Page 4

Η ΑΥΓΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 2013

40

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

4

Κάτω απ’ τα νεκρά ρινίσματα ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΓΑΛΑΖΗΣ, Δοκιμές συγκολλήσεως, ποιήματα, εκδόσεις Φαρφουλάς, σελ. 80 Αινιγματική είναι η φύσις της ποιήσεως, του είδους εκείνου του λόγου που βρίσκεται εν τω μέσω του νοητού και του υπέρλογου, του ρητού και του άρρητου. Απερινότητος, μας λέει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος ο χαρακτήρ της ποιήσεως. Απερινόητος και ο τίτλος της τελευταίας ποιητιΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΛΛΙΝΟΥ

κής συλλογής του Λεωνίδα Γαλάζη, «Δοκιμές συγκολλήσεως». Διαβάζοντας όμως κανείς τα πρώτα ποιήματα του βιβλίου, αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι ο τίτλος του έχει ως ένα σημείο και κυριολεκτικό νόημα. Τα ποιήματα της συλλογής είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αφιερωμένα στον πατέρα του ποιητή - περιορισμένος αριθμός ποιημάτων είναι αφιερωμένα στην μητέρα του. Άνθρωποι και οι δύο, οι οποίοι όπως συνάγεται από την ποιητική αφήγηση έζησαν σκληρά και δύσκολα χρόνια. «Ξυπόλυτος με μπαλωμένα ρούχα/ ροβόλαγες στα μονοπάτια.../ Μόνος, κατάμονος./ Μαύρες ελιές και ξερό ψωμί/ κι ας έτριζαν τα δόντια τους τα τρωκτικά...» Η ταπεινή και σκληρή εργασία του χειρώνακτα σιδηρουργού, διά της αλχημικής ουσίας της ποιήσεως λαμβάνει μια σχεδόν ιε-

ρουργική διάσταση και μεταμορφώνεται σε ποιητική κατάσταση. Ο Paul Ricoeur γράφει ότι η ποιητική φαντασία έχει την ιδιότητα όχι απλά να περισυλλέγει εικόνες τις αισθητής εμπειρίας αλλά να δημιουργεί ένα καινούριο ποιητικό κόσμο, ο οποίος παρέχει μια νέα νοηματοδότηση της υπάρξεώς μας. Περιγράφοντας ποιητικά στοιχεία ή αντικείμενα του εργαστηρίου του συγκολλητή μετάλλων πατέρα του, ο ποιητής εκφράζει τα στοιχεία εκείνα που έχουν εγγραφεί στην ψυχή του. Τα αντικείμενα αυτά δεν είναι πλέον συμβατικά αντικείμενα αλλά ποιητικά σύμβολα, τα οποία διά της φαντασίας παράγουν νέα νοήματα, και με την αναπάντεχη χρήση της γλώσσας ποιητικές εικόνες. Οι ονειρικές εικόνες της ποίησης του Λεωνίδα Γαλάζη και οι υποσυνείδητες ποιητικές αναμνήσεις σχετίζονται με μια ποιητική του εσωτερικού χώρου, όπως την ορίζει ο Gaston Bachelard. Οι αναμνήσεις αναδύονται αυθόρμητα και αβίαστα από το ψυχικό υπόστρωμα του ποιητικού υποκειμένου και εκφράζονται ως ποιητικός λόγος. Σ’ αυτού του είδους την ποίηση κυρίαρχο είναι το ποιητικό Cogito (η υπόσταση δηλ. του ποιητή), η οποία φθάνει μέχρι τα όρια της σολιψιστικής υπαρξιακής κατάστασης. Λίγοι σπινθήρες όμως αγρυπνούσαν/ κάτω από τα νεκρά ρινίσματα/ και κει που δεν το περιμέναμε/ μια εστία φωτιάς στο πάτωμα/ [εκεί να μένουν άγρυπνοι!]/ κι όλα τα ρινίσματα τραγουδώντας/ ανέβαιναν πάλι/ και χόρευαν σαν

τρελά στον αέρα/ κι ύστερα πάλι έπεφταν στο πάτωμα/ και νόμιζα πως ήταν πια νεκρά/ μα εσύ, πατέρα, γνώριζες πολύ καλά/ την παρελκυστική τακτική των ρινισμάτων/ που δεν τα βάζουνε κάτω/ παρά καλύπτονται προσεχτικά/ κάτω από τις επάλληλες στρώσεις της στάχτης/ και κει που δεν το περιμένεις ζωντανεύουν/ [εκεί να μένουν ζωντανά]/ κι αναδεύουν τα βάθη της ψυχής μας/ και χορεύουν έξαλλα μες στο καμίνι της ψυχής μας... Παρόλο που ο Γαλάζης γράφει σε ελεύθερο στίχο, χρησιμοποιεί δηλ. την κατ’ εξοχήν μοντερνιστική ποιητική, το εξομολογητικό, μελαγχολικό και θρηνητικό ύφος της ποίησης της τελευταίας του συλλογής θα μπορούσε να της προσδώσει τον χαρακτηρισμό της μοντέρνας ελεγείας λύπης. Τα ποιήματα της συλλογής μπορούν να διαβαστούν ως αποσπάσματα μιας αυτοτελούς και αδιάσπαστης σύγχρονης ελεγειογραφίας, καθώς όλα συγκλίνουν θεματολογικά, και συνυφαίνονται υφολογικά, δημιουργώντας ένα ενιαίο και αδιαίρετο ποιητικό όλον. Η ελεγεία, το κατ’ εξοχήν ποίημα που εκφράζει την σχέση του ανθρώπου με τον θάνατο, η ποίηση δηλ. που εκφράζει το δέος, την θλίψη και την αγωνία του θανάτου, δεν μπορεί να μην περιέχει ταυτόχρονα κι ένα είδος στοχαστικής ενατένισης, καθώς όπως γράφει ο Πλάτων, σ’ αυτήν την απορία περί θανάτου έγκειται όλη η ουσία της φιλοσοφίας - Φιλοσοφία εστί η μελέτη θανάτου. Μια ποίηση λοιπόν με έντονο το στοιχείο του θα-

νάτου ή μια ποίηση περί θανάτου, δεν μπορεί παρά να οδηγεί σε μια στοχαστική διάθεση για τα ουσιώδη ζητήματα υπάρξεως, της αθανασίας της ψυχής, της σχέσης της ύλης και του πνεύματος, τους σώματος και της ψυχής, την μοίρα της ψυχής μετά τον περατωθέντα βίο του σώματος. Αυτές οι απορίες για την μοίρα του πεπερασμένου ανθρώπινου όντος διαπερνούν την ποίηση του Γαλάζη, φευγαλέα και συνειρμικά. Λόγιος ποιητής, με γερή φιλολογική αρματωσιά και γνώση, συνομιλεί με εκλεκτικά κείμενα της νεοελληνικής και της παγκόσμιας λογοτεχνίας, καθώς και της κλασσικής γραμματείας, αρδεύοντας στοχασμό και έμπνευση. Όπως λ.χ. με τον ποιητή Κωστή Παλαμά, τον Νίκο Εγγονόπουλο, τον Ηράκλειτο, την Θεία Κωμωδία του Dante Aligieri κ.ο.κ. Οι συχνές παραπομπές υπό την μορφή των ποιητικών μόττο, που συνοδεύουν αρκετά ποιήματα της συλλογής, στον Αργύρη Χιόνη, μαρτυρούν μια σαφή ποιητολογική σχέση, και προφανώς οφειλή. Η λογιοσύνη του Γαλάζη διαπιστώνεται και από την ποιητική του γλώσσα, μια γλώσσα πλούσια σε ιδιωματικές εκφράσεις και ποιητολογικούς τύπους. Χωρίς, βεβαίως, η φιλολογική επάρκειά του, να τον οδηγεί σε μια ποίηση πάσχουσα από φιλολογική επιτήδευση.

Ο Χριστόδουλος Καλλίνος είναι φιλόλογος

Βιβλικές εικόνες ερημιάς ΓΙΩΡΓΟΣ Χ. ΣΤΕΡΓΙΟΠΟΥΛΟΣ Η διάβολος, Οι Εκδόσεις των Φίλων, σ. 45 Κατά χρόνον Ευαγγέλιο, Οι Εκδόσεις των Φίλων, σ. 55

Στο πρώτο του βιβλίο ποιημάτων, Η διάβολος (2011), ο Γιώργος Στεργιόπουλος (γεν. 1985) ανοίγεται με την ποίησή του σε διαδοχικά τοπία, αισθητά ως ΤΟΥ ΑΛΕΞΗ ΖΗΡΑ

εικόνες μιας παραπλήσιας κολαστήριας κατάστασης. Το άνυδρο, το φρυγμένο, το διακεκαυμένο που κυριαρχεί σ’ αυτές ασφαλώς και προέρχεται από μια υπαρξιακή αγωνία που όμως η τραχύτητά της μοιάζει κάπως υπερβατική και ίσως υπερβολική, κι αυτό σε αντίθεση με άλλους ποιητές, συνομήλικους του Στεργιόπουλου που είναι εστιασμένοι στα κατά συνθήκη πράγματα, στο υπάρχον που αποτελεί πηγή της δικής τους αγωνίας, έλξης η απώθησης. Ωστόσο, παρά την υπερβατικότητά της, παρά τη φιλοσοφική και εν γένει στοχαστική της διάθεση, είναι μια άκρως αυτοαναλυτική ποίηση που ακολουθεί όχι ελεύθερα αλλά κάπως προδιαγεγραμμένα το μίτο της φαντασίας. Γυρεύει διαρκώς με άγχος, και συχνότατα με ενοχή, η οποία όμως δεν οφείλεται τόσο σε ατομικά όσο σε προσωπικά βιώματα, να βρει το σχήμα της ύπαρξης που είναι δικό της. Γυρεύει δηλαδή το τέλος που της έχει ταχθεί. Όλα αυτά βεβαίως είναι προβλήματα και στόχοι που δεν είναι καθόλου εύκολο να λειτουργήσουν ως σύνθεση, και μάλιστα σε έναν ιδιαίτερα νέο

ποιητή. Πολλές φορές οι βιβλικές εικόνες ερημιάς είναι σε τέτοιο σημείο ερμητικές και διαμελισμένες που δημιουργούν στον αναγνώστη μια αίσθηση χάους, σκορπίζοντας έτσι το παραδειγματικό νόημα που επιδιώκει ο ποιητής. Αλλά η στόφα του φαίνεται εξαρχής: θέλω να πω είναι ευδιάκριτα τα γνωσιακά του εφόδια με τα οποία σκοπεύει στη δημιουργία της δικής του «έρημης χώρας». Στα ποιήματα της Διαβόλου, όπως και σ’ αυτά της δεύτερης συλλογής του, Κατά χρόνον Ευαγγέλιο (2012) είναι η σκέψη εκείνη που παράγει το πένθος, η σκέψη που αντί να οδηγεί στη σωκρατική στοχαστική ηρεμία επιτείνει αντίθετα την αγωνία της αναζήτησης. Υπάρχει διάχυτο σε κάθε εικόνα και στίχο του Στεργιόπουλου ένα πυκνό άγχος που μας προδιαθέτει για την αναμενόμενη απώλεια, που μας εντείνει την αβεβαιότητα λόγω της παρουσίας ενός κινδύνου που δεν παύει να προκαλεί συναγερμό. Και, όπως είπα στην αρχή, όλες αυτές οι καταστάσεις αποδίδονται με τραχύτητα, με μια γλώσσα ευρηματική, ευλύγιστη, αλλά και νευρική, «ακατάστατη» και γι’ αυτό σκοτεινή. Αν με ρωτήσετε, γιατί τόσο επίμονη η τραχύτητα, θα απαντούσα: γιατί αυτό που προσπαθεί ο Στεργιόπουλος να βγάλει προς τα έξω, προς τη συνείδηση δηλαδή, είναι ένα είδος μυστικής βίωσης τού πώς είμαστε αποξενωμένοι τελικά από τον κόσμο και από την ίδια μας τη ζωή: «Αγάπησα αυτούς που φιλάνε για να φύγουν/ Στυφό πρωϊνό τυλιγμένο στο γοφό νεανικής ημέρας/ Τα φιλιά του ήλιου μέσα από κλεισμένα δόντια/ τα δάχτυλά του πλεγμένα στα δικά μου/ ανατριχιάζοντας το δρόμο γύρω από τα μυστικά μας μέρη.»

ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ

Δημήτρης Χατζής Aφιέρωμα Γράφουν: Αλέξης Ζήρας, Παναγιώτης Νούτσος, Στέφανος Ροζάνης, Μαρία Ψάχου Κι ένα κείμενο του Χρήστου Παπουτσάκη

a11809  

Αναγνώσεις, Αυγή της Κυριακής, 22.09.2013

a11809  

Αναγνώσεις, Αυγή της Κυριακής, 22.09.2013

Advertisement