλαπλά επιλήσμονες του χρέους οι εξουσιαστές. Δεν ενδιαφέρονται για τίποτε άλλο παρά για την αποθέωση του εγώ τους. Η αγαπημένη του φίλη κατάλαβε την οργή του και κοιτώντας πέρα τού ψιθύρισε πως οι κατηγορίες για αποστασίες από τους αυτουργούς του εγκλήματος μόνο γέλιο σκορπούν στους ανθρώπους. Και πως δεν είχε κανένα νόημα να ασχολείται με τα θέματα αυτά. Γιατί το γέλιο των ανθρώπων είναι η πιο κατακλυσμιαία αντίδραση στην φαιδρότητα των κυβερνώντων. Αλλά εκείνος, παρόλο που ήξερε πως η αγαπημένη του φίλη είχε δίκιο, θύμωνε ακόμη περισσότερο με το θράσος τους.

λόγια το σώμα, ο λόγος του όχι τυχαία είναι πληθυντικός. Σε πολλά από τα ποιήματά του μιλάει εν παραβολαίς, όπως κάποιος που θέλει να δείξει το απολύτως αυτονόητο που όλοι το γνωρίζουμε μα αποφεύγουμε να το παραδεχθούμε - γιατί νομίζουμε ότι τα απλά είναι δυσερμήνευτα. «Μόνη μας έγνοια που ισιώνει λίγο ο βράχος/ για να απλώσουμε πάνω το σώμα. Σπίτι μας όλο κι όλο μια πετσέτα,/ που το χαλάμε και το ξαναφτιάχνουμε σαν παραζαλισμένοι από χαρά/ για όσα θέλουμε να προλάβουνε τα μάτια». Μια λοξή περιγραφή που, όπως βλέπου-

με, αρκείται αυστηρά στα εντελώς απαραίτητα (κάτι ανάλογο με την τέχνη που την ονόμαζαν arte povera), έτσι ώστε να μπορέσει ο ποιητής να ταυτίσει στις παραβολικές του εικόνες την ύπαρξη και το σώμα, τον ορίζοντα του κόσμου και τον ορίζοντα της ζωής. Κάτι τελευταίο: να σταθώ πολύ λίγο στο στίγμα του Παλούκα. στο ότι κατόρθωσε πολύ σύντομα, μ’ ένα βλέμμα άλλοτε λυπημένο άλλοτε ειρωνικό, να φτιάξει τη δική του άρθρωση, τη δική του φωνή, διαλέγοντας ίσως εξ ιδιοσυγκρασίας να μιλήσει για τα όσα απολύτως απαραίτητα χρειαζόμαστε για ν’ αντέξουμε.

ΦΥΛΛΑ ΣΤΟΝ ΚΑΙΡΟ

Περί αποστασίας Δεν έπρεπε λέει αυτός ο χυδαίος λόγος να είναι κομμάτι της ζωής μας, γιατί πολλά σκουπίδια έπεσαν γύρω μας και κινδυνεύουμε. Αλλά τούτα τα σκουπίδια είναι αέρας και χάνεται, του είπε η φίλη του. Η χυδαιότητά τους απλώς θυμίζει όλο και περισσότερο στους ανθρώπους το ποιοι πραγματικά είναι οι δραγουμάνοι της ζωής τους. Φεύγουν και τα τελευταία ίχνη τής όποιας αξιοπιστίας είχαν. Και τώρα προβάλλουν ως αυτοί που πραγματικά είναι. Κατά έναν τρόπο, η ιστορία της φαιδρής αποστασίας είναι το τέλος των ψευδαισθήσεων μιας εποχής. Μιας εποχής που οι εξουσιαστές ένοιωθαν απρόσβλητοι και αήττητοι. Τώρα ο φόβος έχει αλλάξει στρατόπεδο. Αυτοί φοβούνται, και κάνουν ό,τι μπορούν για να δείξουν τον φόβο τους. Δεν τον κρύβουν πια. Όσο επικίνδυνοι κι αν γίνουν, γιατί θα ακολουθήσουν και άλλα χειρότερα, ξέρουν στο τέλος ότι θα σαρωθούν. Δεν έχουν ελπίδα καμία πια, ό,τι και να κάνουν. Απλώς θα τους γράψει η ιστορία όχι με μαύρα γράμματα αλλά με εκείνα τα φαιά, για να δείχνουν εσαεί στους ανθρώπους το ποιοι στην ουσία ήταν. Αυτά του έλεγε η αγαπημένη φίλη του και χάιδευε το γυμνό

στήθος με τρόπο ιδιαίτερα αισθησιακό. Η ωραιότερη αποστασία, του είπε, είναι η αποστασία του σώματος. Αλλά γι’ αυτήν την αποστασία οι εξουσιαστές δεν μπορούν να καταλάβουν τίποτε. Η αποστασία του σώματος από τα θέσμια είναι η ελευθερία, αλλά εσύ είσαι ασκητής και δεν ξέρεις πια, δεν θυμάσαι τίποτε γι’ αυτήν την αποστασία. Μην λερώνεις λοιπόν την σκέψη σου με τις κατηγορίες για αποστασία που εκτοξεύουν αυτοί που δεν ένιωσαν ποτέ καιόμενοι από πάθος ζωής. Ο ασκητής χαμογέλασε. Εκείνη είχε πάντα τον τρόπο να κανονίζει τα πράγματα και τις σκέψεις. Ήταν ένα από τα στοιχεία που θαύμαζε επάνω της. Κατά βάθος, κι εκείνος ήξερε πως οι εξουσιαστές μόνο χυδαιότητα μπορούσαν να γεννήσουν. Αλλά μια χυδαιότητα πια που δεν τους έδινε καμία βεβαιότητα για το αύριο τους. Η μάλλον μια βεβαιότητα τους έδινε, αυτή του πιο γρήγορου τέλους τους. Ενός τέλους που γινόταν όλο και πιο οδυνηρό γι’ αυτούς. Ο «κοσμάκης», όπως περιφρονητικά αποκάλεσε τον λαό ο πρωθυπουργός τους, ήταν πια ώριμος και έτοιμος για την μεγάλη ανατροπή. Μια ανατροπή που όσο περνά ο καιρός θα είναι ακόμη πιο βροντώδης. Και η ύβρις θα πληρωθεί. Ο ασκητής πήρε από το χέρι την αγαπημένη του φίλη και προχώρησαν κατά την πόλη. ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΣΑΚΕΛΛΙΩΝ


Η ΑΥΓΗ • 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΧΡΗΣΤΟΣ ΣΑΜΟΥΗΛΙΔΗΣ, Άπαντα τα ποιήματα (1944-1974), εκδόσεις Παρασκήνιο, σελ. 240 Το σκοτάδι έσταζε την πίκρα της διαθήκης

ΣΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Σήματα λυγρά

Ένας ακόμα ποιητής αντιπροσωπευτικός του μεταπολεμικού άγους, το οποίο στοίχειωσε τη ζωή, τα όνειρα, τις ευαισθησίες των νέων της εποχής που συνέδεσαν την πορεία τους με τις αγωνίες της αριστεράς. Η ποίησή του, ως δείγΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

μα ασφαλές, μας δίνει το έναυσμα για κάποιες σκέψεις και επισημάνσεις. Κατ’ αρχήν, η θεματική των ποιημάτων. Αυτά της δεκαετίας του 1940, ήδη από τον τίτλο τους, περιγράφουν τη βίωση της εποχής: «Η φωτιά», «Ξύπνημα», «Γιατί», «Διχόνοια», «Ανάκριση», «Κελί 12». Τα χρόνια τα φυλακισμένα Όλα χαρακτηρίζονται από μια λυρική διάθεση που διέπεται από τις επιβιώσεις του μεσοπολεμικού συμβολισμού, αφού ο μοντερνισμός δεν είναι αυτονόητος, ή μάλλον φαντάζει απόμακρος, για όλους σχεδόν τους αριστερούς μεταπολεμικούς ποιητές, με εξαίρεση βέβαια τη φόρμα του ελεύθερου στίχου που την υιοθέτησαν ασμένως. Όχι βέβαια σαν μια αισθητική τομή, αλλά σαν έναν πιο άμεσο τρόπο απεύθυνσης στους ομηλίκους συνοδοιπόρους τους. Γιατί η συνομιλητικότητα είναι που σφραγίζει αυτή την ποίηση, βεβαίως και του Σαμουηλίδη. Ακόμα κι όταν το ποίημα είναι πρωτοπρόσωπο, με τον ποιητή/χαρακτήρα σε πρώτο πλάνο, πάλι για λογαριασμό όλων, δηλαδή της γενιάς του, εκφέρεται ο λόγος, συνοψίζοντας τα πάθη και διαλεγόμενος με όσους συμπάσχουν τον ίδιο πόνο. Όταν στη διασταύρωση της μοίρας μας... Ανάλογο, δηλαδή οικείο, είναι και το λεκτικό υλικό, αφού στόχος είναι τα ποιήματα να «κουβεντιάσουν» την καθημερινότητα, να ανασυνθέσουν τη συντροφικότητα, τώρα με φορά μινιμαλιστική, πιο προσωπική, πιο ανθρώπινη, έναντι των «μεγάλων οραμάτων». Χρησιμοποιείται δε ακόμα και το πρόσχημα της ερωτικής απεύθυνσης, όμως με στόχευση γενικευτική:

39

5

Sam Durant, La Plus Belle Sculpture, σπρέι σε καθρέφτη και κοντραπλακέ, 2007

πο με τον οποίο οι ποιητές βίωναν τη γλώσσα, μάλλον αγνοείται, ή έστω απωθείται, σχεδόν απ’ όλους τους μεταπολεμικούς πολιτικούς («κοινωνικούς») ποιητές??? κι ας έχουν υπάρξει, ήδη μέσα στην Κατοχή, δύο κορυφαία έργα, με τις ίδιες ανησυχίες ή δεσμεύσεις, που αντιμετωπίζουν συνεκτικά και ουσιαστικά το αισθητικό αιτούμενο της μετάβασης στη μεταπολεμική εποχή: η Αμοργός του Νίκου Γκάτσου και ο Μπολιβάρ του Νίκου Εγγονόπουλου. Αντίθετα, στους μεταπολεμικούς ποιητές η ύπαιθρος χώρα έχει τη θέση της νοσταλγικής αφετηρίας, η ιστορία περιορίζεται στο βίωμα της δεκαετίας του ‘40, και από εκεί επιχειρείται να δοθεί η γενίκευση, ως μια κίνηση εμβάθυνσης, η οποία βέβαια απέδωσε σημαντικά αποτελέσματα μόνο στη μικρή περιοχή της ποίησης της ήττας. Σήμερα, αναπόφευκτα, είναι η ώρα των απολογισμών. Οι ποιητές που για διάφορους λόγους ξεχώρισαν έχουν την ίδια μοίρα με όσους διακριτικά έμειναν στο ημίφως. Η κρίση επί του έργου τους τώρα είναι αποκλειστικά ποιητική. Μάλιστα, παρά τις έκδηλες αναλογίες, η σημερινή εποχή δεν δείχνει να αναγνωρίζει σημεία αναφοράς της στη μεταπολεμική πολιτική ποίηση. Γιατί αυτό που απομένει απ’ την ποίηση είναι πρώτα απ’ όλα η μορφή της, και ό,τι άλλο ξεχωριστό κομίζει εις τέχνην. Μόνο η εξαίρεση έχει ελπίδες να περιληφθεί στον κανόνα. Τώρα, κατά τη γνώμη μου, ως τα πιο ενδιαφέροντα, δηλαδή ιδιότυπα ποιήματα του Χρήστου Σαμουηλίδη, αναδύονται τα σατιρικά του. Γιατί η σάτιρα ήταν η μόνη διέξοδος για τους μεταπολεμικούς πολιτικούς ποιητές, αν άντεχαν να ακολουθήσουν στις αναπόφευκτες συνέπειές του το δρόμο του Καρυωτάκη που αρχικά πορεύθηκαν και δεν ξεπέζευαν σύντομα στη σκιά του Σεφέρη. Αν άντεχαν να περάσουν από τον μαρτυριολογικό θρήνο και την υπαρξιακή ελεγεία στην κοινωνική κριτική. ΕΙΣ ΔΕΣΠΟΣΥΝΗΝ Αλά Καρυωτάκη

Μέσα στην επαιτεία τραγουδούσαμε θριάμβους Και μες στη φλόγα του θριάμβου σβήναμε Η εικονοποιία ορίζεται από δύο σταθερές: τον συμβολισμό και το κοσμοείδωλο της υπαίθριας χώρας. Η κοσμογονία των κινημάτων του μοντερνισμού, που άλλαξε ολοσχερώς τον τρόπο που οι άνθρωποι έβλεπαν τον κόσμο και τη ζωή, τον τρό-

Λικνίζοντας δεξά-ζερβά το άδειο σου κεφάλι στις λεωφόρους να βαδίσεις και τα κυματιστά σου κάλλη σφίξε τα όσο φτάνει, στο κολλητό φουστάνι.

Οι πολιτικοί πρόσφυγες και οι διαδρομές τους ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΤΣΕΚΟΥ, Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989, εκδόσεις Αλεξάνδρεια, σελ. 216 Ο αποκλεισμός του «λαού της Αριστεράς», η στρατηγική που εφάρμοσε το μετεμφυλιακό κράτος έκτακτης ανάγκης, εκφράστηκε στο εσωτερικό της χώρας με μέτρα που κλιμακώνονταν από τα πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων μέχρι τον ε-

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ

γκλεισμό και τις εξορίες. Για ένα τμήμα αυτού του «λαού», όμως, ο αποκλεισμός υπήρξε απόλυτος, καθώς πήρε τον χαρακτήρα της πλήρους αποκοπής από το σώμα της χώρας: Μετά τη στρατιωτική τους ήττα στο Γράμμο, οι δυνάμεις του ΔΣΕ και τα πολιτικά στελέχη του ΚΚΕ, μαζί με έναν μεγάλο αριθμό αμάχων, είδαν τα σύνορα να κλείνουν ερμητικά πίσω τους. Για όλους αυτούς, στις 29 Αυγούστου 1949 ξεκινούσε μια τριαντάχρονη περιπέτεια πολλαπλών αποκλεισμών... Αυτήν την πολιτική αλλά κυρίως κοινωνι-

κή και προσωπική περιπέτεια αποτυπώνει η ιστορικός Κατερίνα Τσέκου στη μελέτη της Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Ανατολική Ευρώπη, 1945-1989, που κυκλοφορεί στη σειρά «Θέματα Ιστορίας» των εκδόσεων Αλεξάνδρεια. Η συγγραφέας επιχειρεί να χαρτογραφήσει, αρχικά, την πορεία αλλά και τις χρονικές φάσεις των μεταναστευτικών ρευμάτων προς τους βόρειους γείτονες, καθώς η αναζήτηση ασφάλειας έξω από το ελληνικό έδαφος ξεκινά ήδη από το 1944, με το πέρασμα σλαβομακεδονικών πληθυσμών προς τη Γιουγκοσλαβία, για να ενταθεί στη συνέχεια μετά τα Δεκεμβριανά και την περίοδο της «λευκής τρομοκρατίας», με την ίδρυση του στρατοπέδου του Μπούλκες στη Βοϊβοντίνα το 1945. Παράλληλα, εξετάζει την κινητοποίηση του μηχανισμού των Λαϊκών Δημοκρατιών για την υποδοχή, την κατανομή και περίθαλψή τους, αλλά και το δυσεπίλυτο ζήτημα του συνολικού αριθμού των προσφύγων: σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην 3η Συνδιάσκεψη του ΚΚΕ, ανέρχονταν σε 55.881, χωρίς να συνυπολογίζεται ένας μεγάλος αριθμός που αναζήτησε καταφύγιο στη Γιουγκοσλαβία. Άλλοι υπολογισμοί όμως ανεβάζουν τον αριθμό αυτό στις

130.000. Στη συνέχεια η ιστορικός μελετά τις σχέσεις των προσφύγων με το ΚΚΕ, όπου, πέρα των μηχανισμών ελέγχου/ενσωμάτωσης εξετάζει και τη μοίρα όσων, στις διαδοχικές διασπάσεις του (1956, 1968) βρέθηκαν στη «λάθος πλευρά», με συνέπεια την καταδίωξή τους τόσο από το κόμμα και τον εκάστοτε κρατικό μηχανισμό. Η ενσωμάτω��η στις κοινωνίες των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης αποτελεί μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή της μελέτης, καθώς ένας κατά βάση αγροτικός πληθυσμός μετατράπηκε σταδιακά, στο πλαίσιο περισσότερο εξελιγμένων, βιομηχανικών κοινωνιών, σε ειδικευμένο εργατικό δυναμικό και επωφελήθηκε, όσοι βεβαίως δεν βρέθηκαν κάποια στιγμή στην πλευρά των διαφωνούντων, από το ιδιότυπο κοινωνικό κράτος των ανατολικών χωρών. Τέλος, η συγγραφέας παρουσιάζει την τύχη συγκεκριμένων κατηγοριών, όπως τα παιδιά, οι Σλαβομακεδόνες και οι αιχμάλωτοι του ΔΣΕ, ενώ η μελέτη ολοκληρώνεται με το ζήτημα του επαναπατρισμού, που οδήγησε τους περισσότερους σε μια νέα, διπλή ξενιτιά, μακριά από τη χώρα που έζησαν αλλά και από την φανταστική εκείνη Ελλάδα που δια-

μόρφωνε η «πατριωτική αγωγή» που καλλιεργούσε στην εξορία το ΚΚΕ. Μολονότι για τον επαναπατρισμό των πολιτικών προσφύγων ορόσημα θεωρούνται ο νόμος για την αναγνώριση της «Εθνικής Αντίστασης» το 1982, στην πραγματικότητα ο μεγάλος όγκος επαναπατρίστηκε στο διάστημα 1975-1981 (συνολικά 19.611 άτομα). Μετά το 1989 και την ψήφιση του νόμου για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου, οι μόνοι που συνέχισαν να τις υφίστανται ήσαν όσοι δήλωσαν εθνικά Μακεδόνες καταφεύγοντας στην τότε Σ.Δ. Μακεδονίας. Η Κατερίνα Τσέκου, που έχει ήδη ασχοληθεί εξαντλητικά με του πολιτικούς πρόσφυγες στη Βουλγαρία στο έργο της Προσωρινώς διαμένοντες... (Επίκεντρο, 2010), εδώ παρουσιάζει την εξέλιξη και αξιοποιεί τα πορίσματα της σύγχρονης ιστοριογραφίας, προσφέροντας μια ευσύνοπτη και περιεκτική επισκόπηση της εμπειρίας της πολιτικής προσφυγιάς, που απευθύνεται τόσο στους ειδικευμένους μελετητές όσο και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.

Ο Σπύρος Κακουριώτης είναι δημοσιογράφος


40

Η ΑΥΓΗ • 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

6

Η κάτω όψη της κρίσης

Από τη δράση του Δικτύου Νομαδικής Αρχιτεκτονικής, Μας έδιωξαν από δω. Περπατώντας στις διαδρομές των εκτοπισμένων: Μικροί σπόροι

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΟΥΛΗΣ, Φόρο στους ρακοσυλλέκτες! Κείμενα για την κρίση, εικονογράφηση Soloúp, εκδόσεις ThePressProject, σελ. 176 Ένα βιβλίο με τον παράδοξο τίτλο «Φόρο στους ρακοσυλλέκτες!». Ένας πρώτος καλός λόγος για να το διαβάσεις. Συγγραφέας του ο Κωνσταντίνος Πουλής, ένας στιβαρός αρθρογράφος. Εκδότης του το ThePressProject στην πρώτη του εκδοτική απόπειρα. Το βιβλίο περιλαμβάνει 39 επιφυλλίδες δημοσιευμένες στο εναλλακτικό ενημερωτικό portal ThePressProject, από τις 7 Ιουνίου του 2011 έως τις 9 Ιουλίου 2012. Ένα κρίσιμο χρονικό διάστημα το οποίο αρχίζει με τους πρώτους ισχυρούς κραδασμούς στη μνημονιακή κυβέρνηση Παπανδρέου και κλείνει με την εγκαθίδρυση της τρικομματικής κυβέρνησης Σαμαρά. Μια πυκνή πολιτικά περίοδος, που συμπυκνώνει την ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΣΔΑΓΛΗ

έξαρση της οικονομικής κρίσης, τις πλατείες, τη ριζική μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών με αύξηση της επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά βέβαια και με την ανάδυση του φαινομένου της Χρυσής Αυγής. Στο βιβλίο συμπεριλαμβάνονται μια ραδιοφωνική συζήτηση με το επίκαιρο θέμα της ανόδου του νεοναζισμού, καθώς και 19 γελοιογραφίες του σκιτσογράφου Soloup. Έχει νόημα να ξαναδιανέμεις με τη μορφή βιβλίου κείμενα που γράφτηκαν για διαδικτυακή ανάγνωση; Η άποψή μου είναι πως στη συγκεκριμένη περίπτωση το πείραμα δικαιώνεται. Πρόκειται για διαφορετική εμπειρία ανάγνωσης. Εδώ δεν κρίνεται πλέον το αν ο συγγραφέας άδραξε την επικαιρότητα. Κρίνονται η ενότητα του ύφους και η συνέχεια του στοχασμού. Ο Κωνσταντίνος Πουλής διαθέτει στέρεα κριτική σκέψη, που βασίζεται στην καλή παρατήρηση του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι. Η παρατήρησή του είναι καίρια, γιατί δεν γίνεται από καθέδρας, είναι άμεσα συνδυασμένη με τη συμμετοχή. Την ίδια ώρα όμως που δρα, σκέφτεται και αναμηρυκάζει διαβάσματά του που έχει τον τρόπο να τα εισάγει στα κείμενα όχι ως τσιτάτα αλλά ως βιωμένη γνώση. Τα αποσπάσματα που χρησιμοποιεί μοιάζει να εκβάλλουν αβίαστα από τη σκέψη του, είναι συγκοινωνούντα δοχεία μ’ αυτήν και δεν προκύπτουν εκβιαστικά, ως στείρα υποχρέωση τεκμηρίωσης. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο είναι η ιδιαιτερότητα της σκέψης του Κωνσταντίνου Πουλή, ένας δικός του τρόπος ανάγνωσης των πραγμάτων, που εκδηλώνεται με μικρές λαμπερές παρεκβάσεις και υποδηλώνει ότι στο μυαλό του υφίσταται ένα αυτόνομο σύμπαν, ένας κώδικας αρχών που μπορεί να ερμηνεύει ετερόκλητα πράγματα. Ο Πουλής είναι αριστερός, αλλά με έναν τρόπο που απέχει σημαντικά από τον ζυγισμένο και στοιχημένο τρόπο με τον οποίο πολλοί αριστεροί εκφράζουμε δημόσια τις πεποιθήσεις μας. Η ματιά του χαρακτηρίζεται από αμφιθυμία και από μιαν απόσταση, χωρίς να στερείται ενεργητικότητας και συνευθύνης. Στη σελίδα 26 του βιβλίου ο συγγραφέας πραγματοποιεί ένα μεγάλο άλμα πάνω από τις τρέχουσες συγκρούσεις και διαφωνίες, για να προχωρήσει σε μια ενδιαφέρουσα αναφορά η οποία ανάγεται σε επίπεδο τριακονταετίας: «Η πρώτη και μεγαλύτερη ήττα της Αριστεράς, πριν από τα ανεξήγητα μικρά ποσοστά στις εκλογές και τις δημοσκοπήσεις, είναι πως στις συνθήκες της μαζικής δημοκρατίας εξακολουθούν να υπάρχουν φτωχοί, αλλά αυτοί οι φτωχοί δεν θεωρούνται πια αθώα θύματα του συστήματος. Θεωρούνται ‘λούζερ’, πατημένες τσίχλες». Η Αριστερά του Πουλή είναι μια Αριστερά ευρύχωρη, που δεν υπάρχει για τον εαυτό της αλλά για να γίνει ο καταλύτης ευρύτερων διεργασιών μέσα στις οποίες η ίδια θα γονιμοποιεί εκ νέου διεργασίες. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη σελίδα 89: «Όσοι έμαθαν να μιλούν με περιφρόνηση για τον βολεμένο μικροαστό που μέχρι χθες ψήφιζε ΠΑΣΟΚ και τον λοιδορούν που αποφάσισε να κατέβει σε πορεί-

ες τώρα που έχασε τα προνόμιά του, θα πρέπει να σεβαστούν ότι πραγματική κοινωνική αλλαγή μπορεί να συμβεί ακριβώς όταν εξεγείρονται οι μέχρι χθες ανυποψίαστοι». Μια άλλη αρετή του βιβλίου είναι το χιούμορ: Στη σελίδα 15, ανάμεσα σε πολύ σοβαρές σκέψεις, το κείμενο εκτρέπεται σε άλλη κατεύθυνση: «Σοφοί επικοινωνιολόγοι έχουν προφανώς συμβουλέψει τους πολιτικούς μας πως δεν πρέπει να εμφανίζονται ανάλγητοι. Πρέπει να παίρνουν ανάλγητα μέτρα, αλλά ‘με πόνο ψυχής’». Σελίδα 80: «Παρατηρούσα μια φορά έναν καλοντυμένο τριανταπεντάρη που οδηγούσε μια ανοιχτή BMW και κρατούσε στο χέρι του ένα μπαλάκι αντιστρές. Με πόση ψυχοθεραπεία θα την ξεπληρώσει αυτή την ΒMW;». Σελίδα 117: «Ο Βενιζέλος μπορεί να είναι άσωτος, αλλά δεν είναι γιος μου, είναι πολιτικός που διεκδικεί την ψήφο μου. Ζητώ λοιπόν να πάψει να καπηλεύεται τα ηθικά μου αισθήματα». Υπάρχουν ορισμένα θέματα στα οποία ο Πουλής επανέρχεται τακτικά. Το πρώτο είναι ότι μοιάζει πεπεισμένος πως η εξέγερση και η ανατροπή δεν πρόκειται να προέλθουν ως αποτελέσματα νοητικής διεργασίας, δεν θα προκύψουν ως ιστορική πολυτέλεια ή ως εφαρμογή ενός προκαθορισμένου πολιτικού προγράμματος, αλλά ως αδήριτη ανάγκη κοινωνικών στρωμάτων που δεν θα έχουν άλλες επιλογές. Το δεύτερο έχει να κάνει με την ευθύνη των πολιτών («Για δύο πράγματα δεν έπαψε ποτέ να αυξάνει ο θαυμασμός μου: για τον έναστρο ουρανό και για το πόσο μωρόπιστοι είναι οι ψηφοφόροι»). Άλλα σημεία-κλειδιά είναι η αναξιοπιστία της εξουσίας, ο ρατσισμός ως διάχυτο κοινωνικό φαινόμενο, η κρυφή γοητεία του νεοναζισμού. Και βέβαια, το θέμα που στοιχειώνει θα έλεγα τη σκέψη του Κωνσταντίνου Πουλή, είναι το πρόβλημα της βίας. Ένα πρόβλημα πάντως στο οποίο παρουσιάζεται αμφίθυμος και συνεχώς αντιφατικός, η μόνη ρωγμή στο σφιχτοδεμένο σύμπαν των ιδεών του. Αυτό που θα ‘θελα τελικά να κρατήσουμε από το βιβλίο είναι ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από τη σελίδα 67: «Μόνο δυο πράγματα νομίζω θα μας κρατήσουν όρθιους. Το πρώτο είναι να γευόμαστε ακόμα τις χαρές που προσφέρει η συλλογικότητα που πάλλεται σε δρόμους και πλατείες και κάνει τη φωνή των αδυνάτων να ακούγεται, όσο εύθραυστη κι αν είναι αυτή η φωνή. Να την ενισχύσουμε όσο μπορούμε, για

να διεκδικήσει -και μαζί να μεταμορφώσει- τους ανθρώπους που συμμετέχουν. Το δεύτερο είναι να καταφέρουμε εμείς να μη γίνουμε σαν την εποχή μας, σκληροί και άσπλαχνοι, λύκοι. Γιατί, στο τέλος, τι απομένει; Να απαντήσουμε όχι μόνο τι καταφέραμε, αλλά και τι άνθρωποι γίναμε, μέσα σ’ όλ’ αυτά».

Ο Χριστόφορος Κάσδαγλης είναι συγγραφέας και δημοσιογράφος

ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΤΩΡΑ ΓΡΑΦΟΝΤΑΙ

Λαϊκή γειτονιά Το αίμα ανέβηκε στους τοίχους όπως η υγρασία. Απλώθηκε στα εικονίσματα που δεν υπάρχουν οφθαλμός ψυχής δεν υπάρχει. Πιτσίλισε και έσβησε το καντήλι που δεν υπάρχει λύπη ζωής δεν υπάρχει. Απλώθηκε και έβαψε τους μαιάνδρους. Το παρελθόν δεν υπάρχει. Τις απαράκλητες νύχτες που ξεκουράζεται ο αυχένας το αίμα έσταζε από την οροφή στο στήθος της μητέρας. Πικρές μνήμες της ξένης κατοχής Ζωντανοί εφιάλτες του εμφυλίου σπαραγμού. Ο θυμός σαν φλόγα έκαμε αποικία. Πυκτεύει ο χθόνιος δαίμων με σημαίες λοστούς και μαχαίρια. Ορατός ο λοιμός Τα συσσίτια μοιράζονται φανερά Οι φόνοι εκτελούνται στα σκοτεινά. Γιώργος Στενός


Η ΑΥΓΗ • 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ, Παράπλευρες καθημερινές απώλειες. Μικρά κείμενα, Εκδόσεις των Συναδέλφων, σελ. 72

7

Οι άνθρωποι

Σπεύδω να διευκρινίσω ότι δεν είμαι κριτικός λογοτεχνίας -ούτε με τη στενή ούτε με την ευρεία έννοια- οπότε η παρέμβασή μου θα περιοριστεί σε ορισμένες σκέψεις που μου προκάλεσαν αυτά τα εξαιρετικά «μικρά κείμενα» και ίσως σε ορισμένες διαπιστώσεις και εκτιμήσεις γύρω από τα μικρά κείμενα του Π.Κ. και την απήχησή τους. Περνώντας τώρα στο βιβλίο θα ήθελα να σταθώ στα πρώτα μικρά κείμενα, αρκετά από αυτά «ποιητικότροπα», όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας τους, τα οποία κατά τη γνώμη μου είναι δείγματα εξαιρετικής ποιητικής δημιουργίας, έστω και αν δεν παρουσιάζονται με τη γνωστή ποιητική φόρμα. Έρωτας, απώλεια, συμφιλίωση με τον θάνατο, αυτοσαρκασμός, γλυκιά νοσταλγία, συνειδητοποίηση της ματαιότητας, αυτή η πρώτη ενότητα αναδεικνύει μια τρυφερή ματιά στο παΤΟΥ ΝΙΚΟΛΑ ΒΟΥΛΕΛΗ

ρελθόν, αλλά ταυτόχρονα μας ξαφνιάζει με ένα απότομο πέρασμα από το προσωπικό, από το ιδιωτικό στο δημόσιο, στο ευρύτερο. Λαθρομετανάστης ήμουν κι εγώ στη ζωή μου, χωρίς χαρτιά και άδεια παραμονής. Και στην πρώτη σκούπα με απέλασες. Και μου έρχεται να χωθώ σε αυτό το πολύχρωμο πλήθος και να τους πω «Πάρτε με μαζί σας. Είμαι δικός σας». Στους «ξεχασμένους», τη δεύτερη ενότητα, ο Π.Κ. αγγίζει τα βαθιά τραύματα της πρόσφατης ιστορίας μας. Η προσφορά, η θυσία, η λήθη, αυτοί που γράφουν ιστορία, οι άγνωστοι, χωρίς καμιά αναγνώριση, ή με αναγνώριση στο χαρτί. Εδώ είναι αμείλικτη η κριτική σε αυτούς που αδικούν στο όνομα του σωστού, της τάξης και του νόμου. Δεν ζητάς δικαιοσύνη από αυτούς, γράφει ο Π.Κ. Στην ενότητα αυτή υπάρχουν μερικά συγκλονιστικά μικρά κείμενα, όπως «Οι εκτελεσμένοι» και «Τα βήματα των εκτελεσμένων». Ο συγγραφέας δεν θεωρεί μάταιο τον αγώνα τους - κάθε άλλο. Στο σημείο αυτό θέλω να παρεμβάλω μια προσωπική παρατήρηση. Συμμερίζομαι απολύτως τη θέση του ότι οι εκτελεσμένοι πίστεψαν σε ορισμένες ιδέες και γι’ αυτό θυσιάστηκαν. Αυτό το κομμάτι της γενιάς -της σπουδαίας γενιάς- που λείπει από τη σύγχρονη ελληνική ιστορία, αυτοί που χάθηκαν μαζικά από το 1940 ως το 1955 στον ανθό της νιότης τους, αναπληρώθηκαν αργότερα απ’ ό,τι ...απέμεινε -το λέω σχηματικά- με σοβαρές συνέπειες στη σύγχρονη νεοελληνική ιστορία μας. Ο συγγραφέας δίνει με λιτό τρόπο το μεγαλείο των απλών ανθρώπων που ξεπερνούν τον εαυτό τους όταν κάτι σημαντικό συμβαίνει γύρω τους. Εμείς οι εκτελεσμένοι δεν ξεκινήσαμε τυχαία, γράφει. Αυτό που θέλαμε ξεπερνούσε τη θνητή ζωή μας. Και αποφασίσαμε να την ορίσουμε μέχρι το τέλος. Τι θα μπορούσαν να μας κάνουν; Μια ζωή μονάχα θα μας έπαιρναν. Είχαμε ζήσει χίλιες... Η κριτική ματιά απλώνεται ευρύτερα στην επόμενη ενότητα, «Οι άνθρωποι». Εδώ ο συγγραφέας δεν χαρίζεται σε κανέναν, ούτε στην Αριστερά, ούτε στους αριστερούς, και αυτούς που προτίμησαν τα κόμματα εξου-

Από τη δράση των FYTA Bianella

σίας και αυτούς που «έμειναν σταθεροί στις ιδέες τους». Κάποιος τρόπος, ένα ύφος, μερικές λέξεις θυμίζουν Καβάφη, ή Καρυωτάκη, ίσως και τους νεότερους που αποκλήθηκαν, λαθεμένα κατά τη γνώμη μου, «ποιητές της ήττας», δηλ. Πατρίκιο, Αναγνωστάκη, Κουλουφάκο. Ο Π. Κοροβέσης εκθέτει εδώ μια ευρύτατη κλίμακα, ένα μεγάλο φάσμα περιπτώσεων που του δίνουν την ευκαιρία να βυθίσει βαθιά το νυστέρι της κριτικής, της αυτοκριτικής, της ειρωνείας και του σαρκασμού. Τι άλλο μπορούμε να κάνουμε; Και οι αριστεροί άνθρωποι είναι. Όπως οι άλλοι. Στόχος του η αλλοτρίωση, η αποξένωση, η παραίτηση, η υποκρισία, η αποχαύνωση από την τηλεόραση. Αποκορύφωμα «Ο γείτονας», που συνοψίζει μέσα σε οκτώ αράδες ένα τεράστιο κομμάτι της καθημερινής μας ζωής στις πολυκατοικίες μιας άξενης, μιας αφιλόξενης πόλης. Θα μπορούσε να είναι ένα μεγάλο διήγημα ή ένα μυθιστόρημα. Με τον γείτονα τα πάω καλά στην επιθετική εποχή που ζούμε. Ακούω το καζανάκι του και αυτός το δικό μου. Με ξυπνάει με το ροχαλητό του, όπως τον ξυπνάω κι εγώ με το δικό μου. Ακούω τα κλειδιά του όταν ανοίγει την πόρτα του και αυτός τα δικά μου. Χαιρετιζόμαστε ευγενικά όταν βρεθούμε μπροστά στο θυρωρείο κατεβάζοντας τα σκουπίδια. Καμιά φορά συναντιόμαστε στο σούπερ μάρκετ της γειτονιάς ψάχνοντας με φανατισμό τις προσφορές. «Ακρίβεια, ε;» μου λέει. Και του απαντώ. «Ναι, μεγάλη ακρίβεια» και συμφωνούμε με την πρώτη. Ίσως πρέπει να κάνω μια ιδιαίτερη αναφορά στα ιστορικά μικρά κείμενα του Περικλή που καλύπτουν το μεγαλύτερο τμήμα από τις υπόλοιπες ενότητες. Ο ίδιος εξηγεί στον πρόλογό του πώς προέκυψαν μέσα από τα διαβάσματά του και κυρίως μέσα από την ανάγκη ενημέρωσής του, για να γράφει

στην Ελευθεροτυπία και την Εποχή. Εδώ έχουμε έναν συνδυασμό ιστορικών στοιχείων με εύστοχες παρατηρήσεις και συμπεράσματα που διανθίζουν τις ιστορίες του Περικλή με παραδείγματα από τη διεθνή πραγματικότητα. Γίνεται έτσι ένας «παραμυθάς» όπως λέγανε τον παλιό καλό καιρό, αλλά με αληθινές ιστορίες ή μάλλον ένας ιστορικο-φιλόσοφος -όπως λέγαμε ιατροφιλόσοφος- που στοχάζεται για τον κόσμο, χωρίς να περιορίζεται στον στενό, τοπικό ορίζοντά του, αλλά διευρύνοντας τη ματιά του σε ολόκληρο τον πλανήτη. Διαβάζοντας τις Παράπλευρες καθημερινές απώλειες προσπαθούσα να συγκεντρώσω τους λόγους για τους οποίους μου άρεσαν αυτά τα μικρά κείμενα, με συγκινούσαν, μου θύμιζαν δικές μου στιγμές, εμπειρίες, αλλά κυρίως ταυτίζονταν με δικές μου διαπιστώσεις, απόψεις - και πιστεύω και πολλών άλλων ανθρώπων, ίσως όχι μόνο της γενιάς μας. Κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ο Π.Κ. συμπυκνώνει στα κείμενά του -τολμώ να πω όχι μόνο σ’ αυτά- με τρόπο δημιουργικό, με τέχνη δηλαδή, ιδέες, απόψεις και αντιλήψεις με τις οποίες νιώθει οικείος, αν όχι ταυτίζεται, ένας ολόκληρος κόσμος. Της Αριστεράς, αλλά και ευρύτερα. Θα εξηγήσω τη σκέψη μου με δυο λόγια. Ο κόσμος της Αριστεράς, οι προοδευτικοί άνθρωποι σε αυτόν τον τόπο, έχουν ζήσει πολλά, έχουν περάσει πολλά, έχουν διαψευστεί πολλές φορές, ανεξάρτητα από το πού βρίσκονται σήμερα, τι πιστεύουν ή τι ψηφίζουν. Μέσα απ’ αυτές τις συγκλονιστικές εμπειρίες: πόλεμο, κατοχή, Δεκέμβρη, εμφύλιο, φυλακές, εξορίες, εκτελέσεις, τρομοκρατία, ημιπαρανομία, νομιμότητα, δημοκρατική διεκδίκηση και επιτυχία, κινήματα 114 και 15% , Κυπριακό, Ιουλιανά, δικτατορία, ξανά

41

παρανομία, φυλακές, εξορίες, διάσπαση, μεταπολίτευση, δημοκρατία, νομιμοποίηση, διεκδικήσεις, κινήματα, δεξιά, ΠΑΣΟΚοκρατία, κρίση, μνημόνια - μέσα από αυτές, λοιπόν, τις εμπειρίες κάποιοι έμειναν αμετακίνητοι στο δόγμα τους, κάποιοι μετακόμισαν αλλού, κάπου κοντά ή στην άλλη άκρη, κάποιοι συνέχισαν τα ίδια με άλλα λάβαρα, κάποιοι πήγαν τελείως σπίτι τους. Κάποιοι άλλοι, όμως, έμειναν ξύπνιοι, όρθιοι, σε εγρήγορση, σκέφτηκαν, προβληματίστηκαν, ανανέωσαν το θεωρητικό οπλοστάσιό τους, λειτούργησαν ως ενήμεροι και συνειδητοί πολίτες, κατά καιρούς εντάχθηκαν, έδρασαν ή αποσύρθηκαν χωρίς να αποστρατευτούν και κυρίως δεν αρνήθηκαν ιδέες, αξίες και οράματα, ελπίζοντας ίσως ότι αλλάζοντας οι συνθήκες μπορεί να αναδειχθούν νέα υποκείμενα, νέες μορφές, νέοι άνθρωποι, νέα σχήματα. Αυτός ο κόσμος συνήθως δεν έχει αυταπάτες, δεν παραμυθιάζεται, έχει αρκετή πείρα, έχει ωριμάσει, θέλει να λέει και να ακούει τα πράγματα με το όνομά τους. Αυτοί οι άνθρωποι δεν μιλούν με ξύλινη γλώσσα, είναι ανεξάρτητα μυαλά, νιώθουν σε μεγάλο βαθμό αδέσμευτοι, έστω κι αν συμμετέχουν μερικές φορές στα κοινά, έχουν μυαλά ανοιχτά στους ορίζοντες, είναι ό,τι πιο προοδευτικό υπάρχει σήμερα στην κοινωνία μας. Και αυτοί οι άνθρωποι νιώθουν να τους εκφράζουν οι θέσεις, οι απόψεις, οι διαπιστώσεις, τα ερωτήματα που περιλαμβάνονται στο νέο βιβλίο του Π. Κοροβέση. Η πικρή ειρωνεία και ο σαρκασμός δεν μπορούν να συγκαλύψουν τη βαθιά ανθρώπινη φωνή, την ειλικρίνεια και την αλήθεια που αναδύονται από κείμενα όπως «Ο κυρίαρχος λαός». Κάποιοι από τα μπουντρούμια της χούντας βγήκαν σακατεμένοι και έμειναν ανάπηροι για όλη τους τη ζωή. Κανείς δεν τους φρόντισε. Ακόμα και αυτοί που ευεργετήθηκαν από τη σιωπή τους και σήμερα κυβερνούν. Και αποσύρθηκαν στην αξιοπρέπειά τους. Μερικοί κράτησαν ακόμα τις επικίνδυνες ιδέες τους, για τις οποίες κυνηγήθηκαν ανελέητα. Τώρα δεν τις προσέχει κανείς, το ασήμαντο κυριαρχεί και κυβερνάει. Και είναι αποκλεισμένοι από παντού. Η δημοκρατία σήμερα είναι τέχνη για ειδικούς που ξέρουν να προστάζουν. Κυρίαρχος λαός είναι αυτοί που ψήφισες. Και αν κατέβεις στους δρόμους, δεν είσαι πια λαός, αλλά όχλος που εμποδίζει την ομαλή λειτουργία της πολιτείας. Σε τέτοιες κρίσιμες φάσεις της ιστορίας, όπως αυτές που ζούμε, όταν οι κοινωνίες περνάνε από τη μια φάση σε μιαν άλλη, όσοι γράφουν, προσπαθούν να ανακαλύψουν πρώτα τον εαυτό τους και ύστερα ο,τιδήποτε άλλο. Νομίζω ότι ο Π. Κοροβέσης πέτυχε πλήρως και στα δύο και μέσα από αυτό ανοίγει δρόμους, βοηθά και άλλους να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, να στηριχθούν στις δικές τους δυνάμεις, να βαδίσουν όπως έλεγε ο Μάριος Χάκκας «κατά έναν τρόπο που ποτέ άλλος άνθρωπος δεν στάθηκε ή δεν περπάτησε», συμμεριζόμενοι όμως τόσες και τόσες κοινές αξίες, ιδέες, εκτιμήσεις και προσδοκίες. Τον ευχαριστούμε.

Ο Νικόλας Βουλέλης είναι δημοσιογράφος, διευθυντής της Εφημερίδας των συντακτών


42

Η ΑΥΓΗ 24 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 2013

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

8

Διεκδικώντας το καθολικό δικαίωμα ψήφου ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΑΜΙΟΥ, Τα πολιτικά δικαιώματα των Ελληνίδων 18641952: Ιδιότητα του πολίτη και καθολική ψηφοφορία, εκδόσεις Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 404 «...Είναι η ιστορική μέρα όπου η ελληνίδα παρουσιάστηκε για πρώτη φορά μπροστά στις κάλπες σαν πολίτης για να εκλέξει το δήμαρχο του τόπου. Το προνόμιο αυτό το χάρηκαν οι 240 γυναίκες της Θεσσαλονίκης, που είχαν την προνοητικότητα να εγγραφούν εγκαίρως στους εκλογικούς καταλόγους[...] Το να υπάρχουν σήμερα 240 γυναίκες που ψήφισαν χωρίς ν’ ανατραπή το σύμπαν, χωρίς να εγκαταλειφτούν τα σπίτια τους και τα παιδιά τους, χωρίς να επακολουθήσουν διαζύγια, μαλλιοτραβήγματα, ξυλοκοπήματα αναμεταξύ στα αντρόγυνα, το γεΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ Ο ζωγράφος του μήνα: Βασίλης Διαμαντής

γονός αυτό είναι το ισχυρότερο έμπρακτο επιχείρημά μας που δεν θα μπορέσει να αντικρούσει και η μεγαλύτερη κακοπιστία των κηρυγμένων αντιπάλων μας...». Με αυτόν τον τρόπο η Αύρα Θεοδωρόπουλου, πρωτοπόρα μορφή του φεμινιστικού κινήματος στον εικοστό αιώνα, υποδέχεται τη συμμετοχή 240 γυναικών εκλογέων στην αναπληρωματική εκλογή για το δήμο Θεσσαλονίκης στις 14 Δεκεμβρίου 1930, η οποία είναι και ιστορικά η πρώτη συμμετοχή γυναικών σε εκλογές που διεξήχθησαν στο ελληνικό κράτος. Ακολούθησε η συμμετοχή 400 γυναικών στην αναπληρωματική εκλογή για το δήμο Σάμου στις 10 Μαρτίου 1931, ένα χρόνο μετά η συμμετοχή στην αναπληρωματική εκλογή του δήμου Πειραιά, ενώ τέλος στις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές της 11ης Φεβρουαρίου 1934 συμμετέχουν στο σύνολο της χώρας 10.571 γυναίκες. Το εξαιρετικά περιορισμένο εκλογικό δικαίωμα των γυναικών για τις δημοτικές και κοινοτικές εκλογές είχε θεσμοθετηθεί με το εκτελεστικό διάταγμα της 5.2.1930. Εν συνεχεία, 14 χρόνια μετά, το 1944, γυναίκες και άνδρες συμμετέχουν καθολικά στην ανάδειξη του Εθνικού Συμβουλίου της ΠΕΕΑ (23 και 30 Απριλίου) αλλά και στις αυτοδιοικητικές εκλογές της «Ελεύθερης Ελλάδας» (29 Οκτωβρίου). Λίγο πριν το τέλος του εμφυλίου πολέμου με τον Ν. 959/1949 επιτρέπεται η εγγραφή σε εκλογικούς καταλόγους όλων Ελληνίδων από 21 ετών και επάνω με προοπτική να ψηφίσουν το 1953 όσες είχαν ηλικία από 25 έτη και πάνω. Με τον Ν. 1730/1951 επικυρώνονται οι διαδικασίες της εγγραφής και στις τοπικές εκλογές της 5ης Απριλίου 1951 ψηφίζουν 734.750 γυναίκες - δηλαδή των 82% των εγγεγραμμένων στους καταλόγους - και εκλέγονται 71 δημοτικές και 56 κοινοτικές σύμβουλοι. Τέλος, ο Ν. 2159/1952 αποδίδει δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και για τις βουλευτικές εκλογές το οποίο και ασκείται για πρώτη φορά στην αναπληρωματική εκλογή της περιφέρειας του νομού Θεσσαλονίκης (18 Ιανουαρίου 1953), οπότε και εκλέγεται ως πρώτη βουλευτίνα η Ελένη Σκούρα. Η απόδοση εκλογικού δικαιώματος στις

γυναίκες το 1952 ήταν το αποτέλεσμα μιας μακράς και επίπονης κινητοποίησης αρκετών Ελληνίδων μέσα από πολλές γυναικείες/φεμινιστικές οργανώσεις και μερική αποκατάσταση μιας πολιτικής αδικίας η οποία, ωστόσο, αποτέλεσε συστατικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνικοπολιτικής διευθέτησης για σχεδόν 130 χρόνια. Η μελέτη της κας Δήμητρας Σαμίου έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στην εγχώρια βιβλιογραφία περί πολιτικής συμμετοχής, προσφέροντας έναν πολύτιμο οδηγό για την ιστορία των πολιτικών αγώνων και δημοσίων συζητήσεων ως προς το ζήτημα της γυναικείας ψήφου. Πρόκειται για μια δουλειά που φιλοδοξεί να προσφέρει μια μάκρο θέαση της εξέλιξης των γυναικείων πολιτικών δικαιωμάτων στην Ελλάδα και ταυτόχρονα ένα θεωρητικό προβληματισμό για την μεταβαλλόμενη κατανόηση της ιδιότητας του πολίτη στην έμφυλη διάστασή της. Η Ελλάδα, ως προς τη διεύρυνση του δικαιώματος της ψήφου, χαρακτηρίζεται από ένα διεθνές οξύμωρο: παρότι η κατοχύρωση του καθολικού δικαιώματος της ψήφου με το Σύνταγμα του 1864 προηγήθηκε χρονικά της κατοχύρωσης του δικαιώματος σε άλλες χώρες, η καθολική συμπερίληψη των γυναικών στο εκλογικό σώμα καθυστέρησε σχεδόν έναν αιώνα (1952). Το εν λόγω χρονικό χάσμα, στην πραγματικότητα, φανερώνει αφενός τις κυρίαρχες αντιλήψεις για το ρόλο της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία - οι οποίες επιδρούν και στον πολιτικό της ρόλο - και αφετέρου την, ως ένα βαθμό, εργαλειακή αντίληψη της πολιτικής συμμετοχής απότοκο της ιδιόμορφης ανάπτυξης αντιπροσωπευτικών και δημοκρατικών θεσμών στην ελληνική πολιτική. Ο πολιτειακός αποκλεισμός των γυναικών ανάχθηκε στην ιδιαιτερότητα της γυναικείας φύσης και των καθηκόντων που απορρέουν από αυτή (μέριμνα για τα του οίκου), αλλά, ταυτόχρονα, και σε στιγμές ευνοϊκές για την άρση του, διατηρήθηκε υπό την αίρεση της δραματικής μεταβολής των εκλογικών συσχετισμών. Το εν λόγω βιβλίο αναμετρήθηκε με ένα αχαρτογράφητο πεδίο το οποίο, πέρα από συ-

γκεκριμένες πολύ σημαντικές μελέτες, δεν έχει μελετηθεί διεξοδικά στο χρονικό εύρος που όρισε η συγγραφέας (1822-1952). Σε αυτό το πλαίσιο, το περιεχόμενό του κινείται σε μια περισσότερο περιγραφική παρά αναλυτική κατεύθυνση. Η κα. Σαμίου επεξεργάστηκε ένα εντυπωσιακά εκτεταμένο εμπειρικό υλικό το οποίο και αξιοποίησε παρουσιάζοντάς το σε τρεις άξονες: ο πρώτος αφορά τις κοινοβουλευτικές συζητήσεις που έλαβαν χώρα κατά περιόδους για το δικαίωμα της ψήφου και οι οποίες συνθέτουν τον επίσημο πολιτικό λόγο για το εν λόγω ζήτημα· ο δεύτερος άξονας περιλαμβάνει τις αντιπαραθέσεις - επιστημονικές, πολιτικές και ιδεολογικές - για τη γυναικεία ψήφου, αναδεικνύοντας όχι μόνο τα διαφορετικά σώματα επιχειρημάτων για το «υπέρ» ή το «κατά» αλλά και εν τέλει τις κυρίαρχες και ετερόδοξες αντιλήψεις περί δημοκρατίας που εμφανίζονταν κατά περιόδους στον ελληνικό δημόσιο χώρο. Ο τρίτος άξονας καταγράφει τις μορφές συλλογικής οργάνωσης και κινητοποίησης των γυναικών, περιγράφοντας ταυτόχρονα και τους διαφορετικούς τρόπους διεκδίκησης του δικαιώματος της ψήφου αλλά και νοηματοδότησης του περιεχομένου του στο εσωτερικού του φεμινιστικού/γυναικείου κινήματος. Είναι αναμενόμενο ότι μια μελέτη αυτού του χρονικού και θεματικού εύρους να έχει αρκετά κενά και το κυριότερο να αφήνει πολ-

λά ανοιχτά ερωτήματα. Ωστόσο η συγγραφέας κατορθώνει να αφηγηθεί με ικανοποιητικό τρόπο το γυναικείο πολιτικό ζήτημα στις διαφορετικές εκφάνσεις του, να το εντάξει στο πολιτικό πλαίσιο κάθε εποχής, να επισημάνει τις ευκαιρίες και τους περιορισμούς, να παρακολουθήσει τις αλλαγές στη σημειολογία του δημοσίου λόγου και να ερμηνεύσει τις εξελίξεις υπερβαίνοντας την απλή παράθεση γεγονότων - η οποία προφανώς και από μόνη της είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα βιβλίο που ενημερώνει, προβληματίζει, επιδέχεται πολλαπλές αναγνώσεις και αποτελεί πλέον αυτονόητη αναφορά για το εν λόγω θέμα. Υπο μία έννοια, το 1952, ενδεχομένως, να μην ήταν και το τέλος της διαδρομής, αλλά και μια αφετηρία για νέους αγώνες από το γυναικείο/φεμινιστικό κίνημα για την ουσιαστικότερη εμπέδωση των κερδισμένων πολιτικών δικαιωμάτων και την κατοχύρωση και εμβάθυνση της έμφυλης ισότητας και στο κοινωνικό πεδίο. Η κα. Σαμίου αναφέρει ότι «...η απονομή του εκλογικού δικαιώματος ήταν το κλειδί που άνοιξε το δρόμο για όλα όσα ακολούθησαν, αν και υπήρχαν εξαιρέσεις και παραβιάσεις που ακύρωναν το πνεύμα της ισοπολιτείας...» (σελ. 349). Η επίτευξη του καθολικού δικαιώματος ψήφου ήταν αποτελέσματα της πίεσης των γυναικείων οργανώσεων, προέκυπτε σαν ώριμο αίτημα μέσα από την κοινωνική εξέλιξη, ωστόσο ικανοποιήθηκε σε μια χρονική στιγμή που οι πολιτικοί συσχετισμοί ήταν ευνοϊκοί για το κράτος και για τις πολιτικές δυνάμεις που είχαν συνδεθεί με το κράτος εκείνη την εποχή. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι το εν λόγω γεγονός ήταν ήσσονος σημασίας, αλλά ότι ο τρόπος απόδοσής του εμπεριέχει και όλα εκείνα τα στοιχεία που εμπόδισαν την ουσιαστική εφαρμογή του τις επόμενες δεκαετίες - την έλλειψη δημοκρατικής κουλτούρας και την εργαλειακή αντιμετώπιση του θέματος και από μέρος των ίδιων των γυναικών. Σε αυτό το πλαίσιο, το παρόν βιβλίο μπορεί να εισφέρει στη διαμόρφωση μιας συλλογικής συνείδηση για την αξία του εκλογικού δικαιώματος, τους σκληρούς αγώνες που χρειάστηκαν για να διεκδικηθεί και την ανάγκη να αποκτήσει ένα νέο περιεχόμενο που θα ταυτίζεται με τους στόχους μιας δημοκρατικής πολιτείας στον 21ο αιώνα.

Ο Κώστας Ελευθερίου είναι υπ. δρ Πολιτικής Επιστήμης (ΕΚΠΑ, ΝΟΠΕ)

Την επόμενη Κυριακή

Άντον Τσέχοφ αφιέρωμα Γράφουν: Κωνσταντίνος Κυριακός, Ευγενία Κριτσέφσκαγια, Ελευθερία Ράπτου, Γιώργος Ρωμανός Σχέδια: Γιάννης Κολιός


a11863